1880.11.03
1.392 στίχοι · 11.078 λέξεις · 80 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 13
τῆς 3 Νοεμβρίου 1880.
Ὥρα 2 μ. μ.
Ἀπαρτίας γενομένης, ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκρίνονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἐκ Σουλινὰ Κωνσταντῖνος Μπάρλας παραπονεῖται κατὰ τοῦ ἐκεῖ ὑποπροξένου· θὰ σταλῇ ἡ ἀναφορά του εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν. — Ὁ Γεώργιος Σαβόγιας, ὑπομιμνήσκων τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφοράς του, ἐφ’ ὧν ἡ ἁρμοδία ἐπιτροπὴ ἐξέφερε γνώμην, ζητεῖ τὴν ἐπ’ αὐτῶν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς.
§2ΚΑΡΔΑΡΑΣ. Ἔχει ὁ Σαβόγιας καὶ ἄλλας ἀναφορὰς τοιαύτας; ὑποβάλει ἀπὸ πρίν· νὰ ληφθῶσι καὶ αὐταὶ ὑπ’ ὄψιν.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λέγει, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ὑπέβαλεν ἔκθεσιν ἐπ’ αὐτῶν. Λοιπὸν, ὅταν συζητηθῶσιν αἱ ἐκθέσεις τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν, θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν καὶ ἡ ἀναφορὰ αὕτη. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν ναυτικῶν ὑποβάλλει ἐκθέσεις ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων ά.) περὶ τῶν ὑπηρετούντων εἰς τὰς λιμενικὰς ἀρχὰς κτλ. καὶ βʹ.) περὶ ἐπιστρατείας τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ. Θὰ τυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσιν. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§4Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρεκάλεσα τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ φέρῃ ὅλα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα ἐπὶ τῆς παραβάσεως τοῦ Σιμοπούλου.
§5ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.) Μ’ ἐπρολάβατε, κ. βουλευτά· τὰ ἔφερα, καὶ τὰ καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον.
§6Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὑποβάλλω καὶ μίαν ἔκθεσιν τοῦ καταγγείλαντος, ὅστις ὑπόσχεται νὰ ὑποβάλῃ ὅλας τὰς ἀποδείξεις, ἐξ ὧν θὰ κρίνῃ ἡ Βουλὴ, ἐὰν ὁ κ. ὑπουργὸς ἀπεφάσισε καλῶς ἢ κακῶς. Παρακαλῶ, ἡ ἔκθεσις αὕτη νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγκρίνει ἡ Βουλὴ τὴν τύπωσιν αὐτῆς;
§8ΤΙΝΕΣ. Τίνος εἶναι;
§9Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τοῦ καταγγείλαντος εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν τὴν κατάχρησιν. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ μοῦ εἴπῃ ἂν διωρίσθη ἑλληνοδιδάσκαλος Ζαχαρίας τις Σοφοκλῆς καὶ ἂν ἔχῃ πτυχίον· διότι ἐγὼ πληροφοροῦμαι, ὅτι δὲν ἔχει.
§10ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸν πρώην Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας;
§11Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ πρώην ἢ ὁ νῦν, ἀδιάφορον· τέλος πάντων ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας νὰ μᾶς πληροφορήσῃ ἂν ὁ Σοφοκλῆς αὐτὸς διωρίσθη ἑλληνοδιδάσκαλος μὴ ἔχων τὰ παρὰ τοῦ νόμου προσόντα. Δὲν πιστεύω νὰ ἐλησμόνησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὰ περὶ Σιμοπούλου.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατέθεσε τὰ ἔγγραφα αὐτὴν τὴν στιγμήν, καὶ ὅστις θέλει, ἂς τὰ ἴδῃ.
§13Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ὁρίσῃ ἡμέραν πρὸς συζήτησιν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου, διότι ἔχω νὰ ἐκθέσω πολλὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα ἡ Βουλὴ δὲν γνωρίζει.
§14ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.) Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν, κύριοι, νὰ δεχθῇ εἰς πρώτην συζήτησιν τὰ παρὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν στρατιωτικῶν ὑποβληθέντα νομοσχέδια, ἰδίως καὶ κατ’ ἐξαίρεσιν τὸ περὶ μειώσεως τοῦ χρόνου διὰ τὸν βαθμὸν τοῦ δεκανέως καὶ τοῦ λοχίου, καθὼς καὶ τὰ λοιπὰ, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίῤῥησις. Ζητῶ διὰ τοῦτο τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς. Παρακαλῶ δὲ τὸ προεδρεῖον, ἐὰν μέχρι τοῦδε δὲν ἀπέστειλε τὰ νομοσχέδια αὐτὰ εἰς τὰς οἰκείας ἐπιτροπὰς, νὰ τ’ ἀποστείλῃ, ὥστε εἴτε αὔριον, εἴτε ὅταν θέλῃ ἡ Βουλὴ νὰ τὰ συζητήσῃ, νὰ μὴ παρουσιασθῇ κανὲν πρόσκομμα.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐστάλησαν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, αὕτη δὲ ἐργάζεται.
§16ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μεταξὺ τῶν ὑποβληθέντων ὑπὸ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι καὶ διάταγμα ἀφορῶν εἰς Ἀλβανόν, καταταχθέντα εἰς τὸν ἑλληνικὸν στρατὸν μὲ τὸν βαθμὸν ταγματάρχου. Θεωρῶ, ὅτι δι’ ἐθνικοὺς λόγους τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν πρέπει νὰ μένῃ ἐκκρεμές. Ὁ κ. ὑπουργός, ὑποβάλλων τὸ διάταγμα, δὲν ὑπέβαλε συνάμα καὶ νομοσχέδιον. Ἐὰν ἐννοῇ ὁ κ. ὑπουργὸς νὰ ζητήσῃ τὴν ἀκύρωσιν τοῦ διατάγματος, ὀφείλει νὰ τὸ δηλώσῃ· ἐὰν δὲ πάλιν νομίζῃ, ὅτι πρέπει νὰ ἐπικυρωθῇ τὸ διάταγμα, ὅπως νομίζω, ὅτι δι’ ἐθνικοὺς λόγους πρέπει νὰ γείνῃ, ὀφείλει νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον. Ἐὰν ὅμως ὁ κ. ὑπουργὸς δὲν θέλῃ νὰ πράξῃ οὔτε τὸ ἓν οὔτε τὸ ἄλλο, θέλω ὑποβάλει τὸ νομοσχέδιον ἐγώ.
§17ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΩΝ. Ὑπέβαλον οὕτω τὸ διάταγμα, διότι ἐνόμιζον ὅτι δὲν ἠδυνάμην τότε νὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον, ὡς ἔχων γνώμην ἰδίαν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος. Ἐὰν ὁ ἔντιμος προαγορεύσας νομίζῃ, ὅτι ὅ,τι δὲν ἔκαμεν ἡ κυβέρνησις, ὀφείλει αὐτὸς νὰ τὸ πράξῃ ὡς πρώην κυβέρνησις καὶ ὡς νῦν βουλευτής, φέρων πρότασιν, ἂς τὸ κάμῃ.
§18ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Θέλω φέρει ἐγὼ ἀμέσως πρότασιν.
§19ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διὰ νὰ μὴ ὑπάρχῃ παρεξήγησις, σᾶς λέγω, ὅτι ὑπάρχουσι δύω γνῶμαι· ἐνόμισαν τινὲς ἐξ ἡμῶν, ὅτι δὲν πρέπει διὰ νόμου νὰ ἔλθῃ, ἄλλοι δὲ τὸ ἐναντίον. Ὑπάρχει διαφωνία, ἂν πρέπῃ νὰ ἔλθῃ διὰ νόμου, ἢ ἂν πρέπῃ νὰ γνωστοποιηθῇ ἁπλῶς εἰς τὴν Βουλήν. Ἐὰν λυθῇ τὸ ζήτημα, ὅτι πρέπει νὰ ἔλθῃ διὰ νόμου, θὰ ἔλθῃ νόμος, διότι κανεὶς ἄλλος λόγος δὲν ἐμποδίζει νὰ ἔλθῃ νόμος. Ἀλλ’ ἀκόμη δὲν ἐπείσθημεν, ὅτι ἀπαιτεῖται ἀναποφεύκτως νόμος, ἢ πρέπει νὰ γνωστοποιηθῇ ἁπλῶς καὶ ἀναγγελθῇ εἰς τὴν Βουλήν. Αὐτὸ τὸ λέγω, διὰ νὰ μὴ ὑπάρξῃ ἰδέα, ὅτι ἄλλοι λόγοι ἀπηγόρευσαν τὴν ὑποβολὴν νομοσχεδίου.
§20ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐδεμία δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία, ὅτι ἀπαιτεῖται νόμος, διότι τὸ διάταγμα χορηγεῖ τὸν βαθμὸν προσωρινῶς. Τὸ νομοσχέδιον εἶχεν ἑτοιμασθῆ παρὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, εὑρίσκεται ἑπομένως ἐν τῷ ἀρχείῳ τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ἔχω ὅμως καὶ ἐγὼ ἀντίγραφον, τὸ ὁποῖον εἶμαι πρόθυμος νὰ προσαγάγω ἀμέσως· ἀλλὰ μετὰ τὰς ἐξηγήσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἶναι περιττὸν νὰ τὸ φέρω ἐγώ. Νομίζω, ὅτι θέλει τὸ εἰσαγάγει τὸ ὑπουργεῖον, καὶ θέλω ἀναμείνει τὴν ὑποβολὴν αὐτοῦ.
§21ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Πιστεύσατέ με, κύριοι Βουλευταί, ὅτι δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ λάβω μέρος εἰς τὴν προκειμένην συζήτησιν· ἀλλ’ ἀναγκάζομαι νὰ μὴ παραλείψω τοῦτο, ἕνεκα τοῦ σχεδίου, τὸ ὁποῖον ἡ ἐκ τριῶν μελῶν συγκροτουμένη πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς εἰς τὴν ἀπάντησιν τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν, φρονοῦσα, ὅτι τὴν μεγίστην προσέφερεν εἰς τὴν πατρίδα ὑπηρεσίαν, ὅτι ἀπεκάλυψεν ἀθέτησιν τοῦ Συντάγματος καὶ ὅλων τῶν νόμων τῆς χώρας, ἐπιβλαβεῖς πράξεις τῆς πρώην Κυβερνήσεως, καὶ ὅτι διὰ παραγράφου, τὴν ὁποίαν συμπεριέλαβεν εἰς τὸ σχέδιον τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον, ἐξησφάλισεν ἐφεξῆς τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους τῆς χώρας! Ὤφειλον νὰ λάβω τὸν λόγον ὄχι μόνον διὰ τοῦτο, ἀλλὰ διότι συνέπεσε νὰ ἦμαι μέλος τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον, ἀντίθετον ἔχων γνώμην τῆς γνώμης τῆς πλειονοψηφίας, καὶ ὤφειλον νὰ ἐκθέσω τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους εὑρέθην ἀντίθετος, καὶ δι’ οὓς δὲν ὑπέγραψα τὴν ἔκθεσιν τῆς πλειονοψηφίας, καὶ δι’ οὓς εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ καταψηφίσω τοῦ σχεδίου τούτου. Πρὶν ἢ ἐκθέσω, κύριοι, τοὺς λόγους αὐτούς, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, ἵνα συντόμως ἐκθέσω τὰ διατρέξαντα κατὰ τὴν διάσκεψιν τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης. Συνῆλθε τὴν πρώτην ἡμέραν ἡ ἐπιτροπή, συγκειμένη ἐκ πέντε μελῶν, ἤτοι τοῦ κ. Κασιμάτη, τοῦ κ. Ῥοντήρη, τοῦ κ. Βαλσαμάκη, τοῦ κ. Χατζοπούλου καὶ ἐμοῦ· ὠνομάσθη ὑπὸ τῶν τριῶν πρόεδρος ὁ κ. Κασιμάτης, εἰσηγητὴς ὁ κ. Ῥοντήρης. Ὁ κ. Κασιμάτης ἐδήλωσεν, ὅτι ἔχει σχέδιον ἀπαντήσεως κατηρτισμένον, ἕτοιμον, καὶ ἀληθῶς τὸ σχέδιον τοῦτο εἶχεν ἀνακοινώσει εἰς πολλοὺς καὶ ἅπαντες εἶχον ἐγκρίνει τὸ περιεχόμερον αὐτοῦ. Ὁ κ. Κασιμάτης μᾶς ἐδήλωσεν, ὅτι εἶναι συντεταγμένον κατὰ τὸ ὕφος τοῦ Δημοσθένους καὶ τοῦ Κικέρωνος, καὶ ὅτι καθίσταται περιττὴ ἡ περαιτέρω ἐργασία τῆς ἐπιτροπῆς. Ὁ κ. Ῥοντήρης ὑπεσχέθη νὰ λάβῃ αὐτὸ ὑπ’ ὄψιν καὶ συντάξῃ τὸ σχέδιόν του. Διημείψαμεν ἐν συντόμῳ τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας εἴχομεν, καὶ ἐμείναμεν σύμφωνοι, ὅτι διαφωνοῦμεν. Εἴπομεν, ὅτι τὸ σχέδιον εἰς τὴν ἀπάντησιν τοῦ βασιλικοῦ λόγου εἶναι πρᾶξις καθαρῶς κυβερνητική, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία εἰσήγαγε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, δὲν ὑπάρχει ἤδη, ἑπομένως, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ μία ἀπάντησις καθαρῶς ἀγγλικὴ ἢ τυπικὴ, ἥτις εἶναι ἡ μόνη λυσιτελὴς εἰς τὴν περίστασιν ταύτην. Ἐπιμένομεν εἰς τὴν γνώμην ταύτην, ἀκολουθοῦντες τὴν ἀρχὴν, ὅτι δύο εἰσὶν αἱ παρακολουθοῦσαι τὰς κυβερνήσεις εὐθύναι, ἡ κοινοβουλευτικὴ εὐθύνη, ἥτις παρακολουθεῖ τὴν κυβέρνησιν, ὑφισταμένην καὶ λειτουργοῦσαν, καὶ ἡ ποινικὴ εὐθύνη. Ἡ κοινοβουλευτικὴ εὐθύνη αἴρεται, ὅταν ἡ Κυβέρνησις παραιτηθῇ· τὰ λεγόμενα σφάλματα καὶ αἱ παρεκτροπαὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡ ἀνεπάρκεια ἀναιροῦνται, ἅμα τῆς Κυβερνήσεως αὐτῆς παραιτουμένης· ἡ δὲ ποινικὴ εὐθύνη ὑπάρχει πλήρης καὶ ὑφίσταται μέχρι παραγραφῆς κατὰ τοὺς νόμους τῆς χώρας· ὅτι, ἐὰν φρονῶσι τὰ μέλη τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς νὰ μὴ συντάξωσιν ἀπάντησιν τυπικὴν, ἢ ἁπλῆν παράφρασιν τοῦ βασιλικοῦ λόγου, δύνανται, εὑρίσκοντα παράβασιν τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν νόμων τῆς χώρας, νὰ συμμορφωθῶσι μὲ τὸν νόμον περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν καὶ νὰ προτείνωσιν εἰσαγωγὴν κατηγορίας. Ἐὰν ἄλλως θέλωσι νὰ παραλείψωσι τὴν δημοσίαν ἀγωγὴν ἢ τὴν ποινικὴν καταδίωξιν, δὲν δύνανται νὰ στιγματίσωσι τὸ ὑπουργεῖον· ἡ πρᾶξίς των δὲν θεωρεῖται μόνον ἀπρεπὴς καὶ ἄκοσμος, ἀποβαίνει ἀναξία κατὰ τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ Ἔθνους· διότι, κατὰ τὸ πολίτευμα, τοιοῦτον δικαίωμα οὐδὲν πεπολιτισμένον Κράτος ποτὲ δὲν ἀπεδέχθη. Αὐτοὶ ἦσαν οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους εἴχομεν νὰ μὴ ὑπογράψωμεν εἰς τὸ σχέδιον, αὐτοὶ ἦσαν οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους φρονοῦμεν, ὅτι δὲν ἐξυπηρετεῖται οὐδὲν συμφέρον τῆς πολιτείας. Τὸ σχέδιον τοῦτο δὲν περιέχει σκέψεις ἀξιοπρεπεῖς, δὲν περιέχει φράσεις ἁρμοζούσας εἰς Βουλὴν, προωρισμένην νὰ ἐπιτελέσῃ τὰ ἑαυτῆς καθήκοντα μετὰ συνέσεως καὶ σωφροσύνης. Οἱ ἰσχυρισμοὶ, τοὺς ὁποίους ἀντέταξαν πρὸ πάντων ὁ πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ὁ εἰσηγητὴς αὐτῆς, οἵτινες ἀμφότεροι ἐμφοροῦνται ἀπὸ ὁλόκληρον τὸ θεσμολόγιον τῆς Ἀμερικῆς καὶ τῆς Ἀγγλίας, εἰσὶν ἀνάλογοι πρὸς τὰς παραδόξους ἰδέας, ἀπὸ τὰς ὁποίας πρὸ πολλοῦ κατέχονται, καὶ πρὸς τὰ δόγματα, τὰ ὁποῖα πρὸ πολλοῦ ἐπαγγέλλονται, καὶ τὰ ὁποῖα συνεταύτισαν καὶ συνεφώνησαν νὰ θέσωσιν εἰς ἐνέργειαν ἀπὸ τοῦ 1874! Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι εἰς τὰ εὐγενῆ αὐτῶν στήθη κοχλάζει ὁ πατριωτισμὸς, ὅτι ἐλαύνονται ἀπὸ ἀληθῆ εὐλάβειαν πρὸς τὸ Σύνταγμα, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθησαν νὰ πείσωσιν ἡμᾶς, ὅτι πρέπει νὰ στιγματίσωμεν μίαν κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ὑπηρέτησεν ἐντίμως τὴν πατρίδα, μὲ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἀναφέρει τὸ σχέδιον τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, διότι ἐβράδυνε νὰ συγκαλέσῃ τὴν Βουλὴν, κατὰ τὴν ἰδέαν των, διότι ἐπέβαλεν ἐπιστρατείαν εἰς τὸ Κράτος, διότι διέθεσε τοὺς πόρους τοῦ λαοῦ ἄνευ νόμου ἢ ἐναντίον τῶν νόμων. Βεβαίως, κύριοι, ἐὰν ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς εἶχε τὴν γνώμην, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἐκδοθῇ τὸ διάταγμα τῆς ἐπιστρατείας, ὅτι ἐκδοθὲν τὸ διάταγμα τοῦτο ἔβλαψε τὰ συμφέροντα τῆς ἐπικρατείας, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ συνομολογήσῃ ἡ Κυβέρνησις δάνειον, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ γείνουν προμήθειαι, ὅτι αἱ γενόμεναι προμήθειαι ἔβλαψαν τὰ συμφέροντα τῆς Ἐπικρατείας, ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ τὸ εἴπουν’ ἀλλὰ πῶς; Παριστάνοντες τὸ ἀδίκημα, κατονομάζοντες αὐτό. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον, ἐγκρίνοντες τὴν ἐπιστρατείαν, ἐγκρίνοντες τὰς δαπάνας, ζητοῦσι νὰ ἐκφράσωσι τὴν λύπην των, τοῦτο δὲν εἶναι κοινοβουλευτικόν. Τί ἐπιδιώκουσι, κύριοι, ζητοῦντες τὴν ἔκφρασιν τῆς λύπης των, διότι δῆθεν τὰ πάντα ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις ἄνευ τῆς ἀδείας τῆς Βουλῆς; ποίαν ἀνάγκην θεραπεύουσι, ζητοῦντες νὰ στιγματίσωσι τὴν Κυβέρνησιν; διὰ τῆς μομφῆς ταύτης ἐξασφαλίζουσιν ἀληθῶς τὸ Σύνταγμα εἰς τὸ μέλλον; Εἶναι τόσον ἀτελὴς ἡ νομοθεσία μας, εἶναι τόσον ἀτελὲς τὸ Σύνταγμά μας, ὥστε διὰ τῆς ἐκφράσεως τῆς λύπης, καὶ μόνης ταύτης, δύνανται ὁ κ. Κασιμάτης καὶ ὁ κ. Ῥοντήρης νὰ ἐξασφαλίσωσι τὸ μέλλον; Δύναταί τις, κύριοι, ν’ ἀμφιβάλλῃ, ὅτι ὅ,τι γίνεται καὶ ζητεῖται νὰ γείνῃ, γίνεται ἀπὸ εὐλάβειαν πρὸς τοὺς νόμους τῆς πολιτείας, ἀπὸ εὐλάβειαν πρὸς τὸ Σύνταγμα; Ἐὰν ἐγκρίνωμεν τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως, δυνάμεθα νὰ κατηγορήσωμεν αὐτήν; Ἀλλὰ πρὸς τί νὰ τὴν ἀποδοκιμάζωμεν; Οἱ συλλογισμοὶ τῆς πλειονοψηφίας δὲν μᾶς φαίνονται, ὅτι θὰ γείνουν ἀποδεκτοὶ ἀπὸ μέρους τῆς Βουλῆς. Ἡ πρόληψις τῶν κινδύνων, τοὺς ὁποίους κατεσκεύασαν τὰ μέλη τῆς πλειονοψηφίας, εἶναι ματαία· δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξασφαλισθῶμεν κατὰ τῶν κινδύνων, τοὺς ὁποίους προτείνουν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διὰ τῆς ἀναγραφῆς τῶν θεσμῶν, τοὺς ὁποίους ἀνέπτυξεν ὁ κ. Ῥοντήρης. Τὸ σύστημα τοῦ κ. Ῥοντήρη δὲν εὐδοκίμησεν ἐν Ἑλλάδι. Εἶχον ἀκούσει ἄλλοτε τοῦ κ. Κουμουνδούρου, λέγοντος «ποτὲ νὰ μὴ μὲ ἀξιώσῃ ἡ τύχη νὰ ὁδηγηθῶ ἀπὸ τὰ παραγγέλματα τοῦ κ. Ῥοντήρη! Ὁ μακαρίτης Ζαΐμης μετὰ καυστικῆς εἰρωνείας πάντοτε ἀνέφερε τὰ δόγματα ταῦτα καὶ μετὰ καυστικῆς εἰρωνείας ἀπέκρουεν αὐτά. Ὁ κ. Ῥοντήρης κατέκρινε καὶ κατακρίνει τοὺς παραιτηθέντας ὑπουργοὺς ἐπὶ ἀστασίᾳ, ἀλλὰ τὸ παράδειγμα, τὸ ὁποῖον παρέχει οὗτος ἀπὸ τοῦ 1862 μέχρι τοῦδε, δὲν ἐπιτρέπει αὐτῷ τὴν κατάκρισιν ταύτην. Ὁ κ. Ῥοντήρης φρονεῖ, ὅτι ἡ Βουλὴ συγκυβερνᾷ μὲ τὴν Κυβέρνησιν. Εἶνε δόγμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον πρέπει ν’ ἀποδεχθῇ ἡ Κυβέρνησις καὶ νὰ εἴπῃ, ὅτι συγκυβερνᾷ μετὰ τῶν βουλευτῶν; Τότε ποῦ ἡ εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως; Ποῦ ὁ ἐξελέγχων καὶ ὁ ἐξελεγχόμενος; καὶ ποῦ ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος, ἡ ὁποία διακρίνει τὰς τρεῖς ἐξουσίας; Ἀλλὰ, κύριοι, εἶναι ἀντιπολιτικὸν εἰς τὴν ἐποχὴν ταύτην, καθ’ ἣν δικάζεται ἡ τύχη τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν Εὐρώπην, νὰ ἐπιτραπῇ σήμερον εἰς τὸ Κοινοβούλιον τῆς Ἑλλάδος νὰ συζητῇ προσωπικά, νὰ ἐρίζῃ περὶ τῶν δῆθεν σφαλμάτων τῆς πεσούσης Κυβερνήσεως. Καὶ ἡ συζήτησις αὕτη περὶ τῶν προσωπικῶν δὲν δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς ἐχθροὺς τῆς Ἑλλάδος νὰ εἴπωσιν, ὅτι δὲν εἶνε ἄξιοι οὗτοι τελειοτέρου μέλλοντος, ὅτι δὲν δεικνύουσι στοιχεῖα ἐκπολιτιστικῆς ἀποστολῆς, ἀφοῦ κόπτονται εἰς τὸ βουλευτήριον, συζητοῦντες διὰ προσωπικὰ πράγματα ἀνάξια λόγου; Ἀλλὰ, κύριοι, λέγουσιν, ὅτι πρόκειται περὶ αἵματος καὶ χρήματος, ὅτι «ἐξοδεύονται οἱ πόροι τοῦ λαοῦ, ὅτι ἀφαιροῦνται τὰ τέκνα τῶν οἰκογενειῶν. Αἴ, κύριοι, τί ἔγειναν οἱ πόροι τοῦ λαοῦ; τοὺς διέθεσε τοὺς πόρους τοῦ λαοῦ ἡ Κυβέρνησις, διὰ ν’ ἀγοράσῃ διπυρίτην ἀπὸ τὸν Λάμπρον; διέθεσε τοὺς πόρους τοῦ λαοῦ ἡ Κυβέρνησις, διὰ ν’ ἀγοράσῃ ἄχρηστα φυσέκια; τοὺς διέθεσε, διὰ νὰ φέρῃ ἄχρηστον ὑλικόν; τοὺς διέθεσε, διὰ νὰ εἰσαγάγῃ τὸ σύστημα τῆς ἀταξίας, τὸ ὄνειδος τῆς Ἑλλάδος;
§22Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διέθεσε χρήματα ἄνευ ἐνταλμάτων.
§23Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Διέθεσε χρήματα, λέγουν, ἄνευ ἐνταλμάτων. Καὶ νομίζετε, κύριοι, ὅτι τὰ ἐντάλματα εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα νομιμοποιοῦν τὰς πληρωμάς; Ἠμποροῦν νὰ ἐκδίδωνται ἔντυπα ἐντάλματα, νὰ ἐκδίδωνται διαταγαὶ μὲ τοὺς τύπους καὶ τοὺς τίτλους ἄρισται, ὡραιόταται, ἀλλὰ τὸ περιεχόμενον αὐτῶν νὰ ἦναι ἐπιβλαβές. Ἠμποροῦν τὰ χρήματα ταῦτα, ἐξοδευόμενα, νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς ἀγορὰν ἀχρήστου ὑλικοῦ καὶ πρὸς βλάβην τῆς ἐπικρατείας καὶ πρὸς διαφθορὰν τῶν χαρακτήρων. Καὶ εἶναι ἡ πρώτη φορά, κύριοι, καθ’ ἣν τὸ Κοινοβούλιον καλεῖται νὰ κρίνῃ πράξεις, ἐνεργηθείσας ἐκτὸς τοῦ νόμου; Ἐλησμονήσατε, κύριοι, τὸ 1865, ὅτε ὑπῆρξεν οὐχὶ μία ἀθέτησις τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ τὸ πέλαγος τῶν ἀθετήσεων τοῦ Συντάγματος; Ἄπειρα τότε ἐγένοντο, εἶναι ἀξιομνημόνευτοι οἱ λόγοι ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους εἰς τὴν Βουλὴν ἀπήγγειλε τότε ὁ κ. Ἰακωβάτος· «εὐφραίνονται τὰ ὀστᾶ τοῦ Μέτλανδ καὶ τοῦ Γιούγκ, πληροφορούμενα, ὅτι καὶ μετὰ τὴν ἕνωσιν τῆς Ἑπτανήσου πρὸς τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον, ἐξακολουθεῖ ἐφαρμοζομένη ἡ νομοθεσία των.» Ἀλλὰ τί ἔπραξεν ἡ Βουλὴ ἐκείνη; Ἐμφορουμένη ἀπὸ τὰς ἰδέας, ἀπὸ τὰς ὁποίας πρέπει οἱ πολιτευόμενοι, ὀρθοφρονοῦντες, νὰ ἐμφορῶνται ἐν περιπτώσει ἀναποδράστου ἀνάγκης, εἶπεν εἰς τὴν ἀπάντησιν τοῦ βασιλικοῦ λόγου, ὅτι θέλει ἐξετάσει μετ’ αὐστηρότητος καὶ δικαιοσύνης τὰ γενόμενα καὶ θέλει κρίνει, ἐὰν ταῦτα ἦσαν ὠφέλιμα ἢ ὄχι εἰς τὴν πατρίδα. Τὸ αὐτὸ ἔπραξε καὶ ἡ Βουλὴ κατὰ τὸ 1869, ὡς καὶ κατὰ τὸ 1878. Ἀληθῶς, κύριοι ὑπουργοὶ, κατὰ τὸ 1878 ἐδαπανήσατε ἄπειρα ἄνευ νόμων καὶ χωρὶς ν’ ἀποδείξητε ἀληθῶς ἀναπόδραστον ἀνάγκην καὶ ὅτι ἦσαν ἐπωφελεῖς αἱ δαπάναι ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας ὑπέστη τὸ ἔθνος τότε· καὶ δὲν ἦταν ἀναγκαῖαι καὶ ἐπωφελεῖς αἱ δαπάναι, τὰς ὁποίας ἐκάματε εἰς τὸν Πειραιᾶ, διὰ νὰ ἐξασφαλισθῆτε ἐναντίον τῆς ἐπιδρομῆς τοῦ Χόβαρτ, καὶ ὅμως ἦλθεν ἡ Βουλὴ καὶ εἶπεν, ὅτι δὲν ἠθετήσατε τὸ Σύνταγμα, δὲν παρεβιάσατε τοὺς νόμους· ἀνέπτυξεν ἡ Βουλὴ εἰς τὴν στιγμὴν τὴν δαπάνην καὶ σᾶς εἶπεν, ὅτι ἐπράξατε ἐξ ἀνάγκης, καὶ ἐξέδωκεν ἀπόφασιν ἀξίαν ἀντιπροσώπων πολιτευομένων ἀξιοπρεπῶς καὶ μὲ ἀνυπόκριτον πατριωτισμόν. Ἡ ἐμπάθεια, κύριοι, δὲν ἀνήκει εἰς τοὺς ὑπερηφάνους πολιτευτάς. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ὅστις τοσάκις διῴκησε τὸ Κράτος, ὅστις διεχειρίσθη μυριάκις περισσότερα ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα διαχειρίσθη ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ἠξεύρει νὰ ἐκτιμᾷ τὰς περιστάσεις καὶ τὰς ἀνάγκας, θὰ κρίνῃ ὅπως πρέπει νὰ κρίνῃ καὶ ὅπως εἶναι δίκαιον· ἂς ἐνθυμηθῇ τὰς μεγίστας δαπάνας, τὰς ὁποίας ἐναντίον τῶν νόμων ἐξετέλεσε κατὰ τὸ 1867, ἂς ἐνθυμηθῇ, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐκείνη τὸν ἐξήλεγξε μετὰ δικαιοσύνης καὶ δὲν ἠθέλησε νὰ πράξῃ ὅ,τι ζητεῖ σήμερον ἡ πλειονοψηφία του. Δὲν αἰσθάνομαι, κύριοι, καμμίαν ἀδυναμίαν εἰς τὴν πεσοῦσαν Κυβέρνησιν, αἰσθάνομαι μόνον ἓν καθῆκον, τὸ ὁποῖον μὲ κάμνει νὰ εἴπω, ὅτι ἦλθεν, ὑπηρέτησε τὸ Κράτος μετὰ τιμιότητος καὶ χρηστότητος, ὅτι δὲν πρέπει εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις νὰ κρίνωμεν ἐμπαθῶς. Τὴν θέσιν τοῦ πρωθυπουργοῦ πρέπει νὰ τὴν ἀνυψώσωμεν, διότι αὕτη δὲν ἀνήκει προσωπικῶς εἰς τὸν Τρικούπην, οὔτε εἰς τὸν Κουμουνδοῦρον, ἀλλ’ εἰς τὸ ἔθνος, ἐν ὀνόματι τοῦ ὁποίου διαχειρίζονται αὐτὴν καὶ ὀφείλουσι νὰ τὴν διαχειρίζωνται ἀξιοπρεπῶς. Πρέπει, κύριοι, νὰ κρίνητε κατὰ τὰς περιστάσεις καὶ τὰς ἀνάγκας. Τί εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔρχονται σήμερον τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς καὶ καταλογίζουσιν εἰς βάρος τῆς πεσούσης Κυβερνήσεως; διατί νὰ μὴ συγκαλέσῃ τὴν Βουλὴν ἀμέσως· τί ἤθελε νὰ πράξῃ ἡ Βουλὴ συγκαλουμένη ἀμέσως; Σᾶς ἐρωτῶ, νὰ μοὶ φέρητε ἓν παράδειγμα πότε ἡ Βουλὴ συγκληθεῖσα προσῆλθε πρὸ τοῦ τέλους Ὀκτωβρίου; ἀρνεῖσθε, ὅτι εἰς τὴν Πελοπόννησον τοὐλάχιστον τὸ ἄμεσον συμφέρον τοῦ τρυγητοῦ κρατεῖ τοὺς ἀνθρώπους μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου; Ἀλλὰ, λέγουν, ἐπρόκειτο ὑπὲρ τοῦ ὑπερτάτου συμφέροντος τῆς πατρίδος, καὶ αὐτὸ τὸ εὑρίσκουν παραβιασθὲν διὰ τῆς μὴ ἐγκαίρου προσκλήσεως τῆς Βουλῆς δέκα ἢ εἴκοσι πατέρες τέκνων προσκληθέντων εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ! Ἡ στοργὴ πρὸς τὰ τέκνα των τοὺς κάμνει νὰ ἔχουν αὐτὴν τὴν γνώμην, ἀλλ’ ὤφειλον νὰ ὑποχωρήσωσιν ἀπέναντι τῆς ὑπερτάτης ἀνάγκης, συνέπεια τῆς ὁποίας ἦτο τὸ διάταγμα τῆς ἐπιστρατεύσεως. Ὁ κ. Βαλσαμάκης εἶπεν, ὅτι, ἐὰν συνεκαλεῖτο ἡ Βουλή, ἐνδεχόμενον ἦτο νὰ πράξῃ τοῦτο ἢ ἐκεῖνο, νὰ ὀργανώσῃ στερεωτέραν ἢ καὶ εὐθηνοτέραν δύναμιν. Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν μὲ ἐνδεχόμενα νὰ ἀποδώσωμεν ἐλλείψεις εἰς τὴν Κυβέρνησιν; Ἐὰν ἔχητε τὸ θάῤῥος, εἰπέτε καθαρῶς, ὅτι δὲν θέλετε τὴν ἐπιστρατείαν, θέλετε νὰ τὴν καταργήσητε ἢ περιορίσητε.
§24ΛΑΠΠΑΣ. Ἀφοῦ ἠνάψατε τὴν πυρκαϊὰν, ποῖος θὰ τὴν σβύσῃ;
§25ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τὸ διάταγμα τῆς ἐπιστρατεύσεως δὲν ἤναψε καμμίαν πυρκαϊὰν, ἀλλ’ ἐκάλεσε τοὺς ἔχοντας τὴν ἡλικίαν μέχρι τριάκοντα ἐτῶν εἰς ἄσκησιν. Ἐὰν νομίζητε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔπραξε πρὸς βλάβην τῆς ἐπικρατείας, εἰσάξατέ την εἰς δίκην. Τί εἶναι αὐταὶ αἱ λύπαι, αἱ ἀποδοκιμασίαι καὶ τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα προτείνετε διὰ τοῦ σχεδίου σας; Πόθεν πορίζεσθε αὐτὸ τὸ δικαίωμα; Ἐὰν ἔπῤῥαξεν ἔγκλημα, νὰ τιμωρηθῇ κατὰ τὸν νόμον. Ἐὰν ἦναι ἐπιβλαβεῖς αἱ πράξεις της, νὰ καταργήσωμεν τὸ διάταγμα τῆς ἐπιστρατεύσεως, νὰ περιορίσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐπιστράτων, ἀλλὰ τώρα τί ζητεῖτε; Ζητεῖτε πόλεμον· πῶς θὰ τὸν κάμητε χωρὶς νὰ γυμνάσητε τὸν στρατόν; Ἡ τιμή, λέγει, τῆς Ἑλλάδος ἀπαιτεῖ, καθὼς κατήντησε, νὰ πολεμήσωμεν! Ἂς ἀναβῶμεν εἰς τὸ κωδωνοστάσιον τῆς Μητροπόλεως καὶ σταυροκοπούμενοι ἂς πηδήσωμεν ἐπιφωνοῦντες ὁ Θεὸς βοηθός. Εἶχε δίκαιον ὁ κ, Ἰακωβάτος νὰ λέγῃ, ὅτι ὅλοι ζητοῦν τὸν πόλεμον· ἐγὼ ἰδιαιτέρως ἤκουσα πολλοὺς, οἵτινες δὲν θέλουν οὔτε τὴν ἐπιστρατείαν, εἶναι φιλειρηνικώτατοι. Ἀλλ’ ἠξεύρετε τί λέγει ὁ κόσμος; λέγει, ὅτι ὅλα αὐτὰ ζητοῦνται διὰ τῆς εἰς ἄτοπον ἀπαγωγῆς· θέλομεν ἄνδρας 100,000, θέλομεν ἔξοδα 150,000,000, καὶ τὰ λέγομεν αὐτὰ, διὰ νὰ μαράνωμεν τὸ ἐθνικὸν πνεῦμα νὰ μὴ πράξῃ τίποτε. Δὲν εἶναι λογικόν, δὲν εἶναι συμφέρον, νὰ λέγωμεν τὰ παράδοξα, τὰ ἕωλα, τὰς ἀπειλάς. Οἱ θέλοντες νὰ προπαρασκευάσουν ἐργάζονται μετὰ συνέσεως, καὶ δὲν ζητοῦν νὰ ἐξευτελίσωσι τοὺς ἀντιπάλους των· ἀπ’ ἐναντίας ζητοῦν τὴν συνδρομὴν αὐτῶν. Μεταξὺ ἄλλων παραδόξων ἤκουσα προχθὲς καὶ ἄλλο ἀπὸ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι εἷς Νομάρχης εἴτε δολίως, εἴτε πεπλανημένως διέδωκεν, ὅτι κατηργήθη ἡ ἐπιστρατεία. Εἶναι ψεῦδος· ὁ Νομάρχης ἐκεῖνος διεμαρτυρήθη, καὶ ἀμέσως ὑπέβαλε τὰ ἔγγραφα εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ἀπορῶ πῶς οὗτος δὲν ἠθέλησε νὰ πληροφορήσῃ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν.
§26ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν.) Ὁ Νομάρχης Ἀργολίδος κλπ. ἀπηύθυνε τηλεγράφημα μίαν τῶν παρελθουσῶν ἡμερῶν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν διέταξε δῆθεν τὸ στρατολογικὸν συμβούλιον Ναυπλίας νὰ μὴ κατατάξῃ πλέον ἐπιστράτους, καὶ μὲ ἐρωτᾷ ἂν τοῦτο ἦναι ἀληθὲς καὶ τί νὰ πράξῃ, διότι πολλοὶ ἐπίστρατοι ἀνεχώρησαν ἀποπεμφθέντες. Αὐθημερὸν ἠρώτησα τὸν συνάδελφόν μου Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος μοὶ εἶπεν, ὅτι τοιοῦτον τηλεγράφημα δὲν ἐξέδωκεν, ἀλλὰ τηλεγράφημα πρὸς τὸ στρατολογικὸν συμβούλιον νὰ μὴ κατατάσσωνται εἰς τὸ σῶμα τοῦ Μηχανικοῦ ἐπίστρατοι. Μετέβην εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ ἐτηλεγράφησα εἰς τὸν Νομάρχην Ἀργολίδος, ὅτι συνέβαινε παρεννόησις· ἀλλὰ πρὶν ἢ φθάσῃ τὸ ἐμὸν τηλεγράφημα εἰς τὸν Νομάρχην Ἀργολίδος, οὗτος ἔσπευσε νὰ διορθώσῃ τὸ λάθος του, τηλεγραφήσας πρὸς ἐμὲ, ὅτι εἰς τὸ τηλεγραφεῖον παρελείφθησαν κατὰ λάθος μετὰ τὰς λέξεις νὰ μὴ κατατάσσωνται αἱ λέξεις εἰς τὸ σῶμα τοῦ Μηχανικοῦ, ὅτι κατόπιν ἀνεκαλύφθη τὸ λάθος καὶ ἐξέδωκεν ἐγκύκλιον πρὸς τοὺς δημάρχους καὶ ἐπάρχους νὰ ἐπανορθώσουν τὸ σφάλμα αὐτό. Εἶχον ἕτοιμα ἔγγραφα, διὰ νὰ ἐπανορθώσω σήμερον αὐτὴν τὴν κατὰ πλάνην πληροφορίαν, ἀλλὰ δὲν ἤμην ἐδῶ κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς συνεδριάσεως.
§27ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κατὰ πλάνην τοῦ ὑπουργοῦ;
§28ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν.) Ὄχι τοῦ Νομάρχου.
§29ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὁ Νομάρχης ἐπληροφορήθη, ὅτι ὁ τηλεγραφητὴς εἶπε τοῦτο, καὶ ἀμέσως εἰδοποίησε τὸ ὑπουργεῖον καὶ ἐξέδωκεν ἐγκύκλιον καὶ εἶπεν, ὅτι εἶναι ψευδὴς ἡ εἴδησις αὕτη. Ἔγραψεν ἐπανειλημμένως καὶ παρεπονέθη κατὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλὰ εἶναι ἀδιάφορον.
§30Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.) Ὅταν ἦναι ἀδιάφορον, ἔπρεπε νὰ φέρητε θετικὰ πράγματα καὶ ὄχι πληροφορίας διαφορετικὰς ἀπὸ ἐκείνας, τὰς ὁποίας ὁ ἴδιος Νομάρχης δίδει διὰ τῆς ὑπογραφῆς του.
§31ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Θὰ παρακαλέσω, ὅπως ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν φέρῃ τὴν ἀπὸ 31 Ὀκτωβρίου ἀναφορὰν τοῦ Νομάρχου. Αὐτὰ τὰ ἀναφέρω ἁπλῶς. Ἐξακολουθῶ τὴν ὁμιλίαν μου, διατεινόμενος, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιμείνῃ τὸ ὑπουργεῖον εἰς τὸ σχέδιον, ἀλλὰ ν’ ἀπαλείψῃ τὴν παράγραφον ἐκείνην, διότι θὰ ἔλθῃ καιρὸς, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ πρᾶξις αὕτη τῆς ἐπιψηφίσεως τῆς παραγράφου θὰ θεωρῆται τοιαύτη, ὥστε ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐψήφισαν αὐτὴν, κατοπτριζόμενοι ἐν αὐτῇ, δὲν θὰ δύνανται νὰ γνωρίσωσι τὴν φυσιογνωμίαν των. Διὰ τοῦτο ἀποφεύγετε τὰ τοιαῦτα.
§32ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Δὲν ἤθελον λάβει τὸν λόγον, ἐὰν ἐκ τινων περιστάσεων δὲν προεκαλούμην νὰ ὑπερασπίσω τὴν τιμὴν καὶ τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς. Καὶ ἐγὼ φρονῶ συμφώνως μὲ δύο προλαλήσαντας, ὅτι εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις ἔπρεπε νὰ ὑπερισχύσῃ ἡ μετριοφροσύνη· ἀλλ’ ὅταν γίνεται πρόκλησις, ὅταν γίνεται περιφρόνησις κατὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν ἐπαρχιῶν, ἡ μετριοφροσύνη εἶναι θυσία τῶν συμφερόντων τῆς πατρίδος, καὶ διὰ τοῦτο θέλω διέλθει ἐν συνόψει μὲν, ἀλλὰ συγκεκριμένως ὅλας αὐτὰς τὰς περιστάσεις, αἵτινες παρακολουθοῦσι τὴν ὑπὸ συζήτησιν ὑπόθεσιν, καὶ θέλετε ἴδει, ὅτι δὲν διαφωνοῦμεν ὡς πρὸς τὸν σκοπὸν ἢ τὰ μέσα, ἀλλ’ ὡς πρὸς τὸν τρόπον καὶ τ’ ἀποτελέσματα, καθόσον διὰ τῆς σπουδῆς ἡ πρώην Κυβέρνησις ἔβλαψε τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν χωρὶς νὰ ἔχῃ πρόθεσιν. Μετὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς δευτέρας ἐν Βερολίνῳ συνόδου πᾶσα Κυβέρνησις, γνωρίζουσα καλῶς τὴν κατάστασιν τοῦ ἔθνους, ἤθελε σκεφθῆ ἀκριβῶς περὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ λύσῃ ἡ Ἑλλὰς σήμερον, καὶ περὶ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν ὤφειλε νὰ πολιτευθῇ, ὅστις ἦτον ἡ σύντονος προπαρασκευὴ, ἀλλ’ ἤθελε μετρήσει τὰ πράγματα, ὅπως ὁ μηχανικὸς σχεδιάζει τὸ κτίριον, τὸ ὁποῖον θ’ ἀνεγείρῃ ἀπὸ θεμελίων μέχρι τῆς τελευταίας κλειδός· οὕτω καὶ ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ ἐξετάσῃ ἐὰν τὸ κίνημα, τὸ ὁποῖον προπαρασκευάζει, δύναται νὰ τελεσθῇ μὲ τὰ ὑπάρχοντα μέσα, τὰ ὁποῖα εἶχεν, ἢ πῶς νὰ οἰκονομήσῃ ἐκεῖνα ἐκ τῶν μέσων ὅσα τῇ ἐλλείπουσι καὶ ἰδίως τὰ χρηματικά· διότι, ὅπως προώδευσεν ἡ τέχνη τοῦ πολέμου, ὁ πόλεμος στοιχίζει σήμερον πολλὰ χρήματα. Κατ’ ἐμὲ ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ προμηθευθῇ τὰ μέσα ταῦτα εἰς τὴν ἀρχὴν, ἐνῷ τώρα εἶναι πολὺ δύσκολον. Ἡ Κυβέρνησις ἔπρεπε νὰ προΐδῃ περὶ τῶν χρηματικῶν μέσων συντόνως, ἀφοῦ ἐγνώριζεν, ὅτι εἶχε τὰ ταμεῖα κενὰ, καὶ εἰς τοῦτο δὲν εἶναι ὑπεύθυνος ἡ νῦν Κυβέρνησις, οὔτε ἡ πρώην, οὔτε αἱ παρελθοῦσαι. Δυστυχῶς τὸ περὶ κενοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ ταμείου εἶναι τὸ πρόγραμμα τῆς λαοσωτηρίου μεταβολῆς τοῦ 1862, ἀφοῦ τῆς μεταβολῆς ταύτης ἡ πρώτη πρᾶξις τῆς πρώτης Κυβερνήσεως ἦτο ἡ συνομολόγησις δανείου, ἐνῷ εὗρε καὶ ταμεῖα καὶ ἀποθήκας πλήρη, τὰ ὁποῖα ἀφῆκε καὶ ἥρπασαν οἱ συντρέξαντες εἰς τὸ λαοσωτήριον ἐκεῖνο κίνημα. Ἠδύνατο λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ πληρώσῃ τὸ ταμεῖον δι’ ἐξωτερικοῦ δανείου, ὅπερ ἠδύνατο νὰ συνομολογήσῃ τότε εὐκολώτατα, ἀφοῦ ἡ ἀπόφασις τοῦ Βερολίνου ἐχορήγει εἰς τὴν Ἑλλάδα δύο ἐπαρχίας αὐξανούσας κατὰ τὸ τρίτον τὸ ἑλληνικὸν Κράτος, ἐξ ὧν ἡ μία μόνον πληρώνει σήμερον ἐκ φόρων εἰς τὴν τουρκικὴν κυβέρνησιν 800,000 μέχρι 1,000,000 λιρῶν μὲ ὅλας τὰς γενομένας κατὰ τὴν εἴσπραξιν καταχρήσεις. Ἀλλὰ πρὸς τοῦτο εἶχεν ἀνάγκην νομοθετικῆς ἀδείας, καὶ ἰδοὺ ὁ πρῶτος λόγος ὁ κυριώτερος, ὅστις ἀπῄτει νὰ συνέλθῃ ἡ Βουλὴ ὄχι τὸν Σεπτέμβριον, ἀλλὰ τὸν Ἰούλιον καὶ εἰς τακτικὴν σύνοδον. Οἱ ἀντιτείνοντες εἰς τὴν ἰδέαν ταύτην διϊσχυρίζονται, ὅτι δὲν συνέρχεται εὔκολα ἡ Βουλὴ ἕνεκα ἰδιοκτητικῶν λόγων. Ἀλλ’ ἔχω ἀπόδειξιν πρόχειρον, ὅτι συνῆλθεν ἡ Βουλὴ ἐντὸς 12 ἡμερῶν εἰς ἔκτακτον σύνοδον κατὰ τὸ 1879 καὶ μῆνα Ἰούλιον, διότι τὴν 2 Ἰουλίου ἐκοινοποιήθη τὸ συγκαλοῦν Διάταγμα εἰς τὰς διοικητικὰς ἀρχὰς καὶ τὴν 14 ἦσαν παρόντα τὰ ⅘ τῶν βουλευτῶν. Σεῖς ὅμως (ἀποτεινόμενος πρὸς τοὺς πρώην ὑπουργοὺς) δὲν λέγετε μόνον τὰς δυσκολίας τῆς συγκαλέσεως, ἀλλ’ ἀποδίδετε καὶ μίαν μομφὴν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἅμα ἤρχετο, ἤθελε ῥίψει τὴν Κυβέρνησιν. Ἐπιῤῥίπτετε λοιπὸν μομφὴν φιλαρχίας εἰς τὴν Βουλὴν, διὰ τοῦτο καὶ ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ μεμφθῇ σᾶς διὰ τὴν προσβολὴν ταύτην, ἣν ἐπιῤῥίπτετε εἰς τὸ Σῶμα· διότι ἡ Βουλή, ἂν ἤθελε νὰ σᾶς ῥίψῃ ἀπὸ τὴν ἐξουσίαν καὶ δὲν ἤθελε νὰ σᾶς ἀφήσῃ ἐπὶ καιρόν, διὰ νὰ σᾶς ἐκθέσῃ εἰς τοὺς πλανωμένους περὶ τῆς διοικητικῆς σας ἱκανότητος, σᾶς ἔῤῥιπτε κατὰ τὸν Ἀπρίλιον· διότι εἶχε τὴν δύναμιν, μὴ δίδουσα τὸν προϋπολογισμόν, ἀφοῦ ἡ πλειονοψηφία σας δὲν ἦτον ἰσχυρὰ νὰ σᾶς ἀναγκάσῃ νὰ καλέσητε ἔκτακτον σύνοδον, εἰς ἣν θὰ ἦτο βεβαία ἡ πτῶσίς σας· ἀλλ’ ἠθέλησεν ἡ ἀληθὴς πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς νὰ σᾶς ἀφήσῃ καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς διακοπῆς, διότι ἦτο βεβαία περὶ τοῦ ποιοῦ σας ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, ὅπερ ἤθελε πείσει καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εὑρέθησαν εἰς πλάνην περὶ τῆς διοικητικῆς ἀξίας σας. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο ἂν δὲν ὑπῆρχε, δὲν εἶχον οἱ βουλευταὶ αἴσθημα φιλοτιμίας; δὲν ἔχουν πατριωτισμόν; δὲν ἤθελον ἴδει, ὅτι μία κυβερνητικὴ κρίσις ἀπόντος τοῦ Βασιλέως ἤθελε παραλύσει τὰς ἐνεργείας ἐπὶ τοσούτου κρισίμου περιστάσεως; Λοιπὸν ἐπειδὴ ἐμέμφθητε τὴν Βουλὴν ἐπὶ ἐλλείψει πατριωτισμοῦ, ὀφείλει καὶ ἡ Βουλὴ νὰ σᾶς μεμφθῇ ἐπὶ παραβάσει τοῦ 60 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ ἐκ τούτου ἀποῤῥέοντος στρατολογικοῦ νόμου. Τὸ ἄρθρον 15 τοῦ νόμου τούτου λέγει ῥητῶς, ὅτι ἀμέσως ἐκδίδεται καὶ τὸ διάταγμα τῆς συγκαλέσεως τῆς Βουλῆς· τὸ ἀμέσως δι’ ἕνα μικρὸν τόπον, ὡς ἡ Ἑλλάς, ἐννοεῖ δέκα τὸ πολὺ ἡμέρας. Ἐπειδὴ δὲ ὁ νόμος δὲν λέγει οὔτε 10, οὔτε 25, οὔτε 40 ἡμέρας, θέλετε σοφιστικῶς νὰ ὀχυρωθῆτε ὄπισθεν τοῦ γράμματος, καὶ διὰ τοῦτο καὶ ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ σᾶς εἰσαγάγῃ εἰς δίκην· διότι ἡ ποινὴ εἶναι τοῦ στενοῦ δικαίου, ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ ἐφαρμογὴ τιμωρίας, ἀλλ’ ὁ νόμος σᾶς μέμφεται, διότι ἡ μομφὴ εἶναι πειθαρχικὴ ποινὴ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τοιαύτην ποινὴν δύναται νὰ ἐπιβάλῃ ἡ Βουλή, καθόσον πᾶσα Κυβέρνησις ὑπόκειται εἰς τὴν ἐπιδοκιμασίαν ἢ ἀποδοκιμασίαν τῆς Βουλῆς. Ἐὰν ἐκαλεῖτε τὴν Βουλὴν κατὰ τὸν Ἰούλιον χωρὶς νὰ φανῆτε, ὅτι ἑτοιμάζεσθε εἰς πόλεμον, τοῦτο ἠδύνασθε νὰ κατορθώσητε ὑπὸ τὴν πρόφασιν, ὅτι πρόκειται νὰ λάβωμεν μέρη, τὰ ὁποῖα μᾶς παρεχωροῦντο, εἰς τὰ ὁποῖα θὰ ἐφαρμόσαμεν κατὰ πρῶτον τὴν διοίκησιν, καὶ ὅτι εἴχομεν ἀπόλυτον ἀνάγκην ἐξόδων πρὸς τακτοποίησιν τῆς χώρας καὶ στρατοῦ περισσοτέρου διὰ τὴν κατάληψιν αὐτῆς, καὶ οὕτω δὲν ἤθελε γεννηθῆ ἐξωτερικῶς ἡ ὑποψία περὶ ἐμπολέμου καταστάσεως, τὴν ὁποίαν ἐξεσφενδονίσατε προχθὲς διὰ τοῦ Β. Λόγου. Διὰ τῆς ἠρέμου ταύτης μεθόδου ἠδύνασθε νὰ λάβητε νόμον περὶ συνομολογήσεως ἐξωτερικοῦ δανείου μεγάλου ποσοῦ, καὶ ὄχι δεκαπέντε ἑκατομμυρίων, διὰ νὰ ζήσητε ὀλίγον χρόνον, ὅπως ὀρθῶς ἀνέπτυξε τὸ ζήτημα τοῦτο ὁ Βουλευτὴς Πατρῶν καὶ ν’ ἀφήσητε τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ὡς τὸ τελευταῖον καταφύγιον, διότι ἡ Ἑλλὰς διὰ τῆς φαινομένης τότε ἀφιλονεικήτου προσθήκης τῶν νέων χωρῶν εἶχε πίστιν, καὶ τοῦτο σεῖς ὡμολογήσατε, καὶ ἡ εὐκολία, μεθ’ ἧς συνομολογήσατε τὸ ἐπὶ 15 ἑκατομμυρίων δάνειον, μαρτυρεῖ ὑπὲρ τοῦ ἰσχυρισμοῦ μου τούτου. Ἄλλως, ὡς καλῶς ἀνέπτυξεν ὁ Βουλευτὴς Πατρῶν, καὶ αὐτά, τὰ ὁποῖα θὰ λάβητε ἀπὸ τὴν Γράπεζαν, δὲν θὰ σᾶς ἐπαρκέσωσι παρὰ μέχρι τέλους Φεβρουαρίου τὸ πολύ, καὶ θὰ εὑρεθῇ ἡ Ἑλλὰς ἄνευ χρημάτων, ὅτε θ’ ἀρχίσῃ τὸ κύριον ἔργον, δι’ ὃ γίνονται αἱ προπαρασκευαί. Συγκαλοῦντες ἐπίσης ἀπὸ τὸν Ἰούλιον τὴν Βουλήν, θὰ ἐλαμβάνετε παρ’ αὐτῆς νόμους, οἱ ὁποῖοι ἤθελον σᾶς χορηγήσει τὰ μέσα, διὰ νὰ ἔχητε τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐπιστρατείας πλήρη καὶ τέλεια. Ἠθέλατε λάβει τὴν ἄδειαν νὰ συγκαλέσητε τοὺς ἐφέδρους ὅλους καὶ ὅσους ἠθέλατε· καὶ ἐπειδὴ ἐκ τῶν 18 χιλιάδων ἐφέδρων τοὐλάχιστον οἱ 2 χιλιάδες εἶναι ἄνδρες ἀνεπτυγμένοι, ὡς γυμνασθέντες ἐπὶ 6–15 μῆνας ἕκαστος, ἠδύνατο νὰ σᾶς χρησιμεύσωσιν ὡς ὑπαξιωματικοὶ, διότι ὁ ἴδιος νόμος ἤθελε σᾶς χορηγήσει καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ταχυτέρας προαγωγῆς, καὶ νὰ μὴ ἔχωμεν στενοχωρίαν, ὥστε νὰ γυμνάζῃ εἷς ὑποδεκανεὺς 40 καὶ 50 νεοσυλλέκτους. Ἐὰν συνεκαλεῖτε τὴν Βουλὴν, ἠδύνασθε νὰ λάβητε παρ’ αὐτῆς καὶ αὐτὴν τὴν ἄδειαν τῆς ἐπιστρατείας, ὅτε οἱ Βουλευταὶ, χορηγοῦντες πληροφορίας περὶ τῆς οἰκονομίας τοῦ στρατωνισμοῦ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, θὰ σᾶς συνέτρεχον νὰ σκεφθῆτε ὡριμώτερον νὰ μὴ συγκαλέσητε τοὺς ἐπιστράτους πρὶν ἢ ἑτοιμάσητε τὰ καταλύματα καὶ τὸ ὑλικὸν τῆς ἐνδυμασίας· θὰ εἴχετε δὲ συγκαλέσει μέχρι τοῦδε τὸν αὐτὸν ἀριθμόν, ἂν καὶ βραδύτερον ἤρχιζεν ἡ συγκέντρωσις, διότι ὁ αὐτὸς νόμος ἤθελε περιορίσει τὴν προθεσμίαν τῆς προσελεύσεως ἀπὸ 50 εἰς 10 ἡμέρας Πρὸς τούτοις ἡ χορηγουμένη διὰ τὰ δάνεια πίστωσις, ἤθελε σᾶς χορηγήσει τὸ θάῤῥος νὰ κάμνητε προμηθείας εὐρυτέρας, καὶ οὕτως ἐν τῇ αὐτῇ ἐποχῇ ἠθέλατε ἔχει ἀνώτερον ἴσως ἀριθμὸν ἐπιστράτων, ἀλλὰ μὲ πλήρη παρασκευὴν, καὶ δὲν ἤθελον συμβῆ τὰ ἄτοπα καὶ αἱ κατακραυγαὶ διὰ τὰ βάσανα, ἅ ὑφίστανται οἱ ἐπίστρατοι· καὶ μήπως δὲν ἔχουν δίκαιον; Ἐν Λακεδαίμονι συνεκεντρώσατε 1900 ἄνδρας, χωρὶς νὰ ἔχητε τὰ ἀνάλογα καταλύματα καὶ ἀναγκαίας ἐνδυμασίας. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι καὶ αὐτὸ τὸ ἔργον τῆς ἐπιστρατείας, διὰ τὸ ὁποῖον καθόλου δὲν σᾶς ἀποδοκιμάζομεν, ὡς εἶπεν ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Κορινθίας, ἀπεναντίας εἴμεθα συμφωνότατοι, ἀλλὰ διϊσχυριζόμεθα, ὅτι ἠδύνατο νὰ γείνῃ πλῆρες καὶ τέλειον, καὶ ὄχι ἀτελὲς καὶ κακῶς ἔχον. Λοιπὸν καὶ δι’ αὐτὴν τὴν ζημίαν, ἥτις προῆλθεν ἐκ τῆς ἀδικαιολογήτου σπουδῆς σας περὶ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ περὶ ἐπιστρατείας νόμου, δικαιοῦται ἡ Βουλὴ νὰ σᾶς μεμφθῇ, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει συγκεκριμένον ἔγκλημα προβλεπόμενον ὑπὸ τοῦ Ποιν. Νόμου, διὰ νὰ σᾶς στείλῃ εἰς τὰ δικαστήρια.
§33ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Τί ἐννοεῖτε πλήρη καὶ τελείαν ἐπιστρατείαν;
§34ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐννοῶ, συγκαλουμένης τῆς Βουλῆς, διὰ νομοθετημάτων ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ προμηθευθῇ ἐκ τῶν ἐφέδρων ὑπαξιωματικούς, οἵτινες θὰ ἐγύμναζον τοὺς ἐπιστράτους ταχέως, καθὼς καὶ τὸ ὑλικὸν τῶν ἐφοδίων τῶν ἀνδρῶν ἤθελε προμηθευθῆ ταχύτερον καὶ εὐρύτερον, ἐὰν συνετρέχοντο ἀπὸ νομοθετήματα, μὲ τὰ ὁποῖα ἡ Βουλὴ ἤθελεν ἐφοδιάσει τὴν Κυβέρνησιν.
§35ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠθέλατε νὰ τοὺς ἀδικήσωμεν, ἀφοῦ ὑπηρέτησαν, νὰ ὑπηρετήσωσι καὶ πάλιν οἱ ἔφεδροι;
§36ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἠθέλατε λοιπὸν (ἀποτεινόμενος εἰς τοὺς πρώην ὑπουργοὺς) λάβει τοιούτους νόμους, οἵτινες ἤθελον σᾶς χορηγήσει ὑπαξιωματικοὺς ὡς προγυμναστὰς, πίστωσιν πρὸς πλήρη καὶ ἔγκαιρον προμήθειαν ἐνδυμασίας καὶ στρατωνισμοῦ τῶν ἐπιστράτων. Ἰδοὺ ὁποῖον ἐννοῶ τὸ τέλειον καὶ τὸ πλῆρες, ἀντὶ τοῦ ὁποίου παρουσιάζετε ἀτελοῦς καὶ ἐλλιπεστάτου. Εἶπεν ἀκόμη ὁ προαγορεύσας κ. Δημητριάδης, ἀφοῦ ἔπεσεν ἡ Κυβέρνησις, διατί φέρετε μομφήν, καὶ ὅτι τοῦτο δὲν γίνεται, οὔτε ἔγεινε ποτὲ εἰς κανὲν ἔθνος. Ἀπαντῶν τὸν παραπέμπω εἰς τὴν σύγχρονον ἱστορίαν τῆς πατρίδος του, καὶ θὰ ἴδῃ, ὅτι ἔγεινε καὶ ἄλλοτε κατὰ τὰ 1844. Ἡ Βουλὴ ἐκείνη ἐνόμισεν, ὅτι ἡ τὰς ἐκλογὰς ἐκείνας ἐνεργήσασα Κυβέρνησις δὲν ἐτήρησε τὸν νόμον ἐπεμβᾶσα, διὰ τοῦτο εἶπεν εἰς τὴν ἀπάντησιν πρὸς τὸν Βασιλικὸν λόγον «ἀποστρέφει τὸ πρόσωπόν της»· καὶ μολονότι ἀπετείνετο ἡ μομφὴ κατὰ προσώπων, τῶν ἀποτελούντων τὴν τότε Κυβέρνησιν, ὁποῖα ἦσαν ὁ Ἀλέξανδρος Μαυροκορδάτος καὶ Ἀνδρέας Λόντος, μ’ ὅλα ταῦτα δὲν ἐτόλμησαν νὰ εἴπωσιν, ὅτι θὰ συντρίψωσι τὴν Βουλὴν, σεβόμενοι τὰ δικαιώματα τοῦ ἀνωτάτου συνεδρίου τῆς πατρίδος των, ἐνῷ σεῖς ἀπειλεῖτε νὰ συντρίψητε τὴν Βουλὴν διὰ τοῦ λαοῦ. Ἀλλὰ διὰ τίνος λαοῦ; Τοῦ λαοῦ τῆς Ἑλλάδος μάλιστα, ἀλλ’ ἂς ἐφέρετε τὸ διάταγμα τῆς διαλύσεως, διὰ νὰ ἐρωτηθῇ ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδος, καὶ ὄχι τοῦ λαοῦ ἐκείνου, ὅστις περιφέρεται εἰς τὰς ἀγυιὰς τῶν Ἀθηνῶν. Καὶ ἄλλοτε τὸ εἴπομεν, ὅτι, ἐὰν πρόκηται οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Ἑλλάδος νά ἦναι δοῦλοι τῶν ἀνθρώπων τῶν ἀγυιῶν τῶν Ἀθηνῶν, τότε καλλίτερον εἶναι νὰ λείψῃ καὶ τὸ Σύνταγμα καὶ τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα.
§37ΦΙΛΗΜΩΝ. Αὐτοὶ δὲν εἶναι οἱ κάτοικοι τῶν Ἀθηνῶν, ἀλλὰ ὅλων τῶν ἐπαρχιῶν.
§38ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Καὶ εἰς τὰ ἄλλα ἔθνη συμβαίνει, ὥστε οἱ ἄεργοι τῆς πρωτευούσης νὰ ἐπηρεάζωσιν ἐνίοτε τὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους, ἀλλ’ οὗτοι οἱ μὴ ἔχοντες ἔργον, δὲν εἶναι τοιοῦτοι, διότι εἶναι ὀκνηροὶ, ἀλλὰ διότι δὲν ἔχουσιν ἐργασίαν, καὶ ζητοῦσι μάλιστα ἐργασίαν, ἀλλ’ οἱ τῶν Ἀθηνῶν ἄεργοι δὲν ζητοῦσιν ἐργασίαν, ἀλλὰ μισθοδοσίαν ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἰδοὺ κατὰ τί διαφέρει ὁ λαὸς, τοῦ ὁποίου ἐμνήσθην, ἀπὸ τὸν λαὸν τῶν πρωτευουσῶν τῶν ἄλλων ἐθνῶν. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἕνας Μαυροκορδάτος καὶ ἕνας Λόντος ἐσεβάσθησαν τὴν ἀπόφασιν τοῦ ἐθνικοῦ συνεδρίου. Σεῖς ὅμως ἔρχεσθε καὶ μᾶς ἀπειλεῖτε καὶ θέλετε νὰ μᾶς πιέσητε. Προχθὲς σεῖς οἱ ἴδιοι συνελάβατε ἀπὸ τὸ ὠτίον καὶ ἐκαθίσατε εἰς τὸ δικαστήριον ἕνα πολὺ ἀνώτερον ἀπὸ σᾶς· καὶ ὅμως ὁ ἀτυχὴς ἐκεῖνος ἐπίσημος πολίτης δὲν σᾶς εἶπεν, ὅτι θὰ συντρίψῃ τὸ συνέδριον αὐτὸ, καὶ αὐτὸς ἦτον ὁ Βούλγαρης. Σεῖς ἤλθατε νὰ μᾶς ἀπειλήσητε ὄχι μόνον διὰ τοῦ τύπου, ἀλλὰ καὶ ἐδῶ ἤλθατε καὶ διὰ τοῦ λόγου καὶ διὰ κινημάτων. Θεωρεῖτε τὴν καθ’ ὑμῶν ἀπόφασιν τοῦ συνεδρίου πίεσιν; ὑπάρχει τρόπος προσφυγῆς, καὶ τοῦτο γνωρίζει ὁ κ. Τρικούπης, ὅστις ἐμελέτησε τὴν συνταγματικὴν ἱστορίαν τῶν ἐθνῶν. Γνωρίζει τί ἐγένετο εἰς ἓν ἄλλο συνταγματικὸν Κράτος καὶ εἰς ὁμοίαν ἐποχήν. Ἐπὶ Φιλίππου, ἐξ ἓξ ἢ ἑπτὰ βουλευταὶ μετὰ τὸν θάνατον τοῦ Καρόλου μετέθησαν εἰς τὴν Ἀγγλίαν καὶ συνελυπήθησαν τὸν υἱὸν αὐτοῦ καὶ τοῦ ηὐχήθησαν νὰ γείνῃ ἡγεμὼν ἐντὸς ὀλίγου. Μετὰ ταῦτα ἐν τῇ Γαλλικῇ Βουλῇ εἰς τὴν ἀπάντησιν πρὸς τὸν Βασιλικὸν λόγον ὠνόμασεν αὐτοὺς ἐπιόρκους, διότι ἐνῷ ὡρκίσθησαν ὑπὲρ τοῦ καθεστῶτος, συνώμοτον ὑπὲρ τοῦ υἱοῦ τοῦ Καρόλου. Ἐπὶ δύο ἡμέρας ἐπολέμησαν ν’ ἀποτρέψωσιν ἀπὸ τὴν πρόθεσιν ταύτην τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ δὲν τὸ κατώρθωσαν, καὶ ἡ μομφὴ ἀπεφασίσθη. Δὲν εἶπον ὅμως οὗτοι, ὅτι θὰ συντρίψουν τὴν Βουλὴν, ἀλλ’ ἀνέβη ὁ προκριτώτερος αὐτῶν καὶ εἶπε: Μὴ νομίζετε, ὅτι θ’ ἀνεχθῶμεν τὴν προσβολήν, θὰ ἐκκαλέσωμεν τὴν ἀπόφασίν σας εἰς τοὺς ἐκλογεῖς μας, καὶ ἂν ἐκλεχθῶμεν πάλιν, εἶσθε συκοφάνται, ἂν ἀποτύχωμεν, εἴμεθα ἐπίορκοι. Ἔδωσαν τὰς παραιτήσεις των καὶ κατῆλθον εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα καὶ ἐξελέγησαν πάλιν καὶ οἱ ἑπτά. Τότε τῳόντι ἐθεωρήθη ἡ μομφὴ ἄδικος καὶ πρᾶξις φατριαστική. Ἔχετε καὶ σεῖς τὸ θάῤῥος νὰ πράξητε οὕτω, πράξατέ το.
§39ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλετε ὅλη ἡ ἀντιπολίτευσις νὰ παραιτηθῇ;
§40ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ὄχι ὅλη ἡ ἀντιπολίτευσις, ἀλλὰ οἱ ὑπουργοί νὰ παραιτηθῇ ὅλη ἡ ἀντιπολίτευσις τὸ λέγει μόνος ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Ἠλείας.
§41ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Εἴπατε ποῖος βουλευτὴς Ἠλείας.
§42ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν τὸ ἠξεύρω αὐτὸ, ὅτι ἡ ὑποστηρίζουσα μίαν κυβέρνησιν μερὶς εἶναι συνυπεύθυνος διὰ τὰς πράξεις τῶν ὑπουργῶν· ἂν τοῦτο ἦναι ἀληθὲς, ἐγὼ φεύγω ἀπὸ τὴν Βουλὴν, διότι ποῦ ἠξεύρω τί θὰ πράξουν αὐτοί. (Δεικνύει τοὺς νῦν ὑπουργούς.)
§43ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤθελον εἶσθαι ἀσυνεπεῖς ἄνθρωποι, μένοντες εἰς τὴν τάξιν των μετὰ τὴν ἀνατροπὴν τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι δὲ τιμὴ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριξαν ἓν πρόγραμμα, νὰ μένουν εἰς αὐτό.
§44ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Πολὺ καλὰ, καὶ ἐγὼ σᾶς ἐπαινῶ διὰ τοῦτο. Κύριοι, δὲν θέλω νὰ ἐμβῶ εἰς τὸ ζήτημα τῶν προμηθειῶν, διότι, ὡς εἶπον ἀνωτέρω, ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Πατρῶν τὸ ἀνέπτυξε, τὸ συνῆψε σαφῶς· ὁμολογουμένως θὰ βαρυνθῆτε, ἐὰν ἐξακολουθῶ νὰ σᾶς ἀπασχολῶ ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ. Θέλω ὅμως εἰσέλθει εἰς τὴν ὁμιλίαν τοῦ χθὲς λαλήσαντος βουλευτοῦ Μεσσήνης, ὅτι δὲν πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ φανῇ αὐστηρὰ εἰς τὰς παρούσας μάλιστα περιστάσεις, διότι κατ’ αὐτὰς οἱ ἄνθρωποι πάντοτε ὁμονοοῦν. Εἶναι, κύριοι συνάδελφοι, πατρογονικὸν νὰ ἦναι ζηλότυπος ὁ Ἕλλην εἰς τὰ δικαιώματα τῆς ἐξουσίας. Τοῦτο μαρτυρεῖ περίστασις, ἥτις συνέβη ἐπὶ τῆς μεγάλης ἐπαναστάσεως, ὅτε κατεῖχον τὴν ἐξουσίαν ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι οὔτε οἱ νῦν οὔτε οἱ πρὶν Ὑπουργοί, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ ἦναι δυστυχῶς διὰ πολὺν καιρὸν ἐν τῇ Ἑλλάδι οἱ κυβερνῶντες. Ἦταν ὁ Γεώργιος Κουντουριώτης, ὄπισθεν τοῦ ὁποίου ἵσταντο ὁ Λάζαρος Κουντουριώτης, ὁ Μιαούλης, ὁ Χατζηγιάννης τῶν Σπετζῶν, οἱ Χατζιανάργυροι, ὁ Ἀποστόλης τῶν Ψαῤῥῶν, εἶχον δὲ συμπευθύνους ἐργάτας τὸν Παναγιώτην Μπότασην, τὸν Σπηλιωτάκην, τὸν Μεταξᾶν, τὸν Κωλέττην, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα, διότι ἠθέλησαν νὰ κρατήσωσι τὴν ἐξουσίαν κατὰ τὰ 1824 πλέον τοῦ νενομισμένου χρόνου, ἐγένετο μία ἐπανάστασις, διὰ νὰ τοὺς ὑποβάλωσιν εἰς τὴν ἰσχὺν τῶν ἐθνικῶν ἀποφάσεων, καὶ ταῦτα ἐγένοντο ἐν καιρῷ πολέμου. Καὶ ἔρχεσθε σήμερον νὰ μοῦ εἴπητε νὰ μὴ δώσωμεν προσοχὴν εἰς τὰς πράξεις μιᾶς Κυβερνήσεως, ἥτις μᾶς παρουσιάζει ἓν ἔργον ἡμιτελὲς ἕνεκα τῆς ἀδικαιολογήτου σπουδῆς, μεθ’ ἧς τὸ διεξήγαγε, καὶ ἔφερε τὸ ἔθνος εἰς τὸ ἀπροχώρητον, οὕτως εἰπεῖν, διότι εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ῥίψῃ τὸν περὶ τῶν ὅλων κύβον. Καὶ εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ ῥίψωμεν τὸν κύβον αὐτόν. Μᾶς λέγετε ἀποῤῥίψατε τὴν ἐπιστρατείαν, ἀφοῦ δὲν τὴν θέλετε. Ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν λέγομεν, ὅτι δὲν θέλομεν τὴν ἐπιστρατείαν, οὔτε σᾶς μεμφόμεθα διὰ τὴν πρᾶξίν σας ταύτην, σᾶς μεμφόμεθα ὅμως διὰ τὸν τρόπον, μεθ’ οὗ τὴν ἐξετελέσατε, καὶ τὴν παρουσιάζετε ἀτελεστάτην. Καὶ ἠδύνασθε συγκαλοῦντες ἐγκαίρως τὴν Βουλὴν νὰ ὁδηγηθῆτε εἰς ἐπιτυχεστέραν ἐκτέλεσιν, διότι καὶ ἐξωτερικὸν δάνειον ἠθέλετε εὕρει μὲ συμφέροντας ὅρους, καὶ παραγγελίας προμηθειῶν ἠθέλατε κατορθώσει ταχύτερον, εὐκολώτερον καὶ πληρέστερον· ἠδύνασθε μάλιστα διὰ νὰ μὴ σᾶς ἀπασχολῇ ἡ παρουσία τῆς Βουλῆς μετὰ τὴν ψήφισιν τῶν ἀναλόγων νόμων νὰ κάμητε μίαν διακοπὴν τῆς Βουλῆς, μετὰ τὴν παρέλευσιν τῆς ὁποίας ἠθέλατε παρουσιασθῆ εἰς αὐτὴν, καὶ παρουσιάζοντες ἔργον τέλειον, ἠθέλετε τὴν πείσει ὄχι μόνον νὰ ἐπιδοκιμάσῃ τὸ ἔργον σας, ἀλλὰ καὶ νὰ σᾶς ὑποστηρίξῃ, διότι οὐδεὶς τῶν ἀντιπροσώπων ἤθελε τολμήσει ν’ ἀρνηθῇ τὴν ὑποστήριξίν του. Δὲν θέλω δὲ ἀφήσει ἀπαρατήρητον φράσιν τινὰ ἑνὸς ἐκ τῶν προλαλησάντων καὶ μέλους μάλιστα τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως. Οὗτος εἶπεν, ὅτι «μὴ λέγετε, ὅτι ἠθέλαμεν νὰ ζήσωμεν περισσότερον ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐσυγκαλέσαμεν ἐγκαίρως τὴν Βουλὴν, διότι, ἐὰν ἠθέλαμεν τοῦτο, ἠθέλαμεν λάβει καὶ 40 ἡμερῶν διακοπήν». Εἶναι πλάνη, ὅτι ἠδύναντο νὰ λάβωσι μετὰ τὴν ἀναβολὴν, καὶ διακοπὴν ἄνευ συγκαταθέσεως.
§45Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ποῖος τὸ εἶπεν αὐτό;
§46ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐσεῖς.
§47Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν μὲ ἐνοήσατε καθόλου.
§48ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἴσως· ἀλλὰ σᾶς ἐνόησα. Τὸ ἐσυλλογίσθητε τὸ σχέδιον αὐτὸ καὶ ἐβολιδοσκοπήσατε μάλιστα τοὺς ἐν τῇ πρωτευούσῃ βουλευτὰς ἂν θὰ τὸ παραδεχθῶσιν, ἀλλ’ ἀφοῦ ἠκούσατε ἀντιῤῥήσεις αὐστηρὰς καὶ μάλιστα ἐκ τῆς καυστικῆς γλώσσης ἐκείνου, οὗτινος τὴν πρόσφατον στέρησιν θρηνοῦμεν, δὲν ἐτολμήσατε νὰ τὴν πραγματοποιήσητε.
§49Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε πρόεδρε, κάμνω τὴν παρατήρησιν εἰς τὸν ἀγορεύοντα, ὅτι μὲ παρενόησε καθ’ ὁλοκληρίαν, διότι ἐγὼ δὲν εἶπον τοιοῦτό τι· ἄλλως ἔχει τὸ πρᾶγμα. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἡμεῖς ἠδυνάμεθα νὰ μὴ προβῶμεν εἰς οὐδεμίαν προετοιμασίαν, ν’ ἀφήσωμεν νὰ ἔλθῃ αὐτοδικαίως ἡ Βουλὴ, καὶ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος ν’ ἀναβάλωμεν τὴν ἔναρξιν ἐπὶ 40 ἡμέρας, καὶ τοιοῦτον εἴχομεν δικαίωμα, νὰ κάμωμεν ἀναβολὴν, καὶ νὰ ἔλθῃ ἡ Βουλὴ τὴν 10 Δεκεμβρίου· ἀλλὰ τότε ἔπρεπε νὰ μὴ κάμωμεν τίποτε.
§50ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐὰν αὐτὸ εἴπατε, ἀποσύρω τὴν παρατήρησίν μου. Τελευτῶν λέγω, μολονότι ἤμην ὑπὲρ τῆς μετὰ μετριότητος συντάξεως τῆς πρὸς τὸν Βασιλικὸν λόγον ἀπαντήσεως, μ’ ὅλα ταῦτα ἐπιμένω ἤδη εἰς τὴν ψήφισιν τῆς ὑπὸ συζήτησιν παραγράφου τοῦ σχεδίου, διὰ νὰ μὴ καθιερώσωμεν τὸ κακὸν, τοῦ νὰ τολμᾷ ἕκαστος ν’ ἀπειλῇ τὸ Συνέδριον τῶν ἀντιπροσώπων τῶν ἐπαρχιῶν διὰ τῆς ἐπιθέσεως τῶν ἀέργων τῆς πρωτευούσης. Καὶ ἀφοῦ ἡ Βουλὴ ἐκφέρει τοιαύτην αὐστηρὰν ἀπόφασιν, τότε θὰ ἴδωμεν ἂν ἡ ἀπόφασις αὕτη βαρύνῃ ἢ ὄχι, ὅπως εἶχον τὴν τόλμην νὰ ἐκφρασθῶσί τινες τῶν πρώην ὑπουργῶν.
§51Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.) Εἰς ἀπάντησιν τῶν ἐσφαλμένων πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ὁ ἔντιμος ἐκ Κορίνθου Βουλευτὴς ἀνεκοίνωσε περὶ τοῦ Νομάρχου Ἀργολιδοκορινθίας, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ, ἵν’ ἀναγνώσω δύω τηλεγραφήματα. (Ἀναγινώσκει.) Ταῦτα εἰς ἀπάντησιν τῶν πληροφοριῶν τοῦ ἐντίμου συναδέλφου.
§52ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν.) Εἰς συμπλήρωσιν τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας πρὸ μικροῦ ὑπέβαλεν ὁ ἔντιμος συνάδελφός μου ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, προσθέτω, ὅτι εἰς ἀπάντησιν τοῦ τηλεγραφήματος τοῦ Νομάρχου Ἀργολιδοκορινθίας, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέγνωσεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἀπήντησα ἐγὼ ὡς ἑξῆς, τὴν 22 Ὀκτωβρίου· «Νομάρχην Ἀργολίδος. Ναύπλιον. Ἐπὶ 10,258 τηλεγραφήματος ὑμῶν σπεύδομεν παρατηροῦντες, ὅτι, ἐὰν μὴ ἐσφαλμένως διεβιβάσθη, βεβαίως παρεξηγήθη σχετικὴ διαταγὴ ὑπουργείου Στρατιωτικῶν, διότι αὕτη διαλαμβάνει νὰ μὴ κατατάσσωνται εἰς τὰ τάγματα τοῦ μηχανικοῦ, καθὸ μὴ ὑπαρχούσης ἐν αὐτοῖς ἀνάγκης τῶν ἐπιστράτων, ἀλλὰ μόνον τῶν εἰς αὐτὰ ἀναλογούντων ἐκ τῶν κατὰ τὸ ἄρθρον 61 κληρωτῶν. Ἀπ’ ἐναντίας δὲ τὸ εἰρημένον ὑπουργεῖον διέταξε καὶ αὖθις ἐντόνως νὰ καταζητηθῶσι συντονώτερον οἵ τε κληροῦχοι πάσης κατηγορίας καὶ οἱ ἐπίστρατοι ἐν γένει.» Εἰς ἀπάντησιν τοῦ τηλεγραφήματός μου τούτου ὁ Νομάρχης ἀπήντησεν ὡς ἑξῆς· «Κατόπιν χθεσινοῦ ταὐταρίθμου τηλεγραφήματός μου εἰδοποιῶ, ὅτι, λαβὼν γνῶσιν τηλεγραφικῆς διαταγῆς ὑπουργείου Στρατιωτικῶν πρὸς στρατολογικὸν γραφεῖον καὶ γνοὺς γενομένην ἀπὸ κοινοῦ παρεξήγησιν, ἔσπευσα δι’ ἐγκυκλίου πρὸς ἐπάρχους καὶ δημάρχους Νομοῦ προλαβεῖν διάδοσιν παρεξηγήσεως καὶ πρόληψιν συνεπειῶν. 22 Ὀκτωβρίου. Νομάρχης Θεοχάρης.» Μετὰ τὰ τηλεγραφήματα ταῦτα ὁ κύριος Νομάρχης ἀμέσως ἠδυνήθη νὰ μοὶ δώσῃ καὶ ἄλλας πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐκθέτει ἐν ἡμιεπισήμῳ αὐτοῦ ἐπιστολῇ, τὴν ὁποίαν ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναγνώσω. Ναύπλιον 22 Ὀκτωβρίου 1880. Κύριε Ὑπουργέ, «Χθὲς τὴν πρωΐαν γενομένου μοι γνωστοῦ, ὅτι δῆθεν διὰ τηλεγραφικῆς διαταγῆς τοῦ ὑπουργείου πρὸς τοὺς Νομάρχας καὶ Ἐπάρχους, προψὲς ἀφιχθείσης, διετάχθη ἡ παῦσις τῆς κατατάξεως ἐπιστράτων, ὅτι τὴν ἄφιξιν τῆς διαταγῆς ταύτης διεβεβαίου ὁ προϊστάμενος τοῦ ἐνταῦθα τηλεγραφείου Ἀνδρέας Στασινόπουλος, ὅτι ἕνεκα τῆς διαβεβαιώσεως ταύτης τινὲς τῶν ἐπιστράτων, ἐλθόντες πρὸς κατάταξιν, ἀπῆλθον, καὶ ὅτι ἤρξαντο ἐπικρίσεις, ἔσπευσα, ἐπὶ τῇ δοθείσῃ μοι διαβεβαιώσει, νὰ τηλεγραφήσω μὲν ὑμῖν ἐὰν πρέπῃ νὰ παύσω τὴν καταζήτησιν ἐπιστράτων, συνάμα δὲ νὰ ζητήσω πληροφορίας δι’ ἰδιαιτέρας σημειώσεως παρὰ τοῦ τηλεγραφείου διατί, ἀφοῦ ἀφίκετο τοιαύτη διαταγή, δὲν μοὶ ἐστάλη εἰσέτι, ἔλαβον τὴν ἐσώκλειστον ἰδιαιτέραν κοινοποίησιν τοῦ τηλεγραφείου, ἐνισχύουσαν τὴν ὑπὸ τοῦ προϊσταμένου αὐτοῦ γενομένην διάδοσιν. Ἀλλ’ ἐκ τῆς γνωστοποιηθείσης μοι τηλεγραφικῆς διαταγῆς τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν γνοὺς, ὅτι ὁ προϊστάμενος τοῦ τηλεγραφείου παρεξήγησεν αὐτήν, ἔσπευσα ἀμέσως δι’ ὅλων τῶν μέσων νὰ διαψεύσω ὡς ἐκ παρεξηγήσεως προελθοῦσαν τὴν διάδοσιν, καὶ οὕτως ἐπείσθησαν πάντες ἐνταῦθα περὶ τῆς παρεξηγήσεως. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ διάδοσις ἐνδεχόμενον, ἢ μᾶλλον βέβαιον, εἶναι, ὅτι ἐπεξετάθη εἰς τὸν νομόν ἀπὸ στόματος εἰς στόμα, ἐξέδωκα καὶ ἔγγραφον ἐγκύκλιον, ἧς ἐπισυνάπτω ὧδε εἰς γνῶσιν ὑμῶν ἀντίγραφον. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἡ προκειμένη διάδοσις, δι’ ἣν εἶναι ἀξιοκατάκριτος ὁ προϊστάμενος τοῦ τηλεγραφείου, δὲν προῆλθεν ἀπὸ σκοποῦ, ἀλλ’ ἐκ κουφότητος αὐτοῦ, γνωστοῦ ὄντος ὡς ἀκρίτου, δι’ ὃν λόγον εἶχον ζητήσει καὶ ὑπὸ τοῦ προκατόχου Ὑμῶν τὴν μετάθεσίν του, ἀλλ’ οὐχ’ ἧττον προεκάλεσεν ἐπικρίσεις ἀμέσως ἀποσοβηθείσας μετὰ τὴν διάψευσίν μου, τὸ δὲ σπουδαιότερον, ἤρξατο μελετωμένη ἐκ μέρους τῶν κατατεταγμένων ἐπιστράτων ἀπόδρασις, ἐπίσης προληφθεῖσα, ἕνεκα τῆς ἐγκαίρου διαψεύσεως. Ταῦτα ἐνόμισα καθῆκον νὰ γνωστοποιήσω ὑμῖν μή τοι ἡ φήμη παραμορφώσῃ τὰ πράγματα.» Ὁ νομάρχης τῷ ὄντι ἐζήτησε ἀπὸ τὸ τηλεγραφικὸν γραφεῖον Ναυπλίας νὰ τῷ γνωστοποιήσωσι ποῖον τηλεγράφημα τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν μετεβιβάσθη. Τοῦτο δὲ ἀπήντησεν ὡς ἑξῆς· «Κύριον νομάρχην...... Πράγματι ἐλήφθη τοιοῦτον τηλεγράφημα οὐχὶ πρὸς τοὺς νομάρχας καὶ ἐπάρχους, ἀλλὰ πρὸς τὸ στρατολογικὸν γραφεῖον· ἰδοὺ τὸ ἀντίγραφον· Στρατολογικὸν γραφεῖον. Παύσατε κατάταξιν στρατευσίμων καὶ ἐπιστράτων, πλὴν ὑπαγομένων εἰς ἄρθρον 61 νόμου, εἰς τάγμα Μηχανικοῦ
Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν
Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ.»
Ὁ κύριος νομάρχης, καθὰ ἀναφέρει, ἐξέδωκε πάραυτα ἐγκυκλίους πρὸς τὰς διοικητικὰς καὶ δημοτικὰς ἀρχὰς τοῦ νομοῦ, διὰ νὰ ἐπιδιώξωσι τὴν σύλληψιν καὶ κατάταξιν πάντων τῶν ἐπιστράτων. Ἐπειδὴ δὲ ἐγένετο λόγος ἐν τῇ Βουλῇ πρό τινων ἡμερῶν περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου καὶ ἐγὼ δὲν ἔτυχε νὰ ἦμαι παρὼν κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην, ἵνα δώσω τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἠδυνάμην νὰ δώσω εἰς τὴν Βουλήν, ὁ κύριος νομάρχης Ἀργολίδος διὰ τῆς ἀναφορᾶς, τὴν ὁποίαν ἀνέφερε καὶ ἐπεκαλέσθη ὁ κύριος Δημητριάδης, μὲ παρακαλεῖ νὰ ὑποβάλω πάντα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα εἰς τὴν Βουλήν, διὰ νὰ γνωσθῇ ὅ,τι ἀκριβῶς ἔλαβε χώραν. Τοῦτο ἐπρόκειτο νὰ πράξω κατὰ τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν, ἀλλὰ μὴ ὢν παρὼν κατὰ τὴν ἔναρξιν αὐτῆς, τὸ ἀνέβαλον δι’ αὔριον. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐγένετο λόγος κατὰ τὴν συζήτησιν, σπεύδω νὰ δώσω τὰς πληροφορίας ταύτας, ἐξ ὧν προκύπτει, ὅτι ἐγένετο παρεξήγησις ἀπὸ τὸ τηλεγραφεῖον καὶ συνεπῶς καὶ ἀπὸ τὸν Νομάρχην, ὅστις ὅμως ἔσπευσεν ἀμέσως νὰ ἐπανορθώσῃ τὴν συμβᾶσαν παρεξήγησιν καὶ νὰ ἐπαναλάβῃ τὰς ἐνεργείας του περὶ τῆς κατατάξεως τῶν ἐπιστράτων· ἑπομένως δὲν πρέπει ν’ ἀποδοθῇ εἰς αὐτὸν οὐδεμία μομφή.
§53Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.) Σχετικῶς πρὸς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν λέγω, ὅτι, ὅτε πρὸ πέντε ἡμερῶν ἐγένετο λόγος περὶ τούτου, δὲν ἠδυνάμην νὰ βεβαιώσω, εἰμὴ ὅ,τι εἶπον. Ἀμέσως ἐφρόντισα νὰ μάθω πλεῖον, ὅστις ἐτηλεγράφησε τὴν εἴδησιν αὐτήν, ἔμαθον δέ, ὅτι ἐτηλεγράφησεν ὁ Νομάρχης. Ὅταν ἔμαθον τὸ τοιοῦτον θετικῶς, ὅτι ὁ Νομάρχης ἐτηλεγράφησε, τότε ἐμέμφθην τὸν ὑπάλληλον, ὅτι ἐνήργησε κατὰ παρεξήγησιν ἢ ἐκ δόλου· εἶχον δὲ τὸ δικαίωμα τοῦτο νὰ τὸν μεμφθῶ, διότι προήρχετο μέγα κακόν.
§54Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τώρα ἐπιμένετε.
§55Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὄχι.
§56Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Καὶ ἐγὼ δὲν εἶπον τίποτε ἄλλο, εἰμὴ, ὅτι ἐμέμφθητε τὸν Νομάρχην Ἀργολιδοκορινθίας ἐκ πλάνης, καὶ ἐζήτησα νὰ μᾶς φωτίσῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν περὶ τούτου.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λομβάρδος ἔχει τὸν λόγον.
§58ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν ἀπατῶμαι, φρονῶ, κύριοι, ἂν εἴπω ὅτι ὅταν τὸ ἔγγραφον τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰσήχθη, ἵνα τὸ ψηφίσητε ὡς ἀπάντησιν εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον, τὴν αὐτήν, τὴν ὁποίαν καὶ ἡ πτέρυξ αὕτη (δεικνύει τὴν δεξιὰν) ἠσθάνθη ἀλγεινὴν ἐντύπωσιν, ἠσθάνθησαν οἱ πλεῖστοι βουλευταὶ τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν ἀριστεράν.
§59ΤΙΝΕΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Ὄχι, ὄχι.
§60ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι νῦν λέγουν ὄχι, παραδέχομαι ὅτι δὲν τὸ ἠσθάνθησαν, πάντες ὅμως οἱ λοιποὶ οἱ σιωπῶντες βεβαίως τὸ ἠσθάνθησαν διότι ἐσυλλογίσθησαν ποίου εἴδους συζήτησιν εἰς τὰς τοιαύτας περιστάσεις ἀνοίγει ὑποχρεωτικῶς ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου τὸ ἔγγραφον αὐτό, τὸ ὁποῖον δὲν θέλω νὰ ὀνομάσω, διότι ὄνομα δὲν δύναται νὰ ἔχῃ. Ἡ ἐντύπωσις αὕτη ὅμως ἐπερίσσευσε ὅταν φανερὸς πλέον εἰσηγητὴς καὶ ὑποστηρικτὴς τοῦ ἐγγράφου τούτου μετὰ τὸ ἐπεισόδιον τῶν μυστικῶν τηλεγραφημάτων τοῦ ὑπουργείου τῶν ἐξωτερικῶν παρουσιάσθη αὐτὸς ὁ πρωθυπουργός. Καὶ δὲν εἴπετο, ὅτι καὶ πρὶν δὲν ἐθεωρεῖτο ἡ κυβέρνησις καὶ πρὸ πάντων ὁ πρωθυπουργὸς ὡς εἰσηγητὴς, καθότι σχέδιον ἀπαντήσεως κυβερνήσεως μόλις ἀναλαβούσης τὴν ἐξουσίαν πρὸς λόγον ἐναρκτήριον συνταχθέντα ἀπὸ ἄλλην κυβέρνησιν εἶνε ἔγγραφον εἰς τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρεται ἡ κυβέρνησις καὶ ἂν δὲν συνετάχθη ὑπ’ αὐτῆς, βεβαίως δὲν εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν ἄνευ τῆς ἐγκρίσεώς της καὶ ἡ ἐντύπωσις περὶ ἧς λαλῶ ἐπερίσσευσεν, ἀφ’ ὅτου ὁ κ. πρωθυπουργὸς φανερὰ ὑποστηρίζει τὸ ἔγγραφον, καὶ τὸ εἶδος τῆς συζητήσεως τὸ ὁποῖον προκαλεῖται ἀπὸ μόνον αὐτὸ τὸ ἔγγραφον καθίσταται ἔτι δριμύτερον ἀφοῦ ἡ κυβέρνησι ζητεῖ φανερὰ πλέον νὰ στιγματίσῃ τοὺς προκατόχους της καὶ μίαν ὁλόκληρον πτέρυγα ἀποτελοῦσαν τὸ ἥμισυ τῆς Βουλῆς. Δὲν ἐσυλλογίσθη, δὲν ἐνθυμήθη βεβαίως ὁ ἀξιότιμος κ. πρωθυπουργός, ὅτι ἀναλαμβάνει τὴν πονηρὰν ὑπεράσπισιν τοῦ ἐγγράφου τούτου εἰς ποίας στιγμὰς εὑρισκόμεθα, δὲν ἐνθυμήθη βεβαίως ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐνθυμήθη καὶ αὐτὸς ὁ κ. Ῥοντήρης, διότι τὸ ἐμνημόνευσεν εἰς τὴν ἀγόρευσίν του, ὅτι ἡ ἀπάντησις εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον εἶνε ἡ σπουδαιοτάτη καὶ ὑψίστη πρᾶξις τῆς Βουλῆς, δὲν ἐνθυμήθη ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐνθυμήθη καὶ αὐτὸς ὁ κ. Κασιμάτης εἰς τὴν ἀγόρευσίν του, ὅτι τὴν στιγμὴν ταύτην μᾶς κυτάζουσιν οἱ ξένοι, οἵτινες ἐνῷ ἕως προχθὲς δὲν εἶχον ἄλλο νὰ ἀπευθύνωσι πρὸς ἡμᾶς εἰμὴ ἐπίθετα προσβλητικὰ καὶ νὰ ἐπαναλάβωσιν ὅτι ἦτο λάθος διπλωματικὸν ἡ ἀνέγερσις τοῦ ἑλληνικοῦ βασιλείου, ἤδη ὑπὲρ καὶ περὶ ἡμῶν σκέπτονται καὶ ἐνεργοῦσι, παρατηροῦντες προσεκτικῶς πῶς θὰ πολιτευθῶμεν εἰς τὴν στιγμὴν ταύτην, ὅπως πεισθῶσιν ἂν ἤμεθα ἄξιοι νὰ ἐξακολουθήσωσιν ὑπὲρ καὶ περὶ ἡμῶν νὰ σκέπτωνται καὶ νὰ ἐνεργῶσιν.
§61ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Μοὶ δίδετε τὴν ἄδειαν νὰ σᾶς εἴπω τι, ἐπειδὴ ἀναφέρεσθε εἰς ἐμέ;
§62ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Περιττὸν, διότι ἐπιθυμῶ νὰ τελειώσω γρήγορα. Τί σᾶς προτείνουν νὰ εἴπητε καὶ νὰ ψηφίσητε μὲ τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο; πρὸς τίνα σκοπὸν ζητοῦσι νὰ τὸ εἴπητε καὶ νὰ ψηφίσητε; ἀλλὰ πρὶν τούτου, αὐτὸ τὸ ὁποῖον σᾶς προτείνουσιν, προτείνεται τοὐλάχιστον μὲ τρόπον ἐπιτρεπόμενον; δίδουσιν εἰς τὴν φράσιν τοῦ ἐγγράφου τὴν μορφὴν τὴν ὁποίαν εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ δώσωσιν ὡς ἀπάντησιν εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον; Ὁ ἐναρκτήριος λόγος εἶναι πρᾶξις ὑπουργικὴ καὶ ἀπαγγέλλεται ὑπὸ τοῦ βασιλέως. Ἔχει πλῆρες τὸ δικαίωμα ἡ Βουλὴ νὰ κάμῃ οἱανδήποτε παρατήρησιν εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον, ἀλλὰ προκειμένου περὶ γεγονότων πραγματικῶν, τὰ ὁποῖα ὁ βασιλεὺς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐκθέτει, ἀφοῦ αὐτὸς ὁ ἴδιος τὰ ἀντελήφθη καὶ εἶδε, καὶ διὰ τὰ ὁποῖα εἶναι τρέλλα καὶ τὸ νὰ ὑποθέσῃ τις ὅτι οἱ ὑπουργοὶ τοῦ ἤθελον κατορθώσει νὰ τοῦ τὰ θέτωσι ψευδῶς εἰς τὸ στόμα, προκειμένου περὶ τοιούτων γεγονότων, σᾶς ἐπιτρέπεται νὰ τὰ ἀμφισβητήσετε κύριοι τῆς ἐπιτροπῆς; Ποῦ εἶναι τὸ ζήτημα ἐπὶ τοῦ ὁποίου συζητοῦμεν τόσας ἡμέρας, ἐπὶ τοῦ ὁποίου καταγινόμεθα ἤδη, ἐνῷ ἔπρεπε περὶ ἄλλα νὰ σκεπτώμεθα καὶ νὰ ἐνεργῶμεν; Ποῦ εἶναι τὸ ζήτημα; Ἂν διεθνεῖς λόγοι ἐμπόδισαν τὴν ταχύτερον συγκάλεσιν τῆς Βουλῆς, ἂν διεθνεῖς λόγοι ἐμπόδισαν τὸ ὑπουργεῖον ἀπὸ τοῦ προσκαλέσῃ τὴν Βουλὴν πρὸ τῆς 9ης Ὀκτωβρίου, τοῦτο σᾶς τὸ βεβαιοῖ ὁ ἐαρκτήριος λόγος, τοῦτο σᾶς τὸ λέγει ὁ βασιλεύς, καὶ ὁ βασιλεὺς ἦτο εἰς τὴν Εὐρώπην καὶ ὁ βασιλεὺς γνωρίζει τὰ διατρέξαντα μεταξὺ τῆς κυβερνήσεώς του καὶ τῶν κυβερνήσεων τῶν ξένων δυνάμεων. Ἠδύνασθε νὰ ἀρνηθῆτε τὰ τοιαῦτα, καὶ νὰ ἰσχυρισθῆτε ὅτι οἱ ὑπουργοὶ ἔθεταν εἰς τὸ στόμα τοῦ βασιλέως ἓν ψεῦδος ἐπὶ γεγονότος, τὸ ὁποῖον ὁ βασιλεὺς ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως γινώσκει; Θέλετε νὰ ὑποθέσητε, ὅτι ὁ βασιλεὺς ἠδύνατο νὰ συγκατατεθῇ χάριν τῶν ὑπουργῶν του νὰ ἔλθῃ ἐδῶ ὑπὸ τὰ βλέμματα τῆς Εὐρώπης καὶ νὰ εἴπῃ ἓν ψεῦδος περὶ πράγματος, τὸ ὁποῖον αὐτὸς καὶ ἡ Εὐρώπη ἐγνώριζαν; Σᾶς ἦτο ἐπιτετραμμένον, τοιαῦτα τινὰ νὰ εἰσαγάγητε ἐντὸς τῆς βουλῆς; ἦτο ἐπετετραμμένον εἰς τὸν πρωθυπουργὸν τὸ τοιοῦτον νὰ ὑποστηρίξῃ;
§63ΔΟΥΜΑΣ. Ἡ βουλὴ θὰ ἐκτιμήσῃ τοὺς διεθνεῖς λόγους. Εἶμαι συνταγματικὸς βουλευτὴς καὶ δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ μέχρις αὐτοῦ τοῦ σημείου.... (Θόρυβος).
§64ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μὴ διακόπτετε.
§65ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ζητήσατε τὸν λόγον, μὴ διακόπτετε εἶναι ἐναντίον τῆς τάξεως καὶ τοῦ κανονισμοῦ αἱ διακοπαὶ καὶ διαμαρτύρωμαι (Θόρυβος), σεῖς πρέπει νὰ δώτητε τὸ παράδειγμα.
§66ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω ὅ,τι εἶπον πρότερον πρὸς τὸν κ. Κασιμάτην ὅστις μὲ διέκοψε· δὲν δέχομαι διακοπὰς, εἰμὴ μόνον ἀπὸ τοὺς κκ. ὑπουργοὺς, οὐχὶ δὲ καὶ ἀπὸ τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους, διότι θέλω νὰ τελειώσω γρήγορα, ἵνα μὴ κουρασθῶμεν καὶ σεῖς καὶ ἐγώ. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἅπαξ ὁ συνάδελφος κ. Δούμας τὸν ὁποῖον ἀγαπῶ καὶ ἐκτιμῶ μὲ διέκοψε, τῷ παρατηρῶ, μολονότι δὲν ἤκουσα καλὰ τὴν διακοπὴν, ὡς πρὸς τὸ ὅτι ἀνήκει εἰς τὴν βουλὴν νὰ ἐκτιμήσῃ τοὺς διεθνεῖς λόγους.
§67ΔΟΥΜΑΣ. Μάλιστα, ἀλλ’ ἐπειδὴ μοῦ ἀπαντᾶτε ἐπιτρέψατέ μοι νὰ συμπληρώσω τὴν ἰδέαν μου, πρῶτον παρατηρῶ ὅτι πάντοτε ὁ κ. Λομβάρδος ἐδέχετο τὰς διακοπάς.
§68ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἀλλὰ διὰ σήμερον εἶπον τὸ ἐναντίον.
§69ΔΟΥΜΑΣ. Δεύτερον ἀπορῶ, διατί ὁ κ. Καλλιγᾶς ἐξηγέρθη μετὰ τοσαύτης ζωηρότητος· διέκοψα λοιπὸν τὸν κ. Λομβάρδον, ἵνα τοῦ εἴπω ὅτι ἡ ἀνάμιξις τοῦ ὀνόματος τοῦ Βασιλέως τόσον ἀπ’ εὐθείας εἰς τὰς συζητήσεις τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι οὐδὲ συνταγματικὴ οὐδὲ συμφέρουσα.
§70ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὴν ἀνάμιξιν τοῦ Βασιλέως εἰς τὴν συζήτησιν, τὴν ὁποίαν δὲν θεωρεῖ σκόπιμον ὁ κ. Δοῦμας, ἐγὼ τὴν ἐθεώρησα καθῆκόν μου ὡς τέως ὑπουργὸς τόσῳ περισσότερον, καθόσον ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἔθετα ἐγὼ μετὰ τῶν συναδέλφων μου εἰς τὸ στόμα τοῦ Βασιλέως δὲν συγχωρῶ οὔτε κἄν νὰ ὑποθέσητε, ὅτι ἦταν ψευδῆ, ἂν δὲ τὰ τοιαῦτα ἐξ ἀνάγκης συζητῶνται ὑπεύθυνος εἶναι ἐκεῖνος ὅστις τὴν τοιαύτην συζήτησιν εἰσήγαγεν. Ἡμεῖς εἴπομεν, ὁ πρόεδρος τῆς πρώην Κυβερνήσεως καὶ ἀρχηγός μας, εἶπεν ὅτι προτιμᾷ νὰ καταδικασθῇ, ἀλλὰ δὲν θέλει νὰ φανερώσῃ τὰ μυστήρια τὰ ὁποῖα εἶναι εἰς τὰ ἔγγραφα, ὅμως εἶμαι βιασμένος, νὰ μὴ τηρήσω πλήρη σιγὴν, ἀφοῦ ὁ κ. πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἐθέσαμεν ψευδεῖς λόγους εἰς τὸ στόμα τοῦ Βασιλέως καὶ νὰ σᾶς εἴπω καὶ λέγω ὅτι δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ μᾶς ἀναιρέσητε, διότι πρόκειται περὶ γεγονότων, καὶ τὰ ὁποῖα ὁ Βασιλεὺς γνωρίζει καὶ εἶδε, ἂν ἠθέλαμεν ζητήσει νὰ τῷ θέσωμεν εἰς τὸ στόμα ψευδῆ πράγματα νομίζετε ὅτι ὁ Βασιλεὺς θὰ ἦτο τόσῳ συγκαταβατικὸς, ὥστε νὰ τὰ δεχθῇ; Ἰδοὺ διατὶ ἔκαμα καὶ κάμνω περὶ τούτου λόγον. Ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ εὐμπορεῖ νὰ εἴπῃ «ἐγὼ δὲν εἶπον ὅτι ὁ Βασιλικὸς λόγος δὲν εἶπεν, ἀληθῆ, ὅταν εἶπεν ὅτι ὑπῆρχον διεθνεῖς λόγοι, ἐγὼ εἶπον ὅτι ἔπρεπε νὰ μᾶς καλέσητε διὰ νὰ ἐκτιμήσωμεν ἐν τῷ πατριωτισμῷ ἡμῶν αὐτοὺς τοὺς διεθνεῖς λόγους». Ἡ ἐπιτροπὴ οὕτω καλύπτεται μὲ ἓν κάλυμμα διαφανὲς καὶ κρυστάλλινον, ἀλλ’ ὅπως δήποτε κάλυμμα. Ὅταν ὁ Βασιλεὺς λέγει διὰ τῶν ὑπευθύνων ὑπουργῶν ὅτι διεθνεῖς λόγοι ἠμπόδισαν τὴν ταχυτέραν συγκάλεσιν τῆς Βουλῆς, τί ἠθέλετε μάθει ἢ ἐκτιμήσει ἂν ἠθέλετε συγκαλεσθῇ; Ἤθελε σᾶς συγκαλέσει ἡ Κυβέρνησις καὶ σᾶς εἴπει, εἶναι μὲν ἀνάγκη νὰ συνεδριάσητε ἀλλὰ διεθνεῖς λόγοι ὑπάρχουν, ἵνα μὴ συνεδριάσητε; Ἑπομένως ἀναχωρήσατε. Ἀλλ’ αὐτὰ, κύριοι, εἶναι σπουδαῖα; Πῶς ἠθέλετε ἐκτιμήσει τότε τοὺς διεθνεῖς λόγους; Ἀλλ’ ἂν ἡ ἐπιτροπὴ ἐκαλύφθη μὲ ἓν ὑέλινον σκέπασμα ὁ πρωθυπουργὸς καὶ αὐτὸ δι’ ἑαυτὸν τὸ ἀπέῤῥιψε. Περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω τὰ πρὸ μικροῦ διατρέξαντα κατὰ τὸ ἐπεισόδιον τῶν μυστικῶν τηλεγραφημάτων, ὅταν τὰ γνωρίζετε. Ὅταν ὁ πρωθυπουργὸς ἀνέγνωσε τὰ τηλεγραφήματα ἐκεῖνα, τί ἦλθε καὶ εἶπεν εἰς τὴν Βουλήν; Θὰ σᾶς ἀναγνώσω αὐτοὺς τοὺς ἰδίους λόγους ὅπως ἐδημοσιεύθησαν διορθωμένοι. (ἀναγινώσκει). «ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ποίαν ἰδέαν ἐσχηματίσατε ἐκ τῶν ἐγγράφων; ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅτι ὁ κ. Τρικούπης ἐνήργησεν αὐτογνωμόνως, ἰδίᾳ θελήσει. «ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βεβαίως δὲν ἐννοεῖ ὅτι οἱ λόγοι δὲν εὑρίσκονται ἐν τοῖς ἐγγράφοις, ἀλλ’ ὅτι ἐγὼ ἐνήργησα αὐτογνωμόνως. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Οἱ ἔξωθεν λόγοι δὲν ὡδήγησαν τὴν ἀπόφασιν· ὁ κ. Τρικούπης ἀπεφάσισεν, ὅπως ἐνήργησεν. Αὐτὸ ἐννοῶ. «ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἰς τὰ περὶ τῆς ἐπιστρατεύσεως μάλιστα. «ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, ἰδοὺ τί λέγω, ὅτι ὁ κ. Τρικούπης ἔλυσε τὸ ζήτημα αὐτὸ τῆς ἐπιστρατείας. τὸ ὁποῖον συνδέεται μετὰ τῆς συγκλήσεως τῆς βουλῆς, διότι τὸ ἓν ἄνευ τοῦ ἄλλου δὲν ἠδύνατο νὰ γείνῃ· ὄχι κατὰ τὴν γνώμην ἔξωθεν, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἰδίαν θέλησιν ἀδιαφορῶν περὶ τῶν ἄλλων. «ΣΑΡΑΒΑΣ. Συμπληρῶν τὴν πληροφορίαν τὴν ὁποίαν σᾶς ἐζήτησεν ὁ κ. Κεχαγιᾶς, ἤθελον σᾶς παρακαλέσῃ νὰ μοὶ εἴπητε, ἐὰν ἐκ τῆς μελέτης ἐξάγεται, ὅτι ὑπάρχουσι διεθνεῖς λόγοι, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἀνεβλήθη ἡ ταχεῖα σύγκλησις τῆς βουλῆς. «ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ ἀπάντησις ἣν ἔδωκα εἰς τὸν κ. Τρικούπην λύει, τὸ ζήτημα· ὅτι ἐνήργησε κατ’ ἰδίαν αὑτοῦ θέλησιν. «ΣΑΡΑΒΑΣ. Δὲν ὑπῆρχον διεθνεῖς λόγοι; «ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν ὑπῆρχον διεθνεῖς λόγοι δὲν ἐγεννήθησαν κατόπιν οὔτε μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ διατάγματος περὶ ἐπιστρατείας· οἱ λόγοι αὐτοὶ ὑπῆρχον προηγουμένως ἂν ὑπῆρχον». Ποίαν ἐντύπωσιν ἦτο δυνατὸν νὰ λάβητε ἐκ τῶν λόγων τούτων τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ; τὴν γνωρίζετε πάντες τὴν εἴδετε διαβιβασθεῖσαν, τὴν ἐπιοῦσαν εἰς ὅλα τὰ κυβερνητικὰ φύλλα, ὅτι ὁ κ. Τρικούπης ἀπεσβολώθη, ὅτι ὁ πρωθυπουργὸς τῷ εἶπε κατὰ πρόσωπον, ὅτι δὲν ὑπάρχουν διεθνεῖς λόγοι καὶ τὸ συμπέρασμα εἶναι, ὅτι τὸ παρελθὸν ὑπουργεῖον ἔθεσε εἰς τὸ στόμα τοῦ βασιλέως λόγους ψευδεῖς. Ἤθελα τολμήσει νὰ ἐρωτήσω τὸν ἀξιότιμον πρωθυπουργὸν, ἐὰν ὅταν ἔδιδε τὰς ἐξηγήσεις ταύτας εἰς τὴν βουλὴν εἶχε λάβει τὸν καιρὸν ν’ ἀναγνώσῃ ὁ ἴδιος ὅλα τὰ μυστικὰ ἐκεῖνα ἔγγραφα; Κάμνω τὴν παρατήρησιν ταύτην, χωρὶς νὰ ἔχω σκοπὸν προσβολῆς εἴτε μέμψεως, ὅτι δὲν τ’ ἀνέγνωσε· διότι γινώσκετε πάντες, ὅτι παρὰ πολὺ δὲν καταγίνεται ὁ κ. πρωθυπουργὸς εἰς μελέτας ἐγγράφων συνήθως, ἐμπιστεύεται εἰς ἀνθρώπους εἰς τοὺς ὁποίους ὀφείλει νὰ ἔχῃ ἐμπιστοσύνην, ἀλλ’ οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ λάβωσι διαφόρους ἀντιλήψεις καὶ ὡς ἐκ τούτου πιστεύω, ὅτι ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἂν ἀνεγίνωσκε τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα, δὲν ἤθελε βεβαιώσει αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἐβεβαίωσε. Πρὶν προβῶ εἰς ὅ,τι εἶνε συγκεχωρημένον νὰ προβῶ εἰς ὅτι εἶναι δημοσιευμένον ἤδη, ἵνα κρίνητε ἂν τῳόντι αἱ ἀποκαλύψεις τοῦ πρωθυπουργοῦ ἐντὸς τῆς βουλῆς καὶ αἱ διαβεβαιώσεις του ἐκ τῶν ἐγγράφων ἐξάγονται, ἐνθυμίζω, ὅτι ἔχομεν ἤδη τὰς συζητήσεις τὰς γενομένας εἰς τὸ ἀγγλικὸν κοινοβούλιον. Αὐτογνωμόνως, λέγει ὁ κ. πρωθυπουργός, ὅτι ὁ κ. Τρικούπης ἐνήργησεν· ναί, εἶναι ἀληθὲς καὶ ἡ γνώμη τοῦ κ. Τρικούπη ὑπερίσχυσε. Μόλις ἐξεδόθη ἡ ἀπόφασις τῆς ἐν Βερολίνῳ συνδιασκέψεως, ἡ κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ προβῇ εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ διατάγματος περὶ ἐπιστρατείας. Αἱ ξέναι κυβερνήσεις ἀντέτεινον τόσον εἰς τὴν ἐπιστρατείαν, ὅσον καὶ εἰς τὴν συγκάλεσιν τῆς βουλῆς, καὶ μᾶς ἔλεγον, ὅτι θὰ βλάψητε καὶ σᾶς, θ’ ἀνησυχήσητε καὶ ἡμᾶς». Ἡ κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος ἤθελε κάμει καλῶς νὰ σταυρώσῃ τὰς χεῖράς της ἐνώπιον τῆς γνώμης τῶν δυνάμεων καὶ νὰ περιμένῃ, ὅταν ἀργότερα ἤθελεν ἔλθει ἡ βουλὴ νὰ τῇ εἴπῃ ἐσκεπτόμην νὰ προβῶ εἰς τὴν ἐπιστρατείαν, ἐσκεπτόμην νὰ κάμω προμηθείας, ἀλλ’ ἠναντιοῦτο ἡ Εὐρώπη, τί ἠθέλετε νὰ κάμω; Ἀλλὰ δὲν ἔκαμε τοιοῦτόν τι ὁ κ. Τρικούπης, εἰργάσθη νὰ καταπείσῃ τὰς δυνάμεις, ὅτι ἡ γνώμη αὐτῶν δὲν ἦτο σωστὴ καὶ ὅτι ἡ ἐπιστράτευσις ἔπρεπε νὰ γίνῃ καὶ ὑπερίσχυσεν, ἀφοῦ ἀντηλλάχθησαν πολλὰ ἔγγραφα. Ἡ Ἀγγλία ἦτο ἡ δύναμις, ἥτις τελευταία συγκατετέθη. Ταῦτα δύναμαι ἐλευθέρως νὰ εἴπω, διότι ἐῤῥέθησαν εἰς τὸ Ἀγγλικὸν κοινοβούλιον. Δύνασθε νὰ ὑποθέσητε, ὅτι τὰ τοιαῦτα δὲν εἶναι μὴ σημειωμένα εἰς τὰ ἔγγραφα; Ἅμα τὸ τελευταῖον ἐμπόδιον ἤρθη, ἅμα καὶ ἡ Ἀγγλία εἶπε συναινῶ προέβημεν. Ταὐτοχρόνως δὲ μὲ τὴν ἐπιστρατείαν ἔγινε καὶ ἡ συγκάλεσις τῆς βουλῆς· ἂν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἀνεγίνωσκε τὰ ἔγγραφα ἤθελεν ἰδεῖ, ὅτι πολὺ πλέον ἐπίφοβον ἐθεώρουν τὴν συγκάλεσιν τῆς βουλῆς ἀπὸ τὸ διάταγμα τῆς ἐπιστρατεύσεως. Κύριοι, ἐὰν ἡ Ἑλλὰς εἶχε τεσσαράκοντα θωρακωτὰ καὶ πεντακοσίας χιλιάδας στρατοῦ ἠδύνατο προκειμένου περὶ συγκλήσεως τῆς βουλῆς νὰ μὴ δώσῃ προσοχὴν εἰς τῆς Εὐρώπης τὴν γνώμην, ἀλλ’ εἰς τὴν θέσιν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα δὲν ἔμενε παρὰ ἡ ἐπιμονὴ καὶ τὸ ἄκαμπτον τοῦ κ. Τρικούπη, ὅπως ἐπιτύχωμεν ἀπὸ τὴν ἐναντιουμένην Εὐρώπην νὰ εἴπῃ τὸ ναί, καὶ νὰ εἴπῃ οὐ μόνον προχωρεῖτε, ἀλλὰ καὶ ὡς τὸ εἶπον τινὲς τῶν Δυνάμεων, κατόπιν προχωρεῖτε καὶ ταχέως. Καὶ ἡ τεσσαρακονθήμερος ἀναβολὴ τῆς Βουλῆς; Ἐδῶ εἶναι ἐῤῥαμένον τὸ στόμα μου, ἂν εἰμποροῦσα ὅμως ὡς ἄλλοτε νὰ πλησιάσω εἰς τὸ αὐτὶ τοῦ κ. Κουμουνδούρου τὸ στόμα μου ἤθελα τοῦ ὑποδείξει δύο ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν μεταξὺ τῶν μυστικῶν ἐκείνων ἐγγράφων, ἵνα τὰ ἀναγνώσῃ, καὶ ἔπειτα ἤθελον τὸν ἐρωτήσει. «Ἠδύνατο νὰ γίνῃ διαφορετικά;» Καὶ ὅμως ὑποστηρίζει ἐνώπιον τῆς Βουλῆς μετὰ τοσούτου θάῤῥους, μετὰ τοσαύτης αὐθεντικότητος, ὅτι ὁ κ. Τρικούπης αὐτογνωμόνως ἐνήργησεν, ὅτι ἔκαμεν ὅτι ἤθελεν, καὶ ἑπομένως ἦτο δυνατὸν νὰ κάμῃ ὅ,τι λέγουσι σήμερον, δηλαδὴ νὰ συγκαλέσῃ τὴν Βουλὴν ἀπὸ τὸν Ἰούλιον ἢ ὡς εἶπεν ὁ κ. Δημητρακάκης καὶ ἀπὸ τὸν Μάϊον. Ἀλλὰ τὰ πράγματα εἶναι ὡς τὰ ἐξέθησεν ὁ ὑφυπουργὸς τῆς Ἀγγλίας εἰς τὸ Ἀγγλικὸν κοινοβούλιον, ὡς ἐπιστοποίησεν ἡ φωνὴ τοῦ Βασιλέως ἐπὶ γεγονότος πραγματικοῦ, παρ’ αὐτοῦ γινωσκομένου καὶ τὸ ὁποῖον οὐδέποτε ἠδύναντο οἱ ὑπουργοὶ νὰ θέσωσι ψευδῶς εἰς τὰ χείλη τοῦ Βασιλέως. Οὐδέποτε ὁ πρωθυπουργὸς ἂν εἶχε τοιαύτην πεποίθησιν ἔπρεπε νὰ περιορισθῇ εἰς ὅ,τι εἶπεν, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ κατηγορήσῃ καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν ἀνωτάτην ποινὴν κατὰ ὑπουργῶν οἱ ὁποῖοι ἐτόλμησαν νὰ θέσωσι ψευδῆ γεγονότα εἰς τὸ στόμα τοῦ Βασιλέως. Ὅτε κατὰ μίαν παρελθοῦσαν Σύνοδον συνεζητοῦμεν περὶ τῆς Συνόδου τοῦ Βερολίνου, οὐχὶ περὶ τῆς Συνδιασκέψεως, καὶ ἐγένοντο, παρατηρήσεις τινὲς περὶ τῆς πολιτείας τοῦ ἐκεῖ ἀντιπροσώπου μας τοῦ τότε ὑπουργοῦ τῶν ἐξωτερικῶν καὶ νῦν Βουλευτοῦ Γόρτυνος κ. Δεληγιάννη, οὗτος εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος «λαλῶ ὡς ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν τῆς πατρίδος μου ὁμιλῶ ἀπὸ τοῦ ὕψους τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ἐξ οὗ θὰ μὲ ἀκούσωσιν ἐκεῖνοι μετὰ τῶν ὁποίων συνειργάσθην· δὲν δύνασθε νὰ ὑποθέσητε, ὅτι θὰ σᾶς εἴπω τι ψευδές»· ἂς ἐπιτραπῇ λοιπὸν καὶ εἰς ἐμὲ ὡς πρώην ὑπουργὸν τοῦ Βασιλέως νὰ εἴπω «Ὁ Βασιλεὺς σᾶς ὡμίλησε περὶ ὑποθέσεως περὶ ἧς συνέπραξε μετὰ τῶν ἡγεμόνων τῆς Εὐρώπης, οἵτινες θὰ ἐμάνθανον τί ἤθελεν εἴπῃ· δὲν ἦτο λοιπὸν δυνατὸν νὰ θέσῃ τὸ ὑπουργεῖον εἰς τὸ στόμα τοῦ ἡγεμόνος, τὸ δὲ στόμα τοῦ ἡγεμόνος νὰ προφέρῃ περὶ τούτου ψεύδη. Περιμένω δὲ εἰς τοῦτο τὸν βουλευτὴν Γόρτυνος, ἵνα ἀνυψώσῃ κατὰ τῆς ἀσεβείας ταύτης τρανωτέραν τὴν φωνὴν ἤδη παρ’ ὅσον ὕψωσε ταύτην ἄλλοτε, ὅτε ἐπρόκειτο περὶ αὑτοῦ. Ἐρωτῶ ἤδη τὸν ἀξιότιμον πρωθυπουργὸν, ἂν εὑρίσκετο εἰς τὴν θέσιν μας τί ἤθελε κάμει, ἀφοῦ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συγκαλέσῃ τὴν Βουλὴν πρὸ τῆς 9 8βρίου; ἤθελε μείνει μὲ τὰς χεῖρας ἐσταυρωμένας; δὲν ἤθελεν ἐκδώσει διάταγμα ἐπιστρατεύσεως; δὲν ἤθελε παραγγείλει προμηθείας; δὲν ἤθελε κάμει ὡς ἐπράξαμεν ἡμεῖς, ἀλλ’ ἤθελε περιμένει τὴν Βουλὴν, ἂς τὸ εἴπῃ, ἀλλὰ ἕως ὅτου δὲν εἴπῃ τοῦτο καὶ δὲν δύναται νὰ τὸ εἴπῃ, ἀφοῦ μᾶς κατηγορῇ οὐχὶ διότι ἐκάμαμεν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐκάμαμεν, ἀλλὰ διότι δὲν ἐκάμαμεν περισσότερα, ἀφοῦ μᾶς κατηγορῇ, οὐχὶ διότι συνεκαλέσαμεν 60 χιλιάδας, ἀλλὰ διότι δὲν συνεκαλέσαμεν 80, οὐχὶ διότι ἐκάμαμεν τὰς προμηθείας τὰς ὁποίας ἐκάμαμεν, ἀλλὰ διότι δὲν ἐκάμαμεν περισσότερα, οὐχὶ διότι ἐδανείσθημεν 60 ἑκατομμύρια, ἀλλὰ διότι δὲν ἐδανείσθημεν 150, (ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ ἀφήσωμεν νὰ κάμητε κἄτι τι καὶ σεῖς), ἕως ὅτου ἐπαναλέγω δὲν εἴπῃ, ὅτι εἰς τὴν θέσιν μας ἂν ἤθελεν εὑρεθῇ, ἤθελε σταυρώσει τὰς χεῖρας, καὶ ἤθελε περιμείνει τὴν σύγκλησιν τῆς Βουλῆς, ἐξ ἐναντίας ὅμως λέγω ὅτι ἤθελε προβῆ εἰς περισσότερα. Τὸν ἐρωτῶ μὲ ποῖον θάῤῥος, μὲ ποίαν πεποίθησιν, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ ἔκφρασις, μὲ ποίαν συνείδησιν τολμᾷ νὰ ὑποστηρίξῃ ψῆφον μομφῆς κατὰ τῆς προκατόχου κυβερνήσεως, ἀποτείνομαι εἰς αὐτὴν τὴν ἀξιότιμον πτέρυγα, (δεικνύει τὸν ἀριστερὰν) καὶ τῆς λέγω, θέσατε τὴν χεῖρα εἰς τὴν συνείδησίν σας καὶ εἴπετε ἂν ὁ κ. Κασιμάτης, ἂν ὁ κ. Βαλσαμάκης, ἂν ὁ κ. Ῥοντήρης, ἂν ὁ κ. Μελετόπουλος, ὃν περιμένω ν’ ἀκούσω, ἂν οἱ ἀξιότιμοι αὐτοὶ κύριοι ἔβλεπον εἰς τὴν θέσιν μας πράττοντας αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἐπράξαμεν ἡμεῖς, τὸν κ. Κουμουνδοῦρον, θὰ σᾶς ἐπρότεινάν ποτε παράγραφον στιγματισμοῦ ἐναντίον του; θὰ σᾶς ἐπρότειναν ἐξ ἐναντίας στεφάνους; καὶ ὑπὲρ τοιούτων προτάσεων θὰ δώσητε τὴν ψῆφον ἡμῶν, προτάσεων αἱ ὁποῖαι ἐμπνέονται ὑπὸ ἀκατανομάστου φατριασμοῦ, εἰς τοιαύτας ὑψίστας στιγμάς; Ἠσθάνθησαν τὸ ἄτοπον αὐτὸ τὰ ἀξιότιμα μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, τὸ ἄτοπον βῆμα τὸ ὁποῖον κάμνουν, καὶ ὁ μὲν κ. Κασιμάτης ἦλθεν ἀπὸ τοῦ βήματος καὶ δικαιολογούμενος μᾶς εἶπεν, μὴ ἐλέγχετε ἐμὲ, δὲν εἶμαι ἐγὼ τῆς γνώμης αὐτῆς, ἐγὼ ὑπεστήριξα ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ὅτι αὐτὸ πρέπει νὰ τὸ ἀφήσωμεν κατὰ μέρος, ἀλλ’ ὁ ἀοίδιμος ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον προχθὲς ἐκηδεύσαμεν μᾶς ἐπεβλήθη, ἦλθεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ ἔγραψεν αὐτὴν τὴν παράγραφον μὲ τὸ χέρι του, δὲν εἶμαι ἐγὼ ὁ ἔνοχος. Καὶ ἐὰν τοῦτο ἦναι ἀληθὲς, ἀναφέρομαι εἰς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Μαυροκορδάτος, ὁ ὁποῖος βεβαίως ἐγνώρισε καλλίτερα ἐμοῦ τὸν χαρακτῆρα τοῦ κ. Ζαΐμη, καὶ συμφωνῶ μαζύ του, ὅτι ἂν ἦτο ἀληθὲς, πιστεύω ὅμως, ὅτι ἂν σήμερον ἐκάθητο ἐκεῖ ὁ Ζαΐμης, ἤθελε συνενωθῇ νὰ φράξῃ τὸ στόμα ἑκάστου, ὁ ὁποῖος μὲ τὰ ἐκτεθέντα ἤθελε τολμήσει νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν ὑπὸ συζήτησιν παράγραφον, ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ὁ Ζαΐμης κοιμᾶται ἤδη τὸν ὕπνον τοῦ δικαίου, τί ἐμποδίζει πλέον τὸν κ. Κασιμάτην νὰ ἀποσύρῃ τὴν παράγραφον, ἂν τῳόντι εἰσήχθη ἐναντίον τῆς θελήσεώς του; ἦλθεν ὁ κ. Ῥοντήρης καὶ μᾶς εἶπε κατόπιν τί παραπονεῖσθε, δὲν πταίομεν ἡμεῖς, πταίετε σεῖς, διότι ἐφυγοδικήσετε, διατὶ δὲν ἐμμείνατε εἰς τὴν κυβέρνησιν μετὰ τὴν ψῆφον τοῦ προέδρου ν’ ἀνοίξωμεν μίαν συζήτησιν νὰ φωτισθῶμεν καὶ τότε δὲν ἠθέλαμεν προτείνει ταῦτα τὰ ὁποῖα προτείνομεν; Καί τὸ λέγει ὁ Ῥοντήρης αὐτό; καὶ δὲν σᾶς τὸ ἐπροτείναμεν; καὶ δὲν ἐπῆγεν ὁ κ. Σιμόπουλος ἐσταλμένος ἀπὸ ἡμᾶς νὰ εἴπῃ εἰς τὸν ἀρχηγὸν τῆς τότε ἀντιπολιτεύσεως ὅτι νομίζομεν ὅτι εἰς τὴν παροῦσαν περίστασιν δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ λυθῇ τὸ κυβερνητικὸν ζήτημα διὰ τῆς μυστικῆς ψηφοφορίας εἰς τὸ ζήτημα τοῦ προέδρου, ἀλλὰ θέλομεν νὰ παρέλθῃ τὸ ζήτημα τοῦ προέδρου καὶ μετὰ ταῦτα ν’ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις καὶ τότε νὰ ἔλθῃ τὸ πολιτικὸν ζήτημα; καὶ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἀφοῦ συνενοήθη μετὰ τῶν φίλων μᾶς ἀπήντησε ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ἐκλογῆς τοῦ προέδρου τὸ θεωρεῖ ὡς πάντοτε πολιτικὸν. Μετὰ τοῦτο μᾶς λέγετε σεῖς, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπιμείνωμεν εἰς τὴν κυβέρνησιν! ἀλλ’ ὁ κ. Ῥοντήρης μόλις μᾶς εἶπε τοῦτο, εἰς τὴν αὐτὴν ἀγόρευσίν του μᾶς εἶπεν ὀλίγον κατωτέρω, «Ἔπρεπε νὰ παραιτηθῆτε πρὸ τῆς ψήφου τοῦ προέδρου». Ἀλλ’ ἂν τῷ ὄντι ἤθελε νὰ φωτισθῇ ἐκ τῆς συζητήσεως, ἰδού ἡ συζήτησις διὰ τί ἐπιμένεις; Ὁ κ. Βαλσαμάκης πάλιν εἰς ἡμᾶς θέλει νὰ ρίψῃ τῆς προτάσεως τὸ βάρος· μᾶς λέγει διὰ τί δὲν μᾶς ἐλέγετε, ὅτι παρεβιάσατε τὸν τύπον διὰ τὸ γενικὸν συμφέρον, ὅτι δὲν ἠμπορούσατε νὰ κάμητε ἀλλέως; Ἡμεῖς τότε θὰ ἐσιωπούσαμεν, καὶ λησμονεῖ, ὅτι εἰς τὴν αὐτὴν ἀγόρευσίν του μᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν ἠμποροῦσε νὰ σιωπήσῃ ἀκριβῶς, διότι ἡμεῖς ὁμολογοῦμεν, ὅτι παρεβιάσαμεν τὸν τύπον. Βλέπων, κύριοι, τὴν κατάπτωσιν εἰς τὴν ὁποίαν ῥίπτουν τὴν ἐν τῇ Βουλῇ συζήτησιν δὲν δύναμαι νὰ μὴ ἐπαναλάβω τὴν στιγμὴν αὐτὴν τὰ λόγια τοῦ ἐν Γολγοθᾷ μεγαλομάρτυρος «Οὐαὶ ἡμῖν γραμματεῖς καὶ φαρισαῖοι ὑποκριταί.» Εἰπέτε τὴν ἀλήθειαν, καὶ μὴ μᾶς ὁμιλεῖτε περὶ συντάγματος καὶ νόμων, εἰπέτε καθαρὰ τί ζητεῖτε καὶ εἰς τὶ θέλετε νὰ παρασύρητε τὴν Βουλήν. Ἤδη τὸ αἴτιον τὸ κινοῦν ὅλην αὐτὴν τὴν ἱστορίαν, τὸ ἀπεκάλυψεν ἐφημερὶς πολιτευομένου ἐξέχοντος τὸ διεσαφήνισε σήμερον ἀπὸ τοῦ βήματος ὁ βουλευτὴς Λακεδαίμονος ὅστις ἐδῶθεν συνήθως λέγει ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀκούει· φύγετε εἶπεν, ἔπρεπε νὰ ἀκουσθῇ αὐτὴ ἡ φράσις ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς βουλῆς, καὶ ἂν τυχὸν θέσητε τὴν μερίδα αὐτὴν (δεικνύει τὴν δεξιὰν) εἰς αὐτὸ τὸ φιλότιμον καὶ ἀναχωρήσῃ εἶναι τοῦτο καλὸν δι’ ἡμᾶς καὶ τὸν τόπον, ἠθέλατε ὑπηρετήσῃ οὕτω τὴν ἰδέαν διὰ τὴν ὁποίαν λέγετε, ὅτι θέλετε νὰ προκαλέσητε τὸ ἔθνος νὰ ῥίψῃ τὸν ὑπὲρ τῶν ὅλων κύβον, οὕτω θὰ συγκεντρώσητε παρὰ τὴν κυβέρνησιν τὰς ἐθνικὰς δυνάμεις, καὶ ποῖοι εἶναι αὐτοὶ πρὸς τοὺς ὁποίους τολμᾶτε νὰ εἴπητε φύγετε; εἶναι τὸ ἥμισυ τοῦ ἔθνους, ἀριθμητικῶς ἐδῶ εἴμεθα νῦν μειονότης, ἔχομεν ὅμως τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἀντιπροσωπεύομεν πολὺ περισσοτέρους τοῦ ἡμίσεως τοῦ ἔθνους. Καὶ τί εἶναι ἐκεῖνο, δι’ ὃ σᾶς προτείνουν νὰ ἐκφρασθῆτε ἐπιεικῶς καὶ τὴν λύσιν σας μόνον διὰ νὰ μᾶς ὠθήσετε νὰ φύγωμεν ἐδῶθεν; Συνεκαλέσαμεν 60,000 ἄνδρας, χωρὶς νὰ ζητήσωμεν τὴν ἄδειάν σας, ἐκάμαμεν 30 ἑκατομμύρια παραγγελίας χωρὶς νὰ ζητήσωμεν τὴν ἄδειάν σας, καὶ δάνειον 60 ἑκατομμυρίων χωρὶς νὰ ζητήσωμεν τὴν ἄδειάν σας, ἕτερα 15 ἑκατομμύρια ἐδανείσθημεν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἄνευ τῆς ἀδείας σας· εἶναι μικρὰ ταῦτα καὶ θὰ ἐφαρμόσητε ἐπιεικῶς ποινὴν; ἀλλὰ κρατήσατέ την, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ τὴν μεταχειρισθῆτε, διότι ἡμεῖς δὲν τὴν καταδεχόμεθα, τὴν ἀποκρούομεν, σεῖς δὲ ἐπιμένοντες εἰς αὐτήν θὰ φανῆτε γελοῖοι. Ἄν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐκάμαμεν, ἐὰν ἦταν οὐχὶ βλαβερὰ ἀλλὰ μόνον μὴ ἀναγκαῖα τότε ὄχι μόνον ἕν ἀλλὰ 60 εἰδικὰ δικαστήρια ἔπρεπε νὰ συστήσητε καὶ τὴν ὑψίστην τῶν ποινῶν νὰ ζητήτητε, 60,000 ἄνδρας ἐλάβομεν ἀπὸ τὰς ἑστίας καὶ ἦλθον προθύμως μὲ ὅλον τὸ κήρυγμα, τὸ ὁποῖον ἐγένετο ἐν ταῖς ἐπαρχίαις νὰ μὴ ἔλθουν.
§71ΣΤΑΙΚΟΣ. Αὐτὸ εἶναι συκοφαντία, δὲν τὸ δεχόμεθα, ὀνομάσατε ἕνα.
§72ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μὲ ὅλην τὴν ἀντίδρασιν ἡ ὁποία ἐγίνετο οὐχὶ ἐκ τῆς ἐν τῇ Βουλῇ ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλ’ ἔξωθεν, καὶ τὴν ὁποίαν τὴν ἠξεύρει καὶ ἡ κυβέρνησις καὶ ὁ ὑπουργὸς τῶν ἐσωτερικῶν τὸν ὁποῖον παρακαλῶ νὰ ζητήσῃ τὰς ἐκθέσεις τῶν Νομαρχῶν καὶ τῶν Ἐπάρχων καὶ θὰ ἰδῇ τι θὰ ἀναγνώσῃ. Ἀντίδρασις ἡ ὁποία ἔλεγε εἰς τοὺς ἐπιστράτους μὴ πηγαίνετε, διότι τὰ πάντα θὰ ἀκυρωθῶσι, μὴ πηγαίνετε, διότι ὅταν συνέλθῃ ἡ Βουλὴ καὶ ἔλθῃ ὁ Κουμουνδοῦρος θὰ κρατήσῃ τὰς δύο, τὰς τρεῖς, τὰς τέσσαρας ἡλικίας, ἀφήσατε νὰ συμπληρωθῶσιν αἱ διατάξεις δι’ αὐτῆς τῆς ἡλικίας.
§73ΦΩΝΑΙ ΑΡΙΣΤΕΡΟΘΕΝ. Ποῖος τὸ εἶπε; πότε;
§74ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἀντίδρασις, ἥτις ἔφθασε νὰ μεταχειρισθῇ καὶ χωροφυλακὴν, δι’ ἧς ἐσταμάτησε τοὺς ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι ἐπήγαιναν νὰ καταγραφῶσι μὲ σημαίας ἁπλωμένας, λέγουσα πρὸς αὐτοὺς πηγαίνετε ὀπίσω, τὸ διάταγμα ἀπεσύρθη· καὶ ἐπίστευσαν καὶ ἐπέστρεψαν.
§75ΜΙΑ ΦΩΝΗ. Ποῦ ἔγεινεν αὐτὸ, ποῦ;
§76ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἰς τὴν Κόρινθον εἰς τὸν Δῆμον Φενεοῦ, καὶ ὅμως ἦλθον καὶ κατετάχθησαν οἱ ἄνθρωποι μὲ χαράν· τὸ νομίζετε ὅτι τοῦτο εἶναι βλαβερόν, δὲν ἔπρεπε νὰ γείνῃ; τότε θὰ εἶσθε προδόται, θὰ εἶσθε παραβάται τοῦ ὅρκου σας, ἂν δὲν μᾶς στείλετε εἰς τὸ εἰδικὸν δικαστήριον· ἀλλ’ ἐὰν νομίζετε τοὐναντίον ὅτι οὐ μόνον αὐταὶ, ἀλλὰ καὶ περισσότεραι χρειάζονται, ποία θὰ εἶναι ἡ θέσις σας, ὅταν θέλετε νὰ ρίψητε μομφὴν εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι τὰ ἔπραξαν; δὲν ἠμπορῆτε ν’ ἀποφύγητε τὸ δίλημμα ἢ πρέπει νὰ μᾶς παραπέμψητε εἰς τὸ δικαστήριον ἢ θὰ ἐξαλείψητε τὴν παράγραφον ἐκείνην. Ἀλλὰ κατόπιν τῆς παραγράφου αὐτῆς τὰ ἀξιότιμα μέλη τῆς ἐπιτροπῆς σᾶς προσθέτουν τὴν ἑπομένην. «Τὰ ληφθέντα μέτρα, βάσιν ἔχοντα τὴν πρόνοιαν τοῦ στρατολογικοῦ νόμου, ἀφορῶσιν εἰς τὴν ἔγκαιρον κατὰ ξηρὰν καὶ κατὰ θάλασσαν σύνταξιν τῶν δυνάμεων τῆς χώρας· ἡ ἔκτακτος αὕτη παρασκευὴ εἶναι ὑποχρέωσις τοῦ Κράτους πρός τε τὸν Ἑλληνισμὸν καὶ τὰς ἐξενεγκούσας τὴν διαιτητικὴν αὐτῶν ἀπόφασιν Δυνάμεις· ὁ λαὸς ὅθεν πρόθυμος ἔδραμεν ὑπὸ τὰς σημαίας ἀπανταχόθεν, ὡς ἔχων ζωηρὰν συνείδησιν τῆς ἱερότητος τῆς τοιαύτης ὑποχρεώσεως καὶ τοῦ τοιούτου δικαίου, προθύμως ἀναδεχόμενος καὶ τὰς ἄλλας θυσίας. Ὄντως δὲ πρέπει νὰ μείνῃ ὑπὸ τὰς σημαίας ὁ στρατὸς, ἵνα ἐπιτελέσῃ τὸ καθῆκον αὑτοῦ». Καὶ τώρα; ρίψατε λίθον εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι σᾶς τὰ ἑτοίμασαν, εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐντὸς 70 ἡμερῶν σᾶς ἔφεραν ἐνώπιόν σας 60,000 ἄνδρας ὑπὸ τὰ ὅπλα, σᾶς ἐπλήρωσαν τὰς ἀποθήκας, αἵτινες ἦταν κεναὶ, σᾶς ἔφεραν τὰ ἀναγκαῖα ὅπλα καὶ πολεμοφόδια διὰ 60 χιλιάδας κινουμένου στρατοῦ, ρίψατε λίθον, ἐπικρίνατε, ἀλλ’ εἴχετε τὸ δικαίωμα τοῦτο; ἡ βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κάμνῃ οἱανδήποτε παρατήρησιν εἰς τὴν κυβέρνησιν, ἕως ὅτου ἡ κυβέρνησις ὑφίσταται· ἐὰν ἠθέλατε ἀφ’ ἑνὸς τὸ ζήτημα τοῦτο νὰ συζητηθῇ μετὰ τὴν ψῆφον τοῦ προέδρου ἐν ᾧ εἴχομεν τὴν ἐξουσίαν, εἴχετε τὸ δικαίωμα νὰ εἴπητε αὐτὰ, διότι τὰ ἐλέγετε εἰς τὴν κυβέρνησιν, ἀλλὰ σήμερον κυβέρνησις δὲν εἴμεθα· λέγοντες αὐτὰ, δὲν κάμνετε τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ ὑβρίζητε. Ἡ βουλὴ, ἤτοι ἡ πλειονοψηφία ἐπιτηροῦσα ἐλέγχουσα κατηγοροῦσα, εἶναι κἄ τι τι ὑψηλὸν· ἀλλὰ βουλὴ, ἤτοι πλειονοψηφία ὑβρίζουσα, εἶναι κἄτι τι χαμηλόν. Ἤθελον ἐρωτήσει τὸν ἀξιότιμον πρωθυπουργὸν, πιστεύετε, ὅτι ἡ συζήτησις αὐτὴ καὶ ἡ ψῆφος, ἥτις θέλει εἴτε ὑπὲρ ἡμῶν, εἴτε καθ’ ἡμῶν, θὰ συντείνῃ ὑπὲρ τοῦ ἀγῶνος, ὃν ἔλαβεν ἡ κυβέρνησις, κατὰ τὴν στιγμὴν αὐτὴν; συντείνει ἡ συζήτησις αὕτη, ὅπως συγκεντρώσῃ πέριξ τῆς κυβερνήσεως τὰς ἐθνικὰς δυνάμεις; ἐπιτρέψατέ μοι καὶ πρὸς τοῦτο νὰ ἐκφράσω ἐλεύθερα τὴν γνώμην μου. Ὁ δρόμος ὃν ἀκολουθεῖτε μέχρι σήμερον, ποῖα ἀποτελέσματα ἔφερε καὶ φέρει καὶ πρὸς τὰς προετοιμασίας τῶν ἐθνικῶν δυνάμεων; Ἐζήτησα προχθὲς ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῶν στρατιωτικῶν, πόσοι ἄχρι σήμερον καθ’ ἡμέραν κατετάχθησαν ἀπὸ τὴν ἡμέραν τῆς ἐκδόσεως τοῦ διατάγματος τῆς ἐπιστρατεύσεως μέχρι τῆς 28 8βρίου· ὁ ὑπουργὸς εὐηρεστήθη νὰ μοὶ φέρῃ κατάστασιν ἀπὸ τὴν 1ην 8βρίου μέχρι τῆς 28 τοῦ ἰδίου· παρατηρήσατε, θὰ σᾶς ἀναγνώσω ὀλίγα μέρη· ἀπὸ τῆς 1ης μέχρι τῆς 12ης 8βρίου ὅτε ἀνέλαβε τὸ νῦν ὑπουργεῖον κατετάχθησαν ἐν συνόλῳ 4518, ἤτοι κατὰ μέσον ὅρον 384 καθ’ ἡμέραν· ὀφείλω νὰ σᾶς κάμω τὴν παρατήρησιν, ὅτι πρὸ τῆς πρώτης 8βρίου ὑπῆρξαν ἡμέραι καθ’ ἃς κατετάχθησαν 600 ἢ 700 ἢ 900 μέχρι τῶν 977. Ὅσον ἐπλησίαζεν ἡ ἡμέρα τῆς συγκροτήσεως τῆς βουλῆς καὶ ἐσχηματίζετο πεποίθησις, ὅτι τὰ πράγματα θ’ ἀλλάξουν, ἐλαττοῦται ἐπαιτητῶς ὁ μέσος ὅρος μέχρι 384 ἀπὸ δὲ τῆς 12 Ὀκτωβρίου ἐκπίπτει εἰς 150 τὴν ἡμέραν ἤτοι τὰ ⅗ ὀλιγώτερον τῶν ὅσων κατετάχθησαν οἰκειοθελῶς καὶ ἄνευ καταδιώξεως ἀποσπασμάτων, ἀπὸ τῆς 1ης μέχρι τῆς 12ης Ὀκτωβρίου· ἐὰν δ’ ἀφαιρέσητε καὶ τοὺς ἐθελοντὰς τοὺς ἐλθόντας σωρηδὸν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας τὰς μετὰ τὴν 12, θὰ ἰδῆτε, ὅτι ὁ μέσος ὅρος θὰ κατέλθῃ πολὺ ἔτι. Ἡ προθυμία λοιπὸν τοῦ λαοῦ ἠλαττώθη κατὰ τοσοῦτον, ὥστε ἐὰν ἐπρόκειτο 10000 νὰ συνέρχωνται κατὰ μῆνα, τώρα δὲν θὰ συνέλθωσι οὐδὲ 4,000. Κύριοι ἐπειδὴ ἐκουράσθην, παρακαλῶ νὰ διακόψωμεν ἐπὶ 5 λεπτὰ ἢ νὰ ἔλθωμεν αὔριον.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λάβετε ἀναψυχὴν ἐπὶ 5 λεπτά. — Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§78Σ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.) Διὰ τὸ κατεπεῖγον, ἀναγκάζομαι νὰ ὑποβάλω σήμερον 4 νομοσχέδια περὶ ἀναπληρωματικῶν καὶ ἐκτάκτων πιστώσεων. Ὑποβάλλω δὲ καὶ πέμπτον, δι’ οὗ κυροῦνται δύο συμβάσεις μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Παρακαλῶ δὲ, ἵνα ἀμέσως μετὰ τὴν τύπωσίν των τὰ νομοσχέδια ταῦτα παραπεμφθῶσιν εἰς τὰς ἁρμοδίας ἐπιτροπὰς καὶ εἰσαχθῶσιν ὅσον τάχιον πρὸς συζήτησιν, ὡς λίαν κατεπείγοντα.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τυπωθῶσιν.
§80ΤΙΝΕΣ. Αὔριον ἐξακολουθεῖ ὁ κ. Λομβάρδος. Λύεται ἡ συνεδρίασις, ὥρᾳ 6¼.