1881.01.26
1,913 rows · 15,283 words · 92 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 58
τῆς 26 Ἰανουαρίου 1881.
Ὥρᾳ 2¼ μ. μ.
Ἀπαρτίας γενομένης, ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκρίνονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ἐν Πάτραις καπνέμποροι καὶ καπνοπῶλαι παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ καπνοῦ. — Κατάδικοί τινες Παλαμηδίου παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ αὐτοὺς εἰς τὴν Κυβέρνησιν πρὸς ἀπονομὴν χάριτος.
§2ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Καὶ ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, εἶχον τὸ ἴδιον παράπονον καὶ ἐπεφυλασσόμην νὰ κάμω ἐπερώτησιν τοιαύτην· ἀλλ’ ἀφοῦ ἤδη ὑποβάλλεται ἐκ μέρους τῶν πασχόντων τοιαύτη ἀναφορὰ, παρακαλῶ καὶ ἐγὼ τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ ἓν μέτρον δικαιοσύνης περὶ τῶν χαρίτων, διότι δυστυχῶς, ὡς διεξάγονται τὰ περὶ χαρίτων σήμερον, δύναται νὰ θεωρηθῇ, ὅτι εἶναι ἡ κατάστασις ἐκείνη, ἥτις ἀπαντᾶται ἐν τῷ Ἱερῷ Εὐαγγελίῳ, καθ’ ἣν ἀπαιτεῖται εἰδικὸς ἄνθρωπος, ἵνα, ὅταν ἀναταραχθῇ τὸ ὕδωρ τῆς κολυμβήθρας τοῦ Σιλωὰμ, ἐμβάλῃ τὸν πάσχοντα εἰς αὐτήν· λοιπὸν, ἐὰν δὲν εὑρεθῇ ἄνθρωπος νὰ ἐμβάλῃ τοὺς καταδίκους εἰς τὴν κολυμβήθραν, αὐτοὶ μένουν εἰς τὸ Παλαμήδιον, καίτοι ἔχοντες τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν μόρφωσιν μιᾶς πεποιθήσεως περὶ ἀπονομῆς χάριτος. Κατὰ συνέπειαν ἡ ἀναφορὰ αὕτη πρέπει νὰ συστηθῇ εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως μελετήσῃ καὶ ἴδῃ ποῦ ἔγκειται τὸ ἐλάττωμα, χάριν τοῦ ὁποίου αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι παρελείφθησαν ὑπὸ τῶν ἐπιτροπῶν καὶ δὲν συνεστήθησαν εἰς τὴν χάριν. Θεωρῶ μάλιστα, ὅτι τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶναι καταδικασμένα οὐχὶ ἕνεκα ἐγκλημάτων, τὰ ὁποῖα προδίδουσι διεφθαρμένην συνείδησιν, κακὴν ψυχὴν, ἀλλ’ ἐκεῖνοι, οἵτινες κατεδικάσθησαν ἕνεκα συγκρούσεως ἐν βρασμῷ ψυχικῆς ὁρμῆς δι’ ἓν τραῦμα ἀνταποδίδοντες εἰς μίαν πρόκλησιν ἐχθρικὴν, καὶ ὑπερέβησαν τὰ ὅρια τῆς ἀμύνης, θεωρῶ, ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ δοθῇ εἰς αὐτὰ μία ἐπιείκεια, καὶ ν’ ἀπολαύσωσι τῆς χάριτος· ὅπως δήποτε ὅμως περὶ ὅλων αὐτῶν τῶν σχετικῶν, ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θέλει μελετήσει τὰ περὶ τούτου. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ συστήσωμεν εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως καὶ αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι ἐπιτύχωσι τῆς φιλανθρωπίας, ἥτις ἀπαιτεῖται ὡς ἐκ τῆς φύσεως τῶν ἐγκλημάτων, τὰ ὁποῖα διέπραξαν.
§3ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Τὰ περὶ χαρίτων, κύριοι, ἐκανονίσθησαν καὶ διεξάγονται πρὸ πολλῶν ἐτῶν κατὰ τρόπον, ὅστις δὲν ἔδωκεν ἀφορμὴν νὰ ἐγερθῇ παράπονον οὔτε ἐκ μέρους ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι κανένα, ἵνα τοὺς ἐμβάλῃ εἰς τὴν κολυμβήθραν, ὅταν ταράσσηται τὸ ὕδωρ. Γνωρίζετε, κύριοι, ὅτι ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν γίνονται προτάσεις ἐκ μέρους τῶν ὑποδεεστέρων ἀρχῶν περὶ ἀπονομῆς χάριτος· αἱ προτάσεις αὗται συγκεντροῦνται εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, συγκροτεῖται δὲ ἐπιτροπὴ ἐξ ἀνωτέρων δικαστικῶν ὑπαλλήλων, οἵτινες λαμβάνουσιν ὑπ’ ὄψιν τὰς προτάσεις τῶν ὑποδεεστέρων ἀρχῶν περὶ τῆς καταστάσεως τῶν καταδίκων καὶ τῶν φυλακῶν, μελετῶσι τὰς σχετικὰς δικογραφίας, ἀπὸ τὰς ὁποίας ἐμφαίνεται τὸ ἔγκλημα, διὰ τὸ ὁποῖον εἶναι καταδεδικασμένοι, αἱ ἐγερθεῖσαι τυχὸν ἀμφιβολίαι περὶ τῆς ἐνοχῆς αὐτῶν ὡς καὶ αἱ συστάσεις τῶν δικαστῶν, οἵτινες ἔλαβον μέρος εἰς τὴν διεξαγωγὴν τῆς δίκης· ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τῶν λεπτομερῶν τούτων ἐρευνῶν γίνονται προτάσεις πρὸς τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ τίθενται παρ’ αὐτοῦ ὑπὸ τὴν κρίσιν καὶ ἀπόφασιν τῆς Αὐτοῦ Μεγαλειότητος. Αὐτὴν τὴν πορείαν ἔχω σκοπὸν ν’ ἀκολουθήσω καὶ ἐγὼ ἀπαραλλάκτως, καὶ πιστεύω, ὅτι, ἐὰν κατορθώσω νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν κρίσιν τῆς Αὐτοῦ Μεγαλειότητος προτάσεις περὶ ἀπονομῆς χαρίτων καὶ εὐδοκήσῃ ν’ ἀπονείμῃ τοιαύτας, δὲν θέλει ἐγερθῆ οὐδὲν παράπονον.
§4ΤΖΑΝΕΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐπαληθεύσῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀπὸ τοῦ βήματος εἶπεν· εἶπεν, ὅτι λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν αἱ δικογραφίαι, ὅπερ ἐγὼ λέγω, ὅτι δὲν εἶναι ἀληθές. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐνεργῶν καὶ αὖθις ὡς ἀείποτε, δύναται νὰ ἔχῃ τὴν ἰδέαν αὐτήν, ἐγὼ ὅμως, ὡς ἐκ τῆς πείρας καὶ τῶν πραγμάτων, ἐπείσθην, ὅτι δὲν γίνεται αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζει. Ἐγὼ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης πρὸ μηνὸς περίπου ὑπέβαλον τὴν αἴτησιν μετὰ θερμῶν παρακλήσεων νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ δικογραφία τοῦ Γεωργίου Κωνσταντοπούλου, ὅστις κατεδικάσθη εἰς ὀκταετῆ εἱρκτὴν, ἀφοῦ ἐγκλημάτησε, ἀμυνόμενος, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα παρῆλθε καιρὸς ἱκανὸς διὰ νὰ ζητηθῇ ἁρμοδίως ἡ δικογραφία αὕτη· ἑπομένως δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν οὔτε δικογραφία, οὔτε ἡ κατάστασις τῶν φυλακισμένων, οὔτε ὁ χρόνος τῆς φυλακίσεώς των, ἀλλ’ ἀφίνετε, φαίνεται, τὴν ἐνέργειαν ταύτην εἰς τὴν διάκρισιν τῶν ἐπιτροπῶν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, οὐδέποτε εἶδον τοὺς ὑπουργοὺς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἔλθωσιν εἰς συνεννόησιν, διὰ νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν καὶ ἐκείνους, οἵτινες εὑρίσκονται καθειργμένοι ἐν Παλαμηδίῳ (εἰς τοὺς προμαχῶνας τοῦ Μιλτιάδου καὶ ἁγίου Ἀνδρέου) ἠξεύρω, ὅτι στρατιῶται, καταδικασθέντες δι’ ἁπλῆν παράβασιν κατ’ ἀνωτέρων, εἴτε δι’ ἔλλειψιν σεβασμοῦ πρὸς αὐτούς, εὑρίσκονται πρὸ πολλοῦ καθειργμένοι, χωρὶς νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν οὐδαμῶς κατὰ τὴν ἀπονομὴν χαρίτων. Θὰ παρακαλέσω τοὺς κκ. ὑπουργοὺς τούτους, ὅτι, ἐὰν ἦναι ἀληθὲς, ὅτι πρόκειται νὰ ἀπονεμηθῶσι χάριτες, νὰ συνεννοηθῶσιν, ἵνα καὶ πρὸς τούτους τοὺς δυστυχεῖς δοθῇ ἡ δέουσα προσοχή. Γνωρίζω τὸν Βασίλειον Πατριαρχέαν ἐξ Ἀλαγωνίας, στρατιωτικὸν κατάδικον, καταδικασθέντα εἰς ὀκταετῆ δεινὴν φυλάκισιν· διατί; διότι ἐῤῥαπίσθη παρ’ ἑνὸς λοχίου, ὑποδεκανεὺς ὤν, ἐξεβλήθη τοῦ καφφενείου καὶ ἐλακτίσθη, καὶ διὰ ταῦτα ἐτόλμησε νὰ ἀσεβήσῃ πρὸς αὐτόν. Οὗτος εὑρίσκεται πρὸ ἐτῶν εἰς τὸν προμαχῶνα τοῦ Μιλτιάδου ἐν Παλαμηδίῳ, ἐνῶ εἶναι ἄξιος νὰ τύχῃ βασιλικῆς χάριτος, καὶ ἀφοῦ οὐδεὶς περὶ αὐτοῦ ἐφρόντισεν’ ἰδοὺ διατί ζητῶ τὴν συνεννόησιν τῶν κκ. ὑπουργῶν. Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι, ὅτι τοιοῦτοι ἄνθρωποι εὑρίσκονται ἐν ταῖς φυλακαῖς, ὅπως εἶπε καὶ ὁ προλαλήσας ἀξιότιμος βουλευτὴς Τροιζηνίας, ἐγκληματήσαντες ἐν στιγμῇ, καθ’ ἣν ὁ ἄνθρωπος εὑρίσκεται ἐκτὸς ἑαυτοῦ καὶ εἶναι ἀκαταλόγιστος. Τὸ σπουδαιότερον ὅμως πάντων, κύριοι, εἶναι τὸ ἑξῆς· ὅτι ἡ ἐργασθεῖσα ἐνταῦθα ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ἐπιτροπὴ νὰ ἐρωτήσωμεν ἐὰν εἰργάσθη σπουδαίως, ἐὰν ὑπέβαλεν εἰς τὴν κρίσιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τὸ ἀποτέλεσμα, λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν τὰς δικογραφίας, καὶ ἂν ἐπὶ τῇ βάσει τούτων θὰ ἀποδοθῇ δικαίως καὶ πρεπόντως δικαιοσύνη πρὸς τοὺς δυστυχεῖς καταδίκους.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ δήμαρχος Μακρυνείας διαβιβάζει πρᾶξιν τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου, δι’ ἧς παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ καπνοῦ. — Ὁ υἱὸς τοῦ στρατηγοῦ Δημοτσέλιου Ἀνδρέας, εἰς ἄκραν διατελῶν πενίαν, παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ τῷ χορηγήσωσι βοήθημά τι.
§6Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἶνε τῷ ὄντι ἄδικον ὁ μόνος υἱὸς τοῦ στρατηγοῦ Δημοτσέλιου νὰ εὑρίσκεται εἰς αὐτὴν τὴν λυπηρὰν κατάστασιν καὶ νὰ μὴ ἔχῃ μίαν θέσιν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ν’ ἀπολαμβάνῃ 80 ἢ 100 δραχμὰς βοήθημα. Τὸ ὄνομα τοῦ Δημοτσέλιου εἶνε γνωστότατον, καὶ τὸ γνωρίζουσιν ὅσοι ἐμελέτησαν τὴν νεωτέραν ἱστορίαν τῆς Ἑλλάδος. Δύο ἦσαν οἱ ἄνδρες, οἵτινες δὲν ἄφησαν τὸν Ἀλῆ πασᾶν νὰ ἀντιταχθῇ κατὰ τῆς Ἑλλάδος, ὁ Κατσαντώνης καὶ ὁ Δημοτσέλιος, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα ὁ υἱὸς τούτου δὲν ἔχει μίαν θέσιν 80 ἢ 100 δραχμῶν κατὰ μῆνα. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν νὰ τοποθετήσῃ αὐτὸν εἰς μίαν οἱανδήποτε θέσιν, διότι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἶνε καὶ τίμιος καὶ ἱκανός, ὥστε νὰ ἔχῃ μίαν θέσιν, ἐκ τῆς ὁποίας ν’ ἀπολαμβάνῃ 100 δραχμὰς κατὰ μῆνα.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγκρίνει ἡ Βουλὴ, ἵνα συστηθῇ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ἡ ἀναφορὰ αὕτη;
§8ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβάλλει νομοσχέδιον περὶ χορηγίας πιστώσεως ἑνὸς δωδεκατημορίου διὰ τὰ ἔξοδα τοῦ μηνὸς Φεβρουαρίου τοῦ 1881. — Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ προτάξῃ τὴν συζήτησιν τῶν ἑξῆς νομοσχεδίων· 1) περὶ ἀναβολῆς τῆς ἐκτελέσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου περὶ τοῦ λογιστικοῦ τοῦ στρατοῦ· 2) περὶ ὑπαγωγῆς τῶν ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν τῶν στρατολογικῶν συμβουλίων εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ΦΜʹ νόμου· καὶ 3) περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 19 Σεπτεμβρίου Β. Διατάγματος περὶ κατατάξεως ἐν τῷ στρατῷ πρώην ὑπαξιωματικῶν κλπ.
§10ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καλὸν εἶναι, ἵνα αἱ προτάσεις αὗται γίνωνται ἀπὸ τῆς προτεραίας, ὅπως ἤμεθα ἐν γνώσει.
§11Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.) Ἂς μείνουν δι’ αὔριον.
§12Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν.) Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων τῶν διοριζομένων εἰς τὸ λιμεναρχεῖον Κωνσταντινουπόλεως καὶ Ἰβραΐλας.
§13Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν.) Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ κατασκευῆς σιδηροδρόμου μεταξὺ Πύργου καὶ Κατακώλου, καὶ ἕτερον περὶ μισθοδοσίας τοῦ ἐφόρου τῆς βιβλιοθήκης ἐν Κερκύρᾳ. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον τῆς Βουλῆς εἶχεν ὑποβληθῆ νομοσχέδιον περὶ ὑπαγωγῆς τοῦ γραμματέως τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Ὀλυμπίων εἰς τὸν νόμον περὶ συντάξεως τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἐπαναφέρω καὶ κατ’ αὐτὴν τὴν σύνοδον, παρακαλῶν τὴν Βουλὴν νὰ τὸ ἐπιψηφίσῃ. — Ἐπίσης εἶχεν ὑποβληθῆ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον καὶ ἕτερον νομοσχέδιον περὶ τιμωρίας τῶν περὶ τὰς ἀρχαιότητας ἀνομημάτων. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὡς λίαν σπουδαῖον καὶ ἀναγκαῖον ἐπαναφέρω εἰς τὴν Βουλὴν σήμερον, μὲ τὴν παράκλησιν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ψηφίσῃ αὐτὸ εἰς τὴν παροῦσαν σύνοδον, εἰ δυνατόν.
§14Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.) Ὑποβάλλω σχέδιον νόμου περὶ προσωρινοῦ ὀργανισμοῦ τῆς ἐθνοφρουρᾶς. Βεβαίως ἐκ τῆς λήξεως τοῦ περὶ στρατολογίας νόμου δὲν ἦτο δυνατὸν ὡς πρὸς τὸν ὀργανισμὸν τῆς ἐθνοφρουρᾶς νὰ ἐφαρμοσθῶσιν αἱ διατάξεις ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι παρὰ τοῖς ἄλλοις εὐρωπαϊκοῖς Κράτεσιν ὑπάρχουσιν. Ἔχων ὑπ’ ὄψιν τὰς ἀνάγκας καὶ τὰς παραδόσεις τοῦ τόπου ἔκαμα ἓν εἶδος σχεδίου νόμου, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ἀφοῦ τὸ παραπέμψῃ εἰς τὴν στρατιωτικὴν ἐπιτροπὴν, νὰ ἐπιληφθῇ αὐτοῦ ὡς πρὸς τὰς ἰδέας, αἱ ὁποῖαι ἀναγράφονται ἐν αὐτῷ· διότι ἐκ τῶν προτέρων ἀναγνωρίζω, ὅτι τὸ ἔργον, ὡς ὅλως πρωτότυπον, εἶναι καὶ ἀτελὲς, καὶ ἀποδέχομαι πᾶσαν ἐπ’ αὐτοῦ τροπολογίαν. Ἐπειδὴ κατὰ τὰς δύο τελευταίας συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς πολὺς ἐγένετο λόγος περὶ ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ περὶ ἀποστράτων ἀξιωματικῶν νόμου, καὶ ἐπειδὴ, μεθ’ ὅλας τὰς διαμειφθείσας γνώμας, ἀμφιβολία ἐπεκράτησε, διὰ τοῦτο φέρω σχέδιον νόμου ἑρμηνευτικοῦ, δι’ οὗ ὁ διορισμὸς ἰδιωτῶν ὡς προϊσταμένων εἰς τὰ στρατολογικὰ γραφεῖα, λέγω, ὅτι δὲν ἀντιβαίνει εἰς τὸ ἄρθ. 8 τοῦ περὶ ἀποστράτων νόμου. Συνάμα κατὰ τὰς ἐπιθυμίας τῆς Βουλῆς ὑποβάλλω ἀριθμητικὴν σημείωσιν τῶν σωματικῶς ἐξαιρεθέντων καὶ κριθέντων ἀνικάνων ὑπὸ τῆς ὑγειονομικῆς ἐπιτροπῆς· διότι δὲ ἀπὸ τῆς 11 8βρίου μέχρι τῆς 1 Ἰανουαρίου ἔχω ὑποβάλει τὸν ὀνομαστικὸν κατάλογον, συμπληρῶ αὐτὸν μέχρι τῆς 23 τρ. Ἐπισυνάπτω δὲ εἰς τὴν κατάστασιν αὐτὴν καὶ τοὺς ἐξαιρεθέντας ὡς σωματικῶς ἀνικάνους ἀπὸ τῆς 16 Ἰουλίου μέχρις 11 τρέχ., ὁ ἀριθμὸς τῶν ὁποίων ἀναβαίνει εἰς 1222. Οὕτως ὁ ὅλος ἀριθμὸς σήμερον τῶν ἐξαιρεθέντων ὑπὸ τῆς ὑγειονομικῆς ἐπιτροπῆς εἶναι 2194.
§15ΤΣΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποβάλλω ἀναφορὰν καπνεμπόρων καὶ καπνοφυτευτῶν τῆς πόλεως Ἀταλάντης, 300 φέρουσαν ὑπογραφάς, κατὰ τοῦ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ. Φρονῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θὰ ψηφίσῃ τοιοῦτον μέτρον, ἀδικοῦσα χιλιάδας ἀνδρῶν ἀποζώντων ἐκ τοῦ ἐμπορίου τοῦ καπνοῦ.
§16ΤΖΑΝΕΣ. Θὰ παρακαλέσω, κύριοι, τὴν Βουλὴν νὰ μὲ ἀκροασθῇ μεθ’ ὑπομονῆς καὶ μετὰ προσοχῆς. Πιθανὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ ζητήσω παρ’ ὑμῶν, κύριοι, νὰ μὴ εἶναι τοσοῦτον σωστὸν, κατὰ τὸ κοινῶς λεγόμενον, οὐχ ἧττον φρονῶ, ὅτι θὰ ζητήσω τὰ δίκαια. Ἀνὰ πᾶσαν τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν, καὶ συνεπῶς ἀνὰ πᾶν τὸ Κράτος διαθρυλοῦνται ἀπαίσια, τὰ ὁποῖα εἰς λογαριασμὸν τῆς Βουλῆς ἐπιῤῥίπτονται καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Λέγεται, ὅτι ἐγένοντο ἐξαιρέσεις σκανδαλώδεις ὑπὸ τῆς ἀνωτάτης ὑγειονομικῆς ἐπιτροπῆς· λέγεται, ὅτι χαρίζονται εἰς πρόσωπα· ὅτι ἡμεῖς οἱ βουλευταὶ καὶ ἡ Κυβέρνησις συντελοῦμεν εἰς ταύτας· καὶ δὲν πρέπει νὰ ἀκούωνται τοιαῦτα διότι τοῦτο ἔχει μεγίστην ἐπιῤῥοὴν πρὸς τὰ σπουδαιότερα, τὰ ὁποῖα ἀποβλέπουσι πρὸς τὸ ἔθνος, πρὸς τὴν ὕπαρξιν τοῦ στρατοῦ καὶ ἐν γένει τὴν ὕπαρξιν τὴν ἐθνικήν. Δὲν πρέπει, κύριοι, νὰ ἀκούωνται τοιαῦτα, διότι, ἐπιτραπήτω μοι νὰ εἴπω, ὅτι σὺν τούτοις προσβάλλονται καὶ πρόσωπα, πρὸς τὰ ὁποῖα ὀφείλομεν νὰ ἀποδίδωμεν μεγίστην ὑπόληψιν, καὶ νὰ μὴ ἐπιτρέπωμεν νὰ δίδηται μομφὴ πρὸς τοὺς συγκροτοῦντας τὴν ἀνωτάτην ὑγειονομικὴν ἐπιτροπήν. Ὄχι, κύριοι, δὲν πιστεύω περὶ τούτων τίποτε· πιστεύω τοὐναντίον, ὅτι διαδίδονται ταῦτα πρὸς κακολογίαν καὶ συκοφαντίαν τῶν προσώπων τούτων· δι’ ὅλα ταῦτα, ζητῶ τὴν δημοσίευσιν τῶν κατατεθέντων ἐν γένει καταλόγων τῶν ἐξαιρεθέντων, καὶ εἰ δυνατόν, τὴν πάνδημον δημοσίευσιν τούτων, ἵνα περιέλθωσι καὶ ἐν γνώσει τῶν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, ὅπου καὶ ἐκεῖ ἐῤῥίφθη τὸ σκάνδαλον τῶν τοιούτων διαδόσεων, καὶ ἐκεῖ πρέπει νὰ μάθωσιν, ὅτι οἱ συγκροτοῦντες τὴν ἀνωτάτην ὑγειονομικὴν ἐπιτροπὴν δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων, οἵτινες τοσοῦτον ἀπόνως καὶ ἀκρίτως προδίδουσι τὸ καθῆκόν των. Ἐπιθυμῶ νὰ μάθωσιν ἅπασαι αἱ ἐπαρχίαι καὶ ἡ Ἑλλὰς ἅπασα τὰ διατρέξαντα, καὶ νὰ πεισθῇ πᾶς οἱοσδήποτε, ὡς ἐγώ, ὅτι οἱ ἄνδρες ἐκεῖνοι δικαίως ἀπολαμβάνουσι τῆς ὀφειλομένης αὐτοῖς ὑπολήψεως. Πρέπει ἡμεῖς αὐτοὶ νὰ ἀποκρούσωμεν διὰ τῆς δημοσιεύσεως τῶν καταλόγων τὰς ἀποδιδομένας καθ’ ἡμῶν, κατὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ κατὰ τῆς ἐπιτροπῆς κακολογίας καὶ συκοφαντίας. Ἤδη πρὸ ὀλίγου καθ’ ὁδὸν μοὶ ἐδόθη σημείωσίς τις συνοδευθεῖσα διὰ τῆς πικρᾶς ταύτης παρατηρήσεως: «Ἔ! σεῖς οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, δὲν συλλογίζεσθε, προδίδοντες τὸ καθῆκον καὶ ἀνεχόμενοι πράξεις, προσβαλλούσας τὰ σπουδαιότερα συμφέροντα τοῦ ἔθνους. Καὶ διατί; ἠρώτησα, ἐκπλαγεὶς εἰς τὴν πικρὰν ταύτην παρατήρησιν. Διότι, μοὶ ἀπήντησαν, ἄνθρωπος, ὅστις ἐξῃρέθη ὡς πάσχων δεινῶς τοὺς ὀφθαλμούς, διωρίσθη εἰρηνοδίκης.» Σᾶς ἐρωτῶ, κύριοι, ἔπειτα ἀπὸ τοιαύτην μομφήν, ἥτις ἀπεδόθη εἰς ἡμᾶς, ἔπειτα ἀπὸ τοιαύτην πικρὰν παρατήρησιν, δὲν ὤφειλον νὰ ζητήσω τὴν δημοσίευσιν τῶν καταλόγων; Δὲν ζητῶ νὰ δημοσιευθῶσιν οἱ κατάλογοι ὅπως ἔχουσι, διότι ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὑπουργός, καταθέσας προχθὲς τούτους, εἶπεν, ὅτι ὑπάρχουσι κεκρυμμένα τινὰ νοσήματα, ἕνεκα τῶν ὁποίων δὲν πρέπει νὰ ἐκτεθῇ ἡ ὑπόληψις τῶν οἰκοκυραίων, ἀλλὰ μοὶ φαίνεται, ὁπόταν κινδυνεύωσι τὰ ἱερώτερα, δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ οὐδὲν κεκρυμμένον, ἡ ἐν γένει δὲ δημοσίευσις τῶν κατηγορουμένων πραγμάτων δύναται τοὐναντίον νὰ ὠφελήσῃ καὶ νὰ σώσῃ πολλά· μ’ ὅλα ταῦτα, κύριοι, κατὰ τὴν δημοσίευσιν τῶν καταλόγων τούτων δύναται νὰ ὑπάρξῃ οἰκονομία τις, ὥστε νὰ ἀποκρυβῶσι τὰ μυστικὰ ἐκεῖνα νοσήματα καὶ νὰ μὴ ἐκτεθῇ ἡ ὑπόληψις τῶν οἰκοκυραίων, πρέπει ὅμως νὰ δημοσιευθῶσιν οἱ κατάλογοι ὡς πρὸς τὰ νοσήματα, περὶ τῶν ὁποίων ἠδυνάμεθα καὶ ἡμεῖς νὰ κρίνωμεν. Θολώσεις τοῦ κερατίου τοῦ ὀφθαλμοῦ, ἐλειοπαθήσεις, πλευρίτιδες χρόνιοι, καὶ τὰ τούτοις ὅμοια εἶναι νοσήματα, περὶ τῶν ὁποίων ἕκαστος δύναται νὰ γνωρίζῃ κἄτι τι· καθόσον, ἐνῷ καυχώμεθα διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν ἡμῶν, εἶναι ἄδικον νὰ μὴ ἐννοῶμεν ὁποῖα εἶναι τὰ τοιαῦτα νοσήματα καὶ ὁποίαν ἔχουσιν ἀξίαν. Μήπως ὑπολαμβάνωσιν ἡμᾶς ἐξ Ἀμερικῆς καταγομένους ἢ ὡς Ἐσκιμὼ, ἵνα μὴ δυνάμεθα νὰ κατανοήσωμεν τὴν ὕπαρξιν τῶν τοιούτων νοσημάτων; Πρέπει, κύριοι, νὰ ὑπάρχωσιν ἄνθρωποι διαδίδοντες, ὅτι διὰ τὰς ἐξαιρέσεις δίδονται χρήματα. Λοιπὸν πρέπει νὰ δημοσιευθῶσιν οἱ κατάλογοι, εἰ δυνατόν, ὄχι μόνον ὑπὸ τοῦ γραφείου τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ δύω σπουδαιοτέρων, ἢ μεγαλειτέρων ἐφημερίδων, αἵτινες δύνανται νὰ συμπεριλάβωσι πάντας τοὺς καταλόγους καὶ τοιουτοτρόπως πάντες νὰ ἴδωσιν αὐτοὺς, ἵνα μὴ συκοφαντῶμεθα καὶ ἡμεῖς καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ ἀνωτάτη ὑγειονομικὴ ἐπιτροπὴ, καὶ καταπαύσῃ ἡ κακολογία καὶ συκοφαντία. Χθὲς ἤκουσα ἰδίοις ὠσὶν, ὅτι δὲν προσέρχονται ἐπίστρατοι, διότι ἐξῃρέθησαν τῇ συνεργείᾳ βουλευτῶν θεωρηθέντες τοιοῦτοι· τοῦτο δὲ ἐλέγετο εἰς δημόσιόν τι μέρος· δὲν ἀναφέρω τὸ ὄνομα τοῦ συκοφαντουμένου καὶ μεταξὺ ἡμῶν καθημένου.
§17ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ τὸ εἴπητε διὰ νὰ τὸ μάθωμεν.
§18ΤΖΑΝΕΣ. Δὲν συμφέρει νὰ τὸ εἴπω, διότι πιθανὸν νὰ ἦμαι ἐγώ· ἀφήσατέ με, διότι τὸ καθῆκον καὶ πᾶν αἴσθημα ἔχει τὰ μυστήριά του καὶ πρέπει νὰ τὰ σεβασθῆτε· ὅταν δὲ θέλωσι δημοσιευθῆ οἱ κατάλογοι, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι καὶ ἡμεῖς καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ ἀνωτάτη ὑγειονομικὴ ἐπιτροπὴ συκοφαντούμεθα· διότι δὲν δύναμαι οὐδέποτε νὰ πιστεύσω, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ἔφθασεν εἰς τοσοῦτον ἀσεβείας καὶ ἐπιβουλῆς τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, ὥστε νὰ προβῇ εἰς ἀδίκους ἐξαιρέσεις.
§19ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν δὲν θέλετε νὰ ὀνομάσητε ἀπὸ τοῦ βήματος τὸν γραμματέα ἐκεῖνον τοῦ Εἰρηνοδικείου, νὰ μοὶ εἴπητε ἰδιαιτέρως τὸ ὄνομά του.
§20ΤΖΑΝΕΣ. Ἐξῃρέθη ὑπὸ τῆς ἀνωτάτης ὑγειονομικῆς ἐπιτροπῆς ὁ Παρασιάδης, λόγῳ παθήσεως τῶν ὀφθαλμῶν, ἐν ᾧ διωρίσθη γραμματεὺς τοῦ Εἰρηνοδικείου Ζαχόλης.
§21ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Φρονεῖτε, ὅτι δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ θεραπευθῇ.
§22ΜΟΝΤΕΣΑΝΤΟΣ. Νά τον, τὸν ἐμάθαμε.
§23ΤΖΑΝΕΣ. Πρὸς τούτοις ἤθελον παρακαλέσει τὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐξετάσῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, καὶ ἰδίᾳ ἕνα ὑπάλληλον, ὃν γνωρίζει, τί συμβαίνει εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῆς Μονῆς τοῦ ὁσίου Λουκᾶ, τῆς ἐν Λεβαδείᾳ νομίζω κειμένης, προκειμένου περὶ τῆς συλλογῆς τοῦ ἐλαιοκάρπου τοῦ ἐφετεινοῦ ἔτους, διατί ἀπεκρούσθη ἐκεῖνος, ὅστις προσέφερεν 9 ἢ 10 χιλιάδας δραχμῶν, καὶ ἀφέθη εἰς ἐκείνους τοὺς καλογήρους νὰ τὸν σφετερισθῶσιν.
§24ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἐν ᾧ δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα ν’ ἀνακοινώσωμεν καθ’ ἅπαντα τὸν κόσμον ὅ,τι ἕκαστος πάσχει, καὶ ὅταν πάσχωμεν ζητοῦμεν ἐμπιστευτικῶς τὰ μέσα τῆς θεραπείας καὶ ἀπαιτοῦμεν, καὶ μάλιστα καὶ ὁ νόμος ἀπαιτεῖ, τὴν ἐχεμύθειαν τοῦ ἰατροῦ, ἀφ’ ἑτέρου μοὶ φαίνεται, ὅτι οὐδὲ συντελεῖ παντάπασιν εἰς τὴν θεραπείαν τοῦ κακοῦ τὸ τοιοῦτον. Μόνον δικαίωμα ἔχομεν νὰ ζητήσωμεν ὅπως μὴ ἡ ἀνωτάτη ὑγειονομικὴ ἐπιτροπὴ ποιῇ καταχρήσεις. Τοῦτο προλαμβάνεται διὰ τῆς δημοσιεύσεως τῶν παθημάτων; οὐδόλως. Διότι ἡ ἐπιτροπὴ δύναται ν’ ἀποδώσῃ εἰς ἕνα ἐπίστρατον ἓν πάθημα, τὸ ὁποῖον συνεπάγεται τὴν ἐξαίρεσιν, ὀφείλομεν λοιπὸν νὰ παραδεχθῶμεν τὸ μυστήριον τῆς πραγματικότητος τοῦ παθήματος, διότι, ὅταν ἡ ἐπιτροπὴ λέγῃ περὶ τοῦ ἀτόμου Α, ὅτι πάσχει ἀπὸ κήλην, θὰ συστηθῇ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς νὰ ἐξετάσῃ ἐὰν πάσχῃ τῳόντι; (ἱλαρότης.) Ἐκεῖ λοιπὸν ὅπου χωρεῖ ἡ κατάχρησις, δὲν δυνάμεθα νὰ φέρωμεν θεραπείαν διὰ τῆς δημοσιότητος· ἠμπορεῖ ὅμως νὰ ἐπιστηθῇ ἡ προσοχὴ τῆς ἐπιτροπῆς εἰς τὴν ἀκριβῆ ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντός της, νὰ διαβιβασθῶσιν εἰς αὐτὴν τὰ παράπονα, καὶ οὕτως οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ νὰ γείνουν κἄπως περισσότερον αὐστηροὶ, διότι δὲν πρέπει νὰ μᾶς λανθάνῃ καὶ τοῦτο, ὅτι πᾶν ἔργον ἀνθρώπινον εἶναι ἀτελές· εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ συμβοῦν παραλήψεις, καὶ εἰς οὐδὲν μέρος τοῦ κόσμου δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι ἔχετε τοὺς Κάτωνας καὶ τοὺς Φωκίωνας ἐν ταῖς ὑπηρεσίαις. Φρονῶ ἑπομένως, ὅτι ὁ κατάλογος δὲν πρέπει νὰ δημοσιευθῇ, καὶ νὰ διαβιβασθῶσιν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὰ παράπονα ταῦτα.
§25ΤΖΑΝΕΣ. Δὲν κατογορῶ τὴν ἐπιτροπήν, ὑπερασπίζομαι αὐτὴν καὶ πιστεύω ἀδιστάκτως, ὅτι μετὰ τὴν δημοσίευσιν τῶν καταλόγων ἡ ἐπιτροπὴ καὶ ἡμεῖς καὶ ἡ Κυβέρνησις θὰ φανῶμεν, ὅτι μηδαμῶς συνετελέσαμεν εἰς τὰς ἀσχημίας αὐτάς, λέγω ὅμως, ὅτι ἀνὰ πάσας τὰς Ἀθήνας καὶ ἀνὰ πᾶσαν τὴν Ἑλλάδα διαθρυλεῖται, ὅτι γίνονται σκανδαλώδεις ἐξαιρέσεις· περὶ τούτου πρέπει νὰ πεισθῶμεν πάντες, διότι ἴσως ὄπισθεν αὐτῶν κρύπτονται πολλοί, οἱ ὁποῖοι δὲν θέλουν νὰ προσέλθουν εἰς τὰς τάξεις. Δὲν κατηγορῶ τὴν ἐπιτροπήν, ἀπεναντίας ἀναφέρω εἰς τὴν Βουλὴν ῥητῶς, ὅτι συμπολίτην πάσχοντα τὴν κήλην τὸν κατέταξε, ἵνα χρησιμοποιηθῇ εἰς βοηθητικὰς ὑπηρεσίας, τοσοῦτον σκληρὰ ἐφάνη· δὲν κατηγορῶ ἀνθρώπους, τοὺς ὁποίους ἔχω καὶ τὴν τιμὴν νὰ γνωρίζω καὶ ἔχω πᾶσαν πρὸς αὐτοὺς ὑπόληψιν, ἀλλὰ λέγω, ὅτι πρέπει νὰ δημοσιευθῇ ὁ κατάλογος, διὰ νὰ πεισθοῦν πάντες, ὅτι ἡ ἐργασία τῆς ἐπιτροπῆς εἶναι καθαρά, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐπεμβαίνει, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἀναμιγνύεται· διὰ τοῦτο ἐπιμένω καὶ πιστεύω, ὅτι πᾶσα ἡ Βουλὴ θὰ δεχθῇ τὴν πρότασιν.
§26ΔΗΜΟΣΘ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Κύριε πρόεδρε, δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορά, καθ’ ἣν ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου ἐξηνέχθησαν ἀοριστίαι, αἱ ὁποῖαι συντρέχουν εἰς τὸ νὰ δολοφονήσουν ὑπολήψεις, αἵτινες διὰ πολλῶν θυσιῶν καὶ μεγίστων ὑπηρεσιῶν ἀπεκτήθησαν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι διόλου εὐχάριστον, δὲν εἶναι μάλιστα οὔτε εὐπρεπὲς, ὀχυρούμενοί τινες ὄπισθεν τοῦ ἀνεξελέγκτου καὶ ἀτιμωρήτου τῆς ἰδιότητος τοῦ Βουλευτοῦ, νὰ πειρῶνται ἑκάστοτε τοιαύτας ἠθικὰς δολοφονίας. Ἐὰν γνωρίζουν παρανομίας, ὀφείλουν, ἔχουν τὸ καθῆκον μάλιστα, νὰ εἴπωσι καθαρῶς καὶ ὡρισμένως, ὅτι ὁ Α, ὁ Β, ὁ Γ ἐξηρέθησαν παρανόμως· τότε δὲ ἡ Βουλὴ δύναται νὰ κρίνῃ καὶ ἀποφασίσῃ περὶ τοῦ ζητήματος ἐν γνώσει. Ἀλλὰ εἶμαι βέβαιος ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι ὅσα ἐλέχθησαν καὶ ὅσα λέγονται, προέρχονται ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐζήτησαν νὰ ἐξαιρεθοῦν παρανόμως καὶ δὲν ἔτυχον ἀκροάσεως. Ὁ κ. Τζάνες μᾶς εἶπε περὶ παρανόμου ἐξαιρέσεως ἑνὸς Παρισιάδου, νομίζω.
§27Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ Παρισιάδης πάσχει πράγματι.
§28ΣΤΑΪΚΟΣ. Ἰδοὺ, κύριοι, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Πετιμεζᾶς βεβαιοῖ τὸ ἐναντίον.—Δὲν συντρέχει λοιπόν, κ. Πρόεδρε, ἐπαναλαμβάνω, νὰ ποιώμεθα τοιαύτην ἐλεεινὴν χρῆσιν τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου, καὶ μὲ πολλὴν ἐλαφρότητα νὰ συκοφαντῶμεν ἄνδρας ἀξίους πάσης τιμῆς καὶ ὑπολήψεως.
§29ΤΖΑΝΕΣ. Οὔτε συκοφάντης ὑπῆρξά ποτε, οὔτε κακόλογος· λυποῦμαι, ὅτι ὁ κ. Στάϊκος δὲν μὲ ἐνόησε καὶ θέλει ν’ ἀποδώσῃ τοιαύτην μομφήν.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γενικῶς ὡμίλησεν.
§31ΤΖΑΝΕΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ δώσῃ λέξεις, δι’ ὧν νὰ εἴπω, ὅτι ἔχω πληρεστάτην πεποίθησιν καὶ ὑπόληψιν εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Ἐγὼ ἐξαιρῶ τὴν ἐπιτροπήν, παρακαλῶ μάλιστα τοὺς στενογράφους, ν’ ἀπαλείψουν τὰ περὶ ἐπιτροπῆς· ἀλλὰ λέγω, ὅτι συκοφαντοῦμαι ἐγώ, καὶ διότι θέλω καὶ ἐγὼ ν’ ἀπαλλαχθῶ, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἀκόμη ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι εἰλικρινῶς ἐνεργεῖ, θέλω τὴν δημοσίευσιν. Ἐγὼ ἔχω μάλιστα παράπονα κατὰ τῆς ἐπιτροπῆς, διότι, ἐν ᾧ ἠδυνάμην καὶ ἐγὼ, ἐὰν ἤμην ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ τὴν ἐνοχλοῦν, νὰ τῆς εἴπω, τὸν δυστυχῆ αὐτὸν, πάσχοντα ἐκ τριπλῆς κήλης, ἄφετέ τον νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν οἰκίαν του, οὐδὲν εἶπον, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ κάπως σκληρῶς τὸν κατέταξεν.
§32ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετά.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὑπέβαλε πρό τινων ἡμερῶν τὸν κατάλογο τῶν ἐξαιρεθέντων, παρεκάλεσε δὲ τὴν Βουλὴν τότε, ἵνα μὴ τυπωθῇ, καὶ ἡ Βουλὴ συνήνεσε. Σήμερον ὁ κ. Τζάνες ζητεῖ τὴν τύπωσιν.
§34ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑποστηρίζεται.
§35ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἕνεκα τῶν ἐπελθουσῶν μεγάλων οἰκονομιῶν ἐν τῷ ἐνεργῷ στρατῷ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, πολλοὶ ὑπαξιωματικοὶ τῶν διαφόρων σωμάτων καὶ ἰδίως ἐκείνου, εἰς ὃ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὑπηρετῶ, ἐζήτησαν ἅμα συνεπλήρωσαν τὰ ἔτη τῆς συντάξεώς των καὶ ἔλαβον τὴν σύνταξιν. Ἤδη ὅμως, αἰσθανόμενοι ἀκμαίας τὰς δυνάμεις αὑτῶν καὶ θέλοντες νὰ μετάσχωσι τῆς προμηνυομένης μεγάλης πάλης, ὑποβάλλουσιν ἀναφορὰν καὶ παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὸν ἁρμόδιον ὑπουργὸν, ἵνα ἐπαναφέρῃ ὅσους τὰ σχετικὰ σώματα ἐγκρίνουσιν ὡς καταλλήλους.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραπέμπεται ἡ ἀναφορά των εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπήν.
§37ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Προκειμένου περὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, θέλω συστήσει εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ὅπως ζητήσῃ μετ’ ἐμοῦ τὴν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει προτίμησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀνακατατάξεως. Κατὰ τὸ ἄρθρον 80 τοῦ στρατολογικοῦ νόμου, ὁρίζεται, ὅτι ἡ ἀνακατάταξις τῶν μὲν μαθητευομένων ἐπιτρέπεται μέχρι τοῦ 21 ἔτους, τῶν δὲ θερμαστῶν μέχρι τοῦ 35, τῶν δὲ διόπων μέχρι τοῦ 28 καὶ καθεξῆς δηλ. ἀπαγορεύει τὴν ἀνακατάταξιν εἰς ἡλικίαν ὅτε ἀκριβῶς ὤφειλε νὰ ἐπιτρέπηται, διότι οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, ἀσκηθέντες κατὰ τὴν νεαρὰν ἡλικίαν, εἶναι βεβαίως ἱκανώτεροι κατὰ τὴν ἀνδρικὴν διὰ τὸ πολεμικὸν ναυτικόν. Καὶ ὁ κ. Τρικούπης ἄλλοτε περὶ τούτου ἐποίησε λόγον, ὅτι εἶναι ἐπάναγκες νὰ ψηφισθῇ, καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὑποθέτω, ὅτι ἀντιλαμβάνεται τῆς ἀνάγκης ταύτης. Συνεπείᾳ λοιπὸν τούτων, τῶν ἑκατέρωθεν ὁμοθύμως ἐκδηλωθεισῶν προαιρέσεων, ὑπέβαλον ἄλλοτε εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἑξῆς ὀλίγας λέξεις, ὅπως ψηφισθῶσιν. (Ἀναγινώσκει.) Αὐτὴ ἡ τροπολογία συμπληροῖ οὐσιώδη ἀνάγκην τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, διότι ὅταν ἰσχύῃ τὸ ἄρθρον 80 καὶ παρουσιασθῇ μία περίστασις ἐνεργείας, οἱ ἄνδρες αὐτοὶ, τὸ ὁποῖον δὲν τὸ ὑποθέτω, διότι ὁ πατριωτισμὸς δὲν τὸ ἐπιτρέπει, ἀλλὰ οἱ ἄνδρες αὐτοὶ δύνανται νὰ ἐξέλθουν τῶν πλοίων καὶ νὰ ἀφήσουν τὰ πλοῖα ἄνευ πληρωμάτων.
§38ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὀφείλουν.
§39ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ὀφείλουν νὰ ἐξέλθουν. Κατὰ συνέπειαν φρονῶ, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς θὰ παραδεχθῇ τὴν πρότασιν ταύτην, ὅπως ἡ τροπολογία αὕτη τεθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς αὔριον.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι τροπολογία, εἶναι πρότασις νόμου, διότι τροποποιεῖ νόμον ἰσχύοντα.
§41ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ὑπάρχει καὶ ἄλλο νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον, καὶ αὐτὸ εἶναι πρωτίστης ἀνάγκης. Ὑπάρχει προσωπικὸν ἐν τῇ ναυτικῇ ὑπηρεσίᾳ, τὸ ὁποῖον ἀπὸ τοῦ 1834 ὑπηρετεῖ καὶ ὑποβάλλεται εἰς κράτησιν 10% μεταξὺ τοῦ προσωπικοῦ αὐτοῦ ἀρκεῖ νὰ ὀνομάσω ἓν πρόσωπον, ὅπως κατανοήσητε τὸ μέγεθος τῆς ἀδικίας καὶ τὴν ἀνάγκην τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου· εἶναι ὁ κ. Ἰωάννης Γαρουφαλιᾶς, ὁ ὁποῖος εἶναι εἰς τὸ ἀπομαχικὸν ταμεῖον Β. ἐπίτροπος, καὶ ἐν τούτοις δὲν ἔχει σύνταξιν, τῷ γίνεται ὅμως κράτησις ἀπὸ τοῦ 31. Ζητῶ λοιπὸν νὰ προτιμηθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ συντάξεως τῶν λιμενικῶν ὑπαλλήλων. Ἄλλην παρατήρησιν θέλω ὑποβάλει εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν. Τὸ ἀπομαχικὸν ταμεῖον καθιδρύθη κατὰ τὸ 1861 ὑπὸ τὸ πνεῦμα μᾶλλον τὸ ταμιευτικὸν τοῦ νὰ συναθροισθοῦν κεφάλαια, νὰ μὴ δίδωνται δὲ συντάξεις. Τοῦτο ἀποδεικνύει ἡ διάταξις τοῦ καταστατικοῦ, ἥτις ἀπαιτεῖ 25 ἐτῶν πραγματικὴν ὑπηρεσίαν ἐργατῶν τῆς θαλάσσης, ὅπως λάβῃ τὸν ἐλάχιστον ὅρον τῆς συντάξεως. Ἕνεκα τούτου μέχρι σήμερον καὶ μέχρι τοῦ 1886 οὐδεὶς λαμβάνει σύνταξιν ἐκ τῶν ἐργατῶν τῆς θαλάσση, διότι 25 ἐτῶν ὑπηρεσίαν ἐνεργητικὴν πολλὰ δυσκόλως καθ’ ὅλον τὸν βίον θὰ δυνηθῇ ἕνας ἐργάτης θαλάσσης ν’ ἀποκτήσῃ, διότι ἡ ὑπηρεσία λογίζεται μόνον ἐφ’ ὅσον ταξειδεύει, ἑπομένως διὰ νὰ συμπληρωθῇ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ὅπως λέγουν οἱ νομικοὶ tempus utile, ἵν’ ἀποτελεσθῇ ἡ ὑπηρεσία τῶν 25 ἐτῶν, δὲν ἀρκεῖ βίος 100 ἐτῶν. Τοῦτο δὲ δὲν θὰ φέρῃ καμμίαν ζημίαν εἰς τὰ γενικὰ συμφέροντα τοῦ Ἔθνους, διότι τὰ κεφάλαια ταῦτα εἶναι κεφάλαια ἰδιαιτέρου ταμείου. Ποίαν δὲ τροπολογίαν ἐννοῶ νὰ ἐπιφέρωμεν; ὁμοφώνως καὶ ὁ κ. Καραλίβανος, καὶ ὁ κ. Καρυστινάκης, καὶ ὁ κ. Ζέρβας, καὶ ὁ κ. Μπούμπουλης, καὶ ὁ κ. Γκίκας, καὶ ὁ κ. Κριεζῆς παραδέχονται, ὅτι πρέπει νὰ ἐξευρεθῇ τρόπος, ὅπως δίδηται εἰς τοὺς ἐργάτας θαλάσσης ἐν καιρῷ τῷ δέοντι μία ἐπαρκὴς σύνταξις Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ὅπως μελετήσῃ τὸ θέμα τοῦτο καὶ εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον νὰ ἱκανοποιῇ τὴν ἀνάγκην ταύτην, καὶ πρὸς τοῖς ἄλλοις, ἐνῷ λαμβάνομεν πρόνοιαν περὶ ἀνορθώσεως τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας, πρέπει καὶ αὐτὸ τὸ μέτρον νὰ θεωρηθῇ ὡς ὑπαγόμενον εἰς τὰ μέτρα ἐκεῖνα, καὶ νὰ κανονισθῇ, ὅπως πᾶς ἐργάτης θαλάσσης, ὅστις ὑπερέβη τὸ 60 ἔτος καὶ ἔχει 15 ἐτῶν ὑπηρεσίαν, νὰ λαμβάνῃ ἕνα ὅρον ἐκ τοῦ κλιμακηδὸν τιθεμένου ποσοῦ. Ἐπὶ τέλους, κύριοι, ὀλίγας ἔτι στιγμὰς, διότι τὸ πρᾶγμα εἶναι λίαν ἐνδιαφέρον.
§42ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πολλὰ διαμιᾶς.
§43ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ναί, ἀλλὰ ἔχω καὶ μίαν ἑβδομάδα νὰ ὁμιλήσω. Κύριοι, ἐξ ἀρχῆς, στηριζόμενος ἐπὶ γεγονότων βεβαίων, εἶχον σχηματίσει ἀκράδαντον πεποίθησιν, ὅτι οἱ πρόξενοι, ἐν ᾧ εἶναι ἀνωφελεῖς εἰς τὴν ἐπικράτειαν, ἀφ’ ἑτέρου εἶναι μία μάστιξ τοῦ ἑλληνισμοῦ εἰς τὸ ἐξωτερικόν· ἐν ᾧ δὲ εἶχον αὐτὴν τὴν πεποίθησιν, γεγονότα ἤρχοντο καὶ ἐνίσχυον αὐτὴν, καὶ μοὶ φαίνεται, ὅτι καὶ ἐξ ὑμῶν οἱ πλεῖστοι τοιαύτην τινὰ ἔχουν τὴν ἀντίληψιν, ὅτι ὅσοι, ἢ ὡς ναυτικοὶ ἢ ἄλλως διὰ συμφέροντα, ἐταξείδευσαν, δύνανται νὰ βεβαιώσουν, ὅτι ἂν ὑπάρχῃ ἐχθρός, τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ζητήσουν παντὶ τρόπῳ ν’ ἀποφύγουν, εἶναι αἱ ὕφαλοι, οἱ σκόπελοι καὶ οἱ πρόξενοι. (Ἱλαρότης.) Ἔχω συμπολίτην, ὁ ὁποῖος ἐναυάγησεν εἰς τὰ Δαρδανέλια, ὁ δὲ πρόξενος ἐπώλησε τὰ περισωθέντα ναυάγια· ὅτε δὲ ὁ πλοίαρχος προσῆλθε καὶ τῷ εἶπεν ἐὰν ὑπάρχῃ περίσσευμα δι’ ἐμὲ, διὰ νὰ ἐπιστρέψω εἰς τὴν πατρίδα μου, τῷ εἶπε, φρόντισον νὰ πληρώσῃς τὰ ἔξοδα τῆς ἐκποιήσεως τῶν ναυαγίων. Βλέπετε, ὅτι ἐγένετο καὶ ὀφειλέτης διὰ τὰς δαπάνας τῆς ἐκποιήσεως. (Ἱλαρότης.) Ταῦτα σᾶς προξενοῦν θυμηδίαν. Ἀλλά, κύριοι, σᾶς λέγω, ὅτι τραυματίζουν τὴν καρδίαν καὶ ἐπιφέρουν βλάβην οὐ μόνον εἰς τὴν ναυτιλίαν, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς ἐγκατεστημένους εἰς τὰ ξένα ὑπηκόους Ἕλληνας. Ἀκόμη δὲ εἰς ἐκεῖνα τὰ μέρη δυσφημίζουν τὸ Ἑλληνικὸν ὄνομα. Πρὸ καιροῦ συμπολίτης μου ἐκ Πὸρτ–Σαΐτ μοὶ διεβίβασεν ἔκθεσιν περὶ τοῦ ἐκεῖ προξένου· ἐγὼ ἠθέλησα νὰ καλύψω τὸ πρᾶγμα, αὐτὸς δ’ ἐπέμεινε καὶ μοὶ λέγει: εἶναι ἀδύνατον νὰ ζήσωμεν ἐνταῦθα· ἢ μὲ ἀπαντᾷς εἰς τὴν ἐπιστολήν μου, ὅτι θὰ ἐπέλθῃ θεραπεία, ἢ ἄλλως θὰ γείνωμεν ῥαγιάδες. Βλέπετε, κύριοι, ὅτι πρόκειται νὰ γείνῃ μία ἠθικὴ αὐτοκτονία. Διὰ νὰ μὴ φέρω τὴν εὐθύνην, ὅτι τὴν ὑποβοηθῶ, ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ συμβαίνοντα εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα ἐκ τῆς προξενικῆς ὑπηρεσίας. Διὰ νὰ μὴ ἀπασχολήσω δὲ τὴν Βουλὴν, ἐν συντόμῳ τοῦτο μόνον λέγω· ὁ παραπονούμενος εἶναι οἰκογενειάρχης, παρεπονεῖτο δ’ εἰς τὸν πρόξενον, ὅτι εἶναι πτωχός, ὅτι ἔχει οἰκογένειαν, ὅτι δὲν δύναται νὰ πληρώσῃ τὸ χαράτσι, διότι χαράτσι τῷ ἐζήτει, τὸ παρ’ αὐτοῦ νεοεισαχθὲν τῆς πρώτης τοῦ ἔτους ἐκ φράγκων 20 διαμονητήριον. Πρὸς ἀπάντησιν δὲ τούτου ὁ πρόξενος διὰ τοῦ αἰσχροῦ τοῦ στόματος τί τῷ εἶπε; «Μήπως ἐκάμαμεν μαζὺ τὰ παιδιά;» Ἐπίσης ζητεῖ τοιοῦτον καὶ ἀπὸ γυναῖκας, τῶν ὁποίων οἱ ἄνδρες ἀπουσιάζουσι, καὶ ἀπὸ παιδιά.
§44ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πῶς λέγεται ὁ πρόξενος;
§45ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Πρόξενος τῆς Ἑλλάδος λέγεται· εἶναι ὅλοι ἕνα πρᾶγμα. Φαντασθῆτε ποῦ ἔφθασεν αὐτὸς ὁ ἀναιδὴς ἄνθρωπος.
§46ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Τοιαῦται γενικαὶ κατηγορίαι δὲν ἁρμόζει νὰ φέρωνται ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς.
§47ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρέπει νὰ γνωρίζωμεν καὶ τί ἄνθρωπος εἶναι αὐτὸς ὁ παραπονούμενος.
§48ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Δὲν πρέπει, κύριοι, νὰ κρυπτώμεθα ὑπὸ τὸ πρόσχημα, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐκθέτωμεν τὴν ὑπόληψιν τῆς ὑπηρεσίας, καὶ νὰ κρύπτωμεν τοιαύτας ἀσχημίας. Ἰδοὺ τί μοὶ γράφουν ἐκ Πόρτ–Σαΐτ. (Ἀναγινώσκει.) «Πρὸ καιροῦ σᾶς ἔστειλα ἔκθεσιν κατὰ τοῦ ἐδῶ προξένου, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν ἀπηντήσατε, οὔτε κἂν ἐλάβετε ὑπ’ ὄψιν τὰ τί ὑποφέρομεν παρ’ αὐτῶν τῶν αἰσχρῶν ἀνθρώπων ἡμεῖς οἱ δυστυχεῖς Ἕλληνες, εὑρισκόμενοι εἰς τὸ ἐξωτερικόν, ὅπου εἰς αὐτὰς τὰς περιστάσεις πρέπει νὰ φέρωνται πράγματι ὡς προστάται Ἑλλήνων, ὄχι ὡς θηρία. Ὁ κ. πρόξενος ἐπανῆλθεν ἐδῶ, ἀλλ’ ἀντὶ νὰ καταστῇ μετριώτερος εἰς τὰς καταχρήσεις του, ἔγεινεν ἀπ’ ἐναντίας τολμηρότερος καὶ παρανομώτερος ἀπὸ πρῶτα· διὰ τοῦ λόγου ἔχει τὰς ὑπερασπίσεις του, ὅτι λέγει, στέλλει δῶρα τοῦ Βασιλέως, δῶρα τοῦ πρωθυπουργοῦ, καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν φοβεῖται οὐδένα, οἱανδήποτε νὰ κάμῃ κατάχρησιν.»
§49ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πῶς δὲν παραπονοῦνται οἱ ἄλλοι;
§50ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Τώρα θὰ σᾶς εἰπῶ. (Ἀναγινώσκει.) «Ἡ κοινωνία βοᾷ, εἶναι ἀγανακτημένη, ἀλλὰ καθεὶς φοβεῖται νὰ τὸν καταμυνήσῃ, διότι ὑπάρχει ἰδέα, ὅτι ἔχει μέσα πολλὰ, καὶ θὰ μείνῃ ἀκαταδίωκτος, καὶ ἔπειτα θὰ φυλακίσῃ καὶ θὰ καταστρέψῃ αὐτὸν, ὅπου τὸν ἐκατηγόρησε...... Ὅλα αὐτὰ σοῦ κάμνω γνωστά, διότι πιστεύω ὡς βουλευτὴς ἔχεις τὴν δύναμιν νὰ ὑποχρεώσῃς τὸ ὑπουργεῖον νὰ μᾶς ἐλευθερώσῃ ἀπὸ τοιοῦτον τύραννον...... Σᾶς βεβαιῶ,...... ἂν μοῦ συμβῇ τίποτε, θὰ μεταχειρισθῶ πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον θὰ κάμῃ μεγάλον κρότον, καὶ ἂν καὶ οἱ βουλευταὶ δὲν ἠμποροῦν νὰ κάμουν τίποτε, τότε βεβαίως δὲν μένει παρὰ ὅλοι νὰ γίνωμεν ῥαγιάδες...... Θὰ ζητήσωμεν τὴν προστασίαν τὴν τουρκικήν, διότι δὲν ὑπάρχει δι’ ἡμᾶς κυβέρνησις πλέον, καὶ πρέπει μὲ τὸ σπαθί μας νὰ προφυλάξωμεν τὴν ὑπόληψίν μας καὶ τὰς περιουσίας μας. Διὰ νὰ μὴ σοὶ ὁμολογήσω κατ’ ὄνομα ὅλας τὰς καταχρήσεις του......» Ἀναφέρει περιστατικὰ ἃ γράφων καὶ καταχρήσεις ὀνομαστί, ἃς παραλείπω, ὅπως μὴ διαγνωσθῇ παρὰ τοῦ προξένου ὁ γράφων.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί ἀναμιγνύετε ἐνταῦθα τὸ ὄνομα τοῦ βασιλέως;
§52ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Αὐτὸς λέγει, ὅτι οὐδένα φοβεῖται, ὁ δὲ ἐπιστέλλων καὶ ἐμὲ ἀκόμη ἀπειλεῖ νὰ μὴ δηλώσω τὸ ὄνομά του. Κύριοι, νομίζω, ὅτι ὅλα τὰ παθήματα καὶ τὰ νοσήματα τῆς ὑπηρεσίας τῆς ὑπαλληλικῆς ὀφείλομεν νὰ στιγματίζωμεν, ὅπως ἐπέρχεται διόρθωσις. Ἔχω συμπολίτας εἰς τὴν Καλκούταν καὶ τὸ..... καὶ μοὶ γράφουν, ὅτι παντοῦ τὰ αὐτὰ συμβαίνουν· ἐνταῦθα σᾶς εἶπον τὸ πολλοστημόριον τῶν ὅσων γνωρίζω. Κατὰ συνέπειαν, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ μεριμνήσῃ περί μορφώσεως τοῦ κλάδου ὅσον ἔνεστι τάχιον, ἢ ἄλλως νὰ τὸν καταργήσῃ, ἄχρηστοι δὲ εἶναι, κύριοι, καὶ αἱ πρεσβεῖαι. Πολίτης τῶν Ἀθηνῶν ἀξιόλογος, ἔσχε μικρὰν ἀνάγκην συνδρομῆς ἐν Παρισίοις τοῦ πρέσβεως, καὶ ἀποφεύγω νὰ σᾶς εἴπω ὁποίαν ἀπάντησιν ἔλαβε.
§53ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Εἰς τὰς ἐπερωτήσεις πρέπει νὰ ἤμεθα ὀλίγον σύντομοι.
§54Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.) Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν, δυνάμει τοῦ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ Γ. Διατάγματος, ὅτι ἐκ τοῦ Διατάγματος τῆς ἐπιστρατείας ἐπιτρέπεται νὰ κληθῶσιν ὑπὸ τὰ ὅπλα, πλὴν τῶν σειρῶν, αἱ ὁποῖαι διετάχθησαν διὰ τοῦ Διατάγματος τῆς ἐπιστρατεύσεως τῆς 9 Ἰουλίου, καὶ ἄλλαι ἡλικίαι τῆς ἐθνοφρουρᾶς. Σᾶς ἀναγινώσκω τὸ Διάταγμα, ἔχον ὡς ἑξῆς·
«ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α
ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ.
Προτάσει τοῦ ἡμετέρου ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τ’ ἄρθρα 15 καὶ 18 τοῦ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ ὑπὸ στοιχεῖα ΩΛΗʹ τῆς 29 Ἀπριλίου 1880 νόμου, ἀπεφασίσαμεν καὶ διατάσσομεν· Ἄρθρον 1. Ἐπιτρέπεται νὰ κληθῶσιν ὑπὸ τὰ ὅπλα πλὴν τῶν ἐν τοῖς ἐδαφίοις ά καὶ βʹ τοῦ περὶ ἐπιστρατεύσεως τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ Βασ. Διατάγματος τῆς 8 Ἰουλίου 1880 ἀναφερομένων σειρῶν ἐθνοφρουρῶν καὶ ἕτεραι κατ’ αὔξουσαν ἡλικίαν. Ἄρθρον 2. Ἡ ὑπὸ τὰ ὅπλα πρόσκλησις μιᾶς ἢ πλειοτέρων σειρῶν ἐθνοφρουρῶν δύναται νὰ διαταχθῇ καὶ μερικῶς εἰς ὡρισμένας ἐπαρχίας ἢ νομούς. Ἡ δημοσίευσις καὶ ἐκτέλεσις τοῦ παρόντος Βασιλικοῦ Διατάγματος ἀνατίθεται εἰς τοὺς ὑπουργοὺς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐν Ἀθῆναι, τῇ 26 Ἰανουαρίου 1881.
ΓΕΩΡΓΙΟΣ.
Τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον.
Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ Σ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ
Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ
Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ.»
§55Δ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὡς καὶ ὅλην τὴν Κυβέρνησιν, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἂν τὸ λεκανοπέδιον τοῦ δήμου Στυμφαλίας παρεχωρήθη ὡς λίμνη, καὶ ἂν αἱ ἀναφοραὶ τῶν κατοίκων Στυμφαλίας, 250 τὸν ἀριθμὸν περίπου, πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸς τὸ ὑπουργεῖον ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν, ἐν ταῖς ὁποίαις ἐμπεριέχονται αἱ ἀντιῤῥήσεις κατὰ τῆς προτιθεμένης παραχωρήσεως, διότι ἰδοὺ τί γνωρίζω περὶ τῆς προκειμένης λίμνης Αὐτὴ δὲν ὑπάγεται εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν λιμνῶν, εἶναι λεκανοπέδιον, τὸ ὁποῖον ἐν περιπτώσει πολυομβρίας πλημμυρεῖ κατὰ τὸ ⅕, ἡ δὲ ὑπάρχουσα καταβόθρα δὲν ἐξαρκεῖ, ὅπως ἀποσύρῃ τὰ νερά, ἀλλ’ ἀπαιτοῦνται μῆνές τινες ὅπως κατασταθῇ ξηρὰ καὶ ἐπιδεκτικὴ καλλιεργείας, καλλιεργεῖται δὲ σήμερον καὶ ἀποδίδει προσόδους πολλὰς. Ὅθεν οἱ κάτοχοι, καὶ ἰδίως οἱ ἔχοντες κτήματα ἐντὸς τοῦ λεκανοπεδίου, μαθόντες, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπροτίθετο νὰ παραχωρήσῃ τὴν λίμνην ταύτην εἰς κερδοσκόπους τολμητίας, ἀπηύθηναν καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἀναφορὰν, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἐκθέτουν τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων δὲν συμφέρει ἡ παραχώρησις, διότι μέγα μέρος τοῦ λεκανοπεδίου εἶναι ἰδιόκτητον.—Ἐπίσης παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἂν παρεχώρησε καὶ τὴν Φενεάτιδα λίμνην, καὶ ἂν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν ἐπίσης τὰς ἀντιῤῥήσεις τῶν ἰδιοκτητῶν, οἱ ὁποῖοι πέριξ τῆς λίμνης εἶχον ἀμπέλους, γαίας καὶ ἄλλα κτήματα, καὶ ἂν ἐμερίμνησε νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἰδιοκτησίαν αὐτῶν.
§56ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν.) Πρῶτον πληροφορῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι τῷ ὄντι ἡ Κυβέρνησις παρεχώρησε συμφώνως πρὸς τὰ κείμενα τὴν ἀποξήρανσιν τῶν δύο λιμνῶν, τοῦ Φενεοῦ καὶ τῆς Στυμφαλίας· δεύτερον δὲ παρατηρῶ εἰς αὐτήν, ὅτι, πρὸς πληρεστέραν πληροφορίαν τῆς Βουλῆς, θέλω καταθέσει αὔριον τὸν σχετικὸν φάκελλον τῶν ἐγγράφων, καὶ δύναται τόσον ὁ ἐπερωτήσας βουλευτὴς ἐκ Κορινθίας κ. Σταυρόπουλος ὡς καὶ πᾶς ἄλλος τῶν κκ. βουλευτῶν νὰ λάβῃ γνῶσιν τῶν ἐγγράφων, νὰ μάθῃ ὅλας τὰς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως καὶ κρίνῃ ἂν καλῶς ἢ κακῶς, ἂν ἐντὸς τοῦ νόμου ἢ ἐκτὸς τοῦ νόμου ἐγένετο ὅ,τι ἐγένετο.
§57ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Τὰ γενόμενα οὐκ ἀπογίνονται. Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι σύμφωνον μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ πολιτεύματος τὸ νὰ γίνεται παραχώρησις διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος. Ἐλπίζω, ὅτι εἰς τὸ μέλλον καὶ αὐτὸ τὸ συμβόλαιον τῆς παραχωρήσεως θὰ κατατίθηται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.
§58ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει νόμος ἐπιτρέπων τὴν παραχώρησιν λιμνῶν διὰ Β. Διατάγματος.
§59ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι αὐτὸ δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸ μέλλον.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ συνδρομῆς πρὸς τοὺς παθόντας ἐν Λεμησσῷ τῆς Κύπρου. (Ἅπαντες οἱ βουλευταὶ ὁμοφώνως παραδέχονται τὸ νομοσχέδιον.) Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσόντων τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ ἰατρικοῦ κλάδου τοῦ Β. ναυτικοῦ.
§61ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Κατὰ τὴν ἐπιθυμίαν τῆς Βουλῆς καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας, προσέθηκα δευτέραν παράγραφον εἰς τὸ πρῶτον ἄρθρον. (Ἀναγινώσκεται.) «Οἱ κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο μέλλοντες νὰ καταταχθῶσιν ἐν τοῖς πολεμικοῖς πλοίοις ὡς πολιτικοὶ ἰατροὶ ἐκλέγονται διὰ συναγωνισμοῦ καὶ ὑποβαλλόμενοι εἰς ἐξετάσεις κανονισθησομένας διὰ Β. Διατάγματος. Ἐξαιροῦνται τοῦ ὅρου τούτου οἱ χρηματήσαντες μέχρι τοῦδε ἐπὶ πολεμικῶν πλοίων πολιτικοὶ ἰατροί.» (Ἐπιψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον μετὰ τῆς προσθήκης ταύτης.)
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς.
§63Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἦτο καλὸν ν’ ἀνακοινώσῃ τὴν γνώμην του ἐπὶ τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν τμῆμά τι τῆς ἐπιτροπῆς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέβαλε. Τοῦτο θὰ διευκολύνῃ τὴν συζήτησιν.
§64ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.) Ἡ Κυβέρνησις ἐδήλωσε ποίαν πρότασιν περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς διὰ τὸ 1881 ἀποδέχεται· ἑπομένως εἶναι περιττὴ πᾶσα ἄλλη δήλωσις. Ἡ πρότασις περὶ ἀσιδοσίας εἶναι ἀπαράδεκτος ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἐπιμένει παραδεχομένη καὶ διὰ τὸ ἔτος 1881 τὸ σύστημα τῆς φορολογίας ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν.
§65Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ἀγορεύων κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς, κατέληξε τὸν λόγον καταδηλώσας εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς κινδύνους, διὰ τῶν ὁποίων ἀπειλεῖται ἡ γεωργία τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τὸν ἀνταγωνισμὸν τῆς ἐν Ἀμερικῇ γεωργικῆς τάξεως. Οἱ κίνδυνοι αὐτοὶ ἔπεισαν τὸν κ. Καλλιγᾶν νὰ συμβουλεύσῃ τὴν Βουλὴν, ἵνα ἀπὸ τοῦδε σκεφθῇ διὰ νὰ ἐξεύρῃ τὸν τρόπον, διὰ τοῦ ὁποίου ἤθελε δυνηθῆ τὸ δημόσιον ταμεῖον νὰ πορισθῇ ἐξ ἄλλου πόρου τὰ νῦν ἐκ τοῦ φόρου τῶν δημητριακῶν καρπῶν εἰσπραττόμενα καὶ κατασταθῇ εὔκολον εἰς τὸ Κράτος νὰ καταργήσῃ εἰς τὸ μέλλον ἐντελῶς πάντα ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν φόρον. Φόβος παραπλήσιος, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, εἶχε θέσει ὡσαύτως εἰς ἀνησυχίαν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον τοὺς ἀδελφοὺς κκ. Ἰακωβάτους, οἱ ὁποῖοι τότε ἐσυμβούλευσαν τὴν Βουλὴν νὰ φροντίσῃ, ἵνα διὰ νομοθετικοῦ μέτρου ἐπιβάλῃ τὴν ἐκρίζωσιν τῶν σταφίδων καὶ ἀμπέλων, ὅπως ἀφήσῃ μείζονα ἔκτασιν γῆς εἰς τὴν γεωργίαν καὶ εὐκολύνῃ αὐτὴν εἰς τὴν ἐπέκτασιν τῶν ἐργασιῶν της. Ἐγὼ δὲν συμμερίζομαι τοὺς φόβους τούτους, οἱ ὁποῖοι δὲν μοὶ φαίνονται οὐδὲ προσεχεῖς, οὐδὲ ἐν ἀπωτέρῳ μέλλοντι ὑπαρκτοί. Ἀναγνωρίζω, ὅτι ἡ γεωργικὴ τάξις ἐν Ἑλλάδι ἔχει ἀνάγκην τῆς ἐπικουρίας τοῦ Κράτους, ἀλλὰ πρὸς θεραπείαν ἄλλων νόσων, αἱ ὁποῖαι μαστίζουσι καὶ βασανίζουσιν αὐτήν. Καὶ ἐν πρώτοις ἡ μεγαλειτέρα τῶν νόσων, ἡ ὁποία μαστίζει τὴν γεωργίαν, εἶναι ἡ ἔλλειψις τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας. Ἡ ἔλλειψις αὕτη ἀπομακρύνει τὴν ἀγορὰν ἀπὸ τὸν τόπον τῆς παραγωγῆς καὶ καθιστᾷ ἄχρηστα τὰ ἀποταμιεύματα τῆς προσόδου, τὰ ὁποῖα οἱ γεωργοὶ συγκομίζουσι μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν πρὸς συντήρησίν των ἀναγκαιούντων. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ὑπάρχει ἕτερον κακὸν μαστίζον βαρύτατα τὴν γεωργικὴν τάξιν, ἡ ἀκρίβεια τῶν κεφαλαίων. Ἐνῷ λοιπὸν ἕνεκα τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας δὲν δύνανται νὰ μεταφέρωσιν εἰς τὴν ἀγορὰν τὰ προϊόντα, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἀποταμιευμένα, ἵνα πωλήσωσιν αὐτὰ καὶ πορισθῶσι τὰ ἀναγκαῖα κεφάλαια, εἴτε πρὸς συντήρησιν ἑαυτῶν καὶ τοῦ ἐπιτηδεύματός των, εἴτε πρὸς ἐπέκτασιν τῶν ἐργασιῶν των, δὲν δύνανται νὰ πορισθῶσιν οὔτε κεφάλαια· οὕτω δὲ καθίστανται συνήθως κατὰ γενικὸν κανόνα θύματα τῆς τοκογλυφίας, ἡ ὁποία παραλύει τὰς ἐργασίας αὐτῶν, καὶ ἡ ὁποία δύναται νὰ φέρῃ κατόπιν τὴν καταστροφὴν τὰς γεωργίας. Γνωρίζω ἐν τῇ πατρίδι μου δῆμον, ὁ ὁποῖος εἶναι κυρίως γεωργικὸς, ὁ ὁποῖος ὁρίζεται πρὸς δυσμὰς ἀπὸ τὴν Ἠλείαν διὰ τοῦ ποταμοῦ Ἐρυμάνθου, πρὸς ἀνατολὰς ἀπὸ τὴν ὑπόλοιπον Γόρτυνα διὰ τοῦ Λάδωνος. Εἶναι ταινία γῆς, ἐφ’ ἧς καλλιεργοῦνται κυρίως δημητριακοὶ καρποὶ, ἀποτελοῦσα τὸν δῆμον Θαλπούσης. Εἰς τὸν δῆμον αὐτὸν ἐν καιρῷ χειμῶνος δὲν δύναται νὰ εὕρῃ τις οὔτε τὰ ὀλίγα χρήματα, τὰ ἀπαιτούμενα πρὸς πληρωμὴν τοῦ φόρου, τὸν ὁποῖον τυχὸν ὀφείλει. Μολονότι δὲ οἱ κάτοικοι ἔχουσι τὰς ἀποθήκας των πλήρεις σιτηρῶν, ταῦτα εἶναι ἄχρηστα εἰς αὐτοὺς, διότι δὲν δύνανται νὰ μεταφέρωσιν αὐτὰ πρὸς πώλησιν οὔτε εἰς τὰς ἀγορὰς τῆς Ἠλείας, ἥτις ἔχει ἀνάγκην σιτηρῶν, διότι ἡ γῆ ταύτης κατέχεται ὑπὸ φυτειῶν, ὀλίγη δὲ μένει ἀκάλυπτος ὑπὸ φυτειῶν πρὸς καλλιέργειαν δημητριακῶν καρπῶν, ἐνῷ ὁ πληθυσμὸς αὐτόθι ἔχει ἀνάγκην σιτηρῶν, αὐξανόμενος μάλιστα κατὰ τὴν ὥραν τῆς καλλιεργείας τῶν φυτειῶν διὰ τοῦ ἐκεῖ συῤῥέοντος ἐκ τῶν πέριξ μερῶν ἐργατικοῦ πληθυσμοῦ ἀλλ’ οὔτε εἰς τὴν ἀγορὰν τῆς Γόρτυνος τῆς ὀρεινῆς, ἥτις ἔχει ἀνάγκην ὡσαύτως σιτηρῶν, ἕνεκα τοῦ ξηροῦ καὶ ἀγόνου ἐδάφους τῆς χώρας. Καὶ ἂν ἐμφανισθῇ δημόσιος εἰσπράκτωρ, ζητῶν τὴν πληρωμὴν εὐτελοῦς ποσοῦ φόρου, οἱ γεωργοὶ οὗτοι, διὰ τὴν ἀπορίαν χρημάτων, μένουσιν ἐκτεθειμένοι εἰς τὴν καταπίεσιν τῶν εἰσπρακτόρων καὶ εἰς τὴν κατάθλιψιν τῶν συνοδευόντων αὐτοὺς στρατιωτικῶν ἀποσπασμάτων. Νομίζω, ὅτι τὸ Κράτος, ἂν θέλῃ νὰ μεριμνήσῃ πρὸς προστασίαν τῆς γεωργίας, πρέπει νὰ ἐνασχοληθῇ πρὸ πάντων εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας καὶ εἰς τὴν παροχὴν, ὅσον εἶναι δυνατὸν, κεφαλαίων εὐθηνοτέρων. Αἱ γνῶμαι, τὰς ὁποίας ἐξηγῶ, βλέπετε, ὅτι δὲν συμφωνοῦσι πρὸς τὰς γνώμας τοῦ κ. Καλλιγᾶ, οὐδὲ μαρτυροῦσι τὴν ἀνησυχίαν, τὴν ὁποίαν ἐμπνέει εἰς αὐτὸν ὁ ἐπερχόμενος ἀνταγωνισμὸς τῆς ἐν Ἀμερικῇ γεωργικῆς τάξεως πρὸς τοὺς γεωργοὺς τῆς Ἑλλάδος. Εἶναι πολὺ εὔκολον νὰ ἀφίνηταί τις εἰς συγκινήσεις, ἀναμιμνησκόμενος τὰ δεινὰ τῶν διαφόρων παραγωγῶν τάξεων, εἶναι δὲ καὶ ὠφέλιμον εἰς αὐτὸν, ἂν τὰς συγκινήσεις ταύτας παριστᾷ διὰ ζωηρῶν χρωμάτων, ὥστε νὰ συγκινῇ εἴτε ἡμᾶς τοὺς βουλευτὰς, εἴτε ἐκείνους, οἵτινες μᾶς ἀκροῶνται, καὶ νὰ ἀποσπᾷ τὰς ἐπευφημίας των, δὲν ὑπηρετεῖ ὅμως τὰ κοινὰ συμφέροντα, ἂν δὲν μεριμνᾷ περὶ τῶν πρακτικῶν ὠφελειῶν, τὰς ὁποίας δύναται ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ παράσχῃ εἰς τὰς διαφόρους παραγωγικὰς τάξεις, ὅτε καὶ μόνον ὑπηρετεῖ λυσιτελέστερον τὰ κοινά. Τὰς γενικὰς ταύτας γνώσεις ἔχω ἐφέτος, εἶχον δὲ καὶ πέρυσιν, ὅτε συνέβη νὰ ἦμαι ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Τότε εὗρον σύστημα λειτουργοῦν φορολογίας, τοῦ ὁποίου τὰ ἐλαττώματα ἀνωμολόγει ὅλη ἡ κοινωνία καὶ ἀνεγνώριζον πᾶσαι αἱ κατὰ καιροὺς κυβερνήσεις. Ἡ ἐπιθυμία, ἡ ὁποία ἤθελε γεννηθῆ εἰς τὴν καρδίαν παντὸς ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἦτο νὰ προσπαθήσῃ νὰ βελτιώσῃ τὸ πλημμελὲς ἐκεῖνο φορολογικὸν σύστημα. Ἀλλ’ ἠκούσατε, ὅτι ὁ νῦν ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πρὸ εἴκοσι χρόνων ἐπολέμει τὸ σύστημα τῆς ἀποδεκατώσεως, ἀλλὰ μ’ ὅλον τοῦτο, ἂν καὶ ἐγένετο, νομίζω, πεντάκις ὑπουργὸς καὶ ἠδύνατο νὰ προτείνῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν κατάργησιν τοῦ συστήματος ἐκείνου, ἂν καὶ διετέλεσεν ἄνευ διακοπῆς μέλος τοῦ κοινοβουλίου, ἠναγκάζετο ὅμως καὶ ὡς ὑπουργὸς νὰ προτείνῃ πάντοτε ὡς σύστημα φορολογίας τῶν δημητριακῶν καρπῶν τὸ πλημμελὲς ἐκεῖνο σύστημα τῆς ἀποδεκατώσεως, καὶ ὡς βουλευτὴς νὰ ψηφοφορῇ ὑπὲρ αὐτοῦ, διότι δὲν εἶχε τὴν δι’ ἄλλου ἀντικατάστασίν του. Κατὰ μείζονα λόγον πέρυσιν ἐπείσθην ἐγὼ, ὅτι αἱ πολιτικαὶ περιστάσεις, τὰς ὁποίας πέρυσι διετρέχομεν, δὲν ἦσαν τοιαῦται, ὥστε νὰ ἐπιτρέψωσιν εἰς τὴν κυβέρνησιν τὴν ἐξεύρεσιν καὶ πρότασιν ἄλλου τελειοτέρου ἀπὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πλημμελῶς ἐλειτούργει, οὔτε ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἠδύνατο ν’ ἀπασχοληθῇ εἰς μελέτας παραπλησίας. Τὴν γνώμην ὅμως ταύτην δὲν εἶχεν ἡ ἀντιπολίτευσις τοῦ χρόνου ἐκείνου. Αὕτη κρίνουσα ἄλλως τὰ πράγματα καὶ ἄλλην ὅλως διάφορον ἔχουσα γνώμην περὶ τῆς πολιτικῆς καταστάσεως τοῦ τόπου, διαγινώσκουσα ἄλλως τὰς περιστάσεις, τὰς ὁποίας διετρέχομεν, ἔσπευσε νὰ προβάλῃ τὴν κατάργησιν τοῦ φορολογικοῦ ἐκείνου συστήματος, καὶ προέβαλε σύστημα, τὸ ὁποῖον πέρυσιν ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας καὶ κατέστη νόμος τοῦ Κράτους, ὅστις λειτουργεῖ μέχρι τῆς σήμερον. Τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἡ ἀντιπολίτευσις πέρυσι προέβαλε καὶ τὸ ὁποῖον ἐλειτούργησε καθ’ ὅλον τὸ ἔτος, μοὶ ἐφάνη τότε πλημμελές. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ μὲν ἀντιπολίτευσις ἐπέμενεν εἰς τὸ σύστημα ἐκεῖνο τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἐγὼ δὲ ὡς μέλος τῆς κυβερνήσεως ἤμην ἐναντίος, ἀνέτοιμος ὅμως νὰ ὑποβάλω σύστημα ἄλλο τελειότερον, ἐκ τούτου εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ψηφίσω κατὰ τοῦ φορολογικοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ἡ τότε ἀντιπολίτευσις ὑπεστήριζε, καὶ νὰ συμβουλεύσω τὴν Βουλὴν νὰ προτιμήσῃ νὰ παραιτήσῃ πᾶσαν φορολογίαν ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν, παρὰ νὰ ἀπιδεχθῇ τὸν ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν φόρον, τοῦ ὁποίου τὰς πλημμελείας καὶ κατὰ τὴν βάσιν καὶ κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν παρέστησα τότε εἰς τὴν Βουλήν.
§66ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ κυβέρνησις ὑπέβαλε τὸ σύστημα αὐτό.
§67Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὡς ἀντιπολίτευσις πρῶτον ὑπεστήριξεν αὐτόν, καὶ εἶτα, γενομένη κυβέρνησις, προέτεινεν αὐτόν. Ὁ τότε ἀρχηγὸς τῆς ἀντιπολιτεύσεως προέβαλε πρόγραμμα πολιτικὸν καὶ οἰκονομικόν, καὶ ἰδίως ἐξήγησεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ γνώμη τῶν βουλευτῶν ἐπὶ τοῦ προγράμματος τοῦ οἰκονομικοῦ ἦτο δήλωσις καὶ ἐπὶ τοῦ πολιτικοῦ προγράμματος. Ἐπειδὴ δὲ ἡ Βουλὴ ἠσπάσθη τὴν γνώμην αὐτοῦ, ἕνεκα τούτου ἦλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν, καὶ τότε προέβαλε τὸ σύστημα αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη. Κατὰ τὴν συζήτησιν πέρυσι τοῦ φορολογικοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἡ κυβέρνησις προέβαλε πρὸς ἀντικατάστασιν τοῦ τῆς ἀποδεκατώσεως φορολογικοῦ συστήματος διὰ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἀντέστην καὶ ἐξήγησα εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἐλαττώματα, τὰ ὁποῖα εὕρισκον ἐν τῷ συστήματι ἐκείνῳ, καὶ προεῖπον τὰ οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἤθελε προαγάγει τὸ σύστημα ἐκεῖνο. Ἀλλὰ κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην, ἄλλος ἀξιότιμος βουλευτής, ὁ ἐκ Τριφυλίας κ. Σωτηρόπουλος, ὁ ὁποῖος νῦν διοικεῖ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, προέβαλε τροπολογίαν, δι’ ἧς ἐπρότεινε τὴν ἀντικατάστασιν τῆς καταργήσεως τοῦ συστήματος τῆς ἀποδεκατώσεως διὰ τῆς στρεμματικῆς φορολογίας. Τὸ σύστημα τῆς στρεμματικῆς φορολογίας, τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Σωτηροπούλου προταθὲν, εὗρε διαφόρους ἀποδεχομένους αὐτό. Δὲν πρέπει δὲ νὰ παραλείψω, ὅτι ἔτυχε τῆς ὑποστηρίξεως καὶ ἄλλων, καὶ ἰδίως δύο διαπρεπῶν ἀνδρῶν, τοῦ νῦν προέδρου τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου, ὅστις εἶναι ὁ προϊστάμενος τοῦ κόμματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνῆκεν ὁ κ. Σωτηρόπουλος, καὶ τοῦ ἀξιοθρηνήτου συναδέλφου ἡμῶν, τοῦ ἀειμνήστου Ζαΐμη, ὅστις ὡσαύτως παρέσχε τὴν ὑποστήριξίν του εἰς τὸ σύστημα ἐκεῖνο. Ὡς μέλος τοῦ κοινοβουλίου τότε, εὑρέθην εἰς δυσάρεστον θέσιν, ποῖον νὰ προτιμήσω ἐκ τῶν προταθέντων εἰς συζήτησιν τριῶν συστημάτων. Τὸ τῆς ἀποδεκατώσεως εἶχεν ἐλαττώματα, τὰ ὁποῖα ὅλοι ἀνομολογοῦμεν καὶ πάντες γινώσκετε, καὶ τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ μὴ ἐπαναλάβω, διὰ νὰ μὴ γείνω αἴτιος νὰ καταναλωθῇ μάτην ὁ χρόνος. Τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ἔκρινα ἐπίσης πλημμελῆ καὶ ἔχοντα τὰ αὐτὰ καὶ μείζονα ἴσως ἐλαττώματα, ἢ ὅσα εἶχε καὶ τὸ σύστημα τῆς ἀποδεκατώσεως, διότι καὶ οὗτος ἐστηρίζετο ἐπὶ βάσεων ἀδίκων, καθιέρου φορολογίαν ἄνισον, δὲν ἐξησφάλιζε δὲ καὶ τὴν μικρὰν ἐκείνην πρόσοδον, τὴν ὁποίαν προσεδόκα νὰ εἰσπράξῃ ἐξ αὐτοῦ τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ἀλλὰ καὶ τὸ σύστημα τῆς στρεμματικῆς φορολογίας εἶχε, κατ’ ἐμὲ, τὰ αὐτὰ ἐλαττώματα, ὅσα εἶχε καὶ ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Ὅταν τις δὲν φορολογῇ καθαρὰν πρόσοδον, ὅταν τις δὲν φορολογῇ ἔστω καὶ τὴν ἀκαθάριστον πρόσοδον ἀλλὰ φορολογεῖ ὄργανα παραγωγῆς, χωρὶς νὰ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἐκ τῆς παραγωγῆς πρόσοδον, τότε εἶναι πάντοτε ἐν τῇ ἀδικίᾳ καὶ δὲν ἐπιβάλλει ἴσον ποσὸν εἰς ὅλας τὰς παραγωγικὰς τάξεις. Ἐὰν φορολογῆτε τὴν γῆν κατὰ στρέμμα, θέλετε φορολογήσει ἐξ ἴσου καὶ τὰς εὐφόρους γαίας, αἱ ὁποῖαι παράγουσι μεγάλα ποσά, καὶ τὰς ἀφόρους γαίας, αἵτινες παράγουσιν ὀλίγα ποσά, ἴσως δὲ καὶ οὐδόλως. Ἐὰν δὲ ζητήσητε νὰ καταστήσητε ὡς προσήκει διακρίσεις τῶν ποιοτήτων τῆς γῆς, θέλετε εἰσαγάγει τὴν αὐθαιρεσίαν ἢ τὴν κατάχρησιν. Τὸ σύστημα τοῦτο τῆς στρεμματικῆς φορολογίας ἔχει καὶ ἄλλο τι τὸ ἄτοπον, τὰς δυσκολίας πρὸς ἐξεύρεσιν τῆς ἐκτάσεως. Ἐγνώριζον δὲ, ὅτι τὰ τεχνικὰ ὄργανα, τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἐπήρκουν, ἵνα ἐκτελέσωσι καὶ τὴν καταμέτρησιν ὅλου τοῦ ἐδάφους τῆς Ἑλλάδος, διότι ὑπάρχουσιν ὀλίγιστα καὶ μόλις ἐπαρκοῦσιν εἰς τὰς ἄλλας ὑπὸ τῶν νόμων ἀνατεθειμένας αὐτοῖς ἐργασίας. Ὅθεν θέλομεν ἀφεθῆ εἰς τὴν ἐμπειρικὴν καταμέτρησιν, εἰς τὴν ὁποίαν τὰ αὐτὰ ἄτοπα τῆς αὐθαιρεσίας ἢ τῆς καταχρήσεως θέλομεν ἀπαντήσει. Διὰ τοῦτο ἐξ ἴσου ἀπέκρουον τὸ σύστημα τῆς στρεμματικῆς φορολογίας, ὡς καὶ τὸ σύστημα τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Καὶ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι οἱ ψηφίσαντες ὑπὲρ τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Σωτηροπούλου, ἂν καὶ ὑπεστηρίζετο, ὡς εἶπον, ὑπὸ τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ κόμματος, τοῦ προέδρου τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου, ἂν καὶ ὑπεστηρίζετο ὑπὸ ἄλλου προϊσταμένου κόμματος τοῦ ἀειμνήστου Ζαΐμη, δὲν ἔτυχε τῆς ὑποστηρίξεως, εἰμὴ 23 ψήφων. Ἐπὶ τούτοις ἐκράτησεν ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις εἶχε, καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀροτριώντων κτηνῶν ἔτυχε τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, ἐκυρώθη ὡς νόμος καὶ ἐλειτούργησεν ὡς νόμος καθ’ ὅλον τὸ ἔτος. Ὅταν ὅμως ἐψηφίζετο τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἔκρινεν ἀναγκαῖον νὰ ἀπαγγείλῃ ἐπίλογον πρὸς τὴν Βουλήν, διὰ νὰ καταδείξῃ ποῖον καθῆκον ἔχει ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ἤθελε διαδεχθῆ τὴν τότε Κυβέρνησιν, καὶ ποῖον καθῆκον ἐπεβάλλετο καὶ εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν ἑπομένην σύνοδον τῆς Βουλῆς. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὁ νῦν ἀνεγνώριζε τότε τὰς πλημμελείας τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ τὸ ἐλαττωματικὸν τῶν βάσεων αὐτοῦ, εἶχεν ὅμως τὴν παραμυθίαν, ὅτι ἀφοῦ ἅπαξ κατωρθώθη νὰ θανατωθῇ τὸ θηρίον, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀποκλεισθῆ εἰς μίαν γωνίαν τῆς αἰθούσης, τὸ θηρίον τῆς ἀποδεκατώσεως, ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ὤφειλε πλέον νὰ σκεφθῇ περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ἐγένετο ἀποδεκτὸν, τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν δι’ ἄλλου τελειοτέρου, καὶ συνεβούλευσε τὴν Κυβέρνησιν τὴν μέλλουσαν, νὰ ἀνεύρῃ σύστημα τελειότερον τοῦ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, καὶ τὴν Βουλὴν νὰ μελετήσῃ καὶ αὕτη πρὸς τοῦτο, διὰ νὰ μὴ μείνῃ καὶ λειτουργήσῃ ἐπὶ ἄλλο ἔτος τὸ σύστημα τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, τὸ ὁποῖον ἐδέχετο μόνον χάριν τῆς καταργήσεως τῆς δεκάτης καὶ οὐχὶ ὡς σύστημα διαρκές. Δὲν γνωρίζω εἰς ποίας εὑρέθη περιστάσεις ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Τριφυλίας, ἀφοῦ ἀνέλαβε τὴν διοίκησιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους κατὰ τὴν 10 Ὀκτωβρίου. Ἀναγκάζομαι ὅμως νὰ συναγάγω, ὅτι αἱ περιστάσεις, εἰς τὰς ὁποίας εὑρέθη, δὲν ἐπέτρεψαν αὐτῷ νὰ ἐκπληρώσῃ ὡς κυβέρνησις τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον τότε συνεβούλευεν εἰς πᾶσαν κυβέρνησιν διάδοχον τῆς κυβερνήσεως τοῦ κ. Τρικούπη. Φαίνεται, ὅτι αἱ περιστάσεις δὲν ἐπέτρεψαν αὐτῷ τοῦτο, διότι, προσελθὼν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ προβαλὼν τὸ περὶ στρεμματικῆς φορολογίας νομοσχέδιον πρὸς ἀντικατάστασιν τοῦ ἐπὶ ἓν ἔτος λειτουργήσαντος συστήματος τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, δὲν ἠδύνατο νὰ φρονῇ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἤθελε τύχει τῆς ὑποστηρίξεως τῆς Βουλῆς. Ἡ Βουλὴ σύγκειται ἐκ τῶν αὐτῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα ἀπετέλουν πέρυσιν αὐτήν· ἤκουσαν ἐν ἐκτάσει τὰς μακρὰς συζητήσεις, αἵτινες ἔλαβον χώραν, καὶ ἐν τούτοις μόνον εἴκοσι καὶ τρία μέλη αὐτῆς ἐψήφισαν ὑπὲρ τοῦ συστήματος τῆς στρεμματικῆς φορολογίας. Πῶς ἦτο δυνατὸν, ἀφοῦ τόσοι μόνον ἐψήφισαν ὑπὲρ τοῦ συστήματος ἐκείνου, πῶς ἦτο δυνατὸν οἱ εἴκοσι καὶ τρεῖς ἐκεῖνοι νὰ προσηλυτήσωσι τόσους ἄλλους ὅσοι ἀπῃτοῦντο, ἵνα γείνῃ παραδεκτὸν τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐπρότεινεν; Ὁ κ. Σωτηρόπουλος λοιπὸν ἔπρεπε νὰ γνωρίζῃ, ὅτι ἡ ἐργασία αὕτη ἔμελλε νὰ ἀποβῇ ἄκαρπος, καὶ ὅτι ἤθελεν εὑρεθῆ εἰς τοιαύτην ἀμηχανίαν, ὥστε νὰ ἀναγκασθῇ νὰ προβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προχθὲς ἐπρότεινε. Καὶ ἠκούσατε τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν εἰπόντα, ὅτι 20 ἔτη ἐπολέμησε τὸ σύστημα τῆς ἀποδεκατώσεως, ἀλλὰ ἠναγκάσθη εἴτε νὰ προβάλλῃ ὡς ὑπουργὸς αὐτὸ τοῦτο τὸ σύστημα εἰς τὴν Βουλὴν, εἴτε νὰ ψηφοφορῇ ὡς βουλευτὴς ὑπὲρ αὐτοῦ. Ἠκούσατε αὐτὸν ἐνθέρμως ὑποστηρίζοντα τὸ σύστημα τῆς στρεμματικῆς φορολογίας, ἀλλὰ ἐνδίδοντα εἰς τὰς νουθεσίας τῶν συναδέλφων του διὰ νὰ τὸ ἐγκαταλείψῃ. Ἠκούσατε αὐτὸν ἀποφασίζοντα νὰ συνδέσῃ τὴν παρουσίαν του ἐν τῷ ὑπουργείῳ μετὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, ἀλλ’ ἐπὶ τέλους ἐγκαταλείποντα εἰς τὴν τύχην του τὸ νομοσχέδιον καὶ ὑποκύπτοντα εἰς τὴν βαρεῖαν ταύτην εἱμαρμένην. Ἀλλ’ ἀφ’ οὗ ἀπεφάσισε νὰ ἐγκαταλίπῃ τὸ ἔργον του, ἦλθε τοὐλάχιστον ἐγκαίρως νὰ μᾶς εἰδοποιήσῃ περὶ τούτου, διὰ νὰ ἔχωμεν καιρὸν νὰ μεριμνήσωμεν ἡμεῖς ἀντ’ αὐτοῦ, μελετῶντες δι’ ἐπιτροπῆς τὴν ὕλην καὶ προνοοῦντες νὰ καταστήσωμεν ἄλλο τι σύστημα φορολογικόν; Δὲν μᾶς ἀφῆκε νὰ ἐξέλθωμεν ἀπὸ τὴν δυσκολίαν, καὶ μᾶς ἠνάγκασε νὰ εὑρεθῶμεν σήμερον ἀπέναντι τοῦ συστήματος τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, νὰ μὴν ἔχωμεν δὲ ὑπὸ μελέτην ἄλλο σύστημα. Μᾶς ἔφερεν ἀπέναντι τοῦ διλήμματος εἴτε νὰ μείνωμεν εἰς τὸ φορολογικὸν σύστημα τὸ κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο ἐπικρατῆσαν, εἴτε νὰ συμβουλεύσωμεν τὴν Βουλὴν νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν φορολογίαν κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο τῶν δημητριακῶν καρπῶν. Ἔχομεν καιρὸν σήμερον νὰ προπαρασκευάσωμεν ἄλλο τι, ἵνα πράξωμεν ὅ,τι τὸ καθῆκον μᾶς ἐπιβάλλει; Κατὰ δυστυχίαν δύο μῆνες παρῆλθον ἀφ’ ὅτου ὑπέβαλε τὸ νομοσχέδιον ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ παρῆλθον ἐν σιγῇ. Καὶ ὅταν παρὰ τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἐῤῥέθη, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐσκόπει νὰ ἐγκαταλείψῃ τὸ ἔργον του, ὁ κ. ὑπουργὸς δὲν ἐδίσταζε νὰ διαψεύδῃ τοὺς ταῦτα λέγοντας περὶ αὐτοῦ. Μετὰ δύο μῆνας δὲ μᾶς εἶπεν, ὅτι ἀναγκάζεται νὰ ἐγκαταλείψῃ αὐτὸ καὶ νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὴν θέλησιν τῶν συναδέλφων του. Τὸ συμβεβηκὸς τοῦτο τῆς συμφωνίας τῶν δύω κομμάτων ἠδύνατο ὑπὸ ἄλλας περιστάσεις καὶ δι’ ἄλλους λόγους νὰ ἦναι εὐτυχές. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ φορολογικοῦ νομοσχεδίου ἡ συμφωνία τῆς Κυβερνήσεως μὲ τὴν ἀντιπολίτευσιν ἔφερεν εἰς μεγάλην δυσκολίαν ἡμᾶς τοὺς ὀλίγους, οἵτινες εἴμεθα καὶ ἐκτὸς τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐκτὸς τῆς ἀντιπολιτεύσεως καὶ οἵτινες προσεδοκῶμεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ὡς ἀντιπολίτευσις ἐπολέμησε πέρυσι τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἤθελε μᾶς προβάλει ἄλλο τι σύστημα φορολογικόν, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου νὰ δυνηθῶμεν νὰ ψηφοφορήσωμεν.
§68ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἐφωτίσθησαν μὲ τὸν καιρὸν καὶ δι’ αὐτὸ παρεδέχθησαν αὐτὸ τὸ σύστημα.
§69Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἤθελον λυπήσει τὸν προϊστάμενον τῆς Κυβερνήσεως, τὸν ὁποῖον σέβομαι διὰ τὰς ὑπηρεσίας του, καὶ ὁ ὁποῖος κατέχει τόσον ἐπιφανῆ θέσιν ἐν τῷ πολιτικῷ κόσμῳ τῆς Ἑλλάδος, ἤθελον τὸν λυπήσει, ἐὰν ἀνεγίνωσκον τὴν γνώμην, ἣν πέρυσιν ἔδωκεν εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον σήμερον συναινεῖ νὰ ψηφισθῇ. Ἔλεγε πέρυσιν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος· «Ὁμολογῶ, ὅτι δέχομαι πᾶν ἄλλο σύστημα ἀνθρώπινον, καταργοῦν τὴν ἀποδεκάτωσιν, ἀρκεῖ νὰ μὴ ἦναι χεῖρον, ὡς τὸ παρουσιαζόμενον, τοῦ ὑπάρχοντος καὶ ἐν Ἀλγερίᾳ.» Καὶ κατωτέρω «Δέχομαι δέ, ἐπαναλαμβάνω, πᾶν σύστημα πρὸς μεταβολὴν τοῦ ὑπάρχοντος, ἀλλὰ τὸ παρουσιαζόμενον εἶναι χειρότερον ἀπὸ ὅλα ὅσα δύναται νὰ ἐπινοήσῃ ὁ ἄνθρωπος.» Καὶ ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τοσοῦτον ὀλίγην κατέβαλε μέριμναν περὶ τῶν πεποιθήσεων τοῦ προϊσταμένου τοῦ ὑπουργείου, ὥστε ἦλθε νὰ μᾶς συμβουλεύσῃ νὰ παραδεχθῶμεν τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ὁ προϊστάμενος τοῦ κόμματος καὶ τοῦ ὑπουργείου εἶπεν, ὅτι εἶναι τὸ χειρότερον πάντων τῶν ἄλλων συστημάτων. Καὶ ἰδοὺ αὐτομόλησε μέγα μέρος τῆς πτέρυγος ταύτης πρὸς τὴν ἀντιπολίτευσιν, οὕτω δὲ προαγγέλλεται μεγάλη πλειοψηφία. Ἤθελεν εἶσθαι εὐτυχὲς συμβεβηκὸς ἐὰν δι’ ἄλλον σκοπὸν κατωρθοῦτο τοιοῦτόν τι. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἡ σύνοδος αὕτη παρέστησε περίεργον φαινόμενον, τὸ ὁποῖον εἶναι σπάνιον εἰς τὴν ἱστορίαν τῶν ἄλλων ἐθνῶν. Παρεστάθη τὸ φαινόμενον, καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ ἀντιπολίτευσις νὰ μὴ διαφωνῶσιν, οὔτε περὶ τὰ γενικὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα κατὰ πρῶτον λόγον μᾶς ἀπασχολοῦσιν, οὔτε κατὰ τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα κρίνουν ἀναγκαῖα πρὸς ἐπίτευξιν τοῦ σκοποῦ. Ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, δὲν ἀπήντησα κατὰ πᾶσαν τὴν σύνοδον ταύτην μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἄλλην διαφοράν, εἰμὴ ἐπὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐκδικάσεως τῶν προσφυγῶν τῶν ἐπιστράτων, ἐπὶ τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν καὶ ἐπὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, καθ’ ὅλα δὲ τὰ ἄλλα παρεστάθη ἀληθὴς συμφωνία αὐτῶν. Ἐὰν λοιπὸν τὸ εὐτυχὲς τοῦτο συμβεβηκὸς τῆς συμφωνίας αὐτῶν συνετελεῖτο καὶ ἐπὶ τοῦ κυβερνητικοῦ ζητήματος, ἤθελον κρίνει τὴν συμφωνίαν ταύτην εὐτυχῆ ἀληθῶς· ἀλλά, συντελούμενον νῦν ἐπὶ τοῦ φορολογικοῦ νομοσχεδίου, τείνει νὰ ἀποδείξῃ εἰς τοὺς ἄλλους, ὅτι ὅταν ἐπολεμοῦμεν πέρυσι τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὸν λόγον τοῦτον τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, δὲν ἐπιστεύομεν ἐξ ἴσου ἡμεῖς καὶ οἱ τὴν Κυβέρνησιν ἀποτελοῦντες τὸν λόγον τοῦτον. Ἐπέκρινα τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διότι δὲν ἠδυνάμην νὰ ἐπιτιμήσω τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἐὰν σήμερον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν δύναται νὰ συμβουλεύσῃ ἄλλο τι τὴν Βουλήν, ἢ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συμβουλεύει ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἴσως δὲν ἐπεθύμει τοῦτο, καὶ ἴσως δὲν ἐπέχει ἴσην εὐθύνην, ὅσην ὑπέχει ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Λέγω ἴσην, διότι δὲν πείθομαι, ὅτι ὅσα εἶπε πέρυσιν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, τὰ ἐλησμόνησε, καὶ σήμερον συνεβούλευσε τὴν Βουλὴν νὰ πράξῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πέρυσι κατέκρινεν· ἀλλὰ προσέτι, διότι καὶ πέρυσιν ἐνθυμοῦμαι δὲν ὑπῆρχε πλήρης ὁμοφωνία μεταξὺ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Εἶπον, ὅτι δὲν συμμερίζομαι παντάπασι τὴν γνώμην τοῦ βουλευτοῦ Ἀττικῆς. Δὲν νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ σᾶς συμβουλεύσω νὰ παρασκευάσητε τὸ μέλλον οὕτως, ὥστε νὰ δυνηθῆτε ἐν ἐγγυτέρῳ ἢ ἀπωτέρῳ μέλλοντι νὰ καταργήσητε πᾶσαν φορολογίαν ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν. Νομίζω, ὅτι πᾶς κλάδος παραγωγῆς πρέπει νὰ ὑπέχῃ ἐξ ἴσου τὰ δημόσια βάρη καὶ ὅτι ἡ γεωργία ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ καὶ ἐπιτύχῃ πᾶσαν εὔλογον ἐπικουρίαν εἰς τὰς ἀληθεῖς αὐτῆς ἀνάγκας, ἀλλ’ ὀφείλει καὶ νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὴν ἀπότισιν εὐλόγου φόρου, ὡς ὑποκύπτουσιν εἰς τοιοῦτον καὶ οἱ ἄλλοι κλάδοι τῆς παραγωγῆς. Αὐτὸ δὲ, τὸ ὁποῖον σᾶς λέγω, εἶναι καὶ τὸ φρόνημα τῆς γεωργικῆς τάξεως. Ἐκλέγομαι ἐξ ἐπαρχίας γεωργικῆς, ἔρχομαι συχνὰ εἰς συνάφειαν μετὰ τῶν ἐκλογέων, καὶ γνωρίζω, ὅτι οἱ ἐκλογεῖς μου ἤθελον εἶσθαι εὐτυχεῖς, ἐὰν εἶχον εὔκολα τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας, ἐὰν εἶχον τὴν εὐκολίαν νὰ εὑρίσκωσι κεφάλαια εὐθηνὰ, καὶ εὐχαρίστως ἤθελον ὑποβληθῆ εἰς φόρον εὔλογον, τὸν ὁποῖον ἤθελε τὸ Κράτος ἐπιβάλει εἰς αὐτούς. Δὲν συμφωνῶ λοιπὸν κατὰ τοῦτο μετὰ τοῦ κ. βουλευτοῦ Ἀττικῆς. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι τὸ Κράτος ὀφείλει μὲν νὰ παράσχῃ εἰς τὴν γεωργίαν τὴν ἐπικουρίαν, τὴν ὁποίαν ὀφείλει, δὲν πρέπει ὅμως νὰ ἀποφασίσῃ, ἵνα καταργήσῃ εἰς τὸ μέλλον τὴν φορολογίαν ἐν γένει ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν, ὄχι μόνον διότι τοῦτο εἰσάγει ἀνισότητα εἰς τὴν διανομὴν τῶν φόρων, τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν νὰ ἀποφεύγωμεν, διότι τὴν ἰσότητα μᾶς ἐπιβάλλει τὸ πολίτευμα, ἀλλὰ καὶ διότι ἡ ἀνισότης περὶ τὴν διανομὴν τῶν φόρων θέλει καταλήξει εἰς ἐπιβάρυνσιν τῶν ἑτέρων παραγωγικῶν τάξεων. Καὶ ἀληθῶς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θέλει στερηθῆ τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐκ τῆς καταργήσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν, θέλει ζητήσει νὰ τὸ ἀποκτήσῃ δι’ αὐξήσεως τοῦ φόρου, ὅστις ἐπιβάλλεται εἰς τὰς ἄλλας τάξεις τῆς παραγωγῆς. Καὶ ἐνῷ ἔχω τὸ φρόνημα, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀποφασίσωμεν τὴν ἐν τῷ μέλλοντι ἀπαλλαγὴν τῆς γεωργίας ἀπὸ παντὸς φόρου, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ὑποστηρίξω τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν τινὲς συνάδελφοι ὑπέβαλον καὶ τὴν ὁποίαν ὁ ἐκ Λακεδαίμονος βουλευτὴς προχθὲς ὑπεστήριξεν. Ἡμεῖς ἐπολεμήσαμεν πέρυσι τὸ σύστημα τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἀλλὰ τὸ σύστημα ἐπεψηφίσθη καὶ ἐλειτούργησεν. Ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς ὅμως αὐτοῦ ἀπεδείχθη, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῆς 10 Μαρτίου ἔσφαλεν εἰς τοὺς ὑπολογισμούς της, διότι τὸ δημόσιον δὲν εἰσέπραξεν ὅσον ἡ κυβέρνησις τῆς 10 Μαρτίου προσεδόκα, ὅτι ἐκ τοῦ συστήματος τούτου ἤθελε δυνηθῆ τὸ δημόσιον νὰ εἰσπράξῃ. Προσεδόκα νὰ εἰσπράξῃ 2,800,000.
§70ΤΙΝΕΣ. 2 ἑκατομμύρια 100 χιλ.
§71Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Προσεδόκα, ὅτι διὰ τῆς καταργήσεως τοῦ φόρου τῆς ἀποδεκατώσεως τὸ δημόσιον δὲν ἤθελεν ἀπολέσει εἰμὴ 1,700,000.
§72ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ὄχι 1 ἑκατομμύριον 700 χιλιάδας, ἀλλὰ 700 χιλιάδας εἶπον.
§73Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης δὲν εἶδεν ἀληθεύσαντας τοὺς ὑπολογισμούς του ὡς πρὸς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἤθελεν εἰσπράξει τὸ δημόσιον. Ἀλλὰ πρὸ τούτου δὲν ἤθελε οὐδὲ νὰ ἀποδεχθῇ τὴν πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν ἡ ὑπηρεσία τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργείου ἔδιδε τότε εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη εἰσεπράττετο ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν. Ὅταν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν προσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα, διὰ τοῦ ὁποίου παρέστησε κατὰ μέσον ὅρον τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον ἐκ τοῦ φόρου τῆς ἀποδεκατώσεως εἰσέπραττε τὸ δημόσιον, ὁ βουλευτὴς Μεσολογγίου προσεπάθησε νὰ πείσῃ τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἐσημείου ἡ τότε Κυβέρνησις, ἦτον ἐξογκωμένον. Ἠμφισβήτει δὲ, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῶσιν ἐκ τοῦ φόρου τῶν δημητριακῶν καρπῶν τὰ προϋπολογιζόμενα 3,800,000, ἐζήτει δὲ νὰ πείσῃ τὴν Βουλὴν, ὅτι ἦτον ὀλιγώτερον τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον πράγματι εἰσεπράττετο. Οὕτω δὲ δι’ αὐτοῦ ἐζήτει νὰ παραστήσῃ, ὅτι ἡ ζημία, ἥτις ἤθελεν ἐπέλθει ἐκ τῆς καταργήσεως τοῦ συστήματος τῆς ἀποδεκατώσεως, ἤθελεν εἶσθαι μικροτέρα ἐκείνης, ἥτις πραγματικῶς ἐπῆλθεν· ἑπομένως προσεπάθει ἵνα ἡ Βουλὴ πεισθῇ νὰ ψηφίσῃ τὸ σύστημα, ὅπερ ἐπρότεινε, κρίνουσα, ὅτι ἡ ζημία, ἥτις ἤθελεν ἐπέλθει, ἔμελλε νὰ ἦναι μικρά. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπικαλεσθῶ τὰς πληροφορίας ὑμῶν περὶ τοῦ τί ἤθελεν εἰσπράξει τὸ κράτος, ἐὰν δὲν ἐπήρχετο πέρυσιν ἡ μεταβολὴ τοῦ φορολογικοῦ συστήματος. Συνέπεσε μάλιστα τὸ ἔτος νὰ ἦναι εὔφορον, βεβαίως δ’ ἤθελεν εἰσπράξει τὸ δημόσιον ταμεῖον ἀνώτερον ποσὸν οὐ μόνον τοῦ σημειωθέντος τότε ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἤτοι τῶν 3,800,000, ἀλλὰ καὶ αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ τῶν 4½ ἑκατομμυρίων, ἐὰν δὲν συνέβαινε τότε ἡ ἀντιπολίτευσις νὰ ὑποστηρίξῃ τὸ νέον σύστημα τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Ἐὰν συνέβαινεν ἡ Βουλὴ νὰ μὴ ἐπιψηφίσῃ τότε τὴν μεταβολὴν τοῦ φορολογικοῦ συστήματος, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀφήσῃ νὰ λειτουργήσῃ ἀκόμη δι’ ἓν ἔτος ἢ διὰ δύο τὸ πλημμελὲς ἐκεῖνο φορολογικὸν σύστημα, δὲν ἤθελε συμβῆ τὸ περίεργον φαινόμενον, τὸ ὁποῖον συνέβη εἰς ἡμᾶς, καθ’ ὃν χρόνον ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους ἔμελλε νὰ ἐπιβαρυνθῇ δι’ ἐλλείμματος 55 καὶ πλέον ἑκατομμυρίων, ἡμεῖς νὰ ἀσχοληθῶμεν νὰ βελτιώσωμεν τὸ φορολογικὸν σύστημα, καὶ διὰ τὰς βελτιώσεις ταύτας νὰ ἐλαττώσωμεν τὰ ἔσοδα τοῦ κράτους κατὰ τρία καὶ πλέον ἑκατομμύρια. Ὅταν πέρυσιν ἡ Βουλὴ συνεζήτει τὸ νομοσχέδιον περὶ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἐβεβαίονεν, ὡς εἶπον, τὴν Βουλὴν οἱ προτείναντες αὐτὸ, ὅτι θέλει εἰσπραχθῆ τόσον ποσὸν ἐκ τοῦ φόρου τούτου, ὥστε μικρὰ θέλει εἶσθαι ἡ ζημία τοῦ δημοσίου ταμείου· ἀντιλέγων δὲ τότε εἰς αὐτοὺς, ἰσχυρίσθην, ὅτι μόλις θέλει φθάσει τὸ ἐκ τοῦ φόρου τούτου ἔσοδον εἰς 700,000 δραχμῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πρό τινων ἑβδομάδων ἔφερε πίνακας, οἱ ὁποῖοι παρέστησαν τὴν κατάστασιν τῆς διαχειρίσεως τοῦ ἔτους 1880. Ἐκ τῶν πινάκων τούτων ἐπληροφορήθην, ὅτι ἐβεβαιώθη ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ποσὸν ἐξ 1,382,000. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, καὶ εἰς τοῦτο παρακαλῶ νὰ μοὶ δώσῃ τὴν συνδρομήν του, διότι ἐνδέχεται νὰ σφάλλω, πρό τινος ἔδωκε πληροφορίας εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου εἶχον παραχθῆ ἕως τότε μόνον 703,000.
§74ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. 1,240,000 εἰσεπράχθησαν μέχρι τέλους τοῦ ἔτους.
§75ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Πόσα ἐβεβαιώθησαν;
§76ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. 1,382,000.
§77ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὥστε δὲν μένει καθυστέρημα.
§78ΠΕΤΖΑΛΗΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ πλεονέκτημα τοῦ νόμου.
§79ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἡ ἀπειλὴ τοῦ τεταρτημορίου.
§80ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι τῳόντι προτέρημα εἰς τοὺς φορολογικοὺς φόρους νὰ μὴ ἀφίνωσι καθυστερήματα, ὡς εἶναι καὶ προτέρημα αὐτῶν, τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἐξέρχονται ἐκ τοῦ θυλακίου τοῦ φορολογουμένου, νὰ εἰσέρχωνται ἀκέραια εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, καὶ νὰ μὴ ἐλαττώνωνται μεταβιβαζόμενα δι’ ἄλλων χειρῶν. Ἀλλὰ προτέρημα πρώτιστον αὐτῶν πρέπει νὰ ἦναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον διὰ τοῦ φόρου λαμβάνεται ἀπὸ τὸν φορολογούμενον, νὰ ἦναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πράγματι ὀφείλει καὶ πρέπει νὰ παρέχῃ εἰς τὸ ταμεῖον· δὲν συμβαίνει δὲ τοῦτο, ὅταν ὁ φόρος ἦναι ἄνισος. Μὴ μὲ ἀναγκάζετε δὲ νὰ ἐπαναλάβω πάλιν τὴν ἔρευναν τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἀφ’ οὗ πέρυσιν ἐλέχθησαν τόσα καὶ ἀφ’ οὗ πρέπει νὰ φεισθῶ τοῦ χρόνου τῆς Βουλῆς καὶ νὰ μὴ ἐπαναλάβω τὰ τότε λεχθέντα.
§81ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Μὴ τὸ λέγετε μόνον πρὸς ἀπειλὴν, διότι κανεὶς δὲν φοβεῖται τὴν ἐκ νέου συζήτησιν.
§82ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ κυριώτερον ἐλάττωμα τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν εἶναι, ὅτι δὲν φορολογεῖ τὴν πρόσοδον, οὔτε τὴν καθαρὰν, οὔτε τὴν ἀκαθάριστον, ἀλλὰ φορολογεῖ ὄργανον, τοῦ ὁποίου γίνεται χρῆσις πρὸς παραγωγήν, φορολογεῖ ἓν τῶν κεφαλαίων, δι’ ὧν συντελεῖται ἡ παραγωγή, ἤτοι τοὺς βόας. Ὅταν δὲν φορολογῆται ἡ πρόσοδος, ἀλλ’ ἓν τῶν κεφαλαίων, τῶν ὁποίων γίνεται χρῆσις πρὸς παραγωγήν, ὁ φόρος δὲν στηρίζεται ἐπὶ βάσεως εὐλόγου. Ἀφίνω, ὅτι δὲν φορολογεῖ ὅλους ἐξ ἴσου, ὅτι ὑπάρχουσι γεωπόνοι, οἵτινες παράγουσι μεγάλην πρόσοδον, μηδὲν συνεισφέροντες, οὐδ’ ἕνα ὀβολόν, ἐνῷ οἱ γεωργοί, οἱ ὁποῖοι παρήγαγον ἐλάχιστον ποσὸν, πληρώνουσιν ὅλον τὸν φόρον. Δύναται τὸ σύστημα τοῦτο νὰ ἀπολήγῃ εἰς βοήθειαν καὶ συνδρομὴν τῶν μεγάλων γεωργῶν, τοὺς ὁποίους ἀπαλλάσσει παντὸς φόρου, δὲν παρέχει ὅμως βοήθειαν καὶ συνδρομὴν εἰς τὴν γεωργικὴν τάξιν, εἰς ἣν ἐπιβάλλει πάντα τὸν φόρον. Ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον πέρυσιν εἰσήχθη καὶ ἐψηφίσθη καὶ λειτουργεῖ, μᾶς ἀπέδειξεν, ὅτι τὸ ποσὸν ὅλον, τὸ ὁποῖον ὑπελόγισεν, ὅτι ἤθελεν εἰσπραχθῆ δι’ αὐτοῦ, δὲν εἰσεπράχθη, ὅτι δὲ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον εἰσεπράχθη, ἀνέρχεται εἰς 1,240,000. Ἐὰν δὲ τὸ Κράτος ἤθελεν ἀφήσει ἐφέτος ἀφορολόγητον τὴν πρόσοδον τῶν δημητριακῶν καρπῶν, παραδεχόμενον τὴν περὶ τούτου γενομένην παρ’ ἄλλων πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν ὁ βουλευτὴς ἐκ Λακεδαίμονος, ἤθελε στερηθῆ τὸ δημόσιον ταμεῖον 1,200,000 δραχμῶν, ἀλλ’ ἤθελεν ἀπαλλάξει τὴν γεωργικὴν τάξιν ἀπὸ τῆς ἀδίκου καὶ ἀνίσου φορολογίας; εἰς τὴν ὁποίαν τὸ πέρυσιν ὑποβληθὲν φορολογικὸν σύστημα ὑπέβαλεν αὐτήν.
§83ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ κατάργησις τῆς φορολογίας δὲν θὰ καταλήξῃ εἰς τὴν ἀνισότητα, οἱ μὲν νὰ ὠφεληθοῦν ὀλιγώτερον, οἱ δὲ περισσότερον;
§84ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κύριος βουλευτὴς Παρνασσίδος θέλει νὰ μὲ ἀγάγῃ εἰς ἓν ἄτοπον συμπέρασμα, τὸ ὁποῖον ἤθελε μὲ παραστήσει ἀντιφάσκοντα. Ὁ κ. βουλευτὴς Παρνασσίδος μὲ ἐλέγχει, ὅτι σεῖς, ὁ ὁποῖος ἐπικρίνετε τὸ σύστημα, τὸ λειτουργῆσαν πέρυσι, τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, τὸ ἐπικρίνετε, διότι εἰσάγει ἀνισότητα, διότι φορολογεῖ μὲν τοὺς μικροὺς γεωργοὺς, τοὺς καλλιεργητάς, δὲν φορολογεῖ δὲ τοὺς κυρίους τῆς γῆς, οἱ ὁποῖοι παράγουσι μεγαλειτέραν πρόσοδον ἐκ τῆς γῆς, ἀλλὰ δὲν βλέπετε τὴν ἀνισότητα, τὴν ὁποίαν θέλετε νὰ εἰσαγάγητε, χαρίζοντες τὸν φόρον εἰς τοὺς μικροὺς γεωργούς; διότι, διὰ νὰ ἐξισώσητε αὐτοὺς μὲ τοὺς μεγάλους ἰδιοκτήτας, εἰσάγετε ἄλλην ἀνισότητα, ὅτι χαρίζετε μὲν τὸν φόρον εἰς τὴν γεωργικὴν τάξιν, ἐπιβαρύνετε δὲ τὰς ἄλλας παραγωγικὰς τάξεις. Δὲν ἔλαβεν ὅμως ὑπ’ ὄψιν, ὅτι, ἐὰν ἔχωμεν ἀνισότητα φορολογίας ἐντὸς μιᾶς τάξεως, ἀδικοῦμεν, ζημιοῦντες ὅλην τὴν τάξιν ἐκείνην, διότι εἰσάγομεν τὴν διαίρεσιν μεταξὺ τῶν μεγάλων καὶ τῶν μικρῶν παραγωγῶν, καὶ καταδικάζομεν αὐτοὺς νὰ ἐργάζωνται οὐχὶ πρὸς ἴδιον ὄφελος, ἀλλὰ πρὸς ὄφελος τῶν μεγάλων παραγωγῶν. Ἐὰν τὸ φορολογικόν σας σύστημα εἰσάγῃ ἀνισότητα μεταξὺ τῆς τάξεως τῆς γεωργικῆς καὶ ἄλλης τινὸς τάξεως, ἀδικεῖτε τὰς τάξεις, τὰς ὁποίας φορολογεῖτε πρὸς ὄφελος ἐκείνης, τὴν ὁποίαν δὲν φορολογεῖτε, ἀλλὰ τοῦτο γιγνόμενον ἐπὶ ἓν μόνον ἔτος δὲν ἀποτελεῖ ἀδικίαν μεγάλην· ἄλλως δὲ θεραπεύει ἴσως καὶ κοινωνικήν τινα ἀνάγκην. Ὅταν ὅμως ἠλαττώσατε τὴν πρόσοδον τοῦ δημοσίου ἀπὸ 4,000,000 εἰς 1,200,000 διὰ τῆς καταργήσεως τοῦ συστήματος τῆς ἀποδεκατώσεως καὶ διὰ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἐχαρίσατε μὲν δραχ. 2,800,000, ἀλλὰ δὲν ἐχαρίσατε αὐτὰς εἰς τοὺς γεωργοὺς, ἀλλ’ εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας τῆς γῆς, καὶ ἀφοῦ ἐχαρίσατε 2,800,000 εἰς αὐτοὺς, οἵτινες εἶναι οἱ μεγάλοι παραγωγοί, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην τῆς ἐπικουρίας σας, διστάζετε νὰ χαρίσητε 1,200,000 εἰς τοὺς μικροὺς γεωργοὺς, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἀπόλυτον ἀνάγκην τῆς ἐπικουρίας τοῦ Κράτους; Καὶ τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον σᾶς προέβαλον οἱ ὑποβαλόντες τὴν πρότασιν βουλευταί, καὶ τὸ ὁποῖον ἀνέπτυξεν ὁ βουλευτὴς Λακεδαίμονος, εἶναι μέτρον, τὸ ὁποῖον ἀποδέχομαι οὐχὶ κατ’ ἀρχὴν, ἀλλὰ κατ’ ἀνάγκην. Σᾶς εἶπον, ὅτι κατ’ ἀρχὴν δὲν συμφωνῶ μετ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι συμβουλεύουν νὰ καταργηθῇ πᾶς φόρος ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν. Ἀλλ’ ἐὰν πρόκηται νὰ ψηφίσω νόμον, ὁ ὁποῖος στηρίζεται ἐπὶ βάσεως ἀδίκου, ὁ ὁποῖος ἀνίσως φορολογεῖ τὴν αὐτὴν τάξιν πρὸς ὄφελος τῶν μεγάλων παραγωγῶν καὶ πρὸς βλάβην τῶν μικρῶν, προτιμῶ νὰ ὑποβάλω τὸ δημόσιον ταμεῖον εἰς ζημίαν 1,200,000, παρὰ νὰ δώσω τὴν ψῆφόν μου νὰ ἐξακολουθήσῃ σύστημα, τὸ ὁποῖον εἰσάγει τὴν ἀνισότητα, βλάπτει ἀντὶ νὰ ὠφελῇ τὴν γεωργικὴν τάξιν, καὶ μάλιστα καθ’ ὃν χρόνον ἐκλήθη νὰ ἐκπληρώσῃ ἄλλην βαρεῖαν ὑποχρέωσιν πρὸς τὴν πολιτείαν. Ἐμνήσθη τῆς βαρείας αὐτῆς ὑποχρεώσεως τῆς γεωργικῆς τάξεως ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς, καὶ διότι ἡ τάξις αὕτη ἀποτελεῖ τὸ κυριώτερον καὶ μεγαλείτερον φυτώριον, ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἀντλεῖ τὸ Κράτος τοὺς ἄνδρας, δι’ ὧν σχηματίζει τὸν στρατόν. Ἀλλ’ ἡ ἐνθύμισις αὕτη ἔπρεπε νὰ ἐπηρεάσῃ αὐτὸν, ἵνα δεχθῇ τὴν εὐεργετικὴν αὐτὴν παροχὴν κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο πρὸς τὴν εἰρημένην τάξιν, καὶ ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου. Ἡ γνώμη λοιπὸν, τὴν ὁποίαν προβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν, εἶναι ν’ ἀποδεχθῇ τὴν πρότασιν τῶν κυρίων βουλευτῶν περὶ ἀπαλλαγῆς κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο τῶν δημητριακῶν καρπῶν ἀπὸ πάσης φορολογίας. Συντάσσομαι μετὰ τῆς γνώμης ταύτης, καὶ συμβουλεύω τὴν Βουλὴν νὰ τὴν ἀποδεχθῇ ἐφέτος μόνον κατ’ ἐξαίρεσιν, ἕνεκα τῆς καταστάσεως τῶν πραγμάτων, τὴν ὁποίαν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν παρεσκεύασεν, ἀφοῦ, ὡς εἶπον, ὤφειλε νὰ ἐξεύρῃ καὶ προτείνῃ εἰς τὴν Βουλὴν σύστημα φορολογικὸν, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ δυνηθῶμεν ν’ ἀντικαταστήσωμεν τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον πέρυσιν ἐψηφίσθη, καὶ ἐὰν δὲν ἠδύνατο νὰ παρασκευάσῃ καὶ προβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἄλλο σύστημα τελειότερον, ἐὰν ἐσκόπει ν’ ἀνακαλέσῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ στρεμματικῆς φορολογίας, τὸ ὁποῖον ἐπρότεινεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὤφειλε νὰ τὸ ἀνακαλέσῃ κἂν ἐγκαίρως, διὰ νὰ δυνηθῇ ἡ Βουλὴ μόνη νὰ μελετήσῃ σύστημα κατάλληλον, καλλίτερον δὲ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Εὑρισκόμενος ἐνώπιον τοῦ διλήμματος τούτου, νὰ ψηφίσω τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ἢ νὰ ἀπαλλάξωμεν ἐντελῶς πάσης φορολογίας τὴν γεωργικὴν τάξιν, συντάσσομαι μετὰ τῆς τελευταίας γνώμης, καὶ δηλῶ τὸ φρόνημα ὄχι μόνον τὸ ἐμόν, ἀλλὰ καὶ τὸ φρόνημα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐπιδοκιμάζουσι τὴν πολιτείαν τῶν πλείστων τῆς δεξιᾶς πτέρυγος, οἵτινες ἐγκαταλιπόντες τὰς ἰδίας αὑτῶν ἰδέας, τὰς ὁποίας πέρυσιν ἐδήλωσαν, συνετάχθησαν ἐφέτος μετὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον πέρυσιν ἐπολέμουν.
§85ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.) Καταλαμβάνετε, κύριοι, τὸ δύσκολον τῆς θέσεώς μου· εἶμαι ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν, συζητεῖται τὸ φορολογικὸν νομοσχέδιον, καὶ ὅμως εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ σιωπῶ, διότι, ὑποκύπτων εἰς τὰς περιστάσεις, ἀναγκάζομαι νὰ ὑποστηρίξω καὶ νὰ παραδεχθῶ, ὅπως ἰσχύσῃ καὶ διὰ τὸ 1881 σύστημα φορολογικόν, τὸ ὁποῖον πάσῃ δυνάμει καταδικάζω καὶ ἀποδοκιμάζω· εἶχον δὲ τὴν πεποίθησιν, ἀφοῦ ἔκαμα τὴν δήλωσιν ταύτην εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐξέθεσα ἐν περιλήψει τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ὑπεχρεώθην νὰ ὑποκύψω, εἶχον, λέγω, τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἤθελε γείνει παμψηφεὶ παραδεκτὴ ἡ πρότασίς μου καὶ ἤθελον λείψει αἱ περαιτέρω συζητήσεις, πρὸς εὐχαρίστησιν ἰδίως τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Ζακύνθου κ. Λομβάρδου, ὅστις ἐπιθυμεῖ ἡ Βουλὴ ν’ ἀσχολῆται ἀποκλειστικῶς εἰς μόνον τὸ μέγα ζήτημα, εἰς τὸ ὁποῖον σήμερον εἶναι ἐστραμμένη ἁπάντων ἡ προσοχή.
§86ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Πιστεύω ὅλη ἡ Βουλὴ τὸ ἐπιθυμεῖ.
§87ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.) Ἀναγκάζομαι νὰ λάβω τὸν λόγον, διότι, ὡς ἠκούσατε, ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας θέλει νὰ ρίψῃ εἰς βάρος ἐμοῦ τὴν ἀνάγκην, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται σήμερον, τοῦ νὰ παραδεχθῇ καὶ αὐτὸς τὴν πρότασιν ἀξιοτίμων τινῶν συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι, μὴ ἀρεσκόμενοι εἰς οὐδὲν φορολογικὸν σύστημα, προτείνουν νὰ καταργηθῇ ἐντελῶς διὰ τὸ τρέχον ἔτος ἡ φορολογία τῶν δημητριακῶν καρπῶν. Ἀναγκάζεται, σᾶς εἶπε, νὰ υἱοθετήσῃ τὴν πρότασιν ταύτην, διότι ὁ ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν δὲν ἐφρόντισε νὰ παρασκευάσῃ ἐγκαίρως φορολογικὸν νομοσχέδιον κατάλληλον. Ἀλλ’ ἐρωτῶ τὸν ἀξιότιμον προαγορεύσαντα, δὲν ἐγνώριζεν ὁποίαν ἰδέαν εἶχεν ἀπὸ τοῦ παρελθόντος ἔτους ὁ νῦν ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ὑπουργὸς περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου; ἐὰν δὲ τυχὸν κρίνῃ, ὅτι ἕνεκα τῆς ἀποτυχίας, τὴν ὁποίαν ὑπέστη ἡ πρότασίς μου κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, μετέβαλον πρὸς στιγμὴν γνώμην, δὲν ἔμαθεν, ὅτι ἠσχολήθην καθ’ ὅλον σχεδὸν τὸ θέρος εἰς τὴν μελέτην τοῦ φορολογικοῦ συστήματος καὶ ὅτι συνειργάσθην μάλιστα μετὰ διακεκριμένων ἐπιστημόνων, γνωστῶν διὰ τὴν πολυμάθειαν καὶ τὴν εἰδικότητα περὶ τὰ οἰκονομικά, καὶ ὅτι αὐτοί τε καὶ ἐγὼ κατελήξαμεν νὰ παραδεχθῶμεν τροποποιημένον ἐν μέρει τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον πέρυσιν ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸ ὁποῖον πρὸ εἴκοσιν ἐτῶν ὑποστηρίζω; Δὲν τὸν ἔφθασεν, ὅτι μόλις συνήλθομεν ἐνταῦθα καὶ ἀνέλαβον τὸ χαρτοφυλάκιον τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἔσπευσα νὰ φέρω νομοσχέδιον, ἐπὶ τῶν βάσεων τούτων στηριζόμενον; Ἐὰν ὁ βουλευτὴς Γόρτυνος, ὅστις, καθὼς σᾶς εἶπε, καταδικάζει τὴν δεκάτην, δὲν ἀρέσκεται δὲ εἰς τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἐπρότεινα, εἶχε δὲ κατὰ νοῦν ἄλλο σύστημα, καὶ ὤφειλε νὰ ἔχῃ ὡς ἄνθρωπος ἀσχολούμενος εἰς πολιτικὰ καὶ οἰκονομικὰς μελέτας, ἔπρεπε νὰ προπαρασκευάσῃ τὸ σχέδιόν του πρὶν συνέλθῃ ἡ Βουλή, ὅπως προπαρεσκεύασα καὶ ἐγὼ τὸ ἰδικόν μου, καὶ νὰ τὸ φέρῃ εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ἀντὶ τούτου, ἔρχεται σήμερον καὶ αἰτιᾶται ἐμοῦ, λέγω, ὅτι ἐξ αἰτίας μου εἶναι ἀνέτοιμος, καὶ διὰ τοῦτο ὑποπίπτει εἰς τὴν φοβερὰν ἀνάγκην νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν ἀτέλειαν. Νομίζω, ὅτι διὰ πᾶν ἄλλο ἠμπορεῖ νὰ ἦμαι ἄξιος μομφῆς, οὐδέποτε ὅμως καὶ διὰ τοῦτο, καὶ ὅτι ἂν δὲν δύναται σήμερον ὁ κ. Δηλιγιάννης νὰ ὑποστηρίξῃ ἄλλο σύστημα φορολογικὸν καταλληλότερον ἀπὸ τὴν δεκάτην, ἀπὸ τοὺς ἀροτῆρας βόας καὶ ἀπὸ τὴν στρεμματικὴν φορολογίαν, παραίτιος εἶναι αὐτὸς καὶ ὄχι ἐγώ, διότι εἶχεν ὅλον τὸν καιρὸν νὰ μελετήσῃ καὶ νὰ φέρῃ ἐνώπιόν σας ὅ,τι ἐφρόνει καταλληλότερον. Ἡ συζήτησις, κύριοι, μετὰ τὴν ὑποχώρησιν τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἡ Κυβέρνησις, κατέστη, ὡς βλέπετε, ἐντελῶς θεωρητικὴ, καὶ κατ’ ἐμὲ δὲν χρησιμεύει εἰς τίποτε ἄλλο, παρὰ εἰς τὸ νὰ διευκολύνῃ τοὺς κ. Βουλευτὰς καὶ τὸ κοινὸν νὰ μελετήσωσιν ἐκ νέου τὸ φορολογικὸν ζήτημα· διότι ὅσα εἴπομεν πέρυσι, τὰ αὐτὰ περίπου ἐπανελήφθησαν καὶ ἐφέτος. Πέρυσι συνεφωνήσαμεν σχεδὸν πάντες, ὅτι ἡ δεκάτη εἶναι σύστημα ἐπιβλαβὲς διὰ τὸν τόπον καὶ ὅτι ὄχι μόνον πρέπει νὰ μὴ ἐπανέλθῃ διὰ τοὺς δημητριακοὺς καρπούς, ἀλλ’ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον πρέπει νὰ ἐκλείψῃ καὶ ἀπὸ ὅλα τὰ ἄλλα εἴδη τῆς ἐγγείου φορολογίας, ὅτι τὸ σύστημα τῆς φορολογίας τῶν δημητριακῶν καρπῶν διὰ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν εἶναι σύστημα, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς κατεκρίναμεν μετὰ πολλῆς αὐστηρότητος, ὁ δὲ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀττικῆς, ὁ ὁποῖος ἀνεδέχθη ἐφέτος νὰ τὸ ὑποστηρίξῃ, ἐνθυμεῖσθε, ὅτι δὲν εὗρε κανὲν ἄλλο ἐπιχείρημα νὰ σᾶς εἴπῃ, εἰμὴ, ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο εἶναι ἀνακουφιστικόν. Καὶ βεβαίως, ἀφοῦ δι’ αὐτοῦ ἠλαττώθη κατὰ τὸ ½ καὶ ἐπέκεινα ὁ φόρος καὶ ἀφοῦ ἀπηλλάγησαν οἱ φορολογούμενοι καὶ ἀπὸ τὰς ἐνοχλήσεις τῆς ἀποδεκατώσεως, βεβαίως, λέγω, τὸ σύστημα τοῦτο ἀπέβη ἀνακουφιστικόν, ὅπως ἤθελεν ἀποβῆ καὶ πᾶν, διὰ τοῦ ὁποίου ἐλαττοῦται ὁ φόρος. Ἀλλὰ τοῦτο, νομίζω, δὲν εἶναι ἀρκετὸν, ὅπως δικαιολογηθῇ καὶ ὑποστηριχθῇ ἓν σύστημα. Ἐπειδὴ εὑρισκόμεθα, ὡς ἐγὼ φρονῶ, εἰς τὸ στάδιον τῆς μελέτης περὶ τοῦ ποῖον εἶναι τὸ καταλληλότερον φορολογικὸν σύστημα, καὶ ἐπειδὴ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ καὶ τὸ Ἔθνος θέλει ἐξακολουθήσει τὴν μελέτην ταύτην, διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τὴν λύσιν τοῦ μεγάλου τοῦτο προβλήματος, ἐλπίζω, ὅτι θέλετε ἐπιτρέψει καὶ εἰς ἐμὲ, ὅστις ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ἀσχολοῦμαι εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, νὰ σᾶς ἐκθέσω ἐν περιλήψει τὰς ἰδέας μου, ὅπερ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι θέλει διευκολύνει τὰς μελέτας σας. Ἡ γῆ, κύριοι, εἶναι πλοῦτος, εἶναι μάλιστα ὁ κυριώτερος καὶ ὁ ἀσφαλέστερος παράγων τοῦ πλούτου, διὰ τοῦτο εἰς κανὲν μέρος τοῦ κόσμου ἡ πρόσοδος τῆς γῆς δὲν μένει ἀφορολόγητος. Ἀφοῦ ὁ τεχνίτης, τοῦ ὁποίου ἡ πρόσοδος προέρχεται ἀπὸ μόνην τὴν ἐργασίαν τῶν χειρῶν του, φορολογεῖται, ἀφοῦ ὁ ἁπλοῦς βιομήχανος, εἰς τὴν παραγωγὴν τῆς προσόδου τοῦ ὁποίου συντρέχει ἡ ἐργασία καὶ ὀλίγα τινὰ κεφάλαια, φορολογεῖται, ἤθελεν εἶσθαι ἐναντίον παντὸς δικαίου, ἐναντίον τοῦ ὀρθοῦ λόγου, νὰ μένῃ ἀφορολόγητος ὁ ἰδιοκτήτης τῆς γῆς, ὅστις κατέχει μέγα κεφάλαιον μόνιμον, τὸ ὁποῖον συνήθως παρέλαβεν ἀπὸ τοὺς προγόνους του καὶ ἐκ τοῦ ὁποίου ἀπολαμβάνει εἰσόδημα, χωρὶς νὰ καταβάλλῃ ἐνίοτε οὔτε ἐργασίαν, οὔτε κεφάλαια, διότι ἀμφότερα ταῦτα καταβάλλονται ἐνίοτε παρ’ ἄλλων. Ἔχουν λοιπὸν μέγα ἄδικον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι φρονοῦν, ὅτι τὰ προϊόντα τῆς γῆς πρέπει νὰ μείνουν ἀφορολόγητα. Αὐτὸ κύριοι, εἶναι ἐναντίον παντὸς φορολογικοῦ κανόνος, καὶ διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω ὅλους ὑμᾶς νὰ ἀπομακρυνθῆτε ἐντελῶς ἀπὸ τὴν ἰδέαν ταύτην. Τὰ προϊόντα τῆς γῆς πρέπει νὰ ὑποβάλλωνται ὅλα εἰς φορολογίαν, διότι ἡ γῆ παντοῦ φορολογεῖται, καὶ πρέπει νὰ φορολογῆται.
§88ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἡ γῆ δὲν φορολογεῖται, ἡ πρόσοδος φορολογεῖται.
§89ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόσοδος τῆς γῆς εἶναι τὸ μίσθωμα, τὸ ὁποῖον λαμβάνει ὁ ἰδιοκτήτης, καὶ ἐκεῖνο πρέπει νὰ φορολογῆται. Διὰ νὰ ἦναι ὅμως ὁ φόρος δίκαιος, πρέπει νὰ ἐπιβάλληται ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου, οὐδέποτε δὲ ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου, διότι εἰς τὴν ἀκαθάριστον περιλαμβάνονται καὶ τὰ ἔξοδα τῆς παραγωγῆς· ὅταν δὲ φορολογῆτε καὶ ταῦτα, φορολογεῖτε κεφάλαια, τὰ ὁποῖα ὑπέστησαν ἤδη τὴν φορολογίαν· πλὴν διὰ τούτου πράττετε καὶ ἄλλο κακόν, ἀπομακρύνετε τὰ κεφάλαια ἀπὸ τὴν γῆν, καὶ ἐμποδίζετε τὴν πρόοδον καὶ τὴν βελτίωσιν τῆς γεωργίας. Ὀφείλετε ἀκόμη νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι δι’ ὅλα τὰ εἴδη τῆς παραγωγῆς, δι’ ὅλην τὴν ἀκίνητον ἰδιοκτησίαν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ τὸ αὐτὸ καὶ ὁμοιόμορφον σύστημα φορολογίας, καὶ ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν, ἄλλα μὲν εἴδη νὰ πληρώνωσι περισσότερον φόρον, ἄλλα δὲ ὀλιγώτερον, ἄλλα νὰ φορολογῶνται κατὰ τοῦτο τὸ σύστημα, καὶ ἄλλα κατ’ ἐκεῖνο. Τὸ φορολογικὸν σύστημα ἡμῶν θεωρεῖται ὡς ἀτελὲς, καὶ καταδικάζεται παρὰ πάντων, διότι ἄλλα μὲν προϊόντα φορολογοῦνται ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου πρὸς 7%, ἄλλα πρὸς 10, καὶ ἄλλα πρὸς 18%, ὡς συμβαίνει εἰς τὴν Ἑπτάνησον, ἄλλα φορολογοῦνται κατὰ στρέμμα, ὅπως τὰ γρασίδια καὶ αἱ ἄμπελοι, ἄλλα εἴδη μένουν ἐντελῶς ἀφορολόγητα, καὶ ἄλλα φορολογοῦνται εἰς τὰ τελωνεῖα. Αὐτὸ, κύριοι, εἶναι ἐναντίον τῶν φορολογικῶν κανόνων. Πᾶσα πρόσοδος τῆς γῆς πρέπει νὰ φορολογῆται ἐξ ἴσου καὶ κατὰ τρόπον ὁμοιόμορφον μὲ τὰς ἄλλας, διότι, ἂν ἀπομακρυνθῆτε ἀπ’ αὐτὴν τὴν ἀρχὴν, ἀντικαθιστᾶτε ὑμεῖς τὴν ἰδιωτικὴν πρωτοβουλίαν καὶ λαμβάνετε θέσιν κηδεμόνος, προστατεύοντες τὸ ἓν εἶδος περισσότερον τοῦ ἄλλου, ἐνῷ τοῦτο εἶναι ἔργον τῶν ἀτόμων, καὶ ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει ν’ ἀφίνῃ πᾶσαν πρωτοβουλίαν εἰς τὰ ἄτομα, τότε δὲν ἀφίνει τὴν ἐλευθερίαν, ὅταν ἐξ ἴσου προστατεύῃ ὅλα τὰ εἴδη καὶ τὰ φορολογῇ κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον. Ἐπὶ πολλὰ ἔτη, κύριοι, εἰς ὅλον τὸν κόσμον ἐπεκράτησε τὸ σύστημα τῆς ἀποδεκατώσεως, σύστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐλαμβάνετο ὁ φόρος ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου τῶν γαιῶν. Ἀλλὰ τὸ σύστημα τοῦτο, καθὼς ἠκούσατε εἰς ἄλλην συζήτησιν, ἀπεδοκιμάσθη καὶ ἐξωβελίσθη, διότι παρέβλαπτε τὴν γεωργίαν καὶ συνεπήγετο διαφόρους καταθλίψεις καὶ καταπιέσεις. Μετὰ τὴν κατάργησιν τῆς ἀποδεκατώσεως, ἐπεκράτησε κατὰ κανόνα τὸ σύστημα τοῦ νὰ ὑποβάλληται ἡ γῆ εἰς ὡρισμένον φόρον, στηριζόμενον εἰς τὴν ἔκτασιν τῶν κτημάτων καὶ εἰς τὸ ποιὸν αὐτῶν. Τοῦ γενικοῦ τούτου κανόνος τρεῖς ἐξαιρέσεις γνωρίζομεν· ἡ πρώτη εἶναι ἡ ἰσχύουσα ἄλλοτε ἐν Ῥωσσίᾳ καὶ ἐν Ῥωμανίᾳ· ἐκεῖ, ἀντὶ νὰ ἐπιβάλληται ὁ φόρος κατὰ λόγον τῆς ἐκτάσεως καὶ τῆς ποιότητος τῆς γῆς, ἐπεβάλλετο κατὰ λόγον τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δούλων. Τὸ σύστημα τοῦτο ἦτο κατάλληλον καὶ ἥρμοζεν εἰς τὴν κοινωνικὴν κατάστασιν, ἐν ᾗ αἱ χῶραι ἐκεῖναι εὑρίσκοντο, διότι ἡ γῆ ἀνῆκεν εἰς μεγάλους ἰδιοκτήτας, ὧν ἕκαστος εἶχεν ἀπεράντους ἐκτάσεις, τὰς ὁποίας δὲν ἠδύνατο νὰ καλλιεργήσῃ ὁλοσχερῶς, ὅσα δὲ περισσότερα ἀνδράποδα ἠδύνατο νὰ ἔχῃ, τόσον περισσοτέραν ἔκτασιν ἠδύνατο νὰ καλλιεργήσῃ· ἑπομένως ἡ ἐπικράτεια, ἀντὶ νὰ λαμβάνῃ τὸν κόπον νὰ ἐξεύρῃ τὴν ἔκτασιν τῆς καλλιεργημένης γῆς καὶ τὸ ποιὸν αὐτῆς, ἠρίθμει τὰ ἀνδράποδα καὶ κατὰ τὸν ἀριθμὸν αὐτῶν ἐπέβαλλε τὸν φόρον. Δευτέρα ἐξαίρεσις ἦτο ἡ ἰσχύουσα μέχρις ἐσχάτων εἴς τινας ἐπαρχίας τῆς Ἀλγερίας· εἰς ταῦτα, ἀντὶ νὰ ἐπιβάλληται ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ ἐδάφους, ἐπεβάλλετο ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, καὶ τὸ σύστημα τοῦτο ἦτο κατάλληλον καὶ ἁρμόζον εἰς τὴν κατάστασιν τῶν χωρῶν ἐκείνων, διότι ἡ γῆ δὲν ἀνῆκεν εἰς κανένα· ἦτον ἀδέσποτος, καὶ πᾶς τις ἠδύνατο νὰ καταλάβῃ καὶ καλλιεργήσῃ ὅσην γῆν ἤθελεν, ἀλλὰ πρὸς τοῦτο ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τὰ ἀναγκαῖα κτήνη, ὅσα δὲ περισσότερα κτήνη εἶχε, τόσον περισσότερον ἔδαφος ἐκαλλιέργει. Ἀλλὰ ἀπὸ πολλῶν ἤδη ἐτῶν καὶ εἰς τὴν Ἀλγερίαν τὸ σύστημα τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν κατηργήθη καὶ ἐπεβλήθη ἔγγειος φόρος ἐπὶ τῆς ἐκτάσεως τῆς γῆς. Ἄλλη ἐξαίρεσις ὑπάρχει σήμερον εἰς τὰς Ἡγεμονίας καὶ τὴν Ῥωσσίαν· ἐκεῖ, ἀφοῦ ἀπηλευθερώθησαν οἱ δοῦλοι καὶ δὲν ἠδύνατο πλέον νὰ ἐπιβληθῇ ὁ φόρος κατὰ λόγον τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀνδραπόδων, ἐπεβλήθη ἐπὶ τῇ βάσει τῶν μισθωμάτων. Ἐπειδὴ αἱ ἰδιοκτησίαι τῶν μερῶν τούτων εἶναι μεγάλαι καὶ ἐνοικιάζονται πολυετῶς, εὔκολον εἶναι εἰς τὴν κυβέρνησιν νὰ ἐξακριβόνῃ τὸ μίσθωμα, τὸ ὁποῖον ἕκαστος τῶν ἰδιοκτητῶν ἀπολαμβάνει, ὁ δὲ φόρος ὡρίσθη εἰς 4% καὶ μετὰ ταῦτα εἰς 6%. Εἰς ὅλα τὰ ἄλλα μέρη ἰσχύει ἡ φορολογία ἐπὶ τοῦ ἐδάφους, ἥτις εἶναι ὡς ἔγγιστα ὁμοία μὲ τὸ σύστημα τῆς στρεμματικῆς φορολογίας, τὸ ὁποῖον εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἰσαγάγω εἰς τὴν Βουλήν, τὸ ὁποῖον ὑπεστήριξα πέρυσι, καὶ τὸ ὁποῖον ἤθελον ὑποστηρίξει καὶ ἐφέτος μὲ ὅλην μου τὴν δύναμιν, ἐὰν, ἕνεκα τῶν περιστάσεων, δὲν ὑπέκυπτον εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ τὸ ἀποσύρω. Τὸ σύστημα τῆς στρεμματικῆς φορολογίας κατέκρινόν τινες, ἀλλὰ τὸ κατέκριναν λίαν ἀορίστως. Ὁ κ. Καλλιγᾶς οὐδὲν ἄλλο ἐπιχείρημα ἀνέφερεν, εἰμὴ, ὅτι τοῦτο εἶναι διαστρέβλωσις τοῦ Γαλλικοῦ συστήματος καὶ ἀπομίμησις τοῦ Βυζαντινοῦ συστήματος. Ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ ἀποδειχθῇ, ὅτι οὐδόλως διαφέρει ἀπὸ τὸ Γαλλικὸν, καὶ ὅτι, ἂν ἀπέτυχε τὸ Βυζαντινὸν σύστημα, ἡ ἀποτυχία προῆλθεν οὐχὶ ἐκ τῆς κακῆς βάσεως, ἀλλ’ ἐκ τῆς χειρίστης αὐτοῦ ἐφαρμογῆς ἐστρέβλωσεν αὐτὸς ἀμφότερα τὰ συστήματα ταῦτα, τό τε γαλλικὸν καὶ τὸ βυζαντινόν. Καὶ περὶ μὲν τοῦ γαλλικοῦ σᾶς ἀνέφερεν ἁπλῶς, ὅτι ἔχει δύο ἰδιότητας, αἱ ὁποῖαι τὸ καθιστῶσιν ἐπιστημονικὸν καὶ τῆς προόδου, ἀλλὰ τὰς ὁποίας πράγματι δὲν ἔχει, ἀπέφυγε δὲ ἐπίτηδες νὰ σᾶς περιγράψῃ αὐτό, διότι ἐὰν ἐπεχείρει νὰ ἀναπτύξῃ κατὰ πλάτος τὰς βάσεις τοῦ γαλλικοῦ συστήματος καὶ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐφαρμόζεται, ἤθελεν ἀποδειχθῆ ἐξ αὐτῆς τῆς ἀγορεύσεώς του, ὅτι οὐδόλως διαφέρει ἀπὸ τὸ στρεμματικὸν, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ὑποστηρίζω. Σᾶς εἶπε περὶ τοῦ γαλλικοῦ, ὅτι εἶναι σύστημα τῆς προόδου διότι, ἀφοῦ ὥρισεν ἅπαξ τὸν φόρον, τὸν ὁποῖον θὰ λαμβάνῃ ἡ ἐπικράτεια ἐκ τῶν ἀκινήτων κτημάτων, ἀφῆκεν ἀμετάβλητον τὸ ποσὸν αὐτό· ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι καθόλου ἀκριβές Ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος μετέβαλε τὸ φορολογικὸν σύστημα ἐν Γαλλίᾳ, οὐδόλως διέλαβεν, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦ φόρου ἤθελε μείνει ἐσαεὶ ἀμετάβλητον· ἀπ’ ἐναντίας ὥρισεν, ὅτι κατ’ ἔτος διὰ νόμου θέλει ψηφίζεσθαι τὸ ὁλικὸν ποσὸν τοῦ φόρου, ὅπερ ἡ ἐπικράτεια δικαιοῦται νὰ ἀπαιτήσῃ ἀπὸ τὰ ἀκίνητα κτήματα. Ἀλλ’ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἔλαβε τὸ μέτρον νὰ ψηφίζῃ πάντοτε τὸ αὐτὸ ποσὸν καὶ νὰ μὴ τὸ αὐξάνῃ. Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ, ἐὰν ὁ ὅρος οὗτος ἀρκῇ, ὥστε νὰ καταστήσῃ ἓν σύστημα φορολογίας σύστημα ἐπιστημονικὸν καὶ τῆς προόδου, τί κωλύει πᾶσαν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ φυλάττῃ τὸν ὅρον αὐτόν; Διὰ νὰ ἐννοήσητε δέ, κύριοι, ὅτι τὸ σύστημα τὸ γαλλικόν, τὸ ὁποῖον τοσοῦτον σᾶς ἐξεθείασεν ὁ κ. Καλλιγᾶς, φέρει εἰς τὰ αὐτὰ μὲ τὸ σύστημα τῆς στρεμματικῆς φορολογίας ἀποτελέσματα, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ τὸ ἀναλύσω ἐν ὀλίγοις, ἀφ’ οὗ ὁ κ. Καλλιγᾶς ἀπέφυγε νὰ πράξῃ τοῦτο. Εἰς Γαλλίαν μέχρι τῆς μεγάλης Ἐπαναστάσεως ὑπερίσχυεν ἡ δεκάτη καὶ ἄλλοι φόροι βαρύνοντες τὴν ἀκίνητον ἰδιοκτησίαν, ἐξ ὧν εἰσεπράττοντο 370,000,000 φράγ., ἀλλὰ τὸ ποσὸν τοῦτο ἤθελον ἀναβιβασθῇ εἰς 480, 000, 000 φράγ. ἐὰν ἤθελον ἐπιβληθῆ οἱ φόροι ἐφ’ ὅλων τῶν ἀκινήτων κτημάτων, διότι ὑπῆρχον πολλὰ ἀκίνητα, τὰ ὁποῖα, καθὸ ἀνήκοντα εἰς τὸν κλῆρον καὶ τοὺς εὐγενεῖς, δὲν ἐφορολογοῦντο. Ἀλλὰ τὸ ποσὸν τῶν 480 ἑκατομμυρίων ἐθεώρησαν πολὺ μέγα, ὅπως καὶ ἦτο μέγα· ἀπεφάσισαν λοιπὸν νὰ τὸ ἐλαττώσουν εἰς τὸ ἥμισυ, καὶ οὕτως ἐπέβαλον εἰς τὴν ἀκίνητον ἰδιοκτησίαν φόρον 240,000,000 φράγ., καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο ἔμελλε νὰ πληρώνηται ἀφ’ ὅλα ἐν γένει τὰ ἀκίνητα, δηλαδὴ τὰς ἀσκεπεῖς καλλιεργουμένας γαίας, ἀπὸ τὰ λειβάδια καὶ τὰς νομὰς τῶν ζώων, διότι τὰ ζῶα θεωροῦσιν ἐκεῖ ὡς προϊόντα τῆς γῆς καὶ δὲν τὰ ὑποβάλλουσιν εἰς ἴδιον φόρον, τὰς ἀμπέλους καὶ λοιπὰς φυτείας καὶ τὰς οἰκοδομάς, ὥρισαν δὲ τὸ ποσὸν τοῦτο, διότι, ὡς σᾶς εἶπε χθὲς ὁ κ. Καλλιγᾶς, ὑπελόγισαν, ὅτι ἡ καθαρὰ πρόσοδος τῆς Γαλλίας ἦτο 1,200,000,000, καὶ ἐνόμισαν, ὅτι ἔπρεπε νὰ φορολογηθῇ πρὸς 20% ἀλλὰ φοβούμενοι τὰς καταχρήσεις, οἱ ὁποῖαι ἠδύναντο νὰ λάβωσι χώραν κατὰ τὸν προσδιορισμὸν τῆς καθαρᾶς ταύτης προσόδου τῶν κτημάτων, κατέφυγον εἰς τὸ διανεμητικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον οὐδὲν ἄλλο πλεονέκτημα ἔχει, εἰμὴ, ὅτι ἐξασφαλίζει εἰς τὸ Κράτος ὡρισμένον ποσὸν προσόδου. Εἰς τὴν Γαλλίαν λοιπὸν, φοβούμενοι τὰς καταχρήσεις, ἐπαναλαμβάνω, αἱ ὁποῖαι ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ συμβοῦν περὶ τὴν ἐξεύρεσιν τῆς καθαρᾶς προσόδου, παρεδέχθησαν τὸ διανεμητικὸν σύστημα καὶ ἀπεφάσισαν νὰ λάβωσι 240,000,000. Τὸ ποσὸν δὲ τοῦτο διένειμαν εἰς τοὺς Νομοὺς, ἔπειτα εἰς τὰς ἐπαρχίας καὶ κατόπιν εἰς τοὺς δήμους· ἡ διανομὴ δὲ ἐγένετο ὄχι, ὡς εἶπεν ὁ κ. Καλλιγᾶς, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς καθαρᾶς προσόδου, διότι δὲν ἦτο γνωστὴ αὕτη, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου, δηλ. ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ποσοῦ τῶν φόρων, τὸ ὁποῖον ἕως τότε ἐπληρώνετο ἀπὸ ἕκαστον νομὸν, ἐπαρχίαν ἢ δῆμον, ἐπὶ τῇ βάσει διὰ ταύτη διενεμήθη τὸ ποσὸν τῶν 240,000,000 καὶ προσδιωρίσθη τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἕκαστος δῆμος ἔπρεπε νὰ πληρώσῃ. Μετὰ τοῦτο ἐσχημάτισαν εἰς ἕκαστον δῆμον ἑπταμελῆ ἐπιτροπὴν, συγκειμένην ἀπὸ τὸν Δήμαρχον, ἕνα πάρεδρον καὶ πέντε κτηματίας ἐξ ὧν οἱ δύω ἔπρεπε νὰ ἦναι ἑτεροδημόται, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ἐξηκρίβωσε καὶ κατέγραψε τὰ κτήματα ἑνὸς ἑκάστου καὶ ὥρισε τὸ εἶδος καὶ τὴν ἔκτασιν αὐτῶν· ἀκολούθως διῄρεσεν ἕκαστον εἶδος εἰς πέντε τάξεις καὶ προσδιώρισε τὴν καθαρὰν πρόσοδον ἑκάστης τάξεως κατὰ στρέμμα, ἀπεφάνθη δηλ., ὅτι ἡ καθαρὰ πρόσοδος τῆς πρώτης τάξεως τῶν ἀμπέλων εἶναι π. χ. 100 φρ., τῆς δευτέρας 80, τῆς τρίτης 60, καὶ οὕτω καθεξῆς· ἡ καθαρὰ πρόσοδος τῆς πρώτης τάξεως τῶν ἀκαλλιεργήτων γαιῶν εἶναι 40 φράγκα, τῆς δευτέρας 20 κτλ. Καὶ αὐταὶ αἱ ἀκαλλιέργητοι καὶ πλέον ἄγονοι γαῖαι ἐταξινομήθησαν, διότι κατὰ τὸν νόμον εἰς οὐδένα ἐπετρέπετο νὰ ἔχῃ ἀκίνητον κτῆμα, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ἀποφέρῃ πρόσοδον 5 centimes κατὰ στρέμμα, καὶ τὸ ὁποῖον νὰ μὴ πληρώνῃ τὸν ἀνάλογον φόρον. Μετὰ τὴν ἐργασίαν ταύτην ἡ ἐπιτροπὴ κατέταξε τὰ κτήματα ἑκάστου τῶν φορολογουμένων εἰς οἱανδήποτε τάξιν ἔκρινεν εὔλογον, εἰ διὰ τῆς κατατάξεως ταύτης ἐκανονίσθη ὁ φόρος κατὰ στρέμμα. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι καὶ ἐν Γαλλίᾳ ὁ φόρος εἶναι στρεμματικὸς, μὲ μόνην τὴν διαφορὰν, ὅτι, ἀντὶ νὰ διαιρέσουν ἐκ τῶν προτέρων διὰ τοῦ νόμου εἰς τάξεις τὰ κτήματα καὶ νὰ προσδιορίσουν τὴν πρόσοδον ἢ τὸν φόρον ἑκάστης τάξεως, ἀφῆκαν τὰς ἐπιτροπὰς ἐλευθέρας νὰ προσδιορίσουν πάντα ταῦτα καὶ νὰ κατατάξωσι τὰ κτήματα ἑκάστου κατὰ τὸ δοκοῦν. Αὐτὸ εἶναι τὸ Γαλλικὸν σύστημα, καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐφηρμόσθη ἐπὶ πεντήκοντα ἔτη ἄνευ κτηματολογίου. Τί συνέβη ὅμως; ἐν ἀρχῇ οἱ πάντες ἔμειναν εὐχαριστημένοι ἐκ τοῦ τρόπου αὐτοῦ τῆς φορολογίας, διότι καὶ οἱ φόροι ἠλαττώθησαν καὶ αἱ πιέσεις τῶν ἐνοικιαστῶν καὶ ἐπιστατῶν ἐξέλιπον. Καὶ παρ’ ἡμῖν ἀκούετε, ὅτι πάντες εὐχαριστήθησαν ἀπὸ τὸ σύστημα τῶν ἀροτήρων κτηνῶν, διότι, ἀντὶ νὰ πληρώσωσι 4 ἢ 5,000,000, ὡς εἶπεν ὁ κ. Δηλιγιάννης, ἐπλήρωσαν μόνον 1,200,000. Ἀλλ’ ἀφοῦ παρῆλθον ὀλίγα ἔτη, οἱ πληρόνοντες σχετικῶς περισσότερα ἀπὸ τοὺς ἄλλους, ἤρχισαν νὰ σκανδαλίζωνται καὶ νὰ ἐγείρουν παράπονα, κατὰ συνέπειαν τῶν ὁποίων ἠναγκάσθη ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ ἐλαττώσῃ τὸν φόρον κατὰ 15% καὶ νὰ περιορίσῃ τὰ 240,000,000 εἰς 208,000,000 ἐπειδὴ ὅμως οὔτε τοῦτο ἤρκεσε νὰ καταπαύσῃ τὰ παράπονα, ἐξηκολούθησεν αἱ ἐλαττώσεις σποραδικῶς κατὰ δήμους, ἐπαρχίας καὶ νομοὺς, ὥστε μέχρι τοῦ 1820 ὁ φόρος περιωρίσθη εἰς 160,000,000, καὶ αὐτὸ τὸ ποσὸν μένει μέχρι σήμερον μὲ προσθήκας τινάς, αἱ ὁποῖαι προέρχονται ἀπὸ τὰς οἰκοδομάς, αἱ ὁποῖαι, καθὼς σᾶς εἶπον, περιλαμβάνονται εἰς τὸν ἔγγειον φόρον καὶ ἀπό τινα ἐθνικὰ δάση ἀπαλλοτριωθέντα, καὶ ἐκ τῶν ὁποίων προσθηκῶν ὁ ἔγγειος φόρος ἀναβαίνει εἰς 180,000,000· καὶ ὁ φόρος οὗτος ἐπιβάλλεται εἰς τοὺς δημητριακοὺς καρποὺς, τὰς ἀμπέλους, τὰ ζῶα καὶ τὰς οἰκοδομάς, ὧν ὁ ἀριθμὸς ὑπερβαίνει τὰ 8,000,000· ὑπάρχει ὅμως ἐκεῖ καὶ ἄλλος φόρος διὰ τὰς οἰκοδομὰς, (τῶν θυρῶν καὶ παραθύρων. Ἀλλὰ, κύριοι, μὲ ὅλην αὐτὴν τὴν φοβερὰν θυσίαν, τὴν ὁποίαν ἔκαμε τὸ Κράτος ἐν Γαλλίᾳ, τὰ παράπονα δὲν ἔλειψαν, ὡς μόνη δὲ πανάκεια πρὸς θεραπείαν αὐτῶν ἐθεωρήθη τὸ κτηματολόγιον, διότι διὰ αὐτοῦ ἤλπιζον, ὅτι ἤθελεν ἐξακριβωθῆ οὐ μόνον ἡ ἔκτασις τῶν κτημάτων, ἀλλὰ καὶ ἡ καθαρὰ αὐτοῦ πρόσοδος. Ὅθεν μετὰ πολλὰς συζητήσεις, ἀπεφάσισαν νὰ καταστρωθῇ κτηματολόγιον· ἀλλ’ ἕνεκα διαφόρων δυσκολιῶν, μόλις ἠδυνήθησαν νὰ ἀρχίσουν τὴν ἐργασίαν κατὰ τὸ 1820 καὶ νὰ τὴν ἀποπερατώσουν κατὰ τὸ 1850, ἐργασθέντες ἐπὶ 30 ἔτη καὶ ἐξοδεύσαντες 300 ἑκατομ. Διὰ τούτου ἐπέτυχον τῷ ὄντι τὴν ἐξακρίβωσιν τῆς ἐκτάσεως τῶν κτημάτων, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθησαν νὰ κατορθώσωσι τίποτε καὶ ὡς πρὸς τὸν προσδιορισμὸν τῆς καθαρᾶς προσόδου, διότι δυστυχῶς δὲν ὑπόκειται αὕτη εἰς μαθηματικὴν ἐξακρίβωσιν· Διὰ τοῦτο τὸ κτηματολόγιον, διὰ τὸ ὁποῖον κατεβλήθησαν τόσοι κόποι καὶ δαπάναι, δὲν χρησιμεύει σήμερον εἰμὴ διὰ τὸ ἐσωτερικὸν τῶν δήμων, δηλ. διὰ τὴν διανομὴν τοῦ φόρου μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς κοινότητος ἑκάστου δήμου, οὐδόλως δὲ ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν πρὸς ἐξίσωσιν τῆς φορολογίας καθ’ ὅλον τὸ Κράτος· ὥστε καὶ σήμερον ἀκόμη, ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὰ ἐξαγόμενα τοῦ κτηματολογίου καὶ τὰ παραβάλητε μὲ τοὺς φορολογικοὺς καταλόγους, θέλετε ἀπαντήσει διαφορὰν μεταξὺ τῶν νομῶν ὡς ἓν πρὸς δύο ἥμισυ· ὑπάρχουν π. χ. δύο νομοὶ, ἔχοντες ἕκαστος καθαρὰν πρόσοδον ἑνὸς ἑκατομμυρίου, καὶ ὅμως ὁ εἷς πληρόνει 100,000 φρ. καὶ ὁ ἕτερος 250,000, ἐνῷ κατὰ τὸ κτηματολόγιον ἔπρεπε νὰ πληρόνουν ἀμφότεροι τὸ αὐτὸ ποσόν· ἂν δὲ κατέλθητε μέχρι τῶν δήμων, θὰ εὕρητε διαφορὰν ὡς ἓν πρὸς δέκα. Τοιοῦτον εἶναι, κύριοι, τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἰσχύει σήμερον ἐν Γαλλίᾳ καὶ τὸ ὁποῖον ἐξύμνησε ὁ κ. Καλλιγᾶς, καὶ τὸ ὁποῖον ἐξύμνω καὶ ὑποστηρίζω καὶ ἐγὼ ὄχι διὰ τὴν ἰσότητα, διότι ἡ ἰσότης ἐπὶ τῶν φορολογικῶν συστημάτων εἶναι ἀδύνατος, ἀλλὰ διὰ τὴν μονιμότητα τοῦ φόρου, διότι ἡ μονιμότης ἔχει κυρίως τὰ πλεονεκτήματα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν τὴν καλὴν καὶ κατάλληλον φορολογίαν. Ὅταν ὁ φορολογούμενος γνωρίζῃ ἐκ τῶν προτέρων ποῖον εἶναι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θὰ πληρώσῃ, ἐνθαῤῥύνεται νὰ καταβάλῃ εἰς τὴν γῆν τὰ κεφάλαιά του καὶ νὰ κάμνῃ βελτιώσεις, καθόσον γνωρίζει, ὅτι πᾶσα αὔξησις τῶν προσόδων του θὰ μένῃ ἀφορολόγητος, εἶναι δὲ ἀπηλλαγμένος καὶ ἀπὸ πᾶσαν ἐνόχλησιν. Ἀφοῦ τοιοῦτον εἶναι τὸ γαλλικὸν σύστημα, ἐρωτῶ ὑμᾶς κατὰ τί ἐπταίσαμεν ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζομεν τὴν στρεμματικὴν φορολογίαν; κατὰ τί διαφέρει τὸ στρεμματικὸν σύστημα ἀπὸ τὸ γαλλικόν; Ἄν, κύριοι, θέλετε νὰ εἰσαγάγητε καὶ ἐνταῦθα τὸ γαλλικὸν σύστημα, ὅπως τὸ εἰσήγαγον ἐκεῖ, τί θέλετε κάμει; θέλετε διορίσει εἰς ἕκαστον Δῆμον μίαν ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία θέλει προσδιορίσει πρῶτον τὴν ἔκτασιν τῶν κτημάτων. Ἀλλ’ ἔχετε ἐμπιστοσύνην, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ θέλει πράξει τὸ ἔργον αὐτῆς καλῶς, καὶ δὲν εἶναι προτιμότερον νὰ ὁρισθῇ ἡ ἔκτασις διὰ τῶν δηλώσεων καὶ διὰ σποραδικῶν ἀναθεωρήσεων, ὅπως ἐγένετο καὶ κατὰ τὴν διανομὴν τῶν ἐθνικῶν γαιῶν; Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν ποιότητα, ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη θέλει ἀποφασίζει αὐθεντικῶς τὴν τάξιν ἑκάστου κτήματος καὶ τὸν φόρον, τὸν ὁποῖον θέλει πληρόνει κατὰ στρέμμα. Ἀλλ’ ἔχετε πεποίθησιν, ὅτι θέλουσιν εὑρεθῆ ἐπιτροπαὶ, αἱ ὁποῖαι νὰ ἐκτελέσουν τὸ ἔργον τοῦτο μὲ ὅλην τὴν ἀκρίβειαν καὶ εὐσυνειδησίαν; δὲν φοβεῖσθε ὅτι αἱ ἐπιτροπαὶ αὗται, εἴτε ἐκ μεροληψίας, εἴτε ἐκ διαφθορᾶς, εἴτε ἐξ ἀγνοίας, ἤθελον κάμει τὰς μεγαλειτέρας καταχρήσεις; Διὰ τοῦτο, παρὰ ν’ ἀφήσωμεν εἰς τ’ ἄτομα νὰ κάμουν τὴν κατάταξιν, ἐθεωρήσαμεν προτιμότερον νὰ προσδιορίσωμεν ἐκ τῶν προτέρων διὰ τοῦ νόμου τὸ ποσὸν τοῦ φόρου, τὸ ὁποῖον θέλει πληρώσει ἑκάστη κατηγορία γῆς, καὶ τὸ σύστημα τοῦτο ἀνέκαθεν ὑποστηρίζω διόλην τὴν ἀκίνητον ἰδιοκτησίαν· ἐνομίσαμεν δηλ. ὅτι εἶναι καλλίτερον νὰ διαιρεθῶσι τὰ κτήματα εἰς γενικὰ κτήματα καὶ νὰ προσδιορίζηται διὰ τοῦ Νόμου ὁ φόρος ἑκάστης κατηγορίας παρὰ νὰ ἀφεθῇ εἰς ἐπιτροπὰς νὰ προσδιορίζουν τὴν ἔκτασιν καὶ τὴν ποιότητα τῆς γῆς. Τοῦτο εἶναι τὸ στρεμματικὸν σύστημα τὸ ἰδικόν μας. Ἀλλ’ ὁ κ. Καλλιγᾶς, διὰ νὰ κατακρίνῃ περισσότερον, σᾶς εἶπεν, ὅτι τὸ σύστημα αὐτὸ εἶναι ἀπαράλλακτον μὲ Βυζαντινὸν, καὶ διὰ νὰ σᾶς πτοήσῃ, δὲν σᾶς περιέγραψε ὁποῖον ἦτο τὸ Βυζαντινὸν σύστημα, ἀλλὰ σᾶς εἶπεν ὅτι τὸ Βυζαντινὸν σύστημα ἔφερεν ὡς παρακολούθημα τὸν κεφαλικὸν φόρον καὶ συνεπήγαγε μυρίας καταστροφάς. Τοῦτο δὲν εἶναι παντάπασιν ἀκριβές· τὸ Βυζαντινὸν σύστημα διαφέρει κατὰ τὴν βάσιν ἀπὸ τὸ στρεμματικόν, ἀλλ’ εἶναι ἐπίσης δίκαιον καὶ ὀρθόν. Οἱ Βυζαντινοὶ εἶχον καὶ αὐτοὶ τὴν δεκάτην, καὶ ἀφοῦ τὴν κατήργησαν, ἔκαμαν σύστημα στρεμματικῆς φορολογίας, δηλ. ἐπέβαλον τὸν φόρον ἀναλόγως τῆς ἐκτάσεως τῶν κτημάτων διαιρουμένων εἰς τάξεις. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ ἰδιοκτησία ἦτο πολὺ κατακερματισμένη καὶ τὸ κράτος ἀπήντα μεγάλην δυσκολίαν εἰς τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων, ὁ αὐτοκράτωρ Διοκλητιανὸς κατὰ τὸν τέταρτον μ. χ. αἰῶνα ἐσκέφθη νὰ κάμῃ συγκέντρωσιν τῶν ἰδιοκτησιῶν καὶ διῄρεσεν αὐτὰς εἰς τὰ λεγόμενα ζυγοκέφαλα, ἕκαστον δὲ ζυγοκέφαλον δὲν περιεῖχεν ἴσην ἔκτασιν γῆς, ἀλλὰ περιελάμβανεν ἰδιοκτησίας ἀξίας 100 χιλ. σεστερτίων ἢ χιλίων χρυσῶν· ὡς ἐκ τούτου ἄλλα ζυγοκέφαλα περιελάμβανον μεγαλειτέραν ἔκτασιν καὶ ἄλλα μικροτέραν, ἀναλόγως τῆς ποιότητος τῆς γῆς· εἰς ἕκαστον ζυγοκέφαλον ἐπεβλήθη ἐν ἀρχῇ φόρος ἑνὸς χρυσοῦ, ἤτοι 1 τοῖς χιλίοις, καὶ μετ’ ὀλίγον 2‰· ὑπὸ τὸ σύστημα τοῦτο αἱ καλλίτεραι γαῖαι ἐπλήρονον κατὰ στρέμμα περισσότερον φόρον ἀπὸ τὰς μετρίας, καὶ αὗται περισσότερον ἀπὸ τὰς κακὰς ἢ ἀγόνους. Καὶ τί δικαιότερον σύστημα ἀπὸ τοῦ νὰ πληρόνουν αἱ καλαὶ γαῖαι περισσότερον ἀπὸ τὰς κακὰς; Ὥστε τὸ ἐπιβληθὲν ἀπὸ τοὺς Βυζαντινοὺς ἦτο σύστημα ὀρθὸν καὶ λογικότατον εἰς τὴν βάσιν του· διέταξε δὲ ὁ αὐτοκράτωρ, ὅπως κατὰ δεκαπενταετίαν ἐνεργῆται ἀναθεώρησις τῆς ἀξίας τῶν γαιῶν, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀναθεωρήσεως ταύτης νὰ αὐξομειοῦται ἡ ἔκτασις ἑκάστου. Ἀλλὰ μὲ τὸν καιρὸν ἀντὶ τῶν 2‰ ὁ φόρος ηὔξησεν εἰς 4, 5, 10‰, ἡ δὲ αὔξησις αὕτη ἔφερε τὴν καταστροφήν, ὥστε δὲν ἔπταιε τὸ σύστημα, ἀλλ’ αἱ ἀλλεπάλληλοι αὐξήσεις καὶ διάφορα ἄλλα αἴτια. Περὶ τούτου ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν, ἥτις θέλει εὐχαριστήσει τὸν κ. Κεχαγιᾶν, τὴν τοῦ Γερμανοῦ Ζαχαρία, ὅστις ἐμνημόνευσε πάνυ δικαίως τῆς συγγραφῆς τοῦ κ. Καλλιγᾶ· Ἀκούσατε τί λέγει αὐτὸς περὶ τῶν αἰτίων, τὰ ὁποῖα ἔφερον τὴν καταστροφήν· «Ἡ πίεσις τοῦ φόρου τούτου,» λέγει ἐπὶ λέξει ὁ Ζαχαρίας, «ηὔξησε διὰ τῆς συνεπιδράσεως καὶ ἄλλων περιστάσεων, οἷον πρῶτον διὰ τῆς καταπτώσεως τῆς ἐθνικῆς εὐημερίας, ὅτε ἕνεκα τῶν ἐπιδρομῶν τῶν βαρβάρων εἰς τὴν αὐτοκρατορίαν ἡ γεωργία, τὸ ἐμπόριον καὶ ἡ βιομηχανία περιέπεσαν εἰς βαθμιαίαν παρακμήν· δεύτερον διὰ τῆς αὐξήσεως τῆς ἀξίας τοῦ χρήματος, καθόσον ἡ σύγκρισις τοῦ Διατάγματος τοῦ Διοκλητιανοῦ περὶ τῶν τιμῶν τῶν προϊόντων μετὰ τῶν τιμολογίων προγενεστέρων ἐποχῶν ἀποδεικνύει βαθμιαίαν ἐλάττωσιν τῶν τιμῶν ὅλων τῶν πραγμάτων, ὅπερ ἀντιστοιχεῖ πρὸς αὔξησιν τῆς ἀξίας τῶν πολυτίμων μετάλλων. Ὁ ἔγγειος φόρος λοιπὸν ἔπρεπε νὰ καταστῇ βαρύτερος, ἀφοῦ τὸ ποσὸν αὐτοῦ ἔμενεν ἀμετάβλητον· καὶ τελευταῖον διὰ τῆς αὐξανούσης διαφθορᾶς τῶν ὑπαλλήλων. Ἰδίως ἐξεμύζων τοὺς φορολογουμένους οἱ καθ’ ὑπερβολὴν πολυάριθμοι ὑποδεέστεροι ὑπάλληλοι τῆς φορολογίας, οἵτινες διὰ τοῦ γλίσχρου αὐτῶν μισθοῦ ὠθοῦντο εἰς ἀδίκους ἀξιώσεις διὰ τῆς αὐθαιρέτου ἀπαιτήσεως προσθέτων τελῶν». Αὐτὰ εἶναι τὰ αἴτια, τὰ ὁποῖα ἔφερον τὴν παρακμήν, τὴν κατάπτωσιν, καὶ οὐχὶ τὸ φορολογικὸν σύστημα· αὐτὰ τὰ αἴτια καὶ ὑπὸ πᾶν ἄλλο σύστημα ἤθελον φέρει τὴν αὐτὴν καταστροφήν· αὐτὸς ὁ φόρος τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, τὸν ὁποῖον τοσοῦτον ἐκθειάζουσί τινες, ἂν διπλασιασθῇ, ἂν τριπλασιασθῇ, ἂν δεκαπλασιασθῇ, δὲν θέλει ἀναγκάσει τοὺς γεωργοὺς νὰ ἐκποιήσωσι τοὺς βόας των· ὁποῖος δήποτε φόρος αὐξανόμενος ὑπερμέτρως καὶ ἐπιβαρυνόμενος μὲ ἀδικίας ἕνεκα τῶν ὑπαλλήλων, τοὺς ὁποίους ἀφίνουν αἱ κυβερνήσεις νὰ παρεκτρέπωνται εἰς καταχρήσεις, φέρει εἰς καταστροφάς, ὥστε ἀδίκως ὁ κ. Καλλιγᾶς κατελόγισε τὴν παρακμὴν καὶ τὴν καταστροφήν, ὡς καὶ αὐτὸν τὸν κεφαλικὸν φόρον, εἰς τὸ φορολογικὸν ἐκεῖνο σύστημα καὶ ἔτι ἀδικώτερον ἠθέλησε νὰ κατακρίνῃ καὶ τὴν στρεμματικὴν φορολογίαν, προφητεύων, ὅτι θὰ φέρῃ παρόμοια ἀποτελέσματα. Αὐτὰ ἤθελα νὰ εἴπω περὶ τοῦ στρεμματικοῦ συστήματος, ἵνα ἀποδείξω, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβῆ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Καλλιγᾶς, ὅτι ἐνδέχεται νὰ φέρῃ καταστροφὴν καὶ ὅτι μακρύνεται οὐσιωδῶς ἀπὸ τὸ Γαλλικὸν σύστημα. Ἐγώ, κύριοι, ἰσχυρίζομαι, ὅτι εἶναι ἁπλοποίησις τοῦ Γαλλικοῦ συστήματος, καὶ δύναμαι νὰ σᾶς προείπω ἀπὸ τοῦδε, ὅτι ὅσον καὶ ἂν θελήσητε νὰ τὸ ἀποφύγητε, θὰ ἀναγκασθῆτε μίαν ἡμέραν νὰ καταφύγητε εἰς τὸ σύστημα τὸ στρεμματικόν, ὡς τὸ ἁπλούστερον καὶ τὸ μᾶλλον ἁρμόζον εἰς τὰ ἤθη καὶ τὴν κοινωνικὴν ἡμῶν κατάστασιν. Νομίζω δὲ, ὅτι, ἐὰν ἐνασχοληθῶμεν ὅλοι εἰς τὴν μελέτην αὐτοῦ καὶ φροντίσωμεν νὰ τὸ τελειοποιήσωμεν, ἀντὶ νὰ τὸ κατακρίνωμεν ἀορίστως, θέλομεν προσφέρει πραγματικὴν ὑπηρεσίαν εἰς τὸν τόπον. Μετὰ τοῦτο ἠδυνάμην νὰ εἴπω πολλὰ κατὰ τοῦ συστήματος τῶν ἀροτήρων βοῶν, ἀλλ’ ἀφοῦ εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ὑποκύψω εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ τὸ ἀνεχθῶ, μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι ἄτοπον νὰ τὸ κατακρίνω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Διὰ τοῦτο ἐπιφυλάττομαι νὰ πράξω τοῦτο εἰς ἄλλην ἐποχὴν, καὶ θὰ τὸ πράξω, οὐχὶ ὡς τὸ ἔπραξεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Λακεδαίμονος κ. Δημητρακάκης, οὔτε ὅπως ὁ ἀξιότιμος κ. Δηλιγιάννης, ἀλλὰ πολὺ διαφορετικά. Τότε δὲ θέλετε ἐννοήσει, ὅτι τὸ σύστημα αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζετέ τινες, εἶναι σύστημα, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ ἐγκαταβιώσῃ ἐπὶ πολὺ ἐν τῇ χώρᾳ ἡμῶν.
§90ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Εὑρίσκομαι, κύριοι, εἰς τὴν ἀπόλυτον ἀνάγκην νὰ εἴπω λέξεις τινάς, καθόσον ὁ ἔντιμος φίλος μου κ. Δηλιγιάννης ἄνευ λόγου προσεπάθησε ν’ ἀποδείξῃ ἐμὲ ἀντιφάσκοντα· ἤθελεν, ἵν’ ἀποφύγῃ νὰ μὲ λυπήσῃ, εἶπε, νὰ μὴ ἀναγνώσῃ ὅσα πέρυσιν εἶπον περὶ τοῦ φορολογικοῦ νόμου. Οὐδὲν ἧττον ἔλαβε τὴν καλωσύνην νὰ τὰ ἀναγνώσῃ. Ἐγὼ ὅμως δὲν ἐλυπήθην δι’ αὐτό· ἐλυπήθην μόνον, διότι ὁ κ. Δηλιγιάννης δὲν ἐξήτασε τὸ ζήτημα ὑπὸ τὴν ἀληθῆ αὐτοῦ ἔποψιν, τὸ ζήτημα, τὸ ἀφορῶν εἰς ἡμᾶς, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν ταπεινὴν ἐκείνην ἔποψιν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν καὶ ἄλλοι ἀπηύθυνον μομφὰς κατ’ ἐμοῦ, ὅτι δῆθεν χάριν τοῦ ὑπουργείου δὲν ἐπέμεινα εἰς ὅ,τι πέρυσιν ὑπεστήριζον, καὶ ὡμίλησαν οὕτω περὶ κυβερνήσεως τοῦ τόπου, ὡς ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἦτο κερδοσκοπικὴ τραπεζικὴ ἐπιχείρησις. Κύριοι, ἐν ὀλίγοις, ἡ ἐνέργεια, ἡ ἀφοσίωσις, ὁ κύριος σκοπός, ἡ μόνη ἰδέα τοῦ ἔθνους εἶναι ἤδη προσηλωμένα εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ εἰς τὸ μέγα ἡμῶν ζήτημα· ἐνώπιον τούτου ὅλα τὰ ἄλλα πρέπει νὰ ὑποκύψουν, εἰσὶ δευτερεύοντα. Ἡ Βουλή, κύριοι, μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης νομίζω, ὅτι ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ ἐπρόσεξε μόνον, καὶ περιβάλλει ἡμᾶς μὲ τὴν ἐμπιστοσύνην της. Ἡ ψῆφος αὐτῆς μᾶς ἔφερεν εἰς τὰ ἑδώλια ταῦτα καὶ μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης μᾶς διατηρεῖ. Σᾶς ἐρωτῶ, κύριοι, ὅταν ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ ἔθνους καὶ τοῦ Βασιλέως ἐξακολουθῇ νὰ μᾶς διατηρῇ, εἴχομεν δίκαιον ἡμεῖς νὰ κλονήσωμεν τὴν κατάστασιν τὴν ὑφισταμένην ἐπὶ δευτερευόντων πραγμάτων καὶ νὰ προκαλέσωμεν συζητήσεις καὶ ζητήματα ἐμπιστοσύνης ἐπὶ ὑποδεεστέρων ἀντικειμένων, τὰ ὁποῖα σχέσιν ἔχουσι πρὸς ἄλλας περιστάσεις καὶ πρὸς ἄλλας ἰδέας δευτερευούσας, αἱ ὁποῖαι δὲν σχηματίζουν τὴν μόνιμον, κυρίαν καὶ ἑδραίαν βάσιν τῆς πλειονοψηφίας, ἥτις ἔχει σκοπὸν καὶ ἀντικείμενον τὸ μέγα ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται. Διατί, ἐρωτῶ, ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν θέτει σήμερον ζήτημα ἐμπιστοσύνης καὶ δικαίως, διατί δὲν ζητεῖ βεβιασμένως νὰ καταλάβῃ τὴν ἐξουσίαν; διότι πολὺ δικαίως φρονεῖ, ὅτι ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν πρέπει νὰ ταράξῃ τὰ καθεστῶτα, ἐν ὅσῳ βεβαία δὲν εἶναι, ὅτι δύναται ν’ ἀντικαταστήσῃ τι ἰσχυρότερον καὶ ἑδραιότερον, καὶ ἡ ἀντιπολίτευσις φρονεῖ βεβαίως καὶ δικαίως, ὅτι αἱ παροῦσαι περιστάσεις δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων, καθ’ ἃς τὰ ὑπουργεῖα δύνανται ν’ ἀντικαθίστανται συνεπείᾳ δευτερευόντων καὶ τυχαίων ζητημάτων. Ἄλλοτε ἐν ὁμαλωτέραις περιστάσεσι συνέβησαν τοιαῦτα· τότε μεταβολαὶ ὑπουργείων ἀλλεπάλληλοι ἐπήρχοντο, ἐπειδὴ ὅμως ἐπὶ ζητήματος οὐχὶ οὐσιώδους, οὐχὶ κυρίου ἀπεφαίνετο ἡ πλειονοψηφία, ἀφ’ οὗ σχηματίζονται ἀληθεῖς καὶ μόνιμοι πλειονοψηφίαι, διὰ τοῦτο τὴν ἐπιοῦσαν ἡ πλειονοψηφία ἐπανήρχετο καὶ κατέστρεφε τὸ ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον τὴν προλαβοῦσαν τυχαίως εἶχεν ἀνεγείρει. Διὰ τοῦτο πολλὰ δικαίως ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν ζητεῖ νὰ ἐγείρῃ ζητήματα δευτερεύοντα, καὶ περιμένει ν’ ἀποκτήσῃ πλειονοψηφίαν ἰσχυράν, ἵνα σχηματίσῃ Κυβέρνησιν ἰσχυρὰν καὶ μόνιμον. Ὁ ἔντιμος κ. Δηλιγιάννης, διατί μέχρι τοῦδε διαφωνῶν εἰς πολλὰ πρὸς ἡμᾶς ζητήματα, δὲν ζητεῖ τὴν πτῶσιν ἡμῶν; διότι εὐλόγως ἔχει ὑπ’ ὄψιν τὸ ἄωρον ζήτημα, καὶ πρὸς αὐτὸ συμφωνεῖ μὲ ἡμᾶς· ἀδιαφορεῖ δὲ διὰ τὰ δευτερεύοντα ζητήματα καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ μᾶς τιμᾷ μὲ τὴν ψῆφον τῆς ἐμπιστοσύνης. Καὶ ἡμεῖς, κύριοι, ἀποβλέποντες εἰς τοῦτο τὸ σπουδαῖον καὶ σοβαρὸν καὶ μέγα ἐν τῷ τόπῳ ζήτημα ἀποφεύγομεν νὰ φέρωμεν διατάραξιν οὐδεμίαν. Τὰ λοιπὰ ζητήματα θεωροῦμεν ὡς δευτερεύοντα, καὶ ἀδιαφοροῦμεν περὶ αὐτῶν. Κύριοι, τὸ κατ’ ἐμὲ νομίζω, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ καταστρέψωμεν τὴν Κυβέρνησιν ἐν ὅσῳ δὲν εἶναι ἑτέρα ἑτοίμη καὶ ἰσχυρὰ νὰ μᾶς διαδεχθῇ. Ἀποφεύγομεν διὰ τοῦτο πᾶν πρὸς αὐτὸν τὸν σκοπὸν τὰς καταστροφὰς φέρον καὶ πράττομεν οὕτω τὸ χρέος μας, ὡς ἄνδρες ἀγαπῶντες τὴν πατρίδα καὶ τὰ συμφέροντα αὐτῆς. Ἐὰν ἦναι ἕτοιμοι, ἂς ἔλθωσιν. (Εὖγε! εὖγε! ἐξ ἀριστερῶν.)
§91Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου ἔπλασεν ὑπόθεσιν, διὰ ν’ ἀναιρέσῃ αὐτήν. Ἔπλασε τὴν ὑπόθεσιν, ὅτι ἐγὼ ἤλεγξα αὐτὸν καὶ τὴν κυβέρνησιν, διατί νὰ μὴ παραιτηθῇ μᾶλλον παρὰ νὰ ἐγκαταλείψῃ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν. Ἐγὼ δὲν προέβαλον τοιοῦτόν τι εἰς τὴν κυβέρνησιν, οὐδὲ εἰς τὸν πρόεδρον τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου, διότι δὲν ἦτον ἔργον μου νὰ ἐλέγξω τὴν κυβέρνησιν διατί δὲν παρῃτήθη, οὔτε ἔργον μου ἦτο νὰ συμβουλεύσω αὐτὴν, ὅτι ἔπρεπε νὰ παραιτηθῇ. Ἂν τὰ ὑπουργεῖα μένωσιν ἐν τῇ ἀρχῇ, μένουσι πάντοτε ἐφ’ ὅσον ἀπολαμβάνουσι τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ κοινοβουλίου ἢ ὑπάρχει ἡ πρόληψις τοὐλάχιστον, ὅτι ἀπολαμβάνουσιν αὐτήν· ἑκάστη δὲ κυβέρνησις ἔχει τὴν συνείδησιν τῶν ἰδίων αὐτῆς καθηκόντων, καὶ εἰς αὐτὴν ἀπόκειται νὰ κρίνῃ τὸν χρόνον, καθ’ ὃν πρέπει νὰ παραιτηθῇ. Ἀλλὰ ἂν δὲν ἤλεγξα τὴν κυβέρνησιν διατί δὲν παρῃτήθη, εἶχον ὅμως τὸ δικαίωμα νὰ ἐλέγξω αὐτὴν διατί νὰ φέρῃ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐγνώριζεν, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ ἀπὸ τὴν Βουλήν. Ὁ προτείνας τὸ νομοσχέδιον ἐγνώριζε ποῖον ἦτο τὸ φρόνημα τῆς Βουλῆς, καὶ τὸ ἐγνώριζεν ἐκ τῆς ψηφοφορίας, ἡ ὁποία πέρυσιν ἐγένετο καὶ ἡ ὁποία ἀπέδειξεν, ὅτι εἰκοσιτρεῖς ψῆφοι ἦσαν ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου· οὐδὲ συνέβησαν ἔκτοτε τοιαῦτα συμβεβηκότα, τὰ ὁποῖα ἤθελον διαφωτίσει τὴν γνώμην τοῦ κοινοβουλίου, ὅπως ἀλλάξῃ αὐτήν· ἑπομένως ὁ κύριος πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου, ὅταν ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰσήγαγεν εἰς τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον τὸ νομοσχέδιον περὶ στρεμματικῆς φορολογίας, ἔπρεπε νὰ ὑπενθυμίσῃ εἰς αὐτὸν τὸ συμβεβηκὸς ἐκεῖνο καὶ νὰ τὸν παρακαλέσῃ νὰ στρέψῃ τὴν μελέτην του ἐπὶ ἄλλο σύστημα φορολογικόν· ἐὰν τοῦτο ἔπραττεν, ἤθελον βεβαίως ἀπαλλαχθῆ καὶ ἐγὼ καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι συμπράττουσι μετ’ ἐμοῦ, τῆς δυσαρέστου ἀνάγκης νὰ ψηφοφορήσωμεν ὑπὲρ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον νομίζομεν ἐπιζήμιον εἰς τὴν γεωργικὴν τάξιν, ἢ νὰ ψηφοφορήσωμεν ὑπὲρ τῆς καταργήσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν, ἐνῷ τὸ φρόνημα ἡμῶν δὲν εἶναι, ὅτι πρέπει νὰ δίδωμεν εἰς τὴν κοινωνίαν τοιαῦτα παραδείγματα. Εἶχον λοιπὸν δίκαιον νὰ παραπονοῦμαι κατὰ τοῦ προέδρου τῆς κυβερνήσεως. Ἂν δὲ ὁ κ. πρόεδρος ἔσφαλεν ἀποδοὺς εἰς τὴν γνώμην μου προαίρεσιν ταπεινῆς ἑρμηνείας, τοῦτο ἔπραξε, διὰ νὰ εὕρῃ ἓν ἐπιχείρημα, ὅπως δικαιολογήσῃ τὴν πολιτικὴν τῆς κυβερνήσεώς του. Ἔσφαλεν ὅμως, διότι, θέλων νὰ δικαιολογήσῃ ἑαυτὸν, ἠδίκησεν ἐμέ.
§92ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον. Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 6½.