1880.12.13
1,722 rows · 13,750 words · 89 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 46
τῆς 13 Δεκεμβρίου 1880.
Ὥρᾳ 2½ μ. μ.
Ἀπαρτίας γενομένης, ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκρίνονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑποβάλλει ἐκθέσεις ἐπὶ τῶν προτάσεων νόμων αʹ) περὶ διαιρέσεως τοῦ νομοῦ Ζακύνθου εἰς δύο ἐπαρχίας καὶ βʹ) περὶ ἀπαγορεύσεως τῆς βοσκῆς ἐν ταῖς ἐπαρχίαις Ἠλείας καὶ Ὀλυμπίας· ὁ δὲ κ. Τζάνες πρότασιν περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας. Θὰ τυπωθῶσιν.
§2ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Καὶ πάλιν ἀκούονται παράπονα καὶ ψιθυρισμοὶ ἀνὰ τὴν πόλιν, ὅτι καταχρήσεις γίνονται κατὰ τὰς παραγγελίας τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐφημερίδες ἔκαμαν πρὸ ἡμερῶν περὶ τούτου λόγον ὡς δὲ πληροφοροῦμαι, ἡ ἐπιτροπὴ ἀπέῤῥιψε τὰ ἄξια ἀποῤῥίψεως ἐκ τῶν παραγγελθέντων. Ἐν τούτοις πληροφοροῦμαι, χωρὶς ν’ ἀναφέρω ὀνόματα, ὅτι ἐν τῷ φρουραρχείῳ τινὲς διευκολύνουσι τὰ τοιαῦτα. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του καὶ νὰ ἐξετάσῃ ἐὰν ταῦτα ἀληθεύωσιν· ἄλλως θέλω κάμει λόγον εὐρύτερον ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου.
§3ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΩΝ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι εἴς τινας τῶν ἐφημερίδων τῆς πρωτευούσης κατεχωρίσθη διατριβὴ ἀνυπόγραφος, ἥτις ᾐτιᾶτο τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, ὅτι ὑλικὸν, ἀποῤῥιφθὲν παρ’ ἐπιτροπῆς, ἀκολούθως διὰ συστάσεως νέας ἐπιτροπῆς ἐγένετο παραδεκτόν. Ἀμέσως, κύριοι, ἅμα ἔλαβον γνῶσιν τοῦ τοιούτου, ἐζήτησα πληροφορίας, καὶ ἔμαθον, ὅτι ἀπὸ χρόνου πολλοῦ τὰς τοιούτου εἴδους ἐπιτροπὰς διορίζει τὸ φρουραρχεῖον ἐξ ἐπαγγέλματος. Λέγω δὲ ταῦτα, θέτων ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς, ὅτι τὸ τοιοῦτον, ἐὰν ἔλαβε χώραν, ἔλαβε πρὸ τῆς 13 Ὀκτωβρίου. Ἐζήτησα νὰ μάθω ποῖα ἦσαν τὰ πρόσωπα τῆς πρώτης ἐπιτροπῆς καὶ ποῖα τὰ τῆς δευτέρας, καὶ ἂν πράγματι τὸ αὐτὸ ὑλικὸν, τὸ ὁποῖον ἀπεῤῥίφθη ὑπὸ τῆς πρώτης ἐπιτροπῆς, ἐγένετο παραδεκτὸν ὑπὸ τῆς δευτέρας· αἱ ἐν λόγῳ ἐπιτροπαὶ εἶχον συστηθῆ ἀπ’ εὐθείας ἀπὸ τὸ φρουραρχεῖον. Αὐτὰς τὰς πληροφορίας ἐπὶ τοῦ παρόντος δίδω εἰς τὴν Βουλὴν σχετικῶς πρὸς τὴν ἐπερώτησιν, τὴν δὲ προσεχῆ Δευτέραν θὰ ἦμαι εἰς κατάστασιν νὰ δώσω πληρεστέρας καὶ εὐρυτέρας. Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τοὺς γυλιούς, οἱ ὁποῖοι παρηγγέλθησαν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως αὐτῆς, καὶ περὶ τῶν ὁποίων νομίζω σήμερον γίνεται ἀπάντησις ὑπὸ τοῦ ἐργολάβου πρὸς τοὺς αἰτιωμένους αὐτὸν διὰ τὴν προμήθειαν ταύτην, λέγω, ὅτι ἡ ὑπηρεσία παρήγγειλε τοὺς γυλιοὺς αὐτοὺς, ὧν εἶχεν ἀνάγκην, εἰς τιμὰς λίαν εὐθηνοτέρας τῶν τιμῶν, τὰς ὁποίας προσήνεγκεν ὁ διατριβογράφος. Ἀντὶ 17 δραχμῶν, τὰς ὁποίας διὰ τὴν κατασκευὴν ἑνὸς γυλιοῦ προσέφερεν ὁ διατριβογράφος, κατεκυρώθησαν οὗτοι διὰ 13½ δραχμὰς εἰς ἄλλον, ὥστε δι’ ἕκαστον γυλιὸν εἶναι διαφορὰ 4 δραχμῶν. Ἐὰν δὲ ὁ ἐργολάβος κατασκευάσῃ τοὺς γυλιοὺς αὐτοὺς οὐχὶ συμφώνως πρὸς τοὺς ὅρους οὓς διαγράφει τὸ συμβόλαιον, ἡ ἐπιτροπὴ, ἥτις ἤθελε τοὺς ἐπιθεωρήσει, θέλει ἐπιστήσει τὴν προσοχήν της κατ’ ἐξαίρεσιν, ὅπως καὶ ἡ προμήθεια αὐτή, διαταχθεῖσα ὑπὸ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, ἦναι σύμφωνος πρὸς τοὺς ὅρους· ἐν ἐναντίᾳ δὲ περιπτώσει, θ’ ἀποῤῥίψῃ αὐτούς.
§4ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Πότε ἔγεινεν αὐτό, τὸ ὁποῖον εἴπετε; Ὅταν ἐγὼ διεύθυνα τὸ Ὑπουργεῖον, δὲν ἔγεινε τίποτε· μόνον ὁ κ. Διοικητὴς τοῦ 10 πεζικοῦ τάγματος, εἶχεν ἀναφέρει ὅτι..... δὲν ἦσαν καλαί, καὶ ἀμέσως διέταξα νὰ τὰς ἐπισκευάσουν. Ἄλλην ἀναφορὰν δὲν ἔλαβον.
§5ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΩΝ. Σᾶς εἶπον, ὅτι ἀκριβεστέρας πληροφορίας θέλω παρέξει τὴν Δευτέραν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπον ἀπ’ ἀρχῆς εἶναι, ὅτι ἐγὼ δὲν ἐγνώριζα τοιοῦτόν τι, οὔτε ἐσύστησα ἐπιτροπήν, διότι τὸ Φρουραρχεῖον ἐξ ἐπαγγέλματος συσταίνει τὰς τοιούτου εἴδους ἐπιτροπάς, πρὸς παραλαβὴν τῶν διαφόρων εἰδῶν. Τί ἔκαμε τὸ Φρουραρχεῖον, σᾶς εἶπα, ὅτι δὲν μοὶ ἐδόθη ὁ ἀπαιτούμενος χρόνος, διὰ νὰ ἐξετάσω, καὶ τὴν προσεχῆ Δευτέραν θέλω σᾶς δώσει ἀκριβεστέρας καὶ εὐρυτέρας πληροφορίας.
§6ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἔν τινι τῶν προηγουμένων συνεδριάσεων, κύριοι, ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου κύριος Ζέρβας ἐπέστησε τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν ἐπί τινος ἀτόπου, τὸ ὁποῖον λαμβάνει χώραν εἰς τοὺς ναυτιλλομένους τοῦ Κράτους, τοῦ ἀτόπου δηλαδὴ νὰ ἐμποδίζωσιν αἱ ἀρχαὶ πολλοὺς ναύτας νὰ ναυτολογῶνται, ἐπὶ τῇ προφάσει, ὅτι ὑπάγονται εἰς τὴν ἐπιστρατείαν καὶ μέλλουσι νὰ κληθῶσιν εἰς τὴν ναυτικὴν ὑπηρεσίαν. Εἰς τρόπον ὥστε, κύριοι, εἰς ὅλους τοὺς λιμένας τοῦ Κράτους πληθὺς ναυτῶν μένουσι σήμερον ἀργοὶ, μὴ δυνάμενοι μήτε τὸ Κράτος νὰ ὑπηρετήσωσι, διότι δὲν ἐπεδόθησαν εἰς αὐτοὺς φύλλα πορείας διὰ νὰ ἐπιστρατευθῶσι, μήτε νὰ ἐργασθῶσι, διὰ νὰ κερδίσωσι τὸν ἄρτον των. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μᾶς εἴπῃ καθαρῶς, ἐὰν αὐτὸς διέταξε τοιοῦτόν τι, καὶ ποῦ τὸ στηρίζει. Ἐπὶ τίνος νόμου τοῦ Κράτους στηριζόμενος, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν καταδικάζει χιλιάδας ἀνδρῶν νὰ μένωσιν ἀργοὶ καὶ ν’ ἀποθάνωσι τῆς πείνης. Αὐτὸ τὸ πρᾶγμα εἶναι ἀνήκουστον.
§7ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΝΑΥΤΙΚΩΝ. Πουθενὰ δὲν ἔγεινε.
§8ΜΙΛΗΣΗΣ. Εἰς τὸν Πειραιᾶ ὑπάρχει πλῆθος τοιούτων ναυτῶν, οἱ ὁποῖοι προσέρχονται καθ’ ἑκάστην παραπονούμενοι πρὸς ἡμᾶς τοὺς βουλευτάς· εἰς τὴν Σύρον ἐπίσης, εἰς τὰς Πάτρας, εἰς ὅλους τοὺς λιμένας τοῦ Κράτους ὑπάρχουσι ναῦται, οἱ ὁποῖοι μήτε νὰ ναυτολογηθῶσι δύνανται, μήτε τοὺς λαμβάνετε ὡς ἐπιστράτους.
§9ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΝΑΥΤΙΚΩΝ. Ὄχι δά.
§10ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὄχι ὄχι δά, ἀλλὰ ναί δά. Ἐὰν ἔχητε λοιπὸν σκοπὸν νὰ τοὺς καλέσητε εἰς ἐπιστράτευσιν, καλέσατέ τους· ἐὰν δὲ νομίζητε, ὅτι δὲν ἐπῆλθεν ἀκόμη ὁ καιρὸς πρὸς τοῦτο, ἀφήσατε τοὺς ἀνθρώπους νὰ ἐργάζωνται.
§11ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΝΑΥΤΙΚΩΝ. Καὶ προχθὲς σᾶς εἶπον, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβῆ ὅσα ἐῤῥέθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἐκλήθησαν εἰς ἐπιστράτευσιν αἱ ἡλικίαι τῶν 22, 23 καὶ 24 ἐτῶν, δυνάμει τοῦ νόμου καὶ τοῦ διατάγματος τοῦ ὑποβληθέντος εἰς τὴν Βουλήν. Αἱ στρατιωτικαὶ ἀρχαὶ διέταξαν τὰς περὶ τούτου προσκλήσεις καὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἄλλων ὁρισμῶν τοῦ νόμου· ἑπομένως εἴπαμεν εἰς τὰς λιμενικὰς ἀρχὰς, ὅτι οἱ ἐπιστρατεύσιμοι τῶν 22, 23 καὶ 24 ἐτῶν δὲν δύνανται νὰ ναυτολογηθῶσιν. Οὐδὲν πλέον τούτου διετάξαμεν, οὔτε ἄλλην ἡλικίαν συμπεριελάβομεν εἰς τὴν ἀπαγόρευσιν ταύτην, οὔτε χιλιάδες ἀνδρῶν ἐμποδίζονται, ἀλλὰ μόνοι οἱ 1,500 ἐπίστρατοι.
§12ΜΙΛΗΣΗΣ. Οἱ ἐμποδιζόμενοι εἶναι πολὺ περισσότεροι· ἀλλ’ ὅσοι καὶ ἂν ἦναι, τοὺς ἐκαλέσατε;
§13ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΝΑΥΤΙΚΩΝ. Μάλιστα.
§14ΜΙΛΗΣΗΣ. Πότε, καὶ τίνι τρόπῳ;
§15ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΝΑΥΤΙΚΩΝ. Καθ’ ἑκάστην ἔρχονται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον φύλλα πορείας (θόρυβος). Ἠμπορεῖ νὰ μὴν ἐδόθησαν εἰς ὅλους, ἀλλὰ τὰ πλεῖστα ἐδημοσιεύθησαν.
§16ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὅταν ναύτης τις παρουσιάζηται εἰς τὴν λιμενικὴν ἀρχὴν, καὶ αὕτη οὔτε τὸν κρατεῖ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους, οὔτε τῷ ἐπιτρέπει νὰ φύγῃ, σᾶς ἐρωτῶ, ποία εἶναι ἡ κατάστασις τοῦ ναύτου τούτου καὶ ποῖος νόμος κανονίζει ἢ ἐπιτρέπει παρομοίαν κατάστασιν;
§17ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΝΑΥΤΙΚΩΝ. Ἐὰν ἔγεινε τοιοῦτόν τι, ἐὰν παρεξετράπη ἀρχή τις, θὰ ἐξετάσω. Ἀλλ’ αὐτὸ διαφέρει τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον συζητεῖται σήμερον.
§18ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Χωρὶς νὰ μεταβάλω τὴν Βουλὴν εἰς Ἄρειον Πάγον, ὡς προχθὲς εἶπέ τις τῶν κυρίων συναδέλφων, ἐπερωτῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν διὰ βραχέων, ἐὰν διέταξε τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως τῆς ἐκδοθείσης ὑπὲρ τοῦ ἐργολάβου Φιλιππίδου, ἐὰν ὁ κεντρικὸς Ταμίας ἐπλήρωσε τὰ χρήματα ταῦτα, τὰ ὁποῖα τὸν ὑποχρεοῖ ἡ ἀπόφασις ἡ τελεσίδικος τοῦ ἐν Ἀθήναις Ἐφετείου.
§19ΚΑΡΔΑΡΑΣ. Εἰς τὸ δικαστήριον τοῦ Ἀρείου Πάγου νὰ τὰ εἴπητε αὐτά.
§20ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ἐὰν ἤξευρες, ὅτι τὸ ἐπερωτᾷν εἶναι πολύτιμον δικαίωμα τῆς Βουλῆς, θὰ ἐσίγας.
§21ΚΑΡΔΑΡΑΣ. Μὰ καὶ δικαστικὰ πράγματα θὰ συζητῇ ἡ Βουλή;
§22ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Δὲν ἐννοεῖς περὶ τίνος πρόκειται· τὸ δικαίωμα τοῦ ἐπερωτᾷν εἶναι δικαίωμα τῆς Βουλῆς, τὸ ὁποῖον στηρίζεται εἰς τὸ ὑπέρτατον αὐτῆς δικαίωμα τοῦ ἐλέγχειν τὰς πράξεις τὰς κυβερνητικάς.
§23ΚΑΡΔΑΡΑΣ. Δὲν εἶναι πρᾶξις αὐτή.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, κύριοι.
§25ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἡ φύλαξις τῶν νόμων δὲν εἶναι πρᾶξις κυβερνητική;
§26ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ἐγὼ λοιπὸν ἐπερωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν διέταξε τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως τοῦ ἐν Ἀθήναις Ἐφετείου, ἐὰν διέταξε τὸν ταμίαν νὰ πληρώσῃ τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ὑποχρεοῦται διὰ τῆς τελεσιδίκου ταύτης ἀποφάσεως, ἢ ἂν ἐννοῇ ν’ ἀκολουθήσῃ τὸ δόγμα, τὸ ὁποῖον ἀνεπτύχθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι αἱ ὁριστικαὶ ἀποφάσεις τῶν ἐφετείων δὲν εἶναι τελεσίδικοι· ἐὰν ἐννοῇ, ὅτι δύναται ν’ ἀρνηθῇ τὴν πληρωμὴν, τότε βεβαίως ἔρχεται ἡ ἀνάπτυξις τοῦ ζητήματος, ἐὰν ἡ τοιαύτη ἀπόφασις ἦναι τελεσίδικος ἢ ὄχι, καὶ ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς εἴπῃ, ὅτι κατὰ τὴν κρίσιν του δὲν εἶναι τελεσίδικος. Ἐγὼ ἠξεύρω, ὅτι τελεσίδικος ἀπόφασις εἶναι πᾶσα ὁριστικὴ ἀπόφασις τοῦ Ἐφετείου, ἥτις ὁριστικῶς περατοῖ τὴν οὐσίαν τῆς δίκης· ἐὰν δὲ αἱ ἀποφάσεις αὗται ὑπόκηνται εἰς τὸ ἔνδικον, ἀλλ’ ἔκτακτον μέσον τῆς ἀναιρέσεως, τοῦτο εἶναι ἀδιάφορον· αἱ ἀποφάσεις αὗται εἶναι ἐκτελεσταί, διότι καὶ αὐταὶ αἱ ἀποφάσεις, αἱ ὁποῖαι κυροῦνται ἀπὸ τὸν Ἄρειον Πάγον, καὶ αὐταὶ προσβάλλονται δι’ ἀνακοπῆς τρίτου, ἀλλὰ δὲν θὰ εἴπῃ διὰ τοῦτο, ὅτι δὲν εἶναι ἐκτελεσταί· ὅλαι αἱ ὁριστικαὶ ἀποφάσεις τῶν Ἐφετείων εἶναι ἐκτελεσταί. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μᾶς ἀπαντήσῃ διὰ βραχέων.
§27ΚΑΤΡΙΒΑΝΟΣ. Ὁ Κ. Μαυρομαρᾶς.......
§28ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ἐγὼ ἐπερωτῶ τὸν κ. Ὑπουργόν.
§29ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Θ’ ἀπαντήσω καὶ ἐγώ· ἀλλ’ ἂς ὁμιλήσῃ ὁ κ. Κατριβάνος.
§30ΚΑΤΡΙΒΑΝΟΣ. Πρὸς ἐκτέλεσιν ἀποφάσεώς τινος τοῦ Ἐφετείου, Φιλιππίδης τις, ἐργολάβος, κατέσχεν εἰς χεῖρας τοῦ κ. Αὐγερινοῦ καὶ τοῦ κ. Γιαννοπούλου, ὡς διαχειριστῶν τοῦ λιμενικοῦ ταμείου Κατακώλου, περιουσίαν τοῦ ταμείου τούτου, ὅπως ἐξ αὐτῆς πληρωθῇ τὸ ἐπιδικασθὲν εἰς τὸν κατασχόντα ποσόν. Ἤδη δικαστικὴ ἀπόφασις θὰ διατάξῃ, ἐὰν οἱ διαχειρισταὶ οὗτοι πρέπῃ νὰ πληρώσωσιν ἢ οὔ. Ἀπορῶ λοιπὸν πῶς τὸ ὅλως δικαστικὸν τοῦτο ζήτημα φέρεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς δι’ ἐπερωτήσεως, ἀφοῦ ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἐφετείου ἐξετελέσθη, ὑπολείπεται δὲ νὰ διαταχθῇ ἡ πληρωμὴ διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως ἐπὶ τῆς γενομένης κατασχέσεως.
§31ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.) Ἀληθῶς ὁ ἐργολάβος κ. Φιλιππίδης ἔχει εἰς χεῖράς του ἀπόφασιν τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν, ἥτις καταδικάζει καὶ τὸν κεντρικὸν ταμίαν ὡς τρίτον νὰ πληρώσῃ τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Τήνου κ. Μαυρομαρᾶς. Ἀλλ’ εἰς τὸ κεντρικὸν ταμεῖον χρήματα τοῦ λιμενικοῦ ταμείου Κατακώλου δὲν ὑπάρχουν, ἑπομένως ὁ κεντρικὸς ταμίας δὲν δύναται νὰ κάμῃ τὴν πληρωμὴν ταύτην ἐν ὀνόματι τοῦ Δημοσίου· δὲν παρουσιάσθη δὲ εἰς τὸ Δικαστήριον, διὰ νὰ κάμῃ τὴν ἀπαιτουμένην δήλωσιν, διότι εἶχε τὴν πεποίθησιν, ὅτι, ἅμα ἤθελε καταδικασθῆ ἡ λιμενικὴ ἀρχὴ τοῦ Κατακώλου νὰ πληρώσῃ τὸ ποσὸν τοῦτο, ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ἤθελε τὸ πληρώσει, καθόσον ἔχει εἰς χεῖράς της πολλὰ κεφάλαια, καὶ οὐδεμίαν δυσκολίαν ἤθελε παρουσιάσει. Ἀφοῦ ὅμως συνέβη τὸ ἐναντίον καὶ κατεδικάσθη ὁ ταμίας νὰ πληρώσῃ, ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἐπιτρέψω ἄνευ ἀδείας τῆς Βουλῆς νὰ γείνῃ αὐτὴ ἡ πληρωμὴ ἀπὸ τὰ χρήματα τοῦ δημοσίου ταμείου. Ὁ ταμίας εἶναι ὑπόχρεως, ἐὰν ἡ ἐπιτροπὴ παρουσιάσῃ δυσκολίας, νὰ τὰ πληρώσῃ ἐξ ἰδίων του· ἐὰν δὲ θεωρηθῇ τὸ δημόσιον ὑπεύθυνον διὰ τὴν ὑπαιτιότητα ταύτην τοῦ ταμίου, τότε εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ φέρω νόμον εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ ζητήσω τὴν ἀναγκαίαν πίστωσιν, διὰ νὰ γείνῃ ἡ πληρωμὴ αὕτη.
§32ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Παρακαλῶ, κ. ὑπουργέ· τὸ ζήτημα αὐτὸ ὑπεβάλετε εἰς τὸν Δικαστικὸν Σύμβουλον;
§33ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Δὲν τὸ ὑπέβαλον, οὔτε νομίζω, ὅτι ἔχω ἀνάγκην νὰ τὸ ὑποβάλω, διότι εἶναι λογιστικόν, καὶ τὸ κρίνω μόνος μου.
§34ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ἐὰν ὑμεῖς ἀγνοῆτε ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τί ἔλαβε χώραν, θὰ σᾶς τὸ εἴπω ἐγώ. Ἡ κατάσχεσις ἐγένετο εἰς χεῖρας τοῦ Δημοσίου, καὶ ὁ ταμίας ἔκαμε δήλωσιν, ὅτι ἔχει χρήματα τοῦ λιμενικοῦ ταμείου.
§35ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Εἶναι εἰς ἔντοκα γραμμάτια.
§36ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Μάλιστα, τὰ χρήματα αὐτὰ εἶναι εἰς ἔντοκα γραμμάτια· τί ὤφειλε λοιπὸν νὰ κάμῃ ὁ ταμίας; Ἐγὼ παραπονοῦμαι διὰ τὴν παράβασιν τοῦ νόμου, καὶ διότι οἱ ὑπουργοὶ δὲν φροντίζουν περὶ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου· δὲν μεταβάλλω τὴν Βουλὴν εἰς Ἄρειον Πάγον, ἀλλὰ ζητῶ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου. Τί ἔπρεπε λοιπὸν νὰ κάμῃ ὁ ταμίας; Τὰ γραμμάτια αὐτὰ ἀνανεοῦνται κατὰ τριμηνίαν· ἀφοῦ λοιπὸν ἐδήλωσεν, ὅτι ἔχει χρήματα τοῦ λιμενικοῦ ταμείου, ἔπρεπε κατὰ τὴν γενομένην πρώτην ἀνανέωσιν τῶν γραμματίων νὰ κρατήσῃ τόσον ποσὸν ὑπὸ παρακαταθήκην, ὅσον ἦτο τὸ ποσὸν τὸ κατασχεθέν. Διὰ τοῦτο σήμερον δὲν δύναται ν’ ἀπαλλαγῇ, εἰς οἱονδήποτε δικαστήριον καὶ ἂν προσφύγῃ· διὰ τοῦτο καὶ ἡμεῖς ἐκάμαμεν αἴτησιν θεραπείας κατὰ τοῦ Δημοσίου. Τώρα εἶπον καὶ ἄλλοτε καὶ εἰς τὴν προηγουμένην ἐπερώτησίν μου, ὅτι διὰ τῆς τοιαύτης διαγωγῆς της ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπὴ Κατακώλου ζημιοῖ καὶ τὸ Δημόσιον, διότι ἐκείνη μὲν πληρώνει τόκον 12% ἀρνουμένη τὴν πληρωμήν, τὸ δὲ δημόσιον κινδυνεύει νὰ πληρώσῃ χρήματα, τὰ ὁποῖα δὲν πρέπει. Λέγω λοιπὸν σήμερον ἐγὼ, ὅτι δὲν ὑπάρχει κανὲν νόμιμον κώλυμα καὶ δικαιολόγημα, διὰ ν’ ἀρνῆσθε τὴν πληρωμὴν τῶν χρημάτων, καὶ ὅτι ὀφείλετε νὰ διατάξητε τὸν ταμίαν νὰ πληρώσῃ.
§37ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Τὸν διέταξα· ἀλλὰ πῶς νὰ πληρώσῃ;
§38ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Νὰ διατάξητε τὸν ταμίαν ἐξ αὐτῶν τῶν ἐντόκων γραμματίων νὰ κρατήσῃ ὅσον ποσὸν ὀφείλει νὰ πληρώσῃ.
§39ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Αὐτὸ θὰ τὸ κάμῃ καὶ χωρὶς νὰ τὸν διατάξω.
§40ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Πρὸ ἡμερῶν ἐν ἀπουσίᾳ μου ἔφερον τὸ ζήτημα τῆς φερεγγυότητος· ὅστις ἔχει τελεσίδικον ἀπόφασιν, δὲν ἔχει ἀνάγκην ἐγγυήσεως. Λέγω δὲ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι ὁ Φιλιππίδης, μ’ ὅλην τὴν δυστυχίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει, προσφέρεται ν’ ἀφήσῃ δι’ ἀσφάλειαν τοῦ ταμίου ὅλους τοὺς τόκους 45,000 δραχμῶν, καὶ νὰ τοῦ δώσῃ μόνον τὸ κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναφαίρετον ἀπ’ αὐτόν, καὶ πᾶν δικαστήριον θὰ τοῦ τὸ δώσῃ, διότι εἶναι τὸ κεφάλαιον τῆς ἐργασίας του.
§41ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ διασύρηται ἡ ὑπόληψις τοῦ λιμενικοῦ ταμείου, τὸ ὁποῖον δὲν ἠδίκησεν ἕως τώρα κανένα· ἀπεναντίας ὑπάρχει ἀπόδειξις, ὅτι ἀπὸ τὸ λιμενικὸν ταμεῖον πολλοὶ ἐπῆραν χρήματα, καὶ ἴσως καὶ ἀδίκως. Ἕν μόνον πρᾶγμα κακὸν κάμνει ἡ ἐπιτροπή, κατ’ ἐμὴν κρίσιν, ὅτι δὲν ἐφρόντισε νὰ συμβιβάσῃ τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν, διότι ὁ Φιλιππίδης προσφέρεται νὰ συμβιβασθῇ, διότι δυστυχῶς αἱ ὑποθέσεις, αἱ ὁποῖαι ἀνήκουν εἰς τὸ δημόσιον καὶ εἰς ἰδιῶτα ταμεῖα, δὲν διεξάγονται ὅπως τὰς διεξάγει ἕνας, ὅστις ἐξακολουθεῖ ἀδιακόπως ἐν γένει νὰ καταγίνηται. Ἐξεδόθη μία ἀπόφασις ἀπὸ τὸ Ἐφετεῖον, ἡ ὁποία κατεδίκασε τὸ λιμενικὸν ταμεῖον εἰς ἓν ποσὸν ὑπέρογκον. Ἡ ἐπιτροπὴ ἔχει τὴν ἰδέαν, ὅπως καὶ ὁ τόπος, ὅτι ἀδικεῖται εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, καὶ ἀπεφάσισε νὰ τὴν φέρῃ εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, διότι προχθὲς μόλις ἐκοινοποιήθη ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἐφετείου. Δὲν ὑπάρχει καμμία πρόθεσις, διὰ νὰ ἀδικηθῇ ὁ κ. Φιλιππίδης· ἓν μόνον μὲ λυπεῖ, διότι ὁ κ. Μαυρομαρᾶς, ἀφοῦ παρῆλθε τόσος καιρός, δὲν περιμένει νὰ παρέλθουν 15 ἕως 20 ἡμέραι ἀκόμη, διὰ νὰ ἀποπερατωθῇ ἡ ὑπόθεσις αὐτὴ ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ ἐὰν ὁ Ἄρειος Πάγος παραδεχθῇ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐφετείου, τότε νὰ δικαιωθῇ ὁ κ. Φιλιππίδης. Ἄλλως, ἐὰν ἀνατρέψῃ τὴν ἀπόφασιν τοῦ ἐφετείου ὁ Ἄρειος Πάγος, ἂς μοῦ εἴπῃ ὁ κ. Μαυρομαρᾶς, εἶναι εἰς κατάστασιν ὁ κ. Φιλιππίδης ν’ ἀποζημιώσῃ τὸ λιμενικὸν ταμεῖον 400,000 δραχμάς; Ἂς δώσῃ μίαν ἐγγύησιν ἐνώπιον τοῦ Συμβολαιογράφου ὁ κ. Μαυρομαρᾶς, ὅτι, ἐὰν ἀκυρώσῃ ὁ Ἄρειος Πάγος τὴν ἀπόφασιν ταύτην τοῦ Ἐφετείου καὶ δικαιώσῃ τὸ λιμενικὸν ταμεῖον, ὅτι δύναται νὰ τὸ ἀποζημιώσῃ, καὶ τότε μάλιστα. Νομίζω λοιπόν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ σπεύδῃ ὁ κ. Μαυρομαρᾶς,) ἀλλὰ πρέπει νὰ περιμείνῃ, ὅπως ἐκδώσῃ τὴν ἀπόφασίν του καὶ ὁ Ἄρειος Πάγος.
§42ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετά, ἀρκετά.
§43ΖΕΡΒΑΣ. Χθές, μετὰ τὰς γενομένας παρατηρήσεις ἐπὶ τῶν αἰτήσεων περὶ ἐξαιρέσεων τῶν ἐπιστράτων κατὰ θάλασσαν, ὑπεβλήθη νομοσχέδιον περὶ τούτου· ἐξ ὅσων δὲ ἀνέφερεν ὁ κ. Μίλησης, ἐγένετο δὲ λόγος καὶ εἰς ἄλλην συνεδρίασιν, εἶναι φανερὸν τί ὑποφέρουν οἱ καλούμενοι εἰς ἐπιστράτευσιν καὶ τί ὅσοι ἔχουν δικαίωμα ἀπαλλαγῆς. Κατὰ συνέπειαν χθὲς ἀπεφάσισεν ἡ Βουλὴ νὰ τυπωθῇ τὸ νομοσχέδιον καὶ νὰ συζητηθῇ εἰς ά ἀνάγνωσιν. Παρακαλῶ λοιπὸν ν’ ἀναγνωσθῇ σήμερον.
§44ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§45ΕΤΕΡΟΙ. Τὴν Δευτέραν.
§46ΡΟΥΦΟΣ. Ὅταν ἐσυζητεῖτο τὸ περὶ ἀποστράτων νομοσχέδιον, εἶχον ὑποβάλει τροπολογίαν περὶ ἀνακλήσεως ἀξιωματικῶν ἐκ τῶν ὑπηρετησάντων ἐν τῷ στρατῷ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶχεν ἀποδεχθῆ τὴν τροπολογίαν ἐκείνην, ἀλλ’ ἠθέλησε νὰ λάβῃ μόνον περισσοτέρας πληροφορίας· ὡς ἐκ τούτου ἀνεκάλεσα τὴν τροπολογίαν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλα κατόπιν ὡς αὐτοτελῆ πρότασιν νόμου. Ἡ πρότασίς μου αὕτη, ἀφοῦ ἐξετελέσθησαν αἱ διατάξεις τοῦ κανονισμοῦ, ἐνεγράφη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ὑπὸ ἕνα μὲν τῶν πρώτων ἀριθμῶν χθές, σήμερον δὲ κατωτέρω. Παρακαλῶ λοιπόν, ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις, νὰ γείνῃ δεκτὴ εἰς ά. ἀνάγνωσιν. Ἔφερον μάλιστα καὶ ἀντίγραφον τῆς ἀποφάσεως, ὅπως ἡ Βουλὴ ἦναι ἐν γνώσει διατί κατεδικάσθησαν ἐκεῖνοι οἱ ἀξιωματικοί.
§47ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.) Ὅταν ὑπεβλήθη ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος πρότασις, εἶπον, ὅτι οὔτε δύναμαι νὰ ἀποδεχθῶ, οὔτε νὰ ἀρνηθῶ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔδωκεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Πατρῶν περὶ τῆς προκειμένης προτάσεως. Ἔκτοτε ἠρεύνησα καὶ ἐξήτασα, καὶ νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ κατατεθῇ ὁ φάκελλος ὁ ἀφορῶν τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν, καὶ μετὰ ταῦτα, ἀφ’ οὗ λάβῃ γνῶσιν καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ὁ ὑποβαλὼν τὴν πρότασιν, θὰ σκεφθῶμεν, ἐὰν τοιαύτην πρότασιν δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐπεκτάσεως τῶν διατάξεων τοῦ ἀπὸ 8 Αὐγούστου 1880 Β. Διατάγματος περὶ ἀναβολῆς κατατάξεως ἐν τῷ στρατῷ καὶ διὰ τὴν κατὰ θάλασσαν ἐπιστρατείαν.
§49Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἶμαι ἐναντίος, ἂν καὶ φίλος μου ἔφερε τὴν πρότασιν. Ἡ πρωτίστη ἐγγύησις τῶν μειοψηφιῶν ἐν τῇ Βουλῇ εἶναι ἡ τήρησις τοῦ κανονισμοῦ, ὁ ὁποῖος τίθεται ὑπὸ τὴν προστασίαν πρὸ πάντων τοῦ προέδρου. Δὲν δύναται λοιπόν, κ. Πρόεδρε, κανὲν νομοσχέδιον νὰ συζητηθῇ, πρὶν τυπωθῇ. Ἅμα καὶ αὐτὴν τὴν ἐγγύησιν ἀφαιρέσωμεν, τετέλεσται.
§50ΜΙΛΗΣΗΣ. Πρὸ πάσης διατάξεως τοῦ κανονισμοῦ κεῖται ἡ ἀξιοπρέπεια τοῦ Σώματος. Τὸ Σῶμα ἀπεφάσισε νὰ γείνῃ ἡ πρώτη συζήτησις, καὶ ἂν δὲν γείνῃ αὕτη, καταπατεῖται μία ἀπόφασις τοῦ Σώματος, τὸ ὁποῖον θὰ φανῇ, ὅτι ἄλλα ἀπεφάσισε χθὲς καὶ ἄλλα ἀποφασίζει σήμερον, καὶ ἄλλα ἐπιφυλάσσεται νὰ ἀποφασίσῃ αὔριον. Αὐτὸ δέ, τὸ ὁποῖον ἔκαμε τόσην ἐντύπωσιν εἰς τὸν κ. Πετιμεζᾶν, συμβαίνει καθ’ ἑκάστην πολλάκις διὰ τὸ κατεπεῖγον ἡ Βουλὴ προέβη εἰς τὴν ἀνάγνωσιν πολλῶν νομοσχεδίων πρὶν τυπωθῶσιν. Ἐπὶ τούτου δὲ οὐδεμία θέλει γείνει συζήτησις, ἑπομένως ἡ μὴ τύπωσις αὐτοῦ δὲν θὰ φέρῃ οὐσιαστικήν τινα βλάβην. Ὁ κ. Πετιμεζᾶς, ἂν ἔχῃ ἀντίῤῥησιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, δύναται νὰ φέρῃ ταύτην εἰς τὴν βʹ. καὶ γʹ. συζήτησιν, ὅτε τὸ νομοσχέδιον θὰ ἦναι τυπωμένον. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ σεβασθῇ τὴν ἰδίαν αὑτῆς ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβε χθὲς, καὶ νὰ προβῇ ἀμέσως εἰς τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου.
§51Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν εἶναι οὔτε πρώτη, οὔτε δευτέρα, οὔτε ἑκατοστὴ φορά, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ ζήτημα τοῦτο ἠγέρθη ἐν τῇ Βουλῇ, ἀπορῶ δὲ πῶς ὁ κ. Μίλησης καὶ ὁ κ. Δουζίνας, ἀντιπολιτευόμενοι, θέλουν τὴν παραβίασιν τοῦ Κανονισμοῦ καὶ τὴν ἀφαίρεσιν τῆς ἐγγυήσεως, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ μειονοψηφία πρὸς συζήτησιν καὶ ὑπεράσπισιν τῶν δικαιωμάτων αὑτῆς. Οὔτε τὸ Προεδρεῖον, οὐδ’ αὐτὴ ἡ Βουλὴ δύναται, ἐφ’ ὅσον ἰσχύει ὁ Κανονισμός, νὰ μεταβάλῃ τὰς διατάξεις αὐτοῦ. Ἄν νομίζωσιν, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη τοῦ Κανονισμοῦ εἶναι περιττή, ἂς φέρωσι πρότασιν περὶ τροποποιήσεως αὐτῆς· ἐφ’ ὅσον ὅμως δὲν μεταβληθῇ προσηκόντως, πρέπει νὰ ἐκτελῆται.
§52ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ὅταν ἐπικαλῆσθε τὸν Κανονισμόν, ἐπικαλεῖσθε τὴν διάταξιν, ἥτις ἐπιβάλλεται παρ’ ἄλλου αὐθέντου ἐπὶ τοῦ Σώματος τούτου, ἢ αὐτὸ τοῦτο εἶναι ὁ αὐθέντης καὶ δημιουργὸς τοῦ Κανονισμοῦ; Ἐὰν ἔχωμεν αὐθέντην, ὅστις μᾶς λέγει οὕτω νὰ ἐργάζεσθε, ἐννοῶ, ὅτι ὁ Κανονισμὸς εἶναι τηρητέος ὡς τὸ Κοράνιον· ἀλλ’ ὅταν ἡμεῖς ἤμεθα οἱ δημιουργοὶ τοῦ Κανονισμοῦ, ἡμεῖς, τὸ Σῶμα τὸ κυρίαρχον, τὸ ὁποῖον μόνον μίαν ἀδυναμίαν ἔχει, νὰ μὴ δύναται νὰ μεταβάλλῃ τοὺς νόμους τῆς φύσεως, πῶς δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι δὲν μᾶς εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἐπιληφθῶμεν ὁμοθύμως νομοθετήματος ἀπολύτου ἀνάγκης, ἀλλ’ ὅτι δεσμευόμεθα ὑπὸ τῆς τυπώσεως, καὶ νὰ εἴπωμεν εἰς τοὺς συμπολίτας μας: σταθῆτε, γογγίζετε, δὲν ἐτυπώθη ἀκόμη τὸ νομοσχέδιον. Οὕτω πως χάνομεν πᾶσαν σπουδαιότητα, μεταβαλλόμεθα εἰς εἰκόνα, καὶ οὐχὶ εἰς Σῶμα κυρίαρχον. Καὶ ποῖον ἐχέγγυον ἡ μειονοψηφία ἀπεκδέχεται ἐκ τῆς τοιαύτης τοῦ Κανονισμοῦ διατυπώσεως; Καὶ τί ἐκέρδησεν ἡ πλειοψηφία, ἐὰν συζητηθῇ καὶ τί ἀπώλεσεν ἡ μειονοψηφία; οὐδέν. Τὸ ἐχέγγυον διὰ τὴν μειοψηφίαν ἐκ τῆς τηρήσεως τοῦ Κανονισμοῦ τὸ ἐννοῶ, ὅταν ὑφίσταται διάστασις ἐν τῇ Βουλῇ· ἀλλ’ ὅταν ὁμοθύμως ἡ Βουλὴ στέργῃ, οὐδὲν τὸ κωλῦον· ἄλλως τε τὸ ἐχέγγυον, κύριοι, καὶ τὸ συμφέρον τὸ παρουσιάζει ὁ ἀριθμὸς, ὁ ὄγκος, ἡ ὕλη, καὶ οὐχὶ ὁ Κανονισμός. Ὅταν ἡ Βουλὴ ἐν τῇ κυριαρχίᾳ της λέγῃ νὰ ἀναγνωσθῇ, διότι ἀφορᾷ σπουδαῖον καὶ ζωτικώτατον ζήτημα, ὀφείλει νὰ ἀναγνωσθῇ, καὶ ὁ Κανονισμὸς δὲν εἶναι εἰμὴ χάρτης ἄγραφος.
§53ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὀφείλω νὰ δηλώσω, ὅτι τὸ ἐπ’ ἐμοὶ δὲν προβαίνω ὅσον ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου ὁ προαγορεύσας. Δέχομαι, ὅτι ὁ Κανονισμὸς εἶναι ἡ ἐγγύησις τῆς μειονοψηφίας καὶ πρέπει νὰ χρησιμεύῃ ὡς κανὼν τῶν συζητήσεων τοῦ Σώματος· ὁμολογῶ, ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ὁ πρόεδρος, ὑπὸ τὴν ἰδιαιτέραν ἐγγύησιν τοῦ ὁποίου διατελεῖ ὁ Κανονισμός, ὀφείλουν νὰ τηρῶσιν αὐτὸν πάντοτε καὶ μετὰ πάσης ἀκριβείας. Ἀλλὰ δὲν ἀπήντησαν εἰς τὸ ἐπιχείρημα τὸ ὁποῖον ἀντέταξα. Ποῦ ἦτο χθὲς ὁ κ. Πετιμεζᾶς, ὅταν τὸ Σῶμα ἀπεφάσισε νὰ γείνῃ ἡ πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου; Τώρα ἔχομεν πλέον ἀπόφασιν, τώρα εὑρισκόμεθα μεταξὺ τοῦ Κανονισμοῦ καὶ μιᾶς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, ἀποφάσεως, ἥτις εἶνε σεβαστή. Ἄν ὁ κ. Πετιμεζᾶς χθὲς, ὅτε ἐπροτάθη νὰ γείνῃ ἡ πρώτη ἀνάγνωσις, ὑπέβαλλε τὰς ἀντιῤῥήσεις του, τὸ Σῶμα ἠδύνατο νὰ σκεφθῇ καὶ νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ κατ’ ἐξαίρεσιν τὴν αʹ συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου· διὰ τὴν σήμερον ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη ἤδη, καὶ ἡμεῖς ζητοῦμεν τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεώς της. Ποίαν ἰσχὺν λοιπὸν ἔχει ὁ νῦν προβαλλόμενος Κανονισμός; Ἡ ἔνστασις ἔρχεται ἐντελῶς παρακαίρως, καὶ ἔρχεται, ἵνα καταστρέψῃ τὸ κῦρος μιᾶς ἀποφάσεως τοῦ Σώματος. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ἐν ὀνόματι τῆς ἰδίας αὐτῆς ἀξιοπρεπείας, νὰ σεβασθῇ τὴν ἰδίαν αὐτῆς ἀπόφασιν καὶ νὰ προβῇ εἰς τὴν αʹ συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως ἔπραξε καὶ ἐπὶ πολλῶν ἄλλων νομοσχεδίων, πολὺ ὀλιγώτερον κατεπειγόντων ἢ ὅσον τὸ προκείμενον.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον ἐστάλη εἰς τύπωσιν· ἀλλ’ ἐπειδὴ τὸ τυπογραφεῖον εἶχεν ἐργασίας, δὲν ἐπρόφθασε νὰ τυπωθῇ. Εἶναι ὀλίγαι μόνον γραμμαί, καὶ πιστεύω, ὅτι ἐντὸς τῆς συνεδριάσεως σήμερον θὰ διανεμηθῇ, καὶ τότε προβαίνομεν εἰς τὴν αʹ ἀνάγνωσιν κανονικῶς. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ συνόλου τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας. (Ἐπιψηφίζεται δι’ ἀναστάσεως.) Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τῆς συμβάσεως περὶ τοῦ Βαυαρικοῦ δανείου.
§55Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Γνωρίζω, κύριοι, τὴν μειοψηφίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ γνώμη μου, μὲ ὅλην τὴν λεπτομερῆ ἀνάπτυξιν, ἣν ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένου εἰς τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν ἔκαμα, μ’ ὅλα ταῦτα θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ ὑποστηρίξω ταύτην μέχρι τέλους μὲ ὅλα τὰ μέσα τὰ δυνάμενα νὰ ἀποδείξωσι τὴν βασιμότητα τῶν διϊσχυρισμῶν μου. Χθὲς κατετέθη ἡ ἔκθεσις τοῦ ἀντιπροσώπου, τὸν ὁποῖον ἔστειλεν ἡ κυβέρνησις εἰς τὸ Μόναχον κ. Στράϊτ, ἵνα διαπραγματευθῇ τὴν σύμβασιν αὐτήν. Ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς καθὼς καὶ οἱ πρώην καὶ νῦν πρωθυπουργοὶ εἶπον, ὅτι ἐστηρίχθησαν εἰς τὰ ἔγγραφα καὶ εἰς ὅ,τι τὸ ἐλεγκτικὸν συνέδριον τῆς Ἑλλάδος ἀπεφάσισε δι’ αὐτὸ τὸ χρέος, τὸ ὁποῖον ὀφείλομεν νὰ πληρώσωμεν εἰς τοὺς κληρονόμους τοῦ ἀειμνήστου Βασιλέως τῆς Βαυαρίας Λουδοβίκου.
§56ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ ἐλεγκτικὸν συνέδριον ἀπεφάσισε μόνον περὶ τοῦ κεφαλαίου.
§57ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Αὐτὸ λέγω καὶ ἐγώ, διότι βλέπω ἐν τῇ συζητήσει μετὰ τοῦ ἀντιπροσώπου τοῦ νῦν βασιλέως τῆς Βαυαρίας καὶ τοῦ ἰδικοῦ μας, ὅστις, ὁμολογῶ, διεξήγαγεν ὑποστηρίξας μετὰ πολλῆς προσοχῆς τὰ δικαιώματα τῆς Ἑλλάδος καὶ τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἀνέλαβεν ὁ πατὴρ τοῦ μακαρίτου Ὄθωνος εἰς τὸ ἐν Λονδίνῳ συγκροτηθὲν συμβούλιον, τὸ ἐκλέξαν τὸν υἱόν του ὡς βασιλέα τῆς Ἑλλάδος. Αἱ ἐνστάσεις, τὰς ὁποίας ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ βασιλέως τῆς Βαυαρίας ἔφερε κατὰ τῶν ὑποχρεώσεων, ἃς ἀνελάμβανεν ὁ πάππος του, ἐστοίχιζον εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην 2½ ἑκατομμυρίων δαπάνην, αἱ ἐνστάσεις λέγω αὗται εἶναι δύω. Ἡ μία εἶναι ὅλως στρεψόδικος, διότι λέγει, ὅτι ὁ βασιλεὺς τῆς Βαυαρίας συνεβλήθη μὲ τὴν ἐπιτροπὴν τὴν ἐν Λονδίνῳ, καὶ ὅτι δὲν δύναται ἡ Ἑλλὰς νὰ ἀντλήσῃ ἐκ τῆς συνθήκης ταύτης δικαιώματα, χωρὶς οὗτος νὰ ἐνθυμηθῇ, ὅτι ἡ ἐν Λονδίνῳ ἐπιτροπὴ συνεβάλλετο ὡς πληρεξούσιος καὶ ἐν ὀνόματι τῆς Ἑλλάδος, ἥτις τῇ ἀνέθηκε νὰ ἐκλέξῃ τὸν βασιλέα της. Ἡ δευτέρα εἶναι παράδοξον ἐπιχείρημα, δηλαδή, ὅτι μετὰ τὴν συνθήκην τὴν ἐν Λονδίνῳ, ἥτις ἐπέβαλε τὰς ὑποχρεώσεις εἰς τὸν βασιλέα τῆς Βαυαρίας, ἐγένοντο ἕτεραι ἐν Μονάχῳ μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Βαυαρίας, ἐκ τῶν ὁποίων αἱ πρῶται ὑποχρεώσεις ἀνῃροῦντο. Ποῖαι, κύριοι, εἶναι αἱ δύο συνθῆκαι; Εἶναι ἡ τῆς 1 Νοεμβρίου καὶ 9 Δεκεμβρίου τοῦ 1832, ὥστε ἡ ἀντιβασιλεία ἐπάτησεν εἰς τὴν Ἑλλάδα μετὰ τοῦ βασιλέως τὴν 25 Ἰανουαρίου τοῦ 1833. Ποῖοι ἦσαν οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Ἑλλάδος; Ὁ Κόβελ καὶ ἕτερος Βαυαρός, ὃν δὲν ἐνθυμοῦμαι, ἀντιπροσωπεύοντες ποῖον; τὸν βασιλέα τῆς Βαυαρίας Λουδοβῖκον μὲ ποῖον ἐσυνθηκολόγουν; μὲ τὸν Γκίζην ὑπουργὸν τῶν ἐξωτερικῶν τῆς Βαυαρίας ὡς πληρεξούσιον τοῦ αὐτοῦ βασιλέως τῆς Βαυαρίας Λουδοβίκου, ὅ ἐστὶ «Γιάννης κερνᾷ καὶ Γιάννης πίνει». Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι συνηλλάττετο ὁ βασιλεὺς τῆς Βαυαρίας μὲ τὸν βασιλέα τῆς Βαυαρίας, λοιπὸν εἶναι ὀρθὸν νὰ μεταβληθῶσιν αἱ ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἀνελάμβανεν ὁ βασιλεὺς τῆς Βαυαρίας ἐνώπιον τῶν πληρεξουσίων τῶν τριῶν δυνάμεων, οἱ ὁποῖοι ἦσαν πληρεξούσιοι τῆς Ἑλλάδος καὶ εἶχον καθῆκον νὰ διαγράψωσι τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ὤφειλεν ὁ βασιλεὺς νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα, εἶναι ἀσθενέστεραι ἐκεῖναι αἱ ὑποχρεώσεις ἀπὸ ἐκείνας τὰς θυσίας, ἃς ἀνελάμβανεν ἡ Ἑλλὰς διὰ τοῦ βασιλέως Λουδοβίκου συναλλαττομένου πρὸς τὸν βασιλέα Λουδοβῖκον; Βλέπετε, κύριοι, ὅτι ὁ σεβαστός μοι καθηγητὴς καὶ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀττικῆς δὲν εἶχε καλῶς πληροφορηθῆ; Δὲν συνηλλάχθη ἡ Ἑλλὰς μὲ τὴν Βαυαρίαν, ἀλλ’ ἡ Βαυαρία μὲ τὴν Βαυαρίαν. Τότε ἠδύναντο αὐταὶ αἱ συνθῆκαι αἱ ἐν Βαυαρίᾳ γενόμεναι νὰ ἔχουν κἄποιαν ὑπόστασιν κατὰ τῆς Ἑλλάδος, ἂν, ὅτε ἡλικιώθη ὁ Ὄθων καὶ εἶχε συστηθῆ τὸ συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας, τὸ ὁποῖον συνέκειτο ἀπὸ Ἕλληνας ἐπισήμους, ἂν παρουσιάζοντο τότε τοὐλάχιστον αἱ ῥηθεῖσαι συνθῆκαι καὶ ἐνεκρίνοντο ἀπὸ τὸ συμβούλιον αὐτὸ, διότι ἀνελαμβάνομεν καὶ ἡμεῖς μίαν ὑποχρέωσιν, ἐπειδὴ, ὅπως εἶπον καὶ προχθὲς, ἡ ἐνηλικιότης τοῦ βασιλέως Ὄθωνος ὑποχρεοῖ τὴν Ἑλλάδα, διότι ὁ βασιλεὺς Ὄθων ἦτο πλέον Ἕλλην. Ἀλλ’ ἡμεῖς δυνάμεθα πάλιν νὰ ζητήσωμεν ἐν ὀνόματι τοῦ βασιλέως Ὄθωνος ἀπὸ τοὺς κληρονόμους τοῦ κηδεμόνος του Λουδοβίκου λογαριασμὸν τῆς διὰ τῆς ἀντιβασιλείας διαχειρίσεώς του. Ἔπειτα καὶ αὐτὸς ὁ βασιλεὺς Ὄθων εἶναι ὑπεύθυνος ἀπέναντι τοῦ Ἔθνους, διότι ἐβασίλευσεν ἄνευ Συντάγματος καὶ δικαιοῦται ἡ Ἑλλὰς νὰ ζητήσῃ λογαριασμὸν τῆς διαχειρίσεώς του ἀπὸ τοὺς κληρονομήσαντας αὐτὸν (διότι ἀφῆκε περιουσίαν)· καὶ συμπίπτει νὰ ὦσιν οἱ αὐτοὶ κληρονόμοι οἱ καὶ τοῦ πατρός του, πρὸς οὓς θὰ πληρώσωμεν ἡμεῖς σήμερον. Λέγω λοιπὸν, ὅτι δὲν ἐτόλμησαν νὰ φέρωσι τὸ ζήτημα αὐτὸ εἰς τὸ συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας, ἂν καὶ εἶχε μόνον συμβουλευτικὴν καὶ οὐχὶ ἀποφασιστικὴν ψῆφον, διότι δὲν ἦσαν τόσον εὔκολοι, ταπεινοὶ καὶ φίλαρχοι οἱ συγκροτοῦντες τὸ σοβαρὸν ἐκεῖνο συνέδριον, ὅπως τοὺς ἐζωγράφισεν ὁ κ. Καλλιγᾶς εἰς τὴν προηγουμένην συζήτησιν, καὶ μάλιστα τὸν Ζαΐμην, ὅστις κατὰ τὸν κ. Καλλιγᾶν ἀπὸ φιλαρχίαν ἐλάλησεν ὑπὲρ τῶν Βαυαρῶν. Ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ πιστεύσῃ τις, ὅτι ὁ γνωστὸς διὰ τὴν μεγαλοφροσύνην του Ζαΐμης, ἕνεκα φιλαρχίας, εἶπεν, ὅτι εἶχεν ἀνάγκην ἡ Ἑλλὰς τῶν Βαυαρῶν.
§58ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶπεν ὁ κ. Καλλιγᾶς, ὅτι ἐκ φιλαρχίας τὸ εἶπεν, ἀλλ’ ἐκ πεποιθήσεως.
§59ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Εἶπεν, ὅτι ἐσκέφθησαν, ὅτι, φεύγοντος τοῦ Ῥυρτχὰρτ προτείναντος τὴν ἀπέλασιν τῶν Βαυαρῶν, θὰ λάβωσιν αὐτοὶ τὴν θέσιν του, ὅπως τοὺς ἔπεισεν ὁ Παναγιώτης Σοῦτσος, ὅστις εἰς ἐκείνην τὴν ἐποχὴν εἶχεν οἵαν θέσιν ὁ Καλὸς σήμερον εἰς τὰ σαλόνια τὰ ἰδικά σας. (Θόρυβος.)
§60ΦΙΛΗΜΩΝ. Μὴ προσβάλλετε ἀπόντας ἀνθρώπους. (Θόρυβος.)
§61ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Προσβολὴ, κ. Φιλήμων, εἶναι διὰ τὸν Καλὸν, παραβαλλόμενον μὲ τὸν Π. Σοῦτσον τῆς ἐποχῆς ἐκείνης; Ἂν ἦναι δυνατὸν νὰ φαντασθῇ κἄν τις, ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ ἐννέα ἔτη, ἐν μεγάλοις κινδύνοις, ἐδιοίκησαν τὴν Ἑλλάδα, ἐδιευθύνοντο ἀπὸ ἕνα Παναγιώτην Σοῦτσον. Δὲν πρέπει νὰ ἔρχεται ἐδῶ εἷς ἕκαστος καὶ νὰ βλασφημῇ, διότι αὐτὰ εἶναι βλασφημίαι.
§62ΦΙΛΗΜΩΝ. Δὲν εἶπε βλασφημίας ὁ κ. Καλλιγᾶς· ἄλλως οὐδεὶς ἐνταῦθα ἤθελεν ἀνεχθῆ βλασφημίας. (Θόρυβος.)
§63Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ.......
§64ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἀπαντῶ καὶ εἰς σᾶς, κ. Πετιμεζᾶ, ὁ ὁποῖος εἴπατε προχθὲς, ὅτι ὁ Κολοκοτρώνης ἐφυλακίσθη τὸ 1824 ἀπὸ τὸν Κουντουριώτην. Αὐτοὶ ἦσαν ὁμότιμοι καὶ εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ ἀντιπαλαίσωσιν, ἀλλ’ ὁ Ἄβελ καὶ οἱ ἄλλοι Βαυαροὶ δὲν ἦσαν ὁμότιμοι τοῦ Κολοκοτρώνη· μὲ τί δικαίωμα ἐτόλμησαν νὰ τὸν καταδικάσωσιν εἰς θάνατον; Ἔπρεπε νὰ σεβασθῇς τὴν ἱστορίαν τῆς πατρίδος σου, αὐτῆς τῆς οἰκογενείας σου, καὶ ὄχι, διὰ νὰ ὑπερασπισθῇς τὴν πολιτείαν τῶν Βαυαρῶν, νὰ παραβάλλῃς τοὺς μεγάλους ἄνδρας τῆς Ἑλλάδος μὲ τοὺς μικροϋπαλλήλους, τοὺς ὁποίους ἔστειλεν ἐδῶ ἡ Βαυαρία νὰ διοικήσωσι τὴν Ἑλλάδα. Ἀνάγνως τὰς ἱστορίας τῶν ἐθνῶν καὶ θὰ ἴδῃς, ὅτι εἰς ἁπάσας τὰς δημοκρατίας ἐγεννήθησαν ἀντεγκλήσεις καὶ σπαραγμοί, ἀλλ’ ἡ Ἑλληνικὴ ἐννεαετὴς δημοκρατία διακρίνεται ἐπὶ ἀρετῇ, καθόσον εἰς τὴν Ἑλληνικὴν ἐγένοντο πολὺ ὀλιγώτερα ἄτοπα. Ἀλλαχοῦ εἰς διαμάχας ἐχύθησαν ποταμοὶ αἱμάτων, ἐν Ἑλλάδι δὲν ἐχύθη οὔτε σταγών, καί τοι διήρκεσεν ἐπὶ ἐννέα ἔτη καὶ ἦλθε καὶ εἰς τὰς πλέον ἀπελπιστικὰς περιστάσεις. Καὶ εὗρες ἐν τῇ ἐνδόξῳ αὐτῇ ἐποχῇ τῆς πατρίδος σου νὰ μνημονεύσῃς τὰς πλέον ἀτυχεῖς στιγμάς. Ὁ κ. Καλλιγᾶς ἠθέλησε προχθὲς νὰ μοὶ δώσῃ ἓν μάθημα, διότι εἶπε, «διοικήσας τὰ Ἄσπρα σπήτια, ἔρχεσαι νὰ μᾶς διδάξῃς μαθήματα ἀπὸ τοῦ βήματος». Καυχῶμαι, διότι ἐδιοίκησα τὰ Ἄσπρα σπήτια, τὸν Κλειτσόν, τὸν Ζεμενόν, διότι ἐγὼ καὶ ὀλίγοι σὲ ἀπηλλάξαμεν ἀπὸ τὴν λῃστείαν μὴ τολμῶντα νὰ ἐξέλθῃς τῆς ἁγίας Τριάδος, διότι ἐκεῖ καὶ ὄπισθεν τῶν ἀνακτόρων οἱ λῃσταὶ ἠχμαλώτισαν τὸν διευθυντὴν τῆς Ἀστυνομίας καὶ τοὺς ἀξιωματικοὺς Γάλλους, ὄντος σοῦ μάλιστα Ὑπουργοῦ. Ἑπομένως καὶ ἐγὼ καὶ ἄλλοι διοικητίσκοι ἐν Ἑλλάδι εἴμεθα καλλίτεροι, ὡς χρησιμώτεροι εἰς τὴν πατρίδα, καὶ ὡς εἰδικοὶ πάρεδροι, παρὰ σεῖς ὡς Ὑπουργοί, διότι ἡμεῖς γνωρίζομεν ποία εἶναι ἡ ἀνατροφὴ καὶ ἡ ἀνάγκη τῶν κατοίκων. Μάθε λοιπόν, κ. Καλλιγᾶ, ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλ’ ἔρχομαι, κύριοι, εἰς τὸ ἀντικείμενον τῆς συζητήσεώς μας καὶ προτείνω τὴν μὴ παραδοχὴν τῆς συμβάσεως, διότι ἡ Ἑλλὰς δὲν δύναται νὰ ἀναγνωρίσῃ πράξεις, αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλονται ἀπὸ συνθήκας, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι συνθῆκαι τῆς Ἑλλάδος, διότι ἐγένοντο εἰς τὰ 1832, ὅτε εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν ὑπῆρχεν οὔτε ἀντιβασιλεία, οὔτε Βασιλεὺς, οὔτε Βαυαρικὴ κἂν διοίκησις.
§65ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ δάνειον εἶναι τοῦ 1835.
§66ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι τὸ ζήτημα πότε ἔγεινε τὸ δάνειον, ἀλλ’ ὅτι ὑποχρεώθη ὁ Βασιλεὺς τῆς Βαυαρίας, ὅπως ὑπεσχέθη εἰς τὸ συνέδριον τὸ ἐν Λονδίνῳ, νὰ πληρώσῃ τὴν ἐπιχορήγησιν τοῦ Βασιλέως Ὄθωνος μέχρις οὗ προικισθῇ ἀπὸ τὸ ἔθνος, τὴν ἀντιμισθίαν τῆς ἀντιβασιλείας, τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ἄλλων πολιτικῶν ὑπαλλήλων, τοὺς ὁποίους ἤθελε στείλει εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ τὰ ἔξοδα τῆς μεταφορᾶς των, τὰ ὁποῖα στοιχίζουν πολλὰ ἑκατομμύρια. Ἑπομένως ἡ Ἑλλὰς ἔχει λαμβάνειν καὶ οὐχὶ νὰ δώσῃ.
§67ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅταν ἀναγνώσητε τὰ ἔγγραφα, θὰ ἰδῆτε, ὅτι ὅλα ἐγένοντο δεκτὰ καὶ πᾶσαι αἱ αἰτήσεις τοῦ κ. Στράϊτ ἐγένοντο δεκταί.
§68ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Τί λέγετε, κ. Τρικούπη; Μόνη ἡ ἀντιβασιλεία ἐστοίχιζον 850,000 δραχμὰς κατ’ ἔτος ἐπὶ 2 1) 2 ἔτη. Τὰ λοιπὰ ἄλλα ἔξοδα ἦσαν διπλάσια. Τί ἐδάνεισε τὸ 1835 καὶ 1836 ἡ Βαυαρία; 2,500,000, ὅτε ὤφειλε τουλάχιστον 5,000,000. Λοιπόν, κύριοι, προτείνω τὴν μὴ παραδοχὴν τῆς συμβάσεως, διότι ἡ Ἑλλὰς δὲν ὑποχρεοῦται νὰ πληρώσῃ πρὶν ἐκπέσῃ ὅσα ἐξωδεύθησαν εἰς τὴν ἀντιβασιλείαν, Βαυαροὺς ὑπαλλήλους, καὶ τὴν μεταφορὰν τοῦ Βαυαρικοῦ στρατοῦ. Καὶ τοῦτο εἶναι σύμφωνον καὶ πρὸς τὴν ἀπόφασιν τῆς ἐθνοσυνελεύσεως τῆς 3 Σεπτεμβρίου. Αἱ ἐθνοσυνελεύσεις δὲν εἶναι Βουλαί, ὥστε νὰ τροποποιοῦν ἡ μία τῆς ἄλλης τὰς ἀποφάσεις· εἶναι τὸ ἔθνος αὐτοκέφαλον· αἱ ἀποφάσεις του πρέπει νὰ ἦναι σεβασταί. Καὶ βλέπετε, ὅτι σήμερον ἀκόμη ἀποφάσεις τῆς ἐν Ἐπιδαύρῳ πρώτης Συνελεύσεως μένουσιν ἰσχυραί· μὴ ἀναιρεθεῖσαι ἀπὸ ἄλλας Συνελεύσεις, ἀφοῦ μάλιστα οἱ λαβόντες μέρος εἰς τὴν ἐθνοσυνέλευσιν τῆς 3 Σεπτεμβρίου δὲν ἦσαν θερμοκέφαλοι τυχαῖοι, ἀλλ’ ἐκάθηντο εἰς αὐτὴν οἱ γέροντες Κουντουριώτης καὶ Μαυρομιχάλης, οἱ μεγάλοι πολιτικοὶ τῆς Ἑλλάδος Κωλέττης, Μαυροκορδάτος καὶ Μεταξᾶς, οἱ μετ’ αὐτοῦ Τρικούπης, Λόντος, Παλαμήδης, Ζωγράφος, Πανοῦτσος Νοταρᾶς, Δηλιγιάννης, Κανάρης, Τζαβέλας καὶ ἄλλοι τριάντα στρατηγοὶ καὶ ναύαρχοι, καὶ πάντες οἱ ἐπιζῶντες τότε λογάδες τῆς ἐπαναστάσεως· ἑπομένως δὲν εἶχον θερμὸν τὸ αἷμα καθὼς ἡμεῖς οἱ νέοι (δεικνύει τὸν κ. Καλλιγᾶν) καὶ πολλοὶ θερμογόνοι γέροντες ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ. Τελευτῶν λέγω, ὅτι θεωρῶ ἀσέβειαν, ἔγκλημα πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντός μας, νὰ περιφρονήσωμεν μίαν ἀπόφασιν τῆς ἐθνικῆς συνελεύσεως τῆς 3 Σεπτεμβρίου.
§69ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.) Νομίζω, κύριοι, ὅτι ὅσα ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Λακεδαίμονος ἠθέλησε νὰ εἴπῃ σήμερον κατ’ ἐπανάληψιν περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου οὐδόλως ἐξασθενοῦσι τὰ λεχθέντα ἀπὸ τὸν νῦν καὶ τὸν πρώην ὑπουργόν. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι πρὸς ἐξόφλησιν τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον ἡ βαυαρικὴ Κυβέρνησις ἐδάνεισεν εἰς τὴν Ἑλλάδα τρία περίπου ἔτη μετὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς πρώτης βασιλείας, ἔπρεπε νὰ πληρωθῶσι 2,917,000 φράγκα· τὸ ποσὸν τοῦτο ἐξεκαθαρίσθη μεταξὺ τῆς ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως τοῦ 1842 καὶ τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς βαυαρικῆς Κυβερνήσεως, καὶ συνήφθη σύμβασις, καθ’ ἣν ὤφειλε νὰ πληρωθῇ κατὰ δόσεις ἐπὶ τόκῳ 4%. Ἀπέναντι τοῦ ποσοῦ τούτου ἐπληρώθη μία μόνον δόσις ἐκ φράγκων 250,000, ἑπομένως ἔμειναν ὑπόλοιπον 2 ἑκατομμύρια 617 χιλιάδες φράγκα, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ πληρωθῇ κατὰ τὰ ἑπόμενα ἔτη. Ἐν τούτοις ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης δὲν ἐγένετο οὐδεμία πληρωμὴ, καὶ τὸ ἐκκαθαρισθὲν ποσὸν, ὑπολογιζομένων καὶ τῶν συμπεφωνημένων τόκων, ἀποτελεῖ τὸ ποσὸν 6,553,000 φράγκων. Ἐὰν ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶχε νὰ προτείνῃ ἀντιῤῥήσεις, ἦτο βεβαίως ὑπόχρεως νὰ πληρώσῃ ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τοῦτο. Ἀλλ’ ἐπειδὴ κατὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως τῆς 3 Σεπτεμβρίου ὑπῆρχον ἀπαιτήσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐγένοντο δεκταὶ ἀπὸ τὴν βαυαρικὴν Κυβέρνησιν, διὰ τοῦτο τὸ πρᾶγμα ἔμενεν ἐκκρεμὲς ἕως τώρα· ὅταν δὲ ἐστάλη ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν Βαυαρίαν, ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν ὅλαι αἱ ἀπαιτήσεις τῆς ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, καὶ μετὰ λεπτομερῆ ἐξέτασιν τῶν πραγμάτων εὑρέθη, ὅτι, ἀφοῦ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν αἱ δίκαιαι ἀπαιτήσεις τῆς ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, πρέπει ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν 6,500,000 φράγκων νὰ ἐκπεσθῶσι τὰ ⅔ περίπου, καὶ ἑπομένως θέλει μείνει πληρωτέον εἰς τὴν βαυαρικὴν Κυβέρνησιν τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον σᾶς ζητεῖται, ἤτοι τὰ 2,600,000 φράγκων. Ἑπομένως δὲν βλέπω διὰ τί ἀνησυχεῖ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Λακεδαίμονος καὶ θέλει νὰ σᾶς πείσῃ, ὅτι δὲν ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν αἱ ἀπαιτήσεις τῆς Ἑλλάδος. Αἱ ἀπαιτήσεις τῆς Ἑλλάδος ἐλήθησαν ὑπ’ ὄψιν, διότι, ἐὰν δὲν ἐλαμβάνοντο, δὲν ἤθελε μένει ἀπαιτητὸν τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸ 1842 ἐδικαιοῦτο ἡ βαυαρικὴ Κυβέρνησις ν’ ἀπαιτήσῃ μετὰ τῶν τόκων, καὶ δὲν ἤθελε περιορισθῆ κατὰ τὰ ⅔· ὁ περιορισμὸς εἶναι συνέπεια τῆς ἀναγνωρίσεως τῶν δικαίων τῆς Ἑλλάδος. Ἑπομένως δὲν ὑπάρχει κανεὶς λόγος ὅπως μὴ ἐπιψηφισθῇ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον σήμερον ζητεῖται. (Ἐπιψηφίζεται εἰς γʹ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τῆς συμβάσεως περὶ τῶν βαυαρικῶν δανείων.)
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν ἤδη εἰς ά συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐπεκτάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 9 Αὐγούστου 1880 Βασιλικοῦ διατάγματος περὶ ἀναβολῆς κατατάξεως ἐν τῷ στρατῷ κτλ. καὶ ἐπὶ τῆς διατεταγμένης ἤδη κατὰ θάλασσαν ἐπιστρατείας. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτόν.) Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Γενικῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης.
§71Ν. ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Κύριοι, ἡ ὑπὸ συζήτησιν σύμβασις, πρὶν ἢ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν, ὑπεβλήθη εἰς τὰς σκέψεις πολλῶν ἐκ τῶν βουλευτῶν τῶν Ἰονίων νήσων, καὶ ἔλαβον γνῶσιν καὶ ἐγὼ τῆς συμβάσεως ταύτης, πρὶν ἢ ὑπογραφῇ καὶ παρουσιασθῇ εἰς τὴν Βουλήν. Πολλὰς παρατηρήσεις ἐποίησα καὶ πολλὰς ὑπέβαλον εἰς τὸν διευθυντὴν τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης· ὀφείλω δὲ νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἡ σύμβασις, ὅπως φέρεται σήμερον καὶ ὑποβάλλεται εἰς τὴν Βουλὴν, δὲν εἶναι αὐτὴ ἐκείνη, ἥτις κατὰ πρῶτον ἐτέθη ὑπὸ τὰς σκέψεις ἡμῶν, ἀλλὰ μετεβλήθη καὶ μετεβλήθη πολὺ ἐπὶ τὸ βέλτιον. Μετεβλήθη ἐπὶ τὸ βέλτιον, καθότι πλεῖστοι ὅσοι ἐξ ἐκείνων τῶν ὅρων, οἵτινες κατεδείχθησαν παρ’ ἐμοῦ ὡς ἐπιβλαβεῖς, ὡς ἐπιζήμιοι, ἀφῃρέθησαν, ἄλλοι ἐκ τῶν αὐτῶν ὅρων ἐτροποποιήθησαν, προσετέθησαν δὲ καί τινες νέαι διατάξεις ἐν τῇ συμβάσει· ἀλλ’ οὐχ ἧττον φρονῶ, ὅτι καὶ ὅπως μετεῤῥυθμίσθη ἡ σύμβασις, εἶναι λίαν ἐπιζήμιος, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς κατοίκους τῶν Ἰονίων νήσων. Ἐξακολουθῶ λοιπὸν νὰ ἐπιμένω εἰς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν εἶχον ἐκφράσει κατὰ τῆς συμβάσεως, καὶ πρὶν αὕτη ὑποβληθῆ· εἶμαι κατὰ συνέπειαν ὑποχρεωμένος νὰ καταψηφίσω τὴν σύμβασιν, καὶ ὡς ἐκ τούτου νομίζω, ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ ἐκθέσω τοὺς λόγους, οἵτινες μὲ ὑπεχρέωσαν νὰ σχηματίσω τὴν τοιαύτην πεποίθησιν. Κύριοι, ἐν ταῖς Ἰονίοις νήσοις ὑπῆρχε Τράπεζα, ἥτις εἶχεν ἱδρυθῆ τῷ 1838 μὲ τὸ ἀποκλειστικὸν προνόμιον τῆς ἐκδόσεως χαρτονομίσματος. Κατὰ τὸ 1860, ὅτε τὸ ῥεῦμα τῶν νέων πολιτικῶν ἰδεῶν εἶχεν ἐπικρατήσει καὶ εἰς τὰς Ἰονίους νήσους, τινὲς ἐνόμισαν, ὅτι ἀντέκειτο εἰς τὰς ἰδέας ἐκείνας ἡ ἀρχὴ τοῦ προνομίου καὶ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς Τραπέζας. Ἐμφορούμενοι λοιπὸν ἐκ τῶν νέων ἰδεῶν περὶ τοῦ πολλαπλοῦ, ἤτοι τῆς ἐλευθερίας τῶν Τραπεζῶν, ὑπεστήριξαν τὴν τοιαύτην ἰδέαν, ἥτις διετυπώθη ὡς νομοσχέδιον καὶ ὑπεστηρίχθη ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ οὕτω κατηρτίσθη ὁ νόμος τοῦ 1860, διὰ τοῦ ὁποίου κατηργήθη τὸ ἑνιαῖον τῶν Τραπεζῶν ἐν Ἑπτανήσῳ, καὶ παρεδέχθη ἡ ἀρχὴ τοῦ πολλαπλοῦ. Κατὰ τὸν νόμον ἐκεῖνον, ὅπως συστηθῇ Τράπεζα ἐν ταῖς Ἰονίοις νήσοις, ἤρκει τὸ ποσὸν 40 χιλ. λιρῶν στερλινῶν, ἤτοι 1 ἑκατομμυρίου 120 χιλ. περίπου δραχμῶν· ἡ δὲ ἱδρυομένη Τράπεζα εἰς οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν ὑπεβάλλετο ἀπέναντι τοῦ δημοσίου, εἰς οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν ἀπέναντι τῶν κατοίκων, ἢ εἰς ἐκείνην τοῦ νὰ δανείζῃ ἐπὶ ὑποθήκῃ κατὰ τοὺς κειμένους νόμους, ἤτοι μὲ τόκον πρὸς 6%, διότι δὲν ἐπετρέπετο κατ’ αὐτοὺς δάνειον ἐπὶ ὑποθήκῃ μὲ τόκον ἀνώτερον τοῦ 6%. Παρῆλθον ἔκτοτε, κύριοι, πολλὰ ἔτη καὶ οὐδεμία Τράπεζα ἐσυστήθη. Μόλις κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ὑπεβλήθη πρότασις παρὰ τῆς ἐνταῦθα Γεν. Πιστωτικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος πρὸς σύστασιν Τραπέζης ἐν ταῖς Ἰονίοις νήσοις, καὶ συνεπείᾳ τῆς προτάσεως ταύτης ἐψηφίσθη παρ’ ἡμῶν ἡ σύμβασις τοῦ 1880, διὰ τῆς ὁποίας συμβάσεως ἐπιτρέπεται ἡ σύστασις τῆς Τραπέζης μὲ τὰς ὑποχρεώσεις καὶ ὑπὸ τοὺς ὅρους τοὺς ἐν τῇ συμβάσει ἀναφερομένους, ἐν οἷς καὶ ὁ ὅρος τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἀλλ’ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία δὲν ἤρθη· ἑπομένως, κατὰ τὸν ὅρον τὸν ἐν τῇ συμβάσει, ἡ Τράπεζα δὲν δύναται νὰ συστηθῇ. Πρὸς σύστασιν δὲ τῆς Τραπέζης ταύτης σήμερον ὑποβάλλεται νέα σύμβασις καὶ νόμος πρὸς κύρωσιν τῆς συμβάσεως ταύτης, εἰς τὸν ὁποῖον νόμον, ὡς ἐπὶ κεφαλῆς φέρεται, φαίνεται, ὅτι ἁπλῶς καὶ μόνον πρόκειται διὰ τῆς συμβάσεως νὰ παράσχωμεν τὸ δικαίωμα τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἀλλὰ οὐσιωδῶς πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν νέαν σύμβασιν, ἐν τῇ ὁποίᾳ, καὶ ὡς ἐτροποποιήθη ἔτι, ὑπάρχουσι πλεῖστοι ὅροι πάντες ὑπὲρ τοῦ συμφέροντος τῆς Τραπέζης, καὶ παραχωροῦνται εἰς αὐτὴν νέα προνόμια καὶ δικαιώματα χωρὶς νὰ παραχωρῆται εἰς ἀντάλλαγμα ὠφέλειά τις ὑπὲρ τῶν κατοίκων τῶν νήσων ἢ ὑπὲρ τοῦ δημοσίου. Ὡς λοιπὸν τὸ ζήτημα, κύριοι, τίθεται ἐν τῇ Βουλῇ, διὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου καὶ τῆς ἐπιψηφίσεως τῆς συμβάσεως δὲν πρόκειται νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, διότι, κατὰ τὸν νόμον τοῦτον, καθὼς σᾶς εἶπον, καὶ ὅστις παρακολουθεῖ τὸ πολλαπλοῦν τῶν Τραπεζῶν, τὸ ὁποῖον εἶχε καθιερωθῆ διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1860, ἐπιτρέπεται μὲν ἡ σύστασις τῆς Τραπέζης, ἀλλὰ ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ὑπὸ τὸν ὁποῖον καὶ μόνον ἐγένετο δεκτὴ ἡ σύστασις ἑτέρας Τραπέζης ἐν ταῖς Ἰονίοις νήσοις. Καθὼς ἐὰν ἀποῤῥιφθῇ τὸ ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον καὶ δὲν ἐπιψηφισθῇ ἡ σύμβασις, δὲν ἐπανερχόμεθα εἰς τὸ σύστημα τὸ προϋπάρχον, δηλαδὴ τοῦ ἑνιαίου τῶν Τραπεζῶν, τὸ ὑφιστάμενον πρὶν ἐν Ἑπτανήσῳ, ἀλλὰ μένει ὁ νόμος, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἤθελε παρουσιασθῶσι προτάσεις συμφέρουσαι εἰς τοὺς κατοίκους καὶ εἰς τὸ δημόσιον, ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ παραδεχθῇ τὴν σύστασιν καὶ ἑτέρας Τραπέζης. Ἀλλὰ, κύριοι, διατί καλούμεθα σήμερον νὰ ἐκφέρωμεν τοιαύτην ἀπόφασιν; Διατί ἀσχολούμεθα νὰ ψηφίσωμεν σύμβασιν, διὰ τῆς ὁποίας πρόκειται νὰ ἱδρυθῇ καὶ δευτέρα ἐν Ἑπτανήσῳ Τράπεζα; Πρόκειται, κύριοι, νὰ συστήσωμεν τὴν νέαν Τράπεζαν, ἐπὶ τῷ τέλει νὰ πραγματοποιήσωμεν τὴν ἀρχὴν τοῦ πολλαπλοῦ τῶν Τραπεζῶν, καὶ διὰ τοῦτο καὶ μόνον θὰ παραδεχθῶμεν τὴν ψήφισιν τῆς Τραπέζης; φρονῶ, ὄχι. Ἀλλὰ, ἐὰν πρόκηται νὰ πράξωμεν τοῦτο, ὅπως ἁπλῶς καὶ μόνον νομοθετήσωμεν συμφώνως τῇ ἀρχῇ ταύτῃ, ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν ἐὰν ἡ παραδοχὴ τοῦ τοιούτου συστήματος θεωρῆται ὁμολογουμένως ὡς ἡ μᾶλλον συμφέρουσα. Πολλὰ ἠδύνατο νὰ εἴπῃ τις, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τοῦτο, καθότι πολλὰ ἐῤῥέθησαν καὶ ἐγράφησαν. Ἀλλὰ φρονῶ πάντη περιττὸν νὰ ἐνδιατρίψω ἐπὶ πολὺ κατόπιν τῶν ὅσα ἐῤῥέθησαν ἐσχάτως, ὅτε ἐσυζητεῖτο ἡ σύμβασις μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἔτι μᾶλλον φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐκταθῶ ἐπὶ πολὺ, διότι νομίζω, ὅτι, ὅπως τις φέρῃ τὸν λόγον καὶ ἐκφράσῃ γνώμην ἐπὶ τοιούτου ζητήματος, ἀνάγκη πᾶσα καὶ εἰδικῶς νὰ ᾖναι καὶ μελέτην εὐρεῖαν νὰ ἐποίησεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος, διὰ νὰ ἔχῃ καὶ ἡ γνώμη του τὴν βαρύτητα ἐκείνην, ἥτις ἐπακολουθεῖ τὸν μελετήσαντα καὶ βαθέως ἐγκύψαντα ἐπὶ τῶν τοιούτων ζητημάτων. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν δυνάμεθα, κύριοι, ἅπαντες ὡς ἐπιστήμονες νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο, φρονῶ, ὅτι δυνάμεθα ἅπαντες ἐξ ἴσου ὡρίμως καὶ ὀρθῶς νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν λύσιν αὐτοῦ, ἀκολουθοῦντες ἐκείνους, οἵτινες κατόπιν βαθείας μελέτης καὶ πείρας ἔφθασαν εἰς ἓν συμπέρασμα καὶ τὸ πόρισμα αὐτῶν κατέστη νόμος τοῦ Κράτους· καὶ ὀρθῶς θέλομεν σκεφθῆ καὶ ἀποφασίσει, λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν ὡς παράδειγμα τί ἐγένετο εἰς τὰ λοιπὰ εὐρωπαϊκὰ Κράτη μέχρι τοῦδε ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου ἀσχοληθέντα, καὶ νὰ λάβωμεν ὡς ὑπόδειγμα τί ἔπραξαν οἱ ἄνδρες ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐμελέτησαν καὶ ὑπὸ ἐπιστημονικὴν καὶ ὑπὸ πολιτικὴν ἔποψιν τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ τὸ ἐφήρμοσαν εἰς τὰ Κράτη των. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς συμβάσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Καλλιγᾶς ἐξέθεσε μετὰ λεπτομερείας καὶ ἐπιστημονικῆς βαρύτητος καὶ ἀκριβείας τί συμβαίνει καθ’ ἅπασαν τὴν Εὐρώπην, ἤτοι, ὅτι παντοῦ ἐπεκράτησε καὶ ἐπικρατεῖ ἡ δόξα ὑπὲρ τοῦ ἑνιαίου τῶν Τραπεζῶν καὶ ὅτι καὶ ἐκεῖ, ὅπου δὲν κατωρθώθη εἰσέτι τὸ ἑνιαῖον τῶν Τραπεζῶν, οὐχ ἧττον προσεπάθησαν καὶ προσπαθοῦν νὰ φθάσωσιν εἰς αὐτὸ τὸ ἀποτέλεσμα. Δύο καὶ μόνον παραδείγματα κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην ἐπεκαλέσθησαν καὶ δύο μόνον Κράτη ἀνεφέρθησαν, εἰς ἃ ὑπάρχει ἡ ἐλευθερία τῶν Τραπεζῶν, τὸ παράδειγμα τῆς Ἀμερικῆς καὶ τὸ παράδειγμα τῆς Ἑλβετίας. Ἀλλ’ ἐνθυμεῖσθε, ἐπαναλαμβάνω, τί ἐξετέθη ἐπὶ τούτου καὶ ὑπὸ ποίους αἱ ἐν Ἀμερικῇ Τράπεζαι ὅρους συνεστήθησαν, ποῖαι περιστάσεις συνέτρεξαν καὶ ποῖαι αἱ αἰτίαι καὶ αἱ ἀφορμαί, αἵτινες ἐπροκάλεσαν τὴν κατάργησιν τοῦ ἑνιαίου τῶν Τραπεζῶν. Ὅθεν ἐν Εὐρώπῃ μόνον ἡ Ἑλβετία εἶχε καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ ἔχῃ τὸ σύστημα τῆς ἐλευθερίας τῶν Τραπεζῶν. Ἀλλά, κύριοι, καὶ ἐν τῇ Ἑλβετίᾳ τοῦτο ὀφείλεται εἰς ἐξαιρετικούς, ὡς ἐξετέθη λόγους, διότι ἡ σύστασις αὐτῶν ὑπὸ τὸν προορισμὸν τῶν ἰδιωτικῶν συμφερόντων τοῦ τόπου ἐκείνου ἐξετάσθη, καὶ ἡ ἐξαιρετικὴ θέσις, εἰς ἣν εὑρίσκεται τὸ Κράτος ἐκεῖνο ἐπέτρεπε τὴν τοιαύτην μονομερῆ ἐξέτασιν. Καὶ ὅμως, κύριοι, καὶ εἰς τὸ Κράτος ἐκεῖνο τί συμβαίνει σήμερον. Ἐξέγερσις γενικὴ κατὰ τοῦ τοιούτου συστήματος ὑπάρχει, καὶ ἤδη παρουσιάσθη ἀναφορὰ κατὰ τὰς διατυπώσεις τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος τῆς Ἑλβετίας, διὰ τῆς ὁποίας ἐξαιτοῦνται τὴν κατάργησιν τῆς ἐλευθερίας τῶν Τραπεζῶν καὶ τὴν παραδοχὴν τοῦ ἐναντίου, ἤτοι τοῦ ἑνιαίου. Κατὰ τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα τῆς Ἑλβετίας, δι’ οὗ καθιεροῦται ἡ ἀρχὴ τοῦ πολλαπλοῦ τῶν Τραπεζῶν, ἐπιτρέπεται ἡ ἀναθεώρησις τοῦ συντάγματος, ἀλλὰ πρὸς τοῦτο ἀπαιτεῖται νὰ ὑποβληθῇ ἡ αἴτησις δι’ ἀναφορᾶς ὑπογεγραμμένης παρὰ 50 χιλιάδων κατοίκων. Καὶ τοιαύτη ἀναφορὰ ὑπεβλήθη παρ’ ἁρμοδίων καὶ ἐξόχων ἀνδρῶν, καὶ τὸ ἀντικείμενον ταύτης τὸ ὁμοσπονδιακὸν συμβούλιον, μόλον ὅτι ἐδικαιοῦτο νὰ μὴ τὸ ὑποβάλῃ εἰς τὴν ψῆφον τοῦ λαοῦ, καθότι ἑτέρα διάταξις τοῦ Ἑλβετικοῦ συντάγματος ὁρίζει, ὅτι ἡ περὶ ἀναθεωρήσεως αἴτησις ὀφείλει νὰ ἀφορᾷ τὴν μεταῤῥύθμισιν τοῦ ὅλου συνταγματικοῦ χάρτου, ἐν δὲ τῇ ἀναφορᾷ γίνεται λόγος μόνον περὶ καταργήσεως τῆς διατάξεως τῆς καθιερούσης τὴν ἐλευθερίαν τῶν Τραπεζῶν, οὐχ ἧττον τὸ ὁμοσπονδιακὸν συμβούλιον, ἐκτιμῶν τὴν πάνδημον τοῦ λαοῦ θέλησιν καὶ τὸ φρόνημα τοῦ τόπου, ὑπέβαλε τὸ ἀντικείμενον εἰς τὴν ψῆφον τοῦ λαοῦ, ἀλλ’ ἐπειδὴ προβλέπει, ὅτι δὲν θὰ γείνῃ ἀποδεκτή, οὐχὶ διότι δὲν εἶναι ἀσπαστὴ ἡ τοιαύτη αἴτησις, ἀλλὰ διότι φρονοῦσιν, ὅτι ὀφείλουσι ν’ ἀποφύγωσι τὴν συζήτησιν ἐπὶ γενικῆς μεταβολῆς τοῦ συνταγματικοῦ χάρτου, συζήτησιν, ἥτις δύναται νὰ προκαλέσῃ ζητήματα σπουδαῖα, διατάραξιν κοινωνικήν, ἢ καὶ ῥήξεις μεταξὺ τῶν πολιτῶν τῆς Ἑλβετίας, προητοίμασεν ἀπὸ τοῦδε νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θὰ ὑποβάλῃ εἰς ἐπιψήφισιν καὶ διὰ τοῦ ὁποίου δίδεται ἀπόλυτος ἐξουσία εἰς τὸ ὁμοσπονδιακὸν συμβούλιον νὰ παραχωρῇ τὸ δικαίωμα τῆς ἐκδόσεως χαρτονομίσματος, ὁσάκις θέλει καὶ εἰς οἱανδήποτε Τράπεζαν θέλει, νὰ αἴρῃ δὲ τὸ δικαίωμα τοῦτο ἄνευ δικαιώματος ἀποζημιώσεως ἐκ μέρους τῶν Τραπεζῶν καὶ ὁπόταν θέλῃ. Ἐν ἄλλαις λέξεσιν ἐμμέσως καὶ στηριζόμενον εἰς ἑτέρας διατάξεις τοῦ συντάγματος καταργεῖ τὸ πολλαπλοῦν τῶν Τραπεζῶν καὶ καθιεροῖ τὸ ἑνιαῖον, διότι θὰ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸ ὁμοσπονδιακὸν συμβούλιον, ψηφισθέντος τοῦ νομοσχεδίου, νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς μίαν μόνον Τράπεζαν τὴν ἔκδοσιν τοῦ χαρτονομίσματος, καὶ ἐκτὸς τοῦ τοιούτου δικαιώματος ὁ νόμος ἐπιβαρύνει τὰς Τραπέζας διὰ φόρου ὑπὲρ τῆς ὁμοσπονδίας καὶ ὑπὲρ τῶν Καντονίων καὶ ἐπιβάλλει πρὸς ταύτας τὴν ὑποχρέωσιν ὡς πρὸς τὴν ἀναλογίαν τοῦ χαρτονομίσματος νὰ τηρῶσι τὸ 50%. Ἐκ τούτων ἁπάντων, κύριοι, τί ἐξάγεται; ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἐνέργεια, ὅπως καταργηθῇ τὸ πολλαπλοῦν καὶ ἐπιτευχθῇ τὸ ἑνιαῖον τῶν Τραπεζῶν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἡ παραδεχθεῖσα ἀρχὴ παρὰ τῶν Κυβερνήσεων, τότε μόνον νὰ παραχωρῶσιν εἰς Τραπέζας τὸ δικαίωμα τῆς ἐκδόσεως χαρτονομίσματος, ὁσάκις ἡ ὠφέλεια τοῦ Κράτους καὶ τῶν κατοίκων ἢ τὸ δημόσιον συμφέρον τὸ ἀπαιτεῖ. Συμφέρον λοιπὸν τοῦ δημοσίου, συμφέρον τῶν κατοίκων δύναται νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἐπιψήφισιν συμβάσεως πρὸς ἵδρυσιν Τραπέζης ἐχούσης τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκδίδειν χαρτονόμισμα. Ἀλλὰ πρόκειται περὶ τοιούτου τινός; Διὰ τῆς προκειμένης συμβάσεως πρόκειται νὰ χορηγήσωμεν τὸ πρῶτον τὴν ἔκδοσιν χαρτονομίσματος; Τὸ δικαίωμα τοῦτο ἐχορηγήθη κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, ψηφισθέντος τοῦ νόμου τῆς 9 Μαρτίου τοῦ 1880, ἐχορηγήθη δὲ τότε, διότι ἐνομίσθη παρὰ πολλῶν, ὅτι τὰ ὠφελήματα, τὰ ὁποῖα ἐπρότεινεν ἡ Πιστωτικὴ Τράπεζα, ἦσαν ἀρκετά, ὅπως χορηγηθῇ εἰς αὐτὴν ὡς ἀντάλλαγμα τὸ χαρτονόμισμα. Ἡ ὑποχρέωσις τοῦ νὰ δίδῃ δάνεια ἐπὶ ὑποθήκῃ καὶ εἰς τοὺς γεωργοὺς μὲ τὸ 8 καὶ 6%, ἡ ὑποχρέωσις εἰς τὴν καταβολὴν 10 ἑκατομμυρίων καὶ ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ δανείσῃ 6,000,000 εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας καὶ γεωργούς, ἐθεωρήθησαν ἀνάλογον ἀντάλλαγμα τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐκδίδειν χαρτονόμισμα. Ὄχι λοιπόν, σήμερον δὲν πρόκειται περὶ τούτου, ἀλλὰ καλούμεθα νὰ χορηγήσωμεν τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκδίδειν χαρτονόμισμα μὲ ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἤτοι νὰ παραδεχθῶμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ἀπαντήσητε εἰς τὴν ἱστορίαν οὐδενὸς Κράτους, ἱδρύοντες Τράπεζαν εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν ὑπάρχει ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, καὶ δίδοντες εἰς αὐτὴν τὸ τοιοῦτον δικαίωμα, χωρὶς νὰ ἀναλαμβάνῃ αὕτη ἀναλόγους ὑποχρεώσεις ἀπέναντι τοῦ Κράτους καὶ τῶν κατοίκων, καὶ χωρὶς νὰ συντρέχωσιν ὅλαι ἐκεῖναι αἱ περιστάσεις, αἵτινες ἀναγκάζουσι τὰ ἔθνη νὰ προστρέχωσιν εἰς τὸ βαρὺ καὶ καταστρεπτικὸν τοῦτο μέτρον. Καὶ, κύριοι, δὲν πρόκειται περὶ τούτου μόνον. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ φαίνεται, ὅτι ἡ σύμβασις ἀφορᾷ εἰς μόνον τὸ δικαίωμα τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Καὶ πράγματι, τίς ἤθελε πιστεύσει, ὅτι ἡ Πιστωτικὴ Τράπεζα, ζητοῦσα ἓν τοιοῦτον δικαίωμα, ἓν τοιοῦτον προνόμιον, δὲν ἤθελε περιορισθῆ εἰς αὐτὴν καὶ μόνην τὴν αἴτησιν, ἀλλ’ ἤθελεν ὑποβάλει σύμβασιν, διὰ τῆς ὁποίας προσπαθεῖ ν’ ἀφαρπάσῃ ἀπὸ τὴν Βουλὴν ὅρους, οἵτινές εἰσι τόσα προνόμια ὑπὲρ τῆς Τραπέζης, βάρη δὲ διὰ τὸν λαόν, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ συστηθῇ; Καὶ ὅμως τοιαύτη εἶναι ἡ σύμβασις, μόλον ὅτι ἔλαβε πολλὰς καὶ σπουδαίας μεταῤῥυθμίσεις κατόπιν τῶν ἐπιμόνων παρατηρήσεων, τὰς ὁποίας εἶχον ἐγὼ ὑποβάλει. Καὶ τοιαύτην σύμβασιν προσκαλούμεθα σήμερον νὰ ψηφίσωμεν, ἤτοι ἀφ’ ἑνὸς νὰ δώσωμεν τὸ δικαίωμα τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ ἀφ’ ἑτέρου νὰ χορηγήσωμεν περισσότερα δικαιώματα καὶ προνόμια ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐχορηγήσαμεν εἰς τὴν τελευταίαν σύνοδον, ὅτε δὲν ἐπρόκειτο νὰ τῇ δώσωμεν τὸ δικαίωμα νὰ μᾶς δανείσῃ χαρτί, ἀλλ’ ὑπεχρεοῦτο νὰ καταθέσῃ καὶ δανείσῃ 10,000,000 εἰς μέταλλον. Διὰ τοῦ πρώτου καὶ δευτέρου ἄρθρου τῆς συμβάσεως χορηγεῖται ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Τὸ τρίτον ἄρθρον αὐτῆς ἔχει ὡς ἑξῆς· Ἄρθρον 3. Τὸ κατὰ τὸ ἄρθρον 3 τῆς, ὡς εἴρηται, ἀπὸ 31 Μαρτίου ε. ε. συμβάσεως ὁριζόμενον κεφάλαιον τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης ἐν Ἑπτανήσῳ ἐκ δραχμῶν νέων δέκα ἑκατομμυρίων, καταβληθήσεται ὡς ἑξῆς. Δύω ἑκατομμύρια δραχμῶν κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν της, δύω ἑκατομμύρια κατὰ τὸ δεύτερον ἔτος, δύω προσέτι ἑκατομμύρια κατὰ τὸ τρίτον ἔτος, καὶ τὸ ὑπόλοιπον, ἤτοι τέσσαρα ἑκατομμύρια νέων δραχμῶν, κατὰ τὸ τέταρτον ἔτος ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν της. «Συνεπείᾳ τούτων, ἡ κατὰ τὸ ἄρθρον 11 τῆς ἀπὸ 11 Μαρτίου ε. ε. συμβάσεως κατατεθεῖσα ὑπὸ τῆς Γενικῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸ Κεντρικὸν Ταμεῖον ἐγγύησις ἐκ δραχμῶν πεντακοσίων χιλιάδων θέλει καταπέσει πρὸς ὄφελος τοῦ Δημοσίου, ἂν ἐντὸς δύω ἐτῶν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ κυροῦντος τὴν παροῦσαν σύμβασιν νόμου δὲν καταβληθῶσι τέσσαρα ἑκατομμύρια νέων δραχμῶν ἐκ τοῦ κεφαλαίου αὐτῆς, κατὰ τὸ προηγούμενον ἐδάφιον.» Κατὰ τὴν ὑφισταμένην σύμβασιν ἡ Πιστωτικὴ Τράπεζα ὑποχρεοῦται νὰ καταβάλῃ 10,000,000, 5,000,000 ἀμέσως, καὶ τὸ πολὺ ἐντὸς 3 ἐτῶν τὰ ἕτερα 5,000,000 μόνον δὲ μετὰ τὴν καταβολὴν καὶ διάθεσιν τῶν 5,000,000 ἐδικαιοῦτο νὰ ἐκδώσῃ τραπεζογραμμάτια, νῦν δὲ ζητεῖ νὰ χορηγήσωμεν αὐτῇ, ὅπως τὰ 10 αὐτὰ ἑκατομμύρια τὰ καταβάλλῃ βαθμικίως, ὡς ἠκούσατε καὶ ὡς ὁρίζεται ἐν τῷ ἄρθρῳ τρίτῳ. Συνδυαζομένης δὲ τῆς πρώτης παραγράφου αὐτοῦ μετὰ τῆς δευτέρας, προκύπτει, ὅτι ἡ ἐγγύησις, εἰς τὴν ὁποίαν ὑποβάλλεται ἐνταῦθα ἡ Πιστωτικὴ Τράπεζα διὰ τῆς ὑφισταμένης συμβάσεως ὡς πρὸς τὴν κατάθεσιν τοῦ κεφαλαίου τῶν 10 ἑκατομμυρίων, κατὰ τὸν νέον ὅρον, ματαιοῦται, διότι, ἅμα κατατεθῶσι 4 ἑκατομμύρια, δὲν ὑποχρεοῦται εἰς τὴν κατάθεσιν τοῦ περαιτέρω ποσοῦ, ἀφοῦ ἡ ἐγγύησις, τὴν ὁποίαν χορηγεῖ ἡ Πιστωτικὴ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος, αἴρεται. Ὅθεν ἡ ἐν Ἑπτανήσῳ Πιστωτικὴ Τράπεζα, ἡ ὁποία, κατὰ τὴν ὑφισταμένην σύμβασιν, εἶναι ἀνεξάρτητος καὶ αὐτοτελὴς, καὶ ἡ ὁποία εἰς οὐδεμίαν ἐγγύησιν ὑποβάλλεται, δύναται νὰ περιορίσῃ τὴν κατάθεσιν τοῦ κεφαλαίου της εἰς 4 ἑκατομμύρια μόνον, ἄνευ οὐδεμιᾶς εὐθύνης καὶ συνεπείας. Ἄρθρον 5. Ἡ Πιστωτικὴ Τράπεζα ἐν Ἑπτανήσῳ ὀφείλει νὰ διατηρῇ τὴν κατὰ τὸ ἄρθρον 5 τῆς ἀπὸ 31 Μαρτίου ε. ε. συμβάσεως ἀναλογίαν μεταξὺ τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ γραμματίων αὐτῆς καὶ τοῦ μεταλλικοῦ ἐναποταμιεύματος.» Κύριοι, προκειμένου περὶ ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἐπειδὴ ἡ Τράπεζα ὑποχρεοῦται εἰς τὴν τοῦ ἄρθρου ἀναλογίαν μεταξὺ τῆς παρακαταθήκης εἰς μεταλλικὸν καὶ τοῦ χαρτονομίσματος, ἐὰν αὕτη περιορισθῇ εἰς τὰ 4 μόνον ἑκατομμύρια—καὶ εἶναι δικαίωμά της — δικαιοῦται νὰ ἐκδώσῃ κατὰ τὴν σύμβασιν 2,000,000 χαρτονομίσματος. Ἐπειδὴ δὲ ἡ ἀναλογία τὴν ὑποχρεοῖ νὰ ἔχῃ εἰς μεταλλικὸν τὸ ἓν τρίτον, ἀρκεῖ νὰ ἔχῃ 670,000 δραχμῶν εἰς μεταλλικὸν ἐν τῷ ταμείῳ της. Ἐὰν δὲ ὑποθέσωμεν, ὅτι καταθέτει καὶ τὸ ὅλον ποσόν, τὸ ὁποῖον ὑπόσχεται μόνον νὰ καταθέσῃ, ἤτοι τὰ 10,000,000, τότε, κατὰ τὴν σύμβασιν, δικαιοῦται νὰ θέσῃ εἰς κυκλοφορίαν 6,000,000 δραχμῶν τραπεζικὰ γραμμάτια μὲ ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἐν τῷ ταμείῳ δὲ αὐτῆς ὑποχρεοῦται νὰ κρατῇ διὰ τὴν ἀναλογίαν 2,000,000 εἰς μεταλλικὸν, ἤτοι νὰ καταθέσῃ 2 μόνον ἑκατομμύρια. Συνδυάσατε νῦν τὸ ἄρθρον αὐτὸ μὲ τὰ ἄρθρα 11, 12 καὶ 13, τὰ ὁποῖα ἔχουν ὡς ἑξῆς: «Ἄρθρον 11. Ἡ Πιστωτικὴ Τράπεζα ἐν Ἑπτανήσῳ δύναται νὰ προμηθευθῇ νέα κεφάλαια, ἐκδίδουσα κτηματικὰς ὁμολογίας μέχρι τοῦ πενταπλασίου τοῦ δι’ ἐνυπόθηκα δάνεια καὶ ἀνοικτοὺς λογαριασμοὺς καὶ εἰς χορηγήσεις πρὸς γεωργοὺς ὡρισμένου μετοχικοῦ κεφαλαίου αὐτῆς, κατὰ τὸ ἄρθρον 6, ἐδ. δʹ καὶ ἐκ τῆς ἀπὸ 31 Μαρτίου ε. ε. συμβάσεως. Τὰ νέα ταῦτα κεφάλαια θέλουσι διατίθεσθαι ἀποκλειστικῶς εἰς ἐνυπόθηκα δάνεια, ἀνοικτοὺς λογαριασμοὺς καὶ δάνεια ἐπὶ ἐνεχύρῳ. Ἄρθρον 12. Πρὸς ἀπότισιν τοῦ τε κεφαλαίου καὶ τόκου τῶν κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον ἐκδιδομένων κτηματικῶν ὁμολογιῶν, ὁ ἰδιοκτήτης αὐτῶν ἔχει δικαίωμα ἐφ’ ὅλης ἐν γένει τῆς ἀκινήτου καὶ κινητῆς περιουσίας τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης ἐν Ἑπτανήσῳ, ὅπως καὶ οἱ λοιποὶ αὐτῆς πιστωταί. Ἄρθρον 13. Αἱ ὁμολογίαι αὗται δύνανται νὰ ὦσιν ἀνώνυμοι, ἢ ὀνομαστικαί, κατ’ ἐκλογὴν τοῦ δανειστοῦ, καὶ θέλουσι περιέχει. α) Τὸ ποσὸν τοῦ δανεισθέντος εἰς τὴν Τράπεζαν κεφαλαίου. β) Τὸν χρόνον καὶ τὸν τρόπον τῆς πληρωμῆς αὐτοῦ. γ) Τὸ ποσὸν καὶ τὴν λῆξιν τοῦ τόκου καὶ δ) Τὰς ἀμοιβὰς, ἢ τυχαῖα κέρδη διὰ λαχνοῦ (lots), ἂν κατὰ τὴν ἔκδοσίν των συμφωνηθῇ καὶ τοιούτου εἴδους ἀπολαυή.» Διὰ τῶν ἄρθρων τούτων νέα παροχὴ χορηγεῖται εἰς τὴν Πιστωτικὴν Τράπεζαν, νέον δικαίωμα καὶ σπουδαῖον δίδεται εἰς αὐτὴν, ἤτοι τὸ δικαίωμα τῆς ἐκδόσεως ὁμολογιῶν, τὰς ὁποίας νῦν καλεῖ κτηματικὰς ὁμολογίας, καὶ διὰ τῶν ὁποίων τῇ χορηγεῖται τὸ δικαίωμα νὰ πενταπλασιάσῃ τὰ κεφάλαιά της, ἐκδίδουσα καὶ θέτουσα εἰς κυκλοφορίαν ἑτέρας χαρτίνης ἀξίας, αἱ ὁποῖαι βεβαίως δὲν εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτὸ μὲ τὸ χαρτονόμισμα, ἀλλ’ οὐχ ἧττον καὶ αὗται δύνανται νὰ καταντήσωσιν εἰς χαρτονόμισμα καὶ νὰ πλημμυρήσωσι τὴν ἀγορὰν καὶ νὰ συντελέσωσιν εἰς τὸν ἐκπεσμὸν τοῦ χαρτονομίσματος, ἢ εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ συναλλάγματος. Ἡ Τράπεζα δύναται διὰ τοῦ χορηγουμένου τούτου δικαιώματος τὰ δύο ἑκατομμύρια τοῦ χαρτονομίσματος νὰ τὰ πενταπλασιάσῃ· ἐὰν δὲ καταθέσῃ τὸ ὅλον κεφάλαιον, τὰ 6,000,000 τοῦ χαρτονομίσματος νὰ τὰ πολλαπλασιάσῃ εἰς 36,000,000. Ἀλλ’ ἂς ὑποθέσωμεν, διότι τοῦτο εἶναι τὸ συμφέρον τῆς Τραπέζης, καὶ τοῦτο θὰ πράξῃ, ἀφοῦ κερδοσκοποῦσα διὰ ξένων κεφαλαίων, δὲν συμμετέχει τῆς ζημίας, ὅτι περιορίζεται εἰς τὴν κατάθεσιν τῶν 4,000,000 καὶ τὴν ἔκδοσιν τῶν 2,000,000 χαρτονομίσματος· θὰ ἔχωμεν Τράπεζαν μὲ 670,000 δραχμῶν μεταλλικοῦ, μὲ 2 ἑκατομμύρια χαρτονόμισμα, εἰς ἃ θὰ προσθέσωμεν εἰς ὁμολογίας ἕτερα 10,000,000, τὰ ὁποῖα θὰ κυκλοφοροῦν καὶ αὐτὰ εἰς τὴν ἀγοράν· διότι ὁ ἔχων τοιαύτην ὁμολογίαν, ἐὰν λάβῃ ἀνάγκην τῶν χρημάτων του, ἢ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος, θὰ προσέλθῃ εἰς τὸ χρηματιστήριον καὶ ἐν ἐλλείψει τοιούτου εἰς τὸν ἐκτελοῦντα τοιαύτας ἐργασίας, ἵνα πωλήσῃ ἢ ἀνταλλάξῃ τὴν ὁμολογίαν αὑτοῦ. Ἐὰν δὲ ἡ συῤῥοὴ τῶν προσφερομένων πρὸς πώλησιν ὁμολογιῶν ἦναι μεγάλη, τότε θὰ ἔχωμεν ἀναγκαίως τὸν ἐκπεσμὸν τῶν ὁμολογιῶν αὐτῶν. Θὰ πλημμυρήσουν λοιπὸν τὰ χαρτονομίσματα καὶ αἱ ὁμολογίαι τὰς μικρὰς ἀγοράς μας· ὥστε πᾶσα μικρὰ ταραχὴ καὶ οἰκονομικὸς σάλος, πᾶς μικρὸς πανικὸς, θὰ φέρῃ ἔκπτωσιν φανερὰν καὶ ὀλέθρια ἀποτελέσματα. Καὶ ἔχομεν τὸ παράδειγμα τῶν ὁμολογιῶν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τὸ ὁποῖον, φαίνεται, ζηλεύσασα ἡ Πιστωτικὴ Τράπεζα, θέλει νὰ εἰσαγάγῃ καὶ εἰς τὰς Ἰονίους νήσους. Ὡς ἐπληροφορήθην, αἱ τοιαῦται ὁμολογίαι, αἱ ὁποῖαι ἔχουν ἀξίαν 97 φράγκων, σήμερον δὲν τιμῶνται εἰς τὴν ἀγορὰν ἄνω τῶν 46 ἢ 47 φράγκων.
§72ΚΑΛΛΙΓΑΣ. 65 εἶναι ἡ ἀξία, εἰς δὲ τὴν ἀγορὰν ἔχουν 67.
§73ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Τὸ 30 τοῖς ἑκατόν· ἀλλὰ λάβετε ὑπ’ ὄψιν τί ἤθελε συμβῆ εἰς τὰς μικρὰς ἀγορὰς τῶν Ἰονίων νήσων, καὶ μάλιστα ἐν ᾧ δὲν πρόκειται περὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἡ ὁποία χαίρει μεγίστην οἰκονομικὴν πίστιν, καὶ ἡ πίστις αὕτη παρακολουθεῖ ἑπομένως καὶ τὰς ἀξίας αὐτῆς, ἀλλὰ περὶ Τραπέζης, ἡ ὁποία πρόκειται πρώτην φορὰν νὰ συστηθῇ καὶ θὰ ἐργασθῇ ἐντὸς περιωρισμένου κύκλου μὲ κεφάλαια χάρτινα καὶ μὲ ὅλην αὐτὴν τὴν ποικιλίαν τὴν τραπεζικὴν καὶ τὴν μέθοδον τοῦ χρηματιστηρίου, καὶ εἰς χώραν ὅπου οἱ κάτοικοι εἶναι ἐντελῶς ἄπειροι τῆς τοιαύτης κυβείας καὶ τῆς τέχνης τοῦ τοιούτου παιγνιδίου. Δὲν ἀρκεῖται ὅμως εἰς τὰς ὠφελείας αὐτὰς ἡ Πιστωτικὴ Τράπεζα· ἔχομεν τὸ ἄρθρον 7. «Ἄρθρον 7. Οἱ ἐκ τῆς γεωργικῆς τάξεως δανειζόμενοι παρὰ τῆς Τραπέζης ἐπὶ τριτεγγυημένοις γραμματίοις κατὰ τὸ ἄρθρον 6, ἐδ. έ τῆς ἀπὸ 31 Μαρτίου ε. ε. συμβάσεως, δὲν ὑπόκεινται εἰς τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ νὰ ᾖ εἷς ἐξ αὐτῶν ἐγκατεστημένος ἐν τῇ πόλει, ἔνθα ἑδρεύει τὸ ἐνεργοῦν τὴν προεξόφλησιν ὑποκατάστημα.» Ὡς εἶναι συντεταγμένον τὸ ἄρθρον αὐτό, φαίνεται, ὅτι πρόκειται νὰ δώσῃ παροχήν τινα εἰς τοὺς ἀγρότας τῶν Ἰονίων νήσων, διότι οὐδὲν ἄλλο λέγει ἢ ὅτι δὲν ὑποχρεοῦνται οἱ δανεισθησόμενοι ἀγροτικὰ δάνεια νὰ ἦναι εἷς ἐξ αὐτῶν κάτοικος τῆς πόλεως, ἄρα ἀρκεῖ νὰ ἦναι κάτοικος τῆς ἐξοχῆς. Ἀλλ’ ὅταν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸ ἄρθρον τῆς πρώτης συμβάσεως, ὅπερ ῥητῶς λέγει, ὅτι οἱ δανεισθησόμενοι χωρικοὶ ἀγρόται δύνανται νὰ ὦσι καὶ ἐκ τοῦ αὐτοῦ χωρίου, καὶ ἑπομένως, ὅτι δὲν ὑποχρεοῦται εἷς ἐξ αὐτῶν νὰ ἦναι ἐκ τῆς πόλεως, ἕπεται ὅτι ἐπιδιώκει ἡ σύμβασις διὰ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ νὰ ματαιώσῃ τὴν διάταξιν τῆς πρώτης συμβάσεως, ἤτοι νὰ μὴ δύνανται οἱ δανεισθησόμενοι νὰ ὦσιν ἐκ τοῦ αὐτοῦ χωρίου.
§74ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν τὸ ἐννοῶ αὐτό.
§75Θ. ΖΕΡΒΟΣ. Αὐτὸ εἶναι μάλιστα ὑπὲρ τῶν χωρικῶν.
§76ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὄχι, εἶναι κατά. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ ἄρθρον 6 τῆς πρώτης συμβάσεως 5 ἐδάφιον: «ὅ τε ὀφειλέτης καὶ οἱ τριτεγγυηταὶ αὐτοῦ δύνανται νὰ ὦσιν ἐκ τοῦ αὐτοῦ χωρίου». Ἡ δὲ νέα σύμβασις λέγει: «οἱ ἐκ τῆς γεωργικῆς τάξεως δανειζόμενοι παρὰ τῆς Τραπέζης ἐπὶ τριτεγγυημένοις γραμματίοις... δὲν ὑπόκεινται εἰς τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ νὰ ᾖ εἷς ἐξ αὐτῶν ἐγκατεστημένος ἐν τῇ πόλει, ἔνθα ἑδρεύει τὸ ἐνεργοῦν τὴν προεξόφλησιν κατάστημα.»
§77ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι τὸ αὐτὸ λοιπόν;
§78ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Φρονῶ, ὅτι εἶναι τόσον καθαρὰ ἡ ἔκφρασις, ὥστε δὲν εἶναι ἀνάγκη ἑρμηνείας. Διὰ τῆς πρώτης συμβάσεως ἀρνεῖσθε, ὅτι δύνανται τρεῖς χωρικοὶ ἐκ τοῦ αὐτοῦ χωρίου νὰ δανεισθῶσιν ἀπὸ τὴν Τράπεζαν; ὄχι. Εἶναι καθαρὸν τὸ πρᾶγμα, εἶναι ἀναντίῤῥητον. Ἀφοῦ λοιπὸν ὑπάρχει τοιαύτη διάταξις θὰ εἰπῇ, ὅτι δύνανται νὰ ἔλθωσι καὶ τρεῖς ἐκ διαφορετικῶν χωρίων. Τί θέλει λοιπὸν ἡ νέα διάταξις, διὰ τῆς ὁποίας λέγετε, ὅτι δὲν εἶναι ὑποχρεωμένοι οἱ ἐρχόμενοι νὰ δανεισθῶσι διὰ τριτεγγυημένων γραμματίων νὰ ἔχουν καὶ συνοφειλέτην ἐκ τῆς πόλεως; Διὰ ταύτης δίδεται τὸ δικαίωμα, ὅταν παρουσιασθοῦν τρεῖς χωρικοὶ ἐκ τοῦ αὐτοῦ χωρίου, εἰς τὸν διευθυντὴν τῆς Τραπέζης νὰ ἀρνηθῇ τὸ δάνειον, διότι ἀπαλλάττετε τῆς τοιαύτης ὑποχρεώσεως τὴν Τράπεζαν.
§79ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχει οὕτω· ἡ διάταξις εἶναι ἡ αὐτή.
§80ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Τότε παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε, διατί ἐπιμένετε εἰς τὴν διάταξιν αὐτήν, ἀφοῦ δὲν πρόκειται νὰ εἰσαγάγητε νέον τι, ἀφοῦ δὲν πρόκειται νὰ καταργήσητε τὸ ὑπάρχον; Ἄρθρον 9. «Ἀναστολὴ ἐκτελέσεως ἀναγκαστικῶς ἐνεργουμένης παρὰ τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης ἐν Ἑπτανήσῳ, ἐπὶ τῇ βάσει ἐκτελεστοῦ δικογράφου, ἢ ἐκτέλεσις τῆς ἀποφάσεως κατὰ κινητῆς ἢ ἀκινήτου περιουσίας, ἐπιτρέπεται μόνον δι’ ἀποφάσεως τοῦ ἁρμοδίου κατὰ νόμον Πρωτοδικείου, δικαζομένης τῆς περὶ τούτου αἰτήσεως κατὰ τὴν συνοπτικὴν διαδικασίαν, καὶ ἀφοῦ προηγουμένως κληθῇ ἡ Τράπεζα, ὅπως παραστῇ κατὰ τὴν συζήτησιν.» Νέον προνόμιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ζητεῖ ἡ Τράπεζα· ἀπαιτεῖ νὰ καταργήσωμεν ὑπὲρ αὐτῆς τὰς ὑπαρχούσας ἐν τῇ πολιτικῇ δικονομίᾳ διατάξεις, εἶναι δὲ προνόμιον, καὶ προνόμιον μέγα διὰ τὴν Τράπεζαν, εἶναι δὲ βάρος καὶ βάρος σπουδαῖον διὰ τοὺς πολίτας, καθίσταται δὲ τὸ βάρος αὐτὸ ἔτι σπουδαιότερον, ὅταν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰ λοιπὰ προνόμια, τὰ ὁποῖα ἐχορηγήσαμεν καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐκτέλεσιν· διότι διὰ τῶν τοιούτων προνομίων, κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν, δύναται ἐν συντομωτάτῳ χρόνῳ νὰ θέσῃ εἰς πλειστηριασμὸν τὴν περιουσίαν τοῦ ὀφειλέτου, καὶ τὸ μόνον μέσον, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ δικαιούμενος, ὅπως δυνηθῇ ν’ ἀναστείλῃ τὸν πλειστηριασμὸν καὶ νὰ προλάβῃ ἐνίοτε τὴν καταστροφήν του, τὸ ἀφαιροῦμεν· διότι μέχρις οὗ περατωθῇ ἡ δίκη τῆς ἀναστολῆς, ὁ πλειστηριασμὸς ἐκτελεῖται, ὑποβάλλομεν δὲ καὶ τὸν πολίτην εἰς δεκαπλάσια ἔξοδα. Διατί λοιπὸν καὶ τὸ προνόμιον τοῦτο ὑπὲρ τῆς Τραπέζης; Οἱ νόμοι οἱ ὑφιστάμενοι αἱ διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας ἔχουν τι τὸ ἄτοπον; ἔχουν ἀνάγκην μεταῤῥυθμίσεως; Τότε νὰ τοὺς μεταῤῥυθμίσωμεν δι’ ὅλους ἐν γένει τοὺς κατοίκους τοῦ Βασιλείου. Καὶ ἀπορῶ πῶς, ἐκτὸς τῶν λοιπῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα χορηγοῦμεν εἰς τὴν Τράπεζαν, ἀπαιτεῖ καὶ ταῦτα, ὅπως τοιουτοτρόπως ἀποκλείσωμεν πάντα συναγωνισμὸν τῶν ἰδιωτικῶν κεφαλαίων, διότι πῶς ἰδιώτης δύναται νὰ συναγωνισθῇ μὲ τὴν Τράπεζαν χαίρουσαν τοσαῦτα δικαιώματα καὶ προνόμια καὶ ὡς πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν αὐτή; Ἄρθρον 10. «Ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Τράπεζαν, ὁσάκις γίνεται κατάσχεσις παρ’ αὐτῇ, ὡς τρίτῳ, νὰ προσαγάγῃ καὶ βραδύτερον τῆς δηλώσεως, μέχρι τῆς ἐπ’ ἀκροατηρίῳ συζητήσεως τῆς κατὰ τῆς δηλώσεως γενομένης ἀνακοπῆς, τὰ πρὸς ὑποστήριξιν τῆς δηλώσεως ἢ πρὸς ἀπόκρουσιν τῆς ἀνακοπῆς δικαιολογητικὰ ἔγγραφα.» Κύριοι, ἐὰν ἀπὸ τοὺς ἰδιώτας ἀπαιτῶμεν τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα, διατί νὰ γείνῃ ἐξαίρεσις διὰ τὴν Τράπεζαν, ἡ ὁποία ἔχει καθαρὰν εἰκόνα τῶν πράξεών της, καὶ ἑπομένως δύναται εὐχερῶς εἰς πᾶσαν περίστασιν νὰ δικαιολογήσῃ τὸν ὅρον, διὰ τὸν ὁποῖον φρονεῖ, ὅτι δὲν εἶναι ὀφειλέτης ἢ εἶναι τοιαύτη εἰς ποσὸν μικρότερον τοῦ κατασχεθέντος; Ἔχει σπουδαιότητα τὸ τοιοῦτον, διότι μετὰ τὴν δήλωσιν ὁ δικαιούμενος νὰ προσβάλῃ αὐτήν, ὑποχρεοῦται νὰ ἀπευθύνῃ ἀνακοπὴν ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου· ἐὰν δὲ προσαχθῶσι τὰ ἔγγραφα μὲ τὴν δήλωσιν, δύναται νὰ σκεφθῇ καὶ νὰ προλάβῃ τὸν δικαστικὸν ἀγῶνα. Ἐνῷ ἐπὶ τῆς ἁπλῆς δηλώσεως, ἐὰν ἡ πληροφορία του δὲν ἦναι σύμφωνος μὲ αὐτήν, θὰ προβῇ ἀφεύκτως εἰς δίκην. Σᾶς κατέδειξα λοιπόν, κύριοι, ὅτι δὲν ὑποβάλλεται εἰς τὴν σκέψιν τῆς Βουλῆς ἁπλῶς καὶ μόνον νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ χορηγηθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία τῆς ἱδρυθησομένης ἐν Ἑπτανήσῳ Πιστωτικῆς Τραπέζης, ἀλλὰ διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ φέρεται σύμβασις, ἡ ὁποία ἐμπεριέχει μὲν τὸν ὅρον αὐτόν, ἀλλὰ προσέτι περιέχει δικαιώματα, παροχάς, προνόμια, τὰ πάντα ὑπὲρ τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ οὐδὲν ἀντάλλαγμα εἰς ὅλα αὐτά. Καὶ ποῖαι εἰσὶν αἱ ὠφέλειαι, τὰς ὁποίας χορηγεῖ ἡ Τράπεζα εἰς τοὺς πολίτας; ἢ ποῖαι αἱ ὠφέλειαι, τὰς ὁποίας χορηγεῖ εἰς τὸ δημόσιον, ὅπως χορηγηθῶσιν εἰς αὐτὴν καὶ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία καὶ ἅπαντα τὰ πρὶν καὶ νῦν δικαιώματα καὶ προνόμια, τὰ ὁποῖα ἐπιζητεῖ; Ὑποχρεοῦται νὰ δανείζῃ ἐπὶ ὑποθήκῃ μὲ 8%, ὑποχρεοῦται νὰ δανείζῃ τοὺς ἀγρότας μὲ τὸ 6%· αὐτὴ εἶναι ἡ μόνη ὠφέλεια, ἡ ὁποία παρέχεται εἰς τοὺς κατοίκους τῶν Ἰονίων νήσων, αὐτὴ εἶναι ἡ μόνη ὑποχρέωσις, τὴν ὁποίαν ἀνέλαβε πρὸς τοὺς κατοίκους ἐκείνους. Καὶ τί πρόκειται νὰ δανείσῃ; τὸ μέταλλον, τὸ ὁποῖον θὰ ἐξαγάγῃ ἐκ τῶν ταμείων της; Οὐχί, κύριοι, ἀλλὰ τὸ χαρτί, τὸ ὁποῖον θὰ τῇ δώσῃ τὴν ἄδειαν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐκδώσῃ ἀντὶ νομίσματος. Τὸ τοιοῦτον λοιπὸν χρῆμα, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις χορηγεῖ εἰς τὴν Πιστωτικὴν Τράπεζαν δωρεάν, θὰ τὸ δανείσῃ αὕτη εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας μὲ τὸ 8% καὶ μὲ τὸ 6%.
§81Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Εἶναι σπουδαῖον, κ. Βαλσαμάκη, διότι ἄλλοι δὲν εὑρίσκουν οὔτε τὸ 10.
§82ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Κύριε Μπούμπουλη, σᾶς ἀπαντῶ, ἐπειδὴ δύναμαι νὰ τὸ πιστοποιήσω, ὅτι ἡ Ἰονικὴ μόνον ἔχει δανείσει εἰς τὴν Κεφαλληνίαν περὶ τὸ 1,000,000 εἰς ἐνυπόθηκα δάνεια, κατὰ τὴν ἡμετέραν δὲ νομοθεσίαν, ὁ ἀνώτατος ὅρος τοῦ τόκου εἶναι 8%· ἐκτὸς ἐὰν ἦναι δάνεια, τὰ ὁποῖα δὲν ἐδόθησαν ἐξ ὑπαρχῆς μὲ ὑποθήκην, δηλ. ἐξησφαλίσθησαν κατόπιν δι’ ὑποθήκης, ἀλλὰ δι’ ὑποθήκης γενικῆς, ἰσχυούσης ἄλλοτε εἰς τὰς νήσους, καὶ ἡ ὁποία δὲν ἔχει ἀποτέλεσμα ἢ μικρόν, διότι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον προηγοῦνται ἄλλοι δανεισταί, οἱ ὁποῖοι ἀποῤῥοφοῦν ὅλην τὴν περιουσίαν τοῦ ὀφειλέτου.
§83ΒΟΥΛΤΣΟΣ. Ἡ ἐνυπόθηκος ἀπαίτησις ἔρχεται μὲ 6%.
§84ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Μάλιστα, κύριε Βοῦλτσε, κατὰ τὴν ἡμετέραν νομοθεσίαν, πρὶν ἢ αὕτη μεταῤῥυθμισθῇ, δὲν ἠδύναντο νὰ δανεισθῶσιν ἐπὶ ὑποθήκῃ εἰμὴ μόνον μὲ τὸ 6%· ἑπομένως ὅσα ἐνυπόθηκα δάνεια ὑπάρχουσιν εἰς τὰς Ἰονίους νήσους πρὶν τοῦ 1878, ἂν δὲν σφάλλω, συνωμολογήθησαν μὲ τόκον οὐχὶ πλέον τῶν 6%. Ἂν δὲ τὰ κεφάλαια τῶν ἰδιωτῶν δὲν δίδωνται πλέον εἰς δάνεια ἐνυπόθηκα, ἂν τὰ κεφάλαιά των οἱ κεφαλαιοῦχοι ὑποχρεοῦνται νὰ καταθέτωσιν εἰς τὴν Τράπεζαν τὴν Ἰονικὴν μὲ τὸ 4% καὶ σήμερον μὲ τὸ 3%, ἐνῷ δύνανται νὰ τὰ δανείσωσι μὲ τὸ 8%, δὲν εἶναι ὁ λόγος διότι οἱ τοιοῦτοι ἀμεριμνοῦσιν ἢ δὲν ἐπιδιώκουσι τὴν ὠφέλειαν, εἶναι ἄλλοι λόγοι λίαν σπουδαῖοι, καὶ οἱ ὁποῖοι ὀφείλονται ἐν μέρει εἰς τὴν νομοθεσίαν μας καὶ εἰς πολλὰ ἄλλα αἴτια, τὰ ὁποῖα καὶ περιττὸν καὶ ἀνωφελὲς κρίνω νὰ ἐκθέσω σήμερον. Ἀλλ’ ὅταν ἔχωμεν βεβαιωμένον, ὅτι οἱ κεφαλαιοῦχοι ὑποχρεοῦνται νὰ καταθέσωσι τὰ κεφάλαιά των μὲ 3, 5 καὶ 6%, καὶ ἀποφεύγουσιν ἀπὸ τοῦ νὰ δανείζωσι μὲ 8% ἐνυποθήκως, θὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν ὑπάρχει ὁ λόγος τοῦ συμφέροντος, ἢ ἡ ἔλλειψις τῶν κεφαλαίων, ἀλλ’ ἄλλοι λόγοι, καὶ αὐτοὺς τοὺς λόγους θὰ ἐξομαλύνῃ ἴσως ἡ Τράπεζα, ἀλλ’ ὑπὲρ ἑαυτῆς, διότι θὰ δανείσῃ καὶ χαρτὶ, τὸ δὲ χρῆμα θὰ συλλέξῃ διὰ τῶν ὁμολογιῶν καὶ παρακαταθηκῶν. Μὴ περιμένετε δὲ ἀπὸ τὴν Τράπεζαν τὰς εὐκολίας, τὰς ὁποίας παρέχουσιν οἱ ἰδιῶται δανεισταὶ, ἢ ὅσας μέχρι τοῦδε παρεῖχον ἄλλαι Τράπεζαι. Καὶ τοιαῦται αἱ ὠφέλειαι αἱ χορηγούμεναι εἰς τὰς Ἰονίους νήσους, ὠφέλειαι, αἱ ὁποῖαι ἐχορηγήθησαν διὰ τῆς ὑφισταμένης συμβάσεως· ἀλλ’ ἀντὶ τούτων ἡ Τράπεζα μὴ ἀρκουμένη, ζητεῖ τὸ δικαίωμα τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ τὴν παραχώρησιν τῶν ἄνω ῥηθέντων δικαιωμάτων καὶ προνομίων, χωρὶς οὔτε κἂν ὡς ἀντάλλαγμα νὰ προτείνῃ ἐλάττωσιν τοῦ τόκου. Ἂν εἶχε φέρει πρότασιν νὰ δανείζῃ ἀντὶ 8 μὲ 6 καὶ ἀντὶ 6 μὲ 4, τότε ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ: «Δὸς σὺ, Κυβέρνησις, τὸ δικαίωμα τοῦ χαρτιοῦ δωρεὰν εἰς τὴν Τράπεζαν, διότι θὰ δανείζῃ μὲ εὐθηνότερον τόκον.» Εἰς δὲ τὸ δημόσιον, κύριοι, τί χορηγεῖ ἡ σύμβασις; Τὸ ἄρθρον 16 λέγει ῥητῶς: (ἀναγινώσκει). «Ἄρθρον 16. Ἡ Γενικὴ Πιστωτικὴ Τράπεζα ἀναλαμβάνει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ λάβῃ συμμετοχὴν εἰς τὸ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐν τῇ παρούσῃ συνόδω ψηφισθησόμενον ἐξωτερικὸν δάνειον μέχρι τοῦ ποσοῦ φράγκων πέντε ἑκατομμυρίων (5,000,000) ὀνομαστικῆς ἀξίας εἰς χρυσὸν, ἐπὶ τόκῳ πέντε τοῖς ἑκατὸν (5%) καὶ χρεωλυσίῳ, ὁρισθησομένῳ εἰς τὴν τιμὴν καὶ τοὺς ὅρους, εἰς οὓς ἤθελον διατεθῆ τὸ πρῶτον πλέον ἢ τοὐλάχιστον πέντε ἑκατομμύρια φράγκων ἐκ τοῦ δανείου τούτου ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἐντὸς δύο μηνῶν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ κυροῦντος τὴν παροῦσαν σύμβασιν νόμου δὲν διατεθῶσιν ὁμολογίαι ἰσάριθμοι μὲ τὸ ἀνωτέρω ποσὸν, ἡ τιμὴ τῶν ὑπὸ τῆς Γενικῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος ληφθησομένων ὁμολογιῶν θέλει ὁρισθῆ μετὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ αὐτῆς ἀπὸ κοινοῦ.» Κύριοι, δὲν εἶμαι ἐνήμερος εἰς τὰ τραπεζικὰ, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἴσως δὲν ἐννοῶ τὴν ὠφέλειαν, τὴν ὁποίαν προσκτᾶται ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς καταχωρίσεως τοῦ 16 ἄρθρου ἐν τῇ συμβάσει. Ἡ Κυβέρνησις συνομολογεῖ δάνειον 120 ἑκατομμυρίων, καὶ τὸ δάνειον αὐτὸ βεβαίως δὲν συνομολογοῦν οἱ συμβαλλόμενοι ἐκ φιλελληνισμοῦ κινούμενοι, δὲν χορηγοῦν τὰ χρήματά των διὰ νὰ δωρήσουν τι· οἱ χορηγήσοντες τὸ δάνειον θὰ κερδοσκοπήσωσι· βαίνουσι μὲ τὴν ἰδέαν τοὐλάχιστον, ὅτι θὰ ὠφεληθῶσιν, ἔχουσι τὰς βλέψεις των, καὶ ἐπὶ τῶν βλέψεων αὐτῶν θὰ ἐργασθῶσι. Καὶ, κύριοι, ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι, ἐὰν, ὅπως λάβῃ τις, λέγω, συμμετοχὴν εἰς τὸ δάνειον, ἀπαιτῆται νὰ χορηγηθῇ εἰς αὐτὸν ὠφέλημά τι, ἐὰν διὰ συμμετοχὴν 5 ἑκατομμυρίων δίδωνται τοιαῦται παροχαί, τί θὰ ἀπαιτήσωσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ χορηγήσωσι τὰ λοιπὰ ἑκατομμύρια. Ἂν σήμερον ἡ Τράπεζα ἡ Πιστωτικὴ μᾶς λέγῃ, ὅτι ἀπαιτεῖ τὰ προνόμια ταῦτα, τὰ δικαιώματα ταῦτα, ἤτοι τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν κτλ, διότι δίδει 5 ἑκατομμύρια, οἱ λοιποί, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐγγράφωσιν εἰς τὸ δάνειον, πρέπει νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι εἶναι βλάκες, ἐὰν τὰ χορηγήσωσιν ἄνευ ἀνταλλάγματος. Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον 16, κατ’ ἐμέ, δὲν ἐμπεριέχει ὠφέλημά τι εἰς τὸ δημόσιον· ἂν περιέχῃ τι, εἶναι ὑπὲρ τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης, διότι ἐξασφαλίζει εἰς αὐτὴν μετοχὴν 5 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα ἐν περιπτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ πράγματα βαδίσωσι καλῶς, θ’ ἀποφέρωσιν ὠφελήματα μεγάλα, καθὼς συνέβη μὲ τὸ δάνειον τῶν 60 ἑκατομμυρίων, ὅπερ ἐξεδόθη εἰς τὰ 385 φράγκα καὶ ἔφθασε μέχρι τῶν 440. Λοιπόν, ἂν θὰ δώσῃ τὰ χρήματα, θὰ τὰ δώσῃ ἐπὶ σκοπῷ ὠφελείας εἶναι ἁπλῆ κερδοσκοπία, ἡ ὁποία δὲν δύναται νὰ ἐξηγηθῇ ποτὲ ὡς γενομένη πρὸς ὄφελος τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ δημοσίου· εἶναι ὅμως πρὸς βλάβην αὐτοῦ, διότι δυσφημίζεται τὸ δάνειον, ὅταν θεωρηθῇ ὡς ὑποχρέωσις. Τοιαύτη λοιπὸν εἶναι, κύριοι, ἡ ὑποβαλλομένη εἰς ὑμᾶς πρὸς ἐπιψήφισιν σύμβασις· ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, προνόμιον, δικαιώματα, διὰ δὲ τὰς Ἰονίους νήσους αὔξησις τοῦ ὑπάρχοντος ἐν κυκλοφορίᾳ χαρτονομίσματος κατὰ 6 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα, κύριοι, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν παραδεχθῶμεν ὡς ἀληθῆ τὴν ἀναλογίαν, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζουσιν οἱ πραγματευόμενοι τὰ τοιαῦτα ἀντικείμενα ὡς πρὸς τὴν ἐπερχομένην ὑποτίμησιν τοῦ χαρτονομίσματος ἀναλόγως τῆς αὐξήσεως τῆς κυκλοφορίας αὐτοῦ, δὲν εἶναι τίποτε δύσκολον, ἐὰν ἔχωμεν σήμερον ὑποτίμησιν 10, νὰ φθάσωμεν διὰ τῆς προσθήκης νέων χαρτονομισμάτων εἰς ὑποτίμησιν 15 καὶ 20%, ἀναλόγως τῶν περιστάσεων. Ὠφέλεια λοιπὸν διὰ τὰς Ἰονίους νήσους εἶναι ἡ αὔξησις τοῦ χαρτονομίσματος κατὰ 6 ἑκατομμύρια καὶ ἡ κατόπιν ταύτης ὑποτίμησις, εἰς ἣν θὰ λάβωσιν οἱ ἰδιοκτῆται καὶ οἱ χωρικοὶ τὰ δάνειά των ἀπὸ τὴν Πιστωτικὴν Τράπεζαν, ἤτοι θὰ δανεισθῶσιν 100, ἀλλὰ πραγματικῶς θὰ λάβωσιν 70 ἢ 80, κατὰ τὴν περίστασιν. Τί δὲ παρέχει τὸ ὅλον αὐτὸ οἰκοδόμημα τῆς Τραπέζης; Καὶ ὅταν συζητῶμεν, κύριοι, περὶ ἱδρύσεως Τραπέζης, ὀφείλομεν τοὐλάχιστον νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰ προηγούμενα ἄλλων ἐθνῶν καὶ τί συνέβη εἰς ἄλλα Κράτη. Μὴ νομίζετε, ὅτι πάντοτε δίδουσι κέρδη αἱ Τράπεζαι, πολλάκις πτωχεύουσι, καὶ τὰ ἀποτελέσματα τῶν πτωχεύσεων εἰσὶ φρικώδη, πίπτουσι δὲ ἐπὶ τοῦ λαοῦ, μεταξὺ τοῦ ὁποίου ἐργάζονται. Δὲν πρέπει νὰ βαυκαλιζώμεθα μόνον μὲ τὴν ἰδέαν, ὅτι θὰ ἔχωμεν ἄφθονον τὸ χρῆμα καὶ ὅτι θὰ δανειζώμεθα εὐχερῶς ἐξ αὐτοῦ τοῦ χρήματος, ἀλλ’ ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν αἱ Τράπεζαι δὲν εὐδοκιμοῦσι, καὶ διαλύονται ἢ χρεωκοποῦσιν. Ἐὰν ὁ ὀργανισμὸς τῆς Τραπέζης τεθῇ ἐν πλήρει ἐνεργείᾳ, ἐπαναλαμβάνω νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι μὲ 670,000 μεταλλικόν, τὸ ὁποῖον ὑποχρεοῦται νὰ ἔχῃ εἰς τὰ ταμεῖά της, δύναται νὰ θέσῃ εἰς κυκλοφορίαν 12,000,000 χαρτονομίσματα καὶ ὁμολογίας· δύναται διὰ τῶν ὁμολογιῶν αὐτῶν νὰ ἐκμυζήσῃ ἀπὸ τοὺς κατοίκους τῆς Ἑπτανήσου 10,000,000, αἱ δὲ ὁμολογίαι οὐδεμίαν ἄλλην ἐγγύησιν ἔχουσιν ἢ τὴν περιουσίαν τῆς Τραπέζης, ἤτοι οἷαν καὶ τὸ χαρτονόμισμα. Αἱ παρακαταθῆκαι εἶναι ἕτερον μέσον πρὸς συλλογὴν τῶν κεφαλαίων· ὁ ἀνώτερος τόκος εἶναι δέλεαρ φοβερόν. Τί θὰ γείνῃ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἀποτύχῃ ἢ πτωχεύσῃ ἡ Τράπεζα; Ὅλα τὰ κεφάλαια θὰ ἐξέλθουν ἔξω, εἰς δὲ τὰς νήσους θὰ μείνῃ τὸ χαρτονόμισμα καὶ αἱ λοιπαὶ χάρτιναι ἀξίαι τῆς Τραπέζης, καὶ πρὸς ἐγγύησιν ἡ περιουσία αὐτῆς, ἤτοι αἱ 670,000 εἰς μεταλλικὸν καὶ αἱ ἀπαιτήσεις. Αὐτὴ ἡ ἰδέα μὲ τρομάζει, καὶ αὐτὴ μὲ ὑπεχρέωσε νὰ ἀναβῶ εἰς τὸ βῆμα· μὲ τρομάζει ἡ ἰδέα, ὅτι δυνάμεθα νὰ περιέλθωμεν εἰς ἣν θέσιν εὑρέθησαν ἄλλοι τόποι, οἱ ὁποῖοι καὶ βιομηχανίαν, καὶ γεωργίαν, καὶ ἐμπόριον εἶχον νὰ ἐκμεταλλευθῶσιν, ἐνῷ εἰς τὰς νήσους αἱ παλαιαὶ ἐπαρχίαι τίποτε δὲν ἔχουσι πρὸς ἐκμετάλλευσιν, ἐκαλλιεργήθησαν δὲ καὶ αὐτοὶ οἱ ἄγονοι τόποι, καὶ ἐλέχθησαν ἀνευφημοῦντες καὶ ἐνθουσιῶντες τὸν συναγωνισμὸν τῶν Τραπεζῶν. Ἀλλὰ, κύριοι, ἐκτὸς τῶν ὅσων σᾶς ἐξέθεσα, σᾶς ἀναφέρω καὶ τοῦτο, ὅτι, κατὰ τὸ πρῶτον καὶ τρίτον ἄρθρον τῆς ὑφισταμένης συμβάσεως, τὸ συστηθησόμενον κατάστημα ἐν Ἑπτανήσῳ θὰ ἦναι αὐτοτελὲς καὶ ἀνεξάρτητον. Καὶ τῷ ὄντι, κύριοι, ὅτε ἐψηφίζομεν τὴν σύμβασιν αὐτὴν, οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἠδύνατο νὰ νομίσῃ ὅτι, ψηφιζομένου τοῦ ἄρθρου τούτου, δὲν θὰ εἴχομεν ἐν Ἑπτανήσῳ ἓν αὐτοτελὲς καὶ ἀνεξάρτητον κατάστημα, ἐργαζόμενον ἀνεξαρτήτως ἐν ταῖς νήσοις, καὶ παρὰ τῶν κατοίκων αὐτῶν διευθυνόμενον καὶ παρακολουθούμενον, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀνάπτυξιν τῶν συμφερόντων του. Ἀλλὰ τὴν ἀρχὴν ταύτην, τὴν ὁποίαν ἐν τῇ συμβάσει ἡμεῖς καθιερώσαμεν, νομίσαντες, ὅτι, ψηφίζοντες τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο, ἠδυνάμεθα νὰ καθησυχάσωμεν τὰς ὑπονοίας ἡμῶν καὶ τῶν συμπολιτῶν μας, τὴν καταργεῖ ἡ Πιστωτικὴ ἐν Ἑπτανήσῳ Τράπεζα διὰ τοῦ ἄρθρου 25 τοῦ καταστατικοῦ αὐτῆς. Κατὰ τὸ ἄρθρον, ὁ διορισμὸς τοῦ διοικητοῦ, τῶν ὑποδιευθυντῶν, τῶν ὑπαλλήλων ὅλων ἐν γένει, κύριοι, θὰ γείνῃ παρὰ τῆς ἐνταῦθα Πιστωτικῆς Τραπέζης· καὶ ὁ τοιοῦτος διορισμὸς θὰ ἦναι ἰσχυρὸς ἐπὶ τρία ἔτη. Ἡ Πιστωτικὴ Τράπεζα λοιπὸν θὰ διορίσῃ τοὺς ὑπαλλήλους αὐτοὺς ἀπ’ εὐθείας, καὶ τοὺς διορισμοὺς αὐτοὺς δὲν δύνανται οἱ μέτοχοι νὰ ἀλλάξωσι ποσῶς. Ἐπιδέχεται τὸ τοιοῦτον ἄλλην ἐξήγησιν, ἢ ὅτι τὸ ἱδρυθησόμενον κατάστημα θὰ διευθύνεται ἐπὶ τρία ἔτη κατὰ τὰς ὀρέξεις, ἐπιθυμίας, συμφέροντα καὶ κερδοσκοπικὰς βλέψεις τῆς ἐν Ἀθήναις Πιστωτικῆς Τραπέζης; καὶ ὅτι θὰ ὑπηρετήσῃ οὐχὶ τὰ συμφέροντα τῶν Ἰονίων νήσων, ἀλλὰ τὰ τῆς ἐνταῦθα Πιστωτικῆς Τραπέζης; Οὐδὲν ἄλλο, κύριοι, βλέπω εἰς τὴν σύμβασιν αὐτὴν, ἢ χρηματικὴν κερδοσκοπίαν πρὸς ὄφελος τῆς ἐνταῦθα Τραπέζης ἐπὶ προφανεῖ ζημίᾳ τῶν νήσων ἐκείνων, ἐν αἷς πρόκειται νὰ ἱδρυθῇ τὸ κατάστημα· καὶ, κύριοι, ἐξηγοῦμαι. Τὸ ἄρθρ. 15 λέγει· «Ἄρθρον 15. Ἡ Γενικὴ Πιστωτικὴ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος ὀφείλει νὰ διαθέσῃ εἰς τὸ κοινὸν διὰ δημοσίας ἐν Ἑπτανήσῳ ἐγγραφῆς πέντε χιλιάδας μετοχὰς τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης ἐν Ἑπτανήσῳ, ἅμα τῇ ἐνάρξει τῶν ἐργασιῶν της». Κύριοι, ὁ ὅρος αὐτὸς ἐτέθη ἐν τῇ συμβάσει κατόπιν τῆς ἐπιμόνου καὶ μέχρι ῥήξεως, δύναμαι νὰ εἴπω, συζητήσεως μετὰ τοῦ διευθυντοῦ τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης. Εἶπον πρὸς αὐτὸν, πῶς, ἐν ᾧ πρόκειται νὰ συστήσετε πιστωτικὸν κατάστημα ἐν ταῖς νήσοις, δὲν θὰ ἀνοίξετε ἐγγραφὴν, ὅπως λάβωσι μέρος οἱ κεφαλαιοῦχοι τῶν νήσων ἐκείνων; δὲν θὰ δίδητε τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς κατοίκους τῶν νήσων αὐτῶν, ἐν περιπτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν θέλουσι νὰ λάβωσι συμμετοχὴν, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἄμεσον συμφέρον νὰ παρακολουθήσωσι τὰς τύχας τοῦ καταστήματος, νὰ λάβωσι μέρος εἰς τὰς ὠφελείας, ἂν τοιαῦται προκύψωσιν, ἐνῷ τὰς ζημίας αὐτοὶ καὶ μόνοι θὰ ὑποστῶσι; Μετὰ πολλοὺς ἀγῶνας ἀπεφασίσθη νὰ δοθῇ εἰς ἐγγραφὴν τὸ ποσὸν τῶν 5,000,000 μετοχῶν. Κύριοι, δὲν ἐννοῶ βεβαίως, ὅτι πρόκειται νὰ ἐκθέσω ἐκεῖνο, ὅπερ συμβαίνει, ἢ ἐκεῖνο, ὅπερ δύναται νὰ συμβῇ, ἢ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον διανοοῦνται οἱ μέτοχοι τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης· ἀλλ’ οὐχ ἧττον ἔχω καθῆκον νὰ ἐκφράσω τὴν ἰδέαν μου εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἡ ἰδέα μου δὲν εἶναι ὀρθή, ἐννοεῖται, ὅτι θὰ ἐκτιμηθῇ ὅσον δεῖ. Σᾶς εἶπον, κύριοι, ὅτι ἐν τῇ συμβάσει ταύτῃ οὐδὲν ἄλλο βλέπω, παρὰ ἐπιχείρησιν χρηματιστικὴν πρὸς ἀποκλειστικὸν ὄφελος τῶν ἱδρυτῶν τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης. Καὶ, κύριοι, μοὶ ἔκαμεν ἐντύπωσιν τὸ ἑξῆς φαινόμενον. Ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ συνεζητεῖτο κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἡ σύμβασις ἡ ὑφισταμένη· αἱ μετοχαὶ τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης εἶχον, νομίζω, 145· ἅμα ἠκούσθη, ὅτι πρόκειται νὰ ὑποβληθῇ ἡ σύμβασις αὕτη πρὸς ἵδρυσιν πιστωτικοῦ καταστήματος ἐν Ἑπτανήσῳ, αἱ μετοχαὶ αὗται ὑπερετιμήθησαν, ἔφθασαν εἰς τὰ 190. Δὲν ἠδυνάμην νὰ ἐννοήσω τί σχέσιν ἔχει ἡ σύστασις ἐν Ἑπτανήσῳ Πιστωτικῆς Τραπέζης, ἀφοῦ εἶναι ἀνεξάρτητος καὶ αὐτοτελής, μὲ τὴν ἐν Ἀθήναις Πιστωτικὴν Τράπεζαν, ποίαν ἐπιῤῥοὴν δύναται νὰ ἔχῃ εἰς τὰ ταμεῖα καὶ τὰς ὠφελείας τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης, ἀλλὰ, κύριοι, μοὶ κατέστησε τοῦτο εὐεξήγητον ἡ ἐπιμονὴ τοῦ διευθυντοῦ τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης εἰς τὸ νὰ ἱδρύσωσι τὸ κατάστημα ἐν Ἑπτανήσῳ, τὰς δὲ 20,000 μετοχὰς νὰ κρατήσωσιν εἰς χεῖράς των. Συνδυάσατε, κύριοι, τὸ τοιοῦτον μὲ τὴν ὑπερτίμησιν τῶν μετοχῶν, καὶ ὅτι τὸ Πιστωτικὸν ἐν Ἑπτανήσῳ κατάστημα θὰ μείνῃ ἐπὶ τρία ἔτη εἰς τὴν διεύθυνσιν τὴν ἀποκλειστικὴν τῆς ἐνταῦθα Πιστωτικῆς Τραπέζης, ἐρωτήσατε ποῖον εἶναι τὸ ἐνδιαφέρον τῶν μετόχων, σκέφθητε, ὅτι τὰ κεφάλαια τὰ καταθέτουσιν οἱ τοιοῦτοι κεφαλαιοῦχοι, οὐχὶ διὰ νὰ τοποθετήσωσι τὸ χρῆμά των, καὶ θὰ πεισθῆτε, ὅτι ἓν μόνον συμφέρον ἔχουσιν, ἤτοι νὰ λάβωσι τὰς μετοχάς, νὰ τὰς ὑπερτιμήσωσι, καὶ κατόπιν νὰ τὰς πωλήσωσι, νὰ ἀφήσωσι δὲ τὴν περαιτέρω φροντίδα εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τὰς ἀπέκτησαν, καὶ εἰς τοὺς κατοίκους τῶν Ἰονίων νήσων. Κύριοι, τελειόνω· σᾶς εἶπον τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἐξ ὑπαρχῆς ἐξετίμησα κακῶς τὴν σύμβασιν αὐτήν· σᾶς εἶπον τοὺς λόγους, ὡς ἐκ τῶν ὁποίων φρονῶ, ὅτι ὀφείλομεν ν’ ἀποκρούσωμεν τὴν σύμβασιν καὶ τὸ νομοσχέδιον, καθῆκον δὲ ἔχομεν νὰ προστατεύσωμεν τοὺς κατοίκους τῶν Ἰονίων νήσων. Ὅθεν παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ σκεφθῇ καλῶς, πρὶν ἢ ἀποφασίσῃ νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν σύμβασιν ταύτην, διότι, ἂν σήμερον φρονῇ, ὅτι εἰσάγει σύμβασιν διὰ νὰ ὠφελήσῃ τινὰς ἐπαρχίας, ἂν σήμερον ἀναχωρῇ ἀπὸ τὴν ἰδέαν νὰ εὐεργετήσῃ τοὺς κατοίκους τῶν Ἰονίων νήσων, θὰ ἔλθῃ στιγμὴ, καθ’ ἣν δὲν θὰ ἦναι εἰς θέσιν νὰ προλάβῃ τὸ κακὸν, καὶ ὁ γογγυσμὸς θὰ πέσῃ ἐπὶ ἐκείνων, οἵτινες εἰσήγαγον τὴν τοιαύτην σύμβασιν. Παρακαλῶ ὡσαύτως τοὺς συναδέλφους ἐξ Ἑπτανήσου νὰ σκεφθῶσιν ὡρίμως, διότι αὐτοὶ κυρίως θὰ ὦσιν οἱ αἴτιοι παντὸς κακοῦ, ὅπερ θέλει προκύψει ἐκ τῆς ἱδρύσεως τοιούτου πιστωτικοῦ καταστήματος. Ἀλλ’ ἐπὶ τέλους, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν, εἴτε ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς, εἴτε καθ’ ὅλα ἡ Βουλή, φρονεῖ, ὅτι αἱ ἰδέαι μου εἶναι λανθασμέναι, εἶναι ἀπόῤῥοια ἰδιοτρόπου σκέψεως, ὅτι τὸ πιστωτικὸν τοῦτο κατάστημα θὰ φέρῃ πραγματικὰς ὠφελείας εἰς τὸν τόπον, σᾶς παρακαλῶ ἐπὶ τέλους νὰ σταματήσητε εἰς τὸ ἓν μέρος καὶ νὰ εἴπητε εἰς τὴν πιστωτικὴν τράπεζαν: πολὺ καλά· λάβε τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἀλλὰ μεῖνε μὲ τὰς ὑποχρεώσεις καὶ δικαιώματα τῆς παρελθούσης συμβάσεως μεῖνε ἕως ἐκεῖ, καὶ μὴ ζητεῖς προνόμια, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον δὲν ἐζήτησες, ἢ δὲν ἠδυνήθης νὰ λάβῃς. Διὰ τῆς προηγουμένης συμβάσεως ἐπρόκειτο νὰ δώσῃς 1,000,000 μεταλλικὸν εἰς τὰς νήσους ἐκείνας, σήμερον δίδεις χαρτί· σὲ ἀρκεῖ. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἀποφανθῇ ὑπὲρ τῆς συμβάσεως, νὰ ἀποσκορακίσῃ ὅλα ἐκεῖνα τὰ ἄρθρα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερα προηγουμένως καὶ διὰ τῶν ὁποίων σᾶς ἀπέδειξα πόσα νέα προνόμια καὶ ὠφελήματα χορηγοῦνται ὑπὲρ τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης χωρὶς νὰ δίδηται οὐδεμία νέα ὠφέλεια εἰς τοὺς κατοίκους τῶν Ἰονίων νήσων.
§85ΜΗΛΙΑΡΕΣΗΣ. Κύριοι βουλευταὶ, λυποῦμαι μεγάλως, διότι ἔρχομαι εἰς τὸ βῆμα, διὰ νὰ ἀντικρούσω τοὺς λόγους ἑνὸς ἀκριβοῦς μου φίλου, ἀλλὰ τὸ καθῆκον, κύριοι, μὲ ὑποχρεοῖ εἰς τοῦτο. Ἐνθυμεῖσθε πολὺ καλῶς, ὅτι πέρυσιν ἦλθε τὸ ἴδιον ζήτημα τῆς πιστωτικῆς τραπέζης, καὶ ἐφαίνετο ἀπ’ ἀρχῆς, ὅτι ἡ πιστωτικὴ τράπεζα ὑπεστηρίζετο ὑπὸ τῆς τότε πλειονοψηφίας κατόπιν ἔπεσε τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο, ἦλθεν ἄλλο ὑπουργεῖον, καὶ μόλα ταῦτα καὶ τὸ ἄλλο ὑπουργεῖον εὗρεν, ὅτι ἦτον ἀπολύτως ἀναγκαία ἡ σύστασις πιστωτικοῦ καταστήματος ἐν Ἑπτανήσῳ. Καὶ τῷ ὄντι ἡ πρώτη σύμβασις μετὰ τῆς Πιστωτικῆς συνωμολογήθη ὑπὸ τοῦ ὑπουργείου Κουμουνδούρου, ἡ δὲ τελευταία, ἡ καὶ ψηφισθεῖσα, ὑπὸ τῆς κυβερνήσεως τοῦ κ. Τρικούπη. Τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι εἶναι μία ἀνάγκη, τὴν ὁποίαν παρεδέχθη παμψηφεὶ ἡ Βουλή. Ἐὰν δὲν ἤθελε ταράξει τὴν κατάστασιν αὐτὴν τῶν πραγμάτων ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ἡ πιστωτικὴ Τράπεζα ἤθελεν ἐγκατασταθῆ δυνάμει τῆς ἤδη ψηφισθείσης συμβάσεως, καὶ ζήτημα τοιοῦτον σήμερον δὲν ἠθέλομεν ἔχει. Ἀλλ’ ἐπῆλθεν ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, τὴν ὁποίαν μᾶς ἐπέβαλον τὰ πράγματα· διότι ἐγὼ τοὐλάχιστον, καθ’ ὅσον ἀπὸ τὴν ἱστορίαν ἠξεύρω, δὲν εἶδον ποτὲ Κράτος νὰ εἰσέρχηται, εἰς μεγάλους ἀγῶνας, χωρὶς νὰ ἀσφαλίσῃ διὰ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας τὰ τραπεζικὰ καταστήματα αὐτοῦ, τὰ ἔχοντα κυκλοφορίαν Τραπεζικῶν γραμματίων. Τοῦτο συνέβη εἰς τὴν Ἀγγλίαν, ὅτε ἐκήρυξε τὸν πόλεμον κατὰ τοῦ Ναπολέοντος τοῦ πρώτου· τοῦτο συνέβη εἰς τὴν Γαλλίαν δίς, καὶ μετὰ τὴν ἐπανάστασιν τοῦ Φεβρουαρίου, καὶ ἐσχάτως, ὅτε ἡ Γαλλία ἐκήρυξε τὸν πόλεμον κατὰ τῆς Γερμανίας· παραλείπω δὲ τὰ ἄλλα Κράτη τὰ ἧττον πλούσια καὶ εἰς τὰ ὁποῖα ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία κατέστη ὁ κανὼν τῆς κυκλοφορίας τῶν τραπεζικῶν γραμματίων. Εἰς τὴν κατάστασιν ταύτην τῶν πραγμάτων ὀφείλομεν νὰ σκεφθῶμεν ἐὰν συμφέρῃ εἰς τὴν Ἑπτάνησον νὰ ἀρχίσῃ τὰς ἐργασίας της ἡ Πιστωτικὴ Τράπεζα, ἔχουσα τὸ δικαίωμα, ἔστω καὶ περιωρισμένον, ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας τραπεζογραμματίων ἢ ὄχι, διότι εἶναι ἀδύνατον ποτὲ νὰ συστηθῇ τὸ κατάστημα τοῦτο καὶ νὰ ἐργάζηται, δηλαδὴ νὰ δανείζῃ μέταλλον, καὶ εἰς ἐπιστροφὴν νὰ λαμβάνῃ τραπεζικὰ γραμμάτια τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης, τὰ ὁποῖα ἕνεκα τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας δὲν δύνανται νὰ μεταβληθῶσιν εἰς μέταλλον, καὶ ἑπομένως νὰ πληρώνηται, λαμβάνουσα ἥττονα ἀξίαν ἀπὸ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἔδωσεν. Ἡ σύστασις τραπεζικοῦ καταστήματος, σκοπὸν ἔχοντος νὰ δανείζῃ τοὺς ἰδιοκτήτας καὶ τὴν γεωργικὴν τάξιν, ἦτο ἀνέκαθεν μία ἀπόλυτος ἀνάγκη διὰ τὴν Ἑπτάνησον. Ἡ Ἑπτάνησος εἶναι μὲν τόπος καὶ ἐμπορικὸς, ἀλλὰ πρὸ πάντων καὶ κυρίως εἶναι τόπος, οὗτινος οἱ κάτοικοι ἀποζῶσιν ἐκ τῆς γεωργίας. Ὅτε κατὰ πρῶτον ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα ἐσυστήθη ἐν Ἑπτανήσῳ, ἀτυχῶς δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν ἡ κυριωτέρα ἀνάγκη αὐτῆς· ἐσυστήθη δὲ ἁπλῶς ὡς προεξοφλητικὸν κατάστημα, δηλαδὴ κατάστημα, οὗτινος ἀποκλειστικὸς σκοπὸς ἦτο ἡ ἐμψύχωσις τοῦ ἐμπορίου. Ἀλλὰ τὸ ἐμπόριον δὲν ἠδύνατο ἀποκλειστικῶς νὰ χορηγήσῃ τοιαύτας ὠφελείας εἰς τὴν Τράπεζαν, ὥστε νὰ εὐοδωθῇ αὕτη, καὶ ἑπομένως ἠναγκάσθη νὰ κάμῃ δάνεια καὶ εἰς μὴ ἐμπόρους, εἰς ἰδιοκτήτας· ἀλλὰ τὰ δάνεια ταῦτα εἶχον τὴν μορφὴν τῶν ἐμπορικῶν, ἦσαν συναλλάγματα ἐμπορικὰ μὲ πτώσεις 6 μηνῶν 3, ἢ τὸ πολὺ ἑνὸς ἔτους, ὡς ἐκ τοῦ ὁποίου, ἀντὶ νὰ γείνῃ χρήσιμος εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας ἀπέβη ἐπιζήμιος καὶ εἰς αὐτοὺς καὶ εἰς ἑαυτήν. Ἐκ τούτου ἐπήγασεν ἡ κατὰ τὸ 1860 σφοδρὰ συζήτησις ἐν τῇ Ἰονίῳ Βουλῇ, ἧς τὸ ἀποτέλεσμα ἦτο ὁ νόμος τοῦ 1860, διὰ τοῦ ὁποίου κατηργήθη τὸ ἀποκλειστικὸν προνόμιον τῆς Ἰονίου Τραπέζης καὶ ἐχορηγήθη τὸ δικαίωμα εἰς τὴν κυβέρνησιν νὰ συστήσῃ καὶ ἄλλα Τραπεζικὰ καταστήματα, ἔχοντα κεφάλαιον τοὐλάχιστον 40,000,000 λιρῶν στερλινῶν. Ἀλλ’ εὐθὺς μετὰ τὴν ἐποχὴν ταύτην ἐκορυφώθη ἡ ἐθνικὴ ἰδέα ἐν Ἑπτανήσῳ καὶ οὐδεὶς πλέον ἐφρόντισε περὶ συστάσεως τοιούτων Τραπεζῶν, ἀλλὰ πάντες ὁμοθυμαδὸν εἰργάζοντο ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς ἀποκαταστάσεως. Ἐγένετο εὐτυχῶς ἡ ἕνωσις, ἐτελέσθη· ἀλλὰ αὕτη ὡς ἀποτέλεσμα ἔσχε πρὸς τοῖς ἄλλοις τὸ νὰ μεταφέρῃ εὐταῦθα τὴν ἕδραν τῆς διευθύνσεως τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης, ἥτις ἔκτοτε ἤρχισε νὰ κάμνῃ σημαντικὰς ἐργασίας, λαμβάνουσα μέρος εἰς τὰ ἐθνικὰ δάνεια, καὶ τοιουτοτρόπως καὶ τοῦτο ἔφερεν ὡς ἀποτέλεσμα νὰ περιορισθῶσι σημαντικῶς τὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα ἔμελλε νὰ κυκλοφορῶσιν εἰς τὴν Ἑπτάνησον, ὥστε παρῄτησε πλέον τὴν ἰδέαν νὰ ἐργάζηται, ἔστω καὶ ἐμμέσως καὶ μετὰ στενοχωρίας, ὄχι μόνον μετὰ τῶν ἰδιοκτητῶν, ἀλλ’ ἠναγκάσθη νὰ περιορίσῃ καὶ τὴν πίστιν, τὴν ὁποίαν ἄλλοτε προσέφερεν εἰς τὸ ἐμπόριον. Ἐκ τούτου δὲ προέκυψεν ἄπειρος στενοχωρία εἰς τὰς νήσους ἐκείνας, οἱ δὲ κάτοικοι ἐναγωνίως περιέμενον νὰ ἐπέλθῃ βελτίωσίς τις, ὅτε εἶδον νὰ παραταθῇ ἡ ὕπαρξις τῆς Ἰονίου τραπέζης ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Ἰονίου νόμου τοῦ 1860, ὡσανεὶ οὗτος νὰ ἦτο εἰσέτι ἐν ἰσχύϊ. Ἐντεῦθεν ἐπήγασε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐπροκάλεσε τὴν πρότασιν περὶ συστάσεως ἐν Ἑπτανήσῳ ἄλλης Τραπέζης, τῆς Πιστωτικῆς, καὶ ἥτις μεταξὺ τῶν ἄλλων ἐργασιῶν της, ἀνέλαβε καὶ ταύτην, νὰ δανείζῃ τοὺς ἰδιοκτήτας μὲ μακρὰς προθεσμίας, μὲ τόκον καὶ χρεωλύσιον, καὶ τοὺς γεωργοὺς μὲ τὰ τριτεγγυημένα γραμμάτια. Καὶ πρῶτον ζήτημα, τὸ ὁποῖον προέκυψε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, ἦτο, ἐὰν ἐσύμφερε νὰ συστηθῶσι πολλὰ τραπεζικὰ καταστήματα ἢ ἀπεναντίας ἓν καὶ μόνον. Ἤτοι προέκυψε τὸ ζήτημα τοῦ ἑνιαίου τῶν Τραπεζῶν· καὶ ὁ μὲν προαγορεύσας ἀποκλίνει εἰς τοῦτο, ἐγὼ δὲ δὲν θέλω νὰ συζητήσω τὸ ζήτημα τοῦτο ἐπὶ μακρὸν, διότι καθ’ ἡμᾶς εἶναι ἤδη λελυμένον, ἀφοῦ εἰς τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, ἐνῷ ὑπῆρχον δύω τραπεζικὰ καταστήματα, ἐψηφίσαμεν καὶ τρίτον. Ἐγώ, κύριοι, γνωρίζω, ὅτι εἰς ἓν Κράτος μόνον ὑπάρχει τὸ ἑνιαῖον τῶν τραπεζῶν, εἰς τὴν Γαλλίαν, καὶ εἶναι ἀπόῤῥοια τοῦ συγκεντρωτικοῦ συστήματος τοῦ Ναπολέοντος.
§86ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Εἰς τὴν Αὐστρίαν, εἰς τὴν Γερμανίαν;
§87ΜΗΛΙΑΡΕΣΗΣ. Ὄχι.—Ὁ Ναπολέων διὰ τοῦ συγκεντρωτικοῦ του συστήματος ἵδρυσεν ἓν τραπεζιτικὸν κατάστημα, ἀλλὰ τὴν διεύθυνσιν τούτου ἀνέλαβεν ἡ πολιτεία· ὁ διοικητὴς καὶ ὑποδιοικηταὶ διορίζονται ὑπὸ τῆς κυβερνήσεως. Ἐνθυμεῖσθε τοιοῦτόν τι; Πῶς δύνασθε νὰ παραδώσητε τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Ἔθνους εἰς ἓν σωματεῖον, χωρὶς νὰ ἔχητε τὴν ἄμεσον ἐπίβλεψιν. Θέλετε τὸ ἑνιαῖον; ἀλλὰ τότε ὁ διοικητὴς καὶ ὑποδιοικηταὶ πρέπει νὰ διορίζωνται ὑπὸ τῆς κυβερνήσεως, ὡς εἶναι ἐν Γαλλίᾳ. Εἰς τὴν Γαλλίαν ἡ Τράπεζα εἶναι κλάδος τῆς διοικήσεως, δὲν εἶναι ἀνεξάρτητον κατάστημα Ἐγώ, κύριοι, ἐπιθυμῶ νὰ ἔχωμεν πολλαπλᾶς Τραπέζας, ἀλλὰ μετὰ τῶν ἀναγκαίων περιορισμῶν. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν δὲν ὑπάρχει τὸ ἑνιαῖον, διότι καὶ ἐκεῖ ἡ Τράπεζα περιορίζεται ἐντὸς ὡρισμένης περιφερείας, ἐκεῖθεν τῆς ὁποίας ὑπάρχουν διάφοροι Τράπεζαι. Εἰς τὴν Ἰταλίαν καὶ εἰς τὴν Γερμανίαν ὑπάρχουν ὡσαύτως πολλαὶ Τράπεζαι, ἀλλὰ μετὰ περιορισμῶν, ὥστε νὰ μὴ φέρῃ ἡ μία τὴν καταστροφὴν τῆς ἄλλης. Εἰς τὴν Ἰταλίαν δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδίδῃ μία Τράπεζα περισσότερα χαρτονομίσματα παρ’ ὅσα ὁ τόπος δύναται νὰ βαστάξῃ. Διότι, κύριοι, μὴ νομίσητε, ὅτι τὰ χαρτονομίσματα εἶναι κἄτι τι ἀπευκταῖον. Τὸ μέταλλον βεβαίως προτιμᾶται, διότι εἰ καὶ τὸ μέσον, δι’ οὗ ἐνεργοῦνται αἱ ἀνταλλαγαὶ ὅλου τοῦ κόσμου, μὲ τὸ μέταλλον ἀγοράζετε καὶ εἰς τὴν Αὐστρίαν καὶ εἰς τὴν Γερμανίαν, ἐνῷ μὲ τὸ χαρτονόμισμα μόνον ἐδῶ· ὅταν δὲ ἔχω χαρτονόμισμα, τὸ ὁποῖον δύναμαι νὰ ἀνταλλάξω μὲ μέταλλον, τότε πληρόνω παντοῦ Ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ἔχει αὐτὸ τὸ κακόν, ὅτι δὲν δύναται νὰ μεταβάλλῃ τις τὸ χαρτονόμισμα εἰς μέταλλον καὶ ἑπομένως νὰ ἀγοράζῃ πράγματα ἐκτὸς τοῦ Κράτους. Μὴ ὑπαρχούσης τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, τὸ χαρτονόμισμα, τὸ ὁποῖον κύριον σκοπὸν ἔχει τὴν ἀνταλλαγὴν ἐντὸς τοῦ κράτους, δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ τὸ ποσὸν τὸ ἀναγκαῖον εἰς τὴν ἐσωτερικὴν κυκλοφορίαν· διότι ἅμα τὸ ὑπερβῇ, ἀμέσως ἐπιστρέφεται εἰς τὴν Τράπεζαν καὶ μεταβάλλεται εἰς μέταλλον. Ἀλλ’ ὅταν ὑπάρχῃ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, τότε ἡ ἰσοῤῥοπία δὲν ἐπέρχεται φυσικῶς, καὶ ὀφείλει νὰ προσδιορίζεται ὑπὸ τοῦ νόμου· ὁσάκις δὲ αἱ περιστάσεις ἑνὸς ἔθνους τῷ ἐπιβάλλουσι τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἔκδοσιν τραπεζογραμματίων πέραν τοῦ δέοντος εἰς τὴν ἐσωτερικὴν ἀνταλλαγὴν, τότε ἓν ἐκ τῶν κυριωτέρων μέσων εἶναι ν’ ἀποκαθίσταται τὸ χαρτονόμισμα πλέον εὔχρηστον, διαιρούμενον εἰς μικρότερα τμήματα. Ἐνταῦθα ἀπ’ ἀρχῆς εἴχομεν χαρτονομίσματα μέχρις 25 δραχμῶν· αὐξανομένης τῆς ἐκδόσεως τῶν Τραπεζογραμματίων, τὰ ἐφέραμεν εἰς τὴν ἀξίαν τῶν δέκα δραχμῶν. Ὅταν ἐψηφίσαμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἀπεφασίσαμεν ὥστε τὰ χαρτονομίσματα τῶν 10 δραχμῶν νὰ κόπτωνται εἰς τὸ μέσον καὶ νὰ ἔχωμεν χαρτονομίσματα τῶν 5 δραχμῶν. Ἀλλὰ τώρα, ὅτε ἐπὶ τοσοῦτον ηὐξήσαμεν τὴν ἔκδοσιν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καλὸν ἤθελεν εἶσθαι νὰ ἐπιτρέψωμεν νὰ ἐκδοθῶσι καὶ τραπεζικὰ γραμμάτια μικροτέρας ἀξίας τῶν 5 δραχμῶν.
§88ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Δὲν ἔχομεν ἀνάγκην μικροτέρων τῶν 5 φράγκων.
§89ΜΗΛΙΑΡΕΣΗΣ. Ἐν τούτοις εἰς ἐμὲ πολλάκις συνέβη νὰ μὴ δύναμαι νὰ ἀγοράσω πράγματα μικρᾶς ἀξίας, διότι δὲν εἶχον νὰ μοῦ προσφέρωσι τὸ ὑπόλοιπον τῶν 5 δραχμῶν διότι καὶ ἡ δεκάραις ἐξέλιπον. Ἀλλὰ ἐγκαταλείποντες τὰς συζητήσεις περὶ τοῦ ἑνιαίου τῶν Τραπεζῶν καὶ ἐπανερχόμενοι εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐν Ἑπτανήσῳ ἱδρύσεως τῆς πιστωτικῆς Τραπέζης, ἂς ἴδωμεν ἐὰν ὑπάρχουν πραγματικῶς αὐτοὶ οἱ φόβοι, τοὺς ὁποίους ὁ κ. Βαλσαμάκης ἀνέφερεν. Ἡ Πιστωτικὴ Τράπεζα ἐζήτησεν οὐχὶ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, τὴν ὁποίαν ἐδώκαμεν πρὸ τινῶν ἡμερῶν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἡ ὁποία ἐξουσιοδοτεῖται νὰ ἐκδώσῃ 150 ἑκατομμύρια χαρτονομίσματα, ἐνῷ ὅλον τὸ μεταλλικὸν αὐτῆς θὰ τὸ δανείσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, οὐδὲ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα, ἡ ὁποία δικαιοῦται μὲ μετοχικὸν κεφάλαιον μικρότερον τῆς Πιστωτικῆς νὰ ἔχῃ κυκλοφορίαν τραπεζικῶν γραμματίων 12 ἑκατομ., ἀλλ’ ἐζήτησε νὰ καταθέσῃ 2 ἑκατομμύρια εἰς μεταλλικὸν, καὶ ἀφοῦ διαθέσῃ ταῦτα, νὰ ἐκδώσῃ ἓν ἑκατομμύριον χαρτονόμισμα· μετὰ ἓν ἔτος νὰ καταθέσῃ δύο ἕτερα ἑκατομμύρια μεταλλικοῦ, καὶ πάλιν νὰ ἐκδώσῃ καὶ δεύτερον ἑκατομμύριον χαρτονομίσματος· τὸ τρίτον ἔτος ἕτερα δύο ἑκατομμύρια εἰς μεταλλικὸν καὶ ἓν καὶ εἰς χαρτονόμισμα· καὶ τέλος, ὅταν καταθέσῃ ὁλόκληρον τὸ κεφάλαιον αὑτῆς εἰς 10 ἑκατομμύρια, τότε νὰ ἐκδώσῃ ἓξ μόνον ἑκατομμύρια εἰς χαρτονόμισμα ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ ὡς καὶ ταῦτα θ’ ἀντιπροσωπεύωνται εἰς τὸ ταμεῖόν της, ὅπως συνήθως ἀντιπροσωπεύονται τὰ γραμμάτια. Ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ἑπομένως, ἡ ὁποία χορηγεῖται εἰς τὴν Πιστωτικὴν Τράπεζαν καὶ ἡ ὁποία εἶναι μικροτέρα ἀπὸ τὴν συνήθη, δὲν ἐζητήθη παρ’ αὑτῆς εἰμὴ διὰ νὰ προφυλάττηται ἀπὸ τὰ ἄλλα πιστωτικὰ καταστήματα, οὐδὲ εἶναι ἀληθὲς, ὅτι μὲ 650 χιλιάδας μεταλλικὸν εἰς τὸ ταμεῖόν της δύναται νὰ κυκλοφορῇ 6 ἑκατομμύρια τραπεζογραμματίων ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἀλλ’ ὁ κ. Βαλσαμάκης εἶπε, τί προσφέρει ὡς ἀντάλλαγμα τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας; οὐδέν· μάλιστα προσπαθεῖ νὰ λάβῃ περισσότερα δικαιώματα ἀπὸ ὅσα εἶχε προηγουμένως διὰ τῆς ἐπιψηφισθείσης συμβάσεως καὶ ἄνευ ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Καὶ τότε ὑπεχρεοῦτο ἡ Τράπεζα νὰ καταθέσῃ καὶ κατέθεσε 500,000 δραχμῶν ὡς ἐγγύησιν, ὅτι τὸ πρῶτον ἔτος θέλει καταβάλει τὸ ἥμισυ τοῦ κεφαλαίου, ἤτοι 5,000,000, καὶ πραγματοποιήσει 1,000,000 δραχμῶν εἰς ἀγροτικὰ δάνεια, νῦν δὲ διὰ τῆς νέας συμβάσεως συνομολογήθη, ὅτι καταπίπτει πρὸς ὄφελος τοῦ δημοσίου ἡ ἐγγύησις, ἂν δὲν καταβάλῃ τὰ 4,000,000. Ἀλλὰ καταβάλλει μὲν τὰ 4,000,000, ὀφείλει ὅμως ἐντὸς τῶν 2 ἐτῶν νὰ χορηγήσῃ 2,000,000 καὶ πλέον εἰς ἐνυπόθηκα καὶ ἀγροτικὰ δάνεια, ἐνῷ κατὰ τὴν πρώτην δὲν ὑπεχρεοῦτο νὰ καταβάλῃ εἰμὴ μόνον ἕν. Ἔπειτα ἡ διαφορὰ αὕτη τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου εἶναι μικρά· ἐγγύησιν δὲ ἔχει οὐχὶ 500,000 δραχ., ἀλλὰ τὰ 4,000,000, τὰ ὁποῖα κατέβαλεν ἤδη καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι ἀρκετὴ ἐγγύησις, ὅτι θὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς συμβάσεως, νὰ μὴ ὑποκύψῃ εἰς περαιτέρω ἀποζημιώσεις· διότι ἡ σύμβασις εἶναι συνάλλαγμα, καὶ ἕκαστον τῶν συναλλαττομένων μερῶν ὑποβάλλεται εἰς ἀποζημιώσεις, ἅμα δὲν ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις του. Ὅ,τι δὲ διὰ τῆς νέας συμβάσεως χορηγεῖται εἰς τὴν Πιστωτικὴν ἐν Ἑπτανήσῳ Τράπεζαν, νὰ ἐκδίδῃ κτηματικὰς ὁμολογίας, μακρὰν ἀπὸ τοῦ νὰ ἦναι ἐπιζήμιον, εἶναι λίαν ὠφέλιμον εἰς τὸν τόπον, καὶ ἐγὼ δὲν ἤθελον γνωμοδοτήσει νὰ ἀφαιρεθῇ ἡ ἐργασία αὕτη ἐκ τῆς Πιστωτικῆς, καὶ ἐὰν δὲν ἐπρόκειτο νὰ ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Τὸ νὰ ἐκδίδῃ ἡ Τράπεζα κτηματικὰς ὁμολογίας εἶναι ὠφέλιμος ἐργασία, διότι δι’ αὐτῶν δύναται νὰ χρησιμεύῃ τρόπον τινὰ ὡς μεσίτης μεταξὺ τῶν κεφαλαιούχων καὶ τῶν κτηματιῶν τῶν ἐχόντων ἀνάγκην δανείων. Ἐὰν ἡ Τράπεζα ἐλάμβανε τὸ δικαίωμα νὰ λαμβάνῃ ἁπλῶς δάνεια, τότε ἠδύνατο νὰ προκύψῃ ἄτοπόν τι, καὶ ἐνῷ ὑπεχρεοῦτο τὰ δάνεια ταῦτα νὰ μεταχειρισθῇ εἰς ἐνυπόθηκα δάνεια, νὰ τὰ μεταχειρισθῇ εἰς ἄλλας ἀνάγκας καὶ εἰς ἄλλας ἐργασίας ὀλιγώτερον βεβαίας. Ἀλλ’ ὅταν πρόκηται νὰ ἐκδίδῃ κτηματικὰ ὁμόλογα, ὅτε δὲν δύναται νὰ δανεισθῇ εἰμὴ ἐὰν ἔχῃ κτήματα ἐνυπόθηκα νὰ δώσῃ πρὸς ἀσφάλειαν τῶν δανείων, τοῦτο θὰ εἴπῃ, ὅτι ἔδωκεν εἰς ἐνυπόθηκα δάνεια τὰ χρήματα τὰ ὁποῖα δανείζεται καὶ τὰ ὁποῖα πάλιν εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ δώσῃ εἰς ἐνυπόθηκα δάνεια. Οὐδὲ δύνανται αἱ ὁμολογίαι αὗται νὰ κυκλοφορῶσιν ἐν τῇ ἀγορᾷ ὡς κυκλοφοροῦσι τὰ τραπεζογραμμάτια, ὥστε νὰ φοβώμεθα πανικοὺς φόβους καὶ ἐκπεσμοὺς ὡς ἐκ τούτου. Καὶ πῶς δύνανται νὰ ἐκπέσωσιν ὁμολογίαι, αἱ ὁποῖαι ἐξ ἑνὸς ἔχουσιν ὡς ὑποθήκην κτήματα καὶ ἐξ ἄλλου ἐγγυητὴν τρόπον τινὰ τὴν Τράπεζαν; οὐδὲ πρέπει νὰ συγκριθῶσιν αἱ κτηματικαὶ ὁμολογίαι τῆς Πιστωτικῆς πρὸς τὰ δάνεια τῆς ἐθνικῆς, καὶ αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι ὁμολογίαι, ἀλλ’ ἁπλῶς δάνεια. Πιστεύομεν δὲ, ὅτι εἶναι σφάλμα μέγα νὰ νομίζῃ τις, ὅτι τὸ 7 ἄρθρον περὶ τῶν τριτεγγυημένων γραμματίων ἐχειροτέρευσε τὴν θέσιν τῶν δανείων· διότι ἐνῷ κατὰ τὸ ἄρθρον τῆς συμβάσεως ἠδύναντο οἱ ἐγγυηταὶ νὰ ἦναι ἐκ τοῦ αὐτοῦ χωρίου, τώρα πρέπει νὰ ἦναι ἐξ ἄλλων χωρίων οἱ ἐγγυηταὶ τῶν δανειζομένων· ὑπῆρξεν ἀμφιβολία, ὅτι, καίτοι ἐκ τοῦ αὐτοῦ χωρίου, ὤφειλεν ὁ εἷς ἐξ αὐτῶν νὰ ἦναι ἐγκατεστημένος ἐν τῇ πόλει, καὶ ἕνεκα τούτου ἡ διάταξις τῆς νέας συμβάσεως, ὅτι δηλαδὴ οἱ ἐγγυηταὶ δύνανται νὰ ἦναι ἐκ τῆς ἐξοχῆς, ὄχι ὅτι δὲν δύνανται νὰ ἦναι ἐκ τοῦ αὐτοῦ χωρίου. Ἕτερον πρόσκομμα εὗρεν ὁ κ. Βαλσαμάκης εἰς τὰς τῆς ἐκτελέσεως διατάξεις. Ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἐν γένει ἡ ἐκτελεστικὴ δικονομία τῆς διαδικασίας μας εἶναι ἐλαττωματικὴ, καὶ οὐδὲν τὸ ἄπορον ἐὰν, πρωτοστατούσης τῆς ἐθνικῆς τραπέζης, ἀπῄτησαν αἱ τράπεζαι διόρθωσίν τινα. Ἐγὼ τὴν διόρθωσιν ταύτην ἤθελα παραδεχθῆ δι’ ὅλα ἐν γένει τὰ δάνεια καὶ τὰς ἐκτελέσεις, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ τὴν ἀρνηθῶ εἰς τὴν Πιστωτικήν, ὡς δὲν τὴν ἠρνήθην εἰς τὴν Ἐθνικήν, διότι διὰ τοῦ τρόπου τούτου εὐκολύνονται τὰ δάνεια. Ἡ δυσκολία δὲ τῆς ἐκτελέσεως εἶναι ἐκείνη, ἥτις μαζὺ μὲ πολλὰ ἄλλα ἔκαμεν, ὥστε τὰ ἰδιωτικὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ὀλίγα, νὰ κατατίθηνται εἰς τὰς Τραπέζας μὲ μικρὸν τόκον καὶ νὰ μὴ δίδωνται εἰς δάνεια μὲ μεγαλείτερον τόκον... Ἀλλὰ παρατηρῶ, ὅτι ἐπροχώρησε πολὺ ἡ ὥρα, καὶ δὲν δύναμαι νὰ κουράσω τὴν Βουλὴν περισσότερον· ἐπιφυλάσσομαι δὲ νὰ προβῶ εἰς τὰς περαιτέρω ἀναπτύξεις, ὅταν θὰ λάβω καὶ πάλιν τὸν λόγον ἐπὶ τούτου τοῦ ἀντικειμένου. Ἐὰν δὲ θέλῃ ἡ Βουλὴ, ἂς προβῇ εἰς τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν. Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 6½.