1880.11.01
1.804 στίχοι · 14.401 λέξεις · 82 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 12
τῆς 1 Νοεμβρίου 1880.
Ὥρᾳ 2¼ μ. μ.
Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐνεκρίθησαν.
§1ΔΟΥΜΑΣ. Κατὰ τὸν Ἰούλιον, κύριοι, τοῦ παρελθόντος ἔτους ἐδημοσιεύθη ὑπὸ τοῦ γραφείου τῶν δημοσίων ἔργων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τὸ πρόγραμμα τῶν λιμενικῶν ἐργασιῶν τῆς Σύρου καὶ Ἄνδρου· ἐν τῷ προγράμματι αὐτῷ ὑπάρχει εἷς ὅρος, ὅστις εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν ὄχι μόνον δὲν κάμνει κακὴν ἐντύπωσιν, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐπιδοκιμασίαν τοῦ ἀναγνώστου λαμβάνει. Ὁ ὅρος οὗτος εἶναι, ὅτι οἱ μέλλοντες νὰ λάβωσι τὰς ἐργασίας ταύτας ὀφείλουσι νὰ φέρωσι πιστοποιητικὰ, ὅτι ἐξετέλεσαν καὶ ἄλλοτε τοιούτου εἴδους ἔργα ἄξια λόγου. Βεβαίως φρονίμου Κυβερνήσεως μέτρον εἶναι νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὸν μέλλοντα ν’ ἀναλάβῃ μίαν ἐργασίαν, νὰ φέρῃ πιστοποιητικὰ, ὅτι ἐξετέλεσε τοιαύτην ἐργασίαν καὶ ὅτι δὲν εἶναι ἄπειρος εἰς τὰ τοιαῦτα. Ἐν τούτοις ἡ ἐκτίμησις τοῦ ὅρου ἄξια λόγου εἶναι λίαν ἐλαστική, καὶ τοιοῦτό τι παρουσιάζει ἡ σήμερον γεναμένη δημοπρασία· παρουσιάσθησαν ἐργολάβοι Ἕλληνες, οἱ ὁποῖοι ἔφερον πιστοποιητικὰ, ὅτι ἐξετέλεσαν τοιαῦτα ἔργα, καὶ ἐν τούτοις ἀπεκλείσθησαν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, διότι δὲν ἦσαν ἄξια λόγου. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν αὐτὴν ἐργάζεται καὶ ὁ διευθυντὴς τῶν δημοσίων ἔργων, τοῦ ὁποίου ἔργον εἶναι ἡ διάταξις αὕτη. Διὰ ποῖον λόγον ἔθεσε τὴν διάταξιν ταύτην δὲν τὸ ἐξετάζω, ἀλλὰ κατὰ τὴν πεποίθησίν μου ἐτέθη ἀπὸ σκοποῦ. Γνωρίζω, κύριοι, ὅτι ἐν Ἑλλάδι ἡ ἐκτέλεσις τοιούτων ἔργων γίνεται κατὰ μικρὰ ποσά, διότι δὲν ὑπάρχουσι μεγάλοι λιμένες, ὡς ὁ τῆς Μασσαλίας καὶ ἄλλοι τοιοῦτοι· ἔχομεν τὸν λιμένα Πειραιῶς, ὅστις ἔγεινεν ἀπὸ Ἕλληνας ἐργολάβους, ἔχομεν τὴν προκυμαίαν Σύρου, εἰς τὴν ὁποίαν ξένος δὲν ἔβαλεν οὔτε πέραν· ὁ μόνον τὸ Κατάκωλον ἔχομεν καὶ τὸν λιμένα Πατρῶν, τοῦ ὁποίου ὁ προϋπολογισμὸς ἀποδεικνύει τὴν ἱκανότητα τοῦ γραφείου, τὸ ὁποῖον προσδιώρισε τὸ ποσὸν εἰς 6,150,000 φράγκων, καὶ ἐδόθη διὰ 4,950,000. Τοιαύτη διαφορὰ ἐκτιμήσεως ἐγένετο ὑπὸ τοῦ γραφείου τῶν δημοσίων ἔργων διὰ τὸν λιμένα Πατρῶν. Ἀλλ’ ἂς ἀφήσωμεν τὸ ζήτημα τῆς ἱκανότητός του. Βεβαίως ἔργα μεγάλα δὲν εἶναι ἱκανοὶ οἱ ἰδικοί μας ἐργολάβοι ν’ ἀναλάβωσιν· ἀλλὰ διὰ μίαν προέκτασιν προκυμαίας νὰ λέγῃ ὁ διευθυντὴς τῶν δημοσίων ἔργων, ὅτι ἐγὼ ὅστις ἐξετέλεσα τὰ 100 μέτρα δὲν δύναμαι νὰ ἐκτελέσω τὰ ὑπολειπόμενα 100, δὲν τὸ ἐννοῶ. Ποίαν δικαιολογίαν φέρει ὁ διευθυντὴς τῶν δημοσίων ἔργων; Ἀναφέρω δ’ ἐν παρόδῳ, ὅτι εἰς τὴν δημοσίευσιν τοῦ προγράμματος ἔχομεν ἕτερον δεῖγμα τῆς ἱκανότητας καὶ προσοχῆς τοῦ γραφείου τῶν δημοσίων ἔργων. Ὁ πίναξ τῆς κατασκευῆς τοῦ λιμένος Ἄνδρου, ὁρίζων κατὰ ἑκατοστὰ τὴν ἐργασίαν, τὴν κατατάσσει ἐσφαλμένως, καὶ οὕτως, ὥστε ἀθροίζοντες αὐτὰ τὰ ἑκατοστὰ ἔχετε ἐπὶ πλέον ἑκατοστά· καὶ τοῦτο οὐδὲ ἐφρόντισαν νὰ διορθώσωσι. Ζητῶ ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μάθω, διατί ἐτέθη αὐτὴ ἡ διάταξις, διατί ἐζήτησαν ν’ ἀποκλείσωσι τοὺς Ἕλληνας ἀπὸ τὰς ἐργασίας αὐτὰς ὑπὲρ τῶν ξένων, ἀναγνωρίζοντες, οὕτως εἰπεῖν, ἐπισήμως τὴν ἀνικανότητα τῶν Ἑλλήνων, διατί; Ὁ ὑπουργὸς δὲν ἔχει παρὰ νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τοὺς ἐργολάβους μεγαλειτέρας ἐγγυήσεις διὰ τὴν ἐκτέλεσιν, αὐτοὶ δὲ οἱ παρουσιασθέντες σήμερον εἶναι προθυμότατοι νὰ παραχωρήσωσιν ὅλας τὰς ἐγγυήσεις. Ζητῶ λοιπὸν νὰ τεθῇ περιορισμὸς εἰς τὴν ἐκτίμησιν τοῦ ὅρου «Ἔργα ἄξια λόγου» τοιοῦτος, ὥστε νὰ μὴ ἀποκλείωσι τὸν Ἕλληνα ἀπὸ τὸν συναγωνισμὸν αὐτόν.
§2ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν.) Νομίζω, κύριοι, ὅτι δὲν εἶχε δίκαιον ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Σύρου νὰ ὁμιλήσῃ μετὰ τοιαύτης ἀγανακτήσεως κατὰ τοῦ τμήματος τῶν δημοσίων ἔργων. Ὁ ὅρος, ὅστις ἐτέθη εἰς τὴν διακήρυξιν καὶ περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος κ. Δούμας, δὲν εἶναι ἔργον αὐθαίρετον τοῦ διευθυντοῦ τῶν δημοσίων ἔργων, ἀλλ’ ἐπιβάλλεται ἀπὸ διάταγμά τι τοῦ 1850, κατὰ τὸ ὁποῖον, διὰ νὰ γείνῃ δεκτός τις ὡς ἐργολάβος εἰς τοιαῦτα δημόσια ἔργα, ὀφείλει νὰ προσαγάγῃ ἀποδεικτικὰ πιστοποιοῦντα καὶ βεβαιοῦντα, ὅτι οὗτος ἐξετέλεσε προηγουμένως παρόμοια ἔργα· ἑπομένως ὁ ὅρος ἐτέθη ἐν τῇ διακηρύξει, διότι ἐπιβάλλεται, ὡς εἶπον, ἀπὸ ῥητὸν διάταγμα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ λοιπὰ, περὶ ὧν ὁ κ. Δούμας ὡμίλησε, δὲν εἶμαι σήμερον εἰς θέσιν νὰ δώσω πληροφορίας εἰς τὴν Βουλήν· Θὰ ἐξετάσω τὴν ὑπόθεσιν καὶ φροντίσω α) νὰ ἐπέλθῃ πᾶσα διόρθωσις εἰς αὐτήν· βʹ) νὰ διευκολύνω, ὅσον εἶναι δυνατὸν καὶ ἐφ’ ὅσον ἐξαρτᾶται παρ’ ἐμοῦ, τὸ ἔργον τοῦτο τῆς μειοδοτικῆς δημοπρασίας, διότι πράγματι εἶναι πολὺ ἀναγκαῖον καὶ διὰ τὴν Σύρον καὶ διὰ τὴν Ἄνδρον. Ἀλλά, πρὶν ἢ λάβω τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας, δὲν δύναμαι ν’ ἀπαντήσω εἰς τὰς παρατηρήσεις τοῦ κ. Δούμα, καὶ ἐπιφυλάσσομαι νὰ πράξω τοῦτο εἰς τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν· ἀλλ’ ἀπὸ σήμερον θὰ λάβω τὴν φροντίδα, ὅπως ἐπέλθῃ πᾶσα δυνατὴ διόρθωσις καὶ θεραπεία, ἐὰν τοιαύτη ἦναι δυνατὴ, χωρὶς νὰ παραβιασθῶσι τὰ κείμενα.
§3Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Δὲν θὰ ὁμιλήσω, κύριοι, περὶ τοῦ τμήματος τῶν δημοσίων ἔργων, διότι περὶ αὐτοῦ γνωρίζετε ἀπὸ ἐτῶν τὴν γνώμην μου. Μ’ ὅλον ὅτι δὲ ἠδυνάμην καὶ ἐγὼ νὰ προσθέσω τινὰ εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Δούμα, ἐπιφυλάσσομαι εἰς μίαν τῶν κατόπιν συνεδριάσεων νὰ ὑποβάλω εἰδικὴν ἐπερώτησιν περὶ τοῦ τμήματος αὐτοῦ, καὶ ἰδίως τοῦ διευθυντοῦ τῶν δημοσίων ἔργων ἐν Ἑλλάδι. Ὑπάρχει νόμος, ὅστις διὰ τὰ δημόσια ἔργα κανονίζει νὰ διορίζωνται ἐπιστάται. Ἐν τούτοις, ὡς εἶναι γνωστὸν καὶ εἰς πολλοὺς τῶν κκ. βουλευτῶν, τινὲς τῶν ἐπιστατῶν τούτων εἶναι ὑπηρέται τοῦ κυρίου Σκαλιστήρη. Δὲν γνωρίζω ἂν ὁ Νόμος ἐπιτρέπῃ εἰς τὸν διευθυντὴν τῶν δημοσίων ἔργων νὰ ἔχῃ ὑπηρέτας τοὺς ἐπιστάτας, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐπιτετραμμένοι νὰ ἐπιτηρῶσι τὴν ἐκτέλεσιν τῶν δημοσίων ἔργων. Δὲν ἔχω πρόχειρα τὰ ὀνόματα, ἀλλὰ θὰ δώσω εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν κατάλογον αὐτῶν.
§4ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν.) Ἅμα λάβω τὴν σημείωσιν, θέλω ἐξετάσει.
§5Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Ἤδη ἀπευθύνομαι πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Πρόκειται περὶ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ Νόμου τοῦ 1858, τοῦ τελευταίου Νόμου περὶ οἰκοπέδων Πατρῶν. Παρακαλῶ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα διατάξῃ ὅπως συνταχθῇ κατάστασις, ἐν τῇ ὁποίᾳ νὰ ἐμφαίνηται ὁ πρὸς ὃν παρεχωρήθη γήπεδον ἐπὶ ἐκτιμήσει, τὸ ποσὸν τῆς ἀξίας τοῦ παραχωρηθέντος γηπέδου, οἱ πραγματογνώμονες, οἵτινες ἔλαβον μέρος εἰς παραχώρησιν αὐτῶν, τὸ τετράγωνον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου κεῖνται, καὶ ὄχι μόνον διὰ τὰ οἰκόπεδα τὰ παραχωρηθέντα κατὰ τὸν Νόμον τοῦ 1858, ἀλλὰ καὶ διὰ τὰ δυνάμει τοῦ τελευταίου Νόμου οἰκόπεδα τῆς συνοικίας τοῦ ἁγίου Ἀνδρέου. Εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον μὲ ἐνδιαφέρει πολύ, διότι ἐνδιαφέρει τὸν τόπον μου, θέλω δὲ ν’ ἀποδείξω πῶς διαχειρίζονται τὰ δημόσια οἱ ἐπιτηροῦντες ἐκ τοῦ Νόμου αὐτά.
§6ΚΟΤΤΑΡΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Δούμαν νὰ μᾶς εἴπῃ ἂν ἔλαβε καμμίαν πρόνοιαν, ἐὰν ἔχῃ κανὲν σχέδιον δυνάμενον νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν Ἑρμούπολιν εἰς περίστασιν, καθ’ ἣν, ὃ μὴ γένοιτο, κινήσῃ ὁ Χόβαρτ πασᾶς. (Ἱλαρότης.)
§7ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ὑποβάλλω πρότασιν Νόμου περὶ ἑρμηνείας τοῦ ἐδ. ά. τοῦ ἄρθρου 1 καὶ τοῦ ἐδ. βʹ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν Νόμου. Ὡσαύτως ὑποβάλλω ἑτέραν πρότασιν, διὰ τῆς ὁποίας νὰ συνυπολογίζηται ἡ στρατιωτικὴ καὶ ναυτικὴ ὑπηρεσία εἰς τὸν χρόνον τῆς συντάξεως τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουν τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ.
§9ΛΑΠΑΣ. Ἐπαναλαμβάνω νὰ παρακαλέσω θερμῶς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν νὰ μᾶς πληροφορήσῃ ἡ σύμβασις διὰ τὴν ἀποξήρανσιν τῆς Κωπαΐδος λίμνης ποῦ εὑρίσκεται. Ἐνδιαφέρομαι, ὡς ἔχων τὴν τιμὴν ν’ ἀντιπροσωπεύω τὴν ἐπαρχίαν Λεβαδείας, καὶ παρακαλῶ νὰ δοθῇ μία ἀπάντησις τὸ ταχύτερον.
§10ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν.) Καμμίαν ἄλλην πληροφορίαν, κύριοι, δὲν ἔχω νὰ δώσω εἰς τὴν Βουλήν, εἰμὴ ὅτι συνήφθη σύμβασις μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ κ. Βούρου, ὡς ἀντιπροσώπου μιᾶς ὁμάδος, περὶ ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος λίμνης, κατὰ τὴν σύμβασιν τοῦ 1865. Προσθέτω δὲ περιπλέον, ὅτι ὁ κ. Βοῦρος μετεβίβασε τὸ δικαίωμά του αὐτὸ εἰς μίαν ἄλλην Γαλλικὴν ἑταιρίαν, τῆς ὁποίας ἀντιπρόσωπος εἶναι ὁ ἐνταῦθα συνάδελφός μας κ. Σκουλούδης. Νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει δικαίωμα, οὔτε καθῆκον, νὰ ἀποφανθῇ περὶ τοῦ κύρους ἢ μὴ τῆς συμβάσεως, διότι δὲν συνωμολογήθη ἡ σύμβασις ὑπὸ τοιοῦτον ὅρον, τῆς κυρώσεως δηλονότι ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Ἐὰν ἐννοῇ ἄλλο τι ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς κ. Λάπας, παρακαλῶ νὰ διατυπώσῃ καλλίτερα τὴν πρότασίν του, διὰ νὰ συμμορφωθῶ μὲ αὐτήν, ἂν ἦναι νόμιμος.
§11ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὑπάρχουν, κ. Ὑπουργέ, μεταβολαὶ εἰς τὴν σύμβασιν, αἱ ὁποῖαι εἶναι ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν τῆς Βουλῆς. Ῥητῶς τὸ λέγει ἡ σύμβασις, ἐὰν ἐγκρίνῃ ἡ Βουλή.
§12ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν ὑπάρχει ἐν τῇ συμβάσει οὐδεὶς λόγος ἐξαρτώμενος ἀπὸ τὴν ἔγκρισιν τῆς Βουλῆς. Ἐν τῇ συμβάσει ἐτέθη ὅρος, ὅτι δύναται ἡ ἑταιρία, ἡ ἀναλαβοῦσα τὴν ἀποξήρανσιν τῆς Κωπαΐδος, νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νέας μελέτας περὶ τῆς κατ’ ἄλλον τρόπον ἀποξηράνσεως παρὰ τὸν ἀναφερόμενον ἐν τῇ συμβάσει τοῦ 1865 καὶ τὰ σχεδιαγράμματα τοῦ Γάλλου μηχανικοῦ Σωβάζ· αἱ τοιαῦται δὲ μελέται ὀφείλουσι νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀπὸ τὴν ἑταιρίαν ἐντὸς πέντε μηνῶν, καὶ ἐπειδὴ ἐπρόκειτο νὰ ἐπέλθῃ τροποποίησίς τις εἰς τὴν σύμβασιν τοῦ 1865 καὶ εἰς τὰ σχεδιαγράμματα τοῦ Σωβάζ, ἀπῃτεῖτο ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ ἔγκρισις τῆς Βουλῆς. Τοιαύτας μελέτας καὶ προτάσεις ἡ ἀναλαβοῦσα τὴν ἀποξήρανσιν ἑταιρία δὲν ὑπέβαλεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν· ἑπομένως οὐδεμία ἀνάγκη ὑπάρχει νὰ ὑποβληθῇ ἡ σύμβασις εἰς τὴν ἔγκρισιν τῆς Βουλῆς. Ἐὰν δι’ ἄλλου τρόπου ἡ Βουλὴ θέλῃ νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἐξετάσεως τοῦ θέματος τούτου, αὐτὸ εἶναι ἄλλο ζήτημα· ἀλλ’ ὀφείλουν οἱ προτείνοντες νὰ διατυπώσωσι τὰς προτάσεις των σαφέστερον.
§13ΛΑΠΑΣ. Σύμφωνα μὲ τὸν νόμον καὶ μὲ τὴν ἀπόφασιν τῆς τότε Βουλῆς, ἡ ἑταιρία ἔπρεπε νὰ καταθέσῃ 300,000 φράγκων εἰς τὴν Τράπεζαν. Κατετέθη τὸ ποσὸν τοῦτο; Παρακαλῶ, νὰ μᾶς τὸ εἴπῃ ὁ ἁρμόδιος ὑπουργός.
§14ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ. Περὶ τούτου θὰ ἐξετάσω καὶ θὰ πληροφορήσω τὸν κ. βουλευτὴν Λεβαδείας.
§15ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ ἐγὼ σᾶς πληροφορῶ, ὅτι κατετέθησαν.
§16ΛΑΠΑΣ. Ἐὰν κατετέθησαν, αὐτὸ εἶναι μία ὠφέλεια, διότι, ἐὰν ἡ ἑταιρία αὐτὴ δὲν ἐκπληρώσῃ τὰς συμφωνίας, τὰς ὁποίας ἔχει μὲ τὴν Κυβέρνησιν, θὰ χάσῃ αὐτὰς τὰς 300,000 φράγκων. Αὐτὸ θέλω νὰ μάθω, διότι τὰς 300,000 φράγκων ἠμπορεῖ νὰ τὰς καταθέσῃ καὶ ἠμπορεῖ νὰ κάμῃ δεκαὲξ χιλιάδας χρόνια νὰ τὴν ἀποξηράνῃ. Ἐὰν ἐντὸς ὡρισμένου χρόνου δὲν ἀρχίσῃ τὰς ἐργασίας της, νὰ χάνῃ αὐτὰς τὰς 300,000 φράγκων. Αὐτὸ σᾶς παρακαλῶ νὰ μοῦ εἰπῆτε, διὰ νὰ ἐξακριβωθῇ ἡ ἀλήθεια καὶ ἂν πράγματι ἦναι κατατεθειμέναι αἱ 300,000 φράγκων εἰς τὴν Τράπεζαν.
§17ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καταθέσῃ τὴν σύμβασιν, ἡ ὁποία ὑπεγράφη μεταξὺ τοῦ δημοσίου καὶ τοῦ κ. Βούρου περὶ τῆς Κωπαΐδος, πρὸς τούτοις δὲ νὰ καταθέσῃ καὶ τὰ λοιπὰ σχετικὰ ἔγγραφα, ὅπως δυνηθῇ νὰ κρίνῃ ἡ Βουλὴ περὶ τῶν ὅρων τῆς παραχωρήσεως.
§18ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νὰ προσδιορισθῇ μία ἡμέρα, διὰ νὰ γείνῃ συζήτησις περὶ τοῦ ζητήματος τούτου.
§19ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν.) Θὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ὅλα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, καὶ τότε ἂς προσδιορίσῃ ἡ Βουλὴ ἡμέραν πρὸς συζήτησιν.
§20ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς κ. Ῥάλλης ἐζήτησε χθὲς νὰ μάθῃ εἰς ποίαν στάσιν εὑρίσκεται ἡ κατηγορία κατά τινος ἀξιωματικοῦ, ὅστις κατηγορεῖται, ὅτι, εὑρισκόμενος ἐν Παρισίοις, ἔλαβε χρήματα ἀπό τινα ἐργοστασιάρχην. Καθ’ ἃ μὲ ἐπληροφόρησεν ὁ ἁρμόδιος Εἰσαγγελεύς, ἡ ἀνάκρισις ἐπὶ τῆς κατηγορίας αὐτῆς εἶναι ἐν τῷ τελειοῦσθαι, καὶ ἐντὸς τῆς προσεχοῦς ἑβδομάδος ἐλπίζει νὰ ὑποβληθῇ ἡ ὑπόθεσις εἰς τὸ Συμβούλιον. Ὁ ἐκ Μεσσήνης ἀξιότιμος Βουλευτὴς κύριος Κ. Κουμουνδοῦρος ἐζήτησε πληροφορίας περί τινος καταδίκης τῆς ἑταιρίας Ἀεριόφωτος διὰ παράβασιν τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου. Πληροφορῶ καὶ αὐτὸν καὶ τὴν Βουλὴν, ὅτι τὴν ἀπόφασιν τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου, διὰ τῆς ὁποίας κατεδικάζετο ἡ ἑταιρία αὕτη διὰ παράβασιν τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου, δικάσαν τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν κατ’ ἔφεσιν, τὴν ἠκύρωσεν. Ἀντίγραφον τῆς ἀποφάσεως ὑπάρχει ἐνταῦθα, τὸ ὁποῖον ὁ βουλόμενος δύναται νὰ συμβουλευθῇ, διὰ νὰ ἴδῃ τοὺς λόγους, εἰς τοὺς ὁποίους ἐβασίσθη τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν.
§21ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ, κύριε πρόεδρε.
§22ΤΙΝΕΣ. Καὶ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἐγκρίνει ἡ Βουλὴ;
§24ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§25ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸν περὶ διαθέσεως καὶ διανομῆς τῆς ἐθνικῆς γῆς κλπ. νόμον ὑπάρχουσι πολλαὶ ἐπιτροπαί, εἰς τὰς ὁποίας ἀνετέθη ἡ ἐκτέλεσις τοῦ νόμου ἐκείνου. Μία ἐκ τούτων τῶν ἐπιτροπῶν, ὡς γινώσκομεν ἅπαντες, εἶναι ἡ ὁρίζουσα τὰς τοποθεσίας τῆς περιφερείας ἑκάστου χωρίου· ἑτέρα, ἡ κατατάσσουσα τὰς γαίας κατὰ τὰς δηλώσεις τῶν φορολογουμένων, τῶν δηλωσάντων δηλ. ἐθνικὰς γαίας, εἰς ἃς πράγματι τοποθεσίας ἀνήκουσιν. Ἐν τῷ δήμῳ Ὀρχομενοῦ τῆς ἐπαρχίας Μαντινείας δυστυχῶς εἴτε ἐξ ἐπιπολαιότητος τῆς ἁρμοδίας ἐπιτροπῆς, εἴτε ἐξ ἐσφαλμένων πληροφοριῶν, ἡ κατάταξις τῶν γαιῶν ἐγένετο μὴ ὀρθῶς, δηλ. κατέταξε γαίας, ἐκτιμηθείσας ἀπὸ τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπὴν διὰ 40–48 δραχμὰς ἕκαστον στρέμμα, εἰς τὰς τοποθεσίας, τῶν ὁποίων ἡ ἀξία δι’ ἕκαστον στρέμμα ἐξετιμήθη δι’ 100 δραχμάς. Τὸ τοιοῦτον ἀνηνέχθη ἀπὸ τοὺς ἐνδιαφερομένους εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν πρὸ πολλοῦ. Τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, καλῶς πρᾶξαν, διέταξε τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπήν, ἵνα ἐξετάσῃ τὰ παράπονα τῶν φορολογουμένων ἐκείνων, καὶ θεραπεύσῃ τὸ κακόν, ἐφαρμόζων τὸν ῥηθέντα νόμον. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη ἡ ἁρμοδία, ἧς προΐστατο ὁ κ. νομάρχης Ἀρκαδίας, περιωρίσθη μόνον εἰς τὸ νὰ διορθώσῃ λογιστικά τινα λάθη, τὰ ὁποῖα συνέβησαν κατὰ τὸν καταλογισμὸν τῶν ἐτησίων δόσεων, παρέλειψε δὲ νὰ ἐξετάσῃ τὸ σπουδαιότερον, δηλαδὴ εἰς ποίαν τοποθεσίαν ἀνήκουσι πράγματι αἱ δηλωθεῖσαι γαῖαι, καὶ ἀνήνεγκεν ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὡς τὸ ἁρμόδιον τμῆμα μὲ ἐπληροφόρησεν, ὅτι οὐδὲν παράπονον ὑπάρχει, μετὰ τὴν διόρθωσιν τῶν λογιστικῶν λαθῶν. Ἔχω ἐντολὴν ἀπὸ τοὺς δηλωτὰς ἐθνικῶν γαιῶν τοῦ δήμου ἐκείνου, ἰδίως ἀπὸ τοὺς κατοίκους τοῦ χωρίου Λεβιδίου, οἱ ὁποῖοι ζημιοῦνται διὰ τὰς 26 ἐτησίας δόσεις κατὰ τὸν νόμον περὶ τὰς 490–500 χιλ. δραχμῶν, ἕνεκα τῆς μὴ ὀρθῆς κατατάξεως τῶν δηλωθεισῶν γαιῶν των εἰς ἃς πράγματι τοποθεσίας ἀνήκουσι, νὰ ἀναγγείλω τοῦτο εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ νὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διατάξῃ τὸν κ. νομάρχην καὶ τὰ ἄλλα μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, συμφώνως μὲ τὴν προεκδοθεῖσαν ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν διαταγήν, νὰ μεταβῇ ἐπιτοπίως καὶ θεραπεύσῃ τὰ δίκαια παράπονά των· καθόσον ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει ἀναγκαίως θέλουν γεννηθῆ δικαστικοὶ ἀγῶνες, καὶ τοὺς τοιούτους ἀγῶνας ὁ ἐπαξίως κατ’ ἐμὲ κατέχων τὴν θέσιν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Σωτηρόπουλος δέον νὰ ἄρῃ ἐκ τοῦ μέσου, ὡς ἐπιζημίους πρός τε τὸ δημόσιον καὶ τοὺς δηλωτάς.
§26ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Θέλω ἐξετάσει καὶ θέλω ἐνεργήσει ὅ,τι δέον, ὥστε μήτε οἱ φορολογούμενοι νὰ ἀδικηθῶσι, μήτε δικαστικοὶ ἀγῶνες νὰ ἐγερθῶσιν.
§27Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Χθὲς ὑπεσχέθην, κύριοι, νὰ καταθέσω μίαν δικαστικὴν ἀπόφασιν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ ὑδραγωγείου, καὶ νὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι ἡ ὑπόθεσις αὕτη ὑπάγεται εἰς τὰ δικαστήρια, καὶ ὅτι τὰ δικαστήρια ἀπέῤῥιψαν τὴν πρότασιν τοῦ δημάρχου νὰ διατάξῃ ἀνακρίσεις. Συνεπῶς ὁ κ. Ῥάλλης δὲν εἶχε δίκαιον νὰ ἔλθῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ νὰ ἐκθέσῃ ὅσα δὲν ἥρμοζαν εἰς τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν κατέχει. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἔχῃ καιρὸν ν’ ἀναγνώσω τὸ διατακτικόν, εἶναι ἕτοιμος.
§28ΤΙΝΕΣ. Ἀρκεῖ ἡ κατάθεσις.
§29Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὴν ἀφίνω λοιπὸν εἰς τὸ προεδρεῖον, διὰ νὰ λάβῃ γνῶσιν ὅστις θέλει. Εὐχαριστῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διότι ἔσπευσε νὰ δώσῃ πληροφορίας εἰς τὴν χθεσινὴν ἐπερώτησίν μου. Θὰ ἐπαναλάβω καὶ μίαν ἄλλην παράκλησιν ἀκόμη, νὰ προσαγάγῃ ὅλα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα τῆς ὑποθέσεως Σιμοπούλου, τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Ἐκπαιδευτηρίου, μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα ἴδῃ ἡ Βουλὴ τὰς ἀποφάσεις καὶ τὴν ὁμολογίαν τοῦ ἰδίου κατηγορουμένου.
§30ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶναι ζήτημα νομικὸν αὐτό.
§31Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μάλιστα εἶναι ζήτημα νομικόν ἀλλ’ ὅταν ὁ κατηγορούμενος δὲν ὁμολογῇ τὴν πρᾶξίν του τότε δὲν ἠμπορεῖ πᾶς τις νὰ κρίνῃ τίς ἔχει τὸ δίκαιον. Ἐδῶ ὅμως ὁ κατηγορούμενος ὡμολόγησε τὴν παράβασιν τοῦ νόμου, καὶ πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ἴδῃ ὁποία ἡ ἀπόφασις τοῦ ὑπουργείου καὶ ἐκείνη τοῦ ἐφόρου. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ κατατεθῶσιν ὅλα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, δηλῶ δὲ εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου εἶμαι ἀντιπρόσωπος τῶν ἐντολέων μου καὶ παρακαλῶ νὰ μὴ παρεξηγῶνται ὅσα λέγω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου.
§32ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε πρόεδρε, τὰ ζητήματα, περὶ τῶν ὁποίων χθὲς ἔκαμα λόγον, εἶναι τρία, καὶ παρακαλῶ ν’ ἀναγνωσθῇ ἡ ἀπόφασις, ἥτις κατετέθη, διὰ νὰ λάβωμεν καὶ ἡμεῖς γνῶσιν εἰς ποῖον ἐκ τῶν τριῶν ἀναφέρεται.
§33ΙΕΡΟΜΝΗΜΩΝ. Ὑποβάλλω, κύριοι, ἀναφορὰν τοῦ Πέτρου Πατρικίου, ἀρχαίου ἀγωνιστοῦ, αἰτουμένου σύνταξιν ἢ βοήθημα.
§34ΤΙΝΕΣ. Περὶ τίνος, ἀναγνώσατέ την.
§35ΙΕΡΟΜΝΗΜΩΝ. Ἔδωκε 30 τοιαύτας ἀναφοράς, καὶ ὅλαι εἶναι εἰς τὸ ἀρχειοφυλακεῖον τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ ἀγῶνος. Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἠγωνίσθη ἀπὸ τὰς ἀρχὰς τοῦ ἀγῶνος καὶ ἔχει μαρτύρια τῶν ἀγώνων του ἀπὸ ἄνδρας, τῶν ὁποίων τὰ ὀνόματα εἶναι σεβαστά. (Θόρυβος) Φαίνεται, ὅτι σᾶς ἐνοχλῶ πολλάκις.
§36ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι, ἐξακολουθήσατε.
§37ΙΕΡΟΜΝΗΜΩΝ. Ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ ἀγῶνος ὁ ἄνθρωπος οὗτος συνεξεστράτευσε μετὰ τῆς περιουσίας του κατὰ τοῦ ἐχθροῦ, διότι εἶχε μίαν περιουσίαν, δι’ ἧς κατήρτισεν ἓν σῶμα, ἔλαβε μέρος εἰς διαφόρους μάχας μετὰ διαφόρων ὁπλαρχηγῶν, παρὰ τῶν ὁποίων ἔλαβε καὶ πιστοποιητικὰ ἐπίσημα τῶν ἀγώνων του. Εἶναι ὁ Μακρυγιάννης, ὁ Καραϊσκάκης, ὁ Γρίβας καὶ πολλοὶ ἄλλοι. Οἱ ἀείμνηστοι οὗτοι ὁπλαρχηγοὶ ἐξαίρουν τὴν ἀνδρείαν τοῦ ἀγωνιστοῦ τούτου. Τώρα εἶναι ἐποχή, καθ’ ἣν πρέπει νὰ κινήσωμεν τὸν ζῆλον τῶν μελλόντων ν’ ἀγωνισθῶσι. Μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ ἀναφορὰ αὕτη δὲν πρέπει νὰ σταλῇ πάλιν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν ἢ τοῦ ἀγῶνος, ἀλλ’ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν μετὰ συστάσεως ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς, ἵνα δοθῇ εἰς αὐτὸν ἓν μικρὸν βοήθημα, διότι ὁ ἄνθρωπος λιμώττει ἤδη. Πρὶν εἶχε μικρὰν ὑπηρεσίαν, ἦτο ἀποθηκάριος καὶ δημόσιος εἰσπράκτωρ, ἀλλὰ τώρα ἐγήρασε πλέον ὁ δυστυχὴς καὶ δὲν ἔχει οὔτε τὸν ἐπιούσιον ἄρτον, εἶναι ἐπαίτης, καὶ εἶναι ἐντροπὴ νὰ ἦναι ἐπαῖται οἱ ἄνθρωποι τοῦ ἀγῶνος. Καταθέτω δὲ καὶ τὰ ἔγγραφα ταῦτα ὅλα.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγκρίνει ἡ Βουλὴ νὰ σταλῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν;
§39ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§40ΦΙΛΗΜΩΝ. Γνωρίζω, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι ἰδίως εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις δὲν εἶναι ἄξιον τῆς ἰδιαιτέρας προσοχῆς τῆς Βουλῆς τὸ ζήτημα, ὅπερ εἰσήγαγεν ὁ συνάδελφός μου, ὁ Βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Ῥάλλης, ἐντεῦθεν δὲ οὔτε θὰ ὡμίλουν περὶ τούτου· ἀλλ’ ἐπειδὴ ὡμίλησε περὶ τῶν γενομένων ἐν τῷ Δημοτικῷ Συμβουλίῳ, τὰ γενόμενα δὲ ταῦτα δὲν ἐξετέθησαν ἐν ὅλῃ τῇ ἀκριβείᾳ, διότι ἴσως αἱ πληροφορίαι, ὅσας ἔλαβε, δὲν ἦσαν ἀκριβεῖς, ὑποβάλλω τὰ σχετικὰ πρακτικὰ τῆς συνεδριάσεως τοῦ δημοτικοῦ Συμβουλίου, ὡς χθὲς ὑπεσχέθην. Ἐκ τῶν πρακτικῶν αὐτῶν θέλετε πεισθῆ, ὅτι οὐδεμία θετικὴ καὶ αὐθεντικὴ πρότασις ὑπεβλήθη, ὡς χθὲς παρεστάθη ἀπὸ τοῦ βήματος. Ἔλαβε χώραν ἁπλῶς ὁμιλία τις τοῦ Δημάρχου, ὄχι μετὰ τοῦ κ. Κουμουνδούρου ἀπ’ εὐθείας, ἀλλὰ μετ’ ἄλλου, τοῦ κ. Ἀριστομένους Οἰκονόμου, ἀντιπροσωπεύοντος τοὺς κληρονόμους τοῦ μακαρίτου Πεῤῥωτοῦ, κυρίους τοῦ τμήματος τῶν Ἀδαμῶν, εἰς ὃ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος μετέχει κατὰ τὸ ἓν τρίτον ὡς κληρονόμος καὶ οὗτος, ἀντιπροσωπεύων τὴν σύζυγόν του. Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον τοῦ Δήμου Ἀθηναίων μίαν μόνην ἐψήφισε πρὸ καιροῦ σχετικῶς πρὸς τὸν κ. Κουμουνδοῦρον πρᾶξιν, τὴν ἑπομένην: «Ὁ Δήμαρχος μετὰ τοῦ Προεδρείου τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου νὰ μεταβῇ παρὰ τῷ κ. Κουμουνδούρῳ καὶ παρακαλέσῃ αὐτὸν, ἵνα μὴ παρεμβάλλῃ προσκόμματα εἰς τὴν πρόοδον τῶν ὑδραυλικῶν ἐργασιῶν τοῦ Δήμου ἐν τῷ κτήματί του» Ἡ ἀπόφασις δ’ αὕτη ἐγένετο, πρὶν ἢ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος γείνῃ Πρωθυπουργός. Ὡς βλέπετε, δὲν πρόκειται οὔτε περὶ ἀγορᾶς ὕδατος, οὔτε περὶ τοιούτων συμφωνιῶν. Ὁ κ. Δήμαρχος ἀληθῶς εἶπεν, ὅτι ὁ Ἀριστομένης Οἰκονόμου, ἐκ μέρους δῆθεν τῶν κληρονόμων Πεῤῥωτοῦ, εἶπεν αὐτῷ, ὅτι οἱ κληρονόμοι οὗτοι, οἱ κατὰ τὰ δύο τρίτα κύριοι τοῦ κτήματος τῶν Ἀδαμῶν, δύνανται «νὰ ἐπιτρέψωσι τὴ πρόοδον τῶν ἐργασιῶν τοῦ Ὑδραγωγείου διὰ τοῦ κτήματός των, ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ πληρώνῃ αὐτοῖς ὁ Δῆμος 30 δραχμὰς δι’ ἕκαστον δράμιον ὕδατος.»
§41ΡΑΛΛΗΣ. Τί εἶπον ἐγὼ χθές;
§42ΦΙΛΗΜΩΝ. Δὲν ἀμφισβητῶ τί εἴπατε. Καταθέτω τὰ πρακτικὰ ὁλόκληρα τῆς συνεδριάσεως τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου, καὶ ἑπομένως ἐπαρκῶς δεικνύω, ὅτι οὐδὲν σκοπῶ νὰ ἀποκρύψω.
§43ΔΟΥΜΑΣ. Ποίαν ἡμερομηνίαν φέρει ἡ συνεδρίασις αὕτη;
§44ΡΑΛΛΗΣ. Τῆς 20 Ὀκτωβρίου.
§45ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἀλλ’ εὐθὺς ἀμέσως μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ Δημάρχου ταύτην, εἷς τῶν δημοτικῶν Συμβούλων ὁ κ. Σιβιτανίδης προσέθετο τὰ ἑξῆς: (Ἀναγινώσκει ἐκ τῶν πρακτικῶν). «Καὶ ἐγὼ παρετήρησα τὸ ζήτημα τοῦτο ἐν τῇ προσκλήσει τοῦ Προέδρου, καὶ τὸ ἑσπέρας, ἰδὼν τὸν κ. Ἀλ. Κουμουνδοῦρον, ἠρώτησα περὶ τούτου, οὗτος δὲ μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι οὐδεμίαν περὶ συμβιβασμοῦ πρότασιν ἐποιήσατο, οὐδὲ σκοπὸν ἔχει νὰ ποιήσῃ τοιαύτην· τοὐναντίον μὲ διεβεβαίωσεν, ὅτι ὁ Δήμαρχος ἐποιήσατο αὐτῷ προτάσεις συμβιβασμοῦ, ἃς ἀπέκρουσε, καὶ τῶν βεβαιώσεών του τούτων μοὶ ἔδωκε τὴν ἐντολὴν νὰ κάμω χρῆσιν. Ὁ Δήμαρχος παρατηρεῖ, ὅτι διὰ τοῦ Ἀριστ. Οἰκονόμου δὲν ἐζήτησε παρὰ τοῦ Κουμουνδούρου εἰ μὴ νὰ παύσῃ παρακωλύων τὴν πρόοδον τῆς ἐκκαθαρίσεως τοῦ ὑδραγωγείου. Εἶτα τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, τῇ προτάσει τοῦ Ἀλεξ. Ὀλυμπίου ἐμμένον εἰς τὴν προηγουμένην ἀπόφασίν του, παρακαλεῖ τὴν Ἐπιτροπὴν νὰ μὴ ὀλιγωρήσῃ τὴν μετάβασίν της παρὰ τῷ κ. Κουμουνδούρῳ πρὸς ἐπίτευξιν τῆς ἐξακολουθήσεως τῶν ὑδραυλικῶν ἐργασιῶν.» Ἠδύνατο δὲ ὁ κ. Σιβιτανίδης ν’ ἀπαντήσῃ οὕτω, διότι, ὡς γνωρίζετε, ἐν τοῖς προσκλητηρίοις διὰ τὰς συνεδριάσεις τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, σημειοῦνται τὰ θέματα τῆς συνεδριάσεως, εἶχε δὲ σημειωθῆ ὡς 23 ἀντικείμενον τῆς συνεδριάσεως τῆς 20 Ὀκτωβρίου καὶ τὸ περὶ συμβιβασμοῦ διὰ τὴν ὑπόθεσιν τῶν Ἀδαμῶν. Ἐξηγεῖται οὕτω κάλλιστα πῶς ὁ κ. Σιβιτανίδης ὡμίλησεν ἐν τῷ Συμβουλίῳ, ὡς ὡμίλησεν. Ὡς βλέπετε, κύριοι Βουλευταί, οὐδεμία θετικὴ καὶ ὡρισμένη πρότασις περὶ ἀγορᾶς ὑδάτων τοῦ κτήματος τῶν Ἀδαμῶν ὑπεβλήθη καὶ συνεζητήθη. Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ εἰς τὸ κατ’ οὐσίαν ζήτημα, ἐνόσῳ ὑπάρχει τουλάχιστον τὸ ἐνεστὸς Δημοτικὸν Συμβούλιον, οὐδέποτε θέλει γείνει ἀγορὰ οἱαδήποτε ὑδάτων, ἀνηκόντων εἰς τὸ Ἁδριάνειον ὑδραγωγεῖον, διότι παμψηφεὶ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον μυριάκις ἀπεφήνατο, ὅτι δὲν παραδέχεται, ὅτι τὰ ὕδατα τοῦ ἁδριανείου ὑδραγωγείου δύνανται νὰ καταστῶσιν ἰδιόκτητα ἢ ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ Δήμου ἐπ’ αὐτῶν εἶναι δεκτικὸν παραγραφῆς. Διότι δὲ τοιαῦτα ἀνέκαθεν φρονεῖ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Ἀθηναίων, εὑρίσκεται εἰς δίκας ἐπὶ τούτου πρὸς πολλούς. Τὸ ζήτημα εἶναι ἐκκρεμὲς ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης, τὰ Δικαστήρια δὲ πρόκειται νὰ λύσωσιν αὐτό, οὐχὶ ἡ διοικητικὴ ἢ ἡ δημοτικὴ Ἀρχή.
§46Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Τὸ Συμβούλιον τὸ Δημοτικόν, αὐτὸ, τοῦ ὁποίου προεδρεύετε, ἐπεφόρτισε τὸν δεῖνα ν’ ἀποτανθῇ εἰς τὸν κ. Κουμουνδοῦρον ὡς ἄτομον, ἢ ὡς πολιτικόν; Εἶναι ἀντικείμενα ταῦτα ν’ ἀποσχολῶσι τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς εἰς τοιαύτας περιστάσεις; Πρὸς Θεοῦ, κύριοι! εἶναι ἀνυπόφορον αὐτὸ τὸ πρᾶγμα.
§47ΡΑΛΛΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ ἐνθυμηθῆτε τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον ἦλθε τὸ σήμερον συζητούμενον ζήτημα. Δὲν ἀπέδωκα εἰς τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ὑπὸ τὴν ἰδιότητα, τὴν ὁποίαν σήμερον φέρει, ἐνεργεῖ ὅ,τι ἐνεργεῖ ὑπὲρ τοῦ κτήματος τῶν Ἀδαμῶν· ἓν μόνον εἶπον, ὅτι ἡ πρόνοια ἡ νομοθετικὴ ἀπέβαινεν ἀναγκαία ἕνεκα ἀξιώσεων παραλόγων ἐκ μέρους δύο ἢ τριῶν ἰδιοκτητῶν. Νομίζω, ὅτι ἦσαν πάντες παρόντες, ἄλλως δὲν ἔχετε παρὰ νὰ ἀναγνώσητε τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά, διὰ νὰ εὕρητε, ὅτι αὐτὸς ἦτο ὁ τύπος, μὲ τὸν ὁποῖον ἠθέλησα νὰ εἰσαγάγω τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγον. Εἶπον, ὅτι ἀπαιτεῖται πρόνοια νομοθετική, ἐν παραδείγματι δὲ πρὸς ὑποστήριξιν τῆς γνώμης μου ἔφερον τὰς ἀξιώσεις, τὰς ὁποίας ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἔχει. Ἠθέλησαν νὰ μὲ διαψεύσουν καὶ ὡς πρὸς τὰ κωλύματα, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ὡς ἰδιώτης παρενέβαλε καὶ ὡς πρὸς τοὺς ὅρους, ὁ δὲ Πρόεδρος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ὁ ἐπὶ τῶν τελετῶν...
§48ΦΙΛΗΜΩΝ. Αὐτὰ τὰ πνεύματα εἶναι ἐντελῶς ἄσχετα.
§49ΡΑΛΛΗΣ. ... εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ μᾶς φέρῃ τὰ πρακτικά· τὰ ἀναγινώσκω.
§50ΦΙΛΗΜΩΝ. Τὰ ἀνέγνωσα.
§51ΡΑΛΛΗΣ. «Πρᾶξις 304. Ὁ Ἰωσὴφ Γκινάκας παρακαλεῖ «τὸν Δήμαρχον ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τὸ Συμβούλιον ποῖαι εἰσὶν «αἱ περὶ συμβιβασμοῦ προτάσεις τοῦ Ἀλ. Κουμουνδούρου διὰ «τὸ ἐν Ἀδάμαις ὑδραγωγεῖον, αἵτινες ἀναγράφονται ὡς τε«λευταῖον ἀντικείμενον ἐν τῇ σημερινῇ τοῦ προέδρου προσ«κλήσει. «Ὁ δήμαρχος ἀπαντᾷ, ὅτι, ἑπόμενος τῇ ἀποφάσει τοῦ δη«μοτικοῦ συμβουλίου, ἀνεκοίνωσε διὰ τοῦ Ἀρ. Οἰκονόμου τῷ «Ἀλ. Κουμουνδούρῳ τὴν ἀπόφασιν τοῦ συμβουλίου. Οὗτος δὲ «διὰ τοῦ αὐτοῦ Οἰκονόμου μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι ἐκ τοῦ ἐν λόγῳ «κτήματος ἀνήκει αὐτῷ μὲν τὸ ⅓, τοῖς δὲ κληρονόμοις Περ«ρωτοῦ τὰ ⅔, καὶ θέλει δεχθῇ εὐχαρίστως πάντα συμβιβα«σμόν, ὃν οἱ κληρονόμοι οὗτοι ἤθελον κλείσει μετὰ τοῦ δήμου. «Οὗτοι δὲ κάμνουν τὴν πρότασιν νὰ ἐπιτρέψωσι τὴν πρόοδον «τῶν ἐργασιῶν τοῦ ὑδραγωγείου διὰ τοῦ κτήματός των, ὑπὸ «τὸν ὅρον νὰ πληρώνῃ αὐτοῖς ὁ δῆμος 30 δραχμὰς δι’ ἕκα«στον δράμιον ὕδατος. Τὴν πρότασιν ταύτην ἀπήντησα, ὅτι «οὔτε ἐγώ, οὔτε τὸ συμβούλιον εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῇ.»
§52ΦΙΛΗΜΩΝ. Καὶ αὐτὸ τὸ ἀνέγνωσα.
§53ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι.
§54ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν ὑμῶν, κύριοι.
§55ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Ἡ διαφορὰ εἶναι, ὅτι τὰ ἀνέγνωσε μὲ μεγαλειτέραν φωνὴν ὁ κύριος Ῥάλλης.
§56ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ δὲ πρόεδρος τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου δὲν θὰ εἶχε τὸ θάῤῥος νὰ καυχᾶται διὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ συμβουλίου ὡς πρὸς τὴν ἀνακήρυξιν τοῦ ὑδραγωγείου ὡς ἀπαραγράπτου, ἐὰν ἐγὼ δὲν εἶχον ἀναμιχθῆ, διότι τὸ δημοτικὸν συμβούλιον ἐπρότεινε τὸν συμβιβασμὸν ἄλλης ὑποθέσεως, διὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐπλήρονεν ὁ δῆμος 70 χιλιάδας εἰς φίλον τοῦ κ. Φιλήμονος, ἐὰν ἐγὼ δὲν παρενέβαινον καὶ ὁ τότε νομάρχης δὲν ἐδήλου, ὅτι ἤθελεν ἀκυρώσει τὴν πρᾶξιν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου. Ὡς πρὸς δὲ τὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν ὁ κύριος Κ. Κουμουνδοῦρος σᾶς προσήγαγεν, εἶναι ἀπόφασις τοῦ δικαστηρίου τῶν Πρωτοδικῶν, ἡ ὁποία ἀποδεικνύει, ὅτι ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος παρενέβαλεν ὅλα ἐκεῖνα τὰ κωλύματα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερον. Καὶ τὴν συζήτησιν ταύτην δὲν ἔφερον ἐνταῦθα κατὰ τοῦ κ. Κουμουνδούρου, ἀλλὰ χάριν τοῦ κυρίου Τρικούπη· διότι ὁ κύριος Τρικούπης πρὸς ἐμὲ, δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ἐφέρθη ἀδίκως· διότι, ὅτε ἐγὼ ἔγραψά τι ἐν τῇ ἐφημερίδι, ἡ ὁποία γράφεται ὑπὸ τὰς ἐμπνεύσεις του, ἔπρεπε νὰ γνωρίζῃ, ὅτι θὰ ἤμην εἰς θέσιν νὰ διαβεβαιώσω καὶ ν’ ἀποδείξω ὅσα ἔγραφον· ἀλλ’ ὁ κ. Τρικούπης ἐνόμισεν, ὅτι ὤφειλε νὰ μὲ ἀποδοκιμάσῃ. Ὤφειλον λοιπὸν νὰ ἀποδείξω, ὅτι ἡ ἀποδοκιμασία, ἡ ὁποία μοὶ ἐγένετο ἀπὸ τὸν ἀρχηγόν μου, ἦτο ἐντελῶς ἄδικος.
§57ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἐπὶ γεγονότος ἀσχέτου ἠθέλησεν ὁ κ. Ῥάλλης ν’ ἀναφέρῃ ἄλλην ὑπόθεσιν, ἧς δὲν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιληφθῇ, διότι δὲν εἶναι τῆς δικαιοδοσίας της. Ἓν μόνον σᾶς λέγω, ὅτι, ἂν ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἐτελείωνεν, ὁ δῆμος Ἀθηναίων ἤθελεν ἔχει ἤδη ἀντὶ 70,000 δραχμῶν πέντε ὀκάδας ὕδατος περιπλέον καὶ καθαροῦ, οὐχὶ τεθολωμένου, οἷον πίνομεν. Ἐκτὸς τούτου αὐτὸν τὸν φίλον, περὶ τοῦ ὁποίου ὁμιλεῖ ὁ κ. Ῥάλλης, τὸν εἶχε πελάτην του, καὶ ἰδίᾳ αὐτοῦ χειρὶ εἶναι γεγραμμέναι αἱ προτάσεις, διὰ τῶν ὁποίων ἠθέλησε ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι εἶναι ἰδιοκτησία τὸ Ἀδριάνειον ὑδραγωγεῖον καὶ ὅτι ὁ Δῆμος οὐδὲν ἔχει δικαίωμα ἐπ’ αὐτοῦ, οὔτε δύναται νὰ ἔχῃ, διότι τὰ ἐπ’ αὐτοῦ δικαιώματά του ὑπόκεινται εἰς τὴν παραγραφήν, καὶ παρεγράφησαν.
§58ΡΑΛΛΗΣ. Ποτὲ δὲν ἤμην δικηγόρος τοῦ κ. Κασαβέτη. Εὑρισκόμενος εἰς Κηφισσίαν χάριν τοῦ θέρους, παρεκλήθην παρ’ αὐτοῦ νὰ ἐπιθεωρήσω μίαν πρόκλησιν εἰς ἀγωγὴν χάριν καλῆς γειτονίας, ὅπερ ἠδυνάμην ἄλλως νὰ πράξω καὶ ὡς δικηγόρος, (θόρυβος)· τὴν ἐπεθεώρησα, ἀλλὰ δὲν ὑπερησπίσθην τὴν ὑπόθεσιν ἐγώ, ἀλλ’ ἄλλος δικηγόρος, ὁ ὁποῖος εἶναι συνάδελφος τοῦ κ. Φιλήμονος (θόρυβος).
§59Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Μὰ, κύριε Πρόεδρε, εἰς ὅλας τὰς συνόδους πρέπει νὰ συζητῶμεν τὰ ὕδατα τῶν Ἀθηναίων;
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν τῆς ἀπαντήσεως. Ὁ κ. Πετιμεζᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§61ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ ἀναγνώστης τῆς ἱστορίας τοῦ κόσμου πολλάκις εὑρίσκει κατὰ διαφόρους ἐποχὰς συμβάντα ἱστορικά, ἔχοντα τὴν αὐτὴν ὁμοιότητα. Ὅτε Μωάμεθ ὁ Βʹ ἐπολιόρκει τὴν Κωνσταντινούπολιν, ἐντὸς τῆς Κωνσταντινουπόλεως ὑπῆρχον ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι διεφώνουν καὶ ἤριζον σφοδρῶς περὶ τοῦ δὲ καὶ περὶ τοῦ καὶ ἄλλοι δὲ συνέταττον καὶ ἐμελοποίουν Τροπάρια, ἀντάξια τῶν παραγράφων, τὰς ὁποίας συνέταξαν τὰ μέλη τῆς ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον ἐπιτροπῆς. Καὶ τῷ ὄντι ἐξελέξαντο τὴν σημερινὴν περίστασιν, τὴν κρισιμωτέραν εἰς τὴν νεωτέραν Ἑλλάδα, ἵνα συντάξωσι τοιαύτην ἀπάντησιν, διὰ νὰ συζητῶμεν ἐὰν ἐν τῷ Βασιλικῷ Λόγῳ ἀπαιτῆται νὰ γραφῇ ὅ,τι δυστυχῶς ἐγράφη. Καὶ μᾶς ἐμέμφθησαν τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι προέβημεν εἰς συζητήσεις ἐμπαθεῖς, διότι ἴσως ἐνόμιζον, ὅτι οὔτε αὐτὸ τὸ δικαίωμα τῆς ὑπερασπίσεως κατὰ τῆς ἐναντίον ἡμῶν συκοφαντίας εἴχομεν ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου καὶ ἐνώπιον τοῦ Ἔθνους. Μᾶς εἶπον, ὅτι προκαλοῦμεν συζητήσεις ἐμπαθεῖς, καὶ μᾶς τὸ εἶπον ποῖοι! ἐκεῖνοι, οἵτινες ἦλθον νὰ τονίσουν τὴν λύραν των ἐναντίον ἡμῶν, ὅπως μηχανοῤῥαφήσωσι μίαν συκοφαντίαν κατὰ τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως διὰ πράξεις, διὰ τὰς ὁποίας, ὡς σᾶς εἶπεν ὁ Πρόεδρος τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως, ὁ κ. Τρικούπης, ἔχει πλήρη τὴν συνείδησιν ὅτι ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν της, τὴν δὲ ἐπιδοκιμασίαν τοῦ Ἔθνους διὰ τοῦτο θὰ ἔχῃ οὐ μόνον ἐν τῷ νῦν, ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ μέλλοντι, ἀκριβῶς δι’ ὅσα κατηγορεῖται σήμερον. Ἀλλὰ τοὐλάχιστον τὰ μέλη αὐτῆς τῆς ἐπιτροπῆς ἦσαν μεταξύ των σύμφωνα; ἄλλα σᾶς εἶπεν ὁ ἔντιμος Πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς, ἄλλα ὁ εἰσηγητὴς καὶ ἄλλα ἓν μέλος αὐτῆς, ὁ κ. Βαλσαμάκης. Αὐτὴ δὲ ἡ διαφωνία ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν ὑπάρχει πεποίθησις, δὲν ὑπάρχει πρόγραμμα πρὸς τὸ μέρος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συνέταξε τὴν ἀπάντησιν, ἀλλ’ ὅτι αἱ ἰδέαι τῆς πλειονοψηφίας κυμαίνονται μεταξὺ ὅλων τῶν προγραμμάτων, τὰ ὁποῖα ἤθελε παρουσιάσει ἡ ἐποχή. Ἦσαν τοὐλάχιστον σύμφωνοι αὐτοὶ οἱ κύριοι οἱ συντάξαντες τὴν ἀπάντησιν πρὸς αὐτοὺς τοὺς ὑπουργοὺς, οἵτινες ὡμίλησαν ἅμα ὡς ἐσχηματίσθη τὸ ὑπουργεῖον; οὔτε τοῦτο, διότι ἦσαν εἰς ἀντίφασιν πρὸς τὸ λεγόμενον πρόγραμμα τοῦ κ. Κουμουνδούρου, ἦσαν ἀντίθετοι πρὸς τὴν ὁμιλίαν τοῦ κ. Σωτηροπούλου. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος σᾶς εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι θὰ ἐξακολουθήσῃ αὐτὴν τὴν ἰδίαν πολιτικὴν, καὶ μάλιστα μὲ περισσοτέραν δραστηριότητα καὶ μὲ περισσοτέρας δαπάνας καὶ θυσίας τοῦ ἔθνους. Ἔχομεν προσέτι τὴν ὁμολογίαν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις ἀπὸ τοῦ βήματος σᾶς ὡμολόγησεν, ὅτι οὐδέποτε ἦτο ὑπὲρ τῶν κατεσπευσμένων, ἀλλ’ ὑπὲρ τῶν ἠρέμα προπαρασκευῶν, καὶ ὅτι διὰ τοῦτο πολλάκις κατὰ τὸ παρελθὸν προσκληθεὶς νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν κυβέρνησιν τοῦ κ. Κουμουνδούρου, δὲν ἐδέχθη, ἔλαβε δὲ μέρος ἤδη καὶ ἐκηρύχθη ὑπὲρ τῶν κατεσπευσμένων προπαρασκευῶν! Καὶ ὡμολόγησε μὲν, ὅτι αὗται ὑπερβαίνουσι τὰς δυνάμεις τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ τόπου, ἀλλ’ οὐχ ἧττον δὲν ἀπεδειλίασε νὰ γείνῃ σήμερον ὀπαδὸς τοῦ προγράμματος τούτου, διότι, εἶπε, μετὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Συνόδου ἐν Βερολίνῳ, τὴν τελευταίαν, ἦτο πλέον ἐντελῶς εἰς αὐτὸν ἀδύνατον ν’ ἀκολουθήσῃ ἄλλην πολιτικὴν παρ’ αὐτὴν, τὴν ὁποίαν διετύπωσεν!
§62Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές· ἀκολουθεῖ αὐτὴν τὴν πολιτικὴν, ἀδείᾳ τῆς Βουλῆς.
§63ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ.—Ὅθεν εἰς τὴν οὐσίαν εὑρέθημεν μετὰ τῶν ἐντίμων Ὑπουργῶν, τῶν κατεχόντων σήμερον τὴν ἐξουσίαν, εἰς πλήρη ἁρμονίαν.
§64Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Ἀκόμη δὲν εἴπομεν τὸ πρόγραμμά μας.
§65ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ οὐ μόνον εἰς ἁρμονίαν, ἀλλ’ ἐπλειοδότησαν, οὕτως εἰπεῖν, εἰς τὸ πρόγραμμα τῆς κυβερνήσεως τοῦ κ. Τρικούπη. Ἐν τούτοις, ἐνῷ οἱ Ὑπουργοὶ ἠσπάσθησαν τὸ πρόγραμμα τοῦτο, ἡ μερὶς αὕτη, ἡ ἀπαρτίζουσα τὴν πλειοψηφίαν, θέλει νὰ ἐπιῤῥίψῃ στίγμα εἰς τὴν προκάτοχον κυβέρνησιν, ἡ ὁποία τῷ ὄντι ἠσπάσθη τὴν πολιτικὴν αὐτὴν, καὶ διὰ τῶν πραγμάτων ἀπέδειξεν, ὅτι τὴν πολιτικὴν αὐτὴν τὴν θεωρεῖ πεποίθησιν καὶ πίστιν ἱεράν. Δὲν ἐδίστασαν ὅμως τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς νὰ εἴπουν, ὅτι ἐπιεικῶς φερόμενοι, θὰ μᾶς συγχωρήσωσι. Καὶ τίς ποτὲ κατεδέχθη νὰ ζητήσῃ τὴν ἐπιείκειάν σας; ἐπιείκειαν μόνον ζητοῦν, ὡς σᾶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κύριος Τρικούπης, οἱ κακοῦργοι, καὶ τὴν ζητοῦν μόνον ἀπὸ ἐκείνους, οἵτινες ἔχουν δικαίωμα νὰ δώσουν ἐπιείκειαν, ἡμεῖς δὲ, ἐκπληρώσαντες τὸ καθῆκόν μας κατὰ συνείδησιν, ὑπηρετήσαντες τὴν πατρίδα ἐντίμως καὶ ἀφιλοκερδῶς καὶ μετὰ πεποιθήσεως πολιτικῆς, οὐδεμιᾶς ἔχομεν ἀνάγκην ἐπιεικείας. Ὁ κ. πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς, ὁ κ. Κασιμάτης, εὗρεν ἐν τῇ ἐπιστημονικῇ αὑτοῦ μελέτῃ, ὅτι ὁ νόμος περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ εἶναι ἀντισυνταγματικὸς, καὶ ὅτι ναὶ μὲν συνεμορφώθημεν μὲ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου αὐτοῦ, ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶναι ἀντισυνταγματικὸς, δὲν δύναται νὰ καλύψῃ τὴν εὐθύνην μας, καὶ εἴμεθα ὑπεύθυνοι ἀπέναντι τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον παρεβιάσαμεν. Ὁ κ. Κασιμάτης δὲν εἶχε δυσκολίαν νὰ σᾶς εἴπῃ, ὅτι, ἐπειδὴ ἐβραδύναμεν νὰ καλέσωμεν τὸ Κοινοβούλιον, ἐγείναμεν παραίτιοι παρανομίας, τὴν ὁποίαν θέλει νὰ τιμωρήσῃ διὰ τῆς παραγράφου ϛʹ τῆς ἐν τῇ ἀπαντήσει εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον ἀναφερομένης, καὶ σᾶς εἶπεν, ὅτι ὅμοια γεγονότα ἔλαβον χώραν ἐπὶ Καρόλου τοῦ Αʹ καὶ ἐπὶ Ἰακώβου τοῦ Βʹ βασιλέων τῆς Ἀγγλίας. Ὁ κ. Κασιμάτης εἶχεν ἀνάγκην, φαίνεται, ν’ ἀναφέρῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι γνωρίζει τὴν ἱστορίαν Καρόλου τοῦ Αʹ καὶ Ἰακώβου τοῦ Βʹ, καὶ ἐπειδὴ δὲν εὕρισκε τὴν εὐκαιρίαν νὰ τὴν ἀναφέρῃ εἰς ἄλλα μέρη τοῦ λόγου του, τὴν ἀνέφερεν ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον. Ἀλλὰ σᾶς ἀφίνω νὰ ἐκτιμήσητε ἐὰν ἡ μὴ πρόσκλησις τῶν Κοινοβουλίων ἐπὶ Καρόλου Αʹ καὶ Ἰακώβου Βʹ ἐν Ἀγγλίᾳ ἔχῃ τι τὸ κοινὸν μὲ τὰς παρούσας περιστάσεις. Τοῦτο ὁμοιάζει, καὶ ἐπιτρέψατέ μοι τὴν παρέκβασιν, μέ τι ἱστορικὸν, τὸ ὁποῖον γνωρίζω. Ζακύνθιός τις πλοίαρχος εἶχεν ἀναγνώσει ποτὲ, ὅτι πλοῖόν τι ἐναυάγησε καὶ ἐχάθη αὔτανδρον. Ἡ λέξις αὔτανδρον τοῦ ἔκαμε μεγάλην ἐντύπωσιν καὶ ἐπεθύμει νὰ εὕρῃ καιρὸν νὰ τὴν μεταχειρισθῇ. Μετά τινα καιρὸν ναυαγεῖ τὸ πλοῖον αὐτοῦ, διασώζεται δὲ ἐπὶ λέμβου αὐτὸς μετὰ δύο ναυτῶν, καὶ ἐξέρχεται εἰς τὰ μεσημβρινὰ παράλια τῆς Πελοποννήσου· παρουσιάζεται εἰς τὴν ἀρχὴν, διὰ νὰ βεβαιώσῃ τὸ ναυάγιον καὶ νὰ εὕρῃ ἄσυλον καὶ λέγει: κύριε εἰρηνοδίκη, τὸ πλοῖόν μου ἐναυάγησε καὶ ἐχάθη αὔτανδρον. Πῶς αὔτανδρον, ἀφοῦ σὺ καὶ οἱ δύο ναῦται εἶσθε ἐδῶ; Σὲ παρακαλῶ, νὰ βάλῃς τὴν λέξιν αὔτανδρον, διότι αὐτὴ εἶναι μία τζόγια λέξις καὶ πρέπει νὰ στολίσῃ τὸ ναυάγιον (ἱλαρότης.) Αὐτὸ τοῦτο ἔπραξε καὶ ὁ κ. Κασιμάτης· ἐνόμισεν, ὅτι ἡ περίστασις ἦτο κατάλληλος μετὰ τέσσαρας αἰῶνας ἀπὸ τῆς ἐποχῆς Καρόλου Αʹ καὶ Ἰακώβου Βʹ νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν ἱστορίαν εἰς ἡμᾶς. Ἀλλ’ ὁ κ. Κασιμάτης εἶναι συνεπὴς πρὸς ἑαυτὸν, εἶναι συνεπὴς πρὸς ὅσα ὑπέγραψεν ἐν τῷ σχεδίῳ; Ὄχι· διότι ἐνῷ σᾶς εἶπεν, ὅτι ὁ νόμος εἶναι ἀντισυνταγματικὸς καὶ δὲν δύναται νὰ μᾶς καλύψῃ, τὸν ἐπικαλεῖται, ὅπως μᾶς τιμωρήσῃ, καὶ ἰδοὺ τί λέγει. «Καὶ λυπεῖται ἡ Βουλὴ, ὅτι ἡ ὑπεύθυνος Κυβέρνησις ὠλιγώρισε νὰ θεραπεύσῃ τὸ κακὸν δι’ ἀμέσου συγκλήσεως τῆς Βουλῆς σπουδαίως, καὶ δὴ κατὰ τὸν στρατολογικὸν νόμον γινομένης.» Ἀφίνω τὸν κύριον πρόεδρον καὶ ἔρχομαι εἰς τὸν κύριον εἰσηγητήν. Ἐπειδὴ ὁ κ. εἰσηγητὴς ἐν πολλοῖς ἀνέπτυξε ποῖοι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ὑπηγόρευσαν νὰ συνταχθῇ ὅπως συνετάχθη τὸ σχέδιον ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως, δὲν θέλω νὰ προσθέσω ἢ ὀλίγα περὶ τοῦ πρωτοκόλλου ἐν Βερολίνῳ καὶ περὶ τῆς ἀποφάσεως τῆς τελευταίας συνόδου, διότι ὅσα εἶπον οἱ κύριοι ὑπουργοὶ εἶναι πολλά. Περὶ τούτων σᾶς ὡμίλησεν, ὡς προανέφερον, ὁ νῦν ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅταν τὴν πρώτην ἡμέραν μᾶς ἀνήγγελλε τὴν ἀνάῤῥησίν του εἰς τὴν ἀρχὴν, καὶ μᾶς εἶπεν. «Ἀλλ’ ἤδη δὲν εἴμεθα πλέον εἰς θεωρίας· ἔχομεν ἀπόφασιν τῆς Εὐρώπης, ὀφείλομεν νὰ ἐκτελέσωμεν αὐτήν.» Ὁ κ. Ῥοντήρης, ὅπως ἀποδείξῃ, ὅτι ἡμεῖς ἡμαρτήσαμεν, καὶ ἴσως καὶ διὰ τοῦτο πρέπει μᾶλλον νὰ τιμωρηθῶμεν, διότι δὲν ἀνεφέραμεν τὸ πρωτόκολλον τοῦ 1878 ἀπὸ σκοποῦ, ἐπλανήθη, καὶ ἐπλανήθη πλάνην μεγάλην, διότι ταῦτα οὐχὶ μόνον ἡμεῖς, ἀλλὰ καὶ ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τῶν ἀγορεύσεών των τὰ ἐπεβεβαίωσαν, καθόσον ἐθεώρησαν ὡς ἀπόφασιν πραγματικὴν καὶ τετελεσμένην τὴν ἀπόφασιν, ἥτις ἐγένετο κατὰ τὸν παρελθόντα Ἰούλιον ἐν Βερολίνῳ. Ὥστε ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς κύριος Ῥοντήρης, παλαίων ν’ ἀποδείξῃ ταῦτα, ἀνήρει ἐπισήμως τοὺς λόγους τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ δὲν ἀνήρει λόγους ἰδικούς μας, διότι ἡμεῖς οὐδὲν εἴχομεν εἴπει περὶ τούτου μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης. Μᾶς κατηγορεῖτε, ὅτι δὲν συνεκαλέσαμεν τὴν Βουλὴν ἅμα τῇ ἐκδόσει τοῦ διατάγματος τῆς ἐπιστρατεύσεως, μᾶς κατηγορεῖτε, ὅτι ἐδαπανήσαμεν ἄνευ τῆς ἀδείας τῆς ἰδικῆς σας, καὶ ὅτι ὡς Κυβέρνησις ἐπεβάλομεν φόρους εἰς τὸν λαὸν μονομερῶς. Ἡ Κυβέρνησις, μετὰ τὴν πολιτικὴν μεταβολὴν, ἥτις ἔλαβε χώραν ἐν Εὐρώπῃ, εὑρέθη εὐχαρίστως εἰς θέσιν νὰ ἐκτιμήσῃ τὰς περιστάσεις καὶ νὰ τραπῇ δραστηρίως πρὸς τὴν πολιτικὴν, ἥτις ὑπηρέτει καὶ ὑπηρετεῖ τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα. Δύο δρόμοι διηνοίγοντο ἐνώπιόν της, καὶ ὤφειλεν ἢ νὰ ἀκολουθήσῃ τὸν ὁποῖον καὶ ἠκολούθησεν, ἢ νὰ κοιμηθῇ ὑπὸ μανδραγόραν καὶ νὰ ἐξακολουθῇ τὴν συνήθη καὶ τετριμμένην ὑπηρεσίαν. Πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν καὶ τὴν μίαν περίστασιν καὶ τὴν ἄλλην, καὶ τότε θὰ ἴδωμεν ἐὰν πρέπῃ νὰ δώσωμεν ψῆφον μέλαιναν κατὰ τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως. Ἅμα, ὡς σᾶς προεῖπεν ὁ κ. Τρικούπης, παρουσιάσθησαν εὐνοϊκαί περιστάσεις, ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἔσπευσε νὰ προετοιμάσῃ ἀληθῶς, βεβαίως, πραγματικῶς τὸν τόπον, καὶ πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ διατάγματος τῆς ἐπιστρατεύσεως ἐδημοσίευσε τὸ διάταγμα τὸ συγκαλοῦν τὴν Βουλὴν διὰ τὴν ὀγδόην Σεπτεμβρίου. Ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ ταχυτέρα σύγκλησις τῆς Βουλῆς; βεβαίως ὄχι! καὶ ἔχομεν αὐτὴν τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὁ ὁποῖος ὁμολογουμένως ἔχει τὴν μακροτέραν πεῖραν τοῦ κοινοβουλίου, καὶ ὁ ὁποῖος εἶπεν, ὅτι οὐδέποτε τὸ κοινοβούλιον ἠδυνήθη νὰ συνέλθῃ πρὸ τῶν δύο μηνῶν· ἡμεῖς ὅμως τὸ συνεκαλέσαμεν ἐντὸς 40 ἡμερῶν, διὰ νὰ ὑποβάλωμεν τὸ διάταγμα τῆς ἐπιστρατεύσεως εἰς τὴν κύρωσιν τοῦ νομοθετικοῦ σώματος. Ἀλλὰ μέχρι τῆς ἡμέρας ἐκείνης ἔπρεπε νὰ ὑπνώττωμεν; Ἔπρεπε ν’ ἀφήσωμεν τὸν τόπον ἀπροετοίμαστον; Ἔπρεπεν, ἐνῷ ὅλη ἡ Εὐρώπη καὶ ὅλος ὁ κόσμος ἐνδιεφέρετο ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος, ἔπρεπε, λέγω, μόνη ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, μόνοι οἱ Ἕλληνες, νὰ μὴ ἐνδιαφερώμεθα; Ἐὰν τοιοῦτόν τι ἐγκρίνετε, ἡμεῖς εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ δεχθῶμεν τὴν καταδίκην. Ἀλλὰ μίαν τοιαύτην καταδίκην θεωροῦμεν ὡς ἕνα ἀμαράντινον στέφανον· διότι ἡμεῖς δὲν ἐπράξαμεν τίποτε ἄλλο ἢ νὰ προετοιμάσωμεν ἀληθῶς, τακτικῶς καὶ ἐντίμως τὸν τόπον, ὅπως παρασταθῇ εἰς τὴν μετ’ οὐ πολὺ γενησομένην ἴσως ἐν τῇ Ἀνατολῇ μεταβολὴν, καὶ ὅπως παρασταθῇ εὐπρεπῶς καὶ καταλάβῃ τὰς χώρας, τὰς ὁποίας τῷ ἐπεψήφισεν ἡ ἀπόφασις τῆς Εὐρώπης. Σᾶς λέγουν, ὅτι ἐξεδώσαμεν τὸ διάταγμα τῆς ἐπιστρατεύσεως καὶ ἀμέσως προέβημεν παρανόμως εἰς δαπάνας· ὄχι λέγω, προέβημεν καὶ πρότερον εἰς δαπάνας, διότι εἴχομεν τὴν ἀπόφασιν νὰ ἐκδώσωμεν τὸ διάταγμα τῆς ἐπιστρατεύσεως κατόπιν. Ἐβραδύναμεν πρὸς καιρὸν, ἐβραδύναμεν διὰ λόγους ὅλως διόλου πολιτικοὺς, εἰς τοὺς ὁποίους ὠφείλομεν νὰ ὑποκύψωμεν· ἅμα δὲ ὡς παρῆλθον οἱ λόγοι ἐκεῖνοι, ἀμέσως ἐξεδώσαμεν τὸ διάταγμα τῆς ἐπιστρατεύσεως καὶ τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς. Ἐκεῖνοι δὲ, οἱ ὁποῖοι λέγουν, ὅτι ἐδαπανήσαμεν χωρὶς νὰ ἔχωμεν τὴν ἄδειαν τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος, πλανῶνται πλάνην οἰκτρὰν, διότι, ὅταν ὁ νόμος δίδῃ εἰς τὴν κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα νὰ κηρύττῃ τὴν ἐπιστράτευσιν, ὑπονοεῖται καὶ ἕπεται ἀναγκαίως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ νὰ δαπανήσῃ, διότι πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ συγκαλέσῃ στρατὸν ὁλόκληρον χωρὶς νὰ δαπανήσῃ; Ἤθελεν εἶσθαι παράλογος ὁ νομοθέτης νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα νὰ προσκαλέσῃ ὅλον τὸν λαὸν εἰς τὰ ὅπλα, καὶ ἔπειτα νὰ τῷ ἀρνῆται τὰ μέσα, τὰ πρὸς συντήρησιν τοῦ στρατοῦ. Καὶ εἴχατε τὴν ἀξίωσιν νὰ διατηρήσωμεν ἐξ ἰδίων τὸν στρατὸν, τὸν ὁποῖον ὁ νόμος μᾶς ἔδιδε τὸ δικαίωμα νὰ προσκαλέσωμεν; καὶ εἴχατε τὸ δικαίωμα νὰ μεμφθῆτε ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ νὰ εἴπητε, ὅτι ἐδαπανήσαμεν ἐναντίον τῆς ἀδείας τῆς Βουλῆς; Ὄχι, δὲν ἐδαπανήσαμεν ἐναντίον τῆς ἀδείας τῆς Βουλῆς ἀλλὰ μὲ τὴν ἄδειαν αὐτῆς, διότι ὁ νόμος μᾶς δίδει τὸ τοιοῦτον δικαίωμα καὶ ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς, καὶ ἤθελεν εἶσθαι παράλογος, τὸ ἐπαναλέγω, ὁ νομοθέτης νὰ δίδῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἄδειαν νὰ προσκαλῇ στρατόν, χωρὶς νὰ δίδῃ τὰ μέσα τῆς συντηρήσεως αὐτοῦ. Ἀλλά, λέγουν, συνεκαλέσατε τὴν Βουλὴν καὶ τὴν ἀνεβάλετε. Εἶναι ἀνάγκη τώρα, κύριοι, νὰ ἐπαναλάβω ἐγὼ αὐτὰ, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς ἀντιπολιτεύσεως κ. Τρικούπης; Εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ὑπέρτατα συμφέροντα τῆς πολιτείας ὑπηγόρευον τοῦτο, καὶ δὲν ἠδυνάμεθα ἡμεῖς νὰ ἤμεθα κύριοι τῶν περιστάσεων, καὶ δὲν ἠδυνάμεθα ἡμεῖς νὰ μεταβάλωμεν τὰ πράγματα τῆς Εὐρώπης, ὅπως ἠθέλομεν καὶ ἐπεθυμούσαμεν; Κατὰ τὸν Αὔγουστον τὸν παρελθόντα μίαν ἑσπέραν ἤμην εἰς τὸν περίπατον μετὰ τοῦ κ. Φιλήμονος· τὰ πράγματα ἦταν, ὡς καὶ σήμερον, σπουδαῖα· ὡμιλοῦμεν περὶ τῆς συγκαλέσεως τῆς Βουλῆς καὶ περὶ τῆς ἐπανελεύσεως τοῦ Βασιλέως. Ὁ κ. Φιλήμων μὲ ἠρώτησε ποίας εἰδήσεις ἔχετε περὶ τοῦ Βασιλέως, θὰ ἦναι ἐδῶ κατὰ τὴν 8 Σεπτεμβρίου; τῷ λέγω, κ. Φιλήμων, νὰ σὲ βεβαιώσω δὲν δύναμαι, κλίνω ὅμως νὰ πιστεύσω, ὅτι τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους ἀπαιτοῦν ἐπὶ πολὺ ἔτι τὴν παρουσίαν τοῦ ἄρχοντος ἐν Εὐρώπῃ, καὶ πιστεύω, ὅτι ὁ Βασιλεὺς δὲν θὰ ἦναι παρὼν κατὰ τὴν 8 Σεπτεμβρίου. Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν, μοὶ λέγει ὁ κ. Φιλήμων, ν’ ἀνοιχθῇ ἡ Βουλὴ ἐφέτος μετὰ τὰ γεγονότα ταῦτα, ἄνευ τῆς παρουσίας τοῦ Βασιλέως; Ὄχι, τῷ λέγω, κ. Φιλήμων, ἡ γνώμη ἡ ἐδική μου καὶ ἡ γνώμη τῆς Κυβερνήσεως εἶναι, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλὴ σήμερον ν’ ἀνοιχθῇ ἄνευ βασιλικοῦ λόγου· εἶναι ἀνάγκη ὁ βασιλεὺς ἀπὸ τοῦ ὕψους τοῦ θρόνου νὰ ὁμιλήσῃ καὶ εἰς τὸν ἔσω καὶ εἰς τὸν ἔξω κόσμον, καὶ ὁ μὲν ἔσω νὰ μάθῃ ποῖοι σπουδαῖοι λόγοι ὑπηγόρευσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀκολουθήσῃ τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ, καὶ διὰ ποίους σπουδαίους λόγους τὸ ἔθνος ὑποβάλλεται εἰς αὐτὰ τὰ μεγάλα βάρη καὶ εἰς αὐτὰς τὰς μεγάλας θυσίας· εἰς δὲ τὸν ἔξω νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ ἀπόφασις τοῦ ἔθνους μου, ἡ ἀπόφασις ἡ ἰδική μου εἶναι αὐτή, τὴν ὁποίαν διετύπωσα ἐν τῷ βασιλικῷ λόγῳ. Καὶ νομίζετε, κύριοι, ὅτι τοῦτο εἶναι ἐπουσιῶδες; καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες συνέταξαν αὐτὴν τὴν ἀπάντησιν πιστεύουν ἐν συνειδήσει, τοὺς ἐρωτῶ, ὅτι ἡ ἀναβολὴ ἀπὸ τῆς 8 Σεπτεμβρίου μέχρι τῆς 9 Ὀκτωβρίου εἶναι ἀναβολή, τὴν ὁποίαν ὑπηγόρευσαν προσωπικὰ συμφέροντα τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην; τὸ πιστεύετε; ὄχι, δὲν τὸ πιστεύετε, δὲν δύνασθε νὰ τὸ πιστεύσητε, διότι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη εἰς τὸ πρόγραμμά της, εἰς τὰς ἀρχάς της, εἰς τὰς πεποιθήσεις της ἔχει πίστιν, πίστιν, τὴν ὁποίαν μετέδωκε καὶ ἐκτὸς αὐτῆς. Ἀνάγκη λοιπὸν, καὶ ἀνάγκη ἀναπόδραστος, ἐκράτει τὸν βασιλέα ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος, ἀνάγκη, καὶ ἀνάγκη ἀναπόδραστος, ἀπῄτει τὴν παρουσίαν αὐτοῦ, ὅπως ἀνοίξῃ τὸ κοινοβούλιον διὰ τοῦ βασιλικοῦ του λόγου. Αὐτὸς ἦτο ὁ λόγος ὁ ὑπαγορεύσας τὴν ἀναβολὴν ἀπὸ τῆς 8 Σεπτεμβρίου μέχρι τῆς 9 Ὀκτωβρίου. Καὶ πότε εὐτυχῶς ἔφθασεν ὁ βασιλεύς; τὴν 5 Ὀκτωβρίου, καὶ τὸ κοινοβούλιον ἤνοιξε τὴν 9, τουτέστι σχεδὸν ἀκριβῶς κατὰ τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἔφθασεν ὁ βασιλεύς, δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι καὶ ἤνοιξε τὸ κοινοβούλιον....
§66ΜΙΑ ΦΩΝΗ. Τί ὡραῖα ἦλθον τὰ πράγματα.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε, κύριοι, παρακαλῶ.
§68Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀκούω μίαν φωνὴν ἐξ εὐωνύμων, τί ὡραῖα ἦλθον τὰ πράγματα.
§69ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ὁμιλεῖτε πρὸς τοὺς ἐξ εὐωνύμων, σᾶς ἐρωτῶ, εἶναι διεθνὴς ὁ λόγος αὐτὸς, τὸν ὁποῖον εἴπατε, τουτέστι τὸ νὰ ἐκφωνήσῃ ὁ βασιλεὺς λόγον ἐν τῷ κοινοβουλίῳ;
§70Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡμεῖς οὕτω τὸ ἐθεωρούσαμεν.
§71ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. ....... (Θόρυβος.)
§72Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. ........ (Θόρυβος.) Ἐκάματε, λέγουν, δάνεια· ἐκάμαμεν δάνεια, τὰ ὁποῖα τιμοῦν τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, διότι ἡμεῖς ἐδανείσθημεν ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐγγυήσεως, μὲ μόνην τὴν πίστιν τῆς Κυβερνήσεως, γεγονὸς, τὸ ὁποῖον πρώτην φορὰν συνέβη εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Καὶ ἡμεῖς ὄχι μόνον ἐδανείσθημεν, ὅπως ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς προμηθείας, ἀλλὰ σᾶς προητοιμάσαμεν καὶ ἄλλο δάνειον, τὸ ὁποῖον, καίτοι εἰπόντες, ὅτι δὲν τὸ δέχεσθε, τὸ ἐδέχθητε, διότι τίποτε ἄλλο δὲν ἠμπορεῖτε νὰ κάμητε. Δὲν ἐφέρατε, λέγει, τὴν Βουλὴν, ἥτις ἤθελεν ἐπὶ εὐρυτέρων βάσεων προετοιμάσει καὶ παρασκευάσει τὸν τόπον, ἥτις ἤθελε δώσει τὰ μέσα εἰς ὑμᾶς νὰ ἔχητε ὑπαξιωματικοὺς καὶ ἀξιωματικούς, τῶν ὁποίων σήμερον στερεῖσθε. Ἐνόμισεν ὁ κ. Ῥοντήρης, ὅτι οἱ ὑπαξιωματικοὶ καὶ ἀξιωματικοὶ γίνονται δι’ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς· ἀλλ’ οὐχ οὕτω, κ. Εἰσηγητά· οἱ ὑπαξιωματικοὶ καὶ ἀξιωματικοὶ γίνονται μόνον δι’ ἐκπαιδεύσεως μακρᾶς, μεμελετημένης, πιστῆς, καὶ μόλις ἠδυνήθη νὰ προετοιμασθῇ ἡ Πρωσσία κατὰ τὸν πόλεμον τοῦ 1866 καὶ τοῦ 1870, ἀρχίσασα τὰς προετοιμασίας αὐτῆς ἀπὸ τὸ 1806, τουτέστιν μετὰ τὴν μάχην τῆς Ἰένης. Ἂν νομίζητε σεῖς καὶ πιστεύητε, ὅτι διὰ τῆς ἀποφάσεώς σας ἠθέλετε δημιουργήσει ἀξιωματικοὺς καὶ ὑπαξιωματικούς, πλανᾶσθε. Ὅλα τὰ στοιχεῖα, ὅλον τὸ ὑλικὸν, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις, τὰ μεταχειρίσθη καὶ κατώρθωσε νὰ ἐνσταλάξῃ εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ λαοῦ τὴν τάξιν καὶ τὴν πεποίθησιν, ὅτι, ὅ,τι γίνεται σήμερον, γίνεται σπουδαίως, καὶ οὐχὶ κατ’ ἐπίφασιν, ὡς ἄλλοτε ἔλεγεν ὁ ἀείμνηστος συνάδελφός μου μακαρίτης Ζαΐμης καὶ ἠδυνήθη νὰ συλλέξῃ ὅλον τὸ ὑλικόν, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ ἔχῃ, καὶ προσεκάλεσε τοὺς ὑπαξιωματικοὺς τοὺς ὑπεραρίθμους καὶ τοὺς ὑπαξιωματικοὺς τοὺς ἐφέδρους, καὶ ὅλα τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα εἴχομεν. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅταν προχθὲς ὁ κ. Τρικούπης ὡμίλει ἀπὸ τοῦ βήματος καὶ ἔλεγεν, ὅτι προσεκαλέσαμεν τοὺς ὑπεραρίθμους, εἶπεν εἰς τὸν κ. Τρικούπην, καὶ τί μᾶς χρησιμεύουσιν οἱ ὑπεράριθμοι ὑπαξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι οὐδὲν γνωρίζουν; Καὶ ἂν δὲν γνωρίζουν τίποτε, πταίομεν ἡμεῖς; εἴμεθα ὑπεύθυνοι ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ 70 μόνον ἡμέρας εἰργάσθημεν νὰ δημιουργήσωμεν στρατὸν, ἢ σεῖς, οἱ ὁποῖοι λέγετε, ὅτι ἔχετε ἀρχαίαν πολιτικὴν καὶ ἡ πολιτική σας αὕτη συνέταξε τὸ Ἔθνος; Ποῖα εἶναι τὰ ἐφόδια, ποῖα εἶναι τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα παρεδώκατε εἰς ἡμᾶς; οὐδὲν ἀπολύτως οὐδέν. Μόνον καὶ μόνον ὡς ἐφόδιον εἴχομεν παραλάβει τὴν ἔλλειψιν τῆς πεποιθήσεως τοῦ λαοῦ, ὅτι τὰ γινόμενα παρὰ τῆς Κυβερνήσεως εἶναι σπουδαῖα. Καὶ ἠθέλετε ἡμεῖς, κύριοι, εἰς τὸ διάστημα τῶν 70 ἡμερῶν, ὅπου ἐξεδόθη τὸ διάταγμα τῆς ἐπιστρατεύσεως, μέχρι τῆς ἡμέρας ὅπου συνῆλθεν ἡ Βουλή, ἠθέλετε νὰ προετοιμάσωμεν στρατὸν 50,000 καὶ νὰ τὸν ἔχωμεν ἐφάμιλλον πρὸς τοὺς στρατοὺς τῆς Γερμανίας, Ἀγγλίας καὶ Γαλλίας; Μὰ τὸν Θεὸν, τὴν ἀπαίτησίν σας ταύτην οὐδεὶς ἠδύνατο νὰ πραγματοποιήσῃ. Καὶ ὅμως μᾶς κατηγορεῖτε, ὅτι δὲν ἐσεβάσθημεν τὸ Σύνταγμα, ὅτι δὲν συνεκαλέσαμεν τὴν Βουλὴν, καὶ ὅτι εἰς τὸν τόπον ἐπεβάλαμεν τόσα βάρη· καὶ ὅμως, ἀφοῦ μᾶς κατηγορεῖτε δι’ αὐτὸ, ἐξακολουθεῖτε ἔτι τὴν αὐτὴν ὁδόν. Καὶ ἂν ἡμεῖς παρέβημεν τὸ Σύνταγμα, ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἀπὸ τῆς ἡμέρας ὅπου ἦλθε μέχρι σήμερον ἀκολουθοῦσα ἡμᾶς, παραβιάζει ἐπίσης τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους, διότι δαπανᾷ παρὰ τὴν θέλησιν τῆς Βουλῆς; Διατί λοιπὸν, ὡς σᾶς εἶπεν ὁ κ. Τρικούπης, δὲν ἐπεκτείνετε τὴν ἐπιτίμησιν ὑμῶν καὶ ἐπὶ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν; Καὶ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις κατὰ τὸ διάστημα τῶν 20 ἡμερῶν ἐδαπάνησε πλειότερα παρ’ ὅ,τι ἡμεῖς ἐδαπανήσαμεν κατὰ τὸ διάστημα τῶν 70 ἡμερῶν, καὶ τοῦτο εἶναι πολὺ φυσικόν, διότι σήμερον εἶναι πλέον τῶν 50,000 ἀνδρῶν, δι’ οὓς δαπανᾷ, ἡμεῖς δὲ εἴχομεν πολὺ ὀλιγωτέρους ὅτε ἠρχίσαμεν νὰ δαπανῶμεν, καθ’ ὅσον βαθμηδὸν ηὔξανεν ὁ στρατός. Καὶ ἐνῷ μᾶς κατηγορεῖτε ἀφ’ ἑνὸς ὅτι παρεβιάσαμεν τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους, ἀφ’ ἑτέρου μᾶς κατηγορεῖτε, ὅτι ἔχομεν στρατιώτας γυμνοὺς καὶ ἀνυποδήτους. Ἀπὸ τὸ ἓν μέρος μᾶς λέγετε δὲν πρέπει νὰ ἐξοδεύητε, ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος θέλετε νὰ ἔχωμεν καλῶς συντηρημένον τὸν στρατόν· θέλουν κατὰ τὸ δὴ λεγόμενον, «τὸν λύκον χορτάτον καὶ τὴν προβατίνα ἀκέρια». Μᾶς κατηγορεῖ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἢ μᾶλλον μᾶς συκοφαντεῖ, ὅτι δὲν ἐνεδύσαμεν τοὺς στρατιώτας· ἡμεῖς, κύριοι, παρηγγείλαμεν καὶ ἦλθον ἐγκαίρως ὅλαι αἱ προμήθειαι αἱ μᾶλλον ἀναγκαῖαι διὰ τὸν στρατόν· ἦλθον πεντακόσια δέματα καὶ ἔμειναν ἐκτεθειμένα εἰς τὴν βροχὴν ἔξωθεν τοῦ τελωνείου Πειραιῶς, ἕνεκεν τῆς ὀλιγωρίας τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις, διὰ ν’ ἀποδώσῃ κατηγορίαν εἰς ἡμᾶς, οὔτε ἐφρόντισε νὰ τοποθετήσῃ τὸ ὑλικὸν εἰς τὰς ἀποθήκας, οὔτε ἐφρόντισε ν’ ἀποστείλῃ αὐτὸ εἰς τὰς ἐπαρχίας, διὰ νὰ ἐνδυθῶσιν οἱ στρατιῶται, ἐνῷ καθ’ ἡμέραν ἀναχωροῦσιν ἀτμόπλοια δι’ ὅλα τὰ σημεῖα τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἐν τούτοις τὰ δέματα μένουν, καὶ παραπονεῖται ὁ Βουλευτὴς Ἀργολίδος, ὅτι προσῆλθον προχθὲς στρατιῶται φθειριῶντες, καὶ διατί ὁ κ. Τρικούπης δὲν ἔσπευσε νὰ καθαρίσῃ αὐτοὺς ἀπὸ τὰς φθείρας. Εἶναι ἀνάγκη ἀκόμη νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι πλέον δικαίωμά σας, ὡς σᾶς τὸ εἶπον πρὸ ἐμοῦ δύο ἀγορεύσαντες· δὲν ἔχετε δικαίωμα ὑμεῖς νὰ γράψητε ὅ,τι γράφετε εἰς τὴν ἀπάντησιν τοῦ βασιλικοῦ λόγου, τὰ δικαιώματά σας εἶναι διεγεγραμμένα ἀπὸ τοὺς νόμους τῆς Πολιτείας· τὸ πρῶτον τὸ ἐξησκήσατε, τὸ ἕτερον μόνον σᾶς μένει τοῦ νὰ κατηγορήσητε τὴν κυβέρνησιν, ἀλλὰ διαφωνία καὶ διαφωνία μεγίστη ὑπάρχει μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς. Ὁ κ. Βαλσαμάκης λέγει, ὅτι ἐβραδύνατε νὰ φέρητε τὴν Βουλήν, καὶ δὲν ἐφέρετε τὴν Βουλήν· ἐνδεχόμενον νὰ σᾶς ἔλεγε, θέλομεν 30, 35 χιλ. στρατὸν, ἐνδεχόμενον νὰ ἐκάλει τὰς 2 ἢ τὰς 3 ἡλικίας, καὶ σήμερον εἴμεθα ἠναγκασμένοι ἡμεῖς νὰ παραδεχθῶμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σεῖς ἐκάματε· τουτέστιν ὁ κ. Βαλσαμάκης σᾶς λέγει, ὅτι οὐδεμίαν πεποίθησιν ἔχομεν ἐπὶ τῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν θὰ ἀκολουθήσωμεν, ἀλλ’ εὕρομεν μίαν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν θὰ ἀκολουθήσωμεν. Ὁ κ. Ῥοντήρης ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ τὴν παρανομίαν τόσον μεγάλην καὶ φοβερὰν, ὥστε ἤθελε νὰ σᾶς ἀφήσῃ ἐκπλήκτους ἀπέναντι τοῦ φόβου αὐτῆς, ἥτις ἐγένετο ἀπὸ τὴν πεσοῦσαν κυβέρνησιν. Καὶ τί σᾶς εἶπε; στρατὸν συνεκαλέσατε, ἐκάματε δαπάνας, αἵτινες ὑπερέβησαν τὸ ἥμισυ τοῦ ὅλου προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους, παρεβιάσατε τὸ σύνταγμα, καὶ διὰ τοῦτο ἐκφράζομεν τὴν λύπην μας. Ἀλλ’ ἐρωτῶ τὸν κ. Ῥοντήρην, εἶναι ἀνταξία ἡ κατηγορία, τὴν ὁποίαν ἀπευθύνει κατὰ τῆς πεσούσης κυβερνήσεως, μὲ τὴν τιμωρίαν, τὴν ὁποίαν θέλει νὰ τῇ ἐπιβάλῃ, μὲ τὴν τιμωρίαν τῆς λύπης; Σεῖς παρεστήσατε, ὅτι τὸ ἔγκλημα εἶναι σπουδαῖον, εἶναι σοβαρόν. Ἂν ἔχητε τὸ θάῤῥος νὰ ὑποστηρίξητε, ὅτι ἡμεῖς παρεβιάσαμεν τοὺς νόμους, ὅτι ἐδαπανήσαμεν τὸ ἥμισυ τοῦ προϋπολογισμοῦ, πρέπει νὰ μᾶς παραπέμψητε ἐκεῖ ὅπου σᾶς εἶπεν ὁ κ. Τρικούπης, διότι ἐκεῖθεν θὰ προέλθῃ ἡ ἐτυμηγορία, καὶ τὸ δικαστήριον θὰ κρίνῃ μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν· δὲν εἶσθε σεῖς ἁρμόδιοι νὰ δικάσητε περὶ ἡμῶν, οὔτε ἡμεῖς περὶ ὑμῶν. Καὶ λοιπὸν ὁ κ. Βαλσαμάκης λέγει, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐνδεχόμενον νὰ μὴ παραδέχετο τοῦτο, ἐκεῖνο, ἢ τὸ ἄλλο, καὶ ἤδη εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ παραδεχθῶμεν, ὅπερ ὑμεῖς ἐπράξατε· καὶ διατί; ἔχει, κύριοι, τὸν λόγον του, καὶ λόγον πονηρὸν ἡ πρότασις τοῦ κ. Βαλσαμάκη.
§73ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Κατὰ τὴν κρίσιν σας.
§74Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ ἠξεύρετε διατί τὸ εἶπεν ὁ κ. Βαλσαμάκης; διότι οὐδεμίαν πεποίθησιν ἔχουν ἐπὶ τῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν θὰ ἀκολουθήσουν, καὶ διὰ τοῦτο σᾶς λέγουν ἐνδεχόμενον ἡ Βουλὴ νὰ ἐκάλει τὰς 2, 3, 4 ἡλικίας, ἐνῷ ἡμεῖς εἴμεθα ἠναγκασμένοι ν’ ἀκολουθήσωμεν τὸ σύστημα τὸ ἰδικόν σας, διότι, ἂν συμβῇ, ὃ μὴ γένοιτο! κατὰ τὸ μέλλον ἀποτυχία τις, νὰ μὴ ἦναι πλέον ὑπεύθυνος αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις, ἀλλ’ ἡ πεσοῦσα, διότι ἐκείνη ἐξηνάγκασε τοὺς παρόντας ν’ ἀκολουθήσωσι τὴν ἰδίαν πολιτικήν. Ἀλλ’ ὑποθέσατε, κύριοι, ὅτι ἡμεῖς, ἅμα ὡς ἐπῆλθον τὰ γεγονότα ἐν Εὐρώπῃ, ἐμένομεν ἐντελῶς ἀδιάφοροι καὶ ἐξηκολουθοῦμεν τὴν τακτικὴν ὑπηρεσίαν, διότι ἠθέλησαν νὰ ἀποδώσουν ἀκόμη καὶ διὰ τοῦ τύπου καὶ ἄλλως πῶς, ὅτι ἡ παράτασις, ἢ ἡ ἀναβολὴ τῆς Βουλῆς, ἐγένετο πρὸς τὸν ταπεινὸν σκοπὸν τοῦ νὰ παραταθῇ ὁ βίος τοῦ ὑπουργείου ἐκείνου ἐπὶ ἕνα ἀκόμη μῆνα. Καὶ βεβαίως δὲν τὸ πιστεύετε, διότι ὁ ἐπὶ κεφαλῆς τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων, οἵτινες ἐπιδιώκουσι νὰ κρατήσωσι ὅπως δήποτε τὴν ἐξουσίαν, δὲν τὸ πιστεύετε, διότι συνυπηρετήσαμεν, καὶ μᾶς γνωρίζετε ἂν ἤμεθα ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι θέλομεν νὰ κρατήσωμεν τὴν ἀρχὴν ἀπρεπῶς καὶ ταπεινῶς. Ὑποθέσατε λοιπὸν, ὅτι ἡμεῖς ἐνεφορούμεθα ἀπὸ τὴν ταπεινὴν καὶ ἀναξίαν ἐκείνην ἰδέαν νὰ ἐμμένωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν· τότε ἠδυνάμεθα, ἐὰν ἠθέλομεν, νὰ μὴ φέρωμεν τὴν Βουλὴν παρὰ τὴν πρώτην Νοεμβρίου καὶ νὰ τὴν ἀναβάλωμεν ἀκόμη ἐπὶ 40 ἡμέρας, καὶ οὕτω νὰ παρατείνωμεν μὲν τὸν ὑπουργικόν μας βίον, ἐνταφιάζοντες ὅμως τὰ δικαιώματα καὶ τὴν ὑπόληψιν καὶ τὴν δόξαν τῆς Ἑλλάδος. Καὶ ἰδοὺ τότε ὁ κ. Κασιμάτης ἤθελε μᾶς εὕρει, ὅτι ἐξετελέσαμεν τὸ καθῆκόν μας αὐστηρῶς, διότι κατ’ οὐδὲν παρεβιάσαμεν τὸ Σύνταγμα. Ἐὰν εἴχετε ἐνώπιόν σας δύω Κυβερνήσεις, τὴν μίαν, ἥτις ἐξετέλεσεν ὅ,τι ἡμεῖς, καὶ τὴν ἄλλην ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σᾶς εἶπον, ποίαν ἐκ τῶν δύο ἠθέλετε καταδικάσει; Ἐρωτήσατε τὴν συνείδησίν σας, θὰ σᾶς εἴπῃ, ὅτι ἤθελε παραπέμψει ὡς προδότριαν τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, ἥτις ἔμενεν ἐντελῶς ἀδιάφορος, ἐνῷ τὰ πράγματα ἐπρόκειντο ἐνώπιόν της φανερὰ καὶ δὲν ἐφρόντισε νὰ προετοιμάσῃ τὸν τόπον, ἵνα διεκδικήσῃ τὰ ἀπαράγραπτα αὐτοῦ δικαιώματα. Ἡμεῖς λοιπὸν, ἐκτελέσαντες τὸ καθῆκόν μας, εὑρισκόμεθα ἀπέναντι ὑμῶν ἑτοίμων μὲ μίαν ἀπόφασιν καταδικαστικὴν, τὴν ὁποίαν, θὰ σᾶς τὸ εἴπω καὶ ἅπαξ καὶ πολλάκις, ποσῶς δὲν φοβούμεθα, διότι, ὡς σᾶς εἶπε καὶ ὁ κ. Τρικούπης, ὑπεράνω ἡμῶν καὶ ὑμῶν ὑπάρχει ἄλλο δικαστήριον, τὸ ὁποῖον θ’ ἀποφασίσῃ ἐὰν ἡ ἀπόφασίς σας ἦναι δικαία ἢ ὄχι, τὸ ἔθνος. Ἡμεῖς ἐγνωρίζομεν ὁποία πάντοτε ἤθελεν εἶσθαι ἡ ψῆφός σας ὅ,τι καὶ ἂν ἐπράττομεν. Καὶ ἂν ἠκολουθοῦμεν τὴν ἄλλην πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν σᾶς ἐξέθεσα, ἠθέλατε ἐπίσης μᾶς κατηγορήσει, ἀλλὰ τότε δικαίως. Τὴν κατηγορίαν λοιπὸν δὲν ἠθέλομεν τὴν ἀποφύγει· εἴμεθα ὅμως ηὐχαριστημένοι, ὅτι κατηγορούμεθα σήμερον, διότι ἀκριβῶς ἐξετελέσαμεν τὸ καθῆκον ἡμῶν, εἴμεθα ηὐχαριστημένοι, διότι κατηγορούμεθα διὰ πράξεις, διὰ τὰς ὁποίας καὶ ἡ συνείδησις καὶ ἡ πεποίθησίς μας μᾶς ἐμπνέει τὸ θάῤῥος, ὅτι ἐξετελέσαμεν τὸ καθῆκον ἡμῶν, καὶ διὰ τοῦτο δύναμαι νὰ ὁμιλῶ ὑπερηφάνως καὶ πρὸς ἡμᾶς καὶ πρὸς τὸ ἔθνος. Βεβαίως δὲν ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι θὰ μετατρέψω τὴν γνώμην καὶ τὴν ψῆφόν σας ἐπὶ τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς. Ἔχω καθῆκον ὅμως, καὶ ὡς μέλος τῆς κυβερνήσεως ἐκείνης καὶ ὡς βουλευτὴς ἐπίσης, ὅπως ὁ κ. Τρικούπης διεμαρτυρήθη, νὰ διαμαρτυρηθῶ, καὶ ὁποιαδήποτε καὶ ἂν ἦναι ἡ ἀπόφασις ὑμῶν, τὸ ἐπαναλέγω, ἔχω πληρεστάτην πεποίθησιν, ὅτι ἡ ἐτυμηγορία τοῦ ἔθνους θέλει εἶναι ὑπὲρ ἡμῶν καὶ καθ’ ὑμῶν.
§75ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὁ ἔντιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐκθέτων τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν, εἰς ἣν τὸ Κράτος εὑρέθη ὅτε ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἦλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν κατέληξεν, ὡς ἐνθυμεῖσθε, μὲ τὸν ἐκφραστικὸν ἐκεῖνον ἐπίλογον, ἀπολήγων εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἡ ὑποχώρησις εἶναι αὐτοκτονία, ἡ δὲ ἀναβολὴ εἶναι ὀλεθρία. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις τοῦ τόπου, ὁμολογουμένη ἀπὸ αὐτὴν τὴν Κυβέρνησιν, ἡμεῖς δὲ, τοὺς ὁποίους ἰδίως ἐνδιαφέρει ἡ κατάστασις αὕτη, εἴμεθα ἁπλοῖ ἀκροαταὶ αὐτῆς. Τοιαύτη εἶναι ἡ κατάστασις τοῦ τόπου, καθ’ ἣν στιγμὴν αἱ θύραι τοῦ βουλευτηρίου ἀνοίγονται εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους. Τοιαύτη εἶναι ἡ θέσις τῆς Ἑλλάδος, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐκ τῶν 50 χιλιάδων στρατοῦ μόλις 6 χιλ. ἔχουσιν ὑπηρεσίαν ἀνωτέραν τῶν 3 μηνῶν· τοιαύτη εἶναι ἡ θέσις τῆς Πατρίδος μας, ἐνῷ μέχρι τέλους Δεκεμβρίου ἀπαιτοῦνται 42 ἑκατομμύρια, τὰ δὲ δημόσια ταμεῖα εἰσὶν ἐντελῶς κενά. Ἐπ’ αὐτῆς τῆς καταστάσεως ὀφείλομεν νὰ σκεφθῶμεν. Δὲν δυνάμεθα τὸ ζωτικότατον τοῦτο ζήτημα νὰ παραβλέψωμεν, διότι πρόκειται περὶ τῆς τύχης καὶ τοῦ μέλλοντος τῆς Πατρίδος. Καὶ δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάσωμεν εἰς τίνα ἀνήκει ἡ δάφνη τῆς τοιαύτης καταστάσεως, εἰς τίνα ἀνήκει ἡ δάφνη, τὴν ὁποίαν ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις διὰ τοῦ Βασιλικοῦ λόγου διεκδικεῖ; Δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐρωτήσωμεν ὑπὸ τὸ κράτος τίνων ἰδεῶν, ὑπὸ τὸ κράτος ποίων σκέψεων νομίζει, ὅτι ὑπηρέτησεν ἡ Κυβέρνησις αὕτη τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, προπαρασκευάσασα τὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν πρὸ ὀλίγου σᾶς ἐπανέλαβον, καὶ τὴν ὁποίαν μετὰ μεγίστης ψυχρότητος ἀνεκήρυξεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν; Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ τύπου, πρόκειται περὶ τῆς οὐσίας, δὲν πρόκειται νὰ μεμφθῶμεν ἢ νὰ κατηγορήσωμεν· πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν τὴν κατάστασιν, διὰ τὴν ὁποίαν ἰδίως ἐνδιαφερόμεθα, πρόκειται νὰ ἴδωμεν, ἐὰν ὅσα ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις ἐνήργησε πράγματι ὑπηγορεύθησαν ἀπὸ τὸ καλῶς ἐννοούμενον συμφέρον τοῦ Κράτους. Εἶναι ἀλήθεια, καὶ κατὰ τοῦτο ὁ ἔντιμος πρόεδρος τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως εἶχε δίκαιον, εἶναι ἀληθές, ὅτι ὁ ὀργανισμὸς τοῦ τρέχοντος ἔτους, ὅστις ἐψηφίσθη κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, ἔδωκε τὸ δικαίωμα τῆς αὐξήσεως τοῦ στρατοῦ. Ἀλλ’ ὅταν πρόκηται νὰ ἑρμηνεύσωμεν τὸ ἄρθρον 15 τοῦ ὀργανισμοῦ ἐκείνου, ὅταν πρόκηται νὰ ἀναζητήσωμεν τὴν ἀληθῆ ἔννοιαν αὐτοῦ, νομίζω ὅτι δὲν δυνάμεθα ἀσφαλέστερον νὰ βαδίσωμεν εἰμὴ ἐξετάζοντες τὰς σκέψεις αὐτοῦ τοῦ νομοθέτου. Ὅταν κατὰ τὸ 1878 ἐσυζητεῖτο ὁ προσωρινὸς ὀργανισμὸς τοῦ ἔτους 1879, καὶ ἐν τῷ σχεδίῳ ἐκείνῳ ὑπῆρχεν ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 15, μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι δὲν ἐπεβάλλετο ὡς ὑποχρεωτικὴ ἡ σύγκλησις τῆς Βουλῆς, ὁ ἔντιμος πρόεδρος τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως ὀρθότατα ἀνέπτυξε τὴν ἀνάγκην τοῦ νὰ προστεθῇ ἡ περίοδος αὕτη, καὶ τότε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ συμφωνήσω πληρέστατα καὶ νὰ ὑποστηρίξω τὴν τροπολογίαν. Ὅταν λοιπὸν πρόκηται νὰ ἑρμηνεύσωμεν τὸ ἄρθρον 15, τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη, ἄνευ τοῦ ἐλαχίστου δισταγμοῦ ὀφείλομεν νὰ παραδεχθῶμεν τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν αὐτὸς ὁ ἴδιος ἔδωκε, καὶ τὴν ὁποίαν ἐξήγησιν ἐγὼ ἠσπάσθην, ἀναγνωρίσας ὡς ἀναγκαίαν καὶ ἀπαραίτητον. Ὑποστηρίζων ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ὅτι πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὑποχρεωτικὴ ἡ συγκάλεσις τῆς Βουλῆς πρὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ περὶ ἐπιστρατείας νόμου, εἶπε τὰ ἑξῆς: «Ἡ Βουλὴ δὲν θὰ θελήσῃ ν’ ἀφήσῃ εἰς τὴν κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα, ὅπως αὕτη θέτῃ τὸν στρατὸν ὁλόκληρον ἢ μέρος αὐτοῦ εἰς ἐμπόλεμον κατάστασιν δυνάμει Β. Διατάγματος ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου. Αἱ συνέπειαι τῆς ἀποφάσεως ταύτης, οἷαι ὁρίζονται ἐν τῷ ἄρθρῳ 19, εἶναι βαρύταται. Δύναται κατὰ τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο ἡ Κυβέρνησις νὰ καλέσῃ εἰς τὰ ὅπλα ὅλους τοὺς ἐκτάκτους ἐφέδρους, κατὰ πρῶτον μὲν λόγον τῶν δύω σειρῶν τοὺς ὑπηρετοῦντας, ἐὰν δὲ οὗτοι δὲν ἐπαρκῶσι, δύναται νὰ καλέσῃ τοὺς τῆς πρώτης κληρώσεως, ἐὰν δὲ καὶ οὗτοι δὲν ἐπαρκῶσι, καὶ τοὺς τῆς δευτέρας κληρώσεως. Πάντα δὲ ταῦτα τὰ δικαιώματα θὰ διαχειρίζηται ἡ Κυβέρνησις δι’ ἁπλῆς ἀποφάσεως τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ἄνευ τῆς συμπράξεως ἢ τοῦ ἐλέγχου τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ μετὰ τοῦτο δυνάμεθα νὰ λέγωμεν, ὅτι ζῶμεν ὑπὸ Σύνταγμα; Κατὰ τί αἱ δεσποτικαὶ Κυβερνήσεις εἶναι ἰσχυρότεραι τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς θ’ ἀφήσωμεν ἐνταῦθα, ἀπερχόμενοι ἐπὶ τῇ λήξει τῆς συνόδου; Δίδομεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀπεριόριστον τὸ δικαίωμα ν’ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τὸν οἶκον αὐτοῦ πάντα ἕλληνα ἄγοντα ἡλικίαν κατωτέραν τῶν 30 ἐτῶν εὐθὺς ὡς νομίσῃ, ὅτι πρέπει νὰ θέσῃ τὸν στρατὸν εἰς ἐμπόλεμον κατάστασιν. Δὲν λέγει τὸ ἄρθρον, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ πόλεμος, ἠξεύρομεν τί σημαίνουσι τοιοῦτοι ὅροι. Ἠξεύρομεν, ὅτι, ὅταν ἐψηφίσαμεν ἄλλα νομοσχέδια προσωρινῶν μέτρων, ἐνομίζομεν, ὅτι τὰ ἐψηφίζομεν, ὅπως ἐφαρμοσθῶσι μόνον ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ πολέμου, καὶ ἐν τούτοις ὁ πόλεμος δὲν ἐγένετο, ἀλλὰ τὰ νομοσχέδια, γενόμενα νόμοι, ἐφηρμόσθησαν πρὸς ζημίαν καὶ τοῦ ταμείου καὶ τοῦ στρατοῦ.» Πληρέστατα ἐσυμφώνησα τότε μετὰ τοῦ κ. Τρικούπη, ὅτι δὲν πρέπει νὰ κυβερνώμεθα δεσποτικῶς, οὐδὲ ν’ ἀφήσωμεν εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου ν’ ἁρπάζῃ ἀπὸ τὴν κοινωνίαν ὁλοκλήρους ἡλικίας μέχρι τῶν 30 ἐτῶν· διότι τοιαύτη κυβέρνησις εἶναι ἀληθῶς δεσποτικὴ, ἀλλὰ τὴν ἀλήθειαν ταύτην δυστυχῶς ἐλησμόνησεν ὁ βουλευτὴς Μεσολογγίου, ὅταν ἔλαβε τὴν θέσιν τοῦ προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ συζήτησις, ὡς σᾶς προεῖπον, ἐξηκολούθησε μετὰ πείσματος, διότι ὁ κ. Τρικούπης ἐπέμενεν εἰς τὴν οὐσιώδη ἐκείνην πρότασίν του, καὶ ἰδοὺ τί παρακατιὼν προσθέτει ἐν τῇ μακρᾷ ἀγορεύσει του. «Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς παρετήρησεν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἐπιτραπῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ συγκαλῇ ἐν ὥρᾳ εἰρήνης τὸν ἀνώτατον ἀριθμὸν τῶν ἀνδρῶν, ὃν ἤθελε θεωρήσει ἀναγκαῖον διὰ τὴν ἐμπόλεμον κατάστασιν, ἔστω καὶ ἄνευ τῆς συμπράξεως ἢ τοῦ ἐλέγχου τῆς Βουλῆς, καὶ εἶναι ἀνάγκη, εἶπε, νὰ περιμείνωμεν τὸν πόλεμον ἐκραγέντα, ἵνα λάβωμεν τὸ μέτρον τῆς αὐξήσεως τοῦ στρατοῦ; Καὶ μήπως ἐγὼ εἶπον, ὅτι πρέπει νὰ περιμείνῃ τὸν πόλεμον; Εἶπον ὅμως, ὅτι τοῦτο πρέπει νὰ γίνεται ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς, ὅτι πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ συγκαλῆται πρὶν ἢ ἐκδοθῇ τοιοῦτον διάταγμα, ἂν δὲν ἦναι παροῦσα. Τοῦτο ζητῶ, ὅπως, τῆς Βουλῆς ἀπούσης, μὴ ἐπιτρέπηται εἰς τὴν Κυβέρνησιν πρὸ τῆς ἐκδόσεως διατάγματος συγκαλοῦντος τὴν Βουλὴν νὰ προβῇ εἰς τοιοῦτον μέτρον, τοῦτο δ’ εἶναι σύμφωνον πρὸς τὰς ἀπαιτήσεις συνταγματικοῦ πολιτεύματος. Δύνασθε νὰ ψηφίσητε τὸ νομοσχέδιον, ἀλλ’ ἡ ψῆφός σας δὲν θὰ καταστήσῃ αὐτὸ συνταγματικώτερον. Ἔχετε, εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐγγύησιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ ποιήσηται χρῆσιν τοῦ διὰ τοῦ νομοσχεδίου χορηγουμένου αὐτῇ δικαιώματος ἄνευ τῆς συμπράξεως τῆς Βουλῆς, τὴν ἔλλειψιν πιστώσεως, ἀφοῦ ἄνευ πιστώσεως δὲν δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ προβῇ εἰς τὴν πραγματοποίησιν μέτρου, συνεπαγομένου δαπάνας, καὶ ἑπομένως μεγάλην εὐθύνην. Ἀλλοίμονον εἰς τὸ ἔθνος, ἂν ὑπὲρ τῶν δικαιωμάτων του μόνην ἐγγύησιν ἔχῃ τὴν εὐθύνην τοῦ ὑπουργείου, τὴν συναίσθησιν τοῦ ὑπουργείου περὶ τῆς εὐθύνης αὐτοῦ. Τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα στηρίζεται ἐπὶ τῆς δυσπιστίας, καὶ ὑποθέτον πάντοτε εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν διάθεσιν νὰ πράξῃ τὸ κακὸν, περιβάλλει τὸ Κοινοβούλιον δι’ ἐξουσίας, ὅπως προλαμβάνῃ αὐτό. «Ἡ ἔλλειψις πιστώσεως κατ’ οὐδεμιᾶς Κυβερνήσεως δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀποχρῶν φραγμὸς, ἵνα ἐν ἐνδεχομένῃ περιστάσει μὴ ποιήσηται αὕτη χρῆσιν τῶν ὑπὸ τοῦ νόμου χορηγουμένων αὐτῇ δικαιωμάτων. Μόνος φραγμὸς εἶναι ὁ ἔλεγχος τῆς Βουλῆς, ὅστις εἶναι μάταιος, ὅταν ἐπὶ τοιούτων ἀντικειμένων ἀφορᾷ εἰς τετελεσμένα. Ἡ παρουσία τῆς Βουλῆς δέον νὰ ᾖ ἔγκαιρος, ἵνα προλάβῃ τὸ μέτρον ἢ καταστείλῃ αὐτὸ εὐθὺς ἐν ἀρχῇ ἀτόπως λαμβανόμενον, ἀφοῦ δ’ ὁ χρόνος προχωρήσῃ, καὶ αὐτοὶ οἱ ἀρχῆθεν ἐναντίοι τοῦ μέτρου δὲν δύνανται πολλάκις ν’ ἀντιταχθῶσιν εἰς αὐτὸ ἄνευ ἐθνικῆς ζημίας. Ἐν τῇ παρουσίᾳ ἄρα τῆς Βουλῆς καὶ οὐχὶ ἐν τῇ ἐλλείψει πιστώσεως δέον νὰ ζητηθῇ ἡ ἐγγύησις. «Ἡ ἐμπόλεμος κατάστασις περὶ τῆς ὁποίας πρόκειται, δὲν εἶναι βάρος μικρὸν ἐπιβαλλόμενον εἰς τὸ ἔθνος. Διὰ τοῦ διατάγματος, τὸ ὁποῖον τὸ ἄρθρον 18 ἐπιτρέπει εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐκδίδῃ, ὅπως θέτῃ τὸν στρατὸν εἰς ἐμπόλεμον κατάστασιν, ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπιβάλλῃ ὑποχρεώσεις εἰς ὅλας τὰς τάξεις τῆς ἐκτάκτου ἐφεδρείας καὶ εἰς τοὺς τακτικοὺς ἐφέδρους, προσέτι δὲ νὰ ἐπιβάλλῃ εἰς τὸ δημόσιον τὴν δαπάνην τῆς συντηρήσεως ὑπὸ τὰ ὅπλα οὐ μόνον τῶν ἀνδρῶν τούτων, ἀλλὰ καὶ τῶν ἐθελοντῶν, οἵτινες προσκαλοῦνται εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, καί τοι δὲν ἔχουσιν ὑποχρέωσιν ἐν καιρῷ εἰρήνης νὰ προσέλθωσι, καὶ περὶ δαπάνης ἑκατομμυρίων, διότι, ἀφοῦ ἅπαξ τεθῇ εἰς ἐμπόλεμον κατάστασιν ὁ στρατὸς οὗτος, ἑκατομμύρια ἐξ ἀνάγκης θέλουσι δαπανηθῆ παρὰ τοῦ δημοσίου. Θεωρεῖ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς, ὅτι, ἐπιβαλλομένης ὑποχρεώσεως στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας εἰς 17,000 ἀνδρῶν καὶ δαπάνης ἑκατομμυρίων εἰς τὸ δημόσιον, εἶναι ὑπερβολικὴ ἡ ἀπαίτησις, ὅπως δοθῇ εἰς τὸ ἔθνος ἡ εὐκαιρία, ἵν’ ἀποφανθῇ καλουμένης τῆς Βουλῆς, ἔστω ἐπὶ μίαν ἡμέραν; Ἐγὼ ὅμως φρονῶ, ὅτι καὶ μίαν μόνην ἡμέραν ἂν συνέλθῃ ἡ Βουλή, ἡ ὑποχρέωσις τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως συγκαλέσῃ αὐτὴν, ἀρκεῖ νὰ προλάβῃ τὸ κακόν. «Γινώσκουσα ἡ Κυβέρνησις, ὅτι περὶ τοῦ διατάγματος θέλει ἀποφανθῆ ἀνυπερθέτως ἡ Βουλὴ μόνον ἂν ἤξευρε, ὅτι βεβαίως αὕτη θέλει ἐπικυρώσει τὴν ἀπόφασίν της, τουτέστι μόνον ἐὰν ὑπάρχῃ ἀπόλυτος ἀνάγκη, θέλει προβῆ εἰς τοιαύτην πρᾶξιν. Ἂν ὅμως δὲν ἔχῃ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ φέρῃ τὴν Βουλὴν, αἱ ἀποφάσεις αὐτῆς δύνανται νὰ ὦσι διάφοροι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, δύναται ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως τοῦ ἔθνους ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποβάλλῃ αὐτὸ εἰς ἐκτάκτους ὑποχρεώσεις καὶ ἐκτάκτους δαπάνας καὶ ἐξαναγκάσῃ αὐτὸ, ἵν’ ἀποδεχθῇ βραδύτερον καὶ ἄκον τὰ τετελεσμένα. «Θέλετε λοιπὸν νὰ συγκαλέσῃ ἡ Κυβέρνησις τὸ ἐπίλοιπον τοῦ στρατοῦ, ἤτοι νὰ θέσῃ 35,000 ἄνδρας εἰς ἐμπόλεμον κατάστασιν καὶ ἐκθέσῃ τὸ δημόσιον εἰς δαπάνην ἑκατομμυρίων χωρὶς νὰ ἐρωτηθῇ τὸ ἔθνος; διότι βεβαίως, ἐὰν ὁ κ. Παραμιχαλόπουλος ἦναι ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἔχων τὴν πεποίθησιν, ὅτι κέκτηται ἡ Κυβέρνησις τὴν ἄδειαν, ἵνα δαπανήσῃ ἀπέναντι ἐψηφισμένων καὶ τῶν ἀδιαθέτων ἐκτάκτων πιστώσεων ἑκατομμύρια, θέλει τὸ πράξει. Περὶ τούτου, νομίζω, πρέπει νὰ προνοήσωμεν νομοθετικῶς, διότι ἡ Βουλὴ τοιαῦτα ζητήματα δὲν πρέπει νὰ λύῃ στηριζομένη ἐπὶ προσωπικῶν πεποιθήσεων, ἀλλὰ πρέπει νὰ λαμβάνῃ περὶ αὐτῶν ἐγγυήσεις ἐν τῷ νόμῳ. Τοσούτῳ δὲ μᾶλλον δυνάμεθα νὰ νομοθετήσωμεν τὴν ἐγγύησιν, καθόσον, ἐὰν ἦναι ἀληθὲς, ὅτι δὲν ὑπάρχει πίστωσις, ἡ ἀναγραφὴ τῆς ἐγγυήσεως οὐδόλως δύναται νὰ βλάψῃ, καὶ νομίζω, ὅτι ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν οἰκονομικῶν εἰς τοῦτο ἰδίως ἀφορᾷ, ἤτοι εἰς τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐκτελέσῃ τὰ ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν δώσῃ προηγουμένως πίστωσιν καὶ ἑπομένως ἐὰν ἀποῦσα δὲν συγκληθῇ πρὸς τοῦτο· διατί λοιπὸν δὲν θέλει ἡ Κυβέρνησις νὰ τεθῇ τοιαύτη περὶ συγκλήσεως τῆς Βουλῆς διάταξις; «Ὁ κ. πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι δὲν θέλει τοιαύτην διάταξιν ἐν τῷ νόμῳ, διότι φοβεῖται, ὅτι θὰ συγκαλέσῃ τὴν Βουλὴν ἐπὶ ματαίῳ, ὅτι ἡ Βουλὴ ἠμπορεῖ νὰ μὴ συνέλθῃ ἐγκαίρως ἐν ἀπαρτίᾳ, ὡς πολλάκις συμβαίνει. Ἀλλ’ ὅπως παρετήρησα, διακόψας τὸν κ. πρωθυπουργόν, ἡ ἔκδοσις βασιλικῶν διαταγμάτων περὶ ἐμπολέμου καταστάσεως δὲν εἶναι συνώνυμος μὲ τὴν ἐκτέλεσιν, καὶ ἕως οὗ ἄρξηται ἡ ἐκτέλεσις θὰ παρέλθῃ χρόνος τοσοῦτος, ὥστε βεβαίως ἡ Βουλὴ δύναται, ἂν θέλῃ νὰ φθάσῃ ἐγκαίρως, ἵνα ἐμποδίσῃ τὴν πραγματικὴν αὐτοῦ ἐκτέλεσιν. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς φοβεῖται ὡς ἐκ τῆς συμπτώσεως τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἤθελεν εὑρεθῆ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ κηρύξῃ τὴν ἐμπόλεμον κατάστασιν καὶ τῆς λήξεως τῆς βουλευτικῆς περιόδου, μὴ περιέλθῃ τις δυσκολία. Ἀλλὰ τοιαύτη δυσκολία δὲν δύναται νὰ ἐπέλθῃ, διότι, ἐὰν μὲν ἡ περίοδος ἔληξεν, αἱ ἐκλογαὶ διετάχθησαν καὶ τὸ διάταγμα, τὸ διατάττον τὰς ἐκλογάς, διατάττει καὶ τὴν συγκάλεσιν τῆς Βουλῆς· ἐὰν δὲ δὲν ἔληξε, τότε ἡ Κυβέρνησις ἠμπορεῖ ἐκτάκτως νὰ συγκαλέσῃ αὐτὴν τὴν Βουλήν. Συνεκαλέσατε τὴν Βουλήν, ἀλλὰ τῇ ἐπιτρέψατε νὰ ἔλθῃ ἐγκαίρως, ὅπως σᾶς ἐκφράσῃ τὴν γνώμην της πρὸ τῆς ἐκτελέσεως, ὅπως ὀρθῶς ἄλλοτε ὑπεστηρίζατε, καὶ ὅπως ἀληθῶς ἀπαιτεῖ τὸ ἄρθρον 15 τοῦ ὀργανισμοῦ; Ἐὰν ἐνόμιζον, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ δυσπιστῇ εἰς τὴν τότε Κυβέρνησιν, τὸ αὐτὸ δικαίωμα ἔχομεν καὶ ἡμεῖς, ὄχι ὡς ἀντιπολίτευσις, ἀλλὰ ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, νὰ δυσπιστῶμεν εἰς πᾶσαν κυβέρνησιν καὶ νὰ ζητῶμεν τὰς νομίμους ἐγγυήσεις, διὰ τῶν ὁποίων καὶ τὸ Σύνταγμα καὶ οἱ Νόμοι καὶ τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους δύνανται νὰ περιφρουρηθῶσιν. Ἐπικαλοῦμαι αὐτὴν τὴν συνταγματικὴν ἀλήθειαν, ἐπικαλοῦμαι αὐτὴν τὴν σοφὴν θεωρίαν τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Μεσολογγίου, καὶ ἐρωτῶ, ἐὰν κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ περὶ ἐπιστρατεύσεως διατάγματος ἐτηρήθησαν αἱ ἐγγυήσεις, ἃς τότε ὀρθότατα καὶ εὐαγγελικώτατα ἐπηγγέλλετο; Λοιπὸν πράττει ἔγκλημα ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ ἔθνους νὰ λέγῃ, ὅτι ἀκαίρως ἐκλήθη; Συκοφαντοῦσιν οἱ λέγοντες, ὅτι ἄνευ τῆς συναινέσεως τῆς Βουλῆς ἐπεβλήθησαν τοιαῦτα βάρη, καὶ ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ εὑρεθῶμεν οἱ ἀντιπρόσωποι ἀπέναντι τετελεσμένων γεγονότων; Ἐὰν συνεκαλεῖτο ἐγκαίρως ἡ Βουλή, δὲν θὰ ἐλάμβανον χώραν τὰ ἀτοπήματα, ὧν τὰς συνεπείας εἰσέτι ὁ τόπος ὑφίσταται. Ἀλλὰ μᾶς λέγουσιν, ὅτι ἡ ἐνέργεια ἐκείνη ἦτο ἡ μόνη πολιτική, τὴν ὁποίαν τὸ ἔθνος ὤφειλε ν’ ἀκολουθήσῃ, εἶναι ἡ μόνη πολιτική, τὴν ὁποίαν ἔπρεπε μετὰ ταχύτητος καὶ ἐσπευσμένως νὰ ἐκτελέσῃ, καὶ ἑπομένως ἀπέναντι αὐτῆς τῆς ἀνάγκης ἀνέλαβον τὴν εὐθύνην μόνοι οἱ ὑπουργοί. Ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως ἐθεώρει μὴ ἀποχρῶσαν τὴν ἔλλειψιν τῶν πιστώσεων, ὅπως δεσμευθῇ ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ καὶ τὸ ἐμπόδιον τοῦτο τὸ ἐξωμάλυνεν. Ἔλαβε τὰς πιστώσεις καὶ ἐδαπάνησεν ἄνευ τῆς ἀδείας τῆς Βουλῆς, καὶ τοιουτοτρόπως δὲν ἀπήντησεν οὐδεμίαν δυσκολίαν εἰς τὴν ἀπόφασιν, ἣν ἔλαβεν. Ἐγὼ ἔχω ὅλην τὴν ὑπόληψιν εἰς τὰ μέλη τοῦ παρελθόντος ὑπουργείου, ἀλλὰ ἂς μοὶ συγχωρηθῇ νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἦτο μεγάλη ἡ τόλμη νὰ ἀναδεχθῶσι τὴν εὐθύνην ἀπέναντι τοῦ ἔθνους, ν’ ἀποφασίσωσι τὴν ἐμπόλεμον κατάστασιν, χωρὶς προηγουμένως τὸ ἔθνος νὰ ἐρωτηθῇ, χωρὶς προηγουμένως νὰ ζητηθῇ ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς, ἥτις εἶχε δικαίωμα καὶ καθῆκον πρὸς τοῦτο. Ἆρα γε, ἐὰν τὸ ζήτημα ἐπαρουσιάζετο ἐν καιρῷ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἡ Βουλὴ ἤθελε συμφωνήσει, ὅτι ἡ πάνδημος στρατολογία, διότι τοιαύτην ἐκηρύξατε, ὡς θέλω κατόπιν ἀποδείξει, καὶ ἡ διακήρυξις πολέμου πρὸς τὴν γείτονα ἐπικράτειαν, ἦσαν τὰ κατάλληλα μέτρα πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως, τὴν ὁποίαν ἡ Εὐρώπη ἐξέδωκεν; Ἐπρόκειτο νὰ ἐπισπεύσῃ ἡ Ἑλλὰς αὐτοβούλως τὴν κατοχὴν τῶν ἐπιδικασθεισῶν Ἐπαρχιῶν, χωρὶς νὰ προηγηθῇ ἡ συγκάλεσις καὶ ἡ συγκατάθεσις ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι μόνοι εἶχον δικαίωμα νὰ κανονίσωσι τὸν τρόπον καὶ τὰ μέσα, καὶ εἰς οὓς ἀπέκειτο νὰ σκεφθῶσι μὴ τοιαύτη πολιτικὴ μεταβάλῃ τὰς συμπαθείας καὶ οὐδετερώσῃ τὰς ἐνεργείας τῆς Εὐρώπης. Ἡμεῖς, κύριοι, ἔχομεν μέγα συμφέρον τὸ Ἑλληνικὸν ζήτημα νὰ μείνῃ συνδεδεμένον μὲ τὸ Πρωτόκολλον τοῦ Βερολίνου, καὶ ἑπομένως νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἀποφασισθέντων ἀνεξαρτήτως τῶν λοιπῶν ἐκκρεμῶν ἐν τῇ Ἀνατολῇ ζητημάτων. Ὅταν ὅμως διὰ τοιούτων ἐμπολέμων ἐνεργειῶν δώσωμεν ἀφορμὴν εἰς τὴν Εὐρώπην νὰ ὑποπτεύσῃ, ὅτι πρόκειται νὰ ἀνακινηθῇ παρὰ τὴν θέλησίν της τὸ Ἀνατολικὸν ζήτημα, καὶ νὰ ἐπωφεληθῶσι πρὸς τοῦτο ἐκ τῶν ἡμετέρων ἐνεργειῶν αἱ διάφοροι ἄλλαι τῆς Ἀνατολῆς φυλαὶ, σπουδαίως ὠφείλετε νὰ σκεφθῆτε μὴ τὰ ἀπειλούμενα συμφέροντα τῆς Εὐρώπης ἐπιβάλωσιν εἰς αὐτὴν ἄλλας σκέψεις. Λοιπὸν εἶναι ζήτημα ἄξιον συζητήσεως, ἄξιον μελέτης, καὶ ἄξιον μεγάλης περισκέψεως ἡ πολιτικὴ, τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν ν’ ἀκολουθήσωμεν, καὶ τοῦτο μόνον ἁρμοδία ἦτο ἡ Βουλὴ νὰ τὸ ἀποφασίσῃ. Δὲν μέμφομαι ἐγὼ τοὐλάχιστον, δὲν κατηγορῶ τὴν παρελθοῦσαν κυβέρνησιν ἐπὶ παραβάσει τοῦ νόμου, ἐπὶ παραβάσει τοῦ τύπου, διότι εὑρισκόμεθα σήμερον ἀπέναντι τετελεσμένων γεγονότων· ὀφείλει ὅμως ἡ Βουλὴ νὰ ἐκφράσῃ τὴν λύπην της, διότι ταῦτα πάντα ἐγένοντο, χωρὶς νὰ ἐξασκήσῃ αὕτη ὅπερ ἐκ τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν Νόμων ἔχει δικαίωμα συμπράξεως. Ἀλλ’ ἐξετελέσατε ἐπιστρατείαν; Πρῶτον, κύριοι, γνωρίζετε πῶς καὶ διὰ τίνος τρόπου καὶ ὑπὸ ποίας ὑποχρεώσεις ἐκτελεῖται ἡ ἐπιστρατεία, ἀλλὰ τοιοῦτος νόμος δὲν ὑπάρχει. Ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ λέγει· «ἐν καιρῷ ἐπιστρατείας ἢ πολέμου αἱ στρατιωτικαὶ δυνάμεις τοῦ ἔθνους αὐξάνουσιν.» Ἀλλὰ πῶς; κατὰ τοὺς κειμένους Νόμους, ὑποθέτω. Ἐρωτῶ, ἐκαλέσατε ἐπιστρατείαν κατὰ τὴν τεχνικὴν τῆς λέξεως σημασίαν; Ἐπιστράτευσις, ὡς γνωρίζετε, λέγεται ἡ εἰς τὰ ὅπλα πρόσκλησις τοῦ ἤδη ἠσκημένου καὶ δυναμένου νὰ τεθῇ εἰς ἐμπόλεμον κατάστασιν στρατοῦ. Προσεκαλέσατε τὸν στρατὸν τὸν ὑπάρχοντα καὶ γεγυμνασμένον; Προσεκαλέσατε τοὺς ἀφυπηρετήσαντας καὶ τοὺς ἐν τακτικῇ καὶ ἐκτάκτῳ ἐφεδρείᾳ ὑπὸ τὰ ὅπλα, διὰ νὰ τοὺς θέσητε εἰς ἐμπόλεμον κατάστασιν; Ἐπράξατε οὕτως; ὄχι· ἐλάβατε τὸν περὶ ἀπογραφῆς νόμον, ὁ ὁποῖος δὲν ἠδύνατο νὰ ἐκτελεσθῇ ἐφέτος εἰμὴ ὡς πρὸς τοὺς ἔχοντας τὸ 21 ἔτος, καὶ τὸν ἐξετελέσατε ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους, τὸ δὲ μητρῷον τῶν ἀῤῥένων ἐξηντλήσατε ἐντελῶς· διὰ μίαν μόνην ἡλικίαν εἴχετε τὸ δικαίωμα νὰ ἐφαρμόσητε τὸν Νόμον ἐκεῖνον, καὶ ὅμως τὸν ἐφηρμόσατε καθ’ ὅλα τὰ ἄρθρα καὶ τὰς διατάξεις. Ὅταν ἐσυζητεῖτο ὁ προσωρινὸς ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ, ὁ κατὰ τὸ 1878 ὑπὸ τῆς κυβερνήσεως τοῦ κ. Κουμουνδούρου ὑποβληθεὶς, ὁ κ. Τρικούπης ἐζήτει νὰ ἰσχύῃ ὁ ὀργανισμὸς ἐκεῖνος καὶ κατὰ τὸ 1880· ὁ κ. Κουμουνδοῦρος εἶπεν, ὅτι εἶναι περιττὸν, διότι τότε θὰ ἔχωμεν λειτουργοῦντα ὁριστικὸν ὀργανισμόν. Ἰδοὺ τί ἀπήντησεν ὁ κ. Τρικούπης. «Μήπως ἀπὸ τοῦ ἔτους 1880 κατὰ τὸν νόμον περὶ στρατολογίας θὰ ἔχωμεν ἐφέδρους καὶ ἐθνοφρουράν; Ἡ ἐφεδρεία κατὰ τὸν νόμον ἐκεῖνον, δὲν θὰ ἄρξηται λειτουργοῦσα παρὰ 3 ἔτη μετὰ τὴν πρώτην ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, τουτέστι κατὰ τὰ 1883, ἡ δὲ ἐθνοφρουρὰ, νομίζω, 6 ἔτη μετὰ τὴν ἀρχὴν τῆς λειτουργίας τῆς ἐφεδρείας, διότι, ἐὰν καλῶς ἐνθυμοῦμαι, ἡ διάρκεια τῆς ἐφέδρου ὑποχρεώσεως εἶναι ἑξαετής· ὥστε, ἐὰν ἦτο ἀληθὲς τὸ ἐπιχείρημα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, πάγιον ὀργανισμὸν δὲν ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν πρὸ τοῦ 1883 τὸ ταχύτερον, ἀφοῦ μόνος σκοπὸς τῆς ἀναβολῆς, ὡς εἶπεν, εἶναι νὰ ὀργανωθῇ ὁ στρατὸς, ὅπως ἀνταποκρίνηται εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς ἐφεδρείας καὶ τῆς ἐθνοφρουρᾶς». Λοιπὸν βλέπετε, κύριοι, ὅτι ὁ κ. Τρικούπης ὀρθῶς ἐφρόνει, ὅτι κατὰ τὸν στρατολογικὸν νόμον πρὸ τοῦ 1883 ἐφέδρους δὲν θὰ ἔχωμεν· δυνάμει λοιπὸν ποίου νόμου ἐξεδώκατε πρόσκλησιν πρὸς τοὺς ἐφέδρους ἀπὸ τοῦ 1889, δυνάμει ποίου νόμου προσεκαλέσατε νεοσυλλέκτους; δυνάμει τοῦ διατάγματος τῆς ἐπιστρατεύσεως, καὶ ἀντεστρατεύθητε εἰς τὸ πνεῦμα καὶ τὸν σκοπὸν αὐτοῦ τοῦ ἰδίου διατάγματος; Δυνάμει ποίου νόμου ἐκαλέσατε δέκα ὁλοκλήρους ἡλικίας καὶ ἀφῃρέσατε ἀπὸ ὅλας τὰς τάξεις τοὺς βραχίονας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἡ ψυχὴ καὶ ἡ ζωὴ τῆς κοινωνίας ὁλοκλήρου, οἱ δὲ πλεῖστοι μένουσι γυμνοὶ καὶ ἀνυπόδητοι; Ἀπομακρύνατε ἀπὸ τὰς ἐργασίας των 120,000, τοὺς ὁποίους ἐκαλέσατε, ἐξ ὧν οἱ μὲν προσῆλθον, οἱ δὲ ἀποκρύπτονται, καὶ θέλετε νὰ μὴ εἴπωμεν, ὅτι λυπούμεθα, διότι ἐπράξατε ταῦτα πάντα, χωρὶς νὰ ἔχητε τὴν ὑπομονὴν νὰ μᾶς ἀκούσητε, χωρὶς νὰ ζητήσητε τὴν ψῆφόν μας, χωρὶς εἰς τὸ μεγαλείτερον τῶν ζητημάτων νὰ ἔχωμεν τὴν εὐχαρίστησιν, ὅτι ἐξεπληρώσαμεν τὸ καθῆκόν μας; Ἀλλ’ ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου κατὰ τὴν προχθεσινὴν συζήτησιν ἀνέπτυξεν ὅλως διάφορον θεωρίαν· ἡ Βουλὴ, εἶπε, πρέπει νὰ ἔχῃ μόνον τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου, ἡ Βουλή, ἀφοῦ μίαν Κυβέρνησιν τὴν περιβάλῃ μὲ τὴν ἐμπιστοσύνην της, πρέπει νὰ τὴν ἀφήσῃ ἐλευθέραν νὰ ἐνεργῇ, ἐπιφυλάττουσα εἰς ἑαυτὴν τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου. Κατὰ τὴν θεωρίαν ταύτην ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ μεταβληθῇ εἰς ἐλεγκτικὸν συνέδριον· διαθέσατε τὰ μέλη τῆς κοινωνίας, ὅπως σεῖς νομίζετε καὶ θέλετε, δαπανήσατε τὰ δημόσια χρήματα καθ’ οἱονδήποτε τρόπον νομίζετε εὐκολώτερον καὶ καταλληλότερον, μὴ σεβασθῆτε οὐδένα νόμον, ἀλλ’ ἀφήσατε εἰς τὴν Βουλὴν τὴν εὐχαρίστησιν, ὅτι θὰ σᾶς ἐξελέγξῃ· ὑποβάλετε τὸ ἔθνος εἰς τὰς μεγαλειτέρας ὑποχρεώσεις, ἐνεργήσατε παρὰ τοὺς νόμους, τὸ δὲ Κοινοβούλιον θὰ ἔχῃ τὴν ὑπομονὴν νὰ περιμένῃ πότε νὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα νὰ ζητήσῃ νὰ ἐξελέγξῃ τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ἐπέφερεν εἰς τὴν κοινωνίαν τοὺς μεγαλειτέρους κλονισμούς, καὶ ἐπέβαλε τὰς μεγαλειτέρας ὑποχρεώσεις. Τὴν Κυβέρνησιν, τὴν ὁποίαν ἀφήσατε ἀναχωροῦντες, πρέπει νὰ τὴν ἀφήσητε ἐλευθέραν νὰ ἐνεργήσῃ· εἶναι ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον οὔτε ἐγὼ οὔτε ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου ἄλλοτε ἐδέχθημεν· ἀλλὰ καὶ ὀρθὸν ἂν ἦτο τὸ ἀξίωμα τοῦτο, ἠδύνατο νὰ τὸ ἐπικαλεσθῇ ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις, ἐὰν ἐνήργει ἄνευ τῆς παρουσίας τῆς Βουλῆς ἐντὸς τοῦ προγράμματός της, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἡ πλειονοψηφία τῇ ἐνεπιστεύθη τὴν ἐξουσίαν. Τὸ πρόγραμμά σας ὅμως ἦτο ἐντελῶς διάφορον· ἠθέλετε 11 χιλιάδας στρατὸν, ἠθέλετε ἐλάττωσιν τῶν δημοσίων ἐσόδων, διότι ἐνομίζετε, ὅτι δὲν ἠθέλετε ἔχει μεγάλας δαπάνας κατὰ τὸ ἔτος 1880· ἡ Βουλὴ σᾶς ἠκολούθησεν εἰς τὸ πρόγραμμα ἐκεῖνο, καὶ ἀπεχώρησε. Σεῖς λοιπὸν δὲν εἴχετε τὸ δικαίωμα νὰ μεταβάλητε τὸ πρόγραμμά σας ἐκεῖνο, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ φέρητε τὴν Βουλὴν ἅμα ἐπαρουσιάσθησαν νέαι περιστάσεις, καὶ νὰ εἴπητε, ὅτι δὲν εἶσθε οἱ κατάλληλοι νὰ ἐκτελέσητε τὸ νέον πρόγραμμα, ἢ, ἐὰν ἐνομίζετε, ὅτι ἠδύνασθε νὰ μεταβάλητε τοσοῦτον ἀποτόμως τὸ πρόγραμμά σας, ὠφείλετε νὰ ζητήσητε ἐκ νέου τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ νέου προγράμματός σας· ἀλλὰ σεῖς συνεκαλέσατε τὴν Βουλὴν, ἀφοῦ ἐθέσατε τὴν Ἑλλάδα εἰς τοιαύτην δύσκολον θέσιν, οἵαν πρὸ ὀλίγου σᾶς ἐπανέλαβον, καὶ ὁποίαν μᾶς παρέστησεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δηλαδὴ καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ μὲν ὀπισθοχώρησις εἶναι αὐτοκτονία, ἡ δὲ ἀναβολὴ ὀλεθρία. Ἀλλ’ ἐσκέφθητε τοὐλάχιστον περὶ τῶν μέσων, ἅτινα ἀπαιτοῦνται πρὸς ἀποπεράτωσιν τοῦ μεγάλου ἔργου, τὸ ὁποῖον συνελάβετε τὴν ἰδέαν νὰ ἐπιχειρήσητε; ἐφροντίσατε, πρὶν θέσετε τὸν τόπον εἰς ἐμπόλεμον κατάστασιν, νὰ προμηθεύσητε τὰ χρηματικὰ μέσα, τῶν ὁποίων ἠθέλετε λάβει ἀνάγκην μέχρι τέλους τῆς τολμηρᾶς ἐπιχειρήσεώς σας; διότι, ἐὰν ἐν τῷ μέσῳ τοῦ πολέμου ἐκλείψωσι τὰ ἐφόδια καὶ τὰ μέσα, ἡ ἀποτυχία καὶ ἡ καταστροφὴ εἶναι βεβαία. Ἐζητήσατε μόνον νὰ προμηθευθῆτε τὸν ἄρτον τῆς ἡμέρας, ἐλάβετε 15,000,000 διὰ νὰ ζήσητε ὀλίγους μῆνας. Ἀλλὰ συνήψαμεν, λέγουσι, μίαν σύμβασιν μετὰ τῆς Τραπέζης, τὴν ὁποίαν σᾶς ἀφήσαμεν κληρονομίαν, καὶ ἀπὸ τὴν ὁποίαν θὰ δυνηθῆτε νὰ πορισθῆτε 62 ἑκατομ. Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν καὶ ταύτην. Εἶναι βέβαιον, καὶ νομίζω, ὅτι ὁ ἔντιμος Πρόεδρος τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως δὲν θὰ τὸ ἀρνηθῇ, ὅτι, ὅταν ἔλαβε τὸ δάνειον τῶν 15 ἑκατομμυρίων, τῷ προσεφέρθη δάνειον μεγαλείτερον ὑπὸ ἀρίστους ὅρους καὶ δὲν τὸ ἐδέχθη· ὁ ἴδιος ὡμολόγησεν, ὅτι, καθ’ ἣν ἡμέραν ὑπέγραφε τὴν σύμβασιν μετὰ τῆς Τραπέζης, τῷ προσεφέρθησαν 80 ἑκατομμύρια μὲ 7 55]00 καὶ δὲν τὰ ἐδέχθη, ἐνῷ διὰ τῆς συνομολογηθείσης συμβάσεως πρόκειται νὰ ἐγκατασταθῇ ἐν τῷ τόπῳ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ἐπὶ αἰῶνας αἰώνων, ἡ δὲ Τράπεζα ἦτο τὸ ταμεῖον ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον ἠδυνάμεθα κατὰ τὴν τελευταίαν στιγμὴν καὶ ἐν τῇ διαταράξει τῆς Εὐρώπης ὁλοκλήρου νὰ καταφύγωμεν, ὅπως ἐξακολουθήσωμεν τὸν ἀγῶνα. Κακῶς λοιπὸν ἐπράξατε ν’ ἀποκρούσητε τὴν προσφορὰν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν τότε ἠδύνασθε νὰ πορισθῆτε, καὶ σήμερον ὁμολογεῖτε, ὅτι δὲν εἶναι εὔκολον εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν νὰ προμηθευθῇ ἐξωτερικὸν δάνειον· καὶ ὁ λόγος εἶναι εὐνόητος, διότι, πρὸ τοῦ διατάγματος τῆς ἐπιστρατεύσεως, ἡ Εὐρώπη δὲν ἐγνώριζε τὰς προθέσεις, τὰς ὁποίας εἴχετε, καὶ μετὰ τὸ διάταγμα σᾶς ἐζήτησε βαρυτέρους ὅρους.
§76ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἦσαν βαρύτεροι.
§77ΡΙΚΑΚΗΣ. Πάλιν δὲ ὅταν ἐπανῆλθεν ὁ Βασιλικὸς Λόγος, καὶ ἐκηρύξατε δι’ αὐτοῦ, ὅτι σκοπὸν ἔχετε νὰ πολεμήσητε, βεβαίως δὲν εἶναι εὔκολον νὰ εὕρωμεν δάνειον οὔτε 1000 φράγκων εἰς τὴν Εὐρώπην. Εἶναι λοιπὸν ἔλλειψις ἀσυγχώρητος νὰ φέρητε τὸ ἔθνος εἰς τοιαύτην κατάστασιν χωρὶς νὰ φροντίσητε περὶ ὅλων τῶν μέσων τῶν ἀπαιτουμένων πρὸς ἐξακολούθησιν τοιούτου μεγάλου ἔργου. Τὰ 62 ἑκατομμύρια τῆς Τραπέζης, ἐκ τῶν ὁποίων τὰ 25 εἶναι μεταλλικόν, εἰς τί ἤθελον σᾶς ἐπαρκέσει; Ἔχομεν ἀνάγκην μέχρι τέλους Δεκεμβρίου 1880 42 ἑκατομ., διὰ νὰ πληρώσωμεν τὰς ἐκκρεμεῖς ὑποχρεώσεις μας καὶ διατηρήσωμεν τὸν στρατόν, τί θὰ μείνωσιν ἀπὸ τὰ 62 ἑκατομμύρια; 20 ἑκατομμύρια χαρτί, διότι τὰ 25 ἑκατομμύρια μεταλλικὸν θὰ δαπανηθῶσιν εἰς ἐξωτερικὰς προμηθείας. Διὰ τῶν 20 τούτων ἑκατομμυρίων θὰ δυνηθῶμεν νὰ συντηρήσωμεν τὸν στρατὸν μέχρι τοῦ Μαρτίου καὶ νὰ προβῶμεν εἰς πόλεμον, θεωροῦντες τὴν ὀπισθοχώρησιν αὐτοκτονίαν καὶ τὴν ἀναβολὴν ὀλεθρίαν; Κύριοι ὑπουργοί, ἀφοῦ θεωρεῖτε τὴν ὀπισθοχώρησιν αὐτοκτονίαν καὶ τὴν ἀναβολὴν ὀλεθρίαν, ὑποθέτω, ὅτι ἀπόφασιν ἔχετε νὰ προχωρήσητε. Προχωρήσατε· οὔτε ἐγὼ, οὔτε ἄλλος τις θὰ δυνηθῇ νὰ σᾶς ἀποτρέψῃ, ἀλλὰ πρὶν προχωρήσητε σκεφθῆτε, ὅτι ὁ πόλεμος, τὸν ὁποῖον θέλετε ἐπιχειρήσει, δὲν θὰ ἦναι πόλεμος διεκδικῶν τὰ τμήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἡ Εὐρώπη μᾶς ἐπεδίκασεν, ἀλλὰ πόλεμος, ὁ ὁποῖος θ’ ἀνάψῃ ὁλόκληρον τὴν Ἀνατολὴν, καὶ εἰς τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ εἶσθε προητοιμασμένοι νὰ διεκδικήσητε ὅλας τὰς Ἑλληνικὰς χώρας ὄχι μόνον ἀπέναντι τῆς Τουρκίας, ἀλλὰ καὶ ἀπέναντι πάσης ἄλλης Δυνάμεως καὶ πάσης ἄλλης φυλῆς, διότι, ἂν τοῦτο δὲν πράξητε, θέλετε πράξει τὴν μεγαλειτέραν προδοσίαν. (Εὖγε, εὖγε ἐκ δεξιῶν.) Πολεμήσατε, ἀλλὰ φροντίσατε προηγουμένως νὰ προμηθευθῆτε ὅλα τὰ ἀναγκαῖα χρήματα καὶ ἐφόδια μέχρι τῆς ἀποπερατώσεως τοῦ πολέμου, διότι ἡ ἕνεκα ἐλλείψεως μέσων ἀποτυχία θέλει εἶσθαι παντελὴς καταστροφὴ, ἡ δὲ ὑμετέρα εὐθύνη μεγίστη. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους καὶ ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας πολεμήσατε, ἐγὼ δὲ θέλω σᾶς ἀκολουθήσει προθύμως..... Κύριοι βουλευταὶ, ἡ Ἑλλὰς διατρέχει μίαν τῶν σπουδαιοτέρων κρίσεων ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ βασιλείου· ἂς προσπαθήσωμεν ν’ ἀνταποκριθῶμεν εἰς τὸ μέγεθος τῶν περιστάσεων μετ’ ἀκραιφνοῦς πατριωτισμοῦ καὶ ἀνυποκρίτου αὐταπαρνήσεως, ἐκπληροῦντες τὸ πρὸς τὴν Πατρίδα καθῆκον, καὶ ἐπικαλούμενοι ὑπὲρ αὐτῆς τὴν ἀντίληψιν τῆς Θείας Προνοίας. (Χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου.)
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ἵνα μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ διατάξω τὴν ἐκκένωσιν τῶν ἀκροατηρίων.
§79ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα. (Διατάσσεται ἡ ἐκκένωσις τῶν ἀκροατηρίων.)
§80ΣΠΗΛΙΟΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλω φροντίσει νὰ μὴ σᾶς κουράσω διὰ μακρᾶς ἀγορεύσεως, ἔχων ὑπ’ ὄψιν, ὅτι καὶ ἡ ὥρα παρῆλθε καὶ ὑμεῖς εἶσθε ἀπηυδισμένοι ἐκ τῆς ἀκροάσεως. Ἡ φιλοπατρία, κύριοι, εἶναι ὁ χαρακτὴρ τοῦ Ἕλληνος, εἰς οὐδένα ἑπομένως ἀρνοῦμαι ταύτην. Ἀλλὰ παρακαλῶ συγχρόνως νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ σᾶς προσθέσω, ὅτι πολλάκις ἄκαιρος φιλαρχία, συστηματικαὶ ἔριδες καὶ κομματικὰ πάθη ἐπενεργοῦσιν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ γίνεται ὑποχώρησις τοῦ πατριωτισμοῦ ἀνεπαισθήτως πως. Πολλάκις ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ἤκουσα εὐχαρίστως νὰ ἐκφέρηται, ὅτι ὀφείλομεν νὰ ἐπιτελέσωμεν τὸ μέγα ἔργον τῆς γενεᾶς τοῦ 1821, τὸ ὁποῖον, ὡς μὴ ὤφειλε, μένει κατὰ κακὴν μοίραν ἀνεκτέλεστον, ἀλλ’ ἡ μεγάλη ἐκείνη γενεὰ ἄλλως ἐπολιτεύετο. Πολλάκις ἀληθῶς ἤριζεν, ἀλλ’ ἡ ἔρις προήρχετο ἐξ ἁμίλλης περὶ τοῦ καλοῦ, ἐξ ἁμίλλης, τὴν ὁποίαν πρὸς ὑποστήριξίν των γεννῶσιν αὐτὰ τὰ συντάγματα, αὐτὰ τὰ ἐλεύθερα πολιτεύματα. Ἡ τοιαύτη ἅμιλλα εἶναι εὐγενὴς, εἶναι ἡ ζωὴ τῶν πολιτευμάτων. Ἀλλ’ ἂν ἡ μεγάθυμος ἐκείνη γενεὰ ἤριζε, συνηνοῦτο εἰς κρισίμους περιστάσεις. Ὅταν μεγάλα συμφέροντα τῆς πατρίδος διεκινδύνευον, οἱ ἄνδρες ἐκεῖνοι ἔθετον κατὰ μέρος τὰς ἔριδας καὶ τὰς διαιρέσεις, ὡμονόουν καὶ συνετρέχοντο ἀμοιβαίως πρὸς εὐόδωσιν τοῦ δεσπόζοντος τὴν καρδίαν των μεγάλου ἔργου, ὅπερ ἀνέλαβον. Ἀπόδειξις ἐναργὴς ὑπάρχει τὸ γεγονὸς τοῦ γέροντος τῆς Πελοποννήσου, τοῦ ἀοιδίμου ἀρχηγοῦ Θεοδ. Κολοκοτρώνη. Ὁ μέγας ἐκεῖνος ἀνὴρ ἐκρατεῖτο ἐν τῇ νήσῳ Ὕδρᾳ συνεπείᾳ πολιτικῶν ἐρίδων, μόλις ὅμως ἔφθασεν ἐκεῖ ἡ εἴδησις τῆς εἰς τὰ Μεσσηνιακὰ φρούρια εἰσβολῆς τοῦ Ἰμβραΐμη, ἀφέθη ἐλεύθερος καὶ ἔδραμεν ἀμέσως εἰς τὴν φωνὴν τῆς πατρίδος, ἀφοῦ προηγουμένως τῇ ἔτεινε τὴν φιλικὴν χεῖρα ὁ ἀοίδιμος Λάζαρος Κουντουριώτης. Αὐτὸ δὲ τοῦτο ἔπραξε καὶ ὁ μεγάθυμος Ἀνδρέας Ζαήμης, ὅτε ἐκινδύνευεν ἡ ἀκρόπολις τῶν Ἀθηνῶν. Οὗτος ὡς μέλος τῆς Κυβερνητικῆς ἐπιτροπῆς, οὐ μόνον ἐνέκρινε ν’ ἀποσταλῇ ἀρχηγὸς τοῦ κατὰ τὴν Ἀττικὴν στρατοῦ ὁ ἱκανότατος Καραϊσκάκης, πρὸς ὃν μέχρι τότε διεφέρετο, ἀλλὰ καὶ εἰλικρινῶς τὸν συνέδραμε, χορηγήσας αὐτῷ πάντα τὰ ἀναγκαῖα μέσα πρὸς ἐνίσχυσίν του. Οὕτως ἐπολιτεύετο ἡ μεγάλη ἐκείνη γενεὰ, ἡ τοσαῦτα τεράστια διαπράξασα. Σήμερον ὅμως, κύριοι, πῶς ἡμεῖς πολιτευόμεθα; Εἰς στιγμὰς, καθ’ ἃς ἡ πατρὶς ἔχει ἀπόλυτον ἀνάγκην τῆς συμπνοίας τῶν τέκνων της, εἰς στιγμὰς, καθ’ ἃς ἀπαιτεῖται νὰ καταδειχθῇ εἴς τε τὴν Εὐρώπην καὶ ἀλλαχοῦ ἡ ὁμοφωνία τοῦ ἑλληνισμοῦ, καὶ ὅτι εἷς μόνος παλμὸς ἱερὸς ἐν τῇ καρδίᾳ του πάλλει καὶ δεσπόζει, εἰς τοιαύτας, λέγω, ἐπισήμους στιγμὰς ἔρχονται δυστυχῶς τινες καὶ ῥίπτουσι τὴν δᾷδα τῆς διχονοίας ἐντὸς τοῦ βουλευτηρίου, ἔρχονται καὶ ῥίπτουσι τὴν ἀπαγοήτευσιν, μαραίνοντες τὸν ζῆλον καὶ τὴν προθυμίαν. Εἰς ταῦτα ἀπολήγουσι διὰ τῆς μομφῆς, τὴν ὁποίαν διὰ τοῦ σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον ἐπιῤῥίπτουσιν εἰς τὸ τέως Ὑπουργεῖον Τρικούπη ἐν ᾧ γενικὴ ὑπάρχει πεποίθησις, ὅτι τοῦτο ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν του μετὰ πυρετώδους μὲν, ἀλλὰ συνετοῦς καὶ περιεσκεμμένης δραστηριότητος. Πρὸς τί, κύριοι, προέρχεσθε εἰς τοιαύτην ἄδικον μομφὴν κατὰ τοῦ παρελθόντος ὑπουργείου; ὁποῖον θέλει εἶσθαι τὸ πρακτικὸν ἀποτέλεσμα; Ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν Κυβερνητικῶν πράξεων δύο ἔχει καθήκοντα, ν’ ἀποδοκιμάσῃ ἢ νὰ καταδιώξῃ τὸ ὑπόλογον ὑπουργεῖον. Ἡ ἀποδοκιμασία χρησιμεύει εἰς τὴν ἀπομάκρυνσιν τοῦ Ὑπουργείου ἀπὸ τὴν διεύθυνσιν τῶν πραγμάτων τῆς πατρίδος, διὰ δὲ τῆς καταδιώξεως ἐπιδιώκεται ἡ τιμωρία τῶν Ὑπουργῶν ὡς ἐγκληματησάντων κατὰ τὴν διαχείρισιν τῶν ἐμπιστευθέντων αὐτοῖς σπουδαίων καθηκόντων. Νῦν δὲ πρὸς τί ἀφορᾷ ἡ ἀποδοκιμασία; ὑπουργεῖον Τρικούπη δὲν ἔχομεν νῦν. Τίς ὁ σκοπὸς λοιπὸν τοιαύτης μομφῆς; φρονεῖτε, ὅτι διὰ τῆς μομφῆς θέλετε ἐμποδίσει τὴν ἐπάνοδον τοῦ ὑπουργείου Τρικούπη εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν ἡ ἀνάγκη ἀπαιτήσῃ τοῦτο; Ἐὰν τοιοῦτόν τι φρονῆτε, ἐὰν τοιοῦτόν τι πιστεύητε, πλανᾶσθε. Πρὸς τοῦτο φέρω παράδειγμα πρόσφατον οὐχὶ διὰ νὰ προσάψω μομφὴν οἱανδήποτε, ἀλλὰ διότι μὲ φέρει ἡ σειρὰ τοῦ λόγου. Τὸ ὑπουργεῖον Κουμουνδούρου ἄλλοτε (εἴτε καλῶς, εἴτε κακῶς, δὲν πρόκειται νὰ ἐξετάσω σήμερον) ἀπεδοκιμάσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς διὰ πρᾶξιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, καὶ ἀπεμακρύνθη τῆς διευθύνσεως τῶν κοινῶν. Ἐν τούτοις τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο μετ’ ὀλίγας ἡμέρας καὶ κατὰ τὴν αὐτὴν βουλευτικὴν σύνοδον ἐπανῆλθεν εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν πραγμάτων μετὰ τῶν αὐτῶν σχεδὸν προσώπων καὶ ἰδίως μετὰ τοῦ ὑπουργοῦ, διὰ τὴν πρᾶξιν τοῦ ὁποίου ἀπεδοκιμάσθη. Ταῦτα ἴσως ἔχων ὑπ’ ὄψιν ὁ τέως πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ προτιθέμενος τὴν ἀνύψωσιν τῆς Βουλῆς, σᾶς εἶπε μετὰ παῤῥησίας, μετὰ θάῤῥους «ἐὰν ἐν συνειδήσει φρονῆτε, ὅτι ἐπράξαμεν ἔγκλημα, ὀφείλετε νὰ μᾶς καταδιώξητε συμφώνως πρὸς τοὺς νόμους τῆς πατρίδος. Δὲν σᾶς γνωρίζομεν χάριν, δὲν θέλομεν ἐπιείκειαν, διότι οὔτε εἰς τὴν δικαιοδοσίαν σας ὑπάγεται ἡ τοιαύτη χάρις ἢ ἐπιείκεια, οὔτε ἡμεῖς ἀποδεχόμεθα ταύτην». Ἐν τέλει, κύριοι, παρατηρῶ ὑμῖν, ὅτι οὔτε ὀρθὸν, οὔτε γενναῖον εἶναι νὰ ἐπιῤῥίπτηται ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχε μομφὴ κατὰ ὑπουργείου, ὁσάκις μεταβάλλεται πλειονοψηφία. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι τὸ ἀπομακρυνθὲν τῆς Κυβερνήσεως ὑπουργεῖον στερεῖται τῆς πλειονοψηφίας, δι’ τι, ἂν εἶχε τὴν πλειονοψηφίαν, ἤθελεν εἶσθαι Κυβέρνησις. Ἑπομένως οὔτε ὀρθὸν, οὔτε γενναῖον, οὔτε τέλος συμφέρον εἶναι νὰ καθιερωθῇ τὸ σύστημα ν’ ἀποδίδωται πάντοτε καὶ ἀδικαιολογήτως μομφή. Ἐὰν εἴχετε τὸ θάῤῥος, ὠφείλετε νὰ μεμφθῆτε τὸ ὑπουργεῖον Τρικούπη διατελοῦν ἐν τῇ ἐξουσίᾳ. Τότε ἤθελεν ἐπέλθει πράγματι συνταγματικὴ πρᾶξις· τότε ἤθελε κριθῇ τίνι ἔγκειται τὸ δίκαιον. Ὁ ἀνώτερος ἐπικριτὴς ἤθελεν ἀπομακρύνει τὸ ὑπουργεῖον ἢ, παρακολουθῶν τὴν κοινὴν γνώμην καὶ ἐπιδιώκων τὸν πλείονα φωτισμόν του, ἤθελε ποιήσει χρῆσιν τοῦ συνταγματικοῦ ὅρου, τῆς ἐκκλήσεως εἰς τὸν ἁρμόδιον δικαστήν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἤθελεν ἔχει ὄντως λόγον ἡ μομφή, ἀλλὰ νῦν ἀπομεμακρυσμένου ὄντως τοῦ τέως ὑπουργείου Τρικούπη ἀπὸ τὴν διεύθυνσιν τῶν κοινῶν, δὲν δύναται νὰ γείνῃ ἡ τοιαύτη συνταγματικὴ κρίσις, ἀλλὰ μόνον προσγίνεται τῇ πατρίδι ἡ ἐκ τῆς ἐξάψεως τῶν κομματικῶν παθῶν βλάβη. Ἂς ἔλθωμεν νῦν νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν ὄντως ἔσφαλε τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο. Ἐν πρώτοις, κύριοι, παρατηρῶ, ὅτι δὲν βλέπω εἰς τοὺς συντάκτας τοῦ σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως πλήρη ὁμοφωνίαν, καίτοι συμπολιτευομένους. Ὁ μὲν πρὸς ὑποστήριξιν λέγει, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον Τρικούπη ἐνήργησεν ἐναντίον τοῦ νόμου, ὁ δὲ ἐναντίον τοῦ συντάγματος. Ἀλλὰ ποῦ, κύριοι, εὑρίσκετε τὰς παρανόμους ταύτας ἐνεργείας; Ὁ κ. Κασιμάτης, συμπολιτευόμενον μέλος τῆς ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως ἐπιτροπῆς, μᾶς εἶπεν, ὅτι μέμφεται τὸ ὑπουργεῖον Τρικούπη, διότι ἐξετέλεσε νόμον ἀντισυνταγματικόν, τὸν τοῦ προσωρινοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ τοῦ 1880. Εἶναι, κύριοι, τοιοῦτος λόγος σπουδαῖος εἰς μομφὴν κατὰ τοῦ τέως ὑπουργείου; Χρῄζει κἂν ἀπαντήσεως; Ὁ κ. Κασιμάτης εὗρε τὸ ἀντισυνταγματικόν, εἰς τὸ ὅτι ὁ νόμος ἐν ἄρθρ. 15, ἀνατίθησι τὴν αὔξησιν τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων τῆς χώρας εἰς τὸ ὑπουργεῖον πρὸ τῆς περὶ τούτου εἰδικῆς ψηφίσεως τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἐλησμόνησε, φαίνεται, ὁ κ. Κασιμάτης, ὅτι τὰ συντάγματα θέτουσι τὰς ἀρχάς, οἱ δὲ νόμοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἵτινες κανονίζουσι τὴν ἐκτέλεσιν, μὴ ἀπομακρυνόμενοι τῶν συνταγματικῶν βάσεων, ἀλλὰ τιθέμενοι ταύτας εἰς ἁρμονίαν πρὸς τὰ μεγάλα συμφέροντα τῶν πολιτικῶν κοινωνιῶν. Ἐπιτρέψατέ μοι, παρακαλῶ, νὰ σᾶς φέρω ὀλίγα παραδείγματα. Κατὰ τὰς συνταγματικὰς ἀρχὰς ἀναγνωρίζεται ἡ ἐλευθέρα χρῆσις καὶ διαχείρισις τῆς ἰδιοκτησίας, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν διὰ νόμων τίθενται πρὸς τὸ συμφέρον τῶν κοινωνιῶν περιορισμοί τινες, ἄνευ τῶν ὁποίων ναυαγοῦσι καὶ αἱ συνταγματικαὶ διατάξεις. Οὕτω διὰ λόγους πυρκαϊῶν, διὰ λόγους ὑγείας, διὰ λόγους δημοσίας ἀσφαλείας τίθενται περιορισμοὶ, οὐ μόνον εἰς τὴν ἐλευθέραν διαχείρισιν τῆς περιουσίας, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ἐλευθέραν κίνησιν τῶν ἀτόμων. Οὐδεὶς π. χ. δύναται νὰ οἰκοδομήσῃ ἐπὶ ὡρισμένης ἰδιοκτησίας του κτίριον, ἐξ οὗ δύναται νὰ μεταδοθῇ πυρκαϊὰ, οὐδεὶς δύναται νὰ ἀνεγείρῃ ἐπὶ ἰδιοκτησίας του κατάστημα χρήσιμον εἰς βιομηχανίαν, ἀλλ’ ἐπικίνδυνον εἰς τὴν ὑγείαν. Οὐδεὶς δύναται πολλάκις νὰ ταξειδεύῃ ἄνευ ἐσωτερικοῦ διαβατηρίου. Καὶ ἕτεραι πολλαὶ δεινότεραι ὑπάρχουσι περιοριστικαὶ διατάξεις. Οἱ νόμοι ὅμως οὗτοι, ἀφορῶντες πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς συστάσεως τῶν κοινωνιῶν, δὲν προσεβλήθησαν πώποτε ὡς ἀντισυνταγματικοί, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐκρίθησαν καὶ κρίνονται, ὅτι ἐχρησίμευσαν καὶ χρησιμεύουσιν εἰς ἐξασφάλισιν τῶν κοινωνιῶν κατὰ τῶν κινδύνων, καὶ πρὸς ὑποστήριξιν τῶν συνταγματικῶν ἀρχῶν, διότι ἐξασφαλίζουσι τὰ συμφέροντα τῶν πολιτῶν καὶ τὰς ἐλευθερίας ἀπὸ πάσης προσβολῆς ἀτόμων ἄλλων. Κατὰ τὸ σύνταγμα οὐδεμία δαπάνη γίνεται μὴ περιλαμβανομένη εἰς τὸν προϋπολογισμόν, ἀλλ’ εἰδικὸς νόμος, ὁ λογιστικός, ἀφορῶν εἰς τὴν ἐξασφάλισιν ὑψηλοτέρων συμφερόντων κατεπειγόντων, ἐπιτρέπει εἰς τὸ ὑπουργεῖον, ἵνα ἐν ἀπουσίᾳ τῶν Βουλῶν δαπανᾷ δι’ ἐκτάκτων ἢ ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων χορηγουμένων διὰ Β. Διατάγματος στηριζομένου ἐπὶ πράξεων τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦ νὰ τίθενται εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς Βουλῆς, ὅταν συνέλθῃ. Εἶναι ἄπορον, πῶς ὁ κ. Κασιμάτης, ψηφίζων τοσάκις πιστώσεις, δὲν ἤγειρεν ἔνστασιν κατὰ τῆς ἀντισυνταγματικότητος τῶν νόμων τούτων. Βεβαίως τὸ ὑπουργεῖον ὑποτιθέμενον κατὰ νομικὸν πλάσμα, ὅτι ἐφ’ ὅσον ὑφίσταται κέκτηται τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, πρέπει νὰ περιβάλληται διὰ τοῦ νόμου μὲ τοιαύτην ἐμπιστοσύνην, ἵνα μὴ διακινδυνεύωσιν ἐπείγοντα μεγάλα συμφέροντα ὡς ἐκ τῆς ἀπουσίας τῆς Βουλῆς. Τοιαύτη ἐντολὴ, διδομένη ὑπὸ τῆς Βουλῆς διὰ νόμου, δὲν εἶναι ἀντισυνταγματική. Ἀντισυνταγματικὴ πρᾶξις ἤθελεν εἶσθαι, ἐὰν τὸ ὑπουργεῖον ἐδαπάνα αὐθαιρέτως καὶ μὴ ἔχον τοιαύτην ἐντολὴν τῆς Βουλῆς διὰ τοῦ λογιστικοῦ νόμου. Ἐκ τούτων προκύπτει, κύριοι, ὅτι οὐδαμῶς τὸ ὑπουργεῖον Τρικούπη προσκαλέσαν τὴν ἐπιστράτευσιν καὶ δαπανῆσαν ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς δυνάμει τοῦ λογιστικοῦ νόμου παρηνόμησεν. Ἕτερον συμπολιτευόμενον μέλος τῆς ἐπιτροπῆς ἐστήριξε τὴν μομφήν, εἰς τὸ ὅτι τὸ τέως ὑπουργεῖον Τρικούπη παρέβη τὸ ἄρθ. 15 τοῦ στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ, μὴ συγκαλέσαν ἐγκαίρως τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ἐλησμόνησεν, ὡς εἶπεν ὁ τέως πρόεδρος τοῦ προσβαλλομένου ὑπουργείου, ὅτι δύο γνῶμαι εἶχον ἀναπτυχθῆ ἐν τῇ Βουλῇ. Ἡ μὲν μία ν’ ἀφεθῇ εἰς τὴν κυβέρνησιν ἀπεριόριστον τὸ δικαίωμα τῆς προσκλήσεως τῆς ἐπιστρατείας καὶ νὰ ἐνεργήσῃ κατὰ τὰς κρίσεις της, ἡ δὲ τοὐναντίον νὰ περιορισθῇ ἡ ἐλευθέρα ὑπουργικὴ ἐνέργεια διὰ τῆς συγκαλέσεως τῆς Βουλῆς, ὅταν διὰ Β. Διατάγματος ἤθελε προσκληθῆ ἡ ἐπιστράτευσις· ὁ πρόεδρος τοῦ τέως ὑπουργείου κ. Τρικούπη, ὑποστηρίζων τὴν δευτέραν γνώμην, περιέλαβεν ἐν ἄρθ. 15 τοῦ προσωρινοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ 1880 διάταξιν, συνδυάζουσαν κατὰ τὸ δυνατὸν ἀμφοτέρας τὰς γνώμας. Διὰ τῆς διατάξεως ταύτης θεραπεύεται ἀφ’ ἑνὸς ἡ ἀνάγκη τῆς ἐκτάκτου καὶ ἐπειγούσης περιστάσεως, ἀφ’ ἑτέρου δὲ διατηρεῖται ἀκέραιος ὁ ἔλεγχος τῆς Βουλῆς διὰ τῆς συγκλήσεώς της. Ἡ ἰδέα ὅμως ἕνεκα τῆς διαφωνίας δὲν ἐξεφράσθη ἐν τῷ νόμῳ πλήρης ἐν ὅλῃ τῇ λεπτομερείᾳ της, διότι οὔτε ὁ χρόνος τῆς συγκαλέσεως τῆς Βουλῆς προσδιωρίσθη, οὔτε αἱ περιστάσεις τῆς προσκλήσεως τῆς ἐπιστρατείας, ἔμειναν δὲ τὰ περὶ τούτου εἰς τὴν κρίσιν τῆς Κυβερνήσεως. Ὄντως, κύριοι, ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ἔχῃ ἐλευθερίαν τινὰ ἐνεργείας εἰς κατεπειγούσας περιστάσεις, πρὸς ἐξασφάλισιν κατὰ κινδύνου ἐθνικῶν σπουδαίων συμφερόντων. Τὸ τέως ὑπουργεῖον ἤθελεν εἶσθαι ἄξιον μεγίστης κατακρίσεως ἢ μᾶλλον εἰπεῖν καταδιώξεως, ἐὰν πράγματι δὲν συνεκάλει τὴν Βουλήν· ἀλλά, κύριοι, τὸ ὑπουργεῖον δὲν παρέλειψε τὸ καθῆκον τοῦτο, διότι ἐφρόντισε νὰ συγκαλέσῃ τὴν Βουλὴν ἀμέσως καθ’ ἣν ἐποχὴν ἤρξατο ἀποτελεσματικῶς νὰ ἐνεργήσῃ. Δὲν βλέπω ἑπομένως κατὰ τί παρεβίασε τὸ ἄρθρον 15. Ἤθελεν εἶσθαι ἐναντίον πάσης λογικῆς ἡ ἀπαίτησις τοῦ νὰ προσκαλέσῃ τὴν ἐπιστράτευσιν τυπικῶς, νὰ δηλώσῃ δὲ συγχρόνως πρὸς τοὺς προσκαλουμένους νὰ μὴ προσέλθωσι, καί τοι προσκαλούμενοι εἰς ἐκγύμνασιν, ἀλλὰ ν’ ἀναμείνωσιν ἕως οὗ ἔλθῃ ἡ Βουλή, καὶ μετὰ τὴν ἔλευσίν της ν’ ἀναμείνωσιν ἐπὶ ἕνα ἢ δύο ἔτι μῆνας μέχρις οὗ αὕτη ἤθελεν ἀποφασίσει. Ἀλλὰ τοιοῦτόν τι ἤθελεν εἶσθαι γελοῖον, κωμικόν. Ἡ βάσις τοῦ ἄρθρ. 15 τοῦ προσωρινοῦ στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ εἶναι τὸ κατεπεῖγον, καὶ ἕνεκα τοῦ κατεπείγοντος ἀφέθη εἰς τὸ ὑπουργεῖον τὸ δικαίωμα τῆς ἐκτιμήσεως τοῦ χρόνου τῆς ἐνεργείας, διατηρηθέντος πρὸς τὴν Βουλὴν τοῦ δικαιώματος καὶ καθήκοντος τῆς ἐξελέγξεως, ἂν τὸ ὑπουργεῖον καλῶς ἢ κακῶς ἔπραξε, προσκαλέσαν τὴν ἐπιστράτευσιν. Λέγετε, ὅτι μέμφεσθε τὸ ὑπουργεῖον Τρικούπη, διότι ὤφειλε νὰ συγκαλέσῃ τὴν Βουλὴν πρότερον· ἀλλὰ πρὸς τί ἐγένοντο οἱ περὶ ἐπιστρατείας νόμοι παρὰ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ ἐκγυμνασθῶσιν οἱ ἄνδρες; Ἄλλως ἦσαν καὶ εἶνε περιττοὶ οἱ νόμοι, ἐκτὸς ἐὰν ἀναγράψωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγετε, καὶ διὰ τῆς διαγωγῆς μας, ἐπιστεύθη παρὰ πάντων, ὅτι δηλ. θέλομεν νὰ διοικώμεθα μὲ τὰ χαρτιὰ καὶ ὅτι πρὸς τὸ θεαθῆναι καὶ ἄνευ πραγματικοῦ σκοποῦ νομοθετῶμεν. Πάντοτε κατεκρίθησαν αἱ κατὰ καιροὺς κυβερνήσεις, ὅτι δὲν ἐφρόντισαν περὶ τῆς στρατιωτικῆς ἐκγυμνάσεως τῆς χώρας. Ὁ κύριος Ῥικάκης ἀγορεύων ἔψεξεν, ὅτι τὸ πρώην ὑπουργεῖον προσεκάλεσε τὸν λαὸν εἰς τὰ ὅπλα καὶ ἐδαπάνησε χωρὶς νὰ ζητήσῃ τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ, κύριοι, ἡ ἐπιστράτευσις ἦτο πάνδημος ἐθνικὴ ἀπαίτησις. Τὸ ἔθνος ἀπῄτει νὰ ἐκγυμνασθῇ, τὴν ἐπιθυμίαν του δὲ ταύτην ἐπανειλημμένως καὶ διαφοροτρόπως ἐξεδήλωσεν, ἡ δὲ Βουλὴ διὰ τῶν ἐπανειλημμένων περὶ τούτου νομοθετημάτων της συνεμορφώθη μὲ τὴν κοινὴν ἀπαίτησιν καὶ ἐπανειλημμένους περὶ ἐκγυμνάσεως νόμους ἐψήφισεν ἀπὸ τοῦ 1877 ἕως τὸ 1880. Εἰς τοιαῦτα ἐνησχολήθημεν νομοθετήματα, καὶ κατὰ τὴν τετραετίαν ταύτην τὸ ἔθνος δὲν ἔπαυσεν ἐνθουσιῶν καὶ χειροκροτοῦν πρὸς τοιαύτας πράξεις, αἵτινες θέλουσι τὸ φέρει εἰς τὴν περιωπὴν, τὴν ὁποίαν προώρισται νὰ κατέχῃ ὡς ἐκ τῆς γεωγραφικῆς θέσεώς του, ὡς ἐκ τῶν προσόντων του καὶ ὡς ἐκ τῶν ἱστορικῶν παραδόσεών του. Ὁ κατὰ τὸ 1878 ἐκδοθεὶς νόμος ἔδιδεν ἀπεριόριστον ἐξουσίαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὡς πρὸς τὴν πρόσκλησιν τοῦ λαοῦ εἰς ἐκγύμνασιν, ὁ δεύτερος νόμος ὁ τοῦ 1880 ἔθεσε περιορισμόν τινα, ἀπαιτήσας νὰ συγκαλῆται καὶ ἡ Βουλὴ πρὸς ἐξέλεγξιν καὶ ἐξασφάλισιν κατὰ παρεκτροπῶν. Τὸ τέως λοιπὸν ὑπουργεῖον, ὅπερ ἔσχε τὴν πρόνοιαν νὰ συμβιβάσῃ νομοθετικῶς τὴν ἔκτακτον ἀνάγκην πρὸς τὸν συνταγματικὸν ὅρον, πρὸς τὸ δικαίωμα τῆς Βουλῆς, παρεβίασε τὸ Σύνταγμα; ἔπραξεν ἐναντίον τῆς ἐθνικῆς θελήσεως, προσκαλέσαν τὴν ἐπιστρατείαν; Μὴ προσφεύγητε, κύριοι, εἰς τοιαῦτα πλάγια μέσα. Ἐὰν θέλετε νὰ ἐπικρίνητε τὸ πεσὸν ὑπουργεῖον, ῥίψατε τὴν μομφὴν καθαρῶς, διαδηλώσατε οἱ ὁμοφρονοῦντες ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον οἱ συμπολιτευόμενοι κύριοι Ῥικάκης σήμερον, καὶ κύριος Βαλσαμάκης χθές. Ἀμφότεροι οἱ κύριοι οὗτοι εἶπον, ὅτι ἦσαν ἐναντίοι εἰς τὴν ἐπιστράτευσιν, καὶ ἀναγκαζόμενοι ἐκ τοῦ σημείου, εἰς τὸ ὁποῖον ἐπροχώρησεν αὕτη, παραδέχονται ταύτην κλπ. Ἀλλὰ, κύριοι, πῶς οἱ συμπολιτευόμενοι οὗτοι συμφωνοῦσι μὲ τὸ ἐνεστὼς ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον εἶπεν, ὅτι «τὴν πολιτικήν μου γνωρίζετε, αὕτη εἶναι ἡ τοῦ πυρὸς καὶ τοῦ σιδήρου;» Τοιαύτην τακτικὴν τῆς συμπολιτεύσεως δὲν ἐννοῶ. Οἱ κύριοι οὗτοι ὑποστηρίζουσιν ὑπουργεῖον, πρὸς τὸ ὁποῖον διαφωνοῦσιν ὡς πρὸς τὸ πρωτεῦον ζήτημα. Δὲν ἐννοῶ πῶς συμβιβάζεται τοιαύτη διχογνωμία καὶ συγχρόνως ἔνθερμος ὑποστήριξις. Ἐκ τούτου κατανοεῖτε, κύριοι, ὅτι εἶναι δύσκολος ἡ ἀπάντησις, διότι ὑποχρεοῦται ν’ ἀπαντήσῃ τις εἰς μερίδα ἔχουσαν διαφόρους γνώμας. Ἐν τούτοις ἐπανερχόμενος ἐπαναλαμβάνω νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἀφοῦ, ὡς ἐξέθηκα, οὐδεμίαν πρακτικὴν σημασίαν ἔχουσιν αἱ δύο παράγραφοι τῆς ἀπαντήσεως, αἵτινες ἐπιῤῥίπτουσι μομφὴν εἰς τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν, εἰμὴ μόνον νὰ δώσωσιν ἀφορμὴν εἰς ἕκαστον νὰ ὑποθέσῃ, ὅτι αὕτη εἶναι ἀπόῤῥοια ἐμπαθείας, φρονῶ, ὅτι δι’ αὐτὸν τὸν λόγον περισσότερον παντὸς ἄλλου πρέπει ν’ ἀπαλειφθῶσιν. Ἀρκούντως, κύριοι, ἐπὶ τρεῖς συνόδους ἐνασχολούμεθα περὶ παρασκευῆς τοῦ Κράτους, ἀρκούντως ἐνησχολήθημεν εἰς νομοθεσίας περὶ τούτου, ἀλλὰ διὰ τῆς μὴ ἐκτελέσεως τῶν νομοθετηθέντων ἀποδεικνύομεν, ὅτι ἡμεῖς περιοριζόμεθα εἰς μόνα τὰ χαρτιά, ὅτι εἴμεθα χαρτοβασίλειον καὶ ὅτι τὰ τοιαῦτα πράττομεν πρὸς παιδιὰν ἢ πρὸς φενακισμὸν τῆς κοινῆς γνώμης, χωρὶς νὰ ἔχωμεν μεμελετημένον σκοπὸν καὶ σχέδιον. Αἱ περιστάσεις ὑπάρχουσιν ἐπείγουσαι, εἶναι πλέον καιρὸς πραγμάτων. Ἑπομένως καθῆκον πρὸς τὴν πατρίδα, πρὸς ἑαυτοὺς ἔχομεν ὄχι μόνον νὰ φροντίζωμεν πῶς νὰ παρασκευάζωμεν τὸν τόπον καὶ νὰ μὴ διακόψωμεν τὰς ἐνεργείας τοῦ προκατόχου ὑπουργείου, ὅπερ ὑπερανθρώπως εἰργάσθη εἰς στρατιωτικὴν παρασκευήν, ἀλλὰ συγχρόνως διὰ τοῦ παραδειγματισμοῦ μας, διὰ τῶν ὁμιλιῶν μας νὰ θερμαίνωμεν καὶ ὑποστηρίζωμεν τὸ φρόνημα τοῦ λαοῦ. Ὀφείλομεν νὰ μὴ δηλητηριάζωμεν καὶ καυτηριάζωμεν πᾶν γενναῖον αἴσθημα, πάντα ἐνθουσιασμὸν, πᾶσαν εὐγενῆ προθυμίαν εἰς τὸ ὑπερμαχῆσαι ὑπὲρ ἀναξιοπασχόντων ἀδελφῶν, οἵτινες καὶ τὴν καταγωγὴν κοινὴν μεθ’ ἡμῶν ἔχουσι καὶ μεγάλως συνετέλεσαν εἰς τὴν τελεσθεῖσαν ἀνάκτησιν τῆς μέχρι τοῦδε ἀνεξαρτησίας ἐλαχίστης μερίδος τῆς μεγάλης Ἑλλάδος. Ἐὰν, ὡς μοὶ ἀντεῖπέ τις τῶν κυρίων συναδέλφων, ὁ ἐνθουσιασμὸς εἴς τινας δὲν ὑπάρχει τοσοῦτος, ὅσον ἀπαιτοῦσιν αἱ μεγάλαι ἐθνικαὶ περιστάσεις, καὶ αἱ θυσίαι, εἰς τὰς ὁποίας ὑπεβλήθη ἡ μικρά μας χώρα, οὔτε ὀρθὸν οὔτε δίκαιον εἶναι ν’ ἀπογοητεύωμεν τὸν λαόν, διακηρύττοντες ἐντεῦθεν δημοσίᾳ, ὅτι ὁ στρατὸς δὲν ἔχει τὸν ἀναγκαιοῦντα ἱματισμόν, ὅτι στερεῖται τοῦ παντός. Οὔτε συμφέρον οὔτε πατριωτικὸν εἶναι νὰ ἐξογκῶμεν μικρὰς ἐλαχίστας ἐλλείψεις συμπαρομαρτούσας πάντοτε μὲ τὴν πρώτην συγκάλεσιν καὶ ἐκγύμνασιν μεγάλου στρατοῦ, καὶ νὰ δίδωμεν διὰ τοιούτων κηρυγμάτων ἀφορμὰς εἰς συκοφαντίας, ἀποδειλιῶντες συγχρόνως καὶ τοὺς ἐνθουσιῶντας.
§81ΤΙΝΕΣ. Ἔχομεν χρήματα;
§82ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμολογῶ, κύριοι, ὅτι περισσότερα τῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς λεχθέντων δὲν ἠδύναντο νὰ εἴπωσιν οἱ ἀσπονδότεροι ἐχθροὶ τῆς Ἑλλάδος, οἵτινες διαστρέφουσι τὴν ἀληθῆ κατάστασιν τῶν πραγμάτων. Τὰ λεχθέντα, κύριοι, εἶναι ὁ μυκτηρισμὸς, τὸν ὁποῖον κάμνουσιν οἱ ξένοι, οἱ σκοποῦντες ν’ ἀποδείξωσι τὴν σμικρότητά μας πρὸς ἐπίτευξιν τῶν σκοπῶν, τοὺς ὁποίους ἐπιδιώκουσιν, Ἀπορῶ πῶς ἔχουσί τινες τὸ θάῤῥος νὰ ὑποστηρίξωσιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα λέγουσιν οἱ ἐχθροί μας, σατυρίζοντες πρὸς ἐπίτευξιν τῶν σκοπῶν των. Ἡ ἐθνικὴ φιλοτιμία τουλάχιστον δὲν ἔπρεπε νὰ προβαίνῃ εἰς ὑποστήριξιν τοιούτων ψευδολογιῶν καὶ συκοφαντιῶν κατὰ τῆς ὑλικῆς καὶ ἠθικῆς ἰσχύος τοῦ ἔθνους. Κύριοι, ἐν τῇ ἀρχῇ τῆς ἀγορεύσεώς μου σᾶς εἶπον, ὅτι δὲν θέλω ἐκταθῆ· διότι καὶ ὑμεῖς ἐκουράσθητε καὶ ἐγὼ δὲν δύναμαι ν’ ἀνθέξω εἰς μακρυνὴν ἀγόρευσιν. Τελευτῶν λοιπὸν ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι πρὸς τὸ συμφέρον μας αὐτὸ καλὸν εἶναι ν’ ἐπαλειφθῶσιν αἱ δύο αὗται παράγραφοι, αἵτινες οὐδὲν πρακτικὸν ἀποτέλεσμα ἔχουσι, παρὰ μόνον νὰ ἐνισχύσωσι τὴν διαίρεσιν καὶ νὰ ἐξάψωσι τὰ πάθη εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἡ πατρὶς ἔχει ἀπόλυτον ἀνάγκην τῆς συμπνοίας τῶν τέκνων της εἰς περαίωσιν τοῦ ἔργου τῆς μεγάλης γενεᾶς τοῦ 1821. Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 6 μ. μ.