1881.01.31
1.334 στίχοι · 10.444 λέξεις · 122 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 62
τῆς 31 Ἰανουαρίου 1881.
Ὥρα 2 μ. μ.
Ἀπαρτίας γενομένης, ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκρίνονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὑποβάλλει τὰ σχέσιν ἔχοντα πρὸς τὴν ἐκλογὴν Ἀδάμαντος ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐζήτησεν ἄλλοτε ἡ Βουλή. Οἱ βουλόμενοι ἐκ τῶν κυρίων βουλευτῶν δύνανται νὰ λάβωσι γνῶσιν αὐτῶν ἐν τῷ Γραφείῳ.
§2ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἡ ὑπόθεσις αὕτη εἶναι ἐκκρεμὴς, διότι τὸ οἰκεῖον τμῆμα, τὸ ὁποῖον συνεζήτησε περὶ τῆς ἐκλογῆς αὐτῆς, ἔμεινεν εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐξευρέσεως τῶν προσόντων. Ὅλος λοιπὸν αὐτὸς ὁ φάκελλος πρέπει νὰ διευθυνθῇ εἰς τὸ τμῆμα, ἵνα λάβῃ αὐτὸν ὑπ’ ὄψιν καὶ εἰσαγάγῃ ἔκθεσιν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως διαταχθῇ ἐκλογή.
§3ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Τὸ ζήτημα, ἐὰν πρέπῃ νὰ διαταχθῇ ἐκλογὴ, ἀνήκει εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἥτις ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ ἐὰν ὑπάρχωσιν οἱ ὅροι τοῦ νόμου. Ὁ ὑπουργὸς ὑπεσχέθη νὰ φέρῃ τὰ ἔγγραφα, καὶ ἤδη τὰ ἔφερε· πρέπει λοιπὸν ταῦτα ν’ ἀποσταλῶσιν εἰς τὸ τμῆμα, ἵνα φέρῃ τὴν ἔκθεσίν του.
§4ΤΙΝΕΣ. Τμῆμα δὲν ὑπάρχει.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τῶν ἐγγράφων δύνανται, ὡς εἶπον, νὰ λάβωσι γνῶσιν ἐν τῷ γραφείῳ οἱ βουλόμενοι ἐκ τῶν κ. κ. βουλευτῶν.
§6ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Πρέπει ν’ ἀποσταλῶσιν εἰς τὸ τμῆμα...
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τμῆμα δὲν ὑφίσταται.
§8ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ποία εἶναι ἡ τελευταία πρότασις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου; νὰ ἐξετάσῃ ἡ Κυβέρνησις ἐὰν ὑπάρχωσιν οἱ ὅροι τοῦ νόμου πρὸς ἐκλογὴν, καὶ ἀφοῦ βεβαιωθῇ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις, νὰ διατάξῃ τὴν πρόοδον τῆς ἐκλογῆς. Ἐὰν λοιπὸν ἡ Βουλὴ φρονῇ, ὅτι τὸ τμῆμα δὲν ὑφίσταται, ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἐὰν ὑπάρχωσιν οἱ ὅροι τοῦ νόμου πρὸς ἐκλογὴν, καὶ νὰ διατάξῃ τὴν διεξαγωγὴν τῆς ἐκλογῆς. (Θόρυβος.)
§9ΚΑΡΤΣΩΝΑΣ. Πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ φέρῃ ἔγγραφα βεβαιοῦντα, ὅτι ὑπάρχει ὁ νενομισμένος ἀριθμὸς ἐκλογέων.
§10ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ναὶ, ἀλλὰ πρὸ πάντων ὀφείλομεν νὰ ὁρμώμεθα εἰς αὐτὴν τὴν συζήτησιν ἀπὸ τὴν ὀφειλομένην δικαιοσύνην καὶ ἀπὸ τὸ καθῆκον πρὸς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων. Λοιπὸν, ὅταν αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι ἐνομοθέτησαν μίαν φορὰν ταῦτα, ἀπεφάνθησαν καὶ εἶπον, ὅτι τοιοῦτοι καὶ τοιοῦτοι συνοικισμοὶ, ἐὰν ἔχωσι τοιοῦτον καὶ τοιοῦτον πληθυσμὸν, ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἐκλέξωσι βουλευτὴν, πρέπει καὶ ἡμεῖς ν’ ἀνατρέξωμεν εἰς τὴν ἱστορικὴν ἐποχὴν ἐκείνων καὶ νὰ ἴδωμεν ποῖα τὰ τελεολογικὰ αἴτια, τὰ ὁποῖα ὑπηγόρευσαν αὐτὰ εἰς ἐκεῖνο τὸ Σῶμα, εἰς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν. Λοιπὸν τὰ αἴτια εἶναι ἐθνολογικὰ, εἶναι μεγάλα, εἶναι σπουδαῖα, πρὸ πάντων μάλιστα εἰς τὴν ἐνεστῶσαν ἐποχὴν, ὅτε ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν, εἰ δυνατὸν, τετραπλασίαν τὴν ἀγκάλην, ὅπως συμπεριλάβωμεν ἅπαντα τὸν πληθυσμὸν τοῦ ἁπανταχοῦ ἑλληνισμοῦ ἀντιπροσωπευομένου ἐνταῦθα. Καὶ ἐν ὀλίγοις, διὰ νὰ κατανοήσωμεν τὸ λίαν σημαντικὸν διὰ τὸν ἑλληνισμὸν τοῦτο ζήτημα, σᾶς παρακαλῶ, ἐὰν ἠθέλομεν ἀκούσει, ὅτι εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν ὑπάρχει ἕνας βουλευτὴς ἀπὸ τὴν Τρίπολιν, τοῦτο πῶς ἤθελε φανῆ; Λοιπὸν τώρα, ὅταν εἰς τὴν ἑλληνικὴν Βουλὴν ὑπάρχῃ βουλευτὴς ἀπὸ μίαν δούλην ἐπαρχίαν, αὐτὸ εἶναι ὡσὰν μία φιλοξενία τῶν δούλων ἀδελφῶν, μία παρηγορία, μία περιποίησις. Λοιπὸν ἔχομεν καθῆκον πρὸς τὴν ἱστορίαν νὰ πολιτευθῶμεν δικαίως. Τούτων οὕτως ἐχόντων, ἐγένετο ἡ ἐκλογὴ εἰς τὸν Δῆμον Ἀδάμαντος.
§11ΚΑΡΔΑΡΑΣ. Δὲν ἔγεινεν ἐκλογή.
§12ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἐπειδὴ τότε ὁ Ἔπαρχος ἐθεώρησεν, ὅτι ἐδεῖτο ἐξακριβώσεως ὁ ἀπαιτούμενος πληθυσμὸς, διεβίβασεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν αὐτὴν τὴν πληροφορίαν, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἔστειλε τὸν Νομάρχην Κυκλάδων νὰ πληροφορηθῇ· ὁ Νομάρχης ἐπληροφόρησεν, ὅτι ὑπάρχει ὁ πληθυσμὸς, ἀλλὰ τότε ἡ Κυβέρνησις ἠθέλησε νὰ φέρῃ τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλήν. Σημειώσατε ὅμως, ὅτι αὐτοὶ οἱ πολῖται δὲν ἐψηφοφόρησαν παντάπασι κατὰ τὴν ἐκλογὴν τῆς ψηφοφορίας τῆς Μήλου· ἀπέσχον. Ἡ κάλπη ὅπως ἐτέθη κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς ἐκλογῆς, ὅτε οὐδὲν σφαιρίδιον ἐνυπῆρχεν εἰς αὐτὴν, οὕτω καὶ ἤρθη ἀπὸ τὴν θέσιν αὐτῆς. Μία διαμαρτύρησις λοιπὸν φοβερὰ ὑπὲρ τῆς πραγματοποιήσεως τῶν δικαιωμάτων των. Ἡ Κυβέρνησις ἔφερε τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλὴν, τὸ δὲ Τμῆμα τῆς Βουλῆς, ὅπου ἤμην καὶ ἐγὼ, εἶπεν, ὅτι, ἀποδειχθέντος τοῦ προσόντος τοῦ πληθυσμοῦ, ἡ ἐκλογὴ πρέπει νὰ γείνῃ. Ἔγειναν ἐπανειλημμέναι ἐπὶ τούτου ἔρευναι, καὶ ὁ πληθυσμὸς εὑρέθη ὑπάρχων. Ἀλλὰ, διὰ νὰ ἄρουν οἱ τοῦ συνοικισμοῦ πᾶσαν περὶ τούτου ἀμφιβολίαν, ἐνέγραψαν εἰς τὸν Δῆμον τὸν τοῦ Ἀδάμαντος καὶ ἑτέρους διακοσίους ἐκλογεῖς.
§13ΚΑΡΤΣΩΝΑΣ. Ποῦ; αὐτοὶ εἶναι εἰς ἄλλους Δήμους ἐγγεγραμμένοι.
§14ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Αὐτοὶ εἶναι τὰ θύματα τῆς ἐλευθερίας, κύριοι· εἶναι λυπηρόν. Πρόκειται περὶ ἀπαρτισμοῦ πληθυσμοῦ. Ὅλοι λοιπὸν ἐνεγράφησαν, καὶ ὁ πληθυσμὸς ὑπερέβη κατὰ 300 τὸν κεκανονισμένον. Ἐδῶ λοιπὸν ὑπάρχουσι τὰ ἔγγραφα καὶ πρέπει νὰ ἀποσταλῶσιν εἰς τὸ Τμῆμα. Εἶπεν ἡ Βουλή, ὅτι δὲν ὑπάρχει Τμῆμα. Τόσον ἀκριβῆ γνῶσιν περὶ τὴν νομολογίαν τῶν πολιτικῶν πραγμάτων δὲν ἔχω, διότι εἶμαι καὶ ἐγὼ ἀρχάριος· ἀλλὰ πρέπει νὰ μείνῃ τὸ ζήτημα ἀδιευκρίνιστον; Τί νὰ κάμωμεν, ἐνῷ πρόκειται περὶ κυριαρχικοῦ δικαιώματος τοῦ ἀντιπροσωπικοῦ; ἐνῷ πρόκειται περὶ τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ σώματος τοῦ Κοινοβουλίου; Ὅταν λοιπὸν βλέπω, ὅτι ἀπὸ τὸ σῶμά μου λείπει εἷς δάκτυλος, διότι βέβαια λείπει εἷς δάκτυλος, μία χεὶρ, ἀπὸ τὸ Σῶμα τὸ Κοινοβουλευτικὸν, ὅταν τὸ Σῶμα τὸ Κοινοβουλευτικὸν τῆς Ἑλλάδος δὲν ἦναι ἄρτιον, ὅταν ἔχῃ ἀκρωτηριασμόν τινα σπουδαῖον, ὀφείλομεν νὰ τὸ συμπληρώσωμεν, καὶ ταύτην τὴν θεραπείαν ζητοῦμεν τὴν σήμερον νὰ κάμωμεν. Κατὰ συνέπειαν, ἐπειδὴ, ὡς βλέπω, καὶ πᾶσα ἄλλη πρότασις ἀποῤῥέουσα ἀπὸ βουλευτικὴν πρωτοβουλίαν δὲν δύναται νὰ φέρῃ εἰς ἀποτέλεσμα πολὺ εὐκόλως καὶ τελεσφόρως, διὰ τοῦτο παρακαλοῦμεν τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀποφανθῇ τί περὶ τοῦ ζητήματος τούτου νὰ γείνῃ, ἀφοῦ ὑπεβλήθησαν ἤδη τὰ ἔγγραφα.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σεῖς καὶ ὁ κ. Μαυρομαρᾶς μελετήσατε τὰ ἔγγραφα καὶ εἰσαγάγετε πρότασιν.
§16ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Πρόκειται περὶ καταρτισμοῦ τοῦ Σώματος.
§17ΚΑΡΔΑΡΑΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι ὅλως νομικὸν, καὶ ὁ κ. Καλλιγᾶς δύναται νὰ μᾶς διαφωτίσῃ.
§18ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὄχι, δὲν εἶμαι νομικός.
§19ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Τὰ ἔγγραφα αὐτὰ δεικνύουσιν, ὅτι ὁ πληθυσμὸς ὑπάρχει· κατὰ συνέπειαν προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἑξῆς πρότασιν. «Ἐπειδὴ ὁ πληθυσμὸς, ὅστις εἶναι τὸ προσὸν πρὸς ἐκλογὴν ἐκ συνοικισμοῦ Βουλευτοῦ, ὑπάρχει, καθόσον προκύπτει ἐκ τῶν ἐγγράφων, προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ διατάξῃ τὴν ἐκλογὴν ἐν τῷ Δήμῳ Ἀδάμαντος Βουλευτοῦ.» (Θόρυβος.) Προκαλέσατε, κ. Πρόεδρε, τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει νὰ ἴδητε τὰ ἔγγραφα καὶ σεῖς καὶ ἡ Βουλή. Κατάδικοί τινες Χαλκίδος παραπονοῦνται, ὅτι εἶναι γλίσχρον τὸ σιτηρέσιόν των. Ὁ Ἰωάννης Κοτζιᾶς ζητεῖ νὰ συστηθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως τῷ δοθῇ ὑπηρεσία τις. — Ὁ Ἰωάννης Παππαϊωάννου, ἐκδότης τῆς ἐφημερίδος «ἡ δούλη Ἑλλὰς», ἐκτραγῳδῶν διὰ τῆς ἐφημερίδος του τὰ δεινοπαθήματα τῶν δούλων Ἑλληνικῶν ἐπαρχιῶν, ζητεῖ παρὰ τῆς Βουλῆς ὑποστήριξιν καὶ προστασίαν.
§21ΚΑΡΑΛΗΣ. Κατὰ τὴν 19 Ἰανουαρίου ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως συμβάσεως μετὰ τῆς ἑταιρίας τῶν μεταλλουργείων τοῦ Λαυρίου καὶ παρεκάλεσε τὴν Βουλὴν, ὅπως ἐπιτρέψῃ νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἀμέσως, ἵνα ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον ἐπ’ αὐτῆς, διότι, ἐν ὅσῳ ὑφίστατο ἐκκρεμὴς ἡ σύμβασις αὕτη, παρημποδίζετο ἡ πρόοδος τῶν μεταξὺ δημοσίου καὶ τῆς ἑταιρίας τοῦ Λαυρίου ἐκκρεμῶν δικῶν. Καὶ ἐγὼ ἤθελον παρακαλέσει τὴν Βουλὴν, ὅπως ἀφ’ ἑνὸς μὲν συστήσῃ εἰς τὴν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπιτροπὴν νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν σύνταξιν τῆς ἐκθέσεως αὐτῆς καὶ ὑποβάλῃ ταύτην ἐνώπιον ἡμῶν, διότι ἡ ἁπλῆ ἀνάγνωσις τοῦ νομοσχεδίου ἐξεγείρει τὴν ἀγανάκτησιν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἤθελον παρακαλέσει τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν, ὅπως συντάξῃ πίνακα, τὸν ὁποῖον νὰ ὑποβάλῃ πρὸ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου, ἐκ τοῦ ὁποίου νὰ φαίνεται ἀκριβῶς τὸ καθαρὸν ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἡ ἑταιρία τῶν μεταλλουργείων τοῦ Λαυρίου θέλει πληρώσει μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ προεξοφλητικοῦ τόκου, τὸν ὁποῖον ἐπιτρέπεται κατὰ τὸ νομοσχέδιον νὰ κρατήσῃ ὑπὲρ αὑτῆς ἡ ἑταιρία.
§22ΤΙΝΕΣ. Πρόκειται νὰ χαρίσῃ τὸ Δημόσιον;
§23ΚΑΡΑΛΗΣ. Δὲν πρόκειται ἤδη περὶ τῆς συζητήσεως τῆς συμβάσεως, καὶ σᾶς παρακαλῶ μὴ μὲ διακόπτετε.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, κύριοι, σᾶς παρακαλῶ.
§25ΚΑΡΑΛΗΣ. Πέρυσι περίπου, κατὰ τὴν αὐτὴν ἐποχὴν ὁ νῦν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς, τότε δὲ διευθύνων τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν κ. Παπαμιχαλόπουλος, ἐπληροφόρησε τὴν Βουλὴν, ἀπαντῶν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ κ. Δημητρακάκη, ὅτι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον δικαιοῦται νὰ λαμβάνῃ τὸ Δημόσιον παρὰ τῆς ἑταιρίας τῶν μεταλλουργείων τοῦ Λαυρίου, ἀνέρχεται εἰς 3½ ἑκατομμύρια. Τὸ ποσὸν τοῦτο διὰ τῆς προκειμένης συμβάσεως περιορίζεται εἰς 1½ ἑκατομμύριον, πληρωτέον εἰς 20 ἐτησίας δόσεις ἀνὰ 75 χιλιάδας δραχμὰς κατ’ ἔτος ἀτόκως ἀπὸ τῆς 1 Ἰουλίου 1881· συνάμα ὅμως ἐπιτρέπεται εἰς τὴν ἑταιρίαν τοῦ Λαυρίου διὰ τῆς αὐτῆς συμβάσεως, ὅπως προεξοφλήσῃ ἁπάσας ταύτας τὰς δόσεις, κατὰ τὴν σύνθετον χρεωλυτικὴν μέθοδον καὶ ἐπὶ τόκῳ 7%. Ἑπομένως παρεκάλεσα τῶν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν, ὅπως ὑποβάλῃ πίνακα, δεικνύοντα τὸ καθαρὸν ποσὸν, διότι κατὰ τὸν ὑπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον ἔκαμεν ἡ ἑταιρία ἐξοφλεῖ ἁπάσας τὰς ὑποχρεώσεις αὑτῆς ἀντὶ 387 χιλ. δραχμῶν, καὶ οὐχὶ 1,500,000. Δὲν ἐννοῶ ἑπομένως, κύριοι, διατί, ἐνῷ πρόκειται νὰ λάβωμεν μόνον τὸ ποσὸν τοῦτο, διατί τὸ νομοσχέδιον δὲν ἀναγράφει αὐτὸ τὸ ποσὸν, ἀλλὰ ζητεῖ νὰ μᾶς ἀποπλανήσῃ.
§26ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.) Ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ἐνθυμηθῶ τὴν σύμβασιν, περὶ τῆς ὁποίας πρόκειται, ἀπὸ ἀναφορὰν τοῦ δικαστικοῦ συμβούλου, ὅστις μοὶ παρέστησεν, ὅτι, διὰ νὰ προχωρήσωσιν αἱ ἐκκρεμεῖς δίκαι, αἱ ὁποῖαι ὑφίστανται μεταξὺ τοῦ δημοσίου καὶ τῆς ἑταιρίας τῶν Μεταλλουργείων τοῦ Λαυρίου, εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῆς συμβάσεως, ἡ ὁποία εἶναι ὑποβεβλημένη πρὸς αὐτὴν ἀπὸ τοῦ 1879 καὶ κατόπιν τοῦ 1880. Τὸ δημόσιον ζητεῖ νὰ λάβῃ ἀπὸ τὴν ἑταιρίαν 2,900,000 δραχμάς, ἤτοι τὸ διπλάσιον τοῦ ποσοῦ, ὅπερ εἰσεπράχθη μέχρι τοῦδε παρὰ τοῦ δημοσίου ἀπὸ τὰς ἐξαχθείσας σκωρίας καὶ τὸν μόλυβδον, διότι, κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1867, ἐὰν ἤθελεν ἀποδειχθῆ, ὅτι αἱ σκωρίαι ἔκειντο ἐπὶ ἐθνικῆς γῆς, τὸ δημόσιον ἐδικαιοῦτο νὰ λάβῃ δὶς τόσον τοῦ πληρωθέντος ποσοῦ. Ἐπειδὴ δὲ ἀπὸ τὸν φόρον τοῦτον ἔλαβεν 1,450,000 δραχμάς, ἐδικαιοῦτο νὰ λάβῃ 2,900,000 δραχμάς. Περὶ τοῦ ποσοῦ τούτου ὑπάρχουν ἐκδεδομέναι ἀποφάσεις τῶν Ἐφετείων, ἀλλὰ κατὰ τῶν ἀποφάσεων τούτων ἐγένετο ἀναίρεσις ἐκ μέρους τῆς Ἑταιρίας. Πλὴν τούτου, δὲν εἶναι ὁριστικῶς ἐκκαθαρισμένον τὸ ποσὸν τῶν 2,900,000 δραχμῶν, διότι, κατὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐφετείου, πρέπει ν’ ἀποδειχθῇ, ὅτι ὅλαι αἱ σκωρίαι ἐλήφθησαν ἀπὸ ἐθνικὰς γαίας. Προσέθετε δὲ ὁ σύμβουλος, ὅτι ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου πρόκειται νὰ ἐξετασθῶσι πολλὰ ζητήματα, περὶ τῶν ὁποίων ὑπάρχουν ἀμφιβολίαι. Λαβὼν λοιπὸν ἀφορμὴν ἀπὸ τὴν ἔκθεσιν ταύτην τοῦ δικαστικοῦ συμβούλου, ἐξήτασα τὰ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς καὶ εἶδον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1879 καὶ κατόπιν ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1880, ἀποβλέπουσαι ἀφ’ ἑνὸς εἰς τὸ ὑπερβάλλον τῶν ἀπαιτήσεων, καὶ ἀφ’ ἑτέρου εἰς τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν εὑρίσκεται ἡ ἑταιρία, ἀπεφάσισαν νὰ συμβιβασθῶσι μετ’ αὐτῆς καὶ ν’ ἀφήσουν ὁλόκληρον τὸ ὀφειλόμενον ποσὸν, καθόσον ἡ ἑταιρία τῶν Μεταλλουργείων ἤγειρεν ἀγωγὰς κατὰ τοῦ δημοσίου, ζητοῦσα δι’ ἐκεῖνα τῶν 3,000,000 ἀποζημίωσιν, διότι, κατὰ τινα νόμον, ὅστις ἐγένετο τὸ 1876, τὸ δημόσιον ἀφῄρεσεν ἀπὸ τὴν ἑταιρίαν τὰς ἐν ταῖς στοαῖς καὶ φρέασιν ἐκβολάδας. Τὸ κατ’ ἐμὲ, ἐπειδὴ ἀφ’ ἑνὸς βλέπω, ὅτι ἡ κατάστασις τῆς ἑταιρίας εἶναι σήμερον ὁπωσοῦν καλλιτέρα παρ’ ὅ,τι ἦτο εἰς τὰ 1879 καὶ 1880, καὶ ἐπειδὴ ἀφ’ ἑτέρου ἐκοπίασα, ὅσον οὐδεὶς ἄλλος ἴσως, εἰς τὸ νὰ ἀναγνωρισθῇ ὡς ἐθνικὸν τὸ ἔδαφος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου εὑρίσκοντο αἱ σκωρίαι, δὲν ἤμην πολὺ εὐδιάθετος ν’ ἀφήσω ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τοῦτο, καὶ διὰ τοῦτο εἶχον σκοπὸν νὰ προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν ν’ ἀκυρώσῃ τὴν σύμβασιν ταύτην. Ἀλλὰ πρὶν κάμω τοῦτο, ἦλθον εἰς συνεννόησιν μέ τινα τῶν μελῶν τοῦ συμβουλίου τῆς ἑταιρίας........
§27Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τί ν’ ἀκυρώσῃ εἴπατε;
§28ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Τὴν σύμβασιν. Ἐπειδὴ ἐγένετο λόγος περὶ τούτου, πρέπει, νομίζω, νὰ δώσω ἐξηγήσεις.
§29ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§30ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Εἶδον δὲ, ὅτι ὑπάρχει διάθεσις νὰ συμβιβασθῇ ἡ ὑπόθεσις, ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ λάβῃ τὸ δημόσιον ἓν ἥμισυ ἑκατομμύριον. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι ἡ ἑταιρία θέλει δεχθῆ τὸν συμβιβασμὸν αὐτὸν, ἀλλὰ πιθανὸν καὶ νὰ μὴ τὸν δεχθῇ, καὶ τότε βεβαίως θέλει ἀκυρωθῆ ἡ σύμβασις. Διὰ τοῦτο ἔφερα εἰς τὴν Βουλὴν τὴν πρότασιν τοῦ νὰ κυρώσῃ τὴν σύμβασιν, ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ λάβῃ τὸ δημόσιον ἓν ἥμισυ ἑκατομ. δραχμάς. Ἐπειδὴ δὲ τὸ ποσὸν αὐτὸ ἀνάγεται εἰς τὰς κεκλεισμένας χρήσεις ἀπὸ τοῦ 1867 μέχρι τοῦ 1872, καὶ ἐπειδὴ περὶ τῶν καθυστερούντων ἀπὸ κεκλεισμένας χρήσεις ὑπάρχει ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου χαρίζονται οἱ τόκοι καὶ πληρώνεται τὸ κεφάλαιον εἰς 20 ἐτησίας δόσεις, ἐνόμισα, ὅτι καὶ ἡ ἑταιρία δὲν πρέπει νὰ ἐξαιρεθῇ ἀπὸ τὸν κανόνα αὐτόν, καὶ ἂν δεχθῇ ἡ Βουλὴ νὰ πληρώσῃ τὸ 1½ ἑκατομμύριον, δὲν βλέπω τὸν λόγον, διατί νὰ μὴ δοθῇ καὶ εἰς αὐτὴν τὸ δικαίωμα νὰ τὸ πληρώσῃ ἀτόκως. Πλὴν τούτου, ἐπειδὴ σήμερον τὸ δημόσιον δανείζεται μὲ 7 καὶ 8 τοῖς ἑκατὸν, ἐστοχάσθην, ὅτι, ἂν δοθῇ εἰς τὴν ἑταιρίαν τὸ δικαίωμα νὰ προεξοφλήσῃ τὸ ποσὸν τοῦ ἑνὸς καὶ ἡμίσεως ἑκατομμυρίου, κρατοῦσα τὸν τόκον τῆς προεξοφλήσεως πρὸς 7 τοῖς ἑκατὸν, οὐδεμία ζημία εἰς τὸ δημόσιον ἐπέρχεται· κατὰ δὲ τὸν ὑπολογισμόν, τὸν ὁποῖον ἐγὼ ἔκαμα, ἂν πληρωθῇ ἐπὶ χεῖρας τὸ ποσὸν τοῦ 1,500,000 δραχμῶν, θὰ πληρώσῃ ἡ ἑταιρία 800,000 δραχμάς Αὐτὸς εἶναι ὁ ὑπολογισμὸς, τὸν ὁποῖον μοὶ ἔκαμεν ὁ διευθυντὴς τοῦ Γεωμετρικοῦ τμήματος, καὶ ὁ ὁποῖος προκύπτει ἐκ τῶν τοκοφόρων πινάκων τοῦ κ. Παπαγεωργίου, πιστεύω δὲ, ὅτι ὁ ὑπολογισμὸς αὐτὸς εἶναι ἀκριβής. Ἂν ὅμως τις τὸν ἀμφισβητῇ, δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν νὰ τὸν ἐξετάσω καὶ πάλιν καὶ δώσω ἀκριβεστέρας πληροφορίας.
§31ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἴσως εἶναι ὁ τόκος μεγαλείτερος.
§32ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Λέγω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι, κατὰ τὸν γενόμενον ὑπολογισμόν μου, πρόκειται νὰ δώσῃ ἡ ἑταιρία 800,000 δραχμάς. Ὅ,τι ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ζητεῖ παρὰ τῆς Βουλῆς, εἶναι νὰ ἀποφανθῇ αὕτη ὁπωσδήποτε ἐπὶ τῆς συμβάσεως, εἴτε παραδεχομένη τὸν συμβιβασμὸν, ὃν νομίζω, ὅτι δύναται νὰ παραδεχθῇ καὶ ἡ ἑταιρία, εἴτε ἀκυροῦσα τὴν σύμβασιν, διὰ νὰ δυνηθῇ τὸ δημόσιον νὰ διεξαγάγῃ τὰς ἐκκρεμεῖς δίκας· πρέπει δὲ νὰ ἔχητε καὶ τοῦτο ὑπ’ ὄψιν, ὅτι, ἂν βραδύνωμεν νὰ διεξαγάγωμεν τὰς δίκας καὶ λάβωμεν τὴν ὁριστικὴν κατὰ τῆς ἑταιρίας ἀπόφασιν ὕστερον ἀπὸ 15 ἔτη, ἀμφιβάλλω ἂν τότε θὰ ὑπάρχῃ ἑταιρία καὶ ἂν θὰ δυνηθῶμεν νὰ εἰσπράξωμεν τίποτε. Ἑπομένως εἶναι κατεπεῖγον ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῆς συμβάσεως, μετὰ τὴν ἀπόφασιν δὲ ταύτην, ἐγὼ θέλω πράξει ὅ,τι εἶναι δυνατὸν, διὰ νὰ τελειώσουν μίαν ὥραν ἀρχήτερα αἱ δίκαι.
§33ΚΑΡΑΛΗΣ. Νὰ καταθέσητε τὸν πίνακα.
§34ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Μάλιστα.
§35Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐλπίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ἀποῤῥίψῃ τὴν πρότασιν τοῦ ὑπουργοῦ, διότι δὲν εἶναι ὀρθή.
§36ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Εἰς ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου, ὁσάκις ἀνεκαλύφθησαν μεταλλεῖα, ηὐτύχησεν ὁ τόπος· εἰς τὴν Ἑλλάδα ὅμως ἀνεκαλύφθησαν μεταλλεῖα, καὶ σπουδαῖα, διὰ νὰ ἀπογυμνωθῇ ὁ τόπος. Καὶ ὅταν ἔλθῃ ὑπὸ συζήτησιν τὸ περὶ Λαυρίου νομοσχέδιον, θὰ διέλθωμεν τί ἔπραξαν οἱ κατὰ καιροὺς ὑπουργοὶ, οἱ ὁποῖοι ἐνήργησαν οὕτως, ὥστε, ἀντὶ νὰ ἐσοδεύσῃ τὸ Ἔθνος, ἐπλήρωσε 11,000,000, καὶ διὰ τὴν πληρωμὴν αὐτὴν συνεισέφερε ἀπὸ 1873 καὶ ἡ πλύστρα ἀκόμη τὴν πεντάρα της· καὶ τὸ παράδοξον, ὅτι δι’ αὐτὴν τὴν γύμνωσιν τοῦ κόσμου εὑρέθη ἄνθρωπος ἕνας μεγάλος ἄρχοντας, ὅστις διὰ τῆς ὑπογραφῆς του ἐτόλμησε νὰ δημοσιεύσῃ, ὅτι μᾶς εὐεργέτησεν. Μᾶς λέγει ὁ κ. ὑπουργὸς, ὅτι εἶναι φόβος νὰ μὴ χάσωμεν τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ἀπὸ τὴν ἑταιρίαν τῶν μεταλλουργείων, καὶ δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ συμβιβασθῶμεν μετ’ αὐτῆς. Ἐρωτῶ τὸν κ. ὑπουργὸν διατί νὰ πληρώσῃ ἡ ἑταιρία ἓν ἥμισυ ἑκατομμύριον μόνον, καὶ νὰ μὴ πληρώσῃ ἀπὸ τώρα, ἀφοῦ διὰ τῆς παρελεύσεως τοῦ χρόνου κινδυνεύει νὰ χάσῃ τὸ δημόσιον; Ψηφίζομεν νόμον, διὰ νὰ εὐεργετήσωμεν εἴτε ἐνοικιαστὰς ζημιωθέντας, εἴτε ἀγοραστὰς κτημάτων καταστραφέντας διὰ τὴν ὑπερτίμησιν, εἰς ἣν ἠγόρασαν τὰ ἐθνικὰ κτήματα καὶ διά τινας πτωχοὺς φορολογουμένους, μὴ δυνηθέντας νὰ πληρώσωσι τὸν φόρον των· φροντίζουν συνάμα οἱ κ.κ. ὑπουργοὶ νὰ ἐκτείνωσι τὸ εὐεργέτημα τοῦτο καὶ εἰς τοὺς πλουσίους μετόχους τοῦ Λαυρίου, εἰς οὓς, ἀφοῦ ἐξέπεσαν τὰς μετοχὰς εἰς 60 φράγκα καὶ κατώρθωσαν κατόπιν νὰ τὰς συγκεντρώσωσιν εἰς ὀλίγων πλουσίων τὰς χεῖρας, ἐρχόμεθα ἡμεῖς εἰς ἐπικουρίαν, διὰ νὰ τοῖς αὐξήσωμεν τὸν πλοῦτόν των. Τὴν ἑπομένην ἡμέραν, καθ’ ἣν εἰσήχθη τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος νομοσχέδιον, ἐπώλησεν εἷς τῶν διευθυνόντων τὴν ἑταιρίαν τὰς μετοχάς του μὲ τοιαύτην ὑπερτίμησιν, ὥστε ἐκέρδησε 41,000 φράγκα, καὶ ἐν τούτοις δὲν θέλομεν νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι κατήντησεν ἡ Βουλὴ Χρηματιστήριον. Ζητεῖ ὁ κ. ὑπουργὸς νὰ ψηφίσωμεν νόμον περὶ εἰσπράξεως τῶν καθυστερουμένων, καὶ μολαταῦτα ἀφίνει ἀκαταδίωκτον ἕνα ξένον ὀφείλοντα 400,000 φράγκα, κατὰ τοῦ ὁποίου ἔχει ἀφορμὰς δικαίας τὸ ἔθνος, διὰ ν’ ἀντιπαθῇ, διότι τὸ περιέπλεξεν ἄλλοτε μὲ δύω Δυνάμεις φίλας, τὴν μίαν τούτων εὐεργέτιδα, καὶ ἡ περιπλοκὴ αὕτη προὐκάλεσε τὴν προῤῥηθεῖσαν λῃστρικὴν σύμβασιν τοῦ Λαυρίου.
§37ΤΙΝΕΣ. Ποῖος εἶναι αὐτὸς ὁ ξένος;
§38ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ὁ Σερπιέρης.
§39ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Σερπιέρης, ἀναθεωρηθείσης τῆς κατ’ αὐτοῦ ἀποφάσεως, κατεδικάσθη εἰς 360,000, ὧν ἐπλήρωσε τὰς 180,000, ἔχων ἀντιῤῥήσεις διὰ τὰς ἑτέρας 180,000, τὰς ὁποίας ὅμως καὶ ταύτας θὰ πληρώσῃ, διότι ὁ Δικαστικὸς Σύμβουλος ἐγνωμοδότησε κατὰ τῶν ἀξιώσεών του.
§40ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Διατί νὰ γείνῃ ἀναθεώρησις τῆς κατ’ αὐτοῦ ἀποφάσεως, ἀφοῦ, ἂν δυστυχὴς ἐπιτηδευματιοῦχος ἢ ἄλλος ὀφειλέτης τοῦ δημοσίου, ἔχων πραγματικὸν δίκαιον, ζητήσῃ ἀναθεώρησιν, ἀποῤῥίπτετε ἀποτόμως τὴν αἴτησίν του ὡς παράτυπον; καὶ τούτου τοῦ Σερπιέρη τὴν αἴτησιν καὶ κατὰ τύπον καὶ κατ’ οὐσίαν ἄδικον δέχεσαι ν’ ἀναθεωρῇς, διότι εἶναι πλούσιος; (Εὖγε!)
§41ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μόλις πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐξεδόθησαν αἱ ἀποφάσεις τοῦ ὑπουργείου τῶν οἰκονομικῶν, διὰ τῶν ὁποίων ἡ Γαλλικὴ Ἑταιρία τῶν μεταλλείων Λαυρίου ὑπεχρεώθη νὰ πληρώσῃ φόρον ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος, κατὰ τὸν νόμον περὶ μεταλλείων, καὶ συνάμα τὸ μέρισμα, διότι τὸ δημόσιον ἀνεγνωρίσθη ἰδιοκτήτης τῆς γῆς. Γνωρίζω δὲ, ὅτι ἐπλήρωσε τὸν φόρον, ὅστις ἀναβαίνει εἰς 180,000. Εἰς ἄλλο τόσον ποσὸν ἀναβαίνει τὸ μέρισμα, ἀλλὰ διὰ τοῦτο ἔφερεν ἀντιῤῥήσεις τινὰς, λέγουσα, ὅτι δὲν εἶναι ἐκκαθαρισμένη ἡ ἰδιοκτησία. Τὴν ἀντίῤῥησιν ταύτην ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν ὁ δικαστικὸς σύμβουλος, ὅστις ἀπεφάνθη, ὅτι δὲν ἔχει δίκαιον ἡ Ἑταιρία, καὶ ἑπομένως θέλει ὑποχρεωθῆ νὰ πληρώσῃ· ἑπομένως δὲν ὑπάρχει καμμία καθυστέρησις.
§42Γ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Κύριοι βουλευταὶ, ὑποβάλλω πρότασιν περὶ καταργήσεως τῶν μεριδίων, τῶν κανόνων, τῶν ἐδαφονομίων κλπ. μόνον διὰ τὸ ἔτος 1880–81· θὰ δικαιολογήσω δὲ τὴν πρότασίν μου ταύτην, διὰ νὰ μὴ διαβληθῶ καὶ συκοφαντηθῶ ὑπὸ τῶν ἀντιθέτων μου ὡς πάντοτε, καὶ οὐχὶ διὰ νὰ κομποῤῥημονήσω, διότι οὐχὶ μόνον κομποῤῥήμων οὐδέποτε ὑπῆρξα, ἀλλὰ καὶ ἀπέστρεψα τὸ πρόσωπον πάντοτε πρὸς τοὺς ὑπερηφάνους· ἐπειδὴ εἶναι ἴδιον τοῦ χαρακτῆρός μου, ἐφόσῳ ἀνυψοῦμαι διὰ τοῦ λαοῦ, τοσοῦτον νὰ κατέρχωμαι. Ἡ γείτων δύναμις, ἀφ’ ἑνὸς παραγνωρίζουσα τὸ ἴδιον αὐτῆς συμφέρον, ἀφ’ ἑτέρου δὲ μὲ κακὴν πίστιν φερομένη πάντοτε εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἠμπόδισε 15,000 ἀδελφοὺς Χειμαριωτῶν καὶ Ἀλβανῶν, οἵτινες ἑκάστην ἐσοδείαν ἔρχονται ἐν Κερκύρᾳ πρὸς συλλογὴν τοῦ ἐλαιοκάρπου. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου αἱ ἔκτακτοι περιστάσεις τῆς πατρίδος ἀπέσπασαν 4,000 ἐργατικοὺς βραχίονας, ἐθελοντάς, τακτικοὺς κληρούχους καὶ ἐπιστράτους· αἱ δὲ οἰκογένειαι καὶ τὰ ἀνήλικα αὐτῶν τέκνα λιμοκτονοῦσι σήμερον. Δὲν εἶναι λοιπὸν ὀρθὸν καὶ δίκαιον, ἐνῷ αἱ οἰκογένειαι αὐταὶ ὑποφέρουσι, ν’ ἀπαλλαγῶσι τῆς πληρωμῆς τῶν μεριδίων καὶ λοιπῶν διὰ τὴν τρέχουσαν ἐσοδείαν; Πρῶτος ἐγὼ, κύριοι, ὑφίσταμαι τὴν θυσίαν ταύτην ἐπιβαλλομένην ἐκ τῶν περιστάσεων, αἵτινες κατατρύχουσι τὴν γεωργικὴν τάξιν, καὶ ὑφίσταμαι τὴν θυσίαν ταύτην, διότι πλέον τῶν 100 κυρίων τῆς πόλεως καὶ οἱ πλεῖστοι τῶν κατοίκων 10 χωρίων, τοῦ χωρίου Σκαρπεροῦ, Πέλεκος, Συναράδων, τῶν Κουμαράδων, τῶν Καλαφατιόνων, τοῦ Ποταμοῦ, τῶν Γουβίων, τοῦ Κοντόκαλι, τῆς Κερᾶς, τοῦ Χρυσικοῦ καὶ λοιπῶν ἔχουσι κτήματα, ἅτινα συνεισφέρουσιν εἰς τὴν οἰκογένειάν μου· διὸ καὶ πρῶτος ἐγὼ ὑφίσταμαι τὴν θυσίαν ταύτην. Ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑποστῶ αὐτὴν τὴν θυσίαν πρὸς ἀνακούφισιν τῆς γεωργικῆς τάξεως. Συνιστῶ λοιπὸν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ταχεῖαν ἐπιψήφισιν αὐτῆς.
§43ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ἐπερωτῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν διὰ τίνα λόγον ἐζήτησε καὶ ζητεῖ, μέχρι πιέσεως μάλιστα, ἀπὸ τὴν ἱερὰν Σύνοδον νὰ παύσῃ τὸν ἐπισκοπικὸν ἐπίτροπον Τήνου Ἀντώνιον Χριστοφόρου, καὶ ἐν τίνι δικαιώματι ἐπεμβαίνει εἰς τὴν ἐλευθέραν ἐνέργειαν τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀρχῆς κατὰ τὴν ἐσωτερικὴν διοίκησιν αὐτῆς;
§44ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές.
§45ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἐν τῇ ἰδιότητι αὐτοῦ ὡς ὑπουργοῦ πιέζει πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν τὴν ἱερὰν Σύνοδον, ὅπως παύσῃ τὸν ἐπισκοπικὸν ἐπίτροπον Τήνου Χριστοφόρου, καὶ νομίζει, ὅτι ἡ Σύνοδος ἔχει δικαίωμα νὰ τὸν παύσῃ, ἐνῷ τὸ τοιοῦτον δικαίωμα ἐκ τοῦ νόμου ἔχει μόνη ἡ Ἐπισκοπικὴ Ἐπιτροπὴ Σύρου. Γνωρίζετε, ὅτι πρὸ πολλοῦ πολλοὶ ἐπίσκοποι ἀπέθανον καὶ ὅτι μεταξὺ αὐτῶν καὶ ἡ ἀρχιεπισκοπὴ Σύρου καὶ Τήνου στερεῖται ἀρχιεπισκόπου· ἑπομένως τὰ καθήκοντα αὐτοῦ ἐκπληροῖ ἡ ἐπισκοπικὴ ἐπιτροπὴ Σύρου, ἔχουσα ὑπὸ τὴν δικαιοδοσίαν της τοὺς κατὰ τόπους ἐπισκοπικοὺς ἐπιτρόπους τῆς ἐπισκοπῆς ταύτης. Ἀγνοῶ διὰ τίνα λόγον ἐξασκεῖται ἡ πίεσις αὕτη, ἀλλά, καθὼς μανθάνω, ὑπῆρξε συμβεβηκός τι, ἐπενεγκὸν διαφωνίαν ἢ ψυχρότητα μεταξὺ τοῦ ἐπισκοπικοῦ ἐπιτρόπου Τήνου Ἀντωνίου Χριστοφόρου καὶ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ ἱεροῦ ναοῦ τῆς Εὐαγγελιστρίας. Εἴθισται, καθὼς γνωρίζετε πάντες, εἰς ὅλας τὰς παραλίους πόλεις νὰ γίνεται ἁγιασμὸς καὶ ῥίπτεται ὁ σταυρὸς εἰς τὴν θάλασσαν τὴν ἡμέραν τῶν Θεοφανείων. Ὁ ἄνω ῥηθεὶς ἀρχιερατικὸς ἐπίτροπος κατ’ αὐτὴν τὴν ἡμέραν ἐπερίμενεν εἰς τὴν παραλίαν καὶ αὐτὸς καὶ ὁλόκληρος ἡ πόλις ἐπὶ πολλὴν ὥραν τοὺς ἱερεῖς καὶ ἐπιτρόπους τοῦ ναοῦ τῆς Εὐαγγελιστρίας, διὰ νὰ ῥίψῃ τὸν σταυρὸν εἰς τὴν θάλασσαν, ἀλλ’ οἱ ἱερεῖς καὶ οἱ ἐπίτροποι τοῦ ναοῦ τῆς Εὐαγγελιστρίας δὲν προσήρχοντο. Προέβη λοιπὸν εἰς τὴν τέλεσιν τοῦ ἁγιασμοῦ καὶ τὴν κατάδυσιν τοῦ Ἱεροῦ Σταυροῦ ὁ ἐπισκοπικὸς ἐπίτροπος καὶ ἄνευ τῶν ἐπιτρόπων τοῦ ναοῦ τῆς Εὐαγγελιστρίας. Ἐν τούτοις οἱ ἅγιοι ἐπίτροποι ἐνόμισαν, ὅτι ὁ Ἐπουράνιος Βασιλεὺς εἶναι κατώτερος αὐτῶν καὶ ἐχολώθησαν κατὰ τοῦ Χριστοφόρου, διότι δὲν ἐπερίμενε δι’ ὅλης τῆς ἡμέρας αὐτοὺς, διὰ νὰ ἐκτελέσῃ τὸ θρησκευτικὸν αὑτοῦ καθῆκον. Ὡς ἐκ τούτου λοιπὸν ἔφερον τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Συνόδου, ζητοῦντες τὴν παῦσιν τοῦ ἐπισκοπικοῦ ἐπιτρόπου Τήνου. Εἰς αὐτὴν δὲ τὴν ὑπόθεσιν ἔλαβε λίαν ἐνεργὸν μέρος καὶ ἀνεμίχθη σκανδαλωδῶς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ζητῶν ἄνευ λόγου καὶ ἄνευ τινὸς δικαιώματος τὴν παῦσιν τοῦ ἐπισκοπικοῦ ἐπιτρόπου. Φρονῶ, ὅτι τὰ τοιαῦτα εἶναι ἄτοπον νὰ γίνωνται καὶ ὅτι πρὸς τοῦτο δὲν ἔχει κανὲν δικαίωμα οὔτε ὁ ὑπουργός, οὔτε αὐτὴ ἡ Ἱερὰ Σύνοδος.
§46ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεμίαν γνῶσιν ἔχω περὶ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα λέγει ὁ κ. Μαυρομαρᾶς· αὐτὰ δι’ ἐμὲ εἶναι παραμύθια.
§47ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Διαβεβαιῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι καὶ σήμερον ἀκόμη ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπανέλαβε τὴν πίεσιν αὐτοῦ πρὸς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον διὰ τὸ αὐτὸ ἀντικείμενον.
§48ΚΑΡΥΣΤΙΝΑΚΗΣ. Προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ παρακαλῶ αὐτὴν νὰ προταχθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ φόρου ἐπὶ τῶν ἀλεύρων, διότι εἶναι λίαν κατεπείγουσα ἡ ἀνάγκη νὰ ἐλαττωθῇ ὁ φόρος αὐτός, ὅπως ὑποτιμηθῇ ὁ ἄρτος. Δὲν συμβαίνει εἰς οὐδὲν μέρος ὁ μὲν σῖτος νὰ φορολογῆται πρὸς 2 λεπτά, τὸ δὲ ἄλευρον πρὸς 8 λεπτά. Εἰς ὅλα τὰ ἔθνη ἐπὶ αὐτῶν τῶν ἀντικειμένων, τῶν ἀπολύτως ἀναγκαίων, εἶναι μικρὸν τὸ τέλος, καὶ τοῦτο πρέπει νὰ γείνῃ καὶ ἐνταῦθα, διὰ νὰ ἀφεθῇ ἐλεύθερος ὁ συναγωνισμὸς τῶν ξένων πρὸς τὰ ἐγχώρια ἄλευρα. Βλέπετε, ὅτι, ἐνῷ ὁ σῖτος τιμᾶται 40 λεπτά, ὁ ἄρτος τιμᾶται 55, ἐνῷ ἔπρεπε κατ’ ἀναλογίαν νὰ τιμᾶται μόνον 45. Εἶναι λοιπὸν ἄξιον τῆς μερίμνης ἡμῶν, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ ἐρωτήσητε τὴν Βουλὴν ἐὰν ἐπιθυμῇ νὰ προταχθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. Μόνον οἱ Ἀβδηρῖται ἤθελον διατηρεῖ τοιοῦτον βαρὺ τέλος ἐπὶ τῶν ἀλεύρων· ἐνθυμήθητε δὲ, ὅτι εἰς τὴν Εὐρώπην ἐγένοντο ἄλλοτε ἐπαναστάσεις, ἕνεκα τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ ἄρτου. Οἱ ἔχοντες ἀτμομύλους ἀντιπράττουσιν εἰς τὴν ἐλάττωσιν ταύτην, δυστυχῶς δὲ οὗτοι ἐπιδρῶσι καὶ εἴς τινας ἐδῶ. Ἀνάγκη νὰ μεριμνήσωμεν σπουδαίως ὑπὲρ τοῦ λαοῦ, οὗτινος αἱ στερήσεις, ἕνεκα πολλῶν λόγων καὶ τῆς ἐπιστρατείας, εἰσὶ πολλαὶ καὶ διάφοροι.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καρυστινάκης ζητεῖ νὰ προταχθῇ ἡ συζήτησις τῆς προτάσεως περὶ ἐλαττώσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀλεύρων.
§50ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ μεταβάλλωμεν κατὰ πᾶσαν στιγμὴν τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§51ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν ἔχει δίκαιον ὁ κ. Πρωθυπουργός, διότι πάντες γνωρίζομεν, ὅτι πολλαὶ τάξεις τῆς κοινωνίας πάσχουσιν ἐκ τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ ἄρτου. Ὀφείλομεν νὰ μεριμνήσωμεν τάχιστα, ὅπως αἱ πτωχαὶ οἰκογένειαι ἀγοράζωσιν εὐθηνὸν τὸν ἄρτον. Εἰς ὀλίγας στιγμὰς ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον.
§52ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι ἔργον τῆς Βουλῆς νὰ κανονίζῃ τὴν ἀξίαν τοῦ ἄρτου, διότι αὐτὸ ἀνήκει εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν· ἡ πρότασις δὲ αὕτη δὲν θὰ ἔχῃ ἄλλο ἀποτέλεσμα ἢ νὰ περιορίσῃ τὴν βιομηχανίαν. Ταῦτα λέγω, ἵνα δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου, καὶ ὑποστηρίξω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ θεωρηθῇ κατεπεῖγον τὸ νομοσχέδιον αὐτό.
§53ΤΙΝΕΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§54Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ἂς ἀναγνωσθῇ, διὰ νὰ μὴ χάνωμεν τὸν καιρόν.
§55ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν) Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ ἐλαττώσεως τοῦ χρόνου τῆς συντάξεως τῶν δημοδιδασκαλισσῶν, ἐπαναφέρω δὲ τὸ ὑποβληθὲν κατὰ τὴν περυσινὴν σύνοδον περὶ αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας τῶν παρὰ γυμνασίοις καθηγητῶν καὶ μετὰ δευτέραν πενταετίαν, καὶ περὶ εἰσαγωγῆς τῶν ἐν τοῖς Γυμνασίοις Καθηγητῶν τῶν ξένων γλωσσῶν εἰς τὸν νόμον τῶν καθηγητῶν τῶν Γυμνασίων.
§56ΚΟΤΤΑΡΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ, συναισθανομένη τὴν ἀπόλυτον ἀνάγκην, ὅπως ψηφίσῃ νόμον περὶ ζωοκλοπῆς, ἡ ὁποία καταμαστίζει τὴν κτηνοτροφίαν, ἀνέθεσε τὸ ζήτημα ἐνώπιον ἐπιτροπῆς, προεδρευομένης, νομίζω, ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον κ. Ῥοντήρην. Ἡ ἐπιτροπὴ εἰργάσθη, πραγματικῶς μεθ’ ὅλης τῆς ἐπιμελείας καὶ συνέταξε νομοσχέδιον ἐπιστημονικώτατον καὶ πολὺ ἐκτεταμένον, ἀφοῦ ἐμελέτησε τὸ ζήτημα. Ἐγὼ τοὐλάχιστον ἐθεώρησα, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, καίτοι ἐπιστημονικώτατον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φέρῃ τὰ προσδοκώμενα ἀποτελέσματα. Ἐκ τῆς μικρᾶς πείρας μου ὁδηγηθεὶς, συνέταξα ἴδιον νομοσχέδιον πολὺ σύντομον, τὸ ὁποῖον εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ περιστείλῃ πολὺ τὴν ζωοκλοπήν. Ἡ πεποίθησίς μου δὲ εἶναι τοιαύτη, ὥστε μοὶ ἐπιβάλλει τὴν ὑποχρέωσιν ν’ ἀναλάβω τὴν εὐθύνην ἀπέναντι τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου, ὅτι, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐγκρίνῃ αὐτό, θὰ φέρῃ αἴσια ἀποτελέσματα. Ἡ Κυβέρνησις δὲ καθὼς καὶ οἱ κύριοι Βουλευταὶ δύνανται νὰ ἐπιφέρωσι κατὰ τὴν συζήτησιν ὅσας θέλουν παρατηρήσεις. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν, ἐπειδὴ τοσοῦτον ἐπείγει ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, νὰ ἐγκρίνῃ ν’ ἀναγνωσθῇ εἰς ά συζήτησιν. Τὸ καταθέτω, καὶ ἂς διατάξῃ τὸ Προεδρεῖον νὰ διανεμηθῇ εἰς τοὺς κ. κ. Βουλευτάς.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν εἶναι ἐγγεγραμμένον νομοσχέδιον· θέλω δὲ διατάξει νὰ διανεμηθῇ ἐκ νέου, καὶ αὔριον ἀποφασίζει ἡ Βουλή.
§58Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.) Ἐν πρώτοις πληροφορῶ τὴν Βουλὴν εἰς συμπλήρωσιν τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἔδωκα τελευταῖον εἰς ἀπάντησιν τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Κορινθίας, ὅτι τὰ ἀποδοθέντα εἰς τὴν χωροφυλακὴν, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ εἰς τὸ χωρίον Καίσαρι λαβόντα χώραν κατὰ τὴν ἐπερώτησιν, εἶναι ἐντελῶς ἀνακριβῆ. Ἐπὶ τῆς προκατόχου κυβερνήσεως, ἐπὶ τῇ αἰτήσει τοῦ Δημάρχου καὶ τοῦ κ. Παπαῤῥηγοπούλου, ἐγένετο σταθμὸς χωροφυλακῆς, ἕνεκα τῆς ζωοκλοπῆς. Σήμερον δὲ, παρουσιασθεὶς εἰς ἐμὲ ὁ ἀντισυνταγματάρχης κ. Δημητρακόπουλος, μοὶ ἐξέφρασε τὴν λύπην του περὶ τῶν λεχθέντων μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ κ. Δημητριάδου, λέγων, ὅτι ὁ κ. Δημητριάδης παρεξήγησε τὴν ὁμιλίαν του. Ταῦτα λέγω εἰς ἀπάντησιν τῆς μαρτυρίας, τὴν ὁποίαν ἐπεκαλέσθη ὁ κ. βουλευτὴς Κορινθίας. Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἐδ. ζʹ τοῦ 100 ἄρθρου τοῦ στρατολογικοῦ νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου παραπέμπονται εἰς στρατοδικεῖα ὅλοι οἱ ἀνυπότακτοι, εἴτε προσελθόντες, εἴτε μὴ, διότι τὸ ἄρθρον αὐτὸ περιέχει μόνον τὴν διάταξιν, ὅτι ὁ ἀνυπότακτος συλλαμβάνεται· συνάμα δὲ συμπληρῶ τὸ κείμενον τοῦ νόμου, λέγων μόνον, ὅτι, ὅταν συλλαμβάνηται, λαμβάνει χώραν ἡ ποινικὴ καταδίωξις. Παρακαλῶ συνάμα τὴν Βουλὴν καὶ τὴν ἐπιτροπὴν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐστάλη τὸ νομοσχέδιον περὶ ἑρμηνείας τοῦ 8 ἄρθρου, νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της, διότι τὰ στρατολογικὰ συμβούλια καὶ τὰ στρατολογικὰ γραφεῖα ἀπασχολοῦσι πολὺν ἀριθμὸν ἀξιωματικῶν, τῶν ὁποίων ἡ ὑπηρεσία ἔχει ἀνάγκην, καὶ ὡς ἐκ τούτου θ’ ἀναγκασθῶ, ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ δημοσίου, νὰ ἐπιβαρύνω τὸν προϋπολογισμὸν, προβαίνων εἰς προβιβασμοὺς, διὰ νὰ καλύψω τὴν ἀνάγκην ταύτην.
§59Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐπιφυλάσσομαι ν’ ἀποδείξω, ὅτι αἱ πληροφορίαι μου εἰσὶν ἀληθέσταται, ὅταν προσαχθῶσι τὰ ἔγγραφα. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ τὰ καταθέσῃ.
§60ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐπειδὴ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶπεν, ὅτι ἀπὸ τὸ προκάτοχον ὑπουργεῖον ἐγένετο καὶ ἐπειδὴ ὁ πρώην ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν εἶναι ἤδη παρὼν, λέγω, ὅτι ἡ παραχώρησις ἐδόθη ἀπὸ τὸ παρὸν ὑπουργεῖον, καὶ ἐὰν τὸ προκάτοχον ὑπουργεῖον ἔδωκε τοιαύτην διαταγὴν, ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἐδόθη αὕτη κατὰ τοὺς νόμους.
§61Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Εἶπον, ὅτι εἰς τὸ χωρίον Καίσαρι δὲν ὑπῆρχε σταθμὸς χωροφυλακῆς καὶ ὅτι τὸν σταθμὸν ἐγκατέστησε διαταγὴ τῆς προκατόχου κυβερνήσεως, ἐπὶ τῇ αἰτήσει τοῦ Δημάρχου τοῦ Δήμου ἐκείνου καὶ τοῦ κ. Παπαῤῥηγοπούλου. Ὡς πρὸς ὅσα δὲ εἶπεν ὁ κ. Δημητριάδης, ὅτι ἐγένοντο, ἀπαντῶ, ὅτι οὐδὲν τῶν τοιούτων ἔλαβε χώραν.
§62ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπειδὴ πρόκειται μετ’ ὀλίγον νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῆς συμβάσεως περὶ παραχωρήσεως ἁλάτων, παρακαλῶ νὰ κατατεθῶσι σημειώσεις περὶ τοῦ ποσοῦ τῶν ἁλάτων, τὰ ὁποῖα ἔχομεν κατὰ τὸν χρόνον τῆς συλλογῆς ἤ μέχρι τέλους τοῦ ἔτους ἢ καὶ μέχρι τῆς σήμερον, ἐὰν ἦνε δυνατόν.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἔλαβον τὸ ἀκόλουθον τηλεγράφημα· «Λαὸς Φθιώτιδος συνελθὼν ἐν Πλατείᾳ Ἐλευθερίας ἐξελέξατο ἡμᾶς ἐπιτροπὴν, ἵνα δι’ ὑμῶν ἐκφράσωμεν τῇ Βουλῇ τὴν ἐπιθυμίαν του περὶ μὴ ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ μονοπωλίου καπνοῦ, ὁλοσχερῶς καταστρέφοντος οὐσιώδη συμφέροντα αὐτοῦ. Ἡ Ἐπιτροπὴ Ν. Ζητουνιάτης, Δ. Μαρούλης, Ἰωάν. Γεωργίου, Κομνᾶς Τράκας καὶ Γεώργ. Παππαρετζόπουλος.»
§64ΠΟΛΥΛΑΣ. Κύριοι, πρὸ ὀλίγου ὑπεβλήθη πρότασις παρὰ τοῦ κ. βουλευτοῦ Μέσης, ἔχουσα σπουδαῖον τὸν χαρακτῆρα, τὴν ὁποίαν ἤθελον ἰδίως ν’ ἀντιληφθῇ καλῶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὡς ἀρχηγὸς τῆς κυβερνήσεως, καὶ ἑπομένως προνοῶν, ὅπως εἰς τὴν ἀρχὴν κτυπηθοῦν τὰ ζητήματα τὰ κοινωνιστικὰ καὶ ἀνατρεπτικά. Ὑπεβλήθη πρότασις, λέγω, τείνουσα νὰ καταργήσῃ ὑποχρεώσεις, προκυπτούσας ἐκ συμβολαίων καὶ ἐκ νόμων τοῦ Κράτους μεταξὺ ἰδιωτῶν. Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι πρότασις τοιαύτη θέλει παμψηφεὶ ἀποῤῥιφθῆ· ἀλλ’ ἔλαβον τὸν λόγον, ὅπως σᾶς παρακαλέσω νὰ δώσητε προτίμησιν εἰς τὴν συζήτησιν τοιαύτης προτάσεως, ὅπως συζητηθῇ καὶ ἀποῤῥιφθῇ, διότι δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἤδη ἢ μετ’ ὀλίγον θὰ τηλεγραφήσουν εἰς τὴν Κέρκυραν, ὅπως ἐξαπατηθοῦν οἱ συνεισφορεῖς, οἱ χωρικοὶ οἱ ἁπλούστεροι, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ πιστεύσουν, ὅτι τοιαῦται προτάσεις δύνανται νὰ ἐγκριθοῦν παρ’ ἑλληνικῆς Βουλῆς, προτάσεις δημοκοπικαὶ, αἱ ὁποῖαι προβάλλονται ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι θ’ ἀποῤῥιφθῶσιν, ὅπως ὁ προτείνων αὐτὰς μείνῃ μὲ τὴν εὔνοιαν τῶν ἐκλογέων. Κύριοι Βουλευταὶ, θὰ μείνῃ ὁ προτείνας μὲ τὴν δόξαν, ὅτι χαρίζει εἰς τοὺς συνεισφορεῖς του ἀέρα, διότι λέγει, ὅτι ἔχει λαμβάνειν παρ’ αὐτῶν, ἀλλ’ εἶναι βέβαιον, ὅτι δὲν θ’ ἀπαλλαχθοῦν τῆς ὑποχρεώσεως, διότι προτάσεις τοιαῦται, καὶ ἂν ἐψηφίζοντο δὲν ἤθελον ἐφαρμοσθῆ παρὰ τῆς ἀνεξαρτήτου δικαστικῆς ἐξουσίας. (Θόρυβος.) Ἐγὼ ἀνήκω περισσότερον εἰς τὴν ἐξοχὴν παρὰ εἰς τὴν πόλιν, ὅπου δὲν ἔχω σπιθαμὴν γῆς, ἔχω δὲ κτήματα εἰς τὰ κυριώτερα κέντρα τῆς ἐξοχῆς, ὅπου μὲ ἀγαπῶσι καὶ γνωρίζουσι νὰ ἐκτιμήσωσι τὰς ὑπηρεσίας μου. Ἔχω νὰ λάβω παρὰ τῶν χωρικῶν, ἀλλὰ δὲν συνειθίζω νὰ τοῖς χαρίζω ἀέρα. Λοιπὸν παρακαλῶ νὰ συστηθῇ εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπὴν, τὴν τῆς δικαιοσύνης ὑποθέτω, ὅπως ἀμέσως τὴν δευτέραν φέρῃ τὴν ἔκθεσιν, καὶ παρακαλῶ τὴν κυβέρνησιν, ὡς προνοοῦσαν περὶ τῆς ὑπολήψεως τοῦ τόπου, νὰ ζητήσῃ τὴν προτίμησιν τῆς προτάσεως.
§65ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, οὔτε τὸ φοβερὸν τῆς ὄψεως, οὔτε τὸ μοχθηρὸν τῆς φυσιογνωμίας μου, δύναται νὰ ἐμπνεύσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα, ἵνα ὁμιλήτω μετὰ πάθους καὶ φαρμακεροῦ λόγου. Δὲν εἶμαι κοινωνιστής· ἐὰν ὁ κύριος ἔχῃ κτήματα, ἔχω περισσότερα ἐγώ, ἔχω εἰς 10 χωρία, ἔφερα δὲ τὸ ζήτημα μόνον διὰ τὴν τρέχουσαν ἐσοδείαν, ὅπου κατεστράφη ὁ καρπὸς, διότι δὲν ὑπάρχουν χεῖρες νὰ τὸν συλλέξουν. Ἑπομένως δὲν εἶμαι κοινωνιστὴς, οὔτε δημοκόπος. Δημοκόπος εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος μένει ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ του καὶ μεταχειρίζεται ὅλα τὰ μέσα καὶ αὐτὴν τὴν δωροδοκίαν, διὰ νὰ ἐκλεχθῇ Βουλευτής, ἀλλ’ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος μένει εἰς τὴν πρωτεύουσαν μακρὰν τῆς πατρίδος του ἐπὶ 4 ἔτη καὶ ἀποδεικνύεται πρῶτος ἀντιπρόσωπος αὐτῆς, μὲ ὅλον τὸν πόλεμον τῶν μοχθηρῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι προσπαθοῦν νὰ καταῤῥίψουν τοὺς ἄλλους διὰ τῆς δολιότητος, δὲν εἶναι κοινωνιστὴς, ἀλλ’ εἶναι γνήσιος ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους καὶ πράγματι πατριώτης. (Μπράβο, μπράβο.)
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ σταλῇ εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπήν.
§67ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐνθυμεῖται ἴσως ἡ Βουλὴ, ὅτι πρὸ δύο ἐτῶν ὑπεβλήθη σύμβασις περὶ συμβιβαστικῆς λύσεως διαφορῶν ἐκκρεμῶν μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς ἑταιρίας τῶν μεταλλουργείων τοῦ Λαυρίου.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔγεινε συζήτησις ἐκτεταμένη πρὸ ὀλίγου περὶ τούτου.
§69ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν ἤμην παρὼν καὶ δὲν γνωρίζω ὁποία συζήτησις ἐγένετο. Ἀνακοινῶ λοιπὸν ἁπλῶς εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐζήτησα ἐσχάτως ἐκ τοῦ γραφείου τὰς σχετικὰς δικογραφίας, αἱ ὁποῖαι κατ’ ἐμὴν αἴτησιν εἶχεν ἀποφασισθῆ τότε νὰ παρουσιασθοῦν, καὶ δὲν τὰς εὗρον. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ὑποβάλῃ ἐκ νέου τὰς δικογραφίας ταύτας, ἵνα μελετηθῶσι δεόντως παρὰ τῶν βουλομένων.
§70ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μάλιστα, μάλιστα.
§71Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δὲν ἦτον ἐδῶ πρότερον ὁ κ. Μίλησης.
§72ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ διορισμοῦ ἑλληνοδιδασκάλων ἐξ Ἠπείρου καὶ Θεσσαλίας καταγομένων, καί τοι μὴ ἐγγεγραμμένων εἰς τὸ δημοτολόγιον δήμου τινός.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. (Γίνονται δεκτὰ εἰς πρώτην μὲν συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐλαττώσεως τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους ἐπὶ τοῦ ἀλεύρου καὶ τῶν πιτύρων, εἰς δευτέραν δὲ τὸ περὶ πιστώσεως ἑνὸς δωδεκατημορίου ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1881 διὰ τὰ ἔξοδα τοῦ μηνὸς Φεβρουαρίου, καὶ εἰς τρίτην τὰ ἑπόμενα· 1) περὶ ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων ἐπὶ τῶν προϋπολογισμῶν τῶν ὑπουργείων τῶν Ἐσωτερικῶν, Οἰκονομικῶν καὶ Ἐξωτερικῶν τῆς χρήσεως 1880 ἐκ δραχμῶν 526,128,75· 2) περὶ πιστώσεως ἐκτάκτου ἐκ δραχμῶν 1516 ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως 1880· 3) περὶ ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 2721 ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1880· καὶ 4) περὶ ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 2000 ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως 1880.)
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐκκαθαρίσεως τῶν μέχρι τοῦ 1876 καθυστερούντων.
§75ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Πρόκειται ἁπλῶς νὰ ὑποβάλω τροπολογίαν. Κατὰ τὸ 10 ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου.
§76ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὸ ἄρθρον αὐτό.
§77ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Πολὺ καλά.
§78ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κύριε πρόεδρε, κατόπιν τῆς δηλώσεως, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλε πρὸ ὀλίγου ὁμιλῶν περὶ τῆς μετὰ τῶν Μεταλλουργείων συμβάσεως ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, λαμβάνει ὅλως ἀλλοῖον χαρακτῆρα, διότι ἡμεῖς ἐνομίζομεν μέχρι τοῦδε, ὅτι ἐγένετο μόνον πρὸς ἀνακούφισιν τῶν πολιτῶν ἐκείνων, οἵτινες ὅπως δήποτε καθυστεροῦσι χρέη πρὸς τὸ δημόσιον, καὶ ἐπίτευξιν τῆς εἰσπράξεως τοῦ ὑπολοίπου, ἀλλὰ σήμερον ἠκούσαμεν, ὅτι περιλαμβάνει καὶ τὰς βιομηχανικὰς καὶ ἐμπορικὰς ἐκείνας ἑταιρίας, αἵτινες τυχὸν ὀφείλουσιν εἰς τὸ δημόσιον χρήματα. Ὑπὸ τοιαύτην ἔποψιν τὸ νομοσχέδιον ἀπαιτεῖ νέαν μελέτην. Ζητοῦμεν λοιπὸν ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις αὐτοῦ ἕως αὔριον, ἵνα ἴδωμεν ἄν ὑπάρχῃ λόγος νὰ ὑποστῶμεν τὴν σκληρὰν ταύτην ἀνάγκην.
§79ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω ἂν ὑπάρχῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα καμμία ἑταιρία ὀφείλουσα ἐκκαθαρισμένον ποσὸν εἰς τὸ δημόσιον, καὶ διὰ τοῦτο, ὅτε κατὰ τὸ 1876 συνέταττον τὸ νομοσχέδιον, δὲν εἶχον ὑπ’ ὄψιν τὰ συμφέροντα οὐδεμιᾶς ἑταιρίας. Πρὸ ὀλίγου σᾶς εἶπον, ὅτι ἡ ἀπαίτησις, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ δημόσιον κατὰ τῆς ἑταιρίας τῶν Μεταλλουργείων καὶ ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἐκκαθαρισμένη, ἀνάγεται εἰς τὰς κεκλεισμένας χρήσεις, καὶ διὰ τοῦτο, ὅταν ἔκαμον τὴν πρότασιν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ συγκατατεθῇ, ὥστε ἡ ὑπόθεσις αὕτη νὰ συμβιβασθῇ διὰ τῆς πληρωμῆς 1,500,000, εἶπον, ὅτι περιέλαβον εἰς τὸ νομοσχέδιόν μου διάταξιν, καθ’ ἣν ἡ πληρωμὴ θέλει γείνει εἰς 20 ἐτησίας δόσεις, διότι ἐλπίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει δεχθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐκκαθαρίσεως τῶν καθυστερούντων ἐν γένει. Τώρα, ἂν ἡ Βουλὴ δὲν θέλῃ νὰ κάμῃ εἰς τὴν ἑταιρίαν τῶν Μεταλλουργείων τὴν παραχώρησιν ταύτην, θέλει ἀποφασίσει τοῦτο, ὅταν συζητηθῇ τὸ περὶ αὐτῆς νομοσχέδιον, διότι δὲν εἶναι ἐκκαθαρισμένον τὸ χρέος. Ἐὰν πάλιν θέλῃ εἰς τὸ νομοσχέδιον, περὶ οὗ σήμερον πρόκειται, νὰ κάμῃ οἱανδήποτε ἐξαίρεσιν ἢ προσθήκην, δύναται νὰ τὴν κάμῃ. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι, ἐὰν δὲν ἔχῃ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεγαρίδος ἄλλους λόγους, πρέπει νὰ μὴ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον καὶ τοὺς ὀφειλέτας θ’ ἀνακουφίσῃ καὶ εἰς τὸ Κράτος θὰ δώσῃ μίαν τινὰ πρόσοδον.
§80ΜΙΛΗΣΗΣ. Λοιπὸν δὲν περιλαμβάνεται ἡ ἀπαίτησις τοῦ δημοσίου κατὰ τῆς ἑταιρίας τῶν Μεταλλουργείων ἡ ἐπιδεδικασμένη δι’ ἀποφάσεως τῶν Ἐφετῶν;
§81ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἐπιδεδικασμένη, εἶναι ἀκόμη ἐκκρεμής.
§82ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν περιλαμβάνεται.
§83ΣΑΡΑΒΑΣ. Ὑποστηρίζω τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεγάρων Βουλευτοῦ δι’ ἕνα ἄλλον λόγον, τὸν ὁποῖον πιστεύω νὰ εὕρῃ ἀποδεκτὸν καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐγὼ δὲν ἠδυνήθην ἀκόμη νὰ σχηματίσω ἀκριβῆ γνώμην, ἐὰν διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου πρόκηται νὰ δοθῇ εὐκολία τις εἰς τοὺς ὀφειλέτας, ἢ ἂν σκοπὸς αὐτοῦ ἦναι νὰ ἐνισχυθῇ ἡ εἴσπραξις τῶν καθυστερούντων· δυνατὸν νὰ εἶχεν ὁ κ. ὑπουργὸς καὶ τὸ ἓν καὶ τὸ ἄλλο ὑπ’ ὄψιν. Πρέπει νὰ ὑπάρχῃ εἷς λόγος κοινωνικὸς, μία ἔκτακτος πολιτικὴ ἀνάγκη, ὅπως σχηματίσωμεν μίαν γενικὴν κατηγορίαν ἀφέσεως τῶν χρεῶν. Ἀληθὲς εἶναι, ὅτι μέχρι τοῦδε τὸ σύστημα τοῦτο ἠκολούθησαν ὅλαι αἱ Κυβερνήσεις, καὶ ἐντεῦθεν ἡ μεγάλη χαλάρωσις περὶ τὴν εἴσπραξιν, διότι, ὅταν ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν δίδωμεν ἄφεσιν εἰς τοὺς παραβάτας τῶν νόμων, τοῦτο βεβαίως δὲν δύναται νὰ ἐνισχύσῃ τοὺς πολίτας νὰ πιστεύωσιν, ὅτι, μὴ τηροῦντες τοὺς νόμους, ὑπόκεινται ἀναγκαίως εἰς τὰς συνεπείας αὐτῶν. Ἀλλ’ ἕως τώρα οἱ εὐεργετικοὶ νόμοι περιωρίζοντο τοὐλάχιστον εἰς τοὺς ἐξ ἐνοικιάσεως ὀφείλοντας, εἰς τοὺς φορολογουμένους (καὶ εἰς τοὺς ὀφειλέτας ἐκ προικοκτησιῶν· σήμερον ἐκτείνεται τὸ μέτρον εἰς ἅπαντας τοὺς ἐξ οἱασδήποτε αἰτίας ὀφειλέτας τοῦ δημοσίου, καὶ εἰς ἐκείνους ἀκόμη, οἱ ὁποῖοι ἠγόρασαν κτήματα τοῦ δημοσίου, οἱ ὁποῖοι νέμονται τὰ εἰσοδήματα καὶ οἱ ὁποῖοι σήμερον ὠφελοῦνται τοὺς τόκους. Τὸ περίεργον εἶναι, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς φαίνεται, ὅτι προστατεύει ἐξ ἴσου καὶ τοὺς πολλοὺς καὶ τοὺς ὀλίγους· πράγματι ὅμως εἶναι νόμος, ὁ ὁποῖος ἀφορᾷ εἰς μίαν μόνην τάξιν, τοὺς μεγάλους ὀφειλέτας τοῦ δημοσίου. Διαιρεῖ εἰς δύο τάξεις τοὺς ὀφειλέτας, εἰς τοὺς πολλοὺς καὶ εἰς τοὺς ὀλίγους· οἱ πολλοὶ εἶναι οἱ ὀφείλοντες ἐκ φόρων ἀμέσων καὶ δικαιωμάτων ἐπικαρπίας, ἐκ δικαστικῶν τελῶν καὶ προστίμων, ἐκ χρηματικῶν ποινῶν, ἐξ ἐξόδων καταμετρήσεως καὶ τῶν τοιούτων, διότι ταῦτα ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ εἶναι εἰς βάρος τοῦ πτωχοῦ λαοῦ. Οἱ ὀλίγοι εἶναι ὅσοι, διαχειρισθέντες δημοσίαν περιουσίαν, ἀνεφάνησαν ὀφειλέται, ἀλλὰ δὲν κατεδικάσθησαν διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως, οἱ ὀφείλοντες ἐξ ἐνοικιάσεων, ἐκ προικοκτησιῶν, ἐξ ἀγορῶν φθαρτῶν κτημάτων, ἑνὶ λόγῳ πάντες οἱ μεγάλοι ὀφειλέται. Καὶ εἰς μὲν τοὺς πολλοὺς χορηγεῖται ἁπλῶς τὸ εὐεργέτημα νὰ πληρώσουν εἰς 10 δόσεις, εἰς δὲ τοὺς ὀλίγους εἰς 20 δόσεις καὶ ἀπαλλαγὴ πλήρης ἀπὸ τῶν ὀφειλομένων τόκων. Εὑρίσκω λοιπὸν τὸν νόμον ἀδικώτατον· διότι δὲν ἐννοῶ διατί ὁ ὀφείλων ἐκ προστίμων νὰ πληρώσῃ τὸ ὅλον τοῦ χρέους, ὅστις δὲ ἠγόρασε κτῆμα τοῦ δημοσίου, τὸ ὁποῖον νέμεται, ἀπολαμβάνων τὰ εἰσοδήματα, νὰ πληρώσῃ τὸ ὅλον τοῦ ποσοῦ εἰς 20 ἔτη καὶ ν’ ἀπαλλάττηται τῶν ὀφειλομένων τόκων· ἀπὸ δὲ τὸν λογαριασμὸν, τὸν ὁποῖον ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Σύρου, εἴδετε πόσον καταβιβάζεται ἓν χρέος δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου. Σχεδὸν λοιπὸν χαρίζονται τὰ ¾ εἰς τοὺς μεγάλους ὀφειλέτας τοῦ δημοσίου, οἱ δὲ πολλοὶ ὀλίγον ὠφελοῦνται. Διὰ τοῦτο, ὡς εἶπον, ὑποστηρίζω τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεγάρων Βουλευτοῦ, ὅτι πρέπει ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις, ὅπως ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν παρουσιάσῃ κατάλογον τῶν ὀφειλετῶν τοῦ δημοσίου κατὰ κατηγορίας, τουτέστι πόσα ὀφείλονται εἰς τὸ δημόσιον ἐξ ἐγγείων φόρων ὑπὸ τῶν φορολογουμένων, πόσα ἐκ δικαιώματος ἐπικαρπίας, πόσα ἐκ προστίμων, χρηματικῶν ποινῶν καὶ δικαστικῶν ἐν γένει ἐξόδων, πόσα ἐξ ἐκποιήσεως ἐθνικῶν φθαρτῶν κτημάτων, πόσα ἐκ προικοκτησιῶν, πόσα ἐξ ἐνοικιάσεων τῶν δημοσίων φόρων, καὶ πόσα ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ διανομῆς τῆς ἐθνικῆς γῆς καὶ φυτειῶν.
§84ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ δόσεις τῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν κατέστησαν ὑποχρεωτικαὶ ἀπὸ τοῦ 1879 καὶ δὲν ὑπάγονται.
§85ΣΑΡΑΒΑΣ. Τὸν πίνακα τοῦτον τῶν καθυστερούντων ὤφειλεν οἴκοθεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸς νὰ παρουσιάσῃ εἰς τὴν Βουλήν, διότι ῥητῶς ἐπιβάλλεται αὐτῷ ὑπὸ τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ. Καὶ οὐ μόνον τοῦτο διατάττει ὁ νόμος περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, ἀλλὰ καὶ ὅτι ἡ ὑποβολὴ τοῦ πίνακος τῶν καθυστερημάτων πρέπει νὰ συνοδεύηται μὲ πρότασιν περὶ τῶν παραλειπτέων, ἐξηγοῦσαν τίνων μέτρων ἐγένετο χρῆσις πρὸς εἴσπραξιν τῶν καθυστερούντων καὶ τίνων ἕνεκα λόγων ἡ εἴσπραξις δὲ ἐπετεύχθη. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὤφειλε νὰ συμμορφωθῇ μὲ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, αὐτὸς ὅστις ἐδείχθη ἄγρυπνος αὐτοῦ φύλαξ, ὁσάκις ἐπρόκειτο νὰ ἐξελέγξῃ τοὺς ἄλλους· μάλιστα ἔκαμεν ἄλλοτε πολὺν λόγον, διότι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ἐν ᾧ χρόνῳ ἤσκει καὶ τὴν βασιλικὴν ἐξουσίαν, ἀντὶ νὰ ἐκδώσῃ διατάγματα περὶ ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων, ἠρκέσθη εἰς σύνταξιν πρακτικοῦ. Ἐπερίμενα, λέγω, ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, τὸν τόσῳ ἄγρυπνον φύλακα τοῦ λογιστικοῦ νόμου, νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ ἄρθρον τοῦ λογιστικοῦ νόμου, κατὰ τὸ ὁποῖον ὑποβάλλεται κατ’ ἔτος εἰς τὴν Βουλὴν πίναξ ἀκριβὴς ὅλων τῶν καθυστερημάτων, συνάμα δὲ καὶ πρότασις τίνα ἐκ τῶν καθυστερημάτων πρέπει νὰ ἀναγνωρισθῶσιν ὡς παραλείμματα· καὶ ὄχι μόνον τοῦτο διατάττει ὁ νόμος περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, ἀλλὰ καὶ ὅτι ἡ πρότασις πρέπει συγχρόνως ν’ ἀναφέρῃ καὶ τίνων μέσων ἐγένετο χρῆσις, ὅπως εἰσπραχθῶσι τὰ καθυστερήματα, καὶ διατί δὲν εἰσεπράχθησαν. Λοιπὸν ἀνάγκην ἔχομεν ὅλων αὐτῶν τῶν πληροφοριῶν, ὅπως εὑρεθῶμεν εἰς θέσιν νὰ κρίνωμεν κατὰ πόσον τὰ καθυστερούμενα εἶναι ἄξια ἑνὸς ἐπιεικοῦς μέτρου. Ἐὰν εἶχον τοιοῦτον πίνακα ὑπ’ ὄψιν, εὐχαρίστως ἤθελον ψηφίσει ὑπὲρ τῆς διαγραφῆς ὅλων ἐκείνων τῶν ὀφειλῶν, τὰς ὁποίας ἤθελε κρίνει τὸ Ὑπουργεῖον ὡς παραλειπτέας. Ἤθελον λοιπὸν παρακαλέσει τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ νὰ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις, ἀλλὰ νὰ ἀναβληθῇ, ὅπως λάβωμεν γνῶσιν ὅλων αὐτῶν τῶν πληροφοριῶν.
§86ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.) Ὁμολογῶ, κύριοι, ὅτι κατὰ θεωρίαν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας ἔχει μέγα δίκαιον· ἀλλὰ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δὲν ἐσκέφθη ποτὲ, οὔτε σκέπτεται ἐπὶ τῶν πραγμάτων αὐτῶν κατὰ θεωρίαν, ἀλλὰ σκέπτεται λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν τὰς περιστάσεις, εἰς τὰς ὁποίας ὁ τόπος εὑρέθη καὶ εὑρίσκεται. Εἶναι ἀληθές, ὅτι, κατὰ τὸν λογιστικὸν νόμον, τὰ ὄργανα τὰ ἐπιφορτισμένα τὴν εἴσπραξιν τῶν δημοσίων ἐσόδων ὀφείλουσι διαρκούσης τῆς χρήσεως νὰ κατορθώσωσι τὴν εἴσπραξιν ὅλων τῶν ἐσόδων τοῦ δημοσίου, ὀφείλουσι δὲ πρὸς τούτοις νὰ ὑποβάλλωσιν ἐνώπιον τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὀνομαστικὸν πίνακα διὰ τὰ τυχὸν μὴ εἰσπραχθέντα, ὁ δὲ ὑπουργὸς ἀποφασίζει ἐὰν τῳόντι ἐξήντλησαν ὅλα τὰ μέσα τῆς καταδιώξεως καὶ δὲν ἠδυνήθησαν νὰ εἰσπράξωσι τὰ ὀφειλόμενα, ἢ ἐὰν τοῦτο προῆλθεν ἐξ ἀμελείας αὐτῶν. Καὶ εἰς μὲν τὴν πρώτην περίστασιν τοὺς ἀπαλλάττει καὶ ὑποβάλλει εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν πρότασιν περὶ ἐκείνων, ἀπὸ τοὺς ὁποίους δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῶσιν, αὕτη δὲ ἀποφαίνεται περὶ τῆς μεταβιβάσεως τοῦ χρέους εἰς τὰ παραλείμματα. Ἐὰν ὅμως ὁ ὑπουργὸς πεισθῇ, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῶσι καὶ τὰ ὄργανα δὲν ἐξεπλήρωσαν τὸ καθῆκόν των, τότε καταλογίζει εἰς βάρος των τὸ καθυστερούμενον ποσόν, τοὺς ὑποχρεοῖ νὰ τὸ πληρώσωσι καὶ τοὺς ἀπολύει ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν. Δυστυχῶς αἱ διατάξεις αὗται, καί τοι πρὸ πολλοῦ νομοθετηθεῖσαι, δὲν ἐξεπληρώθησαν ποτέ, οὐδεὶς δὲ τῶν ὑπουργῶν ἐξήσκησε τὸ δικαίωμα τοῦτο, ἢ καὶ ἐὰν ποτὲ τὸ ἐξήσκησε, δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἀπόφασίν του. Διὰ τοῦτο κατ’ ἔτος μένουν ἀρκετὰ καθυστερήματα, μολονότι δὲ ἡ χρῆσις παρατείνεται ἐπὶ 10 μῆνας μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ ὁμωνύμου ἔτους, διαρκοῦσα ἐπὶ 22 μῆνας, μολαταῦτα λήγει, καὶ πολλὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα ἦτο δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῶσι, δὲν εἰσπράττονται. Τοῦτο, κύριοι, προέρχεται ἐκ τῆς ἀτελείας τοῦ οἰκονομικοῦ ἡμῶν συστήματος καὶ ἀπὸ πολλὰς ἄλλας αἰτίας, τὰς ὁποίας ὅλοι γνωρίζετε· τὸ γεγονὸς εἶναι, ὅτι κλείει ἡ χρῆσις καὶ μένουν καθυστερήματα. Παρετηρήθη δὲ, ὅτι ἐκ τῶν καθυστερημάτων, τὰ ὁποῖα ἀνάγονται εἰς ἑκάστην χρῆσιν, τινὰ μὲν εἰσπράττονται κατὰ τὸ ἀμέσως ἑπόμενον ἔτος, ὀλιγώτερα κατὰ τὸ μετ’ αὐτὸ, καὶ ἔτι ὀλιγώτερα κατὰ τὸ 3 ἔτος. Ἀφοῦ ὅμως παρέλθουν 3 ἢ 4 τὸ πολὺ ἔτη, τὰ καθυστερούμενα ταῦτα λησμονοῦνται τρόπον τινὰ, καὶ οὐδεμία σχεδὸν ἐξ αὐτῶν εἴσπραξις ἐνεργεῖται. Ἐπειδὴ δὲ θὰ ἔχητε βεβαίως τὴν περιέργειαν νὰ μάθητε εἰς πόσα ἑκατομμύρια ἀναβαίνουν, σᾶς λέγω, ὅτι τὰ καθυστερούμενα μέχρι τοῦ 1876 ἀναβαίνουσιν εἰς 85 ἑκατομμύρια δραχμῶν.
§87Σ. ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Συμπεριλαμβάνεται καὶ τόκος;
§88ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μόνον κεφάλαιον. — Ἐὰν δὲ προσθέσητε καὶ τὰ καθυστερούμενα τῶν νεωτέρων χρήσεων μέχρι τοῦ 1879, ἀναβαίνουσιν εἰς 92 ἑκατομμύρια. Ἐκ τῶν 7 ἑκατομμυρίων, τῶν ἀνηκόντων εἰς τὰς χρήσεις ἀπὸ τοῦ 1877 καὶ ἐντεῦθεν, εἶναι ἐλπὶς νὰ εἰσπραχθῶσι πολλά· ἐλπίζω δὲ, ὅτι θέλουν εἰσπραχθῆ πάντα, ὅσα εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῶσιν, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ νὰ ψηφίσῃ τὸ ἕτερον νομοσχέδιον, τὸ περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων, διότι περιέχει διατάξεις, ἕνεκα τῶν ὁποίων θὰ ἦνε δύσκολος ἐν τῷ μέλλοντι ἡ καθυστέρησις, διότι, πλὴν τῶν ἄλλων, τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο μεταβιβάζει τὴν ἐκδίκασιν τῆς εὐθύνης τῶν ταμιῶν εἰς τὸ ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ἀφαιροῦν αὐτὴν ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ὑποχρεοῦται δὲ τὸ ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἐντὸς 3 μηνῶν ν’ ἀποφαίνηται ἐπὶ τῶν ἐκθέσεων, τὰς ὁποίας ὑποβάλλουσιν οἱ ταμίαι, ἐπὶ ποινῇ προστίμου 10 δραχμῶν ἑκάστην ἡμέραν. Πρόκειται λοιπὸν, κύριοι, περὶ 85 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, ἀπὸ τὰ ὁποῖα οὐδεμία γίνεται εἴσπραξις, καὶ περὶ τῆς εἰσπράξεως τῶν ὁποίων οὐδεμία φροντὶς λαμβάνεται. Ὡς πρὸς τοῦτο δὲν εἶμαι μόνος ἐγὼ ὑπεύθυνος, ἀλλὰ ὅλοι οἱ κατὰ καιροὺς ὑπουργοὶ, ἰδίως δὲ ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων, ἕνεκα τῆς ὁποίας δὲν ἠμποροῦσε νὰ γείνῃ διαφορετικά. Κεῖνται λοιπὸν τίτλοι 90 ἑκατομμυρίων εἰς τὰ δημόσια ταμεῖα, καὶ δὲν χρησιμεύουν εἰς τίποτε ἄλλο, παρὰ εἰς τὸ νὰ παρεμβάλλουν προσκόμματα εἰς τὴν διεξαγωγὴν τῆς ὑπηρεσίας καὶ εἰς τὴν παράδοσιν αὐτῆς ὑπὸ τῶν ὑπολόγων, ἥτις ἐπὶ μῆνας ὅλους διαρκεῖ, ἐπισωρεύουσι δὲ ἐργασίαν ἀτελεύτητον εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον καὶ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Διὰ τὸ ἀδύνατον τοῦ νὰ εἰσπραχθῶσι τὰ ἐκ κλεισμένων χρήσεων ὀφειλόμενα διὰ μιᾶς ἐγένετο, νόμος εὐεργετικὸς κατὰ τὸ 1852, ὡς ἐπίσης καὶ κατὰ τὸ 1861, ὥστε δὲν εἶναι πρώτη φορὰ, κατὰ τὴν ὁποίαν τοιοῦτον μέτρον προτείνεται. Καὶ εἶναι ἀληθὲς, ὅτι καὶ οἱ δύο οὗτοι νόμοι ὀλίγα ἀποτελέσματα ἔφεραν· ἐλπίζω ὅμως, ὅτι δὲν θὰ συμβῇ τὸ αὐτὸ καὶ ἤδη, διότι ἐφρόντισα μὲ τὴν μικρὰν πεῖραν, τὴν ὁποίαν ἔχω, νὰ τεθῶσι διατάξεις, αἱ ὁποῖαι συνδυαζόμεναι καὶ μὲ τὰς διατάξεις τοῦ ἑτέρου νομοσχεδίου, καθ’ ἃς καθίστανται πραγματικῶς ὑπεύθυνοι εἰς τὸ μέλλον οἱ ταμίαι καὶ εἰσπράκτορες, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ φέρουν ἀποτελέσματα εὐάρεστα. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Οἰτύλου ἐκάκισε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διότι περιέλαβεν ὅλα τὰ χρέη τὰ ὀφειλόμενα εἰς τὸ δημόσιον. Ἐγὼ, κύριοι, δὲν εἶχον καμμίαν ἀφορμὴν νὰ ἐξαιρέσω ἄλλα, εἰμὴ μόνον τὰ ἐξ ἀπίστου διαχειρίσεως προερχόμενα. Νομίζω δὲ, ὅτι ἡ ἄπιστος διαχείρισις περιλαμβάνει ἐκείνους, οἵτινες ἐκ προθέσεως ἐνοσφίσθησαν δημόσια χρήματα. Αὐτοὶ μόνοι ἔπρεπε νὰ ἐξαιρεθοῦν, διότι οἱ τοιοῦτοι δὲν εἶναι ἄξιοι οὐδεμιᾶς ἐπιεικείας· καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τοὺς ἄλλους ὀφειλέτας, δὲν ἔχω λόγον νὰ κάμω διάκρισιν, διότι δὲν βλέπω κατὰ τί διαφέρουν οἱ ἐνοικιασταὶ τῶν προσόδων ἀπὸ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἠγόρασαν κτήματα. Οἱ ἐνοικιασταὶ τῶν προσόδων καθυστεροῦσι πολλάκις ποσὰ, τὰ ὁποῖα εἰσέπραξαν καὶ δὲν ἐπλήρωσαν εἰς τὸ δημόσιον, ἐνῷ οἱ ἀγοράσαντες κτήματα, ἐὰν συμβαίνῃ νὰ καθυστερῶσι τὴν ὀφειλήν των πρὸς τὸ δημόσιον, ἐβελτίωσαν ὅμως τὰ κτήματα, καὶ τὸ δημόσιον εἶναι ἐντελῶς ἐξησφαλισμένον ἀπὸ αὐτούς. Ἄλλως τε, κύριοι, εἶχον ὑπ’ ὄψιν μου, ὅτι πολλοὶ ἠγόρασαν τὰ κτήματα εἰς πολὺ ὑψηλὰς τιμὰς, καὶ διὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ δεικνύῃ δι’ αὐτοὺς τὸ δημόσιον ἐξαιρετικὴν αὐστηρότητα· ὥστε, ἐὰν συμβαίνῃ νὰ καθυστερῶνται καὶ ἐκ τῶν τοιούτων ποσά τινα, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι κακὸν νὰ δοθῇ καὶ εἰς αὐτοὺς εὐκολία.
§89ΣΑΡΑΒΑΣ. Ὁ νόμος τοῦ 1864 ἐχάρισεν ἢ ὑπεβίβασε τὸν τόκον;
§90ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ τόκος, τὸν ὁποῖον ὑπεχρεοῦντο νὰ πληρώσουν οἱ ὀφείλοντες ἀπὸ προικοδοτήσεις, ἦτο διττὸς, ἦτο τόκος συμπεφωνημένος, καὶ τόκος ὑπερημερίας· τὸν πρῶτον δὲν ἐχάρισεν ὁ νόμος, ἀλλ’ ὑπεβίβασεν ἀπὸ 8 καὶ 6 εἰς 5%; ἐχάρισεν ὅμως τὸν δεύτερον, ἤτοι τὸν τόκον τῆς ὑπερημερίας. Δὲν βλέπω λοιπὸν κανένα λόγον, ὅπως ἐξαιρέσωμεν τοὺς ἀγοράσαντας κτήματα καὶ νὰ τοὺς ἀφήσωμεν νὰ καταδιωχθῶσιν αὐστηρότερον τῶν λοιπῶν, ἀναγκάζοντες αὐτοὺς νὰ πληρώσωσι διαμιᾶς τὰ ὀφειλόμενα, καὶ νὰ πωλήσωσι τὰ κτήματα, τὰ ὁποῖα ἠγόρασαν καὶ διὰ τὴν βελτίωσιν τῶν ὁποίων κατέβαλον πολλοὺς κόπους. Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὰς δόσεις τῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν, πληροφορῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι αὐταὶ δὲν συμπεριλαμβάνονται εἰς τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, διότι κατὰ νόμον μέχρι τοῦ 1879 ἰσχύοντα, οἱ δηλώσαντες γαίας καὶ φυτείας ἐχρεώστουν νὰ πληρώσωσι τὴν δόσι διὰ μὲν τὰς γαίας κατὰ τὸν Μάρτιον, διὰ δὲ τὰς φυτείας κατὰ τὸν Ἰούνιον· ὅστις δὲ δὲν ἐπλήρωνεν, ὑπεβάλλετο εἰς τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας. Ὥστε μέχρι τοῦ 1878 δὲν ὑπάρχουσι καθυστερήματα ἀπὸ δόσεις γαιῶν καὶ φυτειῶν· ἤρχισαν δὲ νὰ παρουσιάζωνται τοιαῦτα ἀπὸ τὸ ἔτος 1879, ὅτε διὰ τοῦ νόμου, ὅστις ἐψηφίσθη τότε, κατέστη ὑποχρεωτικὴ ἡ πληρωμὴ τῶν δόσεων. Ἄλλην μίαν ἀντίῤῥησιν ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Οἰτύλου, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι αὐστηρότερον διὰ τοὺς φορολογουμένους τοὺς ὀφείλοντας μικρὰ ποσὰ, παρὰ διὰ τοὺς ἄλλους ὀφειλέτας, οἱ ὁποῖοι καθυστεροῦν μεγάλα ποσά· ἐξάγει τοῦτο ἐκ τῆς προθεσμίας τῆς δεκαετοῦς διὰ τοὺς μὲν, καὶ τῆς εἰκοσαετοῦς διὰ τοὺς δέ. Ἐὰν ἀνεγίνωσκε μὲ περισσοτέραν προσοχὴν τὸ νομοσχέδιον, ἤθελε παρατηρήσει ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Οἰτύλου, ὅτι ἡ διαφορὰ αὕτη προέρχεται ὡς ἐκ τῆς ἀνισότητος τῶν ὀφειλομένων ποσῶν. Τὰ ὀφειλόμενα ἀπὸ φορολογουμένους δὲν ἀναβαίνουν εἰς μεγάλας ποσότητας· ἐὰν δὲ θελήσητε τὰ ποσὰ αὐτὰ νὰ τὰ διαιρέσητε εἰς εἴκοσι δόσεις, θὰ ἔχητε δόσεις ἀπὸ μίαν δραχμὴν ἴσως καὶ πεντήκοντα λεπτὰ, τοῦτο δὲ ἤθελε φέρει σύγχυσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν καὶ περιπλοκὰς εἰς τοὺς φορολογουμένους. Διὰ τοῦτο τὸ νομοσχέδιον ἠθέλησε νὰ ἦναι αἱ δόσεις ὁπωσοῦν μεγάλαι, ὥστε νὰ ἀξίζουν τὸν κόπον νὰ ἐγγράφωνται εἰς τὰ δημόσια βιβλία καὶ νὰ ἐκδίδωνται διπλότυπα. Διὰ μόνον τὸν λόγον τοῦτον παρεδέχθημεν τὰ μὲν ἐκ φορολογουμένων καθυστεροῦντα νὰ πληρωθῶσιν εἰς δέκα δόσεις, τὰ δὲ ἄλλα εἰς εἴκοσιν· ἀλλὰ τῶν μὲν πρώτων αἱ δόσεις πρέπει νὰ ἦναι ἐκ δέκα τουλάχιστον δραχμῶν, τῶν δὲ ἄλλων ἐκ πεντήκοντα· ὥστε, ἐνῷ ὁ φορολογούμενος ὁ ὀφείλων ἑκατὸν δραχμὰς, θέλει πληρώνει αὐτὰς εἰς δέκα ἔτη ἀνὰ δέκα, οἱ ἐξ ἄλλων χρεῶν ὀφείλοντες ἑκατὸν δραχμὰς, θέλουσι τὰς πληρώσει εἰς δύω μόνον ἔτη. Ταῦτα, κύριοι, ἐνόμισα, ὅτι ἠδυνάμην νὰ εἴπω περὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Ἐάν τις τῶν κκ. βουλευτῶν εἶχεν ἀνάγκην ἐκτενεστέρων πληροφοριῶν, ἠδύνατο, νομίζω, νὰ ζητήσῃ ταύτας ἐξ ὅτου ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον, ἐξ ὅτου ἐπεξειργάσθη αὐτὸ ἡ Ἐπιτροπή· σήμερον δὲ, ὅτε ἔφθασεν ἡ τρίτη συζήτησις, τὸ νὰ προτείνωμεν ἀναβολὰς μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐξηγηθῇ ἄλλως, εἰμὴ, ὅτι θέλομεν πλαγίως νὰ τὸ ἀποῤῥίψωμεν.
§91Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Σχετικῶς μὲ τὴν συζήτησιν, ἥτις ἐγένετο κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἀπίστους ὀφειλέτας, ὀφείλομεν νὰ εἴπωμεν, ὅτι δὲν θεωροῦνται ὡς τοιοῦτοι ἐκεῖνοι, οἵτινες ναὶ μὲν κατηγγέλθησαν ὡς τοιοῦτοι, ἀλλὰ κατόπιν ἐξεδόθη ἀθωωτικὴ ἀπόφασις περὶ αὐτῶν. Αὕτη ἡ διασάφησις εἶναι ἀνάγκη νὰ γείνῃ, καὶ πρέπει τὸ τοιοῦτον νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικά.
§92ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.) Ἔλαβον ἀφορμήν, ἐξ ὅσων εἶπεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἰθάκης, νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα, καὶ ἐσυμβουλεύθην τὸν δικαστικὸν σύμβουλον, ἐὰν ἦναι δυνατὸν νὰ ὁρισθῇ ἐν τῷ νόμῳ τί ἐστὶν ἄπιστος διαχείρισις. Κατὰ τὸν δικαστικὸν σύμβουλον τοῦτο δὲν δύναται νὰ ὁρισθῇ ἐν νόμῳ εἰδικῷ, διότι ὁ ποινικὸς νόμος περιέχει ὁλόκληρον κεφάλαιον περὶ ἀπιστίας· ἑπομένως πάντα τὰ χρέη, τὰ ὁποῖα ὑπάγονται εἰς τὸ κεφάλαιον τοῦτο τοῦ ποινικοῦ νόμου, θεωροῦνται ὡς ἐξ ἀπιστίας προερχόμενα. Ἐὰν δέ ποτε συμβῇ ἀμφισβήτησις, καὶ τὸ μὲν δημόσιον φρονῇ, ὅτι τὸ χρέος προέρχεται ἐξ ἀπιστίας, ὁ δὲ ὀφειλέτης τὸ ἐναντίον, ἁρμόδια τότε εἶναι τὰ δικαστήρια νὰ λύσωσι τὴν διαφοράν.
§93ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Πολλοί, ὄντες κακῆς πίστεως, ἠθωώθησαν ἀπὸ τὸ κακουργιοδικεῖον· λοιπὸν νὰ σημειωθῇ, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ αὐτῶν.
§94ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.) Ἐγὼ δὲν ἠμπορῶ νὰ δώσω οὐδεμίαν διασάφησιν, οὔτε πρέπει νὰ σημειωθῇ τίποτε εἰς τὰ πρακτικά, διότι πάντα ταῦτα κανονίζει ὁ ποινικὸς νόμος.
§95ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀπαντῶν εἰς τὴν περὶ τῆς συμβάσεως τῶν Μεταλλουργείων τοῦ Λαυρίου ἐρώτησιν τοῦ βουλευτοῦ Σύρου κ. Καράλη καὶ δίδων ἐξηγήσεις, εἶπεν, ὅτι καὶ αἱ κατὰ τῆς ἑταιρίας ἐκείνης ἀπαιτήσεις τοῦ δημοσίου θεωροῦνται ὡς ἀνήκουσαι εἰς τὰ χρέη, περὶ τῶν ὁποίων προέβλεψαν τὰ ἄρθρα τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης οὐδ’ ἐφανταζόμην κἄν, ὅτι ὑπάρχουσι τοσαῦται καθυστερήσεις καὶ ὅτι ἀποβλέπει καὶ εἰς αὐτὰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Ἐκ τούτου λαβὼν ἀφορμήν, παρετήρησα, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι γενικόν, περιλαμβάνον καὶ αὐτὰς τὰς ὀφειλὰς τῶν δήμων πρὸς τὸ δημόσιον, καὶ ὁμιλεῖ ἐν γένει ἐν κεφαλαίῳ τρίτῳ περὶ πάντων τῶν καθυστερουμένων χρεῶν, ἐν οἷς, κατὰ τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ, περιλαμβάνονται καὶ τῶν ἑταιριῶν αἱ ὀφειλαί.
§96ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐὰν ἦναι ἐκκαθαρισμέναι, βέβαια.
§97ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὡς ἐκ τούτου λοιπὸν εὑρίσκω λίαν δεδικαιολογημένην τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Σαράβα, ζητήσαντος τὴν προσαγωγὴν πινάκων τῶν διαφόρων καθυστερουμένων χρεῶν κατὰ κατηγορίας. Δὲν βλέπω δὲ τόσῳ μέγα τὸ κακὸν, ἐὰν ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου μέχρι τῆς Δευτέρας Ἐκτὸς τούτου ὑπάρχει πρότασις νόμου ὑποβεβλημένη ὑπό τινων συναδέλφων, καθ’ ἣν προτείνεται νὰ στερηθῶσι προσκαίρως τῆς πολιτικῆς ἱκανότητος οἱ ὀφείλοντες εἰς τὸ δημόσιον· ὡς δὲ μανθάνω, εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο σκοπεύουσιν οἱ προτείναντες νὰ ὑποβάλωσιν νῦν τροπολογίαν. Ἔχομεν λοιπὸν ἀνάγκην νὰ συναρμολογήσωμεν πάντα ταῦτα, διὰ νὰ συζητήσωμεν προσηκόντως τὸ νομοσχέδιον, καὶ διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν βλάπτει, ἐὰν ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν μέχρι τῆς Δευτέρας ἢ τῆς Τρίτης.
§98ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἕως χθὲς ὅλοι παρεπονούμεθα καὶ κατεδικάζαμεν τὸ φορολογικὸν σύστημα ἐν Ἑλλάδι ὡς καταπιεστικὸν καὶ ἀφίνον καθυστερήματα, καὶ ὡς ἐκ τούτου ὅλοι ἐῤῥίψαμεν τὸν λίθον τοῦ ἀναθέματος κατὰ τοῦ συστήματος ἐκείνου. Ἐνῷ εἴχομεν τοιοῦτον σύστημα φορολογικὸν, ἑπόμενον ἦτο, ὅτι ἤθελον μείνει καὶ ἐλλείμματα. Οἱ κύριοι ἐκεῖνοι, οἵτινες γογγύζουσιν ἤδη διὰ τὰ καθυστερήματα αὐτὰ, ὅταν ἤκουσαν, ὅτι ἀνῆλθον εἰς 80,000,000, ἐθαύμασαν. Ἀγνοοῦντες τὴν ἱστορίαν των, δὲν ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν, ὅτι εἶναι καὶ πεντήκοντα ἔτη, καθ’ ἃ ἐπεσωρεύθησαν τὰ ἐλλείμματα ταῦτα. Ὁ κ. Ῥάλλης γελᾷ· ἀλλὰ δὲν γνωρίζει, μοὶ φαίνεται, ὅτι καὶ εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ εἰς τὸν Πειραιᾶ ὑπάρχουσι περὶ τὰ 4 ἑκατομμύρια δραχμῶν καθυστερούμενα ἀπὸ φόρους οἰκοδομῶν καὶ ἐπιτηδευμάτων. Πόθεν προέρχονται αἱ καθυστερήσεις αὗται;
§99Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ὑπάρχουν.
§100ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἔχω τὸ θάῤῥος νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν χρεωστῶ οὔτε λεπτὸν εἰς τὸ δημόσιον. Ὀφείλω ὅμως νὰ εἴπω, ὅτι ἀδύνατον εἶναι νὰ εἰσπράξῃ τὸ Δημόσιον ὅλα τὰ καθυστερούμενα· διὰ τοῦτο βλέπετε, ὅτι καὶ τώρα, ὅπου ἔπαυσε τὸ σύστημα τὸ προϋπάρχον, πάλιν ἔμειναν καθυστερήματα. Μόνον ὁ νόμος περὶ χαρτοσήμου δὲν ἀφίνει καθυστερήματα. Νομίζετε, ὅτι αὐτὸς ὁ νόμος εἶναι εὐεργητικὸς μόνον διὰ τοὺς ὀφειλέτας; εἶναι μᾶλλον ὠφέλιμος καὶ διὰ τὸ δημόσιον, διότι θὰ εἰσπράττῃ κατ’ ἔτος περὶ τὰ δύω ἑκατομμύρια, ἀφοῦ θὰ εἰσπράττωνται καὶ οἱ φόροι ἐτησίως, οἵτινες ἀνέρχονται εἰς 48 ἑκατομμύρια. Καὶ ἐὰν κατορθώσωμεν δι’ αὐτοῦ τοῦ νόμου νὰ εἰσπράξωμεν τὸ ἥμισυ τῶν καθυστερουμένων, πρέπει νὰ ἤμεθα λίαν εὐχαριστημένοι. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἐξητάσαμεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ ἱκανὰς ἡμέρας καὶ εὕρομεν, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιψηφισθῇ.
§101ΜΙΛΗΣΗΣ. Εἰσάγεται, κ. πρόεδρε, εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον τόσῳ σπουδαῖον ἄνευ ἐκθέσεως δικαιολογητικῆς, παραπέμπεται τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ μᾶς ὑποβάλλει ἁπλῆν σύστασιν, ἐν ᾗ δὲν ἐκθέτει οὐδένα λόγον.— Ἂς τελειώσουν οἱ κύριοι τὰς ἰδιαιτέρας συνδιαλέξεις, καὶ κατόπιν ἐξακολουθῶ.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε, κύριοι, παρακαλῶ.
§103ΜΙΛΗΣΗΣ (ἀπὸ τοῦ βήματος). Ἀπεφάσισα ν’ ἀναβῶ τὸ βῆμα, μὲ τὴν ἐλπίδα, ὅτι τοὐλάχιστον ἐντεῦθεν θέλω ἀκουσθῆ. Εἶμαι, κύριοι, κατ’ ἀρχὴν ὑπὲρ τοῦ μέτρου τῆς ἐπιεικείας πρὸς τοὺς καθυστεροῦντας ὀφειλέτας τοῦ Δημοσίου τόσῳ μᾶλλον, ὅσῳ θεωρῶ, ὅτι κύριος λόγος τῶν καθυστερημάτων εἶνε τὸ κακὸν ἡμῶν φορολογικὸν σύστημα. Ἐν τῇ Συνελεύσει ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ διερμηνεύσω τὴν ἐπιείκειαν ταύτην, καταπολεμήσας πρότασιν ὁμοίαν μὲ τὴν νῦν φερομένην, νὰ στερήσωμεν τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων τοὺς ὀφειλέτας τοῦ Δημοσίου, ἐνῷ τὰ χρέη αὐτῶν δὲν εἶναι οὔτε κἂν ἐκκαθαρισμένα καὶ βέβαια. Δὲν εἶμαι λοιπὸν κατ’ ἀρχὴν ἐναντίος τοῦ νομοσχεδίου· ἀλλὰ δὲν βλέπω καὶ τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ σπεύσωμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, κατὰ τὴν δυστυχῆ τακτικὴν, ἡ ὁποία ἐπεκράτησεν ἀπό τινος, νὰ νομοθετῶμεν τυφλοῖς ὄμμασιν, ὑπέβαλε τοιοῦτον σπουδαῖον νομοσχέδιον, χωρὶς νὰ τὸ συνοδεύσῃ μὲ τὴν δικαιολογητικὴν ἔκθεσιν. Ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ μόνη ἀρχὴ, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Βουλὴ, ἵνα τὴν φωτίζῃ, προσεξετάζουσα τὰ νομοσχέδια, συνῆλθεν ἐπί τινας στιγμὰς, ἀντήλλαξαν τὰ μέλη τὰς γνώμας των, καὶ μὲ δύο λέξεις μᾶς λέγουν: τὸ μέτρον εἶναι καλὸν καὶ ἀποδεκτόν. Δὲν ἔχομεν λοιπὸν κανὲν φῶς, καμμίαν ὁδηγίαν. Ἂς μᾶς ἀφήσουν τοὐλάχιστον μίαν ἡμέραν νὰ σκεφθῶμεν τὸ πρᾶγμα. Ἄλλως ποῖον τὸ μέγα ἐθνικὸν συμφέρον, τὸ ὁποῖον ὑπαγορεύει τὴν ταχεῖαν ἐπιψήφισιν; Θὰ καταστραφῇ τάχα ἡ Ἑλληνικὴ πολιτεία διὰ τῆς ἀναβολῆς ἐπὶ μίαν ἡμέραν; Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ἐν τῷ συμφέροντι τῆς ἰδίας αὑτῆς ἀξιοπρεπείας, ἵνα δείξῃ, ὅτι ἐκ πεποιθήσεως πεφωτισμένης καὶ ἐν γνώσει τῶν πραγμάτων λαμβάνει τὸ μέτρον τοῦτο τὸ ἐπιεικὲς, νὰ μὴ σπεύσῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ σήμερον, ἀλλὰ ν’ ἀναβάλῃ αὐτὴν διὰ τὴν προσεχῆ Δευτέραν.
§104ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.) Εἰς πάντα ἄλλον ἥρμοζεν ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἑρμιονίδος, οὐδέποτε ὅμως εἰς τὸν κ. Μίλησην. Ὅταν ἐζήτησα τὸν λόγον, εἶχον τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἤθελε παρακαλέσει τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ μίαν ὥραν προτήτερα τὸ νομοσχέδιον, καὶ τοῦτο, διότι ὁ κ. Μίλησης ἦτο μετ’ ἐμοῦ μέλος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον, ἐξετάσαν κατὰ τὸ 1876 τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον καὶ ὠφέλιμον καὶ διὰ τὸ δημόσιον καὶ διὰ τὴν κοινωνίαν, καὶ ἀπεφάσισε νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ὑπεβλήθη. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἔπρεπε μᾶλλον νὰ ἐκφράσῃ τὴν στενοχωρίαν του διατί δὲν ψηφίζεται ἕως τώρα. Θέλει σήμερον νὰ μάθῃ ἀπὸ ἐμὲ ποῖος εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον θεωρῶ ὡς κατεπείγουσαν τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἐν πρώτοις λέγω, ὅτι οὐδόλως ἐθεώρησα ὡς κατεπείγουσαν τὴν συζήτησιν, οὔτε ἐζήτησα ποτὲ ἀπὸ τὴν Βουλὴν ν’ ἀφήσῃ ἄλλα ἀντικείμενα σπουδαιότερα καὶ νὰ προτάξῃ τοῦτο. Ἀπ’ ἐναντίας τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ὑπεβλήθη ἀπὸ τὰς πρώτας ἡμέρας τῆς συνόδου, ἐτυπώθη, ἐδόθη καιρὸς εἰς ὅλους νὰ τὸ μελετήσουν, καθυπεβλήθη εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία τὸ ἐξήτασεν, ὡς σᾶς ἐβεβαίωσεν ἓν ἀξιότιμον μέλος αὐτῆς, μὲ ὅλην τὴν ἄνεσιν, καὶ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της, ἡ ὁποία φέρει χρονολογίαν 26 Νοεμβρίου. Ἔκτοτε εἶναι ἐγγεγραμμένον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, παρηγκωνίσθη τοσάκις, καὶ μόλις τώρα ἦλθεν ἡ σειρά του, καὶ πρόκειται ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφανθῇ εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν. Ἀφοῦ δὲ παρῆλθον αἱ δύο πρῶται ἀναγνώσεις, τότε ἐνεθυμήθησάν τινες νὰ ζητήσουν πληροφορίας καὶ πίνακας οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνταχθοῦν οὔτε ἐν διαστήματι ἓξ μηνῶν. Ὁ κ. Μίλησης θέλει νὰ μάθῃ διατί βιάζομαι; Σᾶς τὸ εἶπον ὅταν ὑπέβαλον τὸν προϋπολογισμὸν, εἰς τὸν ὁποῖον ἐνέγραψα ἀπὸ ἔσοδα τῶν μέχρι τοῦ 1876 κεκλεισμένων χρήσεων ἓν ἥμισυ ἑκατομμύριον· τοῦτο δὲ τὸ ποσὸν ἐλπίζω νὰ εἰσπραχθῇ, ἐὰν ψηφίσητε τὸν νόμον αὐτόν. Ἐὰν δὲν τὸν ψηφίσητε, τότε τὸ ποσὸν τοῦτο θὰ διαγραφῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ· διότι, ἐὰν παρατηρήσητε τοὺς λογαριασμοὺς ὅλων τῶν ἐτῶν, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ἀπὸ τὰς χρήσεις, αἱ ὁποῖαι ἔκλεισαν πρὸ 3 ἢ 4 ἐτῶν, δὲν εἰσπράττονται ἐτησίως εἰμὴ 50 ἕως 100 χιλιάδες δραχμῶν, μὲ ὅλας τὰς προσπαθείας τῶν κατὰ καιροὺς ὑπουργῶν καὶ μὲ ὅλα τὰ ληφθέντα αὐστηρὰ μέτρα. Μόνον διὰ τῆς ἐκκαθαρίσεως, τὴν ὁποίαν προτείνω, ἐλπίζω κἄτι νὰ γείνῃ, διότι ἐκ τῶν 85,000,000, εἰς τὰ ὁποῖα ἀνέρχονται τὰ καθυστεροῦντα, ἐλπίζω νὰ ἐκκαθαρισθοῦν τὰ 40, ἐξ ὧν, εἰσπράττοντες 5%, θέλομεν ἔχει 2,000,000. Παρουσιάζεται πρόσκομμα εἰς τὴν πρόοδον τοῦ νομοσχεδίου μία ἄλλη πρότασις περὶ στερήσεως τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων τῶν ὀφειλετῶν τοῦ δημοσίου. Ἐὰν οἱ εἰσαγαγόντες αὐτὴν θέλουν νὰ τὴν ὑποστηρίξουν, πρέπει νὰ ἐπιφυλαχθοῦν νὰ τὴν προσκολλήσουν ὡς τριπαλογίαν εἰς τὸ ἕτερον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν εἴσπραξιν τῶν δημοσίων ἐσόδων, διότι, ἐὰν ἡ Βουλὴ παραδεχθῇ τοιαύτην πρότασιν, δὲν πιστεύω νὰ τὴν παραδεχθῇ διὰ τοὺς ὀφείλοντας μέχρι τοῦ 1876, ἀλλὰ διὰ τὸ μέλλον· ὥστε ἡ πρότασις αὕτη δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφανθῇ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, διότι δὲν δύναμαι ν’ ἀποδεχθῇ τὴν ἀναβολὴν, καὶ νομίζω, ὅτι εἶναι καλλίτερον καὶ εὐθύτερον νὰ τὸ ἀποῤῥίψῃ ἡ Βουλή.
§105ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐγὼ δὲ, κύριοι, ἀπὸ πάντα ἄλλον ἢ ἀπὸ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν περιέμενον ν’ ἀκούσω ὅσα εἶπεν εἰς ἀπάντησιν τῆς ὁμιλίας μου. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος, ὅστις πολλάκις ἐχρημάτισεν ὑπουργὸς, διατελεῖ δὲ καὶ νῦν τοιοῦτος, ἐλησμόνησε, φαίνεται, ὅτι εἰς τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον δὲν συζητοῦνται, καὶ μάλιστα εἰς τὰς λεπτομερείας των, νομοσχέδια ὡς τὸ προκείμενον· τὸ πολὺ ἀνακοινοῦνται εἰς αὐτὸ καὶ συζητεῖται ἡ ἀρχή των. Ἀλλ’ ἐλησμόνησε καὶ ἄλλο πρᾶγμα, ὅτι, καθὼς διεσκευάσθη καὶ παρουσιάζεται νῦν τὸ νομοσχέδιον εἰς τὰς λεπτομερείας του, δὲν εἶναι ἀπαράλλακτον μὲ τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ τότε ἀνεκοινώθη εἰς τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον· ἔπειτα προέκυψαν σήμερον καὶ νέαι δυσχέρειαι, αἵτινες ἦσαν ἄγνωστοι τότε καὶ τὰς ὁποίας ἠκούσατε. Ποῦ λοιπὸν ἡ ἀνακολουθία; Ἀλλὰ παραιτῶ τὸ προσωπικὸν τοῦτο μέρος τοῦ ζητήματος, καὶ ἐρωτῶ, ποῖον λόγον ἠκούσατε ἀπὸ τὸν κ. ὑπουργὸν, δι’ ὃν τὸ νομοσχέδιον πρέπει νὰ συζητηθῇ μεθ’ ὅσης ἀξιοῦσι σπουδῆς; Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μᾶς εἶπε: δὲν βλέπετε τὸν λόγον τοῦ κατεπείγοντος; τὸ νομοσχέδιον ἔχει ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ· λοιπὸν πρέπει ταχέως νὰ συζητηθῇ, καὶ ἢ νὰ ψηφισθῇ, ἢ ν’ ἀποῤῥιφθῇ, διὰ νὰ κανονίσωμεν ἀναλόγως τὰ ἔσοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ μήπως ἡμεῖς προτείνομεν τὴν ἐπ’ ἀόριστον ἀναβολὴν τοῦ νομοσχεδίου; ἡμεῖς σᾶς ζητοῦμεν ἁπλῶς καὶ μόνον νὰ ἔχητε τὴν ὑπομονὴν νὰ σκεφθῶμεν ἐπὶ μίαν ἡμέραν, καὶ τὴν προσεχῆ Δευτέραν συζητοῦμεν τὸ νομοσχέδιον, προλαμβάνω μάλιστα νὰ εἴπω, ὅτι καὶ ἐγὼ θὰ ἦμαι κατ’ ἀρχὴν σύμφωνος, διὰ νὰ εὐχαριστήσω τὸν κ. ὑπουργόν...
§106ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, ὄχι.
§107ΜΙΛΗΣΗΣ. Διὰ νὰ μὴ σᾶς δώσω ἄλλως ἀφορμὴν νὰ μὲ ἀποκαλῆτε ἀνακόλουθον, σεῖς ὁ τόσον πρὸς ἑαυτὸν ἀκόλουθος.
§108ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κανεὶς δὲν σᾶς εἶπεν ἀνακόλουθον.
§109ΜΙΛΗΣΗΣ. Τίνα σκοπὸν εἶχε τότε τὸ προσωπικὸν μέρος τῆς ὁμιλίας σας; Ὁμολογήσατε, ὅτι ἐσπεύσατε πολὺ καὶ εἰς τοῦτο, ὅπως σπεύδετε πάλιν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου σας.—Ἐλπίζω λοιπὸν, κύριοι, ὅτι θὰ συγκατανεύσητε νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις διὰ τὴν προσεχῆ Δευτέραν, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ μελετήσωμεν τοῦ νομοσχεδίου τὰς λεπτομερείας καὶ φέρωμεν ἐπ’ αὐτοῦ τὰς ἀναγκαίας βελτιώσεις.
§110ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὁ κ. Μίλησης καὶ ὁ κ. Δημητρακάκης λησμονοῦν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, ἐκτὸς δύω ἄρθρων νέων, ὑπεβλήθη κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ τῶν οἰκονομικῶν, δι’ ἐκθέσεως τοῦ εἰσηγητοῦ κ. Φλογαΐτου, ἐξέθεσε τοὺς λόγους, δι’ οὓς πρέπει νὰ γείνῃ ἀποδεκτόν. Τὸ νομοσχέδιον ἐνεγράφη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, συνεζητήθη δὶς καὶ ἐγένετο παμψηφεὶ ὑπὸ τῆς Βουλῆς δεκτόν. Ποίους νέους λόγους θὰ εὕρωσιν ἤδη καὶ ποίαν νέαν μελέτην θὰ κάμωσιν οἱ ζητοῦντες τὴν ἀναβολήν;
§111ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Τοιοῦτοι νόμοι, κύριε πρόεδρε, δίδουν εἰς τὸ κοινὸν τὸ ἐνδόσιμον νὰ φρονῇ, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἀπὸ δεκαετίας εἰς δεκαετίαν νὰ φθάνωμεν εἰς ἓν εἶδος σεισαχθείας, καὶ μὰ τὴν ἀλήθειαν, ἄν τις ἐπισπεύδῃ νὰ ἦναι ἀκριβὴς εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὀφειλομένων ἐκ διαφόρων λόγων πρὸς τὸ δημόσιον, οὗτος συμφεροντολογικῶς σφάλλει (ἱλαρότης), οὗτος δὲν σκέπτεται ὀρθῶς. Ἐκ τοιούτων χρεαφετικῶν δεδομένων ἀποκτᾷ τις τὴν πεποίθησιν, ὅτι διὰ τῆς ἐπ’ ἄπειρον ἀναβολῆς τῆς καταβολῆς τῶν πρὸς τὸ δημόσιον ὀφειλομένων δύναται νὰ ἐλπίσῃ, ὅτι μίαν ἡμέραν ὄχι μόνον δὲν θὰ πληρώσῃ τοὺς τόκους, ἀλλὰ καὶ τὸ κεφάλαιον θὰ ἐλαττώσῃ κατὰ πολύ. Ἡ παρέλευσις λοιπὸν τοῦ χρόνου, παράγουσα τοιαῦτα νομοσχέδια, ἐνθαῤῥύνει τοὺς πολίτας εἰς ἀναβολὴν τῶν ὑποχρεώσεών των· τὸ νομοσχέδιον κατὰ συνέπειαν τὸ ὑπὸ συζήτησιν, ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην εἶναι συζητήσιμον, ἐὰν ἔχῃ λόγους ἐπαρκεῖς νὰ ψηφισθῇ. Ἐπεκράτησε δ’ ἐν τῷ κοινοβουλίῳ, ὥστε κατὰ τὴν πρώτην καὶ τὴν δευτέραν συζήτησιν παντὸς νομοσχεδίου νὰ μὴ γίνηται καμμία συζήτησις, ἀλλὰ τυπικῶς ν’ ἀναγινώσκωνται, συγκεντροῦται δὲ ἅπασα ἡ προσοχὴ κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν. Τοῦτο συνέβη καὶ εἰς τὸ παρὸν νομοσχέδιον, καὶ διὰ τοῦτο ζητοῦμεν τὴν ἐκτεταμένην συζήτησιν, ἥτις εἶναι ὁ λόγος τῆς ἀναβολῆς. Ἀλλὰ ἡ τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ μᾶς ὑπέδειξε κρυπτομένην μίαν φοβερὰν ὄψιν ὑπολανθανούσης ἐξυπηρετήσεως ἰδιωτικῶν συμφερόντων, καὶ τοῦτο παρουσιάσθη μόνον ἀπόψε· ἀπόψε παρουσιάσθη, ὅτι ἑταιρία μεταλλουργική, ὀφείλουσα πλέον τοῦ ἑκατομμυρίου, θέλει νὰ ὑπαχθῇ εἰς αὐτὴν τὴν σεισάχθειαν. Θέλει λοιπὸν ἡ Βουλὴ ἀπέναντι τῆς μεγάλης αὐτῆς θυσίας τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων νὰ λάβῃ καιρὸν νὰ σκεφθῇ μὴ κρύπτηται ἐκ πλαγίου καταδολίευσίς τις; κατὰ συνέπειαν, ἐνώπιον μιᾶς τοιαύτης διανοητικῆς καταστάσεως τοῦ κοινοβουλίου, ὅπερ ζητεῖ ἔλεγχον, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἐπισπεύδωμεν τὴν συζήτησιν. Προτείνω λοιπὸν, συμφώνως μὲ τὸν κ. Μίλησην, ὅπως τὸ νομοσχέδιον ἀναβληθῇ μέχρι τῆς προσεχοῦς Δευτέρας, ὅπως ἡ Βουλὴ λάβῃ τὸν κατάλληλον καιρὸν νὰ σκεφθῇ ἐπὶ τοῦ σπουδαιοτάτου τούτου νομοσχεδίου.
§112ΣΑΡΑΒΑΣ. Ὀφείλω, κύριοι, νὰ μὴ ἀφήσω ἀπαρατήρητον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν, ὅτι ἡ πρότασις περὶ ἀναβολῆς ἐγένετο πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ ν’ ἀναβάλωμεν τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἡ αἰτίασις αὕτη ἀπευθύνεται κυρίως κατὰ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν προσεῖχεν εἰς τὰ μέχρι τοῦδε γενόμενα, ἤθελεν ἴδει, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις, μακρὰν τοῦ νὰ φέρῃ οἱονδήποτε πρόσκομμα εἰς οἱονδήποτε μέτρον παρὰ τῆς Κυβερνήσεως προτεινόμενον, τοὐναντίον, καίτοι πολλὰς λαβοῦσα ἀφορμὰς, δὲν ἠθέλησε νὰ ἐγείρῃ οὐδὲν ζήτημα ἀφορῶν εἰς τὴν ἐσωτερικὴν πολιτικήν· μάλιστα παρέσχεν ὅλην αὑτῆς τὴν συνδρομὴν εἰς ὅλα τὰ μέτρα, τῶν ὁποίων τὴν ἐπιψήφισιν ἐζήτησεν ἡ κυβέρνησις. Καὶ ὅμως, κύριοι, εἰς μίαν ἁπλουστάτην πρότασιν, λίαν δικαιολογημένην πρότασιν, ἡ ὁποία προέρχεται κυρίως ἐκ τοῦ ὅτι νομοσχέδιον τόσῳ σπουδαῖον εἰσάγεται ἄνευ οὐδεμιᾶς δικαιολογητικῆς ἐκθέσεως, ἥτις προέρχεται ἐξ αὐτοῦ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις ὤφειλε νὰ παρουσιάσῃ ἀκριβῆ κατάλογον ὅλων ἐκείνων τῶν καθυστερουμένων, ἐπὶ τῶν ὁποίων πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ περὶ οὗ πρόκειται νομοσχέδιον, διὰ νὰ ἴδωμεν καὶ ἡμεῖς, ἂν ὁ νόμος αὐτὸς πρόκηται νὰ χορηγήσῃ ἐπιεικές τι μέτρον εἰς τοὺς πολλοὺς ἢ εἰς τοὺς ὀλίγους, εἰς τοὺς ἀτυχήσαντας ὀφειλέτας τοῦ δημοσίου, ἢ εἰς τοὺς κακῆς πίστεως, τοὺς πλουτήσαντας ἐκ τῆς περιουσίας τοῦ δημοσίου, ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸς δὲν θέλει ν’ ἀναγνωρίσῃ τὸν ἀληθῆ αὐτῆς χαρακτῆρα καὶ τοὺς προκαλέσαντας αὐτὴν λόγους. Δὲν θέλομεν, ὥστε ὅλοι δι’ ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ μέτρου νὰ ὠφεληθῶσι, διότι εἶναι καὶ ἀτυχεῖς ὀφειλέται, εἶναι ὅμως καὶ ὀφειλέται κακῆς πίστεως, περὶ τῶν ὁποίων δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ γείνῃ οὐδεμία ἐπιείκεια. Λοιπὸν ἀφοῦ ἡ πρότασις τῆς ἀναβολῆς παρουσιάζεται ὑπὸ τοιοῦτόν τινα τύπον, οὐδένα εἶχε λόγον ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ὑποπτευθῇ, ὅτι οἱ προτείναντες τὴν ἀναβολὴν ἀπέβλεπον εἰς ἄλλο τι. Νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ, μὴ παραδεχομένη τὴν πρότασιν τῆς ἀναβολῆς ὡς τὴν διετύπωσα, θέλει ψηφίσει τὸ νομοσχέδιον, χωρὶς νὰ ἔχῃ ἀκριβῆ γνῶσιν περὶ τίνος πρόκειται ν’ ἀποφασίσῃ.
§113ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Λίαν ἀνακριβῶς ζητήματά τινα χαρακτηρίζονται ὡς ζητήματα ἀντιπολιτεύσεως ἢ συμπολιτεύσεως, ἐνῷ αὐτὰ ταῦτα τὰ ζητήματα ὑπεστηρίχθησαν ἀπὸ τὰ ἐγκριτώτερα μέλη τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Τὸ ζήτημα τοῦτο οὐδένα ἔχει χαρακτῆρα πολιτικόν, ἀλλ’ ἀφορᾷ μόνον εἰς τὰ οἰκονομικά· ἐφέρθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ ἡ ἀντιπολίτευσις, κατὰ τῆς ὁποίας δὲν παρεπονέθη οὐδεὶς μέχρι τοῦδε, δι’ ἀξιοτίμων μελῶν αὑτῆς ἐνέκρινε τὴν παραδοχὴν τοῦ νομοσχεδίου. Λοιπὸν τώρα, κύριοι, πρὸς τί ὅλος αὐτὸς ὁ τόνος, ὁ ἐρεθισμός, ὅτι πρόκειται νὰ πολεμήσωμεν τὴν πρότασιν αὐτὴν, ἐνῷ περὶ τούτου οὐδεὶς ἐγένετο λόγος; Ἄν ἠρωτώμεθα ἐξ ἀρχῆς, θὰ παρεδεχόμεθα τὴν ἀναβολὴν, ὄχι διότι λέγουν, ἀλλὰ διότι δύνανται νὰ παρατείνωσι τὴν συζήτησιν ὅσον θέλουσιν, εἶναι δὲ ἤδη 6 ἡ ὥρα. Ἐν Ἑλλάδι δὲν ὑπάρχει οὐδὲν μέσον περιορίζον τὴν κατάχρησιν τοῦ λόγου· ἕκαστος δύναται νὰ ἐπιτυγχάνῃ τὴν ἀναβολὴν διὰ μακρᾶς συζητήσεως. Ὥστε εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ δεχθῶμεν τὴν ἀναβολήν· ἀλλὰ τὸ ζητούμενον εἶναι ἀδύνατον.
§114ΡΑΛΛΗΣ. Πρόκειται, κύριοι, περὶ νομοσχεδίου, διὰ τοῦ ὁποίου δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι δωροῦνται ὁλόκληρα ἑκατομμύρια. Δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν, ὅπως ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις μέχρι τῆς Δευτέρας;
§115ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ εἴπομεν αὐτό.
§116ΡΑΛΛΗΣ. Ναί· ἀλλ’ ἀφοῦ ἡ κυβέρνησις μετὰ τόσῳ μακρὰν συζήτησιν συνῄνεσεν εἰς τὸ νὰ μᾶς χορηγηθῇ αὐτὴ ἡ ἀναβολὴ, ζητῶ, ὅπως χρησιμοποιηθῇ καὶ διανεμηθῇ εἰς τοὺς κ. κ. βουλευτὰς μέχρι τῆς προσεχοῦς Δευτέρας ἡ ἔκθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς παρελθούσης συνόδου. Διότι ἐζητοῦμεν διὰ τῆς ἀναβολῆς μόνον, ἵνα κατορθώσωμεν νὰ γείνῃ σπουδαία συζήτησις. Δὲν πρόκειται δὲ, ὡς εἶπεν ὁ κ. Στεφανόπουλος, περὶ χρεῶν τοῦ 1811, εἶναι δ’ ἐντελῶς ἀνακριβές, ὅτι ἐγὼ ἔχω συμφέρον ἐπαρχιακόν.
§117ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον, ὅτι ἀτομικῶς ὁ κ. Ῥάλλης ὀφείλει· εἶπον, ὅτι ἡ ἐπαρχία του ὀφείλει.
§118ΡΑΛΛΗΣ. Γνωρίζετε, κύριε πρόεδρε, ποῖαι εἶναι αἱ ἐπαρχίαι, αἱ ὁποῖαι ὀφείλουν· εἶναι ἡ ἐπαρχία τῆς Ἠλείας, ἡ ὁποία καθυστερεῖ κατ’ ἔτος 32 ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν, ἡ τῆς Ὀλυμπίας, νομίζω, 30, τῆς Μεσσηνίας καὶ ἄλλαι.
§119ΤΙΝΕΣ. Αὔριον, αὔριον.
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, καθήσατε, ἔχομεν καιρόν. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῶν ὑπαλλήλων τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν.
§121ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶναι ἀπαρτία. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος τῶν κ. κ. Βουλευτῶν.)
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ· εἴμεθα παρόντες 109. (Ἐπιψηφίζεται εἰς τρίτην συζήτησιν τὸ περὶ τῶν ὑπαλλήλων τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν νομοσχέδιον, ἀποσύραντος τοῦ κ. Ψύλλα τὴν ἐπ’ αὐτοῦ τροπολογίαν του.) Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 6¼ μ. μ.