1880.12.11
1,816 rows · 14,092 words · 164 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 44
τῆς 11 Δεκεμβρίου 1880.
Ὥρα 2¼ μ. μ.
Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐνεκρίθησαν.
§1Δ. ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ. Ὑποβάλλω ἀναφορὰν τῶν ἐνταῦθα παρεπιδημούντων Κιμωλίων, ἐξαιτουμένων νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ ὑπ’ ἐμοῦ καὶ ἄλλων ὑποβληθεῖσα τροπολογία ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3 τῆς συμβάσεως, καθ’ ἣν εἰς τὰς προσεγγίσεις τῶν ἀτμοπλοίων θὰ προστεθῶσι καὶ αἱ νῆσοι Κίμωλος, Φολέγανδρος καὶ Σίκυνος.
§2ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Ἔλαβον, κύριοι, σήμερον παρὰ τοῦ κ. Δημάρχου Πατρέων ἀντίγραφον ψηφίσματος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Πατρέων. Τὸ δημοτικὸν Συμβούλιον, τῇ προτάσει τοῦ Δημάρχου, διὰ ψηφίσματος πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἐξέφρασε τὴν εὐχὴν, ὅπως ἡ ἀπὸ Πατρῶν εἰς Πύργον ἐθνικὴ ὁδὸς διέλθῃ διὰ τῆς παραλίας, ἀνέθεσε δὲ εἰς ἡμᾶς τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς ἐπαρχίας νὰ ὑποστηρίξωμεν ἐν τῇ Βουλῇ τὴν πρότασιν ταύτην. Ἐκπληρῶν λοιπὸν καθῆκον, ὅπερ ἀνετέθη καὶ εἰς ἐμέ, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ ψήφισμα ἐκεῖνο τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Πατρέων, καθόσον, χάριν αὐτῆς ταύτης τῆς συγκοινωνίας, εἶναι ἀνάγκη ἡ ὁδὸς νὰ διέλθῃ διὰ τῆς παραλίας, ἐὰν παραδεχθῶμεν, ὅτι σκοπὸς τῆς συγκοινωνίας εἶναι ἡ δι’ αὐτῆς ἐξυπηρέτησις τῶν ἀναγκῶν ὄχι μόνον τῶν πόλεων, ἀλλὰ καὶ τῶν κωμοπόλεων καὶ τῶν χωρίων, καὶ ἵνα δι’ αὐτῆς οἱ κάτοικοι τῶν μερῶν ἐκείνων δύνανται νὰ μεταφέρωσιν ἀκωλύτως τὰ προϊόντα αὑτῶν εἰς τὰ κέντρα. Εἶναι ἄπορον μάλιστα, κύριοι, καὶ πρὸ πάντων δι’ ἐκείνους, οἵτινες γνωρίζουσι τὴν παραλίαν ἐκείνην ὁδὸν καὶ τὸν πυκνὸν πληθυσμὸν τῶν μερῶν ἐκείνων, πῶς ὁ Νομάρχης καὶ ὁ νομομηχανικὸς ἐσκέφθησαν νὰ χαράξωσι τὴν ὁδὸν εἰς τὰ ἐνδότερα. Σᾶς βεβαιῶ, κύριοι, ὅτι ἀπαίτησις τῆς πόλεως, ἀπαίτησις τοῦ ἐμπορίου, ἀπαίτησις προσέτι καὶ τῶν κατοίκων τοῦ ἑτέρου δήμου Δύμης, εἶναι, ἵνα ἡ ὁδὸς αὕτη διέλθῃ διὰ τῆς παραλίας. Ἔπαινος δ’ ὀφείλεται τῷ κ. Δημάρχῳ Πατρέων, σχόντι τὴν πρωτοβουλίαν τῆς προτάσεως, καὶ τῷ Δημοτικῷ Συμβουλίῳ διὰ τὴν μέριμναν, ἣν ἀποδεικνύουσι διὰ τὰ ἀληθῆ τοῦ τόπου συμφέροντα. Ἑπομένως ἐπαναλαμβάνω νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν, ὅπως δώσῃ μικρὰν σημασίαν εἰς τοὺς λόγους μου καὶ συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἀποδοχὴν τῆς εὐχῆς ἐκείνης τοῦ δημοτικοῦ Συμβουλίου Πατρέων.
§3ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§4Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Ὀφείλω νὰ προσθέσω εἰς ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας συνάδελφός μου, ὅτι ἡ ἀπόστασις ἐκ τοῦ μέρους, ἐν ᾧ ἐχαράχθη ἡ ὁδὸς, εἶναι τριπλασία ἀπὸ τῆς παραλίας, εἶναι δὲ τοῦτο σπουδαῖος λόγος συνηγορῶν νὰ διέλθῃ ἡ ὁδὸς διὰ τῆς παραλίας. Πιστεύω, ὅτι συμφέροντα ἄλλα παρώτρυναν τοὺς διαχειριζομένους τὰ δημόσια ἔργα, δηλονότι τὸ τμῆμα τῶν δημοσίων ἔργων τοῦ ὑπουργείου, νὰ διέλθῃ ἡ ὁδὸς αὕτη ἀπὸ τὸ μέρος ἐκεῖνο. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ν’ ἀποδεχθῇ, ὅπως ἡ ὁδὸς αὕτη διέλθῃ διὰ τῆς παραλίας.
§5ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐφελκύω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Πρὸ πολλῶν ἐτῶν καὶ τὸ ἐπαρχιακὸν συμβούλιον Γορτυνίας καὶ τὸ ἐπαρχιακὸν συμβούλιον Ἠλείας ηὐχήθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως γεφυροποιηθῇ ὁ Λάδων ποταμὸς, ὅστις εἶναι μεταξὺ τῶν σπουδαίων ποταμῶν τῆς Πελοποννήσου μετὰ τὸν Ἀλφειὸν, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν, εἶναι ὁ κυρίως Ἀλφειὸς ποταμός.
§6ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ. Κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐγένετο ἡ εὐχή.
§7ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα· ἀλλεπαλλήλως ηὐχήθησαν, ἀλλ’ ἡ εὐχή τῶν αὕτη δὲν εἰσηκούετο, διότι τὸ μηχανικὸν ἐν γένει ἔθετο τὴν ἀρχὴν παλαιόθεν, ὅτι ἐκ τῶν παραλίων πρέπει διὰ κατασκευῆς ὁδῶν νὰ πηγαίνωμεν εἰς τὰ μεσόγεια, καὶ οὐχὶ ἐκ τῶν μεσογείων νὰ ἐρχώμεθα εἰς τὰ παράλια· ἐντεῦθεν δὲ οὐδὲν καλὸν ἠδύνατο νὰ γείνῃ ἐν τοῖς μεσογείοις, διότι, διὰ νὰ κατασκευασθῇ ἡ ὁδὸς ἀπὸ τῆς παραλίου; πόλεις ἢ χωρία πρὸς τὸ κέντρον τῆς ἐπαρχίας, ἔπρεπε νὰ παρέλθῃ χρόνος. Ἐν τούτοις, πολλοὶ κατ’ ἔτος πνίγονται εἰς τὸν ῥηθέντα ποταμὸν, καὶ ὅστις εὐτυχήσῃ νὰ τὸν διέλθῃ, γινώσκει τὴν θέσιν. Πρότερον ἦτο ἓν πέραμα, τὸ ὁποῖον ἔνθεν καὶ ἔνθεν μὲ σχοινία τὸ ἔσυρον καὶ ἐπερνοῦσαν· ἀλλ’ ὅταν κατέρχωνται τὰ ὕδατα μὲ βροχὰς πολλάς, παρασύρεται καὶ αὐτό. Λοιπὸν οἱ κάτοικοι παρεκάλεσαν ἐντόνως ἀπό τινος χρόνου τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ πρόνοιαν, καὶ αὐτὴ ἐξέθετο εἰς δημοπρασίαν τὴν κατασκευὴν γεφύρας ἐπὶ τοῦ ποταμοῦ αὐτοῦ. Ἐγένετο προσφορὰ κατὰ τὴν μειοδοσίαν καὶ κατεκυρώθη, ἀλλ’ ὁ ἐργολάβος δὲν ἐξεπλήρωσε τὰς ὑποχρεώσεις του, κηρυχθεὶς ἔκπτωτος, καὶ κατὰ συνέπειαν τὸ ἔργον τοῦτο ἔμεινεν ἀνεκτέλεστον.
§8ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ. Νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ δημοπρασία.
§9ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Γινώσκει ὁ κ. ὑπουργὸς καὶ ὁ κ. πρωθυπουργὸς προπάντων, ὅτι ἡ ἐπαρχία ἐκείνη κατοικεῖται ἀπὸ 70,000 ψυχὰς, καὶ ἔχει δικαίωμα, ὅπως αἱ καὶ ἄλλαι ἐπαρχίαι, νὰ ζητήσῃ κἄτι τι νὰ γείνῃ καὶ δι’ αὐτὴν, διότι, ὡς γνωρίζει ὁ κ. πρωθυπουργὸς, εἰς τὴν Γορτυνίαν οὐδὲν ἐγένετο. (Θόρυβος.) Σᾶς εἶπον, ὅτι ἄλλοτε κατεκυρώθη καὶ ἀνεγνωρίσθη ἡ ἀνάγκη· ἐπαναλαμβάνω, ὅτι οὐδεὶς ἄλλος ποταμὸς ὑπάρχει μέγας παρὰ ὁ Ἀλφειός· μόνον πρὸς τὰ Καλάβρυτα ὑπάρχει γέφυρά τις ἐπὶ τοῦ ἄκρου τοῦ ποταμοῦ· ἀλλ’ ἕως τοῦ ἄλλου ἄκρου αὐτοῦ εἶναι 8 ὡρῶν ἀπόστασις, διότι διὰ τοῦ ποταμοῦ χωρίζεται εἰς δύο ἡ Γορτυνία. Ἐὰν τὸ Ὑπουργεῖον θέλῃ νὰ στείλῃ μηχανικὸν, διὰ νὰ ὁδηγηθῇ περὶ τῆς καταλληλοτέρας θέσεως τῆς γεφύρας, τοῦτο μένει εἰς τὴν κρίσιν αὐτοῦ. Ἐγὼ ἀποτείνω παράκλησιν καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ πρόνοιαν, ὅπως γεφυροποιηθῇ αὐτὸς ὁ ποταμὸς, καθότι εἰς τὴν ἐπαρχίαν αὐτὴν οὐδὲν μέχρι τοῦδε, ἐπαναλαμβάνω, ἐγένετο σπουδαῖον ἔργον, καὶ ἰδίως οὐδὲ ἑνὸς μέτρου ὁδός.
§10ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ. Διαβεβαιῶ τὴν Βουλήν καὶ τὸν ἀξιότιμον προαγορεύσαντα, ὅτι αὔριον ἢ μεθαύριον θὰ μελετήσω τὴν ὑπόθεσιν καὶ θὰ διατάξω νὰ γείνῃ ταχέως καὶ ἀποτελεσματικῶς ὅ,τι πρέπει.
§11Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τί λέγει ἡ Κυβέρνησις ὡς πρὸς τὴν εὐχὴν τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου Πατρέων;
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ συνιστᾷ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τὴν εὐχὴν ταύτην τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου.
§13ΦΩΤΗΛΑΣ. Χθὲς, κ. Πρόεδρε, ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε νὰ τεθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀποξηράνσεως λιμνῶν, ἀλλ’ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν εἶναι ἐγγεγραμμένον τελευταῖον. Πολλοὶ παρουσιάζονται καθημερινῶς καὶ ζητοῦν τὴν ἀποξήρανσιν διαφόρων λιμνῶν. Ζητῶ λοιπὸν ἀπὸ τὴν Βουλήν, ἵνα τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ προταχθῇ ὅλων τῶν ἄλλων.
§14ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ἵν’ ἀναγνωσθῇ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τὸ περὶ δανείου νομοσχέδιον.
§15ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Θὰ γείνῃ συζήτησις.
§16ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τότε παρακαλῶ νὰ σημειωθῇ μετὰ τὴν σύμβασιν τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης.
§17Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τῆς προτάσεώς μου περὶ ἀνακλήσεως εἰς τὸν στρατὸν ἀξιωματικῶν. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἀφ’ οὗ διῆλθεν ὅλας τὰς διατυπώσεις.
§18ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§19ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἐπανειλημμένως ἡ Βουλὴ ἀπεφήνατο, ὅτι εἶναι ἀνάγκη ἐπιψηφίσεως νόμου διὰ τὴν ἐπιστρατείαν τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ, ὅπως ἐξομοιωθῇ πρὸς τὴν ἐπιστρατείαν τοῦ κατὰ ξηρὰν στρατοῦ ὡς πρὸς τὰς προσφυγὰς περὶ ἀπαλλαγῆς κλπ. Καὶ ἀνέλαβε μὲν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου, σήμερον ὅμως δηλοῖ, ὅτι τοιοῦτόν τι δὲν ἀπαιτεῖται. Ὅπως λοιπὸν μὴ παρουσιάζωνται δυσχέρειαι τῶν ἐπιστράτων, συσσωρευθέντων ἐν τοῖς κέντροις τῶν στρατολογικῶν συμβουλίων, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν ἐκ τοῦ νόμου δικαιοδοσίαν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, παρακαλῶ, ἵνα διευκρινισθῇ σήμερον ἐὰν ἀπαιτῆται νόμος.
§20ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ. Ὡς γνωρίζετε, κύριοι, ὁ νόμος περὶ στρατολογίας ἐκανόνισε τὴν ἐκδίκασιν τῶν αἰτήσεων περὶ ἀπαλλαγῆς τῶν ὑποχρεωτικῶν κληρούχων τῆς τε ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης· τὰ στρατολογικὰ συμβούλια ἔχουσιν ἁρμοδιότητα νὰ δικάζωσι τὰς αἰτήσεις καὶ τῶν δύο τούτων κατηγοριῶν. Ὅ,τι λοιπὸν ἐγένετο περὶ τὰς ἀρχὰς τοῦ λήγοντος ἔτους διὰ τὴν ἐκδίκασιν τῶν τοιούτων αἰτήσεων περὶ τῆς ὑποχρέου ἡλικίας, τοῦτ’ αὐτὸ θέλει γείνει καὶ ὡς πρὸς τὴν ἐκδίκασιν τῶν αἰτήσεων περὶ ἀπαλλαγῆς τῶν ἐπιστράτων τῆς τε ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης. Ἑπομένως, κατ’ ἐμὲ τοὐλάχιστον, νόμος ἰδιαίτερος δὲν ἀπαιτεῖται. Χθὲς μετὰ τὴν γενομένην ἐνταῦθα συζήτησιν ἐξήτασα τὸ ζήτημα ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν, συμφώνως δὲ πρὸς τὴν γνώμην τῆς ὑπηρεσίας, ἐπείσθην καὶ ἐγώ, ὅτι τὸ πρᾶγμα ἔχει οὕτω, καὶ ὁ νόμος κατὰ συνέπειαν, τὸν ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ ὑποβάλῃ ὁ συνάδελφός μου ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ἐθεωρήθη καὶ θεωρεῖται περιττὸς, οὔτε θέλει προκύψει δυσχέρεια ἐκ τῆς ἐλλείψεως αὐτοῦ.
§21Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ γνώμη, κύριοι, τῆς ὑπηρεσίας, τὴν ὁποίαν ἀνεκοίνωσεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἰς τὴν Βουλὴν, εἶναι προδήλως ἐσφαλμένη. Ὁ νόμος περὶ στρατολογίας κανονίζει τὰ τῶν ἀπαλλαγῶν καὶ τὰ τοῦ τρόπου τῆς ἐκδικάσεως τῶν ἀπαλλαγῶν μόνον τῆς ὑποχρέου ἡλικίας· ἑπομένως ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, προκειμένου περὶ ἀπαλλαγῶν τῶν ἐπιστράτων, εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐκδώσῃ Διάταγμα, ὅπως κανονίσῃ τὰ περὶ αὐτῶν καὶ τὸν τρόπον τῆς ἐκδικάσεως τῶν ἀπαλλαγῶν, καὶ ἡ Βουλὴ τὸ Διάταγμα τὸ ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ἐκδοθὲν ἐκύρωσε. Τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο ἀφώρα ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν ἐπιστράτευσιν τὴν κατὰ ξηρὰν· ὅπως δὲ ἦτο ἀνάγκη νὰ κανονισθῶσι διὰ διατάγματος καὶ κατόπιν διὰ νόμου τ’ ἀφορῶντα εἰς τὴν ἐπιστράτευσιν τὴν κατὰ ξηρὰν, κατὰ τὸν αὐτὸν λόγον εἶναι ἀναγκαῖος νόμος σήμερον, ἀφορῶν εἰς τὰ τῶν ἀπαλλαγῶν τῶν ἐπιστράτων τῆς θαλάσσης. Εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑποστηριχθῇ ἄλλη τις ἰδέα. Ὁ νόμος ὁ στρατολογικὸς καθαρῶς ἐκφράζεται, ὡς ἀφορῶν μόνον εἰς τὴν ὑπόχρεων ἡλικίαν. Πῶς δυνάμεθα λοιπὸν τὰ περὶ τῆς ὑποχρέου ἡλικίας νὰ ἐφαρμόσωμεν καὶ εἰς τοὺς ἐκ τῆς ἐπιστρατεύσεως ὑποχρέους, ἂν τοῦτο μὴ κανονισθῇ διὰ νόμου; Οὐ μόνον ἐκ τῶν πραγμάτων τοῦτο ἀποδεικνύεται οὕτως ἔχον, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς...
§22ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν.) Εἶναι γνώμη ἰδική σας;
§23ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶναι ἰδική μας, διότι ἐπιστρατείαν θαλάσσης δὲν διετάξαμεν, ἐπειδὴ ἐπείσθημεν, ὅτι δὲν εἴχομεν τὸ δικαίωμα νὰ τὴν διατάξωμεν. Ἔγεινε μάλιστα σπουδαία περὶ τούτου μελέτη, καὶ θαυμάζω πῶς ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπικαλεῖται ὑπὲρ τῆς γνώμης του τὴν ὑπηρεσίαν, ἀφοῦ ἐγὼ συνεζήτησα τὸ θέμα τοῦτο τὸ περὶ ἐπιστρατεύσεως κατὰ θάλασσαν μετὰ τοῦ συμβούλου παρὰ τῷ ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας, καὶ ἐπείσθημεν, ὅτι ἦτο ἀδύνατον νὰ πράξωμέν τι ἄνευ νόμου. Ὡς πρὸς τὴν κατὰ ξηρὰν ἐπιστράτευσιν δὲν εὑρέθημεν εἰς τὴν αὐτὴν δυσκολίαν, εἰς ἣν θὰ εὑρισκόμεθα ὡς πρὸς τὴν κατὰ θάλασσαν, διότι ὁ νόμος περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ περιέχει τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων 15 καὶ 18, αἵτινες παρέχουσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν πλήρη ἐξουσίαν. Ἀλλὰ περὶ τοῦ στρατοῦ κατὰ θάλασσαν δὲν εἴχομεν νόμον ὀργανισμοῦ· τὰ ἄρθρα 15 καὶ 18 τοῦ νόμου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ δὲν ἠδύναντο νὰ ἐφαρμοσθῶσιν εἰς τὸν κατὰ θάλασσαν στρατόν· οὐδὲ θαλασσίαν ἄρα ἐπιστρατείαν ἠδυνάμεθα νὰ διατάξωμεν, μὴ διατάξαντες δὲ αὐτὴν, δὲν εἴχομεν ἀφορμὴν νὰ κανονίσωμεν καὶ τὰ περὶ ἀπαλλαγῆς τῶν κατὰ θάλασσαν ἐπιστράτων. Ἡ Βουλὴ ἐνέκρινε διὰ τὸν κατὰ ξηρὰν στρατόν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ ἀπαλλαγῶν, καὶ ἐκύρωσε τὸ διάταγμα, δι’ οὗ ἐλήφθη ἡ πρόνοια αὕτη. Δὲν θὰ ἔχρηζε τὸ διάταγμα κυρώσεως, ὡς στηριζόμενον εἰς τὸ ἄρθρον 18 τοῦ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ νόμου, ἂν μὴ περιεῖχε διάταξίν τινα μὴ στηριζομένην ἐπὶ τοῦ ἄρθρου ἐκείνου. Ἕνεκα δὲ τῆς διατάξεως ταύτης καὶ διότι ἤθελεν ἡ Βουλὴ νὰ φέρῃ εἰς τὸ διάταγμα τροπολογίας διὰ τὸ μέλλον, προέβη καὶ εἰς τὴν κύρωσιν τοῦ διατάγματος καὶ εἰς τὸ νομοθετικὸν κανονισμὸν τῶν διατάξεων ἐκείνων, αἵτινες δὲν περιείχοντο ἐν τῷ διατάγματι. Τὸ αὐτὸ πρέπει νὰ γείνῃ ἤδη καὶ περὶ τῆς ναυτικῆς ἐπιστρατεύσεως, τουτέστι τὸ Ὑπουργεῖον ὀφείλει νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, κανονίζον τὰ τῶν ἀπαλλαγῶν καὶ τὰ τῆς ἐκδικάσεως τῶν ἀπαλλαγῶν ἐν τῇ κατὰ θάλασσαν ἐπιστρατεύσει.
§24ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν.) Δὲν ἐνόμιζον, κύριοι, ὅτι ἤθελεν ἐπανέλθει τὸ ἀντικείμενον τοῦτο ἐνώπιον τῆς Βουλῆς· ἄλλως ἤθελον παρουσιάσει τὰ ἐν τῷ ὑπουργείῳ ἔγγραφα, ἐφ’ ὧν στηρίζεται ἡ γνώμη, ἣν πρὸ μικροῦ ἐξέφρασα. Ἐγὼ εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἄλλος νόμος εἶναι περιττὸς, καὶ προσθέτω, ὅτι, ἀφοῦ ἀναλαμβάνομεν τὴν εὐθύνην νὰ διατάξωμεν τὴν ἐκδίκασιν τῶν τοιούτων αἰτήσεων τῆς ναυτικῆς ἐπιστρατείας ὑπὸ τῶν στρατολογικῶν συμβουλίων, ἡ περὶ ὑποβολῆς νέου νομοσχεδίου πρότασις εἶναι περιττή. Ὁ νόμος τῆς κατὰ θάλασσαν ἐπιστρατείας προηγεῖται τοῦ νόμου τοῦ τελευταῖον ἐπιψηφισθέντος, τοῦ παραπέμποντος τὴν ἐκδίκασιν τῶν τοιούτων αἰτήσεων εἰς τὰ στρατολογικὰ συμβούλια· ἑπομένως καὶ ἄλλως ἐὰν εἶχε τὸ πρᾶγμα, καὶ ἂν εἶχεν ὅπως ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου προανέφερεν, ἐπειδὴ ὁ νόμος περὶ τῆς κατὰ θάλασσαν ἐπιστρατείας προηγεῖται τοῦ νόμου, δι’ οὗ παρεπέμφθη ἡ ἐκδίκασις τῶν αἰτήσεων εἰς τὰ στρατολογικὰ συμβούλια, πάλιν καὶ διὰ τὸν λόγον τοῦτον εἶναι περιττὸς ἄλλος τις νόμος, κανονίζων τὰ τῆς ἐκδικάσεως τῶν περὶ ἀπαλλαγῆς αἰτήσεων τῶν ἐπιστράτων κατὰ θάλασσαν, διότι ὁ νόμος δὲν περιωρίσθη μόνον εἰς τὴν κύρωσιν τοῦ Διατάγματος, ἀλλ’ ἔχει καὶ διατάξεις ἰδίας, δι’ ὧν κανονίζονται οἱ τρόποι τῆς ἐκδικάσεως τῶν περὶ ἀπαλλαγῆς αἰτήσεων τῶν ἐπιστράτων ἐν γένει. Ὥστε, καὶ διὰ τὸν ἕνα καὶ διὰ τὸν ἄλλον λόγον, ὁ ζητούμενος νόμος εἶναι περιττός.
§25ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν λησμονεῖ, ὅτι ἐπὶ τῇ προτάσει μου ἐγένετο δεκτὸν τὸ ἄρθρον ἕκτον τοῦ νόμου περὶ ἀπαλλαγῆς τῶν ἐπιστράτων, καθ’ ὃ ὁ νόμος ἐφαρμόζεται ἐπὶ μόνων τῶν δυνάμει τοῦ διατάγματος τῆς 8 Ἰουλίου 1880 προσκληθέντων ἐπιστράτων. Ἐπειδὴ δὲ διὰ τοῦ διατάγματος ἐκείνου δὲν προσεκλήθη ἡ ναυτικὴ ἐπιστρατεία, προφανῶς ὁ νόμος ἐκεῖνος δὲν ἐφαρμόζεται ἐπ’ αὐτῆς· καὶ ἀπόδειξις, ὅτι ἡ ἐπιστρατεία ἡ ναυτική, ψηφισθέντος ἐν τῇ Συνόδῳ ταύτῃ εἰδικοῦ νόμου, διετάχθη κατόπιν τοῦ νόμου τούτου διὰ διατάγματος εἰδικοῦ, φέροντος χρονολογίαν τοῦ παρελθόντος μηνός.
§26ΖΕΡΒΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ μᾶς εἴπῃ ἐὰν ἐξακολουθῇ ἀκόμη ἡ αὐτὴ κατάστασις περὶ ἀπαγορεύσεως τῶν ναυτολογουμένων, διότι οὗτοι οὔτε προσεκλήθησαν ἀκόμη, διὰ νὰ ἠξεύρουν ἐὰν τοῖς ἐπιτρέπεται ν’ ἀναχωρήσουν ἢ ὄχι.
§27ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΝΑΥΤΙΚΩΝ. Ἡ κατὰ θάλασσαν ἐπιστράτευσις δὲν εἶναι τόσον φοβερὰ, ὅσον ἠθέλησαν νὰ τὴν παραστήσουν, καὶ μάλιστα ὁ βουλευτὴς τῆς Ἑρμιονίδος· δὲν πρόκειται περὶ 7 χιλιάδων ἀνδρῶν, ἀλλὰ μόνον περὶ 1700 τὸ πολύ. Τρεῖς τάξεις ἐκαλέσαμεν, ἑκάστη δὲ σύγκειται ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἀπὸ 500–550· ἐκ τῶν 1500 τούτων ἀνδρῶν δὲν ἐξαρτᾶται ἡ ναυτιλία ἡ ἐμπορική. Δὲν δυνάμεθα νὰ κάμωμεν ἐξαιρέσεις εἰς τοὺς ναυτιλλομένους, ἀφοῦ δὲν κάμνομεν εἰς τοὺς γεωργούς. Ὅπως ὁ γεωργὸς ἐγκαταλιμπάνει τὸν πατέρα του καὶ τὰ τέκνα του καὶ ἔρχεται νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του εἰς τὴν πατρίδα, οὕτω καὶ ὁ ναυτιλλόμενος πρέπει νὰ τὸ κάμῃ. Ἡ ἐπιστρατεία λοιπὸν κατὰ θάλασσαν διετάχθη, αἱ λιμενικαὶ ἀρχαὶ ἔλαβον τὰς ἀπαιτουμένας διαταγὰς, ὅπως ἐκεῖνοι, πρὸς οὓς ἐπεδόθησαν αἱ προσκλήσεις τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν, προσέλθωσι καὶ ἐκτελέσωσι τὴν προσδιορισθεῖσαν ὑπηρεσίαν· τούτους βεβαίως δὲν δυνάμεθα ν’ ἀφήσωμεν ἐλευθέρους, διότι ὀφείλουσι νὰ προσέλθωσι. Μετὰ 5 ἡμέρας, ὡς γινώσκετε, κατὰ τὸν νόμον τοὺς συλλαμβάνουν οἱ χωροφύλακες· ἑπομένως ὠφείλομεν νὰ λάβωμεν ὅλα ἐκεῖνα τὰ μέτρα, δι’ ὧν ἠδυνάμεθα ν’ ἀσφαλίσωμεν τὴν κατὰ θάλασσαν ἐπιστρατείαν, καὶ διὰ τοῦτο οὐδεὶς ἐμποροπλοίαρχος δύναται νὰ ναυτολογήσῃ ἐκ τῶν ἐπιστρατευσίμων, οὔτε διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἀτμοπλοΐας, οὔτε διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τὴν ἔξω. Ἑπομένως τὰ παράπονα τοῦ βουλευτοῦ Ἑρμιονίδος δὲν ἔχουν καμμίαν ὑπόστασιν.
§28ΖΕΡΒΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἐνόησε καλῶς τί εἶπον. Γνωρίζω πολὺ καλὰ, ὅτι ὅλοι ὁρμῶνται ἐξ ἴσης φιλοπατρίας, ἀλλὰ παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι, πρὶν κληθῶσι, δὲν ἔπρεπε νὰ δεσμευθῶσιν, ὅπως καὶ οἱ γεωργοὶ, πρὶν λάβωσι τὴν πρόσκλησιν, δὲν συλλαμβάνονται. (Θόρυβος.) Κανὲν φύλλον πορείας δὲν ἐπεδόθη, καὶ περιμένουν πρὸ μηνῶν φύλλα πορείας, μὴ γνωρίζοντες τί πρέπει νὰ κάμωσιν. Αὐτὸ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐπισπεύσῃ, τὴν πρόσκλησιν αὐτῶν, ὥστε νὰ καθαρισθοῦν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὑπόχρεοι καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι, διὰ νὰ λάβῃ ἕκαστος τὰ μέτρα του. — Ὅτι δὲ 1,500 ἄνδρες, ναῦται τῆς πρώτης ἡλικίας, ἔχουν ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῆς ναυτιλίας, ἕκαστος ἠμπορεῖ νὰ τὸ καταλάβῃ, καὶ ἀπορῶ πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἂν καὶ ἦναι ναυτικὸς καὶ ἐκλέγηται καὶ κατάγηται ἀπὸ ναυτικούς, δὲν ἐννοεῖ τοῦτο. (Ὁ κ. Δουζίνας ἀναβαίνει τὸ βῆμα.)
§29ΠΟΛΛΟΙ. Ἐτελείωσε, κ. Δουζίνα, τὸ ζήτημα.
§30ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Τί ἐτελείωσεν;
§31ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ. Ἐὰν ἦναι ἀναγκαῖος νόμος, θὰ τὸν φέρωμεν ἡμεῖς· ἡμεῖς θὰ κρίνωμεν περὶ τούτου.
§32ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Τὰ δικαιώματα τῶν πολιτῶν δὲν δύνανται νὰ καταπατῶνται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον.
§33ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ. Εἶναι εὐθύνη ἰδική μας.
§34ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐὰν τὸ ὑπουργεῖον αὔριον δὲν φέρῃ νομοσχέδιον, τότε, κ. Δουζίνα, φέρετε σεῖς.
§35ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Τέλος πάντων τί φρονεῖ ἡ Βουλή, ἀπαιτεῖται νόμος ἢ ὄχι; πρέπει νὰ τὸ εἴπητε.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν τὸ ὑπουργεῖον φρονῇ, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νόμου, φέρετε σεῖς νόμον.
§37ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ. Οὐδεὶς ἐμποδίζεται, ὡς ἐκ τῆς ἐλλείψεως νόμου, νὰ ὑποβάλῃ τοιαύτην αἴτησιν.
§38ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ποῦ;
§39ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ. Εἰς τὸ ὑπουργεῖον, εἰς τὸν νομάρχην, εἰς τὰς ἁρμοδίας ἀρχάς.
§40ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Προσῆλθον εἰς ἐμέ, ἐξαιτούμενοι νὰ μάθωσι τί πρέπει νὰ κάμωσι.
§41ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ. Νὰ κάμωσιν αἴτησιν εἰς τὸ ὑπουργεῖον, καὶ αὐτὸ θὰ ἐνεργήσῃ τὰ δέοντα.
§42ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Εἶναι σεβαστὴ ἡ γνώμη σας, ἀλλὰ βλέπετε, ὅτι ἄλλοι δὲν τὴν θεωροῦσιν ὀρθήν. Ἡ προκάτοχος κυβέρνησις παρέπεμψεν εἰς τὰ δικαστήρια τὰς προσφυγάς, καὶ μολαταῦτα τὰ δικαστήρια ἀπέσχον τοῦ νὰ δικάσουν. Πῶς ἠμποροῦν τώρα ἐκτὸς τοῦ καθήκοντος, τὰ στρατολογικὰ συμβούλια ν’ ἀναλάβωσι τὴν ἐκπλήρωσιν καθηκόντων, μὴ ἀναγομένων ὡς ἐκ τοῦ νόμου εἰς τὴν δικαιοδοσίαν των; Ἐπειδὴ δὲ ὑπάρχει καὶ τὸ γνωμικόν: ὅ,τι εἶναι περιττὸν, δὲν βλάπτει, καὶ ἐπειδὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἔχει ἕτοιμον τὸ νομοσχέδιον, ἂς τὸ ὑποβάλῃ.
§43ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ. Θὰ τὸν πειθαναγκάσητε νὰ τὸ ὑποβάλῃ;
§44ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Περὶ ἀρχῶν μαχόμεθα; περὶ θεωριῶν; αὐτὰ εἶναι πείσματα.
§45ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ. Ἡ ἰδική σας ἐπιμονὴ εἶναι ἀνεξήγητος, τὸ νὰ θέλητε ν’ ἀναγκάσητε τὸν Ὑπουργὸν νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον.
§46ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Διότι ὀφείλω τὴν ἑσπέραν νὰ δώσω ἀπάντησιν εἰς πολλοὺς τί πρέπει νὰ κάμουν.
§47ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ. Πρέπει νὰ κάμουν αἴτησιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον......
§48ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Καλλίτερα νὰ τὰς ῥίψουν εἰς κανὲν ξεροπήγαδον. Ἀνετέθησαν ὑπὸ τῆς προκατόχου κυβερνήσεως εἰς τὰ δικαστήρια προσφυγαὶ ἕνεκα τῆς ἀνικανότητος τοῦ πατρὸς, καὶ πάλιν τὰ δικαστήρια διστάζουσι. Πῶς ἠμποροῦμεν νὰ εἴπωμεν, ὅτι τὰ ἔκτακτα δικαστήρια, τὰ στρατολογικὰ συμβούλια πρέπει νὰ δεχθοῦν ὑπηρεσίαν, μὴ ἐκ τοῦ νόμου ἐπιβαλλομένην εἰς αὐτά; Τουλάχιστον μία γνώμη τῆς Βουλῆς ἂς βεβαιώσῃ, ὅτι δὲν ἀπαιτεῖται νόμος.
§49ΤΙΝΕΣ. Αὔριον φέρετε νόμον σεῖς, ἐὰν δὲν τὸν ὑποβάλῃ ὁ ὑπουργός.
§50ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Εἰς τὰς ἐλευθέρας πολιτείας οἱ πολῖται προσκαλοῦνται νὰ ἐκπληρώσουν τὰ καθήκοντά των οὐχὶ διὰ μέσου τινὸς καταθλιπτικοῦ, ἀλλ’ ἀναφέρονται αἱ συνέπειαι τῆς μὴ ἐκπληρώσεως τῶν καθηκόντων τῶν πολιτῶν εἰς τοὺς ἁρμοδίους νόμους, οἱ ὁποῖοι ἐπιβάλλουσι τὰ καθήκοντά τους εἰς τοὺς πολίτας. Ὅπως ὁ στρατολογικὸς νόμος διαλαμβάνει, ὅτι πᾶς πολίτης ἀπὸ τοῦ 21 ἔτους μέχρι τοῦ δεῖνα ἔτους ἔχει αὐτὰ τὰ καθήκοντα, αὐτὸ τὸ καθῆκον εἰς αὐτὸ τὸ ἔτος, τὸ ἄλλο καθῆκον εἰς τὸ ἄλλο ἔτος, ἐὰν τὸ καθῆκον τοῦτο δὲν τὸ ἐκπληρώσῃ, ὁρίζει ὁ νόμος τί θὰ ὑποστῇ ὁ ἀρνούμενος· εἰσάγεται εἰς τὰ δικαστήρια καὶ τιμωρεῖται. Δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ δεχθῶμεν ἡμεῖς ποινὰς νέας, καταδυναστεύσεις, ὅπως δι’ αὐτῶν ἐξαναγκάσωμεν τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων αὐτῶν. Ὁ κ. Κασιμάτης μᾶς ἀνέπτυξε χθὲς τὰ δικαιώματα τοῦ πολίτου καὶ τί συμβαίνει, ὅταν κωλύωνται νὰ μεταβαίνουν ἀπὸ τόπου εἰς τόπον. Ἡμεῖς τὴν παρεμπόδισιν ταύτην τῆς ἐλευθερίας ἐπιβάλλομεν σήμερον εἰς τὰς τάξεις τῶν ναυτιλλομένων. Δὲν τοῖς ἐπιτρέπεται νὰ ἔχουν συγκοινωνίαν, συνάζονται εἰς τὸν τόπον ὅπου εὑρέθησαν μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ διατάγματος τῆς ἐπιστρατείας, ἐκεῖ μένουσιν ἀκίνητοι καὶ δὲν δύνανται νὰ μετατοπίσωσι· μεταβάλλονται λοιπὸν εἰς ἐμπεφυτευμένα ὄντα, εἰς δένδρα. Δὲν γνωρίζω ἐὰν ὁ νόμος ἐπιβάλλῃ εἰς αὐτοὺς τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ ἀμετακινήτου, ἀλλ’ ἀδύνατον, διότι πρέπει καὶ ὡς πρὸς τούτους νὰ τηρῆται ἡ αὐτὴ τακτική, ὅπως εἰς τοὺς ἐπιστράτους εἰς τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς, πρὸς οὓς δὲν ἀπαγορεύεται οὔτε ἡ εἰς τοὺς ἀγρούς των βάδισις οὔτε ἡ εἰς τὴν ἐμπορίαν ἐνασχόλησις· ἀπ’ ἐναντίας δὲ οἱ περὶ ὧν ὁ λόγος ναυτικοὶ ἐπίστρατοι, δὲν δύνανται νὰ κινῶνται οὔτε νὰ ταξειδεύωσι, διὰ νὰ πηγαίνωσιν εἰς τὰς ἐπαρχίας νὰ λάβωσι τὰ ἀναγκαῖα ἐφόδια πρὸς διατήρησίν των, τὰ ἐνδύματά των κλπ. Τοιαύτας λοιπὸν ποινὰς δὲν δύνασθε κατὰ τὸ Σύνταγμα νὰ ἐπιβάλλητε εἰς τοὺς πολίτας. Προκαλῶ λοιπὸν ἐπὶ τούτου τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ἐὰν ἡ ἀπαγόρευσις τῆς ναυτολογίας εἰς τοὺς ὑπαγομένους εἰς τὸν στρατὸν τῆς θαλάσσης, τοὺς ὑποχρέους τῆς κατὰ θάλασσαν ἐπιστρατείας, ἐὰν ἡ ἀπαγόρευσις αὕτη στηρίζηται εἰς τὸν νόμον καὶ ἐὰν δύναται νὰ ἔχῃ ἰσχὺν νόμου· παρακαλῶ ἐπὶ τούτου ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι δύναται καὶ περὶ τούτου νὰ ὑπάρξῃ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, ἐὰν ἤμεθα ἐντὸς τοῦ νόμου, καθ’ ὅσον εἷς ναυτιλλόμενος, ἐὰν δὲν λάβῃ τὸ δικαίωμά του τοῦ νὰ δύναται νὰ μετατοπισθῇ, δύναται νὰ καταγγείλῃ τὰς ἀρχὰς, αἵτινες τοῦ ἀπηγόρευσαν τὴν μετατόπισιν. Ἐὰν λοιπὸν ἐννοῇ ἡ Βουλὴ νὰ μὴν ἀποφανθῇ, τότε δὲν ἔχομεν καμμίαν ἄλλην ἀκρόπολιν ἐξασφαλίσεως τῶν δικαιωμάτων τῶν πολιτῶν, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ δύνανται νὰ καταφύγωσι τὰ πρόσωπα αὐτὰ, εἰμὴ τὴν αὐτοδικίαν.
§51ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ὁ προαγορεύσας ἔντιμος βουλευτὴς ἀγνοεῖ, φαίνεται, τὰ καθήκοντα τῆς Βουλῆς. Ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι γνωματευτικὸν συμβούλιον, εἶναι νομοθετικὸν σῶμα, καὶ εἰς ἄλλο τι δὲν δύναται ν’ ἀναμιχθῇ. Ἐὰν ὑπάρχωσι πράξεις τῆς κυβερνήσεως, αἵτινες ἀντίκεινται εἰς τὸν νόμον, τότε δι’ ἐπερωτήσεως δύναται ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή, ἐὰν αἱ πράξεις αὗται ἐγένοντο καλῶς ἢ ὄχι· ὄχι ὅμως νὰ λύῃ ζητήματα ἑρμηνείας, τὰ ὁποῖα, τιθέμενα ἄνευ λόγου ἐν τῷ μέσῳ μιᾶς συνεδριάσεως, ἄλλο ἀποτέλεσμα δὲν ἔχουσιν ἢ νὰ καταναλίσκωσι τὸν χρόνον εἰς μάτην. Ὁ κ. Δουζίνας καὶ οἱ δημοφρονοῦντες, ἐὰν νομίζουν, ὅτι αἱ πράξεις τῆς Κυβερνήσεως εἶναι παράνομοι, δύνανται ν’ ἀπευθύνωσιν ἐπερώτησιν καὶ νὰ προκαλέσωσιν οὕτω συζήτησιν, ὅπως ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ ἐὰν αἱ πράξεις, ἃς καταγγέλλουσιν, ἦναι νόμιμοι ἢ οὐχὶ, καὶ τότε λύεται τὸ ζήτημα. Τώρα βεβαίως δὲν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ προβῇ καὶ νὰ γνωματεύσῃ ὡς γνωμοδοτικὸν συμβούλιον.
§52ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ὁ κ. Μεσσηνέζης εἶπεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ φέρω ἐπερώτησιν! Τί ἄλλο ἐγὼ ἔκαμα ἢ ἠρώτησα ἐὰν ἦνε ἔννομος ἡ πρᾶξις ἢ ὄχι; ὥστε μὲ ἠδίκησεν εἰπὼν, ὅτι ἀγνοῶ τὰ καθήκοντα τῆς Βουλῆς, διότι τοῦτο αὐτὸ ἔπραξα. Ἐὰν δὲ δὲν ἐτήρησα τύπον κοινοβουλευτικὸν, τοῦτο ἔπρεπε νὰ τὸ ἀποδώσῃ εἰς τὴν ἀπειρίαν μου τὴν πολιτικήν, καὶ ἔπρεπε μάλιστα νὰ μὲ ἐνισχύσῃ, ὅταν πρόκηται περὶ προστασίας τῶν δικαιωμάτων τοῦ πολίτου.
§53ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὔριον θ’ ἀπαντήσω.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέβαλε νομοσχέδιον περὶ παραχωρήσεως τῶν ἀδιαθέτων ἐθνικῶν γαιῶν διὰ δηλώσεων καὶ περὶ ἐκποιήσεως τῶν ἐκκλησιαστικῶν λειβαδίων. Θέλει τυπωθῆ καὶ θέλει διανεμηθῆ. Ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν ἐσωτερικῶν ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου τοῦ βουλευτοῦ Μέσης.
§55ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀφοῦ τυπωθῇ, νὰ τεθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τῆς συμβάσεως περὶ τῶν Βαυαρικῶν δανείων.
§57ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Πρὶν ἢ ἀρχίσω τὴν συζήτησιν, κύριοι, παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ καταθέσῃ αὔριον τὰ διαμειφθέντα ἔγγραφα μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς καὶ Βαυαρικῆς κυβερνήσεως, ἰδίως δὲ τὰ κατὰ τὰ 1858, 1859 καὶ 1860, διὰ νὰ ἔχωμεν αὐτὰ ὑπ’ ὄψιν εἰς τὴν γʹ ἀνάγνωσιν. Κύριοι, μολονότι ἐν τῇ ὁμιλίᾳ, τὴν ὁποίαν θὰ κάμω τώρα, θὰ εὑρεθῶ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπικρίνω πράξεις προσώπου, τοῦ ὁποίου ἡ μνήμη μοὶ εἶναι πολὺ σεβαστή, μολαταῦτα ἀφ’ ἑνὸς τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος, καὶ μάλιστα εἰς τὰς παρούσας οἰκονομικὰς περιστάσεις, εἰς τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ὁ σεβασμός, τὸν ὁποῖον ἔχω εἰς τὰς ἀποφάσεις τοῦ σπουδαιοτέρου τῶν ἐθνικῶν συνεδρίων, μὲ ἀναγκάζουσι νὰ λάβω τὸν λόγον πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ ἐπιβαλλομένου καὶ εἰς ἐμὲ καθήκοντος, ὡς ἕνα τῶν ἀντιπροσωπευόντων τὸν φορολογούμενον λαόν.
§58ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Κ. Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ μὲ ἐγγράψητε.
§59ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ψήφισμα Ζʹ τῆς συνελεύσεως τῆς 3 Σεπτεμβρίου. (Ἀναγινώσκει τὸ Ζʹ ψήφισμα.) Βλέπετε λοιπόν, ὅτι, κατὰ τὸ ψήφισμα τοῦτο, ἡ Βαυαρία ὀφείλει νὰ δώσῃ πρῶτον λογαριασμὸν εἰς τὴν Ἑλλάδα περὶ τῆς διαχειρίσεως, ἣν ἔκαμε, τοῦ δανείου τῶν δύω σειρῶν τῶν 60 ἑκατομμυρίων καὶ τοῦ Βαυαρικοῦ, ἀφοῦ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὁ πατὴρ τοῦ μακαρίτου Ὄθωνος ὑπεσχέθη, ὅτι θέλει καταβάλει ἐξ ἰδίων της ἡ Βαυαρικὴ κυβέρνησις τὰ ἔξοδα τῆς μεταβάσεως καὶ ἐγκαταστάσεως εἰς τὴν Ἑλλάδα τῶν ἐπικουρικῶν στρατευμάτων, ὅπερ δὲν ἔπραξεν, οὔτε διεχειρίσθη τὰς δύω σειρὰς τῶν 60 ἑκατομμυρίων σύμφωνα μὲ τὸν προορισμόν, διὰ τὸν ὁποῖον ἐγένετο τὸ δάνειον αὐτό, ἀφοῦ ἤρξατο ἡ δαπάνη ἀπὸ τὸ 1832, εὑρισκομένης ἀκόμη τῆς ἀντιβασιλείας καὶ τοῦ βασιλέως ἐν Βαυαρίᾳ, δηλαδὴ ἀπὸ τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1832, ἐνῷ ὁ Ὄθων καὶ ἡ ἀντιβασιλεία ἦλθον εἰς τὴν Ἑλλάδα τὴν 25 Ἰανουαρίου τοῦ 1833. Πρὶν εἰσέλθω εἰς τὰς λεπτομερείας τῆς διαχειρίσεως τῶν δανείων καὶ ἐν γένει τῆς Βαυαρικῆς διαχειρίσεως, θὰ φέρω εἰς βοήθειάν μου καὶ μίαν συζήτησιν, ἡ ὁποία ἐγένετο ἔν τε τῇ Βουλῇ καὶ ἐν τῇ Γερουσίᾳ κατὰ τὴν Αʹ Σύνοδον τῆς ΣΤʹ Περιόδου. Κατὰ τὰ 1859 ἡ τότε Κυβέρνησις, τῆς ὁποίας μέλος καὶ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἦτο ὁ νῦν πρωθυπουργὸς κ. Κουμουνδοῦρος, ἐσημείωσεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τὰς 900,000 φράγκων, τὰ ὁποῖα αἱ δυνάμεις ἀπεφάσισαν νὰ δίδωμεν εἰς συμψηφισμὸν τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων, καὶ ἐσημειώθη τὸ ποσὸν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1860. Ἐπειδὴ δὲ κατὰ τὴν αὐτὴν περίστασιν ὁ Βασιλεὺς Ὄθων ἀπῄτησεν ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον νὰ σημειωθῇ καὶ ποσὸν διὰ τὴν ἐξόφλησιν τῶν πρὸς τὴν Βαυαρίαν ὀφειλομένων ὑπὸ τῆς Ἑλλάδος ἐκ 5 ἑκατομμυρίων δραχ., ἐδόθη ἀφορμὴ καὶ ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐν τῇ Γερουσίᾳ νὰ γείνῃ λόγος περὶ τοῦ Βαυαρικοῦ δανείου, καὶ ἰδοὺ τί εἶπεν εἰς τὴν Βουλὴν εἷς ἐκ τῶν βουλευτῶν...... (Ἀναγινώσκει ἐκ τῶν πρακτικῶν λόγον.) Ἐν τῇ Βουλῇ ἡ συζήτησις ἐγένετο ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον, ἐν δὲ τῇ Γερουσίᾳ ἐγένετο ἐν τῇ συζητήσει τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἰδοὺ ὁ ἐν τῇ Βουλῇ ῥήτωρ, ὁ ὁποῖος δυστυχῶς δὲν ζῇ, μνημονεύει τὰς τρεῖς ἐγγυητρίας διὰ τὸ δάνειον τῶν 60 ἑκατομμυρίων Δυνάμεις, καὶ τοῦτο διαλαμβάνει ἡ εἰς τὴν ἀπάντησιν τροπολογία του, καὶ τοῦτο διὰ νὰ μὴ ὑποθέσωσιν, ὅτι ἡ ἀπάντησις ἀφορᾷ καὶ τὸ δάνειον τὸ Βαυαρικόν· τοὐναντίον λέγει, ὅτι ἐκ τοῦ ψηφίσματος ἐξάγεται ὅτι ἡ Βαυαρία ὀφείλει νὰ δώσῃ καὶ οὐχὶ νὰ λάβῃ ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα. Ὁ ῥήτωρ αὐτὸς εἶναι ὁ μακαρίτης Δεληγεώργης. Προχωροῦντες παρακατιὼν ἀπαντῶμεν ὁμοίαν ὁμιλίαν ἑτέρου, ἐπίσης ἀποθανόντος, τότε δὲ βουλευτοῦ. Ἔρχομαι εἰς τὴν συζήτησιν τῆς Γερουσίας.
§60ΤΙΝΕΣ. Ἀναγνώσατε καὶ τὸν λόγον τοῦ ἄλλου, ἢ δὲν σᾶς συμφέρει;
§61ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ὅστις θέλει, ἂς τὸν ἀναγνώσῃ. Ἔρχομαι εἰς τὴν συζήτησιν τὴν ἐν τῇ Γερουσίᾳ. Ἰδοὺ τί λέγει εἷς Γερουσιαστὴς (ἀναγινώσκει μέρος τῶν πρακτικῶν τῆς Γερουσίας, ἐν οἷς ὁ ῥήτωρ λέγει, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι εὐτύχημα διὰ τὴν Ἑλλάδα νὰ μὴ ἤρχετο ὁ Βαυαρικὸς στρατὸς καὶ νὰ ἔμενε μέχρις ἐνηλικιότητος τοῦ βασιλέως ὁ Γαλλικὸς στρατός)· καὶ ὁ γερουσιαστὴς οὗτος ἦτον ὁ μακαρίτης Χρηστίδης. Ἀλλὰ παρακατιὼν ὁμιλεῖ ἕτερος γερουσιαστὴς δεινότερον, ὁ Σ. Μήλιος, ὅστις μεταξὺ τῶν πολλῶν εἶπε καὶ τοῦτο, ὅτι τὸ Βαυαρικὸν δάνειον ἀνήκει εἰς τὴν δαπάνην τῆς ἀποστολῆς ἐνδυμάτων καὶ ὁπλισμοῦ, τὰ ὁποῖα ὡς ἄχρηστα ἐσήποντο εἰς τὰς Βαυαρικὰς ἀποθήκας ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς Μαρίας Τερέζας. Ἀλλὰ ἡ κυριωτέρα κατάχρησις ἔγκειται εἰς τὴν διαχείρισιν τῆς στρατολογίας τοῦ Βαυαρικοῦ στρατοῦ. Ἐρωτῶ τὸν πρώην καὶ νῦν πρωθυπουργοὺς νὰ μοὶ εἴπητε ἂν ἐξωδεύθησαν 50,000 δραχμ. εἰς τὰς στρατολογικὰς ἐπιτροπάς, δι’ ὧν συνεκεντρώσαμεν 50,000 στρατὸν, καὶ ἐν τούτοις ἐν Βαυαρίᾳ, διὰ νὰ στρατολογηθῶσιν αἱ 3,500 Βαυαροί, ἐσυστήθησαν ἐπὶ δύω ἔτη 14 στρατολογικαὶ ἐν Βαυαρίᾳ ἐπιτροπαὶ, συγκείμεναι ἀπὸ ἀντιστρατήγους, συνταγματάρχας καὶ ἄλλους ἀνωτέρους ἀξιωματικοὺς, ὧν ἡ μισθοδοσία ἦτο ὑπέρογκος, ἀφοῦ τοῦ ὑποστρατήγου ἦτο 560 φιορίνια ἀργυρᾶ, ἤτοι 1,600 δραχμαὶ κατὰ μῆνα, καὶ κατ’ ἀναλογίαν τῶν κατωτέρων, καὶ ἡ δαπάνη αὕτη ἤρξατο, ὡς εἶπον, ἀπὸ τὸ 1832, καὶ οὐχὶ τὴν 25 Ἰανουαρίου. Ἰδοὺ καὶ ἡ Συνθήκη (δεικνύει τὴν ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως τοῦ 1833 συνθήκην περὶ στρατολογίας τοῦ ἐπικουρικοῦ Βαυαρικοῦ στρατοῦ τῶν 3,500 ἀνδρῶν)· καὶ ἡ δαπάνη αὕτη ἐβάρυνε τὴν Ἑλλάδα. Δὲν θέλω νὰ ἐπέμβω εἰς τὴν διοίκησιν τῆς ἀντιβασιλείας, ἀλλ’ ἐπιμένω εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ δανείου. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ὕστερον ἀπὸ τὴν διαχείρισιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἡ Βαυαρικὴ Κυβέρνησις, ὄχι μόνον τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον μᾶς ζητεῖ, δὲν δικαιοῦται νὰ λάβῃ, ἀλλὰ ὀφείλει νὰ δώσῃ λογαριασμὸν, διότι ἡ διαχείρισις δὲν ἔγεινεν ἀπὸ τὸν Ὄθωνα, ἀλλ’ ἀπὸ τὸν Βασιλέα τῆς Βαυαρίας ὡς κηδεμόνα τοῦ Ὄθωνος. Πᾶσα διαχείρισις τοῦ Ὄθωνος ἐπιβαρύνει τὸ ἔθνος, καθόσον ὁ Ὄθων ἦτο βασιλεὺς τῆς Ἑλλάδος· ἀλλ’ ἡ ἀντιβασιλεία ἐνήργει ὡς ἐπίτροπος τοῦ βασιλέως Λουδοβίκου. Ἑπομένως ἡ διαχείρισις αὕτη ἐπιβαρύνει τὸν βασιλέα τῆς Βαυαρίας Λουδοβῖκον. Διὰ τοῦτο, κύριοι, ἡ Βαυαρικὴ αὐλὴ δὲν ἐζήτησε νὰ πληρωθῇ αὐτὸ τὸ δάνειον μέχρι τοῦ 1858, ὅτε ἕνεκα οἰκογενειακῆς διαφωνίας μεταξὺ Ὄθωνος καὶ Βαυαρικῆς αὐλῆς, αὕτη τῷ ἐζήτησε τὴν πληρωμὴν τοῦ περὶ οὗ πρόκειται δανείου. Ἐκ τῶν τότε ὑπουργῶν τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου ἐνώπιον τοῦ Ὄθωνος ἀντέλεξαν ὁ Παλαμήδης, ὁ Ζαΐμη; καὶ Ῥάλλης, καὶ οὕτω δὲν παρεδέχθη. Ἐπὶ τοσοῦτον ἡ Βαυαρικὴ αὐλὴ δὲν ἐθεώρησε καλὸν νὰ ἀντιτείνῃ εἰς τὸ Ζʹ ψήφισμα τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως τοῦ 1844, ὥστε, ἐνῷ ἐπήνεγκε παρατηρήσεις ἐπὶ ἄλλων διατάξεων τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν ψηφισμάτων, ὡς π. χ. ἐπὶ τοῦ 40 ἄρθρου τοῦ ἀφορῶντος τὴν θρησκείαν τοῦ διαδόχου, οὐδεμίαν ἔφερεν ἀντίῤῥησιν ἐπὶ τοῦ Ζʹ ψηφίσματος. Κατὰ τὸ 1858 λοιπὸν πρώτην φορὰν παρουσιάζεται τοιαύτη ἀπαίτησις. Καὶ ὁ λόγος, ὡς ἐῤῥέθη, ἦτο, διότι μεταξὺ τοῦ Ὄθωνος καὶ τῆς αὐλῆς τῆς Βαυαρίας ἐγεννήθησαν τότε μερικὰ σκάνδαλα οἰκογενειακὰ, ἐκ τῶν ὁποίων ἡ Βαυαρία φοβουμένη, ὅτι θὰ χάσῃ τὴν διαδοχὴν ἐν Ἑλλάδι, ἠθέλησε νὰ φερθῇ πρὸς τὸν Ὄθωνα ὀλίγον ἐπιθετικὴ, ζητοῦσα τὸ δάνειον αὐτό. Διότι εἶπεν ἡ Βαυαρικὴ αὐλὴ, ὅτι τὸ δάνειον αὐτὸ ἐπέβαλεν ἡ Βαυαρικὴ Κυβέρνησις εἰς βάρος τοῦ Βασιλέως Λουδοβίκου, ὅστις ἠναγκάσθη νὰ τὸ πληρώσῃ ἐξ ἰδίων του, καὶ πρὸς αὐτὸν ὤφειλεν ἡ Ἑλλάς. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς καὶ ὑπουργὸς τότε ἠμπορεῖ νὰ μᾶς διηγηθῇ τί συνέβη μεταξὺ τοῦ Βασιλέως καὶ τῶν ὑπουργῶν εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ὅταν ὁ Ὄθων ἀπῄτησε νὰ σημειωθῇ ποσόν τι πρὸς ἐξόφλησιν τοῦ δανείου αὐτοῦ.
§62ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἤμην βέβαια παρὼν, διότι δὲν ἐνθυμοῦμαι τίποτε ἀπὸ αὐτά.
§63ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἤσθε· καὶ θὰ σᾶς ἐνθυμίσω ἐγὼ τί συνέβη. Οἱ μακαρῖται Παλαμήδης, καὶ Ζαΐμης καὶ ὁ κ. Γεώργιος Ῥάλλης ἀντέτειναν· καὶ ὁ μὲν Ῥήγας ἔφερε λόγον ὑπεκφυγῆς, ὅτι δῆθεν, ἐπειδὴ τὰ δάνεια τοῦ 1823 καὶ τοῦ 1824 εἶναι ἐκπεσμένα καὶ ἠμπορεῖ ἡ Ἑλλὰς νὰ τὰ ἀγοράσῃ εἰς πολὺ συμφέρουσαν τιμὴν, δὲν πρέπει νὰ γείνῃ λόγος περὶ ἐξοφλήσεως ἄλλων χρεῶν τῆς Ἑλλάδος, διὰ νὰ μὴν ὑψωθοῦν τὰ consolidès τῶν ῥηθέντων δανείων τοῦ 1823 καὶ 1824 ἐν τοῖς Χρηματιστηρίοις, ὁ δὲ Ζαΐμης ἔφερεν ἀντίῤῥησιν τὴν διάταξιν τοῦ Ζʹ ψηφίσματος. Ἐπειδὴ δὲ δ’ Ὄθων εἶπεν, ὅτι δὲν ἀνήκουν πλέον τὰ χρέη αὐτὰ εἰς τὸ βαυαρικὸν ταμεῖον, ἀλλ’ εἰς τὸν πατέρα του, εἰς ὃν κατεψηφίσθησαν, δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ διάταξις τοῦ Ζʹ ψηφίσματος, ὅπερ ἐννοεῖ τὴν Βαυαρικὴν Κυβέρνησιν. Ὁ κ. Ῥάλλης ὡς νομικὸς ἀντέτεινεν, ὅτι δὲν δύναται ὁ ἐκδοχεὺς νὰ ἔχῃ περισσότερα δικαιώματα τοῦ ἐκχωρητοῦ. Ἀκόμη πρὸ ὀλίγων μηνῶν ἀντεποιεῖτο τοῦτο εἰς τὰς ἐφημερίδας ὁ κ. Ῥάλλης, καὶ ὁ μακαρίτης Ζαΐμης ἐπίσης, πρὶν ἀποθάνῃ ὀλίγας ἡμέρας, ἔφερεν ἐν τῷ «Ἐθνοφύλακι» ὁμοίαν ἀντιποίησιν. Τοῦτο δυσηρέστησε τὸν Ὄθωνα καὶ ἔῤῥιψεν ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον πρῶτον τὸν Παλαμήδην, κατόπιν τὸν Ζαΐμην, καὶ κατόπιν τὸν κ. Ῥάλλη. Θὰ εἰσέλθω, κύριοι, τώρα εἰς τὸ πραγματικὸν μέρος τῆς συζητήσεως. Δυνάμεθα, κύριοι, νὰ παραβλέψωμεν τὸ ψήφισμα αὐτὸ καὶ νὰ τὸ θεωρήσωμεν χάρτην ἄγραφον, καὶ ὡς ἐξεδόθη ἀπὸ τὸ σπουδαιότερον κατ’ ἐμὲ Ἐθνικὸν Συνέδριον, τὴν Συνέλευσιν τῆς 3 Σεπτεμβρίου; Διὰ τοῦτο ἐπιμένω νὰ ὑποστηρίζω, ὅτι δυνάμει τοῦ ψηφίσματος αὐτοῦ, πρὶν δώσῃ λογαριασμὸν ἡ Βαυαρία τῆς διαχειρίσεως τῶν δύο σειρῶν τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων καὶ κατόπιν ἐκείνου, τὸ ὁποῖον μᾶς ἐδάνεισε, δὲν δυνάμεθα νὰ πληρώσωμεν· ἀφοῦ προσδιορίσωμεν πόσα ὤφειλε νὰ πληρώσῃ ὁ Βασιλεὺς Λουδοβῖκος, ὅστις ὑπεσχέθη, ὅτι ἀναλαμβάνει τὰ ἔξοδα τῆς μεταφορᾶς καὶ τῆς ἐγκαταστάσεως τῆς Βασιλείας ἐν Ἑλλάδι, θὰ ἴδωμεν, ὅτι αὐτὰ εἶναι τὰ περισσότερα ἔξοδα. Πρέπει νὰ ἀναγνώσητε τὴν συνθήκην τῆς 9 Δεκεμβρίου 1832, διὰ νὰ ἴδητε μὲ ποῖα ἔξοδα ἐπιβαρύνεται τὸ ἑλληνικὸν ταμεῖον. Ἔκαμαν τόσους σταθμοὺς, καὶ ὅπου ἔμενον, ἐδαπάνων ἁδρότατα καὶ κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν, ὅτε αἱ χῆραι καὶ τὰ ὀρφανὰ τῶν μεγάλων ἀγωνιστῶν δὲν ἐλάμβανον λεπτὸν ὡς σύνταξιν, προσδιωρίσθη σύνταξις καὶ διὰ τὴν χήραν τοῦ στρατιώτου ἀκόμη, καὶ μὲ ὡρισμένον ποσόν. Ἂς ἔλθωμεν εἰς τὸ κινῆσαν τὸ ζήτημα τοῦτο ἐλατήριον. Ὅλα αὐτὰ εἶναι καλὰ καὶ ἅγια, ἴσως μοὶ εἴπουν· ἀλλὰ τώρα εὑρισκόμεθα εἰς στενοχωρίαν, καὶ πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν ὅ,τι μᾶς ἐπιβάλλουσι, διότι ἔχομεν ἄλλην σπουδαιοτέραν ἀνάγκην. Ἐγὼ μετὰ πεποιθήσεως λέγω, ὅτι δὲν μᾶς ὠφελεῖ τίποτε, ὄχι αὐτὰ νὰ δώσωμεν, ἀλλὰ καὶ περισσότερα. Εἶναι δυνατὸν, κύριοι, νὰ πιστεύῃ τις, ἢ ἐὰν τὸ πιστεύῃ, ἠμπορῶ νὰ τῷ εἴπω μετὰ θάῤῥους, ὅτι πλανᾶται, ὅτι ὁ μεγαλείτερος ἀνὴρ τοῦ αἰῶνός μας θὰ ἀποφασίσῃ νὰ ῥυθμίσῃ τὰς περὶ ἀνατολῆς σκέψεις του, ἐπηρεαζόμενος ἀπὸ τὰ 3 μιλιούνια, τὰ ὁποῖα θὰ πληρώσωμεν εἰς ἓν Γερμανικὸν Κράτος; Ἐὰν ἦναι τόσον εὐθηνὴ ἡ ἀπόφασις τοῦ μεγάλου αὐτοῦ ἀνδρὸς, τότε δυνάμεθα νὰ ἐξοδεύσωμεν πολὺ περισσότερον, διὰ νὰ ὠφεληθῶμεν καὶ περισσότερον.
§64ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ποῖος ἰσχυρίσθη αὐτό;
§65ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Εἶσθε ὑπουργός;
§66ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγένοντο οἱ λογαριασμοὶ, ἐξεκαθαρίσθησαν καὶ ἐτελείωσαν.
§67ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ποῦ εἶναι οἱ λογαριασμοί;
§68ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι ἡ ἔκθεσις.
§69ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Διαχείρισις 60,000,000 εἶναι εἰς μίαν κόλαν χαρτί;
§70ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τί ἔχουν νὰ κάμουν τὰ 60,000,000;
§71ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Κύριε πρόεδρε, τὰ 60,000,000, τὰ ὁποῖα διεχειρίσθη ἡ Βαυαρικὴ αὐλὴ, τῆς ὁποίας οἱ κληρονόμοι μᾶς ζητοῦν τώρα. Ἀλλ’ ἂς ὁμολογήσωμεν, ὅτι εἶναι ὁ λόγος, ὃν ἐμνημόνευσα, καὶ βλέπω, ὅτι εἶναι σύμφωνος ἡ Βουλὴ· λέγω μόνον, ὅτι, ἐὰν νομίζετε, ὅτι οἰκονομεῖτε πολιτικὴν ἀνάγκην....
§72ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μὰ δὲν πρόκειται περὶ πολιτικῆς ἀνάγκης.
§73ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ ἐπιμένω νὰ τὸ λέγω, καὶ διὰ τοῦτο διϊσχυρίζομαι, ὅτι ὑποπίπτετε εἰς τὴν πλάνην, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπέπεσε ποτὲ ὁ μακαρίτης ὁ Ὄθων. Ὁ Ὄθων ὑπεσχέθη εἰς τὸν Παλμεστρῶνα, ὅτι θὰ ἀλλάξῃ πολιτικὴν, ἐὰν ἀνακαλέσῃ ἀπὸ ἐδῶ τὸν Λάγενς, καὶ πράγματι ὁ Παλμεστρὼν ὄχι μόνον μετέθεσε τὸν Λάγενς, ἀλλ’ ἔστειλε καὶ καθολικοῦ δόγματος πρέσβυν, τὸν Οὐάϊζ. Ἀλλ’ ὁ Ὄθων ἐνόμιζεν, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ παίξῃ μὲ τὸν Παλμεστρῶνα, ὅπως κατώρθωνε νὰ πιστεύῃ, ὅτι παίζει μὲ τοὺς ῥωμαίους· ἀντὶ λοιπὸν νὰ συγκροτήσῃ ὑπουργεῖον ὑπὸ τὸν Μαυροκορδάτον, ἐσχημάτισεν ἀπὸ τοὺς Ἀγγλόφρονας δῆθεν, Κριεζῆν καὶ Χρυσόγελων, ἀλλὰ μετὰ 15 ἡμέρας ἦλθεν ἡ κατοχὴ τοῦ Πάρκερ καὶ ἐτιμώρησε τὴν πονηρίαν τοῦ Ὄθωνος. Τὰ αὐτὰ θὰ πάθωμεν καὶ ἡμεῖς τώρα, διότι θὰ πληρώσωμεν τὰ 3,000,000, ἀλλ’ ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τὸ ἑλληνικὸν ἐκεῖνος, ὅστις ἀπήτησε τὴν ὀφειλήν μας ταύτην, δὲν θὰ μεταβάλῃ πολιτικήν.
§74ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτὰ ἦσαν ἐπὶ τῆς Βουλῆς τοῦ Ὄθωνος.
§75ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Καὶ ἐν τούτοις αὐταὶ αἱ Βουλαὶ, ἃς ἔφερεν ὁ Ὄθων, εἶχον τὸ θάῤῥος ν’ ἀντιτείνωσι κατὰ πρόσωπον εἰς τὰς ἀξιώσεις αὐτοῦ, προκειμένου περὶ δαπάνης χρημάτων.
§76ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δὲν εἶχον νὰ πληρώσουν. Ἐτελείωσες; Τί ἔφερες ὅλα τὰ βιβλία τώρα ἐδῶ;
§77ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Καὶ ἔχετε σεῖς νὰ πληρώτητε σήμερον, οἵτινες ζῆτε ὁλονὲν μὲ δάνεια;
§78ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Κύριοι, νομίζω, ὅτι οὐδὲ στιγμὴν πρέπει νὰ μείνωσιν ἄνευ ἀπαντήσεως οἱ λόγοι τοῦ ἐντίμου προλαλήσαντος, διότι ἐμφαίνουν ἢ λήθην ἢ ἄγνοιαν τῆς συγχρόνου ἱστορίας. Δὲν ἔθεσε τὸ ζήτημα ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχει, διότι δὲν ἠρεύνησε πῶς ἐγένετο τὸ ψήφισμα τῆς 3 Σεπτεμβρίου. Δὲν θέλω ἐκταθῆ περὶ τούτου· σύντομα εἶναι ὅσα θέλω σᾶς εἴπει, νομίζω ὅμως, ὅτι θὰ ἦναι ἐπαρκῆ. Δὲν πρέπει τὰ ἔθνη νὰ ἦναι ἀχάριστα, οὐδὲ ἐπιτρέπεται νὰ λησμονήσωμεν τί χρεωστοῦμεν εἰς τὸν μακαρίτην Λουδοβῖκον τῆς Βαυαρίας. Ὁ ἐστεμμένος ποιητὴς ἔφερεν ἐν ἑαυτῷ τὸ πῦρ ἀκραιφνοῦς φιλελληνισμοῦ εἰς τὸν ἀνώτατον βαθμὸν ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς ἐπαναστάσεως, ἔδειξε δὲ, ὅτι τὸ πρώτιστον, τὸ ὁποῖον ἐπόθει, ἦτο νὰ ἴδῃ τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Ἑλλάδος, καὶ ὑπὲρ αὐτῆς εἰργάσθη μέχρι τέλους τοῦ βίου του (εὖγε). Ὅτε ἐπῆλθεν ὁ καιρὸς νὰ εὑρεθῇ ἡγεμὼν τῆς Ἑλλάδος, ἔδειξε καὶ τὴν προθυμίαν καὶ τὴν ἀξιέπαινον φιλοδοξίαν, συνομαρτοῦσαν καὶ αὐτὴν ταῖς λοιπαῖς ἀρεταῖς τοῦ μουσοτραφοῦς βασιλέως, ν’ ἀναβῇ τὸν θρόνον τῆς Ἑλλάδος γόνος ἐκ τῆς οἰκογενείας του. Εἰς τὸ συνέδριον τοῦ Λονδίνου ἀπηύθυνε προτάσεις, μεταξὺ ἄλλων δὲ ἀνεδέχετο τὴν ὑποχρέωσιν νὰ συντελέσῃ εἰς τὸν σχηματισμὸν ἀντιβασιλείας ἐκ τῶν πρωτίστων λειτουργῶν τοῦ βαυαρικοῦ κράτους, ὑποσχόμενος εἰς τὰ μέλη τῆς ἀντιβασιλείας τὴν ἐξακολούθησιν τῶν ἀπολαυῶν, ὅσας εἶχον ἐν τῇ βαυαρικῇ ὑπηρεσίᾳ, ἀνεξαρτήτως τῶν ἀμοιβῶν, ὅσας μέλλον νὰ λαμβάνουν ἐκ τῆς Ἑλλάδος. Ὑπέσχετο ἐπικουρικὸν σῶμα πρὸς καθησύχασιν τῆς Ἑλλάδος καὶ ἀξιωματικοὺς τοῦ βαυαρικοῦ στρατοῦ, ὅπως σχηματίσωσι τὸν Ἑλληνικὸν μέλλον νὰ διατηρήσῃ εἰς αὐτοὺς τοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ τὴν ἀρχαιότητα καὶ τὸν μισθὸν τῆς ἐνεργείας ἐκ τοῦ βαυαρικοῦ ταμείου, ἀνεξαρτήτως καὶ τοῦ μισθοῦ, τὸν ὁποῖον ἔμελλον νὰ λαμβάνωσιν ἐν Ἑλλάδι. Ἔγεινε κατόπιν τὸ πρωτόκολλον, τὸ ὁποῖον ὅμως δὲν περιέλαβεν ὅλας ταύτας τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ βασιλέως τῆς Βαυαρίας ὑπὲρ τοῦ υἱοῦ του. Δὲν ἔκριναν, ὅτι ἔπρεπεν ὅλα ταῦτα νὰ κατασταθῶσιν ὑποχρέωσις τοῦ βασιλέως τῆς Βαυαρίας. Καὶ ὁ βασιλεὺς τῆς Βαυαρίας ἐδείκνυε προθυμίαν νὰ παρέξῃ καὶ χρηματικὴν βοήθειαν, ἀλλ’ ἐδεσμεύετο τότε, διότι αἱ βουλαὶ δὲν ἦσαν συνηγμέναι· ἀνεδέχετο ὅμως νὰ συντελέσῃ καὶ κατὰ τοῦτο, καὶ παρέσχε τῷ ὄντι προκαταβολὴν διὰ τὴν ἀναχώρησιν τοῦ βασιλέως, διὰ τὴν ἀναχώρησιν τῆς ἀντιβασιλείας, ἐξ ἰδιαιτέρου αὑτοῦ ταμείου. Ἐπῆλθον τὰ συμβάντα ὅσα γνωρίζετε ἐπὶ ἀντιβασιλείας· ἔγειναν βεβαίως δαπάναι, τὰς ὁποίας ὅλας δύναταί τις νὰ μὴ ἐγκρίνῃ, ἢ νὰ εὕρῃ, ὅτι δὲν ἦσαν αὐστηρᾶς διαχειρίσεως, πρᾶγμα λίαν σύνηθες ἐν καιροῖς ἀνωμάλοις. Παραβάλετε ἐκείνην τὴν διαχείρισιν πρὸς τὴν ἡμετέραν, πολὺ δὲ ἀμφιβάλλω, ἂν κατὰ τὸν παραλληλισμὸν θέλει ὑπερτερήσει ἡ τελευταία. Ἐννοῶ ἀπὸ τοῦ 1833 μέχρις οἵας δήποτε θέλετε ἐποχῆς. Ἂς ἀφαιρέσωμεν τὰ τελευταῖα 15 ἔτη, καὶ ἂς εἴπωμεν, ὅτι ἀπὸ δεκαπενταετίας καὶ ἐντεῦθεν ὅλα γίνονται ἐν τάξει, διὰ νὰ μὴ ἐνοχλήσωμέν τινα ἐκ τῶν παρόντων. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἐξηγέρθη ἐνταῦθα πνεῦμα ἀντιβαυαρικὸν, καὶ αὐτὸ ἐγεννήθη πρὸ πάντων ἐξ ἀντιζηλίας, διότι ἔβλεπον ἀξιωματικοὺς κατέχοντας ἀνωτέρας θέσεις, ἔβλεπον Βαυαροὺς κατέχοντας τὰς πρώτας λειτουργίας· τὸ πρᾶγμα ἦτο λίαν φυσικὸν, καὶ ἡ δυσαρέσκεια ἐξεμεταλλεύετο κατὰ τῶν Βαυαρῶν πανταχόθεν καὶ προέβαινε γενικευομένη. Μετὰ τὴν ἀντιβασιλείαν γνωρίζετε, ὅτι ἀρχιγραμματεὺς ἔγεινεν ὁ Ἀρμανσβέργος, μετὰ τὸν Ἀρμανσβέργον δὲ ὁ Ῥουτχάρδος. Ὁ Ῥουτχάρδος ἦτον ἀνὴρ ἀκέραιος, ἀληθὴς Γερμανὸς, λίαν εὐσυνείδητος, ἐμφορούμενος ὑπὸ τοῦ ἁγνοῦ καὶ εἰλικρινοῦς πόθου νὰ ὑπηρετήσῃ μετὰ ζήλου τὸν βασιλέα καὶ νὰ γείνῃ ὠφέλιμος εἰς τὴν Ἑλλάδα. Κατὰ τὸ 1837 ἔφθασα καὶ ἐγὼ ἐνταῦθα ἐπὶ Ῥουτχάρδου· διὸ ἠδυνήθην νὰ μάθω τὰ συμβαίνοντα, καὶ ἰδίως ὅ,τι θέλω ἤδη διηγηθῆ, λίαν σπουδαῖον, διὰ νὰ λύσητε τὸ ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται. Μετὰ παρέλευσιν δὲν ἠξεύρω πόσου χρόνου ὁ Ῥουτχάρδος ἐσχημάτισε τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ δημοτικότης τοῦ βασιλέως Ὄθωνος θέλει αὐξήσει, ἐὰν ἀναχωρήσωσιν οἱ Βαυαροί. Ὅσον καὶ ἂν ἦσαν ἱκανοὶ ἢ εἰδικοὶ εἰς τὰ στρατιωτικά, εἰς τὸ διοικεῖν, ἢ εἰς τὴν παιδείαν, ἐγίνοντο ἐπιβλαβεῖς, διότι ἐγεννήθη κατ’ αὐτῶν ἀντιπάθεια, καὶ ὑπὸ τὸ κράτος αὐτῆς ἦτον ἀδύνατον νὰ μὴ ἐπέλθῃ διατάραξις ἐν τῇ κοινωνίᾳ καὶ ἐξασθένισις τῆς βασιλείας, ἢ ἐπὶ τέλους σύγκρουσις. Συνέταξε λοιπὸν μακρότατον ὑπόμνημα ὁ Ῥουτχάρδος, περιέχον αἰτιολογίας λίαν ἐσκεμμένας καὶ ἐμβριθεῖς, καὶ τὸ ὑπέβαλεν εἰς τὸν βασιλέα, συμπεραίνων, ὅτι ἡ πολιτική, τὴν ὁποίαν ὁ βασιλεὺς Ὄθων πρέπει νὰ ἀκολουθήσῃ, διὰ νὰ ἐνισχύσῃ τὸν θρόνον του, ἀπαιτεῖ τὴν ἀπομάκρυνσιν τῶν Βαυαρῶν. Αὐτὸ τὸ ὑπόμνημα ἐτάραξε μεγάλως τὸν βασιλέα καὶ ἐζήτει νὰ μάθῃ παρ’ ἄλλων, ἐὰν αἱ σκέψεις τοῦ Ῥουτχάρδου ἦσαν ἀποτέλεσμα πλάνης, ἢ ἐὰν εἶχον βάσιν ἀληθῆ. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι περιεστοίχιζον τὸν βασιλέα πρόσωπά τινα, τὰ ὁποῖα ὑπηρέτουν μᾶλλον ἑαυτοὺς παρὰ τὸν βασιλέα. Μεταξὺ τούτων ἦτο καὶ ὁ Παναγιωτάκης Σοῦτσος. Δὲν θέλω νὰ βαρύνω τὴν μνήμην του. Περὶ αὐτοῦ ἔλεγεν ὁ Ἀσμανσβέργος, ὅτι ἔχει ὠκυποδίαν ἔκτακτον· «il a une activité des pieds étonnante,» δηλαδὴ ἦτο πανταχοῦ παρών. Ὅταν ἔλεγον εἰς τὸν Ἀσμανσβέργον, διατί συχνάκις βλέπεις τὸν Παναγιωτάκην Σοῦτσον καὶ ἐμπιστεύεσαι εἰς αὐτὸν τόσα πράγματα, ἀπήντα: mais cet hom Me a une activité des pieds étonnante, δηλαδὴ ἑνὶ ἀκαρεὶ δύναμαι νὰ μάθω τὰ πάντα παρ’ αὐτοῦ. Ὁ ποιητὴς τοῦ Βλαχάβα καὶ τότε γραμματεὺς τοῦ συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας ἀνέλαβε νὰ πληροφορήσῃ τὸν βασιλέα περὶ τῆς ἀληθοῦς διαθέσεως τῶν πολιτευομένων καὶ περὶ ἐνδεχομένων κινδύνων, ἐὰν δὲν ἐδέχετο τὸ ὑπόμνημα τοῦ Ῥουτχάρδου. Ὁ Π. Σοῦτζος, ὡς ἐκ τῶν σχέσεών του, συνεβουλεύθη τοὺς σπουδαιοτέρους ἄνδρας, καὶ ἰδίως τοὺς ἀποτελοῦντας τὸ συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας, τὸν μακαρίτην Ζαΐμην, τὸν μακαρίτην Κολοκοτρώνην, τὸν μακαρίτην Κουντουριώτην καὶ τὰς ἄλλας τότε κορυφάς. Ἡ φωνὴ αὐτῶν ἦτο φωνὴ τοῦ ἔθνους. Αὐτοὶ ἀντεπροσώπευον κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν τὸ ἔθνος, ὅπως σήμερον τὸ ἀντιπροσωπεύομεν ἡμεῖς. Ὁ Π. Σοῦτζος λοιπὸν ἐβεβαίωσε τὸν βασιλέα, ὅτι οἱ κορυφαῖοι τοῦ ἔθνους δὲν εἶναι σύμφωνοι μετὰ τοῦ Ῥουτχάρδου. Εἰσήγαγε δηλ. εἰς τὸ πνεῦμα αὐτῶν τὴν ἰδέαν, ὅτι περισσότερον θέλουν ὠφεληθῆ, ἐὰν ἀπομακρυνθῇ ὁ Ῥουτχάρδος, παρὰ ἐὰν ἀπομακρυνθοῦν ὅλοι οἱ ἄλλοι Βαυαροί, ἐπὶ τῇ σφαλερᾷ σκέψει βεβαίως, ὅτι, ἐὰν ἀπομακρυνθῇ ὁ Ῥουτχάρδος, θὰ περιέλθῃ εἰς αὐτοὺς ἡ ἐξουσία, αὐτοὶ δὲ κατόπιν θέλουν εὕρει τὴν εὐκαιρίαν ν’ ἀποπέμψωσι τοὺς Βαυαρούς. Διστάζει ὁ βασιλεύς, ἐπανέρχεται ὁ μεσάζων, καὶ ἐπανερχόμενος βεβαιοῖ, ὅτι ἔχει ἐντολὴν ἐκ στόματος αὐτῶν νὰ βεβαιώσῃ ὅ,τι εἶπεν. Ἀπαιτεῖ τότε ὁ βασιλεὺς νὰ γείνῃ συνεδρίασις τοῦ συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας ἔκτακτος, εἰς ἥν νὰ παρευρεθῇ ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ Ῥουτχάρδου, ἥτις καὶ ἐγένετο. Ἐν ἀκαρεὶ ἀνηγγέλθη, ὅτι ὁ βασιλεὺς ἔρχεται ἐν μέσῳ τοῦ συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας· καὶ εἰσελθὼν ἐκάθησεν εἰς τὴν προεδρικὴν θέσιν, ἀναγγέλλων, ὅτι ἐπιθυμεῖ νὰ γνωρίζῃ τὰς εὐχὰς τοῦ ἔθνους ἐπὶ πραγμάτων τόσῳ σπουδαίων καὶ τόσῳ σοβαρῶν, διὸ προκαλεῖ αὐτοὺς νὰ ἐξηγηθῶσι τί φρονοῦν περὶ τῶν Βαυαρῶν· ἐὰν δὲν λανθάνωμαι, μόνος ὁ Κουντουριώτης ἀπῆλθεν εἰς τὴν Ὕδραν. Ἔλαβε τὸν λόγον ὁ μακαρίτης Ζαΐμης καὶ ἐντόνως ἐβεβαίωσε τὸν βασιλέα, ὅτι εἶναι λίαν ἄδικος ἡ γνώμη περὶ τῶν Βαυαρῶν, διότι ἡ Ἑλλὰς χρεωστεῖ μεγίστας εὐεργεσίας εἰς αὐτούς, χρεωστεῖ τὴν εὐνομίαν καὶ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς τάξεως καὶ τῆς δικαιοσύνης. Ἡ ἀνάπτυξις τοῦ διοικητικοῦ κλάδου εἶναι ἔργον αὐτῶν ὡς καὶ ὁ σχηματισμὸς τοῦ στρατοῦ, περιμένεται δὲ παρ’ αὐτῶν νὰ συμπληρώσωσι τὸ ἔργον των. Συνεπέρανεν, ὅτι αἱ ἀκουόμεναι δυσαρέσκειαι κατὰ τῶν Βαυαρῶν δὲν συμμερίζονται ὑπὸ τοῦ ἔθνους. Ὁ βασιλεὺς ηὐχαρίστησε τὸ συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας καὶ ἐπανῆλθεν εἰς τὰ ἀνάκτορα. Ὁ Ῥουτχάρδος αὐθημερὸν συνεκάλεσε τὸ ἑσπέρας τοὺς φίλους του εἰς γεῦμα καὶ ἀνήγγειλε πρὸς αὐτούς, ὅτι ἔπαυσε νὰ ἦναι ἀρχιγραμματεύς, καὶ εὐχηθεὶς τὰ βέλτιστα, τὴν ἐπαύριον ἀνεχώρησε, μοὶ φαίνεται, διὰ τὴν Αἴγυπτον, ἐπανῆλθε δὲ εἰς Τεργέστην, καὶ ἐκεῖ ἀπέθανεν. Αὐτὸ ἦτο τὸ τέλος τοῦ Ῥουτχάρδου. Τί ἐξάγεται ἐξ αὐτοῦ; Δὲν ἐξάγεται, ὅτι ἐξεφράσθη διὰ τῶν ἐπισημοτέρων προσώπων τῆς Ἑλλάδος, διὰ τοῦ συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας, ἡ πλήρης ἀποδοχὴ τοῦ ἔθνους περὶ τῆς διαχειρίσεως καὶ διατηρήσεως τῶν Βαυαρῶν, καὶ ὅτι ἐνεκρίθησαν ὅλαι αἱ πράξεις αἱ γενόμεναι μέχρις ἐκείνης τῆς ἐποχῆς, κατὰ τὰ συμπεφωνημένα μεταξὺ τῶν Δυνάμεων καὶ τῆς Βαυαρίας, ὡς καὶ μεταξὺ τῆς ἑλληνικῆς κυβερνήσεως καὶ τῆς βαυαρικῆς; Ἀλλὰ κατόπιν τὰ πράγματα ἐδικαίωσαν την Ῥουτχάρδον, καὶ τὰ πάθη προσκαίρως συγκρατηθέντα καὶ σιγήσαντα ἐξεῤῥάγησαν σφοδρότερον, αὐτὴ δὲ ἡ ἔξαψις ἐπέφερε τὴν μεταπολίτευσιν τῆς 3ης 7βρίου. Ἐν τῷ ἐρεθισμῷ ἐκείνῳ τῶν παθῶν καὶ ἐν τῇ ἐξάψει ὑπὸ τὰς κραυγὰς τῆς δημοσιογραφίας ἦλθε τὸ ζήτημα, ὅτι ἡ Ἑλλὰς χρεωστεῖ ὡρισμένα ποσά, διότι εἶναι δάνεια ἀδιαφιλονείκητα, γενόμενα εἰς τὴν ἑλληνικὴν κυβέρνησιν, τῶν ὁποίων ἔγεινε χρῆσις διὰ τὰς ἀναποφεύκτους ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους. Ὡς εἶναι γνωστόν, ἡ τρίτη ἔκδοσις τοῦ δανείου τῶν 60,000,000 δὲν ἐγένετο παρὰ τῶν Δυνάμεων, διότι ἔβλεπον διοίκησιν, μὴ ἀρέσκουσαν εἰς αὐτὰς καὶ μὴ ἐκπληρούμενον τὸν σκοπόν, δι’ ὃν συνέστη τὸ νέον βασίλειον. Ἐξ αἰτίας τῆς μὴ ἐκδόσεως τῆς τρίτης σειρᾶς εὑρέθη τὸ Κράτος ἐστερημένον παντὸς μέσου καὶ ἐν ἐσχάτῃ στερήσει καὶ ἀνεχείᾳ τοῦ δημοσίου ταμείου, ἣν ἐθεράπευσεν ἡ Βαυαρία χορηγήσασα προσωρινὸν δάνειον. Ἐν τῇ ἐξάψει ὅμως τῶν παθῶν, πρὸς ἀποφυγὴν πάσης ἄλλης σκέψεως, ἔγεινε τὸ ψήφισμα, ὅτι πρέπει νὰ ἐξελεγχθῇ ἡ διαχείρισις ἡ βαυαρική, νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ὑλικόν, τὸ ὁποῖον ἔφερεν ἐκ Βαυαρίας τότε ὁ βαυαρικὸς στρατὸς, ἂν ἦτο καλῆς ποιότητος, ἂν οἱ ἐλθόντες τότε εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὡς εἶχον δικαίωμα, ἔλαβον καὶ τὸν μισθόν των ἐκ τῆς Βαυαρίας, καὶ αὐτόκλητοι ν’ ἀναλάβωμεν ἡμεῖς τὴν ἀπαίτησιν ἐπεμβαίνοντες εἰς ἀλλότρια δικαιώματα.
§79ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἦτο εἰς βάρος μας.
§80ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὄχι· ἀξιωματικὸς ἐν τῷ βαυαρικῷ στρατῷ βεβαίως δὲν ἤρχετο νὰ ὑπηρετήσῃ ἐν Ἑλλάδι ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ὑπηρέτει ἐν Βαυαρίᾳ! πρὸς ἐνθάῤῥυνσιν νὰ μεταβῇ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἔμελλε νὰ λάβῃ ἐν Ἑλλάδι μισθόν, ὡς ἐπίδομα δὲ τὸν μισθόν του ἐν Βαυαρίᾳ.
§81ΤΙΝΕΣ. Ὄχι, ὄχι.
§82ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὄχι, ὄχι· ἀλλὰ ναί! ναί! Τὸ αὐτὸ εἶναι καὶ περὶ τῶν μελῶν τῆς ἀντιβασιλείας. Δικαίωμά των ἦτο ν’ ἀπαιτήσωσιν ἀπὸ τὴν βαυαρικὴν κυβέρνησιν τὸν μισθὸν, τὸν ὁποῖον εἶχον ἐν τῇ βαυαρικῇ ὑπηρεσίᾳ. Ἠμποροῦμεν ἡμεῖς νὰ ἐρωτήσωμεν τὴν Βαυαρίαν ἂν ἐπλήρωνε τὸν μισθὸν τοῦ Ἀρμανσβέργου; δηλαδὴ ἐπιτρέπεται νὰ ἐπικαλεσθῶμεν ἀλλότρια δικαιώματα; Ἀλλὰ λέγομεν προσέτι, ὅτι τὸ δάνειον κακῶς διεχειρίσθη ἡ ἀντιβασιλεία, ὡς εἶπεν ὁ προλαλήσας. Τί ἦτο ἡ ἀντιβασιλεία; Ἦτο ἐπίτροπος τοῦ Βασιλέως, διορισθεὶς παρὰ τῆς Βαυαρίας; οὐδαμῶς. Ἡ ἀντιβασιλεία ἦτο ἀντιβασιλεία τῆς Ἑλλάδος, διαχειριζομένη τὴν ἡγεμονικὴν ἐξουσίαν. Ἀναγνώσετε τὰς συνθήκας· ἐπίτροπος τοῦ Βασιλέως κατὰ τὴν ἀνηλικιότητά του, ὅσον ἀφορᾷ τὴν περιουσίαν τοῦ Βασιλέως, ἦτο πάντοτε ὁ βασιλεὺς τῆς Βαυαρίας, μέχρι δὲ τῆς ἐνηλικιότητός του ἐξελέχθη ἡ ἀντιβασιλεία ὡς κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος, καὶ ὅλαι αἱ πράξεις τῆς ἀντιβασιλείας δεσμεύουν τὴν Ἑλλάδα ἀποτελοῦσαν Κράτος ἀνεξάρτητον καὶ αὐτόνομον. Δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι δὲν ἦτο ἀνεξάρτητον, ὅτι ἔγεινεν ἀνεξάρτητον Κράτος ἀπὸ τῆς 3 Σεπτεμβρίου, ἀπὸ δὲ τοῦ 1833 ἕως τοῦ 1843, ὅτι δὲν ἦτο ἀνεξάρτητον Κράτος; Τί ἦτο λοιπόν; ὑποτελὲς πρὸς τὴν Βαυαρίαν; Συμβιβάζονται ταῦτα μὲ τὰς συνθήκας, μὲ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ ἔθνους; Εἶναι οὗτοι λόγοι δυνάμενοι νὰ λέγωνται, ὅταν μάλιστα πρόκηται περὶ χρημάτων; Διὰ τοῦ ψηφίσματος τῆς 3ης Σεπτεμβρίου ἐθεσπίσθη νὰ ἐξετασθοῦν ὅλα τὰ ἐκ τοιούτων αἰτιῶν πηγάζοντα. Εἶναι ἀντικείμενον ἐξετάσεως τὰ τοιαῦτα, ἔχουν τινὰ νομικὴν βάσιν, ἔχουν ὑπόστασιν; στηρίζονται εἰς συνθήκας, εἰς νόμους; Εἰς τίποτε δὲν στηρίζονται· στηρίζονται εἰς τὴν ἔξαψιν, ἥτις ὑπῆρξε προϊὸν ἀντιπαθείας. Αὐτὴ εἶναι ἡ πηγὴ των· ἄλλην πηγὴν δὲν ἔχουν. Τί πρόκειται εἰς ἐξέτασιν; Ἀφ’ ἑνὸς ἡ ὕπαρξις τοῦ δανείου, τὸ ποσὸν αὐτοῦ, οἱ τόκοι, οἱ χρεωστούμενοι· ὅλα ἀναμφισβήτητα. Τί σᾶς ἔφερε λοιπὸν ἐδῶ ἡ κυβέρνησις; σᾶς ἔφερε τὴν ἐργασίαν τοῦ ἐλεγκτικοῦ συνεδρίου, καὶ βλέπετε, ὅτι καὶ ἄλλοτε ἐφάνησαν πολλοὶ ῥήτορες ἐπὶ τοῦ βήματος, καὶ ἔχομεν ἐδῶ τόσα βιβλία καὶ λόγους αὐτῶν. Ἀλλ’ οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν ποτὲ, καὶ τοι κυβερνήσας, δὲν ἐξετέλεσεν αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἐπέβαλε τὸ ψήφισμα, διότι εἶναι πρᾶγμα ἀνεκτέλεστον, διότι εἶναι ἐκ τῶν ἀδυνάτων. Τάχα δὲν ὑπῆρξε καιρὸς ἀπὸ τοῦ 1843, καὶ δὲν ἦλθον εἰς τὴν ἐξουσίαν ὅλοι οἱ κατὰ καιροὺς λαλήσαντες, καὶ ὁ μακαρίτης Δεληγεώργης, καὶ ὁ μακαρίτης Ζαΐμης, καὶ ὁ μακαρίτης Ρ. Παλαμήδης; Ποῖος τοὺς ἐμπόδιζε νὰ φέρουν εἰς πέρας τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἀνέθεσεν εἰς τὴν κυβέρνησιν τὸ ψήφισμα τῆς Συνελεύσεως τῆς 3 Σεπτεμβρίου; οὐδεὶς τοὺς ἐμπόδιζεν. Εἰς τὰ 1859 ἡ Βαυαρία ἐπανέλαβε τὴν ἀπαίτησίν της. Διατί ἡ κυβέρνησις δὲν εἰργάζετο ἔκτοτε νὰ δείξῃ, ὅτι εἶναι πραγματικαὶ αὐταὶ αἱ λεγόμεναι συμψηφιστέαι ἀνταπαιτήσεις πρὸς χρέος καθαρὸν, ἀπαιτητὸν, κατὰ τοῦ ὁποίου δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀντιταχθῇ ἀντίῤῥησις; Ἠκούσατέ ποτε ἀπέναντι δανείου ἀπαιτητοῦ, ὅτι ἐπιτρέπεται νὰ προτείνεται εἰς συμψηφισμὸν ἀνεκκαθάριστος ἀπαίτησις; Ὑπήρξατε νομάρχης, ἔπαρχος, ἐδιοικήσατε ὅλα τὰ μέρη τῆς Ἑλλάδος καὶ αὐτὴν τὴν Ἀντίκυῤῥαν, κ. Δημητρακάκη· ἠκούσατέ ποτε τοιοῦτόν τι; Ἴσως ἠμπορέσετε ν’ ἀνακαλύψετε καὶ ὑπὸ τὸ κάλυμμά μου τὸν Ὀθωνιστήν· Θὰ ἦναι τῳόντι μεγάλη ἀνακάλυψις.
§83ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Φέρετε τὰ πρακτικὰ τοῦ 1856, 1857 καὶ 1858.
§84ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τί ἔπραξε λοιπὸν τὸ ἐλεγκτικὸν συνέδριον; ἐβεβαίωσε τὴν ὕπαρξιν τοῦ δανείου, καὶ ἐβεβαίωσε τὸ κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον μόνον περιλαμβάνει αὐτὴ ἡ σύμβασις, μόνον τὸ κεφάλαιον ἄνευ τῶν τόκων. Ἐπ’ αὐτῇ τῇ βάσει ἀπεφάνθη τὸ ἐλεγκτικὸν συνέδριον. Ἀλλ’ ἡ σύμβασις, νομίζω, ἔχει ἄλλην βάσιν, τὴν βαυαρικὴν, ἥτις ἀπολήγει εἰς τὸ αὐτὸ ποσόν. Τί ὅμως ἐπέρχεται; ἐπέρχεται ἡ παραίτησις τῶν τόκων. Σᾶς ἀφίνονται οἱ τόκοι, καὶ νομίζετε, ὅτι εἶναι μηδὲν νὰ σᾶς ἀφίνωνται οἱ τόκοι τόσων ἐτῶν; Ἀρχίζει, νομίζω, ἡ καθυστέρησις ἀπὸ τοῦ 1843, ἢ ἴσως καὶ πρὸ τοῦ 1843. Ὑπολογίσατε λοιπὸν τοὺς τόκους πρὸς 3 τοῖς ἑκατὸν, καὶ νὰ ἰδῆτε ποῦ φθάνετε. Ἡ ἀρχικὴ ἀπαίτησις τῆς διακοινώσεως εἶναι, νομίζω, 14,000,000.
§85ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. 65,000,000.
§86ΚΑΛΛΙΓΑΣ. 65,000,000· διότι ἔγειναν πληρωμαὶ προγενεστέρως. Λοιπὸν τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον δι’ αὐτῆς τῆς συμβάσεως πρόκειται νὰ ἀναδεχθῇ ἡ Ἑλλὰς καὶ νὰ πληρώσῃ, εἶναι μόνον τὸ κεφάλαιον· καὶ τοῦτο δεικνύει μακροθυμίαν· καὶ δεικνύει, ὅτι ἐκεῖναι αἱ διαθέσεις, αἱ ὁποῖαι ὑπῆρχον ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τοῦ μεγάλου εὐεργέτου τῆς Ἑλλάδος, τοῦ Λουδοβίκου, ἐκεῖναι αἱ εὐγενεῖς διαθέσεις, ἂν καὶ συνέβησαν πολλὰ δυνάμενα νὰ τὰς διασείσωσιν, οὐχ ἧττον δὲν ἐσβέσθησαν, καὶ ὅτι ἐκτιμῶντες αὐτὰς χρεωστοῦμεν νὰ ἐκφράσωμεν συνάμα καὶ πανδήμως τὴν εὐγνωμοσύνην μας.
§87Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Δὲν ἀρνοῦμαι τὴν ῥητορικὴν δεινότητα καὶ τὰς γνώσεις τοῦ προλαλήσαντος, ἀλλὰ δὲν ἀρνοῦμαι ἐπίσης καὶ τὴν ἐπιτηδειότητά του νὰ καλύπτῃ τὴν ἀλήθειαν. Καὶ ἐγὼ ὁμολογῶ, καὶ μάλιστα δημοσίως ὕμνησα ἄλλοτε τὰς εὐεργεσίας τοῦ ἀειμνήστου Βασιλέως Λουδοβίκου, ἀλλὰ διὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ σιωπήσω καὶ τὰ δικαιώματα τοῦ ἔθνους μου, ἀφοῦ ὁ φιλελληνισμός του ἀρκετὰ ἀντημείφθη, διότι παρεχωρήθη εἰς ἕν τῶν τέκνων του ὁ Θρόνος τῆς Ἑλλάδος. Καὶ ἡ ἐποχὴ, κ. Καλλιγᾶ, καθ’ ἣν ἐδίδετο ὁ θρόνος τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸν Ὄθωνα, δὲν ἦτο ὁμοία μὲ ἐκείνην τοῦ 1862, ὅτε αἱ γελοιογραφικαὶ ἐφημερίδες τῆς Εὐρώπης παρίστανον τὸν θρόνον τῆς Ἑλλάδος ὡς σκόλοπα ἦτο ἐπιζήτητος. Ποῖος ἦτο τότε ὑποψήφιος δι’ αὐτόν; ὁ νῦν ἐνδόξως καθήμενος ἐπὶ τοῦ θρόνου τῆς μεγάλης Γερμανίας. Καὶ ἐπειδὴ ἡ Γαλλία ἤθελε νὰ φέρῃ καθολικὸν ἡγεμόνα, ἀντέπραξεν εἰς τὴν ὑποψηφιότητα καὶ τοῦ πρίγγηπος τῆς Πρωσσίας (νῦν αὐτοκράτορος), καὶ τοῦ πρίγγηπος τῆς Ὁλλανδίας, καὶ μόλις τῇ ἐπιμονῇ τῆς Ἀγγλίας ἐξελέχθη ὁ πρίγγηψ τοῦ Κοβούργου, ὅστις διὰ τὴν δυστυχίαν τῆς Ἑλλάδος παρητήθη· μετὰ τὴν παραίτησιν δὲ τούτου κατώρθωσεν ἡ Γαλλία τὴν ἐκλογὴν τοῦ Βαυαροῦ πρίγγηπος. Ἔπεται λοιπὸν, ὅτι ὁ Λουδοβῖκος χρεωστεῖ διὰ τὴν ἐκλογὴν αὐτὴν εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ οὐχὶ ἡ Ἑλλὰς εἰς αὐτόν. (Θόρυβος.)
§88ΡΙΚΑΚΗΣ. Ποῖον τὸ συμπέρασμα τῆς συζητήσεως ταύτης;
§89ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Κ. βουλευτὰ Ἀττικῆς, εἴπατε, ὅτι ὑπάρχουν καὶ προσφοραὶ τοῦ Λουδοβίκου, αἱ ὁποῖαι δὲν κατεχωρίσθησαν εἰς τὸ πρωτόκολλον τῶν ἀντιπροσώπων, οἱ ὁποῖοι ἐξέλεξαν τὸν υἱόν του Βασιλέα τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλὰ ποῖαι εἶναι αὗται; Διατὶ δὲν μᾶς εἴπατε; Ἡ προσφορὰ, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ Λουδοβῖκος, εἶναι ἡ δαπάνη διὰ τὴν μετάβασίν του εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ ἐγκατάστασιν τῆς τε ἀντιβασιλείας καὶ τοῦ παρακολουθήσαντος αὐτὴν ἐπικουρικοῦ στρατοῦ. Σᾶς ἐρωτῶ, κ. Καλλιγᾶ, σήμερον τὰ χρήματα τὰ ζητεῖ ἡ Βαυαρικὴ δυναστεία ὡς χρήματα τοῦ δημοσίου ταμείου τῆς Βαυαρίας, ἢ ὡς κληρονόμος τοῦ Λουδοβίκου; Ὡς κληρονόμος τοῦ Λουδοβίκου, κύριε βουλευτὰ τῆς Ἀττικῆς καὶ σεβαστέ μοι Καθηγητὰ, καὶ μάλιστα τοῦ Ῥωμαϊκοῦ δικαίου σᾶς ἐρωτῶ, ἂν ὁ κηδεμὼν δὲν ὑποχρεοῦται νὰ δώσῃ λογαριασμὸν διὰ τὴν διαχείρισιν τῆς περιουσίας τοῦ κηδεμονευομένου. Ὁ Λουδοβῖκος ἦτο κατὰ τὸ διάστημα τῆς ἀντιβασιλείας κηδεμὼν τοῦ Ὄθωνος καὶ ὤφειλε νὰ δώσῃ λογαριασμόν. (Θόρυβος.) Ὤφειλε λοιπὸν νὰ δώσῃ λογαριασμόν.
§90ΡΙΚΑΚΗΣ. Καὶ τί διεχειρίσθη ὁ βασιλεὺς Ὄθων;
§91ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Δὲν ἀφῆκαν εἰς τὸν Ὄθωνα τίποτε νὰ διαχειρισθῇ. Πρὶν ἔλθῃ εἰς τὸν θρόνον, τὰ ἔφαγεν ἡ ἀντιβασιλεία. (Θόρυβος.) Κύριε βουλευτὰ Ἀττικῆς, εἴπατε, ὅτι ἦλθον ἐδῶ οἱ ὑπάλληλοι τῆς Βαυαρίας μὲ τὸν μισθὸν, ὃν ἐλάμβανον ἐκεῖ. Ἐλάμβανον οἱ νομάρχαι καὶ πρόεδροι τῶν Ἐφετῶν τῆς Βαυαρίας 10,000 δραχμὰς τὸν μῆνα, ὅσας ἐλάμβανεν ἐν Ἑλλάδι ὁ Μάουρερ, πρόεδρος τοῦ ἐφετείου, ὁ Ῥουτχάρτ, ὁ Ἄβελ, οἱ νομάρχαι; Αὐτοὶ ἐλάμβανον 10,000 δραχμὰς, ἄνθρωποι μάλιστα μὴ ἔχοντες ἀξίαν νὰ διοικήσωσι τὴν Ἑλλάδα, ὡς ἀπεδείχθη ἐκ τῶν ἔργων τῶν;
§92ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ Μάουρερ δὲν εἶχε καμμίαν ἀξίαν; τί λέγετε;
§93ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Αὐτοὶ ἔφερον τὸν κακὸν ὀργανισμὸν τῆς γραφειοκρατίας ἐν τῇ Ἑλλάδι, τοῦ νὰ ἔχῃ τετραπλασίους ὑπαλλήλους παρ’ ὅσους ἔχουν τὰ ἄλλα Κράτη, εἰσήγαγον τὴν δυσπιστίαν καὶ τὰ ἄγρια πάθη, διέφθειραν τὰ ἁγνὰ τῆς Ἑλλάδος ἤθη, εἰσήγαγον τὴν πολυτέλειαν, ἐνῷ ἡ Ἑλλὰς ἦτο ἡ πλέον αὐτάρκης χώρα, καὶ μάρτυς ἡ διοίκησις τοῦ ἀειμνήστου Κυβερνήτου. Ἐδῶ ἔχω τὸ διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ὡρίζετο ὁποία ἔπρεπε νὰ ἦτο ἡ στολὴ τοῦ νομάρχου, ἡ ὁποία ἐστοίχιζε 2,500 δραχμάς.
§94ΦΙΛΗΜΩΝ. Πῶς ἠθέλατε νὰ ζῶμεν, ὅπως οἱ Ζουλοὺ;
§95ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ὡς Ζουλοὺ ἦσαν ἐνδεδυμένοι οἱ Ἕλληνες, ὅταν ἦλθον οἱ Βαυαροί, κ. Φιλήμων; Ὁ Νικηταρᾶς ἔπρεπε νὰ φορέσῃ στολὴν φράγκου, διὰ νὰ ἔχῃ τὴν ἀξίαν τοῦ στρατηγοῦ; Ἔχετε σεῖς περισσοτέραν συμπάθειαν διὰ τὴν δυναστείαν τῆς Βαυαρίας ἀπὸ τὴν ἐφημερίδα τῆς Αὐγούστης, ἥτις ἐμυκτήρισε καὶ ἐσάρκασεν ὅλα αὐτά; (Θόρυβος.) Ἔχομεν λοιπόν, κύριοι, τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν τὸν λογαριασμὸν τοῦ κηδεμόνος τοῦ βασιλέως Ὄθωνος. (Θόρυβος.) Σᾶς εἶπε ὁ κύριος βουλευτὴς Ἀττικῆς, ὅτι οἱ Βαυαροὶ μᾶς ἔφερον τὴν τάξιν, καὶ ὅτι ἡμεῖς ἀπὸ ζηλοτυπίαν καὶ ἀπὸ μοχθηρίαν τοὺς ἐφθονήσαμεν, καὶ ἀπορῶ πῶς τολμᾷ Ἕλλην νὰ εἴπῃ ἀπὸ μοχθηρίαν ὡρμήθησαν οἱ Ἕλληνες κατὰ τῆς ἀντιβασιλείας, ἡ ὁποία τὴν 17 ἡμέραν, ἀφοῦ ἔφθασεν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἐφυλάκισε τὸν ἀρχηγὸν τῆς Πελοποννήσου καὶ μετὰ τρεῖς μῆνας τὸν κατεδίκασε νὰ τουφεκισθῇ ἐντὸς τοῦ φρουρίου, τὸ ὁποῖον αὐτὸς ἐξεπολιόρκησε, καὶ ἐδίωξε τοὺς Τούρκους.
§96ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἕλληνες ἦσαν οἱ ψευδομάρτυρες;
§97ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Πάντοτε οἱ ἡγεμόνες εὑρίσκουσιν ὄργανα, καὶ τοῦτο δὲν δύνασθε νὰ φέρητε ὡς δικαιολογίαν. Ὁ Ῥούτχαρ πιθανὸν νὰ ἦτο τίμιος ἄνθρωπος, ἀλλὰ αὐτὰ, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Καλλιγᾶς περὶ Ζαΐμη, πρώτην φορὰν τὰ ἤκουσα, καὶ δὲν εἶναι ἀληθῆ, διότι ὁ Ζαΐμης ἦτον ὄχι μόνον ἐπίσημος πολίτης τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ καὶ σφόδρα πατριώτης· γνωρίζω, ὅτι, ἐν ὅσῳ ὑπῆρξεν ἀντιβασιλεία, δὲν ἔκαμνε παρὰ τοιαύτας κακοήθεις πράξεις, αἵτινες ἐπροκάλεσαν τὴν γενικὴν ἀγανάκτησιν τοῦ ἔθνους καὶ διαρκεῖς ἐπαναστάσεις, τοῦ 1833 τῆς Μάνης, τοῦ 1834 τῆς Μεσσηνίας καὶ Καῤῥυταίνης, τοῦ 1835–1836 τῆς Στερεᾶς.
§98ΦΩΤΗΛΑΣ. Αὐτὰ εἶναι ἀντικείμενα τῆς ἱστορίας.
§99ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Τ’ ἀναφέρω, διότι μᾶς εἶπον, ὅτι πρέπει νὰ εὐγνωμονῶμεν πρὸς τὴν διοίκησιν τῆς ἀντιβασιλείας.
§100ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ συνέλευσις τῆς 3 Σεπτεμβρίου ἦτο πλησιεστέρα εἰς τὰ πράγματα, καὶ τοιαύτας ἰδέας δὲν ἐξέφρασεν.
§101ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐκείνη εἶχε τὴν γενναιότητα νὰ κάμῃ αὐτὸ τὸ ψήφισμα, τὸ ὁποῖον εἶναι καταδίκη τῆς Βαυαρικῆς διοικήσεως. (Θόρυβος.) Ἡ ὁμιλία λοιπὸν τοῦ προλαλήσαντος δὲν μὲ ἔπεισε καθόλου· βλέπω, ὅτι ἡ πλειοψηφία εἶναι ἐναντίον τῶν ἰδεῶν μου.
§102ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἡ παμψηφία.
§103ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Καὶ μόνος ἂν μείνω, θὰ διαμαρτυρηθῶ, διότι θεωρῶ τὴν ἀπόφασίν μας ταύτην ὡς ἀντικειμένην εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως τῆς 3 Σεπτεμβρίου. Καὶ εἰς ἄλλας περιστάσεις ὑψώθησαν μεμονωμέναι φωναί· ἐν τούτοις ἦλθεν ἐποχὴ, καὶ τὰ πράγματα τὴν ἐδικαίωσαν.
§104Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὅλα ὅσα ἐῤῥέθησαν, κύριοι, δὲν ἔχουσι σχέσιν. Δὲν πρόκειται ἤδη νὰ κάμωμεν πολιτικὴν ἱστορίαν οὔτε νὰ συζητήσωμεν τὰς δαπάνας τῶν Βαυαρῶν, καὶ οὔτε ἐὰν ὡς Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις καλῶς ἢ κακῶς ἐξώδευσαν. Ὁ βασιλεὺς Ὄθων καὶ ἡ ἀντιβασιλεία ἦτο Κυβέρνησις Ἑλληνική· αὕτη διεχειρίζετο τὰ δημόσια, δὲν εἶναι δὲ ὑπεύθυνος διὰ τοῦτο ὁ βασιλεὺς τῆς Βαυαρίας. Ὁ βασιλεὺς τῆς Βαυαρίας εἰς δυσκόλους περιστάσεις τῆς Ἑλλάδος μᾶς ἐδάνεισεν, ἐπειδὴ δὲ τὰ χρήματα τὰ ἔδωκεν ἄνευ ἀδείας τῶν Βουλῶν, αἱ Βουλαὶ τὰ ἔῤῥιψαν εἰς βάρος του διὰ τοῦτο. Ἡ Βαυαρία ἐζήτησε πολλάκις τὴν ἐξόφλησιν τῶν χρεῶν αὐτῶν. Χρεωστῶ, κύριοι, νὰ ὁμολογήσω, ὅτι, ὅσον καὶ ἂν προσεπάθησα, δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐνθυμηθῶ, ὅτι ὁ Ὄθων εἶπεν εἰς ἐμέ, ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, τί ἐπιβλητικὸν περὶ τῶν λογαριασμῶν αὐτῶν, ἢ μὲ ἐκάλεσε νὰ ἐργασθῶ· ἂν εἰργάσθησαν οἱ συνάδελφοί μου ἐν ἀπουσίᾳ μου, ἴσως· ἐγὼ δὲν ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἔλαβον χώραν ὅσα ἐῤῥέθησαν. Ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης ἡ Ἑλλὰς εἶχε τὴν ἀντίῤῥησιν, ὅτι εἶχε νὰ λαμβάνῃ ἀπὸ τὴν Βαυαρίαν, ἀδιάφορον ἂν τὰ χρήματα αὐτὰ ὠφείλοντο εἰς τὸν βασιλέα τῆς Βαυαρίας ἢ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον· ἡ Ἑλλὰς εἰς πᾶσαν περίστασιν δικαιοῦται νὰ ἐκπέσῃ ἀπὸ τὰς ὀφειλάς της ὅλα ὅσα οἱ Βαυαροὶ ὑπεσχέθησαν νὰ πληρώσουν εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοὺς σταλέντας ἐδῶ πρὸς ἐκγύμνασιν, καθὼς καὶ εἰς τὴν ἀντιβασιλείαν κλπ. Περὶ τῶν ὑποχρεώσεων τούτων ἐγένοντο διακοινώσεις καὶ πρωτόκολλα. Ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, συνεπείᾳ τῆς αἰτήσεως τῆς ἐκ τῆς Βαυαρίας προελθούσης, ἀπέστειλε τὸν κ. Στρέϊτ ἀντιπρόσωπον, ἵνα ἐξετάσῃ τοὺς λογαριασμούς, καὶ ἐπέλθῃ συμβιβασμός. Ὁ κ. Στρέϊτ μετέβη εἰς Βαυαρίαν καὶ ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν ὅλα ὅσα ὤφειλεν ἡ Βαυαρία πρὸς ἡμᾶς καὶ ὅλα ὅσα ἡμεῖς πρὸς αὐτήν. Οἱ λογαριασμοὶ ἐγένοντο μετὰ μεγάλης ἀκριβείας, καὶ ἀποτέλεσμα ὑπῆρξεν ἵνα οἱ λογαριασμοὶ ὦσι λίαν ἀκριβεῖς. Ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν ὅλαι αἱ συνθῆκαι καὶ ὅλα τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα καὶ ἄλλα ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον ἐν τοῖς ἀρχείοις τῆς Βαυαρίας· διότι εἰς τὸ ἀρχεῖον τὸ ἰδικόν μας δὲν ὑπάρχουν τοιαῦτα ἔγγραφα. Λοιπὸν τὰ λεχθέντα δὲν ἔχουσι κἀμμίαν σχέσιν πρὸς τὸ ζήτημα· τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον προτείνεται νὰ πληρώσωμεν, εἶναι ἀκριβὲς καὶ ἀναμφισβήτητον, ἑπομένως δὲν πιστεύω, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ περὶ τούτου κἀμμία ἀντίῤῥησις.
§105ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπειδὴ ἡ διαπραγμάτευσις διεξήχθη ἐν μέρει καὶ ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἥτις ἐποιήσατο καὶ ἔναρξιν αὐτῆς, ὀφείλω νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις περὶ τῶν διατρεξάντων. Ὅλως ἐσφαλμένη εἶναι ἡ ἰδέα, ἣν ἐξήνεγκεν ὁ κ. βουλευτὴς Λακεδαίμονος, ὅτι ἡ ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐν τῇ διαπραγματεύσει τῆς ὑποθέσεως ταύτης ἐπηρεάσθη, ἔστω καὶ κατ’ ἐλάχιστον, ὑπὸ προθέσεως πολιτικῆς. Τὴν πρόσκλησιν πρὸς τὴν ἑλληνικὴ Κυβέρνησιν, ὅπως τακτοποιήσῃ τὸν ἐκκρεμῆ αὐτῆς πρὸς τὴν Βαυαρίαν λογαριασμὸν, ἀπηύθυνεν ἡ γερμανικὴ Κυβέρνησις, ἥτις ἀντιπροσωπεύει ἀπέναντι τῆς Ἑλλάδος τὰ συμφέροντα τῆς Βαυαρίας· ἀλλ’ ἐκ τούτου οὐδόλως ἕπεται, ὅτι ἡ πρότασις εἶχε καὶ χαρακτῆρα πολιτικόν. Ὀφειλὴ τῆς Ἑλλάδος πρὸς τὴν Βαυαρίαν ὑπάρχει ἀναμφήριστος, ἀναγεγραμμένη ἐν τοῖς ἀπολογισμοῖς τοῦ Κράτους, τοῖς ἐξελεγχθεῖσιν ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἐκ δραχμῶν 2,980,000, εἰς ἃς προσθετέον τοὺς ἀπὸ τοῦ 1842 καθυστεροῦντας τόκους· τοῦτο οὐ ὅλως ἀμφισβητεῖται, ξένη δὲ Κυβέρνησις, ἀντιπροσωπεύουσα τοὺς εἰς οὓς ὀφείλεται τὸ ποσὸν, ἀπετάθη πρὸς τὴν ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ζητοῦσα παρ’ αὐτῆς τὴν πληρωμὴν τῶν ὀφειλομένων. Τί ἠδύνατο ν’ ἀπαντήσῃ ἡ Ἑλλὰς πρὸς τὴν πρότασιν ταύτην; Ἤθελεν εἴπει, ὅτι ὀφείλω μὲν, ἀφοῦ τὸ ἀναγνωρίζουσιν οἱ ἐπίσημοι λογαριασμοὶ τοῦ Κράτους, ἀλλὰ δὲν πληρώνω, διότι θέλω νὰ μὴ πληρώνω; Τοῦτο δὲν συνᾴδει πρὸς τὸν τρόπον τοῦ πολιτεύεσθαι τῆς Ἑλλάδος. Ἡ Ἑλλὰς οὐ μόνον πληρώνει πᾶσαν ἀνεγνωρισμένην ὀφειλὴν, ἀλλ’ ἔσπευσε ν’ ἀναγνωρίσῃ καὶ ἐκείνας τὰς ὀφειλὰς, περὶ ὧν ὑπῆρχεν ἀμφισβήτησις, διότι δὲν ἤθελεν ὡς πρὸς τὰ τῆς πίστεως τοῦ Κράτους νὰ ὑπάρχῃ οὐδὲ ὁ ἐλάχιστος ἐνδοιασμός. Προκειμένου περὶ ἀναμφισβητήτου ὀφειλῆς, δὲν ἠδύνατο ἡ Ἑλλὰς νὰ μὴ ἀποδεχθῇ τὴν πρόσκλησιν περὶ ἐκκαθαρίσεως τοῦ λογαριασμοῦ· ἀλλὰ συγχρόνως ἐξέθηκε καὶ ποίας ἔχει ἀξιώσεις ἀπέναντι ἐκείνου, ὅστις ἤγειρε τὴν ἀπαίτησιν. Ἀνέφερε τὸ ψήφισμα τῆς Συνελεύσεως τῆς 3 Σεπτεμβρίου καὶ τὰ διπλωματικὰ ἔγγραφα, εἰς ἃ τὸ ψήφισμα ἐκεῖνο στηρίζεται, καὶ παρέστησεν, ὅτι, κατὰ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ποσὸν τῆς ὀφειλῆς τῆς Βαυαρίας πρὸς τὴν Ἑλλάδα ἦτο τοσοῦτον μέγα, ὥστε διὰ τοῦτο καὶ ἡ Ἑλλὰς δὲν ἐφρόντισε περὶ ἀποτίσεως τῆς ὀφειλῆς αὐτῆς, νομίζουσα, ὅτι ἡ ἐκκαθάρισις τῶν λογαριασμῶν ἤθελεν ἀποδείξει, ὅτι δὲν ὑφίσταται ὀφειλὴ τῆς Ἑλλάδος πρὸς τὴν Βαυαρίαν, καὶ τοῦτο τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ τὸ ψήφισμα τῆς συνελεύσεως ἐθεώρει, ὅτι ὑφίσταται ὀφειλὴ τῆς Βαυαρίας πρὸς τὴν Ἑλλάδα. Ἐξέφρασε δὲ ἡ Κυβέρνησις τὴν προθυμίαν, ὅπως ἐξετάσῃ τὰ τῶν λογαριασμῶν τούτων ἐν τῇ χώρᾳ, ἔνθα ἠδύνατο νὰ γείνῃ ἡ ἐξέτασις, τουτέστιν ἐν Βαυαρίᾳ. Ἐστάλη δὲ ἐκεῖ ἐπίτροπος τῆς Κυβερνήσεως, εἰς ὃν ἀνεῴχθησαν πάντα τὰ ἀρχεῖα, ἐκ τῆς ἐξετάσεως δ’ αὐτῶν ὁ ἐπίτροπος ἐπείσθη, ὅτι, ἂν ἀνεγνώριζεν ἡ Βαυαρικὴ Κυβέρνησις πάσας τὰς ὀφειλὰς, ἃς ἡμεῖς ἠξιοῦμεν, ὅτι εἶχε, τὸ ποσὸν, ὅπερ ἤθελεν ὡς ἐκ τούτου ἐκπεσθῆ ἀπὸ τῆς ὀφειλῆς τῆς Ἑλλάδος πρὸς τὴν Βαυαρίαν, θὰ ἦτο τοιοῦτον, ὥστε ἡ Ἑλλὰς μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν ἤθελε μείνει ὀφειλέτης τοῦ ἀρχικοῦ κεφαλαίου τῆς ὀφειλῆς αὐτῆς. Τουτέστιν ἡ ὀφειλὴ τῆς Βαυαρίας πρὸς τὴν Ἑλλάδα, ὅπως ἡ Ἑλλὰς παρίστα αὐτὴν, κατόπιν τῶν ἐξετάσεων τῶν γενομένων ἐν τῷ βαυαρικῷ ἀρχείῳ, ἦτο σχεδὸν ἴση πρὸς τὸ ποσὸν τῶν καθυστερούντων τόκων ἀπὸ τοῦ 1842. Τοῦτο ἀνεκοινώθη πρὸς τοὺς ἐνδιαφερομένους, πρὸς οὓς εἶπεν ἡ ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ὅτι, ἂν ἦναι διατεθειμένοι ν’ ἀναγνωρίσωσι τὴν ὀφειλὴν αὐτῶν πρὸς τὴν Ἑλλάδα, ὅπως ἡ Κυβέρνησις διετύπωσεν αὐτὴν, ἡ Ἑλλὰς οὐδένα ἔχει λόγον, ἵνα ἀμφισβητήσῃ τὴν ἰδίαν αὑτῆς πρὸς τὴν Βαυαρίαν ὀφειλὴν ἢ ὀφειλὴ αὕτη εἶναι ἐκκαθαρισμένη ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου τοῦ ἑλληνικοῦ Κράτους, καὶ οὐδὲν θὰ ὑπολείπηται ἢ νὰ προβῶμεν εἰς συμψηφισμὸν τῶν ἐκεῖθεν ὀφειλομένων πρὸς τὰ ἐντεῦθεν ὀφειλόμενα καὶ ν’ ἀποτίσωμεν τὴν διαφοράν. Τοῦτο εἶχεν εἴπει ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις πρὸς τὴν βαυαρικὴν Κυβέρνησιν, ὅτε ἐπῆλθεν ἡ ὑπουργικὴ μεταβολή. Ἡ νέα Κυβέρνησις ἀνεγνώρισεν, ὡς εἶπε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. πρόεδρος τοῦ ὑπουργείου, τὴν ὀρθότητα τῶν σκέψεων τῶν προκατόχων αὐτῆς καὶ τὸ πρέπον τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν διεξήχθη ἡ διαπραγμάτευσις, καὶ ἐξηκολούθησεν αὐτὴν ἀπὸ τοῦ σημείου ἐκείνου. Οἱ ἐνδιαφερόμενοι ἀπεδέχθησαν τὰς προτάσεις τῆς ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἄνευ οὐδεμιᾶς μεταβολῆς, καὶ ὑπεγράφη ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως ἡ σύμβασις· ὡς ἐκ τούτου θεωρῶ, ὅτι περὶ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην οὐδεμία ὑπάρχει ἀφορμὴ εὐγνωμοσύνης οὔτε τῶν ἐνδιαφερομένων πρὸς τὴν ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, οὔτε τῆς ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως πρὸς τοὺς ἐνδιαφερομένους. Ἐγένετο ὑπολογισμὸς λογιστικὸς, καὶ οὐδὲν ἕτερον’ ἐξητάσθησαν τὰ ἔγγραφα, τὰ ἐν τῷ βαυαρικῷ ἀρχείῳ, διότι τὰ ἐν τῷ ἑλληνικῷ, ὡς ἐκ τῆς πυρκαϊᾶς, ἥτις εἶχε γείνει ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, δὲν ὑπῆρχον, καὶ ἡ βαυαρικὴ Κυβέρνησις ἀπεδέχθη τοὺς λογαριασμοὺς ὡς παρουσίασεν αὐτοὺς ἡ ἑλληνική. Ἀλλ’ ἡ ἑλληνικὴ Κυβέρνησις οὐδόλως ἠξίου ἐπιείκειαν πρὸς αὐτήν·—τοὐναντίον δ’ εἶχε δοθῇ ὁδηγία, ὅπως οἱ λογαριασμοὶ γείνουν μετὰ πάσης ἀκριβείας καὶ ἀμεροληψίας·—δὲν ὑπάρχει ἄρα ἀφορμὴ εὐγνωμοσύνης πρὸς τὴν βαυαρικὴν Κυβέρνησιν, διότι ἀπεδέχθη τοὺς λογαριασμούς. Ἀλλ’ ἐνῷ ταῦτα οὕτως ἔχουσι, νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀφήσωμεν νὰ παρέλθῃ ἡ εὐκαιρία αὕτη, χωρὶς πανδήμως νὰ ἐκφράσωμεν τὴν εὐγνωμοσύνην ἡμῶν πρὸς τὴν μνήμην τοῦ βασιλέως Λουδοβίκου, καὶ λίαν εὐχαρίστως εἶδον τὴν ὁμόθυμον τῆς Βουλῆς ἐπιδοκιμασίαν πρὸς τοὺς λόγους τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ἀττικῆς, ὅστις δικαίως ἐπῄνεσε τὸν φιλελληνισμὸν τοῦ μεγάλου ἐκείνου ἡγεμόνος. Ἦτο ἡγεμὼν μέγας, διότι εἶχε μεγάλην τὴν καρδίαν. Ὁ ἡγεμὼν ἐκεῖνος ἐν ἐποχῇ, καθ’ ἣν ἡ Ἑλλὰς ἐτύγχανε συμπαθείας μόνου παρὰ τοῖς λαοῖς, ἀντεπροσώπευε τὴν Ἑλλάδα ἐν τῇ χορείᾳ τῶν ἡγεμόνων· ἐν ἐποχῇ, καθ’ ἣν πάντες οἱ ἡγεμόνες ἦσαν ἐναντίοι τῶν αἰσθημάτων τῶν λαῶν, εὐχομένων ὑπὲρ τοῦ ἀγῶνος τοῦ ἑλληνικοῦ, αὐτὸς ἔλαβε τὴν πρωτοβουλίαν, ἵνα δείξῃ εἰς τοὺς ἡγεμόνας ποία ἦτο ἡ πολιτεία, ἣν ὤφειλον ν’ ἀκολουθήσωσι πρὸς ἔθνος, παλαῖον, ἵν’ ἀποσείσῃ τὸν ζυγόν. Τὸ παράδειγμα ἐκείνου ἐνέπνευσε τοὺς ἡγεμόνας, καὶ ἀνομολογοῦντες τὰ παρὰ τῶν Κυβερνήσεων αὐτῶν ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος πραχθέντα, ἔχομεν τὴν συνείδησιν ἧς ἐπὶ πᾶσιν ὀφείλομεν εἰς τὸν Λουδοβῖκον εὐγνωμοσύνης. (Ἐπευφημίαι καὶ χειροκροτήματα ἐκ τῶν βουλευτῶν καὶ τοῦ ἀκροατηρίου.)
§106Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰσί τινα πράγματα, τὰ ὁποῖα τυγχάνουν ἀνώτερα παντὸς δισταγμοῦ καὶ περὶ τῶν ὁποίων νομίζω καὶ ἄκαιρον καὶ ἄτοπον νὰ συζητῇ τις ἢ νὰ ἐρίζῃ. Ἀνώτερον παντὸς δισταγμοῦ ὑπάρχει, ὅτι ἡ Βουλὴ τῆς Ἑλλάδος ὑπῆρξε πάντοτε πρόθυμος νὰ ἀναγνωρίσῃ τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας εἶχε τὸ Κράτος, καὶ νὰ πληρώσῃ τὰς ὀφειλὰς, τὰς ὁποίας εἶχε, καὶ ἂν ὡς ἀπόδειξιν τούτου ἠδύνατό τις νὰ ζητήσῃ τι, ἠδύνατο νὰ ἀνεύρῃ τὴν ἀναγνώρισιν τῶν δανείων τοῦ 1824 καὶ 1825, τὴν ὁποίαν ἐν κρισίμοις οἰκονομικοῖς καιροῖς δὲν ἐδίστασε νὰ ἐπιχειρήσῃ καὶ συντελέσῃ. Ἑπομένως οὐδεὶς διανοεῖται νὰ ἀρνηθῇ τὴν βάσιν τῶν ἀξιώσεων, τὰς ὁποίας οἱ κληρονόμοι τοῦ ἀειμνήστου βασιλέως Λουδοθίκου ἀνεκοίνωσαν πρὸς τὴν Ἑλλάδα διὰ τοῦ ἀντιπροσώπου αὐτῶν, τῆς Γερμανικῆς αὐλῆς. Ὑπῆρξεν ὅμως τι, τὸ ὁποῖον ὤφειλε νὰ καταλογισθῇ ὡς ἔλλειψις ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι, εἰσαγαγόντες τὸ νομοσχέδιον ἢ ὀφείλοντες νὰ ὑποστηρίξωσιν αὐτὸ, παρέλιπον νὰ φωτίσωσι τὸ κοινοβούλιον περὶ τῶν ἀνταπαιτήσεων, τὰς ὁποίας ἡ Ἑλλὰς ἐπρόβαλε πρὸ 37 ἐτῶν. Τοιαύτη διαφώτισις τοῦ κοινοβουλίου ἤθελε μᾶς ἀπαλλάξει τοῦ παραδόξου συμβεβηκότος, τὸ ὁποῖον παρεστάθη κατὰ τὴν συνεδρίασιν ταύτην, νὰ ἀκούσωμεν ἕνα βουλευτὴν ἀφηγούμενον μετὰ ἀσεβείας τὴν πολιτικὴν ἱστορίαν τῆς Ἑλλάδος κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους, καθ’ οὓς οἱ πατέρες ἡμῶν διεχειρίζοντο τὰ κοινὰ τῆς πατρίδος καὶ ἀντεπροσώπευον τὸ ἔθνος. Ἤθελε μᾶς ἀπαλλάξει δυσαρεσκείας νὰ ἀκούσωμεν ἡμεῖς, ἡ Βουλὴ τῆς Ἑλλάδος, νὰ ἀκούσῃ σιωπῶσα νὰ ὑβρίζωνται ἐκεῖνοι, οἵτινες συνετέλεσαν διὰ μεγάλων θυσιῶν προσωπικῶν καὶ χρηματικῶν, ἵνα καταρτισθῇ τὸ Κράτος τοῦτο, καὶ οἵτινες, ἀφοῦ τοῦτο κατηρτίσθη, ἀντεπροσώπευον αὐτὸ ἐν τῷ μόνῳ πολιτικῷ σώματι, τὸ ὁποῖον συνεστάθη κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους. Καὶ δὲν παρήγαγον ἐν ἐμοὶ αἴσθημα ἀγανακτήσεως οἱ μῦθοι, οὓς ἀφηγήθησαν ἄνθρωποι, οἵτινες ὑπέλαβον, ὅτι δύνανται νὰ ἱστορῶσι τὴν σύγχρονον ἱστορίαν, καί τοι ἀγνοοῦντες αὐτήν. Μῦθοι τοιοῦτοι δὲν δύνανται νὰ παραγάγωσιν ἄλλα αἰσθήματα, εἰμὴ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἰδίως ὑπαγορεύει ἡ φιλανθρωπία. Ὤφειλον ὅμως νὰ κάμω μνείαν αὐτῶν μετὰ θλίψεως, διότι ἐπετράπη νὰ λεχθῶσι τοιαῦτα ἐν τῇ Βουλῇ. Ἡμεῖς δὲν πρόκειται ν’ ἀμφισβητήσωμεν τὰς ἀξιώσεις τῶν κληρονόμων τοῦ ἀειμνήστου βασιλέως Λουδοβίκου κατὰ τῆς Ἑλλάδος, διότι ἡ Ἑλλὰς εἶναι καλῆς πίστεως ὀφειλέτης, καὶ ἔχει συμφέρον νὰ ἦναι καλῆς πίστεως, οὐ μόνον διὰ νὰ ἐπεκτείνῃ καὶ κρατύνῃ τὴν πίστιν αὑτῆς, ἀλλὰ καὶ διότι ἀκόμη ὁ πιστωτὴς αὐτῆς οὗτος εἶναι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι συνετέλεσαν μεγάλως εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ ἑλληνικοῦ βασιλείου. Ἀλλ’ ἡμεῖς εἴχομεν προσέτι καθῆκον νὰ ἐξετάσωμεν ποῖαί τινες ἦσαν αἱ ἀξιώσεις, τὰς ὁποίας ἐπεβάλλετο ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως τοῦ 1843 εἰς τὴν κυβέρνησιν ἵνα ἐξετάσῃ. Εἰς ἡμᾶς δὲν ἐπιτρέπεται νὰ φρονῶμεν ὡς αὐτὸς ὁ ὁποῖος ἠγόρευσε πρὸ ὀλίγου ἐνταῦθα εἰπὼν, ὅτι ἐν τῷ σώματι ἐκείνῳ δημαγωγοὶ καὶ πλάνοι εἰς στιγμὰς ἐξάψεως καὶ ἐρεθισμοῦ ἔγραφον ὅσα δὲν ἐπίστευον ἀληθῆ. Ἐὰν αἱ ἀνταξιώσεις τῆς Ἑλλάδος ἦναι ἄνευ βάσεως, ἡμεῖς ἠθέλομεν ἀναγνωρίσει ὁλόκληρον τὴν ἀξίωσιν τῶν κληρονόμων τοῦ ἀειμνήστου βασιλέως Λουδοβίκου καὶ προθύμως ἠθέλομεν ψηφίσει τὴν πίστωσιν, τὴν ὁποίαν ἡ κυβέρνησις ἤθελε μᾶς ζητήσει· ἐὰν αἱ ἀνταξιώσεις ἡμῶν ἦσαν ἐν μέρει μόνον ἀληθεῖς, ἠθέλομεν ζητήσει νὰ ἐκπέσωμεν ἀπὸ τὸ κεφάλαιον τῆς ὀφειλῆς τὸ ποσὸν τῶν ἀνταξιώσεων ἡμῶν καὶ ἠθέλομεν ἀναγνωρίσει καὶ πληρώσει τὸ ὑπόλοιπον. Ἀλλὰ δὲν μᾶς εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἡ ἐθνικὴ τῆς 3 Σεπτεμβρίου ἦτο ὁρμαθὸς ἀγυρτῶν, οἱ ὁποῖοι εἰς στιγμὰς ἐξάψεως ἐδημοκόπουν, διὰ νὰ εὐχαριστήσωσι τὸν λαόν.
§107ΤΙΝΕΣ. Δὲν τὸ εἶπε κανεὶς αὐτό.
§108ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πλάττοντες, ὅτι τὸ Κράτος εἶχεν ἀξιώσεις, ἐνῷ πράγματι δὲν εἶχε τοιαύτας. Δύο προαγορεύσαντες, ὁ κ. πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ προκάτοχος αὐτοῦ, ἀφηγήθησαν τὰ κατὰ τὴν ἔρευναν καὶ ἐξέτασιν τῶν ὀφειλῶν ἡμῶν πρὸς τοὺς κληρονόμους τοῦ βασιλέως Λουδοβίκου. Ἀνεκοίνωσαν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἀπεστάλη ἀντιπρόσωπος τῆς Κυβερνήσεως εἰς Βαυαρίαν, καὶ ὅτι ἐρευνήσας ἐν τοῖς ἀρχείοις τῆς Βαυαρικῆς Κυβερνήσεως, εὗρε τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς δυνάμεθα νὰ ἀξιώσωμεν ὡς ἀνταπαίτησιν, καὶ ὅτι ἀφῃρέθησαν τὰ ποσὰ ταῦτα, ἐκεῖνο δὲ, τὸ ὁποῖον ζητεῖται σήμερον νὰ πληρώσωμεν, εἶναι τὸ ὑπόλοιπον τοῦ κεφαλαίου καὶ τῶν τόκων τοῦ ποσοῦ, ὅπερ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῆς ἀνταπαιτήσεως ἡμῶν μένει ὡς ὀφειλὴ τῆς Ἑλλάδος. Ἂν οἱ κύριοι οὗτοι μᾶς ἀφηγοῦντο ταῦτα ἐγκαίρως, ὅταν εἰσήχθη τὸ νομοσχέδιον, ἢ πρὶν ἢ ὁ βουλευτὴς Λακεδαίμονος λάβῃ τὸν λόγον, ἤθελον μᾶς ἀπαλλάξει τῆς συζητήσεως ταύτης. Ἀλλ’ οὐ μόνον δὲν ἔπραξαν τοῦτο, γενόμενοι αἴτιοι νὰ ἀκούσωμεν ὅσα ἠκούσαμεν, ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἀφηγήθησαν ἡμῖν τὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, δὲν ἀφηγήθησαν αὐτὰ πλήρη. Ἐὰν ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος, ὅστις ἀπεστάλη εἰς Βαυαρίαν, ἐὰν ἐπείσθη, ὅπως δὲν ἀμφιβάλλω, τὴν ἰδίαν δ’ αὐτοῦ πεποίθησιν μετέδωκεν εἰς τὸν πρώην πρωθυπουργόν, καὶ ὁ πρώην πρωθυπουργὸς ἐπείσθη ἐκ τῶν παραστάσεων τοῦ ἀποσταλέντος εἰς Βαυαρίαν, ὡς δὲν ἀμφιβάλλω, ἐὰν ἐπείσθη ἡ νῦν Κυβέρνησις ἐκ τῶν πληροφοριῶν καὶ τῶν λογαριασμῶν, τοὺς ὁποίους ἐκόμισεν ἐκ Βαυαρίας ὁ ἐκεῖ ἀποσταλείς, ὅπως δὲν ἀμφιβάλλω, ἔχομεν καὶ ἡμεῖς τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν νὰ πεισθῶμεν ὡσαύτως. Καὶ διὰ τοῦτο ἔχομεν δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν νὰ ἴδωμεν αὐτοὺς τούτους τοὺς λογαριασμούς, οἱ ὁποῖοι ἔπεισαν τὴν προκάτοχον καὶ τὴν ἐνεστῶσαν Κυβέρνησιν νὰ ἀναγνωρίσῃ, ὅτι ὀφείλομεν νὰ πληρώσωμεν μόνον τὰ ζητούμενα 2,600,000. Λοιπὸν τί λογικώτερον ἢ ἡ Κυβέρνησις ἡ εἰσαγαγοῦσα τὸ νομοσχέδιον νὰ συνώδευεν αὐτὸ διὰ τῆς ἐκθέσεως, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ ἀποσταλεὶς εἰς Βαυαρίαν ἀντιπρόσωπος τῆς Κυβερνήσεως; Οἱ λογαριασμοί, κύριοι, καὶ αἱ ἀνταξιώσεις καὶ αἱ ἀνταπαιτήσεις δὲν κρίνονται οὐδὲ ὑπὸ τῆς πολιτικῆς, οὐδὲ ὑπὸ οὐδεμιᾶς ἄλλης σκέψεως, εἰμὴ μόνον ὑπὸ τῶν ἀριθμῶν. Χρεωστοῦμεν 5,600,000; ἔχομεν νὰ λάβωμεν καὶ πόσα, ἵνα ἀφαιρέσωμεν ταῦτα ἐξ ὅσων ὀφείλομεν; Τί μένει ὑπόλοιπον νὰ πληρώσωμεν; Ταῦτα εἰσὶ τὰ ζητήματα, ἐφ’ ὧν ἔχομεν δικαίωμα νὰ ἐπιθυμῶμεν νὰ πεισθῶμεν, καὶ διὰ νὰ πεισθῶμεν, ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἴδωμεν τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας συνήγαγε καὶ περιέλαβεν εἰς τὴν ἔκθεσίν του ὁ ἀποσταλεὶς καὶ ἀνερευνήσας τὰ ἀρχεῖα τῆς Βαυαρικῆς Κυβερνήσεως, καὶ διὰ τοῦτο δυνηθεὶς νὰ προσδιορίσῃ, ὅτι ἡ ὀφειλὴ ἡμῶν μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἀνταπαιτήσεων περιορίζεται εἰς 2,600,000. Ἂν ἡ ἔκθεσις αὕτη δὲν πρέπῃ νὰ ἀνακοινωθῇ ὁλόκληρος εἰς τὴν Βουλήν, τοὐλάχιστον ἐκεῖνα τὰ μέρη αὐτῆς, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο ἄνευ βλάβης τῶν δημοσίων συμφερόντων νὰ ἀνακοινωθῶσιν εἰς τὴν Βουλήν, καὶ τὰ ὁποῖα ἤθελον μᾶς πείσει, ὅτι ὀφείλομεν 2,600 χιλιάδας, ταῦτα τὰ μέρη πρέπει νὰ ἀνακοινωθῶσι. Τὰς παρατηρήσεις αὐτὰς εἶχον νὰ σᾶς ἀνακοινώσω, διὰ νὰ ἐκπληρώσω τὸ καθῆκόν μου.
§109Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀπορῶ ποῦ ὁ προλαλήσας εὗρεν, ὅτι ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς ἠσέβησε κατὰ τῆς μνήμης τῶν μεγάλων ἀνδρῶν τῶν ἀποτελεσάντων τὸ τότε συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας. Ἤκουσα μετὰ προσοχῆς τοῦ κ. Καλλιγᾶ ὁμιλοῦντος, ἀλλ’ οὐδαμοῦ καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς ὁμιλίας του ἀπήντησα ἔλλειψιν σεβασμοῦ πρὸς τοὺς ἄνδρας, τοὺς ὁποίους ἠναγκάσθη κατὰ τὴν ὁμιλίαν του νὰ ἀναφέρῃ. Ὅ,τι ἀνέφερεν ὁ κ. Καλλιγᾶς, εἶναι ἀληθές, ἀληθέστατον, ἐπιβεβαιούμενον παρὰ τῆς ἱστορίας τῆς χώρας. Ἡ πάλη τότε ὑφίστατο μεταξὺ τοῦ κόμματος Ἄρμανσπεργ καὶ Ῥουτχάρδ, τοῦ μὲν ὑποστηριζομένου ὑπὸ τῆς Ἀγγλικῆς πολιτικῆς, τοῦ δὲ ὑπὸ τῆς Ῥωσσικῆς καὶ Αὐστριακῆς· οἱ μὲν εἶχον συμφέρον νὰ ὑποστηρίξουν τὴν πολιτικήν των διὰ τῶν Βαυαρῶν, οἱ δὲ ἐνόμιζον, ὅτι διὰ τῆς ἀναχωρήσεως τῶν Βαυαρῶν, ἐπειδὴ εἶχον περισσοτέραν δύναμιν εἰς τὸ τοπικὸν στοιχεῖον, ἤθελον δυνηθῆ νὰ ἀνατρέψωσιν αὐτούς. Αὐτὴ ἦτο ἡ πολιτικὴ τότε, καὶ τὴν πολιτικὴν αὐτὴν τὴν εὑρίσκομεν εἰς ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα πρὸ ὀλίγου ἐδημοσιεύθησαν, ἀφορῶντα εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναμφισβήτητα, διότι εἶναι γεγραμμένα ἀπὸ πρωθυπουργὸν διάσημον τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, τὸν Μετερνῖχον, πρὸς τὸν ἐδῶ τότε πρέσβυν, τὸν Πρόκες–Ὄστεν. Αὐτὰ λοιπόν, κ. Πρόεδρε, εἶναι ἀλήθεια ἀναντίῤῥητος, καὶ οὐδεὶς δύναται ν’ ἀρνηθῇ, ὅτι οἱ πατέρες ἡμῶν εἶχον πολιτικήν, καὶ ὅτι ἡ πολιτική των ἐκείνη ἦτο τόσον ζωηρά, ὥστε πλειστάκις ἐπροκάλεσεν ἐμφύλιον πόλεμον. Ποῦ λοιπὸν ὑπάρχει ἡ ὕβρις, εἴτε κατὰ τοῦ ἀειμνήστου Ζαΐμη, εἴτε κατὰ τοῦ ἀειμνήστου Κολοκοτρώνη, εἴτε καθ’ οἱουδήποτε ἄλλου; καὶ δὲν ἔχομεν παραδείγματα, ὅτι ἐπὶ τῆς ἐπαναστάσεως οἱ ἀοίδιμοι ἐκεῖνοι ἄνδρες ἤριζον, καὶ ὅτι περιῆλθον πολλάκις εἰς φατριαστικὰς καὶ πολιτικὰς διενέξεις καὶ διαστάσεις; καὶ ἔπαυσε διὰ τοῦτο ὁ σεβασμὸς ἡμῶν πρὸς αὐτούς; Μᾶς ἀνέφερε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Δημητρακάκης, ὅτι ἡ ἀντιβασιλεία ἐφυλάκισε τὸν Κολοκοτρώνην· καὶ μήπως πρὸ τῆς ἀντιβασιλείας δὲν ἐφυλάκισαν τὸν Κολοκοτρώνην εἰς Ὕδραν; καὶ ποῖοι τὸν ἐφυλάκισαν; οἱ πολιτικοὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐζήτησαν καὶ ὕστερον νὰ κρατήσωσι τοὺς Βαυαροὺς ἐνταῦθα. Τὸν Ζαΐμην τὸν μακαρίτην μία κυβέρνησις, προεδρευομένη ἀπὸ ἕνα τῶν μεγάλων Κουντουριωτῶν, διέταξε......
§110ΡΟΥΦΟΣ. Αὐτὸ τὸ........., ἀρκεῖ περὶ τῆς ἀληθείας τῶν λόγων του.
§111Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κατὰ τὰ 1824, καὶ ἦλθον εἰς τὰ Καλάβρυτα οἱ ἀείμνηστοι Καραϊσκάκης, Τζαβέλας, Γκούρας καὶ λοιποί, καὶ ἔκαυσαν τὰ σπήτια τοῦ Ζαΐμη, καὶ ὁ Ζαΐμης ἀνεχώρησε κρύφα ἐκεῖθεν μετὰ τοῦ μακαρίτου Λόντου, καὶ δι’ ἀκατίου διεπορθμεύθησαν εἰς Κάλαμον, μετὰ ἓν δ’ ἔτος ἐπανῆλθον. Αὐτὴ ἦτο, κύριοι, ἡ κατάστασις. Ποῦ λοιπὸν ἡ ἀσέβεια; Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν οὐσίαν τοῦ νομοσχεδίου, δὲν ἔχω νὰ εἴπω τίποτε μεθ’ ὅσα ἐλέχθησαν.
§112ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐνομίσαμεν, ὅτι ἡ ἔκθεσις ἡ συνοδεύσασα τὸ νομοσχέδιον ἦτο ἀρκετή· ἀλλ’ ἐπειδὴ παρουσιάσθησαν ἀπορίαι καὶ αἰτήσεις, αὔριον θέλομεν παρουσιάσει καὶ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, καὶ ὅσοι θέλουν νὰ τὰ ἰδοῦν, δύνανται νὰ τὰ ἰδοῦν.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ προτείνει 2 ἄρθρον. (Ἀναγινώσκεται.) (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον μετὰ τοῦ προταθέντος ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς 2 ἄρθρου.)
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου περὶ ἐπιδόματος εἰς τοὺς ἀρχιτεχνίτας, ἀρχιμουσικοὺς κλπ. Ὁ κ. Δουζίνας ὑπέβαλε τροπολογίαν, ἥτις θὰ τυπωθῇ. (Γίνεται δεκτὴ ἡ πρότασις νόμου.)
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν συζήτησιν τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας. Σήμερον ὑπεβλήθησαν τροπολογίαι ὑπὸ τῶν κ. κ. Σακελλαροπούλου καὶ Δ. Μελετοπούλου.
§116ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν.) Ὁ ἐκ Μεσολογγίου ἔντιμος βουλευτὴς ἐζήτησε νὰ προσαχθῶσιν αἱ ζητηθεῖσαι ἤδη ἀπὸ τὰς πρεσβείας καὶ τὰ πολιτικὰ πρακτορεῖα πληροφορίαι περὶ τῶν ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιριῶν τῶν ἐπικρατειῶν ἐκείνων, εἰς ἃς αἱ κυβερνήσεις χορηγοῦσι χρηματικὰς ἀποζημιώσεις. Αἱ πληροφορίαι αὗται ὑπετίθετο, ὅτι ἦσαν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπεσχέθη τὴν προσαγωγὴν αὐτῶν· ἀλλ’ αὗται εἶχον σταλῆ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ διὰ τοῦτο τὰς ὑποβάλλω ἐγώ. Κατὰ τὰς πληροφορίας ταύτας, ἡ μὲν γαλλικὴ κυβέρνησις χορηγεῖ ἐτησίως εἰς τὴν ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν Messageries φράγκα 4,382,263, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν Μεσόγειον καὶ τὴν Βραζιλίαν, καὶ 8,573,024 διὰ τὰς Ἰνδίας καὶ Κίναν. Διὰ τὴν Μεσόγειον καὶ τὴν Βραζιλίαν ἀναλογοῦσι καθ’ ἕκαστον μίλιον φράγκα 5,33%. Ἡ ἰταλικὴ κυβέρνησις χορηγεῖ εἰς τὴν ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν Φλόριο χρηματικὴν ἀποζημίωσιν λίρας ἰταλικὰς, ἤτοι φράγκα, 4,144,476, καὶ ἀναλογοῦσιν ἐν μὲν ταῖς θαλάσσαις τῆς Ἀνατολῆς ἀνὰ 21 λίραι ἢ φράγκα κατὰ ναυτικὸν μίλιον, διὰ δὲ τὰς γραμμὰς Σικελίας, Μελίτης καὶ Τύνιδος ἀνὰ 19 λίραι κατὰ μίλιον. Ἡ Αἰγυπτιακὴ κυβέρνησις χορηγεῖ εἰς τὴν ἑταιρίαν Κεδιβιὲ λίρας αἰγυπτιακὰς 127,836, ὑποδιαιρουμένας ὡς ἑξῆς· 40,306 διὰ μισθοὺς, 73,050 διὰ καυστικὴν ὕλην καὶ ἄλλας ἀνάγκας τοῦ στόλου (ἡ καυστικὴ ὕλη ὑπολογίζεται εἰς 49,000)· 6,280 διὰ τὰ πρακτορεῖα καὶ γραφεῖα, καὶ 8,200 διὰ διάφορα. Ὡς δὲ ἐβεβαίωσεν ὁ κ. διευθυντὴς τῆς ἑταιρίας τὸν ἡμέτερον πολιτικὸν πράκτορα, τὰ ἔσοδα αὐτῆς ἀναβαίνουσιν εἰς τὸ αὐτὸ περίπου ποσόν. Καὶ λαμβάνει μὲν κατὰ τὰς ἀνάγκας αὐτῆς προκαταβολὰς παρὰ τῆς κυβερνήσεως, ἐπιστρέφει δὲ αὐτὰς ἐκ τῶν ἐσόδων ἐντὸς τοῦ ἔτους. Τοιαύτας πληροφορίας δὲν ἐλάβομεν ἀπὸ τὴν αὐστριακὴν κυβέρνησιν διὰ τὴν ἑταιρίαν Λόϋδ. (Ἐπιψηφίζεται ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου.) Ἄρθρον 1.
§117ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 19 τῆς συμβάσεως, —τὸ ὁποῖον ἂν τροποποιηθῇ, θὰ τροποποιηθῇ ἐν τῷ ἄρθρῳ 1ῳ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ διὰ τοῦτο ποιοῦμαι λόγον ἐνταῦθα,— ἐρωτῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἂν ἡ χορηγουμένη εἰς τὴν ἑταιρίαν ἀφομοίωσις τῶν ἀτμοπλοίων αὐτῆς πρὸς τὰ τοῦ Κράτους παρέχῃ καὶ χρηματικὰς ὠφελείας εἰς τὴν ἑταιρίαν, διότι, ἂν παρέχῃ καὶ χρηματικὰς ὠφελείας, τὰς αὐτὰς νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ χορηγήσωμεν καὶ εἰς τὰς ἄλλας ἑταιρίας· δὲν λέγω εἰς ὅλα τὰ ἀτμόπλοια, ἀλλὰ ὁσάκις ὑπάρχουσιν ἀτμόπλοια μετερχόμενα κανονικῶς τὴν ἀκτοπλοΐαν, εἶναι δίκαιον νὰ ἔχωσι τὰς ὑλικὰς ὠφελείας τὰς ἐκ τοῦ ἄρθρου τούτου προερχομένας, ἐὰν ὑπάρχωσι, διότι ἐγὼ ἠδυνήθην νὰ ἐξακριβώσω, ὅτι ὑπάρχει ὠφέλεια μόνον ὡς πρὸς τὰ πορθμεῖα τοῦ Εὐρίπου.
§118ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μόνον αὐτὴ ὑπάρχει.
§119ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Συμφώνως πρὸς ταῦτα, διετύπωσα μίαν τροπολογίαν. Ἑτέραν τροπολογίαν διετύπωσα ὡς πρὸς τὸ τιμολόγιον τῆς ἑταιρίας, ἐν ἄρθρῳ 7· ὁμιλῶν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, εἶχον εἰπεῖ, ὅτι κατ’ ἐμὴν γνώμην ὁ τρόπος ὁ μᾶλλον τελεσφόρος τῆς παρεμποδίσεως τῶν ζημιῶν, τὰς ὁποίας ἠδύνατο ἡ ἑταιρία νὰ φέρῃ εἰς τὸν συναγωνισμὸν, εἶναι τὸ ν’ ἀφεθῇ μὲν ἡ ἑταιρία ἐλευθέρα νὰ καταβιβάζῃ τοὺς ναύλους της κατὰ τὸ δοκοῦν αὐτῇ, ἀλλ’ ὁσάκις καταβιβάσῃ τοὺς ναύλους της, νὰ μὴ δύναται κατόπιν καὶ νὰ τοὺς ἀναβιβάσῃ εἰμὴ τῇ ἀδείᾳ τῆς Κυβερνήσεως, διότι ὁ ὑπουργὸς θὰ κρίνῃ ἂν κατεβίβασε τοὺς ναύλους διὰ νὰ νικήσῃ ἐν τῷ συναγωνισμῷ ἢ διὰ νὰ καταστήσῃ τὴν συγκοινωνίαν εὐθηνοτέραν. Ἐν τῇ τελευταίᾳ ταύτῃ περιπτώσει, ἂν ἡ δοκιμασία ἀπέδειξεν αὐτὴν λανθασθεῖσαν εἰς τοὺς ὑπολογισμούς της, εἶναι δίκαιον ἀδείᾳ τοῦ ὑπουργοῦ νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸ πρῶτον τιμολόγιον. Ἡ τροπολογία ἡ πρώτη ἔχει ὡς ἑξῆς. (Ἀναγινώσκει.)
§120ΡΑΛΛΗΣ. Εἰς τὴν τροπολογίαν σας δὲν περιλαμβάνετε καὶ τὰ ἐμπορεύματα· διότι τὸ νομοσχέδιον μόνον περὶ τῶν ἐπιβατῶν κάμνει λόγον.
§121ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ ἄρθρον 7, ὡς παρετήρησεν ὁ κ. βουλευτὴς Ἀττικῆς, κάμνει λόγον περὶ ὑποχρεώσεως συντάξεως τιμολογίων κατ’ ἀνώτατον ὅρον, οἷον ἦτο τὸ τοῦ 1863 περὶ ἐπιβατῶν, ἀλλ’ οὐδὲν λέγει περὶ συντάξεως τιμολογίων διὰ τὰ ἐμπορεύματα. Ἐνῷ δὲ δὲν προνοεῖ περὶ τιμολογίου ἐμπορευμάτων διὰ τὴν ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν, ἄλλων ἑταιριῶν ἢ ἀτόμων ἀτμόπλοια ὑποβάλλονται διὰ τοῦ νομοσχεδίου εἰς ταύτην τὴν ὑποχρέωσιν καὶ διὰ τὰ ἐμπορεύματα. Βεβαίως τοῦτο δὲν ἐγένετο ἐκ προθέσεως, καὶ πέπεισμαι, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον θέλει τροποποιήσει τὸ ἄρθρον συμφώνως πρὸς τὴν ἰδέαν τῆς ἰσότητος ἐν τῷ συναγωνισμῷ. Δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ψηφίσωμεν ἐν ἄρθρῳ 3, ὅτι αἱ ἄλλαι ἑταιρίαι καὶ τὰ ἄτομα θὰ ὑποβάλωσι τιμολόγιον οὐ μόνον διὰ τοὺς ἐπιβάτας, ἀλλὰ καὶ διὰ τὰ ἐμπορεύματα, ἡ δὲ προνομιοῦχος ἑταιρία νὰ μὴ ὑποβάλληται εἰς τοιαύτην ὑποχρέωσιν. Ἐπὶ τοῦ 19 ἄρθρου διετύπωσα τὴν τροπολογίαν μου, ἔχουσαν ὡς ἑξῆς· «Ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος παραχωρῇ καὶ εἰς ἀτμόπλοια μετερχόμενα τακτικὴν ἐν τῷ Κράτει ἀκτοπλοΐαν πάντα τὰ ἐν ἄρθρῳ 19 τῆς συμβάσεως δικαιώματα ἢ τινὰ ἐξ αὐτῶν. Ἡ παραχώρησις δὲν δύναται νὰ ἔχῃ διάρκειαν ἐπέκεινα τριετίας, ἀλλὰ δύναται διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος ν’ ἀνανεωθῇ ἐπὶ τῇ αὐτῇ ἑκάστοτε διορίᾳ.» Ὡς πρὸς τὸ 7 ἄρθρον ἡ τροπολογία ἔχει ὡς ἑξῆς· «Ἡ παράγραφος βʹ τοῦ ἄρθρου 7 τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς· «Ἐπὶ τοῦ τιμολογίου τούτου ἡ ἑταιρία δὲν δύναται νὰ ἐπιφέρῃ αὔξησιν, ἄνευ ἐγκρίσεως τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Δύναται ὅμως νὰ ἐπιφέρῃ ἐλάττωσιν.» Ἕως ἐδῶ ἐπαναλαμβάνονται τὰ ἐν τῇ συμβάσει, προστίθενται δὲ τὰ ἑξῆς· «Ἀλλὰ τὸν ἠλαττωμένον ναῦλον δὲν δύναται ν’ αὐξήσῃ ἄνευ ἀδείας τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν.»
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τοὺς κ. κ. βουλευτὰς, ὅσοι ὑπέβαλον τροπολογίας, ἐπειδὴ πολλαὶ τοιαῦται ὑπεβλήθησαν, νὰ μοὶ ὑπομιμνήσκῃ ἕκαστος τὴν ἰδικήν του κατὰ τὴν ψήφισιν, ὅπως μὴ παραλειφθῇ τις ἐξ αὐτῶν.
§123Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡ ἰδική μου τροπολογία εἶναι νὰ προσεγγίζῃ δὶς τῆς ἑβδομάδος εἰς τὸ Αἴγιον ἀτμόπλοιον τῆς ἑταιρίας.
§124ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῆς παρατηρήσεως τοῦ κ. Τρικούπη, τῆς ἀφορώσης τὰ ἀτμόπλοια τῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας, περὶ τοῦ ὅτι, ἐκτὸς τῶν ἄλλων ἀτελειῶν αἱ ὁποῖαι χορηγοῦνται γενικῶς διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἡ ἀτμοπλοϊκὴ ἑταιρία εἶναι ἀπηλλαγμένη καὶ ἀπὸ τὴν πληρωμὴν τῶν πορθμείων τοῦ Εὐρίπου, ἀπαντῶ, ὅτι ἀληθῶς τὸ πρᾶγμα οὕτως ἔχει, καὶ συμφωνῶ, ὅτι πρέπει νὰ ἐπεκτείνωμεν τὴν ἀτέλειαν ταύτην καὶ εἰς τὰ ἀτμόπλοια τῶν ἄλλων ἑταιριῶν. Ἀλλὰ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν τροπολογίαν τοῦ 7 ἄρθρου τῆς συμβάσεως, τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Μεσολογγίου, παρατηρῶ καὶ εἰς τὸν κ. Τρικούπην καὶ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ ἀπησχόλησε καὶ ἡμᾶς πολύ· δὲν ἠδυνήθημεν ὅμως νὰ φθάσωμεν εἰς ἄλλο ἀποτέλεσμα εἰμὴ εἰς ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον ἐφθάσαμεν διὰ τῆς συμβάσεως, διότι δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἐπιβάλωμεν τὴν ὑποχρέωσιν εἰς τὴν ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν τοῦ νὰ ὑποβάλλῃ τὸ τιμολόγιον, ὁσάκις θέλει νὰ αὐξήσῃ τοὺς ἤδη ἐλαττωθέντας ναύλους της, διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους. Ἡ ἑταιρία παρετήρησεν εἰς ἡμᾶς, ὅτι καὶ ἡμεῖς ἐκάμαμεν τὴν πρότασιν ταύτην πρὸς αὐτήν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποβάλληται ἑκάστοτε εἰς τὴν ἔγκρισιν τῆς Κυβερνήσεως τὸ τιμολόγιον, ἀφοῦ πρόκειται νὰ συναγωνισθῇ μετ’ ἄλλων. Ὑποθέσατε, μᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ ἑταιρία Α ἠλάττωσε τοὺς ναύλους τῆς κατὰ ἓν ταξείδιον, λ. χ. ἐκ Κερκύρας εἰς Πάτρας· ἡ ἑλληνικὴ ἑταιρία, παρακολουθοῦσα τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ναύλου τοῦ ἀτμοπλοίου τῆς ἄλλης ἑταιρίας, ἔχει καὶ αὐτὴ τὸ δικαίωμα, κατὰ τὴν σύμβασιν, νὰ ἐλαττώσῃ τοὺς ναύλους της, ἀφοῦ ἡ ἐλάττωσις προέρχεται ἀπὸ τὴν ἄλλην ἑταιρίαν, καὶ οὐχὶ ἐκ πρωτοβουλίας αὐτῆς. Ἐὰν δεχθῶμεν τὴν πρότασιν τοῦ Βουλευτοῦ Μεσολογγίου, ἤτοι ἐκείνην, τὴν ὁποίαν καὶ ἡμεῖς ἐκάμαμεν πρὸς τὴν ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν, νὰ ἔχῃ δηλαδὴ τὴν ὑποχρέωσιν, πρὶν αὐξήσῃ πάλιν τοὺς ναύλους, νὰ ζητήσῃ τὴν ἔγκρισιν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ἑταιρία αὕτη προφανῶς θὰ εὑρεθῇ εἰς θέσιν πολὺ ἥττονα τῶν ἄλλων, διότι ἡ μὲν μία ἑταιρία θὰ δύναται νὰ ἐλαττώνῃ καὶ αὐξάνῃ τοὺς ναύλους της, ἡ δὲ ἀτμοπλοϊκὴ ἑταιρία δὲν θὰ δύναται νὰ ἐπαναφέρῃ τοὺς ἤδη ἐλαττωθέντας ναύλους ἄνευ τῆς ἀδείας τῆς Κυβερνήσεως· πρέπει δ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ συντάττῃ νέον τιμολόγιον, τὸ ὁποῖον ὀφείλει νὰ ὑποβάλῃ πρὸς ἔγκρισιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ἀφοῦ ὁ ὑπουργὸς τὸ ἐγκρίνει, τότε θὰ δύναται νὰ ταξειδεύσῃ, παραλαμβάνουσα ἐπιβάτας, ἀλλ’ ἐν ἐν τῷ μεταξὺ αἱ ἄλλαι ἑταιρίαι θὰ ἐξακολουθῶσι νὰ λαμβάνωσιν ἐπιβάτας καὶ ἐμπορεύματα καὶ νὰ τελῶσι ταξείδια ἀκωλύτως. Ἀλλὰ μᾶς ἔκαμε καὶ ἄλλην παρατήρησιν ἡ ἑταιρία, τὴν ὁποίαν καὶ ἡμεῖς εὕρομεν ὀρθήν· μᾶς ἐπρότεινεν, ὅτι, ἐάν τις ἑταιρία θελήσῃ νὰ ἐλαττώσῃ τοὺς ναύλους της, θὰ ἀναγκάσῃ καὶ τὴν ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν νὰ πράξῃ τὸ αὐτό· κατόπιν δὲ, ἐὰν ἡ ἑταιρία ἐκείνη ἢ ἀτμόπλοίον τι ἀποσυρθῇ, διότι δὲν εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ κρατῇ τὴν συγκοινωνίαν, ὡς ἡ ἀτμοπλοϊκὴ ἑταιρία, τότε θὰ ἦναι ὑποχρεωμένη νὰ ἐξακολουθῇ τὰ ταξείδια μὲ τὴν ἐλάττωσιν, μεχρισοῦ λάβῃ τὴν ἔγκρισιν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν περὶ αὐξήσεως τῶν ναύλων της. Ἐξαρτᾶται ἑπομένως ἡ τύχη αὐτῆς ἀπὸ τὴν ἰδιοτροπίαν ἑνὸς ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ παραδεχθῇ ἢ ὄχι τὴν πρότασιν τῆς ἑταιρίας περὶ αὐξήσεως τοῦ τιμολογίου ἢ μᾶλλον τῆς ἐπαναφορᾶς τοῦ ναύλου εἰς τὸ ἀ. τιμολόγιον. Διὰ τοὺς λόγους τούτους δὲν ἠδυνήθην νὰ πείσω τὴν ἑταιρίαν, ὅπως παραδεχθῇ τὴν πρότασίν μου, ἀλλ’ ἀπεναντίας ἐπείσθην ἐγὼ, ὅτι ἦσαν ὀρθαὶ αἱ παρατηρήσεις της, καὶ τὰς παρεδέχθην. Ἑπομένως δὲν δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν τὴν τροπολογίαν ταύτην, διότι εἴμεθα βέβαιοι, ὅτι οὔτε ἡ ἀτμοπλοϊκὴ ἑταιρία θὰ δεχθῇ αὐτήν, καὶ κατὰ συνέπειαν θὰ ματαιωθῇ ὅλη ἡ σύμβασις.
§125ΡΑΛΛΗΣ. Ὡς πρὸς τὰ ἐμπορεύματα τί λέγετε;
§126ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ὑποχρεώσωμεν τὴν ἑταιρίαν εἰς τὸ νὰ ὑποβάλλῃ καὶ διὰ τὰ ἐμπορεύματα τιμολόγιον· ὡς ἐκ τούτου, νομίζω ὀρθότερον νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ ὑποχρέωσις αὕτη ἀπὸ τὸ νομοσχέδιον καὶ διὰ τὰς ἄλλας ἑταιρίας καὶ ἀτμόπλοια.
§127Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Περὶ πρακτορείων λέγω, ὅτι εἶναι πολὺ βαρὺ νὰ ἔχωσι τοιαῦτα καὶ αἱ ἄλλαι ἑταιρίαι, διότι δὲν ἔχουν χρήματα διαθέσιμα. Εἰς τὴν ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν πάντοτε καθυστεροῦνται χρήματα ἀπὸ τὰ πρακτορεῖα, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ καθυστεροῦνται καὶ ἄλλαι ὅμως ἑταιρίαι ἔχουν ἀνάγκην τῶν χρημάτων καὶ δὲν δύνανται νὰ ἔχωσι πρακτορεῖα, τὰ ὁποῖα νὰ καθυστεροῦν χρήματα. Πῶς νὰ ἔχωσι πρακτορεῖα εἰς Αἴγιναν, Πόρον καὶ εἰς ἄλλα τοιαῦτα μικρότερα μέρη; Ἐκτὸς τοῦ ὅτι θὰ ἔχουν μέγα βάρος καὶ θὰ πληρώνωσι, δὲν θὰ δύνανται νὰ ἔχωσι καὶ τὰ χρήματα, τῶν ὁποίων θὰ ἔχωσιν ἀνάγκην. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ τὸ ἀπαλείψῃ.
§128Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Διαβεβαιῶ τὸν κ. Μπούμπουλην ὅτι, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα, τὰ ἀτμόπλοια δὲν θὰ ἔχουν καμμίαν ὑποχρέωσιν νὰ ἔχουν πρακτορεῖα· θὰ πλησιάζουν εἰς τοὺς λιμένας, θὰ λαμβάνουν ἐπιβάτας, θὰ πληρώνωνται ἐντὸς τοῦ ἀτμοπλοίου, καὶ θὰ λέγουν, ὅτι τοὺς βάζομεν δωρεὰν, ὅπως τὸ λέγουν καὶ τώρα, καὶ ὁ νόμος τότε θὰ ἐπιβουλευθῇ. Καὶ διατί; διότι διὰ τοῦ νόμου θέλομεν νὰ θέσωμεν φραγμὸν, τὸν ὁποῖον θὰ προσπαθήσωσιν ὅπως δυνηθῶσι νὰ τὸν ὑπερπηδήσωσι. Λέγω λοιπὸν, ὅτι βεβαίως ἡ ὑποχρέωσις, ἡ ὁποία τίθεται εἰς τὸ νομοσχέδιον, περὶ πρακτορείων, εἶναι βαρεῖα καὶ δὲν εἶναι ὠφέλιμος· ἀπ’ ἐναντίας θὰ βλάψῃ, καὶ δι’ αὐτὸ συμφωνῶ μαζῆ σας, διότι τοῦτο ὑπεστήριξα πάντοτε.
§129ΖΕΡΒΑΣ. Συμφωνῶ καὶ ἐγὼ μετὰ τῶν προαγορευσάντων, διότι ὁ λόγος, ὃν ἐπικαλεῖται ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ἡ ἐγγύησις, ὅτι θὰ ὑποβληθῶσιν αἱ ἑταιρίαι ἢ μᾶλλον τὰ εἰσιτήρια εἰς τὸ νενομισμένον τέλος τοῦ χαρτοσήμου, ὅταν ἔχωσι πρακτορεῖα, μοὶ φαίνεται, ὅτι ταῦτα δὲν εἶναι σπουδαῖα, διότι φρονῶ, ὅτι περισσοτέραν ἐγγύησιν θέλομεν ἔχει, ὅταν ἐκδίδεται ἐντὸς τοῦ πλοίου τὸ εἰσιτήριον, διότι θὰ ἐκδίδεται ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ πλοιάρχου καὶ τῶν ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν, ἐνῷ οἱ πράκτορες δύνανται εὐκολώτερον νὰ καταχρασθῶσι, μὴ ἔχοντες ἐπιτήρησιν, καὶ οἱ πλοίαρχοι βεβαίως δὲν θὰ καταγγείλωσι τοὺς πράκτορας. Μίαν μόνον ἔτι παρατήρησιν ὑποβάλλω, ὅτι τὸ ἄρθρον 3 εἶναι ἐπιζήμιον ὄχι βεβαίως εἰς τὴν ἑταιρίαν, ἀλλὰ εἰς πᾶν ἄλλο ἀτμόπλοιον ἀνῆκον εἰς ἰδιώτην. Ἐνδεχόμενον ἓν πλοῖον μὴ ταχυδρομικὸν, διερχόμενον ἀπὸ ἕνα λιμένα, νὰ θελήσῃ νὰ παραλάβῃ ἐμπορεύματα· εἶναι δὲ ἠναγκασμένον νὰ διέλθῃ διαφόρους λιμένας πρὸς παραλαβὴν αὐτῶν. Τὸ τοιοῦτον βεβαίως δὲν γνωρίζει προηγουμένως τοῦτο, κατὰ τὸ ἄρθρον δὲ αὐτὸ βεβαίως εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ συστήσῃ πρακτορεῖον. Κατὰ συνέπειαν εἰς τὸ ἀτμόπλοιον αὐτὸ δὲν θὰ ἦναι ἐπιτετραμμένον, διερχόμενον ἀπὸ λιμένος εἰς λιμένα, νὰ μεταφέρῃ ἐμπορεύματα, ὅπερ εἶναι λίαν βλαπτικὸν εἰς τὴν ναυτιλίαν. Θὰ ἦναι ὑποχρεωμένον λοιπὸν νὰ τηλεγραφήσῃ καὶ νὰ διορίσῃ πράκτορα;
§130ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀπαιτοῦμεν οὔτε τιμολόγιον, οὔτε πρακτορεῖα ἀπὸ τοιαῦτα ἀτμόπλοια.
§131ΖΕΡΒΑΣ. Τὸ ἄρθρον 3 λέγει «ἢ ἰδιωτικά.»
§132ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ἐνεργοῦν τὴν συγκοινωνίαν.
§133ΖΕΡΒΑΣ. Ὀφείλει νὰ σημειωθῇ τοῦτο, ὅτι εἰς τὴν ὑποχρέωσιν αὐτὴν δὲν ὑπάγονται τὰ ἐμπορικὰ ἀτμόπλοια, διότι εἶναι βέβαιον ἐντὸς ὀλίγων ἐτῶν, καὶ πιθανὸν καὶ ἐντὸς τοῦ ἔτους, οἱ ἔχοντες ἱστιοφόρα νὰ κάμωσιν ἀτμόπλοια καὶ νὰ ἔχωσι τὰς ἰδίας ἐργασίας, τὴν μεταφορὰν ἐμπορευμάτων, δι’ ἴδιον λογαριασμὸν ἢ διὰ λογαριασμὸν ἄλλων. Λοιπὸν νὰ γείνῃ ἡ παρατήρησις, ὅτι εἰς αὐτὰ τὰ ἀτμόπλοια δὲν ἀποβλέπει τὸ ἄρθρον 3.
§134ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτὰ δύνανται νὰ λάβωσι καὶ ἐπιβάτας.
§135ΖΕΡΒΑΣ. Ἐγὼ θέλω, ὅσον εἶναι δυνατὸν, νὰ τεθῶσι διατάξεις εὐκολύνουσαι τὴν ἀτμοκίνητον ναυτιλίαν, διότι δι’ αὐτῆς μόνον δυνάμεθα εἰς τὸ μέλλον νὰ προοδεύσωμεν. Πολλοὶ ἤρχισαν ἀπὸ τοῦδε νὰ σκέπτωνται περὶ κατασκευῆς ἀτμοκινήτων, καὶ δι’ αὐτὸ φέρω τὴν τροπολογίαν μου σύμφωνον μὲ τὴν τοῦ κ. Τρικούπη, ὥστε ὄχι μόνον τὰ τῶν ἑταιριῶν νὰ ἐξομοιωθῶσι μὲ τὰ πολεμικά, ἀλλὰ καὶ ὅλα τὰ ὑπὸ Ἑλληνικὴν σημαίαν ἀτμόπλοια. Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ τὴν προσθήκην, ὅτι αἱ διατάξεις αὗται δὲν ἀφορῶσι τὰ ἐμπορικὰ πλοῖα, περὶ ὧν εἶπον.
§136ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Οὔτε τὰς διὰ μέσου προσεγγίσεις δὲν ἀφορῶσιν αἱ διατάξεις· ἑπομένως νὰ ἐξαιρέσωμεν τὰς διὰ μέσου προσεγγίσεις.
§137ΖΕΡΒΑΣ. Βέβαια· αὐτὸ εἶχον νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν.
§138Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Οἱ φόβοι σας δὲν ἔχουσι καμμίαν ὑπόστασιν. Τὰ πρακτορεῖα θὰ συστηθῶσι καὶ ἐὰν δὲν τὰ ψηφίσητε, διότι αὐτὸ εἶναι τὸ συμφέρον ἑκάστης ἑταιρίας.
§139ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Καὶ εἰς τὴν Αἴγιναν;
§140Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Τὸ συμφέρον θὰ τὰς ἀναγκάσῃ, ὁ συναγωνισμὸς θὰ τὰς ἀναγκάσῃ, νὰ συστήσωσι πρακτορεῖα, διὰ νὰ ἔχωσι πλείονας ἐπιβάτας καὶ ἐμπορεύματα. Εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖον νὰ ἔχωσι πρακτορεῖα εἰς ὅλας τὰς προσεγγίσεις, διότι ἄλλως εἰς ποῖον θὰ παραδώσωσι τὸν ταχυδρομικὸν φάκελλον, τὸν ὁποῖον εἶναι ὑπόχρεως ἡ ἑταιρία διὰ τῆς συμβάσεως νὰ μεταφέρῃ; Πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἀντιπρόσωπος, ὅστις νὰ λαμβάνῃ τὸν φάκελλον καὶ τὸν παραδίδῃ. Ἐκτὸς τούτου, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ τὸ πρακτορεῖον, εἰς ποῖον θὰ παραδίδωνται τὰ ἐμπορεύματα, τὰ ὁποῖα ὑπόκεινται εἰς διαμετακόμισιν; Ἐὰν δὲν ὑπάρχωσι πρακτορεῖα, θὰ γείνωσι μεγάλαι καταχρήσεις λαθρεμπορίων. Καὶ ἂν λοιπὸν δὲν τὰ ψηφίσητε, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι τὰ πρακτορεῖα θὰ συστηθῶσι, διότι δὲν δύναται νὰ γείνῃ ἄλλως.
§141ΤΙΝΕΣ. Ὥστε εἶναι περιτταὶ αἱ διατάξεις.
§142Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Εἶναι καὶ συμφέρον δημόσιον, διότι ἠμπορεῖ νὰ μὴ ὑπάρξῃ ἓν μέρος, καὶ ἐντεῦθεν νὰ γείνωσι πολλαὶ καταχρήσεις. Πρέπει νὰ γνωρίζωμεν εἰς ποῖον νὰ παραδίδωμεν ἓν χρηματόδεμα ἢ τὸν ταχυδρομικὸν φάκελλον.
§143ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Εἰς τὰ πρακτορεῖα λοιπόν; Καὶ ὑπάρχει ἐμπιστοσύνη καὶ ἐγγύησις;
§144Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Σᾶς προκαλῶ νὰ μοὶ φέρητε σύμβασιν μίαν μόνον μὴ περιλαμβάνουσαν τοιαύτην διάταξιν. Ὅταν εὕρητε μίαν τοιαύτην σύμβασιν ὁπουδήποτε τοῦ κόσμου, δέχομαι τὴν ἰδέαν σας.
§145ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Θὰ σᾶς εὕρω, ὅταν μοῦ εὕρητε σεῖς μίαν περιλαμβάνουσαν τοιαύτην διάταξιν.
§146ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Σήμερον, ὅτε διερχόμεθα τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, ὑπενθυμίζω πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν τὴν ὑπόσχεσιν, ἣν ἔδωκεν εἰς ἡμᾶς χθές. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπεσχέθη χθές, ὅτι σήμερον κατὰ τὴν γʹ συζήτησιν θέλει ἐξηγήσει τὸ ὑπέρτερον συμφέρον τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει τὸν περιορισμὸν τοῦ ἄρθρου 3 καὶ 4 τοῦ νόμου εἰς τὴν ἀτμοκίνητον ναυτιλίαν.
§147ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν εἴπομεν τὸν λόγον δεκάκις ἕως τώρα.
§148ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους ὑπεβάλετε, δὲν ἔχουσι καμμίαν σημασίαν, εἶναι κενοί· ἐκτὸς ἐὰν τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ταχυδρομείου, περὶ ἧς εἶπε πρὸ μικροῦ ὁ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν ὑπουργός, θεωρεῖτε ὡς τὸ ὑπέρτατον συμφέρον τοῦ Κράτους, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ὀφείλομεν νὰ θέσωμεν τὸν περιορισμὸν εἰς τὴν ἐλευθέραν ἀκτοπλοΐαν. Εἴπετε, ὅτι θὰ δώσητε ἐξήγησιν, καὶ ἐξήγησιν δὲν ἤκουσα. Νομίζω, ὅτι ἐξακολουθεῖτε τὸ σύστημα τῆς ἀρνήσεως πάσης ἐξηγήσεως καὶ πάσης πληροφορίας.
§149ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Τὸν Ἰούνιον, Ἰούλιον καὶ Αὔγουστον ἦλθον εἰς συναγωνισμὸν τὰ ἀτμόπλοια, καὶ κατ’ ἀρχὰς ἠλάττωσαν τὸν ναῦλον διὰ τὴν τρίτην θέσιν. Τώρα ἐρωτῶ, ἠμποροῦν νὰ καταργήσωσι καθ’ ὁλοκληρίαν τὸν ναῦλον; τοῦτο πρέπει νὰ καθαρισθῇ, διὰ νὰ μὴ ἔχουν κατόπιν ἀγωγὰς κατὰ τοῦ δημοσίου.
§150ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Βέβαια, βέβαια.
§151ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἡ κατάργησις...
§152Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δύο λέξεις ἔχω νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἰσχυρισμὸν τὸν ὁποῖον ἔφερεν, ὅτι ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖα εἶναι τὰ πρακτορεῖα, διότι θὰ γίνηται δι’ αὐτῶν ἡ ταχυδρομικὴ ὑπηρεσία. Ἀλλὰ ἐρωτῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ποίαν ὑποχρέωσιν ἔχουσι τὰ ἀτμόπλοια τοῦ Α, Β. καὶ Γ. νὰ κάμουν τὴν ταχυδρομικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους; καμμίαν. Τὴν ταχυδρομικὴν ὑπηρεσίαν τὴν ἐκτελεῖ ἡ ἀτμοπλοϊκὴ ἑταιρία, ἡ ὁποία πληρώνεται ἀντὶ 660 χιλ. δραχ., καὶ δικαίως. Ὑποθέσατε, κ. Πρόεδρε, κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου, τὸ ὁποῖον ἔχετε, ὅτι, ἐὰν μεθαύριον καὶ σεῖς εἰς τὰ γεροντάματά σας (ἱλαρότης) θελήσητε νὰ μεταβῆτε εἰς τὰ Μέθανα διὰ τὰ λουτρά, κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου ὡς τὴν ὑποβάλλει ἡ Κυβέρνησις, ἡ ἑταιρία ὀφείλει νὰ ἔχῃ εἰς τὰ Μέθανα ἕνα πράκτορα. Νὰ κάμῃ τί; ποῦ νὰ τὸν εὕρῃ; μεθαύριον θὰ μεταβῆτε εἰς τὴν Φανερωμένην κατὰ τὴν ἑορτήν· διὰ νὰ παραλάβῃ τὸ ἀτμόπλοιον ἀπὸ τὴν Φανερωμένην τοὺς πανηγυριζομένους, οἵτινες μετέβησαν ἐκεῖ τὴν προηγουμένην ἡμέραν, εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπάρχῃ εἷς πράκτωρ διὰ νὰ δώσῃ εἰσιτήρια νὰ ἐπανέλθουν, ἐὰν δὲ γείνῃ παράβασις, τιμωρεῖται ἡ ἑταιρία μὲ πρόστιμον· αὐτὸ δὲν εἶναι σπουδαῖον. Ἐὰν τῷ ὄντι ἐπιβάλλεται ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τῆς ἑταιρίας καὶ τῶν συμφερόντων αὐτὴ ἡ ὑποχρέωσις τοῦ νὰ διορίζῃ πρακτορεῖα, ἂς τὰ διορίζῃ αὐτή, ἀλλ’ ἂς μένῃ ἐλευθέρα· δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἦναι ὑποχρεωμένη, διότι εἰς τὰ κέντρα, τὰ ὁποῖα ἔχουν ἀπόλυτον ἀνάγκην, θὰ διορίσουν· ἀλλὰ τί πρακτορεῖον νὰ διορίσῃ εἰς τὴν Βιτρινίτσα; Θὰ διορίσῃ κανένα ἀπὸ τὴν Ξυλοκαρυδιά, ὁ ὁποῖος θὰ ἔρχεται κάτω μὲ τὸν τορβᾶ, περιέχοντα τὰ ἀρχεῖα, νὰ δίδῃ εἰσιτήρια· αὐτὸ δὲν εἶναι βεβαίως σπουδαῖον. Ὑποθέσατε ὅτι παραδεχόμεθα τὴν πρότασιν τοῦ κ. Λάππα, τὴν ὁποίαν θεωρῶ τῳόντι καὶ σπουδαίαν καὶ δικαίαν, ἵνα προσεγγίζῃ τὸ ἀτμόπλοιον εἰς τὴν Ἀντίκυραν· ὑποθέσατε, ὅτι θὰ παραδεχθῶμεν τόσας ἄλλας τροπολογίας, τὰς ὁποίας ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν, καὶ ἄλλας αἱ ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν σήμερον. Πρὸς Θεοῦ, σᾶς ἐρωτῶ, εἶναι δυνατὸν ἓν ἀτμόπλοιον νὰ ἔχῃ εἰς ὅλα αὐτὰ τὰ μέρη πρακτορεῖα; εἶναι τὸ ἴδιον ὡς νὰ θέλητε νὰ χαρίσητε εἰς ἓν ἄτομον οἱονδήποτε 100 χιλ. λίρας, ἀλλὰ νὰ τὸ ὑποχρεώσητε τὸ ἄτομον αὐτὸ νὰ τὰς φορτωθῇ ὅλας διὰ μιᾶς εἰς τὸν ὦμόν του καὶ νὰ τὰς μεταφέρῃ εἰς τὴν οἰκίαν του· τὸ δῶρον εἶναι ἐντελῶς ἄδωρον. Ἐπιτρέπετε, λέγετε, τὴν ἐλευθέραν ἀκτοπλοΐαν· ἀλλ’ ἐπιτρέπετε ἐλευθέραν ἀκτοπλοΐαν διὰ τὴν ἀτμοκίνητον ναυτιλίαν, ὅταν θέτητε τοιούτους φραγμοὺς τόσον βαρεῖς, οἵτινες οὐδὲν ἄλλο ἀποτέλεσμα ἔχουσιν, εἰμὴ νὰ ἐμποδίσωσιν αὐτὴν τὴν ἀκτοπλοΐαν, ὑπὲρ τῆς ὁποίας φροντίζετε; Νομίζω λοιπὸν, ὅτι δὲν πρέπει οὔτε τὸ ὑπουργεῖον νὰ ἐπιμένῃ εἰς τοῦτο. Ὑποστηρίζει τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι αὐτὰ τὰ ἄρθρα δὲν ἐτέθησαν ὑπὲρ τῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας καὶ ὅπως ἐμποδισθῇ τῷ ὄντι ὁ συναγωνισμὸς καὶ ἡ ἐλευθέρα ἀκτοπλοΐα διὰ τῶν ἀτμοκινήτων· βλέπω δὲ, ὅτι βουλευταὶ ἀντιπροσωπεύοντες τὴν πλέον ναυτικωτέραν νῆσον, τὴν νῆσον τῶν Σπετσῶν, ἡ ὁποία σήμερον ἔχει καὶ ἀτμόπλοια, λέγουν, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη εἶναι εἷς φραγμὸς μεγάλος κατὰ τῆς ἀναπτύξεως τῆς ἀτμοκινήτου ἀκτοπλοΐας. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ ἐπιμένουν περισσότερον, καθόσον αὐτὸς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εἶπεν, ὅτι αὐτοὶ θὰ ὑποχρεωθοῦν νὰ ἔχουν πρακτορεῖα. Ἂς τοὺς ἀφήσωμεν λοιπὸν ἐλευθέρους.
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Λ. Μελετοπούλου βουλευτοῦ Αἰγιαλείας.
§154ΡΟΥΦΟΣ. Ἡ τροπολογία αὐτὴ ὑποστηρίζεται.
§155ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω ὑποτροπολογίαν νὰ προσεγγίζῃ καὶ εἰς Ἄμφισσαν.
§156ΡΟΥΦΟΣ. Πιστεύω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ φέρῃ ἀντίῤῥησιν· μάλιστα παρακαλῶ ν’ ἀναγνώσητε καὶ τὴν ἐπιστολὴν τοῦ κ. Μελετοπούλου.
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Αἰγίου, πάσχων, μοὶ ἀπέστειλε τὴν τροπολογίαν, ἣν ἀνεκοίνωσα εἰς τὴν Βουλήν.
§158ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ ζήτημα τῶν προσεγγίσεων δὲν ἠμπορεῖ νὰ λυθῇ ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἀνεξαρτήτως· πρέπει νὰ γείνῃ περὶ τούτου συνεννόησις καὶ μὲ τὴν ἑταιρίαν, ἂν δύναται νὰ δεχθῇ· ὥστε τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐξακολουθοῦμεν, μᾶς φέρει εἰς τὸ ἀτελεύτητον. Ἂς ὑποβληθοῦν αἱ τροπολογίαι περὶ προσεγγίσεων, ὅπως ἐξετασθῶσι· πρέπει δὲ νὰ γνωρίζωσιν οἱ κύριοι βουλευταὶ, ὅτι κατ’ ἀρχὴν δὲν θέλομεν, ἡμεῖς τουλάχιστον, δεχθῆ πλέον οὐδεμίαν τροπολογίαν προσεγγίσεως.
§159ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι γνωσταὶ αἱ ὑποβληθεῖσαι ἤδη τροπολογίαι, διότι ἐτυπώθησαν καὶ διενεμήθησαν. Θέλουν τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ καὶ ὅσαι αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὑπεβλήθησαν.
§161ΤΡΙΓΓΕΤΑΣ. Ἔχω καὶ ἐγὼ μίαν τροπολογίαν περὶ προσεγγίσεως εἰς τὴν Μεθώνην.
§162ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἐδόθη τοιαύτη τροπολογία.
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τροπολογίαν ἄλλος τις;
§164ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι. Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 6½.