1881.02.16
1,878 rows · 14,595 words · 119 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 73
τῆς 16 Φεβρουαρίου 1881.
Ὥρα 2½ μ. μ.
Ἀπαρτίας γενομένης, ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκρίνονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβάλλει ἐκθέσεις ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων· αʹ) περὶ τῶν μήπω ἀποκατασταθεισῶν ὀρφανῶν τῶν ἀγωνιστῶν· καὶ βʹ) περὶ κυρώσεως τῆς συμβάσεως μετὰ τῶν μεταλλουργείων Λαυρίου. Ἡ δὲ ἐπὶ τῆς Δημοσίας ἐκπαιδεύσεως ὁμοίως ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων· αʹ) περὶ ἐλαττώσεως τοῦ χρόνου τῆς συντάξεως τῶν δημοδιδασκαλισσῶν· καὶ βʹ) περὶ τοῦ ἐν Πύργῳ γυμνασίου. Θὰ τυπωθῶσι καὶ θὰ διανεμηθῶσιν. Ὁ κ. Οἰκονόμος ὑποβάλλει πρότασιν νόμου περὶ συστάσεως στρατιωτικοῦ ταμείου διὰ τοὺς ἐκτάκτους τοῦ ἔθνους σκοποὺς, καὶ ἑτέραν περὶ σχηματισμοῦ δωδεκαμελοῦς ἐκ βουλευτῶν ἐπιτροπῆς, εἰς τὴν ὁποίαν ν’ ἀνατεθῶσι τὰ εἰς τὴν στρατιωτικὴν τοῦ τόπου σύνταξιν καὶ οἰκονομίαν ἀναγόμενα κυβερνητικὰ ἔργα. Θὰ τυπωθῶσι καὶ θὰ διανεμηθῶσιν. Οἱ ἐν Νέᾳ Μιζέλῃ ἐκ Πλατάνου τῆς Θεσσαλίας πρόσφυγες ἐπικαλοῦνται τὴν προστασίαν τῆς Βουλῆς, ὡς διατελοῦντες εἰς δεινὴν θέσιν. Θὰ σταλῇ ἡ ἀναφορά των εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὁ δήμαρχος Γυθείου ἱκετεύει τὴν Βουλὴν, ἵνα ὁ νομομηχανικὸς Λακωνίας ἐπιβλέπῃ καὶ ἐπιτηρῇ τὰ ἐκτελούμενα ἐν Γυθείῳ ἔργα, ψηφισθῶσι δὲ οἱ ἀπαιτούμενοι νόμοι πρὸς κατασκευὴν ὁδῶν, συνδεουσῶν τὰς πρωτευούσας τῶν ἐπαρχιῶν Οἰτύλου καὶ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς, καὶ περὶ συστάσεως ἐπιτροπῆς διὰ τὴν διαχείρισιν τῶν οἰκοπέδων τῶν προωρισμένων διὰ τὰ κοινωφελῆ ἔργα τοῦ Γυθείου. Ὁ Ἰωάννης Δουράκης, ὑπενωμοτάρχης ἱππεὺς τῆς μοιραρχίας Φθιώτιδος, παραπονεῖται, ὅτι, καί τοι ὑπηρετῶν ὑπὲρ τὰ 19 ἔτη ἐν τῷ στρατῷ, παρηγκωνίσθη κατὰ τοὺς γενομένους προβιβασμοὺς, καὶ ἐξαιτεῖται θεραπείαν τοῦ ἀδικήματος. Οἱ κάτοικοι τοῦ δήμου Πελλήνης.......
§2Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δύο λέξεις ἐπὶ αὐτῆς τῆς ἀναφορᾶς·
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μίαν στιγμὴν, παρακαλῶ. Ὁ νομάρχης Εὐβοίας τηλεγραφεῖ πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς τὰ ἑξῆς: «Κύριον Πρόεδρον Βουλῆς. Μετὰ λύπης ἅμα καὶ ἀγανακτήσεως ἀναγγέλλω ὑμῖν....»
§4ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐὰν ἦναι δυνατὸν, κ. Πρόεδρε, εἷς γραμματεὺς νὰ ἀναγνώσῃ τὴν ἀναφορὰν αὐτοῦ τοῦ ἀγνώστου κατὰ τοῦ νομάρχου Εὐβοίας· συνάμα δὲ νὰ ἔλθουν καὶ τὰ ἔγγραφα πάντα εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ ἴδωσι οἱ βουλευταὶ ἐὰν τὰ καταγγελλόμενα ἦναι ψευδῆ ἢ ὄχι.
§5ΠΕΤΟΥΣΗΣ. Ἐπειδὴ, κ. Πρόεδρε, τὰ ἔγγραφα κατετέθησαν ὑπὸ τοῦ κ. ὑπουργοῦ, παρακαλῶ νὰ διατάξητε νὰ ἔλθουν, διὰ νὰ τὰ ἴδωμεν.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα ἀμέσως. — Ὁ κ. Φιλήμων ἔχει τὸν λόγον.
§7ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Σαββάτου, κύριοι, ἐγένετο γνωστὸν, ὅτι οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν μεγάλων Δυνάμεων ἐν Ἀθήναις μετέβησαν εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν ἐν σώματι καὶ προέβησαν εἰς ἀνακοίνωσιν πρὸς τὴν ἡμετέραν Κυβέρνησιν. Ἡ ἀνακοίνωσις αὕτη βεβαίως ἔχει σχέσιν πρὸς τὸ ζήτημα τὸ σπουδαιότατον καὶ τὸ μόνον, ὅπερ ἀπασχολεῖ ὁλόκληρον τὸν ἑλληνισμόν. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις μὴ ἔχῃ ἀφορμὰς νὰ ἀναβάλῃ ἐξηγήσεις περὶ τῶν ἀνακοινώσεων, αἵτινες ἐγένοντο, καὶ τῆς ἀπαντήσεως, ἣν ἔδωκεν εἰς τὰς ἀνακοινώσεις ταύτας, παρακαλῶ νὰ προβῇ εἰς τὰς σχετικὰς ἐξηγήσεις πρὸς τὴν Βουλήν.
§8ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Προχθές, κύριοι, ἀληθῶς ἦλθον ἀλληλοδιαδόχως εἰς ἐμὲ οἱ κύριοι πρέσβεις καὶ μοὶ εἶπον, ὅτι εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν ἤρξαντο μεταξὺ τῶν πρέσβεων τῶν δυνάμεων συνδιαλέξεις περὶ τοῦ κανονισμοῦ τῶν νέων ἡμῶν ὁρίων. Ἡ Τουρκία, μαθοῦσα τοῦτο, εἰδοποίησεν αὐτοὺς, ὅτι σκοπὸν δὲν εἶχε νὰ ἐπιχειρήσῃ πρᾶξιν τινὰ ἐχθρικὴν κατὰ τῆς Ἑλλάδος, καὶ προσεκάλεσαν καὶ ἡμᾶς νὰ πράξωμεν τοῦτο· αὐτὴ εἶναι ἡ ἀνακοίνωσις, τὴν ὁποίαν μοὶ ἔκαμον οἱ πρέσβεις. Ἐγὼ ἀπήντησα, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις θέλει συμμορφωθῆ μὲ τὴν ἐπιθυμίαν τῆς Εὐρώπης καὶ δὲν θέλει αὐτὴ νὰ ἐπιληφθῇ πράξεως ἐχθρικῆς κατὰ τῆς Τουρκίας, μὲ τὴν ἐλπίδα ὅμως, ὅτι συντομώτατα θὰ λυθῇ τὸ ζήτημα, κατὰ τίνα τρόπον θὰ ἐκτελεσθῶσιν αἱ ἀποφάσεις αὐτῆς.
§9ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ ἀντιπολίτευσις ἀπέσχε τοῦ νὰ ἀπευθύνῃ ἐπερωτήσεις πρὸς τὴν κυβέρνησιν περὶ ζητημάτων ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, διότι ἐθεώρησε καὶ θεωρεῖ, ὅτι τὰ τοιαῦτα πρέπει νὰ ἀφίενται εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῆς κυβερνήσεως καὶ διότι ἔχει τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ κυβέρνησις θέλει καὶ ἐξ ἰδίας αὑτῆς πρωτοβουλίας φέρει εἰς τὴν Βουλὴν τὰς πληροφορίας, ὧν ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ τὴν ἀνακοίνωσιν. Ἡ ἐρώτησις, ἡ ἀποταθεῖσα πρὸ ὀλίγου εἰς τὴν κυβέρνησιν παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ἀττικῆς, ἀπετάθη λίαν καταλλήλως, διότι ἀπὸ δύο ἡμερῶν κυκλοφορεῖ φήμη ἐν Ἀθήναις, ὅτι ἐγένετο πρὸς τὴν ἡμετέραν κυβέρνησιν ἀνακοίνωσις παρὰ τῶν Δυνάμεων, ὅτι ἐδόθη ἀπάντησις παρὰ τῆς ἡμετέρας Κυβερνήσεως εἰς τὴν ἀνακοίνωσιν ταύτην, ὅτι τὸ θέμα ἦτο σπουδαῖον, ὅτι ἦτο ἐξ ἐκείνων, ὡς πρὸς τὰ ὁποῖα ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαιτῇ, ὅπως καὶ πρὸς αὐτὴν γένηται ἀνακοίνωσις, διότι ἡ ἀνακοίνωσις, ἥτις ἐγένετο εἰς τὴν Κυβέρνησιν, σκοπὸν εἶχε ν’ ἀποκτήσῃ παρ’ αὐτῆς ὑπόσχεσιν, δεσμεύουσαν τὸ Κράτος, καὶ τοιαύτην ὑπόσχεσιν ἡ κυβέρνησις, παρούσης τῆς Βουλῆς, δὲν ἠδύνατο νὰ δώσῃ, χωρὶς ν’ ἀνακοινώσῃ αὐτὴν εὐθὺς ἀμέσως εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως ἡ Βουλὴ ἐξενέγκῃ περὶ αὐτῆς γνώμην. Ἀγνοῶ, ἂν ἡ ἀνακοίνωσις τῶν κυρίων πρεσβευτῶν ἐγένετο καὶ ἐγγράφως, καὶ πρέπει νὰ ὑποθέσω, ὅτι δὲν ἐγένετο ἐγγράφως, ἀφοῦ ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἐν τῇ ἐκθέσει του περιωρίσθη εἰς ἀνακοίνωσι λεχθέντων ἄνευ οὐδεμιᾶς προσθήκης περὶ ἐγγράφου ἀνακοινώσεως. Ἐπίσης ἀγνοῶ, ἂν ἡ ἀπάντησις τῆς ἑλληνικῆς κυβερνήσεως ἐγένετο καὶ ἐγγράφως, ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τοῦτο ὑποθέτω, ὅτι ἡ ἀπάντησις ὑπῆρξε μόνον προφορική, διότι ὁ κ. πρωθυπουργὸς οὐδένα ἐποιήσατο λόγον περὶ ἐγγράφου ἀπαντήσεως.
§10ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τῷ ὄντι ἡ ἀνακοίνωσις καὶ ἡ ἀπάντησις ἐγένοντο προφορικῶς, ἀφέθη ὅμως μία σημείωσις ἀνυπόγραφος ὅλως διόλου, ἦσαν γεγραμμένα δηλαδὴ εἰς χάρτην ἄνευ ὑπογραφῆς τινος, καὶ τοιαύτη σημείωσις ἐδόθη ἑκατέρωθεν ἀνυπόγραφος.
§11ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὑποθέτω, ὅτι, γενομένης ἐγγράφως τῆς περιλήψεως τῶν προφορικῶς ἀνακοινωθέντων πρὸς τὸ ὑπουργεῖον καὶ ἐπιδοθείσης παρὰ τοῦ προέδρου τῆς κυβερνήσεως ἐγγράφου σημειώσεως περιεχούσης τὴν περίληψιν τῶν παρ’ αὐτοῦ λεχθέντων, ἐδικαιοῦτο ἡ Βουλὴ ν’ ἀκούσῃ παρὰ τῆς κυβερνήσεως πῶς ἔχει τὸ κείμενον αὐτῶν, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ βεβαίων δεδομένων.
§12ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Βεβαιότατα· ἰδοὺ αἱ σημειώσεις. (Καταθέτει αὐτὰς εἰς τὸ προεδρεῖον.)
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ, κύριοι, αἱ σημειώσεις.
§14ΤΙΝΕΣ. Ἂς τὰς ἀναγνώσῃ ὁ κ. Φιλήμων.
§15ΦΙΛΗΜΩΝ. Εἶναι, κύριοι, γαλλιστὶ γεγραμμέναι.
§16ΤΙΝΕΣ. Ἀδιάφορον. Σεῖς ἀναγνώσατέ τας ἑλληνιστί.
§17ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἀναγινώσκω λοιπὸν μεταφράζων ἑλληνιστὶ αὐτάς. «A aide memoire — εἰς βοήθειαν τῆς μνήμης. «Νέαι διεθνεῖς διαπραγματεύσεις σχετικαὶ πρὸς τὸν καθορισμὸν τῶν Ἑλληνοτουρκικῶν συνόρων ἤρξαντο ἐν Κωνσταντινουπόλει· ὁ πρέσβυς τῆς Αὐστρίας ἐπετράπη παρὰ τῆς κυβερνήσεώς του νὰ γνωστοποιήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῶν Ἀθηνῶν τὴν ἔναρξιν τῶν συνεννοήσεων τῶν πρέσβεων πρὸς ἀλλήλας τῶν ἓξ μεγάλων μεσολαβουσῶν Δυνάμεων. Ἡ ὑψηλὴ Πύλη ἀνήγγειλεν, ὅτι θὰ ἀπόσχῃ πάσης ἐπιθέσεως κατὰ τῆς Ἑλλάδος, οἱ δὲ πρέσβεις ἔλαβον σημείωσιν τῆς ὑποσχέσεως ταύτης. Κατὰ συνέπειαν ἡ Κυβέρνησις τῆς Αὐστρίας προσκαλεῖ τὴν κυβέρνησιν τῆς Ἑλλάδος νὰ ἀπόσχῃ ἐπίσης πάσης πράξεως ἐχθρικῆς κατὰ τῆς Τουρκίας κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν διαπραγματεύσεων». Ὅμοιαι εἶναι καὶ αἱ ἀνακοινώσεις τῶν ἄλλων πρεσβευτῶν. Ἰδοὺ καὶ ἡ ἀπάντησις τῆς κυβερνήσεως. «Ἡ κυβέρνησις τοῦ Βασιλέως θέλει συμμορφωθῆ, καθὼς ἔπραξεν ἤδη τοῦτο πάντοτε, πρὸς τὰς ἐπιθυμίας τῶν μεγάλων Δυνάμεων, θέλει ἀπόσχει πάσης ἐπιχειρήσεως ἐχθρικῆς κατὰ τοῦ ὁμόρου κράτους, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι, ὅτι αἱ διαπραγματεύσεις, αἱ ἀρξάμεναι ἐν Κωνσταντινουπόλει, θὰ καταλήξουν λίαν προσεχῶς εἰς τὸν διακανονισμὸν τῆς ἐκτελέσεως τῆς ἀποφάσεως τῆς Εὐρώπης.»
§18ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὰ ἀναγνωσθέντα ἔγγραφα περιέχουσι περίληψιν τῶν λεχθέντων, ἑπομένως δικαιούμεθα νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι ἐλέχθησαν πολλῷ πλειότερα τῶν περιεχομένων ἐν τοῖς ἐγγράφοις τούτοις, καὶ ὅτι ἐκ τῶν λεχθέντων ἐγένετο εὐκρινέστερον ὅ,τι ἐν αὐτοῖς δὲν εἶναι εὐκρινές. Ἰδίως δὲν εἶναι εὐκρινὲς ἐν τῷ σημειώματι, τῷ ἀνακοινωθέντι παρὰ τῶν κυρίων πρεσβευτῶν, τὸ ἐδάφιον, δι’ οὗ ἄρχεται τὸ σημείωμα τοῦτο, διότι ἄρχεται διὰ τῆς ἀνακοινώσεως, ὅτι «Νέαι διαπραγματεύσεις σχετικαὶ πρὸς τὴν διακανόνισιν τῶν ἑλληνοτουρκικῶν συνόρων ἤρξαντο ἐν Κωνσταντινουπόλει.» Τί ἐννοεῖ τοῦτο; Ἐννοεῖ, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς γραμμῆς, τῆς διαχωριζούσης τὸ ἑλληνικὸν Κράτος ἀπὸ τῆς Τουρκίας, ἐτέθη ἐκ νέου; Ἡμεῖς ἠξεύρομεν, ὅτι αἱ δυνάμεις ἀνεκοίνωσαν εἰς τὴν Ἑλλάδα τὴν ἀπόφασιν αὐτῶν περὶ τῆς γραμμῆς ταύτης καὶ ἐζήτησαν παρὰ τῆς Ἑλλάδος νὰ ἀποδεχθῇ τὴν ἀπόφασιν, ὁμοίως ὑποχρεοῦσαν ἡμᾶς πρὸς αὐτὰς, ὅπως καὶ ἐκεῖναι ὑποχρεοῦνται πρὸς αὐτήν. Ἡ Ἑλλὰς ἐδέχθη τὴν ἀπόφασιν ἐκείνων ὡς πρὸς τὴν μέλλουσαν ταύτην γραμμὴν, καὶ οὕτω μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ τῶν Δυνάμεων, ὡς πρὸς τὴν γραμμὴν ταύτην, ὑπάρχει συμβόλαιον. Ἠξεύρομεν, ὅτι αἱ δυνάμεις ἀνεκοίνωσαν τὴν ἀπόφασιν αὐτῶν περὶ τῆς αὐτῆς γραμμῆς πρὸς τὴν τουρκικὴν Κυβέρνησιν, καὶ ὅτι, ἐπειδὴ ἡ τουρκικὴ Κυβέρνησις προεκάλει συζήτησιν περὶ τῆς γραμμῆς ἐκείνης, αἱ δυνάμεις ἀπήντησαν, ὅτι οὐδεμία συζήτησις, οὐδεμία νέα διαπραγμάτευσις περὶ τῆς γραμμῆς ἐκείνης χωρεῖ, ὅτι ἡ γραμμὴ ἐκείνη ἀποτελεῖ τὴν ὁριστικὴν ἀπόφασιν τῶν Δυνάμεων, τὴν ὁριστικὴν αὐτῶν ἑρμηνείαν περὶ τῶν κατὰ τὴν συνθήκην τοῦ Βερολίνου καθωρισμένων, καὶ ὅτι δὲν ἠδύναντο νὰ δεχθῶσι διαπραγμάτευσιν περὶ ἄλλου θέματος, εἰμὴ μόνον περὶ τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἐν τῷ Βερολινείῳ συνόδῳ ἀποφασισθέντων καὶ περὶ τοῦ τρόπου τῆς παραχωρήσεως εἰς τὴν Ἑλλάδα τῶν χωρῶν, ἃς ἡ ἐν Βερολίνῳ Σύνοδος ὥρισεν. Αἱ διαπραγματεύσεις ἄρα αἱ ἤδη ἀρξάμεναι ἐν Κωνσταντινουπόλει, ἀφορῶσιν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν ταύτην; ἀφορῶσιν εἰς τὸν τρόπον τῆς καταλήψεως τῆς χώρας τῆς ἐπιδικασθείσης εἰς τὴν Ἑλλάδα ἢ εἰς τὴν μεταβολὴν τῆς γραμμῆς ταύτης; Δὲν δύναμαι ν’ ἀμφιβάλλω οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν, ὅτι ὁ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπουργὸς τῆς Ἑλλάδος, πρὶν ἢ ἀπαντήσῃ εἰς τοὺς πρεσβευτὰς ἐπὶ τῆς προσκλήσεως αὐτῶν, διηυκρίνισε τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι εἰς τὴν ἐρώτησιν αὐτοῦ, ποία ἡ ἔννοια τῶν νέων διαπραγματεύσεων, τῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει ἀρξαμένων, ἔλαβεν ἀπάντησιν, ὁποία μόνη συμβιβάζεται πρὸς τὰ δικαιώματα τῆς Ἑλλάδος, τουτέστιν, ὅτι αἱ Δυνάμεις, ἐπιμένουσαι εἰς ὅσα διὰ τῆς διακοινώσεως αὐτῶν τῆς 13]25 Αὐγούστου ἐδήλωσαν πρὸς τὴν Τουρκίαν, ἐπελήφθησαν ἐν Κωνσταντινουπόλει διαπραγματεύσεων οὐχὶ περὶ μεταβολῆς τῆς γραμμῆς τῆς ἐν τῇ Βερολινείῳ Συνόδῳ καθορισθείσης, ἀλλὰ περὶ ἐκτελέσεως τῆς ἀποφάσεως τῆς Βερολινείου Συνόδου, καὶ περὶ τοῦ τρόπου τῆς καταλήψεως τῆς νέας χώρας ὑπὸ τῆς Ἑλλάδος. Ἐπὶ ταύτῃ τῇ ὑποθέσει φρονῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε ν’ ἀποδεχθῇ τὴν πρότασιν, ὅπως ἀπέχῃ ἐπιθέσεως, ἑωσοῦ αἱ διαπραγματεύσεις αὗται, οὕτως ἑρμηνευθεῖσαι, λήξωσι, καὶ ἐπὶ τῷ ὅρῳ, ὅτι αἱ διαπραγματεύσεις αὗται θὰ λήξωσι λίαν προσεχῶς. Ἐὰν ἀποτύχωσι, δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἀφορμὰς διαταράξεως τῆς εἰρήνης. Ἡ εἰρήνη, περὶ ἧς ἔδωκεν ἡ τουρκικὴ Κυβέρνησις εἰς τὰς Δυνάμεις καθησυχαστικὰς διαβεβαιώσεις, δὲν ἠδύνατο δεδικαιολογημένως νὰ διατρέξῃ κίνδυνόν τινα διαταράξεως παρὰ τῆς τουρκικῆς Κυβερνήσεως. Ἡ τουρκικὴ Κυβέρνησις δὲν εἶχε προσκληθῆ παρὰ τῶν Δυνάμεων, ὅπως καταλάβῃ νέας χώρας, εἶχε προσκληθῆ παρὰ τῶν Δυνάμεων, μόνον ὅπως ἐπιτρέψῃ τὴν κατάληψιν ἰδίων αὐτῆς χωρῶν εἰς τὸ γεῖτον Κράτος. Ἑπομένως οὐδεμίαν εἶχεν ἀφορμὴν ἡ Τουρκία, ἵνα αὕτη ἄρξηται ἐχθροπραξιῶν κατὰ τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἡ ὑπόσχεσις, ἡ δοθεῖσα παρὰ τῆς Πύλης πρὸς τὰς Δυνάμεις, ὅτι αὕτη θέλει ἀπέχει ἐχθροπραξιῶν, οὐδεμίαν εἶχε πρακτικὴν ἀξίαν. Δὲν ἠδύνατο ἄρα νὰ θεωρηθῇ ὑπὸ τῶν Δυνάμεων ὡς ἀντάλλαγμα τῆς δοθείσης παρὰ τῆς Πύλης ὑποσχέσεως ἡ αἰτουμένη ὑπ’ αὐτῶν ὑπόσχεσις παρὰ τῆς Ἑλλάδος, ὅπως καὶ αὕτη ἀπόσχῃ ἐχθροπραξιῶν· διότι ἡ Ἑλλὰς ἔχει τὸ δικαίωμα ἐν ὡρισμέναις περιστάσεσι νὰ ἐπιληφθῇ ἐχθροπραξιῶν, ὅπως ἐπιτύχῃ τὴν πραγματοποίησιν ἐκείνων, ὧν τὴν πραγματοποίησιν ᾔτησαν αἱ Δυνάμεις. Οὐδὲν ἄρα ἀντάλλαγμα προσφέρουσιν αἱ Δυνάμεις, ἐζήτουν μόνον παρὰ τῆς ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἵνα αὕτη παράσχῃ εἰς αὐτὰς μίαν εὐκολίαν κατὰ τὴν διαπραγμάτευσιν, καὶ τὴν εὐκολίαν ταύτην ἡ Κυβέρνησις ἡ ἑλληνικὴ, κατ’ ἐμὴν γνώμην, ὤφειλε νὰ παράσχῃ εἰς τὰς Δυνάμεις, ἀλλ’ ὤφειλε νὰ παράσχῃ αὐτὴν εἰς αὐτὰς, ἀφοῦ διηυκρίνιζε τὸ ζήτημα, ὅπερ προανέφερον, ἀφοῦ δηλ. ἐφρόντιζε νὰ σαφηνισθῇ παρ’ αὐτῶν ἀκριβῶς, ὅτι ἡ ἔννοια τῶν διαπραγματεύσεων δὲν ἦτο ἄλλη παρ’ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν τὸ ἔγγραφον τῆς 13]25 Αὐγούστου καθώριζε. Δὲν θὰ ἐξετάσω ἐν τῷ γράμματι αὐτοῦ τὸ κείμενον τῆς ἐγγράφου ἀπαντήσεως τῆς ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, διότι, ὡς εἶπον, ἡ προφορικὴ ἀπάντησις ὑπῆρξε βεβαίως πολλῷ εὐρυτέρα τῆς ἐν τῷ κειμένῳ τούτῳ, καὶ ὀφείλω νὰ ὑποθέσω, ὅτι πᾶν τὸ ἐν τῇ ἀπαντήσει ταύτῃ, ὡς ἔχει ἐν τῷ ἐγγράφῳ, ἀσαφὲς, ὑπῆρξε σαφὲς ἐν τῇ προφορικῇ ἀνακοινώσει. Δὲν δύναμαι νὰ ἀμφιβάλλω, ὅτι ἐν τῇ προφορικῶς δοθείσῃ ἀπαντήσει, ἐξηγήθη τρανῶς, ὅτι αἱ ἀποφάσεις τῶν Δυνάμεων, περὶ τῆς ἐκτελέσεως τῶν ὁποίων ἐκφράζεται ἡ Κυβέρνησις, ὅτι αἱ ἀποφάσεις αὗται εἶναι αἱ τῆς Βερολινείου Συνόδου.
§19ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Βεβαιότατα.
§20ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἐπικυροῖ τοὺς λόγους μου. Ἐπίσης δὲν δύναμαι ν’ ἀμφιβάλλω, ὅτι ἡ ῥῆσις «ἐπὶ τῇ ἐλπίδι» ἐν τῇ συνομιλίᾳ ὑπῆρξεν ἐντονωτέρα καὶ ὅτι ἐν τῇ προφορικῇ ἀπαντήσει θὰ ἐξήγησεν εὐκρινέστερον τὴν ἔννοιαν αὐτοῦ ὁ κ. πρωθυπουργὸς, θὰ μετεχειρίσθη τὰς ἐκφράσεις «ἐπὶ τῇ βεβαιότητι, ἐπὶ τῇ πεποιθήσει», διότι δὲν ἠδύνατο ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος νὰ δώσῃ ὑπόσχεσιν τοιαύτην ὁποίαν ἔδωκεν, ἐὰν μὴ ἔθετεν ὡς ὅρον τῆς ἀποδοχῆς τῆς προσκλήσεως τὴν ταχεῖαν διεξαγωγὴν τῆς τοιαύτης διαπραγματεύσεως. Ἀλλὰ ταῦτα πάντα ὑποθέτω, ὅτι θὰ συνεπληρώθησαν ὑπὸ τῆς προφορικῆς ἀνακοινώσεως, καὶ βλέπω τὸν κ. πρωθυπουργὸν συναινοῦντα καὶ ἀποδεχόμενον τὴν ἑρμηνείαν ταύτην. Πρὸς τὴν τοιαύτην λοιπὸν ἑρμηνείαν, πρὸς τὸ ἔγγραφον οὕτως ἐπεξηγηθὲν, νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ δώσῃ τὴν ἐπιδοκιμασίαν αὑτῆς. Ὀφείλει νὰ δώσῃ τὴν ἐπιδοκιμασίαν αὑτῆς εἰς τὸ ἔγγραφον τοῦ ὑπουργείου καὶ εἰς τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν τὸ ἔγγραφον τοῦτο λαμβάνει, συνδυαζόμενον πρὸς τὸ ἔγγραφον τῶν πρεσβευτῶν, ἰδίως ὡς πρὸς τ’ ἀφορῶντα εἰς τὰς ἐν Κωνσταντινουπόλει διαπραγματεύσεις, ἀφοῦ ὡς ἐκ τοῦ συνδυασμοῦ τούτου καὶ τῆς δοθείσης ἑρμηνείας ἡ Βουλὴ δύναται νὰ δώσῃ τοιαύτην ἐπιδοκιμασίαν, ἐν τῇ πεποιθήσει, ὅτι αἱ διαπραγματεύσεις, περὶ ὧν πρόκειται, εἶνε διαπραγματεύσεις περὶ ἐκτελέσεως τῶν ἀποφάσεων τῆς Βερολινείου Συνόδου, καὶ οὐχὶ διαπραγματεύσεις περὶ ἀναθεωρήσεως τῶν ἀποφάσεων ἐκείνων.
§21ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βέβαια, βέβαια.
§22ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἠξεύρομεν πάντες, ὅτι αἱ ἀποφάσεις τῆς Βερολινείου Συνόδου ἐν τῇ ἐκτελέσει προσκόπτουσιν εἰς μεγίστας δυσχερείας, ἠξεύρομεν, ὅτι ἡ Πύλη ἀντιτάσσει εἰς τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῶν πείσμονα ἄρνησιν, καὶ οὐδὲν μέχρι τοῦδε δύναται νὰ παράσχῃ εἰς ἡμᾶς τὴν ἐλπίδα, ὅτι ἀναιμάκτως θέλομεν ἤδη πραγματοποιήσει τὴν ἀπόφασιν τῆς Βερολινείου Συνόδου. Τοῦτο οὐδόλως θὰ ἐδικαιολόγει τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἀρνηθῇ τὴν συνδρομὴν αὑτῆς πρὸς τὰς Δυνάμεις, ὅπως ἐπιλάβωνται καὶ τελευταίας ἀποπείρας παρὰ τῇ Πύλῃ, πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἀποφάσεων ἐκείνων, ἄνευ τῆς παρεμβάσεως τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλὰ τὰ πάντα δεικνύουσιν, ὅτι ἡ παρέμβασις τῆς Ἑλλάδος θέλει ἀποβῆ ἀναγκαία, καὶ διὰ τοῦτο τὸ ζήτημα τὸ κύριον, εἰς ὃ ὀφείλει ἡ Βουλὴ νὰ στρέψῃ πᾶσαν αὑτῆς τὴν προσοχὴν, δὲν εἶνε τὸ διπλωματικὸν, ἐξ οὗ μικρὰν ἐλπίδα ἔχομεν, ὅτι δύναται νὰ προέλθῃ τι, ἀλλ’ εἶνε τὸ ζήτημα τῆς ἰδίας ἡμῶν παρασκευῆς. Καὶ ἐὰν βλέπωμεν νέα διαβήματα γινόμενα πρὸς ἡμᾶς παρὰ τῆς διπλωματίας, ἡμεῖς ὀφείλομεν νὰ στρέψωμεν τὸ βλέμμα εἰς τὴν ἐνέργειαν ἡμῶν αὐτῶν, ἵνα ἴδωμεν, ἐὰν ἐπὶ τῇ ἐνδεχομένῃ ἀποτυχίᾳ τῆς νέας ἀποπείρας τῆς διπλωματικῆς, θέλομεν εἶσθαι εἰς θέσιν, ἵνα προκαλέσωμεν ἡμεῖς τὴν λύσιν, συμφώνως καὶ πρὸς τὰ παρὰ τῆς Βερολινείου συνόδου ἀποφασισθέντα καὶ πρὸς τὸ δικαίωμα καὶ πρὸς τὸ καθῆκον ἡμῶν. Ὡς πρὸς τὴν ἐξέτασιν τῆς καταστάσεως τῶν πραγμάτων ἐν τῷ ἐσωτερικῷ τῆς χώρας, ἴσως δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις ἐδείχθη μέχρι τοῦδε χαλαρὰ, καὶ ὀφείλω ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ νὰ ἐξηγήσω ὁποῖοι ὑπῆρξαν οἱ λόγοι τῆς πορείας ἡμῶν τῆς μέχρι τοῦδε. Ὅτε ἐπανελήφθησαν τὰ ἔργα τῆς Βουλῆς ἐν τῇ παρούσῃ συνόδῳ, ἀπηύθυνα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐρωτήσεις τινάς· ἐζήτησα παρ’ αὐτῆς πληροφορίας περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ στρατοῦ, ὁρίσας καὶ τὰς πληροφορίας ταύτας, καὶ παρετήρησα τότε, ὅτι αἱ πληροφορίαι ἦσαν ἀναγκαῖαι διὰ τὴν συζήτησιν, ἥτις ἤθελεν ἐν εὐθέτῳ χρόνῳ προκληθῆ περὶ τῆς καταστάσεως τῆς χώρας καὶ περὶ τοῦ ἐπαρκοῦς τῶν παρασκευῶν ἡμῶν πρὸς τὸ ἔργον, ὅπερ μᾶς ἐπιβάλλεται. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὑπουργὸς, ὀλίγας ἡμέρας κατόπιν τῶν γενομένων παρ’ ἐμοῦ ἐρωτήσεων, ἐδήλωσε πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι εἰς τὰς πλείστας τῶν ἐρωτήσεων ἐκείνων δὲν ἠδύνατο ν’ ἀπαντήσῃ ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει, ὅτι μόνον ἐν μυστικῇ συνεδριάσει συγκατετίθετο νὰ φέρῃ τὰς πληροφορίας ταύτας, διότι δημοσίᾳ ἡ συζήτησις περὶ αὐτῶν ἠδύνατο νὰ βλάψῃ τὴν ὑπόθεσιν. Προκειμένου περὶ μυστικῆς συνεδριάσεως, ἐθεώρησα καὶ θεωρῶ, ὅτι σπανίως αὗται ἀνταποκρίνονται πρὸς τοὺς σκοποὺς τοὺς ἐπιδιωκομένους, ὅτι ἡ μυστικὴ συνεδρίασις ἰδίως δὲν ἐξασφαλίζει ἐκεῖνο, ὅπερ δι’ αὐτῆς ἐπιζητεῖται, τὴν μυστικότητα, διότι ἐπὶ συνεδριάσεως 150 ἢ 200 ἀνδρῶν, ὁσονδήποτε καὶ ἂν ὦσιν οὗτοι ἐχέμυθοι, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ διαδοθῶσι πολλὰ ἐκ τῶν λεχθέντων, καὶ τὸ χεῖρον, νὰ μὴ διαδοθῶσιν ἐξωγκωμένα. Ὥστε, ἀντὶ νὰ προλάβωμεν τὸ κακὸν, ὅπερ ἡ δημοσία συνεδρίασις ἐνδέχεται ν’ ἀπειλῇ, διὰ τῆς μυστικῆς συνεδριάσεως πολλαπλασιάζομεν αὐτὸ, ἐνσπείρομεν ἐν τῇ κοινωνίᾳ ὑπονοίας, διαδίδομεν ἰδέας ἀνυποστάτους, τὰ δὲ ὑπάρχοντα οὐδόλως ἀποκρύπτομεν. Διὰ τοῦτο ἐπὶ τῇ γενομένῃ ἀνακοινώσει, ὅτι ἐν μυστικῇ συνεδριάσει ἠδύναντο νὰ δοθῶσιν αἱ πληροφορίαι, ἃς ἐζήτησα, ἐθεώρησα, ὅτι ἡ ἐπιμονή μου εἰς ὑποβολὴν τῶν πληροφοριῶν τούτων δὲν ἠδύνατο ἢ νὰ προσκρούσῃ εἰς ἄρνησιν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὤφειλον νὰ σκεφθῶ ἂν ἦτο πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ἐπικρατείας νὰ ἐπιμείνω εἰς τὴν αἴτησίν μου. Ἐὰν ἐφρόνουν, ὅτι ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις εἶχεν ἐργασθῆ ἀποχρώντως, θὰ ἐθεώρουν, ὅτι ἡ δημοσία συζήτησις ἀντὶ βλάβης θὰ ἐπέφερεν ὠφέλειαν, διότι εἶχον τὴν ἰδέαν, ἣν καὶ ἤδη ἔχω καὶ ἣν ἐξέφρασα καὶ ἐγὼ, ὡς ἐξέφρασεν αὐτὴν καὶ ὁ πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς συνόδου ταύτης, ὅτι τὸ ἑλληνικὸν Κράτος ἠδύνατο νὰ παρασκευασθῇ ἐπαρκῶς. Ἐὰν λοιπὸν ἐφρόνουν, ὅτι αἱ ἀνακοινώσεις τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὑπουργοῦ ἤθελον διατρανώσει, ὅτι ἐγένετο πᾶν ὅ,τι ἠδύνατο νὰ γείνῃ, θὰ ἐθεώρουν, ὅτι ἡ δημοσίευσις τῶν πληροφοριῶν τούτων, ἀντὶ νὰ βλάψῃ, ἤθελεν ὠφελήσει, διότι ἤθελεν ἀποδείξει εἰς πάντα, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι ἱκανὴ νὰ ἐπιτελέσῃ τὸ ἀνῆκον εἰς αὐτὴν πρὸς λύσιν τοῦ ζητήματος. Ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἡ ἄρνησις τοῦ κ. ὑπουργοῦ καὶ ἄλλα παρ’ αὐτοῦ λεχθέντα, καὶ πολλὰ, τὰ ὁποῖα ἐξωδίκως ἠδυνήθην νὰ πληροφορηθῶ, μὲ εἶχον πείσει περὶ τοῦ ἀνεπαρκοῦς τῶν ἐνεργειῶν τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν θὰ ὁμιλήσω ἐνταῦθα εἰς ὑποστήριξιν τῆς γνώμης μου περὶ πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας προσωπικῶς ἠδυνήθην νὰ συλλέξω ἐκτὸς τῆς Βουλῆς· θὰ ἀναφέρω μόνον ἐκεῖνα, ἅτινα ἐντὸς τῆς Βουλῆς ἐλέχθησαν, ἵνα ἐνδείξω, ὅτι τὸ ἀνεπαρκὲς τῶν παρασκευῶν ἦτο γνώμη, ἣν ὀφείλομεν πάντες ἡμεῖς νὰ σχηματίσωμεν, καὶ ὅτι ἐπὶ τῇ ὑποθέσει τοῦ ἀνεπαρκοῦς τῶν παρασκευῶν, ὠφείλομεν νὰ κανονίσωμεν τὰ περὶ ἐπιμονῆς ἡμῶν εἰς τὴν ἀπαίτησιν περὶ ὑποβολῆς τῶν πληροφοριῶν. Εἴχομεν ἀκούσει παρὰ τοῦ κ. ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι περὶ ἀμυντικῆς γραμμῆς ἐν τῷ μέλλοντι ἀγῶνι τῆς Ἑλλάδος, οὐδεμίαν πρόνοιαν ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις, οὐδὲ προετίθετο νὰ λάβῃ, διότι ἐθεώρει ὁ κ. ὑπουργὸς, ὅτι ἀμυντικὴ γραμμὴ τῆς Ἑλλάδος ἦσαν τὰ στήθη τοῦ στρατοῦ αὐτῆς. Ἐγώ, κύριοι, ἐθεώρησα καὶ θεωρῶ τὴν ἄμυναν ὡς τὴν ἀφετηρίαν τῆς ἐπιθέσεως, καὶ θεωρῶ τὴν ἐπίθεσιν ὡς ἀνίσχυρον, ἄνευ προνοίας περὶ ἀμύνης, καὶ ἀκούσας παρὰ τῆς κυβερνήσεως, ὅτι οὐδεμίαν ἔλαβε πρόνοιαν περὶ ἀμύνης, ἀναγκάζομαι πολὺ νὰ διστάζω περὶ τοῦ ἐπαρκοῦς τῶν παρασκευῶν. Ὅτε ἐν ἑτέρᾳ συνεδριάσει εἰς ἐρώτησίν μου περὶ τῆς ληφθείσης προνοίας παρὰ τοῦ ὑπουργείου περὶ ἀναπληρώσεως τῆς ἐλλείψεως ἀξιωματικῶν ἐν τῷ στρατῷ ἤκουσα τοῦ κ. ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἀπαντῶντος, ὅτι τὰ κενὰ τῶν θέσεων τῶν ἀξιωματικῶν θέλομεν ἀναπληρώσει ἐκ τῶν ἐνόντων, καὶ ἀποκρούοντος ἐν ἀγανακτήσει τὴν ἰδέαν τῆς μορφώσεως ἐν Ἑλλάδι ἀξιωματικῶν ἐπιστράτων, ὅπως ἔχουσι πάντα τὰ ἔθνη, τὰ ὁποῖα ἀπεδέχθησαν τὸ σύστημα τῆς ἐπιστρατεύσεως τῶν ἐφέδρων, ἠναγκάσθην νὰ σκεφθῶ οὐ μόνον ἐὰν ἡ κυβέρνησις αὕτη εἰργάσθη περὶ παρασκευῶν, ἀλλ’ ἂν ἀντελήφθη ποῖον εἶναι τὸ μέγεθος τῆς παρασκευῆς, τῆς ὁποίας ἔχομεν ἀνάγκην. Ὅτε εἰς τὰς ἐπανειλημμένας ἐρωτήσεις περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ ἐλάβομεν τέλος τὴν ἀπάντησιν, ὅτι ὁ ἐν τοῖς μητρώοις στρατὸς ἀνέρχεται εἰς 52 ἢ 53 χιλιάδας, ἐκ τοῦ ὁποίου ἀριθμοῦ δέον ν’ ἀφαιρέσωμεν τοὺς λιποτακτήσαντας, τοὺς ἐν ἀγνοίᾳ καὶ τοὺς ἐν ἀδείᾳ διατελοῦντας καὶ τοὺς εἰς βοηθητικὰς ὑπηρεσίας κατατεταγμένους, τῶν ὁποίων τὸν ἀριθμὸν μέχρι τοῦδε δὲν γινώσκομεν ἐξ ἀνακοινώσεως τοῦ ὑπουργείου, καὶ παρέβαλον ταῦτα πρὸς ὅσα ὁ κ. πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως καὶ ἄλλα μέλη τοῦ ὑπουργείου εἶπον κατὰ τὰς ἀρχὰς τῆς συνόδου, παραστήσαντες, ὅτι κακῶς ἡ προκάτοχος κυβέρνησις ὑπελόγισε τὴν δύναμιν τῆς ἐπιστρατεύσεως ὡς ἀποφέρουσαν ἀριθμὸν 60 χιλιάδων, ἐνῷ ὤφειλε ν’ ἀναβιβάσῃ αὐτὴν εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν 80,000, ἠναγκάσθην καὶ πάλιν ν’ ἀναγνωρίσω, ὅτι λίαν ἐλλιπὴς ἀπεδείχθη ἡ κυβέρνησις εἰς τὰς ἐνεργείας αὐτῆς, τὰς ἐπιβαλλομένας ὑπὸ τῆς ἐπιστρατεύσεως. Εἰς ἁπάσας τὰς ἄλλας ἐρωτήσεις, τὰς ὁποίας ἀπηύθυνα πρὸς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὑπουργὸν, ἐάν τις ἐξ ὅσων αὐτὸς γινώσκει δώσῃ ἀπάντησιν, θέλει ἀναγνωρίσει παντοῦ, ὅτι οὐδὲν ἢ σχεδὸν οὐδὲν ἐγένετο. Οὐδὲν ἢ σχεδὸν οὐδὲν ἐγένετο ὡς πρὸς τὰ τῆς ὁδοποιΐας, οὐδὲν ἢ σχεδὸν οὐδὲν ἐγένετο ὡς πρὸς τὰ τῆς παρασκευῆς στρατοπέδων, οὐδὲν ὡς πρὸς τὰ τῶν ἀποθηκῶν, οὐδὲν ὡς πρὸς τὰ τῶν προμηθειῶν τῶν στρατοπέδων, καὶ μόνην ἐνέργειαν εἴδομεν τὴν μίαν ἐκείνην ἐργολαβίαν, τὴν ὁποίαν τότε ἀνέφερον ὡς ἀποδεικνύουσαν πόσον τὸ νῦν ὑπουργεῖον δὲν ἐνόησε τὴν σημασίαν τοιαύτης ἐνεργείας. Ἂν λοιπὸν ἤδη ἠθέλομεν ἀπαιτήσει παρὰ τῆς κυβερνήσεως, ὅπως ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει ἀνακοινώσῃ πρὸς ἡμᾶς τὰ πραγματικὰ γεγονότα, ἐπὶ τῶν ὁποίων δυνάμεθα νὰ στηρίξωμεν τὰς σκέψεις ἡμῶν, συμφωνῶ καὶ ἐγὼ μετὰ τοῦ κ. ὑπουργοῦ, ὅτι, ἀντὶ νὰ ὠφελήσωμεν τὴν ὑπόθεσιν, ἠθέλομεν σπουδαίως τὴν βλάψει. Καὶ διὰ τοῦτο ἀπέσχον καὶ ἀπέχω τῆς τοιαύτης συζητήσεως, καὶ ἐὰν ἐποίησα λόγον ἤδη, ἐποίησα μόνον περὶ πραγμάτων, περὶ ὧν ἐγένετο μέχρι τοῦδε λόγος παρὰ τοῦ κ. ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν. Οὐδὲν εἰς ὅσα ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶπε μέχρι τοῦδε προσέθεσα, καὶ οὐδὲν προτίθεμαι νὰ προσθέσω, διότι τὴν τοιαύτην συζήτησιν θεωρῶ ἐπιβλαβῆ.
§23ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Τὴν προκαλεῖτε ὅμως.
§24ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς λέγει, ὅτι προκαλῶ τὴν συζήτησιν. Τὴν συζήτησιν ταύτην θὰ προεκάλουν, ἐὰν ἔφερον πληροφορίας ἰδίας ἐγώ· ὅτε ὅμως ἁπλῶς ἐξήνεγκον τὸ πόρισμα τῶν σκέψεων, τὰς ὁποίας ἀρύομαι ἐκ τῶν παρατηρήσεων τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ, εἰς τὰς ὁποίας παρατηρήσεις οὐδὲν προσέθηκα, νομίζω, ὅτι δὲν προκαλῶ συζήτησιν, ἔχω δὲ ἀπόφασιν νὰ μὴ προκαλέσω αὐτήν. Μόνη συζήτησις, τὴν ὁποίαν ἠδυνάμεθα νὰ προκαλέσωμεν, θὰ ἦτο ἡ συζήτησις περὶ ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι αὐτὰ ταῦτα, τὰ ὁποῖα εἶπον περὶ τῆς ζημίας τῆς δυναμένης νὰ προέλθῃ ἐκ τῆς δημοσιότητος, αὐτὰ ταῦτα ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ἐν περιστάσεσιν, ὁποῖαι αἱ σημεριναὶ, εἶναι ἀναγκαῖον νὰ ἔχωμεν Κυβέρνησιν, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ δυνάμεθα νὰ ἐμπιστευθῶμεν τὴν διεύθυνσιν τῶν κοινῶν, ἄνευ τῶν ἐγγυήσεων ἐκείνων τῆς δημοσιότητος, αἵτινες θεωροῦνται ἐν ὁμαλαῖς περιστάσεσιν ὡς ὁ ἔλεγχος τῶν Κυβερνήσεων καὶ αἵτινες ἐν ἐκτάκτοις περιστάσεσιν ὤφειλον ἔτι μᾶλλον ν’ ἀποτελῶσι τὸν ἔλεγχον τοῦτον, ἀλλ’ ἔχουσι κατὰ τὴν ἐνάσκησιν αὐτῶν ὅριον τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους. Ὅταν ἀποδεικνύηται, ὅτι ὁ δημόσιος ἔλεγχος τῶν κυβερνητικῶν πράξεων δὲν δύναται νὰ ἐκτελεσθῇ ἄνευ ζημίας τῆς ἐθνικῆς ὑποθέσεως, εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ παραιτήσωμεν τὸν ἔλεγχον. Ἀλλ’ ἡ τοιαύτη ἀνάγκη μᾶς ἐπιβάλλει ἀντίστοιχον ὑποχρέωσιν τοῦ ν’ ἀπαιτῶμεν, ὅπως ἔχωμεν Κυβέρνησιν, εἰς ἣν νὰ δυνάμεθα πλειότερον ἢ ἄλλοτε νὰ ἐμπιστευθῶμεν, καὶ ἐρωτῶντας ἡμᾶς αὐτοὺς ἐὰν ἔχωμεν τοιαύτην Κυβέρνησιν, τί παρουσιάζεται πεῖθον ἡμᾶς περὶ τούτου; Καίτοι ἀπέσχομεν ἀπὸ συζητήσεων εἰδικῶν ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν, τὰ γενικὰ πορίσματα, τὰ ὁποῖα καὶ πρὸ ὀλίγου ἀνέφερον, εἶναι ἱκανὰ, ἵνα δείξωσιν, ὅτι δὲν δυνάμεθα ἡμεῖς, εἰς τὰ πορίσματα ταῦτα πιστεύοντες, νὰ φρονῶμεν, ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις εἶναι ἡ κατάλληλος πρὸς διεξαγωγὴν τοιούτου ἔργου ἐν τοιαύταις περιστάσεσιν. Διατί λοιπὸν τοιαύτην ἔχοντες πεποίθησιν ἐξακολουθοῦμεν ἀπέχοντες ἀπὸ πολιτικῶν ζητημάτων; Ὡς πρὸς τοῦτο ὀφείλω νὰ δώσω ἐξήγησιν εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ ἀποχὴ ἡμῶν ἔχει λόγον, τὸν ὁποῖον δέον νὰ γινώσκωσι πάντες καὶ οἱ ἐντὸς τῆς Βουλῆς καὶ οἱ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς. Θὰ ἐθεώρουν σήμερον ὡς ἀνάγκην ἐπιβαλλομένην ὑπὲρ τῆς αἰσίας διεξαγωγῆς τῆς ὑποθέσεως τὴν μεταβολὴν Κυβερνήσεως, ἀλλὰ, πρὶν ἢ προβῶμεν εἰς τὴν ἀνατροπὴν, πρέπει νὰ ἔχωμεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ ἀνατροπὴ αὕτη θέλει φέρει εἰς τὴν ἐξουσίαν Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον νὰ ἔχῃ εὐρεῖαν τὴν βάσιν ἐν τῇ Βουλῇ, ὅπως ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι θὰ εἶχεν εὐρεῖαν τὴν βάσιν ἐκτὸς τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἐνῷ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τὸ διάδοχον θὰ εἶχεν εὐρεῖαν τὴν βάσιν ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, οὐδὲν ὑπάρχει μέχρι τοῦδε, τὸ ὁποῖον νὰ μὲ πείθῃ, ὅτι θὰ εἶχεν ἐπαρκῆ τὴν βάσιν ἐντὸς τῆς Βουλῆς. Ἐὰν σήμερον ἐπέλθῃ Ὑπουργικὴ μεταβολὴ, πόθεν θὰ ἐπέλθῃ; Οὐδόλως ἀδύνατον ἐν πολιτικῷ ζητήματι νὰ μειονοψηφήσῃ τὸ Ὑπουργεῖον, ἀλλὰ διατί θέλει μειονοψηφήσει; διότι ὀλίγαι ψῆφοι λογιζόμεναι ὡς Ὑπουργικαὶ θέλουσιν ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ ψηφίσει μετὰ τῆς ἀντιπολιτεύσεως· ἀλλὰ θέλουσι ψηφίσει μετὰ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, διότι συντάσσονται πρὸς αὐτὴν, διότι παραδέχονται τὴν ἀνάγκην τῆς ἀντικαταστάσεως τῆς Κυβερνήσεως παρὰ τῆς μόνης δυναμένης νὰ τὴν ἀντικαταστήσῃ κοινοβουλευτικῶς, παρὰ Κυβερνήσεως τῆς ἀντιπολιτεύσεως; Οὐδὲν ἔχομεν μέχρι τοῦδε τὸ δυνάμενον νὰ μᾶς πείσῃ περὶ τούτου, καὶ ἑπομένως ἐὰν σήμερον συνεπείᾳ πολιτικοῦ ζητήματος ἐπέλθῃ ὑπουργικὴ κρίσις, θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν θέσιν νὰ ἔχωμεν Κυβέρνησιν ἀποδειχθεῖσαν ἐν μειοψηφίᾳ καὶ νὰ ἔχωμεν ἀντιπολίτευσιν μὴ ἀποδείξασαν, ὅτι πλειοψηφεῖ. Αὕτη ἡ κατάστασις εἶναι χείρων καὶ τῆς καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν σήμερον εὑρισκόμεθα, ἀπέναντι Κυβερνήσεως ἀνεπαρκοῦς, διότι καὶ τὸ ἀνεπαρκὲς τῆς Κυβερνήσεως εἶναι βέλτιον τῆς ἐλλείψεως Κυβερνήσεως. Οὐδὲν ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ χεῖρον σήμερον ἤ, ἐν ᾧ διεξάγονται διαπραγματεύσεις περὶ ἐκτελέσεως, ὡς ἐλπίζω, τῶν ἐν Βερολίνῳ ἀποφασισθέντων, ἡμεῖς ἐνταῦθα νὰ ποιώμεθα ὑπουργικὰς κρίσεις ἀσκόπως. Δὲν παραδέχομαι, ὅτι ὑπουργικὴ κρίσις μία ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ ὡς παραβλάπτουσα τὸ ζήτημα ἐν τῷ ἐξωτερικῷ· τοὐναντίον θεωρῶ, ὅτι μία ὑπουργικὴ κρίσις σήμερον, ἐὰν ἤθελεν ἀπολήξει εἰς τὴν ἀντικατάστασιν τῆς παρούσης Κυβερνήσεως διὰ Κυβερνήσεως καὶ κατὰ τἆλλα ἀνωτέρας καὶ Κοινοβουλευτικῶς ἰσχυρᾶς, τοιαύτη κρίσις ἤθελεν εἶσθαι ὠφέλιμος καὶ ἐν τῷ διπλωματικῷ ζητήματι. Ἀλλὰ κρίσις, ἡ ὁποία ἤθελε φέρει εἰς τὴν ἐξουσίαν ἕτερον Ὑπουργεῖον ἀμφιβόλου ἰσχύος, εἶναι κρίσις, ἡ ὁποία δύναται ν’ ἀποβῇ καταστρεπτικὴ εἰς τὸ ζήτημα ἡμῶν. Οὗτος εἶναι ὁ λόγος, δι’ ὃν ἀπέχομεν ἀπὸ πολιτικῶν ζητημάτων καὶ δι’ ὃν θέλομεν ἀπέχει ἕως οὗ πεισθῶμεν, ὅτι δυνάμεθα νὰ φέρωμεν πολιτικὸν ζήτημα ἀκινδύνως, τουτέστιν ἐπὶ τῇ βεβαιότητι, ὅτι θέλουσι ψηφίσει μετὰ τοῦ Ὑπουργείου ἐκεῖνοι, οἵτινες δὲν εἶναι παρεσκευασμένοι νὰ ὑποστηρίξωσιν Κυβέρνησιν ἐκ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ὅτι ἂν ψηφίσωσιν ἐκ τῶν νῦν ὑπουργικῶν τινὲς μετὰ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, θὰ ψηφίσωσιν οὗτοι γινώσκοντες ποία εἶναι ἡ συνέπεια τῆς ψήφου αὐτῶν, ποῖαι εἶναι αἱ ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἡ τοιαύτη ψῆφος ἐπιβάλλει εἰς ἀνθρώπους, ἔχοντας τὴν συναίσθησιν τοῦ πρὸς τὴν πατρίδα καθήκοντος καὶ τῆς εὐθύνης αὐτῶν, καὶ ἑπομένως ἀναγνωρίζοντες, ὅτι κατόπιν τῆς ψήφου αὐτῶν ὀφείλουσιν νὰ ὑποστηρίξωσι τὴν μέλλουσαν Κυβέρνησιν καὶ νὰ συντελέσωσιν, ὅπως, φέρουσα ἐν ἑαυτῇ ἱκανότητα ὑπερτέραν, τυγχάνῃ καὶ ἐπαρκοῦς Κοινοβουλευτικῆς ἐνισχύσεως, ὅπως διεξαγάγῃ ἐπιτυχέστερον τῆς παρούσης τὸ μέγα ἐθνικὸν ἡμῶν ζήτημα.
§25ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βεβαίως, ἡμεῖς δὲν θ’ ἀρχίσωμεν συζήτησιν, ἡ ὁποία κατὰ τὴν πεποίθησίν μας θὰ βλάψῃ τὰ δημόσια συμφέροντα. Ἄλλως, ἂν τοῦτο δὲν μᾶς ἐμπόδιζεν, ἕτοιμοι εἴμεθα νὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς συζητήσεως καὶ ν’ ἀποδείξωμεν, ὅτι ἐξετελέσαμεν πληρέστατα τὸ καθῆκον ἡμῶν, καὶ ὅτι ἡ πατρὶς ἡμῶν, παρὰ τὴν ἰδέαν τοῦ προαγορεύσαντος, εὑρίσκεται εἰς πολὺ καλὴν κατάστασιν, δυναμένη νὰ ἐκτελέσῃ πληρέστατα τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον αἱ περιστάσεις ἐπιβάλλουσιν αὐτῇ. Ἀλλὰ πρὸς τί τῳόντι σήμερον νὰ ἐξαντλώμεθα ματαίως εἰς λόγους; Ἀποδεδειγμένον εἶναι, ὅτι οἱ τοιοῦτοι λόγοι δύνανται νὰ βλάψωσιν ἀντὶ νὰ ὠφελήσωσιν. Ἀπορῶ ὅμως διατί ὁ κ. Τρικούπης ἐνόμισεν ὀρθὸν, ὅτι ὀφείλει νὰ δικαιολογήσῃ τὴν διαγωγὴν τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διατί δὲν προβάλλει ὑπουργικὰ ζητήματα. Βεβαίως ἕκαστος, γνωρίζων τὰ καθ’ ἡμᾶς, γνωρίζει τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων καὶ τῆς Βουλῆς καὶ ἐννοεῖ πολὺ καλὰ τὰς δυσκολίας, εἰς τὰς ὁποίας ἡ ἀντιπολίτευσις εὑρίσκεται εἰς τὸ νὰ θέσῃ πολιτικὰ ζητήματα, καὶ τὰς ἐκτιμᾷ, καθὼς τὰς ἐκτιμῶ καὶ ἐγὼ, καὶ τὸ ἐπανέλαβον ἕνεκα τούτου πολλάκις, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις, ἡ συνετὴ καὶ πατριωτική, ἐπιλαμβάνεται πολιτικῶν ζητημάτων, θέτει ὑπουργικὰ ζητήματα, ὅταν ἦναι ἑτοίμη νὰ ἀντικαταστήσῃ ἰσχυρῶς καὶ ἑδραίως τὴν κυβέρνησιν, καὶ ἂν ὑποθέτῃ, ὅτι δύναται νὰ τὴν ῥίψῃ. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν ἦναι εἰς θέσιν ἀκόμη νὰ πράξῃ τοῦτο, διατί, παρακαλῶ, ἐπαναλαμβάνει τὰς μομφὰς ἐκείνας, ἐπαναλαμβάνει ἰδέας, αἱ ὁποῖαι ἐξασθενοῦν καὶ ἐκθέτουν τὴν κυβέρνησιν, ἡ ὁποία, κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. Τρικούπη ὅμως, κατ’ ἀνάγκην ἵσταται εἰς τὰ πράγματα; Δὲν ἐξετάζω τὴν γνώμην τοῦ κ. Τρικούπη, ἀλλ’ τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὰ πράγματα δὲν κρατεῖ ἡ ἀνοχὴ, ἀλλ’ ἡ πλειονοψηφία καὶ ἡ ἐμπιστοσύνη ὑμῶν. Ἅμα ὡς πεισθῶμεν, ὅτι δὲν ἀπολαύομεν τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς, ταὐτοστιγμεὶ θέλομεν ἀφήσει τὴν κυβέρνησιν, διότι νομίζομεν, ὅτι εἰς τὰς παρούσας μάλιστα περιστάσεις ἡ ἀνοχὴ δὲν ἀρκεῖ, ἡ ἀνοχὴ δὲν ἀποκαθιστᾷ κυβέρνησιν ἰσχυρὰν, δυναμένην νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ ἱερὸν καθῆκον, τὸ ὁποῖον τῇ ἐπιβάλλεται. Ἐὰν λοιπὸν ἡ ἀντιπολίτευσις νομίζῃ, ὅτι δὲν εἶναι καιρὸς νὰ πράξῃ τοιοῦτόν τι, τὴν παρακαλῶ νὰ μὴ ἐκθέτῃ ἑκάστοτε τὴν κυβέρνησιν ἄνευ λόγου καὶ ματαίως, νὰ μὴ προσπαθῇ νὰ ἐξευτελίσῃ καὶ νὰ κατακρίνῃ τὰς ἐνεργείας αὐτῆς τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον ἡ κυβέρνησις δὲν εἶναι ἤδη εἰς θέσιν νὰ ὑπερασπίσῃ κατὰ τρόπον πλήρη ἑαυτὴν, διότι δὲν δύναται ν’ ἀποκαλύψῃ πολλὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα ἤθελον τὴν ὑπερασπίσει βεβαίως, διότι ἡ ἀποκάλυψις, τὴν ὁποίαν ἤθελε ποιήσει, θὰ βλάψῃ τὰ δημόσια συμφέροντα. Ἡ ἀντιπολίτευσις πατριωτικῶς καὶ φρονίμως φερομένη, νομίζω, ὅτι εἶναι ὀρθὸν καὶ δίκαιον, ἐν ὅσῳ δὲν νομίζει, ὅτι δύναται νὰ πράξῃ ἄλλως, νὰ δίδῃ τὴν συνδρομήν της εἰς τὴν κυβέρνησιν, καὶ ὄχι μόνον πρὸς τὰ ἔργα αὐτῆς, ἀλλὰ καὶ πρὸς πᾶν ὅ,τι δύναται νὰ τὴν ἐνισχύσῃ ἐνώπιον καὶ τοῦ τόπου καὶ τῶν ἔξω. Τοιουτοτρόπως τῳόντι ἐνεργεῖ ἡ ἀντιπολίτευσις σπουδαίως καὶ σοβαρῶς. Ἄλλως, κύριοι, ἐὰν ἑκάστοτε ἐπαναλαμβάνουν μομφὰς, αἱ ὁποῖαι μόνον βλάβην δύνανται νὰ προξενήσουν, καὶ βλάβην σπουδαίαν, διότι, σπουδαῖον εἶναι εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις νὰ πολεμῆται ἡ κυβέρνησις καὶ νὰ ἐπαναλαμβάνηται, ὅτι δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν οὔτε νὰ ἐνεργήσῃ, οὔτε νὰ ἀποφασίσῃ τι, ὅτι ὅ,τι πράξῃ, εἶναι ἐντελῶς ἀβέβαιον, διότι εἶναι ἀδύνατος εἰς τὸ νὰ ἐκτελέσῃ καὶ νὰ τὸ ὑποστηρίξῃ, καὶ κατ’ ἀνοχὴν ὑφίσταται, τοῦτο, νομίζω, σπουδαίως βλάπτει τὰ κοινὰ συμφέροντα, καὶ ἰδίως εἰς τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν εὑρισκόμεθα. Ἡ κυβέρνησις μένει εἰς τὴν θέσιν της, ἀπολαύουσα τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς. Ἑτοίμη δὲ εἶναι, ὅταν ἀπολέσῃ τὴν πλειονοψηφίαν καὶ τὴν ἀποκτήσῃ ἡ ἀντιπολίτευσις, ν’ ἀποχωρήσῃ.
§26Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν ὁ προϊστάμενος τῆς ἀντιπολιτεύσεως προηρεῖτο νὰ δικαιολογήσῃ τὴν πολιτείαν, τὴν ὁποίαν μετῆλθεν ἡ ἀντιπολίτευσις πρὸς τὰ ἴδια αὑτῆς μέλη, ἡ ἀγόρευσις, τὴν ὁποίαν πρὸ μικροῦ ἐποιήσατο πρὸς τὴν Βουλὴν, ἦτο καὶ ἀναγκαία καὶ προσήκουσα. Δὲν νομίζω ὅμως, ὅτι ἦτο ἀναγκαῖον νὰ δικαιολογήσῃ τὴν πολιτείαν τῆς ἀντιπολιτεύσεως καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ ἐνώπιον τοῦ ἔθνους, διότι καὶ ἡ Βουλὴ καὶ τὸ ἔθνος γνωρίζουσιν, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν ἔφθασεν εἰς τοσοῦτον δυνάμεως ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ, ὥστε νὰ δύναται νὰ καταλάβῃ τὴν ἀρχήν. Ἐν ὅσῳ ἐν τῇ Βουλῇ εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν ἔχει τὴν πλειονοψηφίαν τῶν μελῶν τοῦ κοινοβουλίου, ἐν ὅσῳ εἶναι γνωστὸν ἐν τῇ Ἑλλάδι, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν ἔφθασεν εἰς τοσοῦτον δυνάμεως, ὥστε νὰ δυνηθῇ καὶ νὰ καταλάβῃ καὶ νὰ συντηρήσῃ τὴν ἀρχὴν, δὲν ἦτο ἀναγκαῖον νὰ δώσῃ σήμερον ἐνώπιον τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον προῃρέθη νὰ δώσῃ ὁ προϊστάμενος τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Ἀλλ’ ὁ λόγος αὐτοῦ εἶχεν ἄλλον σκοπὸν, ἐσκόπει νὰ καταλήξῃ πρὸς ζημίαν ἐκείνων, μεθ’ ὧν συμψηφοφορῶ πρὸ πολλοῦ ἐν τῇ Βουλῇ. Ὁ προϊστάμενος τῆς ἀντιπολιτεύσεως σᾶς εἶπεν, ὅτι ἐπεθύμει νὰ ἐπιχειρήσῃ νὰ ῥίψῃ τὴν κυβέρνησιν, καὶ ἠδύνατο νὰ ἐπιζητήσῃ νὰ λάβῃ διὰ τῆς ψήφου ἡμῶν τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν εἶχε τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἠδύνατο νὰ συντηρήσῃ τὴν Κυβέρνησιν, τὴν ὁποίαν ἤθελε σχηματίσει. Ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ ἔχῃ τὴν πεποίθησιν ταύτην, διότι ὀλίγαι τινὲς ψῆφοι ὑπουργικαὶ ἂν ψηφίσωσι μετὰ τῆς ἀντιπολιτεύσεως εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης, τὸ ὁποῖον ἡ ἀντιπολίτευσις ἤθελε θέσει, δὲν ἔχει τὴν βεβαιότητα, ὅτι αἱ ψῆφοι αὐταὶ ἤθελον συνταχθῆ μὲ τὸν προϊστάμενον τῆς ἀντιπολιτεύσεως καὶ συντελέσει εἰς τὸ μέλλον, διὰ νὰ συντηρήσῃ αὐτὸ, τὴν Κυβέρνησιν, τὴν ὁποίαν ἔμελλε νὰ σχηματίσῃ. Ἐπειδὴ δὲ, κατὰ τὸ φρόνημα τοῦ προϊσταμένου τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἡ παροῦσα Κυβέρνησις εἶναι ἀνεπαρκὴς, ἐπειδὴ αὕτη δὲν δύναται νὰ ὑψωθῇ εἰς τὸ ὕψος τοῦ ἔργου, τὸ ὁποῖον ἡ Ἑλλὰς ἐπεχείρησε διὰ τῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν ὁ προϊστάμενος τῆς ἀντιπολιτεύσεως ὡς ἀρχηγὸς τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως εἰσήγαγε καὶ ἐπέβαλεν εἰς τὸν τόπον πρὸ 7 μηνῶν, οὐδὲ δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ πρὸς τὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας ἡ ἐφαρμογὴ τῆς πολιτικῆς ταύτης παρήγαγε, διὰ τοῦτο ἐπέῤῥιψε τὴν εὐθύνην τῆς συντηρήσεως τῆς τοιαύτης Κυβερνήσεως εἰς ἐκείνας τὰς ὀλίγας ψήφους, τὰς ὁποίας ὠνόμασεν ὑπουργικὰς, διότι αὗται αἱ ὀλίγαι ψῆφοι δὲν συναινοῦσι νὰ συνταχθῶσι μετ’ αὐτοῦ, διὰ νὰ ὑποστηρίξωσιν αὐτὸν νὰ λάβῃ καὶ νὰ σχηματίσῃ Κυβέρνησιν, ὅπως ἀντικαταστήσῃ τὴν ἀνεπαρκῆ Κυβέρνησιν δι’ ἄλλης ἐπαρκοῦς. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος μ’ ἔφερε, κύριοι, εἰς τὸ βῆμα, διότι ἐνόμισα, ὅτι εἶχον καθῆκον ν’ ἀποκρούσω εὐθύνην, τὴν ὁποίαν ἐμμέσως ὁ προϊστάμενος τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἐμελέτησε νὰ ἐπιῤῥίψῃ ἐφ’ ἡμᾶς. Καὶ ἂν μὲν ἦτον ἡ πρώτη συνεδρίασις τῆς συνόδου ταύτης, ἐὰν εἴχομεν νὰ παγιωθῶμεν πρὸ ἓξ μηνῶν, ἐὰν δὲν εἴχομεν ἀνταλλάξει καὶ ἐξηγήσει τὸ φρόνημα ἡμῶν ἐπὶ τῶν πολιτικῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἐπανειλημμένως ἐσυζητήθησαν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἤθελον ὑποθέσει, ὅτι ὁ προϊστάμενος τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἔπεισεν ἑαυτὸν, ὅτι εἶχεν ἀφορμὴν διὰ νὰ ζητήσῃ νὰ ἐπιῤῥίψῃ ἐφ’ ἡμᾶς τὴν εὐθύνην ταύτην. Ἀλλ’ ἀφοῦ τοσάκις ἐσυζητήσαμεν τὴν πολιτικὴν τοῦ τόπου ἐν τῷ κοινοβουλίῳ, ἀφ’ οὗ οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ὤκνησεν ἢ ἐδίστασε νὰ καταδηλώσῃ τὸ φρόνημά του, ἀπορῶ πῶς ἐνόμισεν ὁ προϊστάμενος τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι ἠδύνατο νὰ κηρύξῃ ἡμᾶς ὑπευθύνους, διότι ἡμεῖς ἔχομεν φρόνημα ὅλως διαφορετικὸν ἀπὸ τὸ φρόνημα, τὸ ὁποῖον αὐτὸς ἔχει. Δὲν ὑπέλαβον ποτὲ, κύριοι, ὅτι τὰ πολιτικὰ κόμματα εἶναι συστάσεις ἀτόμων, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀντιφρονοῦσι πρὸς τὰς ἄλλας συστάσεις, εἰμὴ μόνον ἕνεκα τῆς διαφορᾶς τῶν συμφερόντων, τὰ ὁποῖα ἐπιζητοῦσι. Δὲν ἐθεώρησα ποτὲ, ὅτι τὰ πολιτικὰ κόμματα διακρίνονται ἀπ’ ἀλλήλων μόνον διὰ τῆς διακρίσεως τῶν συμφερόντων, οὐχὶ δὲ διὰ τῆς διακρίσεως ἰδεῶν. Διὰ τοῦτο πολλάκις ἐξέφρασα τὴν ἀπορίαν μου, διατί, ὅταν ταὐτότης πολιτικῶν ἰδεῶν, ταὐτότης πολιτικοῦ φρονήματος συνδέῃ συναδέλφους ἐνταῦθα, διατί δὲν συνέρχονται νὰ συμπράξωσι, νὰ συνεννοηθῶσι καὶ νὰ ζητήσωσι τὴν πληρεστέραν ἐφαρμογὴν τῶν ἰδεῶν, τὰς ὁποίας ἐπίσης παραδέχονται καὶ τῶν ὁποίων τὴν ἐφαρμογὴν ἐπιζητοῦσιν. Ἐγὼ δυστυχῶς καὶ οἱ ὀλίγοι κύριοι, οἵτινες συμψηφίζουσι μετ’ ἐμοῦ, δὲν ἔχομεν τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἡ ἀντιπολίτευσις εἰσήγαγεν ὡς πολιτικὴν τῆς Ἑλλάδος. Καὶ ἐνόσῳ μὲν ἡ ἀντιπολίτευσις ἦτο Κυβέρνησις, ἐφρονοῦμεν ὅπως καὶ τ’ ἄλλα μέλη τῆς ἀντιπολιτεύσεως, τὰ ὁποῖα προητοιμάζοντο τότε νὰ ψηφίσωσι κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, καὶ τὰ ὁποῖα ἐσκέπτοντο ὅπως ἐσκεπτόμεθα καὶ ἡμεῖς. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἔπεσε, γενομένη ἀντιπολίτευσις, ἀφοῦ ἡ ἀντιπολίτευσις αὐτῆς διεδέχθη ἐκείνην εἰς τὴν ἀρχὴν καὶ ἦλθεν εἰς τὰ πράγματα, εἴδομεν, ὅτι διεφωνοῦμεν οὐ μόνον πρὸς τὴν τότε κυβέρνησιν, τὴν πεσοῦσαν καὶ ἀποτελοῦσαν τὴν ἐνεστῶσαν ἀντιπολίτευσιν, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὴν πρώην ἀντιπολίτευσιν, ἥτις διεδέχθη τὴν τότε κυβέρνησιν καὶ κυβερνᾷ νῦν τὸν τόπον. Ἡμεῖς δὲν ἐφρονοῦμεν, ὅτι τὸ Κράτος ἔπρεπε κατὰ τὸν παρελθόντα Ἰούλιον νὰ ἀποδεχθῇ τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις τῆς 10 Μαρτίου ἐπέβαλεν εἰς αὐτό. Ἐθεωροῦμεν τὴν πολιτικὴν τῆς ἐπιστρατεύσεως ὡς τὴν ἐσχάτην πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν ἤθελεν ἐπιβάλει ἡ ἐσχάτη ἀνάγκη, ἐθεωροῦμεν δὲ αὐτὴν ἑπομένως κατὰ τὸν Ἰούλιον πρόωρον καὶ ἐπιζήμιον εἰς τὰ συμφέροντα κατὰ τὸν χρόνον, κατὰ τὸν ὁποῖον εἰσήχθη. Ὅταν τὰ μέλη τῆς ἐνεστώσης Κυβερνήσεως καὶ οἱ φίλοι αὐτῆς μετὰ τῶν ὁποίων συνεψηφοφορήσαμεν, διὰ νὰ ῥίψωμεν ἐπὶ τῷ λόγῳ τούτῳ τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν, ἠσπάσθησαν τὴν πολιτικὴν ταύτην οὐχὶ ὡς πολιτικὴν ἐπιβληθεῖσαν εἰς τὸν τόπον, ἣν κατ’ ἀνάγκην ἐξετέλουν, ἀλλ’ ὡς ἰδίαν αὐτῶν πολιτικὴν, καὶ συνηγωνίσθησαν μετὰ τῆς νῦν ἀντιπολιτεύσεως εἰς τὴν εὔρυνσιν καὶ τὴν ἐπίτασιν αὐτῆς, καὶ ἀνεδέχθησαν τὴν ὅσον οἷόν τε εὐρυτέραν ἐφαρμογὴν αὐτῆς, τότε ἐνόησαμεν, ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα καὶ ἐκτὸς τῆς φάλαγγος τῶν φίλων τοῦ ὑπουργείου, καὶ ἐκτὸς τῆς φάλαγγος τῶν φίλων τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Ἀλλ’ ὄντες ἐκτὸς τῶν δύο κομμάτων, δὲν ἔχομεν καθῆκον νὰ φέρωμεν πρόσκομμά τι εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῆς πολιτικῆς, ἀφοῦ αὕτη ἐπεβλήθη εἰς τὸν τόπον, καὶ ὁ τόπος δὲν ἠδύνατο πλέον νὰ παραιτήσῃ αὐτήν. Ἐὰν δὲ κατὰ τύχην συνέβαινον συμβεβηκότα ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου ἐπιβάλλοντα καὶ εἰς ἡμᾶς τὸ καθῆκον νὰ ἔλθωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἠθέλομεν καὶ ἡμεῖς ἐφαρμόσει κατ’ ἀνάγκην τὴν πολιτικὴν ταύτην, ἀλλ’ ὡς ἐπιβληθεῖσαν εἰς τὸν τόπον καὶ κατ’ ἀνάγκην, μὴ ἀναλαμβάνοντες τὴν εὐθύνην αὐτῆς. Τὴν εὐθύνην τῆς πολιτικῆς ταύτης πρέπει ν’ ἀναλάβωσι τὰ κόμματα, τὰ ὁποῖα ἐπέβαλον αὐτὴν εἰς τὸν τόπον καὶ ἠσπάσθησαν ἔπειτα αὐτὴν ὡς ἰδίαν. Ἡμεῖς λοιπὸν δὲν θέλομεν νὰ παρεμβάλωμεν κανὲν πρόσκομμα εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῆς πολιτικῆς ταύτης, διὰ τοῦτο, ὁσάκις ἐζητήθησαν πιστώσεις ἢ μέσα πρὸς ἐφαρμογὴν αὐτῆς, παρέσχομεν αὐτὰ ἀνεξετάστως. Ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα παντάπασι ν’ ἀναλάβωμεν τὴν εὐθύνην διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς πολιτικῆς αὐτῆς καὶ διὰ τὰς συνεπείας αὐτῆς. Καλούμενοι δὲ νὰ δώσωμεν ψῆφον ἐμπιστοσύνης ἀπόλυτον πρὸς ἓν τῶν κομμάτων αὐτῶν, εἴτε πρὸς τὸ ἐπιβαλὸν αὐτὴν εἰς τὸν τόπον, εἴτε πρὸς τὸ ἀναδεχθὲν τὴν πολιτικὴν ταύτην ὡς ἰδίαν, εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ ἀποφύγωμεν τὴν εὐθύνην τῶν συνεπειῶν τῆς πολιτικῆς ταύτης καὶ νὰ δώσωμεν ψῆφον σύμφωνον μὲ τὸ πολιτικὸν φρόνημα ἡμῶν τοῦτο, ἤτοι ψῆφον ἀποφατικήν. Δυστυχῶς ἡ ἀποφατικὴ αὕτη ψῆφος ἤθελεν εἶσθαι ἀποφατικὴ πρὸς ἑκάτερον τῶν δύο κομμάτων, ἐπειδὴ δὲ ταῦτα μικρὸν διαφέρουσι κατὰ τὰς ἀριθμητικὰς δυνάμεις, ἡ ψῆφος ἡμῶν αὕτη ἤθελε φέρει βεβαίως ἐπανειλημμένας ὑπουργικὰς κρίσεις. Διὰ τοῦτο εὐχαρίστως εἴδομεν, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις παρῃτήθη ἀπὸ τοῦ νὰ ζητήσῃ τὴν τοιαύτην ψῆφον τῆς Βουλῆς. Ἐὰν τοιαύτην ψῆφον ἐζήτει ἡ ἀντιπολίτευσις, ἤθελε συμβῆ ἀληθῶς τὸ ἄτοπον νὰ πέσωσιν ἀλληλοδιαδόχως ἡ ἐνεστῶτα Κυβέρνησις καὶ ἡ διάδοχος αὐτῆς, ἤτοι ἡ Κυβέρνησις, τὴν ὁποίαν ἤθελε σχηματίσει ἡ ἀντιπολίτευσις. Ἀλλὰ τὸ ἄτοπον τοῦτο δὲν ἠθέλομεν φέρει ἡμεῖς, οἵτινες δὲν εἴχομεν προβάλει τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης, ἀλλ’ ἐκεῖνοι, οἵτινες ἤθελον προβάλει αὐτὸ, ἤτοι ἡ ἀντιπολίτευσις, ἥτις ἐγνώριζεν ἤδη, ὅτι αἱ ψῆφοι τῶν μετ’ ἐμοῦ συμψηφοφορούντων ἦσαν δυσμενεῖς οὐχὶ μόνον πρὸς τὴν ἐνεστῶσαν κυβέρνησιν, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὴν ἐνεστῶσαν ἀντιπολίτευσιν, ἂν ἐγίνετο κυβέρνησις, πιπτούσης τῆς ἐνεστώσης. Ἴσως ἐκ τῆς ἀλλεπαλλήλου ταύτης πτώσεως τῶν κυβερνήσεων, ἥτις δὲν ἦτο ἀπίθανον νὰ παραβλάψῃ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, ἴσως ἤθελε προκύψει παραμυθία, διότι ἤθελε πιέσει ἀμφότερα τὰ κόμματα καὶ ἤθελεν ἀναγκάσει τοὺς ἀσπαζομένους τὴν αὐτὴν πολιτικὴν, καίτοι διῃρημένους εἰς τὰ δύο κόμματα, νὰ συνέλθωσι καὶ συμπράξωσι πρὸς ἐφαρμογὴν τῆς πολιτικῆς αὐτῶν. Ἀλλ’ ἔργον ἡμῶν δὲν ἦτο νὰ προκαλέσωμεν τὰς ὑπουργικὰς αὐτὰς κρίσεις, καθῆκον ἡμῶν ἦτο νὰ σιωπῶμεν, ἐφ’ ὅσον τὰ κόμματα δὲν ἤθελον μᾶς ἀναγκάσει νὰ δώσωμεν ψῆφον ἀπολύτου ἐμπιστοσύνης εἰς ἓν τῶν δύο κομμάτων. Ἡ ψῆφος τῆς ἀπολύτου ἐμπιστοσύνης ἦτον ἀναδοχὴ τῆς πολιτικῆς, ἡ ὁποία ἐπεβλήθη εἰς τὸν τόπον, ἡμεῖς δὲ δὲν ἤμεθα ὑπὲρ τῆς πολιτικῆς ταύτης, οὐδὲ ἠδυνάμεθα νὰ δώσωμεν ψῆφον ἐμπιστοσύνης, χωρὶς νὰ ἀναδεχθῶμεν τὴν εὐθύνην διὰ τὴν πολιτικὴν ταύτην. Ἡ πολιτικὴ αὕτη δὲν συνεζητήθη ἀπὸ τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους, οὐδ’ ἐνεκρίθη ἀπὸ αὐτοὺς. Οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους συνεκλήθησαν τρεῖς μῆνας μετὰ τὴν εἰσαγωγὴν τῆς πολιτικῆς αὐτῆς, ὅτε εἶχεν ἐπιβληθῆ πλέον εἰς τὸν τόπον οὐ μόνον μέγα μέρος τῶν δαπανῶν τῆς πολιτικῆς ταύτης, ἀλλὰ καὶ αἱ ὑποχρεώσεις τῆς τιμῆς αὐτοῦ. Αἱ ὀλίγαι ψῆφοι, τῶν ὁποίων ἐμνήσθη ὁ προϊστάμενος τῆς ἀντιπολιτεύσεως, δὲν εἶναι ψῆφοι ὑπουργικαί. Ἐχορήγησαν μὲν τὴν συνδρομήν των εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι εἶχον καθῆκον νὰ μὴ παρεμβάλωσι πρόσκομμά τι εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῆς πολιτικῆς αὐτῆς· φρονοῦσι δὲ, ὅτι ἡ πολιτικὴ αὕτη πρέπει νὰ λειτουργήσῃ μετὰ πάσης εὐρύτητος καὶ νὰ ἐπιζητήσῃ τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἐσκόπει, ἤτοι τὴν ἀμείωτον παραχώρησιν τῶν ἐν τῇ συνόδῳ τοῦ Βερολίνου προσδιορισθεισῶν χωρῶν. Αἱ ὀλίγαι ψῆφοι, ὧν ἐμνήσθη ὁ προϊστάμενος τῆς ἀντιπολιτεύσεως, φρονοῦσιν, ὅτι, ἐφαρμοζομένης μετ’ εὐρύτητος τῆς πολιτικῆς, περὶ ἧς ὁ λόγος, πρέπει νὰ ἐπιζητηθῇ εἴτε διὰ τῆς βίας, εἴτε διὰ τῆς εἰρήνης, ἡ ἀμείωτος παραχώρησις τῶν εἰρημένων χωρῶν, καὶ ὅτι οὐδεὶς μέσος ὅρος δύναται νὰ ὑπάρξῃ. Ἐν ὅσῳ τὸ Κράτος ἐνεργεῖ ἐλευθέρως, ἐν ὅσῳ ἔχει πλήρη καὶ ἀκώλυτον τὴν διάθεσιν τῶν ἰδίων αὐτοῦ μέσων, πρέπει νὰ ζητήσῃ πλήρη καὶ ἀμείωτον τὴν ἐφαρμογὴν τῶν ἀποφάσεων τῆς Συνόδου τοῦ Βερολίνου. Ἡμεῖς ἐφρονοῦμεν, ὅτι, πρὶν ἢ φθάσωμεν εἰς τὴν πολιτικὴν τῆς ἐπιστρατεύσεως, ἔπρεπε νὰ προστρέξωμεν εἰς ἄλλα μέσα, τῶν ὁποίων ἠδυνάμεθα νὰ κάμωμεν χρῆσιν. Ἐφρονοῦμεν, ὅτι, ἐὰν δὲν εἰσήγετο, ἢ μᾶλλον ἐὰν δὲν ἐπεβάλλετο ἡ πολιτικὴ, ἣν ἀκολουθοῦμεν, δὲν ἤθελεν ἐπέλθει ἡ τοιαύτη διατάραξις τῶν ἐν τῇ Εὐρώπῃ γνωμῶν, ἡ ὁποία χρησιμεύει νῦν ὡς σπουδαιοτάτη ἀφορμὴ παρακωλύουσα τὴν πλήρη ἐφαρμογὴν τῆς Βερολινείου ἀποφάσεως· διότι ἡ διατάραξις αὕτη εἶναι ἡ μόνη πηγὴ, ἀπὸ τῆς ὁποίας ἀντλεῖ ὅλην τὴν ἀρνητικὴν αὑτῆς δύναμιν ἡ ὅμορος ἐπικράτεια. Διὰ τοῦτο ἤμεθα κατὰ τῆς πολιτικῆς τῆς ἐπιστρατεύσεως. Ἀλλὰ νῦν, ἀφοῦ ἐπεβλήθη εἰς τὸν τόπον, φρονοῦμεν, ὅτι τὸ Κράτος πρέπει νὰ μετέλθῃ αὐτὴν μέχρις ἄκρων, καὶ διὰ τοῦτο οὐδέποτε ἠρνήθημεν, οὐδὲ θέλομεν ἀρνηθῆ τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἤθελον μᾶς ζητηθῆ, ἵνα λειτουργήσῃ εὐρέως ἡ πολιτικὴ αὕτη. Ὅθεν, ἐὰν κόμμα τι ἐκ τῶν δύω ὑπαρχόντων ἐν τῇ Βουλῇ ἤθελε νομίσει, ὅτι ἔπρεπε νὰ ζητήσῃ τὴν ψῆφον ἡμῶν δι’ ὡρισμένας πράξεις καὶ γεγονότα, ἂν ἠθέλομεν προκληθῆ εἴτε νὰ ἐπικρίνωμεν γεγονότα τετελεσμένα, εἴτε νὰ γνωμοδοτήσωμεν ἐπὶ μέτρων μελλόντων, ἠθέλομεν ἐξετάσει ἄνευ ἰδιοτελείας ἢ ἰδιοβουλίας τὰ πράγματα καὶ δώσει τοιουτοτρόπως τὴν ψῆφόν μας. Ἐὰν ὅμως ἠθέλομεν προκληθῆ νὰ δώσωμεν ψῆφον ἀπολύτου ἐμπιστοσύνης, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ δώσωμεν ψῆφον τοιαύτην πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐφαρμόζουσι τὴν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς δὲν συμμεριζόμεθα. Ἡ ἀπόλυτος ἐμπιστοσύνη ὑποθέτει τὴν ἐντελῆ καὶ πλήρη ταυτότητα τῶν πολιτικῶν ἰδεῶν. Ἐντελὴς δὲ καὶ πλήρης ταυτότης τῶν πολιτικῶν ἰδεῶν ὑπάρχει μὲν μεταξὺ τῶν δύω κομμάτων, μεταξὺ τοῦ κόμματος τοῦ ὑπουργείου καὶ τοῦ κόμματος τῆς ἀντιπολιτεύσεως, οὐδεμία ὅμως ταυτότης πολιτικῶν ἰδεῶν ὑπάρχει μεταξὺ τούτου ἢ ἐκείνου τῶν εἰρημένων δύω κομμάτων καὶ ἡμῶν· διὰ τοῦτο ἠθέλομεν ἀναγκασθῆ νὰ δώσωμεν ψῆφον ἀρνητικήν.
§27ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὡραῖα.
§28ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Λέγουσί τινες ὡραῖα, διότι ἴσως δὲν ἐννοοῦσι τὰ ζητήματα. Ὅταν ἔχῃ τις γνώμην πολιτικήν, εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ὑποτάσσῃ τὴν ψῆφόν του εἰς τὴν γνώμην του, ἄλλως λέγει ψεῦδος· ἡμεῖς δὲ δὲν θέλομεν νὰ εἴπωμεν ψεῦδος, διότι ἠθέλομεν εἰπεῖ ψεῦδος, λέγοντες, ὅτι ἔχομεν ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἢ εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν, ἀφοῦ καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ ἀντιπολίτευσις ἀκολουθεῖ πολιτικήν, τὴν ὁποίαν δὲν ἀσπαζόμεθα. Ἤκουσα τὸν προϊστάμενον τῆς ἀντιπολιτεύσεως εἰπόντα, ὅτι ἐσκέφθη νὰ μὴ φέρῃ ζήτημα πολιτικόν, καὶ νὰ μὴ προκαλέσῃ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, διότι οὕτω, ἐὰν ἠθέλομεν εἶσθαι κατὰ τοῦ ὑπουργείου, ἠθέλομεν ὅμως ὕστερον εἶσθαι καὶ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἤθελε σχηματισθῆ· προῃρέθη δὲ νὰ ἐπιῤῥίψῃ τὴν εὐθύνην τῆς ἕνεκα τούτου διατηρήσεως τῆς Κυβερνήσεως εἰς ἡμᾶς, διότι δὲν ὑπισχνούμεθα νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν κυβέρνησιν, τὴν ὁποίαν ἤθελε σχηματίσει. Εἶπον, ὅτι ἔλαβον τὸν λόγον, ἵνα ἀποκρούσω τὴν εὐθύνην ταύτην. Ἡ εὐθύνη, τὴν ὁποίαν ἐπέῤῥιψαν ἐφ’ ἡμᾶς, δὲν εἶχε βάσιν λογικήν, διότι ἡμεῖς εἴμεθα καὶ ὀφείλομεν νὰ εἴμεθα δοῦλοι τῆς ἰδίας ἡμῶν γνώμης, ἐν ὅσῳ δ’ ἔχομεν τοιαύτην γνώμην, ἐκπληροῦμεν τὸ καθῆκόν μας, μὴ ἀποχωριζόμενοι ἐξ αὐτῆς. Ἑπομένως δὲν δυνάμεθα νὰ ὑποσχεθῶμεν τὴν ψῆφον τῆς ἐμπιστοσύνης οὐδὲ εἰς τοὺς διαδόχους, ἀφοῦ οὗτοί εἰσιν οἱ εἰσηγησάμενοι καὶ ἐπιβαλόντες εἰς τὸν τόπον τὴν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν καὶ ἡ ἐνεστῶσα κυβέρνησις υἱοθέτησεν καὶ ἀπεδέχθη ὡς ἰδίαν. Διὰ τοῦτο ὑπάρχει μεταξὺ ἑκατέρου τῶν δύο κομμάτων καὶ ἡμῶν ἡ αὐτὴ ἀπόστασις· ὑπάρχει ὅμως καὶ μικρὰ διαφορά, καὶ ταύτην ὀφείλω νὰ καταδείξω εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ διαφορὰ εἶναι, ὅτι τὸ κόμμα, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὴν ἀντιπολίτευσιν, καὶ τὸ ὁποῖον ἀπετέλει τὴν κυβέρνησιν τῆς 10 Μαρτίου, ἵσταται ὀλίγον ἀπώτερον ἀφ’ ἡμῶν, ἢ ὅσον ἀπέχει ἡμῶν τὸ ἕτερον κόμμα. Δὲν ἵσταται ἀπώτερον μόνον, διότι εἰσήγαγε καὶ ἐπέβαλεν εἰς τὸν τόπον τὴν πολιτικὴν τῆς ἐπιστρατείας, διότι ταύτην υἱοθέτησε καὶ ἐφαρμόζει ὡς ἰδίαν καὶ τὸ ἕτερον κόμμα, ἀλλὰ διότι ἐπέβαλεν εἰς τὸν τόπον τὴν πολιτικὴν τῆς ἐπιστρατείας διὰ τῆς διαστροφῆς τῶν συνταγματικῶν θεσμῶν, ἤτοι χωρὶς ἐκ τῶν προτέρων νὰ προκαλέσῃ εἰς τὸ κοινοβούλιον εὐρεῖαν ἐπ’ αὐτῆς συζήτησιν καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν γνώμην τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους. Ἂν οὕτως ἐπολιτεύετο τότε, δὲν ἤθελε μᾶς χωρίζει ἀπ’ αὐτοῦ μακρότερον διάστημα, καὶ ἠθέλομεν ἀπέχει ἐξ ἴσου ἑκατέρου αὐτῶν, ἀλλ’ ἀφοῦ ἐπολιτεύθη οὕτως, ὀφείλω νὰ μὴ λησμονήσω τὴν τοιαύτην ἰδιότητα αὐτοῦ τὴν ἐλαττωματικὴν, καὶ ἕνεκα ταύτης νὰ ἵσταμαι ἀπώτερον παρ’ ὅσον ἵσταμαι πρὸς τὸ ἄλλο κόμμα. — Ταῦτα, τὰ ὁποῖα εἶπον, ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ἡ πεποίθησις ἡμῶν εἶναι, ὅτι πρέπει νὰ κυβερνῶσι τὸν τόπον μέχρι τοῦ πέρατος τοῦ ἐξωτερικοῦ ἡμῶν ζητήματος τὰ κόμματα, τὰ ὁποῖα ἐπέβαλον εἰς τὸν τόπον καὶ ἠσπάσθησαν τὴν πολιτικὴν, ἡ ὁποία λειτουργεῖ, ὅτι, καὶ ἂν τὸ ἕν τῶν κομμάτων τούτων εἶναι ἀνεπαρκὲς, πρέπει νὰ σπεύσῃ τὸ ἕτερον νὰ συμπληρώσῃ αὐτὸ, ἀφ’ οὗ δὲν διαφωνεῖ οὔτε κατὰ τὴν πολιτικὴν, οὔτε κατὰ τὰ μέσα αὐτῆς. Ἡμεῖς οἱ ὀλίγοι, οὐ μόνον διότι δὲν ἔχομεν ἀρκούσας ἐν τῷ κοινοβουλίῳ δυνάμεις, ἀλλὰ καὶ διότι τὰ πράγματα δὲν ἐπιτρέπουσιν εἰς ἡμᾶς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν οὐδὲ τὴν ἐλπίδα, οὐδὲ τὴν ἐπιθυμίαν νὰ ἀναλάβωμεν τὴν κυβέρνησιν, οὐδὲ μᾶς εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ συμπράξωμεν μετ’ οὐδετέρου τῶν κομμάτων πρὸς σχηματισμὸν κυβερνήσεως, ἐν ὅσῳ δὲν ἐπέλθωσι τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμοζομένης πολιτικῆς, ἀφ’ οὗ αὕτη δὲν ἐπιδοκιμάζεται παρ’ ἡμῶν.
§29ΦΙΛΗΜΩΝ. Νομίζω, ὅτι αἱ ἀνακοινώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ αἱ ἐξηγήσεις, αἵτινες ἐδόθησαν ἀκολούθως παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Μεσολογγίου, δὲν δύνανται νὰ παρέλθωσιν ἄνευ ἀποτελέσματος καὶ ἄνευ ἐκφράσεως τῆς Βουλῆς ὁλοκλήρου. Πέποιθα, ὅτι ἡ ἀπάντησις τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡ ἑρμηνεία ἡ γενομένη παρὰ τοῦ βουλευτοῦ Μεσολογγίου, ἢ καὶ γενομένη ἀποδεκτὴ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἀντιπροσωπεύει καὶ ἐκφράζει τὰ αἰσθήματα ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς. Δὲν θίγω τὸ ζήτημα τὸ πολιτικόν, ἀλλὰ μόνον τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν τελευταίαν ἀνακοίνωσιν τῶν Δυνάμεων καὶ τὴν ἀπάντησιν, ἥτις ἐδόθη ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως. Νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ εἴπῃ, ὅτι μετὰ τὰς δοθείσας ἐξηγήσεις ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως καὶ μετὰ τὰς ἐξηγήσεις τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Μεσολογγίου, ἡ Βουλὴ μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§30ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Αἱ ἐξηγήσεις τοῦ προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἢ μᾶλλον ἡ ἀπάντησις τοῦ προέδρου τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τοὺς κκ. πρέσβεις τῶν μεγάλων Δυνάμεων ἔχει τι, κατ’ ἐμὲ, τὸ ἀόριστον, καὶ διὰ τοῦτο θεωρῶ, ὅτι εἶναι καθῆκόν μου ὡς ἀντιπροσώπου νὰ ποιήσω ἐπιφυλάξεις τινάς. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς εἶπεν ἀπαντῶν εἰς τοὺς κ. κ. πρέσβεις, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ὑπόσχεται νὰ ἀπόσχῃ πάσης πράξεως ἐπιθέσεως κατὰ τῆς ὁμόρου ἐπικρατείας, ἐν ὅσῳ ἐξακολουθοῦν αἱ διαπραγματεύσεις τῶν μεγάλων Δυνάμεων, αἱ τείνουσαι εἰς τὴν λύσιν τοῦ ἡμετέρου ζητήματος. Ἀλλ’ ὁ κ. πρωθυπουργὸς δὲν ἐδήλωσεν ἐὰν ἐποιήσατο καὶ τὰς ἐπιφυλάξεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας τὰ πράγματα ἐπιβεβαιοῦσιν ἡμῖν. Αἱ δὲ ἐπιφυλάξεις αὗται εἰσὶ δύο· πρῶτον ἐπὶ πόσον χρόνον θὰ παραταθῶσιν αἱ διαπραγματεύσεις. Ἐὰν πρόκηται νὰ παραταθῶσι τόσον χρόνον, ὅσον διήρκεσαν ἀφ’ ἧς ἀνεφάνη τὸ ζήτημα τὸ περὶ τῶν ὁμόρων ἐπαρχιῶν, τότε ἡ ὑπόσχεσις, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ἰσοδυναμεῖ πρὸς τὴν καταδίκην τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν ἀπραξίαν, εἰς τὸν θάνατον διὰ τῆς αὐτοχειρίας. Δὲν ἐδήλωσεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἐὰν ἐποιήσατο ῥητῶς τοιαύτην ἐπιφύλαξιν, καὶ διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ ἀποδεχθῇ καθ’ ὁλοκληρίαν τὰς γενομένας ἐξηγήσεις, ἐπιβαλλομένου τῇ Ἑλλάδι νὰ ἔχῃ τὴν ἐλευθερίαν, ἂν αἱ διαπραγματεύσεις παραταθῶσι πέραν τοῦ σημείου ἐκείνου, τοῦ μὴ ἐπιτρέποντος τὴν ὑπομονὴν καὶ τὴν ἀπραξίαν, νὰ ἔχῃ τὴν ἐλευθερίαν τῆς ἐνεργείας, ἥτις ἀφίεται εἰς πάντα ἄνθρωπον, ὅστις εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ σκέπτηται περὶ τῆς διασώσεως τῆς ὑπάρξεώς του καὶ τῆς τιμῆς του. Δὲν γνωρίζω ἂν ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἐποιήσατο τοιαύτην ῥητῶς καὶ ἐκπεφρασμένως ἐπιφύλαξιν.
§31ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶπε trés prochainement.
§32ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πολὺ συντόμως.
§33ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Δευτέρα ἐπιφύλαξις, τὴν ὁποίαν νομίζω, ὅτι ὤφειλε νὰ κάμῃ ὁ κ. πρωθυπουργός, εἶναι ἡ ἐπιφύλαξις ἐπὶ τῇ περιπτώσει, καθ’ ἣν, διαρκουσῶν τῶν διαπραγματεύσεων, οἱ Τοῦρκοι ἤθελον ἐξακολουθῆ πολιτευόμενοι ἀπέναντι τῶν ὁμόρων ἐπαρχιῶν, καθ’ ὃν τρόπον πολιτεύονται, καὶ ἡ πολιτεία ἤθελε λάβει μεγαλαιτέραν ἐπίτασιν, ἐπὶ τῇ περιπτώσει, καθ’ ἣν ἡ φυλὴ, μετὰ τῆς ὁποίας ἔχομεν πολλὰ τὰ κοινὰ, δὲν θελήσῃ νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὴν βίαν καὶ νὰ στρέψῃ καθ’ ἡμῶν τὰ ὅπλα της, καὶ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ποιήσηται χρῆσιν τῶν ὁποίων κέκτηται ἰσχυρῶν μέσων, ὅπως ἀποκρούσῃ τὴν βίαν διὰ τῆς βίας. Κατὰ τὰς περιπτώσεις ταύτας ἰσχύει ἡ ὑπόσχεσις, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ὀφείλομεν νὰ μένωμεν μὲ τὰς χεῖρας ἐσταυρωμένας, ὅταν οἱ ἀδελφοὶ ὑφίστανται δηώσεις καὶ καταστροφὰς, καὶ εἰς κίνδυνον ἐκτεθειμένοι εἰσὶν οἱ φυσικοὶ ἡμῶν σύμμαχοι· ὀφείλομεν νὰ μένωμεν ἀπρακτοῦντες κατὰ τὰς ὑποσχέσεις τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ; Βεβαίως ὄχι. Διὰ ταῦτα νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ ἐξηγήσῃ, ὅτι ἐγκρίνει τὴν πρὸς τοὺς πρέσβεις ἀπάντησιν τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ ὑπὸ τὰς δύο ταύτας ἐπιφυλάξεις. Φρονῶ δὲ, κύριοι, ὅτι ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ προβῇ καὶ πάλιν πανηγυρικῷ τῷ τρόπῳ εἰς τὴν δήλωσιν, ὅτι δὲν ἐννοεῖ νὰ ἴδῃ μεταβαλλομένην τὴν ἀπόφασιν τῆς Βερολινείου συνδιασκέψεως, καὶ ὅτι δὲν δύναται νὰ ἀποδεχθῇ ἑτέραν ἀπόφασιν ἢ ἐκείνην, ἣν αἱ ἕξ Δυνάμεις ἐξήνεγκον, καὶ ὅτι ἡ ἀπόφασις αὕτη προσέδωκε δικαιώματα, οὐ μόνον εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς λαοὺς, ὑπὲρ τῶν ὁποίων ἐξεδόθη, καὶ διὰ τοῦτο ἡ Ἑλλὰς δὲν δύναται χωρὶς νὰ ἐκτεθῇ εἰς τὴν δικαίαν κατάκρισιν, ὅτι προδίδει τοὺς λαοὺς τούτους, καὶ παραδίδει αὐτοὺς εἰς τὴν καταστροφὴν καὶ τὴν ἐξόντωσιν, νὰ συγκατατεθῇ, ὅπως μεταβληθῇ ἡ ἀπόφασις τῆς Βερολινείου συνδιασκέψεως· καὶ ἐὰν ἡ Εὐρώπη ἤθελεν, ἐναντίον τῆς ἀξιοπρεπείας αὑτῆς καὶ παρὰ τὸ δίκαιον, ἀποφασίσει νὰ μεταβάλῃ αὐτὴν, ἡ Ἑλλὰς ὀφείλει νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Εὐρώπην: τὸ δῶρον εἶναι ἄδωρον καὶ δὲν θέλω ἀποδεχθῆ αὐτὸ, ἢ καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ Εὐρώπη μεταβάλει καὶ πάλιν γνώμην. Ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει εἶναι, κύριοι, φρονῶ ἐπιτετραμμένον εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ δεχθῇ παραχωρήσεις, αἱ ὁποῖαι νὰ μὴ ἦνε σύμφωνοι μὲ τὸ πρωτόκολλον τῆς ἐν Βερολίνῳ συνδιασκέψεως.
§34ΝΙΚΟΚΑΒΟΥΡΑΣ. Αὐτὰ εἶνε δημοκοπίαι.
§35ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Δὲν δημοκοπῶ ἐγὼ, λέγω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἡ καρδία αἰσθάνεται καὶ τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος ἐπιβάλλουσιν· ἄλλοι δημοκοποῦσιν, ἄλλοι ταπεινῶς σκέπτονται εἰς τὰ ἴδια ἀποβλέποντες. Ὅ,τι εἶπον, εἶνε ἡ πεποίθησίς μου, καὶ ταύτην προσεπάθησα νὰ ἐκφράσω. Φρονῶ, κύριοι, ὅτι καὶ μία ἄλλη δήλωσις ἦτο ἀναγκαία κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην, κατὰ τὴν ὁποίαν γίνονται αἱ διαπραγματεύσεις. Εἶπον πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δικάζεται ἐρήμην διὰ τί; διότι, κατὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ, ἓν καὶ μόνον ἔγγραφον ἐξῆλθεν ἀπὸ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀφ’ ἧς ἡ κυβέρνησις ἀνέλαβε τὴν ἐξουσίαν. Θεωρῶ δ’ ἀναγκαῖον, ὅπως ἡ Βουλὴ ποιήσηται καὶ τὴν ἑξῆς δήλωσιν, ὅτι δὲν ἐννοεῖ, ἀφοῦ ἐπὶ τρία ἔτη καταβασανίζεται διὰ τῶν ἐμπαικτικῶν ἀντιῤῥήσεων καὶ ἐνστάσεων τῆς τουρκικῆς κυβερνήσεως, ἀφοῦ ἐξεδόθη μία ἀπόφασις τῆς Εὐρώπης, ἥτις ἐκοινοποιήθη καὶ εἰς τὴν Τουρκίαν καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἡ μὲν Ἑλλὰς ἔσπευσε νὰ ἀποδεχθῇ τὴν ἀπόφασιν, ἡ δὲ Τουρκία οὐ μόνον δὲν ἀπεδέχθη αὐτὴν, ἀλλ’ ἐκηρύχθη κατ’ αὐτῆς, καὶ ἐργάζεται ἤδη ἐπὶ ἕξ ὅλους μῆνας, ὅπως ἀνατρέψῃ αὐτὴν, καὶ ἀφοῦ ἡ Ἑλλὰς, ἵνα ἐκτελέσῃ τὴν ἀπόφασιν τῶν Δυνάμεων, προέβη εἰς δαπάνας, αἵτινες εἶνε ὑπέρτεραι τῶν δυνάμεων αὐτῆς, καὶ δαπάνας, τὰς ὁποίας εὑρίσκεται εἰς ἀνάγκην νὰ ἐπιτείνῃ, διότι ἡ ἐπιμονὴ τῆς Τουρκίας τὴν κάμνει νὰ ὑποθέτῃ, ὅτι θὰ ἀναλάβῃ τὸν περὶ τῶν ὅλων ἀγῶνα, ὅτι μεθ’ ὅλα ταῦτα ἡ Ἑλλὰς δὲν παραδέχεται, ὅτι εἶνε δίκαιον νὰ ὑποβληθῇ εἰς οἱανδήποτε ἀποζημίωσιν ἀπέναντι τῆς Τουρκίας. Αἱ παραχωρήσεις, ἐὰν ἀποφασισθῶσι, δέον νὰ ἦναι ἐλεύθεραι παντὸς βάρους, διότι γίνονται συνεπείᾳ τῶν ἐκβιάσεων, ἃς μετέρχονται ἥ τε Εὐρώπη καὶ ἡ Ἑλλάς. Δὲν πρέπει νὰ ὑποβληθῇ ἡ Ἑλλὰς εἰς ἀποζημιώσεις πρὸς τὴν Τουρκίαν· αἱ παραχωρήσεις τῶν ἐπαρχιῶν πρέπει νὰ ἦναι ἀπηλλαγμέναι παντὸς βάρους. Ἀνάγκη δὲ, κύριοι, νὰ διακηρύξωμεν, ὅτι εἰς περίστασιν, καθ’ ἣν ἡ Ἑλλὰς ἤθελεν εὑρεθῆ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ σύρῃ τὸ ξίφος, δὲν ἐννοεῖ πλέον νὰ περιορίσῃ αὐτὴν εἰς τὴν Ἤπειρον καὶ Θεσσαλίαν· ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐννοεῖ νὰ μὴ καταθέσῃ τὰ ὅπλα ἢ ἀφοῦ ἤθελεν ἐπιτύχῃ τὴν ἕνωσιν αὐτῆς μετὰ τῆς Κρήτης καὶ μετὰ πάσης ἄλλης χώρας, ἔνθα εἶνε ἀποδεδειγμένον, ὅτι ὑπερισχύει καὶ ἐπικρατεῖ ὁ ἑλληνισμός. Ὑπὸ ὅλας αὐτὰς τὰς ἐπιφυλάξεις, ἐπαναλαμβάνω, δύναται ἄνευ ζημίας τοῦ τόπου νὰ ἐγκρίνῃ ἡ Βουλὴ τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ. Ἔρχομαι ἤδη, κύριοι, ἀπευθύνων παρατηρήσεις τινὰς, καθ’ ὅσον ἀποβλέπει τὴν δήλωσιν, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο ὁ ἐκ Γόρτυνος βουλευτής. Ὁ κ. Δηλιγιάννης ἐκάκισε τὴν ἀντιπολίτευσιν, διότι ὁ κ. Τρικούπης ἄνευ λόγου ἀνῆλθεν εἰς τὸ βῆμα καὶ ἠθέλησε νὰ δικαιολογήσῃ τὴν διαγωγὴν, τὴν ὁποίαν αὐτὸς καὶ οἱ φίλοι αὐτοῦ καὶ ἐν γένει ἡ ἀντιπολίτευσις ἐτήρησεν ἀπέναντι τῆς κυβερνήσεως ἀπὸ τῶν ἐπαναλήψεων τῶν ἐργασιῶν της· ταὐτοχρόνως κατέκρινε καὶ τὴν πολιτείαν τῆς κυβερνήσεως. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἐκάκισε τὸν κ. Τρικούπην, λέγων αὐτῷ: ἀφοῦ δὲν εἶσθε εἰς θέσιν νὰ ζητήσητε καὶ καταλάβητε τὴν ἐξουσίαν, ἵνα τί κατακρίνετε τὴν πορείαν ἡμῶν, βλάπτοντες τοιουτοτρόπως ἀντὶ νὰ ὠφελήσητε; Ἂν ὁ ἔλεγχος τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ, ἀποτεινόμενος πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἦναι κατά τι ὀρθὸς, βεβαίως ὁ ἔλεγχος, τὸν ὁποῖον δύναταί τις ν’ ἀπευθύνῃ πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Γόρτυνος βουλευτὴν, ἐφ’ οἷς εἶπε κατακρίνων τὴν συμπολίτευσιν καὶ τὴν ἀντιπολίτευσιν ἐπὶ τῇ ἐπιστρατεύσει, ἐπὶ πολιτείᾳ, ἣν ἐπεδοκίμασε τὸ ἔθνος ὁλόκληρον, εἶναι πλειστάκις βάσιμος καὶ δεδικαιολογημένος. Ἐλέγχων ὁ κ. Τρικούπης τὴν πορείαν τῆς κυβερνήσεως, δύναται νὰ θεωρηθῇ δεδικαιολογημένος, διότι ἔχει ὑπὲρ αὐτοῦ ἂν ὄχι τὸ ἥμισυ τῆς Βουλῆς, τοὐλάχιστον ἕνα σπουδαῖον ἀριθμὸν βουλευτῶν, ἐλέγχων δὲ τὴν πορείαν τῆς κυβερνήσεως δὲν ἀντιστρατεύεται κατὰ τοῦ ἐθνικοῦ ἔργου καὶ τῶν ἐθνικῶν πόθων. Ἀλλ’ ὅταν ἔρχηται ὁ ἐκ Γόρτυνος βουλευτὴς ἔχων, ὡς λέγει, ὀλίγους περὶ αὐτὸν, καὶ ἀποδοκιμάζῃ εἰς τὰς στιγμὰς τὰς μᾶλλον κρισίμους, καθ’ ἃς ἡ Εὐρώπη ἐπασχολεῖται καὶ πρόκειται νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐξαρτᾶται ἡ ὕπαρξις ἢ μὴ ὕπαρξις τοῦ ἔθνους, καὶ ἐπιτίθεται οὐχὶ μόνον κατὰ τῆς συμπολιτεύσεως, ἀλλὰ καὶ κατὰ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, κατακρίνων πικρῶς καὶ καταδικάζων τὴν πολιτικὴν τὴν ἀνδρικήν, τὴν ἑλληνοπρεπῆ, ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζεται τὸ ἔθνος σήμερον τολμῶν νὰ διεκδικήσῃ ἐπιδικασθέντα τὰ δικαιώματά του, νομίζω, ὅτι ὁ κ. Δηλιγιάννης πράττει τι, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι σύμφωνον πρὸς τὴν πολιτείαν τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἵτινες ἐπαγγέλλονται, ὅτι ὡς πολιτευόμενοι ἓν καὶ μόνον ἔχουσι μέλημα, τὴν ἐπίτευξιν τῶν ἀληθῶν συμφερόντων τῆς πατρίδος καὶ τὴν ἱκανοποίησιν τῆς ἐθνικῆς φιλοτιμίας καὶ ἀξιοπρεπείας. Ὅταν βλέπῃ τις, ὅτι ἡ πολιτικὴ, ἣν πρεσβεύει, εἶναι πολιτικὴ, ἥτις δὲν δύναται νὰ ἰσχύσῃ καὶ νὰ ὠφελήσῃ, ὅταν βλέπῃ, ὅτι ἡ πολιτικὴ αὐτοῦ δύναται νὰ ἐπιδράσῃ, ἔστω καὶ κατ’ ἐλάχιστον, ἐπὶ τῶν πραγμάτων τῆς πατρίδος, εὑρισκομένης εἰς κρίσιμον κατάστασιν, τότε πρέπει νὰ ἐνθυμῆται, ὅτι ἡ σιγὴ ἔχει πολὺ μεγαλειτέραν ἀξίαν τῶν λόγων. Ἐὰν οἱ λόγοι ἦναι ἄργυρος, ἡ σιγὴ εἶναι χρυσός. Διὰ τοῦτο, κύριοι, λυποῦμαι, καὶ μετ’ ἐμοῦ πιστεύω πάντες, διότι ὁ κ. Δηλιγιάννης, στηριζόμενος ἐπὶ τῶν περὶ αὐτὸν φίλων, ἐτόλμησε νὰ ἀνέλθῃ εἰς τὸ βῆμα καὶ νὰ κακίσῃ τὴν πολιτικὴν ἐκείνην, ἐφ’ ἧς στηρίζεται τὸ ἔθνος καὶ ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζει τὰς ἐλπίδας του, ὅπως ἐξέλθῃ ἐκ τῶν περιστοιχουσῶν αὐτὸ δυσχερειῶν ἐπιτυχῶς, δοξαζόμενον καὶ τὸ μεγαλεῖον αὑτοῦ προετοιμάζον.
§36Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Καὶ ἄλλοτε ὁ κ. Τρικούπης καὶ σήμερον κατ’ ἐπανάληψιν ἐμέμφθη τῆς Κυβερνήσεως ὡς ἀνεπαρκοῦς, ἰδίως ἕνεκα τῆς ἀνεπαρκοῦς στρατιωτικῆς παρασκευῆς τῆς χώρας, καὶ εἶπε σήμερον, ὅτι ἀποκρούει πᾶσαν δημοσίαν συζήτησιν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος, ἀλλὰ συνάμα εἶχεν ὑπ’ ὄψιν τοὺς κινδύνους, οἵτινες δύνανται νὰ γεννηθῶσιν εἰς τὰς μυστικὰς συνεδριάσεις, ἀποκρούει ἐπίσης καὶ αὐτάς. Ἔχω, κύριοι, καθῆκον νὰ μὴ ἀφήσω ἄνευ ἀναιρέσεως τὰς αἰτιάσεις τοῦ κ. Τρικούπη, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τι, οὐδὲ νὰ ἐπαναλάβω, ὅπως ἐπανέλαβε ταῦτα ὁ κ. Τρικούπης σήμερον. Καὶ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν φράσιν, τὴν ὁποίαν ἀνέφερα περὶ ἀμύνης χώρας, εἶναι βέβαιον, ὅτι ὁ κ. Τρικούπης καὶ πᾶς ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους δὲν δύναται νὰ ὁμιλήσῃ περὶ ἀμύνης τῆς χώρας, ἀφοῦ γνωρίζει, ὅτι ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν τὸ κράτος στερεῖται τοιούτων μονίμων ἀμυντικῶν ἔργων· δὲν ὑποθέτω, ὅτι ὁ κ. Τρικούπης διὰ τῆς παρατηρήσεως αὐτῆς δύναται νὰ ἐννοῇ ἔργα, ἅτινα γίνονται ἐν διαστήματι ὀλιγίστων ἡμερῶν καὶ ὡρῶν. Δὲν ἔχω ἐπίσης τίποτε νὰ προσθέσω καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς ἐξευρέσεως ἀξιωματικῶν μὴ ἐπαρκούντων τῶν ὑπαρχόντων διὰ τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ. Εἶπον τότε ἀρκετὰ καὶ τὴν γνώμην μου αὐτὴν συνεμερίσθησαν πλεῖστοι ἀξιότιμοι ἀξιωματικοί, οἵτινες ἐπὶ τούτῳ ἐλήφθησαν. Τὸ ζήτημα, κύριοι, τῶν στρατιωτικῶν συγκοινωνιῶν, περὶ ὧν καὶ πάλιν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου ἐπραγματεύθη, αὐτὸ, κύριοι, μέχρι τινὸς ἀνῆκε μόνον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἀπό τινος ὅμως ἐποχῆς μετηνέχθησαν πάντοτε ἀπὸ τὸν ἔλεγχον τῆς Κυβερνήσεως εἰς τοὺς διευθυντὰς τῶν στρατευμάτων. Νομίζω, ὅτι ἐξακολουθεῖ ὑφισταμένη ἀνάγκη τῆς μὴ περαιτέρω προσθήκης νέων πληροφοριῶν, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον τὰ γενόμενα ἐν Ἑλλάδι εἶναι γνωστὰ τοῖς πᾶσιν, εἰς δὲ τὸν κ. Τρικούπην, ὑποθέτω, ὅτι εἶναι γνωστὰ ὄχι μόνον τὰ ἐντὸς τοῦ κράτους, ἀλλὰ καὶ τὰ ἐκτὸς τοῦ κράτους.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φιλήμων ὑπέβαλε τὴν ἑξῆς πρότασιν «Μετὰ τὰς γενομένας ἀνακοινώσεις καὶ ἐξηγήσεις παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ περὶ τῶν πρὸς τοὺς πρεσβευτὰς τῶν Μεγάλων Δυνάμεων συνδιαλέξεων αὐτοῦ, καὶ τὰς ἐξηγήσεις τοῦ ἐκ Μεσολογγίου βουλευτοῦ κ. Τρικούπη, ἡ Βουλὴ μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν».
§38ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νὰ τεθῇ «καὶ τὰς ἐπὶ τούτων ἐξηγήσεις».
§39ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Ἀντὶ «κ. Τρικούπη» νὰ τεθῇ «ἀρχηγοῦ τῆς ἀντιπολιτεύσεως».
§40ΡΟΥΦΟΣ. Ἡμεῖς, ψηφοφοροῦντες ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης, δὲν δεσμευόμεθα νὰ φέρωμεν ζήτημα ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου.
§41ΠΟΛΛΟΙ. Εἴμεθα πάντες σύμφωνοι, κύριε Πρόεδρε.
§42Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἐγὼ διαφωνῶ.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναγνωσθεῖσαν πρότασιν, παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται σχεδὸν πάντες.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὑπεβλήθη ἡ ἔκθεσις τῆς ἁρμοδίας ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως γυμνασίου ἐν Ἀμφίσσῃ.
§44ΜΙΛΗΣΗΣ. Νὰ ἐγγραφῇ, παρακαλῶ, εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ νὰ συζητηθῇ κατὰ τὴν παροῦσαν σύνοδον, διότι...
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ αὐτὴ ἐπὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως ἐπιτροπὴ ὑπέβαλεν ἔκθεσιν περὶ αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν καθηγητῶν μετὰ πενταετίαν. Κάτοικοί τινες Κορώνης παραπονοῦνται, ὅτι τὰ ἐπὶ τῆς καταδιώξεως τῶν ἐπιστράτων στρατιωτικὰ ἀποσπάσματα ἐπιχειροῦσι κακώσεις. Παραπέμπεται ἡ ἀναφορὰ αὕτη εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὑπουργεῖον.
§46ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν.) Κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν, ὁ ἐκ Πατρῶν βουλευτὴς ἀπῄτησε νὰ κατατεθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἔγγραφα καὶ αἱ προτάσεις περὶ σιδηροδρομικοῦ συμπλέγματος, τὰς ὁποίας πρό τινος καιροῦ ὑπέβαλεν ὡς ἀντιπρόσωπος ἀτόμων τινῶν ἐκ Κερκύρας βουλευτὴς κ. Παραμυθιώτης. Τὰ ἔγγραφα ταῦτα καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον. Ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς περὶ καταδιώξεως τῶν ἐπιστράτων παρατηρῶ, ὅτι τοιαῦτα παράπονα ὑπεβλήθησαν τῷ ὄντι εἰς τὸ ὑπουργεῖον, καὶ ὅτι τὸ ὑπουργεῖον ἔσπευσε νὰ διατάξῃ ἐντόνως νὰ παύσῃ πᾶσα ἔκνομος ἐνέργεια καὶ ὑπέρμετρος καταδίωξις, καὶ εἶμαι εἰς θέσιν νὰ βεβαιώσω, ὅτι ἔπαυσε.
§47ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἂν ἓν στρατολογικὸν συμβούλιον ἀποῤῥίψῃ προσφυγὴν ἐπιστράτου κατὰ προφανῆ παράβασιν τῆς ἀληθείας καὶ τῶν ψηλαφητῶν γεγονότων, δὲν ὑπάρχει μέσον θεραπείας;
§48ΤΙΝΕΣ. Ὄχι.
§49ΠΕΤΟΥΣΗΣ. Κύριοι βουλευταί, μετὰ τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων ἐκ μέρους τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἐπαναλάβω τὴν συζήτησιν τῆς ὑποθέσεως ταύτης, πρῶτον μὲν διὰ νὰ κρίνητε ὑμεῖς, ἂν τὰ πράγματα πιστοποιῶσι τοὺς λόγους, οὓς πρό τινων ἡμερῶν ὑπέβαλον ἐνώπιον ὑμῶν, δεύτερον δὲ διὰ νὰ κλείσω τὰ χείλη τοῦ κατηγορουμένου νομάρχου Εὐβοίας, ὅστις διὰ τηλεγραφήματός του πρὸς τὸν κ. πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ τῶν δημοσιεύσεων πρὸς τὰς ἐφημερίδας τῆς πρωτευούσης διατείνεται, ὅτι συκοφαντεῖται διὰ τὸν λόγον, ὅτι ὁ δοὺς τὴν ἀναφορὰν εἰς τὸν κ. πρόεδρον πολίτης Χαλκίδος κατὰ τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ ἀστυνόμου Χαλκίδος, δὲν εἶναι πολίτης γνωστός. Λησμονεῖ ὅμως ὁ κ. νομάρχης Χαλκίδος, ὅτι αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁμολογεῖ τὸ ἔγκλημά του, καὶ ἡ ὁμολογία του εἶναι ἀρκοῦσα μαρτυρία ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, λησμονεῖ ὁ κ. νομάρχης Χαλκίδος, ὅτι τὸ ἔγκλημα, τὸ ὁποῖον διέπραξεν, εἶνε ἔγκλημα δημοσίας τάξεως, καὶ ὡς τοιοῦτον εἶχε τὸ δικαίωμα πᾶς τις ἐξ ἡμῶν νὰ τὸ καταγγείλῃ· τὸ κατήγγειλε δὲ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ κ. Σαράβας, τὸ κατήγγειλεν ὁ κ. Λομβάρδος καὶ ἐγώ. Μετὰ τὴν ἐπίσημον ταύτην καταγγελίαν εἶναι πάντη ἀδιάφορον ἂν πιστοποιῇ ὁ ἀστυνόμος Χαλκιδέων, ὅτι τοιοῦτος πολίτης δὲν ὑπάρχει. Δὲν εἶναι ἀρκοῦσα κατηγορία ἡ ἀναφορὰ, ἥτις καὶ εὕρηται ἐνταῦθα, πτωχοῦ ἀρτοποιοῦ Χαλκίδος, ὅστις, μαθὼν τὴν διαγωγήν του, σᾶς ὑπέβαλεν ἀναφορὰν, δι’ ἧς ἐκφράζεται οὕτω (ἀναγινώσκει) «Παρ’ ἐλπίδα ἔμαθον, κύριε νομάρχα, ὅτι παρηνομήσατε»—ὑψώσας τοιουτοτρόπως τὴν χεῖρά του, μέχρι τοῦ ὠτίου σας διὰ νὰ σᾶς δείξῃ ποῖον ἦτο τὸ καθῆκόν σας.» Τίς ἡ ἀνάγκη λοιπὸν νὰ βεβαιωθῇ ἂν ὑπάρχῃ ἢ δὲν ὑπάρχῃ ὁ πολίτης ἐκεῖνος, ὅστις ἔδωσε τὴν ἀναφορὰν εἰς τὸν κ. πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὅταν πρὸς τὸν ἴδιον νομάρχην δίδηται ἀναφορὰ πολὺ πλέον δριμυτέρα ἐκείνης, ἥτις ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν, δι’ ἧς ἐκφράζεται ὁ ἀρτοποιὸς Χαλκίδος, ὅτι μὲ ἔκπληξιν καὶ ἀπορίαν του εἶδε τὸν νομάρχην παρανομοῦντα καὶ δίδοντα τὴν ἔγκρισιν εἰς ἄνθρωπον, ὅστις δὲν ἐμειοδότησε τοιαύτην τιμὴν εἰς τὴν δημοπρασίαν, καὶ ὅτι προσφέρει αὐτὸς ἀντὶ τῶν 29 λεπτῶν 28 κατὰ μερίδα. Ἀλλὰ τί εἶναι τὸ ἔγκλημα, δι’ ὃ καταγγέλλουσι τὸν κ. νομάρχην ἢ ὅτι ἐπλαστογράφησεν ἰδίᾳ χειρὶ τὰ δημόσια πρακτικὰ τῆς δημοπρασίας, εἰς τὴν ὁποίαν οὔτε κἂν μέρος ἔλαβε; Πρὸς ὑποστήριξιν τῆς κατηγορίας ταύτης συντρέχουσι τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ὁ νόμος ἀπαιτεῖ. Πρακτικὰ δημοσίων ἐγγράφων παρεμόρφωσεν ὁ κύριος νομάρχης, ἐνῷ κατὰ τὴν δημοπρασίαν οὐδὲν μέρος ἔλαβε, προσθέσας εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς δημοπρασίας τιμὴν, ἥτις δὲν ἔλαβε χώραν κατὰ τὴν δημοπρασίαν, καὶ τὴν προσέθεσεν ἰδίᾳ χειρὶ, παραμορφώσας τοιουτοτρόπως τὰ πρακτικὰ, διαφθείρας τὴν γνησίαν ἔννοιαν δημοσίων ἐγγράφων καὶ παραβλάψας τὰ δημόσια συμφέροντα, σκοπῶν ἀθέμιτον κέρδος, ὅπερ ἐξάγεται ἐκ τῆς ἀναφορᾶς τοῦ ἀρτοποιοῦ, ὅστις προσέφερε τὴν μικροτέραν τιμήν. Τὸν νομάρχην Χαλκίδος ὁμολογῶ, ὅτι ἐκ φήμης μόνον ἐγνώριζον, καὶ ᾐσθάνθην πολλὴν δυσκολίαν νὰ πείσω ἐμαυτὸν, ὅτι ἦτο ἄξιος τῆς φήμης, ἧς ἀπελάμβανεν· ὑπῆρξε μάλιστα στιγμὴ, καθ’ ἣν πικρὰν ᾐσθάνθην μεταμέλειαν, ὅτι ἐγενόμην ἀφορμὴ νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς εἰς ὑπόθεσιν, ἥτις δὲν εἶχε τὴν ἀξίαν ἐκείνην, ἣν ἐγὼ εὕρισκον εἰς τὴν πληροφορίαν καλοῦ καὶ εἰλικρινοῦς φίλου. Ἰδίως μάλιστα δυσχερὲς ᾐσθάνθην τὸ ἐπιβαλλόμενόν μοι καθῆκον, ὅτε ἀνέλαβε τὴν ὑπεράσπισιν τοῦ νομάρχου ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὃν καὶ τιμῶ καὶ ὑπολήπτομαι. Ἀλλ’ ἐνῷ ὑπὸ τοιαύτην διετέλουν ἀμφιβολίαν, ἔρχονται τὰ πράγματα ἀθρόα πρὸς ἐπιβεβαίωσιν τῶν λόγων. Τί πταίομεν ἡμεῖς, ὅταν ὁ νομάρχης δι’ ἀλλεπαλλήλων ἐγγράφων του ὁμολογῇ τὸ ἔγκλημά του; Ἐπιτρέψατέ μοι κ.κ. βουλευταὶ, νὰ σᾶς ἀναγνώσω ἔγγραφά τινα τοῦ κ. νομάρχου, ἀπευθυνόμενα πρὸς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἀφοῦ διηγεῖται, ὅτι τῷ ὑπεβλήθησαν τοιαῦτά τινα ἔγγραφα ἐκ τοῦ γραφείου, λέγει, ὅτι ὁ πρωτοκολλιστὴς τῆς νομαρχίας τὸν ἐβεβαίωσεν, ὅτι ἔλαβε χώραν καὶ τοιαύτη προσφορὰ ἐν τῇ δημοπρασίᾳ· «καὶ, τοῦτο ἀκούσας, ἔγραψα εἰς τὰ πρακτικὰ τὴν τιμὴν τῶν 29 λεπτῶν»· δηλαδὴ ἐσημείωσεν ὁ νομάρχης διὰ χειρός του πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δὲν εἶχε γραφῆ ἐν δημοσίῳ ἐγγράφῳ γενομένῳ κατὰ τὴν δημοπρασίαν, ὅπου ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ νομάρχου ἦτον ὁ γραμματεὺς τῆς νομαρχίας, διότι δὲν ἔλαβε χώραν. Θὰ συμπληρώσω, κύριοι βουλευταὶ, τὰ συμπεράσματά μου, ἅτινα ἐξάγω ἐκ τῶν ἐγγράφων τούτων, καὶ δὲν θέλει, φρονῶ, σᾶς μείνει ἀμφιβολία, ὅτι διὰ τῶν ἐγγράφων τούτων αὐτὸς ὁ νομάρχης ὁμολογεῖ τὸ ἔγκλημά του. «Μετεκαλεσάμην ἀμέσως ἐνώπιόν μου τὸν γραμματέα τῆς νομαρχίας, ὅστις μὲ ἐβεβαίωσεν, ὅτι τοιαύτη προσφορὰ ἐγένετο μετ’ ὀλίγας ἡμέρας τὴν 9 Φεβρουαρίου». Ἰδοὺ τί γράφει ὁ νομάρχης εἰς τὸν ὑπουργὸν, ἀφοῦ ἐστενοχωρήθη ἐκ τῆς ἀναφορᾶς τοῦ ἀρτοποιοῦ, ὅστις προσέφερε τὴν μικροτέραν τιμὴν, ἀφοῦ ἡ κοινὴ γνώμη τῆς Χαλκίδος ἐξηγέρθη ἐναντίον αὐτοῦ: «Λαμβάνω τὴν τιμὴν, κ. ὑπουργὲ, νὰ σᾶς κάμω γνωστὸν, ὅτι ἐγενόμην θῦμα πλάνης, διότι, ἐνῷ κατ’ ἐπανάληψιν ἠρώτησα τὸν γραμματέα, ὅστις μὲ ἐβεβαίωσεν, ὅτι τοιαύτη προσφορὰ ἐγένετο ἐν τῇ δημοπρασίᾳ, ἤδη, στρέψας πρύμναν, ἰσχυρίζεται, ὅτι τοιαύτη προσφορὰ ἐδόθη μετὰ τὴν δημοπρασίαν, ἐξηγῶν, ὅτι, ὅταν μοὶ ἔλεγε περὶ τὸ τέλος τῆς δημοπρασίας, ἐνόει μετὰ τὸ τέλος αὐτῆς, καὶ διὰ τοῦτο ἐξαιτοῦμαι τὴν ἀκύρωσιν τῆς δημοπρασίας, ὅ ἐστὶν ὁμολογεῖ ὁ κ. νομάρχης, ὅτι καλῶς ὁ εἰσαγγελεὺς ἰσχυρίζεται, ὅτι τοιαύτη προσφορὰ δὲν ἐδόθη εἰς τὴν δημοπρασίαν, ἀφοῦ παραδέχεται, ὅτι ὁ γραμματεὺς τῷ εἶπεν, ὅτι μετὰ τὸ τέλος τῆς δημοπρασίας ἐγένετο τοῦτο καὶ ἀφοῦ ζητεῖ τὴν ἐπανάληψιν τῆς δημοπρασίας. Ἄρα καλῶς κατήγγειλε τὸν νομάρχην ὁ εἰσαγγελεὺς ἐνώπιον τοῦ εἰσαγγελέως τῶν ἐφετῶν, καὶ διὰ τοῦτο ὁ νομάρχης μεταμελούμενος ὁμολογεῖ, ὅτι ἐγένετο θῦμα πλάνης καὶ ζητεῖ συγγνώμην ἐνώπιον τῆς ὑπηρεσίας. Μετὰ ταῦτα, κύριοι, τίς ἡ ἀνάγκη νὰ γράφῃ ὁ κ. νομάρχης εἰς τὰς ἐφημερίδας καὶ νὰ ἐρωτᾷ τηλεγραφικῶς, τίς ὁ δοὺς τὴν ἀναφορὰν, τίς ὁ γεννήσας σκάνδαλον ἐν τῇ Βουλῇ, ὁ συκοφαντῶν αὐτὸν ἐπὶ ἐγκλήματι, ἐνῷ ἔγκλημα δὲν ὑπάρχει; Καὶ τί φανερώτερον ἔγκλημα τούτου, ὅπερ ἐξάγεται καὶ ἀπὸ τὴν καταγγελίαν τοῦ εἰσαγγελέως Χαλκίδος, ἣν ἀπηύθυνεν ἐνώπιον τοῦ εἰσαγγελέως τῶν ἐφετῶν, καὶ ἀπὸ τὴν ἰδίαν τοῦ νομάρχου ὁμολογίαν. Κύριοι βουλευταὶ, ἐνταῦθα ὑπάρχει ἡ καταγγελία τοῦ εἰσαγγελέως τῶν ἐν Χαλκίδι πλημμελειοδικῶν, ὅστις ἔλαβε μέρος εἰς τὴν δημοπρασίαν καὶ ὅστις ῥητῶς κατήγγειλε τὴν πρᾶξιν τοῦ νομάρχου ἐνώπιον τοῦ εἰσαγγελέως τῶν ἐφετῶν. Ἐπειδὴ εἶναι πολύφυλλος ἡ καταγγελία καὶ ἐπειδὴ διηγεῖται ἐν γένει τὸ συμβὰν, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ μὴ σᾶς ἀπασχολήσω ἀναγινώσκων αὐτὴν ὁλόκληρον, θὰ σᾶς κάμω γνωστὴν μόνον τὴν περίληψιν. Ὁ ἀντεισαγγελεὺς τῶν ἐν Χαλκίδι πλημμελειοδικῶν λέγει εἰς τὸν εἰσαγγελέα τῶν ἐφετῶν, ὅτι συνέβη δημοπρασία, εἰς τὴν ὁποίαν ἔλαβε χώραν τὸ γεγονὸς τοῦτο, ὅτι καλῇ καὶ ἀγαθῇ τῇ πίστει ἐδέησε νὰ ὑπογράψῃ μερικὰ ἔγγραφα, μὴ πιστεύων, ὅτι ἠδύνατο νὰ εὑρεθῇ ἀνώτερος διοικητικὸς ὑπάλληλος, ὅστις ἠδύνατο νὰ ἐκμεταλλευθῇ τὴν καλὴν αὐτοῦ πίστιν, ὅτι ὑπέγραψε χωρὶς οὐδέποτε νὰ διανοηθῇ, ὅτι τὰ πρακτικὰ τῆς δημοπρασίας ἠδύναντο νὰ μεταβληθῶσιν. Ἀλλ’ ὅτε αἴφνης προσεκλήθη νὰ ὑπογράψῃ τὸ συμβόλαιον μετὰ τοῦ ἐργολάβου, προσῆλθον εἰς τὸν εἰσαγγελέα οἱ ἀρτοποιοὶ τῆς πόλεως, παραπονούμενοι διὰ τὴν πρᾶξιν, ἥτις ἔλαβε χώραν· ὁ εἰσαγγελεὺς, λαβὼν ἐκ τούτου ἀφορμὴν, ἔσπευσε καὶ, ἐξετάσας τὰ πρακτικὰ, διέκρινε τὴν παραμόρφωσιν καὶ προέβη ἀμέσως εἰς καταγγελίαν τῆς πράξεως. Μετὰ τὴν ἐξέτασιν τὴν μέχρι τοῦδε, κύριοι βουλευταὶ, καὶ τὴν κατάθεσιν τῶν πρακτικῶν τῆς δημοπρασίας, ἐπὶ τῶν ὁποίων φαίνεται καθαρῶς ἡ πλαστογραφία, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. νομάρχης, μετὰ τὴν καταγγελίαν τοῦ εἰσαγγελέως Χαλκίδος, μετὰ τὸ παράπονον τῶν ἀρτοποιῶν Χαλκίδος, μετὰ τὴν ὁμολογίαν τοῦ ἰδίου νομάρχου, ἐρωτῶ τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν δύναται ἐπὶ πλέον τοιοῦτος ὑπάλληλος νὰ τιμᾷ τὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ διοικῇ ἕνα τῶν μεγαλειτέρων νομῶν τοῦ Κράτους. Παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης τὴν δικογραφίαν ταύτην ν’ ἀποστείλῃ ἀσφαλῶς καὶ ἐν τάχει εἰς τὸν ἁρμόδιον εἰσαγγελέα τῶν ἐνταῦθα ἐφετῶν. Ἐλπίζω δὲ μετὰ τὰς ἀνακρίσεις ταύτας ὁ κ. εἰσαγγελεὺς τῶν ἐφετῶν νὰ δείξῃ εἰς τὸν νομάρχην τὸν ἁρμόζοντα εἰς αὐτὸν τόπον.
§50ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ, κύριοι, τοῦ θέματος θὰ προσθέσω ὀλίγας λέξεις, ἀφοῦ ἤδη ἦλθον τὰ ἔγγραφα καὶ ἐπληροφορήθημεν περὶ τίνος πρόκειται. Ἐν Χαλκίδι ἐγένετο μία δημοπρασία διὰ τὸν ἄρτον τῶν φυλακισμένων, τῶν καταδίκων καὶ ὑποδίκων συνάμα. Αἱ δημοπρασίαι, ὡς γνωρίζετε, ἐπὶ τοιούτων ἀντικειμένων γίνονται διττῶς, ἢ κατὰ τὴν διατίμησιν ἢ κατὰ μερίδας. Κατὰ διατίμησιν δημοπρασία σημαίνει, ὅτι ὁ μειοδότης, ἢ μᾶλλον ὁ προσφέρων καὶ ζητῶν νὰ κατακυρωθῇ εἰς αὐτὸν ἡ χορήγησις τοῦ ἄρτου, προσφέρει ὡρισμένα λεπτὰ ἔλαττον τῆς διατιμήσεως τοῦ ἄρτου, τῆς γινομένης ἑκάστοτε ὑπὸ τῆς ἀστυνομικῆς ἀρχῆς, κατὰ τὴν ἀστυνομικὴν διάταξιν· κατὰ μερίδας δὲ σημαίνει, ὅτι ὁ ζητῶν νὰ κατακυρωθῇ εἰς αὐτὸν ἡ προμήθεια, προσφέρει ἓν ὡρισμένον ποσὸν δι’ ἑκάστην ὀκᾶν, ἢ δι’ ἕκαστον ὡρισμένον βάρος ἄρτου, ὅπερ ὀνομάζουσι μερίδα. Ἐν τῇ δημοπρασίᾳ, περὶ ἧς πρόκειται, ἐγένοντο προσφοραὶ κατὰ διατίμησιν ἐνώπιον τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν, ἀλλ’ ὁ νομάρχης δὲν ἦτο παρών. Ἐν ᾧ δὲ οὕτω πως ἐγένετο ἡ δημοπρασία, καὶ κατεχωρίσθη εἰς τὰ πρακτικὰ ἡ κατὰ διατίμησιν προσφορά, μετὰ ταῦτα εὑρέθη, ὅτι ἐγένετο δημοπρασία οὐχὶ κατὰ διατίμησιν, ἀλλὰ κατὰ μερίδας, καὶ αὐτὴ ἦλθεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον, ἐνεκρίθη, κατόπιν ἐπεστράφη καὶ ἐκοινοποιήθη εἰς τὸν ἐργολάβον. Τὸ πρᾶγμα αὐτὸ τὸ ἐπληροφορήθησαν οἱ ἀρτοποιοὶ Χαλκίδος, ἠγανάκτησαν καὶ ἔκαμον καταγγελίας πολλὰς καὶ παράπονα εἰς τὸν εἰσαγγελέα. Ὁ εἰσαγγελεὺς προσῆλθεν εἰς τὸν νομάρχην καὶ ἐβεβαιώθη περὶ τῆς πράξεως, καὶ τότε κατήγγειλε τὸν νομάρχην εἰς τὸν εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν. Τώρα ὁ ἴδιος νομάρχης ὁμολογεῖ τὸ σφάλμα αὐτοῦ. Ἐὰν αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἐγένετο, ἀποτελῇ πλαστογραφίαν ἢ ὄχι, δὲν ἀνήκει εἰς ἐμὲ νὰ σᾶς τὸ βεβαιώσω, διότι ὅλοι ὅσοι εἶσθε νομικοί, ἐννοεῖτε τὴν σημασίαν τῆς πράξεως ταύτης. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς παρεπονέθη καὶ σήμερον ἀκόμη, ὅτι ἡμεῖς, ἡ ἀντιπολίτευσις, πολλάκις προσβάλλομεν τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἐξασθενοῦμεν τὸ κῦρος αὐτῆς ἀδίκως· ἀλλ’ ὅταν οἱ ἴδιοι αὐτῆς ὑπάλληλοι ἐξασθενίζωσι τὸ κῦρος καὶ τὴν ἰσχὺν αὐτῆς, τί πταίομεν ἡμεῖς; Λοιπὸν, διὰ νὰ μείνῃ ἡ Κυβέρνησις ἐντὸς τοῦ πρέποντος, πρέπει ἡ ἰδία νὰ τιμωρήσῃ τὸν ὑπάλληλον, παύουσα αὐτὸν ἐκ τῆς θέσεώς του. Τώρα αἱ ἄλλαι συνέπειαι τοῦ ἀξιοποίνου καὶ τοῦ ἐπιζημίου τῆς πράξεως, διότι ἐδῶ ζημιοῦται καὶ τὸ κράτος, εἶναι ἔργα τοῦ δημοσίου καὶ τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς, τῆς μὲν δικαστικῆς ἀρχῆς τιμωρούσης αὐτὴν τὴν παράνομον καὶ ἀξιόποινον πρᾶξιν, τῆς δὲ ἑτέρας ἀρχῆς, τῆς διοικητικῆς, ἀκυρούσης τὴν σύμβασιν αὐτὴν μετὰ τοῦ δημοσίου, ἤτοι τὴν δημοπρασίαν.
§51ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ σήμερον λεχθέντα, κύριοι, δὲν εἶναι ἢ ἐπανάληψις τῶν κατά τινα παρελθοῦσαν συνεδρίασιν λεχθέντων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἐβεβαιώθη καὶ τότε, βεβαιοῦται καὶ τώρα, ὅτι τῳόντι ὁ νομάρχης ἐσημείωσε διὰ χειρός του εἰς τὰ πρακτικὰ καὶ τιμὴν ὡρισμένην κατὰ μερίδα, ὅπερ διὰ τῆς ἀναφορᾶς του ὁμολογεῖ καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος· ἀλλὰ δὲν ἔπραξε τοῦτο οὔτε διὰ νὰ ζημιώσῃ τὸ δημόσιον, οὔτε νὰ ὠφελήσῃ τινά, ὅπως ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω καὶ κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην. Εἰς τὸ ὑπουργεῖον ὑπεβλήθησαν πρὸς ἔγκρισιν τὰ πρακτικά, ἐν τοῖς ὁποίοις ὑπάρχουσιν ἐγγεγραμμέναι αἱ δύο τιμαὶ, δηλαδὴ ἡ κατὰ μερίδας καὶ ἡ ἐπὶ ἔλαττον τῆς ἀστυνομικῆς διατιμήσεως, εἰς δὲ τὸ ὑπουργεῖον ἐναπέκειτο νὰ παραδεχθῇ ἢ τὴν μίαν τιμὴν ἢ τὴν ἄλλην. Ἐὰν τὰ ὑπουργεῖα τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐθεώρουν συμφερωτέραν τὴν ἐπὶ ἔλαττον τῆς ἀστυνομικῆς διατιμήσεως τιμὴν, τί ἤθελεν ὠφελήσει ἡ κατὰ μερίδα ἐγγραφὴ τῆς τιμῆς ἢ διὰ χειρὸς τοῦ νομάρχου γενομένη ἐν τοῖς πρακτικοῖς; Τίποτε. Εἶπον καὶ προχθὲς, λέγω καὶ σήμερον, ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ ἔγγραφον, διὰ τοῦ ὁποίου ὑπεβλήθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς δημοπρασίας, αὐτὸ δὲ φέρει τὰς ὑπογραφὰς τοῦ νομάρχου, τοῦ ἀντεισαγγελέως, καὶ αὐτοῦ ἀκόμη τοῦ γραμματέως τῆς νομαρχίας. Τίς ἠνάγκασε τὸν ἀντεισαγγελέα νὰ ὑπογράψῃ τὸ ἔγγραφον τοῦτο, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἀναφέρεται, ὅτι προσεφέρθη τιμὴ 3 λεπτὰ καὶ ¼ ἔλαττον τῆς ἀστυνομικῆς διατιμήσεως, καὶ 29 λεπτὰ κατὰ μερίδα; Αὐτὰ λέγουν οἱ ὑπάλληλοι, οἵτινες ἔλαβον μέρος εἰς τὴν δημοπρασίαν, δηλονότι ὁ ἀντεισαγγελεὺς, ὁ γραμματεὺς τῆς νομαρχίας καὶ ὁ νομάρχης. Αὐτὸ εἶναι, κύριοι, τὸ ἔγγραφον. Ἐὰν θέλετε, δύναμαι νὰ σᾶς τὸ ἀναγνώσω, διὰ νὰ μὴ συκοφαντῆται ἀνώτερος διοικητικὸς ὑπάλληλος δωρεάν. (Ἀναγινώσκει τὸ ἔγγραφον, τὸ περιεχόμενον τοῦ ὁποίου εἶναι σύμφωνον μὲ ὅσα ἀνωτέρω ἐξέθηκεν.) Εἶναι δὲ ἐν αὐτῷ ὑπογεγραμμένος ὁ νομάρχης, ὁ ἀντεισαγγελεὺς, καὶ προσυπογεγραμμένος ὁ γραμματεὺς τῆς νομαρχίας. Λοιπὸν τόσον σύντομον ἔγγραφον, νομίζετε, ὅτι δὲν τὸ ἀνέγνωσεν ὁ κ. ἀντεισαγγελεύς, ἐν τῷ ὁποίῳ ἐπαναλαμβάνονται δεκάκις τὰ λεπτὰ 29; Αὐτὰ, κύριοι, εἶναι πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν πρέπει νὰ λέγωνται. Ἀλλὰ ἔστω, ἠπατήθη ἐδῶ ὁ κ. ἀντεισαγγελεύς· μετὰ 8 ἡμέρας γίνεται ἡ κοινοποίησις τῆς ἐγκρίσεως πρὸς τὸν τελευταῖον μειοδότην, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς κατὰ μερίδα προσφορᾶς τῶν λεπτῶν 29, καὶ ὁ κ. ἀντεισαγγελεὺς προσυπογράφει καὶ τὸ ἔγγραφον τοῦτο· καὶ ἐκεῖ ἠπατήθη; Ἀλλ’ ἐὰν ταῦτα πιστευθῶσι, βεβαίως ὁ κ. ἀντεισαγγελεὺς εἶνε μωρὸς, καὶ λυποῦμαι, διότι διατηρεῖται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοιοῦτος ὑπάλληλος.
§52ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης πρέπει νὰ μᾶς εἴπῃ τί ἡ ὑπηρεσία φρονεῖ περὶ τοῦ ὑπαλλήλου αὐτοῦ.
§53ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Λέγω ταῦτα, διότι δὲν δύναμαι νὰ πιστεύσω, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξαπατηθῇ ὁ ἀντεισαγγελεὺς καὶ νὰ ὑπογράψῃ ἔγγραφον, τοῦ ὁποίου τὸ ἐμπεριεχόμενον ἠγνόει.
§54ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγώ, γνωρίζων τὸν ἀντεισαγγελέα, προκαλῶ τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ζητήσῃ πληροφορίας καὶ νὰ μᾶς εἴπῃ ὁποῖος ὑπάλληλος εἶναι.
§55ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχω τίποτε νὰ εἴπω ἐγὼ κατὰ τοῦ ὑπαλλήλου, ἀλλ’ ἰσχυρίζομαι, ὅτι, ἐὰν τῷ ὄντι ὑπογράφῃ ἔγγραφα χωρὶς νὰ τὰ ἀναγινώσκῃ, εἶναι ἄδικον νὰ κατέχῃ ἣν κατέχει θέσιν.
§56ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐπιμένω ν’ ἀναγνώσητε τὸ ἔγγραφον τοῦ ἀντεισαγγελέως πρὸς τὸν εἰσαγγελέα τῶν ἐφετῶν, δι’ οὗ καταγγέλλει τὸν νομάρχην.
§57ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ μὲ διακόπτητε· ἔλθετε νὰ τὸ ἀναγνώσητε σεῖς. Δὲν εἶναι ἀνάγκη, κύριοι, νὰ φιλονεικῶ ἐδῶ καὶ νὰ συζητῶ μετὰ πείσματος· ἐγὼ λέγω τὰ πράγματα ὅπως ἔχουν. Ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ ἕκαστος τὴν ἰδέαν του περὶ τῆς διαγωγῆς τοῦ νομάρχου Εὐβοίας, καὶ ἐγὼ δὲ θὰ ἔχω τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἔχω ὑπὲρ αὐτοῦ καὶ τὴν ὁποίαν ἡ πεποίθησίς μου ὑπαγορεύει εἰς ἐμέ. Ἔχω, κύριοι, ἀνὰ χεῖρας πρωτόκολλον ἐπίσημον ὑπογεγραμμένον ὑπὸ τοῦ νομάρχου, τοῦ γραμματέως τῆς νομαρχίας καὶ ἄλλων ὑπαλλήλων αὐτῆς, καὶ αὐτοῦ τοῦ πρωτοκολληστοῦ, ἐν τῷ ὁποίῳ ἐκτίθεται, ὅτι ὁ πρωτοκολληστὴς βεβαιοῖ, ὅτι περὶ τὸ τέλος τῆς δημοπρασίας προσήχθη καὶ ἡ τιμὴ τῶν 29 λεπτῶν κατὰ μερίδα, μὴ σημειωθεῖσα ὅμως ἐν τοῖς πρακτικοῖς, τὴν ὁποίαν ὁ νομάρχης ἐσημείωσε, θεωρήσας αὐτὴν συμφερωτέραν διὰ τὸ δημόσιον. Βεβαίως, ἐὰν ὁ νομάρχης ἐνόμιζεν, ὅτι ἔπραττεν ἔγκλημα, ἵνα ὠφελήσῃ τὸν ἐργολάβον καὶ ζημιώσῃ τὸ δημόσιον, δὲν ἤθελε πράξει τοῦτο μὲ τόσην εὐκολίαν, διότι ἠδύνατο νὰ μεταχειρισθῇ ἄλλο μέσον ἢ τρόπον, χωρὶς νὰ σημειώσῃ ὁ ἴδιος τὴν τιμὴν τῶν λεπτῶν 29. Ἀλλὰ, κύριοι, αἱ δύω τιμαὶ ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν ἔγκρισιν ἡμῶν τῶν ὑπουργῶν, καὶ ἡ κατὰ μερίδα τῶν 29 λεπτῶν, καὶ ἡ ἐπὶ ἔλαττον τῆς ἀστυνομικῆς διατιμήσεως κατὰ λεπτὰ 3 καὶ ¼. Τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἅμα ἔλαβε τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέγνωσα, μετὰ τῶν πρακτικῶν τῆς δημοπρασίας, παρέπεμψεν αὐτὰ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως γνωμοδοτήσῃ περὶ τῆς συμφερωτέρας τιμῆς, διὰ τοῦ ἑξῆς ἐγγράφου του, ὑπογεγραμμένου ἀπὸ τὸν ἁρμόδιον τμηματάρχην κ. Βαλαβάνην. (Ἀναγινώσκει τὸ ἔγγραφον.) Τὸ δὲ ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἀπήντησε διὰ τοῦ ἀνὰ χεῖράς μου ἐγγράφου του, ὅτι θεωρεῖ συμφερωτέραν τὴν κατὰ μερίδα προσφορὰν τῶν λεπτῶν 29. (Ἀναγινώσκει καὶ τὸ ἔγγραφον τοῦτο.) Τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἅμα λαβὸν τὴν ἀπάντησιν ταύτην, ἐκοινοποίησε τὴν ἔγκρισιν εἰς τὸν νομάρχην καὶ τὸν εἰσαγγελέα, παραδεχθὲν τὴν κατὰ μερίδα προσφορὰν τῶν λεπτῶν 29, παρήγγειλε δὲ εἰς τὸν νομάρχην νὰ μὴ σπεύσῃ εἰς τὴν κοινοποίησιν τῆς ἐγκρίσεως πρὶν ἐξαντλήσῃ ὅλα τὰ μέσα πρὸς ἐπιτυχίαν κατωτέρας προσφορᾶς. Καὶ ἐπειδὴ ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν μας ἀναφορὰν Παπανικολάου τινὸς, ὅστις, διατεινόμενος, ὅτι, ὡς ἔμαθε, προσηνέχθη τιμὴ 36 λεπτῶν κατὰ μερίδα, καὶ οὐχὶ 29 ὁποία ἦτον ἡ πραγματικὴ προσφορὰ, ἀνέφερεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον, ὅτι εἶναι διατεθειμένος νὰ προσφέρῃ τιμὴν κατωτέραν αὐτῆς, δηλαδὴ τῶν λεπτῶν 36. Ἐκ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης λαβὼν ἀφορμὴν, ἐπέστησα τὴν προσοχὴν τῶν ἀρχῶν, εἰδοποιήσας αὐτὰς, ὅτι ὁ Νικόλαος Δ. Παπανικολάου εἶναι διατεθειμένος νὰ προσφέρῃ τιμὴν κατωτέραν καὶ νὰ μὴ ἐπισπευθῇ ἡ κοινοποίησις τῆς ἐγκρίσεως· ἀλλ’ ἀφοῦ ἀνεβλήθη ἡ κοινοποίησις τῆς ἐγκρίσεως ἐπὶ μίαν ἑβδομάδα καὶ οὐδεμία τιμὴ προσεφέρθη, ἐκοινοποιήθη ἡ ἔγκρισις. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἱστορικὸν τῆς ὑποθέσεως. Τώρα, ἐὰν ἡ ἰδιόχειρος σημείωσις τοῦ νομάρχου φέρῃ τὸν χαρακτῆρα τῆς πλαστογραφίας, αὐτὸ θὰ τὸ ἐξετάσῃ καὶ θὰ τὸ ἀποφασίσῃ ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ, πρὸς τὴν ὁποίαν θὰ παραπεμφθῶσι τὰ ἔγγραφα, καὶ τὰ ὁποῖα ἤθελον εἶσθαι ἀπεσταλμένα, ἐὰν δὲν ἦσαν κατατεθειμένα εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς. Ὀφείλω νὰ προσθέσω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸ ἑξῆς, ὅτι ἡ δημοπρασία, περὶ ἧς πρόκειται, ἠκυρώθη, καὶ διετάχθη ἡ ἐπανάληψις αὐτῆς.
§58Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι, σκοπὸν δὲν ἔχω ν’ ἀναγνώσω κανὲν ἀπὸ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἀνέγνωσαν καὶ τὰ ὁποῖα ἐπεκαλέσθησαν εἴτε οἱ κατηγορήσαντες, εἴτε καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ διὰ τοῦτο ἀμέσως, ὅταν ἦλθον τὰ ἔγγραφα, ἠθέλησα νὰ δώσω προσοχὴν μόνον καὶ μόνον ἐπὶ τῶν πρακτικῶν τῆς δημοπρασίας, διότι τὰ πρακτικὰ τῆς δημοπρασίας εἶναι τὰ καταγγελλόμενα, ὅτι ἐπλαστογραφήθησαν. Εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς δημοπρασίας εὑρίσκω, ὅτι ἐγένετο δημοπρασία τὴν 26, 27 καὶ 28 Δεκεμβρίου, ὅτι κατὰ τὴν 28 μόνον ἐγένετο συναγωνισμὸς, καὶ ὅτι κατὰ τὸν συναγωνισμὸν αὐτὸν παρουσιάσθησαν δύο, εἷς Χρῆστος Κοπίγκος καὶ ἕτερος Χρῆστος Οἰκονομόπουλος· καὶ ὁ μὲν εἷς προσέφερεν ἐπὶ ἔλαττον τῆς ἑκάστοτε διατιμήσεως τῆς ἀστυνομικῆς τοῦ Δήμου τρία λεπτὰ, ὁ δὲ ἕτερος 3¼. Μετὰ ταῦτα δι’ ἄλλης χειρὸς καὶ δι’ ἄλλης μελάνης εἶναι προστεθειμένα λεπτὰ 29, ἐνῷ συναγωνισμὸς δὲν φαίνεται ὅτι ἔλαβε χώραν ἐπὶ ὡρισμένῳ ποσῷ. Ἑπομένως ἡ εἰκὼν, τὴν ὁποίαν παρουσιάζουν τὰ πρακτικὰ, ἀναγκαίως εἶναι πλαστὴ, καὶ βεβαίως πρέπει νὰ ἐπιληφθῇ ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ τῆς ἐξετάσεως, διότι ἀναντίῤῥητον εἶναι, ὅτι τὰ πρακτικὰ δὲν εἶναι ὁποῖα ἦσαν εἰς τὸν τόπον τῆς δημοπρασίας.
§59ΠΕΤΟΥΣΗΣ. Τὸ ὁμολογεῖ ὁ ἴδιος Νομάρχης.
§60Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Βεβαίως, πᾶν ὅ,τι προστίθεται μετὰ ταῦτα, γράφεται κακῶς εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς δημοπρασίας· δὲν εἶναι παρὰ....., δόσατε σεῖς τὴν ὀνομασίαν.
§61ΠΕΤΟΥΣΗΣ. Πλαστογραφία καθαρά.
§62Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἄλλη χεὶρ, ἄλλη μελάνη, ὄχι εἰς τὸν τόπον τῆς δημοπρασίας, καὶ ἔγγραφον μετὰ ταῦτα ἐπίσημον τοῦ Νομάρχου ἀναγγέλλει, ὅτι ἐγένετο θῦμα τοῦ πρωτοκολλιστοῦ καὶ τοῦ γραμματέως. Ἀλλὰ τί θῦμα ἐγένετο, κ. ὑπουργὲ, ὁ κ. Νομάρχης; Εὔχομαι ν’ ἀποδειχθῇ, ὅτι δὲν εἶναι καθ’ ὅλου ἔνοχος, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι καὶ ἡ ὑπεράσπισις, τὴν ὁποίαν ἐκάματε, κ. ὑπουργὲ, ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ, εἶναι πέραν τοῦ χειμάρου τῶν Κέδρων. Δὲν ἐπιτρέπεται, κ. ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, εἰς κανένα πλέον νὰ μεταβάλῃ τὰ πρακτικὰ τῆς δημοπρασίας καὶ τὴν προσφορὰν, ἥτις ἐδόθη εἰς τὸν τόπον τῆς δημοπρασίας. Δὲν δύναται ποσῶς νὰ δικαιολογηθῇ, λέγων, ὅτι εἶχε λάβει πληροφορίας, χωρὶς νὰ ἦνε εἰς τὸν τόπον τῆς δημοπρασίας, ἀπὸ τὸν πρωτοκολλιστὴν καὶ τὸν γραμματέα, καὶ ἐπὶ τῇ πληροφορίᾳ αὐτῇ προσέθεσεν εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς δημοπρασίας τοῦτο ἢ ἐκεῖνο· καὶ ἀπορῶ μάλιστα πῶς ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν μετὰ τόσου θάῤῥους ἔρχεται νὰ ὑπερασπισθῇ τοιαύτην πρᾶξιν. Εὔχομαι, ἐπαναλέγω, ν’ ἀποδειχθῇ ὁ ἄνθρωπος ἀθῶος, διότι πολλάκις γίνονται καὶ κατηγορίαι ἄδικοι, ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα ἔχει οὕτως. Εἴπατε, ὑμεῖς, κ. ὑπουργὲ, ἂν ἔχῃ ἄλλως ἢ ὅπως λέγω.
§63ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ τὰ εἶπον καὶ ἐγώ. Τί ἠθέλατε νὰ κάμω, νὰ τὸν κόψω;
§64Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν εἶπον νὰ τὸν κόψητε, ἀλλὰ δὲν δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι ὁ εἰσαγγελεὺς ὑπέγραψεν ἓν ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἐστάλη εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ὅτι δὲν τὸ ὑπέγραψε καλῇ τῇ πίστει, καὶ νὰ κατηγορήσητε τὸν εἰσαγγελέα, ἀντὶ τοῦ δράστου τῆς πράξεως. Δὲν ἔχετε λοιπὸν κανὲν δικαίωμα νὰ κόψητε τὸν εἰσαγγελέα, ἀλλὰ νὰ ἐξετάσητε τὴν ὑπόθεσιν.
§65ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ δικαστήρια θὰ τὴν ἐξετάσουν.
§66Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Οὕτως ἔχουν λοιπὸν, κύριοι, τὰ πράγματα. Τῇ χειρὶ τοῦ ἰδίου νομάρχου μετὰ τὴν δημοπρασίαν, καὶ Κύριοι οὐδὲ μετὰ πόσας ἡμέρας, ἐν τῷ καταστήματι ἐτέθη καὶ ἡ ὡρισμένη τιμὴ κατὰ μερίδα τῶν λεπτῶν 29. Ἀλλὰ διὰ νὰ φανῇ, ὅτι ὑπῆρχε συναγωνισμὸς, ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ καὶ μία ἄλλη τιμὴ 29 καὶ ἓν τέταρτον, λ. χ. διὰ νὰ μειοδοτήσῃ ὁ προσφέρων τὴν τιμὴν 29, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ὑπάρχει, διότι ὁ συναγωνισμὸς ἐγένετο ἐπὶ τῇ βάσει τῆς διατιμήσεως.
§67ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχει καὶ ὡρισμένην τιμήν.
§68Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ποῦ;
§69ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν θέλῃ, προσφέρει εἴτε κατὰ μερίδα, εἴτε κατὰ διατίμησιν.
§70Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι, εἶναι περίεργος ἡ ἐπιμονὴ τοῦ κ. ὑπουργοῦ. Ἐγὼ λέγω, ὅτι δὲν παρουσιάσθη τοιοῦτος συναγωνισμός....
§71ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν................ καὶ προσέφεραν κατὰ τὴν διατίμησιν· ὥστε εἶναι περίεργον τῳόντι νὰ ἐπιμένητε ὑμεῖς.
§72Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἶχε προσφέρει εἰς 3¼, καὶ προσέθηκε κατόπιν, ὅτι προσέφερεν ὡρισμένην τιμὴν, 29, ἐνῷ εἰς τὸν τόπον τῆς δημοπρασίας δὲν προσέφερεν.
§73ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄλλο ζήτημα αὐτό. Πρόκειται ἐὰν ἡ δημοπρασία ἐδέχθη δύο προσφορὰς ἢ μίαν.
§74Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω.
§75ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Νομίζω ἀναγκαῖον νὰ σᾶς ἐπασχολήσω ἐπί τινα δευτερόλεπτα, διὰ τῆς ἀναγνώσεως τῆς ἀναφορᾶς τοῦ εἰσαγγελέως τῶν ἐν Χαλκίδι πρωτοδικῶν πρὸς τὸν παρὰ τῷ ἐν Ἀθήναις ἐφετείῳ εἰσαγγελέα. (Ἀναγινώσκει.) Τώρα σᾶς παρακαλῶ ν’ ἀκούσητε καὶ ἓν πρακτικὸν τοῦ κ. νομάρχου. Ἐξ αὐτοῦ θὰ ἴδητε τί κυκλοφορεῖ ἐν τῇ πόλει περὶ τοῦ ὑπαλλήλου αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος διοικεῖ ἕνα νομὸν... (Ἀναγινώσκει)
§76ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Ἄρχομαι, κύριοι, ἀκριβῶς ὅθεν ἐπέρανε τὴν ὁμιλίαν του ὁ πρῶτος λαβὼν τὸν λόγον, ὁ Βουλευτὴς Θηβῶν κ. Πετούσης. Κύριοι, ὁ κ. Πετούσης παρεκάλεσε, τελευτῶν, τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀποστείλῃ ὅσον τάχιον τὰ ἔγγραφα τ’ ἀφορῶντα εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῆς πλαστογραφίας εἰς τὴν εἰσαγγελίαν τῶν ἐφετῶν, ὅπως ἐνεργηθῶσιν ἀνακρίσεις. Νομίζω καὶ ἐγὼ, ὅτι τοῦτο ἀκριβῶς πρέπει νὰ γείνῃ, καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ σταλῶσιν ὅσον ἔνεστι τάχιστα, ὅπως βεβαιωθῇ δικαστικῶς τί πράγματι συμβαίνει ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ, διότι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἔχω ἐκ Χαλκίδος παρὰ πλείστων ἐντίμων προσώπων, δικηγόρων, κτηματιῶν καὶ ἄλλων κατεχόντων σημαίνουσαν θέσιν ἐν τῷ τόπῳ, εὑρίσκονται εἰς ἀντίφασιν πρὸς τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔδωκαν πολλοὶ προλαλήσαντες. Καὶ σήμερον ἔτι μετ’ ἄλλων πολλῶν ἐπιστολῶν εἶχον ἐπιστολὴν ἐκ Χαλκίδος, κατὰ τὴν ὁποίαν τῷ ὄντι περὶ τὸ τέλος τῆς δημοπρασίας ὁ Οἰκονομόπουλος προσήνεγκε καὶ κατὰ μερίδα ἄρτου λεπτὰ 29, ἀλλ’ ὁ γραμματεὺς καὶ ὁ εἰσαγγελεὺς δὲν ἐσημείωσαν αὐτὸ ἐν τοῖς πρακτικοῖς, εἰπόντος τοῦ γραμματέως πρὸς τὸν Οἰκονομόπουλον νὰ ἔλθῃ εἰς τὸ γραφεῖον, διὰ νὰ συνταχθῇ εἰδικὸν πρακτικόν. Ὅτε δὲ μετέβη οὗτος εἰς τὸ γραφεῖον, ὁ νομάρχης εἶπεν αὐτῷ (τῷ Οἰκονομοπούλῳ) καὶ τῷ πρωτοκολλιστῇ τῆς νομαρχίας, ἀφ’ οὗ μάλιστα εἶδεν ἐν τῷ πρακτικῷ καὶ στήλην ἰδιαιτέραν διὰ τὴν κατὰ μερίδα προσφορὰν, ὅτι κακῶς ἐποίησαν καὶ ὁ γραμματεὺς καὶ ὁ ἀντεισαγγελεὺς, μὴ ἐγγράψαντες καὶ τὴν κατὰ μερίδα προσφορὰν ἐν τοῖς πρακτικοῖς, καὶ ἀμέσως προσέθηκεν ἰδίᾳ χειρὶ τὴν κατὰ μερίδα προσφοράν. Οὕτω πως μοὶ ἐξέθηκαν ἐπανειλημμένως τὰ πράγματα πλεῖστοι ὅσοι, ἀπολαύοντες πολλῆς ὑπολήψεως, δικηγόροι, δημοτικοὶ σύμβουλοι, ὁ δήμαρχος Χαλκιδέων.
§77ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Γράφουσιν ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους ὑπηρετεῖ ὁ Νομάρχης.
§78ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Παράδοξον μοὶ φαίνεται πῶς ὑπηρετεῖ αὐτοὺς, ἐνῷ τὸ προσωπικὸν τὸ νομαρχιακὸν, τὸ κατὰ νόμον ὑπὸ τοῦ Νομάρχου προταθὲν, εἶναι ἐχθρικὸν πρὸς ἐμὲ, εἰλημμένον ἐκ τῶν φίλων τῶν κατὰ τοῦ Νομάρχου σήμερον ἐργαζομένων πολιτευομένων Χαλκίδος, διὰ τὸν λόγον, ὅτι δὲν θέλει νὰ ὑπερπηδήσῃ ἐν τῇ ὑποστηρίξει αὐτῶν τὰ ἐσκαμμένα.
§79ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Εἶναι ἐπιτετραμμένον, ἐὰν παρελείφθη ἡ λέξις «μερίδας», καὶ ὑπεγράφησαν τὰ πρακτικὰ, νὰ προστεθῇ ἔπειτα;
§80ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ ἔγκλημα πλαστογραφίας, ἐὰν δὲν προϋπῆρχε δολία προαίρεσις. Παράδοξον μάλιστα μοὶ φαίνεται πῶς ἄνδρες νομικοὶ ἀπὸ τοῦ βήματος ἠθέλησαν νὰ ὑποστηρίξωσιν, ὅτι ὑπάρχει πλαστογραφία, χωρὶς ν’ ἀποδείξωσιν, ὅτι ὑπάρχει δολία προαίρεσις.
§81ΡΟΥΦΟΣ. Ἐγένετο πρότασις, ὅπως τὰ ἔγγραφα τὰ κατατεθέντα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς παραπεμφθῶσιν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα τὰ ἀποστείλῃ εἰς τὴν ἀνάκρισιν. Νομίζω δὲ, ὅτι μετὰ τὰ λεχθέντα τὸ ὑπουργεῖον δὲν δύναται παρὰ νὰ λάβῃ ἓν μέτρον περὶ τῆς διοικήσεως τοῦ νομοῦ ἐκείνου, καθόσον, ὅσον ἀμερόληπτος καὶ ἂν ἦναι ὁ νομάρχης ἐκεῖνος, μετὰ τὰ γενόμενα δὲν ἠμπορεῖ παρὰ νὰ ἦναι μερολήπτης.
§82ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Πρέπει βεβαίως νὰ διορισθῇ νομάρχης ὄργανον τινῶν ἐκ τῶν ἐκεῖ, καὶ περὶ αὐτοῦ πρόκειται. (Διάλογοι μεταξὺ Φλογαΐτου καὶ Βουδούρη καὶ θόρυβος.)
§83Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Σᾶς εἶπον, κύριοι βουλευταὶ, πρὸ ἡμερῶν τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχω περὶ ἐπερωτήσεων’ ἡ γνώμη αὕτη εἶναι, ὅτι εἶναι μάταιον νὰ γίνωνται τοιαῦται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ παραλείψω τοῦ νὰ ὑποβάλω τὴν προκειμένην ἐπερώτησιν, διότι διάφοροι κάτοικοι τοῦ χωρίου Κλημεντοκαίσαρι, τῶν ὁποίων τὴν γνησιότητα τῆς ὑπογραφῆς ἐπικυροῖ ὁ δήμαρχος, καταγγέλλουν, ὅτι ὁ κ. Παπαῤῥηγόπουλος, ὁ ἀναλαβὼν τὴν ἀποξήρανσιν τῆς Ξηρολίμνης των, ὄχι μόνον δὲν ἀπεξήρανε μέρος τι, ἀλλ’ ἐμόρφωσε λίμνην (ἱλαρότης), διότι ἔφραξε τὴν καταβόθραν, ἥτις ἐλειτούργει πρότερον, καὶ τὰ βρόχεια ὕδατα ἐπλημμύρησαν τὴν πεδιάδα. Τὸ παράπονον τῶν κατοίκων ἔχει ὡς ἐφεξῆς: ὅτι ψευδῶς παρεστάθη εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν τὸ γεγονὸς, συνεπείᾳ τοῦ ὁποίου οὗτος ἐπέτρεψεν εἰς τὸν Παπαῤῥηγόπουλον ν’ ἀναλάβῃ τὴν ἐγγύησιν, καὶ καταγγέλλουν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐπιστοποίησαν αὐτὰ τὰ ψεύδη....Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀναφορὰ, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ τὴν παραπέμψῃ εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα ἐνεργήσῃ ὅπως ἐγὼ ἐννοῶ, ἐὰν εὐαρεστῆται καὶ θέλῃ νὰ σέβηται ἀκόμη τοὺς νόμους.
§84ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ν’ ἀποστείλῃ μηχανικὸν νὰ ἐξετάσῃ, καὶ αὐτὴ ἡ ἔκθεσις νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλήν.
§85ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Μάλιστα.—Δεύτερον ἔρχομαι νὰ καταγγείλω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος ἔλυσε καὶ ἕν ζήτημα ἄλυτον ἕως τώρα, δηλαδὴ ὅτι, ὅταν ὁ δήμαρχος δὲν θέλῃ ἀστυνόμον τινὰ νὰ προτείνῃ, δύναται νὰ εὑρεθῇ πάρεδρός τις νὰ ὑπογράψῃ ἔγγραφον, ὅτι θέλει ἕνα οἱονδήποτε ὡς ἀστυνόμον, καὶ τὸ ὑπουργεῖον δύναται νὰ τὸν διορίσῃ. Ἰδοὺ τί λέγει ἕν τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἔλαβον σήμερον: «Ὁ δημαρχικὸς πάρεδρος Πίκουλης, ἀντιποιηθεὶς δημαρχικὰ καθήκοντα, ἐπρότεινε, καὶ κυβέρνησις προέβη εἰς ἀντικατάστασιν ἀστυνόμου. Ἐπερωτήσατε.
»ΑΝΔΡΕΑΣ ΖΟΥΖΟΥΛΑΣ
δήμαρχος Τρικάλων.» Δὲν ἤθελεν ὁ δήμαρχος ν’ ἀντικατασταθῇ ὁ ἀστυνόμος· ἤθελεν ἡ μερὶς ἡ ἀντίθετος τοῦτο, εὑρίσκει ἕνα πάρεδρον, ὁ ὁποῖος ἔκαμε τὴν πρότασιν, τὴν ὑπέβαλεν ὁ ἔπαρχος, ὁ ὁποῖος εἶναι ἔπαρχος τοῦ κόμματος, τὴν ὑπεστήριξεν ἴσως ὁ νομάρχης, ὁ ὁποῖος εἶναι νομάρχης τοῦ κόμματος, καὶ τὸν διώρισεν ὁ ὑπουργός.
§86ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ αὐτὸς ὑπουργὸς τοῦ κόμματος.
§87ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Αὐτὰ εἶχον νὰ σᾶς εἴπω, γνωστοποιῶν τὸ ἀξιομίμητον τοῦτο παράδειγμα εἰς τοὺς φίλους τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα κάμωσι χρῆσιν αὐτοῦ!
§88ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν.) Κύριοι, ὡς πρὸς τὴν ἀναφορὰν τῶν κατοίκων περὶ τῆς μὴ ἀποξηράνσεως τῆς λίμνης Κλημεντοκαίσαρι, ἅμα μοι ἀποσταλῇ ἡ ἀναφορὰ, θὰ ἀποστείλω μηχανικὸν, διὰ νὰ ἐξετάσῃ τὴν κατάστασιν αὐτῆς. Διότι εἶναι ἀληθὲς, ὅτι πρό τινος καιροῦ τὸ ὑπουργεῖον ἀπέστειλεν ἐκεῖ τὸν κ. Θεοφιλᾶν, διευθυντὴν τοῦ Πολυτεχνείου, ὅστις ἐβεβαίωσεν, ὅτι ἔγειναν τόσαι ἐργασίαι ἀποξηράνσεως, ὅσαι ἠδύναντο νὰ ἐπιτρέψωσι τὴν ἀπόδοσιν τῆς ἐγγυήσεως πρὸς τὸν ἀναλαβόντα τὴν ἀποξήρανσιν.
§89ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐὰν ἀποδειχθῇ, ὅτι αὐτὸς ὁ μηχανικὸς ἐπιστοποίησε ψευδῶς, τί τιμωρίαν θὰ τοῦ κάμητε;
§90ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὰ δικαστήρια.
§91ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἡ σύμβασις λέγει, ὅτι τότε μόνον θέλει ἐπιστρέφεσθαι ἡ καταβολὴ, ὅταν τελεσθῶσιν ἔργα, ἡ ἀξία τῶν ὁποίων ὑπερβαίνει τὸ πενταπλάσιον.
§92ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ βεβαιοῖ ὁ κ. Θεοφιλᾶς, ὅτι δηλαδὴ ἐξετελέσθησαν ἔργα τοσαύτης ἀξίας, ὥστε ἐπιτρέπουν τὴν ἐπιστροφὴν τῆς χρηματικῆς ἐγγυήσεως, κατὰ τὴν σύμβασιν καὶ κατὰ τὸν περὶ ἀποξηράνσεως τῶν λιμνῶν νόμον. Ὡς πρὸς τὸ δεύτερον ζήτημα, τὸν διορισμὸν δηλονότι ἀστυνόμου Τρικάλων, δὲν ἐνθυμοῦμαι ἂν ἐνήργησα ἐπὶ τοιαύτης ὑποθέσεως· σήμερον, λαβὼν ἀφορμὴν ἀπὸ παραστάσεις προφορικὰς τοῦ κ. Σταυροπούλου, ἠρώτησα τὸν ἁρμόδιον τμηματάρχην κ. Εὐκλείδην νὰ μὲ πληροφορήσῃ ἐὰν διωρίσθη τῷ ὄντι ἀστυνόμος εἰς τὸν δῆμον Τρικάλων, καὶ μοὶ εἶπεν, ὅτι ἀγνοεῖ καὶ οὗτος.
§93ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐμὲ μὲ ἐβεβαίωσεν, ὅτι εἶναι ἕτοιμα τὰ χαρτιὰ πρὸς κοινοποίησιν.
§94ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Εὐκλείδης εἶπεν εἰς ἐμὲ, ὅτι διορισμὸς ἀστυνόμου ἐν τῷ δήμῳ Τρικάλων δὲν ἐγένετο, καὶ σᾶς λέγω τοῦτο ἐπισήμως. Κύριοι, εἶναι γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις παρεχώρησε τὴν ἀποξήρανσιν τῆς Κωπαΐδος λίμνης εἰς ἑταιρίαν, ὅτι ἡ περὶ παραχωρήσεως σύμβασις διὰ τοῦ ἄρθρου 7 ἐπεφύλαξε τὸ δικαίωμα εἰς τὴν ἀναλαβοῦσαν τὴν ἀποξήρανσιν ἑταιρίαν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰς ὁποίας κρίνει ἀναγκαίας τροποποιήσεις ἐπὶ τῶν διαγραμμάτων τοῦ κ. Σωβὰζ, συνεπαγομένας καὶ τὴν πρὸς αὐτὴν παραχώρησιν τῶν παρὰ τὴν Κωπαΐδα δύω μικρῶν λιμνῶν «Λύκερη» (Ὑλικὴ) καὶ «Παραλίμνη», πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ χρησιμοποιηθῶσι τὰ ἐκ τοῦ Κωπαϊκοῦ πεδίου ἐκβάλλοντα ὕδατα πρὸς ἄρδευσιν τοῦ Θηβαϊκοῦ πεδίου κλπ., εἰς δὲ τὴν Κυβέρνησιν ἐπεφυλάχθη ἐπίσης τὸ δικαίωμα νὰ μελετήσῃ τὰς ὑποβληθησομένας αὐτῇ τροποποιήσεις καὶ προκαλέσῃ τὴν νομοθετικὴν αὐτῶν κύρωσιν. Τοιαύτην αἴτησιν, ἀφορῶσαν εἰς τὴν τροποποίησιν ταύτην, ὑπέβαλεν ἡ ἑταιρία, ἡ ἀναλαβοῦσα τὴν καλλιέργειαν καὶ ἀποξήρανσιν τῆς Κωπαΐδος λίμνης, αἰτουμένη τὴν παραχώρησιν καὶ τῶν δύο παρακειμένων μικρῶν λιμνῶν, ὅπως διοχετεύσῃ εἰς αὐτὰς τὰ ὕδατα τῆς Κωπαΐδος, ἀντὶ νὰ διοχετεύσῃ ταῦτα διὰ τῆς διατρήσεως τοῦ Πτώου ὄρους πρὸς τὸ μέρος τῆς Λαρύμνης· αἱ λίμναι δὲ αὗται θὰ μετασχηματισθῶσιν εἰς δεξαμενὰς, ὅπως τὸ ἐν αὐταῖς ὕδωρ χρησιμοποιηθῇ κατ’ ἄλλον τρόπον, καὶ πρὸ πάντων εἰς τὴν ἄρδευσιν τοῦ Βοιωτικοῦ πεδίου, καὶ περὶ τούτου συνωμολογήθη νέα σύμβασις. Τὴν σύμβασιν ταύτην ὑποβάλλω εἰς τὴν ἐξέτασιν καὶ συζήτησιν τῆς Βουλῆς, καὶ ἐπειδὴ ἡ ὑπόθεσις ἐπείγει, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ὑποθέσεως ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον καὶ ἐκφέρῃ τὴν ἀπόφασίν της.
§95ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἂν δὲν ψηφισθῇ ἡ σύμβασις κατ’ αὐτὴν τὴν σύνοδον, νομίζεται, ὅτι ὑπάρχει καιρὸς, ὥστε τὰ ἔργα νὰ γείνωσι κατ’ αὐτὴν τὴν σύμβασιν, καὶ οὐχὶ κατὰ τὴν πρώτην;
§96ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἑταιρία ὀφείλει νὰ ἐξακολουθήσῃ τὰς ἐργασίας της κατὰ τοὺς ὅρους τῆς πρώτης συμβάσεως καὶ τοῦ κατὰ τὸ ἔτος 1867 ἐκδοθέντος νόμου, ἂν δὲν ψηφισθῇ ἡ σύμβασις, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλω σήμερον.
§97Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ τυπωθῇ ἡ σύμβασις αὕτη καὶ διανεμηθῇ. Παρακαλῶ δὲ πρὸς τούτοις νὰ ἔλθουν καὶ τὰ διαγράμματα, νὰ ἐξετασθῇ δὲ ἂν ἦνε δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῶσι τὰ πράγματα, ὅπως σχεδιογραφεῖτε ἐδῶ, καὶ ἂν τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα παραχωρεῖτε διὰ τὴν ἀποξήρανσιν τῆς Κωπαΐδος λίμνης, βασίζωνται εἰς τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἐκείνη ἡ σύμβασις εἶχε διατάξει. Ἐὰν πρόκηται νὰ μεταβάλωμεν τὰς ὑποχρεώσεις, κατὰ φυσικὸν λόγον δύναται ἡ Βουλὴ νὰ μεταβάλῃ καὶ τὰ δικαιώματα τῆς συμβάσεως· ἑπομένως νομίζω, ὅτι ὁ νόμος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐγένετο περὶ ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος, ἀνατρέπεται.
§98ΡΟΥΦΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα.)
§99ΤΙΝΕΣ. Δὲν θὰ γείνῃ ἤδη συζήτησις.
§100ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ ζητῶ νὰ προσαχθῇ καὶ ἡ ἔκθεσις τοῦ Sauvage.
§101ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Ὑπεβάλομεν πρότασιν νόμου περὶ καταργήσεως τοῦ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Κυθήρων ὑποτελωνείου Αὐλέμονος καὶ συστάσεως δύο τελωνοσταθμαρχείων. Ἡ πρότασις αὕτη εἶναι κατεπείγουσα, διότι πρόκειται νὰ θεραπευθῇ οὐσιωδεστάτη ἀνάγκη τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ἵνα ἐπιτρέψῃ τὴν ἐγγραφήν της εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§102ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐγγραφῇ.
§104ΦΛΕΣΑΣ. Κύριοι βουλευταὶ, μετὰ ἀλυσιτελῆ ἀγῶνα, τὸν ὁποῖον δυστυχῶς προὐκάλεσεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ὑπουργὸς, τέλος πάντων κατωρθώθη νὰ προσαχθῶσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰ παρ’ ἐμοῦ ἐπιμόνως ἔκτοτε ἐπιζητούμενα πρακτικὰ τῆς νομικῆς σχολῆς τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν Πανεπιστημίου. Ἄν ὁ ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, κ. βουλευταὶ, ἠκολούθει τὴν κοινοβουλευτικὴν τακτικὴν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἤθελεν ἔλθει εἰς πέρας τὴν ἐπιοῦσαν τῆς τυπικῆς ἐπερωτήσεώς μου, ἥτις ἐσκόπει τὴν συντήρησιν τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου, ἥτις παράποτε ἤδη, τολμῶ εἰπεῖν, κλονίζεται, καθόσον οἱ ἁρμόδιοι ἐναντίον τοῦ καθήκοντός των ἐγκατέλιπον τὸ Πανεπιστήμιον ἀνεπιτήρητον. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ὑποβαλὼν προχθὲς τὰ παρ’ ἐμοῦ ζητηθέντα πρακτικὰ τῆς νομικῆς σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, εἶπε σὺν τοῖς ἄλλοις, ὅτι οὐδαμοῦ ἐν τοῖς πρακτικοῖς ἀνεῦρεν ἔλλειψίν τινα, τοὐναντίον μάλιστα ἀνεκάλυψεν ἐν τῇ μελέτῃ αὐτῇ, ὅτι ὁμοφώνως ἅπασα ἡ νομικὴ σχολὴ τοῦ Πανεπιστημίου ἐσύστησε τὸν κ. Ἰωάννην Ζωγράφον ὡς καθηγητὴν τοῦ Πανεπιστημίου. Ἄς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ τῷ εἴπω, ὅτι, ἂν ἀνεγίνωσκε τὰ πρακτικὰ ταῦτα ἁπλῶς, ἤθελεν ἀναμφιβόλως πεισθῆ, ὅτι δὲν ἐμπεριέχεται ἐν αὐτοῖς ἔννοια συστάσεως ἢ προτάσεως ὑπὲρ τοῦ κ. Ζωγράφου, ὅτι δὲ οἱ ἰσχυρισμοί μου οὗτοι ἐρείδονται ἐπὶ τῶν πραγμάτων· παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ προσέξῃ, διότι προτίθεμαι ν’ ἀναγνώσω τὰ πρακτικὰ τὰ ἀφορῶντα τὴν προκειμένην ὁμιλίαν. Ἀκούσατε τί λέγει ἡ σχολή: «Ὑπεστηρίχθη, ὅτι ὁ καταμερισμὸς τῆς σχολῆς εἶναι ἀσύμφορος καὶ ἀλυσιτελὴς, καὶ διὰ νὰ δοθῇ ἀπάντησίς τις εἰς τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Ζωγράφου, πρέπει ἡ σχολὴ ὁπωσδήποτε ν’ ἀπαντήσῃ μὲ τὴν ἑξῆς ἔννοιαν: Ἡ σχολὴ, ἀναγνωρίζουσα τὴν ἱκανότητα καὶ τὴν φιλοπονίαν τοῦ Ἰωάννου Ζωγράφου, παραπέμπει τὴν ἔκθεσιν αὐτοῦ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας, ἐντέλλεται δὲ τῷ κοσμήτορι, ἵνα ἑτοιμάσῃ τὴν πρὸς τοῦτο ἔκθεσίν του.» Μοὶ φαίνεται, κύριοι βουλευταὶ, ἐν τούτῳ τῷ πρακτικῷ τῆς νομικῆς σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου, ὅτι δὲν ἐμπεριέχεται ἔννοια συστάσεως ἢ προτάσεως τῆς σχολῆς (Θόρυβος.) Ἀκούσατε καὶ τὸ ἔγγραφον τοῦ πρυτάνεως, τὸ ὁποῖον κατηγορῶ καὶ περὶ οὗ ἤδη πρόκειται. «Διαπέμποντες τὴν πρὸς τὸν ὑφηγητὴν κ. Ἰω. Ζωγράφον σύστασιν τῆς νομικῆς σχολῆς κτλ.» Ἀλλὰ, κύριοι βουλευταὶ, ὡς σαφῶς ἠκούσατε, σύστασις ἐν τοῖς πρακτικοῖς αὐτοῖς δὲν ἀναφέρεται ὑπὲρ τοῦ κ. Ζωγράφου, ἀναφέρεται ὅμως σαφῶς ὁ μὴ καταμερισμὸς τῆς ἕδρας τῆς Πολιτικῆς Οἰκονομίας. Μετά τινα δὲ καιρὸν διεδόθη καὶ ἐγένετο γνωστὸν εἰς τὴν νομικὴν σχολὴν τοῦ Πανεπιστημίου, ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τῆς πράξεως αὐτῆς τῆς διαπομπῆς τῆς ἐκθέσεως τοῦ κ. Ἰω. Ζωγράφου πρὸς τὸ ἁρμόδιον ὑπουργεῖον, ἥτις δὲν ἐμπεριέχει ἔννοιαν συστάσεως, ἐπρόκειτο νὰ διορισθῇ ὁ κ. Ζωγράφος, αὐτὸς ὁ γραμματεὺς τῶν πρακτικῶν καὶ ἤδη καθηγητὴς τῆς δημοσιονομίας.
§105Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ διορισμὸς τοῦ κ. Ζωγράφου ἐγένετο πολὺ καλά.
§106ΦΛΕΣΑΣ. Δὲν τὸ πιστεύω. Συνῆλθεν ἡ σχολὴ καὶ ἔκαμε τὸ ἑξῆς πρακτικόν. «Ἡ σχολὴ ἀπεφήνατο νὰ σημειωθῇ ἐν τοῖς πρακτικοῖς, ὅτι οὐδέποτε ἐσύστησεν ἡ σχολὴ, οὐδὲ ἐννοεῖ νὰ συστήσῃ ἕδραν δημοσιονομίας, ἢ νέαν ἕδραν Πολιτικῆς Οἰκονομίας». Ταῦτα δὲν ἀναιροῦσιν ἄρδην τοὺς ἰσχυρισμοὺς τοῦ κ. ὑπουργοῦ καὶ τὸ πρῶτον πρακτικόν;
§107ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι ἀνυπόγραφον.
§108ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι σχέδιον.
§109ΦΛΕΣΑΣ. Ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ ἀνυπογράφου οὐδεμίαν σημασίαν ἔχει· εἶναι πρακτικὸν ἐπίσημον, κ. ὑπουργὲ, καὶ ἂν τοῦτο ἦτο σχέδιον, ὡς λέγετε, τότε ἅπαντα τὰ πρακτικὰ ταῦτα εἰσὶ σχέδια, διότι εἰσὶν ἀνυπόγραφα καὶ ἀναιροῦσι κατηγορηματικῶς διορισμοὺς ὑφηγητῶν, καθηγητῶν καὶ χορηγίας χρηματικῶν πιστώσεων, ἀλλὰ καὶ δὲν ἐξάγεται ἔννοια προτάσεως ἢ συστάσεως, ὡς εἶπον, ἐκ τοῦ πρώτου πρακτικοῦ.
§110ΦΙΛΗΜΩΝ. Δὲν ἔχει ἡ σύστασις καμμίαν σημασίαν ἐνταῦθα.
§111ΦΛΕΣΑΣ. Συνειθίζετε νὰ ὁμιλῆτε ἄνευ σκοποῦ· ἐγὼ δὲν δύναμαι ταὐτοχρόνως ν’ ἀπαντῶ πρὸς ὅλους. Κύριε πρόεδρε, ἐπαναφέρατε εἰς τὴν θέσιν τοὺς ἐναντίον τοῦ Κανονισμοῦ διακόπτοντας. Ἂν παραδεχθῶμεν, κ. βουλευταὶ, ὅτι τὸ πρακτικὸν, τὸ ὁποῖον δὲν φέρει τὰς ὑπογραφὰς τῶν κ. καθηγητῶν, δὲν εἶναι ἰσχυρὸν, τότε ὅλαι αἱ πράξεις αἱ ἀφορῶσαι διορισμοὺς ὑφηγητῶν καὶ καθηγητῶν, οὖσαι ἀνυπόγραφοι, εἰσὶν ἀνίσχυροι, ὡς διατείνεται ὁ κ. ὑπουργὸς, καὶ πρέπει νὰ ἐρωτηθῇ περὶ τούτου ἡ νομικὴ σχολὴ, ἁρμοδία οὖσα.
§112ΡΟΥΚΗΣ. Δὲν εἶναι ὑποχρεωτικὰ αὐτὰ διὰ τὸν ὑπουργόν.
§113ΦΛΕΣΑΣ. Φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι ἰσχυρὸς ὁ λόγος, ὅτι τὰ πρακτικὰ δὲν εἶναι ὑπογεγραμμένα, οὔτε δύναται τοῦτο νὰ δικαιολογήσῃ τὸν τολμητίαν καθηγητὴν, διότι αὐτὸς ἦτο γραμματεὺς τῶν πρακτικῶν, τὰ ὁποῖα εἰσὶν ἀνυπόγραφα.
§114ΦΙΛΗΜΩΝ. Δὲν ἦτο γραμματεύς.
§115ΦΛΕΣΑΣ. Τώρα θὰ σᾶς τὸ ἀποδείξω. Κατὰ τὸ 1879 δὲν ἦτο γραμματεύς, ἦτο ὅμως κατὰ τὸ 1880, καὶ αὐτοῦ τοῦ ἔτους τὰ πρακτικά εἰσιν ἀνυπόγραφα·—κατὰ συνέπειαν καὶ ἐκ τούτου ἀποδεικνύεται τὸ ἀνειλικρινὲς τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ· δὲν ἀντιλέγω, ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἶναι ἱκανώτατος, λέγω ὅμως, ὅτι δὲν ὑπάρχει πρᾶξις τοῦ Πανεπιστημίου, συνιστῶσα αὐτὸν διὰ τὴν θέσιν τοῦ καθηγητοῦ. Εἶναι, ἐπαναλέγω, ἱκανώτατος, πεπαιδευμένος καὶ μάλιστα ἠθικώτατος, ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου, ἀλλὰ μόνον, ὅτι ἡ κατόπιν πρᾶξις φέρει χρονολογίαν 9 Ἰουνίου καὶ ἡ ἑτέρα 24 Μαρτίου· ἀμφότεραι ἀναιροῦσι τὴν σύστασιν, τὴν ὁποίαν ἀναφέρει τὸ ἔγγραφον τοῦ κοσμήτορος καὶ πρυτάνεως τοῦ Πανεπιστημίου. Τὸ πρακτικὸν, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέφερον, ἡ σχολὴ τὸ θεωρεῖ ἰσχυρὸν, διότι ἡ σχολὴ συνειθίζει νὰ μὴ ὑπογράφῃ ἀμέσως, ἀλλ’ ἡ ὑπογραφὴ αὐτῶν ἐναπόκειται εἰς τὴν δραστηριότητα τοῦ γραμματέως, ὅστις καὶ κατὰ τοῦτο ὑστέρησε, καθ’ ὅσον ἡ πρᾶξις τῆς συστάσεως τοῦ ὑφηγητοῦ κ. Δημαρᾶ καὶ πολλαὶ ἄλλαι μεταγενέστεραι τῆς πράξεως τῆς ἀφορώσης τὸν κ. Ζωγράφον εἰσὶν ἀνυπόγραφοι. Τελευταῖον λέγω, καὶ ἰσχυρίζομαι, ὅτι τὸ πρακτικὸν δὲν περιέχει σύστασιν, ἀλλ’ ἀπεναντίας ἄρνησιν συστάσεως, ἂν δὲ παραδεχθῶμεν, ὅτι τὸ μεταγενέστερον πρακτικὸν, διότι δὲν φέρει ὑπογραφὰς εἶναι ἄκυρον, τότε ὅλαι αἱ πράξεις, αἱ μὴ φέρουσαι ἐνταῦθα ὑπογραφὰς, εἰσὶν ἄκυροι καὶ ἡ εὐθύνη εἶναι μείζων. Ἂν ἔχῃ ἀμφιβολίαν περὶ τούτου ὁ κ. ὑπουργὸς, ἂς ἐρωτήσῃ τοὺς καθηγητὰς, οἵτινες ἔλαβον μέρος, ἂν ἡ τελευταία πρᾶξις ἦναι ἰσχυρὰ ἢ ἀνίσχυρος.
§116ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ἦτο ὑποχρεωμένος ν’ ἀκούσῃ ὁ ὑπουργός.
§117ΦΛΕΣΑΣ. Καὶ ἐγὼ ὑποστηρίζω, ὅτι δὲν ἦτο ὑποχρεωμένος, ἀλλ’ ἀφοῦ, ὡς ὡμολόγησεν, ἔκαμε χρῆσιν τῆς συστάσεως, ἥτις ἀναφέρεται ἐν τῷ ἐγγράφῳ τοῦ πρυτάνεως καὶ κοσμήτορος, ἀπέδειξεν, ὅτι εἶναι ὑποχρεωμένος. Δὲν θὰ παρέλθῃ, κύριοι βουλευταὶ, πολὺς καιρὸς, καθ’ ὃν θὰ ἴδητε τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα παρασκευάζονται, ὅτι θὰ ἦναι ἀντίθετα τοῦ σκοποῦ τοῦ Πανεπιστημίου, διότι καὶ ἐκεῖ εἰσῆλθε καὶ ἰσχύει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν ἔπρεπε νὰ εἰσέλθῃ καὶ νὰ ἰσχύῃ. Ὡς παρατηρεῖτε, κ. βουλευταὶ, τὰ πρακτικὰ τῆς νομικῆς σχολῆς ἀπὸ τοῦ διορισμοῦ τοῦ κ. Ζωγράφου κατήντησαν ὡς τὰ ψυχοχάρτια τῶν χωρικῶν παπάδων.
§118ΡΟΥΦΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα.)
§119ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Κύριε πρόεδρε, δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία. Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 7 μ. μ.