1882.02.22
1.719 στίχοι · 13.847 λέξεις · 62 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 21
τῆς 22 Φεβρουαρίου 1882.
Ὥρᾳ 2½ μ. μ.
Ἀπαρτίας γενομένης, ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκρίνονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν, κύριοι, τῆς παρελθούσης Παρασκευῆς, ὅτε ὁ κ. πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἠγόρευσεν ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Βάλτου, δὲν ἤμην παρών· ὅταν ἐπανῆλθον ἐνταῦθα, διάφοροι διάφορα μοὶ εἶπον, ὅτι εἶπεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς περὶ ἐμοῦ καὶ κατ’ ἐμοῦ, εἰς τὰ ὁποῖα βεβαίως ἤθελον ἀπαντήσει, ἐὰν ἤμην παρὼν καὶ ἂν τὰ ἤκουον ἐγὼ ὁ ἴδιος. Ἐπερίμενα νὰ ἴδω τὸν λόγον τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ εἰς τὰ στενογραφημένα πρακτικά· τὸν ἐζήτησα, δὲν τὸν εὗρον. Σήμερον εἶδον εἰς τὴν ἐφημερίδα «ὁ Τηλέγραφος» δημοσιευμένον τὸν λόγον ἐκεῖνον τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ. Ἐπειδὴ ἡ ἐφημερὶς ἐκείνη συνήθως συμβαίνει νὰ τυπώνῃ οὐχὶ ἀκριβῆ τὰ πρακτικὰ τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς, δὲν ἠδυνάμην νὰ ἐμπιστευθῶ εἰς τὴν δημοσίευσιν αὐτήν. Ἐζήτησα καὶ τὸ πρωῒ καὶ τώρα τὰ στενογραφημένα πρακτικά· μοὶ ἀπήντησαν, ὅτι τὰ ἔχει ὁ κ. πρωθυπουργός. Ἐκθέτω ταῦτα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διότι ἐπιφυλάσσομαι πλῆρες τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαντήσω εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς Παρασκευῆς περὶ ἐμοῦ, ὅταν ἴδω τὰ στενογραφήματα, βεβαιῶν ἀπὸ τοῦδε τὸν μὲν κ. πρωθυπουργὸν, ὅτι θέλει μείνει εὐχαριστημένος ἀπὸ τὴν ἀπάντησίν μου, τὴν δὲ Βουλὴν, ὅτι καὶ τότε, ὡς οὐδέποτε, δὲν θέλω κάμει χρῆσιν λέξεων καὶ φράσεων, αἵτινες, ἂν τῳόντι ἐξῆλθον τοῦ στόματος τοῦ πρωθυπουργοῦ, δὲν πρέπουν οὐχὶ εἰς τὸ στόμα προέδρου Κυβερνήσεως, λαλοῦντος πρὸς τὴν Βουλὴν, ἀλλ’ οὔτε εἰς τὸ στόμα τοῦ τελευταίου θαμῶνος τοῦ τελευταίου καπηλείου.
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολουθεῖ ἡ συζήτησις τῆς ἐκλογῆς Καλαβρύτων.
§3ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Κύριοι, σήμερον πρόκειται κατ’ ἐξακολούθησιν ἡ συζήτησις τοῦ ἂν πρέπῃ νὰ ἐπικυρωθῇ ἡ ἐκλογὴ ὡς πρὸς τὸν Ἀλέξανδρον Ζαΐμην, ναὶ ἢ ὄχι· πρόκειται δηλαδὴ νὰ ἐξετασθῇ, ἂν τῳόντι ἔχῃ τὸ τριακοστὸν ἔτος συμπεπληρωμένον, ἢ δὲν τὸ ἔχῃ. Τὸ Τμῆμα ἄφησε τὴν ἀπόφασιν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ παραδέχεται εἰς τὴν ἔκθεσίν του, ὅτι τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον παρουσιάσθη, τὸ ἀντίγραφον τὸ ἐπικυρωμένον παρὰ τοῦ γραμματέως Πατρῶν, ὅτι αὐτὸ τοῦτο εἶναι ἁπλοῦν τεκμήριον, καὶ οὐχὶ ἐντελεστάτη ἀπόδειξις. Ἠκούσατε τὸν κ. Κυβερνήτην Πετιμεζᾶν, ὅστις τῳόντι μὲ ἀτειρέαν φωνὴν, τουτέστι μὲ ἀκατάβλητον φωνὴν καὶ μὲ χάλκινον στῆθος, ἀνέπτυξε τὸ ζήτημα, καὶ ἠθέλησε νὰ πείσῃ τὴν Βουλὴν, ὅτι ἔχει συμπεπληρωμένον τὸ 30ὸν ἔτος τῆς ἡλικίας του, ὄχι ὅμως μὲ ἀποδείξεις, ἀλλ’ ἐκ τοῦ σύνεγγυς, εἰπὼν, ὅτι καὶ οἱ ἐξάδελφοί του ἀκόμη εἶναι ἐγγεγραμμένοι εἰς τὰ μητρῷα, καὶ ὅτι αὐτὸ δὲν φέρει καμμίαν ἀπόδειξιν, εἰμὴ ἁπλοῦν τεκμήριον. Καὶ τεκμήριον θὰ εἰπῇ ὅπως, ὅταν φαίνηται καπνὸς, εἰκάζῃ κανεὶς, ὅτι εἶναι πῦρ· ἀλλ’ ἠμπορεῖ νὰ μὴ ἦναι καὶ πῦρ, διότι ἐκ τῶν γνωστῶν πρέπει νὰ μεταβαίνωμεν εἰς τὰ ἄγνωστα· δὲν θὰ εἰπῇ ὅμως τοῦτο, ὅτι ἔχετε καὶ τὴν βεβαιότητα. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου λοιπὸν θὰ κάμω τὴν παρατήρησιν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὸν κ. Πετιμεζᾶν, ὅτι δὲν ἔχομεν τεκμήριον, ἀλλ’ ἐντελεστάτην ἀπόδειξιν διὰ τοῦ ἐγγράφου τούτου. Διότι ποῖος ἠμπορεῖ νὰ βεβαιώσῃ, ὅτι ἐγέννησε τὰ παιδιά του; Βέβαια ὁ πατήρ· καὶ οὗτος ἔκαμε τὴν δήλωσιν ὄχι ἀπὸ σκοποῦ, ἀλλ’ ὑπὸ τὸ κράτος νόμου, ὅστις δίδει καὶ ἀφαιρεῖ δικαιώματα, ἐὰν δὲν γείνῃ ἡ δήλωσις τακτικὴ καὶ ὅπως πρέπει. Ἑπομένως βλέπετε, ὅτι ὁ μακαρίτης Ζαΐμης, εἰς τοῦ ὁποίου τὸ στόμα ἐβασίλευεν ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ φρόνησις, ἀληθῶς ἐπῆγε καὶ ἐδήλωσε τὰ τέκνα του· εἰς τὰ 1853 ἐνυμφεύθη ὁ Ζαΐμης, εἰς τὰ 1855, λέγει, ἐγεννήθη ὁ υἱός του· πῶς θέλετε λοιπὸν νὰ τὸν κάμετε, ὅτι ἔχει συμπεπληρωμένον τὸ 30ὸν ἔτος; Ὅλα τὰ κατάστιχα, ὅλα τὰ μητρῷα πρέπει νὰ μείνωσι κατὰ μπάντα; Ἀπόδειξις τῶν λόγων μου, κύριοι, εἶναι, ὅτι ὁ νέος αὐτὸς, προσκληθεὶς ἐπίστρατος, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως μετέβη εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν· καὶ ἀπόδειξις μεγαλειτέρα εἶναι, ὅτι δὲν παρουσιάζεται ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου· καὶ ἂν ἠρωτᾶτο ἀκόμη εἰς τὸν λόγον τῆς τιμῆς του, ἔπρεπε νὰ μιμηθῇ τὸν υἱὸν τοῦ Κριστενίτου, ὅστις εἶπε, «δὲν ἔχω συμπεπληρωμένον τὸ 30ὸν ἔτος», καὶ ἐξῆλθε.
§4ΡΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ. Οὔτε προσῆλθε κἂν εἰς τὴν Βουλήν.
§5ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἠμπορῶ νὰ ἔχω κακὰς πληροφορίας· δὲν σᾶς λέγω, ὅτι εἶμαι ὁ ἀναμάρτητος Πάπας. Ἐδῶ συζητοῦμεν διὰ τὴν ἀνεύρεσιν τῆς ἀληθείας. Ἀπόδειξις λοιπὸν εἶναι, ὅτι ἡ μὲν ἐμφάνισίς του ἀποδεικνύει δύο τινά, ἢ ὅτι ὁ νέος αὐτὸς τὸ κάμνει ἐπὶ σκοπῷ, ὅπου δὲν παρουσιάζεται, ἢ ὅτι δὲν θέλει διόλου ν’ ἀναμιχθῇ εἰς τὴν προκειμένην ὑπόθεσιν· ἔρχεται ὅμως ἕνας ἄλλος, ὁ κ. Ῥηγόπουλος, ὅστις μέχρι τινὸς καιροῦ ἔκαμε τὸν νέον Ἀνάχαρσιν, ὅστις ἐγύρισεν ὅλην τὴν οἰκουμένην καὶ ἐπῆγεν εἰς τοὺς Ἀντίποδας, καὶ εἶπεν, ὅτι λυπεῖται ὅπου δὲν παρευρέθη καὶ αὐτὸς νὰ δώσῃ πληροφορίας περὶ τῆς ὡρίμου ἡλικίας, ὅτε συνετάσσετο τὸ Σύνταγμα τῆς Ἑλλάδος, καὶ βεβαίως ἤθελεν ἡ Ἐθνοσυνέλευσις παραδεχθῆ τὸ 21 ἔτος τῆς ἡλικίας, (Θόρυβος) καὶ μόνον κατὰ τὸ 21 ἔτος ὁ ἄνθρωπος εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ διοικῇ τὴν περιουσίαν του καὶ νὰ συναλλάσσηται· ἐδῶ ὅμως δὲν πρόκειται ν’ ἀγοράσῃ τις οὔτε λάδι, οὔτε ἄλλο τι, ἀλλὰ πρόκειται νὰ βουλεύηται περὶ τῶν κοινῶν καὶ δημοσίων πραγμάτων. Καὶ νομίζετε, ὅτι οἱ προπάτορες ἡμῶν εἰς τὴν ἀρχαίαν Ἑλλάδα τὸ εἶχαν οὕτω, νὰ μαζεύωνται τὰ παιδάρια εἰς τὰ βουλευτικὰ σώματα; Ὄχι. «Τίς ἀγορεύειν βούλεται ὑπὲρ τὰ 50 ἔτη γεγονώς.» Ὥστε καὶ ἐκεῖ εἶχον ὡρισμένην τὴν ἡλικίαν τοῦ βουλεύεσθαι· ἦσαν ἄνθρωποι πεπειραμένοι, οἱ ὁποῖοι ἔλεγον, ὡς ὁ Δημοσθένης καὶ λοιποί, καὶ οἱ λόγοι των ἦσαν ὀρθοί. Καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, κύριοι, ἐὰν παραδεχθῆτε τὸ ἐναντίον παρ’ ὅ,τι λέγει ὁ νόμος, τί κακὸν θέλει γείνει; Θέλομεν πάθει ὅ,τι ἡ μήτηρ, ἡ ὁποία ἐσυγχώρει εἰς τὸν υἱόν της τὰ μικρότερα ἐγκλήματα κατ’ ἀρχάς, καὶ κατόπιν ἐξετέλει οὗτος καὶ τὰ μεγαλείτερα ἐγκλήματα, ἕως ὅτου οὗτος ἐκρεμάσθη εἰς τὴν ἀγχόνην. Λοιπὸν θέλετε σήμερον νὰ παραβλέψητε, διὰ νὰ ἔλθῃ ὁ υἱὸς τοῦ Ζαΐμη; Αὔριον τὸ Κοινοβούλιον θὰ ἦναι γεμάτον ἀπὸ ὅλα τὰ ἀμούστακα παιδαρέλια· καὶ ποῦ θὰ καταλήξωμεν τοιουτοτρόπως; Ὥστε ὁ ἕνας ἀνῆλιξ νὰ ἔρχηται κατόπιν τοῦ ἄλλου. Καὶ δὲν πρέπει νὰ ἤμεθα αὐστηροὶ εἰς τὸν ἕνα καὶ ἐπιεικεῖς εἰς τὸν ἄλλον· ὁ νόμος πρέπει νὰ ἐκτελῆται γενικῶς. Ἠμπορούσατε, ἐὰν εἴχατε τοιαύτην δικαιοδοσίαν, νὰ χαλάσητε τὸν νόμον, ἀλλὰ τότε μετεβάλλεσθε εἰς Συνέλευσιν. Δι’ αὐτὸ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ δείξωμεν, ὅτι σεβόμεθα τὸν νόμον, καὶ μάλιστα ἀφοῦ ὁ νομοθέτης ἐζήτησε προσόντα τὴν ἡλικίαν καὶ τὴν ἐγκατάστασιν· καὶ εἶναι πάντη ἀδιάφορον, ἂν ἡ ἐπαρχία τοῦ Ἀλεξάνδρου Ζαΐμη τὸν ἐξέλεξεν ὁμοθύμως, καὶ τῷ ἀπένειμε χάριν ἐνηλικιότητος δῆθεν διὰ τῆς ψήφου της· αἱ ἐπαρχίαι μόνον δικαίωμα ἔχουσι νὰ ἐκλέγωσιν, ἡ δὲ Βουλὴ νὰ ἀποφασίζῃ ὁριστικῶς ἂν ὁ βουλευτὴς ἔχῃ τὰ προσόντα σύμφωνα μὲ τὸ Σύνταγμα. Θὰ εἴπητε λοιπὸν εἰς τὸν κ. Ζαΐμην, ὅτι δὲν ἔχει τὴν ἀπαιτουμένην ἡλικίαν, καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν πρέπει νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν Βουλήν· καὶ τοῦτο, νομίζω, εἶναι ἡ μεγαλειτέρα τιμὴ καὶ δι’ αὐτὸν καὶ διὰ τὴν οἰκογένειάν του· καὶ ὅσοι νομίζουν, ὅτι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ὠφελοῦσι τὴν οἰκογένειαν Ζαΐμη, σφάλλουσιν· ἐγὼ εἶμαι τῆς ἐναντίας γνώμης· πρέπει νὰ εἴπωσιν εἰς αὐτὸν τὸν νεαρόν, ὅτι, «ἀφοῦ εὐτύχησες ν’ ἀνατραφῇς εἰς τὰ Πανεπιστήμια τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Εὐρώπης καὶ ἐτελείωσες τὰς ἐγκυκλίους σπουδάς σου, πήγαινε ν’ ἀναγνώσῃς μέχρι τοῦ 30οῦ ἔτους τὴν μεγάλην βίβλον τοῦ κόσμου, καὶ νὰ λάβῃς τὴν ἀπαιτουμένην πεῖραν, καὶ κατόπιν πεπειραμένος νὰ ἔλθῃς εἰς τὸ Κοινοβούλιον νὰ σκέπτεσαι περὶ τῶν δημοσίων πραγμάτων, ὅπως ὁ πατήρ σου, τοῦ ὁποίου ἡ ἀγαθὴ μνήμη θέλει διαμείνει διὰ παντὸς καὶ πέραν τοῦ τάφου του.» Νομίζω, ὅτι αὐτὰ τὰ ὀλίγα θέλουσι πείσει ὑμᾶς διὰ νὰ ἀποφασίσητε νὰ καταψηφίσητε κατὰ τῆς ἐκλογῆς τοῦ Ἀλεξάνδρου Ζαΐμη· καὶ πρῶτος ἐγὼ καταψηφῶ.
§6ΡΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ. Συμμερίζομαι, κύριοι, εἰλικρινῶς τὴν γνώμην ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουσι πάντοτε, ὅτι ἡ ἐξελεγκτικὴ λειτουργία τῆς Βουλῆς εἶναι λειτουργία πάντως δικαστική· διὰ τοῦτο μάλιστα θὰ προσπαθήσω νὰ ὑπαγάγω καὶ τὴν ὁμιλίαν μου εἰς τύπον κυρίως δικαστικόν. Μᾶς ἀπηυθύνθη, κύριοι, ἐντεῦθεν ἐπανειλημμένως ἡ παρατήρησις, ὅτι ὀφείλομεν ἀπ’ αὐτοῦ τοῦ πρώτου σταδίου τῆς ἰδίας ἡμῶν νομιμοποιήσεως νὰ διατρανώσωμεν ἅπασαν τὴν πρὸς τὸν νόμον εὐλάβειάν μας. Πλὴν δὲν φρονεῖτε, ὅτι ὀφείλομεν ἅμα νὰ καταβάλωμεν καὶ πᾶσαν τὴν δυνατὴν προσοχήν μας, ἵνα μὴ προσκρούσωμεν καὶ ἄκοντες εἰς ἀδίκημα, καὶ μάλιστα οἷον τὸ τῆς ἀκυρώσεως ἐκλογῆς ἀναμφισβητήτως κατ’ οὐσίαν νομιμωτάτης; Ὑπάρχει, ὡς γνωρίζετε, κύριοι, καθιερωμένη ἐν τῷ Δικαίῳ ἡ ὡραία ἀρχή, κατὰ τὴν ὁποίαν «ἐφ’ ὅσον δικαστική τις πρᾶξις συνεπάγεται βαρυτέρας καθ’ οἱουδήποτε συνεπείας, κατὰ τοσοῦτον ἐπιτείνεται ἡ ἠθικὴ ὑποχρέωσις τοῦ δικαστοῦ, ὅπως περιβάλῃ τὴν τοιαύτην ἀπόφασιν του δι’ ἀποδείξεων ὅσον οἷόν τε ἀποχρωσῶν καὶ ἀναντιῤῥήτων.» Ἀλλὰ κατ’ αὐτὴν τὴν ἀρχήν, σταθμίζοντες τὴν ἀποδεικτικὴν ἰσχὺν αὐτοῦ τοῦ ἐγγράφου, ὅπερ καὶ μόνον οἱ ὑποστηρικταὶ τῆς ὑπὸ συζήτησιν ἐνστάσεως ἐπεκαλέσθησαν, δυνάμεθα ἆρα ἀκινδύνως καὶ ἀσφαλῶς νὰ κρίνωμεν ὑπὲρ τοῦ βασίμου αὐτῆς; Καὶ τί εἶναι αὐτὸ τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον μᾶς ἐπισείουν ὡς ἐπιβλητικόν τι χρῆμα ἀποδείξεως; καὶ ποίαν ἄλλην ἐγγύησιν παρέχει ἡμῖν περί τε τῆς καταγωγῆς καὶ τῆς ἀκριβείας του, ἢ μόνον τὴν ὑπογραφὴν ἑνὸς δικαστικοῦ ἀντιγραφέως, καὶ ταύτην ἀμφίβολον; Δικαιοῦμαι δέ, φρονῶ, ν’ ἀμφιβάλλω περὶ τῆς γνησιότητος τῆς ὑπογραφῆς ταύτης, ἀφοῦ ὁ κύριος, ὅστις προὐκάλεσε τὸ ἔγγραφον τοῦτο, δὲν εὐηρεστήθη νὰ μεριμνήσῃ, ὅπως ἐπικυρωθῇ ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου Προέδρου ἡ ὑπογραφή, δι’ ἧς καὶ μόνης βεβαιοῦται ἡ ἀκρίβεια τῆς ἀντιγραφῆς ἐγγράφου, οὐδὲν ἧττον σκοποῦντος ἢ τὴν ματαίωσιν τῆς ἐκλογικῆς θελήσεως ἑνὸς ὁλοκλήρου λαοῦ, καὶ ἀφοῦ ἡ ὑπογραφὴ αὕτη εἰς οὐδεμίαν ἀναφέρεται ὀνοματεπωνυμίαν, οὖσα δυσανάγνωστος, κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τὸ εὐανάγνωστον καὶ καλλιγραφικὸν μάλιστα τοῦ ὅλου σώματος τοῦ ἐγγράφου.
§7ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἐπὶ πλαστογραφίᾳ τὸν κατηγορεῖς;
§8Ν. ΜΕΤΑΞΑΣ. Αὐταὶ εἶναι ἐνστάσεις δικηγορικαί.
§9ΡΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, κύριε Μεταξᾶ, διότι προσήχθησαν ἄλλοτε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐπίσημα πιστοποιητικὰ ἀνωτέρων ἀρχῶν τοῦ Κράτους, καὶ ὅμως δὲν ἀπεδόθη εἰς ταῦτα οὔτε τῶν ἁπλῶν ἐκμαρτυρίων ἡ πίστις· καὶ θέλετε νὰ περιβάλωμεν δι’ ὅλης τῆς ἐμπιστοσύνης ἡμῶν ἓν ἁπλοῦν ἔγγραφον, ὅπερ δὲν φέρει ἢ τὴν ὑπογραφὴν ὑπαλλήλου, τοῦ ὁποίου οὔτε τὸ ὄνομα, οὔτε τὸν ἠθικὸν χαρακτῆρα, ὡς οὐδὲ τὰς πολιτικὰς σχέσεις αὐτοῦ πρὸς τοὺς ἐνδιαφερομένους γνωρίζομεν, καὶ περὶ τῆς γνησιότητος τῆς ὑπογραφῆς τοῦ ὁποίου ὀφείλομεν ν’ ἀμφιβάλλωμεν; Σᾶς βεβαιῶ, κύριοι, ὅτι ἅμα τῇ ἀναγνώσει τοῦ ἐγγράφου τούτου ᾐσθάνθην ἐνδοιασμοὺς ἐν ἐμοί, καὶ ὑποθέτω, ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ δὲν θέλει θεωρήσει αὐτοὺς ὑπερβολικούς, ὁπόταν μάθῃ, ὅτι τὸ πιστοποιητικὸν αὐτὸ ἐξεδόθη πρὸ δέκα καὶ τριῶν ὅλων μηνῶν, δὲν ἀναφέρεται δ’ ἐν αὐτῷ οὔτε τὸ πρόσωπον, ὅπερ ἐπροκάλεσε τὴν ἔκδοσιν αὐτοῦ, οὔτε τὸ πρόσωπον, εἰς τὸ ὁποῖον παρεδόθη, ὅτι τὸ πιστοποιητικὸν τοῦτο προσήχθη καὶ κατὰ παρελθοῦσαν περίοδον τῆς Βουλῆς ἐνώπιον τοῦ Τμήματος, ἔκτοτε δὲ παρεδόθη εἰς ἕνα τῶν διαρκῶν ὑπαλλήλων της. Καὶ ὅμως ἐν τῇ ἀναφορᾷ, ἣν ὁ ἐνιστάμενος ἀπηύθυνε πρὸς τὴν σεβαστὴν τῶν Ἑλλήνων Βουλήν, ἀναφέρεται, ὅτι «διὰ ταύτης προσάγεται ἤδη τὸ πιστοποιητικὸν τοῦτο!» Δὲν πρόκειται βεβαίως ν’ ἀπαγγείλω κατηγορητήριον κατὰ τοῦ ἐνισταμένου ἐπὶ ἀνακριβείᾳ· ἀλλ’ ὁπόταν τὸν συλλαμβάνω ἐπ’ αὐτοφώρῳ, οὕτως εἰπεῖν, ψευδόμενον, ἔχωμεν δ’ ἰσχυροτέρους ἄλλους λόγους νὰ ἐνδοιάζωμεν περὶ τῆς εἰλικρινείας τοῦ ἐγγράφου τούτου, δὲν ἤθελεν εἶσθαι ὅ,τι ἐπισφαλὲς νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἀκύρωσιν καὶ ἀποκλείσωμεν τοῦ Κοινοβουλίου τὰς θύρας εἰς τὸν υἱὸν τοῦ ἀειμνήστου Θρ. Ζαΐμη; Καὶ ἄλλοτε, κύριοι, ἡ Βουλὴ ἠσχολήθη ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἡλικίας, πάντοτε δὲ δι’ ἀποφάσεων ὁμοιομόρφων ἀπέδειξεν, ὅτι εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο ὀφείλεται λύσις ἐπιεικής, διότι δὲν ἀφορᾷ εἰς ἐλάττωμά τι ἐκλογικὸν ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα νοθεύουσι τὴν ἐκλογικὴν συνείδησιν τοῦ τόπου καὶ προσβάλλουσιν οὕτω τὴν βάσιν τοῦ πολιτεύματος, οὐδ’ εἰς προσόν, οὗ ἡ κατάληψις προϋποτίθησι νομικὰς γνώσεις, ἀλλ’ εἰς προσὸν προσωπικόν, ὅπερ πρωτίστως καὶ κατ’ ἐξοχὴν ὑπόκειται εἰς τὴν ἀντίληψιν καὶ τὴν ἐκτίμησιν τῶν ἐκλογέων, καὶ διὰ τὸ ὁποῖον — ἂς τὸ εἴπωμεν — πάντοτε κατεκρίθη ὁ θεμελιώδης ἡμῶν νόμος ὡς ἀντιφατικὸς εἰς τὰ Συντάγματα τῆς λοιπῆς Εὐρώπης, ἐν οἷς ἡ ἡλικία ὁρίζεται κατὰ πολὺ τῶν 30 ἐτῶν κατωτέρα. Εἶπον, κύριοι, ὅτι ὁμοιομόρφως πάντοτε ἡ Βουλὴ ἔλυσε τὸ τῆς ἡλικίας ζήτημα· παρέλειψα δὲ νὰ σᾶς ἀναφέρω, ὅτι μοναδικὴν εἰς τὴν τακτικὴν ταύτην ἐξαίρεσιν ἀποτελεῖ ἡ ἀκύρωσις τῆς ἐκλογῆς Κρεστενίτου. Ἠκυρώθη ὅμως ἡ ἐκλογὴ ἐκείνη, οὐχὶ διότι εἶχεν ὁ ἐνδιαφερόμενος τὸν ἱπποτισμὸν, ὡς σᾶς ἀνέφερεν ὁ κ. Στεφανίδης, πρὸς ὃν ὁ κ. Σολιώτης προχθὲς, νὰ διομολογήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν εἶχε συμπεπληρωμένην τὴν νόμιμον ἡλικίαν, καθάπερ βεβαιοῦν τὰ πρακτικὰ, ἅτινα θὰ σᾶς ἀναγνώσω, ἐὰν τὸ ἐπιθυμήσωσιν οἱ τὸ ἐναντίον ὑποστηρίξαντες· καθόσον ἐκ τούτων προκύπτει, ὅτι ὁ κ. Κρεστενίτης οὔτε παρουσιάσθη κἂν εἰς τὴν συνεδρίασιν, καθ’ ἣν ἠκυρώθη ἡ ἐκλογὴ αὐτοῦ, ἀλλ’ ἠκυρώθη κυρίως, διότι ἡ Βουλὴ τοῦ 1874 εἶχε παρὰ πολὺ ὑψηλὰ ἀναπεπταμένην τὴν σημαίαν τοῦ νόμου, ὡς ἐνθυμοῦνται βεβαίως καὶ ἰδιαιτέρως οἱ βουλευταὶ Ἀττικῆς, ὁ κ. Λομβάρδος, Ζηνόπουλος καί τινες ἄλλοι.... Ἀλλ’ ἐὰν αὐτὸ τὸ προσὸν ἦναι τῷ ὄντι προσὸν, τὸ ὁποῖον πρωτίστως καὶ κατ’ ἐξοχὴν, ὡς προεῖπον, εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῶν ἐκλογέων ὑπόκειται, πῶς θέλετε νὰ εἴπωμεν ἡμεῖς ἤδη πρὸς τοὺς 4,200 ἐκλογεῖς τῶν Καλαβρύτων, οἱ ὁποῖοι πανηγυρικῶς καὶ ἐν ἐκλογῇ νομίμῳ ἐξεδήλωσαν τὴν θέλησιν αὐτῶν ὑπὲρ τοῦ κ. Ἀλεξάνδρου Ζαΐμη, ὅτι οἰκτρῶς ἔσφαλον εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῆς προσωπικῆς τοῦ ἐκλεκτοῦ αὐτῶν ἱκανότητος, ἢ ὅτι (ὅπως ὁ κ. Σολιώτης ἐξεφράσθη προχθὲς) οἱ ἐκλογεῖς Καλαβρύτων πρέπει νὰ ἐπιτιμηθῶσι, δι’ ἔλλειψιν εὐσεβείας πρὸς τὸν νόμον, ὁπόταν μάλιστα τὴν αὐτὴν ἀπόφασιν ἐξήνεγκον καὶ πρὸ ἑνὸς ἔτους, ἐκλέξαντες καὶ τότε τὸ αὐτὸ πρόσωπον δι’ ἐπιζήλου ἐπίσης πλειονοψηφίας; Καταστήσατε, κύριοι, τὸ ἔγγραφον τοῦτο ἐντελῶς ἀνύποπτον, καὶ τότε μόνον δύναμαι νὰ τὸ θεωρήσω ὅπως τὸ Τμῆμα τὸ ἐθεώρησεν, ὡς ἁπλοῦν, τουτέστι, «τεκμήριον»· διότι, ὡς κάλλιον ἐμοῦ γινώσκει ὁ γηραιὸς συνάδελφος κ. Στεφανίδης, ἡ ἡλικία τινὸς δὲν δύναται νὰ βεβαιωθῇ, κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον, ἢ μόνον διὰ ληξιαρχικῆς πράξεως, ἢ ἀποφάσεως ἁρμοδίου δικαστηρίου.
§10ΤΙΝΕΣ. Γάμος δὲν ἔγεινε....
§11ΡΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ καὶ τεκμήριον ἐὰν εἴχωμεν, δὲν ἀρκεῖ τάχα πρὸς ἐκμηδένισιν αὐτοῦ ἡ ἐναντία ἀπόδειξις, ἣν παρέχει ἡ ἐπανειλημμένως ἐκφρασθεῖσα κοινὴ τῶν ἐκλογέων πεποίθησις, ὅτι ὁ κ. Ἀλ. Ζαΐμης ἔχει τὴν ἱκανότητα ν’ ἀντιπροσωπεύῃ αὐτούς, πρὸς δὲ αἱ πολυετεῖς ἐν Γερμανίᾳ ἐπιστημονικαὶ σπουδαὶ τοῦ κ. Ζαΐμη; Δὲν ἐκτείνομαι ἐπὶ πλέον· περαίνω δὲ τὸν λόγον μου μὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ Βουλὴ οὐδέποτε θέλει ἐνδώσει εἰς ἀπόφασιν, ἥτις ἠδύνατο νὰ θέση ἐν ἀμφιβόλῳ τὰς εὐγενεστέρας τῶν ἀρχῶν αὑτῆς.
§12ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Βρὲ ἀδελφὲ, καὶ βλάκας μᾶς ἐνόμισες, ἀφοῦ ὁ γάμος ἔγεινεν εἰς τὰ 1853;
§13ΡΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν σᾶς πιστεύω, διότι δὲν εἶσθε ληξίαρχοι.
§14ΣΟΛΙΩΤΗΣ. Ἂν ὁ Ἀλέξανδρος Ζαΐμης ἔχῃ ἢ δὲν ἔχῃ τὴν νόμιμον ἡλικίαν, τὴν ὁποίαν ὁ περὶ προσόντων τῶν ἐκλογίμων νόμος ἀπαιτεῖ, ὁ ἔντιμος συμπολίτης μου κ. Ἀθ. Πετιμεζᾶς ἀνεδίφησεν ὅλα τὰ στρατιωτικὰ μητρῷα, ἀνέτρεξεν εἰς ὅλας τὰς πηγὰς, καὶ ἦλθε καὶ κατέδειξε τὴν ἡλικίαν τὴν ἰδικήν μου, τὴν τοῦ ἐξαδέλφου του Σωτηρίου, τὴν ἡλικίαν τοῦ Καραμέρου Πετιμεζᾶ, ἑνὸς Ἀθαν. Πετιμεζᾶ, καὶ τέλος πάντων κάπως ἀσπλάγχνως ἐξέθεσε τὰς ἡλικίας ὅλων ἡμῶν, ἐκτὸς μόνον τῆς ἡλικίας τοῦ περὶ οὗ ἐπρόκειτο. Πολλοὶ ἴσως τὸν παρεξήγησαν καὶ ὑπέθεσαν, ὅτι τοῦτο ἔπραξεν ἀπὸ κακίαν· ἐγὼ ὑποθέτω, ὅτι ὡμίλησεν οὕτω, διότι δὲν εἶχέ τι καλλίτερον νὰ εἴπῃ. Κύριοι, ἐὰν θέλητε ν’ ἀπευθυνώμεθα ἰταμῶς πρὸς τοὺς ἄλλους, καὶ νὰ τοῖς λέγωμεν, ὡς ἀπηυθύνθη ὁ κύριος Α. Πετιμεζᾶς πρὸς τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ τοῦ εἶπεν «εἶσαι νέηλυς καὶ δὲν ἔμαθες καλὰ τὸ μάθημά σου,» καὶ πρὸς τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, «ἐκπορνεύεις τὴν Δικαιοσύνην,» πρέπει νὰ ἤμεθα εὐθεῖς, κύριε Πετιμεζᾶ· δὲν συμπαθῶ πρὸς ἐκείνους, καὶ δὲν ἀνέλαβον τὴν ὑπεράσπισιν αὐτῶν, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἤμεθα καὶ εὐθεῖς, νὰ ἔχωμεν καὶ καλὴν πίστιν καὶ νὰ ἤμεθα ὑπὲρ τοῦ νόμου, καὶ ὄχι νὰ λέγωμεν μόνον, «ἐγὼ λέγω ἀλήθειαν, ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ τοῦ νόμου·» ὁ κόσμος κρίνει τίς λέγει ἀλήθειαν, καὶ τίς εἶναι ὑπὲρ τοῦ νόμου. Καὶ ἄλλοτε ὁ νόμος ἐσφαγιάσθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἐστρεβλώθη, παρεξηγήθη, κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ Βούλγαρη καὶ κατὰ διαφόρους ἄλλας ἐποχὰς, ἀλλ’ ὅλος ὁ κόσμος ἐνόησεν, ὅτι ἐγένετο διαστροφὴ τοῦ νόμου, διαστροφὴ τῆς δικαιοσύνης. Ἂν, κύριοι, ἐδημιούργουν ἔνστασιν ἐκ τοῦ ἀνυπάρκτου, ἂν προσεπάθουν νὰ προσβάλω τὴν ἐκλογὴν τοῦ ἐντιμοτάτου ἄλλως τε συμπολίτου μου κ. Ζαΐμη, πλάττων περιστατικὰ ἀνύπαρκτα, βεβαίως ἤθελον εἶμαι ἄδικος· ἀλλ’ ὅταν στηρίζωμαι εἰς αὐτὴν τὴν ὑπογραφὴν τοῦ πατρός του, τὴν ὁποίαν ὁ προαγορεύσας ὠνόμασε παληόχαρτον, νομίζω, ὅτι συνηγορῶ ὑπὲρ τοῦ δικαίου καὶ τοῦ νόμου, καὶ ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ συνηγορήσω. Κύριοι, πολλοὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ἀνέπτυξαν θεωρίας, καὶ ἐγὼ εἶπον μίαν ἔκφρασιν, ὅτι ἡ Βουλὴ, προκειμένου περὶ ἐξελέγξεων, ὀφείλει ν’ ἀποβλέπῃ εἰς τὸ ὕψιστον συμφέρον τῆς πολιτείας, τῆς τηρήσεως τοῦ νόμου καὶ τῆς δικαιοσύνης, καὶ ὄχι εἰς τὰ ἐνδιαφερόμενα πρόσωπα. Τῷ ὄντι εἶναι εὐχῆς ἔργον τοῦτο, ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου τὰ κόμματα ἔχουσι τὰ συμφέροντά των, καὶ πάντοτε αἱ ἱστορίαι τῶν Κοινοβουλίων ἀπέδειξαν, ὅτι τὰ κόμματα ὑπερασπίζουν τὸ συμφέρον των, καὶ πρέπει νὰ ὑπάρχουν δύο κόμματα· διότι ἔχω τὴν ἀρχὴν, ὅτι οἱ ἀγαπῶντες τὴν πατρίδα των πρὸ πάντων πρέπει νὰ ἐπιθυμῶσι μίαν Κυβέρνησιν. Ἀλλὰ τὸ συμφέρον τῶν κομμάτων ἔγκειται εἰς τὴν ἀριθμητικὴν ὑπεροχήν· ὄχι κυρίως ἔγκειται εἰς τὸ ἠθικὸν κέρδος, τὸ ὁποῖον προσπαθεῖ νὰ προσπορισθῇ ἕκαστον κόμμα ἐκ τῆς ὑπερασπίσεως ἑκάστου ζητήματος. Σήμερον ἡ δεξιὰ πτέρυξ εἶναι ἐν μειονοψηφίᾳ· εἶναι δὲ γνωστὸν ὡσαύτως, ὅτι ἡ μειονοψηφία ὀφείλει νὰ στηρίζηται ἐπὶ τοῦ νόμου, ὅπως ἀρυσθῇ δυνάμεις, διὰ νὰ καταλύσῃ τὴν πλειονοψηφίαν· ἡ πλειονοψηφία ἀφ’ ἑτέρου ἔχει τὴν ἠθικὴν εὐθύνην τῆς τελικῆς λύσεως τῶν ζητημάτων, ὁ δὲ ἀρχηγὸς τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἐξέφερε μίαν ῥήτραν, τὴν ὁποίαν ὅλοι ἐθαυμάσαμεν, ὅτι θὰ μετρήσῃ μὲ ἕνα πῆχυν, καὶ βεβαίως θὰ μετρήσῃ μὲ τὸν πῆχυν τοῦ νόμου. Κύριοι, ἐγὼ ἐνόμιζα, ὅτι, ἐὰν ἤμεθα καλῆς πίστεως, δὲν ὠφείλομεν νὰ θέσωμεν καθόλου εἰς ἀμφισβήτησιν τὸ ἂν ὁ κ. Ζαΐμης ἔχῃ τὴν νόμιμον ἡλικίαν, ἢ οὔ. Ἄλλως τε εἶπον ἀπὸ τὴν πρώτην ἡμέραν, ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ συμβουλευθῶμεν τὴν ἄδειαν τοῦ γάμου, τὰ συμβόλαια τοῦ γάμου καὶ πλείστας ἄλλας ἀποδείξεις· ἀλλὰ ἐθεωρήθησαν ὅλαι περιτταὶ, διότι ἐγὼ τοὐλάχιστον ἠρκέσθην εἰς τὴν ὁμολογίαν προσώπων, τὰ ὁποῖα συνηγοροῦσιν ἴσως ἐναντίον τῆς ἰδέας μου. Νομίζω, ἤκουσα, ὅτι ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ὁ κ. Ῥικάκης, ὁ κ. Δηλιγιάννης καὶ τόσο ἄλλοι παρευρέθησαν εἰς τὸν γάμον τοῦ μακαρίτου Ζαΐμη. Ἂν εἷς ἐξ αὐτῶν ἐκ τοῦ βήματος αὐτοῦ μοὶ εἴπῃ, ὅτι ὁ γάμος τοῦ μακαρίτου Ζαΐμη δὲν ἔγεινε τὴν 4 Ὀκτωβρίου 1853, ἐγὼ παραιτοῦμαι· δὲν ἀνατρέχω οὔτε εἰς τὰ γραφεῖα τὰ στρατιωτικά, οὔτε οὐδαμοῦ ἀλλοῦ, διὰ νὰ εὕρω μητρῷα κλπ. ὡς ἔπραξεν ὁ κ. Ἀθανάσιος Πετιμεζᾶς. Εἰ τὰς ἐφημερίδας τῆς Βουλῆς εὗρον τότε ἐφημερίδα τινα ἀρχαίαν, καλουμένην «Φήμην.» Νὰ ὑποθέσω, ὅτι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, οἱ γράφοντες τὴν ἐφημερίδα ταύτην, προέβλεπον, ὅτι θὰ παρουσιασθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ κακεντρεχῶς φερόμενοι ἔγραψαν περὶ τοῦ γάμου τοῦ κ. Ζαΐμη; Δὲν εἶναι πιστευτὸν τοῦτο. Ἡ «Φήμη» τῆς 8 Ὀκτωβρίου 1853 γράφει: (Ἀναγινώσκει.) «Τὴν ἑσπέραν τῆς παρελθούσης Κυριακῆς ἐτελέσθησαν οἱ γάμοι τοῦ κ. Ζαΐμη μετὰ τῆς ἀξιεράστου νεάνιδος Ἐλίζας Μουρούζη. Εἰς τοὺς γάμους τούτους, γενομένους μετὰ πλείστης ὅσης ἐπισημότητος, παρευρέθη ὅλη ἡ ἐκλεκτὴ κοινωνία τῆς πρωτευούσης. Ὁ ἀρχιεπίσκοπος Αἰτωλοακαρνανίας κ. Θεόφιλος ἐτέλεσε τὸ μυστήριον τοῦ γάμου μὲ ὅλην τὴν θρησκευτικὴν καὶ ἐκκλησιαστικὴν λαμπρότητα. Εὐχόμεθα εἰς τοὺς νεονύμφους τεκνογονίαν, εὐζωΐαν καὶ μακροβιότητα.» (Ἱλαρότης.) Ὅταν λοιπὸν ἐπιθυμῆτε νὰ δικάσητε μὲ ἕνα πῆχυν καὶ μετά τινος αὐστηρότητος, ὀφείλετε νὰ δικάζητε μὲ τὸν πῆχυν τοῦ νόμου.
§15Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι, θὰ ἀπαντήσω εἰς τὸ προσωπικὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀνέφερε τόσον ὁ ἐξάδελφός μου, καθὼς καὶ ὁ κ. Σολιώτης. Οὔτε ὑπεστήριξα, οὔτε εἶπον, ὅτι πρέπει νὰ εἰσέρχωνται εἰς τὴν Βουλὴν μὲ ἡλικίαν κατωτέραν τῶν 30 ἐτῶν. Ὑπεστήριξα, ὅτι ἡ ἐκλογὴ εἶναι συμβόλαιον, τὸ ὁποῖον διομολογεῖται μεταξὺ τῶν ἐκλογέων καὶ τοῦ ἀντιπροσώπου αὐτῶν, καὶ ὑπεστήριξα, ὅτι τὸ συμβόλαιον τοῦτο εἶναι τόσον ἰσχυρὸν, ὥστε ἀπαιτοῦνται πλήρεις ἀποδείξεις, ὅπως τὸ διαῤῥήξωσιν ὅπως τὸ ἀκυρώσωσιν. Ἐὰν ἐπρόκειτο, κύριοι, περὶ ἀγνώστου τινὸς Σακελλαροπούλου, ἢ δὲν ἠξεύρω τίνος Δημητροπούλου, βεβαίως δὲν ἤθελε γείνει τόσος λόγος, ὅσος γίνεται σήμερον περὶ τοῦ υἱοῦ το Ζαΐμη· διότι, ὅσον ἵσταταί τις εἰς ἐπιφανεστέραν θέσιν, τόσῳ περισσότερον τὰ βέλη κατευθύνονται κατ’ αὐτοῦ. Σᾶς εἶπον, ὅτι τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον παρουσιάζουν, δὲν δύναται ν’ ἀποτελέσῃ ἀπόδειξιν, ὅπως ἀκυρώσῃ συμβόλαιον τόσῳ ἐπίσημον καὶ τόσῳ σημαντικόν, καὶ ἐπανέλαβον καὶ ὁ εἷς καὶ ὁ ἄλλος, ὅτι ἀξιῶ, ὅτι λέγω τὴν ἀλήθειαν, ἀναφερόμενο εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς παρελθούσης ἐκλογῆς τοῦ δήμου Ψωφῖδος. Ἀναγνώσατε τὰ πρακτικὰ, καὶ θέλετε ἰδεῖ, ὅτι εἶπον πλήρη τὴν ἀλήθειαν· διότι οἱ φίλοι τοῦ Σολιώτη καὶ τοῦ Πετιμεζᾶ εἰσήλασαν διὰ τῆς στέγης καὶ εἰσῆλθον ἐντὸς τοῦ ναοῦ καὶ ἔκαμον τὴν καλπονόθευσιν, καὶ ἐπῆλθον ἀποφάσεις δικαστικαὶ, διὰ τῶν ὁποίων οἱ φίλοι των κατεδικάσθησαν...
§16Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές αὐτό· ἀνῃρέθη ἀπὸ τὸν Ἄρειον Πάγον.
§17Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὡς κατεδικάσθη καὶ ὁ φυλάττων, ἀλλὰ συμπράξας εἰς τὴν καλπονόθευσιν χωροφύλαξ Λομπάκης — καὶ τὸν ὁποῖον κατὰ σύμπτωσιν, καί τοι καταδικασθέντα καὶ στερηθέντα τῶν πολιτικῶν του δικαιωμάτων, τὸν εἴχομεν ἐφέτος εἰς τὰς ἐκλογάς, — καὶ ἐπῆλθε μεταξὺ τῶν καλπονοθευτῶν ῥῆξις καὶ ἀλληλοκτονία, καὶ ὁ δήμαρχος, ὁ φίλος αὐτῶν, ὁ ὁποῖος ἔλαβε μέρος εἰς τὴν καλπονόθευσιν, ἐγένετο φυγάδικος, καὶ ἐπαύθη ἀπὸ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν. Ἔλεγον λοιπὸν ἢ δὲν ἔλεγον τὴν ἀλήθειαν; Ἐντελῶς ἀδιάφορον εἶναι τί θὰ πράξητε· ἐγὼ ὤφειλον νὰ ὑποστηρίξω τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ὑπεστήριξα πάντοτε ἐνώπιον τοῦ Σώματος τούτου περὶ ὅλων, ὅσων ἡ ἐκλογὴ κατηγορήθη ἐπὶ ἀνηλικιότητι, καὶ εἶμαι συνεπὴς πρὸς τὸν ἑαυτόν μου, καὶ εἶμαι συνεπὴς ἀπὸ τοῦ 1868 μέχρι σήμερον, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Μπουλούκη, τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Πάλικα. Δὲν εἶμαι λοιπὸν ἀσυνεπής. Ἐὰν ἔβλεπον, ὅτι ὁ υἱὸς τοῦ Ζαΐμη ἤθελε νὰ διαῤῥήξῃ τὴν θύραν τοῦ Βουλευτηρίου, ὅπως διὰ καλπονοθεύσεως εἰσέλθῃ ἐντὸς αὐτοῦ, ὡς οἱ παριστάμενοι ἤδη προστάται τοῦ νόμου, ἤθελον τὸν κατακρίνει ἀλλ’ ὁ υἱὸς τοῦ Ζαΐμη εἰσέρχεται ἐντὸς τῆς Βουλῆς δι’ ἐκλογῆς τῆς ἐλευθέρας θελήσεως τῆς ἐπαρχίας. Εἰς σᾶς ἀπόκειται νὰ πράξητε ὅ,τι θέλετε. (Ὁρκίζεται ὁ βουλευτὴς κ. Νικοκάβουρας.)
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς Καλαβρύτων ὡς πρὸς τοὺς κ. κ. Χ. Σολιώτην, Σ. Ν. Πετιμεζᾶν, Ἀλέξ. Φωτήλαν καὶ Ἀθ. Γ. Πετιμεζᾶν, νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πολλοί.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι ὁ βουλευτὴς κ. Ἀλέξ. Ζαΐμης δὲν ἔχει τὸ προσὸν τῆς νομίμου ἡλικίας, καὶ ἑπομένως, ὅτι ἡ ἐκλογὴ αὐτοῦ εἶναι ἄκυρος, νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πολλοί.) Τὸ ἀποτέλεσμα ἀμφίβολον. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς Καλαβρύτων καὶ ὡς πρὸς τὸν κ. Ἀλέξ. Ζαΐμην νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι.) Ἡ Βουλὴ ἀπέῤῥιψε τὸ ἔγκυρον, καὶ ἑπομένως ἡ ἐκλογὴ τοῦ κ. Ζαΐμη ἀκυροῦται. Ἐκλογὴ Καλαμπάκας. Ν’ ἀναγνωσθῇ τὸ συμπέρασμα τῆς ἐκθέσεως τοῦ Τμήματος. (Ἀναγινώσκεται.) Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς ὡς πρὸς τοὺς κ. κ. Δ. Τσαχτσήρην καὶ Ἀλκ. Μάνδαλον νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πολλοί.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τὸ Τμῆμα κατὰ πλειονοψηφίαν προτείνει τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς ὡς πρὸς τὸν κ. Σιβιτανίδην.
§19ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Κύριοι βουλευταί, φυσικὴ εἶναι καὶ ἡ συγκίνησις καὶ ἡ δειλία, αἵτινες μὲ καταλαμβάνουσιν ἀνερχόμενον τὸ βῆμα. Ἄν, κύριοι, διὰ πάντα ἦναι δυσχερὲς τὸ λαλεῖν ἀπὸ τοῦ ἐπισημοτάτου τούτου πολιτικοῦ βήματος, δυσχερέστερον ἀναντιῤῥήτω ἀποβαίνει εἰς τὸν κεκλημένον νὰ λαλήσῃ ἀπ’ αὐτοῦ πρώτην φοράν, καὶ πολὺ δυσχερέστερον διὰ τὸν ὑποχρεωμένον νὰ συνηγορήσῃ ὑπὲρ ἑαυτοῦ. Διὰ τοῦτο, κύριοι, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἐπικαλεσθῶ ὅλην ὑμῶν τὴν ἐπιείκειαν καὶ τὴν συγκατάβασιν, καὶ νὰ παρακαλέσω ὑμᾶς ν’ ἀποβλέψητε πρὸ πάντων οὐχὶ πρὸς τὴν δειλὴν ἀδεξιότητα τοῦ συνηγόρου, ἀλλὰ πρὸς τὸ κατάδηλον δίκαιον τῆς ὑποθέσεως, ὑπὲρ ἧς καλεῖται νὰ συνηγορήσῃ. Ἐπίστευον, κύριοι, ὅτι μετὰ τὴν πανηγυρικὴν ἐκδήλωσιν τῶν ἰδεῶν τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς ἀντιπολιτεύσεως ὡς πρὸς τοὺς ἐκ τῶν νέων ἐπαρχιῶν βουλευτὰς, μετὰ τὸ δόγμα, ὅπερ χθὲς ἀκόμη ὁ κ. Τρικούπης ἀνέπτυξε καὶ ὑπεστήριξεν ἐνώπιον ὑμῶν, περὶ τοῦ κύρους καὶ τῆς νομιμότητος τῶν θεσσαλικῶν ἐκλογῶν, ἐπίστευον, λέγω, ὅτι ἡ εὔγλωττος φωνὴ, ἡ μετ’ αὐθεντίας ἀντηχήσασα ἐν μέσῳ τοῦ Κοινοβουλίου, ὅπως ὑποστηρίξῃ τὸ μέγα, κύριοι, καὶ ἀναμφισβήτητον κῦρος τῆς ψήφου τοῦ λαοῦ, ὅταν αὕτη ἀποῤῥέῃ ἀπὸ τῆς ἀνοθεύτου καὶ ἐλευθέρας αὐτοῦ θελήσεως, ἡ αὐτὴ φωνή, ἐπίσης εὔγλωττος, ἐπίσης αὐθεντική, θὰ ἠκούετο καὶ ἐν τῷ Τμήματι, συνηγοροῦσα ὑπὲρ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς μου, ἥτις ἀναντιῤῥήτως εἶναι τὸ ἁγνότατον προϊόν τῆς ἐλευθέρας ψήφου τῆς ἐπαρχίας, ἣν ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀντιπροσωπεύω. Δυστυχῶς ἐπλανήθην, κύριοι, καὶ μόνος ἐγὼ μεταξὺ πάντων τῶν ἐκ Θεσσαλίας βουλευτῶν, ἐνῷ πρὸς πλείστους ἐξ αὐτῶν εὑρίσκομαι ἐν ἴσῃ μοίρᾳ προσόντων, ἐγὼ μόνος ἐθεωρήθην ἐστερημένος τῶν προσόντων τοῦ ἐκλεξίμου, καὶ μόνης τῆς ἐκλογῆς μου προετάθη ἡ ἀκύρωσις ὑπὸ τῆς πλειοψηφίας τοῦ Τμήματος. Κύριοι, οὔτε νὰ πιστεύσω τολμῶ, οὔτε νὰ ὑποπτεύσω κἂν, ὅτι ἡ πρότασις αὕτη εἶναι προϊόν ἀδίκου καὶ μεμελετημένης κατ’ ἐμοῦ συστάσεως. Τοιαύτη ὑπόνοια ἐκ μέρους μου θὰ ἦτο καὶ ἄδικος καὶ ἀπρεπὴς μομφὴ κατ’ ἐκείνου μάλιστα, εἰς ὃν ἡ περίβλεπτος καὶ ἐν τῇ πολιτείᾳ καὶ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ θέσις του δὲν ἐπιτρέπει τοιοῦτον μικρὸν προσωπικὸν ἀγῶνα. Πρὸς τίνα, κύριοι; Ἐμὲ, τὸ ἀσημότερον μέλος τοῦ Κοινοβουλίου. Πλάνη λοιπὸν, κατὰ τὴν πεποίθησίν μου, πλάνη περὶ τὴν ἐκτίμησιν καὶ τῶν πραγμάτων καὶ τῶν περιστάσεων ὑπῆρξεν ἡ κυρία πηγὴ τῆς κατ’ ἐμοῦ ἀδικίας, καὶ τὴν πλάνην ταύτην θέλω προσπαθήσει νὰ ἐπανορθώσω σήμερον· διότι, ἐὰν αὕτη κατισχύσῃ καὶ κατὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ἐὰν καὶ ἡ πλειοψηφία τοῦ Σώματος ἀποδεχθῇ τὰς δοξασίας καὶ τὰ συμπεράσματα τῆς πλειοψηφίας τοῦ Τμήματος, θὰ πέσω μὲν ἐγὼ, κύριοι, θῦμα τῆς ἀδικωτέρας ἀποφάσεως, ἀλλ’ ὑμεῖς πρῶτοι θὰ αἰσθανθῆτε ἐξεγειρομένην καὶ τὴν καρδίαν καὶ τὴν συνείδησιν ὑμῶν κατὰ τῆς ἀδικίας, καὶ, κρίνοντες περὶ τῆς ἀποφάσεως ὑμῶν μετὰ δικαιοσύνης, πρῶτοι θὰ εἴπητε καθ’ ἑαυτοὺς μετὰ πόνου: δὲν ἐδικάσαμεν, ἀλλὰ προεγράψαμεν. Τρεῖς, κύριοι, εἰσὶν αἱ κατὰ τῆς ἐκλογῆς μου ἐνστάσεις αʹ) ἡ ἔλλειψις τῆς καταγωγῆς, βʹ) ἡ στέρησις ἐγκαταστάσεως καὶ γʹ) ἡ διὰ τῆς βίας, τῶν ἀπειλῶν καὶ τῆς δωροδοκίας ἐκπόρθησις τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος.
§20ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τὸ τελευταῖον δὲν ὑπάρχει.
§21ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Θέλω ὁμιλήσει περὶ τῶν δύο πρώτων, διότι τὴν τρίτην καὶ αὐτοὶ οἱ ἐνιστάμενοι, αἰδούμενοι ἑαυτοὺς, ἀπέσυραν, καὶ τὸ Τμῆμα ἀληθῶς οὐδεμίαν ἀπέδωκεν εἰς αὐτὴν σημασίαν καὶ προσοχήν· λυποῦμαι δὲ, κύριοι, διότι δὲν μοὶ δίδεται ἡ εὐκαιρία νὰ ὁμιλήσω καὶ περὶ ταύτης, οὐχὶ ἵνα τὴν ἀναιρέσω, διότι εἶναι ἀναξία ἀναιρέσεως, ἀλλ’ ἵνα σᾶς πείσω, ὅτι οὐ μόνον ἀνόθευτος καὶ ἀνεπηρέαστος ὑπῆρξεν ἡ ὑπὲρ ἐμοῦ ψῆφος τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ καὶ ὅτι μάτην ἐμόχθησαν νὰ τὴν νοθεύσωσι καὶ τὴν ἐπηρεάσωσι κατ’ ἐμοῦ, ἵνα σᾶς πείσω, ὅτι, κατὰ τὴν ὡραίαν ἀληθῶς καὶ βαρυσήμαντον περὶ τῶν θεσσαλικῶν ἐκλογῶν ἔκφρασιν τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ὁ λαὸς τῆς Καλαμπάκας, ψηφίζων ὑπὲρ ἐμοῦ, ἐψήφιζεν ἐν πλήρει τῇ πανοπλίᾳ τῆς κυριαρχίας του, καὶ ὅτι τὸ προϊόν τῆς ψήφου του, σεβαστὸν ἁπανταχοῦ, σεβαστότερον πρέπει νὰ ἦναι ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου τούτου. Ἄρχομαι ἀπὸ τῆς καταγωγῆς. Ἡ πλειονοψηφία τοῦ Τμήματος, κύριοι, πλανωμένη βεβαίως περὶ τὴν ἀληθῆ ἑρμηνείαν καὶ ἔννοιαν τῆς περὶ καταγωγῆς συνταγματικῆς διατάξεως, ἐγνωμάτευσε, κύριοι, ὅτι ἡ πρὸς μητρὸς καταγωγὴ δὲν δύναται νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὡς προσὸν ἐκλεξίμου. Μεθ’ ὅλον τὸν σεβασμὸν, ὃν καὶ ὀφείλω καὶ διατρέφω πρὸς τὰ φῶτα τῶν συγκροτούντων τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ Τμήματος μέλη, ἰδίᾳ δὲ τοῦ ἐξέχοντος αὐτῶν προέδρου, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ μὴ συμφωνήσω πρὸς τὴν γνώμην ταύτην. Τίς εἶναι, κύριοι, ὁ ἀληθὴς λόγος, ὁ πραγματικὸς σκοπὸς τῆς διατάξεως ταύτης; ποῖαι ἰδέαι, ποῖαι σκέψεις ὑπηγόρευσαν τὴν ἀναγραφὴν αὐτῆς ἐν τῷ θεμελιώδει νόμῳ τοῦ Κράτους; Μεταξὺ τῆς ἐπαρχίας, κύριοι, καὶ τοῦ ἐκλεγομένου ὁ νομοθέτης ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ εἷς δεσμός, μία σχέσις ἐνδιαφέροντος· ἐνόμισεν, ὅτι καὶ ἡ καρδία καὶ ὁ νοῦς τοῦ ἐκλεγομένου πρέπει νὰ προσηλοῦνται εἰς τὴν ἐπαρχίαν διὰ τῶν οἰκογενειακῶν ἀναμνήσεων καὶ ἐν γένει διὰ τῶν σχέσεων καὶ τῶν δεσμῶν τῆς συγγενείας. Οὕτω, κύριοι, θὰ ἦτο ἐκ τῶν προτέρων βεβαία καὶ ἐξησφαλισμένη ἡ μέριμνα αὐτοῦ καὶ τὸ ἐνδιαφέρον ὑπὲρ τῆς ἐπαρχίας. Καὶ φρονεῖτε, κύριοι, ὅτι ἡ πρὸς μητρὸς καταγωγὴ δὲν εἶναι ἐπαρκὴς εἰς πλήρωσιν τοῦ σκοποῦ τούτου; φρονεῖτε, ὅτι οἱ ἐκ τῆς καταγωγῆς ταύτης δεσμοὶ δὲν συνδέουσιν ἱκανῶς τὸν ἐκλεγόμενον πρὸς τὴν ἐπαρχίαν, οὐδὲ ἀναπτύσσουσιν ἐν αὐτῷ τὴν μέριμναν καὶ τὸ ἐνδιαφέρον ὑπὲρ τῶν ἀναγκῶν καὶ τῆς εὐημερίας της; Ἂν, κύριοι, ἡ συνείδησις ἁπάντων ἡμῶν δὲν ἀπεφαίνετο περὶ τοῦ ἐναντίου, ἂν, διὰ νὰ σᾶς πείσω περὶ τούτου, εἶχον ἀνάγκην ἐπιχειρημάτων, ἔχω, κύριοι, ἐνταῦθα ἓν ἐπιχείρημα ἀκατανίκητον, τὴν αὐθεντικὴν ἑρμηνείαν, ἥτις ἐδόθη εἰς τὴν διάταξιν ταύτην ἐνώπιον τοῦ νομοθετήσαντος αὐτὴν ἐθνικοῦ συνεδρίου. — Γνωρίζετε, κύριοι, πάντες, ἢ τουλάχιστον οἱ πλεῖστοι ἐξ ὑμῶν, ὅτι κατὰ τὴν τελευταίαν ἐθνικὴν Συνέλευσιν εἰσηγηταὶ τῆς περὶ ἐγκαταστάσεως διατάξεως τοῦ Συντάγματος ἐγένοντο ὁ ἐξ Ἑρμιονίδος βουλευτὴς κ. Μίλησης καὶ ὁ ἐκ Μεσσήνης κ. Ἀντωνόπουλος. Κατὰ τὴν συζήτησιν καὶ μετ’ αὐτὴν ἠγέρθη ἀμφιβολία ὡς πρὸς τὴν ἀληθῆ ἔννοιαν τῆς διατάξεως, ἠγέρθη τὸ ζήτημα, ἂν ἡ ἐγκατάστασις ἔπρεπε νὰ ἐπιβάλληται καὶ εἰς τοὺς ἐκ τῆς ἐπαρχίας καταγομένους, καὶ ὁ κ. Ἀντωνόπουλος, ἑρμηνεύων τὴν ἔννοιαν τῆς περὶ ἐγκαταστάσεως διατάξεως, συνηρμήνευσεν εὐτυχῶς καὶ τὴν περὶ καταγωγῆς δι’ ἐκφράσεως τοσοῦτον σαφοῦς καὶ καταδήλου, ὥστε οὐδεμία ὑπολείπεται περὶ αὐτῆς ἀμφιβολία. «Περὶ δὲ τῶν καταγομένων, λέγει ὁ κ. Ἀντωνόπουλος, δὲν ἀπαιτεῖται ἡ ἐγκατάστασις, διότι τούτους συνταυτίζει μὲ τὰ λοιπὰ μέλη τῆς ἐπαρχίας πλῆθος κοινῶν συμφερόντων, ἢ συγγένεια, ἢ πατρικὴ ἢ μητρικὴ ἀνάμνησις.» Αὐτὴν τὴν ἔννοιαν ἔχει τὸ ἄρθρον αὐτό. Τί ἄλλο σημαίνει, κύριοι, ἡ μητρικὴ ἀνάμνησις ἢ τὴν μητρικὴν καταγωγήν; Τί ἄλλο ἀποδεικνύει ἢ ὅτι ἡ Συνέλευσις, ἐνώπιον τῆς ὁποίας ὁ εἰσηγητὴς ἐλάλει, ἐθεώρει τοὺς ἀπὸ τῆς μητρικῆς καταγωγῆς δεσμοὺς ἐπαρκεῖς, ὅπως συνδέσωσι τὸν ἐκλεγόμενον μετὰ τῆς ἐπαρχίας; Τίνα ἄλλην ἀπαιτεῖτε μᾶλλον κατάδηλον, μᾶλλον αὐθεντικὴν τῆς διατάξεως ἑρμηνείαν; Ἀλλὰ, κύριοι, ἔχω καὶ ἄλλην αὐθεντίαν ὑπὲρ ἐμοῦ. Διαπρεπὲς τῆς ἀντιπολιτεύσεως μέλος, διακρινόμενον ἐν τῇ ἐπιστήμῃ τοῦ δικαίου, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Χαλκίδος βουλευτὴς κ. Φλογαΐτης, ἐν τῷ περισπουδάστῳ αὐτοῦ συγγράμματι περὶ συνταγματικοῦ δικαίου πραγματευόμενος τὸ 70 ἄρθρον τοῦ συντάγματος, ἀποφαίνεται ὑπὲρ τῆς πρὸς μητρὸς καταγωγῆς ὡς προσόντος ἐκλεξίμου. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ κ. Φλογαΐτης: «Ἀλλὰ τί ἐμφαίνει τὸ κατάγεσθαι ἐκ; ἐμφαίνει τὴν ἐν τῷ τόπῳ γέννησιν τοῦ ἐκλεγομένου, οὖσαν πολλάκις προφανῶς παντάπασι τυχαῖον συμβεβηκός, ἅτε οὐδένα κατασκευάσαν σύνδεσμον αὐτοῦ μετὰ τῆς ἐπαρχίας, ἢ κυριολεκτικῶς τὴν καταγωγήν, δηλονότι τὴν γέννησιν τῶν γονέων, (τοῦ πατρὸς ἢ τῆς μητρὸς) ἢ τῶν πάππων; Οὐδενὸς ὑπάρχοντος περὶ τούτου νόμου, ὁμογνωμονοῦμεν πρὸς τοὺς διαταθέντας, ὅτι ἐν τῷ ἐκ περιλαμβάνεται ὅ τε τόπος τῆς γεννήσεως (ἔστω καὶ ἂν δι’ οὐδενὸς ἄλλου δεσμοῦ συνεδέθη μετ’ αὐτοῦ ὁ ἐκλεγόμενος) καὶ ὁ τόπος τῆς ὁπωσδήποτε καταγωγῆς.» Ἀπέναντι τῶν δύο τούτων ἐξίσου αὐθεντικῶν ἑρμηνειῶν, αἵτινες ἀναντιῤῥήτως ἔχουσι θέσιν εἰς τὴν ἐκτίμησιν ὑμῶν, ἀπομένει ἀμφιβολία τις ἢ δισταγμὸς εἰς τὴν συνείδησιν οἱουδήποτε ἐξ ὑμῶν, ὅτι ἡ πρὸς μητρὸς καταγωγὴ εἶναι προσὸν ἐκλεξίμου; Ἀλλά, κύριοι, μετὰ τὴν βραχεῖαν ταύτην ἀνάπτυξιν, ὡς πρὸς τὴν ἔκτασιν τῆς καταγωγῆς, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ συμπληρώσω αὐτήν, προσθέτων μία ἔτι βραχυτέραν ἐπεξήγησιν. Ἀπέβλεψα, κύριοι, πάντοτε μετ’ εὐλαβείας πρὸς τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν καὶ ὡς πολίτης καὶ ὡς δημοσιογράφος, τοῦ αὐτοῦ δὲ καὶ σήμερον μετέχω αἰσθήματος, ἔχων τὴν τιμήν, τοὐλάχιστον ἄχρι τῆς στιγμῆς ταύτης, ν’ ἀποτελῶ μέλος αὐτοῦ. Ἐφρόνουν καὶ φρονῶ, ὅτι ἐνώπιον τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου μόνη ἡ ἀλήθεια πρέπει νὰ λέγηται καὶ ν’ ἀκούηται, διότι δι’ αὐτῆς καὶ μόνης δύναταί τις νὰ καταστῇ σεβαστὸς εἰς τὴν συνείδησιν ὑμῶν. Διὰ τοῦτο, κύριοι, οὔτε ἐνώπιον τοῦ Τμήματος διὰ τῆς εἰς αὐτὸ ὑποβληθείσης δηλώσεώς μου ἠρνήθην, οὔτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου σήμερον ἐννοῶ νὰ ἀποκρύψω, ὅτι εἶμαι Κύπριος τὴν πατρίδα. Πιστεύω δὲ, κύριοι, ἢ τοὐλάχιστον ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ πιστεύω, ὅτι ἐνώπιον τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους δύναμαι νὰ μνημονεύσω τούτου μετά τινος ὑπερηφανείας μετὰ πεποιθήσεως μάλιστα ἐπὶ τὴν εὔνοιαν τοῦ ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου, ὅπερ χθὲς ἀκόμη μετὰ τόσου ἐνθουσιασμοῦ ἀπεδέξατο καὶ ἐπεκρότησε τὰ δείγματα τῆς κυπριακῆς φιλοπατρίας. Ἔρχομαι εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐγκαταστάσεως. Δὲν φέρεται, κύριοι, πρῶτον ἤδη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἡ περὶ ἐγκαταστάσεως ἔνστασις· εἴτε τὸ πεῖσμα τῆς ἀποτυχίας, εἴτε ἡ ἐλπὶς τοῦ νὰ ἴδωσιν ἀνατρεπόμενα τὰ κατ’ αὐτῶν ἀποτελέσματα τῆς ἐκλογικῆς πάλης ἐνέπνευσαν πολλάκις εἰς τοὺς ἀποτυχόντας τὴν ἰδέαν τοῦ νὰ καταφύγωσιν εἰς τὴν ἐλεεινὴν αὐτὴν ἔνστασιν ὡς εἰς ὕστατον καταφύγιον, ὡς εἰς τελευταῖον μέσον σωτηρίας. Μὴ δυνάμενοι νὰ ἐμπνεύσωσιν ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν λαὸν, οὐδὲ νὰ προσεταιρισθῶσι δι’ αὐτῆς τὴν ἀγάπην του, ἐστράφησαν πρὸς τὴν Βουλήν, πειρώμενοι καὶ προσδοκῶντες νὰ ἐκμηδενίσωσι διὰ τῆς ψήφου αὐτῆς τὴν ψῆφον τῶν συμπολιτῶν των. Ἀλλὰ τίς ὑπῆρξε διαρκῶς ἡ ἐτυμηγορία τοῦ ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου ὡς πρὸς τὴν ἔνστασιν ταύτην; πῶς ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία ἀνταπεκρίθη πρὸς τὴν ταπεινὴν ταύτην ἀπόπειραν, πρὸς τὴν ἄπελπιν ταύτην προσδοκίαν; Κύριοι, ἀντ’ ἐμοῦ θὰ σᾶς τὸ εἴπῃ διαπρεπὲς μέλος τῆς ἀντιπολιτεύσεως, βουλευτὴς ἐκ τῶν ἀρχαιοτάτων, διαρκῶς ἀπὸ τῆς μεταπολιτεύσεως τιμώμενος διὰ τῆς ψήφου τῶν συμπολιτῶν του καὶ παρακαθήμενος ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ, ὁ ἐκ Καλαβρύτων βουλευτὴς κ. Ἀθανάσιος Πετιμεζᾶς... Συνεζητεῖτο, κύριοι, κατὰ τὴν παρελθοῦσαν περίοδον τῆς Βουλῆς ἡ αὐτὴ ἐλεεινή, ἐπαναλαμβάνω, ἔνστασις, προκειμένου περὶ τῆς ἐκλογῆς Μεγαρίδος, καὶ ὁ κ. Πετιμεζᾶς, ἀναβὰς τὸ βῆμα, ἀπηρίθμησε μίαν πρὸς μίαν τὰς περιπτώσεις, καθ’ ἃς ἡ Βουλὴ ἀπεφήνατο κατὰ τῆς ἐνστάσεως ταύτης, ἀπαξιώσασα νὰ λάβῃ αὐτὴν ὑπ’ ὄψει καὶ κρίνῃ ἐξ αὐτῆς περὶ τοῦ κύρους καὶ τῆς νομιμότητος τῆς προσβαλλομένης ἐκλογῆς. Ἰδοὺ, κύριοι, τί ἀγορεύων εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καλαβρύτων βουλευτής.
§22Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. «Καὶ θέλετε νὰ γεννήσωμεν πάλιν σήμερον ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, ἐν τῷ ὁποίῳ ἑδρεύουσιν 120 τουλάχιστον ἄνδρες ἐπιστήμονες, τὸ ζήτημα τοῦ αὐτοχθονισμοῦ καὶ ἑτεροχθονισμοῦ; Καὶ θὰ ὑποθέσω, διότι ὁ κ. Κοντόσταυλος κατάγεται ἐκ τῆς Χίου, ὅτι δὲν πονεῖ τὸν τόπον, δὲν ἔχει τὰ αὐτὰ συμφέροντα ὡς καὶ ὁ Παπαγεωργίου; Θὰ ὑποθέσω, ὅτι ὁ κ. Κοντόσταυλος, ἐὰν ἴδῃ τὸν τόπον πάσχοντα, θὰ ἀδιαφορήσῃ, καὶ μόνον ὁ Παπαγεωργίου θὰ δείξῃ ἐνδιαφέρον; Ἄλλως τε τὸ ζήτημα αὐτὸ ἐλύθη ἀκριβῶς εἰς τὰ 1868 εἰς τὸν κ. Δόσιον. Τὸ ζήτημα τοῦτο ἐλύθη διὰ τὸν κ. Μαυροκορδάτον· ἐπῆγεν ὁ κ. Μαυροκορδάτος νὰ καθήσῃ εἰς τοὺς βράχους τῆς Ἄνδρου; Καὶ τίς ποτε ἐφαντάσθη, ὅτι πρέπει νὰ ἀποκλεισθῇ ἀπὸ τὸν περίβολον αὐτὸν ὁ κ. Μαυροκορδάτος; Τὸ ζήτημα ἐλύθη εἰς τὴν Σῦρον διὰ τὸν κ. Σοῦτσον, ὡς καὶ διὰ τὸν Κοντόσταυλον, καὶ αὐτὴν τὴν ἑρμηνείαν ἠκολούθησε πάντοτε ἡ Βουλὴ, οὐδέποτε δὲ ἐξεφράσθη ἄλλως, καὶ τέλος τὴν μετὰ τοῦ λαοῦ συνάφειαν αὐτὸς ὁ λαὸς τὴν διερμηνεύει καὶ φέρει τὴν ἐτυμηγορίαν του κατὰ τὴν ἐκλογήν· καὶ ὅταν ὁ λαὸς λέγῃ, ὅτι αὐτὸν θέλει ὡς ἀντιπρόσωπον, δὲν σᾶς δίδει καὶ ἀναμφίῤῥηστον ἑρμηνείαν μετὰ τίνος εὑρίσκεται εἰς ἀληθῆ συνάφειαν; Ἐὰν ἡ Βουλὴ τοῦ 1879 θέλῃ νὰ ἐκφράσῃ σήμερον ἐναντίαν νομολογίαν, τότε, κύριοι, βαδίζομεν ὀπίσω καὶ ἐπανερχόμεθα εἰς τὰς ἰδέας τοῦ παρελθόντος.» Ἀλλ’ ἐλησμόνησε καὶ ἄλλους ὁ κ. Πετιμεζᾶς, οἵτινες, οὔτε καταγωγὴν, οὔτε ἐγκατάστασιν, οὔτε δημοσιογράφησιν ἔχοντες, ἐξελέχθησαν βουλευταὶ, καὶ τὴν ἐκλογὴν αὐτῶν παμψηφεὶ καὶ ἄνευ συζητήσεως ἐπεκύρωσεν ἡ Βουλή. Κύριοι, οὐδεὶς εἶναι εὐλαβέστερος ἐμοῦ πρὸς τὰ μεγάλα ὀνόματα τῆς χώρας, τὰ συνδεόμενα οὐ μόνον μετὰ τῆς ἱστορίας, ἀλλὰ καὶ μετὰ τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς πολιτικῆς ὑπάρξεως τοῦ ἔθνους· οὐδεὶς ἀποκαλύπτεται μετὰ πλείονος ἢ ἐγὼ σεβασμοῦ ἐνώπιον τῶν ὀνομάτων τούτων, πρὸς τὰ ὁποῖα ἀϊδίως ὀφείλεται καὶ ἡ τιμὴ καὶ ἡ εὐγνωμοσύνη τοῦ ἔθνους. Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ, κύριοι, νομολογοῦσα, δὲν ἔχει δικαίωμα διακρίσεων. Εἷς πρέπει νὰ ἦναι ὁ κανὼν τῶν ἀποφάσεών της, ἓν τὸ μέτρον τῆς δικαιοσύνης της. Ἡ Βουλὴ πρὸ πάντων ὀφείλει δικάζουσα νὰ μὴ λησμονῇ, ὅτι βάσις τοῦ διέποντος ἡμᾶς πολιτεύματος εἶναι ἡ ἰσότης τῶν πολιτῶν ἐν τοῖς ἐκ τοῦ νόμου δικαιώμασιν. (Εὖγε.) Ὁ κ. Ὑψηλάντης, κύριοι, κατὰ τὸ 1865, οὔτε καταγωγὴν, οὔτε ἐγκατάστασιν ἔχων, ἐξελέχθη ἀντιπρόσωπος τῆς ἐπαρχίας Ναυπλίου, καὶ ἡ Βουλὴ, ὀρθῶς καὶ πρεπόντως φερομένη, παμψηφεὶ καὶ ἄνευ συζητήσεως ἐπεκύρωσε τὴν ἐκλογήν. Κατὰ τὸ 1875 ὁ κ. Καραϊσκάκης ἐξελέχθη βουλευτὴς Εὐρυτανίας.
§23ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Μέρος τῶν Ἀγράφων εὑρίσκετο εἰς τὴν ἐλευθέραν Ἑλλάδα, καὶ μέρος εἰς τὴν δούλην τότε.
§24ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Δὲν προτίθεμαι, κ. Καραϊσκάκη, δι’ ὅσων θὰ εἴπω νὰ προσβάλω τὴν ἐκλογήν, ἢ νὰ καταδικάσω τὴν ὑπὲρ αὐτῆς ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς· ἀπ’ ἐναντίας θέλω ἐπικαλεσθῆ αὐτὴν ὑπὲρ ἐμοῦ. — Κατὰ τῆς ἐκλογῆς ταύτης ἐγένοντο αἱ ἑξῆς ἐνστάσεις, ἃς εὑρίσκω ἐν τῇ τότε ἐκθέσει τοῦ Τμήματος. «Ὁ κύριος Σπυρίδων Καραϊσκάκης δὲν ἔχει τὰ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ περὶ ἐκλογῆς τῶν βουλευτῶν νόμου ἀπαιτούμενα προσόντα, ἵνα ἦναι ἐκλέξιμος βουλευτὴς ἐκ τῆς ἐπαρχίας Εὐρυτανίας, ὡς γεννηθέντος τοῦ ἀειμνήστου πατρός του ἐν Βάλτῳ, αὐτοῦ δὲ ἐν τῇ νήσῳ Καλάμῳ, ἑπομένως στερουμένου τοῦ νομίμου προσόντος τῆς καταγωγῆς, τῆς δημοτικότητος καὶ τῆς πρὸ διετίας ἐγκαταστάσεως ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Εὐρυτανίας, λόγῳ τοῦ ὅτι οὐδέποτε κατῴκησεν ἐν Εὐρυτανίᾳ, οὔτε ἐνεγράφη ἔν τινι δημοτολογίῳ τῆς αὐτῆς ἐπαρχίας, τοὐναντίον δὲ κατάγεται ἐκ Βάλτου καὶ εἶναι δημότης τῇ ἐπαρχίας ἐκείνης, ἐκ τῆς ὁποίας ἐξελέχθη καὶ αὖθις βουλευτής.» Ἠκούσατε, κύριοι, τὸ εἶδος τῶν κατὰ τῆς ἐκλογῆς Εὐρυτανίας ἐνστάσεων, καθ’ ὧν οὐδεμία ἀντετάχθη ἀναίρεσις, ὡς προκύπτει ἐκ τῆς ἐκθέσεως τοῦ Τμήματος. Ἐνόμιζον, ὅτι ἐν τῇ Βουλῇ θὰ ἠγείρετο σοβαρὰ καὶ ἐμβριθὴς ἐπ’ αὐτῶν συζήτησις, ἀλλὰ μάτην ἀνεδίφησα τὰ πρακτικὰ τῆς συνεδριάσεως ἐκείνης· ἡ Βουλὴ ἄνευ συζητήσεως καὶ παμψηφεὶ ἐπεκύρωσε τὴν ἐκλογὴν, καὶ ἀνεκήρυξε νόμιμον βουλευτὴν Εὐρυτανίας τὸν κ. Καραϊσκάκην.
§25ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Ἦσαν ὅλα ψεύδη.
§26ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Ἀλλὰ σεῖς δὲν τὰ ἀνῃρέσατε.—Καὶ ἐπειδὴ, κύριοι, ὁ κ. Καραϊσκάκης μὲ προκαλεῖ διὰ τῶν διακοπῶν αὐτοῦ, ἐπιτρέψατέ μοι ν’ ἀναγνώσω ὑμῖν τὰς ἐπὶ τῶν ἐνστάσεων τούτων κρίσεις τοῦ Τμήματος, ἢ τοὐλάχιστον, ὅπως μὴ σᾶς ἀπασχολῶ ἐπὶ μακρὸν, νὰ συγκεφαλαιώσω τὰς κρίσεις ταύτας. Τί εἶπε, κύριοι, τὸ Τμῆμα; «Ὑπάρχει ἔνστασις, ὅτι ὁ πατὴρ τοῦ κ. Καραϊσκάκη ἐγεννήθη ἐν Βάλτῳ, καὶ εἶναι γνωστὸν, ὅτι αὐτὸς οὗτος εἶναι ἀξιωματικὸς τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ· ἔχω λοιπὸν βεβαιωμένην τὴν ἰδιότητα τοῦ πολίτου Ἕλληνος, καὶ τοῦτο μὲ ἀρκεῖ. Ὡς πρὸς τὴν ἔνστασιν τῆς μὴ ἐγκαταστάσεως, οὐδὲ λαμβάνω αὐτὴν ὑπ’ ὄψιν· διότι ἡ περὶ ἐγκαταστάσεως διάταξις τοῦ Συντάγματος δὲν ἐννοεῖ τὴν κατοικίαν, ὡς ἰσχυρίζονται οἱ ἐνιστάμενοι, ἀλλὰ τὴν διανοητικὴν προσήλωσιν τοῦ ἐκλεγομένου πρὸς τὴν ἐπαρχίαν, ἣν θέλει ν’ ἀντιπροσωπεύσῃ. Ὅπως δὲ συμπληρώσῃ τὴν κατὰ τῶν ἐνστάσεων ἐν γένει καταδίκην αὐτοῦ, τὸ Τμῆμα, οὗτινος πρόεδρος ἦτο ὁ καὶ ἤδη σεβαστὸς πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἰδοὺ τί ἐπὶ λέξει ἐπάγεται ὡς πόρισμα τῶν κρίσεών του. «Ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος τῆς ψηφοφορίας τῆς ἐπαρχίας Εὐρυτανίας ἐμφαίνεται ἀπ’ ἐναντίας, ὅτι ὁ κ. Καραϊσκάκης καὶ πολίτης, καὶ κάτοικος καὶ δημότης ἐν αὐτῇ εἶναι, καὶ στενώτατα μετ’ αὐτῆς συνδέεται· καὶ τοῦτο ἐξάγεται ἐκ τῆς ὁποίας ἐχορήγησεν ἡ ἐπαρχία εἰς αὐτὸν τιμῆς, ὅπως τὴν ἀντιπροσωπεύσῃ.» Καὶ ὅταν, κύριοι, τοιαύτη ὑπῆρξε διαρκῶς ἡ νομολογία τῆς Βουλῆς πρὸς τὰς παλαιὰς ἐπαρχίας, ἔνθα ἡ διετὴς ἐγκατάστασις οὔτε ἀδύνατος, οὔτε ἀνέφικτος ἦτο, νομίζετε, ὅτι πρέπει ν’ ἀνατρέψητε τὴν νομολογίαν ταύτην, προκειμένου περὶ τῶν νέων ἐπαρχιῶν, καὶ ν’ ἀπαιτήσητε παρ’ ἡμῶν,—καὶ λέγω, κύριοι, παρ’ ἡμῶν, διότι δὲν εἶμαι ὁ μόνος ὑπαγόμενος εἰς τὴν κατηγορίαν τοῦ μὴ ἐγκατεστημένου μεταξὺ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Θεσσαλίας καὶ Ἠπείρου,—καὶ νὰ ἀπαιτήσητε παρ’ ἡμῶν διετῆ ἐγκατάστασιν ἐν ἐπαρχίαις, αἵτινες χθὲς ἀκόμη ὑπὸ ἀφόρητον ἐστέναζον ζυγὸν, οὔτε ἐλεύθερον ἔχουσι βίον, οὔτε κἂν πολιτικὴν ὕπαρξιν; Φρονεῖτε, κύριοι, ὅτι πρέπει νὰ μετατρέψητε τὴν νομολογίαν ταύτην, καὶ νὰ θέσητε εἰς ἥσσονα μοῖραν τὰς νέας ἐπαρχίας ἀπέναντι τῶν παλαιῶν, καταδικάζοντες αὐτὰς νὰ περιορίσωσι τὸ δικαίωμα τῆς ἐκλογῆς τῶν ἀντιπροσώπων των εἰς μόνους τοὺς καταγομένους, ἀφοῦ πρὸ διετίας ἐγκατεστημένοι δὲν δύνανται νὰ ὑπάρξωσι; Τοιαύτη ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς ἀπόφασις θὰ ἦτο, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ τὸ εἴπω, κύριοι, οὐ μόνον ἄδικος, ἀλλὰ καὶ θὰ ἀπεδείκνυεν οὐχὶ τὴν ἐμπρέπουσαν εὐλάβειαν πρὸς τὰ ἱερώτερα τῶν νέων συμπολιτῶν σας δικαιώματα. Ἀλλὰ, κύριοι, προκειμένου περὶ τῶν ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίας ἐκλογῶν, εἶναι δυνατὴ ἡ ἐφαρμογὴ τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος; εἶναι δυνατὴ ἡ ἐφαρμογὴ τῶν νόμων ἐν γένει, καὶ δύνασθε νὰ λάβητε αὐτοὺς ὡς κανόνα ἀπράξατον κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν τούτων; Ἰδοὺ, κύριοι, τὶ θέλω ἐξετάσει, ὅπως πεισθῆτε, ὅτι ἡ ἐξελέγξις τῶν ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίαις ἐκλογῶν ὑπὸ τοιοῦτον ὅρον, ἤθελεν οὐ μόνον ἀπογυμνώσει πάντας τοὺς ἐκ Θεσσαλίας καὶ Ἠπείρου βουλευτὰς τοῦ δικαιώματος καὶ τῆς τιμῆς τοῦ ν’ ἀντιπροσωπεύσωσι τὰς ἐπαρχίας των, ἀλλὰ θὰ κατεδίκαζε τὸν λαὸν τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων, ἐπὶ διετίαν τοὐλάχιστον, νὰ ἵσταται μακρὰν πάσης συμμετοχῆς εἰς τὰ τῆς πολιτείας, καὶ νὰ βλέπῃ τὴν μόνην νομοθετικὴν τοῦ Κράτους ἐξουσίαν, διατιθεμένην τὰ κατ’ αὐτὸν, χωρὶς αὐτὸς οὗτος νὰ μετέχῃ τῆς ἐξουσίας ταύτης, παραμένων οἱονεὶ ξένος ἐν μέσῳ τοῦ οἴκου. Οὐδεὶς, πιστεύω, κύριοι, θὰ μοὶ ἀποδώσῃ τὴν ταπεινὴν, τὴν βλάσφημον ἰδέαν, ὅτι διὰ τῆς ἐξετάσεως τοῦ ζητήματος τούτου τολμῶ νὰ προσβάλω τὴν ἐκλογὴν οἱουδήποτε ἐκ τῶν ἐκ Θεσσαλίας καὶ Ἠπείρου συναδέλφων μου. Ἀπ’ ἐναντίας, κύριοι, καὶ τὸ διακηρύττω ἐκ τῶν προτέρων, πρὸς ἀποφυγὴν πάσης παρεξηγήσεως, ἐγὼ φρονῶ, καὶ θὰ τὸ ἀποδείξω, ὅτι αἱ ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίαις ἐκλογαί, καθ’ ὅσον δὲν προσβάλλονται κατ’ οὐσίαν, πρέπει νὰ ἔχωσιν ἀπρόσβλητον τὸ κῦρος κατὰ τὰ λοιπὰ εἰς τὴν συνείδησιν ἡμῶν. Πόσα καὶ ποῖα, κύριοι, εἶναι τὰ προσόντα τοῦ βουλευτοῦ; Κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, πλὴν τοῦ προσόντος τῆς ἡλικίας, περὶ τῆς ὁποίας δὲν πρόκειται ἐνταῦθα, διὰ νὰ ἐκλεχθῇ τις βουλευτής, πρέπει πρῶτον νὰ ἦναι πολίτης Ἕλλην, δεύτερον νὰ ἔχῃ καταγωγὴν ἐκ τῆς ἐπαρχίας, ἐκ τῆς ὁποίας ἐκλέγεται, ἢ διετῆ ἐν αὐτῇ ἐγκατάστασιν, καὶ τρίτον ν’ ἀπολαύῃ τῶν πολιτικῶν καὶ ἀστικῶν δικαιωμάτων πρὸ διετίας. Ἐρωτῶ, κύριοι, ἐφηρμόσθησαν αἱ διατάξεις αὗται καὶ πρὸς τοὺς ἐκ Θεσσαλίας καὶ Ἠπείρου βουλευτάς; καὶ ἐὰν δὲν ἐφηρμόσθησαν, δικαιοῦσθε, νομίζετε, ἢ ἔχετε καθῆκον, ἐξ εὐλαβείας πρὸς τὸν νόμον, ν’ ἀποβάλητε ἐκ τοῦ ἑλληνικοῦ Βουλευτηρίου τοὺς ἐκ Θεσσαλίας καὶ Ἠπείρου ἀντιπροσώπους; Οὐδεὶς, κύριοι, ἢ σχεδὸν οὐδεὶς τῶν ἐκ τῶν νέων ἐπαρχιῶν βουλευτῶν εἶναι πολίτης Ἕλλην δυνάμει νόμου. Αἱ νέαι ἐπαρχίαι προσετέθησαν εἰς τὸ παλαιὸν Βασίλειον διὰ συνθήκης, μὴ κυρωθείσης ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ μὴ δημοσιευθείσης διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς ἐκ τούτου μὴ ἀποτελούσης νόμον τοῦ Κράτους. Ἐννοεῖτε, κύριοι, ὅτι τὰ μεγάλα ἱστορικὰ δικαιώματα τῆς Θεσσαλίας καὶ τῆς Ἠπείρου, τὰ μαρτύρια καὶ αἱ θυσίαι των πρέπει νὰ βαρύνωσιν εἰς τὴν πλάστιγγα τῆς ἐκτιμήσεως οἱουδήποτε, καὶ μάλιστα τοῦ Ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου, πλειότερον παντὸς νόμου, πάσης συνταγματικῆς διατάξεως. Ἀλλ’ ὅταν, κύριοι, ὑπάρχωσιν οἱ ἐπικαλούμενοι τὰς διατάξεις ταύτας μόνον κατ’ ἐμοῦ, χάριν τῆς νομιμότητος, δικαιοῦμαι νομίζω καὶ ἐγὼ νὰ ἐπικαλεσθῶ τὰ δικαιώματα καὶ τὰς θυσίας τοῦ λαοῦ, ὅστις μὲ ἀπέστειλεν ἀντιπρόσωπόν του ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ, καὶ ν’ ἀπαιτήσω ἐν ὀνόματι τῆς ἰσότητος καὶ τῆς δικαιοσύνης τὸ αὐτὸ καὶ ὑπὲρ ἐμοῦ μέτρον τῆς ἐκτιμήσεως. (Ἐπευφημίαι ἐκ τῆς Βουλῆς.) Οὐδεὶς λοιπὸν, κύριοι, μεταξὺ τῶν ἐκ Θεσσαλίας καὶ Ἠπείρου συναδέλφων μου εἶναι πολίτης Ἕλλην δυνάμει νόμου. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἦναι, καὶ ἂν διὰ μόνης τῆς συνθήκης, καί τοι μὴ κυρωθείσης ὑπὸ τῆς Βουλῆς, καί τοι μὴ δημοσιευθείσης διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, ἐκτήσαντο τὸ δικαίωμα τοῦ πολίτου Ἕλληνος, ἔχουσι τὸ προσὸν τοῦ ἐκλεξίμου; Κύριοι, ὅπου σαφὲς καὶ ἀναμφισβήτητον ὑπάρχει τὸ γράμμα τοῦ νόμου, ἐκεῖ οὐδεὶς χωρεῖ δισταγμὸς, καὶ δὲν εἶναι χρεία εὐγλώττων καὶ μακρῶν ἀναλύσεων, ὅπως κατισχύσῃ εἰς τὴν συνείδησιν παντός. Ἔχω, κύριοι, ἐνταῦθα τὸν νόμον τῆς 30 Ἀπριλίου 1846. Θὰ σᾶς ἀναγνώσω δύο μόνον διατάξεις αὐτοῦ, καὶ ἐκ μόνης τῆς ἁπλῆς ἀναγνώσεως θὰ μορφώσητε τὴν πεποίθησίν σας. Τί λέγει, κύριοι, τὸ 1ον ἄρθρον τοῦ νόμου τούτου; «1. Ὅλοι οἱ ἐνήλικες Ἕλληνες, ἢ ἰθαγενεῖς, ἢ ἀποκτήσαντες τὸ δικαίωμα τῆς ἰθαγενείας, θέλουν δώσει τὸν ἀκόλουθον ὅρκον.—«Ὁρκίζομαι νὰ φυλάττω πίστιν εἰς τὴν πατρίδα καὶ εἰς τὸν Βασιλέα, ὑπακοὴν εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ εἰς τοὺς νόμους τοῦ Βασιλείου, καὶ νὰ ἐκπληρῶ εὐσυνειδότως τὰ τοῦ πολίτου καθήκοντα.» Καὶ τὸ 6ον; «6. Οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκλέγειν καὶ ἐκλέγεσθαι, οὐδὲ τοῦ διορίζεσθαι εἰς δημόσιον ἢ δημοτικὴν ὑπηρεσίαν, ἂν δὲν δώσῃ προηγουμένως τὸν ἐν τῷ ἄρθρῳ 1 τοῦ παρόντος νόμου ὅρκον.» Ἐρωτῶ, κύριοι, τοὺς ἐκ Θεσσαλίας καὶ Ἠπείρου συναδέλφους, ἔδωκαν τὸν ὅρκον τοῦ πολίτου συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, ὑπάρχοντος καὶ λειτουργοῦντος ἐν τῇ πολιτείᾳ; Οὐδεὶς ἢ ἐλάχιστοι θὰ ἀποκριθῶσι καταφατικῶς. Ἀλλὰ, κύριοι, πλὴν τοῦ νόμου τούτου, ὑπάρχει ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος, ἧς καὶ πρὸ μικροῦ ἐμνημόνευσα καὶ καθ’ ἣν, διὰ νὰ ἐκλεχθῇ τις βουλευτὴς, εἴτε καταγόμενος ἐξ ἐπαρχίας τινὸς, εἴτε ἐγκατεστημένος ἐν αὐτῇ, πρέπει ν’ ἀπολαύσῃ πρὸ διετίας τὰ πολιτικὰ καὶ ἀστικὰ δικαιώματα. Δὲν ἔχετε, κύριοι, ἀνάγκην νὰ ἐρωτήσητε τοὺς βουλευτὰς τῆς Θεσσαλίας καὶ Ἠπείρου, ἐὰν πρὸ διετίας ἀπολαμβάνωσι τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων, διότι πάντες γνωρίζετε τὸν χρόνον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐπ’ αἰσίοις συνετελέσθη ἡ ἕνωσις αὐτῶν μετὰ τοῦ παλαιοῦ Βασιλείου, καὶ δὲν ἀγνοεῖτε, ὅτι μηνῶν μόλις ἀριθμοῦσιν ἐλευθέρων πολιτῶν ὕπαρξιν. Ἀλλὰ, κύριοι, πρέπει διὰ τὴν ἔλλειψιν τῶν προσόντων, πρέπει διὰ τὸ ἀδύνατον τῆς ἐφαρμογῆς τῶν συνταγματικῶν διατάξεων ν’ ἀποβληθῶσιν ἐκ τοῦ Κοινοβουλίου τούτου οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Θεσσαλίας καὶ Ἠπείρου, καὶ πρέπει ν’ ἀκυρώσητε τὰς ἐκλογὰς αὐτῶν, ἀφορῶντες πρὸς μόνον τὸν νόμον, χωρὶς ν’ ἀποβλέψητε εἰς τὴν σιδηρᾶν, τὴν ἀναπόδραστον ἐκ τῶν πραγμάτων καὶ τῶν περιστάσεων ἀνάγκην, συνηγοροῦσαν ὑπὲρ τοῦ κύρους τῶν ἐκλογῶν τούτων; Ὄχι, κύριοι· καὶ τὸ εἴπετε σεῖς διὰ τῶν ἀποφάσεων ὑμῶν, τὸ ἀνεκήρυξεν ὁ πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ ἀρχηγὸς τῆς ἀντιπολιτεύσεως, αὐτοὶ μὲν συνηγοροῦντες, ὑμεῖς δὲ ψηφίζοντες καὶ ἐπικροτοῦντες τὴν εἴσοδον τῶν Θεσσαλῶν καὶ Ἠπειρωτῶν βουλευτῶν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ, καὶ ἐπικυροῦντες χθὲς ἀκόμη διὰ τῆς ψήφου σας τὰς ἐκλογὰς τῆς Ἁγυιᾶς, τῆς Ἄρτης, τοῦ Ἁλμυροῦ, τοῦ Βόλου καὶ τοῦ Δομοκοῦ. Καὶ Θὰ ποιήσητε, κύριοι, ἐξαίρεσιν τοῦ κανόνος, προκειμένου περὶ ἐμοῦ; περὶ ἐμοῦ καὶ μόνου θ’ ἀποφανθῆτε, ὅτι πρέπει νὰ καταλίπω τὴν ἕδραν, ἣν μοὶ ἐχορήγησεν ἡ τιμὴ καὶ ἡ ἐμπιστοσύνη δύο χιλιάδων συμπολιτῶν μου, διότι, εὑρισκόμενος ἐν ἴσῃ μοίρᾳ πρὸς τοὺς λοιποὺς συναδέλφους μου, στεροῦμαι τοῦ προσόντος τῆς ἐγκαταστάσεως, ὅπως αὐτοὶ στεροῦνται ἄλλων τοῦ ἐκλεξίμου προσόντων; Εἶναι, κύριοι, δικαίωμά σας, καὶ ἂν ἡ συνείδησίς σας δὲν ἀποκρούῃ τὴν ἀδικίαν, εἰς ἐμὲ ἓν μόνον ἀπομένει δικαίωμα, τὸ δικαίωμα τοῦ κατ’ αὐτῆς παραπόνου. (Εὖγε.) Κύριοι, δὲν θὰ σᾶς ἀπασχολήσω πλειότερον· ἡ τύχη τῆς ἐκλογῆς μου κεῖται εἰς χεῖράς σας· δὲν ζητῶ ἔλεος, ἀλλὰ δικαιοσύνην· διότι δύνασθε νὰ μὴ ἦσθε συμπαθεῖς ὡς ἄνθρωποι, ἀλλὰ δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ μὴ ἦσθε δίκαιοι ὡς δικασταί (Εὖγε, εὖγε.) Καὶ χειρίστη ἀδικία εἶναι, κύριοι, τὸ δικάζειν ἐπὶ τῶν αὐτῶν πραγμάτων ἐν διαφόρῳ μέτρῳ καὶ σταθμῷ. (Ἐπευφημίαι ἐκ τῆς Βουλῆς) Ἀφίεμαι λοιπὸν εἰς τὴν συνείδησίν σας, καὶ κατέρχομαι τοῦ βήματος μὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι διὰ τῆς ψήφου σας θέλετε ἀποδώσει δικαιοσύνην, ἀποδεικνύοντες, ὅτι αὐτὴ καὶ μόνη κρατεῖ εἰς τὰς σκέψεις ὑμῶν, ὅτι αὐτὴ καὶ μόνη ἀποτελεῖ τὸν γνώμονα τῶν ἀποφάσεών σας. (Χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου καὶ ἐπευφημίαι ἐκ τῆς Βουλῆς.)
§27ΛΕΒΙΔΗΣ. Προκειμένου νὰ ψηφίσῃ τις, νομίζω, ὅτι εἶναι δικαιολογημένος ἐπίσης νὰ ἔχῃ τὰ στοιχεῖα πάντα, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ εἴπῃ, ὅτι θὰ ψηφίσῃ κατὰ συνείδησιν. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν προλαλήσαντα, διὰ νὰ σχηματίσω τὴν πεποίθησίν μου, νὰ προβῇ εἰς μίαν συμπλήρωσιν τῆς ὁμιλίας του, τὴν ὁποίαν θεωρῶ ἀναγκαιοτάτην. Εἶπε πολλὰς θεωρίας, καὶ εἰς πολλὰ βιβλία καὶ πρακτικὰ κατέφυγε, διὰ νὰ ἀποδείξῃ τὸ θέμα, ὅτι ἀρκεῖ ἡ καταγωγὴ ἐκ μητρός, ὅπως ἔχῃ τις δικαίωμα νὰ ἐκλεχθῇ ἀντιπρόσωπος· ἀλλὰ θὰ τὸν παρακαλέσω νὰ μᾶς ἀποδείξῃ τοῦτο, ὅτι ἐκ μητρὸς κατάγεται ἐκ Θεσσαλίας.
§28ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Κύριοι βουλευταί, μὲ φέρει εἰς τὸ βῆμα καὶ δευτέραν φορὰν ἡ ἐρώτησις τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς συναδέλφου. Δὲν νομίζω, ὅτι ἐπρόσεξε πολὺ εἰς τὴν ὁμιλίαν μου· διότι, ἂν μοὶ ἔκαμνε τὴν τιμὴν ν’ ἀποδώσῃ εἰς αὐτὴν μείζονα προσοχήν, νομίζω, ὅτι δὲν θὰ εὑρίσκετο εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ μοὶ ἀπευθύνῃ τὴν ἐρώτησιν, ἣν μοὶ ἀπηύθυνε. Κύριοι, ἐν τῷ Τμήματι ἐδήλωσα, ὅτι ἔχω τὴν πρὸς μητρὸς καταγωγὴν κατὰ τὰς ἐν τῇ οἰκογενείᾳ μου παραδόσεις. Ἀλλ’ ἀπόδειξιν, κύριοι, περὶ τῆς καταγωγῆς ταύτης, ἀπόδειξιν ἐξ ἐκείνων, αἵτινες δύνανται νὰ ἔχωσι θέσιν εἰς τὴν συνείδησιν τῆς Βουλῆς, οὐ μόνον ἐγώ, ἀλλὰ καὶ πολλοὶ ἄλλοι ἐκ τῶν Θεσσαλῶν, εἰς τὴν αὐτὴν ὑπαγόμενοι κατηγορίαν, δὲν θὰ δυνηθῶσι νὰ σᾶς παρουσιάσωσι. Καὶ δὲν λέγω τοῦτο διὰ νὰ ὑπαγάγω χαιρεκάκως καὶ ἀπρεπῶς εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν καὶ τοὺς ἄλλους. Ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ προσέξῃ πρὸ πάντων εἰς τὴν οὐσίαν, νὰ προσέξῃ πρὸ πάντων εἰς τοῦτο, ὅτι ἡμεῖς οἱ στερούμενοι εἴτε τὴν καταγωγήν, εἴτε τὴν ἐγκατάστασιν, ἡμεῖς εὑρισκόμεθα εἰς ἴσην μοῖραν πρὸς πάντας τοὺς ἐκ Θεσσαλίας βουλευτάς· διότι, ἐὰν ἡμεῖς στερούμεθα τῶν προσόντων τούτων, οἱ λοιποὶ στεροῦνται ἄλλων προσόντων, ἀναγραφομένων ἐν τῷ Συντάγματι καὶ τοῖς νόμοις. (Εὖγε!)
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσεται περατωμένη ἡ συζήτησις. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς ὡς πρὸς τὸν κ. Σιβιτανίδην, ὡς μὴ ἔχοντα τὰ προσόντα τοῦ ἐκλεξίμου, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι. (Τὸ ἀποτέλεσμα ἀμφίβολον.) Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἐπικύρωσιν τῆς ἐκλογῆς παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πολλοί.)
§30ΤΙΝΕΣ. Τί ἀπεφάσισεν ἡ Βουλή;
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ προεδρεῖον φρονεῖ, ὅτι ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν ἐπικύρωσιν.
§32ΤΙΝΕΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. (Γίνεται ἡ ψηφοφορία.)
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν 191, ἐξ ὧν 97 εἶπον ναί, 94 δὲ ὄχι· ἑπομένως ἡ ἐκλογὴ τοῦ κ. Σιβιτανίδου, δι’ ἔλλειψιν τῶν κατὰ νόμον προσόντων, ἠκυρώθη. Ἐκλογὴ Καρδίτσης. (Ἀναγινώσκεται τὸ συμπέρασμα τῆς ἐκθέσεως τοῦ Τμήματος.)
§34Δ. ΤΕΡΤΙΠΗΣ. Ζητῶ τὴν ἀκύρωσιν τῶν τριῶν ἐκλογικῶν τμημάτων, ἤτοι τῶν δύο τῆς Καρδίτσης καὶ τοῦ τμήματος Παλαμᾶ, διότι ἐγένοντο ἐνστάσεις βάσιμοι περὶ μὴ προσελεύσεως τῶν ἐκλογέων, ἕνεκα ἀνεπαρκείας ἐκλογικῶν τμημάτων, καὶ ἑπομένως χρόνου πρὸς ψηφοφορίαν. Ἐγὼ δὲν ἐγνώριζα, ὅτι ἐδῶ ὅλα γίνονται διὰ τῆς ψηφοφορίας, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐφρόντισα νὰ ὑποστηρίξω ἐνώπιον τοῦ Τμήματος τῆς Βουλῆς τὴν ἀκύρωσιν τῶν τμημάτων τούτων· ἔπραξα ὅ,τι ὁ νόμος ἀπήτει, ὑποβαλὼν τὰς ἐνστάσεις μου νομίμως καὶ ἐμπροθέσμως· διὰ τοῦτο προτείνω τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς, ἥτις ἐνηργήθη εἰς τὰ ἐν Καρδίτσῃ Αʹ καὶ Βʹ τμήματα καὶ εἰς τὸ ἐν Παλαμᾶ, δι’ ὅσους λόγους ἀναφέρω εἰς τὰς ἐνστάσεις μου.
§35ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀληθῶς, κύριοι, ἡ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης εἶναι τὸ πάντων δυσκολώτερον, πάντοτε δὲ, ὁσάκις ὡς δικαστὴς ἐπρόκειτο νὰ δώσω τὴν ψῆφόν μου, εὑρέθην εἰς δυσχερῆ θέσιν, φοβούμενος μὴ ἐκ κακῆς ἐκτιμήσεως τῶν πραγμάτων ἀδικήσω τινά. Ἐπιτρέπονται αἱ πλάναι, ἀλλ’ ἡ ἐκ σκοπιμότητος διαστροφὴ τοῦ δικαίου εἶναι ἀσύγγνωστος. Ἀκούω, κύριοι, ἀπό τινος καὶ ἐντὸς τῆς Βουλῆς καὶ ἐκτὸς αὐτῆς ψιθυρισμοὺς, ὅτι ἡμεῖς δὲν ἀπονέμομεν κατὰ τὸ στάδιον τῶν ἐξελέγξεων τῶν ἐκλογῶν δικαιοσύνην· καὶ ἐκ τοῦ βήματος τούτου ἀκόμη ἤκουσα, ὅτι «προγράφομεν.» Ἐγὼ δὲν παραδέχομαι, ὅτι προγράφομεν, φρονῶ δὲ, ὅτι ἡ πλειονοψηφία ἐφάνη ἴσως ὀλιγώτερον τοῦ δέοντος αὐστηρά· ἐσυνειθίσαμεν ὅμως εἰς ἐπικυρώσεις παρανόμων ἐκλογῶν, καὶ μᾶς φαίνεται ἀπροσδόκητος ἡ ἀκύρωσις. Δὲν δύναμαι ἐν τούτοις νὰ παραλείψω, καὶ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ τὸ εἴπω, ὅτι ἐμφιλοχωρεῖ ἐνίοτε εἴς τινας τῆς Βουλῆς ἀποφάσεις καὶ ὑστεροβουλία πολλάκις διϋλίζομεν τὸν κώνωπα, καὶ καταπίνομεν τὴν κάμηλον. Διὰ τοῦτο ἤκουσα περὶ πολλῶν ἐκλογῶν, εἰς τὰς ὁποίας δὲν εἶχον γίνει λόγου πολλοῦ ἄξιαι ἐνστάσεις, νὰ γείνωσι μεγάλαι καὶ φορτικαὶ παρὰ τοῖς βουλευταῖς ἐνέργειαι περὶ ἐπικυρώσεως ἢ ἀκυρώσεως· εἰς ἄλλας δ’ ἐκλογὰς, διὰ σπουδαίων ἐνστάσεων προσβληθείσας, δὲν ἤκουσα τίποτε. Προκειμένου περὶ τῆς ἐκλογῆς Καρδίτσης, ἀναγκάζομαι ν’ ἀνέλθω τὸ βῆμα, διότι ὑπάρχουσιν ἐνστάσεις, αἵτινες, ἐὰν ἀποδειχθῶσι βάσιμοι, βεβαίως ἀλλοιοῦσι τὸ ἀποτέλεσμα. Δὲν ἠδυνάμην δὲ νὰ σιωπήσω, διότι, οὕτω πράττων, ἤθελον πιέσει τὴν συνείδησίν μου καὶ δὲν ἤθελον πράξει τὸ καθῆκόν μου. Χωρὶς λοιπὸν νὰ προσέξωμεν τίνα τὰ ἐνδιαφερόμενα πρόσωπα, πρέπει νὰ δικάσωμεν τὴν ἐκλογήν. Δὲν δύναταί τις εἰς ὅλας τὰς ἐκλογὰς νὰ λαμβάνῃ τὸν λόγον πρὸς δικαιολόγησιν τῆς ψήφου του, διότι αἱ περιστάσεις ἐπείγουσι, καὶ πρέπει, διὰ νὰ τελειώσῃ τὸ ἐπίμοχθον τοῦτο ἔργον μας, νὰ ἤμεθα σύντομοι κατὰ τὸ δυνατόν. Κατὰ τῆς ἐκλογῆς Καρδίτσης ὑπεβλήθησαν σπουδαῖαι ἐνστάσεις, αἵτινες ὅμως ἀπεῤῥίφθησαν ὑπὸ τοῦ Τμήματος, ὅπερ ζητεῖ τὴν ἐπικύρωσιν. Ἐν τούτοις ἀξίζει τὸν κόπον ἡμῶν νὰ ἐξετάσωμεν τὰς μετὰ τὴν γνῶσιν τῆς ἀποτελέσματος τῆς ἐκλογῆς Καρδίτσης ὑποβληθείσας ἐνστάσεις καὶ ὑπ’ ἄλλων μὲν ἐπιλαχόντων, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τῶν ἐπιτυχόντων κ. κ. Καραϊσκάκη, Φραγγίδη Βασαρδάνη καὶ Τερτίπη, διότι αἱ ἐνστάσεις αὗται ὑπεβλήθησαν ὑπ’ αὐτῶν τὴν 23 καὶ 24 Δεκεμβρίου 1881· ἐὰν δ’ ἐγκατελείφθησαν ὑπό τινων ἐνισταμένων, θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ ὑποστηρίξω ἐγὼ αὐτάς. Ἡ ἐπαρχία Καρδίτσης ἔχει 15,579 ἐκλογεῖς. Οἱ ὑποψήφιοι ἐγκαίρως διεμαρτυρήθησαν εἰς τὸν κ. Βασιλικὸν Ἐπίτροπον Τρικκάλων, ὅτι πρέπει νὰ συστηθῶσιν ἀρκετὰ ἐκλογικὰ τμήματα. Ἀπὸ τῆς 2ας Δεκεμβρίου ὁ κ. Βασιλικὸς Ἐπίτροπος ὡς καὶ τὸ Ὑπουργεῖον εἶχον μάθει τὰ παράπονα, ὅτι δηλαδὴ τὰ 10 τμήματα δὲν ἤθελον βεβαίως ἐπαρκέσει, καὶ ἔπρεπε νὰ προστεθῶσι καὶ ἄλλα. Διὰ τοῦ τηλεγραφήματος τούτου οἱ ὑποψήφιοι κ. κ. Σταμούλης, Κουκορῖκος, Τερτίπης, Συνεράκης καὶ Ἀδαμόπουλος διεμαρτυρήθησαν διὰ τὴν ἀνεπάρκειαν τῶν ἐκλογικῶν τμημάτων, δηλώσαντες, ὅτι τοῦτο ἐξηγοῦσιν ὡς σκοπὸν τῆς Κυβερνήσεως ν’ ἀποκλείσῃ τὰ δικαιώματα τῶν ψηφοφόρων.
§36ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Εἶναι λόγος ἀκυρότητος αὐτό;
§37ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τώρα θὰ ἀκούσητε.
§38ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπηρεάζεται τὸ ἀποτέλεσμα διὰ τούτων;
§39ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Παρακαλῶ νὰ λείψωσιν αἱ διακοπαί, διὰ νὰ τελειώσω γρήγορα. Διὰ νὰ ἐννοήσητε τὴν σπουδαιότητα τῶν ἐνστάσεων, περὶ τῆς ὁποίας φαίνεται ἀμφιβάλλων ὁ κ. Ῥάλλης, μάθετε, ὅτι ὁ τελευταῖος ἐπιτυχὼν ἀπὸ τὸν πρῶτον ἐπιλαχόντα δὲν ἀπέχει πλέον τῶν 15 ψήφων· καὶ θέλω σᾶς ἀποδείξει, ὅτι διὰ τῶν συμβάντων ἐκεῖ μετεκινήθησαν βεβαίως 8 ψῆφοι, ἤτοι ὅσαι ἀπαιτοῦνται πρὸς ἀλλοίωσιν τοῦ ἀποτελέσματος. Σᾶς ἔλεγον λοιπὸν πρὶν τῆς διακοπῆς, ὅτι οἱ ὑποψήφιο διεμαρτυρήθησαν εἰς τὸν Βασιλ. Ἐπίτροπον καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι τὰ τμήματα εἶναι ἀνεπαρκῆ, ἀλλὰ δὲν εἰσηκούσθησαν· ἔμειναν τὰ δέκα τμήματα, εἰς τὰ ὁποῖα ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 9,466, καὶ δὲν ἐψηφοφόρησαν 6113. Εἰς πολλὰς ἐπαρχίας συμβαίνει, ὥστε οἱ μὴ ψηφοφορήσαντες νὰ ἦναι ἀπόντες κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἐκλογῆς· ἀλλ’ ἆρά γε καὶ εἰς τὴν ἐκλογὴν Καρδίτσης τὸ αὐτὸ συνέβη; Ἀδιστάκτως ἀπαντῶ, ὄχι. Καὶ πρὸς ἀπόδειξιν τούτου περιορίζομαι εἰς τὰ συμβάντα εἰς τὰ τρία τμήματα. Ἡ ἔκθεσις λέγει, ὅτι εἰς τὸ πρῶτον τμῆμα Καρδίτσης ἐψηφοφόρησαν 856 ἐκ τῶν 2,069 ἐκλογέων, εἰς τὸ δεύτερον τμῆμα Καρδίτσης ἐψηφοφόρησαν 592 ἐκ τῶν 1297, εἰς τὸ τμῆμα Παλαμᾶ ἐψηφοφόρησαν 490 ἐκ τῶν 1192 ἐκλογέων. Ὥστε ἐκ τῶν 4457 ἐκλογέων τῶν τριῶν τμημάτων ἐψηφοφόρησαν μόνον 1938, καὶ δὲν ἐψηφοφόρησαν 2620. Τίς ἆρά γε ὁ λόγος, ἕνεκεν τοῦ ὁποίου δὲν ἐψηφοφόρησαν οὗτοι; Μὴ ἦσαν ἀπόντες; Ὄχι· ἦταν παρόντες, καὶ μάλιστα πλησίον τοῦ τόπου τῆς ψηφοφορίας, καὶ διαμαρτυρόμενοι κατὰ τοῦ ἀποκλεισμοῦ των. Εἰς τὸ πρῶτον τμῆμα καθαρὰ ἀνεπάρκεια χρόνου ἐμπόδισεν αὐτούς, διότι πραγματικῶς παρέτεινεν ὁ διευθύνων τὴν ἐκλογὴν τὸν χρόνον τῆς ψηφοφορίας ἐπὶ 3 ὥρας· ἀλλ’ ὁ χρόνος οὗτος δὲν ἦτο ἀρκετός, ὅπως ψηφοφορήσωσιν οἱ ἔξω τοῦ τόπου τῆς ψηφοφορίας ἀνυπομόνως ἀναμένοντες. Εἰς τὸ δεύτερον τμῆμα ἤρξατο, ὡς πληροφοροῦμαι, ἡ ἐκλογὴ εἰς τὰς 10 περίπου π.μ. καὶ ἐπερατώθη εἰς τὰς 6 καὶ 52′. Εἶναι ἀληθές, ὅτι οἱ ἀντιπρόσωποι, φρονοῦντες, ὅτι ἤθελε παραταθῇ εἰς τὸ τέλος ἡ ψηφοφορία, ὑπέγραψαν τὸ πρακτικὸν τῆς ἐνάρξεως ἄνευ παρατηρήσεων, ὁ δὲ ἀντιπρόσωπος τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς ἐσημείωσεν, ὅτι ἐτελείωσεν εἰς τὰς 7 καὶ 52′. Εἰς τὸ τοῦ Παλαμᾶ εἶναι τὸ σπουδαιότερον κατ’ ἐμέ. Ἐκεῖ ἔχομεν σπουδαιοτέρας ἀποδείξεις· ἐνῷ εὑρίσκοντο ἑκατοντάδες ἐκλογέων ἔξωθεν τοῦ τόπου τῆς ψηφοφορίας, ὁ χρόνος ἐξηντλήθη. Συμπίπτει νὰ γνωρίζω τὸν ἐν Παλαμᾷ εἰρηνοδίκην κ. Λ. Κουκούλην, ὅστις διηύθυνε τὴν ἐκλογὴν, καὶ τὸν θεωρῶ δικαστικὸν λειτουργὸν καλῆς πίστεως.
§40ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ ἔγγραφα τί λέγουν;
§41ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τώρα σᾶς τ’ ἀναγινώσκω. Ὅτε ἡτοιμάζετο ὁ διευθύνων τὸ Τμῆμα νὰ κηρύξῃ τὸ τέλος τῆς ψηφοφορίας, οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν κ. κ. Βασαρδάνη καὶ Ζογλοπίδη δι’ ἐνστάσεώς των ἐπρότειναν, ὅτι τὰ ⅔ περίπου ἀναμένουσιν ἔξω τοῦ τόπου τῆς ἐκλογῆς, μὴ δυνηθέντα νὰ ψηφοφορήσωσι, διότι τοῦτο ἦτο ἀδύνατον, 1) λόγῳ τῆς ὑπάρξεως ἑνὸς καὶ μόνου ἐκλογικοῦ καταλόγου καθ’ ὅλον τὸ τμῆμα, καὶ 2) λόγῳ τῆς ἐλλείψεως δευτέρου τμήματος. Ὁ δὲ διευθύνων τὴν ἐκλογὴν τοῦ τμήματος Παλαμᾶ συνέταξε τὴν ἑξῆς ἔκθεσιν. «Ἐπειδὴ ἡμεῖς θεωροῦμεν ἑαυτοὺς ἀναρμοδίους νὰ λύσωμεν τὰ προβαλλόμενα ζητήματα, ἅτε ὑπαγόμενα εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῆς Βουλῆς, διὰ ταῦτα ἀπέχομεν ν’ ἀποφανθῶμεν, διότι τὸ ζήτημα, ἂν ὁ ἀριθμὸς τῶν τμημάτων ἦναι ἀνεπαρκής, δὲν ἀνετέθη εἰς τὴν κρίσιν τοῦ διευθύνοντος τὴν ἐκλογήν, καθόσον ἄλλως τε δικαίωμα τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς εἶναι νὰ διαιρῇ τὰς ἐκλογικὰς περιφερείας εἰς ὅσα ἂν βούληται ἐκλογικὰ τμήματα.» Ἐκ πάντων τούτων, κύριοι, τὰ ὁποῖα ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν, ἐξάγεται, ὅτι, ἂν ὄχι 6113 ἐπὶ τοῦ ὅλου, βεβαίως ὅμως δὲν ἐψηφοφόρησαν εἰς τὰ τρία τμήματα ἑκατοντάδες ἱκαναί, ἀλλοιοῦσαι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐκλογῆς, καὶ δὲν ἠδυνήθησαν νὰ ψηφοφορήσωσι διότι ὁ κ. ἔπαρχος Καρδίτσης, ὁ κ. Βασιλικός Ἐπίτροπος καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐφρόντισαν νὰ συστήσωσιν ἀρκετὰ τμήματα· τοῦτο δ’ ἐβεβαιώθη ἐκ τῆς διαμαρτυρήσεως 500 περίπου ἐκλογέων, οἵτινες μετὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἐκλογῆς προσελθόντες, ὡς ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν ἐγγράφων τούτων, ἐνώπιον συμβολαιογράφων Καρδίτσης, ἐβεβαίωσαν, ὅτι «κατὰ τὰς ἄρτι ληξάσας βουλευτικὰς ἐκλογὰς δὲν ἐπρόφθασαν νὰ ψηφοφορήσωσιν ἕνεκα τῆς βραδύτητος, μεθ’ ἧς διεξήγετο ἡ βουλευτικὴ ἐκλογὴ εἰς ἀμφότερα τὰ ἐκλογικὰ τμήματα Καρδίτσης, ὡς ἐκ τῆς ἀπειρίας καὶ ἐπιπολαιότητος τῶν διευθυνόντων τὰ ἐκλογικὰ τμήματα δικαστικῶν ἀντιπροσώπων, καίτοι οὗτοι, οἱ δηλοῦντες, ἀθρόοι εὑρισκόμενοι εἰς τὸν ἐκλογικὸν περίβολον καὶ ἀνυπομόνως προσπαθοῦντες νὰ ψηφοφορήσωσιν, ἀλλὰ δὲν κατωρθώθη τοῦτο, ἀποδιωχθέντες ὑπὸ τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως τοῦ τόπου τῆς ψηφοφορίας βίᾳ. Περὶ τούτου δὲ διεμαρτυρήθησαν αὐτοστιγμεί εἰς τε τὸν ἔπαρχον καὶ τὸν πρόεδρον τοῦ δικαστηρίου Καρδίτσης, ἀλλ’ οὐδεμία θεραπεία τοῖς ἐδόθη.» Ἐγώ, κύριοι, ἀκούσας μέγαν πάταγον, ὡς προεῖπον, περὶ ἄλλων ἐκλογῶν, ἐθεώρησα ἔργον δικαιοσύνης, ἀφοῦ γνωρίζω ὅσα σᾶς ἐξέθηκα, νὰ τὰ ὑποβάλω εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, καὶ νὰ προτείνω τὴν ἀκύρωσιν τῶν τριῶν τμημάτων.
§42ΜΙΛΗΣΗΣ. Παρακαλῶ. Ὁ δικαστικὸς ἐπίτροπος ἐκεῖ βεβαιώνει, ὅτι, ἐνῷ ὑπῆρχον ἐκλογεῖς ἕτοιμοι νὰ ψηφοφορήσωσιν, ἔληξεν ἡ ψηφοφορία;
§43ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ναί. Σᾶς ἀνέγνων πρὸ μικροῦ τὴν ἔκθεσίν του, ἐν ᾗ λέγει, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ τοῖς ἐπιτρέψῃ νὰ ψηφοφορήσωσι, διότι παρῆλθεν ἡ ὥρα.
§44ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἦσαν ἐκλογεῖς;
§45ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἦσαν, καὶ πολλοὶ μάλιστα.
§46ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Εἴπατε, νομίζω, ὅτι δὲν ἐψηφοφόρησαν ἑκατοντάδες· αὐταὶ αἱ ἑκατοντάδες ἤθελον ἐπηρεάσει τὸ ἀποτέλεσμα καὶ διὰ τὸν κ. Καραϊσκάκην καὶ διὰ τοὺς ἄλλους;
§47ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὁ πρῶτος ἐπιλαχὼν κ. Σταμούλης ἔλαβε ψήφους 5480, ὁ δὲ πρῶτος ἐπιτυχὼν κ. Καραϊσκάκης ἔλαβεν 6,991. Ἐγὼ δὲν ἔκαμα τοὺς ὑπολογισμοὺς αὐτούς, καὶ δὲν γνωρίζω κατὰ πόσας ψήφους ἀπέχουσιν οἱ λοιποὶ ἐπιτυχόντες ἀπὸ τὸν πρῶτον ἐπιλαχόντα, ἀλλ’ ἐκ τῆς μὴ ψηφοφορίας ἐπηρεάζεται τὸ ἀποτέλεσμα, διότι παραδέχομαι ἀληθὲς τὸ γεγονός, ὅτι βεβαίως αὐτοὶ οἱ προσελθόντες ἐνώπιον τοῦ συμβολαιογράφου καὶ διαμαρτυρηθέντες δὲν ἐψηφοφόρησαν, ἀποκλεισθέντες ὡς ἐκ τῆς ἀνεπαρκείας τῶν τμημάτων.
§48ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἰς τὰ πρακτικὰ ὑπάρχει ἔνστασις, ὅτι παρουσιάσθησαν νὰ ψηφοφορήσωσι καὶ δὲν τοῖς ἐπετράπη;
§49ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἰς τὸ 1ον καὶ τὸ 2ον τμῆμα δὲν ὑπάρχει τοιαύτη ἔνστασις, εἰς τὸ τοῦ Παλαμᾶ ὅμως ὑπάρχει, ὡς σᾶς προεῖπον· ἐπὶ τῆς ἐνστάσεως δὲ ταύτης ἐξέδωκεν ἀπόφασιν ὁ διευθύνων τὴν ἐκλογήν, εἰπών, ὅτι δὲν εἶναι ἐκεῖνος ὁ ἁρμόδιος, ἀλλ’ ἡ Βουλή.
§50ΤΙΝΕΣ. Τί ὑποστηρίζετε;
§51ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὑποστηρίζω, ὅτι ἀλλοιοῦται τὸ ἀποτέλεσμα ὡς ἐκ τῆς ἀνεπαρκείας τῶν ἐκλογικῶν τμημάτων, καὶ προτείνω τὴν ἀκύρωσιν τοῦ 1ου καὶ 2ου τμήματος Καρδίτσης, καθὼς καὶ τοῦ ἐκλογικοῦ τμήματος Παλαμᾶ.
§52ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Κύριοι, πολλάκις παρατηρεῖται, ὅτι, ὅσῳ μεγαλείτερον εἶναι τὸ προοίμιον, τόσῳ μικρότεραι εἶναι αἱ πίστεις. Τοῦτο συμβαίνει καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου· διότι ἐνόμιζον, ὅτι ἔμελλον ν’ ἀκούσω μεγάλας παραβιάσεις, δὲν ἤκουσα ὅμως τίποτε. Εἰς αὐτὴν τὴν ἐκλογὴν ἰδοὺ τί συνέβη. Ὑπῆρχον δύο ἀντίθετοι συνδυασμοί, ὧν ἕκαστος ἤθελε νὰ ὑπερισχύσῃ, ἀλλὰ δὲν ἐπέτυχε καθ’ ὁλοκληρίαν, διότι ἐξ ἑκατέρου συνδυασμοῦ ἐπλειονοψήφησαν. Εἰς τὸ Τμῆμα ἦλθον ὅλα τὰ ἔγγραφα, τὰ περιέχοντα τὰς ἐνστάσεις, τὰς μετὰ τὸ πέρας τῆς ἐκλογῆς ὑποβληθείσας. Ὅταν τὰς ἐβασανίσαμεν, δὲν ἠδυνήθημεν νὰ εὕρωμεν σπουδαῖόν τι, καὶ οὐδεὶς ἦλθε νὰ τὰς ὑποστηρίξῃ. Ἠκούσατε ὅτι τὸ κυριώτατον κατὰ τῆς ἐκλογῆς εἶναι, ὅτι αἱ περιφέρειαι αἱ ἐκλογικαὶ ἦσαν μεγάλαι, καὶ δὲν ἦσαν ἐπαρκῆ τὰ 10 τμήματα. Τοιοῦτος λόγος δύναται νὰ προταθῇ καθ’ οἵας δήποτε ἐκλογῆς. Τὰ τμήματα προσδιορίζονται παρὰ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, καὶ τὸ νὰ λέγῃ τις, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἦναι 15 τμήματα, τίποτε ἄλλο δὲν λέγει, εἰμὴ ὅ,τι φρονεῖ κατὰ τὴν ἰδίαν ἐκτίμησιν, ἢ τὴν ἰδίαν πεῖραν. Ἀλλὰ λέγετε, ὅτι τοῦτο ἀποδεικνύεται καὶ ἐκ τῶν ὑστέρων, διότι εἶναι 15 χιλ. ἐκλογεῖς καὶ ἐψηφοφόρησαν μόνον 9,600, δηλαδὴ ἐψηφοφόρησαν τὰ ⅔. Ἐὰν λάβητε κατὰ μέσον ὅρον τὰς ἐκλογὰς ἁπανταχοῦ, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι κατὰ μέσον ὅρον ψηφοφοροῦν τὰ ⅔. Καὶ ἐδῶ, ἐν τῇ πρωτευούσῃ, ὅπου εἶναι μεγίστη εὐκολία, μόλις ψηφοφοροῦν τὰ ⅔. Τώρα ἐρχόμεθα καὶ εἰς τὰ τμήματα. Εἰς τὸ δεῖνα τμῆμα ἐψηφοφόρησαν μὲν 400, ἐνῷ ἦσαν 1000. Εἰς ἄλλα τμήματα ὅμως ἐψηφοφόρησαν πολὺ περισσότεροι κατ’ ἀναλογίαν. Αὐτὸ σημαίνει, ὅτι εἰς ἄλλα μέρη εἶναι εὐκολωτέρα ἡ συγκοινωνία. Τώρα παρατηρήσατε, ὅτι καὶ εἰς τὰ τρία τμήματα παρετάθη ἡ προθεσμία, ὅτι ἡ ψηφοφορία ἔληξε βραδύτατα, εἰς τὰς 7 καὶ 52′, δηλ. 8 παρὰ 8′. Εἰς τὸ Παλαμᾶ γίνεται παράτασις 3 ὡρῶν, δὲν ἠδύνατο ὅμως νὰ γείνῃ καὶ πέραν τούτου, διότι ῥητῶς τὸ γράμμα τοῦ νόμου ἀντίκειται. Αὐτὰ εἶπον διὰ νὰ διασκεδάσω πᾶσαν ἰδέαν, ὅτι τὸ Τμῆμα δὲν εἰργάσθη εὐσυνειδήτως καὶ ὅτι ἀπέβλεψεν εἰς ἄλλο τι, παρὰ εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς Καρδίτσης νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πολλοί.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς, καὶ ἀναγνωρίζει νομίμους βουλευτὰς τοὺς κ. κ. Σ. Καραϊσκάκην, Δ. Τερτίπην, Ἀπ. Βασαρδάνην, Δ. Κοκορῖκον, Γ. Φραγκίδην καὶ Τ. Ἀδαμόπουλον. (Ἐπικυροῦνται ἐπίσης δι’ ἀναστάσεως, μὴ γενομένης ἀντιῤῥήσεως, καὶ αἱ ἐκλογαὶ Καρυστίας καὶ Κέας, καὶ ἀναγνωρίζονται νόμιμοι βουλευταὶ οἱ κ. κ. Ἀλέξ. Κοντόσταυλος, Γ. Παπαγεωργίου, Ἀριστομ. Χατζηνικολῆς, Ν. Παπανικολάου, Ν. Μπαλάφας, Γ. Κόρπας καὶ Ἀνδρ. Ἱερομνήμων.) Ἐκλογὴ Κερκύρας. Ν’ ἀναγνωσθῇ τὸ συμπέρασμα τῆς ἐκθέσεως τοῦ Τμήματος. (Ἀναγινώσκεται.) (Μὴ γενομένης ἀντιῤῥήσεως, ἐπικυροῦται δι’ ἀναστάσεως ἡ ἐκλογὴ Κερκύρας ὡς πρὸς τοὺς κ. κ. Δ. Κουρκουμέλην καὶ Ἀθ. Παραμυθιώτην, ἀκυροῦται δέ, κατὰ τὴν πρότασιν τοῦ Τμήματος, ὡς πρὸς τὸν κ. Π. Βράϊλαν Ἀρμένην.)
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκλογὴ Κορινθίας. (Ἀναγινώσκεται τὸ συμπέρασμα τῆς ἐκθέσεως τοῦ Τμήματος.)
§55Δ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, ἂς ἐπιτραπῇ εἰς ἡμᾶς, εὑρισκομένους ἐν τῇ σειρᾷ τῆς ἐκδικάσεως τῆς ἐκλογῆς Κορινθίας, νὰ ἐκθέσωμεν τὰ κατὰ τοῦ κύρους αὐτῆς ὑπάρχοντα παράπονα, τὰ ὁποῖα, καί τοι πολλὰ καὶ ποικίλα, θέλομεν προσπαθήσει νὰ συμπτύξωμεν αὐτὰ, ἵνα μὴ καταχρασθῶμεν τῶν κ. κ. βουλευτῶν τὴν ὑπομονὴν, εἰς λεπτομερῆ αὐτῶν ἀφήγησιν ἐπιθέμενοι. Ἑπομένως βλέπετε, κύριοι, ὅτι δὲν προτίθεμαι οὔτε περὶ τῆς ἱστορίας τῆς Κορίνθου, οὔτε περὶ τῆς ἐκλογικῆς ἱστορίας αὐτῆς τῶν παρελθόντων ἐτῶν, οὔτε περὶ τῆς γεωγραφίας τῶν ὀρέων καὶ ποταμῶν νὰ δαπανήσω ματαίως τὸν πολύτιμον τῆς Βουλῆς χρόνον, ὡς ἄλλοις εἴθισται τοῦτο, ἀλλὰ θέλω περιορισθῆ ἀποκλειστικῶς εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι συνάφειαν καὶ ἄμεσον σχέσιν πρὸς τὸ κῦρος ἢ μὴ τῆς ἐκλογῆς Κορινθίας. Κύριοι, κατὰ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς Κορινθίας πέντε ἐνστάσεις προβάλλονται, ὧν πρώτη εἶναι ἡ τοῦ κ. Νικήτα Ἀντωνοπούλου, ἐκλογέως καὶ φίλου τοῦ συνδυασμοῦ Νοταρᾶ, ἐπιζητοῦσα τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς τοῦ δήμου Στυμφαλίας, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι δὲν ἐδημοσιεύθη τὸ περὶ ψηφοφορίας πρόγραμμα εἰς τὸν δῆμον τοῦτον, καὶ ὡς ἐκ τούτου οἱ ἐκλογεῖς, μὴ λαβόντες γνῶσιν, δὲν προσῆλθον ἅπαντες νὰ ψηφοφορήσωσι, καὶ ὅτι οἱ ὑποψήφιοι κ. κ. Τουρνάκης καὶ Ντετάκης, φέροντες τὰς στρατιωτικὰς αὐτῶν στολὰς, ἐπηρέαζον ὅπως δήποτε τοὺς ἐκλογεῖς, καὶ ἰδία τοὺς ἀπαλλαγέντας ἐπιστράτους· δευτέρα, νομίζω, ἔνστασις εἶναι τοῦ κ. Νικολάου Εἰρήνη, ἐκλογέως καὶ φίλου ἐπίσης τοῦ συνδυασμοῦ Νοταρᾶ, ἐπιζητοῦσα τὴν ἀκύρωσιν τοῦ Αʹ ἐκλογικοῦ τμήματος τοῦ δήμου Σολυγείας, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι δὲν ἐδημοσιεύθη τὸ περὶ ψηφοφορίας πρόγραμμα ὑπὸ τοῦ δημάρχου εἰς τὸ χωρίον Σοφικὸν, πρωτεύουσαν τοῦ δήμου τούτου, καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν ἠδυνήθησαν, κατὰ τὸν ἐνιστάμενον, νὰ προσέλθωσιν ἅπαντες οἱ ἐκλογεῖς πρὸς ψηφοφορίαν, ὡς μὴ λαβόντες γνῶσιν τῆς ἡμέρας αὐτῆς, καὶ ὅτι περιωρίσθη ὁ χρόνος τῆς ψηφοφορίας ἐν τῷ ἰδίῳ ἐκλογικῷ τμήματι κατὰ μίαν ὥραν· τρίτη ἔνστασις εἶναι τοῦ ὑποψηφίου καὶ ἀποτυχόντος βουλευτοῦ κ. Σπυρίδωνος Ἀδαμοπούλου, ἐπιζητοῦσα τὴν ἀκύρωσιν τοῦ Βʹ ἐκλογικοῦ τμήματος τοῦ δήμου Εὐρωστίνης, διὰ τὸν λόγον, ὅτι δὲν παρέστη ἐν τῷ τμήματι τούτῳ κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῆς ἐκλογῆς δικαστικὸς ἀντιπρόσωπος, ὅτι ὁ δήμαρχος καὶ ὁ πάρεδρος τοῦ δήμου ἐκείνου ἔπεμπον τοὺς ἐκλογεῖς εἰς τὴν ψηφοφορίαν διὰ μουσικῶν ὀργάνων, παροτρύνοντες αὐτοὺς νὰ ψηφίζωσι ζερβοδέξια ὑπὲρ τοῦ συνδυασμοῦ τοῦ κ. Δημητριάδου, καὶ ὅτι ἕν μέλος τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς, καταλιπὸν τὴν θέσιν του, ἀντεπροσώπευεν ἐν τῇ κάλπῃ τὸν ὑποψήφιον βουλευτὴν κ. Κανελλόπουλον. Ἡ τελευταία αὕτη ἔνστασις, ἂν, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, δὲν περιέχῃ σπουδαῖόν τι, ὑποκρύπτει ὅμως τι, ἵνα δικαιολογήσῃ τὴν μειονότητα τῆς ἐπιῤῥοῆς τοῦ ἐνισταμένου, καὶ συνάμα ἀμφισβητήσῃ τὴν ὑπεροχὴν αὐτῆς, ἣν κέκτηνται ἐπαξίως ἀπὸ ἐτῶν παρὰ τοῖς συμπολίταις αὐτῶν οἱ ἀξιότιμοι ἀδελφοὶ κύριοι Ἀριστείδης Μεντζελόπουλος, πρῴην βουλευτὴς Κορινθίας καὶ ἐσχάτως ὑποψήφιος αὐτῆς, καὶ Γ. Μεντζελόπουλος δήμαρχος Εὐρωστίνης. Τῶν ἐνστάσεων τούτων δὲν ἀναλαμβάνω τὴν ὑποστήριξιν, ἀφίνων εἰς τὸν κ. Σ. Νοταρᾶν νὰ πράξῃ τοῦτο. Τετάρτη καὶ πέμπτη ἔνστασις εἶναι ἡ τοῦ κ. Δήμα Φίλη καὶ ἕνδεκα ἄλλων ἐκλογέων· ἐπὶ τῶν ἐνστάσεων τούτων, ὧν καὶ ἐν τῷ Τμήματι ἀνέλαβον τὴν ὑποστήριξιν, ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς. Κατὰ τὰς δύο ταύτας τελευταίας ἐνστάσεις, κύριοι, εἰς πᾶσαν κατὰ νόμον ἔγκυρον ἐκλογὴν πρέπει νὰ ἀποδειχθῶσιν ἀναμφισβητήτως τρία κύρια καὶ ἀπαραίτητα στοιχεῖα· α) ὅτι οἱ κεκτημένοι τὸ δικαίωμα τοῦ ψηφοφορεῖν ἠθέλησαν, ἀπεφάσισαν καὶ ἠδυνήθησαν νὰ προσέλθωσιν ἐλευθέρως εἰς τὰς κάλπας πρὸς ψηφοφορίαν, βʹ) ὅτι πράγματι προσῆλθον καὶ ἐψηφοφόρησαν ὑπὲρ τῶν λαβόντων εἰσιτήρια ὑποψηφίων βουλευτῶν, καὶ γʹ) ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ψηφοφορίας διετηρήθη, καὶ, εὑρεθὲν ἀκέραιον, ἀνεγράφη ἐν τοῖς πρακτικοῖς πιστῶς καὶ διεσώθη μετὰ τὴν διαλογήν. Ἄνευ δὲ τῆς τοιαύτης ἀποδείξεως τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς καὶ τὸ γνήσιον τῆς ἀντιπροσωπείας μάτην δύνανται νὰ ἐγκριθῶσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς· θέλουσι μείνει ἐν τῇ πεφωτισμένῃ συνειδήσει τῶν ἐκλογέων καὶ τῆς κοινωνίας λέξεις, ἐμφαίνουσαι τὴν νοθείαν καὶ τὸν ἐξευτελισμὸν τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος. Τοιαύτην δὲ ἀναμφισβήτητον ἀπόδειξιν εὐκόλως ἡ Βουλὴ ἐκ τῆς ἐνεργηθείσης ἐκλογῆς Κορινθίας νὰ πορισθῇ δύναται ὡς πρός τινας τῶν ἐπιτυχόντων ὑποψηφίων: — Διότι δώδεκα, καταδικασθέντες, τινὲς μὲν ἐπὶ ληστείᾳ, τινὲς ἐπὶ ζωοκλοπῇ, καὶ ἄλλοι ἐπὶ ἐκλογικαῖς παραβάσεσιν, ἐστερημένοι δὲ τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων διὰ τῶν καταδικαστικῶν ἀποφάσεων, προσήχθησαν ὑπὸ τῶν Νοταρέων καὶ ἐψηφοφόρησαν εἰς τὸν δῆμον Στυμφαλίας, ἔνθα λαθροχειρικῶς ἦσαν ἐγγεγραμμένοι ἐν τῷ ἐκλογικῷ καταλόγῳ, καὶ ἐψηφοφόρησαν ὑπὲρ τῶν Νοταρέων καὶ κατὰ τοῦ ἀξιοτίμου ὑποψηφίου βουλευτοῦ κ. Δημητριάδου. — Διότι ἐπίσης τέσσαρες ἐκ τοῦ δήμου Νεμέας, καταδικασθέντες ἐπὶ διαφόροις κολασίμοις πράξεσι, συνεπαγχούσαις στέρησιν, καὶ ἐστερημένοι ὄντες διὰ τῶν δικαστικῶν ἀποφάσεων, προσήχθησαν ὑπὸ τῶν ἰδίων Νοταρέων καὶ ἐψηφοφόρησαν ὑπὲρ αὐτῶν καὶ κατὰ τοῦ κ. Δημητριάδου, καθὰ καὶ ἐκ τῶν πρακτικῶν τῆς ψηφοφορίας τοῦ δήμου Νεμέας σαφῶς ἐμφαίνεται. — Διότι ἐν τῷ δήμῳ Κορινθίων, πρὸ καὶ κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῆς ἐκλογῆς, ὁ δήμαρχος Κούστας καὶ ὁ ἀστυνόμος αὐτοῦ μετὰ σπείρας ἀστυνομικῶν ὀργάνων καὶ μετὰ πλήθους ἀγροφυλάκων, ἀπειλήσαντες, ὁρκίσαντες, παροτρύναντες οὐκ ὀλίγους τῶν ἐκλογέων, κατώρθωσαν νὰ καταψηφισθῶσιν ἀποκλειστικῶς εἰς τὸν ἐν λόγῳ δῆμον οἱ κ.κ. Δημητριάδης καὶ Μεντζελόπουλος. — Διότι ἡ διοικητικὴ καὶ οἰκονομικὴ ἀρχὴ Κορινθίας, αἰτήσει τοῦ ὑπουργικοῦ συνδυασμοῦ, ἐκήρυξαν ἐπίτηδες ἐθνικὰς τὰς ἀμπέλους τοῦ δήμου Νεμέας, καὶ ἠπείλησαν εἴσπραξιν φόρου ἐπικαρπίας μέχρι τοῦ 1881, ἐπὶ σκοπῷ νὰ ἐκβιασθῶσιν οἱ γενναῖοι Νεμεᾶται καὶ προσφύγωσι πρὸς τοὺς φίλους τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ζητήσωσι παρ’ αὐτῶν ἀναστολὴν τοῦ ἀδίκου τούτου μέτρου. — Διότι, πλασθείσης ψευδοῦς καταγγελίας ἐπὶ ἐγκλήματι καθοσιώσεως κατὰ τοῦ ἀξιοτίμου δημάρχου Νεμεατῶν κ. Κωνσταντίνου Χρηστοπούλου, ἰατροῦ, διακρινομένου ἐπὶ ἱκανότητι καὶ νομιμότητι, ἐστάλη πρὸς ἐνέργειαν ἀνακρίσεων Μαμάκος τις ἐνωμοτάρχης, διατελῶν ὑπὸ τὸ βάρος πολυειδῶν κατηγοριῶν, ὅστις, μεταβὰς κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς ἐκλογῆς εἰς τὸν δῆμον Νεμέας καὶ ἐξετάσας τοὺς μηνυτὰς καὶ τοὺς ἐμπαθεστέρους ἀντιπάλους τοῦ εἰρημένου δημάρχου, ἀπολογηθέντος καὶ μάτην ζητήσαντος ἐξέτασιν μαρτύρων ὑπερασπίσεως, ἐπέρανε τὴν ἀνάκρισιν καὶ ὑπέβαλε τὴν δικογραφίαν εἰς τὴν διοικητικὴν ἀρχὴν Κορινθίας, ἥτις, ὑπείκουσα εἰς τὰς ἐμπνεύσεις τοῦ ὑπουργικοῦ συνδυασμοῦ Νοταρᾶ, προέτεινε τὴν ἀπόλυσιν τοῦ δημάρχου Νεμέας, ὑποβαλοῦσα τὴν δικογραφίαν ταύτην εἰς τὸ ἁρμόδιον ὑπουργεῖον. Τὴν περίστασιν ταύτην δὲν ἐδυσκολεύθησαν οἱ περὶ τὸν κ. Νοταρᾶν νὰ ἐκμεταλλευθῶσιν, ἐνσπείραντες ἐν Νεμέᾳ καὶ τοῖς ἄλλοις δήμοις Κορινθίας ὡς τετελεσμένον γεγονὸς τὴν ἀπόλυσιν τοῦ δημάρχου· αἱ δὲ σπερμολογίαι αὗται ἐπέτυχον ὁπωσοῦν τοῦ σκοποῦ. Εὐτυχῶς ὅμως ἡ μεγάλη εὐθυδικία, ἡ διακρίνουσα τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπουργὸν, δὲν ὤθησε τὰ πράγματα περαιτέρω. — Διότι κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν εἰς τὸν δῆμον Νεμέας, αἰτήσει τῶν ὑπουργικῶν ὑποψηφίων, ἐσυστήθη, ἔνθα δὲν ὑπῆρχεν ἄλλοτε, στρατιωτικὸς σταθμὸς, καὶ ἐτάχθη εἰς αὐτὸν φρουρὰ ἐξ εἴκοσιν ἀνδρῶν ὑπὸ τὴν διοίκησιν φατριαστικωτάτου λοχίου, Καραλιᾶ, ἐκ Μεσσήνης καταγομένου, ὅστις πολυειδῶς καὶ πολυτρόπως κατεπίεσε τοὺς Νεμεάτας ἐκλογεῖς φίλους τοῦ κ. Δημητριάδου, ὧν ἄλλους ἐμαστίγει, ἄλλους ἐτραυμάτιζε καὶ ἄλλους ὥρκιζεν ἀναφανδὸν ὑπὲρ τοῦ ὑπουργικοῦ συνδυασμοῦ καὶ κατὰ τοῦ κ. Δημητριάδου. Συνεπείᾳ δὲ τῶν πράξεων τούτων, καταγγελθεὶς ἐπανειλημμένως καὶ ἁρμοδίως, ἀνεκλήθη ἐκεῖθεν. Ἀλλ’ ἡ ἐπιμονὴ τοῦ ὑπουργικοῦ συνδυασμοῦ ἔπεισε τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ διατάξῃ ῥητῶς, ὅπως διεξαγάγῃ τὴν ἐν τῷ δήμῳ τούτῳ ἐκλογὴν ὁ ἥρως Καραλιᾶς, ὅστις καὶ διεξήγαγεν αὐτὴν κατὰ τὸ συμφέρον τοῦ ὑπουργικοῦ συνδυασμοῦ, παραμείνας αὐτόθι μετὰ τὰς ἐκλογὰς μέχρι τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν θανατηφόρως ἐτραυμάτισε τὸν Κ. Κριεζῆν, ὅτε καὶ οὗτος ἀνεκλήθη καὶ ὁ σταθμὸς ἐθεωρήθη πλέον ἀνωφελής. Διότι τέσσαρας ἡμέρας πρὸ τῶν ἐκλογῶν, μεταβὰς ὁ κ. Δημητριάδης εἰς τὸ Βʹ ἐκλογικὸν τμῆμα τοῦ δήμου Στυμφαλίας, εἴτε ἐπὶ σκοπῷ νὰ παραμείνῃ κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῆς ἐκλογῆς, εἴτε νὰ διέλθῃ ἐκεῖθεν χάριν τῶν αὐτόθι φίλων του, ἐμποδίσθη νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ χωρίον Ψάρι ἀπὸ τοὺς περὶ τὸν κ. Σωτ. Νοταρᾶν, λοχαγὸν τοῦ μηχανικοῦ, ἐπ’ ἀδείᾳ διατελοῦντα καὶ φέροντα τὴν στρατιωτικὴν στολήν. Ἡ σύνεσις ὅμως τοῦ κ. Δημητριάδου πρὸς πρόληψιν συμφορῶν ἔπεισε τὸν κ. Νοταρᾶν νὰ συναινέσῃ, ὅπως διαλύσωσι, τόσον οὗτος, ὅσον καὶ ὁ κ. Δημητριάδης τοὺς περὶ αὐτούς. Καὶ τῷ ὄντι ὁ μὲν κ. Δημητριάδης, σεβασθεὶς τὴν διαμειφθεῖσαν ὑπόσχεσιν καὶ διαλύσας τοὺς περὶ αὐτὸν φίλους, εἰσῆλθε μὲν ἀνενόχλητος εἰς τὸ χωρίον Ψάρι καὶ κατέλυσεν εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ ἐκεῖ φίλου του Ζῶγκα. Ἀλλὰ μόλις εἰσῆλθεν εἰς τὴν οἰκίαν, ἀπεκλείσθη ὑπὸ τῶν φίλων τοῦ Νοταρᾶ ἐπὶ τριήμερον, ἀπειλούμενος, πυροβολούμενος καὶ ὑβριζόμενος, χωρὶς νὰ δύναται νὰ ἐξέλθῃ τῆς οἰκίας ἀπὸ τῆς 16 Δεκεμβρίου μέχρι τοῦ ἀπογεύματος τῆς 19 ἰδίου μηνὸς, παραμονῆς τῇ ἐκλογῇ, ὅτε οἱ πολιορκηταὶ τῆς οἰκίας ταύτης, διαταχθέντες νὰ τοποθετηθῶσιν εἰς ἄλλα σημεῖα, πρὸς ἄγραν ψήφων, διέλυσαν τὴν πολιορκίαν. Οὕτω δὲ ὁ κ. Δημητριάδης ἀφεθεὶς μετέβη εἰς τὸ ἐκλογικὸν κατάστημα, ἵνα κανονίσῃ τὰ περὶ διορισμοῦ τῶν ὑπαλλήλων του ἐπὶ τῆς ψηφοφορίας· μόλις ὅμως ὠνόμασε τὸν Δημ. Μπισμπίκην σφαιριδιοδότην, ὁ ἐνωμοτάρχης Κασκαούτης, ἐπὶ κεφαλῆς τῆς αὐτόθι στρατιωτικῆς δυνάμεως, συνέλαβεν αὐτὸν καὶ τὸν ἐφυλάκισε διὰ χρέος δραχμῶν 60 πρὸς τὸ δημόσιον, ἀπὸ τὸ 1873 ὀφειλόμενον. Μάτην τότε ὁ κ. Δημητριάδης διεμαρτυρήθη διὰ τὴν πρᾶξιν ταύτην τοῦ ἐνωμοτάρχου, ἐπικαλεσθεὶς τὸν ἐκλογικὸν νόμον, κατὰ τὸν ὁποῖον ὀκτὼ ἡμέρας πρὸ καὶ ἰσαρίθμους μετὰ τὴν ἐκλογὴν δὲν ἐπιτρέπεται προσωπικὴ κράτησις διὰ χρέος πρὸς τὸ δημόσιον· διότι ὁ ἐνωμοτάρχης εἰρωνικῶς ἀπήντα, ὅτι τοῦτο ὑπαγορεύει ἡ κομματικὴ Δικονομία· πρὸς δὲ τὸν προσφερόμενον νὰ πληρώσῃ ὀφειλέτην ἔλεγεν, ὅτι ἐγὼ δὲν εἰσπράττω χρήματα, ἀλλὰ ψήφους, διαδίδων συνάμα, ὅτι ἔχει 200 ἐντάλματα συλλήψεως φίλων τοῦ κ. Δημητριάδου. Μετὰ τοῦτο ὁ κ. Δημητριάδης ἀπετάθη πρὸς τὸν ἐκεῖ ἀντιπρόσωπον τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς κ. Σάραν, δικηγόρον, ζητήσας τὴν ἀπαλλαγὴν τοῦ πολίτου ἀπὸ τῆς παρανόμου κρατήσεως. Ὁ κ. Σάρας ὅμως, μετά τινας ἀμφιβολίας αὐτοῦ, περὶ τοῦ ἂν συγχωρῆται ἢ μὴ ἡ προσωπικὴ κράτησις διὰ χρέος πρὸς τὸ δημόσιον, καὶ μετά τινας ἐξηγήσεις αὐτοῦ τε καὶ τοῦ κυρίου Δημητριάδου, πεισθεὶς, μετέβη παρὰ τῷ ἐνωμοτάρχῃ καὶ κατώρθωσε τὴν ἀπαλλαγὴν τοῦ προσωποκρατουμένου πολίτου. Διότι τὴν ἡμέραν τῆς ἐκλογῆς ἐν τῷ περὶ οὗ πρόκειται Αʹ ἐκλογικῷ τμήματι τοῦ δήμου Στυμφαλίας παρέστη εἰς τὴν ψηφοφορίαν ὁ κ. Δημητριάδης, ἀλλὰ παρίσταντο συγχρόνως καὶ ὁ δημαρχῶν καὶ τὰ ἀστυνομικὰ καθήκοντα ἐκτελῶν Π. Ὀρφανὸς, ὡς καὶ ὁ Δ. Παπαδημητρίου, πρόεδρος τοῦ Αʹ ἐκλογικοῦ τμήματος ὢν καὶ μὴ μεταβὰς εἰς αὐτὸ, οἵτινες ἀμφότεροι ὕβριζον καὶ ἠπείλουν ἀνενόχλητοι τὸν κ. Δημητριάδην ὡς καὶ τοὺς προσερχομένους ἐκλογεῖς φίλους αὐτοῦ. — Διότι ἔξωθεν τοῦ καταστήματος τῆς ψηφοφορίας καὶ ἐπὶ τῆς ὁδοῦ, τῆς συγκοινωνούσης ἀμέσως μετὰ τούτου, εἶχον τοποθετηθῆ στοιχηδὸν ἑκατέρωθεν αὐτῆς δύο ὅμιλοι τραμπούκων, ἔργον ἔχοντες νὰ συλλαμβάνωσι πάντα προσερχόμενον ἐκλογέα φίλον τοῦ κ. Δημητριάδου, νὰ τὸν μεταφέρωσιν εἰς παρακείμενον οἰκίσκον, καὶ νὰ τὸν ἀπειλῶσι νὰ ψηφίσῃ κατὰ τοῦ Δημητριάδου καὶ ὑπὲρ τῶν Νοταρέων· καὶ ἂν μὲν ὁ ἐκλογεὺς ἐνέδιδεν, ὥρκιζον αὐτὸν, μὲ τὴν ῥητὴν ἐντολὴν νὰ δυσφημήσῃ τρὶς δημοσίᾳ καὶ γεγωνυίᾳ τῇ φωνῇ, ἅμα πλησιάσῃ εἰς τὸν τόπον τῆς ψηφοφορίας, τὸν κ. Δημητριάδην ὀνομαστί. Ἡ κατάστασις δὲ αὕτη, ἡ λαμπρύνουσα ἐπὶ μᾶλλον τὸ πολιτικὸν στάδιον τῶν κ. κ. Νοταρέων, ἐξηκολούθησε καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς ἐκλογῆς, καθ’ ἣν ὁ ῥηθεὶς Δ. Παπαδημητρίου, πλησιάσας εἰς τὴν κάλπην τοῦ κ. Δημητριάδου, ἐφωράθη ὑπὸ τοῦ Παπαδοπούλου ἐκλογέως καὶ ἄλλων παρόντων ῥίπτων σφαιρίδια πολλὰ εἰς τὴν κάλπην τοῦ κ. Δημητριάδου, τὸν ὁποῖον Παπαδόπουλον, καταγγέλλοντα διὰ κραυγῶν ἀμέσως τὴν πρᾶξιν ταύτην, ἀπέβαλεν ἐκεῖθεν ὁ κ. Γεώργιος Νοταρᾶς, παραδοὺς αὐτὸν εἰς τὸν ἐνωμοτάρχην. — Διότι καὶ ἐκ τῆς γενομένης διαλογῆς καὶ ἀπαριθμήσεως τῶν ψήφων τοῦ κ. Δημητριάδου τὰ ῥιφθέντα σφαιρίδια, πέντε τὸν ἀριθμὸν, εὑρέθησαν πλεονάζοντα, τὰ ὁποῖα ματαίως ὁ κ. Δημητριάδης ἐπέμενε νὰ μὴ τῷ ἀφαιρεθῶσιν ἐκ τοῦ Ναί· ἀλλ’ ἡ ἐφορευτικὴ ἐπιτροπὴ τὰ ἀφῄρεσεν ἀπὸ τοῦ Ναί, καὶ κατὰ τοῦτο εἶχεν ὑπὲρ ἑαυτῆς τὸν νόμον καί περ γνωρίζουσα τὸν ῥίψαντα τὰ πλεονάζοντα σφαιρίδια· ὅπερ ὅμως ἔπραξεν ἐκ φατριασμοῦ ὑπὲρ τῶν Νοταρέων καὶ ὑπὲρ τῶν καλπονοθευτῶν, ἦτον ἡ παράλειψις μνείας ἐν τοῖς πρακτικοῖς περὶ τῶν πλεοναζόντων καὶ ἀφαιρεθέντων σφαιριδίων ἐκ τοῦ Ναί. — Διότι κατὰ τὰς ἀρχὰς Δεκεμβρίου 1881 ἐδημοσίευσαν τὸ ἀπὸ 30 Νοεμβρίου ἰδίου ἔτους Διάταγμα περὶ συστάσεως Εἰρηνοδικείου ἐν Στυμφαλίᾳ, ὅμοιον πρὸς τὰ ψευδῆ ἐκεῖνα Εἰρηνοδικεῖα, ἅπερ ἡ πατριωτικὴ Κυβέρνησις ἐσύστησεν εἰς Γόρτυνα, ὧν ἡ Βουλὴ ἔλαβε γνῶσιν κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἐκλογῆς Γόρτυνος. Τοιαῦτα καὶ ποικίλα ἄλλα, ὡς προοιμιαζόμενος εἶπον, συνέτειναν εἰς τὴν ἀποτυχίαν τοῦ κ. Δημητριάδου, μειονοψηφήσαντος μόνον κατὰ τρεῖς ψήφους ἐκείνου, ὅστις ἀπὸ τοῦ 1865 καὶ ἐντεῦθεν εἰς οὐδεμίαν νομίμως ἐνεργηθεῖσαν ἐκλογὴν ἀπέτυχεν, ἐκείνου, ὅστις ὑπερτέρει πάντοτε τοὺς συναδέλφους του κατ’ ὀκτακοσίας καὶ χιλίας ψήφους, ἐκείνου, ὅστις δύναται, νομίμως ἐνεργουμένης ἐκλογῆς, ν’ ἀνταγωνισθῇ εἰς τὴν Κορινθίαν καθ’ ὅλων τῶν ἄλλων κομμάτων, ἡνωμένων. Καὶ τοῦτο, κύριοι, δὲν τὸ λέγω, ἵνα μειώσω ἢ ἀμφισβητήσω τὴν ἐπιῤῥοὴν οὐδενὸς κομματάρχου, ἀλλὰ τοιαύτη εἶναι ἡ δύναμις τῆς δημοτικότητος τοῦ κ. Δημητριάδου, ἣν, ἐπαξίως τῆς ἐντίμου πολιτείας του καὶ τῆς εὐγλώττου καὶ εὐσυνειδήτου ἐνασκήσεως τοῦ δικηγορικοῦ ἐπαγγέλματός του, ἀπολαμβάνει διαρκῶς εἰς τὴν Κορινθίαν. Μετὰ τὴν συνοπτικὴν ταύτην ἔκθεσιν, εἰς ἀπόδειξιν τῶν ψηφοφορησάντων ἐστερημένων τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων, ἐπικαλοῦμαι τὰ πρακτικὰ καὶ τοὺς σχετικοὺς ἀριθμοὺς τῆς ψηφοφορίας τῶν δήμων Στυμφαλίας καὶ Νεμέας, ἐξ ὧν σαφῶς προκύπτει, ὅτι ἐψηφοφόρησαν· ἐπικαλοῦμαι τὰ ἐπίσημα ἀντίγραφα τῶν ποινικῶν καταδικαστικῶν ἀποφάσεων, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται ἐνταῦθα, ἐξ ὧν ἀποφάσεων προκύπτει ἡ στέρησις τῶν δικαιωμάτων τῶν παρανόμως ψηφοφορησάντων. Εἰς ἀπόδειξιν δ’ ἐπίσης τῶν ῥιφθέντων εἰς τὴν κάλπην τοῦ κ. Δημητριάδου πέντε σφαιριδίων, περὶ ὧν σᾶς εἶπον, ἐπικαλοῦμαι τὴν ἔνορκον κατάθεσιν τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς, ὁμοίαν τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, ὁμοίαν ἑνὸς μέλους τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς, ὡς καὶ τὴν ἔνορκον κατάθεσιν δέκα μαρτύρων ἐξετασθέντων ἐνώπιον τῶν ἐν Ναυπλίῳ πλημμελειοδικῶν, ὡς καὶ τὴν ἀπόφασιν τοῦ δικαστηρίου τούτου. Ἀντίγραφα ὅλων τούτων εὑρίσκει ὅστις τῶν κκ. βουλευτῶν ἀμφιβάλλει ἐνταῦθα. Εἰς ἀπόδειξιν δὲ τοῦ ἀποκλεισμοῦ τοῦ κ. Δημητριάδου ἐπὶ τριήμερον, τοῦ ἀποκλεισμοῦ ἐκλογέων, τῆς ἐνασκηθείσης βίας κατ’ αὐτῶν καὶ τῶν ἄλλων ἐκλογικῶν ῥυπαροτήτων, ὡς καὶ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως τοῦ σφαιριδιοδότου τοῦ κ. Δημητριάδου, τὰ αὐτὰ αὐθεντικὰ ἀντίγραφα ἐπικαλοῦμαι, ἐξ ὧν προκύπτει ἀναμφισβητήτως, ὅτι τὸ ἐκλογικὸν σύστημα ἐῤῥύπαναν κατ’ ἐξοχὴν αἱ κυβερνητικαὶ καὶ τοπικαὶ ἐπεμβάσεις εἰς τὸ Βʹ τμῆμα τοῦ δήμου Στυμφαλίας. Κατὰ συνέπειαν, κύριοι, ἡ ἐκλογή, μὴ ἐνεργηθεῖσα νομίμως, ὡς ἠκούσατε, εἶναι ἄκυρος, καὶ παρκαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐξενέγκῃ τὴν ἐπ’ αὐτῆς ἐτυμηγορίαν, ἀκυροῦσα τὸ Βʹ ἐκλογικὸν τμῆμα τοῦ δήμου Στυμφαλίας ὡς πρὸς ὅλους τοὺς ἐπιτυχόντας· διότι οὕτω πως θὰ διδάξῃ ἡ Βουλὴ τὴν ἐκτροχιασθεῖσαν διοίκησιν, τοὺς δὲ τολμητίας θ’ ἀποστερήσῃ τῶν καρπῶν τοῦ ἐγκλήματος, καὶ συνάμα θὰ ἐμπνεύσῃ θάῤῥος εἰς τοὺς ἀδικηθέντας ἐκλογεῖς. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ προσέξῃ πολὺ ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς ταύτης, διότι δὲν πρόκειται περὶ ψυχολογικοῦ μόνον ἐπηρεασμοῦ, ὡς ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Βάλτου, ἀλλὰ καὶ περὶ ὑλικῆς βίας, ἐνασκηθείσης κατὰ τοῦ ὑποψηφίου καὶ ἐκλογέων, καὶ ἀποδειχθείσης τρανώτατα. Περαίνων, κύριοι, τὴν ὁμιλίαν μου, ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἑτέραν πρότασιν, περὶ ἀναγνωρίσεως καὶ ἕκτου βουλευτοῦ τῆς ἐπαρχίας Κορινθίας, ἀναλόγως τοῦ ὑπάρχοντος πληθυσμοῦ αὐτῆς, ἀναβαίνοντος τὰς 53,000 δημοτῶν, διότι ἡ γενομένη κατὰ τὸ 1879 ἀπογραφὴ εἶναι πλημμελής, παραλείψασα νὰ περιλάβῃ περὶ τοὺς 300 Φενεάτας καὶ Στυμφαλιεῖς, ἀποδημοῦντας καὶ ἐργαζομένους εἰς τὸν νομὸν Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, ὡς καὶ περὶ τοὺς 150 Σολυγιεῖς, ἀποδημοῦντας καὶ ἐργαζομένους εἰς Ἐπίδαυρον Ναυπλίου, πλὴν τῶν εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν οὐκ ὀλίγων ἀποδημούντων. Τοιαύτης λοιπὸν γενομένης ἀπογραφῆς ὁ πληθυσμὸς περιωρίσθη εἰς 49,838· τὰ ἀνταγωνιζόμενα ὅμως ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ ταύτῃ κόμματα, ἔχοντα ὑπ’ ὄψιν τὸν πραγματικὸν πληθυσμόν, ἤτοι τὰς 53,000 δημοτῶν, κατήρτισαν τοὺς συνδυασμοὺς ἀπὸ ἓξ ὑποψηφίους· ἐπὶ τοῦ δικαιώματος δὲ τούτου ἐξέλεγον οἱ ἐκλογεῖς τοὺς ἀντιπροσώπους των. Τοῦτο ἐγένετο γνωστὸν καὶ εἰς τὰς ἐφορευτικὰς ἐπιτροπὰς, καὶ μόνον, ὡς βλέπετε, ἡ τυπικὴ ἔλλειψις ὑπάρχει τοῦ Διατάγματος περὶ ἐκλογῆς ἓξ βουλευτῶν, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιτρέψῃ καὶ ἕκτου βουλευτοῦ τὴν εἴσοδον, ἢ ἂς ἀποφανθῇ ἄλλως, χωρὶς νὰ περιορισθῇ τὸ δικαίωμα τῆς Κορινθίας εἰς τὴν ἀποστολὴν ἓξ βουλευτῶν.
§56ΔΕΣΠΟΤΑΙΟΣ. Κύριοι, ἐν τῇ ἐκλογῇ ταύτῃ ἐγένετο ἀποκλεισμὸς τοῦ κ. Δημητριάδου, ὑποψηφίου, εἰς τὸν δῆμον Στυμφαλίας ὑπὸ τῶν ἀντιπάλων αὐτοῦ κ.κ. Νοταρέων, βοηθουμένων καὶ ὑπὸ τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως. Τὸν κ. Δημητριάδην περιοδεύοντα ἀπέκλεισαν ἐντὸς μιᾶς οἰκίας, καὶ παρημπόδισαν ἀπὸ πᾶσαν ἐκλογικὴν ἐνέργειαν ἐπὶ 4 ἡμέρας ὁλοκλήρους πρὸ τῆς ἐκλογῆς, τὸν ἄφησαν δ’ ἐλεύθερον μόνον κατὰ τὴν ἐκλογὴν, καὶ μετέβη εἰς τὸν τόπον τῆς ψηφορίας. Ἡ πρᾶξις αὕτη τοῦ ἀποκλεισμοῦ ἔχει συνεπείας, καὶ ἐπηρεάζεται τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐκλογῆς ὡς πρὸς τὸν δῆμον ἐκεῖνον· τίς δύναται νὰ τὸ ἀρνηθῇ; Παρακωλύεται ὁ ὑποψήφιος νὰ ἔλθῃ οὕτω εἰς συνενόησιν μετὰ τῶν ἐκλογέων, ἀλλὰ, πλὴν τούτου, ἐνσπείρεται ὁ φόβος εἰς τοὺς ἐκλογεῖς. Δὲν δυνάμεθα δὲ νὰ ἐξετάσωμεν κατὰ πόσον ὁ κ. Δημητριάδης ἐζημιώθη ἐπὶ τοῦ προκειμένου· ἡ Βουλὴ τοῦτο δὲν δύναται νὰ τὸ μετρήσῃ, οὐχ ἧττον εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἐκ τούτου ἐπῆλθεν ἀλλοίωσις τοῦ ἀποτελέσματος, ἀφοῦ ἡ ἀποτυχία αὐτοῦ ἐπῆλθε μὲ μόνον 3 ψήφους. Ἐπίσης, κύριοι, ἕτερον. Ἡ στρατιωτικὴ δύναμις συλλαμβάνει τὸν ἀντιπρόσωπον τοῦ κ. Δημητριάδου, τὸν προσωποκρατεῖ, διότι, λέγει, ἦτο ὀφειλέτης τοῦ δημοσίου 8 δραχμῶν· ὁ κ. Δημητριάδης διεμαρτυρήθη διὰ τοῦτο εἰς τὸν δικαστικὸν ἀντιπρόσωπον, καὶ διὰ τοῦ δικαστικοῦ ἀντιπροσώπου ἀπολύεται. Τὸ γεγονὸς τοῦτο καὶ μόνον ἤρκει, ἐνεργουμένης τῆς ἐκλογῆς, καὶ εἰς τὸν τόπον τῆς ψηφοφορίας νὰ φέρῃ μεγάλην ἀλλοίωσιν, καὶ νὰ ἀσκήσῃ ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς. Τοῦτο δὲ ἀποδεικνύει, ὅτι ὑπῆρξε πίεσις καὶ βία κατὰ τοῦ κ. Δημητριάδου. Ἡ ἐκφόβισις λοιπὸν εἶναι ἀποδεδειγμένη καὶ ἐκ τῶν ἐπιτυχόντων καὶ ἐκ τῶν ἀποτυχόντων. Τὸ Τμῆμα, κύριοι, κατὰ πλειονοψηφίαν ἀποδέχεται, ὅτι ἐπῆλθεν ἐκφόβισις καὶ ἀποκλεισμὸς καὶ ἐπηρεασμὸς ἐπὶ τοῦ ἐκλογικοῦ ἀποτελέσματος· ἀλλὰ καταλογίζει ταῦτα εἰς τὸν ἀντίθετον συνδυασμὸν, εἰς τὸν κ. Νοταρᾶν, καὶ ἰσχυρίζεται, ὅτι δὲν δύνανται νὰ καταλογισθῶσιν εἰς τὸν συνδυασμὸν τοῦ κ. Δημητριάδου. Ὁ ἰσχυρισμὸς οὗτος δὲν εἶναι ὀρθὸς, διότι ὁ Δημητριάδης ἀπετέλει τὴν βάσιν τοῦ συνδυασμοῦ, καὶ κατ’ αὐτοῦ ἐπετέθησαν οἱ Νοταρέοι καὶ κατὰ τοῦ ἀντιπροσώπου αὐτοῦ· τοῦτο δὲ ἐπηρέασε τὴν ἐκλογὴν ὡς πρὸς αὐτόν· διότι, ἐνῷ αὐτὸς ἦτο ἡ βάσις τοῦ συνδυασμοῦ, ἐπέτυχον μόνον οἱ φίλοι του, αὐτὸς δὲ ἀπέτυχε. Διὰ νὰ ἤμεθα ἐντὸς τῆς ἀληθείας καὶ συνεπεῖς, ἀφοῦ εἶναι ἀποδεδειγμένον, ὅτι ἐγένετο ἀποκλεισμός καὶ ἐπέμβασις, πρέπει νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ ἐκλογή. Ὁ δῆμος Στυμφαλίας, γνωρίζετε, ὅτι διαιρεῖται εἰς δύο ἐκλογικὰ τμήματα· ὅταν λοιπὸν ἔμαθον εἰς τὸ Αʹ τμῆμα, ὅτι ὁ Δημητριάδης, ὅστις ἀπετέλει τὴν βάσιν τοῦ συνδυασμοῦ, ἀπεκλείσθη ἀπὸ τοῦ νὰ ἐνεργήσῃ, ἐφοβήθησαν. Καὶ πρέπει, κύριοι, νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι, ὅταν εἰς τὴν ἐνέργειαν μιᾶς ἐκλογῆς ἐπέλθῃ φόβος, ἀδύνατον πλέον νὰ ἐπανέλθῃ ἡ τάξις καὶ ἡσυχία· οἱ πολῖται καταλαμβάνονται ὑπὸ ἀπελπισίας. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι ὁλόκληρος ὁ δῆμος Στυμφαλίας εἶναι ἀκυρωτέος, δι’ οὓς λόγους εἶπον. Ἐὰν δὲ κηρυχθῇ ἡ ἐκλογὴ αὕτη ἔγκυρος, τότε ἡ Βουλὴ θὰ ἔλθῃ εἰς ἀντίφασιν πρὸς ἑαυτήν· διότι ἀπεφάσισε νὰ ὑψώσῃ τὴν σημαίαν τοῦ νόμου, διότι καὶ ἐπολέμησεν ὅλας τὰς ἐκλογὰς, ὅπου ὑπῆρχε παρανομία. Τί ἀπεφάνθη εἰς τὴν ἐκλογὴν Βάλτου ἡ πλειοψηφία; Ὅτι ἡ ἐπέμβασις τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἐπέφερε τὸν φόβον εἰς τοὺς ἐκλογεῖς. Ἐνταῦθα τί ἔχομεν; Ἀποκλεισμὸν τοῦ κ. Δημητριάδου· διότι εἶναι ἀποδεδειγμένον, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ δύναμις μετὰ πολιτῶν εἰργάσθη κατὰ τοῦ κ. Δημητριάδου. Δὲν ἐπιτρέπεται λοιπὸν νὰ ἀποφασίσωμεν ἄλλως, παρὰ, ὅπου εὕρομεν τὴν παρανομίαν, πρέπει νὰ τὴν κτυπήσωμεν, μὴ λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν τὰς συμπαθείας καὶ τὰς φιλίας.
§57ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Κύριοι, ἐκ μέρους φίλων ἀμφοτέρων τῶν συνδυασμῶν τῶν συναγωνισθέντων ἐν Κορίνθῳ ὑπεβλήθησαν ἐνστάσεις κατὰ τῆς ἐκλογῆς. Τῶν ἐνστάσεων τούτων τὸ Τμῆμα τὰς πλείστας ἐθεώρησεν ἀβασίμους ὁμοφώνως, ὡς πάντη ἀναποδείκτους. Ἐκεῖναι δὲ μόνον, ἐφ’ ὧν τὸ Τμῆμα ἐθεώρησε πρέπον νὰ ἐνασχοληθῇ, ἦσαν αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὸν δῆμον Στυμφαλίας. Κατὰ τοῦ Βʹ ἐκλογικοῦ τμήματος τοῦ δήμου τούτου ἐνστάσεις ἀπηυθύνθησαν μόνον ἐκ μέρους τῶν φίλων τοῦ κ. Δημητριάδου, τοῦ μόνου ἀποτυχόντος ἐκ τοῦ ἀντιπολιτευομένου συνδυασμοῦ. Αἱ ἐνστάσεις αὗται περιστρέφονται εἰς τὰ ἑξῆς. Ὅτι ἐν τῷ δήμῳ αὐτῷ ἐγένετο νόθευσις τοῦ ἀποτελέσματος, ῥιφθέντων εἰς τὸ Ὄχι τῆς κάλπης τοῦ κ. Δημητριάδου παρ’ ἀνθρώπου γνωστοῦ καὶ καταγγελθέντος πέντε σφαιρίδια, ἅπερ πλεονάσαντα ἀφῃρέθησαν ἀπὸ τοῦ Ναὶ τῆς κάλπης αὐτοῦ. Δεύτερον, ὅτι ἀφ’ ἧς ἡμέρας ὁ κ. Δημητριάδης ἔφθασεν εἰς τὴν ἕδραν τοῦ δευτέρου τούτου ἐκλογικοῦ τμήματος τῆς Στυμφαλίας, οἱ ζωηρότεροι ἐκ τῶν ἀντιπάλων του, ἑνωθέντες μὲ ἄτακτα καὶ ὕποπτα στοιχεῖα τοῦ τόπου, ἀπέκλεισαν αὐτὸν ἐν ᾗ διέμενεν οἰκίᾳ, καὶ μετεχειρίσθησαν βιαιοπραγίας κατὰ πολλῶν ἐκ τῶν φίλων του, ὅπως καταψηφίσωσιν αὐτὸν καὶ τοὺς συντρόφους του. Ἐν τῇ ἐκθέσει τὸ Τμῆμα ἀφηγεῖται λεπτομερῶς τὰ τῶν ἐνστάσεων τούτων, καὶ κρίνω περιττὸν νὰ τὰ ἐπαναλάβω. Ἐκ τῶν πρακτικῶν τῆς ἐκλογῆς τοῦ δευτέρου τούτου ἐκλογικοῦ τμήματος φαίνεται, ὅτι ὁ κ. Δημητριάδης, προσωπικῶς ἐκεῖ παραστὰς κατὰ τὴν ἐκλογὴν, ὑπέβαλεν ἐνστάσεις δύο κατὰ τὴν διεξαγωγὴν αὐτῆς περὶ ἀπαγορεύσεως τοῦ ψηφίσαι εἰς δύω ἐκλογεῖς ἄλλων ἐκλογικῶν τμημάτων. Ἄλλη ἔνστασις δὲν διατυποῦται ἐν τοῖς πρακτικοῖς. Μετὰ τὸ τέλος τῆς ψηφοφορίας ἡ ἐφορευτικὴ ἐπιτροπὴ καὶ οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν διαφόρων ὑποψηφίων συντάσσουσι πρᾶξιν, δι’ ἧς βεβαιοῦσι τὸ νόμιμον τῆς διεξαγωγῆς τῆς ἐκλογῆς εἰς ταῦτα δὲ ὁ κ. Δημητριάδης ὑπέγραψεν, ἀλλὰ μετ’ ἐπιφυλάξεως. Ὁ παραστὰς ἐν τῷ τμήματι τούτῳ ἀντιπρόσωπος τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς βεβαιοῖ ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτοῦ, ὅτι ἔφθασεν ἐκεῖ τὴν Παρασκευὴν, καὶ ὅτι ἤκουσε μακρὰν πυροβολισμούς τινας, ἐρωτήσας δ’ ἔμαθεν, ὅτι οἱ πυροβολισμοὶ συνεχίζονται ἐκεῖ, εἰς ἐκδήλωσιν χαρᾶς κατὰ τὴν συγκέντρωσιν τῶν ἐκλογέων ὅτι αὐτὸς ἐνόμισεν, ὅτι καὶ οὕτω γινόμενοι οἱ πυροβολισμοὶ, δὲν πρέπει νὰ γίνωνται, καὶ ἔλαβε τὰ κατάλληλα μέτρα, ὅπως παύσωσι, καὶ δὲν ἤκουσε πλέον τοιούτους· ὅτι ἀνήγγειλεν εἰς τὸν κ. Δημητριάδην τὸ μέτρον, ὅπερ ἔλαβε, καὶ ὅτι ὁ κ. Δημητριάδης ἐφάνη εὐχαριστημένος. Εἶπε δὲ εἰς αὐτὸν, ὅτι πρὶν εἶχον λάβει χώραν καὶ ἄλλοι πυροβολισμοὶ πρὸς σκοπὸν ἐκφοβίσεως. Βεβαιοῖ ὡσαύτως ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς, ὅτι ἡ ἐκλογὴ διεξήχθη νομίμως. Ἀλλ’ ὁ κ. Δημητριάδης ἀνέλαβε τὴν εὐθύνην ἰδιώτου κατηγόρου, καὶ εἰσήγαγεν εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον Ναυπλίου ὡς ἰδιώτης κατήγορος τοὺς μετελθόντας τὰς βιαιοπραγίας ἐκείνας, καὶ τὸν καθ’ οὗ εἶχεν ἐνδείξεις, ὅτι ἔῤῥιψε σφαιρίδια εἰς τὸ Ὄχι τῆς κάλπης αὐτοῦ. Κατὰ τὴν ἐπὶ τῆς κατηγορίας ταύτης προανάκρισιν ὁ κ. Δημητριάδης εἶχεν ἐπιφορτίσει ἀνακριτὴν ἐνταῦθα νὰ ἐξετάσῃ ὡς μάρτυρα καὶ τὸν εἰρημένον ἀντιπρόσωπον τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς, ὅστις, ἐξετασθεὶς ὡς μάρτυς ἐνώπιον τοῦ Πταισματοδικείου Ἀθηνῶν, ἐνεργοῦντος κατ’ ἐντολὴν τοῦ ἰδιώτου κατηγόρου κατέθηκεν ἐνόρκως ὅτι. (Ἀναγινώσκει.) Ἐπὶ τῆς ἰδιωτικῆς ταύτης κατηγορίας τὸ Πλημμελειοδικεῖον Ναυπλίου ἐξήτασε 10 μάρτυρας τῆς κατηγορίας, καὶ ἐκήρυξε τοὺς κατηγορουμένους ἐρήμην ἐνόχους τῶν ἀποδοθεισῶν αὐτοῖς πράξεων. (Ἀναγινώσκει τὴν ἀπόφασιν.) Προστίθημι, ὅτι ὁ κ. Δημητριάδης εἰδοποίησε τὸ Τμῆμα, ὅτι κατήγγειλεν ἐπίσης τὴν ἐφορευτικὴν ἐπιτροπὴν τοῦ τμήματος τούτου καὶ τοὺς εἰς αὐτὸ ἀντιπροσώπους τῆς δικαστικῆς καὶ διοικητικῆς ἀρχῆς ἐπὶ παραβάσει καθήκοντος, διότι δὲν ἐφρόντισαν νὰ πιστοποιήσωσιν ἐν τῷ πρακτικῷ τῆς διαλογῆς τὴν εὕρεσιν τῶν πλεοναζόντων σφαιριδίων, καὶ τὴν ἀπὸ τοῦ Ναὶ ἀφαίρεσιν αὐτῶν. Εἰς τὴν καταγγελίαν ταύτην προέβη, διότι εἰς τὸ πρακτικὸν ἀληθῶς δὲν γίνεται μνεία τοιούτου τινός. Τὸ δικαστήριον, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐνόρκων ὡς ἄνω καταθέσεων, ἐκήρυξε τοὺς κατηγορουμένους ἐνόχους τῶν ἄλλων πράξεων, διέταξε δὲ κρείσσονας ἀποδείξεις διὰ τὴν νοθείαν, τὴν ἀποδιδομένην εἴς τινα Δ. Παπαδημητρίου, ὅστις ἦτο πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Αʹ τμήματος, ἐγκατέλειψε δὲ τὴν θέσιν του καὶ ἦλθεν εἰς τὸ δεύτερον τοῦτο τμῆμα καὶ ἐγένετο σφαιριοδότης ἐπὶ τῆς κάλπης ἑνὸς τῶν συντρόφων τοῦ κ. Νοταρᾶ· περὶ τῆς νοθείας αὐτῆς λοιπὸν διετάχθησαν κρείσσονες ἀποδείξεις. Ἐκ τῶν πρακτικῶν καὶ τῶν καταθέσεων τῶν μαρτύρων παρετήρησα, ὅτι προκύπτουσι μόνον ἐνδείξεις τινὲς περὶ τῆς προκειμένης νοθείας, καὶ ἑπομένως εὑρέθημεν ὡς πρὸς ταύτην εἰς οἵους καὶ τὸ δικαστήριον δισταγμούς. Τὸ Τμῆμα μάλιστα εἶχε καὶ ἄλλον τινὰ λόγον πλειότερον τοῦ δικαστηρίου, ἵν’ ἀποῤῥίψῃ τὴν ἔνστασιν περὶ νοθείας. Τὸ παράπονον ἦτο, ὅτι πέντε σφαιρίδια ἐῤῥίφθησαν εἰς τὸ Ὄχι καὶ ἀφῃρέθησαν ἀπὸ τὸ Ναί, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ ἀφαιρεθῶσιν ἀπὸ τὸ Ὄχι. Τὸ Τμῆμα ὅμως ὑποπτεύει, ὅτι ἐπὶ τοῦ προκεκμένου ἐμφιλοχωρεῖ πλάνη τις· διότι παρετηρήθη τὸ ἑξῆς. Ἡ κάλπη τοῦ κυρίου Δημητριάδου ἐν τῇ ἀλφαβητικῇ κατατάξει εἶναι τρίτη· πρώτη ἔρχεται ἡ τοῦ κ. Ἀδαμοπούλου, καὶ δευτέρα ἡ τοῦ κ. Δηλιγιάννη. Εἰς τὰς δύω λοιπὸν αὐτὰς κάλπας εὑρέθησαν ἕξ σφαιρίδια ὀλιγώτερα τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ψηφοφορησάντων· εἰς τὴν κάλπην δὲ τοῦ κ. Δημητριάδου εὑρέθησαν ἕξ πλειότερα τῶν προηγουμένων καλπῶν, συμπληροῦντα ὅμως ἀκριβῶς τὸν ἀριθμὸν τῶν ψηφισάντων· καὶ ἴσως ὁ πλεονασμὸς οὗτος, οὐχὶ ἀπὸ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ψηφισάντων, ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ ἠλαττωμένου ἀριθμοῦ τῶν προηγουμένων καλπῶν, ἐγέννησε τὴν πεπλανημένην περὶ καλπονοθεύσεως ἰδέαν. Εἰς τὰς ἑπομένας κάλπας εὑρέθη ἀκριβὴς τῶν ψηφισάντων ὁ ἀριθμός. Ὁ κύριος Δημητριάδης ὅμως καταγγέλλει, ὅτι εἰς τὸ Ὄχι τῆς κάλπης αὐτοῦ ἐῤῥίφθησαν πλεονάζοντα σφαιρίδια ἀπὸ ὡρισμένον πρόσωπον, ὅτι κατὰ τὴν διαλογὴν ἀφῃρέθησαν ταῦτα ἀπὸ τοῦ Ναί, καὶ ὅτι περὶ τούτου ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἔκαμε μνείαν, δι’ ὃ καὶ κατήγγειλεν αὐτὴν ἐπὶ παραβάσει καθήκοντος, ὡς καὶ τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς δικαστικῆς καὶ διοικητικῆς ἀρχῆς.
§58ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ ΤΙΣ. Ὁ κ. Δημητριάδης ὑπέγραψεν εἰς τὸ πρωτόκολλον τῆς διαλογῆς τῆς κάλπης αὐτοῦ;
§59ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Μάλιστα.
§60ΜΙΛΗΣΗΣ. Μετ’ ἐπιφυλάξεως ἢ ἄνευ ἐπιφυλάξεως;
§61ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἀνεπιφυλάκτως. Ἔρχεται τώρα ἡ ἄλλη ἔνστασις, τῆς ἐπιδράσεως ἐκ τῶν ἀτακτημάτων, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν. Ὡς πρὸς ταύτην τὸ Τμῆμα διῃρέθη εἰς τρεῖς γνώμας. Ἡ μὲν σχετικὴ τοῦ Τμήματος πλειονοψηφία, μεθ’ ἧς ἐψήφισα καὶ ἐγώ, γνωμοδοτεῖ νὰ ἐπικυρωθῇ ἡ ἐκλογή, ἄλλοι ἐγνωμοδότησαν ν’ ἀκυρωθῇ ἡ ἐκλογὴ ὁλοκλήρου τοῦ δήμου Στυμφαλίας, καί τινες ν’ ἀκυρωθῇ ἡ ἐκλογὴ τοῦ δευτέρου μόνον τμήματος. Οἱ ψηφίσαντες ὑπὲρ τῆς ἐπικυρώσεως ὁλοκλήρου τοῦ δήμου δὲν ἠρνήθημεν βεβαίως, ὅτι ἐν τῷ δήμῳ αὐτῷ συνέβησαν τὰ ἀτακτήματα τὰ καταγγελθέντα καὶ ἐν ταῖς ἐνστάσεσι διατετυπωμένα. Στηριζόμενοι εἰς τὴν καταγγελίαν τὴν γενομένην εἰς τὴν ἐρήμην ἀπόφασιν, τὴν συνεπείᾳ τῆς καταγγελίας ἐκδοθεῖσαν, καὶ εἰς τὴν ἐνώπιον τοῦ Τμήματος προφορικὴν ὁμολογίαν τοῦ ὑποψηφίου κ. Νοταρᾶ, ὁ ὁποῖος δὲν ἠρνήθη, ὅτι αὐτὰ ἔλαβον χώραν, παραδεχόμεθα, ὅτι τὰ ἀτακτήματα ταῦτα πράγματι συνέβησαν μέχρι τῆς παραμονῆς τῆς ψηφοφορίας ἐκ μέρους τῶν φίλων τῆς μερίδος τοῦ κ. Νοταρᾶ καὶ κατὰ τῶν φίλων τῆς ἀντιθέτου τοῦ κ. Νοταρᾶ μερίδος. Δὲν ἔχομεν δὲ ἀμφιβολίαν, ὅτι ὅπως δήποτε ἐπέδρασε καὶ ἠλλοίωσε τὸ ἀποτέλεσμα ὑπὲρ τῆς μερίδος, ὑπὲρ ἧς ἀπευθύνοντο καὶ ἐξ ἧς ἐπέτυχε μόνος ὁ κ. Νοταρᾶς. Δὲν προτείνομεν ὅμως οὐδ’ ὡς πρὸς αὐτὸν τὴν ἀκύρωσιν, διότι δὲν ἐπείσθημεν, ὅτι τὰ ἀτακτήματα αὐτὰ ἔφθασαν καὶ μέχρις ἀποκλεισμοῦ ἐκλογέων. Καὶ δὲν παρεδέχθημεν, ὅτι ἔλαβε χώραν ἀποκλεισμὸς ἐν τῷ δευτέρῳ τούτῳ τμήματι διὰ τὸν ἑξῆς λόγον· διότι, ἐνῷ οἱ ἐκλογεῖς τοῦ τμήματος τούτου ἀνέρχονται εἰς 413, ἐψηφοφόρησαν ἤδη 337, ὑπελείφθη δὲ ἀριθμὸς ἐκλογέων μὴ ψηφοφορησάντων μόνον 75. Ἡ τοιαύτη καθυστέρησις, ὅλοι ἐκ πείρας γνωρίζομεν, ὅτι εἶναι φυσικωτάτη καὶ ἐντὸς τῶν ὁρίων τῶν σχετικῶν στατιστικῶν πληροφοριῶν, διότι οὐδαμοῦ ποτε παρουσιάσθη ἐντελὴς ἐξάντλησις τοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου. Ἐπείσθημεν λοιπὸν, ὅτι ἡ ψηφοφορία ἐν τῷ τμήματι τούτῳ ἐγένετο κατὰ φύσιν, καὶ οὐδὲν ἔχει τὸ ἐλαττωματικόν. Ἕτερος λόγος, πείθων ἡμᾶς περὶ τούτου, εἶναι ἡ σύγκρισις καὶ παραβολὴ τῆς ἀναλογίας τῶν ἤδη καθυστερησάντων πρὸς τοὺς καθυστερήσαντας κατὰ τὴν ἐν χειμῶνι ἐπίσης γενομένην ἐκλογὴν τοῦ 1873· καὶ λαμβάνω πρὸς σύγκρισιν αὐτὴν τὴν ἐκλογὴν, διότι οὐδέποτε πλέον ἔκτοτε ἐγένετο ἐκλογὴ ἐν χειμῶνι. Κατὰ τὸ 1873 ἐν τῷ δήμῳ τῆς Στυμφαλίας ὁ ἐκλογικὸς κατάλογος περιεῖχε 1716 ἐκλογεῖς, ἐψηφοφόρησαν δὲ μόνον 1027, ἄρα ἔλειψαν τότε 40% περίπου. Ἐφέτος ὁ ἐκλογικὸς κατάλογος περιέχει ἐκλογεῖς 1043, ἐψηφοφόρησαν δ’ ἐξ αὐτῶν 769, ἤτοι ὑπελείφθησαν 25% μόνον. Ἔχομεν λοιπὸν οὕτως ἀποδεδειγμένον, ὅτι ἐφέτος ἐψηφοφόρησαν ἀναλόγως πλειότεροι τῶν ὅσων ἐψηφοφόρησαν ἐν ἐκείνῃ τῇ ἐποχῇ, καὶ δὲν δυνάμεθα ἑπομένως νὰ πεισθῶμεν ἀδιστάκτως, ὅτι ἀποκλεισμός ἐγένετο. Μὴ γενομένου λοιπὸν ἀποκλεισμοῦ, τοῦ δὲ κ. Νοταρᾶ ὑπερτεροῦντος ἐν τῷ συνόλῳ κατὰ 180 ψήφους τὸν πρῶτον ἐπιλαχόντα, δὲν ἐπείσθημεν, ὅτι ὅλας αὐτὰς τὰς ψήφους ἐχορήγησαν αὐτῷ τὰ συμβάντα ἀτακτήματα, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐπροτείναμεν τὴν ὡς πρὸς αὐτὸν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς. Ἐὰν ὑπερεῖχε κατὰ ὀλιγωτέρας ψήφους, ἴσως ἡ περὶ τῆς ἐκλογῆς αὐτοῦ γνώμη ἡμῶν ἤθελεν εἶσθαι διαφορετική. Βεβαιοῦμεν λοιπὸν, ὅτι αἱ παρεκτροπαὶ καὶ τὰ ἀτακτήματα συνέβησαν, ἀλλὰ δὲν φθάνομεν καὶ εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἐγένετο ἀποκλεισμός. Ἔχοντες δὲ βεβαιωμένον, ὅτι ἡ βία αὕτη, ἡ ὑλική, ἢ ψυχολογικὴ, ἐξησκήθη ἐκ μέρους τῶν φίλων τῆς μερίδος τοῦ κ. Νοταρᾶ κατὰ τῶν φίλων τῆς ἀντιθέτου αὐτοῦ μερίδος, καὶ ἑπομένως ἐπὶ βλάβῃ τῶν ἀντιπάλων τοῦ κ. Νοταρᾶ, δὲν ἠδυνάμεθα βεβαίως νὰ προτείνωμεν ἀκύρωσιν ὡς πρὸς τοὺς τρεῖς τελευταίους ἐπιτυχόντας ἀντιπάλους τοῦ κ. Νοταρᾶ, οἵτινες ἐκ τῶν συμβάντων ἐζημιώθησαν, διότι κατ’ αὐτῶν ταῦτα ἐτελέσθησαν, καὶ νὰ γνωμοδοτήσωμεν ἑπομένως πρὸς τὴν Βουλὴν νὰ συμπληρώσῃ αὐτὴ τὰ κατ’ αὐτῶν τελεσθέντα, ἀφοῦ ταῦτα ἀφ’ ἑαυτῶν δὲν ἴσχυσαν νὰ τοῖς ἀφαιρέσωσι πλείονας ψήφους. Διὰ τοῦτο προτείνομεν τῆς ὅλης ἐκλογῆς τὴν ἐπικύρωσιν.
§62ΤΙΝΕΣ. Αὔριον. Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 7 μ. μ.