1881.02.13
1.513 στίχοι · 11.506 λέξεις · 153 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 72
τῆς 13 Φεβρουαρίου 1881.
Ὥρᾳ 2½ μ. μ.
Ἀπαρτίας γενομένης, ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκρίνονται τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τῶν ναυτικῶν ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀπομαχικοῦ ταμείου. Θὰ τυπωθῇ. Ὁ ἐκ Ζακύνθου Ἀνδρέας Καλοδούκας, διατεινόμενος, ὅτι ὑπερέβη τὸ 70 ἔτος, ζητεῖ νὰ ἐξαιρεθῇ τῆς ἐπιστρατείας ὁ υἱός του. Θὰ παραπεμφθῇ ἡ ἀναφορά του εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπήν.
§2ΤΖΑΝΕΣ. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Καλαμῶν κ. Φλέσσας ἀπηύθυνε πρὸς τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἐπερώτησιν, διὰ τῆς ὁποίας ἐζήτησε νὰ μάθῃ ἡ Βουλὴ εἰς ποίαν στάσιν εὑρίσκεται ἡ ὑπόθεσις, ἡ ἀφορῶσα ἀξιωματικόν τινα χρηματίσαντα οἰκονομικὸν ἀνώτερον ὑπάλληλον εἰς τὸ στρατόπεδον κατὰ τὴν Ἀνατολικὴν Ἑλλάδα. Ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὡς ἐνθυμεῖται ἡ Βουλὴ, ἀπήντησεν, ὅτι θὰ ἐρευνήσῃ περὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς καὶ θὰ ὑποβάλῃ τὸ ἀποτέλεσμα. Παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἵν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἐξαγόμενον τῶν ἐρευνῶν αὐτοῦ. Ποία ἡ ἐντύπωσις ἐκ τῆς ἐπερωτήσεως ἐκείνης, ἐννοεῖτε βεβαίως, διότι δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἡ ἐπερώτησις μένει εἰσέτι ἔναυλος εἰς τὰς ἀκοὰς τῆς Βουλῆς καὶ τῆς κοινωνίας, ἥτις εἶναι ἀνάγκη νὰ μάθῃ ἐὰν ἦναι ἀληθὲς, ὅτι ἀξιωματικὸς ἀνώτερος διεχειρίσθη τὰ δημόσια κακῶς.
§3Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.) Πράγματι, κύριοι, δὲν μοὶ ἐδόθη καιρὸς νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ ἐκ Καλαμῶν. Τὸ στρατιωτικὸν λογιστήριον, εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἀπήτησε τοὺς λογαριασμοὺς τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως κατὰ τὸ 1878, ἀλλὰ δὲν ἐτήρησε τοὺς τύπους. Ἔκτοτε, κατὰ τὴν ὑπόσχεσιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκα εἰς τὴν Βουλὴν, τὸ ζήτημα τοῦτο τὸ ἐμελέτησα ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας μετ’ εἰδικῶν ἀνθρώπων, καὶ ἐπείσθην, ὅτι ὅλα τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα κατὰ τοὺς λογιστικοὺς τύπους τηροῦνται ὑπὸ τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ στρατοῦ, ὅστις διώκει τὰ σώματα ἐκεῖνα, ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ἐγένετο καλῶς ἡ χρῆσις τῆς δαπάνης αὐτῆς. Συνάμα εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν τῶν ἐγγράφων αὐτῶν ὑπάγονται ὅλα τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐξεδόθησαν ἀπὸ σωματάρχας, οἱ ὁποῖοι ἐδαπάνησαν, εἴτε ἦσαν σωματάρχαι τοῦ πεζικοῦ, εἴτε τοῦ πυροβολικοῦ, καθόσον ὅλα τὰ ἔγγραφα ταῦτα φέρουσι τὸ κῦρος τῆς ὑπογραφῆς τοῦ ἀρχηγοῦ. Ἦτο βεβαίως κατὰ τὰς περιστάσεις ἐκείνας ἐντελῶς ἀδύνατος ἡ ἐκτέλεσις τοιούτων τύπων, διότι αἱ πλεῖσται δαπάναι ἔλαβον χώραν ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος.
§4ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας.) Κατὰ τὴν ὑπόσχεσιν, τὴν ὁποίαν χθὲς ἔδωκα, κύριοι, εἰς τὴν Βουλὴν, ὑποβάλλω τὰ πρακτικὰ τῆς νομικῆς σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου, ἐκ τῶν ὁποίων προκύπτει, ὅτι ὁ κ. Ἰωάννης Ζωγράφος ἐπροτάθη ὡς ἔκτακτος καθηγητὴς τῆς δημοσιονομίας. Ἐν τῷ πρακτικῷ τῆς προτάσεως εἰσὶν ὑπογεγραμμένοι πάντες οἱ καθηγηταὶ τῆς σχολῆς ταύτης, οὐδεμίαν δὲ ἀμφιβολίαν ἔχω, ὅτι αἱ ὑπογραφαὶ αὐτῶν εἶναι γνήσιαι, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι εἰς τὸ ἱερὸν αὐτὸ τέμενος τῶν Μουσῶν ἤθελε λάβει χώραν τὸ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καταγγελθὲν ἔγκλημα τῆς πλαστογραφίας· εἶναι δὲ ἀληθὲς, ὅτι εἰς τὰ πρακτικὰ αὐτὰ εὑρίσκεται πρακτικὸν μεταγενέστερον, τῆς 4 Ἰανουαρίου 1880, ἀναιροῦν τὴν πρότασιν τὴν πρώτην, ἀλλὰ τὸ πρακτικὸν αὐτὸ οὐδεμίαν ὑπογραφὴν φέρει, εἶναι ἐντελῶς ἀνυπόγραφον, ἑπομένως εἶναι ἄκυρον. Ταῦτα ἐπληροφορήθην σήμερον, ὅτε παρεδόθησαν τὰ πρακτικὰ εἰς ἐμὲ ἀπὸ τὸν κ. πρύτανιν τοῦ Πανεπιστημίου, τὸν ὁποῖον προσεκάλεσα ἐπὶ τούτῳ. Ἐνταῦθα (ἐν τοῖς πρακτικοῖς δηλαδὴ) θέλει παρατηρήσει, ὅστις τῶν κ.κ. βουλευτῶν ἐπιθυμεῖ, τὴν πρότασιν, τὴν ὑπὲρ τοῦ κ. Ζωγράφου, φέρουσαν τὰς ὑπογραφὰς τῶν καθηγητῶν τῆς οἰκείας σχολῆς, θέλει δὲ ἐπίσης εὕρει καὶ τὸ μεταγενέστερον πρακτικὸν, τὸ ἀνυπόγραφον. Ἐπίσης καταθέτω καὶ τὰ πρακτικὰ τῆς φιλοσοφικῆς σχολῆς, ἐκ τῶν ὁποίων ἀποδεικνύεται, ὅτι διὰ τὴν ἕδραν ταύτην ἐπροτάθησαν δύο ὑποψήφιοι, ὁ κ. Παπαδόπουλος ὡς ἐπίτιμος καθηγητὴς καὶ ὁ κ. Γρηγοριάδης ὡς ἔκτακτος καθηγητὴς, οἵτινες καὶ διωρίσθησαν. Ἐπειδὴ ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Οἰτύλου ἐζήτησε πληροφορίας περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν καθηγητῶν, πληροφορῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι κατὰ τὸν εἰς αὐτὴν εἰσαχθέντα προϋπολογισμὸν πρέπει νὰ ἔχωμεν καθηγητὰς τακτικοὺς 56, ἐκτάκτους δὲ 7 καὶ ἐπίτιμον 1, τῶν ὁποίων ἡ δαπάνη κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν ἀνέρχεται εἰς 293,400 δραχμάς· ἀντὶ τούτων ἔχομεν καθηγητὰς 54 τακτικοὺς, ἤτοι κατὰ 2 ὀλιγωτέρους τῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ σημειουμένων, ἐκτάκτους 7, ἤτοι 4 περιπλέον, καὶ ἐπιτίμους 2, ἤτοι ἕνα περιπλέον. Ἔχομεν λοιπὸν 4 καθηγητὰς ἐκτάκτους περιπλέον, σχετικῶς πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ ἕνα καθηγητὴν ἐπίτιμον ἐπίσης περιπλέον. Ἐκ τῶν 4 τούτων ἐκτάκτων καθηγητῶν ὁ μὲν κ. Κοκίδης εἶναι ἀστρονόμος ἐν τῷ Ἀστεροσκοπείῳ, καὶ ὡς τοιοῦτος, καίτοι πρὸ πολλοῦ διωρισμένος ὡς ἔκτακτος καθηγητὴς ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, δὲν λαμβάνει ἴδιον μισθὸν, ἀλλὰ μισθοδοτεῖται ὡς ἀστρονόμος ἀπὸ ἰδιαίτερον κεφάλαιον καὶ ἄρθρον τοῦ προϋπολογισμοῦ· ὁ δὲ κ. Ζωγράφος, ὁ γραμματεὺς τοῦ Πανεπιστημίου, διορισθεὶς πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἔκτακτος καθηγητὴς, δὲν λαμβάνει καὶ αὐτὸς ἴδιον μισθὸν διὰ τὴν θέσιν ταύτην, μισθοδοτεῖται δὲ μόνον ὡς γραμματεὺς τοῦ Πανεπιστημίου· ἑπομένως αὐτοὶ οἱ δύο δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἀποτελοῦντες τὴν δύναμιν, οὕτως εἰπεῖν, τοῦ ἀριθμοῦ τῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου, ἀφ’ οὗ δὲν ἐπιβαρύνουσι τὸν προϋπολογισμὸν διὰ δαπάνης τινός. Ἄλλως τε τὴν θέσιν ταύτην τοῦ καθηγητοῦ ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ εἶχε καὶ ὁ ἄλλοτε γραμματεὺς αὐτοῦ, ὁ κύριος Γκίκας Δοκὸς, λαμβάνων μόνον τὸν μισθὸν τῆς θέσεως τοῦ γραμματέως. Ἔχομεν ἄρα 2 ἐκτάκτους καθηγητὰς περιπλέον, ἐνῷ ἔχομεν ὀλιγωτέρους 2 τακτικούς· διὰ τοὺς 2 τακτικοὺς καθηγητὰς, ἐὰν ἦσαν συμπεπληρωμέναι αἱ θέσεις των, ἠθέλομεν πληρώνει κατὰ μῆνα 900 δραχμὰς, πληρώνομεν δὲ διὰ τοὺς δύο περιπλέον ἐκτάκτους καθηγητὰς δρ. 500· ἑπομένως ἔχομεν οἰκονομίαν δραχμῶν 400 κατὰ μῆνα· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἔχομεν καὶ ἕνα ἐπίτιμον καθηγητὴν περιπλέον, διὰ τὸν ὁποῖον πληρώνομεν μηνιαῖον ἐπιμίσθιον δραχμὰς 100, ἡ οἰκονομία τῶν δραχμῶν 400 ἐλαττοῦται εἰς δραχμὰς 300 κατὰ μῆνα. Ἐπειδὴ ὅμως τινὲς τῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου πρὸ πολλοῦ δυστυχῶς κατέστησαν ἀνίκανοι, ἕνεκα γήρατος καὶ ἀνιάτου νόσου πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων αὑτῶν, ἠναγκάσθην νὰ προβῶ ἐπὶ τοῦ παρόντος εἰς τὴν ἐκ τῆς ὑπηρεσίας ἀπομάκρυνσιν 3 ἑτέρων τακτικῶν καθηγητῶν· ἑπομένως ἔχομεν ἤδη ἕδρας κενὰς τακτικῶν καθηγητῶν οὐχὶ δύο, ἀλλὰ πέντε· ἀντὶ δὲ τῶν πέντε ἑδρῶν τακτικῶν καθηγητῶν, αἵτινες εἰσὶ κεναὶ, ἔχομεν ὑπεραρίθμους δύο ἐκτάκτους καὶ ἕνα ἐπίτιμον. Ἀλλὰ, κύριοι, ὁ προϋπολογισμὸς, ὡς γνωρίζετε, δὲν κανονίζει τὸν ἀριθμὸν τῶν καθηγητῶν, ἀλλὰ τὴν δαπάνην· ἑπομένως ἡ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένη δαπάνη, ὡς εἶπον, συνίσταται εἰς δραχμὰς 293,400· τοῦ ποσοῦ δὲ τούτου δαπανῶμεν, ἐπὶ τοῦ παρόντος τοὐλάχιστον, πολὺ ὀλιγώτερον. Αὐταὶ εἶναι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας δίδω εἰς ἀπάντησιν τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ κ. Σαράβα.
§5ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ποίους καθηγητὰς ἐπαύσατε;
§6ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἔργον ἰδικόν μου.
§7ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δηλαδὴ ἐννοῶ εἶναι ἤδη τετελεσμένον;
§8ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα· ἔπαυσα τοὺς κ. Πρινάρην, Ζαβιτσάνον καὶ Νικολαΐδην, σχετικῶς δὲ πρὸς τὴν ἐκ τῆς ὑπηρεσίας ἀπομάκρυνσιν τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος καθηγητῶν καὶ τῆς ἀπομακρύνσεως ἄλλων τοιούτων, τοὺς ὁποίους τὸ ὑπουργεῖον εἶναι ἠναγκασμένον ν’ ἀπαλλάξῃ τῆς ὑπηρεσίας, λόγῳ ἀνικανότητος ἐπίσης, εἴτε ἐκ γήρατος εἴτε ἐκ νόσου χρονίας, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου κανονίζονται κατὰ τρόπον συνᾴδοντα πρὸς τὰς ἀνάγκας καὶ τὰς πολυετεῖς ὑπηρεσίας αὐτῶν, τὰ περὶ συντάξεως τῶν ἀποχωρούντων καὶ ἀποκεχωρηκότων καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου, συνοδευμένον μετὰ βραχείας ἐκθέσεως ἐμοῦ καὶ μετ’ ἐκθέσεως τῆς πρυτανείας τοῦ Πανεπιστημίου, ἥτις ἀποτελεῖ τρόπον τινὰ μέρος τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐμῆς καὶ ἥτις παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ μετὰ τοῦ νομοσχεδίου καὶ τῆς ἐκθέσεώς μου.
§9ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Δὲν μᾶς λέγετε, κ. ὑπουργὲ, ποίαν φροντίδα ἐλάβετε περὶ τῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου, οἱ ὁποῖοι ἕνεκα τεμπελιᾶς, εἴτε ἕνεκα ἄλλων λόγων, δὲν παραδίδουν ποτὲ, καὶ ὅμως πληρώνονται;
§10ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ περὶ αὐτῶν θὰ σκεφθῇ τὸ ὑπουργεῖον, καὶ θὰ λάβῃ ἓν μέτρον.
§11ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Αὐτοὶ εἶναι ἔτι περισσότερον ἀξιοκατάκριτοι. (Θόρυβος.)
§12ΜΙΛΗΣΗΣ. Τί ἀπήντησε, κ. πρόεδρε, ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Δημητρακάκη ὁ κ. ὑπουργός;
§13ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον, ὅτι θὰ λάβῃ πρόνοιαν τὸ ὑπουργεῖον καὶ περὶ τῶν καθηγητῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι, εἴτε διὰ τὸν ἕνα λόγον εἴτε διὰ τὸν ἄλλον, δὲν ἐκπληροῦσι τὸ καθῆκόν των.
§14Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ πρόνοιαν νὰ ἐρωτήσῃ ἐὰν ἡ Τράπεζα δίδῃ 30,000 δραχμὰς δάνειον διὰ τὴν ὁδοποιίαν ἀπέναντι τῶν εἰσπράξεων τῆς ὁδοποιίας.
§15ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν.) Ὅσον τὸ κατ’ ἐμὲ οὐδεμίαν γνῶσιν ἔχω περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου· θεωρῶ δὲ περιττὸν νὰ προκαλέσω ἐγὼ τὴν Τράπεζαν εἰς συνεννόησιν, ἀφοῦ ἡ Τράπεζα δὲν ὑπέβαλε τοιαύτην πρότασιν εἰς τὴν κυβέρνησιν.
§16Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐννοῶ, ὅτι δὲν ἔγεινε πρότασις, ἀλλ’ ὁ κ. ὑπουργὸς νὰ ἐρωτήσῃ.
§17ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω καθῆκον ὡς κυβέρνησις νὰ ζητῶ ἐλεημοσύνην ἀπὸ τὰς Τραπέζας καὶ νὰ προκαλῶ συνεννοήσεις δι’ ἀντικείμενα, περὶ τῶν ὁποίων οὐδεμία νύξις μοὶ ἐδόθη.
§18ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Προχθὲς, κ. πρόεδρε, τὸ Σάββατον, ἀπεφασίσαμεν ὅπως τὴν ἑπομένην Δευτέραν ἔλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τῆς συμβάσεως μετὰ τῶν μεταλλουργείων τοῦ Λαυρίου, ἐπροσθέσαμεν δὲ, ὅτι πρέπει νὰ κατατεθῇ ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς σήμερον ἢ αὔριον. Τώρα θέλω νὰ μάθω καθ’ ἣν περίστασιν δὲν κατατεθῇ αὐτὴ ἡ ἔκθεσις, ἡ Βουλὴ θὰ συζητήσῃ ἢ ὄχι τὴν σύμβασιν; Κατ’ ἐμὴν ἰδέαν πρέπει νὰ τὴν συζητήσῃ ἡ Βουλὴ, διότι ἄλλως θὰ ἀφεθῶμεν εἰς τὴν διάθεσιν τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς θὰ μένῃ ἐξηρτημένη ἀπὸ τὸ κέφι τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς. Δεύτερον, κ. πρόεδρε, παρακαλῶ, μεταξὺ τῶν ἄλλων ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα τυποῦνται ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς, νὰ τυπωθῇ καὶ ἡ τελευταία ἔκθεσις τοῦ Δικαστικοῦ Οἰκονομικοῦ Συμβούλου.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅλα τὰ ἔγγραφα, τῶν ὁποίων τὴν τύπωσιν ἀπεφάσισεν ἡ Βουλὴ, ἀπεστάλησαν πρὸ 3 ἡμερῶν εἰς τὸ τυπογραφεῖον’ τοῦτο καταγίνεται ὁλονὲν, καὶ σήμερον ἔκαμα ἔγγραφον, συνιστῶν τὴν πρόοδον τῆς ἐργασίας.
§20ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κατατεθῇ πρὸ τῆς Δευτέρας· ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ, τοὐλάχιστον τὸ κατ’ ἐμὲ, δὲν θέλει ἐπιφέρει κώλυμα εἰς τὴν συζήτησιν· δὲν κατατίθεται δὲ ἡ ἔκθεσις πρὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι τὰ ἔγγραφα ἐδόθησαν τὴν Δευτέραν παρὰ τοῦ κ. Μίληση, καὶ αὐτὰ τὰ ἔγγραφα ἦσαν ὄχι μόνον ἡ ἔκθεσις, ἀλλὰ καὶ αἱ ἀποφάσεις, ὥστε δὲν περιῆλθον ἀκόμη εἰς χεῖράς μου οὔτε εἰς χεῖρας τῆς ἐπιτροπῆς· αὐτὰ ἐστάλησαν εἰς τὸ τυπογραφεῖον, ὡς ἠκούσατε παρὰ τοῦ κ. προέδρου, διὰ νὰ τυπωθῶσιν. Οὐχ ἧττον ἐφρόντισα, ὅσον ἠδυνήθην, νὰ περισυνάξω τὰς ἀποφάσεις· δὲν τὰς ἔλαβον ὅλας, ἐλπίζω ὅμως νὰ λάβω καὶ τὰς ἐλλειπούσας, καὶ τὴν Δευτέραν νὰ φέρω τὴν ἔκθεσιν. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἔλθῃ ἡ ἔκθεσις, οὐδὲν κώλυμα δύναται νὰ φέρῃ τοῦτο εἰς τὴν συζήτησιν, τὸ κατ’ ἐμέ· τί θέλει πράξει ἡ Βουλὴ, αὐτῆς ἔργον εἶναι ν’ ἀποφασίσῃ.
§21ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν.) Ὑποβάλλω, κύριοι, νομοσχέδιον περὶ τοῦ βαθμοῦ καὶ τῆς μισθοδοσίας τοῦ παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ βασιλικοῦ ἐπιτρόπου καὶ τῶν παρὰ τῇ Ἰονικῇ Τραπέζῃ καὶ τῇ Πιστωτικῇ Τραπέζῃ, τῇ ἐν Ἑπτανήσῳ τυχὸν συστηθησομένῃ, βασιλικῶν ἐπίσης ἐπιτρόπων.
§22ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριε πρόεδρε, τὰ δικόγραφα ὑπάρχουν εἰς χεῖρας τοῦ κ. Καλλιγᾶ οὐχὶ ἀπὸ τῆς Δευτέρας, ὡς εἶπεν, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς Κυριακῆς....
§23ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὄχι δικόγραφα, ἀλλ’ ἔγγραφα.
§24ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὅπως θέλετε ὀνομάσατέ τα. Ἐπαναλαμβάνω καὶ σήμερον, ὅτι δὲν εἶχεν ἀνάγκην ὁ κ. Καλλιγᾶς νὰ μελετήσῃ, καὶ μάλιστα ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας, τὰ δικόγραφα ἢ ἔγγραφα αὐτὰ, διότι τὰ γνωρίζει ἐξαίρετα. Ὁ κ. Καλλιγᾶς ἔλαβε μέρος ὡς δικηγόρος τῆς ἑταιρίας, καὶ γνωρίζει καὶ τὰς ἀγωγὰς καὶ τὰς ἀνακοπὰς καὶ τὰς ἐφέσεις καὶ τὰς ἀποφάσεις καὶ ὅλα ἐν γένει τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα συνιστῶσι τὴν δικογραφίαν· ἔχει προσέτι καὶ πεῖραν δικαστικὴν ὅσην οὐδεὶς ἄλλος ἐκ τῶν ἐν Ἑλλάδι. Ἀφ’ οὗ λοιπὸν διατελεῖ ἐν γνώσει ὅλων τῶν δικογράφων καὶ ἔχει αὐτὰ εἰς τὰς χεῖράς του ἀπὸ τῆς Κυριακῆς, τίνα ὑποθέτει ὅτι θὰ πείσῃ, ὅτι δὲν κατώρθωσε νὰ συντάξῃ μίαν ἔκθεσιν; Κύριοι, ἡ σύμβασις εἶναι ἀρκετὰ σπουδαία ἢ ὥστε νὰ συγχωρηθῶσι τοιαῦτα μηχανήματα κατὰ τὴν συζήτησιν αὐτῆς. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως πέραν τῆς Δευτέρας. Θέλει ἡ ἐπιτροπὴ νὰ συντάξῃ ἔκθεσιν; ἐὰν θέλῃ, ἂς τὴν συντάξῃ· ἄλλως, ἂς καταθέσῃ ὅλα τὰ δικόγραφα. Θὰ τὰ ἀναγνώσωμεν ἡμεῖς μόνοι’ δὲν ἔχομεν ἀνάγκην τῶν φώτων αὐτῆς. Οἴκοθεν θὰ κρίνῃ ἕκαστος ὁποῖαί τινες εἰσὶν αἱ ἀπαιτήσεις τοῦ δημοσίου, τῶν ὁποίων ζητεῖται ἡ κατάργησις. Λοιπὸν ἐὰν ἡ ἐπιτροπὴ δὲν δυνηθῇ πρὸ τῆς Δευτέρας, ὅτε βεβαίως θὰ γείνῃ ἡ συζήτησις, νὰ συντάξῃ τὴν ἔκθεσίν της, παρακαλῶ, κ. πρόεδρε, νὰ κατατεθῶσι τὰ δικόγραφα εἰς τὸ προεδρεῖον, διὰ νὰ μελετηθῶσι παρὰ τῶν βουλομένων καὶ δυναμένων νὰ λάβωσι γνῶσιν αὐτῶν.
§25ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Δὲν ἤθελον ἀπαντήσει, ἐὰν δὲν ἤθελον ἀναφέρει τὴν λέξιν μηχανήματα, ἡ ὁποία δὲν ἁρμόζει πρὸ πάντων εἰς ἐκεῖνον, ὅστις στερεῖται τῶν ἐγγράφων, καὶ ἕνεκα τῆς στερήσεως αὐτῶν δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ συντάξῃ ἔκθεσιν. Ἤμην δικηγόρος τῆς ἑταιρίας πρὸ πολλοῦ καιροῦ ἐπὶ πολὺν χρόνον, ἀλλὰ ἀπὸ τοῦ 1874 δὲν εἶμαι πλέον. Αἱ ὑποθέσεις διεξήχθησαν ἐν μέρει εἰς τὸ Ναύπλιον. Ἀλλὰ καὶ ἂν διεξήχθησαν ἐνταῦθα, πρέπει νὰ ἔχω ἔκτακτον μνημονικὸν, ἵνα ἐνθυμηθῶ ἀπὸ τοῦ 1874 τί περιεῖχον αἱ ἀποφάσεις. Ἐὰν εἶχον αὐτὴν τὴν μνήμην, θὰ ἤμην ἔκτακτος ἄνθρωπος, δυνάμενος νὰ μνημονεύσω πότε ἔγειναν αἱ ἀγωγαὶ καὶ τί λέγουσι, τὰς χρονολογίας καὶ τὰ καθέκαστα. Ἀντὶ τῆς ἐκθέσεως τοῦ νομικοῦ συμβούλου καὶ τῶν ἀποφάσεων, μοὶ ἔδωκαν τὰς προτάσεις· τὰς δίδω εἰς τὸν κ. Μίλησην νὰ τὰς νέμηται· μοὶ ἔδωκαν καὶ τὰ ἀναιρετήρια καὶ ἄλλα ὑπομνήματα ἄχρηστα· μοὶ ἔδωκαν καὶ τὸ κυανοῦν ἐξώφυλλον· ἂς τὸ χαίρεται καὶ αὐτό. Ἐνόσῳ δὲν ἔχω τὴν ἔκθεσιν τοῦ νομικοῦ συμβούλου, τὸν ὁποῖον οὐδέποτε εἶδον, ἐπειδὴ ἤμην δικηγόρος τῆς ἑταιρίας, δὲν δύναμαι νὰ μαντεύσω τί περιέχει, οὐδὲ νὰ εἰκάσω πῶς ἔκρινε περὶ τῶν ἀποφάσεων. Τὰ λοιπὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα εἶναι τὰ ἐντὸς τῶν φοινίκων καὶ τὰ ἐκτὸς τῶν ἀμυγδάλων, φέρω ἀμέσως εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὰ καταθέτω, καὶ ἀφίνω νὰ τὰ φυλλολογήσῃ ὁ κ. Μίλησης μέχρι τῆς Δευτέρας. Δὲν λέγω, ὅτι θέλει εἶναι σπουδαία ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλ’ ἐὰν ἐπιμένῃ ἡ Βουλὴ νὰ καθυποβληθῇ, τὸ ἔργον ἡμῶν θέλομεν ἐκπληρώσει, προσάγοντες τὴν ἔκθεσιν τὴν Δευτέραν.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ὁ κ. Καλλιγᾶς ὡς εἰσηγητὴς θὰ φέρῃ τὴν ἔκθεσιν τὴν προσεχῆ Δευτέραν. Αἱ ἀποφάσεις καὶ τὰ λοιπὰ ἔγγραφα τυποῦνται.
§27ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐν τούτοις νὰ κατατεθῇ ἡ δικογραφία.
§28ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Μάλιστα, ἀλλ’ ὄχι καθ’ ὃν τρόπον σεῖς πράττετε. Μὲ εἴπατε τὴν παρελθοῦσαν Δευτέραν, ὅτι δὲν ἔχετε μεθ’ ὑμῶν τὴν ἔκθεσιν τοῦ νομικοῦ συμβούλου, καὶ ἐν τούτοις τὴν ἐδώκατε μετ’ ὀλίγας στιγμὰς εἰς τὸ προεδρεῖον. Ναὶ, ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Προέδρου, τὴν ἐδώκατε δὲ, διὰ νὰ μὴ περιέλθῃ εἰς χεῖράς μου, ἀλλὰ νὰ σταλῇ ἀπευθείας εἰς τὸ τυπογραφεῖον.
§29ΜΙΛΗΣΗΣ. Μοὶ φαίνεται, κ. πρόεδρε, ὅτι ὁ κ. Καλλιγᾶς παρεφέρθη πολὺ εἰς τὰς διαμαρτυρήσεις του, καὶ ἐλάλησε μετὰ ζωηρότητος οὐχὶ καταλλήλου εἰς τὴν ἡλικίαν του. Δὲν θέλω νὰ τῷ ἀπαντήσω ἀναλόγως· παραβλέπω λοιπὸν τὸ προσωπικὸν μέρος τῆς ὁμιλίας του, καὶ ἔρχομαι εἰς τὴν οὐσίαν. Ἀφοῦ ὁ κ. Καλλιγᾶς ἐπιμένει βεβαιῶν, ὅτι δὲν δύναται πρὸ τῆς Δευτέρας νὰ συντάξῃ τὴν ἔκθεσιν, διότι αἱ ἀποφάσεις καὶ ἡ γνωμοδότησις τοῦ κ. συμβούλου εἶναι εἰς τὸ τυπογραφεῖον, παρατηρῶ, ὅτι ἡ ἔκθεσις τὴν Δευτέραν εἰς οὐδὲν θέλει χρησιμεύσει. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ καταθέσῃ ὁ κ. Καλλιγᾶς τὴν δικογραφίαν, καὶ νὰ ἐξακολουθήσῃ δραστηρίως ἡ τύπωσις τῶν ἐγγράφων, ὥστε τὴν Δευτέραν νὰ γείνῃ ἡ συζήτησις τῆς συμβάσεως.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καλλιγᾶς παρακαλεῖται νὰ καταθέσῃ τὴν δικογραφίαν.
§31ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Μάλιστα· σήμερον καὶ ἐγὼ παρεκάλουν μάλιστα νὰ τὴν καταθέσω.
§32ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Διενεμήθη τώρα σύμβασις εἰς τοὺς κ. κ. βουλευτὰς μεταξὺ τῆς ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ ἰδιώτου τινὸς περὶ μελετῶν σιδηροδρόμων. Αὕτη ἡ σύμβασις δὲν συνοδεύεται διὰ νομοσχεδίου, δὲν περιέχει δὲ καὶ καμμίαν διάταξιν, ἥτις νὰ ὑποβάλῃ τὸ κῦρος αὐτῆς εἰς ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Ἐν τούτοις εἶναι ἡ σύμβασις σπουδαιοτάτη, ἐπιβάλλουσα εἰς τὸ Κράτος ὑποχρεώσεις μεγάλας, καὶ τὰς ὁποίας δύναται νὰ ἀναλάβῃ ἡ Βουλὴ χωρὶς νὰ γινώσκῃ, ὅτι τὰς ἀναλαμβάνει, διότι ἀναγινώσκει ἐν ἄρθρῳ 2, ὅτι, ἐὰν ἡ Βουλὴ παραδεχθῇ τὴν διὰ μελέτας σιδηροδρόμων πίστωσιν, παραχωρεῖται τὸ ποσὸν τῆς πιστώσεως ὑπὲρ τῶν κυρίων τούτων, τῶν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν συμβληθέντων, τοὺς ὁποίους οὐδεὶς γινώσκει, ἤ, ἐφ’ ὅσον τις γινώσκει, θεωρεῖ ἀκαταλλήλους πρὸς τοιοῦτον ἔργον.
§33ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν.) Ἐγὼ, κύριοι, ἔλαβον τὴν πρόνοιαν νὰ τυπώσω τὴν σύμβασιν ταύτην καὶ νὰ παραγγείλω τὴν διανομὴν αὐτῆς εἰς τοὺς κυρίους βουλευτάς, ὅπως ἔχωσιν αὐτὴν ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι τότε πρόκειται νὰ ζητήσω, ὅπως ἐγγραφῇ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἡ ἀπαιτουμένη δαπάνη. Ἐπειδὴ δὲ ἐπιθυμῶ πάντες οἱ κύριοι βουλευταὶ νὰ ἦναι ἐν γνώσει περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, διὰ τοῦτο ἐνόμισα καλὸν νὰ πράξω ὅ,τι ἔπραξα, νὰ ὑποβάλω δηλονότι εἰς τὴν Βουλὴν τὴν σύμβασιν αὐτὴν, ἥτις καὶ διενεμήθη εἰς τοὺς κυρίους βουλευτὰς, καὶ ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐγκρίνῃ τὴν δαπάνην, ἐγγράφουσα τὴν ἀπαιτουμένην πίστωσιν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἡ σύμβασις θὰ ἐκτελεσθῇ· ἐὰν δὲ ἡ Βουλὴ δὲν ἐγκρίνῃ τὴν δαπάνην καὶ ἑπομένως δὲν ἀναγράψῃ τὴν δέουσαν πίστωσιν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἡ σύμβασις δὲν ἐκτελεῖται, καὶ τὸ Κράτος εἰς οὐδεμίαν ζημίαν θὰ ὑποκύψῃ. Δὲν εἶναι δὲ ἀναγκαία ἡ κύρωσις τῆς συμβάσεως, διότι οὐδεμίαν ἄλλην ὑποχρέωσιν ἀναλαμβάνομεν εἰμὴ μόνον νὰ πληρώσωμεν τὴν δαπάνην, ἥτις ἀπαιτεῖται διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἐργασίας τῶν μελετῶν ἐπὶ τῶν σιδηροδρόμων περὶ ὧν πρόκειται. Ἐὰν, ἐπαναλαμβάνω, ἡ Βουλὴ δὲν ἐγκρίνῃ τὴν δαπάνην, τότε ἡ σύμβασις μένει ἄνευ συνεπείας τινός· ἀλλ’ ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐγκρίνῃ τὴν δαπάνην, χορηγοῦσα τὴν ἀναγκαίαν πίστωσιν, παραδέχεται νὰ ἐκτελεσθῇ ὅ,τι διὰ τῆς συμβάσεως συνωμολογήθη. Κατὰ τὴν περὶ πιστώσεως συζήτησιν θέλω χορηγήσει εἰς τὴν Βουλὴν καὶ πᾶσαν ἄλλην ἀναγκαίαν πληροφορίαν.
§34ΡΟΥΦΟΣ. Εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἡ σύμβασις ὅπως εἶναι συντεταγμένη διὰ τὸ δημόσιον, διότι δὲν λέγει ἐὰν δὲν περιβληθῇ μὲ τὸ κῦρος τῆς Βουλῆς εἶναι ἄκυρος. Ἔπειτα, κ. ὑπουργὲ, διὰ τίνα λόγον νὰ γείνῃ τοῦτο;
§35ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν δὲν διενέμετο κατὰ τὴν ὥραν ταύτην ἡ σύμβασις εἰς τοὺς κυρίους βουλευτὰς, δὲν ἤθελεν ἐγερθῆ ἡ συζήτησις αὕτη. — Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐν τῷ σχετικῷ κεφαλαίῳ καὶ ἄρθρῳ, ἤθελον προτείνει νὰ ἐγγραφῇ πίστωσις ἐκ δραχμῶν 352,800, ὅπως ἐπρότεινα τοῦτο διὰ τοῦ προέδρου τῆς Βουλῆς καὶ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, πρὸς πραγματοποίησιν τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον ἀφορᾷ ἡ σύμβασις, καὶ τότε ἤθελε γείνει ἴσως συζήτησις περὶ τῆς παραδοχῆς ἢ μὴ παραδοχῆς τῆς προτάσεώς μου· ὥστε ἡ παροῦσα συζήτησις πρέπει νὰ γείνῃ ἐν καιρῷ τῷ δέοντι, ὅταν δηλαδὴ φθάσωμεν εἰς τὸ οἰκεῖον κεφάλαιον καὶ ἄρθρον τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Δὲν πρόκειται δὲ, ὡς ἐσφαλμένως διατείνονται, περὶ κυρώσεως τῆς συμβάσεως, διότι, ὡς σᾶς εἶπον, τοιαύτη κύρωσις δὲν ἀπαιτεῖται, ἀλλὰ περὶ χορηγίας πιστώσεως, καὶ ἄνευ τῆς χορηγίας τῆς πιστώσεως οὐδεμία βεβαίως δαπάνη δύναται νὰ γείνῃ, καὶ ἑπομένως ἡ σύμβασις αὕτη εἶναι χάρτης ἄγραφος. Τὸ πρᾶγμα εἶναι ἁπλοῦν, καὶ ἀπορῶ διατί ἐδόθη τοιαύτη σημασία εἰς αὐτό.
§36ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πάντες γινώσκομεν, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι διατεθειμένη νὰ χορηγήσῃ πίστωσιν διὰ μελέτας σιδηροδρόμων μεταξὺ Ἀθηνῶν καὶ Λαμίας καὶ μεταξὺ Ἀθηνῶν καὶ Πατρῶν· τοῦτο τὸ ἀπέδειξεν ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, ὅτε ἐψήφισε πρὸς τοῦτο δαπάνην σπουδαίαν, τὴν ὁποίαν διέγραψε τὸ ὑπουργεῖον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους, ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι πρόκειται νὰ ἐπαναφέρῃ. Ὥστε περὶ τῆς πιστώσεως δὲν θὰ ὑπάρξῃ ἀμφισβήτησις· ἀλλὰ πρόκειται περὶ τῆς δεσμεύσεως ἡμῶν! Ὅταν ἐγὼ ἠξεύρω, ὅτι θὰ γείνῃ τοιαύτη χρῆσις τῆς πιστώσεως οἵαν ἡ σύμβασις διαγράφει, θὰ ἀναγκασθῶ νὰ ἦμαι ἐναντίος τῆς δαπάνης πρὸς μελέτας περὶ συστάσεως σιδηροδρόμων ἀπὸ Ἀθηνῶν εἰς Λαμίαν καὶ ἀπὸ Ἀθηνῶν εἰς Πάτρας, διότι ἡ σύμβασις αὕτη οὐδὲν ἄλλο εἶναι παρὰ δῶρον εἰς πρόσωπα, ἅτινα δὲν δύνανται νὰ ποιήσωνται χρησίμους εἰς τὸ Κράτος μελέτας. Ἐγὼ γνωρίζω τὰ περὶ τούτου. Νομίζετε, ὅτι δὲν ἀπετάθησαν οἱ νῦν συμβληθέντες καὶ εἰς ἐμέ; Ἀπετάθησαν εἰς τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν καὶ ἀπεκρούσθησαν. Τοῖς εἶπον, ὅτι τοιαύτην πρότασιν ἡ Κυβέρνησις οὐδόλως ἀποδέχεται, καὶ ἐκεῖ ἐτελείωσεν ἡ ὑπόθεσις. Ἡ ἰδέα, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἔχομεν, εἶναι, ὅτι αἱ μελέται περὶ σιδηροδρόμων ἀπὸ Ἀθηνῶν εἰς Λαμίαν καὶ ἀπὸ Ἀθηνῶν εἰς Πάτρας πρέπει νὰ γείνωσι παρὰ τῆς Κυβερνήσεως δι’ ἀνθρώπων καταλλήλων, τοὺς ὁποίους θέλει ἔχει ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ αὐτῆς ἐπὶ μισθῷ, ὅπως τὰς μελέτας ταύτας διευθύνωσι πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους, καὶ ὅτι οὐδέποτε πρέπει ν’ ἀναθέσῃ ἡ Κυβέρνησις τὸ ἔργον τοῦτο εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θέλουν κάμει τὰς μελέτας χάριν μιᾶς ἑταιρίας, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔχωσι συμφέρον νὰ διευθύνωσιν ὡς πρός τινα τὰς μελέτας ἀντιθέτως πρὸς τὰ συμφέροντα τῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι κατ’ ἐμὲ πρᾶγμα ἀνήκουστον, ἐν πολιτισμένῳ κράτει δημόσια ἔργα νὰ διεξάγωνται δι’ ἐκείνων, οἵτινες δύνανται νὰ ἔχωσι καὶ συμφέροντα ἀντίθετα πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους ἐν τῷ ἔργῳ. Ἡ ἑταιρία, ἥτις θέλει διευθύνει ταύτας τὰς μελέτας, θέλει ἔχει εἰς πολλὰ μέγα συμφέρον, ὅπως ἡ γραμμὴ ἀκολουθήσῃ ἄλλην διεύθυνσιν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Κυβέρνησις συμφέρον νὰ ἀκολουθήσῃ. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἀναθέσῃ τὸ ἔργον εἰς ἰδίους ὑπαλλήλους, οὗτοι δὲν θέλουσιν ἀποβλέψει εἰμὴ εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους· ὅταν ὅμως ὁ διεξάγων τὸ ἔργον ὀφείλῃ νὰ ἐργάζηται καὶ πρὸς τὸ συμφέρον ἑταιρίας, εἰς πολλὰ ζητήματα θέλει δώσει εἰς τὰς μελέτας αὑτοῦ διεύθυνσιν ἀντίθετον πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους καὶ δὲν θέλει διαφωτίσει ἐπαρκῶς καὶ ἀσφαλῶς τὸ Κράτος περὶ τῶν συμφερόντων αὐτοῦ, διότι ἐνταῦθα δὲν πρόκειται περὶ τῆς δαπάνης πρὸς τὴν ὁριστικὴν μελέτην, ἀλλὰ πρόκειται περὶ προκαταρκτικῶν μελετῶν πρὸς διαφώτισιν τοῦ Κράτους καὶ τῆς ἑταιρίας. Πρόκειται ἄρα, καθ’ ὃν τρόπον κανονίζει τὰ περὶ τούτου ἡ σύμβασις, νὰ πληρώσῃ τὸ δημόσιον, διὰ νὰ διαφωτισθῇ ἡ ἑταιρία, οὐχὶ ὅμως καὶ τὸ Κράτος, διότι τὸ Κράτος δὲν δύναται νὰ διαφωτισθῇ ἐκ μελετῶν γινομένων ὑπὸ ὑπαλλήλων ἑταιρίας προτιθεμένης νὰ διαπραγματευθῇ κατόπιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν περὶ παραχωρήσεως τῶν κατὰ τὰς μελέτας ταύτας ἐκτελεσθησομένων σιδηροδρομικῶν ἐπιχειρήσεων.
§37ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἰργάσθημεν πολλάκις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν σιδηροδρόμων, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθημεν νὰ φθάσωμεν εἰς ἀποτέλεσμα, καὶ δὲν θέλομεν φθάσει ποτὲ, ἐὰν δὲν γνωρίζωμεν τί ὀφείλομεν νὰ πράξωμεν, ἤτοι ἐὰν δὲν γνωρίζωμεν τὰς ἀποστάσεις, τὰς δυσκολίας, τὰς ἀνάγκας, εἴτε τέλος πάντων τί ἀπαιτεῖται διὰ κατασκευὴν τῶν σιδηροδρόμων. Κύριοι, ὁσάκις ἀνελάβομεν νὰ συντάξωμεν συμβάσεις περὶ σιδηροδρόμων, εὑρέθημεν πάντοτε εἰς τὸ σκότος, καὶ κατεφύγομεν εἰς τὰ βιβλία νὰ φωτισθῶμεν, καὶ ἐννοεῖτε τί συμβαίνει, ὅταν θέλωμεν νὰ φωτισθῶμεν ἀπὸ βιβλία περὶ σιδηροδρόμων γενομένων ἐν Εὐρώπῃ, διὰ ν’ ἀποφασίσωμεν τί θὰ πράξωμεν ἐν Ἑλλάδι. Κύριοι, ὅταν ἄλλοτε ἤμην εἰς τὴν Κυβέρνησιν, μοὶ προετάθη ἐκ μέρους ἑταιρίας τινὸς ν’ ἀναλάβῃ τὴν μελέτην τῶν σιδηροδρόμων, καὶ μοὶ ἐζήτησε διὰ τὴν μελέτην τοῦ ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Λαμίαν σιδηροδρόμου 200 χιλιάδας φράγκων. Τὸ τμῆμα τοῦ μηχανικοῦ εὗρε τὴν πρότασιν αὐτὴν λίαν συμφέρουσαν καὶ μᾶς συνεβούλευσεν ἐπανειλημμένως νὰ δεχθῶμεν. Ἀλλὰ δὲν τὴν ἐδέχθην τότε, διότι μοὶ ἐφάνη ὑπερβολικὴ, καὶ διότι δὲν ἤθελον ν’ ἀναλάβω τὸ βάρος πληρωμῆς 200 χιλιάδων φράγκων. Τὸ ὑπουργεῖον Τρικούπη, ἐὰν δὲν λανθάνωμαι, εἶναι δὲ παρὼν ὁ κ. Τρικούπης καὶ δύναται νὰ μὲ βοηθήσῃ, ἐνησχολήθη ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου, καὶ τῷ ὄντι ἀπεφάσισεν αὐτὸ ν’ ἀναθέσῃ τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν εἰς ἑταιρίαν, ν’ ἀναλάβῃ δὲ ἡ Κυβέρνησις τὴν μελέτην δι’ ὑπαλλήλων ἰδίων. Κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς, οἱ ὁποῖοι ἔγειναν τότε, καὶ νομίζω, ὅτι ἕνεκα τούτου ἐσταμάτησαν οἱ ἄνδρες, οἵτινες ἐπρόκειτο νὰ ἐπιληφθῶσι τοῦ ἔργου, ἤθελε κοστίσει λίαν ἀκριβὰ καὶ οὐδὲν μέσον ὑπῆρχε νὰ βιάσῃ αὐτοὺς νὰ τελειώσωσι ταχέως καὶ καλῶς τὴν ἐργασίαν αὐτήν. Ὑπελογίσθη λοιπὸν, ὅτι ἤθελε κοστίσει ἓν ἑκατομμύριον· δὲν γνωρίζω ἐὰν πλανῶμαι.
§38ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι ὑπερβολικὸς ὁ ὑπολογισμός.
§39ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἀπέναντι τῆς δαπάνης αὐτῆς ἐσταματήσατε.
§40ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐχὶ δι’ αὐτό.
§41ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ κηρύσσομαι κατὰ τοῦ συστήματος αὐτοῦ· τὸ ἐθεώρησα σύστημα λίαν πολυτελές. Ὅταν κύριοι, παρουσιάσθη ἡ ἑταιρία, μὲ τὴν ὁποίαν συνεβιβάσθημεν, καὶ μᾶς ἐζήτησε καὶ αὐτὴ νὰ ἀναλάβῃ τὸ ἔργον τοῦτο, ἐφροντίσαμεν προηγουμένως νὰ μάθωμεν, ἐὰν τὠόντι ἡ ἑταιρία αὕτη, τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα παρουσιάζοντο, ἦσαν τὰ κατάλληλα καὶ εἶχον τὰ μέσα νὰ ἐκτελέσωσι τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ὑπέσχοντο νὰ ἐκτελέσωσι, καὶ ἀφοῦ ἐπληροφορήθημεν περὶ τῆς τιμιότητος, ἀξίας καὶ φερεγγυότητος, συνεβιβάσθημεν, ἀλλ’ ἐφροντίσαμεν προηγουμένως νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου καὶ νὰ βεβαιωθῶμεν, ὅτι ἡ ἐργασία, ἡ ὁποία ἤθελε γείνει, ἤθελεν εἶσθαι ἀληθής· τὸν τρόπον δὲ τῆς ἐργασίας ἐκανόνισε τὸ τμῆμα τῶν δημοσίων ἔργων καὶ ὥρισε κατὰ τίνα τρόπον θέλει γείνει ἡ ἐργασία. Προσέτι δὲ προσετέθη εἰς τὴν σύμβασιν, ὅτι ἡ ἐργασία θὰ γείνῃ ὑπὸ τὸν ἔλεγχον ὑπαλλήλου τῆς κυβερνήσεως, ἀνθρώπου δυναμένου νὰ γνωρίζῃ. Οὕτως ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν καὶ τὰς ἀποφάσεις ἡμῶν θέλει γείνει ἡ ἐργασία. Νομίζω, ὅτι περισσοτέρας ἐγγυήσεις δὲν ἠδυνάμεθα νὰ εὕρωμεν, μήτε νὰ ζητήσωμεν, οὔτε περισσοτέραν ἀσφάλειαν, ὅτι τὸ ἔργον θέλει γείνει καλῶς. Τὸ ἀναθέτομεν εἰς ξένους· οὗτοι θ’ ἀναλάβωσι τὴν ἐργασίαν αὐτὴν καὶ τὴν εὐθύνην, ἡμεῖς δ’ ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ εἴπωμεν ἂν ἦναι τὸ ἔργον καλὸν ἢ ὄχι, καὶ τότε θὰ πληρωθῶσι.
§42ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ποῦ ὑπάρχει αὐτό;
§43ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου κανονίζεται ὁ τρόπος, καθ’ ὃν θὰ ἐργασθῶσι. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι τοιουτοτρόπως δυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν ὅ,τι θέλομεν· ἀλλὰ ἐγὼ προσθέτω ἀκόμη, ὅτι δὲν θεωρῶ καὶ δύσκολον ἐὰν θέλωμεν νὰ λάβωμεν καὶ ἄλλας ἐγγυήσεις. Ὅτι θὰ γίνῃ καλῶς τὸ ἔργον, ἀφοῦ γείνῃ ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν ἡμῶν, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία. Ἀλλὰ, κύριοι, ἐὰν δὲν δεχθῆτε αὐτὸ τὸ σύστημα, φρονῶ, ὅτι ποτὲ δὲν θὰ κατορθώσητε τίποτε· θέλετε ἀναγκασθῆ νὰ ἐξοδεύσητε πολλὰς ἑκατοστύας χιλιάδων δραχμῶν ἄνευ βεβαιότητος τινὸς, καὶ τοῦτο δὲν εἶναι εὐάρεστον. Ἰδοὺ διατί συνετάξαμεν τὴν σύμβασιν αὐτὴν ὑπὸ τὸν ὅρον, ὅτι θέλει ἐκτελεσθῆ, ὅταν ἡ Βουλὴ δώσῃ τὴν πίστωσιν.
§44ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ δώσωμεν πίστωσιν, διότι, ἅμα δώσωμεν τὴν πίστωσιν, θὰ ἀναλάβῃ τὸ ἔργον ὁ κ. Κηρῦκος.
§45ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν ἀποκρούσητε τὴν πίστωσιν, ἡ ἐργασία δὲν δύναται νὰ γείνῃ.
§46ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὅπως εἶναι συντεταγμένη ἡ σύμβασις, ὑπάρχει, κατ’ ἐμὲ, ἡ ἰδέα, ὅτι, ἐὰν ψηφισθῇ ἡ πίστωσις, θὰ ἦναι ὑποχρεωτικὴ, ἀλλ’ ὑφ’ οὓς ὅρους προσδιορίσῃ ἡ Βουλὴ πιστεύω δὲ, ὅτι ἡ σύμβασις ἐννοεῖ, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Βουλὴ νὰ θέσῃ οἱονδήποτε ὅρον ἐν αὐτῇ. Κατ’ ἐμὲ, ἡ σύμβασις πρέπει νὰ συζητηθῇ κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ ἐὰν εὕρωμεν τοὺς ὅρους αὐτῆς καλοὺς, νὰ τοὺς παραδεχθῶμεν· ἄλλως, νὰ τὴν ἀποῤῥίψωμεν, ἢ νὰ ἐπιφέρωμεν τὰς δεούσας τροποποιήσεις. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι, δεχόμενοι τὴν πίστωσιν, δὲν δυνάμεθα νὰ θεωρηθῶμεν ὑπόχρεοι, ἵνα δεχθῶμεν τὴν σύμβασιν ὅπως ἔχει, διότι ἡ παραδοχὴ τῆς πιστώσεως δὲν συνεπιφέρει καὶ τὴν παραδοχὴν ὅλων τῶν ὅρων καὶ τῶν συμφωνιῶν, αἵτινες περιέχονται ἐν τῇ συμβάσει, καὶ πιστεύω, ὅτι αὐτὴν τὴν ἰδέαν εἶχε καὶ ἡ Κυβέρνησις. Ἑπομένως, κ. πρόεδρε, νομίζω, ὅτι, ἡ σύμβασις πρέπει νὰ ὑποβληθῇ ὑπὸ τὴν συζήτησιν τῆς Βουλῆς, ἥτις θέλει ἀποφασίσει πρῶτον, ἐὰν κατ’ ἀρχὴν παραδέχηται τὴν ἰδέαν, ἣν ἐξέφρασεν ὁ ἐκ Μεσολογγίου βουλευτὴς, καὶ ἀκολούθως, ἐὰν ὑπάρχωσιν ἀφορμαὶ τροπολογιῶν, θέλει τὰς ἐπιφέρει· συνεπείᾳ δὲ τούτου θέλομεν ψηφίσει καὶ τὸ ἀνάλογον ποσὸν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Νομίζω, ὅτι περὶ τούτου δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφισβήτησις.
§47ΡΟΥΦΟΣ. (Ὅρα παράρτημα.)
§48ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, βεβαίως ἡ σύμβασις δὲν ἔχει ἀνάγκην κυρώσεως νομοθετικῆς, καὶ ἀπορῶ ποῦ στηρίζεται ὁ κ. Ῥικάκης, ἰσχυριζόμενος τοῦτο. Εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ παρελθόντος ἔτους εἶχεν ἐγγραφῆ δαπάνη τοιαύτη πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς πραγματοποιήσεως μελέτης διὰ κατασκευὴν σιδηροδρόμων, καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἔχουσα εἰς τὴν διάθεσίν της τὴν ἀπαιτουμένην πίστωσιν, ἠδύνατο νὰ προβῇ εἰς συμφωνίαν μετά τινος ἑταιρίας, ἢ μηχανικῶν, ἢ ἐργολάβων, προσώπων δηλαδὴ καταλλήλων καὶ ἁρμοδίων διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοιαύτης ἐργασίας, χωρὶς ν’ ἀπαιτῆται ἡ πρὸ τούτου συγκατάθεσις τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, διότι ἡ συγκατάθεσις εἶχε δοθῆ διὰ τῆς πιστώσεως, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ ἀνέγραψεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Τοῦτο πρόκειται νὰ ζητήσωμεν καὶ ἡμεῖς κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι ἡ δαπάνη αὕτη δὲν συμπεριελήφθη ἐν αὐτῷ, τῷ οὕτω συνταχθέντι καὶ ὑποβληθέντι τῇ Βουλῇ, καθ’ ὅσον δὲν εἶχε συναφθῆ τότε ἡ σύμβασις, ἐφ’ ἧς στηρίζεται ἡ δαπάνη.
§49ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ σύμβασις συνήφθη τὴν 17 Νοεμβρίου.
§50ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠδυνάμεθα λοιπὸν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ ζητήσωμεν, ὅπως ἐγγραφῇ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἡ ἀπαιτουμένη πίστωσις διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἐργασιῶν τούτων, χωρὶς νὰ δώσωμεν λόγον τινὰ κατόπιν πῶς ἠθέλαμεν χρησιμοποιήσει τὸ ποσὸν αὐτό. Ἀλλ’ ἡμεῖς, ἐνεργήσαντες μὲ ἀγαθοπιστίαν, ἐνομίσαμεν καθῆκον ἡμῶν νὰ διαφωτίσωμεν τὴν Βουλὴν καὶ περὶ τίνος πρόκειται. Λέγομεν λοιπὸν εἰς αὐτὴν, ὅτι θέλομεν ζητήσει πίστωσιν περὶ μελετῶν τῶν σιδηροδρόμων ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Λαμίαν καὶ ἀπὸ Πειραιῶς εἰς Πάτρας, κατὰ τοὺς ὅρους τοὺς ἐμπεριεχομένους εἰς τὴν σύμβασιν, τὴν ὁποίαν συνήψαμεν μετὰ τοῦ κ. Lescanne, καὶ ὅτι περὶ τούτου θὰ γείνῃ ἡ ἀπαιτουμένη συζήτησις ἐν καιρῷ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ σχετικοῦ κεφαλαίου καὶ ἄρθρου τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ ἐκ Μεσολογγίου ἔντιμος βουλευτὴς ἐξέφρασεν ἀμφιβολίαν οὐχὶ περὶ τοῦ πράγματος, ἀλλὰ περὶ τοῦ προσώπου τοῦ ἀναλαμβάνοντος τὴν τοιαύτην ἐργασίαν, πληροφορῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ κ. Lescanne ἐξετέλεσεν ἔργα σπουδαιότατα εἰς διάφορα μέρη τῆς Εὐρώπης, τῆς Τουρκίας καὶ ἀλλαχοῦ. Μόνον διὰ τὰς μελέτας περὶ τοῦ ἰσθμοῦ τοῦ Παναμᾶ ἔλαβεν ὁ κ. Lescanne ἀπὸ τὸν κ. Lecéps 40,000,000 φράγκα. Ἀλλὰ δὲν ἠρκέσθην εἰς τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐξωδίκως ἔλαβον περὶ τῶν ἐργασιῶν, τὰς ὁποίας ἐξετέλεσεν ὁ κ. οὗτος. Ἐζήτησα πληροφορίας ἐπισήμους ἀπὸ τὸν ἡμέτερον ἐν Παρισίοις πρόξενον κ. Erlanger, ὅστις μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι ὁ κ. Lescanne εἶναι πρόσωπον ἀξιόπιστον, ἀξιόχρεον καὶ κατάλληλον πρὸς τοιαύτας ἐργασίας. Ταῦτα δὲ ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως βεβαιωθῇ, ὅτι συνηλλάγημεν μετὰ προσώπου λίαν καταλλήλου, ἁρμοδίου καὶ ἀξιοπίστου. Ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Πατρῶν ἐζήτησε πληροφορίας τινὰς σχετικῶς πρὸς τὴν σύμβασιν, τὰς ὁποίας ἐλπίζω νὰ ἦμαι εἰς θέσιν νὰ χορηγήσω κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς πιστώσεως. Ἤδη περιορίζομαι νὰ πληροφορήσω αὐτὸν, ὅτι, κατὰ τοὺς γενομένους ὑπολογισμοὺς, αἱ μελέται περὶ κατασκευῆς σιδηροδρόμων ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Λαμίαν καὶ ἀπὸ Πειραιῶς εἰς Πάτρας θέλουσι περιορισθῆ εἰς 450 περίπου χιλιόμετρα· ἑπομένως ἡ ἀπαιτουμένη δαπάνη, πρὸς 700 φράγκα κατὰ χιλιόμετρον, ὑπολογίζεται εἰς 315,000 φράγκων. Συζητουμένου τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τῆς Βουλῆς, ἐζήτησα δι’ ἐγγράφου μου ἀπευθυνομένου εἰς αὐτὴν, διὰ τοῦ κ. προέδρου τῆς Βουλῆς, ὅπως προσθέσῃ τὴν ἀναγκαίαν πίστωσιν ἐκ δραχμῶν 352,800 ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, καὶ περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου ἡ ἐπιτροπὴ ποιεῖται μνείαν ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτῆς. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἔκτοτε ἐλήφθη πρόνοια περὶ ἐγγραφῆς τῆς πιστώσεως.
§51ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ἐξ ὅσων εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, δὲν ἠδυνήθην νὰ πεισθῶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν σύμβασιν ἄνευ νομοσχεδίου εἰσαγομένου εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς κύρωσιν αὐτῆς, οὐδὲ διέλυσεν ὁ κ. ὑπουργὸς διὰ τοῦ λόγου του τὰς ἀμφιβολίας, περὶ ὧν ὡμίλησεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν κ. Ῥοῦφος. Τῷ ὄντι ἡ σύμβασις ἔδει νὰ εἰσαχθῇ μετὰ νομοσχεδίου, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ὁποίου νὰ δυνηθῶμεν ἢ νὰ τροποποιήσωμεν ὅρους τινὰς τῆς συμβάσεως, ἐὰν δεχθῶμεν αὐτὴν κατ’ ἀρχὴν, ἢ ἄλλως ν’ ἀποῤῥίψωμεν αὐτήν. Τὸ νὰ εἰσάγηται ὅμως ἡ σύμβασις ἄνευ νομοσχεδίου καὶ νὰ ἐπιφυλάσσηται ἡ ἐπιψήφισις πιστώσεως εἰς τὸ οἰκεῖον μέρος τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἶναι καινοφανὲς, διότι οὐδέποτε εἰσήχθη οὕτω πως σύμβασις. Ἄλλο τὸ ζήτημα ἐὰν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ὑπὸ ἴδιον κεφάλαιον δώσωμεν πίστωσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως κάμῃ αὐτὴ ἡ ἰδία μελέτας δι’ ὑπαλλήλων αὐτῆς ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν αὐτῆς καὶ δι’ ἰδίας δαπάνης· ἐδῶ ἀπ’ ἐναντίας ὑποχρεούμεθα διὰ συμβάσεως, χωρὶς νὰ ἔχωμεν τὸ δικαίωμα νὰ κάμωμεν οὐδεμίαν τροποποίησιν. Αὕτη λοιπὸν ἡ μέθοδος εἶναι ὅλως νέα, ἄτοπος, καὶ ἀποῤῥιπτέα. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, κύριοι, τὸ σύστημα τοῦ εἰσάγειν συμβάσεις καὶ ζητεῖν πιστώσεις θέλει μᾶς φέρει εἰς μεγάλας στενοχωρίας. Ἐννοῶ τὴν ψήφισιν πιστώσεων διὰ τὰς δαπάνας τοῦ πολέμου· ἐὰν ὅμως δίδωμεν πιστώσεις καθ’ ἑκάστην ἐπὶ πιστώσεων δι’ ἀλλότρια ἀντικείμενα, τότε τὸ σύνολον τοῦ προϋπολογισμοῦ θὰ ἀνέλθῃ εἰς 200 ἑκατομμύρια, καὶ τότε δὲν ἠξεύρω ἂν θὰ δυνηθῶμεν οὐχὶ νὰ πολεμήσωμεν, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐξέλθωμεν μόνον τῶν ἡμετέρων ὁρίων. Διὰ τοῦτο προτείνω νὰ μὴ θεωρηθῇ ὑπάρχουσα ἡ οὕτω πως διανεμηθεῖσα πρὸς ἡμᾶς σήμερον σύμβασις περὶ δαπανῶν διὰ μελέτας κατασκευῆς σιδηροδρόμων.
§52Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Περίπου τὰς αὐτὰς παρατηρήσεις ἔχω νὰ κάμω καὶ ἐγὼ, κ. Πρόεδρε. Μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ σύμβασις αὕτη δύναται νὰ ἐξομοιωθῇ πρὸς ἄνθρωπον θέλοντα νὰ ἀγοράσῃ εἴτε κτῆμα ὁποιονδήποτε, εἴτε οἰκίαν, ἀπὸ ἕνα τρίτον, καὶ παρακαλεῖ αὐτὸν τὸν τρίτον νὰ τῷ ὑποβάλῃ μελέτας ἐπὶ τοῦ κτήματός του, ἐπὶ τοῦ ὁποίου νὰ στηριχθῇ ὁ ἀγοραστὴς, καὶ ἐπὶ τῶν μελετῶν ἐκείνου νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀγοράν, καὶ ἐὰν δὲν συμφωνήσῃ, νὰ τὸν πληρώσῃ διὰ τὰς μελέτας, τὰς ὁποίας ἔκαμεν. Αὐτὴν τὴν ὄψιν βλέπω, ὅτι παρουσιάζει ἡ παροῦσα σύμβασις· ἑπομένως νομίζω, ὅτι δι’ αὐτὸν τὸν λόγον βέβαια, ὅπως εἶπε καὶ ὁ κ. Τρικούπης, τιθέμεθα εἰς τὴν θέσιν νὰ πολεμήσωμεν τὴν πίστωσιν ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐνῷ ἡμεῖς αὐτὴν τὴν διάθεσιν δὲν τὴν ἔχομεν· ἀπ’ ἐναντίας μάλιστα ἐπιθυμοῦμεν, ὅπως γείνωσι μελέται, καὶ ἰδίως μελέται, εἰ δυνατὸν, ὄχι μόνον νὰ γείνωσι διὰ τὴν κατασκευὴν σιδηροδρόμων ἀπὸ Ἀθηνῶν εἰς Λαμίαν καὶ ἀπὸ Πειραιῶς εἰς Πάτρας, ἀλλὰ καὶ εἰς ὅλα τὰ μέρη, διότι εἰς πᾶσαν περίστασιν, καθ’ ἣν ἤθελον παρουσιασθῆ ἑταιρίαι ἵνα ἀναλάβουν κατασκευὴν σιδηροδρόμων, ἡ Κυβέρνησις ἤθελεν εἶσθαι εἰς τὴν εὐάρεστον θέσιν νὰ ἔχῃ τὰς μελέτας τῶν διαφόρων αὐτῶν ἀποστάσεων. Ἀλλὰ ὅπως εἶπε καὶ ὁ κ. Τρικούπης καὶ οἱ ἄλλοι κατόπιν βουλευταὶ, οἱ ὁποῖοι ὡμίλησαν, τὸ ἔργον τοῦτο πρέπει νὰ ἀνατεθῇ εἰς ὑπάλληλον τῆς Κυβερνήσεως, ἐξαρτώμενον ἀπὸ αὐτὴν, καὶ τότε θὰ μελετηθῇ τὸ ζήτημα πιστῶς ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ὄχι νὰ μελετηθῇ ἀπὸ ἐκείνους, οἵτινες θὰ ἀναλάβουν τὴν κατασκευὴν τῶν σιδηροδρόμων, καὶ μετὰ τὰς μελέτας ἐκείνων, νὰ ἀποφασίσῃ ἡ Κυβέρνησις. Τοῦτο δὲ, τὸ ὁποῖον γίνεται τώρα, εἶναι ὅλως διόλου πρωτάκουστον. Ἡ δικαιολογία, τὴν ὁποίαν ἔφερεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι δὲν ἐσημειώθη ἡ πίστωσις εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι ἡ σύμβασις ἐγένετο μετὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ.....
§53ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, μετὰ τὴν σύνταξιν.
§54Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τοῦτο τὸ πρᾶγμα, σᾶς βεβαιῶ, δὲν εἶναι ὀρθόν· διότι ἡ μὲν σύμβασις φέρει χρονολογίαν 17 Νοεμβρίου, ἡ δὲ εἰσαγωγὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ φέρει χρονολογίαν 22 Νοεμβρίου. Ὁ δὲ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅταν εἰσήγαγε τὸν προϋπολογισμὸν, δὲν τὸν εἰσήγαγε τυπωμένον, ἀλλὰ εἰσήγαγε πίνακα, καὶ εἰς τὸ τέλος τῆς ὁμιλίας του, τὴν ὁποίαν ἔκαμε, λέγει..... Ὅταν λοιπὸν εἰς τὰς 22 εἶχεν ὁ κ. ὑπουργὸς τὸν πίνακα, ἡ δὲ σύμβασις ἔγεινεν εἰς τὰς 17, νομίζω, ὅτι ἦτον εὔκολον νὰ γραφῇ ἡ πίστωσις εἰς τοὺς πίνακας, διότι δὲν εἶχε τυπωθῆ ὁ προϋπολογισμός. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι κατ’ οὐδένα λόγον ὑπὸ τὸν ὅρον αὐτὸν δυνάμεθα νὰ ἐπιψηφίσωμεν τὴν πίστωσιν, διότι ὅταν ἐπιψηφίσωμεν πίστωσιν κατὰ τὴν σύμβασιν αὐτὴν, ἡ πίστωσις πρέπει νὰ δοθῇ εἰς τὸν κ. Lescanne. Διὰ τοῦτο θέλω εὑρεθῆ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ καταψηφίσω.
§55ΡΟΥΦΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα.)
§56ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχομεν, ἐπαναλαμβάνω, ἀντικείμενον πρὸς συζήτησιν. Ἐγὼ, καὶ ἀναγκάζομαι νὰ τὸ ἐπαναλάβω, διένειμα εἰς τοὺς κ. κ. βουλευτὰς τὴν σύμβασιν, διὰ νὰ γνωρίζουν ἐν καιρῷ τῆς ἐπιψηφίσεως τῆς πιστώσεως περὶ τίνος πρόκειται. Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ ζητηθῇ, ὡς εἶπον, νὰ προστεθῇ τὸ ποσὸν δραχ. 352,800 ἐν κεφαλαίῳ 9, ἄρθρ. 12, πρὸς τὸν σκοπὸν, ὃν ἀφορᾷ ἡ σύμβασις. Τώρα ὅλη αὐτὴ ἡ συζήτησις δὲν ἔχει λόγον τινά· Θὰ συζητήσωμεν δὲ τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, ὅταν θὰ ζητήσωμεν τὴν ἐγγραφὴν τῆς πιστώσεως ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἔγειναν παρατηρήσεις τινὲς, νομίζω, ὅτι δὲν δύναμαι ν’ ἀφήσω αὐτὰς ἄνευ ἀπαντήσεως. Ἰσχυρίζεται ὁ βουλευτὴς Καλαβρύτων κ. Α. Πετιμεζᾶς, ὅτι ἀναθέτομεν τὴν ἐργασίαν κατά τινα τρόπον εἰς τὸν ἀγοραστὴν τοῦ πράγματος, τὸ ὁποῖον πρόκειται ὁ ἰδιοκτήτης νὰ πωλήσῃ εἰς αὐτόν. Ἀλλὰ δὲν ἔχει οὕτως. Ἡμεῖς ἠδυνάμεθα ν’ ἀναθέσωμεν τὴν ἐκτέλεσιν τῶν μελετῶν εἰς ἑταιρίαν τινὰ καὶ ἄνευ συμβάσεως, λαμβάνοντες τὴν ἀπαιτουμένην πίστωσιν διὰ τῆς ἐγγραφῆς αὐτῆς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ· ἀφοῦ δὲ ἐπερατοῦτο ἡ ἐργασία, ἠδύνατο καὶ ἡ ἑταιρία ἐκείνη, ἡ ἐνεργήσασα τὰς μελέτας, ἢ ὁ ἐργολάβος, ἢ ὁ μηχανικὸς, μετὰ τὴν παράδοσιν τῆς ἐργασίας τῶν μελετῶν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἠδύνατο, λέγω, καὶ εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ παρουσιάσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν προτάσεις πρὸς κατασκευὴν τῶν σιδηροδρόμων, τὰς μελέτας τῶν ὁποίων ἐνήργησεν ἐκεῖνος, καὶ ἂν ἡ Κυβέρνησις ἐθεώρει συμφερούσας τὰς προτάσεις του, ἤθελε προτιμήσει καὶ παραδεχθῆ αὐτάς· δὲν πιστεύω δὲ, ὅτι πρέπει ν’ ἀποκλεισθῇ ἡ τοιαύτη ἑταιρία, ἢ ὁ ἐργολάβος ἢ ὁ μηχανικὸς, τοῦ δικαιώματος νὰ συμβληθῇ μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, διότι εἶχε τὸ ἀτύχημα ἢ εὐτύχημα νὰ ἐνεργήσῃ τὰς μελέτας. Λοιπὸν, ἐὰν δὲν παρουσιάζομεν τὴν σύμβασιν ταύτην καὶ ἐζητοῦμεν ἁπλῶς ν’ ἀναγραφῇ ἡ ἀπαιτουμένη δαπάνη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, τί ἠθέλετε εἴπει; Ἡμεῖς ὅμως, διὰ νὰ ἤμεθα καλῆς πίστεως, σᾶς λέγομεν ἐκ προοιμίων, ὅτι ἐκάμαμεν τοιαύτην σύμβασιν μὲ τοιοῦτον πρόσωπον, καὶ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι τὸ πρόσωπον αὐτὸ εἶναι ἁρμόδιον καὶ κατάλληλον πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτὸν, καὶ ὡς τοιοῦτον μᾶς συνιστᾶται καὶ ἀπὸ τὸν ἐν Παρισίοις ἡμέτερον πρόξενον κ. Ἐρλάγγερ. Ἀλλὰ ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν, ὅτι δὲν πρόκειται ἤδη περὶ τούτου, καὶ ἡ συζήτησις αὕτη, δι’ ἣν ἐδαπανήσαμεν ἀρκετὴν ὥραν, ἦτον ἀνωφελής. Θὰ καταθέσω δὲ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς προτάσεις τοῦ κ. Παραμυθιώτου καὶ ὅσα ἄλλα σχετικὰ ἔγγραφα ἔχομεν, κατὰ τὴν πρότασιν τοῦ ἐκ Πατρῶν βουλευτοῦ κ. Ῥούφου.
§57ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δυνάμεθα νὰ κάμωμεν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἠξεύρωμεν, εἶναι κατὰ τίνα τρόπον δυνάμεθα νὰ ἐλευθερωθῶμεν ἀπὸ τῶν ὑποχρεώσεων τῆς συμβάσεως ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι φρονοῦμεν, ὅτι πρέπει ἡ ἐργασία αὕτη νὰ διεξαχθῇ ὑπὸ ὑπαλλήλων τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ μὴ διεξαχθῇ κατὰ τὴν σύμβασιν ταύτην. Νομίζω, ὅτι ὁ καλλίτερος τρόπος δι’ ἡμᾶς εἶναι, ὅταν φθάσωμεν εἰς τὸ οἰκεῖον κεφάλαιον τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐκεῖ νὰ καταχωρίσωμεν, ὅτι χορηγεῖται πίστωσις ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ δαπανηθῇ αὕτη διὰ μελέτας ἐνεργηθησομένας ὑπὸ ὑπαλλήλων τῆς Κυβερνήσεως, ἀποκλειομένης τῆς παρούσης συμβάσεως.
§58ΡΙΚΑΚΗΣ. Εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν εἶναι νομοσχέδιον περὶ παραχωρήσεως εἰς τὸν δῆμον Πατρέων ἐθνικοῦ οἰπέδου.....
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὸ ὀλίγου διενεμήθη ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς......
§60ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἡ συζήτησις δὲν θὰ ἔχῃ, ὑποθέτω, ἀντιῤῥήσεις, κατεπείγει δὲ ἡ κατασκευὴ τῆς ἀγορᾶς ὄχι μόνον διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς πόλεως, ἀλλὰ καὶ διότι ὁ δῆμος συνωμολόγησε δάνειον μετὰ τῆς Τραπέζης, ὅπως κανονίσῃ διαφόρους ἄλλας ὑποχρεώσεις, καὶ ἐν μέρει πρὸς κατασκευὴν αὐτῆς τῆς ἀγορᾶς· ἑπομένως τὰ χρήματα αὐτὰ μένουσιν ἄχρηστα. Παρακαλῶ λοιπὸν, ἵνα σήμερον ἢ αὔριον προτιμηθῇ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον.
§61ΤΙΝΕΣ. Αὔριον.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἅμα τελειώσωμεν τὰ τρία αὐτὰ νομοσχέδια, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις, θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν περὶ τούτου.
§63ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι καί τινα ἄλλα, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§64ΓΡΥΠΑΡΗΣ. Τῶν Ἱερατικῶν Σχολῶν.
§65ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διὰ νὰ μὴ ἀπασχολώμεθα κατὰ πᾶσαν ἡμέραν εἰς τὰ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, παρακαλῶ νὰ παραδεχθῶμεν ἅπαξ διὰ παντὸς νὰ ἀναγινώσκωνται πρῶτον τὰ νομοσχέδια, κατὰ τῶν ὁποίων δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις, καὶ ἔπειτα τὰ ἄλλα.
§66ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐπιδόματος εἰς τοὺς ἀρχιτεχνίτας κλπ.
§68ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Ὑποβάλλω τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ 2 ἄρθρου.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τυπωθῇ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, εἶτα δὲ εἰς δευτέραν ἐπίσης συζήτησιν καὶ τὸ περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἰταλίας προξενικῆς συμβάσεως.)
§70ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἔν τινι τῶν παρελθουσῶν συνεδριάσεων, προκειμένου περὶ Λαυρίου, ἐζήτησα παρὰ τῆς Κυβερνήσεως πληροφορίας τινὰς περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐκεῖ ἐργατῶν, περὶ τῶν μισθῶν αὐτῶν καὶ περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μετοχῶν, τῶν ὁποίων τὸ μέρισμα ἐπληρώθη ἐσχάτως. Αἱ πληροφορίαι αὗται μοὶ ἐπεστάλησαν ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον, τὰς καταθέτω δὲ εἰς τὸ Προεδρεῖον, παρακαλῶν, ἵνα τυπωθῶσι. (Γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου, τοῦ ΧΠΑʹ νόμου περὶ χρηματιστικῶν ἑταιριῶν.)
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγκρίνει ἡ Βουλὴ, ἵνα κατὰ τὴν σειρὰν τῆς ἡμερησίας διατάξεως ψηφίσωμεν τὰ νομοσχέδια, ἐφ’ ὧν δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§72ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§73ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ κήδηται ὀλίγον τῶν ἑαυτοῦ νομοσχεδίων, ἐπιζητῶν τὴν ψήφισιν αὐτῶν, καὶ συνιστῶ αὐτῷ, ἵνα λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὁ πάγιος νόμος περὶ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν τῆς 13 Δεκεμβρίου 1878 εἶναι κύκλος στενὸς, μὴ δυνάμενος ν’ ἀντισταθμίσῃ τὴν χθὲς ἢ προχθὲς παρὰ τοῦ ἰδίου ἀπὸ τοῦ βήματος παρασταθεῖσαν μεγάλην ἀνάπτυξιν, ἣν ἔλαβε τὸ ναυτικόν· ἑπομένως δὲν δύναται ὁ πάγιος ἐκεῖνος νόμος νὰ λειτουργήσῃ εἰς τὴν ἔκτακτον σήμερον περίστασιν, οὔτε τὰ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένα δύνανται νὰ ἐξυπηρετηθῶσι διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου. Φρονεῖ λοιπὸν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ βελτιώσεως τοῦ νόμου ἐκείνου; Παρακαλῶ νὰ σκεφθῇ περὶ τούτου καὶ νὰ εἰσαγάγῃ αὔριον εἰς τὴν Βουλὴν τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον φρονεῖ λυσιτελές. Πρὸς τούτοις μία ἀλληλογραφία ἀνταλλάσσεται μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ κ. Προέδρου ἐκ Port-Said, καὶ ἐπειδὴ ὁ κ. Πρόεδρος ἔχει.......
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε ὑπομονὴν νὰ μεταφρασθῇ.
§75ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Θέλω ν’ ἀποδείξω, ὅτι εἶναι προγενεστέρα ἡ ἐμή.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὸ μικροῦ ἔλαβον τηλεγράφημα ἐκ λέξεων Ἑλληνικῶν διὰ Λατινικῶν χαρακτήρων γεγραμμένον.
§77Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς Δικαιοσύνης ὑπάρχει νομοσχέδιον περὶ τοῦ ταμείου τῶν χηρῶν καὶ ὀρφανῶν τῶν ἀξιωματικῶν. Παρακαλῶ νὰ τελειώσῃ, διότι ὑπάρχουσι δίκαι.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεκάλεσα τὸν κ. Πρόεδρον τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ τὸ ἐπισπεύσῃ. Γʹ. συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τινῶν τοῦ νόμου περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων.
§79ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπέβαλον ἴδιον νομοσχέδιον· ζητῶ τὸν λόγον.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ παραχωρήσεως τῶν ἀδιαθέτων ἐθνικῶν γαιῶν.......
§81ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ν’ ἀναβληθῇ.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ παραχωρήσεως ἐθνικῶν καὶ ἐκκλησιαστικῶν οἰκοπέδων, γηπέδων καὶ κτιρίων.
§83ΤΙΝΕΣ. Νὰ μείνῃ.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γʹ. συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τοῦ Ταμείου τῶν Ἱερατικῶν Σχολῶν.
§85ΤΙΝΕΣ. Νὰ μείνῃ.
§86ΣΕΧΙΩΤΗΣ ΚΑΙ ΓΡΥΠΑΡΗΣ. Πρέπει νὰ συζητηθῇ αὐτό.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε νὰ μὴ συζητῶνται τὰ νομοσχέδια, ἐφ’ ὧν γίνεται ἀντίῤῥησις.
§88ΦΙΛΗΜΩΝ. Δὲν ἀρκεῖ νὰ λέγῃ εἷς Βουλευτὴς, ὅτι ἔχει ἀντίῤῥησιν· πρέπει καὶ νὰ τὴν ὑποστηρίξῃ.
§89ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν.) Τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἡ συζήτησις εἶναι ὥριμος· δὲν μένει ἢ νὰ δώσω πληροφορίας τινὰς εἰς τὴν Βουλήν, αἱ ὁποῖαι ἐζητήθησαν κατὰ τὴν βʹ ἀνάγνωσιν. Αὐτὰς τὰς πληροφορίας τὰς ἔχω ἑτοίμους, καὶ ἂν θέλῃ ἡ Βουλὴ, νὰ τὰς δώσω, διότι ἀληθῶς, ὅπως διατείνονται καὶ οἱ Βουλευταὶ τῶν Ἐπαρχιῶν, ἐν αἷς ἑδρεύουσιν αἱ ἱερατικαὶ Σχολαὶ, ἀπειλεῖται ἡ διάλυσις αὐτῶν.
§90ΓΡΥΠΑΡΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ μέλλοντος.......
§91ΤΙΝΕΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§92ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Θὰ διαλυθῶσιν αἱ Σχολαὶ, κ. πρόεδρε.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠμπορῶ νὰ δώσω τὸν λόγον.......
§94ΣΕΧΙΩΤΗΣ ΚΑΙ ΓΡΥΠΑΡΗΣ.......
§95ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε πρόεδρε, πρέπει νὰ φειδώμεθα τοῦ χρόνου. Ἂς ἀφήσωμεν πάντα τὰ νομοσχέδια, ἐφ’ ὧν γίνεται ἀντίῤῥησις, ἂς ἐπιψηφίσωμεν δ’ ἐκεῖνα μόνον, ἐφ’ ὧν πάντες συμφωνοῦμεν, καὶ ἂς προβῶμεν εἰς τὸν προϋπολογισμόν.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου περὶ ἀπαγορεύσεως τῆς βοσκῆς ἐντὸς τῶν ἐν Ἠλείᾳ καὶ Ὀλυμπίᾳ σταφιδαμπέλων.
§97ΣΕΧΙΩΤΗΣ ΚΑΙ ΓΡΥΠΑΡΗΣ. Ἔχομεν ἀντίῤῥησιν.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν. Κεφάλαιον Αʹ. «Κεντρικὴ ὑπηρεσία.» (Ἐπιψηφίζονται ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2.) Ἄρθρον 3 «Παράσημα» 15,000.— Ἡ ἐπιτροπὴ φέρει παρατηρήσεις.
§99ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ψηφίζομεν, εἶναι εἰκονικὸν, διότι ψηφίζομεν μὲν 15,000 δραχμὰς, ἀλλὰ ταὐτοχρόνως εἰς κεκλεισμένας χρήσεις ἀναγράφομεν μέγα πρόσθετον ποσὸν διὰ παράσημα. Τοῦτο γνωρίζω ἐκ τῆς ὑπηρεσίας. Δὲν πρέπει δὲ νὰ νομίζῃ ἡ Βουλὴ, ὅτι τὰ παράσημα ταῦτα τὰ πρόσθετα δίδονται εἰς Ἕλληνας. Τὰ πρὸς τοὺς Ἕλληνας διδόμενα ἔχουσιν ἀξίαν πολλοστημορίου τῆς τακτικῆς πιστώσεως, ἤτοι 1,000 ἢ 2,000 δραχμῶν, διότι εἶναι ἀργυροῖ ἢ χρυσοῖ σταυροὶ, μεγάλη ὅμως δαπάνη γίνεται διὰ τὰ ξένα παράσημα, καὶ ταῦτα δίδονται χρησίμως. Νομίζω ἑπομένως, ὅτι εἶναι λίαν ὀρθὴ ἡ παρατήρησις τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον σημειοῦται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, πρέπει νὰ αὐξηθῇ, ἵνα μὴ ἐπέρχηται τὸ ἄτοπον νὰ καθυστερῶμεν εἰς ξένους προμηθευτὰς τῶν εἰδῶν τούτων, καὶ, γινόμενοι ὑπηρήμεροι, νὰ ἀναγκαζώμεθα νὰ τὰ πληρώνωμεν ὑπὸ ἄλλον τύπον, ὑπὸ τύπον καθυστερημάτων. Σήμερον, ἂν ἐξετάσητε τὸν προϋπολογισμὸν, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι εἰς τὰς κεκλεισμένας χρήσεις σημειοῦται ποσὸν δυσανάλογον πρὸς τὸ προϋπολογισθέν. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ διορθωθῇ τὸ τοιοῦτον, ἵνα μὴ ἐκτιθέμεθα ἐπὶ τοιαύταις ὀφειλαῖς εἰς κατάκρισιν ἐπὶ κακῇ πίστει.
§100ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, τὸ ὁποῖον ἀπηύθυνε τὴν παρατήρησιν ἐκείνην, ἤμην ἐγὼ, διότι εἶχον πληροφορίας, ὅτε ἐσχάτως διέτριβον ἐν Παρισίοις, ὅτι οἱ προμηθευταὶ ἐνήγαγον τὸ δημόσιον ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων. Διὰ τοῦτο προτείνω τὴν προσθήκην τῶν δραχμῶν 15,000.
§101ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ διαφωνῶ πρὸς τοὺς προαγορεύσαντας ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῶν παρασήμων, διότι δὲν ὑπάρχει δαπάνη ματαιοτέρα ταύτης· δὲν ἠξεύρω ἂν συνετέλεσαν εἰς τὴν εὐτυχίαν τοῦ Ἔθνους. Δίδομεν παράσημα εἰς τοὺς μὲν καὶ εἰς τοὺς δὲ, καὶ τίποτε δὲν μᾶς κάμνουν· ἅπαξ διὰ παντὸς πρέπει νὰ διαγραφῇ ἡ ματαία αὕτη δαπάνη, ἐνῷ ἔχομεν νὰ οἰκονομήσωμεν τόσας ἄλλας ἀνάγκας. Οὐ μόνον τὰ παράσημα, ἀλλὰ καὶ οἱ διπλωμάται εἶναι μάταιοι, καὶ αἱ πρεσβεῖαι, καὶ ἀπευθύνομαι εἰς τὴν συνείδησιν ἑνὸς ἑκάστου νὰ μοὶ εἴπῃ εἰς τί μᾶς ὠφέλησαν ἕως τώρα, εἰς οὐδέν. Εἰς τὸ Βερολῖνον, νομίζω, εἶναι κἄποιος Ῥαγκαβῆς ὡς πρέσβυς, καὶ ἐπῆγαν τινὲς ἀλλοδαποὶ εἰς αὐτὸν διὰ φιλελληνικοὺς σκοποὺς, οἱ ὁποῖοι ἐζήτησαν νὰ ἔλθουν εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ αὐτὸς τοῖς εἶπεν, ὅτι δὲν εἶναι δεκτοί· ἐνῷ, ἂν ἀπηυθύνοντο εἰς τὸν κοινότερον Ἕλληνα ταξειδιώτην ἢ παρεπίδημον, ἤθελε τοῖς εἴπει, ὅτι ἡ Ἑλλὰς θὰ τοὺς δεχθῇ ἀνοικταῖς ἀγκάλαις. Προτείνω λοιπὸν τὴν κατάργησιν τῶν παρασήμων καὶ πρεσβειῶν.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς συναινεῖ εἰς τὴν προτεινομένην αὔξησιν τῆς πιστώσεως τοῦ ἄρθρου τούτου κατὰ 15 ἔτι χιλιάδας δραχμάς. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§103ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρα ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἐπιψηφίζονται καὶ τὰ ἄρθρα 4 καὶ 5 τοῦ Κεφ. Αʹ.) Κεφάλαιον Βʹ. «Διπλωματικὴ ὑπηρεσία,» ἄρθρον 1 «Μισθοὶ προσωπικοῦ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει πρεσβείας» δραχμαὶ 170,156. Ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει, ἵνα προστεθῶσι 5,000 δραχμαί.
§105ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι, κατὰ τὸ Σύνταγμα καὶ τὸν λογιστικὸν νόμον, οὐδεὶς τῶν βουλευτῶν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προτείνῃ αὔξησιν δαπάνης· ἑπομένως ἡ προτεινομένη αὔξησις πρέπει ν’ ἀποῤῥιφθῇ.
§106ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ λόγος, δι’ ὃν ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει τὴν αὔξησιν, δὲν εἶνε ἀκριβής, διότι ἐγένετο ἐλάττωσις μόνον τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἐπλήρωνεν ὁ πρεσβευτὴς εἰς ἐνοίκιον πρὸ τῆς ἀγορᾶς οἰκίας πρὸς χρῆσιν τῆς Πρεσβείας· ἑπομένως οὐδεὶς ὑφίσταται λόγος πρὸς τὴν προτεινομένην αὔξησιν.
§107ΡΟΥΦΟΣ. Ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Βαλασοπούλου, ὅτι ὁ βουλευτὴς δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ζητήσῃ αὔξησιν δαπάνης ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, δὲν εἶναι ἀκριβής, διότι τοῦτο γίνεται ὅταν πρόκηται περὶ προσώπων, καὶ οὐχὶ περὶ θέσεων. Καὶ πέρυσι, κύριοι, ὑπεστήριξα, καὶ ἐφέτος ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ ἤδη ὑποστηρίζω τὴν πρότασιν περὶ αὐξήσεως τοῦ ποσοῦ, διότι ὁ πρέσβυς ὁ ἐν Κωνσταντινουπόλει ἐπιβαρύνεται μὲ μεγάλας δαπάνας, πολὺ περισσοτέρας παρ’ ὅσας οἱ ἄλλοι πρέσβεις, καὶ κατ’ οὐδένα λόγον πρέπει νὰ ἐλαττώσωμεν τὸ ποσὸν τοῦτο. Πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Τρικούπης ὑπεστήριξε τὴν αὔξησιν τοῦ ποσοῦ τῶν παρασήμων· ἤδη πρόκειται μόνον περὶ 5,000 δραχμῶν, δὲν εἶνε δὲ τὸ ποσὸν σημαντικόν.
§108ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργὸς καὶ ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν.) Ὁ πρέσβυς παραπονεῖται κατ’ ἐπανάληψιν, ὅτι μετὰ τὴν ἐλάττωσιν τοῦ μισθοῦ του, συνεπείᾳ τῆς ἀγορᾶς τῆς οἰκίας, ἐπιβαρύνει αὐτὸν τὸ ἐνοίκιον τῆς θερινῆς οἰκίας, δὲν δύναται δὲ νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς πρὸς συντήρησίν του δαπάνας, καὶ ἑπομένως παρακαλεῖ, ἵνα προστεθῇ τὸ ποσὸν αὐτό. Ἐγὼ ἐνόμισα, ὅτι κατὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος δὲν ἔπρεπε νὰ γείνῃ ἡ προσθήκη. Ἀλλ’ ἀναγνωρίζω, ὅτι ὁ πρέσβυς εὑρίσκεται εἰς στενοχωρίας, καὶ ἂν ἡ Βουλὴ ἐγκρίνῃ, ἂς ἐπιψηφίσῃ τὴν προτεινομένην αὔξησιν.
§109ΓΚΙΚΑΣ. Ἀναγγέλλω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, ὁ μισθὸς τοῦ πρέσβεως ἐν Κωνσταντινουπόλει δὲν εἶναι ἀρκετὸς, καὶ ἑπομένως νομίζω δίκαιον νὰ προστεθῇ τὸ ἀναγραφόμενον ποσόν.
§110ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἂς παραιτηθῇ.
§111ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἀπαντῶ εἰς τὴν τελευταίαν φωνὴν «ἂς παραιτηθῇ.» Ἐννοῶ τὴν φράσιν, διότι παρέλκει ἡ φράσις αὕτη, καὶ τὴν ἑτέραν «ἄλλος πηγαίνει.» Ὅστις εἶπε τοῦτο, δὲν γνωρίζει ἀπὸ δημοσίαν ὑπηρεσίαν· βεβαίως εἶναι πολλοὶ ἕτοιμοι νὰ δεχθοῦν, καὶ ἴσως καὶ ἀμισθί, ἀλλ’ ἐδοκιμάσαμεν τοῦτο καὶ διωρίσαμεν πολλάκις εἰς θέσεις ὑψηλὰς πρόσωπα ἀνίκανα, καὶ ἠσθάνθημεν τ’ ἀποτελέσματα τῆς διευθύνσεως τῆς ὑπηρεσίας αὐτῶν, διότι ἦσαν πρόθυμα νὰ δεχθῶσι καὶ ἀμισθὶ καὶ μὲ ἠλαττωμένας ἀξιώσεις. Ἀπαντῶ εἰς τὸν κ. βουλευτὴν Μεσολογγίου. Δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ κ. Κουντουριώτης ἐπλήρωνεν ἐνοίκιον κατώτερον, διότι ἐπλήρωνεν 7,680 δραχμὰς, καὶ ἡμεῖς τώρα τῷ κρατοῦμεν 11,200· ὥστε τώρα τῷ ἀφῃρέσαμεν 3,500, τὸ ἐνοίκιον δηλαδή, τὸ ὁποῖον πληρώνει διὰ τὴν θερινὴν κατοικίαν, καὶ παρεπονέθη εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν. Καὶ πέρυσιν εἶπον καὶ ἐφέτος λέγω, ὅτι ἐκ τῶν διατελεσάντων ἐκεῖ πρέσβεων ὁ κ. Κουντουριώτης εἶναι ὁ μόνος, ὁ ὁποῖος διετήρησε τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς θέσεώς του ὡς ἐμπρέπει εἰς Ἕλληνα πρέσβυν ἐν Κωνσταντινουπόλει.
§112ΦΙΛΗΜΩΝ. Ὑπεβλήθη καὶ εἰς χρέη.
§113ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι διετέλεσαν ἐκεῖ πρέσβεις τῆς Ἑλλάδος ἄνδρες ἐπισημότεροι πολὺ τοῦ κ. Κουντουριώτου, ἀλλὰ τὴν ὁποίαν οὗτος διετήρησεν ἀξιοπρέπειαν οὐδεὶς τούτων ἠδυνήθη νὰ διατηρήσῃ· διὰ τοῦτο, ὅτε τὸ πρῶτον διετέλεσεν ἐκεῖ πρέσβυς, κατηνάλωσε τὸ ἥμισυ τῶν ἐν τῇ Τραπέζῃ μετοχῶν, αἱ ὁποῖαι τῷ ἐγκατελείφθησαν ὡς κληρονομία ἐκ τῶν λειψάνων τῆς κολοσσιαίας περιουσίας τοῦ πατρός του, εἰς τὴν παροῦσαν δὲ ἐποχὴν ὡς οἰκονομικὸν κέρδος ἔχει ὡς πρέσβυς τὴν κατανάλωσιν τῆς οἰκίας του, τῆς μόνης περιουσίας του, καὶ πρὸς τοῦτο ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Γκίκα, πληρεξουσίου ἐν ταῖς ὑποθέσεσί του. Αὕτη εἶναι λοιπὸν ἡ κατάστασις αὐτοῦ τοῦ πρέσβεως. Ἐπῆγαν ἐκεῖ ἄλλοτε πρέσβεις καὶ ἐκάθηντο οὐχὶ εἰς ξενοδοχεῖα, ἀλλ’ εἰς οἰκίας μὲ ἔπιπλα, ὁποίαν ἔχει ἐδῶ ἡ Γερμανία, εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ κ. Κοκκίδου, καὶ οὐ μόνον δὲν ἐξώδευσαν τὸν μισθόν των, ἀλλ’ ἔφερον ἐδῶ καὶ περίσσευμα. Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν ἂν δέχηται, ἵνα ὁ ἐν Κων)πόλει πρέσβυς, ὁ ὁποῖος ἀντιπροσωπεύει τὴν Ἑλλάδα εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις, ἦναι τόσον ταπεινὸς, καὶ ἡ Βουλὴ νὰ δεικνύῃ τόσην γλισχρότητα, ὥστε νὰ τῷ ἀρνῆται 5,000 δραχμὰς κατ’ ἔτος; Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ἵνα δεχθῇ τὴν πρότασιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ, δι’ ἧς θὰ χορηγηθῶσι προσέτι εἰς τὴν ἐν Κωνσταντινουπόλει πρεσβείαν 5,000 δραχμαί.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν αὔξησιν τῆς πιστώσεως τοῦ ἄρθρου 1 κατὰ 5,000 δραχμὰς, ἤτοι ἐν ὅλῳ εἰς δραχμὰς 175,156, παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἐπιψηφίζονται ἄνευ ἀντιῤῥήσεως καὶ τ’ ἄρθρα 2 καὶ 3 τοῦ Κεφαλαίου Βʹ.) Κεφάλαιον Γʹ «Προξενικὴ ὑπηρεσία,» ἄρθρον 1. «Μισθοὶ προξενικῶν ὑπαλλήλων» 283,660.
§115ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργὸς καὶ ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν.) Δὲν συνεζητήθη ἀκόμη τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰσηγάγομεν, περὶ προβιβασμοῦ Προξενείων τινῶν. Νομίζω ὅμως, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ προσθέσωμεν ἀπὸ τοῦδε εἰς μὲν τὸ προξενεῖον Βάρνης 400 δραχμὰς κατὰ μῆνα, εἰς τὸ τῶν Σεῤῥῶν 200, καὶ εἰς τὸ τοῦ Αὐλῶνος ἐπίσης 200.
§116ΨΥΛΛΑΣ. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ὁμοφώνως προέτεινε δὲ αὕτη, ἵνα εἰς τὸν προϋπολογισμὸν γείνῃ μνεία περὶ τούτου, καὶ ἐσύστησεν, ἵνα ἡ μὲν ἐπιχορήγησις τοῦ προξενείου Ῥουτσουκίου καταβιβασθῇ εἰς δρ. 400 ἀπὸ 800, διότι τὸ Ῥουτσούκιον κατήντησε σήμερον ἐκ πρωτευούσης ἀπ’ οὖν πολίχνιον μετὰ τὰς καταστροφὰς, τὰς ὁποίας ὑπέστη ἐκ τοῦ πολέμου, οἱ δ’ ἐκεῖ Ἕλληνες ὑπήκοοι δὲν ὑπερβαίνουσι τὸν ἀριθμὸν τῶν 15–20, οἵτινες ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον μετέρχονται τὸν ῥακοπώλην. Πράγματι ὅμως ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ προστεθῇ ποσόν τι διὰ τὸ ὑποπροξενεῖον Βάρνης, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ προέτεινεν, ἵνα εἰς μὲν τὸ ὑποπροξενεῖον Βάρνης, τὸ ὁποῖον λαμβάνει νῦν ἐπιχορήγησιν 10 δραχμῶν κατὰ μῆνα, προστεθῶσι 200 δραχμαί. Ἀλλὰ πλὴν τούτων θέλω προτείνει, ὅπως τὸ ὑποπροξενεῖον Σεῤῥῶν ἀπὸ δραχμῶν 300 λαμβάνῃ 500 κατὰ μῆνα, τὸ δὲ ἐν Καβάλλᾳ ὑποπροξενεῖον, τὸ ὁποῖον εἶναι ἄμισθον, νὰ γείνῃ ἔμμισθον καὶ νὰ προστεθῶσι καὶ ἐκεῖ 100 δραχμαί.
§117ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δυνάμεθα ν’ ἀναγράψωμεν πιστώσεις, διὰ θέσεις μὴ νενομοθετημένας. Ἀφοῦ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, ἀναγράφομεν τὰς πιστώσεις.
§118ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὰ δύο αὐτὰ προξενεῖα εἶναι προσεπιχορηγούμενα· ὥστε δυνάμεθα νὰ προσθέσωμεν καὶ ν’ ἀφαιρέσωμεν.
§119ΨΥΛΛΑΣ. Κατὰ τὸν νόμον περὶ Ὀργανισμοῦ τῶν Προξενείων, αἱ προσεπιχορηγήσεις τῶν προξενικῶν ἀρχῶν σημειοῦνται καὶ ψηφίζονται κατ’ ἔτος ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, δυνάμεναι ν’ αὐξομειωθῶσι. Διὰ τοῦτο ἐπρότεινα, ὅπως σημειωθῶσιν αἱ διάφοροι μεταβολαὶ τῶν προσεπιχορηγήσεων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Πλὴν τούτων, ὑπάρχει καὶ πρότασις διὰ τὸ ὑποπροξενεῖον Φιλιππουπόλεως, ὅπως γείνῃ Γενικὸν προξενεῖον. (Θόρυβος.)
§120ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διὰ μὲν τὴν Βάρναν, ὡς εἶπον, νὰ προσθέτωμεν 400 δραχ. διὰ δὲ τὰς Σέῤῥας 200 καὶ διὰ τὸ ὑποπροξενεῖον Αὐλῶνος ἐπίσης δραχ. 200. Ἂς ἐλαττωθῇ δὲ ἡ ἐπιχορήγησις τοῦ προξενείου Ῥουτσουκίου εἰς 400 δραχ.
§121ΚΟΤΤΑΡΗΣ. Προκειμένου νὰ ἐκτελέσωμεν τὴν Συνθήκην τοῦ Βερολίνου, νομίζω, ὅτι ἡ πίστωσις διὰ τὰ προξενεῖα Ἠπείρου καὶ Θεσσαλίας πρέπει νὰ περιορισθῇ μόνον δι’ ἕξ μῆνας. Παρακαλῶ νὰ θέσητε εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρότασίν μου, κ. πρόεδρε.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑποστηρίζεται ἀπὸ κανένα. (Γίνονται δεκταὶ αἱ προτάσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.) (Ἐπιψηφίζονται ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὸ ἄρθρον 2 τοῦ Κεφαλαίου Γʹ καὶ τὰ Κεφάλαια Δʹ—Ηʹ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀνερχομένου ἐν ὅλῳ
εἰς δραχμὰς 1,640,066.)
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΝ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ.
(Ἐπιψηφίζονται ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 1–3 τοῦ Κεφαλαίου Αʹ.) Ἄρθρον 4.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει κατὰ πλειοψηφίαν τὴν ἀπάλειψιν τῆς ἐκ δραχμῶν 3,600 προσθέτου πιστώσεως πρὸς μισθοδοσίαν δευτέρου ἀντεισαγγελέως παρὰ τῷ ἐφετείῳ Ναυπλίου.
§124ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἠναγκάσθην νὰ σημειώσω τὴν θέσιν τοῦ δευτέρου ἀντεισαγγελέως παρὰ τῷ ἐφετείῳ Ναυπλίας, διότι κατὰ τὰς παραστάσεις τῆς ὑπηρεσίας ὁ εἷς ἀντεισαγγελεὺς δὲν ἐπαρκεῖ νὰ διεξαγάγῃ τὴν πληθὺν τῆς ἐργασίας, ἥτις εἶναι συσωρευμένη εἰς τὸ ἐφετεῖον ἐκεῖνο, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐγκρίνῃ τὴν προσθήκην.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει καὶ ἐπὶ τῶν ἄρθρων 7 καὶ 8 τὴν ἀπάλειψιν τῶν ἐκ δραχμῶν 1,800 καὶ 8,100 προσθέτων ποσῶν δι’ ἀντεισαγγελεῖς καὶ ὑπογραμματεῖς πρωτοδικῶν.
§126ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ. Κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἀφῃρέθησαν θέσεις τινὲς ἀντεισαγγελέων, ἀλλ’ εἰς τὴν ἐφαρμογὴν ἀπεδείχθη, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ παυθοῦν ὅλοι οἱ ἀντεισαγγελεῖς, ὧν ἡ πίστωσις ἀφῃρέθη ἀπὸ τὸν προϋπολισμὸν διὰ τοῦτο διετηρήθησαν δύο περισσότεροι, καὶ διὰ νὰ ἐξοικονομηθῇ τὸ ποσὸν τῆς μισθοδοσίας, ἔμενε κενὴ ἡ θέσις ἑνὸς εἰσαγγελέως· διετηρήθησαν δὲ δύο ἀντεισαγγελεῖς, οἵτινες θεωροῦνται ἀναγκαῖοι.
§127ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἰς ποῖα δικαστήρια;
§128ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχουν 17 δικαστήρια, εἰς δὲ τὸν προϋπολογισμὸν σημειοῦνται 14 ἀντεισαγγελεῖς· δὲν ὑπάρχουσι δὲ ἀντεισαγγελεῖς εἰς πέντε δικαστήρια, ἤτοι εἰς τὴν Σύρον, τὴν Κέρκυραν, τὴν Κεφαλληνίαν, τὴν Λευκάδα καὶ τὴν Ζάκυνθον, ἀπ’ ἐναντίας διατηροῦνται ἀνὰ δύο εἰς τὰ πρωτοδικεῖα τῶν Ἀθηνῶν καὶ τῆς Τριπόλεως· ἐὰν τοὺς ἐλαττώσητε κατὰ δύο, θὰ ἀναγκασθῶμεν νὰ ἀφήσωμεν τὸ πρωτοδικεῖον τῶν Ἀθηνῶν καὶ τῆς Τριπόλεως μὲ ἕνα μόνον ἀντεισαγγελέα, καὶ εἷς μόνον δὲν ἀρκεῖ. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ τὰς πιστώσεις. Ἐπίσης εἶναι ἀναγκαῖον νὰ μείνῃ ἡ προσθήκη τοῦ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ὑποδεεστέρου προσωπικοῦ σημειωθέντος ποσοῦ, διότι ἕνεκα τῆς ἐκτελέσεως τῶν νόμων περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν καὶ στρατολογίας συνεσωρεύθη πολλὴ ἐργασία, καὶ τὸ ὑποδεέστερον προσωπικὸν δὲν ἐπαρκεῖ. Κρίνω εὔλογον νὰ γείνῃ αὐτὴ ἡ μικρὰ προσθήκη.
§129ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπειδὴ πρόκειται περὶ τοῦ κατωτέρου προσωπικοῦ, δὲν ἠξεύρω ἂν ὁ κ. ὑπουργὸς ἔχῃ γνῶσιν ἀτόπου τινὸς, τὸ ὁποῖον ἀπὸ ἐτῶν συμβαίνει καὶ μέχρι τοῦδε δὲν κατωρθώθη νὰ ἐκριζωθῇ. Αἱ ὑπάρχουσαι θέσεις τῶν ὑπογραμματέων εἶναι ἀνεπαρκεῖς πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς σημερινῆς ὑπηρεσίας, διότι ὡρίσθησαν ἐν ἔτει 1833, πλὴν τῆς Ἑπτανήσου, ἔνθα ὑπάρχει ἀνάλογος ἀριθμὸς, διότι κατὰ τὴν ἀφομοίωσιν προσδιωρίσθη. Ἐπειδὴ δὲ οἱ γραμματεῖς δικαστηρίων τινῶν δὲν προέφθανον τὴν ὑπηρεσίαν δι’ αὐτοῦ τοῦ προσωπικοῦ, ἐπεκράτησεν ἀνέκαθεν εἰς πάντα τὰ δικαστήρια τὸ ἄτοπον νὰ περικόπτωσι τοὺς μισθοὺς τῶν ὑπογραμματέων, ἀντὶ 60 καὶ 90 δραχμῶν, ὡς ὁρίζει ὁ προϋπολογισμὸς, λαμβάνοντες ὑπαλλήλους μετὰ μισθοῦ 30, 20, πολλάκις δὲ καὶ 10 δραχμῶν. Γίνεται δὲ τοῦτο αἴτιον πολλῶν καταχρήσεων, καὶ ἐπωφελοῦνται μὲν πολλάκις τινὲς ἐκ τούτου, πρὸς αὔξησιν κομματικῶν ἐπιῤῥοῶν, ἐπέρχονται δὲ καὶ κάκισται συνέπειαι ὡς πρὸς τὴν σύνταξιν, διότι ὑπάλληλος, ὅστις λαμβάνει 20 δραχμὰς, σημειοῦται ἐν τῇ καταστάσει ὡς λαμβάνων 40, καὶ ὑπάλληλος, ὅστις σημειοῦται ἐν τῇ καταστάσει ὡς ἔχων μισθὸν 60 ἢ 90, λαμβάνει μόνον 30. Νομίζω, ὅτι καιρὸς εἶναι νὰ ἐκλείψῃ αὐτὸ τὸ ἄτοπον· τοῦτο δ’ εὐκόλως δύναται νὰ γείνῃ, ἐὰν ὁ ἀρμόδιος ὑπουργὸς παραγγείλῃ εἰς τοὺς εἰσαγγελεῖς καὶ προέδρους νὰ μὴ ὑπογράφωσι καταστάσεις περιεχούσας ἄλλους ἢ τοὺς κεκανονισμένους μισθούς. Διαβεβαιῶ τὸν κύριον ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ὡς ἐκ τῆς πολυετοῦς πείρας, ἣν ἔλαβον ἐν τῇ δικαστικῇ ὑπηρεσίᾳ, ὅτι ἡ κατάχρησις αὕτη εἶναι ἐντροπὴ νὰ ἐξακολουθῇ γινομένη ἐν τοῖς δικαστηρίοις.
§130ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλω λάβει πρόνοιαν περὶ τούτου.
§131ΣΑΡΑΒΑΣ. Βλέπω μετὰ λύπης νὰ ἐγκαταλείπηται ἔκθετος ἡ ἐν τῇ ἐκθέσει γνώμη τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς· διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Ἡ ἐπιτροπὴ, ἐξετάζουσα τὸν προϋπολογισμὸν, εὑρέθη σύμφωνος νὰ μὴ φέρῃ οὐδεμίαν ἐλάττωσιν εἰς ὅλας τὰς πιστώσεις, αἵτινες ἀφορῶσιν εἰς τὰς πολεμικὰς παρασκευάς· εἰς τοῦτο εὑρέθημεν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ ὅλοι, τόσον οἱ τῆς συμπολιτεύσεως, ὅσον καὶ οἱ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, σύμφωνοι. Ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς δαπάνας τῶν λοιπῶν ὑπουργείων, παρετηρήθη ὑπὸ πολλῶν, ὅτι, ἀφοῦ παρουσιάζει ὁ προϋπολογισμὸς ἓν φοβερὸν ἔλλειμμα, ἃ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γείνωσιν οἰκονομίαι, τουλάχιστον δὲν ἔπρεπε νὰ προστεθῶσι νέαι δαπάναι. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δύο τούτων ἀρχῶν ἔδει νὰ ἐξετάσῃ τὸν προϋπολογισμὸν ἡ ἐπιτροπή. Ἤδη πρόκειται περὶ προσθήκης ἑνὸς ἀντεισαγγελέως Ἐφετῶν καὶ δύο ἀντεισαγγελέων πρωτοδικῶν. Ἀναντιῤῥήτως, ὁσάκις ἡ Κυβέρνησις προτείνει αὔξησιν προσωπικοῦ, εὑρίσκει πάντοτε λόγους δικαιολογοῦντας τὴν τοιαύτην αὔξησιν· παρετηρήθη ὅμως, ὅτι ἡ αὔξησις ἐχρησίμευσε πάντοτε πρὸς οἰκονομίαν προσώπων καὶ οὐδέποτε πρὸς πλήρωσιν ἀναγκῶν τῆς ὑπηρεσίας. Ἀναμφισβήτητον εἶναι καὶ αὐτὰ τὰ πράγματα τὸ μαρτυροῦσιν, ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ διοικηθῶμεν καλλίτερον μὲ ὀλιγώτερα πρόσωπα, ἤρκει μόνον νὰ ἦτο καταλληλοτέρα ἡ ἐκλογή. Γινώσκω ἀντεισαγγελία ἐσχάτως ἀπολυθέντα, ὁ ὁποῖος ἠδύνατο νὰ ἀναπληρώσῃ δύο ἀντεισαγγελεῖς, ἠδύνατο νὰ ἀναπληρώσῃ αὐτὸν τὸν εἰσαγγελέα. Ὅταν ἀπολύωμεν τοιαῦτα πρόσωπα ἀπὸ τὴν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν, δὲν ἔχομεν δίκαιον νὰ παραπονώμεθα, ὅτι ἡ ὑπηρεσία δὲν εἶναι ἐπαρκής. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, δι’ ὃν ἡ ἐπιτροπὴ εὑρέθη σχεδὸν ὁμόφωνος νὰ μὴ παραδεχθῇ οὐδεμίαν αὔξησιν εἰς τὸ προσωπικὸν τῶν εἰσαγγελέων. Οὐδὲ εἶναι βάσιμος ἡ προτεινομένη δικαιολογία, ὅτι ἡ προσθήκη ἑνὸς ἀντεισαγγελέως ἐφετῶν εἶναι ἀναγκαία, ἵνα ἐπιτηρηθῶσιν οἱ ἀνακριταὶ πρὸς ταχεῖαν διεξαγωγὴν τῶν ἐκκρεμῶν ἀνακρίσεων. Δὲν εἶναι τοῦ παρόντος χρόνου ἡ ἐξέτασις τῶν λόγων, ὧν ἕνεκα ἡ διαχείρισις τῆς δικαιοσύνης δὲν εὑρίσκεται εἰς ἣν θέσιν ἔδει νὰ ἦναι. Ἀρκοῦμαι μόνον νὰ εἴπω, ὅτι ἐνόσῳ ἡ πολιτικὴ ἔχει τὴν ἀξίωσιν νὰ ἀποῤῥοφήσῃ καὶ τὴν δικαιοσύνην, εἰσδύουσα καὶ μέχρι τοῦ ἱεροῦ τῆς Θέμιδος, εἶναι περιττὸν νὰ σκέπτησθε περὶ αὐξήσεως προσωπικοῦ, διότι ἡ αὔξησις πρὸς οὐδὲν ἄλλο χρησιμεύει ἢ πρὸς οἰκονομίαν προσώπων. Ἀπαλλάξατε τὴν δικαιοσύνην ἀπὸ τὴν ὀλεθρίαν ἐπίδρασιν τῆς πολιτικῆς, καὶ τότε θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ἡ ὑπηρεσία θέλει προβῆ ἀπροσκόπτως, καὶ δὲν θὰ ἔχωμεν ἀνάγκην νὰ προσθέσωμεν ἀντεισαγγελεῖς.
§132Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καθ’ ὅλα δὲν εἶμαι σύμφωνος μὲ τὸν προαγορεύσαντα. Ἡ προσθήκη τῶν δύο ἀντεισαγγελέων εἰς τὰ πρωτοδικεῖα ἐπιβάλλεται ἐξ αὐτῆς τῆς ὑπηρεσίας. Συμφωνῶ ὅμως πρὸς τὸν προαγορεύσαντα καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν προσθήκην τοῦ ἀντεισαγγελέως τῶν ἐφετῶν, διότι νομίζω, ὅτι ὁ ἀντεισαγγελεὺς οὗτος, ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ διορισθῇ εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ ἐφετείου Ναυπλίας, εἶναι ἐντελῶς περιττός. Τῷ ὄντι, κύριε πρόεδρε, αἱ πλεῖσται παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμεν ὁ κ. Σαράβας, εἶναι ὀρθόταται, διότι ἐγώ, ὅταν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀναλάβω τὴν διοίκησιν τοῦ ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, εὗρον τὸ προσωπικὸν πλῆρες καὶ ἀπὸ ἀντεισαγγελεῖς καὶ ἀπὸ εἰσαγγελεῖς καὶ ἀπὸ ἀντεισαγγελεῖς τῶν ἐφετῶν, καὶ μόλα ταῦτα τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην, πρὸ πάντων κατὰ τὴν περιφέρειαν τοῦ ἐφετείου Ναυπλίας, τὴν εὗρον τρομερὰ χωλαίνουσαν. Ὑπῆρξε πρωτοδικεῖον ἢ πλημμελειοδικεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον αἱ ἀποφάσεις αἱ ποινικαὶ, ἀπὸ 5 ἐτῶν δημοσιευμέναι, δὲν εἶχον συνταχθῆ καθόλου μεταξὺ χιλίων ἀποφάσεων μόλις εἶχον συνταχθῆ 10, οἱ δικασταὶ δὲ ἐκεῖνοι καὶ οἱ γραμματεῖς τῶν πρωτοδικῶν, οἱ ὁποῖοι λαμβάνουσι μέρος, μετετέθησαν ἄλλος δεξιὰ καὶ ἄλλος ἀριστερά. Καὶ τῷ ὄντι ἡ ἀταξία παρουσιάζεται, καίτοι ὑπαρχόντων καὶ τῶν δύο ἀντεισαγγελέων καὶ τοῦ εἰσαγγελέως. Δὲν γνωρίζω ὁ κ. Σαράβας περὶ τίνος ἀντεισαγγελέως ἔκαμε λόγον ὡς ἱκανοῦ καὶ δυναμένου νὰ ἀναπληρώσῃ δύο· ἂν ἀναφέρεται τοῦτο εἰς ἐμὲ, εἶμαι ἕτοιμος νὰ δώσω εἰς αὐτὸν τὴν ἀπάντησιν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι οἱ ἀντεισαγγελεῖς εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖοι, διότι, καὶ μάλιστα ἠμπορεῖ νὰ κακοφανῇ καὶ εἰς σᾶς, κ. πρόεδρε, ἀλλ’ εἶναι ἀληθὲς, τὰ νέα πρωτοδικεῖα, τὰ ὁποῖα συνεστήθησαν, ὄχι μόνον δὲν προσέθεσαν εἰς τὴν δικαιοσύνην, ἀλλὰ τὴν κατέστρεψαν, πρῶτον, διότι, ὡς πολλάκις παρεστάθη, τὰ πρωτοδικεῖα ταῦτα δὲν εὑρίσκονται εἰς κέντρον μεγάλου πληθυσμοῦ, ὅπως ἐπιδρᾷ ἡ δημοσία γνώμη τοῦ κέντρου, ὅτε εἶναι πολυπληθὲς καὶ ὁ δικηγορικὸς σύλλογος μεγαλείτερος, δεύτερον, διότι οὐδεμίαν προσέφερον ὑπηρεσίαν εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν· καὶ ἀπόδειξιν τούτου ἔχομεν, ὅτι ἡ δημοσία τάξις διεσαλεύθη περισσότερον εἰς τὴν περιφέρειαν τῶν πρωτοδικείων αὐτῶν παρὰ εἰς τὴν τῶν πρωτοδικείων τῶν ἐχόντων μεγάλην περιφέρειαν· καὶ τρίτον, διότι γεννοῦν τὴν ἀνισότητα, καὶ ἡμέρᾳ τῇ ἡμέρᾳ ἡ ἀνισότης αὕτη ἐπαυξάνει, κύριε πρόεδρε, διότι, ἀφοῦ συστηθῇ πρωτοδικεῖον κατόπιν ζητεῖται νὰ συστηθῇ γυμνάσιον καὶ κατόπιν ὅλα τὰ ἐπακόλουθα τῆς πρωτευούσης ἑνὸς νομοῦ, αἱ δὲ λοιπαὶ ἐπαρχίαι, καίτοι πολυπληθέστεραι, καίτοι ἔχουσαι περισσότερα δικαιώματα, στεροῦνται αὐτοῦ τοῦ πλεονεκτήματος. Δὲν ἐννοῶ λοιπὸν ποῦ ὑπάρχει αὐτὴ ἡ ἰσότης, ἐν τίνι δικαιώματι ἐπαρχίαι τινὲς νὰ εὑρίσκωνται εἰς αὐτὴν τὴν ἐξαιρετικὴν κατάστασιν. Ἐλέχθη τότε, ὅτι τὸ ζήτημα πρὸ πάντων τῆς δημοσίας τάξεως ἀπαιτεῖ τὴν σύστασιν τῶν δικαστηρίων, ἀλλ’ ἀπεναντίας, ἡ παρουσία τῶν δικαστηρίων ὄχι μόνον δὲν ὑπηρέτησε τὴν δημοσίαν τάξιν, ἀλλὰ τὴν ἔφερεν εἰς πολὺ χειροτέραν κατάστασιν. Ἂν λάβητε τὴν στατιστικὴν τῶν ἐγκλημάτων εἰς τὴν περιφέρειαν τῶν δικαστηρίων αὐτῶν, θέλετε ἴδει, ὅτι ἀπὸ τῆς συστάσεως τῶν δικαστηρίων αὐτῶν τὰ ἐγκλήματα ἐτριπλασιάσθησαν. Ἀλλ’ οἱ ἀντεισαγγελεῖς εἶναι ἀναγκαῖοι· ἀναγκαῖος εἶναι ὁ ἀντεισαγγελεὺς εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ πρωτοδικείου Τριφυλίας, ἀναγκαῖος εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ πρωτοδικείου Ἠλείας. Τὰ ἀναφέρω δὲ αὐτά, διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι, καίτοι ἡ περιφέρεια τῶν δικαστηρίων αὐτῶν εἶναι περιωρισμένη, μόλα ταῦτα ἀπαιτεῖται παρουσία εἰσαγγελέως καὶ ἀντεισαγγελέως. Ἀναγκαία ἡ παρουσία ἀντεισαγγελέως εἰς τὴν Ναυπλίαν, ἀναγκαία ἡ παρουσία δύο ἀντεισαγγελέων εἰς τὴν Τρίπολιν, εἰς τὴν Σπάρτην, ἐπίσης εἰς τὴν Μεσσηνίαν καὶ καθεξῆς, εἰς τὰς Ἀθήνας δύο κτλ. ὥστε ἡ προσθήκη τῶν δύο ἀντεισαγγελέων τῶν πλημμελειοδικῶν εἶναι ἀναγκαιοτάτη καὶ ἀπαιτεῖται ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ εὑρέθην καὶ ἐγὼ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ διατηρήσω αὐτοὺς τοὺς δύο ἀντεισαγγελεῖς καὶ νὰ κρατήσω τὴν εἰσαγγελίαν τῆς Παρνασσίδος μὲ ἕνα ἀντεισαγγελέα, ὅπως δυνηθῶ νὰ ἀνταποκριθῶ εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς ὑπηρεσίας.
§133ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἀφ’ οὗ ὁμολογεῖται, κύριοι, παρὰ πάντων ἡ ὀπισθοδρόμησις τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, πρὸ πάντων εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ ἐν Ναυπλίῳ Ἐφετείου, ἀπορῶ πῶς δὲν ὑποστηρίζεται συγχρόνως ἡ προσθήκη τοῦ βʹ. ἀντεισαγγελέως εἰς τὸ Ἐφετεῖον Ναυπλίου. Εἶναι, κύριοι, ὁμολογούμενον, ὅτι εἰς τὰ πρωτοδικεῖα, τὰ ὑπαγόμενα εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ ἐφετείου Ναυπλίας, ὑπάρχουσι πολλαὶ ποινικαὶ ὑποθέσεις, ἄπειρα δὲ βουλεύματα ἀνακόπτονται, καὶ δὲν προφθάνει ὁ εἰσαγγελεὺς καὶ ὁ εἷς ἀντεισαγγελεὺς τῶν ἐφετῶν νὰ τὰ διεξαγάγουν ἐγκαίρως. Τούτου ἕνεκα συμβαίνει πολλάκις νὰ συνιστῶνται τὰ κακουργιοδικεῖα, καὶ ὑποθέσεις, αἱ ὁποῖαι ἔπρεπε νὰ ἦναι ὥριμοι, καταντοῦν νὰ ἀναβάλλωνται διὰ τὴν ἄλλην σύνοδον, διότι δὲν κατωρθώθη νὰ ἐκδικασθοῦν ἀπὸ τὸ ἐφετεῖον αἱ ἀνακοπαί, καὶ ἄνθρωποι ἀθῶοι ἐνίοτε κρατοῦνται ἀδίκως εἰς τὰς φυλακάς. Τέλος πάντων ἡ ὑπηρεσία παριστᾷ ὡς ἀπολύτως ἀναγκαίαν τὴν προσθήκην τοῦ βʹ. ἀντεισαγγελέως εἰς τὸ ἐφετεῖον Ναυπλίας, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ τὴν δεχθῇ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀπόλυσιν ἀντεισαγγελέως, ὅστις ἠδύνατο νὰ ἀναπληρώσῃ δύο ἢ τρεῖς ἀντισαγγελεῖς, δὲν ἔχω νὰ δώσω οὐδεμίαν ἄλλην ἀπάντησιν, εἰμή, ὅτι καὶ ὁ διορισθεὶς εἰς τὴν θέσιν τούτου εἶναι ἱκανὸς, καὶ ἴσως ἱκανώτερος ἀπὸ τὸν ἀπολυθέντα· τοὐλάχιστον ἡ εἰδικὴ ἐπιτροπὴ, ἥτις ἐξήτασεν αὐτὸν, ἀπεφάνθη, ὅτι εἶναι ἱκανὸς διὰ νὰ λάβῃ θέσιν πρωτοδίκου, καὶ ἐπειδὴ δὲν ὑπῆρχε τοιαύτη, διωρίσθη ἀντεισαγγελεύς· ὥστε δὲν φρονῶ, ὅτι ἡ ὑπηρεσία ἐζημιώθη ἐκ τῆς ἀπολύσεως τοῦ ἀντεισαγγελέως αὐτοῦ, ὅστις ἐνδέχεται νὰ ἦναι ἱκανὸς, ἀλλ’ ἀντικατεστάθη ὑπὸ ἄλλου ἱκανωτέρου. Ὡς πρὸς δὲ τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμεν ὁ βουλευτὴς Καλαβρύτων περὶ τοῦ ὅτι ἔβλαψεν ἡ σύστασις μερικῶν νέων δικαστηρίων, τοῦτο συνεζητήθη πολλάκις ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ εἶναι περιττὸν νὰ ἐπαναφέρωμεν ἤδη τὴν συζήτησιν, καθόσον δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τὸν προϋπολογισμόν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ τὸν προϋπολογισμὸν ὡς ἔχει.
§134ΣΑΡΑΒΑΣ. Εὔχομαι νὰ ἐπέλθῃ ὁ χρυσοῦς αἰὼν, κατὰ τὸν κ. ὑπουργὸν, ἐν τῇ διαχειρίσει τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης διὰ τῆς προσθήκης ἑνὸς ἀντεισαγγελέως ἐφετῶν καὶ δύο ἀντεισαγγελέων πρωτοδικῶν. Δύναμαι ὅμως νὰ τὸν βεβαιώσω, καὶ τὰ πράγματα θὰ τὸ ἀποδείξουν, ὅτι δι’ οὐδένα ἄλλον λόγον πρόκειται νὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ προϋπολογισμὸς μὲ τόσην δαπάνην, παρὰ ὅπως οἰκονομηθῶσι τρία πρόσωπα. Ὡς πρὸς τὴν παρατήρησιν δὲ αὐτοῦ σχετικῶς πρὸς τὴν ἀπόλυσιν τοῦ ἀντεισαγγελέως, βεβαίως δὲν ἐπερίμενον ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ εἴπῃ, ὅτι τὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον διώρισεν, εἶναι ἀνίκανον, οὔτε περὶ τούτου ἐγένετο λόγος. Ἀλλ’ ὅταν ὁμολογῇ, ὅτι ὁ διορισθεὶς δὲν εἶναι κατώτερος ἐκείνου, ὃν ἀπέλυσε, δὲν ὁμολογεῖ, ὅτι ἔπραξεν ἄδικον πρᾶξιν ἀπολύσας ἕνα ἱκανὸν ἀντεισαγγελέα; Ἀναφέρω τὸ ὄνομα, ἂν καὶ οὐδεμία σχέσις μὲ συνδέῃ μετ’ αὐτοῦ, ἐκτὸς τῆς γνώσεως, τὴν ὁποίαν ἔλαβον, ὅτι ἐξεπλήρου ἀκριβῶς καὶ εὐσυνειδήτως τὸ καθῆκόν του, ἀναφέρω τὸ ὄνομα, καὶ ἂς κρίνῃ ἡ Βουλὴ ἐὰν ἔπρεπε νὰ περιμένῃ ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης τὴν ἀπόλυσιν τοιούτου ἀντεισαγγελέως εἶναι ὁ κ. Ἰωαννίδης. Καὶ ἂν ἔπρεπε νὰ προσθέσω ἄλλο τι, ἤθελον ἀναφερθῆ εἰς αὐτοῦ τοῦ ὑπουργοῦ τὴν κρίσιν καὶ εἰς ὅσα μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ ἀντεισαγγελέως ἐλέχθησαν, ἀλλ’ ἐπειδὴ ταῦτα ἐλέχθησαν μόνον μεταξὺ τοῦ ὑπουργοῦ καὶ τοῦ ἀπολυθέντος, δὲν θέλω νὰ τὰ εἴπω δημοσίως, ἐκτὸς ἂν προκληθῶ εἰς τοῦτο.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τῆς ἐπιτροπῆς νὰ ἐγερθῶσιν. (Τὸ ἀποτέλεσμα ἀμφίβολον.) Ἐρωτᾶται τὸ ἀντίστροφον. (Τὸ ἀποτέλεσμα ἀμφίβολον.)
§136ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡμεῖς δὲν ἐπιμένομεν.
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν γίνεται δεκτὴ ἡ γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς. (Ἐπιψηφίζονται καὶ τ’ ἄρθρα 5–8.) Ἄρθρον 9. «Εἰρηνοδικείων,» δραχμαὶ 411,000.
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. «Ἐνταῦθα προετάθη ὑπό τινος τῶν μελῶν νὰ προστεθῇ ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργοῦ πίστωσις πρὸς σύστασιν ἑνὸς ἔτι εἰρηνοδικείου ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Μεγαλουπόλεως.»
§139ΚΑΤΡΙΒΑΝΟΣ. Βεβαίως ἡ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ἀναγραφὴ πιστώσεως μεμετρημένως πρέπει νὰ γίνεται, διότι δυσκόλως γίνεται ἐν τῷ μέλλοντι ἡ διαγραφὴ, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι, ὅταν ὑφίσταται ἀνάγκη ἀπόλυτος, ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ βουλευτὴς νὰ κάμῃ τὴν δέουσαν παράστασιν πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν δέουσαν σύστασιν εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν πρὸς ἀναγραφὴν ἀναγκαίας δαπάνης. Ὁ δῆμος Λυκοσούρας τῆς ἐπαρχίας Μεγαλουπόλεως ἔχει πληθυσμὸν πλέον τῶν 9 χιλ. ψυχῶν, καὶ ὅμως στερεῖται καὶ συμβολαιογράφου. Διὰ νὰ μεταβῇ τις ἐκ τοῦ δήμου τούτου εἰς τὴν πρωτεύουσαν τῆς ἐπαρχίας Μεγαλουπόλεως, ὅπου ἑδρεύει ὁ εἰρηνοδίκης, πρέπει νὰ κάμῃ πολλὰς ὥρας, καὶ νὰ διέλθῃ καὶ ποταμοὺς, οἵτινες δὲν ἔχουν οὐδεμίαν γέφυραν. Νομίζω, ὅτι εἶναι εὐεργέτημα εἰς τοὺς κατοίκους, ἐὰν ἀναγραφῇ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν πίστωσις ἐκ 1470 δραχμῶν, διὰ νὰ συστηθῇ ἓν εἰρηνοδικεῖον, τὸ ὁποῖον θὰ ἦναι ὠφέλιμον καὶ διὰ τοὺς κατοίκους καὶ διὰ τὸ δημόσιον. Διότι ἐκ τοῦ δήμου τούτου, διὰ νὰ μεταβῇ τις εἰς τὴν πρωτεύουσαν, διὰ νὰ συντάξῃ ἓν συμβόλαιον, ἢ νὰ ἐγγράψῃ μίαν ὑποθήκην, ἢ νὰ κάμῃ μίαν μεταγραφὴν, δὲν θὰ τοῦ ἀρκέσῃ μία ἡμέρα, διότι δὲν εἶναι εὔκολον ὁ εἰρηνοδίκης, ἀπασχολούμενος καὶ ἐξ ἄλλων καθηκόντων, νὰ τελειώσῃ αὐθημερὸν καὶ τὰς τοιαύτας ἐργασίας ἑπομένως εἶναι δυσκολώτατον νὰ συναλλάσσωνται οἱ ἄνθρωποι. Τὸ δημόσιον δὲν ἔχει τίποτε νὰ ἐξοδεύσῃ παρὰ 1170 δραχ. πρὸς τὸ παρὸν καὶ 1560 διὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος, διότι ὑπάρχει κατάστημα, τὸ ὁποῖον θὰ χρησιμεύσῃ δι’ εἰρηνοδικεῖον. Νομίζω, ὅτι θέλει εὐεργετήσει ἡ Βουλὴ αὐτὸν τὸν δῆμον, ἐὰν δεχθῇ νὰ ἀναγραφῇ μία πίστωσις 1170 δραχ., διότι δὲν ὑπάρχει ἄλλος δῆμος τόσον πολυπληθὴς, ὅστις νὰ μὴ ἔχῃ Εἰρηνοδικεῖον καὶ νὰ στερῆται καὶ συμβολαιογραφείου.
§140Σ. ΝΟΤΑΡΑΣ. Τὴν αὐτὴν παράκλησιν ἔχω καὶ ἐγὼ διὰ τὸν δῆμον Στυμφαλίας. Παρακαλῶ νὰ δοθῇ πίστωσις, πρὸς σύστασιν Εἰρηνοδικείου ἐκεῖ, διότι πάσχει ὁ δῆμος αὐτὸς ἐκ τῆς ἐλλείψεως Εἰρηνοδικείου. (Θόρυβος.)
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅ,τι καὶ ἂν εἴπατε, δὲν ἤκουσα τίποτε.
§142ΡΟΥΦΟΣ. Αἱ παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος κ. Κατριβάνος, εἶναι δικαιόταται, καὶ διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ ὑπέβαλον ταύτας ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ διὰ τοῦτο ἓν μέλος ἐπρότεινε τὴν ἀναγραφὴν τῆς δαπάνης πρὸς σύστασιν Εἰρηνοδικείου ἐν τῷ δήμῳ ἐκείνῳ τῆς ἐπαρχίας Μεγαλουπόλεως· τοῦτο δ’ ἔπραξε, διότι νομίζει, ὅτι ὑπάρχει πληθυσμὸς 9,000 καὶ διότι τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας εἶναι πολὺ δύσκολα. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι θὰ ἦναι τὸ μέγιστον τῶν ἀδικημάτων, ἐὰν ὁ κ. ὑπουργὸς δὲν παραδεχθῇ τὴν σύστασιν Εἰρηνοδικείου εἰς τὸν δῆμον Λυκοσούρας.
§143ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Πρέπει, κύριοι, πρὸ πάντων νὰ σκεφθῶμεν πῶς θ’ ἀποκτήσωμεν Εἰρηνοδίκας καὶ Εἰρηνοδικεῖα ὅπως πρέπει, νὰ βελτιώσωμεν τὸν μισθὸν καὶ τὸ προσωπικὸν αὐτῶν, νὰ φροντίσωμεν περὶ τῆς ἀνεξαρτησίας καὶ τοῦ ἀμεταθέτου αὐτῶν. Διὰ τοῦτο σᾶς παρακαλῶ ν’ ἀφήσητε ἐπὶ τοῦ παρόντος τὰ περὶ τούτων ὡς ἔχουσιν.
§144ΙΕΡΟΜΝΗΜΩΝ. Ἔχω παράπονον, διότι ἀδικεῖται ἡ ἐπαρχία μου... (Θόρυβος.) Δυστυχῶς ἡ δικαιοσύνη εἶναι εἰς χεῖρας τοῦ συμβολαιογράφου. Λοιπὸν θὰ παρακαλέσω τὸ ὑπουργεῖον νὰ δεχθῇ μίαν πίστωσιν 504 δραχμῶν.
§145ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ἵνα δεχθῇ τὸν προϋπολογισμὸν ὅπως ἔχει, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ἤδη νὰ συστήσω τίποτε.
§146ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Παρακαλῶ νὰ βεβαιώσητε, κ. ὑπουργὲ, ἐὰν ἦναι 9,000 πληθυσμὸς, διότι 9,000 κάτοικοι νὰ μὴ ἔχωσιν ἓν Εἰρηνοδικεῖον εἶναι πολὺ ἄδικον.
§147ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Ἡ κακὴ κατάστασις τῶν Εἰρηνοδικείων προῆλθεν ἐκ τοῦ ὅτι ἐσυστήθησαν Εἰρηνοδικεῖα ὅπου δὲν ἔπρεπε νὰ συστηθῶσιν, δὲν ἐσυστήθησαν δὲ ὅπου ἔπρεπε νὰ συστηθῶσιν. Ἐὰν παραδεχθῶμεν τὴν ἀρχὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, πρέπει νὰ καταργηθῶσι τοὐλάχιστον 50 Εἰρηνοδικεῖα. (Θόρυβος.) Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ προστεθῇ μία πίστωσις διὰ σύστασιν Εἰρηνοδικείου ἐν... (Θόρυβος.)
§148ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Κύριε πρόεδρε, διελογιζόμην ἀπ’ ἀρχῆς, ἀφ’ ἧς ἠρξάμεθα τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς εἰς τὰς διαφόρους ὑπηρεσίας, διότι αὗται δὲν ἀνταποκρίνονται εἰς τὸν προορισμὸν καὶ τὴν ἀποστολὴν αὐτῶν, ἀλλὰ δὲν ἔπραξα τοῦτο, διότι ὑπὸ δημοσίαν ἔποψιν ἐθεώρησα, ὅτι δὲν εἶναι καλὸν νὰ ἐκφρασθῶ· ἄλλως τε καὶ ἡ διόρθωσις ἄνευ ἐλπίδων, διὸ καὶ ἐσιώπησα. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅμως εἰς τὴν παροῦσαν περίστασιν εἶπε μίαν ἀλήθειαν, ὅτι εἰρηνοδικιακὴ δικαιοσύνη δὲν ὑπάρχει· ἐγὼ δὲ προσθέτω, ὅτι οὐχὶ μόνον αὕτη, ἀλλὰ καὶ ἡ δευτέρα καὶ ἡ τρίτη βαθμὶς τῆς δικαιοσύνης εἶναι εἰκονικὴ, καὶ τοῦτο δὲν συμβαίνει μόνον ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῆς διοικήσεως καὶ ἐπὶ τῆς ἐκκλησίας. Δὲν ὑπάρχει θεσμὸς ἐν Ἑλλάδι, οὐδὲ ὑπηρεσία, διὰ τὴν ὁποίαν νὰ εἴπῃ τις: Ἰδοὺ ὁ ἄνθρωπος, ἰδοὺ ἡ ὑπηρεσία. Ἀλλὰ πάντα ταῦτα πόθεν προέρχονται; Πάντοτε, κύριοι, ὁσάκις ἠδυνήθην τὸ ἐπ’ ἐμοὶ νὰ σκεφθῶ περὶ τῶν γενικῶν συμφερόντων τοῦ ἔθνους, εὗρον, ὅτι προσκρούουσι τὰ διὰ πᾶν εὐνομούμενον ἔθνος ἀπαραίτητα ἀπαιτούμενα ταῦτα εἰς ἕν καὶ μόνον, διότι κατὰ τὰ ἄλλα δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ὅτι τὸ Κοινοβούλιον τοῦτο, ὅπερ ἀπαντῶμεν ἐνταῦθα, εἶναι δύσκολον νὰ ἀπαντήσωμεν εἰς ἄλλα ἔθνη, διότι τίποτε δὲν μᾶς διαιρεῖ, οὔτε μεταξὺ ἡμῶν ὑπάρχουν κοινωνισταί, οὔτε ἀντιδυναστικοί, οὔτε ἀντιδραστικοί, οὔτε ἄλλης οἱασδήποτε ἀποχρώσεως πρόσωπα, ὡς συμβαίνει ἐν αὐτοῖς τῆς λοιπῆς Εὐρώπης τοῖς Κοινοβουλίοις, ἐν οἷς ἐπικρατεῖ τὸ ἀδιάλλακτον τῶν φατριῶν. Εἴμεθα οἱ ἁγνότεροι τῶν ἀνθρώπων ἐν Ἑλλάδι ἕκαστος ἐξ ἡμῶν εἶναι ἄνθρωπος ὅπως πρέπει· (ἱλαρότης). Λάβετε, κύριοι, ἕκαστον ἐξ ἡμῶν κατ’ ἰδίαν, καὶ θέλετε τὸν εὕρει ἄνθρωπον ὀρθότατα σκεπτόμενον, ἔντιμον καὶ κηδόμενον τῶν συμφερόντων τοῦ ἔθνους. Ἅμα συνέλθωμεν ἐδῶ, συμβαίνει τι παράδοξον, μεταβαλλόμεθα ὅπως ἡ Κίρκη μετέβαλλε τοὺς ἀνθρώπους. Διατί προέρχεται τοῦτο, κύριοι; διότι ὑπάρχει σύγχυσις τῶν ἐξουσιῶν, δὲν κατωρθώθη ἡ διάκρισις τῶν ἐξουσιῶν, τῆς νομοθετικῆς ἀπὸ τῆς νομοτελεστικῆς. Ἐξετάσατε ἕκαστον τῶν πολιτευομένων, καὶ θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ἕκαστος παρουσιάζεται καὶ ζητεῖ σήμερον εἰρηνοδίκην, αὔριον διδάσκαλον, καὶ μεθαύριον τηλεγραφητὴν, καὶ οὕτω καθεξῆς. Τί εἶναι τοῦτο, κύριοι; εἶναι σύγχυσις τῶν ἐξουσιῶν. Ὁ βουλευτὴς θέλει νὰ ὑποχρεώσῃ τὴν ἐπαρχίαν του, καὶ διὰ νὰ ὑποχρεώσῃ τὴν ἐπαρχίαν του, παραδίδεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἔχουσα ἀνάγκην τοῦ βουλευτοῦ, πράττει οὐχὶ κατὰ τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους, ἀλλὰ διὰ τὰ συμφέροντα τῆς αὐτοσυντηρησίας. Ἐπαναλαμβάνω, ἐξ ὅλων αὐτῶν τῶν γεγονότων, ἐξ ὅλης αὐτῆς τῆς πολιτείας, δικαιοσύνη δὲν ὑπάρχει, διοίκησις δὲν ὑπάρχει, ἐκκλησία δὲν ὑπάρχει, διότι οἱ μὲν ἐκλογεῖς ἐπιβάλλονται εἰς ἡμᾶς, ἡμεῖς δὲ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ δὲ Κυβέρνησις ἐνεργεῖ κατὰ τὰς ὀρέξεις αὐτῶν. Ἀλλὰ ποῦ κεῖται ἡ σκέψις αὕτη; εἰς ποῖα ζητήματα; τοῦτο ἀπ’ ἀρχῆς τῆς εἰσόδου μου ἐν τῷ κοινοβουλίῳ προεθέμην νὰ μελετήσω, ἀλλ’ ἕως τώρα οὐδεμία ἐδόθη ἀφορμὴ, ὅπως ἀνακοινωθῇ ἡ σκέψις αὕτη. Μετ’ ὀλίγον, ἀπερχόμενοι ἐντεῦθεν εἰς τὰς ἐπαρχίας, θὰ δώσωμεν λόγον εἰς τοὺς ἡμετέρους ἐκλογεῖς, καὶ ἐγὼ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι θὰ φανῶ ὁ χειρότερος τῶν βουλευτῶν, διότι ἐκ τῶν συνεπαρχιωτῶν μου δὲν ἔκαμον οὔτε ἕνα ταμίαν, οὔτε ἕνα ἔφορον, οὔτε ἕνα τελώνην, οὔτε ἕνα λιμενάρχην. Κατὰ συνέπειαν βλέπετε εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου πῶς θέλω παρουσιασθῇ· ἀλλ’ εἶνε ἀληθὲς, ὅτι ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν ἔπρεπε νὰ λογοδοτήσωμεν; Τὰ τοιαῦτα εἰσὶ συνταγματικαὶ ἀσχημίαι, καὶ ὠφείλομεν πρὸ πάντων εἰς τὴν τούτων διόρθωσιν νὰ ἐνασχοληθῶμεν. Διατί δὲν σκεπτόμεθα περὶ τούτου; ἴσως ὁ ἀείμνηστος Ζαΐμης ἐκ τοιούτων μελετῶν ὡρμήθη εἰς τὸ νὰ ζητήσῃ νὰ καθιερώσωμεν τὸ ἑνιαῖον τῆς ψήφου· ἐὰν τοῦτο ἐπράττομεν, νὰ σκεπτώμεθα περὶ διορθώσεως τοῦ κακοῦ, ἠδύνατο νὰ ἐπέλθῃ θεραπεία. (Θόρυβος.)
§149ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἔχει σχέσιν αὐτό.
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι χαμένος ὁ καιρός.
§151ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Δὲν εἶναι χαμένος εἰς τὴν τοιαύτην μελέτην, εἶνε χαμένος διὰ τὴν τυφλοῖς ὄμμασι χρονοτριβὴν εἰς ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ· καὶ ἐὰν ἐχρησιμοποιήθη ὥρα, εἶναι αὕτη καθ’ ἣν λαλῶ, διότι ἐξηγῶ διατί τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα δὲν βαδίζουσιν ὀρθῶς. — Λέγω, ὅτι τοῦτο προέρχεται ἐκ τῆς συγχύσεως τῶν ἐξουσιῶν, τὸ ὁποῖον ἴσως θὰ ἐθεραπεύετο διὰ τοῦ ἑνιαίου τῆς ψήφου, εἰς τὸ ὁποῖον ὁ ἀείμνηστος Ζαΐμης ἐπέμενε (Θόρυβος) ἢ καὶ ἀλλεοτρόπως. Διατί δὲν συγκροτεῖται μία ἐπιτροπὴ ἐκ βουλευτῶν νὰ μελετήσῃ τὴν οἰκονομολογικὴν καὶ κοινοβουλευτικὴν αὐτὴν κατάστασιν; (Θόρυβος). Λοιπὸν συνιστῶ εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως σκεφθῇ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, διὰ νὰ κατορθωθῇ ἡ διάκρισις τῶν ἐξουσιῶν, καὶ χειραφετηθῇ ἡ Βουλὴ ἀπό τε τῶν πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς ὀφειλῶν καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τἀνάπαλιν ἀμοιβαίως, καὶ τὰ τρία ταῦτα στοιχεῖα νὰ ὦσιν ἀνεξάρτητα καὶ οὐχὶ ὑπόδουλα τὸ μὲν πρὸς τὸ δὲ, ὅπερ ἀδύνατον νὰ ἐπιτευχθῇ, ἐνόσῳ ὁ βουλευτὴς ἔρχεται φορτωμένος συναλλαγματικὰς, ἃς ὀφείλει νὰ ἐξαργυρώσῃ ἐπὶ τῆς ὑπουργικῆς τραπέζης, ἥτις λαμβάνει τὸν βουλευτὴν ἐγγυητὴν τῆς ὑπάρξεώς της. Καὶ καθ’ ἃ συνιστῶ περὶ χειραφετήσεώς μας, τότε ἕκαστος ἐξ ἡμῶν δὲν θὰ ἔχῃ ἀνάγκην οὔτε τῆς Κυβερνήσεως, οὔτε τῶν ἐκλογέων, ἀλλὰ ἕκαστος θέλει εἶσθαι ἐνταῦθα ἀνεξάρτητος δικαστὴς τῶν κυβερνώντων, οἵτινες θέλουν ὠχριᾷ ἐνώπιον ἡμῶν, ἐνῷ σήμερον βλέπετε ὁποία ὑπάρχει κατάστασις, ἡ Βουλὴ νὰ διοικῇ, ἡ δὲ Κυβέρνησις νὰ νομοθετῇ. Ταῦτα ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ εἴπω, διότι συνθλίβεται ἡ καρδία μου πρῶτον διὰ τὴν ἐθνικὴν ἀσχημίαν καὶ ζημίαν, καὶ δεύτερο, διότι τοσοῦτον λαμπρὰ στοιχεῖα κοινοβουλευτικὰ εἰσὶ καταδικασμένα νὰ παριστῶσι Βουλὴν εἱλώτων, ἐνῷ διὰ μιᾶς ἐπὶ τῶν αἰτίων μελέτης ἠθέλομεν εἶσθαι τὸ καλλίτερον κοινοβούλιον τοῦ πολιτισμένου κόσμου, διότι ἐπαναλαμβάνω, ἐσμὲν ἅπαντες καλοὶ πολῖται, καὶ δυνάμεθα νὰ κάμωμεν, ὥστε νὰ εἴπωσιν: Ἰδοὺ κοινοβούλιον!! (Ἀποῤῥίπτεται δι’ ἀναστάσεως ἡ πρότασις, ἐπιψηφίζεται δὲ τὸ ἄρθρον κατὰ τὸ σχέδιον, εἶτα δὲ καὶ τὸ Κεφάλαιον 2.) Κεφάλαιον 3.
§152ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἐδῶ βλέπω, ὅτι διὰ τοὺς ὑποδίκους καὶ καταδίκους δαπανῶνται πολλαὶ χιλιάδες δραχμῶν. Ἐὰν ἤθελον χρησιμοποιηθῆ διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν τοῦ λαοῦ, δὲν θὰ εὑρισκώμεθα εἰς ἀνάγκην νὰ ἐξοδεύωμεν ἀνάλογον ποσόν. Πρέπει νὰ φροντίσωμεν διὰ τὴν κατωτέραν παιδείαν, διὰ νὰ μὴ εὑρισκώμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐξοδεύωμεν τόσα μεγάλα ποσὰ, διὰ νὰ τιμωρήσωμεν ἐκείνους, τοὺς ὁποίους δὲν ἐδιδάξαμεν. (Ἐπιψηφίζονται καὶ τὰ Κεφάλαια 3–7 τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ἀνερχομένου εἰς δραχμὰς 3,047,670 καὶ λεπτὰ 80.)
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκ Port-Said τηλεγραφοῦσι τὰ ἑπόμενα: «Πρόεδρον Βουλῆς Ἀθήνας. Ἐπιτροπὴ Ἑλληνικῆς Κοινότητος ἐνετάλη ἀναιρέσαι ὡς ἀνακριβῆ ὅσα βουλευτὴς Δουζίνας εἶπεν ἐν συνεδριάσει κατὰ ἐνταῦθα Προξένου, ὅστις τιμᾶται ἐπὶ ἀνεξαρτησίᾳ χαρακτῆρος καὶ χρηστότητι. Παρακαλοῦμεν ἀναγνωσθῆναι παρὸν Βουλῇ. Ἕπεται ἀναφορά. Ἐπιτροπή. Πομάκης, Σμυρνιάδης, Μαγρηπλῆς, Σακελλάρης.» Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 6 μ. μ.