1880.11.10
2.088 στίχοι · 16.658 λέξεις · 168 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 19
τῆς 10 Νοεμβρίου 1880.
Ὥρα 2¼ μ. μ.
Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐνεκρίθησαν.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Γρηγόριος Δεσποτόπουλος, παθὼν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ὡς διευθυντὴς τοῦ ἐν Τήνῳ Λοιμοκαθαρτηρίου, ζητεῖ σύνταξιν. Ὁ δὲ Ἀθανάσιος Νίκος, ἀγωνιστὴς, ζητεῖ μηνιαῖον βοήθημα. Αἱ ἀναφοραὶ αὗται θὰ σταλῶσιν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν. Παρακαλῶ τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην, ἵνα συνέλθῃ καὶ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν, αἵτινες παρεπέμφθησαν εἰς αὐτήν, διότι τὸ δικαίωμα τοῦ ἀναφέρεσθαι ὀφείλομεν ἡμεῖς πρὸ πάντων νὰ τὸ ἐκτιμῶμεν δεόντως. Ὁ βουλευτὴς κ. Συνοδινὸς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ περὶ στρατολογίας νόμου.
§2ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν.) Ἤδη, ὅτε συζητεῖται τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐλαττώσεως τοῦ χρόνου πρὸς προβιβασμὸν τῶν ὑπαξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ, νομίζω, ὅτι διὰ τροπολογίας τινὸς ἠδύνατο νὰ ἐπιτευχθῇ τοῦτο καὶ διὰ τὸ ναυτικόν, σὺν τῇ προσθήκῃ, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς ἰσχύει καὶ διὰ τοὺς προβιβασμοὺς τοῦ ὑποκελευστοῦ καὶ διόπου. Ἐπειδὴ ὅμως τινὲς ἰσχυρίζονται, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθόν, ὑποβάλλω νομοσχέδιον ἴδιον περὶ τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ.
§3ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἔχομεν ἀνάγκην ὑπαξιωματικῶν καὶ διὰ τὸ ναυτικόν;
§4ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Καὶ πολλῶν μάλιστα.—Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν ἕτερον νομοσχέδιον περὶ ἀποστράτων ἀξιωματικῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ διὰ τὰς ἐπερχομένας ἀνάγκας, ἄλλο περὶ συντάξεως τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τῶν πληρωμάτων, τῶν ἐν καιρῷ πολέμου προσληφθησομένων εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους ἀτμοπλοίων ἑλληνικῶν ἑταιριῶν καὶ ἱστιοφόρων πλοίων, καὶ ἄλλο περὶ διορισμοῦ ἐκτάκτων ἀξιωματικῶν τοῦ ναυτικοῦ καὶ τῶν πολεμικῶν πλοίων ἐν καιρῷ πολέμου. Ὑποβάλλω ὡσαύτως, συνεπῶς πρὸς τὸ νομοσχέδιον περὶ προσόντων τῶν μηχανικῶν, τὸν ἀριθμὸν αὐτῶν ἐν καιρῷ εἰρήνης καὶ περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἀναπληρώσεως αὐτῶν ἐν καιρῷ πολέμου. Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Τὸ περὶ ὀργανισμοῦ τῶν λιμενικῶν ἀρχῶν νομίζω, ὅτι, ἐπειδὴ συνεζητήθη εἰς τὴν αʹ καὶ βʹ ἀνάγνωσιν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, δύναται νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν γʹ συζήτησιν, διότι διῆλθε διὰ τῆς ἐπιτροπῆς.
§5ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, νὰ ἐξακολουθήσῃ εἰς τὴν γʹ συζήτησιν.
§6ΖΕΡΒΑΣ. Τὸ νομοσχέδιον περὶ συντάξεως τῶν λιμενικῶν ὑπαλλήλων, δὲν θὰ ἐγγραφῇ καὶ αὐτὸ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν;
§7ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Μάλιστα.
§8ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ἐπανέλθουν ὅλα αὐτὰ τὰ νομοσχέδια.....
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποῖα, κύριε ὑπουργέ, εἶναι τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἔμειναν ἐκκρεμῆ εἰς τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον;
§10ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δύο εἶπον ἐγὼ νὰ ἐγγραφῶσιν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, τὸ περὶ ὀργανισμοῦ τῶν λιμενικῶν ἀρχῶν καὶ τὸ περὶ συντάξεως τῶν ὑπαλλήλων.
§11ΖΕΡΒΑΣ. Τὸ περὶ συντάξεως νομοσχέδιον καταθέτω εἰς τὸ προεδρεῖον.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἠκούσατε λοιπόν. Νὰ τεθῶσιν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν;
§13ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§14Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Ναί, ὅλα τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἔμενον ἐκκρεμῆ εἰς τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον.
§15ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὅσα εἶναι εἰς γʹ συζήτησιν, καλὸν εἶναι νὰ ἐγγραφῶσιν.
§16Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Διὰ νὰ μὴ συμβαίνῃ, κ. Πρόεδρε, αὐτὴ ἡ ἀταξία καὶ ἀνωμαλία, καὶ ἔρχεται καθεὶς νὰ συντάττῃ ἡμερησίαν διάταξιν, καλὸν εἶναι τὸ ὑπουργεῖον νὰ κανονίσῃ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, διὰ νὰ προβαίνωμεν ἐν ὁμαλῇ καταστάσει· αὐτὸ εἶναι τὸ νόμιμον, διότι ἂν ἀφήσωμεν εἰς ἕκαστος νὰ κάμνῃ ἀπὸ μίαν ἡμερησίαν διάταξιν καθ’ ἡμέραν, θὰ ἔχωμεν μίαν συζήτησιν καθ’ ἑκάστην περὶ τῆς συντάξεως τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ὑπουργοὶ εἶναι παρόντες, καὶ ἂς κανονίσουν τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§18ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Εἶναι ἕτοιμα τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὑπεβάλομεν; Εἰργάσθησαν ἐπ’ αὐτῶν αἱ ἐπιτροπαί;
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν εἰργάσθη· μετ’ ὀλίγον θὰ φέρῃ τὴν ἔκθεσίν της. Ὑπολείπεται νὰ ἐργασθῶσιν αἱ δύο ἐπιτροπαὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ἐσωτερικῶν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐπιστρατείας.
§20ΡΟΥΦΟΣ. Ὑπεβλήθησαν καὶ νομοσχέδια περὶ πιστώσεων, ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν εἰργάσθη.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Χθὲς ἐτελείωσεν ἡ τύπωσις· ὁ κ. πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς εἰδοποιήθη νὰ καλέσῃ τὰ μέλη εἰς συνεδρίασιν.
§22ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀποστράτων ἀξιωματικῶν εἶναι εἰς γʹ. ἀνάγνωσιν ἀπὸ τῆς παρελθούσης συνόδου. Παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ ζητήσῃ νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καθόσον πολλοὶ ἐξ αὐτῶν δὲν θέλουσι νὰ πληρώνωνται καὶ νὰ μὴ ὑπηρετῶσιν.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἁρμοδία ἐπιτροπὴ ἔχει ἑτοίμην τὴν ἔκθεσίν της καὶ θὰ τὴν καταθέσῃ.
§24Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.) Συνεπείᾳ τῆς ἐπιθυμίας τοῦ κ. Λομβάρδου, καταθέτω σημείωσιν τῶν καθ’ ἑκάστην κατατάξεων τῶν ἐθελοντῶν, ἐπιστράτων καὶ τῶν διαφόρων κατηγοριῶν, περὶ ὧν διαλαμβάνει ὁ περὶ ἀπογραφῆς νόμος. Ἐντολῇ τοῦ Ὑπουργείου, καταθέτω τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ καταταχθέντος ὡς ὑπεραρίθμου ταγματάρχου Ἀλβανοῦ Ἐμὶν Κορτζιᾶ. Ὑποβάλλω ἐπίσης, κατὰ τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Φωτήλα, ὀνομαστικὸν κατάλογον τῶν θεωρηθέντων ὑπὸ τῆς ἀνωτάτης ὑγειονομικῆς ἐπιτροπῆς.
§25ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νὰ τυπωθῶσιν.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ λογιστικοῦ ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὸν προϋπολογισμὸν τῶν δαπανῶν τῆς Βουλῆς· θὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ.
§27ΦΙΛΗΜΩΝ. Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰν 125 ἐθελοντῶν Ἑλλήνων, μεταξὺ τῶν ὁποίων εἶναι καί τινες Ῥωμοῦνοι καὶ Ἰταλοί. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, ἐνδίδοντες εἰς τὸν ἐπικρατοῦντα ἐνθουσιασμὸν τῆς ἐγγραφῆς ἐθελοντῶν διὰ τὴν Ἑλλάδα, ἦλθον πρόθυμοι ἐνταῦθα καὶ μένουσι πρὸ πολλοῦ καιροῦ, ἀλλ’ οὔτε κατετάχθησαν, οὔτε τοῖς ἐδόθη ἡ παραμικροτέρα βοήθεια. Βεβαίως ἡ Κυβέρνησις, μὴ ἐνδίδουσα εἰς τὴν ἄμεσον κατάταξιν αὐτῶν, ἔχει λόγους σπουδαίους· οὐχ ἧττον ὅμως οἱ ἄνθρωποι οὗτοι περιφέρονται σήμερον εἰς τὰς ὁδοὺς, στερούμενοι τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου. Καλὸν καὶ δίκαιον εἶναι νὰ ληφθῇ μία ἀπόφασις ὑπὲρ αὐτῶν, καὶ ἢ νὰ καταταχθῶσιν ὁριστικῶς, ἢ ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει, ὅπερ ὅμως αὐτοὶ δὲν θέλουν, διότι προτιμοῦν νὰ καταταχθῶσι, νὰ τοῖς δοθῶσι τὰ ἔξοδα τῆς ἐπιστροφῆς εἰς τὸ μέρος ὅθεν ἦλθον.
§28ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν εἶναι κοινοβουλευτικὸν ἔργον αὐτό· ἀφήσατε τὴν Κυβέρνησιν νὰ κάμῃ ὅ,τι εἶναι νόμιμον.
§29ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν κατετάχθησαν οἱ πάσχοντες καὶ οἱ μὴ γνωρίζοντες τὴν ἑλληνικήν. Καὶ πρὸς ἐμὲ ἐγένοντο παράπονα Ῥωμούνων, εἰπόντων μοι, ὅτι, ἂν δὲν τοὺς κατατάξωμεν, νὰ τοὺς δώσωμεν τὰ ἔξοδα τῆς ἐπανόδου· τοὺς εἶπα, ὅτι ὅσοι γνωρίζουσι τὴν ἑλληνικὴν, θὰ καταταχθῶσιν. Εἰς τοὺς ἄλλους δίδομέν τι πρὸς συντήρησιν, ἕως οὗ ληφθῇ ὁριστικὴ ἀπόφασις. Διὰ νὰ φύγουν ὅμως 150 ἄνδρες, ἀπαιτοῦνται ἔξοδα χιλιάδων δραχμῶν. Ἄλλοτε ἡ Βουλὴ, νομίζω, κατ’ αἴτησίν μας παρεδέξατο, ὅτι δύνανται νὰ διορισθῶσι βουλευταὶ καὶ νὰ λάβωσιν ὑπηρεσίαν ἀμισθί. Ἰδοὺ τί λέγουν τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκει.) Ἡ Βουλὴ νομίζω, ὅτι τὴν γνώμην αὐτὴν θεωρεῖ ἰσχύουσαν.
§30Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Μόνον διὰ τοὺς στρατιωτικοὺς, καὶ νὰ μὴ ἔχωσι καὶ οὗτοι δικαίωμα συντάξεως κατὰ τὸν χρόνον τοῦτον.
§31ΠΟΛΛΟΙ. Βέβαια.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§33Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Ἐλύθη ὁριστικῶς τὸ ζήτημα αὐτό;
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν βλέπω ἀντίῤῥησιν.
§35ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Παρακαλῶ, κ. πρόεδρε, τὸν λόγον.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§37ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ἠξεύρετε, ὅτι ἡ πρότασις αὕτη ἀντίκειται εἰς ῥητὸν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, καὶ ἂν κατὰ τὰ 1878 ἡ βουλὴ ἔδωκε τὸ δικαίωμα τοῦτο, τὸ ἔδωκε μόνον διὰ τοὺς βουλευτὰς τοὺς ὑπαγομένους εἰς τὸν κλάδον τῶν στρατιωτικῶν, ἐνῷ σήμερον ὁ κ. πρωθυπουργὸς ζητεῖ νὰ ἐπεκτείνῃ τὸ μέτρον τοῦτο. Ὁ νομοθέτης, ὅταν τὸ Σύνταγμα ἐψηφίσθη, εἶχε λόγους ὧν ἕνεκα δὲν ἐπέτρεψεν οἱ βουλευταὶ νὰ λαμβάνωσιν ἄλλην τινὰ δημοσίαν θέσιν, καὶ τούτου ἕνεκεν δὲν ἐπιτρέπει εἰς τοὺς βουλευτὰς νὰ λαμβάνωσιν καὶ ἀντιμισθίαν, ἀλλὰ μόνον ἔξοδα μεταβάσεως. Πῶς θέλετε λοιπὸν σήμερον νὰ συνδυάσητε τὸ πνεῦμα τοῦτο τοῦ νομοθέτου μὲ τὴν ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν θέλει νὰ δώσῃ ἡ κυβέρνησις πρὸς βουλευτάς; ἐὰν δὲν ὑπῆρχον λόγοι σπουδαῖοι, ἐὰν ἡ ἱστορία δὲν ἀπεδείκνυεν, ὅτι αἱ τοιαῦται θέσεις ὄχι μόνον βλάπτουσιν αὐτὸν τὸν βουλευτήν, ἀλλὰ καὶ αὐτὸ τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα, δὲν ἤθελον ἀπαγορεύσει τὸ τοιοῦτον. Μοὶ φαίνεται, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι λίαν σπουδαῖον, καὶ ν’ ἀναβληθῇ καὶ νὰ προσδιορισθῇ ἡμέρα πρὸς συζήτησιν.
§38ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τὸ Σύνταγμα λέγει, ὅτι βουλευταὶ δὲν διορίζονται εἰς ἔμμισθον θέσιν. Ἤδη αἱ περιστάσεις εἶναι σοβαραὶ, καὶ δυνατὸν νὰ παρουσιασθῇ ἀνάγκη ἡ Κυβέρνησις νὰ προσλάβῃ ἀμισθὶ βουλευτὰς εἰς ὑπηρεσίαν ἄνευ δικαιώματός τινος. Τοῦτο ἐγένετο ἄλλοτε παραδεκτόν, τοῦτο ζητοῦμεν καὶ τώρα.
§39Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ βεβαιωθῶ, ὅτι οὐ μόνον ἀμισθὶ θὰ ὑπηρετήσωσιν οἱ βουλευταὶ οὗτοι, ἀλλ’ οὔτε τὰ ἔξοδα τῆς μεταβάσεως θὰ λάβωσιν. Τοῦτο πρέπει νὰ σημειωθῇ ῥητῶς εἰς τὰ πρακτικά.
§40ΠΕΤΟΥΣΗΣ. Ἐὰν τῳόντι πρόκηται νὰ περιορισθῶμεν μεταξὺ τῶν ἀξιωματικῶν, ἀνήκει εἰς αὐτοὺς νὰ λάβωσιν, ἂν θέλωσι, θέσιν τινά· ἐὰν δὲ πρόκηται νὰ δοθῇ θέσις εἰς πολιτικοὺς βουλευτὰς, ἡ Κυβέρνησις θὰ ἀδικήσῃ ἑαυτήν, ἐὰν θελήσῃ νὰ ἐπεκτείνῃ τοῦτο εἰς τοὺς πολιτικοὺς κύκλους, διότι ἐντεῦθεν θὰ γεννηθῶσιν ἄπειροι παρεξηγήσεις. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι διὰ τοῦτο πρέπει νὰ προσδιορισθῇ ἡμέρα πρὸς συζήτησιν.
§41ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Ἐπειδὴ ὁ κ. Πετσάλης ἀνέφερεν, ὅτι στηρίζεται εἰς τὴν ἱστορίαν ὡς πρὸς τὴν γνώμην του, ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν ἔντιμον ἐκ Μεσολογγίου βουλευτὴν, ὅστις εἶναι καὶ ἀρχηγὸς τῆς ἀντιπολιτεύσεως καὶ τοῦ ὁποίου ἡ γνώμη κατὰ συνέπειαν ἔχει μεγαλειτέραν βαρύτητα, νὰ εἴπῃ, ἐὰν ὁ Σὶρ Ἑῤῥῖκος Γούλφ, βουλευτὴς ὤν, δὲν ἔλαβεν ἀπὸ τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν ἐντολὴν νὰ μεταβῇ εἰς Κωνσταντινούπολιν καὶ ἐκεῖ νὰ λάβῃ μέρος εἰς μίαν ἐπιτροπὴν διεθνῆ.
§42ΤΙΝΕΣ. Ὁ Γκόσεν.
§43ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Καὶ ἐὰν ὁ κ. Goschen δὲν διωρίσθη πρέσβυς, βουλευτὴς ἔτι διατελῶν. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἡ ἱστορία δὲν ὑποστηρίζει τὸν ἔντιμον κ. Πετσάλην. Αὐτὸ μόνον λέγω.
§44ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Καλὸν ἤθελεν εἶσθαι, κύριε Πρόεδρε, νὰ προσδιορισθῇ ἡμέρα καθ’ ἣν νὰ γείνῃ ἡ συζήτησις, ὡς καὶ διὰ τῆς προηγουμένης μου ὁμιλίας ἐζήτησα· δὲν ἀγνοῶ, ὅτι ὁ Λαγιάρδος, ὁ Γκόσεν καὶ πολλοὶ ἄλλοι βουλευταὶ ἔλαβον ἀποστολὴν ἐξαιρετικὴν ὡς βουλευταί, ἀλλ’ ὅπως εἰς τὸ συνταγματικὸν ἐκεῖνο ἔθνος εἶναι συνταγματικὸν δικαίωμα, ὑποχρέωσις, νὰ παραιτῶνται οἱ βουλευταὶ γενόμενοι ὑπουργοὶ, καὶ νὰ γίνεται ἔκκλησις εἰς τὴν ἐπαρχίαν των, οὕτω καὶ ὁ νομοθέτης ἐδῶ, ὅταν ἐψηφίσθη τὸ Σύνταγμα, ἐζήτησεν, ὅπως οἱ βουλευταὶ μὴ λαμβάνωσι μισθόν, ἀλλ’ οὕτως εἰπεῖν, νὰ δίδεται μία ἀποζημίωσις τῶν ἐξόδων των. Ἵνα λοιπὸν ἀναπτυχθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ ἀπὸ πολοὺς ἄλλους συναδέλφους, οἵτινες ἔχουσι τυχὸν τὴν αὐτὴν μὲ ἐμὲ ἰδέαν, σᾶς παρακαλῶ νὰ προσδιορισθῇ ἡμέρα καθ’ ἣν νὰ συζητηθῇ τὸ ζήτημα, καὶ τότε θέλει εὑρεθῆ τί καλὸν καὶ τί κακὸν δύναται νὰ προέλθῃ ἐκ τούτου τοῦ συνταγματικοῦ μέτρου.
§45ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἤκουσα μετὰ προσοχῆς τοῦ κ. Κασιμάτη ὁμιλοῦντος περὶ τῶν ἀγγλικῶν ἐθίμων, ἀλλὰ τοῦτο ποσῶς δὲν ἐνδιαφέρει ἡμᾶς, οὔτε ἡ πρότασις, ὅπως ἐτέθη ἐκ μέρους τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ, δύναται νὰ γείνῃ ἀντικείμενον συζητήσεως, διότι, ἐὰν μὲν ἡ ὑπηρεσία αὕτη τὴν ὁποίαν μία Κυβέρνησις θέλει ἀναθέσει εἰς ἓν οἱονδήποτε πρόσωπον, καθ’ ὃν τρόπον εἶπον, ἤθελεν εἶναι ἀντισυνταγματική, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦναι ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, δὲν δύναται ν’ ἀνατρέψῃ τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος. Ἐὰν δὲ δὲν ἦναι, τὸ ὑπουργεῖον δύναται νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀποστολὴν τοιούτων προσώπων. Καὶ βεβαίως, κ. Πρόεδρε ἐν οἷαις εὑρισκόμεθα σήμερον περιστάσεσιν, οἱαδήποτε κυβέρνησις θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προσφύγῃ εἰς τὴν συνδρομὴν πολλῶν τῶν κ. βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ προσφέρωσι τὰς ὑπηρεσίας των εἰς τὴν πατρίδα καὶ τὴν Κυβέρνησιν. Νομίζω λοιπόν, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ποσῶς ἀντικείμενον συζητήσεως· ἡ κυβέρνησις, ὅταν εὑρεθῇ εἰς παρομοίας περιστάσεις, δύναται νὰ ἐνεργήσῃ καὶ ν’ ἀναλάβῃ ὑπὸ ἰδίαν της εὐθύνην τὰ περὶ τούτου· ὅλη ἡ ἄλλη συζήτησις, ἡ ὁποία γίνεται ἐνταῦθα, εἶναι, νομίζω, ἐντελῶς περιττή.
§46Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Τοσοῦτον δὲ περισσότερον, κ. Πρόεδρε, αὐτοὶ οἱ ἴδιοι ἀξιότιμοι Βουλευταὶ, οἱ ὁποῖοι θ’ ἀναδεχθῶσι μίαν ὑπηρεσίαν πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ τόπου, νομίζω, ὅτι θὰ ἔχουν τὴν ἀπόφασιν, ὑπηρετοῦντες τὸν τόπον, νὰ χάσωσι καὶ ἐκ τῆς ἰδίας των περιουσίας. Παρακαλῶ λοιπὸν, κ. Πρόεδρε, νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ, ὅτι οἱ ἀναδεχόμενοι τοιαύτην ἀποστολὴν Βουλευταὶ, δὲν δύνανται νὰ λάβωσιν οὔτε ἓν λεπτόν.
§47Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Οὐδεὶς ἐκ τῶν κυρίων Βουλευτῶν σκέπτεται περὶ λεπτῶν. Αὐτὸ ἐγὼ ἀπαντῶ εἰς τὸν κ. Ῥοῦφον· ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι, ὅταν πρόκηται περὶ τῶν συναδέλφων του, νὰ μὴ κάμνῃ λόγον περὶ λεπτῶν, διότι οἱ περισσότεροι ἐξ αὐτῶν τὰ περιφρονοῦν τὰ χρήματα.
§48Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε διὰ τὴν παρεξήγησιν· νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἀξιοπρεπὲς διὰ τὴν Βουλὴν νὰ καθιερωθῇ ἓν τοιοῦτον προηγούμενον· καὶ χάριν τῆς τιμῆς τῶν κ. Βουλευτῶν λέγω, ὅτι... (Θόρυβος.)
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε, κύριοι, παρακαλῶ.
§50Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Χάριν τῆς τιμῆς τῶν κυρίων Βουλευτῶν, πρὸς ἀποφυγὴν παρεξηγήσεων, νὰ σημειωθῇ αὐτὸ εἰς τὰ Πρακτικά.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ γνώμη σας αὐτὴ θὰ σημειωθῇ.—Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ διαφόρων στρατιωτικῶν νομοσχεδίων. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. Τρίτη συζήτησις περὶ χρόνου πρὸς προβιβασμὸν εἰς τοὺς βαθμοὺς δεκανέως καὶ λοχίου. (Ἀναγινώσκεται.) Ἐπὶ τούτου ὑπάρχει τροπολογία τῆς ἐπιτροπῆς· «ὡσαύτως περιορίζεται εἰς τὸ ἥμισυ ὁ χρόνος τῶν παρὰ ξένοις στρατοῖς ἀδείᾳ τοῦ Βασιλέως ὑπηρετούντων, δυνάμει τοῦ νόμου ΞΨΗʹ.»
§53ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐπειδὴ εἶμαι εἰσηγητὴς, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε τὸν λόγον. Ὑπάρχουσι καί τινες Ἕλληνες νέοι εἰς τοὺς εὐρωπαϊκοὺς στρατούς, οἵτινες ἀπεπεράτωσαν τὰς σπουδάς των εἰς τὰς στρατιωτικὰς σχολὰς τοῦ Βελγίου καὶ τῆς Γαλλίας, εἶναι δὲ προωρισμένοι, ἐπανερχόμενοι, νὰ καταταχθῶσιν εἰς τὸν στρατόν.
§54Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.) Δὲν εἶναι ὑποχρεωτικὸν διὰ τὴν Κυβέρνησιν.
§55ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Δὲν εἶναι ὑποχρεωτικόν, τὸ γνωρίζω· ἐπειδὴ ὅμως σήμερον ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἠναγκάσθη νὰ ἐπαναφέρῃ τοὺς ἀποστράτους, ἕνεκα ἀπολύτου ἀνάγκης, τοὺς μαθητὰς τῆς ἑβδόμης τάξεως τῆς Στρατιωτικῆς σχολῆς, καὶ εἶναι ἠναγκασμένος μετὰ τρεῖς μῆνας νὰ φέρῃ καὶ τοὺς τῆς ἕκτης τάξεως, ἡ ἐπιτροπὴ ἐνόμισε καθῆκόν της, ἀξιωματικοὺς ἀποπερατώσαντας τὰς σπουδάς των εἰς ξένας σχολὰς καὶ ὑπηρετοῦντας εἰς ξένον στρατὸν, νὰ τοὺς λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, καὶ συνεπῶς ἔφερε τὴν τροπολογίαν.
§56Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριοι, ἐπὶ τῆς τροπολογίας τῆς ὑποβληθείσης κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν ἔλαβον τὸν λόγον ὁ μὲν κ. Δημητρακάκης κατά, ὁ δὲ κ. Στάϊκος ὡμίλησεν, ὡς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, ὑπέρ. Ὁ κ. Δημητρακάκης ἠπόρησεν ἐν μέρει διατί ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐδέχθη καὶ δὲν ἀπέῤῥιψεν ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς τὴν ὑποβληθεῖσαν τροπολογίαν, ὁ δὲ κ. Στάϊκος εἶπεν, ὅτι ἐν γένει τὰ νομοσχέδια τῶν ὑπουργῶν δὲν φέρουσι τὸν τύπον τοῦ ἀναμαρτήτου, καὶ συνεπῶς ἡ ἐπιτροπὴ ἐνόμισεν ὀρθὸν νὰ συμπληρώσῃ ἓν κενόν. Δὲν γνωρίζω ποῖοι λόγοι ὑπηγόρευσαν τὴν τροπολογίαν ταύτην, καὶ ἂν τοὺς γνωρίζω, δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ τοὺς εἴπω ἀπὸ τοῦ βήματος. Ὅ,τι εἶπον, κύριοι, καὶ ἐπιμένω φρονῶν εἶναι, ὅτι εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δὲν ὑπάρχει θέσις διὰ τοιαύτην ἰδέαν, καὶ πρὸ ὀλίγου, κύριοι, εἴδατε τί εἶπεν ὁ ἔντιμος ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὅστις, θελήσας νὰ συνεχίσῃ τὸν χρόνον τῆς ὑπηρεσίας τῶν ὑποκελευστῶν καὶ ναυκλήρων πρὸς τοὺς δεκανεῖς καὶ λοχίας, ἠναγκάσθη νὰ φέρῃ εἰδικὸν νομοσχέδιον. Διὰ τοῦτο, νομίζω, κύριοι, ὅτι ἡ ἰδέα αὐτὴ δὲν ἔχει θέσιν ἐνταῦθα· δύναται νὰ ἦναι ἀσπαστή, εἰς τὰς σημερινὰς περιστάσεις ἴσως εἶναι ὑποχρεωτική, ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ὅμως νόμου, νομίζω, ὅτι δὲν δύναται νὰ τεθῇ.
§57ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Δὲν ἔχω, κύριοι, ν’ ἀντείπω εἰς ὅσα εἶπεν ὁ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὑπουργός, ἂν πρόκηται νὰ εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον, βάσιν ἔχον τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς. Ἀλλ’ ὁ κ. ὑπουργὸς, νομίζω, ὅτι ἠδίκησε τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, τὰ ὁποῖα ὑπέγραψαν τὴν περὶ ἧς ὁ λόγος τροπολογίαν, ἠδίκησε, τὸ ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν, διότι μᾶς ὀνόμασε, φαίνεται, ὄργανα προσωπικῶν ὀρέξεων,
§58ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐπιθυμῶ ν’ ἀπαντήσω εἰς τὸν ἔντιμον ἰδιαίτερον συνάδελφον καὶ ἀξιότιμον βουλευτὴν, ὅτι ὅ,τι εἶπον, τὸ ἠρύσθην ἀπὸ τὴν ἰδέαν τοῦ κ. Δημητρακάκη, ὁ ὁποῖος, ἐὰν λάβητε τὸν κόπον νὰ ἴδητε τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ, ὑποδεικνύει ἰδέας, τὰς ὁποίας οὔτε ἀπεδέχθην οὔτε ἐξετίμησα. Εἶπον καὶ προηγουμένως, ὅτι ἡ ἰδέα τῆς ἐπιτροπῆς εἶναι ἀσπαστὴ καὶ ὑποχρεωτικὴ εἰς τὰς σημερινὰς περιστάσεις, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ εἰσέλθῃ ὡς νομοσχέδιον, οὗτινος σκοπὸς εἶναι ἡ μείωσις τοῦ χρόνου εἰς τὸ ἥμισυ τῶν δεκανέων καὶ λοχιῶν, καὶ ἀφ’ οὗ πρὸ ὀλίγων στιγμῶν ὁ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ὑπέβαλεν ἰδιαίτερον νόμον διὰ τοὺς ὑπαξιωματικοὺς καὶ κελευστὰς· ὥστε δὲν ἠθέλησα νὰ ἀποδώσω εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καμμίαν πλαγίαν σκέψιν.
§59ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ εἶναι σύμφωνος, καθόσον ἀφορᾷ τὴν ἀρχήν· ἡ διαφορὰ ὅμως εἶναι, ἂν ἡ τροπολογία ἔχῃ χώραν εἰς τὸ νομοσχέδιον ἢ ἂν πρέπῃ νὰ εἰσαχθῇ εἰδικὸς νόμος. Ἐγὼ ἀσπάζομαι τὴν γνώμην τοῦ κ. ὑπουργοῦ· ἐὰν πράγματι ὑπάρχῃ ἀνάγκη νὰ ἐλαττωθῇ ὁ χρόνος τῆς ὑπηρεσίας, καὶ πρόκηται νὰ εἰσαχθῇ νέος νόμος, πρέπει νὰ ληφθῇ γενικὸν μέτρον, καὶ οὐχὶ ὅπως διετύπωσεν ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ πιστεύω, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς θέλει φροντίσει νὰ εἰσαχθῇ τοιοῦτον νομοσχέδιον.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς τροπολογίας.
§62ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Τὸ κατ’ ἐμὲ, τὴν ἀποσύρω.
§63ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ ὑποστηρίζω τὴν τροπολογίαν καὶ παρακαλῶ νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή. Ἀπαντῶν δὲ εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. ὑπουργὸν καὶ πρὸς τὸν κύριον βουλευτὴν Λακεδαίμονος, ὅστις εἶπεν, ὅτι μετ’ ἐνθουσιασμοῦ ἡ ἐπιτροπὴ ἐζήτησε νὰ ἐπαναφέρῃ εἰς τὸν στρατὸν τοὺς ἐν ταῖς ξέναις σχολαῖς σπουδάζοντας, λέγω, ὅτι τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς οὐδόλως ἐσκέφθησαν πρὸς ἱκανοποίησιν προσωπικῶν συμφερόντων. Τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς εὑρισκόμενα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ παραδεχθῶσι τὴν ἐπάνοδον εἰς τὸν στρατὸν τῶν ἀποστράτων, γνωρίζοντα, ὅτι ἐντὸς μικροῦ διαστήματος κατετάχθησαν 18 ἀνθυπασπισταί, σκεφθέντα, ὅτι μετὰ τρεῖς μῆνας ἴσως ὅλοι οἱ ὑπαξιωματικοὶ θὰ γείνουν ἀξιωματικοὶ, ἐθεώρησαν ὀρθὸν νὰ φέρωσιν εἰς τὴν ψήφισιν τῆς Βουλῆς τὴν τροπολογίαν ταύτην, ἐν ᾗ λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν ἀξιωματικοὶ ἀποπερατώσαντες τὰς σπουδάς των, καὶ οἱ ὁποῖοι θὰ ἦναι ἴσως ἱκανώτεροι τῶν ἐκ τῆς σχολῆς ἐξερχομένων. Δὲν πρόκειται περὶ ἀπονομῆς βαθμοῦ, ἀλλὰ μόνον περὶ κατατάξεως.
§64ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Κύριοι βουλευταὶ, ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Ἠλείας, ὁ προλαλήσας, εἶπεν, ὅτι ἐπίκειται ἀνάγκη νὰ γείνουν προβιβασμοὶ ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν. Τοῦτο δὲν τὸ φιλονεικῶ· ἐπὶ τοῦ παρόντος ὅμως ἐθεώρησεν ἡ ὑπηρεσία ἀναγκαῖον τὸν προβιβασμὸν τῶν ὑπαξιωματικῶν, διότι ἔχει ἀπόλυτον ἀνάγκην πρὸς ἐκγύμνασιν τοῦ στρατοῦ. Ἂν ἔχῃ ἀνάγκην κατόπιν προβιβασμοῦ ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν, δύναται νὰ ὑποβάλῃ νόμον, ὡς ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καλῶς ἐξέθηκεν. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ προλαλήσας ἐκάκισεν ἐμὲ ὡς ὑποπτεύσαντα τὴν ἔντιμον ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν, καὶ εἶπεν, ὅτι ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἐνθουσιαστικῶς ἐζήτησε νὰ ἔλθουν ἀξιωματικοὶ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, οἱ ὁποῖοι ἔχουν φιλοτιμίαν....... Ἀλλὰ, κύριοι, διατί νὰ μὴ ληφθοῦν ὑπ’ ὄψιν οἱ ὑπηρετοῦντες εἰς τὸν στρατὸν τῆς Ἑλλάδος ἀξιωματικοί; αὐτοὶ δὲν ἔχουν φιλοτιμίαν;
§65ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τὸ ζήτημα ἔλαβε διαστάσεις, ὧν δὲν ἦτο ἄξιον. Ἂν δὲν ἀπατῶμαι, πρόκειται μόνον περὶ δύο νέων σπουδαζόντων ἐν Εὐρώπῃ, οἵτινες κατετάχθησαν εἰς τὸν ἐκεῖ στρατὸν διὰ ἓξ μῆνας· μετὰ παρέλευσιν τοῦ χρόνου τούτου θὰ ἔλθωσιν ἐνταῦθα, ἡ Κυβέρνησις θὰ τοὺς ὑποβάλῃ εἰς ἐξετάσεις καὶ θὰ τοὺς κάμῃ ἀνθυπολοχαγούς. Αὐτοὶ οἱ νέοι διατρέχουν ἤδη τὸν πέμπτον μῆνα, ὥστε δὲν πρόκειται περὶ τούτων νὰ ἐλαττωθῇ ὁ χρόνος, διότι αὐτοὶ διήνυσαν ὁλόκληρον σχεδὸν τοῦτον. Ὅταν ἐπανέλθουν θὰ ἐξετασθῶσι, καὶ ἂν κριθῶσιν ἄξιοι, θὰ λάβωσι τὴν θέσιν των.
§66ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἐλησμόνησεν ὑπάρχοντα νόμον. Ὑπάρχει νόμος εἰδικὸς, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιτρέπεται διὰ Β. Διατάγματος νὰ ἐκπαιδεύωνται εἰς τοὺς στρατοὺς τῆς Εὐρώπης νέοι, ὅπου ἀποκτῶσι τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ· αὐτοὶ μετὰ ὑπηρεσίαν ἑξάμηνον, ἐπανερχόμενοι εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ὀνομασθῶσιν ἀξιωματικοί· δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τοὺς περιφρονήσῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ νὰ εἴπῃ, ἂν θέλω σᾶς κάμνω. Ἀποκτῶσι δικαίωμα νὰ διορισθῶσι. Πέρυσιν ἦλθον δύο νέοι εἰς τὸ ἱππικόν· τοὺς ὠνόμασαν ἀνθυπασπιστὰς κατὰ παράβασιν τοῦ νόμου, ἐγὼ δὲ εἶπον εἰς αὐτοὺς νὰ παραιτηθῶσι, καὶ τὴν ἄλλην ἡμέραν νὰ τοὺς κάμω ἀξιωματικούς· ἀλλὰ δὲν ἐδέχθησαν.
§67Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Κύριοι, ἐκ παρεννοήσεως ἁπλῆς ἐξετροχιάσθη τὸ ζήτημα καὶ προεκλήθη συζήτησις ἄσκοπος· οὔτε ὁ ἀξιότιμος κ. Δημητρακάκης εἶχε δίκαιον, ὅτε ἔλεγεν, ὅτι ἐξ ἐνθουσιασμοῦ ἡ ἐπιτροπὴ εἰσήγαγε τὴν τροπολογίαν, οὔτε ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς εἶχε δίκαιον, ὅταν προέτεινε τὴν μὴ συζήτησιν τῆς προκειμένης τροπολογίας, διότι πρὸ ὀλίγου ἀπεῤῥίφθη πρότασις τοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργοῦ, ὅστις προσήγαγε νόμον ὅμοιον διὰ τὸν στρατὸν τῆς θαλάσσης. Δὲν εἶχε δίκαιον ὁ κ. Δημητρακάκης, καὶ τοὺς λόγους σᾶς ἐξέθηκε πρὸ ὀλίγου ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἠλείας συνάδελφος. Ἡ ἐπιτροπὴ εἶναι ἐντὸς τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ἡ Βουλὴ τῆς Ἑλλάδος εἶχε ψηφίσει, τοῦ νὰ δύνανται νέοι, ἐκπαιδευόμενοι εἰς εὐρωπαϊκὰ στρατιωτικὰ σχολεῖα καὶ ἔχοντες διπλώματα τῶν σπουδῶν των μετὰ ὑπηρεσίας ἐν τῷ ἐνεργῷ στρατῷ ἑξαμήνου, νὰ ἔρχωνται εἰς τὴν Ἑλλάδα φέροντες μεθ’ ἑαυτῶν καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ δύνανται, ἂν ἡ Κυβέρνησις θέλῃ καὶ ἔχῃ ἀνάγκην, νὰ κατατάσσωνται ὡς ἀξιωματικοὶ μὲ τοὺς ἰδίους βαθμούς. Μόνη διαφορὰ ἤδη εἶναι, ὅτι, ἀντὶ τοῦ ἑξαμήνου διαστήματος, προτείνεται τὸ ἥμισυ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς σᾶς εἶπεν, ὅτι πρόκειται περὶ δύο νέων μόνον· διὰ νὰ μὴ κρυβώμεθα ὄπισθεν τοῦ δακτύλου μας, πάντες οἱ νόμοι ψηφίζονται καὶ ἐφαρμόζονται ἐπὶ προσώπων· πρόκειται βεβαίως περὶ δύο νέων, οἱ ὁποῖοι βεβαίως δὲν θ’ ἀτιμάσωσι τὸν Ἑλλην. στρατόν. Οὗτοι ἐντὸς τοῦ νόμου ἀπέκτησαν τὸ δικαίωμα καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ γείνῃ οὔτε τόσος θόρυβος οὔτε τόσος πάταγος. Παρατηρῶ δὲ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτιωτικῶν, ὅτι δὲν εἶχε δίκαιον νὰ μᾶς παραπέμψῃ εἰς τὴν ἀπόῤῥιψιν τῆς τροπολογίας τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, διότι ἐνταῦθα πρόκειται περὶ διατάξεων νόμου τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς, ἐκεῖ δὲ περὶ τῆς θαλάσσης καὶ δὲν δύναται νὰ χωρέσῃ ἐν τῷ ἰδίῳ νόμῳ. Ὥστε οὔτε ὁ κ. Δημητρακάκης, οὔτε ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶχε δίκαιον.
§68ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μοῦ φαίνεται, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει πληρέστατον δίκαιον μεθ’ ὅσα ἀνέπτυξαν τ’ ἀξιότιμα μέλη τῆς ἐπιτροπῆς· παρατηρῶ, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἢ πᾶς βουλευτὴς, εἴτε καὶ ὁ Ὑπουργὸς, ἔπρεπε νὰ φέρουν τροπολογίαν εἰς τὸ ἄρθρον τοῦ νόμου ΞΨΗʹ, τὸ ὁποῖον ἔχει τὴν ῥήτραν περὶ τῆς ὁποίας ἐγένετο λόγος, καὶ δὲν ἔπρεπε τροπολογία, ἀνήκουσα εἰς ἐκεῖνον τὸν νόμον, νὰ ζητηθῇ νὰ τεθῇ εἰς τὸν ὑποβαλλόμενον αὐτὴν τὴν στιγμὴν, διότι ἐρχομένης τῆς τροπολογίας εἰς τὸν νόμον ἐκεῖνον καὶ γινομένης τῆς δεούσης ἀναπτύξεως, ἕκαστος τῶν βουλευτῶν θὰ ἐγνώριζε περὶ τίνος πρόκειται καὶ περὶ τίνος θὰ ψηφίσῃ, ἐνῷ ἤδη δὲν γνωρίζομεν τίποτε. Παρατηρῶ δὲ εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Βαλτινὸν, ὅτι διὰ τῆς προτάσεώς του κάμνει μίαν ἀδικίαν· δὲν εἶμαι ἐναντίος, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἔλθουν οἱ νέοι καὶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ καταταχθῶσι μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ· ἀλλ’ ἰδοὺ τὸ ἄδικον, οἱ νέοι οἱ ὁποῖοι ἦλθον πέρυσι καὶ οἱ ὁποῖοι κατετάχθησαν ὡς ἀνθυπασπισταὶ ἔχουν πλειοτέραν ὑπηρεσίαν, καὶ ἐν ᾧ ὑπηρετοῦσι δύο ἔτη εἰς τὸν Ἑλληνικὸν στρατὸν, μένουν ἀνθυπασπισταὶ, ἐν ᾧ φέρετε τοὺς ἄλλους καὶ τοὺς κάμνετε ἀνθυπολοχαγούς. Συμφωνῶ πληρέστατα μὲ τὴν ἰδέαν καὶ τὴν πρόθεσιν τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν· ἂν ἦναι ἀνάγκη, καὶ εἶναι, πρέπει νὰ ἔλθῃ τροπολογία εἰς τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ νόμου ΞΦΗ τοῦ 1864, ὅπως διορθωθῇ καὶ αὐτό· ἐδῶ δὲ δὲν ἔχει χώραν τοιοῦτον ἄρθρον.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μένει λοιπὸν τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει.
§70ΤΙΝΕΣ. Ἐρωτήσατε τὴν βουλὴν περὶ τῆς τροπολογίας.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τῆς ἐπιτροπῆς παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι.) Ἡ βουλὴ δὲν παρεδέχθη. (Κατόπιν ἡ βουλὴ παρεδέχθη τὸ ἄρθρον, εἶτα δὲ καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.)
§72ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Δὲν ἐννοῶ, κύριε πρωθυπουργὲ, νὰ φέρω καμμίαν δυσκολίαν εἰς τὸ μέτρον τῆς Κυβερνήσεως. Ὅλος ὁ ἑλληνισμὸς σήμερον ἀτενίζει εἰς τὴν Κυβέρνησιν μὲ ὄμμα πλῆρες ἐπιθυμίας νὰ γείνῃ ἡ μεγαλειτέρα ἐνέργεια, ἵνα ἐπιτευχθῇ τὸ ποθούμενον. Εἶναι περιττὸν νὰ κάμω νέαν ἀνάπτυξιν· ἐπιθυμῶ μόνον νὰ συμβιβάσω τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως μὲ τὴν νομιμότητα. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν φρονεῖ, ὅτι ὁ στρατιωτικὸς ὀργανισμὸς ὡς ἐψηφίσθη τὸ παρελθὸν ἔτος ἦτο ἀτελὴς, καὶ ζητεῖ τώρα ἀπὸ τὴν Βουλὴν τὴν συμπλήρωσιν αὐτοῦ· φρονεῖ, ὅτι ἐγένετο πρόνοια περὶ τοῦ στρατοῦ καὶ οὐχὶ περὶ τοῦ ναυτικοῦ. Ζητεῖ λοιπὸν παρ’ ἡμῶν νὰ ψηφίσωμεν ἓν ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ἀντιστοιχεῖ πρὸς τὸ 15 ἄρθρον τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Ἐνταῦθα ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, διότι ἡ ψήφισις τοῦ ἄρθρου, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλει τὸ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργεῖον, ἔρχεται ν’ ἀνανεώσῃ μίαν περίπτωσιν, ἡ ὁποία θὰ γεννήσῃ τὰ αὐτὰ ζητήματα, ἅτινα ἐγεννήθησαν πρὸ μικροῦ κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον. Δυστυχῶς ἐπικρατεῖ παρ’ ἡμῖν πρόληψις, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ διαρκὴς, διότι φρονοῦμεν, ὅτι ὅσα ἐψηφίσαμεν περὶ στρατοῦ κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασσαν εἶναι ἰσχυρά· ἀπέναντι ὅμως τῆς διατάξεως τοῦ 60 ἄρθρ. τοῦ πολιτεύματος εἶναι μηδὲν, διότι τὸ ἑξηκοστὸν ἄρθρ. (60) λέγει ῥητῶς, ὅτι ἡ Βουλὴ κατ’ ἔτος ψηφίζει τὸν προσδιορισμὸν τῆς δυνάμεως κατὰ ξηρὰν καὶ κατὰ θάλασσαν, τὴν στρατολογίαν καὶ ναυτολογίαν καὶ τὸν προϋπολογισμὸν, δὲν ψηφίζει δὲ περὶ τοῦ ἀπολογισμοῦ, ἀλλ’ ἀποφασίζει. Πᾶν ὅ,τι ἀντίκειται λοιπὸν εἰς αὐτὴν τὴν διάταξιν, εἶναι ἄκυρον. Τοῦτο εἶναι καθαρώτατον. Θέλουν ἡ διάταξις τοῦ 15 ἄρθρου, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσαμεν, νὰ ἰσχύῃ καὶ διὰ τὴν ναυτολογίαν. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν, ἀφοῦ ὁ νόμος λέγει ῥητῶς, ὅτι κατ’ ἔτος ἡ Βουλὴ ψηφίζει τὴν στρατολογίαν καὶ ναυτολογίαν. Τὸ νομοσχέδιον λοιπὸν εἶναι κενὸν ἐννοίας, ἂν πρόκηται περὶ τοῦ ἰδίου ἔτους· ἂν δὲ πρόκηται περὶ τοῦ ἐπιόντος, ἡ διάταξίς του εἶναι ὅλως διόλου ἄκυρος. Διατί ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς δὲν φέρει ἓν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ν’ αὐξάνῃ τὴν δύναμιν κατὰ θάλασσαν ἀμέσως; διατί θέλει νὰ προβλέψῃ περὶ τοῦ μέλλοντος; Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν καμμίαν ἀνάγκην. Ὁ στρατολογικὸς νόμος τοῦ 1878 εἶναι ἀνύπαρκτον πρᾶγμα. Ὅστις θέλει νὰ στρατολογήσῃ ἀπὸ τοὺς καταλόγους τοῦ 1878, παραβαίνει τὸ σύνταγμα. Μὴ νομίζετε, ὅτι ἐπιτρέπονται αὐτοὶ οἱ ὀργανισμοὶ ἀλλοῦ.
§73ΜΟΝΤΕΣΑΝΤΟΣ.....
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§75ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Ἀφοῦ ὁ προϊστάμενός σας δίδει προσοχὴν εἰς ὅσα λέγω, ἔπρεπε νὰ μιμῆσθε τὸ παράδειγμά του.
§76ΜΟΝΤΕΣΑΝΤΟΣ. Δὲν ἔχω προϊστάμενον.
§77ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Ἔχω ἐγὼ τὸν νόμον, καὶ τὸν πιστότερον ἐφαρμόζοντα αὐτόν. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν δὲν ὑπάρχει ἡ δέσμευσις, ἥτις ὑπάρχει παρ’ ἡμῖν καὶ τοῖς ἄλλοις ἔθνεσι· διότι, ὡς πολλάκις εἴπομεν, αἱ ἀγγλικαὶ Βουλαὶ εἶναι συντακτικαί. Ἡμεῖς ἔχομεν πολίτευμα, ὑπὸ τὸ ὁποῖον πρέπει ὅλοι νὰ κύπιωμεν· ἄρα οἱ νόμοι τῆς Βουλῆς εἶναι νόμοι κείμενοι ὑπὸ βαρύτερον νόμον, leges sub graviori lege. Ἄλλως τε πάντες ὁμολογοῦσιν, ὅτι πρέπει νὰ γνωρίζῃ ἡ Βουλὴ μέχρι τίνος βαθμοῦ πρέπει νὰ προχωρήσῃ ἡ στρατολογία ἢ ναυτολογία. Ἐν Ἀγγλίᾳ «διὰ ψηφίσματος ἐτησίου (λέγει ὁ ἑρμηνεύων τοὺς ἀγγλικοὺς νόμους Stephen) καὶ ἐν καιρῷ πολέμου καὶ ἐν καιρῷ εἰρήνης ψηφιζομένου ὑπὸ τῶν Βουλῶν, ἐξουσιοδοτεῖται ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία νὰ διατηρῇ στρατὸν, ὅστις αὐτοδικαίως διαλύεται μετὰ τὸ τέλος τοῦ ἔτους, ἐὰν μὴ ψηφίσωσι τὴν διατήρησιν αὐτοῦ αἱ Βουλαί. Διὰ τοῦ ἐτησίου τούτου ψηφίσματος, ὃ καλεῖται νόμος περὶ στασιασμῶν, λαμβάνεται πρόνοια περὶ τοῦ τρόπου τῆς στρατολογίας, τῆς μισθοδοσίας αὐτοῦ, καὶ τῶν παρὰ ξενοδόχοις καὶ τροφοδόταις καταλυμάτων αὐτοῦ ἐν ἀνάγκῃ. Ἐν τῷ αὐτῷ ψηφίσματι περιλαμβάνονται διατάξεις κανονίζουσαι τὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ. Διὰ τῶν διατάξεων τούτων ὁ ἡγεμὼν ἐξουσιοδοτεῖται νὰ ἐκδίδῃ ἄρθρα πολέμου ἰσχύοντα ἐνώπιον τῶν στρατοδικῶν, οὐδόλως ὅμως ἀφαιροῦντα τῆς δικαιοδοσίας τοῦ τακτικοῦ δικαστοῦ τὸν προσβαλόντα πολίτην τινὰ στρατιώτην (ὅστις ἀπεναντίας παραδίδοται εἰς τὴν ἀστικὴν ἀρχὴν), οὔτε τιμωροῦντα τὸν παραβάτην παρὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἐτησίου ψηφίσματος, αἵτινες ὁρίζουσι κατὰ γενικὸν τρόπον καὶ τὰ εἴδη τῶν ποινῶν καὶ τὰς σοβαρὰς τῶν κολασίμων πράξεων· λ. χ. ὅτι ὁ στασιασμός, ἡ συνεννόησις πρὸς ἐχθρὸν ἢ ἀντάρτην, ἡ λιποταξία, ἡ ὕπνωσις ἐν καιρῷ φυλακῆς, ἡ ἐπίθεσις κατ’ ἀνωτέρου, ἡ ἀπείθεια καὶ τὰ παρόμοια τιμωροῦνται μὲ θάνατον, ἢ δεσμὰ ἰσόβια, ἢ βαρεῖαν ποινήν. Ὁ νόμος οὗτος ἐφαρμόζεται καὶ εἰς τοὺς ἐφέδρους.» Ὑπάρχουσι δὲ καὶ πολλαὶ ἄλλαι λεπτομέρειαι ἐν τῷ νόμῳ τούτῳ. Ὥστε φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ νομοθετῶμεν πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἰσχύουν· ὀφείλει νὰ σχηματίσῃ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν μίαν ἐπιτροπὴν καὶ ὁ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν ἑτέραν, ἵνα συνταχθῇ ὑπ’ αὐτῶν νόμος, τὸν ὁποῖον κατ’ ἔτος νὰ ψηφίζῃ ἡ Βουλή. Τί ἐπάθαμεν, κύριοι, πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν; Ἐσυζητοῦμεν ἐπὶ 10 ἡμέρας περὶ πραγμάτων σπουδαίων, ἃ ἐχαρακτηρίζοντο ὡς ἂν ἦσαν ἢ ἀναρχικὰ ἢ δεσποτικά. Ἐδῶ καταντᾷ τὸ ζήτημα. Ἀλλὰ, κύριοι, ἐπειδὴ ἡ ἰδική μου γνώμη, ὅσον καὶ ἂν ἦναι ἐστηριγμένη εἰς τὰς νομοθεσίας τῶν κυβερνώντων τὸν κόσμον ἐθνῶν, ἐνδέχεται καὶ νὰ μὴ ἰσχύσῃ, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει καὶ ὑποβοηθητικῶς προτείνω τροπολογίαν, ἵνα μὴ συμβῇ ὅ,τι συνέβη προχθές. Ἰδοὺ ἡ τροπολογία. «Τὸ ῥηθὲν διάταγμα δὲν ἐκτελεῖται πρὶν ἢ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ χορηγηθῇ ὑπ’ αὐτῆς ἡ ἀναγκαία δαπάνη.» Μίαν μόνην ἐξαίρεσιν φέρω εἰς τὸν κανόνα τοῦτον, τὴν ὁποίαν ἔχει καὶ ἡ μεγάλη Ἀμερικὴ ἐν τῇ νομοθεσίᾳ της, μόνον ἐν περιπτώσει ἐθνικῆς ἀμύνης ἐπιτρέπουσα εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ συναγείρῃ στρατόν· ἄρα καὶ ἡ τροπολογία μου περιλαμβάνει καὶ τὰ ἑξῆς: «μόνον ἐν τῇ περιπτώσει ἐθνικῆς ἀμύνης ἐπιτρέπεται ἡ ἐκτέλεσις τοῦ ῥηθέντος διατάγματος ἄνευ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς.»
§78Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Νομίζω, κύριοι, ὅτι ὁ νόμος ἐφέρθη καλῶς, καὶ δὲν πρόκειται νὰ παραβιάσωμεν τὸ Σύνταγμα. Ὁ νόμος κατ’ οὐσίαν εἶναι σύμφωνος μὲ τὰς παρατηρήσεις τοῦ κ. βουλευτοῦ Κυθήρων. Τί πρόκειται σήμερον, κύριοι, διὰ τοῦ νόμου τούτου νὰ γείνῃ; Νὰ δοθῇ ἡ ἄδεια εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ καλέσῃ τὴν ἐπιστράτευσιν καὶ νὰ προσδιορίσῃ τὸν ἀριθμόν· δὲν θέλει δὲ ἐκτελέσει, δὲν θέλει πραγματοποιήσει τὸ διάταγμα, πρὶν ὑποβάλῃ αὐτὸ εἰς τὴν Βουλήν.
§79ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ λείπῃ;
§80Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀμέσως. Ἐπανερχόμεθα εἰς τὸ ἴδιον ζήτημα, τὸ ὁποῖον προχθὲς ἐσυζητοῦμεν· ἐκδίδεται τὸ διάταγμα τῆς ἐπιστρατεύσεως, ἐὰν δὲ ἡ Βουλὴ ἦναι παροῦσα, ὑποβάλλεται ἀμέσως, ἐὰν δὲ ἦναι ἀποῦσα, συγκαλεῖται ἀμέσως καὶ ὑποβάλλεται εἰς αὐτήν, δὲν ἐκτελεῖται δὲ πρὶν τοῦτο. Αὐτὴν τὴν ἔννοιαν δίδομεν, τὴν ὁποίαν ἐδώκαμεν καὶ εἰς τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς, εἰς τὸν ὁποῖον ὑπάρχει ἡ διάταξις αὕτη· αὐτὸς ὅμως δὲν προβλέπει καὶ περὶ τῆς ναυτικῆς δυνάμεως. Αὐτὸ ζητοῦμεν σήμερον ἀπὸ τὴν Βουλὴν, νὰ κανονίσῃ δηλ. κατὰ τίνα τρόπον θέλει γείνει ἡ ἐπιστράτευσις τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ. Αὐτὸ ἐδῶ πρόκειται νὰ κανονίσωμεν· ἡμεῖς τοὐλάχιστον, ἐὰν ἤμεθα εἰς τὴν κυβέρνησιν, ὅταν παραστῇ ἡ ἀνάγκη νὰ διατάξωμεν ἐπιστράτευσιν, δὲν θὰ ἐκτελέσωμεν, ἤτοι δὲν θὰ ὑποβάλωμεν εἰς ἔξοδα καὶ βάρη τὸν λαὸν πρὶν τὸ διάταγμα τῆς ἐπιστρατεύσεως ὑποβάλωμεν εἰς τὴν Βουλήν· ἐὰν δὲν ἦναι παροῦσα, θὰ κληθῇ ἀμέσως, ἵνα τῇ ὑποβληθῇ.
§81ΤΙΝΕΣ. Τότε εἶναι περιττὸν νὰ ἐκδοθῇ προηγουμένως τὸ διάταγμα.
§82Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἶναι περιττόν, διότι οἱ νόμοι ἔχουν προθεσμίας, κατὰ τὰς ὁποίας ὀφείλουν οἱ ἐπίστρατοι νὰ παρουσιασθῶσιν. Λοιπὸν θέλομεν ἐκδώσει τὸ διάταγμα νὰ προσδιορίσωμεν τοὺς ἄνδρας, τοὺς ὁποίους θὰ καλέσωμεν, καὶ τὸ διάταγμα ὑποβάλλομεν εἰς τὴν Βουλήν, τότε δὲ τὸ ἐκτελοῦμεν· ἡ ἀνάγκη ὅμως τῆς ἐγκαίρου προπαρασκευῆς ἐπιτυγχάνεται.
§83ΤΙΝΕΣ. Αὐτὰ γίνονται καὶ ἄνευ τοῦ διατάγματος.
§84Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ τέλος πάντων αὐτὸ προβλέπεται εἰς τὸν ὀργανισμὸν καὶ παρεδέχθη διὰ τὸν κατὰ γῆν στρατόν.
§85ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι κατ’ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν.
§86Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶπε προχθές, ὅτι ἡ ἐπιστρατεία δὲν πρέπει νὰ ἐκτελεσθῇ, οὔτε νὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ λαὸς καὶ τὸ ταμεῖον μὲ βάρη, χωρὶς ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή, καὶ ἡ συζήτησις αὕτη προχθὲς ἐστηρίζετο εἰς μίαν ἐξήγησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἡ Βουλὴ εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο περὶ ἐπιστρατείας. Τότε εἶπεν ἡ Βουλὴ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ λαὸς καὶ τὸ Δημόσιον ταμεῖον μὲ βάρη ἐκ τῶν προτέρων, δὲν πρέπει νὰ εὑρίσκῃ ἡ Βουλὴ τὰ πράγματα τετελεσμένα, καὶ ν’ ἀποφαίνηται ἐπὶ τοιούτων. Ἐὰν λάβητε τὰ πρακτικὰ τοῦ 1878, θέλετε ἴδει, ὅτι αὐτὸ παρεδέχθη, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ ἔγεινεν ἡ τροπολογία. Λοιπὸν νομίζομεν ἡμεῖς, ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔγεινεν εἰς τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς νὰ γείνῃ καὶ διὰ τὸν στρατὸν τῆς θαλάσσης, δηλαδὴ νὰ δώσῃ τὴν ἄδειαν ἡ Βουλὴ νὰ κληθοῦν οἱ πολῖται αὐτοί, καὶ τὸ διάταγμα νὰ ὑποβληθῇ ἀμέσως εἰς αὐτήν, ἥτις θὰ ἐγκρίνῃ τὰ ἔξοδα καὶ τὸν φόρον αὐτὸν τοῦ αἵματος· οὕτω νομίζομεν, ὅτι δυνάμεθα νὰ κανονίσωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο, συμφώνως μὲ τὸ πολίτευμα.
§87ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐὰν ὑποθέσητε, ὅτι ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς φθάσει ὁ ἐχθρικὸς στρατὸς εἰς τὰ σύνορα, τότε τί θὰ πράξητε;
§88Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρόκειται περὶ προσκλήσεως εἰς παρασκευήν. Ὅταν ἔλθῃ ὁ ἐχθρὸς εἰς τὰ σύνορα, τότε καὶ ἡ Βουλὴ ἀργεῖ καὶ οἱ νόμοι, καὶ ἕκαστος ὀφείλει τότε νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκόν του.
§89ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν θὰ ὁμιλήσω περὶ τῆς ἑρμηνείας, τὴν ὁποίαν δίδει ὁ κ. πρωθυπουργὸς καὶ ἡ ὁποία κατ’ ἐμὲ καταστρέφει ἐντελῶς τὸ νομοσχέδιον. Κατὰ τὴν ἑρμηνείαν ταύτην, τὸ νομοσχέδιον οὐδεμίαν ἔχει ἔννοιαν, διότι ἀπὸ τῆς Βουλῆς θὰ ἐξαρτᾶται νὰ ἐκτελεσθῇ καὶ νὰ μὴ ἐκτελεσθῇ· ἀλλ’ ἐρωτῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ἐὰν νομίζῃ, ὅτι ἐπιτυγχάνει τι διὰ τοῦ νόμου, οὕτως ἑρμηνευομένου. Ἐγώ, ὡς μὴ ἀνήκων εἰς τὴν πλειονοψηφίαν, δὲν δύναμαι νὰ τὸν βοηθήσω ὅπως ἀποῤῥιφθῇ ἡ ἑρμηνεία αὕτη, ἀλλ’ ἔρχομαι νὰ ὁμιλήσω τώρα περὶ ἄλλων, τὰ ὁποῖα εἶναι σχετικὰ πρὸς τὴν ὑπόθεσιν τοῦ νομοσχεδίου, διότι αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον ἔπεσε.
§90ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διατί ἔπεσε;
§91ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Διότι οὐδεμίαν ἔχει σημασίαν, ἀφοῦ ἄνευ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς οὐδὲν δύνασθε νὰ πράξητε· εἶναι νόμος, ὁ ὁποῖος οὐδὲν ἔχει κῦρος ἄνευ μεταγενεστέρας ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς.
§92ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βέβαια, διότι ἠμπορεῖ νὰ εἰπῇ ἡ Βουλὴ ὄχι.
§93ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βεβαίως ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ ὄχι· ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τὰς προπαρασκευαστικὰς ἐργασίας εἶναι ἄχρηστος, διότι αὗται δύνανται νὰ γείνωσι καὶ ἄνευ τοῦ διατάγματος· αἱ προπαρασκευαστικαὶ ἐργασίαι θὰ συνίστανται εἰς τοῦτο καὶ μόνον, ὅτι θὰ γνωστοποιήσητε εἰς τοὺς κληθησομένους, ὅτι θέλει ὑποβληθῆ νόμος· τοῦτο δύναται νὰ γείνῃ καὶ ἄνευ τῆς ἐκδόσεως τοῦ διατάγματος. Ἀλλὰ δὲν θέλω νὰ ὁμιλήσω περὶ τούτου· θέλω μόνον νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ὅτι πρὸ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἔπρεπε νὰ προταθῇ ἄλλος νόμος, ἄνευ τοῦ ὁποίου τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καὶ ἂν γείνῃ νόμος, δὲν δύναται νὰ λειτουργήσῃ κανονικῶς. Πρέπει νὰ ὑποβληθῇ νόμος τροπολογῶν τὰ περὶ ναυτικῆς στρατολογίας, διότι ταῦτα περιελήφθησαν ἐν τῷ νόμῳ περὶ ἀπογραφῆς τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς, καὶ περιελήφθησαν τόσον ἀτελῶς, ὥστε δὲν δύνανται νὰ ἐφαρμοσθῶσι, καὶ ἑπομένως δὲν δύναται νὰ λειτουργήσῃ ἡ ναυτολογία. Τοῦτο δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω, καθ’ ὅσον ἐν τῇ Κυβερνήσει διατελῶν, ἔγνων τὰς δυσκολίας, αἵτινες ἀπηντήθησαν κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν, παρακωλύουσαι αὐτὴν ἢ καθιστῶσαι ἄνισα τὰ βάρη τῶν εἰς ναυτολογίαν ὑποχρέων, καὶ ὡς πρὸς τοῦτο ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν ἰδίως τῶν βουλευτῶν, τῶν ἀνηκόντων εἰς ἐπαρχίας, ἔνθα ὑπάρχουσι πολλοὶ ἐργάται θαλάσσης. Παρετήρησα κατὰ τὰς συζητήσεις τὰς γενομένας ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι φρονοῦσιν οἱ πλεῖστοι, ὅτι, ὡς ἐκ τῆς ἀτελείας τῶν περὶ ναυτικῆς στρατολογίας διατάξεων, ἐπιβαρύνονται ὀλιγώτερον οἱ ναυτικοὶ τῶν κατὰ ξηρὰν στρατευσίμων· ἀλλ’ ὅμως συμβαίνει τὸ ἀντίθετον. Ἐπὶ 12 χιλιάδων ὑποχρέων εἰς ὑπηρεσίαν κατὰ ξηρὰν, κατὰ τὸν νόμον περὶ δυνάμεως τοῦ στρατοῦ, ὑπηρετοῦσι, κατὰ τὸ 1880, 1,500· ἄρα ἀναλογία ὑπάρχει τοιαύτη καὶ ὡς πρὸς τὸ ναυτικόν; Ἡ ἀναλογία εἶναι ὅλως διάφορος, καὶ ἡ διαφορὰ εἶναι εἰς βάρος τῆς ναυτικῆς τάξεως· διότι ἐπὶ 520 ἐγγεγραμμένων ἐν τῷ μητρῴῳ τοῦ ἀπομαχικοῦ ταμείου ὑπηρετοῦσι, πόσοι νομίζετε; 350. Ἐνῷ κατ’ ἀναλογίαν ἔδει νὰ ᾖ ὁ ἀριθμὸς 63 ἐπὶ 520, ἀφοῦ ἐν τῷ στρατῷ τῆς ξηρᾶς ὑπηρετοῦσι 1500 ἐπὶ 12 χιλιάδων, ἔχομεν ἐν τῷ ναυτικῷ ὑποχρέους, ἀντὶ 63, 350, ἤτοι περίπου ἑξαπλασίους τῆς ἀναλογίας. Καὶ οὕτω μὲν ἔχει ἐν τῷ συνόλῳ· κατὰ μέρος ὅμως ὑπάρχει ἄλλη διάταξις, ἥτις συντελεῖ εἰς ματαίωσιν τῆς στρατιωτικῆς ναυτολογίας· ὑπάρχει διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν οὐδεὶς δῆμος ὑποχρεοῦται νὰ δώσῃ εἰς τὸ ναυτικὸν περισσοτέρους ἄνδρας τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν στρατευσίμων, οὓς ὀφείλει νὰ χορηγήσῃ ὁ δῆμος ὡς ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐν τῷ στρατολογικῷ αὑτοῦ καταλόγῳ ἐγγεγραμμένων. Ὡς ἐκ τούτου οἱ δῆμοι, ἔνθα ὑπάρχουσι πολλοὶ ἐργάται θαλάσσης, δὲν δίδουσι τὴν ἀναλογίαν τῶν 350 πρὸς 520, διότι κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ νόμου περιορίζεται ὁ ἀριθμός, τὸν ὁποῖον ὁ δῆμος ἐκεῖνος καλεῖται νὰ δώσῃ, εἰς τὴν ἀναλογίαν τῶν ἐν τῷ στρατολογικῷ αὑτοῦ καταλόγῳ ἐγγεγραμμένων· ποῖος δὲ ζημιοῦται ἐκ τούτου; ἡ ναυτικὴ στρατολογία, καὶ διὰ τοῦτο, ἀντὶ νὰ ἔχωμεν ναυτολογημένους κατὰ τὸ 1880 350, δὲν θὰ ἔχωμεν πλέον τῶν 100 ἢ 120. Ἑπομένως ὅταν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν θεωρῇ ἀναγκαῖον, καὶ συμφωνῶ καὶ ἐγώ, ὅτι ὑπάρχει τοιαύτη ἀνάγκη, νὰ λάβῃ πρόνοιαν καὶ περὶ τῶν κατὰ θάλασσαν στρατευσίμων, λέγω, ὅτι τὸ πρῶτον αὐτοῦ μέλημα ἔδει νὰ ᾖ ὁ κανονισμὸς τῶν ἀφορώντων εἰς τοὺς ἐπὶ θητείᾳ ναυτολογουμένους καὶ ὅπως ἀπαλλαγῶσιν οἱ ἐργάται τῆς θαλάσσης ἐκ τῆς δυσαναλόγου ὑποχρεώσεως καὶ ὅπως ἐξασφαλισθῇ ἡ ὑπὲρ τῆς ναυτικῆς ὑπηρεσίας στρατολογία ἐπαρκῶς. Ὡς ἔχουσιν ἤδη τὰ πράγματα, στερούμεθα καὶ ναυτικῆς ἀπογραφῆς· τὸ δὲ προτεινόμενον νομοσχέδιον προϋποθέτει τὴν ὕπαρξιν τοιαύτης ἀπογραφῆς. Ὁ νόμος ὁ στρατολογικὸς τῆς ξηρᾶς ὡς πρὸς τὰ τῆς ναυτικῆς στρατολογίας στηρίζεται εἰς τὸ παρὰ τοῦ ἀπομαχικοῦ ταμείου κρατούμενον μητρῷον, τὸ ὁποῖον ὅμως κρατεῖται δι’ ἄλλους σκοποὺς, διὰ λόγους ἀφορῶντας εἰς τὸ ἀπομαχικὸν σημεῖον. Δι’ αὐτοῦ οὐδεμία δίδεται ἐγγύησις εἰς τὸ Κράτος περὶ ἀκριβοῦς βεβαιώσεως τῶν ὑποχρέων εἰς ναυτικὴν ὑπηρεσίαν, οὐδεμία δὲ δίδεται ἐγγύησις καὶ εἰς τοὺς πολίτας κατὰ ἐγγραφῶν μὴ ἀκριβῶν. Τοιαῦται ἐγγυήσεις θὰ παρείχοντο διὰ ψηφισθέντος νόμου, κανονίζοντος τὰ περὶ ἀπογραφῆς ναυτικῆς, ὡς ἐκανονίσθησαν εἰδικῶς τὰ περὶ ἀπογραφῆς τῶν κατὰ ξηρὰν στρατευσίμων. Πλὴν ταύτης ὑπάρχει καὶ ἄλλη ἔλλειψις. Ὁ νόμος ὁ στρατολογικὸς ἐν ταῖς περὶ ναυτολογίας διατάξεσιν ἀπαγορεύει τὴν ἀνακατάταξιν τῶν ναυτῶν· ἐρχόμεθα λοιπὸν σήμερον διὰ τοῦ νομοσχεδίου νὰ εἴπωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι τῇ ἐπιτρέπομεν νὰ καλέσῃ ἐπιστράτους, ἀλλὰ δὲν φροντίζομεν νὰ δώσωμεν αὐτῇ τὴν ἄδειαν νὰ καλέσῃ τοὺς ἀρίστους ναύτας διὰ τῆς ἀνακατατάξεως τῶν προϋπηρετησάντων, οἵτινες δὲν δύνανται ν’ ἀνακαταταχθῶσι, διότι ὁ νόμος τὸ ἀπαγορεύει. Ἐπιτρέπει ὁ νόμος τὴν ἀνακατάταξιν τῶν παίδων καὶ μαθητευομένων, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ τῶν ναυτῶν, παρ’ ἡμῖν δὲ μαθητευόμενοι δὲν ὑπάρχουσι. Περιέχει τὴν περὶ μαθητευομένων διάταξιν ὁ νόμος, διότι ὑπῆρχεν αὕτη εἰς τὸν ξένον νόμον, ἐξ οὗ τὴν παρελάβομεν, ἐνῷ παρ’ ἡμῖν τάξις μαθητευομένων δὲν ὑπάρχει· ἐπιτρέπεται λοιπὸν ἡ ἀνακατάταξις κατηγορίας νέων, ἥτις δὲν ὑφίσταται παρ’ ἡμῖν, δὲν ἐπιτρέπεται δὲ ἡ ἀνακατάταξις, καὶ πρέπει νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τοὺς ἄγοντας ἡλικίαν ἀνωτέραν τοῦ 21 ἔτους, καὶ περὶ τούτου ὀφείλει ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν νὰ φέρῃ πρότασιν εἰς τὴν Βουλήν. Ὑπάρχει ἐργασία ἑτοίμη περὶ πάντων τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν ναυτικὴν στρατολογίαν ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν· ὑπάρχει μάλιστα μακρὰ ἔκθεσις τοῦ ἁρμοδίου ὑπαλλήλου, κατόπιν μελέτης σπουδαίας, ἧς ἐπὶ τῇ βάσει συνετάχθη καὶ νομοσχέδιον ἰδίως προνοοῦν περὶ τῶν τριῶν ἐλλείψεων, περὶ ὧν ὡμίλησα, ἀλλ’ ἀναγκαῖον καὶ δι’ ἄλλους λόγους. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν δύναται νὰ ὑποβάλῃ τοιοῦτον νομοσχέδιον. Ὡς πρὸς δὲ τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον, φρονῶ, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ συζητῶμεν, διότι μετὰ τὴν ἐξήγησιν τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, εἴτε ψηφισθῇ εἴτε ἀποῤῥιφθῇ, εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτό.
§94ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν.) Πιθανὸν αἱ παρατηρήσεις τοῦ προλαλήσαντος νὰ ἔχωσιν ὑπόστασιν· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἐλησμόνησε τὸν σκοπὸν, ὃν προέθετο ὁ Νομοθέτης, ὅτε ἐσυζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον περὶ στρατολογίας. Ὁ σκοπὸς ὃν προέθετο ὁ νομοθέτης, ὅτε ἐσυζητεῖτο ὁ νόμος ἐκεῖνος, ἦτο ἡ γενικὴ ἐξάσκησις τῶν ναυτῶν, καὶ ἑπομένως δὲν ἠδύνατο νὰ ἔλθῃ εἰς τὰς λεπτομερείας ἃς ἐπανέλαβε πρὸ ὀλίγου ὁ προλαλήσας, διὰ νὰ καταρτισθῇ τρόπον τινὰ νόμος καλλίτερος. Ἐὰν παραδεχθῶμεν τὰς παρατηρήσεις τοῦ προλαλήσαντος, τότε ὁ σκοπὸς καὶ ἡ λειτουργία τοῦ νόμου, κατὰ τὸ πνεῦμα τοῦ νομοθέτου, ἀποτυγχάνει ὁλοτελῶς. Ἡ ἀνακατάταξις σκοπὸν ἔχει τὴν διατήρησιν πάντοτε τῶν αὐτῶν προσώπων ἐν τῷ ναυτικῷ. Ἐὰν παραδεχθῶμεν τὴν ἀνακατάταξιν, τότε δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν στάδιον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐξασκήσωμεν ὅλα τὰ ναυτικὰ πληρώματα· διότι διὰ τῆς ἀνακατατάξεως θὰ ἐπανέλθῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μέχρι τῆς χθὲς ἐπήρχετο εἰς τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς, καὶ διὰ τοῦτο εἶχε περιορισθῆ καὶ πρότερον ὁ ἀριθμὸς τῶν ναυτῶν εἰς ὀλίγον ἀριθμὸν, καὶ δὲν ἠδυνάμεθα εἰς περιστάσεις ἐκτάκτους νὰ ἔχωμεν τοὺς ἄνδρας ἐκείνους, οὓς πρέπει νὰ ἔχωμεν. Γενομένης λοιπὸν ἀνακατατάξεως, θὰ ἐμποδίσωμεν τὴν ἐξάσκησιν ὅλων τῶν ναυτικῶν πληρωμάτων καὶ θ’ ἀπομακρυνθῶμεν τοῦ σκοποῦ τοῦ νομοθέτου, ὅστις αὐτὸν τὸν σκοπὸν προέθετο, καὶ ὡς ἐκ τούτου οὐδέποτε θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἔχωμεν πληρώματα ναυτικά· οὐχ ἧττον ὅμως ἡ περίστασις κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην δὲν εἶναι ἐκείνη, καθ’ ἣν θὰ δυνηθῶμεν νὰ βελτιώσωμεν τὸν νόμον ἐκεῖνον. Αἱ περιστάσεις εἶναι κατεπείγουσαι, ἡ ἀνάγκη παρέστη μεγάλη τῆς αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ναυτῶν· ὥστε παρακαλῶ τὴν βουλὴν νὰ ἐπιψηφίσῃ τὸν νόμον περὶ ἐπιστρατείας, καὶ εἰς ἄλλας περιστάσεις νὰ φέρῃ τροποποιήσεις καλλιτέρας. Σήμερον δὲν ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ τίποτε ἀπὸ αὐτά. Ἔχομεν ἀνάγκην τοῦ νόμου περὶ ἐπιστρατείας; διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ ὀργανώσωμεν τὸ ναυτικὸν ὅπως σκεπτόμεθα· διότι, διὰ νὰ ἐκτελέσωμεν μόνον τὸν νόμον περὶ ἐπιστρατείας καὶ συλλέξωμεν τοὺς ἄνδρας, τῶν ὁποίων ἔχομεν ἀνάγκην, θὰ παρέλθωσι δύο μῆνες τοὐλάχιστον. Λοιπὸν δὲν πρέπει νὰ κατατρίψωμεν τὸν χρόνον εἰς συζητήσεις περὶ βελτιώσεως τοῦ νόμου, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν βουλὴν νὰ ἐπιψηφίσῃ τὸν νόμον αὐτὸν, καὶ εἰς ἄλλην περίστασιν νὰ σκεφθῶμεν περὶ βελτιώσεως.
§95ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δύο νόμους ἠδυνάμεθα νὰ ὑποβάλωμεν, ἕνα διὰ τοῦ ὁποίου νὰ δυνάμεθα νὰ καλέσωμεν τόσους ναύτας, τόσους ἀξιωματικούς, ἵνα χρησιμεύσωσι διὰ τὸ παρὸν ἔτος μόνον, ἢ νὰ ζητήσωμεν νόμον γενικὸν, ὅπως τοιοῦτος ὑπάρχει καὶ διὰ τὸν στρατόν, νὰ μᾶς ἐπιτρέψῃ, ἐπαναλέγω, ἡ Βουλή, ὅταν κρίνωμεν ἀναγκαῖον διὰ διατάγματος ν’ αὐξήσωμεν τὰς ναυτικὰς ἡμῶν δυνάμεις, ν’ ἀνακοινώσωμεν τὸ διάταγμα τοῦτο εἰς τὴν Βουλὴν, ἐὰν μὲν ἦναι παροῦσα, ἀμέσως, ἐὰν δὲ ἀποῦσα, νὰ τὴν συγκαλέσωμεν εὐθὺς, ν’ ἀνακοινώσωμεν αὐτό, καὶ μετὰ τοῦτο νὰ τὸ ἐκτελέσωμεν. Τὸ διάταγμα ἀπαιτεῖται νὰ ἐκδοθῇ πρὶν, διὰ νὰ δοθῇ καιρὸς ἑτοιμασίας, καὶ ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ, ἐγκρίνουσα ἢ ὄχι τὴν πίστωσιν.
§96ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Αὐτὸ νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικά.
§97ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ τὸν νόμον περὶ ἐπιστρατείας τὸν ἐννοῶ, καὶ σᾶς ἐξέθεσα ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ αὐξήσωμεν τὸν στρατὸν, οὔτε νὰ ἐξοδεύσωμεν ἄνευ ῥητῆς γνώσεως τῆς Βουλῆς καὶ ἀποφάσεως ἐπὶ τῶν πιστώσεων· τὸν νόμον τὸν ὑπεβάλομεν τοιοῦτον. Ἠδυνάμεθα νὰ κάμωμεν, ὡς σᾶς προεῖπον, καὶ τὸ ἓν καὶ τὸ ἄλλο, ἐθεωρήσαμεν ὅμως προτιμότερον διὰ τὰς παρούσας περιστάσεις νὰ πράξωμεν ὅ,τι ἐπράξαμεν· ποτὲ ὅμως δὲν θέλομεν ἄνευ τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς νὰ προβῶμεν εἰς ἐκτέλεσιν, οὔτε νὰ δαπανήσωμεν. (Γίνεται δι’ ἀναστάσεως δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου.) Ἄρθρον 1.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κασιμάτης ἔχει τροπολογίαν. (Ἀναγινώσκεται.)
§99ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Εἶναι ἀντίφασις, εἶναι ἀναίρεσις τοῦ νόμου. Τὸ νομοσχέδιον λέγει, ὅτι ἐπιτρέπει εἰς τὴν Κυβέρνησιν ν’ αὐξήσῃ τὴν ναυτικὴν δύναμιν· ἡ Κυβέρνησις ἐκδίδει ἓν διάταγμα καὶ λέγει «αὐξάνομεν τὸν κατὰ θάλασσαν στρατόν.» Αὐτὸ θέλει ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἂν ἡ Βουλὴ εἴπῃ ὄχι, ἐτελείωσεν· ἂν ὅμως ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ τὸ ἐναντίον, τὸ διάταγμα θὰ ἐκτελεσθῇ.
§100ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἡ πρότασις τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ δὲν εἶναι συνεπὴς καὶ μὲ τὸν νόμον τὸν προϋπάρχοντα· τοὐναντίον ἡ πρότασις τοῦ κ. Κασιμάτη εἶναι λίαν λογικὴ, καὶ αὕτη συνδέεται μὲ ὅσα εἶπεν ὁ κ. πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις ἐν τούτοις δὲν παραδέχεται τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Κασιμάτη. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς σᾶς εἶπεν, ὅτι θὰ ἐκδοθῇ ἓν διάταγμα, ὅταν λάβῃ ἀνάγκην ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ θὰ συγκαλέσῃ ἀμέσως τὴν βουλήν· τότε πρὸς τί ἡ ἔκδοσις τοῦ διατάγματος; τότε διατί δὲν προσκαλεῖ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ τῇ ὑποβάλῃ ἀμέσως τὸ μέτρον της; Ἐὰν θέλῃ νὰ συνεχίσῃ τὰ προηγούμενα τῆς πρὸς τὸν βασιλικὸν λόγον ἀπαντήσεως πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα τότε ἠθέλησε νὰ ὑποδείξῃ καὶ ἕνεκεν τῶν ὁποίων ἐμμένει, πῶς προσέβαλε τὰς πράξεις τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως; εἶναι ἄλλο πρᾶγμα, ἀλλ’ ἐν τούτοις εἶναι καθαρὰ ἀναίρεσις τοῦ νόμου. Πέρυσι, κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νόμου, ὡς ἐνθυμοῦμαι, ὁ μὲν κ. Τρικούπης ἐζήτει τοῦτ’ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ζητεῖ ὁ κ. πρωθυπουργὸς, τουτέστι νὰ ὑπάρχῃ προσδιωρισμένος χρόνος, καθ’ ὃν συγκαλεῖται ἡ βουλή, ὁ δὲ κ. Δηληγιάννης καὶ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἔλεγον, διατί νὰ δεσμευθῶσι τὰ καθήκοντα, ἤτοι τὰ ἔργα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας;
§101ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ ἐνθυμεῖσθε καλά;
§102ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὡς ἐνθυμοῦμαι.
§103ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Λάβετε τὴν καλωσύνην νὰ προσφύγητε εἰς τὰ πρακτικά.
§104ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅ,τι ἐλέγομεν τότε, τὸ λέγομεν καὶ σήμερον.
§105ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τότε δὲν ἐννοῶ, διατὶ νὰ θεωρῆτε ἀναγκαίαν τὴν ἔκδοσιν διατάγματος, ὅταν ἦναι ὑποχρεωμένη ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία νὰ συγκαλῇ καὶ τὴν Βουλήν.
§106ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ λέγει ὁ νόμος.
§107ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὁ νόμος λέγει, ὅτι ἐκδίδεται τὸ διάταγμα τῆς ἐπιστρατεύσεως, συνάμα δὲ συγκαλεῖται καὶ ἡ Βουλή, ὅπως ὑποβληθῇ εἰς αὐτὴν τὸ διάταγμα.
§108ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω κατὰ τί διαφέρει ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ἀπὸ τὸ περιεχόμενον τῆς τροπολογίας.
§109ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡμεῖς ἀπαιτοῦμεν ῥητὴν συγκατάθεσιν· ἡ Κυβέρνησις χρεωστεῖ ἀμέσως νὰ ὑποβάλῃ τὸ διάταγμα, καὶ ἂν δὲν εἴπῃ ὄχι, τότε συγκατατίθεται.
§110ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐπὶ τοιούτου θέματος δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία, εἶναι ζήτημα σοβαρότατον· ἡ Κυβέρνησις ἐννοεῖ νὰ μὴ δύναται νὰ προβῇ, εἰς οὐδεμίαν προπαρασκευαστικὴν πρᾶξιν, τείνουσαν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ μέτρου ἀπολύτως;
§111ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐννοοῦμεν κατάταξις καὶ δαπάνη νὰ μὴ γίνεται καμμία.
§112ΜΙΛΗΣΗΣ. Διότι ἔχετε τὴν γνώμην, ἡ ὁποία διατυποῦται ἐν τῇ τροπολογίᾳ· τότε δὲν μᾶς ἀρκεῖ ἡ ἐξήγησις τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ. Εἶναι γνωστόν, ὅτι αἱ ἐξηγήσεις, αἱ ὁποῖαι δίδονται κατὰ τὴν ψήφισιν τῶν νόμων, εἶναι γνῶμαι ἁπλαῖ, αἱ ὁποῖαι δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἀποτελοῦσαι μέρος τῶν νομοθετημάτων· εἰς τὴν σύνταξιν τῶν νομοθετημάτων συμπράττουν καὶ ἄλλαι ἀρχαί· ἑπομένως δὲν μᾶς ἀρκεῖ ἡ ἐξήγησις. Ἂν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου ἦναι σύμφωνος μὲ τὸν προτείναντα τὴν τροπολογίαν, πρέπει ἡ τροπολογία νὰ ἀποτελέσῃ μέρος τοῦ νόμου.
§113ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διαφέρει κατὰ τοῦτο, ὅτι ἔξοδα καὶ κατάταξις δὲν δύναται νὰ γείνῃ οὐδεμία, πρὶν ὑποβληθῇ τὸ διάταγμα εἰς τὴν Βουλήν.
§114ΜΙΛΗΣΗΣ. Τί τὸ θέλετε τότε;
§115ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἔξοδα καὶ κατάταξις δὲν ἐπιτρέπονται πρὸ τῆς ὑποβολῆς τοῦ διατάγματος εἰς τὴν Βουλήν· ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς τί ἀφορᾷ; ἀφορᾷ εἰς κατάταξιν, περὶ οὐδενὸς δὲ ἄλλου πραγματεύεται. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ζητεῖ ἄδειαν κατατάξεως τῶν διαθεσίμων καὶ τῶν ἐφέδρων, ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργὸς λέγει, ὅτι ἡ κατάταξις αὐτῶν δὲν ἐπιτρέπεται καὶ μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, εἰμὴ ἀφοῦ ὑποβληθῇ τὸ διάταγμα εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ τίνα ἔχει ἀξίαν ἡ ἐξήγησις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἔστω καὶ ἂν καταχωρισθῇ ἐν τοῖς πρακτικοῖς; οὐδεμίαν, διότι αὕτη εἶνε ἔκφρασις γνώμης τοῦ Πρωθυπουργοῦ, δὲν εἶνε γνώμη ἰδική μου, καὶ οὐδὲν ἔχει κῦρος. Ἐγώ, ἐὰν ἐκαλούμην νὰ ἐφαρμόσω τὸν νόμον τοῦτον, τὸν ἀφορῶντα εἰς τὴν κατὰ θάλασσαν ἐπιστράτευσιν, θὰ τὸν ἐφήρμοζον ὡς ἐφήρμοσα τὴν διάταξιν τοῦ προγενεστέρου νόμου, τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὴν κατὰ ξηρὰν ἐπιστράτευσιν, καὶ μοὶ εἶνε ἐντελῶς ἀδιάφορον τί ἀπήντησεν ἡ Βουλὴ εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον. Ἐγὼ ἐν συνειδήσει ἐφήρμοσα οὕτω τὴν διάταξιν ἐκείνην, καὶ ἐπειδὴ ὁ ὑπὸ συζήτησιν νόμος περιλαμβάνει τὴν αὐτὴν διάταξιν, ἐννοεῖται, ὅτι ἤθελον τὴν ἐφαρμόσει κατὰ τὴν ἑρμηνείαν, ἣν ἐγὼ τῇ ἀποδίδω, καὶ ἥτις οὐδόλως μεταβάλλεται ἐξ ἀποφάνσεως τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ ἀναιρεῖται ἡ διάταξις αὕτη ὑπὸ τῆς τροπολογίας, προτείνας δ’ αὐτὴν ὁ κ. Κασιμάτης εἶνε πολὺ λογικώτερος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ὁ κ. Κασιμάτης ἔχει τὴν αὐτὴν ἣν καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς γνώμην, ἀλλὰ τὴν γνώμην ταύτην, ἵνα τὴν καταστήσῃ ἐκτελεστήν, ζητεῖ νὰ τὴν περιλάβῃ ἐντὸς τοῦ νόμου· τουναντίον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς λέγει, ὅτι δὲν πρέπει νὰ τεθῇ ἐντὸς τοῦ νόμου ἡ τροπολογία, διότι θὰ ἀντιφάσκῃ πρὸς τὴν πρώτην παράγραφον καὶ θὰ τὴν καταστρέφῃ· θέσατέ την, λέγει, εἰς τὰ πρακτικά. Ὁ κ. Κασιμάτης, ὡς βλέπετε, ἔχει τὸ θάῤῥος νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν γνώμην του· λέγει, ὅτι τοῦτο ὑπαγορεύουσι τὰ ἀγγλικὰ νόμιμα, ὅτι αἱ γενικαὶ ἀρχαί, αἵτινες ἐπικρατοῦσιν ἐν Ἀγγλίᾳ, περὶ ἐτησίας ψηφίσεως τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν δύναμιν τοῦ στρατοῦ καὶ τὴν στρατολογίαν, δὲν ἐπιτρέπουσι νὰ ψηφισθῇ νομοσχέδιον ὁποῖον τὸ προτεινόμενον. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἡ ἐπιστράτευσις κηρύττεται διὰ διατάγματος, ἐνῷ κατὰ τὸν κ. Κασιμάτην τὸ σύνταγμα ἀπαιτεῖ πρᾶξιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας· συνεπὴς ἄρα πρὸς ἑαυτὸν ὁ κ. Κασιμάτης, λέγει, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ὡς ὑπεβλήθη, δὲν εἶναι συνταγματικόν, ἀλλ’ ἂν πρόκηται νὰ ψηφισθῇ, δέον νὰ καταργηθῇ ἡ ἀντισυνταγματικὴ διάταξις διὰ δευτέρας διατάξεως ἐν αὐτῷ τῷ νόμῳ καταχωρισθησομένης.
§116ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ ἐγὼ ἐν συνειδήσει δὲν θέλω ποτὲ ἐφαρμόσει τὴν διάταξιν αὐτὴν ὡς ὁ κ. Τρικούπης· διότι ὁ κ. Τρικούπης ἄνευ ἀδείας τῆς Βουλῆς ἐπέβαλε φόρους, ἔκαμε δάνειον καὶ ἐκάλεσε τοὺς πολίτας εἰς τὰ ὅπλα. Τοῦτο ἐγὼ λέγω, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἄνευ ἀδείας τῆς Βουλῆς· ἐννοῶ, ὅτι δὲν δύναταί τις αὐθαιρέτως καὶ αὐτογνωμόνως νὰ καλέσῃ πολίτας εἰς τὰ ὅπλα καὶ νὰ ἐξοδεύσῃ χρήματα· ἐννοῶ δὲ, ὅτι διὰ τοῦ διατάγματος δίδεται τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ εἰδοποιῇ τοὺς πολίτας, ὅτι ἔφθασεν ὁ καιρὸς νὰ ἀναλάβωσι καθήκοντα καὶ ὑποχρεώσεις, ὅτι αὐτὴν τὴν προειδοποίησιν, τὴν διαταγὴν τῆς Κυβερνήσεως, πρέπει νὰ λάβωσιν οἱ πολῖται ἐν καιρῷ· μόνον δὲ μετὰ τὴν ἀνακοίνωσιν τοῦ διατάγματος εἰς τὴν Βουλὴν νὰ γίνεται καὶ ἐκτελῆται τὸ διάταγμα, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, διότι ὁ κόσμος πρέπει νὰ γνωρίζῃ ἐκ τῶν προτέρων ποίας ἀναλαμβάνει ὑποχρεώσεις καὶ πότε, ἵνα ἑτοιμασθῶσι, καὶ ὁ νόμος δίδει εἰς αὐτοὺς μίαν προθεσμίαν, ἐντὸς τῆς ὁποίας ὀφείλουν νὰ παρουσιασθῶσιν. Ἂν δὲν ἐνεργήσωμεν οὕτω, θέλομεν χάσει ματαίως πολὺν καιρόν, καὶ ὅταν ἴσως ἀναγκασθῶμεν νὰ ἐφαρμόσωμεν τὴν ἰδέαν τῆς ἐπιστρατεύσεως, ὁ ἁρμόδιος καιρὸς θέλει παρέλθει, καὶ τότε ἡ ἐπιστράτευσις καὶ τὰ ἔξοδα θέλουσιν εἰς μάτην καταβληθῆ. Ἐννοῶ, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὴν πραγματοποίησιν μόνη ἡ Βουλὴ, μὴ ἀποκρούουσα τὸ διάταγμα καὶ δεχομένη τὰς πιστώσεις, ἐπιτρέπει, μόνη ἡ Βουλὴ δύναται ἐπιτυχῶς καὶ ὀρθῶς νὰ κρίνῃ, ἂν ἡ κήρυξις τῆς ἐπιστρατεύσεως ἔγεινεν ἐν δέοντι καὶ κατὰ τὰς ἀνάγκας, καὶ ὅπως πρέπει. Τὸ ζήτημα τοῦτο συνεζητήθη διὰ μακρῶν εἰς τὸ 1878, καὶ ὁ κ. Τρικούπης ὑπεστήριζε τότε αὐτὴν τὴν ἰδέαν, καὶ ἡμεῖς ὑπεστηρίζομεν τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν καὶ ἤδη ὑποστηρίζομεν, ὅτι τὸ διάταγμα τῆς ἐπιστρατεύσεως εἶναι μία ἁπλῆ προειδοποίησις, καὶ ὁ κ. Τρικούπης, πρὸς πραγματοποίησιν τῶν ἰδεῶν αὐτοῦ, παρουσίασε τροπολογίαν, ἡ ὁποία ἐγένετο δεκτή, καὶ κατ’ αὐτὴν συνετάχθη ὁ νόμος.
§117ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ τροπολογία μου ἀπεῤῥίφθη τότε, ἐψηφίσθη δὲ εἰς τὸν ὀργανισμὸν τοῦ 1889.
§118ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἔγεινε δεκτὴ ἡ διάταξις αὕτη καὶ κατεχωρίσθη εἰς τὸν ὀργανισμὸν ἐκεῖνον, καὶ ὡς τοιαύτην, ἐγὼ τοὐλάχιστον, σύμφωνος μὲ τὰ προηγούμενα, θέλω τὴν ἐφαρμόσει. Ἀντὶ τοῦ προτεινομένου νόμου, ἠδυνάμεθα νὰ εἴπωμεν: ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ καλέσῃ τόσους ναύτας κτλ. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι καλλίτερον εἶναι τὸ παρουσιαζόμονον σύστημα, ἤτοι μία γενικὴ διάταξις, ὅπως ὑπάρχει καὶ εἰς τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς Οὕτω δὲν ἀπόλλυται ὁ καιρὸς εἰς μάτην, παρουσιασθείσης τυχὸν ἀνάγκης, ὅτε ἴσως τὰ πράγματα ἐπισπεύδουσι. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ διάταξις ἢ ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι ἀναγκαῖος, ὅπως ἔχει, νὰ γείνῃ δεκτὸς καὶ διὰ τὸ παρὸν καὶ διὰ τὸ μέλλον.
§119Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἔχω νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν. Μοῦ φαίνεται, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὄχι μόνον δὲν εἶναι συνεπὴς πρὸς τὰς διατάξεις τῶν ἐπιψηφισθέντων νόμων, ἀλλὰ δὲν εἶναι συνεπὴς πρὸς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν. Ἂς ῥίψωμεν ἓν βλέμμα ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ἵνα ἴδωμεν τί λέγει: τὸ νομοσχέδιον λέγει, ὅτι «ἐπιτρέπεται εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν ἐν ὥρᾳ ἐπιστρατείας ἢ πολέμου νὰ αὐξήσῃ τὴν δύναμιν τοῦ ναυτικοῦ διὰ τῆς πιοσκλήσεως τῶν διαθεσίμων καὶ ἐφέδρων, τῶν ἀγόντων τὴν ἡλικίαν δεῖνα καὶ δεῖνα». Τότε, ἂν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θέλῃ εἰς τὸν νόμον αὐτὸν νὰ δώσῃ τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν δίδει σήμερον, καλλίτερον νὰ μεταθέσῃ τὴν ἐξουσίαν αὐτὴν, τὴν ὁποίαν μέχρι τοῦδε παντοῦ ἔχει ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, εἰς τὴν Βουλήν, καὶ νὰ εἴπῃ: ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ διατάξῃ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ἀφοῦ προηγουμένως συγκληθῇ, νὰ κάμῃ τοῦτο καὶ τοῦτο· διότι πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ συγκαλέσῃ ὁ Ὑπουργὸς ἄνδρας, φέροντας τὴν δεῖνα καὶ δεῖνα ἡλικίαν, ἀφοῦ δὲν ἔχει καθ’ ὑμᾶς τὴν ἄδειαν; Εἰς οὐδὲν μέρος τοῦ κόσμου τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα ἐμπόδισεν εἰς τὸ νὰ προασπίζωνται ἡ τιμὴ καὶ τὰ συμφέροντα τῆς πολιτείας· ἡ Κυβέρνησις εἰς τὰ συνταγματικὰ Κράτη εἶναι τῳόντι, ὡς εἶπε πολλάκις ὁ κ. Τρικούπης, μία ἐπιτροπεία τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς, καὶ εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ Πρωθυπουργοῦ καὶ τῶν Ὑπουργῶν φαίνεται ἡ ἐμπιστοσύνη, τὴν ὁποίαν ἐκδηλοῖ ἡ πλειοψηφία αὐτῆς. Τὰ ἀντικείμενα λοιπὸν τὰ ἀναγόμενα καθαρῶς εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, τὰ ἀναθέτει πάντοτε τὸ νομοθετικὸν σῶμα εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, διότι αὐτὴ εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐνεργήσῃ καλλίτερον παντὸς ἄλλου, οὐδένα δὲ διατρέχουσι κίνδυνον εἰς τοιαύτας εὑρισκόμενα χεῖρας· ἂν δὲ ἡ Βουλὴ δὲν ἔχῃ ἐμπιστοσύνην εἰς ἓν Ὑπουργεῖον, τὸ ἐκδηλοῖ, καὶ τὸ Ὑπουργεῖον πίπτει· οὐδέποτε ὅμως τὰ Ὑπουργεῖα ἐνεργοῦν, ὡς λέγετε, διότι τότε οὔτε εὐθύνη, οὔτε ἔλεγχος ὑπάρχει. Τώρα, κατὰ τὸν κ. Κουμουνδοῦρον, ἀπαιτεῖται νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ διάταγμα, καὶ τότε ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία νὰ προσκαλέσῃ τοὺς ἄνδρας· αὐτὸ τοῦτο ὑποβάλλει διὰ τῆς τροπολογίας του κατὰ τὰ Ἀμερικανικὰ, τὰ Ἀγγλικὰ, τὰ Βραζιλιανὰ, καὶ δὲν ἠξεύρω τίνος ἄλλου τόπου ἔθιμα, ὁ κ. Κασιμάτης. Λοιπὸν ἢ πρέπει νὰ παραδεχθῇ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Κασιμάτη, καὶ τότε ἐννοῶ τὴν ἑρμηνείαν τὴν ὁποίαν φέρει, ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἢ ἂν δὲν παραδεχθῇ τὴν ἑρμηνείαν αὐτήν, ὁ νόμος μένει ὡς ἔχει, καὶ ἑκάστη Κυβέρνησις δύναται νὰ τὸν ἑρμηνεύῃ κατὰ τὴν ἰδίαν αὐτῆς κρίσιν.
§120Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ συζήτησις αὕτη προεκλήθη ἀπὸ ἀμφιβολίας, αἱ ὁποῖαι ἐγεννήθησαν περὶ τοῦ ἂν δύνανται νὰ συμβιβασθῶσι πρὸς ἀλλήλας διατάξεις τινὲς τοῦ Συντάγματος. Κατὰ διάταξιν τοῦ Συντάγματος, ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ κηρύττειν πόλεμον ἢ εἰρήνην· κατ’ ἄλλην δὲ διάταξιν τοῦ Συντάγματος δὲν δύναται ν’ αὐξηθῇ ἡ δύναμις τοῦ στρατοῦ πέραν τοῦ ἀριθμοῦ, τὸν ὁποῖον ὥρισεν ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη ὑπὸ τοῦ Κοινοβουλίου. Κατ’ ἄλλην διάταξιν τοῦ Συντάγματος δὲν δύναται νὰ γείνῃ δαπάνη τις, ἂν δὲν περιληφθῇ ἐν τῷ ψηφιζομένῳ προϋπολογισμῷ. Τὰ δικαιώματα ταῦτα, τὸ δικαίωμα τοῦ Στέμματος μετὰ τοῦ δικαιώματος τοῦ Κοινοβουλίου, πρέπει νὰ ἦναι ἐν ἁρμονίᾳ, πρέπει νὰ συλλειτουργῶσιν, οὐδὲ δύνανται νὰ ἀναιρῶσιν ἄλληλα. Τοῦτο ἀποτελεῖ τὸν λεγόμενον δυϊσμόν. Ἄν τις νομίζῃ, ὅτι, ἐπειδὴ ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος ἡ πρώτη ἀποδίδει εἰς τὸ Στέμμα τὸ δικαίωμα τοῦ κηρύττειν πόλεμον, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη καταδικάζει εἰς πλήρη ἀργίαν τὴν διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν οὐδεὶς κατατάσσεται εἰς τὸν στρατὸν πλέον τοῦ ἀριθμοῦ, τὸν ὁποῖον ἐψήφισεν τὸ Κοινοβούλιον διὰ τοῦ ἐτησίου νόμου, τότε ἀναιρεῖ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Ἄν τις νομίζῃ, ὅτι, ἐπειδὴ τὸ Κοινοβούλιον πρέπει νὰ ψηφίζῃ τὰς δαπάνας καὶ τὸν ἀριθμόν, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ ἀποτελῇ τὸν στρατόν, ὅτι δὲν δύναται τὸ Στέμμα νὰ ἀσκῇ τὸ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος κεχορηγημένον αὐτῷ δικαίωμα τοῦ κηρύττειν τὸν πόλεμον καὶ τὴν εἰρήνην, καὶ οὗτος ἀναιρεῖ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Καὶ ἀληθῶς οὕτω συντελεῖται πλήρης ἀναίρεσις τῶν βάσεων τοῦ Συντάγματος. Οἱ πολιτικοὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ κυβερνῶσι συμφώνως μὲ τὸ Σύνταγμα, πρέπει νὰ συμβιβάζωσι τὰ δικαιώματα ταῦτα τῶν δύω ἐξουσιῶν. Ὑπῆρχε πρό τινων ἐτῶν διχογνωμία εἰς τὴν ἔννοιαν διατάξεώς τινος τοῦ Συντάγματος. Ἔλεγόν τινες, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διορίζῃ τοὺς Ὑπουργούς· ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦτο εἶναι ἀπόλυτον, πᾶς δὲ δισταγμὸς πρὸς τὸ ἀπόλυτον τοῦτο δικαίωμα ἐχαρακτηρίζετο ὡς περιορισμὸς τοῦ δικαιώματος τοῦ Ἡγεμόνος. Ἀλλ’ ὑπῆρχε καὶ ἄλλη γνώμη. Ἔλεγον ἄλλοι, ὅτι, ἐπειδὴ οἱ Ὑπουργοὶ δὲν δύνανται νὰ κυβερνῶσι τὸ Κράτος, ἂν δὲν λάβωσι παρὰ τοῦ Κοινοβουλίου τὰ μέσα, τῶν ὁποίων ἔχουσιν ἀνάγκην, ἵνα κυβερνῶσιν, ὅτι οὕτω τὸ Κοινοβούλιον ἀσκεῖ ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τοῦ Βασιλικοῦ ἐκείνου δικαιώματος, καὶ τοιαύτην ὑπεστήριζον ὡς ἀληθῆ ἑρμηνείαν τοῦ πολιτεύματος. Ἡ Βουλὴ μάλιστα κατὰ τὸ 1875 προέβη καὶ περαιτέρω, ἀναγνωρίσασα ὡς ἀναγκαίαν πρὸς ἄσκησιν τοῦ ἡγεμονικοῦ δικαιώματος τὴν δεδηλωμένην θέλησιν τῆς Βουλῆς, καὶ ταύτην ἀνεγνώρισεν ὡς βάσιν, ἐφ’ ἧς ὁ Βασιλεὺς ἐρειδόμενος καλεῖ τοὺς Ὑπουργούς. Καὶ δὲν δύνανται νὰ συμβιβασθῶσιν αἱ διατάξεις περὶ τοῦ Βασιλικοῦ δικαιώματος τοῦ κηρύττειν τὸν πόλεμον μετὰ τῶν δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς τοῦ ψηφίζειν τὰ ἔξοδα καὶ τὸν ἀριθμὸν τοῦ στρατοῦ; Δὲν δύνανται νὰ συμβιβασθῶσι τὰ εἰρημένα δικαιώματα τῶν δύω ἐξουσιῶν τῆς Βασιλικῆς ἐξουσίας καὶ τῆς ἀντιπροσωπευτικῆς; Τὰ δικαιώματα ταῦτα εἶναι εὐσυμβίβαστα. Ἐὰν ἐμένομεν ἀπολύτως προσηλωμένοι εἰς τὴν διάταξιν τοῦ συντάγματος, ὡς πρὸς τὸν προσδιορισμὸν τοῦ ἀριθμοῦ τοῦ στρατοῦ, ἤθελε παρουσιασθῆ περίστασις κατὰ τὴν ἀπουσίαν τῆς Βουλῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ἦτο ἐνδεχόμενον ν’ ἀπαιτήσωσι τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους νὰ κηρυχθῇ ἡ ἐπιστράτευσις ἢ ὁ πόλεμος, τότε δὲ ὁ Ἡγεμὼν δὲν ἤθελε δύνασθαι ν’ ἀσκήσῃ τὸ δικαίωμά του, καὶ δι’ αὐτοῦ νὰ προστατεύσῃ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Διὰ τοῦτο διὰ τοῦ στρατολογικοῦ νόμου εὑρέθη ὁ συμβιβασμός. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἐκδίδει διάταγμα περὶ ἐπιστρατεύσεως, ἀφοῦ προηγουμένως συγκαλέσῃ τὸ κοινοβούλιον. Καὶ διατί; Διὰ ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς αὐτὸ τοὺς λόγους, οἵτινες ὑπηγόρευον τὸ μέτρον τοῦτο, καὶ νὰ ζητήσῃ παρ’ αὐτοῦ τὰ μέσα, ὧν ἔχει ἀνάγκην πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ἐπιστρατεύσεως. Τὸ μέτρον τῆς ἐπιστρατεύσεως δὲν ἐξετάζεται μόνον διὰ τὰς οἰκονομικὰς συνεπείας του, πρέπει νὰ ἐξετασθῇ καὶ κατὰ τὴν πολιτικὴν αὐτοῦ σημασίαν. Ὑποθέσατε, ὅτι εἶναι ἀληθὴς ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν δίδουσι τινὲς εἰς τὸν νόμον περὶ προσωρινοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, ὅτι ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία δύναται νὰ ἐκδώσῃ διάταγμα περὶ ἐπιστρατεύσεως καὶ νὰ συγκαλέσῃ τὴν Βουλὴν μετὰ τέσσαρας μῆνας, καὶ ὅτι κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία καλεῖ ὑπὸ τὰ ὅπλα ὀγδοήκοντα ἢ ἑκατὸν χιλιάδας στρατοῦ, δαπανᾷ ἑκατὸν ἑκατομμύρια. Ὅταν κατόπιν ἔλθῃ ἡ Βουλή, τί μένει εἰς αὐτὴν νὰ πράξῃ; Τί τὴν θέλετε τότε τὴν Βουλήν; Τί θέλετε ζητήσει παρ’ αὐτῆς, καὶ ποίαν θέλει σᾶς δώσει ψῆφον, ἀφοῦ ταῦτα ἐγένοντο; Τί θέλομεν πράξει πλέον; Τοιουτοτρόπως, κύριοι, γνωμοδοτεῖ τὸ ἔθνος; Ἀλλ’ ὁ νόμος δὲν ἔχει τοιαύτην ἔννοιαν, οὐδὲ δυνάμεθα ν’ ἀποδώσωμεν εἰς αὐτὸν τοιαύτην. Καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες ἀποδίδουσιν εἰς αὐτὸν τοιαύτην, τὸ πράττουσιν ἐκ τῆς ἐπιθυμίας, τὴν ὁποίαν ἔχουσι, διὰ νὰ δικαιολογήσωσι τὴν πολιτείαν των. Ὁ νόμος εἶναι σαφής· πρέπει νὰ καλέσητε προηγουμένως τὴν βουλήν. Ἀλλ’ ἐντὸς πόσου χρόνου θέλετε προσδιορίσει τὴν σύγκλησιν τῆς Βουλῆς; Διὰ τὴν Ἑλλάδα ὀφείλετε νὰ ἐξετάσητε μόνον τὰς εὐκολίας, τὰς ὁποίας παρέχουσι τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας. Θέλετε λοιπὸν προσδιορίσει δέκα, εἴκοσιν ἡμέρας, τὸ πολὺ ἕνα μῆνα. Καὶ νομίζετε, ὅτι κατὰ τὸ διάστημα ἑνὸς μηνὸς δύνασθε νὰ προβῆτε ἐκτελοῦντες τὸ διάταγμα τῆς ἐπιστρατείας ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ δεσμεύσητε τὸ κοινοβούλιον, ν’ ἀφαιρέσητε ἀπ’ αὐτοῦ τὴν ἐλευθερίαν; Ὄχι· ἀφ’ οὗ λοιπὸν ἡ Βουλὴ συνέλθει ἐντὸς δέκα ἢ ἐντὸς εἴκοσιν ἡμερῶν, θέλει εἶσθαι εἰς θέσιν νὰ σᾶς δώσῃ πλήρη καὶ ἀληθῆ ψῆφον ἐπὶ τῶν μέτρων σας, ν’ ἀποδεχθῇ ἢ νὰ μὴ ἀποδεχθῇ αὐτά, καὶ οὕτω θέλουσι συμβιβασθῆ ἀμφοτέρων τῶν ἐξουσιῶν τὰ δικαιώματα. Μέτ’ ἐκπλήξεως ἤκουσα ἑσπέραν τινὰ ἀπὸ τοῦ βήματος θεωρίας ἀκατανοήτους, εἰς τὰς ὁποίας, ἂν ἔλειπε τὸ ἐπιστημονικὸν κῦρος τοῦ ἐκθέσαντος αὐτάς, ἴσως ἦτο ἀνάξιον ν’ ἀπαντήσῃ τις. Ἀληθῶς ἄνθρωποι, διδάσκοντες πρὸ πολλῶν δεκάδων ἐτῶν τὴν ἐπιστήμην, εἶπον ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία δύναται ν’ ἀναπληρώνῃ αὕτη, διὰ τῆς ἰδίας αὑτῆς θελήσεως, τὰ κενὰ τοῦ νόμου, ὅτι δύναται νὰ συνομολογήσῃ δάνεια 15,000,000, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ἐπικριτὸν, ἐξ ἐναντίας μαρτυρεῖ τὴν πρὸς τοὺς κυβερνῶντας πίστιν τῶν δανεισάντων. Τὴν θεωρίαν αὐτὴν ἀποκρούω μετὰ πλήρους πεποιθήσεως. Ἂν πρόκηται νὰ δανεισθῇ ὑπουργὸς ἐν ὀνόματι τοῦ κράτους, τὸ κράτος ἀποδέχεται τὴν ὑποχρέωσιν ν’ ἀποδώσῃ τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἐδόθησαν πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους του, ἵνα δαπανηθῶσιν εἰς τὰς ἀνάγκας αὐτοῦ· ἑπομένως ἄνευ τῆς συναινέσεως τοῦ κράτους οὐδεὶς δύναται νὰ δανείζηται, οὐδ’ ἐνέχονται τὰ πρόσωπα ἢ ἡ ἀτομικότης αὐτῶν, ἢ ἡ πρὸς αὐτὰ ἐμπιστοσύνη τῶν δανειστῶν εἰς τὴν συνομολόγησιν τῶν δανείων. Ἂν οἱ κεφαλαιοῦχοι δὲν δανείζωσι τὰς κυβερνήσεις, δὲν δανείζουσιν αὐτάς, διότι δὲν ἔχουσι πίστιν εἰς τὸ κράτος, καὶ οὐχὶ εἰς τὰ ἄτομα τῶν κυβερνώντων αὐτό· καὶ ἂν δανείζωσι τὰς κυβερνήσεις, μαρτυροῦσιν οὐχὶ τὴν πρὸς τὰ ἀποτελοῦντα αὐτὰς πρόσωπα ἐμπιστοσύνην των, ἀλλὰ τὴν πρὸς τὸ κράτος. Ἀλλοίμονον εἰς τὰ κράτη, ἃ σώζει ἡ πρὸς τὰ πρόσωπα τῶν κυβερνώντων αὐτά, καὶ οὐχὶ πρὸς αὐτὰ ταῦτα τὰ κράτη ἐμπιστοσύνη τῶν δανειστῶν. Τὸ δὲ ἑλληνικὸν κράτος μεταδίδει εἰς τοὺς πολίτας ἕλληνας τιμήν, ἀλλὰ δὲν δέχεται τοιαύτην ἀπὸ αὐτοὺς, διότι οὐδεὶς ἔχει τοιοῦτον ἀνάστημα.
§121ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Νομίζω, ὅτι ὁ τρόπος τοῦ σκέπτεσθαι τοῦ προλαλήσαντος δὲν εἶναι ὀρθὸς καθ’ ὅλας τὰς περιπτώσεις. Αἱ πράξεις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ὑπόκεινται ἀναντιῤῥήτως, κατὰ τὸ πολίτευμα, εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, καὶ διὰ τοῦ μέσου τούτου δύναται αὕτη νὰ ἐπιδρᾷ ἐπὶ τῶν σκέψεων καὶ τῶν ἀποφάσεων ἐκείνης καὶ ἐπὶ τῆς πορείας κατὰ συνέπειαν τῶν τῆς πολιτείας. Ἀλλ’ ἐν περιπτώσει διαφωνίας μεταξὺ τῶν δύο τούτων ἐξουσιῶν, ἡ ἐκτελεστικὴ ἔχει, κατὰ τὸ πολίτευμα, τὸ ἐκλεκτικὸν δικαίωμα ἢ νὰ ὑποχωρήσῃ εἰς τὴν νομοθετικὴν καὶ νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὴν θέλησιν αὐτῆς, ἢ νὰ ποιήσηται ἔκκλησιν ἐνώπιον τοῦ λαοῦ διαλύουσα τὴν Βουλήν, ὅπως κρίνῃ οὗτος καὶ λύσῃ διὰ τῆς ψήφου αὐτοῦ τὴν διένεξιν. Τὸ ἐκλεκτικὸν τοῦτο δικαίωμα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας εἶναι ἀπόλυτον, καὶ δύναται κατὰ συνέπειαν νὰ ποιῆται χρῆσιν αὐτοῦ καθ’ ὅλας τὰς περιπτώσεις, καθ’ ἃς περιέρχεται εἰς διαφωνίαν μετὰ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἑπομένως καὶ προκειμένου περὶ τοῦ ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία προέβη εἰς τὴν ἔκδοσιν διατάγματος περὶ ἐπιστρατεύσεως κατ’ ἐκτέλεσιν τοῦ περὶ στρατολογίας νόμου. Μετὰ δὲ τὴν ἔκδοσιν τοιούτου διατάγματος, παραδέχομαι, κατὰ τὴν γνώμην τοῦ προλαλήσαντος καὶ τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ, ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ὀφείλει, ἐκ σεβασμοῦ πρὸς τὴν Βουλήν, ἐκ σεβασμοῦ πρὸς τὰ δικαιώματα τοῦ λαοῦ, νὰ μὴ προβῇ εἰς πράξεις ἐκτελέσεως σχετικὰς πρὸς τὴν ἐπιστράτευσιν, πράξεις ἐπιβαρυνούσας τὸν λαὸν καὶ συνεπαγομένας δαπάνας, πρὶν ἢ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλήν τὸ εἰρημένον διάταγμα καὶ ἀκούσῃ τὴν περὶ αὐτοῦ γνώμην τῆς Βουλῆς, καὶ τοιοῦτον δοκεῖ μοι, ὅτι εἶναι καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ 15 ἄρθρου τοῦ περὶ στρατολογίας νόμου. Ὑποβληθέντος δὲ τοῦ διατάγματος εἰς τὴν Βουλήν, ἐὰν αὕτη ἐγκρίνῃ καὶ κῦρος δώσῃ εἰς αὐτό, ἀποφασίζουσα συνάμα περὶ τῶν ἀναγκαίων διὰ τὴν ἐπιστράτευσιν μέσων, τὰ πάντα βαίνουσιν ὁμαλῶς καὶ κανονικῶς. Δὲν παραδέχομαι τὴν γνώμην τοῦ ἐκ Μεσολογγίου ἀξιοτίμου βουλευτοῦ, ὅτι ἀπαιτεῖται πρὸς ἔγκρισιν τοῦ περὶ ἐπιστρατεύσεως διατάγματος νομοθετικὴ πρᾶξις. Κατὰ τὸν περὶ στρατολογίας νόμον, δὲν ἀπαιτεῖται τοιαύτη νομοθετικὴ πρᾶξις, ἀρκεῖ μόνον ἡ εἰς τὴν Βουλὴν ἀνακοίνωσις τοῦ περὶ ἐπιστρατεύσεως διατάγματος, καὶ ἐκ ταύτης λαμβάνον ἀφορμὴν τὸ νομοθετικὸν Σῶμα, ἀποφαίνεται ὑπὲρ ἢ κατὰ τῆς ἐκδόσεως αὐτοῦ, προκληθείσης περὶ τούτου συζητήσεως. Ἐὰν δὲ ἡ Βουλὴ μετὰ τοιαύτην συζήτησιν, ἀποδοκιμάσῃ τὴν ἔκδοσιν τοῦ διατάγματος, ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία δὲν εἶναι ὑπόχρεως νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὴν θέλησιν τῆς Βουλῆς, καὶ δύναται, κατὰ τὰ προεκτεθέντα, νὰ προβῇ εἰς τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς καὶ νὰ ποιήσηται κατὰ συνέπειαν ἔκκλησιν ἐνώπιον τοῦ λαοῦ, ὅπως ἀποφασίσῃ οὗτος ὁριστικῶς, ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς ἔπραξεν, ἐκδοῦσα τὸ περὶ ἐπιστρατεύσεως διάταγμα. Κατὰ τὴν τελευταίαν ταύτην περίπτωσιν, δὲν παραδέχομαι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ περὶ ἐπιστρατεύσεως διατάγματος, προερχομένη καὶ εἰς τὰς ἀναγκαίας πρὸς τοῦτο δαπάνας. Ἔχει ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, ἡ Κυβέρνησις τὸ δικαίωμα, ἑπομένως καὶ τὴν ὑποχρέωσιν, νὰ προβῇ εἰς πᾶν ὅ,τι συντελεῖ εἰς τὴν ἐπιστράτευσιν, ὑπὸ τὸν ὅρον βεβαίως τοῦ νὰ ὑποβάλῃ ταῦτα πάντα εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς νέας ἀντιπροσωπείας τοῦ ἔθνους, διότι, κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία δὲν δύναται νὰ παύσῃ πράττουσα ὅ,τι ἐκ τῶν καθηκόντων αὐτῆς πρὸς περιφρούρησιν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων.
§122ΡΙΚΑΚΗΣ. Λυποῦμαι, κύριοι, διότι δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω ὡς πρὸς πολλὰ μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Αἰγίου. Βεβαίως ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως· ἀλλὰ διὰ τοῦτο δὲν ἕπεται τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία πρέπει ν’ ἀπεκδυθῇ τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἐκ τοῦ Συντάγματος ἔχει, διότι, ἂν μία Βουλὴ διαλυθῇ, οὐχ ἧττον θὰ ἔλθῃ μία ἄλλη Βουλὴ, ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τῆς ὁποίας πρέπει νὰ ὑποβληθῇ τὸ ζήτημα, εἰς τὸ ὁποῖον διεφώνησαν ἡ νομοθετικὴ καὶ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, καὶ μέχρις ὅτου ἔλθει μία ἄλλη Βουλή, δὲν δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ἀπόφασιν ἐκείνην, οὔτε νὰ δώσῃ ἰσχὺν νόμου εἰς αὐτήν· ὥστε νομίζω, ὅτι ἡ ὑπεροχή, τὴν ὁποίαν ἐξασκεῖ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἐπὶ τῆς Νομοθετικῆς, παντελῶς δὲν τῇ ἀφαιρεῖ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον τὸ Σύνταγμα τῇ χορηγεῖ. Τὴ γνώμην, τὴν ὁποίαν ἄλλοτε εἶχεν ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὸ 1878, τὴν ἐννοῶ. Δὲν ἠνόει νὰ θέσῃ τὸν ὅρον, ὅτι εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ συγκαλέσῃ τὴν Βουλὴν καὶ νὰ τῇ ἀναγγείλῃ τὸ διάταγμα, διότι ἐννοεῖ, ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ ἀπόλυτον δικαίωμα νὰ καλῇ ὑπὸ τὰ ὅπλα τὸν στρατόν· ἀλλ’ ἀφοῦ ἅπαξ ἐθεωρήθη ἀνάγκη, κατ’ εἰσήγησιν τοῦ ἐντίμου Βουλευτοῦ Μεσολογγίου, νὰ τεθῇ καὶ ἐτέθη ἡ προσθήκη αὕτη, ὅτι «παρούσης τῆς Βουλῆς, τὸ περὶ τούτου διάταγμα κοινοποιεῖται αὐθημερὸν εἰς τὴν Βουλήν, ἐὰν δὲ ἡ Βουλὴ ἦναι ἀποῦσα, ἐκδίδεται τὸ διάταγμα τῆς ἐπιστρατείας μετὰ τὴν συγκάλεσιν τῆς Βουλῆς, εἰς ἣν κοινοποιεῖται» νομίζω, ὅτι πᾶσα συζήτησις περὶ ἄλλης ἐννοίας εἶναι ὅλως διόλου ἀντίθετος εἰς τὸ κείμενον τοῦ νόμου. Δὲν θέλω νὰ ἐπαναλάβω ποίαν ἐξήγησιν ὁ νῦν ὑποστηρίζων τὴν τροπολογίαν ἔδωκεν ὁ κύριος Τρικούπης; εἶπε τότε, ὅτι τόσον εἶναι δυνατὸν τοῦτο, ὥστε καὶ ἐντὸς 15 ἡμερῶν δύναται νὰ ἔλθῃ ἡ Βουλή, καὶ ὅτι ἤθελεν εἶναι δεσποτικὴ ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἤθελε τολμήσει νὰ ἐκτελέσῃ διάταγμα ἐπιστρατεύσεως, ἄνευ προηγουμένης συγκαλέσεως τῆς Βουλῆς. Ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν ἐψήφισα ἐγὼ τότε τὸν νόμον, καὶ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν πρέπει νὰ δώσωμεν σήμερον· διότι δὲν νομίζω, ὅτι νομοθετοῦμεν ἁπλῶς πρὸς τὸ θεαθῆναι ἢ μὲ τὸν σκοπὸν νὰ μυκτηρίσωμεν, οὕτως εἰπεῖν, τὴν ἐξουσίαν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν θεωροῦμεν ἀναγκαῖον νὰ μνημονεύσωμεν ἐν τῷ νόμῳ. Ἐὰν παραδεχθῶμεν τὴν ἀντίθετον ἀρχήν, ὅτι δύναται μία Κυβέρνησις νὰ ἐκδώσῃ τὸ διάταγμα τῆς ἐπιστρατεύσεως, νὰ συγκαλέσῃ ὑπὸ τὰ ὅπλα, ἀντὶ 10, 60 χιλιάδας, νὰ δαπανήσῃ, ἀντὶ 12, 80 ἑκατομμύρια, καὶ μετὰ ταῦτα, ὅταν ἔλθῃ ἡ Βουλή, νὰ ὑποβάλῃ τὸ διάταγμα, τότε ἡ προσθήκη τοιαύτης παραγράφου εἶναι μυκτηρισμὸς πρὸς τὴν Βουλήν· διότι, ὅταν ἡ συγκατάθεσίς μου ἦναι περιττή, τότε εἶναι περιττὸν νὰ μνημονευθῇ, ὅτι θὰ λάβω γνῶσιν· ἐνῷ θὰ λάβω γνῶσιν διὰ τῆς ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως πολὺ πρὸ τῆς συγκαλέσεως, Νομίζω λοιπόν, κύριοι, ὅτι, ἐὰν θέλωμεν νὰ ἤμεθα ἐντὸς τῆς ἀληθείας, καὶ ἐὰν παραδεχώμεθα τὴν γνώμην, ὅτι πρέπει ἡ προσθήκη νὰ μείνῃ ἐν τῷ νόμῳ, πρέπει νὰ τὴν ἐννοήσωμεν, ὅπως ἐξετέθη καὶ ἄλλοτε καὶ σήμερον, καὶ ὅπως εἶναι ἡ ἀληθὴς ἔννοια τοῦ νόμου. Ὑπεστηρίχθη μία γνώμη, ὅτι, ἀφοῦ δίδετε αὐτὴν τὴν ἔννοιαν εἰς τὸν νόμον, εἶναι περιττὸν νὰ ψηφίσητε τὸν νόμον αὐτόν· ἀλλ’ ὁ νόμος εἶναι ἀναγκαῖος, ὄχι μόνον διότι εἶναι ἀνάγκη νὰ γείνῃ προπαρασκευαστικὴ ἐργασία, ὄχι μόνον διότι τὸ διάταγμα τῆς ἐπιστρατεύσεως ἔχει καὶ πολιτικὸν σκοπὸν πολλάκις, καὶ ἔχει ἀνάγκην μεγάλην ἡ Κυβέρνησις νὰ τὸ ἐκδώσῃ, ἀλλὰ καὶ διότι τὸ διάταγμα τῆς ἐπιστρατεύσεως δὲν ἐπενεργεῖ μόνον ὡς πρὸς τὴν νέαν στρατολογίαν, ἀλλ’ ἐπενεργεῖ καὶ ὡς πρὸς τὸν στρατόν, ὁ ὁποῖος ἤδη διατελεῖ ὑπὸ τὰ ὅπλα, καὶ ἄνευ αὐξήσεως δαπάνης μεταβάλλει τὴν κατάστασίν του, ἀπὸ στρατόν, ὁ ὁποῖος διατελεῖ εἰς κατάστασιν εἰρήνης, εἰς στρατὸν ἐπιστρατείας, χωρὶς νὰ αὐξήσῃ ἡ δαπάνη· διότι ἡ ἐπιστράτευσις δύναται νὰ διαταχθῇ καὶ χωρὶς ν’ αὐξήσῃ ἡ δύναμις τοῦ στρατοῦ. Λοιπὸν ἡ ἐπιστράτευσις, ἡ ὁποία ἤθελεν αὐξήσει τὴν δύναμιν τοῦ στρατοῦ, ἐπέρχεται, ἀφοῦ ἡ Βουλὴ λάβῃ γνῶσιν καὶ δώσῃ τὴν συγκατάθεσίν της. Νομίζω λοιπόν, ὅτι ὁ νόμος εἶναι ἀναγκαῖος, καὶ ὅτι ἡ παράγραφος πρέπει νὰ μείνῃ, ἡ δὲ ἑρμηνεία, ἡ ὁποία ἐδόθη, εἶναι ὑποχρεωτικὴ διὰ πᾶσαν Κυβέρνησιν.
§123ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Κύριοι βουλευταί, ἠπόρησα ἀκούσας ἐκ στόματος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ μόνην ἀπάντησιν εἰς τὴν ἐρώτησίν μου τὴν προκαλοῦσαν διασάφησιν, ὅτι σοφιστεύω. Δὲν ἐννοῶ, ἐὰν, ὅστις ἐρωτᾷ καὶ ἐρωτᾷ εὐσχήμως, ζητῇ νὰ ἐξηγηθῇ ἡ ἀντίφασις, διὰ τοῦτο καὶ μόνον σοφιστεύει, ἢ ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπεκαλεῖτο ἄλλο προηγούμενον, δι’ ὃ ἐκφράζει τὴν αὐστηρὰν κρίσιν του, ἐξ ἄλλων ὁρμώμενος περιστάσεων. Ἡ ἀντίφασις, ἡ ὁποία μοὶ ἐφάνη πολὺ τραχεῖα, ἦτο ἡ ἑξῆς· ὅτι, ὑποστηρίζων τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν δίδει εἰς τὸ διάταγμα περὶ ἐπιστρατείας καὶ εἰς τὴν συνταγματικὴν αὐτοῦ ἔννοιαν, εἶπεν ἀρκεῖ νὰ ἀνακοινωθῇ εἰς τὴν Βουλήν, ἡ δὲ σιωπὴ τῆς Βουλῆς μόνη ἐμφαίνει, ὅτι τὸ διάταγμα ἔλαβεν ἰσχὺν νόμου, ἐδῶ δὲ δεύτερον ἀγορεύσας, εἶπεν, ὅτι ἀπαιτεῖται ῥητὴ ἔκφρασις τῆς Βουλῆς. Λοιπὸν ἐζήτησα ἁπλούστατα ποίαν τῶν δύο γνωμῶν προτιμᾷ ὁ κ. Πρόεδρος. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἡ μόνη περίπτωσις, καθ’ ἣν βλέπω τοιαύτην δυσεξήγητον ἀντίφασιν, διότι, ὁμιλῶν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἀπὸ τοῦ βήματος, εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος, ὅτι εὐχαριστεῖται νὰ ἔχῃ ἀπέναντί του στεῖραν ἀντιπολίτευσιν, καὶ ἔπειτα ἀναγινώσκων τὸν ἔντυπον λόγον, εἶδον, ὅτι εἶπεν, ὅτι ἐπιθυμεῖ νὰ παλαίῃ πρὸς ἀντιπολίτευσιν ἰσχυράν.
§124ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἐπιθυμῶ μίαν ἰσχυρὰν ἀντιπολίτευσιν, ἀλλ’ εὑρίσκω μίαν στεῖραν· ὥστε βλέπετε, ὅτι συμβιβάζονται καὶ τὰ δύο.
§125ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Μάλιστα, ὅταν μεταβάλετε τὰ λεχθέντα, ὅλα συμβιβάζονται. Ἐγὼ σᾶς λέγω καὶ ἄλλην ἀντίφασιν· εἴπατε, ὅτι τὴν ἐπιστρατείαν τὴν ἐννοεῖτε ὄχι μέχρι τῆς κατοχῆς τῶν ἐπαρχιῶν, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐκτελέσητε τὴν ἀπόφασιν τοῦ Βερολίνου, καὶ μετὰ ταῦτα βλέπω, ὅτι ἀποδίδετε ἄλλην ἔννοιαν.
§126ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ποῦ τὴν εὑρίσκετε;
§127ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὅτι δὲν ἐννοεῖτε πλέον, ὅτι ἡ ἐπιστρατεία εἶναι τὸ κύριον ὄργανον καὶ τὸ μόνον μέσον. Ἀλλ’ ἀφίνω αὐτὰ κατὰ μέρος, τὰ εἶπον ἁπλῶς, διότι δὲν ἐπεθύμουν αὐτὸ τὸ ἐπίθετον νὰ τὸ ἀκούσω εἰς τὴν Βουλήν, χωρὶς νὰ δώσω ἀφορμήν. Ἠμπορούσατε νὰ μοὶ προσάψητε αὐτό, ἐν ὡρισμένῃ αἰτίᾳ, ἀλλὰ δὲν ἦτο σόφισμα τὸ νὰ ἀποτείνω πρὸς ὑμᾶς τὴν ἐρώτησιν, πῶς ἐννοεῖτε τὴν σύμπραξιν τῆς Βουλῆς. Τὸ ζήτημα βλέπετε ἐκ μικρῶν αὐξάνει καὶ λαμβάνει διαστάσεις, διότι συμπλέκεται μὲ τὰ προηγούμενα, μὲ τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ διάταγμα τῆς ἐπιστρατείας, ἐνῷ κατ’ οὐσίαν, νομίζω, ὅτι ὅλοι συμφωνοῦμεν. Οὐχ ἧττον περιήλθομεν εἰς αὐτὸ τὸ ἀδιέξοδον, διότι σήμερον εὑρίσκεται ὑποστηρίζουσα ἡ Κυβέρνησις τὸ ἐναντίον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἠθέλησε νὰ ἐξηγήσῃ κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως. Διὰ τοῦτο ἡ δυσκολία νὰ φθάσωμεν εἰς μίαν λύσιν, καὶ αὐτὴ ἡ δυσκολία ἐφάνη εἰς τὸν ἔντιμον βουλευτὴν Γόρτυνος, ὅτι ἦτο μία περίστασις, διὰ νὰ ἀναμοχλεύσῃ ὅλας τὰς θεωρίας τὰς συνταγματικάς, καὶ μοὶ ἐφάνη ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος, ζητῶν θύραν νὰ ἐξέλθῃ καὶ μὴ εὑρίσκων αὐτήν, κρούει ὅλους τοὺς τοίχους ἐπ’ ἐλπίδι διὰ τοῦ ἤχου νὰ εὕρῃ τὴν διέξοδον. Τοιουτοτρόπως ἠθέλησε νὰ ἐξετάσῃ ὅλα τὰ στοιχεῖα τοῦ Συντάγματος, τὸ δικαίωμα τὸ ἡγεμονικὸν τοῦ κηρύττειν τὸν πόλεμον, τὸν περιορισμὸν περὶ στρατοῦ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι πρέπει τις νὰ φέρῃ τὸ ζήτημα εἰς τὰ ἁπλούστερα στοιχεῖα. Ὅλη ἡ τέχνη τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος εἶναι νὰ καταστήσητε τὸ ζήτημα ἁπλοῦν, ἐνῷ καθιστῶντες αὐτὸ σύνθετον περιπλέκετε καὶ εἰς οὐδὲν φθάνετε ἀποτέλεσμα. Οὕτω συνέβη τωόντι, διότι δὲν ἤκουσα συμπέρασμα. Εἶδον μεγάλον ὄγκον κεφαλῶν, καὶ πόδας οὐδαμοῦ. Φαίνεται, ὅτι ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Γόρτυνος, ἀποφυγὼν ν’ ἀναμιχθῇ εἰς τὴν σπουδαίαν πολιτικὴν συζήτησιν, ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύνατο ὁδοῦ πάρεργον εἰς μίαν ἄλλην περίστασιν νὰ παρενείρῃ τὰς ἰδέας του θωρακίζων αὐτάς διὰ τοῦ ἀποφθεγματικοῦ τρόπου, ὅτι «δὲν παραδέχομαι ἐκείνας τὰς θεωρίας τοῦ δεῖνος ἢ τοῦ δεῖνος.» Μάλιστα, τὸ πιστεύω, ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι ἀποδεικνύετε, διότι δὲν παραδέχεσθε; ἐδῶ δὲν πρόκειται περὶ αὐθεντίας οἱουδήποτε, ἐδῶ ζητοῦμεν τοὺς λόγους πάσης γνώμης δὲν μᾶς ἐδείξατε δὲ τίποτε, διότι αἱ σχέσεις, τὰς ὁποίας εἴπετε, οὐδεμίαν ἔχουν σχέσιν. Ἐὰν μοὶ ἐπιτρέπητε, θὰ φέρω τὸ ζήτημα εἰς τὰ ἁπλούστατα ὅρια· ἰδοὺ ποῦ εὑρίσκω αὐτά. Τί εἶναι τὸ διάταγμα; εἶναι ἐκτέλεσις νόμου. Ὑπάρχοντος νόμου ἐπιτρέπεται ἡ διὰ διατάγματος ἐκτέλεσις. Τί εἶναι ἡ ἐπιστρατεία; τὸ διάταγμα προηγεῖται τοῦ νόμου· εἶναι τὸ ἀντίστροφον. Λοιπὸν τὸ ζήτημα εἶναι: ἐπιτρέπεται εἰς μίαν ὡρισμένην περίστασιν, ὑπὸ ὡρισμένας ἐγγυήσεις, τὸ διάταγμα νὰ προηγηθῇ τοῦ νόμου; καὶ ὅταν ἐπιτρέπεται τοῦτο, τάχα ἕπεται, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑπάρξῃ νόμος; οὐδαμῶς. Ὁ νομοθέτης λέγει, ὅτι προσωρινῶς εἰς περιστάσεις, τῶν ὁποίων τὴν ἐκτίμησιν ἀφίνω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐπιφυλαττόμενος κατόπιν νὰ ἐξετάσω τὴν ἐνάσκησιν, ἐπιτρέπω εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ προτάξῃ τὸ διάταγμα, νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν, ἣν διὰ νομοθετικῆς πράξεως θέλω κυρώσει.
§128ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Πῶς θὰ ἐνασκήσῃ τὸ δικαίωμά της ἡ Βουλή, ἀφοῦ τὸ διάταγμα ἤθελεν ἐκτελεσθῆ;
§129ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀφοῦ ἐξοδευθοῦν τὰ χρήματα;
§130ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἡ σκέψις σας εἶναι περὶ χρημάτων· τὰ χρήματα ἔχουσι καὶ αὐτὰ τὴν θεωρίαν των, ἀλλ’ ἔρχομαι τώρα ὡς πρὸς τὸν ἔντιμον βουλευτὴν ἐκ Πύλου. Ἐξετελέσθη τὸ διάταγμα, ἦλθε τὸ νομοθετικὸν Σῶμα, ἀπαρέσκεται καὶ διατάττει τὴν διάλυσιν· ἐν τούτοις ἔγεινεν ἡ ἐπιστρατεία ἐν μέρει.
§131ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τί γίνεται ἡ δαπάνη;
§132ΤΙΝΕΣ. Μὴ διακόπτετε.
§133ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὄχι, διακόψατε· θὰ μοὶ δώσητε ἀφορμὴν νὰ σᾶς εἴπω περισσότερα. Ὁ κ. βουλευτὴς Πύλου ἔθεσε τὸ ζήτημα κάλλιστα καὶ δεικνύει, ὅτι πρακτικῶς τὸ ἐνόησε, καὶ εἶναι ἐξ ἐκείνων, οἵτινες ἐμβατεύουν εἰς τὴν ἔννοιαν. Φαίνομαι, ὅτι λέγω πρᾶγμα ὑπερβολικόν, ὅτι δίδω εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν δύναμιν ὑπερβάλλουσαν. Ἐξετελέσθη τὸ διάταγμα, ἔγεινεν ἡ ἐπιστράτευσις, ἔρχεται τὸ νομοθετικὸν Σῶμα καὶ λέγει, ὅτι δὲν δέχομαι αὐτήν. Τί νομίζετε, ὅτι αὐτὴ ἡ μικρὰ ἐκτέλεσις ἐν τῷ μικρῷ διαστήματι εἶναι τὸ κύριον μέλημα τοῦ νομοθέτου, ὁ ὁποῖος ἀνέθεσε τὴν ἐμπιστοσύνην του εἰς τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν; οὐδαμῶς. Ὁ νομοθέτης ἐσκέφθη, ὅτι ὑπάρχουν ἐξαιρετικαὶ περιστάσεις, καθ’ ἃς δὲν πρέπει ν’ ἀφήσῃ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν μὲ δεδεμένας τὰς χεῖρας, πρέπει ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία νὰ ἦναι ἐν πλήρει ἐλευθερίᾳ νὰ τὰς ἐκτιμήσῃ καὶ ἐν δέοντι νὰ ἐνεργήσῃ, ὅπως τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους ἀπαιτοῦν. Ἐὰν δὲ συμβῇ τῷ ὄντι νὰ προβῇ καὶ κατά τι ἡ ἐκτέλεσις, δὲν εἶναι μεγάλη ἡ ζημία, δὲν εἶναι ἀθεράπευτον τὸ κακόν. Ἐὰν ὑποθέσετε πεῖσμα μεταξὺ ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας καὶ νομοθετικῆς, τότε εἴχετε δίκαιον, διότι ἠμποροῦσε νὰ ἐξανίσταται ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ὅτι καὶ ἐπὶ ἐλάχιστον ἴσχυσε τὸ θέλημα τῆς ἐκτελεστικῆς, ἂν καὶ δὲν κατώρθωσε τὸ ὅλον, ἀλλ’ ἀρκεῖ, ὅτι ἐπάτησε τὸ ἔδαφος, ὅτι ἔθεσε τὸν πόδα. Δὲν γίνονται πείσματα μεταξὺ τῶν δύο ἐξουσιῶν, ἀλλὰ σκέψεις σοβαραὶ ἀπασχολοῦν ἀμφοτέρας περὶ τῆς τύχης τοῦ ἔθνους, εἶναι σκέψεις τοιαῦται, ὥστε οἱ προσωπικοὶ λόγοι, ἢ λόγοι φιλοτιμίας, οὐδόλως ταράττουν ἐκείνους, τῶν ὁποίων ἡ φιλοτιμία ἐν τοῖς τοιούτοις οὐδέποτε προσβάλλεται. Δὲν εἶναι λοιπὸν τοιοῦτον ζήτημα πείσματος, ὅτι χωρὶς ἐμὲ οὐδὲν ἠδύνατο νὰ γείνῃ τὸ παράπαν. Λοιπὸν κατὰ μικρόν τι ἠπορεῖ τῷ ὄντι νὰ προβῇ ἡ ἐκτέλεσις, ἀλλ’ ἡ ἐκτέλεσις ἐνδέχεται νὰ συνεπαγάγῃ καὶ δαπάνας.
§134ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Κατὰ μικρὸν, ἀλλὰ δύναται καὶ κατὰ πολύ.
§135ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Καὶ κατὰ πολύ· διότι εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν τὸ κατὰ πολὺ, εἶναι πρᾶξις κατ’ ἐξοχὴν πατριωτική, καὶ πατριωτικωτέρα ὅσων ἐγένοντο ἄχρι τοῦδε· δὲν διστάζω νὰ τὸ ἀνακηρύξω. Ἐὰν θέλετε νὰ χαρακτηρίσω αὐτὴν ἔτι ἐμφαντικώτερον, σᾶς λέγω ὅ,τι ὁ μέγας Πομπήϊος εἶπε «Θὰ κρούσω τὸν πόδα μου καὶ ἐκ τῆς γῆς θέλει ἀναστηθῆ στρατιά,» ἀλλ’ ἀπέτυχε. Τοῦτο ἔπραξε καθ’ αὑτὸ ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Τρικούπη. (Θόρυβος.)
§136ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Προβλέπετε καὶ τὰ Φάρσαλα;
§137ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἵσταμαι τοὐλάχιστον ἐνώπιον γεγονότος, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ φέρῃ μέχρις αὐτῶν τῶν Φαρσάλων, καὶ δὲν θεωρῶ ἀνάξιον τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος νὰ δεχθῇ ἐκεῖ τὴν μάχην. Λέγω λοιπὸν, ὅτι ἐνδέχεται ἡ ἕναρξις τῆς ἐκτελέσεως νὰ συνεπαγάγῃ δαπάνας, καὶ τοῦτο φαίνεται, ὅτι ταράττει πολὺ τὰ νεῦρα, αἱ δαπάναι, ὅτι θέλει ἐπιβαρυνθῆ πολὺ ὁ προϋπολογισμός, καὶ θέλουν αὐξήσει τὰ χρέη τοῦ Κράτους. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἐπιχείρημά σας, ἄλλο δὲν εἶναί μοι φαίνεται. Τώρα σᾶς ἐρωτῶ, εἶναι ἡ μόνη περίστασις, καθ’ ἣν ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς γίνονται καὶ ἐγένοντο δαπάναι δι’ ἐκτάκτων πιστώσεων, δι’ ἃς ζητεῖται κατόπιν ἡ ἔγκρισις τῆς Βουλῆς; Τί ἄλλο εἶναι αἱ ἄλλαι δαπάναι, αἱ ὁποῖαι ἐξετελέσθησαν καὶ τῶν ὁποίων ζητεῖται ἡ ἔγκρισις; Ἀλλ’ ἠξεύρετε πῶς σκέπτεσθε; ὅτι εἰς πᾶσαν ἄλλην περίστασιν τὸ συγχωρῶ, ὄχι ὅμως καὶ εἰς τὴν περίστασιν τῆς ἐπιστρατεύσεως, διότι ἔβαλα στοίχημα μετὰ πάθους, εἰς αὐτὴν καὶ μόνην τὴν περίστασιν νὰ μὴ γίνεται ἔκτακτος δαπάνη. Ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Γόρτυνος πῶς ἔφερε πέρυσιν ἐκτάκτους πιστώσεις; Ἐδῶ ἐτρομάξαμεν. Ἐνομίζομεν, ὅτι καταῤῥέει τὸ στερέωμα, καὶ ἐν τοσούτῳ ὅλαι αὐταὶ αἱ δαπάναι ἐκυρώθησαν. Αὐταὶ αἱ δαπάναι μήπως δὲν εἶναι τετελεσμένα γεγονότα; Ἠδυνάμεθα νὰ εἴπωμεν εἰς τὸν ἔντιμον βουλευτὴν Γόρτυνος· «Κύριε ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν δεχόμεθα τὰς δαπάνας σου.» Δὲν ἦτο τάχα δυνατόν; Εἰς τὴν ἰδίαν περίστασιν εἴμεθα καὶ ἤδη. Αἱ ἔκτακτοι δαπάναι δὲν εἶναι πάντοτε ἀναπόφευκτοι, διότι ἐνδέχεται νὰ ὑπάρχουν διαθέσιμα ποσά, ἐνδέχεται νὰ ὑπάρχῃ καὶ περίσσευμα ὡρισμένου κεφαλαίου περὶ στρατοῦ. Ὑποθέσατε, ὅτι ἐψηφίσαμεν 12,000 στρατόν, καὶ ὅμως διετηρήσαμεν 5,000 εἰς διάστημα ὀλίγων μηνῶν ἐπερίσσευσε τὸ μὴ δαπανηθὲν διὰ τὰς 12,000 τοῦ προϋπολογισμοῦ. Εἰς αὐτὸ λοιπὸν τὸ διάστημα τῶν 2 μηνῶν ἀπὸ τοῦ διατάγματος μέχρι συγκαλέσεως τῆς Βουλῆς, δὲν ἠξεύρω πῶς μετρεῖ τὰς προθεσμίας ὁ κ. βουλευτὴς Γόρτυνος, διότι εὗρε καὶ προθεσμίαν ἐκ τῶν προτέρων apriori, ἐνῷ ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι ὅλαι αἱ προθεσμίαι ὑπάρχουν μόνον διὰ νόμου, ὥστε ἀνακαλύπτει ἤδη καὶ νέαν συνταγματικὴν θεωρίαν περὶ προθεσμιῶν. Ἐὰν λοιπὸν τὰ περισσεύοντα χρήματα διὰ τὰς 7,000 στρατοῦ ἤθελον δαπανηθῆ εἰς τὴν ἐπιστράτευσιν κατὰ τὸ διάστημα τῶν 2 μηνῶν, ὥστε ὅτε συνεκαλεῖτο ἡ Βουλή, δὲν ἤθελον ὑπάρχει ἔκτακτοι δαπάναι, οὐδὲ αὔξησις ἐξόδων, ποῦ ἠθέλετε εὕρει τότε τὸ πρόσκομμα τῶν χρημάτων; Ἀλλὰ λέγουν καὶ ἕτερον, ὅτι αὐταὶ αἱ δαπάναι ἐγένοντο διὰ τὴν ἐπιστράτευσιν, ὅτι ἐγένοντο πλῆθος δαπανῶν· ἀλλ’ ἐγὼ λέγω, ὅτι ἐκ τῶν δαπανηθέντων ποσῶν, τὰ πλεῖστα ἐδαπανήθησαν διὰ τὰς προμηθείας τοῦ στρατοῦ, πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ διατάγματος τῆς ἐπιστρατείας. Πῶς ἐκεῖνο δὲν φιλονεικεῖτε τὸ παράπαν; διατί δὲν ἔρχεσθε νὰ προτείνετε, ὅτι ἐγένοντο καὶ ἄλλαι δαπάναι πρὸ τῆς ἐπιστρατεύσεως; τὰς ἀποσιωπᾶτε, διότι μόνον δὲν δέχεσθε τὴν δαπάνην τῆς ἐπιστρατεύσεως. Αὐτὴ διαταράττει τὸν ὕπνον σας καὶ πρὸ παντὸς ἄλλου τὸν ὕπνον τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Κραναίας.
§138ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Μὲ ταράττει νὰ ἀκούω τοιαύτας ἰδέας ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ κ. Καλλιγᾶ καὶ τοιαύτας θεωρίας.
§139ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐγὼ δὲν ἤκουσα τὰ ἰδικά σας ἀξιώματα, ἵνα ἴδω πόση ἀπόστασις εἶναι μεταξὺ τῶν ἰδεῶν σας καὶ τῶν ἰδεῶν μου.
§140ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὡς μαθητής σας ἐξανίσταμαι.
§141ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Δὲν ἐκλαμβάνω τὸν ἑαυτόν μου ὡς διδάσκαλον ἐνταῦθα· ὑπῆρξα καὶ ἐγὼ ἀλλοῦ καθηγητίσκος· ἀλλὰ δὲν ἐνόησα νὰ φέρω ἐγὼ αὐτόχρημα τὴν ἐπιστήμην ἐπὶ τῶν ὤμων μου ἐνταῦθα. Μόνος ὁ κ. ἐκ Καλαβρύτων βουλευτὴς ἔχει τοιαύτην ἀξίωσιν, ἧς πόῤῥω ἀπέχω. Αὐτὸς μάλιστα ὑψῶν τὴν χεῖρα νομίζει τις, ὅτι κρούει τὸ στερέωμα τῆς ἐπιστήμης καὶ ὅτι αὐτὸ κρουόμενον ἐκπέμπει τῆς ἀκράτου ἐπιστήμης τὰ θέσφατα. Δὲν ἦλθον ἐδῶ ἐπαγγελλόμενος νὰ διδάξω αὐτὴν καὶ μόνην τὴν ἐπιστήμην· τὴν ἐπιστήμην ἐκαλλιέργησα καὶ ἐγὼ διὰ τῶν μικρῶν μου δυνάμεων, ὅπου ἐκαλλιεργεῖτο, ἐν τῷ οἴκῳ αὐτῆς. Ἐδῶ θεωρῶ, ὅτι λαμβάνω μέρος μεταξὺ ὑμῶν, ὡς ἄνθρωπος πολιτευόμενος, ὅπως πολιτεύονται πάντες, καὶ ὡς πολιτευόμενος λέγω πράγματα, τὰ ὁποῖα φαίνονται ξηρὰ καὶ θεωρητικά· πρέπει νὰ μοὶ τὰ συγχωρήσητε ὡς ἐκ τῶν παλαιῶν ἕξεων. Αἱ σχέσεις μεταξὺ ἐμοῦ καὶ ὑμῶν, κύριε βουλευτὰ Κραναίας, δὲν εἶναι σχέσεις μεταξὺ μαθητοῦ καὶ διδασκάλου· σήμερον ἐχειραφετήθητε καὶ εἴμεθα εἰς πλήρη ἰσότητα, καὶ ἴσος πρὸς ἴσον δύναμαι νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ ὅ,τι φρονῶ. Λοιπὸν δὲν εἶναι καὶ ἡ ἐπιστρατεία ἐξαιρετικὴ περίστασις, διὰ τὴν ὁποίαν πρέπει ν’ ἀπαγορεύσωμεν ὅ,τι γίνεται εἰς πᾶσαν ἄλλην. Οὐδὲ σᾶς ἐπιτρέπεται νὰ εἴπητε «δὲν μὲ ταράττει τίποτε, ἂν φέρητε ἐκτάκτους πιστώσεις· φθάνει νὰ μὴ φέρετε διὰ τὴν ἐπιστρατείαν». Διατί δεικνύεσθε τοσοῦτον πολέμιοι, ἀδυσώπητοι κατὰ τῆς ἐπιστρατείας, ὡς ἂν ἠθέλατε νὰ τὴν ἐξαλείψετε; Αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις μου δὲν βλέπω διατί ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εὑρίσκει τόσον παραδόξους, ὥστε νὰ εἴπῃ, ὅτι σοφιστεύει, ὅστις παρατηρεῖ αὐτὰ τὰ ἀνακόλουθα, αὐτὰς τὰς ἀντιφάσεις· ὑποθέτω, ὅτι, κατὰ τὸν ἔντιμον Πρωθυπουργόν, διότι τὰς φέρω εἰς φῶς (Θόρυβος.)
§142ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐφέτος παρατηρῶ, ὅτι ὑμεῖς ἠρχίσατε οὕτω πως· πέρυσιν εἴπετε ἄλλα.
§143ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Πέρυσι δὲν ἐνθυμοῦμαι, καὶ ἂν ὡμίλησα, δὲν μὲ βοηθεῖ ἡ μνήμη. Ἔρχομαι εἰς αὐτὴν τὴν ἀντίῤῥησιν. Ὅπως δίδεται ἡ ἑρμηνεία, ὅπως ζητεῖτε νὰ καταδείξητε τὴν ἔννοιαν τοῦ προτεινομένου νομοσχεδίου, ἰδοὺ τί λέγετε: ἐκδίδοται τὸ διάταγμα τῆς ἐπιστρατεύσεως διὰ τὸ ναυτικὸν πρὸς τίνα σκοπόν; ἵνα ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν δηλ. διάταγμα, τὸ ὁποῖον προηγεῖται νόμου; Εἶναι νόμος, ναὶ ἢ ὄχι; Ἂν δὲν ἦναι νόμος, λέγω, ὅτι εἶναι μία παράβασις τοῦ Συντάγματος, εἶναι διάταγμα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ γείνῃ νόμος ἀπαραιτήτως, καὶ πρέπει νὰ τὸ ψηφίσωμεν, διότι πρὸς τί ἄλλο εἰσάγεται εἰς τὴν Βουλήν; πρὸς γνῶσιν τῆς Βουλῆς; καὶ τί σημαίνει πρὸς γνῶσιν τῆς Βουλῆς; Διὰ τῆς ἐκδόσεως τὸ διάταγμα ἐγένετο ἀρκούντως γνωστόν, ἀφοῦ τὰ τέκνα μας εὑρίσκονται εἰς τὴν ἐπιστρατείαν. Τάχα ὑποκρινόμεθα ἐνταῦθα ὡς ἐπὶ τῆς σκηνῆς, καὶ ἔχομεν πρόσωπον νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἀγνοοῦμεν τὸ διάταγμα, ἐπειδὴ δὲν ἐκοινοποιήθη εἰς τὴν Βουλήν; Ἔχομεν ἀνάγκην νὰ μᾶς εἴπῃ τις νὰ λάβωμεν γνῶσιν, ἢ πρόκειται νὰ ἐκφράσῃ τὴν θέλησίν της, ἂν παραδέχηται ἢ μὴ τὰ γενόμενα. Θέλετε μᾶς εἶπει, πρέπει νὰ γείνῃ καὶ νόμος, τουτέστι νομοθετικὴ πρᾶξις, εἰς τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ προστεθῇ ἡ κύρωσις τοῦ Βασιλέως, καὶ δὲν ἠξεύρω ἂν ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Πυλίας αὐτὸ ἐνόει νὰ μ’ ἐρωτήσῃ, διότι γνωρίζω, ὅτι εἰσδύει εἰς τὰ ζητήματα κατὰ βάθος. Τοῦτο ἴσως δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς διφορούμενον· ἐδῶ πράγματι δὲν ἐσχημάτισα πλήρη τὴν γνώμην μου. Ἐπειδὴ τὸ διάταγμα προηγήθη, προηγήθη ἡ κύρωσις τοῦ Βασιλέως, καὶ ἀρκεῖ ἡ Βουλὴ νὰ ἐκφράσῃ τὴν συγκατάθεσιν, διότι τότε ὑπάρχουν πλήρη τὰ στοιχεῖα τοῦ νόμου, ἂν καὶ πρωθυστέρως ὑπάρχῃ ἡ κύρωσις, ὑπάρχει ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς. Ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς ποτὲ δὲν δύναται νὰ λείψῃ. Δὲν ἐννοῶ ποῖον συνταγματικὸν σύστημα, καθ’ ὃ δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νόμου, δὲν ὑπάρχει δὲ νόμος, ὅταν δὲν συντρέχουν ὅλα αὐτοῦ τὰ στοιχεῖα, ἄρα ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἐκφράσῃ τὴν ἰδίαν θέλησιν. Ἡ ἁπλῆ γνωστοποίησις στερεῖται τοῦ ἑτέρου. Ἔχει τάχα σημασίαν συναινέσεως ἡ σιωπὴ τῆς Βουλῆς; Ὑποθέσατε, ὅτι οἱ μὲν δὲν τολμοῦν νὰ λύσουν τὴν σιωπήν, μὴ ἡ Βουλὴ εἴπῃ ὄχι, οἱ δὲ μὴ εἴπῃ ναί· νομίζετε, ὅτι ἐκ τῆς σιωπῆς ἐξάγεται τί ἡ Βουλὴ διανοεῖται; Ἐν τούτοις τὸ ὑπουργεῖον ἐκτελεῖ, προχωρεῖ, αἱ δαπάναι γίνονται, ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία κυριεύει τὸ ἔδαφος, καὶ τὴν τελευταίαν ἡμέραν πρὸ τῆς λήξεως τῆς Βουλῆς, αὕτη μὴ ἐκφρασθεῖσα εἰσέτι, αἴφνης ἐξανίσταται δὲν θέλει τὴν ἐπιστρατείαν· τί θὰ γείνῃ τότε; Αὐτὴν τὴν κατ’ ἐξακολούθησιν ἐκτέλεσιν ἐν γνώσει τῆς Βουλῆς δύνασθε πλέον νὰ ἐκλάβητε ὡς συγκατάθεσιν. Ἡ Βουλὴ πρέπει λοιπὸν νὰ λύσῃ τὴν σιωπὴν καὶ νὰ εἴπῃ τί ἐνόει, πρέπει νὰ δώσῃ ῥητῶς τὴν συγκατάθεσιν, νὰ ἐκφράσῃ σαφῶς τὴν θέλησίν της. Εἶχε λοιπὸν ἀνάγκην νὰ περιαγάγῃ ἁπανταχοῦ τὸ ζήτημα, ἐπιλανθανόμενος πάντοτε τὴν οἰκείαν θέσιν, εἶχεν ἀνάγκην νὰ δοκιμάσῃ ὅλας τὰς γωνίας τοῦ συντάγματος καὶ νὰ κρούσῃ ὅλους τοὺς τοίχους, διὰ νὰ εὕρῃ τὸ κενὸν τῆς ἐξόδου, τὸ ὁποῖον δὲν εὗρεν ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Γόρτυνος. Ἵνα θέσωμεν τὸ ζήτημα εἰς τὴν οἰκείαν θέσιν, πρέπει νὰ ἐξηγήσωμεν ποία ἡ σχέσις μεταξὺ νόμου καὶ διατάγματος. Ὁ νόμος προηγεῖται καὶ τὸ διάταγμα ἕπεται πρὸς ἐκτέλεσιν νόμου, καὶ τότε ἐπιτρέπεται τὸ διάταγμα, ὅταν ὁ νόμος διαγράψῃ τὰ ὅρια τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ἀλλ’ εἰς μόνην τὴν περίστασιν ταύτην διὰ τὴν ἄμυναν τῆς χώρας, διὰ τὰ μεγάλα συμφέροντα, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται εἰς χεῖρας τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, πρὶν συνέλθῃ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ἐκτάκτως ἀπέδωκε τοιαύτην ἐμπιστοσύνην ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν, οὐδέποτε ὅμως ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δύναται νὰ εἴπῃ: σιωπῶ, δὲν ἐκφράζω τὴν διάνοιαν, τὴν θέλησίν μου Πρέπει νὰ δηλώσῃ τὴν θέλησίν της, νὰ δηλώσῃ αὐτὴν ῥητῶς, εἴτε πρώτῃ διὰ νόμου εἴτε ἐξαιρετικῶς μετὰ ταῦτα εἰς μόνην τὴν περίστασιν τῆς ἐπιστρατείας, ὅπως καταρτισθῇ νόμος, οὐδενὸς τῶν στοιχείων αὐτοῦ στερούμενος, καὶ ἂν τὸ προτεινόμενον νομοσχέδιον δὲν στηρίζεται ἐπὶ τοιαύτης βάσεως, εἶναι καταψηφιστέον.
§144ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐκ τῆς ὁμιλίας τοῦ προλαλήσαντος ἐντίμου βουλευτοῦ Ἀττικῆς καὶ σεβαστοῦ μοι καθηγητοῦ κ. Καλλιγᾶ ἐξήγαγον, ἐγὼ τουλάχιστον, ὅτι ὑπάρχει διάθεσις νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία ἐπὶ δεκαπέντε ἡμέρας μᾶς ἀπησχόλησεν· ἐγὼ ὅμως δὲν ἔχω διάθεσιν νὰ ἐπανέλθω εἰς τὴν συζήτησιν αὐτήν· ἔρχομαι νὰ λύσω πρακτικῶς τὸ ζήτημα τοῦτο, τῆς συγκαλέσεως τῆς Βουλῆς, καὶ τῆς ἐκδόσεως τοῦ διατάγματος τῆς ἐπιστρατείας. Ἐὰν ἐρωτήσητε τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν στρατιωτικῶν πόσαι ἡμέραι παρῆλθον, ἀφ’ ἧς ἐκοινοποιήθη τὸ διάταγμα τῆς ἐπιστρατείας, μέχρι τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν παρουσιάσθη ὁ πρῶτος ἐπίστρατος, θὰ εὕρητε, ὅτι εἶναι πλέον τῶν δεκαπέντε ἡμερῶν. Βλέπετε, ὅτι οὐδεὶς ἐπίστρατος παρουσιάσθη πρὸ τῶν δεκαπέντε ἡμερῶν. Ἰδοὺ λοιπὸν πῶς συμβιβάζεται ἡ διάταξις, ὥστε διὰ τῆς ἐκδόσεως τοῦ διατάγματος τῆς ἐπιστρατείας καὶ τῆς ἀμέσου συγκαλέσεως τῆς Βουλῆς νὰ μὴ ἐκτελῆται τὸ πρῶτον πρὸ τῆς ἐνεργείας τοῦ δευτέρου, ἀφοῦ, πρὶν ἢ συγκεντρωθῶσιν οἱ ἐπίστρατοι, ἡ Βουλὴ θὰ ἦναι παροῦσα, διὰ νὰ ἐγκρίνῃ τὴν πρᾶξιν καὶ τὰς δαπάνας καὶ τὰ πάντα· ἄλλως θὰ ὑπαγορεύσῃ τὴν ἀναστολὴν ἢ τὴν κατάργησιν. Ἡ διάταξις λοιπὸν αὕτη τοῦ νόμου, περὶ συγκαλέσεως τῆς Βουλῆς, εἶναι ὀρθοτάτη καὶ σύμφωνος μὲ τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἐπιτρέπει αὔξησιν στρατοῦ καὶ δαπάνης, ἄνευ τῆς ἀδείας τῆς Βουλῆς, καθόσον ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος σᾶς εἶπεν, ὅτι ἕνεκα ἐκτάκτων καὶ μεγάλων συμφερόντων τοῦ Κράτους ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ προσθέσῃ μέγαν ἀριθμὸν εἰς τὸν στρατὸν καὶ νὰ ὑποβάλῃ τὸ ἔθνος εἰς ἐκτάκτους δαπάνας, σᾶς εἶπε συγχρόνως, ὅτι ἐπιβάλλεται συνάμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ ὑποχρέωσις νὰ προσκαλέσῃ τὸ ἔθνος διὰ τῆς Βουλῆς, ἥτις εἶναι ὁ νόμιμος ἀντιπρόσωπός του, διὰ νὰ ἐγκρίνῃ ἢ μὴ τὰς πράξεις της, ἀφοῦ ἡ Βουλή, δυναμένη νὰ συνέλθῃ ἀπὸ τῆς προσκλήσεώς της ἐντὸς δέκα ἡμερῶν, προλαμβάνει καὶ ἔξοδον καὶ πᾶσαν ἄλλην ἐθνικὴν ὑποχρέωσιν, ἐὰν δὲν ἐγκρίνῃ τὸ κίνημα (Θόρυβος.) Ὁ σεβαστός μοι καθηγητὴς ἐθύμωσε περισσότερον παρ’ ὅσον ἐπιτρέπεται νὰ θυμώσῃ τις ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, διότι τῷ εἶπον, ὅτι σοφιστεύεται. Ἐν τούτοις ἡ λογιότης του ἀποτείνει ὕβρεις πρὸς τοὺς ἀντιπάλους· προχθὲς εἶπεν ἀγέλην ὁλόκληρον μίαν πλευρὰν τῆς Βουλῆς, κατόπιν μοχθηρούς, καὶ τοῦτο ἐπανέλαβε καὶ σήμερον, ὅτε μᾶς εἶπε κατ’ ἐπανάληψιν, ὅτι μᾶς ἔπιασαν τὰ νεῦρά μας, ἀκούσαντας τὴν δαπάνην τῶν χρημάτων. Πιθανὸν νὰ μὴ ἀγαπᾷ τὰ χρήματα, ἡμεῖς ὅμως τὰ ἀγαπῶμεν, διότι δὲν τὰ ἔχομεν, καὶ ὅταν ἀκούσωμεν, ὅτι γίνονται δαπάναι, μᾶς πιάνουν τὰ νεῦρά μας, ἀφοῦ μάλιστα τὰ χρήματα αὐτὰ εἶναι οἱ ἱδρῶτες τοῦ λαοῦ· διὰ τοῦτο δὲν εἴμεθα ἀξιοκατάκριτοι οὔτε ἄξιοι ἀγχόνης· μᾶς εἶπε κατ’ ἐπανάληψιν μοχθηρούς, διότι ταραττόμεθα, ἀφοῦ τὴν ἐπιστρατείαν ἔκαμαν ἄλλοι, καὶ οὐχὶ ἡμεῖς. Ἡμεῖς δὲν φθονοῦμεν, διότι τὴν ἔκαμαν ἄλλοι, ἀλλὰ κακίζομεν αὐτοὺς, διότι δὲν τὴν ἔκαμαν, ὅπως ἠθέλομεν τὴν κάμει ἡμεῖς ἐντὸς τοῦ νόμου καὶ τελειοτέραν. Καὶ ὅταν ἐντεῦθεν ὁμιλῇ ἄνθρωπος ἀνωτέρας σφαίρας καὶ κατὰ τὴν κοινωνικὴν τάξιν καὶ κατὰ τὴν παιδείαν του πρὸς ἓν Σῶμα, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ ἐπισημότερον Σῶμα τοῦ ἔθνους, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἔχῃ μεγαλειτέραν προσοχὴν καὶ ἁβροφροσύνην καὶ νὰ μὴ ὑβρίζῃ· καθόσον, ὅταν εἶπε τὴν λέξιν «ἀγεληδόν», ἕκαστος τῶν προσβληθέντων βουλευτῶν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ παρακαλέσῃ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ ἐπαναφέρῃ τὸν κ. Καλλιγᾶν εἰς τὴν τάξιν. Ἔστεκεν εἰς τὴν θέσιν τοῦ κ. Καλλιγᾶ τοῦ ἐκλεκτοῦ τοῦ περιουσίου λαοῦ τῆς πρωτευούσης νὰ τὸν ἐπαναφέρῃ εἰς τὴν τάξιν ὡς παρεκτραπέντα εἰς ὕβρεις; Καὶ ἐν τούτοις ὁ κ. Καλλιγᾶς ἐπανέλαβε καὶ σήμερον τὰ αὐτά. Νομίζετε, κύριε βουλευτὰ τῆς πρωτευούσης, ὅτι τὰ χρήματα εἶναι εὔκολον ν’ ἀποκτηθῶσιν; Ἐνθυμοῦμαι ἕνας μακαρίτης ὑπουργός, ὅταν ἐξώδευσε χρήματα ἄνευ ἀδείας τῶν Βουλῶν, καὶ τοῦ εἶπον φέρε τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἐδαπάνησας κακῶς, ἀπήντησε «πάρετε τὸ πετσί μου» τὰς αὐτὰς σκηνὰς συμβουλεύει ὁ σεβαστὸς Νομοδιδάσκαλος νὰ ἐπιτρέψωμεν νὰ ἐπαναληφθῶσι, δηλαδή, ἀφοῦ ἐξοδευθῶσιν 20, 30, 60, 100 ἑκατομμύρια, νὰ ἔλθωσιν οἱ ὑπουργοὶ νὰ μᾶς εἴπωσι «πάρετε τὸ πετζί μας», καὶ τὸ ἔθνος, ἀφοῦ πληρώσῃ τοὺς δανειστάς, νὰ λάβῃ ἀντὶ τόσων ἑκατομμυρίων αὐτὸ τὸ πολύτιμον πετζὶ τῶν ὑπουργῶν; Φρονῶ, ὅτι εἶναι τόλμη, εἶναι αἰσχύνη νὰ λέγωνται τοιαῦτα πρὸς τὴν Βουλήν, ἥτις περιλαμβάνει τοὺς ἐκλεκτοὺς τοῦ ἔθνους, καὶ τῶν ὁποίων ὁ ἔσχατος ἔχει τὴν ἀξίαν του, διὰ νὰ τὸν ἐκλέξῃ μία περιφέρεια κατοίκων, ὁποία εἶναι αἱ τῶν ἐπαρχιῶν, τῶν ὁποίων οἱ κάτοικοι, μήτε τοῦ βουκόλου ἐξαιρουμένου, συνεισφέρουσιν εἰς τὸ ταμεῖον τοῦ Κράτους, ἀπὸ τὸ ὁποῖον λαμβάνονται τὰ κακῶς δαπανώμενα χρήματα. Δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τίποτε ἄλλο, διότι νομίζω, ὅτι ἀρκετὰ ἀνεπτύχθη καὶ ἐβεβαιώθη, ὅτι δὲν εἶναι ἀντίφασις, ὅτι τὸ διάταγμα τῆς ἐπιστρατείας δύναται νὰ μὴ ἐκτελεσθῇ πρὸ τῆς συγκαλέσεως τῆς Βουλῆς ἢ καὶ συνάμα κοινοποιούμενον, καθόσον, ἂν καὶ ἡ κοινοποίησις εἶναι ἐκτέλεσις, ἀλλ’ ἐκτέλεσις ἄνευ συνεπειῶν, διότι, ὡς διέλαβον, πρὶν ἢ ἐξοδευθῶσι διόλου χρήματα καὶ πρίν τις τῶν πολιτῶν ὑποβληθῇ εἰς ὑποχρεώσεις, ἡ Βουλὴ θὰ συνεδριάζῃ, ἀφοῦ, ὡς ἄλλοτε εἶπον, ἡ Βουλὴ τὸ 1879 συνεκλήθη τὴν 2 Ἰουλίου καὶ τὴν 14 συνεδρίαζον τὰ ⅘ τῶν βουλευτῶν· ἑπομένως δὲν ἔχει ἀνάγκην, ὡς λέγουσιν ἄλλοι, 20, 30 καὶ 50 ἡμερῶν, διὰ νὰ συνέλθῃ ἡ Βουλή, ἀλλὰ μόνον 10–15, ὅπως αὐτὸς ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου εἶπεν ἄλλοτε ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτε ἐγὼ δὲν ἤμην βουλευτής, ἀλλ’ ὁ βουλευτὴς Πατρῶν κ. Ῥικάκης μαρτυρεῖ, καὶ ἀφοῦ ἐντὸς τῶν 15 αὐτῶν ἡμερῶν δὲν προσέρχονται οἱ συγκαλούμενοι ἐπίστρατοι, καὶ κατὰ συνέπειαν δὲν γίνεται καὶ δαπάνη ἔκτακτος. Διὰ τοὺς λόγους τούτους θεωρῶ τὸν ὑπὸ συζήτησιν Νόμον ὡς ὀρθῶς ἔχοντα καὶ περιττὴν τὴν περαιτέρω ἀνάπτυξιν.
§145ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Κύριοι, παρατηρῶ, ὅτι ἡ ἀτυχὴς πρότασίς μου συνετρίβη μεταξὺ λόγων πολλῶν, πικρῶν, ξυνῶν, σφοδρῶν, καὶ ὅ,τι ἄλλο θέλετε (ἱλαρότης), ἀλλ’ ἐν τούτοις ἡ τροπολογία δὲν ὑπάρχει. Δὲν εὗρε καμμίαν ὑποστήριξιν οὔτε ἔνθεν οὔτε ἔνθεν.
§146ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὴν ὑπεστήριξα ἐγώ.
§147ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Ὅταν τὴν ὑπεστηρίξατε, τὴν ἐθεωρήσατε κωμῳδίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐῤῥίψατε Ἀγγλίαν, Ἀμερικὴν καὶ Αὐστραλίαν (ἱλαρότης). Δὲν τὴν θέλω τοιαύτην ὑποστήριξιν (ἱλαρότης). Ἐν τούτοις σᾶς εὐχαριστῶ, διότι μοὶ παρέχετε τὴν εὐκαιρίαν νὰ εἴπω τινὰ, τὰ ὁποῖα θέλουσι μεταβάλει τὴν περὶ Ἀγγλίας καὶ Ἀμερικῆς κρίσιν σας, καὶ θέλουσιν εὐκολύνει καὶ ἐμὲ νὰ καταλάβω καὶ ἀπέναντι ὑμῶν τὴν θέσιν, ἥτις μοὶ ἀνήκει ἐνταῦθα. Ὁ κόσμος ὅλος περιέχει 196 ἑκατομ. καὶ 624 χιλιάδας τετραγ. μίλια· ἐξ αὐτῶν 150 ἑκατομ. εἶναι θάλασσα. Ἡ Ἀγγλία καὶ ἡ Ἀμερικὴ κέκτηνται πλοῖα 17,000,000 (δεκαεπτὰ ἑκατομμυρίων), ἐνῷ τὰ λοιπὰ ἔθνη ἀθρόα κέκτηνται ἓν μόνον ἑκατομμύριον τόνων. Ἰδοὺ διατὶ οἱ Ἀγγλικανοὶ εἶναι οἱ βασιλεῖς τῆς θαλάσσης. Ἀλλ’ ἆρά γε μόνον τῆς θαλάσσης εἶναι κύριοι; Ἐκ τῶν ὑπολειπομένων 47,000,000 τὰ ἑπτὰ εἶναι ἄχρηστα, καὶ δεκατρία ἑκατομμύρια ἐκ τῶν τεσσαράκοντα, καὶ τὰ καλλίτερα μάλιστα, ἀνήκουσιν εἰς τοὺς Ἀγγλικανούς· ἐπειδὴ δὲ οὗτοι εἶναι κύριοι τῶν θαλασσῶν, ἄρα καὶ τῶν νήσων καὶ τῶν παραλίων, ἀναλογίσθητε τί ὑπολείπεται εἰς ὅλα τὰ λοιπὰ ἔθνη τῆς οἰκουμένης. Αὐτὴ λοιπὸν εἶναι ἡ Ἀγγλία καὶ ἡ Ἀμερικὴ, τὰς ὁποίας κατὰ πᾶσαν στιγμὴν ἐπικαλοῦμαι, ἵνα ὑποστηρίξω τὴν γνώμην μου. Καὶ σήμερον τὸ αὐτὸ ἔπραξα. Εἶπον, ὅτι, ὅπως ἐννοηθῇ καλῶς τὸ πολίτευμα, πρέπει νὰ ἀνατρέξωμεν εἰς τοὺς γονεῖς αὐτοῦ· γονεῖς του δ’ εἶναι ἡ Ἀγγλία καὶ ἡ Ἀμερική. Δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ, ὅτι εἶνε ἡ Γαλλία, διότι ἐν αὐτῇ εἰς 90 ἔτη ἐγένοντο 17 ἐπαναστάσεις καὶ πολιτεύματα, καὶ σήμερον ἔτι εὑρίσκεται εἰς τὴν παραμονὴν μεταβολῆς. Δὲν ἔχω οἶστρον ὠθοῦντά με ἰδίως πρὸς τὰ ἔθνη αὐτὰ, τὰ ὁποῖα κυβερνῶσι τὸν κόσμον· φέρω ὡς παράδειγμα ταῦτα, ἵνα ἀποφύγω τὸ ἐγὼ καὶ ἐγώ, τὸ ὁποῖον τόσον πολὺ ἀγαπῶσί τινες. Ἂν ὅμως δὲν σᾶς κάμνῃ ἐντύπωσιν αὐτὸ τὸ παράδειγμα καὶ ἡ αὐθεντία τοιούτων ἐθνῶν, τότε, ἔντιμε κ. συνάδελφε, προσέξατε, διότι ἐδῶ κοντὰ εἰς τὴν Ποικίλην Στοὰν τῶν ἀρχαίων Ἀθηνῶν ἔλεγόν τινες εἰς ἄλλους, οἱ ὁποῖοι δὲν προσεῖχον εἰς τὴν σπουδαιότητα τῶν λόγων, πρὸς τοὺς ὁποίους ὅμως δὲν δύναμαι νὰ παραβάλω τὸν ἔντιμον συνάδελφον, διότι ἀναγνωρίζω, ὅτι ὁ κ. Πετιμεζᾶς ἔχει πολλὰς νοερὰς δυνάμεις καὶ φυσικὰς (ἱλαρότης), καὶ ἤθελον καὶ νῦν, βεβαιωθῆτε, εἰπεῖ ἐκεῖ, ὄχι βεβαίως εἰς ὑμᾶς, τὸ «ὄνῳ τις ἔλεγε μῦθον, ὁ δὲ τὰ ὦτα ἐκίνει» (ἱλαρότης). Ἰδοὺ διατὶ ἀπαιτεῖται, κύριοι, μεγάλη προσοχὴ, ἵνα μὴ ἐκφέρῃ τις ἐσφαλμένην γνώμην ὁσάκις συζητοῦνται ζητήματα συνταγματικοῦ δικαίου. Ἐνῷ συζητοῦμεν ταῦτα, ἠθέλησέ τις νὰ μὲ ἀποδοκιμάσῃ, καὶ μάλιστα ἐνῷ ὁ κ. Τρικούπης, ὁ ὁποῖος βεβαίως ἀπὸ ὅλους ἡμᾶς εἶναι ὁ μᾶλλον τρίβων, ἔδιδεν ὅλην τὴν προσοχὴν, ἀπεδοκιμάσθην ἀπὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον δὲν εἶχε τὴν ὄρεξιν νὰ μὲ ἀκούῃ. Ἀλλ’ ἔρχομαι, κύριοι, εἰς τὴν τροπολογίαν· ἡ Κυβέρνησις λέγει, ὅτι ἀκριβῶς αὐτὸ ὃ περιέχει ἡ τροπολογία μου ἐννοεῖ νὰ ἐφαρμόσῃ· ἡ ἀντιπολίτευσις λέγει, ἐγὼ δὲν ἐννοῶ τοῦτο, διότι ἐγὼ ἄλλως ἐξετέλεσα τὸ 15 ἄρθρον τοῦ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ νόμου. Τότε ποῖος ὑποστηρίζει τὴν τροπολογίαν μου; ὁ κ. Πετιμεζᾶς, ὁ ὁποῖος μοῦ ἔδωκε τὸ δικαίωμα νὰ τῷ δώσω τὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν τώρα τοῦ ἔδωκα, καὶ τώρα εἴμεθα ἴσοι; Λοιπὸν ἀποσύρω τὴν τροπολογίαν μου.
§148Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἂς εἴπω δύο λέξεις. Δὲν θ’ ἀπαντήσω βεβαίως εἰς τὴν ἐκδρομήν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Κασιμάτης, διότι ἐγὼ δὲν διέτρεξα ὅλα αὐτὰ σήμερον, ὥστε νὰ γνωρίζω ὅλα ὅσα εἶπεν. Ἐγὼ εἶπον, κ. Πρόεδρε, ὅτι εἶμαι κατὰ τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Κασιμάτη, ἀλλ’ ἀπορῶ πῶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ βουλευτὴς Γόρτυνος καὶ ὅλοι οἱ ἄλλοι, οἱ ὑποστηρίξαντες ἀκριβῶς τὴν ἰδέαν αὐτὴν, κηρύσσονται κατὰ τῆς τροπολογίας. Ἐγὼ δὲν ἠδυνάμην βεβαίως νὰ ἦμαι ὑπὲρ τῆς τροπολογίας, ἀφοῦ ἐξετέλεσα ὡς μέλος τῆς Κυβερνήσεως ἄλλως τὸ διάταγμα τῆς ἐπιστρατείας πρότερον. Ἤθελον ἀπαντήσει μάλιστα, ἐπειδὴ τῷ ὄντι τὴν συζήτησιν τὴν δεκαήμερον, ἥτις ἔλαβε χώραν, τὴν ἐπανέφερεν ὄχι ὁ κ. Καλλιγᾶς, ἀλλ’ ὁ κ. βουλευτὴς Γόρτυνος, διότι ἀκριβῶς ἀπήντησε, διὰ νὰ γεννήσῃ αὐτὴν τὴν συζήτησιν, ὅτι ἐπιστρατεία ἀπὸ ἐπιστρατείαν ἔχει ὁλωσδιόλου διαφοράν, καθόσον δὲν εὑρισκόμεθα ἡμεῖς εἰς ἐκείνην τὴν θέσιν ἤδη, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται ἄλλα ἔθνη κηρύττοντα τὴν ἐπιστρατείαν. Ἡμεῖς εὑρισκόμεθα εἰς ὅλως ἐξαιρετικὴν θέσιν, διότι ἐκεῖ μὲ τὴν λέξιν ἐπιστράτευσις ἐννοοῦν νὰ καλέσωσι διὰ τοῦ Βασιλικοῦ διατάγματος στρατιώτας παλαιούς, ἑτοίμους, ὅπως τοὺς θέσωσιν ἐπὶ ποδὸς πολέμου. Μάτην ὁ κ. Ῥικάκης ἐνησχολήθη διὰ ν’ ἀποδείξῃ τοῦτο. Ἡ Κυβέρνησις, τὸ ἐπαναλαμβάνω, ἐκείνη ἔκαμε τὸ καθῆκόν της, ἐκτελέσασα τὸ διάταγμα, διότι ὤφειλε νὰ ἐκγυμνάσῃ στρατιώτας, καὶ ὄχι νὰ παραδώσῃ τὴν τύχην τοῦ ἔθνους εἰς τὰ ἄτακτα κινήματα, τὰ ὁποῖα κυρίως ἔβλαψαν τὴν ὑπόληψιν τοῦ ἔθνους. Ἐξετέλεσε τὸ διάταγμα ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη καλέσασα τὰς δυνάμεις τοῦ τόπου εἰς ἐκγύμνασιν τακτικήν, καὶ ἐδαπάνησε διὰ τακτικὰς καὶ ἀληθεῖς παρασκευὰς καὶ προμηθείας, καὶ ὄχι δι’ ὅσα ἔπραξαν ὁ βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργός. Κατηγοροῦσιν ἡμᾶς οἱ κύριοι, οἱ ὁποῖοι ἐκάλεσαν τὰ στίφη τῶν λῃστῶν καὶ κατέστρεψαν καὶ τὸ φρόνημα καὶ αὐτὰς τὰς γειτονικὰς ἐπαρχίας. Κατακρίνουσι, λέγω, τὴν Κυβέρνησιν, ἐκείνην, ἡ ὁποία ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν της, στηριζομένη εἰς τοὺς νόμους τῆς πολιτείας. Διατί; διότι, λέγει ὁ κ. Δημητρακάκης, λυπεῖται τὰ χρήματα. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη δὲν πτοεῖται διὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, διότι ἐν τῇ συνειδήσει αὐτῆς καὶ τῆς πλειονοψηφίας τοῦ ἔθνους εἶναι ἐγκεχαραγμένη ἡ πεποίθησις, ὅτι ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν της. Καὶ ὅτι ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν της, ἀπόδειξις εἶναι, ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἐπὶ τὰ ἴχνη τῆς προκατόχου βαδίζει. Μόνον καὶ μόνον ἠθέλατε νὰ μεμφθῆτε ἡμᾶς διὰ προσωπικοὺς λόγους· δὲν δύναμαι δὲ νὰ ἐννοήσω, πῶς ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους παραδέχονται τὸν καρπόν, τὸν ὁποῖον δίδει τὸ δένδρον, καὶ μετὰ ταῦτα θέλουσι ν’ ἀποκόψωσι τὸ δένδρον, τὸ ὁποῖον ἔδωκε τὸν καρπόν.
§149ΚΟΤΤΑΡΗΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§150ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Λοιπὸν ἐπανέρχομαι εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις, ἐπιτρέπει εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ προσκαλέσῃ τὰς ἡλικίας δεῖνα καὶ δεῖνα καὶ νὰ τὰς κατατάξῃ εἰς τὴν τάξιν τῆς ναυτικῆς δυνάμεως. Καὶ τί λέγετε ὕστερον ἡμεῖς; δὲν ἐνεργοῦμεν τὸ διάταγμα. Τότε τὸ διάταγμα αὐτὸ εἶναι πάντη περιττόν, διότι, ἐὰν εὑρίσκετο Βουλὴ νὰ ἀποφασίσῃ, ὅτι ἢ πρέπει νὰ γείνῃ ἢ μὴ ἐπιστράτευσις, τότε τί χρειάζεται τὸ διάταγμα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν; Ἡ Βουλὴ ἔρχεται τότε καὶ λέγει, προσκαλῶ τὰς δεῖνα καὶ δεῖνα ἡλικίας. Ἀλλὰ δὲν εἶναι καθῆκον τῆς Βουλῆς, δὲν εἶναι ἔργον τῆς Βουλῆς τοῦτο, καὶ διὰ τοῦτο ἀφέθη εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν· ἡ δὲ Βουλὴ ἐλέγχει. Θέλετε λοιπὸν οὕτως ἐργαζόμενοι νὰ δεσμεύσητε τὰς χεῖρας τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, καὶ μάλιστα κατὰ τὰς κρισίμους αὐτὰς περιστάσεις; Μάλιστα ἤθελον ἐννοήσει καὶ ἐννοῶ τὸν κ. Κασιμάτην, ὅστις ἔφερε τροπολογίαν καὶ λέγει, ὅτι δὲν δύνασθε νὰ κάμητε ἐπιστράτευσιν ἄνευ τῆς ἀδείας τῆς Βουλῆς.
§151ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Πλὴν τῆς ἐθνικῆς ἀμύνης.
§152Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀλλὰ ὑμᾶς δὲν σᾶς ἐννοῶ, διατί ἀποκρούετε τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Κασιμάτη ὑποστηρίζοντες μόνον τὴν ἰδέαν του.
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λομβάρδος ἔχει τὸν λόγον.
§154ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν ἔρχομαι ἐδῶ νὰ συζητήσω, κύριοι· ἔρχομαι νὰ ἐκφράσω ἁπλῶς μίαν ἀπορίαν καὶ νὰ ζητήσω τὴν λύσιν της ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον πρωθυπουργόν, ἐὰν εὐαρεστῆται νὰ μοὶ τὴν δώσῃ.
§155ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἂς ψηφοφορήσωμεν σήμερον, καὶ αὔριον σᾶς δίδω τὴν ἀπάντησιν.
§156ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐννοοῦσα καὶ θὰ ἐννοοῦσα πολὺ καλὰ τὸν ἀξιότιμον Ῥικάκην νὰ ἐκθέσῃ, ὅσα ἐξέθεσε, καὶ δὲν εἶχον ἀνάγκην ὅλως διόλου νὰ ἀπορήσω διὰ τοῦτο, ἀλλὰ μᾶλλον ἤμην βέβαιος, διότι τὸν ἤκουσα νὰ ὑποστηρίξῃ ταῦτα· τὸν ἤκουσα νὰ ὑβρίζῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔφεραν τὰ πράγματα εἰς τοιαύτην θέσιν, ὥστε νὰ τὸν ἀναγκάσωσιν νὰ τοὺς ἀκολουθήσῃ.
§157ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ εἶπον ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
§158ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐπανελάβετε τοὺς λόγους του ἐκείνους ἐπαινοῦντες αὐτὸν καὶ ὑποστηρίζοντες αὐτόν. Ἑπομένως ὁ κ. Ῥικάκης, ἐὰν τυχὸν θέλῃ νὰ σᾶς θέσῃ, κύριοι ὑπουργοί, εἰς τοιαύτην θέσιν, ὥστε νὰ μὴ ἠμπορέσητε νὰ ὑπάγητε ἐμπρός, ἀλλὰ νὰ ἦσθε ὑποχρεωμένοι νὰ ζητήσητε τὴν κύρωσιν τῆς πράξεως ταύτης, τὸ ἐννοῶ. Ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ, κ. Πρωθυπουργέ, ὑμᾶς, ὅστις ἔρχεσθε καὶ μᾶς λέγετε, ὅτι θέλομεν νὰ συνεχίσωμεν τὸ ἔργον τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ὅτι θέλετε διατηρήσει τὸν στρατὸν ὑπὸ τὰς σημαίας, ὄχι μόνον ὅπως συντελέσῃ, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ἀπόφασιν τῶν δυνάμεων, καὶ κατόπιν ἔρχεσθε νὰ μᾶς προτείνητε νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον σᾶς δένει τὰς χεῖρας καὶ πόδας. Πότε θὰ σᾶς χρειασθῇ, κ. Πρωθυπουργέ, νὰ ἐκτελέσητε τὸ διάταγμα περὶ ἐπιστρατεύσεως τῆς ναυτικῆς δυνάμεως; Ἡ Βουλὴ θὰ μείνῃ καὶ θὰ ὑπάρχῃ μέχρι τῆς 9 Ἰανουαρίου. Μέχρι λοιπὸν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἠμπορεῖτε νὰ παρουσιασθῆτε εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ εἴπητε, θέλομεν νὰ κάμωμεν τὴν ἐπιστράτευσιν. Κατὰ πᾶσαν πιθανότητα θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ Βουλὴ καὶ μετὰ τὰ, 9 Ἰανουαρίου, ἀλλὰ τουλάχιστον μέχρι τῆς ἐννάτης Ἰανουαρίου θὰ ἦναι ἐδῶ ἡ Βουλή. Ὑποθέτετε λοιπόν, ἀξιότιμε κ. Πρωθυπουργέ, ὅτι μέχρι τῆς 9 Ἰανουαρίου δὲν θὰ εὑρεθῆτε εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ καλέσητε τὴν ἐπιστράτευσιν τῆς ναυτικῆς δυνάμεως καὶ ὅτι θὰ ἶναι ἀμφίβολον, ἐὰν θὰ προσκαλέσητε τὴν ἐπιστράτευσιν ἐντὸς αὐτῆς τῆς ἐποχῆς, καὶ διὰ τοῦτο λέγετε, δόσατέ μου αὐτὸν τὸν νόμον, διότι κατὰ τὴν 9 Ἰανουαρίου ἴσως κηρύξω τὴν λῆξιν, καὶ ἕως ὅτου θὰ συνέλθητε κατὰ τὸν Νοέμβριον, ἴσως παρουσιασθῇ ἡ ἀνάγκη αὕτη τότε; Δὲν ἐφωτίσθητε, κύριοι ὑπουργοί, ἐὰν ἦναι ἀνάγκη νὰ ἑτοιμάσητε καὶ τὰς θαλασσίας δυνάμεις τῆς χώρας, ὥστε νὰ φωτίσητε καὶ ἡμᾶς; θὰ συμπληρώσητε τὸν ἐξοπλισμὸν τοῦ ἔθνους ἢ θὰ ὀπισθοχωρήσητε; Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰσάγετε, αὐτὸ μᾶς δεικνύει, ὅτι δὲν σκοπεῖτε νὰ προχωρήσητε, ἀλλὰ νὰ ὀπισθοδρομήσητε. Δὲν τὸ λέγω ἐγώ, ὅτι τὸ ἔχετε κατὰ νοῦν, ἀλλ’ ἔρχεται ἐξ ἀνάγκης αὐτὴ ἡ ἰδέα. Ἤθελον ἐννοήσει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις μᾶς ἔλεγεν, ὅτι εἰς τοιαύτας κρισίμους περιστάσεις, ἐὰν ἔχητε ἐμπιστοσύνην εἰς ἐμὲ ἀφήσατέ μου, τὰς χεῖρας ἐλευθέρας· ἀλλὰ νὰ ἔρχηται ἡ Κυβέρνησις καὶ νὰ σᾶς λέγῃ, δέσατέ με χειρόποδα, τοῦτο εἶναι, τὸ ὁποῖον δὲν ἐννοῶ. Καὶ ἐὰν κατὰ τὸ 1878, ὅτε ἀλλέως εἶχον τὰ πράγματα, ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἀντέτεινεν εἰς τὸν κ. Τρικούπην, ὁ ὁποῖος τοιαῦτα τινὰ ἐπρότεινε καὶ ἐπέμενε νὰ ζητήσῃ πλέον ἐλευθέραν ἐνέργειαν, σήμερον, ὅτε τὰ πράγματα εὑρίσκονται εἰς πολὺ κρισιμωτέραν κατάστασιν ἢ ὅσον ἦσαν κατὰ τὸ 1878, νὰ θέλῃ νὰ δεσμεύσῃ τὰς χεῖράς της ἡ Κυβέρνησις, αὐτὸ δὲν τὸ ἐννοῶ. Ἰδοὺ ἡ ἀπορία μου, κύριοι. Ἰδοὺ διατί ζητῶ τὴν ἐξήγησιν τῆς ἀπορίας ταύτης ἀπὸ τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο· θέλει νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν διάκρισιν ἐπὶ τῆς ψήφου. Ἐὰν θεωρῆτε, ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον νὰ συγκαλέσητε τὰς ναυτικὰς δυνάμεις, φέρετε ἀπ’ εὐθείας τὸν νόμον, καὶ μὴ ζητῆτε νὰ ψηφίσητε νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον σᾶς δεσμεύει τὰς χεῖρας καὶ δὲν θέλετε δυνηθῆ ἐν περιστάσεσι κρισίμοις νὰ καλέσητε τὰς ἐθνικὰς δυνάμεις.
§159Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν οἱ ἀντιλέγοντες κατὰ τοῦ νομοσχεδίου ἀντιλέγωσι, διότι ὑποθέτουσιν, ὅτι ἡ κυβέρνησις δὲν σκοπεῖ νὰ ἐμμείνῃ εἰς τὸ πολιτικὸν πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον ἀπήγγειλεν ἐν τῇ Βουλῇ, δύνανται νὰ προβάλωσιν εἰς αὐτὴν ἐπερωτήσεις, συμφώνως πρὸς τὴν γνώμην, ἣν περὶ τῆς πολιτείας τῶν κυβερνώντων ἔχουσιν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δικαιολογημένοι νὰ προβάλλωσι τοῦτο ὡς δικαιολογίαν, διὰ νὰ περιπλέξωσι συζήτησιν ἁπλῆν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ὡς θέλω σᾶς ἀποδείξει ἀμέσως. Καὶ δὲν ἐξιππάσθην ἀκούων τὸν βουλευτὴν ἐκ Ζακύνθου τοιοῦτον μετερχόμενον τρόπον, ὅπως περιπλέξῃ τὰ πράγματα καὶ προκαλέσῃ συζητήσεις. Ἤθελον ἐξιππασθῆ μάλιστα, ἐὰν δὲν ἀντέλεγε διὰ τοῦ τρόπου τούτου, ὁ ὁποῖος, ὅσον καὶ ἂν δὲν ἦναι ἐπιτετραμμένος, εἶναι ὅμως ὁ συνήθης αὐτῷ τρόπος.
§160ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἔχω τὸ δικαίωμα.
§161Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἕκαστος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μὴ μεταβάλλῃ τὴν γνώμην του, ὡς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ψηφοφορῇ ὅπως θέλει· δὲν ἔχει ὅμως τὸ δικαίωμα, ἀφοῦ τὸ κοινοβούλιον χθὲς ἀπεφάσισε, σήμερον νὰ μετατρέπῃ συζητήσεις νομοσχεδίων ἐκτὸς τῶν ὁρίων τῆς συζητήσεως αὐτῶν, ἵνα ἐπικρίνῃ τὰ ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας χθὲς ἀποφασισθέντα, διότι ἡ γνώμη τῶν πλειόνων εἶναι ἀπόφασις. Τὸ κοινοβούλιον εἶναι ἀληθές, ὅτι ἐσυνείθισε νὰ ἀκούῃ ἐκτοξευομένας κατ’ αὐτοῦ ὕβρεις καὶ ἀπειλάς, ἀλλ’ ἡ ἀνοχὴ αὐτοῦ δὲν ἀποδεικνύει, ὅτι ἔχουσι τὸ δικαίωμα οἱ ὑβρίζοντες καὶ ἀπειλοῦντες νὰ ὑβρίζωσι καὶ νὰ ἀπειλῶσιν. Ἠρώτησέ τις τῶν προαγορευσάντων ῥητόρων ποίαν γνώμην ἔχετε ἐπὶ τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Κασιμάτη. Ἐγὼ εὑρίσκω, ὅτι εἶναι εὐκολώτατον νὰ γνωμοδοτήσῃ τις ἐπ’ αὐτῆς. Καὶ ἀληθῶς ποῖον σκοπὸν ἔχει αὕτη; Ἔχει σκοπὸν νὰ καταστήσῃ καταληπτοτέραν τὴν ἔννοιαν τοῦ κειμένου τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγεν ὁ κ. Μπούμπουλης Ἀλλ’ ἡ διάταξις τοῦ νομοσχεδίου τοῦ προβληθέντος ἔχει ἀκριβῶς, ὡς ἔχει τὸ κείμενον τοῦ νόμου περὶ στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ, διότι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἐπαναλαμβάνεται ἡ διάταξις, ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς τὴν κυβέρνησιν διὰ διατάγματος νὰ καλέσῃ τὴν ἐπιστρατείαν, συγκαλοῦσα προηγουμένως τὴν Βουλήν, διὰ νὰ ἀνακοινώσῃ τὸ διάταγμα. Ἡ διάταξις αὕτη δὲν ὑπάρχει διὰ τὴν ναυτικὴν ἐπιστρατείαν, προτείνεται δὲ διὰ τοῦ νομοσχεδίου νὰ προστεθῇ. Ἀλλὰ τὸ κείμενον αὐτὸ εἶναι σαφές; Οἱ ἀντιλέγοντες τὸ εὑρίσκουσι σαφές, διότι καὶ τὸ ἡρμήνευσαν καὶ τὸ ἐξετέλεσαν. Κατ’ αὐτούς, τὸ ἄρθρον 15 δὲν ἐπιβάλλει ὑποχρέωσιν ὡρισμένην εἰς τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἥτις δύναται νὰ προσδιορίσῃ χρόνον πρὸς ἔναρξιν τῆς Βουλῆς ὁποῖον θέλει, καὶ μετὰ 2 ἢ 3 μῆνας. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη αὐτῶν, καὶ οὕτως ἑρμηνεύουσι τὸν νόμον. Ὁ κ. Μπούμπουλης ὅμως καὶ ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς προχθὲς εἶπεν, ὅτι δὲν θεωροῦσιν αὐτὴν τὴν ἑρμηνείαν ὀρθήν, παρεδέχθη δ’ ἄλλην ἑρμηνείαν. Ποίαν; Ὅτι ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία, παρούσης τῆς Βουλῆς, ὀφείλει νὰ κοινοποιῇ αὐθημερὸν εἰς αὐτὴν τὸ διάταγμα, ἐὰν δ’ ἦναι ἀποῦσα, ὀφείλει νὰ συγκαλῇ αὐτὴν προηγουμένως καὶ νὰ ἀνακοινώνῃ εἰς αὐτὴν ἀμέσως αὐτό. Διατί; Διὰ νὰ ἐπέρχηται ἐγκαίρως ἡ συναίνεσίς της. Ἀλλὰ μέχρι τίνος χρόνου δύναται νὰ προσδιορίζῃ τὴν σύγκλησιν τῆς Βουλῆς, ἐρωτῶσι. Καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὴν ἐναντίαν γνώμην διατείνονται, ὅτι εἶναι ἐλεύθεροι νὰ φέρωσι τὴν Βουλὴν ὅταν θέλωσι· καὶ μάλιστα σᾶς εἶπέ τις, ὅτι τοῦτο ἀποδεικνύεται καὶ ἐκ τοῦ ὅτι ὁ νόμος περὶ στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ δὲν προσδιώρισε ῥητῶς τὸν χρόνον, ἐνῷ, ἂν ἐσκόπει τοιοῦτόν τι, ἤθελε ῥητῶς εἰπεῖ τοῦτο, καὶ ἤθελε ῥητῶς θέσει τὴν προθεσμίαν, ὅπως τὸ ἔπραξε ῥητῶς, ὅταν ἡ Βουλὴ διαλύηται, διατάξας, ὅτι ἐντὸς 2 μηνῶν ὀφείλει νὰ γείνῃ ἡ ἐκλογὴ καὶ ἐντὸς 3 μηνῶν νὰ συνέλθῃ ἡ Βουλή. Ἐπειδὴ λοιπὸν δὲν προσδιώρισε τὸν χρόνον, διατείνονται, ὅτι ἠδύνατο ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία νὰ συγκαλέσῃ τὴν Βουλὴν ὁπόταν θέλῃ, καὶ μετὰ 4 καὶ 5 μῆνας, κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν ὁποίων ἕπεται, ὅτι ἤθελεν ἐκτελεσθῆ τὸ διάταγμα τῆς ἐπιστρατεύσεως. Ἐν τούτοις, κατὰ τὸ κείμενον τοῦ νόμου, δίδοται τὸ δικαίωμα εἰς τὴν νομοτελεστικὴ ἐξουσίαν νὰ ἐκδώσῃ τὸ διάταγμα τῆς ἐπιστρατεύσεως, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον, ὅτι ὀφείλει προηγουμένως νὰ συγκαλέσῃ τὴν Βουλὴν καὶ νὰ τὸ ἀνακοινώσῃ· ἐὰν δὲ ἡ Βουλὴ ἦναι παροῦσα, νὰ τὸ ἀνακοινώσῃ ἀμέσως εἰς αὐτήν, ἵνα μὴ παρέλθῃ οὔτε στιγμή. Ποίαν ἔννοιαν ἠμπορεῖ ἕκαστος νὰ ἀποδώσῃ εἰς τὴν φράσιν ταύτην τοῦ νομοθέτου, εἰμὴ ὅτι ὁ νομοθέτης ἤθελε νὰ περιέλθῃ εἰς γνῶσιν τῆς Βουλῆς ὅσον τάχιστα τὸ γεγονὸς τοῦτο, ἵνα δυνηθῇ ἐγκαίρως νὰ φέρῃ τὴν ἐπ’ αὐτοῦ γνώμην της, καὶ ἑπομένως ὅτι ὁ χρόνος τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς πρέπει νὰ ἦναι ὅσον οἷόν τε συντομώτατος; Λοιπὸν ὁ νομοθέτης ἠθέλησε νὰ προσδιορισθῇ ἡ ἡμέρα τῆς συγκλήσεως ἐντὸς τοσούτου χρόνου, ὅσος ἀπαιτεῖται, διὰ νὰ συνέλθῃ ἡ Βουλή· ταὐτὸ ἀποδέχονται οἱ πλειονοψηφοῦντες. Ἀλλ’ οἱ μειονοψηφοῦντες, οἵτινες ἐξετέλεσαν τὸν νόμον ἄλλως, ἔχουσι τὴν ἐναντίαν ἰδέαν, ὅτι δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἔλθῃ καὶ μετὰ 3 μῆνας. Τὸ σαφὲς λοιπὸν κείμενον κατὰ τὴν πλειονοψηφίαν, κρίνει σαφὲς καὶ ἡ μειονοψηφία· ἀλλὰ διχογνωμοῦσι, καὶ τὴν διχογνωμίαν μεταξὺ τῶν δύο ἑρμηνειῶν ἔλυσεν ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, τὴν ὁποίαν ἐξέδωκε προχθές.
§162ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Κατ’ ἐμὲ ἀριθμητικὴ διαφορὰ ὑπῆρξεν.
§163Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὑπάρχει λοιπὸν κύρωσις, καὶ αὕτη εἶναι ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς. Ἡ Βουλὴ ἐξετάσασα πράξεις γεγενημένας ἀπεφήνατο τὴν ἑαυτῆς γνώμην· δὲν εἶναι αὐθεντικὴ ἑρμηνεία τοῦ νόμου, εἶναι ὅμως ἡ περὶ τῆς ἐννοίας αὐτοῦ γνώμη τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς. Καί νομίζετε, ὅτι ἡ ψῆφος αὕτη τῆς Βουλῆς δὲν ἀρκεῖ; Ὅστις θέλει, ἂς τολμήσῃ νὰ παραβῇ τὴν περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ νόμου οὕτω δηλωθεῖσαν γνώμην της, καὶ τότε θέλει ἀναμνησθῆ τὴν ποινικὴν εὐθύνην του.
§164ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Διατί δὲν τὸ ἐκάματε;
§165ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Ἕνεκα τῶν περιστάσεων.
§166ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Διατί δὲν τὸ κάμνετε τώρα;
§167ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τῷ ὄντι τὸ κοινοβούλιον δὲν τὸ ἔπραξε, καὶ εὐλόγως, διότι ἡ ποινικὴ εὐθύνη δὲν ζητεῖται παρὰ τῶν ὑπουργῶν διὰ πᾶσαν παράβασιν νόμου. Ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι εἰσαγγελεύς, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει ἄλλο καθῆκον, εἰμὴ ὅταν γίνηται μήνυσις κατά τινος ἰδιώτου, ἀμέσως νὰ προβαίνῃ εἰς ἀνάκρισιν. Τὰ κοινοβούλια δὲ εἶναι εἰσαγγελεῖς, ἔχουσι πρὸ πάντων ὑπ’ ὄψιν τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους, καὶ προβαίνουσι τότε μόνον εἰς ποινικὴν κατὰ ὑπουργῶν καταδίωξιν, ὅταν τὰ γενικὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ὅταν ἡ σύστασις τῆς πολιτείας, ἡ καθεστηκυῖα τάξις, ἀπειλῶνται ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, οἵτινες παρέβησαν τὸν νόμον, διότι οἱ παραβάται ὑπελάμβανον, ὅτι τὰ συμφέροντα τὰ γενικὰ τῆς πολιτείας δὲν εὐοδοῦνται ἄλλως, καὶ ἑπομένως ἀπεφάσισαν νὰ ἀνατρέψωσι τὰς βάσεις τῆς Πολιτείας, διὰ νὰ ἀντικαταστήσωσιν αὐτάς· ἀλλ’ οἱ ὑπουργοὶ τῆς 10 Μαρτίου δὲν ἦσαν δικτάτορες, ὡς εἶπέ τις, τοῦ ὁποίου τὸν θάνατον θρηνοῦμεν. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἤθελον ἐπιθυμήσει νὰ κατασταθῶσι δικτάτορες, αὐτοὶ πρέπει νὰ τιμωρηθῶσιν, ἀλλὰ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι γίνονται ἐπαναστάται, στασιασταὶ κατὰ τῶν νόμων, δὲν εἶναι δικτάτορες. Διὰ νὰ γείνῃ τις δικτάτωρ, ἀπαιτεῖται νὰ ἔχῃ ἀνάστημα πολὺ ἀνώτερον ἀπὸ τὸ σύνηθες· δὲν γνωρίζω ἂν ἦναι εὐτύχημα ἢ δυστύχημα διὰ τὸν τόπον, ἀλλ’ ἡ ἱστορία αὐτοῦ ἀπέδειξεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει παρ’ ἡμῖν τοιοῦτον μέγα ἀνάστημα. Ἀλλὰ οἱ ἁπλῶς παραβαίνοντες τὸν νόμον δὲν ἀνατρέπουσι τὴν καθεστηκυῖαν τάξιν, οἱ ὑπουργοὶ μάλιστα τῆς 10 Μαρτίου παρέβησαν τὸν νόμον διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ· διότι λαβόντες τὴν ἐντολὴν νὰ ἐκτελῶσι τοὺς νόμους παρέβησαν αὐτοὺς δι’ αὐτῆς τῆς ἐξουσίας τῶν νόμων, στασιάσαντες κατὰ τοῦ νόμου. Ἡ Βουλὴ, ὅταν βλέπῃ, ὅτι τὸ καθεστὼς τοῦ Κράτους δὲν διατρέχῃ κίνδυνον, δὲν ζητεῖ ποινικὴν εὐθύνην. Τοῦτο δὲ συνέβη καὶ διὰ τοὺς ὑπουργοὺς τῆς 10 Μαρτίου. Ἴσως ὑπάρχουσί τινες φρονοῦντες, ὅτι παρέβησαν τοὺς νόμους ἕνεκα πεπλανημένης ἀντιλήψεως τῶν πραγμάτων. Ἴσως ὑπάρχουσιν ἄλλοι, οἵτινες φρονοῦσιν, ὅτι ἡ παρακεκινδυνευμένη ἐνέργεια αὐτῶν εἶχε τὸν σκοπὸν νὰ καλύψῃ τὴν ἀξιοκατάκριτον ἀπρονοησίαν των. Ἀλλὰ κανεὶς δὲν εἶπεν, ὅτι οἱ ὑπουργοὶ τῆς 10 Μαρτίου ἐσκόπουν νὰ ἀνατρέψωσι τὰς βάσεις τῆς πολιτείας, ὅτι ἤθελον ἀνατρέψει τὸ πολίτευμα, ἢ ὅτι τοιοῦτος κίνδυνος ἠπείλει τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, διὰ νὰ προταθῇ ἡ κατηγορία. Διὰ τοῦτο δὲν ἐζήτησεν ἡ Βουλὴ ποινικὴν εὐθύνην, καὶ ἔκαμε καλά, καὶ ἤθελε πράξει ἀτόπημα, ἐὰν ἤθελεν ὑπερβῆ τὰ ὅρια τῆς εὐθύνης, ἣν ὤφειλε νὰ ζητήσῃ, καὶ ἤθελε περιπέσει εἰς ἄτοπον μαρτυροῦσα αἰσθήματα ἐκδικήσεως, τὰ ὁποῖα ὀφείλει ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφεύγῃ. Κύριοι, τὸ κείμενον, τὸ ὁποῖον προέβαλεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, μοὶ φαίνεται σαφές· διότι εἶναι αὐτὸ τοῦτο τὸ κείμενον τοῦ νόμου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Διὰ τοῦ κειμένου τοῦ νόμου δίδεται εἰς τοὺς ὑπουργοὺς δικαίωμα ὑπὸ ὅρον, οὐχὶ ὡς ἑρμηνεύει ὁ κ. Καλλιγᾶς κατὰ τρόπον ἀκατανόητον. Ὁ κ. Καλλιγᾶς εἶπεν, ὅτι, ἐπειδὴ ὁ νόμος ἔδωκε τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδίδηται διάταγμα περὶ ἐπιστρατείας, τὸ διάταγμα εἶναι νόμος, καὶ ὅταν ἐκτελῇ τις τὸ διάταγμα, ἐκτελεῖ τὸν νόμον καὶ δὲν ὑπόκειται εἰς οὐδεμίαν ἐπίκρισιν. Τὸ κείμενον τοῦ νόμου δίδει τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιστρατεύσεως ὑπὸ ὅρον, ἤτοι δίδει τὸ δικαίωμα μετὰ τῆς ὑποχρεώσεως νὰ ἐκδώσητε καὶ ἄλλο διάταγμα, δι’ οὗ νὰ συγκαλῆται ἡ Βουλή. Λοιπὸν ὁ νόμος ἐπιτρέπει τὴν ἐπικήρυξιν τῆς ἐπιστρατείας ὑπὸ ὅρον, ἡ δὲ νομοτελεστικὴ ἐξουσία ὀφείλει νὰ συμμορφωθῇ μὲ τὸν ὅρον αὐτόν. Εἶναι σοφιστικὸν καὶ ἐκτὸς πάσης λογικῆς νὰ λέγῃ τις, ὅτι, ἐπειδὴ ὁ νόμος δὲν προσδιώρισε τὸν χρόνον, ἐντὸς τοῦ ὁποίου δέον νὰ συγκαλῆται ἡ Βουλή, οἱ Ὑπουργοὶ δύνανται νὰ συγκαλῶσιν αὐτὴν ὅταν θέλωσιν· ἐξ ἐναντίας ὁ νόμος ἐνδεικνύει τὴν μεγάλην σπουδήν, τὴν ὁποίαν ὁ νομοθέτης ἀπήτησεν, ὅπως συγκληθῇ ἡ Βουλὴ τάχιστα, διότι διατάσσει, ὅτι, ἂν ἡ Βουλὴ ἦναι ἀποῦσα, νὰ συγκληθῇ πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ διατάγματος καὶ νὰ ὑποβληθῇ εἰς αὐτὴν εὐθὺς ὡς συνέλθῃ. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι τὸ κείμενον τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἄμεμπτον καὶ σαφές, ἐκεῖνοι δὲ οἱ ὁποῖοι καλοῦνται νὰ ἐκτελῶσι τοὺς νόμους, πρέπει νὰ τοὺς ἐκτελῶσι μετὰ καλῆς πίστεως καὶ εὐθείας λογικῆς. Ἄλλως ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐκτελοῦσιν αὐτοὺς κατὰ τὴν ἰδίαν αὐτῶν γνώμην, τὸ πράττουσιν ὑπὸ ἴδιον κίνδυνον καὶ ὑπὸ ἰδίαν εὐθύνην.
§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσω περατωμένην τὴν συζήτησιν. Ὁ κ. Κασιμάτης παρῃτήθη τῆς τροπολογίας του. (Γίνεται δι’ ἀναστάσεως δεκτὸν τὸ σύνολον κατὰ τὴν γενομένην διόρθωσιν.) Λύεται ἡ συνεδρίασις, ὥρᾳ 7 μ. μ.