1880.12.18
2.650 στίχοι · 21.680 λέξεις · 99 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 50
τῆς 18 Δεκεμβρίου 1880.
Ὥρα 10 π. μ.
Ἀπαρτίας γενομένης, ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκρίνονται τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄν καὶ ἀπὸ χθές, κύριοι, τὸ ἑσπέρας ἐδόθη εἰς τύπωσιν ἡ ἡμερησία διάταξις, δὲν ἐτυπώθη εἰσέτι. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 30,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης τῆς χρήσεως τοῦ 1880. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον.) Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀναβολῆς τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου περὶ Προξενικῶν ἀρχῶν. (Ἐπιψηφίζεται δι’ ἀναστάσεως.) Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως συμβάσεως πρὸς κατασκευὴν ἱπποσιδηροδρόμων.
§2ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν.) Ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς κ. Καλλιγᾶς, ὡς καὶ ἐκείνας τοῦ ἐντίμου ἐκ Μεσολογγίου βουλευτοῦ κ. Τρικούπη. Τῷ ὄντι τὸ τμῆμα τῶν Δημοσίων ἔργων εἶχε καὶ ἔχει τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν χθὲς ὁ κ. Τρικούπης εἶπεν ἐντεῦθεν, ὅτι δηλαδὴ ἡ κατασκευὴ τῶν ἱπποσιδηροδρόμων δὲν γίνεται πάντοτε ἐπὶ λιθοστρώτων ὁδῶν, οὐδὲ εἶναι τοῦτο ἀπολύτως ἀπαιτούμενον καὶ ἀναγκαῖον, διότι εἶναι ἀρκετὰ δαπανηρόν. Αἱ ἑταιρίαι ὅμως, αἱ κατασκευάζουσαι τοιούτους ἱπποσιδηροδρόμους, ἀναλαμβάνουσιν ὑποχρεώσεις τοιαύτας, ὥστε νὰ καθιστῶσιν εὔκολον τὴν διάβασιν τῶν ἁμαξῶν καὶ ἀκίνδυνον συνάμα. Ἐὰν ὑπεχρεώναμεν τὴν ἑταιρίαν, τὴν ἀναλαβοῦσαν τὴν κατασκευὴν τῶν ἱπποσιδηροδρόμων ἐνταῦθα, νὰ λιθοστρώσῃ τὰς ὁδοὺς, δι’ ὧν θὰ διέρχωνται οἱ ἱπποσιδηρόδρομοι, ἀπῃτεῖτο δαπάνη μεγάλη, οὐχὶ μόνον 22,000 δραχμῶν κατὰ χιλιόμετρον, ὡς εἶπε χθὲς ὁ κ. Καλλιγᾶς, ἀλλ’ οὐδὲ 32,000 ἠδύναντο νὰ ἐπαρκέσωσι· τοῦτο τοὐλάχιστον μοὶ εἶπεν ὁ διευθυντὴς τῶν Δημοσίων Ἔργων. Ἡ ἑταιρία, περὶ ἧς πρόκειται, διὰ τῆς συμβάσεως εἶναι ὑποχρεωμένη ά) νὰ θέσῃ τὰς ῥάβδους εἰς τὸ αὐτὸ ἐπίπεδον τοῦ ἐδάφους, ἄνευ ἐξοχῶν ἢ κοιλοτήτων· καὶ βʹ) νὰ τηρῇ ἐν καλῇ καταστάσει τὸ μεταξὺ τῶν ἐλασμάτων μέρος τῆς ὁδοῦ, αἱ ἑκατέρωθεν αὐτῶν, ἐπὶ 45/100 ἐὰν ἡ ὁδὸς ἦναι χαλικόστρωτος, καὶ ἐπὶ 25/100, ἐὰν ἦναι λιθόστρωτος. Τὴν πραγματείαν περὶ ἱπποσιδηροδρόμων, ἣν ἐπεκαλέσθη χθὲς ὁ κ. Καλλιγᾶς, ἐμελέτησεν, ὡς λέγει, καὶ ὁ διευθυντὴς τῶν Δημοσίων ἔργων, ἀλλὰ δὲν ἀπέδωκεν εἰς αὐτὴν μεγάλην ἀξίαν. Ἄλλως τε δὲ, εἰς πολλὰ μέρη τῆς Εὐρώπης κατασκευάζονται ἱπποσιδηρόδρομοι ἐπὶ χαλικοστρώτων ὁδῶν, μὴ ὑπαρχουσῶν τοιούτων λιθοστρώτων, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα οὐδέποτε ἐγένετο παρατήρησις περὶ τοῦ ἐπικινδύνου καὶ ἐπισφαλοῦς αὐτῶν, κατὰ τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἐξέθεσεν ὁ κ. Καλλιγᾶς. Ἑπομένως δυνάμεθα νὰ ἐπιψηφίσωμεν τὴν σύμβασιν ὡς ἔχει, χωρὶς νὰ μᾶς ἀναχαιτίσῃ ὁ φόβος, ὅτι αἱ ἅμαξαι διατρέχουσι κίνδυνόν τινα, διότι ἡ ἑταιρία, ὡς εἶπον, ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ διατηρῇ ἐν τοιαύτῃ καταστάσει τὸ ἔδαφος, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρξῃ βλάβη τις ὡς ἐκ τῶν σιδηρῶν ῥάβδων. Ἔχω μάλιστα καὶ ἔγγραφον τὴν γνωμοδότησιν τοῦ διευθυντοῦ τῶν Δημοσίων ἔργων, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Καλλιγᾶς δύναται, ἂν θέλῃ, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν.
§3ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίῤῥησιν, ἀρκούμενος εἰς τὴν διασάφησιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ τὴν ὁποίαν μοὶ ἔδωκε καὶ αὐτὸς ὁ ἐργολάβος, ὅστις μοὶ ἔφερε τὰ σχέδια καὶ μοὶ κατέδειξεν, ὅτι αὐτὸ τὸ σύστημα τοῦ Demerte διαφέρει πολύ. Προσθέτω δέ, ὅτι ὁ δοὺς μοι τὰς πληροφορίας μηχανικὸς, μοὶ ὡμολόγησεν, ὅτι δὲν ἐγνώριζε τὸ σύστημα τοῦ Demerte, ὅτι αὐτὸ τὸ σύστημα τοῦ Demerte διαφέρει πολύ, διότι εἶναι νέον, καὶ ἐφηρμόσθη ἐν Βρυξέλαις, εἰς Ἰταλίαν καὶ Ἰσπανίαν· εἶναι τῷ ὄντι τοιοῦτον, ὥστε δὲν παραβλάπτει οὔτε τὰς ἁμάξας, οὔτε τοὺς ἵππους, διότι, κατὰ τὸ ἄλλο σύστημα, βλάπτονται καὶ οἱ ἵπποι, ὡς ἐκ τῶν πετάλλων, τὰ ὁποῖα μεταχειριζόμεθα ἐδῶ. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι ἄνευ κινδύνου δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν τὴν σύμβασιν, χωρὶς νὰ προτείνωμεν ἰδιαιτέραν προφύλαξιν. (Ἐπιψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον.)
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ πιστώσεως πρὸς πληρωμὴν τῶν ἐξόδων τοῦ μηνὸς Ἰανουαρίου 1881. (Γίνεται δι’ ἀναστάσεως δεκτόν.) Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων.
§5ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἴπομεν, κ. Πρόεδρε, ὅτι πρέπει ν’ ἀποπερατωθῇ πρότερον ἡ πρώτη συζήτησις τῆς συμβάσεως περὶ προκαταβολῆς.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. — Ὁ κ. Βαλασόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§7ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, χθὲς ὁ φίλος μου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Σωτηρόπουλος ἔκλεισε τὴν συνεδρίασιν· λυποῦμαι, ὅτι θὰ ὁμολογήσω τὴν ἀλήθειαν, ὅτι, ἐνῷ πάντοτε ἐπειθόμην ἀπὸ τοὺς λόγους τοῦ κ. Σωτηροπούλου, χθὲς μὲ ὅλην τὴν καθαρὰν ἀπαγγελίαν καὶ τὴν προσπάθειαν, τὴν ὁποίαν κατέβαλεν, ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν ἠδυνήθην νὰ πεισθῶ, διότι ὁ κ. Σωτηρόπουλος δὲν εὑρίσκετο εἰς τὸ πεδίον τῆς ἀληθείας, ἦτο ἐκτὸς αὐτοῦ, προσεπάθησε νὰ κάμῃ τὸν ἥττονα λόγον κρείττω. Ὁ κ. Τρικούπης χθὲς κατεξέσχισε τὴν σύμβασιν καὶ τὴν κατέστησε ράκη· ἐγὼ ἐπ’ αὐτῶν τῶν ῥακῶν δὲν θέλω ἐπανέλθει, ἀλλὰ μόνον θέλω λάβει τινὰ οὐχὶ ὡς ῥαψῳδίαν, ἀλλὰ πρὸς ἐξέτασιν. Νομίζω, κύριοι, ὅταν πρόκηται περὶ σημαντικοῦ δανείου δὲν εἶναι ἄπο σκοποῦ νὰ εἴπῃ τις ὀλίγα τινὰ περὶ τῶν τρόπων, τοὺς ὁποίους μεταχειρίζονται ἐν Εὐρώπῃ πρὸς συνομολόγησιν δανείων. Κύριοι, καὶ πέρυσιν εἶπον, ὅτι τὸ Κράτος εἶναι βεβαρυμένον μὲ πολλὰ χρέη, τὰ ὁποῖα ἀνέβαινον τότε εἰς 376 ἑκατομμύρια· ἐὰν δὲ προσθέσωμεν εἰς αὐτὰ καὶ τὸ δάνειον, τὸ πρὸς τὴν Βαυαρίαν, καὶ τὸ συνομολογούμενον σήμερον ἐξ 120 ἑκατομμυρίων, θέλομεν ἀνέλθει εἰς τὸ τρομερὸν ποσὸν τῶν 500 ἑκατομμυρίων· ταῦτα δὲ ἐπιβαρύνουσι τοὺς κατοίκους κατὰ κεφαλὴν ἀνὰ 300 δραχμὰς, καὶ τὸ χειρότερον, ἀποῤῥοφῶσιν 60% ἀπὸ τὰ ἔσοδα τ’ ἀναγραφόμενα εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, διότι, ἐὰν προσέξωμεν εἰς τοὺς ἐγγραφομένους τόκους ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἐξ 23,600,000 δραχμῶν καὶ προσθέσωμεν τὸ περιπλέον τῆς ὑπηρεσίας τῶν 120 ἑκατομμυρίων, τῶν ἤδη συνομολογουμένων, θέλομεν ἔχει τόκους 29 ἑκατομμύρια περίπου δραχμάς, τὰ ὁποῖα ἀναλογοῦσι πρὸς 60% ἐπὶ τῶν εἰσοδημάτων τοῦ Κράτους, διότι ταῦτα ἀναβαίνουσι μὲν ὀνομαστικῶς εἰς 52 ἑκατομμύρια, πραγματικὰ δὲ εἰσὶ τὰ 48 ἑκατομμύρια. Τὸ ποσὸν τοῦτο εἶναι ὀλέθριον, διότι φέρει εἰς τὴν καθαρὰν χρεωκοπίαν. Οἱ ἐντριβεῖς, κύριοι, εἰς τὰ οἰκονομικὰ λέγουσιν, ὅτι, ὅταν τὰ δάνεια Κράτους τινὸς ἀποῤῥοφῶσι τὰ 35% ἐκ τῶν εἰσοδημάτων αὐτοῦ, τὸ Κράτος αὐτὸ εἶναι εἰς τὴν ὁδὸν τῆς φρονήσεως, ἐὰν ὑπερβαίνωσι τὰ 45%, τὸ Κράτος αὐτὸ εὑρίσκεται εἰς κρίσιμον κατάστασιν οἰκονομικῶς· ἐὰν ὅμως οἱ τόκοι ὑπερβαίνωσι τὰ 55 καὶ 60% τῶν εἰσοδημάτων, τότε τὸ Κράτος εἶναι εἰς χρεωκοπίαν. Τοῦτο δὲ λέγων, δὲν θέλω νὰ ὑποστηρίξω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ συνομολογήσωμεν τὸ προκείμενον δάνειον, διότι τοῦτο εἶναι ἀναγκαῖον, καὶ ἔχομεν ἀνάγκας κατεπειγούσας νὰ θεραπεύσωμεν, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, νὰ μὴ θέσῃ εἰς τὴν ῥάχιν τοῦ Ἔθνους ἐπαχθὲς καὶ βαρὺ φορτίον. Πρέπει λοιπὸν νὰ τὸ καταστήσωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν ἐλαφρότερον· οἱ ὅροι ὅμως, μὲ τοὺς ὁποίους συνωμολογήθη αὐτὸ τὸ δάνειον, περὶ οὗ πραγματεύεται ἡ ὑπὸ συζήτησιν σύμβασις, εἶναι πολὺ ἐπαχθεῖς καὶ βαρεῖς. Εἰς τὰς κρισίμους περιστάσεις, κύριοι, τὰ ἔθνη καταφεύγουσιν εἰς δύο μέσα, εἰς φόρους καὶ εἰς δάνεια. Ἐπειδὴ δὲ οἱ φόροι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῶσι ταχέως καὶ νὰ ἀπαντήσωσι τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, προσέθηκαν τὰ δάνεια· καὶ ὅμως ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν προσκόπτει εἰς τοῦτο, ὅτι δὲν ἐμιμήθη τὴν Ἀγγλίαν καὶ Γαλλίαν, αἵτινες εἰς τὰς κρισίμους περιστάσεις καὶ δάνεια καὶ φόρους ἐπέθηκαν, ἀλλὰ περιωρίσθη εἰς ἐπιβολὴν φόρων μόνον πρὸς λειτουργίαν τοῦ δανείου, οὐχὶ δὲ καὶ πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν παρουσῶν ἀναγκῶν. Εἰς τοὺς ἀρχαίους χρόνους δὲν εἶχον παρὰ τοὺς φόρους καὶ τὰς εἰσφοράς· ἐκ τούτων δὲ ἐναπεταμίευσαν θησαυροὺς εἰς θησαυροφυλάκεια, ποσὰ δηλαδὴ, τὰ ὁποῖα ἐχρησίμευον εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ κράτους εἰς κρισίμους περιστάσεις· αὐτὸ εἶχον οἱ Ἀθηναῖοι, αὐτὸ εἶχον οἱ μεγάλοι Βασιλεῖς τῆς Περσίας· τὸ σύστημα τοῦτο ἠκολούθησε ἡ Τουρκία, ἥτις μέχρι τοῦ 1854 οὐδὲν δάνειον εἶχε συνομολογήσει. Εἰς τοὺς νεωτέρους χρόνους καὶ ἡ Πρωσσία διετήρει τὸ σύστημα τοῦτο μέχρις ἐσχάτων, διεξαγαγοῦσα εἰς 6 ἔτη τρεῖς μεγάλους πολέμους διὰ τῶν στρατιωτικῶν ἐναποταμιευμάτων, ὅτε ἔκαμε τοὺς τρεῖς πολέμους; κατὰ τῆς Δανίας, τῆς Αὐστρίας καὶ Γαλλίας, ἄνευ δανείων. Ἀπὸ δύο ὅμως αἰώνων τὰ κράτη ἐνόησαν, ὅτι εἶχον ἀνάγκην νὰ καταφύγωσιν εἰς δάνεια. Καὶ κατ’ ἀρχὰς μὲν μετεχειρίζοντο καὶ ἔπραττον ὅ,τι οἱ ἰδιῶται, ἐδανείζοντο δηλ. εἰς τὸ ἄρτιον, ἐλάμβανον ποσότητά τινα, καὶ ἀπέδιδον εἰς τὸ ἴσον μὲ τόκον συμπεφωνημένον. Ἀλλ’ οἱ τόκοι αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι ζητοῦνται διὰ τὸ ἄρτιον, ἦσαν πάντοτε βαρεῖς καὶ τὰ ἔθνη δὲν ἠδύναντο ν’ ἀνταποκριθῶσι διὰ τῶν εἰσοδημάτων εἰς τοὺς μεγάλους αὐτοὺς τόκους· ἔπρεπε λοιπὸν νὰ συμβιβάσωσι καὶ τὰς ἀπαιτήσεις τῶν δανειστῶν καὶ τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους διὰ τρόπου εὐφυοῦς. Ἐπενόησαν λοιπὸν νὰ καταβιβάσωσι τὸν τόκον ἐπὶ τοῦ ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου, καὶ νὰ ὑποτιμήσωσι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐλάμβανε τὸ Κράτος, ἤτοι, λαμβάνον τὸ Κράτος ποσὸν μικρότερον, ὑπεχρεοῦτο ν’ ἀποδώσῃ ἄρτια. Αὐτὸς ὁ τρόπος συμβιβάζει καὶ τὰ δύο μέρη, ἀλλὰ πάντοτε εἶναι τρόπος, ὅστις κατὰ θεωρίαν εἶναι ὀρθὸς, πράγματι ὅμως εἶναι ἐσφαλμένος, διότι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον κερδίζουσι πάντοτε οἱ τοκισταί. Εἰς τὴν Εὐρώπην, κύριοι, ὑπάρχουσι τρεῖς τρόποι συνομολογήσεως δανείου. Πρῶτος τούτων εἶναι, ὅταν μεταχειρίζεται τὸ Κράτος μεσίτας καὶ προμηθευτὰς, τραπεζικόν τινα οἶκον, ὁμάδας τραπεζιτῶν ἐπὶ συμπεφωνημένῳ τόκῳ καὶ χρόνῳ, οἱ ὁποῖοι ὑποχρεοῦνται νὰ καταβάλλωσι τὸ δάνειον καὶ νὰ ἐκδώσωσιν αὐτὸ ἰδίῳ κινδύνῳ καὶ ὠφελείᾳ. Δεύτερον ἡ ὑπὸ τοῦ Κράτους ἔκδοσις εἰς δημοσίαν ἐγγραφὴν ἐπὶ ὡρισμένῃ ἀξίᾳ, ὡρισμένῳ τόκῳ ἐτησίῳ, καλεῖται δὲ ἕκαστος νὰ λάβῃ ὅσα μέρη θέλει. Εἶναι καὶ τρίτος τρόπος, καθ’ ὃν τὰ κράτη ἐκδίδουσι τίτλους, καὶ τούτους τοὺς διαπραγματεύονται εἰς τὰ χρηματιστήρια ἢ τὰ Ταμεῖα. Ὁ πρῶτος τρόπος εἶναι ὁ καλλίτερος, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ἔχει τὴν ἔλλειψίν του, διότι ἡ συμφωνία μεταξὺ τραπεζιτῶν ὡς καὶ τὸ ποσοστὸν, ἤτοι ἡ τιμὴ τῶν χρεωγράφων, εἶναι πάντοτε ὄχι ἡ ἀκριβὴς καὶ ἡ ἀγοραία, διότι ἡ Κυβέρνησις, ἐπειδὴ δὲν δύναται νὰ πληροφορηθῇ ἀκριβῶς περὶ τῆς ἀξίας καὶ τῆς ἐν τῇ ἀγορᾷ τιμῆς τῶν χρεωγράφων, πάντοτε ἐπηρεάζεται ὑπὸ τῶν τραπεζιτῶν καὶ οὕτω τὸ δάνειον ἐκδίδεται εἰς μικρὰν τιμήν. Διὰ ν’ ἀποφύγωσι δὲ τὸ ἐλάττωμα τοῦτο, ἐφεῦρον Κράτη τινὰ τρόπον, δι’ οὗ νὰ ἔρχωνται εἰς συναγωνισμὸν οἱ τραπεζῖται, καὶ τοιουτοτρόπως νὰ δοθῇ καὶ ἀληθὴς τιμὴ εἰς τὸ δίκαιον, ὅπως πρόκειται νὰ συνομολογηθῇ. Καὶ τῳόντι αὐτὸς ὁ τρόπος ἐξασφαλίζει τὴν τιμήν, ἡ ὁποία εἶναι εἰς τὴν ἀγοράν, διότι οἱ τραπεζῖται θὰ ἔλθωσιν εἰς συναγωνισμὸν καὶ δὲν θὰ ἀφήσωσι τὰ κέρδη, τὰ ὁποῖα εἰς οἶκος ἢ μία ἄλλη τράπεζα ἐπιδιώκει. Αὐτὸς ὁ τρόπος ἔχει τὸ προτέρημα, ὅτι τὸ ἔθνος ἔχει ἕνα οἶκον τραπεζιτῶν ἢ μίαν ὁμάδα τραπεζιτῶν, οἱ ὁποῖοι προσφέρονται ὡς προεξοφληταὶ καὶ ἀσφαλισταὶ τοῦ δανείου· ἔχει δὲ καὶ τὸ δεύτερον προτέρημα, ὅτι τὸ Κράτος λαμβάνει ἐν ὀλίγῳ χρόνῳ ὅλον τὸ ποσὸν, τοῦ ὁποίου ἔχει ἀνάγκην, ἔχει δὲ καὶ τρίτον προτέρημα, ὅτι διὰ τοῦ συναγωνισμοῦ προσδιορίζεται ἡ ἀκριβὴς τιμὴ τοῦ δανείου, ἡ ὁποία τρέχει εἰς τὴν ἀγοράν, διότι τὰ Κράτη δὲν δύνανται οὐδὲ νὰ ἦναι ἐνήμερα καὶ νὰ ἔχωσιν ἀκριβῆ γνῶσιν τῆς ἀγοραίας τιμῆς. Ἡ δημοσία ἐγγραφὴ ἔχει μὲν τὸ προτέρημα τῆς μὴ μεσολαβήσεως τραπεζιτῶν, καὶ νὰ περιποιήσῃ εἰς τὴν κοινωνίαν ἢ εἰς τὸ κοινὸν καὶ τὸ Κράτος τὴν ὠφέλειαν, τὴν προμήθειαν καὶ τὴν αὔξουσαν τιμὴν, τὴν ὁποίαν ἐπιδιώκουσιν οἱ τραπεζῖται, ἀλλ’ ἔχει τὸ μέγα ἐλάττωμα, ὅτι δὲν δύναται νὰ εἰσφέρῃ ἐν ὀλίγῳ διαστήματι χρόνου τὸ ἀναγκαιοῦν ποσόν, τοῦ ὁποίου ἔχει ἀνάγκην τὸ Κράτος. Ὁ τρίτος τρόπος, ὅστις διαπραγματεύεται τοὺς τίτλους, τὰ χρεώγραφα ἑνὸς ἔθνους εἰς τὰ χρηματιστήρια καὶ τὰ ταμεῖα, αὐτὸς δὲν εἶναι πάντοτε ὁ ἐπιζητούμενος καὶ ὠφέλιμος εἰς τὰς κατεπειγούσας καὶ κρισίμους περιστάσεις, διότι ἀπαιτεῖ παρέλευσιν μακροῦ χρόνου. Δύο εἰδῶν δάνεια συνομολογοῦνται εἰς τὴν Εὐρώπην, τὰ πάγια καὶ τὰ χρεωλυτικά· τινὰ μὲν τῶν ἐθνῶν προτιμῶσι τὰ πάγια, ἄλλα δὲ τὰ χρεωλυτικά. Ἡ Γαλλία φερ’ εἰπεῖν ἀπὸ πολλοῦ καὶ οὐ προτιμᾷ τὰ πάγια καὶ ἐσχάτως ἐνήργησε δάνειον 3% χρεωλυτικὸν δάνειον. Ἡ Ἑλλὰς ἀνέκαθεν ἐπροτίμησε τὰ χρεωλυτικὰ δάνεια καὶ τῳόντι ἐβάδισε τὴν ἀληθῆ καὶ καλὴν ἰδέαν, ἣν οἱ περισσότεροι ἀποδέχονται· ἂν δὲ ἤδη ἔλθωμεν νὰ συγκρίνωμεν τὸ προτεινόμενον δάνειον μὲ τοὺς τρόπους τοὺς καθιερωμένους εἰς τὴν Εὐρώπην περὶ συνομολογήσεως δανείων, βλέπομεν, ὅτι τὸ προτεινόμενον μὲ οὐδένα συμφωνεῖ ἐξ αὐτῶν τῶν τρόπων, διότι οὔτε δημοσία ἐγγραφὴ καθαρὰ εἶναι, ἄνευ μεσολαβήσεως τραπεζιτῶν, οὔτε τραπεζίτης εἶναι προεξοφλητὴς καὶ ἐξασφαλιστὴς τοῦ δανείου· οἱ τραπεζῖται οὐδὲν ποσὸν λαμβάνουσιν. Ἐξ ἐναντίας ὅμως λαμβάνουσιν ὅλας τὰς προνομίας καὶ ὅλας τὰς ὠφελείας καὶ περισσοτέρας μάλιστα ἀφ’ ὅσας δίδουσι τὰ ἔθνη. Τὸ δημόσιον εἶναι ὑποχρεωμένον διὰ τῆς ὑπὸ συζήτησιν συμβάσεως νὰ ἐκδώσῃ εἰς δημοσίαν ἐγγραφὴν τὸ δάνειον, καὶ ἐὰν ἐπιτύχῃ, νὰ πληρώσῃ τὴν προκαταβολὴν, ἐὰν δὲν ἐπιτύχῃ, νὰ ὑποστῇ ἀνυπολογίστους ζημίας. Ἡ ζημία ἔσεται φοβερὰ καὶ θέλει ἀναβῆ ὁ τόκος οὐχὶ εἰς 7%, ἀλλὰ εἰς 15 καὶ 20%· ἔτι δὲ θέλει αὐξηθῆ διὰ τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ συναλλάγματος, τοῦ ὁποίου ἡ διαφορὰ δύναται ν’ ἀνέλθῃ εἰς 15–20 καὶ 25%· δὲν ἐννοῶ λοιπὸν αὐτὴν τὴν σύμβασιν. Ἰσχυρίζονταί τινες, ὅτι τῳόντι ἡ δημοσία ἐγγραφὴ δὲν δύναται νὰ παράσχῃ εἰς 45 καὶ 60 ἡμέρας, ἐν αἷς, κατὰ τὴν σύμβασιν θέλουσι δώσει, τὰ 30 ἑκατομμύρια. Ἀλλὰ τὸ ποσὸν τοῦτο εἶναι ὑπερβολικὸν, καὶ ἐγὼ νομίζω, ὅτι εἶναι ἐσφαλμένοι οἱ ὑπολογισμοί, διότι, ὡς ἀπέδειξεν ὁ κ. Τρικούπης, δὲν πρόκειται περὶ 30 ἑκατομμυρίων, ἀλλὰ περὶ 19 ἑκατομμυρίων· ἐγὼ μάλιστα λέγω, ὅτι πρόκειται περὶ 14 ἑκατομμυρίων. Εἶναι τῳόντι τὰ 30 ἑκατομμύρια· ἐὰν δὲ ἀφαιρέσητε τὰ 5 ἑκατομμύρια ἔντοκα γραμμάτια, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται εἰς χεῖράς των καὶ τὰ ὁποῖα πολὺ πιθανὸν ἠμποροῦσι ν’ ἀνανεωθῶσιν ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους, διότι οὔτε παράδοξον, οὔτε ἀδύνατον εἶναι τοῦτο· ἐὰν ἀφαιρέσητε πρὸς τούτοις τὰ 6 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα λαμβάνει ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, μένουσι 19 ἑκατομμύρια· καὶ ἐὰν ἀφαιρέσητε τὰ 5 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα λαμβάνει ἡ Πιστωτική, ἐὰν ψηφισθῇ ἡ μεταξὺ αὐτῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως σύμβασις, θὰ μείνουσι 14 ἑκατομμύρια. Λοιπὸν ἀντὶ 14 ἑκατομμυρίων, καταβαλλομένων πρὸ 22 μηνῶν, τί λαμβάνουσιν ὡς ἀντάλλαγμα οἱ τραπεζῖται; οὐ μόνον τὴν προμήθειαν 1% καὶ τὸν τόκον τοῦ δανείου, ἐνῷ ἡ ἐγγραφὴ θέλει γείνει δημοσία εἰς βάρος τοῦ ἔθνους, ἀλλὰ καὶ ὅταν τὸ ἔθνος ἠμπορῇ νὰ συμβληθῇ μὲ ἄλλους τραπεζίτας ἢ ἑταιρίας, θὰ λάβωσιν ¼%. Δὲν ἐννοῶ δὲ ποσῶς τὸν λόγον τῆς τοιαύτης ὑποχρεώσεως, ἀφοῦ αὐτοὶ δὲν θὰ λάβωσι κανὲν μέρος εἰς τὴν τοιαύτην πρᾶξιν. Λαμβάνουσι τὸ προνόμιον τῆς ἀποκλειστικῆς ἐκδόσεως τραπεζικῶν γραμματίων ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίαις, τῇ Θεσσαλίᾳ καὶ Ἠπείρῳ, καὶ τὴν προτίμησιν ἐπὶ τοῦ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ. Δὲν θὰ ἀνατρέξω εἰς τὰς λεπτομερείας, τὰς ὁποίας ἀνέφερεν ὁ κ. Τρικούπης· λέγω μόνον τοῦτο γενικῶς, ὅτι ἡ ἀποκλειστικὴ ἔκδοσις τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, καὶ τοῦτο οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, εἶναί τι ὠφέλιμον καὶ ἐπιζήτητον, καὶ ἔχομεν ἐνεστὼς παράδειγμα τὸ τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης, ἡ ὁποία μετὰ τοσούτου ἀγῶνος ἐπιδιώκει τὸ προνόμιον τοῦτο· καὶ αὐτὴν τὴν ὠφέλειαν παραχωροῦμεν. Καὶ ἐπειδὴ εἶναι ἀδύνατον μὲ αὐτὸ τὸ δάνειον νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς ὅλας τὰς ἀνάγκας, δὲν μᾶς μένει πλέον τίποτε, ὅταν αὔριον θὰ λάβωμεν ἀνάγκην πάλιν χρημάτων ἵνα ἐξασφαλίσωμεν νέον δάνειον, ὥστε μετὰ πολλῆς δυσκολίας καὶ μετὰ μεγάλου τόκου θὰ λαμβάνωμεν εἰς τὸ ἑξῆς χρήματα. Τὸ προνόμιον τοῦ καπνοῦ, μὲ ὅσην λεπτότητα καὶ τέχνην καὶ ἂν ἠθέλησεν ὁ ἔντιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ τὸ περιβάλῃ καὶ παραστήσῃ ὡς ὅλως διόλου ἀσήμαντον, νομίζω, ὅτι εἶναι ἡ βάσις τῆς ἐγγυήσεως τοῦ δανείου, καὶ δὲν εἶναι μικρὸν πρᾶγμα. Εἰς τὴν Ἰταλίαν, ὅταν ἠθέλησαν νὰ καταστήσωσι τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ, τὸ Κράτος ἐνοικίασεν αὐτὸ εἰς ἑταιρίαν μὲ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δανείσῃ εἰς τὸ Κράτος 90 ἑκατομμύρια φράγκων μὲ τόκον ἔλαττον 1% ἀπὸ τὸν συνειθισμένον τότε ἐν τῇ ἀγορᾷ τῆς Ἰταλίας, καὶ εἶχεν οὕτως 1 ἑκατομμύριον ἡ Ἰταλία κατ’ ἔτος εἰσόδημα ἀπὸ αὐτὴν τὴν παραχώρησιν τοῦ μονοπωλίου· ἡ δὲ παραχώρησις ἔγεινεν ἐπὶ δημοπρασίᾳ, ὁ δὲ τελευταῖος ὑπερθεματιστὴς ἦτο ὑποχρεωμένος νὰ δώσῃ τὸ δάνειον αὐτό. Λοιπὸν βλέπετε, κύριοι, ὅτι ἐδὼ ἔχομεν πολύτιμα ἀνταλλάγματα, ἀντὶ 14 ἑκατομμυρίων προκαταβολῆς ἐπὶ 22 μῆνας. Ἀλλὰ τί τὸ πρακτέον, ἀφοῦ δὲν εὑρίσκεται τις νὰ μᾶς δανείσῃ, ἡμεῖς δὲ ἔχομεν ἀνάγκην τόσον διὰ τὰς παρούσας, ὅσον καὶ διὰ τὰς μελλούσας ἀνάγκας; Ἐλέχθη χθὲς, καὶ εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ προσφερομένη προκαταβολὴ δὲν σώζει οὔτε τὰς παρούσας περιστάσεις, διότι, κατὰ τὸν ὑπολογισμὸν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀπαιτοῦνται 35 ἑκατομμύρια μόνον διὰ τὸ ἔλλειμμα, τὸ ἐν τῷ ὑποβληθέντι προϋπολογισμῷ παρουσιαζόμενον· ἀλλὰ λανθάνεται. Ὁ ὑποβληθεὶς προϋπολογισμὸς ἐν καιρῷ δεινῶν περιστάσεων θὰ αὐξηθῇ κατὰ πολύ. Καὶ πρῶτον ἡ τροφὴ τοῦ στρατοῦ ἐσημειώθη ὡς ἐν καιρῷ εἰρήνης· ἐὰν ὅμως ἐπέλθῃ καὶ ἡ μέχρι τῶν μεθορίων κίνησις τοῦ στρατοῦ καὶ αἱ τροφαὶ δοθῶσιν εἰς ἐργολαβίαν, ἐννοεῖται, ὅτι θὰ φθάσῃ εἰς διπλάσιον ποσόν. Πῶς λοιπὸν, κύριοι, θὰ θεραπεύσωμεν τὰς παρούσας ἀνάγκας; Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ δημοσία ἐγγραφὴ θὰ δώσῃ τὸ ποσὸν τὸ ἀπαιτούμενον διὰ τὰς παρούσας ἀνάγκας, ἔτι δὲ καὶ τὸ διὰ τὰς μελλούσας. Ἐλέχθη, ὅτι δὲν δύναται τὸ ἔθνος νὰ προμηθεύσῃ περισσότερα ἢ ὅσα ἐνέγραψε δάνεια, ὅτι δὲν ὑπάρχουσι κεφάλαια. Ἀλλὰ, κύριοι, πάντοτε ἐλέχθη τοῦτο, καὶ πάντοτε ἡ πεῖρα ἀπέδειξε τὸ ἐναντίον, διότι ὅλα τὰ δάνεια, τὰ μέχρι τοῦδε συνομολογηθέντα, κατήντησαν νὰ συνομολογηθῶσιν ἐδῶ, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν νὰ περιέλθωσιν εἰς χεῖρας τῶν πολιτῶν Ἑλλήνων. Δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι τὰ δάνεια τὰ ἐσωτερικὰ πτωχύνουσι τὸ Κράτος καὶ ἀφαιροῦσι τὰ μέσα τῆς παραγωγῆς, διότι τὰ δάνεια τὰ ἐσωτερικὰ προέρχονται ἀπὸ τὰς οἰκονομίας τῶν οἰκογενειῶν καὶ τῶν ἀτόμων. Ὁσάκις εἰς τὴν Γαλλίαν ἐζητήθη δάνειον, ὡς φερ’ εἰπεῖν, ἐσχάτως τῶν 2 καὶ τῶν 3 δισεκατομμυρίων, δὲν ἤλπιζον ποτέ, ὅτι θὰ καλυφθῇ, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα ἐκαλύφθη δεκάκις καὶ εἰκοσάκις. Ποῦ εὑρέθησαν ἐκεῖ τὰ χρήματα; Ὡς λέγουσιν οἱ Γάλλοι, εἰς τὰ τσουράπια τῶν οἰκογενειῶν, ὡς δὲ λέγομεν ἡμεῖς εἰς τὰ κομποδέματα τῶν οἰκοδεσποινῶν, καὶ ἐδῶ θὰ εὑρεθῶσιν εἰς τὰ κομποδέματα τῶν γυναικῶν. Ἡ δημοσία ἐγγραφὴ, θέλετε μοὶ εἴπει, φέρει μὲν τὰ κεφάλαια αὐτὰ, ἀλλ’ εἰς πολὺ μακρὸν χρόνον, αἱ δὲ περιστάσεις δὲν ἐπιτρέπουσι νὰ περιμένωμεν. Ἀλλὰ γνωρίζετε, ὅτι πάντοτε τὰ δάνεια καλύπτονται περισσότερον, παρ’ ὅτι ἀπαιτεῖται, ἤτοι διπλασίως καὶ τριπλασίως, καὶ τοῦτο, ὅπως οἱ ἐγγραφόμενοι λάβωσι μετοχὰς ἀναλόγως τοῦ ἀριθμοῦ. Ἐὰν λοιπὸν θέσητε ὡς ὅρον τῆς δημοσίας ἐγγραφῆς, ὅτι ὁ ὑπερβαίνων τὸ ποσοστὸν καὶ καταβάλλων ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῆς ἐγγραφῆς, αὐτὸ, ἔχει τὴν πρώτην προτίμησιν. Ὅστις δὲ καταβάλῃ ὅλον τὸ ποσὸν τῆς ἐγγραφῆς, ἀλλὰ δὲν ὑπερβαίνει τὴν τιθεμένην τιμὴν τῆς ὁμολογίας, ἔχει τὴν δευτέραν προτίμησιν· ὅστις δὲ δίδει μόνον περισσότερον ποσοστὸν ἀπὸ τὸ τεθειμένον, ἔχει τὴν τρίτην προτίμησιν· ὅστις δὲ ἐγγράφεται διὰ μίαν μόνην μετοχὴν, ἔχει τὴν τετάρτην προτίμησιν, ὅστις δὲ τέλος ἐγγράφει πολλὰς μετοχὰς, ἀλλ’ οὐδένα τῶν ἀνωτέρω ὅρων ἐκπληροῖ, τούτου αἱ ἐγγραφαὶ περιορίζονται κατ’ ἀναλογίαν, ὡς γίνεται συνήθως εἰς τὰς μέχρι τοῦδε δημοσίας ἐγγραφάς. Τοιουτοτρόπως νομίζω, ὅτι ὅλα τὰ κεφάλαια τῶν πρώτων καὶ δευτέρων κεφαλαιούχων, καὶ διὰ τῶν κομποδεμάτων τῶν οἰκογενειῶν, θέλουσι καταρτίσει τὸ δάνειον, καὶ θὰ ἔχωμεν δι’ αὐτῆς τῆς ἀρχῆς περισσότερα, ἀφ’ ὅσα μᾶς ὑπόσχεται ἡ προκαταβολὴ αὕτη τῶν 14,000,000 ἢ καὶ τῶν 25 ἑκατομμυρίων. Κύριοι, ἐὰν συνομολογήσητε τὴν σύμβασιν αὐτὴν, τὸ ἔθνος τρέχει κίνδυνον, τὸν ὁποῖον χθὲς ὁ κ. Τρικούπης εἶπε, τὸν κίνδυνον τῆς μεγάλης ὑποτιμήσεως τῶν ὁμολογιῶν τοῦ Κράτους. Βεβαίως ἡ ὑποτίμησις αὕτη δὲν εἶναι ἰδανικὴ, διότι εἶναι λίαν εὐχερής· ὑπάρχουσι δὲ μύριοι τρόποι, διὰ τῶν ὁποίων ἐπιτήδειοι ἄνθρωποι τῆς κυβείας δύνανται νὰ ἀναβιβάσωσιν ἢ καταβιβάσωσι τὰς ἀξίας τῶν ὁμολογιῶν· διότι ἡμεῖς εἴδομεν ἐνταῦθα ὀφθαλμοφανῶς τὰ κυμαινόμενα ποσὰ νὰ μὴ περιορίζωνται ὄχι μεταξὺ δύο ἢ ½ τοῖς ἑκατὸν, ὅπως καὶ τὰ πάγια τῆς Εὐρώπης, ἀλλὰ κατὰ δεκάδας τοῖς ἑκατόν. Ἀλλὰ λέγουσιν εἰς τὸ χρηματιστήριον τῶν Παρισίων δὲν δύνανται αὐτὰ νὰ γείνωσιν. Πρῶτον αὐτὸ εἶναι ἀμφίβολον· εἶναι μὲν ὑποχρέωσις τῆς Κυβερνήσεως νὰ ζητήσῃ τὴν ἐγγραφὴν, ἀλλὰ δὲν εἴμεθα βέβαιοι ἂν θὰ ἐπιτύχῃ, διότι ἀκόμη τὸ κράτος τῆς Ἑλλάδος δὲν ἔτυχε τῆς πίστεως ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἔχουσι τὰ ἔθνη τὰ καλῶς διοικούμενα ἢ καὶ καλῶς διαχειριζόμενα τὰ οἰκονομικά των· ἐξ ἐναντίας τὰ χρεώγραφα τῆς Ἑλλάδος δὲν εἶναι περιζήτητα εἰς τὰ χρηματιστήρια, ὅλα δὲ κατήντησαν νὰ συσωρευθῶσιν ἐνταῦθα. Λοιπὸν εἴτε ἐγγραφαὶ γίνωσιν ἐκεῖ, τὸ ὁποῖον θεωρῶ λίαν ἀμφίβολον, εἴτε ἐδῶ, θὰ ἰδῆτε μίαν ὑποτίμησιν μεγάλην, ἡ ὁποία ἤρχισεν ἤδη, καὶ ταύτης δὲν εἶναι ὁ λόγος μόνον, τὸν ὁποῖον λέγουσιν οἱ οἰκονομολόγοι, ὅτι, ὅταν ἐγράφωνται νέα δάνεια, πίπτουσι τὰ χρεώγραφα τῶν παλαιῶν δανείων. Οὐδὲ ἡ κατάστασις τῆς Εὐρώπης, οὐδὲ αὐτὴ ἡ κατάστασις τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ τὰ παλαιὰ καὶ πολλὰ χρέη, τὰ ὁποῖα ἔχει ἡ Ἑλλάς, καὶ αἱ παρασκευαὶ ἠλλάττωσαν τὴν πίστιν· ἀπόδειξις εἶναι, ὅτι ἡ ἰδία Κυβέρνησις πρὸ ἑνὸς ἔτους συνωμολόγησε δάνειον πρὸς 73, σήμερον δὲ πρὸς 68.
§8ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἦτο 6%, καὶ τώρα εἶναι 5%.
§9ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ κερδοσκόποι ἀποβλέπουσι μᾶλλον εἰς τὴν διαφορὰν μεταξὺ τοῦ ἀρτίου καὶ τῆς τιμῆς τῆς ἐκδόσεως, ἢ εἰς τὸν τόκον.
§10ΣΚΟΥΖΕΣ. Ὁ τόκος δὲν ἔχει ἐπιῤῥοήν;
§11ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχει· ἀλλὰ μεγαλειτέραν ἐπιῤῥοὴν ἔχει ὁ προσδιορισμὸς τῆς ἀξίας. Ἐὰν λοιπὸν ὑποτιμηθῶσιν, ὡς λέγει ὁ κ. Τρικούπης, τὰ χρεώγραφα, καὶ καταντήσωσιν εἰς 50 ἢ καὶ ὀλιγώτερον, θὰ πληρώσωμεν 450 ἑκατομμύρια μέχρις ἐξοφλήσεως τοῦ δανείου. Σημειώσατε δὲ, ἐὰν τὸ δάνειον συνομολογηθῇ κατὰ μέρος εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ὅπερ δὲν ἐλπίζω οὐδ’ εὔχομαι, θὰ ἔχωμεν διαφορὰν συναλλάγματος τρομερὰν, διότι εἶναι ἀδύνατον εἰς ἔθνος, τὸ ὁποῖον παρασκευάζεται εἰς πόλεμον καὶ ἔχει καταναγκαστικὴν κυκλοφορίαν τραπεζικῶν γραμματίων, νὰ μὴ ἦναι μεγάλη ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν ἀξιῶν ἐδῶ καὶ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ σκεφθῆτε πολὺ, ἐὰν πρέπῃ νὰ ἐπιβαρύνητε τὸ ἔθνος μὲ δάνειον τοσοῦτον ἐπαχθὲς καὶ τοσοῦτον βαρύ· προτείνω δὲ κατὰ τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἀνέφερον ἀνωτέρω, νὰ δοθῇ μὲν εἰς τὴν κυβέρνησιν τὸ δάνειον, ἀλλὰ νὰ δοθῇ ἡ ἄδεια τῆς ἐκδόσεως εἰς δημοσίαν ἐγγραφὴν κατὰ τὰς προτιμήσεις, τὰς ὁποίας ἐξέθηκα, αἱ ὁποῖαι καὶ χρῆμα ἄφθονον εἰσάγουσι, καὶ εἰς βραχὺ διάστημα, καὶ ὠφέλειαν πολλὴν παρέχουσιν εἰς τὸ κοινόν.
§12Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ προαγορεύσας ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν παρατηρήσεις, αἱ ὁποῖαι ἀπηυθύνοντο οὐχὶ μόνον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς προκαταβολῆς, περὶ τοῦ ὁποίου συζητοῦμεν, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τοῦ δανείου τῶν 120,000,000. Νομίζω, ὅτι δύναταί τις, ὅταν συζητῇ, νὰ φθάσῃ ταχύτερον εἰς ἓν πόρισμα συζητήσεως, ἐὰν διακρίνῃ τὰ πράγματα καὶ ἐὰν συζητῇ κεχωρισμένως αὐτά. Ἐπειδὴ δὲ συζητοῦμεν μόνον τὸ νομοσχέδιον περὶ προκαταβολῆς, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ περιορίσωμεν τὰς ἐρεύνας ἡμῶν εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, νὰ ἐξετάσωμεν τί καλὸν ποριζόμεθα ἐκ τοῦ νομοσχεδίου τῆς προκαταβολῆς, καὶ ποίας ὑποχρεώσεις καὶ ποῖα βάρη ἀναδεχόμεθα, νὰ κρίνωμεν ἐὰν πρέπῃ νὰ ἀναδεχθῶμεν τὰ βάρη ταῦτα, καὶ ἐὰν ἡ ὠφέλεια, τὴν ὁποίαν ποριζόμεθα, μᾶς ἦναι τοσοῦτον ἀναγκαία, ὥστε πρέπει νὰ ὑποκύψωμεν εἰς τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα πρόκειται ν’ ἀναδεχθῶμεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου. Οἱ συμβληθέντες μετὰ τῆς κυβερνήσεως ἀνεδέχθησαν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ προκαταβάλωσιν εἰς τὴν κυβέρνησιν, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου περὶ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων, τριάκοντα ἕως τεσσαράκοντα ἑκατομμύρια κατὰ τὴν ἰδίαν αὐτῶν βούλησιν. Αὐτὸ εἶναι τὸ κέρδος, τὸ ὁποῖον ποριζόμεθα ἐκ τῆς προκαταβολῆς ταύτης. Ὑπῆρξαν δισταγμοὶ ὡς πρὸς τὸ ποσὸν, καὶ εἷς μὲν, ἀγορεύων χθὲς, παρέστησεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν εἶναι 30 τὰ ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ πορισθῶμεν ἐκ τῆς προκαταβολῆς ταύτης, ἀλλὰ μόνον 19, ἄλλος δέ τις, σήμερον ἀγορεύων, ἠλάττωσε τὸ ποσὸν ἀκόμη, διότι εἶπεν, ὅτι δὲν εἶναι οὔτε 30, οὔτε 19, ἀλλὰ μόνον 14. Νομίζω, πρὸ παντὸς πρέπει νὰ διαφωτίσωμεν τὸ ἀμφισβητούμενον τοῦτο ἀντικείμενον. Τί πρόκειται νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐκ τῆς καταβολῆς ταύτης, διότι ἀναλόγως τοῦ ποσοῦ τούτου θέλομεν κρίνει περὶ τῶν ὑποχρεώσεων ἢ περὶ τῶν βαρῶν, τὰ ὁποῖα θέλομεν ἀναδεχθῆ. Ἐγὼ συνάγω ἐκ τοῦ γράμματος τῆς συμβάσεως, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο συνίσταται εἰς 24 ἢ 34 ἑκατομμύρια. Ἀναγνωρίζω, ὅτι 6 ἑκατομμύρια, περὶ τῶν ὁποίων ἐλέχθη χθὲς, ἀνέλαβε νὰ συνεισενέγκῃ ἡ Τράπεζα ἡ Ἐθνική, ἀναγνωρίζω, ὅτι ταῦτα δύνανται νὰ θεωρηθῶσι κεχωρισμένα ἀπὸ τῆς συμβάσεως. Δὲν ἔχομεν ἐν τῇ Βουλῇ οὐδεμίαν ἐπίσημον ἀνακοίνωσιν περὶ τῆς συμμετοχῆς ταύτης τῆς Τραπέζης· ἀλλ’ εἷς τῶν συναδέλφων ἡμῶν, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ ὁμιλῇ ἐν ὀνόματι τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, διότι δύναται νὰ ἔχῃ αὐθεντικὰς καὶ ἀναντιῤῥήτους πληροφορίας περὶ τῶν προθέσεων τῆς Τραπέζης, ἐβεβαίωσε χθές, ὅτι τὰ 6,000,000, τὰ ὁποῖα ἡ Τράπεζα ἀναλαμβάνει, τὰ ἀναλαμβάνει ὡς ἐγγραφὴν εἰς τὸ δάνειον, καὶ δὲν σχετίζει αὐτὰ μετὰ τῆς προκαταβολῆς· ἐδήλωσε μάλιστα, ὅτι δὲν θέλει νὰ ὠφεληθῇ ἐκ τῶν πλεονεκτημάτων, τὰ ὁποῖα οἱ μετὰ τῆς κυβερνήσεως συναλλαξάμενοι ἠσφάλισαν ὑπὲρ αὑτῶν. Ὅθεν, ἂν οὕτως ἔχῃ, πρέπει νὰ ἀφαιρέσωμεν τὰ 6,000,000.
§13ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Συνέπεια ὅμως τῆς συμβάσεως αὐτῆς ἦτο νὰ λάβῃ ἡ Τράπεζα μέρος εἰς τὸ δάνειον.
§14ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Χθές, καθήμενος ἐκεῖ, ἤκουσα νὰ λέγῃ ὁ βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι 6,000,000 λαμβάνει ἡ Τράπεζα ἀσχέτως τῆς προκαταβολῆς, ἑπομένως ὑπέθεσα, ὅτι ἡ Τράπεζα ἐνεγράφη ὡς μέτοχος τοῦ δανείου δι’ 6 ἑκατομμύρια ἐπίστευσα δὲ τὰς πληροφορίας, οὐχὶ μόνον διότι ὁ κύριος οὗτος συνδέεται διὰ τοσούτων στενῶν σχέσεων μετὰ τῆς Τραπέζης καὶ δύναται νὰ γνωρίζῃ τὰ ἐν τῇ Τραπέζῃ γιγνόμενα, ἀλλὰ ἀκόμη διότι ἐνθυμοῦμαι, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τὴν τελευταίαν στιγμήν, ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν εἶπεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι μετέβαλε γνώμην ἐπὶ τῆς συμβάσεως ἐκείνης καὶ ὅτι ἔμελλε νὰ ψηφίσῃ ὑπὲρ τῆς συμβάσεως ἐκείνης, διότι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, καθ’ ἃς ἔλαβε τότε πληροφορίας, ὑπέσχετο νὰ ἀναλάβῃ μέρος τοῦ δανείου· οὕτω δὲ ἡ μετοχὴ τῆς Τραπέζης εἰς τὸ δάνειον τῶν 120 ἑκατομμυρίων ηὔξανε τὰς πιθανότητας περὶ τῆς πραγματοποιήσεως τοῦ δανείου τούτου, καὶ ἑπομένως ἡ Τράπεζα συνετέλει εἰς τὴν πληρεστέραν ἐξεύρεσιν τῶν χρηματικῶν μέσων, τῶν ὁποίων εἶχεν ἀνάγκην τὸ Κράτος. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ὁ βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν ἀνθίστατο εἰς τὴν σύμβασιν τῆς Τραπέζης, διότι ἐνόμιζεν, ὅτι τὰ χορηγούμενα δι’ αὐτῆς μέσα δὲν ἦσαν ἐπαρκῆ εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους· ἕνεκα δὲ τῶν εἰρημένων ἐνέκρινε νὰ μεταβάλῃ γνώμην. Ἐγὼ τότε ἐζήτησα νὰ προσδιορισθῇ τὸ πρᾶγμα εὐκρινέστερον. Εἶπον, ὅτι καὶ ἐγὼ ἐπὶ τέλους ἦτο δυνατὸν νὰ πεισθῶ, ἐὰν ἦτο γνωστὸν τὴν ὥραν ἐκείνην τίνες μὲν οἱ ὅροι τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον ἡ κυβέρνησις ἔμελλε νὰ συνομολογήσῃ, τίνα δὲ μερίδα τοῦ δανείου τούτου ὑπέσχετο νὰ ἀναλάβῃ ἡ Τράπεζα· διότι ἦτο ἀνάγκη, νομίζω, νὰ μάθῃ τις ἀκριβῶς τὸ ποσὸν τῆς μερίδος, τὸ ὁποῖον λαμβάνει ἡ Τράπεζα, ἵνα κρίνῃ, ἐὰν καὶ κατὰ πόσον ἡ μετοχὴ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἔμελλε νὰ καταστήσῃ ἀσφαλεστέραν ἢ πιθανωτέραν τὴν πραγματοποίησιν τοῦ δανείου, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐψηφοφόρησα ὑπὲρ τῆς συμβάσεως. Τὰ τότε λεγόμενα ἔκρινα λόγους πτερόεντας λεχθέντας πρὸς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ μηδένα ὑποχρεοῦντας, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν ἠδυνάμην νὰ στηριχθῶ. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν ἔσφαλα, ἐὰν ἐθεώρησα τὴν μερίδα τῶν 6 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα λαμβάνει ἡ Τράπεζα, ὡς μετοχὴν εἰς τὸ δάνειον, καὶ ὄχι εἰς τὴν προκαταβολήν.
§15ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, εἰς τὸ δάνειον τὰ λαμβάνει.
§16ΡΙΚΑΚΗΣ. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἡ Τράπεζα εἶχεν ἀναδεχθῆ νὰ ἀναλάβῃ 6 ἑκατομμύρια ἐκ τοῦ δανείου, χωρὶς παντάπασι νὰ γίνῃ λόγος περὶ τῆς προκαταβολῆς, καὶ χωρὶς ἡ Τράπεζα νὰ ἔχῃ τίποτε κοινὸν μετ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διεπραγματεύθησαν τὴν προκαταβολήν, ἡ ὁποία ἦτο τετελεσμένη τότε, καθ’ ὅσον γνωρίζω. Νομίζω λοιπόν, ὅτι, ὅπως τὰ πράγματα ἔλαβον χώραν, καὶ, ὅπως πιστεύω, δὲν μετεβλήθησαν ἀπὸ μέρους τῆς Τραπέζης, δὲν πρέπει νὰ ἐκπεσθοῦν τὰ 6 ἑκατομμύρια. Ἐὰν ἡ Τράπεζα ἐννοῇ σήμερον νὰ μὴ ἐγγραφῇ, ἐὰν ἐννοῇ νὰ ἑνωθῇ μετ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔκαμαν τὴν προκαταβολήν, καὶ νὰ συμμεθέξῃ τῶν πλεονεκτημάτων, πρέπει νὰ ἐξηγηθῇ, ἀλλὰ τότε μεταβάλλει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπεσχέθη καὶ τὸ ὁποῖον ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως γνωρίζω.
§17ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μετὰ τὰς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας ἔδωκεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀττικῆς, καὶ μετὰ τὰς διασαφήσεις, τὰς ὁποίας ἔδωκεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν, ἡ Τράπεζα ἐδήλωσεν ὅτι λαμβάνει 6,000,000 ἐκ τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων· ἑπομένως ἡ συμμετοχὴ αὕτη τῆς Τραπέζης δὲν ἔχει οὐδὲν κοινὸν μὲ τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἀνεδέχθησαν οἱ ὑποσχεθέντες νὰ προκαταβάλωσι τὸ ποσὸν, περὶ τοῦ ὁποίου ποιεῖται λόγον ἡ σύμβασις· ἑπομένως συμπέρασμα εἶναι, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀφαιρεθῇ τὸ ποσὸν τῶν 6 ἑκατομμυρίων, καὶ ἑπομένως οἱ συναλλαξάμενοι μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, οἱ διατυπώσαντες τὴν συμφωνίαν αὐτὴν ἐν τῇ συμβάσει ταύτῃ, ὑπέχουσιν ἀκεραίαν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ προσφέρωσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν 25 ἑκατομμύρια, ἀνεξαρτήτως τῶν 6 ἑκατομμυρίων.
§18ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως.
§19ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐννοεῖται.
§20ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Συγγρὸς λέγει τὸ ἐναντίον.
§21ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τί μᾶς μέλει ἡμᾶς.
§22ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν ἐξήγησιν. Ὁ κ. Καλλιγᾶς εἶπε τί γνωρίζει ὡς σύμβουλος τῆς Τραπέζης, ἐγὼ λέγω τί γνωρίζω ὡς ὑπουργός. Πληροφορῶ λοιπὸν ὑμᾶς καὶ τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἐπρότεινεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐπισήμως νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὸ δάνειον τῶν 120 ἑκατομμυρίων μέχρι 10 ἑκατομμυρίων ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐξ ὀκτακόσιαι χιλιάδες πραγματικοῦ κεφαλαίου. Δὲν ἔχει λοιπὸν σχέσιν ἡ ὑπόσχεσις καὶ ὑποχρέωσις, τὴν ὁποίαν ἀνέλαβεν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, μὲ τὴν προκαταβολήν, ἥτις βαρύνει τὴν Ἑλλάδα.
§23ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι δύο πράγματα ἐδῶ ἀκούω, πρῶτον περὶ γεγονότος καὶ δεύτερον περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ γεγονότος. Τὸ γεγονὸς εἶναι, ὅτι ἡ Τράπεζα ἐδήλωσε πρὸς ἐκεῖνον, ὅστις συνεβλήθη μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως καὶ ὁ κ. Συγγρὸς ἐν τῇ ἐπιστολῇ του ἐξηγεῖ, ὅτι λαμβάνει μέρος εἰς τὸ δάνειον 6,000,000 πραγματικὰ καὶ ἐννοεῖ, ὅτι ἀπὸ τοῦδε δέχεται νὰ ἐγγραφῇ ἐπὶ τῇ τιμῇ τῶν 68 εἰς τὸ δάνειον. Αὐτὸ ἐδήλωσε τώρα. Ἀκούω ἑτέραν παράστασιν πραγμάτων, ὅτι ἔγεινεν ἕνας λόγος δὲν ἠξεύρω ποῖος. Ἐκ τοῦ συμβουλίου αὐτὸ γνωρίζω ἐγώ, ὅτι ἡ Τράπεζα ἔμελλε νὰ λάβῃ ἀνεξαρτήτως πρὸς τὴν Κυβέρνησιν μέρος εἰς τὸ δάνειον, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐξέδωκε δάνειον, ἵνα λάβῃ μέρος.
§24ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν.) Ἡ διοίκησις τῆς Τραπέζης ἔδωκεν ἐπισήμως τὴν ὑπόσχεσιν πρὸς τὴν κυβέρνησιν ἡ ἰδία.
§25ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τὰς ὁμιλίας τοῦ κ. Ῥικάκη, προέδρου τῆς ἐπιτροπῆς τῶν οἰκονομικῶν καὶ μεσάζοντος μεταξὺ τῶν συμβαλλομένων καὶ τῆς κυβερνήσεως, δὲν γνωρίζω· ἐγὼ γνωρίζω ὅ,τι ἀπεφασίσθη ἐν τῷ συμβουλίῳ.
§26ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ἔδωκε τὴν ὑπόσχεσιν ταύτην ἡ διοίκησις τῆς Τραπέζης πρὸς τὴν κυβέρνησιν, δὲν εἶχε κἂν συναφθῆ ἡ σύμβασις, τὴν ὁποίαν συζητοῦμεν σήμερον, δὲν ἔχει δὲ σχέσιν μὲ τὴν προκαταβολὴν, ἥτις ἐπιβαρύνει ὁλόκληρον τὴν ὁμάδα.
§27ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Κατ’ εὐτυχίαν ἔχομεν συνάδελφον ἕνα τῶν ὑποδιοικητῶν τῆς Τραπέζης· ἠμποροῦμεν νὰ τὸν παρακαλέσωμεν νὰ ἔλθῃ νὰ μᾶς δώσῃ πληροφορίας. (Θόρυβος.)
§28ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πόρισμα ἀσφαλὲς καὶ ἀναντίῤῥητον δύναται νὰ συναγάγῃ τις ἐκ τῶν λεχθέντων, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν κυβέρνησιν, καθ’ ἃ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐβεβαίωσεν, ὅτι θέλει λάβει 6 ἑκατομμύρια πραγματικὴν μετοχὴν εἰς τὸ δάνειον τῶν 120 ἑκατομμυρίων. Τοῦτο δ’ ἐβεβαίωσε καὶ ὁ κ. Καλλιγᾶς, ὁ ὁποῖος μετεῖχε τοῦ συμβουλίου τῆς Τραπέζης ἐν τῇ συνεδριάσει τοῦ ὁποίου ἀπεφασίσθη ἡ πρᾶξις αὕτη τῆς Τραπέζης. Ἀλλ’ ὁ κ. Καλλιγᾶς προέβαλε δισταγμὸν ὅτι, ἐπειδὴ τὸ δάνειον δὲν ἐξεδόθη, εἶναι ἐνδεχόμενον ἡ δήλωσις τῆς Τραπέζης, ν’ ἀναφέρηται εἰς τὴν σύμβασιν τῆς προκαταβολῆς καὶ οὐχὶ εἰς τὸ δάνειον. Ὁ δισταγμὸς ὅμως οὗτος δὲν εἶναι τοιοῦτος, ὥστε νὰ δυνηθῇ νὰ ἐλαττώσῃ τὸ κῦρος τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔδωκε, διότι ἡ Τράπεζα δὲν ἦτο ὑποχρεωμένη νὰ περιμένῃ τὴν ἔναρξιν τῆς δημοσίας ἐγγραφῆς, ἵνα ἐγγραφῇ δι’ 6 ἑκατομμυρίων πραγματικὴν μετοχὴν τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων. Τοσοῦτον μᾶλλον, καθ’ ὅσον φαίνεται, ὅτι αἱ τοιαῦται σκέψεις καὶ διαθέσεις τῆς Τραπέζης ἐγένοντο καὶ πρὸς ἄλλον σκοπὸν πρὸ τοῦ χρόνου τούτου, πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς διευκολύνσεως τῆς ἐπιψηφίσεως τῆς συμβάσεως, τὴν ὁποίαν εἶχε κάμει. Ἐὰν λοιπὸν τὸ πόρισμα τοῦτο ᾖναι ἀναντίῤῥητον, πρέπει νὰ πεισθῶμεν, ὅτι οἱ συναλλαξάμενοι μετὰ τῆς κυβερνήσεως ὑπεσχέθησαν εἰς αὐτὴν νὰ καταβάλωσι 30 ἑκατομμύρια ἢ 40, κατὰ τὴν ἰδίαν αὑτῶν βούλησιν. Αὐτὸ εἶναι τὸ ὄφελος, τὸ ὁποῖον ποριζόμεθα ἐκ τῆς προκαταβολῆς.
§29ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι δύω λέξεις· διατί νὰ κάμωμεν ὅλας αὐτὰς τὰς ὑποθέσεις τὰς ἀφῃρημένας; Ἡ κυβέρνησις εἶναι παροῦσα, καὶ εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ μᾶς εἴπῃ καθαρὰ, ἐὰν αὐτὰ τὰ ἑκατομμύρια τ’ ἀναφερόμενα εἰς τὴν σύμβασιν ἦναι ἀκριβῆ ἢ ὄχι, καὶ ἂν ἦναι αὐτὰ, τὰ ὁποῖα δίδει ἡ Τράπεζα.
§30ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξηγήθη ἡ Κυβέρνησις.
§31Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ ποσὸν τῶν 30 ἑκατομμυρίων ἢ 40 ἀναλαμβάνεται ὡς προκαταβολὴ δι’ ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα, τὸ ὁποῖον ὁρίζει ἡ σύμβασις. Τὸ διάστημα τοῦτο εἶναι 48 μηνῶν· ἂν δὲ προστεθῇ εἰς τοῦτο τὸ διάστημα, τὸ ὁποῖον προσδιωρίσθη πρὸς καταβολὴν τοῦ ποσοῦ τῆς προκαταβολῆς τῶν 30 ἢ 40 ἑκατομμυρίων, ἡ χρονικὴ διάρκεια, διὰ τὴν ὁποίαν συνωμολογήθη τὸ προσωρινὸν τοῦτο δάνειον, ἀνέρχεται εἰς 20 μῆνας.
§32ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἴκοσι δύο.
§33Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀκούω 22. Ἐπανελήφθη τοῦτο καὶ χθὲς ὑπὸ τοῦ ἀγορεύσαντος κατὰ τῆς συμβάσεως· ἀλλὰ τὸν χρόνον τοῦτον δὲν εὑρίσκω ἐν τῇ συμβάσει.
§34ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι εἰς τὰς τροποποιήσεις.
§35ΘΕΟΔ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οἱ μέλλοντες νὰ καταθέσωσι τὰ χρήματα ταῦτα ἐζήτησαν ν’ ἀσφαλίσωσι τὴν ἀπόδοσιν τοῦ δανείου. Καὶ ἐπειδὴ εἶνε βραχυπρόθεσμον, ὡς ἀποδοτέον ἐντὸς 22 ἢ 24 μηνῶν, ἐζήτησαν νὰ λάβωσιν ἐγγυήσεις τοιαύτας, ὥστε νὰ κατασταθῇ εἰς αὐτοὺς λίαν πιθανὸν, ὅτι κατὰ τὸ τέλος τῆς χρονικῆς ταύτης διαρκείας θέλουσι δυνηθῆ νὰ ἐπαναλάβωσι τὰ χρήματά των. Ἡ ἐγγύησις, τὴν ὁποίαν ἐζήτησαν (καὶ ἐντεῦθεν ἄρχεται ἡ ἔρευνα τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ἀναδέχεται τὸ Κράτος πρὸς αὐτοὺς) εἶνε πρῶτον ἐνέχυρον ὁμολογιῶν τοῦ ἐθνικοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομ., ποσοῦ, τὸ ὁποῖον αὐτοὶ ἐνόμισαν, ὅτι δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς ἐξασφάλισιν τῆς ἐπιστροφῆς τῶν 30 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα θέλουσι καταβάλει. Δευτέρα ἐγγύησις εἶναι ἡ πρόσοδος, τὴν ὁποίαν τὸ δημόσιον προσδοκᾷ ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ, ἐκ τῶν ἐτησίων δόσεων τῶν ἐθνικῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν, καὶ τὸ ὑπόλοιπον τῶν εἰσπράξεων τῶν τελωνείων Ζακύνθου, Πατρῶν, Πειραιῶς καὶ Ἀθηνῶν. Πλὴν τούτων δὲ ἐζήτησαν καὶ τὸ προνόμιον τῆς ἐκδόσεως τραπεζικῶν γραμματίων ἐν ταῖς δύο προσαρτηθησομέναις ἐπαρχίαις. Πρέπει, νομίζω, ν’ ἀναλύσωμεν ἑκάστην τῶν ὑπηρεσιῶν τούτων, ἵνα ἴδωμεν ἂν ἦναι βαρεῖαι καὶ πόσον, καὶ ἂν πρέπῃ ν’ ἀναδεχθῶμεν αὐτὰς, ἀντὶ τῆς προκαταβολῆς τῶν 30 ἑκατομμυρίων.
§36ΡΙΚΑΚΗΣ. Αἱ ἐγγυήσεις εἶνε δι’ ὁλόκληρον τὸ δάνειον, οὐχὶ διὰ τὰ 30 ἑκατομμύρια μόνον.
§37Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἂν ὅμως δὲν συνομολογοῦμεν τὴν σύμβασιν περὶ προκαταβολῆς, ἡ πρόσοδος τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ καὶ αἱ δόσεις τῶν ἐθνικῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν καὶ τὸ ὑπόλοιπον τῶν εἰσπράξεων τῶν τελωνείων ἤθελον χρησιμεύσει ὡς ἐγγύησις διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου· συνομολογηθείσης ὅμως τῆς συμβάσεως περὶ προκαταβολῆς, προσδιωρίσθησαν ὡς ἐγγυήσεις αὗται κατὰ προτίμησιν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν καὶ τὴν ἐπιστροφὴν τῆς προκαταβολῆς πρὸς αὐτούς. Ἡ πρώτη τῶν ἐγγυήσεων διὰ τὴν καταβολὴν τῆς προκαταβολῆς εἶναι ἡ πρόσοδος ἐκ τοῦ ἐπιβληθησομένου φόρου ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ. Ἀλλὰ καὶ τὰ περὶ αὐτῶν ἐσυγχίσθησαν. Ἤκουσα χθὲς νὰ παριστῶσι τὴν πρόσοδον ταύτην ὡς μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ, ἤκουσα δὲ καὶ σήμερον τὸν βουλευτὴν ἐκ Λακεδαίμονος νὰ ἔχῃ τὴν αὐτὴν γνώμην, καὶ νὰ πληροφορῇ τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ Ἰταλικὴ κυβέρνησις, παραχωρήσασα τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ εἰς ἑταιρίαν τινὰ, ἵνα ἐκμεταλλευθῇ αὐτό, ἐζήτησε παρ’ αὐτῆς ὠφελείας πολὺ μεγαλειτέρας ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἡμεῖς ποριζόμεθα ἐκ τῆς συμβάσεως ταύτης. Νομίζω, ὅτι εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖον νὰ διασαφηνισθῇ ἂν πρόκηται περὶ συστάσεως μονοπωλίου, ἢ περὶ φόρου ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ. Πρὸ ἐννέα ἐτῶν εὑρέθην εἰς διαφωνίαν μετὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος ὑπῆρχε κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχήν. Ἐκεῖνος μὲν, ἀποτελῶν μέρος τοῦ Ὑπουργείου ὑπὸ τὴν προεδρείαν τοῦ κ. Κουμουνδούρου, παρητεῖτο, ἐγὼ δὲ διεδεχόμην αὐτὸν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Ἡ διαφωνία, εἰς ἣν εὑρέθημεν, ἦτο κατὰ τὸν προσδιορισμὸν τοῦ ποσοῦ τῶν ἐσόδων τοῦ ἔτους ἐκείνου. Ἐπειδὴ δ’ ἐγὼ ἤμην περισσότερον ἀνήσυχος ἀπὸ αὐτὸν καὶ ἐνόμιζον, ὅτι ἡ διαχείρισις τοῦ ἔτους ἐκείνου ἤθελεν ἀφήσει ἔλλειμμα, ἐν ᾧ ὁ προκάτοχος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἰσχυρίζετο, ὅτι δὲν θέλει ἀφήσει ἔλλειμμα, μάλιστα προσεδόκα, ὅτι ἤθελεν ἀφήσει καὶ μικρὸν περίσσευμα, ἐπειδὴ λοιπὸν ἤμην ἀνήσυχος καὶ ἐνόμιζον, ὅτι ἤθελεν ἀφήσει ἔλλειμμα, ἠναγκάσθην νὰ μεριμνήσω περὶ νέου τινος πόρου, διὰ τοῦ ὁποίου ἤθελον δυνηθῆ ν’ ἀσφαλίσω τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ, οὐχὶ μόνον διὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο, ἀλλὰ καὶ διὰ τὰ ἑπόμενα, διότι δυστυχῶς ἀπὸ τοῦ 1861–1871 εἴχομεν διαδοχικὰ ἐλλείμματα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Ἠσχολήθην πρὸς ἐξεύρεσιν πόρου, καὶ προσέβλεψα εἰς χρηματισμὸν ἐπὶ τοῦ καπνοῦ. Ἡ μελέτη, τὴν ὁποίαν ἔκαμα, μ’ ἔπεισεν, ὅτι εἶναι δύσκολον, τοὐλάχιστον κατὰ τοὺς παρόντας χρόνους, νὰ ἐπιβληθῇ τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ ἐν Ἑλλάδι. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι εἰς τὰ πλεῖστα τῶν Κρατῶν τῆς Εὐρώπης καὶ εἴς τινα τῆς Ἀνατολῆς τυγχάνει κρατοῦσα νομοθεσία τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ. Ἡ Ἑλλὰς ὅμως εὑρίσκεται εἰς διάφορον θέσιν, τὸ πρῶτον διότι παράγει καπνὸν ἀρκοῦντα οὐ μόνον πρὸς τὴν ἐσωτερικὴν κατανάλωσιν, ἀλλὰ καὶ πρὸς ἐξαγωγήν· ἑπομένως δὲν ἠδύνατό τις νὰ σκεφθῇ περὶ ἐξευρέσεως πόρου διὰ τὸ ταμεῖον, χωρὶς νὰ σκεφθῇ μὴ διὰ τῆς ἐξευρέσεως τοῦ πόρου τούτου ἐξασθενίσῃ καὶ καταστρέψῃ τὰ συμφέροντα μεγάλης τάξεως, τῆς τῶν παραγωγῶν τοῦ καπνοῦ. Ἐνόμιζον μάλιστα, ὅτι ἡ μέριμνα περὶ ἐνισχύσεως τῆς καπνοφυτείας ἐν Ἑλλάδι ἔπρεπε νὰ ἦναι ἡ κρατοῦσα, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐνισχυθῇ μᾶλλον ἢ νὰ ἐξησθενισθῇ διὰ μέτρων, τὰ ὁποῖα ἤθελον τείνει πρὸς αὔξησιν τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἐνόμιζον τὸ πρᾶγμα δύσκολον καὶ δι’ ἕτερον λόγον. Μονοπώλιον εἶναι περιορισμὸς τῆς ἐλευθερίας, ἰδίως τοῦ παραγωγοῦ. Οὗτος καλλιεργεῖ καπνὸν, παράγει καπνὸν, πρὸς ποῖον σκοπόν; Διὰ νὰ παραδώσῃ αὐτὸν εἰς τὸ ἐμπόριον καὶ προμηθευθῇ τὸ ἀντίτιμον αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον ἔμελλε νὰ προσδιορίσῃ ὁ νόμος τῆς προσφορᾶς καὶ ζητήσεως, ἵνα πληρώσῃ τὰ ἔξοδα τῆς καλλιεργείας καὶ ἀποκτήσῃ καὶ μικρὸν περίσσευμα. Ὅταν ὅμως ὑπάρχῃ μονοπώλιον, λέγετε εἰς τὸν παραγωγὸν, ὅτι δὲν τῷ ἐπιτρέπετε νὰ πωλήσῃ τὸ προϊόν του, ὅπερ εἶναι τὸ αὐτὸ ὡς νὰ μὴ τῷ ἐπιτρέπετε νὰ παράγῃ, διότι ἤθελεν εἶσθαι μωρὸς νὰ παραγάγῃ, χωρὶς νὰ ἔχῃ τὴν ἐλευθερίαν νὰ πωλῇ. Ὅθεν τὸ μονοπώλιον, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει τὸν περιορισμὸν τῆς ἐλευθερίας τοῦ παραγωγοῦ νὰ πωλῇ, συνδέεται ἀδιαῤῥήκτως μὲ τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ Κράτους νὰ ἀγοράζῃ τὸν παραγόμενον καπνόν. Ἀλλὰ τὸ δημόσιον, διὰ νὰ πράττῃ τοῦτο, διὰ νὰ μετέλθῃ τὰ ἔργα τῆς ἐμπορίας τοῦ καπνοῦ, νομίζω ἀκατόρθωτον καὶ λίαν ἐπικίνδυνον. Τὸ νομίζω ἀκατόρθωτον, διότι ἔχει ἀνάγκην μεγάλων κεφαλαίων, τὸ δὲ ἑλληνικὸν δημόσιον δυστυχῶς δὲν εὐπορεῖ τοιούτων, ὅπως ἀγοράζῃ ὅλον τὸν παραγόμενον καπνόν. Τὸ ἐθεώρησα δὲ καὶ ἐπικίνδυνον, διότι ἡ παραλαβὴ τοῦ καπνοῦ, ἡ ἀποθήκευσις αὐτοῦ, ἡ ἐμπορία αὐτοῦ, θέλει εἶσθαι ἀχώριστος ἀπὸ σειρὰν καταχρήσεων, αἱ ὁποῖαι ἤθελον διαταράξει τὴν κοινὴν συνείδησιν. Ἀλλὰ λέγουσί τινες, ὅτι τὸ δημόσιον δύναται νὰ ἐκχωρήσῃ εἰς ἄτομα τὸ δικαίωμα τοῦ μονοπωλίου, καὶ ν’ ἀφήσῃ αὐτὰ νὰ μετέλθωσιν ὅλην τὴν προεκτεθεῖσαν διαχείρισιν τοῦ καπνοῦ. Ἀλλὰ καὶ τὸ σύστημα τοῦτο ἤθελεν ἐπιφέρει ἄλλας μεγαλειτέρας ζημίας εἰς τὸ Κράτος, αἱ ὁποῖαι ἤθελον προκύψει ἀπὸ τὴν κατάθλιψιν τῶν παραγωγῶν κατὰ τὸν προσδιορισμὸν τῆς ποιότητος καὶ κατὰ τὴν ἐξεύρεσιν τῶν τιμῶν, καὶ ἀπὸ τὴν κατάθλιψιν τῶν καταναλωτῶν, οἱ ὁποῖοι ἤθελον ὑποβληθῆ εἰς πληρωμὰς μεγαλειτέρας ἐκείνων, εἰς τὰς ὁποίας ἤθελον ὑποβληθῆ, ἂν τὸ δημόσιον διεχειρίζετο τὸ μονοπώλιον. Ἀφοῦ οὕτω πως ἔκρινα τὰ τοῦ μονοπωλίου, παρῄτησα τότε πᾶσαν ἰδέαν περὶ αὐτοῦ, καὶ εὐτυχῶς πάντες οἱ διάδοχοί μου τὴν ἰδέαν αὐτὴν ἐγκατέλειψαν. Νομίζω δὲ, ὅτι οὐδὲ τώρα πρόκειται περὶ τοιούτου τινός, διότι, ἂν ἐπρόκειτο περὶ εἰσαγωγῆς μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ, ἦτο ἐνδεχόμενον ἡ Βουλὴ νὰ μὴ ἐπιψηφίσῃ τὸ περὶ τούτου νομοσχέδιον. Ἐνθυμοῦμαι τὰς παρατηρήσεις τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τὰς ὁποίας ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν χθές, ὡς πρὸς τὴν ὑποχρέωσιν τῆς κυβερνήσεως νὰ εἰσαγάγῃ μόνον τὸ νομοσχέδιον καὶ οὐδὲν πλέον. Ἕνεκα τῆς συμβάσεως ἡ κυβέρνησις δὲν ἔχει μόνον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ εἰσαγάγῃ τὸ νομοσχέδιον, ἀλλ’ ἔχει καὶ τὴν ἠθικὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐπιζητήσῃ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ, καὶ νὰ τὴν ἐπιζητήσῃ διὰ τῆς ἐπιδράσεως, τὴν ὁποίαν ἐνασκεῖ ἐν τῇ Βουλῇ ὡς διερμηνεὺς τῆς πλειοψηφίας αὐτῆς. Καὶ ἂν ἡ πλειοψηφία δὲν ἤθελε ψηφίσει τὸ νομοσχέδιον, ἡ κυβέρνησις ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ θεωρηθῇ ὡς μὴ συναλλαξαμένη μετ’ ἀγαθῆς πίστεως. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ διασαφηνισθῇ, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ μονοπωλίου, ἀλλὰ περὶ τῆς προσόδου, τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος θέλει ἐξασφαλίσει διὰ τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ· ἐὰν δὲ πρόκηται περὶ τῆς παροχῆς τῆς προσόδου τοῦ φόρου τούτου κατὰ τὴν σύμβασιν, ἐγὼ δὲν εὑρίσκω καμμίαν ἐπιβάρυνσιν ἐπιγιγνομένην εἰς τὸ Κράτος ἕνεκα τῆς ἐγγυήσεως ταύτης. Τὸ Κράτος ὀφείλει νὰ πληρώνῃ τοὺς τόκους τῆς προκαταβολῆς καὶ ν’ ἀποδώσῃ κατὰ τὴν λῆξιν τῆς προθεσμίας τὸ κεφάλαιον αὐτῆς. Ἐὰν λοιπὸν προσδιορίσῃ εἰδικῶς πρὸς τοῦτο τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θέλει προκύψει ἐξ ἑνὸς φόρου, πρὸς ἐκπλήρωσιν τῆς ὑποχρεώσεως ταύτης, δὲν βλέπω κατὰ τί ζημιοῦται τὸ Κράτος.
§38ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Θέλω νὰ ἐννοήσω καλῶς· ἂν ἦναι φόρος ἐπὶ τῆς καταναλώσεως, δὲν θεωρεῖτε, ὅτι εἶναι ζημία, ἂν ἦναι μονοπώλιον, θεωρεῖτε, ὅτι εἶναι ζημία.
§39Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν θέλω ὑποστηρίξει τὸ μονοπώλιον, ἐὰν προτείνωσι τοιοῦτον· ἐξ ἐναντίας θέλω ἀποκρούσει αὐτό. Μοὶ ἐφάνη ἐν τούτοις, ὅτι δὲν ἦτον ἐν γένει ἀκριβὴς ἡ ἔκθεσις, ἡ χθὲς γενομένη, περὶ τῆς ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ προσόδου ταύτης τοῦ δημοσίου ταμείου. Ὁ ἐκ Μεσολογγίου βουλευτὴς σᾶς παρέστησε τὰ περὶ τούτου διὰ τοῦ αὐτοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἤθελε παραστήσει ἡμῖν τὰ περὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀναβολῆς τῆς ἰσχύος τοῦ προξενικοῦ νόμου ἢ τὰ περὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς ἀναστολῆς τοῦ νόμου περὶ νομισματικοῦ συστήματος. Ὁ νόμος περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ, σᾶς εἶπεν, εἶναι μέτρον, τὸ ὁποῖον κατ’ ἔτος φέρεται εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ κατ’ ἔτος ἐγκαταλιμπάνεται ὑπ’ αὐτῆς. Ἡ ἐγκατάλειψις αὕτη εἶναι ἔκφρασις τῆς δυσμενοῦς διαθέσεως τῆς Βουλῆς πρὸς τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ καπνοῦ. Ἀλλ’ ἡ παράστασις αὕτη δὲν μοὶ φαίνεται ἐντελῶς ἀκριβής. Τὸ νομοσχέδιον περὶ φορολογίας ἐπὶ τοῦ καπνοῦ εἰσήχθη ἅπαξ μόνον ὑπὸ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Σωτηροπούλου καὶ δεύτερον ὑπ’ ἐμοῦ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶχε συνταχθῆ ὑπὸ τοῦ νῦν ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ εἰσαχθῆ πρὸ τετραετίας εἰς τὴν Βουλὴν, ἐγκατελείφθη ἀληθῶς ὑπὸ τῆς Βουλῆς, οὐχὶ διότι ἡ Βουλὴ δὲν ἔστεργε κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ διότι δὲν ἔστεργε τὴν διασκευὴν αὐτοῦ. Καὶ εἶχε τόσῳ δίκαιον, ὥστε καὶ αὐτὸς ὁ προτείνας δὲν ἐπέμεινε νὰ συζητηθῇ. Τὸ σύστημα τῆς ἀποθηκεύσεως τῶν καπνῶν, τὸ ὁποῖον περιεῖχε τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, ἐπέφερεν ἀναγκαίως τὴν ἀποτυχίαν αὐτοῦ. Τὰ δύο ἀναπόφευκτα προσόντα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἔχῃ νομοσχέδιον περὶ φόρου ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ, τὸ προσὸν τοῦ νὰ μὴ καταθλίβῃ τὸν παραγωγὸν καὶ τὸ προσὸν τοῦ νὰ μὴ καταθλίβῃ τὸν ἔμπορον, αὐτὰ τὰ δύω προσόντα ἔλειπον ἀπ’ αὐτοῦ· διότι τὸ σύστημα τῶν ἀποθηκῶν κατέθλιβε καὶ τὸν ἔμπορον καὶ τὸν παραγωγόν. Τὸ νομοσχέδιον δὲ, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγον ἐγὼ πέρυσιν, οὐδόλως ἐκρίθη ἄξιον μνείας τινός. Αἱ διαθέσεις τῆς Βουλῆς ἦσαν τοιαῦται, ὥστε, ὅταν ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἠγόρευε πέρυσιν ἐν ὀνόματι τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἐποιήσατο ἀτελῆ μνείαν τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, ὅλοι ἴσως ἐπίστευσαν, ὅτι αὐτὸ ἦτο χάρτης, τὸν ὁποῖον ἔπρεπε νὰ πετάξωσιν ἀπὸ τὰ παράθυρα τοῦ βουλευτηρίου. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συζητήσῃ τις, δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀντισταθῇ, διὰ νὰ καταδείξῃ τὴν ἀλήθειαν, τὴν ὁποίαν δὲν γνωρίζω, ἂν ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἠγόρευε πέρυσιν, εἶχε διαγνώσει, ἢ ὄχι, ἂν καὶ διστάζω νὰ κάμω εἰς αὐτὸν τὸ ἄδικον, ὅτι δὲν εἶχε μελετήσει τὸ νομοσχέδιον, ἢ ὅτι ἔδιδεν εἰς τὴν Βουλὴν ἀμερολήπτως γνώμας, ὑπείκων εἰς πολιτικὰ αὐτοῦ συμφέροντα, εἴτε ἐν γένει, εἴτε κατὰ μέρος. Δὲν εἶναι δ’ ἄτοπον νὰ ὑποθέσω, ὅτι καὶ χθὲς, ὅταν ἐμνημόνευσε τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, ὡρμᾶτο ὑπὸ τῶν αὐτῶν λόγων. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν εἶναι μία δόξα, διὰ νὰ ζητήσω νὰ τὴν ἁρπάσω. Ἐὰν ἄλλοτε παρέβαλον πρὸς φύλλον δάφνης τὸ νομοσχέδιον τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, τὴν ὁποίαν ὥρμησαν καὶ ἥρπασαν οἱ προβαλόντες αὐτὸ, οὐδόλως αἰσθάνομαι ἐγὼ αὐτὴν τὴν δίψαν ἢ τὴν στοργὴν τῆς πατρότητος, ὡς ᾐσθάνοντο αὐτὴν ἐκεῖνοι πρὸς τὸ τέκνον των.
§40ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἴσως, διότι τοῦτο ζῇ, τὸ δὲ ἰδικόν σας οὔτε κἂν ἐγεννήθη.
§41Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔχω ἐναύλους ἔτι εἰς τὰς ἀκοάς μου τὰς φράσεις, τὰς ὁποίας ἀπήγγειλεν ὁ νῦν ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τοὺς πατέρας τοῦ νόμου περὶ ἀροτριώντων κτηνῶν, ζηλεύων τὴν δόξαν αὐτῶν διὰ μόνον τὸ κατόρθωμα τῆς καταργήσεως τῆς δεκάτης. Ἀλλὰ δὲν εἶναι καιρὸς νὰ ὁμιλήσω σήμερον περὶ τοῦ μεγάλου τούτου κατορθώματος. Θέλει ἔλθει ὁ καιρὸς καὶ περὶ τούτου.
§42ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Θὰ ὁμιλήσωμεν καὶ περὶ τούτου κατόπιν.
§43ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐνέχεται εἰς τοῦτο ὁ κ. Καλλιγᾶς.
§44ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐνέχομαι διὰ τῆς ψήφου μου.
§45Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον περὶ φόρου ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγον πέρυσιν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ τὸ ὁποῖον ἠξιώθη τοιαύτης περιφρονήσεως παρὰ τοῦ μνημονεύσαντος αὐτοῦ πέρυσιν, συνετάχθη ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν μετὰ συζήτησιν μακρὰν ἐν ἐπιτροπῇ, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἀντεπροσωπεύοντο καὶ αἱ εἰδικαὶ γνώσεις τῆς ἐπιστήμης, καὶ τὰ συμφέροντα καὶ ἡ πεῖρα τοῦ ἐμπορίου καὶ αἱ ἀνάγκαι τῆς παραγωγῆς. Καὶ ἂν ὡς ἔργον, ὅπως εἶναι ὅλα τὰ ἔργα τῶν ἀνθρώπων, ἤθελε χρήζει βελτιώσεως ἢ τροποποιήσεως εἰς τὰς κατὰ μέρος διατάξεις, τὰς ἀναγομένας εἰς τὴν κίνησιν καὶ τὴν λειτουργίαν τοῦ νομοσχεδίου, αἱ βάσεις ὅμως αὐτοῦ, τὸ ὅλον αὐτοῦ, εἶναι τοσοῦτον ὀρθαὶ, ὥστε δὲν ἤθελεν εἶσθαι δυνατὸν νὰ ἐπιβληθῇ φόρος ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ, χωρὶς νὰ ἀναζητήσωσι καὶ νὰ ἀσπασθῶσι τὸ Νομοσχέδιον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τοσοῦτον περιεφρονήθη. Νομίζω, ὅτι ἡ ἐγγύησις, περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησα, ἡ παροχὴ πρὸς τοὺς συναλλαξαμένους μετὰ τῆς Κυβερνήσεως τῆς προσόδου, τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος θέλει εἰσπράξει ἐκ τοῦ ἐπιβληθησομένου φόρου ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ, δὲν ἀποτελεῖ ὑποχρέωσιν βαρεῖαν εἰς τὸ Κράτος· εἶναί τι, τὸ ὁποῖον δὲν πρέπει νὰ μᾶς ἀνησυχῇ, οὐδὲ πρέπει ν’ ἀναστείλῃ ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ νὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον. Δὲν πρέπει δὲ νὰ κάμωμεν λόγον τινὰ καὶ περὶ τῶν δύο ἄλλων ἐγγυήσεων, τὰς ὁποίας ἡ σύμβασις περιλαμβάνει, περὶ τοῦ προσδιορισμοῦ τοῦ ποσοῦ τῆς ἐτησίας δόσεως τῶν ἐθνικῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν, καὶ περὶ τῆς ἐγγυήσεως, κατὰ τὴν ὁποίαν προσδιορίζονται ἀποκλειστικῶς πρὸς τὴν ἐξυπηρέτησιν τῆς προκαταβολῆς, τὴν πληρωμὴν τῶν τόκων τῆς προκαταβολῆς, τὰ ὑπόλοιπα τῶν τελωνιακῶν εἰσπράξεων τῶν τελωνείων Ἀθηνῶν, Πατρῶν, Ζακύνθου καὶ Πειραιῶς. Τοῦτο εἶναι εἰδικὸς προσδιορισμὸς ἐσόδων, ἐχόντων γενικὴν ἀποστολήν. Ὅταν τὰ ἔσοδα ταῦτα εἰσαχθῶσιν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, προορίζονται νὰ χρησιμεύσωσι πρὸς πληρωμὴν τῶν ἐν γένει ἐξόδων τοῦ Κράτους, διὰ τῆς συμβάσεως προσδιορίζονται νὰ χρησιμεύσωσιν εἰδικῶς πρὸς πληρωμὴν τῶν τόκων τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα θέλομεν πορισθῆ ἐκ τῆς προκαταβολῆς. Ἑπομένως εἰς τὸ Κράτος δὲν ἐπέρχεται οὐδεμία ζημία, οὐδὲ ἐπιβάλλεται ὑποχρέωσίς τις, διὰ τὴν ὁποίαν πρέπει ν’ ἀνησυχῶμεν καὶ νὰ διστάσωμεν, διὰ νὰ τὸ παραδεχθῶμεν. Ἀλλ’ αἱ μέχρι τοῦδε ἐρευνηθεῖσαι εἰσὶν αἱ ὑποχρεώσεις αἱ ἐλαφραί, αἱ ὁποῖαι, νομίζω, ὅτι δὲν ἦσαν ἄξιαι οὐδὲ νὰ ἀπασχολήσωσι τὸ κοινοβούλιον. Ἐκτὸς ὅμως αὐτῶν ἐπέρχονται ὑποχρεώσεις βαρεῖαι, καὶ τοιαύτη ἐν πρώτοις εἶναι ἡ παραχώρησις τοῦ προνομίου τῆς ἐκδόσεως τῶν τραπεζικῶν γραμματίων ἐν ταῖς δύο ἐπαρχίαις, αἵτινες θέλουσι προσαρτηθῆ εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἡ παραχώρησις τοῦ προνομίου τούτου δὲν δίδοται πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς ἐπιστροφῆς τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον οἱ μετὰ τῆς Κυβερνήσεως συναλλαξάμενοι θέλουσι προκαταβάλει εἰς αὐτήν, ἀλλὰ δίδοται ὡς εὐεργέτημα, ὡς κέρδος πρὸς αὐτοὺς πλέον τοῦ τόκου, ὁ ὁποῖος προσδιωρίσθη διὰ τὴν προκαταβολήν.
§46ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Εἶναι ὑπέρμετρον.
§47ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὴν γλῶσσαν. Ἐκτὸς δὲ τούτου προστίθεται καὶ ἄλλη ἐγγύησις, ἡ τῆς ἐνεχυριάσεως ἀριθμοῦ τινος μετοχῶν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁμιλῶν χθὲς περὶ τῆς δευτέρας ταύτης ἐγγυήσεως, εἶπεν, ἀντιλέγων ἢ ζητῶν νὰ ἀναιρέσῃ τὸν κατὰ τῆς συμβάσεως ἀγορεύσαντα πρὸ αὐτοῦ, εἶπεν, ὅτι ἀπορεῖ ἐκ τίνος διατάξεως τῆς συμβάσεως συνήγαγεν ἐκεῖνος, ὅτι δῆθεν παραχωρεῖται δικαίωμα εἰς τοὺς μέλλοντας νὰ κάμωσι τὴν προκαταβολὴν τῶν 30 ἢ 40 ἑκατομμυρίων, τὸ δικαίωμα νὰ ἐκποιήσωσι τὰς μετοχάς, τὰς ὁποίας ἐνεχυριάζομεν εἰς αὐτούς. Ἐγώ, ὅταν ἐμελέτησα τὴν σύμβασιν, εἶχον ἔκ τινος διατάξεως αὐτῆς πεισθῆ, ὅτι διὰ τῆς συμβάσεως ἀληθῶς παραχωρεῖται τοιοῦτον δικαίωμα εἰς τοὺς συναλλαξαμένους μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὅτι οὗτοι, λαβόντες ἀριθμόν τινα μετοχῶν τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων ὡς ἐνέχυρον, δὲν ἐλάμβανον αὐτάς, μόνον ἁπλῶς διὰ νὰ τὰς κρατῶσιν εἰς χεῖρας, ἀλλ’ ὅτι, ὅταν ἤθελε λήξει ἡ προθεσμία, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος ἔπρεπε νὰ ἀποδώσῃ εἰς αὐτοὺς τὰ χρήματα τῆς προκαταβολῆς, αὐτοὶ ἀπέκτων δικαιώματά τινα εἰδικὰ ἐπὶ τοῦ ἀριθμοῦ τούτου τῶν μετοχῶν. Ἑπομένως, ὅταν ἤκουσα τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι δὲν παρέχεται εἰς αὐτοὺς τοιοῦτον δικαίωμα, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ηὐχαριστήθην. Ἐπειδὴ δὲ ἐπεθύμουν νὰ διαφωτισθῶ περισσότερον, νὰ μὴ ἀκούσω ἁπλῆν τινα ἀναίρεσιν διδομένην ἄνευ λόγου εἰς τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦ χθὲς ἀγορεύσαντος, ἐζήτησα ἀπὸ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν διασάφησιν, παρεκάλεσα αὐτὸν νὰ διασαφήσῃ τὸν ἰσχυρισμόν του ἐκεῖνον πλειότερον. Δυστυχῶς δὲν εἶχε τὴν αὐτὴν γνώμην καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἐνόμιζεν ἀναγκαίαν οὐδεμίαν διασάφησιν. Μοὶ ἐφάνη δ’ ὅτι τοιαύτην περὶ τῶν λόγων αὐτοῦ εἶχε γνώμην, ὥστε, ὅταν αὐτὸς ἀνῄρει τὸν προαγορεύσαντα, ἠξίου, ὅτι ἔπρεπε πάντες νὰ κλίνωσι τὴν κεφαλὴν καὶ νὰ ἀποδεχθῶσιν, ὡς ἀληθῆ τὴν ἀναίρεσιν αὐτοῦ. Ἂν δὲν ἀξιωθῶ σήμερον εἴτε παρὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβω τὴν διασάφησιν, τὴν ὁποίαν χθὲς ἐζήτησα παρ’ αὐτοῦ, εἴτε παρ’ ἄλλου τινὸς μέλους τῆς Κυβερνήσεως, καὶ μοὶ κατασταθῇ βέβαιον, ὅτι πραγματικῶς οὐδὲν δικαίωμα ἐκποιήσεως κατ’ οὐδένα οἱονδήποτε τρόπον ἔχουσιν ἐπὶ τῶν παραδεδομένων εἰς χεῖρας τῶν μετοχῶν οἱ συναλλαξάμενοι, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἤθελον ἄνευ δυσθυμίας ψηφοφορήσει τὸ νομοσχέδιον. Ἐγὼ ἀναγνοὺς ἐν τῇ συμβάσει, ὅτι αἱ ὁμολογίαι, τὰς ὁποίας προσδιορίζει ἡ σύμβασις τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων, θέλουσι μείνει εἰς χεῖρας τῶν συμβαλλομένων ὡς ἐνέχυρον, ὑπέθεσα, ὅτι διὰ τῆς διατάξεως ἐκείνης μετεδίδοντο εἰς ἐκείνους, εἰς χεῖρας τῶν τῶν ὁποίων ἤθελον κατατεθῆ, πάντα τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν οἱ ἐπ’ ἐνεχύρῳ δανεισταὶ, ἑπομένως, ὅτι μετὰ τινα διαδικασίαν, τὴν ὁποίαν ἡ ἀστικὴ νομοθεσία προσδιορίζει, αὐτοὶ θέλουσι δύνασθαι νὰ φθάσωσι μέχρι τῆς ἐκποιήσεως τῶν μετοχῶν αὐτῶν. Τὸ δικαίωμα τοῦτο μοὶ φαίνεται βαρὺ, ἐὰν παρέχηται ἀληθῶς ὑπὸ τῆς συμβάσεως, ὡς ἐγὼ ἑρμηνεύω αὐτὴν, καὶ ἂν ἡ Κυβέρνησις δὲν μοὶ δώσῃ ἐναντίαν πληροφορίαν. Τὸ τοιοῦτον δικαίωμα παρακολουθεῖ συνήθως τὰς οἰκονομικὰς αὐτὰς πράξεις, τὰς ὁποίας ὀνομάζουσι προκαταβολὰς ἐπὶ δανείων. Διὰ τοῦτο, ὅταν ἤκουσα κατὰ Αὔγουστον, ὅτι συνωμολογήθη δάνειον εἰς προκαταβολὴν, δηλαδὴ προσωρινὸν δάνειον, ἐτρόμαξα μὴ τυχὸν ἐδόθη εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τότε συνωμολόγησαν αὐτὸ, ἐνέχυρον τοιοῦτον, οἷον πρόκειται σήμερον. Ὅταν δὲ πάλιν ἤκουσα ἐφέτος, ὅτι, ἀντὶ δανείου, ἢ ἐπὶ τοῦ δανείου συνωμολογήθη προκαταβολὴ, συνεπέρανα, ὅτι θέλομεν φθάσει εἰς τὴν παροχὴν παραπλησίου βαρέος δικαιώματος, ἤτοι τῆς παραχωρήσεως εἰς τοὺς συναλλαξαμένους μετοχῶν ἀντὶ ἐνεχύρου. Σπανίως προκαταβολαὶ, αἵτινες εἶναι δάνειον βραχυπρόθεσμον, συνομολογοῦνται χωρὶς νὰ ἀκολουθῶνται ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ ὅρου, καὶ διὰ τοῦτο τὸ εἶδος τοῦτο τῶν δανείων, εἶναι εἶδος δανείων, τὸ ὁποῖον πρέπει ν’ ἀποφεύγωσιν ὅσον εἶναι δυνατὸν καὶ τὰ ἄτομα. Τοῦτο ἰδίως εἶναι τὸ χειρότερον μέρος τῆς συμβάσεως, τοῦτο εἶναι τὸ πλέον ἐπικίνδυνον μέρος τῆς οἰκονομικῆς αὐτῆς πράξεως. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ μᾶς εἴπωσιν, ὅτι, ἂν αἱ μετοχαὶ τοῦ δανείου ὑπερτιμηθῶσιν εἰς τὰ χρηματιστήρια κατὰ τὸ τέλος τῶν 22 μηνῶν, ὅτι θέλουσι προκύψει μεγάλα κέρδη εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θέλουσι κατέχει αὐτὰς, ὅτι, ἂν αἱ μετοχαὶ ὑποτιμηθῶσι, θέλει ἐπέλθει μεγάλη ζημία εἰς τὸ Κράτος· οὐδὲ ἦτο ἴσως δύσκολον νὰ ἀποδεχθῇ τις, ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ συμβῇ καὶ τὸ ἄλλο, δηλαδὴ νὰ συμπράξωσιν ὅσοι ἔχουσι συμφέρον εἰς διακύμανσίν τινα τῆς ἀγοραίας τιμῆς τῶν μετοχῶν ἐν τοῖς χρηματιστηρίοις, ὥστε νὰ ἐπέλθῃ ὑποτίμησις, ὅταν πρόκηται νὰ ἔλθῃ ὥρα τῆς πωλήσεως αὐτῶν. Ἡ ἑτέρα τῶν ἐγγυήσεων, τὰς ὁποίας τὸ Κράτος πρόκειται νὰ ποιήσηται εἰς τοὺς συναλλαξαμένους μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ἡ παραχώρησις τοῦ προνομίου τῆς ἐκδόσεως τραπεζικῶν γραμματίων ἐν ταῖς δύο ἐπαρχίαις. Τὸν ὅρον τοῦτον, περιληφθέντα ἐν τῇ συμβάσει, τὴν ὁποίαν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις συνωμολόγησε μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τὴν ὁποίαν διὰ τῆς ἀφαιρέσεως μόνου αὐτοῦ τοῦ ὅρου, ὡς τροπολογίας, ἀπεδέξατο καὶ εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις, τὸν ὅρον αὐτὸν δὲν ἐθεώρησα σπουδαῖον, οὐδὲ ὅταν συνωμολογήθη ὑπὸ τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως, οὐδὲ ὅταν ἀφῃρέθη ὑπὸ τῆς ἐνεστώσης, ἂν καί τινες μοὶ παρέστησαν τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ ὅρου τούτου ὡς ἐπαισθητὴν βελτίωσιν, ἐπιτευχθεῖσαν ἐπὶ τῆς συμβάσεως. Ἐνόμισα, ὅτι οἱ τὰ τοιαῦτα παριστάνοντες ἐπλανῶντο, ἐὰν δὲν ἐπλάνων τοὺς ἀκούοντας. Ἐνόμιζον δὲ, ὅτι δὲν εἶναι σπουδαῖος ὁ ὅρος οὗτος, διότι μοὶ ἐφαίνετο, ὅτι δὲν εἶναι σύμφωνον μὲ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Κράτους νὰ παραχωρῇ δικαίωμα ἐπὶ πράγματος, ὅπερ δὲν εἶναι ἐν τῇ πλήρει καὶ ἀπολύτῳ αὐτοῦ κατοχῇ. Παρακαλῶ νὰ μὴ θελήσῃ τις νὰ ὑποτιμήσῃ τὰς ἐλπίδας ἢ τὰς πεποιθήσεις, τὰς ὁποίας ἔχω περὶ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ βουλεύματος τῆς διασκέψεως τοῦ Βερολίνου Εἶπον, ὅτι δὲν θεωρῶ ἀξιοπρεπὲς νὰ παραχωρηθῇ τὸ προνόμιον εἰς τὰς δύο ἐπαρχίας, διότι δὲν περιῆλθον ἔτι ἐν τῇ πλήρει καὶ ἀπολύτῳ κατοχῇ τοῦ Κράτους. Ἠναγκάσθην δὲ νὰ κάμω τὴν παράκλησιν αὐτὴν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἰδίᾳ πρὸς τὴν πτέρυγα ταύτην (δεικνύει τὴν ἀριστεράν), διότι ἄλλοτε συνάδελφοι, συνήθως καθεζόμενοι εἰς τὴν πτέρυγα ταύτην, ἐζήτησαν νὰ ἑρμηνεύσωσι τοὺς λόγους μου, ὑποτιμῶντες ἢ τὸν πατριωτισμόν μου ἢ τὰς πράξεις μου. Καὶ ἐξεπλάγην ὅταν ἤκουσα αὐτῶν νὰ ἐπικαλῶνται τὰς σκιὰς τῶν ἡρώων τοῦ 1821, διὰ νὰ τιμωρήσωσι τὴν ἐμὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν, διαστρέφοντες, ἐζήτουν νὰ παραστήσωσιν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου οὐδὲν ἧττον ἢ προδοτικήν. Αὐτὰ εἶναι τεχνάσματα, τὰ ὁποῖα λέγονται· ἀλλ’ ὅταν λέγωνται, ἐκεῖνοι μὲν, οἵτινες τὰ ἀκούουσιν, ἠμποροῦν νὰ διατεθῶσιν οὕτως ἢ ἄλλως κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην· τὴν ἐπιοῦσαν ὅμως βασανίζουσι καὶ εὑρίσκουσιν αὐτὰ γελοῖα, καὶ τὰ ἀποῤῥίπτουσιν. Ἐκεῖνοι δ’ οἱ ὁποῖοι τὰ λέγουν, ζημιοῦνται βεβαίως, διότι ἀποδεικνύουσιν, ὅτι λησμονοῦσι τὸν πρώτιστον ὅρον τοῦ συζητεῖν ἐλευθέρως ἐν κοινοβουλίῳ, τὴν καλὴν πίστιν. Ὅθεν δὲν δύναμαι, κύριοι, νὰ εἴπω καὶ περὶ τῆς δευτέρας παροχῆς, τὴν ὁποίαν κατὰ τὴν σύμβασιν πρόκειται τὸ Κράτος νὰ ποιήσηται εἰς τοὺς συναλλαξαμένους, δὲν δύναμαι νὰ ἐκφέρω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν αὐτὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔφερα καὶ περὶ τῶν ἄλλων παροχῶν, ἤτοι τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ, τῶν δόσεων τῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν, καὶ τοῦ ὑπολοίπου τῶν τελωνιακῶν εἰσπράξεων. Τὰ δύο ταῦτα, δηλ. ἡ ἐνεχυρίασις τῶν μετοχῶν καὶ ἡ παροχὴ τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν οἱ ἐπὶ ἐνεχύρῳ δανεισταὶ εἰς τοὺς συναλλαξαμένους μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, μοὶ φαίνονται βαρεῖα ὑποχρέωσις. Ἀλλ’ ἡ παροχὴ τοῦ δικαιώματος τῆς ἀποκλειστικῆς ἐκδόσεως τραπεζικῶν γραμματίων εἰς τὰς δύο ἐπαρχίας δὲν μοὶ φαίνεται ἀξιοπρεπής. Δὲν θεωρῶ αὐτὴν ὡς ζημιώνουσαν τὰ δημόσια συμφέροντα, ὡς σᾶς παρεστάθη χθὲς, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι, ἐὰν παρεχωρεῖτο εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἠδύνατο νὰ προσπορίσῃ εἰς τὸ δημόσιον πρόσοδον ἐτησίαν, τὴν ὁποίαν σᾶς ἀνεβίβασαν εἰς 140 χιλιάδας· διότι ἂν, ὅπως νομίζω, ἡ Κυβέρνησις θελήσῃ νὰ συνεννοηθῇ μετὰ τῶν συναλλαξαμένων μετ’ αὐτῆς καὶ νὰ διασαφήσῃ καλλίτερον διάταξίν τινα τῆς συμβάσεως, γίγνεται ἀναντίῤῥητον τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ λάβωμεν ποσοστόν τι ἐκ τοῦ κέρδους τῶν συναλλαξαμένων μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ὁποῖον θέλουσι παραγάγει διὰ τῆς κυκλοφορίας τραπεζικῶν γραμματίων ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίαις· θέλομεν δ’ ἐξασφαλίσει αὐτὸ κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, ὅπως τὸ ἐξησφαλίσαμεν μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐπὶ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον θέλει κερδαίνει ἐκ τῆς κυκλοφορίας τῶν τραπεζικῶν γραμματίων. Ἐξεπλήρωσα, κύριοι, μετὰ πάσης εἰλικρινείας τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον εἶχον, νὰ ἀναλύσω τὰ ὀφέλη, τὰ ὁποῖα παρέχει εἰς τὸ Κράτος ἡ σύμβασις περὶ προκαταβολῆς, καὶ τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα ἐξ αὐτῆς ἐπιβάλλονται. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν σᾶς ἀρκεῖ τοῦτο, νομίζω, ὅτι θέλετε μὲ ἐρωτήσει, ἂν γνωμοδοτῶ νὰ ἀποῤῥίψωμεν τὴν σύμβασιν περὶ προκαταβολῆς, καὶ ἔχων τὴν γνώμην ταύτην, ποίαν πρότασιν φέρω καὶ τίνι τρόπῳ νομίζω ὅτι δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ὅ,τι χάνομεν, ἀποῤῥίπτοντες τὴν σύμβασιν, ἤτοι τὰ 30 ἢ 40,000,000, τὰ ὁποῖα αὕτη ἐξασφαλίζει; Δὲν ἀρκεῖ τις νὰ ἐπικρίνῃ τὰ γινόμενα, πρέπει νὰ δίδῃ γνώμην περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν δύνανται νὰ ἐπιτευχθῶσιν, ἄνευ τοσούτῳ μεγάλων ζημιῶν, τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα διὰ τῶν συμβάσεων προσδοκῶμεν. Ἡ σύμβασις ἐπιβάλλει βάρη· κατὰ τίνα ἄλλον τρόπον δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν τὰ 30 ἢ 40,000,000, τῶν ὁποίων ἔχομεν ἀνάγκην; Ὁ πρόεδρος τῆς πρώην Κυβερνήσεως σᾶς εἶπε, κύριοι, ὅτι ἐξωτερικὸν ζήτημα εἶναι ἡ ἐπιστράτευσις, καὶ ὁ διάδοχος αὐτοῦ σᾶς εἶπεν, ἐπιστράτευσις εἶναι ἡ σύμβασις μὲ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Βλέπετε τὸν εἱρμὸν τῶν σκέψεων καὶ τῶν ἰδεῶν, ὅστις ἐπροτάθη. Ἀλλ’ ἡ σύμβασις μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐξησφάλισε τὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας παρήγαγε καὶ θέλει παράγει οὐ μόνον ἡ ἐκτέλεσις τοῦ μέτρου τῆς ἐπιστρατεύσεως, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐπιζήτησις τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον προτίθεται; Ἀλλ’ ἡ σύμβασις τῆς Τραπέζης σᾶς ἔδωκε 35,000,000 εἰς χρυσὸν καὶ 27,000,000 εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια; ἀφαιρέσατε ἀπὸ τὰ 35 ἑκατομμύρια τὰ 15 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα θέλετε δώσει τὸν Αὔγουστον, ἤτοι μετὰ 7 μῆνας· καὶ θέλει φθάσει ὁ Αὔγουστος, μὴ πλανᾶσθε.
§48ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Βέβαια.
§49ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ συνειθίζω νὰ σπουδαιολογῶ, καὶ ὄχι νὰ ὁμιλῶ πρὸς τέρψιν τῶν ἀκροατῶν μου.— Μὴ πλανᾶσθε ὑπολαμβάνοντες, ὅτι κατὰ μῆνα Αὔγουστον θέλομεν εἶσθαι ἐν τοιαύτῃ ὁμαλῇ καταστάσει, ὥστε δὲν θὰ ἔχωμεν νὰ κάμωμεν τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ νεύσωμεν, ὅπως ἔνευσεν ὁ Κρονίων, καὶ νὰ εὑρεθῶσι τὰ 15,000,000.
§50ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Αὐτὸ εἶναι πρὸς τέρψιν.
§51ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Λοιπὸν μᾶς μένουν 20 ἑκατομμύρια εἰς μεταλλικὸν καὶ 27 ἑκατομμύρια εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὁ ἐκ Λακεδαίμονος βουλευτὴς, ὅστις πρὸ πολλοῦ χρόνου ἀσχολεῖται ἰδίως εἰς οἰκονομολογικὰς μελέτας καὶ ὅστις τὰ προϊόντα τῆς ἐργασίας αὐτοῦ συνέλεξε καὶ ἀνεκοίνωσε καὶ πέρυσιν εἰς τὴν Βουλήν, μᾶς ἔδωκεν ἐλπίδα τινὰ, ἀκτῖνα φωτὸς, μᾶς εἶπεν ὅτι εὑρίσκομεν χρήματα, διότι ἐκδίδομεν τὸ δάνειον, εὐθὺς δ’ ὡς ἀρχίσῃ ἡ ἐγγραφὴ θέλουσιν εὑρεθῆ τὰ χρήματα. Ἀλλὰ δὲν μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ ἐλπὶς αὕτη εἶναι τοσοῦτον θετική· ἠμπορεῖ νὰ ἦναι θετικὴ δι’ ἐκείνους, οἵτινες δὲν ἔλαβον τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς ἐλάβομεν, ἢ δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι νομίζουσι, ὅτι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔλαβε τὸ Κράτος, θέλουσι σταματήσει κατὰ τὸ στάδιον τῆς ἐκτελέσεως αὐτῶν. Ἀλλὰ ἐλήφθησαν τὰ μέτρα, διὰ νὰ ἐπιζητηθῇ εἰλικρινῶς καὶ σπουδαίως τὸ ἀποτέλεσμα, ὁ σκοπός, ὁ ὁποῖος ὑπηγόρευσεν αὐτά. Τὰ 20 ἑκατομμύρια τὸ μεταλλικὸν καὶ 27 ἑκατομμύρια τραπεζικὰ γραμμάτια εἶναι ἐλάχιστον ποσόν. Ἂν λοιπὸν οἱ ἀντιλέγοντες κατὰ τῆς συμβάσεως, ἂν οἱ τρομάζοντες διὰ τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα δι’ αὐτῆς θέλει ἀναδεχθῆ τὸ Κράτος, μοὶ ἐπεδείκνυον τρόπον ἄλλον, ὁ ὁποῖος ἤθελε μᾶς ἐξασφαλίσει τὸ αὐτὸ χρηματικὸν ποσὸν, τὸ ὁποῖον μᾶς ἐξασφαλίζει ἡ σύμβασις, ἄνευ τῶν ὑποχρεώσεων τούτων ἢ κατὰ τι ἐλαφροτέρων, ἐγὼ ἤθελον δώσει τὴν ψῆφόν μου ὑπὲρ αὐτῶν, καὶ ἤθελον ἀδιαφορήσει καὶ πρὸς αὐτὰ τὰ πολιτικὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ ἐπέλθωσιν ἐκ τῆς ψήφου μου ταύτης· διότι νομίζω, ὅτι πρὸ παντὸς, κατὰ τὴν συζήτησιν τοιούτων μέτρων, πρέπει νὰ θέτῃ τις κατὰ μέρος τὰς πολιτικὰς γνώμας καὶ τὰ πολιτικὰ αὐτοῦ συμφέροντα. Δὲν παρεδέχθην, ὅτι ἡ ἐπιστράτευσις εἶναι τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα, καὶ ἐπέκρινα τὴν ἐπιστράτευσιν κατὰ τὴν γενομένην πρὸ 20 ἡμερῶν συζήτησιν. Δὲν ἐπέκρινα αὐτὴν, διότι ἐνόμισα, ὅτι δὲν ἔπρεπε τὸ Κράτος νὰ συντάξῃ τὰς στρατιωτικάς του δυνάμεις, ἀλλὰ διότι ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπε νὰ συντάξῃ τὰς στρατιωτικάς του δυνάμεις κατὰ τὸν καιρὸν, καθ’ ὃν ἔπρεπε νὰ μεριμνήσῃ· ἀφοῦ τοῦτο δὲν ἔπραξε τότε, ὅτι ἐσκέφθη λίαν προώρως καὶ ἔλαβε λίαν προώρως τὸ μέτρον τοῦτο. Εὔχομαι τὰ πράγματα νὰ ἀποδείξωσιν, ὅτι σφάλλω, καὶ ὅτι ἡ ἐπιστράτευσις δὲν ἦτο οὐδὲ πρόωρος οὐδὲ ἐπίωρος. Τὸ εὔχομαι, διότι δὲν ἔχω οὐδεμίαν ματαιότητα νὰ ἐπιθυμῶ νὰ μὴ ἀποτύχωσιν αἱ γνῶμαι καὶ αἱ κρίσεις μου, ὅταν μάλιστα ἡ ἐπιτυχία αὐτῶν ἐξυπηρετῇ τοσοῦτον τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Ἂν ὅμως ἀποδειχθῇ, ὅτι ἡ ἐπιστράτευσις ἦτο πράγματι ἐπίωρος, δὲν ἰσχυρίζομαι, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ληφθῇ τὸ μέτρον, ἀλλὰ δὲν κρύπτω, ὅτι μεγάλη εὐθύνη ἀνέλαβον ἐκεῖνοι, οἵτινες δὲν ἀφῆκαν νὰ συντάξῃ τὸ Κράτος τὰς στρατιωτικὰς δυνάμεις του ἐγκαίρως, καθ’ ὃν χρόνον ἔπρεπε νὰ προνοήσωσι περὶ τούτου. Δὲν λέγω, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ γείνῃ ἡ ἐπιστράτευσις, ἐξακολουθῶ ὅμως νὰ φρονῶ, ὅτι πρὶν ἢ διαταχθῇ τὸ μέτρον τῆς ἐπιστρατεύσεως, ἔπρεπε νὰ ἐρευνηθῶσι πολλὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ ἐρευνῶνται πάντοτε· ἔπρεπε νὰ συναρμολογηθῇ μετὰ πολλῶν ἄλλων ἐνεργειῶν, αἱ ὁποῖαι ἤθελον καταστήσει εὐκολωτέραν τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον τὸ μέτρον τῆς ἐπιστρατεύσεως ἔχει. Ἂν δὲ ἡ γνώμη μου αὕτη ἀποδειχθῇ ἀληθὴς καὶ τὸ μέτρον τῆς ἐπιστρατεύσεως ἀποδειχθῇ πρόωρον, διότι ἐλήφθη κεχωρισμένη ἀπὸ ἄλλας ἐρεύνας πολιτικὰς, νομίζω, ὅτι δὲν θὰ ἦναι δύσκολον νὰ κρίνῃ τις, ὅτι τὸ στάδιον, τὸ ὁποῖον διανύομεν δὲν θέλει εἶσθαι βραχύ. Καὶ πρέπει μὲν ἀναγκαίως νὰ λειτουργήσῃ τὸ μέτρον τῆς ἐπιστρατεύσεως, ἵνα διὰ τῆς πλήρους ἐκτελέσεως αὐτοῦ ἐπιτευχθῇ ὁ σκοπὸς, ὁ ὁποῖος τὴν ὑπηγόρευσεν. Ἀλλὰ πρὸς τοῦτο ἀπαιτοῦνται χρήματα, καὶ ὅταν τὸ Κράτος ἔχῃ ἀνάγκην χρημάτων, διὰ νὰ τὰ μεταχειρισθῇ πρὸς ἐξυπηρέτησιν τοσούτων μεγάλων συμφερόντων, πρὸς ἐπιτυχίαν τοσούτων μεγάλων σκοπῶν, κύριοι, συμβαίνει εἰς αὐτὸ ὅ,τι συμβαίνει εἰς τὸ ἄτομον, τὸ ὁποῖον ἔχει τὴν δυστυχίαν νὰ περιέλθῃ, εἴτε ἐξ ἰδίων αὑτοῦ ἁμαρτημάτων, εἴτε ἐκ τύχης, εἰς ἀμηχανίαν, ἑπομένως εἰς τὴν ἀνυπέρβλητον ἀνάγκην νὰ ζητῇ νὰ δανεισθῇ, καὶ προτείνονται εἰς αὐτὸ ὅροι βαρεῖς, διὰ νὰ λάβῃ ὀλίγα χρήματα. Καὶ διατί περιήλθομεν ἡμεῖς εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν; Πρέπει νὰ τὸ εἴπω πάλιν εἰς τὴν Βουλήν. Δὲν ἤρκει μόνον νὰ ληφθῇ τὸ μέτρον τῆς ἐπιστρατεύσεως, ἔπρεπε νὰ ἦναι ἀδιαῤῥήκτως συνδεδεμένον μὲ πρόνοιαν περὶ ἐξευρέσεως χρημάτων.
§52ΤΙΝΕΣ. Βέβαια, βέβαια.
§53Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ἡμεῖς ἠκούσαμεν, ὅτι ἐγένετο πρότασις δανείου πρὸς τόκον 7 καὶ 55%, τὸ ὁποῖον ἀπεῤῥίφθη. Μετὰ δὲ τὸν χρόνον, καθ’ ὃν μᾶς εἶπον, ὅτι ἐπροτάθη τὸ δάνειον πρὸς τόκον 7 καὶ 55 καὶ ἀπεῤῥίφθη σύμβασις τοιαύτη συμφέρουσα, συνέβησαν τοιαῦτα καὶ τοιαύτη ἐσχηματίσθη ἐν Εὐρώπῃ περὶ τῶν προθέσεων ἡμῶν γνώμη, ὥστε βεβαίως κατεστάθησαν τὰ κεφάλαια περιδεέστερα, καὶ φοβοῦνται τόσον τὰ κεφάλαια νὰ προσέλθωσιν εἰς ἡμᾶς, ὥστε μᾶς ζητοῦνται ἐγγυήσεις, οἷαι ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας μᾶς ἐζήτησαν, καὶ Κύριος οἶδε τίνας θέλουσι μᾶς προτείνει ὅρους, ἐὰν συμβῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον φοβεῖται ὁ κ. Λομβάρδος, ἐὰν δηλαδὴ τὰ χρήματα αὐτὰ δὲν μᾶς ἐπαρκέσωσι μετὰ 4 ἢ πέντε μῆνας, ὥστε θέλομεν ἀναγκασθῆ νὰ ὑποβληθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δεχθῶμεν βαρυτέρας ἀκόμη ὑποχρεώσεις. Τοιαύτη εἶναι ἡ πολιτικὴ θέσις, εἰς τὴν ὁποίαν περιήλθομεν. Διὰ τοῦτο, κύριοι, ἐγὼ δὲν ἤμην σύμφωνος οὔτε μὲ τὴν προκάτοχον, οὔτε μὲ τὴν ἐνεστῶσαν κυβέρνησιν ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν μέτρων αὐτῶν. Διαφωνῶ ἕνεκα τῆς κρίσεως, τὴν ὁποίαν σᾶς ἐξέθηκα ἐπὶ τοῦ μέτρου τῆς ἐπιστρατεύσεως, πρός τε τὴν προκάτοχον κυβέρνησιν, καὶ πρὸς τὴν ἐνεστῶσαν, ἡ ὁποία, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀντιῤῥήσεως, ἐβάδισε τὴν αὐτὴν γραμμὴν· διαφωνῶ ὅμως καὶ ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν μέτρων. Καὶ ὅταν βουλευτὴς ἀπὸ τοῦ βήματο αὐτοῦ ἔλεγεν, ὅτι νομίζει, ὅτι ἀποτελοῦσιν ἓν μόνον κόμμα ἡ μερὶς τῆς κυβερνήσεως καὶ ἡ μερὶς τῆς ἀντιπολιτεύσεως, τοῦ ὁποίου εἰσὶ δύο οἱ ἀρχηγοί, μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν εἶχεν ἐντελῶς ἄδικον, διότι καὶ τὰ οἰκονομικὰ μέτρα εἶναι τὰ αὐτὰ τῆς τε παρελθούσης καὶ τῆς ἐνεστώσης κυβερνήσεως. Καὶ ἐπειδὴ εἶναι τὰ αὐτὰ, διὰ τοῦτο ἐπικρίνω αὐτὰ, διότι ὡς ἐπέκεινα, ὅσα ἐλαμβάνοντο ὑπὸ τῆς προκατόχου, ὀφείλω νὰ τὰ ἐπικρίνω, λαμβανόμενα καὶ ὑπὸ τῆς ἐνεστώσης κυβερνήσεως. Ἡ σύμβασις μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης παράγει ἤδη τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα παράγουσιν ἀναγκαίως τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα λαμβάνονται ἄνευ πολιτικῆς προνοίας, ἐὰν δὲ ἡ σύμβασις αὕτη, ἥτις εἶχε τὸ ἐλάττωμα νὰ ἐπεκτείνῃ ἐπὶ νέαν εἰκοσιπενταετίαν τὸ προνόμιον, εἰ καὶ ἔληγε μετὰ δώδεκα ἔτη, ἐὰν διεξήγετο μετὰ περισσοτέρας φροντίδος, ἤθελε παραγάγει μεγαλειτέραν ὠφέλειαν, καὶ ἤθελε προσπορίσει τὰ χρήματα, ὧν ἔχει ἀνάγκην τὸ ἔθνος. Κύριοι, αὐτὰ εἶχον νὰ σᾶς εἴπω ἐπὶ τῆς συμβάσεως. Διὰ τοὺς λόγους τούτους, μολονότι θεωρῶ βαρείας τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἀναλαμβάνομεν δι’ αὐτῆς τῆς συμβάσεως, ἐνόσῳ ἡ κυβέρνησις δὲν μᾶς βεβαιώσῃ, ὅτι οἱ παραλαμβάνοντες τὰς μετοχὰς ὡς ἐνέχυρον δὲν θέλουσιν ἔχει τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα, δυνάμει τοῦ ἀστικοῦ κώδικος, ἔχει ὁ ἐπὶ ἐνεχύρῳ δανειστής, μολοντοῦτο κρίνω, ὅτι ὀφείλω νὰ ψηφίσω ὑπὲρ τῆς συμβάσεως, διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους εἶπον.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ τῶν οἰκονομικῶν ὑπέβαλε δύο ἐκθέσεις. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 12 καὶ 5/60. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις Ὥρα 2½ μ. μ.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καλλιγᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§56ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Κύριοι, δεινὸν ἔργον τῳόντι ἀναλαμβάνω ν’ ἀντικρούσω τὰς γνώμας δύο κυρίων ὑπουργῶν τῶν Οἰκονομικῶν, τοῦ νῦν καὶ τοῦ πρώην, καὶ μάλιστα ἐπὶ θέματος, ἀναγομένου εἰς τὴν σφαῖραν αὐτῶν, καὶ ἤθελον ἀποδειλιάσει, ἐὰν δὲν μ’ ἔδιδον πλείστας λαβὰς ὡς ἐξ ἐπιεικείας, οὕτως εἰπεῖν, καὶ ἐκ φιλανθρωπίας, διὰ νὰ μὲ ὑποβοηθήσουν.
§57Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Διαφωνεῖτε μὲ τὸν κ. Τρικούπην;
§58ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐννοῶ τὸν νῦν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὸν ἄλλοτε τοιοῦτον κ. Δεληγιάννην. Καὶ ὁ μὲν κ. Σωτηρόπουλος μετεχειρίσθη πολὺ τὸ σχῆμα τῆς ἀποσιωπήσεως, τὸ ὁποῖον πολλάκις εἶναι εὔστοχον, διότι παρετήρησα, ὅτι εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. βουλευτοῦ Γόρτυνος ἀπέσχε ν’ ἀπαντήσῃ, καὶ ἴσως τοῦτο ἦτο τὸ συμφερώτερον· ἀλλ’ οὐδὲ τὴν ἔλλειψιν ἀνεπλήρωσε τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ, προκληθέντος νὰ ἐξιστορήσῃ τὴν γένεσιν τῆς συμβάσεως, περὶ ἧς ἀσχολούμεθα, καὶ ἀπορῶν περὶ τούτου, δὲν ἠδυνήθην νὰ εὕρω ἄλλην ἐξήγησιν, εἰμὴ, ὅτι τὴν περὶ τούτου ἱστορίαν ἀνέλαβεν ἄλλος, ἀνέλαβεν ὁ τοκεὺς, οὕτως εἰπεῖν, αὐτῆς τῆς συμβάσεως, ὁ κ. Συγγρὸς, ὅστις ἐξέθηκε διὰ μακρῶν τὰ πάντα. Ἐπειδὴ οὔτε κεραίαν εὗρον, οὔτε ἰῶτα ἓν, δυνάμενον ν’ ἀφαιρεθῇ ἐξ αὐτῆς τῆς ἐξιστορήσεως, ἐκ τῆς σιωπῆς συμπεραίνω, ὅτι δέχονται τὰ πάντα, ἀκριβῶς ἐκτεθειμένα. Καὶ ἡ ἔκθεσις αὕτη εἶναι πράγματι χρήσιμος εἰς τὸ νὰ ἐξηγήσῃ πῶς ἐφθάσαμεν εἰς τοιούτους ἀπροσδοκήτους ὅρους, διὰ νὰ μὴ κάμω χρῆσιν ἄλλης ἐκφράσεως. Βλέπομεν πῶς ἐβάδισεν ἡ διαπραγμάτευσις αὐτοῦ τοῦ δανείου καὶ ποῖαι ἀντίθετοι ῥοπαὶ συνετέλεσαν, ὥστε νὰ μὴ ἀποβῇ ἡ ἔκφασις ταχεῖα καὶ ν’ ἀναφανῇ τοιαύτη, οἵα σήμερον παρίσταται. Βλέπομεν, ὅτι, ἅμα συσταθὲν τὸ νῦν ὑπουργεῖον, δὲν ἐβράδυνε νὰ ἐπιληφθῇ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος· ἀλλὰ δὲν ἐπελήφθη αὐτοῦ ἐξιδιασμένως καὶ μεμονομένως, δὲν ἐπελήφθη ἔχον αὐτὸ ὡς τελικὸν σκοπόν. Δὲν φαίνεται, ὅτι ἀπέβλεπε κυρίως εἰς τὴν ἐπιτυχίαν αὐτοῦ τοῦ δανείου, διότι βλέπομεν ἀναμιγνυόμενα ἄλλα τινά, τὰ ὁποῖα παρεμβάλλουν προσκόμματα εἰς πᾶν βῆμα τῆς διαπραγματεύσεως. Βλέπομεν, ὅτι ἐξ ἀρχῆς ἀνετέθη εἰς τὴν ἐνταῦθα Πιστωτικὴν Τράπεζαν ἡ ἐντολὴ, καὶ ἡ Πιστωτικὴ Τράπεζα, δεχομένη τὴν ἐντολὴν, ἐνόησε νὰ συμπεριλάβῃ καὶ ἑαυτὴν πρὸς ἀπόκτησιν ἰδιαιτέρων πλεονεκτημάτων. Ἡ ἐπιδίωξις αὐτῶν παρεμβάλλει τὰ προσκόμματα, τὰ ὁποῖα βραδύνουν τὴν πορείαν. Ἐὰν ὁ κ. Συγγρὸς δὲν τὸ διαβεβαιοῖ, ἀλλὰ τὸ ἔμαθε—καὶ ὁ κ. Συγγρὸς ἦτο εἰς θέσιν νὰ τὸ μάθῃ, διότι ἔχει πολλὰς σχέσεις, καὶ ἐκ τῶν σχέσεών του ἠδύνατο ν’ ἀρυσθῇ ἀσφαλεῖς πληροφορίας—ἡ πρώτη ἰδέα ἦτο περὶ δανείου πρὸς ἄλλον τινὰ σκοπόν, περὶ δανείου πρὸς ἀντικατάστασιν τῆς παρούσης Ἐθνικῆς Τραπέζης μετὰ δωδεκαετίαν πρὸ πάντων, καὶ ἰδίως, ὅπως δοθῇ εἰς τὴν Πιστωτικὴν Τράπεζαν ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ἐν Ἑπτανήσῳ· οὕτω βλέπομεν ἐγκαινιζομένην τὴν ἔναρξιν αὐτῆς τῆς ἐργασίας. Παρέρχονται ἡμέραι, κατατρίβεται ὁ καιρός, ὅστις εἶναι πολύτιμος εἰς τὰ τοιαῦτα· εἰς τὰ τοιαῦτα τὸ πᾶν ἤρτηται ἐκ τῆς ἐπιτυχίας τῆς πρώτης ἐμφανίσεως τῶν προτάσεων, ἐὰν ἦναι σοβαραί, διότι ὁ περιορισμὸς τῶν προτάσεων, εἰς ἐκεῖνα μόνα, τὰ ὁποῖά τις πρὸ πάντων ἐπιδιώκει, ἀποτελεῖ τὸν κύριον ὅρον τῆς ἐπιτυχίας· ἅμα προστίθενται πάρεργα, ἅμα προστίθεταί τι παράσιτον, ἐννοεῖται, ὅτι τοῦτο καταθλίβει τὸ κύριον. Καὶ οὕτω συνέβη τῷ ὄντι, διότι παρέρχονται ἡμέραι ἀπὸ τῆς 10 μέχρι τῆς 30 Ὀκτωβρίου, ὅτε πρώτην φορὰν ἀναγγέλλει ὁ διευθυντὴς τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης, ὅτι ἀπέτυχε, καὶ ἀποτυχὼν, καταθέτει τὴν ἐντολήν. Τότε, μετὰ τὴν ἀποτυχίαν, πρὸς ἐπανόρθωσιν τῶν γενομένων, καλεῖται ὁ κ. Συγγρός· ὁ κ. Συγγρός, ἐρχόμενος νὰ ἐπανορθώσῃ τὰ πλημμελῶς γινόμενα, τὰ ἐκτραγῳδηθέντα ἀτόπως καὶ ἀσκόπως, διπλῆν ἀπαντᾷ δυσκολίαν. Εἰς τοιαύτας πράξεις τὸ πᾶν εἶναι ἡ ἐμπνεομένη ὑπόληψις, ὡς ἐκ τῆς σοβαρότητος τῶν προτεινομένων· τὸ πρῶτον σφάλμα συνεπάγεται μεγάλας συνεπείας, καὶ ἡ διόρθωσις ἐπιβάλλει νέαν ἐργασίαν, πολὺ δεινοτέραν τῆς πρώτης, οὐχ ἧττον ὁ κ. Συγγρός, ὅστις ἔχει μεγάλην πεῖραν εἰς τὰ τοιαῦτα, ὅστις ἔχει μεγάλην ὑπόληψιν καὶ πολλὰς σχέσεις, ὅστις βέβαια παρ’ ἡμῖν καθίσταται κατὰ ταῦτα λίαν χρήσιμος, ὡς καὶ ἐν πολλαῖς ἄλλαις, δὲν ἀπεδειλίασε καὶ προέβη νὰ ἀνεύρῃ τὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα δὲν ἠδυνήθη νὰ προσελκύσῃ ἡ πιστωτικὴ, συμφύρουσα ἄλλας τινὰς προτάσεις παρασίτους. Ἀνέλαβε τὸ ἔργον ὁ κ. Συγγρὸς μετὰ θάῤῥους, καὶ συνάμα ἐβάδισε μετὰ πολλῆς δεξιότητος, ἐντὸς ὀλίγου δὲ ἠμπόρεσε νὰ εὕρῃ κεφάλαια οὐχὶ ἀνάλογα πρὸς τὸ ζητούμενον ποσόν, ἀλλὰ κεφάλαια σπουδαῖα ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε ἐθεωρήθη, ὅτι ἡ πρότασις αὐτοῦ εἶναι σοβαρὰ καὶ ἀξία κατὰ τὸ παρὸν ν’ ἀποτελέσῃ τὸ θέμα τῆς προκειμένης συμβάσεως. Προβαίνει ὅμως ὁ κ. Συγγρός, πιστεύων, ὅτι δὲν στερεῖται ἐνταῦθα τῆς ἀρωγῆς τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης διὰ ποσὸν σπουδαῖον, καὶ πιστεύων, ὅτι ἔχει τὴν ἀρωγὴν ταύτης, εἶναι ἕτοιμος ἐπὶ τέλους νὰ φέρῃ ἀποτέλεσμα καὶ νὰ ὑποβάλῃ αὐτὸ εἰς τὴν κυβέρνησιν, παρ’ ἧς ἔλαβε τὴν ἐντολήν. Τί μανθάνει δὲ κατὰ τὴν τελευταίαν ὥραν; μανθάνει, ὅτι αὐτὰ, ἡ συνδρομὴ ἧς πιστωτικῆς δὲν ἦτο καθαρὰ συνδρομὴ πρὸς παροχὴν ἐκείνου τοῦ ποσοῦ, διὰ τοῦ ὁποίου ἔμελλε ν’ ἀποτελεσθῇ τὸ ὅλον τῶν 40,000,000, ἀλλ’ ἦτο παροχὴ ὑπὸ ὅρον, καὶ ὅρον ὅλως ξένον εἰς τὴν ὑπόθεσιν.
§59ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Καὶ ἡ Ἐθνικὴ αὐτὸ ἔκαμεν.
§60ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Θέλω σᾶς ἐξηγήσει καὶ περὶ τῆς Ἐθνικῆς, ἀλλὰ θέλει ἔλθει ἡ ὥρα, διότι δὲν ἐννοῶ νὰ μεταχειρισθῶ καὶ ἐγὼ τὸ σχῆμα τῆς ἀποσιωπήσεως. Ἀλλὰ ὅ,τι καὶ ἂν ἔπραξεν ἡ Ἐθνικὴ, δὲν εἶναι λόγος νὰ μὴ ἐξετάσωμεν, ποῖα κωλύματα παρενέβησαν μεχρισοῦ προέλθουν τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν, καὶ αὐτὰ τὰ ἀποτελέσματα ἐξετάζομεν διττῶς, καὶ ὡς ἐκ τῶν αἰτίων, ἐξ ὧν παρήχθησαν, καὶ κατὰ τὴν ἀξίαν τῶν παραχθέντων. Ἡ συνδρομὴ, τὴν ὁποίαν ἡ Πιστωτικὴ ὑπόσχεται, εἶναι συνδρομὴ ὑπὸ ὅρον,.... ὡς παρατήρησιν ἀλλότριον πρὸς τὴν ὑπόθεσιν, ἐσκόπει τουτέστι τὴν ἀπόκτησιν ἰδιαιτέρου τινὸς πλεονεκτήματος. Καὶ τοῦτο ἐτάραξε βεβαίως τὸν κ. Συγγρὸν, ἐτάραξεν αὐτὸν, ὅστις ἐβάδιζε νομίζων, ὅτι ἔχει διαθέσιμον αὐτὸ τὸ ποσὸν, διὰ νὰ συμπληρώσῃ τὰ 40,000,000, καὶ εὑρίσκει, ὅτι αὐτὸ τὸ ποσὸν δὲν εἶναι ἐλεύθερον ὅρου καὶ αἱρέσεως, ἀλλ’ ὅτι εἶνε ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει εἰς αὐτὸν ἄλλην βαρυτέραν ἐργασίαν, εἰς ἣν αὐτὸς δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπαρκέσῃ· βλέπει προσέτι, ὅτι ὁ ὅρος αὐτὸς δὲν ἦτο ἄγνωστος εἰς τὴν κυβέρνησιν, διότι ἀνεκοινοῦτο εἰς αὐτὸν τὴν 18 Νοεμβρίου, ἐνῷ προϋπῆρχε πρὸ τῆς 12 Νοεμβρίου. Ὅτε ἀνέλαβε τὴν ἐντολήν, ἦλθεν εἰς ἐξηγήσεις, παρέστησε τὰ σχέδιά του, καὶ ἐν τούτοις οὐδεὶς εἶπεν εἰς αὐτὸν, ὅτι μέλλει ν’ ἀναλάβῃ καὶ ἄλλο φορτίον, τὸ νὰ ἐπιτύχῃ ἡ Πιστωτικὴ Τράπεζα ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐζήτει· εὑρίσκεται τοιουτοτρόπως εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προχωρήσῃ, ἄνευ τῆς συνδρομῆς τῆς Πιστωτικῆς. Καὶ ἐδῶ ἔρχεται ἡ παρέμβασις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, διὰ νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα. Εὑρίσκομαι ὅμως ἐν ἄλλῃ ἀπορίᾳ, περὶ τῆς ὁποίας βεβαίως ὁ κ. Συγγρὸς δὲν ἦτο εἰς κατάστασιν νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις, εὑρίσκομαι ἐν τῇ ἑξῆς ἀπορίᾳ. Διατί ἡ κυβέρνησις, ἥτις ἔδιδε τοιαύτην ἐντολὴν καὶ ἐγνώριζε τὴν ἀθέτησιν τῆς συνδρομῆς, διὰ ποίαν αἰτίαν ποσῶς δὲν ἐμερίμνα καὶ περὶ ἄλλης τραπέζης, δὲν ἐμερίμνησε καὶ περὶ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης, ἡ ὁποία ἦτο ἐπίσης εἰς κατάστασιν νὰ δώσῃ τοιαύτην συνδρομήν; καὶ νὰ δώσῃ μάλιστα ἀνωτέραν συνδρομὴν, διότι ἠδύνατο νὰ δώσῃ δάνειον πρὸς ἓν τοῖς ἑκατὸν ἐκ μεταλλικοῦ καὶ τραπεζικῶν γραμματίων. Ἀλλὰ καὶ ἐκείνη ἔθετεν ἕνα ὅρον, τοῦ νὰ μὴ δοθῇ εἰς ἄλλην τράπεζαν ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ἐν Ἑπτανήσῳ. Ἡ κυβέρνησις εὑρίσκετο ἐν μέσῳ τοῦ ἀνταγωνισμοῦ, ἔνθεν μὲν τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης, ἡ ὁποία ἔλεγε, λαμβάνω μέρος εἰς τὸ δάνειον, ἀλλὰ ὑπὸ τὸν ὅρον, τὸν ὁποῖον σᾶς εἶπον, ἔνθεν δὲ τῆς Τραπέζης τῆς Ἰονικῆς, ἡ ὁποία ἔλεγεν, ἐγὼ δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ λάβω μέρος εἰς αὐτὸ τὸ δάνειον, οὔτε ἀπαιτῶ τοιούτους ὅρους· ἐγὼ παρέχω δάνειον ἐπὶ τῷ ὅρῳ νὰ μὴ δοθῇ εἰς ἄλλον ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, πρὸς 1%. Διὰ ποίαν αἰτίαν νὰ μὴ προτιμήσῃ ἡ κυβέρνησις τὸ δάνειον αὐτὸ πρὸς 1% ἐπὶ τῷ ἀβλαβεῖ ὅρῳ; Ἐνόμιζεν, ὅτι ἦτο συμφερώτερον διὰ τὸ κράτος νὰ λάβῃ τὴν συνδρομὴν τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης, ἥτις τοσαῦτα παρενέβαλε πρὸ κόμματα εἰς τὸ δάνειον, ἀντὶ νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν εὐόδωσιν αὐτοῦ; Διότι αὐτὸ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον παρεῖχεν ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ δοθῇ εἰς αὐτὴν πλεονέκτημα ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἔφερε πάντοτε τὴν κυβέρνησιν εἰς τὴν δύσκολον θέσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν παραδοχὴν αὐτοῦ. Ἐβάδισαν λοιπὸν τοιουτοτρόπως τὰ πράγματα, καὶ τότε, βλέπων ὁ κ. Συγγρὸς, ὅτι ἀπετύγχανε, μὴ βοηθούμενος ὑπὸ τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης, ἐζήτησε τὴν συνδρομὴν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Τότε μόνον εἶπεν ἡ κυβέρνησις εἰς τὸν κ. Συγγρὸν, διότι ἐκείνας τὰς ἡμέρας συνεζητεῖτο καὶ ἡ σύμβασις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὅτι ἠδύνατο νὰ τὸ ζητήσῃ παρ’ αὐτῆς, καὶ νὰ τὸ ζητήσῃ, ὅπως φανῇ καὶ αὐτὴ πρόθυμος εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ κράτους, ἐνῷ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐδίδετο, δυνάμει τῆς συμβάσεως, δὲν ἐφαίνετο ἀποχρῶν, ἐπαρκὲς εἰς τὰς ἀνάγκας. Ἐζητήθη λοιπὸν παρὰ τῆς τραπέζης, καὶ ἡ τράπεζα εἶχε μεγάλους δισταγμοὺς περὶ τούτου, ἐπὶ τέλους ὅμως ἐνέδωκεν· ἐνέδωκεν ἡ διοίκησις τῆς τραπέζης ἐπ’ ἐλπίδι, ὅτι τὸ συμβούλιον τῆς τραπέζης δὲν ἤθελεν ἀποδοκιμάσει· ἦλθε δὲ τὸ ὑπουργεῖον εἰς τὴν Βουλὴν, πρὶν ἀκόμη λάβῃ παρὰ τῆς τραπέζης ἔγγραφον, πρὶν βεβαιωθῇ, ὅτι ἡ τράπεζα ἡ Ἐθνικὴ ἔμελλεν ὁριστικῶς νὰ χορηγήσῃ αὐτὴν τὴν συνδρομὴν, πρὸς ἀπαρτισμὸν τῶν 40 ἑκατομμυρίων. Καὶ ἤμην εἰς ἄκραν ἀπορία, εὑρεθεὶς πράγματι μεταξὺ τῶν συναδέλφων μου τῆς ἐπιτροπῆς τῶν οἰκονομικῶν, πῶς ἐβεβαίωσεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἀπὸ τοῦ βήματος πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο τετελεσμένον καὶ τὸ ὁποῖον δὲν ὑπεβλήθη εἰς τὸ Συμβούλιον, διότι γνωρίζετε κάλλιστα, ὅτι οἱ Διοικηταὶ τῆς Τραπέζης δὲν δύνανται νὰ ἀποφασίσουν μόνοι, οὐδὲ νὰ ἐκτελέσουν οἱανδήποτε πρᾶξιν ἔκτακτον, οὐχὶ τακτικὴν, ἀλλὰ πρᾶξιν νέαν, συνεπείᾳ ὑποχρεώσεων, μὴ προβλεπομένην ὑπὸ τοῦ καταστατικοῦ, πρὶν ἐγκριθῇ ὑπὸ τοῦ συμβουλίου, τὸ δὲ συμβούλιον οὔτε συνεκλήθη, οὔτε εἶχεν εἴδησιν· καὶ δικαίως εἶπον τότε εἰς ὅλους, ὅτι ἀπορῶ πῶς ἔγεινεν αὐτὴ ἡ βεβαίωσις καὶ σᾶς ἔδωκε πίστιν ὁ κ. πρωθυπουργὸς, πρὶν ἀκόμη λάβῃ ἔγγραφον παρὰ τῆς Τραπέζης, τὸ ὁποῖον νὰ διαλαμβάνῃ τὴν ὑποχρέωσιν. Καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς Γόρτυνος ἐποίησεν ὀρθῶς τὴν παρατήρησιν ταύτην καὶ ὀρθῶς εἶπεν, ὅτι, ὅταν δίδηται ὑπόσχεσις, πρέπει νὰ στηρίζηται εἰς ἔγγραφον, διότι τότε ἡ ὑπόσχεσις εἶναι κατηρτισμένη. Ἀλλὰ τὸ ὑπουργεῖον ἐνόμισεν, ὅτι ἀρκεῖ ἡ προφορικὴ ἐξήγησις, ἣν ἔλαβε μετὰ τοῦ Διοικητοῦ.—Ἐγὼ βέβαια δὲν ἤμην παρὼν, ὅτε ἐγένετο ἡ ἐξήγησις, ἀλλὰ γνωρίζω ἄλλο τι, τὸ ὁποῖον ἐπεθύμουν νὰ γνωρίζῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ τὸ ὁποῖον συσχετίζεται ὡς πρὸς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον μέλλει νὰ χορηγήσῃ ὁ ἀναδεχθεὶς αὐτὸ τὸ δάνειον διὰ τῆς συμβάσεως. Ἠκούσατε, ὅτι τὸ δάνειον αὐτὸ φιλονεικεῖται πράγματι πόσον εἶναι· ἐκ τῆς συμβάσεως φαίνεται, ὅτι ἡ ὁμὰς ἀναλαμβάνει 40,000,000 πραγματικὰ, ἀλλ’ ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς αὐτὴν νὰ μὴ συμπληρώσῃ τὰ 15,000 000 τοῦ προϋπάρχοντος προσωρινοῦ δανείου, καὶ ὡς ἐκ τούτου δικαιολογεῖται τὸ συμπέρασμα, ὅτι δὲν εἶναι πραγματικὰ, 40,000,000, ἀλλὰ μόνον 25,000,000, ἀφαιρέσει τῶν 15,000,000 ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶνε διακριτικὰ, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ συμψηφισθοῦν ἀπέναντι τῶν ἐντόκων γραμματίων, τῶν δοθέντων εἰς ἀσφάλειαν τοῦ προσωρινοῦ δανείου. Γνωρίζομεν, ὅτι ἐξ αὐτοῦ τοῦ προσωρινοῦ δανείου τὰ 10,000,000 ἀνεδέχθη ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ν’ ἀποδώσῃ δι’ ἑνὸς δανείου, τὸ ὁποῖον ὅμως εἶναι τυχαῖον, δὲν εἶναι ὑποχρεωτικὸν οὔτε διὰ τὴν Κυβέρνησιν. Μένουν λοιπὸν πράγματι 25 ἑκατομμύρια, ἐξ ὧν 6 ἑκατομμύρια τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ὥστε ποσῶς δὲν ἔσφαλεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου, ὅταν εἶπεν, ὅτι οἱ συμβαλλόμενοι παρέχουν μόνον 19 ἑκατομμύρια, ὅτι τὸ μέταλλον, τὸ ὁποῖον μέλλουν νὰ δώσουν, εἶναι 19 ἑκατομμύρια, διότι τὰ 6 ἑκατομμύρια δίδει ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, καὶ οὕτω γίνονται 25 ἑκατομμύρια· μένουν δὲ καὶ ἄλλα 15 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα εἶναι διακριτικά. Λοιπὸν ἡ Τράπεζα ὑπεσχέθη 6 ἑκατομμύρια· πῶς ὑπεσχέθη ταῦτα; Ὡς προηγουμένως παρετήρησα, δὲν ἤμην παρὼν κατὰ τὴν διαπραγμάτευσιν μεταξὺ τῆς Διοικήσεως τῆς Τραπέζης καὶ τοῦ Ὑπουργείου, γνωρίζω μόνον ὅσα ἡ Διοίκησις ἀνεκοίνωσεν εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Τραπέζης, καὶ αὐτὰ τὰ γνωρίζω ἐπισήμως, διότι ὡς σύμβουλος ἔδωκα καὶ ἐγὼ τὴν ψῆφόν μου. Ἀλλ’ εἰς τὸ συμβούλιον ἀνεκοινώθη ἁπλῶς, ὅτι ἐζητήθη παρὰ τῆς Τραπέζης νὰ λάβῃ καὶ αὐτὴ μέρος ποσοῦ τινος, τὸ ὁποῖον ἡ Τράπεζα νὰ ὁρίσῃ, εἰς αὐτὸ τὸ συναπτόμενον δάνειον· καὶ σκέψεως γενομένης, ἀπεφασίσθη τὸ ποσὸν τῶν 6,000,000. Πῶς ἔμελλον νὰ λάβουν αὐτὸ τὸ ποσὸν τῶν 6 ἑκατομμυρίων; ἄλλο ζήτημα, περὶ οὗ οὐδεμία ἐδόθη ἐξήγησις. Καὶ κατ’ ἐμὲ, δὲν ἔχω τὴν ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν, ὅτι εἰς οὐδενός ὑπουργοῦ τὸν νοῦν τότε ἐπῆλθε νὰ θέσῃ οἱονδήποτε περιορισμὸν εἰς τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἡ Τράπεζα ἔμελλε νὰ λάβῃ μέρος εἰς αὐτὸ τὸ δάνειον, καὶ τὸ ὑποθέτω τοῦτο ἐκ τῶν ἑξῆς, διότι μετ’ ὀλίγον, ἂν δὲν λανθάνωμαι, τὴν ἀκόλουθον ἡμέραν, ἢ μετὰ δύω ἡμέρας — δὲν δύναμαι νὰ τὸ βεβαιώσω ἀκριβῶς — ἡ σύμβασις εἰσέτι δὲν εἶχεν ὑπογραφῆ, παρευρέθην εἰς τὴν Τράπεζαν, ὅτε ἦλθεν ὁ κ. Συγγρὸς, ζήτησα μάλιστα νὰ λάβω καὶ ἐγὼ μέρος εἰς τὴν διάσκεψιν αὐτήν. Ἦσαν λοιπὸν οἱ τρεῖς Διοικηταὶ καὶ ὁ κ. Συγγρός· ὁ κ. Συγγρὸς εἶπεν, ὅτι μανθάνω παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἢ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, μανθάνω, ὅτι ἡ Τράπεζα λαμβάνει μέρος 6 ἑκατομμυρίων εἰς αὐτὸ τὸ δάνειον· ἦλθον λοιπὸν νὰ συνεννοηθῶ μὲ τὴν Τράπεζαν, διὰ νὰ λάβω παρὰ τῆς Τραπέζης τὴν ὁριστικὴν ὑπόσχεσίν της, διότι, ἐὰν δὲν λάβω αὐτὴν τὴν ὁριστικὴν ὑπόσχεσιν παρὰ τῆς Τραπέζης, δὲν εἶμαι εἰς κατάστασιν νὰ ὑπογράψω τὴν σύμβασιν. Λοιπὸν, κύριοι, σᾶς ἐρωτῶ, εἶχε δίκαιον νὰ βεβαιώσῃ τοῦτο τὸ ὑπουργεῖον; ἐγνώριζεν, ὅτι ὁ κ. Συγγρὸς δὲν ἠδύνατο νὰ ὑπογράψῃ τὴν σύμβασιν, πρὶν λάβῃ τὴν ὑπόσχεσιν τῆς Τραπέζης. Ὑπῆρξαν ὅμως ἀντιῤῥήσεις τινὲς ἐκ μέρους τῶν Διοικητῶν τῆς Τραπέζης, καὶ συνετέλεσα μάλιστα εἰς τὴν ἐξομάλυνσιν αὐτῶν, καὶ τοὺς ἔπεισα αὐθωρεὶ νὰ συντάξωσι τὸ ἔγγραφον πρὸς τὸν κ. Συγγρὸν, ὥστε οὐδὲ τὸ παραμικρὸν νὰ παρεμβληθῇ πρόσκομμα, οὐδὲ ἡ ἐλαχίστη νὰ γείνῃ ἀναβολή. Ἤδη σᾶς ἐρωτῶ, πῶς συμβιβάζονται ταῦτα πρὸς τὰς ἐξηγήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν ἐδῶ; Ἀλλ’ ἐγὼ θέλω δώσει τὴν ἐξήγησιν τούτων, βέβαια κατὰ πᾶσαν πιθανότητα. Ἐνθυμεῖσθε ἀρχικῶς, ὅτι τὸ πρῶτον μέλημα τοῦ παρόντος ὑπουργείου, ἅμα τῇ ἐγκαθιδρύσει αὐτοῦ, ἦτο νὰ ζητήσῃ τὴν παρὰ τῆς ἐθνικῆς τραπέζης μεταβολὴν τῆς συμβάσεως, τῆς γενομένης παρὰ τοῦ προκατόχου. Περὶ τοῦ τοιούτου ἔγειναν διάφοροι συσκέψεις, καὶ συνεκλήθησαν ὁμοῦ ἐνώπιον τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ ἢ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν οἰκονομικῶν, νομίζω ὅμως ἐνώπιον τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ, συνεκλήθησαν οἱ διοικηταὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ ὁ διευθυντὴς τῆς Πιστωτικῆς, ὅπως ὁμοῦ συσκεφθῶσι περὶ τούτου καὶ περὶ δανείων· παρέστησε δὲ τότε ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ παραχωρήσῃ προνόμιον πρὸς σύστασιν Τραπέζης ἐν Ἠπειροθεσσαλίᾳ, ἐν ἐπαρχίαις, μὴ ἀνηκούσαις εἰς τὸ ἑλληνικὸν κράτος, διότι τὸ τοιοῦτον δὲν ἐθεώρει ἀξιοπρεπές. Αὕτη ἦτο ἡ πρώτη σκέψις. Ἡ Τράπεζα ἡ Ἐθνικὴ, μὴ θέλουσα νὰ παρεμβάλῃ πρόσκομμα εἰς τὴν συνομολόγησιν δανείου, καθ’ ὅσον ἐλέγετο, ὅτι τοῦτο ἔμελλε νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν εὕρεσιν δανείων, ἡ Τράπεζα δὲν ἐδυσχέραινε νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν Ἤπειρον καὶ Θεσσαλίαν. Ἔκρινεν, ὅτι ἀπόκειται εἰς τὴν κυβέρνησιν, ἂν νομίζῃ ὅτι συμφέρει εἰς τὸ κράτος, νὰ ἐπεκτείνῃ καὶ ἐκεῖ τὸ προνόμιόν της, ἐὰν ὅμως ἡ ἑλληνικὴ κυβέρνησις ἴδῃ, ὅτι δὲν συμβιβάζεται μὲ τὰ συμφέροντα τοῦ κράτους, ἐνόμισε μάταιον νὰ ἐπιμένῃ εἰς τοιαύτην ἀξίωσιν· δέχομαι εἶπε νὰ ἐξαιρεθῇ ἡ Ἤπειρος καὶ Θεσσαλία. Καὶ ἐξαιρεῖται οὕτω, ἡ Ἤπειρος καὶ Θεσσαλία. Φαίνεται, ὅτι ὑπῆρξεν ὁ ἀντεραστής, καὶ ἐδῶ συμβαίνει τὸ κωμικὸν δρᾶμα, τὸ ὁποῖον πολλάκις παρίσταται, ἐνῷ φαίνεται, ὅτι ἔφθασεν εἰς τὸ τέρμα ὁ ἐραστής, αἴφνης ἐμφανίζεται ὁ ἀντεραστής, ὅστις τὰ πάντα ἀνατρέπει. Ἀναφαίνεται λοιπὸν ὁ ἀντεραστὴς εἰς τὸ μέσον, δηλαδὴ ὁ ἄλλος μνηστὴρ τῆς Ἠπείρου καὶ Θεσσαλίας. Βλέπετε, ὅτι καὶ εἰς τὰς προτάσεις καὶ εἰς τὴν ἐντολὴν, ἡ ὁποία ἐδόθη πρὸς εὕρεσιν τοῦ δανείου ἐν Παρισίοις, συμπεριλαμβάνεται ἡ Ἤπειρος καὶ ἡ Θεσσαλία. Ὁ κ. Συγγρὸς ὅμως εἶναι ἐν πλήρει ἀγνοίᾳ τῆς ἄλλης ἀξιώσεως περὶ ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐν Ἑπτανήσῳ. Ἐν τῷ μεταξὺ ἔγεινεν ἡ ψήφισις τῆς παρατάσεως τοῦ προνομίου τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, καὶ ὅτε ἔμαθεν ὁ κ. Συγγρὸς ὅτι ὑπάρχει ἄλλη ἀπαίτησις τῆς Πιστωτικῆς, ἐπέρχεται ἡ ῥῆξις μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης· λόγῳ δὲ αὐτῆς τῆς ῥήξεως ἡ Πιστωτικὴ ἀρνεῖται ν’ ἀναλάβῃ μέρος εἰς τὸ δάνειον. Ἀλλά, διὰ νὰ μὴ δείξῃ καὶ εἰς τὸ κοινὸν καὶ εἰς τὴν κυβέρνησιν, ὅτι ἀρνεῖται νὰ δώσῃ συνδρομὴν εἰς τὸ δάνειον, ἀποχωρεῖ μὲν ἀπὸ τῆς συμβάσεως τοῦ κ. Συγγροῦ, καὶ λαμβάνει κεχωρισμένην θέσιν, προσφέρουσα διὰ τὸ δάνειον ἀνεξαρτήτως 5,000,000· ἰδοὺ ἡ ἄλλη περιπέτεια αὐτοῦ τοῦ δράματος. Λαμβάνει κεχωρισμένην θέσιν καὶ λέγει, ἐγὼ προσφέρω 5,000,000 πραγματικὰ δι’ αὐτὸ τὸ δάνειον ἀνεξαρτήτως τῆς συμβάσεως, ἡ ὁποία μέλλει νὰ συναφθῇ μετὰ τοῦ κ. Συγγροῦ, καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ σύμβασις τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης. Ἀλλ’ ἐνῷ τὰ 5,000,000 προσφέρει ἐσχάτως, ἔπαθεν ἄλλο ἀπροσδόκητον, τὴν στέρησιν τῶν ὠφελειῶν τῆς συμβάσεως, ὡς συνέπειαν τῆς συγκρούσεως· εὑρέθη λοιπὸν ἐκτὸς τοῦ ὠφελήματος τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ καὶ ἐκτὸς τοῦ ὠφελήματος τῆς Τραπέζης, τῆς συστηθησομένης ἐν Ἠπείρῳ καὶ Θεσσαλίᾳ. Τοῦτο σχεδὸν ἦτο πικρὸν, νὰ εὑρεθῇ ἐκτός· καὶ διὰ ν’ ἀποζημιωθῇ δι’ αὐτὴν τὴν ἀποτυχίαν, ἔφερεν ἐκεῖνον τὸν ὅρον τῆς συμβάσεως τῆς Πιστωτικῆς, ὅτι θέλει λάβει αὐτὰς τὰς ὁμολογίας κατὰ τὴν τιμὴν, ἡ ὁποία ἐντὸς 2 μηνῶν θέλει ἀναφανῇ ἐκ τῶν ἐγγραφῶν μέχρι 5,000,000, καὶ ἂν δὲν ἀναφανῇ τιμὴ ἐντὸς 2 μηνῶν, τότε μεταξὺ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ διευθυντοῦ τῆς Πιστωτικῆς, κεκλεισμένων τῶν θυρῶν, θὰ προσδιορισθῇ ἡ ἀξία αὐτῶν τῶν ὁμολογιῶν. Αὐτὴ ἦτο ἡ ἀποζημίωσις, τὴν ὁποίαν ἐσκέφθη νὰ λάβῃ, διὰ ν’ ἀναπληρώσῃ ἐκείνην τὴν ἀποτυχίαν, διότι ἀπεκλείσθη τῆς ἑορτῆς, τὴν ὁποίαν ὑπόσχεται ἡ σύμβασις τοῦ κ. Συγγροῦ, ἢ ἐκείνου τοῦ συμποσίου, ὅπως θέλετε ὀνομάσατέ το. Ἐνῷ δὲν προσκαλεῖται εἰς ἐκεῖνο τὸ συμπόσιον, μανθάνει ἡ Πιστωτικὴ, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα προσφέρει τὰ 6,000,000 καὶ εἰσέρχεται αὐτὴ κατὰ πρόσκλησιν τοῦ κ. Συγγροῦ, ὅστις φέρει εἰς πέρας τὸ ἔργον του· διότι, ἀφοῦ ἔδωκε τὴν ὑπόσχεσιν εἰς τὸν κ. Συγγρὸν ἡ Τράπεζα, τότε ἠδυνήθη οὗτος νὰ ὑπογράψῃ τὴν σύμβασιν μετὰ τῆς Κυβερνήσεως. Προηγήθη ἡ ὑπόσχεσις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἡ δὲ ὑπογραφὴ τῆς συμβάσεως ἦλθε κατόπιν· δὲν βλέπω ἐδῶ τὴν ἡμερομηνίαν. Εἰς τὰς 13 εἶναι, νομίζω· τὸ νομοσχέδιον.
§61ΤΙΝΕΣ. Εἰς τὰς 16.
§62ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Μάλιστα· εἰς τὰς 4 Δεκεμβρίου εἶναι ἡ σύμβασις. Λοιπὸν ὁ κ. Συγγρός, ἐνθυμοῦμαι, εἶχε παρέλθει ἡ μεσημβρία, ἔλεγεν, ἐὰν δὲν μοὶ στείλητε ἐντὸς μιᾶς ὥρας τὴν ὑπόσχεσιν παρὰ τῆς Τραπέζης, ὅτι λαμβάνει μέρος, ἐγὼ θεωρῶ, ὅτι ἀπέτυχε τὸ δάνειον, καὶ δὲν ὑπογράφω τὴν σύμβασιν. Ἀμέσως καλοῦνται οἱ ὑπάλληλοι, ἐργάζονται, συντάσσεται τὸ ἔγγραφον, στέλλεται εἰς τὸν κ. Συγγρὸν, καὶ συνεπείᾳ αὐτοῦ τοῦ ἐγγράφου, ὁ κ. Συγγρὸς ὑπογράφει τὴν σύμβασιν. Λοιπὸν ἡ ὑπογραφὴ τῆς συμβάσεως ἦτο συνέπεια τῆς ὑποσχέσεως, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ἡ Τράπεζα τοῦ νὰ λάβῃ μέρος εἰς αὐτὴν τὴν σύμβασιν, ὥστε δι’ αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ ν’ ἀποτελεσθῶσι τὰ 40 ἑκατομμύρια, διότι, ἄνευ αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ, δὲν ἠδύναντο ν’ ἀποτελεσθῶσιν. Ὥστε, ἐὰν ἦτο εἰς τὸν νοῦν τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἔμελλε νὰ λάβῃ τὰ 6 ἑκατομμύρια, ἐκτὸς τῶν 40 ἑκατομμυρίων, δὲν ἤθελε τὰ λάβει παρὰ τοῦ κ. Συγγροῦ, ἀλλ’ ἤθελε λάβει τὰ 34 ἑκατομμύρια, καὶ ἀφαιρέσει τῶν 15 ἑκατομμυρίων, ἔμελλε νὰ ἦναι πάλιν 19 ἑκατομμύρια. Ἰδοὺ πῶς εἶναι τὰ πράγματα.
§63Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅπως τὰ ὑποθέτεις.
§64ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Δὲν δύναμαι νὰ τὸ ἀποδείξω, ἀρκεῖ, ὅτι τὸ βεβαιῶ, καὶ ὅταν βεβαιῶ τὸ πρᾶγμα, ἐλπίζω νὰ μὲ πιστεύσητε.
§65Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καλά.
§66ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἀλλὰ ἔχετε ἓν μέσον νὰ τὸ ἐξακριβώσητε· ἐξετάσατε τί εἶναι προγενέστερον, ἡ ὑπόσχεσις, ἢ ἡ σύμβασις;
§67Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν μᾶς ἐνδιαφέρει.
§68ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐκεῖ ἤθελα νὰ σᾶς φέρω, ἀφοῦ τὸ ἐκάματε κύριον ζήτημα καὶ ἐζητήσατε νὰ ἐκφρασθῶ καὶ ἐγὼ ἐντὸς τῆς Βουλῆς καὶ νὰ ἔλθῃ καὶ ὁ διευθυντὴς τῆς Πιστωτικῆς, ὁ ὁποῖος εἶναι βουλευτής, νὰ ἐκφρασθῇ· ἐκεῖ ἠθέλησα νὰ σᾶς φέρω, ὅταν ἀποδεικνύηται τὸ ἐναντίον, νὰ ὁμολογήσητε, ὅτι δὲν σᾶς ἐνδιαφέρει.
§69Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τί λέγετε σεῖς ἰδιαιτέρως, τί μὲ μέλλει ἐμένα;
§70ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐὰν ἐξακριβώσητε, τί εἶναι προγενέστερον, τότε ἀνακαλύπτετε τὴν ἀλήθειαν.
§71Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ ἠξεύρω τί εἶπον μὲ τὸν διευθυντὴν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τί εἴπομεν ὁμοῦ· τί εἴπετε σεῖς, δὲν μὲ ἐνδιαφέρει.
§72ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Καὶ ἰδοὺ πῶς ἦλθε τὸ πρᾶγμα! Μετὰ τρεῖς ἡμέρας ἔτυχε νὰ εὑρεθῶ πάλιν εἰς τὴν Τράπεζαν, ὅπου μανθάνω, ὅτι ἔγεινε λόγος περὶ τούτου, ὅτι ἔκαμε παρατήρησιν εἴτε ὁ κ. Κουμουνδοῦρος εἴτε ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ μᾶλλον ὑποθέτω ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ἔκαμε τὴν παρατήρησιν καὶ εἶπε, πῶς ἐλάβετε σεῖς μέρος εἰς τὴν σύμβασιν; Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν κατὰ νοῦν νὰ λάβητε μέρος εἰς τὴν σύμβασιν, ἀλλὰ χωριστὰ εἰς τὸ δάνειον, καὶ ὄχι εἰς τὴν σύμβασιν. Τότε πρώτην φορὰν ἔγεινε γνωστὴ ἡ πρόθεσίς σας, καὶ ἀφοῦ ἔγεινε τότε πρώτην φορὰν γνωστή, δὲν εἶναι παρὰ φύσιν, οὕτως εἰπεῖν, νὰ εἴπῃ τις καὶ νὰ ὑποθέσῃ, ὅτι εἰσῆλθε πάλιν ὁ ἀντεραστὴς δι’ ἄλλης θύρας, ὅστις παρετήρησεν εἰς ὑμᾶς, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ λάβῃ μέρος εἰς αὐτὴν τὴν ἐπιχείρησιν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα. Διότι τί μέλλει νὰ συμβῇ ἐκ τούτου; Μέλλει νὰ συμβῇ, τὸ ἐννοεῖτε, τὸ ἐναντίον τοῦ ἐπιδιωκομένου· θέλει εὑρεθῆ καὶ αὐτὴ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἐν Ἠπείρῳ καὶ ἐν Θεσσαλίᾳ. Εἰσῆλθε τοιουτοτρόπως δι’ ἄλλης ὁδοῦ εἰς τὴν Ἤπειρον καὶ Θεσσαλίαν, ἐνῷ ἐπρόκειτο ν’ ἀποκλεισθῶσι τὰ μεθόρια, διὰ νὰ μὴ εἰσέλθῃ. Ἰδοὺ ποία εἶναι ἡ ἀλληλουχία τῶν περιπετειῶν καὶ εἰς τί ἀπολήγει ἡ παράστασις. Λέγω λοιπόν, ὅτι ὅλη αὐτὴ ἡ πλοκὴ καὶ αὐταὶ αἱ περιστροφαὶ καὶ ἡ ἐπιδίωξις σκοποῦ ὑπὲρ συμφέροντος, τὸ ὁποῖον ὀνομάζω παράσιτον, διότι κύριον θεωρῶ τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους, καὶ ἡ ἐνέργεια ὑπῆρξε τοιαύτη, ὥστε αὐτὸ τὸ παράσιτον συμφέρον νὰ καθήσῃ ἐπὶ τοῦ ὤμου τοῦ συμφέροντος τοῦ Κράτους, ὠθοῦν αὐτὸ δεξιᾷ καὶ ἀριστερᾷ ἐκτὸς τῆς ὁδοῦ καὶ ἐκτροχιάζον αὐτὸ, ἑωσοῦ ἐφθάσαμεν εἰς τοὺς ὄρους, τοὺς ὁποίους βλέπομεν. Ἔρχομαι τώρα καὶ εἰς τὴν ἐξέτασιν αὐτοῦ τοῦ κυριωτέρου ὅρου. Καὶ τωόντι ἦτο ὅλως ἀπροσδόκητον νὰ ἴδωμεν σύμβασιν δανείου ὑπὸ τοιοῦτον τύπον, ὑπὸ τὸν ὁποῖον ἐμφανίζεται, διότι ἠκούσατε τοὺς διαφόρους τύπους, τοὺς ὁποίους σᾶς ἐξέθηκεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Λακεδαίμονος. Μεταξὺ αὐτῶν τῶν τύπων, ἐκεῖνος, ὑπὸ τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ συνομολογηθῇ αὐτὸ τὸ δάνειον, δὲν εὑρίσκεται· εἶναι τύπος πρωτοφανής. Δέχομαι, ὅτι τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι πρωτοφανές, ἀλλὰ σύμβασις περὶ τούτου δὲν γίνεται εἰς δάνεια, οὕτω πως ἐκτελούμενα. Ὅταν πραγματεύηται ἡ Κυβέρνησις δάνειον μετὰ τραπεζίτου, δύναται νὰ διαπραγματευθῇ πολυτρόπως, εἴτε νὰ προσδιορισθῇ ἡ τιμὴ μετὰ τοῦ τραπεζίτου, εἴτε νὰ γείνῃ ἡ ἐγγραφὴ ἐπὶ ὡρισμένῃ τιμῇ, καὶ νὰ ἀναδεχθῇ τὴν διεξαγωγὴν τραπεζικὸς οἶκος, ἀναδεχόμενος τὸ ὑπόλοιπον, τὸ ὁποῖον δὲν ἐνεγράφη, καὶ τότε ὁ τραπεζίτης προκαταβάλλει· ὥστε αἱ προκαταβολαὶ δὲν εἶναι ἀσύνηθές τι. Εὑρίσκει τις παραδείγματα πλεῖστα γενομένων δανείων παρὰ Κυβερνήσεων, αἵτινες συνωμολόγησαν τὸ δάνειόν των μετὰ μεγάλου τραπεζικοῦ οἴκου, ὅστις προκατέβαλεν, ἀλλὰ εἰς ὅλα αὐτὰ τὰ δάνεια πάντοτε ἐκ προοιμίων ὡρίσθη ἡ τιμὴ τοῦ δανείου. Ἅμα δὲν ὁρίζεται ἡ τιμή, τότε τὴν πρᾶξιν αὐτὴν δύναμαι νὰ τὴν ὀνομάσω διὰ τοῦ ὀνόματός της κυβείαν· κῦβος εἶναι τρόπον τινὰ ὡσεὶ νὰ παίξωμεν τὴν τυφλομυῖαν, τὴν ὁποίαν οἱ ἀρχαῖοι ἐκάλουν «λευκὴν μυῖαν,» διότι καὶ οἱ ἀρχαῖοι ἔπαιζαν. Διατελοῦμεν ἐν τῷ σκότει, καὶ ἄγνωστον εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα· ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν τὸ ἐζήτησε καὶ ὑπὸ τὰς δύο ὄψεις. Ἐὰν δὲν λανθάνωμαι, εἶπεν, ὅτι διαφυλάττει εἰς ἑαυτὴν τὸ δικαίωμα ἡ ὁμὰς, ἡ προκαταβάλλουσα ἐν διαστήματι 22 μηνῶν νὰ προσκτήσηται τὰς ὁμολογίας ἀντὶ 68 καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ διάστημα. Καὶ λοιπὸν αὐτὸ τὸ δικαίωμα τὸ ἐπεφύλαξεν. Εἰς αὐτὸ τὸ διάστημα ἐνδέχεται νὰ συμβῇ ἢ τὸ μὲν ἢ τὸ δὲ, νὰ συμβῇ ὑπερτίμησις καὶ νὰ φθάσουν αἱ ὁμολογίαι μέχρι τῶν 85, ἢ νὰ γείνῃ ὑποτίμησις μέχρι τοῦ ἐλαχίστου. Ἐξετάζων τὴν πρώτην ἔποψιν· ἐὰν τὸ δάνειον ὑπερτιμηθῇ, εἶπε, τὸ εὔχομαι, καὶ δικαίως. Αὐτὸ εἶναι εἷς οἰωνὸς, ὅτι τὰ πράγματα εὐοδοῦνται ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἐπειδὴ ἀπὸ σήμερον ἡμεῖς ἐξεποιήσαμεν ἐπὶ τῇ τιμῇ τῶν 68 τὰς ὁμολογίας· τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι νὰ ὠφεληθοῦν ἄλλο, εἴτε οἱ προκαταβάλλοντες, εἴτε ἄλλοι κάτοχοι ἐκ τῆς ὑψώσεως, ἀλλ’ εἰς τὸ Κράτος οὐδεμία βλάβη ἐπῆλθεν. Αὐτὸ τὸ κέρδος παρῄτησεν ἀπ’ ἀρχῆς ἡ Κυβέρνησις καὶ ἀδιαφορεῖ, εἴτε ἡ ὁμὰς, εἴτε ἄλλοι τινὲς ἀπολαύσουν. Δὲν ἐξετάζω ἑπομένως αὐτὴν τὴν αἰσίαν ἔκβασιν, καὶ λέγω ὄχι μόνον κατὰ τὴν ἔποψιν, τὴν ὁποίαν εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ ἐν γένει ἡ ὕψωσις οὐδένα περιέχει κίνδυνον. Ἰδοὺ τὸ ἄλλο δάνειον, τὸ ὁποῖον ἐξεδόθη εἰς 372 καὶ ½ δραχμάς, ἔφθασε μέχρι τῶν 440. Λοιπὸν βλέπετε πόσα κερδίζουν οἱ κάτοχοι ἐκείνων τῶν ὁμολογιῶν, 40 καὶ 27½–67½ δραχμὰς ἐπὶ 500 δραχμῶν ἐν μικρῷ διαστήματι. Ἀπεναντίας εἶναι πολὺ καλὸν τοῦτο, διότι ἐδόθη ὑπόληψις εἰς τὴν πίστιν τῆς Ἑλλάδος. Αὐτὸ λοιπὸν δὲν εἶναι τὸ ἐπίφοβον, καὶ ἂν ἐπέλθῃ ὑπερτίμησις, ἔστω καὶ 1 φράγκου καὶ 60, νὰ ἦσθε βέβαιοι, ὅτι ἀμέσως θέλουν δηλώσει, ὅτι γίνονται κύριοι αὐτῶν τῶν ὁμολογιῶν μέχρι τοῦ ποσοῦ τῆς προκατοβολῆς τῶν 60 ἑκατομμυρίων ὀνομαστικῶν. Ἀλλέως εἶνε ὁ κίνδυνος, ἐὰν τὸ δάνειον ὑποτιμηθῇ. Δύναται βεβαίως τὸ δάνειον νὰ ὑποτιμηθῇ, ὅπως συμβαίνει εἰς τὰ ἄλλα ἔθνη. Ἡμεῖς ὅμως ἀπὸ σήμερον εἴμεθα βέβαιοι, ὅτι θέλει ὑποτιμηθῆ, διότι ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ ἦνε εἰς κατάστασιν, καὶ τοῦτο εἶνε βέβαιον ἀπὸ τοῦδε, δὲν εἶνε πρᾶγμα, περὶ τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ διστάσῃ τις· εἶνε βέβαιον ἀπὸ τοῦδε, ὅτι δὲν εἶνε εἰς κατάστασιν ν’ ἀποδώσῃ εἰς μέταλλον τὴν προκαταβολήν, διότι δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ πορισθῇ δι’ ἄλλου δανείου. Πῶς θέλει εὕρει τὸ ποσὸν τῶν 40 ἑκατομμυρίων; Μολονότι πρόκειται περὶ μέλλοντος, ἀπὸ τοῦδε δύναται νὰ προείπῃ τις τὸ συμβησόμενον, διότι ὑπάρχουν τὰ διδόμενα, διὰ νὰ ἐξηγήσωμεν τὰς συνεπείας. Ἅμα ὑποτιμηθῇ, δὲν ἔχει τὰ μέσα ἡ Κυβέρνησις νὰ πληρώσῃ τὴν προκαταβολήν· ἡ ὁμὰς δὲν θέλει δεχθῆ τὰς ὁμολογίας ἐπὶ τῇ τιμῇ τῶν 68, ἐνῷ δὲν εὑρίσκει οὔτε 60. Τί θέλει συμβῆ, ἐνῷ ἐδώκατε τὸ ἐνέχυρον; Καὶ κάλλιστα ἠρώτησεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Γόρτυνος, ποία εἶναι ἡ σημασία τοῦ ἐπὶ ἐνεχύρῳ δανείου; ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀπήντησεν ἀορίστως, ὡς νὰ ἠρωτᾶτο περὶ πράγματος, περὶ τοῦ ὁποίου δὲν εἶχεν ἀνάγκην τις νὰ λάβῃ γνῶσιν, καὶ εἶπεν, ὅτι εἶναι σχεδὸν ἐνέχυρον. Προσέθηκε λοιπὸν αὐτὸ τὸ «σχεδὸν,» τὸ ὁποῖον δὲν ὑπάρχει ἐν τῇ συμβάσει καὶ τὸ ὁποῖον δεικνύει, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν εἶναι ἐν πλήρει γνώσει τῆς συμβάσεως· πῶς ἄλλως δύναμαι νὰ τὸ ἐξηγήσω; Ἢ ὅτι ἔχει ἄλλην ἔννοιαν ἢ τὴν τοῦ κειμένου, διότι τὸ κείμενον λέγει ὄχι «σχεδὸν,» ἀλλὰ ὡς «ἐνέχυρον.» Λοιπὸν εἶναι αὐτὸ τοῦτο τὸ ἐνέχυρον καὶ ὄχι ἄλλο τι. Ἀφοῦ εἶναι ἐνέχυρον, ἐρωτᾷ ὁ κ. βουλευτὴς Γόρτυνος, ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἐκποιήσεως ἡ ὁμάς; Διότι ἐφθάσαμεν εἰς τὸν 22 μῆνα, ὅτε ὑπάρχει αὐτὴ ἡ ὑποτίμησις ἐνδεχομένη. Λόγῳ τῆς ὑποτιμήσεως χρήματα δὲν ἔχομεν, διὰ νὰ ἀποσύρωμεν τὰς ὁμολογίας, τί θέλομεν πράξει, ἐρωτᾷ ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Γόρτυνος, ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἐκποιήσεως ἡ ὁμάς; Καὶ πάλιν ἐδῶ τί πράττει ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν; σιωπᾷ. Ἐδῶ γίνεται χρῆσις τοῦ σχήματος τῆς ἀποσιωπήσεως, τὸ ὁποῖον εἶναι λίαν ῥητορικὸν σχῆμα, ἀλλὰ εἶναι ῥητορικὸν κατ’ ἐκεῖνον, ὅστις προκαλεῖται νὰ ἀπαντήσῃ, καὶ εἶναι ῥητορικὸν κατὰ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, δηλαδὴ εὑρέθη ἐν πλήρει ἀμηχανίᾳ. Καὶ ἐν τούτοις αὐτὴ ἡ ἀμηχανία ἀφῆκεν ἀπορίας εἰς τὸν νοῦν τοῦ κ. βουλευτοῦ Γόρτυνος, ἐνῷ, ὡς ἐννοεῖτε, διετέλεσε ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ εἶνε κάτοχος νομικῶν γνώσεων, οὐδὲ ἔπρεπε νὰ ἐρωτήσῃ ἄλλον, δὲν εἶχεν ἀνάγκην εἰμὴ νὰ ἐρωτήσῃ αὐτὸς ἑαυτόν, ποία εἶναι ἡ σημασία τῶν ἐνεχύρων. Ἐνέχυρον τάχα δὲν ὁρίζεται διὰ τοῦ νόμου τί σημαίνει; θέλετε τὸν γαλλικόν, θέλετε τὸν ἑλληνικόν, θέλετε οἱονδήποτε νόμον; καθ’ ὅλην τὴν ὑφήλιον δὲν ὑπάρχει νόμος, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ ὁρίζῃ ποία εἶνε ἡ σημασία. Ἡ σημασία εἶνε, ὅτι, παρελθούσης τῆς προθεσμίας, τὸ ἐνέχυρον μεταβάλλεται εἰς χρήματα δι’ ἐκποιήσεως. Δὲν ὁρίζετε τὸν τρόπον τῆς ἐκποιήσεως, ἀλλὰ αὐτὸ εἶνε πρὸς βλάβην τῆς ἑλληνικῆς κυβερνήσεως, διότι, ἐὰν ὁρίζοντες τὸν τρόπον, ἠθέλατε διαγράψει διαδικασίαν, ἥτις ἤθελε παρέχει ἐγγύησιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὥστε νὰ μὴ ἦνε δυνατὸν νὰ γείνῃ κατάχρησις αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος. Ὥστε ἀφίνετε αὐτοὺς ἐλευθέρους νὰ κάμουν χρῆσιν αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον παρακολουθεῖ, παρομαρτεῖ τὸ ἐνέχυρον, εἶνε ἀναπόσπαστον, διότι ἄνευ αὐτοῦ δὲν ἔχει οὐδεμίαν ἔννοιαν, εἶναι λέξις κενὴ καὶ οὐδὲν ἄλλο. Τὸ ἀφήκατε λοιπὸν ὅλως εἰς τὴν διάκρισιν τῆς ὁμάδος· ὥστε, ἐπωφελουμένη ἀπὸ τὴν περίστασιν αὐτὴν, δύναται νὰ ἐνεργήσῃ διὰ παντὸς τρόπου, καὶ μάλιστα ὅπως γίνεται εἰς τὸ Χρηματιστήριον τῶν Ἀθηνῶν, νὰ ἐκποιήσῃ τὰς ὁμολογίας εἰς πολὺ ὑποτετιμημένην τιμήν. Καὶ ἐννοεῖτε, δὲν τολμῶ νὰ τὸ εἴπω, καὶ νὰ τὸ εἴπω καὶ νὰ ἀποδώσω τοιαύτην πρόθεσιν εἰς τὸν κ. Συγγρόν, ἄπαγε, οὐδὲ λέγω, ὅτι καὶ ἡ λοιπὴ ὁμὰς προτίθεται νὰ μεταχειρισθῇ τοῦτο.
§73ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἀφοῦ εἶναι ἡ Τράπεζα ὁμοῦ, εἶναι μία ἐγγύησις τοῦτο.
§74ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἡ Τράπεζα ἠγόρασεν ἀπὸ τοῦδε τὰς ὁμολογίας· ὑποθέτω, ὅτι δὲν θὰ λάβῃ χώραν καμμία κατάχρησις, ἥτις εἶναι ἐνδεχομένη, ἀλλὰ καὶ ἄνευ αὐτῆς, ἰδοὺ τί εἶναι τὸ ἁπλούστατον. Ἐὰν ἐκτεθῶσι διὰ μιᾶς ὅλαι αὐταὶ αἱ ὁμολογίαι εἰς τὰ χρηματιστήρια, καὶ μάλιστα κατόπιν προκηρύξεων καὶ δημοσιεύσεων συγχρόνως εἰς πολλὰ χρηματιστήρια, τοῦ Λονδίνου, τῶν Παρισίων, δὲν λέγω τοῦ Ἀμστελοδάμου, διότι δὲν εἴμεθα ἐκεῖ δεκτοί, δὲν ἔχομεν ἐκεῖ καλοὺς φίλους, καὶ ἀκόμη ἐν Ἀλεξανδρείᾳ, ἐν Κωνσταντινουπόλει, διὰ μιᾶς, τί θέλει συμβῆ; Ἐκ τῶν ἀγοραστῶν δὲν εἶναι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, διότι αὐτὴ ἤδη ἠγόρασεν· ἀλλὰ δὲν ὑποθέτετε, ὅτι ἄλλος τις δύναται νὰ πράξῃ τοῦτο καὶ νὰ γείνῃ κύριος τῶν ὁμολογιῶν, ἀντὶ 50 καὶ 40; Νομίζετε, ὅτι τὸ ἐντεῦθεν κέρδος εἶναι μικρόν; Καὶ εἰς τοῦτο θέλομεν συντελέσει ἡμεῖς αὐτοὶ ἔτι μᾶλλον. Ἐὰν ἦτο μόνον αὐτὸ τὸ ποσὸν, διὰ τὸ ὁποῖον γίνεται ἡ προκαταβολὴ παρὰ τῆς ὁμάδος, τὸ κακὸν δὲν εἶναι τόσον σπουδαῖον, ὅσον γίνεται σοβαρὸν ἕνεκα τῶν ἄλλων συναφῶν ὅρων τῆς συμβάσεως· διότι, ἐνῷ ἔχομεν δάνειον 120 ἑκατομμυρίων, εἰς τὴν κυβέρνησιν δίδεται ἢ μᾶλλον διατηρεῖται τὸ δικαίωμα νὰ ἐκποιήσῃ τὸ ὑπόλοιπον, ἤτοι 60 ἑκατομμυρίων, διότι τὰ 60 ἑκατομμύρια θέλει παραδώσει ὡς ἐνέχυρον εἰς τὴν ὁμάδα. Διὰ τὰ λοιπὰ 60 ἑκατομμύρια διατηρεῖ ἡ κυβέρνησις τὸ δικαίωμα κατὰ τὴν σύμβασιν νὰ ἐκποιήσῃ, καὶ προβαίνει εἰς τὴν ἐκποίησιν. Τί ἐπέρχεται ἐκ τούτου; Ἐπέρχεται συσώρευσις, ἡ ὁποία ἀναγκαίως ἐπιφέρει τὴν ὑποτίμησιν. Ἡ κυβέρνησις ἔχει ἀνάγκην καὶ θέλει προβῆ εἰς τὴν ἐκποίησιν, καὶ προβαίνουσα εἰς τὴν ἐκποίησιν, θέλει ἐπιφέρει τὴν ὑποτίμησιν τοῦ δανείου. Θέλει δὲ τὴν ἐπιφέρει τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον κάλλιστα γνωρίζετε, ὅτι κατ’ ὄνομα μόνον λέγουν, ὅτι ἀνεῴχθη τὸ χρηματιστήριον τὸ Γαλλικὸν εἰς τὰς ἑλληνικὰς ἀξίας, ἀλλὰ τὸ ἀγγλικὸν μόνον εἰς τὸ χρέος τοῦ 1824 καὶ 1825· ἐκεῖναι μάλιστα κατεχωρίσθησαν, καὶ βλέπομεν αὐτὰς ἐν τοῖς δελτίοις τοῦ χρηματιστηρίου. Ἐν Παρισίοις ὅμως ναὶ μὲν δὲν ἀπαγορεύεται νὰ γίνωνται πράξεις ἐπὶ ἑλληνικῶν χρεωγράφων, ἀλλ’ οὐδεμία ἐγένετο μέχρι τοῦδε, καὶ δὲν θέλετε ἰδεῖ δελτίον τοῦ χρηματιστηρίου τῶν Παρισίων, τὸ ὁποῖον νὰ ἀναφέρῃ ποτὲ ἑλληνικὰς ἀξίας. Ἐὰν ἴδητε πολλάκις εἰς τὰ τηλεγραφήματα τοῦ Χαβᾶς καὶ τοῦ Ῥέουτερ, ὅτι τὸ δάνειον τὸ ἑλληνικὸν εἶναι 375 ἢ 372, μὴ νομίσητε, ὅτι αὐτὸ προέρχεται ἐκ τοῦ χρηματιστηρίου· αὐτὸ γίνεται ἔξω τῶν χρηματιστηρίων εἰς τὰ λεγόμενα παρασκήνια (coulisses). Δὲν ἔχετε κανὲν χρηματιστήριον, διὰ νὰ φέρητε ἐνώπιον χρηματιστηρίου τὴν πώλησιν τῶν ὁμολογιῶν. Τί θέλει συμβῆ; Θέλει ἐπισωρευθῆ ὅλον τὸ ποσὸν εἰς τὰς Ἀθήνας. Καὶ ὅταν ἐπισωρευθῇ ὅλον τὸ ποσὸν εἰς τὴν ἀγορὰν τῶν Ἀθηνῶν, ἐκτὸς ἐκείνου, τὸ ὁποῖον πολλάκις, ἐννοεῖτε, ἐπιφέρει τὴν ὑποτίμησιν, ὅταν φέρητε συγχρόνως πολλὰς ἀξίας εἰς τὸ χρηματιστήριον, ὅπου δὲν εἶναι πολλὰ κεφάλαια, σᾶς λέγω, ὅτι εἶναι ἀδύνατον ν’ ἀποφύγητε σπουδαίαν ὑποτίμησιν, τὴν ὁποίαν θὰ προπαρασκευάσῃ ἡ κυβέρνησις πρὸ τῶν 22 μηνῶν, ὥστε, ὅταν φθάσῃ ὁ 22 μὴν, θέλετε ἔχει μεγαλειτέραν ὑποτίμησιν. Ἐὰν πωλήσητε ἐν Ἀθήναις 100 χιλιάδων δραχμῶν ἀξίας οἱωνδήποτε χρεωγράφων, τῶν 60 ἑκατομμυρίων λ. χ., θὰ ἴδητε ὑποτίμησιν 8 καὶ 10 καὶ 16 δραχμῶν· προσέλθετε ν’ ἀγοράσητε 50 χιλιάδων δραχμῶν ὁμόλογα, καὶ θὰ ἴδητε ἀμέσως ν’ ἀναβῇ ἡ τιμὴ Εἶναι χρηματιστήριον, τὸ ὁποῖον ἔχει εὐαίσθητον τὸ βαρόμετρον, καὶ ἡ παραμικρὰ κίνησις τῆς ἀτμοσφαίρας ἀρκεῖ διὰ νὰ καταπέσῃ ἢ ὑψωθῇ. Λοιπὸν εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν εὑρισκόμεθα, καὶ δι’ αὐτῆς τῆς συμβάσεως τίποτε ἄλλο δὲν πράττομεν, εἰμὴ νὰ ἐπιβάλλωμεν εἰς βάρος τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους χρέος ἀφόρητον, ἐνῷ δὲν θέλομεν λάβει μήτε τὸ ἥμισυ τῆς ἀξίας τῶν ὁμολογιῶν ἀπέναντι τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ἀναδέχεται τὸ ἔθνος· ἴσως δὲ θέλομεν λάβει καὶ ὀλιγώτερον τοῦ ἡμίσεως. Τοῦτο λοιπὸν ὡς πρὸς αὐτὴν τὴν ῥήτραν θεωρῶ λίαν ἐπιβλαβές, καὶ τὸ θεωρεῖ καὶ ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Γόρτυνος, ἅμα εἶναι βέβαιον, ὅτι ἕπεται τὸ δικαίωμα τῆς ἐκποιήσεως. Περὶ τούτου πρῶτος ἐξεφράσθη· εἶπεν, ὅτι βεβαιώσατέ με, ὅτι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἐκποιήσεως, καὶ τότε δὲν ἔχω δισταγμὸν νὰ ὑπερψηφίσω. Τότε ἐφαίνετο, ὅτι κατελαμβάνετο ὑπὸ σπουδαίου δισταγμοῦ, διότι δὲν ἤξευρε μέχρι πόσου βαθμοῦ δύναται νὰ φθάσῃ ἡ ὑποτίμησις. Αὐτὴν τὴν ὀλεθρίαν συνέπειαν πρέπει νὰ ἔχῃ πρὸ ὀφθαλμῶν, καὶ δὲν ἀρκεῖ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι σχεδὸν εἶναι ἐνέχυρον, διότι εἶναι καθαρὸν ἐνέχυρον, καὶ οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφιβάλλῃ ποῖα δικαιώματα ἔχει ὁ ἐνεχυροῦχος δανειστής. Ἔχει τάχα μόνον τὸ δικαίωμα νὰ κρατῇ καὶ νὰ φυλάττῃ, εἶναι τάχα μόνον θεματοφύλαξ; Ἅμα ἐτέθη προθεσμία, καὶ ἡ προθεσμία παρῆλθε, τί θὰ πράξῃ, θὰ ἐπισκέπτηται μόνον τὸν ὀφειλέτην του καὶ θὰ τὸν ὑπομιμνήσκῃ, ἢ θὰ τὸν παρακαλῇ, ἢ θὰ ἐπισκεφθῇ τὴν ἀγοράν; Ἰδοὺ λοιπὸν ὡς πρὸς τοὺς ὅρους, περὶ τῶν ὁποίων ἐλάλησα· τώρα ἔρχονται τὰ πλεονεκτήματα, τὰ ὁποῖα χορηγοῦνται εἰς τὴν ὁμάδα ἐκείνην, ἥτις προκαταβάλλει ἢ μέλλει νὰ προκαταβάλῃ, καὶ μετὰ τοῦτο ἔρχονται αἱ ἀσφάλειαι, αἱ ὁποῖαι δίδονται χάριν τοῦ δανείου. Ὡς ἀσφάλειαν ὑποσχόμεθα τὸν φόρον τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ, τὰς ἐτησίας δόσεις τῶν ἐκποιηθεισῶν ἐθνικῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν καὶ τὰ ἑξῆς, τὰ ὁποῖα ἀπαριθμοῦνται κλιμακηδόν, διότι λέγετε, ὅτι, ἐὰν δὲν ἐπαρκέσῃ ὁ φόρος τοῦ καπνοῦ, τότε δίδονται καὶ τὰ λοιπά. Ἀλλὰ δὲν εἶναι αἱ ἀσφάλειαι, περὶ τῶν ὁποίων κυρίως προτίθεμαι νὰ ὁμιλήσω, ὅσον εἶναι τὰ πλεονεκτήματα, καὶ μεταξὺ αὐτῶν, πλὴν τῆς προμηθείας, εἶναι κυρίως τὸ πλεονέκτημα, ὥστε διὰ συναγωνισμοῦ νὰ προτιμηθῇ ἐπὶ τοῖς ἴσοις ἡ ὁμὰς εἰς τὴν μίσθωσιν τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ, καὶ ἡ σύστασις Τραπέζης ἐν Ἠπείρῳ καὶ Θεσσαλίᾳ. Αὐτὰ εἶναι τὰ κυριώτερα πλεονεκτήματα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀνεξάρτητα τῆς ἀσφαλείας, διότι ὁ φόρος τοῦ καπνοῦ μέλλει ν’ ἀποτελέσῃ τὴν ἀσφάλειαν τοῦ δανείου, ἀλλ’ ἡ ἐπιχείρησις τῆς μισθώσεως τοῦ καπνοῦ εἶναι πλεονέκτημα, ὅπως εἶναι πλεονέκτημα τῆς ὁμάδος καὶ ἡ σύστασις Τραπέζης, ἐχούσης τὸ ἀποκλειστικὸν προνόμιον τῆς ἐκδόσεως τραπεζικῶν γραμματίων ἐν Ἠπείρῳ καὶ Θεσσαλίᾳ, ἄνευ ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Αὐτὸ εἶναι σπουδαῖον πλεονέκτημα, εἶναι τόσον σπουδαῖον, ὥστε, καθὼς καὶ πρὸ ἡμερῶν παρετήρησα, πολλοὶ ἐφάνησαν πρόθυμοι ἀμέσως νὰ λάβουν μετοχὴν εἰς τὸ δάνειον, καὶ σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι μεταξὺ αὐτῶν εἶμαι καὶ ἐγώ, ὥστε, ἀγορεύων ἐνταῦθα, ὁμιλῶ καὶ κατ’ ἐμοῦ.
§75ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν πειράζει, καὶ ἀπὸ ἐδῶ ἔχετε καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἔχετε.
§76ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Βεβαίως. Ἔλαβε μέρος δηλαδὴ καὶ ἡ Βιομηχανικὴ Τράπεζα καὶ ὡς σύμβουλος παρεκίνησα αὐτὴν νὰ λάβῃ μέρος καὶ παρεκάλεσα νὰ μὲ δώσῃ καὶ ἀτομικῶς καὶ ἔλαβον μετοχήν. Διατί νὰ στερηθῶ τοιούτων καὶ τηλικούτων πλεονεκτημάτων, ὅταν προσφέρωνται;
§77Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὥστε παντοῦ μέσα εἶσαι.
§78ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐὰν ἠμπορῶ. Λοιπὸν ἔρχομαι τώρα νὰ ἐξετάσω τὴν μίσθωσιν τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ ποῖον χαρακτῆρα ἔχει, διότι καὶ ἐδῶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁμιλῶν, ἐξέφρασεν ἀμφιβολίας, ἐθεώρησεν, ὅτι δύναται νὰ ὑποβληθῇ τοιοῦτον ἢ τοιοῦτον σχέδιον, ὅτι δὲν δεσμεύεται ὑπὸ τῆς συμβάσεως νὰ ὑποβάλῃ ὡρισμένον σχέδιον, καὶ ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Γόρτυνος ἐνόμισε πάλιν, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ μονοπωλίου, πειθόμενος εἰς τὰς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας ἔδωκεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλ’ ὅτι πρόκειται περὶ συστήματος φορολογικοῦ πρὸς ἐπιβολὴν φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, εἰσαχθησομένου δι’ εἰδικοῦ νόμου· αὐτὸς ὁ φόρος μέλλει νὰ δοθῇ εἰς μίσθωσιν καὶ τὸ πλεονέκτημα αὐτῆς τῆς ὁμάδος εἶναι, ὥστε, γενομένου συναγωνισμοῦ ἐπὶ ἴσοις ὅροις, νὰ ἔχῃ κατὰ τὴν μίσθωσιν τὴν προτίμησιν. Οὕτω νομίζω ἐξηγήσατε τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου 9. Λοιπὸν ἀπορία· εἶναι μονοπώλιον, δὲν εἶναι μονοπώλιον, ἢ εἶναι μίσθωσις; καὶ ἐζητήθη διὰ παντὸς τρόπου νὰ εὑρεθῇ ἐξήγησις, ὅτι δὲν εἶναι μονοπώλιον. Ἐπιβάλλεται φόρος, ὅστις δὲν εἰσπράττεται κατ’ εὐθεῖαν ὑπὸ τοῦ δημοσίου· ἐκτίθεται εἰς δημοπρασίαν καὶ εὑρίσκεται μισθωτής, ὅστις ἀναλαμβάνει τὴν εἴσπραξιν τοῦ φόρου. Τοιουτοτρόπως ἀπομακρύνεται ἡ ἰδέα τοῦ μονοπωλίου καὶ καθησύχασεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Γόρτυνος. Μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡσύχασεν ἐντελῶς, ἐγὼ ὅμως δὲν ἡσύχασα, διότι εὑρῆκα ἐντὸς αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου μίαν λέξιν, ἡ ὁποία μὲ ἐτάραξεν. Ὅταν γίνεται χρῆσις λέξεως ξένης, ἥτις ἔχει εἰδικὴν σημασίαν κυριολεκτικήν, ὅποιον καὶ ἂν συμβουλευθῇ τις, εἴτε τὸ Λεξικὸν τῆς Ἀκαδημίας, εἴτε τὸν ἔχοντα γνώσεις εἰδικὰς περὶ τοιούτων πραγμάτων, θὰ σᾶς εἴπῃ δὲν ὑπάρχει ἄλλη ἔννοια, ὅταν γίνεται χρῆσις τοιαύτης λέξεως, δὲν ἐτέθη ἁπλῶς ὡς ἔτυχε πρὸς ἐπίδειξιν γνώσεως ξένης γλώσσης, ἀλλ’ ἅμα ὑπάρχῃ, θεωρεῖται δι’ αὐτὸν τὸν σκοπὸν ὑπάρχουσα, ἔνθα νὰ προσδιωρισθῇ ἡ ἔννοια καὶ νὰ μὴ ἦναι πλέον ἀμφίβολος· ἂν δὲ ὑπάρχῃ ἀπορία, νὰ λυθῇ διὰ τῆς σημασίας αὐτῆς τῆς λέξεως· λοιπὸν ἐδῶ μεταχειρίζεται τὴν λέξιν regie, καὶ ὅταν εἴπητε regie, εἰς τὸ Γαλλικὸν εἶναι τὸ μονοπώλιον, καὶ ἄλλην σημασίαν δὲν ἔχει. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἄλλοτε εἰς τὴν συζήτησιν περὶ Λαυρίου, περὶ σκωριῶν καὶ ἐκβολάδων, ὁ μακαρίτης Δεληγεώργης, ἐνῷ ἐβασανίζοντο τὰ νομικὰ ζητήματα, ποῖον εἶναι τὸ δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως, ἔῤῥιψεν εἰς τὸ μέσον τὴν λέξιν regie, καὶ ἐταράχθη τότε ἡ Βουλή, ἥτις ἀνεζήτησε τὴν σημασίαν τῆς λέξεως, ὥστε ἔλαβεν ἀφορμὴν νὰ γνωρίσῃ τὸ σημαινόμενον τῆς λέξεως regie, ὅτι σημαίνει τὸ ἀποκλειστικὸν δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι εἶναι ἓν σύστημα πλῆρες μονοπωλίου· ἢ ἔπρεπε νὰ σβέσητε αὐτὴν τὴν λέξιν, διὰ νὰ δύνασθε νὰ ἔχητε ἀμφιβολίαν τινά, ἢ ἅμα ἐθέσατε αὐτὴν τὴν λέξιν ἐκεῖ διὰ νὰ προσδιορίσητε τὴν ἔννοιαν, ἐννοεῖται, ὅτι καὶ εἰς τὸν νοῦν ὑμῶν, καὶ εἰς τὸν νοῦν τοῦ ἑτέρου τῶν συμβαλλομένων, καὶ εἰς τὸν νοῦν ἀμφοτέρων καὶ παντὸς ἄλλου ὑπάρχει καὶ μένει ἡ ἔννοια τοῦ μονοπωλίου, οὔτε δύναται νὰ ἐννοηθῇ ἄλλως, ὁ δὲ τρόπος τῆς παραχωρήσεως εἶναι ἡ διὰ συναγωνισμοῦ μίσθωσις. Τάχα τὸ ἔθνος, ἐὰν ὑπάρχῃ φόρος, δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ εἰσπράξῃ αὐτὸν τὸν φόρον; δὲν εἰσπράττομεν ὅλους τοὺς φόρους σήμερον ἀπ’ εὐθείας; Καὶ ἀφ’ ὅτου μάλιστα εἰσήχθη ὁ νόμος περὶ τῶν ἀροτήρων βοῶν, ἀπηλλάγημεν καὶ ἐκεῖ τῆς ἐνοικιάσεως εὐτυχῶς, καὶ ἐλπίζω νὰ μείνῃ αὐτὸς ὁ φόρος καὶ τὰ εὐεργετήματά του. Ἀλλ’ ἐδῶ τί πρόκειται νὰ πράξητε; Νὰ εἰσάξητε νόμον μόνιμον μισθώσεως, καὶ ὅσον ἡ μίσθωσις εἶναι μόνιμος, θέλει παρατείνεσθαι καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν, τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖ τὸ εἶδος τῆς συμβάσεως καὶ ὁ σκοπὸς, διὰ τὸν ὁποῖον γίνεται, καὶ ὁ σκοπὸς αὐτὸς εἶναι πρὸς ἐξασφάλισιν τοῦ δανείου. Θέλετε εἰσάξει λοιπὸν ἓν σύστημα, τὸ ὁποῖον νὰ καταστήσῃ αὐτὸν τὸν φόρον τοῦ καπνοῦ διαρκῆ ἐπὶ 40 ἔτη, καὶ ἑπομένως καὶ ἡ μίσθωσίς σας δὲν δύναται νὰ ἦναι βραχυτέρα τῶν 40 ἐτῶν, ἐὰν ἐννοεῖτε εἰλικρινῶς νὰ ἐκτελέσητε ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὑπόσχεσθε, ἑπομένως εἰσήξατε τὸ μονοπώλιον. Ἄρα ἰδοὺ, ὅτι καὶ ἡ ἄλλη ἀπορία, ἡ ὁποία ἀπησχόλει τὸν νοῦν τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Γόρτυνος, ἀρκούντως λύεται. Δὲν ἐξετάζω τὰ καθέκαστα αὐτῆς τῆς συμβάσεως, διότι αὐτὰ μόνα εἶναι τόσον σοβαρὰ καὶ τόσον καίρια, ὥστε διασείουν πᾶσαν πεποίθησιν ἐκείνου, ὅστις σκέπτεται περὶ συνεπειῶν καὶ ὅστις δὲν σπεύδει, νομίζων ἀρκοῦν, ὅτι εὑρῆκε 40,000,000, ὧν ἔχει ἀνάγκην σήμερον, δὲν μεριμνᾷ δὲ περὶ τῆς αὔριον, ἐὰν εἰσάγῃ αὐτὸ τὸ ποσὸν εἰς τὸ ταμεῖον, τότε λέγει apres moi le deluge, γαῖα μιχθήτω πυρί. Ἔρχομαι τώρα καὶ εἰς τὸ περὶ τραπέζης ἐν Ἠπείρῳ καὶ Θεσσαλίᾳ, τὸ ὁποῖον χορηγεῖται ὡς πλεονέκτημα μιᾶς προσωρινῆς προκαταβολῆς. Ἀπορεῖ τις τωόντι, ἐὰν ἦναι τόση σπάνις χρημάτων, καὶ ἂν ἐξέλιπε τόσον πολὺ ἡ πίστις τῆς Ἑλλάδος, ὥστε διὰ μίαν προκαταβολὴν, ἡ Ἑλλὰς ἀναδέχεται σήμερον αὐτὸν τὸν κύβον, νὰ εὑρεθῇ μετὰ 22 μῆνας ἐνώπιον ὑποτιμήσεως φοβερᾶς τῶν ὁμολογιῶν, καὶ διὰ τῆς ὑποτιμήσεως αὐτῆς νὰ καταστῇ ὀφειλέτης διπλασίου ἢ τριπλασίου ποσοῦ ἐκείνου τοῦ ὁποίου ἔλαβε, διὸ εἰς τοὺς προκαταβάλλοντας παραχωρεῖ τοιαῦτα καὶ τηλικαῦτα πλεονεκτήματα, συνάμα δὲ δεσμεύει τὸ φορολογικόν της σύστημα ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, πρὶν ἀκόμη μελετηθῇ, πρὶν ἐξετασθῇ, ποία βάσις εἶναι ὀρθοτέρα ἐκ τῶν 4 ἢ 5 συστημάτων, τὰ ὁποῖα ἄλλοτε ἐσχεδίασεν ὁ ἔντιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἢ τοῦ σχεδίου, τὸ ὁποῖον ἐπιθυμεῖ νὰ ἴδῃ εἰσαγόμενον καὶ λαμβάνον ἰσχὺν νόμου, ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Γόρτυνος. Ἀπορεῖ μάλιστα διὰ ποίαν αἰτίαν ἡ Βουλὴ δὲν ἠξίωσε νὰ δώσῃ ἀκρόασιν εἰς τὸ σχέδιον τοῦτο. Ἐνδέχεται, ὅτι ἔχει ἀξίαν τὸ σύστημα αὐτοῦ, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ μέμφεται ἄλλον τινὰ, διότι δὲν ἔγεινε δεκτὸν, πρέπει νὰ μέμφεται ἑαυτὸν, διότι οἱ ἄνθρωποι πείθονται διὰ τῆς πειθοῦς, καὶ δὲν κατέβαλε προσπαθείας, νὰ πείσῃ τὴν Βουλήν. Τί ἠθέλετε διὰ τοῦ ξύλου ἢ διὰ τῆς δωροδοκίας; ἄλλο μέσον 4 δὲν ὑπάρχει. Λοιπὸν ἢ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον καθαυτὸ στερεῖται πειθοῦς, ἢ ὁ πατὴρ τοῦ νομοσχεδίου δὲν κατέβαλε κόπον νὰ πείσῃ, καὶ ἰδοὺ διατί εἶναι νεκρογενές. Βλέπετε εἰς ποῖον χάος θέλομεν περιπέσει, ἐὰν ἐξετάσωμεν συστήματα φορολογίας τοῦ καπνοῦ. Ἔχομεν ἤδη σύστημα φορολογίας καπνοῦ, ἀλλ’ οὐδεὶς θεωρεῖ αὐτὸ σοβαρὸν πρὸς ἐξασφάλισιν δανείου, διότι 200,000 δραχμῶν νομίζω εἰσπράττομεν ὡς ἔγγειον φόρον.
§79ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχομεν φόρον.
§80ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Καὶ αὐτὸς ὁ ἔγγειος φόρος δὲν μᾶς δίδει ἢ ἴσως....
§81ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. 200,000 κατ’ ἔτος.
§82ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Λοιπὸν ἀπέναντι χρέους τοιούτου ἐκ δανείου τόσων ἑκατομμυρίων, δὲν δύναται νὰ εἴπῃ τις: δίδω ἀσφάλειαν 200,000 δραχμῶν, καὶ ἐὰν δὲν ἐπαρκέσῃ, ἐννοῶ ἄλλα τινὰ ἐπικουρικῶς, διότι ἐνδεχόμενον νὰ μὴ ἐπαρκέσῃ. Ἐπὶ τῶν 120 ἑκατομμυρίων ἔχετε 6 ἑκατομμύρια κατ’ ἔτος τόκον καὶ μὲ τὸ χρεωλύσιον 7 ἴσως ἑκατομμύρια. Διὰ νὰ λέγητε, ὅτι θέλετε εἰσάξει φόρον, ὅστις εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἐπαρκέσῃ, αὐτὸ ὑποθέτει, ὅτι ὑπελογίσατε σύστημα φορολογίας regie, ἤτοι μονοπώλιον, τὸ ὁποῖον μέλλει νὰ σᾶς δώσῃ 6 ἢ 7 ἑκατομμύρια κατ’ ἔτος. Ἀλλ’ ἐγὼ λέγω, ἂς μὴ ἦναι 7, ἂς ἦναι 4. Τοιοῦτον σπουδαῖον φόρον πρόκειται νὰ εἰσάξητε, καὶ ἀκόμη δὲν ἔγεινε σκέψις περὶ τούτου· ἐν τοσούτῳ ἀπὸ τοῦδε προβαίνομεν εἰς ὅλας τὰς συνεπείας. Καὶ νομίζετε, ὅτι δύναται ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς ν’ ἀναδεχθῇ τοιαύτην εὐθύνην, καὶ ἀναδεχομένη αὐτήν, εἶναι εἰλικρινής; Ἐγὼ ἀμφιβάλλω. Σήμερον ψηφίζομεν αὐτὸ, αὔριον....... πλειονοψηφία, ὅτι δὲν ἔχετε· θὰ γείνῃ χρῆσις τῆς πειθοῦς, ἄλλο μέσον εἴπομεν δὲν ὑπάρχει, ἡ πειθὼ δὲν ἐπαρκεῖ· ἔρχεται ἄλλο καὶ τρίτον καὶ τέταρτον σύστημα, καὶ παρέρχεται ἡ σύνοδος. Νομίζετε, ὅτι εἶναι σοβαραὶ αὐταὶ αἱ ἐγγυήσεις; Ἂς ἐξετάσωμεν καὶ τὸ περὶ Τραπέζης. Ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Γόρτυνος ἐθεώρησεν, ὅτι δὲν ἔχει ἀξίαν μεγάλην οὔτε ἡ ὕπαρξις, οὔτε ἡ ἀφαίρεσις ἀπὸ τὴν σύμβασιν μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ ὕπαρξις ἔχει σημασίαν καὶ σπουδαιότητα· ἐν τῇ ἀρχικῇ συστάσει τῆς Τραπέζης τῷ ὄντι δὲν ἔχει σημασίαν. Μετὰ μακρὸν χρόνον οὐδεὶς προμαντεύει τί μέλλει γενέσθαι, καὶ ὅστις προμαντεύει, βεβαίως παραγνωρίζει πόσον σφάλλει, ὅταν θέλῃ νὰ γείνῃ προφήτης· ἀλλὰ τὰ πρῶτα ἔτη δύναταί τις νὰ βεβαιώσῃ, ὅτι αὐτὴ ἡ τράπεζα μέλλει νὰ μένῃ εἰς τὰ σπάργανα, διότι αἱ νέαι ἐπαρχίαι θέλουν εὑρεθῆ εἰς πλήρη ἀναρχίαν καὶ ἀκαταστασίαν, ἐὰν μάλιστα, ὃ μὴ γένοιτο! ἐπέλθουν καταστροφαί· ἀλλὰ καὶ ἄνευ τούτων, δὲν θέλει ὑπάρχει τάξις πραγμάτων, δὲν ὑπάρχει νομοθεσία, δὲν ὑπάρχει νόμος ὑποθηκῶν, δὲν ὑπάρχει σύστημα δικαστηρίων· ὅλα λοιπὸν εἶναι προβληματικὰ καὶ ἐν ἀκαταστασίᾳ. Τί θέλετε νὰ πράξῃ τράπεζα ἀρτισύστατος; αἱ τράπεζαι παλαίουν πρὸς μεγίστας δυσκολίας, τὰς ὁποίας ὑπερνικοῦν, ὅταν γείνουν μελέται μεγάλαι, ὅταν ὁ χρόνος παρέλθῃ, ὅταν γνωρίσουν κατὰ ποίαν μέθοδον δύνανται νὰ ἐργάζωνται, ποῖαι εἶνε αἱ ἀνάγκαι τοῦ τόπου, ποῖα τὰ ἀξιόχρεα πρόσωπα, ὅταν γνωρίσουν ὅλας τὰς ῥοπὰς τῆς κοινωνίας, τὰ εἴδη τοῦ ἐμπορίου τῆς χώρας. Νομίζετε, ὅτι δι’ ἀρτισύστατον τράπεζαν αὐτὰ τὰ προνόμια ἔχουν ἀξίαν τὰ πρῶτα ἔτη; Θὰ παλαίσῃ καθημέραν, ὅπως ὑπάρξῃ· μετὰ τὰ 10 ἔτη θὰ ὑπερνικήσῃ βεβαίως τὰς δυσκολίας. Λοιπὸν ἐστερήσατε δι’ αὐτῆς τῆς πράξεως τὸ δημόσιον προσόδου, τὴν ὁποίαν ἠδύνατο νὰ λάβῃ, ἐὰν ὑπάρχῃ μία τράπεζα ἰσχυρὰ, δυναμένη νὰ ἐπεκτείνῃ τὰς ἐργασίας της, διὰ δὲ τῆς ἐπεκτάσεως τῶν ἐργασιῶν της δυναμένη νὰ ἀποδώσῃ ἐκεῖνο τὸ ποσοστὸν, τὸ ὁποῖον ὑπόσχεται ἡ ἐθνικὴ τράπεζα. Ἀλλὰ τί παρετήρησεν ὁ ἔντιμος ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν; δὲν προσδοκᾷ 140,000 κατ’ ἔτος, καὶ τοῦτο τὸ ἐδέχθη ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Γόρτυνος, ὅτι δὲν δύνανται νὰ ἦναι τόσα τὰ κέρδη. Ποῦ δὲ τὸ ἐστήριξαν; ἔλαβον ὑπόθεσιν ὑπερβολικὴν, εἶπον, ὅτι τὸ δημόσιον μέλλει νὰ λάβῃ παρὰ τῆς Τραπέζης εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια 27,000,000, χρεωστοῦνται δὲ 23,000,000, εἶνε λοιπὸν 50,000,000 ἐν ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ· ἐνδεχόμενον νὰ ζητήσῃ καὶ ἄλλα ποσὰ ἡ κυβέρνησις, ὥστε νὰ προστεθῇ καὶ ἄλλο ποσὸν ἀκόμη τραπεζικῶν γραμματίων.
§83ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ δὲν τὸ εἶπον.
§84ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Πολὺ καλὰ, δὲν σᾶς τὸ ἀποδίδω, τὸ ἀποδίδω εἰς ἐμέ· εἴμεθα λοιπὸν εἰς τὰ 50,000,000. Τί ποσὸν θέλει ἡ Τράπεζα ἡ Ἐθνικὴ νὰ ἐκδώσῃ δι’ ἴδιον ἑαυτῆς λογαριασμόν; 30,000,000–35, ἀφοῦ εἶναι τὰ 50 ὑπὲρ τοῦ δημοσίου. Ἀλλὰ 25,000,000 μεταλλικὸν λαμβάνει ἡ κυβέρνησις, καὶ αὐτὰ λογίζονται ὡς ἐν τῷ ταμείῳ· ἄρα θὰ ἦνε διαφορὰ ἐλαχίστη, 7,000,000 τὸ ὑπερβάλλον. Εἴμεθα σύμφωνοι τώρα εἰς τὰ ποσά;
§85ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§86ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις κατὰ τὴν σύμβασιν σήμερον δὲν ὑπάρχει ἀκόμη, διότι δὲν ἐλάβετε, μοὶ φαίνεται, μεγάλα ποσὰ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια· ἀλλ’ ἐντὸς ὀλίγου θὰ τὰ λάβητε, καὶ ὁ κ. πρωθυπουργὸς, μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶπε τὴν πρωΐαν, ὅτι τὰ ἐξωδεύσαμεν.
§87ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ μέταλλον σχεδὸν ὅλον.
§88ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐλπίζω νὰ ὑπάρχουν καὶ ἄλλα· νὰ μὴ βαίνωμεν μετὰ τόσης ταχύτητος, ὥστε τὴν ἐπιοῦσαν τῆς ψηφίσεως νὰ ἦνε καὶ ἐξωδευμένα. Ἀλλ’ αὐτὴ ἡ κατάστασις δὲν εἶνε μόνιμος· μετ’ ὀλίγον, ὅταν λυθῇ τὸ μέγα ζήτημα, θὰ μένῃ πάντοτε ὀφειλέτης αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ τὸ δημόσιον πρὸς τὴν Τράπεζαν; Δὲν εἴπετε εἰς τὸ ὑμέτερον πρόγραμμα, ἐὰν ἔχωμεν τὴν τύχην νὰ ἦσθε ὑμεῖς ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν, ὅτι εἶνε ἀνάγκη νὰ προχωρήσωμεν μετὰ θάῤῥους καὶ νὰ προκινδυνεύσωμε, διὰ νὰ ἐπέλθῃ ταχέως ἡ λύσις, μετὰ δὲ τὴν λύσιν θέλομεν ἀσχοληθῆ εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν μας πραγμάτων; Αὐτὰ δὲν τὰ εἴπετε;
§89ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, καὶ βεβαιόνω, ὅτι ὅσοι δανείζουν τὸ κράτος, δὲν θὰ χάσουν τίποτε· τὸ ἔθνος ἔχει πόρους.
§90ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Καὶ ἐγὼ τὸ ἀσπάζομαι, ἀλλὰ νὰ ἴδωμεν τὰς συνεπείας. Ἡ ἀνόρθωσις τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων δὲν ἄρχεται ἀπὸ τῆς βαθμιαίας ἀποδόσεως τῶν τραπεζικῶν γραμματίων;
§91ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε ἀπαλλάξατέ με τοὐλάχιστον ἀπὸ τὸν φόβον τοῦ ἐνεχύρου.
§92ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Σεῖς ἐνεβάλετε τὴν κεφαλήν σας εἰς τὸ στόμα τοῦ λύκου, καὶ τώρα λέγετε βγάλετέ μού την, καὶ ἀκεραίαν μάλιστα. Δὲν τὸ ἐγγυῶμαι.
§93ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἢ τὸ ἐνέχυρον θὰ χάσωμεν, καὶ τότε δὲν ζημιονόμεθα ἀπὸ τὰ γραμμάτια, ἤ, ἐὰν ζημιωθῶμεν ἀπὸ τὰ γραμμάτια, θὰ κερδήσωμεν τὸ ἐνέχυρον, τὴν ὑπερτίμησιν τῶν ὁμολογιῶν. Τὰ δύο κακὰ δὲν ἠμποροῦμεν νὰ πάθωμεν· εἰς ἓν ἔπρεπε νὰ περιορισθῆτε.
§94ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι εὔχομαι νὰ τὰ ἐπανορθώσητε· ἀλλ’ ἰδοὺ ἡ διαφορά, διότι φαίνεται, ὅτι εὑρίσκομαι εἰς ἀντίφασιν; καὶ λυποῦμαι νὰ εὑρίσκωμαι εἰς ἀντίφασιν, ἔστω καὶ μίαν στιγμήν, ἀπέναντί σας, διότι σᾶς ἐρωτῶ τὸ ἑξῆς· ἡμεῖς ἔχομεν 22 μῆνας μόνον καιρὸν, καὶ ἐντὸς αὐτοῦ μέλλει νὰ γείνῃ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον προβλέπετε, μέλλει νὰ γείνῃ ἡ πώλησις τῶν ὁμολογιῶν. Σᾶς ἐρωτῶ, ἐντὸς αὐτῶν τῶν 22 μηνῶν θὰ ἀνορθώσητε τὰ οἰκονομικά σας;
§95ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος. Ἐὰν λυθῇ, ἐπανορθώνονται τάχιστα τὰ οἰκονομικά.
§96ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ λέγωμεν, ὅτι πάντοτε θέλομεν μένει ὀφειλέται πρὸς τὴν Τράπεζαν 50,000,000 γραμματίων καὶ 25,000,000 μεταλλικοῦ· ὥστε, λόγῳ αὐτῶν τῶν χρεῶν πρὸς τὴν Τράπεζαν, δὲν θὰ ὑπάρξῃ πλεόνασμα ὑπὲρ τὸ ἐναποταμίευμα τῆς Τραπέζης εἰς κυκλοφορίαν τραπεζικῶν γραμματίων, ὥστε νὰ ὠφεληθῇ ἐξ αὐτοῦ τὸ δημόσιον τὸ ποσοστὸν, καὶ τὸ ἐξετάζομεν, ὅπως τὰ πράγματα τὰ παριστῶσι. Τὰ πράγματα παριστῶσιν, ὅτι ἐκεῖνο τὸ ἀπαίσιον, τὸ ὁποῖον φοβούμεθα, θὰ ἔλθῃ τὸν 22 μῆνα, ἐνῷ ἡ ἐπανόρθωσις τῶν οἰκονομικῶν θὰ ἔλθῃ μετὰ 4, μετὰ 5 ἔτη· μετὰ τὸ ἔτος δὲ τοῦτο θὰ ἔχωμεν ποσοστὰ παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἐνῷ παρὰ τῆς ἄλλης δὲν θὰ ἔχωμεν. Ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Γόρτυνος δέχεται τὴν σύστασιν τῆς Τραπέζης ὑπὸ ἕνα ὅρον, ὑπὸ τὸν ὅρον, ὅτι συναινεῖ καὶ ἡ ὁμὰς τῶν συμβαλλομένων νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὸ ποσοστὸν, περὶ τοῦ ὁποίου δὲν γίνεται λόγος ἐν τῇ συμβάσει, καὶ τοῦτο συμπληροῖ τὴν τριάδα τῶν ἐὰν, τὴν ὁποίαν πάντοτε παρατηρῶ ἐνσκήπτουσαν, ὅπως καὶ εἰς ἄλλην συζήτησιν, ὅτε ἐπρόκειτο περὶ τῆς ἐπιστρατείας, ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἀνηρτήθη ἐκ τριῶν ἐὰν, καὶ ἤδη τοῦτο ἐπαναλαμβάνει· δὲν θέλει δὲ φανῆ εἰς αὐτὸν παράδοξον διὰ ποίαν αἰτίαν ἐκφράζω τὴν ἀπορίαν μου, διότι ἤδη λέγει, ἐγὼ δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν κατὰ τῆς συμβάσεως, ἂν μὲ βεβαιώσουν, ὅτι τὸ ἐνέχυρον δὲν πρόκειται νὰ ἐκποιηθῇ. Εἶναι τὸ πρῶτον ἐὰν, τὸ δεύτερον, δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν, ἐὰν μὲ βεβαιώσουν, ὅτι πρόκειται περὶ φόρου καὶ οὐχὶ περὶ μονοπωλίου, καὶ τρίτον, ἐὰν ἡ κυβέρνησις κατορθώσῃ νὰ πείσῃ τὴν ὁμάδα, νὰ δεχθῇ τὴν ἀπόδοσιν ποσοστοῦ ἐκ τῶν κερδῶν εἰς τὴν κυβέρνησιν. Τώρα πλέον δὲν μοὶ φαίνεται παράδοξον, ἂν δημοσιευθῇ ὁ λόγος τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Γόρτυνος καὶ οὐδὲν ὑπάρχῃ ἐν αὐτῷ «ἐὰν», διότι ἤδη συνέβη κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν, καὶ ἐνθυμοῦμαι ἕνα Ἀλεξανδρινὸν ποιητὴν, τ’ ὄνομά του μὲ λανθάνει αὐτὴν τὴν στιγμὴν, ὁ ὁποῖος κατώρθωσε νὰ γράψῃ ποίημα, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ὑπάρχῃ τὸ «καί». Οὕτω κατώρθωσε νὰ ἐκλείψῃ ἐξ ὅλου τοῦ λόγου του, ὅστις κατεῖχε πολλὰς στήλας τοῦ «Αἰῶνος» τὸ ἐάν· ἐγὼ ὅμως ἐδῶ τὸ βεβαιῶ, διότι τὸ ἤκουσα καὶ τὸ ἐσημείωσα, τόσῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον δὲν παρημέλησε σήμερον πάλιν ν’ ἀνατρέξῃ εἰς τὰ τῆς ἐπιστρατείας καὶ νὰ ἐξετάσῃ ἂν ὑπῆρξε πρόωρος ἢ ἐπίωρος. Ἀνέτρεξα εἰς τὰ λεξικὰ, διὰ νὰ εὕρω τὸ ἐπίωρον, καὶ δὲν ἠδυνήθην· ἐνδέχεται νὰ σημαίνῃ ἐπίκαιρος ἢ πάρωρος. Ἐνθυμοῦμαι ἔριδα μεταξὺ Κοραῆ καὶ Κοδρικᾶ. Ὁ Κοδρικᾶς προσέβαλε τὸν Κοραῆν καὶ τὸν προσέβαλεν ἀτόπως· ἐπὶ τέλους ὁ Κοραῆς εἶπε: πολὺ καλὰ, ἠδύνατο νὰ μὲ προσβάλῃ, ἀλλὰ τοὐλάχιστον μὲ ὀρθογραφίαν. (Ἱλαρότης.) Οὕτω ἠδύνατο νὰ προσβάλῃ τὴν ἐπιστρατείαν, ἀλλὰ μὲ ὀρθοέπειαν. Φαίνεται, ὅτι ἀκόμη αἱ σκιαὶ, τὰς ὁποίας ἐγὼ ἐπεκαλέσθην, ταράττουν τὸν νοῦν τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Γόρτυνος· ἐγὼ τὰς ἐκάλεσα, ἀλλὰ δὲν ἐπίστευον, ὅτι θὰ ἔλθουν. Ἂν ἡ φωνή μου ἤρκεσε νὰ τὰς φέρῃ, δὲν ἔχει ὅμως τὴν μαγικὴν δύναμιν νὰ πείσῃ αὐτὰς νὰ φύγουν· ἀπόκειται εἰς τὴν ἰδίαν αὐτῶν θέλησιν νὰ φύγουν ἢ νὰ μείνουν, καὶ ταῦτα, διότι δὲν ἐννοῶ πῶς δίδει σπουδαίως τὴν ψῆφον ὁ λέγων, ὅτι συγκατατίθεται, ἐὰν δὲν περιέχῃ τὸ ψηφιζόμενον τὴν δεῖνα ἢ τὴν δεῖνα ἔννοιαν. Ἐὰν ὅμως ἡ σύμβασις περιέχῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν θέλει, δὲν ἤκουσα τί θέλει πράξει· τοῦτο μένει αἴνιγμα. Ἐγὼ ὅμως, κύριοι, θέλω δώσει τὴν ἐναντίαν ψῆφον ἐν πεποιθήσει καὶ ἄνευ αἱρέσεώς τινος, οὔτε παρεμβάλλω εἰς τὸ μέσον οἱονδήποτε ἐάν.
§97ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Κύριοι, ὁ κ. Καλλιγᾶς, ἔχων ὑπ’ ὄψιν διατριβὴν ἰδιώτου καὶ στηριζόμενος ἐπὶ ὑποθέσεων, τὰς ὁποίας ἡ φαντασία καὶ αἱ ἰδιαίτεραι αὐτοῦ μετ’ ἄλλων συνδιαλέξεις τῷ ἐχορήγησαν τὴν εὐκολίαν νὰ σχηματίσῃ ὅλην αὐτὴν τὴν μυθολογίαν, ἐπανέλαβε τὰ περὶ ἐρώτων, ἐραστῶν καὶ ἀντεραστῶν. Δὲν μοὶ φαίνεται παντάπασι παράδοξον ν’ ἀκούω τὸν κ. Καλλιγᾶν ὁμιλοῦντα περὶ τοιούτων· ἀλλ’ ὅ,τι, κύριοι, οὐχὶ ἐν ἰδιαιτέραις καὶ μονομερέσιν ὁμιλίαις, ἀλλ’ ἐν ὁμιλίαις μεταξὺ ἀντιθέτως διαφερομένων ἔλαβε χώραν, ἀληθῶς τοῦτο θὰ εἴπω ἐγώ. Πρὶν ἀκόμη ἡ σύμβασις μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης γείνῃ δεκτή, ἐπληροφορήθην, ὅτι ἡ Τράπεζα εἶνε διατεθειμένη νὰ ἐκτείνῃ τὰς παροχὰς αὐτῆς· πόθεν, κ. Καλλιγᾶ, ἔλαβον τὴν πληροφορίαν ταύτην καὶ πόθεν ἡ Τράπεζα παρωτρύνθη, θὰ σᾶς τὸ εἴπωσιν ἄλλοι, διότι ἐγὼ θέλω σᾶς εἴπει ὅ,τι ἀντελήφθην. Μετὰ τὴν ἀγγελίαν αὐτὴν παρεκάλεσα τὴν διοίκησιν τῆς Τραπέζης νὰ ἔλθῃ πρὸς ἐμέ· ἐλθοῦσα δὲ εἰς τὸ ὑπουργεῖον, ἔνθα παρόντες ἦσαν οἱ κ. Ὑπουργοὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν, ἂν δὲν μ’ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, ἐπανέλαβεν, ὅτι διατεθειμένη ἦτο ν’ αὐξήσῃ τὰς παροχάς της, καὶ ὡς τοιαύτην ἐθεώρουν τὴν μετοχήν των εἰς τὸ διαπραγματευθησόμενον ἐθνικὸν δάνειον, ὅσον τὸ δυνατὸν περισσοτέραν. Αὐτὴ ὑπῆρξεν ἡ ὁμιλία μετὰ τῆς Τραπέζης· ταύτην ἀνέφερον αὐθημερὸν εἰς τὴν Βουλὴν, δὲν εἶχον δὲ οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι ἡ Τράπεζα οὕτως ἐκφραζομένη ἔλεγε τὴν ἀλήθειαν καὶ ὅτι ἤθελεν ἐπιμείνει νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ὑπόσχεσίν της. Κατόπιν, μίαν τῶν ἡμερῶν, ὁ ἔντιμος ὑποδιοικητὴς τῆς Τραπέζης κ. Κεχαγιᾶς ἦλθεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἔνθα ἤμην καὶ ἐγὼ, ὡμιλήσαμεν ἐν ἐκτάσει, δὲν ἀντέλεξε δὲ οὗτος ὅτι ἡ Τράπεζα θέλει λάβει μέρος οὐχὶ εἰς τὴν avance, ἀλλ’ εἰς τὸ δάνειον. Ἡμεῖς τῷ εἴπομεν, ἐπιθυμοῦμεν τὴν μετοχὴν τῆς Τραπέζης εἰς τὸ δάνειον, διότι οὕτω ἐλπίζομεν περισσότερον διὰ τὴν πραγματοποίησιν αὐτοῦ. Ἰδοὺ τί ἠξεύρομεν ἡμεῖς ἐπισήμως ἀπὸ τὰς ὁμιλίας ἡμῶν καὶ τῆς διοικήσεως τῆς Τραπέζης· ἐὰν ἡ Τράπεζα προσέφερε καὶ ἄλλα χρήματα εἰς τὴν avance, θέλουσα νὰ μετάσχῃ τῶν ὠφελημάτων τῆς συμβάσεως, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Καλλιγᾶς ἐκήρυξε μηδαμινὰ καὶ ἀνάξια διὰ τὴν νέαν Τράπεζαν, ἐνῷ συγχρόνως κραυγάζει, ὅτι ὡς μεγάλης ἀξίας κακῶς παρεχωρήθησαν ταῦτα, ἀλλ’ ἔσπευσεν, ἵνα μετάσχῃ τῶν ὠφελημάτων... Σᾶς λέγω τοῦτο, ἵνα ἐκτιμήσητε τὴν ἀξίαν τῶν λόγων κ. Καλλιγᾶ. Ἂν ἡ Τράπεζα λοιπὸν κατόπιν προσεφέρθη πρὸς τὸν κ. Συγγρὸν καὶ συνεφώνησε μετ’ αὐτοῦ νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν προκαταβολὴν, οὐδὲν γνωρίζομεν ἡμεῖς καὶ οὐδ’ ἐλάβομεν μέρος εἰς τοιαύτας διαπραγματεύσεις. Εἰς ἡμᾶς ὑπεσχέθησαν δάνειον. Ἰδοὺ ἐν ὀλίγοις τί συνέβη μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῆς Τραπέζης· ἀρνοῦμαι δὲ διαῤῥήδην, καὶ κηρύττω ψευδέστατον τὸ ἐπαναληφθὲν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἐπῆλθεν εἰς τὴν ἰδέαν ἡμῶν ἢ μᾶς ἐπροτάθη σπουδαίως ἡ ἀντικατάστασις τῆς Τραπέζης. Ἡ Πιστωτικὴ Τράπεζα, καθὼς ἠξεύρετε, διεπραγματεύθη καὶ μετὰ τοῦ ἐντίμου προκατόχου ἡμῶν, ἵνα ἱδρύσῃ Πιστωτικὸν κατάστημα ἐν Ἑπτανήσῳ. Ὅταν ἡμεῖς ἤλθομεν εἰς τὰ πράγματα, ἡ διαπραγμάτευσις ἐξηκολούθησε καὶ ἡμεῖς παρεδέχθημεν τὴν σύμβασιν, ὅπως ὑπεβλήθη, παρεδέχθημεν καὶ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, οὐχὶ διὰ νὰ λάβωμεν ἀντάλλαγμα, ὡς εἶπον, τὸ δάνειον, ἀλλὰ διότι αὐτὸ ἦτο ἡ πεποίθησίς μας ἔκτοτε. Θέλω δ’ ἀποδείξει, ὅτι ὅπως ἔχουσι τὰ πράγματα εἰς τὴν Ἑπτάνησιν, ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία οἵαν τὴν καθιεροῦμεν θέλει εἶσθαι ὠφέλιμος, θέλει ἐξουδετερώσει ὅλας τὰς κακὰς συνεπείας τῆς μονομεροῦς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Διαπραγματευόμενοι, κύριοι, μετὰ τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης, ἡμεῖς εἴχομεν ἕνα καὶ μόνον σκοπὸν, τὴν προσθήκην νέου πιστωτικοῦ καταστήματος καὶ αὐξήσεως τῶν μέσων ἡμῶν, διότι ἔχομεν ἀνάγκην. Λοιπὸν ἐζητήσαμεν καὶ ἐπεμείναμεν ἄνευ συνεννοήσεως μετ’ οὐδενὸς ἄλλου καὶ χωρὶς νὰ ἀποβλέψωμεν εἰς τὰς ἐνεργείας τοῦ κυρίου Συγγροῦ. Ἐπετύχομεν, ὅπως καὶ ἡ Πιστωτικὴ Τράπεζα, ὡς καὶ ἡ Ἐθνικὴ, ἀναλάβῃ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὸ δάνειον, ἐζητήσαμεν τὸ ποσὸν, τοῦ ὁποίου γίνεται μνεία εἰς τὴν σύμβασιν. Εἶναι δὲ ψευδέστατον, ὅτι ἡ Τράπεζα ἡ Πιστωτικὴ ἐπεζήτει νὰ λάβῃ συμμετοχὴν εἰς τὰ πλεονεκτήματα, τὰ ὁποῖα περιλαμβάνει ἡ σύμβασις, καὶ ὅτι μὴ ἐπιτυχοῦσα ἐζήτησε νὰ ἀποζημιωθῇ δι’ ἄλλων παραχωρήσεων τῶν ἐν τῇ συμβάσει. Γνωρίζω καλῶς, καὶ τὸ βεβαιῶ, ὅτι ἡ Πιστωτικὴ Τράπεζα ἠρνήθη νὰ λάβῃ μέρος καὶ ἐσχάτως ἔτι. Καὶ σᾶς φαίνεται παράδοξον, ὅτι ἡ Πιστωτικὴ Τράπεζα εἶπε, λαμβάνω μέρος εἰς τὸ δάνειον, ἐὰν ἐπικυρωθῇ ἡ σύμβασις· ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα τὸ αὐτὸ δὲν εἶπε; διότι εἶπεν ἡ Πιστωτικὴ τότε, ἔχω ἀσφαλῆ τὴν ὕπαρξίν μου. Δὲν δύναμαι νὰ ὑποσχεθῶ ἂν μὴ ἐπιψηφισθῇ σύμβασις, διότι δι’ αὐτῆς θ’ αὐξήσω τὰ κεφάλαιά μου, θ’ ἀποκτήσω μέσα καὶ θὰ ἦμαι εἰς εὐκολίαν νὰ λάβω μέρος εἰς τὸ δάνειον. Καὶ τί κακὸν εὑρίσκετε εἰς αὐτὴν τὴν πρότασιν, καὶ καταφέρεσθε τόσον πολὺ καὶ ἠθελήσατε νὰ ὑποστηρίξητε ὅτι ἄτοπον καὶ ἔγκλημα ἐμπεριέχεται εἰς τὴν πρότασιν αὐτήν; Ὅστις, κύριοι, ἐνασχολεῖ τὸν νοῦν του εἰς ἐγκλήματα, ἀνευρίσκει παντοῦ τοιαῦτα· τὸ αὐτὸ, ἐπαναλαμβάνω, δὲν εἶπε καὶ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα; Ἰδοὺ ὅλη ἡ ἱστορία τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης, ὡς πρὸς τὴν σύμβασιν, ἐπὶ τοσοῦτον δὲ προσεπάθησαν νὰ δυσφημήσωσιν αὐτὴν, καὶ ἐν τῇ μυθολογικῇ σειρᾷ τῶν σκέψεών του ὁ κ. Καλλιγᾶς εὗρε συνεννοήσεις, ἐραστὰς καὶ ἀντεραστὰς, ἀνταγωνισμὸν καὶ δράματα, εὗρεν εἰς τὴν σύμβασιν σοβαρὰς ἀποζημιώσεις διὰ τὴν ἀποτυχίαν της δῆθεν, ἐνῷ ἐπανειλημμένως μέχρι χθὲς, καὶ σήμερον ἴσως, εὐχαρίστως ὁ κ. Συγγρὸς παραχωρεῖ εἰς τὴν Πιστωτικὴν Τράπεζαν μέρος, ἂν θέλῃ νὰ λάβῃ. Καὶ ἀπορῶ πῶς, ἐνῷ οἱ κύριοι αὐτοὶ εὑρίσκουσι μυθολογικὰ κέρδη εἰς τὴν σύμβασιν αὐτήν, δὲν θέλουσι νὰ ὑποκατασταθῶσιν αὐτοὶ εἰς τὴν θέσιν τοῦ συμβαλλομένου· ἂς παρουσιασθῶσιν οἱ κεφαλαιοῦχοι, ἂς δεχθῶσι τοὺς ἰδίους ὅρους, καὶ ὁ κ. Συγγρὸς παραιτεῖται ὑπὲρ αὐτῶν. Ἐπανειλημμένως ἔλαβον τὴν συγκατάθεσιν αὐτοῦ, μοὶ εἶπεν, ὑπηρετῶ κατὰ πεποίθησιν χάριν τῆς πατρίδος· δὲν θέλω νὰ ὠφεληθῶ ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἐπιχείρησιν, ὅπως καὶ ἀπὸ τὰς ἄλλας· ἡ πατρὶς ἔχει ἀνάγκην, θέλω νὰ τὴν ὑπηρετήσω· ὁμολογῶ, ὅτι οὐδένα ἀπεκάλυψα ἐγὼ σκοπὸν ἰδιοωφελείας, ἀπεναντίας ἀληθῆ προσπάθειαν καὶ προθυμίαν. Ἐγὼ προκαλῶ τὸν κ. Καλλιγᾶν. ἂν βλέπῃ, ὅτι ὑπάρχουν τῳόντι κέρδη τοιαῦτα, νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς συμβάσεως· ἡ ὁδὸς εἶναι ἀνοικτὴ, τὸν προκαλῶ, τὸν παρακαλῶ μάλιστα· ἀλλ’ ὄχι, κύριοι· λέγονται μόνον ὅσα ἠκούσατε, διὰ νὰ ὑβρίσωσι καὶ δυσφημήσωσιν· ἀφθονοῦσι λόγων, ἀλλὰ πράξεων ποτέ· ὑβρίζουν τοὺς συμβληθέντας μεθ’ ἡμῶν, ἀλλ’ αὐτοὶ δὲν συμβάλλονται· δὲν τολμοῦν νὰ παρουσιασθοῦν νὰ τοὺς ὑποκαταστήσωσιν· αὐτοὶ θέλουν νὰ κερδίζωσι μόνον. Μὲ τὴν Ἰονικὴν Τράπεζαν δὲν ἠδυνήθημεν νὰ συμβιβασθῶμεν, διότι ἐζήτει νὰ λάβῃ τὴν ἄδειαν ἐκδόσεως 21 ἑκατομμυρίων γραμματίων· ἐζήτει νὰ ἐφαρμοσθῶσι καὶ ὑπὲρ αὐτῆς οἱ ὅροι οἱ ἐφαρμοσθέντες καὶ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, νὰ ἐκδίδῃ γραμμάτια δι’ ὅσον ποσὸν ἐδάνεισε τὴν Κυβέρνησιν καὶ τριπλάσιον τοῦ μεταλλικοῦ της. Ἀλλ’ ἐὰν ἠρχόμεθα φέροντες πρότασιν τοιαύτην, θὰ εἴχετε δίκαιον νὰ κραυγάζητε τότε, ὅτι βλάπτομεν τὸν τόπον· ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν ἠδυνάμεθα νὰ πράξωμεν τοῦτο, οὔτε νὰ ἀναλάβωμεν τοιαύτην εὐθύνην, καὶ διὰ τοῦτο δὲν συνεβλήθημεν μετὰ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης, διότι δὲν ἠθέλαμεν ν’ αὐξήσωμεν τὰ γραμμάτια καὶ ἐλαττώσει τὸ μεταλλικόν, τὸ ὁποῖον ἐδικαιοῦτο νὰ λάβῃ τὸ Δημόσιον, ἀλλ’ ἀφοῦ κραυγάζετε, διότι ἡ πιστωτικὴ φέρει δύο ἑκατομμύρια μεταλλικοῦ καὶ ἐκ γραμματίων, καὶ ἐλεεινολογεῖτε τὴν Ἑπτάνησον, ἠθέλετε τότε δικαίως μᾶς μέμφεσθε, διότι θὰ ἐπροτείνομεν αὔξησιν γραμματίων ἄνευ μεταλλικοῦ. Κύριοι, ὅτε ἀνελάβομεν τὴν διοίκησιν τῶν πραγμάτων τῆς Πατρίδος, εὑρέθημεν ὑπὸ τὸ βάρος ὑπερόγκων ἀπαιτήσεων, τὰς ὁποίας ἐγέννησαν τὰ τελευταῖα μέτρα τῆς Κυβερνήσεως, καὶ αὐτὰς δὲν ἠδυνάμεθα νὰ μὴ θεραπεύσωμεν, καὶ ὅμως εὑρέθημεν ἄνευ λεπτοῦ· τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα εἶχον προμηθευθῆ ἐκ τῆς προκαταβολῆς τῶν 15 ἑκατομμυρίων, εἶχον ἐξαντληθῆ. Ἐν τούτοις αἱ προμήθειαι, τὰς ὁποίας εἶχον παραγγείλει, ἡτοιμάσθησαν, αἱ προθεσμίαι ἔληξαν, χρήματα μᾶς ἐζητοῦντο, καὶ οἱ ἄνδρες ἐπείνων καὶ ἔπρεπε ὅλα νὰ τὰ οἰκονομήσωμεν, τί νὰ πράξωμεν; Παραπονοῦμαι κατὰ τοῦ ἐντίμου φίλου μου κ. Δηλιγιάννη, διότι καταφέρεται κατὰ τῆς ἀποφάσεώς μας, ἵνα ὑποστηρίξωμεν τὴν σύμβασιν μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Τί ἔπρεπε νὰ πράξωμεν, κ. Δηλιγιάννη; εὑρέθημεν μὲ 50 χιλιάδας στρατοῦ, μὲ παραγγελίας ἑκατομμυρίων καὶ εἰς τὸ ταμεῖον δὲν εἴχομεν λεπτόν· ἔπρεπε νὰ θεραπεύσωμεν εἰς τὴν στιγμὴν τὰς ἀνάγκας αὐτάς. Ποῦ νὰ καταφύγωμεν; καὶ τὸ μέσον, τὸ ὁποῖον προχείρως καὶ ἀμέσως παρουσιάζετο, ἦτο τὸ ἐκ τῆς συμβάσεως· εἰς αὐτὴν προσετρέξαμεν. Λυποῦμαι δὲ, διότι μᾶς ἐμέμφθη, ἐνῷ ἐπράξαμεν πᾶν ὅ,τι ἤθελε πράξει καὶ πᾶς ἄλλος ἀνθ’ ἡμῶν, ὁ ὁποῖος ἤθελεν εὑρεθῆ εἰς τὴν θέσιν μας. Ἐπράξαμεν τὸ δυνατόν. Αὐτὴ ἦτο ἡ θέσις μας, ἀλλὰ τὸ μεταλλικόν, τὸ ὁποῖον ἐλάβομεν ἀπὸ τὴν Τράπεζαν, σχεδὸν ἐξηντλήθη ἤδη, καὶ ἐὰν δὲν προλάβωμεν νὰ προμηθευθῶμεν νέον μεταλλικὸν τὰ 25 ἑκατομ. χαρτονομίσματος, ἐντὸς ὀλίγου ἠθέλομεν ῥιφθῆ εἰς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν καὶ θέλομεν ἔχει ὅλας τὰς ὀδυνηρὰς συνεπείας, τοῦ ὑπερπλεονάζοντος χαρτονομίσματος καὶ τὰς συνεπείας αἱ ὁποῖαι προέρχονται ἀπὸ τὴν ἀπελπισίαν, διότι δὲν παρουσιάζεται ἐλπὶς, ὅτι τὸ χαρτίον ἤθελεν ἀποσυρθῆ ταχέως. Νομίζετε, ὅτι κατάστασις τοιαύτη δὲν θὰ ἦτο ἐπιβλαβὴς καὶ λίαν ἐπικίνδυνος; δὲν ἤθελε ζημιώσει τὴν κοινωνίαν; Νομίζετε, ὅτι ἂν ἀπὸ τοῦδε κατεφεύγομεν εἰς τὸ χαρτί, ἐὰν οὐδὲν ἄλλο νόμισμα μᾶς μένει, καὶ ἂν πολλαπλασιάζομεν διὰ τοῦτο τὴν κυκλοφορίαν, κατ’ ἀνάγκην δὲν ἤθελεν ὑποτιμηθῆ εἰς τρόπον καταπληκτικόν, καὶ ἡ κοινωνία δὲν ἤθελεν ὑποστῆ ζημίας πρωτοφανεῖς, καταστροφάς; Ἵνα προλάβωμεν τὸν κίνδυνον αὐτὸν πρὸ πάντων, ὠφείλομεν νὰ ἐνασχοληθῶμεν εὐθὺς εἰς τὴν εὕρεσιν δανείου μεταλλικοῦ. Ἐνθυμεῖσθε, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐπεψηφίσθη ἡ σύμβασις, ποίαν ὑποτίμησιν ἔλαβον τὰ χρεώγραφα, καὶ ὅταν ὁ κόσμος ἐπείσθη, ὅτι μεταλλικὸν ἔρχεται, ἡ κοινωνία ἀνέλαβε καὶ ἐπανῆλθεν ἡ τάξις καὶ ἡ ἰσοῤῥοπία· χάριν τούτου καὶ μόνου δὲν ἔπρεπε νὰ φεισθῶμεν θυσιῶν· εἶναι μικραὶ αὗται, καὶ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο τὸ κακὸν καὶ τὸ ἄτοπον, θὰ ἦτο ἀπελπιστικόν, ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι μελετῶμεν σχέδια μεγάλα, καὶ μεγάλας ἰδέας ἔχομεν, καὶ πολλὰ θέλομεν νὰ ἐκτελέσωμεν, ἀρκεῖ 25 ἑκατομ. Τραπεζικῶν γραμματίων ὡς μέσον, καὶ ἐπ’ αὐτῶν νὰ στηριζώμεθα· καὶ τὸ χειρότερον, ὡς ἠκούσατε, μὲ γραμμάτια θέλομεν εἰσέλθει εἰς τὴν Ἤπειρον καὶ Θεσσαλίαν. Ἀλλοίμονον ἂν εἰς αὐτὰς τοιαῦτα φέρομεν ἐφόδια. Ἐσκέφθημεν, κύριοι, διὰ τοῦτο ἀμέσως νὰ εὕρωμεν μέταλλον ὁπωσδήποτε, ἵνα μὴ προσκόψῃ τὸ μέγα ἔργον, τὸ ὁποῖον ἀνελάβομεν καὶ ὅπως ἀπαλλάξωμεν τὴν κοινωνίαν ἀπὸ τὰς ὀδυνηρὰς συνεπείας τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, τὰς ἐκ τῆς ὑπερπλεονάσεως μάλιστα τῶν γραμματίων, κατὰ τοῦ ὁποίου ὅμως ὁ κύριος Καλλιγᾶς, ὁ τοσοῦτον ταραχθεὶς διὰ τὴν εἰσαγωγὴν ἑνὸς ἑκατομμυρίου εἰς τὴν Ἑπτάνησον, οὐδὲν λέγει σήμερον, καὶ ἂν ἡ προσθήκη ἀνέβαινεν εἰς ἑκατομ. πολλά. Ἰδοὺ διατί ἐνηργήσαμεν οὕτω· ἔχομεν ἀνάγκην ἀμέσως μεταλλικοῦ. Μὴ νομίσητε δὲ, ὅτι παρεχωρήσαμεν τὸ δικαίωμα τῆς συστάσεως ἄλλης Τραπέζης εἰς τὰς νέας ἐπαρχίας χάριν τῆς ἐπιτυχίας τῆς συμβάσεως ἢ χάριν τῶν συμβληθέντων. Ὄχι ἐπράξαμεν τοῦτο χάριν τῶν συμφερόντων τῶν ἐπαρχιῶν ἰδίως, διότι ἄλλως ἤθελον εὑρεθῆ εἰς τὸ χάος, καὶ ἤθελον καταστραφῆ. Κύριοι, τὸ προνόμιον καὶ διὰ τὰς ἐπαρχίας αὐτὰς εἶχε παραχωρηθῆ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἐπ’ ὠφελείᾳ 10% ἐκ τοῦ κέρδους, ἀλλ’ εἴδετε, ὅτι τὰ κέρδη περιορίζονται εἰς τὴν κυκλοφορίαν 10 ἑκατομμυρίων γραμματίων. Ὁ κ. Καλλιγᾶς ἰσχυρίζεται, ὅτι ταῦτα εἶναι προσωρινά, ὅτι ταχέως θέλει ἐπέλθει ἡ εὐπορία, ἐνῷ συγχρόνως τοσούτῳ τὸν ἀπελπίζει ἡ οἰκονομικὴ τοῦ τόπου κατάστασις, ὥστε δὲν πιστεύει, ὅτι μετὰ δύω ἔτη θέλει δυνηθῆ ἡ Ἑλλὰς νὰ πληρώσῃ τὴν προκαταβολήν. Ὁ ὀξὺς νοῦς τοῦ κ. Καλλιγᾶ τὴν ἀντίθεσιν αὐτὴν κατορθώνει νὰ συμβιβάζῃ καὶ νὰ ὑποστηρίζῃ καὶ τὰ δύω ὡς ὀρθά. Ἡ Τράπεζα ὑπεχρεώθη νὰ ἐξαντλήσῃ τὸ μεταλλικὸν καὶ νὰ χορηγήσῃ εἰς τὸ Δημόσιον· δὲν τῇ ἀναγκαιοῖ, εἶπον, θὰ ἔχῃ δὲ τὸ χαρτί, χαρτὶ θὰ εἶχε καὶ τὸ Δημόσιον Ταμεῖον. Ὑποθέσατε, ὅτι μεταβαίνομεν εἰς τὰς νέας ἐπαρχίας, καὶ ἵνα θεραπεύσωμεν τὰς ἀνάγκας ἡμῶν καὶ εἰς αὐτῶν θὰ μεταφέρωμεν βεβαίως τὸ χαρτί, διότι χαρτὶ ἔχομεν, ἀλλ’ οὕτω συγχρόνως μεταφέρομεν καὶ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, διότι, ἂν ἐκεῖ καταναλώσωμεν 30 ἑκατομ. ἂν εἰσαγάγωμεν τόσον ποσόν, τί ἤθελε γείνει; Ἡ Τράπεζα ἤθελεν ὑποχρεωθῆ νὰ ἐξαργυρώσῃ αὐτὸ τὸ χαρτί· ἀλλὰ πῶς θέλει διακριθῆ; ἄλλως τὰ γραμμάτια τῆς Τραπέζης κυκλοφοροῦν ἀναγκαστικῶς, οὐδένα ἔχει περιορισμόν, πλὴν καὶ τὰ μέσα δὲν ἔχει, τῆς τ’ ἀφήρεσαν. Κατ’ ἀνάγκην λοιπὸν ἤθελεν ἐπέλθῃ ἀφεύκτως καὶ ἐκεῖ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Εἰς νέας ἐπαρχίας μεταφέρομεν Τράπεζαν χαρτίου, καὶ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Ὁ κ. Καλλιγᾶς δὲν ἀνακαλύπτει εἰς τὴν νεογνὴν αὐτὴν κόρην οὐχὶ μόνον γένεια, ἀλλὰ καὶ μύστακας ἔτι· εἴθε νὰ ἦτο τραγέλαφος μόνον. Ἡμεῖς, κύριοι, ἔχομεν πεποίθησιν εἰς τὸ πολλαπλοῦν τῶν Τραπεζῶν. Ἐξετάζων τὴν ἱστορίαν, εὗρον, ὅτι τὸ προνόμιον καθιερώθη ἐν περιστάσεσι κοινωνικῶν ἀνωμαλιῶν, καὶ κατέφυγον τότε αἱ κοινωνίαι εἰς τοῦτο, ὅπως θεραπεύσωσιν ἀνάγκας ἐκτάκτους καὶ ἀνωμάλους· αὐτὸ συνέβη εἰς τὴν Αὐστρίαν. Ἱδρύθη Τράπεζα μὲ ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν ἀμέσως, ἵνα ἐπαναφέρῃ τὴν ἁρμονίαν μεταξὺ τῶν μετάλλων καὶ γραμματίων ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Τοιοῦτόν τι συνέβη καὶ εἰς τὴν Ἀγγλίαν· διὰ νὰ ἐπιτύχῃ ὁ βασιλεὺς δάνειον 6 ἑκατομ. λιρῶν, ἐχορήγησεν εἰς τὴν Τράπεζαν τὸ προνόμιον τῆς ἀποκλειστικῆς ἐκδόσεως τραπεζικῶν γραμματίων. Ὅπου ὅμως ἡ κοινωνία ἡσύχως ἐνεργεῖ καὶ σκέπτεται, ἐκεῖ καθιερώθη τὸ σύστημα τοῦ πολλαπλοῦ τῶν Τραπεζῶν μὲ τὸ δικαίωμα ἐκδόσεως γραμματίων· παρετηρήθη δὲ μέχρι τοῦδε, ὅτι ἐκ τούτου οὐδὲν ἐπῆλθεν ἄτοπον, ἀπ’ ἐναντίας αἱ πολλαὶ Τράπεζαι ἔφερον τὴν εὐτυχίαν καὶ τὸν πλοῦτον. Εἴμεθα λοιπὸν κατὰ πεποίθησιν ὑπὲρ τοῦ πολλαπλοῦ τῶν Τραπεζῶν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἠθέλομεν νὰ μὴ μεταφέρωμεν εἰς τὰς νέας ἐπαρχίας ἀναπόφευκτον ὅρον τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν· ἐπροτιμήσαμεν διὰ τοῦτο νὰ συστήσωμεν Τράπεζαν φέρουσαν μέταλλον καὶ γραμμάτια ὁμοῦ κανονικῶς ἐκδιδόμενα. Σώζομεν οὕτω τὰς νέας ἐπαρχίας καὶ μετριάζομεν καὶ τὰς ἐνταῦθα κακὰς συνεπείας τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Δὲν εἴχομεν λοιπὸν τὸν ἀποκλειστικὸν σκοπὸν νὰ δώσωμεν προνόμια χάριν τοῦ δανείου μόνον, ἀλλὰ νὰ ἀπαλλάξωμεν τὴν κοινωνίαν ἀπὸ τὰ δεινὰ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας· ἄλλως σκοπὸν δευτερεύοντα ἔχομεν καὶ τὴν εὐκολίαν τοῦ δανείου, ἀφοῦ εἴδομεν, ὅτι τὸ μέσον αὐτὸ, τὸ προνόμιον αὐτὸ, μᾶς εὐκόλυνεν εἰς τὴν εὕρεσιν χρημάτων. Αὐτοὶ ἦσαν οἱ κύριοι σκοποὶ ἡμῶν. Ἀλλὰ παρεχωρήσαμεν πολλά; Ἰδοὺ τὸ ἕτερον ζήτημα. Θέλω νὰ ἐξετάσω τοῦτο συγκριτικῶς μόνον διὰ νὰ ἀποδείξω, ὅτι δὲν εἶναι εὔκολον νὰ εὕρητε χρήματα εἰς τὴν Εὐρώπην ἀνεξόδως· διότι δυστυχῶς, ὅταν παρουσιαζώμεθα εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀπευθείας καὶ ζητῶμεν, δὲν εὑρίσκομεν· δὲν ἠξεύρω διατί· ἀλλ’ ὅταν ζητοῦμεν ἔξωθεν καὶ ὑποστηρίζεται ἡ ζήτησις ἐκεῖθεν, τότε καὶ ἡμεῖς ἐδῶ δίδομεν τὰ χρήματά μας· ὅταν ἀπευθυνώμεθα ὅμως εἰς τοὺς ἐν τῷ τόπῳ πλουσίους, ἀπαντῶμεν δυσκολίας. Ἐξετάσατε τί πρὸ ὀλίγου ἐγένετο εἰς τὴν χώραν ἡμῶν, διὰ νὰ ἴδητε πόσον δύσκολον καὶ πολυδάπανον εἶναι νὰ εἰσαχθῶσι ξένα κεφάλαια· ἡ τράπεζα ἡ ἐθνικὴ, κατάστημα ἀπολαμβάνον πληρεστάτης ὑπολήψεως, διότι διοικεῖται καλῶς, ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐνεργήσῃ δάνειον ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου, καὶ καλῶς ἔπραξε, διότι τουλάχιστον ἐν μέρει ἐχρησίμευσε καὶ ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου Ταμείου ἐπὶ τοῦ παρόντος. Ἠξεύρετε, κύριοι, ὅτι διὰ ν’ ἀποκτήσῃ αὐτὸ τὸ δάνειον, ἐπλήρωσεν τόπος 5,800,000 καὶ 3,000,000 φράγκα δι’ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα οἱ ὑποσχεθέντες νὰ δανείσουν τὴν Τράπεζαν καὶ εἰσαγαγόντες τὸ σύστημα τοῦ δανείου αὐτοῦ ἔλαβον ὡς ἀμοιβὴν, ἐνῷ ὀλίγα ἐδάνεισε, καὶ οὔτε λεπτὸν ἴσως, διότι οἱ Ἕλληνες παρουσιασθέντες ἐξηργύρωσαν τὰς ὁμολογίας καὶ ἐπλήρωσαν αὐτὸ τὸ κέρδος καὶ οὐδεμίαν εὐθύνην ἔχουσιν. Ἰδοὺ πόσον δύσκολον εἶναι νὰ φέρωμεν ξένα χρήματα, καὶ ἐνῷ ἔχομεν αὐτὰ τὰ παραδείγματα σχετικῶς πρὸς τὴν Τράπεζαν διϋλίζομεν τὸν κώνωπα καὶ λησμονοῦμεν, ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς τοιαύτας ἀνάγκας καὶ οἰκονομικὰς στενοχωρίας. Ἡ πρώτη μορφὴ κατὰ τῆς συμβάσεως εἶναι, καθὼς ἠκούσατε, τὰ πλεονεκτήματα, τὰ ὁποῖα δίδομεν διὰ τὴν σύστασιν τραπέζης ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίαις, καὶ ἠκούσατε διὰ ποῖον λόγον ἐλάβομεν αὐτὸ τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ὠφελήσῃ τοὺς συναλλαχθέντας· ἀλλὰ δὲν ἀποβλέπει διόλου εἰς τὴν σύμβασιν. Δεύτερον, ὅτι ἐλάβομεν προκαταβολὴν διὰ 22 μῆνας καὶ ἐδώσαμεν εἰς ἐνέχυρον ὁμολογίας τοῦ ἐθνικοῦ δανείου, τὰς ὁποίας δύνανται νὰ ὑποτιμήσωσι καὶ οὕτω νὰ ζημιωθῇ σπουδαίως ὁ τόπος, διότι κατὰ τὴν σύμβασιν, λέγουσιν, ἔχουν τὸ δικαίωμα οἱ δανεισταὶ νὰ πωλήσωσι τὰς ὁμολογίας ταύτας ἐν περιπτώσει μὴ ἐγκαίρου καταβολῆς τῶν χρημάτων. Βεβαίως κατὰ τοῦ τόκου δὲν ἠδύναντο νὰ εἴπωσί τι, διότι πρὸ ὀλίγου εἰς καλλιτέρας μάλιστα οἰκονομικὰς περιστάσεις ἐδανείσθησαν καὶ εἰς προκαταβολήν, ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, πρὸς 7½%. Ἀλλά, κύριοι, ἡ τράπεζα εἴτε λάβει μέρος εἰς τὴν προκαταβολὴν, ὡς λέγουσιν, ἢ εἰς τὸ δάνειον, ἥ συμφωνία καὶ αἱ ὑποσχέσεις τῆς εἶναι ἀμέσως νὰ λάβῃ ὁμολογίας ἡ πιστωτική. Ἂν παραδεχθῆτε τὴν σύμβασίν της, ὀφείλει νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὸ δάνειον καὶ νὰ λάβῃ ἀμέσως ὁμολογίας. Τὰ ποσὰ ταῦτα εἴτε ὡς δάνειον εἴτε ὡς προκαταβολὴ, ὡς λέγουσι, ληφθῶσι δικαστικῶς ἀμέσως θέλετε ἀφαιρέσει ἀπὸ τὰ 25,000,000, οὕτω θὰ μείνουν ὀφειλόμενα 14,000,000, ὡς λέγουσιν· Ἐρωτῶ, εἶναι τοιαύτη ἡ κατάστασις τῆς Ἑλλάδος, τοιαῦται αἱ ἐλπίδες ἡμῶν περὶ τοῦ μέλλοντος, ὥστε μετὰ δύω ἔτη δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν εἰς αὐτὴν νὰ δανεισθῇ 14,000,000, ἵνα πληρώσωμεν τὸ ποσὸν αὐτό; Ἄν, κύριοι, μετὰ δύω ἔτη δὲν δυνηθῇ νὰ πληρώσῃ ἡ Ἑλλὰς τὸ ποσὸν αὐτὸ, δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς Κράτος, δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ, εἶνε μηδέν. Μεγαλοποιοῦν τὰ πράγματα ἀδίκως, ἐνῷ πρόκειται περὶ τόσον εὐτελοῦς ποσοῦ. Ἐλπίζομεν, κύριοι, ἀναμφιβόλως, ὅτι τὸ μέλλον ἡμῶν θὰ ἦναι εὐτυχές, ὅτι τὰ μέσα καὶ αἱ πηγαὶ τοῦ πλούτου τῆς Ἑλλάδος μετὰ τὴν ἕνωσιν θέλουν πλεονάσει, ἀλλὰ καὶ οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, ὅπως ἤδη, μὴ ἀπελπίζεσθε, μὴ καταδικάζετε τὴν πατρίδα μας, ὅτι δὲν θὰ δύναται μετὰ δύο ἔτη νὰ οἰκονομήσῃ 14,000,000, καὶ ὅτι τοιουτοτρόπως τὸ δάνειον θέλει ἀποῤῥοφηθῆ ἀπὸ τοὺς τοκογλύφους, μεταξὺ τῶν ὁποίων κατατάσσεται ὁ κ. Καλλιγᾶς, ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἡ Βιομηχανικὴ Τράπεζα καὶ τόσοι ἄλλοι ὡς μέτοχοι· ἄλλως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ τὸ τοιοῦτον, νὰ πωληθῇ δηλαδὴ ἀναγκαστικῶς ἐν Εὐρώπῃ τὸ δάνειον, πρέπει πρῶτον νὰ ἔχῃ ἀξίαν τινά· περὶ τῆς πληρωμῆς τῶν τόκων πρόκειται· ἐὰν τὸ Ἔθνος καὶ τοὺς τόκους δὲν δύναται νὰ πληρώσῃ ἐκ τῶν 14,000,000, θὰ σπεύσῃ ν’ ἀγοράσῃ τὰς ὁμολογίας ποῖος; Ἀλλά, κύριοι, κατὰ τὰ ἔθιμα τὰ ἐπικρατοῦντα εἰς τὰ Χρηματιστήρια δὲν δύναται νὰ πωληθῇ ἀναγκαστικῶς δάνειον εἰμὴ ἀδείᾳ τοῦ δικαστηρίου καὶ ἐν τῷ Χρηματιστηρίῳ· ἄλλως, κύριοι, διὰ τοὺς καταδιωκομένους ἡ πώλησις δὲν ἔχει οὐδὲν κῦρος, οὐδεμίαν συνέπειαν. Λοιπὸν διὰ νὰ πωλήσωσι τὰς ὁμολογίας μας, πρέπει νὰ τύχωσιν ἀδείας δικαστικῆς καὶ νὰ πωλήσωσιν αὐτὰς ἐντὸς τοῦ Χρηματιστηρίου· λοιπὸν πρέπει νὰ κυκλοφοροῦν ἐντὸς τοῦ Χρηματιστηρίου τὰ δάνειά μας. Ἀλλ’ ἐὰν κυκλοφοροῦν, δὲν πιστεύω, ὅτι δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ πωλήσωμεν 14,000,000· τὰ Χρηματιστήρια θὰ ἦναι ἀνοικτά, τὰ κεφάλαια θὰ συῤῥέουν, θὰ κερδοσκοποῦν καὶ ἡμεῖς δὲν θὰ ἠμπορέσωμεν νὰ πωλήσωμεν 14,000,000; Ἂν τὰ Χρηματιστήρια δὲν ἦναι ἀνοικτὰ διὰ τὸ δάνειόν μας, τότε εἶναι ἀδύνατον αἱ ὁμολογίαι μας νὰ πωληθοῦν, ἀλλαχοῦ ἡ πώλησις γενομένη εἶναι ἄκυρος· ὥστε βλέπετε, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῇ ἡ ζημία, τὴν ὁποίαν προβλέπουν. Ἀλλὰ προσέξατε εἰς τὴν ἱστορίαν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Καλλιγᾶς, πωλοῦνται τὰ 120,000,000 μετὰ 2 ἔτη, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασίς μας θὰ ἦναι κακή, ὅτι θὰ σπεύσωμεν νὰ τὰ πωλήσωμεν, καὶ θὰ τὰ ῥίψωμεν διαμιᾶς εἰς τὴν ἀγορὰν, ὅτι δὲν θὰ εὕρωμεν ἀγοραστὰς εἰς τὸ ἐξωτερικόν, ὅτι θὰ ἐπιστραφῶσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα ὅλα καὶ θ’ ἀπωλεσθῶσιν, ἔλεγεν ὁ κ. Καλλιγᾶς. Μὰ οὔτε παραμύθια δὲν εἶναι ταῦτα· εἶναι ὑποθέσεις, τὰς ὁποίας δύναται νὰ πλάσσῃ τις, ἀλλ’ αἱ ὁποῖαι δὲν συμβιβάζονται μὲ τὴν τελευταίαν ἐργασίαν ἐπὶ τοῦ δανείου ἡμῶν. Πρὸ ὀλίγου, κύριοι, ἐπραγματοποιήσαμεν δάνειον 60,000,000 καὶ ἐξ ὅλων αὐτῶν τῶν παραμυθίων οὐδὲν ἔλαβε χώραν· ἐπροχώρησαν πωλοῦντες τὸ δάνειον, προχωρούσης τῆς τιμῆς· καὶ ὅταν ἠλαττώθη ἡ τιμὴ, ἀνέστειλαν τὴν πώλησιν καὶ ἔμειναν εἰς χεῖρας τῆς κυβερνήσεως. Δὲν ἠξεύρω διατί ἔκαμε τὴν ὑπόθεσιν ὁ κ. Καλλιγᾶς, ὅτι θὰ εὑρεθῇ τὸ κράτος μετὰ δύω ἔτη εἰς ἀδυναμίαν νὰ πληρώσῃ τὰ χρέη του, δηλαδὴ ὅτε ἡ Ἑλλὰς δὲν θὰ δύναται νὰ ὑπάρξῃ. Μέγα ζήτημα, κύριοι, τὸ ζήτημα τοῦ καπνοῦ, καὶ τὸ παρέστησαν τοιοῦτον, πρῶτον διότι γνωρίζουσιν, ὅτι ὁ φόρος αὐτὸς δὲν ἀπολαμβάνει τῆς εὐνοίας ἐν μέρει τῆς Βουλῆς, καὶ δεύτερον διὰ νὰ στηρίξωσι τὰ μυθώδη κέρδη, τὰ ὁποῖα ἡ ἑταιρία, οἱ συμβληθέντες ἤθελον δῆθεν ἀπολαύει ἐξ αὐτοῦ. Ὁ φόρος τοῦ καπνοῦ ἐπενοήθη, κύριοι, ἵνα ὑπεστηρίχθη τὸ δάνειον καὶ διὰ δύω σπουδαίους λόγους· ὑπεστηρίχθη πρῶτον, διότι ἐθεωρήθη ὡς βάσις πρόσφορος, ἵνα δώσῃ τιμὴν εἰς τὸ δάνειόν μας· εἴπομεν, ὅτι ὁ φόρος τοῦ καπνοῦ ὡς ἐγγύησις τοῦ δανείου βεβαίως θέλει ὑπερτιμήσει τὸ δάνειον· τοιαύτη ὑπάρχει ἡ περὶ αὐτοῦ ὑπόληψις, καὶ δεύτερον, διότι εἶνε ὡς ὀλιγώτερον ἐνοχλητικός, ὁ ὀλιγώτερον ἐπιβλαβής· θέλει παρέξει δὲ νέον πόρον οὐσιώδη, ὅστις ἤθελεν ἀνακουφίσει τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἤθελε τὸ ἐλευθερώσει ἀπὸ τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα ἐπιβαρύνουν τοὺς ὑπάρχοντας ἤδη φόρους, καὶ ἑπομένως ἤθελεν εὐκολύνει τὴν κυβέρνησιν καὶ τὸ ταμεῖον. Ὁ φόρος λοιπὸν αὐτὸς δὲν ἔχει ἄλλον σκοπὸν εἰμὴ ν’ ἀσφαλίσῃ τὴν πραγματοποίησιν τοῦ δανείου ἐπὶ τὸ βέλτιον, καὶ διὰ τοῦτο ὁ νόμος δύναται νὰ ὑποβληθῇ καὶ νὰ συζητηθῇ, ὅταν ἡ προκαταβολὴ θέλει εἶσθαι πληρωμένη. Δὲν ἐξαρτᾶται λοιπὸν ἡ πραγματοποίησις τῆς συμβάσεως αὐτῆς ἀπὸ τὴν παραδοχὴν τοιούτου ἢ τοιούτου συστήματος τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ· ἀλλὰ ποῖος ὁ τρόπος τῆς βεβαιώσεως καὶ τῆς εἰσπράξεως τοῦ φόρου αὐτοῦ; Θέλει ὑποστηρίξει τὸ δάνειον; ἰδοὺ τὸ ζήτημα. Μὴ τὸ ζήτημα αὐτὸ τὸ ἐλύσαμεν ἡμεῖς; ἂν ἡ σύμβασις πραγματοποιηθῇ, ἡ ἄρνησις τοῦ φόρου αὐτοῦ ἐλαττόνει τὰς ἐγγυήσεις τοῦ δανείου, καὶ τὸ δάνειον θέλει πάθει καὶ ἴσως οὐδεμία ἄλλη συνέπεια θέλει ἐπέλθει, διότι θὰ ἔχῃ ὀλιγωτέρας ἐγγυήσεις τὸ δάνειον. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὑπεβάλομεν ἡμεῖς ῥητῶς καὶ ἀμετακλήτως τρόπον εἰσπράξεως καὶ βεβαιώσεως; ὑπεχρεώσαμεν ἑαυτοὺς ἢ τὸ Ἔθνος, ὥστε νὰ γίνεται πάταγος τοιοῦτος; εἴπομεν, ὅτι θέλομεν ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ εἴσπραξις θὰ παραχωρηθῇ διὰ συναγωνισμοῦ εἰς τὸν πλειοδοτήσαντα. Κύριοι, ὅταν ἔλθῃ ὁ νόμος καὶ τὸ ζήτημα ἐνώπιόν σας, θέλετε ἰδεῖ τότε, ὅτι ὑπάρχουν πολλοὶ καὶ διάφοροι τρόποι φορολογίας τοῦ καπνοῦ· ἰδοὺ εἷς, τὸν ὁποῖον ἤκουσα: Μοὶ εἶπε κεφαλαιοῦχός τις, δέχομαι νὰ ἐνοικιάσω τὸν φόρον τοῦ καπνοῦ ἐπὶ τῇ ἑξῆς συμφωνίᾳ· ν’ ἀγοράζω αὐτὸν ἀπὸ τοὺς κατοίκους ὅσον τιμᾶται, τὸν καπνὸν λόγου χάριν τῆς Λαμίας πρὸς τρεῖς δραχμὰς, τὸν καπνὸν τοῦ Ἄργους πρὸς μίαν δραχμὴν καὶ καθεξῆς, ὅσον καὶ ἤδη ἐξακολουθεῖ νὰ πωλῆται, νὰ τὸν πωλῶ δὲ ἐγὼ ὅσον θέλω ἢ ἐπὶ τῇ βάσει φόρου ὡρισμένου, καὶ τοιουτοτρόπως ἐγὼ δὲν φορολογῶ ποσῶς τὴν παραγωγήν· αὐτὸ μὲ συμφέρει, μὲ συμφέρει νὰ ὑποστηρίξω τὴν παραγωγήν, θέλω νὰ ἐξασφαλίσω καὶ ἀναπτύξω αὐτὴν, νὰ φορολογήσω δὲ μόνον τὴν κατανάλωσιν. Ἡμεῖς γνωρίζομεν ἤδη τὸ ποσὸν τοῦ καπνοῦ τοῦ πωλουμένου. Ὑποθέτω, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει νὰ ἐπιβάλῃ φόρον δύο δραχμῶν κατ’ ὀκᾶν. Γνωρίζομεν, ὅτι καταναλίσκεται ἓν ἑκατομμύριον ὀκάδων, ἢ, ὡς μοὶ εἶπον ἐσχάτως, δύο ἐπὶ παραγωγῆς τριῶν· ἑπομένως τὸ εἰσόδημα ἀναβαίνει εἰς δύο ἑκατομμύρια, ἢ τέσσαρα· ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ ὡς ἐλάχιστος ὅρος τίθεται ἡ βάσις τῆς δημοπρασίας. Βλέπετε, κύριοι, ὅτι ὑπάρχουν διάφοροι τρόποι φορολογίας τοῦ καπνοῦ. Βεβαίως ἡμεῖς θὰ ὑποβάλωμεν νομοσχέδιον, ἀλλ’ αὐτὸ δὲν δεσμεύει τὴν Βουλὴν, ἡ Βουλὴ δύναται νὰ μὴ τὸ δεχθῇ, κατ’ οὐδὲν ἡμεῖς ὑποχρεοῦμεν τὸ ἔθνος ἀναποφεύκτως, ἡ Βουλὴ δύναται νὰ δεχθῇ αὐτὸ τὸ σύστημα ἢ ἄλλο· εἶναι κυρία, διότι ἡμεῖς δὲν τὴν ἐδεσμεύσαμεν, ἡμεῖς ἐδέχθημεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μελετήσωμεν καὶ παραδεχθῶμεν ἓν σύστημα, τοῦτο θὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν Βουλὴν, θὰ τὸ ὑποβάλωμεν καὶ ὑποστηρίξωμεν εἰλικρινῶς· ἡ Βουλὴ δύναται νὰ μὴ τὸ δεχθῇ καὶ νὰ πέσωμεν, πολλάκις ἐγένετο τοῦτο· αὕτη εἶναι ἡ συνέπεια καὶ δυσκολία ἴσως τῆς ἀνευρέσεως τοῦ δανείου ἢ τῆς ἀποτυχίας· ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν ἠρχίσαμεν κἂν τὰς μελέτας μας. Κύριοι, ἐδέχθημεν τὸ σύστημα τῆς συμβάσεως, τὸ ὁποῖον ἀποκαλοῦσι πρωτοφανὲς καὶ ἰδιότροπον· ἀλλὰ τοιαύτη εἶναι ἡ ἐποχὴ, εἶναι ἐποχὴ πρωτοφανὴς καὶ ἔκτακτος δι’ ἡμᾶς. Ἐδέχθημεν τὸ σύστημα αὐτὸ, διότι δὲν εὑρίσκομεν δάνειον ferme· οὐδεὶς ἀγοράζει ἤδη ἐκ τῶν προτέρων, πρὸς τιμὴν ὡρισμένην, διότι αἱ περιστάσεις δὲν εἶναι ὁμαλαὶ καὶ οὐδεὶς γνωρίζει, τί θέλει συμβῆ καὶ τί πρέπει νὰ προσφέρῃ διὰ ν’ ἀγοράσῃ δάνειον τῆς Ἑλλάδος, ἀλλ’ ἡμεῖς ἔχομεν ἄμεσον ἀνάγκην χρημάτων· ἐδέχθημεν λοιπὸν τὸ σύστημα τῆς συμβάσεως, διότι δίδει ἀμέσως χρήματα καὶ διότι ἡμεῖς τοὐλάχιστον δὲν πιστεύομεν, ὅτι δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐξοφλήσωμεν ἐντὸς δύο ἐτῶν 14 ἑκατομ., ἀφοῦ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἐν δυσκολωτέραις περιστάσεσιν, καὶ ὅταν ἔβλεπε μέλλον σκοτεινὸν, ἀπεφάσισε νὰ δεχθῇ προκαταβολὴν ἐκ 15 ἑκατομμυρίων, καὶ ἐπείσθη, ὅτι ἠδύνατο νὰ τὰ πληρώσῃ. Πῶς θέλετε ἡμεῖς ν’ ἀμφιβάλλωμεν, ὅτι τοιοῦτον ποσὸν δὲν θέλει ἡ Ἑλλὰς δυνηθῇ νὰ πληρώσῃ; Νομίζω, κύριοι, ἀποδεδειγμένον, ὅτι ὅλα τὰ κατὰ τῆς συμβάσεως λεχθέντα δὲν ἔχουν οὐδεμίαν ὑπόστασιν, ὅτι ὅλαι αἱ παραχωρήσεις, αἱ ὁποῖαι φαίνονται, ὅτι ἐγένοντο χάριν τῆς συμβάσεως, ἢ καὶ πρὸς ὄφελος τῶν συμβληθέντων, δὲν ἐγένοντο δι’ αὐτὴν, ἀλλὰ δι’ ἄλλους λόγους σπουδαιοτέρους, τοὺς ὁποίους ἠκούσατε καὶ τοὺς ὁποίους νομίζω καλῶς ἐκτιμᾶτε. Ὅσον θέλετε, κύριοι, στενοχωρεῖσθε· τὸ ἀληθὲς εἶναι, ὅτι ἂν δὲν εὕρητε δάνειον, μετὰ δύο μῆνας δὲν ἔχετε λεπτὸν, μετὰ δύο μῆνας θὰ ἔχητε ἀντὶ 60 ἑκατομ. ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἴσως 100 ἑκατομ. καὶ πλέον. Δὲν ἠξεύρω, ποίαν θὰ φέρῃ τοῦτο ὑποτίμησιν φοβερὰν, χαρτονομίσματος θὰ λάβῃ μορφήν· ἂν δὲν εὕρητε δάνειον, θὰ ἦσθε ἠναγκασμένοι νὰ καταφύγητε καὶ πάλιν εἰς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν καὶ τὰ 75 ἑκατομ. θὰ γείνουν 155, ἢ δὲν ἠξεύρω πόσα, καὶ δὲν θὰ δυνηθῆτε ν’ ἀνθέξητε, οὐδὲ νὰ κατορθώσητε μηδέν. Κατὰ δυστυχίαν εἰς τὴν Ἑλλάδα ἠρχίσαμεν μὲ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν πρὶν φθάσωμεν εἰς τὴν ἐποχὴν τῶν ἔργων. Ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ἐφαρμόζεται ἐν ἐσχάταις ἀνάγκαις καὶ κινδύνοις, ἐν πολέμῳ ἰδίως. Ἡμεῖς, κύριοι, κατεφύγομεν εἰς αὐτὴν δι’ ἔλλειψιν μέσων κατὰ δυστυχίαν, καὶ ὅταν εὑρισκόμεθα ἀκόμη εἰς τὰς ἑτοιμασίας καὶ ἂν προκληθῶμεν νὰ ἐργασθῶμεν, θὰ εὑρεθῶμεν ἐξηντλημένοι καὶ βεβαρυμένοι μὲ γραμμάτια τραπεζικὰ εἰς βαθμὸν ἀκατανόητον. Γινώσκετε, κύριοι, πότε ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία λαμβάνει ἐπίτασιν καταπληκτικήν; ἔχει συνεπείας φοβεράς, ἐν ἐκτάκτοις περιστάσεσιν· ἐν πολέμῳ, ἐξετάσατε τὴν ἱστορίαν καὶ θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ἐπιβλαβὴς ἀποκατέστη, καταστρεπτική, κατέστρεψε τὰ οἰκονομικὰ τῶν Κρατῶν ἐν ἀνωμάλοις καιροῖς. Καὶ λοιπὸν ἑτοιμαζόμεθα, διότι νομίζομεν, ὅτι θὰ προκληθῶμεν νὰ καταλάβωμεν τὰς νέας ἐπαρχίας, καὶ θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τοιαύτας περιστάσεις, ἄνευ πολλῶν χρημάτων, καὶ τότε δῆτε, θὰ πολλαπλασιασθῶσιν αἱ ἀνάγκαι. Ἂν λοιπὸν δὲν φροντίσωμεν ἀπὸ τοῦδε ν’ ἀνακουφίσωμεν τὸ δημόσιον ταμεῖον, νὰ ἔχωμεν μέρος μεταλλικοῦ, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι θέλετε σταματήσει καθ’ ὁδόν, καὶ ἠξεύρετε διατί; διότι ἡ Ἑλλὰς, Κράτος μικρόν, μὴ δυνάμενον νὰ προμηθευθῇ ἐσωτερικῶς τὰ ἀναγκαῖα, θὰ προσφύγῃ εἰς ξένα κράτη, ὅταν δὲ πρόκηται ἔξωθεν νὰ προμηθευθῇ, ἔχει ἀνάγκην χρήματος μετάλλου, καὶ οὐχὶ χαρτίου, ἄλλως θέλει δυσκολευθῆ καὶ ἢ θέλει ὑποβληθῆ εἰς ζημίας ἀκαταλογίστους, ἢ θέλει σταματήσει ἐν μέσῃ ὁδῷ. Ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, κύριοι, ἐχρησίμευσε καὶ χρησιμεύει εἰς ἔθνη μεγάλα, τὰ ὁποῖα ὀλίγας ἀνάγκας ἐσωτερικῶς θεραπεύουσιν· ἡ συναλλαγή των εἶναι μᾶλλον ἐσωτερικὴ, καὶ τὴν θεραπεύουσιν ἐν μέρει διὰ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Κατὰ δυστυχίαν ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶναι εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν· ὅταν, κύριοι, ἀπεφασίσαμεν νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ὁδόν, τὴν ὁποίαν ἀκολουθοῦμεν, δὲν πρέπει ν’ ἀρνούμεθα τὰ μέσα, δὲν πρέπει νὰ ὑστεροῦμεν τὴν πατρίδα τῶν ὀργάνων ἐκείνων, ἐπὶ τῶν ὁποίων μόνον στηριζομένη δύναται νὰ ἐργασθῇ, νὰ βαδίσῃ. Δὲν πρέπει ν’ ἀποβλέψωμεν εἰς ζημίας οὐτιδανάς, καὶ ἂν ὑπάρχῃ ζημία, διότι οὐδεμία ζημία δύναται νὰ παραβληθῇ πρὸς τὴν ζημίαν, τὴν ὁποίαν ἡ ἀπορία χρημάτων δύναται ἐντὸς ὀλίγου νὰ ἐπιφέρῃ. (Γίνεται δι’ ἀναστάσεως δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον.)
§98ΤΙΝΕΣ. Νὰ προχωρήσωμεν.
§99ΕΤΕΡΟΙ. Εἶναι πλέον 6 ἡ ὥρα. Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 6 μ. μ.