1880.12.20
1,724 rows · 13,783 words · 112 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 52
τῆς 20 Δεκεμβρίου 1880.
Ὥρα 9 π. μ.
Ἀπαρτίας γενομένης, ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκρίνονται τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἰωάννης Παραμυθιώτης ἐκ Κερκύρας, ἐντολῇ καὶ ἄλλων συναδέλφων του, ἀποδοκιμάζει διὰ τηλεγραφήματος τὰς διὰ τοῦ χθὲς ἀνακοινωθέντος τηλεγραφήματος διαμαρτυρίας τοῦ ἐν Κερκύρᾳ ἐμπορικοῦ Συλλόγου. Πολλοὶ Βουλευταὶ ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου περὶ προσκαίρου πολιτικῆς ἀνικανότητος τῶν πρὸς τὸ Δημόσιον καθυστερούντων. Θὰ τυπωθῇ. Ὁ ἀδελφὸς τοῦ ἐν Κύθνῳ πεσόντος Λεωτσάκου ἦτο ἀνθυπασπιστής, ἀλλὰ τῷ ἀφῃρέθη ὁ βαθμός. Παρακαλεῖ λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα τὸν ἐπαναφέρῃ εἰς τὸν στρατὸν μὲ τὸν βαθμὸν τοῦτον.
§2ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§3Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Εἶναι δικαιότατον αὐτό.
§4ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Ἐπειδὴ παρατηρῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ ὁμοφώνως συνιστᾷ θερμῶς τὴν ἀναφορὰν ταύτην εἰς τὴν Κυβέρνησιν, κρίνω περιττὸν νὰ λάβω τὸν λόγον· λέγω μόνον, ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ μόνος ἐκ τῆς κατηγορίας ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔγειναν, καὶ μόνος αὐτὸς ἔμεινεν.
§5ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πρὸ τούτων, κύριοι, νομίζω καλὸν νὰ κανονίσῃ σήμερον ἡ Βουλὴ τὰ τῶν συνεδριάσεων αὑτῆς κατὰ τὰς ἑορτὰς, ἐπειδὴ εἰς τὸ τέλος τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ὁμιλήσωμεν περὶ τούτου, καὶ ἴσως τὴν Δευτέραν δὲν θὰ ὑπάρξῃ ἀπαρτία, ὅπως γινώσκομεν ἐκ τῆς δηλώσεως τῆς κυβερνήσεως, ἥτις ἔλαβε παρὰ τῆς Βουλῆς τὸν νόμον περὶ δωδεκατημορίου. Δὲν εἶναι καλὸν τῆς Βουλῆς αἱ συνεδριάσεις νὰ παραλύωσιν. Ἐὰν τὴν Δευτέραν δυνάμεθα νὰ συνεδριάσωμεν, δέον νὰ συνέλθωμεν· ἐὰν ὅμως δὲν θὰ ὑπάρχῃ ἀπαρτία τὴν Δευτέραν, εἶναι προτιμότερον ἀπὸ τοῦδε ν’ ἀποφασίσωμεν, ὅτι δὲν θέλομεν συνεδριάσει, καὶ νὰ ὁρίσωμεν κατὰ ποίαν ἡμέραν δυνάμεθα νὰ συνέλθωμεν· πρέπει δὲ νὰ ὁρίσωμεν ὡς ἡμέραν συνεδριάσεως ἐκείνην, καθ’ ἣν θέλομεν πεισθῆ, ὅτι θέλει ὑπάρξει ἀπαρτία, διότι δὲν εἶναι πρέπον νὰ γίνωνται ἀπόπειραι πρὸς συνεδρίασιν ἀποτυγχάνουσαι.
§6ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Κύριοι, διὰ νὰ ἐξηγήσω τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν θὰ κάμωμεν εἰς τὴν Βουλήν, ἔχω ἀνάγκην νὰ προτάξω, ὅτι ἡ πεποίθησις τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ἰδέα ἡ ἰδική μας εἶναι νὰ μείνῃ ἡ Βουλὴ ἀνοικτὴ μέχρι τῆς τελευταίας ἡμέρας. Ἡμεῖς δὲν ἐννοοῦμεν νὰ ἀποχωρισθῶμεν τῆς Βουλῆς ἢ ὅτε ὁ νόμος τὸ ἐπιτρέπει Ἤθελα λοιπὸν παρακαλέσει τοὺς κ. κ. Βουλευτὰς, εἰ δυνατόν, νὰ παραμείνωσιν ὀλίγας τινὰς ἡμέρας, ὅπως τελειώσωμεν τὰ σπουδαιότερα τῶν ἔργων μας, ἔπειτα δὲ νὰ μεταβῶσιν εἰς τὰς ἐπαρχίας των, χάριν τῶν ἰδιαιτέρων των ὑποθέσεων, καὶ νὰ ἐπανέλθωσιν μόνοι των ἢ ὅταν εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ τοὺς παρακαλέσωμεν νὰ ἐπανέλθουν. Αὐτὴ εἶναι ἡ μόνη ἐπιθυμία μας καὶ ἡ θερμοτέρα παράκλησίς μας. Ἂν ὅμως τοῦτο, κύριοι, δὲν ἦναι δυνατὸν νὰ γείνῃ, καὶ φοβοῦμαι, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ, νομίζω, ὅτι ἠμποροῦμεν νὰ ἐξακολουθήσωμεν ἐργαζόμενοι, ἐὰν μέχρι τῆς Δευτέρας τὸ πρωῒ πεισθῶμεν, ὅτι ὑπάρχει ἀρκετὸς ἀριθμὸς πρὸς ἀπαρτίαν· τότε ὁ κ. πρόεδρος τῆς Βουλῆς δι’ ἰδιαιτέρας προσκλήσεώς του θὰ παρακαλέσῃ τοὺς κκ. βουλευτὰς νὰ ἔλθωσιν, ὅπως ἐργασθῶμεν. Ἐὰν ὅμως κατὰ δυστυχίαν οὔτε τοῦτο δὲν δυνηθῶμεν νὰ κατορθώσωμεν, διότι πολλοὶ τῶν κκ. βουλευτῶν θ’ ἀναχωρήσωσι, παρακαλῶ πολὺ τοὺς ἀναχωρήσοντας νὰ ἐπανέλθωσι τὸ πολὺ μετὰ τὰς ἑορτὰς τῶν Θεοφανείων, δηλαδὴ τὴν 10 τὸ πολὺ Ἰανουαρίου.
§7ΠΟΛΛΟΙ. Εἰς τὰς 15.
§8ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἂς ἦναι εἰς τὰς 15, διὰ νὰ προβῶμεν εἰς τὰ ἔργα μας, καθόσον γνωρίζετε, ὅτι μένει ὁ προϋπολογισμὸς καὶ τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια, ἔργα οὐσιωδέστατα καὶ τῆς πρώτης ἀνάγκης. Γνωρίζετε, κύριοι, καλλίτερά μου τὰς περιστάσεις, εἰς τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα, καὶ αἱ ὁποῖαι ἀπαιτοῦν τὴν ἀδιάκοπον παρουσίαν τῆς Βουλῆς.
§9Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἐξ ὅσων πρὸ ὀλίγου εἶπεν ὁ κ. πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐγὼ ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς εἰς τὸ τελευταῖον μέρος τῆς ἀγορεύσεώς του, ὅτι δηλαδὴ εἶναι ἀνάγκη, διὰ τὰς παρούσας περιστάσεις τῆς πατρίδος, νὰ ὑπάρχῃ ἐδῶ πάντοτε ἡ Βουλή, καὶ ὅτι ἐνδέχεται νὰ ὑπάρχῃ καὶ ἀπαρτία. Ἐγώ, κύριοι, λέγω, ὅτι καὶ διὰ λόγον ἐθνικόν, καὶ διὰ λόγον θρησκευτικόν, καὶ διὰ λόγον βουλευτικόν, ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ σχολάσῃ κατὰ τὰς ἐρχομένας ἑορτὰς τῶν Χριστουγέννων. Εἰς ὅλα τὰ κοινοβούλια, κύριοι, τῶν πεπολιτισμένων ἐθνῶν, ὅταν πλησιάζουν αἱ ἑορταὶ τῶν Χριστουγέννων, τῶν Θεοφανείων καὶ τοῦ Πάσχα τῆς Ἀναστάσεως, πάντοτε γίνεται διακοπὴ τῶν ἐργασιῶν. Εἶναι κοινοβούλια, ὡς τὸ τῆς Ἀγγλίας, τὸ τῆς Γαλλίας τὰ ὁποῖα ἐπιτηροῦσι κυβέρνησιν διοικοῦσαν 40,000,000 λαούς, 400,000,000 λαούς, καὶ ὅμως, ἐρχομένων τῶν ἑορτῶν, σχολάζουν. Ἡμεῖς μὲ ½ ἑκατομμυρίου λαὸν, καὶ μὲ ὑποθέσεις αἱ ὁποῖαι δὲν ἀπαιτοῦν τὴν παρουσίαν τῆς Βουλῆς, θέλομεν νὰ βεβηλώσωμεν καὶ τὰς ἑορτὰς τῶν Χριστουγέννων καὶ τὰς ἑορτὰς τῶν Θεοφανείων! Ἐγὼ λέγω, καὶ τὸ ἔλεγον μάλιστα προτήτερα, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐκδοθῇ καὶ Β. Διάταγμα, ὅπως τὸ εἶπα εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ νὰ μὴ χάσῃ τὸν καιρὸν ἡ κυβέρνησις αὑτῶν τῶν διακοπῶν, νὰ προκαλέσῃ Β. Διάταγμα μιᾶς διακοπῆς 13, 15 ἡμερῶν. Ἑπομένως, κύριε πρόεδρε, ἐγὼ λέγω, ὅτι, χάριν τῶν ἑορτῶν, ἀπὸ τῆς αὔριον νὰ διακόψῃ ἡ Βουλὴ τὰς ἐργασίας της μέχρι τῶν Θεοφανείων.
§10Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Αἱ περιστάσεις αἱ σημεριναὶ δὲν παρουσιάζονται κατ’ ἔτος, οὔτε κατὰ διετίαν, οὔτε κατὰ πενταετίαν, παρουσιάζονται εἰς ἔθνη μικρὰ, ὡς ἡμεῖς, κατὰ 50 ἔτη. Ὅλη ἡ Εὐρώπη οὕτως ἢ ἄλλως σκέπτεται περὶ τοῦ ζητήματος τοῦ Ἑλληνικοῦ· καὶ ἐνῷ πάντες σκέπτονται περὶ τούτου, ἡμεῖς θέλομεν νὰ μὴ χάσωμεν τὰ Χριστούγεννα, θέλομεν νὰ διακόψωμεν τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, χάριν τῶν Θεοφανείων. Νομίζω, ὅτι καὶ διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου, καὶ διὰ τὴν πρόοδον τῶν ἐργασιῶν μας, καὶ διότι τὸ μέλλον ἐνδεχόμενον νὰ μὴ μᾶς περιμένῃ, νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει οὔτε ἐπὶ μίαν ἡμέραν νὰ διακόψῃ τὰς συνεδριάσεις αὑτῆς. (Θόρυβος.) Τὴν ἡμέραν τῶν Χριστουγέννων καὶ τῶν Θεοφανείων, κ. Ἰακωβάτε, ἔφυγον οἱ Τοῦρκοι ἀπὸ τὸ Μεσολόγγι, καὶ τὴν ἡμέραν τῶν Χριστουγέννων καὶ τοῦ Πάσχα οἱ Τοῦρκοι ἔκαμαν ἔφοδον εἰς τὴν Ἀκρόπολιν, ἀλλ’ οἱ Ἕλληνες ἐπολεμοῦσαν.
§11Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἐξαίρετα ἔκαμαν, καὶ τὶ λέγει καὶ ἡ Ἱερὰ Γραφὴ ὅτι καὶ κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς Κυριακῆς ἐπιτρέπεται ὁ πόλεμος.
§12Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Διατί νὰ ἀπολέσωμεν χρόνον πολύτιμον διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου, ἀφοῦ ἀγνοοῦμεν τί θὰ συμβῇ αὔριον, ὑφισταμένου τοῦ μεγάλου διὰ τὸν Ἑλληνισμὸν ζητήματος; Δὲν εἶναι σύμφωνον οὔτε μὲ τὴν ἀξιοπρέπειαν αὐτῆς τῆς Βουλῆς νὰ διακόψῃ τὰς ἐργασίας της, διὰ νὰ ἀναπαυθῇ, καθ’ ἣν στιγμὴν ὑπάρχει τοιαύτη ἀνάγκη. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἐγὼ δὲν θὰ εὑρεθῶ εἰς δυσάρεστον ἀνάγκην νὰ μείνω μακρὰν τῆς οἰκογενείας μου, διότι εἶμαι μόνος· ἀλλὰ τοῦτο δὲν μὲ ἐμποδίζει νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου ἐλευθέρως, διότι φρονῶ, ὅτι ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς δὲν θὰ ὠφελήσῃ τὴν ὑπόληψιν τῆς Βουλῆς.
§13ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Βεβαίως δύναται νὰ ἐργάζηταί τις πάντοτε, καὶ ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἐργασθέντες πέρυσι καὶ τὸ μέγα Σάββατον, ὄχι μόνον δὲν ἐπταίσαμεν καὶ δὲν κατεκρίθημεν, ἀλλὰ κάλλιστα διήλθομεν τὰς Ἁγίας αὐτὰς ἡμέρας, ἐκτελοῦντες τὸ καθῆκόν μας καὶ ἐργαζόμενοι. Δὲν πρέπει νὰ διακόψωμεν, καὶ δὲν ἠμποροῦμεν νὰ διακόψωμεν, διότι ἡμεῖς δὲν εἴμεθα εἰς ἣν θέσιν εὑρίσκονται οἱ ἄλλοι λαοί. Ἠξεύρετε πόσον δύσκολον εἶναι νὰ ἐπανέλθωσιν ἀπὸ τὰς Ἐπαρχίας οἱ Βουλευταὶ καὶ πόσα ἔξοδα ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν ἔλλειψιν ἀκόμη τῆς συγκοινωνίας· ἐνθυμεῖσθε πόσας δυσκολίας δοκιμάζομεν, ὅταν πρόκηται νὰ ἐπανέλθωμεν ἀπὸ τὰς Ἐπαρχίας μας, διότι εἴς τινα μέρη, διὰ νὰ ταξειδεύσῃ τις, πρέπει νὰ ἐξοδεύσῃ πολλὰ χρήματα καὶ ἡμέρας, καὶ πρὸς τὸ ἐπίδομα, τὸ ὁποῖον λαμβάνουν οἱ κύριοι Βουλευταί, δὲν ἔχει ἀναλογίαν τινὰ τὸ ἔξοδον εἶναι λίαν μέγα σχετικῶς. Διὰ τοῦτο, ἐὰν οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἀπέλθωσιν εἰς τὰς Ἐπαρχίας των, δὲν ἠμποροῦμεν νὰ πράξωμεν ἄλλως παρὰ νὰ διακόψωμεν σιωπηλῶς· ἐὰν θέλουν οἱ κ. Βουλευταὶ ν’ ἀπέλθουν, θὰ διακόψωμεν, καὶ αἱ συνεδριάσεις θὰ ἐπαναληφθοῦν τὴν 15 Ἰανουαρίου, ὁπότε πρέπει νὰ ἐπανέλθωσιν. Ἄλλως, ἐὰν δὲν ἀναχωρήσωσιν, ὅπερ ἡμεῖς ἐπιθυμοῦμεν καὶ συνιστῶμεν, θὰ προβῶμεν εἰς τὰ ἔργα μας.
§14Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Αἱ τοιαῦται ἀποφάσεις πρέπει νὰ ἦναι ὁριστικαί, διότι νὰ ἔλθωμεν καὶ νὰ μὴ γείνῃ συνεδρίασις, τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθόν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι, ὅταν μεταβῶσιν εἰς τὰς ἐπαρχίας των πολλοὶ τῶν Βουλευτῶν, δυσκόλως δύνανται νὰ ἐπανέλθωσι, διότι ἀπαιτοῦνται ἔξοδα.
§15ΤΙΝΕΣ. Αὐτὸ ἀφορᾷ ἡμᾶς.
§16Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀλλὰ δὲν ἐννοεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἐὰν ἀναχωρήσουν τόσοι, ὥστε νὰ μὴ ἦναι ἀπαρτία, δι’ αὐτῆς τῆς ἀορίστου ἀποφάσεως, ὅσοι μένουν ἐδῶ, ὅτι ἐπίσης θὰ ἐξοδεύουν, καὶ θὰ ἐξοδεύουν ἐπὶ ματαίῳ; Ἴσως δὲ καὶ ὅσοι μένουν εἰς Ἀθήνας, μεταξὺ τῶν ὁποίων εἶμαι καὶ ἐγὼ, ἔχουν ἀνάγκην διὰ 10 ἡμέρας νὰ ἐξέλθωσι τῶν Ἀθηνῶν· διότι καὶ αὐτοὶ ἔχουν ὑποθέσεις. Μήπως οἱ εἰς τὰς Ἀθήνας μένοντες εἶναι τυχοδιῶκται; Ὅταν λοιπὸν ἦναι γνωστὸν, ὅτι δὲν ὑπάρχουν ἐργασίαι ἐπὶ 10, 12, ἢ καὶ 15 ἡμέρας, τότε τοῦτο εἶναι γνωστὸν εἰς ὅλους, καὶ ἕκαστος κανονίζει τὰς ὑποθέσεις του, ἐνῷ ἄλλως δὲν εἶναι εἰς θέσιν οὔτε τὸ καθῆκόν του νὰ ἐκπληρώσῃ, οὔτε περὶ τῶν ὑποθέσεών του νὰ φροντίσῃ. Πρέπει λοιπὸν νὰ γνωρίζωμεν, καθὼς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι μέχρι τῆς 10 Ἰανουαρίου...
§17ΤΙΝΕΣ. Τῆς 15.
§18Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μέχρι τῆς 10 εἶπεν· ἂς ἦναι μέχρι τῆς 15. Πρέπει νὰ γνωρίζωμεν, ὅτι ἕως τότε αἱ ἐργασίαι διακόπτονται.
§19ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐνδέχεται οἱ πλεῖστοι τῶν Βουλευτῶν μὲ μικρὰς ἐξαιρέσεις νὰ μείνουν εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ νὰ ἠμποροῦμεν νὰ ἐξακολουθήσωμεν. Διατί λοιπὸν νὰ τοὺς διώξωμεν; διὰ τοῦτο εἶπα καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι, ἐὰν ἦναι δυνατὸν νὰ κάμωμεν συνεδριάσεις, νὰ κάμωμεν· ἐὰν ὅμως δὲν ἦναι δυνατὸν, θὰ περιμένωμεν.
§20Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ὅπως, κ. Πρόεδρε, θέτει τὸ ζήτημα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν εἶναι ὀρθὸν, διότι, ἐὰν ἤμεθα ἐδῶ ἀρκετοὶ πρὸς ἀπαρτίαν, συνεδριάζομεν. Ὅσοι θέλουν ν’ ἀναχωρήσουν, θ’ ἀναχωρήσουν, διὰ τὸν φυσικὸν λόγον τῶν οἰκογενειῶν των· ἑπομένως, ὅταν ἐκ τῶν παρόντων ἐν Ἀθήναις Βουλευτῶν θέλῃ νὰ κάμῃ συνεδρίασιν ἡ Βουλὴ, εἶναι τὸ αὐτὸ ὡς ν’ ἀπαγορεύσῃ εἰς τοὺς ἄλλους, οἱ ὁποῖοι οἰκειοθελῶς θέλουν νὰ ἀναχωρήσουν, νὰ πράξωσι τοῦτο. Εἰς ἄλλα ἔθνη, ὅπου αἱ Κυβερνήσεις διοικοῦν 400,000,000 λαῶν, τὰ Κοινοβούλια διακόπτουν τὰς ἐργασίας των ἐπὶ 15 καὶ 20 ἡμέρας εἰς τὰς ἑορτάς· καὶ ἡμεῖς εἴμεθα δέκα μύρμηκες, καὶ τὸ Ὑπουργεῖον συνεδριάζει ἀδιακόπως, τὸ πρωΐ, μετὰ μεσημβρίαν καὶ τὰ μεσάνυκτα! Τί κατάστασις εἶναι αὐτή; Εἶναι διὰ τὰς κρισίμους περιστάσεις τῆς πατρίδος; Ἔστω, συνεδριάσατε. Ἀλλὰ πρόκειται περὶ διορισμοῦ ἑνὸς κλητῆρος, συνεδριάζει τὸ Ὑπουργεῖον· πρόκειται περὶ διορισμοῦ ἑνὸς ὑπογραμματέως, συνεδριάζει τὸ Ὑπουργεῖον καὶ θέλει, τὸ Κοινοβούλιον νὰ ἐργασθῇ καὶ τὰ μεσάνυκτα. Αὐτὰ εἶναι γελοῖα πράγματα. Ἢ τῳόντι εἶναι γελοῖα, ἢ ἄλλως φαίνεται, ὅτι ὑπάρχει μία ῥιζικὴ κακία.... Πρέπει ν’ ἀφήσωσιν ἐλευθερίαν εἰς τὸ Κοινοβούλιον, καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ τὸ Ὑπουργεῖον νὰ φροντίζῃ μόνον τοῦ περὶ τῆς ἡσυχίας.
§21ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ συμβιβασθῇ τὸ πρᾶγμα, νὰ γείνῃ δηλαδὴ μέχρι τῆς 20 Ἰανουαρίου σιωπηλὴ διακοπή, καὶ ἐὰν ἐν τῷ μεταξὺ ἡ Κυβέρνησις θεωρήσῃ ἀναγκαίαν τὴν παρουσίαν τῆς Βουλῆς, νὰ καλέσῃ τηλεγραφικῶς τοὺς βουλευτὰς καὶ νὰ τοῖς δώσῃ τὰ μέσα νὰ ἐπανέλθωσι.
§22Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πολλοί, διὰ νὰ μεταβῶσιν εἰς τὰς ἐπαρχίας των καὶ ἐπιστρέψουν, ἔχουν ἀνάγκην 10, 15 ἡμερῶν καὶ πολλῶν ἐξόδων, φοβοῦμαι δὲ ὅτι δὲν θὰ ἐπιστρέψουν ἢ ὀλίγοι. Ὡς γνωρίζετε, πλησιάζουν αἱ ἡμέραι τῆς γενικῆς καλλιεργείας τῶν κτημάτων, καὶ τοῦτο θὰ ἐμποδίσῃ πολλοὺς νὰ ἔλθωσιν. Ἀποφασίσατε ὅπως θέλετε· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ διακόψῃ τὰς ἐργασίας της.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σήμερον μετὰ μεσημβρίαν ὁπωσδήποτε θὰ συνεδριάσωμεν.
§24ΠΟΛΛΟΙ. Βέβαια.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν τὴν Δευτέραν πληροφορηθῶ, ὅτι διὰ τῶν ἐν Ἀθήναις βουλευτῶν δύναται εὐκόλως νὰ γείνῃ συνεδρίασις, θὰ εἰδοποιήσω τοὺς κυρίους Βουλευτάς. Ἄλλως, ἐὰν ἐγκρίνῃ ἡ Βουλὴ, αἱ συνεδριάσεις θὰ ἐπαναληφθῶσι τὴν 15 Ἰανουαρίου.
§26ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγκρίνει ἡ Βουλή;
§28ΠΟΛΛΟΙ. (Ἑκατέρωθεν.) Μάλιστα, μάλιστα.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἐκκρεμὴς ἡ πρότασις περὶ μυστικῆς συνεδριάσεως· χθὲς τινὲς ἐκ τῶν ὑπογραψάντων, ἂν καλῶς ἀντελήφθην, ἀπεσύρθησαν· ἀλλὰ δὲν ἐνόησα τίνες, καὶ παρακαλῶ αὐτοὺς νὰ τὸ δηλώσωσι, διότι τότε ἡ πρότασις δὲν ὑφίσταται, μὴ ὑπάρχοντος τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν, ὅσοι πρέπει νὰ ἔχωσιν ὑπογεγραμμένην τὴν πρότασιν.
§30ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἐκτὸς τούτου, κύριοι, ἐπειδὴ μετὰ τὰς ἐξηγήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν σήμερον, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, ἡ μυστικὴ συνεδρίασις θὰ ἦναι ἡ τελευταία, καὶ εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι ἡ μία μερίς, ὅπως ἐδήλωσεν, ἐὰν ἀποφασισθῇ μυστικὴ συνεδρίασις, θ’ ἀποχωρήσῃ, καὶ δὲν δύναται νὰ ἔχῃ κανὲν πρακτικὸν ἀποτέλεσμα, διὰ τοῦτο ἀποσύρομεν τὴν πρότασιν ἐπὶ τοῦ παρόντος, ἐπιφυλασσόμενοι νὰ τὴν φέρωμεν κατόπιν.
§31ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἐπεζήτουν νὰ συστήσω εἰς τοὺς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης κκ. Ὑπουργοὺς τὴν μὴ ἀντίπραξίν των εἰς σπουδαιότατον ἐν γένει, δημοφιλέστατον δὲ διὰ τὸν δῆμον Τριζῆνος μέγα ἔργον, τὸ τῆς διοχετεύσεως ὕδατος ποσίμου ἐντὸς τῆς πόλεως καὶ νήσου Πόρου· ἀλλ’ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν εἶνε τώρα παρών, ὁ δὲ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, πρὸς ὃν ἀπευθύνομαι, πιστεύω, ὅτι δὲν θὰ θελήσῃ νὰ ἐπισπάσῃ ἐφ’ ἑαυτοῦ τὰς ἀρὰς ὁλοκλήρου πόλεως τοῦ Πόρου.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περὶ τίνος θὰ ὁμιλήσητε; ἐπερώτησιν θ’ ἀπευθύνητε;
§33ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Μάλιστα. Διότι ἡ πόλις ἐκείνη ἀπὸ τῆς καταβολῆς της στερεῖται ὕδατος, καθ’ ὃ ἐπὶ ἡφαιστογενοῦς ἐδάφους ἱδρυμένη· διὸ συνεκέντρωσεν ὅλας τὰς σκέψεις καὶ τὴν ἐνέργειαν, ὅπως ἀναδείξῃ δήμαρχον, ὅστις ὑπέσχετο καὶ εἶχε τὴν δύναμιν νὰ διοχετεύσῃ ὕδωρ ἐντὸς τῆς πόλεως· καὶ περὶ τούτου ἐγένετο δεόντως ἡ προσήκουσα παράστασις εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον καὶ τῇ ἐγκρίσει τούτου τὸ ἔργον τῆς διοχετεύσεως τοῦ ὕδατος ἐξετέθη εἰς μειοδοσίαν. Ἀλλὰ πρὸς εὐόδωσιν τούτου ἀπαιτεῖται ἓν κεφάλαιον σημαντικὸν, τὸ ὁποῖον ἐξευρέθη ἐν μέρει ἐξ ἰδίων πόρων, διὰ δὲ τὸ ὑπόλοιπον ἐγένετο σκέψις δι’ ἓν δάνειον μᾶλλον, τὸ ὁποῖον νὰ συναφθῇ μεταξὺ τοῦ δήμου Τροιζῆνος καὶ τῆς Λιμενικῆς ἐπιτροπῆς Πόρου, ἐχούσης διαθέσιμον κεφάλαιον. Μέχρι τινὸς ὑπῆρχεν ἀντίδρασις ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ὅπως μὴ συναφθῇ τὸ δάνειον· ἐπὶ τέλους κατωρθώθη, ὅπως ὁ παρεμβάλλων τὰς δυσκολίας εἰρηνοδίκης, ὡς πρόεδρος τῆς Λιμενικῆς ἐπιτροπῆς, συναινέσῃ. (Θόρυβος.) Ἐδῶ ὅμως ἤδη ἐπέρχεται διὰ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης τὸ καίριον τραῦμα, ἵνα ναυαγήσῃ ἡ ὑπόθεσις, διότι, καθὼς πληροφοροῦμαι, μετατίθεται ὁ εἰρηνοδίκης, καὶ ἀποστέλλεται ἐκεῖ κατ’ ἀντιδραστικὴν ἐπιβολὴν εἰρηνοδίκης ἄλλος. Λοιπὸν ἀφίνω τώρα εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ εἰς ὁλόκληρον τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἰδίως εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅστις γνωρίζει νὰ ἐκτιμήσῃ τί ἐστι δήμαρχος Πόρου, ὅτι καὶ ἐν τῇ ἄλλῃ Εὐρώπῃ πολὺ σπανίως εὑρίσκεται τοιοῦτος δήμαρχος, τὴν εὐθύνην, νὰ ἔρχηται νὰ τὸν ἀποθαῤῥύνῃ καὶ συνάμα νὰ τοῦ ἐκθέτῃ καὶ τὴν ὑπόληψιν εἰς τοὺς ἐργολάβους, διότι ἐξέθετο εἰς μειοδοσίαν τὸ ἔργον, καὶ ἴσως δὲν ἔχει πρόχειρα τὰ χρήματα, καὶ θὰ γείνῃ διαμαρτύρησις· οὕτω δὲ θὰ καταστραφῇ ὁ δῆμος αὐτὸς διὰ τὰς ὑπὸ τῶν ἐργοληπτῶν ζητηθησομένας τυχὸν ἀποζημιώσεις. Ποῖος λοιπὸν ὁ λόγος αὐτὸς, ὅστις προεκάλεσε νὰ ἄρητε αὐτὸν τὸν εἰρηνοδίκην; ὑπάρχει ἔκθεσις τῆς ὑπηρεσίας; μήπως ἔγεινε τυφλὸν ὄργανον κομματισμοῦ τοῦ δημάρχου; ὄχι. Κατὰ συνέπειαν φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον νὰ καταδικάσωμεν εἰς τὴν κατάστασιν αὐτὴν τὴν ἀπηρχαιωμένην κοινότητα ταύτην, ἐν ἐποχῇ προόδων, καὶ νὰ στερήσωμεν τοῦ ὕδατος αὐτὴν, διά τινας φρενοτροπίας, αἵτινες εἰς τὴν ὕπαρξιν καὶ πολιτικὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως παραμικρὰν ἐπίδρασιν ἐξασκοῦν. Κατὰ συνέπειαν παρακαλῶ καὶ συνιστῶ, ἵνα διατηρηθῇ ὁ εἰρηνοδίκης οὗτος ὁ ὑπάρχων, ὄχι διότι χρησιμεύει ὡς ὄργανον ἐκπληρώσεως τάσεων κομματικῶν, ἀλλὰ διότι ἐτήρησε μίαν ὀρθοφροσύνην. (Θόρυβος.) Τοῦ κ. ὑπουργοῦ λοιπὸν τῆς Δικαιοσύνης, παρακαλῶ, ὅπως τὰ ὦτα φραχθῶσι πλέον εἰς τὰς δολίας ἀκροάσεις, καὶ μόνον ὅταν ἀπὸ τοῦ ἱεροῦ τούτου βήματος ἀπαγγέλληταί τι, τότε νὰ δίδητε προσοχὴν εἰς αὐτὸν, διότι ἐνταῦθα δὲν ἔρχεται ἁμαρτωλὸς νὰ ἐκφρασθῇ, ἀλλ’ ἔρχεται ἐκεῖνος, ὅστις φλέγεται ἀπὸ τὸ συμφέρον τῆς ἐπαρχίας καὶ τοῦ δήμου. Κατὰ συνέπειαν συνιστῶ ὑμῖν, κ. ὑπουργὲ, νὰ μὴ θελήσητε νὰ μεταθέσητε ἢ ἀπολύσητε τοιοῦτον εἰρηνοδίκην τοῦ καθήκοντος, ἀλλὰ νὰ τὸν διατηρήσητε, ὅπως πραγματοποιηθῇ τὸ ἔργον ἐκεῖνο· ἐὰν δὲ ἡ παραμικρὰ φωνὴ ἐγερθῇ, ὅτι πρόκειται περὶ ἀδικήματος οἱουδήποτε διὰ πιέσεως ἐκ μέρους μου πρὸς τὸν εἰρηνοδίκην, τότε ἀμέσως θὰ ἔχητε τὸ δικαίωμα νὰ μὲ στιγματίσητε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. (Θόρυβος.) Φρονῶ μεθ’ ὅλα ταῦτα, ὅτι ἐν τῇ συνέσει του ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θέλει ἐκτιμήσει τὸν πόνον, ὅστις μὲ ἔκαμε ν’ ἀναβῶ ἐπὶ τοῦ βήματος καὶ ἐκφρασθῶ παῤῥησίᾳ καὶ οὐχὶ διὰ ψιθυρισμῶν εἰς τὰ ὦτα, καὶ δὲν θέλει ἀδικήσει τὸν δήμαρχον ἐκεῖνον καὶ τὸν ἀποθαῤῥύνει εἰς ἔργον τῷ ὄντι μεγαλεπήβολον.
§34ΓΡΥΠΑΡΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ συναινέσῃ καὶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐγκρίνῃ, ἵν’ ἀναγνωσθῇ σήμερον εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, ἂν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίῤῥησις, τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀκολούθων τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν.
§35ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα. (Ἐπιψηφίζεται δι’ ἀναστάσεως εἰς γʹ. συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς διὰ τὸν Ἰανουάριον 1881 πιστώσεως.)
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ Νομοσχεδίου περὶ δανείου ἐξ 120,000,000 νέων δραχμῶν. (Ἐπιψηφίζεται ἡ ἀρχή.) Ἄρθρον 4.
§37ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.) Ἐγένετο χθὲς ἡ παρατήρησις ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Μεσολογγίου, ὅτι δύσκολον εἶναι νὰ πραγματοποιηθῇ τὸ δάνειον ἐπὶ τῇ τιμῇ τῶν 68%, καὶ ὅτι πρὸς εὐκολίαν καλὸν ἤθελεν εἶσθαι νὰ ἀφεθῇ ἡ τιμὴ εἰς τὴν κρίσιν τῆς Κυβερνήσεως, ἢ νὰ ἐλαττωθῇ. Καὶ καθ’ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὸ πρῶτον, τοῦ ν’ ἀφεθῇ ἡ τιμὴ εἰς τὴν κρίσιν τῆς Κυβερνήσεως, συμφωνῶ καὶ ἐγὼ μὲ τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Γόρτυνος, καὶ δηλῶ, ὅτι τοιαύτην ἐμπιστοσύνην δὲν τὴν θέλω, οὔτε τὴν ζητῶ ἀπὸ τὴν Βουλήν, καὶ ἂν ἐπρόκειτο νὰ μοὶ δοθῇ, δὲν ἤθελον τὴν δεχθῆ· ἐπιθυμῶ νὰ ἦναι πάντοτε μία τιμὴ προσδιωρισμένη, κάτω τῆς ὁποίας νὰ μὴ δύνηται νὰ κατέλθῃ ἡ Κυβέρνησις. Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ὅρου τῆς τιμῆς, εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἔχῃ δίκαιον ὁ κ. Τρικούπης, ἀλλ’ ἡμεῖς ἐσυλλογίσθημεν, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν, οὐδὲ συμφέρον νὰ ἐλαττώσωμεν ἐπὶ τοῦ παρόντος τὴν τιμὴν ταύτην, διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους. Πρῶτον, διότι οἱ τραπεζῖται, μὲ τοὺς ὁποίους συνωμολογήσαμεν τὴν σύμβασιν περὶ προκαταβολῆς, διατηροῦσιν ἑαυτοῖς τὸ δικαίωμα τοῦ ν’ ἀγοράσωσι τὸ ἥμισυ τοῦ δανείου ἐπὶ τῇ τιμῇ τῶν 68%, ἑπομένως, ἐὰν ἡμεῖς ἐλαττώσωμεν τὴν τιμὴν ταύτην καὶ διαθέσωμεν μέρος τῶν ὁμολογιῶν τοῦ ὑπολοίπου δανείου ἐπὶ τιμῇ κατωτέρᾳ, θέλουσι δυσκολευθῆ νὰ κρατήσωσι τὰς 60,000 ὁμολογίας ἐπὶ τῇ τιμῇ τῶν 68%, τὴν ὁποίαν θεωροῦμεν ἀρκετὰ συμφέρουσαν. Διὰ τοῦτο νομίζομεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐλαττωθῇ ἡ ἐν τῷ νόμῳ ἀναφερομένη τιμή. Δεύτερον, γνωρίζετε, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ὑπεσχέθη νὰ λάβῃ ἐκ τοῦ δανείου τούτου ὁμολογίας 10,000,000.
§38ΚΑΛΛΙΓΑΣ. 6,000,000.
§39ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα 6,000,000 πραγματικὰ, ἢ 10,000,000 ὀνοματικοῦ κεφαλαίου. Ἐπίσης καὶ ἡ πιστωτικὴ, τῆς ὁποίας ἡ σύμβασις εἶναι ὑποβεβλημένη ἐνώπιόν σας, ἀναλαμβάνει καὶ αὐτὴ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ λάβῃ ἕτερα 5,000,000. Ἀμφότεραι δὲ αἱ Τράπεζαι αὗται εἶναι πρόθυμοι νὰ λάβουν τὰς ὁμολογίας ταύτας ἐπὶ τῇ τιμῇ τῶν 68%.
§40ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἡ Ἐθνικὴ τὰς ἔλαβε.
§41ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἡ Πιστωτικὴ, μεθ’ ὅλας τὰς ἀμφιβολίας, τὰς ὁποίας ἐξέφρασε ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀττικῆς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, παριστάνων, ὅτι μετὰ τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης ἡ Κυβέρνησις θέλει προσδιορίσει τὴν τιμὴν ἐν κρυπτῷ καὶ παραβύστῳ καὶ κεκλεισμένων τῶν θυρῶν, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι καὶ ἡ Πιστωτικὴ θέλει τὰς λάβει καὶ αὕτη πρὸς 68%. Τοῦτο δὲ δὲν τὸ ὑπεσχέθη μυστικῶς ἡ Πιστωτικὴ πρὸς τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ προκύπτει ἐξ αὐτῆς τῆς συμβάσεως, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἀνὰ χεῖρας ὁ κ. Καλλιγᾶς ὅταν ἐλάλει καὶ ἔλεγεν, ὅτι ἡ συμφωνία θέλει γείνει κεκλεισμένων τῶν θυρῶν, διότι ἡ σύμβασις μετὰ τῆς Πιστωτικῆς διαλαμβάνει, ὅτι εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ πληρώσῃ τὰς ὁμολογίας τῶν 5,000,000 ἐπὶ τῇ τιμῇ, εἰς ἣν ἤθελε διαθέσει ἡ Κυβέρνησις τοὐλάχιστον 5,000,000 ὁμολογίας τοῦ αὐτοῦ δανείου. Ὅταν δὲ ἐκάμαμεν τὴν συμφωνίαν ταύτην μὲ τὴν Πιστωτικὴν, εἴχομεν λάβει τὴν ὑπόσχεσιν τῆς Τραπέζης, ὅτι θὰ λάβῃ μετοχὰς ἐπὶ τῇ τιμῇ τῶν 68%· ἑπομένως εἴμεθα ἐξησφαλισμένοι ἀπέναντι τῆς Πιστωτικῆς, ὅτι καὶ αὐτὴ θέλει πληρώσει τὰ 68%. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ἐλαττώσῃ τὴν τιμὴν τοῦ δανείου.
§42Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Παρατηρῶ εἰς τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι καθόλου δὲν εἶναι σύμφωνος μὲ τὸν ἐκ Γόρτυνος βουλευτήν, διότι οὗτος παρεδέχθη τὴν πρότασιν τοῦ ἐκ Μεσολογγίου βουλευτοῦ ὡς ὀρθήν, δὲν τὴν ὑπεστήριξεν ὅμως, διότι εἰς τοῦτο τὸν ἐμποδίζει ἡ παρουσία τοῦ βουλευτοῦ Μεσολογγίου· ἂν ὅμως δὲν ἦτο ὁ κ. Τρικούπης ἐν τῇ Βουλῇ, ἤθελε παραδεχθῆ πληρέστατα τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν. Ἐπειδὴ λοιπὸν πρόκειται περὶ σπουδαίου ζητήματος, ἀφορῶντος εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, νομίζω καλὸν νὰ κάμωμεν, ὥστε ὁ βουλευτὴς Μεσολογγίου νὰ λείψῃ ἀπὸ τὴν Βουλή, ὅπως δώσωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα ἀπόλυτον, διότι τότε ὁ βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος θὰ παραδεχθῇ τὴν τροπολογίαν, οὕτω δὲ ἡ Κυβέρνησις θὰ λάβῃ ἕνα νόμον, ὅστις θὰ σταθῇ εἰς τὰς χεῖράς της εὔχρηστος, διότι ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον ψηφίζομεν, εἶναι ἄχρηστος, οἱ δὲ λόγοι, τοὺς ὁποίους ἔφερεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἡ Τράπεζα ἡ ἐθνικὴ καὶ ἡ πιστωτικὴ θὰ ἀγοράσωσι τὰς ὁμολογίας πρὸς 68%, καθόλου δὲν αἴρονται ἐὰν ἀφαιρεθῇ ὁ ὅρος τῶν 68%, διότι μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν τραπεζῶν ἤδη ὑπάρχει συμφωνία ὡμολογημένη, ν’ ἀγοράσῃ τὰς ὁμολογίας αὐτὰς πρὸς 68%. Λέγω λοιπόν, ὅτι καλὸν ἦτο ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον ἐπιψηφίζομεν, νὰ ἦναι σπουδαῖος· καὶ δὲν εἶναι σπουδαῖος ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον ἐπιψηφίζομεν, διότι εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι μὲ τὸ 68% δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῶσιν αἱ ὁμολογίαι. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, εἶτα δὲ καὶ τ’ ἄρθρα 2–8.) Ἄρθρον 9.
§43ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν θὰ ἐπανέλθω εἰς ὅσα ἐν τῇ συζητήσει περὶ τῆς συμβάσεως εἶπον περὶ τῆς ὑποχρεώσεως, ἣν ἀπολαμβάνομεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὅπως ἐπὶ 40 ἔτη ὑποβληθῶμεν εἰς τὴν νέαν δοκιμαστικὴν φορολογίαν ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ. Νομίζω, ὅτι τοιαύτην ὑποχρέωσιν οὐδόλως πρέπει ν’ ἀναλάβωμεν, ὅτι καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες εἶναι διατεθειμένοι ὅπως ψηφίσωσιν ὑπὲρ τῆς δοκιμασίας ταύτης, τουτέστι τῆς εἰσαγωγῆς εἰς τὸ Κράτος τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ, πρέπει τὴν δοκιμὴν νὰ μὴ σχετίσωσι πρὸς ὑποχρέωσιν πρὸς τρίτους, οἵτινες θέλουσι μᾶς ἐξαναγκάσει νὰ διατηρήσωμεν τὸν φόρον τοῦτον ἐπὶ 40 ἔτη· ὁ φόρος οὗτος ἐνδέχεται νὰ προκαλέσῃ τοιαύτας ἐξεγέρσεις ἐν τῇ κοινωνίᾳ, ὥστε νὰ καταστῇ ζήτημα δημοσίας τάξεως ἡ διατήρησις αὐτοῦ. Προτείνω ἄρα τὴν διαγραφὴν τῶν λέξεων «ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ» τοῦ πρώτου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 9.
§44ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.) Δὲν ἐννοῶ πόθεν ὁ κ. Τρικούπης ἐξάγει τὸ συμπέρασμα, ὅτι, χορηγοῦντες ὡς ἐγγύησιν εἰς τὸ προκείμενον δάνειον μεταξὺ ἄλλων προσόδων τοῦ δημοσίου καὶ τὸν φόρον ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ, ἀναλαμβάνομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐπιβάλλωμεν καὶ νὰ διατηρῶμεν ἐπὶ 40 ἔτη φόρον τοιοῦτον. Καὶ πρῶτον μὲν παρατηρῶ, ὅτι ὁ φόρος οὗτος ἀκόμη δὲν ἐπροτάθη, οὐδὲ ἐνομοθετήθη, καὶ ἑπομένως δὲν εἶναι γνωστὰ τὰ βάρη αὐτοῦ, διὰ νὰ κρίνωμεν ἀπὸ τοῦδε ἂν δυνάμεθα ἢ δὲν δυνάμεθα νὰ τὸν διατηρήσωμεν ἐπὶ 40 ἔτη. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἦτο ὁ φόρος οὗτος νομοθετημένος, δὲν βλέπω πόθεν προκύπτει ἡ ὑποχρέωσις τοῦ Κράτους εἰς τὸ νὰ τὸν διατηρήσῃ ἐπὶ 40 ἔτη· ἐκτὸς τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, παραχωροῦνται αἱ ἐγγυήσεις καὶ αἱ δόσεις τῶν ἐθνικῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν· κατὰ τὴν θεωρίαν τοῦ κ. Τρικούπη, πρέπει καὶ αὐτὰς νὰ διατηρήσωμεν ἐπὶ 40 ἔτη, ἀλλὰ κατὰ τοὺς σχετικοὺς νόμους, αἱ δόσεις αὗται δὲν ἠμποροῦν νὰ διατηρηθοῦν ἐπὶ 40 ἔτη, διότι τῶν μὲν φυτειῶν ἰσχύουσιν ἐπὶ 18 ἔτη, τῶν δὲ γαιῶν ἐπὶ 25, ὥστε, ὅταν παρέλθῃ ἡ δεκαοκταετία διὰ τὰς φυτείας καὶ ἡ εἰκοσιπενταετία διὰ τὰς γαίας, δόσεις δὲν θὰ ὑπάρχουν· καὶ μ’ ὅλα ταῦτα οἱ ἀναλαμβάνοντες νὰ δανείσουν τὰ χρήματα δὲν θὰ εὑρεθοῦν ἄνευ ἀσφαλείας. Ἄλλη ὑποχρέωσις τοῦ δημοσίου εἶναι νὰ δώσῃ τὰς τελωνιακὰς εἰσπράξεις· ἀλλ’ αἱ τελωνιακαὶ εἰσπράξεις στηρίζονται εἰς τὰ σήμερον ἰσχύοντα τέλη, οὐδεμίαν δὲ ὑποχρέωσιν ἀναλαμβάνει τὸ δημόσιον ὅπως μὴ ἐλαττωθῶσι, διότι τὸ Κράτος εἶναι ἐλεύθερον νὰ φέρῃ μεταβολὰς εἰς τὸ δασμολόγιον, καὶ ἐκ τῆς μεταβολῆς τούτου ἠμπορεῖ νὰ ἐπέλθῃ τὸ ἀποτέλεσμα, ὥστε νὰ μὴ περισσεύῃ τίποτε ἀπὸ τὰς εἰσπράξεις τῶν τελωνείων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὅλα αὐτὰ γείνουν, ἐὰν δηλ. ὁ φόρος τοῦ καπνοῦ δὲν ἐπιβληθῇ, ἐὰν αἱ δόσεις τῶν φυτειῶν καὶ γαιῶν παύσουν, καὶ ἐὰν τὸ τελωνιακὸν δασμολόγιον μεταβληθῇ κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ μὴ ἀφίνῃ οὐδὲν περίσσευμα διὰ νὰ δοθῇ εἰς τοὺς ὁμολογιούχους τοῦ δανείου τούτου, νομίζετε, ὅτι αὐτοὶ θέλουν μείνει ἐκτεθειμένοι, καὶ ὅτι θέλουν χάσει τὰ χρήματά των; Βεβαίως ὄχι· διότι τότε τὸ Κράτος θέλει φροντίσει νὰ ἀντικαταστήσῃ τὰς προσόδους, αἱ ὁποῖαι ἤθελον ἐλαττωθῆ ἢ ἐκλείψει, δι’ ἄλλων προσόδων, καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι λαμβάνουν τὸ δάνειον, ἔχοντες τοῦτο ὑπ’ ὄψιν, καὶ στηριζόμενοι πρὸ πάντων εἰς τὴν καλὴν πίστιν τοῦ δημοσίου, εἶναι βέβαιοι, ὅτι δὲν θὰ καταστρέψωμεν αὔριον μίαν ἐγγύησιν, τὴν ὁποίαν δίδομεν σήμερον, καὶ ὅτι ἂν τὰ λοιπὰ συμφέροντα τῆς πολιτείας ἐπιβάλλωσι τὴν ὑποχρέωσιν τῆς ἐλαττώσεως ἢ τῆς καταστροφῆς μιᾶς προσόδου, θέλομεν δημιουργήσει ἄλλην πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν δανειστῶν μας. Ἀπὸ τοῦδε δὲν ἀναλαμβάνομεν οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν, ὅτι θέλομεν διατηρήσει οὔτε τὰς δόσεις τῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν ὅπως ἔχουσιν, οὔτε τὰς τελωνιακὰς εἰσπράξεις ὅπως ἐπιβάλλονται, πολὺ δὲ μᾶλλον τὸν φόρον ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ, ὁ ὁποῖος ἀκόμη δὲν εἶναι ἐπιβεβλημένος· ἐννοοῦμεν μόνον, ἐὰν ἐπιβληθῇ τοιοῦτος φόρος, τὰ εἰσπραττόμενα χρήματα θὰ κατατίθηνται εἰς τὴν τράπεζαν, διὰ νὰ χρησιμεύσουν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου. Ὥστε νομίζω, ὅτι οἱ φόβοι τοῦ κ. Τρικούπη, ὅτι διὰ τῆς διατάξεως ταύτης δεσμεύομεν τὸ ἔθνος ἐπὶ 40 ἔτη διὰ φορολογίας, τῆς ὁποίας οὐδὲ τὰ βάρη, οὐδὲ ὁ τρόπος τῆς ἐπιβολῆς εἶναι γνωστά, ἀποβαίνουσι λίαν ἀβάσιμοι. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει.
§45ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τὸ δάνειον ἔχει ὕπαρξιν τεσσαρακονταετῆ, αἱ δὲ ἐγγυήσεις, αἵτινες δίδονται κατὰ τὸν νόμον τοῦτον ὑπὲρ τοῦ δανείου, ἅπαξ δοθεῖσαι, θέλουσι μείνει ὡς ἐγγυήσεις ἐφ’ ὅσον διαρκεῖ καὶ τὸ δάνειον. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν λέγει, ὅτι, ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι εἶναι ἀκριβὴς ὁ ἰσχυρισμὸς ὅτι ὁ φόρος ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ πρέπει νὰ διαρκέσῃ ὅσον διαρκεῖ καὶ τὸ δάνειον, ἀφοῦ δίδεται εἰς ἐγγύησιν αὐτοῦ, τοῦτο ἔπρεπε νὰ ἀληθεύῃ καὶ ὡς πρὸς τὰς ἐτησίας δόσεις τῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν, καίτοι αὗται ἔχουσι διάρκειαν μικροτέραν. Οὐδόλως ἕπεται τοῦτο, διότι ὡς πρὸς τὰς δόσεις δίδεται ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει· αἱ δόσεις τῶν γαιῶν ἔχουσι διάρκειαν εἰκοσιπενταετῆ, αἱ δὲ δόσεις τῶν φυτειῶν δεκαοκταετῆ, ἑπομένως δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἐλαττώσητε ἐκ τῆς διαρκείας ταύτης μέρος, ἢ νὰ εἴπητε, ὅτι ἐπὶ τὸ μέρος τοῦτο τὸ χρονικόν, 20, ἢ 13 ἔτη π. χ., θὰ διαρκέσωσιν αἱ ἐγγυήσεις, ἐπὶ δὲ τὰ ἄλλα 5 οὐχί. Ἀφοῦ ἅπαξ ἐδόθησαν ὑπὲρ τῶν ὁμολογιῶν ὡς ἐγγύησις, θὰ μείνωσιν ὑπὲρ αὐτῶν, ἐχουσῶν ἐπ’ αὐτὰς κεκτημένον δικαίωμα. Ἤδη, καθ’ ἃ ἐῤῥέθη ἐν τῇ ἀρχῇ τῆς συνεδριάσεως, ἔλαβον ὁμολογίας τοῦ δανείου ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα καὶ ἡ Πιστωτική, καὶ δὲν εἶναι ἀδύνατον νὰ δώσητε καὶ πρὸς τρίτους ὁμολογίας αὐτοῦ. Ἐφ’ ὅσον τοῦτο ἐγένετο, οὗτοι ἀπέκτησαν δικαίωμα ἐπὶ τοῦ φόρου, τὸν ὁποῖον ἠθέλομεν ψηφίσει ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ· ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν λέγει, ὅτι τοῦτο δὲν θὰ μᾶς ἐμποδίσῃ νὰ ἐλαττώσωμεν ἢ νὰ αὐξήσωμεν τὸ ποσὸν τοῦ φόρου· τοῦτο εἶναι ἀληθές, ἀλλὰ μᾶς ἐμποδίζει νὰ καταργήσωμεν τὸν φόρον. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου δὲν ἀναλαμβάνομεν ὑποχρέωσιν νὰ καθορίσωμεν καὶ τὸ ποσὸν τοῦ φόρου τούτου, ἑπομένως, ἂν περιωρίζετο ἡ ὑποχρέωσις εἰς τοῦτο μόνον τὸ νομοσχέδιον, θὰ ἠδυνάμεθα νὰ καθορίσωμεν τὸ ποσὸν τοῦ φόρου μικρόν· ἀλλὰ συγχρόνως μετὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ψηφίζομεν ἕτερον νομοσχέδιον κυροῦν σύμβασιν, ἐκ τῆς ὁποίας ὑποχρεούμεθα νὰ ἐπιβάλωμεν βαρύτατον φόρον, ὑπέρτερον τῶν δυνάμεων τῶν παραγωγῶν· τοῦτον δὲ τὸν φόρον δὲν δυνάμεθα οὔτε πρὸς τοὺς ἐκ τῆς συμβάσεως οὔτε πρὸς τοὺς ἄλλους μετόχους τοῦ δανείου νὰ ἐλαττώσωμεν. Ὃν φόρον εἴμεθα ὑπόχρεοι νὰ ἐπιβάλωμεν χάριν ἐκείνων οἵτινες κατέστησαν προνομιοῦχοι δυνάμει τῆς συμβάσεως, αὐτὸν τοῦτον τὸν φόρον ὑποχρεούμεθα διὰ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ν’ ἀναγνωρίσωμεν ὡς ἐγγύησιν παντὸς κατόχου ὁμολογιῶν τοῦ δανείου· εἶναι δὲ ὁ φόρος ὁποῖος σᾶς ἐξέθηκα. Δὲν ἐπανέρχομαι εἰς τὰ τοῦ φόρου, ἵνα ἀποδείξω ὁποῖα θὰ ἦναι τὰ ὀλέθρια αὐτοῦ ἀποτελέσματα ἐν τῷ κράτει, δὲν ἐπανέρχομαι εἰς τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι πρόκειται νὰ γείνῃ ἡ εἴσπραξις αὕτη διὰ μονοπωλείου, ἀφοῦ μάλιστα ἔχομεν αὐθεντικὴν ἀνακοίνωσιν, ὅτι πρόκειται νὰ γίνηται διὰ μονοπωλείου, τὴν ἀνακοίνωσιν τοῦ διευθυντοῦ τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης.
§46ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τί ἔχει νὰ κάμῃ ἡ Πιστωτικὴ Τράπεζα;
§47ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοῦτο, ὅτι βεβαιοῖ ὁ διευθυντὴς αὐτῆς ὅτι ἦλθεν εἰς ὁμιλίας μεθ’ ὑμῶν, τὰς ὁποίας ὁμιλίας ἀνακοινοῖ ἐνταῦθα, καὶ ὅτι, κατὰ τὰς πληροφορίας τὰς ὁποίας αὐτὸς ἔλαβε, διατελεῖ ἐν διαπραγματεύσεσι πρὸς τὴν κυβέρνησιν καὶ πρὸς τὸν κύριον Συγγρόν, ἐσχημάτισε γνώμην, ὅτι πρόκειται περὶ μονοπωλείου, καὶ ὅτι περὶ οὐδενὸς ἄλλου πρόκειται, περὶ μονοπωλείου, τὸ ὁποῖον ἐκ τῆς ἐπιστολῆς τοῦ κ. Συγγροῦ γινώσκομεν ὅτι ἐθεωρεῖτο ὡς τὸ θεμέλιον τῆς συμβάσεως. Ἀφ’ οὗ λοιπὸν πάντες οἱ συνδιαπραγματευθέντες πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐννοοῦσιν, ὅτι πρόκειται περὶ μονοπωλείου, τὸ δὲ μονοπώλειον θὰ ἀποφέρῃ ποσὸν καλύπτον πᾶσαν τὴν ἐκ τοῦ δανείου ὑποχρέωσιν τοῦ Κράτους, δηλ. 7,000,000, εἶναι περιττὸν νὰ προβαίνωμεν εἰς ἀναπτύξεις, πρὸς παράστασιν τοῦ ἐπαχθοῦς τῆς φορολογίας ἣν θὰ ἐπιβάλληται εἰς τὸ κράτος· ἀφ’ οὗ δὲ ἔχετε ὑποχρέωσιν πρὸς τοὺς προκαταβαλόντας τὰ χρήματα δυνάμει τῆς ἑτέρας συμβάσεως, ταύτην τὴν φορολογίαν νὰ καταστήσητε τοιαύτην χάριν ἐκείνων, εἶναι ἀναντίῤῥητον, οὐδὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι ὁ ἐπιβληθησόμενος χάριν ἐκείνων φόρος θέλει ἰσχύει ὡς ἐγγύησις καὶ δι’ ὅσας ἤθελον λάβει δυνάμει τούτου τοῦ νομοσχεδίου ὁμολογίας τοῦ δανείου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπε καὶ ἄλλα· εἶπεν, ὅτι οὐδεὶς μᾶς ἐμποδίζει νὰ ἀντικαταστήσωμεν τὴν ἐγγύησιν τοῦ ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ φόρου δι’ ἑτέρας ἐγγυήσεως· τοῦτο πιστεύω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομιῶν εἶπεν ἀμελέτητος, διότι ὅταν ἡ Κυβέρνησις συμφωνῇ πρὸς τρίτους, ὅτι θέλει τοῖς δώσει εἰς ἐγγύησιν φόρον ὡρισμένον, δὲν δύνασθε ὑμεῖς κατ’ ἰδίαν ὑμῶν κρίσιν νὰ μεταβάλητε τὴν ἐγγύησιν ταύτην. Τὸ εἶδος τῆς ἐγγυήσεως ἔχει σημασίαν δι’ ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος τὴν λαμβάνει· γνωρίζομεν, ὅτι οἱ καταβαλόντες τὰ χρήματα τὰ ἐκ τῆς ἑτέρας συμβάσεως ἀποδίδουσιν ἰδιαιτέραν ἀξίαν εἰς τὴν φορολογίαν τοῦ καπνοῦ, φαντάζονται, ὅτι ὁ φόρος ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ εἶναι ἀσφαλέστερος παντὸς ἄλλου φόρου· ἔχει ὅμως ὁ φόρος οὗτος δι’ αὐτοὺς καὶ ἑτέραν σημασίαν, ὅτι τοῖς παρέχει τὴν εὐκαιρίαν, ὅπως λάβωσι τὴν προτίμησιν ἐν τῇ παραχωρήσει τῆς διαχειρίσεως· ἠξεύρομεν δ’ ἐκ τῆς αὐθεντικῆς ἐκείνης ἀνακοινώσεως ὅτι οὗτοι νομίζουσιν, ὅτι οὐδεὶς ἄλλος φόρος παρέχει τὰς ἐγγυήσεις τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ. Πῶς ἄρα δύναται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἀξιοῖ, ὅτι ἐκ τῆς κρίσεως τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἐξήρτηται νὰ ἀντικαταστήσῃ τὸν φόρον τοῦτον; εἶναι δυνατὸν ὁ ἄλλος φόρος, δι’ οὗ θέλει τὸν ἀντικαταστήσει νὰ ἦναι μὲν ὑπέρτερος, ἀλλὰ νὰ μὴ θεωρῆται τοιοῦτος παρὰ τῶν συμβαλλομένων· ἐννοεῖτε δὲ, ὅτι ἀφοῦ ἐκδώσητε ὁμολογίας, αὗται θὰ διανεμηθῶσιν εἰς πλείστους ὅσους καὶ θὰ ἦναι ἀδύνατο νὰ ἔλθῃ ἡ κυβέρνησις εἰς συνεννόησιν μετὰ τῶν κατεχόντων, ὅπως τῇ συναινέσει αὐτῶν ἀντικαταστήσῃ μίαν ἐγγύησιν δι’ ἄλλης· εἶναι τοῦτο πρακτικῶς ἀδύνατον. Καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι ἡ εἰς ἀντικατάστασιν προτεινομένη φορολογία εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἀμφιβολία, ὅτι ἤθελον δεχθῆ τὴν ἀντικατάστασιν οἱ κάτοχοι ἂν ἤρχοντο εἰς νέας μετὰ τῆς κυβερνήσεως συμφωνίας, εἶναι τοῦτο ἀνεκτέλεστον, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνέλθωσι πάντες καὶ νὰ ὁμοφωνήσωσι περὶ τῆς ἀντικαταστάσεως. Εἷς μόνος ἂν μὴ δώσῃ τὴν συγκατάθεσίν του, ἀρκεῖ, ἵνα ἐμποδίσῃ τὸ νόμιμον καὶ τὴν καλὴν πίστιν τῆς ἀντικαταστάσεως. Ἡ ὑποχρέωσις ἄρα ἣν ἀναλαμβάνομεν εἶναι ὑποχρέωσις, ὅπως ἐπὶ 40 ἔτη διατηρήσωμεν φορολογίαν ἄγνωστον ἔτι ὡς πρὸς τὸν τρόπον, γνωστὴν ὅμως ὡς πρὸς τὸ ποσὸν, φορολογίαν, ἥτις κατ’ ἐλάχιστον ὅρον θέλει ἀποφέρει 7,000,000.
§48ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν ἐννοῶ τὸ σύστημα τοῦ νὰ λαμβάνωσιν ὡς γνώμας ἡμῶν τὰς σκέψεις ἄλλων, καὶ νὰ σχηματίζωσι κρίσεις καθ’ ἡμῶν· οὕτως ἐνόει ὁ κ. Δούμας. Καὶ τί μέλει ἡμᾶς; Ὁ κ. Δούμας οὔτε δικαίωμα ἔχει οὔτε ὑποχρέωσιν, διότι ἡ ὑποχρέωσίς του στηρίζεται εἰς σύμβασιν, ἥτις δὲν ἐγένετο ἀκόμη δεκτή· ἄλλως δὲν ἔχει οὐδεμίαν σχέσιν μὲ τὰ συζητούμενα σήμερον ἡ σύμβασις μετὰ τοῦ κ. Δούμα. Ὁ κ. Δούμας γνωρίζει ἤδη ὡς μέλος τοῦ Κοινοβουλίου τί ἐπισήμως λέγεται εἰς τὴν Βουλὴν, γνωρίζει καὶ τὸν νόμον, ὅστις ὑπεβλήθη, καὶ τὴν σύμβασιν. Ἐὰν δὲ ὁ κ. Δούμας ἄλλως σκέπτηται, ἄλλως ἐννοῇ, εἰς τί δύναται νὰ χρησιμεύσῃ καθ’ ἡμῶν τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο; Παρακαλῶ λοιπὸν τοὺς συζητοῦντας νὰ μὴ στηρίζωνται εἰμὴ εἰς ἔγγραφα ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς τιθέμενα καὶ εἰς τὰ λεγόμενα ἐντὸς αὐτῆς, διότι ἐὰν ἔφερον ἐνταῦθα, εἰς δημοσίαν συζήτησιν, ὅσα καὶ ἐγὼ πολλάκις ἤκουσα λεγόμενα καὶ ἐπαναλαμβανόμενα κατὰ τῶν κυρίων τούτων, ἤθελον ἐντραπῆ.
§49ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐδεὶς ἐκ τῶν Βουλευτῶν, ἔστω καὶ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, πρὸς τὴν ὁποίαν φαίνεσθε τοσοῦτον δυσμενής, εἶπέ τι δυνάμενον νὰ προξενήσῃ αὐτῷ ἐντροπήν. Ἐὰν δὲ ὑμεῖς ἠκούσατε τοιοῦτον, δὲν εἶναι ἀληθὲς σᾶς ἠπάτησαν οἱ εἰπόντες, καὶ ἠδικήσατε ὑμᾶς αὐτοὺς, δόντες πίστιν εἰς τοιούτους λόγους.
§50ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ, κύριοι, δεικνύω περισσότερον σέβας καὶ πρὸς τὴν ἀντιπολίτευσιν καὶ πρὸς ὑμᾶς, ἀφ’ ὅσον δεικνύετε σεῖς. Ἐγὼ δὲν ἔφθασα ποτὲ μέχρι τοιαύτης τόλμης, ὥστε νὰ ὑβρίσω κατὰ πρόσωπον σᾶς καὶ νὰ προσβάλω τὸν χαρακτῆρα καὶ τὴν τιμήν σας, τὸ ὁποῖον σεῖς ἐπράξατε, καὶ ἡμεῖς ἀπὸ ὑπερηφάνειαν δὲν ἠθελήσαμεν ν’ ἀπαντήσωμεν. Αἱ ἰδιαίτεραι καὶ ἐκτὸς ὁμιλίαι εἶναι ἐντροπὴ, ὡς εἶπον, ν’ ἀναφέρωνται ἐνταῦθα. Δύναμαι καὶ ἐγὼ ν’ ἀναφέρω ὁμιλίας τοιαύτας καὶ κρίσεις ἄλλων· δὲν τὸ πράττω ὅμως, διότι εἶναι τὸ αὐτὸ ὡς νὰ θέλω νὰ συκοφαντήσω. Εἰς τὴν δημοσίαν ἐνταῦθα συζήτησιν ἔγγραφα καὶ νομοσχέδια ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν, καὶ μόνον ἐπ’ αὐτῶν πρέπει νὰ συζητῶμεν. Παρακαλῶ λοιπὸν τοὺς κυρίους βουλευτὰς τῆς ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ἰδίως τοὺς ἀρχηγούς, ὁσάκις συζητοῦμεν ἐνταῦθα, νὰ λαμβάνωσιν ὑπ’ ὄψιν μόνον ὅ,τι ἐλέχθη ἐν τῇ Βουλῇ καὶ προκύπτει ἐκ τῶν ἐνώπιον αὐτῆς ἐγγράφων, οὐχὶ δὲ νὰ φέρωσιν ὁμιλίας καὶ ἔγγραφα ξένα, τὰ ὁποῖα οὔτε μᾶς ἐπηρεάζουσιν, οὔτε μᾶς ἀφορῶσι. Τὸ τοιοῦτον σύστημα ἐγὼ τὸ ἀποκρούω καὶ οὐδέποτε θὰ τὸ λάβω ὑπ’ ὄψιν. Κύριοι, ἔχουν ἄδικον ζητοῦντες νὰ ἀπαλείψητε τὸ ἄρθρον, δι’ οὗ δίδεται εἰς ἐγγύησιν εἷς φόρος ὑπάρχων ἤδη, τουτέστι ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, ὅστις ὑποτίθεται, ὅτι καὶ ἐν τῷ μέλλοντι θὰ ὑπάρξῃ ὅπως ὑμεῖς θὰ τὸν ψηφίσητε. Πρόκειται δὲ ὁ φόρος οὗτος νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἐγγύησις τοῦ δανείου, διατί; διότι πολλοὶ τῶν μελλόντων νὰ λάβωσι μέρος εἰς τὸ δάνειον πιστεύουσιν, ὅτι ὁ φόρος αὐτὸς ὡς ἐγγύησις εἶναι ἀσφαλὴς καὶ ἱκανός, ὅπως εὐοδώσῃ τὰς διαπραγματεύσεις τοῦ δανείου καὶ προσελκύσῃ περισσότερα κεφάλαια εἰς αὐτό. Δὲν πρόκειται ἤδη περὶ τῆς συμβάσεως, ἀλλὰ περὶ τοῦ δανείου, καὶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ τούτου λέγομεν, ὅτι θέτομεν εἰς ἐγγύησιν τὸν φόρον τοῦ καπνοῦ, ὁποῖον ὑμεῖς θὰ τὸν ψηφίσητε. Ποῖος σᾶς εἶπε, κύριοι, ὅτι ἡμεῖς ἔχομεν κατὰ νοῦν νὰ ζητήσωμεν φόρον ἑπτὰ δραχμῶν κατ’ ὀκᾶν ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, ὅτι ἡμεῖς διὰ τῆς φορολογίας, τὴν ὁποίαν θὰ προτείνωμεν, ἐπιδιώκομεν νὰ καταστρέψωμεν τὴν παραγωγήν; Διατί, κύριοι; διὰ νὰ βλάψωμεν οἰκονομικῶς τὸν τόπον, νὰ ἐλαττώσωμεν τὸν δημόσιον πλοῦτον!!! Καὶ δύνανται μὲν νὰ σᾶς λέγουν αὐτά, διὰ νὰ σᾶς ἀποπλανήσωσιν· ἀλλὰ σεῖς εἰς αὐτὰ δὲν θέλετε δώσει οὐδεμίαν προσοχὴν, διότι οὐδεὶς, καὶ κόκον συνέσεως ἔχων νοῦν, δύναται νὰ πιστεύσῃ ὅτι ὁ φόρος, τὸν ὁποῖον θὰ προτείνωμεν ἡμεῖς, σκοπεύει νὰ δεσμεύσῃ τὸ ἔθνος, νὰ βλάψῃ τὴ παραγωγήν. Ὁ φόρος αὐτὸς δὲν πρόκειται νὰ ψηφισθῇ ἀπὸ ὑμᾶς; Μήπως, κύριοι, σήμερον θὰ ἐπιψηφίσητε τὸν φόρον αὐτόν; μήπως ἡμεῖς ὑπεβάλαμεν τοιαῦτα μέτρα, καὶ εἶσθε ὑποχρεωμένοι νὰ τὰ ψηφίσητε; Αὐτὰ, κύριοι, λέγονται πρὸς σκοπὸν, τὸν ὁποῖον εὔκολον εἶναι νὰ ἐννοήσῃ πᾶς τις. Τὸ ἀληθὲς εἶναι ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου πρόκειται περὶ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, ὅστις ὑπάρχει, καὶ περὶ ἑνὸς μέλλοντος νὰ προταθῇ εἰς ὑμᾶς, καὶ περὶ αὐτοῦ εἶσθε κύριοι ν’ ἀποφασίσητε. Οἱ μέλλοντες νὰ διαπραγματευθῶσι τὸ δάνειον ἠξεύρουν αὐτὸ τὸ ἐνδεχόμενον, καὶ ἠξεύρουν ἐπίσης, ὅτι θὰ τεθῇ ὁ φόρος, οἱοσδήποτε καὶ ἂν ψηφισθῇ, ἐκτὸς ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι καταργεῖται ὅλος ὁ φόρος, ὅπερ φρονῶ ἀδύνατον. Ἡμεῖς ἔχομεν ἤδη ἕνα φόρον, ἐπὶ τοῦ ὑποβληθησομένου δὲ θὰ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή· ὥστε οὐδεὶς κίνδυνος ὑπάρχει. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι εἶναι περιττὴ πᾶσα φιλονεικία, καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ ἐπιψηφίσητε τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει.
§51Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν τοῦ δανείου ἔπρεπε νὰ ὑποβληθῶσι συγχρόνως τὸ νομοσχέδιον περὶ δανείου, ἡ σύμβασις, καὶ νομοσχέδιον περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν θὰ ἐπιβληθῇ ὁ φόρος ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ. Μᾶς ἀνήγγειλε κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸς, ὅτι θέλομεν ἔχει πρόσοδον περίπου 1.500,000 ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ· δὲν μᾶς ἔκαμε δὲ λόγον τότε, εἶπε, διότι εὑρίσκετο εἰς διαπραγματεύσεις μὲ ἑταιρίαν τινά. Ἐκ τῆς συμβάσεως, ἥτις ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν, ἐγνώσθησαν πλέον οἱ λόγοι τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἡ ἑταιρία, πρὸς τὴν ὁποίαν συνεβάλλετο τὸ ὑπουργεῖον, εἶναι ἡ ὁμὰς αὕτη, ἡ ὁποία ἀνέλαβε νὰ προκαταβάλῃ ἀπέναντι τοῦ δανείου τῶν 120,000,000. Καὶ τὸ μὲν νομοσχέδιον, τὸ ὑπέβαλεν ἀμέσως τότε ἡ Κυβέρνησις, διότι τὸ νομοσχέδιον ἐφαίνετο λαμπρὸν καὶ παρίστανεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ἐνώπιον τῆς κοινωνίας ἕν δάνειον ὑπὸ τοὺς πλέον συμφερωτέρους ὅρους. Οὕτω μᾶς προετοίμασεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ νὰ καταπίωμεν ἓν πρὸς ἓν τὰ καταπότια τῆς συμβάσεως καὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ φόρου ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ. Ἐν τῇ ὁμιλίᾳ δὲ, ἐπαναλαμβάνω, τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐν τῷ νόμῳ, τὸν ὁποῖον εἰσήγαγε, καὶ ἐν τῇ συμβάσει, φαίνεται πλέον ἡ σχέσις, ἥτις ὑφίσταται μεταξὺ τοῦ νομοσχεδίου καὶ τῆς συμβάσεως. Ἀλλ’ ὁ κ. πρωθυπουργὸς μᾶς ἠτιάθη καὶ μᾶς εἶπεν, ὅτι ἐὰν ἐκεῖνος μετεχειρίζετο τὰ ἴδια μέσα, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς μετεχειρίσθημεν, ἤθελεν ἐντραπῆ. Τὸν προκαλῶ νὰ εἴπῃ ποῖαι εἶναι ἐκεῖναι αἱ πράξεις, διὰ τὰς ὁποίας θὰ ἐντραπῶμεν. Δι’ ἡμᾶς δὲν ὑπάρχει καμμία τοιαύτη πρᾶξις· ἀλλαχοῦ δὲ ἠδύνατο ὁ κ. πρωθυπουργὸς ν’ ἀναζητήσῃ τοιαύτας. Ἡμεῖς, ἐὰν ἐπεκαλέσθημεν ὅσα ἔγραψεν ὁ κ. Συγγρὸς, ὡς καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔγραψεν ὁ κ. Δούμας, τὰ ἐπεκαλέσθημεν, διότι τὰ πρόσωπα ταῦτα ἐπέβαλον πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τοὺς ὅρους, μὲ τοὺς ὁποίους ὑπεβλήθη ἡ σύμβασις. Καὶ ἐπειδὴ ἡ σύμβασις καὶ ὁ φόρος ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ ἔχει τόσην σημαντικότητα, εἶναι δὲ καὶ τόσῳ δυσνόητος, ὥστε ἐδέησε Βραχμᾶνες μὲ θείαν ἔμπνευσιν νὰ μᾶς ἐξηγήσωσι ποία εἶναι ἡ ἔννοια αὐτῆς, καθόσον καὶ αὐτοὶ οἱ φίλοι τοῦ ὑπουργείου δὲν ἐνόησαν ὁποῖον εἶναι τὸ πνεῦμα τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 9 τῆς συμβάσεως καὶ τὸ ἄρθρον 9 ἐπίσης τοῦ νομοσχεδίου, ἐρωτῶμεν, τί πταίομεν ἡμεῖς, ἐὰν θέλωμεν νὰ ἐννοήσωμεν ποία εἶναι ἡ ἔννοια καὶ ποῖος ὁ σκοπὸς αὐτῆς τῆς συμβάσεως; Εἴδετε, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος βουλευτὴς, ὁμιλῶν προχθὲς, ὡμίλησε τόσον πικρὰ κατὰ τοῦ συστήματος τοῦ μονοπωλίου ἐπὶ τοῦ φόρου τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ. Καὶ διατί ὡμίλησε τόσον πικρὰ ἐναντίον τοῦ συστήματος αὐτοῦ; Διότι τόσον ὁ νόμος καθὼς καὶ ἡ σύμβασις δὲν ἐξηγοῦν ποῖος εἶναι ὁ σκοπὸς, ποῖον εἶναι τὸ πνεῦμα, τὸ ὁποῖον εἶχον οἱ συμβαλλόμενοι ἔν τε τῷ νομοσχεδίῳ καὶ ἐν τῇ συμβάσει, καὶ διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω ὅ,τι εἶπον, ὅτι δηλαδὴ Οὐλεμάδες τινὲς ἐχρειάσθησαν, διὰ νὰ ἐξηγήσωσι τὸ Σερί, καὶ ἐχρειάσθη νὰ φέρωσιν ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ τὰ λεξικὰ τῆς Ἀκαδημίας τῶν Παρισίων. Εἴπατέ μας τί εἶναι αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, περὶ τοῦ ὁποίου ὁμιλεῖτε; Καὶ ἐὰν εἴπητε αὐτὸ, τότε ἀπὸ ἡμᾶς δὲν θὰ εὕρητε καμμίαν ἀντίῤῥησιν. Ἀλλ’ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, τέλος πάντων, εἶναι τόσον δυσνόητον, ὥστε ἐχρειάσθη, διὰ νὰ ἔλθῃ ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν μία ἐξήγησις, περισσότερος χρόνος, ἀφ’ ὅσον ἐχρειάσθη ἡ Ἀθηνᾶ νὰ ἐξέλθῃ ἀπὸ τὴν κεφαλὴν τοῦ Διός. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μᾶς εἶπε πρό τινος, ὅτι μετά τινας ἡμέρας θέλει ὑποβληθῇ ἡ σύμβασις· ἦλθεν ἡ σύμβασις, ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ νομοσχέδια, καὶ αὐτὸ τὸ φορολογικὸν νομοσχέδιον δὲν ἔφθασεν ἀκόμη· διατί; Διότι, ἐπαναλαμβάνω, κ. Πρόεδρε, πρέπει νὰ μᾶς συνειθίσωσι, βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον, νὰ λάβωμεν τὸ ἓν κατόπιν τοῦ ἄλλου τὰ καταπότια τοῦ κ. Σωτηροπούλου. Αὐτοὶ οἱ λόγοι μᾶς ἠνάγκασαν νὰ φέρωμεν ὅλας αὐτὰς τὰς ἀντιῤῥήσεις, εἶναι περιττὸν δὲ νὰ σᾶς ἐπαναλάβω ἐγώ, διότι κάλλιον ἐμοῦ ὁ κ. Τρικούπης σᾶς ἀπέδειξεν, ὅτι μεταξὺ τῶν ἐντίμων ὀφειλετῶν πᾶσα ἐγγύησις, ἥτις δίδεται, δὲν ἀνακαλεῖται, οἱ δὲ λόγοι, τοὺς ὁποίους ἔφερε τόσον ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καθὼς καὶ ὁ κ. πρωθυπουργός, δὲν εἶναι ἰσχυροί. Σᾶς εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι μεταξὺ τῶν ἐγγυήσεων, τὰς ὁποίας προσφέρουν, εἶναι καὶ ἡ πρόσοδος ἐκ τῶν φυτειῶν καὶ ἐκ τῶν ἐθνικῶν γαιῶν· ἀλλ’ αὗται θὰ ἐκλείψωσιν, ἡ μὲν τῶν ἐθνικῶν γαιῶν μετὰ 18 ἔτη, ἡ δὲ τῶν φυτειῶν μετὰ 25 ἔτη, ἐνῷ τὸ δάνειον γίνεται διὰ 40 ἔτη. Πολὺ ὀρθῶς διὰ τοῦτο ἐκεῖνοι ἐθεώρησαν ὡς βάσιν τὴν φορολογίαν ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, διότι πολὺ καλὰ ἐγνώριζον, ὅτι λήγουν αἱ δόσεις μετὰ 18 καὶ 25 ἔτη· ἀλλ’ ἐγνώριζον καὶ γνωρίζουσι πολὺ καλά, ὅτι μετὰ 18 καὶ 25 ἔτη δύναται νὰ ἐπέλθῃ ἡ ἀνάπτυξις ἐκείνη, ἥτις παρακολουθεῖ τὰ πάντα, καὶ εἰς τὰ τελωνεῖα, ἅτινα διὰ τῶν εἰσπράξεων θ’ ἀναπληρώσουν τὴν ἔλλειψιν τοῦ φόρου τῶν φυτειῶν· οὐχ’ ἧττον ἡ βάσις τῆς ἐγγυήσεως εἶναι ὁ φόρος τοῦ καπνοῦ, αὐτὴ δὲ ἡ καλὴ πίστις, ἡ ἔντιμος διαγωγὴ παντὸς δανειστοῦ, δίδοντος ἐγγυήσεις καὶ ὑποθήκην, ἀπαιτεῖ νὰ κρατήσῃ τὸν λόγον του καὶ ἂν δὲν τὸν ὑποχρεοῖ ὁ λόγος αὐτὸς τῆς τιμῆς του, τὸν ὑποχρεοῖ βεβαίως ἡ νόμιμος ὑποχρέωσις, τὴν ὁποίαν ἀναλαμβάνει, καὶ ἡ ἀνάγκη, εἰς τὴν ὁποίαν ἐνδεχόμενον πάλιν νὰ εὑρεθῇ, διότι τίς θὰ ἦνε πλέον ὁ δανειστὴς ἐκεῖνος ὅστις θὰ θελήσῃ νὰ δανείσῃ; 140 χιλιάδες ὁμολογίαι θὰ περιέλθουν εἰς χεῖρας τοῦ δανειστοῦ. Ὁ ἀξιότιμος φίλος ἐκ Καλαβρύτων κύριος Οἰκονόμου ἠθέλησε νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν δύνανται νὰ διατεθῶσιν ὡς ἐνέχυρον, καθότι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἦναι ἀκίνητα πράγματα. Ἐγὼ ὅμως λέγω, ὅτι αἱ ὁμολογίαι τοῦ ἐθνικοῦ δανείου ὄχι μόνον δὲν εἶναι ἀκίνητα, ἀλλὰ τοὐναντίον εἶναι κινητὰ ὡς καὶ τὰ χρήματα, καὶ θὰ κυκλοφοροῦν ὡς ἐκεῖνα εἰς τὴν ὑφήλιον. Λοιπὸν ἡ καλὴ πίστις τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Ἔθνους ὑποχρεοῖ καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸ Ἔθνος νὰ τηρήσῃ ἀκεραίας καὶ ἀσφαλεῖς τὰς ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας δίδει σήμερον διὰ τοῦ νόμου καὶ τῆς συμβάσεως. Πλάνη δὲ εἶναι αὐτὸ τὸ ὁποῖον ζητοῦν καὶ τὸ ὁποῖον λέγουν, διότι καθόλου δὲν δυνάμεθα νὰ ἀφαιρέσωμεν ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας δίδομεν.
§52ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι παράδοξος τῷ ὄντι ἡ τακτική, τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ ἡ ἀντιπολίτευσις. Ἐνῷ συζητεῖται σήμερον νομοσχέδιον περὶ δανείου, ἡ ἀντιπολίτευσις προσπαθεῖ νὰ πείσῃ τὴν Βουλήν, ὅτι ψηφίζουσα τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ψηφίζει ἀπὸ τοῦδε ὁριστικῶς καὶ ἀμετακλήτως φόρον ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ, καὶ φόρον καθιεροῦντα μονοπώλιον, φόρον, ἐξ οὗ θὰ καταστραφῇ ἡ παραγωγή, καὶ φόρον, ὅστις θὰ εἰσπράττῃ τίποτε ὀλιγώτερον παρὰ 7 ἑκατομμύρια κατ’ ἔτος. Νομίζω, κύριοι, ὕστερον ἀπὸ τόσας ἐξηγήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ ἐκ μέρους ἡμῶν καὶ ἐκ μέρους διαφόρων ἀξιοτίμων συναδέλφων, ὅτι δὲν ἤθελον ἐπανέλθει εἰς τὸ ἀντικείμενον τοῦτο· διότι δὲν πρόκειται σήμερον οὔτε νὰ ψηφίσητε, οὔτε νὰ ἐπιβάλητε φόρον οἱονδήποτε ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ· τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον ζητεῖται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι, ἐὰν φόρος τοιοῦτος ψηφισθῇ, αἱ εἰσπράξεις τοῦ φόρου τούτου νὰ χρησιμεύσωσι διὰ τὸ δάνειον.
§53ΣΑΡΑΒΑΣ. Τότε νὰ προστεθῇ αὐτὸ τὸ «ἐὰν ψηφισθῇ».
§54ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ.—Ἐὰν ὁ φόρος οὗτος ψηφισθῇ, θέλει χρησιμεύσει ἡ πρόσοδος αὐτοῦ μεταξὺ ἄλλων ὡς ἐγγύησις διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν φόρος τοιοῦτος δὲν ἐπιψηφισθῇ, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θέλουν δώσει τὰ χρήματά των, δὲν εἶναι ὀλιγώτερον ἐξησφαλισμένοι. Ἡμεῖς ἔχομεν τὴν ἰδέαν καὶ τὴν πεποίθησιν, ὅτι θέλει ψηφισθῆ τοιοῦτος φόρος, περὶ τούτου δὲ οὐδεμίαν ἔχει ἀμφιβολίαν ὁ ξένος κόσμος, καὶ πολλαὶ ἐπικρίσεις γίνονται καθ’ ἡμῶν, ὅτι, ἐνῷ φορολογοῦμεν τὸ ἄνηθον καὶ τὸ κύμινον, καὶ λαμβάνομεν καὶ 10 καὶ 20% ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου τῶν προϊόντων τῆς γῆς, ἀφίνομεν ἀφορολόγητον τὴν κατανάλωσιν τοῦ καπνοῦ, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ εἰς τὰ πολιτισμένα Κράτη ἕνα τῶν κυριωτέρων δημοσίων πόρων. Ὅλος ὁ κόσμος πιστεύει, ὅτι θέλομεν συνετισθῆ, ἢ ὅτι τοὐλάχιστον αἱ ἀνάγκαι θὰ μᾶς ὑποχρεώσουν νὰ ἐπιβάλωμεν ἀφεύκτως φόρον ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ. Ἔχοντες δὲ ὑπ’ ὄψιν τὸ παράδειγμα τῶν ἄλλων ἐθνῶν, ὅπου ὁ φόρος οὗτος λαμβάνει καταπληκτικὴν αὔξησιν κατὰ πᾶν ἔτος, καὶ ἐν διαστήματι 10 καὶ 20 ἐτῶν διπλασιάζεται καὶ τριπλασιάζεται, νομίζομεν, ὅτι καὶ παρ’ ἡμῖν θέλει ἀποφέρει πρόσοδον ἀρκετὰ μεγάλην, ἡ ὁποία μὲ τὸν καιρὸν θέλει ἐξασφαλίσει ἴσως καὶ μόνη τὸ δάνειον. Ἀλλ’ ἀφοῦ, κύριοι, ὁ φόρος δὲν εἶναι ψηφισμένος καὶ ἐπιβεβλημένος, ἀφοῦ κανεὶς δὲν γνωρίζει οὔτε τὸν τρόπον, καθ’ ὃν θὰ εἰσπράττεται, οὔτε τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα θέλει φέρει, νομίζετε, ὅτι, ἐὰν ὑπεβάλαμεν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ὡς μόνην ἐγγύησιν δανείου ἐξ 120 ἑκατομμυρίων ἐπροτείνομεν τὸν φόρον τοῦ καπνοῦ, νομίζετε, λέγω, ὅτι ἤθελεν εὑρεθῆ δανειστὴς νὰ λάβῃ ἐξ αὐτοῦ; Βεβαίως ὄχι, διότι ἐνδεχόμενον ὁ φόρος αὐτὸς νὰ μὴ ψηφισθῇ, ἢ καὶ ψηφιζόμενος νὰ δώσῃ πρόσοδον πολὺ μικρὰν, 1½ ἑκατομμύριον, ὡς φρονῶ ἐγώ, ἢ 500 χιλιάδων, ὅπως παρέστησαν ἄλλοι, καὶ ἰδίως ὁ κ. Τρικούπης. Τοῦτο ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν ἡ Κυβέρνησις, δὲν περιώρισε τὰς ἐγγυήσεις εἰς μόνον τὴν ἐνδεχομένην πρόσοδον τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ, ἀλλὰ προσέθηκε καὶ ἄλλας ἀσφαλείας, ἐκ τῶν ὁποίων θὰ εἰσπράττεται τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖται διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου τούτου. Ἡ τρίτη ἐγγύησις, τὴν ὁποίαν τὸ δημόσιον προσφέρει, εἶναι τὸ ὑπόλοιπον τῶν προσόδων τοῦ τελωνείου Ἀθηνῶν, Πειραιῶς, Πατρῶν καὶ Ζακύνθου, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ποσῶν, ἅτινα εἶναι ὡρισμένα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ἄλλων προηγουμένων δανείων. Ὁ μέσος ὅρος τῶν εἰσπράξεων τῶν 3 τελωνείων, τοῦ Πειραιῶς, Ἀθηνῶν καὶ Πατρῶν, ἀναβαίνει εἰς 6 ἑκατομμύρια 453,000, καὶ ὁ μέσος ὅρος ἐλήφθη ἐκ τῶν εἰσπράξεων, αἱ ὁποῖαι ἐγίνοντο πρὶν νομοθετηθῇ ἀντὶ παλαιῶν δραχμῶν νὰ γίνεται ἡ πληρωμὴ μὲ νέας δραχμάς. Ἐνῷ δὲ ἐκ τῶν 3 τελωνείων ἔχομεν 6 ἑκατομμύρια 453 χιλιάδας κατ’ ἔτος, εἶναι ὑποθηκευμέναι αἱ εἰσπράξεις αὐτῶν διὰ τὸ δάνειον τῶν 28 ἑκατομμυρίων, διὰ τὸ ὁποῖον ὀφείλομεν νὰ πληρώνωμεν κατ’ ἔτος 2 ἑκατομμύρια 600,000, ὥστε ἀπὸ τὰς εἰσπράξεις τῶν 3 τελωνείων μένει περίσσευμα 4 ἑκατομμυρίων περίπου. Εἶναι ἀληθές, ὅτι διὰ τοῦ νόμου περὶ τοῦ δανείου τῶν 26 ἑκατομμυρίων ὡρίσθη, ὅτι, ἐὰν αἱ εἰσπράξεις τῶν τελωνείων Κεφαλληνίας, Καλαμῶν καὶ Κατακώλου, αἱ ὁποῖαι εἶναι εἰδικῶς ὑποθηκευμέναι διὰ τὸ δάνειον ἐκεῖνο, δὲν ἀρκέσωσι, τότε ἔρχονται εἰς ἐπικουρίαν τὰ περισσεύματα τῶν 3 πρώτων τελωνείων. Ἀλλὰ ὁ μέσος ὅρος τῶν εἰσπράξεων τῶν τελωνείων, τῶν εἰδικῶς διὰ τὸ δάνειον τῶν 26 ἑκατομμυρίων ὡρισμένων, ἀποδεικνύει, ὅτι αἱ εἰσπράξεις τῶν τελωνείων ἐκείνων εἶναι ἐπαρκεῖς διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου τούτου. Τοιουτοτρόπως τὸ περίσσευμα τῶν εἰσπράξεων τῶν τελωνείων Ἀθηνῶν, Πειραιῶς καὶ Πατρῶν θέλει χρησιμεύσει διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ νέου δανείου. Αἱ εἰσπράξεις τοῦ τελωνείου Ζακύνθου εἶναι ὡρισμέναι διὰ τὸ δάνειον τῶν 10 ἑκατομμυρίων, διὰ τὸ ὁποῖον ἀπαιτοῦνται 540 χιλ. δραχμαὶ κατ’ ἔτος. Ἀλλὰ τὸ τελωνεῖον Ζακύνθου εἰσπράττει ὑπὲρ τὸ 1 ἑκατομμύριον, ὥστε ἔχομεν καὶ ἀπὸ τὸ τελωνεῖον αὐτὸ περίσσευμα ½ ἑκατομμύριον· ἑπομένως ἀπὸ τὰ τέσσαρα τελωνεῖα ὑπάρχει περίσσευμα 4½ ἑκατομμυρίων. Ἡ δευτέρα ἐγγύησις εἶναι αἱ δόσεις τῶν ἐθνικῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν, αἱ ὁποῖαι ἀναβαίνουσιν εἰς 3½ ἑκατομμύρια, ὥστε ἀποτελεῖται ἓν σύνολον 8 ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐπαρκὲς διὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ νέου δανείου· ἐκ τούτου προκύπτει, ὅτι ὁ φόρος τοῦ καπνοῦ δίδεται ὡς ἐκ περισσοῦ, καὶ δίδεται, διότι, καθὼς σᾶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως, θέλει κάμει καλὴν ἐντύπωσιν καὶ θέλει προσελκύσει εὐκολώτερον τὰ κεφάλαια, προσέτι δὲ καὶ διότι ἐπιθυμεῖ καὶ ἡ κυβέρνησις νὰ ψηφισθῇ τοιοῦτος φόρος, καὶ νὰ φέρῃ τὰ καλὰ ἀποτελέσματα, ἅτινα προσδοκῶνται. Ἐπαναλαμβάνω νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ψηφίζοντες τὸ νομοσχέδιον, δὲν ἀναλαμβάνετε οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν, ἐὰν κατόπιν ἀποφασίσητε, εἴτε ὅτι ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ καπνοῦ δὲν δύναται νὰ ἐπιβληθῇ, εἴτε ἄλλως ὁπωςδήποτε ὁ φόρος οὗτος, ὅποιος δήποτε καὶ ἂν ἦνε, θέλει ψηφισθῆ ἀπὸ τὴν Βουλὴν, καὶ περὶ τούτου δὲν πιστεύω νὰ ἔχῃ οὐδεὶς ἀμφιβολίαν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον, χωρὶς οὐδόλως νὰ ἀνησυχῇ δι’ ὅσα εἶπον οἱ πολεμοῦντες τὸν φόρον τοῦ καπνοῦ.
§55ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 9 τῆς συμβάσεως ἡ Κυβέρνησις ὑποχρεοῦται νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν συνάμα μετὰ τῆς συμβάσεως....
§56ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐτροποποιήθη αὐτό.
§57Γ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Ἀνήκω εἰς ἐπαρχίαν, κύριοι, ἡ ὁποία ἂν δὲν ἔχῃ τὰ πρωτεῖα εἰς τὴν καπνοφυτείαν, ἔχει τοὐλάχιστον τὰ δευτερεῖα. Δὲν ἠμπορῶ δὲ ἢ ν’ ἀρκεσθῶ εἰς τὰς ἐξηγήσεις τῆς Κυβερνήσεως καὶ πολλῶν ἐκ τῶν κυρίων βουλευτῶν· ἡ τελευταία ἰδίως φράσις τοῦ κ. ὑπουργοῦ μᾶς δίδει κἄποιαν ἐγγύησιν, κἄποιον θάῤῥος νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐν τῇ ἀπουσίᾳ μας, εἴτε ἡ παροῦσα, εἴτε ἄλλη τις, δὲν θὰ φέρῃ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ.
§58ΠΟΛΛΟΙ. Ὂχι.
§59ΣΤΑΪΚΟΣ. Ἐπειδή, ὡς εἶπον, ἀνήκω εἰς ἐπαρχίαν, ἡ ὁποία παράγει καπνούς, θέλω νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου, διότι σήμερον τὸ κακὸν ὑπερεπλεόνασεν, ἡ κακεντρέχεια εἶναι μεγάλη καὶ φοβερά, καὶ δὲν εἶναι παράξενον νὰ ἴδῃ τις εἰς καμμίαν ἐφημερίδα, ὅτι ὁ Στάϊκος ἔδωκε τὴν ψῆφόν του ὑπὲρ τῆς καταστροφῆς τῆς παραγωγῆς τοῦ καπνοῦ. (Ἱλαρότης.) Αὐτὴ εἶναι γλῶσσα εἰλικρινής, δὲν εἶναι γλῶσσα πλαστὴ καὶ τετορνευμένη. Σήμερον εὑρισκόμεθα εἰς κατεπειγούσας ἀνάγκας, —τὸ ἀναγνωρίζομεν ὅλοι, —ἀλλὰ δὲν πρέπει ν’ ἀδιαφορῶμεν καὶ περὶ τῆς τύχης καὶ τῶν συμφερόντων τῶν πτωχῶν γεωργῶν· πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰς σοβαρὰς περιστάσεις καὶ νὰ πράξωμεν ὅ,τι πρέπει χάριν τῶν μεγάλων συμφερόντων τοῦ Ἔθνους, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ παραβλέψωμεν καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου καὶ ν’ ἀδιαφορήσωμεν περὶ τῶν συμφερόντων τοῦ λαοῦ.
§60ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. (Ὅρα παράρτημα.)
§61ΠΟΛΛΟΙ. Παρῆλθεν ἡ ὥρα.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε, κύριοι, νὰ τελειώσωμεν.
§63ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρακαλῶ τοὺς κυρίους βουλευτάς, ἐπειδὴ βλέπω, ὅτι ὅλοι ἔχουν τὴν διάθεσιν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψήφισιν, νὰ ψηφίσωμεν τώρα, διότι φοβοῦμαι, ὅτι πολλοὶ τῶν κκ. βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι θ’ ἀναχωρήσωσιν, ἴσως θὰ ἐνασχοληθῶσι μετὰ μεσημβρίαν εἰς προετοιμασίας.
§64ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ ἂν ψηφίσωμεν τώρα τὸ νομοσχέδιον, πρέπει νὰ ἔλθωμεν μετὰ μεσημβρίαν πρὸς ψήφισιν τῆς συμβάσεως, τῆς ὁποίας ἐπίσης ἔχετε ἀπόλυτον ἀνάγκην. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις τῇ 12 καὶ ½. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις Ὥρᾳ 2 μ. μ.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Τζώκρης καὶ Δημητριάδης ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου περὶ καταργήσεως τοῦ νόμου περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων. Θὰ τυπωθῇ. Ἡ χήρα Σουλτάνα Κουτζονίκα ζητεῖ αὔξησιν τῆς ἐξ 80 δραχμῶν συντάξεώς της, ὡς ἀνεπαρκοῦς.
§66ΠΟΛΛΟΙ. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Προβαίνομεν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ 9 καὶ τῶν ἑπομένων ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου περὶ δανείου. Ὁ κ. Τρικούπης ἐπρότεινε τὴν ἀπάλειψιν τῆς ά παραγράφου. «Τὸν φόρον ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ.» (Ἀποῤῥίπτεται ἡ τροπολογία δι’ ἀναστάσεως.)
§68Α. ΡΟΥΚΗΣ. Πιστεύω, κ. Πρόεδρε, ὅτι ὀνομαστικὴ κλῆσις δὲν θὰ γείνῃ. Ἐπειδὴ δὲ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω ἐπαρχίαν, ἐν ᾗ ἡ καλλιέργεια τοῦ καπνοῦ εἶναι ἀνεπτυγμένη, κρίνω καθῆκόν μου νὰ διαμαρτυρηθῶ κατὰ τῆς ἐπιβαλλομένης διὰ τοῦ νομοσχεδίου φορολογίας, ἥτις μέλλει νὰ καταστρέψῃ καὶ τὴν ἐπαρχίαν μου καὶ τὰς ἄλλας ἐπαρχίας, ἐν αἷς γίνεται ἡ καλλιέργεια τοῦ καπνοῦ.
§69ΤΡΑΚΑΣ. Καὶ ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, διαμαρτύρομαι διὰ τὴν φορολογίαν τοῦ καπνοῦ. (Ἐπιψηφίζεται τὸ 9, εἶτα δὲ καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου περὶ δανείου ἐξ 120 ἑκατομμυρίων νέων δραχμῶν, δι’ ἀναστάσεως.)
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τῆς ἐν Παρισίοις συνομολογηθείσης συμβάσεως περὶ προκαταβολῆς ἐπὶ τοῦ δανείου τῶν 120,000,000.
§71ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Κύριοι, ὁ θέλων τὸν σκοπὸν, θέλει καὶ τὰ εἰς τὴν ἐπίτευξιν αὐτοῦ συντελοῦντα μέσα. Ἡ ἀρχὴ αὕτη εἶναι ἀρχὴ κοινή, κοινοτάτη τοῦ πρακτικοῦ βίου παντὸς ἑαυτὸν σεβομένου ἀνδρός. Ὁποῖον, κύριοι, τὸ δεσπόζον τὰς τοῦ Κοινοβουλίου τούτου συζητήσεις ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς παρούσης συνόδου ζήτημα; Ὁποῖον τὸ ζήτημα, χάριν τοῦ ὁποίου τὸ ἔθνος ὑποβάλλεται πρὸ πολλοῦ ἤδη εἰς ἀνυπολογίστους θυσίας, καὶ ἕνεκα τοῦ ὁποίου συσκέπτεται, συζητεῖ καὶ εἰς κίνησιν τίθεται ἡ εὐρωπαϊκὴ Διπλωματία, τὸ ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον τὴν Ἀνατολὴν συνταράσσον, καὶ οὗ τινος ἀσπαίρουσα καραδοκεῖ αὐτὴ τὴν ὁριστικὴν λύσιν; Ὁποῖον τὸ ζήτημα, χάριν τοῦ ὁποίου τὸ Σῶμα τοῦτο ἐπεψήφισεν ἤδη τὴν μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης σύμβασιν, τὴν εἰς βαρυτάτην φορολογίαν τὰ παραγωγικὰ τοῦ Ἔθνους κεφάλαια ὑποβάλλουσαν, τὴν μετὰ τῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας σύμβασιν, τὴν τῆς ἀκτοπλοΐας ἀνάπτυξιν ἐπὶ ἔτη παρακωλύουσαν, καὶ προκαλοῦν καὶ ἐπιβάλλον, οὕτως εἰπεῖν, τὴν ἐπασχολοῦσαν ἡμᾶς σύμβασιν περὶ προσωρινοῦ ὑπὸ βαρυτάτους ὅρους δανείου; Εἶναι τὸ ζήτημα, κύριοι, ὅπερ καὶ τιθέμενον ἁπλῶς προκαλεῖ τὴν ῥίγωσιν, ὑπὸ τῆς ὁποίας καταλαμβάνονται συνήθως ἄτομά τε καὶ ἔθνη, ὁσάκις πρόκειται νὰ ὁπλίσωσι τὰς χεῖρας αὑτῶν, οἱ μὲν κατὰ τῶν δὲ· εἶναι τὸ ζήτημα πολέμου, καὶ πολέμου, ὃν δὲν ἐπιζητοῦμεν, οὐδὲ προκαλοῦμεν, ἀλλ’ ἐπιβάλλουσιν ἡμῖν, ὡς ζήτημα ζωῆς ἢ θανάτου, ἡ ἀπέναντι τοῦ ἑλληνισμοῦ ὑπεροπτικὴ ἀείποτε καὶ ὑβριστικὴ καὶ ἄδικος πολιτεία τῆς γείτονος Ἐπικρατείας, τὰ σκληρὰ παθήματα, αἱ δῃώσεις, αἱ καταστροφαὶ καὶ αἱ ἀτιμώσεις, ἃς ὑφίστανται λαοί, μετὰ τῶν ὁποίων συνδέει ἡμᾶς ὁλόκληρος ἱστορία, καὶ οἵτινες ἐπίστευσαν ἐφ’ ἡμᾶς, καὶ ἡ ἐσωτερικὴ ἡμῶν κατάστασις ἡ πλήρης κινδύνων, ἣν ἔπλασαν αὐταὶ τῆς Εὐρώπης αἱ ἐπίσημοι ἀποφάσεις καὶ ὑποσχέσεις. Ἐξεπλάγη ὁ ἔντιμος ἐκ Γόρτυνος βουλευτὴς ἐπὶ τοῖς ἐξ Εὐρώπης ἀγγέλμασι καὶ ἐταράχθη ἐπὶ τῇ ἐξ αὐτῶν προκληθείσῃ ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ συζητήσει. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, οὔτε ἐξεπλάγην ἐπὶ τοῖς ἀγγέλμασιν ἐκείνοις, οὔτε ἐταράχθην ἐπὶ τῇ ἐκ τούτων συζητήσει, διότι οὐδέποτε ἤλπισα ἐπὶ τὸ ἔλεος τῆς εὐρωπαϊκῆς Διπλωματίας, διότι οὐδέποτε ἐπίστευσα εἰς τὴν ὁμοφροσύνην αὐτῆς, ἀείποτε ἐν διχοστασίᾳ διατελούσης, διότι οὐδέποτε ἐπίστευσα εἰς τὴν ἰσχὺν τῶν πρωτοκόλλων, ἐφ’ οἷς γαυριῶμεν ἢ δοξολογίας ψάλλομεν. Ἀλλ’ ἤλπισα καὶ ἐλπίζω ἐπὶ τὸ δίκαιον τῶν ἀνατολικῶν λαῶν, ἐπὶ τὴν ἀπέλπιδα θέσιν εἰς ἣν περιήγαγεν αὐτοὺς ἡ ἐν Κωνσταντινουπόλει βάρβαρος καὶ ἐπάρατος θεοκρατικὴ Ἐξουσία, ἐπὶ τὰς συμπαθείας σύμπαντος τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου, ἐν ἀμφοτέροις τοῖς ἡμισφαιρίοις, ἐπὶ τὰς ἰδέας τοῦ 1821 καὶ τὸ ξίφος τοῦ 1821. Καὶ ἰδού, ὅτι τὴν ἐξακολούθησιν τοῦ ἔργου τοῦ 1821 ἐπιβάλλουσιν ἡμῖν τὰ πράγματα. Ἔσεται δ’ ὁ ἐπιβαλλόμενος ἡμῖν πόλεμος δεινός, διότι ἐσμὲν ὀλίγοι πρὸς πολλούς, διότι ἡ Εὐρώπη, ἥτις ἀνεγνώρισε τὸ δίκαιον τῶν ἡμετέρων ἀπαιτήσεων, ἐξώθησεν ἡμᾶς εἰς ὃ σημεῖον ἱστάμεθα, ἀντὶ ἐνθαῤῥύνσεως, ἀντὶ ἀρωγῆς, παρέχει ἡμῖν συμβουλάς, συμβουλεύουσά τι, τὴν ὑπομονήν, τουτέστι τὴν ὀπισθοχώρησιν, τουτέστι τὴν αὐτοχειρίαν, τὸν ἄδοξον θάνατον. Ἀλλ’ ἀποδέχεται τὸ Ἔθνος τὴν ὀπισθοχώρησιν; Ἀποφασίζετε, κύριοι, νὰ καταδικάσητε ἡμᾶς αὐτούς, τὸ Ἔθνος εἰς ἄδοξον θάνατον; Ὄχι! Ὄχι! Οὐδεὶς, οὐδείς, λέγω καὶ βεβαιῶ, φέρων τὸ τοῦ Ἕλληνος ὄνομα, παραδέχεται τανῦν τὴν ὀπισθοχώρησιν. Ἄρα ὁ πόλεμος καθίσταται ἀναπόδραστος. Ἄρα ἑκόντες ἄκοντες ῥιπτόμεθα εἰς τὸ στάδιον τῶν ἀνυπολογίστων θυσιῶν, τῶν καταστροφῶν, τῶν μεγάλων κινδύνων, τῶν αἱμάτων. Τούτων οὕτως ἐχόντων, ἵνα τί ἀποκρούωμεν τὰ μέσα, καίτοι πρὸς τηλικοῦτον βαίνομεν σκοπόν; Ἵνα τί κακίζωμεν καὶ τὴν ἀπόῤῥιψιν προτείνωμεν συμβάσεως, δι’ ἧς χορηγοῦνται ἡμῖν τὰ μέσα, ὅπως σώσωμεν τὴν τιμὴν καὶ τὴν ὕπαρξιν τοῦ Ἑλληνισμοῦ; Εἰσί, λέγετε, βαρεῖς οἱ ὅροι, ὑπὸ τοὺς ὁποίους συνωμολογήθη αὕτη. Καὶ δὲν εἶναι βαρεῖς οἱ ὅροι τῶν μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας συμβάσεων; Ὑποδεικνύετε ἄλλους πόρους; Καὶ νομίζετε, ὅτι δὲν θὰ εὑρεθῶμεν, αὔριον, μεθαύριον, εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ ἀντλήσωμεν ἐκεῖθεν καὶ ἄλλα μέσα; Ζωγραφίζετε διὰ μελανῶν χρωμάτων τοὺς ἐν τοιαύταις περιστάσεσι τὴν διὰ κόπων καὶ μόχθων ἀποκτηθεῖσαν περιουσίαν αὑτῶν εἰς τὸ ἔθνος προσφέροντας, κατηγοροῦντες αὐτοὺς ἐπὶ κερδοσκοπίᾳ μὴ πρεπούσῃ. Καὶ ποῦ εἶναι οἱ ὑπὸ ὅρους ἧττον κερδοσκοπικοὺς χρήματα προσφέροντες; Ἀναζητεῖτε, ἀναζητῶ καὶ ἐγὼ Κουντουριώτας, ἀλλὰ δὲν ἀνευρίσκομεν· δὲ ἀναφαίνονται ἔτι Κουντουριῶται, ἴσως διότι δὲν ἐπέστη ἡ ὥρα. Ἐπὶ τοῦ παρόντος, ἔχομεν τραπεζίτας, καὶ μετὰ τραπεζιτῶν δέον νὰ συναλλαττώμεθα. Ἐξετάσωμεν ἤδη τὴν σύμβασιν ἐν τοῖς καθέκαστα αὐτῆς, ἵνα ἴδωμεν ἂν ἦναι ἢ ὄχι ὁποίαν χαρακτηρίζουσιν αὐτὴν οἱ κατ’ αὐτῆς ἀντεπεξελθόντες. Τὸ ποσὸν, λέγουσι κατὰ πρῶτον, ὅπερ πορίζεται ἐξ αὐτῆς τὸ Κράτος, εἶναι εὐτελές. Τί παθόντες οἱ ταῦτα ἰσχυριζόμενοι χαρακτηρίζουσιν ὡς εὐτελὲς τὸ ποσὸν τῶν 30 ἑκατομμυρίων,—δὲν προέρχομαι εἰς ὑπολογισμοὺς, ὅπως ἀποδείξω τὴν ἀλήθειαν τοῦ ἰσχυρισμοῦ τούτου, ἀρκούμενος εἰς τὰ παρ’ ἄλλων λεχθέντα—ἐν χώρᾳ, καθ’ ἣν πρὸ τριῶν μόλις ἐτῶν ἐζήτει ἡ Πολιτεία, ἐν ὥρᾳ λίαν κρισίμῳ ἐπίσης, δέκα μόνον ἑκατομμύρια καὶ δὲν εὕρισκεν αὐτά! Μὴ λησμονῶμεν τὴν σύγχρονον ἱστορίαν, καὶ ὦμεν δίκαιοι, πρὸς τοὺς ἐρχομένους εἰς ἀρωγὴν ἡμῶν, ἐν στιγμαῖς τηλικούτων κινδύνων. Βέλη δὲ πικρὰ ἐξετόξευσαν κατ’ αὐτῶν ἕνεκεν τῶν χάριν τοῦ δανείου ζητηθεισῶν καὶ παραχωρουμένων ἀσφαλειῶν καὶ παροχῶν. Καὶ ὅμως αἵ τε παροχαὶ καὶ αἱ ἀσφάλειαι ἀποδεικνύουσι τὴν τραπεζιτικὴν περίνοιαν τῶν μετὰ τῆς Κυβερνήσεως συμβληθέντων καὶ τὴν πολλοῦ ἐπαίνου ἀξίαν πρόθεσιν καὶ ἐπιθυμίαν αὐτῶν, ὅπως διακεκριμένην προσφέρωσιν εἰς τὸ Ἔθνος ὑπηρεσίαν, κατορθοῦντες τὴν πραγματοποίησιν ὁλοκλήρου τοῦ δανείου. Αἱ ἀσφάλειαι ἐπὶ μελετωμένου δανείου ὠφελοῦσι τὸν δανειζόμενον μᾶλλον, ἢ τὸν πρὸς εὕρεσιν τοῦ δανείου μεσολαβοῦντα. Κατεξανίστανται ἐπὶ τῇ περὶ φόρου ἐπὶ τῶν καπνῶν ῥήτρᾳ τῆς συμβάσεως. Καὶ ὅμως ἐκ τοῦ τοιούτου φόρου ἁπανταχοῦ τῆς Εὐρώπης αἱ ἐπικράτειαι πορίζονται γενναῖα ποσὰ χωρὶς νὰ ἐπέρχηται ἐκ τοιούτου γογγυσμὸς παρὰ τῷ φορολογουμένῳ λαῷ. Προσθέτομεν δάνεια ἐπὶ δανείων· τίς θὰ πληρώσῃ αὐτὰ, πόθεν θὰ πορισθῶμεν τὰ πρὸς πληρωμὴν αὐτῶν ἀναγκαῖα μέσα, ἂν μὴ ἀντλήσωμεν αὐτὰ ἐκ τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, πῶς θὰ σώσωμεν τὴν τιμὴν τοῦ ἔθνους; Ἡ τάσις, ἥτις παρατηρεῖται ἀπό τινος, ἡ ἄγουσα εἰς τὴν ἐπὶ μειοδοσίᾳ διοίκησιν τοῦ τόπου, πολλὰς τὰς δυσχερείας προετοιμάζει. Πολλὰ ἐλέχθησαν καὶ κατὰ τοῦ περὶ ἱδρύσεως Τραπέζης ἐν Ἠπείρῳ καὶ Θεσσαλίᾳ προνομίου· ἀλλὰ καὶ ἡ ἐπὶ τούτῳ κατάκρισις τῆς συμβάσεως δὲν εἶναι ὀρθὴ, διότι οὐ μόνον ἡ θεωρία, ἀλλὰ καὶ ἡ παρ’ ἡμῖν πεῖρα ἀποδεικνύουσιν, ὅτι τὸ πολλαπλοῦν τῶν τραπεζῶν ὠφελεῖ μεγάλως, προκαλοῦν τὸν συναγωνισμὸν, πολλαπλασιάζον τὰ κεφάλαια, διευκολύνον τὴν κίνησιν αὐτῶν, καὶ ἐπαυξάνον οὕτω τὴν παραγωγικὴν αὐτῶν δύναμιν. Τὰς δυσοιώνους προφητείας, ἅς τινας ἠκούσατε τελευταίως ἀπαγγελλομένας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἤκουσα, τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, καὶ ὅτε ἐπρόκειτο περὶ τῆς κατὰ πρῶτον συστάσεως τῆς Πιστωτικῆς. Ἐλέγετο τότε, ὅτι ἡ σύστασις τῆς Τραπέζης θὰ βλάψῃ σπουδαίως τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, πολὺ δὲ περισσότερον τὸν τόπον. Καὶ ὅμως ἡ σύστασις τῆς Πιστωτικῆς δὲν ἔβλαψε τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, συνετέλεσε δὲ μεγάλως εἰς τὴν ἐν Ἀθήναις καὶ πολλαχοῦ τῆς Ἑλλάδος ἀνάπτυξιν τῆς βιομηχανίας καὶ τοῦ ἐμπορίου, εἰς τὴν ἀνάπτυξιν καὶ ἐπίῤῥωσιν τῆς δημοσίας ἡμῶν πίστεως, καὶ εἰς τὴν ἐν τῷ τόπῳ ἐγκατάστασιν πολλῶν καὶ σπουδαίων κεφαλαιούχων. Εἰς τὴν Ἰονικὴν Τράπεζαν καὶ τὴν Πιστωτικὴν ὀφείλεται κατ’ ἐξοχὴν ἡ μεγάλη ἀνάπτυξις, ἣν ἔλαβε κατὰ τοὺς τελευταίους καιροὺς τὸ ἐμπόριον τῶν Πατρῶν, τῆς πρωτευούσης ταύτης τῆς Πελοποννήσου. Εἰς τὴν ἐν τῇ πόλει ταύτῃ παρουσίαν καὶ τῶν δύο τούτων Τραπεζῶν ἀποδίδεται ἥ τε διατήρησις τῶν τιμῶν τοῦ σταφιδοκάρπου καὶ ἡ τοῦ εἴδους τούτου πρόοδος, διότι ἡ εὐκολία περὶ τὴν εὕρεσιν χρημάτων, ἐπολλαπλασίασε τὸν ἀριθμὸν τῶν τὸ εἶδος ἐμπορευομένων καὶ ἐν Πάτραις καὶ ἐν Λονδίνῳ, τοῦτο δ’ ἐπέφερε τὸν συναγωνισμὸν, ὁ δὲ συναγωνισμὸς ἐπήνεγκε τὴν ἀνόρθωσιν τοῦ μεγάλου αὐτοῦ προϊόντος τῆς χώρας, ὅπερ εἰς κρίσιμον εἶχε πρότερον περιέλθει θέσιν. Κύριοι, ὦμεν, ἐπαναλαμβάνω, περαίνων τὸν λόγον, ὦμεν δίκαιοι· ἡ σύμβασις, ὡς ἔργον γενόμενον ἐν τῷ μέσῳ δυσχερῶν περιστάσεων καὶ ἐν χαλεποῖς καιροῖς καὶ ὡς ἔργον ἀνάγκης, δὲν εἶναι ὅσον ἰσχυρίσθησάν τινες κατακριτέα, οὖσα μάλιστα ἡ μόνη, ἣν ἠδύνατο νὰ συνάψῃ ἡ Κυβέρνησις. Διὰ τοῦτο ἐψηφοφόρησα ὑπὲρ αὐτῆς, γνωματεύω καὶ πάλιν ψηφοφορῶ ὑπὲρ αὐτῆς.
§72ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Καὶ ἐγώ, κύριοι, θὰ εἴπω ὀλίγα τινά, διὰ νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου οὐ μόνον τὴν δοθεῖσαν χθές, ἀλλὰ καὶ τὴν δοθησομένην σήμερον. Καὶ ἐγὼ θέλω τὸν σκοπόν, ἀλλ’ ἀρνοῦμαι τὰ μέσα τοῦ κ. Μεσσηνέζη, διότι τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἐγκρίνει καὶ ἀναγνωρίζει ὁ κ. Μεσσηνέζης, δὲν εἶναι τὰ πρόσφορα, τὰ κατάλληλα· ἐὰν δὲ τὰ μέσα τὰ ἐπιζητούμενα δὲν ἦναι τὰ πρόσφορα, οὔτε τὰ κατάλληλα διὰ τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει ὁ κ. Μεσσηνέζης, τότε τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἐπιδιώκονται διὰ τῆς συμβάσεως, εἶναι ἀποκρουστέα, καὶ ὁ κ. Μεσσηνέζης ὤφειλε νὰ τὰ ἐξετάσῃ ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν. Διὰ νὰ ἐξετάσῃ τις, κύριοι, τὴν ἀληθῆ ἔποψιν τῶν πραγμάτων καὶ τὸ ἀληθῶς ἐπιδιωκόμενον διὰ τῆς προκειμένης συμβάσεως, εἶναι ἠναγκασμένος τῷ ὄντι ν’ ἀνατρέξῃ εἰς παρελθοῦσάν τινα ἐποχήν· εἶμαι ἠναγκασμένος ὡς ἐκ τούτου νὰ θίξω τὸν πολιτικὸν βίον τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ (θόρυβος), διότι εἶναι δικαίωμά μου.
§73ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ φεύγω καὶ δὲν τὸ ἀκούω.
§74ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Βεβαίως οὐδὲν ἔχω δικαίωμα νὰ ἐξετάσω τὸν ἰδιωτικὸν βίον τῶν ἄλλων, διότι ὁ ἰδιωτικὸς βίος εἶναι ἀνεξέλεγκτος, ἀλλ’ ὁ πολιτικὸς βίος τῶν δημοσίων ἀνδρῶν ἀνήκει εἰς τὴν κοινωνίαν, ἐκεῖνοι δέ, οἱ ὁποῖοι ἀναβαίνουσιν εἰς τὰ ὑπουργικὰ ἑδώλια καὶ ὡς ὑπουργοὶ καὶ πρωθυπουργοὶ διέπουσι τὰς τύχας τῆς πατρίδος των, καὶ μάλιστα ἐπὶ ἓν τέταρτον αἰῶνος, ὡς ὁ κ. πρωθυπουργός, ἐκεῖνοι φέρουσι τὴν μεγάλην εὐθύνην διὰ τὴν τύχην τῶν Ἀθηνῶν, ἑπομένως ὁ βίος αὐτῶν ὁ δημόσιος ὄχι μόνον ἀνήκει εἰς τὴν ἱστορίαν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν ἔλεγχον ἑνὸς ἑκάστου, καὶ πρὸ παντὸς εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ Νομοθετικοῦ Σώματος. Κάθε στιγμὴν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάσω τὸν δημόσιον βίον τῶν δημοσίων ἀνδρῶν τῶν διεπόντων τὰς τύχας τῆς πατρίδος μου. Ἠκούσατε, κύριοι, εἰς ὅλας τὰς ὁμιλίας τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ πόσας στενοχωρίας ᾐσθάνετο καὶ πόσα σᾶς ἐξέθηκε περὶ ἀνάγκης χρημάτων καὶ περὶ εὑρέσεως τοιούτων. Τίνος αἰτίας ἆρά γε εἶναι προϊόν αὐτὴ ἡ στενοχωρία; βεβαίως εἶναι προϊόν τοῦ παρελθόντος ἡμῶν βίου τοῦ πολιτικοῦ· ἀλλὰ τίς ἐκυβέρνησεν ἐπὶ ἓν τέταρτον αἰῶνος τὴν Ἑλλάδα; ὁ κ. Κουμουνδοῦρος· ἐὰν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἀπὸ τοῦ 1862 καὶ ἐντεῦθεν ἰδίως δὲν καθιέρωνε διοίκησιν σπάταλον, βεβαίως σήμερον δὲν θὰ ᾐσθάνετο τὴν στενοχωρίαν, τὴν ὁποίαν αἰσθάνεται, ἐπιζητῶν χρήματα εἰς στιγμὴν, καθ’ ἣν αὐτὰ εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖα· ἐκεῖνο δέ, τὸ ὁποῖον εἶπεν ἀρχαῖός τις συγγραφεύς, ὅτι ὅταν τις δαπανᾶται ἐφ’ ἃ μὴ δεῖ, δὲν θὰ ἔχῃ νὰ δαπανήσῃ ἐφ’ ἃ δεῖ, ἐφαρμόζεται πληρέστατα εἰς τὸν ἡμέτερον κ. πρωθυπουργόν, διότι ἐκ τοῦ ὅλου δημοσίου ἡμῶν χρέους, ὅπερ ἀπὸ τοῦ 1862 μέχρι σήμερον βαρύνει τὴν ἡμετέραν ἐπικράτειαν, τὰ 9/10 αὐτοῦ ἐδημιούργησεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος καὶ ἡ πολιτικὴ καὶ διοίκησις αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐάν, κύριοι, τὰ 9]10 τοῦ ὑπάρχοντος δημοσίου χρέους ἦναι ἀποκλειστικὸν προϊόν τῆς διοικήσεως τοῦ κ. Κουμουνδούρου, διατί στενοχωρεῖται, ἐπιζητῶν χρήματα; καὶ ἀφοῦ ζητεῖ χρήματα, ἐφεῦρεν ἆρά γε τὸ πρόσφορον μέσον πρὸς ἀνεύρεσιν αὐτῶν; ἃς ἐξετάσωμεν τὰ πράγματα. Τὸ αἴτιον τῆς στενοχωρίας τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ εἶναι, ὅτι ᾐσθάνετο ἠλαττωμένην τὴν πίστιν τοῦ δημοσίου, ἀλλ’ ἐν ᾧ ἡ πίστις τοῦ δημοσίου εὑρίσκεται εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον, δὲν ἔπρεπε νὰ θίξῃ αὐτὴν διὰ τοιαύτης συμβάσεως, ἀλλ’ ἔπρεπε πρωτίστως νὰ διατηρήσῃ αὐτὴν ἀκμαίαν καὶ σταθερὰν καὶ νὰ κοπιάσῃ πρὸς τοῦτο· ἀλλὰ τί κατώρθωσε διὰ τῆς μετὰ τῶν τραπεζιτῶν συμβάσεως; κατώρθωσε νὰ καταδείξῃ ἀδίκως καὶ ἀτόπως χρεωκοπημένην τὴν Ἑλλάδα ἐκ προοιμίων· ἐὰν ἐξετάσητε κατὰ βάθος τὴν σύμβασιν καὶ ἀνερευνήσητε τοὺς ὅρους αὐτῆς, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι παρουσιάζει ὀφειλέτην ἀπηλπισμένον, ὁ ὁποῖος ἔρχεται διαῤῥήδην νὰ κηρύξῃ τὴν χρεωκοπίαν του καὶ προσφέρῃ πᾶν ὅ,τι ἔχει, ἵνα προσπορισθῇ ἓν εὐτελὲς ποσὸν καὶ μὴ ἀπολύτως ἀναγκαῖον κατ’ ἐμέ. Δὲν ἔχω δὲ ἀνάγκην ν’ ἀνατρέξω εἰς θεωρίας, ἀλλ’ εἰς ἀποτελέσματα τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ κράτους, ὅπως παρέστησεν αὐτὴν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἰσάγων τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ κράτους. Κατὰ τὸν κ. ὑπουργὸν τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1881 ἀνέρχεται μὲ ὅλας τὰς δαπάνας εἰς 61,197,000 δραχμάς· ἀναλύων δὲ τοὺς διαφόρους πόρους πρὸς κάλυψιν τοῦ ἐλλείμματος προσδιώρισε σταθερὸν ποσὸν ἐξ ἐκτάκτων πόρων· πρῶτον ἐκ τοῦ δανείου τῶν 52,000,000, τὰ ὁποῖα θέλομεν προσπορισθῆ ἀπὸ τὴν σύμβασιν τὴν συναφθεῖσαν μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, θέλουν περισσεύσει εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ ἔτους 1881 δραχμαὶ 23,320,000, δεύτερον προσέθηκεν ἀκόμη, ὅτι ὑπάρχουσιν ἀδιάθετοι 7,185 ὁμολογίαι ἐκ τοῦ δανείου τῶν 60,000,000, ἐξ ὧν ὑπολογίζει, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῶσι δραχμαὶ 3,200,000. Ὡσαύτως προσέθηκε τρίτον, ὅτι ἐκ παλαιοτέρου δανείου δύνανται νὰ εἰσπραχθῶσιν 600,000 δραχμῶν. Ὁ αὐτὸς ὑπουργὸς προσέθηκε τέταρτον, ὅτι ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα ὑποχρεοῦται κατὰ τὴν σύμβασιν τοῦ 1877 νὰ χορηγήσῃ ἀκόμη εἰς τὴν Κυβέρνησιν δραχμὰς 1,400,000 λόγῳ δανείου, ὥστε τὸ ὅλον ἐξ ἐκτάκτων πόρων ποσόν, ὅπερ ἡ Κυβέρνησις θὰ ἔχῃ τὸ 1881 εἰς τὴν διάθεσίν της, ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 28,520,000· δὲν ὑπολείπεται λοιπὸν εἰμὴ νὰ εὕρῃ πόρους, ὅπως καλύψῃ τὸ ὑπόλοιπον τοῦ ἐλλείμματος ἐκ δραχμῶν 32,700,000. Ἐὰν λοιπὸν ἡ ἀνάγκη τοῦ κράτους διὰ τὸ 1881 δὲν ἦναι μείζων τῶν δραχμῶν 32,700,000, δὲν βλέπω διατί ἡ Κυβέρνησις κατέφυγεν εἰς τὸ τόσον ἐπισφαλὲς μέσον δανείου διὰ προκαταβολῆς. Αἱ προκαταβολαί, κύριοι, παρουσιάζουσι τὴν μᾶλλον θλιβερὰν ὄψιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθησαν τὰ ἔθνη· αἱ προκαταβολαὶ συνήθησαν εἰς ἄλλα ἔθνη, ἅτε ἐπεζήτει ἡ φιλοδοξία τῶν μοναρχῶν παντὶ τρόπῳ χρήματα, διὰ ν’ ἀσωτεύῃ αὐτά, καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἐπεψηφίζοντο εἰδικοὶ φόροι, διὰ νὰ παραδίδωνται εἰς τοὺς δανειστάς, ὅπως χορηγῶσι προκαταβολὰς λόγῳ δανείων, τὰ ὁποῖα ἐχρησίμευον πολλάκις εἰς τὴν ταπεινοτέραν διαφθορὰν καὶ ἐξαχρείωσιν τοῦ χαρακτῆρος τῶν βουλευτῶν, οἵτινες ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐλάμβανον χρήματα, ἵνα δίδωσι μεταβαίνοντες εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ψῆφόν των ὑπὲρ τῶν ὀρέξεων τῶν μοναρχῶν ἐκείνων. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἐπιζητήσασα δάνειον δὲν ἐνεπιστεύθη εἰς τὸν πατριωτισμὸν τῶν Ἑλλήνων, ἀλλὰ κατέφυγεν εἰς σύμβασιν με ἐπαχθεῖς ὅρους, τοὺς ὁποίους βλέπετε διατετυπωμένους ἐν τῷ νομοσχεδίῳ καὶ ἐν τῇ συμβάσει· τοῦτο δὲ πράξασα παρεγνώρισεν ὑψίστην οἰκονομικὴν ἀρχήν, καθ’ ἣν αἱ Κυβερνήσεις πρέπει νὰ προσέχωσι νὰ μὴ κλονίζωσι τὴν δημοσίαν πίστιν τῶν ἐθνῶν, τοιοῦτοι δὲ ὅροι, οἷους περιέχει ἡ ὑπὸ συζήτησιν σύμβασις, χαρακτηρίζουσι πολλάκις τὴν πίστιν τῶν κρατῶν, ὅροι δὲ βαρεῖς μαρτυροῦσιν, ὅτι τὰ ἔθνη ἀντὶ νὰ ἔχωσι μέλλον ἀκμαῖον, τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκει ὁ κ. Μεσσηνέζης, παριστῶσιν αὐτὸ μαῦρον καὶ ἀπελπιστικόν. Κατ’ ἐμέ, κύριοι, ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶχεν ἀνάγκην τοιαύτης συμβάσεως, διότι, ἔχουσα ἀνάγκην δραχμῶν 32,700,000, ἠδύνατο νὰ ψηφίσῃ δάνειον ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐκθέσῃ αὐτὸ εἰς δημοσίαν ἐγγραφήν, διότι δὲν ἀγνοεῖτε, ὅτι ὁ ἔσω καὶ ὁ ἔξω ἑλληνισμὸς ἔχει διαθέσιμα κεφάλαια ἱκανὰ νὰ καλύψωσι τόσον μικρὸν δάνειον.
§75ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴθε ν’ ἀληθεύητε, διότι θὰ πραγματοποιήσωμεν εὐκόλως τὰς ὑπολοίπους ὁμολογίας.
§76ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ἐγὼ ηὐχόμην νὰ εἴχετε ἐλευθέραν τὴν δημοσίαν ἐγγραφὴν καὶ εἰς αὐτὴν μόνην ν’ ἀρκεσθῆτε, ἀλλ’ ὅπως ἔχετε διατετυπωμένην τὴν σύμβασιν, ἡ ψήφισις τοῦ δανείου τῶν 120,000,000 ἀποβαίνει περιττή, διότι ἕνεκα τῆς προκαταβολῆς εἶναι ἀδύνατον νὰ πραγματοποιηθῇ οὔτε μία ὁμολογία τοῦ δανείου τούτου. Οἱ μεθ’ ὑμῶν συμβληθέντες κερδοσκόποι ἐφάνησαν ὑπέρτεροι ὑμῶν τῶν ὑπουργῶν κατὰ τὴν νοημοσύνην καὶ σᾶς ἐστραγγάλισαν ἐν ταῖς χερσὶν αὐτῶν καὶ ἔθεσαν πᾶσαν ἀσφάλειαν, πᾶσαν ἐγγύησιν ὑπὸ τὴν διάθεσιν αὐτῶν καὶ σᾶς ἔχουσι δεσμίους· ποῦ εἶναι δέ, κύριοι, αἱ ἀσφάλειαι, αἱ ὁποῖαι θὰ παρακινήσωσι τοὺς κεφαλαιούχους νὰ ἔλθωσι νὰ προσφέρωσι τὰ χρήματά των καὶ νὰ λάβωσιν ἐκ τῶν ὁμολογιῶν τῶν 50,000,000, ἅτινα κρατεῖτε εἰς τὴν διάθεσίν σας;
§77ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ βάσις δὲν εἶνε ἀσφαλής, ἐπὶ τῆς ὁποίας οἰκοδομεῖτε.
§78ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ἄν ἀγνοεῖτε τί γράφετε εἰς τὴν σύμβασιν, ἐγὼ δὲν πταίω.
§79ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς δὲν ἐννοεῖτε τὰ γραφόμενα· ἡμεῖς δὲν ἀγνοοῦμεν.
§80ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Σέβομαι τὴν νοημοσύνην σας, ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς ἠξεύρομεν τί λέγομεν.
§81ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναγνώσατε τὴν σύμβασιν· scripta manent.
§82ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Μάλιστα καὶ verba volant, ἀλλὰ καὶ τὰ scripta καὶ τὰ verba τὴν αὐτὴν ἔχουσιν ἔννοιαν ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἰδοὺ τί γράφετε ἐν τῇ συμβάσει. «Μετὰ τὴν ὁλοσχερῆ ἐξόφλησιν τῆς προκαταβολῆς ταύτης τὸ προϊόν τῶν ἀνωτέρω ὁριζομένων προσόδων θέλει χρησιμεύσει ἀποκλειστικῶς εἰς πληρωμὴν τῶν τόκων καὶ τοῦ χρεωλυσίου τοῦ ἀνωτέρω μνημονευομένου δανείου τῶν 120,000, 000.» Ὅπως ἔχει λοιπὸν τὸ γράμμα τῆς συμβάσεως, ἠδύνατό τις εὐλόγως νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι καὶ ὁ νοῦς αὐτῆς εἶναι, ὅτι οἱ θέλοντες νὰ λάβωσι μέρος εἰς τὸ δάνειον, θέλουσιν ἔχει καὶ ἀσφαλείας τοῦ δανείου τῶν 120,000,000, ἀλλὰ μετὰ τὴν ἐξόφλησιν τῆς προκαταβολῆς. Ἐὰν δὲ τοιαύτη ᾖναι ἡ ἔννοια, τότε ἐδέθητε ὑπὸ τὸ ἅρμα τοῦ κ. Συγγροῦ καὶ ἐδέσατε μεθ’ ὑμῶν καὶ τὰς Ἑλληνικὰς Τραπέζας καὶ πάντα κεφαλαιοῦχον, διότι ὅταν ὁ κ. Συγγρὸς ἔχῃ εἰς χεῖρας αὑτοῦ ὅλας τὰς ἀσφαλείας, καμμία Τράπεζα δὲν θὰ προσέλθῃ νὰ λάβῃ μετοχὰς ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν 50,000,000, τὰς ὁποίας θὰ θέσητε εἰς δημοσίαν ἐγγραφήν. Οὐδεὶς θέλει προσέλθει βεβαίως νὰ ἐγγραφῇ ἄνευ ἀσφαλείας, ἂν δὲ προσέλθῃ τις, θὰ προσέλθῃ φλεγόμενος μόνον ἀπὸ πατριωτισμὸν καὶ οὐχὶ στηριζόμενος εἰς τὰς ἀσφαλείας. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, αἱ προθεσμίαι τῆς προκαταβολῆς ὁρίζονται εἰς χρονικὸν διάστημα δύο ἐτῶν, ἂν δὲ αἱ ἀσφάλειαι αὗται διατηρῶνται σῶαι καὶ ἀκέραιαι εἰς χεῖρας τῶν Τραπεζιτῶν τῆς συμβάσεως, σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ ἀποδείξητε πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιήσητε ἄλλας ὁμολογίας; Χάριν μιᾶς προκαταβολῆς εἴτε 14,000,000 εἴτε 25,000,000 εἴτε καὶ 30,000,000 δεσμεύετε ἑαυτοὺς εἰς τὸ σύνολον τοῦ δανείου τῶν 120,000,000. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἐντελῶς δὲν δεσμεύεσθε, καθιστᾶτε προβληματικὴν τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ δανείου. Ἀκούσατε δὲ, κύριοι, πόσαι εἶναι αἱ ἀσφάλειαι καὶ αἱ παροχαὶ ἢ ὠφέλειαι, τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις προσφέρει χάριν τῆς προκαταβολῆς ὑπὲρ τῶν Τραπεζιτῶν, μεθ’ ὧν συνηλλάχθη. Ἀφίνων τὰς ἀσφαλείας, ἃς ἀπαριθμεῖ ἡ σύμβασις, ἀναφέρω τὰς παροχὰς ἐν λεπτομερείᾳ. Πρώτη εἶνε ἡ παροχὴ τοῦ τόκου τῶν 7%. 2) ἄλλη παροχὴ εἶναι ἡ ἐπιλογὴ ὡς πρὸς τὴν χορήγησιν τοῦ μεταλλικοῦ ὑπεράνω τῶν 14 ἢ τῶν 25 ἑκατομμυρίων, διότι ἡ χορήγησις περιπλέον μεταλλικοῦ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν θέλησιν τῆς τραπεζιτικῆς ταύτης ὁμάδος· 3) ἄλλη παροχὴ εἶναι τὸ προνόμιον τοῦ σχηματισμοῦ Τραπέζης ἐν Ἠπείρῳ καὶ Θεσσαλίᾳ· ἐγὼ, κύριοι, δὲν ὑπῆρξα ποτὲ φίλος τῶν προνομίων τῶν Τραπεζῶν, εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τῶν Τραπεζῶν, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε καὶ τὰ προνόμια εἰς τὰς ἀρτιγενεῖς πολιτείας δὲν εἶνε ἐπιζήμια, καὶ τότε μόνον αἰσθάνεταί τις τὴν ἀνάγκην καὶ ἄλλης Τραπέζης, ὅταν μία προνομιοῦχος Τράπεζα δὲν ἐπαρκῇ εἰς τὴν θεραπείαν τῶν κοινωνικῶν ἀναγκῶν. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου διατί νὰ δεσμεύετε τὸ μέλλον δύο ἐπαρχιῶν, τὰς ὁποίας ἀκόμη δὲν ἔχομεν ἐλευθέρας καὶ τῶν ὁποίων εὐχόμεθα τὸ ταχύτερον τὴν ἀπελευθέρωσιν; καὶ διατί τάχα νὰ δεσμεύσωμεν ὑπὲρ μιᾶς τοιαύτης ὁμάδος τὸ μέλλον τῶν ἐπαρχιῶν τούτων καὶ νὰ μὴ τὸ ἀφήσωμεν ἐλεύθερον; Νομίζω, ὅτι ἡ πρᾶξις αὕτη καὶ ἡ ἀπόφασις τῆς Κυβερνήσεως εἶνε μεγίστη ἀδικία, ἄλλο δὲ δὲν μένει πλέον εἰμὴ νὰ προσφέρωμεν ὑπὲρ τῶν τραπεζιτῶν τῆς ὁμάδος ταύτης καὶ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν τῶν τραπεζικῶν τῶν γραμματίων, καὶ τότε ἡ ἀδικία εἶνε πλήρης· 4) ἄλλη παροχὴ εἶνε ἡ ὑποχρέωσις, τὴν ὁποίαν ἀναλαμβάνει ἡ Κυβέρνησις νὰ χορηγήσῃ τὴν δημοσίαν ἔκδοσιν τοῦ ἡμίσεως ποσοῦ τοῦ ὅλου δανείου εἰς τὴν αὐτὴν ὁμάδα ἐπὶ τῇ προμηθείᾳ ἑνὸς τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τοῦ ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου. Βλέπετε λοιπόν, ὅτι καὶ τὴν ἔκδοσιν τῆς δημοσίας ἐγγραφῆς τὴν ἀφῆκεν εἰς αὐτὴν τὴν ὁμάδα, διὰ νὰ μὴ ὠφεληθῇ ἄλλος τις ἐκ τῆς προμηθείας, τουτέστιν ἀφιέρωσεν ὑπὲρ αὐτῶν ἐκτὸς τῶν ἄλλων ὠφελειῶν καὶ λόγῳ προμηθείας φράγκα 1,200,000 ἢ 600,000, ἂν αὕτη περιορισθῇ μόνον εἰς τὸ ἥμισυ τοῦ ὅλου δανείου· 5) ἄλλη παροχὴ εἶναι ἡ ἑξῆς. Ἐπειδὴ ἡ Κυβέρνησις ἐπεφύλαξεν εἰς ἑαυτὴν τὴν διάθεσιν τοῦ ἡμίσεως ποσοῦ τοῦ δανείου καὶ ἔλαβεν ἐκ τῆς συμβάσεως τὸ δικαίωμα νὰ πραγματοποιήσῃ τὸ ποσὸν αὐτὸ καὶ ἄλλως ἢ διὰ δημοσίας ἐγγραφῆς, ἡ σύμβασις καθιεροῖ ὑπὲρ τῆς ὁμάδος τῶν τραπεζιτῶν τούτων προμήθειαν ἓν τέταρτον τῆς ἑκατὸν διὰ πᾶν οὕτω πως πραγματοποιηθησόμενον ποσόν· 6) ἄλλη παροχὴ ὑπὲρ τῶν τραπεζιτῶν εἶνε ἡ ὑποχρέωσις τῆς Κυβερνήσεως νὰ παραδώσῃ εἰς χεῖρας αὐτῶν τὸ προϊὸν 10,000,000 μετὰ τὴν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως διάθεσιν 50 ἑκατομμυρίων φράγκων, τὸ προϊὸν δὲ τοῦτο λαμβάνουσι τὸ δικαίωμα οἱ συμβαλλόμενοι τραπεζῖται νὰ τὸ κρατήσωσι καὶ τὸ καταλογίσωσιν ἀπέναντι τῆς προκαταβολῆς των· 7) ἄλλη παροχὴ εἶνε ἡ ὑποχρέωσις τῆς Κυβερνήσεως νὰ κατορθώσῃ, ὥστε ν’ ἀνοίξῃ τὸ Χρηματιστήριον τῶν Παρισίων εἰς τὰ χρεώγραφα τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων· 8) τελευταία δὲ παροχὴ εἶνε ἡ τοῦ μονοπωλίου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ. Λοιπὸν βλέπετε, ὅτι ὅλαι αὐταὶ αἱ παροχαὶ διδόμεναι εἰς τοὺς τραπεζίτας αὐτούς, δὲν ἠξεύρω ἂν ἀφίνωσι ἴχνη πίστεως ἄλλα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἀφοῦ παραδίδονται εἰς τοὺς τραπεζίτας χάριν μιᾶς προκαταβολῆς 14 ἢ 25 ἑκατομμυρίων καὶ οὐδὲν ὑπολείπεται πλέον εἰς τὴν πίστιν τοῦ Κράτους.
§83ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν παρατήρησιν.
§84ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Μάλιστα.
§85ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Αἱ παροχαὶ αἱ προερχόμεναι ἀπὸ τὰς ὁμολογίας, ἀπὸ τὴν εἴσπραξιν τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν καπνῶν, ἀπὸ τῶν τελωνιακῶν εἰσπράξεων, εἶναι ἐγγυήσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν παραδίδονται εἰς τοὺς συναλλαχθέντας μετὰ τοῦ δημοσίου, εἶνε χρήματα, τὰ ὁποῖα μένουν εἰς τὸ δημόσιον καὶ διατίθενται διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τοῦ ὅλου δανείου· δὲν εἶναι δὲ ἀληθὴς ἡ παρατήρησις, ὅτι ὅλαι αὐταὶ αἱ εἰσπράξεις διατίθενται εἰς τὴν ἀποπληρωμὴν τῆς προκαταβολῆς· ἡ προκαταβολὴ ἀποδίδεται μετὰ δύο ἔτη, χρησιμεύουν μόνον εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν τόκων τῆς προκαταβολῆς καὶ τῶν τόκων τῶν ἄλλων ὁμολογιῶν, ἂν ἐκποιηθῶσι· δὲν εἶναι ἀληθές, ὅτι οἱ ἄλλοι ὁμολογιοῦχοι δὲν θὰ εὑρίσκουν χρήματα, διὰ νὰ λάβουν τὸν τόκον ἀπὸ τὸ δημόσιον· τὸ δημόσιον θὰ κατέχῃ αὐτὰς τὰς εἰσπράξεις καὶ θὰ τὰς διαθέτῃ πρὸς πληρωμὴν τῶν τόκων καὶ τῆς προκαταβολῆς καὶ τῶν ἄλλων ὁμολογιῶν, ὥστε δὲν παραδίδομεν ὅλας αὐτὰς τὰς ἐγγυήσεις εἰς διάκρισιν τῶν τραπεζιτῶν.
§86ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Περὶ τούτου διεφωνήσαμεν μετὰ τοῦ κ. ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ ἐσυζητήσαμεν ὁμοῦ καὶ οὔτε ἐκεῖνος ἔπεισεν ἐμέ, οὔτε ἐγὼ ἐκεῖνον. Τὸ γράμμα λέγει, ὅτι ὅλαι αἱ παροχαὶ καὶ αἱ ἀσφάλειαι παραδίδονται εἰς τὴν διάθεσιν τῶν τραπεζιτῶν χάριν τῆς προκαταβολῆς, εἰς τὰ πράγματα δὲ καὶ τὸ πνεῦμα, ὅπερ ἀποδίδετε ὑμεῖς, θὰ καταστραφῇ.
§87ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.) Κατὰ τὸν ὑπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον ἔκαμα τὴν πρωΐαν, ἡ πρόσοδος, ἡ ὁποία παραχωρεῖται ὡς ἐγγύησις τοῦ δανείου τούτου ἐκ τῶν δόσεων τῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν καὶ τῶν τελωνιακῶν εἰσπράξεων, φθάνει τὰ 8,000,000, ἂν δὲ ἐπιβληθῇ φόρος ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, καὶ ὑποθέτω ὅτι ἐξ αὐτοῦ θὰ εἰσπράξητε 1,500,000, θὰ ἔχωμεν ἐν ὅλῳ 9,50 0,000· ὁ τόκος τῆς προκαταβολῆς τῶν 30 ἑκατομμυρίων πρὸς 7% εἶναι 2,100,000, ἕως εἰς τὰ 9,500,000 ὑπολείπονται 7,400,000, ἅτινα περισσεύουν. Φρονεῖτε, ὅτι αὐτὰ τὰ 7,500,000 θὰ τὰ κρατοῦν οἱ κεφαλαιοῦχοι ἀπέναντι τῆς προκαταβολῆς; ἂν ἔχετε ταύτην τὴν ἰδέαν, σᾶς λέγω, ὅτι ἀπὸ τὰς προσόδους ταύτας θὰ κρατοῦνται μόνον τὰ 2,100,000, τὰ ὁποῖα θὰ χρησιμεύωσι διὰ τοὺς τόκους; τὸ δὲ περίσσευμα θέλει χρησιμεύει εἰς τὰς ἄλλας ἀνάγκας τοῦ κράτους.
§88ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ἐν πρώτοις στηρίζεσθε ἐπὶ ὑποθετικῶν βάσεων, διότι πρόσοδον ἐκ τοῦ καπνοῦ δὲν ἔχετε, καὶ εἶναι ζήτημα ἂν θὰ ἔχητε, διότι ὁ νόμος ἐκεῖνος δὲν θὰ ἐφαρμοσθῇ.
§89ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ τὰ τελωνεῖα τέλος πάντων.
§90ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Τότε πρέπει νὰ μεταβάλητε τὸ κείμενον τῆς συμβάσεως ἄλλως ὅπως ἔχει θὰ ναυαγήσῃ τὸ πᾶν τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων.
§91ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ ἐμὲ εἶναι πολὺ καλὰ γραμμένον.
§92ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Καὶ νομίζω, ὅτι καὶ ἄλλος σᾶς ἔκαμε τὴν παρατήρησιν ταύτην. Ἀλλὰ, κύριοι, εἶναι ζήτημα ἂν ἐν Ἑλλάδι δύναται νὰ ἐπιβληθῇ φόρος ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, ἀλλὰ καὶ ἂν τοῦτο ἦναι ἐφικτόν, νομίζετε, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν φορολογίαν αὐτὴν διὰ μονοπωλίου; καὶ βεβαίως μονοπώλιον καθιεροῦται διὰ τῆς συμβάσεως, τοῦτο τὸ εἶπε καὶ ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐν τῇ ὁμιλίᾳ αὐτοῦ κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ σαφέστατα, ἐκφρασθεὶς ὡς ἑξῆς: «Ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἕτοιμον νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, ἀνέλαβε δὲ τὴν εἰσαγωγὴν αὐτοῦ, διότι εὑρίσκεται εἰς διαπραγματεύσεις μετά τινος ἑταιρίας, ἡ ὁποία ἐπιθυμεῖ ν’ ἀναλάβῃ τὴν βεβαίωσιν καὶ τὴν εἴσπραξιν τοῦ φόρου τούτου συγκεντρωμένην καὶ νὰ τὴν ἀναλάβῃ ἐπὶ ὅροις ὠφελιμωτέροις διὰ τὸ κράτος.» Ἡ ἑταιρία αὕτη ἐπιθυμεῖ λοιπὸν νὰ ἀναλάβῃ τὴν βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν τοῦ φόρου τούτου συγκεντρωμένην. Τί σημαίνει τοῦτο; ἡ παραχώρησις τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως εἶναι ἡ παράδοσις τῆς χρήσεως τοῦ κυριαρχικοῦ δικαιώματος τοῦ Ἔθνους, τὸ ὁποῖον ἔχει, διὰ νὰ φορολογῇ τοὺς ὑπηκόους αὐτοῦ· ἀλλ’ εἶναι τοῦτο ἐπιτετραμμένον; τοῦτο δύναται νὰ γίνηται εἰς ἔθνη σεσηπότα καὶ καταῤῥέοντα, ἀλλ’ εἰς ἔθνη εὐνομούμενα, τὰ ὁποῖα θέλουν νὰ παρίστανται ἀκμαῖα, μὲ μέλλον εὐρὺ καὶ μὲ ζωὴν, οἷον ἡ Ἑλλὰς δὲ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ καθιερῶσι μονοπώλια καὶ νὰ παραδίδωσι τὴν χρῆσιν τῶν κυριαρχικῶν αὐτῶν δικαιωμάτων εἰς τρίτους. Δεύτερον, διὰ τῆς καθιερώσεως τοῦ μονοπωλίου θέλετε εἰσαγάγει ἓν ἄλλο μέγα κακόν· θέλετε παραδώσει τὴν βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν τοῦ φόρου αὐτοῦ συγκεντρωμένην εἰς μίαν ἑταιρίαν, ἡ ὁποία ἤθελε καταστῆ κράτος ἐν κράτει· συλλογίσθητε δὲ ἂν σᾶς συμφέρῃ νὰ καθιερώσητε μίαν τοιαύτην ὑπαλληλίαν καὶ ἱεραρχίαν ἑνὸς ἄλλου κράτους κερδοσκόπων ἐντὸς τῶν σπλάγχνων τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους. Καὶ ἄλλοτε συνεζητήσαμεν τὸ ζήτημα τοῦτο ἐπὶ τῆς φορολογίας τῶν τελωνείων καὶ τῶν ἁλάτων, ἀλλὰ ὀλίγοι ἦσαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι συνετάχθησαν ὑπὲρ τῆς ἐνοικιάσεως τῶν τελωνείων καὶ τῶν ἁλάτων διὰ μόνον τὸν λόγον, ὅτι τὰ τοιαῦτα δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἀποκλειστικῶς ἀνήκουσιν εἰς τὸ κράτος, οὐδέποτε πρέπει νὰ παραδίδωνται εἰς χεῖρας ἰδιωτῶν εἴτε διὰ μονοπωλίου εἴτε καὶ δι’ αὐτῆς ἀκόμη τῆς ἐνοικιάσεως, διότι εἶναι πολύτιμα δικαιώματα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ φυλάττῃ ὡς ἀναφέρεται ἡ ἰδία πολιτεία εἰς τὴν χρῆσιν αὐτῆς καὶ τὴν διαχείρισιν. Δι’ ὅλους τούτους τοὺς λόγους θὰ ψηφίσω κατὰ τῆς ὑπὸ συζήτησιν συμβάσεως περὶ προκαταβολῆς λόγῳ δανείου.
§93ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐνικήθημεν εἰς τὰ πράγματα, δὲν ἐνικήθημεν εἰς τὰ ἐπιχειρήματα· δὲν ἐννοῶ νὰ ἐπαναλάβω τὰ λεχθέντα, ἐπιθυμῶ ἐν τούτοις, καὶ νομίζω, ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ μὴ ἀφήσω ἄνευ ἀπαντήσεως τινὰ, δυνάμενα νὰ ἐπιβαρύνουν τὴν φιλοτιμίαν ὄχι μόνον ἐμοῦ, ἀλλὰ καὶ τῆς μερίδος εἰς ἣν ἀνήκω. Δὲν ἐνικήθημεν λέγω εἰς τὰ ἐπιχειρήματα, διότι ἠκούσατε καὶ περὶ αὐτῶν τροχάδην, ὅτι ἐφιλονεικήθη ἡ ὕπαρξις τοῦ ἐνεχύρου καὶ τοῦ δικαιώματος ἐκποιήσεως τοῦ ἐνεχύρου, ἐπὶ λόγῳ δῆθεν, ὅτι ἀξίαι πιστωτικαὶ δὲν εἶναι ἐπιδεκτικαὶ ἐνεχυριάσεως· τοῦτο ἐῤῥέθη βεβαίως ἐν ἀγνοίᾳ ῥητῆς διατάξεως τοῦ ἡμετέρου νόμου, τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ περὶ ἐνεχύρου νόμου, καθ’ ὃ αἱ τοιαῦται πιστωτικαὶ ἀξίαι ὑποβάλλονται εἰς ἐνέχυρον, καὶ διαγράφει καὶ τοὺς τύπους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ὑποβάλλονται εἰς ἐνέχυρον. Εἶπον, ὅτι τὸ τοῦ καπνοῦ δὲν μέλλει ν’ ἀποτελέσῃ μονοπώλιον, καὶ τὸ περίεργον εἶναι, ὅτι ὅλοι οἱ χαρακτῆρες αὐτοῦ τοῦ μονοπωλίου ἐξετέθησαν σαφῶς παρὰ τοῦ κυρίου πρωθυπουργοῦ, διότι τί εἶπεν; ὅτι μέλλει νὰ παραδώσῃ τὴν διαχείρισιν τοῦ καπνοῦ εἰς τοὺς ἐργολάβους. Ἀλλ’ ὅταν παραχωρῆτε τὴν διαχείρισιν, παραχωρεῖτε καὶ τὴν διάθεσιν· εἶσθε σταφιδοκτήμονες, ἀλλ’ ὅταν δὲν δύνασθε νὰ διαχειρισθῆτε τὸν σταφιδοκαρπὸν, οὔτε νὰ διαθέσητε αὐτὸν δύνασθε, διότι ἔχει τὴν διαχείρισιν ἄλλος· ἰδοὺ τὸ μονοπώλιον. Ἀλλ’ ὁ ἔντιμος προλαλήσας βουλευτὴς ἐξ Αἰγίου παρετήρησεν, ὅτι ἐδῶ ἄλλο ζήτημα πρωτεύει. Ἐπιθυμοῦμεν τὸν σκοπὸν καὶ ἑπομένως πρέπει νὰ δεχθῶμεν καὶ τὰ μέσα· ἄλλως ἂν ἀποκρούωμεν τὰ μέσα, ἐμμέσως ἀντιπράττομεν κατὰ τοῦ σκοποῦ. Ὀρθοτάτη ἡ σκέψις· ἀλλ’ εἶναι τάχα τὸ μόνον μέσον, δι’ οὗ δυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν τὸν σκοπόν; Ἠκούσατε τὸν ἔντιμον βουλευτὴν Μεσολογγίου, ὅστις σᾶς ἐξέθεσεν ὁλόκληρον σύστημα, σᾶς κατέδειξεν, ὅτι δι’ αὐτοῦ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ἀνέπτυξεν, ὑπάρχουν τὰ μέσα πρὸς εὕρεσιν τουλάχιστον ἐκείνου τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἡ σύμβασις ὑπόσχεται, τῶν 40 ἑκατομμυρίων. Ὁμολογῶ, ὅτι πρώτην φορὰν ἤκουσα αὐτὸ τὸ σχέδιον ἀπὸ τοῦ βήματος, καὶ νομίζω, ὅτι θέλει τὸ ὁμολογήσει ὁ κύριος Τρικούπης, ὅτι εἰς οὐδένα εἶχεν ἀνακοινώσει αὐτό. Βεβαίως τὸ ἔπραξε, διότι ὁ νόμος περὶ τυποκλοπίας δὲν ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ὥστε καὶ ἄλλος τις ἠδύνατο νὰ οἰκειοποιηθῇ τὴν πρωτουργίαν τοῦ συστήματος. Ἀλλ’ εἶναι ἀληθὴς ἡ βάσις; Ἠκούσατε, ὅτι ἐπανέστη ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Πατρῶν καὶ εἶπε, πῶς ἐγένετο τόση συζήτησις ἐπὶ τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Τραπέζης, καθ’ ἣν ἐφαίνετο, ὅτι ἡ Τράπεζα δὲν ἦτο εἰς κατάστασιν νὰ παράσχῃ ἀνώτερον ποσόν; Λοιπὸν ὑπῆρχε κεκρυμμένος αὐτὸς ὁ θησαυρὸς, καὶ τώρα ἀποκαλύπτεται. Περίεργος, κύριοι, αὐτὴ ἡ ἀπορία τώρα πῶς εὑρέθη ὁ κεκρυμμένος αὐτὸς θησαυρός; Μάλιστα ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Πατρῶν εἰς ἄλλην περίστασιν κατέκρινε καὶ κατεκεραυνοβόλησε τὴν πρᾶξιν, ἐξ ἧς πηγάζει ὁ θησαυρὸς, καὶ τὴν ἐθεώρησεν ὡς παράνομον. Πῶς κατεκεραυνοβόλησεν ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ πράγματος, δὲν ἐξετάζει προηγουμένως τὰ πράγματα, πρὶν ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκφέρῃ τόσον βαρεῖαν μομφήν; Ὑπάρχουν τῷ ὄντι αὐτὰ τὰ 40 ἑκατομμύρια, εἶναι δὲ κατακριτέα ἡ Τράπεζα, διότι ἐπορίσθη αὐτά. Γνωρίζετε πῶς ἔγεινεν ἡ συνομολόγησις αὕτη τοῦ δανείου τῇ Τραπέζης, καὶ ὅταν ἐν διαστήματι πέντε ἐτῶν καθ’ ἑξαμηνίαν λαμβάνῃ ἀνὰ 6 ἑκατομμύρια δραχμῶν, ὥστε συμπληροῦται εἰς τὸ τέλος τῆς πενταετίας τὸ ποσὸν τῶν 60 ἑκατομμυρίων, μέχρι τοῦδε ἐξ αὐτῶν ἔλαβε 12 μόνον, ἄρα ὑπολείπονται 48 ἑκατομμύρια εἰς χρυσόν· δὲν εἶναι πρᾶγμα φιλονεικούμενον, εἶναι γεγονὸς γνωστόν. Διὰ νὰ γείνῃ χρῆσις αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ ἀπὸ τοῦδε, καὶ διὰ νὰ γείνῃ χρῆσις πρὸς καταρτισμὸν τοιούτου σχεδίου, ἀπαιτεῖται βέβαια νὰ γείνῃ συνδυασμός, une combinaison, ἀλλὰ τοῦτο ἀπαιτεῖ μελέτην, ἀπαιτεῖται σχέδιον καλῶς ἐσκεμμένον καὶ συνδυασμὸς τραπεζικός· ὥστε τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα εἶναι βέβαια καὶ εἰς ὡρισμένην ἐποχὴν εἰσπρακτέα, νὰ εἰσέλθουν ἀπὸ τοῦδε εἰς τὸ ταμεῖον τῆς Τραπέζης, καὶ αὐτὸ νομίζω, ὅτι εἶναι ἡ βάσις τοῦ συστήματος τοῦ κ. Τρικούπη. Ἀλλ’ ἡ πρᾶξις κατακρίνεται παντοιοτρόπως, καὶ ἐῤῥέθησαν λόγοι λίαν πικροὶ ἀπὸ τοῦ βήματος, οἱ ὁποῖοι διαδιδόμενοι παριστάνουσι τὴν πρᾶξιν ὅλως ἀλλοίαν ἢ ὡς ὑπάρχει, ἐθεώρησαν τουτέστιν, ὅτι εὑρέθη τὸ κοινὸν ἐξηπατημένον, καὶ μέχρι βαθμοῦ λῃστείας ἐξηπατημένον, διότι εἶπον, ἰδοὺ ὁ ἀποκτήσας μίαν ὁμολογίαν αὐτοῦ τοῦ δανείου καταβάλλων εἰς δέκα δόσεις ἀνὰ 33 φράγκα, καταβάλλει 333 φράγκα· προσετέθησαν δὲ χάριν κέρδους τῆς Τραπέζης, τῆς Φραγκοαιγυπτιακῆς, λόγῳ προμηθείας αὐτοῦ τοῦ κεφαλαίου, προσέτι 32½ φράγκα· ἄρα τὸ ὅλον ποσὸν, τὸ ὁποῖον θέλει δώσει ἕκαστος εἶναι 333 σὺν 32½ 365½.
§94ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ὄχι 365 καὶ ½.
§95ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Λοιπὸν θέλει δώσει 365 καὶ ½. Τώρα ἐρωτᾶται, αὐτὸς ὁ γενόμενος κύριος τῆς ὁμολογίας πληρώσας 365 καὶ ½ τί θέλει λάβει διὰ νὰ εὕρωμεν τὴν ὕπαρξιν τῆς κλοπῆς τῆς ληστείας; θέλει λάβει 400 φράγκα. Δίδει 365 καὶ ½ καὶ λαμβάνει 400, σᾶς ἐρωτῶ, εἶναι ἐξηπατημένος, τὸν ἔκλεψαν, τοῦ ἀφήρεσαν τίποτε; ἀπ’ ἐναντίας ἔχει καὶ κέρδος 34 καὶ ½ φράγκων· αὐτὸ εἶναι ἡ ἀπάτη. Τώρα αὐτὸς ὅστις καταβάλλει 365 καὶ ½ καὶ λαμβάνει κατὰ τὴν ἀπόσβεσιν 400, αὐτὸς λαμβάνει συγχρόνως καὶ τόκον 4% καὶ ἐντὸς τοῦ τόκου καὶ τὸ λαχεῖον. Ποῦ λοιπὸν εἶναι ἐξηπατημένος; Ἀλλὰ λέγει, δὲν ἔχουν τὴν αὐτὴν τιμὴν εἰς τὰ χρηματιστήρια, τὴν ὁποίαν εἶχον ἀρχικῶς· ἂν ἐν τοῖς χρηματιστηρίοις ὑπάρχουν κυματισμοὶ, ποῖος ἠμπορεῖ νὰ ἐγγυηθῇ; Θαυμάζω πῶς ὁ εἰδικῶς καταγινόμενος εἰς τὰ οἰκονομολογικὰ ἠδυνήθη νὰ ὁμιλήσῃ περὶ τοιούτου φαινομένου καὶ νὰ τὸ ἐξηγήσῃ ὡς ληστείαν καὶ κλοπήν; Καταδικάζει τάχα τὴν βάσιν τοῦ λαχείου; Περὶ τούτου ὑπάρχουν διάφορα συστήματα, ὁ Leroy Beaulieu δέχεται τὴν βάσιν τοῦ λαχείου· ἂν ἦναι κατακριτέος, ἐγὼ εὐχαριστοῦμαι νὰ ἦμαι μετ’ αὐτοῦ, καὶ ὄχι μετὰ τοῦ ἀγορεύσαντος. Ἐρχόμεθα εἰς τὸ ἄλλο· ἐδῶ ὑπάρχει κέρδος ὑπὲρ ἄλλου. Εἰς τὴν πρώτην δόσιν δὲν ἔδωσαν μόνον 33, ἀλλὰ καὶ ἄλλο ποσὸν, ὅπερ δὲν εἰσῆλθεν εἰς τὴν τράπεζαν, ἀλλ’ εἰς τοὺς κεφαλαιούχους· ἰδοὺ ἡ λήστευσις, καὶ ἂν ὑπολογίσωμεν ὅλας τὰς μετοχὰς, συμποσοῦται ἡ λήστευσις εἰς 5, 6, 7 ἑκατομμύρια.
§96ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἠμποροῦσαν νὰ πληρώσουν μόνον τὰ 33 καὶ ὄχι τὰ 65 καὶ ½ εἰς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι τίποτε δὲν συνεισέφερον;
§97ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Διὰ νὰ λάβῃ τὴν διαφορὰν ὁ χορηγήσας τὰ χρήματα, ὑποτίθεται, ὅτι μόνην τὴν ἐπίνοιαν τοῦ σχεδίου ἐχορήγησεν, οὐχὶ χρήματα. Τοῦτο θὰ ἴδωμεν ἀμέσως. Διὰ νὰ εὕρετε τὴν διαφορὰν τοῦ περιπλέον, ἀρκεῖ φαίνεται νὰ πολλαπλασιάσητε διὰ τοῦ 32½ τὸν ἀριθμὸν τῶν 181,000 μετοχῶν καὶ λογιστικῶς ἔχετε τὸ γενόμενον· ἀλλὰ δὲν εἶνε οὕτω τὰ πράγματα, καὶ ἰδοὺ διατί. Αὐτὸς ὅστις ἐπρομήθευσε τὰ χρήματα, ἐπέβη εἰς τὸ μέσον καὶ εἶπεν, ἐγὼ ἀναλαμβάνω τὴν ἐγγύησιν διὰ τὴν ἐγγραφὴν, καὶ ἐγγυήθη διὰ τὰς δύο πρώτας δόσεις, ὥστε εἴτε γείνῃ ἐγγραφὴ, εἴτε δὲν γείνῃ, αὐτὸς εἶνε ὑπόχρεως νὰ καταβάλῃ τὰ κεφάλαια, καὶ τὰ κατέβαλεν εἰς τὴν Τράπεζαν, τὰ 6 ἑκατομμύρια τῆς πρώτης καὶ τὰ 6 ἑκατομμύρια τῆς δευτέρας. Ἔγεινεν ἡ ἐγγραφὴ, νομίζετε, ὅτι ὅλαι αἱ ὁμολογίαι διετέθησαν καὶ μάλιστα ἐνταῦθα; εἶσθε εἰς πλάνην, τὰ περισσότερα ἔμειναν εἰς χεῖρας τῆς Φραγκοαιγυπτιακῆς Τραπέζης· ἐνταῦθα εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα περιῆλθον εἰς χεῖρας τῶν ἰδιωτῶν μικρόν τι, πλέον τῶν 30 χιλιάδων ὁμολογιῶν· ἐπῆλθεν ἡ ἔκπτωσις ἡ Φραγκοαιγυπτιακὴ δὲν εὑρέθη εἰς κατάστασιν νὰ πωλήσῃ εἰς τὴν τιμὴν τῆς πρώτης ἐκδόσεως, διότι σήμερον ἡ τιμὴ εἶνε 46 ἀντὶ 65½, ἔμειναν εἰς βάρος της πολλαὶ καὶ δὲν παρήχθη οὔτε τὸ ½ τοῦ κέρδους, τὸ ὁποῖον ἠλπίζετο, ὅτι ἤθελον λάβει. Σᾶς λέγω τὸ ἑξῆς περίεργον, τὸ ὁποῖον συνέβη εἰς τὴν πιστωτικὴν τράπεζαν· αὕτη ἔγεινε μέτοχος τοῦ δανείου, δηλ. τῶν κεφαλαιούχων, ὥστε ὡς μέτοχος ἐδικαιώθη εἰς τὸ ἀνάλογον τοῦ κέρδους, ἐξ αὐτῆς τῆς πράξεως, καὶ ἔλαβεν αὐτὸ τὸ κέρδος· ἀπώλεσεν ὅμως ὕστερον, ἐζημιώθη δὲ καὶ πέραν τοῦ κέρδους ἐξ ἰδίων· αὐτὰ εἶνε τὰ μυθώδη κέρδη ἐξ αὐτῆς τῆς πράξεως· δὲν ἁρμόζει, ὑμεῖς ἐνῷ ἀγνοοῦμεν τὰ καθήκοντα, νὰ προτρέχωμεν κατακρίνοντες. Κατακρίνομεν, ἐνῷ δὲν κρίνομεν, καὶ κατακρίνομεν ἀδυσωπήτως, ἀδιαφοροῦντες ἂν ἐξαλείφωμεν ἐκ τοῦ προσώπου τῆς γῆς ἐκεῖνον, ὅστις περὶ πολλοῦ ποιεῖται τὴν ὑπόληψίν του, κατόπιν δὲ εὑρίσκεται, ὅτι δὲν ἠξεύρομεν περὶ τίνος πρόκειται. Ἠκούσθη μάλιστα, ὅτι ἔπρεπε νὰ γείνῃ ἐπιτροπὴ ἀνακριτικὴ ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ κατασταθῇ γνωστὸν ποῖοι μεταξὺ τῶν βουλευτῶν ἔλαβον μετοχὴν εἰς αὐτὴν τὴν πρᾶξιν. Παράδοξον καὶ καινοφανὲς σύστημα ν’ ἀνακριθῇ βουλευτὴς παρὰ τῆς Βουλῆς διὰ πρᾶξιν ἀντικειμένην εἰς τοὺς νόμους. Εἶνε τῶν Νέων Ἰδεῶν καὶ πολλὰ θέλομεν ἀκούσει νέα καὶ πρωτάκουστα. Ὁμολογῶ, ὅτι τὰς τοιαύτας θεωρίας αὐτῶν δὲν γνωρίζω ἀκόμη ὅλας. Ἀλλὰ τί νὰ εἴπω, ὅταν ἐξ ἐπαγγέλματος οἰκονομολόγος ἀπὸ τοῦ βήματος βεβαιώνῃ, ὅτι ἐν Γαλλίᾳ ὑπάρχει τὸ πολλαπλοῦν τῶν τραπεζῶν, ὅταν νομίζῃ, ὅτι αἱ πολλαὶ τράπεζαι ἐν Γαλλίᾳ ὅλαι ἔχουν τὸ δικαίωμα τῆς ἐκδόσεως τῶν γραμματίων; δὲν ἠμπορῶ παρὰ νὰ εἴπω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ Ναπολέων διὰ τὸν Bourmont: «Bourmont etait une de mes erreurs.» Καὶ ἐγὼ λέγω: ἠγνόουν ὅτι ὁ κ. Οἰκονόμος δὲν εἶναι οἰκονομολόγος· εἶναι εὐφυολόγος, ἀγαπᾷ τὰ εὐφυολογήματα, ἀλλὰ τὰ περισυνάζει πολὺν χρόνον, καὶ ὅταν φυλάττωνται πολὺν καιρὸν εἶναι ἕωλα, ὡς τὸ ἀγρίμιον ἀποφέρει πολλὴν ὀσμὴν ὅταν πολὺν καιρὸν μένῃ. Δὲν ἀποτροπιάζεται τὴν κακοσμίαν, ὥστε κατῆλθε καὶ εἰς τοὺς ῥύακας τῶν ἀγυιῶν καὶ μὲ προσεκάλει νὰ τὸν ἀκολουθήσω. Τὸν προσκαλῶ νὰ ἐξέλθῃ τὸ ταχύτερον, πρὶν ἀποπνιγῇ ἐκ τῆς δυσωδίας. Ἄλλως ἐπανέρχομαι μόνος εἰς τὰ σπουδαῖα. Νομίζω, ὅτι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐξέθεσεν ὁ κ. Τρικούπης σήμερον, δὲν εἶναι πλέον ἐφαρμοστέον, διότι προβλέπω τὴν ἐπιψήφισιν τῆς συμβάσεως. Ὠφέλιμον εἶνε, ὅτι κατεδείχθη, διότι ἴσως εἰς ἄλλην ἐποχὴν δύναται πάλιν νὰ προέλθῃ εἰς φῶς, ὅταν μετὰ πλείονος προσοχῆς ἀνατρέξωμεν εἰς τὴν εὕρεσιν τῶν μέσων καὶ δώσωμεν περισσοτέραν ἀξίαν εἰς τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς αὐτοὶ ἔχομεν. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ παρατείνω τὴν συζήτησιν, διότι ὅλοι προβλέπομεν τὸ ἀποτέλεσμα τῆς τρίτης ψηφοφορίας, δὲν δύναμαι ὅμως νὰ καταβῶ πρὶν εἴπω ὀλίγας λέξεις καὶ περὶ ἄλλου τινός, διότι βλέπω, ὅτι ἐνίοτε κατακρινόμεθα αὐστηρῶς. Ἤκουσα μάλιστα καὶ κατ’ ἐμοῦ μομφάς, ὅτι δὲν εἶμαι σοβαρός, ὅτι δὲν εἶμαι ῥινεγκαταπηξιγένειος. Ἡ λέξις εἶναι νέα, καινοφανὴς καὶ ἐπειδὴ ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Γόρτυνος ἀσμενίζεται εἰς καινοφανεῖς λέξεις, τὴν φιλοδορῶ εἰς αὐτόν. Μάλιστα τῷ ἀνήκει, διότι ἁρμόζει εἰς ἐκεῖνον, ὅστις θέλει νὰ σχηματίσῃ τρίτον κόμμα. Ῥινεγκαταπηξιγένειος εἶναι, ὅστις οὐδὲ πρὸς ἀριστερὰν κλίνει, οὐδὲ πρὸς δεξιὰν, ἀλλ’ ἵσταται ἐν τῷ μέσῳ, τὸ δὲ μέσον ἀποτελεῖ ἡ γραμμὴ τῆς ῥινός του. Ἐὰν ὅμως ἐπιτίθεται πάντοτε κατὰ τῆς δεξιᾶς, τότε θέλει εἶναι πάντοτε παρακολούθημα τῆς ἀριστερᾶς, καὶ τότε περὶ αὐτοῦ προλέγω ὅ,τι εἶπεν ὁ Βιργίλιος «Sedet aeternumque sedebit infelix Theseus!» Κάθηται καὶ αἰωνίως θέλει μένει καθήμενος ὁ δυστυχὴς Θησεύς!
§98ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον, ὅτι ἡ Τράπεζα εἶχε τὰ 40 ἑκατομμύρια καὶ δὲν μᾶς τὰ ἔδωκεν, ἀλλ’ ὅ,τι ἀντελήφθην ἀπὸ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Μεσολογγίου, εἴτε καλῶς εἴτε κακῶς, ὅτι εὑρίσκετο εἰς διαπραγματεύσεις μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, καθ’ ἃς αὕτη ὤφειλε νὰ δώσῃ 40 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἤθελε λάβει προεξοφλητικῶς πρὸς 4%, καὶ ὅτι ἀπέναντι τῆς ἐλπίδος ταύτης ἐγκατέλιπεν τὰς διαπραγματεύσεις περὶ ἐξωτερικοῦ δανείου.
§99ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ σύμβασις λέγει, ὅτι ἀπαλλάσσεται τὸ δάνειον παντὸς φόρου ἐπιβληθησομένου εἰς τὸ μέλλον. Ἐπιθυμῶ καὶ εὔχομαι, ὥστε ἡ ἀπαλλαγὴ αὕτη νὰ μὴ λαμβάνῃ χώραν εἰς τὰ δάνεια τοῦ δημοσίου, διότι εἴμεθα εἰς τοιαύτην θέσιν, καὶ φοβοῦμαι ὅτι θὰ εὑρεθῶμεν καὶ εἰς δεινοτέραν, ὥστε νὰ ἐπιβάλωμεν ἄλλους φόρους, καὶ βαρεῖς, εἶναι δὲ δίκαιον, νομίζω, νὰ μὴ ἀπαλλάσσωνται τῆς φορολογίας τὰ δάνεια τοῦ δημοσίου. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι δὲν πρέπει νὰ φορολογῶνται βαρέως, ἀλλὰ τοὐλάχιστον πρέπει νὰ φορολογῶνται πρὸς 2%. Γνωρίζω, ὅτι εἰς τὴν Εὐρώπην τὰ δάνεια τοῦ δημοσίου ἀπαλλάσσονται παντὸς φόρου, ἀλλ’ ἐπεκράτησεν ὁ λόγος, ὅτι, διὰ νὰ ὑπάρξῃ ἰσότης, πρέπει νὰ μὴ ἀπαλλάσσωνται τῆς φορολογίας τὰ δάνεια τοῦ δημοσίου. Ἐὰν σήμερον δὲν ἦναι εὔκολον νὰ γείνῃ τοῦτο, πρέπει εἰς τὸ μέλλον νὰ γείνῃ, χάριν τῆς ἰσότητος. (Ἐπιψηφίζεται δι’ ἀναστάσεως ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου.) Ἄρθρον μόνον.
§100ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλομεν νὰ διασαφήσωμεν τὴν ἔννοιαν τῆς παραγράφου τοῦ ἄρθρου 3 τῆς συμβάσεως, ἥτις ὑποβάλλει τὴν συστηθησομένην Τράπεζαν εἰς τὰς προσαρτηθησομένας ἐπαρχίας εἰς τὰς ὑποχρεώσεις, εἰς ἃς ὑποβάλλεται μέχρι τοῦδε καὶ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα. Εἴπομεν, ὅτι ἡμεῖς ἐννοοῦμεν ἐπιβαλλομένας εἰς τὴν Τράπεζαν ταύτην ὅλας τὰς ὑποχρεώσεις, αἱ ὁποῖαι διὰ τῶν κειμένων νόμων καὶ τῶν συμβάσεων ἐπιβάλλονται εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἀδιαφόρως, ἐὰν αἱ ὑποχρεώσεις αὗται ἤρχισαν ἤδη ἢ θ’ ἀρχίσουν ἐν τῷ μέλλοντι. Ὅπως δὲ μὴ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία, ὑποβάλλω προσθήκην εἰς τὸ ἄρθρον, ἥτις θ’ ἀποτελέσῃ ἐδάφιον δεύτερον. (Ἀναγινώσκει.)
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία αὕτη θὰ τεθῇ ὡς ἐδ. βʹ, τὰ δ’ ἐδάφια βʹ καὶ γʹ θὰ γείνωσι γʹ καὶ δʹ.
§102ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Τὸ ἄρθρον 3 τῆς συμβάσεως λέγει... (Ἀναγινώσκει.) Ἐννοοῦμεν προσαρτηθησομένας ἐπαρχίας τὴν Ἤπειρον καὶ Θεσσαλίαν, ἢ πᾶσαν χώραν προσαρτηθησομένην ἐν τῷ μέλλοντι;
§103ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτάς, ἃς ἐλπίζομεν ἤδη νὰ λάβωμεν.
§104ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Ἐγὼ ἐλπίζω, ὅτι θὰ προσαρτηθῇ ὅλη ἡ Ἀνατολή. (Θόρυβος.) Ἐντὸς 40 ἐτῶν ἠμπορεῖ νὰ παραχωρηθῇ ἡ Κρήτη, ἡ Μακεδονία,...
§105Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄχι, δὲν ἐννοοῦμεν αὐτάς.
§106ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐννοοῦμεν τὰς ἐπαρχίας περὶ ὧν πρόκειται ἤδη.
§107ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Βάληνδα εἶναι ὀρθοτάτη. Πρέπει νὰ τεθῇ εἰς τὰ πρακτικά, ὅτι ἐννοοῦμεν «προσαρτηθησομένας ἐπαρχίας» τὰς διὰ τῆς Βερολινείου συνθήκης καὶ τῆς τελευταίας Συνδιασκέψεως παραχωρηθείσας.
§108ΥΠΟΥΡΓΟΣ. Μάλιστα, μάλιστα.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον ὅπως ἐτροποποιήθη καὶ κατὰ τὰς ἐξηγήσεις περὶ τῶν δύω ἐπαρχιῶν τῶν προσαρτηθησομένων, γινομένης τῆς ἑρμηνείας ταύτης ἐν τοῖς πρακτικοῖς, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἐπιψηφίζεται καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου δι’ ἀναστάσεως.) Ἐγκρίνει ἡ Βουλή, ὡς πρὶν ἀπεφάσισε, νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ προξενικῶν ὑπαλλήλων;
§110Λ. ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω ἀντίῤῥησιν.
§111ΤΙΝΕΣ. Ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκρίνονται τὰ πρακτικά.)
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν τὴν Δευτέραν ἦναι ἀριθμὸς πρὸς ἀπαρτίαν, θὰ σᾶς καλέσω εἰς συνεδρίασιν μετὰ μεσημβρίαν. Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 5½ μ. μ.