1880.10.31
1,800 rows · 14,387 words · 136 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 11
τῆς 31 Ὀκτωβρίου 1880.
Ὥρα 2 μ. μ.
Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐνεκρίθησαν.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Σύλλογος τῶν ἀγωνιστῶν καὶ ἀποστράτων ζητεῖ τὴν ἀνάκλησιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ἀποστράτων ἀξιωματικῶν.
§2ΤΙΝΕΣ. Νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν στρατιωτικῶν, ἵνα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ σταλῇ.
§4ΡΑΛΛΗΣ. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, πάντες τὴν πολυθρύλλητον ἐκείνην προανακριτικὴν ἐπιτροπὴν μεταξὺ τῶν ἄλλων ἐνεργειῶν, τὰς ὁποίας ἔκαμεν αὕτη, παρήγγειλε τὸν ἐν Παρισίοις εἰσαγγελέα τῶν ἐφετῶν, ὅπως ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις περὶ τοῦ τιμήματος δύο συναλλαγματικῶν ἐξαργυρωθεισῶν ἐνταῦθα παρά τινος ἀξιωματικοῦ, ὅστις ἐνήργει τότε τὰς προμηθείας. Μόλις μετὰ δύο μῆνας ἀπὸ τοῦ πέρατος τῶν ἐργασιῶν τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης κατώρθωσεν ὁ τότε ἐπιτετραμμένος τῆς Ἑλλάδος ἐν Παρισίοις ν’ ἀποσταλῇ ἐνταῦθα, διὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, νομίζω, τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐνεργηθείσης ἀνακρίσεως· τὸ ἀποτέλεσμα δὲ τοῦτο ἐδημοσιεύθη δι’ ὅλων τῶν ἐφημερίδων τῆς πρωτευούσης καὶ ἐν γένει τοῦ κράτους· τὸ γνωρίζετε ἴσως πάντες, καὶ ὡς ἐκ περισσοῦ τὸ ὑπομιμνήσκω ὑμῖν. Ἀπεδείχθη, κύριοι, ἐκ τῆς γενομένης ἀνακρίσεως, ὅτι κατὰ τὰς προμηθείας τοῦ 1878 ἀνώτερος ἀξιωματικὸς τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ, εἰς χεῖρας τοῦ ὁποίου ἦσαν ἐμπεπιστευμέναι ὅλαι αἱ προμήθειαι αἱ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, κατώρθωσεν αὐτὸς καὶ μόνος νὰ ἐκμυζήσῃ ἐκ τοῦ δημοσίου θησαυροῦ τῆς Ἑλλάδος πεντήκοντα χιλιάδας φράγκων. Τὰ γεγονότα εἶναι ἀναμφισβήτητα, καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο τῆς ἀνακρίσεως δὲν δύναται ν’ ἀποδοθῇ εἰς τὸν φατριασμόν, ὅστις ἄλλοτε εἶχεν ἐπικρατήσει ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Θὰ παρακαλέσω δὲ τὸν ὑπουργὸν τῆς δικαιοσύνης καὶ συγχρόνως τὸν ὑπουργὸν τῶν στρατιωτικῶν νὰ μὲ πληροφορήσωσιν, ὁποίαν τινὰ ἐνέργειαν μετὰ τὴν ἄφιξιν εἰς χεῖράς των τῶν ἀνακριτικῶν ἐκθέσεων ἔκαμον· ἐννοοῦν τὸ ἔγκλημα, τὸ ὁποῖον ἔχουν χειροπιαστόν, νὰ τὸ καλύψωσιν; ἐννοοῦν νὰ ἐπιδιώξωσι τὴν τιμωρίαν τοῦ ἐγκληματίου; Τοῦτο ἐπιθυμῶ νὰ μάθω.
§5ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Πότε ἦλθον τὰ ἔγγραφα;
§6ΡΑΛΛΗΣ. Κατὰ Μάϊον νομίζω.—Ἔρχομαι εἰς ἄλλο ἀντικείμενον.
§7ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐπειδὴ εἴπατε ἀπὸ τὸν Μάϊον, μᾶλλον νὰ ἐρωτήσητε τὴν προκάτοχον κυβέρνησιν.
§8ΡΑΛΛΗΣ. Αὐτή δὲν εἶναι πλέον κυβέρνησις, μήτε ἔχει εἰς χεῖρας τὰ ἀρχεῖα τοῦ κράτους, μήτε διέπει τὴν ὑπηρεσίαν· ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γνωρίζω ἐγὼ ἐξωδίκως, ὡς φίλος τῆς προκατόχου κυβερνήσεως, εἶναι, ὅτι τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα διὰ τῆς νομίμου ὁδοῦ τὰ ἔπεμψεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης καὶ τοῦτο εἰς τὸν εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν. Ἔκτοτε παραδόξως, ἐνῷ ἐπρόκειτο μάλιστα, νομίζω, ἡ ἔκδοσις ἐντάλματος συλλήψεως καὶ βουλεύματος παραπεμπτικοῦ, ἡ ὑπόθεσις ἀπεσιωπήθη.
§9ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἔγεινε τίποτε.
§10ΡΑΛΛΗΣ. Ἔρχομαι εἰς ἄλλο ἀντικείμενον. Βλέπω, ὅτι ἡ ἀπάντησις εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον χρονίζει· καὶ ἕνεκα ἀναφορᾶς, ἥτις μοὶ ἐπεδόθη, ἂν καὶ τὸ θεωρῶ πρόωρον, εἶμαι ὅμως ἠναγκασμένος νὰ ὑποβάλω παράπονα εἰς τὴν Βουλὴν ἐκ μέρους τινῶν ἐντολέων μου. Ἡ ἀναφορὰ εἶναι αὕτη καὶ τὴν παραδίδω εἰς τὸν κύριον πρόεδρον (τὴν καταθέτει εἰς τὸ προεδρεῖον), φέρει περὶ τὰς 250 ὑπογραφάς, εἴτε ἰδιοχείρους, εἴτε διὰ τοῦ ἱερέως καὶ τοῦ παρέδρου τῶν χωρίων διὰ τοὺς ἀγραμμάτους.
§11ΤΙΝΕΣ. Περὶ τίνος διαλαμβάνει;
§12ΡΑΛΛΗΣ. Ἀμέσως ἔχετε ὑπομονήν. Θὰ σᾶς παρακαλέσω μάλιστα νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω δύο λέξεις, διότι εἶμαι αὐτόπτης μάρτυς τῶν παθημάτων τῶν παραπονουμένων. Παραπονοῦνται οἱ ἀναφερόμενοι διὰ τὴν ἀνασκαφὴν τῆς ἐπαρχιακῆς ὁδοῦ Ἀχαρνῶν ἢ μεγάλου τμήματος αὐτῆς, δύο χιλιομέτρων. Ἡ ὁδὸς αὕτη συνδέει τὴν πρωτεύουσαν καὶ ὁλόκληρον τὸν δῆμον Ἀθηνῶν πρὸς τὸν δῆμον Ἀχαρνῶν, καὶ Φυλῆς, διέρχεται διὰ τοῦ κτήματος τῆς πρώην βασιλίσσης Ἀμαλίας, φθάνει μέχρι τοῦ χωρίου Καματεροῦ, ἐκεῖθεν εἰς παλαιὰ Λιόσα, καὶ ἐκεῖθεν εἰς τὴν Χασιὰν τοῦ δήμου Φυλῆς. Ὅταν παρὰ χωρικῶν ἐπληροφορήθην, ὅτι ἡ ὁδὸς αὕτη ἀνεσκάφη, ὑπέλαβον τὰ παράπονά των ὡς ὅλως ὑπερβολικά· ἠθέλησα λοιπὸν ἰδίοις ὄμμασι νὰ ἀντιληφθῶ τὰ τρέχοντα, καὶ μεταβὰς ἐπὶ τόπου πρὸ τριῶν τεσσάρων ἡμερῶν, ἐπείσθην, ὅτι τὰ παράπονα ὅπως ἐκτίθενται παρὰ τῶν χωρικῶν δὲν ἦσαν ἱκανὰ νὰ παραστήσωσι τὴν ἀληθῆ κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ἡ ἐπαρχιακὴ αὕτη ὁδὸς τῶν Ἀχαρνῶν. Δὲν ὑπάρχει, κύριοι, πλέον ὁδός, κατεστράφη ἐντελῶς· ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ Πύργου τῆς βασιλίσσης ἀνώρυξεν ἐν τῷ μέσῳ αὐτῆς τάφρον βαθεῖαν πέντε ἕως ἓξ μέτρων, τὰ δὲ χώματα τὰ ἐκ τῆς ἀνασκαφῆς ἔῤῥιψεν ἐκ δεξιῶν καὶ ἐξ εὐωνύμων· ὁδὸς λοιπὸν δὲν ὑπάρχει πλέον, καὶ εἰς ἀπόστασιν δύο χιλιομέτρων ἡ συγκοινωνία γίνεται διὰ τῶν ἀμπελώνων καὶ τῶν ἀγρῶν.
§13Ν. ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Πρὸς ποῖον σκοπὸν ἠνεώχθη ἡ τάφρος; (Θόρυβος.)
§14ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν μὲ ἐκπλήττουν αἱ ἐπανειλημμέναι ἐρωτήσεις ὑμῶν, κύριοι, διότι τὸ ζήτημα εἶναι λίαν σπουδαῖον καὶ ἄξιον τῆς προσοχῆς ὑμῶν καὶ τῆς δαπανωμένης ὀλίγης ὥρας· τοὐλάχιστον οἱ ἐντολεῖς μου ὀλίγον ἐνδιαφέρονται περὶ τῶν θεωριῶν, αἱ ὁποῖαι ἀναπτύσσονται ἐνταῦθα διὰ τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον, ἀλλ’ ἐνδιαφέρονται νὰ ἔχουν μίαν ὁδόν, ἀφοῦ αὐτοὶ κατέθεσαν τὰ ἔξοδα διὰ τὴν κατασκευὴν καὶ συντήρησιν αὐτῆς. — Ἐζήτησα λοιπὸν νὰ μάθω ποῖον ἔργον δημοσίας ἀνάγκης, ἀπολύτου, εἶναι τὸ τελούμενον, καὶ ἐκ τῆς κατασκευῆς τοῦ ὁποίου ἐθεωρήθη ἀναγκαία ἡ παντελὴς καταστροφὴ τῆς ὁδοῦ ταύτης, ἢ μεγίστου τμήματος αὐτῆς, ὅπως σᾶς εἶπον· ἐπληροφορήθην δὲ παραδόξως, ὅτι ὁ νῦν ἰδιοκτήτης τοῦ Πύργου τῆς πρώην βασιλίσσης Ἀμαλίας ἠθέλησε νὰ κατασκευάσῃ ὑδραγωγεῖον διὰ τὸ κτῆμά του. Ἡ ἱστορία τοῦ ὑδραγωγείου τούτου εἶναι μακρά, χρονολογεῖται ἀπὸ τοῦ 1879. Καὶ τότε ὁ τότε ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, δὲν γνωρίζω ὅμως διὰ τίνα λόγον, ἠθέλησε νὰ χορηγήσῃ τὴν εὐκολίαν ταύτην εἰς τὸν ἰδιοκτήτην τοῦ Πύργου τῆς Βασιλίσσης, ὅπως ἐν μέσῳ πάλιν τῆς ἐπαρχιακῆς ὁδοῦ κατασκευάσῃ ὑδραγωγεῖον πρὸς χρῆσιν τοῦ κτήματός του· ἀλλὰ παραδόξως ὁ τότε νομάρχης Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ἐζήτησεν ἀληθῆ ἀπολογίαν ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ἐπενέβη εἰς τὰ καθήκοντα αὑτοῦ, καὶ τὸ ὁποῖον ἐτόλμησεν ἐπαρχιακὴν ὁδόν, κατασκευασθεῖσαν δαπάναις τῶν κτηματιῶν καὶ συντηρουμένην δαπάναις αὐτῶν, νὰ παραχωρήσῃ πρὸς τοῦτον τὸν σκοπόν. Τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν τότε ἠσθάνθη τὸ ἄτοπον, εἰς ὃ ὑπέπεσε, καὶ δὲν ἐτόλμησε ν’ ἀντείπῃ εἰς τὴν ἀπολογίαν τὴν ζητηθεῖσαν παρὰ τοῦ νομάρχου. Ἀλλὰ μετὰ τὸν νομάρχην ἐκεῖνον ἦλθεν ὁ κ. Θεοδώρου, ὅστις ἐφρόντισε νὰ νομιμοποιήσῃ τὰ πράγματα, δηλαδὴ ἐξέδωκε μίαν ἄδειαν, διὰ τῆς ὁποίας ἐπετρέπετο διὰ μέσου τῆς ἐπαρχιακῆς ὁδοῦ νὰ κατασκευασθῇ ὑδραγωγεῖον διὰ τὸ κτῆμα τοῦ Πύργου τῆς Βασιλίσσης. Ἀλλ’ ἐξέλιπε μετ’ ὀλίγον ὁ κ. Θεοδώρου καὶ ἐπανῆλθεν ὁ πρῶτος νομάρχης, ὅστις πρῶτον καθῆκον αὑτοῦ ἐθεώρησεν.......
§15ΛΑΠΑΣ. Κύριε Ῥάλλη, τί μᾶς ἐνδιαφέρει διὰ τὰ ὑδραγωγεῖα;
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§17ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν δὲν σᾶς ἐνδιαφέρουν τὰ ὑδραγωγεῖα, σᾶς ἐνδιαφέρει ὅμως ἡ συντήρησις τῶν ὁδῶν.
§18ΛΑΠΑΣ. Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου μήτε ὑδραγωγεῖα, μήτε ὁδούς.
§19ΡΑΛΛΗΣ. Χειρότερα διὰ σᾶς, καὶ οἰκτείρω τοὺς ἐντολεῖς σας, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐφρόντισαν νὰ ζητήσωσιν ἐντολοδόχους, οἱ ὁποῖοι νὰ φροντίσωσι περὶ τῶν ὁδῶν των. (Θόρυβος.) Ἀφίνω τὸν κ. Λάπαν νὰ λέγῃ ὅ,τι θέλει, καὶ ἐπανέρχομαι εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον πάντες, νομίζω, ἐκτὸς τοῦ κυρίου Λάπα θεωρεῖτε σπουδαῖον. Λοιπὸν μετὰ τὸν κ. Θεοδώρου ἐπανῆλθεν ὁ ἄλλοτε νομάρχης, καὶ οὗτος ἀνεκάλεσε τὴν παρὰ τοῦ κ. Θεοδώρου ἐκδοθεῖσαν ἄδειαν, ἥτις ἐξεδόθη, ὅπως νομιμοποιήσῃ μίαν παράνομον πρᾶξιν ἐκ μέρους τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἀπὸ τῆς 14 ἱσταμένου Ὀκτωβρίου, δηλαδὴ τῆς ἐπιούσης τῆς ἀπολύσεως τοῦ πρώην νομάρχου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, ἀνεσκάφησαν δύω χιλιάδες μέτρα τῆς ἐπαρχιακῆς ὁδοῦ ἑκατὸν πενῆντα ἐργάται ἐργάζονται νυχθημερὸν καὶ δὲν ὑπάρχει οὐδὲ ἐλάχιστον ἴχνος ἐπαρχιακῆς ὁδοῦ κατὰ τὴν ἀπόστασιν ταύτην τῶν δύω χιλιομέτρων. Νομίζετε, ὅτι τοῦτο μόνον ἐσκοπεῖτο παρὰ τοῦ ἰδιοκτήτου τοῦ Πύργου; Νομίζετε, ὅτι τὸ ἐπιζητούμενον ἦν ἡ καταστροφὴ μόνης τῆς ἐπαρχιακῆς ὁδοῦ Ἀχαρνῶν; Ὑπὸ τὴν καταστροφὴν ταύτην κρύπτεται, κύριοι, καὶ ἕτερος σκοπός. Τὰ πρὸς μεσημβρίαν τῆς ὁδοῦ Ἀχαρνῶν κτήματα τῶν Ἀθηνῶν ἀρδεύονται πάντα διὰ τῶν ὑδάτων ἑνὸς χειμάῤῥου, καλουμένου Γιαννούλας. Ὁ χείμαῤῥος οὗτος ἀρχίζει νὰ ῥέῃ ἀπὸ τοῦ Νοεμβρίου, τὰ δὲ ὕδατά του ξηραίνονται μετὰ τὸν Μάρτιον· ἐὰν τὰ ὕδατα ταῦτα ἐκλείψωσιν ἀπὸ τὸ λεκανοπέδιον τῶν Ἀθηνῶν, δὲν ἔχομεν πλέον πρὸς τὰ μεσημβρινὰ μέρη αὐτῶν κτήματα. Ἀλλὰ αἱ γαῖαι τοῦ Πύργου ἔχουν ἀνάγκην ἐπίσης ὕδατος· καὶ γνωρίζετε, ὅτι ἡ πρώην Βασίλισσα, ἡ Ἀμαλία, μετὰ δαπάνην μεγαλειτέραν τοῦ ἑκατομμυρίου, δὲν κατώρθωσε νὰ ἀρδεύσῃ τὸ κτῆμα ἐκεῖνο. Εἶχε βεβαίως καὶ ἐκείνη πρόχειρον τὸ μέσον, ὅπερ ἀνεκάλυψεν ὁ νῦν ἰδιοκτήτης τοῦ Πύργου, καὶ δὲν εἶχε παρὰ νὰ καταλάβῃ, μάλιστα ἐν τῇ Βασιλικῇ ἰδιότητι αὐτῆς, τὸν χείμαῤῥον τῆς Γιαννούλας καὶ ἐντεῦθεν νὰ καταστήσῃ εὐφόρους τὰς γαίας τοῦ Πύργου. Ἐν τούτοις, δὲν ἠξεύρω, ἐξ ἰδιοτροπίας ἢ ἐξ εὐλαβείας πρὸς τὴν ἰδιοκτησίαν τῶν πολιτῶν, δὲν ἠθέλησεν ἡ Βασίλισσα ἐκείνη νὰ τὸ κάμῃ, καίτοι γνωρίζετε ὁποῖον ἔρωτα εἶχε πρὸς αὐτὸ τὸ κτῆμα. Ἐν τούτοις ὁ νῦν ἰδιοκτήτης τοῦ Πύργου τῆς Ἀμαλίας, ἀφοῦ ἀνέσκαψεν ἐπὶ δύω χιλιόμετρα τὴν ἐπαρχιακὴν ὁδὸν Ἀχαρνῶν, κατέληξεν εἰς σημεῖον, ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἡ κοίτη τῆς Γιαννούλας ἀπέχει μόλις 60 ἕως 70 βήματα· ἐκεῖ ἀντὶ νέων δραχμῶν 75 ἠγόρασεν ἀπὸ ἕνα ἰδιοκτήτην τὸ δικαίωμα νὰ διέλθῃ ἐκ τοῦ ἀγροῦ του, ὅπως εὕρῃ ὕδατα, καὶ ἀφοῦ διῆλθε τὸν ἀγρὸν τοῦτον, κατέπεσεν εἰς τὴν κοίτην τῆς Γιαννούλας· τὴν κοίτην τῆς Γιαννούλας τὴν ἀνέσκαψεν εἰς ἀπόστασιν καὶ κατὰ μῆκος 100 μέτρων, καὶ ἐκεῖ ἐπὶ κεφαλῆς τῆς κατὰ μῆκος τάφρου ἀνώρυξεν ἑτέραν κατὰ πλάτος τῆς ὅλης κοίτης τοῦ χειμάῤῥου, ἐντὸς δὲ τῆς τάφρου ταύτης κατέστησεν ὑδραγωγεῖον ἀπὸ ξηρολιθιάν·—ἠξεύρετε πάντες τί ἐστὶ ξηρολιθιά.—Μετ’ ὀλίγον θὰ κατέλθωσι τὰ ὕδατα τῆς Γιαννούλας διερχόμενα δὲ ὡς ἐπὶ κοσκίνου, θὰ κατακρημνίζωνται καὶ θὰ πλημμυροῦν τὸ ὑδραγωγεῖον τοῦ ἰδιοκτήτου τοῦ Πύργου ἐκ τῆς ξηρολιθιᾶς, θὰ ἀρδεύσωσι δ’ ἀφθόνως τὰς γαίας αὐτοῦ καὶ θὰ τὰς καταστήσωσιν εὐφόρους ἐπὶ βλάβῃ τοῦ δήμου Ἀθηνῶν, ὅστις ἐκμισθώνει ἐνιαυσίως τὰ ὕδατα ταῦτα, καὶ ἐπὶ βλάβῃ τῶν ἰδιοκτητῶν τῶν ἐχόντων ἀποκλειστικὸν δικαίωμα ἀρδεύσεως τῶν κτημάτων των ἐκ τοῦ ὕδατος τῆς Γιαννούλας. Παρέστησαν, κύριοι, τὰ γεγονότα ταῦτα ἐπανειλημμένως εἰς τὸν νέον νομάρχην Ἀττικῆς· ἐξέθηκαν αὐτῷ, ὅτι ἐκεῖθεν κατέρχονται καὶ οἱ κάτοικοι τοῦ δήμου Τανάγρας, οἵτινες, μὴ γνωρίζοντες τὰ τελούμενα, καὶ ὅτι ἡ συγκοινωνία διὰ τῆς ἐπαρχιακῆς ὁδοῦ Ἀχαρνῶν διεκόπη, διερχόμενοι κατέπεσαν ἐν τῇ τάφρῳ καὶ οἱ μὲν ἐπληγώθησαν, οἱ δὲ ἀπώλεσαν τὰ ζῷά των. Ἐγένοντο λοιπὸν ἐπανειλημμένως παραστάσεις εἰς τὸν νομάρχην, ἀλλ’ ὁ κ. νομάρχης οὔτε ἀκρόασιν ἠθέλησε νὰ δώσῃ εἰς αὐτάς. Ἀφ’ ἑτέρου, κύριοι, φαίνεται ὅτι τὸ τμῆμα τῶν δημοσίων ἔργων τεράστια τοιαῦτα τελοῦν κατ’ αὐτάς, δὲν ἔχω δὲ δυσκολίαν νὰ τὸ εἴπω ὑμῖν κατὰ πρόσωπον, κολακεῦον ἀμφοτέρας τὰς πτέρυγας ὑμῶν, δὲν εὐκαιρεῖ διὰ μικρὰς ὑποθέσεις. Ἐντεῦθεν ἀπελπισθέντες οἱ χωρικοὶ καὶ οἱ ἰδιοκτῆται τῶν κτημάτων, τῶν κειμένων πρὸς μεσημβρίαν τῶν Ἀθηνῶν, ἀναφέρονται πρὸς ὑμᾶς. Εἰς ὅσα ἐκθέτουσιν ἐν τῇ ἀναφορᾷ των, ὅλως ἀληθῆ, ἓν ἐγὼ μόνον δύναμαι νὰ προσθέσω, ὅτι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ Χασεκῆ τοιαύτην διοίκησιν δὲν εἶδεν ἡ Ἀττική. Καὶ ὅπως μὴ ἐπαναλαμβάνω τὸν λόγον, ἔρχομαι, κύριοι, εἰς ἄλλο ἀντικείμενον. Προτίθεμαι νὰ ὑποβάλω μετὰ τεσσάρων ἐκ τῶν συναδέλφων μου τῆς Ἀττικῆς νομοσχέδιον, πληρῶν ἴσως δι’ αὐτοῦ μίαν ἔλλειψιν τῆς Κυβερνήσεως, διότι δὲν εἶδον τὸ οὕτω μεταξὺ τῶν παρ’ αὐτῇ κατατεθέντων. Πρόκειται περὶ τοῦ Ἀδριανείου ὑδραγωγείου· γνωρίζετε πάντες, ὅτι τὸ ὑδραγωγεῖον τοῦτο καὶ εἰς αὐτὴν ἀκόμη τὴν νεωτέραν Ἑλλάδα κοστίζει ἑκατομμύρια, ἀλλὰ ἐν τούτοις παραδόξως περὶ αὐτοῦ οὐδεμία ἐλήφθη πρόνοια νομοθετική· καὶ τοῦτο, κύριοι, τὸ ἀποδίδω εἰς τὸ ὅτι δὲν ὑπῆρξεν ἀνάγκη τοιαύτη; μέχρις ἐσχάτων· οὐδεμία τῷ ὄντι πρόνοια νομοθετικὴ ἐλήφθη, διότι τὸ ὑδραγωγεῖον τοῦτο διέρχεται διὰ τῶν κτημάτων χιλιάδων ἰδιοκτητῶν, καὶ ἐν τούτοις οὐδεὶς ἐτόλμησεν ἢ ἠθέλησε νὰ παρεμποδίσῃ τὰ ἔργα διὰ τῶν ὁποίων ἐπρόκειτο νὰ δοθῇ νέα ζωὴ εἰς τὸν δῆμον τῶν Ἀθηνῶν καὶ εἰς τὴν πόλιν. Τελευταῖον ὅμως, κύριοι, καὶ τοῦτο δικαιολογεῖ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ νομοσχεδίου, τελευταῖον ὅμως ἐκ μέρους δύο ἢ τριῶν ἰδιοκτητῶν προεβλήθησαν τοιαῦται ἀξιώσεις, ὥστε κινδυνεύει τὸ ἔργον νὰ παραλύσῃ, ἔργον εἰς ὃ ἐνδιαφέρεσθε καὶ σεῖς, κύριοι, διότι ἐνθυμεῖσθε, ὅτι κατεβάλλατε κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος τὰ ἔξοδα τῆς ἐκκαθαρίσεως τοῦ ὑδραγωγείου τούτου, διὰ νὰ μὴ πίνετε διαρκῶς τὸ ὕδωρ, τὸ ὁποῖον πολλάκις εἴδατε ἐνταῦθα. Ὡς παράδειγμα δὲ τῶν ἐγερθεισῶν ἀξιώσεων θέλω σᾶς ὑποβάλλει πράγματα κοινῶς γνωστά. Εἷς ἰδιοκτήτης ἀπῄτησε ἀπὸ τὸν δῆμον Ἀθηνῶν, ὅπως ἐπιτρέψῃ αὐτῷ νὰ ἐξακολουθήσῃ τὰ ἔργα τῆς ἐκκαθαρίσεως τοῦ ὑδραγωγείου, νὰ τῷ πληρώσῃ ὡς μίσθωμα, οὐχὶ ὡς ἀντίτιμον, ὡς μίσθωμα ὅλων τῶν ὑδάτων τῶν ἐν τῷ κτήματί του καὶ τῶν ὑδάτων αὐτῶν τῶν διερχομένων διὰ τοῦ Ἀδριανείου ὑδραγωγείου, δραχμὰς 30 κατὰ δράμιον κατ’ ἔτος. Ἤδη τὸ Ἀδριάνειον ὑδραγωγεῖον φέρει εἰς τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν 6–8 ὀκάδας ὕδατος· πολλαπλασιάσατε τὸ ἐξαγόμενον ἐπὶ τὸ 30 καὶ θέλετε εὕρει ἓν στρογγυλὸν εἰσόδημα ὑπὲρ τοῦ ἰδιοκτήτου 100,000 δραχμῶν κατ’ ἔτος.
§20ΤΡΙΓΓΕΤΑΣ. Τίς ὁ ἰδιοκτήτης;
§21ΡΑΛΛΗΣ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὀφείλω νὰ πράξω εἶναι, νὰ ὑποβάλω μίαν ἔκθεσιν προφορικὴν διὰ τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ὑποβάλλω, καὶ τοῦτο πράττω, οὐδ’ ἐννοῶ ν’ ἀναφέρω ὀνόματα. Λοιπὸν ἀπέναντι τοιούτων ἀξιώσεων, καὶ μάλιστα, ὅταν γνωρίζω, ὅτι αἱ διοικητικαὶ ἀρχαὶ δύνανται οἱονδήποτε συμβιβασμὸν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀξιώσεων τούτων νὰ εὐκολύνωσι, φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια νομοθετική, ἥτις νὰ σώσῃ καὶ τὸ βαλάντιον τοῦ δήμου, τὸ ὁποῖον ἐπληρώσατε σεῖς αὐτοὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος—ἀναμιμνήσκω ὑμῖν, κύριοι, ὅτι ἐπετρέψατε εἰς τὸ δημόσιον, ὅπως χορηγήσῃ ἐγγύησιν ὑπὲρ τοῦ δήμου Ἀθηνῶν 300,000 δραχμῶν, καὶ αἱ δραχμαὶ αὗται ἐλήφθησαν, διότι ἡ ἐγγύησις ἐδόθη, —καὶ τὴν ζωὴν τῆς πόλεως Ἀθηνῶν· διότι ἄνευ τοῦ ὑδραγωγείου, αὐτοῦ καὶ ἄνευ τοῦ πέρατος τῶν ἐργασιῶν τοῦ ὑδραγωγείου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἡ πόλις τῶν Ἀθηνῶν καὶ ν’ ἀναπτυχθῇ. Τὸ νομοσχέδιόν μου σώζει ἀμφότερα, ἀποδίδει τὴν νόμιμον ἀποζημίωσιν εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας, ἀλλὰ καταργεῖ τὰ λύτρα.
§22Χ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Γνωρίζω......
§23ΡΑΛΛΗΣ. Σᾶς λέγω, ὅτι ἀνεσκάφησαν δύο χιλιόμετρα ἐπὶ τῆς ὁδοῦ ταύτης τῶν Ἀχαρνῶν, καὶ ὅτι ἐπαρχιακὴ ὁδὸς δὲν ὑπάρχει πλέον.
§24ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Εἶχεν ἀνάγκην ὁ κύριος Ῥάλλης νὰ διαστρέψῃ τὰ πράγματα, διὰ νὰ εἰσαγάγῃ ἓν νομοσχέδιον τῆς ὀρέξεώς του. Ὁ δήμαρχος Ἀθηνῶν, ἀναζητῶν ὕδατα, ἐζήτησε νὰ εἰσέλθῃ εἰς διάφορα κτήματα, ἓν τῶν ὁποίων ἀνήκει καὶ εἰς ἡμᾶς, καὶ τ’ ἀνασκάψῃ. Οἱ πρὸ ἡμῶν ἰδιοκτῆται ἀπηγόρευσαν τοῦτο δικαστικῶς· εἶπον πρὸς τὸν δῆμον, δὲν ἐπιτρέπομεν ν’ ἀνασκάψῃς τὸ κτῆμά μας, διότι κατὰ τὸν νόμον δὲν ἔχεις δικαίωμα· αὐτὸ εἴπομεν καὶ ἡμεῖς. Ἡ ὑπόθεσις εἶναι ἐκκρεμὴς εἰς τὰ δικαστήρια. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, τὸ κτῆμα περικυκλοῦται ἀπὸ χάνδακας, ῥέει δὲ ὕδωρ, καὶ ἡμεῖς χρησιμοποιοῦμεν τοῦτο. Ὁ δήμαρχος ἐζήτησε ν’ ἀγοράσῃ τὰ ὕδατα ταῦτα ἀνεξαρτήτως ὅλως διόλου τοῦ ὑποτιθεμένου ὑδραγωγείου· ἡμεῖς εἴπομεν, ὅτι τῷ δίδομεν τὴν περιουσίαν μας αὐτήν, τὴν πωλοῦμεν, ἀλλὰ θέλομεν ἀποζημίωσιν. Τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἀντιποιεῖται ὁ δήμαρχος, νὰ εἰσέλθῃ καὶ ν’ ἀνασκάψῃ τὸ κτῆμα, εἶναι ἀνεξάρτητον τῶν ὑδάτων, τὰ ὁποῖα νῦν ῥέουσιν ἐν αὐτῷ καὶ ποτίζουσι τὰς γαίας. Ἡμεῖς ἠμποροῦμεν νὰ παραχωρήσωμεν τὰ ὕδατα, ἂν θέλῃ νὰ τ’ ἀγοράσῃ κατὰ τὴν ἀξίαν των· ἄλλως τὰ ὕδατα κρατοῦμεν πρὸς χρῆσιν τῶν κτημάτων μας. Βλέπετε, ὅτι ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ῥάλλης εἶναι κατὰ δυστυχίαν ἐντελῶς μὴ ἀκριβῆ, διότι τὰ ὕδατα τὰ ἐν τῷ ὑδραγωγείῳ, ἐὰν ὑπάρχῃ ἐν ἐνεργείᾳ, δὲν τὰ ἐζήτησε κανείς, οὔτε τὰ ἀντιποιεῖται κανείς· ἐζήτησε δὲ ὁ δήμαρχος τὰ ὕδατα τὰ ῥέοντα ἐπὶ τοῦ κτήματος, ἵνα τὰ ἀγοράσῃ καὶ νὰ τὰ μεταφέρῃ εἰς τὸ ὑδραγωγεῖον. Δὲν ἠξεύρω ἂν οἱ ἰδιοκτῆται δὲν ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ διαχειρίζωνται τὰ ὕδατά των ὅπως θέλουν. Ἰδοὺ ἡ ἱστορία ὅλης αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως, ἥτις εἶναι δικαστική.
§25ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν.) Καὶ τὸ δεύτερον μέρος, κύριοι, τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Ἀττικῆς ἐξετέθη ἀνακριβῶς, καὶ δι’ αὐτὸ ὀφείλω νὰ δώσω πληροφορίας τινὰς ἐκ τοῦ προχείρου, καθόσον ἐσχάτως ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ἐνεργήσω ὡς ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως, ἐφ’ ἧς ὁ κ. Ῥάλλης ὡμίλησεν. Ἐπὶ τῆς ὁδοῦ, τῆς παρὰ τὸ κτῆμα τῆς πρώην βασιλίσσης Ἀμαλίας, κατασκευάζει ὑδραγωγεῖον ὁ νῦν ἰδιοκτήτης τοῦ κτήματος ἐκείνου κύριος Παχύς. Ἡ ὑπόθεσις ἔμενεν ἐπὶ πολὺ ἐκκρεμὴς ἐνώπιον τοῦ ὑπουργείου· ἐσχάτως ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ἐρευνήσω τὰ περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, καὶ ἐπειδὴ ἔπρεπε νὰ δώσω διαταγὰς πρὸς τὸν Νομάρχην Ἀττικῆς, ἀπῄτησα, διότι ἐθεώρησα τοῦτο καθῆκόν μου, πρὶν προβῶ εἰς τὴν ἔκθεσιν τοιούτων διαταγῶν, νὰ παραγγείλω τὸν διευθυντὴν τῶν δημοσίων ἔργων καὶ τὸν Νομάρχην Ἀττικῆς νὰ μεταβῶσιν ἐπιτοπίως καὶ ἀπὸ κοινοῦ νὰ ἐξετάσωσιν ὅ,τι συμβαίνει κατὰ τὸ μέρος ἐκεῖνο, καὶ νὰ μοὶ ὑποβάλωσιν ἀκριβεῖς πληροφορίας. Μετὰ τὴν ἐνέργειαν ταύτην, τὴν γενομένην πρὸ τριῶν ἢ τεσσάρων ἡμερῶν, ἐκ μέρους τῶν ἀνωτέρων τούτων ὑπαλλήλων, τῶν καὶ ἁρμοδίων, ἐπείσθην ἀπὸ τὰς παραστάσεις καὶ πληροφορίας αὐτῶν, ὅτι οὐδεμία βλάβη πρόκειται νὰ ἐπενεχθῇ εἰς τὴν ἐπαρχιακὴν ταύτην ὁδόν.
§26ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ὑπάρχει, κύριε Ὑπουργέ, ἐπαρχιακὴ ὁδός.
§27ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ. Οὔτε τὰ ὕδατα, περὶ ὧν ἐλάλησεν ὁ κ. Ῥάλλης, πρόκειται νὰ μεταχειρισθῇ ὁ κ. Παχύς. Ὁ κ. Παχὺς κατασκευάζει ὑδραγωγεῖον ὑπὸ τὴν ὁδὸν ἐκείνην, καὶ βεβαίως κατὰ τὴν παροῦσαν ἐποχήν, καθ’ ἣν γίνεται ἐργασία, ἡ ὁδὸς διατελεῖ ἐν ἀνωμαλίᾳ, ἀλλὰ μετὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τοῦ ἔργου, ἡ ὁδὸς θὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν φυσικήν, εἰς τὴν ὁμαλὴν καὶ κανονικὴν αὑτῆς κατάστασιν, χωρὶς νὰ προκύψῃ τὸ ἐλάχιστον πρόσκομμα κατὰ τὴν διάβασιν τῶν ἁμαξῶν, τῶν κάῤῥων, τῶν ζώων, καὶ ἐν γένει τῶν διαβαινόντων ἐκεῖθεν. Καὶ ἐπειδὴ τῷ ὄντι ἠγέρθη ἡ ἀμφιβολία, ὅτι δι’ ἀκαταλλήλου ἐργασίας τοῦ ὑδραγωγείου ἠδύναντο νὰ σφετερισθῶσι παρὰ τοῦ κ. Παχὺ τὰ ὕδατα, περὶ τῶν ὁποίων ἐλάλησεν ὁ κ. Ῥάλλης, τὸ Ὑπουργεῖον ἔλαβε τὰ ἑξῆς δύο μέτρα. ά.) Νὰ ὑποχρεώσῃ τὸν κ. Παχὺν νὰ ὁμολογήσῃ ἐνώπιον Συμβολαιογράφου, ὅτι ὀψέποτε τὸ δημόσιον ἤθελε λάβει ἀνάγκην τοῦ μέρους τοῦ ὑδραγωγείου, τοῦ ὑπὸ τὴν ὁδὸν κατασκευαζομένου, τὸ δημόσιον νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ διαθέτῃ τὸ μέρος τοῦτο τοῦ ὑδραγωγείου ἀκωλύτως· δεύτερον ὑπεχρέωσε τὸν κ. Παχὺν νὰ κατασκευάσῃ τὸ ὑδραγωγεῖον τοιουτοτρόπως, ὥστε οὔτε ῥανὶς ὕδατος νὰ ἦναι δυνατὸν νὰ εἰσέλθῃ ἐν τῷ ὑδραγωγείῳ ἀπὸ τὰ ὕδατα, περὶ τῶν ὁποίων, ἐπαναλαμβάνω, ἐλάλησεν ὁ κ. Ῥάλλης. Ἑπομένως ἐξ αὐτῶν τῶν ὀλίγων πληροφοριῶν μανθάνει ἡ Βουλή, ὅτι ἡ ὁδὸς οὐδεμίαν βλάβην πρόκειται νὰ ὑποστῇ, ὅτι τὰ ὕδατα τ’ ἀνήκοντα εἰς τὰς κοινότητας δὲν πρόκειται νὰ σφετερισθῇ ὁ κ. Παχύς, ἀλλὰ μένουσιν ἀνέπαφα εἰς τὴν διάθεσιν τῆς κοινότητος· ὁ κ. Παχὺς εἶναι ὑποχρεωμένος, ἐπαναλαμβάνω, νὰ κατασκευάσῃ τοιουτοτρόπως τὸ ὑδραγωγεῖον, ὥστε οὔτε ῥανὶς τοῦ ὕδατος ἀπὸ αὐτὰ τὰ ὕδατα νὰ ἦναι δυνατὸν νὰ εἰσέλθῃ ἐντὸς τοῦ ὑδραγωγείου. Αὐτὸ εἶναι ἐν συνόψει τὸ ἱστορικὸν τῆς ὑποθέσεως· ἀλλ’ ἐὰν ἡ Βουλὴ ἔχῃ ἀνάγκην περισσοτέρων πληροφοριῶν, δύναμαι νὰ ὑποβάλω τὸν φάκελλον τῆς ὑποθέσεως, ἐκ τῆς ἐρεύνης τοῦ ὁποίου θέλει πεισθῆ, ὅτι ἡ ὑπόθεσις ἔχει ὡς ἐγὼ τὴν ἐξέθεσα.
§28ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ν’ ἀπαντήσῃ θετικῶς, καὶ οὐχὶ δι’ ὑπεκφυγῶν· διεκόπη ἀπὸ τὰς 14 Ὀκτωβρίου μέχρι σήμερον πᾶσα συγκοινωνία εἰς ἀπόστασιν δύο χιλιομέτρων διὰ τῆς ὁδοῦ Ἀχαρνῶν ἀπὸ τοῦ χωρίου Καματεροῦ μέχρι τοῦ χωρίου Χασιᾶς τοῦ δήμου Φυλῆς, ναὶ ἢ ὄχι;
§29ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω.
§30ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀπαντήσητε· ἂς λέγῃ ὁ κ. Ῥάλλης ὅ,τι θέλει.
§31ΡΑΛΛΗΣ. Μὴ ἀπαντᾶτε· ἤμην βέβαιος ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι δὲν σᾶς ἔκαμνον αἴσθησιν ὅσα εἶπον, ἀλλὰ τὰ εἶπον, διὰ νὰ ἀκούσωσιν ἄλλοι. Μὴ ἔχητε καμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι δὲν εἶπον ταῦτα πάντα δι’ ὑμᾶς.
§32ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καθ’ ἣν στιγμὴν γίνεται ἐργασία ἐπὶ τῆς ὁδοῦ, ἡ ὁδὸς εὑρίσκεται εἰς ἀνωμαλίαν τινά.
§33ΡΑΛΛΗΣ. Διαβεβαιῶ μὲ τὸν θετικώτερον τρόπον, ὅτι εἰς ἀπόστασιν 2,000 μέτρων δὲν ὑπάρχει ὁδός, ὑπάρχει μόνον τάφρος βαθεῖα καὶ ἑκατέρωθεν σωρὸς χωμάτων· ἡ συγκοινωνία γίνεται διὰ τῶν ἀμπέλων καὶ τῶν ἀγρῶν. Ἀλλὰ δὲν μοῦ λέγει ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ποῦ εὗρε τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαλλοτριώσῃ ἓν πραγματικὸν δικαίωμα ἐπὶ δημοσίας ὁδοῦ; δὲν γνωρίζετε, ὅτι τὰ δημόσια κτήματα δὲν ἀπαλλοτριοῦνται παρὰ μόνον δυνάμει νόμου;
§34ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔγεινεν ἀπαλλοτρίωσις.
§35ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἐδώσατε δικαίωμα δουλείας ἐπὶ τῆς δημοσίας ὁδοῦ; Εἰς δὲ τὸν κ. Κουμουνδοῦρον ἀπαντῶ, ὅτι περιέμενον, ὅτε ἔλαβε τὸν λόγον, νὰ καταδείξῃ πῶς καὶ ποῦ διέστρεψα τὰ γεγονότα.
§36Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ τὸ ἰδῆτε εἰς τὸ βούλευμα, τὸ ὁποῖον θὰ παρουσιάσω αὔριον ἐγὼ, καὶ θὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι εἶναι συκοφαντία φανερά.
§37ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἔψεξα τὸν κ. Κουμουνδοῦρον, ὅσα δὲ ἐξέθηκα ἐξέθηκε καὶ ὁ ἴδιος, ἀδίκως δὲ ἠθέλησε ν’ ἀναλάβῃ προσωπικῶς ὑπόθεσιν, κατὰ τὴν ἀφήγησιν τῆς ὁποίας οὐδὲ ἀνέφερον κἂν τὸ ὄνομά του. Ἀλλὰ βεβαίως, κύριοι, ὁ ἰδιοκτήτης περὶ τοῦ ὁποίου ἀνέφερον εἶναι ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, δὲν ὑπάρχει δὲ ἀμφιβολία, ὅτι κάμνει πάντα τρόπον νὰ διακωλύσῃ τὰς ἐργασίας· ἐκάλεσε τὸν δήμαρχον παρ’ ἑαυτῷ καὶ τῷ προσέφερε νὰ τῷ πωλήσῃ τὰ ὕδατα.
§38ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβές.
§39ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ τελευταῖον ἔπεμψε τὸν πρώην ἴσως καὶ μετ’ ὀλίγον μέλλοντα εἰρηνοδίκην τῆς βορείου πλευρᾶς Ἀριστομένην Οἰκονόμου, ὁ ὁποῖος ἐζήτησεν ἀπὸ τὸν δήμαρχον πρὸς τὴν ἐκμίσθωσιν τῶν ὑδάτων καὶ τοῦ ὑδραγωγείου τοῦ Ἀδριανείου δραχμὰς 30 κατὰ δράμιον.
§40ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ὁ δήμαρχος μοῦ τὰ ἐζήτησε νὰ τὰ παραχωρήσω· ἐγὼ οὔτε μὲ 40 δραχμὰς δὲν τὰ παραχωρῶ, εἶναι κτῆμά μου.
§41ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἐγὼ, κύριοι, εἶμαι πρόεδρος τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου Ἀθηναίων· οὐδεὶς ἔγεινε λόγος περὶ τοιαύτης ἀγορᾶς.
§42ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν πατᾶτε, κύριε Φιλήμων, εἰς τὸ δημοτικὸν συμβούλιον.
§43ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἂν ἰδιαιτέρως ὁ κ. Δήμαρχος προέβη εἰς πράξεις, ταύτας δὲν τὰς γνωρίζει τὸ δημοτικὸν συμβούλιον.
§44Δ. Μ. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Σᾶς διαβεβαιῶ, ὅτι ὁ Δήμαρχος ἀνεκοίνωσεν ἐπισήμως τοῦτο εἰς τὸ συμβούλιον, εἰς συνεδρίασιν, καθ’ ἣν προήδρευα ἐγώ.
§45ΦΙΛΗΜΩΝ. Ποτὲ δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἀγορᾶς ὕδατος, διότι τὸ δημοτικὸν συμβούλιον Ἀθηναίων ἐδέχθη τὴν ἀρχὴν, ὅτι δὲν ἀναγνωρίζει δικαίωμα ἰδιοκτησίας ὑδραγωγείου εἰς ἰδιώτας, θεωρεῖ ὑπὲρ τοῦ δήμου ἀπαράγραπτον τὸ δικαίωμα ἐπὶ τῶν ὑδάτων, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῇ εἰργάσθη μέχρι σήμερον. Ἀληθῶς εἰς πολλὰ κτήματα, διὰ τῶν ὁποίων διέρχεται τὸ ὑδραγωγεῖον, προέβη εἰς ἐργασίας, ἀλλὰ διὰ τὰς ζημίας, αἱ ὁποῖαι ἔγειναν ἐπὶ τῶν κτημάτων αὐτῶν, ἔδωκεν ἀνάλογον ἀποζημίωσιν, οὐδέποτε δὲ τὸ δημοτικὸν συμβούλιον ἀνεγνώρισεν οὐδ’ ἐδέχθη ζήτημα περὶ ἀναγνωρίσεως ἰδιοκτησίας ὑδραγωγείου, καὶ ἑπομένως ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῇ νὰ ἔλθῃ εἰς διαπραγματεύσεις τοιαύτας· καὶ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ κ. Κουμουνδούρου πρόκειται περὶ ἀποζημιώσεως, καὶ ἐπρόκειτο μάλιστα νὰ μεταβῇ ἐπιτροπή τις νὰ τὸν παρακαλέσῃ, ὅπως συγκατατεθῇ νὰ ἀρθῶσιν αἱ δυσκολίαι, οὐδέποτε ὅμως ἔγεινε λόγος περὶ ἀγορᾶς αὐτῆς τῶν ὑδραγωγείων.
§46ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ πραγματικὸς πρόεδρος τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ «Αἰῶνος» δὲν εἶναι ὁ κ. Φιλήμων, ἀλλ’ ὁ κ. Καλλιφρονᾶς· ὁ κ. Φιλήμων προεδρεύει ὅταν πρόκηται περὶ κηδειῶν καὶ ἄλλων τοιούτων τελετῶν· ὁ κ. Καλλιφρονᾶς εἶναι, ἐπαναλαμβάνω, ὁ πρόεδρος, οὗτος δὲ σᾶς βεβαιοῖ τὸ γεγονός, ἄλλως τὰ πρακτικὰ τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου εὔκολον εἶναι νὰ τὰ προμηθευθῶ. Ὁ κ. Καλλιφρονᾶς προήδρευε κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην, καθ’ ἣν ὁ δήμαρχος ὑπέβαλεν ἐπισήμως τὴν πρότασιν τοῦ κ. Κουμουνδούρου· ἡ πρότασις ἦτο νὰ ἐκμισθωθῶσιν ἅπαντα τὰ ὕδατα καὶ ἐκεῖνα τοῦ Ἀδριανείου ὑδραγωγείου ἀντὶ δραχμῶν 30 κατὰ δράμιον· καὶ τότε, διότι ἔν τινι ἐφημερίδι ἐκδιδομένῃ ἐνταῦθα εἶνε δημοσιευθῆ σχετικόν τι, ἐσκέφθη ὁ δημοτικὸς σύμβουλος καὶ ἐκδότης τοῦ Τηλεγράφου καὶ εἶπεν, ὅτι εἶχεν ἐντολὴν νὰ διαψεύσῃ τὰς τοιαύτας προτάσεις ἐκ μέρους τοῦ κ. Κουμουνδούρου. Εἶναι περίεργον ὅμως, ὅτι ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἐμάντευσε τὸν συκοφαντικὸν σκοπὸν τοῦ δημάρχου Ἀθηναίων, καὶ ἔδωκεν ἐντολὴν εἰς διάψευσιν αὐτοῦ ἐκ τῶν προτέρων.
§47ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διότι εἰς τὴν πρόσκλησιν τοῦ συμβουλίου λέγεται.
§48ΦΙΛΗΜΩΝ. Αὔριον θὰ σᾶς ἀνακοινώσω τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ τοῦ συμβουλίου.
§49ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ κατὰ τὸ Διάταγμα τῆς ἐπιστρατεύσεως, κύριοι, καὶ κατὰ τὸν νόμον τὸν στρατολογικόν, οἱ ἐπίστρατοι ἐκγυμνάζονται εἰς τὰς ἐπαρχίας ἢ ἐν τοῖς νομοῖς, εἰς τοὺς ὁποίους ἀνήκουσιν, ἐκτὸς ἐν καιρῷ ἀνάγκης. Καὶ τοῦτο, ἐὰν δὲν ὡρίζετο ἀπὸ τὸν νόμον ἐκεῖνον καὶ ἀπὸ τὸ διάταγμα, ἔπρεπε νὰ γείνῃ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἡ ἐκγύμνασις ἐν τοῖς νομοῖς καὶ ταῖς ἐπαρχίαις, εἰς ἃς ἀνήκουσιν, ἔχει πολλοὺς τοὺς λόγους ὡς πρὸς τὴν ταχεῖαν ἐκτέλεσιν τοῦ διατάγματος τῆς ἐπιστρατεύσεως. Ὅταν ἐκγυμνάζωνται ἐν τῷ νομῷ ἢ τῇ ἐπαρχίᾳ, εἰς ἣν ἀνήκουν, ἐκτὸς τῶν ἄλλων λόγων, οἵτινες ἔχουσι μεγίστην ἐπιῤῥοὴν καὶ οὓς παραλείπω ἤδη συντομίας χάριν, προσέρχονται ἐν εὐκολίᾳ οἱ ἐπίστρατοι· καθ’ ἃς ὅμως ἔχω πληροφορίας ἐκ Μαντινείας, τῇ διαταγῇ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἐξετοπίσθησαν ἐκεῖθεν περὶ τοὺς 900 ἐπιστράτους· ἐκ τούτων οἱ ἡμίσεις περίπου ὑπήκουσαν εἰς τὴν διαταγὴν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ μετέβησαν εἰς τὸ Ἄργος, ἤτοι τὸν ἕτερον νομόν· οἱ ἕτεροι ἡμίσεις, δυστυχῶς, διότι ὁμολογῶ εἰλικρινῶς, ὅτι μὲ λυπεῖ τὸ τοιοῦτον, ἀπέδρασαν, καὶ ἴσως προσωρινῶς, ἀλλὰ καὶ τοῦτο κακόν. Τὸ τοιοῦτο βεβαίως ἐπροκάλεσεν ἡ διαταγὴ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν περὶ ἐκτοπίσεώς των, διότι, ὡς προεῖπον, ἤλπιζον, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ ἐκτοπισθῶσιν ἀπὸ τοὺς νομοὺς, εἰς οὓς ἀνήκουσιν, ὅτι θὰ ἐκγυμνασθῶσι μένοντες εἰς τὸν τόπον των. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ταχείας ἐκτελέσεως τοῦ διατάγματος τῆς ἐπιστρατεύσεως, ἂν πρόκηται ἀληθῶς νὰ ἐκτελεσθῇ τοῦτο, ν’ ἀνακαλέσῃ τὴν διαταγήν του ἐκείνην καὶ νὰ προνοήσῃ, ὅπως ἐκμισθωθῶσι τὰ ἀναγκαῖα καταλύματα ἐν Τριπόλει, ἐν ᾗ ὑπάρχουσιν ἄφθονα οἰκήματα, βέβαιος ὤν, ὅτι τοῦτο θὰ τιμήσῃ πολὺ τὴν Κυβέρνησιν, δὲν θ’ ἀδικήσῃ δὲ καὶ τὴν ἐπαρχίαν Μαντινείας καὶ ἰδίως τὴν Τρίπολιν, ἡ ὁποία εἰς πολλὰς περιστάσεις προσεφέρθη καὶ ἐσχάτως προσέφερε καταλύματα χάριν τῶν ἐπιστράτων δαπάναις τοῦ δήμου.
§50Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Δὲν εἶναι ὀρθὸν ζητήματα ἄξια τῆς ἁρμοδιότητος τῶν εἰρηνοδικείων ἢ συμβολαιογράφων ν’ ἀπασχολῶσιν ἐπὶ ὁλοκλήρους ὥρας τὴν Βουλήν. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, εἴτε ὑπουργὸς εἴτε μή, δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἔχῃ ἰδιοκτησίας; Ἐὰν σωματεῖόν τι νομίζῃ, ὅτι ἀδικεῖται, ἂς προσφύγῃ τακτικῶς εἰς τὰ δικαστήρια.
§51ΚΟΤΤΑΡΗΣ. Ἤκουσα μετὰ προσοχῆς ὅσα ὁ ἀξιότιμος κ. Ῥάλλης ἐξέθεσε καὶ τὰ κατόπιν· ὅλα αὐτὰ τὰ παρομοιάζω, κύριοι, μὲ τὸ ἑξῆς ἱστορικὸν, τὸ ὁποῖον συνέβη εἰς ἕνα ἄνθρωπον. Ἀνθρώπου τινός ποτε, εἴτε ἐξ ἀπροσεξίας, εἴτε ἄλλως πως, ἤναψαν τὰ γένειά του καὶ ἔκλαιε, καὶ ἐνῷ ἐκείνου ἐκινδύνευε ν’ ἀποτεφρωθῇ ἡ κεφαλή, ἕτερός τις ἐπῆγε ν’ ἀνάψῃ τὸ τσιμπούκί του. Σήμερον πρόκειται, κύριοι, ὑπάρχει Ἑλλὰς ἢ δὲν θὰ ὑπάρξῃ, καὶ ἐνῷ πρέπει νὰ σκεπτώμεθα πῶς θὰ λάβωμεν μέρος εἰς τὴν μεγάλην ἐθνικὴν ἑορτήν, μᾶς φέρουν ἐν τῷ μεταξὺ ζήτημα τὰ ὑδραγωγεῖα τῶν Ἀθηνῶν· ἡ τοιαύτη παροιμία φρονῶ, ὅτι εἶναι ἱκανὴ νὰ φέρῃ εἰς τὴν ἀπαιτουμένην συναίσθησιν τὸν κ. Ῥάλλην.
§52Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸν νὰ μοὶ εἴπῃ τί γίνεται ἡ ὑπόθεσις μεταξὺ τοῦ δημοσίου καὶ τῆς διευθύνσεως τοῦ Γκάζ, ὅσον ἀφορᾷ τὸν τελευταῖον νόμον περὶ χαρτοσήμου; Παρακαλῶ αὐτὸν ν’ ἀνακοινώσῃ, ἐὰν ἀπεφάσισε, τὴν ἀπόφασίν του εἰς τὴν Βουλήν.
§53Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.) Τὸ τάγμα 19ον, τὸ ὁποῖον φρουρεῖ εἰς Ναύπλιον, εἶχε δύναμιν πλέον τῶν 1,800 ἀνδρῶν, ἣν ἐκανόνισαν τὰ στρατολογικὰ γραφεῖα τοῦ Κράτους. Ὅταν ἡ δύναμις αὕτη προσῆλθεν εἰς τὴν ἕδραν τοῦ τάγματος, ἦτο ἀδύνατον νὰ ἐνοικήσῃ· πρέπει δὲ νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν σας, ὅτι ἐκεῖ, ἐκτὸς τοῦ 19, εἶναι καὶ τὸ 7 πεζικὸν καὶ ἄλλαι στρατιωτικαὶ ὑπηρεσίαι· ὥστε ὁ χῶρος, ὅστις ἀπῃτεῖτο διὰ φρουρὰν 3,500 ἀνδρῶν, ἦτο ἀνεπαρκής. Ἡ προκάτοχος κυβέρνησις, ἐκ τῶν ἀνδρῶν τῶν ἀνηκόντων εἰς τὸ 19 τάγμα, ἀπέστειλαν 800 εἰς Τρίπολιν, ἀνήκοντας μὲν εἰς τὴν φρουρὰν τοῦ Ναυπλίου, ἀλλ’ οἵτινες ἀπεστάλησαν ὑπὸ τῆς προκατόχου κυβερνήσεως, λόγῳ ἀνεπαρκείας χώρου, ἀλλαχοῦ, μετὰ τὸ μέτρον τῆς πρώην κυβερνήσεως τοῦ νὰ ἐπισκευασθῇ ὁ στρατὼν τοῦ Ἄργους, δυνάμενος νὰ περιλάβῃ πλέον τῶν 1000 ἀνδρῶν καὶ προωρισμένος ἴσως εἰς ἐνοίκησιν μιᾶς ἱππαρχίας, ἥτις μετέβη εἰς Θήβας. Γνωστὸν, ὅτι, ὅτε οἱ ἄνδρες αὐτοὶ ἔφθασαν εἰς Τρίπολιν, ἠναγκάσθησαν, μὲ ὅλην τὴν διάθεσιν τὴν καλὴν τῶν κατοίκων, νὰ μείνωσιν ἐν ὑπαίθρῳ καὶ μετὰ πολλὰς ἡμέρας διὰ πολλῶν μέσων κατωρθώθη ἡ ἐνοίκησις αὐτῶν. Ἀφ’ ἧς ὅμως παρέλαβεν ἡ ὑπηρεσία τὸ κτίριον τοῦ Ἄργους, ἐθεώρησε καθῆκον τοὺς μὲν ἄνδρας τοὺς ἀνήκοντας εἰς τὸ 19, ἀφοῦ δὲν ἠδυνήθη νὰ τοὺς μεταφέρῃ εἰς Ναύπλιον, νὰ τοὺς προσεγγίσῃ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ ἦναι ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ ἀληθοῦς διοικητοῦ, καὶ νὰ χρησιμοποιήσῃ τὸν στρατῶνα τοῦ Ἄργους, διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ ὁποίου τὸ Κράτος ἐδαπάνησε πλέον τῶν 20 χιλ. δραχμῶν. Αὐτοί εἰσιν οἱ λόγοι, δι’ οὓς ἐλύπησα τοὺς ἐπιστράτους τῆς Μαντινείας, χάριν τοῦ καλῶς ἐννοουμένου συμφέροντος. Θὰ λυπήσω πάντα τὰ ἄτομα χάριν τῆς ὑπηρεσίας. Περὶ τῆς λιποταξίας οὐδὲν γνωρίζω.
§54ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εὔχομαι, διότι τὸ τοιοῦτον προσβάλλει καὶ τὸν νομόν μου· παρακαλῶ ὅμως τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἐκ τοῦ νομοῦ Μαντινείας ἐκλήθησαν περὶ τοὺς 15,000 ἐπίστρατοι. Ἐὰν ἀφήσητε ἓν μόνον τάγμα εἰς τὴν Τρίπολιν, τοὺς ἐπιλοίπους θὰ τοὺς διώξητε· διὰ τί νὰ κάμητε τὸ ἄδικο τοῦτο; ἐὰν προσήρχοντο καὶ ἐκ τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν, βεβαίως θὰ ἦσαν πλήρεις οἱ ἄλλοι στρατῶνες, πρὸς οὓς μεταφέρονται ἐπίστρατοι ἐκ τοῦ Νομοῦ Ἀρκαδίας. Ἐπειδὴ λοιπὸν ἔδειξαν προθυμίαν νὰ προσέλθωσι, διὰ τοῦτο πρέπει νὰ τιμωρηθῶσιν ἐκτοπιζόμενοι ἐκ τῆς πατρίδος των; Σᾶς παρακαλῶ πολὺ νὰ μὴ τὸ ἀνεχθῆτε, ἡ εὐπείθεια νὰ μὴ τιμωρῆται, ἡ ἀπείθεια νὰ τιμωρῆται.
§55ΛΑΠΠΑΣ. Ἀφοῦ ὁ Ῥάλλης ἐνδιαφέρεται διὰ τὰ ὑδραγωγεῖα τῆς Ἀττικῆς, ἐνδιαφέρομαι καὶ ἐγὼ νὰ ἐρωτήσω ποῦ εὑρίσκεται ἡ σύμβασις περὶ ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος; (Γέλως.)
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συζήτησις.
§57ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Πρωθυπουργός.). Τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐζήτησεν ἡ Βουλή, εἶναι ἔγγραφα μυστικῆς ἀλληλογραφίας.
§58ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν τὰ ἐζήτησε, καὶ ἐγὼ βεβαίως δὲν τὰ ἐζήτησα.
§59ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἴπετε σεῖς, ὅτι κρύπτομεν τὰ ἔγγραφα συκοφαντοῦντες;
§60ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ βεβαίως δὲν τὰ ἐζήτησα, οὐδὲ θὰ τὰ παρουσίαζον. Πρέπει νὰ ἐξηγηθῶμεν καθαρά, διότι εἶναι ζήτημα εὐθύνης, καὶ δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ τὴν εὐθύνην πράξεως, ἡ ὁποία δύναται νὰ ἔχῃ βαρείας συνεπείας. Ὁ κ. Ἰακωβάτος ἠδύνατο νὰ ζητήσῃ τῶν ἐγγράφων τούτων τὴν κατάθεσιν, διότι δὲν τὰ ἐγνώριζε καὶ ἑπομένως ἄφινε τὴν ἁρμοδίαν κυβέρνησιν νὰ εἴπῃ, ἂν δύναται νὰ τὰ παρουσιάσῃ ἄνευ ζημίας τοῦ Κράτους. Ἐγὼ ὅμως, ὁ ὁποῖος τὰ ἐγνώριζον, θὰ ἔπραττον τὸ ἔσχατον ἔγκλημα εἰς τὴν πολιτείαν ἀπαιτῶν τὴν δημοσίευσιν αὐτῶν.
§61Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἐγὼ ἐζήτησα πρῶτος τὴν παρουσίασιν τῶν ἐγγράφων καὶ εἶχον δίκαιον. Ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἐξελέγξῃ, ἀλλὰ πολὺ περισσότερον ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶναι παρελθούσης ἐποχῆς. Δὲν ὑπάρχουν μυστικὰ ἔγγραφα, ὅταν ταῦτα ἦναι παρελθόντα ἔγγραφα· μυστικὰ εἶναι ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπάρχει διαπραγμάτευσις ὑφισταμένη.
§62ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καθόσον ἐνόησα, διὰ νὰ μὴ ἀδικηθῇ ὁ κ. Τρικούπης καὶ ἡ παρελθοῦσα κυβέρνησις, διὰ νὰ μὴ κατηγορηθῶμεν, ὅτι ὑποστηρίζομεν συκοφαντίαν κρύπτοντες τὰ ἔγγραφα, διὰ τοῦτο ἔσπευσα νὰ ἑτοιμάσω τὰ ἔγγραφα, ὅπερ βεβαίως δι’ οὐδένα ἄλλον λόγον ἤθελα πράξει παρὰ διὰ νὰ μὴ ὑποτεθῇ, ὅτι δὲν ἐνεργοῦμεν μὲ καλὴν πίστιν σχετικῶς πρὸς τοὺς προκατόχους. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ κ. Τρικούπης παραιτῆται....
§63ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν παραιτοῦμαι, διότι δὲν τὰ ἐζήτησα ποτέ.
§64ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θὰ ἐπιμείνῃ.
§65ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἰς τί νὰ ἐπιμείνῃ, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει πρότασις;
§66ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὑπάρχει ἡ τοῦ κυρίου Ἰακωβάτου. Ὅταν εἴπετε, ὅτι ὑπάρχει ἰδιαιτέρα ἀλληλογραφία μεταξὺ ἡμῶν καὶ τοῦ Βασιλέως, τὴν ὁποίαν δὲν παρουσιάζομεν καὶ καθ’ ἣν στιγμὴν ἐσυκοφαντεῖσθε, ἐγὼ σᾶς εἶπα, ὅτι τοιαύτην ἀλληλογραφίαν δὲν εἶχον ἴδει· ἐβεβαιώσατε, ὅτι ὑπάρχει, ἔμεινεν ὅμως ὑπόνοια, ὅτι ἡμεῖς δὲν παρουσιάζαμεν αὐτὴν, καὶ οὕτως ἐν σκότει συκοφαντεῖσθε· ἐνόμισα χρέος μου ἀπαραίτητον, ὅταν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις παραπονῆται οὕτως ἐναντίον ἡμῶν, νὰ δώσω πᾶσαν εὐκολίαν, ὥστε νὰ ἀποκαλυφθῇ ἡ ἀλήθεια. Ὁ κ. Τρικούπης δὲν τὸ θεωρεῖ ἀναγκαῖον ἤδη καὶ ἐπιτετραμμένον νὰ δημοσιευθῶσι τὰ ἔγγραφα. Κύριοι, τώρα ὅταν ἐκλίπῃ ὁ κύριος λόγος, πρόκειται νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ ἂν πρέπει νὰ δεχθῇ ἢ ὄχι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ἰακωβάτου.
§67Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἔγεινε δεκτή.
§68ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁπωσδήποτε ἐγὼ ἤθελον παρουσιάσει ἔγγραφα, ὑπὸ τὸν ῥητὸν ὅρον τοῦ νὰ μὴ λάβωσιν οὐδεμίαν δημοσιότητα, νὰ παραδοθῶσιν εἰς τὸν Πρόεδρον καὶ ἐκεῖ ἕκαστος νὰ λάβῃ γνῶσιν, ἀλλὰ πλέον οὔ. Εἰς περίστασιν, καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ δηλώσει νὰ τυπωθῶσιν, ἐγὼ βεβαίως δὲν τὰ καταθέτω, διότι νομίζω, ὅτι ἡ δημοσίευσις θέλει βλάψει.
§69ΤΙΝΕΣ. Οὐδὲ νὰ τὰ ἴδωμεν θέλομεν.
§70ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κύριοι, κατ’ ἐμὴν γνώμην, εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀνήκει ἐπὶ ἰδίᾳ αὑτῆς εὐθύνη νὰ καταθέσῃ ἢ μὴ τὰ ἔγγραφα. Οὐδέποτε ἡ Βουλὴ ἐπιβάλλει εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν γνώμην αὑτῆς ἐπὶ τοιούτου θέματος, διότι δὲν δύναται νὰ ἐπιβάλῃ τὴν γνώμην της ἐπὶ πράγματος, τὸ ὁποῖον δὲν γινώσκει. Πῶς δύναται νὰ φρονῇ, ὅτι δὲν δύνανται νὰ κατατεθῶσιν ἀβλαβῶς τὰ ἔγγραφα καὶ ὅτι δὲν θέλει ἐπηρεάσει ἡ κατάθεσις αὐτῶν τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἀφοῦ αὐτὴ δὲν τὰ γινώσκει; Τὰ ἔγγραφα ταῦτα γινώσκει ἡ νῦν Κυβέρνησις, τὰ γινώσκουσι δὲ τὰ μέλη τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως. Ὅταν εἶδον τὴν Κυβέρνησιν—διότι ἐθεώρουν τὴν Κυβέρνησιν εἰσαγαγοῦσαν τὸ σχέδιον τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον—φέρουσαν κατηγορίαν κατὰ τῶν προκατόχων αὐτῆς, ἥτις ἀνεσκευάζετο ἐξ ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ὑπέθετον γνωστὰ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργείου, εἶπον, ὅτι θαυμάζω πῶς, ἀναγνοὺς τὰ ἔγγραφα ταῦτα, ἔφερε τοιαύτην κατηγορίαν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μοὶ εἶπεν, ὅτι δὲν εἶχεν ἀναγνώσει τὰ ἔγγραφα, καὶ ἐξέφρασα τὴν εὐχαρίστησίν μου ἐπὶ τῇ πληροφορίᾳ ταύτῃ, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ἐγὼ δι’ ὁποιονδήποτε λόγον ἤθελον ζητήσει νὰ κατατεθῶσιν ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα θεωρῶ, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν ἡμεῖς νὰ καταθέσωμεν, ὄχι μόνον ἄνευ ζημίας τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καὶ ἄνευ παραβιασμοῦ τοῦ ἀποῤῥήτου ἐν ταῖς πρὸς τὸν Ἡγεμόνα καὶ πρὸς τὰ ξένα Κράτη σχέσεσι. Θὰ ἦτο ὀλέθριον διὰ τὴν ἐπιτυχῆ διεξαγωγὴν τοῦ ὑφισταμένου ζητήματος νὰ γινώσκωσιν αἱ Κυβερνήσεις τῶν ξένων Κρατῶν, ὅτι δὲν δύνανται ν’ ἀνακοινώσωσί τι πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ὅσον καὶ ἂν ᾖ ἀπόῤῥητον, ὅπερ νὰ μὴ διατρέχῃ τὸν κίνδυνον ἐξ ἀπαιτήσεως τῆς Βουλῆς νὰ γείνῃ δημόσιον. Ἤδη ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ὡς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐπὶ ἰδίᾳ αὑτοῦ εὐθύνῃ, δύναται νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα. Ἐὰν συμμερίζηται τὴν γνώμην μου, θὰ φρονῇ, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται, οὔτε νὰ κατατεθῶσιν, οὔτε νὰ δημοσιευθῶσιν· ἀλλὰ δύναται νὰ ἔχῃ ἄλλην γνώμην περὶ τῶν ὑποχρεώσεων τῶν Ὑπουργῶν πρὸς τὸν Βασιλέα καὶ πρὸς τὰς ξένας Κυβερνήσεις. Ἀγορεύσας προχθὲς, κατέδειξα τὴν ἀντίφασιν μεταξὺ τῆς μὴ προσαγωγῆς τῶν ἐγγράφων καὶ τῆς κατηγορίας. Εἶπον ὅ,τι εἶπον, ἵν’ ἀναιρέσω τὴν κατηγορίαν, ἀλλὰ δὲν ἕπεται, ὅτι, διὰ νὰ σώσω ἐμαυτὸν, ζητῶ πράγματα μὴ ἐπιτρεπόμενα, τουτέστι τὴν προσαγωγὴν τῶν ἐγγράφων καὶ τὴν δημοσίευσιν αὐτῶν. Ἂς ἦναι βέβαιος ἕκαστος, ὅτι οὐδέποτε θέλω ζητήσει, ὅσον καὶ ἂν ἦναι ἄδικος ἡ κατηγορία, νὰ ζημιωθῇ χάριν τῆς ὑπερασπίσεως τὸ Κράτος. Θέλω προτιμήσει νὰ καταδικασθῶ ἀναπολόγητος, παρὰ νὰ ζητήσω τὴν προσαγωγὴν καὶ δημοσίευσιν ἐγγράφων πρὸς βλάβην τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους, καὶ μάλιστα ἐν τῇ κρίσει, ἣν διατρέχει τὸ ζήτημα τὸ μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῆς γείτονος ἐπικρατείας περὶ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν ἐν Βερολίνῳ ἀποφασισθέντων. Ὁμιλῶ ἤδη, ὅπως ὡμίλησα καὶ προχθὲς, ὑπάρχει δ’ ἡ ἀγόρευσίς μου δημοσιευμένη, καὶ δὲν χωρεῖ παρεξήγησις. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔφερε πρότασιν μικτήν· ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως λέγει, ὅτι καταθέτει καὶ δὲν καταθέτει τὰ ἔγγραφα· ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἐπιμένει ἡ Βουλὴ, λέγει, ὅτι τὰ καταθέτει, ἀλλ’ ὑπὸ τοὺς ὅρους, οὓς ἐξέθηκεν, ὅπερ εἶναι μὴ κατάθεσις. Κατάθεσις ἐγγράφων ὑπάρχει ὁσάκις δύναται ἡ Βουλὴ νὰ κάμῃ χρῆσιν αὐτῶν. Ἀφοῦ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα εἰς τὸ προεδρεῖον, θέλομεν λάβει γνῶσιν αὐτῶν πάντες, ἣν ἐγὼ καὶ οἱ συνάδελφοί μου τοῦ πρώην Ὑπουργείου ἔχομεν ἤδη· ἀλλὰ θὰ δυνάμεθα νὰ ποιήσωμεν ἀπὸ τοῦ βήματος χρῆσιν τῶν πληροφοριῶν, ἃς ἐκ τῶν ἐγγράφων θέλομεν ἀρυσθῆ; (Ὁ κ. πρωθυπουργὸς νεύει ἀποφατικῶς). Ὄχι, λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργός· τότε πρὸς τί τὰ καταθέτει; Ἡ κατάθεσις, κατ’ ἐμὴν γνώμην, ἡ τοιαύτη θέλει βλάψει πλειότερον καὶ αὐτῆς τῆς τυπώσεως αὐτῶν, διότι θὰ διασπαρῶσι διαδόσεις ἐσφαλμέναι περὶ τοῦ περιεχομένου τῶν ἐγγράφων, καὶ ἡ ζημία δὲν θὰ περιορίζηται εἰς ὅσα λέγουσιν, ἀλλὰ θὰ ἐπεκταθῇ καὶ εἰς μὴ περιεχόμενα ἐν αὐτοῖς. Πρόκειται ἄρα περὶ πλήρους δημοσιεύσεως ἢ περὶ μὴ προσαγωγῆς τῶν ἐγγράφων. Ἡ Βουλὴ ὀφείλει μηδὲν ν’ ἀποφασίσῃ περὶ καταθέσεως ἢ μὴ καταθέσεως αὐτῶν. Τὸ δικαίωμα τοῦτο καὶ τὴν εὐθύνην πᾶσαν ἔχει ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ἐν ἐπιγνώσει τοῦ καθήκοντος αὑτῆς ὀφείλει ν’ ἀποφανθῇ. Ἂν ἔχῃ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχω ἐγὼ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ κατατεθῶσιν, ὀφείλει μηδόλως νὰ τὰ καταθέσῃ. Ἐὰν ὅμως ἔχῃ τὴν ἐναντίαν γνώμην, ἤτοι, ὅτι πρέπει νὰ δημοσιευθῶσιν, ὀφείλει νὰ τὰ καταθέσῃ, διότι ἡ γνώμη τῆς Κυβερνήσεως πρέπει νὰ διέπῃ τὰ τῆς λύσεως τοιούτων ζητημάτων.
§71ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Κύριοι, δὲν προσεφέρθην ἐγὼ νὰ καταθέσω τὰ ἔγγραφα· δὲν γνωρίζω μάλιστα, ὅτι πρέπει νὰ κατατεθῶσι. Προσεφέρθην νὰ ἱκανοποιήσω τὸν κ. Τρικούπην, καὶ τοῦτο, διότι μᾶς ἔλεγεν, ὅτι τὸν συκοφαντῶ. Διὰ νὰ θεραπευθῇ τοῦτο, εἶπον εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι δύνανται νὰ λάβωσι γνῶσιν τῶν ἐγγράφων τούτων ἕκαστος τῶν Βουλευτῶν, νὰ μὴ γείνῃ ὅμως δημοσίευσις. Δὲν ἤθελα νὰ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα πρὸς δημοσίευσιν, ἀλλὰ μόνον, ἵνα λάβωσιν οἱ Βουλευταὶ γνῶσιν, καὶ ν’ ἀποφύγωμεν τὴν μομφὴν αὐτήν· ἀλλὰ νὰ δημοσιευθῶσι καὶ νὰ λάβωσι κυκλοφορίαν τὰ ἔγγραφα αὐτά, δὲν τὸ ἐγκρίνω, καὶ δὲν νομίζω, ὅτι συμφέρει εἰς τὸν τόπον. Νομίζω, ὅτι θεραπεύεται κατ’ ἐμὲ ἡ ὑπόθεσις, ἐὰν λάβωσι γνῶσιν αὐτῶν οἱ κύριοι Βουλευταὶ καὶ ὅστις τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἔχει τὴν ἐπιθυμίαν νὰ τὰ ἴδῃ, καὶ τοῦτο, διὰ ν’ ἀποδειχθῇ, ὅτι ὁ κ. Τρικούπης δὲν εἶχε δίκαιον.
§72ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ποίαν ἰδέαν ἐσχηματίσατε;
§73ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅτι ὁ κ. Τρικούπης ἐνήργησεν αὐτογνωμόνως, ἰδίᾳ θελήσει.
§74ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Κύριε πρόεδρε, ὑπάρχει ὑπὸ συζήτησιν ὁ Βασιλικὸς Λόγος καὶ καλεῖται ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ ἀπάντησιν. Τί θὰ πράξῃ; Θὰ ψηφίσῃ τὸν Βασιλικὸν λόγον, ὡς τὸν κατήρτισεν ἡ πεσοῦσα Κυβέρνησις, ἢ τὴν ἀπάντησιν, οἵαν τὴν διετύπωσεν ἡ ἐνεστῶσα διὰ τῆς ἐν τῇ οἰκείᾳ ἐπιτροπῇ πλειοψηφίας της; Ἐὰν θὰ ψηφίσῃ τὸν Βασιλικὸν Λόγον, τότε ἐγκρίνει πᾶν ὅ,τι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἢ ἔπραξεν ἢ διεκοίνωσε περὶ τοῦ μέλλοντος εἰς τὴν Βουλήν· ἐὰν δὲ ψηφίσῃ τὴν ἀπάντησιν, τότε κατακρίνει τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν. Ἡ ψῆφος χρῄζει σκέψεως, ἥτις διὰ τὸ οὐσιαστικὸν μέρος ἐξαρτᾶται ἐκ τῶν αἰτίων, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸν Βασιλικὸν Λόγον ὑπηγόρευσαν τὴν τοιαύτην ἐνέργειαν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ἐλπίζει ἡ ἀπάντησις νὰ δοθῇ ψῆφος ἐπιεικοῦς ἐκτιμήσεως. Τὰ αἴτια ταῦτα μᾶς τὰ καλύπτουν ἑκατέρωθεν ὑπὸ πέπλον μυστικότητος καὶ μᾶς λέγουν δὲν συμφέρει νὰ σᾶς δώσωμεν φῶς εἰς ἐπίγνωσιν τῆς ἀληθείας, ἀλλὰ τυφλοῖς ὄμμασι ψηφίσατε ὅ,τι θέλετε, ἢ τὸν Βασιλικὸν Λόγον, τὸ ἔργον τῆς πεσούσης Κυβερνήσεως, ἢ τὴν ἀπάντησιν, ἥτις κατακρίνει τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν. Τί λοιπὸν θέλομεν πράξει ἡμεῖς οἱ Βουλευταί; νὰ κλείσωμεν τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ νὰ ῥίψωμεν λευκὴν ἢ μέλαιναν ψῆφον; Ὀφείλομεν λοιπὸν νὰ γνωρίζωμεν ποῖα εἶναι τὰ αἴτια, καὶ ἐὰν αὐτὰ τὰ θεωρήσωμεν ἀνεπαρκῆ, νὰ δώσωμεν ψῆφον σύμφωνον μὲ τὴν πεφωτισμένην συνείδησίν μας καταδικαστικὴν κατὰ τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως, ἐὰν δὲ τοὐναντίον, νὰ δώσωμεν λευκὴν ψῆφον ὑπὲρ αὐτῆς. Κύριοι, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι αὐτογνωμόνως ἐνήργησεν ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις, δηλαδὴ χωρὶς νὰ στηρίζηται εἰς λόγους καὶ ἔγγραφα.
§75ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βεβαίως δὲν ἐννοεῖ, ὅτι οἱ λόγοι δὲν εὑρίσκονται ἐν τοῖς ἐγγράφοις, ἀλλ’ ὅτι ἐγὼ ἐνήργησα αὐτογνωμόνως.
§76ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Οἱ ἔξωθεν λόγοι δὲν ὡδήγησαν τὴν ἀπόφασίν του· ὁ κ. Τρικούπης ἀπεφάσισεν ὅπως ἤθελεν· αὐτὸ ἐννοῶ.
§77ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἰς τὰ περὶ τῆς ἐπιστρατείας, μάλιστα.
§78ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, ἰδοὺ τί λέγω· ὁ κ. Τρικούπης ἔλυσε καὶ τὸ ζήτημα αὐτὸ τῆς ἐπιστρατείας, τὸ ὁποῖον συνδέεται μετὰ τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς, διότι τὸ ἓν ἄνευ τοῦ ἄλλου δὲν ἠδύνατο νὰ γείνῃ, ὄχι κατὰ τὴν γνώμην ἔξωθεν, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ θέλησιν, ἀδιαφορῶν περὶ τῶν ἄλλων.
§79ΣΑΡΑΒΑΣ. Συμπληρῶν τὴν πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν σᾶς ἐζήτησεν ὁ κύριος Κεχαγιᾶς, ἤθελον σᾶς παρακαλέσει νὰ μοὶ εἴπητε, ἐὰν ἐκ τῆς μελέτης τῶν ἐγγράφων ἐξηγάγετε, ὅτι ὑπάρχουν διεθνεῖς λόγοι, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἀνεβλήθη ἡ ταχεῖα σύγκλησις τῆς Βουλῆς.
§80ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ ἀπάντησις, τὴν ὁποίαν ἔδωσα εἰς τὸν κύριον Τρικούπην, λύει τὸ ζήτημα, ὅτι ἐνήργησε κατ’ ἰδίαν αὐτοῦ θέλησιν.
§81ΣΑΡΑΒΑΣ. Ὑπῆρχον διεθνεῖς λόγοι, ναὶ ἢ ὄχι;
§82ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν ὑπῆρχον διεθνεῖς λόγοι, δὲν ἐγεννήθησαν κατόπιν, οὔτε μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ διατάγματος τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς, οὔτε μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ διατάγματος περὶ ἐπιστρατείας· οἱ λόγοι αὐτοὶ ὑπῆρχον προηγουμένως, ἂν ὑπῆρχον.
§83ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Τὰ ἔγγραφα αὐτὰ εἶναι γνωστὰ εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Ὑπουργείου, οἵτινες εἶναι ὡρκισμένοι νὰ τηρῶσιν ἐχεμύθειαν· ἀλλ’ ἐπίσης καὶ οἱ Βουλευταὶ εἶναι ὡρκισμένοι, ὥστε νομίζω, ὅτι δύνανται καὶ αὐτοὶ νὰ λάβωσι γνῶσιν.
§84ΡΙΚΑΚΗΣ. Εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποστηρίξω τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ἰακωβάτου ὅτε ἐζήτησε τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων, ἀλλ’ ἡ πρότασις αὕτη ὑπεβλήθη πρὸ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἐντίμου προέδρου τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως. Οὔτε ὁ κ. Ἰακωβάτος, οὔτε ἐγὼ ἐγνωρίζομεν ποίου εἴδους ἔγγραφα ὑπάρχουσιν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, συσχετιζόμενα μὲ τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα, καὶ ἐζητήσαμεν, εἰ δυνατόν, νὰ προσαχθῶσιν εἰς τὴν Βουλήν. Ἀπὸ τὴν ἀγόρευσιν ὅμως τοῦ ἐντίμου προέδρου τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως ἐμάθομεν, ὅτι ὁ φάκελλος περιέχει δύο εἰδῶν ἔγγραφα, ἔγγραφα τῶν ὑπαλλήλων, ἤτοι τῶν Πρέσβεων, καὶ τηλεγραφήματα τῆς Α. Μεγαλειότητος. Μεταξὺ τῶν δύο ἐκείνων εἰδῶν τῶν ἐγγράφων ὑπάρχει διαφορά τις, διότι τὰ τηλεγραφήματα τῆς Α. Μεγαλειότητος δὲν τὰ θεωρῶ ἔγγραφα ἀρχῆς καὶ ἑπομένως δυνάμενα νὰ ζητηθῶσι παρ’ οἱουδήποτε. Τὰ τηλεγραφήματα αὐτὰ καὶ αἱ ἐπιστολαί, αἱ ὁποῖαι γράφονται ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, ἀπόντος, εἰσὶν ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἀποβλέπουσι τὴν ἀτομικὴν συνεννόησιν μεταξὺ τοῦ ἡγεμόνος καὶ τῶν συμβούλων του εἶναι ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα οὐδεὶς ἄλλος δύναται ν’ ἀπαιτήσῃ καὶ κάμῃ χρῆσιν αὐτῶν. Ἀφοῦ λοιπὸν εἶναι γνωστόν, ὅτι τὰ τηλεγραφήματα ἀντηλλάγησαν μεταξὺ τοῦ ἡγεμόνος καὶ τοῦ πρωθυπουργοῦ δι’ οἱανδήποτε ὑπόθεσιν εἴτε ἐσωτερικὴν, εἴτε ἐθνικήν, δὲν φέρουσι τὸν χαρακτῆρα τῶν δημοσίων ἐγγράφων, τῶν ὁποίων ἡ κατάθεσις δύναται πάντοτε ὑπὸ οἱουδήποτε νὰ ζητηθῇ. Ὥστε κάμνομεν διάκρισιν μεταξὺ τῶν τηλεγραφημάτων τούτων καὶ τῶν ἐγγράφων, ἅτινα ἀντηλλάγησαν μεταξὺ τῶν πρέσβεων καὶ τῶν ὑπουργῶν, τὰ ὁποῖα εἶναι δημόσια. Ἑπομένως ὅσον ἀφορᾷ τὰ τηλεγραφήματα, ὄχι μόνον δὲν ὀφείλομεν νὰ τὰ ζητήσωμεν, ἀλλ’ οὔτε πρέπει νὰ γείνῃ λόγος, οὔτε συζήτησις. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἔγγραφα τῶν πρέσβεων, δύνανται νὰ κατατεθῶσιν ἐκτὸς ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν φρονεῖ, ὅτι δύνανται νὰ παραβλάψωσι τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Ἀφοῦ δὲ κατατεθῶσι, πρέπει νὰ γείνῃ χρῆσις, διότι ἐξ αὐτῶν καὶ τῆς συζητήσεως ὀφείλομεν νὰ σχηματίσωμεν πεποίθησιν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὰ ἔγγραφα τῶν πρέσβεων, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ δημοσιευθῶσιν ἄνευ βλάβης τῶν δημοσίων συμφερόντων, νὰ κατατεθῶσιν.
§85ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Οὐδὲν φῶς ἐχύθη ἐπὶ τοῦ ζητήματος. Ὀφείλομεν νὰ περιορίσωμεν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον, νὰ ἐγκαταλείψωμεν αὐτὴν καὶ νὰ μὴ ψηφίσωμεν τίποτε; Τουλάχιστον ἐγὼ ὀφείλω νὰ μὴ ψηφίσω τίποτε, διότι ἐὰν μὲν ψηφίσω τὸν βασιλικὸν λόγον, ὡς εἰσήχθη ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ὑπάρχει μομφὴ, ὅτι τὰ γενόμενα δὲν ἐστηρίζοντο εἰς ἐθνικὸν συμφέρον ἀλλ’ οἱ ἐναντίοι ἰσχυρίζονται, ὅτι ὑπάρχει τὸ αἴτιον, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἠναγκάσθησαν νὰ πράξωσιν οὕτως. Ἡ ἀπάντησις ὅμως λέγει, ὅτι οὐδὲν ὑπῆρχε τὸ αἴτιον. Τί λοιπὸν ὀφείλει νὰ πράξῃ ἡ Βουλὴ ἀπέναντι αὐτῶν τῶν ἀντιφατικῶν γνωμῶν; νὰ ἀπόσχῃ ψήφου. Ἐκτὸς ἐὰν πάλιν διαιρεθῇ αὐτὸ τὸ κοινοβούλιον κατὰ κομβολογικὰς ἀπαριθμήσεις, διὰ νὰ φανῶσι ποῖοι εἶναι τοῦ Τρικούπη καὶ νὰ ψηφίσωσιν ὑπέρ, καὶ ποῖοι εἶναι τοῦ Κουμουνδούρου καὶ νὰ ψηφίσωσι κατά· οἱ μὲν λέγουσιν, ὅτι εἶναι κακὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγένετο, οἱ δὲ καλόν· δὲν ὑπολείπεται λοιπὸν διέξοδος, εἰμὴ ἐὰν ἐννοῇ ἡ Βουλὴ νὰ διαιρεθῇ εἰς δύο τοιαύτας κομβολογικὰς ἀγέλας καὶ ψηφίσῃ κατὰ κομματικὰς τάσεις, τότε πολὺ καλά (ἱλαρότης)· ἐὰν ὅμως θέλῃ, ὥστε ἕκαστον ἄτομον νὰ ἔχῃ αὐτοβουλίαν καὶ νὰ ἦναι εἰς θέσιν νὰ δώσῃ λόγον εἰς τοὺς ἐκλογεῖς του καὶ νὰ ψηφίσῃ κατὰ συνείδησιν, ὀφείλει νὰ λάβῃ γνῶσιν τῶν ἐγγράφων τούτων καὶ ὀφείλει πᾶς βουλευτὴς καὶ ὅλον τὸ ἔθνος. Ὀφείλομεν νὰ ἴδωμεν ἐὰν οἱ προϊστάμενοι τῶν κοινῶν ἐσκέφθησαν καλῶς, διὰ νὰ ἠξεύρωμεν πῶς θὰ σκεφθῶσι καὶ εἰς τὸ μέλλον. Ἐὰν ἐσκέφθησαν ἑλληνικῶς, καὶ ἐὰν εἴτε ἀπὸ δόλον κακὸν, εἴτε ἀπὸ δόλον καλὸν (ἱλαρότης καὶ ψιθυρισμοί), εἴτε ἀπὸ στιγμιαίαν ἔντασιν τῶν γεγονότων, ἀνέλαβε τὸ ἔθνος αὐτὸ τὸ βάρος καὶ ἦλθεν εἰς αὐτὴν τὴν καταδίκην· καὶ εἶνε, κύριοι, καταδίκη ἡ κατάστασις αὕτη, εἰς ἣν περιῆλθε τὸ ἔθνος καὶ διὰ τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν ἡμεῖς ἐνταῦθα μετὰ δακρύων νὰ βουλευώμεθα, καὶ δὲν ἤθελον ὑπάρχει, κύριοι, ἐπαρκῶς δάκρυα εἰς πατριώτου ὀφθαλμούς, ἵνα κλαύσῃ ἐπαξίως. Αὐτὴ εἶνε ἡ καταδίκη τοῦ ἔθνους ἡ ἐνεστῶσα. Ἑπομένως δικαιοῦνται οἱ βουλευταὶ ν’ ἀκούσωσι τὴν φωνὴν τῆς συνειδήσεώς των καὶ οὐχὶ κατὰ τυφλὰς ὑπαγορεύσεις νὰ ψηφίζωσιν, οὕτω δὲ ἐν πλήρει πεφωτισμένῃ πεποιθήσει ν’ ἀναλάβωσι τὸ προσῆκον ὕψος καὶ νὰ εἴπωσιν, ἐπειδὴ ὁ βασιλεὺς ἔπραξεν ἐπέκεινα τῶν ὁρίων τῆς ἐξουσίας του, τοὐλάχιστον ἃς μάθωμεν ἐκ τῆς ἀλληλογραφίας του πῶς ἐσκέφθη καὶ ἔπραξεν, ἐὰν ἐσκέφθη καλῶς καὶ ἔπραξε καλῶς, ἢ ἂν δὲν ἐσκέφθη καλῶς· σήμερον, εἰς τὴν περὶ ἧς πρόκειται περίστασιν, πρέπει νὰ ἔχωμεν ἕνα γνώμονα τῆς ὀρθότητος τῆς σκέψεως τοῦ βασιλέως διὰ τὸ μέλλον, καὶ νὰ γνωρίζωμεν τὴν φυσιολογικὴν καὶ διανοητικὴν κατάστασιν ἑκάστου (ψιθυρισμοί). Κύριοι, πρὸ πολλῶν ἐτῶν, ἀφ’ ὅτου παρασκευάζεται τὸ Ἔθνος εἰς ἐπίβασιν ἐνεργοῦ πολιτικῆς, εἰς κήρυξιν πολέμου, πάντοτε ἠκούσαμεν ὅ,τι ἤδη μᾶς λέγουσι, καὶ διὰ τοῦτο ὑπῆρξε πάντοτε ναυάγιον. Ἑπομένως ἐπειδὴ τὰ προηγούμενα δὲν μᾶς ἐνισχύουσιν εἰς τὴν τήρησιν σεβασμοῦ τῆς μυστικότητος, ὀφείλομεν νὰ διαῤῥήξωμεν τὸ παραπέτασμα καὶ νὰ ἴδωμεν ἀπὸ τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος μέχρι τοῦ κατωτάτου ὑπαλλήλου πῶς ἐσκέφθησαν, διὰ νὰ ἤμεθα ἐν γνώσει, ὡς προεῖπον, τῆς φυσιολογικῆς καὶ τῆς διανοητικῆς καταστάσεως ἑκάστου.
§86ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Λυποῦμαι, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς παραγνωρίζει ὅλα, καὶ διὰ τοῦτο ἔκαμε κακὴν χρῆσιν τῆς γλώσσης του· διότι ἐν τῷ βουλευτηρίῳ οὔτε συζητεῖται, οὔτε ἠμπορεῖ νὰ συζητηθῇ τί ἔπραξεν ἢ τί εἶπεν ὁ ἡγεμών, διότι περὶ αὐτῶν ὅλων ἔχομεν ὑπευθύνους. Ἐπειδὴ λοιπὸν πολὺ κακὴν χρῆσιν ἔκαμε, λέγω ἅπαξ διὰ παντὸς, ὅτι τὰ τοιαῦτα δὲν ἔχουν καμμίαν σημασίαν καὶ καμμίαν ἀξίαν.
§87ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Πρόκειται περὶ δύο εἰδῶν, ὡς ἐῤῥέθη, ἐγγράφων, ἤτοι περὶ ἐγγράφων διαμειφθέντων μεταξὺ τοῦ ὑπουργοῦ καὶ τῶν πρέσβεων, καὶ περὶ τῶν τηλεγραφημάτων τοῦ ἡγεμόνος. Περὶ τῶν πρώτων ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι δὲν δύνανται νὰ κατατεθῶσι καὶ καταστῶσι δημόσια, χωρὶς νὰ ζημιωθῇ σπουδαίως τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους. Τὰ λοιπά εἰσιν ἐκεῖνα τὰ ἔγγραφα, διὰ τὰ ὁποῖα ὁ Πρωθυπουργὸς ἀπήντησεν εἰς τοὺς ζητήσαντας νὰ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα, ὅτι δὲν γνωρίζει ἐὰν ὑπάρχωσιν ἄλλα ἐκτὸς ἐκείνων, τὰ ὁποῖα δὲν δύναται νὰ καταθέσῃ, ἀλλὰ διὰ τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς συζητήσεως ἀνεκαλύφθη, ὅτι ὑπάρχουσι καὶ δὲν περιῆλθον εἰς γνῶσιν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν ἐξωτερικῶν, καθότι εὑρίσκοντο κεκρυμμένα εἰς γωνίαν τινὰ γινωσκομένην παρ’ ἑνὸς ἐπιστράτου ὑπαλλήλου....
§88ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅπου ἦσαν καὶ τἆλλα, ὑπῆρχον καὶ αὐτά.
§89ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Αὐτὰ δὲν ἔχουν καμμίαν σημασίαν.—Ὡς πρὸς τὰ ἔγγραφα ταῦτα ἔχομεν δύο γνώμας, τὴν γνώμην τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ, ὅστις μᾶς λέγει, ὅτι κατ’ οὐδένα λόγον, ἐὰν ἤμην Κυβέρνησις, ἤθελον καταθέσει αὐτά, διότι φρονῶ, ὅτι δημοσιευόμενα θὰ βλάψωσι σπουδαίως τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους, καὶ τὴν γνώμην τοῦ νῦν πρωθυπουργοῦ, ὅστις προσφέρεται μὲν νὰ τὰ καταθέσῃ, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ μὴ δημοσιευθῶσιν, ἀλλὰ νὰ λάβωσι μόνον γνῶσιν οἱ κύριο Βουλευταί· ἄρα καὶ ἡ γνώμη τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ πλησιάζει μὲ τὴν τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ, διότι ὁ τοιοῦτος ὅρος, ἤτοι νὰ μὴ δημοσιευθῶσιν, ἐνδεικνύει τὴν ὡς ἐκ τῆς δημοσιεύσεως βλάβην. Ἐγὼ φρονῶ, κύριοι, ὅτι ἂν ἔλθωσιν εἰς γνῶσιν ἁπάντων τῶν Βουλευτῶν τὰ ἐν τοῖς ἐγγράφοις, ἡ μυστικότης δὲν θὰ τηρηθῇ, θὰ καταστῇ δημόσιον τὸ ἐμπεριεχόμενον, διότι οἱ συζητοῦντες, ἐν τῇ θέρμῃ τῶν συζητήσεων, δὲν θὰ κρατηθῶσιν. Ὅθεν φρονῶ καὶ κατὰ τὴν γνώμην τῆς πρώην Κυβερνήσεως καὶ τῆς νῦν, ὅτι πρέπει νὰ σταματήσωμεν ἕως ἐδῶ, καὶ οὔτε εἰς τὴν κατάθεσιν οὔτε εἰς τὴν δημοσίευσιν νὰ ἐπιμένωμεν, διότι, ὡς προεῖπον, εἶναι ἀδύνατον νὰ τηρηθῇ ἡ μυστικότης.
§90Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ματαιοπονεῖ ἡ Βουλὴ ὅταν ἐνασχολῆται εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα, διότι ὁ κύριος πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἤδη τὰ κατέθεσεν· ἅμα τὰ κατέθεσε, δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ ἡ Βουλὴ νὰ μὴ κατατεθῶσιν.
§91ΤΙΝΕΣ. Δὲν τὰ κατέθεσε, τὰ προσήγαγε.
§92Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Τὰ προσήγαγε, λέγουν, δὲν τὰ κατέθεσεν· ἄλλο σόφισμα (ἱλαρότης). Ἅμα προσάγεται τὸ ἔγγραφον, εἶναι καὶ κατατεθειμένον· καὶ μάλιστα ὁ κ. πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι ἐγὼ τὰ καταθέτω, ἀλλὰ ὑπὸ τὸν ὅρον ὄχι νὰ λάβωσι γνῶσιν ὅσοι ἐπιθυμοῦν, ἀλλὰ καὶ πάντες οἱ βουλευταί. Ἑπομένως τὸ πρᾶγμα εἶναι τετελεσμένον, καὶ εἰς τετελεσμένον τι δὲν δύναται νὰ ἐπανέλθῃ ἡ Βουλή. Πλὴν εἶναι καὶ ἄλλοι λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους πρέπει ὄχι μόνον νὰ ἀναγνωσθῶσιν ἀπὸ τοὺς βουλευτὰς, ἀλλὰ νὰ ὑποπέσωσι καὶ εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ δημοσίου· καὶ οἱ λόγοι εἶναι αὐτοί. Ἐνώπιον τῆς Βουλῆς πρὸ πολλοῦ ὑπάρχει ἢ τουλάχιστον συζητεῖται τὸ Ἀνατολικὸν ζήτημα. Τὸ Ἀνατολικὸν ζήτημα ἀφορᾷ κυρίως τὴν Ἑλλάδα· ἀφορᾷ καὶ ἄλλας ἐπαρχίας τῆς Ἀνατολῆς, ἀλλὰ ἕκαστος μεριμνᾷ περὶ τῶν ἰδίων συμφερόντων. Ἡ Ἑλλὰς εἶναι τὸ ἀντικείμενον τῆς συζητήσεως τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων, τὰ ἄλλα βασίλεια ἐνασχολοῦνται περὶ τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς Ἀνατολῆς. Ἔγγραφα διαμείβονται μεταξὺ τῶν Ἐπικρατειῶν, καὶ οἱ πολῖται καὶ αἱ Κυβερνήσεις ὑπάρχουν εἰς ἄμεσον ἀνταπόκρισιν μεταξύ των, εἰς ὅλα δὲ τὰ συνταγματικὰ Κράτη τυποῦνται καὶ δημοσιεύονται βίβλοι ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν, ἥτις ἔδωκε τὸ παράδειγμα, ὑπάρχει ἡ κυανῆ βίβλος· εἰς τὴν Αὐστρίαν, ἥτις ἐμιμήθη εἰς τοῦτο τὴν Ἀγγλίαν, εἶναι ἡ ἐρυθρὰ βίβλος· ἡ Ἰταλία ἔχει τὴν κιτρίνην βίβλον. Παρακαλῶ, τόσα ἔτη συνεδριάζει ἡ Βουλὴ ἡ ἑλληνική....
§93ΤΙΝΕΣ. Ἔχομεν καὶ ἡμεῖς δύο βίβλους.
§94Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Λοιπὸν ἡμεῖς τώρα δὲν πρέπει νὰ γνωρίζωμεν τίποτε;
§95ΤΙΝΕΣ. Πέρυσιν ἐτυπώθη ἡ βίβλος.
§96Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἐφέτος δὲ πρέπει νὰ καταθέσωσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς μίαν βίβλον λευκήν, ὡς ἐγὼ τὴν ὀνομάζω. Καὶ πράγματι θὰ ἦναι λευκή, διότι δὲν θὰ περιέχῃ τὰ ἔγγραφα τὰ διαμειφθέντα μεταξὺ τῆς Ἑλλάδος καὶ τῶν ἄλλων Ἐπικρατειῶν, καὶ ἀπόδειξις εἶναι ἡ σημερινὴ δυσκολία, τὴν ὁποίαν ἀντιτάττουν οἱ δύο Πρωθυπουργοί, ὁ πεσὼν καὶ ὁ ὑφιστάμενος, ὅτι δὲν πρέπει νὰ δημοσιευθῶσιν. Ἐγὼ λέγω, ὅτι τὰ ἔγγραφα διαιροῦνται εἰς δύο χρονολογικῶς, ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα διημείφθησαν μεταξὺ τῶν Κυβερνήσεων καὶ τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἔγγραφα μεταξὺ τοῦ Βασιλέως καὶ τῶν Ὑπουργῶν του μέχρι τῆς ἀναῤῥήσεως τῆς νέας Κυβερνήσεως. Νομίζω, ὅτι ἡ νῦν Κυβέρνησις πρέπει νὰ ἔχῃ ὅλον τὸ συμφέρον νὰ παρουσιάσῃ τὰ ἔγγραφα τὰ παρελθόντα, ἢ ἂν δὲν θέλῃ αὐτή, ἂς τὰ παρουσιάσῃ ἡ πρώην Κυβέρνησις, ἐπειδὴ ἔχει ἀντίγραφα, ὡς ὡμολόγησεν ὁ πρώην Πρωθυπουργός.
§97ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα.
§98ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Οὐ μόνον ἔχει τὸ δικαίωμα, ἀλλ’ ἔχει καὶ τὸ καθῆκον· ὡς Βουλευτὴς ὅ,τι γνωρίζει, πρέπει νὰ τὸ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν διὰ νὰ τὴν φωτίσῃ, ἄλλως εἶναι τὸ αὐτὸ ὡς ν’ ἀπαιτῆτε, οἱ Βουλευταὶ νὰ ψηφίσωσι τὴν ἀπάντησιν τυφλοῖς ὄμμασι, πρᾶγμα ὅπερ ἀδικεῖ καὶ τὴν Βουλὴν καὶ ὑμᾶς αὐτούς. Τὰ δὲ ἄλλα ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα διημείφθησαν μεταξὺ τῶν Κυβερνήσεων ἐπὶ τῆς νῦν Κυβερνήσεως, διατί νὰ μὴ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν; ἐὰν πρόκηται ἡ παρουσίασις τῶν ἐγγράφων νὰ ζημιώσῃ σπουδαῖα συμφέροντα τοῦ Κράτους, μὴ τὰ παρουσιάζετε· ἀλλ’ εἰς τετελεσμένα πράγματα πρέπει νὰ πράξῃ ἡ νῦν Κυβέρνησις ὅ,τι καὶ αἱ ἄλλαι Κυβερνήσεις. Ἑπομένως καὶ κατὰ τὴν διαίρεσιν αὐτὴν πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ λάβῃ γνῶσιν πάντων τῶν ἐγγράφων. Εἶναι καὶ ἕτερος λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ τυπωθῶσι τὰ ἔγγραφα καὶ νὰ δημοσιευθῶσιν. Αἱ δύο πτέρυγες τῆς Βουλῆς συμφωνοῦσι κατὰ τοῦτο, ὅτι τὸ ὄνομα τοῦ Ἡγεμόνος νὰ μὴ εὑρίσκηται ἐντὸς τῆς Βουλῆς εἰς τὰ στόματα τῶν Βουλευτῶν· ἑπομένως τὰ τηλεγραφήματα αὐτοῦ μετὰ τῶν ὑπουργῶν νὰ μὴ δημοσιευθῶσι, τὰ δ’ ἕτερα νὰ δημοσιευθῶσι. Νομίζω, ὅτι διὰ τούτου περιπίπτομεν εἰς τὴν αὐθαιρεσίαν, διότι ἡ Βουλὴ θὰ δώσῃ τὴν ἐξουσίαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅσα θέλει νὰ δημοσιεύῃ καὶ ὅσα θέλει νὰ μὴ δημοσιεύῃ ἄνευ ἐλέγχου παρὰ τῆς Βουλῆς, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀτοπώτατον. Ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ τῆς δημοσιεύσεως πάντων τῶν ἐγγράφων, οὐχὶ μόνον τῶν τηλεγραφημάτων, τὰ ὁποῖα ἐπέρασαν ἀπὸ τὰ ὄμματα τόσων καὶ τόσων τηλεγραφητῶν, μεταξὺ τοῦ Βασιλέως καὶ τῶν Ὑπουργῶν,...
§99ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶνε κρυπτογραφικά.
§100ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. ... ἀλλὰ διατείνομαι, ὅτι πρέπει νὰ δημοσιευθῶσι καὶ αἱ ἐπιστολαί, ὅταν ἔλαβον ἐπιῤῥοὴν εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς ἐπιστρατεύσεως, καὶ ἰδοὺ πῶς τὸ ἀποδεικνύω. Ὑπάρχει ἀπόφθεγμα ibi Roma ubi imperator· ἐντὸς τοῦ Κράτους του ὁ βασιλεὺς, ὅπου καὶ ἂν ἦναι, εἶναι βασιλεὺς τοῦ Κράτους· ἐκτὸς τοῦ Κράτους του δὲν εἶναι βασιλεὺς, νὰ διατάττῃ ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς τοὺς ὑπουργοὺς νὰ πράξωσι τοῦτο ἢ ἐκεῖνο, οὔτε γνώμην πρέπει νὰ ἔχῃ.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Βασιλεὺς ἐν γνώσει τῆς Βουλῆς ἦτο ἐκτὸς τοῦ Κράτους.
§102ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Κύριε πρόεδρε, διὰ νὰ ὁμιλήσητε, πρέπει νὰ καταβῆτε. Ὁ Βασιλεὺς μέλλων ν’ ἀποδημήσῃ, συμφώνως μετὰ τῆς Βουλῆς, ἐψήφισε τὸν νόμον περὶ διαχειρίσεως τῆς βασιλικῆς ἐξουσίας, διότι αὐτὸς δὲν ἠδύνατο πλέον νὰ διαχειρισθῇ τὴν βασιλικὴν ἐξουσίαν ἐκτὸς τοῦ Κράτους του· ὁ νόμος ἐδείκνυεν, ὅτι δὲν εἶναι Βασιλεὺς τῆς Ἑλλάδος, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐπῆγεν ὡς Βασιλεὺς τῶν Ἑλλήνων, ἀλλ’ ὡς δοὺξ τοῦ Μισθρᾶ. Ἐξάγω ἐκ τούτου, ὅτι ὅσα τηλεγραφήματα ἢ ἐπιστολαὶ ὑπάρχουν μεταξὺ τοῦ Βασιλέως καὶ τῶν Ὑπουργῶν του, εἶναι ἰδιωτικά.
§103ΖΑΝΟΣ. Διατί ζητεῖτε λοιπὸν τὴν δημοσίευσιν ἰδιωτικῶν ἐγγράφων;
§104ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Διότι εἶνε εἰς τὰς χεῖρας τῆς κυβερνήσεως· ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διατάξῃ τὴν κυβέρνησιν νὰ δημοσιεύσῃ ἀναφορὰς ἰδιωτῶν, καὶ δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ διατάξῃ νὰ δημοσιευθῇ ἓν τηλεγράφημα καὶ μία ἐπιστολὴ εὑρισκομένη εἰς χεῖράς της; ἰδοὺ ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ διατάξῃ τὴν ἐκτύπωσιν πάντων τῶν ἐγγράφων, καὶ εἷς μόνος βουλευτὴς ἔχει δικαίωμα νὰ τ’ ἀπαιτήσῃ ἀκόμη, διὰ νὰ δώσῃ πεφωτισμένην γνώμην. Τὰ γνωρίζουν οἱ πρώην ὑπουργοί, οἱ ὁποῖοι εἶνε ἁπλοῖ βουλευταί, τὰ γνωρίζουν οἱ περὶ αὐτοὺς ἰδιῶται, καὶ οἱ ἐν ἐνεργείᾳ βουλευταὶ ἀγνοοῦσι τὰ πάντα. Οἱ τηλεγραφηταὶ γινώσκουσι τὰ τηλεγραφήματα.
§105ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν τὰ γινώσκουσιν, εἶνε κρυπτογραφικά.
§106ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ὅπως καὶ ἂν ἔχῃ, εἶνε μεταφρασμένα. Ἀπὸ αὐτὰ πρέπει νὰ λάβῃ ἀφορμὴν ἡ Βουλὴ νὰ ἐξετάσῃ καὶ τὴν νομιμότητα τοῦ νόμου περὶ ἐπιστρατεύσεως· αὔριον καὶ μεθαύριον εἰς τὴν συζήτησιν θέλω σᾶς ἀποδείξει, ὅτι ὅλα αὐτὰ εἶνε παράνομα καὶ ἀντισυνταγματικὰ καὶ ἐναντία τοῦ νόμου περὶ διαχειρίσεως τῆς βασιλικῆς ἐξουσίας. Περιορίζομαι μόνον νὰ εἴπω ἤδη, ὅτι ἡ κυβέρνησις εἶνε ὑποχρεωμένη εἰς τὴν Βουλήν, ἀφοῦ παρακατέθεσε τὰ ἔγγραφα, νὰ τὰ δώσῃ καὶ εἰς ἐκτύπωσιν, καὶ ἔχω ἐγγύησιν τὸν λόγον τὸν χθεσινὸν τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ, εἰς τὸν ὁποῖον εἶπον, ἀφοῦ θὰ τὰ φέρητε αὔριον, εἰ δυνατόν, δώσατέ τα νὰ ἐκτυπωθῶσι, νὰ μὴ χρονοτριβῶμεν, καὶ ὑπεσχέθη ὁ κ. πρωθυπουργός, ὅτι ἂν προφθάσῃ νὰ τὰ λάβῃ μεταπεφρασμένα, θὰ τὰ στείλῃ εἰς τὸ τυπογραφεῖον. Ἑπομένως παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ἀπαγορεύσῃ εἰς ἑαυτὴν τοιοῦτον πολύτιμον δικαίωμα, ἀλλὰ πρέπει μετὰ πάσης ζηλοτυπίας νὰ τὸ διατηρήσῃ, διότι εἶνε ἡ οὐσία καὶ ἡ ὕπαρξις αὐτῆς τῆς Βουλῆς.
§107ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος, ἑπομένη εἰς τὰ ἔθιμα τὰ ἐπικρατοῦντα εἰς τὰ συνταγματικὰ ἔθνη, κατέθηκεν εἰς δύο συνεχεῖς συνόδους σειρὰν διπλωματικῶν ἐγγράφων, καὶ ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν τὰ ἔγγραφα τὰ διαμειφθέντα μέχρι τῆς ἐν Βερολίνῳ συνόδου, ὑπολείπεται δὲ ἡ κατάθεσις τῶν μετὰ ταύτην διαμειφθέντων ἐγγράφων. Καὶ ὡς πρὸς μὲν τὰ ἔγγραφα τὰ ἀπὸ τῆς ἐν Βερολίνῳ συνόδου μέχρι τῆς τελευταίας ἐν Βερολίνῳ διαιτητικῆς ἀποφάτεως, νομίζω, ὅτι τίποτε δὲν διακωλύει τὴν δημοσίευσιν τῶν ἐγγράφων αὐτῶν, καὶ δὲν ἔχω τὴν ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει ἀνακοινώσει ταῦτα εἰς τὴν Βουλήν· ὡς πρὸς τὰ ἔγγραφα ὅμως τὰ μετὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην διαμειφθέντα καὶ τὰ ὁποῖα ἀφορῶσι ζήτημα, τὸ ὁποῖον δὲν ἐπεραιώθη, νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ὑποχρεοῦται νὰ τὰ καταθέσῃ, καὶ εἰς κανὲν Κοινοβούλιον δὲν ζητοῦνται τοιαῦτα ἔγγραφα. Αἱ διαπραγματεύσεις εἰσέτι ὑφίστανται καὶ εὑρίσκονται εἰς τὸ κυριώτατον αὐτῶν σημεῖον, καὶ ἑπομένως δὲν δυνάμεθα νὰ ζητήσωμεν κατάθεσιν ἐγγράφων ἐπὶ τούτου· ὡσαύτως καὶ τὰ ἔγγραφα τ’ ἀφορῶντα τὴν ἐπιστράτευσιν διὰ τὸν αὐτὸν λόγον δὲν πρέπει νὰ κατατεθῶσιν ἄνευ βλάβης τῶν συμφερόντων. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ τηλεγραφήματα τοῦ Βασιλέως, τὰ ἔχοντα σχέσιν μὲ τὴν ἐπιστράτευσιν καὶ σύγκλησιν τῆς Βουλῆς, ἐρωτῶ τοὺς ἄγαν φιλελευθέρους, τί περιέχουν τὰ τηλεγραφήματα ταῦτα; σκέψεις, γνώμας, πληροφορίας τοῦ ἀνωτάτου Ἄρχοντος πρὸς τοὺς Ὑπουργούς.
§108ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Τὸ γνωρίζετε;
§109ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Τὶ ἄλλο δύνανται νὰ περιέχουν παρὰ γνώμας, πληροφορίας καὶ σκέψεις. Λοιπὸν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσέλθῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν εἰδικῶν σχέσεων τοῦ Βασιλέως πρὸς τοὺς Ὑπουργούς, καὶ νὰ ἐξετάσῃ ποίαν γνώμην εἶχεν ὁ Βασιλεύς, ἐξασκῶν τὴν βασιλικὴν ἐξουσίαν ἐκτὸς τοῦ Κράτους; τοῦτο ζητοῦντες, εἶναι τὸ αὐτὸ ὡς νὰ ζητήσωμεν νὰ καλύψωμεν τὸ ὑπεύθυνον ἑνὸς Ὑπουργοῦ. Ὅπως λοιπὸν δὲν δυνάμεθα νὰ καλύψωμεν τὸ ὑπεύθυνον τῶν ὑπουργῶν, ἐξετάζοντες τὰς γνώμας τοῦ Βασιλέως, οὕτω δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα ποσῶς νὰ ζητήσωμεν τὴν δημοσίευσιν τῶν ἐγγράφων καὶ τῶν ἐπιστολῶν τοῦ Βασιλέως πρὸς τοὺς ὑπευθύνους αὐτοῦ ὑπουργούς.
§110ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Βεβαίως, κύριοι, εἰς τὸν κ. Ἰακωβάτον εἶπον, ὅτι τὰ ἔγγραφα θὰ τυπωθῶσιν· ἀλλ’ ὁ κ. Ἰακωβάτος δὲν ἐλησμόνησε, νομίζω, ὅ,τι χθὲς εἶπον εἰς τὴν Βουλήν, δηλαδὴ μόλις περὶ τὴν 1 ὥραν ἦλθεν ὁ ὑπάλληλος ὁ ἔχων τὰ ἔγγραφα καὶ ὅτι τὸν διέταξα νὰ γείνῃ ἡ διαλογή. Μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς συνεδριάσεως εὗρον τὰ ἔγγραφα εἰς τὴν οἰκίαν μου, τ’ ἀνέγνωσα, καὶ ἐσχημάτισα τὴν πεποίθησιν, ὅτι δὲν συμφέρει νὰ δημοσιευθῶσι, καὶ εἰς τὴν πεποίθησιν αὐτὴν ἐμμένω· βεβαίως ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ κάμῃ τοιαύτην δημοσίευσιν, ἀλλὰ κατόπιν. Ὁ Βασιλεὺς κατὰ τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ἐδῶ ἐψηφίσαμεν, ἐξασκεῖ τὰ βασιλικὰ δικαιώματα ὅπου καὶ ἂν ἦναι· ὁ Βασιλεὺς δὲν ἔδωσε καμμίαν διαταγὴν, καὶ ἐρωτῶ τὸν κ. πρώην Πρωθυπουργὸν ἂν ἔλαβε τοιαύτην τινά. Ὅταν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐζήτησε τὴν ἐνέργειαν τοῦ Βασιλέως ἐπί τινος, ὁ Βασιλεὺς ἐδικαιοῦτο νὰ ἔχῃ μίαν γνώμην, νὰ κάμῃ μίαν παρατήρησιν· διαταγὴν ἐγὼ καμμίαν δὲν εἶδον, γνώμας εἶδον, πληροφορίας εἶδον, καὶ οὐδὲν ἕτερον.
§111ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὰς ὁποίας ἠδύνατο νὰ δώσῃ καὶ ἐδῶ.
§112ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ πάντοτε ἐγίνετο ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τὸ ὑπουργεῖον ἤθελεν.
§113ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ μεθ’ ὅλας τὰς γνώμας καὶ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔστελλεν ὁ Βασιλεύς, ὅπου τὸ ὑπουργεῖον ἐπέμενεν, ὑπερίσχυε. Τί θέλετε ἤδη νὰ μάθετε, ὁποῖαι συνδιαλέξεις ἀντηλλάχθησαν μεταξὺ τοῦ Βασιλέως καὶ τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ; Αὐταὶ αἱ πληροφορίαι, καὶ ἂν κακῶς ἔπραξε τὸ ὑπουργεῖον, δὲν τὸ καλύπτουν.
§114ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀρκετά, ἀρκετά.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκ τῶν ἀγορευσάντων, μόνος ὁ κ. Ἰακωβάτος ἐπιμένει εἰς τὴν προσαγωγὴν τῶν ἐγγράφων.
§116ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Καὶ ἐγώ.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται μόνος ὁ κ. Ἰακωβάτος καὶ ὁ κ. Κρεστενίτης)
§118ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Πρωθυπουργό.). Τί θέτετε ζήτημα; ἐγὼ λέγω, ὅτι δὲν τὰ καταθέτω.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν τῆς ἀπαντήσεως.
§120ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναγκάζομαι, κύριοι, νὰ λάβω ἐκ δευτέρου τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Ῥοντήρη. Ὁ κ. Ῥοντήρης μ’ ἔψεξε κἄπως, ὅτι ἔσπευσα προχθὲς νὰ λάβω τὸν λόγον. Εἶχον περιμείνει ἀρκετὰς στιγμὰς καὶ δὲν ἤκουσα νὰ ζητήσῃ τὸν λόγον, καὶ ἐνόμισα, ὅτι ἠδυνάμην νὰ ὁμιλήσω πρῶτος τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον δὲν ἐφρόνουν, ὅτι ἡ ἀπάντησις εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον ἔχει ἀπαραίτητον ἀνάγκην σχολίων. Ἡ ἀπάντησις εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον δὲν εἶναι ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἐπιδέχεται σχόλια ἐκ μέρους τοῦ κ. εἰσηγητοῦ· ὅτε ὅμως ὡμίλησεν ὁ κ. Ῥοντήρης, ἐνόησα, ὅτι εἶχον δίκαιον νὰ μὴ ἐννοήσω καλῶς, διότι ἡ ἀπάντησις εἶναι τοιαύτη, ὥστε διὰ νὰ τὴν ἐννοήσωμεν ἔπρεπε νὰ ἀκούσωμεν τὴν ὁμιλίαν τοῦ κ. Εἰσηγητοῦ. Καὶ ὄντως ἀπεκάλυψε πράγματά τινα, τὰ ὁποῖα δὲν ἠδυνάμην νὰ μαντεύσω ἐκ τῶν προτέρων· ἀπεκάλυψε λόγου χάριν, ὅτι εἰς μίαν παράγραφον τῆς ἀπαντήσεως ἔλειπε μία ὁλόκληρος πρότασις. Ἐγὼ ἠθέλησα νὰ κάμω τὴν παρατήρησιν, τί σημαίνει ἡ ἔκφρασις: «Ἡ Βουλὴ ἐλπίζει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις προέβη». Ὁ κ. Ῥοντήρης ἐπὶ τούτου εἶπεν, ὅτι περιωρίσθην εἰς τὴν ἔκφρασιν τῶν λέξεων, ὅτι δὲν ἐνέκυψα εἰς τὸ βάθος τῶν ἐννοιῶν καὶ δὲν ἀπεκάλυψα, ὅτι ἐκεῖ ἔλλειπε πρότασις, τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ μαντεύσω. Ποία πρότασις; ἐκεῖνο τὸ «ἐλπίζει» συνεδέετο μὲ ἑτέραν πρότασιν ἐξυπακουομένην, δηλ. «ὅτι θὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις προέβη». Σᾶς ὁμολογῶ, κύριοι, ὅτι εἰς τοιοῦτον βάθος ἐννοιῶν, ἐγὼ τοὐλάχιστον, δὲν ἠδυνάμην νὰ εἰσέλθω· ὁμολογῶ, ὅτι οὔτε οἱ συντακτικοὶ κανόνες, οὔτε οἱ λογικοὶ μὲ ἐβοήθουν εἰς τὸ νὰ ἀναπληρώσω ὁλόκληρον πρότασιν, ἐλλείπουσαν ἀπὸ τοιοῦτον ἔγγραφον. Καὶ νομίζω, ὅτι δὲν ἦτο πταῖσμα τῆς διανοητικῆς ἀδυναμίας τῶν μειονοψηφούντων μελῶν, ἀλλ’ ἦτο πταῖσμα ἄλλων, ὅτι δὲν ἠδυνήθημεν νὰ κατανοήσωμεν, ὅτι ἔλειπεν ὁλόκληρος πρότασις, καὶ ἡ ἔλλειψις, κατὰ τὰς ἰδέας τοῦ κ. Ῥοντήρη δὲν εἶναι τυχαία, εἶναι ἔλλειψις ἡ ὁποία ἔχει βάθος ἐννοίας. Ἀλλὰ τότε, κύριοι, πρέπει νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ ἄλλου σχεδίου ἀπάντησιν εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον, ἐπὶ τοῦ νέου σχεδίου τὸ ὁποῖον κατεσκεύασεν ἀπὸ τοῦ βήματος ὁ κ. Ῥοντήρης. Καὶ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἀσήμαντον νὰ ἀναπληροῦται κατόπιν μία ὁλόκληρος ἔκφρασις, ἡ ὁποία τροποποιεῖ τὴν ἔννοιαν τῆς προτάσεως ἐκείνης, διότι διαφέρει πολὺ νὰ ἐκφράσῃ ἡ Βουλὴ διὰ τοῦ «ἐλπίζει», ὅτι ἔχει τοιαύτην γνώμην, καὶ νὰ ἔλθῃ ὁ Εἰσηγητὴς καὶ νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν σημαίνει τοῦτο, «ἀλλ’ ὅτι ἔχει τὴν ἐλπίδα, ὅτι θέλει ἀποδειχθῆ κατόπιν». Οὕτως ἀμέσως βλέπετε, ὅτι εἰς μίαν παράγραφον, ἥ ὁποία προεκάλεσεν ἀμφισβήτησιν, δὲν ἔχομεν σχέδιον ἀπαντήσεως, ἀλλὰ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ κ. εἰσηγητοῦ. Ἀλλὰ τί σημαίνει, ὅτι ἐλπίζει, ὅτι θ’ ἀποδειχθῇ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐνήργησεν οὕτως; Πότε ἐννοεῖτε, ὅτι ἐλπίζει, ὅτι θὰ ἀποδειχθῇ; Ἔχετε ὡρισμένον σημεῖον χρόνου διὰ τὴν ἐλπίδα ταύτην; ἔχετε ὑπονοίας ἐπὶ τῆς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως; καὶ λέγετε, ὅτι ἐλπίζετε ἁπλῶς, ὅτι θ’ ἀποδειχθῇ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐνήργησε κατὰ τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους, καὶ πῶς ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ἐκφράσητε τοιαύτην ὑπόνοιαν; Ὅ,τι, κύριοι, ἀνεκτὸν ἴσως οὐσιαστικῶς ἠδύνατο νὰ περιέχῃ ἡ πρότασις τῆς ἀπαντήσεως, τὸ καταστρέφει ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν δίδει ὁ κ. Ῥοντήρης. Πῶς ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ἐκφράσητε τοιαύτην ὑβριστικὴν ὑπόνοιαν καθ’ οἱασδήποτε Κυβερνήσεως; Πῶς δύνασθε νὰ εἴπητε καὶ εἰς τὸν τελευταῖον κατηγορούμενον; ἐλπίζω, ὅτι θ’ ἀποδείξῃς τὴν ἀθωότητά σου; Καὶ δὲν λέγετε ἁπλῶς τοῦτο, λέγετε, ὅτι ἐλπίζετε, ὅτι θ’ ἀποδειχθῇ, ὅτι ἐνήργησεν ἡ Κυβέρνησις, ἀφορῶσα εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Καὶ εἰς τί νομίζετε ἀφορῶσα ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, εἰργάζετο, εἰ μὴ εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους; Αὐτὸ εἶναι τὸ βάθος τῶν ἐννοιῶν, τὰς ὁποίας μᾶς ἔφεξεν ὁ κ. Ῥοντήρης, ὅτι δὲν κατενοήσαμεν’ ὥστε εἶχε δίκαιον νὰ μᾶς εἴπῃ, ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀφήσωμεν νὰ προηγηθῇ νὰ ὁμιλήσῃ, νὰ ἑρμηνεύσῃ τὸ ἔγγραφον, καὶ τότε νὰ συζητήσωμεν. Οὕτω λοιπὸν ὑπῆρχεν ἀπαραίτητος ἀνάγκη σχολίων, καὶ οὐδεὶς ἕτερος ἠδύνατο νὰ ἦναι ἐκδότης αὐτῶν παρὰ αὐτὸς ὁ κ. Ῥοντήρης, καὶ θὰ εἴχομεν τὴν αὐτὴν ἐργασίαν, ἣν ἔχουσιν οἱ θέλοντες νὰ ἑρμηνεύσωσι τοὺς Φιλιππικοὺς τοῦ Δημοσθένους, καὶ ἰδίως ἕνα ἐξ αὐτῶν, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐξέλιπον φράσεις ὁλόκληροι. Τοιαύτην ἐργασίαν ἤθελε μᾶς παράσχει τὸ σχέδιον τῆς ἀπαντήσεως, καὶ ἀπορῶ πῶς ἐκ τοῦ καλάμου τοῦ ἐμβριθοῦς καὶ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Ῥοντήρη ἐξῆλθε τοιοῦτον ἔγγραφον. Ἀλλὰ, κύριοι, μᾶς παρουσιάζεται καὶ ἑτέρα παρατήρησις ἐπὶ ἄλλης παραγράφου, ἐπίσης σπουδαία, ἡ ὁποία καθιστᾷ ἀμφίβολον ποία εἶναι ἡ γνώμη τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, ὁποῖόν τι φρονεῖ αὐτὴ ἡ ἰδία ἐπὶ τοῦ σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως. Καὶ ἀμέσως ἐρωτῶ τὸν κ. Κασιμάτην ἀφ’ ἑνὸς καὶ τὸν κ. Ῥοντήρην ἀφ’ ἑτέρου ποῦ φρονοῦσιν, ὅτι ἔγκειται ἡ παραβίασις τοῦ νόμου ὡς πρὸς τὴν συγκάλεσιν τῆς Βουλῆς καὶ τὴν ἐπιστράτευσιν; Ὁ κ. Κασιμάτης εἶπεν, ὅτι παρέβη τὸν νόμον ἡ Κυβέρνησις, διότι τὸ 15 ἄρθρον τοῦ νόμου εἶναι ἀντισυνταγματικὸν, καὶ ἑπομένως ἡ Κυβέρνησις παρεβίασε τὸ Σύνταγμα, ἐφαρμόσασα τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο. Ὁ κ. Ῥοντήρης λέγει ὄχι, ἐγὼ, λέγει, φρονῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις παρεβίασε τὸν νόμον, διότι τὸ ἄρθρον 15 ἐννοεῖ νὰ ἐκδίδηται τὸ διάταγμα τῆς ἐπιστρατείας καὶ νὰ μὴ ἐκτελῆται. Λοιπὸν ποία εἶναι ἡ κατηγορία; δὲν ἔχομεν κατηγόρους, δὲν συμφωνοῦσιν οὔτε περὶ τοὺς τύπους, οὔτε περὶ αὐτὴν τὴν ἀνυπόστατον κατηγορίαν. Οἱ κατηγοροῦντες εὑρίσκονται εἰς διαφωνίαν ἀνεπίδεκτον συμβιβασμοῦ. Καὶ ἀπαντῶν ἐν πρώτοις εἰς τὸν κ. Κασιμάτην, τὸν ἐρωτῶ, φρονεῖτε, κ. Κασιμάτη, σπουδαίως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ὤφειλε νὰ ἐκτελέσῃ τὸν νόμον ἐκεῖνον, διότι ὑμεῖς τὸν κρίνετε ἀντισυνταγματικόν; καὶ νομίζετε, ὅτι δύνασθε νὰ κατηγορήσητε τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἐφήρμοσε νόμον ἀντισυνταγματικόν; Ἂν τὸ νομίζητε τοῦτο, νὰ τὸ διατυπώσητε εἰς τὴν ἀπάντησιν, ὅτι κατηγοροῦμεν τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἐφήρμοσε νόμον ἀντισυνταγματικὸν, καὶ οὐχὶ ὅτι παρεβίασε τὸν νόμον· γνωρίζετε ὅμως κύριοι, ὅτι κατὰ τὴν ἐπικρατοῦσαν γνώμην, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζουσι διάσημοι συγγραφεῖς, καὶ αὐτὴ ἡ Δικαστικὴ ἐξουσία, ἂν ὑπάρχῃ νόμος ἀντισυνταγματικός, ἀλλ’ ἦναι ἔγκυρος κατὰ τύπους, καὶ αὐτὴ ἡ Δικαστικὴ ἐξουσία ὀφείλει νὰ τὸν ἐφαρμόσῃ. Ἀλλ’ ὅταν ὑποστηρίζηται διὰ δικαστικὴν ἐξουσίαν τοῦτο, πῶς δύναται νὰ στηριχθῇ διὰ τὴν ἐκτελεστικήν, ὅτι δύναται νὰ ἀντιταχθῇ εἰς τὸν τοιοῦτον νόμον καὶ νὰ μὴ ἐφαρμόσῃ αὐτόν, καὶ ἐὰν τὸν κρίνῃ ἀντισυνταγματικόν; καὶ τί θὰ τῆς ἐλέγετε τῆς Κυβερνήσεως, ἐάν, ἀποφεύγουσα νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον ἐκεῖνον, σᾶς ἔλεγε, διότι ἐγὼ εἶχον γνώμην ἀνωτέραν τοῦ νόμου, διότι τὸν ἐθεώρησα ἀντισυνταγματικόν; Καὶ ταῦτα μὲν ὡς πρὸς τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, ὡς ἑρμηνεύει αὐτὸν ὁ κ. Κασιμάτης. Ἀλλὰ τώρα πρέπει νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι ἔχομεν ἀπάντησιν εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, ὡς τὴν ἐννοεῖ ὁ κ. Ῥοντήρης. Ὁ κ. Ῥοντήρης, φρονῶν ἀντιθέτως πρὸς τὸν κ. Κασιμάτην, λέγει: ὁ νόμος ἐκεῖνος εἶναι συνταγματικός, ἀλλ’ ἐγὼ δίδω εἰς τὸν νόμον ἐκεῖνον μίαν ἄλλην ἑρμηνείαν, καὶ δι’ αὐτὸ κατηγορῶ τὴν Κυβέρνησιν, διότι δὲν παραδέχεται τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν ἔχω ἐν τῇ κεφαλῇ μου, ὅτι τὸ ἄρθρον 15 ἔχει τὸν σκοπὸν νὰ γίνεται μία παιδιά, νὰ ἐκδίδηται τὸ Διάταγμα περὶ ἐπιστρατεύσεως, ἀλλὰ νὰ μὴ γίνεται χρῆσις, κατάταξις νὰ μὴ γίνεται, καὶ νὰ περιμένετε νὰ συνέλθῃ ἡ Βουλὴ καὶ τότε νὰ ἀρχίσητε τὴν κατάταξιν. Ἐγώ, Κύριοι, δὲν θὰ ἐνόουν τὴν τοιαύτην πρόνοιαν τοῦ νομοθέτου, ὁ ὁποῖος εἶχεν ὑπ’ ὄψιν τὰς περιστάσεις, εἰς τὰς ὁποίας ἔτι διατελοῦμεν, καὶ ὁ ὁποῖος ἐσκόπει νὰ θεραπεύσῃ μίαν ἀνάγκην. Τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο λέγει, ὅτι ἐν ὥρᾳ ἐπιστρατείας ἢ πολέμου δύναται νὰ γείνῃ αὔξησις τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων, ἐπιβάλλει δὲ τὸν περιορισμὸν τοῦτον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ὀφείλει ὅσον οἷόν τε τάχιον νὰ ἀνακοινώσῃ τὸ Διάταγμα τοῦτο εἰς τὴν Βουλήν. Ποίαν ἀξίαν θὰ εἶχεν αὐτὸ τὸ ἄρθρον μὲ τὴν ἐξήγησιν τοῦ κ. Ῥοντήρη; διὰ νὰ προειδοποιηθῶσιν ἆρα γε οἱ ἐνδιαφερόμενοι περὶ τῶν προθέσεων τοῦ Κράτους, ὡς πρὸς μέλλουσαν αὔξησιν τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων, μὴ ἐπιτρεπομένην νὰ γείνῃ ἀμέσως; Περὶ αὐτοῦ ἐσκόπει νὰ προνοήσῃ ὁ νομοθέτης διὰ τοῦ ἄρθρου ἐκείνου; μήπως τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο ἐσκόπει νὰ προνοήσῃ περὶ τῶν συμφερόντων τῶν ἐχθρῶν τοῦ Κράτους; Βλέπετε λοιπόν, κύριοι, εἰς τὶ περιστρέφεται αὐτὴ ἡ μομφή, εἰς τὴν ὁποίαν τοσοῦτον ἐπιμένουσιν; Ἠθέλησαν, λέγουσι, νὰ ἐκφράσωσι, καὶ τὸ λέγουσι μετὰ γλυκύτητος, ὅτι ἡμεῖς δὲν κάμνομεν ἄλλο παρὰ νὰ ἀναφέρωμεν ἓν γεγονός, ὅτι παρεβιάσθη ὁ τύπος, ἀλλὰ ποῦ καὶ πῶς οὔτε ἐξηγοῦνται καὶ συζητοῦμεν, κύριοι, τόσας ἡμέρας χωρὶς νὰ γνωρίζωμεν τί συζητοῦμεν, χωρὶς νὰ γνωρίζωσιν οἱ κατηγοροῦντες ὁποία τις εἶναι ἡ μορφή, τὴν ὁποίαν θέλουν νὰ ἀποδώσωσι κατὰ τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως. Καὶ εἶπον ταῦτα, ἑρμηνεύοντες τὴν παράγραφον ἐκείνην τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, διότι δὲν εἶχον ἄλλο τι νὰ εἴπουν. Ποίαν ἄλλην παράβασιν θεωρεῖτε, ὅτι ἔκαμεν ἡ πεσοῦσα Κυβέρνησις· ὤφειλε νὰ συγκαλέσῃ τὴν Βουλήν; πότε ὤφειλε νὰ τὴν συγκαλέσῃ; νομίζετε, ὅτι ἐβράδυνεν; ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι οὐσιαστικὸν, καὶ ἔπρεπε νὰ εἰπῆτε σεῖς, πότε ἔπρεπε νὰ συγκαλεσθῇ. Δὲν δύνασθε νὰ μέμφησθε ἁπλῶς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι δὲν ἐκάλεσε τὴν Βουλὴν ἐνωρίτερον. Τὸ ἄρθρον περὶ ἐπιστρατεύσεως οὐδόλως προσδιώρισε προθεσμίαν, ἐντὸς τῆς ὁποίας πρέπει νὰ συγκαλῆται ἡ Βουλή· ἡ Κυβέρνησις εἶχε διάθεσιν νὰ τὴν συγκαλέσῃ ὅσον οἷόν τε τάχιον· τὴν συνεκάλεσε τὴν ὀγδόην Σεπτεμβρίου, ἀλλὰ παρουσιάζονται ἄλλαι περιστάσεις καὶ ἔρχεται τὸ δικαίωμα τοῦ Βασιλέως τῆς ἀναβολῆς τῶν ἐργασιῶν ἐπὶ 40 ἡμέρας· τοῦτο δὲν ἀνατρέπεται, οὔτε δύναται νὰ ἀνατραπῇ ἐκ τοῦ ἄρθρου 15 τοῦ νόμου τῆς ἐπιστρατείας, καὶ οὔτε μέμφεσθε ἐπὶ τούτῳ τὴν Κυβέρνησιν. Οὕτω λοιπὸν καταντᾶτε νὰ λέγετε, λυπούμεθα διότι δὲν ἤλθομεν ἐνωρίτερον εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ τίποτε πλέον· ἀλλὰ τὴν κατηγορίαν ἔπρεπε νὰ διατυπώσητε μᾶλλον ὡρισμένως· ὀφείλετε νὰ ἀποδείξητε, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔπρεπε νὰ ἦναι συγκεκλημένη τότε, λόγου χάριν, κατὰ τὴν δεῖνα ἐποχὴν, καὶ ἑπομένως ἡ παράβασις τούτου εἶναι παράβασις τῆς μερίμνης, τὴν ὁποίαν ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις πρὸς ταχεῖαν συγκάλεσιν. Καὶ ἐν τούτοις, κύριοι, ἡ πεσοῦσα Κυβέρνησις ἀναλαμβάνει τὴν ὑπεράσπισιν κατὰ κατηγορίας, τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ ἀποκρούσῃ ὡς ἐντελῶς ἀπαράδεκτον, καὶ ἔρχεται νὰ σᾶς πείσῃ, ὅτι ἐγκαίρως συνεκάλεσε τὴν Βουλήν, ἐνῷ νομίζω, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἀπευθύνετε τοιαύτην μομφὴν ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης. Ποῦ ἠκούσθη νὰ λέγηται εἰς μίαν Κυβέρνησιν ἀπὸ μίαν Βουλὴν ἁπλῶς, ὅτι παραπονοῦμαι, ὅτι μὲ συνεκάλεσες βραδέως; Διὰ νὰ εἰπῆτε αὐτό, ὅτι ἔπρεπε νὰ συγκληθῇ ἡ Βουλὴ ταχύτερον, ἔπρεπε νὰ τὸ ἀποδείξητε καὶ νὰ τὸ συσχετίσητε μὲ μίαν βλάβην, ἥτις προῆλθεν ἐκ τῆς μὴ ταχείας συγκαλέσεως, διότι τὸ ζήτημα εἶναι καθαρῶς οὐσιαστικόν. Ἀλλὰ φαίνεται, κύριοι, ὅτι ἡ κατηγορία αὕτη συνδέεται μὲ θεωρίας τινὰς, τὰς ὁποίας μετ’ ἐκπλήξεως ἤκουσα. Ὅτε κατὰ τὴν πρώτην φορὰν ὡμίλουν καὶ ἤθελον νὰ ὑπενθυμίσω, ὅτι κατὰ τὸ σύνταγμα ἔχει ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία μεγάλα καὶ σπουδαῖα δικαιώματα, ἀνέφερον, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ κηρύττειν τὸν πόλεμον, καὶ ἀπὸ τὴν πτέρυγα αὐτὴν (δεικνύων τὴν ἀριστερὰν) ἤκουσα τὴν ἐρώτησιν «ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως τῆς Βουλῆς;» καὶ ἐθεωρήθη, ὅτι εἶναι ἀσέβεια πρὸς τὴν Βουλήν, ἅμα τις δὲν ἀγωνίζεται νὰ τῇ παραδώσῃ ὅλας τὰς φροντίδας καὶ ὅλα τὰ δικαιώματα ὅλων τῶν ἐξουσιῶν τοῦ Κράτους. Ἡ Βουλὴ ἵσταται βεβαίως εἰς περιωπήν, καὶ διὰ τοῦτο ἴσα ἴσα ἵσταται εἰς μεγαλειτέραν περιωπήν, διότι δὲν εἶναι ὑποχρεωμένη, δὲν ἔχει καὶ τὸ δικαίωμα νὰ ἐπεμβαίνῃ εἰς τὰς λεπτομερείας καὶ τὴν ἐκτέλεσιν· ἵσταται ὡς ἐλεγκτὴς τῶν πράξεων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Πρὸς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ὁ λαὸς λέγει: ἔχεις αὐτὰ τὰ δικαιώματα, πρόσεχε ὅμως, διότι τὰ δικαιώματα ταῦτα σοὶ τὰ παραχωρῶ μὲ τὴν ἐπιφύλαξιν νὰ σὲ ἐξελέγξω ὅταν τὰ ἐκτελέσῃς· ἀλλὰ δὲν φρονοῦσιν οὕτω, καὶ ἤκουσα κατόπιν τὸν κ. Ῥοντήρην, ὁ ὁποῖος ἐθεώρησε κατάλληλον εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις νὰ διατυπώσῃ τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ Βουλὴ συγκυβερνᾷ. Δὲν καταλαμβάνω μὲ τοῦτο τί ἐννοεῖ ὁ κ. Ῥοντήρης· Ἡ Βουλὴ ἔχει ἄπειρα δικαιώματα, ἐπενεργεῖ ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἐμμέσως οὐχὶ ἀμέσως, καὶ εἰς τοῦτο συνίσταται ὁ μηχανισμὸς τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος. Καὶ διαφέρει μεγάλως ἡ ἔμμεσος ἐπενέργεια ἀπὸ τὴν ἄμεσον ἐπέμβασιν. Διδάσκοντες τοιαύτας ἀρχάς, καταστρέφετε, νομίζω, τοὺς ὅρους τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, ὡς τοὐλάχιστον ἰσχύει ἐν Ἑλλάδι. Ἐπενεργεῖ ἡ Βουλὴ καὶ ὡς πρὸς τὸ δικαίωμα τῆς κηρύξεως τοῦ πολέμου, ἀλλ’ ἐμμέσως, ὡς σᾶς εἶπον, ὅταν λόγου χάριν χορηγῇ τὰ μέσα. Ἀλλ’ ὅταν δίδῃ τὰ μέσα, νομίζετε, ὅτι τοῦτο εἶναι παραγγελία πρὸς τὴν Κυβέρνησιν νὰ κηρύξῃ τὸν πόλεμον; ὄχι, διότι τότε τοῦτο ἤθελεν εἶσθαι καταστροφὴ τῆς εὐθύνης τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλοίμονον, κύριοι, ἐὰν ἐθεωρεῖτο, ὅτι ἡ Βουλή, χορηγοῦσα εἰς μίαν Κυβέρνησιν τὰ μέσα τὰ ὑλικὰ πρὸς πόλεμον, δίδει παραγγελίαν, διότι τότε ὅλη ἡ εὐθύνη τοῦ ὑπουργείου ἐκλείπει· ἐπενεργεῖ μόνον ἐμμέσως. Παραγνωρίζετε λοιπὸν τὰς θεμελιωδεστέρας βάσεις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, παραβιάζετε τὸ Σύνταγμα, ἐνῷ ἀγωνίζεσθε νὰ μεμφθῆτε ὑποτιθεμένην παραβίασιν ἑνὸς τύπου· ἀλλὰ φαίνεται ἐνομίσθη, ὅτι εἶναι φιλελεύθερον, ὅτι εἶναι εὐλάβεια πρὸς τὴν Βουλήν, ν’ ἀνατρέπῃ τις τοὺς ὅρους τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος. Καὶ πότε, κύριοι, ἀκούονται αὗται αἱ θεωρίαι; κατὰ τὰς περιστάσεις ἐκείνας, καθ’ ἃς τὸ γόητρον τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας πρέπει νὰ ἦναι ἀκέραιον. Καὶ τὴν ὑπόμνησιν ταύτην τὴν κάμνω ἰδίᾳ πρὸς τοὺς κυβερνῶντας· δὲν ἐννοῶ πῶς μὲ τοιαύτας θεωρίας, οἵας ἐξέφρασαν φίλοι σας, θὰ ἐνεργήσητε κατὰ τὰς περιστάσεις ταύτας μέγα τι καὶ σπουδαῖον. Ἐκ τῶν τοιούτων φαίνεται θεωριῶν πηγάζει ἡ μομφὴ ἢ τὸ παράπονον τῆς Βουλῆς, ὅτι δὲν συνεκλήθημεν ἐνωρίτερον, διότι εἰς τίποτε ἄλλο δὲν δύναμαι νὰ στηρίξω τὴν μομφὴν, οὔτε εἰς λόγον τυπικὸν, οὔτε εἰς λόγον οὐσιαστικόν. Ἀλλὰ, κύριοι, ἤθελον ἀπορήσει ἀπορίαν πολὺ μεγαλειτέραν, ἐὰν ἔβλεπον νὰ ἐξακολουθῆται ἡ ἐπιμονὴ εἰς τὸ νὰ ὑπάρξουν αἱ παράγραφοι ἐκεῖναι, αἵ σχετιζόμεναι μὲ τὴν συγκάλεσιν τῆς Βουλῆς καὶ τὴν ἐπιστράτευσιν, κατόπιν τῆς ἀνακοινώσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα σχετίζονται μὲ τὸ ζήτημα αὐτὸ, δὲν δύναται νὰ τὰ παρουσιάσῃ. Λοιπὸν καλεῖται ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφασίσῃ καλῇ τῇ πίστει, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὑποθέσεων τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἔκαμεν ἄνευ λόγου ἐθνικοῦ συμφέροντος αὐτὴν τὴν ὑποτιθεμένην βραδύτητα. Καὶ ἀφοῦ ὡμολογήθη, ὅτι τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα σχετίζονται μὲ τὴν συγκάλεσιν τῆς Βουλῆς καὶ μὲ τὴν ἐπιστράτευσιν, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἀνώτερα συμφέροντα τοῦ Κράτους ἀπαγορεύουσι τὴν δημοσίευσιν, πῶς δύνασθε νὰ ἐπιμένητε εἰς αὐτὴν τὴν μομφήν, πῶς δύνασθε νὰ ἐπιμένητε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἐνήργησεν, ὡς ἐὰν δὲν ὑπῆρχον διεθνεῖς λόγοι δικαιολογοῦντες τὴν βραδύτητα, τὴν ὁποίαν αὐτὴ βεβαίως αὐτογνωμόνως, ἀλλὰ διὰ λόγους ἐθνικοῦ συμφέροντος, ἔκαμεν, ἂν ὑπῆρξε βραδύτης. Θεωρεῖτε λοιπόν, ὅτι εἶναι ἀνώτερον συμφέρον τοῦ Κράτους νὰ γραφῇ ἐκείνη ἡ παράγραφος εἰς τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον; Τόσον πολύτιμον θεωρεῖτε τὴν παράγραφον ἐκείνην, ὥστε νὰ σπεύσητε νὰ ἐκφράσητε τὴν μομφήν, πρὶν ἢ κατασταθῇ ἐφικτὴ ἡ ἐξέλεγξις; Τί σκοπεῖτε διὰ τῆς παραγράφου ἐκείνης; πῶς ἀποφασίζετε ἀπέναντι τῶν ἰδίων φίλων σας νὰ προδικάζητε τοιοῦτόν τι; πῶς συνιστᾶτε εἰς τοὺς φίλους σας νὰ καταδικάσωσι τὴν παρελθοῦσαν Κυβέρνησιν; πῶς ἀξιοῖτε νὰ ἀνοίξετε χάσμα μεταξὺ ἡμῶν καὶ αὐτῶν; Βεβαίως τὸ χάσμα αὐτό, τὸ ὁποῖον σκοπεῖτε, εἶναι φανταστικὸν καὶ δὲν ἐπιτυγχάνεται, καὶ ὑπάρχει μόνον ἐν τῇ διανοίᾳ σας. Καὶ ἀναγκάζεταί τις νὰ κάμῃ τοιαύτας ὑποθέσεις, ὅταν βλέπῃ νὰ πλάττωσι τοιαύτην κατηγορίαν. Δὲν ἔχετε οὐδεμίαν κατηγορίαν ν’ ἀπευθύνητε, οὐδὲ τὴν ἐλαχίστην, οὐδὲ ἴχνος ἔχετε μίαν ὑπόνοιαν κατηγορίας, ὡς πρὸς τὴν ὁποίαν διαφωνεῖτε σεῖς οἱ ἴδιοι, διότι δὲν ἠξεύρετε ποῦ συνίσταται ἡ ὑποτιθεμένη παραβίασις νόμου ἢ τοῦ Συντάγματος. Καὶ ποῖοι εἶσθε σεῖς, οἱ ὁποῖοι δεικνύεσθε τόσον τυπικοί; τυπικοὶ σεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐπροφέρετε ἄλλοτε γενναίας λέξεις! δεικνύεσθε σήμερον προσηλωμένοι εἰς ὑποτιθέμενον τύπον; ποῖοι; οἱ ἄνθρωποι τοῦ πυρὸς καὶ τοῦ σιδήρου! Καὶ ἰδοὺ οἱ ἄνθρωποι τοῦ πυρὸς καὶ τοῦ σιδήρου θέλετε νὰ πλήξετε τὴν χεῖρα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀκαμάτως εἰργάσθησαν, ἐσφυρηλάτησαν καὶ σᾶς παρέδωκαν αὐτὸν τὸν σίδηρον. Πλήττετε τὴν διάνοιαν καὶ τὴν χεῖρα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἰργάσθησαν καὶ σᾶς παρεσκεύασαν τὰ μέσα, ἐπὶ τῶν ὁποίων δύνασθε νὰ στηριχθῆτε καὶ νὰ παρουσιάζεσθε εὐπροσώπως ἀπέναντι τῶν ξένων. Μήπως ἡ ἐκτέλεσις τῶν μέσων αὐτῶν εἶναι ἀξιόμεμπτος, διότι ἔτυχε νὰ γείνῃ ἀπὸ ἄλλους καὶ οὐχὶ ἀπὸ ὑμᾶς; Μήπως ἡ ἐκτέλεσις τῶν μέσων αὐτῶν εἶναι ἀξιόμεμπτος, διότι ἐν πράγματι, καὶ οὐχὶ διὰ λόγων, ἐγένετο, ὅταν τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους τὸ ὑπηγόρευε; Τὸ γνωρίζετε πολὺ καλῶς, τὸ ἀνεφέρατε σεῖς οἱ ἴδιοι, τί σημαίνει ἡ ἰσχὺς εἰς τὰ διεθνῆ ζητήματα. Καὶ ἐνθυμοῦμαι, κύριοι, μίαν περίστασιν σχετικήν· ὁ μακαρίτης Δεληγεώργης κατέβαινέ ποτε ἀπὸ τὴν οἰκίαν ἑνὸς ἐπισήμου ξένου· ἐβάδιζε σύννους καὶ κατηφής· φίλος του τις τὸν παρηκολούθησε καὶ ἀφοῦ συνεβάδισεν ἐπὶ ἀρκετὸν διάστημα, τῷ λέγει· τί σκέπτεσαι, κύριε Δεληγεώργη; Σκέπτομαι, ἀπήντησε μετ’ ἀγανακτήσεως, ὅτι ἔθνη τοσοῦτον μικρά, τοσοῦτον ἀσθενῆ, δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχωσι. Τίς οἶδε, πόσον ἠναγκάσθη ὁ ἀνὴρ ἐκεῖνος νὰ κύψῃ τὸ ὑπερήφανον μέτωπόν του ἐνώπιον τοῦ ξένου, ὁμιλῶν ἐξ ὀνόματος Κράτους ἀσθενοῦς! Καὶ φρονῶ, κύριοι, ὅτι καὶ σήμερον ἡ φωνὴ ἐκείνη, ἂν δὲν ἐστερούμεθα αὐτῆς ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ἤθελε διαμαρτυρηθῆ κατὰ τοῦ τοιούτου πολέμου, καὶ εἴτε διεφώνει κατά τι, εἴτε συνεφώνει κατὰ πάντα, ἤθελε σήμερον ἀποτελεῖ ἐναρμόνιον συναυλίαν πρὸς ἑτέραν φωνήν, προερχομένην ἐκ τοῦ αὐτοῦ ἐκείνου ἐνδόξου περιβόλου, ὅπου κεῖνται τὰ ὀστᾶ τόσων μαρτύρων τῆς Ἐθνικῆς Παλιγγενεσίας ἐκ διαφόρων μερῶν τῆς ἀγωνιζομένης τότε Πατρίδος.
§121ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἔλαβον τὴν τιμήν, κύριοι, νὰ ἀποτελέσω καὶ ἐγὼ μέρος τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου, καὶ τὸ καθῆκόν μου τοῦτο μετὰ τῶν συναδέλφων μου ἐξεπλήρωσα, ἀποφανθεὶς ὡς ἡ πεποίθησίς μου καὶ τὸ καθῆκόν μου πρὸς τοὺς ἐντολεῖς μου μοὶ ἐπέβαλλον νὰ πράξω. Πᾶν ὅ,τι περιέχεται ἐν τῷ σχεδίῳ τῆς ἀπαντήσεως, ἐσυζητήθη λεπτομερῶς μεταξὺ ἡμῶν. Πᾶσα λέξις καὶ φράσις ἐτέθη ἐν αὐτῷ, ἀφοῦ ὡρίσθη ἡ ἑρμηνεία καὶ ὁ σκοπὸς, δι’ ὃν ὤφειλε νὰ καταχωρισθῇ ἐν τῷ σχεδίῳ. Δυστυχῶς οἱ συνάδελφοι τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἀφοῦ εἶδον ἐν τῇ πρώτῃ συνεδριάσει ἡμῶν, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ συμφωνήσωμεν καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀπάντησιν, ἐξέφρασαν τὴν γνώμην, ὅτι περιττὴ εἶναι πλέον ἡ παρουσία αὐτῶν, καὶ ἰδοὺ διατί ὁ προλαλήσας ἐξ εἰκασιῶν ὁρμώμενος εἶπεν, ὅτι ἐκ τῶν διαφορῶν τῶν ὑπαρχουσῶν μεταξὺ τῶν μελῶν τῶν προαγορευσάντων τῆς ἐπιτροπῆς προκύπτει, ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἐσυζήτησε τὸ σχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλε. Τὸ σχέδιον εἶνε ἔργον καθαρὸν τῆς ἐπιτροπῆς, τοῦ σχεδίου τούτου ἔλαβον γνῶσιν οἱ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὑπαινιχθέντες μετὰ τὴν κατάρτισιν αὐτοῦ. Ἀλλά, κύριοι, διατί τὸ σχέδιον τοῦτο νὰ ἐξεγείρῃ ἐπὶ τοσοῦτον τὴν μερίδα τῆς ἀντιπολιτεύσεως; διατί ἐπὶ τοσοῦτον νὰ ἐξεγείρῃ τὰ μέλη τῆς πρώην Κυβερνήσεως; Τὸ σχέδιον ὤφειλε νὰ προκαλέσῃ τὴν συζήτησιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν καὶ ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ συνεδριάσει ὡς μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ὑπεδείξαμεν εἰς τὰ μέλη τῆς ἀντιπολιτεύσεως, εἰπόντες εἰς αὐτούς, ὅτι διὰ τοῦ σχεδίου παρέχομεν εὐρὺ τὸ στάδιον, διὰ νὰ ἀπολογηθῆτε ἐκεῖ ὅπου νομίζετε, ὅτι ἡμεῖς ἀδίκως σᾶς μεμφόμεθα, καὶ νὰ καταδείξητε, ὅτι ἡμεῖς ἔχομεν πεπλανημένον τὸ φρόνημα καὶ τὴν πεποίθησιν, καὶ ὁ ἀρχηγὸς τῆς ἀντιπολιτεύσεως καὶ πρώην Πρωθυπουργὸς μᾶς ηὐχαρίστησεν, ὅτι ἐπροκαλέσαμεν αὐτὴν τὴν συζήτησιν, ὅτε ἦλθεν ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου, διὰ νὰ πολεμήσῃ τὸ σχέδιον τῆς ἀπαντήσεως. Ἀλλὰ δυστυχῶς ἀντὶ δι’ ἐπιχειρημάτων νὰ προσπαθήσῃ νὰ πείσῃ τὴν Βουλήν, ἀντὶ τὸ βῆμα τοῦτο νὰ χρησιμεύσῃ ὡς μέσον, ὅπως ἀνασκευάσῃ τὰ ἐν τῷ σχεδίῳ, ὑπῆρξεν ἀπήχησις τῶν ἀπειλῶν καὶ ὕβρεων, τὰς ὁποίας ἀνέγνωμεν εἰς τὸ δημοσιογραφικὸν αὐτοῦ ὄργανον. Καὶ κατὰ πρῶτον προσεπάθησε ν’ ἀποδείξῃ, καὶ μετ’ αὐτὸν οἱ ὁμόφρονές του, ὅτι ἐλησμονήσαμεν τὰ ἐπιβαλλόμενα ἡμῖν πατριωτικὰ καθήκοντα, καὶ διὰ τοῦ σχεδίου ἡμῶν προσπαθοῦμεν νὰ προκαλέσωμεν συζητήσεις, αἵτινες θὰ ματαιώσωσι τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, ἢ θὰ καταναλώσωσι χρόνον πολύτιμον, δυνάμενον νὰ δαπανηθῇ εἰς πολὺ πολυτιμότερα ἔργα, ἀκολουθῶν φαίνεται τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον ἐφήρμοσεν ὡς ἀντιπολίτευσις καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, κατὰ τὴν ὁποίαν, ἀφ’ οὗ τέσσαρας μῆνας μᾶς ἐβασάνισε κωλύσας τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, ὡς ἦλθεν ὡς Κυβέρνησις, ἀπήτει νὰ ψηφίσωμεν ἀσυζητητεὶ τὰ μέτρα ἅτινα εἶχε παρουσιάσει, ἀποδίδων εἰς ἡμᾶς τὴν ἀπώλειαν τοῦ χρόνου. Τοῦτο καὶ νῦν ἐκ τῶν προτέρων, καὶ ἐκ προκαταβολῆς προτιθεμένη φαίνεται ἡ ἀντιπολίτευσις, προσπαθεῖ νὰ πείσῃ τὴν κοινωνίαν, ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα ἐκεῖνοι, οἵτινες φέρομεν προσκόμματα εἰς τὴν διεξαγωγὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, καὶ ὅτι θέλομεν ἀποτρέψει τὴν προσοχὴν τοῦ ἔθνους καὶ τοῦ ἑλληνισμοῦ ἀπὸ τὸ σημεῖον, ἔνθα ἐκάλεσεν αὐτὸ ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις. Ἀλλ’ ἡ μομφὴ αὕτη ἀνήκει εἰς ἐκείνους, οἵτινες χωρὶς νὰ ἔχωσι κατηγορίαν, πλάττουσι τοιαύτην καὶ ὑβρίζουσι, διότι ἐτόλμησεν ἡ ἐπιτροπὴ νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην αὑτῆς καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς πράξεις τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως. Μᾶς συκοφαντοῦσιν, ὅτι διὰ τοῦ σχεδίου αὐτοῦ θέλομεν νὰ παραλύσωμεν τὴν Βουλὴν καὶ τὰς ἐργασίας αὐτῆς, ἐν ᾧ διὰ τῶν συζητήσεών των καὶ τῆς συμπεριφορᾶς των ἀναμοχλεύουσι ζητήματα ἐφ’ ὧν ἐνησχολήθη καὶ ἀπεφάνθη ἡ Βουλή. Καὶ διατί, κύριοι, τοιαύτη ἐξέγερσις κατὰ τοῦ σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως; Οἱ προλαλήσαντες, καὶ ἰδίως ὁ εἰσηγητὴς, ἀναλύσαντες πάντα τὰ ἐν τῷ Βασιλικῷ λόγῳ καὶ ἐν τῇ ἀπαντήσει περιεχόμενα καὶ εἰς τοὺς Νόμους στηριζόμενοι κατέδειξαν, ὅτι ὅσα ἐν τῷ σχεδίῳ ἀναφέρονται καὶ εἰς τὰ πράγματα στηρίζονται καὶ εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος καὶ εἰς τὸ γράμμα καὶ εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ Νόμου βασίζονται. Σᾶς εἴπομεν, κύριοι, ὅτι ἐξετάζοντες τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως, εὕρομεν αὐτὴν παρανομοῦσαν· ἀναγνώσαντες δὲ τὸν λόγαν σᾶς ἐνθυμίσαμεν, ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ὁμολογεῖ τὴν παρανομίαν. Καθῆκον ὅθεν ἡμῶν ἦτο νὰ τὴν ἐλέγξωμεν καὶ νὰ ἐπαναλάβωμεν καὶ ἡμεῖς, ὅτι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ὑπέπεσε κατὰ τὰς ἐνεργείας της εἰς παρανομίαν, ὅτι ὑπῆρξε παράβασις τοῦ γράμματος καὶ τοῦ πνεύματος τοῦ νόμου. Καὶ ἂν ὁ πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς ἀνευρίσκῃ τὴν παράβασιν καὶ δι’ ἕτερον λόγον, τὸν ὁποῖον δὲν συνεμερίσθησαν τὰ λοιπὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, δὲν ἕπεται, ὅτι δὲν ἐμελετήθησαν τὰ ζητήματα, ἢ ὅτι δὲν ἐσυμφωνήσαμεν εἰς τὸ σχέδιον τῆς ἀπαντήσεως, καθότι κατὰ τὰ λοιπὰ εἴμεθα κατὰ πάντα σύμφωνοι. Διαφωνοῦμεν μετὰ τοῦ προέδρου τῆς ἐπιτροπῆς ὡς πρὸς τὸ ὅτι ὁ νόμος εἶναι ἀντισυνταγματικός, καὶ ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ ἔφερε τὴν παραβίασιν τοῦ Συντάγματος, συμφωνοῦμεν ὅμως, ὅτι ὁ νόμος ἐκεῖνος παρεβιάσθη, ἡ δὲ παραβίασις αὐτοῦ ἔφερε τὴν παραβίασιν τοῦ Συντάγματος.
§122ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν συμφωνεῖ καὶ εἰς τὰ δύο, ἢ εἰς τὸ ἕν;
§123ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὑπάρχει παραβίασις διὰ τρεῖς λόγους, ἢ διὰ δύο λόγους; Αὕτη εἶναι ἡ διαφορά, ἡ ὑπάρχουσα μεταξὺ τοῦ προέδρου καὶ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς.
§124ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἐὰν ἐγκρίνητε, νὰ σᾶς κάμω μίαν ἐρώτησιν;
§125ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Μάλιστα.
§126ΣΑΡΑΒΑΣ. Κατὰ τί παρεβιάσθη ὁ νόμος;
§127ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Τὸ ἄρθρον 15 τοῦ νόμου δίδει ἀληθῶς εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα, νὰ προσκαλέσῃ εἰς ἐπιστρατείαν τὰς στρατιωτικὰς δυνάμεις τῆς χώρας διὰ βασιλικοῦ Διατάγματος, ἀλλὰ συνάμα ἐπιβάλλει εἰς αὐτὴν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ προσκαλέσῃ πάραυτα καὶ τὴν Βουλήν. Ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις δικαιολογεῖται λέγουσα, οὐδὲν ἄλλο ἔπραξα ἢ νὰ συμμορφωθῶ μὲ τὸ γράμμα τοῦ νόμου. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ τοιοῦτος ἰσχυρισμὸς, ὡς αὐτόχρημα διαστροφὴ τοῦ νόμου, τοιαύτη ἑρμηνεία μόνον ἐνώπιον εἰρηνοδικῶν ἐπιτρέπεται νὰ ὑποστηρίζηται· ἀλλὰ καὶ αὐτὸ τὸ γράμμα, κύριοι, τοῦ νόμου τοῦ στρατολογικοῦ — θέλω ἀποδείξει, ὅτι παρεβιάσθη. Διότι τί διατάσσει ὁ νόμος ἐν τῷ ἄρθρῳ 15; Ἐὰν ἦναι παροῦσα ἡ Βουλή, ὀφείλετε ἀμέσως νὰ καταθέσητε τὸ βασιλικὸν Διάταγμα, δι’ οὗ καλεῖται εἰς ἐπιστρατείαν ὁ στρατὸς, ἐὰν δὲ ἦναι ἀποῦσα, ἀμέσως νὰ συγκαλέσητε αὐτήν. Ὅθεν δίδει τὸ δικαίωμα καὶ παρούσης τῆς Βουλῆς νὰ καλῆται διὰ βασιλικοῦ Διατάγματος εἰς ἐπιστρατείαν, καὶ δὲν ὑποχρεοῦται ἡ Κυβέρνησις νὰ ζητήσῃ προηγουμένως ἄδειαν παρ’ αὐτῆς, ἀλλ’ ὑποχρεοῦται ἀμέσως νὰ ὑποβάλῃ τὸ διάταγμα· καὶ ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν δὲν εἶναι παροῦσα, ἀμέσως νὰ τὴν προσκαλέσητε. Ὅθεν εἴτε εἶναι παροῦσα ἡ Βουλὴ, εἴτε ἀπουσιάζει, βασιλικὸν Διάταγμα ἐκδίδοται διὰ τὴν ἐπιστρατείαν, ἀλλ’ ἡ ἐκτέλεσις αὐτοῦ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν Βουλήν· τὸ τοιοῦτον σαφῶς ἐκφράζει τὸ γράμμα τοῦ νόμου, εἴτε κεχωρισμένως ἑρμηνευόμενον, εἴτε συνδυαζόμενον μὲ τὸ 60 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος. Καὶ διατί, κύριοι, ὁ νόμος ἐπιβάλλει εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἄμεσον συγκάλεσιν τῆς Βουλῆς; Ποῖοί εἰσιν οἱ λόγοι, ποῖος ὁ σκοπός, ποῖον τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ νόμου, καὶ ποία ἄλλη ἑρμηνεία δύναται νὰ δοθῇ, ἢ ὅτι ὁ νομοθέτης ἀπῄτει τὴν ὑποβολὴν τὴν ἄμεσον εἰς τὴν Βουλὴν τοῦ διατάγματος τῆς ἐπιστρατείας, ὅπως αὕτη ἀποφασίσῃ ἐὰν ἀποδέχηται αὐτήν;
§128Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§129ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἐὰν ἀφαιρέσητε τὸ πνεῦμα ἀπὸ τὸν Νόμον, τί θέλει μείνει διὰ τὴν Βουλήν; τί θὰ πράξῃ ἡ Βουλή, ὅταν ἐνώπιόν της φέρητε τετελεσμένα πράγματα; Νὰ σᾶς ἐμποδίσῃ ἀπὸ τοῦ νὰ πράξητε ὅ,τι αὐτὴ δὲν ἤθελε σᾶς ἐπιτρέψει, ἀλλ’ ἄνευ τῆς θελήσεώς της ἐξετελέσατε; Νὰ σᾶς ἐμποδίσῃ ἀπὸ τοῦ νὰ δαπανήσητε ὅσα ἄνευ τῆς συγκαταθέσεώς της δὲν ἐδικαιοῦσθε νὰ δαπανήσητε, ἀλλ’ ἅπερ ὅμως ἐδαπανήσατε; Ὅτε ἐσυζητεῖτο ὁ Νόμος καὶ τὸ περὶ τῆς προσκλήσεως τῆς Βουλῆς ἐν περιπτώσει ἐπιστρατείας, ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ὅτι ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀττικῆς κύριος Φιλήμων, εἰς παρατήρησιν βουλευτοῦ τινος, ὅτι εἶναι ἀντισυνταγματικὸν τὸ 15 ἄρθρον, ἀπήντησε: Κύριοι, μὴν ἀνησυχεῖτε, διότι ἡ κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ πράξῃ τι ἄνευ τῆς παρουσίας τῆς Βουλῆς, ἀφοῦ ὀφείλει ἀμέσως νὰ συγκαλέσῃ αὐτὴν καὶ ὑποβάλῃ τὸ διάταγμα, ὅπως ζητήσῃ συνάμα καὶ τὰ μέσα διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν, διότι δὲν δύναται νὰ δαπανήσῃ οὐδὲ λεπτὸν ἄνευ τῆς συναινέσεως τῆς Βουλῆς. Καὶ πράγματι ὁ Νόμος λέγει ὅτι δικαιοῦσθε νὰ διατάξητε τὴν ἐπιστρατείαν, ἀλλὰ σᾶς λέγει, ὅτι δύνασθε καὶ νὰ δαπανήσητε, ὅτι δύνασθε καὶ νὰ δανεισθῆτε; Σεῖς ὅμως καὶ ἐδαπανήσατε, ἐνῷ ὁ Νόμος δὲν τὸ λέγει, καὶ ἐδανείσθητε, ἐνῷ δὲν εἴχατε δικαίωμα· ἄρα παρεβιάσατε καὶ τὸν Νόμον καὶ τὸ καθ’ ὑμᾶς γράμμα αὐτοῦ, καὶ τὸ Σύνταγμα ἑπομένως, κατὰ τὸ ὁποῖον δὲν ἐδικαιοῦσθε οὐδὲ λεπτὸν νὰ δαπανήσητε ἄνευ τῆς συναινέσεως τῆς Βουλῆς. (Θόρυβος.) Βλέπετε λοιπόν, κύριοι, πόσον στενῶς συνδέεται τὸ γράμμα μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ Νόμου, καὶ πόσον ἀδιασπάστως συνδέεται τὸ 15 ἄρθρον τοῦ περὶ στρατολογίας Νόμου μὲ τὸ 60 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος. Συνέπεια ἀναγκαία, ἄφευκτος, εἶναι ἡ ἔγκαιρος πρόσκλησις τῆς Βουλῆς, διότι δὲν δύνασθε νὰ ἐκτελέσητε τὸ διάταγμα, ἐὰν δὲν ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ τὴν δαπάνην. Ἀλλὰ σεῖς προέβητε εἰς τὴν ἐκτέλεσιν, ἐναντίον τοῦ γράμματος ἢ τοῦ πνεύματος τοῦ Νόμου, καὶ ἑπομένως παρεβιάσατε καὶ τὸν θεμελιώδη Νόμον τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ μᾶς λέγετε, ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ τύπος (ἂν ἡ παραβίασις τοῦ Συντάγματος ἦναι ἁπλοῦς τύπος) καὶ ὅτι ἀπέναντι τῆς οὐσίας ὀφείλομεν νὰ θυσιάσωμεν τὸν τύπον, εἰς τὴν οὐσίαν δὲ νὰ σᾶς εἴπωμεν, ἐὰν ἐπράξατε καλῶς ἢ ὄχι. Δὲν γιγνώσκω τί φρονεῖ ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τούτου, ἀλλ’ ἐγὼ σᾶς λέγω, ὅτι κακῶς ἐπράξατε καὶ ὅτι ἂν ἠθέλατε συγκαλέσει, πρὶν προβῆτε εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ Διατάγματος, τὴν Βουλὴν, δὲν ἠθέλατε ὑποπέσει τοὐλάχιστον εἰς τὰ σφάλματα εἰς τὰ ὁποῖα ὑπεπέσατε, ἢ δὲν ἠθέλομεν ἔχει τὴν σημερινὴν κατάστασιν. Διότι πιθανὸν ἡ Βουλὴ ἤθελε σᾶς εἴπει, θέλω τὴν ἐπιστρατείαν, ἀλλὰ δὲν συμμερίζομαι τὴν ἰδέαν σας νὰ προσκαλέσητε 60 ἢ 80 χιλιάδας ἄνδρας ὑπὸ τὰ ὅπλα, διότι δὲν ἔχομεν τοὺς ἀναγκαίους Ἀξιωματικοὺς καὶ Ὑπαξιωματικούς, καὶ διότι ἄνευ αὐτῶν δὲν δύνασθε νὰ ἔχητε Στρατὸν, ἀλλ’ ἄθροισμα ἀνθρώπων ἐνόπλων· ἠδύνατο νὰ σᾶς εἴπῃ ὅ,τι ὑπεστήριξεν ἡ προκάτοχος ὑμῶν καὶ ἡ νῦν Κυβέρνησις, ὅτι δὲν δύναται τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος νὰ καταρτίσῃ Στρατὸν τακτικὸν ἄνω τῶν τριάκοντα πέντε ἢ τεσσαράκοντα χιλιάδων· διότι διὰ τῶν μέσων ἅπερ διαθέτομεν, αὐτὸν μόνον τὸν ἀριθμὸν δυνάμεθα νὰ μορφώσωμεν· ἠδύνατο νὰ σᾶς εἴπῃ, ὅτι δὲν θέλω 60 χιλιάδας ἄνδρας, διότι δὲν ἔχομεν τὰ μέσα νὰ τοὺς ἐκγυμνάσωμεν, νὰ τοὺς διαθρέψωμεν καὶ τοὺς κινήσωμεν εἰς πόλεμον· ἠδύνατο νὰ σᾶς εἴπῃ, ὅτι καλοῦντες συνάμα ὅλας αὐτὰς τὰς ἡλικίας, καλεῖτε 100,000 ἀνδρῶν, τοὺς ὁποίους, ἐὰν ἔλθωσιν ἀθρόοι, δὲν θὰ ἔχητε νὰ διαθρέψητε, νὰ τοὺς ἐνδύσητε, νὰ τοὺς στεγάσητε, καὶ οὕτω νὰ προληφθῶσι τὰ δίκαια καὶ νόμιμα παράπονα ἐκείνων, οἵτινες ὑπακούσαντες εἰς τὴν φωνὴν τῆς πατρίδος καὶ εἰς τὸν νόμον, καὶ δραμόντες μετ’ ἐνθουσιασμοῦ ὑπὸ τὰς σημαίας, ἀπεγοητεύθησαν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ὡς ἐκ τῶν κακουχιῶν καὶ στερήσεων εἰς ἃς ὑπεβλήθησαν. Ἠδύνατο τέλος νὰ νομοθετήσῃ τὰ ἀναγκαῖα μέτρα, διὰ νὰ μὴ κατασταθῇ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου ἐπαχθὴς καὶ παράνομος. Ἠδύνατο ἐπὶ τέλους νὰ σᾶς ἐρωτήσῃ εἰς ποῖον σημεῖον εὑρισκόμεθα καθόσον ἀφορᾷ τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα, καὶ ἐκ τούτου νὰ κρίνῃ περὶ τοῦ πρακτέου. Ἀλλὰ τὶ νὰ σᾶς εἴπῃ τώρα ἡ Βουλή; τί νὰ πράξῃ σήμερον; νὰ καταστρέψῃ τὰ γενόμενα καὶ ὅ,τι ᾠκοδομήσατε; (Ἱλαρότης ἐξ ἀριστερῶν.) Κακὴ ἡ οἰκοδομὴ, ἀλλ’ εἶναι προτιμοτέρα ἡ κακὴ οἰκοδομὴ ἀπὸ τοῦ νὰ μείνωμεν ἄνευ οἰκοδομῆς.... (Θόρυβος καὶ διάλογοι.) Ὅθεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μέσης ὀρθῶς σᾶς εἶπεν, ὅτι κακῶς διεχειρίσθητε τὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν σᾶς ἐνεπιστεύθη ἡ Βουλή. Ἐπειδὴ δὲ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Παρνασσίδος ἀναφέρει τὸν κ. Σωτηρόπουλον, ὁ ὁποῖος ἐν τῇ πολιτικῇ δὲν λησμονεῖ τοὺς ἀριθμοὺς, δι’ ἀριθμῶν σᾶς ἀπεικόνισεν οὗτος τὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν μᾶς ἐφέρατε, ἀναγκασθεὶς ἐξ αὐτῶν τῶν ἀριθμῶν νὰ εἴπῃ ἐμπρός, ἀφ’ οὗ εἰς ἓν σημεῖον θὰ μᾶς ὁδηγήσῃ μοιραίως καὶ ὁ πολλαπλασισμὸς καὶ ἡ ἀφαίρεσις· κατεστήσατε δηλαδὴ τὴν θέσιν μας τοιαύτην, ὥστε περὶ ἑνὸς καὶ μόνου δύναται νὰ σκεφθῇ τις. Ναί, κύριοι, τὸ χείριστον πάντων εἶναι, ὅτι σήμερον τὸ ζήτημα τὸ ἐφέρατε εἰς τοιαύτην θέσιν, ὥστε ἀφαιρεῖται καθ’ ὁλοκληρίαν τὴν σκέψιν ἀπὸ τὴν Βουλήν. Σήμερον ἡ Βουλὴ δὲν πρόκειται νὰ σκεφθῇ, ἂν πρέπῃ νὰ καλέσῃ ὀλιγωτέρας ἡλικίας ἢ μή καὶ πῶς καὶ πότε νὰ τὰς καλέσῃ· διότι τὸ ζήτημα ἐφέρθη εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ὀπισθοχώρησις, διότι δὲν πρόκειται πλέον περὶ προσαρτήσεως χώρας εἰς τὸ Κράτος, ἀλλὰ περὶ τῆς ἐθνικῆς τιμῆς. Καὶ ὅταν πρόκηται περὶ τιμῆς τοῦ ἔθνους, οἱονδήποτε καὶ ἂν ἦναι τὸ φρόνημά μας ὡς πρὸς τὰς ἀνάγκας, ὡς πρὸς τὰς θυσίας τὰς ὁποίας ὀφείλομεν νὰ ὑποστῶμεν, μία μόνον ἀπάντησις ἐπιτρέπεται: Ἐμπρός. Ἐὰν μᾶς ἐκαλεῖτε ἐγκαίρως ἠδυνάμεθα νὰ σκεφθῶμεν κατὰ πόσον συμφέρει εἰς τὸ Ἔθνος καὶ κατὰ πόσον δύναται νὰ ὑποβληθῇ καὶ εἰς ὁποίας θυσίας, διὰ νὰ λάβωμεν τὰς ἐπαρχίας, καὶ πότε ὀφείλομεν νὰ ἐνεργήσωμεν. Σήμερον ὅμως δὲν εὑρισκόμεθα δυστυχῶς εἰς θέσιν τοιαύτην, διότι πᾶσα τοιαύτη σκέψις διακυβεύει τὴν τιμὴν τοῦ Ἔθνους καὶ τοῦ ἑλληνισμοῦ. Καθ’ ἑκάστην ἔρχονται ἐθελονταὶ ἀπὸ διάφορα μέρη τὴν ἐθνικὴν τιμὴν διὰ νὰ διεκδικήσωσι, προσφέροντες προθύμως τὸ αἷμά των ὑπὲρ τοῦ Ἔθνους. Ὁ ἑλληνισμὸς λαβὼν τὴν ὤθησιν μᾶς ὠθεῖ εἰς ἐνέργειαν, καὶ δὲν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ σταματήσῃ τὸ ἔργον, διότι πᾶς ἐνδοιασμὸς θὰ θεωρηθῇ ὡς ἐγκατάλειψις τοῦ ζητήματος, θὰ καταστρέψῃ πᾶν γόητρον καὶ θὰ προσβάλῃ θανασίμως τὴν ἐθνικὴν τιμήν. Ἀλλ’ ἐὰν ἐγκαίρως μᾶς ἐκαλεῖτε, ἠδύνατο ἡ Βουλὴ νὰ εἴπῃ ἢ ὅ,τι εἶπε καὶ ὁ Ἡγεμὼν τοῦ Μαυροβουνίου εἰς τὴν Εὐρώπην πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεώς της, ἢ νὰ σκεφθῇ κατὰ πόσον ἠδυνάμεθα διὰ τῶν ἰδίων ἡμῶν δυνάμεων νὰ ἐκτελέσωμεν αὐτὴν καὶ κατὰ πόσον καὶ πῶς δυνάμεθα νὰ διεκδικήσωμεν τὸ δικαίωμά μας καὶ νὰ διακινδυνεύσωμεν τὸ ὑπάρχον, διὰ νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὸ μέλλον. Σήμερον ὅμως τοιαῦται σκέψεις δὲν ἐπιτρέπονται. Ἀλλὰ, κύριοι, μᾶς λέγετε ἐπανειλημμένως, διατί μᾶς μέμφεσθε; Ἐὰν νομίζετε ὅτι παρηνομήσαμεν, φέρετε κατηγορίαν, διότι εἴμεθα βέβαιοι, ὅτι θὰ μᾶς ἀθωώσῃ τὸ δικαστήριον, καὶ ἡ ἀθωωτικὴ ἀπόφασις θὰ ἦναι κατηγορία δι’ ὑμᾶς. Καὶ ἄλλοτε ἐγένετο κατηγορία παρὰ τῆς Βουλῆς κατὰ Ὑπουργῶν, ἤμην δὲ καὶ τότε μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ κατηγορητηρίου· ἐγὼ μετὰ τοῦ κυρίου Ῥικάκη καὶ τοῦ μακαρίτου Δανόπουλου ἐφέραμεν γνώμην, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ γείνῃ εἰσαγωγὴ εἰς δίκην, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ σύσωμος ἀπεδοκίμασε τὴν ἔκθεσίν μας. Τὸ δικαστήριον συνεμορφώθη μὲ τὴν γνώμην μας, ἀλλὰ δὲν ἔπεται, ὅτι ἡμᾶς μᾶς ἐδικαίωσεν ἡ ἀπόφασις ἐκείνη, τὴν δὲ Βουλὴν κατεδίκασε. Καὶ σήμερον, κύριοι, ἐὰν ἡ Βουλὴ εἶχε τοιαύτην γνώμην νὰ σᾶς κατηγορήσῃ, δὲν ἤθελεν ἐξετάσει τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου εἰσαγωγῆς τῆς δίκης, καὶ μὴ ἀπατᾶσθε ὡς πρὸς τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἀπειλῶν σας. Ἐὰν τοσοῦτον θόρυβον ἐποιήσατε, διότι κατὰ καθῆκον ἐπὶ τέλους ἀνεφέρομεν ἓν γεγονός, φαντασθῆτε τί ἠθέλατε εἴπει ἂν ἐφέρομεν καὶ κατηγορίαν! Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν μᾶς ἀπεκαλέσατε σχεδὸν προδότας, διότι σᾶς ἐπροκαλέσαμεν εἰς συζήτησιν διὰ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον· τίς οἶδε τί ἠθέλετε προσθέσει, ἐὰν ἠθέλομεν σᾶς κατηγορήσει διὰ τὸ γεγονὸς τοῦτο! Τὴν ἐν τῷ σχεδίῳ παράγραφον προκαλεῖ αὐτὸς ὁ βασιλικὸς λόγος, πᾶσα δὲ ἀποσιώπησις ἐνομίσθη καθιέρωσις ὀλεθρίου προηγουμένου, καὶ τοῦτο δὲν ἠδύνατο νὰ πράξῃ οὔτε ἡ Ἐπιτροπὴ οὔτε ἡ Βουλή, ἀποσιωπῶσαι γεγονὸς, τὸ ὁποῖον εἶναι αὐτόχρημα καταπάτησις τοῦ θεμελιώδους Νόμου. Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ, κύριοι, ἡ παράβασις τοῦ θεμελιώδους νόμου ἢ ἑτέρου νόμου, διὰ νὰ ὑποστῇ τις ποινὴν, καὶ γείνῃ δεκτὴ ἡ κατηγορία. Ὁ περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν νόμος κάμνει διάκρισιν. Ὁ νόμος ἐκεῖνος λέγει, ὅτι, ἐὰν ἐξ ἀσυγγνώστου ἀμελείας ἢ ἐκ προθέσεως παραβλάψῃ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους ὁ Ὑπουργὸς, δύναται νὰ κατηγορηθῇ κτλ., δὲν τιμωρεῖ ὅθεν τὸν ἄνευ κακῆς προθέσεως παραβάτην. Ἡμεῖς δὲν σᾶς λέγομεν, ὅτι παρεβιάσατε τὸν Νόμον ἐκ κακῆς προθέσεως, ὑπονοοῦμεν μάλιστα τὸν καλὸν σκοπόν· ἀλλ’ οὐχ ἧττον ἡ παράβασις ἐγένετο, καὶ τοῦτο ἡμεῖς ὀφείλομεν νὰ τὸ εἴπωμεν, σεῖς δὲ ἀγογγύστως νὰ τὸ ἀκούσητε. Κύριοι, ὑπεστηρίξατε ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι τὸ κατεπεῖγον τῶν περιστάσεων σᾶς παρέσυρε καὶ σᾶς ὑπεχρέωσε νὰ προβῆτε εἰς ὅ,τι ἐπράξατε· ὅτι τὸ αἰφνίδιον τῶν περιστάσεων καὶ τῆς μεταβολῆς ἐπέδρασεν εἰς ὑμᾶς καὶ σᾶς ἔφερεν εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον. Ἀλλ’ ὑποστηρίξαντες τοιαύτην ἰδέαν, ἐλησμονήσατε, μοὶ φαίνεται, καὶ καθ’ ὅσον ἐγὼ τοὐλάχιστον ἐνθυμοῦμαι, τὰς ἐποχάς. Ἰσχυρίσθητε, ὅτι τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἀνῆλθεν ὁ Γλάδστων εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς Ἀγγλίας, καὶ ὅτι σεῖς ἀμέσως ὡς ἰδόντες τὴν μεταβολὴν προέβητε εἰς ἐνεργείας. Ἀλλά, κύριοι, ὁ Γλάδστων καὶ κατὰ τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα ἔτι ἐφαίνετο, ὅτι θὰ ἦναι ὁ μέλλων διάδοχος τοῦ Ἀγγλικοῦ Ὑπουργείου, τοῦ δὲ Γλάδστωνος αἱ ἰδέαι ἦσαν γνωσταὶ εἰς ὅλον τὸν κόσμον. Τί ἐφρόνει ὁ Γλάδστων περὶ τοῦ ζητήματός μας, τὸ εἶχεν ἐκθέσει ῥητῶς καὶ σαφῶς, ὅτε δὲ ἐτελείωσαν αἱ ἐκλογαὶ καὶ ἀνῆλθεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐν τῷ βουλευτηρίῳ τούτῳ ἐσυζητοῦμεν τὸ στρατολογικὸν σύστημά σας καὶ τὰ τῶν ἀροτήρων κτηνῶν. Τότε ἡμεῖς σᾶς ἐκραυγάζομεν, ποῦ βαίνετε, δὲν βλέπετε τὴν ἀνάγκην τῆς ὑπάρξεως τοῦ Στρατοῦ; μὴ διαλύσητε πρὸς Θεοῦ τὸν Στρατὸν· διατηρήσατε τὰς 18 χιλιάδας, ἅστινας εἰς πᾶσαν περίστασιν δύνασθε νὰ τὰς διπλασιάσητε. Σεῖς ὅμως ἐπεμένατε εἰς τὰς ἰδέας σας καὶ χλευαστικῶς ἀπηντᾶτε εἰς τὸν νῦν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ὅστις σᾶς ἠρώτησε περὶ τοῦ ναυτικοῦ, ὅτι, ἀφοῦ φέρετε εἰς ἰσοζύγιον τὸν προϋπολογισμόν, τότε θὰ σκεφθῆτε καὶ περὶ παρασκευῶν ναυτικῶν. Καὶ ὅμως, κύριοι, ἄνευ τῆς ἀδείας τῆς Βουλῆς ἐδαπανήσατε πολὺ πλειότερα ἐκείνων τὰ ὁποῖα σᾶς ἐζήτει ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν. Δὲν ἔχω γνῶσιν, κύριοι, τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων, ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως τίποτε δὲν δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω· ἀλλὰ δὲν δύναμαι ἢ νὰ ἀναφέρω ὅ,τι ἤκουσα παρ’ ἀξιοπίστων ἀξιωματικῶν. Κατηρτίσατε τὸ ἱππικὸν καὶ τὸ πυροβολικὸν ἐκ νεοσυλλέκτων, οἵτινες οὔτε ὄνον εἶδον, καὶ παρεδώσατε αὐτοῖς, ὅπως τοὺς ἐκγυμνάσωσι, τοὺς ἀτιθάσσους ἵππους τοὺς ληφθέντας ἀπὸ τὰ ἱπποφορβεῖα τῆς Οὐγγαρίας, ἀπολύσαντες τοὺς εἰς τὸ ἱππικὸν καὶ τὸ πυροβολικὸν παλαιοὺς στρατιώτας, οἵτινες ἠδύναντο νὰ συνειθίσωσι καὶ τοὺς νεοσυλλέκτους. Εἰς ποῖον ὀφείλεται, κύριοι, τοῦτο;
§130ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἰς τὸ σύστημα τοῦ νόμου.
§131ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος διέλυσε τὸ ἱππικὸν καὶ τὸ πυροβολικόν.
§132ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐδὲ ἕνα στρατιώτην ἀπελύσαμεν.
§133ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὅστις ἔστειλεν εἰς τὰς ἑστίας των τοὺς παλαιοὺς στρατιώτας.
§134ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ νόμος τοῦ 1878 τοὺς ἔστειλε.
§135ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Τὰ ὀλίγα ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω, ὑποχρεωθεὶς νὰ λάβω τὸν λόγον ὡς μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ νὰ καταδείξω ὅτι μετὰ τῶν ἄλλων συναδέλφων εἰργάσθην εἰλικρινῶς, καὶ ὅτι ὅ,τι ἔπραξα ἦτο ἀπόῤῥοια τῆς πεποιθήσεώς μου· πᾶσα ἄλλη ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν θέλετε νὰ δώσητε εἰς τὰ ἔργον μας, δὲν εἶναι ἀκριβής, φρονῶ δὲ ὅτι ἤθελε πολὺ ἀνυψώσει ὑμᾶς ἡ ὁμολογία, ὅτι ὅ,τι ἐπράξατε εἶναι μὲν παράνομον ἀλλὰ τὸ ὑπέβαλεν ὁ πατριωτισμὸς ὑμῶν, οὕτω δὲ καὶ ἡ θέσις ἡμῶν ἀποκαθίστατο εὔκολος. Ἡ παράγραφος, τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖται νὰ ἐξαλειφθῇ, οὐδὲν ἕτερον πράττει ἢ νὰ ἀναφέρῃ ἓν ἁπλούστατον γεγονός, τὴν παρ’ ὑμῶν παραβίασιν τοῦ Νόμου καὶ τοῦ Συντάγματος, οὐδόλως δὲ ἡ παραδοχὴ αὐτῆς ἀποκαθιστᾷ τὴν θέσιν σας ἀσυμβίβαστον μὲ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων σας ὡς ἀντιπολιτευομένων, δυναμένων καὶ ὡς τοιούτων νὰ ὑπηρετήσητε ὅπως νομίζετε πρέπον τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος, ἀναλογιζόμενοι ποῦ ἡ παραβίασις αὕτη δύναται νὰ μᾶς φέρῃ.
§136ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐγειρόμενοι). Αὔριον, Αὔριον. Λύεται ἡ συνεδρίασις, ὥρᾳ 5½ μ. μ.