1880.12.17
2,043 rows · 16,249 words · 128 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 49
τῆς 17 Δεκεμβρίου 1880.
Ὥρα 2¼ μ. μ.
Ἀπαρτίας γενομένης, ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκρίνονται τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Ἀλέξιος Ἀργυρόπουλος ἐκ Μοσχοχωρίου τοῦ Δήμου Ἡρακλειωτῶν παραπονεῖται κατά τινων στρατιωτικῶν· ὁ δὲ Ἀθανάσιος Ἀληφέρης ζητεῖ ἀνάλογον ἀμοιβὴν διὰ τὰς πρὸς τὴν πατρίδα κατὰ τὸν ἱερὸν ἀγῶνα στρατιωτικὰς ἐκδουλεύσεις του. Αἱ ἀναφοραὶ αὗται θὰ παραπεμφθῶσιν εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπήν.
§2ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποβάλλω τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, προσθέτων, ὅτι ἐλήφθη πρόνοια νὰ τυπωθῇ, καὶ ἴσως τὴν ἑσπέραν ταύτην διανεμηθῇ.
§3Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Οὐδεμία ἀντίῤῥησις ὑπάρχει νὰ συζητηθῇ κατὰ προτίμησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ τυποκλοπίας.
§4Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ὑπάρχουσιν ἐγγεγραμμένα δύο νομοσχέδια, ἐφ’ ὧν, νομίζω, δὲν θὰ ἐγερθῇ συζήτησις. Μετὰ ταῦτα παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ προτάξῃ τὰ νομοσχέδια α) περὶ δωδεκατημορίου, βʹ) περὶ δανείου, καὶ γʹ) περὶ κυρώσεως συμβάσεως, ἀφορώσης τὴν προκαταβολὴν ἀπέναντι τοῦ δανείου τούτου. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν συζήτησιν αὐτῶν ὅσῳ εἶναι δυνατόν. Ὀφείλω δὲ νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἡ ἀναβολὴ ζημιοῖ οὐσιωδῶς· ἡ ἀναβολὴ δύναται νὰ ἐπιφέρῃ καὶ τὴν ἀποτυχίαν. Τοσούτῳ μᾶλλον παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπισπεύσῃ, ὅσῳ ἀκούω, ἀναγινώσκω, βλέπω, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις εἶναι ἑτοίμη καὶ διατεθειμένη νὰ φέρῃ ἐκ νέου πολιτικὸν ζήτημα.
§5ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νὰ συζητήσῃ.
§6ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄχι νὰ συζητήσῃ, ἀλλὰ νὰ ψηφίσῃ, ἐννοῶ. Ἡμεῖς ἐπιθυμοῦμεν τοῦτο, διότι ἡ Κυβέρνησις, ἥτις θὰ γείνῃ κατόπιν, πρέπει νὰ λάβῃ πᾶσαν συνδρομὴν καὶ ὑποστήριξιν. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ νὰ ὑποστηρίξῃ μίαν Κυβέρνησιν, τότε ἡ ἀντιπολίτευσις, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦναι, δὲν πρέπει νὰ παρεμβάλῃ δυσκολίας καὶ προσκόμματα, διότι, καθ’ ὅσον παρετήρησα, αἱ περισσότεραι συζητήσεις ἤδη αὐτὸν τὸν χαρακτῆρα λαμβάνουσι. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν καὶ τὴν ἀντιπολίτευσιν, ἐὰν τῷ ὄντι ἦναι διατεθειμένη καὶ ἕτοιμος νὰ φέρῃ πολιτικὸν ζήτημα, νὰ φέρῃ τοῦτο, διὰ νὰ βαδίσωμεν κατόπιν ἀπροσκόπτως. Ἄλλως βλάπτονται τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου, διότι καὶ ἡμεῖς καὶ ἡ ἀντιπολίτευσις, ἥτις αὔριον δυνατὸν νὰ μὴ ἦναι τοιαύτη, πρέπει νὰ ἔχῃ μέσα ζωῆς καὶ ἐνεργείας.
§7ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἄνευ ἀφορμῆς ὁ κ. πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως παρέστησεν, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις ἔδωκε πολιτικὸν χαρακτῆρα εἰς τὰ μέχρι τοῦδε ζητήματα· λέγω ἄνευ ἀφορμῆς, διότι τοὐναντίον ἡ ἀντιπολίτευσις ἐπανειλημμένως παρεκάλεσε τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ δώσῃ εἰς τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα αὕτη ὑπέβαλε τῇ Βουλῇ, πολιτικὸν χαρακτῆρα, ἡ Κυβέρνησις ὅμως ἐπέμενε δίδουσα εἰς ζητήματα, μὴ ἔχοντα πολιτικὸν χαρακτῆρα, τὸν χαρακτῆρα τοῦτον· ἑπομένως ἡ παρατήρησις αὕτη, νομίζω, ἁρμόζει μᾶλλον εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἢ εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν. Ἡ ἀντιπολίτευσις ἐξ ἀρχῆς τῆς συνόδου ταύτης ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν προτίθεται νὰ φέρῃ προσκόμματα εἰς τὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως, ἐν ὅσῳ ἡ Κυβέρνησις κατέχει τὴν θέσιν ταύτην συνταγματικῶς, τουτέστιν ἐν ὅσῳ κατέχει τὴν θέσιν ταύτην κατόπιν ψήφου τῆς πλειονότητος τῆς Βουλῆς· τοῦτο δὲ ἔπραξεν ἀπαρεγκλίτως μέχρι τοῦδε. Ὡμίλησεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς πρὸ ὀλίγου περὶ προθέσεως τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ὅπως φέρῃ ζήτημα πολιτικόν. Δὲν ἔχει ἀνάγκην ἡ ἀντιπολίτευσις νὰ γείνῃ ὁ κ. πρωθυπουργὸς διερμηνεὺς τῶν προθέσεων αὑτῆς. Ἤδη ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἐκ τῆς φύσεως αὐτῶν εἶναι πολιτικά· ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων ἐκείνων, καὶ ἂν θέλῃ ἡ ἀντιπολίτευσις, δὲν δύναται νὰ μὴ προβῇ εἰς πολιτικὴν συζήτησιν, δὲν εἶναι ὅμως δίκαιον ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἐκ προκαταβολῆς νὰ λέγῃ, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις θὰ φέρῃ ζήτημα πολιτικόν. Καὶ ὡς πρὸς τὴν τάξιν τῆς συζητήσεως ἑτοίμη εἶναι ἡ ἀντιπολίτευσις ν’ ἀκολουθήσῃ καὶ ἤδη τὴν τακτικήν, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησεν ἀπ’ ἀρχῆς τῆς συνόδου, τουτέστι ν’ ἀποδεχθῇ τὴν τάξιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ὑποδεικνύει· καὶ τοσούτῳ μᾶλλον θέλει πράξει τοῦτο ἤδη, ὅσῳ τινὰ ἐκ τῶν ἀντικειμένων, τῶν ὁποίων ζητεῖ τὴν πρόταξιν ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ἐκ τῆς φύσεως αὐτῶν ἐνδείκνυνται πρὸς τὴν τοιαύτην προτίμησιν. Μόνον ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ δωδεκατημορίου ἤθελον παραστήσει πρὸς τὸν κ. πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι, καί τοι οὐδόλως εἴμεθα διατεθειμένοι ν’ ἀρνηθῶμεν τὴν ψήφισιν αὐτοῦ, ὅταν φθάσωμεν εἰς τὴν τελευταίαν ἀνάγκην, νομίζω ὅμως, ὅτι ἔτι σήμερον δὲν ἐφθάσαμεν εἰς τοῦτο· εἶναι ἀκόμη ἡμέραι συνεδριάσεων ἀρκεταί, ὥστε νὰ μὴ ἐπιβάλληται, ἵνα φέρωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο προώρως.
§8ΤΙΝΕΣ. Δὲν θὰ ἦναι ἀπαρτία.
§9ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν πιστεύω νὰ ἦναι κίνδυνος, ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ ἀπαρτία. Ἐὰν πεισθῶμεν περὶ τούτου, τότε, καίτοι φρονοῦντες, ὅτι ὠφείλομεν νὰ μὴ εὑρεθῶμεν εἰς αὐτὴν τὴν ἀνάγκην, καὶ ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς αὐτὴν ἕνεκα παραλείψεως τῆς Κυβερνήσεως, οὐχ ἧττον δὲν θέλομεν τιμωρήσει τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν θέσιν, εἰς ἣν περιήγαγε τὴν Βουλὴν, ἀρνούμενοι ἐκεῖνο, ἄνευ τοῦ ὁποίου δὲν δύναται νὰ λειτουργήσῃ ἡ διοίκησις. Ἐὰν λοιπὸν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς φρονῇ, ὅτι δὲν ὑπάρχει κίνδυνος ἐκ τῆς ἀναβολῆς τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς πιστώσεως τοῦ δωδεκατημορίου, μὴ δὲν ψηφισθῇ ἐγκαίρως, φρονῶ, ὅτι θὰ ἦτο ὀρθότερον νὰ συζητηθῶσι πρότερον τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια· δὲν λέγω ὁ προϋπολογισμός, διότι ἐκεῖνος δὲν δύναται νὰ ψηφισθῇ πρὸ τοῦ Ἰανουαρίου. Ἐὰν ἐζητοῦμεν νὰ συζητήσωμεν καὶ ψηφίσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν πρὸ τῆς πιστώσεως τοῦ δωδεκατημορίου, θὰ ἦτο τὸ αὐτὸ ὡς νὰ ἐλέγομεν, ὅτι δὲν θέλομεν νὰ ψηφίσωμεν τὴν πίστωσιν. Ἀλλὰ λέγοντες τοῦτο περὶ τῶν φορολογικῶν νόμων, ζητοῦμέν τι πρακτικόν. Ἡ πίστωσις αὕτη περιέχεται ἐν νομοσχεδίῳ, ὅπερ δὲν εἶναι ἁπλῶς νομοσχέδιον πιστώσεως, ἀλλ’ εἶναι καὶ νομοσχέδιον ἀδείας εἰσπράξεως, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ τῆς κειμένης φορολογίας. Εἶναι δίκαιον λοιπὸν ἡ Βουλὴ, πρὶν ἢ ψηφίσῃ ἄδειαν, ὅπως κατὰ τὸν μῆνα Ἰανουάριον ἐπιβληθῇ φορολογία ἐπὶ τῇ βάσει νομοθεσίας τινός, νὰ γνωρίζῃ ποία εἶναι ἡ νομοθεσία αὕτη καὶ ἀποφανθῇ περὶ αὐτῆς.
§10ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου· πρόκειται περὶ τῶν φόρων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι στηρίζονται εἰς παγίους νόμους.
§11ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νομίζω, ὅτι ὁ φόρος, περὶ οὗ ὡμιλήσατε, ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ, εἶναι πάγιος φόρος, περιέχεται δὲ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ· ἑπομένως εἶναι φόρος, εἰς τὸν ὁποῖον ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιον. Ὁ προϋπολογισμὸς, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις, περιέχει καὶ ἄρθρα ἀφορῶντα εἰς τὸν φόρον περὶ καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι θὰ ἦτο πρέπον νὰ ἐψηφίζομεν πρῶτον τὰ τῆς φορολογίας· ἀλλὰ καὶ ἐὰν μὴ ἦναι δυνατὸν νὰ ψηφίσωμεν πάντα ταῦτα, θὰ ἦτο πρέπον νὰ ἐγίνετο ἀρχὴ τῆς συζητήσεως, καὶ μόνον ὅταν ἴδωμεν, ὅτι δὲν προφθάνομεν νὰ ἔλθωμεν εἰς ἀποτέλεσμα ἐπὶ τῶν προτάσεων τῆς κυβερνήσεως περὶ τῆς φορολογίας πρὸ τοῦ τέλους τοῦ ἔτους, τότε νὰ ψηφίσωμεν τὸ δωδεκατημόριον. Ἀλλὰ ταῦτα λέγω μόνον, ἵνα προκαλέσω ἐπ’ αὐτὰ τὴν προσοχὴν τῆς κυβερνήσεως, εἰς ἣν ἀνήκει νὰ ἐξετάσῃ περὶ τοῦ κινδύνου μὴ εὑρεθῶμεν ἄνευ ἀπαρτίας· διότι, ἐὰν πρόκηται νὰ εὑρεθῶμεν ἄνευ ἀπαρτίας, τότε πρέπει τὸ ταχύτερον νὰ ψηφίσωμεν τὴν πίστωσιν τοῦ δωδεκατημορίου, ἵνα ἤμεθα ἐντὸς τοῦ νόμου ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου. Ὥστε ὑπὸ ταύτην τὴν ἐπιφύλαξιν φρονῶ, ὅτι δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν τὴν ἡμερησίαν διάταξιν οἵαν προέτεινεν αὐτὴν ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως.
§12Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.) Ὀφείλω, κύριοι, νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν, κατόπιν τῆς χθεσινῆς ἐπερωτήσεως ἢ συμπληρωτικῆς ἑρμηνείας, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κύριος Καλλιγᾶς ἐπὶ τῆς ἐπερωτίσεως τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Ξηροχωρίου κ. Πετσάλη, ὅτι οὐδέποτε ἐδόθη προκαταβολικῶς χρῆμα τοῦ δημοσίου ἀπέναντι ἐργασίας, ἡ ὁποία δὲν εἰσήχθη εἰς τὰς ἀποθήκας τοῦ Κράτους, δηλαδὴ ὑλικοῦ. Αὐτὸ βεβαιῶ ἐπισήμως εἰς τὴν Βουλὴν, κατὰ τὰς ἐπισήμους πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔλαβον. Παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλὴν εἰς τὸ μέλλον καὶ ἕνα ἕκαστον ἐξ ὑμῶν, ὁσάκις πρόκειται περὶ καταχρήσεων στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, νὰ τίθενται τὰ ζητήματα συγκεκριμένα, καθαρὰ καὶ ἀκριβῆ. Πρῶτον μὲν, διότι διευκολύνεται οὕτως ἡ ὑπηρεσία εἰς τὴν ἀνεύρεσιν, καὶ δεύτερον, διότι καὶ ἁπλῆ ἐπερώτησις ἐπὶ καταχρήσεως τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας χαλαροῖ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην, τῆς ὁποίας μέλημα βεβαίως εἶναι τὸ στρατιωτικὸν πνεῦμα, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον κατάχρησις ἐκ μέρους στρατιωτικῶν εἶναι πρᾶξις πολὺ βαρεῖα, ἡ ὁποία ἔχει συνεπείας ἀντιθέτους πρὸς τὰς εὐχὰς καὶ πρὸς τὰ διάφορα μέσα, τὰ ὁποῖα τὸ Ἔθνος διὰ τοῦ κοινοβουλίου ἐδαψίλευσεν εἰς τὰ πρόσωπα αὐτά. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, χωρὶς ποσῶς νὰ ἀρνηθῶ τὸ ἱερὸν δικαίωμα παντὸς ἀντιπροσώπου τοῦ Ἔθνους εἰς τὸ ἐξελέγχειν τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως αἱ ἐπερωτήσεις ὦσιν ἀκριβεῖς, συγκεκριμέναι καὶ ὁριστικαί, διότι ἄλλως, ἀντὶ ὠφελείας, φέρουσι βλάβην, καὶ αὐτὴν τὴν βλάβην κανὲν τῶν μελῶν τοῦ κοινοβουλίου δὲν ἀναλαμβάνει νὰ φέρῃ εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν.
§13Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, κύριοι, ὡς ἐκ τοῦ λόγου του ἠθέλησεν ἐμμέσως πως νὰ κάμῃ παρατήρησιν εἰς ἡμᾶς τοὺς ἐπερωτήσαντας, διατί νὰ μεμφώμεθα τὴν ὑπηρεσίαν ἀδίκως. Ἡ παρατήρησίς του εἶναι ὀρθὴ, ἀλλ’ εἶναι ὀρθὴ, ἐφ’ ὅσον οὗτος καλῶς ἀντελήφθη ἐκ τῆς ὑπηρεσίας περὶ τῆς καταστάσεως, περὶ ἧς οἱ ἐπερωτήσαντες ἔκαμον λόγον. Εἷς τῶν ἐπερωτησάντων εἶμαι καὶ ἐγώ· ἡ ἐπερώτησις εἶχε χαρακτῆρα ὅλως διόλου ἐπισκοπικόν. Εἶχε σκοπὸν νὰ κατορθώσῃ τὴν πρόληψιν καταχρήσεων διὰ τῆς τιμωρίας τῶν ἐνόχων, περὶ ὧν ἐποιησάμην λόγον καὶ τῶν ὁποίων κατὰ τύχην ἐπληροφορήθην τὸ ποιόν. Ἐὰν ὅσα ἀνεκοίνωσαν ἦναι πραγματικὰ ἢ οὔ, ἐναπόκειται εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ τὰ ἐξετάσῃ· ἐκεῖνο ὅμως, ὅπερ εἶναι πραγματικὸν, εἶναι, ὅτι ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν ἐπεθύμουν ἐκ τῆς ὑπηρεσίας νὰ ἀρύεται τὰς πληροφορίας του καὶ νὰ πληροφορῇ τὴν Βουλὴν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὑπουργός, διότι αἱ καταχρήσεις, αἵτινες ἔλαβον χώραν κατὰ τὸ παρελθόν, ἔλαβον χώραν ἐκ τῆς ὑπηρεσίας αὐτῆς. Γίνεται σήμερον λόγος, ὅτι ἡ ἐπιτροπή, μὴ δυνηθεῖσα νὰ ἀποῤῥίψῃ τοὺς σάκκους, μ’ ὅλον ὅτι οὗτοι δὲν φέρουσι τὸ βάρος τοῦ δείγματος, μ’ ὅλον ὅτι δὲν εἶναι ἐκ τοῦ δέρματος ἐκείνου, ἀπὸ τὸ ὁποῖον τὸ Ὑπουργεῖον ἐνόμισεν, ὅτι πρέπει οὗτοι νὰ γείνουν, ἐν τούτοις ἕνεκα τῆς παρεμβάσεως τοῦ ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου τοῦ φρουραρχείου Ἀθηνῶν, εἴτε παρακλήσεων ἄλλων προσώπων, εἴτε ἕνεκα οἴκτου, ἵνα μὴ ζημιωθῇ ὁ ἐργολάβος, τῷ ἐπέτρεψεν ή στρατιωτικὴ ἐπιτροπὴ, ἵνα φέρῃ, εἰ δυνατόν, μεταβολάς τινας, ἐνῷ, κατὰ τὴν κρίσιν μου, μεταβολαὶ δὲν δύνανται νὰ ἐπέλθωσι, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀλλάξῃ τὸ δέμα καὶ νὰ λάβῃ νέον βάρος. — Τὰς παρατηρήσεις ταύτας κάμνω, διότι ἄνθρωποι εἰδικοί, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουσι ταῦτα κάλλιον ἐμοῦ, μοὶ τὰς ἔκαμον, ὅπως τὰς φέρω ἐνώπιον τοῦ Σώματος καὶ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ τοῦτο, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ προλάβῃ τὴν τοιαύτην ἀθλίαν παραδοχήν. Ἐκτὸς τούτου ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μοὶ εἴπῃ ἐὰν ἔκαμε τὴν ἐξακρίβωσιν καὶ τὸν παραλληλισμόν, περὶ τοῦ ὁποίου ἔκαμα λόγον εἰς τὴν παρελθοῦσαν ἐπερώτησίν μου, τῶν πρωτοκόλλων τοῦ φρουραρχείου καὶ τῶν πρωτοκόλλων τῆς ἐπιτροπῆς, τῆς ἐν Πειραιεῖ ἑδρευούσης, καὶ ἐὰν ἐκ τοῦ παραλληλισμοῦ τούτου ἐπείσθη περὶ ὅσων εἶπον, ἢ τέλος ἐὰν ἦναι ἤδη εἰς θέσιν νὰ μᾶς πληροφορήσῃ περὶ ὅσων εἶδεν ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως καὶ οὐχὶ ἐκ τῆς μεταδόσεως τῆς προφορικῆς τῶν ὑπαλλήλων του· διότι γνωρίζω, ὡς μ’ ἐπληροφόρησαν ἀξιόπιστοι πολῖται, ὅτι ἡ παραλαβὴ ἐνταῦθα γίνεται διὰ πρωτοκόλλων εἰς τὸ φρουραρχεῖον, καὶ ἀφοῦ δοθῶσιν ἀποδείξεις πληρωμῆς, μετὰ ταῦτα ἀποστέλλουν εἰς Πειραιᾶ τὰς παραγγελίας, ἀλλ’ οὐχὶ πλήρεις, ἐνῷ ἡ ληφθεῖσα ἀπόδειξις ἡ χρηματικὴ εἶναι δι’ ὅλον τὸ ποσὸν τῶν παραγγελιῶν. Μ’ ἐβεβαίωσαν, κύριοι, ὅτι τὸ τοιοῦτον ἔγεινε καὶ γίνεται, δηλαδὴ ἄλλη ἡ καταβολὴ χρημάτων, καὶ ἄλλη ἡ παράδοσις τῶν παραγγελιῶν. Ἐπεθύμουν λοιπὸν οὐχὶ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, ἀλλ’ ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως, ἐὰν ἦναι δυνατόν, νὰ ζητήσῃ τὰ πρωτόκολλα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς παραδόσεως τῶν χρημάτων, τουτέστι τῶν ἐν τῷ φρουραρχείῳ γενομένων, καὶ τὰ πρωτόκολλα τῆς παραδόσεως τῶν πραγμάτων εἰς τὰς ἀποθήκας τοῦ Πειραιῶς.
§14ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΩΝ. Νὰ τὰ ὁρίσητε.
§15ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Πρῶτον οἱ πάτοι, ἐὰν ὅλον τὸ ποσὸν παρεδόθη εἰς τὰς ἀποθήκας τοῦ Πειραιῶς, πόσοι δὲ ἐπληρώθησαν ἐκ τοῦ φρουραρχείου, διότι ἐγὼ ἔχω πληροφορίας, ὅτι ἐπληρώθη ὅλον τὸ ποσόν, τὸ δὲ πρᾶγμα ὑπάρχει, ἂν ὄχι ἅπαν, μέρος τούτου εἰς Σύρον. Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τοὺς σάκκους, σᾶς παρακαλῶ νὰ ἐπιμείνητε, ὅπως ἡ ἐπιτροπὴ οὐχὶ κατὰ τὸ σύνηθες παραλάβῃ τοὺς σάκκους, ἀλλὰ δι’ ὁλικῆς καταμετρήσεως, διότι οἱ ἐργολάβοι παρουσιάζουσιν ἤδη ἕνα μέγαν ἀριθμὸν παραγγελιῶν, ἡ δὲ ἐπιτροπὴ, ἐπειδὴ δὲν ἔχει οὔτε τὸν καιρὸν, οὔτε τὴν ἐπιμονὴν νὰ καθήσῃ νὰ παραλάβῃ ἓν ἕκαστον ἐκ τοῦ ὑλικοῦ, δηλαδὴ κατ’ ἀριθμόν, ἡ ἐπιτροπὴ ἀρκεῖται εἰς τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ ἐργολάβου περὶ τοῦ ποσοῦ τῶν παραγγελιῶν. Ἐὰν ἦναι αὗται 10,000, ἐξ αὐτῶν ἐξαιροῦνται αἱ κατ’ ἐκλογὴν εὑρεθεῖσαι ἄχρηστοι 500, ἄρα μένουσιν 9,500 διὰ παράδοσιν. Ὅτε αὕτη πρόκειται νὰ γείνῃ ἐκ μέρους τῆς ἐπιτροπῆς πρὸς τοὺς ἐν τῷ φρουραρχείῳ, καταβαίνει ἀπὸ τὸ φρουραρχεῖον ὁ ἔφορος, ὅστις θὰ κάμῃ τὴν καταμέτρησιν καὶ τὴν παραλαβήν, καὶ ἐρωτᾷ τὸν ἐργολάβον, πόσα ἔφερες; Ἔφερα 11,000, ἀπαντᾷ ὁ ἐργολάβος, βάλλει δηλαδὴ 1500 πλέον. Καὶ συμβαίνει λοιπὸν, δὲν ἠξεύρω πῶς, ἀντὶ 9,500, ν’ ἀποσταλῶσιν εἰς τὰς ἀποθήκας Πειραιῶς 11,000. Ἐννοεῖται, ὅτι εἰς τὸν ἀριθμὸν τοῦτον τὸν νέον συγκαταλέγεται καὶ τὸ ἀποῤῥιφθὲν ποσὸν τῶν παραγγελιῶν καὶ ὅ,τι ἄχρηστον ἔχει ὁ ἐργολάβος. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε ἂν τὸ τοιοῦτο ἦναι κατάχρησις ἢ ὄχι; Ἐὰν ταῦτα ἦναι ἀληθῆ, ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ τὰ βεβαιώσω, διότι δὲν τὰ γνωρίζω ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως· ἐὰν ὅμως ἦναι ἀληθῆ, εἶναι βεβαίως κατάχρησις μεγίστη καὶ πρωτάκουστο. Παρακαλῶ λοιπὸν ὑμᾶς, κ. Ὑπουργέ, ὁ ἴδιος νὰ ἐπιληφθῆτε τοῦ ζητήματος τούτου καὶ μᾶς βεβαιώσητε, διότι δὲν ἐπιθυμῶ ἀδίκως νὰ διαδίδωνται τὰ τοιαῦτα, καθότι ἡ διάδοσις βλάπτει βεβαίως καὶ τοὺς περὶ τὸ φρουραρχεῖον καὶ τὸν Ὑπουργὸν καὶ τὸ Ἔθνος.
§16ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΩΝ. Ἐγὼ ἀπήντησα διὰ τὴν ἀρχικὴν προκαταβολὴν, ὁ δὲ τελευταῖον καταβὰς τοῦ βήματος ἐγκατέλειψε τὴν ἐπερώτησιν αὐτὴν καὶ εἰσῆλθεν εἰς ἄλλο σημεῖον.
§17ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Αὐτὸ εἶπον· ὅτι ἐπληρώθησαν χρήματα ἐδῶ, καὶ δὲν εἰσήχθησαν εἰς τὰς ἀποθήκας Πειραιῶς τὰ πράγματα.
§18ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΩΝ. Ἡ ὑπηρεσία αὕτη ἐνεργεῖται ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν, καὶ ὄχι μόνον σήμερον, ὡς ἑξῆς. Τὰ πράγματα μεταφέρονται εἰς τὸ Φρουραρχεῖον, δέκα, δεκαπέντε, εἴκοσιν, ὅσον ποσὸν ὁρίζει τὸ συμβόλαιον· παραδίδονται εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἡ δὲ ἐπιτροπὴ ἐξελέγχει αὐτὰ, ἀποῤῥίπτει ἓν μέρος, παραδέχεται τὰ λοιπά· τὰ δὲ παραδεχθέντα εἴδη ἀκολούθως ἀποστέλλονται εἰς τὰς ἀποθήκας τοῦ στρατοῦ. Μέχρι τῆς προχθὲς δὲν εἴχομεν τὴν ἐν Πειραιεῖ ἀποθήκην, ἀλλ’ ἀπὸ τινος χρόνου ὑπάρχει, καὶ, ἀντὶ νὰ στέλλωνται εἰς τὴν ἐν Ναυπλίῳ κεντρικὴν ἀποθήκην, στέλλονται εἰς τὴν τοῦ Πειραιῶς. Ὅλα ὅμως τὰ εἴδη, πρὶν εἰσέλθωσιν εἰς τὰς ἀποθήκας τοῦ Κράτους, ἐξελέγχονται παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία συντάσσει πρωτόκολλον, ὅτι ἐξήλεγξε καὶ παρέλαβε, μετὰ δὲ ταῦτα ἡ ὑπηρεσία τοῦ Φρουραρχείου στέλλει τὸ ὑλικὸν αὐτὸ καὶ τὸ εἰσάγει εἰς τὴν ἀποθήκην Πειραιῶς· ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς εἴδη ὑλικοῦ νὰ μὴ παρουσιάσθησαν ἐνώπιον τῆς ἐξελεγκτικῆς ἐπιτροπῆς, καὶ ἐπὶ τῇ ὑποσχέσει τοῦ ἐργολάβου, ὅτι θὰ παραδώσῃ τόσον ἀριθμὸν εἰδῶν, νὰ ἐστάλησαν τὰ εἴδη ταῦτα εἰς τὰς ἀποθήκας τοῦ Πειραιῶς, εἴτε περισσότερα, εἴτε ὀλιγώτερα. Τοιοῦτόν τι οὔτε ἐμμέσως, οὔτε ἀμέσως συνέβη εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ἐξ ἧς ἀρύομαι τὰς πληροφορίας. Εἶπεν ὁ ἔντιμος προλαλήσας νὰ λάβω καὶ ἄλλοθεν πληροφορίας· ἐγὼ ὅμως ἔχω τὴν ἀρχὴν νὰ σέβωμαι ἀρκετὰ τὸ Κράτος, ὥστε νὰ μὴ λαμβάνω τὰς πληροφορίας μου ἐξωδίκως, ἀλλ’ ἐπισήμως· ἔχω δὲ πλήρη τὴν πεποίθησιν εἰς τοὺς ὑπηρετοῦντας εἰς τὰς διαφόρους λειτουργίας τοῦ Κράτους περὶ τῆς καλῆς πίστεως αὐτῶν, ὑπεράνω δὲ αὐτῶν τὸν νόμον, ὅστις τιμωρεῖ ἀμειλίκτως. Ἐννοῶ εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Κράτους, ὅτι ὀφείλει ὁ προϊστάμενος νὰ χορηγῇ πλήρη τὴν ἐμπιστοσύνην, ἐν ὅσῳ δὲν ἔχει ἀφορμὴν σπουδαίαν, ὅτι παρέλειψαν τὰ καθήκοντά των. Πώποτε λοιπὸν δὲν θέλω ἀκούσει τὴν συμβουλὴν τοῦ προλαλήσαντος, διότι αὕτη ῥίπτει εἰς συνεταιρισμόν.
§19ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐγὼ εἶπον ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως νὰ κρίνητε.
§20ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΩΝ. Καὶ τὸν συνεταιρισμὸν τοῦτον θ’ ἀποφύγω πάντοτε, ἐν ὅσῳ προΐσταμαι τῶν δημοσίων πραγμάτων, διότι οἱ ἐνδιαφερόμενοι περὶ τὰ τοιαῦτα εἶναι συνεταῖροι. Τοιοῦτον σύστημα ἀπέκρουσα πάντοτε, εἴτε ὑπὲρ, εἴτε κατὰ τοῦ ὑλικοῦ· ποτὲ τὴν τοιαύτην συμβουλὴν δὲν ἔχω σκοπὸν ν’ ἀκούσω, θὰ ἀκολουθήσω τὰς ἐπισήμους πληροφορίας, χορηγῶν πᾶσαν ἐμπιστοσύνην εἰς τοὺς διαχειριζομένους τὰ δημόσια, ἀλλὰ καὶ τιμωρῶν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐπισήμως θὰ καταχρασθῶσι τὴν ἐμπιστοσύνην, τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος ἐχορήγησεν εἰς αὐτούς. Αὐτὰ εἶναι καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν συμβουλήν, ἣν ὁ ἔντιμος προλαλήσας μοὶ ἔδωκεν. Δέον, κύριοι, νὰ γνωρίζητε, ἐπειδὴ ἐξ αὐτῆς τῆς ἀφορμῆς ἀνεκινήθη τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔλαβε χώραν καὶ ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, τὸ ζήτημα τῆς κατασκευῆς τοῦ ὑλικοῦ ἐντὸς τοῦ Κράτους ἐγένετο τοσοῦτον δυσχερές, ὥστε ἡ Κυβέρνησις πραγματικῶς εὑρίσκεται εἰς τὴν δύσκολον θέσιν ἢ ν’ ἀποῤῥίψῃ αὐτὸ καὶ νὰ στερήσῃ οὕτω τὴν ὑπηρεσίαν, ἢ, ἂν παραδεχθῇ, νὰ συκοφαντηθῇ ἢ νὰ τῇ ἀποδοθῶσι πλάγιαι σκέψεις καὶ ἰδέαι. Αὐτὸ συνέβη, κύριοι, ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως μὲ τὸν διπυρίτην. Ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἐζήτησε διπυρίτην· προσεφέρθησαν πολλοὶ καὶ διάφοροι, ἀλλ’ ὅλα τὰ δείγματα ἀπεῤῥίφθησαν· καὶ ἀπεῤῥίφθησαν πότε; ἐνῷ εἶχεν ἀνάγκην ἡ Κυβέρνησις, ἐνῷ οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ ἐντεταλμένοι τὴν ἐξέλεγξιν τοῦ διπυρίτου ἀνεγνώριζον τὴν ἀνάγκην τῆς Κυβερνήσεως, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα οὐδὲν δεῖγμα διπυρίτου παρεδέχθησαν ὡς κατάλληλον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ στρατοῦ. Ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἐχορήγησε πᾶσαν τὴν ἐλευθερίαν εἰς τὰ μέλη ὅλα τῶν ἐπιτροπῶν, καὶ ἔφερε διαφόρους πραγματογνώμονας νὰ ἐξελέγξωσιν ὅλα τὰ εἴδη· καὶ τί συνέβη; ὅλοι οἱ πραγματογνώμονες ἦσαν συνεταιρισμένοι μὲ τοὺς προμηθευτὰς τοῦ διπυρίτου. Εἴτε ἐκ Γαλαζίου ἤρχετο ὁ διπυρίτης, εἴτε ἀπὸ τὴν Ὀδησσόν, εἴτε ἀπὸ τὴν Σῦρον, πραγματογνώμονες καὶ ἔμποροι ἦσαν συνεταιρισμένοι, καὶ ἐνῷ ἡ ἐπιτροπὴ προσεκαλεῖτο νὰ ἐξελέγξῃ ἓν μέρος τοῦ διπυρίτου, οἱ πραγματογνώμονες τὸν εὕρισκον ἄριστον, εἰδήμονες ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἔκαμνον τὸν πραγματογνώμονα ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν, οἱ ὁποῖοι ὅμως ἀπεδείχθησαν ἐκ τῶν πραγμάτων, ὅτι ἦσαν συνεταιρισμένοι μετὰ τῶν προμηθευτῶν καὶ τῶν ἐμπόρων. Αὐτὰ ταῦτα συμβαίνουσι καὶ ἐπὶ τοῦ ὑλικοῦ τοῦ στρατοῦ. Ἔρχεται τὸ ζήτημα τῶν προμηθειῶν τῆς ἀποσκευῆς· αὗται ἐξετέθησαν εἰς δημοπρασίαν. Ὑπάρχουσι δύο ὁμάδες ἀντιφερόμεναι καὶ κερδοσκοποῦσαι διαρκῶς ἐπὶ καταστάσεως, δι’ ἣν ὅλοι δῆθεν ἐνδιαφέρονται. Ἐξετέθη εἰς δημοπρασίαν ἡ κατασκευὴ τῶν γυλιῶν. Ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἐζήτησε νὰ τοὺς κατασκευάσῃ, καλῶς ποιοῦσα, εἰς τὸ ἐξωτερικόν, ἀλλ’ οἱ ἀξιωματικοί, οἱ ἐντεταλμένοι τὴν προμήθειαν αὐτῶν, εἶπον, ὅτι οἱ σάκκοι, κατασκευαζόμενοι εἰς τὸ ἐξωτερικόν, δὲν θὰ ἦναι κατάλληλοι, διότι τὰ δέρματα, τὰ ἐν χρήσει εἰς τὴν Γαλλίαν, δὲν εἶναι τὰ δέρματα ἐκεῖνα, τῶν ὁποίων ἔχομεν ἀνάγκην, ἀλλ’ εἶναι δέρματα αἰγὸς καὶ οὐχὶ τράγου, καὶ διὰ τοῦτο ἡ ἐν Παρισίοις ἐπιτροπὴ συνεβούλευσε τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ κάμῃ τὴν προμήθειαν ἐκ τῆς Εὐρώπης. Κύριοι, πᾶσα ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀγαπᾷ τὴν βιομηχανίαν τοῦ τόπου της, ἀλλ’ ὅταν ἡ βιομηχανία τοῦ τόπου ἀκολουθῇ τοὺς κανόνας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐπιβάλλονται εἰς ὅλα τὰ ἐπαγγέλματα καὶ εἰς ὅλους τοὺς πολίτας· τὸ Κράτος ὅμως καὶ αἱ διάφοροι ὑπηρεσίαι αὐτοῦ, ἰδίως δὲ ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία, πρέπει ν’ ἀποβλέψῃ εἰς τὴν εὐθύνην ἣν ἔχει, ἀνεξαρτήτως τῆς βιομηχανίας. Τὴν βιομηχανίαν δὲν τὴν σκέπτεται ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν· οὗτος δὲν ἔχει καθῆκον νὰ ἐμψυχώσῃ τὴν βιομηχανίαν, ἔχει ἀνάγκην νὰ ἐφοδιάσῃ τὸν στρατὸν ἀπὸ ὑλικὸν χρήσιμον καὶ κατάλληλον καὶ ἀντάξιον τοῦ χρήματος, τὸ ὁποῖον θὰ πληρώσῃ τὸ Κράτος· περὶ τῆς ἀναπτύξεως τῆς βιομηχανίας δὲν μεριμνᾷ ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Ἀλλά, κύριοι, δυστυχῶς δὲν κατωρθώθη ἡ κατασκευὴ τῶν γυλιῶν νὰ γείνῃ εἰς τὸ ἐξωτερικόν· ἐγένετο ἐνταῦθα. Παρουσιάσθη ὁμάς τις, ἡ ὁποία ἐμειοδότησεν εἰς 17½ δραχμὰς ἕκαστον γυλιόν, καὶ τὸ τίμημα τοῦτο ἐθεωρήθη λίαν ἀκριβόν, λίαν ὑπέρογκον· νομίζω δὲ, ὅτι καὶ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις καὶ ἡ νῦν ἐθεώρησαν τὸ τίμημα αὐτὸ δυσανάλογον πρὸς τὴν ἀξίαν τοῦ πράγματος, καὶ ἐξέθηκαν ἐκ νέου εἰς δευτέραν καὶ τρίτην δημοπρασίαν τὴν κατασκευὴν τῶν γυλιῶν. Παρουσιάσθη ἑτέρα ὁμὰς, ἡ ὁποία ἔλαβε τοὺς γυλιοὺς διὰ 13½ δραχμὰς, διαφορὰ 4 δραχμῶν κατὰ γυλιόν, ἀλλ’ ἡ ἄλλη ὁμὰς, ἥτις ἐπρότεινε 17½ δραχμὰς, ἐξανέστη καὶ ζητεῖ δι’ ὅλων τῶν μέσων νὰ φέρῃ πᾶσαν δυσκολίαν κατὰ τῆς ὁμάδος ἐκείνης, ἐπ’ ὀνόματι τῆς ὁποίας κατεκυρώθη ἡ προμήθεια τῶν γυλιῶν. Ἡ ἐπιτροπὴ τελευταῖον, ἡ ὁποία ἐπεθεώρησε, μεταξὺ χιλίων γυλιῶν ἀφῄρεσε τοὺς ἐννεακοσίους τόσους, καὶ παρεδέχθη 17 μὲν ἐντελῶς ἀχρήστους, τοὺς δὲ ἄλλους ἐπισκευασίμους. Ἐγὼ, κύριοι, πρὸ ἡμερῶν ἔδωκα ὑπόσχεσιν εἰς τὴν Βουλὴν, ἣν καὶ ἐξετέλεσα· εἶπον, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία ἀποῤῥίπτει εἶδός τι ὑλικοῦ, ἡ αὐτὴ ἐπιτροπὴ πρέπει νὰ συγκροτῆται, ἵνα παραλαμβάνῃ τὸ αὐτὸ εἶδος ὑλικοῦ, διὰ νὰ μὴ γίνηται κατάχρησις ἐκ μέρους τοῦ ἐργολάβου. Ὥστε βεβαιῶ τὸν ἔντιμον προλαλήσαντα, ὅτι καθ’ ὅσον ἀφορᾷ ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ ζητήματος τῶν γυλιῶν καὶ ὅλων τῶν ἀντικειμένων τῶν προμηθειῶν, αἱ ἐπιτροπαὶ, αἱ ὁποῖαι ἤθελον ἀποῤῥίψει εἴτε λόγῳ ἀχρηστίας, εἴτε ἐπιδιορθώσεως εἴδη στρατιωτικὰ, αἱ αὐταὶ ἐπιτροπαὶ εἶναι ἠναγκασμέναι νὰ τὰ ἐξελέγξωσιν ἐκ νέου, καὶ ἢ νὰ τὰ παραδέχωνται, ἢ νὰ τὰ ἀποῤῥίπτωσιν, ὥστε κατὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι συνεφώνησα μὲ τὴν ἐπιθυμίαν καὶ τοῦ προαγορεύσαντος, καὶ ὁλοκλήρου τοῦ Σώματος, καὶ τῆς Κυβερνήσεως ἐπίσης. Αὐτὰ, κύριοι, εἶναι τὰ συμβάντα, καὶ αὐτὰ θὰ ἐξακολουθῶσι νὰ συμβαίνωσιν, ἐνόσω δυστυχῶς τὰ πράγματα ἔχουσιν ὅπως ἔχουσιν, ἐνόσω καὶ πραγματογνώμονες καὶ οἱοιδήποτε ἄλλοι, ὅσον καὶ ἂν μεριμνήσῃ ἡ Κυβέρνησις πρὸς ἐξακρίβωσιν τῆς ἀληθείας, ἀντὶ τῆς ἀληθείας, προτάττωσι τὸ προσωπικὸν συμφέρον. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν, κύριοι, ὅτι ὅλαι αἱ ὁμάδες, αἱ ἀναλαμβάνουσαι οἱανδήποτε προμήθειαν τοῦ Κράτους, καὶ οἱ πραγματογνώμονες, οἱ ὁποῖοι προσκαλοῦνται πρὸς ἐξέλεγξιν αὐτῶν τῶν εἰδῶν, ἀποβλέπουν εἰς τὸ ἀτομικὸν συμφέρον μόνον, καὶ οὐχὶ εἰς τὸ δημόσιον. Αὐτὴν τὴν πεποίθησιν ἐσχημάτισα περὶ τῶν προμηθειῶν, ἀφ’ ἧς ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ περὶ τῶν προμηθειῶν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην αὐτήν. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ αὐτὰ ἐθεώρησα ἀναγκαῖον νὰ εἴπω σχετικῶς πρὸς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἐντίμου συναδέλφου καὶ νὰ κάμω γνωστὰ εἰς τὴν Βουλὴν, νὰ βεβαιώσω δὲ τὴν Βουλὴν συνάμα περὶ τῆς ἐξελέγξεως, τῆς ἐπαγρυπνήσεως καὶ αὐστηρᾶς τιμωρίας κατὰ παντὸς παραβάτου τοῦ καθήκοντος· θέλομεν ἐφαρμόσει τὸν νόμον οὐχὶ μόνον μετ’ αὐστηρότητος, ἀλλὰ καὶ μετ’ εὐχαριστήσεως.
§21ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ ἔχομεν ἀκριβῆ πληροφορίαν, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἀπέῤῥιψε τοὺς σάκκους, διότι δὲν ἦτο καλὸν τὸ ὑλικὸν, ἀλλὰ διότι ἦτο διαφορετικὸν τὸ σχέδιον, ὡς πρὸς μίαν ῥαφὴν ἀπὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶχε προβάλει ἡ Κυβέρνησις. Καλὸν μὲν εἶναι νὰ γίνηται φροντὶς περὶ τῶν δημοσίων συμφερόντων, ἤτοι περὶ τῆς ἀκριβοῦς ἐκτελέσεως τῶν ὅρων τῆς ἐργολαβίας, ἀλλὰ καὶ ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ προστατεύῃ τὰ συμφέροντα τῶν ἐργολάβων, καὶ νὰ μὴ δίδῃ ἀκρόασιν εἰς τὰς συκοφαντίας καὶ ψευδεῖς καταγγελίας τῶν ἀποτυχόντων εἰς τὰς μειοδοτικὰς δημοπρασίας· διότι οὗτοι ἔχουν συμφέρον ν’ ἀκυρώνωσι τὰς ἐργολαβίας, ἵνα τὰς λάβωσιν αὐτοὶ ἢ νὰ ἐκφοβίσωσι τοὺς ἐργολάβους εἰς παραχώρησιν ὠφελημάτων. Ὡς πρὸς τοῦτο συμφωνῶ μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν.
§22ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Ἐπειδὴ, κύριοι, ἀρκετὸν καιρὸν διετέλεσα εἰς τὸ Φρουραρχεῖον ὡς ὑπασπιστὴς καὶ ἐσύσταινον τὰς ἐπιτροπὰς ἐπὶ τῆς παραλαβῆς τοῦ ὑλικοῦ, θέλω κάμει γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ Φρουραρχεῖον συσταίνει μίαν ἐπιτροπήν· ἡ ἐπιτροπὴ προσκαλεῖ τοὺς πραγματογνώμονας καὶ παραλαμβάνει τὸ κατὰ τὸ δεῖγμα ὑλικὸν, τὸ ὁποῖον παραδίδει εἰς τὸν οἰκονομικὸν ἀξιωματικὸν τοῦ Φρουραρχείου· ἡ δὲ ἐπιτροπὴ συντάσσει πρωτόκολλον πόσον ὑλικὸν παρέλαβε, καὶ συντάσσει πρωτόκολλον εἰς τριπλοῦν· τὸ ἓν πρωτόκολλον παραδίδεται εἰς τὸν ἐργολάβον, ὅστις τὸ ἐπισυνάπτει εἰς τὴν ἀπόδειξίν του. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι δὲν δύναται νὰ λάβῃ ὁ ἐργολάβος χρήματα περισσότερα, παρ’ ὅσον ὑλικὸν παρέδωκεν εἰς τὸν οἰκονομικὸν ἀξιωματικόν.
§23ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Διενεμήθη, κύριοι, σήμερον τυπωμένος ὁ κατάλυγος, τὸν ὁποῖον πρὸ 20–25 ἡμερῶν εἴχομεν ζητήσει περὶ τῶν ἐξαιρεθέντων ὑπὸ τῆς ἀνωτάτης στρατολογικῆς ἐπιτροπῆς. Ὁ κατάλογος οὗτος περιέχει περίπου 110 ὀνόματα καὶ ἄρχεται ἀπὸ 1 Νοεμβρίου, ἀλλὰ δὲν λέγεται ἕως πότε εἶναι· 2 ἡμερῶν, πόσων ἡμερῶν; Ἡ Βουλὴ νομίζω, ὅτι ἐζήτησε καὶ θέλει νὰ μάθῃ πόσοι ἐξηρέθησαν, ἀφ’ ὅτου ἤρχισεν ἡ ἐπιστρατεία μέχρι σήμερον, καὶ τοῦτο κατὰ ἡμέραν, ἐπαρχίαν καὶ δήμους.
§24ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μάλιστα.
§25ΚΟΤΤΑΡΗΣ. Δὲν ἠθέλησεν ἡ Βουλὴ νὰ παραδεχθῇ τὴν ἐπίμονον πρότασίν μου διὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νόμου περὶ ζωοκλοπῆς, καὶ περὶ τούτου σκέπτομαι, ὅτι ἡ μόνη ἱκανοποίησις, τὴν ὁποίαν ὀφείλω νὰ δώσω εἰς τοὺς συμπολίτας μου, οἱ ὁποῖοι πάσχουν καὶ καταστρέφονται ἀπὸ τὸ ἔγκλημα τῆς ζωοκλοπῆς, εἶναι ἡ μὴ πλέον εἰς τὰς συνεδριάσεις τοῦ κοινοβουλίου παρουσία μου. Θὰ παρακαλέσω προσέτι τὴν Βουλὴν, ἂν θέλῃ, νὰ θέσῃ ἕνα ἀσθενῆ χαλινὸν εἰς τὸ ἀχαλίνωτον στόμα τῆς ἰσοβιότητος, ἥτις, γνωρίζετε κάλλιον ἐμοῦ, πῶς ἐφαρμόζει τὸ καθῆκόν της· περὶ τούτου λοιπὸν καταθέτω νομοσχέδιον μετὰ ἠτιολογημένης ἐκθέσεως, καὶ ἀπόκειται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ τὴν ἀποδεχθῇ. Ἰδοὺ ἡ πρότασίς μου: «Ἰσόβιος δικαστὴς καὶ μέλος τοῦ ἐλεγκτικοῦ συνεδρίου μετὰ δύο πειθαρχικὰς ποινὰς παύεται ἀπὸ τὸν ἁρμόδιον ὑπουργὸν, ἄνευ περαιτέρω διαδικασίας.»
§26ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ προτάξῃ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης διὰ τὰ ἔξοδα τῆς διατροφῆς τῶν ὑποδίκων· ἡ ὑποχρέωσις εἶναι λίαν κατεπείγουσα.
§27ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα, μάλιστα.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πλὴν τῶν νομοσχεδίων, διὰ τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις, ἡ κυβέρνησις, ὡς ἠκούσατε, προτείνει νὰ προταχθῶσι κατὰ πρῶτον λόγον ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγήσεως πιστώσεως τοῦ μηνὸς Ἰανουαρίου 1881, δεύτερον περὶ τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων, καὶ τρίτον περὶ τῆς συμβάσεως τοῦ αὐτοῦ δανείου.
§29ΒΟΥΛΤΣΟΣ. Ὥστε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, κ. Πρόεδρε, ἡ σύμβασις τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης ἀναβάλλεται διὰ τὴν ἄλλην σύνοδον. (Γίνεται δεκτὸν εἰς ά συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγήσεως ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης διὰ τὴν διατροφὴν τῶν ὑποδίκων.)
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀναβολῆς τῆς ἰσχύος τοῦ ΧΣΤʹ νόμου περὶ προξενικῶν ἀρχῶν.
§31Λ. ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Λαμβάνων τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ εἰσαχθέντος καὶ ἤδη εἰς βʹ ἀνάγνωσιν συζητουμένου νομοσχεδίου περὶ ἀναστολῆς τῆς ἰσχύος τοῦ περὶ Προξενείων νόμου, οὔτε τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου προτίθεμαι ν’ ἀποκρούσω ἢ ἀμφισβητήσω, οὔτε εἰς μακρὰν ἢ ἄκαιρον συζήτησιν νὰ δώσω ἀφορμήν, ἀλλὰ μόνον νὰ ὑποβάλω ὑμῖν παρατηρήσεις τινάς, ἃς νομίζω ἀναγκαίας. Ταύτας θὰ ἠδυνάμην νὰ ὑποβάλω καὶ κατὰ τὴν γʹ ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ δὲν νομίζω, ὅτι βλάπτει, ἐὰν ὑποβάλω ὑμῖν αὐτὰς ἀπὸ τοῦδε κατὰ τὴν βʹ ἀνάγνωσιν, διότι ἐλπίζω, τὸ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν θὰ προκαλέσωσιν ἀμφισβητήσεις ἢ ματαίαν ἀπώλειαν χρόνου. Αἱ παρατηρήσεις αὗται εἶναι αἱ ἀκόλουθοι. Δὲν ἐνίσταμαι παντάπασιν εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀναστολῆς τοῦ προξενικοῦ νόμου, διότι ἡ ἀναστολὴ, ὡς ἔχουσι τὰ πράγματα καὶ ὡς εἴμεθα εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους, ἐπιβάλλεται ἐξ ἀνάγκης. Πρῶτον ἐπιβάλλεται ἐξ αὐτοῦ τοῦ νόμου τοῦ παρὰ τοῦ κ. Τρικούπη συνταχθέντος καὶ παρὰ τῆς Βουλῆς ψηφισθέντος τῷ 1877, εἶτα δὲ κατ’ ἐπανάληψιν ἀνασταλέντος, διότι ὁ νόμος οὗτος προβλέπει τὴν ἐφαρμογὴν μέτρων τινῶν περὶ τῆς ἐκτελέσεως αὐτοῦ, μεταξὺ τῶν ὁποίων π. χ. εἶναι ἡ ἐπιβολὴ ἐνσήμου, ἤτοι κινητοῦ, ἢ ὀρθότερον ἐπιθέτου χαρτοσήμου εἰς τὰς πράξεις τὰς προξενικὰς, καὶ διὰ τὰ ὁποῖα χρειάζονται διατάγματα, τοιαῦτα δὲ διατάγματα δὲν ὑπάρχει σήμερον ὁ ἀπαιτούμενος καιρὸς νὰ ἐκδοθῶσι καὶ ἐφαρμοσθῶσιν· ὥστε αὐτὴ ἡ ἄμεσος ἐφαρμογὴ σήμερον τοῦ νόμου, καὶ ἂν δὲν ἐγίνετο ἡ ἀναστολὴ αὐτοῦ, θὰ ἦτο λίαν δύσκολος. Ἀλλά, δεύτερον, καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν αὐτὴν τῆς οὐσίας τοῦ νόμου, νομίζω, ὅτι εἶναι ἀναγκαία ἡ ἀναστολή, διότι ὁ νόμος ἐκεῖνος ἔχει σκοπὸν νὰ περιστείλῃ ἢ μᾶλλον νὰ κωλύσῃ τὴν εἴσοδον εἰς τὴν προξενικὴν ὑπηρεσίαν ἀνθρώπων μὴ ἐχόντων τὰ ἀπαιτούμενα προσόντα. Ἡ ἐπανειλημμένη ἀναστολὴ ἔσχεν ἀκριβῶς μέχρι τοῦδε τὸ ἐναντίον ἀποτέλεσμα τοῦ σκοπουμένου, ἐχορήγησε δηλ. προσόντα εἰς πρόσωπα, ὑπάρχοντα νῦν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ τὰ εἶχον δυνάμει τοῦ νόμου ἐκείνου, ἐὰν ἐπανειλημμένως δὲν ἀνεστέλλετο ἡ ἰσχὺς αὐτοῦ, ὥστε περιήλθομεν εἰς διάλληλον ἢ πλημμελῆ κύκλον, οὗ ἕνεκα καθίσταται ἀναγκαία καὶ νέα ἀναστολὴ, ὅπως ὑπάρξῃ ὁ ἀπαιτούμενος χρόνος πρὸς διόρθωσιν τῶν κακῶς ἐχόντων, συνῳδὰ τῷ πνεύματι αὐτῷ τοῦ νόμου. Ἐγὼ δὲν συμμερίζομαι, οὐδὲ ἐπιδοκιμάζω πάσας τὰς διατάξεις τοῦ νόμου ἐκείνου· συμμερίζομαι μόνον τὰς ἀρχὰς, ἐπὶ τῶν ὁποίων βασίζεται. Φρονῶ ὅμως, ὅτι εἴς τινας λεπτομερείας (καὶ πιστεύω, ὅτι δὲν θὰ ἔχῃ ὡς πρὸς τοῦτο σπουδαίας ἐνστάσεις οὐδὲ αὐτὸς ὁ πατὴρ τοῦ νόμου, ὁ ἀξιότιμος κ. Τρικούπης) δύνανται καὶ πρέπει νὰ γείνωσι τροποποιήσεις τινὲς, ὑποδεικνυόμεναι ἤδη καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς πείρας, τὴν ὁποίαν ἐλάβομεν διὰ τῆς παρελεύσεως τῶν τριῶν τελευταίων ἐτῶν. Ἐλπίζω ἐν τούτοις καὶ εὔχομαι ἡ ἀναστολὴ αὕτη νὰ ἦναι ἡ τελευταία, διότι ὁ νόμος, περὶ οὗ ὁ λόγος, προέβλεψε περὶ μιᾶς σπουδαίας ἀνάγκης τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους. Καθὼς γνωρίζετε, ἡ προξενικὴ ὑπηρεσία ἔχει ἐν γένει πολλὴν τὴν σπουδαιότητα· ἰδίως διὰ τὴν Ἑλλάδα ἔχει σπουδαιότητα ἐν τῇ Ἀνατολῇ, ὁποίαν δὲν ἔχει ἴσως δι’ οὐδὲν ἄλλο Κράτος. Εἷς τῶν δοκίμων Γάλλων δημοσιολόγων τῶν γραψάντων εἰδικῶς περὶ τῆς προξενικῆς ὑπηρεσίας λέγει που: Que de choses ne doit pas savoir un bon Consul! ἤτοι πόσα ἆρά γε πράγματα πρέπει νὰ γινώσκῃ εἷς καλὸς Πρόξενος! Σήμερον δὲ ἐξετάζοντες τὴν κατάστασιν ἐν γένει τοῦ προσωπικοῦ τῶν Προξενείων, ἀναγκαζόμεθα μετὰ λύπης νὰ ἀναφωνήσωμεν τοὐναντίον: Πόσα ἆρά γε πράγματα ἀγνοοῦσι πλεῖστοι τῶν ὑπαρχόντων Προξένων! Ὁ νόμος λοιπὸν ἐκεῖνος εἶχε σκοπὸν νὰ θεραπεύσῃ αὐτὴν τὴν ἀνάγκην· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι, ἐὰν ὡς πρὸς τὰς βάσεις ἔχει καλῶς, ὡς πρὸς τὰς λεπτομερείας δὲν ἐπέτυχεν ἐν πᾶσιν. Ὡς πρὸς τὰς βάσεις, ἤτοι τὰς ἀρχὰς, εἶμαι ἐν γένει σύμφωνος, διότι δὲν ἀφίστανται ἐκείνων, τὰς ὁποίας παρεδέχθην ἐν τῇ ἐργασίᾳ, τὴν ὁποίαν διεξήγαγον ὡς πρόεδρος ἐπιτροπῆς μετ’ ἄλλων συναδέλφων πρὸς σύνταξιν νέου νόμου περὶ ὀργανισμοῦ καὶ προσόντων τῶν προξενικῶν ἀρχῶν, πρὶν ἢ ἀπέλθω εἰς Ῥώμην ὡς πρεσβευτὴς τῷ 1874, ἐπιφορτισθεὶς πρὸς τοῦτο παρὰ τοῦ τότε ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, τοῦ μακαρίτου Ἰωάννου Δελιγιάννη. Ἡ διαφορὰ ὡς πρὸς τὰς βάσεις εἶναι, ὅτι τότε παρεδεχόμεθα τὴν ἀνάγκην τῶν προσόντων τῶν Προξενικῶν ὑπαλλήλων, ἀλλὰ δὲν παρεδεχόμεθα καὶ μονιμότητα· καὶ τοῦτο προσκαίρως, διότι, ἐὰν παρεδεχόμεθα κατὰ τὸν νόμον τὴν μονιμότητα ὁριστικῶς καὶ ἀμέσως, ἤθελεν ἐπέλθει, κατὰ τὴν κρίσιν μας, βλάβη εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, καθόσον θὰ ἐμονιμοποιοῦμεν πρόσωπα ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, τὰ ὁποῖα δὲν ἔπρεπε νὰ μονιμοποιήσωμεν· καὶ τοῦτο ἀκριβῶς εἶναι ἓν ἐκ τῶν λανθανόντων ἐλαττωμάτων, ἐν ταῖς λεπτομερείαις, τοῦ νόμου, τοῦ ὁποίου ἀνεστάλη μέχρι τοῦδε ἡ ἐφαρμογὴ καὶ πρόκειται πάλιν νὰ ἀνασταλῇ. Διὰ τοῦτο δὲ, ἐὰν ἤρχετο σήμερον ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν τοῦ νόμου, ἐγὼ θὰ ἐπρότεινον προθεσμίαν τινὰ, ὥστε, ἐὰν ὑπάρξῃ ἡ μονιμότης, ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἦναι ἐλεύθερος νὰ κάμῃ τὴν δέουσαν ἐπιλογὴν ἐν τῷ προσωπικῷ. Ὡς πρὸς τὴν βάσιν τῶν προσόντων θεωρῶ ὅτι ὁ νόμος ἔχει καλῶς· διὰ τοῦτο ἐγὼ παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ λάβῃ εἰς σημείωσιν τὰς παρατηρήσεις ταύτας, καθόσον, νομίζω, εἶναι ἀπαραίτητος ἀνάγκη νὰ συστηθῇ μία ἐπιτροπὴ, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ ὑποβληθῇ ὁλόκληρος ἡ ἐργασία αὕτη, ὅπως, ἐὰν μὲν ὁ νόμος τοῦ 1877 πρέπῃ νὰ τεθῇ εἰς ἐνέργειαν, γείνωσιν αἱ προπαρασκευαστικαὶ πράξεις καὶ τεθῇ, ἐὰν δὲ δὲν πρέπῃ, μὴ τεθῇ καὶ ἀνασταλῇ ὁριστικῶς· ἢ, ἐὰν πρέπῃ νὰ τεθῇ εἰς ἐνέργειαν, τινὲς δὲ τῶν διατάξεων αὐτοῦ νὰ μεταῤῥυθμισθῶσιν ἐπὶ τὸ βέλτιον, τότε ληφθῇ ἡ δέουσα περὶ τούτου νομοθετικὴ πρόνοια, διότι, νομίζω, ὅτι προσγίνεται βλάβη εἰς τὴν ὑπηρεσίαν δι’ αὐτῆς τῆς ἐκκρεμότητος. Ἀληθῶς, προβαίνοντες ἀπὸ ἀναστολῆς εἰς ἀναστολὴν, ἄνευ ἀναθεωρήσεως, συντελοῦμεν ἄκοντες εἰς τὴν δείνωσιν τῆς ὑπαρχούσης πλημμελοῦς καταστάσεως. Ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη, καὶ ἀνάγκη κατεπείγουσα, νὰ βελτιωθῇ καὶ ἡ προξενικὴ ἡμῶν ὑπηρεσία, διότι οὐδὲν ἄλλο Κράτος ἔχει, ὡς εἴρηται, ἐν τῇ Ἀνατολῇ τόσον συμφέρον εἰς τὴν ἀνάπτυξιν καὶ μόρφωσιν προξενικοῦ σώματος καταλλήλου, ὅσον ἡ Ἑλλάς. Ἓν μόνον σᾶς λέγω, ὅτι πλεῖστοι τῶν ἡμετέρων προξενικῶν ὑπαλλήλων, καὶ μάλιστα τῶν κατωτέρων, δὲν γνωρίζουσιν οὐδεμίαν ξένην γλῶσσαν· ἴσως δὲ δὲν θὰ ἦτον ὑπερβολὴ νὰ εἴπω, ὅτι ἡ ἄγνοια αὕτη ἐπεκτείνεται καὶ εἰς αὐτὴν τὴν πάτριον Ἑλληνικὴν, ἐνῷ εἰς ἄλλα Κράτη, εἰς τὴν Αὐστρίαν, φέρ’ εἰπεῖν, ἢ τὴν Ῥωσσίαν, οἱ διὰ τὴν Ἀνατολὴν προωρισμένοι προξενικοὶ ὑπάλληλοι εἶναι ὑποχρεωμένοι οὐ μόνον νὰ γνωρίζωσι τὰς ξένας γλώσσας, τὰς ἀναγκαίας πρὸς διεξαγωγὴν τῆς ὑπηρεσίας αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ αὐτὴν τὴν ἐγχώριον, Τουρκικὴν, ἢ Ἀραβικὴν, ἢ Περσικήν. Θὰ ἦτο βεβαίως δύσκολον νὰ ἀπαιτήσωμεν σήμερον παρὰ πάντων τῶν ἐν Τουρκίᾳ προξενικῶν ἡμῶν ὑπαλλήλων τὴν γνῶσιν ἢ τὴν σπουδὴν τῆς Τουρκικῆς, ἀλλὰ θὰ ἦτον εὐκταῖον νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἀποκτήσωμεν Προξενικὸν Σῶμα, ἔχον καὶ τὸ προσὸν τοῦτο. Δὲν ἀμφιβάλλω δὲ, ὅτι εἰς τὴν εὐχὴν ταύτην θὰ ἔχω ἰδίως συμφάσκοντα τὸν ἐκ Πάλης ἀξιοσέβαστον συνάδελφον καὶ φίλον κ. Γ. Ἰακωβάτον. Διετύπωσα λοιπὸν τὴν εὐχὴν καὶ τὴν παράκλησιν, τὴν ὁποίαν ἀπευθύνω εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἥτις, νομίζω, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῇ, διότι ἔχομεν εἰσέτι τρεῖς σχεδὸν μῆνας ἐργασίας. Ἐν τούτῳ τῷ μεταξὺ δύναται νὰ καταρτισθῇ τὸ ἀπαιτούμενον νομοσχέδιον, νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ ψηφισθῇ, ὅπως παύσῃ ἡ ἐκκρεμότης. Πρὸς τοῦτο δύνανται νὰ συντελέσωσι καὶ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου κ. Τρικούπης καὶ ὁ ἀξιότιμος βουλευτῆς Γόρτυνος κ. Θεόδωρος Δηλιγιάννης, διὰ τῶν φώτων καὶ τῆς πείρας αὐτῶν, καθὼς καὶ πολλοὶ ἄλλοι ἔντιμοι συνάδελφοι, ὧν τινες μὲν διετέλεσαν ὑπουργοὶ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, τινὲς δὲ ὑπηρέτησαν εὐδοκίμως ἐν τῷ προξενικῷ ἢ διπλωματικῷ κλάδῳ. Ἄλλως τε θεωρῶ τόσον μᾶλλον ἀναγκαίαν τὴν μὴ ἐξακολούθησιν τῆς ἐκκρεμότητος διὰ τῆς ἀναστολῆς τοῦ προξενικοῦ νόμου, καθόσον ὁ προξενικὸς οὗτος νόμος, ὁ τελευταῖος δηλαδὴ ὁ καὶ νῦν πάλιν ἀναστελλόμενος, συνδέεται στενῶς μετὰ τοῦ νόμου τοῦ περὶ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τῶν Πρεσβειῶν· ὀρθῶς δὲ ὁ συντάκτης αὐτοῦ τὸν συνέδεσεν οὕτω, διότι σήμερον ἐπικρατεῖ ἐν γένει ἡ ἀρχὴ νὰ ἦναι συνδεδεμέναι αἱ δύο ὑπηρεσίαι, ἡ προξενικὴ δηλαδὴ καὶ ἡ διπλωματική, ἐντὸς τῆς ὁποίας περιλαμβάνεται καὶ ἡ ὑπηρεσία τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον εἰς βʹ συζήτησιν.)
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τῆς συμβάσεως περὶ ἱπποσιδηροδρόμων.
§33ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Μίαν ἐξήγησιν μόνον. Ὑποβάλω μίαν παρατήρησιν, ἥτις ἴσως φανῇ χρήσιμος εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἐπὶ τοῦ ἑξῆς ἀντικειμένου. Κατὰ τὴν σύμβασιν, ἄρθρον 6, ὁρίζεται ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον τίθενται αἱ ῥάβδοι ἐν τῷ ἱπποσιδηροδρόμῳ· προβλέπεται δὲ, ὅτι, ἂν ἡ ὁδὸς δὲν ἦναι λιθόστρωτος, δὲν ἀπαιτεῖται νὰ λιθοστρωθῇ. Μοὶ ἔγεινε γνωστὸν ἐκ μονογραφίας περὶ ἱπποσιδηροδρόμων λίαν σπουδαίας, δημοσιευθείσης κατὰ τοῦτο τὸ ἔτος, ἑνὸς Ἄγγλου Kinnear Clark, τόσον σπουδαίας, ὥστε μετεφράσθη καὶ εἰς τὸ Γαλλικὸν παρὰ τοῦ Chemin, καὶ ἂν θέλετε, σᾶς σημειώνω καὶ τὴν σελίδα, εἶναι 315. Αὐτὸς λοιπὸν παρατηρεῖ, ὅτι, ἂν αἱ ῥάβδοι τοῦ ἱπποσιδηροδρόμου ἐντὸς τῆς πόλεως ἑκατέρωθεν δὲν περικλείωνται διὰ λιθοστρώτου, ὅλαι αἱ ἅμαξαι καταστρέφονται, διότι καταπίπτει τὸ ἔδαφος, καὶ ἐξέχουν πολὺ αἱ σιδηραῖ ῥάβδοι τοῦ ἱπποσιδηροδρόμου· ἑπομένως κατὰ τὴν διασταύρωσιν τῶν ἁμαξῶν θὰ ἐπέρχεται καταστροφή· κατ’ ἔτος ὅλοι οἱ ἁμαξηλάται θὰ ἦναι ἠναγκασμένοι ν’ ἀνανεώνωσι τοὺς τροχοὺς τῶν ἁμαξῶν των. Ἐν τούτοις εἶναι ἄξιον λόγου, ὅτι ἂν γείνῃ χρῆσις λιθοστρώτου, ἡ δαπάνη εἶναι σπουδαία. Μοὶ εἶπον, ὅτι διὰ μαρμάρου δὲν ἀρκεῖ, ἀλλ’ ἀπαιτεῖται ἡ χρῆσις εἴτε λάβας ἢ γρανίτου· τὸ εὐθηνότερον εἶναι ἡ λάβα, τὴν ὁποίαν λαμβάνουν ἐκ Νεαπόλεως· ἀλλ’ ἡ διαφορὰ καθ’ ἕκαστον χιλιόμετρον εἶναι 22,000 δραχμῶν δαπάνης. Ἐν τοσούτῳ, ὅπου ὑπάρχει ἱπποσιδηρόδρομος ἐντὸς πόλεων, εἶναι ἀπαραίτητον νὰ γίνεται οὕτω, διότι ἄλλως καταστρέφεται ἡ βιομηχανία τῶν ἁμαξῶν, διότι αὗται, ἅμα προσκρούσουν 4, 5 φορὰς, θὰ καταστραφοῦν.
§34ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἡ παρατήρησις εἶναι ὀρθοτάτη.
§35ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὥστε ὑποβάλλω αὐτὴν τὴν παρατήρησιν, ὅπως τὴν ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. Ὑπουργός.
§36ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπειδὴ ἡ σύμβασις αὕτη συνωμολογήθη ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, θέλω εἴπει τί συνέβη περὶ τῆς διατάξεως ταύτης, εἰς ἣν ἀφορᾷ ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Καλλιγᾶ. Εἶναι γνωστόν, ὅτι τὰ πράγματα ἔχουσιν ὡς παρέστησεν, αὐτὰ ὁ κ. Καλλιγᾶς, καὶ αὕτη ἡ παρατήρησις ἐγένετο τότε ἐν τῇ διαπραγματεύσει, ἀλλὰ τὸ τμῆμα τῶν δημοσίων ἔργων, μετὰ μελέτην τῆς ὑποθέσεως ταύτης, παρετήρησεν, ὅτι τὸ σύστημα τῶν ῥάδδων, τοῦ ὁποίου θέλει γείνει χρῆσις κατὰ τὴν σύμβασιν, τουτέστι τὸ σύστημα τῶν ῥάδδων τοῦ Demerle προλαμβάνει τὸ κακόν, ἔχον ἐκ χάλυβος χεῖλος, τὸ ὁποῖον ἀναπληροῖ τὸ λιθόστρωτον.
§37ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἔχει χεῖλος μέγα;
§38ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βέβαια· καὶ τοῦτο προστατεύει τὴν ῥάβδον, ἀντὶ τοῦ λίθου, ὁ ὁποῖος ἤθελε τὴν προστατεύσει κατὰ τὸ ἕτερον σύστημα· ἑπομένως τὸ τμῆμα τῶν δημοσίων ἔργων ἐθεώρησεν, ὅτι ἡ προστασία, ἡ παρεχομένη οὕτως εἰς τὰς ἁμάξας, εἶναι ἤδη πληρεστέρα. Καλὸν ἐθεώρησα νὰ εἴπω ταῦτα, διὰ νὰ δώσω νύξιν εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν, ὅπως ζητήσῃ καὶ ὑποβάλῃ ἡμῖν πληροφορίας ἐπισήμους.
§39ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Καὶ ἐγὼ ἐσκόπουν νὰ ὑποβάλω τὴν ἰδίαν μὲ τὸν κ. Καλλιγᾶν παρατήρησιν. Πραγματικῶς εἰς τὰς μεγάλας πόλεις τῆς Εὐρώπης ἁπανταχοῦ ὑπάρχει τὸ λιθόστρωτον, τὸ ὁποῖον θεωρεῖ ἀναγκαῖον καὶ ὁ μηχανικὸς κύριος Μάτσας. Αὐτὸ δὲ, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Τρικούπης ὑπέβαλε, λέγω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προστατεύσῃ ἀσφαλῶς τὴν χρῆσιν τῶν ἁμαξῶν, διότι ἐπὶ τέλους θὰ ἔλθῃ μία ζημία εἰς αὐτὰς τὰς ῥάβδους· ἑπομένως φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Καλλιγᾶ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον εἰς βʹ ἀνάγνωσιν.)
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιθυμεῖτε νὰ ἀναγνωσθῇ εἰς γʹ συζήτησιν τὸ περὶ τυποκλοπίας;
§41ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἂν πρόκηται νὰ γείνῃ συζήτησις, ἂς ἀναβληθῇ.
§42ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ὑπέβαλον εἰς τὸν κ. Καλλιγᾶν παρατηρήσεις τινὰς ἐπί τινων ἄρθρων, καὶ σχεδὸν εὑρέθημεν σύμφωνοι· διὰ τοῦτο ἐπιθυμῶ νὰ μὲ ἀκούσῃ ἡ Βουλή, καὶ δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρξῃ ἀντίῤῥησις. Σημειώσατε, ὅτι διὰ τοῦ νόμου τούτου δὲν πρόκειται μόνον περὶ τῆς ἐξασφαλίσεως τῶν ἐκδοτῶν κατὰ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει ἢ ἀλλαχοῦ τυποκλοπίας, ἀλλὰ πρόκειται καὶ περὶ τοῦ ἄρθρου 6 τῆς συμβάσεως, ὅπερ δεῖται διασαφήσεώς τινος, δι’ οὓς ὅρους περιέχει περὶ ἐπεκτάσεως καὶ εἰς τοὺς ἀλλοδαποὺς τῶν διὰ τοῦ παρόντος νόμου χορηγουμένων εἰς τοὺς Ἕλληνας συγγραφεῖς καὶ ἰδιώτας δικαιωμάτων.
§43ΜΙΛΗΣΗΣ. Κατὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ὑπάρχουσι ῥιζικαὶ ἀντιῤῥήσεις.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀναβάλλεται. Ἔχομεν ἤδη τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ πιστώσεως διὰ τὰ ἔξοδα τοῦ μηνὸς Ἰανουαρίου τοῦ 1884.
§45ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Μίαν παρατήρησιν ἔχω νὰ κάμω, ὅτι ἔπρεπε νὰ διέλθῃ διὰ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§46ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἔχετε δίκαιον, ἀφοῦ δὲν ὑπέβαλεν ἔκθεσιν ἡ ἐπιτροπή· εἶναι συνταγματικὴ ἡ διάταξις. Δὲν δύναται, κ. Πρόεδρε, νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, διότι ἡ ἔνστασις τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ εἶναι ὀρθοτάτη. Δὲν πρόκειται περὶ παραπομπῆς εἰς ἐπιτροπὴν συνήθους νομοσχεδίου, πρόκειται περὶ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐξετάσῃ ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴ κατὰ τὸ Σύνταγμα. Δὲν δυνάμεθα ἡμεῖς, μεταβάλλοντες τὸν Κανονισμόν, ἢ μὴ ψηφίζοντες τὴν παραπομπὴν, νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν, διότι ἡ διάταξις εἶναι ἀναγεγραμμένη ἐν τῷ συντάγματι, καὶ ὀφείλομεν νὰ ἐκτελέσωμεν αὐτήν.
§47ΡΩΜΑΣ. Χθὲς δὲν εἴμεθα ἐν ἀπαρτίᾳ περὶ τὴν 10 ὥραν· ἑπομένως δὲν ἦτο δυνατόν, καὶ διὰ τοῦτο προσεκάλεσα τὰ μέλη διὰ σήμερον.
§48Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἔχομεν ἀντίῤῥησιν νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ἀλλὰ νὰ παρακληθῶσι τὰ μέλη νὰ συνέλθωσι ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον.
§49ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.) Εἶναι ἀληθές, ὅτι οὔτε ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους, οὔτε πιστώσεις οἱαιδήποτε ἠμποροῦν νὰ ἔλθουν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς πρὸς συζήτησιν, ἐὰν προηγουμένως δὲν τὰς ἐπεξεργασθῇ ἡ ἐπιτροπή. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον παρουσιάζομεν, δὲν ἀφορᾷ εἰς συνήθεις πιστώσεις, ἐξ ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ζητοῦνται μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἴτε ὡς πιστώσεις ἀναπληρωτικαί, εἴτε ὡς πιστώσεις ἔκτακτοι. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀφορᾷ ἁπλῶς εἰς τὸ νὰ δοθῇ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἡ ἄδεια νὰ δαπανήσῃ τὸ δωδεκατημόριον τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐπειδὴ δὲ ἡ ἐπιτροπὴ ἐπεξειργάσθη ὄχι μόνον τὸ δωδεκατημόριον, τὸ ὁποῖον ἤδη διὰ τοῦ νομοσχεδίου ζητοῦμεν τὴν ἄδειαν νὰ δαπανήσωμεν, ἀλλὰ τὸ σύνολον τῶν πιστώσεων αὐτοῦ διὰ τοὺς 12 μῆνας, νομίζω, ὅτι ἡ ἐπεξεργασία αὕτη περιλαμβάνει καὶ τὸ δωδεκατημόριον· ἑπομένως ἡ Βουλὴ δύναται νὰ προβῇ, ἐὰν θέλῃ, εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, περὶ οὗ πρόκειται, χωρὶς νὰ φοβῆται, ὅτι δύναται νὰ κατηγορηθῇ ἐπὶ παραβάσει τοῦ Συντάγματος, διότι, ἐπαναλαμβάνω, δὲν πρόκειται περὶ χορηγίας πιστώσεως ἀρχικῆς, ἀλλ’ ἀφορᾷ εἰς τὴν χορήγησιν ἀδείας, ὅπως δαπανηθῇ μέρος τῶν πιστώσεων, τὰς ὁποίας ἐπεξειργάσθη ἤδη ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§50ΣΑΡΑΒΑΣ. Μίαν παρατήρησιν ὀφείλω νὰ κάμω εἰς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, τὴν ἀκόλουθον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπεστήριξεν, ὅτι, ἐπειδὴ ἅπαξ ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐξήνεγκε τὴν γνώμην της ἐπὶ τοῦ ὑποβληθέντος προϋπολογισμοῦ, δύναται νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, δι’ οὗ ζητεῖται νὰ γείνῃ χρῆσις τοῦ ὑποβληθέντος προϋπολογισμοῦ ὡς πρὸς τὰς δαπάνας τοῦ μηνὸς Ἰανουαρίου, χωρὶς νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν, διότι ἡ ἐπιτροπὴ ἐπεξειργάσθη ἤδη τὸν προϋπολογισμόν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλε, ζητεῖ νὰ κάμῃ χρῆσιν τοῦ δωδεκατημορίου τοῦ προϋπολογισμοῦ ὡς τὸ ὑπέβαλε, καὶ οὐχὶ ὡς ἐγνωμοδότησε περὶ αὐτοῦ ἡ ἐπιτροπή. Λοιπὸν πῶς δύναται νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, ἄνευ προηγουμένης γνωμοδοτήσεως τῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς, ἀφοῦ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ἐνδεχόμενον εἶναι νὰ ἐπήνεγκε μεταβολὰς ἡ ἐπιτροπή, εἰς τὰς ὁποίας δὲν στηρίζεται τὸ νομοσχέδιον; Ἐὰν ἡ ἐπιτροπὴ ἔκαμεν οἰκονομίας, ἐὰν δὲν παρεδέχθη τινὰς τῶν δαπανῶν, πῶς θέλετε νὰ ψηφίσητε τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, χωρὶς ἡ ἐπιτροπή, συμφώνως πρὸς τὰς γενομένας μεταβολὰς, νὰ φέρῃ τὴν ἔκθεσίν της; Ὥστε βλέπετε, ὅτι καὶ ἕνεκα τούτου τὸ περὶ δωδεκατημορίου νομοσχέδιον πρέπει νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§51ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἠμφισβήτησα, ἀλλὰ δὲν ἐπιμένω.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τέλος πάντων θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ὁ δὲ κ. Πρόεδρος ἂς προσκαλέσῃ τὰ μέλη. Ἤδη ἔχομεν τὴν ά συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ δανείου 120 ἑκατομμυρίων.
§53ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν εἰς τὴν ἔγκρισιν τῆς Βουλῆς, εἶπεν, ὅτι θέλει κατατάξει τὸ νομοσχέδιον περὶ δανείου 120 ἑκατομμυρίων πρῶτον, καὶ κατόπιν αὐτοῦ τὴν χθὲς ὑποβληθεῖσαν σύμβασιν. Νομίζω, ὅτι ἀντιστρόφως πρέπει νὰ συζητηθῶσι· πρῶτον ἡ σύμβασις καὶ κατόπιν τὸ περὶ δανείου νομοσχέδιον, διότι τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἀπόῤῥοια τῆς συμβάσεως. Ἡ σύμβασις ἐν πρώτῳ ἄρθρῳ ἐπιβάλλει ὑποχρέωσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ δανείου· πρέπει ἄρα νὰ ἴδωμεν ἂν θὰ δεχθῶμεν τὴν σύμβασιν καὶ τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην, καὶ τότε νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ νομοσχεδίου· ἄλλως εἶναι περιττὸν τὸ νομοσχέδιον. Ὁ κ. πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως βεβαίως γνωρίζει, ὅτι τὸ δάνειον, ὡς ἔχει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἄνευ τῆς συμβάσεως ταύτης δὲν δύναται νὰ πραγματοποιηθῇ· ὁ ὅρος τῆς τιμῆς δὲν ἐπιτρέπει τὴν πραγματοποίησιν. Τὸ δάνειον εἶναι ἀλληλένδετον πρὸς τὴν σύμβασιν· ἑπομένως πρέπει νὰ ἴδωμεν τί θ’ ἀποφασίσωμεν περὶ τῆς συμβάσεως, διὰ νὰ δυνηθῶμεν ν’ ἀποφανθῶμεν καὶ περὶ τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ πραγματοποιοῦντος τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 1 αὐτῆς.
§54ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον περὶ δανείου καὶ ἡ σύμβασις, ἥτις στηρίζεται εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, εἶναι δύο πράγματα ἐντελῶς διακεκριμένα ἀπ’ ἀλλήλων. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ δανείου ἡ Κυβέρνησις ζητεῖ τὴν ἄδειαν νὰ πραγματοποιήσῃ δάνειον, καὶ ὡς πρὸς τοῦτο δὲν πιστεύω νὰ παρουσιασθῶσι σπουδαῖαι ἀντιῤῥήσεις ἐκ μέρους οὐδενὸς, ἀφοῦ γνωστὸν εἶναι, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων, ὅπως καθυπεβλήθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν Βουλὴν, παρουσιάζει ἔλλειμμα, ὑπερβαῖνον τὰ 60 ἑκατομμύρια, ἀπέναντι δὲ αὐτοῦ τοῦ ἐλλείμματος δὲν ὑπάρχουν οὔτε 30 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα, μετὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ πρὸς τὴν βαυαρικὴν Κυβέρνησιν χρέους, θὰ ἐλαττωθῶσιν ἔτι μᾶλλον. Ἀπαιτοῦνται λοιπὸν 35 ἑκατομμύρια καὶ ἐπέκεινα, διὰ νὰ καλυφθῇ τὸ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον παρουσιάζει ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων. Διὰ τοῦτο, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρξῃ σπουδαία ἀντίῤῥησις, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ψηφισθῇ ἀπὸ τὴν Βουλὴν νόμος περὶ δανείου, καὶ εἰς τοῦτο ἀποβλέπει τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐλάβομεν τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλωμεν ὑπ’ ὄψιν ὑμῶν. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, ἀνεξαρτήτως τῆς συμβάσεως, εἶναι ἀνάγκη νὰ ψηφισθῇ, διότι εἴτε ἐγκριθῇ, εἴτε μὴ, ἡ σύμβασις ὑπὸ τῆς Βουλῆς, πρέπει νὰ ἔχῃ ἡ Κυβέρνησις ἀφεύκτως νόμον περὶ δανείου, διὰ τοῦ ὁποίου θέλει δυνηθῆ, καὶ ἐὰν δὲν ψηφισθῇ ἡ σύμβασις, νὰ εὕρῃ ὁπωσδήποτε τὰ δάνεια, τῶν ὁποίων ἔχει ἀπαραίτητον ἀνάγκην τὸ Κράτος. Ἡ σύμβασις στηρίζεται εἰς τὸν νόμον περὶ δανείου, διότι, ἀναλαμβάνοντες νὰ χορηγήσωσι τὴν προκαταβολήν, ἠθέλησαν νὰ ἔχουν ὡς ἐγγύησιν τὸ δάνειον, καὶ ἀπῄτησαν, ὅπως ἡ Κυβέρνησις ὑποβάλῃ τοιοῦτον νόμον· ἀλλὰ ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι ὁ νόμος εἶναι ἀνεξάρτητος ἀπὸ τὴν σύμβασιν. Ἡ Βουλὴ νομίζω, ὅτι εἶναι ὑποχρεωμένη, ἐὰν δὲν θέλῃ ν’ ἀφήσῃ τὸ Κράτος ὑπὸ τὸ βάρος βαρυτάτου ἐλλείμματος, τὸ ὁποῖον δὲν ἐννοῶ πῶς ἄλλως θὰ καλυφθῇ, νὰ ψηφίσῃ τὸν νόμον περὶ δανείου. Κατόπιν θέλομεν ἐξετάσει τὴν σύμβασιν, καὶ δύναται ἡ Βουλὴ νὰ τὴν ἀποῤῥίψῃ· τότε ὅμως θέλει ἔχει ἡ Κυβέρνησις τὸν νόμον, καὶ θὰ προσπαθήσῃ νὰ εὕρῃ ἀλλαχόθεν δάνειον.
§55ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν λέγει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐλπίζει, ὅτι θέλει κατορθώσει διὰ τοῦ νόμου περὶ δανείου, τὸν ὁποῖον προτείνει εἰς τὴν Βουλὴν, νὰ πραγματοποιήσῃ δάνειον. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὰ ἄλλα μέλη τῆς Κυβερνήσεως ἐπανειλημμένως μᾶς εἶπον τὸ ἐναντίον. Διότι ὅτε ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἐπροτάθη εἰς τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν δάνειον ἐπὶ τόκῳ 5%, ἀντὶ τιμῆς πραγματικῆς 66, τὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως ἐπέκριναν τοὺς προκατόχους αὐτῶν, διότι δὲν ἐδράξαντο τῆς περιστάσεως, ὅπως πραγματοποιήσωσι τὸ δάνειον ἐκεῖνο, λέγοντες, ὅτι σήμερον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῇ δάνειον ἐπὶ 5%, ἀντὶ τιμῆς πραγματικῆς 66. Πῶς λοιπὸν ὁ κ. ὑπουργὸς σήμερον ἐλπίζει, ὅτι δύναται τοιοῦτον δάνειον νὰ πραγματοποιήσῃ ἐπὶ τιμῇ 68 ἀντὶ 60; Βεβαίως δὲν ἐλπίζει τοῦτο. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον συνδέεται καὶ ἄλλως μετὰ τῆς συμβάσεως, διότι ἡ σύμβασις χορηγεῖ προσθέτους ὠφελείας, καὶ τοιουτοτρόπως τὸν τόκον αὐξάνει ἀπὸ 5 εἰς 15, 20 ἢ 40%. Βεβαίως κατόπιν τῆς συμβάσεως, τὸ περὶ δανείου νομοσχέδιον ἔχει ἔννοιαν καὶ σκοπὸν, ἐὰν ψηφισθῇ· πρέπει ἄρα νὰ ἴδωμεν ἐὰν θὰ παραδεχθῶμεν τὴν σύμβασιν, ἵνα ψηφίσωμεν ἐν γνώσει περὶ τοῦ νομοσχεδίου. Ἀποδέχομαι πληρέστατα ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς περὶ τοῦ ἀναποδράστου τῆς ἀνάγκης, ὅπως δώσωμεν ἐξουσίαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ δανεισθῇ ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ τὴν δώσωμεν διὰ τρόπου, δι’ οὗ νὰ δύναται νὰ δανεισθῇ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἀποῤῥίψῃ τὴν σύμβασιν κατόπιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ δανείου, ἡ ὑπὲρ τοῦ δανείου ψῆφος αὐτῆς εἶναι τὸ αὐτὸ ὡς τὸ μηδέν. Βεβαίως ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἐννοεῖ νὰ ψηφίσωμεν νομοσχέδιον δανείου τυπικόν, ἐννοεῖ νὰ ψηφίσωμεν νομοσχέδιον δανείου, τὸ ὁποῖον νὰ τῷ χρησιμεύσῃ, ὅπως εὕρῃ τὰ χρήματα τὰ ἀναγκαῖα, ἵνα καλύψῃ καὶ τὸ ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ἀνταποκριθῇ πρὸς τὰς ἀπροόπτους ἀνάγκας, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὰς παρούσας κρισίμους περιστάσεις εἶναι πάντοτε πιθαναί. Προτείνω λοιπόν, ὅπως προτάξωμεν τοῦ νομοσχεδίου περὶ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων τὸ νομοσχέδιον, τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν κύρωσιν τῆς συμβάσεως, ἵνα ἐκ τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου φωτισθῶμεν περὶ τῆς ἐννοίας καὶ τοῦ ἑτέρου νομοσχεδίου, καὶ προβῶμεν διὰ τρόπου, ὁ ὁποῖος θέλει φέρει εἰς πρακτικὰ ἀποτελέσματα.
§56ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, μίαν δυσκολίαν εὑρίσκουσι διὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τὴν δυσκολίαν τοῦ προσδιορισμοῦ τοῦ τόκου. Ἡ Βουλὴ δύναται νὰ σκεφθῇ περὶ τούτου κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν λεπτομερειῶν καὶ προσδιορίσῃ τὴν διαφορὰν τοῦ ὀνομαστικοῦ πρὸς τὸ πραγματικὸν, ἐὰν νομίζῃ, ὅτι ὁ προσδιορισμὸς τῶν 68% δὲν εἶναι κατάλληλος, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ εὕρωμεν χρήματα. Τοῦτο δύναται νὰ θεραπευθῇ, ἀλλὰ πρέπει νὰ τὸ συζητήσωμεν, ὅπως εὕρωμεν τὸ ἄτοπον. Ἡμεῖς ἐνομίσαμεν, ὅτι ὁ προσδιορισμὸς εἰς 68% εἶναι κατάλληλος. Ἡ σύμβασις, κύριοι, στηρίζεται εἰς τὸν νόμον περὶ δανείου, διότι, ἐὰν τὸ δάνειον δὲν ψηφισθῇ, ἡ σύμβασις πίπτει· αὕτη ἔχει αὐτὴν τὴν βάσιν. Ὑποθέσατε, ὅτι συζητοῦμεν τὴν σύμβασιν, καὶ τὴν παραδέχεσθε· ἐὰν δὲν παραδεχθῆτε τὸν νόμον περὶ δανείου, ὅλα εἶναι μάταια· ἐὰν ὅμως παραδεχθῆτε τὸ δάνειον, τότε τοῦτο δύναται νὰ πραγματοποιηθῇ, καὶ ἄνευ τῆς συμβάσεως. Δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι ἡ ἀναλογία δὲν εἶναι ὀρθή, εἶναι δυσανάλογος πρὸς τὰς περιστάσεις, καὶ ἀντὶ νὰ προσδιορισθῇ εἰς 68, πρέπει νὰ προσδιορισθῇ εἰς 66· αὐτὸ τὸ συζητοῦμεν καὶ εὑρίσκομεν τὸ ὀρθόν. Ἀλλ’ ὁ νόμος περὶ δανείου δύναται νὰ ὑπάρξῃ καὶ μόνος καὶ νὰ πραγματοποιηθῇ ἄνευ τῆς συμβάσεως, ἐνῷ ἡ σύμβασις δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἄνευ τοῦ νόμου. Ἐὰν εἴπῃ ἡ Βουλὴ ὄχι περὶ δανείου, ἡ σύμβασις εἶναι περιττή· ἐὰν ὅμως ἡ σύμβασις πέσῃ, ὁ νόμος δύναται νὰ λειτουργήσῃ.
§57ΡΙΚΑΚΗΣ. Κύριοι, δύω λέξεις θὰ εἴπω. Τὸ ἄρθρον 1 τῆς συμβάσεως, τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέσθη ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου, συνηγορεῖ ὑπὲρ τῆς ἀντιθέτου ἰδέας, διότι διὰ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ ἡ Κυβέρνησις ἀνέλαβε τὴν ὑποχρέωσιν, ὅπως ὑποβάλῃ τὸν νόμον περὶ δανείου, δηλαδὴ ἐθεωρήθη ὑπὸ τῆς συμβάσεως ἀναγκαῖον νὰ προϋπάρξῃ ὁ νόμος οὗτος· τὴν τοιαύτην δὲ ὑποχρέωσιν ἀνέλαβεν ἡ Κυβέρνησις, ἥτις οὐδὲν εἶχε συμφέρον νὰ ἀπαιτήσῃ, ὅπως ψηφισθῇ προηγουμένως ὁ τοιοῦτος νόμος. Ἀφοῦ λοιπὸν τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην ἀνέλαβεν ἡ Κυβέρνησις, ὀφείλομεν ν’ ἀποφασίσωμεν πρῶτον περὶ τοῦ δανείου, διότι, ὡς ἠκούσατε, αἱ προκαταβολαὶ ἀπέναντι τοῦ δανείου τούτου ἐγένοντο, ὥστε κατ’ ἀνάγκην πρέπει νὰ ψηφισθῇ ὁ νόμος τοῦ δανείου. Ἄλλως τε, κ. Πρόεδρε, ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὴν σύμβασιν, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ὁμιλεῖ περὶ ὁμολογιῶν, τὰς ὁποίας θέλει δώσει εἰς ἐγγύησιν ἡ Κυβέρνησις. Ὑποθέτομεν, ὅτι παραδεχόμεθα τὴν σύμβασιν· ἐὰν δὲν παραδεχθῶμεν τὸ νομοσχέδιον περὶ δανείου, εἰς τί θέλει μᾶς χρησιμεύσει ἡ σύμβασις; Ἄλλως τε καὶ ἡ ἀντίῤῥησις, τὴν ὁποίαν ἔφερεν ὁ ἔντιμος κ. Τρικούπης, ὅτι εἰς τὰ 68% εἶναι ἀδύνατον νὰ πραγματοποιηθῇ τὸ δάνειον, ἀποβλέπει διάταξιν, ἥτις δύναται νὰ μεταβληθῇ κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν καθέκαστα. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ τάξις ἀπαιτεῖ νὰ προηγηθῇ ὁ νόμος περὶ δανείου, καὶ κατόπιν νὰ συζητηθῇ ἡ σύμβασις.
§58ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὸ ἂν ἦναι ἢ ὄχι ἀνάγκη νὰ ψηφισθῇ νόμος περὶ δανείου, τοῦτο δὲν τὸ ἠμφισβήτησε κανείς· ὅτι εἰς τὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται τὰ πράγματα ἡμῶν, ὑπάρχει ἀνάγκη διὰ δάνειον, δὲν εἶναι λόγος. Ἐὰν ἀμφιβάλῃ ὁ κ. ὑπουργὸς, ὅτι, ἐὰν ψηφίσωμεν τὴν σύμβασιν, μετὰ ταῦτα εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ψηφίσωμεν τὸν νόμον, τοῦτο δὲν ἠμπορεῖ οὔτε καθ’ ὑπόθεσιν νὰ τεθῇ, οὔτε δυνατὸν νὰ ἀμφιβάλλῃ τις περὶ αὐτοῦ· ἠμπορεῖ νὰ ἀμφιβάλλῃ, ἂν θὰ ψηφισθῇ τὸ δάνειον, ὅταν θέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν σύμβασιν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν θὰ τὸ ψηφίσῃ. Ἀλλὰ νὰ θέσῃ εἰς ἀμφιβολίαν ἐὰν ἦναι ἀνάγκη, τοῦτο δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον. Λέγουσα ἡ κυβέρνησις εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι πιθανὸν, ἀφοῦ ψηφίσῃς τὴν σύμβασιν, νὰ μὴ παραδεχθῇς τὸν νόμον περὶ δανείου, λέγει τι, ὅπερ δὲν εἶναι ὀρθὸν· εἶναι ὡς ἂν νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὅλα αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἕως τώρα ἐψήφισες, τὰ ἐψήφισες οὐχὶ σωφρόνως, ἀλλὰ χάριν παιδιᾶς. Αὐτὴ εἶναι ὑπόθεσις, ἡ ὁποία δὲν δύναται καὶ δὲν πρέπει νὰ τεθῇ. Ἐὰν δὲν εἶχεν ὑπογραφῆ ἡ σύμβασις, καὶ παρουσιάζοντο καὶ μᾶς ἔλεγον: ἔχομεν ἀνάγκην ἑνὸς νόμου περὶ δανείου, διὰ νὰ ἠξεύρωμεν ὑπὸ ποίους ὅρους νὰ τὸ διαπραγματευθῶμεν, τοῦτο ἤθελον τὸ ἐννοήσει· ἀλλ’ ἐνῷ ὑπεγράφη ἡ σύμβασις καὶ ὑπεβλήθη, καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ μέσον συνομολογήσεως τοῦ δανείου, καὶ ἐν αὐτῇ τῇ συμβάσει εἶναι ὅρος, ὅτι μετ’ αὐτὸν ὀφείλει νὰ ψηφισθῇ νόμος περὶ τοῦ δανείου, νὰ μᾶς λέγητε: ψηφίσατε πρῶτον τὸν νόμον, αὐτὸ δὲν τὸ ἐννοῶ. Ἐννοοῦσα, ἐὰν ἐλέγετε νὰ κάμωμεν πρῶτον συζήτησιν ἐπὶ τῆς συμβάσεως, διὰ νὰ ἴδωμεν ἐὰν θέλῃ γείνει δεκτὴ ἢ ἀποῤῥιφθῇ· καὶ ἐὰν γείνῃ δεκτὴ, νὰ ψηφίσωμεν κατόπιν τὸν νόμον περὶ δανείου. Ἀλλὰ νὰ λέγητε, ψηφίσατε τὸν νόμον περὶ δανείου πρῶτον, θὰ εἴπῃ, ὅτι ἀμφιβάλλετε ἐὰν κατόπιν θὰ ψηφισθῇ ὁ νόμος περὶ δανείου, ἀφοῦ προηγουμένως γείνῃ δεκτὴ ἡ σύμβασις. Τοῦτο δὲν τὸ ἐννοῶ, διότι ποῖος εἶναι ἐντὸς τῆς Βουλῆς ταύτης, ὅστις, ἐπαναλαμβάνω, ἠμπορεῖ νὰ θέσῃ εἰς ἀμφισβήτησιν τοῦτο; Τὸ λογικὸν λοιπὸν εἶναι ν’ ἀρχίσωμεν τὴν συζήτησιν τῆς συμβάσεως αὐτῆς καὶ τῶν ὅρων τοῦ δανείου, καὶ κατόπιν ἐρχόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ δανείου. Ἐπαναλαμβάνω, δὲν εἶναι λογικὸν νὰ ἔχωμεν τὴν σύμβασιν ἐνώπιόν μας καὶ νὰ μὴ ἀποφανθῶμεν περὶ αὐτῆς, ἂν τὴν δεχώμεθα ἢ ὄχι.
§59ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν ἐννοῇ νὰ δώσῃ 120 ἑκατομμύρια, ἀλλὰ μόνον 80, ποῦ στηρίζεται ἡ σύμβασις, ἥτις θέλει ψηφισθῆ;
§60ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὁ κ. Ῥικάκης ἠμπορεῖ νὰ θέσῃ αὐτὸ τὸ ζήτημα διὰ τὸν ἑαυτόν του· ἀλλὰ ἐκεῖνοι, οἵτινες ἔχουν ἄλλην ἰδέαν, τὸ ἀποκρούουν αὐτὸ ὡς προσβολὴν, διότι ἐγὼ φρονῶ, ὅτι δὲν θὰ ἀρκέσουν οὔτε τὰ 120 ἑκατομμύρια, ἀλλὰ θὰ μᾶς χρειασθοῦν περισσότερα, καὶ ὁ τόπος θὰ τὰ δεχθῇ.
§61Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τῳόντι ἀπό τινων ἡμερῶν μεγάλη ἀμφισβήτησις ὑπάρχει μεταξὺ ἡμῶν καὶ τοῦ κ. Ῥικάκη περί τε τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης καὶ τῆς λογικῆς· ἄλλην ἰδέαν ἔχει ὁ κ. Ῥικάκης, καὶ ἄλλην ἐγώ. Ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ τὰ πράγματα τῳόντι λογικῶς, νὰ ἐξετάσῃ ἐὰν ἡ σύμβασις αὕτη ἀποῤῥιφθῇ ἀπὸ τὴν Βουλὴν, ὁ νόμος αὐτὸς χρησιμεύει εἰς χεῖρας τῆς Κυβερνήσεως;
§62Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βέβαια, βέβαια.
§63Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Παρακαλῶ. Λέγετε: βέβαια, βέβαια· ἀλλ’ αὐτὸ τὸ βέβαια, τὸ ὁποῖον λέγετε, δὲν ἔχει καμμίαν ἔννοιαν. Δὲν ἔχει καμμίαν ἔννοιαν, διότι ἡ σύμβασις, τὴν ὁποίαν εἰσηγάγετε, δὲν εἶναι τὸ 68%, οὔτε 5% ὁ τόκος, ἀλλ’ ἀνέρχεται εἰς 30%, καὶ εἶναι δάνειον, τὸ ὁποῖον δίδεται μόνον εἰς ἄτιμον χρεωκόπον. Ἡ κυβέρνησις σκοπὸν εἶχε νὰ παίξῃ, εἰσαγαγοῦσα αὐτὸν τὸν νόμον, ἂν τὸν θεωρῇ ἄσχετον ἀπὸ τὴν σύμβασιν· ἀλλὰ ὁ νόμος αὐτὸς δὲν εἶναι ἄσχετος ἀπὸ τὴν σύμβασιν, διότι ἡ σύμβασις εἰς τὸ πρῶτον ἄρθρον αὐτῆς λέγει, ὅτι πρέπει νὰ ὑποβληθῇ νόμος τοιοῦτος. Ἡ σύμβασις λοιπὸν ἐπιβάλλει εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ὑποχρέωσιν τῆς ὑποβολῆς τοιούτου νόμου. Λοιπόν, ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θέλει δεχθῆ τὴν σύμβασιν, τότε ὁ νόμος αὐτὸς δὲν θὰ ἔχῃ καμμίαν ἀξίαν· οὐχ ἧττον ἡμεῖς ἔχομεν ἀνάγκην νὰ δώσωμεν ἕνα νόμον εἰς τὴν κυβέρνησιν. Νομίζω λοιπόν, ὅτι ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ἔφερεν ὁ κ. Τρικούπης, εἶναι καὶ ὀρθοτάτη καὶ λογική, διότι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ στηρίζεται ἐπάνω εἰς τὴν διάταξιν τῆς συμβάσεως.
§64ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Προκειμένου περὶ τοῦ κ. Συγγροῦ, τὸν ὁποῖον ἤδη καὶ ἄλλοτε εὕρομεν λίαν πρόθυμον εἰς τὴν διεκπεραίωσιν ὑποθέσεων τοιούτων καὶ λίαν ἀφιλοκερδῆ, παρακαλῶ, λέγοντες, ὅτι συνετάξαμεν συμβόλαιον μὲ ἄτιμον χρεωκόπον...
§65Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μὲ συγχωρεῖτε· εἶπον, ὅτι ἡ σύμβασις αὕτη εἶναι μία σύμβασις, τὴν ὁποίαν μόνος ἕνας χρεωκόπος δύναται νὰ κάμῃ.
§66ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Οὔτε αὐτὸ δὲν ἠμπορεῖ νὰ λεχθῇ.
§67ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ἐγώ, κύριοι, γνωρίζετε, ὅτι εἶμαι ἐναντίος πάντοτε ὅλων τῶν δανείων, ἀλλ’ ἐὰν αἱ ἀνάγκαι τῆς πατρίδος ὑπαγορεύωσι τὴν ψήφισιν ἑνὸς δανείου, βεβαίως πρέπει νὰ γείνῃ δάνειον. Ἐν τούτοις ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν πρέπει νὰ προηγηθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τοῦ δανείου ὄχι δι’ ἄλλον λόγον εἰμὴ, διότι ὅπως ἐννοεῖ ἡ Κυβέρνησις νὰ ψηφισθῇ τὸ δάνειον, ἐννοεῖ νὰ ἐκτελέσῃ τοὺς ὅρους αὐτοῦ διὰ τῆς συμβάσεως. Ἀλλ’ ἡ σύμβασις, ἣν εἰσήγαγεν ἡ Κυβέρνησις, εἶναι ὀλεθρία, καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν περὶ δανείου, χωρὶς ν’ ἀποβλέπωμεν εἰς τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως, διὰ τῆς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις σκοπεῖ νὰ πραγματοποιήσῃ τὸ δάνειον· ἑπομένως ἡ σύμβασις πρέπει πρῶτον νὰ συζητηθῇ, διότι εἶναι τὸ οὗ οὐκ ἄνευ τῆς ψηφίσεως τοῦ δανείου, καὶ διὰ τοῦτο συντάσσομαι μὲ τὴν γνώμην, ὅτι πρέπει νὰ προηγηθῇ ἡ συζήτησις τῆς συμβάσεως.
§68ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μᾶς ἐξηγήσῃ πῶς ἐννοεῖ τὴν τάξιν τῆς συζητήσεως· ἐννοεῖ, ὅτι θὰ συζητηθῇ καὶ εἰς γʹ ἀνάγνωσιν πρῶτον τὸ νομοσχέδιον περὶ δανείου, ἢ ὅτι, ἀφοῦ ψηφίσωμεν εἰς ά ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, θὰ ψηφίσωμεν κατόπιν εἰς ά ἀνάγνωσιν τὴν σύμβασιν;
§69ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βεβαίως.
§70ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐὰν ἔχῃ οὕτω, ἠμποροῦμεν ν’ ἀφήσωμεν νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς ά ἀνάγνωσιν.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ δανείου 120,000,000 νέων δραχμῶν. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχή.) Ἄρθρον 1.
§72ΔΟΥΜΑΣ. Νομίζω, ὅτι, διὰ νὰ καταστήσωμεν εὔκολον τοῦ δανείου τούτου τὴν πραγματοποίησιν, πρέπει διὰ τοῦ ἄρθρου 1 νὰ παραδεχθῶμεν δύο κατηγορίας, τὴν τῆς πραγματικῆς ὑποχρεώσεως, τὴν λεγομένην ferme, καὶ τὴν κατ’ ἐκλογὴν, τὴν λεγομένην option. Ἐὰν προσδιορισθῇ οὕτω τὸ δάνειον, θέλομεν ἐξασφαλίσει ἓν ὁριστικὸν ποσὸν εἰς μίαν ὁριστικὴν τιμήν, οὔτε ὑποχρεώνομεν τὴν Κυβέρνησιν εἰς μίαν τιμήν, ὑποθετέσθω τῶν 68, ἡ ὁποία φαίνεται δύσκολος. Ναὶ μὲν ἕπεται ἡ σύμβασις, ἀλλ’ ὑποθέτω, ὅτι ἡ σύμβασις δὲν ὑπάρχει· ἔχω ὑπ’ ὄψιν τὸ δάνειον, καὶ λέγω, ὅτι, διὰ νὰ πραγματοποιηθῇ, πρέπει νὰ τεθῇ ὅρος κατώτερος τῶν 66 καὶ ν’ ἀφήσωμεν τὴν τιμὴν τῶν 68 κατ’ ἐκλογήν. Δὲν γνωρίζω ἐὰν ἡ Κυβέρνησις παραδέχηται τὴν διαίρεσιν αὐτήν.
§73ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν βʹ ἀνάγνωσιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον.)
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τῆς ἐν Παρισίοις συνομολογηθείσης συμβάσεως περὶ προκαταβολῆς ἐπὶ τοῦ δανείου.
§75Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ σύμβασις αὕτη ὑποβάλλεται εἰς τὴν Βουλὴν ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐκθέσεως, ἄνευ οὐδεμιᾶς εἰσηγήσεως, δυναμένης νὰ καθοδηγήσῃ τὴν Βουλὴν εἰς τὰ περὶ αὐτῆς. Ἡ σύμβασις αὕτη δὲν εἶνέ τι τοσούτῳ κανονικόν, ὥστε νὰ δικαιολογῆται ἡ κυβέρνησις ὑποθέτουσα, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει ἀνάγκην ἐξηγήσεων περὶ τῶν λόγων, οἵτινες ἔπεισαν αὐτήν, ὅπως τοιαύτην ὑποβάλῃ σύμβασιν. Ἡ Βουλὴ χρήζει πληροφοριῶν καὶ περὶ τοῦ ἱστορικοῦ τῆς συμβάσεως, καὶ περὶ τῆς καταστάσεως, ἡ ὁποία ὑπηγόρευσεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἀποδοχὴν τοιούτων ὅρων, καὶ διὰ τοῦτο ἠρώτησα πρὶν ἀναβῶ εἰς τὸ βῆμα τοὺς κ. κ. ὑπουργοὺς, ἐὰν δὲν ἔχωσί τι νὰ εἴπωσι, διότι νομίζω, ὅτι ἡ συζήτησις αὕτη δυσκόλως δύναται ν’ ἀποβῇ ὠφέλιμος, ἐὰν μὴ στηρίζηται ἐπὶ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας μόνη ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ δώσῃ περὶ τῆς συμβάσεως. Παρακαλῶ ἄρα τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν ἔχῃ τοιαύτας πληροφορίας νὰ δώσῃ, νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ παράσχῃ αὐτάς, ἐξηγοῦσα ὁποίας διαπραγματεύσεις διεξήγαγεν, ὧν τὸ πόρισμα ὑπῆρξεν ἡ σύμβασις αὕτη, καὶ ὁποία εἶναι ἡ κατάστασις τῆς πίστεως τοῦ Κράτους, ἡ ὁποία καθιστᾷ ἀναγκαίαν τὴν ψήφισιν τῆς συμβάσεως ὑπὸ ὅρους, τοὺς ὁποίους βεβαίως καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες προτείνουσιν αὐτοὺς, δὲν δύνανται ἢ ν’ ἀναγνωρίσωσιν, ὅτι εἶναι λίαν βαρεῖς.
§76ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἔχομεν πᾶσαν τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὸ δάνειον θὰ πραγματοποιηθῇ, ὅτι ἡ πίστις τῆς Ἑλλάδος εἶναι ἐπὶ τοσοῦτον ἀνθηρὰ, ἵνα ἐλπίζωμεν. Γνωρίζετε ὁποῖαι εἶναι αἱ περιστάσεις καὶ αἱ ἀνάγκαι, εἰς ἃς διατελοῦμεν· πρέπει νὰ ἔχωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον καὶ περισσότερα χρήματα, θέλομεν νὰ ἔχωμεν ἠσφαλισμένον, οὕτως εἰπεῖν, ἄνευ χρονοτριβῶν καὶ ἄνευ δυσκολιῶν, τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον μᾶς ἀναγκαιοῖ. Διὰ τοῦτο πρὶν ἢ ἀποφασίσωμεν νὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸν νόμον, ἤλθομεν εἰς διαφόρους διαπραγματεύσεις, ἐζητήσαμεν νὰ κατορθώσωμεν ἓν δάνειον, ν’ ἀσφαλίσωμεν ἐν μέρει τοὐλάχιστον τὴν πραγματοποίησίν του. Δὲν κατωρθώθη, διότι γνωρίζετε πολλοί, ὅτι ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων ἐπηρεάζει εἰς τὴν πραγματοποίησιν τοιούτων ἔργων, ὅταν μάλιστα οἱ δανεισταὶ ἐν τῷ τόπῳ, ὅπου πρόκειται νὰ γείνῃ, ἔχουν οὐχὶ ἀκριβεῖς ἰδέας περὶ τῆς καταστάσεως ἡμῶν καὶ περὶ τοῦ μέλλοντος. Διὰ τοῦτο, κύριοι, ὅ,τι ἐζητοῦμεν, δὲν ἠδυνήθημεν νὰ τὸ ἐπιτύχωμεν· τὸ δάνειον μὲ ἄμεσον πραγματοποίησιν μέρους καὶ καταβολὴν τῶν χρημάτων, μὲ ferme, ἐν ἠδυνήθημεν νὰ τὸ κατορθώσωμεν· μετὰ τὴν ἀποτυχίαν αὐτὴν συνεννοήθημεν μετὰ τοῦ κ. Συγγροῦ, τὸν ὁποῖον πάντοτε καὶ ἤδη εὕρομεν πρόθυμον καὶ ἐπιθυμοῦντα ἄνευ ἰδιοτελείας νὰ ὑπηρετήσῃ τὸν τόπον, καὶ κατελήξαμεν εἰς τὴν σύμβασιν αὐτὴν, ἡ ὁποία εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις εἶναι μόνον κατορθωτή. Ἀφοῦ δὲ ἠδυνάμεθα νὰ εὕρωμεν ποσὸν ἀρκετῶν χρημάτων μὲ ferme, εὐχαριστήθημεν, μετὰ τὴν συμμετοχὴν μάλιστα τῆς Τραπέζης, νὰ λάβωμεν προκαταβολὴν μὲ τόκον εὐθηνὸν, καὶ ἀναλάβωμεν τὴν ἐξόφλησιν μετὰ 22 μῆνας, διότι βεβαίως ἐντὸς αὐτοῦ τοῦ διαστήματος ἡ Ἑλλὰς θὰ εὕρῃ καιρὸν, ὥστε νὰ πληρώσῃ τὴν προκαταβολὴν τοῦ δανείου, καθὼς θὰ εὕρῃ νὰ πληρώσῃ καὶ τὴν προκαταβολὴν, avance, τὴν ὁποίαν τὸ προκάτοχον ὑπουργεῖον ἔλαβε. Συνεφωνήσαμεν λοιπὸν, διότι, ἐπαναλαμβάνω, οἱ ὅροι δὲν μᾶς φαίνονται βαρεῖς, οὔτε κίνδυνον οὐδένα διατρέχομεν· οὕτω ἔχομεν ἀμέσως χρήματα, ἵνα ἱκανοποιήσωμεν τὰς ἀνάγκας μας τὰς ἐκτάκτους. Κύριοι, εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις πρώτη ἀνάγκη καὶ πρώτη φροντὶς ἡμῶν ἦτο, καὶ ἤθελεν εἶσθαι πάσης Κυβερνήσεως, νὰ εὕρῃ τὰ μέσα τὰ ἀναπόφευκτα, διότι οὕτω ἐνεργοῦντες, ἐνεργοῦμεν καὶ ἀποδεικνύομεν, ὅτι ἐνεργοῦμεν σπουδαίως, καὶ ἠμποροῦμεν τῷ ὄντι καὶ νὰ πιστευθῶμεν, ὅτι ἐπιδιώκωμεν ἓν βέβαιον ἀποτέλεσμα. Ἄνευ μέσων, ὅλα εἶναι μάταια καὶ φροῦδα, εἶναι ἁπλῆ ἐπίδειξις, εἶναι ἁπλοῖ λόγοι, ἀλλ’ ἀποτέλεσμα οὐδὲν δύναται νὰ ἐπέλθῃ ὅταν χρήματα δὲν ὑπάρχουν. Διὰ τοῦτο, κύριοι, ἐγὼ καὶ μὲ δυσκολωτέρους ὅρους ἤθελον κάμει τὸ δάνειον, ἀποβλέπων μόνον εἰς τὰς ἀνάγκας τὰς παρούσας καὶ μὴ φροντίζων παρὰ περὶ τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον διὰ τοῦ δανείου τούτου ἐπιδιώκομεν. Νομίζω, κύριοι, ὅτι αἱ ἐξηγήσεις αὗται αἱ ὀλίγαι εἶναι ἀρκεταί· ἐὰν ὅμως ὁ κ. Τρικούπης ἢ ἄλλος τις θελήσῃ νὰ ἀπαιτήσῃ περισσοτέρας ἀπὸ ἡμᾶς, δυσκολίαν δὲν ἔχομεν νὰ δώσωμεν πᾶσαν ἐξήγησιν καὶ πᾶσαν διασάφησιν.
§77Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως φρονεῖ, ὅτι τὸ δάνειον θέλει πραγματοποιηθῆ καὶ ὅτι περὶ τὴν πραγματοποίησιν αὐτοῦ δὲν θέλουσιν ἀπαντηθῆ δυσχέρειαι Ἐὰν τοῦτο ἠδυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν ὡς βάσιν τῶν σκέψεων ἡμῶν, βεβαίως πρέπει τὴν σύμβασιν νὰ θέσωμεν κατὰ μέρος, διότι ἐὰν ἦναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιήσωμεν δάνειον ἄνευ δυσχερείας, ὡς εἶπεν ὁ κ. πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἤμεθα ὅλως ἀδικαιολόγητοι σήμερον ψηφίζοντες προκαταβολήν. Ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις συνωμολόγησε προκαταβολήν, διότι δὲν εἶχε νόμον, διότι δὲν ἦτο παροῦσα ἡ Βουλή, ἵνα ψηφίσῃ δάνειον· ἀλλὰ σήμερον, ὅτε εἶναι παροῦσα ἡ Βουλή, ἓν μόνον δύναται νὰ δικαιολογήσῃ τὴν συνομολόγησιν προκαταβολῆς, τοῦτο δὲ εἶνε τὸ ἀδύνατον τῆς συνομολογήσεως δανείου. Ἀλλ’ ὁ κ. πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἄρχεται τῆς ὁμιλίας του βεβαιῶν, ὅτι δύναται νὰ πραγματοποιηθῇ δάνειον καὶ ὅτι δὲν θέλουσιν ἀπαντηθῆ δυσχέρειαι· πῶς ἄρα δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ δικαιολογηθῶμεν ἀπέναντι τοιαύτης δηλώσεως τῆς Κυβερνήσεως, ψηφίζοντες προκαταβολὴν, τουτέστι ψηφίζοντες, ὅπως μετὰ ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα, καὶ τοῦτο οὐχὶ πολὺ ἀπέχον, εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ ἀποτίσωμεν ἱκανὰ ἑκατομμύρια ἄνευ προνοίας περὶ ἀποτίσεως αὐτῶν; Ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι σήμερον δὲν δυνάμεθα εὐχερῶς νὰ πραγματοποιήσωμεν δάνειον, ἔτι δυσχερεστέρα δύναται νὰ ἦνε ἡ πραγματοποίησις τοῦ δανείου καθ’ ἣν ἐποχὴν θὰ ὀφείλωμεν ν’ ἀποτίσωμεν τὴν προκαταβολήν. Δὲν δυνάμεθα νὰ γνωρίζωμεν ποία θὰ ἦναι ἡ τότε κατάστασις· καὶ ἐὰν ἕως τῆς ἐποχῆς ἐκείνης τὸ ζήτημα τὸ πολιτικὸν λυθῇ αἰσίως, ἆρα ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι τὰ τῆς πίστεως ἡμῶν θέλουσιν εἶσθαι τοιαῦτα, ὥστε νὰ ἦναι εὐχερὴς ἡ συνομολόγησις δανείου; Τοῦτο οὐδεὶς δύναται νὰ εἴπῃ ἀπὸ τοῦδε ἀσφαλῶς· καὶ λίαν ἐπικίνδυνον πρᾶξιν ἐπιτελεῖ ἡ Βουλὴ, ἥτις ἄνευ ἀπολύτου ἀνάγκης ἐκθέτει τὸ Κράτος εἰς τὸν κίνδυνον τοῦ νὰ εὑρεθῇ μετὰ ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα ὑπόχρεον εἰς ἀπότισιν πολλῶν ἑκατομμυρίων ἄνευ προνοίας περὶ ἐγκαίρου προμηθείας αὐτῶν. Ὁ κ. πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν εὑρίσκεται ἐκτεθειμένος εἰς ταύτην τὴν μομφήν, ὅτι προτείνει εἰς τὴν βουλὴν τὴν ψήφισιν προκαταβολῆς, ἀμφιβάλλων περὶ τοῦ εὐχεροῦς τῆς ἀποτίσεως τοῦ ποσοῦ, διότι λέγει, ὅτι καὶ σήμερον ἠδύνατο νὰ πραγματοποιηθῇ δάνειον, καὶ νὰ πραγματοποιηθῇ ἄνευ δυσχερείας. Ἀλλ’ ὅσοι στηρίζουσι τὰς σκέψεις των ἐπὶ τὴν διαβεβαίωσιν ταύτην τοῦ κ. προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, δὲν δύνανται ἢ ν’ ἀποῤῥίψωσι τὴν σύμβασιν καὶ νὰ διαῤῥυθμίσωσιν οὕτω τὰ τοῦ ἄλλου νομοσχεδίου, τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὸ δάνειον, ὥστε δι’ ἐκείνου ν’ ἀποκτήσωμεν τὸ ποσόν, τοῦ ὁποίου ἔχομεν ἀνάγκην. Τὸ ποσὸν δὲ, τοῦ ὁποίου ἔχομεν ἀνάγκην, δὲν εἶναι αὐτὸ τὸ διὰ τῆς συμβάσεως ἀποκτώμενον, διότι καὶ αὐτὴ ἡ καταφανὴς σήμερον ἀνάγκη εἶναι μεγαλειτέρα τοῦ ποσοῦ τὸ ὁποῖον διὰ τῆς συμβάσεως ἀποκτῶμεν. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸς πρὸ ὀλίγου τὴν καταφανῆ ταύτην ἀνάγκην, τὴν ὑπολογιζομένην ἤδη, ἐξετίμησεν εἰς ποσὸ 35,000,000, νομίζω· ἀλλὰ διὰ τῆς συμβάσεως οὐδὲ τοῦτο τὸ ποσὸν ἀποκτῶμεν, οὐδεὶς δέ, φρονῶ, δύναται ν’ ἀμφιβάλλῃ, ὅτι σήμερον δὲν δυνάμεθα νὰ προΐδωμεν πάσας τὰς ἀνάγκας. Τ’ ἀναγραφέντα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ εἶνε ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο ἀπὸ τοῦδε νὰ θεωρηθῶσιν ὡς πιθανὰ ἢ καὶ ὡς βέβαια· ὑπάρχουσιν ὅμως ἄλλα ἀπρόοπτα ποσὰ, ἴσως ἀνώτερα καὶ αὐτοῦ τοῦ προϋπολογισμοῦ ὁλοκλήρου, περὶ ὧν πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια. Ἡ πρόνοια ἡ ληφθεῖσα παρὰ τῶν κ. ὑπουργῶν διὰ τῆς συμβάσεως ἀφορᾷ εἰς ποῖον ποσόν; ἀφορᾷ εἰς ποσὸν 25,000,000.
§78ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. 30 ἑκατομμυρίων.
§79ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ πρόνοια περὶ χρημάτων ἀφορᾷ εἰς ποσὸν 25 ἑκατομμυρίων, διότι ὑπάρχει καὶ ἑτέρα διάταξις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, κατὰ τὴν ὁποίαν ὀφείλουσιν οἱ συνομολογοῦντες τὸ προσωρινὸν δάνειον νὰ προκαταβάλωσιν ἐπὶ πλέον τοῦ ποσοῦ τούτου τοὐλάχιστον μὲν 5 ἑκατομμύρια, τὸ πολὺ δὲ 15 ἑκατομμύρια· ταῦτα ὅμως οὐχὶ εἰς χρήματα, ἀλλ’ εἰς ἔντοκα γραμμάτια ἐκ τῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ κυκλοφορούντων. Ὡς πρὸς ταῦτα ἡ ὑποχρέωσις τῶν συνομολογούντων τὸ δάνειον ἀφορᾷ εἰς ποσὸν 5 ἑκατομμυρίων· ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶνε σπουδαῖον, διότι, προκειμένου περὶ παρατάσεως προθεσμίας ἐντόκων γραμματίων κυκλοφορούντων, δὲν εἶναι ἀπίθανον, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ παράτασις τῆς προθεσμίας καὶ παρ’ αὐτῶν τῶν ἀρχικῶς διαπραγματευθέντων τὸ προσωρινὸν τοῦτο δάνειον. Ὥστε τὸ ταμεῖον ἀποκτᾷ σήμερον 25,000,000 δραχμῶν, προσέτι δὲ καὶ τὴν ἀπαλλαγὴν αὐτοῦ ἀπὸ τῆς ὑποχρεώσεως τῆς ἀποτίσεως 5,000,000) ἐντόκων γραμματίων κατὰ μῆνα Σεπτέμβριον. Τὰ ἐπὶ χεῖρας λαμβανόμενα χρήματα, εἰς τὰ ὁποῖα ἀφορᾷ ἡ παρατήρησις τοῦ κ. προέδρου τῆς κυβερνήσεως, εἰπόντος, ὅτι ἔχομεν ἄμεσον ἀνάγκην χρημάτων, εἶναι 25,000,000· ἐκ τούτων δ’ ἡ σύμβασις παρέχει μόνον τὰ 19, διότι τὰ 6,000,000 τὰ ἐξησφαλίσαμεν, ψηφίσαντες τὴν σύμβασιν μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ψηφίσαντες τὴν σύμβασιν ἐκείνην, εἴχομεν ὑπ’ ὄψιν τὴν βεβαίωσιν τοῦ κ. προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἀνελάμβανεν ὑποχρέωσιν, ὅπως δανείσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ποσὸν 6,000,000· τὸ ποσὸν δὲ τοῦτο ἠξεύρομεν, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἐδέχθη νὰ περιλάβῃ ἐντὸς τοῦ ποσοῦ τῶν 25,000,000, τὸν παρὰ τῶν συνομολογούντων τὴν προκαταβολὴν παρεχομένων· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐθεώρησε τοὺς ὅρους τοῦ δανείου τοκογλυφικούς, δήλωσε συνάμα, ὅτι δὲν δύναται νὰ δεχθῇ ὑπὲρ ἑαυτῆς τινὰς τῶν ὅρων τούτων, καὶ ἰδίως τὸ νὰ θεωρῆται ἡ παροχὴ τῶν χρημάτων ὡς προκαταβολή, δηλώσασα, ὅτι θεωρεῖ αὐτὴν ὡς δάνειον, παραιτουμένη τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπιλογῆς.
§80ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἰς ποῖον τὸ εἶπε;
§81ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ ἐδήλωσεν εἰς τὴν κυβέρνησιν.
§82ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἂν λαμβάνῃ μέρος, θὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν avance.
§83ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Λαμβάνει μέρος εἰς τὴν avance, ἵνα μὴ φέρῃ δυσχερείας εἰς τὴν ὑπογραφὴν τῆς συμβάσεως· ἀλλὰ δηλοῖ, ὅτι δὲν θέλει τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιλογῆς ὡς πρὸς τὸ δάνειον, καὶ ἀπὸ τοῦδε ὑποχρεοῦται εἰς δάνειον. Καὶ ἄνευ τῆς συμβάσεως ταύτης, ἡ Τράπεζα ἐθεώρει ἑαυτὴν ὑπόχρεων, ἵνα παράσχῃ τὸ ποσὸν τῶν 6,000,000 δραχμῶν, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νομοσχεδίου περὶ δανείου, ὅπερ ἐψηφίσαμεν ἤδη εἰς ά ἀνάγνωσιν. Δέκα καὶ ἐννέα ἄρα ἑκατομμύρια παρέχει ἡ ὁμὰς ἡ συναλλαττομένη διὰ τῆς παρούσης συμβάσεως εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἀπέναντι δὲ τούτου τί λαμβάνει; Λαμβάνει εἰς ἐνέχυρον ὁμολογίας τοῦ δανείου τῶν 120,000,000 διὰ ποσὸν ὀνοματικὸν 70,000,000. Ταῦτα τὰ 70,000,000 δύνανται, ἂν τὰ πράγματα ἀποβῶσι κατ’ εὐχὴν καὶ ὡς ἐκ τούτου ἐπέλθῃ βελτίωσις τῶν τῆς πίστεως τοῦ Κράτους καὶ ἡ τιμὴ τῶν χρεωγράφων ὑψωθῇ, δύνανται ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἂν τὰ χρεώγραφα ταῦτα κυκλοφορῶσιν εἰς τιμὰς ὑψηλάς, ἀνωτέρας τῶν 68%, ἐὰν κυκλοφορῶσιν εἰς τιμὴν 78 ἢ 80%, ὅπερ δὲν εἶναι ἐντελῶς ἀδύνατον ἐν λύσει αἰσίᾳ τοῦ ζητήματος, καὶ ἂν μὴ ἐκτεθῶμεν εἰς μεγάλας δαπάνας, ἵν’ ἀποκτήσωμεν τὴν τοιαύτην λύσιν, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, λέγω, ἐὰν ἡ τιμὴ τοῦ δανείου φθάσῃ εἰς 78 ἢ 80%, δύνανται οἱ συνάψαντες τὴν σύμβασιν νὰ λάβωσι ταῦτα τὰ 70,000,000, ἀντὶ 68%. Ἐὰν ὅμως τὰ πράγματα δὲν βαίνωσι καλῶς, ἐὰν, ὅπως σήμερον, δὲν δυνάμεθα νὰ πραγματοποιήσωμεν δάνειον εἰς τιμὴν 68%, ἐὰν τὰ πράγματα ὦσιν εἰς χείρονα κατάστασιν καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ πραγματοποιήσωμεν τὰς ὁμολογίας εἰμὴ εἰς τιμὴν 58 ἢ 48%, ἔχουσι τὸ δικαίωμα οἱ συναλλαττόμενοι, τὰς ὁμολογίας τοῦ δανείου, αἵτινες κεῖνται ὡς ἐνέχυρον εἰς χεῖρας αὐτῶν, νὰ ἐκποιήσωσιν ἐπὶ τῇ τρεχούσῃ τιμῇ, καὶ πληρωθῶσι τὰ εἰς αὐτοὺς ἐκ τῆς προκαταβολῆς ὀφειλόμενα. Ἐὰν τὰ πράγματα βαίνωσι καλῶς, ἐὰν ἡ κατάστασις τῆς πίστεως τοῦ Κράτους ἦναι χείρων, τότε ἢ τώρα, νομίζετε, ὅτι δὲν δύναται ἡ συναλλατομένη ὁμὰς νὰ συντελέσῃ, ὅπως αἱ τιμαὶ ὦσιν ἔτι ἐλάσσονες ἢ ὅσον ἡ κατάστασις ἐκείνη ἤθελεν ὑπαγορεύει; Ἡ συναλλαττομένη ὁμὰς ἔχει εἰς χεῖράς της ποσὸν 70,000,000 ὀνοματικῶν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 120,000,000, καὶ δι’ αὐτοῦ δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ τὰς τιμὰς ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε καὶ αἰσία ἂν ἦναι ἡ λύσις τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος, νὰ ἐπέλθῃ ἐκπεσμὸς αὐτῶν. Ἔχουσα δὲ συμφέρον, ἵνα μὴ πραγματοποιηθῇ τὸ δάνειον εἰς τὰ 68, θὰ εὕρῃ τρόπον, ὅπως τὸ πραγματοποιήσῃ ἀντὶ τιμῆς εὐτελεστάτης καὶ τοῦ ἐλάχιστον, ὅπερ πρέπει νὰ φοβώμεθα, εἶναι, ὅτι θ’ ἀποῤῥοφήσῃ τὸ ποσὸν τῶν 70,000,000 Τοῦτο μαρτυρεῖ ἡ ἱστορία τῶν κρατῶν τῆς Ἀνατολῆς. Ἠξεύρετε, ὅτι ἐν αὐτοῖς ὑπὸ τύπον προκαταβολῆς ἀπεῤῥοφήθησαν δάνεια τριπλάσια καὶ τετραπλάσια τῆς ἀρχικῆς παροχῆς, τῆς ἐπὶ προκαταβολῇ γενομένης. Τοσοῦτον εἶναι τοῦτο ἀληθὲς, ὥστε δάνειον πρὸς κυβέρνησιν ὑπὸ τύπον προκαταβολῆς θεωρεῖται δάνειον προδίδον κράτος χρεωκοπημένον, καὶ εἰς τοῦτο ἀφώρα πρὸ ὀλίγου ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Καλαβρύτων, τὴν ὁποίαν ἀγνοῶ διατί ἠθέλησε νὰ παρεξηγήσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως. Οὐδὲν κράτος ἔχον πίστιν, ὑμεῖς δὲ, κατὰ τὴν βεβαίωσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς κυβερνήσεως, εἴμεθα κράτος ἔχον πίστιν, ποιεῖται δάνειον ὑπὸ τύπον προκαταβολῆς, ἐπὶ ἐνεχύρῳ αὐτοῦ τοῦ δανείου. Τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον παραδίδει ἡ κυβέρνησις εἰς ἐνέχυρον, εἶναι προτιμότερον νὰ ἐκποιήσωμεν ἐπὶ ὅροις κατωτέροις τῆς τρεχούσης τιμῆς, παρὰ νὰ δεχθῶμεν τοιοῦτον τύπον δανείου, διότι, ἀφοῦ δεχθῶμεν αὐτὸν, θὰ ἦναι δυσκολώτατον εἰς τὸ ἑξῆς νὰ πραγματοποιήσωμεν ἄλλο δάνειον· ἄλλως τε αἱ ὁμολογίαι τοῦ δανείου, κείμεναι ὡς ἐνέχυρον εἰς χεῖρας ἐκείνων, οἵτινες ἔχουσι συμφέρον νὰ τὰς ὑποτιμήσωσι, κινδυνεύουσι νὰ πωληθῶσιν εἰς τιμὰς μηδαμινάς. Βεβαίως ἡ προκαταβολὴ αὕτη γίνεται ὑπὸ ὅρους, τοὺς ὁποίους καὶ ὁ αὐστηρότερος ἐπικριτὴς δὲν δύναται, εἰς τὸ φαινόμενον ἀποβλέπων, νὰ θεωρήσῃ βαρεῖς. Σήμερον δανειζόμεθα παρὰ τῆς συναλλαττομένης ὁμάδος πρὸς 7 τοῖς ἑκατὸν, καὶ τῳόντι εἶναι παράδοξον πῶς τοῦτο κατορθοῦται· ἀλλ’ αὐτὸ τοῦτο ὀφείλει ἀμέσως νὰ ἐμβάλῃ τὴν Βουλὴν εἰς ὑπόνοιαν περὶ τῶν καλυπτομένων ὄπισθεν τοῦ ποσοῦ τοῦ τόκου, διότι δάνειον παρὰ τῆς Ἑλλάδος σήμερον εἰς τιμήν, ἥτις οὐδόλως ἀντιστοιχεῖ πρὸς τὴν τρέχουσαν ἐν τῇ ἀγορᾷ τῶν ἄλλων αὐτῆς χρεωγράφων, βεβαίως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῇ. Ἀλλ’ ὄπισθεν τῶν 7 τοῖς ἑκατὸν, ἔχομεν τὸν μηχανισμὸν, τὸν ὁποῖον ἐξέθηκα, διὰ τοῦ ὁποίου, ἀντὶ τοῦ κεφαλαίου, θέλει ἀποῤῥοφηθῆ τὸ διπλάσιον, τὸ τριπλάσιον, ἐπὶ τῇ ἐξοφλήσει. Ἔχομεν ὅμως καὶ ἄλλας διατάξεις, αἵτινες αὐταὶ καὶ μόναι θὰ ἤρκουν, ἵνα παραστήσωσι τὴν προκαταβολὴν ταύτην ὡς τοκογλυφικήν. Ὅτε ἡ κυβέρνησις ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν τὰς συμβάσεις μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, παρετήρησε βεβαίως ἡ Βουλὴ, ὅτι ἐν τῇ πρώτῃ συμβάσει, τῇ ὑπὸ τῆς προκατόχου κυβερνήσεως συναφθείσῃ, περιείχετο διάταξις, ἥτις διὰ τῆς δευτέρας συμβάσεως κατηργήθη, ἀφορῶσα εἰς τὴν ἐπέκτασιν τοῦ προνομίου τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ εἰς τὰς ἐπαρχίας Θεσσαλίας καὶ Ἠπείρου. Τότε ἐπιστεύθη παρά τινων, ὅτι ἀφῃρέθη ἡ διάταξις αὕτη, διότι δὲν ἥρμοζεν εἰς κράτος νὰ συναλλάττηται περὶ χωρῶν, αἵτινες δὲν ἀνήκουσιν εἰς αὐτό· ἀλλὰ σήμερον μανθάνομεν, ὅτι δὲν ἦτο οὗτος ὁ λόγος. Ἡ διάταξις ἐκείνη ἐξηλείφθη, ἵνα πωληθῇ εἰς ἄλλους τὸ προνόμιον, καὶ πωληθῇ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται, τῇ ὁμολογίᾳ πάντων, νὰ ποιήσωσιν ἐπίσης ἀγαθὴν χρῆσιν καὶ ἐπίσης ὠφέλιμον καὶ δι’ ἑαυτοὺς τοῦ προνομίου, καὶ ἵνα χρησιμεύσῃ εἰς πραγματοποίησιν τῆς συμβάσεως ταύτης. Ἤκουσα δὲ τό γε, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἐπὶ ταῖς παραστάσεσι τῆς κυβερνήσεως, ὅτι τῇ ἦτο ἀναγκαία ἡ ἐξαίρεσις τῆς διατάξεως ταύτης, ἔσπευσε ν’ ἀποδεχθῇ αὐτὴν, ἵνα μὴ φέρῃ προσκόμματα εἰς τὴν ἐνέργειαν τῶν κ.κ. ὑπουργῶν. Εἰς τοὺς ἀποταθέντας τότε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ζητήσωσι τὸ προνόμιον, ὅπερ ἐξῃρέθη ἀπὸ τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἡ Κυβέρνησις ἀπήντησε τὸ πρῶτον, ὅτι ἀποκλειστικὸν προνόμιον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ παραχωρηθῇ ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίαις, διότι τοῦτο, κατὰ τὴν γνώμην της, θὰ ἦτο ἐπιζήμιον εἰς αὐτάς· ἠδύνατο ὅμως νὰ δοθῇ ἁπλῶς δικαίωμα κυκλοφορίας ἐν αὐταῖς τραπεζικῶν γραμματίων. Κατόπιν ὅμως, πιεσθεῖσα ἡ Κυβέρνησις παρὰ τῶν ἀναδεχομένων τὴν χορήγησιν τῆς προκαταβολῆς, ἐδέχθη, ὅπως, ἀντὶ δικαιώματος, παράσχῃ καὶ τὸ προνόμιον· παρέσχε δὲ τὸ προνόμιον τοῦτο, οὐχὶ ἐπὶ τοῖς ὅροις, ἐφ’ οἷς παρεχωρεῖτο εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἀλλὰ καταργοῦσα πάσας τὰς ὠφελείας, τὰς ὁποίας ἀπέναντι τοῦ προνομίου τούτου ἀνελάμβανεν ἡ Τράπεζα νὰ παράσχῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τῆς πρώτης συμβάσεως. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα τότε ἀνελάμβανε τὴν ὑποχρέωσιν ἐκ τῆς ὠφελείας, τῆς προερχομένης ἐκ τῆς κυκλοφορίας τῶν τραπεζικῶν αὐτῆς γραμματίων ἐν ὅλῳ τῷ κράτει, νὰ παρέχῃ εἰς τὸ δημόσιον 10%. Ταύτην τὴν ὠφέλειαν ὑπελόγιζεν οὐχὶ ἐπὶ μόνης τῆς κυκλοφορίας, τῆς ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίαις, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῆς ἤδη ὑφισταμένης ἐν τῷ παλαιῷ βασιλείῳ· ταύτην δὲ τὴν ὑποχρέωσιν κατήργησεν ἤδη ἡ Κυβέρνησις ἐν τῇ συμβάσει ταύτῃ, καὶ παρέχει εἰς τοὺς χορηγοῦντας προκαταβολὴν 19,000,000 τὸ προνόμιον τῆς κυκλοφορίας τραπεζικῶν γραμματίων ἐν Ἠπείρῳ καὶ Θεσσαλίᾳ ἄνευ οὐδενὸς ἀνταλλάγματος.
§84ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ........
§85ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως παρατηρεῖ, ὅτι ἡ ὠφέλεια θὰ ἦτο μηδαμινή. Ἀλλὰ οἱ ἰσολογισμοὶ τῆς Τραπέζης δημοσιεύονται, ἡ Τράπεζα εἶναι ἀνώνυμος ἑταιρία, γνωρίζομεν τὰ κατ’ αὐτήν· γνωρίζομεν, ὅτι οὐδέποτε ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ μεταλλικοῦ καὶ τοῦ κυκλοφοροῦντος εἰς λογαριασμὸν αὐτῆς ποσοῦ τραπεζικῶν γραμματίων, εἶναι κατωτέρα τῶν 15 ἑκατομμυρίων, εἶναι πολλάκις 20 καὶ 25 ἑκατομμυρίων· ἐὰν λοιπὸν λάβωμεν ὡς μέσον ὅρον 20 ἑκατομμύρια, τὸ 10% ἤθελεν ἀποφέρει 2 ἑκατομμύρια, ὥστε κατὰ τὴν ἀρχικὴν σύμβασιν ἤθελον καταλογισθῆ ὑπὲρ τοῦ δημοσίου 140 χιλιάδες δραχμῶν ἐτησίως. Τούτων τῶν 140 χιλιάδων δραχμῶν, εἰς ἃς προσθετέον τὸ ἐκ τῆς κυκλοφορίας τῶν γραμματίων ἐν Ἠπείρῳ καὶ Θεσσαλίᾳ ὄφελος, στερούμεθα διὰ τῆς συμβάσεως. Ἐὰν ἄρα ὑπολογίσωμεν ἐπὶ 25 ἔτη 140 χιλιάδας δραχμὰς κατ’ ἔτος.........
§86ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὄχι 25. Μέχρι τοῦ 1892 εἶναι 10%, μετὰ ταῦτα εἶναι 25.
§87ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι 25, ἀλλὰ μόνον διὰ τὰς ἐπαρχίας Ἠπείρου καὶ Θεσσαλίας. Κατὰ τὸν ὑπολογισμὸν τοῦτον εὑρίσκω, ὅτι ὑπὲρ τὰ 4 ἑκατομμύρια δωροῦμεν πρὸς τοὺς συνομολογήσαντας τὴν σύμβασιν ταύτην, χάριν προκαταβολῆς ἐπὶ 18 μῆνας, ἢ ἐπὶ 22 μῆνας, 19 ἑκατομμυρίων.
§88ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Μετὰ τὸ 1892, κατὰ τὴν σύμβασιν, δὲν θὰ πληρώνουν καὶ οἱ ἀποκτήσαντες τὸ προνόμιον;
§89ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οἱ συναλλαχθέντες ἐφρόντισαν νὰ μὴ ἀφήσωσιν ἀμφιβολίαν καὶ περὶ τούτου· διὰ τοῦτο βλέπετε ἐπαναλαμβανομένην τὴν φράσιν «μέχρι τοῦδε.» Ἵνα μὴ εὑρεθῇ ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὸ 1892, εἰς τὴν ὁποίαν ἴσως θὰ ἐμπεριλαμβάνηται καὶ ὁ κ. Καράπαυλος, εἰς θέσιν νὰ φρονῇ, ὅτι ἄλλην ἔχει ἔννοιαν ἡ διάταξις, ἐφρόντισαν οἱ ἀναδεχθέντες τὴν προκαταβολὴν, ὅπως ἐπαναλάβωσι τὴν λέξιν «μέχρι τοῦδε», καὶ δειχθῇ οὕτω, ὅτι αἱ κατόπιν γενησόμεναι μεταβολαὶ δὲν ἀφορῶσιν εἰς αὐτούς.
§90ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι παρακεχωρημένη.
§91ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶμαι εἰς θέσιν νὰ σᾶς βεβαιώσω, ὅτι οἱ συναλλαχθέντες πρὸς ὑμᾶς οὕτω τὸ ἐννοοῦσιν.
§92ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡμεῖς τὸ ἐννοοῦμεν ἄλλως.
§93ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ διασαφηθῇ αὐτό.
§94ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἂν ἐπιτύχῃ ἡ Κυβέρνησις τοιαύτην διασάφησιν, θὰ ἔχωμεν κέρδος, ὅτι μόνον μέχρι τοῦ 1892 θὰ ὑφιστάμεθα τὴν ζημίαν ταύτην, καὶ ἐπὶ τῷ κέρδει τούτῳ πᾶσαν τιμὴν καὶ πᾶσαν τὴν εὐγνωμοσύνην θὰ ὀφείλῃ τὸ δημόσιον εἰς τὸν κ. Καράπαυλον.
§95ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἐγὼ εὐχαριστῶ· ἀλλὰ δὲν πιστεύω νὰ ἦναι ἔτσι.
§96ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὕτη ἡ ζημία τῶν 4 ἑκατομμυρίων, ἥτις ἐπέρχεται ἐκ τῆς παραχωρήσεως εἰς τὴν συναλλαχθεῖσαν ὁμάδα τοῦ προνομίου τῆς κυκλοφορίας τῶν τραπεζικῶν γραμματίων ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ Ἠπείρῳ, ἄνευ ἀνταλλάγματος· ἡ ζημία εἶναι μεγάλη καὶ ἄλλως, διότι διαιρεῖ τὸ Κράτος ἀπὸ τοῦδε τραπεζιτικῶς, θέτει γραμμὴν τραπεζιτικὴν μεταξὺ τοῦ Κράτους καὶ τῶν ἐπαρχιῶν τῶν ἑνωθησομένων μετ’ αὐτοῦ, καὶ ζημιοῖ ἀμέσως καὶ αὐτὸ τὸ δημόσιον. Διότι, ἂν κατὰ τὰ ἀρχικῶς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως συνομολογηθέντα πρὸς τὴν Τράπεζαν, ἐλάμβανεν ἐκείνη τὸ δικαίωμα τοῦτο, εὐθὺς ἐπὶ τῇ ἐνάρξει τῆς ἐνεργείας κατὰ τὰς ἐπαρχίας ἐκείνας ἤθελον κυκλοφορήσει ἐκεῖ τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια, καὶ διὰ τῆς κυκλοφορίας ταύτης ἤθελεν αὐξήσει ἡ παροχὴ κεφαλαίων τῆς Τραπέζης πρὸς τὸ Κράτος, διότι πᾶν τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἐκεῖ κυκλοφορήσει, διαρκούσης τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, θὰ παρείχετο εἰς τὸ Κράτος ἐπὶ τοῖς ὅροις, ἐφ’ οἷς παρέχει ἡ Τράπεζα τὰ γραμμάτια αὐτῆς, ἤτοι πρὸς 1%. Εἰς ἄλλα Κράτη, ἵνα ἐπιτευχθῇ τὸ ἑνιαῖον τῶν Τραπεζῶν, ὅπου ὑπῆρχον πλείονες Τράπεζαι, τὸ δημόσιον ὑπέστη θυσίας, διότι ἀπεξεδέχετο, ὅτι διὰ τῆς συγκεντρώσεως εἰς ἓν τῶν διαχειριζομένων τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια θὰ ἐπήρχετο αὔξησις τοῦ πλούτου τοῦ Κράτους· ἡμεῖς δ’ ὡς πρὸς τοῦτο δεσμεύομεν ἑαυτοὺς, ἀναλαμβάνοντες, χάριν τῆς προκαταβολῆς 19 ἑκατομμυρίων, τὴν ὑποχρέωσιν, ὅπως συστήσωμεν δευτέραν τράπεζαν μετὰ προνομίου, τὸ ὁποῖον αὐτοὶ ἡμεῖς ὡς Κράτος θὰ εὑρεθῶμεν κατόπιν ἠναγκασμένοι νὰ ἐξαγοράσωμεν, ἢ, ὅπερ τὸ πιθανώτερον, ἴσως δὲ καὶ τὸ βέβαιον, θέλει ἐξαγοράσει ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, πληρώνουσα εἰς τὴν συναλλαττομένην ὁμάδα ὅσα ἄλλως θὰ ἐπλήρωνεν εἰς τὸ δημόσιον. Δὲν ἐννοῶ δέ, διατί ἡ συναλλαττομένη ὁμὰς ἀπὸ τοῦδε —ἤκουσα δὲ τοῦτο— νὰ διαπραγματεύηται πρὸς τὴν Τράπεζαν περὶ πωλήσεως τοῦ προνομίου, καὶ νὰ μὴ τὸ διαπραγματεύηται ἡ Κυβέρνησις. Ἐὰν τὸ προνόμιον ἔχῃ ἀξίαν διὰ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, διατί τὸ ἀντίτιμον αὐτοῦ νὰ λάβῃ ἡ ὁμάς; ἐκτὸς ἂν οἱ θεωροῦντες τὴν ἀνάγκην προκαταβολῆς 19 ἑκατομμυρίων ὡς ἐπιβαλλομένην ἀναγνωρίζωσιν, ὅτι, ἄνευ ζημίας τοῦ δημοσίου, κατὰ τοῦτο δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῇ ἡ πρωτίστη αὕτη ἀνάγκη. Ἀπέναντι λοιπὸν προκαταβολῆς 19 ἑκατομμυρίων δραχμῶν τοῖς δίδομεν ἐνέχυρον πολλῶν ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ διατεθῶσιν οὕτως ἐπὶ τῇ ἐξοφλήσει προκαταβολῆς, ὥστε νὰ λάβωσιν οἱ συμβαλλόμενοι πολλαπλοῦν τοῦ προκαταβληθέντος ποσοῦ· τοῖς δίδομεν προσέτι προνόμιον ἐκδόσεως καὶ κυκλοφορίας τραπεζικῶν γραμματίων ἐν Ἠπείρῳ καὶ Θεσσαλίᾳ. Ἀλλὰ ταῦτα δὲν ἤρκεσαν διὰ προκαταβολὴν 19,000,000 ἐπὶ 18 μῆνας· ἐχρειάζοντο καὶ ἄλλα. Ἡ ὁμὰς ἀπῄτησε καὶ ἀπέκτησε διὰ τῆς συμβάσεως, ὅπως τῇ παραχωρηθῇ τὸ μονοπώλιον τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ. Ἀπῄτησε νὰ λυθῇ ζήτημα σήμερον, χάριν τῆς προκαταβολῆς τῶν 19,000,000, ὅπερ ἠναγκάσθημεν ν’ ἀναβάλωμεν μέχρι τοῦδε ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος, διότι ἀπαντῶμεν δυσχερείας ἀνυπερβλήτους, τὸ ζήτημα τῆς φορολογίας ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ, καὶ νὰ λυθῇ ὑπὲρ αὐτῆς, καὶ ὑπὲρ αὐτῆς καὶ μόνης. Πολλάκις ἡ Βουλὴ ἐπελήφθη τοῦ ζητήματος τούτου τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ, διότι ἦτο φυσικὸν ἐνώπιον τῶν μεγάλων χρηματικῶν ἀναγκῶν, αἵτινες πιέζουσι τὸ Κράτος, νὰ θεωρήσῃ ἡ Βουλή, ὅτι ἦτο δυνατὸν ἡ Ἑλλὰς ν’ ἀπολαύσῃ σπουδαίας προσόδου ἐκ φορολογίας, ἥτις εἰς τὰ πλεῖστα Κράτη τῆς Εὐρώπης ἀποφέρει μεγάλα ποσά. Αἱ συζητήσεις αἱ ἐπανειλημμέναι ἀπέδειξαν, ὅτι παρ’ ἡμῖν τὸ πρᾶγμα δὲν ἦτο εὐχερὲς, ὅπως ἀλλαχοῦ, καὶ ἰδίως παρὰ ταῖς ἐπικρατείαις, αἵτινες δὲν παράγουσι καπνὸν μεγάλης ἀξίας. Ἂν θελήσωμεν ἐν Ἑλλάδι νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸ ἐπικρατοῦν ἐν Γαλλίᾳ καὶ Ἀγγλίᾳ σύστημα, ἡ πρὸς ἐξαγωγὴν παραγωγὴ θέλει παύσει, καὶ τὸ Κράτος θέλει στερηθῆ ἑνὸς τῶν σπουδαίων αὐτοῦ πόρων. Ἐν Ἀγγλίᾳ ἀπαγορεύεται ἡ καλλιέργεια τοῦ καπνοῦ ἐν τῇ χώρᾳ, ὅπως πᾶσα ἡ ἐξ αὐτοῦ πρόσοδος τοῦ δημοσίου εἰσπράττηται ἐν τοῖς τελωνείοις κατὰ τὴν εἰσαγωγήν. Ἐν Γαλλίᾳ ἐπιτρέπεται μὲν ἡ καλλιέργεια τοῦ καπνοῦ ἐν τῇ χώρᾳ, ἀλλ’ ὑποβάλλεται εἰς τοιούτους περιοριστικοὺς ὅρους, ὥστε οὐδεὶς ἀναδέχεται νὰ καλλιεργήσῃ καπνόν, εἰμὴ κατ’ ἐντολὴν τῆς διαχειρίσεως τοῦ μονοπωλίου καὶ ἐπὶ τῇ βεβαιότητι, ὅτι θέλει πωλήσει τὸ προϊὸν ἅπαν εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ μονοπωλίου. Ἐνταῦθα ἐπενοήθησαν διάφορα συστήματα· ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, νομίζω, ἐπενόησε δύω ἢ τρία. Ἕτεροι ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπενόησαν ἀνὰ ἓν ἕκαστος, ἀλλ’ αὐτοὶ οἱ ἐπινοήσαντες ἐγκατέλιπον ἀλληλοδιαδόχως ἕκαστος τὰς ἰδίας αὑτοῦ προτάσεις, καὶ νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν σήμερον ἄλλο σχέδιον θέλει ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλήν, ἢ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρότερον ὑπέβαλε. Ταῦτα πάντα ἀποδεικνύουσιν, ὅτι μεγάλη ὑπάρχει ἀμφιβολία περὶ τῆς ἐπιτυχίας τοῦ νέου φορολογικοῦ συστήματος· λέγω φορολογικοῦ συστήματος, διότι φορολογία καπνοῦ ὑπάρχει καὶ ἤδη, ἀλλ’ ὑπάρχει φόρος ἔγγειος, ἐνῷ πρόκειται νὰ ἐπιβάλωμεν φόρον καταναλώσεως, ὡς πρὸς τοῦτο δὲ ὑπάρχουσιν αἱ ἀμφιβολίαι· ὑπάρχουσι δὲ ἀμφιβολίαι τοιαῦται, ὥστε παρά τισι θεωρεῖται τὸ ζήτημα ὡς λελυμένον κατὰ τοῦ δυνατοῦ τῆς εἰσαγωγῆς τῆς φορολογίας ταύτης ἐν Ἑλλάδι. Παρ’ ἄλλοις, καὶ παρ’ αὐτοῖς ἔτι τοῖς προμάχοις τοῦ συστήματος τούτου, ὑπάρχουσι πάντοτε ἐνδοιασμοί, οὓς ἀπέδειξαν κατὰ τὰς προηγουμένας συζητήσεις. Ἐνῷ λοιπὸν πρόκειται περὶ τοιαύτης φορολογίας, δὲν περιορίζεται τοὐλάχιστον ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ νὰ ὑποβάλῃ τὰς ἰδέας αὑτῆς ἐν νομοσχεδίῳ καὶ νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ ὡς νομοσχεδίου ἁπλοῦ, τοῦ ὁποίου νὰ ᾖ δυνατὴ κατόπιν ἡ κατάργησις, ἂν τὰ πράγματα δὲν ἀνταποκριθῶσι πρὸς τὰς προσδοκίας της, ἀλλὰ δεσμεύεται ἐκ τῶν προτέρων πρὸς τρίτους, ὅπως τὸν φόρον τοῦτον, τὸν ὁποῖον τινὲς ἐξ ἡμῶν θεωροῦσι τοσοῦτον ἐπαχθῆ, ὥστε τὸν ἐχαρακτήρισαν ὡς ἀφόρητον καὶ καταδικαστέον, οὐ μόνον νὰ ψηφίσῃ, ἀλλὰ καὶ νὰ διατηρήσῃ ἐν ἰσχύϊ ἐφ’ ὅσον διαρκοῦσιν ἐν ἰσχύϊ αἱ διατάξεις τῆς συμβάσεως ταύτης, τουτέστιν ἐπὶ τεσσαράκοντα ἔτη. Ἑπομένως, λέγω περὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ, ὅτι ἂν ἀποβλέποντες εἰς τὴν κατάστασιν τοῦ ταμείου, τὴν λίαν δυσχερῆ σήμερον, θελήσητε νὰ ζητήσητε ἐξ αὐτοῦ πρόσοδόν τινα, δι’ ἧς ν’ ἀνακουφίσητε τὸ δημόσιον ἐν ταῖς ἐκτάκτοις αὐτοῦ ἀνάγκαις, λέγω, ὅτι τοῦτο ἔπρεπε πάντως νὰ πράξητε ἄνευ ὑποχρεώσεων πρὸς τρίτους, ἔπρεπε νὰ τὸ πράξητε διὰ νόμου, τὸν ὁποῖον, ἂν τὰ πράγματα κατόπιν δὲν ἀνταπεκρίνοντο πρὸς τὰς ἐπαγγελίας αὐτοῦ, νὰ δυνάμεθα νὰ καταργήσωμεν ἢ νὰ τροποποιήσωμεν. Ἀλλ’ ἀνέλαβεν ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς συμβάσεως ὑποχρέωσιν πρὸς τοὺς συναλλαχθέντας, καὶ θέλει ἀναλάβει καὶ τὸ Κράτος τοιαύτην ὑποχρέωσιν, ἂν ἡ Βουλὴ ἐπιψηφίσῃ τὸ περὶ τῆς συμβάσεως νομοσχέδιον. Δὲν ἀρκεῖ ὅμως τοῦτο, δὲν ἀρκεῖ, ὅτι ἀναγκάζονται ἐκεῖνοι, οἵτινες θεωροῦσι τὸν φόρον κακὸν καὶ οἵτινες ἤθελον καταψηφίσει αὐτοῦ, ἐὰν ἤρχετο μόνος, ὅτι ἀναγκάζονται νὰ ὑπερψηφίσωσιν, ἐὰν θέλωσι νὰ μὴ καταψηφίσωσι τῆς συμβάσεως· δὲν ἀρκεῖ τοῦτο, ἀλλ’ οὕτω διεῤῥυθμίσθησαν ἐν τῇ συμβάσει τὰ τῆς παραχωρήσεως τῆς διαχειρίσεως τοῦ μονοπωλίου, ὥστε ἡ συναλλαττομένη ὁμὰς θέλει λάβει τὴν ἀποκλειστικὴν διαχείρισιν ἐπὶ οἱᾳδήποτε θέλει αὕτη τιμῇ. Διὰ τῆς συμβάσεως ἡ Κυβέρνησις ὑποχρεοῦται νὰ παραχωρήσῃ τὴν διαχείρισιν τοῦ μονοπωλίου εἰς ἑταιρίαν, καὶ κατὰ τοῦτο ἡ σύμβασις δὲν συμφωνεῖ πρὸς ὅσα ἠλπίσαμεν ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, εἰσαγαγόντος τὰ περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Ἡμεῖς τότε ἠλπίσαμεν, ὅτι θὰ ἦτο δυνατόν, ἂν ἐψηφίζετο ὁ φόρος οὗτος, ὃν ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν ἀσπάζομαι, θὰ ἦτο δυνατὸν ὅμως ἡ διαχείρισις αὐτοῦ νὰ μὴ δοθῇ εἰς ἑταιρίαν, ἀλλὰ ν’ ἀνατεθῇ τὸ πρῶτον τοὐλάχιστον εἰς αὐτὴν τὴν κυβέρνησιν, ὥστε τὸ ἐπαχθὲς τοῦ φόρου νὰ μὴ αὐξήσῃ διὰ τῆς πιέσεως, ἥτις θέλει εἶσθαι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς χορηγήσεως τῆς διαχειρίσεως εἰς τρίτους, ἐνασκοῦντας αὐτὴν ἐπὶ κερδοσκοπίᾳ. Εἴχομεν ἐλπίσει τοῦτο, ἀλλ’ ἡ σύμβασις διέψευσε τὴν ἐλπίδα, διότι διὰ τῆς συμβάσεως ὑποχρεοῦται τὸ κράτος νὰ παραχωρήσῃ τὴν διαχείρισιν τοῦ μονοπωλίου εἰς ἑταιρίαν. Ἀλλὰ γενομένης τῆς παραχωρήσεως εἰς ἑταιρίαν, δὲν εἶνε ἐλεύθερος οὐδ’ ὁ συναγωνισμός, ὥστε ν’ ἀποκτήσῃ τὸ κράτος πᾶν τὸ ἐκ τῆς τοιαύτης παραχωρήσεως προσδοκώμενον. Εἰς τὸν συναγωνισμὸν παρουσιάζεται ἡ ἑταιρία ὡς προνομιοῦχος. Ἐπὶ ἴσοις ὅροις θέλει αὕτη προτιμηθῆ· τοῦτο δὲ ἠξεύρομεν πάντες καὶ ἀπεδέχθημεν, ὅτι εἶνε ταυτόσημον πρὸς τὴν ἔλλειψιν τοῦ συναγωνισμοῦ. Τοιαύτη διάταξις ὑπῆρχε καὶ ἐν τινι ἄρθρῳ τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας, ἀλλ’ ἡ κυβέρνησις, εὐθὺς ὡς ἐγένετο ἐντεῦθεν ἡ παρατήρησις, ἔσπευσε νὰ διαγράψῃ τὴν διάταξιν, παραστήσασα, ὅτι παρεισέφρησεν ἐκ παραδρομῆς, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν ποτὲ σπουδαίως τοιαύτη διάταξις νὰ περιληφθῇ ἐν συμβάσει· εἴδομεν δ’ αὐτὴν ἐκλιποῦσαν, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως οὐδεμιᾶς. Ἤδη ὅμως ἡ ἑταιρία αὕτη ἔχει δικαίωμα προτιμήσεως ἐν τῷ συναγωνισμῷ ἐπὶ ἴσοις ὅροις, τουτέστιν ἔχει δικαίωμα ἀποκλεισμοῦ παντὸς συναγωνισθησομένου. Πρόκειται δὲ περὶ φόρου, ὅστις πρῶτον ἤδη θέλει ἐπιβληθῆ, οὗτινος τὴν πρόσοδον δὲν δυνάμεθα νὰ γνωρίζωμεν, ὥστε τοὐλάχιστον ἐκ τοῦ φωτὸς τοῦ παρελθόντος ὁδηγούμενοι νὰ μὴ ἐμπέσωμεν εἰς παγίδα. Ἐὰν ὁ φόρος οὗτος ἐλειτούργει ἐπὶ ἔτη πολλὰ καὶ ἐγιγνώσκομεν, ὅτι ἀπέφερεν ὡρισμένον τι ποσὸν, εἰς δὲ τὸν συναγωνισμὸν ἡ ἑταιρία προέτεινε ποσὸν κατώτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἀπελάμβανε τὸ κράτος μέχρι τοῦδε, θὰ ἠδύνατο ὁ ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ν’ ἀντιτάξῃ εἰς τοὺς τοιαύτας ποιουμένους προσφορὰς, ὅτι, καίτοι ἡ σύμβασις τοῖς ἐξασφαλίζει τὴν ἔλλειψιν τοῦ συναγωνισμοῦ, ὀφείλουσιν ὅμως οὗτοι ἐν εὐσυνειδησίᾳ νὰ ὑποβάλωσι προσφορὰν ἴσην πρὸς τὰ ἀποτελέσματα τοῦ παρελθόντος· ἀλλ’ ἤδη δὲν ἔχομεν οὐδὲ τὸ φῶς τοῦ παρελθόντος· οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν γινώσκει ἂν ὁ φόρος οὗτος θ’ ἀποφέρῃ 500 χιλιάδας ἢ 5 ἑκατομμύρια δραχμῶν. Ἐννοεῖται δὲ, ὅτι ἂν ὑπάρχῃ ἀμφιβολία μεταξὺ τῶν δύω τούτων ποσῶν, δὲν θὰ ὑπάρξῃ βεβαίως ἀμφιβολία ὡς πρὸς τὴν προσφορὰν, καὶ ὅτι αὕτη θὰ ἦνε ἡ τῶν 500,000. Θυσιάζομεν λοιπὸν ποσὰ ἄγνωστα, ἀλλ’ εἶναι βέβαιον, ὅτι ποιούμεθα θυσίαν καὶ θυσίαν μεγίστην. Ἂν ὁ συναγωνισμὸς ἦτο ἐλεύθερος, πάλιν κατὰ τὴν πρώτην διάθεσιν τῆς διαχειρίσεως πρὸς ἑταιρίαν ἡ ζημία τοῦ δημοσίου θὰ ἦτο μεγάλη, διότι ἑταιρία περὶ ἀδήλων προσφέρουσα, φροντίζει πάντοτε νὰ προσφέρῃ ποσὰ, τὰ ὁποῖα νὰ τὴν ἀφίνωσιν ἐξησφαλισμένην, ἤτοι κάτω τῶν πιθανοτήτων. Διὰ τοῦτο οὐδὲ καὶ μετὰ ἐλευθέρου συναγωνισμοῦ ὤφειλεν ἡ κυβέρνησις νὰ παραδεχθῇ τὸ σύστημα τοῦτο, τουτέστι τὸ τῆς διαχειρίσεως δι’ ἐργολαβίας· ὤφειλεν, ἂν ἤθελε νὰ εἰσαγάγῃ τὴν νέαν ταύτην φορολογίαν, νὰ τὴν εἰσαγάγῃ ὑπὸ τὴν διαχείρισιν τοῦ κράτους. Ὤφειλε νὰ τὴν εἰσαγάγῃ ὑπὸ τὴν διαχείρισιν τοῦ κράτους καὶ δι’ ὃν προεῖπον λόγον, τουτέστιν, ὅπως ἡ πίεσις μὴ ᾖ τοιαύτη, ὁποίαν βεβαίως θέλει τὴν καταστήσει ἑταιρία ἀφορῶσα εἰς τὸ κέρδος· ὤφειλεν ὅμως νὰ τὴν εἰσαγάγῃ οὕτω καὶ διὰ τὸν ἄλλον λόγον, ἵνα δυνηθῇ νὰ ἐξακριβώσῃ διὰ τῆς ἰδίας αὑτῆς διαχειρίσεως ποία ἡ πρόσοδος, ὥστε, ἂν κατόπιν ἀπεφάσιζε νὰ παραχωρήσῃ τὴν διαχείρισιν εἰς ἑταιρίαν, νὰ ἔχῃ βάσιν τινὰ εἰς τὰς σκέψεις αὑτῆς, καὶ αἱ ἑταιρίαι νὰ ἔχωσι βάσιν τινὰ εἰς τοὺς ὑπολογισμοὺς αὐτῶν περὶ τῆς προσφορᾶς. Πλὴν τούτων, ἔχουσιν οἱ συμβαλλόμενοι καὶ ἄλλα κέρδη, καὶ πάντα ταῦτα διὰ 19,000,000, προκαταβαλλόμενα ἐπὶ 18 ἢ 22 μῆνας. Τὸ δάνειον τῶν 120,000,000 ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ διαθέσῃ διὰ τῆς συναλλαττομένης ἐν τῇ συμβάσει ταύτῃ ὁμάδος· ὀφείλει νὰ τὸ διαθέσῃ ὁλόκληρον δι’ αὐτῶν, ἂν θελήσῃ νὰ τὸ διαθέσῃ διὰ δημοσίας ἐγγραφῆς, θὰ δώσῃ δ’ εἰς αὐτοὺς δικαίωμα προμηθείας 1%. Καὶ ἠδύνατό τις ἴσως νὰ ὑποθέσῃ, ὅτι ὁ ὅρος οὗτος τῆς προμηθείας 1% δὲν ἀποτελεῖ πρόσθετον βάρος τοῦ δημοσίου, διότι, ἂν δὲν ἐδίδετο εἰς τούτους, θὰ ἐδίδετο εἰς ἄλλους τραπεζίτας, δι’ ὧν ἤθελεν ἐκδοθῆ τὸ δάνειον· ἀλλὰ καὶ τοῦτο δὲν ἔχει οὕτως, ὡς γινώσκομεν ἐκ τῆς πείρας τοῦ παρελθόντος. Τὰ δάνεια, τὰ διὰ δημοσίας ἐγγραφῆς πραγματοποιούμενα, ἀπεδείχθη, ὅτι πραγματοποιοῦνται πάντα δι’ ἑλληνικῶν κεφαλαίων· ἂν δὲ πρόκηται νὰ πραγματοποιηθῇ τὸ δάνειον τοῦτο δι’ ἑλληνικῶν κεφαλαίων, οὐδεμίαν ἀνάγκην ἔχομεν νὰ προσφύγωμεν εἰς τραπεζίτας ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, οἵτινες ἐπιβάλλουσι τὸν ὅρον τοῦ 1%. Δυνάμεθα καὶ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ νὰ ἀνοίξωμεν ἐγγραφάς, ἀλλ’ ἄνευ πληρωμῆς δικαιώματος προμηθείας, διότι γινώσκομεν, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα μέχρι τοῦδε προσήνεγκε τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην εἰς τὸ κράτος, καὶ τὴν προσήνεγκεν ἄνευ πληρωμῆς. Τὰ ἔξοδα τῆς ἐγγραφῆς περιλαμβάνονται ἐν ἑτέρῳ ἄρθρῳ καὶ ἀποτελοῦσι τὸ ποσὸν 300,000 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον καταβάλλεται καὶ τοῦτο πρὸς τὴν συναλλαττομένην ὁμάδα· ἀλλὰ πλὴν τῶν ἐξόδων, δίδομεν καὶ δικαίωμα προμηθείας 1% διὰ τὴν ὑπηρεσίαν, ἣν προσφέρουσιν ἐπὶ τῇ δημοσίᾳ ἐγγραφῇ. Εἴδομεν κατὰ τὸ δάνειον τῶν 60 ἑκατομμυρίων, ὅτι, καί τοι εἴχομεν τῳόντι τραπεζικὸν κατάστημα ἐπιστατοῦν τῆς ἐγγραφῆς, ἐκ τῶν πρωτίστων τῆς Γαλλίας, κατάστημα, ὅπερ εἶχε δηλώσει, ὅτι ἔχει ὀγδοήκοντα χιλιάδας πελάτας καὶ ὅτι δι’ αὐτῶν ἤθελε μεγάλως συντελέσει εἰς τὴν ἐπιτυχίαν τῆς ἐγγραφῆς, εἴδομεν, ὅτι ὀλίγον ὠφελήθημεν ἐκ τῆς ὑπηρεσίας ἐκείνης καὶ ὅτι αἱ ἐγγραφαὶ αἱ σπουδαῖαι ἐγένοντο ἐν τῇ Ἀνατολῇ ὑπὸ ἑλλήνων κεφαλαιούχων, παρ’ οἷς ὀλίγον συνετέλεσε βεβαίως ἡ Προεξοφλητικὴ Τράπεζα τῶν Παρισίων. Ἀναλαμβάνομεν ὅμως καὶ ἤδη τοιαύτην ὑποχρέωσιν μετὰ τὴν ἀποκτηθεῖσαν πεῖραν, ἵνα παράσχωμεν τῇ συναλλαττομένῃ ὁμάδι τὸ πρόσθετον τοῦτο κέρδος, κέρδος εἰς οὐδεμίαν ἀνταποκρινόμενον ὑπηρεσίαν. Ἀλλὰ τοὐλάχιστον ἐνταῦθα ὑπάρχει ὑπηρεσία φαινομένη, καὶ ἄνευ ὅμως φαινομένης κἂν ὑπηρεσίας, ἔχομεν πάλιν νὰ πληρώσωμεν εἰς αὐτοὺς ποσά. Ἂν ἡ Κυβέρνησις θεωρήσῃ χρήσιμον νὰ πραγματοποιήσῃ τὸ δάνειον οὐχὶ διὰ δημοσίας ἐγγραφῆς, ἀλλὰ δι’ ἰδιαιτέρας συναλλαγῆς, δύναται νὰ πράξῃ τοῦτο. Μόνον ἂν τὸ πραγματοποιήσῃ διὰ δημοσίας ἐγγραφῆς, ὀφείλει νὰ ποιήσηται χρῆσιν τῶν ὑπηρεσιῶν τῆς συναλλαττομένης ὁμάδος· ἂν ὅμως δι’ ἰδιαιτέρας συναλλαγῆς τὸ πραγματοποιήσῃ, τοῦτο τῇ ἐπιτρέπεται, ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ὀφείλει νὰ πληρώσῃ ποινικὴν ῥήτραν πρὸς τὴν συναλλαττομένην ὁμάδα 1) 4% ἐπὶ τοῦ διατεθησομένου ποσοῦ. Τώρα εἶναι ἀνάγκη νὰ προβῶμεν εἰς λογιστικὰς πράξεις καὶ νὰ ἴδωμεν πάντα ταῦτα τὰ παραχωρηθέντα τί προσθέτουσι εἰς τὸ 7%; Λέγω κατὰ προσέγγισιν, ὅτι προσθέτουσι καὶ 30 καὶ 40 εἰς τὸ 7%. Νομίζω ὅμως, ὅτι, ἐὰν καὶ τοῦτο ὑπελογίζομεν, πάλιν ἠθέλομεν ἀπατηθῆ. Καὶ τὸ 47% θὰ εὕρωμεν κάτω τοῦ πραγματικοῦ, ὅταν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸν μέγαν κίνδυνον, ὃν διατρέχομεν ἐπὶ τῇ ἐξοφλήσει· ὅτι κατὰ τὴν ἐξόφλησιν θὰ εὑρίσκωνται εἰς χεῖρας τῆς συναλλαττομένης ὁμάδος ἑβδομήκοντα ἑκατομμύρια ἀνήκοντα εἰς τὸ δημόσιον καὶ τὰ ὁποῖα πολὺ δυσκόλως θὰ δυνηθῶμεν ν’ ἀποσπάσωμεν ἀπὸ τῶν χειρῶν αὐτῆς, καίτοι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐλάβομεν καὶ θὰ πρόκηται νὰ πληρώσωμεν, εἶναι μόνον δεκαεννέα ἑκατομμύρια.
§97ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.) Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως σᾶς ἐξήγησεν ἐν ὀλίγοις τὴν ἱστορίαν τοῦ δανείου καὶ τῆς συμβάσεως, τῆς ὁποίας ἠρχίσαμεν τὴν συζήτησιν· σᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἀπόλυτον ἀνάγκην χρημάτων καὶ δὲν δύναται νὰ πορισθῇ ταῦτα, εἰμὴ διὰ δανείου, διὸ καὶ ὑπέβαλε νομοσχέδιον περὶ συνομολογήσεως τοιούτου. Ἀλλ’ ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὸ παρελθὸν, καθ’ ὃ οἱ νόμοι περὶ δανείου δὲν ἔφερον ἀποτελέσματα, ὁσάκις δὲ ὑπῆρχον κεφαλαιοῦχοι ἀναλαμβάνοντες ἐν μέρει ἢ ἐν ὅλῳ τὴν πραγματοποίησιν αὐτοῦ, ἐστοχάσθημεν, ὅτι ὁ νόμος περὶ δανείου ἠδύνατο νὰ ματαιωθῇ, ἂν δὲν ἐφροντίζαμεν νὰ ἐξασφαλίσωμεν ἐν μέρει τὴν πραγματοποίησιν αὐτοῦ. Καὶ κατ’ ἀρχὰς μὲν ἐζητήσαμεν νὰ εὕρωμεν κεφαλαιούχους, οἱ ὁποῖοι νὰ ἀναλάβουν τὴν πραγματοποίησιν μέρους τῶν ὁμολογιῶν, ἐπὶ ὡρισμένῃ τιμῇ, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐστάθη δυνατὸν νὰ κατορθωθῇ· διὰ νὰ μὴ μείνωμεν λοιπὸν ἄνευ χρημάτων, ἐδέχθημεν νὰ λάβωμεν ἐπὶ τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον ἠθέλομεν πραγματοποιήσει, προκαταβολὴν, δίδοντες ὡς ἐνέχυρον τρόπον τινὰ μέρος τῶν ὁμολογιῶν αὐτοῦ, ἀφίνοντες εἰς αὐτοὺς τὸ δικαίωμα τῆς ἀγορᾶς μέρους τῶν ὁμολογιῶν τούτων, ἐπὶ ὡρισμένῃ τιμῇ. Διὰ τοῦ τρόπου τούτου, φρονοῦμεν, ὅτι θέλει κατορθωθῆ ὄχι μόνον νὰ λάβωμεν ἀμέσως τὰ χρήματα, τῶν ὁποίων ἔχομεν ἀνάγκην, ἀλλ’ ὅτι θέλει ἀποβῆ εὐκολωτέρα ἡ τοποθέτησις καὶ τῶν ὑπολοίπων ὁμολογιῶν τοῦ δανείου. Ἀλλ’ ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου σᾶς εἶπε, πῶς ἀποφασίζετε νὰ λάβητε ἀπὸ τοῦδε προκαταβολὴν ἐπὶ ὑποσχέσει ἀποδόσεως αὐτῆς μετὰ 18 μῆνας, ἐνῷ δὲν ἠξεύρετε εἰς ποίαν θέσιν θὰ εὑρεθῆτε μετὰ τὴν παρέλευσιν τῆς προθεσμίας ταύτης; εἶσθε βέβαιοι, προσέθηκεν, ὅτι, ὅταν λήξῃ ἡ προθεσμία τῶν 18 μηνῶν, θέλετε ἔχει ἀνὰ χεῖρας, ἢ ὅτι θέλετε δυνηθῆ νὰ εὕρητε τὰ ἀπαιτούμενα κεφάλαια, διὰ νὰ τὴν πληρώσητε; Τὸ καθ’ ἡμᾶς, κύριοι, δὲν εἴμεθα τοσοῦτον ἀπέλπιδες, νομίζομεν δὲ ὅτι ἔχομεν πρώτιστον καὶ ἀναπόφευκτον καθῆκον νὰ εὕρωμεν σήμερον τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται, διὰ νὰ ἐκτελεσθῶσιν αἱ ἀποφάσεις τοῦ ἔθνους, ὡς πρὸς τὴν ἐπιστράτευσιν καὶ τὰς λοιπὰς ἐνεργείας. Μετὰ δὲ 18 ἢ 22 μῆνας ἐλπίζομεν, ὅτι θέλει εὑρεθῆ εἰς θέσιν τὸ ἔθνος, ἐὰν ὑπάρχῃ, νὰ πληρώσῃ τὰ ὀλίγα αὐτὰ ἑκατομμύρια, ὅπως θέλει πληρώσει καὶ τόσα ἄλλα, τὰ ὁποῖα ὀφείλονται παρ’ αὐτοῦ: ἑπομένως ἡ ἀντίῤῥησις δὲν μᾶς φαίνεται οὐσιώδης, οὐδὲ εἶναι ἱκανὴ νὰ μᾶς ἀναχαιτίσῃ ἀπὸ τοῦ νὰ λάβωμεν χρήματα, τὰ ὁποῖα μᾶς προσφέρονται καὶ τῶν ὁποίων ἔχομεν ἀνάγκην, διὰ μόνον τὸν φόβον, ὅτι μετὰ δύο ἔτη δὲν θὰ εὑρεθῇ τὸ ἔθνος εἰς θέσιν νὰ τὰ πληρώσῃ. Ἀκολούθως ὁ κ. Τρικούπης παρετήρησεν, ὅτι ἡ προκαταβολή, τὴν ὁποίαν λαμβάνομεν, δὲν εἶναι ἱκανὴ διὰ νὰ ἀναπληρώσῃ τὸ ἔλλειμμα, διότι, ὅπως καλυφθῇ τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1881 ἐκ 35,000,000, δὲν ἀρκοῦσι μόνον 25,000,000. Ἀλλ’ εἰς τὰ τῶν 25,000,000, τὰ ὁποῖα διὰ τῆς συμβάσεως ὑπόσχονται οἱ κεφαλαιοῦχοι νὰ χορηγήσωσιν εἰς μεταλλικὸν, ὑποχρεοῦνται νὰ δώσουν καὶ ἕτερα 5,000,000 εἰς γραμμάτια τοῦ προσωρινοῦ δανείου τῶν 15,000,000 φράγκων, τὰ ὁποῖα ὀφείλομεν νὰ πληρώσωμεν κατὰ τὸν προσεχῆ Αὔγουστον. Ἐὰν δὲ ὁ κ. Τρικούπης φρονῇ, ὅτι δὲν εἶναι ἀπαραίτητος ἡ ἔγκαιρος πληρωμὴ τῶν 15 ἑκατομμυρίων, τότε πρέπει νὰ προσθέσῃ τὰ 10 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν σύμβασιν, ἥτις συνωμολογήθη μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὑποχρεοῦται αὕτη νὰ χορηγήσῃ κατὰ τὸν μῆνα Αὔγουστον καὶ τὰ ὁποῖα δὲν συμπεριελήφθησαν εἰς τοὺς ὑπολογισμούς μας, διότι εἶναι ὡρισμένα εἰς τὴν πληρωμὴν τῆς προκαταβολῆς τῶν 15 ἑκατομμυρίων. Ἀλλὰ πλὴν τούτου, κύριοι, νομίζετε, ὅτι ἐκ τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸν νόμον καὶ τὴν σύμβασιν μένει ἐλευθέρα ἡ Κυβέρνησις νὰ διαθέσῃ, δὲν δύναται ἐντὸς τοῦ ἔτους νὰ πραγματοποιηθῇ μέρος, καὶ μέρος ἀρκετὰ σπουδαῖον; Γνωρίζετε ἤδη, ὅτι εἰς τὸ δάνειον τοῦτο ἀνεδέχθη ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα νὰ λάβῃ μετοχὴν 10 ἑκατομμυρίων, νομίζω.
§98ΚΑΛΛΙΓΑΣ. 6 ἑκατομμύρια πραγματικά.
§99ΡΙΚΑΚΗΣ. 10 ἑκατομμύρια ὀνομαστικά.
§100ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. — Πλὴν τούτου, ἀναδέχεται ἡ Πιστωτικὴ Τράπεζα διὰ τῆς συμβάσεως, τὴν ὁποίαν ἔχετε ὑπ’ ὄψιν, νὰ λάβῃ ἄλλα 5 ἑκατομμύρια. Ἔχομεν λοιπὸν, ἐκτὸς τῆς προκαταβολῆς, καὶ 15 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα, ὅσον καὶ ἂν θελήσητε νὰ ὑποτιμήσητε τὰς ὁμολογίας, θὰ φέρουν ὑπὲρ τὰ δέκα ἑκατομμύρια. Διὰ τῆς προσθήκης τῶν ποσῶν τούτων σχηματίζεται διαθέσιμον ποσὸν ὄχι μόνον 25, ἀλλὰ 35 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται, ἵνα συμπληρωθῇ τὸ ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1881. Σᾶς ἐξήγησα, κύριοι, διατὶ εὑρέθημεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δεχθῶμεν τὴν προκαταβολήν. Καθ’ ἡμᾶς ἦτο ἀπαραίτητος ἀνάγκη νὰ ἐξασφαλισθῇ τὸ ἀφεύκτως ἀπαιτούμενον ποσὸν διὰ τὰς ἀνάγκας, ἐν αἷς εὑρισκόμεθα, καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο μᾶς ἐξασφαλίζει ὡς ἔγγιστα ἡ ὁμὰς, μεθ’ ἧς συνεβλήθημεν. Ἡ ὁμὰς εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ καταβάλῃ εἰς μεταλλικὸν 25 ἑκατομμύρια τοὐλάχιστον καὶ 5 ἑκατομμύρια εἰς γραμμάτια, τὰ ὁποῖα, καθὸ πληρωτέα ἐντὸς τοῦ ἔτους, εἶναι ἰσοδύναμα μὲ μεταλλικόν. Ἀλλ’ ὁ κ. Τρικούτης ἀφήρεσεν ἀπὸ τὰ 25 ἑκατομμύρια 6 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα, ὡς λέγει, λαμβάνει ἡ Τράπεζα, καὶ τοιουτοτρόπως περιώρισε τὴν προκαταβολὴν εἰς 19 ἑκατομμύρια. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἠδύνατο νὰ τὰ περιορίσῃ, καὶ θαυμάζω πῶς δὲν τὰ περιώρισεν εἰς 5 ἑκατομμύρια ἢ καὶ εἰς 0, διότι, ὅπως εὑρέθη ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα πρόθυμος νὰ συνεννοηθῇ μὲ τὴν ὁμάδα, μετὰ τῆς ὁποίας συνεβλήθημεν, καὶ νὰ λάβῃ 6,000,000 ἐκ τῆς προκαταβολῆς, τὴν ὁποίαν ὑποχρεοῦται ἡ ὁμὰς νὰ δώσῃ, ἠμποροῦν νὰ εὑρεθοῦν καὶ πολλοὶ ἄλλοι κεφαλαιοῦχοι ἐν Ἑλλάδι, ἐξ ὧν ὁ μὲν νὰ λάβῃ 5,000,000, ὁ δὲ 3,000,000 καὶ καθεξῆς, μέχρι συμπληρώσεως ὁλοκλήρου τοῦ ποσοῦ τῶν 25,000,000· ὥστε, ἐὰν ἡ ὁμὰς κατωρθώσῃ νὰ συμπληρώσῃ τὸ ποσὸν τῶν 25,000,000 διὰ τῆς συμμετοχῆς διαφόρων κεφαλαιούχων, εὑρισκομένων ἐντὸς τῆς ἐπικρατείας, ἡ προκαταβολή, κατὰ τὸν κ. Τρικούπην, μηδενίζεται. Ἡμεῖς, κύριοι, δὲν ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν πόθεν ἡ ὁμὰς αὕτη θέλει λάβει τὰ χρήματα, ἢ ποίους θέλει καλέσει ὡς μετόχους εἰς τὴν ἐπιχείρησιν ταύτην. Καθ’ ἡμᾶς ἡ ὁμὰς αὕτη εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ δώσῃ εἰς τὸ δημόσιον 25,000,000· ἐὰν δὲ αὕτη κατωρθώσῃ νὰ εὕρῃ πολλὰ ἢ ὀλίγα ἑκατομμύρια ἐντὸς τοῦ κράτους, τοῦτο οὐδόλως μεταβάλλει τὴν βάσιν τῆς συμβάσεως, οὐδὲ ἐλαττόνει τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς θέλομεν λάβει. Ἑπομένως ἀπορῶ διατί περιορίζει ὁ κ. Τρικούπης τὴν προκαταβολὴν εἰς 19,000,000 καὶ ἐξηκολούθησε καθ’ ὅλην τὴν ἀγόρευσίν του νὰ ἐπαναλαμβάνῃ, ὅτι, διὰ νὰ λάβετε 19 μόνον ἑκατομμύρια, ἐκάματε τοσαύτας καὶ τηλικαύτας παραχωρήσεις, ὁποίας ποτὲ δὲν ἔκαμεν ὀφειλέτης, διὰ νὰ δανεισθῇ χρήματα. Ἔρχομαι, κύριοι, νὰ ἐξετάσω αὐτὰς τὰς μεγάλας καὶ ποικίλας ὠφελείας, τὰς ὁποίας παρεχωρήσαμεν εἰς τὴν ὁμάδα καὶ εἰς τὰς ὁποίας μᾶς εἶπον, ὅτι οὐδὲ ὁ πλέον ἄτιμος χρεωκόπος δὲν ἤθελε συναινέσει. Πρώτη ὠφέλεια, τὴν ὁποίαν ἐδώκαμεν, κατὰ τὸν κ. Τρικούπην, εἰς τὴν ὁμάδα, εἶναι, ὅτι ἀφίνομεν εἰς τὴν διάθεσιν αὐτῆς 60,000,000 ἐκ τοῦ δανείου, οὐχὶ 70,000,000· τοῦτο εἶναι λάθος, διότι τὰ 10,000,000 δυνάμεθα ἐλευθέρως νὰ τὰ διαθέσωμεν. Μόνον δὲ 60,000,000 ὁμολογίας ἡ ὁμὰς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κρατήσῃ πρὸς 68%. Αἱ ὁμολογίαι αὗται, σᾶς εἶπεν, εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ πραγματοποιηθῶσι πρὸς 78 ἢ 80%. Λησμονῶν ὅσα πρὸ ὀλίγου εἶπεν, ὅτι δηλ. εἶναι πολὺ ἐνδεχόμενον, ὅταν λήξῃ ἡ προθεσμία, νὰ μὴ εὕρωμεν χρήματα, πρὸς ἐξόφλησιν τῆς προκαταβολῆς, σᾶς λέγει, ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ πωληθῶσιν αἱ ὁμολογίαι πρὸς 75, 78, καὶ 80%, καὶ νὰ ὠφεληθῶσι πολλὰ οἱ συμβαλλόμενοι. Ἐγὼ καὶ ὡς πολίτης καὶ ὡς ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εὔχομαι νὰ παρουσιασθῇ αὐτὸ τὸ εὐχάριστον γεγονός· εὔχομαι μετὰ 18 μῆνας αἱ ὁμολογίαι μας νὰ πωλῶνται οὐχὶ πρὸς 78, ἀλλὰ καὶ πρὸς 100, καὶ οἱ κύριοι, οἵτινες μᾶς ἔδωκαν τὰ 30,000,000, νὰ λάβουν ὠφέλειαν διπλασίαν· εὔχομαι νὰ συμβῇ τοῦτο, ἀλλὰ δὲν ἐλπίζω, ὅτι τόσον ταχέως δύναται νὰ γείνῃ. Ἀφ’ ἑτέρου, εἶπεν ὁ κ. Τρικούπη, ἐὰν τὰ πράγματα δὲν ὑπάγουν καλῶς, εἶναι πολὺ ἐνδεχόμενον, ὅταν λήξῃ ἡ προθεσμία τῶν 18 μηνῶν, νὰ μὴ εὑρεθῇ τὸ κράτος εἰς θέσιν νὰ πληρώσῃ τὴν προκαταβολὴν τῶν 30 ἑκατομμυρίων, οἱ δὲ κρατοῦντες εἰς χεῖράς των τὰς ὁμολογίας θὰ τὰς πωλήσουν εἰς μηδαμινὴν τιμὴν, καὶ τοιουτοτρόπως θὰ ζημιωθῇ τὸ ἔθνος. Εἰς τοῦτο ἀπαντῶ πρῶτον, ὅτι ἀπὸ τὴν σύμβασιν δὲν προκύπτει, ὅτι αὐτοὶ δύνανται, ἅμα παρέλθῃ ἡ προθεσμία τῶν 22 μηνῶν, νὰ πωλήσωσι τὰς ὁμολογίας, ἀλλά, καὶ ἐὰν δύνανται, δὲν εἶναι εὔκολον πρᾶγμα νὰ πωληθοῦν τὰ ὁμόλογα, τὰ ὁποῖα κρατεῖ εἷς κεφαλαιοῦχος. Ἀλλὰ καὶ τούτου δοθέντος σᾶς ἐρωτῶ, καθ’ ἣν στιγμὴν ἀποφασίσῃ νὰ πωλήσῃ τὰς ὁμολογίας, δὲν θὰ ἔχουν αὗται ἀξίαν τινά; Βεβαίως θὰ ἔχουν, καὶ εἰς τὴν ἀξίαν ταύτην θὰ γενῇ ἡ πώλησις, διότι οὐδεὶς ἔχει τόσην δύναμιν, ὥστε νὰ κλείσῃ ὅλα τὰ χρηματιστήρια, νὰ ἐμποδίσῃ ὅλους τοὺς κεφαλαιούχους καὶ νὰ μὴ ἀφήσῃ νὰ πωληθῶσιν εἰς τὴν ἀξίαν των. Ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ κεφαλαιοῦχος μὲ τοιαύτην δύναμιν, αὐτὸς ἤθελεν ὑπερβῆ κατὰ τὰ πλούτη τὸν Κροῖσον, διότι θὰ ἠδύνατο ν’ ἀναβιβάζῃ καὶ καταβιβάζῃ κατὰ βούλησιν τὰς τιμάς. Λέγω λοιπόν, ὅτι, ἐὰν φθάσῃ ἡ στιγμὴ ἐκείνη, κατὰ τὴν ὁποίαν θέλει γείνει σκέψις περὶ ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δημοσίου, διὰ νὰ πληρωθῇ ἡ καταβολή, ἡ ἐκποίησις τῶν ὁμολογιῶν αὐτῶν δὲν θέλει γείνει, παρὰ ἐπὶ τῇ πραγματικῇ ἀξίᾳ, τὴν ὁποίαν τὰ ὁμόλογα θέλουσιν ἔχει, ἡ δὲ ἀξία αὕτη θέλει ἀναλογεῖ πρὸς τὴν ἀσφάλειαν, τὴν ὁποίαν προσφέρει τὸ Κράτος, καὶ πρὸς τὴν οἰκονομικὴν αὐτοῦ κατάστασιν. Ἑπομένως αὐτὰ τὰ μυθώδη κέρδη, τὰ ὁποῖα σᾶς εἶπον, ὅτι θέλουν ὠφεληθῆ οἱ συμβαλλόμενοι διὰ τῆς ἐκποιήσεως τῶν ὁμολογιῶν, οὐδόλως φαίνονται πιθανά, καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν τὰ ἐλάβομεν καθόλου ὑπ’ ὄψιν, ὅτε ἐκάμαμεν τὴν σύμβασιν.
§101Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς κάμω μίαν ἐρώτησιν;
§102ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§103Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἴπετε πρὸ μικροῦ, ὅτι δὲν ἐξάγεται ἐκ τῆς συμβάσεως, ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἠθέλησαν νὰ καταβάλωσι τὰ χρήματα, θέλουν ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἐκποιήσεως τῶν τίτλων τῶν ἰδίων. Δὲν μοὶ κάμνετε τὴν χάριν νὰ διασαφήσητε τοῦτο πληρέστερον;
§104ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀρκετὰ εἶπον περὶ αὐτοῦ. Ἔχω ἤδη πολλὰ ἄλλα νὰ εἴπω, καὶ ἐπανέρχομαι. Ἐξακολουθῶν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου, εὗρεν ἄλλην μεγάλην ὠφέλειαν, τὴν ὁποίαν ἔχει νὰ προσπορισθῇ ἡ συμβαλλομένη ὁμάς. Ποία δὲ εἶναι ἡ ὠφέλεια αὕτη; ὅτι λαμβάνει τὸ ἀποκλειστικὸν προνόμιον νὰ συστήσῃ Τράπεζαν εἰς τὰς παραχωρηθησομένας ἐπαρχίας ἐπὶ ἐκδόσει Τραπεζικῶν γραμματίων, καὶ ὅτι, ἐνῷ λαμβάνει τὸ προνόμιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἶχε παραχωρηθῆ καὶ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, δὲν ἐλήφθη φροντὶς νὰ ὑποχρεωθῇ, ὅπως πληρώνῃ μέρος τῆς ὠφελείας, τῆς προκυπτούσης ἐκ τῆς κυκλοφορίας, οὕτω δὲ στερεῖται τὸ δημόσιον τὸ 10%, τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἀπολαμβάνει ἀπὸ τὴν κυκλοφορίαν τῶν γραμματίων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καθ’ ὅλον τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος μετὰ τὴν προσάρτησιν τῶν νέων ἐπαρχιῶν μέχρι τοῦ 1892· τὴν ὠφέλειαν δὲ ταύτην ἀνεβίβασεν εἰς 140 χιλιάδας κατ’ ἔτος, διότι ὑπελόγισεν, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα θέτει εἰς κυκλοφορίαν μέγα ποσὸν τραπεζικῶν γραμματίων. Ἀλλὰ δὲν ἐνθυμήθη ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου, ὅτι κατὰ τὴν σύμβασιν τὴν μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἀφαιροῦνται τὰ γραμμάτια, τὰ ὁποῖα ἡ Τράπεζα ἔχει δανείσει εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
§105ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὰ ἀφήρεσα.
§106ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ δὲ γραμμάτια, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν σύμβασιν δανείζει ἡ Τράπεζα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διαρκούσης τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἀναβαίνουσιν εἰς 50 ἑκατομμύρια.
§107ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τώρα εἶναι 23 ἑκατομμύρια.
§108ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πλὴν τούτου, ἀφαιρεῖται καὶ τὸ μεταλλικὸν οὐ μόνον ὅσον ὑπάρχει ἐν τοῖς ταμείοις τῆς Τραπέζης, ἀλλὰ καὶ ὅσον ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις, συνιστάμενον εἰς 25 ἑκατομμύρια· ἐὰν δὲ ὑποτεθῇ, ὅτι ἡ Τράπεζα διατηρεῖ 45 ἑκατομμύρια, τότε θὰ ἀφαιρῶνται 40 ἑκατομμύρια, ἢ τουλάχιστον 35. Διὰ νὰ ὑπάρξῃ λοιπὸν ὠφέλεια, κατὰ τὸν κ. Τρικούπην....
§109ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀφοῦ ὑπάρχει ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία τῶν γραμματίων, διατί νὰ ἔχῃ μεταλλικόν;
§110ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Τράπεζα ποτὲ δὲν ἠμπορεῖ νὰ μείνῃ ἄνευ μεταλλικοῦ.
§111ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐγὼ λέγω τὸ ἐναντίον αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον λέγετε.
§112ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν διὰ νὰ προκύψῃ ὠφέλεια ἐκ τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, πρέπει νὰ παραδεχθῆτε, ὅτι ἡ Τράπεζα θὰ ἔχῃ εἰς κυκλοφορίαν γραμμάτια ὑπὲρ τὰ 85 ἢ 90 ἑκατομμύρια· τοιοῦτον δὲ ποσὸν οὐδέποτε ἔθεσεν εἰς κυκλοφορίαν. Ἑπομένως ἡ ὠφέλεια, τὴν ὁποίαν ἐστερήθη τὸ Κράτος, ἀφαιρέσαν ἀπὸ τὴν σύμβασιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τὸ προνόμιον τῆς ἀποκλειστικῆς κυκλοφορίας τῶν τραπεζικῶν γραμματίων εἰς τὰς προσαρτηθησομένας ἐπαρχίας, κατ’ ἐμὴν γνώμην, εἶναι μηδαμινή· ἡμεῖς δὲ ἐχορηγήσαμεν τὸ προνόμιον αὐτὸ εἰς ἄλλους, διὰ νὰ εὕρωμεν τὴν προκαταβολήν, περὶ τῆς ὁποίας πρόκειται. Ἀλλὰ, κύριοι, πλὴν ὅλων τούτων, ὡς τελευταία παραχώρησις, τῆς ὁποίας τὰ κέρδη καὶ τὰς ὠφελείας δὲν ἠδυνήθη οὔτε κατὰ προσέγγισιν νὰ ὑπολογίσῃ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου, εἶναι ἡ παραχώρησις τοῦ μονοπωλίου, ὡς εἶπε, τοῦ καπνοῦ. Καὶ ἐνταῦθα σᾶς ἔκαμεν ἐκτενῆ θεωρίαν περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου καὶ σᾶς ἐξέθηκε τὰς δυσκολίας, αἵτινες ἀπαντῶνται εἰς τὴν ἐπιβολὴν τοιούτου φόρου. Εἶμαι, κύριοι, καθ’ ὁλοκληρίαν σύμφωνος μὲ τὸν ἀξιότιμον προαγορεύσαντα, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς δυσκολίας, αἱ ὁποῖαι παρουσιάζονται εἰς τὴν ἐπιβολὴν τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ. Σᾶς εἶπον καὶ ἄλλοτε, ὅτι τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον θεωρεῖται ἐφικτὸν, ἐν ᾗ καταστάσει ἡ παραγωγὴ καὶ ἡ κατανάλωσις τοῦ εἴδους τούτου εὑρίσκεται ἐν Ἑλλάδι, εἶναι ἡ ὑποβολὴ αὐτοῦ εἰς σύστημα εἰκονικῆς, οὕτως εἰπεῖν, ἐναποταμιεύσεως (entrepôt fictif) καὶ διὰ τοῦ συστήματος τούτου νὰ φορολογῆται. Τοιοῦτον νομοσχέδιον εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἰσαγάγω ἄλλοτε εἰς τὴν Βουλήν· ὅμοιον δὲ μέ τινας τροποποιήσεις εἶναι καὶ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγεν ὁ ἄλλοτε ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀξιότιμος βουλευτὴς Γόρτυνος.
§113Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶναι ὅμοιον, ἔχει μεγάλην διαφοράν.
§114ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅμοιον νομοσχέδιον εἶχον σκοπὸν νὰ ὑποβάλω καὶ ἐφέτος εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ἡ ὁμὰς, ἡ ὁποία ἐχορήγησεν εἰς ἡμᾶς τὴν προκαταβολὴν, παρέστησεν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ καταλληλότερος τρόπος φορολογίας, ὃν ἐπεφυλάχθη νὰ μᾶς ὑποδείξῃ καὶ καθ’ ὃν δύναται νὰ γείνῃ καὶ ἐν Ἑλλάδι ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ ὅ,τι γίνεται εἰς ἄλλα Κράτη, ὥστε τὸ δημόσιον νὰ ἐξασφαλίσῃ ἐκ τοῦ φόρου τούτου οὐχὶ τὸ ποσὸν τοῦ 1½ ἑκατομμυρίου, τὸ ὁποῖον ὑπολογίζομεν ἡμεῖς καὶ τὸ ὁποῖον ἄλλοι θεωροῦσιν ἀδύνατον νὰ εἰσπραχθῇ, ἀλλὰ ποσὸν πολὺ ἀνώτερον. Ἀπέναντι τῆς προτάσεως ταύτης δὲν εἶχον τίποτε, κύριοι, ν’ ἀντιτάξω, καθόσον ἐπιθυμῶ νὰ εὑρεθῇ τῳόντι τρόπος, ὥστε ἐκ τῆς καταναλώσεως τοῦ εἴδους τούτου, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι τῆς πρώτης ἀνάγκης, ἀλλὰ βλάπτει μάλιστα καὶ τὴν ὑγείαν τῶν ἀνθρώπων, νὰ εἰσπράττηται σπουδαία καὶ μεγάλη πρόσοδος. Ἑπομένως ἀνεδέχθημεν ἁπλῶς νὰ καταχωρισθῇ εἰς τὴν σύμβασιν ὁ ὅρος, ὅτι θέλει ὑποβληθῆ τοιοῦτον νομοσχέδιον. Ἀλλὰ τί σᾶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου καὶ πῶς σᾶς παρέστησε τὰ πρᾶγμα; Σᾶς εἶπεν ὅτι ὑπάρχει ἐν τῇ συμβάσει ὅρος, δι’ οὗ χορηγεῖται τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ. Ἀλλὰ ποῦ εὗρε τοῦτο γεγραμμένον; Ἐν τῇ συμβάσει ὑπάρχει ἄρθρον, διαλαμβάνον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, κανονίζον τὸν φόρον τοῦ καπνοῦ......
§115ΤΙΝΕΣ. Ὑποχρεοῦται νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον.
§116ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, ὑποχρεοῦται νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον· τοῦτο δὲ ἔπρεπε νὰ ὑποβληθῇ ὁμοῦ μὲ τὴν σύμβασιν, ἀλλὰ δὲν ὑπεβλήθη, διότι οἱ κύριοι, οἱ ὁποῖοι ὑπεσχέθησαν νὰ μᾶς ὑποδείξουν τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον εἶναι δυνατὸν νὰ κανονισθῇ ἡ φορολογία αὕτη ἄλλως ἢ ὅπως τὴν ἐννοοῦμεν ἡμεῖς, δὲν κατώρθωσαν ἀκόμη νὰ μᾶς παρουσιάσουν τὸ σχέδιόν των. Διὰ τοῦτο ἀπηλείψαμεν ἀπὸ τὴν σύμβασιν τὸν ὅρον τῆς ὑποβολῆς τοῦ περὶ καπνοῦ νομοσχεδίου συγχρόνως μετὰ τῆς συμβάσεως. Ἀλλὰ εἴτε μετὰ τῆς συμβάσεως εἴτε κατόπιν παρουσιασθῇ τὸ νομοσχέδιον, εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἡ ἐπιψήφισις αὐτοῦ; Ἡ κυβέρνησις εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ φέρῃ νομοσχέδιον· ἀλλ’ ἐὰν τοῦτο δὲν τὸ ἐγκρίνῃ ἡ Βουλή, ἐὰν κανονίσῃ ἄλλως πως τοὺς ὅρους, ποίαν ὑποχρέωσιν διὰ τοῦ ὅρου τούτου ἔχομεν ἀπέναντι τῶν συμβαλλομένων; οὐδεμίαν, διότι δὲν λέγει ἡ σύμβασις, ὅτι παραχωρεῖται εἰς αὐτὴν τὴν ὁμάδα τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ, διότι βεβαίως, ἐὰν ὑπῆρχε τοιοῦτόν τι, ἤθελον ἐκτεθῆ καὶ οἱ ὅροι τῆς παραχωρήσεως.
§117ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅταν ὑποβληθῇ τὸ νομοσχέδιον, θὰ συστήσητε εἰς τοὺς φίλους σας νὰ τὸ ἀποῤῥίψωσι; Τοῦτο θέλομεν νὰ ἐννοήσωμεν.
§118ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλω νὰ εἴπω, ὅτι, παραδεχόμενοι τὴν σύμβασιν, δὲν προδικάζομεν τὸ ζήτημα τοῦ καπνοῦ. Ἡ κυβέρνησις βεβαίως θέλει φροντίσει νὰ συμπεριληφθῶσιν εἰς τὸ Νομοσχέδιον ὅλαι αἱ ἀπαιτούμεναι διατάξεις, ὥστε νὰ μὴ παραβλαφθῇ οὐδὲν συμφέρον οὔτε τοῦ δημοσίου οὔτε τῶν πολιτῶν. Ἀλλὰ περὶ πάντων θέλει κρίνει ἡ Βουλή, ἡ ὁποία μένει ἐλευθέρα νὰ δεχθῇ ἢ νὰ ἀποῤῥίψῃ τὸ Νομοσχέδιον. Ἑπομένως οὔτε ἡ κυβέρνησις οὔτε ἡ Βουλὴ ἀναλαμβάνει σήμερον ὑποχρέωσίν τινα, ψηφίζουσα τὴν σύμβασιν. Αὐτὰ, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Τρικούπης, ἔπρεπε νὰ ἐπιφυλαχθῇ νὰ τὰ εἴπῃ ὅταν ὑποβληθῇ τὸ νομοσχέδιον· ἀλλὰ τότε θέλετε ἴδει, ὅτι θέλουν κανονισθῇ λεπτομερῶς τὰ πάντα, ὥστε κανὲν συμφέρον τοῦ δημοσίου ἢ τῶν παραγωγῶν νὰ μὴ πάθῃ τίποτε. Καὶ ὅπως σήμερον εἶναι ἐνδεχόμενον ἡ Βουλὴ νὰ ἀποῤῥίψῃ τὴν σύμβασιν, οὕτω θὰ ἦναι καὶ τότε ἐνδεχόμενον νὰ ἀποῤῥίψῃ τὸ νομοσχέδιον. Ἐγώ, κύριοι, θέλω νὰ ἀφαιρέσω ἀπὸ τὴν διάνοιαν ὑμῶν τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἐζήτησε νὰ σᾶς ἐμπνεύσῃ ὁ κ. Τρικούπης, ὅτι, ψηφίζοντες τὴν σύμβασιν, παραχωρεῖτε ἀπὸ σήμερον τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ μὲ κλειστοὺς ὀφθαλμούς. Ἡ παραχώρησις θὰ γείνῃ δι’ ἰδίου νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον θὰ τεθῇ ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, καὶ ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν τὸ εὕρῃ πληροῦν τοὺς ὅρους, οἱ ὁποῖοι ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν περιφρούρησιν τῶν συμφερόντων τοῦ τε δημοσίου καὶ τῶν πολιτῶν, ἠμπορεῖ νὰ τὸ ἀποῤῥίψῃ. Ἐπρόσθεσε μάλιστα ὁ κ. Τρικούπης, διὰ νὰ ἐξογκώσῃ ἔτι περισσότερον τὸ πρᾶγμα, ὅτι, ψηφίζοντες τὴν σύμβασιν, παραχωρεῖτε ἐπὶ 40 ἔτη τὸ προνόμιον τῆς καταναλώσεως τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ. Καὶ πόθεν ἐξήγαγε τοῦτο; Οὐχὶ ἀπὸ τὴν σύμβασιν, ἀλλ’ ἀπὸ τὸν νόμον περὶ δανείου, κατὰ τὸ ὁποῖον τὸ δάνειον θέλει ἐξοφληθῆ ἐντὸς 40 ἐτῶν· μεταξὺ δὲ τῶν ἐγγυήσεων, αἱ ὁποῖαι προσφέρονται διὰ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ, εἶναι καὶ ὁ φόρος τοῦ καπνοῦ. Ἀλλά, κύριοι, θέλω σᾶς ἐξηγήσει, ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ δανείου, ὅτι αἱ ἄλλαι ἐγγυήσεις εἶναι ἱκαναὶ νὰ ἐξασφαλίσωσιν ὁλόκληρον τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου· ὥστε πλεονάζει ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ καπνοῦ.
§119ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀλλ’ ἐδῶ αὐτοὶ θεωροῦν ἱκανὸν τὸ μονοπώλιον καὶ αἱ ἄλλαι ἐγγυήσεις πλεονάζουν.
§120ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ δώσουν τὰ χρήματα, ἀρκεῖ νὰ ἦναι ἐντελῶς ἐξησφαλισμένοι. Νομίζω, ὅτι τὰ ὀλίγα ταῦτα εἶναι ἱκανά, ὅπως σᾶς ἀπαλλάξωσι τῶν φόβων, οὓς ἐζήτησε νὰ σᾶς ἐμπνεύσῃ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου, καὶ σᾶς πείσωσιν, ὅτι δὲν εἶναι ὅσον μεγάλα νομίζει τὰ κέρδη, τὰ ὁποῖα παραχωροῦμεν εἰς τὴν συμβαλλομένην ὁμάδα. Ἐλπίζω, ὅτι θ’ ἀναβληθῇ ἡ περαιτέρω συζήτησις διὰ τὴν βʹ καὶ γʹ ἀνάγνωσιν.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ δωδεκατημορίου.
§122Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ, διὰ τὸ στενὸν τοῦ χρόνου, ἀπεφασίσαμεν νὰ συζητήσωμεν τὰ ἀντικείμενα τὰ μᾶλλον κατεπείγοντα ὅσον εἶναι δυνατὸν ταχύτερον, πολλοὶ δὲ τῶν κυρίων βουλευτῶν, ὡς πληροφοροῦμαι, προτίθενται ν’ ἀναχωρήσωσιν, οὕτω δὲ ἡ ἀνάγκη δὲν θὰ θεραπευθῇ, σᾶς παρακαλῶ, ἵνα κατ’ αὐτὰς τὰς ὀλίγας ἡμέρας συνερχώμεθα καὶ τὸ πρωΐ.
§123ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, εἰς τὰς 9.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγκρίνει ἡ Βουλὴ νὰ συνερχώμεθα τὴν πρωΐαν εἰς τὰς 9, καὶ μετὰ μεσημβρίαν εἰς τὰς 2½;
§125ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§126Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νομίζω, ὅτι εἰς τὰς ἐκτάκτους αὐτὰς περιστάσεις, αἵτινες παρουσιάσθησαν μετὰ 60 ἔτη, κανεὶς δὲν πρέπει νὰ φύγῃ.
§127ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διάφορα νομοσχέδια περὶ πιστώσεων ὑπέβαλεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Θὰ τυπωθῶσιν. Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 7¼.