Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος Η · Σύνοδος Α› Συνεδρίαση 112

1880.04.15

3.145 στίχοι · 24.506 λέξεις · 2 πίνακες · 188 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1880.04.15
Προεδρεία
Σ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΥ
Περίοδος
Η
Σύνοδος
Α
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ, ΤΟΜΟΣ Β (1880)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 112

τῆς 15 Ἀπριλίου 1880.

(Τρίτη.)

Ὥρα 9 π. μ.

Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας καὶ ἐνεκρίθησαν.

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ Λογιστικοῦ ἐπιτροπὴ προτείνει, ἵνα χορηγηθῇ πίστωσις ἐκ δραχμῶν 1680, ὅπως διατηρηθῇ καθ’ ὅλον τὸ ἔτος ὁ ἐπὶ τοῦ λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς ὑπάλληλος. Θὰ τυπωθῇ ἡ ἔκθεσίς της. Ὁ Δήμαρχος Πειραιῶς ὑποβάλλει πληροφορίας περὶ τῆς Ζέας. Δύναται νὰ λάβῃ γνῶσιν τοῦ ἐγγράφου τούτου ἐν τῷ γραφείῳ ὁ βουλόμενος τῶν κυρίων βουλευτῶν.

§2ΦΙΛΗΜΩΝ. Εἶπόν τινες, ὅτι ἔχει συμφέρον ὁ Δήμαρχος.

§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναιρεῖ τὰ λεγόμενα.

§4ΦΙΛΗΜΩΝ. Καλὸν εἶναι, κ. πρόεδρε, νὰ τυπωθῇ καὶ νὰ διανεμηθῇ τὸ ἔγγραφον.

§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βαλτινὸς ἔχει τὸν λόγον.

§6ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Χθὲς ἐγένετο ἡ κηδεία τοῦ Ἄγγλου στρατηγοῦ, ὅστις, ζηλωτὴς τῶν μεγάλων ἔργων τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων, περιώδευε τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀτυχῶς ἀπεβίωσεν, ὡς εἶναι γνωστὸν, εἰς Θερμοπύλας· εἰς τὴν κηδείαν δὲ ταύτην ἀπενεμήθησαν στρατιωτικαὶ τιμαί. Περὶ τῆς πράξεως ταύτης, τῆς καθ’ ἑαυτὴν ἀξιεπαίνου, κατ’ ἐμὲ, ἀνέγνωσα σήμερον ἐπικρίσεις εἴς τινας τῶν πρωϊνῶν ἐφημερίδων. Αἱ ἐπικρίσεις ἴσως δὲν ἔπρεπε νὰ γείνωσιν, ἕνεκα τοῦ σκοποῦ, ὅστις ὑπηγόρευσε τὸ μέτρον. Ὁμολογουμένως παρεβιάσθησαν οἱ κανονισμοὶ, ὑπήκουσε δὲ ὁ στρατὸς, — καὶ εἶναι ἀξιέπαινος διὰ τοῦτο, ὡς καὶ ἡ διατάξασα τὸ μέτρον, χάριν ἀνωτέρων λόγων, κυβέρνησις, — διότι, κατὰ τὰ ἁπανταχοῦ ἀπὸ πολλοῦ ἰσχύοντα, οἱ ὑποδεέστεροι ὀφείλουσι νὰ ὑπακούωσιν εἰς πᾶσαν διαταγὴν, ἔστω καὶ μὴ νόμιμον. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα διὰ Β. Διατάγματος κανονισθῶσι ταῦτα τὰ περὶ τιμῶν, ὅπως ἐπὶ τοιούτων ἀτυχημάτων εἰς ξένους ἀξιωματικοὺς ἀποδίδωνται αὐτοῖς αἱ περὶ τῶν Ἑλλήνων ἀξιωματικῶν κεκανονισμέναι ἐπικήδειοι τιμαὶ, ἐπὶ ἀμοιβαιότητι.

§7ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.) Βασ. Διάταγμα τοῦ 1858 ὁρίζει, ὅτι εἰς τοὺς ξένους ἀξιωματικοὺς ἀπονέμονται οἷαι καὶ εἰς τοὺς ἡμετέρους ἐπικήδειοι τιμαὶ, καὶ τὸ Διάταγμα τοῦτο ἐξετέλεσα χθές.

§8ΠΟΛΛΟΙ. Πολὺ καλὰ, ἀρκετά.

§9ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Τὸ αὐτὸ Διάταγμα ἐπιτρέπει εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ν’ ἀφίνῃ νὰ διέρχωνται τὰ στρατεύματα ξένης δυνάμεως ἔνοπλα. Πάντα ἄρα ἐγένοντο νομίμως.

§10ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ἐγὼ δὲν τὸ κατακρίνω’ εἶπον, ὅτι πρέπει ταῦτα νὰ γίνωνται ἐπὶ ἀμοιβαιότητι.

§11ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἐπειδὴ, κύριοι, πρόκειται περὶ στρατιωτικῶν κηδειῶν, ὀφείλω νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν· ὅσοι παρευρέθητε εἰς τὰς στρατιωτικὰς κηδείας, παρετηρήσατε βεβαίως ἓν ἄτοπον συμβαῖνον· ὅταν φθάνῃ ἡ κηδεία εἰς τὸ ξενοδοχεῖον τῆς Ἀγγλίας καὶ πέραν τῆς οἰκίας Κορομηλᾶ, ἡ στρατιωτικὴ μουσικὴ παύει. Τὸ τοιοῦτον μοὶ ἔκαμεν ἐντύπωσιν, ὅταν τὸ εἶδον, εἶναι δὲ πρὸ πολλῶν ἐτῶν καθιερωμένον· ἠρώτησα, διατί γίνεται, καὶ μοὶ εἶπον, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1873 διετάχθη τὸ τοιοῦτον, διότι διέρχονται πλησίον τῶν ἀνακτόρων, καὶ δὲν πρέπει λυπηρὰ πράγματα νὰ διέρχωνται πλησίον τῶν ἀνακτόρων. Ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι αἱ τιμαὶ αἱ στρατιωτικαὶ καὶ αἱ κηδεῖαι δὲν εἶναι λυπηρὰ πράγματα, ἀλλὰ μία πανήγυρις καὶ μία τιμὴ ἀποδιδομένη εἰς τοὺς στρατιωτικούς, ὅταν δὲ ἀποδίδωνται τιμαὶ τοιαῦται, εἴτε εἰς ζῶντας εἴτε εἰς νεκροὺς, δὲν πρέπει νὰ διακόπτωνται διὰ τοιούτους λόγους. (Θόρυβος.)

§12ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.) Ὅταν κατὰ τὸ 1875 ἀνέλαβον κατὰ πρώτην φορὰν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, οὐδεμία τοιαύτη διαταγὴ ὑπῆρχεν, ἀλλὰ ἔγεινε μία μόνον διαταγὴ, ἐπειδὴ συνέπεσε τρὶς τῆς ἑβδομάδος νὰ παιανίζῃ ἡ μουσικὴ τοῦ πεζικοῦ εἰς τὴν πλατεῖαν, νὰ μὴ παιανίζῃ ἐκείνην τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν διέρχονται αἱ κηδεῖαι.

§13ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετὰ, κ. Πρόεδρε.

§14ΒΟΥΛΤΣΟΣ. Ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει εἶναι ἐγγεγραμμένον εἰς βʹ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀτελείας τῶν τραπεζικῶν γραμματίων τῶν ἐν Ἑπτανήσῳ Τραπεζῶν, τῆς τε Πιστωτικῆς καὶ τῆς Ἰονικῆς. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι λίαν κατεπεῖγον, ὡς σᾶς παρέστησε καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτε ὑπέβαλεν αὐτὸ, καὶ χθὲς ὁ κ. Σπ. Βαλαωρίτης. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ἵνα γείνῃ ἡ συζήτησις αὕτη, διότι οὐδεμία, πιστεύω, ὑπάρχει ἀντίῤῥησις. Πρέπει, κύριοι, νὰ ἐπιψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτό.

§15ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα. Γίνεται δι’ ἀναστάσεως δεκτόν.

§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν τὴν ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς διὰ τὸ 1880. Ἄρθρον 2. (Γίνεται δεκτόν, ἀποῤῥιφθείσης τῆς ἐπ’ αὐτοῦ τροπολογίας τοῦ κ. Βάλληνδα.) Ἄρθρον 3.

§17ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Πρωθυπουργός). Νὰ προστεθῇ εἰς τὸν Πίνακα, παρακαλῶ, «καὶ Σολυγείας,» διότι ἐκ παραδρομῆς παρελείφθη κατὰ τὴν τύπωσιν ὁ δῆμος οὗτος τῆς Κορινθίας.

§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.

§19ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἡ καλλιτέρα ποιότης εἶναι τοῦ Ἀγκιστρίου, ἐν δὲ τῷ Πόρῳ δὲν ὑπάρχει πολλὴ καλλιέργεια, καὶ ἑπομένως τὸ προϊὸν ἐξαρκεῖ μόνον καὶ μόνον διὰ τὴν ἐντόπιον κατανάλωσιν· ἑπομένως δὲν εἶναι δίκαιον νὰ πληρώνῃ 38 λεπτά. Παρακαλῶ, νὰ γείνῃ 30. (Θόρυβος.) Προτείνω, κύριοι, νὰ ἐλαττωθῇ ὁ φόρος τῆς ἐπαρχίας Τροιζηνίας ἀπὸ 38 λεπτὰ εἰς 30, διότι δὲν γίνεται πολλὴ καλλιέργεια ἐκεῖ, τὸ δὲ προϊὸν καταναλίσκεται ἐν τῷ τόπῳ. Ἀποῤῥίπτεται δι’ ἀναστάσεως ἡ τροπολογία αὕτη.

§20ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐπικαλοῦμαι, κύριε Πρόεδρε, τὴν μαρτυρίαν ὅλων τῶν κατοικούντων τὴν Λακωνίαν καὶ Πυλίαν καὶ Ἀρκαδίαν, ὅτι ἡ ῥητίνη τοῦ δήμου Σολυγείας καὶ τῶν ἄλλων μερῶν τῆς Κορίνθου πωλεῖται εἰς μεγαλειτέραν τιμὴν παρ’ ὅ,τι ἡ ἰδική μας. Διατί λοιπὸν τῆς ἐπαρχίας Λακεδαίμονος εἶναι μεγαλειτέρα ἡ τιμή; τῆς Κορινθίας εἶναι καλλιτέρας ποιότητος, καὶ ἀπόδειξις, ὅτι εἰς κάθε βαρέλαν οἴνου ῥίπτουν μόλις μίαν ὀκᾶν ῥητίνην τῆς Σολυγείας, ἐνῷ τῆς Λακεδαίμονος ῥίπτουν μίαν καὶ 300 δράμια. Προτείνω λοιπόν, νὰ ἐλαττωθῇ ὁ φόρος διὰ τὴν ἐπαρχίαν Λακεδαίμονος.

§21ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Πρωθυπουργός). Ἡ τιμὴ ἐν τῷ πίνακι ὡρίσθη ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μέσου ὅρου τῶν τιμῶν κατὰ μῆνα Ἰούλιον, Αὔγουστον, Σεπτέμβριον καὶ Ὀκτώβριον ἑκάστου ἔτους, ἀπὸ τοῦ 1871–1879· ὁ δὲ μέσος οὗτος ὅρος διὰ τὴν Λακεδαίμονα εἶναι 42 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν. Ἐπιψηφίζονται τ’ ἄρθρα 3–4, εἶτα δὲ ὡς 5 ἡ τροπολογία τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ (κατατεθεῖσα ἐν τῇ βʹ συζητήσει), ὁρισθείσης τῆς προθεσμίας «μέχρι τέλους Ἀπριλίου», ἀντὶ «μέχρι τῆς 20 Ἀπριλίου.» Ἐπιψηφίζεται δὲ καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου. Τρίτη ἀνάγνωσις τοῦ νομοσχεδίου περὶ εἰσαγωγικῶν τελῶν.

§22Θ. ΖΕΡΒΟΣ. Τὴν ἰδίαν στάσιν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως βλέπω νὰ ἐξακολουθῇ καὶ ἡ παροῦσα. Τὰ αἴτια τῶν δεινῶν μας εἶναι πολλὰ καὶ μεγάλα· καμμία ἐκ τῶν Κυβερνήσεων δὲν ἀνέλαβε τὴν εὐθύνην, ἵνα θεραπεύσῃ τὰς ἀνάγκας τῆς πολιτείας μας· ὅλαι δὲ προσθέτουν φόρους καὶ ἐξογκώνουσι τὸ δασμολόγιον εἰς τρόπον ἀνυπόφορον. Ἀφοῦ ἡ ἐνεστῶσα Βουλὴ κατήργησε τὴν ἔγγειον φορολογίαν καὶ ἀπήλλαξε τοὺς κατοίκους τοῦ πρώην Βασιλείου ἀπὸ τὴν ἔγγειον φορολογίαν καὶ τοὺς εἰσπράκτορας, δὲν εἶναι δίκαιον νὰ ἐλαττωθῇ κατ’ ὀλίγον καὶ εἰς τὴν Ἑπτάνησον ἡ φορολογία; Ἐπέπρωτο νὰ ἔλθω ἐδῶ ἐγώ, νὰ πληρώνω τὸ ¼ τοῦ εἰσοδήματός μου, καὶ ἡ Βουλὴ νὰ μὴ θέλῃ νὰ ἐνδώσῃ ποτὲ εἰς κἀμμίαν ἐλάττωσιν διὰ τοὺς φόρους τῆς Ἑπτανήσου. Ἀφοῦ ἀπηλλάχθησαν ἀπὸ τὴν ἔγγειον φορολογίαν οἱ κάτοικοι τῶν παλαιῶν ἐπαρχιῶν, διατί νὰ μὴ ἀπαλλαχθῶμεν καὶ ἡμεῖς ἀπὸ τὰ προτεινόμενα διὰ τοῦ δασμολογίου; διὰ τοῦτο λοιπὸν εἶναι ἀνάγκη τὸ δασμολόγιον τὸ προτεινόμενον νὰ μὴ ἐφαρμοσθῇ ἐν Ἑπτανήσῳ. Πρὸς ἀποφυγὴν περαιτέρω διενέξεων καὶ ἵνα φέρωμεν ἓν ἰσοζύγιον εἰς τὸν προϋπολογισμόν, διατί δὲν θέλετε νὰ καταργήσωμεν τὰς περιττὰς θέσεις...

§23ΤΙΝΕΣ. Κύριε πρόεδρε, αὐτὰ εἶναι ἐκτὸς τοῦ προκειμένου· ὁμιλεῖ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ.

§24ΖΕΡΒΟΣ. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Θέλομεν ν’ ἀναπληρώσωμεν ὅ,τι ἐστερήθημεν ἀπὸ τὴν ἔγγειον φορολογίαν, νὰ ἐξισώσωμεν τὸν προϋπολογισμόν, καὶ πρέπει νὰ προστρέξωμεν εἰς κατάργησιν περιττῶν θέσεων καὶ ἐξόδων. Ὅλοι εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ πληρώνωμεν φόρους ἀναλόγως τῆς περιουσίας μας καὶ ἀναλόγως τῶν εἰσπράξεών μας· ἐν τίνι δικαιώματι οἱ συνταξιοῦχοι νὰ μὴ ὑπόκηνται εἰς φόρον; ἐν τίνι δικαιώματι οἱ ἀνώτεροι ὑπάλληλοι, ὅπου ἔχουν μισθοὺς μεγάλους, νὰ μὴ ὑπόκηνται εἰς φόρον ἐπὶ τῆς μισθοδοσίας των; Εἶναι ὑπάλληλοι, οἵτινες δὲν ἔχουν οὔτε ἀμπέλι, οὔτε χωράφι, οὔτε ἐληὰ, οὔτε τίποτε, καὶ μ’ ὅλον τοῦτο ἀπολαμβάνουν 90 καὶ 100 τάλληρα τὸν μῆνα, καὶ αὐτὴ ἡ πρόσοδος εἶναι ἀφορολόγητος. Δὲν εἶναι δίκαιον νὰ φορολογηθοῦν καὶ οὗτοι 10%, ἵνα ἐξισώσωμεν τὰ ἔξοδά μας πρὸς τὰ ἔσοδά μας; Ἐν τίνι δικαιώματι ἐρχόμεθα κατ’ ἔτος ἐδῶ καὶ αὐξάνομεν τὰ ἔξοδά μας καὶ βαρύνομεν τοὺς κατοίκους τῶν ἐπαρχιῶν μας μὲ ἐπιπροσθέτους φόρους, μὲ ἐπιπροσθέτους δασμοὺς, τοὺς ὁποίους ἐπιβάλλομεν εἰς τὸ ἐμπόριον, εἰς τὴν γεωργίαν, εἰς τὴν βιομηχανίαν, εἰς ὅλας τὰς τάξεις τῆς κοινωνίας; Ἐν τίνι δικαιώματι διατηροῦνται οἱ ἑπτὰ καθηγηταὶ τῆς παθολογίας ἐν Ἀθήναις, οἵτινες παραδίδουν τρία μαθήματα τὸν χρόνον; Ὑπάρχουν καθηγηταὶ παραδίδοντες τὴν θεολογίαν· αὐτοὶ ἀναγινώσκουν ἓν γράμμα, ὅπερ φέρουν ἀπὸ τὴν Εὐρώπην, καὶ ὅπερ παρουσιάζουν εἰς τοὺς μαθητάς, καὶ διαβάζουν μὲ ἓν βιβλίον ὅσα ἔφεραν ἀπὸ τὴν Εὐρώπην, χωρὶς νὰ κάμουν καμμίαν ἀνάλυσιν, παρὰ εὑρίσκουν τὰς λέξεις καὶ τὰ ζητήματα ἀπ’ ἐκεῖ. Διατί νὰ ἔχωμεν ἑπτὰ ἐπιθεωρητάς, οἱ ὁποῖοι νὰ μὴ κάμουν καμμίαν ἐργασίαν, οἱ ὁποῖοι νὰ ἦναι ὅλως διόλου ἄσκοποι εἰς τὴν ἐργασίαν των καὶ νὰ πληρώνονται 400 δραχμὰς τὸν μῆνα, καὶ νὰ περιτριγυρίζουν τὸ Κράτος τὸ Ἑλληνικὸν ὅλον μὲ τὰ χειρόκτιά τους, μὲ τὴς βελάδες τους, μὲ τὰ καπέλα τους, χωρὶς νὰ προσφέρουν οὔτε ἕνα ὀβολὸν εἰς τὸ ἔθνος; Ἐν τίνι δικαιώματι νὰ ἔχωμεν 15 ἀντεισαγγελεῖς; τί χρεία εἶναι διὰ τοὺς ἀντεισαγγελεῖς εἰς τὸ Κράτος; Διὰ τοῦτο λοιπὸν νὰ τοὺς καταργήσητε, καθὼς καὶ τοὺς ἐπιθεωρητὰς ὡς καὶ τοὺς πλεονάζοντας καθηγητάς. Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ φέρωμεν ἓν ἰσοζύγιον εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, παρὰ νὰ τρέχωμεν εἰς τὸ δασμολόγιον, ὅπου τὸ ἐκάμαμεν τόσον τὸ δασμολόγιον; (διὰ τῆς χειρὸς παριστᾷ τὴν ἐξόγκωσιν.) Διατί ἐπεβαρύνθησαν ὅλα τὰ εἴδη τῆς ἀπολύτου ἀνάγκης; αὐτὴ ἡ κατάστασις τῆς Βουλῆς καὶ τῶν Κυβερνήσεων μοῦ κεντᾷ αὐτὸ τὸ αἴσθημα νὰ μὴ δώσωμεν ποτὲ προϋπολογισμὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ συντάξωμεν ἡμεῖς τὰ ἔξοδα καὶ τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους, ὅπου γνωρίζομεν τὰς ἀνάγκας τῶν ἐπαρχιῶν μας. Τί δικαίωμα ἔχουν αἱ Κυβερνήσεις νὰ ἔρχωνται ἐδῶ, καὶ νὰ ἐπιβάλλουν ὅρους καὶ δεσμοὺς κάθε χρόνον; ἐγὼ δὲν καταλαμβάνω τίποτε ἀπ’ αὐτά.

§25ΤΙΝΕΣ. Ἀρκετά, πολὺ καλά.

§26ΖΕΡΒΟΣ. Τὸ δασμολόγιον εἶναι πολὺ ἐξογκωμένον· τὰς δραχμὰς τὰς καθιστοῦν φράγκα· ἡμεῖς δὲν ἔχομεν ἐν ἰσχύϊ φράγκα, ἀλλὰ δραχμάς. Μὰ δὲν εἶναι ἐντροπὴ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ αὔξησιν φόρου ἐπὶ τοῦ σίτου, τῆς κριθῆς, ἐπὶ τῆς τροφῆς τοῦ λαοῦ; Μὰ δὲν εἶναι ἐντροπή μας, ἀδελφοὶ, νὰ αὐξάνωμεν κατ’ ἔτος τοὺς φόρους; Διὰ τοῦτο τὸ προτεινόμενον δασμολόγιον δὲν δύναμαι νὰ τὸ παραδεχθῶ. Διαμαρτύρομαι ἐναντίον αὐτοῦ, καθὼς καὶ διὰ τὰ βάσανα, τὰς τυραννίας, ὅπου αἱ Κυβερνήσεις κάμνουν εἰς τὴν μικρὰν ἀτμοπλοΐαν τῶν νήσων, ἰδίως τῆς Κερκύρας. Μᾶς ἐσταύρωσαν καὶ λιμενάρχαι, καὶ γραμματεῖς, καὶ τελῶναι, καὶ τελωνοσταθμάρχαι. Μὲ τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσατε χθὲς, ὅπου ἔλεγα τοῦ κ. Πολυλᾶ νὰ κάμῃ παρατήρησιν, θὰ μᾶς σταυρώσουν. Τρεῖς ὥρας θὰ στέκῃ ὁ πλοίαρχος, διὰ νὰ πάρῃ τὰ χαρτιά του.

§27ΠΟΛΥΛΑΣ. Μόνον εἰς τὴν Κέρκυραν συμβαίνει αὐτό;

§28ΖΕΡΒΟΣ. Παντοῦ, ἀλλ’ ἐγὼ γνωρίζω τὴν ἐπαρχίαν μου καὶ ὁμιλῶ διὰ τὰ σταυρώματα, τὰ ὁποῖα ἔχομεν ἡμεῖς. Ὡς ἐκ τούτου βλέπω μίαν ἀδυναμίαν εἰς τὸ δασμολόγιον μεγάλην. Εἰς τὴν ἀτμοπλοΐαν εἶναι καταστροφή· θὰ μᾶς πάρουν μὲ τὰ νεραντσοκόμματα. (Ἱλαρότης.)

§29ΠΟΛΥΛΑΣ. Τὰ λέγεις, ἵν’ ἀκουσθοῦν εἰς τὴν ἐπαρχίαν, ἵνα δημοκοπήσῃς, καὶ ἂν διατηρήσουν τὴν θέσιν τοῦ υἱοῦ σου, τότε θὰ σιωπήσῃς. (Θόρυβος.)

§30ΖΕΡΒΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἓν ψεῦμα ἡγουμενικόν· δὲν παρεκάλεσα κανένα. Εἶσθε κακεντρεχεῖς, λέγοντες αὐτὰ τὰ πράγματα.

§31ΠΟΛΥΛΑΣ. Νὰ μὴ ἀποτείνεσαι πλέον πρὸς ἐμέ.

§32ΖΕΡΒΟΣ. Καλά· ἂν σὲ ἐρωτήσω, μή μου ἀπαντήσῃς.

§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὰ, κύριοι, παύσατε πλέον αὐτοὺς τοὺς διαλόγους.

§34ΖΕΡΒΟΣ. Λοιπὸν εὔχομαι τὸ προτεινόμενον δασμολόγιον νὰ μὴ ἐφαρμοσθῇ εἰς τὴν Ἑπτάνησον, νὰ ἀφαιρεθῇ δὲ ἰδίως ἀπὸ τὸ στάρι, ἀπὸ τὸ...... καὶ τὰ ἄλλα.

§35ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσον μελετῶ ὃ συζητοῦμεν ἀντικείμενον, τοσοῦτον πείθομαι, ὅτι τὸ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθὲν μέτρον, πρὸς αὔξησιν τῶν τελωνιακῶν τελῶν ἐν συνόλῳ, εἶναι ἄδικον, καὶ διὰ τοῦτο καὶ διότι διὰ τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου προσβάλλονται οὐσιωδῶς καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, τοῦ ὁποίου αἱ εἰσπράξεις ἐλαττοῦνται κατὰ πολλὰς χιλιάδας δραχμῶν, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ προσθέσω ὀλίγα τινὰ εἰς ὅσα χθὲς εἶπον ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, καὶ νὰ ἐκφράσω καὶ πάλιν τὴν ἀπορίαν μου διατί ὁ κ. πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ὑπουργὸς νὰ μὴ θελήσῃ νὰ συζητήσῃ τὸ ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ὑποβληθὲν δασμολόγιον, εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ ὁποίου συνέπραξαν καὶ εἰργάσθησαν πρόσωπα, ὡς εἶπον καὶ χθὲς, εἰδικώτατα. Ἡ ἐπιτροπή, τὴν ὁποίαν εἶχε σχηματίσει ὁ τότε προκάτοχός μου ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν κ. Δηλιγιάννης, συνέκειτο ἀπὸ πρόσωπα δεδοκιμασμένης εἰδικότητος καὶ λίαν κατάλληλα διὰ τὸ ἔργον τοῦτο, δηλαδὴ ἀπὸ τὸν κ. Ἰωάννην Σοῦτσον, καθηγητὴν τῆς πολιτικῆς οἰκονομίας, τὸν κ. Τρύφωνα Μητσόπουλον, δήμαρχον καὶ μεγαλέμπορον Πειραιῶς, τοὺς κυρίους Ι. Κ. Τσάτσον καὶ Δ. Ζαχαρίαν, ἐπίσης μεγαλεμπόρους, ἀπὸ τὸν κ. Ζωγράφον, ὑφηγητὴν τῆς πολιτικῆς οἰκονομίας καὶ ἀπὸ διακεκριμένους ἀνωτέρους τελωνιακοὺς ὑπαλλήλους, οἷος εἶναι ὁ τμηματάρχης τοῦ τελωνιακοῦ ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν οἰκονομικῶν τμήματος κ. Κάββας, ὁ τελώνης Πειραιῶς, διακρινόμενος ἐν τῇ τελωνιακῇ ὑπηρεσίᾳ διὰ τὰς γιώσεις του, τὴν πεῖράν του, τὴν εἰδικότητά του καὶ τὴν τιμιότητά του, ὁ κ. Δαμιανὸς καὶ ὁ τελώνης Κεφαλληνίας, ἐπίσης διακεκριμένος εἰς τὴν τελωνιακὴν ὑπηρεσίαν, κ. Διαμαντόπουλος. Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη, ὑπὸ τὴν προεδρείαν τοῦ τότε ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ὑπουργοῦ κ. Δηλιγιάννη, κατήρτισε τὸ νέον δασμολόγιον, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν ἐπεξεργασθὲν καὶ παρ’ ἐμοῦ μετὰ ταῦτα, ἐπενεγκόντος εἰς αὐτὸ τροποποιήσεις τινὰς, τὰς ὁποίας ἔκρινα ἀναγκαίας καὶ συμφερούσας διά τε τὸ δημόσιον καὶ τὸ ἐμπόριον. Ἔργον λοιπὸν, τοιουτοτρόπως καταρτισθὲν μετὰ πολύμηνον, ὡς εἶπον καὶ χθὲς, ἐργασίαν, ἠδύνατο εὐλόγως νὰ θεωρηθῇ ὡς ἔργον τέλειον ἢ τοὐλάχιστον ὡς ἔργον, τὸ ὁποῖον δὲν ἀπεμακρύνετο τῆς ἰσότητος, τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς ἀληθείας. Ἀλλ’ ἀντὶ τοῦ ἔργου τούτου ὁ νῦν ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ὑπουργὸς ἐνόμισε πρέπον ν’ αὐξήσῃ ὅλα ἐν γένει τὰ τελωνιακὰ τέλη, καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔπρεπε ν’ αὐξηθῶσι, καὶ ἐκεῖνα ἀκόμη, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ἐλαττωθῶσι, καὶ τοιουτοτρόπως νὰ ἀδικήσῃ προφανῶς τὸ ἐμπόριον καὶ τὴν κοινωνίαν, νὰ ζημιώσῃ δὲ καὶ τὸ δημόσιον ταμεῖον. Τοῦ νέου δασμολογίου ἡ ἐργασία ἦτο ὅσον τὸ δυνατὸν ἀκριβὴς καὶ δικαία, καὶ ἐὰν ἐσυζητεῖτο, ἠθέλετε παρατηρήσει, ὅτι ὄχι μόνον δὲν ἐπροτάθη ἡ αὔξησις τῶν τελωνιακῶν δασμῶν ἐπὶ ὅλων ἐν γένει τῶν εἰδῶν τοῦ ἐμπορίου, ἀλλ’ ἐξ ἐναντίας μάλιστα ἐπὶ 25 εἰδῶν ἐπροτάθη ἐλάττωσις σπουδαία, ἐν οἷς συγκατελέγετο καὶ ἡ ναυπηγήσιμος ξυλεία, ὡς τῆς πρώτης ἀνάγκης ἀντικείμενον, χάριν τῆς ναυτιλίας. Θὰ παρετηρεῖτε προσέτι, ὅτι 250 εἰδῶν ὁ τελωνιακὸς δασμὸς δὲν ηὐξάνετο, ἀλλ’ ἔμενεν ὁ αὐτὸς, οἷος καὶ μέχρι τοῦδε ὑπῆρχε, διότι δὲν ἐθεωρήθη δίκαιον νὰ γείνῃ αὔξησίς τις τοῦ τελωνιακοῦ τέλους ἐπὶ τῶν εἰδῶν τούτων, καθόσον τὰ νῦν εἰσπραττόμενα τέλη ἐθεωρήθησαν ἐπαρκῆ καὶ μὴ δεκτικὰ ἑπομένως αὐξήσεως. Θὰ παρετηρεῖτε πρὸς τούτοις, ὅτι ἐπεβλήθη εἰσαγωγικὸν τέλος ἐπὶ 45 εἰδῶν, τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε δὲν περιελαμβάνοντο ἐν τῷ ἰσχύοντι δασμολογίῳ. Τοιαύτη ἦτον ἡ ἐργασία, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς μετὰ παρατεταμένην ἐργασίαν, μετὰ ὥριμον σκέψιν καὶ μελέτην ὑπεβάλομεν εἰς τὴν ἐξέτασιν καὶ συζήτησιν τῆς Βουλῆς, καὶ τὴν ἐργασίαν αὐτὴν ὁ κ. πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου ἐθεώρησεν ὡς ἀναξίαν λόγου, ὡς μὴ δυναμένην οὔτε κἂν νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, καὶ δι’ ἑνὸς μοναδικοῦ ἄρθρου αὐξάνει τὰ τελωνιακὰ τέλη ἐπὶ ὅλων ἐν γένει τῶν εἰδῶν.

§36ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ποίαν αὔξησιν ὑπελογίζετε εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους;

§37ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν μεταβολὴν, τὴν παρ’ ἡμῶν γενομένην εἰς τὸ δασμολόγιον, ἐπρόκειτο νὰ αὐξήσωσι τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη κατὰ δραχμὰς 1,791,090. Κατὰ δὲ τὴν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ γενομένην, ἡ προσθήκη αὕτη συνίσταται ἐξ 1,610,300, τουτέστι κατὰ 180 χιλ. δραχμῶν ὀλιγώτερον τῆς προσθήκης τῆς παρ’ ἡμῶν διὰ τοῦ νέου δασμολογίου προταθείσης· τὸ μέγα δὲ τοῦτο ποσὸν τοῦ 1,610,000 δραχ. πρόκειται νὰ εἰσπραχθῇ ἀνεξετάστως ἀπὸ ὅλα τὰ εἴδη τῶν ἐμπορευμάτων. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς εἶχε καιρὸν νὰ μελετήσῃ τὸ παρ’ ἡμῶν ὑποβληθὲν σχέδιον τοῦ δασμολογίου, καὶ νὰ ἐπενέγκῃ εἰς αὐτὸ οἱασδήποτε ἤθελε νομίσει ἀναγκαίας μεταβολάς, ἀλλὰ δὲν ἔπρεπε νὰ παρίδῃ ἐντελῶς τὴν βάσιν καὶ τὴν συζήτησιν αὐτοῦ, καὶ νὰ περιορισθῇ εἰς τὴν αὔξησιν τῶν τελωνιακῶν τελῶν διὰ μέτρου ὅλως αὐθαιρέτου καὶ σπανίως λαμβανομένου, καὶ λέγων σπανίως, προσθέτω, ὅτι τοιοῦτον μέτρον λαμβάνεται οὕτω πως, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ καιρὸς διὰ νὰ σκεφθῇ ἡ Κυβέρνησις ὡριμώτερον ἐπὶ τοιούτου ἀντικειμένου. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἡ ἐργασία ὑπῆρχεν ἑτοίμη, καὶ ἦτον εὔκολον εἰς τὸν κ. πρωθυπουργὸν ἐντὸς ὀλίγου καιροῦ νὰ ἐπιφέρῃ μεταβολάς τινας, συμφώνως μὲ τὰς πεποιθήσεις του καὶ τὰς ἰδέας του. Ἰδοὺ, κύριοι, διατί καὶ χθὲς καὶ σήμερον παραπονοῦμαι καὶ ἐνίσταμαι κατὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν μέτρου, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν Βουλὴν ἀπέναντι μέτρου ὅσον τὸ δυνατὸν τελειοτέρου, δικαιοτέρου καὶ ὀρθοτέρου, τὸ ὁποῖον ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις εἶχεν ὑποβάλει. Βεβαίως δὲν εἶναι εὐχερές, οὔτε ὁ προσήκων χρόνος ὑπάρχει διὰ ν’ ἀναφέρω ἓν πρὸς ἓν τὰ ἐμπορεύματα ἐκεῖνα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐκρίθη ἀναγκαία ἡ αὔξησις τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους, τὰ ἐμπορεύματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐκρίθη ἀναγκαία ἡ ἐλάττωσις τοῦ τοιούτου τέλους, καὶ τὰ 250 εἴδη ἐμπορευμάτων, ἐφ’ ὧν οὐδεμία μεταβολὴ ἐκρίθη ἀναγκαία, ὡς καὶ τὰ 45 εἴδη ἐμπορευμάτων, ἐφ’ ὧν πρώτην ἤδη φορὰν διὰ τοῦ παρ’ ἡμῶν ὑποβληθέντος δασμολογίου ἐπιβάλλεται εἰσαγωγικὸν τέλος. Ἐὰν οἱ κύριοι βουλευταὶ εἶχον τὴν ὑπομονὴν νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν τὸ δασμολόγιον τοῦτο μετὰ τοῦ πίνακος, ὁ ὁποῖος συνοδεύει αὐτὸ, καὶ ἐν τῷ ὁποίῳ ἐκτίθεται ἀκριβῶς καὶ λεπτομερῶς ἡ ἐργασία, καὶ ν’ ἀντιπαραβάλωσι τοῦτο μὲ τὸ ἐν ἰσχύϊ δασμολόγιον, ἤθελον πεισθῆ, εἶμαι βέβαιος, ὅτι πᾶν ὅ,τι λέγω στηρίζεται εἰς τὴν ἀλήθειαν καὶ εἰς τὴν ὀρθότητα. Διὰ τοῦτο καὶ χθὲς εἶπον καὶ σήμερον ἐπαναλαμβάνω νὰ παρακαλέσω καὶ τὸν κ. πρωθυπουργὸν καὶ τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ἐπιψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, ὡς ἄδικον καὶ ἄνισον, καὶ ὡς παραβλάπτον τὰ συμφέροντα τῆς ἐμπορίας καὶ τῆς κοινωνίας, καὶ ν’ ἀφήσωμεν τὰ πράγματα ὡς ἔχουσι μέχρι τῆς νέας συνόδου τῆς Βουλῆς, ὅτε ἡ Κυβέρνησις θὰ ἔχῃ τὸν καιρὸν νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον πλῆρες καὶ τέλειον, κανονίζον δικαιότερον τὰ τοῦ δασμολογίου· εἶμαι δὲ βέβαιος, ὅτι ὡς τοιοῦτον ὁ κ. πρωθυπουργὸς θὰ ὑποβάλῃ τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ὑπεβάλομεν, μὲ μικράς τινας μεταβολὰς ἴσως. Κατὰ τὸν ὑπολογισμὸν τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ, πρόκειται, ὡς σᾶς εἶπον, νὰ εἰσπράξωμεν ἐτησίως ὡς ἐκ τῆς διὰ τοῦ νομοσχεδίου προτεινομένης αὐξήσεως δραχ. 1,610,000· ἀλλ’ ἐπειδὴ παρῆλθεν ἤδη ἡ πρώτη τετραμηνία, τὸ ποσὸν τοῦτο θὰ ἐλαττωθῇ εἰς 1,100,000 περίπου, δηλαδὴ εἰς τὰ δύο τρίτα· ἐπειδὴ δὲ, ὡς ἐλπίζω, ἡ Βουλὴ θὰ ἦναι παροῦσα τὸν Ὀκτώβριον καὶ ἑπομένως θὰ ἐπιληφθῇ τῆς συζητήσεως τοῦ ἀντικειμένου τούτου, καὶ τὸ δημόσιον θὰ εἰσπράξῃ τὰ ἐπιβληθησόμενα τότε νέα εἰσαγωγικὰ τέλη τῆς τελευταίας τριμηνίας, ἡ ζημία, τὴν ὁποίαν θὰ ὑποστῇ τὸ δημόσιον, ἐὰν δὲν ἐπιψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, δὲν θέλει εἶσθαι ἀνωτέρα τῶν 800 χιλ. δραχμῶν. Ἀλλὰ μετὰ τὰς παρατηρήσεις ταύτας ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ τροποποιοῦντος τὸ δασμολόγιον, καὶ μετὰ τὴν ἐπανάληψιν τῆς χθεσινῆς προτάσεώς μου τοῦ νὰ ἐξαιρεθῶσι τοὐλάχιστον τῆς διατάξεως ταύτης τὸ πετρέλαιον, ἡ ζάκχαρις, ὁ καφὲς, τὰ σιτηρὰ καὶ ἄλευρα ἐν γένει κατὰ τὴν ὑποβληθεῖσαν χθὲς τροπολογίαν μου, ὡς καὶ ἡ ναυπηγήσιμος ξυλεία, νομίζω ἀναγκαῖον νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν, ὅτι διὰ τοῦ νέου αὐτοῦ μέτρου ζημιοῦται σημαντικῶς καὶ τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, ἐνῷ ὑπὲρ αὐτοῦ πρὸ 15 σχεδὸν ἐτῶν ἀγωνίζεται καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ, ὅπως αὐξηθῶσιν οἱ πόροι αὐτοῦ, διὰ νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς μᾶλλον κατεπειγούσας ἀνάγκας τῆς συγκοινωνίας, ἥτις εἶναι γνωστὸν πρὸς πάντας ἡμᾶς εἰς ποίαν ἀθλίαν καὶ ἐλεεινὴν κατάστασιν διατελεῖ. Διὰ τοῦ νόμου τῆς 20 Ἀπριλίου τοῦ 1867, διὰ τοῦ ὁποίου πρώτην φορὰν συνεστήθη τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας ἐπὶ τοῦ ὑπουργείου τοῦ ἀξιοτίμου κ. Κουμουνδούρου, μέλη τοῦ ὁποίου ἦσαν καὶ οἱ ἀξιότιμοι κύριοι Τρικούπης καὶ Κεχαγιᾶς, ἐκανονίσθησαν μεταξὺ τῶν ἄλλων πόρων τοῦ ταμείου τούτου καὶ 5% ἐκ τῶν τελωνιακῶν δασμῶν, ἐξαιρέσει τῶν ἐτησίως διατιθεμένων εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου τῶν 25,000,000 φρ. Περὶ τῶν ἄλλων πόρων εἶναι περιττὸν νὰ ὁμιλήσω, διότι δὲν πρόκειται περὶ αὐτῶν. Δι’ ἑτέρου νόμου τῆς 23 Νοεμβρίου 1878, καὶ τούτου ψηφισθέντος ἐπὶ τῆς πρωθυπουργίας τοῦ ἀξιοτίμου κ. Κουμουνδούρου, διατελοῦντος ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν τοῦ κ. Δηλιγιάννη, εἰς τοὺς πόρους τούτους προσετέθησαν πρὸς τοῖς ἄλλοις καὶ ⅒ ἐπὶ τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν. Αὐτοὶ ἦσαν οἱ πόροι, οἱ ἐκ τῶν τελωνιακῶν εἰσπράξεων τελούμενοι πρὸς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας. Εἶναι ἀνάγκη νὰ μάθῃ ἡ Βουλὴ τί ἀπελάμβανε τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας μέχρι τοῦδε ἐκ τῶν πόρων τούτων, καὶ τί μέλλει νὰ λαμβάνῃ ἐφεξῆς, ἐὰν τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐπιψηφισθῇ, ὅπως κατ’ ἀτυχίαν φαίνεται, ὅτι θὰ ἐπιψηφισθῇ. Τὸ ἐδάφιον ἀ. τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου τοῦ 1867, διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, ἀκυροῦται· ἑπομένως αὐτὸ τὸ ποσοστὸν, τὸ ὁποῖον ἀπεδίδετο εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας ἐκ 5% ἐπὶ τῶν τελωνιακῶν δασμῶν, καταργεῖται. Τὸ ἐδάφιον 4 τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ ἀπὸ 23 Νοεμβρίου 1878 νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπεδίδετο εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας ⅒ ἐπὶ τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν, ἐπίσης καταργεῖται· ἀντὶ δὲ τῶν δύω τούτων πόρων, τὸ νομοσχέδιον κανονίζει ὡς ποσοστὸν, ἀποδοτέον εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, 11% ἐκ τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν, περιπλέον δὲ, καὶ δὲν ἐννοῶ διατί ἐγένετο αὐτὴ ἡ διάκρισις, εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους πρέπει νὰ ἀποδίδωνται εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας καὶ 45,000 δραχ. ἐκ τῶν τελωνιακῶν εἰσπράξεων. Μέχρι τοῦδε λοιπὸν τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας ἀπελάμβανε 5% κατὰ τὸν παλαιὸν νόμον (τοῦ 1867), 10% κατὰ τὸν νέον νόμον (τοῦ 1878), ἑπομένως 15%.

§38ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὕτω τὸ λογαριάζετε;

§39ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ μὲ ἀναγκάζει νὰ ἐξηγηθῶ καλλίτερον, διότι δὲν πιστεύω νὰ εὑρίσκωμαι εἰς τοιαύτην πλάνην, ὁποίαν ἐννοεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργός. 10% λαμβάνοντες ἐπὶ τῶν τελωνιακῶν τελῶν κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1878, εἰσπράττομεν ὑπὲρ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας 1,220,000 δραχ., προσθέτοντες δὲ εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο καὶ 1%, διότι, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ἀντὶ 10% θὰ λαμβάνῃ τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας 11%, θὰ ἔχωμεν ἐν ὅλῳ 1,340,000 ὑπὲρ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας.

§40ΔΟΥΜΑΣ. Εἶναι 1,420,000 περίπου, διότι εἶναι εἰς φράγκα.

§41ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. 12,200,000 ὑπολογίζομεν τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη, καὶ μὲ τὴν αὔξησιν τοῦ 1,600,000, κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, γίνονται 13,800,000· πρὸς 11% ἔχομεν 1½ ἑκατομμύριον περίπου δραχμῶν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νομοσχεδίου τῆς Κυβερνήσεως. Τί ἐλάμβανε τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας ἕως τώρα; Ἐλάμβανεν 1,220,000 δυνάμει τοῦ τελευταίου νόμου τοῦ 1878· ἐλάμβανε καὶ δραχ. 695,000 δυνάμει τοῦ νόμου τοῦ 1867· ἐν συνόλῳ λοιπὸν ἐλάμβανεν 1,915,000 δραχ. Οἱ ἀριθμοὶ δὲν μεταβάλλονται, ἀφ’ οὗ δὲ θὰ λαμβάνῃ ἤδη, κατὰ τὸ νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως, 1,500,000, δὲν ὑπάρχει ἐπὶ ἔλαττον διαφορὰ 400 χιλ. δραχμῶν; Ἰδοὺ ὁ πίναξ τῶν ἐσόδων τῆς ὁδοποιΐας· μὲ τὸ 5% λαμβάνει τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας 695.000 δραχμῶν, μὲ τὸ 10% 1,220,000, τὸ ὅλον 1,915,000. Αὐτοὶ εἶναι οἱ πόροι οἱ ἐκ τῶν τελωνιακῶν εἰσπράξεων εἰσερχόμενοι εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, ἀλλά, διὰ νὰ ἦμαι ἀκριβής, ὀφείλω νὰ κάμω τὴν παρατήρησιν, ὅτι ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου πρέπει νὰ ἀφαιρεθῇ τὸ ποσὸν δραχ. 2,632,566, τὸ ὁποῖον διατίθεται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου τῶν 28,000,000 τοῦ 1867, καὶ τὸ ὁποῖον ἀπαλλάσσεται τῆς φορολογίας τῶν 5%· τὸ ποσὸν δὲ τοῦτο φέρει δραχ. 130,000 περίπου. Ὅταν λοιπὸν ἐκ τοῦ 1,915,000 ἀφαιρέσητε δραχ. 130,000, μένει ὑπὲρ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας 1,785,000 ἄνευ τῶν διὰ τοῦ νομοσχεδίου προτεινομένων αὐξήσεων, ἀλλ’ ἀντὶ τοῦ ποσοῦ τούτου, θὰ λάβῃ 1.500,000, ἑπομένως προκύπτει ζημία ἐκ δραχμῶν 285,000. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὕτη. Τὸ ἐδάφιον α. τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ ἔτους 1867 ὑποβάλλει εἰς αὐτὴν τὴν φορολογίαν ὑπὲρ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας ὅλους ἐν γένει τοὺς τελωνιακοὺς δασμούς· ἑπομένως δυνάμει τῆς διατάξεως ταύτης τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας λαμβάνει ποσοστὸν 5% καὶ ἐπὶ τῶν ἐξαγωγικῶν τελῶν· ταῦτα δὲ συνίστανται κατὰ μὲν τὸ ἓν ἔτος, ὡς ἔτος ἀφορίας τῆς ἐν Ἑπτανήσῳ ἐλαιοπροσόδου, εἰς 1,700,000, τὸ ἕτερον δὲ ἔτος, ὡς ἔτος εὐφορίας, εἰς 3,500,000, μέσος ὅρος 2,600,000· ἐξ αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ λαμβάνει τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας τὸ 5% κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1867· ἑπομένως λαμβάνει καὶ ἐντεῦθεν δραχ. 130,000, τὰς ὁποίας ὅταν προσθέσητε εἰς τὸ ποσὸν τῶν 285,000, ἔχομεν ζημίαν τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας δραχ. 415,000 καὶ ἄνευ τῆς αὐξήσεως. Εἰς αὐτοὺς τοὺς ἀριθμοὺς μᾶς ἄγει τὸ νομοθέτημα τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ, καὶ αὐτὰς τὰς ζημίας θὰ ὑποστῇ ἡ ὁδοποιΐα, πλὴν τῶν ζημιῶν τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς κοινωνίας. Ἰδοὺ καὶ ἕτερος λόγος ἐπίσης ἰσχυρός, διὰ τὸν ὁποῖον τὸ νομοσχέδιον δὲν πρέπει νὰ ἐπιψηφισθῇ· ἀλλ’ ἐὰν γείνῃ ἡ ἀντίῤῥησις ἐκ μέρους τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ, ὅτι τὸ ἐδάφιον α. τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου τοῦ 1867 δὲν ἀκυροῦται καὶ ὡς πρὸς τὸ ποσοστὸν τῶν ἐξαγωγικῶν τελῶν, τὸ ἀποδιδόμενον εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, διότι ἐκ τοῦ νομοσχεδίου δὲν ἐξάγεται, ὅτι δὲν ἀκυροῦται, πάλιν ἡ ζημία τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας θέλει εἶσθαι 285,000.

§42ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ ζημία τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας εἶναι μόνον 27 δραχμαί.

§43ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἐκ τῶν 285,000 πρέπει ν’ ἀφαιρέσωμεν τὰς 45,000 δραχμάς, τὰς ὁποίας θὰ πληρώσῃ εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους τὸ δημόσιον πρὸς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, ἐκτὸς τῶν 11%, καὶ ἑπομένως ἡ πραγματικὴ ζημία τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας εἶναι δραχ. 245,000 ἀναντιῤῥήτως (θόρυβος). Δὲν πιστεύω δέ, ὅτι ὁ κ. πρωθυπουργὸς θὰ δυνηθῇ νὰ μεταβάλῃ καὶ τοὺς ἀριθμοὺς, διότι οἱ ἀριθμοὶ δὲν μεταβάλλονται, ἵνα πείσῃ τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐγὼ ὑπεστήριξα πράγματα ἀνυπόστατα. Μετὰ τὰς ὀλίγας ταύτας παρατηρήσεις ἐπαναλαμβάνω νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ μὴ σπεύσῃ εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου· ἐὰν δὲ παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν ψηφισθῇ, νὰ λάβῃ πρόνοιαν, ὥστε νὰ μὴ ἀδικηθῇ τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ὅλοι ἐνδιαφερόμεθα, διότι πρόκειται περὶ τῆς γενικῆς συγκοινωνίας τοῦ Κράτους.

§44ΡΩΜΑΣ. Ὁ ἔνθερμος ζῆλος καὶ αἱ ζωηραὶ προσπάθειαι ἀφ’ ἑνὸς, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξαν οἱ ἐξ Ἑπτανήσου Βουλευταὶ πρὸς ἵδρυσιν τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ὁ φυσικὸς ἐνδοιασμὸς τῶν ἐνθερμοτέρων ὑπὲρ αὐτῆς ζηλωτῶν, ἐν οἷς καὶ ἐγὼ ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκω, μὴ τυχὸν ἀποτύχῃ ἡ σύστασις αὐτῆς ἕνεκα τῆς μὴ ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καταδεικνύουσι τοῖς πᾶσι προδήλως ὁπόσον ὀφθαλμοφανὴς καὶ ἀνεπίδεκτος πάσης περαιτέρω ἀναβολῆς κατέστη ἡ ἀνάγκη τοῦ νὰ ἀνακουφισθῶσιν αἱ ἐν Ἑπτανήσῳ λίαν ταλαιπωρούμεναι ἀγροτικαὶ τάξεις. Ἤδη δ’ εὐτυχῶς διὰ τῆς βεβαίας πλέον συστάσεως τῆς Τραπέζης ἤρχισαν νὰ τίθενται θεμέλια ἐλαφρύνσεως τῶν τοιούτων τάξεων ἐπ’ αἰσιωτέροις οἰωνοῖς. Χθὲς, κύριοι, ἐξέθηκα εἰς ὑμᾶς τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐπρότεινα τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν. Ὅλως ἄσκοπον νομίζω νὰ ἐπανέλθω ἐπὶ τῶν αὐτῶν, περιοριζόμενος μόνον εἰς ὀλίγα. Φρονῶ ἐνδομύχως, ὅτι ἓν τῶν ἱερωτέρων καθηκόντων παντὸς φιλοπάτριδος Βουλευτοῦ εἶναι τὸ νὰ προλαμβάνῃ νὰ μὴ ἐνσπείρωνται διχόνοιαι μεταξὺ τῶν διαφόρων ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους. Ἡ ἐνεστῶσα Σύνοδος τῆς Βουλῆς ἐφάνη τὸ κατ’ ἀρχὰς κατεχομένη ὑπὸ δύο κυρίων αἰσθημάτων, τοῦ τῶν οἰκονομιῶν καὶ τοῦ τῆς ἀνακουφίσεως τῶν γεωργικῶν τάξεων ἀπὸ τοῦ ἄχρι τοῦδε φορολογικοῦ συστήματος. Τὸ μὲν πρῶτον, δηλαδὴ αἱ οἰκονομίαι ἐπραγματοποιήθησαν μόνον κατ’ ἐπίφασιν, τὸ δὲ ἕτερον ἐγένετο ἀποδεκτὸν καὶ εἰς εὐρὺν βαθμόν. Ἐλπίζω ὅθεν, κύριοι, ὅτι δικαίῳ τῷ λόγῳ καὶ ὑπὲρ τῶν ἐν Ἑπτανήσῳ γεωργικῶν τάξεων ἐν λίαν προσεχεῖ μέλλοντι θέλει ληφθῆ ἐναμίλλως ὁμοία πρόνοια, ἵνα μὴ διεγείρωνται παράπονα. Ἐπὶ τοῦ παρόντος δέ περιορίζομαι νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν σύντονον μέριμναν ἁπάσης τῆς Βουλῆς, ὅπως διὰ τῆς παραδοχῆς τῆς τροπολογίας μου μὴ ἐπαυξηθῶσι καὶ ἐπιβαρυνθῶσιν αἱ καθημεριναὶ ἀνάγκαι τῶν ἀπορωτέρων πολιτῶν, ἀλλὰ κατὰ καθῆκον δικαιοσύνης προσέλθωμεν εἰς μικρὰν ἐπικουρίαν καὶ βοήθειαν αὐτῶν. Κύριοι, τελειώνω τὰς ὀλίγας ταύτας παρατηρήσεις μου μὲ τὸ νὰ εἴπω, ὅτι διὰ τοῦ νέου κυβερνητικοῦ νομοσχεδίου ὄχι μόνον, παραδεχόμενοι τοῦτο, ἐπιβαρύνετε τὰς ἀπορωτέρας τάξεις, μηδόλως μεριμνῶντες μηδὲ περὶ ἐλαχίστης ὑπὲρ αὐτῶν ἐλαφρύνσεως, ἀλλὰ μηδενίζετε καὶ καταστρέφετε καὶ τὸ ἐμπόριον, τὸ ἀρκετὰ ἤδη πάσχον.

§45ΚΑΡΥΣΤΙΝΑΚΗΣ. Ἐκ τοῦ ὑποβληθέντος δασμολογίου ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως προκύπτει, ὅτι εἰσάγονται εἰς τὸ Κράτος ἑξῆντα ἑκατομμύρια ὀκάδες σῖτος καὶ μόλις διακόσιαι πεντήκοντα χιλιάδες ὀκάδες ἄλευρα· ἑπομένως τὸ δημόσιον εἰσπράττει ἐκ μὲν τοῦ σίτου δραχμὰς 1,200,000, ἐκ δὲ τῶν ἀλεύρων δραχ. 25 χιλ. περίπου. Ἡ αὔξησις τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους τῶν ἀλεύρων δὲν ὠφελεῖ τὸ δημόσιον, ἀλλὰ μόνον τοὺς ἔχοντας ἀτμομύλους. Διὰ τοῦ ὑφισταμένου ὑπερόγκου τέλους τῶν ἀλεύρων φορολογεῖτε βαρέως τὸν λαὸν οὐχὶ πρὸς ὄφελος τοῦ δημοσίου, ἀλλὰ πρὸς πλουτισμὸν τῶν ἰδιοκτητῶν τῶν ἀτμομύλων. Παρακαλῶ ὅθεν νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ πρότασίς μου τοῦ νὰ περιορισθῇ τὸ εἰσαγωγικὸν τέλος τῶν ἀλεύρων εἰς 4 λεπτὰ τὸ πολὺ, οὕτω δὲ θὰ ἔχῃ τὸ δημόσιον ὠφέλειαν δραχμὰς 400,000· διότι τώρα ἀπὸ 60 ἑκατομ. σίτου εἰσπράττει, ὡς εἶπον, τὸ δημόσιον δραχ. 1,200,000, ἐνῷ, ἐὰν περιορισθῇ τὸ εἰσαγωγικὸν τέλος τῶν ἀλεύρων εἰς 4 λεπτά, θὰ εἰσάγωνται ἄλευρα 20 ἑκατομμύρια, καὶ θὰ εἰσπράττῃ ἐκ τούτων τὸ δημόσιον δραχ. 800,000· θὰ εἰσάγωνται δὲ καὶ 40 ἑκατομμύρια σίτου, ἐξ οὗ θὰ εἰσπράττῃ τὸ δημόσιον ἑτέρας δραχ. 800 χιλιάδας. Ἰδοὺ λοιπὸν αὔξησις δραχ. 400,000 πρὸς ὄφελος τοῦ δημοσίου. Ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις διὰ τοῦ ὑπ’ αὐτῆς ὑποβληθέντος δασμολογίου ἀναβιβάζει ἀπὸ 7 εἰς 9 λεπτὰ τὸ εἰσαγωγικὸν τέλος τῶν ἀλεύρων, ἤτοι ἐπέβαλε 18% τέλος ἐπὶ τῆς ἀξίας τοῦ ἀλεύρου, οὗτινος ἡ ἀγοραία τιμὴ κατὰ μέσον ὅρον εἶναι λεπτὰ 50, ἐνῷ ἐπὶ τοῦ σίτου ἐπιβάλλεται τέλος λεπτῶν 2, ἤτοι 5%, ὑπολογιζομένης τῆς τιμῆς τοῦ σίτου κατὰ μέσον ὅρον λεπτὰ 40 τὴν ὀκᾶν. Ἡ νῦν Κυβέρνησις, ἀναβιβάζουσα εἰς λεπτὰ 8 τὸ τέλος τῶν ἀλεύρων, φορολογεῖ ταῦτα μὲ 16% ἐπὶ τοῦ μέσου ὅρου τῆς τιμῆς των. Ὁποία δυσαναλογία! καὶ μάλιστα ἐπὶ εἴδους τῆς πρωτίστης ἀνάγκης. Διατηροῦντες, κύριοι, ὑπέρογκον τέλος ἐπὶ τῶν ἀλεύρων καθιεροῖτε καθαρῶς μονοπώλιον ὑπὲρ τῶν ἀτμομύλων πρὸς μεγίστην ζημίαν τοῦ λαοῦ. Πένεται ὁ λαὸς, καὶ δὲν δυνάμεθα ν’ ἀναβάλωμεν ἐπὶ πλέον τὸν περιορισμὸν τοῦ τέλους τῶν ἀλεύρων. Ἐν Γαλλίᾳ ὁ ἄρτος τιμᾶται ὅσον καὶ ὁ σῖτος περίπου· ἐδῶ δὲ, ἐνῷ ὁ σῖτος τιμᾶται λεπτὰ 47, ὁ ἄρτος πωλεῖται λεπτὰ 60 τὴν ὀκᾶν, διότι δὲν δύνανται νὰ εἰσαχθῶσιν ἄλευρα, ὅπως συναγωνισθῶσι μετὰ τῶν ἐγχωρίων. Ἰδοὺ ὁποῖον ἄδικον προσγίνεται εἰς τὸν λαόν! Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ πρότασίς μου, ὅπως περιορισθῇ εἰς λεπτὰ 4 τὸ πολὺ τὸ εἰσαγωγικὸν τέλος τῶν ἀλεύρων πρὸς ὄφελος τοῦ λαοῦ καὶ τοῦ δημοσίου.

§46ΓΡΥΠΑΡΗΣ. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἀνεγνώρισεν, ὅτι τὸ εἰσαγωγικὸν τέλος, τὸ ἐπιβληθὲν διὰ Βασ. Διατάγματος εἰς τὸ πετρέλαιον, τὴν ζάκχαριν καὶ τὸν καφὲν, εἶναι ἐπαχθές. Εἶναι ἄδικον ν’ αὐξηθῇ ἔτι μᾶλλον τὸ τέλος ἐπὶ τῶν εἰδῶν τούτων. Εἶναι λοιπὸν δίκαιον ἡ Βουλὴ νὰ ἐξαιρέσῃ τὰ 3 ταῦτα εἴδη ἐκ τοῦ δασμολογίου.

§47ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Καρυστινάκης ἔχει δίκαιον νὰ μᾶς ἐπαναλάβῃ, ὅτι ὀφείλομεν νὰ σκεφθῶμεν καὶ περὶ τῆς τύχης τοῦ λαοῦ· ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ ἐπίκλησις αὕτη ἔρχεται ἀργά. Ἕξ μῆνας κατηναλώσαμεν, πᾶν ἄλλο συλλογιζόμενοι, παρὰ τὸ συμφέρον τοῦ λαοῦ, καὶ καθ’ ἣν στιγμὴν πρόκειται νὰ ἀποφασισθῇ ὁ φόρος, τὸν ὁποῖον ὁ λαὸς θέλει πληρώσει, οἱ πάντες σπεύδομεν, οἱ πάντες ἀνησυχοῦμεν, καὶ δὲν βλέπομεν τὴν ὥραν πότε νὰ τελειώσῃ ὁ ἀγορεύων, διότι ἡ Τετάρτη ἔφθασεν.

§48ΚΑΡΥΣΤΙΝΑΚΗΣ. Ἐγὼ εἶχον πρὸ πολλοῦ ὑποβάλει τὴν τροπολογίαν· παρεπέμφθη εἰς τὴν ἐπιτροπήν· μὴ μοῦ ἀποδίδετε μομφήν.

§49ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ συμφωνῶ μαζύ σας ἀκόμη χειρότερα, ἀφοῦ πρὸ καιροῦ ὑπεβάλατε τὴν πρότασίν σας καὶ δὲν τὴν ἐλάβομεν ὑπ’ ὄψιν, ἀλλὰ κατηναλώσαμεν τὸν καιρόν μας περὶ πραγμάτων, τὰ ὁποῖα οὔτε ἠδύναντο νὰ περαιωθῶσιν, οὔτε κατεπείγοντα ἦσαν.

§50ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Πταίουν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὁμιλοῦν συχνότατα, μεταξὺ τῶν ὁποίων εἶσθε καὶ σεῖς.

§51ΡΙΚΑΚΗΣ. Δυστύχημα θεωροῦν, διότι δὲν ἐκλείσαμεν καὶ τὸ στόμα μας. Λοιπὸν, κύριοι, ἔρχομαι νὰ παρατηρήσω πρῶτον, ὅτι ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία ἐγένετο περὶ φορολογικῶν νομοσχεδίων, εἶνε ἐντελῶς ἄκαιρος, καὶ κατὰ τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα καὶ κατὰ τὰς παραδόσεις τῶν συνταγματικῶν ἐθνῶν, τὰς ὁποίας πολὺ συχνὰ ἐπικαλεῖται ὁ ἔντιμος κ. Κασιμάτης. Τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια, κύριοι, καὶ ὁ προϋπολογισμὸς εἶνε ἡ κυριωτέρα ἐργασία τοῦ νομοθετικοῦ σώματος, ἣν τοσοῦτον ἐθεώρησεν αὐτὸ τὸ Σύνταγμα σπουδαίαν, ὥστε ἀνέγραφεν ἐν τῷ 60 ἄρθρῳ, ὅτι ἐντὸς τῶν δύο πρώτων μηνῶν πρέπει νὰ εἰσάγηται ὁ προϋπολογισμός, συνοδευόμενος ὑπὸ τῶν φορολογικῶν νομοσχεδίων. Ἡ διάταξις αὕτη δὲν ἐτέθη ἀσκόπως, ἀλλ’ ἐννοεῖ, ὅτι πρέπει καὶ ἐκ τῶν πρώτων νὰ συζητῶνται. Τοῦτο ἐγένετο παρ’ ἡμῖν; οὐχί. Ἀλλ’ ἀφήσαμεν ταῦτα διὰ τὴν τελευταίαν ἡμέραν, καὶ λέγομεν: νηστεύσαντες καὶ μὴ νηστεύσαντες σπεύσατε νὰ ἐγκρίνητε τὰ ὑποβληθέντα εἰς λογαριασμὸν τοῦ λαοῦ, βεβαίως, νομοσχέδια. Αὐτή, κύριοι, εἶνε πρακτική, ἥτις ἀντίκειται εἰς τὸ Σύνταγμα. Ἔπρεπε διὰ παντὸς τρόπου ν’ ἀποφύγωμεν ἓν τοιοῦτον προηγούμενον, καὶ ὄχι νὰ δώσῃ ἓν τοιοῦτον παράδειγμα ἡ Βουλή, ἐρχομένη νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ σπουδαιότερον αὑτῆς ἔργον κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν. Τὴν παρατήρησιν ταύτην δὲν ἠδυνάμην νὰ μὴ φέρω ὡς μίαν διαμαρτύρησιν, ὅπως μὴ ἀναγνωρισθῇ τὸ γενόμενον ὡς προηγούμενον. Χθὲς εἴδατε πῶς ἐψηφίσαμεν τὸν νόμον περὶ προϊόντων τῆς γῆς, μὲ ποίαν σπουδὴν καὶ ἄνευ ἠρεμίας πνεύματος καὶ νοός. Ὁ νόμος περὶ προϊόντων τῆς γῆς εἶνε, κύριοι, ἡ σπουδαιοτέρα ἐργασία, εἰς τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖται ἀπαραιτήτως ἡ σύμπραξις τῆς Βουλῆς, διότι οἱ Βουλευταί, ὄντες ἐν γνώσει τῶν μέσων καὶ τῶν ἀναγκῶν τῶν ἐπαρχιῶν, δύνανται νὰ προσφέρωσι τὴν πολύτιμον συνδρομήν των. Ἀλλ’ ἐγένετο τὸ τοιοῦτον; Ἐγένετο συζήτησις;

§52ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τί ὠφελοῦν αὐτὰ τώρα; τί τὰ λέγετε;

§53ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὠφελοῦσι· δὲν εἶνε ἄσκοπος αὐτὴ ἡ συζήτησις. Περὶ τίνος πρόκειται ἤδη; Πρόκειται νὰ ἐπιβάλωμεν φόρον ἐπὶ τῶν εἰσαγομένων· ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι τὸν φόρον τοῦτον πληρόνουσιν οἱ ἔμποροι; ὁ φόρος πίπτει εἰς βάρος τοῦ ἐμπόρου; Ὁσάκις πρόκειται περὶ ἐμμέσων φόρων, πάντες εὑρίσκονται σύμφωνοι, ἀλλὰ λησμονοῦσιν, ὅτι οἱ φόροι οὗτοι βαρύνουσι τὸν λαόν. Τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη ἀπό τινος χρόνου ηὔξησαν σπουδαίως· ἐτροποποιήθη ἐπανειλημμένως τὸ δασμολόγιον καὶ πάντοτε πρὸς αὔξησιν. Πρὸ ὀλίγων μηνῶν διὰ Β. Διατάγματος ἐτροποποιήθη καὶ εἰς τρία σπουδαιότατα εἴδη καθημερινῆς καταναλώσεως· εἰς τὸ πετρέλαιον, τὴν ζάκχαριν καὶ τὸν καφὲ, ἐγένετο αὔξησις σπουδαία· ἔρχεται ἤδη καὶ ἐπὶ τούτων νέα αὔξησις· ἀλλὰ ἡ τοιαύτη αὔξησις συμβιβάζεται μὲ τὴν δικαίαν καὶ ἴσην διανομὴν τῶν φόρων; Ὑπάρχουσι, κύριοι, ἀντικείμενά τινα πολυτελείας, τὰ ὁποῖα φορολογοῦνται βαρύτατα, ἄλλα φορολογοῦνται ἐλαφρῶς· εἶνε δίκαιον λοιπὸν νὰ γείνῃ διάκρισις ἐπὶ ἑκάστου τῶν εἰδῶν τούτων, καὶ ὄχι διὰ μιᾶς γενικῆς διατάξεως ν’ αὐξάνητε ἐπὶ πάντων τὸν φόρον κατὰ 12%. Ἂν ἦναι, κύριοι, εἶδος, τὸ ὁποῖον φορολογεῖται δυσαναλόγως μὲ τὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας ἔχει ὁ τόπος, εἶνε τὰ σιτηρά· ὁ τόπος ἔχει ἀνάγκην τροφῆς, καὶ πᾶσα εὐκολία πρέπει νὰ χορηγῆται· ὁ σῖτος εἶνε ἡ πρώτη τροφὴ τοῦ λαοῦ, καὶ ἐπιβάλλεται ἤδη δασμὸς ἀρκετὰ βαρύς. Αὐξήσατε, ἀφοῦ ἐπιμένετε, τὰ εἴδη τῆς πολυτελείας, ἀλλὰ μὴ ἐπιβάλλετε φόρον εἰς τὰ σιτηρὰ, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀντικείμενον τῆς πρώτης ἀνάγκης· δὲν πρέπει ν’ αὐξήσητε τὴν τιμὴν τοῦ ἄρτου, τὸν ὁποῖον θὰ φάγῃ ὁ λαός, διὰ νὰ καλύψητε τὸ ἔλλειμμα· εὑρῆτε ἄλλα μέσα, ἀλλὰ μὴ τρέχετε εἰς τὴν καλύβην τοῦ πτωχοῦ ἐργάτου νὰ φορολογήσητε τὸν ξηρὸν ἄρτον, τὸν ὁποῖον θὰ φάγῃ. Χθὲς ἐπεβάλατε αὔξησιν εἰς τὸ πετρέλαιον, τὴν ζάκχαριν καὶ τὸν καφὲ, ὡμολόγησε δὲ καὶ ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ὅτι ὁ φόρος εἶναι βαρύς· διατί τὰ τρία ταῦτα εἴδη δὲν τὰ ἐξαιρεῖτε;

§54ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν εἶνε τῆς πρώτης ἀνάγκης.

§55ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὅστις λέγει, ὅτι ὁ καφὲς καὶ ἡ ζάκχαρις, ἥτις καὶ εἰς τὰ τελευταῖα χωρία εὑρίσκεται, δὲν εἶνε τῆς κοινῆς χρήσεως, δὲν λέγει τὴν ἀλήθειαν. Ὀλίγον φόρον πληρόνει ὁ καφὲς, ἡ ζάκχαρις, τὸ πετρέλαιον; Συμπεραίνω ἑπομένως, συμφώνως μὲ τὸν κ. Παπαμιχαλόπουλον, ὅτι, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀπόλυτον αὔξησιν ἐν γένει τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν, δὲν τὴν θεωρῶ ὀρθὴν, εἶναι ἐντελῶς ἀδικαιολόγητος καὶ δὲν δύναται ἢ νὰ ἔχῃ ἐπιβλαβῆ ἀποτελέσματα· ἐν περιπτώσει δὲ, καθ’ ἣν ἤθελε γενῆ δεκτὴ ἡ ἀρχὴ, τότε ὡς πρὸς τὰ σιτηρὰ καὶ τὰ τρία εἴδη, τὰ ὁποῖα τελευταῖον ἐπεβαρύνθησαν μὲ αὔξησιν σπουδαίαν, ἤτοι τὸν καφὲν, τὴν ζάκχαριν καὶ τὸ πετρέλαιον, δὲν πρέπει νὰ γείνῃ ἐπ’ αὐτῶν αὔξησις.

§56ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Κύριοι, θὰ εἴπω πολὺ ὀλίγα. Ἡ αὔξησις τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους, ἡ προτεινομένη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῶν εἰδῶν τῆς ἀπολύτου ἀνάγκης, βαρύνει τὸν δυστυχῆ λαὸν τὸν πεινῶντα, δύναμαι δὲ, χωρὶς φόβον νὰ κατακριθῶ, ἀποκρούων τὴν αὔξησιν, νὰ εἴπω, ὅτι εἶναι πικρὰ εἰρωνεία πρὸς τὸν λαὸν, διότι, ἐνῷ προχθὲς ἀπηλλάξαμεν πάσης φορολογίας τοὺς μεγάλους κτηματίας, ἐρχόμεθα ἤδη διὰ τοῦ νόμου τούτου ν’ αὐξήσωμεν τὴν φορολογίαν τοῦ μικροῦ λαοῦ, διότι ὁ πτωχὸς λαὸς δὲν πίνει καφέ, μήτε σοκολάτα, μήτε ζωμὸν, ἀλλὰ μόνον διὰ ξηροῦ ἄρτου τρέφεται· ἤδη δὲ θέλομεν ν’ αὐξήσωμεν τὸν φόρον τοῦ ἄρτου, διὰ ν’ ἀναγκασθῇ νὰ πεινάσῃ· ἐρωτῶ εἶναι τοῦτο εἰρωνεία πρὸς τὸν λαὸν ἢ ὄχι; Προτείνω λοιπὸν καὶ ὑποστηρίζω, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπε καὶ ὁ προλαλήσας, νὰ μὴ αὐξήσῃ δηλ. ἡ φορολογία τῶν σιτηρῶν προσέτι δὲ νὰ ἐξισωθῇ τὸ εἰσαγωγικὸν τέλος τῶν ἀλεύρων μὲ τὸ τῶν σιτηρῶν, καὶ μάλιστα, ἐπειδὴ εὑρίσκω, ὅτι ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν χθὲς ὑπέβαλον, δὲν ἔχει ὀρθῶς, τροπολογῶ αὐτὴν ὡς ἑξῆς· «τὸ εἰσαγωγικὸν τέλος ἐπὶ τῶν ἀλεύρων ὁρίζεται κατὰ ἓν λεπτὸν ἀνώτερον τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους, ὅπερ ἐπιβάλλεται εἰς τὰ σιτηρὰ», διότι ὄντος τοῦτο ὑπαγορεύει ἡ δικαιοσύνη, καθ’ ὅσον ἡ ἀξία τοῦ ἀλεύρου εἶναι ἀνωτέρα κατὰ 5 ἕως 10 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν ἀπὸ τὸν καρπὸν, ἐξ οὗ παράγεται. Τὸ ὁριζόμενον ὅμως ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου εἰσαγωγικὸν τέλος διὰ τὰ ἄλευρα εἶνε ἐπαχθέστατον καὶ ἄδικον, δὲν σκοπεῖ δὲ ἢ νὰ προστατεύσῃ 15 ἢ 20 ἄτομα, ἅτινα κερδοσκοποῦσιν ἐπὶ τῆς δυστυχίας τοῦ λαοῦ τῆς Ἑλλάδος ὁλοκλήρου.

§57ΦΙΛΗΜΩΝ. Μερικὰς πληροφορίας θέλω δώσει εἰς τὴν Βουλὴν, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος καὶ τὴν ὁποίαν συνυπέγραψα καὶ ἐγώ. Τὸ πετραίλαιον, κύριοι, κοστίζει μέχρι τῶν λιμένων τῆς Ἑλλάδος μὲ τὰ ἔξοδα, ναῦλον, κλπ. 31 λεπτὸν ἡ ὀκᾶ· πρῶτον εἶχεν ἐπιβληθῆ τέλος 20 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν, τὸν Ἰούνιον δὲ τοῦ 1879 ἐπεβλήθη τέλος 35 λεπτῶν, καὶ μετὰ τοῦ φόρου τῆς ὁδοποιΐας ἀνέρχεται τὸ τέλος εἰς 40 λεπτὰ καὶ ⅛· ἤτοι φορολογεῖται, ἐπὶ μὲν τῆς ἀρχικῆς ἀξίας, ἥτις εἶναι 16 λεπτὰ ἡ ὀκᾶ κατὰ 250%, ἐπὶ δὲ τῆς ἀξίας, ἣν ἔχει φθάνον εἰς τοὺς λιμένας τῆς Ἑλλάδος, πρὸς 150%. Ἡ ἀρχικὴ ἀξία τῆς ζακχάρεως εἶναι 80 λεπτὰ εἰς τὸν τόπον τῆς παραγωγῆς, αἱ δαπάναι δὲ τῆς μεταφορᾶς, καὶ τῶν λοιπῶν ἐξόδων, μέχρις ὅτου φθάσῃ εἰς τὸν λιμένα, εἶναι 23 λεπτὰ, ἤτοι κοστίζει 103 λεπτὰ. Ἕως τοῦ 1866 ἐπλήρωνε 13 λεπτὰ ἡ ὀκᾶ, ἀπὸ τοῦ 1866 25 λεπτὰ, ἀπὸ τὸν Ἰούνιον δὲ τοῦ 1870 30 λεπτὰ, μὲ τὰ δικαιώματα δὲ τῆς ὁδοποιΐας καὶ λοιπὰ, 33½ λεπτὰ· ἤτοι φορολογεῖται 46% ἐπὶ τῆς ἀρχικῆς ἀξίας καὶ 33% ἐπὶ τῆς ἀξίας, τὴν ὁποίαν ἔχει εἰς τοὺς λιμένας τῆς Ἑλλάδος. Ὁ καφὲς, εἰς τὸν τόπον τῆς παραγωγῆς ἔχει ἀξίαν 1 καὶ 80, 75 δὲ λεπτὰ ἔξοδα μεταφορᾶς, 2 καὶ 55 μέχρι τῶν λιμένων τῆς Ἑλλάδος. Μέχρι τοῦ 1866 ἐπλήρωνε φόρον 25 λεπτῶν, ἀπὸ δὲ τοῦ 1866 25, ἀπὸ δὲ τοῦ 1870 45, διὰ τοῦ διατάγματος τοῦ Ἰουνίου τοῦ 1879 55, μετὰ τοῦ φόρου δὲ τῆς ὁδοποιΐας καὶ λοιπῶν ἐξόδων 63 καὶ ½, ὥστε φορολογεῖται 40% ἐπὶ τῆς ἀρχικῆς ἀξίας του καὶ 25% ἐπὶ τῆς ἀξίας, τὴν ὁποίαν ἔχει ἐρχόμενος εἰς τοὺς λιμένας τῆς Ἑλλάδος· ὅταν δὲ δὲν ἦναι ἄφθονος ἡ ἐσοδεία, καταντᾷ 36 καὶ 40 λεπτὰ ἐπὶ τῆς ἀξίας ἐνταῦθα.

§58ΠΟΛΥΛΑΣ. Καὶ εἰς Γαλλίαν καὶ Ἰταλίαν αὐτὸ συμβαίνει.

§59ΦΙΛΗΜΩΝ. Δὲν δυνάμεθα ν’ ἀκολουθήσωμεν τὸν ἴδιον κανόνα. Δὲν φορολογοῦνται 250%, διότι διὰ τῆς αὐξήσεως εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ ζημιῶνται οἱ καταναλωταὶ, αὐτὸ δὲ εἶναι τῆς πρώτης ἀνάγκης. Ἐπίσης παραδέχομαι καὶ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Καρυστινάκη ἐπὶ τοῦ ἀλεύρου καὶ τοῦ σίτου, διότι ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς λέγομεν, ὅτι θέλομεν νὰ ἐμψυχώσωμεν τοὺς γεωργοὺς διὰ τῆς καταργήσεως τῆς δεκάτης, δὲν πρέπει ἐμμέσως, διὰ τῆς ὑπερβολῆς αὐξήσεως τῶν τελωνιακῶν δασμῶν, νὰ τοὺς ἐπιβαρύνωμεν, διότι πάντες γνωρίζετε, ὅτι ἡ φορολογία ἡ ἔμμεσος δὲν ἐπιβαρύνει τοὺς ἐμπόρους, ἀλλὰ τοὺς καταναλωτὰς, οἵτινες φέρουσιν αὐτὰ τὰ βάρη. Δύνανται νὰ ζημιωθῶσι τινὲς ἔμποροι, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ τὸ μέγα πλῆθος, διότι θὰ ὑποχρεωθῶσι ν’ αὐξήσωσι τὴν τιμὴν τοῦ ἐμπορεύματος, καὶ αὕτη ἡ αὔξησις δὲν θὰ κάμῃ τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ ἐπιβαρύνῃ τὴν γεωργικὴν τάξιν.

§60Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Οὐδεὶς ἀγνοεῖ τὴν κατάπτωσιν, ἣν ὑπέστη κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας ἡ ἐμπορικὴ ναυτιλία· ἐὰν δὲν ἔλθωμεν τὸ ταχύτερον εἰς ἐπικουρίαν αὐτῆς, ἐντὸς ὀλίγου τὰ λείψανα αὐτὰ τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας θέλουσι καταστραφῆ ἀνεπανορθώτως. Οὐδεὶς ἀγνοεῖ πόσον ἤκμαζεν ἐν Σύρῳ ἡ ναυπηγία· ἦτο τὸ παράδειγμα ὅλου τοῦ ναυτικοῦ κόσμου, καὶ δύναμαι νὰ εἴπω, ἦτο τὸ πρῶτον ναυπηγεῖον ἐν τῇ Μεσογείῳ. Ἕνεκεν λοιπὸν τῶν ἐπιβαλλομένων ὀλίγον κατ’ ὀλίγον κατ’ ἔτος τελῶν εἰς τὴν ναυπηγήσιμον ξυλείαν, καὶ αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἴχομεν, ἀρχίζει νὰ ἐκλείπῃ ἐκ τοῦ τόπου ἐκείνου, μεταφερόμενον εἰς ἄλλο Κράτος. Ἡ προλαβοῦσα Κυβέρνησις ἦλθε κἄπως εἰς ἐπικουρίαν, δι’ ἐλαττώσεως κατά τι τοῦ δασμοῦ τῆς ναυπηγησίμου ξυλείας. Σήμερον ὅμως, διὰ τῆς μετατροπῆς τῆς δραχμῆς εἰς φράγκον, αὐξάνουσι καὶ τὰ τέλη κατὰ 12%. Ἤθελα παρακαλέσει τὸ Ὑπουργεῖον, ὡς πρὸς τὴν ὕλην αὐτὴν, νὰ μὴ τὴν ὑποβάλῃ εἰς τὴν αὔξησιν ταύτην, ἥτις ἔσεται τὸ τελευταῖον κτύπημα κατὰ τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας. Δὲν πρέπει νὰ ἐπισπεύδωμεν εἰς τὰ νομοθετήματα ταῦτα, διότι προχθὲς, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ περὶ τελωνιακῶν τελῶν νόμου, ἐκ παραδρομῆς ἐγένοντο ἀτοπήματά τινα.

§61ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Σεῖς εὐθύνεσθε· τὸ νομοσχέδιον ἦτο ἰδικόν σας.

§62Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Εἴχομεν σκοπὸν νὰ συζητήσωμεν, ἀλλ’ ἐν τῇ βίᾳ ἐκείνῃ παρεδέχθημεν τὸ κείμενον ὡς εἶχεν· εὐχαρίστως ὅμως μανθάνω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει διορθώσει τὸ κακόν. Μὲ τοῦτο δὲν θέλω νὰ κατακρίνω τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ἐνόουν, ὅτι ἐκ τοῦ ἐσπευσμένου τῶν συζητήσεων ἀντικειμένου τοσοῦτον σοβαροῦ ἐπέρχονται ἀτοπήματα· διὰ τοῦτο εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νόμου τοῦ φορολογικοῦ ὀφείλομεν μετὰ μεγίστης προσοχῆς νὰ συζητήσωμεν καὶ ἀποφασίσωμεν.

§63ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ὑποστηρίζω ἰδίως τὴν πρότασιν τοῦ κ. Καρυστινάκη. Δὲν θέλω ν’ ἀναπτύξω τὸ ζήτημα τοῦτο, θέλω μόνον νὰ ὑποστηρίξω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ αὔξησις τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ ἀλεύρου. Ὡς ἐβεβαίωσεν ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς χθὲς, ἡ αὔξησις αὕτη ἐγένετο διὰ Β. Διατάγματος, δηλαδὴ ἐγένετο παρανόμως, καὶ ὁ ἴδιος εἶπεν, ὅτι ἐγένετο ἀντισυνταγματικῶς· τοῦτο δὲ, διότι οὐδεὶς φόρος ἐπιβάλλεται διὰ Β. Διατάγματος. Δὲν δύναμαι λοιπὸν νὰ τὸ δεχθῶ· αὐτὸς ὁ φόρος στηρίζεται εἰς τὸν νόμον τοῦ 1867, καθ’ ὃν ἡ Βουλὴ ἀπαλλοτριοῦται τοῦ δικαιώματός της.

§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐκυρώθη αὐτὸ τὸ διάταγμα διὰ νόμου;

§65ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἀλλὰ καὶ ἡ κύρωσις τοῦ διατάγματος, ἀντικειμένη εἰς τὸ σύνταγμα, δὲν εἶναι ὀρθή. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω περαιτέρω τὸ ζήτημα τοῦτο· νομίζω, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θέλει συναινέσει εἰς τὴν κατάργησιν, ἀφοῦ ὁ ἴδιος εἶπεν, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς ἀντίκειται εἰς τὸ σύνταγμα. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ ἀραβοσίτου δίκαιον εἶναι νὰ καταργηθῇ· καὶ ὁ σῖτος εἶναι τροφὴ, ἀλλὰ τῶν εὐπόρων τάξεων τῶν πόλεων, ἐνῷ ὁ ἀραβόσιτος εἶναι ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ εἰς τοὺς πένητας χωρικούς. Δὲν ἔγεινε λόγος περὶ ἀραβοσίτου, οὔτε διάκρισις μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ σίτου, ἀλλὰ τὸ τέλος ἐπὶ τοῦ ἀραβοσίτου εἶναι ἄδικον, ὡς συντηροῦντος τὸν πτωχὸν λαόν. Συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω μίαν ὑπερβολὴν, ὅτι, ἐὰν ἔχωμεν δικαίωμα νὰ ἐπιβάλωμεν φόρον εἰς τὴν ἀναπνοὴν, ἤτοι εἰς τὴν κατανάλωσιν τοῦ ἀέρος πρὸς συντήρησιν τοῦ ἀνθρώπου, ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλωμεν φόρον καὶ ἐπὶ τοῦ ἀραβοσίτου. Ὑποστηρίζω λοιπὸν πρῶτον τὴν πρότασιν τοῦ κ. Καρυστινάκη καὶ δεύτερον τὴν κατάργησιν παντὸς εἰσαγωγικοῦ τέλους ἐπὶ τοῦ ἀραβοσίτου.

§66ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅτε ἐσυζητεῖτο τὸ πρῶτον μέτρον τὸ φορολογικόν, τὸ ὁποῖον ὑπεβάλομεν εἰς τὴν Βουλήν, οἱ ἀντιπολιτευόμενοι τὴν Κυβέρνησιν ἐπετίθεντο κατ’ αὐτῆς, ὅτι χάριν δημοκοπίας, διὰ νὰ μεταχειρισθῶ τὴν λέξιν, τὴν ὁποίαν μετεχειρίσθησαν, ζημιοῖ τὸ δημόσιον· ἀλλὰ μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ πρώτου ἐκείνου νομοσχεδίου αἱ προσβολαὶ εἶναι ἀντίθετοι· μᾶς λέγουσιν, ὅτι δὲν σκεπτόμεθα διόλου περὶ τοῦ λαοῦ, ὅτι ἐπιβάλλομεν φόρους, οἵτινες ἐπιπίπτουσιν ἐπὶ τοῦ λαοῦ, καὶ ὅτι τὰ μέτρα ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλομεν, δὲν δικαιολογοῦνται ὑπὸ τῶν περιστάσεων. Ἡ Κυβέρνησις ὅμως, ὅτε ὑπέβαλε τὴν πρότασιν περὶ ἀπαλλαγῆς τοῦ λαοῦ ἐκ τοῦ βάρους τῆς φορολογίας τῆς δεκάτης, σᾶς ὑπέβαλε τὴν πρότασιν ἐκείνην ὡς μέτρον μονομερές; Ὑπέβαλε τὴν πρότασιν ἐκείνην ὡς μέρος ὁλοκλήρου συστήματος, ἀφορῶντος εἰς τὴν δικαιοτέραν διανομὴν τοῦ φόρου καὶ εἰς τὴν ἐπαύξησιν φόρων τινῶν, χάριν τῆς ἐλαττώσεως τοῦ ἐλλείμματος· καὶ οὗτος εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἐπιμένει ἡ Κυβέρνησις εἰς τὰς προτάσεις αὑτῆς, καὶ κατεκρίθη παρά τινων μάλιστα διὰ τοῦτο ἐπὶ τῶν ἄλλων νομοσχεδίων. Δὲν δυνάμεθα ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων τῶν ἐπιβαλλόντων προσθέτους φορολογίας νὰ ὑποχωρήσωμεν, διότι τὰ νομοσχέδια ταῦτα εἶναι ἡ δικαιολογία τοῦ ἑτέρου νομοσχεδίου, δι’ οὗ ἀπηλλάξαμεν τὸν λαὸν ἀπὸ σπουδαίων βαρῶν. Δὲν εἶναι λοιπὸν ὀρθὸς ὁ τρόπος τοῦ σκέπτεσθαι ἐκείνων, οἵτινες ἐξετάζουσι τὰ νομοσχέδια ταῦτα μεμονωμένα, οἵτινες θεωροῦσι τὸν πρόσθετον φόρον ἐπὶ τοῦ σίτου πρᾶγμα ἀδικαιολόγητον. Ὅταν θέλωσι νὰ ἐκτιμήσωσι καὶ ἐκφράσωσι γνώμην περὶ τοῦ μέτρου, τὸ ὁποῖον προτείνομεν, ἐφ’ ὅσον καὶ εἰς αὐτὰ τὰ σιτηρὰ ἐπιβάλλεται αὔξησις, ὀφείλουσι νὰ ἐκτιμήσωσι τὸ μέτρον τοῦτο ἐν συσχετίσει πρὸς τὸ ἕτερον, δι’ οὗ, ὡς εἶπον, ἐπῆλθεν ἀπαλλαγὴ ἐκ τῶν βαρῶν, τὰ ὁποῖα ἐπεβάλλοντο εἰς τὴν παραγωγὴν, καὶ ἑπομένως παρέχεται ὁ σῖτος εἰς εὐθηνοτέραν τιμήν. Συστηματικῶς, παρατηροῦμεν, οἱ ἀγορεύοντες κατὰ τοῦ νομοσχεδίου ἡμῶν ἐξετάζουσιν αὐτὸ οὐ μόνον ἄνευ συσχετίσεως πρὸς ὁλόκληρον τὸ σύστημα τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ λησμονοῦντες καὶ αὐτὴν τὴν πρότασιν τῆς νῦν ἀντιπολιτεύσεως, ὅτε ἦτο Κυβέρνησις, καὶ ἰδίως πράττει τοῦτο ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς, ὅστις ἐπέκρινεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἐκείνῳ πάντα ὅσα εἶχον ὑποβληθῆ παρ’ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου ὡς ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ εἶχον ὑποβληθῆ ἐν μέτρῳ πολὺ μεγαλειτέρῳ.

§67ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ εἶδον.

§68ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀλλὰ, βλέπετε, ἡ μετάνοια ἐπῆλθεν, ἀφοῦ ἐγένετο κατάδηλος ἡ ἀντίφασις. Ἐγὼ ἐπεθύμουν νὰ ἔβλεπα τοῦτο ἐνόσῳ ἦτο ἐν τῇ Κυβερνήσει.

§69ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ποία εἶναι ἡ διαφορά;

§70ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ διαφορὰ εἶναι, ὅτι ἡ μὲν παρελθοῦσα Κυβέρνησις τὴν αὔξησιν ἐκανόνισεν ὡς σύστημα, κατ’ αὐτὴν, μεμελετημένον, μέλλον νὰ ἰσχύσῃ ὡς νόμος τοῦ Κράτους ἐπὶ περίοδόν τινα χρόνον· ἡμεῖς δὲ ὑπεβάλομεν τὴν αὔξησιν, οὐχὶ διότι ἐνομίζομεν, ὅτι πρέπει ν’ αὐξήσωσι τὰ τέλη, ἀλλὰ διότι ἠναγκάσθημεν νὰ φέρωμεν μέτρον προσωρινὸν, καὶ δὲν ἠδυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν παρὰ μόνον τὸ μέσον τὸ ἀναγνωριζόμενον ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης καὶ θεωρούμενον ὡς προσωρινὸν μέτρον, τουτέστι τὴν κατ’ ἀνάγκην αὔξησιν ἐπὶ τῆς ὑπαρχούσης βάσεως.

§71Α. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Κύριε πρόεδρε, τὸν λόγον.

§72ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Χθὲς ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος περιῆλθεν εἰς ἀντίφασιν, ὁμιλῶν περὶ τοῦ σίτου, σήμερον δὲ περιέπεσε πάλιν εἰς ἄλλην· δὲν ἐπανέλαβε τὰ περὶ σίτου, διότι κατεδείχθη ἡ ἀντίφασις, ἀλλ’ ἰσχυρίσθη, ὅτι ἡμεῖς δὲν ἐπρονοήσαμεν περὶ τῆς ξυλείας. Τὸ νομοσχέδιον ὅμως τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως, ὄχι μόνον ἐπεβάρυνε σπουδαιότατα τὴν ξυλείαν, ἀλλ’ ἐπέβαλε φόρον καὶ εἰς ἐκείνην τὴν ξυλείαν, εἰς ἣν δὲν ἦτο ἐπιβεβλημένος.

§73Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε πρόεδρε, τὸν λόγον.

§74ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βλέπω, ὅτι ἔκαμα κακὰ νὰ ὁμιλήσω. (Ἱλαρότης.)

§75Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον πάντοτε ἀκολουθεῖτε, ἐπιτιθέμενος, δὲν πρέπει νὰ σᾶς ἀπαρέσκῃ.

§76ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἤκουσα τί εἴπετε, ὅπως σᾶς ἀπαντήσω.

§77ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν ἐλάττωσιν δὲν τὴν ἐλάβετε ὑπ’ ὄψιν· πρέπει νὰ τὴν λάβητε, διὰ νὰ ἦσθε δίκαιος.

§78ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ σᾶς ἀδικήσω. Παρατηρῶ, ὅτι «αἱ δοῦγαι, τὰ μαδέρια», τὸ ἐπὶ τῶν ὁποίων τέλος εἶχε καταργηθῆ, χάριν τῆς γεωργίας, ὅπως γνωρίζετε, διὰ τοῦ συστήματος τοῦ κ. Παπαμιχαλοπούλου, φορολογοῦνται Ἡμεῖς διὰ τῶν αὐξήσεων δὲν φορολογοῦμεν ταῦτα, τὰ ὁποῖα εὕρομεν ἀφορολόγητα, διότι ταῦτα εἶναι κατὰ μέγα μέρος φόρος ἐπὶ τῆς σταφίδος.

§79ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ δοῦγαι χρησιμεύουν διὰ τὴν σταφίδα;

§80ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βεβαίως, εἰς τὰ βαρέλια, διὰ τῶν ὁποίων μεταφέρουσι τὴν σταφίδα.

§81ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ δοῦγαι δὲν χρησιμεύουν μόνον διὰ τὴν σταφίδα.

§82ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ τοῦτο γνωρίζω, ὅτι σταφιδοκτήμονες ἦσαν οἱ ζητήσαντες τὴν κατάργησιν καὶ ἐπιτυχόντες αὐτήν. Προτείνεται καὶ ἡ ἐλάττωσις τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς ναυπηγησίμου ξυλείας, τοῦτο δὲ ἠχεῖ λαμπρότατα, καὶ ὁ κ. Δουζίνας τὸ ἐθεώρησεν ὡς εὐεργέτημα· ἀλλ’ ἡ χαρὰ τοῦ κ. Δουζίνα δὲν θὰ διαρκέσῃ ἐπὶ πολύ. Ὅτε ἤκουσε τὸν κ. βουλευτὴν ἐκ Σύρου, λέγοντα, ὅτι ἐφέραμεν τὸ τελευταῖον τραῦμα εἰς τὴν ναυτιλίαν, θὰ ἐνόμισε τῷ ὄντι ὅτι ἡ προηγουμένη Κυβέρνησις ἀπεδείχθη εὐεργέτις. Ἀλλ’ ὁποία ἡ εὐεργεσία πρὸς τὴν ναυτιλίαν, διὰ τοῦ μέτρου τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως; Ἀκούσατε (ἀναγινώσκει)...... Αὕτη εἶναι ἡ εὐεργεσία· ἡ δὲ προσθήκη, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς προτείνομεν ἐπὶ ἁπάσης τῆς ναυπηγησίμου ξυλείας τῆς Ἑλλάδος, εἶναι ἐκ δραχμῶν 3,500· τοῦτο εἶναι, κατὰ τὸν κ. Μπούμπουλην, καίριον τραῦμα κατὰ τῆς ναυτιλίας τῆς Ἑλλάδος! Νομίζω, ὅτι ἐκ τούτων δύναται νὰ συμπεράνῃ ἡ Βουλή, ὅτι πάντα ταῦτα τὰ κατὰ τῶν μέτρων ἡμῶν λεγόμενα εἶναι μὲν ἴσως ῥητορικὰ σχήματα, οὐσιαστικὴν ὅμως ἀξίαν δὲν ἔχουσι, καὶ ἑπομένως ὀφείλομεν νὰ φειδώμεθα τοῦ χρόνου. Ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος προτείνει ἐλάττωσιν τοῦ τέλους ἐπὶ 4 εἰδῶν, αὐτῶν ἐκείνων τῶν εἰδῶν, πλὴν ἑνός, τῶν ὁποίων ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις εἶχε διὰ διατάγματος αὐξήσει τὸ τέλος, καὶ τοῦ σίτου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐπρότεινεν αὔξησιν τέλους.

§83ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ κατ’ ἀναλογίαν τινά.

§84ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅπως εἶπον, ἐγὼ ἀποδέχομαι κατ’ ἀρχήν, ὅτι πρέπει νὰ ἐλαττωθῶσί τινα τῶν τελῶν, τῶν ὁποίων προτείνεται ἡ αὔξησις, παραδέχομαι ὅτι ὄχι μόνον δὲν πρέπει ν’ αὐξήσωσιν, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐλαττωθῶσι· προέτεινον ὅμως καὶ ἐπιμένω εἰς τὰς αὐξήσεις, διότι ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον πρόκειται ν’ αὐξήσωμεν τὸ τέλος, δὲν ἐπιτρέπει ἤδη τὴν ἐξέτασιν, ἥτις δύναται νὰ γείνῃ ἐν συνόλῳ, οὐδὲ παραδέχομαι τὴν ἰδέαν τοῦ κυρίου Παπαμιχαλοπούλου, ὅτι διὰ μικρῶν τροποποιήσεων ἠδύνατο νὰ φέρῃ ἡ Κυβέρνησις νέον δασμολόγιον· πρὸς τοῦτο ἔχομεν ἀνάγκην χρόνου τοὐλάχιστον 6 μηνῶν. Παραδέχομαι ὅμως, ὅτι θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ γείνῃ ἐλάττωσίς τινων ἐκ τῶν τελῶν ἐκείνων, καὶ ἂν ἡ Βουλὴ φρονῇ, ὅτι πρέπει νὰ ἐπέλθῃ ἐλάττωσις, θὰ ψηφίσῃ σήμερον ἢ αὔριον ὡς πρὸς τὰ τρία εἴδη, τὸν καφὲν, τὴν ζάκχαριν καὶ τὸ πετρέλαιον. Καὶ ὡς πρὸς μὲν τὸ πετρέλαιον εἶμαι τῆς ἰδέας, ὅτι ἐφορολογήθη ὑπερβαλλόντως· ὡς πρὸς τὴν ζάκχαριν ὅμως νομίζω, ὅτι τὰ στοιχεῖα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὁ κ. Φιλήμων ἠθέλησε νὰ στηρίξῃ τὴν γνώμην του, εἶναι ἀκριβῆ, ἀλλὰ δὲν εἶναι τὰ μόνα. Δὲν ἀρκεῖ μόνον νὰ εἴπωμεν, ὅτι τὸ τέλος φθάνει εἰς 50, εἰς 70, εἰς 100, εἰς 150%, διὰ νὰ εἴπωμεν, ὅτι τὸ τέλος εἶναι κακόν. Ἐν Ἀγγλίᾳ, ἔνθα ἐπικρατεῖ ἡ ἐλευθερία τοῦ ἐμπορίου, ὑπάρχουσι φόροι βαρύτατοι, 100%· καὶ ἐπειδὴ γίνεται λόγος περὶ τούτου, τὸ μὲν πετρέλαιον εἶναι ἐντελῶς ἀφορολόγητον, ἡ δὲ ζάκχαρις ἐφορολογεῖτο βαρύτατα, ἠλαττώθη δὲ κατὰ τὸ ἥμισυ, καὶ μετὰ 3 ἔτη κατηργήθη καὶ τὸ ἕτερον ἥμισυ, ἔμειναν δὲ 6 εἴδη φορολογούμενα σήμερον· ἀλλ’ ἐννοεῖται, ἐὰν ἀπὸ 6 εἰδῶν ἀπολαμβάνῃ ἡ Ἀγγλία 5–6 ἑκατομύρια λιρῶν, πόση πρέπει νὰ ἦναι ἡ φορολογία τῶν εἰδῶν τούτων. Ἡ ζάκχαρις ὅμως ἐν Ἑλλάδι φορολογεῖται ὀλιγώτερον σχεδὸν ἢ παντοῦ ἀλλοῦ, διότι κατὰ καντάριον ἐν Ἑλλάδι φορολογεῖται 7 σελίνια, ἐν Ῥωσσίᾳ 31, ἐν Σουηδίᾳ 15, ἐν Νορβηγίᾳ 21, ἐν........ Βλέπετε, ὅτι παντοῦ ἐπιβάλλεται τὸ διπλοῦν καὶ τετραπλοῦν τοῦ φόρου τοῦ παρ’ ἡμῶν ἐπιβαλλομένου. Δὲν θὰ εἴπῃ τοῦτο, ὅτι ἀπολύτως πρέπει ἡμεῖς νὰ θεωρήσωμεν, ὅτι ὁ φόρος τῆς ζακχάρεως εἶναι ἐλαφρὸς καὶ πρέπει νὰ τὸν αὐξήσωμεν· πιθανὸν, κατὰ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς παραδεχόμεθα, νὰ πρέπῃ νὰ τὸν ἐλαττώσωμεν, ἀλλ’ αὐτὰ δὲν εἶναι θέματα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐξετάσωμεν τώρα, οὔτε τὸ θέμα εἶναι τοιοῦτον, ὅπως εἴπωμεν, ὅτι κατ’ ἐξαίρεσιν δύναται νὰ γείνῃ λόγος περὶ τῆς ζακχάρεως. Ὡς πρὸς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἄνδρου περὶ ἐλαττώσεως τοῦ φόρου τοῦ ἀλεύρου εἰς 4 λεπτὰ, παρατηρῶ, ὅτι σήμερον οἱανδήποτε αὔξησιν καὶ ἂν ἐπιβάλωμεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου, οὐδὲν πράττομεν. Ἡ αὔξησις κατὰ 13% εἶναι ὅλως φαινομενική, διότι ἄλευρα δὲν εἰσάγονται ἐν Ἑλλάδι· ὁ φόρος ὁ ὑφιστάμενος εἶναι φόρος ἀπαγορευτικός· ἑπομένως, ὅσον καὶ ἂν τὸν αὐξήσητε, μένετε εἰς τὸ αὐτὸ, ἡ ἀπαγόρευσις δὲν δύναται ν’ αὐξήσῃ. Ἦτο ἐπιθυμητὸν ὁ φόρος οὗτος νὰ ἠλαττοῦτο, καὶ νὰ ἠναγκάζοντο οἱ ἡμέτεροι ἀλευρόμυλοι νὰ συναγωνίζωνται πρὸς τὰ ἔξωθεν εἰσαγόμενα· τοῦτο ὅμως δὲν ἠδυνάμεθα νὰ πράξωμεν μονομερῶς, πρέπει καὶ τοῦτο νὰ περιληφθῇ ἐν τῷ γενικῷ δασμολογίῳ, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ εἰσαγάγῃ ἐν τῇ προσεχεῖ συνόδῳ τῆς Βουλῆς, ἵνα συνδυάσῃ τοῦτο πρὸς τ’ ἄλλα ἐν τῷ δασμολογίῳ ληφθησόμενα μέτρα. Ἡ ἰδέα περὶ ἐλαττώσεως τοῦ φόρου ἐν Ἑπτανήσῳ μόνον, εἶναι ἀπραγματοποίητος, διότι θ’ ἀπῄτει τὴν σύστασιν τελωνιακῆς γραμμῆς μεταξὺ Ἑπτανήσου καὶ τῆς ἄλλης Ἑλλάδος, καὶ ἡ σύστασις τοιαύτης γραμμῆς θ’ ἀπεῤῥόφα τὴν ὠφέλειαν, τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος θ’ ἀπήλαυεν ἐκ τῆς ἐλαττώσεως. Τώρα θὰ σᾶς εἴπω τὸν ὑπολογισμὸν τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας· μένει διαφορὰ μόνον 27 δραχμῶν. Κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1867, πρὸς 5%, ἀφαιρέσει τοῦ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου τῶν 28,000,000 ποσοῦ, ἔχομεν ἐπὶ 12,200,000 ἐξ εἰσαγωγικῶν τελῶν, ἀφαιρουμένων διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου τῶν 28,000,000, 2,632,000· ἔχομεν ἐπὶ 9,560,000 δραχμὰς 478,000· ἰδοὺ τὸ πρῶτον. Ἔχομεν σήμερον ἐπὶ 12,200,000 τέλος πρόσθετον, κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1878, 10%, τὸ ὁποῖον δίδει 1,220,000· ἑπομένως ἀμφότερα ταῦτα μᾶς δίδουσιν 1,698,000. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι οὔτε πρόκειται ν’ αὐξήσωμεν, οὔτε νὰ ἐλαττώσωμεν. Ἀλλ’ ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος ἔκαμε σφάλματά τινα εἰς τοὺς ὑπολογισμούς του, διότι πρῶτον ἠθέλησε τὸ πρόσθετον τοῦτο 13% ν’ ἀποφέρῃ καὶ ὑπὲρ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας ποσόν· τότε ὅμως δὲν πρόκειται περὶ ζημίας τοῦ ταμείου, ἀλλὰ περὶ μὴ μετοχῆς τοῦ ταμείου εἰς τὴν αὔξησιν, ἑπομένως οὔτε ὠφελοῦμεν, οὔτε βλάπτομεν τὸ ταμεῖον. Ἔκαμεν ὅμως καὶ ἕτερον λάθος ὁ κύριος Παπαμιχαλόπουλος· ὑπελόγισεν εἰς τὸ κεφάλαιον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου λαμβάνομεν τὸ ποσοστὸν τῆς ὁδοποιΐας, καὶ τὸ ποσοστὸν τοῦτο, ἑπομένως φορολογεῖ καὶ τὸ ποσοστὸν τῆς φορολογίας κατὰ 10%. Ἤδη ἐπιβάλλομεν 11% ἐφ’ ὅλων τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν, ἅτινα νῦν μὲν ἀνέρχονται μετὰ τῶν δικαιωμάτων τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας εἰς 13,220,000, διὰ τῆς τροπῆς δὲ εἰς νέας δραχμὰς εἰς 15,030,000, ἤτοι θέλει λάβει τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας πρὸς 11% 1,653,300, προσθέτομεν καὶ τὰς 45,000 καὶ ἔχομεν 1,698,300, ἀπέναντι 1,698,327, τουτέστι διαφορὰ 27 δραχμῶν. Ἰδοὺ ἡ ἀληθὴς κατάστασις, ἐξ ἀντιπαραβολῆς τῶν δύω. (Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 12 καὶ 10 μ. μ.) Ὥρα 3 μ. μ.

§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις.

§86Α. ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Κύριοι, ἐῤῥέθη, καὶ πολὺ εὐλόγως, ὅτι ὁ καιρὸς ἐπείγει. Ἀλλοίμονον εἰς ἐκεῖνον, ὅστις νομίζει, ὅτι δύναται νὰ σταματήσῃ τὸ ῥεῦμα τοῦ χρόνου. Ἀλλ’ ἐνῷ ὑποτασσόμεθα εἰς αὐτὸν τὸν νόμον τῆς φύσεως, ὑπάρχει καὶ ἄλλος νόμος, νόμος τῶν ψυχῶν, ὅστις μᾶς ἐμπνέει ἰδέαν πολὺ ἰσχυροτέραν, ὅτι καὶ ἡ τελευταία στιγμὴ πρέπει νὰ καταναλίσκηται πρὸς ὑπεράσπισιν τῶν δικαίων τοῦ λαοῦ. Εἶπεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ἀποτεινόμενος πρὸς ἕνα τῶν πρώην ὑπουργῶν, ὅτι δὲν τῷ μένει καιρὸς διὰ μετάνοιαν· ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὑπάρχει καιρὸς πάντοτε διὰ μετάνοιαν. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἐνόμισε προσέτι, ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑπερασπίσῃ ἑαυτὸν διὰ τὴν μομφὴν, ἥτις ἐῤῥέθη ἐδῶ ἢ ἀλλοῦ, δὲν ἠξεύρω, ὅτι μέτρα τινὰ, τὰ ὁποῖα ἐπρότεινεν ὡς Κυβέρνησις, εἶχον δῆθεν δημοκοπικὸν χαρακτῆρα. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς ὤφειλε νὰ γνωρίζῃ πάντοτε, ὅτι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλουν αἱ περιστάσεις, εἶναι ὑπεράνω ὅλων τῶν πρωθυπουργῶν καὶ ὅλων τῶν ὑπουργῶν. Ὑπάρχει ῥεῦμά τι περιστάσεων, τὸ ὁποῖον ἀναγκάζει τοὺς πολιτικοὺς νὰ ὑποχωρήσουν. Ἐὰν δὲν ἦτο αὐτὸ τὸ ῥεῦμα, ὅπως καὶ πρότερον, οὕτω καὶ νῦν, δὲν ἤθελε πέσει ἡ δεκάτη. Ἀλλὰ τὸ ῥεῦμα αὐτὸ εἶναι ἰδεῶν ῥεῦμα, τὸ ὁποῖον συνέτριψε τὰ ὀστᾶ τῆς δεκάτης καὶ οἱ ὑπουργοὶ δὲν ἐχρησίμευσαν παρὰ ὡς ἐπικήδειοι ἄρχοντες αὐτῆς. Ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους κατηγοροῦν ἐπὶ δημοκοπίᾳ, ἂς τὸ ὁμολογήσωσιν, εἶναι ὄργανα μιᾶς νέας ἰδέας ἀνωτέρας αὐτῶν. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἐν τῷ λόγῳ αὐτοῦ ἐπεκαλέσθη τὴν ἐπιστήμην. Τοιουτοτρόπως δὲ εἰσέρχεται ἡ συζήτησις ἐντὸς κύκλου, ὅστις, νομίζω, ὅτι εἶναι ἄξιος νὰ ἑλκύσῃ τὴν ἰδιαιτέραν ὅλων προσοχήν. Ἀλλ’ ἡ ἔννοια αὕτη ἔχει ὅρον ἀναπόφευκτον, διότι ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὂν πεπερασμένον, καταφεύγει εἰς τὸν νόμον τῆς εἰδικότητος, καὶ οἱ λαοὶ ἐμπιστεύονται εἰς τὴν εἰδικότητα, ἀφίνοντες τοῖς προϊσταμένοις τὴν παίδευσιν τὴν ἐγκυκλοπαιδικήν. Διότι δύναταί τις νὰ ἦναι ἐγκυκλοπαιδικὸς πρωθυπουργός, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχῃ καὶ ἀνθρώπους εἰδικούς, διὰ νὰ τὸν σώζουν τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν πρόκειται νὰ ῥίψῃ τὸ σκάφος εἰς τὸν σκόπελον ἢ νὰ πέσῃ εἰς τὰ βαθέα τῶν ὑδάτων. Ἀφοῦ δὲ πρόκειται περὶ ἐπιστήμης, ἤθελον ἐρωτήσει οἱονδήποτε ἐκ τῶν κυρίων τούτων τῆς κυβερνήσεως, κρατῶν τὸ νομοσχέδιον ἀνὰ χεῖρας, εἰς ποίαν ἐπιστήμην στηρίζεται ἡ ἀσυγχώρητος ἀντινομία αὐτοῦ, τὴν ὁποίαν βλέπω μεταξὺ τοῦ τρίτου στίχου καὶ τοῦ προτελευταίου; Ἐν μὲν τῷ ἄρθρῳ πρώτῳ ὑπολογίζει τὸν ἐκ τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν ὁδικὸν φόρον τοῦ ΨΙΓʹ νόμου τοῦ 1878, ὅτι (ἀναγινώσκει) «θέλει ὑπολογίζεσθαι καὶ πληρώνεσθαι εἰς δραχμὰς νέας·» ἐν δὲ τῷ ἄρθρῳ τετάρτῳ καταργεῖ τὸ ἐδάφιον ἐκεῖνο τοῦ νόμου τούτου, ὅπερ ἐπιβάλλει τὸν φόρον αὐτόν. Ποῖοι νόμοι τῆς ἐπιστήμης ἐπιβάλλουν τὴν μεταξὺ εἴκοσι στίχων ἀντινομίαν αὐτήν; Ἔστω τοῦτο ὡς δεῖγμα χαρακτηριστικόν. Ἀλλά, κύριοι, ἀπ’ αὐτοῦ τοῦ δείγματος ἂς μεταβῶμεν εἰς τὴν γενικὴν ἐπισκόπησιν τοῦ ὅλου προκειμένου θέματος. Δὲν εἶναι ἄπο σκοποῦ νὰ ἐξετάσωμεν δι’ ὀλίγων τὴν οἰκονομικὴν ἔννοιαν τοῦ τελωνιακοῦ δασμοῦ, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς μεγάλους πληθυσμούς. Ἐν Ἀθήναις γνωρίζομεν εἰς τὴν ἀρχαίαν ἐποχὴν, ὅτι ὁ τελωνιακὸς δασμὸς ἦτο πεντηκοστή, τουτέστι 2%. Ὅταν δὲ οἱ Ῥωμαῖοι ἐδίωξαν τοὺς βασιλεῖς των, πρῶτον ἔργον αὐτῶν ἦτο νὰ καταργήσουν τὸ τελώνιον. Καὶ ἀνεβίωσε μὲν τοῦτο κατόπιν, οἱ δὲ αὐτοκράτορες τὸ ἀνεβίβασαν εἰς 5%, ἀλλὰ καὶ αὐτὸ τὸ 5% ὑπῆρξε τόσον ἐπαχθὲς, ὅσον ὅλοι γνωρίζετε τὴν ἱστορίαν τῶν τελωνῶν τῆς Ῥωμαϊκῆς ἐκείνης περιόδου. Ἐὰν ἀπὸ τῆς ἱστορικῆς ταύτης κλίμακος ἔλθωμεν εἰς τὰ νῦν συμβαίνοντα ἐν Ἑλλάδι, ποῦ εἶναι ἐκείνη ἡ πεντηκοστὴ τῶν ἀρχαίων δημοκρατικῶν χρόνων τὸ 2%; δὲν ὑπάρχει. Πολιτιζόμενοι, προβιβαζόμενοι ἐν τῷ νεωτέρῳ συστήματι, πρέπει νὰ πληρώσωμεν περισσότερα, παρὰ τὸν καιρόν, καθ’ ὃν ἐδημοκρατούμεθα! Σήμερον, κύριοι, θὰ πληρώσωμεν οὐχὶ πλέον τὸ πεντηκοστόν, ὅπως ἐπὶ τῶν ἀθανάτων ἐκείνων χρόνων· θὰ πληρώσωμεν οὐχὶ τὸ εἰκοστόν, ὅπως ἐπὶ τῶν Ῥωμαϊκῶν, ἀλλὰ θὰ πληρώσωμεν τὸ τέταρτον ὡς ἐπὶ τοῦ καφέ, τὸ τρίτον ὡς ἐπὶ τοῦ πετρελαίου. Δὲν εἶναι ἄτοπον οἱ λαοὶ ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν νὰ συνδυάζουν τὰ διεστῶτα τῆς οἰκονομικῆς ἱστορίας των, διὰ νὰ προχωρῶσιν εἰς περαιτέρω ἔρευναν τοῦ μέλλοντός των. Οἱ ἐκ τῶν τελωνιακῶν δασμῶν ὑπολογισμοί, τόσον τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως, ὅσον καὶ τῆς παρούσης, συναντῶνται εἰς τὸ εἰσπράξιμον ποσὸν τῶν δραχμῶν 12,200,000 περίπου. Ἀλλ’ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις αὐξάνει τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν τελωνιακῶν δασμῶν κατὰ 12% διὰ τοῦ ὑπολογισμοῦ τῆς παλαιᾶς δραχμῆς, ἥτις σύγκειται ἐξ 100 λεπτῶν, εἰς νέαν δραχμὴν λεπτῶν 112. Τὸ 12% λοιπὸν αὐτό, ὡς ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἀπὸ τοῦ βήματος ἀνέπτυξεν, ἀναβιβάζεται ὑπ’ αὐτοῦ εἰς 1,600,000 δραχμάς, δυνατὸν δὲ καὶ εἰς 2,000,000. Ὥστε πρόκειται περὶ ὁλικοῦ στρογγύλου ἀριθμοῦ 14,000,000 δραχμῶν τελωνιακοῦ δασμοῦ, τὰ ὁποῖα θὰ τὰ πληρώσῃ ὁ ἑλληνικὸς πληθυσμός, ὅπως ἀπεγράφη οὗτος κατὰ τὸ 1879, δηλαδὴ θὰ τὰ πληρώσουν 1,679,000 Ἕλληνες. Ἂς κατασκευάσωμεν ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ τούτου, πρὸς 5 ἄτομα τὴν οἰκογένειαν, τὸν ὅλον ἀριθμὸν τῶν οἰκογενειῶν, ἰδοὺ, ὅτι 335,000 περίπου οἰκογένειαι πρέπει νὰ πληρώσουν τὰ 14 ἑκατομμύρια τῶν τελωνιακῶν βαρῶν. Ἀναλογοῦσι, κύριοι, πρὸς ἑκάστην 42 ἢ 43 περίπου δραχμαὶ (θόρυβος). Φαίνεται εἰς ὑμᾶς βαρὺς ὁ κανὼν οὗτος καὶ δὲν ἔχετε ἄδικον. Δὲν πρόκειται νὰ ὑπολογίσωμεν νῦν τί θὰ πληρώσῃ ἐκ τοῦ νέου προσθέτου φόρου ὁ Ἑλληνικὸς πληθυσμὸς, ὡς ὑπέλαβον φωναί τινες. Ἡμεῖς ἐδῶ εἴμεθα, ἵνα περιλάβωμεν τὴν ὅλην ἔννοιαν τὴν φορολογικήν· δὲν εἴμεθα ὑπόχρεοι ν’ ἀκολουθήσωμεν τὸ ἅρμα οὐδενός· εἴμεθα κύριοι ἐντὸς τῆς οἰκίας αὐτῆς, ἢ κάλλιον εἰπεῖν ἐπίτροποι τοῦ κυρίου αὐτῆς, ὅπερ μᾶς καθιστᾷ καὶ μᾶλλον ὑπευθύνους. Ἀλλὰ γνωρίζετε τίς ἰδιαιτέρως θὰ πληρώσῃ τὰ 14 αὐτὰ ἑκατομμύρια; Ἂς ἐπανέλθωμεν, κύριοι, εἰς τὴν θεμελιώδη ἀρχὴν, ἥτις ποτὲ δὲν πρέπει νὰ φεύγῃ ἀπὸ τὴν μνήμην οὐδενὸς πολίτου, ἀπὸ τὴν κρίσιν οὐδενὸς πολιτικοῦ. Εἶναι ἡ αἰωνία ἐκείνη ἀντίθεσις τῶν πενήτων καὶ τῶν πλουσίων, τῶν ἀπόρων καὶ τῶν εὐπόρων, τῶν δυστυχῶν καὶ τῶν εὐτυχῶν· καὶ θέλετε ἰδεῖ, ὅτι αὐτὰ τὰ 14 ἑκατομμύρια θὰ πληρώσουν κατὰ 90% οἱ μικροὶ καὶ ἀσθενεῖς, τὰ μεγάλα τῶν ἀνθρώπων πλήθη. Διότι τί εἶναι ὁ τελωνιακὸς δασμός; Εἶναι, διὰ νὰ φέρητε τὸ ἀποτέλεσμα τῆς πληρώσεως τοῦ δημοσίου ταμείου, εἶναι ἡ χεὶρ τοῦ φορολόγου, ἥτις ἐκτείνεται εἰς τὰ μικρότερα τοῦ πολλοῦ κόσμου βαλάντια. Τοῦ δὲ ὀλίγου, τοῦ ἰσχυροῦ κόσμου τὰ βαλάντια εἶναι σκληρὰ καὶ γνωρίζουν τὴν τέχνην νὰ ῥίπτουν τὴν φορολογικὴν χεῖρα πρὸς τοὺς ἀσθενεῖς, τοὺς ὁποίους πιέζει ἡ ἀνάγκη. Πρᾶγμα περίεργον! Πολὺ περισσότερα εἰσπράττετε ἀπὸ τοὺς ὀλίγον ἔχοντας παρὰ ἀπὸ τοὺς πολλά. Ὁ τελωνιακὸς τῆς εἰσαγωγῆς δασμὸς εἶναι διὰ τοὺς μεγάλους τῆς κοινωνίας ἀριθμοὺς κατεσκευασμένος.

§87ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. .... (θόρυβος).

§88ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Παρατηρῶ εἰς τὴν φωνὴν, ἥτις μὲ διακόπτει, ὅτι βεβαίως ἔχει ἄδικον.

§89ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ μὴ σᾶς ἀκούω (θόρυβος).

§90ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Βεβαίως, ἂν θέλητε νὰ μὴν ἀκούητε, εἶσθε ἐλεύθερος νὰ μὴν ἀκούητε. Ἀλλ’ ἡ συζήτησις ἡ νόμιμος εἶναι ἀπ’ ἐδῶ (δεικνύει τὸ βῆμα)· καὶ ἀπὸ θέσιν δὲ ὀρθὴν δύναταί τις νὰ ὑπολάβῃ τὸν λόγον. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὁ ὁμιλῶν ἀντιπροσωπεύει τὸ πνεῦμα τῆς Βουλῆς· ὅταν θέλητε νὰ ὁμιλῆτε ἢ νὰ διακόπτητε, ἐγερθῆτε τοὐλάχιστον ὄρθιος καὶ ἐνθυμηθῆτε, ὅτι πρέπει νὰ ζητήσητε τὴν ἄδειαν ἢ ἐμοῦ ἢ τοῦ προέδρου. (Θόρυβος.) Συμβαίνει λοιπὸν, κύριοι, ἐν τῇ φορολογίᾳ ταύτῃ τοῦ τελωνιακοῦ δασμοῦ ἐκεῖνο, ὅπερ λέγει τὸ Εὐαγγέλιον «τῷ ἔχοντι δοθήσεται, τῷ δὲ μὴ ἔχοντι καὶ ὃ ἂν ἔχῃ ἀφαιρεθήσεται ἀπ’ αὐτοῦ.» Τὸ ¼ τοῦ εἰσοδήματος τοῦ ἐργάτου τὸ λαμβάνει ὁ φορολόγος διὰ τοῦ τελωνιακοῦ δασμοῦ καὶ τῶν λοιπῶν ἐμμέσων φόρων. Διότι, ἐὰν ἀφαιρέσητε ἀπὸ τὰς ἡμέρας τοῦ ἐργάτου 110 περίπου ἑορτάς, προσθέσητε δὲ καὶ τὰς ἡμέρας, καθ’ ἃς δὲν ἔχει ἐργασίαν, μόλις ὁ ἐργάτης ἀπολαμβάνει καθ’ ὅλον τὸ ἔτος 200 περίπου ἡμερομίσθια. Κὰν κατὰ μέσον ὅρον ὑπολογίσητε δύο δραχμὰς καθ’ ἕκαστον ἡμερομίσθιον ἢ 2½, ἐν τῇ μεγάλῃ ποικιλίᾳ αὐτῶν, θέλετε κατασκευάσει ποσότητα 400 περίπου δραχμῶν, τὰς ὁποίας ἐσοδεύει ὁ ἐργάτης καθ’ ὅλον τὸ ἔτος, ἵνα θρέψῃ τὴν οἰκογένειάν του. Ἀφαιρέσατε ἐκ τοῦ εἰσοδήματος αὐτῆς τὰς 42 δραχμὰς τοῦ τελωνιακοῦ δασμοῦ τῆς ὑπάρξεώς της, εἰς τροφὰς καὶ ἐνδύματα, ἀφαιρέσατε ἴσον ποσὸν, ὅπερ θυσιάζει εἰς τὴν λοιπὴν ἀκολουθίαν τῶν παντοειδῶν ἐμμέσων φόρων, ἰδοὺ ὅτι ἐκ τοῦ ἐργατικοῦ εἰσοδήματος τῶν 400 δραχμῶν τὰς 100 περίπου ἀπεῤῥόφησε τὸ δημόσιον καὶ τὸ δημοτικὸν ταμεῖον, ἐνῷ ὁ εὔπορος, ὁ πλούσιος δὲν καταβάλλει εἰς αὐτὸ οὔτε τὸ 1/20 οὔτε τὸ 1/30 τῆς ἐνιαυσίας προσόδου του. Ἕν φάσμα μόνον ἔχουν οἱ τελωνιακοὶ δασμοὶ, καθὼς καὶ οἱ ἔμμεσοι φόροι, ὅτι ἀπατοῦν τὸν λαόν. Ἐπειδὴ πληρόνονται κατὰ μικρὰ ποσὰ, ἐπειδὴ συγχέονται ἐν τῇ τιμῇ τῶν ἐμπορευμάτων καὶ τῶν προμηθειῶν, δὲν γινώσκει ὁ φορολογούμενος τίς τὸν φορολογεῖ, καὶ δὲν γνωρίζει πόθεν προέρχεται ἡ μάστιξ. Ὀργίζεται κατὰ τοῦ παντοπώλου καὶ δὲν βλέπει τὸν κινοῦντα αὐτὸν διοικητικὸν δάκτυλον. Ἀλλ’ ἡ ἀλήθεια εἶναι, ὅτι ὁ λαὸς πληρόνει τὰ λάθη τῶν διοικητῶν του. Ὑπάρχει ἔλλειμμα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ; Ὁ φόρος πρέπει νὰ τὸ πληρώσῃ, καὶ μεταξὺ τῶν φόρων ὁ τελωνιακὸς εἶναι ὁ εὐκολώτερος εἰς τὴν διαχείρισιν τῆς ἐπιδεξιότητος. Οἱ μικροὶ πληθυσμοὶ ἂς ἑτοιμάζωσι τὴν ῥάχιν των, ἐνῷ οἱ προϊστάμενοί των ῥέουν πάντοτε ὡς τὸ ἔλαιον ἐπὶ τῆς λείας τοῦ ὕδατος ἐπιφανείας. Αὐτὴ εἶναι, κύριοι, ἡ κατάστασις. Ἐκ τῶν 14,000,000 δραχμῶν, περὶ ὧν πρόκειται, τὰ 12,000,000 εἶναι εἰς βάρος τῶν μικρῶν. Εἶναι φόρος ἀνάγκης. Ἐρχόμενος οὕτω εἰδικώτερον εἰς τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου τὴν μελέτην παρατηρῶ, ὅτι εἰς δύο τινὰ κεφάλαια δύναται αὕτη νὰ διαιρεθῇ· τὸ πρῶτον κεφάλαιον ἀφορᾷ τὴν φορολογίαν τῶν πρώτων τῆς βιομηχανίας ὑλῶν, τὰς ὁποίας τὸ ὑπουργεῖον δὲν δύναται, παρὰ νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι φορολογεῖ· τὸ δεύτερον κεφάλαιον ἀφορᾷ εἰς τὴν φορολογίαν τῆς πρώτης ἀνάγκης τῶν ἀπαραιτήτων, ἤτοι ἐφοδίων τῆς ζωῆς. Δὲν χρειάζεται, νομίζω, πολὺς κόπος ν’ ἀποδειχθῇ ἡ βιομηχανικὴ ἁμαρτία τοῦ πρώτου κεφαλαίου, διότι παρατηρῶ ἐν τῷ ὑπ’ ὄψιν συστήματι τοῦ τελωνιακοῦ δασμοῦ, τῆς 12% ἤτοι ἀνεξαιρέτως ἐπιβαρύνσεως τῆς τελωνιακῆς φορολογίας, ὅτι θυσιάζονται οἱ στοιχειωδέστεροι τῆς βιομηχανίας ὅροι. Τὰ δέρματα π. χ, τὰ ὁποῖα εἶναι ἡ ζωὴ σπουδαίας βιομηχανίας ἐν Σύρῳ, φορολογοῦνται αὐστηρότερον, καὶ ὅταν φορολογῆται ἡ πρώτη αὕτη ὕλη τῆς βυρσοδεψικῆς, ἡ ἐπιστήμη σᾶς καταδικάζει. Φορολογεῖτε τὸν σίδηρον, καὶ ἐπιτείνετε τὴν φορολογίαν τῆς διὰ τὴν ἡμετέραν σιδηρουργίαν ἐν πολλοῖς πρώτης κατειργασμένης ὕλης αὐτοῦ, φορολογεῖτε τὴν ξυλείαν, ἥτις εἶναι πρώτη ὕλη σπουδαίων κατὰ θάλασσαν καὶ ξηρὰν βιομηχανιῶν ἐν Ἑλλάδι, καὶ θέλετε νὰ μὴ σᾶς εἰπῶ, ὅτι σᾶς καταδικάζει ἡ ἐπιστήμη; Αἱ πρῶται ὗλαι εἰς τοὺς πολιτισμένους λαοὺς μένουσιν ἀτελεῖς, ἵνα προάγηται ἡ βιομηχανικὴ αὐτῶν δραστηριότης. Ὑπὸ πᾶσαν ἔννοιαν ἠμαρτάνετε. Ἀλλὰ θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ἁμαρτάνετε ἀκόμη περισσότερον αὐξάνοντες τὸν τελωνιακὸν δασμὸν ἐν τῷ δευτέρῳ θέματι τῶν ἀναγκαίων ἐφοδίων τῆς ζωῆς, εἰς τροφὴν δηλαδὴ, ἐνδυμασίαν κλπ. Διότι νομίζετε, ὅτι οἱ βαρεῖς δασμοὶ εἶναι ἐκεῖνοι, οἵτινες πληροῦσι τὸ βαλάντιον τῆς ἐπικρατείας· νομίζω, ὅτι ἤκουσα ἀπὸ τοῦ στόματος τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ αὐτὴν τὴν ἰδέαν πρὸ ὀλίγων ὡρῶν. Ἀριθμῶν οὗτος τί παρέχει ἐν ἄλλαις χώραις ὁ τελωνιακὸς δασμὸς, ὑπεστήριξεν ἐν τῇ ῥύσει τοῦ λόγου του, ὅτι τὸ κατόρθωμα ἀνήκει εἰς τὴν βαρεῖαν δασμολογίαν. Ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κύριος πρωθυπουργὸς, ἡ ἰδέα αὕτη εἶναι οἰκονομικὸς σολοικισμός.

§91ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶπον ἐγὼ αὐτό· δὲν τὸ ἐνοήσατε.

§92ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Ὡς πρὸς τοῦτο, ἐσπούδασα ὀλίγον τὴν τέχνην τοῦ ἐννοεῖν, τὸ ἔχω δὲ σημειωμένον.

§93ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Δὲν ἠκούσατε καλά....

§94ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς εἶναι παρών. Εἰς μάτην ἀναμιγνύεσθε· δὲν ἔχει ἀνάγκην τῆς ὑποστηρίξεώς σας. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς ὁμιλεῖ καθαρῶς καὶ ἐγὼ τὸ ἤκουσα ἐπίσης. Βεβαιωθῆτε, ὅτι δὲν ὑπάρχει περίπτωσις κηδεμονίας (ἱλαρότης). Θέλετε ἰδεῖ λοιπὸν, κύριοι, ὅτι, ἐνῷ ἐπιβαρύνετε τὴν φορολογίαν, δὲν θὰ κατορθώσητε ν’ αὐξήσητε τὰ εἰσοδήματά σας. Καὶ διατί; Διότι ἐλαττοῦτε τὰς προσόδους τοῦ ἐργαζομένου λαοῦ ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν περισσότερον. Καὶ τώρα μὲν ἀντλεῖτε ὅσον δύνασθε, μετὰ ἓξ μῆνας δὲ θ’ ἀντλήσετε ὀλιγώτερον τοῦ ὅσον ἐπιθυμεῖτε, διότι αἱ ἐργατικαὶ πρόσοδοι θὰ ὀλιγοστεύσουν· μετὰ ἓν ἔτος δὲ ἀκόμη ὀλιγώτερον. Μὴ νομίσητε, ὅτι εἶναι ἀπεριόριστοι οἱ πόροι τῆς ἐπικρατείας· σκάψατε τὸν ἀγρόν σας, θὰ ἔχητε καρποὺς, σκάψατε βαθύτερον θὰ ἔχητε πάλιν καρποὺς, ἀλλ’ ἐὰν προχωρήσητε σκάπτοντες, θὰ κατασκευάσητε πλέον οὐχὶ ἀγρὸν, ἀλλὰ φρέαρ. Καὶ ἂν βλέπετε, ὅτι ἠμποροῦν οἱ ἄνθρωποι νὰ πληρόνουν ἐφ’ ὅσον ἔχουν εἰσόδημα, μὴ νομίσητε, ὅτι ὁ θησαυρὸς αὐτῶν εἶναι ἀνεξάντλητος. Ἡ φορολογία σας ἐν τούτοις προχωρεῖ ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος αὐξάνουσα. Τὰ ποσοστὰ θὰ καταπλημμυρήσωσι τὸν τόπον. Θὰ φθάσητε εἰς τὸν πάτον. Αὐτὴ εἶναι ἡ καθολικὴ ἔννοια τοῦ συστήματός σας. Καὶ ἐπειδὴ ἐπαγγέλλονται τὸν μεταῤῥυθμιστήν τινες ἐδῶ, ἀκούσατε ποίου εἴδους εἶναι οἱ οἰκονομικοὶ μεταῤῥυθμισταὶ τῶν ἀληθῶς προοδευτικῶν ἐπικρατειῶν, διότι ἀδικοῦσιν οἱ κύριοι ἐκεῖνοι ἑαυτούς· δὲν εἶναι πράγματι οἰκονομικοὶ μεταῤῥυθμισταί. Κατὰ τὴν τρίτην δεκαετηρίδα τοῦ παρόντος αἰῶνος ὁ Χούσκισων ἐκήρυξε τὴν ἀρχὴν, ὅτι διὰ μικρῶν δασμῶν πληροῦται ταχύτερον καὶ ἀποτελεσματικώτερον τὸ ταμεῖον τῆς ἐπικρατείας, ἡ διδασκαλία δὲ αὕτη κατὰ τὸ ἔτος 1824 ἐξηνάγκασε τὴν ἐλάττωσιν π. χ. εἰς τὸ ἥμισυ τοῦ δασμοῦ τῆς σακχάρεως ἐν Ἀγγλίᾳ. Καὶ τί νομίζετε, κύριοι; ἐντὸς ὀλίγων ἐτῶν τὸ εἰσόδημα τῆς Ἀγγλικῆς ἐπικρατείας ἀπὸ 420,000 λ. στερλινῶν ἀνέβη εἰς 922,000 λίρας στερλίνας. Ἀλλ’ ἴσως δὲν ἀρέσκει αὐτὸς ὁ φιλόσοφος οἰκονομολόγος· ἂς τὸν ἀφήσωμεν ὑπὸ τὴν σεμνὴν δάφνην του· εἶναι ὄνομα διαπρεπέστατον ἐν τῇ ἱστορίᾳ τῇ οἰκονομικῇ. Ἐν τούτοις δύναταί τις νὰ γαργαλίζηται ἐκ τῆς δόξης ἑνὸς Πήλ. Διατί, κύριοι, δὲν ἀκολουθεῖτε τὰ μαθήματα καὶ τὴν πρακτικὴν τοῦ μεγάλου τούτου ἀνδρός; Ἡμεῖς ἐδῶ ἄνθρωπον ζητοῦμεν· καὶ ἂν δὲν ἦναι πρωτότυπον, διατί δὲν γίνεται ἀντίγραφον, ἂν διὰ τοῦ ἀντιγράφου πρόκηται νὰ σωθῇ ἡ Ἑλλάς; Ἀλλὰ ζητεῖτε τὰ παραδείγματά σας ἐκεῖ ὅπου δὲν λάμπει τὸ φῶς· πρέπει ὅθεν νὰ ἀκούσητε καὶ πάλιν τὴν καταδίκην τῆς ἐπιστήμης. Ὁ Πὴλ ἐκεῖνος κατήργησε τὸν δασμὸν τῶν πρώτων ὑλῶν τῆς βιομηχανίας καὶ τῶν πρώτων ἐφοδίων τῆς ζωῆς· εἰς τὰ 1842 δὲ ἐν Ἀγγλίᾳ ἠλαττώθησαν συλλήβδην τὰ ποσοστὰ τῶν τελωνιακῶν δασμῶν ἀπὸ 18,000,000 εἰς 10,000,000, ἀλλ’ ἐντὸς ὀλίγων ἐτῶν ἀνέβη ἡ εἴσπραξις τῆς Ἀγγλικῆς ἐπικρατείας ἡ ἐκ τῶν τελωνιακῶν δασμῶν εἰς 20,000,000. Βλέπετε τί σᾶς λέγει ἡ ἐπιστήμη, ὄχι ἡ ἀφῃρημένη ἐπιστήμη, ὡς τὴν κατηγοροῦν, ἀλλ’ ἡ πρακτικὴ, ἡ ἐφῃρμοσμένη ἐπιστήμη ὑπὸ τὴν αἰγίδα τῶν μεγαλειτέρων διανοιῶν. Μεταβάλλεται τὸ δασμολόγιον, ἐλευθεροῦνται πλεῖστα φορολογουμένων εἰδῶν, καὶ ἀντὶ νὰ ἐλαττωθῇ τὸ βαλάντιον τῆς ἐπικρατείας γίνεται ὀγκωδέστερον· διατί δὲν ἀκολουθεῖτε τὴν αὐτὴν διεύθυνσιν; Καὶ ἐπειδὴ, κύριοι, ἡ συζήτησις αὕτη συμπίπτει μὲ ἓν ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων γεγονότων, τὰ ὁποῖα συμβαίνουν νῦν ἐν Ἀγγλίᾳ, συμπίπτει, λέγω, μὲ τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἔρχονται ἐκεῖ οἱ φιλελεύθεροι, ἀκούσατε τί λέγει ὁ προϊστάμενος αὐτῶν Γλάδστων ἐπὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον σᾶς ἐνασχολεῖ. Τὸ λέγει δὲ ὄχι σήμερον, διὰ νὰ μὴ νομίσῃ πληγωμένη τις ὑποψία, ὅτι ὑπολανθάνει πολιτικόν τι ἐν τῇ προκειμένῃ συζητήσει, διότι περὶ Ἀρχῆς πλέον δὲν εἶναι ἐδῶ ὁ ἀγών. Ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος διευθύνει σήμερον τὰς τύχας τῆς Ἀγγλίας καὶ ὁ ὁποῖος ἐνδέχεται νὰ ἐπηρεάσῃ καὶ τὰς τύχας τὰς Ἑλληνικὰς, ἰδοὺ τί ἔλεγεν ἐνώπιον τοῦ Ἀγγλικοῦ κοινοβουλίου κατὰ τὸ ἔτος 1861, εἰσάγων ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὸν προϋπολογισμὸν (ἀναγινώσκει): «Ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀντικειμένων, τὰ ὁποῖα ὑπεβάλλοντο τῷ 1845 εἰς τελωνιακὸν δασμὸν, ἀνέβαινεν εἰς 1052. Τῷ 1853 κατέβη εἰς 466. Τῷ 1859 εἰς 419. Ὅταν δὲ αἱ νῦν προτεινόμεναι τροποποιήσεις γείνωσι δεκταί, μὴ λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν εὐαρίθμων τινῶν ὑποδιαιρέσεων, ὡς ἐκ τῆς ποιότητος π. χ. τῆς σακχάρεως, ὁ ὅλος ἀριθμὸς τῶν ἀντικειμένων, τὰ ὁποῖα μένουσιν ἐγγεγραμμένα εἰς τὸ τελωνιακὸν δασμολόγιον, θὰ ἦναι 48. Τὰ ἀντικείμενα ταῦτα σχηματίζουν τρεῖς τάξεις, ἐξ ὧν ἡ πρώτη περιλαμβάνει 15 προϊόντα, τὰ ὁποῖα καὶ μόνα θὰ ἐξακολουθήσωσι, καιροῦ προϊόντος, νὰ τελωνίζωνται ἐπὶ σκοπῷ δημοσίου εἰσοδήματος, ὡς ἡ σάκχαρις, ὁ καφὲς, ὁ καπνὸς, ὁ οἶνος, ἡ ξηρὰ σταφὶς κλπ.» Βλέπετε, κύριοι, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1861 ἀπέβλεπεν ὁ Γλάδστων εἰς τὸν περιορισμὸν τῶν τελωνισίμων εἰδῶν μέχρι τοῦ ἀριθμοῦ 15, καὶ τώρα ὁ ἀριθμὸς οὗτος κατέβη ἐν Ἀγγλίᾳ εἰς 10. Εἶναι περίεργον νὰ ἀκούσητε τὴν γονιμότητα τῶν 10 τούτων ἀντικειμένων κατὰ τὸ ἔτος 1879. Ἀναφέρω τὴν γονιμότητα αὐτῶν κλιμακηδόν. Ὁ καπνὸς ἔφερεν 8,589,000 λίρας στερλίνας, τὰ πνευματώδη ποτὰ 5,376,000, παραλειπομένων τῶν ἑκατοντάδων, τὸ τέϊον 4,169,000, οἶνος 1,469,000, ἡ σταφὶς ἡ Κορινθιακὴ 315,000, ἡ ἄλλη σταφὶς 161,000, ὁ καφὲς 212,000, ἡ κιχώρη 66,000, τὸ κακάο 44,000, ὀπῶραι 32,000, τὰ διοικητικὰ ἔσοδα τῶν τελωνείων 37,000, τῆς νήσου Man 52,259, τὸ ὅλον 20,316,000 λίρ. στερλίνας. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἐκ τῶν τελωνείων εἰσόδημα τῆς Ἀγγλικῆς ἐπικρατείας, ἀκολουθούσης τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ἐνώπιόν σας καὶ τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ ἀληθῆ οἰκονομικὴν μεταῤῥύθμισιν. Ἀλλὰ σεῖς προτιμᾶτε νὰ ἐπιφορτίζητε τὸν λαὸν εἰς πᾶσαν του ἐργασίαν, εἰς πᾶσαν του ἀγοράν. Τίς θὰ τὸ πιστεύσῃ! 777 εἴδη τελωνίζετε, τὸ ἥμισυ εἰς πρωτότυπα καὶ τὸ ἥμισυ εἰς ὑποδιαιρέσεις αὐτῶν. Συγκρίνετε ὅμως τὸν ἀριθμὸν 777 τῶν παρ’ ἡμῖν τελωνιζομένων εἰδῶν πρὸς τὸν ἀριθμὸν 10 τῶν ἐν Ἀγγλίᾳ, καὶ ἔπειτα ὁμιλήσατε περὶ ἐπιστήμης. Ἡ ἰδέα μου, κύριοι, εἶναι ἡ ἑξῆς: Ὅτι ἱκανῶς φορολογεῖται ὁ πενόμενος τῆς ἐργασίας λαὸς ἐπὶ τῶν πρώτων μέσων τῆς ὑπάρξεώς του. Μὴ τὸν ἐπιβαρύνετε μὲ τὸ προτεινόμενον 12%. Ἂν θέλετε νὰ εἶσθε δίκαιοι, ἂν θέλετε νὰ εἶσθε πολιτικοί, πολιτικοὶ οὐχὶ τῆς σήμερον, ἀλλὰ τῆς αὔριον, καὶ θὰ μοῦ κάμετε τὴν χάριν νὰ σᾶς συστήσω τὴν μεθαύριον, φορολογήσατε ἀναλόγως τῶν δυνάμεων ἑκάστης κοινωνικῆς τάξεως, ἀλλ’ ἀφήσατε τὸν ἐργάτην νὰ θρέψῃ τὸ τέκνον του διὰ ξηροῦ ἄρτου τὸ τρέφει· μὴ τοῦ φορολογεῖτε τὸν σῖτον, μὴ τοῦ φορολογεῖτε τὸ ἄλευρον. Ἀφήσατε τὸν ἄρτον καὶ τὸ ἔνδυμα τοῦ ἐργατικοῦ λαοῦ, μὴ θυσιάζετε αὐτὰ εἰς τὴν πολυτέλειαν τοῦ πλουσίου, τοῦ ἰσχυροῦ ἐν κεφαλαίοις· ἀφήσατε τὰ πρῶτα ἐφόδια τῆς ζωῆς, ἀφήσατε τὰ πρῶτα ἐφόδια τῆς βιομηχανίας, διὰ νὰ γείνῃ εὔρωστος ἡ Ἑλλὰς, διὰ νὰ ἀναπτύξῃ τὸ βιομηχανικόν της μέλλον. Θὰ ἰδῆτε τότε, ὅτι βαθμηδὸν θὰ εὕρητε μεγαλειτέρους πόρους, ἵνα φορολογήσητε. Ἀλλὰ, κύριοι, ἐπαναλέγω, ἐστὲ δίκαιοι, καὶ πρὸ πάντων ἐστὲ προνοητικοί.

§95ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἔπραξε κακῶς ὁ κ. πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου λαβὼν τὸν λόγον καὶ μετασχὼν τῆς συζητήσεως κατὰ τὴν προμεσημβρινὴν συνεδρίασιν, ὡς αὐτὸς σᾶς εἶπεν· ἔπραξε καλῶς, καὶ ἔπραξεν ὅ,τι ὀφείλει νὰ πράττῃ, νὰ συζητῇ καὶ ὑποστηρίζῃ τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα προβάλλει εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ νὰ προσπαθῇ ν’ ἀποδεικνύῃ τὸ λυσιτελὲς καὶ τὸ χρήσιμον αὐτῶν, ἀναιρῶν τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα προβάλλονται ὑπὸ τῆς ἀντιπολιτεύσεως κατὰ τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν. Ἔπραξε λοιπὸν ὅ,τι ὤφειλε νὰ πράττῃ, νὰ ὑποδεικνύῃ τὸ λυσιτελὲς καὶ τὸ χρήσιμον τῶν νομοσχεδίων, διότι σᾶς ὁμολογῶ ὅτι, ἂν δὲν ἦτο ἡ παροῦσα ὥρα τοῦ ἐνιαυτοῦ, καὶ ἂν δὲν εἴμεθα περὶ τὸ τέλος τῶν ἐργασιῶν μας, ἦτο δύσκολον νὰ διέλθωσι τὰ νομοσχέδια, ὅσα διῆλθον ἀπὸ τὴν Βουλὴν, χωρὶς νὰ προσπαθήσωμεν νὰ ἐφελκύσωμεν τὴν προσοχὴν τοῦ κοινοβουλίου ἐπὶ τῶν ἀτελειῶν, ἃς τὰ νομοσχέδια ταῦτα περιέχουσι· διότι ἦσαν ἔργα οὐχὶ μελέτης καὶ ἐπιστασίας, ἀλλ’ ἔργα σπουδῆς καὶ βίας, τὰ δὲ ἔργα τῆς σπουδῆς καὶ τῆς βίας εἶναι πάντοτε ἀτελῆ. Ἔπραξεν ὅμως κακῶς μετασχὼν τῆς συζητήσεως δι’ ἄλλον λόγον, διότι ἠκολούθησε καὶ σήμερον τὴν τακτικὴν, τὴν ὁποίαν ἠκολούθει ὡς ἀντιπολιτευόμενος· διαφέρει δὲ πολὺ ἡ θέσις τῶν κυβερνώντων ἀπὸ τὴν θέσιν τῶν ἀντιπολιτευομένων. Ὅταν τις ἦναι ἀντιπολιτευόμενος, δύναται ν’ ἀκολουθῇ τὴν τακτικὴν τῆς ἐπιθέσεως, καὶ νὰ ἐπιτίθεται καὶ νὰ ἐλέγχῃ καὶ ἐπικρίνῃ τοὺς κυβερνῶντας, ἀλλ’ ὅταν ἦναι κυβερνῶν, δὲν δύναται νὰ μετέρχηται τὴν τακτικὴν τῆς ἐπιθέσεως καὶ νὰ ἐπικρίνῃ τοὺς προκατόχους αὐτοῦ, καθ’ ὃν χρόνον μάλιστα οἱ προκάτοχοι αὐτοῦ δὲν εἶναι ἄξιοι τῆς ἐπικρίσεώς του. Καὶ διατί δὲν εἶναι ἄξιοι τῆς ἐπικρίσεώς του οἱ προκάτοχοι, οἱ συντάξαντες καὶ προβαλόντες τὸ νομοσχέδιον περὶ αὐξήσεως τῶν τελωνειακῶν τελῶν; διότι εἰσήγαγον νομοσχέδιον πλῆρες, τὸ ὁποῖον ἦτο προϊὸν μελέτης μακρᾶς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ δὲ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἠθέλησε ν’ ἀντικαταστήσῃ διὰ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει τὰ κύρια συστατικὰ φορολογικοῦ νομοσχεδίου; Σᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι σᾶς παρουσιάζει πλῆρες καὶ τέλειον σύστημα. Μὴ ἐξετάζετε, σᾶς εἶπε, κεχωρισμένως καὶ μεμονωμένως τὸ νομοσχέδιον περὶ αὐξήσεως τῶν τελωνιακῶν τελῶν, πρέπει νὰ ἐξετάσητε αὐτὸ συνδεδεμένον μετὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τοῦ ἐγγείου φόρου ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν καὶ ἀντικαταστάσεως αὐτοῦ διὰ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Σᾶς εἶπεν, ὅτι καθὼς δι’ ἐκείνου τοῦ νομοσχεδίου ἠθέλησε νὰ ἐλαφρώσῃ μίαν παραγωγικὴν τάξιν τῆς κοινωνίας, οὕτω διὰ τούτου ἠθέλησε ν’ ἀναπληρώσῃ τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα τὸ δημόσιον ταμεῖον ἔμελλε νὰ ἀναλάβῃ διὰ τῆς ἀπωλείας τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν. Ὁ συλλογισμὸς οὗτος δὲν εἶναι πλήρης, διὰ νὰ μὴ εἴπω, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβής. Πρὸ τοῦ κ. Τρικούπη καὶ πρὸ τῆς ἐνεστώσης Κυβερνήσεως, ἡ Κυβέρνησις προέβλεψε διὰ νὰ ζητήσῃ μικρὸν πόρον ἐν τῇ αὐξήσει τῶν τελωνιακῶν τελῶν, καὶ προέθετο δι’ αὐτοῦ νὰ ἐλαττώσῃ τὸ ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἂν περιέχῃ τι τὸ ἀντιδημοτικὸν ἡ αὔξησις τῶν τελωνιακῶν τελῶν, διότι τώρα εἶναι καιρὸς, καθ’ ὃν φροντίζετε πάντες νὰ γίνητε δημοτικοί, τὸ ἀντιδημοτικὸν τοῦτο ἀνέλαβεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις μετὰ τοῦ θάῤῥους, τὸ ὁποῖον ἐμπρέπει εἰς τὴν Κυβέρνησιν, οὐδ’ ἦλθε διὰ νὰ δικαιολογηθῇ ὑπομιμνήσκουσα τὴν εὐκολίαν, ἡ ὁποία ἐγένετο εἰς τὴν γεωργικὴν τάξιν διὰ τῆς καταργήσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν. Καὶ εἰς τὴν πρότασιν αὐτὴν, τὴν ὁποίαν ἔφερεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, προσέφυγε καὶ ἡ παροῦσα προβαλοῦσα τὴν αὔξησιν τῶν τελωνιακῶν τελῶν. Ἀλλ’ ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις, ἀντιπολίτευσις οὖσα, ἐλησμόνησεν, ὅτι δύναται νὰ γείνῃ Κυβέρνησις. Οἱ πολιτευόμενοι πρέπει νὰ ἐνθυμῶνται, ὅτι ἀργὰ ἢ γρήγορα δύνανται νὰ ἀλλάξωσι θέσιν. Ὅταν ἦναι Κυβέρνησις, πρέπει νὰ κυβερνῶσιν οὕτως, ὥστε νὰ μὴ πράττωσιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὡς ἀντιπολιτευόμενοι δὲν ἤθελον θεωρήσει ἐπιτετραμμένον νὰ γίγνωνται. Καὶ ὅταν ἦναι ἀντιπολιτευόμενοι, δὲν πρέπει νὰ ἐπικρίνωσι πάσας τὰς πράξεις τῶν κυβερνώντων, διότι ἀπὸ τῆς θέσεως τῶν ἀντιπολιτευομένων δύνανται νὰ ἔλθωσιν εἰς τὴν θέσιν τῶν κυβερνώντων, καὶ τότε θέλουσιν ἀναγκασθῆ νὰ πράξωσιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐπέκρινον. Ἕνεκα πλημμελείας τοιαύτης, ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἐπικρίνασα ὅλας τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως, δὲν παρέλιπε νὰ ἐπικρίνῃ καὶ τὸν νόμον περὶ αὐξήσεως τῶν τελωνιακῶν τελῶν, ὡς ἄσοφον καὶ ἀνεπιστήμονα, ὡς μὴ ἔχοντα οὐδένα λόγον, ὡς μὴ λαβόντα ὑπ’ ὄψιν τὰς ἀνάγκας τῆς βιομηχανίας καὶ μὴ ἐρχόμενον εἰς ἐπικουρίαν αὐτῆς, ὡς μὴ λαβόντα ὑπ’ ὄψιν τὰς ἀνάγκας τῆς καταναλώσεως· ἐλησμόνησεν ὅμως, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἔλθῃ Κυβέρνησις, καὶ ὅταν ἤρχετο ὡς Κυβέρνησις, ὅτι ἦτο ὑποχρεωμένη νὰ προσφύγῃ εἰς τὸν νόμον ἐκεῖνον. Καὶ ἰδοὺ ἐγένετο Κυβέρνησις. Ὡς τοιαύτη εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ζητήσῃ τὴν ἐπαύξησιν τῶν τελωνιακῶν τελῶν· ἀλλὰ πῶς νὰ σᾶς παρακαλέσῃ νὰ ψηφίσητε τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ἐπέκρινε; Κατέφυγεν εἰς εὐκολώτατον πρᾶγμα, εἰς δύο λέξεις. Αὐξάνομεν κατὰ 14% τὰ τελωνιακὰ τέλη. Ἀλλ’ ἡ μέθοδος αὕτη δὲν εἶναι μέθοδος φορολογικὴ, εἶναι μέθοδος, ἡ ὁποία δὲν ἐκφράζει παρὰ μόνον τὸν πόθον. Οἱ φορολογικοὶ νόμοι δὲν εἶναι νόμοι, διὰ τῶν ὁποίων ἐκφράζονται μόνον πόθοι· πρέπει νὰ περιέχωσιν ἐν ἑαυτοῖς τὸν λόγον τῆς φορολογίας καὶ νὰ πείθωσι τοὺς φορολογουμένους, ὅτι οἱ φόροι, οἱ ὁποῖοι ἐπιβάλλονται, εἶναι δίκαιοι καὶ εὔλογοι. Εἶναι τῷ ὄντι ἀνάγκη, κύριοι, οἱ κυβερνῆται καὶ φορολογούμενοι νὰ γνωρίζωσιν οἱ μὲν κυβερνῆται ποίους φόρους ἐπιβάλλουσιν, οἱ δὲ φορολογούμενοι ποίους φόρους πληρώνουσι, καὶ διατί πληρώνουσιν αὐτούς. Ἀλλ’ ἤθελον ἐρωτήσει τοὺς φορολογουμένους, ἢ τοὺς κυβερνήτας, τί εἶναι ὁ φόρος αὐτὸς, τὸν ὁποῖον σᾶς προβάλλουσι νὰ ἐπιβάλητε διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ αὐξήσεως τῶν τελωνιακῶν τελῶν; τί ἀντιπροσωπεύουσι, ποίαν γνώμην, ποῖον λόγον ἀντιπροσωπεύουσιν; Ἐὰν ἔχετε νομοσχέδια περὶ φόρων ἀμέσων, θέλετε προσδιορίσει ἀμέσως τὸν λόγον τοῦ φόρου· ζητεῖτε νὰ εἰσπράξητε τόσον τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον παράγεται· ἐὰν ἔχετε νόμον περὶ ἐμμέσων φόρων, πρέπει νὰ δώσητε ἀμέσως τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον θέλετε προβάλει διὰ νὰ ὑποστηρίξητε τὸν φόρον σας· ζητεῖτε νὰ εἰσπράξητε τόσον τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τῆς ἀγοραίας τιμῆς τῶν πραγμάτων. Τὸ 14%, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλετε, τί εἶναι; εἶναι τόσον τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τῆς ἀγοραίας τιμῆς τῶν πραγμάτων, τὰ ὁποῖα ὑπόκεινται εἰς τελωνιακὰ τέλη; Δὲν εἶναι τίποτε. Ζητήσατε τὸ νομοσχέδιον, ἐρευνήσατε αὐτὸ διὰ νὰ ἴδητε, ὅτι εὑρίσκετε μόνον τὸν πόθον, καὶ οὐχὶ τὸν φορολογικὸν λόγον. Ἐπιθυμῶ 14% νὰ εἰσπράττω περισσότερον ἀπὸ τὰ ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα εἰσάγονται, καὶ τὰ τελωνιακὰ τέλη. Ἀλλὰ διατί ζητεῖτε 14%; διότι ἐπιθυμῶ 14%. Ἀλλ’ αὐτὸ τὸ 14% ποῖον λόγον ἔχει ἐπὶ τῆς ἀγοραίας ἀξίας τῶν πραγμάτων, τὰ ὁποῖα εἰσάγονται εἰς τὴν κατανάλωσιν, δὲν μᾶς ἀπαντᾷ ἡ κυβέρνησις. Καὶ δὲν δύνασθε, κύριοι, νὰ ἐπιβάλητε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον φόρους. Ἡ προσθήκη, τὴν ὁποίαν σᾶς ζητοῦν διὰ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ συζητουμένου, εἶναι προσθήκη ἐπὶ τῶν τελωνιακῶν τελῶν, τὰ ὁποῖα προσδιωρίσθησαν κατὰ τὸ 1867 μετὰ ἐργασίαν, τῆς ὁποίας σκοπὸς ἦτο νὰ ἀνευρεθῇ ἡ ἀγοραία τιμὴ τῶν πραγμάτων τῶν ὑποκειμένων εἰς τὰ τελωνιακὰ τέλη. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου τοῦ 1867, καὶ ἂν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία τοῦ 1867 ἐπείσθη ἐντελῶς, ὅτι τὸ τελωνιακὸν τέλος, τὸ ὁποῖον διὰ τοῦ δασμολογίου ἐπεβάλλετο ἐφ’ ἑκάστου τῶν ἀντικειμένων, τῶν ὑποκειμένων εἰς τὴν τελωνιακὴν αὐτὴν φορολογίαν, ἦτο ἀνάλογον πρὸς τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον εἶχεν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία διὰ νὰ φορολογήσῃ πολὺ ἢ ὀλίγον ἕκαστον τῶν εἰσαγομένων ἀντικειμένων. Ὑπάρχει ὅμως ἡ πρόληψις, ὅτι τὸ δασμολόγιον τοῦ 1867 ἐστηρίχθη ἐπὶ τῆς ἀγοραίας τιμῆς τῶν πραγμάτων, τὰ ὁποῖα διὰ τοῦ δασμολογίου ὑπετάσσοντο εἰς τὴν φορολογίαν αὐτήν.

§96ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὄχι, κύριε, ἐπὶ τῆς ἀξίας, ἀλλ’ ἐλαμβάνετο ὑπ’ ὄψιν καὶ ἡ πρώτη ὕλη. Ὅταν λέγετε ἐπὶ τῆς ἀξίας, παραλείπετε τὸ σπουδαιότερον, τὴν βάσιν τῆς συντάξεως τοῦ δασμολογίου.

§97ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶσθε ἀρκετὰ εὐφυὴς, ἑπομένως νομίζω, ὅτι δὲν ἐπλανήθητε ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ νομίζητε, ὅτι λέγων ἀγοραίαν τιμὴν, ἐννοῶ μόνον ἀγοραίαν τιμήν. Ὑμεῖς πρέπει νὰ γνωρίζετε, ὅτι ἀνευρίσκεται ἡ ἀγοραία τιμὴ διὰ νὰ κανονισθῇ τὸ ποσοστὸν τοῦ φόρου, διότι κατ’ ἄλλο ποσοστὸν θέλει φορολογηθῆ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προορίζεται εἰς τὴν χρῆσιν τῶν πάντων, κατ’ ἄλλο ποσοστὸν θέλει φορολογηθῆ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προορίζεται εἰς τὴν χρῆσιν τῶν εὐπορωτέρων τάξεων, καὶ ἄλλως ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον χρησιμεύει εἰς τὴν ἐγχώριον βιομηχανίαν. Ἀλλὰ διὰ νὰ προσδιορίσητε τὸ ποσοστὸν τοῦ φόρου, πρέπει νὰ εὕρητε τὴν ἀγοραίαν τιμήν. Ὅταν σᾶς ὁμιλῶ περὶ ἀγοραίας τιμῆς, σᾶς ὁμιλῶ, διότι αὕτη χρησιμεύει ὡς ὅρος πρὸς προσδιορισμὸν τοῦ ποσοστοῦ τοῦ φόρου, καὶ ἀπορῶ πῶς δὲν τὸ ἐνοήσατε.

§98ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Εἶναι ἀδιάφορον τὸ ποσοστόν.

§99ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ δασμολόγιον τοῦ 1867 ὑπάρχει πρόληψις, ὅτι ἐστηρίχθη ἐπὶ τῆς ἐξακριβωθείσης ἀγοραίας τιμῆς τῶν ὑποκειμένων εἰς τὰ τελωνιακὰ τέλη ἀντικειμένων, τῶν εἰσαγομένων πρὸς κατανάλωσιν, καὶ ὅτι μετὰ τὴν ἐξεύρεσιν τῆς ἀγοραίας τιμῆς προσδιωρίσθη τὸ ποσοστὸν τοῦ φόρου, μὲ σκοπὸν νὰ θεραπευθῶσι πᾶσαι αἱ κοινωνικαὶ, γενικαὶ ἢ εἰδικαὶ ἀνάγκαι.

§100ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τώρα εἶναι πλήρης ἡ ἔννοια.

§101ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλ’ ἡ ἀγοραία τιμὴ τοῦ 1867 δὲν εἶναι ἀγοραία τιμὴ τοῦ 1880, ἑπομένως τὸ ποσοστὸν τοῦ φόρου, τὸ ὁποῖον προσδιωρίσθη μετὰ σκοποῦ κατὰ τὸ 1867, δὲν εἶναι ποσοστὸν τοῦ φόρου, τὸ ὁποῖον ἔχει τὸν αὐτὸν σκοπὸν κατὰ τὸ 1880. Αὐξάνοντες δὲ ἁπλῶς τὰ τελωνιακὰ τέλη τοῦ 1867 — συγχωρήσατε τὴν ἔκφρασιν — προβαίνετε εἰς τὰ στραβὰ, διότι μόνον ἔχετε ἀνάγκην χρημάτων. Ἰδοὺ διατί τὸ νομοσχέδιόν σας ἐκφράζει πόθον, δὲν ἔχει δὲ λόγον φορολογικόν. Ὁ λόγος ὁ φορολογικὸς εἶναι, ἐπειδὴ ἀκούω νὰ γίνηται κἄπου ἐνταῦθα λόγος, ἡ ἐπιθυμία ἢ τὸ καθῆκον νὰ μὴ ἐξαντλήσητε τὴν φορολογικὴν δύναμιν ἐκείνων, τοὺς ὁποίους φορολογεῖτε, νὰ προστατεύσητε δὲ παραλλήλως τὰς ἄλλας παραγωγικὰς δυνάμεις τῆς κοινωνίας· ὅταν δὲν φορολογῆτε μετὰ φορολογικοῦ λόγου, ὅταν φορολογῆτε τυχαίως μόνον μὲ τὸν σκοπὸν νὰ φορολογήσητε, τότε ἐξαντλεῖτε τὴν φορολογικὴν δύναμιν τοῦ τόπου, παραλείπετε δὲ τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχετε νὰ προστατεύσητε ἄλλας παραγωγικὰς δυνάμεις τοῦ τόπου. Ἡ Κυβέρνησις λοιπὸν εὑρέθη εἰς τὴν δύσκολον ταύτην ἀνάγκην ἐπικρίνασα, ὡς δὲν ἔπρεπε νὰ πράξῃ, τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις εἰσήγαγε, καὶ τὸ ὁποῖον ἦτο προϊὸν μελέτης, καὶ ἐθεράπευε τὰς ἀνάγκας ταύτας, ἐπικρίνασα, διότι ἐφρόνει, ὅτι εἶχεν ἀνάγκην νὰ ἐπικρίνῃ πᾶσαν πρᾶξιν τῆς Κυβερνήσεως, μὴ ἔχουσα δὲ καιρὸν νὰ παρασκευάσῃ ἄλλο διὰ νὰ ἀντικαταστήσῃ ἐκεῖνο, ἔρχεται καὶ σᾶς προβάλλει κατεπειγόντως νὰ ψηφίσητε τὸ νομοσχέδιον. Ἀφοῦ λοιπὸν εὑρίσκεται εἰς τοιαύτην θέσιν ἡ Κυβέρνησις, πῶς ἐνόμισεν, ὅτι ἔχει λόγον, ὁ ὁποῖος ἤθελε τὴν δικαιολογήσει ἐνώπιον τοῦ κοινοβουλίου, διὰ νὰ ἐπιτεθῇ κατὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία εἶχε παρασκευάσει τὴν ἐργασίαν ταύτην; Ἐὰν ἐνόμιζεν, ὅτι ἡ ἐργασία ἐκείνη ἦτο πλημμελὴς κατὰ τοῦτο ἢ ἐκεῖνο τὸ μέρος αὐτῆς, ἐὰν ἐνόμιζε, φέρ’ εἰπεῖν, ὅτι ἐκ τῶν 1000 ἀντικειμένων, ἐπὶ τῶν ὁποίων τὰ τελωνιακὰ τέλη ἐπεβάλλοντο διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, προσδιωρίσθησαν πλημμελῶς τὰ τελωνιακὰ τέλη ἐπὶ 5, 8, ἢ 10 ἀντικειμένων, ἦτο τάχα τοῦτο λόγος ἰσχυρὸς διὰ νὰ ἀπωθήσῃ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο καὶ νὰ φέρῃ ἀντ’ αὐτοῦ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον δὲν ἐκφράζει παρὰ μόνον πόθον φορολογικόν; Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι ὁ κ. πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔπραξε κακῶς ἀκολουθήσας τὴν τακτικὴν τῆς ἐπιθέσεως, ἐνῷ ἴσως ἤθελε πράξει καλῶς ἀκολουθῶν ἄλλην τακτικὴν, προσπαθῶν νὰ δικαιολογήσῃ τὸ ἀτελὲς καὶ ἐσπευσμένον μέτρον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν. Νομίζω, ὅτι εἶναι μάταιον νὰ κάμω λόγον περὶ ἄλλου τινὸς πράγματος, περὶ τοῦ ποσοστοῦ τοῦ φόρου. Τὸ ποσοστὸν τοῦ τελωνιακοῦ τέλους, κατὰ τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ αὐξηθῶσι τὰ διὰ τοῦ δασμολογίου τοῦ 1867 προσδιωρισμένα τελωνιακὰ τέλη, ἔλαβεν ὡς βάσιν ἕνα κανόνα, ὁ ὁποῖος δὲν ἀπαντᾶται ἀλλαχοῦ τῆς νομοθεσίας. Ἔλαβεν ὡς βάσιν τὸ νέον νόμισμα, τὴν νομισματικὴν μονάδα τὴν εἰσαχθεῖσαν διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1867, ἡ ὁποία ἀκόμη δὲν ἐτέθη ἐν ἐνεργείᾳ εἰς κανένα ἄλλον κλάδον τῆς δημοσίας διοικήσεως, ἡ δὲ κατὰ πρώτην φορὰν εἰσαγωγὴ τῆς βάσεως ταύτης, κατὰ τὴν προσθήκην ταύτην, θέλει φέρει περιπλοκὰς καὶ ἀμφιβολίας κατὰ τὸν προσδιορισμὸν τοῦ τέλους, καὶ αἱ περιπλοκαὶ αὗται φέρουσιν, ἂν οὐχὶ ἄλλο, τοὐλάχιστον βραδύτητα εἰς τὸ ἐμπόριον. Κατὰ τὸ 1867 ἐγένετο πρώτην φορὰν τὸ τελωνιακὸν δασμολόγιον. Μετὰ τὸ 1867 ἐπῆλθον διάφοροι μεταβολαὶ αὐτοῦ, ἐπῆλθεν ἡ μεταβολὴ τοῦ 1877. Ἡ μεταβολὴ τοῦ 1877 ἐγένετο κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ ψηφίσητε σήμερον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἤτοι προσετέθησαν 10% ἐπὶ τῶν τελωνιακῶν τελῶν. Ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1877, ἡ ὁποία εἰσήγαγε τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, εἶχε πρόχειρον καὶ ἀναντίῤῥητον δικαιολογίαν, τὸ κατεπεῖγον τοῦ χρόνου καὶ τὸ ἐπικείμενον τῶν ἀναγκῶν τῆς πατρίδος. Μετὰ τοῦτο ἐπῆλθον τμηματικαὶ μεταβολαὶ ἐπὶ τοῦ τελωνιακοῦ δασμολογίου, καὶ σήμερον ἐπίκειται νέα μεταβολή. Πρέπει ἡ τελωνιακὴ ἀρχὴ καὶ ὁ ἔμπορος νὰ ζητῶσι σειρὰν νομοθετημάτων, δι’ ὧν ἐπῆλθον αἱ μεταβολαὶ τοῦ δασμολογίου, καὶ νὰ προβαίνωσιν εἰς σειρὰν ἀριθμητικῶν πράξεων, διὰ νὰ κανονίσωσι τὸ τέλος, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ πληρωθῇ. Ἐκτὸς λοιπὸν τοῦ ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν ἔχει ἐν ἑαυτῷ τὸν φορολογικὸν λόγον, ἀκολουθεῖ ἀκόμη καὶ σύστημα πλημμελὲς, διότι ἐπάγεται κατανάλωσιν χρόνου, ὁ ὁποῖος εἶναι πολυτιμότατον κεφάλαιον εἰς τὸ ἐμπόριον. Μὴ νομίσετε δὲ, ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι μικροῦ λόγου ἄξιον. Ἴσως οἱ κάτοικοι τῶν μεσογείων μερῶν θὰ αἰσθανθῶσιν ὀλιγώτερον τὰ ἀποτελέσματα τοῦ τρόπου τούτου τῆς αὐξήσεως τῶν τελωνιακῶν τελῶν. Βεβαιῶ ὅμως τοὺς ἀξιοτίμους βουλευτὰς Ἑρμουπόλεως, Κερκύρας, Πατρῶν καὶ τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν, αἵτινες εἶναι κέντρα ἐμπορίου, ὅτι θέλουσιν ἐπανέλθει εἰς τὰς πατρίδας των, καὶ θέλουσιν ἀκούσει μὲ τὰ ὦτά των τὸν γογγυσμὸν τῶν ἐμπόρων.

§102ΤΙΝΕΣ. Δὲν εἶναι ζήτημα.

§103ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω, ὅτι συμβαίνει εἰς τὸν κ. πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τι, τὸ ὁποῖον δὲν ἠξεύρω ἐὰν συμβαίνῃ συνήθως εἰς ὅλους, ὅσοι εἶναι ἀκόμη ἀσυνείθιστοι ἐν τῇ κατοχῇ τῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν κατέχουσιν. Ὁ κ. πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐγένετο ἡγέτης τῆς πλειοψηφίας τοῦ Κοινοβουλίου. Ἡ συνείδησις τοῦ πράγματος νομίζω, ὅτι ἐμπνέει ἐνίοτε εἰς αὐτὸν ἔπαρσιν, οὐχὶ τὴν προσήκουσαν, καὶ διὰ τοῦτο ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐμποδισθῇ νὰ κάμῃ χρῆσιν φράσεων, αἱ ὁποῖαι καθήπτοντο τῆς μειοψηφίας ἢ ἐνίοτε καὶ τῆς πλειοψηφίας. Ἴσως τοῦτο ἔκαμεν αὐτὸν πολλάκις νὰ νομίζῃ, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ λαμβάνῃ μέρος εἰς τὰς συζητήσεις, ὡς σήμερον σᾶς εἶπεν, ὅτι κακῶς ἔπραξε λαβὼν τὸν λόγον. Νομίζω, ὅτι αὐτὸ εἶναι ἐλάττωμα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀσυνείθιστοι νὰ διαχειρίζωνται ἐξουσίαν, ἥτις ἀνετέθη εἰς αὐτούς. Νομίζω δ’ ὅτι αὐτὸ εἶναι καλὸν νὰ τὸ παραιτήσῃ, διότι δὲν εἶναι εὔκολον νὰ διέρχεταί τις τὴν ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν εἶναι κεκλημένος νὰ διέλθῃ μετὰ τοῦ Κοινοβουλίου, ἀπέχων νὰ ὑποστηρίζῃ τὰ ἔργα του, καὶ ἀπέχων νὰ συζητῇ μετ’ αὐτοῦ. Ἐὰν θελήσῃ νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν τακτικὴν ταύτην, εἶναι πολὺ ἐνδεχόμενον ἡ σιωπή του νὰ ὑποληφθῇ ὡς περιφρόνησις οὐχὶ τῶν ἀτόμων, τὰ ὁποῖα προβάλλουν τὰ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐπιχειρήματα, ἀλλ’ ὡς περιφρόνησις τοῦ μόνου πολιτικοῦ σώματος, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει. Πρέπει δὲ πάντες νὰ συλλογίζωνται, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν οὔτε ἀνωδύνως οὔτε ἀτιμώρητοι νὰ φέρωνται ὑπερόπται πρὸς τὸ Κοινοβούλιον τῆς πατρίδος.

§104ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀγνοῶ, κύριοι, πῶς συνέλαβε τὴν ἰδέαν ὁ κ. πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου νὰ μὲ καταγγείλῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὡς μετανοοῦντα διὰ τὰς ἀντιφάσεις, εἰς τὰς ὁποίας δῆθεν ὑπέπεσα πρὸς τὰς πράξεις μου ὡς ὑπουργοῦ καὶ πρὸς τὰς ἀγορεύσεις μου ὡς βουλευτοῦ. Ἐγὼ εἶπον εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω καὶ τώρα, ὅτι εἰς τὴν ἐργασίαν τοῦ δασμολογίου εἰργάσθημεν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ποῦ μὲν νὰ ἐπιβάλωμεν τελωνιακὸν δασμόν, ἀνώτερον τοῦ ὑπάρχοντος, ποῦ δὲ νὰ ἐλαττώσωμεν αὐτόν, καὶ ἐπὶ 250 ἀντικειμένων ν’ ἀφήσωμεν τὸ αὐτὸ τελωνιακὸν τέλος. Ἦτο ἑπόμενον λοιπὸν εἰς ὅλην αὐτὴν τὴν πολύπλοκον ἐργασίαν νὰ εὑρεθῶ εἰς αὐτὴν τὴν δύσκολον, κατὰ τὸν κύριον πρωθυπουργόν, θέσιν, τοῦ νὰ θέλω ἄλλα μὲν ἐμπορεύματα νὰ φορολογηθοῦν κατ’ ἀνώτερον ποσὸν τοῦ ἤδη ὑπάρχοντος, ἄλλων δὲ τοιούτων νὰ ἐλαττωθῇ ὁ τελωνιακὸς δασμὸς, πολλὰ δ’ ἐξ αὐτῶν νὰ μείνωσιν ἐν τῇ αὐτῇ τελωνιακῇ φορολογίᾳ καὶ διά τινα νὰ δημιουργηθῇ φόρος, ὁ ὁποῖος δὲν ὑπῆρχεν ἤδη. Ἀλλ’ εἶναι ἀντίφασις τοῦτο; εἶναι ἀντίφασις διὰ τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ ὁμολογήσω τὴν μετάνοιάν μου; βεβαίως ὄχι. Κατὰ τὴν πρωϊνὴν συνεδρίασιν σᾶς εἶπον, ὅτι 250 εἰδῶν δὲν ηὐξήθη ὁ τελωνιακὸς δασμὸς, ὅτι 25 εἴδη ἐμπορευμάτων ὑπέστησαν ἐλάττωσιν, ὅτι 45 εἴδη προσετέθησαν εἰς τὸ δασμολόγιον, προσδιοριζομένου ἀναλόγου εἰσαγωγικοῦ τέλους, διότι δὲν ὑπῆρχον πρότερον ἐν αὐτῷ. Ποῦ εἶναι λοιπὸν ἡ ἀντίφασις; ἦτο ἐργασία λογικὴ καὶ κανονική. Ἀλλ’ ἡ ἐργασία τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ εἶναι ἐργασία, ἂς μοὶ συγχωρηθῇ νὰ τὸ ἐπαναλάβω, αὐθαίρετος. Θέλει, ὡς εἶπον, ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας κ. πρωθυπουργὸς χρήματα, καὶ τὰ χρήματα αὐτὰ ζητεῖ δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου ἄνευ λόγου τῷ ὄντι φορολογικοῦ. Θέλει χρήματα καὶ αὐξάνει τὸ εἰσαγωγικὸν τέλος κατὰ 12% διὰ τὰ εἴδη τῆς πολυτελείας, καὶ κατὰ 12% ἐπίσης διὰ τὰ εἴδη τῆς κοινῆς χρήσεως καὶ τῆς κοινῆς ἀνάγκης. Εἶναι λογικὴ φορολογικὴ αὕτη; βεβαίως δὲν εἶναι. Ἠμπορῶ λοιπὸν νὰ ἰσχυρισθῶ ἐγὼ, ὅτι ὁ κ. πρωθυπουργὸς ὑπέπεσεν εἰς ἀντίφασιν πρὸς τὰς ἐπαγγελίας, τὰς ὁποίους ἄλλοτε μετῆλθεν ἐντεῦθεν περὶ ἐπιστημονικῆς διανομῆς τῶν φόρων. Ἀλλὰ λέγει ὁ κ. πρωθυπουργὸς, μὴ ἐξετάσητε μεμονωμένως τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συζητεῖται· τοῦτο συνδέεται μὲ τὸ ὅλον σύστημα τὸ φορολογικὸν τῆς κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἂς μοὶ συγχωρήσῃ νὰ εἴπω, ὅτι σύστημα τοιοῦτον δὲν βλέπω ὑποβληθὲν πρὸς τὴν Βουλὴν. Πλὴν τῆς καταργήσεως μιᾶς σταθερᾶς καὶ βεβαίας προσόδου τοῦ δημοσίου ἐκ 4 περίπου ἑκατομμυρίων δραχμῶν καὶ τῆς ἀντικαταστάσεως αὐτῶν δι’ ἑνὸς φόρου βανδαλικοῦ, ἀμφιβόλου καὶ ἀβεβαίου, καὶ τῆς ὑποβολῆς τοῦ συζητουμένου Νομοσχεδίου, οὐδὲν ἄλλο Νομοσχέδιον ἀφορῶν εἰς νέον φορολογικὸν σύστημα εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν παρὰ τῆς ἐνεστώσης Κυβερνήσεως· ὅσα δὲ ἄλλα φορολογικὰ Νομοσχέδια ἐσυζητήθησαν, ταῦτα ὑπεβλήθησαν παρ’ ἡμῶν. Τὸ νομοσχέδιον περὶ κληρονομιῶν ὑπεβλήθη ἀπὸ ἡμᾶς· τὸ νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τῶν παιγνιοχάρτων εἶχεν ὑποβληθῆ ἀπὸ ἡμᾶς, τὸ νομοσχέδιον περὶ αὐξήσεως τῶν τελωνιακῶν δασμῶν, καὶ τοῦτο εἶχεν ὑποβληθῆ ἀπὸ ἡμᾶς, μὲ τὴν διαφοράν, ὅτι εἶχεν ὑποβληθῆ συντεταγμένον κανονικώτερον, λογικώτερον καὶ στηριζόμενον εἰς τὴν δικαιοσύνην, εἰς τὴν ἰσότητα, ἐὰν δὲ ἦναι ἐπιτετραμμένον νὰ μεταχειρισθῶ τὴν φράσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ εἰς τὴν ἐπιστήμην. Ποῖον ἄλλο ἔργον λοιπὸν συνδέεται μὲ τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ; Πρέπει μολαταῦτα, διὰ νὰ ἦμαι ἀκριβής, νὰ προσθέσω καὶ τὸ περὶ ἐπιβολῆς δεκαλέπτου τέλους ἐπὶ τῶν ἐξοφλήσεων τῶν διαφόρων δοσοληψιῶν, ἐκ τοῦ ὁποίου προσδοκᾷ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς λίαν ἐξωγκομένως, ὅτι θὰ προσπορισθῇ διὰ τὸ δημόσιον ταμεῖον 400,000 δραχμάς, ἐνῷ, κατὰ τὴν γνώμην μου, δὲν θὰ εἰσπράξῃ οὔτε 40,000· καὶ ἓν ἄλλο νομοσχέδιον περὶ ἐπιβολῆς φόρου ἐπὶ τῶν μεταγραφῶν καὶ ὑποθηκῶν, ἐκ τοῦ ὁποίου θὰ προσπορισθῇ ἐπίσης ποσὸν ἀσήμαντον. Λοιπὸν δὲν βλέπω ποῖα ἄλλα ἔργα εἶναι τὰ παρὰ τῆς ἐνεστώσης Κυβερνήσεως ὑποβληθέντα, τὰ ὁποῖα δὲν πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν μεμονομένως, ἀλλ’ ἐν συνόλῳ. Αὐτὰ εἶναι ὅλα τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερον καὶ τὰ πλεῖστα τῶν ὁποίων ὑπεβλήθησαν παρ’ ἡμῶν. Ὥστε δυνάμεθα νὰ ἐξετάσωμεν τὰ ἔργα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ μεμονομένως, καὶ νὰ ἀνεύρωμεν τὰ ἐλαττώματα καὶ τὰς ἐλλείψεις, τὰς ὁποίας καταδεικνύομεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, μὲ ὅλην τὴν λεπτολογίαν καὶ τὴν εἰλικρίνειαν, ἄνευ πλαγίου τινὸς σκοποῦ. Τὸ ζήτημα, ὅπερ συζητοῦμεν, βεβαίως ἐξηντλήθη, διότι μολονότι ἡ ὥρα τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς εἶναι προκεχωρημένη, ἀρκετὰ μολαταῦτα ἐῤῥέθησαν. Τὸ ἀτύχημα εἶναι, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καίτοι αὐθαίρετον, θὰ ψηφισθῇ, διότι αὐτὸ ἀπαιτοῦσιν αἱ περιστάσεις· παρωράθη δὲ ἔργον, εἰς τὸ ὁποῖον εἰργάσθησαν πρόσωπα σπουδαῖα καὶ εἰδικὰ ἐγγυώμενα τὸ τέλειον τῆς παρ’ ἡμῶν ὑποβληθείσης ἐργασίας. Ἄλλως τὸ κακὸν τοῦτο ἐλπίζω νὰ μὴν ἦναι ἀθεράπευτον· θὰ θεραπευθῇ πολλὰ συντόμως· τὴν θεραπείαν δὲ αὐτὴν μᾶς ὑπεσχέθη καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργός, καὶ χαίρω, διότι κατέστησε τὸ ἔργον του αὐτὸς ὁ ἴδιος προσωρινὸν, ἀναγνωρίσας τὸ ἐλαττωματικὸν αὐτοῦ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι μὲν ζήτημα σπουδαῖον, διότι καὶ ὀλιγώτερα ποσοστὰ ἂν εἰσαχθῶσιν εἰς αὐτὸ, δὲν εἶναι βλάβη καὶ ζημία ἀνεπανόρθωτος, καθ’ ὅσον αὐτὴ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία θὰ σπεύσῃ εἰς συνδρομήν του, ἅμα πεισθῇ περὶ τῆς ἀνάγκης, ἀλλὰ λογιστικὸν μᾶλλον, ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς πλανᾶται εἰς τοὺς ὑπολογισμούς του. Τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας βεβαίως θ’ ἀδικηθῇ κατὰ τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον, ἐκτὸς ἐὰν φρονῇ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι πρέπει νὰ προσδιορίζωνται οἱ πόροι, οἱ ἐκ τῶν τελωνιακῶν δασμῶν, ὀφειλόμενοι εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν τελωνιακῶν εἰσπράξεων τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐψηφίσθησαν οἱ σχετικοὶ νόμοι περὶ τῶν τοιούτων πόρων. Ἀλλ’ οἱ νόμοι ἐκεῖνοι δὲν εἶχον τοιοῦτον σκοπόν· εἶχον τὸν σκοπόν, ὅπως τὰ ποσοστὰ ταῦτα, τὰ ἀποδοτέα εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, νὰ παρακολουθῶσι τὴν πρόοδον τῶν τελωνιακῶν εἰσπράξεων τοῦ δημοσίου. Ὅταν λοιπὸν ἔχωμεν κατὰ τὸν ὑπολογισμὸν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν 15,000,000 ἐκ τελωνιακῶν εἰσπράξεων, καὶ ὅταν ὑπὲρ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, κατὰ τοὺς κειμένους νόμους, εἴχομεν 15% ποσοστὰ, δηλ. 5% κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1867, καὶ 10% κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1878, ἔπρεπεν ἄρα εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας ν’ ἀποδοθῶσιν ἐκ τῶν ὑπολογιζομένων 15,000,000 δραχμαὶ 2,250,000. Ἀλλ’ ἐν ᾧ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς περιορίζει τὰ ποσοστὰ ταῦτα εἰς τὰς εἰσπράξεις ἐκείνης τῆς ἐποχῆς, αἱ ὁποῖαι δὲν ὑπερέβαινον τότε τὰ 10 ἢ 11 ἑκατομμύρια, ἐν ᾧ καὶ ὡς ἐκ τῆς αὐξήσεως καὶ ἐπιβολῆς νέων τελῶν καὶ ὡς ἐκ τῆς ἀναπτύξεως τοῦ ἐμπορίου αἱ τελωνιακαὶ εἰσπράξεις προβαίνουν αὐξανόμεναι, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διατείνεται, ὅτι οὐδένα περιορισμὸν κάμνει, διότι, λέγει, «ἐγὼ δίδω εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας ὅ,τι ἐλάμβανε διὰ τῶν νόμων ἐκείνων», καὶ ἀδιαφορεῖ διὰ τὴν αὔξησιν τῶν τελωνιακῶν δασμῶν.

§105ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. 11%.

§106ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸς ὁ ἰσχυρισμὸς οὗτος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, εἶναι τοῦτο μαρτυρία ἀλάνθαστος, ὅτι ἐνῷ ἐλάμβανε μέχρι τοῦδε 15%, ἤδη πρόκειται, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, νὰ λαμβάνῃ 11% τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας ἐκ τῶν τελωνιακῶν τελῶν.

§107ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπὶ μεγαλειτέρας βάσεως.

§108ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν βάσιν αὐτὴν ὤφειλον νὰ παρακολουθήσωσι καὶ οἱ πόροι τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας· ἀλλ’ ἐνῷ, κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1867, τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας ἐλάμβανε μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ ποσοῦ, τοῦ χρησιμεύοντος διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου τῶν 25 ἑκατομμυρίων φράγκων, 478,000 δραχμῶν, ἤδη θὰ λαμβάνῃ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου ἐκείνου, κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, 167,000, τουτέστιν ἐπὶ ἔλαττον κατὰ 311,000 δραχμῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια· ὅλοι οἱ ἄλλοι λογαριασμοὶ καὶ ὑπολογισμοὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δὲν στηρίζονται εἰς ὀρθὴν βάσιν καὶ εἰς ὀρθὸν ὑπολογισμόν. Τὰ 15% ἐλαττοῦνται εἰς 11· ἄρα ἡ ἐλάττωσις εἶναι προφανής.

§109ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀλλ’ εἶναι φράγκα τὰ 11, ἐνῷ τὰ 15 ἦσαν παλαιαὶ δραχμαί.

§110ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται σήμερον περὶ τούτου νὰ συζητήσωμεν· ἀνέφερον τοῦτο ἐν παρέργῳ, ὅπως ἀποδείξω πρὸς τοῖς ἄλλοις, ὅτι ζημιοῦται καὶ τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, καὶ ἐπέμεινα εἰς ἀπόδειξιν τῶν ἰσχυρισμῶν μου ἐναντίον τῆς γνώμης τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ, διότι εἶναι τὰ γεγονότα τοιαῦτα· εἶναι αὐτοὶ οἱ νόμοι, οἱ κατὰ τὸ 1867 καὶ 1878 ψηφισθέντες, τοὺς ὁποίους ἐπικαλοῦμαι εἰς μαρτυρίαν τῶν παρ’ ἐμοῦ λεγομένων. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο εἶναι ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ θεραπευθῇ εὐκόλως, διότι, ὅταν πεισθῇ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλή, ὅτι οἱ πόροι τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας εἶναι ἀνεπαρκεῖς, θὰ σπεύσῃ πάλιν νὰ τοὺς ἐπαναφέρῃ εἰς οἵαν κατάστασιν ἦσαν πρότερον ἢ νὰ προσθέσῃ ἄλλους πόρους. Ἰσχυρίζομαι μόνον κατ’ ἐπανάληψιν καὶ ἐπιμένω εἰς τοῦτο, ὅτι οἱ ὑπολογισμοὶ, τοὺς ὁποίους κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς πρωΐας ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. πρωθυπουργὸς, βεβαίως διὰ νὰ διαψεύσῃ τοὺς ἐμοὺς ὑπολογισμοὺς, δὲν ἦσαν ἀκριβεῖς. Μετὰ τὰ λεχθέντα ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου νομίζω, ὅτι ἡ συζήτησις ἐξηντλήθη· θὰ συζητήσωμεν ὅμως ἐπὶ καὶ τῶν καθέκαστα, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἴδη τινὰ, τὰ ὁποῖα νομίζομεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιβαρυνθῶσιν αὐτὰ τοὐλάχιστον μὲ τὴν αὐθαίρετον φορολογίαν τῶν φράγκων ἀντὶ τῶν παλαιῶν δραχμῶν, καὶ ἐὰν ἡ Βουλὴ νομίσῃ, ὅτι οὔτε τὰς προτάσεις μας ταύτας ὀφείλει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, εἶναι ἁρμοδία νὰ πράξῃ τοῦτο. Τὸ κακὸν βεβαίως εἶναι προφανὲς καὶ διὰ τὸ ἐμπόριον καὶ πρὸ πάντων διὰ τὴν κοινωνίαν, διότι τὴν αὔξησιν αὐτὴν θὰ ὑποστῇ οὐχὶ τὸ ἐμπόριον, ἀλλ’ ἡ κοινωνία, ὁ λαός, ὡς ἰσχυρίσθη καὶ ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων. Οἱ τελωνιακοὶ δασμοὶ εἶναι ἔμμεσοι φόροι, ἀλλ’ ἐπιβαρύνουν κυρίως τὸν λαόν. Πολλὰ ἀντικείμενα ἀφορῶσιν ἰδίως τὴν τάξιν τὴν πτωχοτέραν, τὴν τάξιν ἐκείνην, ὑπὲρ τῆς ὁποίας λέγει ὁ κ. πρωθυπουργός, ὅτι ἔλαβε πρόνοιαν διὰ τῆς καταργήσεως τῆς δεκάτης, καὶ τῆς ἀντικαταστάσεως αὐτῆς διὰ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, νομίζων, ὅτι ἀνεκούφισεν αὐτήν, ἀλλὰ πλανᾶται πλάνην μεγάλην, καὶ θὰ πεισθῇ μετ’ ὀλίγον, ὅτι ἡ τάξις αὕτη οὐδαμῶς ἀνεκουφίσθη, ἐξ ἐναντίας μάλιστα ἀπὸ τοῦδε τὰ παράπονα ἤρξαντο κατὰ τοῦ νέου καὶ σοφοῦ φορολογικοῦ μέτρου· καὶ ὅταν ἐννοηθῇ καλῶς διὰ τῆς ἐφαρμογῆς του, τὰ παράπονα ταῦτα θὰ πνίξωσιν αὐτὸν τὸν κ. πρωθυπουργὸν διὰ νέων τηλεγραφημάτων, οὐχὶ πλέον συγχαρητηρίων (Ἰλαρότης), ἀλλὰ τηλεγραφημάτων ἀρῶν καὶ ἀγανακτήσεως. Ἀλλὰ ταῦτα πάντα, κύριοι βουλευταί, ἴσως, καθ’ ὃν τρόπον μάλιστα ἐπαναλαμβάνονται, εἶναι περιττά· ἄλλοτε ἐλπίζω νὰ ἐξετασθῶσι καλλίτερα· ἡ ὥρα προβαίνει, ὀλίγιστος χρόνος ὑπολείπεται μέχρι τοῦ τέρματος τῶν ἐργασιῶν μας. Ἂς ἀποφασίσῃ ἡ βουλὴ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἂς εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν καθέκαστα αὐτοῦ. Γίνεται δεκτὴ δι’ ἀναστάσεως ἡ ἀρχή. Ἄρθρον 1. Ἀναγινώσκονται αἱ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑποβεβλημέναι τροπολογίαι.

§111ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ λόγος, ἐφ’ οὗ ἐστήριξε τὸ ἐπιχείρημά του ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ἵν’ ἀποκρούσῃ τὴν τροπολογίαν, δὲν εἶναι σπουδαῖος καὶ βάσιμος, διότι δὲν παρουσίασε σύστημα τῷ ὄντι ἢ σχέδιον οἰκονομικόν, ἔχον διατάξεις συνδυαζομένας πρὸς τὴν κατάστασιν τῆς κοινωνίας καὶ πρὸς διάφορα συμφέροντα· προσθέτει αὐθαιρέτως 12% ἐφ’ ὅλων ἐν γένει τῶν εἰδῶν, τὸ σύστημα δὲ τοῦτο εἶναι τὸ χειρότερον, διότι θέλει μᾶς ἐμποδίσει νὰ τακτοποιήσωμεν τὸ κατόπιν δασμολόγιον, διότι, ἵνα τακτοποιήσωμεν αὐτό, πρέπει νὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν ἀρχήν, τὴν ὁποίαν καὶ εἰς ἄλλα μέρη ἀκολουθοῦσι, νὰ κανονίσωμεν τὰ φορολογητέα ἀντικείμενα, καὶ νὰ ἐξαιρέσωμεν ἢ νὰ ἐπιβάλωμεν ὀλιγώτερον φόρον εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα χρησιμεύουν ἢ διὰ τὴν βιομηχανίαν ἢ ὡς πρώτη ὕλη διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ λαοῦ, ἀλλ’ ἡ διόρθωσις αὕτη θέλει εἶσθαι δύσκολος. Οὐδεὶς οὐσιώδης λόγος ὑπάρχει ἤδη νὰ μὴ φέρωμεν μεταβολὰς εἰς τὸ προτεινόμενον σχέδιον, καὶ ἂν τῷ ὄντι νομίζῃ ἡ Βουλὴ, ὡς νομίζομεν ἡμεῖς, ὅτι μερικὰ ἀντικείμενα βαρέως φορολογοῦνται, δὲν ἐννοῶ τὸν λόγον διατί νὰ μὴ φέρωμεν ἐλαττώσεις. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. πρωθυπουργὸς δὲν δύναται νὰ μὲ ἀδικήσῃ λέγων, ὅτι δημοκοπεῖ κατὰ τοῦ λαοῦ, διότι ἐγὼ ἐξ ἀρχῆς εἶπον, ὅτι τὰ μέτρα του ὅλα τείνουν ν’ ἀδικήσουν τὸν λαὸν ὑπὲρ τῶν εὐπόρων, καὶ κατὰ τὸ σύστημά του αὐτὸ ἐπιβαρύνονται περισσότερον οἱ πτωχότεροι. Νομίζω λοιπόν, ὅτι δύναται νὰ δεχθῇ ἡ Βουλὴ τροποποιήσεις. Πολεμοῦμεν τὸ νομοσχέδιόν σας, διότι εἰσάγει ἀνωμαλίαν καὶ ἀταξίαν, διότι αἱ πληρωμαὶ εἰς τὸ τελωνεῖον θὰ γίνωνται δι’ ἄλλου νομίσματος, ὅλοι οἱ φόροι θὰ πληρώνωνται κατὰ τὸ παλαιὸν σύστημα, καὶ τὸ δημόσιον οὕτω πληρώνει· θέλει προέλθει σύγχυσις καὶ ἀταξία· σημαίνει, ὅτι δὲν καταλαμβάνομεν τί πράττομεν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἂν ὁ κ. Τρικούπης ἐπιμένῃ, ἡμεῖς θέλομεν ψηφίσει κατὰ τοῦ νομοσχεδίου καὶ ὑπὲρ τῆς τροπολογίας ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐλαττώνουν φόρους τινὰς ἐπὶ μερικῶν ἀντικειμένων.

§112ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δύο συστήματα ὑπάρχουσιν· ἢ θὰ γείνῃ ἀναθεώρησις τοῦ δασμολογίου, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἡ Βουλὴ θέλει ἐξετάσει ἓν πρὸς ἓν τ’ ἄρθρα αὐτοῦ, ἢ ἡ Βουλὴ θὰ θεωρήσῃ, ὅτι δὲν δύναται ἐν τῷ παρόντι ν’ ἀναθεωρήσῃ τὸ δασμολόγιον καὶ θὰ παραδεχθῇ τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν προτείνομεν, τὴν κατὰ ποσοστὸν αὔξησιν, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ παλαιοῦ δασμολογίου. Τοῦτο εἶναι ζήτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δύναταί τις νὰ ἔχῃ ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν γνώμην. Ἄν παραδεχθῆτε τὴν ἡμετέραν ἀρχὴν, τῆς αὐξήσεως κατὰ ποσοστὸν, νομίζω, ὅτι πᾶσαι αἱ προτάσεις δὲν δύνανται νὰ ὑποστηριχθῶσιν, οὐδὲ τὸ σύστημα ἐπιτρέπει τοιαύτην ἐξέτασιν, οἵαν ἐπιτρέπει τὸ ἕτερον σύστημα, τῆς ἀναθεωρήσεως ἐν γένει τοῦ δασμολογίου. Ἑπομένως ἡ πρότασις τοῦ κ. βουλευτοῦ Μεσσήνης ἔχει λίαν καλῶς, ἀλλὰ πρέπει οὕτω νὰ ἐννοηθῇ, τουτέστιν ὅτι ἡ Βουλὴ ἢ θὰ παραδεχθῇ τὸ σύστημα τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως, καὶ τότε δύνανται νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν αἱ τροπολογίαι, ἢ θ’ ἀπέχῃ ἀπὸ πάσης κατὰ μέρος ἐξετάσεως, διότι τὸ ποσοστὸν ἐπιβάλλεται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ παλαιοῦ δασμολογίου. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ εἰς τὴν ἀντικατάστασιν τῶν δραχμῶν εἰς φράγκα, τοῦτο ἀφορᾷ μόνον εἰς τὴν λέξιν· ἠδύνατο νὰ λεχθῇ, ὅτι προστίθενται 12%.

§113ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Χθὲς ἐψηφίσαμεν καὶ νόμον περὶ δανείου, ἐν ᾧ ἀνεγράψαμεν νέας δραχμάς.

§114ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μοὶ κακοφαίνεται διὰ τὸν κ. Κεχαγιᾶν· τὸν ἀφῆκε, φαίνεται, τὸ πνεῦμα καὶ ἡ εὐφυΐα του. Τὸ δάνειον ἐκεῖνο εἶχε σχέσιν μὲ τὸ ἐξωτερικὸν καὶ διὰ τοῦτο ἀνέφερε φράγκα. Ἄν εἶχε σύστημα ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ἤθελον συμφωνήσει καὶ ἐγώ, ἀλλὰ δὲν ἔχει κανὲν σύστημα· αὐθαιρέτως ἐπιβάλλει τόσα τοῖς ἑκατὸν, ἑπομένως δὲν καταλαμβάνω τί τὸν ἐμποδίζει νὰ μὴ ἐξαιρέσῃ ἀντικείμενά τινα, μόνον ἡ θέλησίς του, τώρα δὲ ἀκούω πρώτην φορὰν, ὅτι παρουσιάζεται εἰς τὴν Βουλὴν λεγόμενον σύστημα, τὸ ὁποῖον δὲν ἐπιδέχεται καμμίαν τροποποίησιν. Ἅμα δεχθῆτε τὴν ἀρχὴν, λέγει ὁ πρωθυπουργὸς, ὅλα τὰ ἄλλα πρέπει νὰ τὰ δεχθῆτε· οὕτω νομίζει ὁ κ. πρωθυπουργὸς λοιπόν· τὰ νομοσχέδια εἰς τὸ ἑξῆς δὲν πρέπει νὰ συζητῶνται εἰμὴ αἱ ἀρχαὶ, αἱ δὲ λεπτομέρειαι νὰ παραδέχωνται ἀσυζητητεί. Ἄν ὁ κ. Τρικούπης ἤθελε μόνον νὰ κάμῃ τὴν αὔξησιν πρὸς 12%, διατί νὰ μὴ τὸ εἴπῃ εἰλικρινῶς.

§115ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Αὐτὸ λέγω.

§116ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐπιμονὴ τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ εἶναι τῷ ὄντι (θόρυβος)....

§117ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Πάλιν συζητήσεις.

§118ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡμεῖς σᾶς εἴπομεν ἐξ ἀρχῆς ἔχομεν σκοπὸν νὰ συζητήσωμεν τὰ νομοσχέδια· καὶ ἂν ἐπιστεύατε, ὅτι σπουδαίως σᾶς ὡμιλοῦμεν, δὲν ἠθέλομεν φθάσει ἤδη ὅπου ἐφθάσαμεν· ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν ἔχομεν σκοπὸν νὰ ἀπομακρυνθῶμεν ἀπὸ τὴν ἀπόφασίν μας· μὴ μᾶς διακόπτετε λοιπὸν, διότι εἶναι μάταιον· πρέπει νὰ μάθητε, ὅτι σπουδαίως θέλομεν νὰ ἐργασθῶμεν ἐδῶ.

§119ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ἐγὼ σπανίως διακόπτω, ἀλλ’ ἡ ἀντιπολίτευσις ἐξήντλησε τὴν ὑπομονήν μας συζητοῦσα....

§120ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ φαίνεται περίεργος ἡ ἐπιμονὴ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἰσχυριζομένου, ὅτι πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν τὸ σύστημά του, ὡς ἔχει, ἄνευ ἐξαιρέσεως δι’ ὅλα τὰ ἐμπορεύματα, διότι, κατὰ τὴν ἰδέαν του, πᾶσα τροποποίησις ἢ ἐξαίρεσις μεταβάλλει τὴν βάσιν αὐτοῦ. Νομίζω, ὅτι δὲν ἔχει δίκαιον, ἀναφέρω δ’ ἓν παράδειγμα· πρόκειται νὰ εἰσπραχθῶσι δι’ ἓν ἐμπόρευμα ὡς τελωνιακὸς δασμὸς 500 παλαιαὶ δραχμαί, κατὰ τὸ νομοσχέδιον δὲ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, αἱ παλαιαὶ αὗται δραχμαὶ μετατρέπονται εἰς φράγκα· ἀλλὰ δὲν θὰ σημειώσῃ εἰς τὰ βιβλία ὁ τελώνης, ὅτι εἰσέπραξε 500 φράγκα, διότι τοιοῦτον νομισματικὸν σύστημα δὲν ἔχομεν, ἀλλὰ θὰ σημειώσῃ 560 δραχμάς· ποῦ λοιπὸν ὑπάρχει ἀνωμαλία καὶ σύγχυσις, ἣν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς φοβεῖται, ὅτι θέλει συμβῇ, ἂν γείνῃ μεταβολή τις εἰς τὸ νομοσχέδιόν του; Εἰς τὰ δημόσια βιβλία θὰ ἐγγράφωνται πάντοτε δραχμαί, διότι εἰς δραχμὰς θὰ μετατρέπωνται καὶ τὰ φράγκα. Τοῦτο λέγω, ἵνα ὑποστηρίξω τὴν πρότασίν μου περὶ μὴ αὐξήσεως τοῦ τελωνιακοῦ δασμοῦ ἐπὶ τοῦ πετρελαίου, τῆς ζακχάρεως, τοῦ καφὲ, τῆς ξυλείας καὶ τῶν σιτηρῶν, ἥτις, παρακαλῶ, νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν.

§121Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Παρακαλῶ νὰ προστεθῇ εἰς τὴν πρότασιν ἡ ναυπηγήσιμος ξυλεία, ὅπως φορολογῆται κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον.

§122Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Εἷς τῶν συναδέλφων εἶχεν ὑποβάλει ἀναφορὰν τῶν βιομηχάνων καὶ ἐργοστασιαρχῶν τῶν Πατρῶν περὶ τῆς φορολογίας τοῦ θείου· δὲν ἐνθυμοῦμαι τὶς τὴν εἰσήγαγε.

§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μελετόπουλος, Βουλευτὴς Αἰγιαλείας.

§124ΡΟΥΦΟΣ. Νομίζω, ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ αἴτησις τῶν ἐργοστασιαρχῶν. Τὸ θεῖον ἔρχεται κατειργασμένον εἰς Πάτρας καὶ εἰς τὰ ἄλλα μέρη τῆς Ἑλλάδος, καὶ φορολογεῖται, ὅπως τὸ θεῖον τὸ ἀκατέργαστον. Νομίζω δίκαιον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν τροποποίησιν καὶ νὰ τροποποιήσῃ τὸ σχετικὸν μέρος τοῦ δασμολογίου, ὥστε τὸ κατειργασμένον θεῖον νὰ ἔχῃ ἀνώτερον φόρον, καὶ ἐμψυχωθῇ οὕτως ἡ ἐγχώριος βιομηχανία καὶ ἀνθέξῃ.

§125ΦΙΛΗΜΩΝ. Μίαν παρατήρησιν θὰ ὑποβάλω, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ποσὸν τῆς αὐξήσεως τῶν τελωνιακῶν δασμῶν. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἡ αὔξησις εἶναι κατὰ 12% ἡ αὔξησις ὅμως εἶναι πολὺ μεγαλειτέρα. Σᾶς ὑπενθυμίζω, ὅτι ὑπεβλήθη ἀναφορὰ τῶν ἐμπόρων κατοίκων Πειραιῶς καὶ τῶν Ἀθηνῶν, ἐν ᾗ παρετηρεῖτο, ὅτι ἡ αὔξησις εἶναι πρὸς 15% ἡ πραγματική· μοὶ ἔκαμε μάλιστα τὴν παρατήρησιν, ὅτι ἀναβαίνει εἰς τὰ 20.

§126ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι, 13 καὶ κλάσμα.

§127ΦΙΛΗΜΩΝ. Κάμνω ὡσαύτως τὴν παρατήρησιν, ὅτι ὡς πρὸς τὸ πετρέλαιον μόνον ἡ Ἰταλία ἐπιβάλλει μεγάλον δασμὸν, ὅλα δὲ τὰ ἄλλα Κράτη ἐπιβάλλουν μικρὸν, ἡ Ἀγγλία μάλιστα καὶ ἡ Γερμανία οὐδένα φόρον ἐπιβάλλει.

§128ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Κύριοι, ἠξεύρετε, ὅτι ἡ πτωχοτέρα τῶν ἐπαρχιῶν εἶνε ἡ ἐπαρχία μου· εἰς αὐτὴν συνέβη νὰ ἀποθάνωσι καὶ ἄνθρωποι ἐκ τῆς πείνης· πρὸ ἑνὸς ἔτους μάλιστα ἤθελον ἀποθάνει πολλοὶ ἐκ τῆς πείνης, ἂν δὲν ἤρχοντο φορτία τινὰ ἀραβοσίτου ἀπὸ τὴν Ῥουμουνίαν καὶ Οὐγγαρίαν. Τώρα φέρω πρότασιν, ὅπως καταργηθῇ ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ ἀραβοσίτου, καὶ τοῦτο ὅπως καταστήσω τὴν ἀγορὰν εὐπρόσιτον, διότι τὸ ἐμπόριον λαμβάνει πρόνοιαν περὶ τῶν ἀναγκῶν τῶν ἀνθρώπων. Πιστεύω εἰς τὴν γενικὴν ἀναθεώρησιν τοῦ δασμολογίου θέλουσι ληφθῆ ὑπ’ ὄψιν οἱ λόγοι οὗτοι, διότι ὁμιλῶ περὶ ὕλης τῆς πρώτης ἀνάγκης. Ὕλαι τῆς πρώτης ἀνάγκης εἶνε ὁ σῖτος, ἡ ἐνδυμασία καὶ ἡ ὑπόδησις, ἀλλὰ ὁ ἀραβόσιτος εἶνε τῆς πρωτίστης ἀνάγκης, διότι ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶνε σιτοφόρος χώρα, καὶ πρέπει ὁ ἀραβόσιτος νὰ μὴ φορολογῆται, ἀλλὰ τάχα δὲν δύναται νὰ γείνῃ μία ἐξαίρεσις; Ὁ κ. πρωθυπουργὸς μᾶς λέγει ἢ τὸ σύστημά του, ἢ τίποτε. Ἀλλ’ ὁ τόπος δὲν ἐνδιαφέρεται περὶ τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου πρωθυπουργοῦ, καὶ δὲν πρέπει νὰ δίδηται πολιτικὴ χροιὰ εἰς τὰ ζητήματα ταῦτα, ζητήματα σωτηρίας τοῦ τόπου καὶ τροφῆς τοῦ λαοῦ καὶ ἰδίως τοῦ πτωχοῦ· ἔχει τι τὸ εὔλογον ἡ ἔνστασις τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ, ἀλλ’ ἐξεταζομένη ἐμβριθέστερον δὲν εἶνε τοιαύτη, διότι ἡ ἀναθεώρησις δὲν εἶναι τι ἀδιαίρετον. Ἐγὼ προτείνω ἤδη νὰ γείνῃ ἡ ἀναθεώρησις ὡς πρὸς τοῦτο τὸ ἀντικείμενον μόνον, καὶ νὰ εἴπωμεν: καταργεῖται τὸ τέλος τὸ εἰσαγωγικὸν ἐπὶ τοῦ ἀραβοσίτου. Ἐγὼ ἐπιμένω εἰς τοῦτο. Διότι ἐφαντάσθην, ὅτι, ἂν κατὰ τὸ 78 καὶ 79 ὁ ἀραβόσιτος εἶχεν εἰσαγωγικὸν τέλος, ὁ πτωχὸς μὲν ἠδύνατο νὰ τὰ πληρώσῃ, ἵνα ζήσῃ, ἀλλ’ ὁ ἔμπορος δὲν ἤθελε φέρει. Σώζεται ἐπαρχία ὁλόκληρος δι’ αὐτοῦ τοῦ πράγματος. Δὲν ἐννοῶ νὰ πολεμήσω τὸν φόρον, ἐννοῶ ὅμως νὰ καταστήσω τὴν ἀγορὰν εὐπρόσιτον, καὶ παρακαλῶ τὸ ὑπουργεῖον ἰδιαιτέρως καὶ προσωπικῶς νὰ μὴ ἀποκρούσῃ τὴν προσθήκην.

§129ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Ὁ κύριος Ῥώμας μοὶ ἔδωκε τὴν ἐντολὴν νὰ εἴπω, ὅτι ἀποσύρει τὴν τροπολογίαν του, ἥτις συγχωνεύεται μὲ τὴν ἰδικήν μου.

§130ΡΩΜΑΣ. Δηλαδὴ σεῖς συγχωνεύετε τὴν ἰδικήν σας μὲ τὴν ἰδικήν μου.

§131ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Τότε ἐγένετο κακὴ συνεννόησις. Ἐνθαῤῥύνομαι ἀπὸ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ νὰ ὑποστηρίξω τὴν ἰδικήν μου τροπολογίαν, διότι εἶπεν, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐνδώσῃ εἰς τὴν ἀπαίτησιν τοῦ νὰ ἐλαφρυνθῇ τὸ δασμολόγιον, διότι ἤδη ἐποίησε πᾶν ὅ,τι ἠδύνατο ὑπὲρ τῶν γεωργῶν· ἐπειδὴ δὲ δὲν ἔπραξε τοῦτο καὶ ὑπὲρ τῶν γεωργῶν τῆς Ἑπτανήσου, ἡ τροπολογία μου περὶ μὴ ἐπεκτάσεως τοῦ προσθέτου φόρου καὶ εἰς αὐτὴν τὴν Ἑπτάνησον, εὑρίσκει σύμφωνον τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ὡς πρὸς τοὺς δημητριακοὺς καρποὺς καὶ τὰ ἄλευρα. Ἐνθαῤῥυνόμενος δὲ καὶ δι’ ἄλλον ἔτι λόγον, διότι εἶπεν ὁ ἔντιμος κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἤθελε δεχθῆ τὴν τροπολογίαν μου ὑπὲρ τῆς Ἑπτανήσου, ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ σχηματισθῇ μία γραμμὴ τελωνιακή· ἐπειδὴ δὲ ἡ γραμμὴ ἡ τελωνιακὴ ὑπάρχει, καὶ τριπλῆ μάλιστα, ὡς ἐκ τοῦ ὅτι ἂν ὑποβληθῶσιν εἰς τέλη τὰ σιτηρὰ ἐν Ἑπτανήσῳ, δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ἔλθουν εἰς τὴν Ἑλλάδα, διότι θὰ πληρώσουν πάλιν δημοτικὸν ἐν Ἑλλάδι φόρον, καὶ τὸ μέγιστον πάντων, διότι πρέπει νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν τριπλῆν δαπάνην μετὰ φορτώσεως καὶ ἐκφορτώσεως καὶ ναύλου, καὶ γνωρίζετε πολὺ καλὰ ποῖος εἶναι ὁ ναῦλος τῶν φορτηγίδων καὶ τῶν πλοίων, διὰ τοῦτο εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι ὁ ἔντιμος κ. πρωθυπουργὸς θέλει ὑποστηρίξει τὴν τροπολογίαν. Ἔχω ὅμως δυστυχῶς κατ’ ἐμοῦ τὸν ἔντιμον κ. Κουμουνδοῦρον, ἀντιτείνοντα χθὲς εἰς τὴν ἐλάφρυνσιν τῆς Ἑπτανήσου διὰ τὸν λόγον, ὅτι οἱ Ἑπτανήσιοι ἤδη φορολογοῦνται ἐλαφρῶς.

§132ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἀντέτεινα.

§133ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Καὶ ἄλλοτε ἔκαμα τὴν παρατήρησιν εἰς τινας, εἰπόντας: ἔλθετε νὰ συμμορφωθῆτε μὲ τὸ σύστημα τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος, (θόρυβος), ὅτι ἡ πρότασις αὐτῶν τοῦτο μόνον δηλοῖ· ἐπειδὴ ἡμεῖς ἔχομεν εὐπορίαν, ἀλλὰ πιεζόμεθα, ἔλθετε καὶ σεῖς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχετε εὐπορίαν, ἀλλὰ δὲν πιέζεσθε, νὰ πιέζεσθε ἄποροι ὄντες. Τοῦτο, κύριοι, δὲν εἶναι συλλογισμὸς ὀρθός. (Θόρυβος). Ἂς ἔλθωμεν τώρα καὶ κατ’ οὐσίαν, ἵνα ἴδωμεν, ἂν τῷ ὄντι ὁ Ἑπτανήσιος φορολογῆται ἐλαφρότερον ἀπὸ τὸν κάτοικον τοῦ λοιποῦ βασιλείου. Κύριοι, ὁλόκληρος ἡ ἔκτασις τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου εἶναι 50,000,000 στρεμμάτων· ἐξ αὐτῶν 47,500,000 ἀνήκουσιν εἰς τὴν λοιπὴν Ἑλλάδα, 2,500,000 δὲ εἰς τὴν Ἑπτάνησον. Εἰς τὴν Ἑπτάνησον ὑπάρχουσι 250,000 κάτοικοι· ἄρα ἀναλογοῦσιν εἰς ἕκαστον ἀνὰ 10 στρέμματα. Εἰς ἕκαστον ὅμως τῶν κατοίκων τοῦ παλαιοῦ βασιλείου ἀναλογοῦν 34 στρέμματα. Λοιπὸν βλέπετε ποῖοι ἐκ τῶν κατοίκων ἔχουν τὸ μεγαλείτερον ποσόν. Ἂς ἐξετάσωμεν ἤδη τὴν ποιότητα τῆς γῆς, ἵνα ἴδωμεν, ἐὰν ἡ Ἑπτάνησος ἔχῃ καλλιτέραν ποιότητα γῆς, ἢ τὸ λοιπὸν βασίλειον. Κύριοι, δὲν ἔχετε νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν παρὰ τὴν παραγωγὴν τῆς Ἑπτανήσου καὶ τὴν παραγωγὴν τῆς Ἑλλάδος. Ἐὰν ὑποθέσητε, ὅτι ἡ Ζάκυνθος καὶ ἡ Κεφαλληνία, αἱ ὁποῖαι εἶναι σταφιδοφόροι ἐπαρχίαι, ἐπὶ ἐμβαδοῦ 1 ἑκατομ. στρεμ. μόνον τὸ δέκατον ἀφιέρωσαν εἰς σταφιδοφυτείαν, καὶ ὅτι ἕκαστον στρέμμα δίδει τὰς 500 λίτρας, ὡς δίδει ἡ γῆ τῆς Πελοποννήσου, ἔπρεπεν ἐπὶ 100,000 στρεμμάτων νὰ παραγάγουν 50,000,000· ἀντὶ τούτου δὲ παράγουν μόνον 24,000,000, 30 κατ’ ἔτος· ὅ ἐστὶν ἡ ποιότης τῆς γῆς τῆς Ἑπτανήσου παραβαλλομένη πρὸς τὴν γῆν τῆς Πελοποννήσου, εἶναι ὡς τὸ τρία πρὸς τὸ πέντε. Ἄρα αἱ δύο μεγάλαι κατηγορίαι ποσοῦ καὶ ποιοῦ συνηγοροῦσιν ὑπὲρ τῆς Ἑπτανήσου. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἑτέρα ἔποψις. Ἡ Ἑπτάνησος δίδει 6 ἑκατ. δραχμὰς κατ’ ἔτος εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, εἶναι δὲ 2,500,000 τὰ στρέμματα, ἐκ τῆς παραγωγῆς τῶν ὁποίων πληρώνει ἡ Ἑπτάνησος 6,000,000 δραχμάς. Τὸ λοιπὸν βασίλειον ἔχει 47,500,000· πόσον φόρον ἔπρεπε νὰ πληρώνῃ; 14,000,000. Ἐὰν δὲ ὑπολογίσωμεν τὰ εἰσοδήματα κατ’ ἀναλογίαν τοῦ πληθυσμοῦ, ἀφοῦ ἡ Ἑπτάνησος ἐπὶ 250,000 ψυχῶν συνεισφέρει δρ. 6,000,000, ἡ λοιπὴ Ἑλλὰς ἐπὶ 1,400,000 ψυχῶν ἔπρεπε νὰ συνεισφέρῃ δρ. 34,000,000. Ἐὰν δὲ εἰς ταῦτα προσθέσητε καὶ τὰ εἰσαγόμενα εἰς τὸ δημόσιον ἐκ τῶν δασῶν, ἐκ τῶν ἁλυκῶν καὶ ἐκ τῶν ἐθνικῶν γαιῶν, τὰ ὁποῖα φέρουν 14,000,000, ἔπρεπε νὰ πληρώνῃ 50,000,000. Ἀντὶ τούτου τί βλέπομεν; Ὅτι ἡ Ἑπτάνησος συνεισφέρει πολλά, ἡ δὲ ἄλλη Ἑλλὰς πολὺ ὀλίγα. Λοιπὸν δὲν ὑπάρχει κανεὶς λόγος, ὑποστηρίζων τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ Ἑπτάνησος φορολογεῖται ἐλαφρά· ἀπεναντίας ἔχομεν πράγματα, μὴ ἀφίνοντα τὴν ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν, ὅτι φορολογεῖται βαρέως ἀπέναντι τῶν ἐπαρχιῶν τοῦ παλαιοῦ βασιλείου. Ὅτε ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ τὸν νέον φόρον ὑπὲρ τῶν γεωργῶν τοῦ λοιποῦ βασιλείου, ἔπρεπε νὰ εἰπῆτε, ὅτι ἦτο δίκαιον ν’ ἀνακουφισθῶσι καὶ οἱ τῆς Ἑπτανήσου· τοῦτο δὲ, ἵνα μὴ ἐγερθῶσι δίκαια παράπονα ἐν Ἑπτανήσῳ. Ἤδη δὲν πρόκειται παρὰ περὶ 36,000 δραχμῶν, ἃς θὰ ὠφεληθῇ ἡ Ἑπτάνησος, ἐὰν γείνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία μου· ἀλλὰ διὰ τοῦ μικροῦ τούτου ποσοῦ ἱκανοποιοῦνται αἱ φιλοτιμίαι τῶν Ἑπτανησίων, δικαίως παραπονουμένων, ὅτι περὶ αὐτῶν οὐδεμία λαμβάνεται πρόνοια, ἐνῷ ἀνίσως καὶ βαρέως φορολογοῦνται. Ὁ λόγος οὗτος μὲ ἠνάγκασε νὰ ὑποβάλω τὴν τροπολογίαν ταύτην· ἐλπίζω δὲ, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θέλει δεχθῆ αὐτήν.

§134ΡΩΜΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ ἐλαττώσῃ εἰς 2 ἢ 3% τὸν φόρον ἐπὶ τῆς σταφίδος καὶ τοῦ ἐλαίου, καὶ τότε θὰ ἀρθῇ καὶ αὐτὴ ἡ δυσκολία.

§135ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Δὲν ἔχω ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν παρὰ μίαν παρατήρησιν νὰ ὑποβάλω. Ἐρωτῶ, πῶς μέλλει νὰ σκεφθῇ ὁ τόπος, πῶς μέλλουν νὰ κρίνωσιν οἱ μεταγενέστεροι, καὶ ποίαν πεποίθησιν θὰ σχηματίσῃ ὁ ἔξω κόσμος, ὅταν μάθουν, ὅτι ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ὡς ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὑποστηρίζων τὸ νομοσχέδιον ἀπὸ τοῦ βήματος λέγει, «ἀναγνωρίζω, ὅτι ἡ προσθήκη τῆς νέας φορολογίας ἐπὶ τοῦ πετρελαίου καὶ τῶν σιτηρῶν εἶναι ὑπερβολικὴ καὶ ἐπιβαρυντικὴ διὰ τὸν λαὸν, ἀναγνωρίζω, ὅτι τὸ εἰσαγωγικὸν τέλος ἐπὶ τῶν ἀλεύρων εἶναι παρὰ πολὺ ἐπαχθὲς καὶ ὅτι ἐκανονίσθη ὑπέρογκον χάριν προστασίας ἕνεκα τοῦ ἐπικρατήσαντος κατὰ τὴν ἐπιβολὴν αὐτοῦ προστατευτικοῦ πνεύματος, τὸ ὁποῖον ἀντίκειται εἰς τὴν νομοθεσίαν μας, ἀλλὰ διότι ἔχω σύστημα, ὅπερ στηρίζεται ἐπὶ τῆς προσθήκης φόρου ἐφ’ ὅλων τῶν εἰδῶν, τὰ ὁποῖα ὑποβάλλονται εἰς εἰσαγωγικὸν τέλος, δὲν δέχομαι τὰς ὑποβαλλομένας προτάσεις περὶ ἐξαιρέσεως τῶν εἰδῶν τούτων ἀπὸ τὸ πρόσθετον τέλος, ὅπως μὴ παραβλαφθῇ τὸ σύστημά μου· δὲν δέχομαι τὴν πρότασιν τῆς ἐλαττώσεως τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους τῶν ἀλεύρων εἰς τὸ πρέπον καὶ δίκαιον ποσὸν διὰ τὸν αὐτὸν λόγον. Ἐρωτῶ τί μέλλει νὰ εἴπῃ τὸ ἔθνος καὶ οἱ μεταγενέστεροι, καὶ πῶς, θὰ σκεφθῶσι περὶ ἡμῶν ὡς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων καὶ περὶ τοῦ πρωθυπουργοῦ, ὡς ὑπουργοῦ τῆς Ἑλλάδος;

§136ΠΟΛΥΛΑΣ. Κύριοι βουλευταὶ, αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου, καθόσον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐγένοντο προτάσεις, ὅπως ἀνακουφισθῇ, ὡς σᾶς εἶπον, ὁ γεωργικὸς λαὸς τῆς Ἑπτανήσου, καθὼς ἀνεκουφίσθη διὰ τῆς καταργήσεως τῆς δεκάτης ὁ γεωργικὸς λαὸς τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος. Λυποῦμαι, διότι δὲν δύναμαι μετ’ ἐκτάσεως νὰ λαλήσω ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, διότι μᾶς ἐπιβάλλεται παρὰ τῆς ἀντιπολιτεύσεως σιωπὴ, ἕνεκα τῆς χρήσεως, ἣν ἡ ἀντιπολίτευσις ποιεῖται τοῦ λόγου (θόρυβος). Μὴ ταράττεσθε.

§137ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Αἱ διακοπαὶ, ἃς σεῖς κάμνετε, ἐπιβάλλοντες σιωπὴν εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν......

§138ΠΟΛΥΛΑΣ. Ἐγὼ, κύριοι, οὐδέποτε σᾶς διέκοψα, καὶ ὅμως ἐγὼ ἔχω αὐτὸ τὸ ἀτύχημα, ὁσάκις ἀνέλθω τὸ βῆμα, νὰ μὲ διακόπτουν. Πιέζομαι νὰ λάβω τὸν λόγον, διότι μεταξὺ τῶν ἄλλων χαρακτηρίζουν τὴν ὑποστήριξιν ἡμῶν ὑπὲρ τῶν μέτρων τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ὡς ἀπόῤῥοιαν δουλικῆς ἀφοσιώσεως, καὶ ἐπειδὴ ἴσα ἴσα πρόκειται περὶ αὐξήσεως φόρου, λέγω, ὅτι ἐν πάσῃ πεποιθήσει ψηφίζω τὴν αὔξησιν τοῦ φόρου. Δὲν ἀπαιτῶ δὲ οὐδὲν ἐπὶ τοῦ παρόντος ὑπὲρ τῆς πατρίδος μου, διότι ἐν τῇ λοιπῇ Ἑλλάδι κατηργήθη ἡ δεκάτη, διότι κατηργήθη φόρος ἄδικος, ὄχι μόνον ἕνεκα τοῦ τρόπου τῆς βεβαιώσεως καὶ τῆς εἰσπράξεως, ἀλλὰ διότι ἦτο καὶ ὑπέρογκος φόρος, καὶ ἑπομένως ἀδίκως ὠφελοῦντο ἐκ τοῦ φόρου αἱ λοιπαὶ ἐπαρχίαι τοῦ Κράτους, ἐν αἷς καὶ ἡ Ἑπτάνησος. Τοῦτο ὅμως δὲν λύει τὸ ζήτημα· ὀφείλει καὶ ἡ Ἑπτάνησις καὶ οἱ βουλευταὶ αὐτῆς νὰ σκεφθῶσιν ἐπὶ τοῦ ἰδιαιτέρου φορολογικοῦ συστήματος τῆς Ἑπτανήσου. Ἡμεῖς σήμερον ἔχομεν ἓν καθεστὼς, ἐγένετο δὲ ἡ ἀφομοίωσις μόνον τῶν ἐμμέσων φόρων, δὲν ἐγένετο δὲ ἀφομοίωσις ἐπὶ τῆς ἄλλης φορολογίας· ὀφείλομεν καὶ ἡμεῖς νὰ ἀνακουφισθῶμεν. Ἐὰν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἢ ἄλλη σκεφθῇ ὡρίμως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς φορολογίας τῆς Ἑπτανήσου, ἴσως φθάσει εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἡ Ἑπτάνησος, ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ της φορολογεῖται ὑπὲρ τὸ δέον, καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ὅτι φορολογοῦνται τάξεις τινὲς μόνον, οἱ ἐλαιοκτήμονες καὶ οἱ σταφιδοκτήμονες. Ἀλλὰ τοῦτο θέλομεν ἡμεῖς αὐτοὶ οἱ Ἑπτανήσιοι, διότι ἡμεῖς εἴμεθα λίαν προσκεκολλημένοι εἰς τὸ ὑπάρχον σύστημα, καὶ θὰ προτιμήσωμεν νὰ φορολογώμεθα ὑπὲρ τὸ δέον, παρὰ νὰ παραδεχθῶμεν ἄλλο σύστημα, τὸ ὁποῖον θὰ φέρῃ εἰς τὴν πατρίδα μας τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον καὶ τοὺς εἰσπράκτορας. Ἕνεκα τούτου λοιπὸν, καὶ ὄχι διότι εἶμαι ἀφοσιωμένος, ἀλλὰ διότι εἶμαι πεπεισμένος περὶ τοῦ συστήματος τοῦ οἰκονομικοῦ τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ψηφίσω ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου.

§139ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δύο λέξεις θὰ εἴπω, ὄχι περὶ τῆς παρατάσεως τῆς συζητήσεως, διότι περὶ αὐτῆς ἐῤῥέθησαν πολλά. Παρατηρῶ μόνον εἰς τὸν κ. Πολυλᾶν, ὅτι ἐντελῶς ἀναγνωρίζω τὸ δικαίωμά του πλῆρες, καὶ οὐδεὶς ἠμπορεῖ ν’ ἀρνηθῇ τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς Βουλευτὰς νὰ ψηφοφορῶσιν ἐφ’ ὅλων τῶν ἀντικειμένων τῶν ἀφορώντων τὸν τόπον. Ἀλλὰ παρακαλῶ τὸν κ. Πολυλᾶν νὰ σκεφθῇ, ὅταν ἐψηφοφόρησεν ἐπὶ ἀντικειμένου, τὸ ὁποῖον μετέβαλεν ἀποκλειστικῶς τὴν τύχην ἑνὸς μόνου μέρους, καθιεροῖ τοὺς ἀπαριθμητὰς καὶ εἰσπράκτορας, τοὺς ὁποίους ὅμως φοβεῖται αὐτὸς, καὶ προσέθεσεν ἄλλους φόρους, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐπιβαρύνουν τὸ πλεῖστον τῶν πολιτῶν, καὶ αἱ μεταβολαὶ αὗται δὲν ἐγγίζουσι τὴν Ἑπτάνησον. Ὅταν λοιπὸν ψηφίζῃ ἐπὶ ἀντικειμένων τοιούτων, τὰ ὁποῖα κανονίζουν τὴν τύχην ἄλλων ἐπαρχιῶν καὶ ὄχι τῆς ἰδικῆς του, τὸν παρακαλῶ νὰ ἦναι πολὺ ἐσκεμμένος καὶ προσεκτικὸς, διότι, κύριοι, τὰ ζητήματα ταῦτα ἐλύθησαν, ὅπως ἐλύθησαν, τῇ ψήφῳ τῶν Ἑπτανησίων· αἱ συνέπειαι αἱ κακαὶ ὅμως δὲν ἐπιβαρύνουσι τὴν Ἑπτάνησον. Ἀποῤῥίπτονται δι’ ἀναστάσεως αἱ τροπολογίαι τῶν κ. κ. Φλογαΐτου, Κασιμάτη, Ῥώμα, Καρυστινάκη, Παπαγεωργίου, Ῥοντήρη καὶ Δημητρακάκη.

§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν ἤδη τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Ῥούφου. «Ἐξαιρεῖται τὸ ἀκατέργαστον θεῖον, τοῦ ὁποίου τὸ τέλος ὁρίζεται εἰς 1½ λεπτόν.»

§141ΡΟΥΦΟΣ. Ὑπάρχουν δύο κατηγορίαι ἐν τῷ δασμολογίῳ· τὸ ἄνθος φορολογεῖται πρὸς 11 λεπτά, τὰ δὲ ἄλλα πρὸς 2 λεπτά. Ἀφίνω τὴν πρώτην κατηγορίαν, πρὸς 11 λεπτά, τὴν δὲ δευτέραν τὴν διαιρῶ εἰς δύο, εἰς κατειργασμένον καὶ ἀκατέργαστον θεῖον. Καὶ διὰ μὲν τὸ κατειργασμένον ἀφίνω τὰ δύο λεπτά, διὰ δὲ τὸ ἀκατέργαστον θέτω 1½, λεπτὸν ἤτοι προτείνω ἐλάττωσιν ½ λεπτοῦ διὰ τὸ ἀκατέργαστον.

§142ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ πρότασις ἀφορᾷ εἰς προστασίαν τῶν τριπτικῶν μηχανῶν ἐν Ἑλλάδι, ὁ φόρος δὲ οὗτος δὲν δύναται νὰ γείνῃ παραδεκτός, διότι τὰ καταστήματα δὲν εἶναι ἀρκετά· καὶ ἀρκετὰ ὅμως ἂν ἦσαν, δὲν ἠδύνατο νὰ τεθῇ ὁ φόρος οὗτος, διότι περιορίζει τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἐμπορίου, ἣν καθιεροῖ ἡ νομοθεσία μας.

§143ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἰσχύον δασμολόγιον ἔχει ὡς ἑξῆς: «θεῖον ἐκκαθαρισμένον· ἄνθος θειαρίου, ἡ ὀκᾶ λεπ. 10· θεῖον εἰς μασούρια, εἰς κομμάτια ἢ εἰς κόνιν, ἡ ὀκᾶ λεπ. ἕν.» Τὸ θεῖον λοιπὸν, ὁ κ. Ῥοῦφος προτείνει, νὰ διαιρεθῇ εἰς 2 κατηγορίας, καὶ νὰ ἐπιβληθῇ τελωνιακὸς φόρος εἰς μὲν τὴν μίαν 2 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, εἰς δὲ τὴν ἑτέραν 1½ λεπτόν. Ἐγὼ δὲν συμφωνῶ μὲ τὴν γνώμην αὐτὴν τοῦ κ. Ῥούφου· ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις, νομίζω, διὰ νὰ ἦναι συνεπὴς πρὸς ἑαυτὴν, πρέπει νὰ παραδεχθῇ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ῥούφου, διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἄλλοτε εἶπεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ φορολογηθῇ τὸ θεῖον, ὡς φάρμακον.

§144ΡΟΥΦΟΣ. Πρέπει νὰ ὑποστηριχθῇ ἡ ἐγχώριος βιομηχανία· τοῦτο εἶναι ἓν ἀπὸ τὰ ζητήματα τὰ μᾶλλον σπουδαῖα, εἰς τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ προσέχῃ πᾶσα Κυβέρνησις, καὶ κάμνω τὴν παρατήρησιν, ὅτι θεῖον τετριμμένον ἔρχεται ἐντὸς σάκκων, οἱ ὁποῖοι δὲν φορολογοῦνται.

§145Λ. ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Συντάσσομαι πρὸς τὴν γνώμην τοῦ προλαλήσαντος κ. Ῥούφου, καθόσον καὶ ἐγώ, ὑποβάλλων εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀναφορὰν τῶν δύο ἐν Πάτραις ἐργοστασιαρχῶν, ἔκαμον, ὡς ἴσως ἐνθυμεῖσθε, τὴν παρατήρησιν αὐτὴν, ὅτι δὲν ὑπάρχει καὶ ἰσότης φορολογίας, διότι τὸ τετριμμένον θεῖον εἰσάγεται ἐντὸς σάκκων, οἵτινες δὲν φορολογοῦνται. Ἤδη δὲ ἀναγκάζομαι νὰ παρατηρήσω πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ εἰσαγωγῆς προστατευτικῆς κυρίως φορολογίας, ἣν κατ’ ἀρχὴν ἀποκρούει, ἀλλὰ περὶ μικρᾶς προστασίας εἰς ἐγχώρια καταστήματα, τὰ ὁποῖα ὠφελοῦν τὴν γεωργίαν, διότι συντελοῦσιν εἰς τὴν παροχὴν θείου καλλιτέρας ποιότητος εἰς τοὺς σταφιδοκτήμονας. Ἄλλως θὰ εἶχε τὸ πρᾶγμα, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ καταργήσεως τοῦ ἐπὶ τοῦ εἰσαγομένου θείου ἐν γένει ἐπιβαλλομένου τελωνιακοῦ τέλους.

§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Ῥούφου νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι.) Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.

§147ΤΙΝΕΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε 15; (Ἐγείρονται πλέον τῶν 15.) Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Ῥούφου λέγουσι Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. Γίνεται δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία.

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Λεωνίδας Μελετόπουλος ΝΓεώργιος Τσώκρης Ο
Ἰωάν. Μεσσηνέζης ΟἌγγελος Γεωργαντᾶς Ν
Παντολ. Λογιωτατίδης ΟΓεώργ. Παπαλεξόπουλος
Λεωνίδ. Καρυστινάκης ΟἈνδρ. Ψύλλας Ο
Νικόλαος Μαυροκορδάτος ΟΔημ. Ῥάλλης Ο
Μιχαὴλ Δ. Καΐρης ΟΔημ. Ν. Καλλιφρονᾶς Ο
Τιμολέων Φιλήμων ΝἸωάννης Πεζᾶς Ο
Παῦλος Καλλιγᾶς ΟΓεώργ. Παππαγεωργίου Ν
Δημήτρ. Μ. Καλλιφρονᾶς ΟἈνδρ. Ἱερομνήμων
Ἀλέξ. Γ. Σκουζές ΝΣτυλιανός Βάλληνδας Ο
Ἀθανάσιος Κατσανδρῆς ΝΝικόλ. Βασιλάκης Ο
Βλάσης Βαλτινός ΝἈντών. Παλατιανός Ο
Ἀθανάσιος Ἴσκος ΝἸάκωβος Πολυλᾶς Ο
Δημήτρ. Γρίβας Ἀναστ. Δημητριάδης Ο
Γεώρ. Γεροθανάσης Δημ. Σταυρόπουλος Ο
Χρήστος Κατσικογιάννης Σπυρ. Α. Νοταρᾶς
Βασίλ. Νικολόπουλος ΟἸωάν. Δεληγιάννης Ο
Ἰωάν. Ῥοϊλός Ἀνδρ. Νοταρᾶς
Γεώργ. Μπούκουρας ΟΝ. Βαλσαμάκης
Θεόδ. Δηλιγιάννης ΝΠ. Βενιεράτος
Κωνστ. Μαντζουράνης Σπ. Μοντεσάντος Ο
Κωνστ. Κοσσονάκος ΟΔ. Μηλιαρέσης
Πέτρος Πετροπουλάκης ΝΣπυρ. Κοντολέων
Ἰωάν. Ἀνδρίτσος ΟΠάνος Κορωναῖος Ο
Κωνστ. Ἀναγνωστόπουλος Στυλ. Κασιμάτης
Ἰωάν. Γ. Κότταρης ΝΘεόδ. Θερμογιάννης Ο
Ν. Παπαμιχαλόπουλος ΟἈντών. Καρδαρᾶς
Νικόλ. Θ. Ῥίτσος ΝΔημήτρ. Σταματόπουλος
Ἰωάν. Γ. Καπιτσίνης ΝΘ. Καλλίτσης ἢ Μαρούλης
Γεώργ. Μίλησης ΝἸωάν. Βαλασσόπουλος Ο
Ἰωάν. Κ. Ζέρβας ΟΝικήτας Βαρβιτσιώτης
Γεώργ. Ζηνόπουλος ΝἈριστ. Τζιβανόπουλος
Δημήτρ. Χατζόπουλος ΟἈναστ. Κορφιωτάκης
Δημήτρ. Βουλπιώτης ΟΔημήτρ. Δημητρακάκης Ν
Σπυρ. Καραϊσκάκης ΟΔημήτρ. Μελετόπουλος Ο
Πάνος Μανωλίδης ΟΓεώργ. Λάππας Ν
Σπυρ. Ῥώμας ΝἈναστάσ. Κουτσοπέταλος
Κωνστ. Λομβάρδος ΟΝικόλ. Μπουφίδης Ο
Ἀναστ. Λούντζης ΟΣπυρ. Βαλαωρίτης Ν
Ἰωάν. Νέγκας Ξενοφῶν Βαλαωρίτης Ν
Ἰωάν. Βοῦλτσος ΝΓεράσιμος Σέρβος Ο
Γεώργ. Κρεστενίτης ΟΔημήτρ. Τσαμόπουλος Ο
Στέφ. Στεφανόπουλος ΟἈριστ. Ῥούκης Ο
Αὐγερινὸς Πετραλιᾶς Δημ. Παπαλουκᾶς
Ἀνδρ. Αὐγερινός ΝΧρῆστος Χρηστόπουλος
Γ. Παπακυριακόπουλος ΟἈλέξανδρος Πετρινός Ο
Θεμιστ. Δαραλέξης ΝἈναστάσ. Σεχιώτης
Σπυρ. Κουκούλεζας ΟἸωάν. Ταμπακόπουλος Ν
Γεώργ. Πετούσης ΟΚωνστ. Ῥεβελιώτης Ο
Π. Οἰκονόμου Ἀριστ. Σακελλαρόπουλος Ο
Πέτρος Α. Ζάνος Ἠλίας Κοσονάκος Ο
Νικόλ. Νομικός ΟἈθανάσιος Κατριβάνος Ν
Νικήτας Συνοδινός ΝΒασίλ. Βούτουνας
Δημοσθένης Στάϊκος Στέφ. Δραγούμης Ο
Κωνστ. Πεταλᾶς Δημήτρ. Πάγκαλος
Ἀριστ. Οἰκονόμου ΝΓεώργ. Σταμούλης Ο
Ἀλέξ. Φωτήλας ΟΣπυρ. Ζερβός
Ἀθαν. Γ. Πετιμεζᾶς Θεόδ. Ζερβός Ν
Σωτ. Ν. Πετιμεζᾶς ΝΧαρίλ. Τρικούπης Ο
Θ. Δ. Ζαΐμης ΝΝικόλ. Μακρῆς
Περικλ. Γ. Πεῤῥωτής Γεώργ. Τσάλας Ο
Κωνστ. Ἰω. Φλέσας ΟἈλέξ. Κουμουνδοῦρος Ν
Δημ. Τζάνες Κωνστ. Α. ΚουμουνδοῦροςΝ
Δημ. Κάρτσωνας Περικλ. Μποῦτος
Ἀντ. Χατζηνικολῆς Σπήλ. Ἀντωνόπουλος Ο
Ἀλέξ. Ἀντωνιάδης ΟΓεώργ. Προβελέγιος
Γεώργ. Καραβᾶς ΟΔημήτρ. Κυριακίδης Ν
Ἐλευθέριος Μυκώνιος ΝΕὐάγγελος Ἀντύπας Ν
Κωνστ. Κρίσπης Γεώργ. Φλωριᾶς
Μιλτιάδης Βαρότσης ΝἈναστ. Ζερβός
Νικ. Γ. Καλαντζόπουλος ΟΜιχαὴλ Σκαβέντζος Ο
Γεώργ. Σισμάνης Γεώργ. Κ. Ῥεμπάκης
Ἀθανάσ. Ῥοντήρη ΝΠαντελῆς Μπούμπουλης
Κωνστ. Φαρμακόπουλος Γεώργ. Λεωνίδας
Κωνστ. Εὐθυμιόπουλος Ἰωάννης Γρυπάρης Ο
Ἀλέξ. Πετσάλης ΟΠαντιᾶς Καράλης Ο
Τηλέμαχος Ῥούκης ΝΣτέφανος Σκουλούδης Ο
Κυριάκ. Μαυρομιχάλης ΝἸωάννης Δούμας Ο
Δημήτρ. Σαράβας ΟΓ. Μπούμπουλης Ν
Ἀντ. Μαυρομιχάλης Ἰωάννης Ζαλλώνης
Ἰω. Γερ. Μαυρομιχάλης ΝΓρηγ. Μαυρομαρᾶς Ο
Ἀσημ. Χρηστόπουλος ΟΝικόλαος Δρόσος Ν
Ν. Λαμπρούλιας ΟΣωτήρ. Σωτηρόπουλος Ν
Ζ. Ζαρειφόπουλος Θ. Μ. Ἀναστασόπουλος Ν
Ἀναστ. Α. Νικοκάβουρας Κανάρης Γιαλιᾶς Ο
Πολυχρ. Β. Κωνσταντᾶς Γεώργ. Πατρίδης
Θεόφιλος Π. Προβατᾶς ΟΓεώργ. Στάϊκος Ο
Γεώργ. Ἰακωβάτος ΟἸωάν. Μεγαπάνος Ν
Χαράλαμ. Ἰακωβάτος ΟΓ. Σ. Κοριζής Ο
Νικόλ. Ἰακωβάτος ΟΧριστόδ. Λ. Δουζίνας Ο
Νικόλ. Γ. Κάγκας Γεώργ. Δ. Βούλγαρης Ο
Εὐθ. Κεχαγιᾶς ΟἜπαμ. Α. Κριεζῆς Ο
Π. Τσαμάλας ἢ Παπακώστας Θεόδ. Ν. Γκίκας Ν
Ἀνάργυρος Σιμόπουλος ΟΛεωνίδας Τράκας Ο
Λουκᾶς Καραλίβανος ΝἈθαν. Χατζόπουλος Ο
Γεώργ. Ῥοῦφος ΝΚωνστ. Χατζῖσκος Ν
Ἀντών. Ῥικάκης ΝΔημήτρ. Ζουλούμης Ο
Ἀριστομ. Κοντογούρης ΟΝικ. Εὐαγ. ΚοντογιάννηςΟ
Δημήτρ. Πατρινός ΟἈλέξ. Οἰκονόμου Ο
Περικλ. Καλαμογδάρτης ΟΘεόδωρος Φλογαΐτης Ο
Νικόλ. Κουμανιώτης ΟΒασίλ. Βουδούρης
Νικόλ. Καράπαυλος Μιχαὴλ Ἀβέρωφ
Δημ. Τριγγέτας ΟΚωνστ. Ν. Παππανικολῆς
Ἀθανάσιος Μισυρλῆς Δημοσθ. Βρατσάνος

§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. 50 εἶπον Ναί, 93 εἶπον Ὄχι· ἑπομένως ἡ τροπολογία ἀπεῤῥίφθη. Ἀποῤῥίπτεται δι’ ἀναστάσεως ἡ τροπολογία τοῦ κ. Δρόσου, εἶτα δὲ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, διὰ ψήφων 88 κατὰ 54, καὶ ἡ τοῦ κ. Παπαμιχαλοπούλου: «Ἐξαιροῦνται τῆς διατάξεως ταύτης τὸ πετρέλαιον, ἡ ζάκχαρις, ὁ καφές, τὰ σιτηρὰ, τὰ ἄλευρα καὶ ἡ ναυπηγήσιμος ξυλεία παντὸς εἴδους.»

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Λεωνίδας Μελετόπουλος Βλάσης Βαλτινός Ν
Ἰωάν. Μεσσηνέζης ΟἈθανάσιος Ἴσκος Ν
Παντολ. Λογιωτατίδης ΟΔημήτρ. Θ. Γρίβας
Λεωνίδ. Καρυστινάκης ΟΓεώργιος Γεροθανάσης
Νικόλ. Μαυροκορδάτος ΟΧρῆστος Κατσικογιάννης
Μιχαὴλ Δ. Καΐρης ΟΒασίλ. Νικολόπουλος Ο
Γεώργιος Τσώκρης ΟἸωάννης Ῥοϊλός
Ἄγγελος Γεωργαντᾶς ΝΓεώργ. Μπούκουρας Ο
Γεώρ. Παππαλεξόπουλος Θεόδ. Δηλιγιάννης
Ἀνδρέας Ψύλλας ΟΚωνστ. Μαντζουράνης
Δημήτριος Ῥάλλης ΟΚωνστ. Κοσσονάκος Ο
Δημήτρ. Ν. Καλλιφρονᾶς ΟΠέτρος Πετροπουλάκης Ν
Τιμολέων Φιλήμων ΝἸωάν. Ἀνδρίτσος Ο
Παῦλος Καλλιγᾶς ΟΚωνστ. Ἀναγνωστόπουλος Ο
Δημήτρ. Μ. Καλλιφρονᾶς ΟἸωάν. Γ. Κόταρης Ν
Ἀλέξανδρ. Γ. Σκουζές ΝΝ. Παπαμιχαλόπουλος Ν
Ἀθανάσιος Κατσανδρῆς ΝΝικόλ. Θ. Ῥίτσος Ν
Ἰωάν. Γ. Καπιτσίνης ΝΘ. Καλλίτσης ἢ Μαρούλης
Γεώργ. Μίλησης ΝἸωάν. Βαλασσόπουλος Ο
Ἰωάν. Κ. Ζέρβας ΟΝικήτ. Βαρβιτσιώτης
Γεώργ. Ζηνόπουλος ΝἈριστ. Τζιβανόπουλος
Δημήτρ. Χατζόπουλος ΟἈναστ. Κορφιωτάκης
Δημήτριος Βουλπιώτης ΟΔημήτρ. Δημητρακάκης Ν
Σπυρ. Καραϊσκάκης ΟΔημήτρ. Μελετόπουλος Ο
Πάνος Μανωλίδης ΝΓ. Λάππας Ν
Σπυρ. Ῥώμας ΝἈναστ. Κουτσοπέταλος
Κωνστ. Λομβάρδος ΟΝικόλ. Μπουφίδης Ο
Ἀναστ. Λούντζης ΟΣ. Βαλαωρίτης Ν
Ἰωάν. Νέγκας Ξ. Βαλαωρίτης Ν
Ἰωάν. Βοῦλτσος ΝΓερ. Σέρβος Ο
Γεώργ. Κρεστενίτης ΟΔημήτρ. Τσαμόπουλος Ο
Στέφ. Στεφανόπουλος ΟἈριστ. Ῥούκης Ο
Αὐγερινός Πετραλιᾶς Δημ. Παππαλουκᾶς
Ἀνδρ. Αὐγερινός ΝΧρ. Χρηστόπουλος
Γ. Παπακυριακόπουλος ΟἈλεξ. Πετρινός Ο
Θεμιστ. Δαραλέξης ΝἈναστ. Σεχιώτης
Σπυρ. Κουκούλεζας ΟἸω. Ταμπακόπουλος Ν
Γεώρ. Πετούση ΟΚωνστ. Ῥεβελιώτης Ο
Π. Οἰκονόμου Ἀριστ. Σακελλαρόπουλος Ο
Πέτρος Α. Ζάνος Ἡλίας Κοσσονάκος Ο
Νικ. Νομικός ΟἈθαν. Κατριβάνος Ν
Νικήτας Δ. Συνοδινός ΝΒασίλ. Βούτουνας
Δημοσθένης Στάϊκος Στέφανος Δραγούμης Ο
Κωνστ. Πεταλᾶς Δημήτα. Πάγκαλος
Ἀριστ. Οἰκονόμου ΝΓεώρ. Σταμούλης
Ἀλέξ. Φωτήλας ΟΣπ. Ζερβός
Ἀθαν. Γ. Πετιμεζᾶς Θεόδ. Ζερβός Ν
Σωτήρ. Ν. Πετιμεζᾶς ΝΧαρίλ. Τρικούπης Ο
Θ. Α. Ζαΐμης ΝΝικολ. Μακρῆς
Περικλ. Γ. Πεῤῥωτής Γεώργ. Τσάλας Ο
Κωνστ. Ἰω. Φλέσσας ΟἈλέξ. Κουμουνδοῦρος Ν
Δημ. Τζάνες Κωνστ. Α. ΚουμουνδοῦροςΝ
Δημ. Κάρτσωνας Περικλῆς Μποῦτος
Ἀντών. Χατζηνικολῆς Σπήλ. Ἀντωνόπουλος Ο
Ἀλέξ. Ἀντωνιάδης ΟΓ. Προβελέγιος
Γεώργ. Καραβᾶς ΟΔημ. Κυριακίδης Ν
Ἰωάννης Πεζᾶς ΟἘλευθ. Μυκώνιος Ν
Γεώργ. Παπαγεωργίου ΝΚωνστ. Κρίσπης
Ἀνδρ. Ἱερομνήμων Μιλτιάδης Βαρότσης Ν
Στυλιανός Βάλληνδας ΟΝ. Γ. Καλαντζόπουλος Ο
Νικόλ. Βασιλάκης ΟΓ. Ν. Σισμάνης
Ἀντών. Παλατιανὸς ΟἈθ. Ῥοντήρης Ν
Ἰάκωβος Πολυλᾶς ΟΚωνστ. Φαρμακόπουλος
Ἀναστ. Δημητριάδης ΟΚ. Εὐθυμιόπουλος
Δημήτ. Σταυρόπουλος ΟἈλέξ. Πετσάλης Ο
Σπυρ. Α. Νοταρᾶς Τηλέμαχος Ῥούκης Ν
Ἰωάν. Δεληγιάννης ΟΚυριακ. Μαυρομιχάλης Ν
Ἀνδρ. Νοταρᾶς Δημήτρ. Σαράβας Ο
Ν. Βαλσαμάκης Ἀντ. Μαυρομιχάλης
Π. Βενιεράτος Ἰω. Γερ. Μαυρομιχάλης Ν
Σπ. Μοντεσάντος ΟἈσημ. Χρηστόπουλος Ο
Δ. Μηλιαρέσης Ν. Λαμπρούλιας Ο
Σπυρ. Κοντολέων Ζ. Δ. Ζαρειφόπουλος
Π. Κορωναίος ΟἈναστ. Δ. Νικοκάβουρας
Στυλ. Κασιμάτης ΟΠ. Β. Κωνσταντᾶς
Θεόδ. Θερμογιάννης ΟΘεόφιλος Π. Προβατᾶς Ο
Ἀντών. Καρδαρᾶς Γεώρ. Ἰακωβάτος Ο
Δημήτρ. Σταματόπουλος Χαράλαμ. Ἰακωβάτος Ο
Νικόλ. Ἰακωβάτος ΟΓ. Μπούμπουλης Ν
Νικόλ. Κάγκας Ἰω. Ζαλλώνης
Εὐθ. Κεχαγιᾶς ΟΓρηγ. Μαυρομαρᾶς Ο
Π. Τσαμάλας ἢ Παπακώστας Νικόλ. Δρόσος Ν
Δ. Σιμόπουλος ΟΣωτήρ. Σωτηρόπουλος Ν
Λ. Καραλίβανος ΝΘ. Μ. Ἀναστασόπουλος Ν
Γ. Ῥοῦφος ΝΚανάρης Γιαλιᾶς Ο
Α. Ῥικάκης ΝΓεώρ. Πατρίδης
Ἀριστομ. Κοντογούρης ΟΓεώρ. Στάϊκος Ο
Δ. Πατρινός ΟἸωάν. Μεγαπάνος Ν
Περικλ. Καλαμογδάρτης ΟΓ. Σ. Κοριζῆς Ο
Νικόλ. Κουμανιώτης ΟΧριστόδ. Λ. Δουζίνας Ο
Νικόλ. Καράπαυλος Γεώργ. Δ. Βούλγαρης Ο
Δημήτρ. Τριγγέτας ΟἜπαμ. Δ. Κριεζῆς Ν
Ἀθ. Μισυρλῆς Θεόδ. Ν. Γκίκας Ν
Εὐάγ. Ἀντύπας ΝΛεωνίδας Τράκας Ο
Γ. Φλωριᾶς Ἀθανάσ. Χατζόπουλος Ο
Ἀναστ. Ζερβός Κωνστ. Χατζῖσκος Ν
Μιχαὴλ Σκαβέντζος ΟΔημήτρ. Ζουλούμης Ο
Γεώργ. Κ. Ῥεμπάκης Νικ. Εὐαγ. ΚοντογιάννηςΟ
Παντελῆς Μπούμπουλης Ἀλέξ. Οἰκονόμου Ο
Γεώργ. Λεωνίδας Θεόδωρος Φλογαΐτης Ν
Ἰωάν. Γρυπάρης ΝΒασίλ. Βουδούρης
Παντιᾶς Καράλης ΝΜιχαὴλ Ἀβέρωφ
Στέφανος Σκουλούδης ΟΚωνστ. Ν. Παππανικολῆς
Ἰω. Δούμας ΝΔημοσθ. Βρατσάνος

Γίνονται δι’ ἀναστάσεως δεκτὰ τ’ ἄρθρα 1 καὶ 2. Ἄρθρον 3.

§150ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἤδη μανθάνομεν, ὅτι ἡ γνώμη τῶν Ὑπουργῶν δύναται νὰ ἐπιβάλλῃ φόρον· μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν εἷς Ὑπουργὸς μὲ ἓν χαρτὶ νὰ δύναται νὰ ἐπιβάλλῃ φόρους.

§151ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μέχρι τοῦδε ἐπεκράτει ἡ ἀρχὴ, ὅτι διὰ Β. Διατάγματος, ἄνευ συμπράξεως τῆς Βουλῆς, ἠδύνατο νὰ ἐπιβληθῇ οἱοσδήποτε φόρος ἢ αὔξησις τέλους εἰσαγωγικοῦ· ἤδη δὲ καταργεῖται τοῦτο. Ἀλλ’ ἐπειδὴ τὸ καταργούμενον μέτρον εἶχε ληφθῆ πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ δημοσίου ταμείου, τὴν ὑποστήριξιν ταύτην ἀντικαθιστῶμεν διὰ διατάξεως, ἡ ὁποία δὲν ἔχει οὐδόλως τὸν χαρακτῆρα τοῦ προηγουμένου συστήματος, διότι ἐνταῦθα δὲν πρόκειται περὶ φορολογίας, ἀλλ’ ἁπλῶς περὶ ἐγγυήσεως, ἤτοι ἐξασφαλίζεται τὸ δημόσιον, ὅτι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θέλει προσδιορισθῆ, θέλει ληφθῆ παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑποβάλλονται εἰς αὐτό. Τοῦτο δὲ θέλει γείνει ἕως ὅτου ἡ πρότασις συζητηθῇ καὶ ψηφισθῇ· ἐὰν δὲ ἀποῤῥιφθῇ, ἢ ἡ Σύνοδος παρέλθῃ ἄνευ ἐπιψηφίσεως τῆς προτάσεως, ἐπιστρέφονται τὰ χρήματα· ὥστε πρόκειται περὶ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, ἥτις θὰ ἔχῃ ἀναδρομικὴν δύναμιν.

§152ΦΙΛΗΜΩΝ. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἡ φορολογία ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς εἰσαγωγῆς τῆς προτάσεως θέλει προλάβει τὰς καταχρήσεις τῶν ἐμπόρων, αὐτὸ εἶναι ἀληθὲς· ἀλλὰ συγχρόνως εἶναι ἐπίσης ἀληθὲς, ὅτι δύνανται νὰ ζημιωθῶσιν ἢ καταστραφῶσιν ἔμποροι, οἵτινες ἐνήργησαν προμηθείας ὑπὸ τὴν ἰσχὺν ἑνὸς νόμου· ἑπομένως, ὅσον εἶναι ἀληθὲς τὸ ἓν, τόσον εἶναι ἀληθὲς καὶ τὸ ἕτερον, καὶ μάλιστα, ἐὰν δὲν ἐπιψηφισθῇ ὁ νόμος. Δεύτερον, ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι, δυνάμει τῆς ἰσχυούσης ἀρχῆς, ὅτι διὰ Β. Διατάγματος ἠδύνατο νὰ γείνῃ μία αὔξησις τελωνιακοῦ δασμοῦ, ὑφίστατο μίαν εὐθύνην ὁ Ὑπουργὸς, ἀλλὰ σήμερον δὲν εἶναι ὑπεύθυνος οὗτος διὰ τὸ ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον. Δὲν δύναται νὰ ἦναι ὑπεύθυνος, δυνάμει τοῦ περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν νόμου, δι’ ὑποβολὴν νομοσχεδίου. Ἐν τούτοις σήμερον ἡ εὐθύνη αὕτη καταστρέφεται καθ’ ὁλοκληρίαν, ἐνῷ δυνάμεθα ἕνα Ὑπουργὸν, ὁ ὁποῖος ἐξέδωκεν ἓν διάταγμα, ὅπερ ἡ Βουλὴ δὲν ἐδέχθη ἀκολούθως, δυνάμεθα νὰ τὸν κατηγορήσωμεν· δὲν δυνάμεθα ὅμως νὰ πράξωμεν τίποτε, ἂν ὑπέβαλε νομοσχέδιον, ἔστω καὶ ἂν ἐκ τούτου ἐζημιώθη ἢ τὸ δημόσιον ἢ ὁ ἰδιώτης. Μοὶ φαίνεται δὲ, ὅτι αὐτὴ ἡ τάξις εἶναι ὅλως διόλου πρωτότυπος, νὰ εἰσάγηται μία διάταξις νόμου πρὶν ἢ ὁ νόμος γείνῃ· ἐννοῶ τὴν ἀναδρομικὴν δύναμιν, τὴν ὁποίαν ἔχουν οἱ νόμοι, ἀλλὰ τὴν ἔχουν ἀφ’ ὅτου ψηφισθῶσιν. Ἀλλὰ νὰ φορολογῆται εἴτε ἀμέσως, εἴτε ἐμμέσως, ὁ τόπος, πρὶν ἢ τὸ σχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις, λάβῃ ἰσχὺν νόμου, μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι κἄπως ἀνώμαλον· τοῦτο εἶναι ἄρσις τῆς συνταγματικῆς ἀρχῆς, ἥτις εἶναι ἐγγύησις ὑπὲρ τῶν φορολογουμένων.

§153ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Θαυμάζω, ὅτι ὁ κ. φιλήμων στηρίζει τὰς πεποιθήσεις του ἐπὶ συνταγματικῆς ἀρχῆς, λέγων, ὅτι τὸ διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπεται εἰς τὸν ὑπουργὸν νὰ ἐκδίδῃ, εἶναι συνταγματικώτερον τῆς διατάξεως ταύτης, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς προτείνομεν. Εἶπεν, ὅτι εἶναι συνταγματικόν, διότι ἔχει ὁ ὑπουργὸς εὐθύνην. Ἀλλὰ ποίαν εὐθύνην ὑπουργικὴν δύναται νὰ ἔχῃ, ἀφοῦ κατὰ νόμον δύναται νὰ ἐκδώσῃ τὸ διάταγμα; ὥστε αἱ σκέψεις ἅπασαι αἱ συνταγματικαὶ τοῦ κ. Φιλήμονος δὲν χωροῦσιν· ἀπεναντίας ἡ διάταξις αὕτη καθιεροῖ τὴν συνταγματικὴν ἀρχὴν, ὅτι μόνον εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν ἐπιτρέπεται νὰ νομοθετῇ καὶ ὄχι εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν, κατ’ ἐντολὴν, ὅπως ἐγίνετο πρότερον. Ἂν ὁ κ. Φιλήμων θεωρῇ, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 3 εἶναι ἐπικίνδυνος, πῶς δὲν ἐθεώρει, ὅτι εἶναι πολὺ μᾶλλον ἐπικίνδυνον τὸ καταργούμενον διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ ἐκδίδειν διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπεβάλλετο φόρος. Ὅταν ἅπαξ ἐπιβληθῇ διὰ τοῦ διατάγματος ὁ φόρος, ἡ Βουλὴ εἶναι δεσμευμένη ν’ ἀποδεχθῇ τὸ διάταγμα· δὲν ἔχομεν παράδειγμα Βουλῆς, ἡ ὁποία ν’ ἀπέκρουσε διάταγμα ἅπαξ ἐκδοθέν, ἅπασαι δὲ σχεδὸν αἱ τροποποιήσεις τοῦ δασμολογίου τοῦ 1867 ἐγένοντο διὰ διαταγμάτων, εἶμαι δ’ εἰς θέσιν καὶ ἐγὼ νὰ εἴπω, ἐξ ἰδίας πείρας, ὅτι ὑφίσταντο μεγίστην πίεσιν αἱ Κυβερνήσεις παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶχον συμφέρον νὰ μεταβληθῶσιν οἱ δασμοὶ, καὶ τοιαῦτα διατάγματα ἐξεδόθησαν ἐκ τοιούτων πιέσεων. Ἤδη δὲ τίθεται ὁ ὑπουργὸς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὅπως ἐρωτᾷ αὐτὴν περὶ πάσης ἀποφάσεως, τὴν ὁποίαν ἤθελε λάβει. Ἵνα ἐφαρμοσθῇ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 3, τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, πρέπει νὰ περιέχῃ ῥητῶς τὸν ὅρον, ὅτι θέλει ἐφαρμοσθῆ προσωρινῶς ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς εἰσαγωγῆς· τοῦτο δὲ ἐτέθη, ἵνα δύνηται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιβάλλῃ ῥιζικὰ μέτρα, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ ἦτο ἄτοπον νὰ δεσμεύσῃ τρόπον τινὰ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, διὰ προώρου ἐκτελέσεως. Ὅταν λοιπὸν ὁ ὑπουργὸς ἀποφασίζῃ ἐν αὐτῷ τῷ νομοσχεδίῳ νὰ εἴπῃ, ὅτι αἱ μεταβολαὶ τῶν τελῶν θέλουσιν ἐπιβληθῆ ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ νομοσχεδίου, λαμβάνει ἀπέναντι τῆς Βουλῆς ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς εἰσαγωγῆς πλήρη τὴν εὐθύνην, καὶ ἡ Βουλὴ παροῦσα, ἐὰν νομίσῃ, ὅτι ὁ ὑπουργὸς κακῶς κρίνει, δύναται ἀμέσως νὰ κηρυχθῇ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ τοιουτοτρόπως ν’ ἀποτρέψῃ τὰς κακὰς αὐτοῦ συνεπείας. Τὸ δὲ ῥηθὲν παρὰ τοῦ κ. βουλευτοῦ Ἀττικῆς, ὅτι, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ἡ αὔξησις τοῦ φόρου, ἡ μεταβολὴ τοῦ τέλους, ἐπιβάλλεται παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ὅλως ἀνακριβὲς, διότι τὴν ἀναδρομικὴν δύναμιν ἔχει ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς· ὅ,τι δὲ γίνεται κατόπιν τῆς ὑπουργικῆς ἐνεργείας, εἶναι ἡ ἐγγύησις τοῦ δημοσίου, ὅτι τὸ καταβληθὲν τέλος, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν δὲν ἤθελεν ἐπιψηφισθῆ ἡ πρότασις ἡ κυβερνητικὴ, καὶ ἑπομένως δὲν ἤθελε λάβει ἡ αὔξησις ἀναδρομικὴν δύναμιν, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐπιστρέφεται εἰς τὸν καταβαλόντα.

§154ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δύω λέξεις μόνον· νομίζω, ὅτι ἔχει ἄτοπα πολλὰ τὸ σύστημα αὐτὸ, περισσότερον ἀπὸ τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα εἶχε τὸ προηγούμενον. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς σᾶς λέγει, ὅτι τὸ λαμβανόμενον ἀπὸ τὸν ἔμπορον εἶναι παρακαταθήκη, ἡ ὁποία ἐπιστρέφεται πρὸς αὐτὸν, ἅμα ὁ νόμος δὲν ἐπιψηφισθῇ. Ἀλλὰ, κύριοι, ὁ ἔμπορος, καταθέτων τὰ χρήματα, τὰ ἐπιῤῥίπτει εἰς βάρος τῶν ἀγοραστῶν· οἱ ἔμποροι τῆς Σύρου π. χ. μεταπωλοῦν εἰς τοὺς ἐμπόρους τῶν ἐπαρχιῶν, καὶ μεταπωλοῦντες, θὰ προσθέσωσι καὶ τὸν κατατεθέντα φόρον. Ἂν ἡ Βουλὴ δεχθῇ τὸ σύστημα, τὴν πρότασιν τοῦ ὑπουργείου, τὰ χρήματα ἐπιστρεφόμενα τυχὸν τὰ κερδίζει ὁ ἔμπορος τῆς Σύρου, τὰ χάνουν ὅμως οἱ ἄλλοι ἔμποροι ἢ οἱ πολῖται, οἱ ὁποῖοι τὰ ἠγόρασαν· τὸ ἄτοπον λοιπὸν καὶ ἡ ἀδικία εἶναι βεβαία. Τὸ ἄλλο σύστημα ἦτο καλλίτερον; τὸ ἄλλο σύστημα ἦτο ὑποχρεωτικὸν, ἄδικον ἴσως, ἀλλ’ ἦτο, οὕτως εἰπεῖν, νομοθετικὴ διάταξις, καὶ ἔπρεπεν ἡ Βουλὴ νὰ τὴν κυρώσῃ· ἐὰν ἀκύρωνε τὸ διάταγμα, ἔπαυεν ἀμέσως ἡ ἰσχύς του, δὲν εἶχεν ἡ ἀκύρωσις ὀπισθοδρομικὴν ἰσχὺν, ἑπομένως οὐδεὶς ἠδικεῖτο· ἂν τὸ διάταγμα εἶχέ τι ἄτοπον ἢ κακόν, ἂν τὸ καλὸν ἦτο σπουδαῖον, βεβαίως ἡ Βουλὴ ἤθελε τὸ διορθώσει, δὲν ἤθελε τὸ δεχθῇ, ἐνῷ τώρα, κύριοι, θὰ γείνῃ πάντοτε ἡ ἀδικία· διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι καλλίτερον εἶναι τὸ σύστημα τὸ προηγούμενον. Καὶ κύριοι, ὅταν τῷ ὄντι ἐπιβάλλεται φόρος διὰ διατάγματος, ὑποβάλλεται τῇ προηγουμένῃ μελέτῃ τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου καὶ τοῦ Βασιλέως, καὶ οὕτως ὑπάρχει τις ἐγγύησις· ἀλλ’ ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ παρασκευάζῃ μόνος νομοσχέδιον, νὰ φορολογῇ ὁριστικῶς καὶ ἀμετακλήτως τὸν πολίτην, εἶναι προφανῶς καὶ ἄδικον καὶ παράνομον.

§155ΦΙΛΗΜΩΝ. Εἰς τὸν κ. πρωθυπουργὸν ἀναγινώσκω τὸ ἄρθρον 59 τοῦ Συντάγματος, «οὐδεὶς φόρος ἐπιβάλλεται οὐδὲ εἰσπράττεται, ἐὰν προηγουμένως δὲν ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ κυρωθῇ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως». Σήμερον τί γίνεται; ἐπιβάλλεται φόρος, καὶ ἡ εἴσπραξίς του ἀρχίζει πρὶν ἢ ὁ νόμος ψηφισθῇ καὶ κυρωθῇ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως. Λέγων δὲ ταῦτα, δηλῶ, ὅτι οὐδόλως συμμερίζομαι τὴν ὀρθότητα τοῦ προτεινομένου, ὅπως διὰ Β. Διατάγματος αὐξάνωσι τὰ τελωνιακὰ τέλη· τὸ τοιοῦτον τὸ θεωρῶ ἀντισυνταγματικόν. Ἐπειδὴ δὲ ἐθεώρουν καὶ ἐκεῖνο ἀντισυνταγματικὸν, ἕνεκα τούτου, καὶ τὸ σήμερον προτεινόμενον τὸ θεωρῶ ἀντισυνταγματικὸν, ἔκαμα τὴν παρατήρησιν περὶ εὐθύνης, διότι, μολονότι τὸ πρῶτον εἶναι ἀντισυνταγματικόν, δύναται ὁ Ὑπουργὸς νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν εὐθύνην τὴν ὑπουργικὴν, ἐνῷ ἡ σημερινὴ διάταξις ἀπαλλάσσει τῆς εὐθύνης τοὺς ὑπουργούς.

§156ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως τὸ προτεινόμενον μέτρον παραβιάζει προφανῶς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος· δὲν συμφωνῶ δὲ μὲ τὸν προαγορεύσαντα, ὅτι ἡ παράβασις αὕτη δύναται νὰ λάβῃ χώραν καὶ κατὰ τὸ ἰσχύον μέχρι τοῦδε σύστημα. Ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ἐν τῷ δικαιώματι αὐτῆς, ἐξεχώρει δικαιώματα, ἀνήκοντα εἰς αὐτὴν, πρὸς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν· ἀλλ’ ὡς γνωστὸν, ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἀποτελεῖται ἀπὸ τὸν Βασιλέα καὶ τὸν ὑπεύθυνον Ὑπουργόν· ἑπομένως τὸ διάταγμα, ὅπερ ἐξεδίδετο καὶ δι’ οὗ ἐτροποποιεῖτο τὸ δασμολόγιον, στηριζόμενον εἰς τὸ ἄρθρον 7 τοῦ νόμου τοῦ 1867 περὶ δασμολογίου, ἦτο νόμιμον καὶ συνταγματικὸν, διότι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία εἶχε δώσει ἐκ τῶν προτέρων τοιαύτην ἐντολὴν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Ἀλλὰ δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία νὰ μεταβάλῃ τὸ δικαίωμά της τοῦτο τὸ νομοθετικὸν εἰς τὴν ὑποβολὴν ἁπλῶς νομοσχεδίου ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, δυνάμει τοῦ ὁποίου νομοσχεδίου ν’ ἀρχίσῃ ἡ εἴσπραξις τοῦ δι’ αὐτοῦ προτεινομένου τελωνιακοῦ φόρου. Ἰδοὺ διατί λέγω, ὅτι τὸ μὲν πρῶτον σύστημα, τὸ μέχρι τοῦδε ἰσχύον, δὲν ἀντίκειται εἰς τὸ Σύνταγμα, τὸ προτεινόμενον δὲ σήμερον διὰ τοῦ πρωθυπουργικοῦ νομοσχεδίου προφανῶς ἀντίκειται εἰς τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, διότι πρόκειται νὰ ἐπιβληθῇ φόρος δι’ ἁπλῆς ὑπουργικῆς προτάσεως. Ἀλλὰ πλὴν τούτου θὰ προκαλέσῃ καὶ ὅλας αὐτὰς τὰς ἀνωμαλίας, ἃς ἀνέφεραν οἱ προαγορεύσαντες· πρέπει ν’ ἀνοιχθῶσι βιβλία καὶ λογαριασμοὶ μεταξὺ τελωνιακῶν ἀρχῶν καὶ ἐμπόρων, καὶ μετὰ τὴν ἐνδεχομένην ἀπόῤῥιψιν τοῦ νομοσχεδίου, ἡ ὁποία εἶναι λίαν πιθανὴ, νὰ ζητῆται ὁ ἔμπορος, ὁπουδήποτε εὑρίσκεται, πρὸς ἐπιστροφὴν τοῦ παρανόμως πληρωθέντος τελωνιακοῦ τέλους, ὅστις ἐνδέχεται καὶ νὰ μὴ εὑρεθῇ. Βεβαίως δὲ τὴν παράνομον ταύτην φορολογίαν θὰ ὑποστῶσιν οἱ πολῖται, διότι, καὶ ἂν ἐπιστραφῇ ὁ παρανόμως εἰσπραχθεὶς φόρος εἰς τὸν ἔμπορον, οἱ πολῖται ἀπώλεσαν ἤδη ὅσα ἐπλήρωσαν, ἵν’ ἀγοράσουν τὰ ἐμπορεύματα· ἑπομένως ἡ κοινωνία θὰ ὑποστῇ μεγάλην ζημίαν ἀναντιῤῥήτως, ἐνῷ τὸ δημόσιον δὲν θὰ ὠφεληθῇ τίποτε. Νομίζω λοιπὸν καὶ διὰ τοὺς δύω αὐτοὺς λόγους, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ νομοσχεδίου δὲν πρέπει νὰ ἐπιψηφισθῇ· ἡ ἐγγύησις, ἣν μέχρι τοῦδε εἴχομεν, τροποποιοῦντες τὸ δασμολόγιον διὰ Β. Διατάγματος, εἶναι ἀποχρῶσα, διότι αὕτη γίνεται τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ συμβουλίου καὶ τῇ βασάνῳ καὶ ἐξετάσει τοῦ Ἡγεμόνος. Τοιαύτην δὲ ἐγγύησιν ἤδη δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν· ἐγὼ π. χ. ὡς ὑπουργὸς συλλαμβάνω μίαν αὐθαίρετον καὶ ἰδιότροπον ἰδέαν ν’ αὐξήσω τὸ τέλος τοῦ δασμολογίου διὰ νομοσχεδίου, εἰς τὴν Βουλὴν ὑποβληθησομένου, βέβαιος δὲ ὢν, ὅτι θ’ ἀποῤῥιφθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἡ πρότασίς μου, πραγματοποιῶ τὴν ἰδέαν μου· τὸ νομοσχέδιόν μου ἀποῤῥίπτεται, τὸ κακὸν ἀποτέλεσμα ὅμως ἐπῆλθε. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ὁ κ. Τρικούπης ὀφείλει νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν διατάξεως, προφανῶς παραβιαζούσης τὸ Σύνταγμα καὶ παραβλαπτούσης τὰ συμφέροντα τῶν πολιτῶν.

§157ΣΚΟΥΖΕΣ. Δὲν ἐξετάζω τὸ ζήτημα ὑπὸ συνταγματικὴν ἔποψιν· θὰ τὸ ἐξετάσω ὑπὸ πραγματικὴν ἔποψιν. Νομίζω, ὅτι ὁ προτεινόμενος τρόπος ἴσως ἔχει περισσότερα ἐλαττώματα ἀπὸ τὸν ἄλλον, καθότι θὰ παρεμβάλῃ πολλὰ προσκόμματα, καὶ ἰδίως εἰς τὸ μέγα ἐμπόριον τὸ διαμετακομιστικόν, ὅπερ πρὸ πάντων ἡμεῖς πρέπει ν’ ἀναπτύξωμεν. Ὅταν προκαταβάλῃ ὁ ἔμπορος τελωνιακά, ἐπὶ τῇ ὑποβολῇ ἑνὸς νομοσχεδίου εἰς τὴν Βουλήν, τί θὰ κάμῃ; πῶς θὰ κανονίσῃ τὰς σχέσεις του ὁ ἔμπορος τῆς Σύρου ἢ τοῦ Πειραιῶς, ὅστις ἐξοδεύει τὸ πρᾶγμά του εἰς τοὺς μικροὺς ἐμπόρους; Ἐπὶ τίνι βάσει θὰ ὑπολογίσῃ τὴν τιμήν, μὲ τὸ ηὐξημένον τελωνιακὸν τέλος, ἢ ὄχι; Ἅμα εἰσαχθῇ τοιοῦτον νομοσχέδιον καὶ ὁ μεγαλέμπορος πληρώσῃ, οἱ ἄλλοι ἔμποροι, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ ὑπάγουν νὰ ἀγοράσουν ἀπ’ αὐτὸν, θὰ περιμένουν νὰ ἴδωσιν ἂν θὰ ψηφισθῇ ὁ νόμος, ναὶ ἢ ὄχι, ὥστε ἀναλόγως νὰ γνωρίζουν ποίαν τιμὴν πρέπει νὰ προσφέρουν· διατείνομαι δὲ, ὅτι τοῦτο θὰ παρεμβάλῃ προσκόμματα εἰς τὸ ἐμπόριον, διότι εἶναι ἐδῶ νομοσχέδια ὑποβληθέντα ἀπὸ τριῶν τεσσάρων μηνῶν, καὶ ἐν τούτοις εἶναι ἐκκρεμῆ. Φαντασθῆτε τί θὰ γείνῃ εἰς τὸ ἐμπόριον.

§158ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ὅταν προτείνηται αὔξησις εἰς τὸ δασμολόγιον, οἱ ἔμποροι οἱ κερδοσκόποι πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ δασμολογίου εἰσάγουσιν ἐμπορεύματα ἐξ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου, οὗ αὐξάνεται ὁ δασμὸς, καὶ οὕτω τὸ δημόσιον ζημιοῦται τὸ ἐπιζητούμενον διὰ τῆς αὐξήσεως ὄφελος. Ἀλλὰ ἔχει καὶ ἄλλο κακόν· παραλύει τοὺς ὅρους τοῦ ἐλευθέρου συναγωνισμοῦ μεταξὺ τῶν ἐμπόρων, τῶν ἤδη εἰσαγαγόντων καὶ τῶν μετέπειτα ὑπὸ τὸ βάρος τοῦ νόμου εἰσαγόντων, ὥστε μία τις θεραπεία εἶναι ἀναγκαία. Καὶ τὸ ἤδη εἰσαγόμενον σύστημα καὶ τὸ προϋπάρχον θεωρῶ ἀντισυνταγματικὰ, διότι καὶ κατὰ τὸ πρῶτον σύστημα βεβαιοῦται καὶ εἰσπράττεται φόρος, μὴ ψηφισθεὶς ὑπὸ τοῦ κοινοβουλίου. Ἔλαβον τὸν λόγον, ἵνα διαμαρτυρηθῶ κατ’ αὐτοῦ τοῦ συστήματος, διότι αὐτὸ ἐγκατέστη ὅπως δήποτε καὶ θεωρεῖται μᾶλλον νόμιμον, καὶ εἶναι περισσότερον ἐπικίνδυνον, διότι πολλὰ τέλη ηὔξησαν ἐν ἀγνοίᾳ τῆς βουλῆς, οὐδὲ ἠρωτήθη ἡ βουλή, ἵνα φέρῃ γνώμην ὅπως δήποτε, ἢ τὸ κοινὸν νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα αὐτό. Εἶναι ἀδύνατον τὸ κοινοβούλιον ν’ ἀπαλλοτριώσῃ τὴν κυρίαν ἐξουσίαν, ἣν ἔχει, τοῦ αὐτὸ μόνον φορολογεῖν, εἰς τὸ στέμμα. Ὁ κ. Τρικούπης μὲ ἀντέκρουσεν εἰπών, ὅτι ἐν Ἀγγλίᾳ γίνεται τοιοῦτόν τι· δι’ αὐτὸ θέλω νὰ κάμω τὴν παρατήρησιν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ μιμώμεθα ἀπολύτως τὰ γινόμενα ἐν ἄλλῳ Κράτει. Ἐν Ἀγγλίᾳ τὸ κοινοβούλιον δύναται ν’ ἀπαλλοτριώσῃ εἰς τὸ στέμμα τὸ δικαίωμά του τοῦτο, διότι τὸ κοινοβούλιον ἐκεῖ εἶναι συνέλευσις· ἀλλ’ ἡ βουλὴ ἐδῶ ἔχει περιωρισμένην ἐξουσίαν ἐντὸς τοῦ συντάγματος, καὶ δὲν δύναται νὰ μεταδώσῃ ἐξουσίας τινὰς εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Ἀλλὰ καὶ τὸ σύστημα τὸ εἰσαγόμενον ἔχει τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα· ἔχει τὸ ἄτοπον, ὅπερ παρετήρησεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, τὸ ὁποῖον εἶναι βαρὺ, διότι τὸ δημόσιον φορολογεῖ τὸν ἔμπορον, ὁ ἔμπορος τὸν λαόν· ἔπειτα, τὸ δημόσιον ὑποχρεοῦται νὰ δίδῃ ὀπίσω τὰ χρήματα εἰς τὸν ἔμπορον, χωρὶς ὁ φορολογηθεὶς λαὸς νὰ δύναται ν’ ἀναλάβῃ ὅσα ἔδωκεν εἰς αὐτόν. Τὸ δημόσιον χρησιμεύει ἁπλῶς ὡς εἰσπράκτωρ παράνομος ὑπὲρ τοῦ ἐμπόρου. Προχείρως μοῦ ἐπῆλθε τέλος πάντων νὰ εἴπω νὰ παραδεχθῶμεν τὸ σύστημα τὸ εἰσαγόμενον, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν περιορισμὸν νὰ βεβαιοῦται μόνον ὁ φόρος αὐτὸς, οὐχὶ δὲ καὶ νὰ εἰσπράττηται.

§159ΤΙΝΕΣ. Τὸ ἴδιον εἶναι.

§160ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Τὸ σύνταγμα λέγει, «δὲν ἐπιβάλλεται οὐδὲ εἰσπράττεται»· δὲν θέλει οὐδὲ τὴν ἐπιβολήν. Ἀλλ’ ὅ,τι ἀπαγορεύει τὸ σύνταγμα, εἶναι νὰ μὴ ἐγγιχθῇ ἡ περιουσία τοῦ πολίτου, ἄνευ τῆς συναινέσεως τοῦ κοινοβουλίου· ὑπ’ αὐτὸν τὸν περιορισμὸν δύναται νὰ γείνῃ συζήτησις, διότι εἰς οὐδεμίαν ζημίαν φέρει τὸν φορολογούμενον. Γίνεται δι’ ἀναστάσεως δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3.

§161ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Παραβιάζομεν τὸν ὅρκον, τὸν ὁποῖον ἐδώκαμεν· ὀφείλω νὰ εἴπω καὶ νὰ δηλώσω, ὅτι ἐγὼ δὲν ψηφίζω τὴν παραβίασιν τοῦ Συντάγματος.

§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὡς 4 ἄρθρον θὰ τεθῇ ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν· ὁμοία εἶναι καὶ ἡ τοῦ κ. Σκουζὲ, ὥστε δύνανται νὰ συγχωνευθῶσιν.

§163ΣΚΟΥΖΕΣ. Ὅπως ἔχει τὸ κείμενον τῆς τροπολογίας τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ, δὲν εἶναι σαφές· τὸ ποσὸν τῶν ἐμπορευμάτων θὰ κανονίζῃ τὸ τελωνεῖον, ἢ τὸ ποσὸν ἐν σχέσει πρὸς τὴν τιμήν;

§164ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ......

§165ΜΙΛΗΣΗΣ. Εἰς ποίαν σχέσιν διατελεῖ τὸ ἄρθρον αὐτὸ πρὸς τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσατε;

§166ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐὰν ἐπεριμένετε, ἠθέλετε ἀκούσει. Ἐψηφίσαμεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ μεταῤῥυθμίσεως τῶν τελωνιακῶν τελῶν διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ τέλη τῆς διαμετακομίσεως ὁρίζονται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν, δεκαπλασιαζομένων ὡς πρὸς τὴν εὕρεσιν τῆς ἀξίας· τουτέστι, κατὰ τὴν ὑπάρχουσαν νομοθεσίαν περὶ ἐπιβολῆς τέλους, καὶ τὰ ἐναποταμιευόμενα εἴδη φορολογοῦνται, τὰ μὲν ἐλαφρὰ καὶ ὀγκώδη πρὸς 1% τὰ δὲ βαρέα πρὸς ½%, ἐπὶ τῆς ἀξίας τῆς ὁριζομένης ὑπὸ τῆς τελωνιακῆς ἀρχῆς. Τὸ τελευταῖον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσαμεν, δὲν ἐνεωτέρισεν ὡς πρὸς τὸ ποσοστὸν, ἀλλ’ ὥρισεν, ὅτι ἡ ἀξία, ἐπὶ τῆς ὁποίας τὸ ποσοστὸν τοῦτο θὰ λαμβάνηται, εἶναι τὸ δεκαπλάσιον τοῦ δασμολογίου. Ἤδη τί λέγομεν; ὅτι καὶ πάλιν ἡ ἀξία θὰ διατελῇ ἐν σχέσει πρὸς τὸ δασμολόγιον, διότι δὲν εἶναι πρέπον νὰ ὁρίζῃ ἑκάστοτε τὴν ἀξίαν ἡ τελωνιακὴ ἀρχὴ, ἀλλὰ τὴν σχέσιν ταύτην τῆς ἀξίας πρὸς τὸ δασμολόγιον θὰ τὴν κανονίσῃ βασιλικὸν διάταγμα. Αὕτη εἶναι ἡ ἔννοια τῆς διατάξεως, ὅτι βασιλικὸν διάταγμα θέλει ἐκδοθῆ, τὸ ὁποῖον θὰ κανονίσῃ ποῖα θέλουσιν εἶσθαι τὰ τέλη τῆς διαμετακομίσεως ἐπὶ τῇ βάσει τῶν τελῶν τῶν εἰσαγωγικῶν, συσχετιζομένων πρὸς τὴν ἀξίαν τοῦ εἴδους. Ἡ ἀξία τοῦ εἴδους, κατὰ μέσον ὅρον, ἐν τῷ δασμολογίῳ τοῦ 1867 ἐθεωρεῖτο, ὅτι ἦτο τὸ δεκαπλάσιον τοῦ τέλους, κατόπιν δὲ ἄλλαι νομοθετικαὶ διατάξεις μετέβαλον τὴν ἀναλογίαν ταύτην καὶ ἐπέβαλον τέλη μεγαλείτερα τοῦ ποσοστοῦ τοῦ δεκάτου. Ὡς ἐκ τούτου, ἤδη διὰ διατάγματος θέλει κανονίζεσθαι ποία τις εἶναι ἡ ἀξία ἐν τῇ συσχετίσει αὐτῆς πρὸς τὸ τέλος, καὶ ἑπομένως ποία θὰ ἦναι ἡ πληρωμή, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους, ἢ ἀντιστοιχοῦσα πρὸς 1% ἐπὶ τῶν ὀγκωδῶν καὶ ἐλαφρῶν, καὶ πρὸς ½% ἐπὶ τῶν βαρέων εἰδῶν.

§167ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δηλαδὴ τώρα πρόκειται νὰ δοθῇ ἡ ἄδεια νὰ τὰ κανονίσητε διὰ Διατάγματος.

§168ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι, ὡς πρὸς τὸ τέλος οὐδεμία μεταβολή· διὰ Διατάγματος ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ πράξῃ δύο τινά, νὰ κανονίσῃ τὴν ἀξίαν καὶ πόσον θὰ ἦναι τὸ ποσοστὸν τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους, τὸ ὁποῖον θ’ ἀποτελῇ τὸ τέλος τῆς ἀποταμιεύσεως· τὸ ποσοστὸν δὲ τοῦτο θὰ εὑρίσκηται ἐκ τῆς ἀναλογίας τοῦ δασμοῦ τοῦ εἰσαγωγικοῦ πρὸς τὴν ἀξίαν.

§169ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ θὰ κανονίζωνται ἑκάστοτε, διὰ Βασιλικῶν Διαταγμάτων.

§170ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μάλιστα, δι’ αὐτὸ ἐτέθη πληθυντικῶς ὥστε νὰ δύνωνται Βασιλικὰ Διατάγματα νὰ μεταβάλλωσι τὸ ἀρχικὸν Διάταγμα, ἤτοι ἀμέσως μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ νόμου τούτου θέλει ἐκδοθῆ Βασιλικὸν Διάταγμα, τὸ ὁποῖον θὰ περιέχει τὸ τιμολόγιον, ἵνα εἴπω οὕτω, τῶν ἀποταμιευομένων εἰδῶν, τὸ ὁποῖον θὰ ὁρίζῃ ἐπὶ ἑκάστου εἴδους τὸ ποσοστὸν τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους τὸ πληρωτέον· π. χ. ἐπὶ τοῦ καφὲ θὰ πληρώνηται ποσοστὸν 5% ἐπὶ τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους, ἐπὶ τῆς ζακχάρεως θὰ πληρώνηται ἄλλο ποσοστὸν, διότι ἄλλη εἶναι ἡ ἀναλογία τοῦ τέλους πρὸς τὴν ἀξίαν. Ἐπὶ ἄλλων εἰδῶν, ἐπὶ τῶν εἰδῶν, περὶ ὧν ὡμιλοῦμεν πρότερον, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀτελώνιστα, ἐξ ἀνάγκης ἔπρεπε νὰ ὁρισθῇ ἀξία τις. Τοῦτο τὸ Διάταγμα θέλει ἐκδοθῆ τώρα· ἐνομίσαμεν δὲ, ὅτι πρέπει ν’ ἀφεθῇ εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ ἐκδίδῃ Διατάγματα, ὁσάκις νομίζει, ὅτι αἱ ἀξίαι τῶν πραγμάτων μετεβλήθησαν, καὶ τοῦτο διὰ τὸν λόγον, ὅτι τὰ τέλη τῆς ἀποταμιεύσεως δὲν θεωροῦνται ὡς φορολογία, καὶ δὲν πρέπει τὸ δημόσιον ν’ ἀποβλέπῃ διὰ τῶν τελῶν τούτων εἰς κέρδος ὑπὲρ τοῦ δημοσίου, ἀλλὰ μόνον εἰς τὴν ἐξασφάλισιν κατὰ τῶν λαθρεμπορίων καὶ τὴν βεβαίωσιν τῆς στατιστικῆς. Ὅταν τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα χρειάζονται πρὸς τὸν διττὸν τοῦτον σκοπὸν, καλύπτωνται, ἐὰν ἐπέλθωσι διαφοραὶ εἰς τὴν ἀξίαν, αἱ ὁποῖαι ἐπιτρέπουσι τὴν ἐλάττωσιν, τὴν ἐλάττωσιν ταύτην πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν ἐξουσίαν ἡ Κυβέρνησις νὰ τὴν πραγματοποιῇ, διότι ἔχομεν πᾶν συμφέρον νὰ εὐκολύνωμεν τὴν διαμετακόμισιν.

§171Α. ΣΚΟΥΖΕΣ. Στηριζόμενος ἀκριβῶς ἐπὶ ὅσων εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. πρωθυπουργός, νομίζω, ὅτι θ’ ἀναγνωρίσῃ, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ ἡ τροποποίησις, ἣν ὑπέβαλον. Εἴπετε, κύριε πρωθυπουργὲ, ὅτι διὰ βασιλικοῦ διατάγματος ἡ Κυβέρνησις θὰ κανονίζῃ τὴν ἀξίαν τοῦ ἐμπορεύματος ἐν συσχετίσει πρὸς τὸ ἀποταμιευτικὸν δικαίωμα.

§172ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ δικαίωμα, σᾶς εἶπον, τὸ ἐν συσχετίσει πρὸς τὴν ἀξίαν τοῦ εἴδους.

§173ΣΚΟΥΖΕΣ. Διὰ νὰ συσχετίσητε ἓν πρᾶγμα, πρέπει νὰ ὁρίσητε τὸ ἕτερον. Θὰ νομίσῃ κανείς, ἀναγινώσκων τὸ ἄρθρον σας, ὅτι τὸ διάταγμα θὰ κανονίσῃ ἀποταμιευτικὸν δικαίωμα, δηλαδὴ τὸ 1 ἢ τὸ ½%, ἐνῷ ὅ,τι προτείνω θ’ ἀπλοποιήσῃ αὐτὸ, διότι τώρα πρέπει νὰ κάμητε ἕνα διπλοῦν πίνακα, διὰ νὰ κανονίσητε τὰ δύο, δηλαδὴ τὸ ποσοστὸν καὶ τὴν ἀξίαν. Ἐὰν διὰ βασιλικοῦ διατάγματος κανονίσητε ἁπλῶς τὴν ἀξίαν, ἐπειδὴ τὸ ποσὸν τῶν ἀποταμιευτικῶν δικαιωμάτων μένει πάντοτε τὸ αὐτὸ, δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ τὸ κανονίσητε· ἅμα εἴπητε, ὅτι ἡ ἀξία τοῦ καφὲ π. χ. εἶναι 3 δραχμαὶ, ἐπειδὴ πληρώνει ½%, εἶναι 1½ λεπτόν. Καθ’ ὑμᾶς, πρέπει λοιπὸν νὰ κανονισθῇ καὶ τὸ ποσοστὸν, καὶ θὰ ἦναι διπλῆ ἡ ἐργασία. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι, πρὸς περισσοτέραν ἁπλοποίησιν, ἠμποροῦσε νὰ προστεθῇ τὸ ἑξῆς· «Ὁσάκις τὸ ἐπιβαλλόμενον εἰσαγωγικὸν τέλος εἶναι ἀνώτερον τοῦ δεκατημορίου τῆς ἀξίας.»

§174ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐξηγήθησαν ταῦτα.

§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιμένετε εἰς τὴν τροπολογίαν;

§176ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἐὰν νομίζῃ ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ὅτι εἶναι ἀρκετὰ ἐξηγημένον, τότε ὄχι· ἀλλὰ νὰ ἐξηγηθῇ ῥητῶς εἰς τὰ πρακτικά. Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4.

§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Θ. Ζερβοῦ, κατὰ τὴν ὁποίαν «τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον δὲν ἐφαρμόζεται ἐν Ἑπτανήσῳ». (Ἀποῤῥίπτεται δι’ ἀναστάσεως.) Ἄρθρον 5.

§178ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπειδὴ ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς ἐξέφρασεν ἀμφιβολίας περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ 5 ἄρθρου, ἐὰν δηλ. τὰ τέλη τὰ καταργούμενα ὑπὲρ τῆς ὁδοποιΐας ἀφορῶσι μόνον εἰς τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη ἢ καὶ εἰς τὰ τέλη τῆς ἐξαγωγῆς ἐν Ἑπτανήσῳ, νομίζω καλὸν νὰ τεθῇ τοῦτο ἀκριβῶς, ἵνα μὴ ὑπάρχῃ ἀσάφεια, καὶ διὰ τοῦτο προσέθηκα «ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη.» Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 5 τροποποιημένον.

§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἀναγνωσθὲν 5 ἄρθρον παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας.

§180ΚΟΤΤΑΡΗΣ. Εἶμαι σύμφωνος ὡς πρὸς τὴν ἐλάττωσιν τῆς θητείας· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ στρατολογικὴ ὑποχρέωσις διαιρεῖται εἰς διετῆ καὶ μονοετῆ θητείαν, νομίζω, ὅτι ἡ διαίρεσις αὕτη εἶναι σκανδαλωδεστάτη, εἶναι ἄδικος καὶ ἀντισυνταγματικὴ, θὰ προξενήσῃ δὲ καὶ πολλὰ παράπονα· διότι, μόλις ἀρχίσῃ ἡ κατάταξις τῶν κληρούχων, πάντες θὰ ζητήσουν νὰ καταταχθῶσιν εἰς τὸ πεζικόν· φαντασθῆτε δὲ τὴν θέσιν μας ἀπέναντι αὐτῶν καὶ τῶν συγγενῶν των. Δὲν εἶμαι κάτοχος τοῦ συνταγματικοῦ δικαίου, ἔχω ὅμως ἀκούσει, ὅτι οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τῶν νόμων, καὶ ἑπομένως καὶ αἱ ὑπὸ τοῦ νόμου ἐπιβαλλόμεναι ὑποχρεώσεις πρέπει νὰ ἦναι ἴσαι. Ὑπὸ τοιαύτης ἰδέας ἐμφορούμενος, προτείνω τὸ ἑξῆς, ἵνα ἐπέλθῃ δικαιοσύνη καὶ λείψουν τὰ παράπονα· ἡ θητεία νὰ προσδιορισθῇ εἰς 1½ ἔτος ἀδιακρίτως δι’ ὅλα τὰ ὅπλα· ἐὰν δὲ ἡ Κυβέρνησις δὲν παραδέχεται τὴν πρότασίν μου ταύτην, θὰ καταψηφίσω τὸ νομοσχέδιον.

§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γεωργαντᾶς.

§182ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἡ Βουλὴ, διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νέου στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ, κατήργησε τὸν μέχρι τοῦδε ὑπάρχοντα μόνιμον στρατὸν, καὶ οὕτως ἀπεφάσισε τὴν διάλυσιν αὐτοῦ εἰς τὰ ἐξ ὧν συνετέθη, διὰ τῆς δῆθεν διαιρέσεως αὐτοῦ εἰς στρατὸν ὑπηρεσίας καὶ στρατὸν ἐκπαιδεύσεως, καὶ πρὸς ἐπικύρωσιν πάντων τούτων ἡ Κυβέρνησις σήμερον προσέτι ζητεῖ παρ’ ἡμῶν τὴν πλήρη καὶ τελείαν ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως τῆς 106 συνεδριάσεως διὰ τῆς ὑποβολῆς νέου περὶ θητείας νόμου· οὕτω δ’ ἡ πολιτεία θ’ ἀπολέσῃ πᾶν ὅ,τι ἀπὸ πολλοῦ χρόνου καὶ διὰ μεγάλων δαπανῶν κατώρθωσεν ὁπωσδήποτε νὰ ἔχῃ. Ἐὰν, κύριοι, ὑπῆρξε παρά ποτε ἐποχὴ, καθ’ ἣν ἡ Ἑλλὰς ὤφειλεν ὄχι μόνον νὰ διατηρήσῃ, ἀλλὰ καὶ νὰ ἰσχυροποιήσῃ τὸν μόνιμον καὶ τακτικὸν αὐτῆς στρατὸν, καὶ νὰ τὸν καταστήσῃ δυνάμενον νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς προσδοκίας τοῦ τε ἔθνους καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, καὶ νὰ ἦναι παρεσκευασμένη καθ’ ὅλα στρατιωτικῶς, εἶναι ἡ σημερινή, ἐὰν, λέγω, ἦτο δυνατὸν ἡ πρωτεύουσα τῶν Ἑλλήνων νὰ μετεβάλλετο εἰς χαλκεῖον, ὅπως ταχύτερον φθάσωμεν εἰς τὸν ἐπιδιωκόμενον ἐθνικὸν σκοπόν μας, εἶναι, ἐπαναλαμβάνω, ἡ σημερινή· καὶ μολαταῦτα ἡ Κυβέρνησις ἀντὶ τούτου ζητεῖ, ἕνεκα προσωπικῶν συμφερόντων, τὴν ἐπιψήφισιν νόμου, ἐλαττοῦντος τὴν στρατιωτικὴν θητείαν, χωρὶς νὰ ἀναλογισθῇ, ὅτι διὰ τῆς τοιαύτης θητείας οὐδὲν ἄλλο ἐπιδιώκει, ἢ νὰ προετοιμάσῃ τὴν νεολαίαν τῆς πατρίδος ἡμῶν καὶ τὴν ἀποστείλῃ εἰς τὸ σφαγεῖον ἐν χρόνῳ, καθ’ ὃν τὸ ἔθνος εὑρεθῇ εἰς θέσιν νὰ ἐνεργήσῃ σπουδαίως· καὶ λέγω σφαγεῖον, διότι ὁ μὴ γεγυμνασμένος ἐντελῶς εἰς τὴν τέχνην τοῦ πολέμου στρατιώτης, ὄχι μόνον δὲν ὠφελεῖ τὴν πατρίδα του, ἀλλὰ καὶ πρόξενος μεγάλων συμφορῶν δύναται νὰ γείνῃ, καὶ τέλος νὰ φονεύηται, χωρὶς νὰ γνωρίζῃ πῶς φονεύεται. Τὸ ζήτημα τῆς ἐν τῷ στρατῷ θητείας εἶναι τὸ σπουδαιότερον καὶ τὸ σοβαρώτερον τῶν ζητημάτων τῆς ὑπάρξεως πάσης ἐθνικῆς δυνάμεως παντὸς Κράτους καὶ πάσης πολιτείας. Εἶναι ζήτημα, ἔχον τὴν πρωτεύουσαν ἐν τῷ στρατῷ θέσιν, καὶ τὸ ὁποῖον οἱ σπουδαιότεροι πολιτικοὶ καὶ οἱ ἐμπειρότεροι καὶ διακεκριμένοι στρατηγοὶ τῶν διαφόρων εὐρωπαϊκῶν ἐθνῶν εἰσέτι δὲν ἔλυσαν ὁριστικῶς. Τὸ τόσον σπουδαῖον ζήτημα δυνάμεθα ἡμεῖς ἄνευ βασάνου, ἄνευ προηγουμένης δοκιμῆς καὶ μελέτης ἐπισταμένης, νὰ λύσωμεν ἄνευ βλάβης τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν συμφερόντων καὶ χωρὶς νὰ διακινδυνεύσωμεν καὶ τὴν ζωὴν τῶν ἐξ ἀπογραφῆς ἀνδρῶν τῆς πολιτείας; Βεβαίως ἡμεῖς, οἱ ὀλιγώτερον τῶν λοιπῶν στρατιωτικῶν ἐθνῶν ἀνεπτυγμένοι εἰς τὴν τέχνην τοῦ πολέμου, δὲν θὰ τὸ λύσωμεν αἰσίως, καὶ πᾶσα περὶ τούτου ἀπόφασις ἡμῶν θὰ ἦναι καὶ πρόωρος, μὴ στηριζομένη ἐπὶ δεδομένων, ἀλλὰ ἐπὶ ὑπολογισμῶν ἐσφαλμένων, τοὺς ὁποίους οἱ νέοι ὀργανωταὶ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως θέλουσι μᾶς ὑποβάλει. Διὸ πιστεύω ἡ Βουλή, συναισθανομένη τὴν σπουδαιότητα τοῦ ἐν λόγῳ ζητήματος καὶ τὴν εὐθύνην, ἣν ἀναλαμβάνει ἀπέναντι τοῦ ἔθνους, ν’ ἀποφύγῃ νὰ ψηφίσῃ ἀβασανίστως τοιοῦτον νόμον. Τὸ ἐν λόγῳ ζήτημα, ὅσον σπουδαῖον εἶναι εἰς τὴν φύσιν του, κατὰ τοσοῦτον ἐπιπολαίως ἐξητάσθη παρὰ τῶν ὑποβαλόντων αὐτὸ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς πρὸς ἐπιψήφισιν, καὶ δικαιοῦμαι, κύριοι, νὰ πιστεύω, ὅτι ἐπιπολαίως παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐξητάσθη, διότι διὰ πᾶν διοικητικὸν σύστημα, ὅπως πραγματοποιηθῇ, καὶ ἑπομένως λειτουργήσῃ ἀκωλύτως, ἀνάγκη νὰ ὑπάρχῃ καὶ ἡ πρὸς τοῦτο ἀπαιτουμένη δαπάνη, ἤτοι πᾶν νέον σύστημα δέον νὰ στηρίζηται ἐπὶ οἰκονομολογικῶν βάσεων· ἄλλως ἐφ’ ὅσον ἀπομακρύνεται αὐτῶν, κατὰ τοσοῦτον καὶ δὲν πραγματοποιεῖται. Τούτων οὕτως ἐχόντων, ἐξετάσωμεν, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἔλαθεν ὑπ’ ὄψιν τὸ οἰκονομικὸν μέρος τοῦ ἐν λόγῳ συστήματος, καὶ κατόπιν μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ πραγματικοῦ μέρους αὐτοῦ· ἄλλως πᾶσα τοῦ ὑπάρχοντος συστήματος μεταβολὴ ἔσεται ἀνεφάρμοστος καὶ συνεπῶς παράλογος. Ἡ Κυβέρνησις χωρὶς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της τὰ μέσα, ἅτινα τὸ ἔθνος δύναται νὰ τῇ παρέξῃ πρὸς πραγματοποίησιν τοῦ συστήματός της, καὶ στηριζομένη ἐπὶ ἐσφαλμένων ὑπολογισμῶν, ζητεῖ αʹ) δαπάνην 400,000 δραχμῶν πρὸς ἐξάσκησιν τῶν ἐπὶ ἑξαμήνῳ ἀσκηθησομένων ἀνδρῶν, βʹ.) τὴν ἐλάττωσιν τῆς θητείας ἀπὸ τριετοῦς εἰς μονοετῆ. Ἀλλὰ τόσον διὰ τὸ πρῶτον, καθὼς καὶ διὰ τὸ δεύτερον, ἡ Κυβέρνησις διατελεῖ εἰς ἡρωϊκὴν ἄγνοιαν τῶν ὀλεθρίων συνεπειῶν αὐτῶν, ἅς τινα, θέλω ἀποδείξει δι’ ἀριθμῶν. Καὶ 1) Ἐξετάσωμεν, ἐὰν ἡ δαπάνη τῶν 400,000 δρ. ᾖναι ἀρκοῦσα διὰ τὴν ἐξάσκησιν τῶν ἐπὶ ἑξαμήνῳ καταταχθησομένων ἀνδρῶν. Κατὰ τὴν ταπεινήν μου κρίσιν λέγω ὄχι, καὶ ἰδοὺ διατί. Κύριοι, ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐξ ἀπογραφῆς ἀνδρῶν τοῦ τρέχοντος ἔτους, κατὰ τὰς ἐπισήμους πληροφορίας τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὑπουργοῦ, καὶ συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ περὶ στρατολογίας νόμου, ἀνέρχεται εἰς 12,000 νέων, διατρεχόντων τὸ 21 ἔτος τῆς ἡλικίας των· ἐξ αὐτῶν θὰ ληφθῶσι πρὸς συμπλήρωσιν τῶν κενῶν τοῦ νεοδιοργανωθησομένου στρατοῦ τῆς ἐκπαιδεύσεως 1861, μένουν δὲ 10,139, οἵτινες, κατὰ τὸν ἰσχύοντα στρατολογικὸν νόμον· θὰ ἀσκηθῶσιν ἐπὶ ἕξ μῆνας, καὶ κατόπιν θὰ μεταβῶσιν εἰς τὰς ἑστίας των. Ἐκ τούτων πόσους ἡ Κυβέρνησις ἀφαιρεῖ, σύμφωνα μὲ τὰς περὶ ἐξαιρέσεως διατάξεις τοῦ αὐτοῦ νόμου; Βεβαίως δὲν γνωρίζει. Καὶ δικαιοῦται νὰ διατελῇ εἰς ἄγνοιαν, καθόσον πρώτην φορὰν ἐφαρμόζεται ὁ νέος περὶ γενικῆς στρατολογίας νόμος, καὶ ἑπομένως δὲν ἔχει τὰς περὶ τούτου δεούσας στατιστικὰς, ἐφ’ ὧν νὰ στηριχθῇ· ἄρα ἐστηρίχθη ἐπὶ ὑποθέσεων ἐσφαλμένων, καὶ πράγματι ἐξ ἐσφαλμένων ὑπολογισμῶν ἀνεχώρησε, καὶ ἰδοὺ πῶς. Κατὰ τὰς πληροφορίας, ἃς ἐγὼ ἔχω παρὰ τοῦ στρατολογικοῦ γραφείου Ἀττικῆς, οἱ δυνάμει τοῦ νόμου ἐξαιρέσιμοι ἐκ τῶν ἐγγεγραμμένων ἐν τοῖς στρατολογικοῖς καταλόγοις ἀνέρχονται εἰς πέντε ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν· ἑπομένως ἐκ τῶν 10,139 θὰ ἀφαιρεθῶσι 507, μένουν δὲ πρὸς ἐξάσκησιν 9632· ἐὰν καὶ ἐκ τούτων ἀφαιρέσωμεν 632 διὰ τὴν ναυτικὴν ὑπηρεσίαν, θὰ ἔχωμεν καὶ πάλιν 9000 ἀνδρῶν. Οἱ ἄνδρες οὗτοι δέον ν’ ἀσκηθῶσι, καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ἡ Κυβέρνησις ἐζήτησε καὶ ἔλαβε παρὰ τῆς Βουλῆς δαπάνην 400,000 δραχμῶν. Εἶναι ἄρα ἀνάλογος ἡ δαπάνη αὕτη; βεβαίως ὄχι· διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους. Δι’ ἔξοδα συντηρήσεως ἑνὸς πεζοῦ στρατιώτου ὑπολογίζεται μία δραχμὴ περίπου καθ’ ἑκάστην· ἄρα ἀπαιτοῦνται 9,000 δραχμῶν καθ’ ἑκάστην· πολλαπλασιαζόμεναι διὰ τῶν 30 ἡμερῶν ἑκάστου μηνὸς φέρουν 270,000 δραχμῶν κατὰ μῆνα· ἑπομένως δι’ ἕξ μῆνας ἀναγκαιοῖ δαπάνη 1,420,000 καὶ οὐχὶ 400,000 δραχμῶν, ὡς ἡ Κυβέρνησις φέρει ἐν τῷ ὑποβληθέντι ἡμῖν προϋπολογισμῷ πρὸς ἐξάσκησιν τῶν ἐν λόγῳ ἀνδρῶν. Ἡ δαπάνη, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ζητεῖ, ἐξαρκεῖ μόνον πρὸς ἐξάσκησιν 2,200 περίπου νεοσυλλέκτων, τοὺς δὲ ὑπολοίπους 6,800 δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ τοὺς φέρῃ πρὸς ἐξάσκησιν, ἕνεκεν ἐλλείψεως δαπάνης, καὶ οὕτως οἱ ἐπιψηφισθέντες νόμοι θὰ μείνωσιν ἀνεφάρμοστοι. Ἰδοὺ οἱ λόγοι, δι’ οὓς πιστεύω καὶ λέγω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις διατελεῖ εἰς ἄγνοιαν ἐκείνου, τοῦ ὁποίου ζητεῖ τὴν ἐπιψήφισιν, καὶ ὅτι πλανᾶται, διότι δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν της τὸ οἰκονομικὸν μέρος τοῦ ζητήματος. Ἀλλὰ ἐγὼ ὑποθέτω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπιθυμεῖ, καθόσον μάλιστα ὀφείλει, νὰ προσκαλέσῃ πάντας τοὺς ἐν τοῖς στρατολογικοῖς καταλόγοις ἄνδρας πρὸς ἐξάσκησιν· ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει τί θὰ πράξῃ, ἀφοῦ δὲν προέβλεψε περὶ τῆς ἀπαιτουμένης δαπάνης; δυοῖν θάτερον, ἢ θὰ συμπληρώσῃ τὴν σπουδαίαν ταύτην ἔλλειψιν αὑτῆς διὰ Β. Διαταγμάτων, ἢ θὰ παραβῇ τὰς ῥητὰς διατάξεις τοῦ στρατολογικοῦ νόμου, διαιροῦσα τοὺς ἐν λόγῳ ἄνδρας εἰς 4 μέρη, καὶ ἐξασκοῦσα τὸ ἓν μέρος κατόπιν τοῦ ἑτέρου, ἐπὶ τεσσαράκοντα μόνον ἡμέρας ἕκαστον μέρος αὐτῶν, Ἀλλὰ, ἂν παραδεχθῶμεν καὶ τὴν οὕτω πως ἐκ περιτροπῆς ἐλαχίστην ἄσκησιν αὐτῶν, τότε τί θέλει προκύψει, ἔστω καὶ μὲ τὴν ἔγκρισιν τῆς Βουλῆς; θὰ προκύψῃ προφανῶς, ὅτι ἡ ὁρισθεῖσα ἑξάμηνος θητεία ἀπέναντι τῶν μέσων, ἅτινα παρέχει ἡμῖν τὸ Κράτος, εἶναι μεγάλη, καὶ συνεπῶς καὶ ἡ ζητουμένη παρὰ τῆς Κυβερνήσεως μονοετὴς θητεία ἔσεται ἔτι μεγαλειτέρα. Ἰδοὺ κύριοι, καὶ ἕτερος λόγος ἀποδεικνύων, ὅτι τὰ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθέντα σπουδαῖα ζητήματα εἶναι ἐν ἑνὶ λόγῳ ἀβασάνιστα καὶ οὐδόλως σχετιζόμενα μὲ τὴν οἰκονομίαν, ἥτις εἶναι ἡ κρηπὶς τῶν τοιούτων ζητημάτων. Καὶ ταῦτα περὶ τῆς δαπάνης τῶν 400,000 δραχμῶν. 2) Ἐξετάσωμεν ἐὰν ἡ ἐλάττωσις τῆς θητείας συμφέρῃ εἰς τὸ ἔθνος, καθὼς καὶ εἰς τὸ ἄτομον. Ἐγὼ διϊσχυρίζομαι, ὅτι οὔτε εἰς τὸ ἔθνος συμφέρει, διότι δὲν θὰ κατορθώσῃ νὰ ἔχῃ μόνιμον καὶ τακτικὸν στρατὸν, ἐφ’ οὗ νὰ στηρίξῃ τὴν ἀσφάλειαν, τὴν τιμὴν καὶ τὴν ἐλευθερίαν του, οὔτε εἰς τὸ ἄτομον, διότι, μὴ γυμναζόμενον καὶ μὴ ἀποκτῶν διὰ τῆς ἐκπαιδεύσεώς του αὐτοβουλίαν τῶν ἐν πολέμῳ πράξεών του, θὰ βαίνῃ εἰς τὸ σφαγεῖον, ὡς προεῖπον, δωρεάν, καὶ τοῦτο ἕνεκα τῆς ἰδιοτροπίας τῶν κυβερνώντων τὴν ἡμετέραν πολιτείαν. Εἶναι ὅμως φοβερὸν ὅπλον ὑπὸ ἔποψιν δημοκοπίας κατὰ τῶν πολιτικῶν ἀντιπάλων τῆς ἐνεστώσης Κυβερνήσεως· πλὴν ἐλπίζω, ὅτι οἱ φροντίζοντες πράγματι περὶ τῶν δημοσίων συμφερόντων δὲν θὰ ἀνεχθῶσι νὰ δαπανῶνται ἕνδεκα ἑκατομμύρια δραχμῶν πρὸς συντήρησιν ὁμάδων ὁπλοφόρων καὶ οὐχὶ στρατοῦ, χάριν τοῦ ἐγωϊσμοῦ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ὁ Κύριος πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως βεβαίως θὰ ἐστήριξε τὴν περὶ ἐλαττώσεως τῆς στρατιωτικῆς θητείας ἰδέαν του εἰς γνώμην τινὰ, δοθεῖσαν παρὰ τοῦ Γάλλου στρατηγοῦ Trochu· ἀλλ’ ἡ γνώμη τούτου δὲν ἔχει οὐδεμίαν αὐθεντίαν· εἶναι γνώμη ἀτομικὴ, καὶ μάλιστα ἀπέναντι τῶν παραδεδεγμένων παρ’ ἅπασι τοῖς στρατιωτικοῖς Κράτεσι καὶ παρὰ τοῖς Γάλλοις αὐτοῖς ἀκόμη. Ὁ ἐν λόγῳ στρατηγὸς πιθανὸν νὰ χαίρῃ τὴν φήμην σπουδαίου στρατιωτικοῦ συγγραφέως, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ ἱκανοῦ στρατηγοῦ. Γνωρίζει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι τὰ παρὰ τοῦ μνησθέντος στρατηγοῦ λεχθέντα κατὰ τῶν παλαιῶν στρατιωτῶν ὁποίαν ὑποδοχὴν ἔλαβον, καὶ δι’ ὁποίων ἀκαταμαχήτων ἐπιχειρημάτων ἀντεκρούσθησαν αἱ βλασφημίαι αὗται τοῦ ἀνωτέρω Γάλλου στρατηγοῦ παρὰ τῶν στρατηγῶν ἐκείνων, οἵτινες διῆλθον τὸ στρατιωτικὸν αὑτῶν στάδιον καὶ ἔλαβον τὸν ὁποῖον φέρουσι βαθμὸν τοῦ στρατηγοῦ ἐν τοῖς πεδίοις τῶν μαχῶν, καὶ οὐχὶ ἐν τοῖς γραφείοις, ὡς ὁ συγγραφεὺς, ἐφ’ οὗ στηρίζει τὴν ἰδέαν του ὁ κ. Πρωθυπουργός; Οἱ παλαιοὶ στρατιῶται ἐν ὥρᾳ ἐνεργείας σοβαρᾶς εἶναι διὰ πᾶσαν πολιτείαν ἡ σπουδαιοτέρα ἐθνικὴ δύναμις, ἐφ’ ἧς δύναται νὰ στηρίξῃ ἀσφαλῶς τὰς ἐλπίδας αὑτῆς. Κατὰ τὸ 1854 οἱ ἐξ ἐθελοντῶν Ἀγγλικοὶ στρατοὶ ὀφείλουν τὴν σωτηρίαν των ἀπὸ τῆς ἀξιομνημονεύτου ἐκείνης ἐπιθέσεως τῶν Ῥώσσων εἰς τοὺς ὑπὸ τὸν Στρατηγὸν Βούρβαχην παλαιοὺς Ζουάβους ὁπλίτας τῆς Γαλλίας. Γνωρίζει ὁ κ. πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι κατὰ τὴν ἐκστρατείαν τοῦ 1858 ὁ γνωστὸς ἐν τοῖς στρατιωτικοῖς ἀπομνημονεύμασιν αἱματηρὸς ἐκεῖνος ἀγὼν περὶ τὴν κωμόπολιν Marigny διεξήχθη ὑπὸ τῶν Ζουάβων, ἐξ ὧν ἓν καὶ μόνον τάγμα ἀπώλεσε κατὰ τὴν νύκτα ἐκείνην 47 ἀξιωματικοὺς, ἀλλ’ ἐξησφάλισε τὴν θέσιν τοῦ Γαλλικοῦ στρατοῦ. Γνωρίζει ἐπίσης ὁ κ. πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι κατὰ τὴν ἐκστρατείαν τοῦ 1870, τὴν ἐπιοῦσαν τῆς τρομερᾶς ἐκείνης μάχης τοῦ Βὲρθ, εἰς τὴν ὁποίαν ἔλαβε μέρος ὁ ἐκ παλαιῶν στρατιωτῶν συγκείμενος στρατὸς τῆς Ἀφρικῆς, ὁ πρίγκιψ Φρειδερίκος ἐπισκεφθεὶς τοὺς Γάλλους τραυματίας συνεχάρη αὐτοὺς διὰ τὴν ἀπαραδειγμάτιστον καρτερίαν των, κατὰ τὴν μάχην ἐκείνην ἀντιταχθέντων ἀνδρείως ἐπὶ μίαν ὁλόκληρον ἡμέραν κατὰ διπλασίου καὶ πλέον ἀριθμοῦ στρατοῦ. Τέλος παραπέμπομεν τὸν ἁρμόδιον ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν εἰς τὰς ἐμβριθεῖς ἐκθέσεις τοῦ στρατιωτικοῦ ἀκολούθου Stoffel, καθὼς καὶ εἰς τὰς μακρὰς συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν ἐν τῇ Γαλλικῇ Ἐθνοσυνελεύσει κατὰ τὸ 1872, καὶ μετὰ τὰς ὁποίας ἡ Γαλλικὴ Ἐθνοσυνέλευσις παρεδέχθη τὴν πενταετῆ θητείαν, ὡς τὴν μόνην κατάλληλον πρὸς καταρτισμὸν μονίμου τακτικοῦ στρατοῦ, δυναμένου ν’ ἀντιταχθῇ κατὰ παντὸς πολεμίου. Πιθανὸν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἢ καὶ ὁ ἁρμόδιος ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς νὰ μᾶς ἀντιτάξῃ, ὅτι ἐν Γαλλίᾳ, μετὰ δεκαετῆ πεῖραν τῆς παραδεχθείσης θητείας κατὰ τὸ 1872, ἡ γνώμη περὶ ἐλαττώσεως τῆς θητείας ἤρχισε νὰ λαμβάνῃ σάρκα. Ἀληθὲς εἶναι, ὅτι κατόπιν τῶν μακρῶν ἐκείνων συζητήσεων καὶ τῶν καθ’ ἑκάστην ἐπαναλαμβανομένων ἐν τῷ τύπῳ, (καὶ οὐχὶ ἐξ ἐφόδου, ὡς τοῦτο πράττει σήμερον ἡ Κυβέρνησις), ἐπικρατεῖ ἡ ἰδέα τῆς ἐλαττώσεως, ἀλλ’ εἰς 3 μόνον ἔτη, καὶ οὐχὶ εἰς ἕν, ὡς τοῦτο προτείνει ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Κατὰ τὸ παρελθὸν μάλιστα ἔτος, ὁ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς τῆς Γαλλίας, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ζητήματος τῆς θητείας ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ Βουλευτοῦ Laisaint περὶ ἐλαττώσεως θητείας εἰς τρία ἔτη, ἐξέφρασε γνώμην, ὅτι θεωρεῖ δύσκολον καὶ ἐπικίνδυνον τὴν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου τροποποίησιν τοῦ στρατολογικοῦ νόμου, λειτουργοῦντος πρὸ πενταετίας μόνον, καὶ ὅτι φοβεῖται μὴ ἡ ἐντελὴς ἀποδοχὴ τῆς προτάσεως τοῦ Βουλευτοῦ Laisaint φέρῃ δυσχερείας εἰς τὸν καταρτισμὸν καλῶν ὑπαξιωματικῶν, οἵτινες εἶναι οἱ κυριώτεροι μοχλοὶ τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, ἐζήτησε δὲ, ἀντὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου, νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ κάμῃ χρῆσιν τοῦ συστήματος τῶν ἀδειῶν καὶ τῆς μεταθέσεως τῶν ὑπηρετούντων ἀνδρῶν εἰς τὰς ἑστίας των μετὰ τριετῆ ὑπηρεσίαν, καὶ ἐφ’ ὅσον ἡ ἀνάγκη τῆς ὑπηρεσίας τὸ ἐπιτρέπει. Ἡ ἐπιτροπὴ παρεδέχθη τὴν γνώμην ἐκείνην τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ, ἀποσύραντος τοῦ Βουλευτοῦ τὴν περὶ ἐλαττώσεως τῆς θητείας πρότασίν του. Τὸ περὶ θητείας ζήτημα ἦλθε καὶ πρὸ μικροῦ χρόνου εἰς συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Γαλλικῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἀπεκρούσθη ἰσχυρῶς παρὰ τῶν σπουδαιοτέρων ἀνδρῶν καὶ ἰδίως παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν Sauvre ..., ὅστις συγκατετέθη μόνον μετὰ μακρὰν συζήτησιν εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῆς θητείας ἐπὶ 6 μόνον μῆνας, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ῥητὸν ὅρον τῆς καταργήσεως τοῦ θεσμοῦ περὶ κατατάξεως ἐθελοντῶν. Ὁ ἡμέτερος ὅμως ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς οὐδὲν μέχρι τοῦδε μᾶς εἶπε, καὶ ἀπορῶ, προκειμένου περὶ στρατιωτικῆς θητείας, πῶς σιωπᾷ καὶ παρ’ ἄλλων ἀναμένει τὴν ὑπὲρ ἢ κατὰ τοῦ ζητήματος τούτου ἀνάπτυξιν. Ἐὰν, κύριοι, μελετήσῃ τις μετὰ τῆς δεούσης προσοχῆς τὰς διατάξεις τοῦ περὶ θητείας νόμου, θ’ ἀναγνωρίσῃ τὴν παχυλὴν ἄγνοιαν τοῦ συντάκτου αὐτοῦ ἐπὶ τῶν στοιχειωδεστέρων ἀντικειμένων τῶν στρατιωτικῶν θεσμῶν καὶ λέγω τοῦτο ἐν πεποιθήσει, διότι οὐδαμοῦ ἀπαντᾷ τις θητείαν μονοετῆ διὰ τὸ πεζικὸν, καὶ διετῆ διὰ τὰ λοιπὰ ὅπλα. Ἡ διάταξις αὕτη ὄχι μόνον ἀντιστρατεύεται πρὸς πάντας τοὺς μέχρι τοῦδε στρατιωτικοὺς θεσμοὺς, ἀλλὰ καὶ ἄδικος σὺν τοῖς ἄλλοις εἶναι. Ἡ θητεία δέον νὰ ἦναι μία καὶ ἡ αὐτὴ δι’ ὅλα τὰ ὅπλα, καθόσον καὶ πάντες ὅσοι ἐσμὲν ἐνώπιον τοῦ νόμου, κατὰ τὸ ἡμέτερον πολίτευμα· ἐὰν δὲ παραδεχθῶμεν τὴν ὑποβληθεῖσαν ἡμῖν διάταξιν περὶ θητείας ὡς ἔχει, παραβιάζομεν τὸ σύνταγμα, καὶ ἀπορῶ πῶς ἡ Κυβέρνησις ὑποστηρίζει διάταξιν νόμου τόσον προφανῶς ἀντισυνταγματικήν. Πρὸς πλήρη καὶ τελείαν ἐκπαίδευσιν τοῦ πεζοῦ στρατιώτου, ἡ μονοετὴς θητεία δὲν ἐπαρκεῖ, καὶ τοσοῦτον αὐτὸ εἶναι βέβαιον, ὥστε, ἐὰν ὁ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς ἐμελέτα ἐμβριθέστερον τὸ τῆς θητείας ζήτημα, ἤθελε πεισθῆ, ὅτι, μετὰ τὴν σημερινὴν τελειοποίησιν τῶν τηλεβόλων ὅπλων, σήμερον παρά ποτε ἀπαιτεῖται τὸ πεζικόν, εἰς ὃ ἀνήκει καὶ ὁ κύριος Ὑπουργός, νὰ ἦναι σοβαρὸν καὶ σπουδαῖον καὶ καθ’ ὅλα γεγυμνασμένον. Τὰ λοιπὰ ὅπλα, ἐκτὸς τοῦ ἱππικοῦ, δὲν ἔχουν ἀνάγκην μεγαλειτέρας θητείας τῆς τοῦ πεζικοῦ. Ὁ στρατιώτης τοῦ πεζικοῦ δέον νὰ ἔχῃ σοβαρὰν καὶ ποικίλην σήμερον ἐκπαίδευσιν, ὅπως ἀνταποκριθῇ εἰς τὴν ἀνατεθεῖσαν αὐτῷ ὑπηρεσίαν, τόσον ἐν πορείᾳ καθὼς καὶ ἐν ἐκστρατείᾳ, καὶ ἐν τοῖς στρατοπέδοις καὶ ἐπισταθμίαις· ἀνάγκη διὰ τῆς ἐκπαιδεύσεώς του ν’ ἀναπτυχθῇ ἐν αὐτῷ αὐτοβουλία, ὀξύνοια, ἀγχίνοια, ὀξυδέρκεια, εὐκαμψία καὶ τὰ παρόμοια τούτοις. Εἰς τὸ πεζικὸν εἶναι ἀνατεθειμένα σήμερον τὰ διάφορα καὶ σοβαρὰ καθήκοντα τῆς ἐν ἐκστρατείαις στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας· εἰς τὴν αὐτοβουλίαν καὶ ἀνεπτυγμένην ὀξυδέρκειαν καὶ ἀγχίνοιαν τοῦ πεζοῦ ὁπλίτου εἶναι παραδεδομένη σήμερον, τόσον ἐν πορείᾳ καθὼς καὶ ἐν καταυλισμῷ ἢ στρατοπέδῳ, ἡ τιμὴ καὶ ἡ ἀσφάλεια τῶν στρατευμάτων. Ἐκτὸς τῶν ποικίλων ἀσκήσεων τοῦ πεζικοῦ, ἰδίως, κατὰ τὴν νεωτέραν τακτικήν, ὀφείλει νὰ ἀσκηθῇ ἐντελῶς εἰς τὴν ἀκροβολιστικὴν τάξιν, διὰ τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖται μακρά, ἐπίπονος καὶ ἐπανειλημμένη ἐκπαίδευσις, ὅπως ὁ πεζὸς στρατιώτης κατανοήσῃ τὰ ὠφελήματα τῆς τάξεως ταύτης τοῦ μάχεσθαι. Δέον νὰ ἀσκηθῇ εἰς τὸ ῥίμμα, διὰ τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖται καὶ χρόνος μακρὸς καὶ δαπάνη οὐκ ὀλίγη, διότι, κύριοι, μὲ δώδεκα βολὰς ὁ στρατιώτης δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κατανοήσῃ καὶ νὰ βάλλῃ ἐπὶ τὸν σκοπὸν ἀποτελεσματικῶς, ὡς τοῦτο συμβαίνει παρ’ ἡμῖν. Εἰς τὰ Εὐρωπαϊκὰ ἔθνη καταβάλλεται ὄχι μόνον μεγάλη ἐπιμονὴ πρὸς τελειοποίησιν τῶν στρατιωτῶν εἰς τὸ ῥίμμα, ἀλλὰ καὶ δαπάνη μεγάλη, καθόσον ἐπὶ μῆνας ὁλοκλήρους ἐξασκοῦνται οἱ στρατιῶται εἰς τὴν βολήν, καὶ οὕτω καθίστανται ἱκανοὶ εἰς τὸν προορισμόν των. Εἶπον πάντα ταῦτα, ὅπως καταδείξω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ παρὰ τοῦ Ὑπουργείου ὑποβληθεῖσα τροποποίησις περὶ ἐλαττώσεως τῆς θητείας, ὄχι μόνον δὲν εἶναι ἐπαρκής, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸν νεοσύλλεκτον ὀλεθρία· διότι ἐν καιρῷ τῷ δέοντι δὲν θὰ ἦναι ἱκανὸς νὰ κάμῃ χρῆσιν τοῦ ὅπλου, τόσον πρὸς ὑποστήριξιν τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν συμφερόντων, ὅσον καὶ πρὸς ὑπεράσπισιν ἑαυτοῦ· ἑπομένως καὶ τὸ δεύτερον τοῦτο ζήτημα, περὶ ἐλαττώσεως τῆς στρατιωτικῆς θητείας, δὲν στηρίζεται εἰς οὐδένα στρατιωτικὸν θεσμόν, ἀλλ’ οὔτε ἐφηρμόσθη ἀλλαχοῦ. Τὰ ἀνωτέρω εἶπον, κύριοι, ἵνα καταδείξω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐμελέτησε τὰ ζητήματα ταῦτα ἐμβριθῶς, ἀλλ’ οὔτε τὰ ἔθεσεν ὑπὸ προηγουμένην βάσανον, καὶ διὰ τοῦτο δὲν δύναται καὶ νὰ τὰ ἀναπτύξῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς· καὶ λέγω τοῦτο, διότι ἐπὶ μὲν τοῦ πρώτου ζητήματος δὲν ἐφρόντισε νὰ τὸ στηρίξῃ ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν μέσων τοῦ Ἔθνους, ἐπὶ δὲ τοῦ δευτέρου, διότι διατελεῖ εἰς ἄγνοιαν τῶν ἀναγκῶν τοῦ στρατοῦ· καὶ καλὸν νομίζω εἶναι νὰ τὰ ἀποσύρῃ ἐπὶ τοῦ παρόντος, ἀφοῦ δὲ τὰ βασανίσῃ, νὰ τὰ ἐπαναφέρῃ, ἐὰν τὰ εὕρῃ ὠφέλιμα διὰ τὸ ἔθνος, ὅπερ δὲν πιστεύω. Ἡ Κυβέρνησις, κύριοι, σὺν τοῖς ἄλλοις δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν της καὶ τὴν κατάθεσιν τοῦ ἱματισμοῦ τοῦ στρατιώτου, ὅπερ συνοδεύεται μὲ τὴν ἐν τῷ στρατῷ θητείαν του. Μέχρι τοῦδε ἡ ἡμερησία κατάθεσις ἑκάστου στρατιώτου πεζοῦ ὡρίζετο εἰς 20 λεπτά, ὑπολογιζομένη ἐπὶ τῇ τριετεῖ θητείᾳ· σήμερον ὅμως ἡ Κυβέρνησις ζητεῖ τὴν ἐλάττωσιν τῆς θητείας, ἀλλὰ διατί δὲν μεταβάλλει καὶ τὸν ἀναλογικὸν τοῦ στρατιώτου πίνακα; καὶ διατί δὲν ηὔξησε, κατ’ ἀναλογίαν τῆς ἐλαττώσεως τῆς θητείας, καὶ τὴν κατάθεσιν τοῦ στρατιώτου; Ἐὰν δὲν κανονισθῇ τὸ τοιοῦτον, οἱ λόχοι, καθὼς καὶ αἱ διοικήσεις τῶν διαφόρων Σωμάτων, θὰ εὑρεθῶσιν εἰς δύσκολον θέσιν, τὸ δὲ Ὑπουργεῖον ἐν ἀμηχανίᾳ, διότι δὲν προέβλεψε καὶ περὶ τοῦ σπουδαίου τούτου ἀντικειμένου. Ἴσως ἡ Κυβέρνησις μᾶς εἴπῃ, ὅτι τὸ τοιοῦτον δύναται καὶ διὰ Β. Δατάγματος νὰ τὸ κανονίσῃ. Ναὶ, δύναται, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ φαίνηται καὶ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ· ἢ ἐφοβήθη μὴ αὐξήσῃ ὁ παρ’ αὐτῆς ὑποβληθεὶς προϋπολογισμός; Ἰδοὺ καὶ ἑτέρα σπουδαία ἔλλειψις. Κύριοι, ὁ στρατολογικὸς ἡμῶν νόμος εἶναι ἀντίγραφον ἀκριβὲς τοῦ τῆς Γαλλίας· ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἕνεκα ἐλλείψεως μέσων χρηματικῶν, καὶ ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ προβλέψῃ τὴν ἀνυπέρβλητον ταύτην δυσκολίαν καὶ νὰ ἐπιφέρῃ τὴν δέουσαν θεραπείαν. Τὸ ζήτημα περὶ διοργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ ἡ Κυβέρνησις φρονεῖ, ὅτι τὸ ἔλυσε διὰ τοῦ ἐπιψηφισθέντος νέου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ νόμου. Ἐγὼ δύναμαι νὰ τὴν διαβεβαιώσω, ὅτι ὄχι μόνον δὲν τὸ ἔλυσεν, ἀλλὰ κατέστρεψεν ὅ,τι μέχρι τοῦδε ὑπῆρχε, καὶ οὕτως ἔῤῥιψεν εἰς τὴν θάλασσαν ὀγδοήκοντα περίπου ἑκατομμύρια δραχμῶν, τὰ ὁποῖα τὸ ἔθνος ἐξώδευσε κατὰ τὰ τελευταῖα τρία ἔτη, πρὸς καταρτισμὸν τῆς ἐθνικῆς δυνάμεως κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασσαν. Τὸ περὶ διοργανώσεως τοῦ στρατοῦ ζήτημα δὲν θὰ λυθῇ, ἐφ’ ὅσον δὲν προηγηθῇ ἡ λύσις τοῦ περὶ στρατωνισμοῦ ζητήματος, καὶ ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις δὲν φροντίσῃ νὰ ἔχῃ στρατῶνας καὶ πεδία ἀσκήσεων τῶν διαφόρων ὅπλων τόσον μερικὰ, καθὼς καὶ γενικὰ, ἄνευ τῶν ὁποίων πᾶσα διοργάνωσις τοῦ ἡμετέρου στρατοῦ ἔσεται ἄσκοπος καὶ ἀνωφελής.

§183Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Γεωργαντᾶ, θὰ ἐξακολουθήσητε;

§184ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Βεβαίως.

§185Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τότε ν’ ἀφήσωμεν δι’ αὔριον.

§186ΤΙΝΕΣ. Ἀφήσατε νὰ τελειώσῃ.

§187ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Κύριοι, ἡ ὕπαρξις στρατώνων καὶ πεδίων ἀσκήσεων εἶναι ἡ πρώτη ἀνάγκη διὰ πάντα στρατόν· ἡμεῖς δυστυχῶς στερούμεθα καὶ τῶν δύο τούτων μέσων, ἅτινα εἶναι τὰ ἀναγκαιότερα τόσον διὰ τὴν ἐνοίκησιν τῶν στρατιωτῶν, καθὼς καὶ διὰ τὴν ἄσκησιν αὐτῶν. Διὰ νὰ ἀναπτυχθῇ ἓν τάγμα καὶ ν’ ἀσκηθῇ εἰς ἀραιὰν τάξιν, δὲν ἀρκεῖ τὸ ἐν Ἀθήναις ὑπάρχον πεδίον τοῦ Ἄρεως· διὰ νὰ ἀσκηθῇ δὲ ὁλόκληρον σύνταγμα, ποῦ θὰ εὕρωμεν πεδίον, δυνάμενον νὰ μᾶς παρέξῃ τὰς πρὸς ἐξάσκησιν τούτου εὐκολίας· καὶ κατωτέρω θέλω καταδείξει εἰς τὴν Βουλὴν ὁποίας ἐκτάσεως πεδίον ἀπαιτεῖται πρὸς ἐξάσκησιν τοῦ πεζικοῦ, καθὼς καὶ τῶν λοιπῶν ὅπλων, καὶ πιστεύω, ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει πεισθῆ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔφερε νόμους πρὸς ἐπιψήφισιν, χωρὶς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της καὶ τὰς δυσκολίας, ἃς θ’ ἀπαντήσῃ κατὰ τὴν ἐφαρμογήν των, καὶ συνεπῶς θὰ μένωσιν ἀνεφάρμοστοι, ἢ καὶ ἂν ἐφαρμοσθῶσι, δὲν θὰ ἐπιφέρωσιν οὐδένα καρπὸν τῆς παρά τινων προσδοκωμένης ὠφελείας. Ὑπάρχουσι καί τινες, οἱ ὁποῖοι φρονοῦσιν, ὅτι δὲν πρέπει ἡ Ἑλλὰς, ὡς μικρὸν Ἔθνος, νὰ ἔχῃ στρατὸν, διότι δὲν θὰ δυνηθῇ ἀφ’ ἑαυτῆς νὰ πράξῃ τίποτε. Εἰς τοὺς οὕτω σκεπτομένους δὲν ἔχω τίποτε νὰ εἴπω, ἢ μόνον, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἠδυνήθη νὰ πράξῃ πολλὰ καὶ μεγάλα κατορθώματα, ὅτε δὲν ἦτο ἀνεξάρτητος· σήμερον ὅμως, ὡς ἔθνος ἀνεξάρτητον, μὲ στρατὸν, μὲ Βασιλέα, Βασίλισσαν καὶ διαδόχους, θὰ δυνηθῇ νὰ πράξῃ κατορθώματα ἡρωϊκώτερα ἐκείνων, δι’ ὧν καὶ τὴν Εὐρώπην ἐξέπληξε καὶ μέρος τῶν πόθων της κατώρθωσε.

§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 8 μ. μ.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 112
2τῆς 15 Ἀπριλίου 1880.
3(Τρίτη.)
4Ὥρα 9 π. μ.
5Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς
6προτεραίας καὶ ἐνεκρίθησαν.
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ Λογιστικοῦ ἐπιτροπὴ προτείνει, ἵνα
8χορηγηθῇ πίστωσις ἐκ δραχμῶν 1680, ὅπως διατηρηθῇ καθ’
9ὅλον τὸ ἔτος ὁ ἐπὶ τοῦ λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς ὑπάλληλος.
10Θὰ τυπωθῇ ἡ ἔκθεσίς της.
11Ὁ Δήμαρχος Πειραιῶς ὑποβάλλει πληροφορίας περὶ τῆς
12Ζέας. Δύναται νὰ λάβῃ γνῶσιν τοῦ ἐγγράφου τούτου ἐν τῷ
13γραφείῳ ὁ βουλόμενος τῶν κυρίων βουλευτῶν.
14§2ΦΙΛΗΜΩΝ. Εἶπόν τινες, ὅτι ἔχει συμφέρον ὁ Δήμαρχος.
15§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναιρεῖ τὰ λεγόμενα.
16§4ΦΙΛΗΜΩΝ. Καλὸν εἶναι, κ. πρόεδρε, νὰ τυπωθῇ καὶ νὰ δια-
17νεμηθῇ τὸ ἔγγραφον.
18§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βαλτινὸς ἔχει τὸν λόγον.
19§6ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Χθὲς ἐγένετο ἡ κηδεία τοῦ Ἄγγλου στρατη-
20γοῦ, ὅστις, ζηλωτὴς τῶν μεγάλων ἔργων τῶν ἀρχαίων Ἑλλή-
21νων, περιώδευε τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀτυχῶς ἀπεβίωσεν, ὡς εἶναι
22γνωστὸν, εἰς Θερμοπύλας· εἰς τὴν κηδείαν δὲ ταύτην ἀπενε-
23μήθησαν στρατιωτικαὶ τιμαί. Περὶ τῆς πράξεως ταύτης, τῆς
24καθ’ ἑαυτὴν ἀξιεπαίνου, κατ’ ἐμὲ, ἀνέγνωσα σήμερον ἐπικρίσεις
25εἴς τινας τῶν πρωϊνῶν ἐφημερίδων. Αἱ ἐπικρίσεις ἴσως δὲν ἔ-
26πρεπε νὰ γείνωσιν, ἕνεκα τοῦ σκοποῦ, ὅστις ὑπηγόρευσε τὸ μέ-
27τρον. Ὁμολογουμένως παρεβιάσθησαν οἱ κανονισμοὶ, ὑπήκουσε
28δὲ ὁ στρατὸς, — καὶ εἶναι ἀξιέπαινος διὰ τοῦτο, ὡς καὶ ἡ δια-
29τάξασα τὸ μέτρον, χάριν ἀνωτέρων λόγων, κυβέρνησις, — διότι,
30κατὰ τὰ ἁπανταχοῦ ἀπὸ πολλοῦ ἰσχύοντα, οἱ ὑποδεέστεροι ὀφεί-
31λουσι νὰ ὑπακούωσιν εἰς πᾶσαν διαταγὴν, ἔστω καὶ μὴ νόμιμον.
32Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα διὰ Β. Διατάγματος κανο-
33νισθῶσι ταῦτα τὰ περὶ τιμῶν, ὅπως ἐπὶ τοιούτων ἀτυχημά-
34των εἰς ξένους ἀξιωματικοὺς ἀποδίδωνται αὐτοῖς αἱ περὶ τῶν
35Ἑλλήνων ἀξιωματικῶν κεκανονισμέναι ἐπικήδειοι τιμαὶ, ἐπὶ
36ἀμοιβαιότητι.
37§7ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.) Βασ.
38Διάταγμα τοῦ 1858 ὁρίζει, ὅτι εἰς τοὺς ξένους ἀξιωματικοὺς
39ἀπονέμονται οἷαι καὶ εἰς τοὺς ἡμετέρους ἐπικήδειοι τιμαὶ, καὶ
40τὸ Διάταγμα τοῦτο ἐξετέλεσα χθές.
41§8ΠΟΛΛΟΙ. Πολὺ καλὰ, ἀρκετά.
42§9ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Τὸ αὐτὸ Διάταγμα ἐπιτρέπει εἰς τὸν
43ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ν’ ἀφίνῃ νὰ διέρχωνται τὰ στρα-
44τεύματα ξένης δυνάμεως ἔνοπλα. Πάντα ἄρα ἐγένοντο νομίμως.
45§10ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ἐγὼ δὲν τὸ κατακρίνω’ εἶπον, ὅτι πρέπει
46ταῦτα νὰ γίνωνται ἐπὶ ἀμοιβαιότητι.
47§11ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἐπειδὴ, κύριοι, πρόκειται περὶ στρατιωτικῶν
48κηδειῶν, ὀφείλω νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν εἰς τὴν Κυβέρ-
49νησιν· ὅσοι παρευρέθητε εἰς τὰς στρατιωτικὰς κηδείας, παρε-
50τηρήσατε βεβαίως ἓν ἄτοπον συμβαῖνον· ὅταν φθάνῃ ἡ κη-
51δεία εἰς τὸ ξενοδοχεῖον τῆς Ἀγγλίας καὶ πέραν τῆς οἰκίας
52Κορομηλᾶ, ἡ στρατιωτικὴ μουσικὴ παύει. Τὸ τοιοῦτον μοὶ ἔ-
53καμεν ἐντύπωσιν, ὅταν τὸ εἶδον, εἶναι δὲ πρὸ πολλῶν ἐτῶν
54καθιερωμένον· ἠρώτησα, διατί γίνεται, καὶ μοὶ εἶπον, ὅτι ἀπὸ
55τοῦ 1873 διετάχθη τὸ τοιοῦτον, διότι διέρχονται πλησίον τῶν
56ἀνακτόρων, καὶ δὲν πρέπει λυπηρὰ πράγματα νὰ διέρχωνται
57πλησίον τῶν ἀνακτόρων. Ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι αἱ τι-
58μαὶ αἱ στρατιωτικαὶ καὶ αἱ κηδεῖαι δὲν εἶναι λυπηρὰ πράγ-
59ματα, ἀλλὰ μία πανήγυρις καὶ μία τιμὴ ἀποδιδομένη εἰς τοὺς
60στρατιωτικούς, ὅταν δὲ ἀποδίδωνται τιμαὶ τοιαῦται, εἴτε εἰς
61ζῶντας εἴτε εἰς νεκροὺς, δὲν πρέπει νὰ διακόπτωνται διὰ
62τοιούτους λόγους. (Θόρυβος.)
63§12ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.) Ὅταν
64κατὰ τὸ 1875 ἀνέλαβον κατὰ πρώτην φορὰν τὸ Ὑπουργεῖον
65τῶν Στρατιωτικῶν, οὐδεμία τοιαύτη διαταγὴ ὑπῆρχεν, ἀλλὰ
66ἔγεινε μία μόνον διαταγὴ, ἐπειδὴ συνέπεσε τρὶς τῆς ἑβδομάδος
67νὰ παιανίζῃ ἡ μουσικὴ τοῦ πεζικοῦ εἰς τὴν πλατεῖαν, νὰ μὴ
68παιανίζῃ ἐκείνην τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν διέρχονται αἱ κηδεῖαι.
69§13ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετὰ, κ. Πρόεδρε.
70§14ΒΟΥΛΤΣΟΣ. Ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει εἶναι ἐγγεγραμμένον
71εἰς βʹ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀτελείας τῶν τραπεζικῶν
72γραμματίων τῶν ἐν Ἑπτανήσῳ Τραπεζῶν, τῆς τε Πιστωτικῆς
73καὶ τῆς Ἰονικῆς. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι λίαν κατεπεῖγον,
74ὡς σᾶς παρέστησε καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτε ὑπέβαλεν αὐτὸ,
75καὶ χθὲς ὁ κ. Σπ. Βαλαωρίτης. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ἵνα
76γείνῃ ἡ συζήτησις αὕτη, διότι οὐδεμία, πιστεύω, ὑπάρχει ἀν-
77τίῤῥησις. Πρέπει, κύριοι, νὰ ἐπιψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτό.
78§15ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
79Γίνεται δι’ ἀναστάσεως δεκτόν.
80§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν τὴν ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως
81τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς διὰ
82τὸ 1880.
83Ἄρθρον 2.
84(Γίνεται δεκτόν, ἀποῤῥιφθείσης τῆς ἐπ’ αὐτοῦ τροπολογίας
85τοῦ κ. Βάλληνδα.)
86Ἄρθρον 3.
87§17ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Πρωθυπουργός). Νὰ προστεθῇ εἰς τὸν Πί-
88νακα, παρακαλῶ, «καὶ Σολυγείας,» διότι ἐκ παραδρομῆς πα-
89ρελείφθη κατὰ τὴν τύπωσιν ὁ δῆμος οὗτος τῆς Κορινθίας.
90§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
91§19ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἡ καλλιτέρα ποιότης εἶναι τοῦ Ἀγκιστρίου,
92ἐν δὲ τῷ Πόρῳ δὲν ὑπάρχει πολλὴ καλλιέργεια, καὶ ἑπομένως
93τὸ προϊὸν ἐξαρκεῖ μόνον καὶ μόνον διὰ τὴν ἐντόπιον κατανά-
94λωσιν· ἑπομένως δὲν εἶναι δίκαιον νὰ πληρώνῃ 38 λεπτά. Πα-
95ρακαλῶ, νὰ γείνῃ 30. (Θόρυβος.)
96Προτείνω, κύριοι, νὰ ἐλαττωθῇ ὁ φόρος τῆς ἐπαρχίας Τροι-
97ζηνίας ἀπὸ 38 λεπτὰ εἰς 30, διότι δὲν γίνεται πολλὴ καλ-
98λιέργεια ἐκεῖ, τὸ δὲ προϊὸν καταναλίσκεται ἐν τῷ τόπῳ.
99Ἀποῤῥίπτεται δι’ ἀναστάσεως ἡ τροπολογία αὕτη.
100§20ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐπικαλοῦμαι, κύριε Πρόεδρε, τὴν μαρ-
101τυρίαν ὅλων τῶν κατοικούντων τὴν Λακωνίαν καὶ Πυλίαν
102καὶ Ἀρκαδίαν, ὅτι ἡ ῥητίνη τοῦ δήμου Σολυγείας καὶ
103τῶν ἄλλων μερῶν τῆς Κορίνθου πωλεῖται εἰς μεγαλειτέραν τι-
104μὴν παρ’ ὅ,τι ἡ ἰδική μας. Διατί λοιπὸν τῆς ἐπαρχίας Λακε-
105δαίμονος εἶναι μεγαλειτέρα ἡ τιμή; τῆς Κορινθίας εἶναι
106καλλιτέρας ποιότητος, καὶ ἀπόδειξις, ὅτι εἰς κάθε βαρέλαν οἴ-
107νου ῥίπτουν μόλις μίαν ὀκᾶν ῥητίνην τῆς Σολυγείας, ἐνῷ τῆς
108Λακεδαίμονος ῥίπτουν μίαν καὶ 300 δράμια. Προτείνω λοιπόν,
109νὰ ἐλαττωθῇ ὁ φόρος διὰ τὴν ἐπαρχίαν Λακεδαίμονος.
110§21ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Πρωθυπουργός). Ἡ τιμὴ ἐν τῷ πίνακι ὡρί-
111σθη ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μέσου ὅρου τῶν τιμῶν κατὰ μῆνα Ἰού-
112λιον, Αὔγουστον, Σεπτέμβριον καὶ Ὀκτώβριον ἑκάστου ἔτους,
113ἀπὸ τοῦ 1871–1879· ὁ δὲ μέσος οὗτος ὅρος διὰ τὴν Λακε-
114δαίμονα εἶναι 42 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν.
115Ἐπιψηφίζονται τ’ ἄρθρα 3–4, εἶτα δὲ ὡς 5 ἡ τροπο-
116λογία τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ (κατατεθεῖσα ἐν τῇ βʹ συζητήσει),
117ὁρισθείσης τῆς προθεσμίας «μέχρι τέλους Ἀπριλίου», ἀντὶ
118«μέχρι τῆς 20 Ἀπριλίου.» Ἐπιψηφίζεται δὲ καὶ τὸ σύνολον
119τοῦ νομοσχεδίου.
120Τρίτη ἀνάγνωσις τοῦ νομοσχεδίου περὶ εἰσαγωγικῶν τελῶν.
121§22Θ. ΖΕΡΒΟΣ. Τὴν ἰδίαν στάσιν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως
122βλέπω νὰ ἐξακολουθῇ καὶ ἡ παροῦσα. Τὰ αἴτια τῶν δεινῶν μας
123εἶναι πολλὰ καὶ μεγάλα· καμμία ἐκ τῶν Κυβερνήσεων δὲν
124ἀνέλαβε τὴν εὐθύνην, ἵνα θεραπεύσῃ τὰς ἀνάγκας τῆς πολι-
125τείας μας· ὅλαι δὲ προσθέτουν φόρους καὶ ἐξογκώνουσι τὸ δασμο-
126λόγιον εἰς τρόπον ἀνυπόφορον. Ἀφοῦ ἡ ἐνεστῶσα Βουλὴ κατήρ-
127γησε τὴν ἔγγειον φορολογίαν καὶ ἀπήλλαξε τοὺς κατοίκους τοῦ
128πρώην Βασιλείου ἀπὸ τὴν ἔγγειον φορολογίαν καὶ τοὺς εἰσπρά-
129κτορας, δὲν εἶναι δίκαιον νὰ ἐλαττωθῇ κατ’ ὀλίγον καὶ εἰς τὴν
130Ἑπτάνησον ἡ φορολογία; Ἐπέπρωτο νὰ ἔλθω ἐδῶ ἐγώ, νὰ πλη-
131ρώνω τὸ ¼ τοῦ εἰσοδήματός μου, καὶ ἡ Βουλὴ νὰ μὴ θέλῃ
132νὰ ἐνδώσῃ ποτὲ εἰς κἀμμίαν ἐλάττωσιν διὰ τοὺς φόρους τῆς
133Ἑπτανήσου. Ἀφοῦ ἀπηλλάχθησαν ἀπὸ τὴν ἔγγειον φο-
134ρολογίαν οἱ κάτοικοι τῶν παλαιῶν ἐπαρχιῶν, διατί νὰ μὴ
135ἀπαλλαχθῶμεν καὶ ἡμεῖς ἀπὸ τὰ προτεινόμενα διὰ τοῦ δασμο-
136λογίου; διὰ τοῦτο λοιπὸν εἶναι ἀνάγκη τὸ δασμολόγιον τὸ προ-
137τεινόμενον νὰ μὴ ἐφαρμοσθῇ ἐν Ἑπτανήσῳ. Πρὸς ἀποφυγὴν
138περαιτέρω διενέξεων καὶ ἵνα φέρωμεν ἓν ἰσοζύγιον εἰς τὸν προϋ-
139πολογισμόν, διατί δὲν θέλετε νὰ καταργήσωμεν τὰς περιττὰς
140θέσεις...
141§23ΤΙΝΕΣ. Κύριε πρόεδρε, αὐτὰ εἶναι ἐκτὸς τοῦ προκειμένου·
142ὁμιλεῖ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ.
143§24ΖΕΡΒΟΣ. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Θέλομεν ν’ ἀναπληρώσωμεν
144ὅ,τι ἐστερήθημεν ἀπὸ τὴν ἔγγειον φορολογίαν, νὰ ἐξισώ-
145σωμεν τὸν προϋπολογισμόν, καὶ πρέπει νὰ προστρέξωμεν εἰς κα-
146τάργησιν περιττῶν θέσεων καὶ ἐξόδων. Ὅλοι εἴμεθα ὑποχρεω-
147μένοι νὰ πληρώνωμεν φόρους ἀναλόγως τῆς περιουσίας μας καὶ
148ἀναλόγως τῶν εἰσπράξεών μας· ἐν τίνι δικαιώματι οἱ συντα-
149ξιοῦχοι νὰ μὴ ὑπόκηνται εἰς φόρον; ἐν τίνι δικαιώματι οἱ ἀ-
150νώτεροι ὑπάλληλοι, ὅπου ἔχουν μισθοὺς μεγάλους, νὰ μὴ ὑπό-
151κηνται εἰς φόρον ἐπὶ τῆς μισθοδοσίας των; Εἶναι ὑπάλληλοι,
152οἵτινες δὲν ἔχουν οὔτε ἀμπέλι, οὔτε χωράφι, οὔτε ἐληὰ, οὔτε
153τίποτε, καὶ μ’ ὅλον τοῦτο ἀπολαμβάνουν 90 καὶ 100 τάλ-
154ληρα τὸν μῆνα, καὶ αὐτὴ ἡ πρόσοδος εἶναι ἀφορολόγητος. Δὲν
155εἶναι δίκαιον νὰ φορολογηθοῦν καὶ οὗτοι 10%, ἵνα ἐξι-
156σώσωμεν τὰ ἔξοδά μας πρὸς τὰ ἔσοδά μας; Ἐν τίνι δικαιώματι
157ἐρχόμεθα κατ’ ἔτος ἐδῶ καὶ αὐξάνομεν τὰ ἔξοδά μας καὶ βα-
158ρύνομεν τοὺς κατοίκους τῶν ἐπαρχιῶν μας μὲ ἐπιπροσθέτους
159φόρους, μὲ ἐπιπροσθέτους δασμοὺς, τοὺς ὁποίους ἐπιβάλλομεν εἰς
160τὸ ἐμπόριον, εἰς τὴν γεωργίαν, εἰς τὴν βιομηχανίαν, εἰς ὅλας
161τὰς τάξεις τῆς κοινωνίας; Ἐν τίνι δικαιώματι διατηροῦνται
162οἱ ἑπτὰ καθηγηταὶ τῆς παθολογίας ἐν Ἀθήναις, οἵτινες παρα-
163δίδουν τρία μαθήματα τὸν χρόνον; Ὑπάρχουν καθηγηταὶ πα-
164ραδίδοντες τὴν θεολογίαν· αὐτοὶ ἀναγινώσκουν ἓν γράμμα, ὅ-
165περ φέρουν ἀπὸ τὴν Εὐρώπην, καὶ ὅπερ παρουσιάζουν εἰς τοὺς
166μαθητάς, καὶ διαβάζουν μὲ ἓν βιβλίον ὅσα ἔφεραν ἀπὸ τὴν
167Εὐρώπην, χωρὶς νὰ κάμουν καμμίαν ἀνάλυσιν, παρὰ εὑρίσκουν
168τὰς λέξεις καὶ τὰ ζητήματα ἀπ’ ἐκεῖ. Διατί νὰ ἔχωμεν ἑπτὰ
169ἐπιθεωρητάς, οἱ ὁποῖοι νὰ μὴ κάμουν καμμίαν ἐργασίαν, οἱ ὁ-
170ποῖοι νὰ ἦναι ὅλως διόλου ἄσκοποι εἰς τὴν ἐργασίαν των καὶ
171νὰ πληρώνονται 400 δραχμὰς τὸν μῆνα, καὶ νὰ περιτριγυρί-
172ζουν τὸ Κράτος τὸ Ἑλληνικὸν ὅλον μὲ τὰ χειρόκτιά τους, μὲ
173τὴς βελάδες τους, μὲ τὰ καπέλα τους, χωρὶς νὰ προσφέρουν
174οὔτε ἕνα ὀβολὸν εἰς τὸ ἔθνος; Ἐν τίνι δικαιώματι νὰ ἔχωμεν
17515 ἀντεισαγγελεῖς; τί χρεία εἶναι διὰ τοὺς ἀντεισαγγελεῖς εἰς
176τὸ Κράτος; Διὰ τοῦτο λοιπὸν νὰ τοὺς καταργήσητε, καθὼς καὶ
177τοὺς ἐπιθεωρητὰς ὡς καὶ τοὺς πλεονάζοντας καθηγητάς. Δὲν
178ἠμποροῦμεν νὰ φέρωμεν ἓν ἰσοζύγιον εἰς τὸν προϋπολογισμὸν,
179παρὰ νὰ τρέχωμεν εἰς τὸ δασμολόγιον, ὅπου τὸ ἐκάμαμεν τό-
180σον τὸ δασμολόγιον; (διὰ τῆς χειρὸς παριστᾷ τὴν ἐξόγκωσιν.)
181Διατί ἐπεβαρύνθησαν ὅλα τὰ εἴδη τῆς ἀπολύτου ἀνάγκης; αὐ-
182τὴ ἡ κατάστασις τῆς Βουλῆς καὶ τῶν Κυβερνήσεων μοῦ κεντᾷ
183αὐτὸ τὸ αἴσθημα νὰ μὴ δώσωμεν ποτὲ προϋπολογισμὸν εἰς τὴν
184Κυβέρνησιν, νὰ συντάξωμεν ἡμεῖς τὰ ἔξοδα καὶ τὰ ἔσοδα τοῦ
185Κράτους, ὅπου γνωρίζομεν τὰς ἀνάγκας τῶν ἐπαρχιῶν μας.
186Τί δικαίωμα ἔχουν αἱ Κυβερνήσεις νὰ ἔρχωνται ἐδῶ, καὶ νὰ
187ἐπιβάλλουν ὅρους καὶ δεσμοὺς κάθε χρόνον; ἐγὼ δὲν καταλαμ-
188βάνω τίποτε ἀπ’ αὐτά.
189§25ΤΙΝΕΣ. Ἀρκετά, πολὺ καλά.
190§26ΖΕΡΒΟΣ. Τὸ δασμολόγιον εἶναι πολὺ ἐξογκωμένον· τὰς
191δραχμὰς τὰς καθιστοῦν φράγκα· ἡμεῖς δὲν ἔχομεν ἐν ἰσχύϊ
192φράγκα, ἀλλὰ δραχμάς. Μὰ δὲν εἶναι ἐντροπὴ εἰς τὴν Βουλὴν
193νὰ ψηφίσῃ αὔξησιν φόρου ἐπὶ τοῦ σίτου, τῆς κριθῆς, ἐπὶ τῆς
194τροφῆς τοῦ λαοῦ; Μὰ δὲν εἶναι ἐντροπή μας, ἀδελφοὶ, νὰ αὐ-
195ξάνωμεν κατ’ ἔτος τοὺς φόρους; Διὰ τοῦτο τὸ προτεινόμενον
196δασμολόγιον δὲν δύναμαι νὰ τὸ παραδεχθῶ. Διαμαρτύρομαι
197ἐναντίον αὐτοῦ, καθὼς καὶ διὰ τὰ βάσανα, τὰς τυραννίας, ὅπου
198αἱ Κυβερνήσεις κάμνουν εἰς τὴν μικρὰν ἀτμοπλοΐαν τῶν νήσων,
199ἰδίως τῆς Κερκύρας. Μᾶς ἐσταύρωσαν καὶ λιμενάρχαι, καὶ γραμ-
200ματεῖς, καὶ τελῶναι, καὶ τελωνοσταθμάρχαι. Μὲ τὸν νόμον,
201τὸν ὁποῖον ἐψηφίσατε χθὲς, ὅπου ἔλεγα τοῦ κ. Πολυλᾶ νὰ
202κάμῃ παρατήρησιν, θὰ μᾶς σταυρώσουν. Τρεῖς ὥρας θὰ στέκῃ
203ὁ πλοίαρχος, διὰ νὰ πάρῃ τὰ χαρτιά του.
204§27ΠΟΛΥΛΑΣ. Μόνον εἰς τὴν Κέρκυραν συμβαίνει αὐτό;
205§28ΖΕΡΒΟΣ. Παντοῦ, ἀλλ’ ἐγὼ γνωρίζω τὴν ἐπαρχίαν μου καὶ
206ὁμιλῶ διὰ τὰ σταυρώματα, τὰ ὁποῖα ἔχομεν ἡμεῖς. Ὡς ἐκ
207τούτου βλέπω μίαν ἀδυναμίαν εἰς τὸ δασμολόγιον μεγάλην.
208Εἰς τὴν ἀτμοπλοΐαν εἶναι καταστροφή· θὰ μᾶς πάρουν μὲ τὰ
209νεραντσοκόμματα. (Ἱλαρότης.)
210§29ΠΟΛΥΛΑΣ. Τὰ λέγεις, ἵν’ ἀκουσθοῦν εἰς τὴν ἐπαρχίαν, ἵνα
211δημοκοπήσῃς, καὶ ἂν διατηρήσουν τὴν θέσιν τοῦ υἱοῦ σου, τότε
212θὰ σιωπήσῃς. (Θόρυβος.)
213§30ΖΕΡΒΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἓν ψεῦμα ἡγουμενικόν· δὲν παρεκάλεσα
214κανένα. Εἶσθε κακεντρεχεῖς, λέγοντες αὐτὰ τὰ πράγματα.
215§31ΠΟΛΥΛΑΣ. Νὰ μὴ ἀποτείνεσαι πλέον πρὸς ἐμέ.
216§32ΖΕΡΒΟΣ. Καλά· ἂν σὲ ἐρωτήσω, μή μου ἀπαντήσῃς.
217§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὰ, κύριοι, παύσατε πλέον αὐτοὺς τοὺς
218διαλόγους.
219§34ΖΕΡΒΟΣ. Λοιπὸν εὔχομαι τὸ προτεινόμενον δασμολόγιον
220νὰ μὴ ἐφαρμοσθῇ εἰς τὴν Ἑπτάνησον, νὰ ἀφαιρεθῇ δὲ ἰδίως
221ἀπὸ τὸ στάρι, ἀπὸ τὸ...... καὶ τὰ ἄλλα.
222§35ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσον μελετῶ ὃ συζητοῦμεν ἀν-
223τικείμενον, τοσοῦτον πείθομαι, ὅτι τὸ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὑπο-
224βληθὲν μέτρον, πρὸς αὔξησιν τῶν τελωνιακῶν τελῶν ἐν συνόλῳ, εἶ-
225ναι ἄδικον, καὶ διὰ τοῦτο καὶ διότι διὰ τῶν διατάξεων τοῦ νομο-
226σχεδίου προσβάλλονται οὐσιωδῶς καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ ταμείου
227τῆς ὁδοποιΐας, τοῦ ὁποίου αἱ εἰσπράξεις ἐλαττοῦνται κατὰ πολ-
228λὰς χιλιάδας δραχμῶν, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ προσθέσω ὀλίγα
229τινὰ εἰς ὅσα χθὲς εἶπον ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, καὶ νὰ
230ἐκφράσω καὶ πάλιν τὴν ἀπορίαν μου διατί ὁ κ. πρόεδρος τῆς
231Κυβερνήσεως καὶ ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ὑπουργὸς νὰ μὴ θελήσῃ
232νὰ συζητήσῃ τὸ ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ὑποβληθὲν
233δασμολόγιον, εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ ὁποίου συνέπραξαν καὶ εἰρ-
234γάσθησαν πρόσωπα, ὡς εἶπον καὶ χθὲς, εἰδικώτατα. Ἡ ἐπιτρο-
235πή, τὴν ὁποίαν εἶχε σχηματίσει ὁ τότε προκάτοχός μου ὑπουρ-
236γὸς τῶν οἰκονομικῶν κ. Δηλιγιάννης, συνέκειτο ἀπὸ πρόσωπα
237δεδοκιμασμένης εἰδικότητος καὶ λίαν κατάλληλα διὰ τὸ ἔργον
238τοῦτο, δηλαδὴ ἀπὸ τὸν κ. Ἰωάννην Σοῦτσον, καθηγητὴν τῆς
239πολιτικῆς οἰκονομίας, τὸν κ. Τρύφωνα Μητσόπουλον, δήμαρχον
240καὶ μεγαλέμπορον Πειραιῶς, τοὺς κυρίους Ι. Κ. Τσάτσον καὶ
241Δ. Ζαχαρίαν, ἐπίσης μεγαλεμπόρους, ἀπὸ τὸν κ. Ζωγράφον, ὑ-
242φηγητὴν τῆς πολιτικῆς οἰκονομίας καὶ ἀπὸ διακεκριμένους ἀ-
243νωτέρους τελωνιακοὺς ὑπαλλήλους, οἷος εἶναι ὁ τμηματάρχης
244τοῦ τελωνιακοῦ ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν οἰκονομικῶν τμήματος κ.
245Κάββας, ὁ τελώνης Πειραιῶς, διακρινόμενος ἐν τῇ τελωνιακῇ
246ὑπηρεσίᾳ διὰ τὰς γιώσεις του, τὴν πεῖράν του, τὴν εἰδικότη-
247τά του καὶ τὴν τιμιότητά του, ὁ κ. Δαμιανὸς καὶ ὁ τελώνης
248Κεφαλληνίας, ἐπίσης διακεκριμένος εἰς τὴν τελωνιακὴν ὑπηρε-
249σίαν, κ. Διαμαντόπουλος. Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη, ὑπὸ τὴν προε-
250δρείαν τοῦ τότε ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ὑπουργοῦ κ. Δηλιγιάννη,
251κατήρτισε τὸ νέον δασμολόγιον, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη εἰς τὴν
252Βουλὴν ἐπεξεργασθὲν καὶ παρ’ ἐμοῦ μετὰ ταῦτα, ἐπενεγκόντος
253εἰς αὐτὸ τροποποιήσεις τινὰς, τὰς ὁποίας ἔκρινα ἀναγκαίας καὶ
254συμφερούσας διά τε τὸ δημόσιον καὶ τὸ ἐμπόριον.
255Ἔργον λοιπὸν, τοιουτοτρόπως καταρτισθὲν μετὰ πολύμηνον,
256ὡς εἶπον καὶ χθὲς, ἐργασίαν, ἠδύνατο εὐλόγως νὰ θεωρηθῇ ὡς
257ἔργον τέλειον ἢ τοὐλάχιστον ὡς ἔργον, τὸ ὁποῖον δὲν ἀπεμα-
258κρύνετο τῆς ἰσότητος, τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς ἀληθείας. Ἀλλ’
259ἀντὶ τοῦ ἔργου τούτου ὁ νῦν ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ὑπουργὸς
260ἐνόμισε πρέπον ν’ αὐξήσῃ ὅλα ἐν γένει τὰ τελωνιακὰ τέλη,
261καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔπρεπε ν’ αὐξηθῶσι, καὶ ἐκεῖνα ἀ-
262κόμη, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ἐλαττωθῶσι, καὶ τοιουτοτρόπως νὰ
263ἀδικήσῃ προφανῶς τὸ ἐμπόριον καὶ τὴν κοινωνίαν, νὰ ζη-
264μιώσῃ δὲ καὶ τὸ δημόσιον ταμεῖον. Τοῦ νέου δασμολογίου ἡ
265ἐργασία ἦτο ὅσον τὸ δυνατὸν ἀκριβὴς καὶ δικαία, καὶ ἐὰν ἐ-
266συζητεῖτο, ἠθέλετε παρατηρήσει, ὅτι ὄχι μόνον δὲν ἐπροτάθη
267ἡ αὔξησις τῶν τελωνιακῶν δασμῶν ἐπὶ ὅλων ἐν γένει τῶν
268εἰδῶν τοῦ ἐμπορίου, ἀλλ’ ἐξ ἐναντίας μάλιστα ἐπὶ 25 εἰδῶν
269ἐπροτάθη ἐλάττωσις σπουδαία, ἐν οἷς συγκατελέγετο καὶ ἡ
270ναυπηγήσιμος ξυλεία, ὡς τῆς πρώτης ἀνάγκης ἀντικείμενον,
271χάριν τῆς ναυτιλίας. Θὰ παρετηρεῖτε προσέτι, ὅτι 250 εἰδῶν
272ὁ τελωνιακὸς δασμὸς δὲν ηὐξάνετο, ἀλλ’ ἔμενεν ὁ αὐτὸς, οἷος
273καὶ μέχρι τοῦδε ὑπῆρχε, διότι δὲν ἐθεωρήθη δίκαιον νὰ γείνῃ
274αὔξησίς τις τοῦ τελωνιακοῦ τέλους ἐπὶ τῶν εἰδῶν τούτων,
275καθόσον τὰ νῦν εἰσπραττόμενα τέλη ἐθεωρήθησαν ἐπαρκῆ καὶ
276μὴ δεκτικὰ ἑπομένως αὐξήσεως. Θὰ παρετηρεῖτε πρὸς τούτοις,
277ὅτι ἐπεβλήθη εἰσαγωγικὸν τέλος ἐπὶ 45 εἰδῶν, τὰ ὁποῖα μέ-
278χρι τοῦδε δὲν περιελαμβάνοντο ἐν τῷ ἰσχύοντι δασμολογίῳ.
279Τοιαύτη ἦτον ἡ ἐργασία, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς μετὰ παρατετα-
280μένην ἐργασίαν, μετὰ ὥριμον σκέψιν καὶ μελέτην ὑπεβάλομεν
281εἰς τὴν ἐξέτασιν καὶ συζήτησιν τῆς Βουλῆς, καὶ τὴν ἐργασίαν
282αὐτὴν ὁ κ. πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου ἐθεώρησεν ὡς
283ἀναξίαν λόγου, ὡς μὴ δυναμένην οὔτε κἂν νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄ-
284ψιν, καὶ δι’ ἑνὸς μοναδικοῦ ἄρθρου αὐξάνει τὰ τελωνιακὰ
285τέλη ἐπὶ ὅλων ἐν γένει τῶν εἰδῶν.
286§36ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ποίαν αὔξησιν ὑπελογίζετε εἰς τὰ ἔξοδα
287τοῦ Κράτους;
288§37ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν μεταβολὴν, τὴν παρ’ ἡ-
289μῶν γενομένην εἰς τὸ δασμολόγιον, ἐπρόκειτο νὰ αὐξήσωσι
290τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη κατὰ δραχμὰς 1,791,090. Κατὰ δὲ
291τὴν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ γενομένην, ἡ προσθήκη αὕτη
292συνίσταται ἐξ 1,610,300, τουτέστι κατὰ 180 χιλ. δραχμῶν
293ὀλιγώτερον τῆς προσθήκης τῆς παρ’ ἡμῶν διὰ τοῦ νέου δασμο-
294λογίου προταθείσης· τὸ μέγα δὲ τοῦτο ποσὸν τοῦ 1,610,000
295δραχ. πρόκειται νὰ εἰσπραχθῇ ἀνεξετάστως ἀπὸ ὅλα τὰ εἴδη τῶν
296ἐμπορευμάτων. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς εἶχε καιρὸν νὰ μελετήσῃ
297τὸ παρ’ ἡμῶν ὑποβληθὲν σχέδιον τοῦ δασμολογίου, καὶ νὰ ἐπε-
298νέγκῃ εἰς αὐτὸ οἱασδήποτε ἤθελε νομίσει ἀναγκαίας μεταβολάς,
299ἀλλὰ δὲν ἔπρεπε νὰ παρίδῃ ἐντελῶς τὴν βάσιν καὶ τὴν συζή-
300τησιν αὐτοῦ, καὶ νὰ περιορισθῇ εἰς τὴν αὔξησιν τῶν τελωνια-
301κῶν τελῶν διὰ μέτρου ὅλως αὐθαιρέτου καὶ σπανίως λαμβα-
302νομένου, καὶ λέγων σπανίως, προσθέτω, ὅτι τοιοῦτον μέτρον
303λαμβάνεται οὕτω πως, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ καιρὸς διὰ νὰ σκεφθῇ
304ἡ Κυβέρνησις ὡριμώτερον ἐπὶ τοιούτου ἀντικειμένου. Ἀλλ’ ἐπὶ
305τοῦ προκειμένου ἡ ἐργασία ὑπῆρχεν ἑτοίμη, καὶ ἦτον εὔκολον
306εἰς τὸν κ. πρωθυπουργὸν ἐντὸς ὀλίγου καιροῦ νὰ ἐπιφέρῃ με-
307ταβολάς τινας, συμφώνως μὲ τὰς πεποιθήσεις του καὶ τὰς ἰδέας
308του. Ἰδοὺ, κύριοι, διατί καὶ χθὲς καὶ σήμερον παραπονοῦμαι
309καὶ ἐνίσταμαι κατὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν μέτρου, τὸ ὁποῖον ὑπέ-
310βαλεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν Βουλὴν ἀπέναντι μέτρου ὅσον τὸ
311δυνατὸν τελειοτέρου, δικαιοτέρου καὶ ὀρθοτέρου, τὸ ὁποῖον ἡ
312προκάτοχος Κυβέρνησις εἶχεν ὑποβάλει. Βεβαίως δὲν εἶναι εὐ-
313χερές, οὔτε ὁ προσήκων χρόνος ὑπάρχει διὰ ν’ ἀναφέρω ἓν πρὸς
314ἓν τὰ ἐμπορεύματα ἐκεῖνα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐκρίθη ἀναγκαία
315ἡ αὔξησις τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους, τὰ ἐμπορεύματα, ἐπὶ τῶν
316ὁποίων ἐκρίθη ἀναγκαία ἡ ἐλάττωσις τοῦ τοιούτου τέλους, καὶ
317τὰ 250 εἴδη ἐμπορευμάτων, ἐφ’ ὧν οὐδεμία μεταβολὴ ἐκρίθη
318ἀναγκαία, ὡς καὶ τὰ 45 εἴδη ἐμπορευμάτων, ἐφ’ ὧν πρώ-
319την ἤδη φορὰν διὰ τοῦ παρ’ ἡμῶν ὑποβληθέντος δασμολογίου
320ἐπιβάλλεται εἰσαγωγικὸν τέλος. Ἐὰν οἱ κύριοι βουλευταὶ εἶχον
321τὴν ὑπομονὴν νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν τὸ δασμολόγιον τοῦτο με-
322τὰ τοῦ πίνακος, ὁ ὁποῖος συνοδεύει αὐτὸ, καὶ ἐν τῷ ὁποίῳ ἐκ-
323τίθεται ἀκριβῶς καὶ λεπτομερῶς ἡ ἐργασία, καὶ ν’ ἀντιπαραβά-
324λωσι τοῦτο μὲ τὸ ἐν ἰσχύϊ δασμολόγιον, ἤθελον πεισθῆ, εἶμαι
325βέβαιος, ὅτι πᾶν ὅ,τι λέγω στηρίζεται εἰς τὴν ἀλήθειαν καὶ
326εἰς τὴν ὀρθότητα. Διὰ τοῦτο καὶ χθὲς εἶπον καὶ σήμερον ἐπα-
327ναλαμβάνω νὰ παρακαλέσω καὶ τὸν κ. πρωθυπουργὸν καὶ τὴν
328Βουλὴν νὰ μὴ ἐπιψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συζητοῦ-
329μεν, ὡς ἄδικον καὶ ἄνισον, καὶ ὡς παραβλάπτον τὰ συμφέ-
330ροντα τῆς ἐμπορίας καὶ τῆς κοινωνίας, καὶ ν’ ἀφήσωμεν τὰ
331πράγματα ὡς ἔχουσι μέχρι τῆς νέας συνόδου τῆς Βουλῆς, ὅτε
332ἡ Κυβέρνησις θὰ ἔχῃ τὸν καιρὸν νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον πλῆ-
333ρες καὶ τέλειον, κανονίζον δικαιότερον τὰ τοῦ δασμολογίου·
334εἶμαι δὲ βέβαιος, ὅτι ὡς τοιοῦτον ὁ κ. πρωθυπουργὸς θὰ ὑπο-
335βάλῃ τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ὑπεβάλομεν, μὲ μικράς τινας
336μεταβολὰς ἴσως.
337Κατὰ τὸν ὑπολογισμὸν τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ, πρόκειται,
338ὡς σᾶς εἶπον, νὰ εἰσπράξωμεν ἐτησίως ὡς ἐκ τῆς διὰ τοῦ νομο-
339σχεδίου προτεινομένης αὐξήσεως δραχ. 1,610,000· ἀλλ’ ἐπειδὴ
340παρῆλθεν ἤδη ἡ πρώτη τετραμηνία, τὸ ποσὸν τοῦτο θὰ ἐλατ-
341τωθῇ εἰς 1,100,000 περίπου, δηλαδὴ εἰς τὰ δύο τρίτα·
342ἐπειδὴ δὲ, ὡς ἐλπίζω, ἡ Βουλὴ θὰ ἦναι παροῦσα τὸν Ὀκτώ-
343βριον καὶ ἑπομένως θὰ ἐπιληφθῇ τῆς συζητήσεως τοῦ ἀντικει-
344μένου τούτου, καὶ τὸ δημόσιον θὰ εἰσπράξῃ τὰ ἐπιβληθησόμενα
345τότε νέα εἰσαγωγικὰ τέλη τῆς τελευταίας τριμηνίας, ἡ ζημία,
346τὴν ὁποίαν θὰ ὑποστῇ τὸ δημόσιον, ἐὰν δὲν ἐπιψηφισθῇ τὸ νο-
347μοσχέδιον, δὲν θέλει εἶσθαι ἀνωτέρα τῶν 800 χιλ. δραχμῶν.
348Ἀλλὰ μετὰ τὰς παρατηρήσεις ταύτας ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου,
349τοῦ τροποποιοῦντος τὸ δασμολόγιον, καὶ μετὰ τὴν ἐπανάληψιν
350τῆς χθεσινῆς προτάσεώς μου τοῦ νὰ ἐξαιρεθῶσι τοὐλάχιστον
351τῆς διατάξεως ταύτης τὸ πετρέλαιον, ἡ ζάκχαρις, ὁ καφὲς,
352τὰ σιτηρὰ καὶ ἄλευρα ἐν γένει κατὰ τὴν ὑποβληθεῖσαν χθὲς
353τροπολογίαν μου, ὡς καὶ ἡ ναυπηγήσιμος ξυλεία, νομίζω ἀ-
354ναγκαῖον νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν, ὅτι διὰ τοῦ νέου αὐτοῦ
355μέτρου ζημιοῦται σημαντικῶς καὶ τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, ἐνῷ
356ὑπὲρ αὐτοῦ πρὸ 15 σχεδὸν ἐτῶν ἀγωνίζεται καὶ ἡ Κυβέρνησις
357καὶ ἡ Βουλὴ, ὅπως αὐξηθῶσιν οἱ πόροι αὐτοῦ, διὰ νὰ ἐπαρ-
358κέσῃ εἰς τὰς μᾶλλον κατεπειγούσας ἀνάγκας τῆς συγκοινω-
359νίας, ἥτις εἶναι γνωστὸν πρὸς πάντας ἡμᾶς εἰς ποίαν ἀθλίαν
360καὶ ἐλεεινὴν κατάστασιν διατελεῖ. Διὰ τοῦ νόμου τῆς 20
361Ἀπριλίου τοῦ 1867, διὰ τοῦ ὁποίου πρώτην φορὰν συνεστήθη
362τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας ἐπὶ τοῦ ὑπουργείου τοῦ ἀξιοτίμου
363κ. Κουμουνδούρου, μέλη τοῦ ὁποίου ἦσαν καὶ οἱ ἀξιότιμοι
364κύριοι Τρικούπης καὶ Κεχαγιᾶς, ἐκανονίσθησαν μεταξὺ τῶν
365ἄλλων πόρων τοῦ ταμείου τούτου καὶ 5% ἐκ τῶν τελω-
366νιακῶν δασμῶν, ἐξαιρέσει τῶν ἐτησίως διατιθεμένων εἰς τὴν
367ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου τῶν 25,000,000 φρ. Περὶ τῶν ἄλλων
368πόρων εἶναι περιττὸν νὰ ὁμιλήσω, διότι δὲν πρόκειται περὶ
369αὐτῶν. Δι’ ἑτέρου νόμου τῆς 23 Νοεμβρίου 1878, καὶ τούτου
370ψηφισθέντος ἐπὶ τῆς πρωθυπουργίας τοῦ ἀξιοτίμου κ. Κουμουν-
371δούρου, διατελοῦντος ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν τοῦ κ.
372Δηλιγιάννη, εἰς τοὺς πόρους τούτους προσετέθησαν πρὸς τοῖς
373ἄλλοις καὶ ⅒ ἐπὶ τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν. Αὐτοὶ ἦσαν οἱ
374πόροι, οἱ ἐκ τῶν τελωνιακῶν εἰσπράξεων τελούμενοι πρὸς τὸ
375ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας. Εἶναι ἀνάγκη νὰ μάθῃ ἡ Βουλὴ τί
376ἀπελάμβανε τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας μέχρι τοῦδε ἐκ τῶν πό-
377ρων τούτων, καὶ τί μέλλει νὰ λαμβάνῃ ἐφεξῆς, ἐὰν τὸ νομο-
378σχέδιον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐπιψηφισθῇ, ὅπως κατ’ ἀτυ-
379χίαν φαίνεται, ὅτι θὰ ἐπιψηφισθῇ. Τὸ ἐδάφιον ἀ. τοῦ ἄρ-
380θρου 1 τοῦ νόμου τοῦ 1867, διὰ τοῦ νομοσχεδίου,
381τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, ἀκυροῦται· ἑπομένως αὐτὸ τὸ ποσοστὸν,
382τὸ ὁποῖον ἀπεδίδετο εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας ἐκ 5%
383ἐπὶ τῶν τελωνιακῶν δασμῶν, καταργεῖται. Τὸ ἐδάφιον 4
384τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ ἀπὸ 23 Νοεμβρίου 1878 νόμου, διὰ τοῦ
385ὁποίου ἀπεδίδετο εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας ⅒ ἐπὶ τῶν
386εἰσαγωγικῶν τελῶν, ἐπίσης καταργεῖται· ἀντὶ δὲ τῶν δύω
387τούτων πόρων, τὸ νομοσχέδιον κανονίζει ὡς ποσοστὸν, ἀπο-
388δοτέον εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, 11% ἐκ τῶν εἰσαγωγι-
389κῶν τελῶν, περιπλέον δὲ, καὶ δὲν ἐννοῶ διατί ἐγένετο αὐτὴ ἡ
390διάκρισις, εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους πρέπει νὰ ἀποδίδωνται εἰς
391τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας καὶ 45,000 δραχ. ἐκ τῶν τελωνια-
392κῶν εἰσπράξεων. Μέχρι τοῦδε λοιπὸν τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας
393ἀπελάμβανε 5% κατὰ τὸν παλαιὸν νόμον (τοῦ 1867), 10%
394κατὰ τὸν νέον νόμον (τοῦ 1878), ἑπομένως 15%.
395§38ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὕτω τὸ λογαριάζετε;
396§39ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Πρωθυ-
397πουργοῦ μὲ ἀναγκάζει νὰ ἐξηγηθῶ καλλίτερον, διότι δὲν πι-
398στεύω νὰ εὑρίσκωμαι εἰς τοιαύτην πλάνην, ὁποίαν ἐννοεῖ ὁ
399κ. Πρωθυπουργός. 10% λαμβάνοντες ἐπὶ τῶν τελωνιακῶν
400τελῶν κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1878, εἰσπράττομεν ὑπὲρ τοῦ τα-
401μείου τῆς ὁδοποιΐας 1,220,000 δραχ., προσθέτοντες δὲ εἰς τὸ
402ποσὸν τοῦτο καὶ 1%, διότι, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ἀντὶ 10%
403θὰ λαμβάνῃ τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας 11%,
404θὰ ἔχωμεν ἐν ὅλῳ 1,340,000 ὑπὲρ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας.
405§40ΔΟΥΜΑΣ. Εἶναι 1,420,000 περίπου, διότι εἶναι εἰς
406φράγκα.
407§41ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. 12,200,000 ὑπολογίζομεν τὰ
408εἰσαγωγικὰ τέλη, καὶ μὲ τὴν αὔξησιν τοῦ 1,600,000, κατὰ
409τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, γίνονται 13,800,000·
410πρὸς 11% ἔχομεν 1½ ἑκατομμύριον περίπου δραχμῶν
411ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νομοσχεδίου τῆς Κυβερνήσεως.
412Τί ἐλάμβανε τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας ἕως τώρα; Ἐλάμ-
413βανεν 1,220,000 δυνάμει τοῦ τελευταίου νόμου τοῦ 1878·
414ἐλάμβανε καὶ δραχ. 695,000 δυνάμει τοῦ νόμου τοῦ 1867·
415ἐν συνόλῳ λοιπὸν ἐλάμβανεν 1,915,000 δραχ. Οἱ ἀριθμοὶ δὲν
416μεταβάλλονται, ἀφ’ οὗ δὲ θὰ λαμβάνῃ ἤδη, κατὰ τὸ νομοσχέδιον
417τῆς Κυβερνήσεως, 1,500,000, δὲν ὑπάρχει ἐπὶ ἔλαττον δια-
418φορὰ 400 χιλ. δραχμῶν;
419Ἰδοὺ ὁ πίναξ τῶν ἐσόδων τῆς ὁδοποιΐας· μὲ τὸ 5%
420λαμβάνει τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας 695.000 δραχμῶν, μὲ
421τὸ 10% 1,220,000, τὸ ὅλον 1,915,000. Αὐτοὶ εἶναι
422οἱ πόροι οἱ ἐκ τῶν τελωνιακῶν εἰσπράξεων εἰσερχόμενοι εἰς τὸ
423ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, ἀλλά, διὰ νὰ ἦμαι ἀκριβής, ὀφείλω νὰ
424κάμω τὴν παρατήρησιν, ὅτι ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου πρέπει νὰ
425ἀφαιρεθῇ τὸ ποσὸν δραχ. 2,632,566, τὸ ὁποῖον διατί-
426θεται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου τῶν 28,000,000
427τοῦ 1867, καὶ τὸ ὁποῖον ἀπαλλάσσεται τῆς φορολογίας τῶν
4285%· τὸ ποσὸν δὲ τοῦτο φέρει δραχ. 130,000
429περίπου. Ὅταν λοιπὸν ἐκ τοῦ 1,915,000 ἀφαιρέσητε
430δραχ. 130,000, μένει ὑπὲρ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας
4311,785,000 ἄνευ τῶν διὰ τοῦ νομοσχεδίου προτεινομένων
432αὐξήσεων, ἀλλ’ ἀντὶ τοῦ ποσοῦ τούτου, θὰ λάβῃ 1.500,000,
433ἑπομένως προκύπτει ζημία ἐκ δραχμῶν 285,000. Ἀλλὰ δὲν
434εἶναι μόνον αὕτη. Τὸ ἐδάφιον α. τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ ἔτους 1867
435ὑποβάλλει εἰς αὐτὴν τὴν φορολογίαν ὑπὲρ τοῦ ταμείου τῆς
436ὁδοποιΐας ὅλους ἐν γένει τοὺς τελωνιακοὺς δασμούς· ἑπομένως
437δυνάμει τῆς διατάξεως ταύτης τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας λαμ-
438βάνει ποσοστὸν 5% καὶ ἐπὶ τῶν ἐξαγωγικῶν τελῶν·
439ταῦτα δὲ συνίστανται κατὰ μὲν τὸ ἓν ἔτος, ὡς ἔτος ἀφορίας
440τῆς ἐν Ἑπτανήσῳ ἐλαιοπροσόδου, εἰς 1,700,000, τὸ ἕτερον δὲ
441ἔτος, ὡς ἔτος εὐφορίας, εἰς 3,500,000, μέσος ὅρος 2,600,000·
442ἐξ αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ λαμβάνει τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας τὸ 5%
443κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1867· ἑπομένως λαμβάνει καὶ
444ἐντεῦθεν δραχ. 130,000, τὰς ὁποίας ὅταν προσθέσητε εἰς τὸ
445ποσὸν τῶν 285,000, ἔχομεν ζημίαν τοῦ ταμείου τῆς ὁδο-
446ποιΐας δραχ. 415,000 καὶ ἄνευ τῆς αὐξήσεως. Εἰς αὐτοὺς
447τοὺς ἀριθμοὺς μᾶς ἄγει τὸ νομοθέτημα τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ,
448καὶ αὐτὰς τὰς ζημίας θὰ ὑποστῇ ἡ ὁδοποιΐα, πλὴν τῶν ζη-
449μιῶν τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς κοινωνίας. Ἰδοὺ καὶ ἕτερος λόγος
450ἐπίσης ἰσχυρός, διὰ τὸν ὁποῖον τὸ νομοσχέδιον δὲν πρέπει νὰ
451ἐπιψηφισθῇ· ἀλλ’ ἐὰν γείνῃ ἡ ἀντίῤῥησις ἐκ μέρους τοῦ κ. πρω-
452θυπουργοῦ, ὅτι τὸ ἐδάφιον α. τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου τοῦ 1867
453δὲν ἀκυροῦται καὶ ὡς πρὸς τὸ ποσοστὸν τῶν ἐξαγωγικῶν τε-
454λῶν, τὸ ἀποδιδόμενον εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, διότι ἐκ
455τοῦ νομοσχεδίου δὲν ἐξάγεται, ὅτι δὲν ἀκυροῦται, πάλιν ἡ ζη-
456μία τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας θέλει εἶσθαι 285,000.
457§42ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ ζημία τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας εἶναι
458μόνον 27 δραχμαί.
459§43ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἐκ τῶν 285,000 πρέπει
460ν’ ἀφαιρέσωμεν τὰς 45,000 δραχμάς, τὰς ὁποίας θὰ πληρώσῃ
461εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους τὸ δημόσιον πρὸς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδο-
462ποιΐας, ἐκτὸς τῶν 11%, καὶ ἑπομένως ἡ πραγματικὴ
463ζημία τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας εἶναι δραχ. 245,000 ἀναν-
464τιῤῥήτως (θόρυβος). Δὲν πιστεύω δέ, ὅτι ὁ κ. πρωθυπουργὸς θὰ
465δυνηθῇ νὰ μεταβάλῃ καὶ τοὺς ἀριθμοὺς, διότι οἱ ἀριθμοὶ δὲν με-
466ταβάλλονται, ἵνα πείσῃ τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐγὼ ὑπεστήριξα
467πράγματα ἀνυπόστατα. Μετὰ τὰς ὀλίγας ταύτας παρατηρή-
468σεις ἐπαναλαμβάνω νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ μὴ σπεύσῃ
469εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου· ἐὰν δὲ παρὰ πᾶσαν
470προσδοκίαν ψηφισθῇ, νὰ λάβῃ πρόνοιαν, ὥστε νὰ μὴ ἀδικηθῇ
471τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ὅλοι ἐνδιαφερόμε-
472θα, διότι πρόκειται περὶ τῆς γενικῆς συγκοινωνίας τοῦ Κράτους.
473§44ΡΩΜΑΣ. Ὁ ἔνθερμος ζῆλος καὶ αἱ ζωηραὶ προσπάθειαι ἀφ’
474ἑνὸς, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξαν οἱ ἐξ Ἑπτανήσου Βουλευταὶ πρὸς
475ἵδρυσιν τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ὁ φυσικὸς ἐν-
476δοιασμὸς τῶν ἐνθερμοτέρων ὑπὲρ αὐτῆς ζηλωτῶν, ἐν οἷς καὶ
477ἐγὼ ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκω, μὴ τυχὸν ἀποτύχῃ ἡ σύστα-
478σις αὐτῆς ἕνεκα τῆς μὴ ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφο-
479ρίας, καταδεικνύουσι τοῖς πᾶσι προδήλως ὁπόσον ὀφθαλμοφα-
480νὴς καὶ ἀνεπίδεκτος πάσης περαιτέρω ἀναβολῆς κατέστη ἡ ἀ-
481νάγκη τοῦ νὰ ἀνακουφισθῶσιν αἱ ἐν Ἑπτανήσῳ λίαν ταλαι-
482πωρούμεναι ἀγροτικαὶ τάξεις. Ἤδη δ’ εὐτυχῶς διὰ τῆς βεβαίας
483πλέον συστάσεως τῆς Τραπέζης ἤρχισαν νὰ τίθενται θεμέλια
484ἐλαφρύνσεως τῶν τοιούτων τάξεων ἐπ’ αἰσιωτέροις οἰωνοῖς.
485Χθὲς, κύριοι, ἐξέθηκα εἰς ὑμᾶς τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁ-
486ποίων ἐπρότεινα τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τῆς Κυβερ-
487νήσεως ἐπὶ τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν. Ὅλως ἄσκοπον νομίζω
488νὰ ἐπανέλθω ἐπὶ τῶν αὐτῶν, περιοριζόμενος μόνον εἰς ὀλίγα.
489Φρονῶ ἐνδομύχως, ὅτι ἓν τῶν ἱερωτέρων καθηκόντων παντὸς φι-
490λοπάτριδος Βουλευτοῦ εἶναι τὸ νὰ προλαμβάνῃ νὰ μὴ ἐνσπεί-
491ρωνται διχόνοιαι μεταξὺ τῶν διαφόρων ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους.
492Ἡ ἐνεστῶσα Σύνοδος τῆς Βουλῆς ἐφάνη τὸ κατ’ ἀρχὰς κατε-
493χομένη ὑπὸ δύο κυρίων αἰσθημάτων, τοῦ τῶν οἰκονομιῶν καὶ
494τοῦ τῆς ἀνακουφίσεως τῶν γεωργικῶν τάξεων ἀπὸ τοῦ ἄχρι
495τοῦδε φορολογικοῦ συστήματος. Τὸ μὲν πρῶτον, δηλαδὴ αἱ οἰ-
496κονομίαι ἐπραγματοποιήθησαν μόνον κατ’ ἐπίφασιν, τὸ δὲ ἕτε-
497ρον ἐγένετο ἀποδεκτὸν καὶ εἰς εὐρὺν βαθμόν. Ἐλπίζω ὅθεν, κύ-
498ριοι, ὅτι δικαίῳ τῷ λόγῳ καὶ ὑπὲρ τῶν ἐν Ἑπτανήσῳ γεωργι-
499κῶν τάξεων ἐν λίαν προσεχεῖ μέλλοντι θέλει ληφθῆ ἐναμίλ-
500λως ὁμοία πρόνοια, ἵνα μὴ διεγείρωνται παράπονα.
501Ἐπὶ τοῦ παρόντος δέ περιορίζομαι νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν σύν-
502τονον μέριμναν ἁπάσης τῆς Βουλῆς, ὅπως διὰ τῆς παραδοχῆς
503τῆς τροπολογίας μου μὴ ἐπαυξηθῶσι καὶ ἐπιβαρυνθῶσιν αἱ κα-
504θημεριναὶ ἀνάγκαι τῶν ἀπορωτέρων πολιτῶν, ἀλλὰ κατὰ κα-
505θῆκον δικαιοσύνης προσέλθωμεν εἰς μικρὰν ἐπικουρίαν καὶ βοή-
506θειαν αὐτῶν. Κύριοι, τελειώνω τὰς ὀλίγας ταύτας παρατηρή-
507σεις μου μὲ τὸ νὰ εἴπω, ὅτι διὰ τοῦ νέου κυβερνητικοῦ νομο-
508σχεδίου ὄχι μόνον, παραδεχόμενοι τοῦτο, ἐπιβαρύνετε τὰς ἀ-
509πορωτέρας τάξεις, μηδόλως μεριμνῶντες μηδὲ περὶ ἐλαχίστης
510ὑπὲρ αὐτῶν ἐλαφρύνσεως, ἀλλὰ μηδενίζετε καὶ καταστρέφετε
511καὶ τὸ ἐμπόριον, τὸ ἀρκετὰ ἤδη πάσχον.
512§45ΚΑΡΥΣΤΙΝΑΚΗΣ. Ἐκ τοῦ ὑποβληθέντος δασμολογίου ὑπὸ
513τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως προκύπτει, ὅτι εἰσάγονται εἰς τὸ
514Κράτος ἑξῆντα ἑκατομμύρια ὀκάδες σῖτος καὶ μόλις διακόσιαι
515πεντήκοντα χιλιάδες ὀκάδες ἄλευρα· ἑπομένως τὸ δημόσιον εἰσ-
516πράττει ἐκ μὲν τοῦ σίτου δραχμὰς 1,200,000, ἐκ δὲ τῶν
517ἀλεύρων δραχ. 25 χιλ. περίπου. Ἡ αὔξησις τοῦ εἰσαγωγικοῦ
518τέλους τῶν ἀλεύρων δὲν ὠφελεῖ τὸ δημόσιον, ἀλλὰ μόνον τοὺς
519ἔχοντας ἀτμομύλους. Διὰ τοῦ ὑφισταμένου ὑπερόγκου τέλους
520τῶν ἀλεύρων φορολογεῖτε βαρέως τὸν λαὸν οὐχὶ πρὸς ὄφελος
521τοῦ δημοσίου, ἀλλὰ πρὸς πλουτισμὸν τῶν ἰδιοκτητῶν τῶν ἀτ-
522μομύλων. Παρακαλῶ ὅθεν νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ πρότασίς μου τοῦ
523νὰ περιορισθῇ τὸ εἰσαγωγικὸν τέλος τῶν ἀλεύρων εἰς 4 λεπτὰ
524τὸ πολὺ, οὕτω δὲ θὰ ἔχῃ τὸ δημόσιον ὠφέλειαν δραχμὰς
525400,000· διότι τώρα ἀπὸ 60 ἑκατομ. σίτου εἰσπράττει, ὡς
526εἶπον, τὸ δημόσιον δραχ. 1,200,000, ἐνῷ, ἐὰν περιορισθῇ τὸ
527εἰσαγωγικὸν τέλος τῶν ἀλεύρων εἰς 4 λεπτά, θὰ εἰσάγωνται
528ἄλευρα 20 ἑκατομμύρια, καὶ θὰ εἰσπράττῃ ἐκ τούτων τὸ δη-
529μόσιον δραχ. 800,000· θὰ εἰσάγωνται δὲ καὶ 40 ἑκατομμύ-
530ρια σίτου, ἐξ οὗ θὰ εἰσπράττῃ τὸ δημόσιον ἑτέρας δραχ. 800
531χιλιάδας. Ἰδοὺ λοιπὸν αὔξησις δραχ. 400,000 πρὸς ὄφελος
532τοῦ δημοσίου. Ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις διὰ τοῦ ὑπ’ αὐτῆς ὑ-
533ποβληθέντος δασμολογίου ἀναβιβάζει ἀπὸ 7 εἰς 9 λεπτὰ τὸ
534εἰσαγωγικὸν τέλος τῶν ἀλεύρων, ἤτοι ἐπέβαλε 18% τέ-
535λος ἐπὶ τῆς ἀξίας τοῦ ἀλεύρου, οὗτινος ἡ ἀγοραία τιμὴ κατὰ
536μέσον ὅρον εἶναι λεπτὰ 50, ἐνῷ ἐπὶ τοῦ σίτου ἐπιβάλ-
537λεται τέλος λεπτῶν 2, ἤτοι 5%, ὑπολογιζομένης τῆς τιμῆς
538τοῦ σίτου κατὰ μέσον ὅρον λεπτὰ 40 τὴν ὀκᾶν. Ἡ νῦν Κυ-
539βέρνησις, ἀναβιβάζουσα εἰς λεπτὰ 8 τὸ τέλος τῶν ἀλεύρων,
540φορολογεῖ ταῦτα μὲ 16% ἐπὶ τοῦ μέσου ὅρου τῆς τιμῆς των.
541Ὁποία δυσαναλογία! καὶ μάλιστα ἐπὶ εἴδους τῆς πρωτίστης
542ἀνάγκης. Διατηροῦντες, κύριοι, ὑπέρογκον τέλος ἐπὶ τῶν ἀλεύ-
543ρων καθιεροῖτε καθαρῶς μονοπώλιον ὑπὲρ τῶν ἀτμομύλων πρὸς
544μεγίστην ζημίαν τοῦ λαοῦ. Πένεται ὁ λαὸς, καὶ δὲν δυνάμεθα
545ν’ ἀναβάλωμεν ἐπὶ πλέον τὸν περιορισμὸν τοῦ τέλους τῶν ἀ-
546λεύρων. Ἐν Γαλλίᾳ ὁ ἄρτος τιμᾶται ὅσον καὶ ὁ σῖτος περίπου·
547ἐδῶ δὲ, ἐνῷ ὁ σῖτος τιμᾶται λεπτὰ 47, ὁ ἄρτος πωλεῖται λε-
548πτὰ 60 τὴν ὀκᾶν, διότι δὲν δύνανται νὰ εἰσαχθῶσιν ἄλευρα,
549ὅπως συναγωνισθῶσι μετὰ τῶν ἐγχωρίων. Ἰδοὺ ὁποῖον ἄδικον
550προσγίνεται εἰς τὸν λαόν! Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ γείνῃ δεκτὴ
551ἡ πρότασίς μου, ὅπως περιορισθῇ εἰς λεπτὰ 4 τὸ πολὺ τὸ εἰσα-
552γωγικὸν τέλος τῶν ἀλεύρων πρὸς ὄφελος τοῦ λαοῦ καὶ τοῦ
553δημοσίου.
554§46ΓΡΥΠΑΡΗΣ. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἀνεγνώρισεν, ὅτι τὸ εἰσα-
555γωγικὸν τέλος, τὸ ἐπιβληθὲν διὰ Βασ. Διατάγματος εἰς τὸ πε-
556τρέλαιον, τὴν ζάκχαριν καὶ τὸν καφὲν, εἶναι ἐπαχθές. Εἶναι ἄ-
557δικον ν’ αὐξηθῇ ἔτι μᾶλλον τὸ τέλος ἐπὶ τῶν εἰδῶν
558τούτων. Εἶναι λοιπὸν δίκαιον ἡ Βουλὴ νὰ ἐξαιρέσῃ τὰ 3 ταῦ-
559τα εἴδη ἐκ τοῦ δασμολογίου.
560§47ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Καρυστινάκης ἔχει
561δίκαιον νὰ μᾶς ἐπαναλάβῃ, ὅτι ὀφείλομεν νὰ σκεφθῶμεν καὶ
562περὶ τῆς τύχης τοῦ λαοῦ· ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ ἐπίκλησις αὕτη
563ἔρχεται ἀργά. Ἕξ μῆνας κατηναλώσαμεν, πᾶν ἄλλο συλλογι-
564ζόμενοι, παρὰ τὸ συμφέρον τοῦ λαοῦ, καὶ καθ’ ἣν στιγμὴν πρό-
565κειται νὰ ἀποφασισθῇ ὁ φόρος, τὸν ὁποῖον ὁ λαὸς θέλει πλη-
566ρώσει, οἱ πάντες σπεύδομεν, οἱ πάντες ἀνησυχοῦμεν, καὶ δὲν
567βλέπομεν τὴν ὥραν πότε νὰ τελειώσῃ ὁ ἀγορεύων, διότι ἡ
568Τετάρτη ἔφθασεν.
569§48ΚΑΡΥΣΤΙΝΑΚΗΣ. Ἐγὼ εἶχον πρὸ πολλοῦ ὑποβάλει τὴν
570τροπολογίαν· παρεπέμφθη εἰς τὴν ἐπιτροπήν· μὴ μοῦ ἀποδίδε-
571τε μομφήν.
572§49ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ συμφωνῶ μαζύ σας ἀκόμη χειρότερα,
573ἀφοῦ πρὸ καιροῦ ὑπεβάλατε τὴν πρότασίν σας καὶ δὲν τὴν
574ἐλάβομεν ὑπ’ ὄψιν, ἀλλὰ κατηναλώσαμεν τὸν καιρόν μας περὶ
575πραγμάτων, τὰ ὁποῖα οὔτε ἠδύναντο νὰ περαιωθῶσιν, οὔτε κα-
576τεπείγοντα ἦσαν.
577§50ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Πταίουν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὁμιλοῦν συχνότατα,
578μεταξὺ τῶν ὁποίων εἶσθε καὶ σεῖς.
579§51ΡΙΚΑΚΗΣ. Δυστύχημα θεωροῦν, διότι δὲν ἐκλείσαμεν καὶ τὸ
580στόμα μας.
581Λοιπὸν, κύριοι, ἔρχομαι νὰ παρατηρήσω πρῶτον, ὅτι ἡ συζή-
582τησις, ἡ ὁποία ἐγένετο περὶ φορολογικῶν νομοσχεδίων, εἶνε
583ἐντελῶς ἄκαιρος, καὶ κατὰ τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα καὶ κα-
584τὰ τὰς παραδόσεις τῶν συνταγματικῶν ἐθνῶν, τὰς ὁποίας
585πολὺ συχνὰ ἐπικαλεῖται ὁ ἔντιμος κ. Κασιμάτης. Τὰ φορολο-
586γικὰ νομοσχέδια, κύριοι, καὶ ὁ προϋπολογισμὸς εἶνε ἡ κυριω-
587τέρα ἐργασία τοῦ νομοθετικοῦ σώματος, ἣν τοσοῦτον ἐθεώρησεν
588αὐτὸ τὸ Σύνταγμα σπουδαίαν, ὥστε ἀνέγραφεν ἐν τῷ 60 ἄρ-
589θρῳ, ὅτι ἐντὸς τῶν δύο πρώτων μηνῶν πρέπει νὰ εἰσάγηται ὁ
590προϋπολογισμός, συνοδευόμενος ὑπὸ τῶν φορολογικῶν νομοσχε-
591δίων. Ἡ διάταξις αὕτη δὲν ἐτέθη ἀσκόπως, ἀλλ’ ἐννοεῖ, ὅτι
592πρέπει καὶ ἐκ τῶν πρώτων νὰ συζητῶνται. Τοῦτο ἐγένετο
593παρ’ ἡμῖν; οὐχί. Ἀλλ’ ἀφήσαμεν ταῦτα διὰ τὴν τελευταίαν
594ἡμέραν, καὶ λέγομεν: νηστεύσαντες καὶ μὴ νηστεύσαντες σπεύ-
595σατε νὰ ἐγκρίνητε τὰ ὑποβληθέντα εἰς λογαριασμὸν τοῦ λαοῦ,
596βεβαίως, νομοσχέδια. Αὐτή, κύριοι, εἶνε πρακτική, ἥτις ἀντίκει-
597ται εἰς τὸ Σύνταγμα. Ἔπρεπε διὰ παντὸς τρόπου ν’ ἀποφύγω-
598μεν ἓν τοιοῦτον προηγούμενον, καὶ ὄχι νὰ δώσῃ ἓν τοιοῦτον πα-
599ράδειγμα ἡ Βουλή, ἐρχομένη νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ σπουδαιότερον
600αὑτῆς ἔργον κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν. Τὴν παρατή-
601ρησιν ταύτην δὲν ἠδυνάμην νὰ μὴ φέρω ὡς μίαν διαμαρτύρη-
602σιν, ὅπως μὴ ἀναγνωρισθῇ τὸ γενόμενον ὡς προηγούμενον.
603Χθὲς εἴδατε πῶς ἐψηφίσαμεν τὸν νόμον περὶ προϊόντων τῆς
604γῆς, μὲ ποίαν σπουδὴν καὶ ἄνευ ἠρεμίας πνεύματος καὶ νοός.
605Ὁ νόμος περὶ προϊόντων τῆς γῆς εἶνε, κύριοι, ἡ σπουδαιοτέρα
606ἐργασία, εἰς τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖται ἀπαραιτήτως ἡ σύμπραξις
607τῆς Βουλῆς, διότι οἱ Βουλευταί, ὄντες ἐν γνώσει τῶν μέσων
608καὶ τῶν ἀναγκῶν τῶν ἐπαρχιῶν, δύνανται νὰ προσφέρωσι τὴν
609πολύτιμον συνδρομήν των. Ἀλλ’ ἐγένετο τὸ τοιοῦτον; Ἐγέ-
610νετο συζήτησις;
611§52ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τί ὠφελοῦν αὐτὰ τώρα; τί τὰ λέ-
612γετε;
613§53ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὠφελοῦσι· δὲν εἶνε ἄσκοπος αὐτὴ ἡ συζήτησις.
614Περὶ τίνος πρόκειται ἤδη; Πρόκειται νὰ ἐπιβάλωμεν φόρον ἐπὶ
615τῶν εἰσαγομένων· ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι τὸν φόρον τοῦτον πληρό-
616νουσιν οἱ ἔμποροι; ὁ φόρος πίπτει εἰς βάρος τοῦ ἐμπόρου; Ὁ-
617σάκις πρόκειται περὶ ἐμμέσων φόρων, πάντες εὑρίσκονται σύμ-
618φωνοι, ἀλλὰ λησμονοῦσιν, ὅτι οἱ φόροι οὗτοι βαρύνουσι τὸν
619λαόν. Τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη ἀπό τινος χρόνου ηὔξησαν σπου-
620δαίως· ἐτροποποιήθη ἐπανειλημμένως τὸ δασμολόγιον καὶ πάν-
621τοτε πρὸς αὔξησιν. Πρὸ ὀλίγων μηνῶν διὰ Β. Διατάγματος
622ἐτροποποιήθη καὶ εἰς τρία σπουδαιότατα εἴδη καθημερινῆς
623καταναλώσεως· εἰς τὸ πετρέλαιον, τὴν ζάκχαριν καὶ τὸν κα-
624φὲ, ἐγένετο αὔξησις σπουδαία· ἔρχεται ἤδη καὶ ἐπὶ τούτων
625νέα αὔξησις· ἀλλὰ ἡ τοιαύτη αὔξησις συμβιβάζεται μὲ τὴν
626δικαίαν καὶ ἴσην διανομὴν τῶν φόρων; Ὑπάρχουσι, κύριοι,
627ἀντικείμενά τινα πολυτελείας, τὰ ὁποῖα φορολογοῦνται βαρύ-
628τατα, ἄλλα φορολογοῦνται ἐλαφρῶς· εἶνε δίκαιον λοιπὸν νὰ
629γείνῃ διάκρισις ἐπὶ ἑκάστου τῶν εἰδῶν τούτων, καὶ ὄχι διὰ μιᾶς
630γενικῆς διατάξεως ν’ αὐξάνητε ἐπὶ πάντων τὸν φόρον κατὰ
63112%. Ἂν ἦναι, κύριοι, εἶδος, τὸ ὁποῖον φορολογεῖται
632δυσαναλόγως μὲ τὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας ἔχει ὁ τόπος, εἶνε
633τὰ σιτηρά· ὁ τόπος ἔχει ἀνάγκην τροφῆς, καὶ πᾶσα εὐκολία
634πρέπει νὰ χορηγῆται· ὁ σῖτος εἶνε ἡ πρώτη τροφὴ τοῦ λαοῦ,
635καὶ ἐπιβάλλεται ἤδη δασμὸς ἀρκετὰ βαρύς. Αὐξήσατε, ἀφοῦ
636ἐπιμένετε, τὰ εἴδη τῆς πολυτελείας, ἀλλὰ μὴ ἐπιβάλλετε
637φόρον εἰς τὰ σιτηρὰ, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀντικείμενον τῆς πρώτης
638ἀνάγκης· δὲν πρέπει ν’ αὐξήσητε τὴν τιμὴν τοῦ ἄρτου, τὸν
639ὁποῖον θὰ φάγῃ ὁ λαός, διὰ νὰ καλύψητε τὸ ἔλλειμμα· εὑρῆ-
640τε ἄλλα μέσα, ἀλλὰ μὴ τρέχετε εἰς τὴν καλύβην τοῦ πτω-
641χοῦ ἐργάτου νὰ φορολογήσητε τὸν ξηρὸν ἄρτον, τὸν ὁποῖον θὰ
642φάγῃ. Χθὲς ἐπεβάλατε αὔξησιν εἰς τὸ πετρέλαιον, τὴν ζάκ-
643χαριν καὶ τὸν καφὲ, ὡμολόγησε δὲ καὶ ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ὅτι
644ὁ φόρος εἶναι βαρύς· διατί τὰ τρία ταῦτα εἴδη δὲν τὰ ἐξαι-
645ρεῖτε;
646§54ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν εἶνε τῆς πρώτης ἀνάγκης.
647§55ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὅστις λέγει, ὅτι ὁ καφὲς καὶ ἡ ζάκχαρις, ἥτις
648καὶ εἰς τὰ τελευταῖα χωρία εὑρίσκεται, δὲν εἶνε τῆς κοινῆς
649χρήσεως, δὲν λέγει τὴν ἀλήθειαν. Ὀλίγον φόρον πληρόνει ὁ
650καφὲς, ἡ ζάκχαρις, τὸ πετρέλαιον; Συμπεραίνω ἑπομένως, συμ-
651φώνως μὲ τὸν κ. Παπαμιχαλόπουλον, ὅτι, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ
652τὴν ἀπόλυτον αὔξησιν ἐν γένει τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν, δὲν
653τὴν θεωρῶ ὀρθὴν, εἶναι ἐντελῶς ἀδικαιολόγητος καὶ δὲν
654δύναται ἢ νὰ ἔχῃ ἐπιβλαβῆ ἀποτελέσματα· ἐν περιπτώσει δὲ,
655καθ’ ἣν ἤθελε γενῆ δεκτὴ ἡ ἀρχὴ, τότε ὡς πρὸς τὰ σιτηρὰ
656καὶ τὰ τρία εἴδη, τὰ ὁποῖα τελευταῖον ἐπεβαρύνθησαν μὲ αὔ-
657ξησιν σπουδαίαν, ἤτοι τὸν καφὲν, τὴν ζάκχαριν καὶ τὸ πετρέ-
658λαιον, δὲν πρέπει νὰ γείνῃ ἐπ’ αὐτῶν αὔξησις.
659§56ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Κύριοι, θὰ εἴπω πολὺ ὀλίγα. Ἡ αὔξησις
660τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους, ἡ προτεινομένη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως
661ἐπὶ τῶν εἰδῶν τῆς ἀπολύτου ἀνάγκης, βαρύνει τὸν δυστυχῆ
662λαὸν τὸν πεινῶντα, δύναμαι δὲ, χωρὶς φόβον νὰ κατακριθῶ,
663ἀποκρούων τὴν αὔξησιν, νὰ εἴπω, ὅτι εἶναι πικρὰ εἰρωνεία πρὸς
664τὸν λαὸν, διότι, ἐνῷ προχθὲς ἀπηλλάξαμεν πάσης φορολογίας
665τοὺς μεγάλους κτηματίας, ἐρχόμεθα ἤδη διὰ τοῦ νόμου τούτου
666ν’ αὐξήσωμεν τὴν φορολογίαν τοῦ μικροῦ λαοῦ, διότι ὁ πτω-
667χὸς λαὸς δὲν πίνει καφέ, μήτε σοκολάτα, μήτε ζωμὸν, ἀλλὰ
668μόνον διὰ ξηροῦ ἄρτου τρέφεται· ἤδη δὲ θέλομεν ν’ αὐξήσωμεν
669τὸν φόρον τοῦ ἄρτου, διὰ ν’ ἀναγκασθῇ νὰ πεινάσῃ· ἐρωτῶ εἶ-
670ναι τοῦτο εἰρωνεία πρὸς τὸν λαὸν ἢ ὄχι; Προτείνω λοιπὸν
671καὶ ὑποστηρίζω, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπε καὶ ὁ προλαλήσας, νὰ
672μὴ αὐξήσῃ δηλ. ἡ φορολογία τῶν σιτηρῶν προσέτι δὲ νὰ ἐξισωθῇ
673τὸ εἰσαγωγικὸν τέλος τῶν ἀλεύρων μὲ τὸ τῶν σιτηρῶν, καὶ μά-
674λιστα, ἐπειδὴ εὑρίσκω, ὅτι ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν χθὲς ὑπέ-
675βαλον, δὲν ἔχει ὀρθῶς, τροπολογῶ αὐτὴν ὡς ἑξῆς· «τὸ εἰσαγω-
676γικὸν τέλος ἐπὶ τῶν ἀλεύρων ὁρίζεται κατὰ ἓν λεπτὸν ἀνώτε-
677ρον τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους, ὅπερ ἐπιβάλλεται εἰς τὰ σιτηρὰ»,
678διότι ὄντος τοῦτο ὑπαγορεύει ἡ δικαιοσύνη, καθ’ ὅσον ἡ ἀξία
679τοῦ ἀλεύρου εἶναι ἀνωτέρα κατὰ 5 ἕως 10 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν
680ἀπὸ τὸν καρπὸν, ἐξ οὗ παράγεται. Τὸ ὁριζόμενον ὅμως ὑπὸ τοῦ
681νομοσχεδίου εἰσαγωγικὸν τέλος διὰ τὰ ἄλευρα εἶνε ἐπαχθέστα-
682τον καὶ ἄδικον, δὲν σκοπεῖ δὲ ἢ νὰ προστατεύσῃ 15 ἢ 20 ἄ-
683τομα, ἅτινα κερδοσκοποῦσιν ἐπὶ τῆς δυστυχίας τοῦ λαοῦ τῆς
684Ἑλλάδος ὁλοκλήρου.
685§57ΦΙΛΗΜΩΝ. Μερικὰς πληροφορίας θέλω δώσει εἰς τὴν Βου-
686λὴν, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν
687ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος καὶ τὴν ὁποίαν συνυπέγραψα καὶ
688ἐγώ. Τὸ πετραίλαιον, κύριοι, κοστίζει μέχρι τῶν λιμένων τῆς
689Ἑλλάδος μὲ τὰ ἔξοδα, ναῦλον, κλπ. 31 λεπτὸν ἡ ὀκᾶ· πρῶ-
690τον εἶχεν ἐπιβληθῆ τέλος 20 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν, τὸν Ἰούνιον
691δὲ τοῦ 1879 ἐπεβλήθη τέλος 35 λεπτῶν, καὶ μετὰ τοῦ φό-
692ρου τῆς ὁδοποιΐας ἀνέρχεται τὸ τέλος εἰς 40 λεπτὰ καὶ ⅛·
693ἤτοι φορολογεῖται, ἐπὶ μὲν τῆς ἀρχικῆς ἀξίας, ἥτις εἶναι 16
694λεπτὰ ἡ ὀκᾶ κατὰ 250%, ἐπὶ δὲ τῆς ἀξίας, ἣν ἔχει φθάνον
695εἰς τοὺς λιμένας τῆς Ἑλλάδος, πρὸς 150%.
696Ἡ ἀρχικὴ ἀξία τῆς ζακχάρεως εἶναι 80 λεπτὰ εἰς τὸν
697τόπον τῆς παραγωγῆς, αἱ δαπάναι δὲ τῆς μεταφορᾶς, καὶ τῶν
698λοιπῶν ἐξόδων, μέχρις ὅτου φθάσῃ εἰς τὸν λιμένα, εἶναι 23
699λεπτὰ, ἤτοι κοστίζει 103 λεπτὰ. Ἕως τοῦ 1866 ἐπλήρωνε
70013 λεπτὰ ἡ ὀκᾶ, ἀπὸ τοῦ 1866 25 λεπτὰ, ἀπὸ τὸν Ἰού-
701νιον δὲ τοῦ 1870 30 λεπτὰ, μὲ τὰ δικαιώματα δὲ τῆς ὁδο-
702ποιΐας καὶ λοιπὰ, 33½ λεπτὰ· ἤτοι φορολογεῖται 46%
703ἐπὶ τῆς ἀρχικῆς ἀξίας καὶ 33% ἐπὶ τῆς ἀξίας, τὴν ὁποίαν
704ἔχει εἰς τοὺς λιμένας τῆς Ἑλλάδος. Ὁ καφὲς, εἰς τὸν τόπον
705τῆς παραγωγῆς ἔχει ἀξίαν 1 καὶ 80, 75 δὲ λεπτὰ ἔξοδα με-
706ταφορᾶς, 2 καὶ 55 μέχρι τῶν λιμένων τῆς Ἑλλάδος. Μέχρι
707τοῦ 1866 ἐπλήρωνε φόρον 25 λεπτῶν, ἀπὸ δὲ τοῦ 1866 25,
708ἀπὸ δὲ τοῦ 1870 45, διὰ τοῦ διατάγματος τοῦ Ἰουνίου τοῦ
7091879 55, μετὰ τοῦ φόρου δὲ τῆς ὁδοποιΐας καὶ λοιπῶν ἐξό-
710δων 63 καὶ ½, ὥστε φορολογεῖται 40% ἐπὶ τῆς ἀρ-
711χικῆς ἀξίας του καὶ 25% ἐπὶ τῆς ἀξίας, τὴν ὁποίαν ἔχει
712ἐρχόμενος εἰς τοὺς λιμένας τῆς Ἑλλάδος· ὅταν δὲ δὲν ἦναι
713ἄφθονος ἡ ἐσοδεία, καταντᾷ 36 καὶ 40 λεπτὰ ἐπὶ τῆς ἀξίας
714ἐνταῦθα.
715§58ΠΟΛΥΛΑΣ. Καὶ εἰς Γαλλίαν καὶ Ἰταλίαν αὐτὸ συμβαίνει.
716§59ΦΙΛΗΜΩΝ. Δὲν δυνάμεθα ν’ ἀκολουθήσωμεν τὸν ἴδιον κα-
717νόνα. Δὲν φορολογοῦνται 250%, διότι διὰ τῆς αὐξήσεως
718εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ ζημιῶνται οἱ καταναλωταὶ, αὐτὸ δὲ εἶναι
719τῆς πρώτης ἀνάγκης.
720Ἐπίσης παραδέχομαι καὶ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Καρυ-
721στινάκη ἐπὶ τοῦ ἀλεύρου καὶ τοῦ σίτου, διότι ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς λέ-
722γομεν, ὅτι θέλομεν νὰ ἐμψυχώσωμεν τοὺς γεωργοὺς διὰ τῆς
723καταργήσεως τῆς δεκάτης, δὲν πρέπει ἐμμέσως, διὰ τῆς ὑπερ-
724βολῆς αὐξήσεως τῶν τελωνιακῶν δασμῶν, νὰ τοὺς ἐπιβαρύ-
725νωμεν, διότι πάντες γνωρίζετε, ὅτι ἡ φορολογία ἡ ἔμμεσος δὲν
726ἐπιβαρύνει τοὺς ἐμπόρους, ἀλλὰ τοὺς καταναλωτὰς, οἵτινες
727φέρουσιν αὐτὰ τὰ βάρη. Δύνανται νὰ ζημιωθῶσι τινὲς ἔμπο-
728ροι, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ τὸ μέγα πλῆθος, διότι θὰ ὑποχρεωθῶσι ν’
729αὐξήσωσι τὴν τιμὴν τοῦ ἐμπορεύματος, καὶ αὕτη ἡ αὔξησις
730δὲν θὰ κάμῃ τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ ἐπιβαρύνῃ τὴν γεωργικὴν
731τάξιν.
732§60Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Οὐδεὶς ἀγνοεῖ τὴν κατάπτωσιν, ἣν
733ὑπέστη κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας ἡ ἐμπορικὴ ναυτιλία·
734ἐὰν δὲν ἔλθωμεν τὸ ταχύτερον εἰς ἐπικουρίαν αὐτῆς, ἐντὸς
735ὀλίγου τὰ λείψανα αὐτὰ τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας θέλουσι κα-
736ταστραφῆ ἀνεπανορθώτως. Οὐδεὶς ἀγνοεῖ πόσον ἤκμαζεν ἐν
737Σύρῳ ἡ ναυπηγία· ἦτο τὸ παράδειγμα ὅλου τοῦ ναυτικοῦ κό-
738σμου, καὶ δύναμαι νὰ εἴπω, ἦτο τὸ πρῶτον ναυπηγεῖον ἐν τῇ
739Μεσογείῳ. Ἕνεκεν λοιπὸν τῶν ἐπιβαλλομένων ὀλίγον κατ’
740ὀλίγον κατ’ ἔτος τελῶν εἰς τὴν ναυπηγήσιμον ξυλείαν, καὶ
741αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἴχομεν, ἀρχίζει νὰ ἐκλείπῃ ἐκ τοῦ τόπου
742ἐκείνου, μεταφερόμενον εἰς ἄλλο Κράτος. Ἡ προλαβοῦσα Κυ-
743βέρνησις ἦλθε κἄπως εἰς ἐπικουρίαν, δι’ ἐλαττώσεως κατά τι
744τοῦ δασμοῦ τῆς ναυπηγησίμου ξυλείας. Σήμερον ὅμως, διὰ τῆς
745μετατροπῆς τῆς δραχμῆς εἰς φράγκον, αὐξάνουσι καὶ τὰ τέλη
746κατὰ 12%. Ἤθελα παρακαλέσει τὸ Ὑπουργεῖον, ὡς πρὸς τὴν
747ὕλην αὐτὴν, νὰ μὴ τὴν ὑποβάλῃ εἰς τὴν αὔξησιν ταύτην, ἥτις
748ἔσεται τὸ τελευταῖον κτύπημα κατὰ τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας.
749Δὲν πρέπει νὰ ἐπισπεύδωμεν εἰς τὰ νομοθετήματα ταῦτα, διότι
750προχθὲς, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ περὶ τελωνιακῶν τελῶν
751νόμου, ἐκ παραδρομῆς ἐγένοντο ἀτοπήματά τινα.
752§61ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Σεῖς εὐθύνεσθε· τὸ νομοσχέδιον ἦτο ἰδικόν σας.
753§62Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Εἴχομεν σκοπὸν νὰ συζητήσωμεν,
754ἀλλ’ ἐν τῇ βίᾳ ἐκείνῃ παρεδέχθημεν τὸ κείμενον ὡς εἶχεν· εὐ-
755χαρίστως ὅμως μανθάνω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει διορθώσει τὸ
756κακόν. Μὲ τοῦτο δὲν θέλω νὰ κατακρίνω τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’
757ἐνόουν, ὅτι ἐκ τοῦ ἐσπευσμένου τῶν συζητήσεων ἀντικειμένου
758τοσοῦτον σοβαροῦ ἐπέρχονται ἀτοπήματα· διὰ τοῦτο εἰς τὴν
759συζήτησιν τοῦ νόμου τοῦ φορολογικοῦ ὀφείλομεν μετὰ μεγίστης
760προσοχῆς νὰ συζητήσωμεν καὶ ἀποφασίσωμεν.
761§63ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ὑποστηρίζω ἰδίως τὴν πρότασιν τοῦ κ. Καρυ-
762στινάκη. Δὲν θέλω ν’ ἀναπτύξω τὸ ζήτημα τοῦτο, θέλω μό-
763νον νὰ ὑποστηρίξω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ
764αὔξησις τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ ἀλεύρου. Ὡς ἐβεβαίωσεν ὁ ἀξιότι-
765μος πρωθυπουργὸς χθὲς, ἡ αὔξησις αὕτη ἐγένετο διὰ Β. Δια-
766τάγματος, δηλαδὴ ἐγένετο παρανόμως, καὶ ὁ ἴδιος εἶπεν, ὅτι
767ἐγένετο ἀντισυνταγματικῶς· τοῦτο δὲ, διότι οὐδεὶς φόρος ἐπι-
768βάλλεται διὰ Β. Διατάγματος. Δὲν δύναμαι λοιπὸν νὰ τὸ
769δεχθῶ· αὐτὸς ὁ φόρος στηρίζεται εἰς τὸν νόμον τοῦ 1867,
770καθ’ ὃν ἡ Βουλὴ ἀπαλλοτριοῦται τοῦ δικαιώματός της.
771§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐκυρώθη αὐτὸ τὸ διάταγμα διὰ νόμου;
772§65ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἀλλὰ καὶ ἡ κύρωσις τοῦ διατάγματος, ἀντι-
773κειμένη εἰς τὸ σύνταγμα, δὲν εἶναι ὀρθή. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω
774περαιτέρω τὸ ζήτημα τοῦτο· νομίζω, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς
775θέλει συναινέσει εἰς τὴν κατάργησιν, ἀφοῦ ὁ ἴδιος εἶπεν, ὅτι
776ὁ νόμος αὐτὸς ἀντίκειται εἰς τὸ σύνταγμα. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου,
777ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ ἀραβοσίτου δίκαιον εἶναι νὰ καταργηθῇ· καὶ ὁ
778σῖτος εἶναι τροφὴ, ἀλλὰ τῶν εὐπόρων τάξεων τῶν πόλεων,
779ἐνῷ ὁ ἀραβόσιτος εἶναι ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ εἰς τοὺς πένητας
780χωρικούς. Δὲν ἔγεινε λόγος περὶ ἀραβοσίτου, οὔτε διάκρισις
781μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ σίτου, ἀλλὰ τὸ τέλος ἐπὶ τοῦ
782ἀραβοσίτου εἶναι ἄδικον, ὡς συντηροῦντος τὸν πτωχὸν λαόν.
783Συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω μίαν ὑπερβολὴν, ὅτι, ἐὰν
784ἔχωμεν δικαίωμα νὰ ἐπιβάλωμεν φόρον εἰς τὴν ἀναπνοὴν,
785ἤτοι εἰς τὴν κατανάλωσιν τοῦ ἀέρος πρὸς συντήρησιν τοῦ ἀν-
786θρώπου, ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλωμεν φόρον καὶ ἐπὶ
787τοῦ ἀραβοσίτου. Ὑποστηρίζω λοιπὸν πρῶτον τὴν πρότασιν τοῦ
788κ. Καρυστινάκη καὶ δεύτερον τὴν κατάργησιν παντὸς εἰσαγω-
789γικοῦ τέλους ἐπὶ τοῦ ἀραβοσίτου.
790§66ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅτε ἐσυζητεῖτο τὸ πρῶτον μέτρον τὸ φορο-
791λογικόν, τὸ ὁποῖον ὑπεβάλομεν εἰς τὴν Βουλήν, οἱ ἀντιπολι-
792τευόμενοι τὴν Κυβέρνησιν ἐπετίθεντο κατ’ αὐτῆς, ὅτι χάριν
793δημοκοπίας, διὰ νὰ μεταχειρισθῶ τὴν λέξιν, τὴν ὁποίαν μετε-
794χειρίσθησαν, ζημιοῖ τὸ δημόσιον· ἀλλὰ μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ
795πρώτου ἐκείνου νομοσχεδίου αἱ προσβολαὶ εἶναι ἀντίθετοι·
796μᾶς λέγουσιν, ὅτι δὲν σκεπτόμεθα διόλου περὶ τοῦ λαοῦ, ὅτι
797ἐπιβάλλομεν φόρους, οἵτινες ἐπιπίπτουσιν ἐπὶ τοῦ λαοῦ, καὶ
798ὅτι τὰ μέτρα ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλομεν, δὲν δικαιολο-
799γοῦνται ὑπὸ τῶν περιστάσεων. Ἡ Κυβέρνησις ὅμως, ὅτε
800ὑπέβαλε τὴν πρότασιν περὶ ἀπαλλαγῆς τοῦ λαοῦ ἐκ
801τοῦ βάρους τῆς φορολογίας τῆς δεκάτης, σᾶς ὑπέβαλε
802τὴν πρότασιν ἐκείνην ὡς μέτρον μονομερές; Ὑπέβαλε
803τὴν πρότασιν ἐκείνην ὡς μέρος ὁλοκλήρου συστήματος, ἀφο-
804ρῶντος εἰς τὴν δικαιοτέραν διανομὴν τοῦ φόρου καὶ εἰς τὴν
805ἐπαύξησιν φόρων τινῶν, χάριν τῆς ἐλαττώσεως τοῦ ἐλλείμματος·
806καὶ οὗτος εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἐπιμένει ἡ Κυβέρ-
807νησις εἰς τὰς προτάσεις αὑτῆς, καὶ κατεκρίθη παρά τινων μά-
808λιστα διὰ τοῦτο ἐπὶ τῶν ἄλλων νομοσχεδίων.
809Δὲν δυνάμεθα ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων τῶν ἐπιβαλλόντων
810προσθέτους φορολογίας νὰ ὑποχωρήσωμεν, διότι τὰ νομοσχέδια
811ταῦτα εἶναι ἡ δικαιολογία τοῦ ἑτέρου νομοσχεδίου, δι’ οὗ
812ἀπηλλάξαμεν τὸν λαὸν ἀπὸ σπουδαίων βαρῶν. Δὲν εἶναι λοιπὸν
813ὀρθὸς ὁ τρόπος τοῦ σκέπτεσθαι ἐκείνων, οἵτινες ἐξετάζουσι τὰ
814νομοσχέδια ταῦτα μεμονωμένα, οἵτινες θεωροῦσι τὸν πρόσθετον
815φόρον ἐπὶ τοῦ σίτου πρᾶγμα ἀδικαιολόγητον. Ὅταν θέλωσι
816νὰ ἐκτιμήσωσι καὶ ἐκφράσωσι γνώμην περὶ τοῦ μέτρου, τὸ
817ὁποῖον προτείνομεν, ἐφ’ ὅσον καὶ εἰς αὐτὰ τὰ σιτηρὰ ἐπιβάλ-
818λεται αὔξησις, ὀφείλουσι νὰ ἐκτιμήσωσι τὸ μέτρον τοῦτο ἐν
819συσχετίσει πρὸς τὸ ἕτερον, δι’ οὗ, ὡς εἶπον, ἐπῆλθεν ἀπαλ-
820λαγὴ ἐκ τῶν βαρῶν, τὰ ὁποῖα ἐπεβάλλοντο εἰς τὴν παρα-
821γωγὴν, καὶ ἑπομένως παρέχεται ὁ σῖτος εἰς εὐθηνοτέραν
822τιμήν. Συστηματικῶς, παρατηροῦμεν, οἱ ἀγορεύοντες κατὰ
823τοῦ νομοσχεδίου ἡμῶν ἐξετάζουσιν αὐτὸ οὐ μόνον ἄνευ συ-
824σχετίσεως πρὸς ὁλόκληρον τὸ σύστημα τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ
825λησμονοῦντες καὶ αὐτὴν τὴν πρότασιν τῆς νῦν ἀντιπολιτεύ-
826σεως, ὅτε ἦτο Κυβέρνησις, καὶ ἰδίως πράττει τοῦτο ὁ ἀξιότιμος
827Βουλευτὴς Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς, ὅστις ἐπέκρινεν ἐν τῷ νομο-
828σχεδίῳ ἐκείνῳ πάντα ὅσα εἶχον ὑποβληθῆ παρ’ αὐτοῦ τοῦ
829ἰδίου ὡς ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ εἶχον ὑποβληθῆ ἐν
830μέτρῳ πολὺ μεγαλειτέρῳ.
831§67ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ εἶδον.
832§68ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀλλὰ, βλέπετε, ἡ μετάνοια ἐπῆλθεν, ἀφοῦ
833ἐγένετο κατάδηλος ἡ ἀντίφασις. Ἐγὼ ἐπεθύμουν νὰ ἔβλεπα
834τοῦτο ἐνόσῳ ἦτο ἐν τῇ Κυβερνήσει.
835§69ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ποία εἶναι ἡ διαφορά;
836§70ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ διαφορὰ εἶναι, ὅτι ἡ μὲν παρελθοῦσα Κυ-
837βέρνησις τὴν αὔξησιν ἐκανόνισεν ὡς σύστημα, κατ’ αὐτὴν, μεμε-
838λετημένον, μέλλον νὰ ἰσχύσῃ ὡς νόμος τοῦ Κράτους ἐπὶ περίο-
839δόν τινα χρόνον· ἡμεῖς δὲ ὑπεβάλομεν τὴν αὔξησιν, οὐχὶ διότι
840ἐνομίζομεν, ὅτι πρέπει ν’ αὐξήσωσι τὰ τέλη, ἀλλὰ διότι ἠναγ-
841κάσθημεν νὰ φέρωμεν μέτρον προσωρινὸν, καὶ δὲν ἠδυνάμεθα
842νὰ παραδεχθῶμεν παρὰ μόνον τὸ μέσον τὸ ἀναγνωριζόμενον
843ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης καὶ θεωρούμενον ὡς προσωρινὸν μέτρον,
844τουτέστι τὴν κατ’ ἀνάγκην αὔξησιν ἐπὶ τῆς ὑπαρχούσης
845βάσεως.
846§71Α. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Κύριε πρόεδρε, τὸν λόγον.
847§72ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Χθὲς ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος περιῆλθεν
848εἰς ἀντίφασιν, ὁμιλῶν περὶ τοῦ σίτου, σήμερον δὲ περιέπεσε
849πάλιν εἰς ἄλλην· δὲν ἐπανέλαβε τὰ περὶ σίτου, διότι κατε-
850δείχθη ἡ ἀντίφασις, ἀλλ’ ἰσχυρίσθη, ὅτι ἡμεῖς δὲν ἐπρονοήσα-
851μεν περὶ τῆς ξυλείας. Τὸ νομοσχέδιον ὅμως τῆς παρελθούσης
852Κυβερνήσεως, ὄχι μόνον ἐπεβάρυνε σπουδαιότατα τὴν ξυλείαν,
853ἀλλ’ ἐπέβαλε φόρον καὶ εἰς ἐκείνην τὴν ξυλείαν, εἰς ἣν δὲν
854ἦτο ἐπιβεβλημένος.
855§73Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε πρόεδρε, τὸν λόγον.
856§74ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βλέπω, ὅτι ἔκαμα κακὰ νὰ ὁμιλήσω. (Ἱλα-
857ρότης.)
858§75Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον πάντοτε ἀκο-
859λουθεῖτε, ἐπιτιθέμενος, δὲν πρέπει νὰ σᾶς ἀπαρέσκῃ.
860§76ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἤκουσα τί εἴπετε, ὅπως σᾶς ἀπαντήσω.
861§77ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν ἐλάττωσιν δὲν τὴν ἐλάβετε
862ὑπ’ ὄψιν· πρέπει νὰ τὴν λάβητε, διὰ νὰ ἦσθε δίκαιος.
863§78ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ σᾶς ἀδικήσω. Παρατηρῶ,
864ὅτι «αἱ δοῦγαι, τὰ μαδέρια», τὸ ἐπὶ τῶν ὁποίων τέλος εἶχε
865καταργηθῆ, χάριν τῆς γεωργίας, ὅπως γνωρίζετε, διὰ τοῦ συ-
866στήματος τοῦ κ. Παπαμιχαλοπούλου, φορολογοῦνται Ἡμεῖς
867διὰ τῶν αὐξήσεων δὲν φορολογοῦμεν ταῦτα, τὰ ὁποῖα
868εὕρομεν ἀφορολόγητα, διότι ταῦτα εἶναι κατὰ μέγα μέρος φόρος
869ἐπὶ τῆς σταφίδος.
870§79ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ δοῦγαι χρησιμεύουν διὰ τὴν
871σταφίδα;
872§80ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βεβαίως, εἰς τὰ βαρέλια, διὰ τῶν ὁποίων με-
873ταφέρουσι τὴν σταφίδα.
874§81ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ δοῦγαι δὲν χρησιμεύουν μόνον
875διὰ τὴν σταφίδα.
876§82ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ τοῦτο γνωρίζω, ὅτι σταφιδοκτήμονες
877ἦσαν οἱ ζητήσαντες τὴν κατάργησιν καὶ ἐπιτυχόντες αὐτήν.
878Προτείνεται καὶ ἡ ἐλάττωσις τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς ναυπηγη-
879σίμου ξυλείας, τοῦτο δὲ ἠχεῖ λαμπρότατα, καὶ ὁ κ. Δουζίνας
880τὸ ἐθεώρησεν ὡς εὐεργέτημα· ἀλλ’ ἡ χαρὰ τοῦ κ. Δουζίνα
881δὲν θὰ διαρκέσῃ ἐπὶ πολύ. Ὅτε ἤκουσε τὸν κ. βουλευτὴν ἐκ
882Σύρου, λέγοντα, ὅτι ἐφέραμεν τὸ τελευταῖον τραῦμα εἰς τὴν
883ναυτιλίαν, θὰ ἐνόμισε τῷ ὄντι ὅτι ἡ προηγουμένη Κυβέρνησις
884ἀπεδείχθη εὐεργέτις. Ἀλλ’ ὁποία ἡ εὐεργεσία πρὸς τὴν ναυτι-
885λίαν, διὰ τοῦ μέτρου τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως; Ἀκού-
886σατε (ἀναγινώσκει)......
887Αὕτη εἶναι ἡ εὐεργεσία· ἡ δὲ προσθήκη, τὴν ὁποίαν
888ἡμεῖς προτείνομεν ἐπὶ ἁπάσης τῆς ναυπηγησίμου ξυλείας
889τῆς Ἑλλάδος, εἶναι ἐκ δραχμῶν 3,500· τοῦτο εἶναι,
890κατὰ τὸν κ. Μπούμπουλην, καίριον τραῦμα κατὰ τῆς ναυ-
891τιλίας τῆς Ἑλλάδος! Νομίζω, ὅτι ἐκ τούτων δύναται νὰ συμ-
892περάνῃ ἡ Βουλή, ὅτι πάντα ταῦτα τὰ κατὰ τῶν μέτρων ἡμῶν
893λεγόμενα εἶναι μὲν ἴσως ῥητορικὰ σχήματα, οὐσιαστικὴν ὅμως ἀ-
894ξίαν δὲν ἔχουσι, καὶ ἑπομένως ὀφείλομεν νὰ φειδώμεθα τοῦ χρό-
895νου. Ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος προτείνει ἐλάττωσιν τοῦ τέλους
896ἐπὶ 4 εἰδῶν, αὐτῶν ἐκείνων τῶν εἰδῶν, πλὴν ἑνός, τῶν ὁποίων
897ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις εἶχε διὰ διατάγματος αὐξήσει τὸ τέ-
898λος, καὶ τοῦ σίτου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐπρότεινεν αὔξησιν τέλους.
899§83ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ κατ’ ἀναλογίαν τινά.
900§84ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅπως εἶπον, ἐγὼ ἀποδέχομαι κατ’ ἀρχήν,
901ὅτι πρέπει νὰ ἐλαττωθῶσί τινα τῶν τελῶν, τῶν ὁποίων προτεί-
902νεται ἡ αὔξησις, παραδέχομαι ὅτι ὄχι μόνον δὲν πρέπει ν’
903αὐξήσωσιν, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐλαττωθῶσι· προέτεινον ὅμως καὶ ἐπι-
904μένω εἰς τὰς αὐξήσεις, διότι ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον πρόκειται
905ν’ αὐξήσωμεν τὸ τέλος, δὲν ἐπιτρέπει ἤδη τὴν ἐξέτασιν, ἥτις δύ-
906ναται νὰ γείνῃ ἐν συνόλῳ, οὐδὲ παραδέχομαι τὴν ἰδέαν τοῦ κυρίου
907Παπαμιχαλοπούλου, ὅτι διὰ μικρῶν τροποποιήσεων ἠδύνατο νὰ
908φέρῃ ἡ Κυβέρνησις νέον δασμολόγιον· πρὸς τοῦτο ἔχομεν ἀνάγ-
909κην χρόνου τοὐλάχιστον 6 μηνῶν. Παραδέχομαι ὅμως, ὅτι θὰ
910ἦτο ὀρθὸν νὰ γείνῃ ἐλάττωσίς τινων ἐκ τῶν τελῶν ἐκείνων,
911καὶ ἂν ἡ Βουλὴ φρονῇ, ὅτι πρέπει νὰ ἐπέλθῃ ἐλάττωσις, θὰ
912ψηφίσῃ σήμερον ἢ αὔριον ὡς πρὸς τὰ τρία εἴδη, τὸν κα-
913φὲν, τὴν ζάκχαριν καὶ τὸ πετρέλαιον. Καὶ ὡς πρὸς μὲν τὸ πε-
914τρέλαιον εἶμαι τῆς ἰδέας, ὅτι ἐφορολογήθη ὑπερβαλλόντως· ὡς
915πρὸς τὴν ζάκχαριν ὅμως νομίζω, ὅτι τὰ στοιχεῖα, ἐπὶ τῶν ὁποίων
916ὁ κ. Φιλήμων ἠθέλησε νὰ στηρίξῃ τὴν γνώμην του, εἶναι
917ἀκριβῆ, ἀλλὰ δὲν εἶναι τὰ μόνα. Δὲν ἀρκεῖ μόνον νὰ εἴπωμεν,
918ὅτι τὸ τέλος φθάνει εἰς 50, εἰς 70, εἰς 100, εἰς 150%,
919διὰ νὰ εἴπωμεν, ὅτι τὸ τέλος εἶναι κακόν. Ἐν Ἀγ-
920γλίᾳ, ἔνθα ἐπικρατεῖ ἡ ἐλευθερία τοῦ ἐμπορίου, ὑπάρχουσι φό-
921ροι βαρύτατοι, 100%· καὶ ἐπειδὴ γίνεται λόγος περὶ
922τούτου, τὸ μὲν πετρέλαιον εἶναι ἐντελῶς ἀφορολόγητον, ἡ δὲ
923ζάκχαρις ἐφορολογεῖτο βαρύτατα, ἠλαττώθη δὲ κατὰ τὸ ἥ-
924μισυ, καὶ μετὰ 3 ἔτη κατηργήθη καὶ τὸ ἕτερον ἥμισυ, ἔμειναν
925δὲ 6 εἴδη φορολογούμενα σήμερον· ἀλλ’ ἐννοεῖται, ἐὰν ἀπὸ 6
926εἰδῶν ἀπολαμβάνῃ ἡ Ἀγγλία 5–6 ἑκατομύρια λιρῶν, πόση
927πρέπει νὰ ἦναι ἡ φορολογία τῶν εἰδῶν τούτων. Ἡ ζάκχαρις
928ὅμως ἐν Ἑλλάδι φορολογεῖται ὀλιγώτερον σχεδὸν ἢ παντοῦ
929ἀλλοῦ, διότι κατὰ καντάριον ἐν Ἑλλάδι φορολογεῖται 7 σελίνια,
930ἐν Ῥωσσίᾳ 31, ἐν Σουηδίᾳ 15, ἐν Νορβηγίᾳ 21, ἐν........
931Βλέπετε, ὅτι παντοῦ ἐπιβάλλεται τὸ διπλοῦν καὶ τετρα-
932πλοῦν τοῦ φόρου τοῦ παρ’ ἡμῶν ἐπιβαλλομένου. Δὲν θὰ εἴπῃ
933τοῦτο, ὅτι ἀπολύτως πρέπει ἡμεῖς νὰ θεωρήσωμεν, ὅτι ὁ φό-
934ρος τῆς ζακχάρεως εἶναι ἐλαφρὸς καὶ πρέπει νὰ τὸν αὐξήσω-
935μεν· πιθανὸν, κατὰ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς παραδεχόμεθα,
936νὰ πρέπῃ νὰ τὸν ἐλαττώσωμεν, ἀλλ’ αὐτὰ δὲν εἶναι θέματα,
937τὰ ὁποῖα θὰ ἐξετάσωμεν τώρα, οὔτε τὸ θέμα εἶναι τοιοῦτον,
938ὅπως εἴπωμεν, ὅτι κατ’ ἐξαίρεσιν δύναται νὰ γείνῃ λόγος περὶ
939τῆς ζακχάρεως. Ὡς πρὸς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἄνδρου
940περὶ ἐλαττώσεως τοῦ φόρου τοῦ ἀλεύρου εἰς 4 λεπτὰ, πα-
941ρατηρῶ, ὅτι σήμερον οἱανδήποτε αὔξησιν καὶ ἂν ἐπιβάλωμεν
942διὰ τοῦ νομοσχεδίου, οὐδὲν πράττομεν. Ἡ αὔξησις κατὰ 13%
943εἶναι ὅλως φαινομενική, διότι ἄλευρα δὲν εἰσάγονται
944ἐν Ἑλλάδι· ὁ φόρος ὁ ὑφιστάμενος εἶναι φόρος ἀπαγορευτικός·
945ἑπομένως, ὅσον καὶ ἂν τὸν αὐξήσητε, μένετε εἰς τὸ αὐτὸ, ἡ ἀ-
946παγόρευσις δὲν δύναται ν’ αὐξήσῃ. Ἦτο ἐπιθυμητὸν ὁ φόρος
947οὗτος νὰ ἠλαττοῦτο, καὶ νὰ ἠναγκάζοντο οἱ ἡμέτεροι ἀλευρόμυ-
948λοι νὰ συναγωνίζωνται πρὸς τὰ ἔξωθεν εἰσαγόμενα· τοῦτο ὅ-
949μως δὲν ἠδυνάμεθα νὰ πράξωμεν μονομερῶς, πρέπει καὶ
950τοῦτο νὰ περιληφθῇ ἐν τῷ γενικῷ δασμολογίῳ, τὸ ὁποῖον
951ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ εἰσαγάγῃ ἐν τῇ προσεχεῖ συνόδῳ τῆς
952Βουλῆς, ἵνα συνδυάσῃ τοῦτο πρὸς τ’ ἄλλα ἐν τῷ δασμολογίῳ
953ληφθησόμενα μέτρα. Ἡ ἰδέα περὶ ἐλαττώσεως τοῦ φόρου ἐν
954Ἑπτανήσῳ μόνον, εἶναι ἀπραγματοποίητος, διότι θ’ ἀπῄτει τὴν
955σύστασιν τελωνιακῆς γραμμῆς μεταξὺ Ἑπτανήσου καὶ τῆς
956ἄλλης Ἑλλάδος, καὶ ἡ σύστασις τοιαύτης γραμμῆς θ’ ἀπεῤ-
957ῥόφα τὴν ὠφέλειαν, τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος θ’ ἀπήλαυεν ἐκ τῆς
958ἐλαττώσεως. Τώρα θὰ σᾶς εἴπω τὸν ὑπολογισμὸν τοῦ ταμείου
959τῆς ὁδοποιΐας· μένει διαφορὰ μόνον 27 δραχμῶν. Κατὰ τὸν νόμον
960τοῦ 1867, πρὸς 5%, ἀφαιρέσει τοῦ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν
961τοῦ δανείου τῶν 28,000,000 ποσοῦ, ἔχομεν ἐπὶ 12,200,000
962ἐξ εἰσαγωγικῶν τελῶν, ἀφαιρουμένων διὰ τὴν ὑπηρεσίαν
963τοῦ δανείου τῶν 28,000,000, 2,632,000· ἔχομεν ἐπὶ
9649,560,000 δραχμὰς 478,000· ἰδοὺ τὸ πρῶτον. Ἔχομεν
965σήμερον ἐπὶ 12,200,000 τέλος πρόσθετον, κατὰ τὸν νόμον
966τοῦ 1878, 10%, τὸ ὁποῖον δίδει 1,220,000·
967ἑπομένως ἀμφότερα ταῦτα μᾶς δίδουσιν 1,698,000. Διὰ τοῦτο
968εἶπον, ὅτι οὔτε πρόκειται ν’ αὐξήσωμεν, οὔτε νὰ ἐλαττώσωμεν.
969Ἀλλ’ ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος ἔκαμε σφάλματά τινα εἰς
970τοὺς ὑπολογισμούς του, διότι πρῶτον ἠθέλησε τὸ πρόσθετον
971τοῦτο 13% ν’ ἀποφέρῃ καὶ ὑπὲρ τοῦ ταμείου τῆς
972ὁδοποιΐας ποσόν· τότε ὅμως δὲν πρόκειται περὶ ζημίας τοῦ
973ταμείου, ἀλλὰ περὶ μὴ μετοχῆς τοῦ ταμείου εἰς τὴν αὔξησιν,
974ἑπομένως οὔτε ὠφελοῦμεν, οὔτε βλάπτομεν τὸ ταμεῖον. Ἔκα-
975μεν ὅμως καὶ ἕτερον λάθος ὁ κύριος Παπαμιχαλόπουλος· ὑπε-
976λόγισεν εἰς τὸ κεφάλαιον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου λαμβάνομεν τὸ πο-
977σοστὸν τῆς ὁδοποιΐας, καὶ τὸ ποσοστὸν τοῦτο, ἑπομένως φο-
978ρολογεῖ καὶ τὸ ποσοστὸν τῆς φορολογίας κατὰ 10%.
979Ἤδη ἐπιβάλλομεν 11% ἐφ’ ὅλων τῶν εἰσ-
980αγωγικῶν τελῶν, ἅτινα νῦν μὲν ἀνέρχονται μετὰ τῶν δικαιω-
981μάτων τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας εἰς 13,220,000, διὰ τῆς
982τροπῆς δὲ εἰς νέας δραχμὰς εἰς 15,030,000, ἤτοι θέλει λάβει
983τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας πρὸς 11% 1,653,300, προσ-
984θέτομεν καὶ τὰς 45,000 καὶ ἔχομεν 1,698,300, ἀπέναντι
9851,698,327, τουτέστι διαφορὰ 27 δραχμῶν. Ἰδοὺ ἡ ἀληθὴς
986κατάστασις, ἐξ ἀντιπαραβολῆς τῶν δύω.
987(Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 12 καὶ 10 μ. μ.)
988Ὥρα 3 μ. μ.
989§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις.
990§86Α. ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Κύριοι, ἐῤῥέθη, καὶ πολὺ εὐλόγως, ὅτι ὁ
991καιρὸς ἐπείγει. Ἀλλοίμονον εἰς ἐκεῖνον, ὅστις νομίζει, ὅτι δύ-
992ναται νὰ σταματήσῃ τὸ ῥεῦμα τοῦ χρόνου. Ἀλλ’ ἐνῷ ὑποτασ-
993σόμεθα εἰς αὐτὸν τὸν νόμον τῆς φύσεως, ὑπάρχει καὶ ἄλλος νό-
994μος, νόμος τῶν ψυχῶν, ὅστις μᾶς ἐμπνέει ἰδέαν πολὺ ἰσχυρο-
995τέραν, ὅτι καὶ ἡ τελευταία στιγμὴ πρέπει νὰ καταναλίσκηται
996πρὸς ὑπεράσπισιν τῶν δικαίων τοῦ λαοῦ.
997Εἶπεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ἀποτεινόμενος πρὸς ἕνα τῶν πρώην
998ὑπουργῶν, ὅτι δὲν τῷ μένει καιρὸς διὰ μετάνοιαν· ἀλλ’ ἐγὼ
999νομίζω, ὅτι ὑπάρχει καιρὸς πάντοτε διὰ μετάνοιαν. Ὁ κ.
1000πρωθυπουργὸς ἐνόμισε προσέτι, ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑπερασπίσῃ ἑαυ-
1001τὸν διὰ τὴν μομφὴν, ἥτις ἐῤῥέθη ἐδῶ ἢ ἀλλοῦ, δὲν ἠξεύρω, ὅτι
1002μέτρα τινὰ, τὰ ὁποῖα ἐπρότεινεν ὡς Κυβέρνησις, εἶχον δῆθεν
1003δημοκοπικὸν χαρακτῆρα. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς ὤφειλε νὰ γνω-
1004ρίζῃ πάντοτε, ὅτι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλουν αἱ περιστά-
1005σεις, εἶναι ὑπεράνω ὅλων τῶν πρωθυπουργῶν καὶ ὅλων τῶν
1006ὑπουργῶν. Ὑπάρχει ῥεῦμά τι περιστάσεων, τὸ ὁποῖον ἀναγκά-
1007ζει τοὺς πολιτικοὺς νὰ ὑποχωρήσουν. Ἐὰν δὲν ἦτο αὐτὸ τὸ
1008ῥεῦμα, ὅπως καὶ πρότερον, οὕτω καὶ νῦν, δὲν ἤθελε πέσει ἡ δε-
1009κάτη. Ἀλλὰ τὸ ῥεῦμα αὐτὸ εἶναι ἰδεῶν ῥεῦμα, τὸ ὁποῖον συνέ-
1010τριψε τὰ ὀστᾶ τῆς δεκάτης καὶ οἱ ὑπουργοὶ δὲν ἐχρησίμευσαν
1011παρὰ ὡς ἐπικήδειοι ἄρχοντες αὐτῆς. Ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους κα-
1012τηγοροῦν ἐπὶ δημοκοπίᾳ, ἂς τὸ ὁμολογήσωσιν, εἶναι ὄργανα
1013μιᾶς νέας ἰδέας ἀνωτέρας αὐτῶν.
1014Ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἐν τῷ λόγῳ αὐτοῦ ἐπεκαλέσθη τὴν ἐπι-
1015στήμην. Τοιουτοτρόπως δὲ εἰσέρχεται ἡ συζήτησις ἐντὸς κύ-
1016κλου, ὅστις, νομίζω, ὅτι εἶναι ἄξιος νὰ ἑλκύσῃ τὴν ἰδιαιτέραν
1017ὅλων προσοχήν. Ἀλλ’ ἡ ἔννοια αὕτη ἔχει ὅρον ἀναπόφευκτον,
1018διότι ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὂν πεπερασμένον, καταφεύγει εἰς τὸν
1019νόμον τῆς εἰδικότητος, καὶ οἱ λαοὶ ἐμπιστεύονται εἰς τὴν εἰδι-
1020κότητα, ἀφίνοντες τοῖς προϊσταμένοις τὴν παίδευσιν τὴν ἐγ-
1021κυκλοπαιδικήν. Διότι δύναταί τις νὰ ἦναι ἐγκυκλοπαιδικὸς
1022πρωθυπουργός, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχῃ καὶ ἀνθρώπους εἰδικούς, διὰ
1023νὰ τὸν σώζουν τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν πρόκειται νὰ ῥίψῃ τὸ σκά-
1024φος εἰς τὸν σκόπελον ἢ νὰ πέσῃ εἰς τὰ βαθέα τῶν ὑδάτων.
1025Ἀφοῦ δὲ πρόκειται περὶ ἐπιστήμης, ἤθελον ἐρωτήσει οἱονδήπο-
1026τε ἐκ τῶν κυρίων τούτων τῆς κυβερνήσεως, κρατῶν τὸ νομο-
1027σχέδιον ἀνὰ χεῖρας, εἰς ποίαν ἐπιστήμην στηρίζεται ἡ ἀσυγ-
1028χώρητος ἀντινομία αὐτοῦ, τὴν ὁποίαν βλέπω μεταξὺ τοῦ τρίτου
1029στίχου καὶ τοῦ προτελευταίου; Ἐν μὲν τῷ ἄρθρῳ πρώτῳ ὑπο-
1030λογίζει τὸν ἐκ τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν ὁδικὸν φόρον τοῦ ΨΙΓʹ
1031νόμου τοῦ 1878, ὅτι (ἀναγινώσκει) «θέλει ὑπολογίζεσθαι καὶ
1032πληρώνεσθαι εἰς δραχμὰς νέας·» ἐν δὲ τῷ ἄρθρῳ τετάρτῳ κα-
1033ταργεῖ τὸ ἐδάφιον ἐκεῖνο τοῦ νόμου τούτου, ὅπερ ἐπιβάλλει
1034τὸν φόρον αὐτόν. Ποῖοι νόμοι τῆς ἐπιστήμης ἐπιβάλλουν τὴν
1035μεταξὺ εἴκοσι στίχων ἀντινομίαν αὐτήν; Ἔστω τοῦτο ὡς δεῖγ-
1036μα χαρακτηριστικόν.
1037Ἀλλά, κύριοι, ἀπ’ αὐτοῦ τοῦ δείγματος ἂς μεταβῶμεν εἰς
1038τὴν γενικὴν ἐπισκόπησιν τοῦ ὅλου προκειμένου θέματος. Δὲν
1039εἶναι ἄπο σκοποῦ νὰ ἐξετάσωμεν δι’ ὀλίγων τὴν οἰκονομικὴν
1040ἔννοιαν τοῦ τελωνιακοῦ δασμοῦ, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς μεγάλους
1041πληθυσμούς. Ἐν Ἀθήναις γνωρίζομεν εἰς τὴν ἀρχαίαν ἐποχὴν,
1042ὅτι ὁ τελωνιακὸς δασμὸς ἦτο πεντηκοστή, τουτέστι 2%.
1043Ὅταν δὲ οἱ Ῥωμαῖοι ἐδίωξαν τοὺς βασιλεῖς των, πρῶτον
1044ἔργον αὐτῶν ἦτο νὰ καταργήσουν τὸ τελώνιον. Καὶ ἀνεβίωσε
1045μὲν τοῦτο κατόπιν, οἱ δὲ αὐτοκράτορες τὸ ἀνεβίβασαν εἰς 5%,
1046ἀλλὰ καὶ αὐτὸ τὸ 5% ὑπῆρξε τόσον ἐπαχθὲς,
1047ὅσον ὅλοι γνωρίζετε τὴν ἱστορίαν τῶν τελωνῶν τῆς Ῥωμαϊκῆς
1048ἐκείνης περιόδου.
1049Ἐὰν ἀπὸ τῆς ἱστορικῆς ταύτης κλίμακος ἔλθωμεν εἰς τὰ
1050νῦν συμβαίνοντα ἐν Ἑλλάδι, ποῦ εἶναι ἐκείνη ἡ πεντηκοστὴ
1051τῶν ἀρχαίων δημοκρατικῶν χρόνων τὸ 2%; δὲν ὑπάρ-
1052χει. Πολιτιζόμενοι, προβιβαζόμενοι ἐν τῷ νεωτέρῳ συστή-
1053ματι, πρέπει νὰ πληρώσωμεν περισσότερα, παρὰ τὸν καιρόν,
1054καθ’ ὃν ἐδημοκρατούμεθα! Σήμερον, κύριοι, θὰ πληρώσωμεν
1055οὐχὶ πλέον τὸ πεντηκοστόν, ὅπως ἐπὶ τῶν ἀθανάτων
1056ἐκείνων χρόνων· θὰ πληρώσωμεν οὐχὶ τὸ εἰκοστόν, ὅπως
1057ἐπὶ τῶν Ῥωμαϊκῶν, ἀλλὰ θὰ πληρώσωμεν τὸ τέταρτον ὡς
1058ἐπὶ τοῦ καφέ, τὸ τρίτον ὡς ἐπὶ τοῦ πετρελαίου. Δὲν εἶναι
1059ἄτοπον οἱ λαοὶ ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν νὰ συνδυάζουν τὰ διε-
1060στῶτα τῆς οἰκονομικῆς ἱστορίας των, διὰ νὰ προχωρῶσιν εἰς
1061περαιτέρω ἔρευναν τοῦ μέλλοντός των.
1062Οἱ ἐκ τῶν τελωνιακῶν δασμῶν ὑπολογισμοί, τόσον τῆς πα-
1063ρελθούσης Κυβερνήσεως, ὅσον καὶ τῆς παρούσης, συναντῶνται
1064εἰς τὸ εἰσπράξιμον ποσὸν τῶν δραχμῶν 12,200,000 περίπου.
1065Ἀλλ’ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις αὐξάνει τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν τε-
1066λωνιακῶν δασμῶν κατὰ 12% διὰ τοῦ ὑπολογισμοῦ
1067τῆς παλαιᾶς δραχμῆς, ἥτις σύγκειται ἐξ 100 λεπτῶν, εἰς
1068νέαν δραχμὴν λεπτῶν 112. Τὸ 12% λοιπὸν αὐτό, ὡς
1069ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἀπὸ τοῦ βήματος ἀνέπτυξεν, ἀναβιβάζεται
1070ὑπ’ αὐτοῦ εἰς 1,600,000 δραχμάς, δυνατὸν δὲ καὶ εἰς 2,000,
1071000. Ὥστε πρόκειται περὶ ὁλικοῦ στρογγύλου ἀριθμοῦ
107214,000,000 δραχμῶν τελωνιακοῦ δασμοῦ, τὰ ὁποῖα θὰ
1073τὰ πληρώσῃ ὁ ἑλληνικὸς πληθυσμός, ὅπως ἀπεγράφη οὗτος
1074κατὰ τὸ 1879, δηλαδὴ θὰ τὰ πληρώσουν 1,679,000
1075Ἕλληνες. Ἂς κατασκευάσωμεν ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ τούτου, πρὸς
10765 ἄτομα τὴν οἰκογένειαν, τὸν ὅλον ἀριθμὸν τῶν οἰκογενειῶν,
1077ἰδοὺ, ὅτι 335,000 περίπου οἰκογένειαι πρέπει νὰ πληρώσουν
1078τὰ 14 ἑκατομμύρια τῶν τελωνιακῶν βαρῶν. Ἀναλογοῦσι,
1079κύριοι, πρὸς ἑκάστην 42 ἢ 43 περίπου δραχμαὶ (θόρυβος).
1080Φαίνεται εἰς ὑμᾶς βαρὺς ὁ κανὼν οὗτος καὶ δὲν ἔχετε ἄδικον.
1081Δὲν πρόκειται νὰ ὑπολογίσωμεν νῦν τί θὰ πληρώσῃ ἐκ τοῦ
1082νέου προσθέτου φόρου ὁ Ἑλληνικὸς πληθυσμὸς, ὡς ὑπέλαβον
1083φωναί τινες. Ἡμεῖς ἐδῶ εἴμεθα, ἵνα περιλάβωμεν τὴν ὅλην
1084ἔννοιαν τὴν φορολογικήν· δὲν εἴμεθα ὑπόχρεοι ν’ ἀκολουθή-
1085σωμεν τὸ ἅρμα οὐδενός· εἴμεθα κύριοι ἐντὸς τῆς οἰκίας αὐτῆς,
1086ἢ κάλλιον εἰπεῖν ἐπίτροποι τοῦ κυρίου αὐτῆς, ὅπερ μᾶς κα-
1087θιστᾷ καὶ μᾶλλον ὑπευθύνους.
1088Ἀλλὰ γνωρίζετε τίς ἰδιαιτέρως θὰ πληρώσῃ τὰ 14 αὐτὰ
1089ἑκατομμύρια; Ἂς ἐπανέλθωμεν, κύριοι, εἰς τὴν θεμελιώδη
1090ἀρχὴν, ἥτις ποτὲ δὲν πρέπει νὰ φεύγῃ ἀπὸ τὴν μνήμην οὐδε-
1091νὸς πολίτου, ἀπὸ τὴν κρίσιν οὐδενὸς πολιτικοῦ. Εἶναι ἡ αἰω-
1092νία ἐκείνη ἀντίθεσις τῶν πενήτων καὶ τῶν πλουσίων, τῶν
1093ἀπόρων καὶ τῶν εὐπόρων, τῶν δυστυχῶν καὶ τῶν εὐτυχῶν·
1094καὶ θέλετε ἰδεῖ, ὅτι αὐτὰ τὰ 14 ἑκατομμύρια θὰ πληρώσουν
1095κατὰ 90% οἱ μικροὶ καὶ ἀσθενεῖς, τὰ μεγάλα τῶν ἀν-
1096θρώπων πλήθη. Διότι τί εἶναι ὁ τελωνιακὸς δασμός; Εἶναι, διὰ
1097νὰ φέρητε τὸ ἀποτέλεσμα τῆς πληρώσεως τοῦ δημοσίου τα-
1098μείου, εἶναι ἡ χεὶρ τοῦ φορολόγου, ἥτις ἐκτείνεται εἰς τὰ
1099μικρότερα τοῦ πολλοῦ κόσμου βαλάντια. Τοῦ δὲ ὀλίγου, τοῦ
1100ἰσχυροῦ κόσμου τὰ βαλάντια εἶναι σκληρὰ καὶ γνωρίζουν τὴν
1101τέχνην νὰ ῥίπτουν τὴν φορολογικὴν χεῖρα πρὸς τοὺς ἀσθε-
1102νεῖς, τοὺς ὁποίους πιέζει ἡ ἀνάγκη. Πρᾶγμα περίεργον!
1103Πολὺ περισσότερα εἰσπράττετε ἀπὸ τοὺς ὀλίγον ἔχοντας
1104παρὰ ἀπὸ τοὺς πολλά. Ὁ τελωνιακὸς τῆς εἰσαγωγῆς δασμὸς
1105εἶναι διὰ τοὺς μεγάλους τῆς κοινωνίας ἀριθμοὺς κατεσκευα-
1106σμένος.
1107§87ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ..... (θόρυβος).
1108§88ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Παρατηρῶ εἰς τὴν φωνὴν, ἥτις μὲ διακόπτει,
1109ὅτι βεβαίως ἔχει ἄδικον.
1110§89ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ μὴ σᾶς ἀκούω (θό-
1111ρυβος).
1112§90ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Βεβαίως, ἂν θέλητε νὰ μὴν ἀκούητε, εἶσθε ἐ-
1113λεύθερος νὰ μὴν ἀκούητε. Ἀλλ’ ἡ συζήτησις ἡ νόμιμος εἶναι
1114ἀπ’ ἐδῶ (δεικνύει τὸ βῆμα)· καὶ ἀπὸ θέσιν δὲ ὀρθὴν δύναταί
1115τις νὰ ὑπολάβῃ τὸν λόγον. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὁ ὁμιλῶν ἀν-
1116τιπροσωπεύει τὸ πνεῦμα τῆς Βουλῆς· ὅταν θέλητε νὰ ὁμιλῆτε
1117ἢ νὰ διακόπτητε, ἐγερθῆτε τοὐλάχιστον ὄρθιος καὶ ἐνθυμηθῆτε,
1118ὅτι πρέπει νὰ ζητήσητε τὴν ἄδειαν ἢ ἐμοῦ ἢ τοῦ προέδρου.
1119(Θόρυβος.)
1120Συμβαίνει λοιπὸν, κύριοι, ἐν τῇ φορολογίᾳ ταύτῃ τοῦ τελω-
1121νιακοῦ δασμοῦ ἐκεῖνο, ὅπερ λέγει τὸ Εὐαγγέλιον «τῷ ἔχοντι
1122δοθήσεται, τῷ δὲ μὴ ἔχοντι καὶ ὃ ἂν ἔχῃ ἀφαιρεθήσεται ἀπ’
1123αὐτοῦ.» Τὸ ¼ τοῦ εἰσοδήματος τοῦ ἐργάτου τὸ λαμβάνει ὁ
1124φορολόγος διὰ τοῦ τελωνιακοῦ δασμοῦ καὶ τῶν λοιπῶν ἐμμέ-
1125σων φόρων. Διότι, ἐὰν ἀφαιρέσητε ἀπὸ τὰς ἡμέρας τοῦ ἐργάτου
1126110 περίπου ἑορτάς, προσθέσητε δὲ καὶ τὰς ἡμέρας, καθ’ ἃς
1127δὲν ἔχει ἐργασίαν, μόλις ὁ ἐργάτης ἀπολαμβάνει καθ’ ὅλον τὸ
1128ἔτος 200 περίπου ἡμερομίσθια. Κὰν κατὰ μέσον ὅρον ὑπολο-
1129γίσητε δύο δραχμὰς καθ’ ἕκαστον ἡμερομίσθιον ἢ 2½, ἐν τῇ
1130μεγάλῃ ποικιλίᾳ αὐτῶν, θέλετε κατασκευάσει ποσότητα 400
1131περίπου δραχμῶν, τὰς ὁποίας ἐσοδεύει ὁ ἐργάτης καθ’ ὅλον τὸ
1132ἔτος, ἵνα θρέψῃ τὴν οἰκογένειάν του. Ἀφαιρέσατε ἐκ τοῦ εἰσο-
1133δήματος αὐτῆς τὰς 42 δραχμὰς τοῦ τελωνιακοῦ δασμοῦ τῆς
1134ὑπάρξεώς της, εἰς τροφὰς καὶ ἐνδύματα, ἀφαιρέσατε ἴσον ποσὸν,
1135ὅπερ θυσιάζει εἰς τὴν λοιπὴν ἀκολουθίαν τῶν παντοειδῶν ἐμ-
1136μέσων φόρων, ἰδοὺ ὅτι ἐκ τοῦ ἐργατικοῦ εἰσοδήματος τῶν 400
1137δραχμῶν τὰς 100 περίπου ἀπεῤῥόφησε τὸ δημόσιον καὶ τὸ δη-
1138μοτικὸν ταμεῖον, ἐνῷ ὁ εὔπορος, ὁ πλούσιος δὲν καταβάλλει
1139εἰς αὐτὸ οὔτε τὸ 1/20 οὔτε τὸ 1/30 τῆς ἐνιαυσίας προσό-
1140δου του.
1141Ἕν φάσμα μόνον ἔχουν οἱ τελωνιακοὶ δασμοὶ, καθὼς καὶ οἱ
1142ἔμμεσοι φόροι, ὅτι ἀπατοῦν τὸν λαόν. Ἐπειδὴ πληρόνονται κατὰ
1143μικρὰ ποσὰ, ἐπειδὴ συγχέονται ἐν τῇ τιμῇ τῶν ἐμπορευμάτων
1144καὶ τῶν προμηθειῶν, δὲν γινώσκει ὁ φορολογούμενος τίς τὸν
1145φορολογεῖ, καὶ δὲν γνωρίζει πόθεν προέρχεται ἡ μάστιξ. Ὀρ-
1146γίζεται κατὰ τοῦ παντοπώλου καὶ δὲν βλέπει τὸν κινοῦντα
1147αὐτὸν διοικητικὸν δάκτυλον. Ἀλλ’ ἡ ἀλήθεια εἶναι, ὅτι ὁ λαὸς
1148πληρόνει τὰ λάθη τῶν διοικητῶν του. Ὑπάρχει ἔλλειμμα ἐν
1149τῷ προϋπολογισμῷ; Ὁ φόρος πρέπει νὰ τὸ πληρώσῃ, καὶ
1150μεταξὺ τῶν φόρων ὁ τελωνιακὸς εἶναι ὁ εὐκολώτερος εἰς τὴν
1151διαχείρισιν τῆς ἐπιδεξιότητος. Οἱ μικροὶ πληθυσμοὶ ἂς ἑτοιμά-
1152ζωσι τὴν ῥάχιν των, ἐνῷ οἱ προϊστάμενοί των ῥέουν πάντοτε
1153ὡς τὸ ἔλαιον ἐπὶ τῆς λείας τοῦ ὕδατος ἐπιφανείας. Αὐτὴ εἶ-
1154ναι, κύριοι, ἡ κατάστασις. Ἐκ τῶν 14,000,000 δραχμῶν, πε-
1155ρὶ ὧν πρόκειται, τὰ 12,000,000 εἶναι εἰς βάρος τῶν μικρῶν.
1156Εἶναι φόρος ἀνάγκης.
1157Ἐρχόμενος οὕτω εἰδικώτερον εἰς τοῦ ὑποβαλλομένου νομο-
1158σχεδίου τὴν μελέτην παρατηρῶ, ὅτι εἰς δύο τινὰ κεφάλαια
1159δύναται αὕτη νὰ διαιρεθῇ· τὸ πρῶτον κεφάλαιον ἀφορᾷ τὴν
1160φορολογίαν τῶν πρώτων τῆς βιομηχανίας ὑλῶν, τὰς ὁποίας τὸ
1161ὑπουργεῖον δὲν δύναται, παρὰ νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι φορολογεῖ· τὸ
1162δεύτερον κεφάλαιον ἀφορᾷ εἰς τὴν φορολογίαν τῆς πρώτης ἀνάγ-
1163κης τῶν ἀπαραιτήτων, ἤτοι ἐφοδίων τῆς ζωῆς. Δὲν χρειάζεται,
1164νομίζω, πολὺς κόπος ν’ ἀποδειχθῇ ἡ βιομηχανικὴ ἁμαρτία τοῦ
1165πρώτου κεφαλαίου, διότι παρατηρῶ ἐν τῷ ὑπ’ ὄψιν συστήματι
1166τοῦ τελωνιακοῦ δασμοῦ, τῆς 12% ἤτοι ἀνεξαιρέτως ἐπι-
1167βαρύνσεως τῆς τελωνιακῆς φορολογίας, ὅτι θυσιάζονται οἱ στοι-
1168χειωδέστεροι τῆς βιομηχανίας ὅροι. Τὰ δέρματα π. χ, τὰ ὁ-
1169ποῖα εἶναι ἡ ζωὴ σπουδαίας βιομηχανίας ἐν Σύρῳ, φορολογοῦν-
1170ται αὐστηρότερον, καὶ ὅταν φορολογῆται ἡ πρώτη αὕτη ὕλη
1171τῆς βυρσοδεψικῆς, ἡ ἐπιστήμη σᾶς καταδικάζει. Φορολογεῖτε
1172τὸν σίδηρον, καὶ ἐπιτείνετε τὴν φορολογίαν τῆς διὰ τὴν ἡμε-
1173τέραν σιδηρουργίαν ἐν πολλοῖς πρώτης κατειργασμένης ὕλης
1174αὐτοῦ, φορολογεῖτε τὴν ξυλείαν, ἥτις εἶναι πρώτη ὕλη σπου-
1175δαίων κατὰ θάλασσαν καὶ ξηρὰν βιομηχανιῶν ἐν Ἑλλάδι,
1176καὶ θέλετε νὰ μὴ σᾶς εἰπῶ, ὅτι σᾶς καταδικάζει ἡ ἐπιστήμη;
1177Αἱ πρῶται ὗλαι εἰς τοὺς πολιτισμένους λαοὺς μένουσιν ἀτε-
1178λεῖς, ἵνα προάγηται ἡ βιομηχανικὴ αὐτῶν δραστηριότης. Ὑπὸ
1179πᾶσαν ἔννοιαν ἠμαρτάνετε. Ἀλλὰ θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ἁμαρτάνετε
1180ἀκόμη περισσότερον αὐξάνοντες τὸν τελωνιακὸν δασμὸν ἐν τῷ
1181δευτέρῳ θέματι τῶν ἀναγκαίων ἐφοδίων τῆς ζωῆς, εἰς τροφὴν
1182δηλαδὴ, ἐνδυμασίαν κλπ. Διότι νομίζετε, ὅτι οἱ βαρεῖς δασμοὶ
1183εἶναι ἐκεῖνοι, οἵτινες πληροῦσι τὸ βαλάντιον τῆς ἐπικρατείας·
1184νομίζω, ὅτι ἤκουσα ἀπὸ τοῦ στόματος τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ
1185αὐτὴν τὴν ἰδέαν πρὸ ὀλίγων ὡρῶν. Ἀριθμῶν οὗτος τί παρέχει
1186ἐν ἄλλαις χώραις ὁ τελωνιακὸς δασμὸς, ὑπεστήριξεν ἐν τῇ ῥύ-
1187σει τοῦ λόγου του, ὅτι τὸ κατόρθωμα ἀνήκει εἰς τὴν βαρεῖαν
1188δασμολογίαν. Ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κύριος πρωθυπουργὸς, ἡ
1189ἰδέα αὕτη εἶναι οἰκονομικὸς σολοικισμός.
1190§91ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶπον ἐγὼ αὐτό· δὲν τὸ
1191ἐνοήσατε.
1192§92ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Ὡς πρὸς τοῦτο, ἐσπούδασα ὀλίγον τὴν τέχνην
1193τοῦ ἐννοεῖν, τὸ ἔχω δὲ σημειωμένον.
1194§93ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Δὲν ἠκούσατε καλά....
1195§94ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς εἶναι παρών. Εἰς μάτην
1196ἀναμιγνύεσθε· δὲν ἔχει ἀνάγκην τῆς ὑποστηρίξεώς σας. Ὁ κ.
1197πρωθυπουργὸς ὁμιλεῖ καθαρῶς καὶ ἐγὼ τὸ ἤκουσα ἐπίσης. Βε-
1198βαιωθῆτε, ὅτι δὲν ὑπάρχει περίπτωσις κηδεμονίας (ἱλαρότης).
1199Θέλετε ἰδεῖ λοιπὸν, κύριοι, ὅτι, ἐνῷ ἐπιβαρύνετε τὴν φορολο-
1200γίαν, δὲν θὰ κατορθώσητε ν’ αὐξήσητε τὰ εἰσοδήματά σας.
1201Καὶ διατί; Διότι ἐλαττοῦτε τὰς προσόδους τοῦ ἐργαζομένου
1202λαοῦ ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν περισσότερον. Καὶ τώρα μὲν ἀν-
1203τλεῖτε ὅσον δύνασθε, μετὰ ἓξ μῆνας δὲ θ’ ἀντλήσετε ὀλιγώτε-
1204ρον τοῦ ὅσον ἐπιθυμεῖτε, διότι αἱ ἐργατικαὶ πρόσοδοι θὰ ὀλιγο-
1205στεύσουν· μετὰ ἓν ἔτος δὲ ἀκόμη ὀλιγώτερον. Μὴ νομίσητε, ὅτι
1206εἶναι ἀπεριόριστοι οἱ πόροι τῆς ἐπικρατείας· σκάψατε τὸν ἀγρόν
1207σας, θὰ ἔχητε καρποὺς, σκάψατε βαθύτερον θὰ ἔχητε πάλιν
1208καρποὺς, ἀλλ’ ἐὰν προχωρήσητε σκάπτοντες, θὰ κατασκευάσητε
1209πλέον οὐχὶ ἀγρὸν, ἀλλὰ φρέαρ. Καὶ ἂν βλέπετε, ὅτι ἠμποροῦν
1210οἱ ἄνθρωποι νὰ πληρόνουν ἐφ’ ὅσον ἔχουν εἰσόδημα, μὴ νομίσητε,
1211ὅτι ὁ θησαυρὸς αὐτῶν εἶναι ἀνεξάντλητος. Ἡ φορολογία σας ἐν
1212τούτοις προχωρεῖ ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος αὐξάνουσα. Τὰ ποσοστὰ
1213θὰ καταπλημμυρήσωσι τὸν τόπον. Θὰ φθάσητε εἰς τὸν πάτον.
1214Αὐτὴ εἶναι ἡ καθολικὴ ἔννοια τοῦ συστήματός σας.
1215Καὶ ἐπειδὴ ἐπαγγέλλονται τὸν μεταῤῥυθμιστήν τινες ἐδῶ,
1216ἀκούσατε ποίου εἴδους εἶναι οἱ οἰκονομικοὶ μεταῤῥυθμισταὶ τῶν
1217ἀληθῶς προοδευτικῶν ἐπικρατειῶν, διότι ἀδικοῦσιν οἱ κύριοι
1218ἐκεῖνοι ἑαυτούς· δὲν εἶναι πράγματι οἰκονομικοὶ μεταῤῥυθμισταί.
1219Κατὰ τὴν τρίτην δεκαετηρίδα τοῦ παρόντος αἰῶνος ὁ Χούσκι-
1220σων ἐκήρυξε τὴν ἀρχὴν, ὅτι διὰ μικρῶν δασμῶν πληροῦται
1221ταχύτερον καὶ ἀποτελεσματικώτερον τὸ ταμεῖον τῆς ἐπικρα-
1222τείας, ἡ διδασκαλία δὲ αὕτη κατὰ τὸ ἔτος 1824 ἐξηνάγκασε
1223τὴν ἐλάττωσιν π. χ. εἰς τὸ ἥμισυ τοῦ δασμοῦ τῆς σακχάρεως
1224ἐν Ἀγγλίᾳ. Καὶ τί νομίζετε, κύριοι; ἐντὸς ὀλίγων ἐτῶν τὸ
1225εἰσόδημα τῆς Ἀγγλικῆς ἐπικρατείας ἀπὸ 420,000 λ. στερ-
1226λινῶν ἀνέβη εἰς 922,000 λίρας στερλίνας. Ἀλλ’ ἴσως δὲν
1227ἀρέσκει αὐτὸς ὁ φιλόσοφος οἰκονομολόγος· ἂς τὸν ἀφήσωμεν
1228ὑπὸ τὴν σεμνὴν δάφνην του· εἶναι ὄνομα διαπρεπέστατον ἐν τῇ
1229ἱστορίᾳ τῇ οἰκονομικῇ. Ἐν τούτοις δύναταί τις νὰ γαργαλίζηται
1230ἐκ τῆς δόξης ἑνὸς Πήλ. Διατί, κύριοι, δὲν ἀκολουθεῖτε τὰ μαθήμα-
1231τα καὶ τὴν πρακτικὴν τοῦ μεγάλου τούτου ἀνδρός; Ἡμεῖς ἐδῶ
1232ἄνθρωπον ζητοῦμεν· καὶ ἂν δὲν ἦναι πρωτότυπον, διατί δὲν γίνε-
1233ται ἀντίγραφον, ἂν διὰ τοῦ ἀντιγράφου πρόκηται νὰ σωθῇ ἡ
1234Ἑλλάς; Ἀλλὰ ζητεῖτε τὰ παραδείγματά σας ἐκεῖ ὅπου δὲν
1235λάμπει τὸ φῶς· πρέπει ὅθεν νὰ ἀκούσητε καὶ πάλιν τὴν κα-
1236ταδίκην τῆς ἐπιστήμης. Ὁ Πὴλ ἐκεῖνος κατήργησε τὸν δασμὸν
1237τῶν πρώτων ὑλῶν τῆς βιομηχανίας καὶ τῶν πρώτων ἐφοδίων
1238τῆς ζωῆς· εἰς τὰ 1842 δὲ ἐν Ἀγγλίᾳ ἠλαττώθησαν συλ-
1239λήβδην τὰ ποσοστὰ τῶν τελωνιακῶν δασμῶν ἀπὸ 18,000,000
1240εἰς 10,000,000, ἀλλ’ ἐντὸς ὀλίγων ἐτῶν ἀνέβη ἡ εἴσπραξις
1241τῆς Ἀγγλικῆς ἐπικρατείας ἡ ἐκ τῶν τελωνιακῶν δασμῶν εἰς
124220,000,000. Βλέπετε τί σᾶς λέγει ἡ ἐπιστήμη, ὄχι ἡ ἀφῃρη-
1243μένη ἐπιστήμη, ὡς τὴν κατηγοροῦν, ἀλλ’ ἡ πρακτικὴ, ἡ ἐφῃρ-
1244μοσμένη ἐπιστήμη ὑπὸ τὴν αἰγίδα τῶν μεγαλειτέρων διανοιῶν.
1245Μεταβάλλεται τὸ δασμολόγιον, ἐλευθεροῦνται πλεῖστα φορο-
1246λογουμένων εἰδῶν, καὶ ἀντὶ νὰ ἐλαττωθῇ τὸ βαλάντιον τῆς
1247ἐπικρατείας γίνεται ὀγκωδέστερον· διατί δὲν ἀκολουθεῖτε τὴν
1248αὐτὴν διεύθυνσιν; Καὶ ἐπειδὴ, κύριοι, ἡ συζήτησις αὕτη συμ-
1249πίπτει μὲ ἓν ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων γεγονότων, τὰ ὁποῖα συμ-
1250βαίνουν νῦν ἐν Ἀγγλίᾳ, συμπίπτει, λέγω, μὲ τὴν ἐποχὴν, καθ’
1251ἣν ἔρχονται ἐκεῖ οἱ φιλελεύθεροι, ἀκούσατε τί λέγει ὁ προϊστά-
1252μενος αὐτῶν Γλάδστων ἐπὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον σᾶς ἐνα-
1253σχολεῖ. Τὸ λέγει δὲ ὄχι σήμερον, διὰ νὰ μὴ νομίσῃ πληγωμένη
1254τις ὑποψία, ὅτι ὑπολανθάνει πολιτικόν τι ἐν τῇ προκειμένῃ
1255συζητήσει, διότι περὶ Ἀρχῆς πλέον δὲν εἶναι ἐδῶ ὁ ἀγών. Ὁ
1256ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος διευθύνει σήμερον τὰς τύχας τῆς Ἀγγλίας
1257καὶ ὁ ὁποῖος ἐνδέχεται νὰ ἐπηρεάσῃ καὶ τὰς τύχας τὰς Ἑλλη-
1258νικὰς, ἰδοὺ τί ἔλεγεν ἐνώπιον τοῦ Ἀγγλικοῦ κοινοβουλίου κατὰ
1259τὸ ἔτος 1861, εἰσάγων ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὸν
1260προϋπολογισμὸν (ἀναγινώσκει): «Ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀντικειμέ-
1261νων, τὰ ὁποῖα ὑπεβάλλοντο τῷ 1845 εἰς τελωνιακὸν δασμὸν,
1262ἀνέβαινεν εἰς 1052. Τῷ 1853 κατέβη εἰς 466. Τῷ 1859 εἰς
1263419. Ὅταν δὲ αἱ νῦν προτεινόμεναι τροποποιήσεις γείνωσι δε-
1264κταί, μὴ λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν εὐαρίθμων τινῶν ὑποδιαιρέ-
1265σεων, ὡς ἐκ τῆς ποιότητος π. χ. τῆς σακχάρεως, ὁ ὅλος ἀριθ-
1266μὸς τῶν ἀντικειμένων, τὰ ὁποῖα μένουσιν ἐγγεγραμμένα εἰς τὸ
1267τελωνιακὸν δασμολόγιον, θὰ ἦναι 48. Τὰ ἀντικείμενα ταῦτα
1268σχηματίζουν τρεῖς τάξεις, ἐξ ὧν ἡ πρώτη περιλαμβάνει 15
1269προϊόντα, τὰ ὁποῖα καὶ μόνα θὰ ἐξακολουθήσωσι, καιροῦ προϊ-
1270όντος, νὰ τελωνίζωνται ἐπὶ σκοπῷ δημοσίου εἰσοδήματος, ὡς
1271ἡ σάκχαρις, ὁ καφὲς, ὁ καπνὸς, ὁ οἶνος, ἡ ξηρὰ σταφὶς κλπ.»
1272Βλέπετε, κύριοι, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1861 ἀπέβλεπεν ὁ Γλάδστων
1273εἰς τὸν περιορισμὸν τῶν τελωνισίμων εἰδῶν μέχρι τοῦ ἀριθμοῦ
127415, καὶ τώρα ὁ ἀριθμὸς οὗτος κατέβη ἐν Ἀγγλίᾳ εἰς 10. Εἶ-
1275ναι περίεργον νὰ ἀκούσητε τὴν γονιμότητα τῶν 10 τούτων
1276ἀντικειμένων κατὰ τὸ ἔτος 1879. Ἀναφέρω τὴν γονιμότητα
1277αὐτῶν κλιμακηδόν. Ὁ καπνὸς ἔφερεν 8,589,000 λίρας στερλί-
1278νας, τὰ πνευματώδη ποτὰ 5,376,000, παραλειπομένων τῶν
1279ἑκατοντάδων, τὸ τέϊον 4,169,000, οἶνος 1,469,000, ἡ σταφὶς
1280ἡ Κορινθιακὴ 315,000, ἡ ἄλλη σταφὶς 161,000, ὁ καφὲς
1281212,000, ἡ κιχώρη 66,000, τὸ κακάο 44,000, ὀπῶραι 32,
1282000, τὰ διοικητικὰ ἔσοδα τῶν τελωνείων 37,000, τῆς νήσου
1283Man 52,259, τὸ ὅλον 20,316,000 λίρ. στερλίνας. Αὐτὸ εἶναι
1284τὸ ἐκ τῶν τελωνείων εἰσόδημα τῆς Ἀγγλικῆς ἐπικρατείας, ἀ-
1285κολουθούσης τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑπο-
1286βάλω ἐνώπιόν σας καὶ τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ ἀληθῆ οἰκονομικὴν
1287μεταῤῥύθμισιν. Ἀλλὰ σεῖς προτιμᾶτε νὰ ἐπιφορτίζητε τὸν λαὸν
1288εἰς πᾶσαν του ἐργασίαν, εἰς πᾶσαν του ἀγοράν. Τίς θὰ τὸ πιστεύ-
1289σῃ! 777 εἴδη τελωνίζετε, τὸ ἥμισυ εἰς πρωτότυπα καὶ τὸ ἥ-
1290μισυ εἰς ὑποδιαιρέσεις αὐτῶν. Συγκρίνετε ὅμως τὸν ἀριθμὸν 777
1291τῶν παρ’ ἡμῖν τελωνιζομένων εἰδῶν πρὸς τὸν ἀριθμὸν 10 τῶν
1292ἐν Ἀγγλίᾳ, καὶ ἔπειτα ὁμιλήσατε περὶ ἐπιστήμης.
1293Ἡ ἰδέα μου, κύριοι, εἶναι ἡ ἑξῆς: Ὅτι ἱκανῶς φορολογεῖται
1294ὁ πενόμενος τῆς ἐργασίας λαὸς ἐπὶ τῶν πρώτων μέσων τῆς
1295ὑπάρξεώς του. Μὴ τὸν ἐπιβαρύνετε μὲ τὸ προτεινόμενον 12%.
1296Ἂν θέλετε νὰ εἶσθε δίκαιοι, ἂν θέλετε νὰ εἶσθε πολιτι-
1297κοί, πολιτικοὶ οὐχὶ τῆς σήμερον, ἀλλὰ τῆς αὔριον, καὶ θὰ μοῦ
1298κάμετε τὴν χάριν νὰ σᾶς συστήσω τὴν μεθαύριον, φορολογή-
1299σατε ἀναλόγως τῶν δυνάμεων ἑκάστης κοινωνικῆς τάξεως, ἀλλ’
1300ἀφήσατε τὸν ἐργάτην νὰ θρέψῃ τὸ τέκνον του διὰ ξηροῦ ἄρτου
1301τὸ τρέφει· μὴ τοῦ φορολογεῖτε τὸν σῖτον, μὴ τοῦ φορολογεῖτε
1302τὸ ἄλευρον. Ἀφήσατε τὸν ἄρτον καὶ τὸ ἔνδυμα τοῦ ἐργατικοῦ
1303λαοῦ, μὴ θυσιάζετε αὐτὰ εἰς τὴν πολυτέλειαν τοῦ πλουσίου,
1304τοῦ ἰσχυροῦ ἐν κεφαλαίοις· ἀφήσατε τὰ πρῶτα ἐφόδια τῆς
1305ζωῆς, ἀφήσατε τὰ πρῶτα ἐφόδια τῆς βιομηχανίας, διὰ νὰ γείνῃ
1306εὔρωστος ἡ Ἑλλὰς, διὰ νὰ ἀναπτύξῃ τὸ βιομηχανικόν της
1307μέλλον. Θὰ ἰδῆτε τότε, ὅτι βαθμηδὸν θὰ εὕρητε μεγαλειτέρους
1308πόρους, ἵνα φορολογήσητε. Ἀλλὰ, κύριοι, ἐπαναλέγω, ἐστὲ δί-
1309καιοι, καὶ πρὸ πάντων ἐστὲ προνοητικοί.
1310§95ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἔπραξε κακῶς ὁ κ. πρόεδρος τοῦ ὑ-
1311πουργικοῦ συμβουλίου λαβὼν τὸν λόγον καὶ μετασχὼν τῆς
1312συζητήσεως κατὰ τὴν προμεσημβρινὴν συνεδρίασιν, ὡς αὐτὸς
1313σᾶς εἶπεν· ἔπραξε καλῶς, καὶ ἔπραξεν ὅ,τι ὀφείλει νὰ πράττῃ,
1314νὰ συζητῇ καὶ ὑποστηρίζῃ τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα προβάλ-
1315λει εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ νὰ προσπαθῇ ν’ ἀποδεικνύῃ τὸ λυσιτε-
1316λὲς καὶ τὸ χρήσιμον αὐτῶν, ἀναιρῶν τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ
1317ὁποῖα προβάλλονται ὑπὸ τῆς ἀντιπολιτεύσεως κατὰ τῶν νο-
1318μοσχεδίων αὐτῶν. Ἔπραξε λοιπὸν ὅ,τι ὤφειλε νὰ πράττῃ, νὰ
1319ὑποδεικνύῃ τὸ λυσιτελὲς καὶ τὸ χρήσιμον τῶν νομοσχεδίων,
1320διότι σᾶς ὁμολογῶ ὅτι, ἂν δὲν ἦτο ἡ παροῦσα ὥρα τοῦ ἐνιαυ-
1321τοῦ, καὶ ἂν δὲν εἴμεθα περὶ τὸ τέλος τῶν ἐργασιῶν μας, ἦτο
1322δύσκολον νὰ διέλθωσι τὰ νομοσχέδια, ὅσα διῆλθον ἀπὸ τὴν
1323Βουλὴν, χωρὶς νὰ προσπαθήσωμεν νὰ ἐφελκύσωμεν τὴν προσο-
1324χὴν τοῦ κοινοβουλίου ἐπὶ τῶν ἀτελειῶν, ἃς τὰ νομοσχέδια
1325ταῦτα περιέχουσι· διότι ἦσαν ἔργα οὐχὶ μελέτης καὶ ἐπιστα-
1326σίας, ἀλλ’ ἔργα σπουδῆς καὶ βίας, τὰ δὲ ἔργα τῆς σπουδῆς
1327καὶ τῆς βίας εἶναι πάντοτε ἀτελῆ. Ἔπραξεν ὅμως κακῶς με-
1328τασχὼν τῆς συζητήσεως δι’ ἄλλον λόγον, διότι ἠκολούθησε καὶ
1329σήμερον τὴν τακτικὴν, τὴν ὁποίαν ἠκολούθει ὡς ἀντιπολιτευό-
1330μενος· διαφέρει δὲ πολὺ ἡ θέσις τῶν κυβερνώντων ἀπὸ τὴν
1331θέσιν τῶν ἀντιπολιτευομένων. Ὅταν τις ἦναι ἀντιπολιτευόμε-
1332νος, δύναται ν’ ἀκολουθῇ τὴν τακτικὴν τῆς ἐπιθέσεως, καὶ νὰ
1333ἐπιτίθεται καὶ νὰ ἐλέγχῃ καὶ ἐπικρίνῃ τοὺς κυβερνῶντας,
1334ἀλλ’ ὅταν ἦναι κυβερνῶν, δὲν δύναται νὰ μετέρχηται τὴν τα-
1335κτικὴν τῆς ἐπιθέσεως καὶ νὰ ἐπικρίνῃ τοὺς προκατόχους αὐ-
1336τοῦ, καθ’ ὃν χρόνον μάλιστα οἱ προκάτοχοι αὐτοῦ δὲν εἶναι ἄ-
1337ξιοι τῆς ἐπικρίσεώς του. Καὶ διατί δὲν εἶναι ἄξιοι τῆς ἐπι-
1338κρίσεώς του οἱ προκάτοχοι, οἱ συντάξαντες καὶ προβαλόντες
1339τὸ νομοσχέδιον περὶ αὐξήσεως τῶν τελωνειακῶν τελῶν; διότι
1340εἰσήγαγον νομοσχέδιον πλῆρες, τὸ ὁποῖον ἦτο προϊὸν μελέτης
1341μακρᾶς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ δὲ νομοσχέδιον
1342ἐκεῖνο ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἠθέλησε ν’ ἀντικαταστήσῃ διὰ
1343νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει τὰ κύρια συστατικὰ φορολο-
1344γικοῦ νομοσχεδίου;
1345Σᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι σᾶς παρουσιάζει πλῆρες
1346καὶ τέλειον σύστημα. Μὴ ἐξετάζετε, σᾶς εἶπε, κεχωρισμένως
1347καὶ μεμονωμένως τὸ νομοσχέδιον περὶ αὐξήσεως τῶν τελωνια-
1348κῶν τελῶν, πρέπει νὰ ἐξετάσητε αὐτὸ συνδεδεμένον μετὰ τοῦ
1349νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τοῦ ἐγγείου φόρου ἐπὶ τῶν δη-
1350μητριακῶν καρπῶν καὶ ἀντικαταστάσεως αὐτοῦ διὰ τοῦ φό-
1351ρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Σᾶς εἶπεν, ὅτι καθὼς δι’ ἐ-
1352κείνου τοῦ νομοσχεδίου ἠθέλησε νὰ ἐλαφρώσῃ μίαν παραγω-
1353γικὴν τάξιν τῆς κοινωνίας, οὕτω διὰ τούτου ἠθέλησε ν’ ἀνα-
1354πληρώσῃ τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα τὸ δημόσιον ταμεῖον ἔμελλε νὰ
1355ἀναλάβῃ διὰ τῆς ἀπωλείας τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν δημητριακῶν
1356καρπῶν. Ὁ συλλογισμὸς οὗτος δὲν εἶναι πλήρης, διὰ νὰ μὴ
1357εἴπω, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβής. Πρὸ τοῦ κ. Τρικούπη καὶ πρὸ
1358τῆς ἐνεστώσης Κυβερνήσεως, ἡ Κυβέρνησις προέβλεψε διὰ νὰ
1359ζητήσῃ μικρὸν πόρον ἐν τῇ αὐξήσει τῶν τελωνιακῶν τελῶν,
1360καὶ προέθετο δι’ αὐτοῦ νὰ ἐλαττώσῃ τὸ ἔλλειμμα τοῦ προϋ-
1361πολογισμοῦ. Ἂν περιέχῃ τι τὸ ἀντιδημοτικὸν ἡ αὔξησις τῶν
1362τελωνιακῶν τελῶν, διότι τώρα εἶναι καιρὸς, καθ’ ὃν φροντί-
1363ζετε πάντες νὰ γίνητε δημοτικοί, τὸ ἀντιδημοτικὸν τοῦτο ἀ-
1364νέλαβεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις μετὰ τοῦ θάῤῥους, τὸ ὁποῖον
1365ἐμπρέπει εἰς τὴν Κυβέρνησιν, οὐδ’ ἦλθε διὰ νὰ δικαιολογηθῇ
1366ὑπομιμνήσκουσα τὴν εὐκολίαν, ἡ ὁποία ἐγένετο εἰς τὴν γεωρ-
1367γικὴν τάξιν διὰ τῆς καταργήσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν δημη-
1368τριακῶν καρπῶν. Καὶ εἰς τὴν πρότασιν αὐτὴν, τὴν ὁποίαν ἔ-
1369φερεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, προσέφυγε καὶ ἡ παροῦσα προ-
1370βαλοῦσα τὴν αὔξησιν τῶν τελωνιακῶν τελῶν.
1371Ἀλλ’ ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις, ἀντιπολίτευσις οὖσα, ἐλη-
1372σμόνησεν, ὅτι δύναται νὰ γείνῃ Κυβέρνησις. Οἱ πολιτευόμε-
1373νοι πρέπει νὰ ἐνθυμῶνται, ὅτι ἀργὰ ἢ γρήγορα δύνανται νὰ
1374ἀλλάξωσι θέσιν. Ὅταν ἦναι Κυβέρνησις, πρέπει νὰ κυβερνῶ-
1375σιν οὕτως, ὥστε νὰ μὴ πράττωσιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὡς ἀν-
1376τιπολιτευόμενοι δὲν ἤθελον θεωρήσει ἐπιτετραμμένον νὰ γί-
1377γνωνται. Καὶ ὅταν ἦναι ἀντιπολιτευόμενοι, δὲν πρέπει νὰ ἐ-
1378πικρίνωσι πάσας τὰς πράξεις τῶν κυβερνώντων, διότι ἀπὸ τῆς
1379θέσεως τῶν ἀντιπολιτευομένων δύνανται νὰ ἔλθωσιν εἰς τὴν
1380θέσιν τῶν κυβερνώντων, καὶ τότε θέλουσιν ἀναγκασθῆ νὰ
1381πράξωσιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐπέκρινον. Ἕνεκα πλημμελείας
1382τοιαύτης, ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἐπικρίνασα ὅλας τὰς πρά-
1383ξεις τῆς Κυβερνήσεως, δὲν παρέλιπε νὰ ἐπικρίνῃ καὶ τὸν νό-
1384μον περὶ αὐξήσεως τῶν τελωνιακῶν τελῶν, ὡς ἄσοφον καὶ
1385ἀνεπιστήμονα, ὡς μὴ ἔχοντα οὐδένα λόγον, ὡς μὴ λαβόντα
1386ὑπ’ ὄψιν τὰς ἀνάγκας τῆς βιομηχανίας καὶ μὴ ἐρχόμενον
1387εἰς ἐπικουρίαν αὐτῆς, ὡς μὴ λαβόντα ὑπ’ ὄψιν τὰς ἀνάγκας
1388τῆς καταναλώσεως· ἐλησμόνησεν ὅμως, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἔλθῃ
1389Κυβέρνησις, καὶ ὅταν ἤρχετο ὡς Κυβέρνησις, ὅτι ἦτο ὑποχρεω-
1390μένη νὰ προσφύγῃ εἰς τὸν νόμον ἐκεῖνον. Καὶ ἰδοὺ ἐγένετο Κυ-
1391βέρνησις. Ὡς τοιαύτη εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ζητήσῃ τὴν
1392ἐπαύξησιν τῶν τελωνιακῶν τελῶν· ἀλλὰ πῶς νὰ σᾶς παρα-
1393καλέσῃ νὰ ψηφίσητε τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ἐπέκρινε; Κατέ-
1394φυγεν εἰς εὐκολώτατον πρᾶγμα, εἰς δύο λέξεις. Αὐξάνομεν
1395κατὰ 14% τὰ τελωνιακὰ τέλη. Ἀλλ’ ἡ μέθοδος αὕτη δὲν
1396εἶναι μέθοδος φορολογικὴ, εἶναι μέθοδος, ἡ ὁποία δὲν ἐκφράζει
1397παρὰ μόνον τὸν πόθον.
1398Οἱ φορολογικοὶ νόμοι δὲν εἶναι νόμοι, διὰ τῶν ὁποίων ἐκ-
1399φράζονται μόνον πόθοι· πρέπει νὰ περιέχωσιν ἐν ἑαυτοῖς τὸν
1400λόγον τῆς φορολογίας καὶ νὰ πείθωσι τοὺς φορολογουμένους,
1401ὅτι οἱ φόροι, οἱ ὁποῖοι ἐπιβάλλονται, εἶναι δίκαιοι καὶ εὔλο-
1402γοι. Εἶναι τῷ ὄντι ἀνάγκη, κύριοι, οἱ κυβερνῆται καὶ φορολο-
1403γούμενοι νὰ γνωρίζωσιν οἱ μὲν κυβερνῆται ποίους φόρους ἐπι-
1404βάλλουσιν, οἱ δὲ φορολογούμενοι ποίους φόρους πληρώνουσι, καὶ
1405διατί πληρώνουσιν αὐτούς.
1406Ἀλλ’ ἤθελον ἐρωτήσει τοὺς φορολογουμένους, ἢ τοὺς κυβερ-
1407νήτας, τί εἶναι ὁ φόρος αὐτὸς, τὸν ὁποῖον σᾶς προβάλλουσι νὰ
1408ἐπιβάλητε διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ αὐξήσεως τῶν τελωνια-
1409κῶν τελῶν; τί ἀντιπροσωπεύουσι, ποίαν γνώμην, ποῖον λόγον
1410ἀντιπροσωπεύουσιν; Ἐὰν ἔχετε νομοσχέδια περὶ φόρων ἀμέσων,
1411θέλετε προσδιορίσει ἀμέσως τὸν λόγον τοῦ φόρου· ζητεῖτε νὰ
1412εἰσπράξητε τόσον τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον παράγεται·
1413ἐὰν ἔχετε νόμον περὶ ἐμμέσων φόρων, πρέπει νὰ δώσητε ἀμέ-
1414σως τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον θέλετε προβάλει διὰ νὰ ὑποστηρί-
1415ξητε τὸν φόρον σας· ζητεῖτε νὰ εἰσπράξητε τόσον τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ
1416τῆς ἀγοραίας τιμῆς τῶν πραγμάτων. Τὸ 14%, τὸ ὁποῖον ἐπι-
1417βάλετε, τί εἶναι; εἶναι τόσον τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τῆς ἀγοραίας τιμῆς
1418τῶν πραγμάτων, τὰ ὁποῖα ὑπόκεινται εἰς τελωνιακὰ τέλη;
1419Δὲν εἶναι τίποτε. Ζητήσατε τὸ νομοσχέδιον, ἐρευνήσατε αὐτὸ
1420διὰ νὰ ἴδητε, ὅτι εὑρίσκετε μόνον τὸν πόθον, καὶ οὐχὶ τὸν φο-
1421ρολογικὸν λόγον. Ἐπιθυμῶ 14% νὰ εἰσπράττω περισσότερον
1422ἀπὸ τὰ ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα εἰσάγονται, καὶ τὰ τελωνιακὰ
1423τέλη. Ἀλλὰ διατί ζητεῖτε 14%; διότι ἐπιθυμῶ 14%.
1424Ἀλλ’ αὐτὸ τὸ 14% ποῖον λόγον ἔχει ἐπὶ τῆς ἀγοραίας ἀξίας
1425τῶν πραγμάτων, τὰ ὁποῖα εἰσάγονται εἰς τὴν κατανάλωσιν,
1426δὲν μᾶς ἀπαντᾷ ἡ κυβέρνησις.
1427Καὶ δὲν δύνασθε, κύριοι, νὰ ἐπιβάλητε κατ’ αὐτὸν τὸν τρό-
1428πον φόρους. Ἡ προσθήκη, τὴν ὁποίαν σᾶς ζητοῦν διὰ τοῦ νο-
1429μοσχεδίου τοῦ συζητουμένου, εἶναι προσθήκη ἐπὶ τῶν τελω-
1430νιακῶν τελῶν, τὰ ὁποῖα προσδιωρίσθησαν κατὰ τὸ 1867
1431μετὰ ἐργασίαν, τῆς ὁποίας σκοπὸς ἦτο νὰ ἀνευρεθῇ ἡ ἀγοραία
1432τιμὴ τῶν πραγμάτων τῶν ὑποκειμένων εἰς τὰ τελωνιακὰ
1433τέλη. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου τοῦ
14341867, καὶ ἂν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία τοῦ 1867 ἐπείσθη ἐντελῶς,
1435ὅτι τὸ τελωνιακὸν τέλος, τὸ ὁποῖον διὰ τοῦ δασμολογίου
1436ἐπεβάλλετο ἐφ’ ἑκάστου τῶν ἀντικειμένων, τῶν ὑποκειμένων
1437εἰς τὴν τελωνιακὴν αὐτὴν φορολογίαν, ἦτο ἀνάλογον πρὸς
1438τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον εἶχεν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία διὰ νὰ φο-
1439ρολογήσῃ πολὺ ἢ ὀλίγον ἕκαστον τῶν εἰσαγομένων ἀντικειμέ-
1440νων. Ὑπάρχει ὅμως ἡ πρόληψις, ὅτι τὸ δασμολόγιον τοῦ 1867
1441ἐστηρίχθη ἐπὶ τῆς ἀγοραίας τιμῆς τῶν πραγμάτων, τὰ ὁποῖα
1442διὰ τοῦ δασμολογίου ὑπετάσσοντο εἰς τὴν φορολογίαν αὐτήν.
1443§96ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὄχι, κύριε, ἐπὶ τῆς ἀξίας, ἀλλ’ ἐλαμβάνετο
1444ὑπ’ ὄψιν καὶ ἡ πρώτη ὕλη. Ὅταν λέγετε ἐπὶ τῆς ἀξίας,
1445παραλείπετε τὸ σπουδαιότερον, τὴν βάσιν τῆς συντάξεως τοῦ
1446δασμολογίου.
1447§97ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶσθε ἀρκετὰ εὐφυὴς, ἑπομένως νομίζω,
1448ὅτι δὲν ἐπλανήθητε ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ νομίζητε, ὅτι λέ-
1449γων ἀγοραίαν τιμὴν, ἐννοῶ μόνον ἀγοραίαν τιμήν. Ὑμεῖς πρέ-
1450πει νὰ γνωρίζετε, ὅτι ἀνευρίσκεται ἡ ἀγοραία τιμὴ διὰ νὰ
1451κανονισθῇ τὸ ποσοστὸν τοῦ φόρου, διότι κατ’ ἄλλο ποσοστὸν
1452θέλει φορολογηθῆ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προορίζεται εἰς τὴν χρῆσιν
1453τῶν πάντων, κατ’ ἄλλο ποσοστὸν θέλει φορολογηθῆ ἐκεῖνο, τὸ
1454ὁποῖον προορίζεται εἰς τὴν χρῆσιν τῶν εὐπορωτέρων τάξεων,
1455καὶ ἄλλως ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον χρησιμεύει εἰς τὴν ἐγχώριον βιο-
1456μηχανίαν. Ἀλλὰ διὰ νὰ προσδιορίσητε τὸ ποσοστὸν τοῦ φόρου,
1457πρέπει νὰ εὕρητε τὴν ἀγοραίαν τιμήν. Ὅταν σᾶς ὁμιλῶ περὶ
1458ἀγοραίας τιμῆς, σᾶς ὁμιλῶ, διότι αὕτη χρησιμεύει ὡς ὅρος πρὸς
1459προσδιορισμὸν τοῦ ποσοστοῦ τοῦ φόρου, καὶ ἀπορῶ πῶς δὲν
1460τὸ ἐνοήσατε.
1461§98ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Εἶναι ἀδιάφορον τὸ ποσοστόν.
1462§99ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ δασμολόγιον τοῦ 1867 ὑπάρχει πρό-
1463ληψις, ὅτι ἐστηρίχθη ἐπὶ τῆς ἐξακριβωθείσης ἀγοραίας τιμῆς
1464τῶν ὑποκειμένων εἰς τὰ τελωνιακὰ τέλη ἀντικειμένων, τῶν
1465εἰσαγομένων πρὸς κατανάλωσιν, καὶ ὅτι μετὰ τὴν ἐξεύρεσιν
1466τῆς ἀγοραίας τιμῆς προσδιωρίσθη τὸ ποσοστὸν τοῦ φόρου, μὲ
1467σκοπὸν νὰ θεραπευθῶσι πᾶσαι αἱ κοινωνικαὶ, γενικαὶ ἢ εἰδικαὶ
1468ἀνάγκαι.
1469§100ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τώρα εἶναι πλήρης ἡ ἔννοια.
1470§101ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλ’ ἡ ἀγοραία τιμὴ τοῦ 1867 δὲν εἶ-
1471ναι ἀγοραία τιμὴ τοῦ 1880, ἑπομένως τὸ ποσοστὸν τοῦ φόρου,
1472τὸ ὁποῖον προσδιωρίσθη μετὰ σκοποῦ κατὰ τὸ 1867, δὲν εἶναι
1473ποσοστὸν τοῦ φόρου, τὸ ὁποῖον ἔχει τὸν αὐτὸν σκοπὸν κατὰ
1474τὸ 1880. Αὐξάνοντες δὲ ἁπλῶς τὰ τελωνιακὰ τέλη τοῦ
14751867 — συγχωρήσατε τὴν ἔκφρασιν — προβαίνετε εἰς τὰ στρα-
1476βὰ, διότι μόνον ἔχετε ἀνάγκην χρημάτων.
1477Ἰδοὺ διατί τὸ νομοσχέδιόν σας ἐκφράζει πόθον, δὲν ἔχει δὲ
1478λόγον φορολογικόν. Ὁ λόγος ὁ φορολογικὸς εἶναι, ἐπειδὴ ἀ-
1479κούω νὰ γίνηται κἄπου ἐνταῦθα λόγος, ἡ ἐπιθυμία ἢ τὸ καθῆ-
1480κον νὰ μὴ ἐξαντλήσητε τὴν φορολογικὴν δύναμιν ἐκείνων,
1481τοὺς ὁποίους φορολογεῖτε, νὰ προστατεύσητε δὲ παραλλήλως
1482τὰς ἄλλας παραγωγικὰς δυνάμεις τῆς κοινωνίας· ὅταν δὲν
1483φορολογῆτε μετὰ φορολογικοῦ λόγου, ὅταν φορολογῆτε τυχαίως
1484μόνον μὲ τὸν σκοπὸν νὰ φορολογήσητε, τότε ἐξαντλεῖτε τὴν
1485φορολογικὴν δύναμιν τοῦ τόπου, παραλείπετε δὲ τὸ καθῆκον,
1486τὸ ὁποῖον ἔχετε νὰ προστατεύσητε ἄλλας παραγωγικὰς δυ-
1487νάμεις τοῦ τόπου.
1488Ἡ Κυβέρνησις λοιπὸν εὑρέθη εἰς τὴν δύσκολον ταύτην ἀνάγ-
1489κην ἐπικρίνασα, ὡς δὲν ἔπρεπε νὰ πράξῃ, τὸ νομοσχέδιον, τὸ
1490ὁποῖον ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις εἰσήγαγε, καὶ τὸ ὁποῖον ἦτο
1491προϊὸν μελέτης, καὶ ἐθεράπευε τὰς ἀνάγκας ταύτας, ἐπικρίνα-
1492σα, διότι ἐφρόνει, ὅτι εἶχεν ἀνάγκην νὰ ἐπικρίνῃ πᾶσαν πρᾶ-
1493ξιν τῆς Κυβερνήσεως, μὴ ἔχουσα δὲ καιρὸν νὰ παρασκευάσῃ ἄλ-
1494λο διὰ νὰ ἀντικαταστήσῃ ἐκεῖνο, ἔρχεται καὶ σᾶς προβάλλει
1495κατεπειγόντως νὰ ψηφίσητε τὸ νομοσχέδιον.
1496Ἀφοῦ λοιπὸν εὑρίσκεται εἰς τοιαύτην θέσιν ἡ Κυβέρνησις,
1497πῶς ἐνόμισεν, ὅτι ἔχει λόγον, ὁ ὁποῖος ἤθελε τὴν δικαιολο-
1498γήσει ἐνώπιον τοῦ κοινοβουλίου, διὰ νὰ ἐπιτεθῇ κατὰ τῆς
1499προκατόχου Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία εἶχε παρασκευάσει τὴν ἐργα-
1500σίαν ταύτην; Ἐὰν ἐνόμιζεν, ὅτι ἡ ἐργασία ἐκείνη ἦτο πλημ-
1501μελὴς κατὰ τοῦτο ἢ ἐκεῖνο τὸ μέρος αὐτῆς, ἐὰν ἐνόμιζε, φέρ’
1502εἰπεῖν, ὅτι ἐκ τῶν 1000 ἀντικειμένων, ἐπὶ τῶν ὁποίων τὰ
1503τελωνιακὰ τέλη ἐπεβάλλοντο διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου,
1504προσδιωρίσθησαν πλημμελῶς τὰ τελωνιακὰ τέλη ἐπὶ 5, 8,
1505ἢ 10 ἀντικειμένων, ἦτο τάχα τοῦτο λόγος ἰσχυρὸς διὰ νὰ
1506ἀπωθήσῃ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο καὶ νὰ φέρῃ ἀντ’ αὐτοῦ νο-
1507μοσχέδιον, τὸ ὁποῖον δὲν ἐκφράζει παρὰ μόνον πόθον φορολο-
1508γικόν;
1509Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι ὁ κ. πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμ-
1510βουλίου ἔπραξε κακῶς ἀκολουθήσας τὴν τακτικὴν τῆς ἐπιθέ-
1511σεως, ἐνῷ ἴσως ἤθελε πράξει καλῶς ἀκολουθῶν ἄλλην τακτι-
1512κὴν, προσπαθῶν νὰ δικαιολογήσῃ τὸ ἀτελὲς καὶ ἐσπευσμένον
1513μέτρον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν.
1514Νομίζω, ὅτι εἶναι μάταιον νὰ κάμω λόγον περὶ ἄλλου τι-
1515νὸς πράγματος, περὶ τοῦ ποσοστοῦ τοῦ φόρου. Τὸ ποσοστὸν τοῦ
1516τελωνιακοῦ τέλους, κατὰ τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ αὐξηθῶσι τὰ
1517διὰ τοῦ δασμολογίου τοῦ 1867 προσδιωρισμένα τελωνιακὰ
1518τέλη, ἔλαβεν ὡς βάσιν ἕνα κανόνα, ὁ ὁποῖος δὲν ἀπαντᾶται
1519ἀλλαχοῦ τῆς νομοθεσίας. Ἔλαβεν ὡς βάσιν τὸ νέον νόμισμα,
1520τὴν νομισματικὴν μονάδα τὴν εἰσαχθεῖσαν διὰ τοῦ νόμου
1521τοῦ 1867, ἡ ὁποία ἀκόμη δὲν ἐτέθη ἐν ἐνεργείᾳ εἰς κα-
1522νένα ἄλλον κλάδον τῆς δημοσίας διοικήσεως, ἡ δὲ κατὰ πρώ-
1523την φορὰν εἰσαγωγὴ τῆς βάσεως ταύτης, κατὰ τὴν προσθήκην
1524ταύτην, θέλει φέρει περιπλοκὰς καὶ ἀμφιβολίας κατὰ τὸν προσ-
1525διορισμὸν τοῦ τέλους, καὶ αἱ περιπλοκαὶ αὗται φέρουσιν, ἂν
1526οὐχὶ ἄλλο, τοὐλάχιστον βραδύτητα εἰς τὸ ἐμπόριον.
1527Κατὰ τὸ 1867 ἐγένετο πρώτην φορὰν τὸ τελωνιακὸν δα-
1528σμολόγιον. Μετὰ τὸ 1867 ἐπῆλθον διάφοροι μεταβολαὶ αὐτοῦ,
1529ἐπῆλθεν ἡ μεταβολὴ τοῦ 1877. Ἡ μεταβολὴ τοῦ 1877 ἐ-
1530γένετο κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ
1531ψηφίσητε σήμερον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἤτοι προσετέθησαν 10%
1532ἐπὶ τῶν τελωνιακῶν τελῶν. Ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1877, ἡ
1533ὁποία εἰσήγαγε τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, εἶχε πρόχειρον καὶ ἀ-
1534ναντίῤῥητον δικαιολογίαν, τὸ κατεπεῖγον τοῦ χρόνου καὶ τὸ
1535ἐπικείμενον τῶν ἀναγκῶν τῆς πατρίδος. Μετὰ τοῦτο ἐπῆλθον
1536τμηματικαὶ μεταβολαὶ ἐπὶ τοῦ τελωνιακοῦ δασμολογίου, καὶ
1537σήμερον ἐπίκειται νέα μεταβολή. Πρέπει ἡ τελωνιακὴ ἀρχὴ
1538καὶ ὁ ἔμπορος νὰ ζητῶσι σειρὰν νομοθετημάτων, δι’ ὧν ἐπῆλθον
1539αἱ μεταβολαὶ τοῦ δασμολογίου, καὶ νὰ προβαίνωσιν εἰς σειρὰν
1540ἀριθμητικῶν πράξεων, διὰ νὰ κανονίσωσι τὸ τέλος, τὸ ὁποῖον
1541πρόκειται νὰ πληρωθῇ.
1542Ἐκτὸς λοιπὸν τοῦ ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν ἔχει ἐν ἑαυτῷ
1543τὸν φορολογικὸν λόγον, ἀκολουθεῖ ἀκόμη καὶ σύστημα πλημ-
1544μελὲς, διότι ἐπάγεται κατανάλωσιν χρόνου, ὁ ὁποῖος εἶναι πο-
1545λυτιμότατον κεφάλαιον εἰς τὸ ἐμπόριον. Μὴ νομίσετε δὲ, ὅτι τὸ
1546πρᾶγμα εἶναι μικροῦ λόγου ἄξιον. Ἴσως οἱ κάτοικοι τῶν μεσο-
1547γείων μερῶν θὰ αἰσθανθῶσιν ὀλιγώτερον τὰ ἀποτελέσματα τοῦ
1548τρόπου τούτου τῆς αὐξήσεως τῶν τελωνιακῶν τελῶν. Βεβαιῶ
1549ὅμως τοὺς ἀξιοτίμους βουλευτὰς Ἑρμουπόλεως, Κερκύρας, Πα-
1550τρῶν καὶ τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν, αἵτινες εἶναι κέντρα ἐμπορίου,
1551ὅτι θέλουσιν ἐπανέλθει εἰς τὰς πατρίδας των, καὶ θέλουσιν ἀ-
1552κούσει μὲ τὰ ὦτά των τὸν γογγυσμὸν τῶν ἐμπόρων.
1553§102ΤΙΝΕΣ. Δὲν εἶναι ζήτημα.
1554§103ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω, ὅτι συμβαίνει εἰς τὸν κ. πρόεδρον
1555τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τι, τὸ ὁποῖον δὲν ἠξεύρω ἐὰν συμ-
1556βαίνῃ συνήθως εἰς ὅλους, ὅσοι εἶναι ἀκόμη ἀσυνείθιστοι ἐν τῇ
1557κατοχῇ τῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν κατέχουσιν. Ὁ κ. πρόεδρος
1558τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐγένετο ἡγέτης τῆς πλειοψηφίας
1559τοῦ Κοινοβουλίου. Ἡ συνείδησις τοῦ πράγματος νομίζω, ὅτι
1560ἐμπνέει ἐνίοτε εἰς αὐτὸν ἔπαρσιν, οὐχὶ τὴν προσήκουσαν, καὶ
1561διὰ τοῦτο ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐμ-
1562ποδισθῇ νὰ κάμῃ χρῆσιν φράσεων, αἱ ὁποῖαι καθήπτοντο τῆς
1563μειοψηφίας ἢ ἐνίοτε καὶ τῆς πλειοψηφίας. Ἴσως τοῦτο ἔκαμεν
1564αὐτὸν πολλάκις νὰ νομίζῃ, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ λαμβάνῃ μέ-
1565ρος εἰς τὰς συζητήσεις, ὡς σήμερον σᾶς εἶπεν, ὅτι κακῶς ἔπραξε
1566λαβὼν τὸν λόγον. Νομίζω, ὅτι αὐτὸ εἶναι ἐλάττωμα ἐκείνων,
1567οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀσυνείθιστοι νὰ διαχειρίζωνται ἐξουσίαν, ἥτις
1568ἀνετέθη εἰς αὐτούς. Νομίζω δ’ ὅτι αὐτὸ εἶναι καλὸν νὰ τὸ
1569παραιτήσῃ, διότι δὲν εἶναι εὔκολον νὰ διέρχεταί τις τὴν ἐρ-
1570γασίαν, τὴν ὁποίαν εἶναι κεκλημένος νὰ διέλθῃ μετὰ τοῦ
1571Κοινοβουλίου, ἀπέχων νὰ ὑποστηρίζῃ τὰ ἔργα του, καὶ ἀπέχων
1572νὰ συζητῇ μετ’ αὐτοῦ. Ἐὰν θελήσῃ νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν τακτι-
1573κὴν ταύτην, εἶναι πολὺ ἐνδεχόμενον ἡ σιωπή του νὰ ὑπολη-
1574φθῇ ὡς περιφρόνησις οὐχὶ τῶν ἀτόμων, τὰ ὁποῖα προβάλλουν
1575τὰ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐπιχειρήματα, ἀλλ’ ὡς περιφρόνησις
1576τοῦ μόνου πολιτικοῦ σώματος, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει. Πρέπει δὲ
1577πάντες νὰ συλλογίζωνται, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν οὔτε ἀνωδύ-
1578νως οὔτε ἀτιμώρητοι νὰ φέρωνται ὑπερόπται πρὸς τὸ Κοινο-
1579βούλιον τῆς πατρίδος.
1580§104ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀγνοῶ, κύριοι, πῶς συνέλαβε
1581τὴν ἰδέαν ὁ κ. πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου νὰ μὲ
1582καταγγείλῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὡς μετανοοῦντα διὰ τὰς ἀντι-
1583φάσεις, εἰς τὰς ὁποίας δῆθεν ὑπέπεσα πρὸς τὰς πράξεις μου
1584ὡς ὑπουργοῦ καὶ πρὸς τὰς ἀγορεύσεις μου ὡς βουλευτοῦ. Ἐγὼ
1585εἶπον εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω καὶ τώρα, ὅτι
1586εἰς τὴν ἐργασίαν τοῦ δασμολογίου εἰργάσθημεν κατὰ τοιοῦ-
1587τον τρόπον, ὥστε ποῦ μὲν νὰ ἐπιβάλωμεν τελωνιακὸν δα-
1588σμόν, ἀνώτερον τοῦ ὑπάρχοντος, ποῦ δὲ νὰ ἐλαττώσωμεν αὐ-
1589τόν, καὶ ἐπὶ 250 ἀντικειμένων ν’ ἀφήσωμεν τὸ αὐτὸ τελω-
1590νιακὸν τέλος. Ἦτο ἑπόμενον λοιπὸν εἰς ὅλην αὐτὴν τὴν πο-
1591λύπλοκον ἐργασίαν νὰ εὑρεθῶ εἰς αὐτὴν τὴν δύσκολον, κατὰ
1592τὸν κύριον πρωθυπουργόν, θέσιν, τοῦ νὰ θέλω ἄλλα μὲν ἐμπο-
1593ρεύματα νὰ φορολογηθοῦν κατ’ ἀνώτερον ποσὸν τοῦ ἤδη ὑπάρ-
1594χοντος, ἄλλων δὲ τοιούτων νὰ ἐλαττωθῇ ὁ τελωνιακὸς δασμὸς,
1595πολλὰ δ’ ἐξ αὐτῶν νὰ μείνωσιν ἐν τῇ αὐτῇ τελωνιακῇ φορολογίᾳ
1596καὶ διά τινα νὰ δημιουργηθῇ φόρος, ὁ ὁποῖος δὲν ὑπῆρχεν ἤδη.
1597Ἀλλ’ εἶναι ἀντίφασις τοῦτο; εἶναι ἀντίφασις διὰ τὴν ὁποίαν
1598ἔπρεπε νὰ ὁμολογήσω τὴν μετάνοιάν μου; βεβαίως ὄχι.
1599Κατὰ τὴν πρωϊνὴν συνεδρίασιν σᾶς εἶπον, ὅτι 250 εἰδῶν δὲν
1600ηὐξήθη ὁ τελωνιακὸς δασμὸς, ὅτι 25 εἴδη ἐμπορευμάτων ὑπέ-
1601στησαν ἐλάττωσιν, ὅτι 45 εἴδη προσετέθησαν εἰς τὸ δασμο-
1602λόγιον, προσδιοριζομένου ἀναλόγου εἰσαγωγικοῦ τέλους, διότι
1603δὲν ὑπῆρχον πρότερον ἐν αὐτῷ. Ποῦ εἶναι λοιπὸν ἡ ἀντίφα-
1604σις; ἦτο ἐργασία λογικὴ καὶ κανονική. Ἀλλ’ ἡ ἐργασία τοῦ
1605κ. πρωθυπουργοῦ εἶναι ἐργασία, ἂς μοὶ συγχωρηθῇ νὰ τὸ ἐπα-
1606ναλάβω, αὐθαίρετος. Θέλει, ὡς εἶπον, ὁ ἀξιότιμος προαγορεύ-
1607σας κ. πρωθυπουργὸς χρήματα, καὶ τὰ χρήματα αὐτὰ ζητεῖ
1608δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου ἄνευ λόγου τῷ ὄντι φορολογικοῦ. Θέλει
1609χρήματα καὶ αὐξάνει τὸ εἰσαγωγικὸν τέλος κατὰ 12% διὰ
1610τὰ εἴδη τῆς πολυτελείας, καὶ κατὰ 12% ἐπίσης διὰ τὰ
1611εἴδη τῆς κοινῆς χρήσεως καὶ τῆς κοινῆς ἀνάγκης. Εἶναι λο-
1612γικὴ φορολογικὴ αὕτη; βεβαίως δὲν εἶναι. Ἠμπορῶ λοιπὸν
1613νὰ ἰσχυρισθῶ ἐγὼ, ὅτι ὁ κ. πρωθυπουργὸς ὑπέπεσεν εἰς ἀντί-
1614φασιν πρὸς τὰς ἐπαγγελίας, τὰς ὁποίους ἄλλοτε μετῆλθεν ἐν-
1615τεῦθεν περὶ ἐπιστημονικῆς διανομῆς τῶν φόρων. Ἀλλὰ λέγει ὁ
1616κ. πρωθυπουργὸς, μὴ ἐξετάσητε μεμονωμένως τὸ νομοσχέδιον,
1617τὸ ὁποῖον συζητεῖται· τοῦτο συνδέεται μὲ τὸ ὅλον σύστημα τὸ
1618φορολογικὸν τῆς κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἂς μοὶ συγχωρήσῃ νὰ εἴπω,
1619ὅτι σύστημα τοιοῦτον δὲν βλέπω ὑποβληθὲν πρὸς τὴν Βουλὴν.
1620Πλὴν τῆς καταργήσεως μιᾶς σταθερᾶς καὶ βεβαίας προσόδου
1621τοῦ δημοσίου ἐκ 4 περίπου ἑκατομμυρίων δραχμῶν καὶ τῆς
1622ἀντικαταστάσεως αὐτῶν δι’ ἑνὸς φόρου βανδαλικοῦ, ἀμφιβόλου
1623καὶ ἀβεβαίου, καὶ τῆς ὑποβολῆς τοῦ συζητουμένου Νομοσχε-
1624δίου, οὐδὲν ἄλλο Νομοσχέδιον ἀφορῶν εἰς νέον φορολογικὸν
1625σύστημα εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν παρὰ τῆς ἐνεστώσης Κυβερ-
1626νήσεως· ὅσα δὲ ἄλλα φορολογικὰ Νομοσχέδια ἐσυζητήθησαν,
1627ταῦτα ὑπεβλήθησαν παρ’ ἡμῶν. Τὸ νομοσχέδιον περὶ κληρο-
1628νομιῶν ὑπεβλήθη ἀπὸ ἡμᾶς· τὸ νομοσχέδιον περὶ φορολογίας
1629τῶν παιγνιοχάρτων εἶχεν ὑποβληθῆ ἀπὸ ἡμᾶς, τὸ νομοσχέ-
1630διον περὶ αὐξήσεως τῶν τελωνιακῶν δασμῶν, καὶ τοῦτο εἶχεν
1631ὑποβληθῆ ἀπὸ ἡμᾶς, μὲ τὴν διαφοράν, ὅτι εἶχεν ὑποβληθῆ
1632συντεταγμένον κανονικώτερον, λογικώτερον καὶ στηριζόμενον
1633εἰς τὴν δικαιοσύνην, εἰς τὴν ἰσότητα, ἐὰν δὲ ἦναι ἐπιτετραμ-
1634μένον νὰ μεταχειρισθῶ τὴν φράσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ
1635εἰς τὴν ἐπιστήμην. Ποῖον ἄλλο ἔργον λοιπὸν συνδέεται μὲ τὸ
1636οἰκονομικὸν σύστημα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ; Πρέπει μολα-
1637ταῦτα, διὰ νὰ ἦμαι ἀκριβής, νὰ προσθέσω καὶ τὸ περὶ ἐπιβο-
1638λῆς δεκαλέπτου τέλους ἐπὶ τῶν ἐξοφλήσεων τῶν διαφόρων
1639δοσοληψιῶν, ἐκ τοῦ ὁποίου προσδοκᾷ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς λίαν
1640ἐξωγκομένως, ὅτι θὰ προσπορισθῇ διὰ τὸ δημόσιον ταμεῖον
1641400,000 δραχμάς, ἐνῷ, κατὰ τὴν γνώμην μου, δὲν θὰ εἰσπρά-
1642ξῃ οὔτε 40,000· καὶ ἓν ἄλλο νομοσχέδιον περὶ ἐπιβολῆς φό-
1643ρου ἐπὶ τῶν μεταγραφῶν καὶ ὑποθηκῶν, ἐκ τοῦ ὁποίου θὰ
1644προσπορισθῇ ἐπίσης ποσὸν ἀσήμαντον. Λοιπὸν δὲν βλέπω ποῖα
1645ἄλλα ἔργα εἶναι τὰ παρὰ τῆς ἐνεστώσης Κυβερνήσεως ὑπο-
1646βληθέντα, τὰ ὁποῖα δὲν πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν μεμονομένως,
1647ἀλλ’ ἐν συνόλῳ. Αὐτὰ εἶναι ὅλα τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερον
1648καὶ τὰ πλεῖστα τῶν ὁποίων ὑπεβλήθησαν παρ’ ἡμῶν. Ὥστε
1649δυνάμεθα νὰ ἐξετάσωμεν τὰ ἔργα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ
1650μεμονομένως, καὶ νὰ ἀνεύρωμεν τὰ ἐλαττώματα καὶ τὰς ἐλ-
1651λείψεις, τὰς ὁποίας καταδεικνύομεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου,
1652μὲ ὅλην τὴν λεπτολογίαν καὶ τὴν εἰλικρίνειαν, ἄνευ πλαγίου
1653τινὸς σκοποῦ.
1654Τὸ ζήτημα, ὅπερ συζητοῦμεν, βεβαίως ἐξηντλήθη, διότι
1655μολονότι ἡ ὥρα τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς εἶναι προκεχωρη-
1656μένη, ἀρκετὰ μολαταῦτα ἐῤῥέθησαν. Τὸ ἀτύχημα εἶναι, ὅτι τὸ
1657νομοσχέδιον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καίτοι αὐθαίρετον, θὰ ψη-
1658φισθῇ, διότι αὐτὸ ἀπαιτοῦσιν αἱ περιστάσεις· παρωράθη δὲ
1659ἔργον, εἰς τὸ ὁποῖον εἰργάσθησαν πρόσωπα σπουδαῖα καὶ εἰ-
1660δικὰ ἐγγυώμενα τὸ τέλειον τῆς παρ’ ἡμῶν ὑποβληθείσης ἐρ-
1661γασίας. Ἄλλως τὸ κακὸν τοῦτο ἐλπίζω νὰ μὴν ἦναι ἀθερά-
1662πευτον· θὰ θεραπευθῇ πολλὰ συντόμως· τὴν θεραπείαν δὲ αὐ-
1663τὴν μᾶς ὑπεσχέθη καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργός, καὶ χαίρω, διότι
1664κατέστησε τὸ ἔργον του αὐτὸς ὁ ἴδιος προσωρινὸν, ἀναγνω-
1665ρίσας τὸ ἐλαττωματικὸν αὐτοῦ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα
1666τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι μὲν ζήτημα
1667σπουδαῖον, διότι καὶ ὀλιγώτερα ποσοστὰ ἂν εἰσαχθῶσιν εἰς αὐτὸ,
1668δὲν εἶναι βλάβη καὶ ζημία ἀνεπανόρθωτος, καθ’ ὅσον αὐτὴ ἡ νο-
1669μοθετικὴ ἐξουσία θὰ σπεύσῃ εἰς συνδρομήν του, ἅμα πεισθῇ
1670περὶ τῆς ἀνάγκης, ἀλλὰ λογιστικὸν μᾶλλον, ὀφείλω νὰ παρα-
1671τηρήσω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς πλανᾶται εἰς τοὺς ὑπολογισμούς
1672του. Τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας βεβαίως θ’ ἀδικηθῇ κατὰ τὸ
1673συζητούμενον νομοσχέδιον, ἐκτὸς ἐὰν φρονῇ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς,
1674ὅτι πρέπει νὰ προσδιορίζωνται οἱ πόροι, οἱ ἐκ τῶν τελωνια-
1675κῶν δασμῶν, ὀφειλόμενοι εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, ἐπὶ
1676τῇ βάσει τῶν τελωνιακῶν εἰσπράξεων τῆς ἐποχῆς ἐκείνης,
1677κατὰ τὴν ὁποίαν ἐψηφίσθησαν οἱ σχετικοὶ νόμοι περὶ τῶν τοι-
1678ούτων πόρων. Ἀλλ’ οἱ νόμοι ἐκεῖνοι δὲν εἶχον τοιοῦτον σκο-
1679πόν· εἶχον τὸν σκοπόν, ὅπως τὰ ποσοστὰ ταῦτα, τὰ ἀποδοτέα
1680εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, νὰ παρακολουθῶσι τὴν πρόοδον
1681τῶν τελωνιακῶν εἰσπράξεων τοῦ δημοσίου. Ὅταν λοιπὸν ἔχω-
1682μεν κατὰ τὸν ὑπολογισμὸν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ Ὑπουρ-
1683γοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν 15,000,000 ἐκ τελωνιακῶν εἰσ-
1684πράξεων, καὶ ὅταν ὑπὲρ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, κατὰ τοὺς
1685κειμένους νόμους, εἴχομεν 15% ποσοστὰ, δηλ. 5% κατὰ
1686τὸν νόμον τοῦ 1867, καὶ 10% κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1878,
1687ἔπρεπεν ἄρα εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας ν’ ἀποδοθῶσιν ἐκ
1688τῶν ὑπολογιζομένων 15,000,000 δραχμαὶ 2,250,000. Ἀλλ’
1689ἐν ᾧ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς περιορίζει τὰ ποσοστὰ ταῦτα εἰς τὰς
1690εἰσπράξεις ἐκείνης τῆς ἐποχῆς, αἱ ὁποῖαι δὲν ὑπερέβαινον
1691τότε τὰ 10 ἢ 11 ἑκατομμύρια, ἐν ᾧ καὶ ὡς ἐκ τῆς αὐξήσεως
1692καὶ ἐπιβολῆς νέων τελῶν καὶ ὡς ἐκ τῆς ἀναπτύξεως τοῦ ἐμ-
1693πορίου αἱ τελωνιακαὶ εἰσπράξεις προβαίνουν αὐξανόμεναι, ὁ κ.
1694Πρωθυπουργὸς διατείνεται, ὅτι οὐδένα περιορισμὸν κάμνει, δι-
1695ότι, λέγει, «ἐγὼ δίδω εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας ὅ,τι ἐλάμ-
1696βανε διὰ τῶν νόμων ἐκείνων», καὶ ἀδιαφορεῖ διὰ τὴν αὔξησιν
1697τῶν τελωνιακῶν δασμῶν.
1698§105ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. 11%.
1699§106ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸς ὁ ἰσχυρι-
1700σμὸς οὗτος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, εἶναι τοῦτο μαρτυρία ἀλάν-
1701θαστος, ὅτι ἐνῷ ἐλάμβανε μέχρι τοῦδε 15%, ἤδη πρόκειται,
1702κατὰ τὸ νομοσχέδιον, νὰ λαμβάνῃ 11% τὸ ταμεῖον τῆς ὁδο-
1703ποιΐας ἐκ τῶν τελωνιακῶν τελῶν.
1704§107ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπὶ μεγαλειτέρας βάσεως.
1705§108ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν βάσιν αὐτὴν ὤφειλον νὰ πα-
1706ρακολουθήσωσι καὶ οἱ πόροι τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας· ἀλλ’
1707ἐνῷ, κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1867, τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας ἐ-
1708λάμβανε μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ ποσοῦ, τοῦ χρησιμεύοντος διὰ
1709τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου τῶν 25 ἑκατομμυρίων φράγκων,
1710478,000 δραχμῶν, ἤδη θὰ λαμβάνῃ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου
1711ἐκείνου, κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, 167,000,
1712τουτέστιν ἐπὶ ἔλαττον κατὰ 311,000 δραχμῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ
1713ἀλήθεια· ὅλοι οἱ ἄλλοι λογαριασμοὶ καὶ ὑπολογισμοὶ τοῦ κ.
1714Πρωθυπουργοῦ δὲν στηρίζονται εἰς ὀρθὴν βάσιν καὶ εἰς ὀρθὸν
1715ὑπολογισμόν. Τὰ 15% ἐλαττοῦνται εἰς 11· ἄρα
1716ἡ ἐλάττωσις εἶναι προφανής.
1717§109ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀλλ’ εἶναι φράγκα τὰ 11, ἐνῷ τὰ 15
1718ἦσαν παλαιαὶ δραχμαί.
1719§110ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται σήμερον περὶ
1720τούτου νὰ συζητήσωμεν· ἀνέφερον τοῦτο ἐν παρέργῳ, ὅπως ἀ-
1721ποδείξω πρὸς τοῖς ἄλλοις, ὅτι ζημιοῦται καὶ τὸ ταμεῖον τῆς
1722ὁδοποιΐας, καὶ ἐπέμεινα εἰς ἀπόδειξιν τῶν ἰσχυρισμῶν μου ἐναν-
1723τίον τῆς γνώμης τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ, διότι εἶναι τὰ γεγονότα
1724τοιαῦτα· εἶναι αὐτοὶ οἱ νόμοι, οἱ κατὰ τὸ 1867 καὶ 1878
1725ψηφισθέντες, τοὺς ὁποίους ἐπικαλοῦμαι εἰς μαρτυρίαν τῶν παρ’
1726ἐμοῦ λεγομένων. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο εἶναι ἀντικείμενον, τὸ ὁ-
1727ποῖον δύναται νὰ θεραπευθῇ εὐκόλως, διότι, ὅταν πεισθῇ ἡ Κυ-
1728βέρνησις καὶ ἡ Βουλή, ὅτι οἱ πόροι τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας
1729εἶναι ἀνεπαρκεῖς, θὰ σπεύσῃ πάλιν νὰ τοὺς ἐπαναφέρῃ εἰς οἵαν
1730κατάστασιν ἦσαν πρότερον ἢ νὰ προσθέσῃ ἄλλους πόρους. Ἰσχυ-
1731ρίζομαι μόνον κατ’ ἐπανάληψιν καὶ ἐπιμένω εἰς τοῦτο, ὅτι οἱ
1732ὑπολογισμοὶ, τοὺς ὁποίους κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς πρωΐας ὑ-
1733πέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. πρωθυπουργὸς, βεβαίως διὰ νὰ
1734διαψεύσῃ τοὺς ἐμοὺς ὑπολογισμοὺς, δὲν ἦσαν ἀκριβεῖς.
1735Μετὰ τὰ λεχθέντα ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου νομίζω,
1736ὅτι ἡ συζήτησις ἐξηντλήθη· θὰ συζητήσωμεν ὅμως ἐπὶ καὶ τῶν
1737καθέκαστα, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἴδη τινὰ, τὰ ὁποῖα νομίζομεν, ὅτι
1738δὲν πρέπει νὰ ἐπιβαρυνθῶσιν αὐτὰ τοὐλάχιστον μὲ τὴν αὐ-
1739θαίρετον φορολογίαν τῶν φράγκων ἀντὶ τῶν παλαιῶν δραχμῶν,
1740καὶ ἐὰν ἡ Βουλὴ νομίσῃ, ὅτι οὔτε τὰς προτάσεις μας ταύτας
1741ὀφείλει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, εἶναι ἁρμοδία νὰ πράξῃ τοῦτο. Τὸ κα-
1742κὸν βεβαίως εἶναι προφανὲς καὶ διὰ τὸ ἐμπόριον καὶ πρὸ πάντων
1743διὰ τὴν κοινωνίαν, διότι τὴν αὔξησιν αὐτὴν θὰ ὑποστῇ οὐχὶ
1744τὸ ἐμπόριον, ἀλλ’ ἡ κοινωνία, ὁ λαός, ὡς ἰσχυρίσθη καὶ ὁ ἔν-
1745τιμος βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων. Οἱ τελωνιακοὶ δασμοὶ εἶναι
1746ἔμμεσοι φόροι, ἀλλ’ ἐπιβαρύνουν κυρίως τὸν λαόν. Πολλὰ ἀν-
1747τικείμενα ἀφορῶσιν ἰδίως τὴν τάξιν τὴν πτωχοτέραν, τὴν τά-
1748ξιν ἐκείνην, ὑπὲρ τῆς ὁποίας λέγει ὁ κ. πρωθυπουργός, ὅτι ἔλαβε
1749πρόνοιαν διὰ τῆς καταργήσεως τῆς δεκάτης, καὶ τῆς ἀντικα-
1750ταστάσεως αὐτῆς διὰ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν,
1751νομίζων, ὅτι ἀνεκούφισεν αὐτήν, ἀλλὰ πλανᾶται πλάνην με-
1752γάλην, καὶ θὰ πεισθῇ μετ’ ὀλίγον, ὅτι ἡ τάξις αὕτη οὐδαμῶς
1753ἀνεκουφίσθη, ἐξ ἐναντίας μάλιστα ἀπὸ τοῦδε τὰ παράπονα ἤρ-
1754ξαντο κατὰ τοῦ νέου καὶ σοφοῦ φορολογικοῦ μέτρου· καὶ ὅταν
1755ἐννοηθῇ καλῶς διὰ τῆς ἐφαρμογῆς του, τὰ παράπονα ταῦτα
1756θὰ πνίξωσιν αὐτὸν τὸν κ. πρωθυπουργὸν διὰ νέων τηλεγραφη-
1757μάτων, οὐχὶ πλέον συγχαρητηρίων (Ἰλαρότης), ἀλλὰ τηλε-
1758γραφημάτων ἀρῶν καὶ ἀγανακτήσεως. Ἀλλὰ ταῦτα πάντα,
1759κύριοι βουλευταί, ἴσως, καθ’ ὃν τρόπον μάλιστα ἐπαναλαμβά-
1760νονται, εἶναι περιττά· ἄλλοτε ἐλπίζω νὰ ἐξετασθῶσι καλλίτε-
1761ρα· ἡ ὥρα προβαίνει, ὀλίγιστος χρόνος ὑπολείπεται μέχρι τοῦ
1762τέρματος τῶν ἐργασιῶν μας. Ἂς ἀποφασίσῃ ἡ βουλὴ ἐπὶ τῆς
1763ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἂς εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν
1764τῶν καθέκαστα αὐτοῦ.
1765Γίνεται δεκτὴ δι’ ἀναστάσεως ἡ ἀρχή.
1766Ἄρθρον 1. Ἀναγινώσκονται αἱ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου
1767ὑποβεβλημέναι τροπολογίαι.
1768§111ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ λόγος, ἐφ’ οὗ ἐστήριξε τὸ ἐπιχείρημά
1769του ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ἵν’ ἀποκρούσῃ τὴν τροπολογίαν, δὲν
1770εἶναι σπουδαῖος καὶ βάσιμος, διότι δὲν παρουσίασε σύστημα τῷ
1771ὄντι ἢ σχέδιον οἰκονομικόν, ἔχον διατάξεις συνδυαζομένας πρὸς
1772τὴν κατάστασιν τῆς κοινωνίας καὶ πρὸς διάφορα συμφέροντα·
1773προσθέτει αὐθαιρέτως 12% ἐφ’ ὅλων ἐν γένει τῶν εἰδῶν,
1774τὸ σύστημα δὲ τοῦτο εἶναι τὸ χειρότερον, διότι θέλει μᾶς ἐμ-
1775ποδίσει νὰ τακτοποιήσωμεν τὸ κατόπιν δασμολόγιον, διότι, ἵνα
1776τακτοποιήσωμεν αὐτό, πρέπει νὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν ἀρχήν,
1777τὴν ὁποίαν καὶ εἰς ἄλλα μέρη ἀκολουθοῦσι, νὰ κανονίσωμεν τὰ
1778φορολογητέα ἀντικείμενα, καὶ νὰ ἐξαιρέσωμεν ἢ νὰ ἐπιβάλω-
1779μεν ὀλιγώτερον φόρον εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα χρησιμεύουν ἢ διὰ
1780τὴν βιομηχανίαν ἢ ὡς πρώτη ὕλη διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ λαοῦ,
1781ἀλλ’ ἡ διόρθωσις αὕτη θέλει εἶσθαι δύσκολος. Οὐδεὶς οὐσιώδης
1782λόγος ὑπάρχει ἤδη νὰ μὴ φέρωμεν μεταβολὰς εἰς τὸ προτει-
1783νόμενον σχέδιον, καὶ ἂν τῷ ὄντι νομίζῃ ἡ Βουλὴ, ὡς νομίζομεν
1784ἡμεῖς, ὅτι μερικὰ ἀντικείμενα βαρέως φορολογοῦνται, δὲν ἐννοῶ
1785τὸν λόγον διατί νὰ μὴ φέρωμεν ἐλαττώσεις. Νομίζω, ὅτι ὁ κ.
1786πρωθυπουργὸς δὲν δύναται νὰ μὲ ἀδικήσῃ λέγων, ὅτι δημοκο-
1787πεῖ κατὰ τοῦ λαοῦ, διότι ἐγὼ ἐξ ἀρχῆς εἶπον, ὅτι τὰ μέτρα
1788του ὅλα τείνουν ν’ ἀδικήσουν τὸν λαὸν ὑπὲρ τῶν εὐπόρων, καὶ
1789κατὰ τὸ σύστημά του αὐτὸ ἐπιβαρύνονται περισσότερον οἱ πτω-
1790χότεροι. Νομίζω λοιπόν, ὅτι δύναται νὰ δεχθῇ ἡ Βουλὴ τροπο-
1791ποιήσεις. Πολεμοῦμεν τὸ νομοσχέδιόν σας, διότι εἰσάγει ἀνω-
1792μαλίαν καὶ ἀταξίαν, διότι αἱ πληρωμαὶ εἰς τὸ τελωνεῖον θὰ
1793γίνωνται δι’ ἄλλου νομίσματος, ὅλοι οἱ φόροι θὰ πληρώνωνται
1794κατὰ τὸ παλαιὸν σύστημα, καὶ τὸ δημόσιον οὕτω πληρώνει· θέλει
1795προέλθει σύγχυσις καὶ ἀταξία· σημαίνει, ὅτι δὲν καταλαμβάνο-
1796μεν τί πράττομεν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἂν ὁ κ. Τρικούπης ἐπι-
1797μένῃ, ἡμεῖς θέλομεν ψηφίσει κατὰ τοῦ νομοσχεδίου καὶ ὑπὲρ
1798τῆς τροπολογίας ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐλαττώνουν φόρους τινὰς
1799ἐπὶ μερικῶν ἀντικειμένων.
1800§112ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δύο συστήματα ὑπάρχουσιν· ἢ θὰ γείνῃ ἀνα-
1801θεώρησις τοῦ δασμολογίου, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἡ Βουλὴ θέλει ἐξετά-
1802σει ἓν πρὸς ἓν τ’ ἄρθρα αὐτοῦ, ἢ ἡ Βουλὴ θὰ θεωρήσῃ, ὅτι
1803δὲν δύναται ἐν τῷ παρόντι ν’ ἀναθεωρήσῃ τὸ δασμολόγιον
1804καὶ θὰ παραδεχθῇ τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν προτείνομεν, τὴν
1805κατὰ ποσοστὸν αὔξησιν, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ παλαιοῦ δασμολο-
1806γίου. Τοῦτο εἶναι ζήτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δύναταί τις νὰ ἔχῃ
1807ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν γνώμην. Ἄν παραδεχθῆτε τὴν ἡμετέραν
1808ἀρχὴν, τῆς αὐξήσεως κατὰ ποσοστὸν, νομίζω, ὅτι πᾶσαι αἱ προ-
1809τάσεις δὲν δύνανται νὰ ὑποστηριχθῶσιν, οὐδὲ τὸ σύστημα ἐπιτρέ-
1810πει τοιαύτην ἐξέτασιν, οἵαν ἐπιτρέπει τὸ ἕτερον σύστημα, τῆς
1811ἀναθεωρήσεως ἐν γένει τοῦ δασμολογίου. Ἑπομένως ἡ πρότα-
1812σις τοῦ κ. βουλευτοῦ Μεσσήνης ἔχει λίαν καλῶς, ἀλλὰ πρέ-
1813πει οὕτω νὰ ἐννοηθῇ, τουτέστιν ὅτι ἡ Βουλὴ ἢ θὰ παραδεχθῇ τὸ
1814σύστημα τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως, καὶ τότε δύνανται νὰ
1815ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν αἱ τροπολογίαι, ἢ θ’ ἀπέχῃ ἀπὸ πάσης κατὰ
1816μέρος ἐξετάσεως, διότι τὸ ποσοστὸν ἐπιβάλλεται ἐπὶ τῇ βά-
1817σει τοῦ παλαιοῦ δασμολογίου.
1818Ὅσον δ’ ἀφορᾷ εἰς τὴν ἀντικατάστασιν τῶν δραχμῶν εἰς
1819φράγκα, τοῦτο ἀφορᾷ μόνον εἰς τὴν λέξιν· ἠδύνατο νὰ λεχθῇ,
1820ὅτι προστίθενται 12%.
1821§113ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Χθὲς ἐψηφίσαμεν καὶ νόμον περὶ δανείου, ἐν ᾧ
1822ἀνεγράψαμεν νέας δραχμάς.
1823§114ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μοὶ κακοφαίνεται διὰ τὸν κ. Κεχα-
1824γιᾶν· τὸν ἀφῆκε, φαίνεται, τὸ πνεῦμα καὶ ἡ εὐφυΐα του. Τὸ δά-
1825νειον ἐκεῖνο εἶχε σχέσιν μὲ τὸ ἐξωτερικὸν καὶ διὰ τοῦτο ἀνέ-
1826φερε φράγκα. Ἄν εἶχε σύστημα ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ἤθελον
1827συμφωνήσει καὶ ἐγώ, ἀλλὰ δὲν ἔχει κανὲν σύστημα· αὐθαιρέ-
1828τως ἐπιβάλλει τόσα τοῖς ἑκατὸν, ἑπομένως δὲν καταλαμβάνω
1829τί τὸν ἐμποδίζει νὰ μὴ ἐξαιρέσῃ ἀντικείμενά τινα, μόνον ἡ
1830θέλησίς του, τώρα δὲ ἀκούω πρώτην φορὰν, ὅτι παρουσιάζεται
1831εἰς τὴν Βουλὴν λεγόμενον σύστημα, τὸ ὁποῖον δὲν ἐπιδέχεται
1832καμμίαν τροποποίησιν. Ἅμα δεχθῆτε τὴν ἀρχὴν, λέγει ὁ πρω-
1833θυπουργὸς, ὅλα τὰ ἄλλα πρέπει νὰ τὰ δεχθῆτε· οὕτω νομίζει
1834ὁ κ. πρωθυπουργὸς λοιπόν· τὰ νομοσχέδια εἰς τὸ ἑξῆς δὲν πρέ-
1835πει νὰ συζητῶνται εἰμὴ αἱ ἀρχαὶ, αἱ δὲ λεπτομέρειαι νὰ παρα-
1836δέχωνται ἀσυζητητεί. Ἄν ὁ κ. Τρικούπης ἤθελε μόνον νὰ κά-
1837μῃ τὴν αὔξησιν πρὸς 12%, διατί νὰ μὴ τὸ εἴπῃ εἰλι-
1838κρινῶς.
1839§115ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Αὐτὸ λέγω.
1840§116ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐπιμονὴ τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ
1841εἶναι τῷ ὄντι (θόρυβος)....
1842§117ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Πάλιν συζητήσεις.
1843§118ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡμεῖς σᾶς εἴπομεν ἐξ ἀρχῆς ἔχο-
1844μεν σκοπὸν νὰ συζητήσωμεν τὰ νομοσχέδια· καὶ ἂν ἐπιστεύατε,
1845ὅτι σπουδαίως σᾶς ὡμιλοῦμεν, δὲν ἠθέλομεν φθάσει ἤδη ὅπου
1846ἐφθάσαμεν· ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν ἔχομεν σκοπὸν νὰ ἀπομα-
1847κρυνθῶμεν ἀπὸ τὴν ἀπόφασίν μας· μὴ μᾶς διακόπτετε λοιπὸν,
1848διότι εἶναι μάταιον· πρέπει νὰ μάθητε, ὅτι σπουδαίως θέλομεν
1849νὰ ἐργασθῶμεν ἐδῶ.
1850§119ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ἐγὼ σπανίως διακόπτω, ἀλλ’ ἡ ἀντιπο-
1851λίτευσις ἐξήντλησε τὴν ὑπομονήν μας συζητοῦσα....
1852§120ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ φαίνεται περίεργος ἡ ἐπι-
1853μονὴ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἰσχυριζομένου, ὅτι πρέπει νὰ πα-
1854ραδεχθῶμεν τὸ σύστημά του, ὡς ἔχει, ἄνευ ἐξαιρέσεως δι’ ὅλα
1855τὰ ἐμπορεύματα, διότι, κατὰ τὴν ἰδέαν του, πᾶσα τροποποίησις
1856ἢ ἐξαίρεσις μεταβάλλει τὴν βάσιν αὐτοῦ. Νομίζω, ὅτι δὲν ἔ-
1857χει δίκαιον, ἀναφέρω δ’ ἓν παράδειγμα· πρόκειται νὰ εἰσπραχθῶσι
1858δι’ ἓν ἐμπόρευμα ὡς τελωνιακὸς δασμὸς 500 παλαιαὶ δραχ-
1859μαί, κατὰ τὸ νομοσχέδιον δὲ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, αἱ πα-
1860λαιαὶ αὗται δραχμαὶ μετατρέπονται εἰς φράγκα· ἀλλὰ δὲν
1861θὰ σημειώσῃ εἰς τὰ βιβλία ὁ τελώνης, ὅτι εἰσέπραξε 500
1862φράγκα, διότι τοιοῦτον νομισματικὸν σύστημα δὲν ἔχομεν,
1863ἀλλὰ θὰ σημειώσῃ 560 δραχμάς· ποῦ λοιπὸν ὑπάρχει ἀνω-
1864μαλία καὶ σύγχυσις, ἣν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς φοβεῖται, ὅτι θέλει
1865συμβῇ, ἂν γείνῃ μεταβολή τις εἰς τὸ νομοσχέδιόν του; Εἰς
1866τὰ δημόσια βιβλία θὰ ἐγγράφωνται πάντοτε δραχμαί, διότι
1867εἰς δραχμὰς θὰ μετατρέπωνται καὶ τὰ φράγκα. Τοῦτο λέγω,
1868ἵνα ὑποστηρίξω τὴν πρότασίν μου περὶ μὴ αὐξήσεως τοῦ τε-
1869λωνιακοῦ δασμοῦ ἐπὶ τοῦ πετρελαίου, τῆς ζακχάρεως, τοῦ
1870καφὲ, τῆς ξυλείας καὶ τῶν σιτηρῶν, ἥτις, παρακαλῶ, νὰ τεθῇ
1871εἰς ψηφοφορίαν.
1872§121Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Παρακαλῶ νὰ προστεθῇ εἰς τὴν πρό-
1873τασιν ἡ ναυπηγήσιμος ξυλεία, ὅπως φορολογῆται κατὰ τὸν
1874αὐτὸν τρόπον.
1875§122Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Εἷς τῶν συναδέλφων εἶχεν ὑποβάλει ἀναφορὰν
1876τῶν βιομηχάνων καὶ ἐργοστασιαρχῶν τῶν Πατρῶν περὶ τῆς
1877φορολογίας τοῦ θείου· δὲν ἐνθυμοῦμαι τὶς τὴν εἰσήγαγε.
1878§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μελετόπουλος, Βουλευτὴς Αἰγιαλείας.
1879§124ΡΟΥΦΟΣ. Νομίζω, ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ
1880αἴτησις τῶν ἐργοστασιαρχῶν. Τὸ θεῖον ἔρχεται κατειργασμένον
1881εἰς Πάτρας καὶ εἰς τὰ ἄλλα μέρη τῆς Ἑλλάδος, καὶ φορολο-
1882γεῖται, ὅπως τὸ θεῖον τὸ ἀκατέργαστον. Νομίζω δίκαιον ὁ κ.
1883Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν τροποποίη-
1884σιν καὶ νὰ τροποποιήσῃ τὸ σχετικὸν μέρος τοῦ δασμολογίου,
1885ὥστε τὸ κατειργασμένον θεῖον νὰ ἔχῃ ἀνώτερον φόρον, καὶ ἐμ-
1886ψυχωθῇ οὕτως ἡ ἐγχώριος βιομηχανία καὶ ἀνθέξῃ.
1887§125ΦΙΛΗΜΩΝ. Μίαν παρατήρησιν θὰ ὑποβάλω, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ
1888τὸ ποσὸν τῆς αὐξήσεως τῶν τελωνιακῶν δασμῶν. Ὁ ἀξιότιμος
1889κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἡ αὔξησις εἶναι κατὰ 12%
1890ἡ αὔξησις ὅμως εἶναι πολὺ μεγαλειτέρα. Σᾶς ὑπενθυμίζω, ὅτι
1891ὑπεβλήθη ἀναφορὰ τῶν ἐμπόρων κατοίκων Πειραιῶς καὶ τῶν
1892Ἀθηνῶν, ἐν ᾗ παρετηρεῖτο, ὅτι ἡ αὔξησις εἶναι πρὸς 15%
1893ἡ πραγματική· μοὶ ἔκαμε μάλιστα τὴν παρατή-
1894ρησιν, ὅτι ἀναβαίνει εἰς τὰ 20.
1895§126ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι, 13 καὶ κλάσμα.
1896§127ΦΙΛΗΜΩΝ. Κάμνω ὡσαύτως τὴν παρατήρησιν, ὅτι ὡς πρὸς
1897τὸ πετρέλαιον μόνον ἡ Ἰταλία ἐπιβάλλει μεγάλον δασμὸν,
1898ὅλα δὲ τὰ ἄλλα Κράτη ἐπιβάλλουν μικρὸν, ἡ Ἀγγλία μάλιστα
1899καὶ ἡ Γερμανία οὐδένα φόρον ἐπιβάλλει.
1900§128ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Κύριοι, ἠξεύρετε, ὅτι ἡ πτωχοτέρα τῶν ἐπαρ-
1901χιῶν εἶνε ἡ ἐπαρχία μου· εἰς αὐτὴν συνέβη νὰ ἀποθάνωσι καὶ
1902ἄνθρωποι ἐκ τῆς πείνης· πρὸ ἑνὸς ἔτους μάλιστα ἤθελον ἀποθάνει
1903πολλοὶ ἐκ τῆς πείνης, ἂν δὲν ἤρχοντο φορτία τινὰ ἀραβοσίτου
1904ἀπὸ τὴν Ῥουμουνίαν καὶ Οὐγγαρίαν. Τώρα φέρω πρότασιν, ὅπως
1905καταργηθῇ ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ ἀραβοσίτου, καὶ τοῦτο ὅπως καταστή-
1906σω τὴν ἀγορὰν εὐπρόσιτον, διότι τὸ ἐμπόριον λαμβάνει πρόνοιαν
1907περὶ τῶν ἀναγκῶν τῶν ἀνθρώπων. Πιστεύω εἰς τὴν γενικὴν
1908ἀναθεώρησιν τοῦ δασμολογίου θέλουσι ληφθῆ ὑπ’ ὄψιν οἱ λόγοι
1909οὗτοι, διότι ὁμιλῶ περὶ ὕλης τῆς πρώτης ἀνάγκης. Ὕλαι τῆς
1910πρώτης ἀνάγκης εἶνε ὁ σῖτος, ἡ ἐνδυμασία καὶ ἡ ὑπόδησις,
1911ἀλλὰ ὁ ἀραβόσιτος εἶνε τῆς πρωτίστης ἀνάγκης, διότι ἡ Ἑλ-
1912λὰς δὲν εἶνε σιτοφόρος χώρα, καὶ πρέπει ὁ ἀραβόσιτος νὰ
1913μὴ φορολογῆται, ἀλλὰ τάχα δὲν δύναται νὰ γείνῃ μία ἐξαίρεσις;
1914Ὁ κ. πρωθυπουργὸς μᾶς λέγει ἢ τὸ σύστημά του, ἢ τίποτε.
1915Ἀλλ’ ὁ τόπος δὲν ἐνδιαφέρεται περὶ τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου
1916πρωθυπουργοῦ, καὶ δὲν πρέπει νὰ δίδηται πολιτικὴ χροιὰ εἰς
1917τὰ ζητήματα ταῦτα, ζητήματα σωτηρίας τοῦ τόπου καὶ τρο-
1918φῆς τοῦ λαοῦ καὶ ἰδίως τοῦ πτωχοῦ· ἔχει τι τὸ εὔλογον ἡ ἔν-
1919στασις τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ, ἀλλ’ ἐξεταζομένη ἐμβριθέστερον
1920δὲν εἶνε τοιαύτη, διότι ἡ ἀναθεώρησις δὲν εἶναι τι ἀδιαίρετον.
1921Ἐγὼ προτείνω ἤδη νὰ γείνῃ ἡ ἀναθεώρησις ὡς πρὸς τοῦτο τὸ
1922ἀντικείμενον μόνον, καὶ νὰ εἴπωμεν: καταργεῖται τὸ τέλος τὸ
1923εἰσαγωγικὸν ἐπὶ τοῦ ἀραβοσίτου. Ἐγὼ ἐπιμένω εἰς τοῦτο. Διότι
1924ἐφαντάσθην, ὅτι, ἂν κατὰ τὸ 78 καὶ 79 ὁ ἀραβόσιτος εἶχεν
1925εἰσαγωγικὸν τέλος, ὁ πτωχὸς μὲν ἠδύνατο νὰ τὰ πληρώσῃ, ἵνα
1926ζήσῃ, ἀλλ’ ὁ ἔμπορος δὲν ἤθελε φέρει. Σώζεται ἐπαρχία ὁλό-
1927κληρος δι’ αὐτοῦ τοῦ πράγματος. Δὲν ἐννοῶ νὰ πολεμήσω τὸν
1928φόρον, ἐννοῶ ὅμως νὰ καταστήσω τὴν ἀγορὰν εὐπρόσιτον, καὶ
1929παρακαλῶ τὸ ὑπουργεῖον ἰδιαιτέρως καὶ προσωπικῶς νὰ μὴ ἀ-
1930ποκρούσῃ τὴν προσθήκην.
1931§129ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Ὁ κύριος Ῥώμας μοὶ ἔδωκε τὴν ἐντολὴν νὰ
1932εἴπω, ὅτι ἀποσύρει τὴν τροπολογίαν του, ἥτις συγχωνεύεται
1933μὲ τὴν ἰδικήν μου.
1934§130ΡΩΜΑΣ. Δηλαδὴ σεῖς συγχωνεύετε τὴν ἰδικήν σας μὲ τὴν
1935ἰδικήν μου.
1936§131ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Τότε ἐγένετο κακὴ συνεννόησις.
1937Ἐνθαῤῥύνομαι ἀπὸ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ νὰ
1938ὑποστηρίξω τὴν ἰδικήν μου τροπολογίαν, διότι εἶπεν, ὅτι δὲν
1939δύναται νὰ ἐνδώσῃ εἰς τὴν ἀπαίτησιν τοῦ νὰ ἐλαφρυνθῇ τὸ
1940δασμολόγιον, διότι ἤδη ἐποίησε πᾶν ὅ,τι ἠδύνατο ὑπὲρ τῶν
1941γεωργῶν· ἐπειδὴ δὲ δὲν ἔπραξε τοῦτο καὶ ὑπὲρ τῶν γεωργῶν
1942τῆς Ἑπτανήσου, ἡ τροπολογία μου περὶ μὴ ἐπεκτάσεως τοῦ
1943προσθέτου φόρου καὶ εἰς αὐτὴν τὴν Ἑπτάνησον, εὑρίσκει σύμ-
1944φωνον τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ὡς πρὸς τοὺς δημητριακοὺς καρ-
1945ποὺς καὶ τὰ ἄλευρα. Ἐνθαῤῥυνόμενος δὲ καὶ δι’ ἄλλον ἔτι λό-
1946γον, διότι εἶπεν ὁ ἔντιμος κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἤθελε δεχθῆ
1947τὴν τροπολογίαν μου ὑπὲρ τῆς Ἑπτανήσου, ἂν ἦτο δυνατὸν
1948νὰ σχηματισθῇ μία γραμμὴ τελωνιακή· ἐπειδὴ δὲ ἡ γραμμὴ
1949ἡ τελωνιακὴ ὑπάρχει, καὶ τριπλῆ μάλιστα, ὡς ἐκ τοῦ ὅτι ἂν
1950ὑποβληθῶσιν εἰς τέλη τὰ σιτηρὰ ἐν Ἑπτανήσῳ, δὲν θὰ ἦναι
1951δυνατὸν νὰ ἔλθουν εἰς τὴν Ἑλλάδα, διότι θὰ πληρώσουν πά-
1952λιν δημοτικὸν ἐν Ἑλλάδι φόρον, καὶ τὸ μέγιστον πάντων,
1953διότι πρέπει νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν τριπλῆν δαπάνην μετὰ
1954φορτώσεως καὶ ἐκφορτώσεως καὶ ναύλου, καὶ γνωρίζετε πολὺ
1955καλὰ ποῖος εἶναι ὁ ναῦλος τῶν φορτηγίδων καὶ τῶν πλοίων,
1956διὰ τοῦτο εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι ὁ ἔντιμος κ. πρωθυπουργὸς
1957θέλει ὑποστηρίξει τὴν τροπολογίαν. Ἔχω ὅμως δυστυχῶς κατ’
1958ἐμοῦ τὸν ἔντιμον κ. Κουμουνδοῦρον, ἀντιτείνοντα χθὲς εἰς τὴν
1959ἐλάφρυνσιν τῆς Ἑπτανήσου διὰ τὸν λόγον, ὅτι οἱ Ἑπτανήσιοι
1960ἤδη φορολογοῦνται ἐλαφρῶς.
1961§132ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἀντέτεινα.
1962§133ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Καὶ ἄλλοτε ἔκαμα τὴν παρατήρησιν εἰς τι-
1963νας, εἰπόντας: ἔλθετε νὰ συμμορφωθῆτε μὲ τὸ σύστημα τῆς
1964λοιπῆς Ἑλλάδος, (θόρυβος), ὅτι ἡ πρότασις αὐτῶν τοῦτο μό-
1965νον δηλοῖ· ἐπειδὴ ἡμεῖς ἔχομεν εὐπορίαν, ἀλλὰ πιεζόμεθα, ἔλ-
1966θετε καὶ σεῖς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχετε εὐπορίαν, ἀλλὰ δὲν πιέζεσθε,
1967νὰ πιέζεσθε ἄποροι ὄντες. Τοῦτο, κύριοι, δὲν εἶναι συλλογισμὸς
1968ὀρθός. (Θόρυβος).
1969Ἂς ἔλθωμεν τώρα καὶ κατ’ οὐσίαν, ἵνα ἴδωμεν, ἂν τῷ ὄντι
1970ὁ Ἑπτανήσιος φορολογῆται ἐλαφρότερον ἀπὸ τὸν κάτοικον τοῦ
1971λοιποῦ βασιλείου. Κύριοι, ὁλόκληρος ἡ ἔκτασις τοῦ Ἑλληνικοῦ
1972Βασιλείου εἶναι 50,000,000 στρεμμάτων· ἐξ αὐτῶν 47,500,
1973000 ἀνήκουσιν εἰς τὴν λοιπὴν Ἑλλάδα, 2,500,000 δὲ εἰς
1974τὴν Ἑπτάνησον. Εἰς τὴν Ἑπτάνησον ὑπάρχουσι 250,000 κά-
1975τοικοι· ἄρα ἀναλογοῦσιν εἰς ἕκαστον ἀνὰ 10 στρέμματα. Εἰς
1976ἕκαστον ὅμως τῶν κατοίκων τοῦ παλαιοῦ βασιλείου ἀναλογοῦν
197734 στρέμματα. Λοιπὸν βλέπετε ποῖοι ἐκ τῶν κατοίκων ἔχουν
1978τὸ μεγαλείτερον ποσόν. Ἂς ἐξετάσωμεν ἤδη τὴν ποιότητα τῆς
1979γῆς, ἵνα ἴδωμεν, ἐὰν ἡ Ἑπτάνησος ἔχῃ καλλιτέραν ποιότητα
1980γῆς, ἢ τὸ λοιπὸν βασίλειον. Κύριοι, δὲν ἔχετε νὰ λάβητε ὑπ’
1981ὄψιν παρὰ τὴν παραγωγὴν τῆς Ἑπτανήσου καὶ τὴν παραγωγὴν
1982τῆς Ἑλλάδος. Ἐὰν ὑποθέσητε, ὅτι ἡ Ζάκυνθος καὶ ἡ Κεφαλ-
1983ληνία, αἱ ὁποῖαι εἶναι σταφιδοφόροι ἐπαρχίαι, ἐπὶ ἐμβαδοῦ 1
1984ἑκατομ. στρεμ. μόνον τὸ δέκατον ἀφιέρωσαν εἰς σταφιδοφυτείαν,
1985καὶ ὅτι ἕκαστον στρέμμα δίδει τὰς 500 λίτρας, ὡς δίδει ἡ
1986γῆ τῆς Πελοποννήσου, ἔπρεπεν ἐπὶ 100,000 στρεμμάτων νὰ
1987παραγάγουν 50,000,000· ἀντὶ τούτου δὲ παράγουν μόνον
198824,000,000, 30 κατ’ ἔτος· ὅ ἐστὶν ἡ ποιότης τῆς γῆς τῆς
1989Ἑπτανήσου παραβαλλομένη πρὸς τὴν γῆν τῆς Πελοποννήσου,
1990εἶναι ὡς τὸ τρία πρὸς τὸ πέντε. Ἄρα αἱ δύο μεγάλαι κατη-
1991γορίαι ποσοῦ καὶ ποιοῦ συνηγοροῦσιν ὑπὲρ τῆς Ἑπτανήσου.
1992Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἑτέρα ἔποψις. Ἡ Ἑπτάνησος δίδει 6 ἑκατ.
1993δραχμὰς κατ’ ἔτος εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, εἶναι δὲ 2,500,000
1994τὰ στρέμματα, ἐκ τῆς παραγωγῆς τῶν ὁποίων πληρώνει ἡ
1995Ἑπτάνησος 6,000,000 δραχμάς. Τὸ λοιπὸν βασίλειον ἔχει
199647,500,000· πόσον φόρον ἔπρεπε νὰ πληρώνῃ; 14,000,000.
1997Ἐὰν δὲ ὑπολογίσωμεν τὰ εἰσοδήματα κατ’ ἀναλογίαν τοῦ
1998πληθυσμοῦ, ἀφοῦ ἡ Ἑπτάνησος ἐπὶ 250,000 ψυχῶν συνεισφέ-
1999ρει δρ. 6,000,000, ἡ λοιπὴ Ἑλλὰς ἐπὶ 1,400,000 ψυχῶν
2000ἔπρεπε νὰ συνεισφέρῃ δρ. 34,000,000. Ἐὰν δὲ εἰς ταῦτα
2001προσθέσητε καὶ τὰ εἰσαγόμενα εἰς τὸ δημόσιον ἐκ τῶν δασῶν,
2002ἐκ τῶν ἁλυκῶν καὶ ἐκ τῶν ἐθνικῶν γαιῶν, τὰ ὁποῖα φέρουν
200314,000,000, ἔπρεπε νὰ πληρώνῃ 50,000,000. Ἀντὶ τούτου
2004τί βλέπομεν; Ὅτι ἡ Ἑπτάνησος συνεισφέρει πολλά, ἡ δὲ
2005ἄλλη Ἑλλὰς πολὺ ὀλίγα. Λοιπὸν δὲν ὑπάρχει κανεὶς λόγος,
2006ὑποστηρίζων τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ Ἑπτάνησος φορολογεῖται ἐλα-
2007φρά· ἀπεναντίας ἔχομεν πράγματα, μὴ ἀφίνοντα τὴν ἐλαχί-
2008στην ἀμφιβολίαν, ὅτι φορολογεῖται βαρέως ἀπέναντι τῶν ἐ-
2009παρχιῶν τοῦ παλαιοῦ βασιλείου. Ὅτε ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ τὸν
2010νέον φόρον ὑπὲρ τῶν γεωργῶν τοῦ λοιποῦ βασιλείου, ἔπρεπε
2011νὰ εἰπῆτε, ὅτι ἦτο δίκαιον ν’ ἀνακουφισθῶσι καὶ οἱ τῆς Ἑ-
2012πτανήσου· τοῦτο δὲ, ἵνα μὴ ἐγερθῶσι δίκαια παράπονα ἐν
2013Ἑπτανήσῳ. Ἤδη δὲν πρόκειται παρὰ περὶ 36,000 δραχμῶν,
2014ἃς θὰ ὠφεληθῇ ἡ Ἑπτάνησος, ἐὰν γείνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία
2015μου· ἀλλὰ διὰ τοῦ μικροῦ τούτου ποσοῦ ἱκανοποιοῦνται αἱ φιλο-
2016τιμίαι τῶν Ἑπτανησίων, δικαίως παραπονουμένων, ὅτι περὶ αὐ-
2017τῶν οὐδεμία λαμβάνεται πρόνοια, ἐνῷ ἀνίσως καὶ βαρέως φο-
2018ρολογοῦνται. Ὁ λόγος οὗτος μὲ ἠνάγκασε νὰ ὑποβάλω τὴν
2019τροπολογίαν ταύτην· ἐλπίζω δὲ, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θέλει
2020δεχθῆ αὐτήν.
2021§134ΡΩΜΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ ἐλαττώσῃ εἰς
20222 ἢ 3% τὸν φόρον ἐπὶ τῆς σταφίδος καὶ τοῦ ἐλαίου, καὶ
2023τότε θὰ ἀρθῇ καὶ αὐτὴ ἡ δυσκολία.
2024§135ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Δὲν ἔχω ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου τῶν
2025εἰσαγωγικῶν τελῶν παρὰ μίαν παρατήρησιν νὰ ὑποβάλω.
2026Ἐρωτῶ, πῶς μέλλει νὰ σκεφθῇ ὁ τόπος, πῶς μέλλουν νὰ κρί-
2027νωσιν οἱ μεταγενέστεροι, καὶ ποίαν πεποίθησιν θὰ σχηματίσῃ ὁ
2028ἔξω κόσμος, ὅταν μάθουν, ὅτι ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ὡς ὑπουργὸς
2029τῶν Οἰκονομικῶν, ὑποστηρίζων τὸ νομοσχέδιον ἀπὸ τοῦ βήμα-
2030τος λέγει, «ἀναγνωρίζω, ὅτι ἡ προσθήκη τῆς νέας φορολογίας
2031ἐπὶ τοῦ πετρελαίου καὶ τῶν σιτηρῶν εἶναι ὑπερβολικὴ καὶ ἐ-
2032πιβαρυντικὴ διὰ τὸν λαὸν, ἀναγνωρίζω, ὅτι τὸ εἰσαγωγικὸν τέ-
2033λος ἐπὶ τῶν ἀλεύρων εἶναι παρὰ πολὺ ἐπαχθὲς καὶ ὅτι ἐκανο-
2034νίσθη ὑπέρογκον χάριν προστασίας ἕνεκα τοῦ ἐπικρατήσαντος
2035κατὰ τὴν ἐπιβολὴν αὐτοῦ προστατευτικοῦ πνεύματος, τὸ ὁποῖον
2036ἀντίκειται εἰς τὴν νομοθεσίαν μας, ἀλλὰ διότι ἔχω σύστημα,
2037ὅπερ στηρίζεται ἐπὶ τῆς προσθήκης φόρου ἐφ’ ὅλων τῶν εἰ-
2038δῶν, τὰ ὁποῖα ὑποβάλλονται εἰς εἰσαγωγικὸν τέλος, δὲν δέχο-
2039μαι τὰς ὑποβαλλομένας προτάσεις περὶ ἐξαιρέσεως τῶν εἰδῶν
2040τούτων ἀπὸ τὸ πρόσθετον τέλος, ὅπως μὴ παραβλαφθῇ τὸ σύ-
2041στημά μου· δὲν δέχομαι τὴν πρότασιν τῆς ἐλαττώσεως τοῦ
2042εἰσαγωγικοῦ τέλους τῶν ἀλεύρων εἰς τὸ πρέπον καὶ δίκαιον
2043ποσὸν διὰ τὸν αὐτὸν λόγον. Ἐρωτῶ τί μέλλει νὰ εἴπῃ τὸ
2044ἔθνος καὶ οἱ μεταγενέστεροι, καὶ πῶς, θὰ σκεφθῶσι περὶ ἡμῶν
2045ὡς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων καὶ περὶ τοῦ πρωθυπουργοῦ, ὡς ὑ-
2046πουργοῦ τῆς Ἑλλάδος;
2047§136ΠΟΛΥΛΑΣ. Κύριοι βουλευταὶ, αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ
2048δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου, καθόσον ἀπὸ τοῦ βήματος τού-
2049του ἐγένοντο προτάσεις, ὅπως ἀνακουφισθῇ, ὡς σᾶς εἶπον, ὁ
2050γεωργικὸς λαὸς τῆς Ἑπτανήσου, καθὼς ἀνεκουφίσθη διὰ τῆς
2051καταργήσεως τῆς δεκάτης ὁ γεωργικὸς λαὸς τῆς λοιπῆς Ἑλ-
2052λάδος. Λυποῦμαι, διότι δὲν δύναμαι μετ’ ἐκτάσεως νὰ λαλήσω
2053ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, διότι μᾶς ἐπιβάλλεται παρὰ τῆς
2054ἀντιπολιτεύσεως σιωπὴ, ἕνεκα τῆς χρήσεως, ἣν ἡ ἀντιπολίτευ-
2055σις ποιεῖται τοῦ λόγου (θόρυβος). Μὴ ταράττεσθε.
2056§137ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Αἱ διακοπαὶ, ἃς σεῖς κάμνετε, ἐπιβάλ-
2057λοντες σιωπὴν εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν......
2058§138ΠΟΛΥΛΑΣ. Ἐγὼ, κύριοι, οὐδέποτε σᾶς διέκοψα, καὶ ὅμως
2059ἐγὼ ἔχω αὐτὸ τὸ ἀτύχημα, ὁσάκις ἀνέλθω τὸ βῆμα, νὰ μὲ
2060διακόπτουν. Πιέζομαι νὰ λάβω τὸν λόγον, διότι μεταξὺ τῶν
2061ἄλλων χαρακτηρίζουν τὴν ὑποστήριξιν ἡμῶν ὑπὲρ τῶν μέτρων
2062τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ὡς ἀπόῤῥοιαν δουλικῆς ἀφοσιώσεως,
2063καὶ ἐπειδὴ ἴσα ἴσα πρόκειται περὶ αὐξήσεως φόρου, λέγω, ὅτι
2064ἐν πάσῃ πεποιθήσει ψηφίζω τὴν αὔξησιν τοῦ φόρου. Δὲν ἀπαι-
2065τῶ δὲ οὐδὲν ἐπὶ τοῦ παρόντος ὑπὲρ τῆς πατρίδος μου, διότι
2066ἐν τῇ λοιπῇ Ἑλλάδι κατηργήθη ἡ δεκάτη, διότι κατηργήθη
2067φόρος ἄδικος, ὄχι μόνον ἕνεκα τοῦ τρόπου τῆς βεβαιώσεως καὶ
2068τῆς εἰσπράξεως, ἀλλὰ διότι ἦτο καὶ ὑπέρογκος φόρος, καὶ ἑ-
2069πομένως ἀδίκως ὠφελοῦντο ἐκ τοῦ φόρου αἱ λοιπαὶ ἐπαρχίαι
2070τοῦ Κράτους, ἐν αἷς καὶ ἡ Ἑπτάνησος. Τοῦτο ὅμως δὲν λύει
2071τὸ ζήτημα· ὀφείλει καὶ ἡ Ἑπτάνησις καὶ οἱ βουλευταὶ αὐτῆς
2072νὰ σκεφθῶσιν ἐπὶ τοῦ ἰδιαιτέρου φορολογικοῦ συστήματος τῆς
2073Ἑπτανήσου. Ἡμεῖς σήμερον ἔχομεν ἓν καθεστὼς, ἐγένετο δὲ
2074ἡ ἀφομοίωσις μόνον τῶν ἐμμέσων φόρων, δὲν ἐγένετο δὲ ἀφο-
2075μοίωσις ἐπὶ τῆς ἄλλης φορολογίας· ὀφείλομεν καὶ ἡμεῖς νὰ ἀ-
2076νακουφισθῶμεν. Ἐὰν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἢ ἄλλη σκεφθῇ ὡ-
2077ρίμως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς φορολογίας τῆς Ἑπτανήσου,
2078ἴσως φθάσει εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἡ Ἑπτάνησος, ἀναλόγως τοῦ
2079πληθυσμοῦ της φορολογεῖται ὑπὲρ τὸ δέον, καὶ ὄχι μόνον
2080τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ὅτι φορολογοῦνται τάξεις τινὲς μόνον, οἱ ἐ-
2081λαιοκτήμονες καὶ οἱ σταφιδοκτήμονες. Ἀλλὰ τοῦτο θέλομεν
2082ἡμεῖς αὐτοὶ οἱ Ἑπτανήσιοι, διότι ἡμεῖς εἴμεθα λίαν προσκε-
2083κολλημένοι εἰς τὸ ὑπάρχον σύστημα, καὶ θὰ προτιμήσωμεν νὰ
2084φορολογώμεθα ὑπὲρ τὸ δέον, παρὰ νὰ παραδεχθῶμεν ἄλλο σύ-
2085στημα, τὸ ὁποῖον θὰ φέρῃ εἰς τὴν πατρίδα μας τὸν οἰκονομι-
2086κὸν ἔφορον καὶ τοὺς εἰσπράκτορας. Ἕνεκα τούτου λοιπὸν, καὶ
2087ὄχι διότι εἶμαι ἀφοσιωμένος, ἀλλὰ διότι εἶμαι πεπεισμένος
2088περὶ τοῦ συστήματος τοῦ οἰκονομικοῦ τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ψη-
2089φίσω ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου.
2090§139ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δύο λέξεις θὰ εἴπω, ὄχι περὶ τῆς πα-
2091ρατάσεως τῆς συζητήσεως, διότι περὶ αὐτῆς ἐῤῥέθησαν πολλά.
2092Παρατηρῶ μόνον εἰς τὸν κ. Πολυλᾶν, ὅτι ἐντελῶς ἀναγνωρίζω
2093τὸ δικαίωμά του πλῆρες, καὶ οὐδεὶς ἠμπορεῖ ν’ ἀρνηθῇ τὸ
2094δικαίωμα εἰς τοὺς Βουλευτὰς νὰ ψηφοφορῶσιν ἐφ’ ὅλων τῶν
2095ἀντικειμένων τῶν ἀφορώντων τὸν τόπον. Ἀλλὰ παρακαλῶ τὸν
2096κ. Πολυλᾶν νὰ σκεφθῇ, ὅταν ἐψηφοφόρησεν ἐπὶ ἀντικειμένου,
2097τὸ ὁποῖον μετέβαλεν ἀποκλειστικῶς τὴν τύχην ἑνὸς μόνου μέ-
2098ρους, καθιεροῖ τοὺς ἀπαριθμητὰς καὶ εἰσπράκτορας, τοὺς ὁποίους
2099ὅμως φοβεῖται αὐτὸς, καὶ προσέθεσεν ἄλλους φόρους, οἱ ὁποῖοι
2100θὰ ἐπιβαρύνουν τὸ πλεῖστον τῶν πολιτῶν, καὶ αἱ μεταβολαὶ
2101αὗται δὲν ἐγγίζουσι τὴν Ἑπτάνησον. Ὅταν λοιπὸν ψηφίζῃ ἐπὶ
2102ἀντικειμένων τοιούτων, τὰ ὁποῖα κανονίζουν τὴν τύχην ἄλ-
2103λων ἐπαρχιῶν καὶ ὄχι τῆς ἰδικῆς του, τὸν παρακαλῶ νὰ ἦναι
2104πολὺ ἐσκεμμένος καὶ προσεκτικὸς, διότι, κύριοι, τὰ ζητήματα
2105ταῦτα ἐλύθησαν, ὅπως ἐλύθησαν, τῇ ψήφῳ τῶν Ἑπτανησίων· αἱ
2106συνέπειαι αἱ κακαὶ ὅμως δὲν ἐπιβαρύνουσι τὴν Ἑπτάνησον.
2107Ἀποῤῥίπτονται δι’ ἀναστάσεως αἱ τροπολογίαι τῶν κ. κ.
2108Φλογαΐτου, Κασιμάτη, Ῥώμα, Καρυστινάκη, Παπαγεωρ-
2109γίου, Ῥοντήρη καὶ Δημητρακάκη.
2110§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν ἤδη τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Ῥούφου.
2111«Ἐξαιρεῖται τὸ ἀκατέργαστον θεῖον, τοῦ ὁποίου τὸ τέλος ὁρί-
2112ζεται εἰς 1½ λεπτόν.»
2113§141ΡΟΥΦΟΣ. Ὑπάρχουν δύο κατηγορίαι ἐν τῷ δασμολογίῳ· τὸ
2114ἄνθος φορολογεῖται πρὸς 11 λεπτά, τὰ δὲ ἄλλα πρὸς 2 λεπτά.
2115Ἀφίνω τὴν πρώτην κατηγορίαν, πρὸς 11 λεπτά, τὴν δὲ δευ-
2116τέραν τὴν διαιρῶ εἰς δύο, εἰς κατειργασμένον καὶ ἀκατέργαστον
2117θεῖον. Καὶ διὰ μὲν τὸ κατειργασμένον ἀφίνω τὰ δύο λεπτά,
2118διὰ δὲ τὸ ἀκατέργαστον θέτω 1½, λεπτὸν ἤτοι προτείνω
2119ἐλάττωσιν ½ λεπτοῦ διὰ τὸ ἀκατέργαστον.
2120§142ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ πρότασις ἀφορᾷ εἰς προστασίαν τῶν τριπτι-
2121κῶν μηχανῶν ἐν Ἑλλάδι, ὁ φόρος δὲ οὗτος δὲν δύναται νὰ
2122γείνῃ παραδεκτός, διότι τὰ καταστήματα δὲν εἶναι ἀρκετά·
2123καὶ ἀρκετὰ ὅμως ἂν ἦσαν, δὲν ἠδύνατο νὰ τεθῇ ὁ φόρος οὗτος,
2124διότι περιορίζει τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἐμπορίου, ἣν καθιεροῖ ἡ
2125νομοθεσία μας.
2126§143ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἰσχύον δασμολόγιον ἔχει ὡς
2127ἑξῆς: «θεῖον ἐκκαθαρισμένον· ἄνθος θειαρίου, ἡ ὀκᾶ λεπ. 10·
2128θεῖον εἰς μασούρια, εἰς κομμάτια ἢ εἰς κόνιν, ἡ ὀκᾶ λεπ. ἕν.»
2129Τὸ θεῖον λοιπὸν, ὁ κ. Ῥοῦφος προτείνει, νὰ διαιρεθῇ εἰς
21302 κατηγορίας, καὶ νὰ ἐπιβληθῇ τελωνιακὸς φόρος εἰς μὲν
2131τὴν μίαν 2 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, εἰς δὲ τὴν ἑτέραν 1½ λε-
2132πτόν. Ἐγὼ δὲν συμφωνῶ μὲ τὴν γνώμην αὐτὴν τοῦ κ. Ῥούφου·
2133ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις, νομίζω, διὰ νὰ ἦναι συνεπὴς πρὸς ἑαυτὴν,
2134πρέπει νὰ παραδεχθῇ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ῥούφου, διότι ὁ
2135κ. Πρωθυπουργὸς ἄλλοτε εἶπεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ φορολογηθῇ
2136τὸ θεῖον, ὡς φάρμακον.
2137§144ΡΟΥΦΟΣ. Πρέπει νὰ ὑποστηριχθῇ ἡ ἐγχώριος βιομηχανία·
2138τοῦτο εἶναι ἓν ἀπὸ τὰ ζητήματα τὰ μᾶλλον σπουδαῖα,
2139εἰς τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ προσέχῃ πᾶσα Κυβέρνησις, καὶ κάμνω
2140τὴν παρατήρησιν, ὅτι θεῖον τετριμμένον ἔρχεται ἐντὸς σάκκων,
2141οἱ ὁποῖοι δὲν φορολογοῦνται.
2142§145Λ. ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Συντάσσομαι πρὸς τὴν γνώμην τοῦ
2143προλαλήσαντος κ. Ῥούφου, καθόσον καὶ ἐγώ, ὑποβάλλων εἰς
2144τὴν Βουλὴν τὴν ἀναφορὰν τῶν δύο ἐν Πάτραις ἐργοστασιαρ-
2145χῶν, ἔκαμον, ὡς ἴσως ἐνθυμεῖσθε, τὴν παρατήρησιν αὐτὴν, ὅτι δὲν
2146ὑπάρχει καὶ ἰσότης φορολογίας, διότι τὸ τετριμμένον θεῖον
2147εἰσάγεται ἐντὸς σάκκων, οἵτινες δὲν φορολογοῦνται. Ἤδη δὲ
2148ἀναγκάζομαι νὰ παρατηρήσω πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι
2149δὲν πρόκειται περὶ εἰσαγωγῆς προστατευτικῆς κυρίως φορολο-
2150γίας, ἣν κατ’ ἀρχὴν ἀποκρούει, ἀλλὰ περὶ μικρᾶς προστασίας
2151εἰς ἐγχώρια καταστήματα, τὰ ὁποῖα ὠφελοῦν τὴν γεωργίαν,
2152διότι συντελοῦσιν εἰς τὴν παροχὴν θείου καλλιτέρας ποιότητος
2153εἰς τοὺς σταφιδοκτήμονας. Ἄλλως θὰ εἶχε τὸ πρᾶγμα, ἐὰν ἐ-
2154πρόκειτο περὶ καταργήσεως τοῦ ἐπὶ τοῦ εἰσαγομένου θείου ἐν
2155γένει ἐπιβαλλομένου τελωνιακοῦ τέλους.
2156§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ.
2157Ῥούφου νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι.) Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
2158§147ΤΙΝΕΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
2159§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε 15; (Ἐγείρονται πλέον τῶν 15.) Οἱ
2160παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Ῥούφου λέγουσι Ναί,
2161οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
2162Γίνεται δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία.
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
2163Λεωνίδας Μελετόπουλος ΝΓεώργιος Τσώκρης Ο
2164Ἰωάν. Μεσσηνέζης ΟἌγγελος Γεωργαντᾶς Ν
2165Παντολ. Λογιωτατίδης ΟΓεώργ. Παπαλεξόπουλος
2166Λεωνίδ. Καρυστινάκης ΟἈνδρ. Ψύλλας Ο
2167Νικόλαος Μαυροκορδάτος ΟΔημ. Ῥάλλης Ο
2168Μιχαὴλ Δ. Καΐρης ΟΔημ. Ν. Καλλιφρονᾶς Ο
2169Τιμολέων Φιλήμων ΝἸωάννης Πεζᾶς Ο
2170Παῦλος Καλλιγᾶς ΟΓεώργ. Παππαγεωργίου Ν
2171Δημήτρ. Μ. Καλλιφρονᾶς ΟἈνδρ. Ἱερομνήμων
2172Ἀλέξ. Γ. Σκουζές ΝΣτυλιανός Βάλληνδας Ο
2173Ἀθανάσιος Κατσανδρῆς ΝΝικόλ. Βασιλάκης Ο
2174Βλάσης Βαλτινός ΝἈντών. Παλατιανός Ο
2175Ἀθανάσιος Ἴσκος ΝἸάκωβος Πολυλᾶς Ο
2176Δημήτρ. Γρίβας Ἀναστ. Δημητριάδης Ο
2177Γεώρ. Γεροθανάσης Δημ. Σταυρόπουλος Ο
2178Χρήστος Κατσικογιάννης Σπυρ. Α. Νοταρᾶς
2179Βασίλ. Νικολόπουλος ΟἸωάν. Δεληγιάννης Ο
2180Ἰωάν. Ῥοϊλός Ἀνδρ. Νοταρᾶς
2181Γεώργ. Μπούκουρας ΟΝ. Βαλσαμάκης
2182Θεόδ. Δηλιγιάννης ΝΠ. Βενιεράτος
2183Κωνστ. Μαντζουράνης Σπ. Μοντεσάντος Ο
2184Κωνστ. Κοσσονάκος ΟΔ. Μηλιαρέσης
2185Πέτρος Πετροπουλάκης ΝΣπυρ. Κοντολέων
2186Ἰωάν. Ἀνδρίτσος ΟΠάνος Κορωναῖος Ο
2187Κωνστ. Ἀναγνωστόπουλος Στυλ. Κασιμάτης
2188Ἰωάν. Γ. Κότταρης ΝΘεόδ. Θερμογιάννης Ο
2189Ν. Παπαμιχαλόπουλος ΟἈντών. Καρδαρᾶς
2190Νικόλ. Θ. Ῥίτσος ΝΔημήτρ. Σταματόπουλος
2191Ἰωάν. Γ. Καπιτσίνης ΝΘ. Καλλίτσης ἢ Μαρούλης
2192Γεώργ. Μίλησης ΝἸωάν. Βαλασσόπουλος Ο
2193Ἰωάν. Κ. Ζέρβας ΟΝικήτας Βαρβιτσιώτης
2194Γεώργ. Ζηνόπουλος ΝἈριστ. Τζιβανόπουλος
2195Δημήτρ. Χατζόπουλος ΟἈναστ. Κορφιωτάκης
2196Δημήτρ. Βουλπιώτης ΟΔημήτρ. Δημητρακάκης Ν
2197Σπυρ. Καραϊσκάκης ΟΔημήτρ. Μελετόπουλος Ο
2198Πάνος Μανωλίδης ΟΓεώργ. Λάππας Ν
2199Σπυρ. Ῥώμας ΝἈναστάσ. Κουτσοπέταλος
2200Κωνστ. Λομβάρδος ΟΝικόλ. Μπουφίδης Ο
2201Ἀναστ. Λούντζης ΟΣπυρ. Βαλαωρίτης Ν
2202Ἰωάν. Νέγκας Ξενοφῶν Βαλαωρίτης Ν
2203Ἰωάν. Βοῦλτσος ΝΓεράσιμος Σέρβος Ο
2204Γεώργ. Κρεστενίτης ΟΔημήτρ. Τσαμόπουλος Ο
2205Στέφ. Στεφανόπουλος ΟἈριστ. Ῥούκης Ο
2206Αὐγερινὸς Πετραλιᾶς Δημ. Παπαλουκᾶς
2207Ἀνδρ. Αὐγερινός ΝΧρῆστος Χρηστόπουλος
2208Γ. Παπακυριακόπουλος ΟἈλέξανδρος Πετρινός Ο
2209Θεμιστ. Δαραλέξης ΝἈναστάσ. Σεχιώτης
2210Σπυρ. Κουκούλεζας ΟἸωάν. Ταμπακόπουλος Ν
2211Γεώργ. Πετούσης ΟΚωνστ. Ῥεβελιώτης Ο
2212Π. Οἰκονόμου Ἀριστ. Σακελλαρόπουλος Ο
2213Πέτρος Α. Ζάνος Ἠλίας Κοσονάκος Ο
2214Νικόλ. Νομικός ΟἈθανάσιος Κατριβάνος Ν
2215Νικήτας Συνοδινός ΝΒασίλ. Βούτουνας
2216Δημοσθένης Στάϊκος Στέφ. Δραγούμης Ο
2217Κωνστ. Πεταλᾶς Δημήτρ. Πάγκαλος
2218Ἀριστ. Οἰκονόμου ΝΓεώργ. Σταμούλης Ο
2219Ἀλέξ. Φωτήλας ΟΣπυρ. Ζερβός
2220Ἀθαν. Γ. Πετιμεζᾶς Θεόδ. Ζερβός Ν
2221Σωτ. Ν. Πετιμεζᾶς ΝΧαρίλ. Τρικούπης Ο
2222Θ. Δ. Ζαΐμης ΝΝικόλ. Μακρῆς
2223Περικλ. Γ. Πεῤῥωτής Γεώργ. Τσάλας Ο
2224Κωνστ. Ἰω. Φλέσας ΟἈλέξ. Κουμουνδοῦρος Ν
2225Δημ. Τζάνες Κωνστ. Α. ΚουμουνδοῦροςΝ
2226Δημ. Κάρτσωνας Περικλ. Μποῦτος
2227Ἀντ. Χατζηνικολῆς Σπήλ. Ἀντωνόπουλος Ο
2228Ἀλέξ. Ἀντωνιάδης ΟΓεώργ. Προβελέγιος
2229Γεώργ. Καραβᾶς ΟΔημήτρ. Κυριακίδης Ν
2230Ἐλευθέριος Μυκώνιος ΝΕὐάγγελος Ἀντύπας Ν
2231Κωνστ. Κρίσπης Γεώργ. Φλωριᾶς
2232Μιλτιάδης Βαρότσης ΝἈναστ. Ζερβός
2233Νικ. Γ. Καλαντζόπουλος ΟΜιχαὴλ Σκαβέντζος Ο
2234Γεώργ. Σισμάνης Γεώργ. Κ. Ῥεμπάκης
2235Ἀθανάσ. Ῥοντήρη ΝΠαντελῆς Μπούμπουλης
2236Κωνστ. Φαρμακόπουλος Γεώργ. Λεωνίδας
2237Κωνστ. Εὐθυμιόπουλος Ἰωάννης Γρυπάρης Ο
2238Ἀλέξ. Πετσάλης ΟΠαντιᾶς Καράλης Ο
2239Τηλέμαχος Ῥούκης ΝΣτέφανος Σκουλούδης Ο
2240Κυριάκ. Μαυρομιχάλης ΝἸωάννης Δούμας Ο
2241Δημήτρ. Σαράβας ΟΓ. Μπούμπουλης Ν
2242Ἀντ. Μαυρομιχάλης Ἰωάννης Ζαλλώνης
2243Ἰω. Γερ. Μαυρομιχάλης ΝΓρηγ. Μαυρομαρᾶς Ο
2244Ἀσημ. Χρηστόπουλος ΟΝικόλαος Δρόσος Ν
2245Ν. Λαμπρούλιας ΟΣωτήρ. Σωτηρόπουλος Ν
2246Ζ. Ζαρειφόπουλος Θ. Μ. Ἀναστασόπουλος Ν
2247Ἀναστ. Α. Νικοκάβουρας Κανάρης Γιαλιᾶς Ο
2248Πολυχρ. Β. Κωνσταντᾶς Γεώργ. Πατρίδης
2249Θεόφιλος Π. Προβατᾶς ΟΓεώργ. Στάϊκος Ο
2250Γεώργ. Ἰακωβάτος ΟἸωάν. Μεγαπάνος Ν
2251Χαράλαμ. Ἰακωβάτος ΟΓ. Σ. Κοριζής Ο
2252Νικόλ. Ἰακωβάτος ΟΧριστόδ. Λ. Δουζίνας Ο
2253Νικόλ. Γ. Κάγκας Γεώργ. Δ. Βούλγαρης Ο
2254Εὐθ. Κεχαγιᾶς ΟἜπαμ. Α. Κριεζῆς Ο
2255Π. Τσαμάλας ἢ Παπακώστας Θεόδ. Ν. Γκίκας Ν
2256Ἀνάργυρος Σιμόπουλος ΟΛεωνίδας Τράκας Ο
2257Λουκᾶς Καραλίβανος ΝἈθαν. Χατζόπουλος Ο
2258Γεώργ. Ῥοῦφος ΝΚωνστ. Χατζῖσκος Ν
2259Ἀντών. Ῥικάκης ΝΔημήτρ. Ζουλούμης Ο
2260Ἀριστομ. Κοντογούρης ΟΝικ. Εὐαγ. ΚοντογιάννηςΟ
2261Δημήτρ. Πατρινός ΟἈλέξ. Οἰκονόμου Ο
2262Περικλ. Καλαμογδάρτης ΟΘεόδωρος Φλογαΐτης Ο
2263Νικόλ. Κουμανιώτης ΟΒασίλ. Βουδούρης
2264Νικόλ. Καράπαυλος Μιχαὴλ Ἀβέρωφ
2265Δημ. Τριγγέτας ΟΚωνστ. Ν. Παππανικολῆς
2266Ἀθανάσιος Μισυρλῆς Δημοσθ. Βρατσάνος
2267§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. 50 εἶπον Ναί, 93 εἶπον Ὄχι· ἑπομένως ἡ
2268τροπολογία ἀπεῤῥίφθη.
2269Ἀποῤῥίπτεται δι’ ἀναστάσεως ἡ τροπολογία τοῦ κ. Δρό-
2270σου, εἶτα δὲ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, διὰ ψήφων 88 κατὰ
227154, καὶ ἡ τοῦ κ. Παπαμιχαλοπούλου: «Ἐξαιροῦνται τῆς δια-
2272τάξεως ταύτης τὸ πετρέλαιον, ἡ ζάκχαρις, ὁ καφές, τὰ σιτηρὰ,
2273τὰ ἄλευρα καὶ ἡ ναυπηγήσιμος ξυλεία παντὸς εἴδους.»
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
2274Λεωνίδας Μελετόπουλος Βλάσης Βαλτινός Ν
2275Ἰωάν. Μεσσηνέζης ΟἈθανάσιος Ἴσκος Ν
2276Παντολ. Λογιωτατίδης ΟΔημήτρ. Θ. Γρίβας
2277Λεωνίδ. Καρυστινάκης ΟΓεώργιος Γεροθανάσης
2278Νικόλ. Μαυροκορδάτος ΟΧρῆστος Κατσικογιάννης
2279Μιχαὴλ Δ. Καΐρης ΟΒασίλ. Νικολόπουλος Ο
2280Γεώργιος Τσώκρης ΟἸωάννης Ῥοϊλός
2281Ἄγγελος Γεωργαντᾶς ΝΓεώργ. Μπούκουρας Ο
2282Γεώρ. Παππαλεξόπουλος Θεόδ. Δηλιγιάννης
2283Ἀνδρέας Ψύλλας ΟΚωνστ. Μαντζουράνης
2284Δημήτριος Ῥάλλης ΟΚωνστ. Κοσσονάκος Ο
2285Δημήτρ. Ν. Καλλιφρονᾶς ΟΠέτρος Πετροπουλάκης Ν
2286Τιμολέων Φιλήμων ΝἸωάν. Ἀνδρίτσος Ο
2287Παῦλος Καλλιγᾶς ΟΚωνστ. Ἀναγνωστόπουλος Ο
2288Δημήτρ. Μ. Καλλιφρονᾶς ΟἸωάν. Γ. Κόταρης Ν
2289Ἀλέξανδρ. Γ. Σκουζές ΝΝ. Παπαμιχαλόπουλος Ν
2290Ἀθανάσιος Κατσανδρῆς ΝΝικόλ. Θ. Ῥίτσος Ν
2291Ἰωάν. Γ. Καπιτσίνης ΝΘ. Καλλίτσης ἢ Μαρούλης
2292Γεώργ. Μίλησης ΝἸωάν. Βαλασσόπουλος Ο
2293Ἰωάν. Κ. Ζέρβας ΟΝικήτ. Βαρβιτσιώτης
2294Γεώργ. Ζηνόπουλος ΝἈριστ. Τζιβανόπουλος
2295Δημήτρ. Χατζόπουλος ΟἈναστ. Κορφιωτάκης
2296Δημήτριος Βουλπιώτης ΟΔημήτρ. Δημητρακάκης Ν
2297Σπυρ. Καραϊσκάκης ΟΔημήτρ. Μελετόπουλος Ο
2298Πάνος Μανωλίδης ΝΓ. Λάππας Ν
2299Σπυρ. Ῥώμας ΝἈναστ. Κουτσοπέταλος
2300Κωνστ. Λομβάρδος ΟΝικόλ. Μπουφίδης Ο
2301Ἀναστ. Λούντζης ΟΣ. Βαλαωρίτης Ν
2302Ἰωάν. Νέγκας Ξ. Βαλαωρίτης Ν
2303Ἰωάν. Βοῦλτσος ΝΓερ. Σέρβος Ο
2304Γεώργ. Κρεστενίτης ΟΔημήτρ. Τσαμόπουλος Ο
2305Στέφ. Στεφανόπουλος ΟἈριστ. Ῥούκης Ο
2306Αὐγερινός Πετραλιᾶς Δημ. Παππαλουκᾶς
2307Ἀνδρ. Αὐγερινός ΝΧρ. Χρηστόπουλος
2308Γ. Παπακυριακόπουλος ΟἈλεξ. Πετρινός Ο
2309Θεμιστ. Δαραλέξης ΝἈναστ. Σεχιώτης
2310Σπυρ. Κουκούλεζας ΟἸω. Ταμπακόπουλος Ν
2311Γεώρ. Πετούση ΟΚωνστ. Ῥεβελιώτης Ο
2312Π. Οἰκονόμου Ἀριστ. Σακελλαρόπουλος Ο
2313Πέτρος Α. Ζάνος Ἡλίας Κοσσονάκος Ο
2314Νικ. Νομικός ΟἈθαν. Κατριβάνος Ν
2315Νικήτας Δ. Συνοδινός ΝΒασίλ. Βούτουνας
2316Δημοσθένης Στάϊκος Στέφανος Δραγούμης Ο
2317Κωνστ. Πεταλᾶς Δημήτα. Πάγκαλος
2318Ἀριστ. Οἰκονόμου ΝΓεώρ. Σταμούλης
2319Ἀλέξ. Φωτήλας ΟΣπ. Ζερβός
2320Ἀθαν. Γ. Πετιμεζᾶς Θεόδ. Ζερβός Ν
2321Σωτήρ. Ν. Πετιμεζᾶς ΝΧαρίλ. Τρικούπης Ο
2322Θ. Α. Ζαΐμης ΝΝικολ. Μακρῆς
2323Περικλ. Γ. Πεῤῥωτής Γεώργ. Τσάλας Ο
2324Κωνστ. Ἰω. Φλέσσας ΟἈλέξ. Κουμουνδοῦρος Ν
2325Δημ. Τζάνες Κωνστ. Α. ΚουμουνδοῦροςΝ
2326Δημ. Κάρτσωνας Περικλῆς Μποῦτος
2327Ἀντών. Χατζηνικολῆς Σπήλ. Ἀντωνόπουλος Ο
2328Ἀλέξ. Ἀντωνιάδης ΟΓ. Προβελέγιος
2329Γεώργ. Καραβᾶς ΟΔημ. Κυριακίδης Ν
2330Ἰωάννης Πεζᾶς ΟἘλευθ. Μυκώνιος Ν
2331Γεώργ. Παπαγεωργίου ΝΚωνστ. Κρίσπης
2332Ἀνδρ. Ἱερομνήμων Μιλτιάδης Βαρότσης Ν
2333Στυλιανός Βάλληνδας ΟΝ. Γ. Καλαντζόπουλος Ο
2334Νικόλ. Βασιλάκης ΟΓ. Ν. Σισμάνης
2335Ἀντών. Παλατιανὸς ΟἈθ. Ῥοντήρης Ν
2336Ἰάκωβος Πολυλᾶς ΟΚωνστ. Φαρμακόπουλος
2337Ἀναστ. Δημητριάδης ΟΚ. Εὐθυμιόπουλος
2338Δημήτ. Σταυρόπουλος ΟἈλέξ. Πετσάλης Ο
2339Σπυρ. Α. Νοταρᾶς Τηλέμαχος Ῥούκης Ν
2340Ἰωάν. Δεληγιάννης ΟΚυριακ. Μαυρομιχάλης Ν
2341Ἀνδρ. Νοταρᾶς Δημήτρ. Σαράβας Ο
2342Ν. Βαλσαμάκης Ἀντ. Μαυρομιχάλης
2343Π. Βενιεράτος Ἰω. Γερ. Μαυρομιχάλης Ν
2344Σπ. Μοντεσάντος ΟἈσημ. Χρηστόπουλος Ο
2345Δ. Μηλιαρέσης Ν. Λαμπρούλιας Ο
2346Σπυρ. Κοντολέων Ζ. Δ. Ζαρειφόπουλος
2347Π. Κορωναίος ΟἈναστ. Δ. Νικοκάβουρας
2348Στυλ. Κασιμάτης ΟΠ. Β. Κωνσταντᾶς
2349Θεόδ. Θερμογιάννης ΟΘεόφιλος Π. Προβατᾶς Ο
2350Ἀντών. Καρδαρᾶς Γεώρ. Ἰακωβάτος Ο
2351Δημήτρ. Σταματόπουλος Χαράλαμ. Ἰακωβάτος Ο
2352Νικόλ. Ἰακωβάτος ΟΓ. Μπούμπουλης Ν
2353Νικόλ. Κάγκας Ἰω. Ζαλλώνης
2354Εὐθ. Κεχαγιᾶς ΟΓρηγ. Μαυρομαρᾶς Ο
2355Π. Τσαμάλας ἢ Παπακώστας Νικόλ. Δρόσος Ν
2356Δ. Σιμόπουλος ΟΣωτήρ. Σωτηρόπουλος Ν
2357Λ. Καραλίβανος ΝΘ. Μ. Ἀναστασόπουλος Ν
2358Γ. Ῥοῦφος ΝΚανάρης Γιαλιᾶς Ο
2359Α. Ῥικάκης ΝΓεώρ. Πατρίδης
2360Ἀριστομ. Κοντογούρης ΟΓεώρ. Στάϊκος Ο
2361Δ. Πατρινός ΟἸωάν. Μεγαπάνος Ν
2362Περικλ. Καλαμογδάρτης ΟΓ. Σ. Κοριζῆς Ο
2363Νικόλ. Κουμανιώτης ΟΧριστόδ. Λ. Δουζίνας Ο
2364Νικόλ. Καράπαυλος Γεώργ. Δ. Βούλγαρης Ο
2365Δημήτρ. Τριγγέτας ΟἜπαμ. Δ. Κριεζῆς Ν
2366Ἀθ. Μισυρλῆς Θεόδ. Ν. Γκίκας Ν
2367Εὐάγ. Ἀντύπας ΝΛεωνίδας Τράκας Ο
2368Γ. Φλωριᾶς Ἀθανάσ. Χατζόπουλος Ο
2369Ἀναστ. Ζερβός Κωνστ. Χατζῖσκος Ν
2370Μιχαὴλ Σκαβέντζος ΟΔημήτρ. Ζουλούμης Ο
2371Γεώργ. Κ. Ῥεμπάκης Νικ. Εὐαγ. ΚοντογιάννηςΟ
2372Παντελῆς Μπούμπουλης Ἀλέξ. Οἰκονόμου Ο
2373Γεώργ. Λεωνίδας Θεόδωρος Φλογαΐτης Ν
2374Ἰωάν. Γρυπάρης ΝΒασίλ. Βουδούρης
2375Παντιᾶς Καράλης ΝΜιχαὴλ Ἀβέρωφ
2376Στέφανος Σκουλούδης ΟΚωνστ. Ν. Παππανικολῆς
2377Ἰω. Δούμας ΝΔημοσθ. Βρατσάνος
2378Γίνονται δι’ ἀναστάσεως δεκτὰ τ’ ἄρθρα 1 καὶ 2.
2379Ἄρθρον 3.
2380§150ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἤδη μανθάνομεν, ὅτι ἡ γνώμη τῶν
2381Ὑπουργῶν δύναται νὰ ἐπιβάλλῃ φόρον· μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν
2382εἶναι ὀρθὸν εἷς Ὑπουργὸς μὲ ἓν χαρτὶ νὰ δύναται νὰ ἐπιβάλλῃ
2383φόρους.
2384§151ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μέχρι τοῦδε ἐπεκράτει ἡ ἀρχὴ, ὅτι διὰ Β.
2385Διατάγματος, ἄνευ συμπράξεως τῆς Βουλῆς, ἠδύνατο νὰ ἐπι-
2386βληθῇ οἱοσδήποτε φόρος ἢ αὔξησις τέλους εἰσαγωγικοῦ· ἤδη δὲ
2387καταργεῖται τοῦτο. Ἀλλ’ ἐπειδὴ τὸ καταργούμενον μέτρον εἶχε
2388ληφθῆ πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ δημοσίου ταμείου, τὴν ὑποστήριξιν
2389ταύτην ἀντικαθιστῶμεν διὰ διατάξεως, ἡ ὁποία δὲν ἔχει οὐ-
2390δόλως τὸν χαρακτῆρα τοῦ προηγουμένου συστήματος, διότι
2391ἐνταῦθα δὲν πρόκειται περὶ φορολογίας, ἀλλ’ ἁπλῶς περὶ ἐγ-
2392γυήσεως, ἤτοι ἐξασφαλίζεται τὸ δημόσιον, ὅτι τὸ ποσὸν,
2393τὸ ὁποῖον θέλει προσδιορισθῆ, θέλει ληφθῆ παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁ-
2394ποῖοι ὑποβάλλονται εἰς αὐτό. Τοῦτο δὲ θέλει γείνει ἕως ὅτου
2395ἡ πρότασις συζητηθῇ καὶ ψηφισθῇ· ἐὰν δὲ ἀποῤῥιφθῇ, ἢ ἡ Σύ-
2396νοδος παρέλθῃ ἄνευ ἐπιψηφίσεως τῆς προτάσεως, ἐπιστρέφονται
2397τὰ χρήματα· ὥστε πρόκειται περὶ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, ἥτις
2398θὰ ἔχῃ ἀναδρομικὴν δύναμιν.
2399§152ΦΙΛΗΜΩΝ. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι
2400ἡ φορολογία ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς εἰσαγωγῆς τῆς προτάσεως
2401θέλει προλάβει τὰς καταχρήσεις τῶν ἐμπόρων, αὐτὸ εἶναι ἀλη-
2402θὲς· ἀλλὰ συγχρόνως εἶναι ἐπίσης ἀληθὲς, ὅτι δύνανται νὰ ζη-
2403μιωθῶσιν ἢ καταστραφῶσιν ἔμποροι, οἵτινες ἐνήργησαν προ-
2404μηθείας ὑπὸ τὴν ἰσχὺν ἑνὸς νόμου· ἑπομένως, ὅσον εἶναι ἀλη-
2405θὲς τὸ ἓν, τόσον εἶναι ἀληθὲς καὶ τὸ ἕτερον, καὶ μάλιστα, ἐὰν
2406δὲν ἐπιψηφισθῇ ὁ νόμος.
2407Δεύτερον, ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι, δυνάμει τῆς ἰσχυού-
2408σης ἀρχῆς, ὅτι διὰ Β. Διατάγματος ἠδύνατο νὰ γείνῃ μία αὔ-
2409ξησις τελωνιακοῦ δασμοῦ, ὑφίστατο μίαν εὐθύνην ὁ Ὑπουργὸς,
2410ἀλλὰ σήμερον δὲν εἶναι ὑπεύθυνος οὗτος διὰ τὸ ὑποβαλλόμενον
2411νομοσχέδιον. Δὲν δύναται νὰ ἦναι ὑπεύθυνος, δυνάμει τοῦ περὶ εὐ-
2412θύνης ὑπουργῶν νόμου, δι’ ὑποβολὴν νομοσχεδίου. Ἐν τούτοις σήμε-
2413ρον ἡ εὐθύνη αὕτη καταστρέφεται καθ’ ὁλοκληρίαν, ἐνῷ δυνά-
2414μεθα ἕνα Ὑπουργὸν, ὁ ὁποῖος ἐξέδωκεν ἓν διάταγμα, ὅπερ ἡ
2415Βουλὴ δὲν ἐδέχθη ἀκολούθως, δυνάμεθα νὰ τὸν κατηγορή-
2416σωμεν· δὲν δυνάμεθα ὅμως νὰ πράξωμεν τίποτε, ἂν ὑπέβαλε
2417νομοσχέδιον, ἔστω καὶ ἂν ἐκ τούτου ἐζημιώθη ἢ τὸ δημόσιον
2418ἢ ὁ ἰδιώτης. Μοὶ φαίνεται δὲ, ὅτι αὐτὴ ἡ τάξις εἶναι ὅλως
2419διόλου πρωτότυπος, νὰ εἰσάγηται μία διάταξις νόμου πρὶν ἢ
2420ὁ νόμος γείνῃ· ἐννοῶ τὴν ἀναδρομικὴν δύναμιν, τὴν ὁποίαν
2421ἔχουν οἱ νόμοι, ἀλλὰ τὴν ἔχουν ἀφ’ ὅτου ψηφισθῶσιν. Ἀλλὰ νὰ
2422φορολογῆται εἴτε ἀμέσως, εἴτε ἐμμέσως, ὁ τόπος, πρὶν ἢ τὸ
2423σχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις, λάβῃ ἰσχὺν νόμου,
2424μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι κἄπως ἀνώμαλον· τοῦτο εἶναι ἄρσις
2425τῆς συνταγματικῆς ἀρχῆς, ἥτις εἶναι ἐγγύησις ὑπὲρ τῶν φορο-
2426λογουμένων.
2427§153ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Θαυμάζω, ὅτι ὁ κ. φιλήμων στηρίζει τὰς πε-
2428ποιθήσεις του ἐπὶ συνταγματικῆς ἀρχῆς, λέγων, ὅτι τὸ
2429διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπεται εἰς τὸν ὑπουργὸν νὰ ἐκδίδῃ,
2430εἶναι συνταγματικώτερον τῆς διατάξεως ταύτης, τὴν ὁποίαν ἡ-
2431μεῖς προτείνομεν. Εἶπεν, ὅτι εἶναι συνταγματικόν, διότι ἔχει ὁ
2432ὑπουργὸς εὐθύνην. Ἀλλὰ ποίαν εὐθύνην ὑπουργικὴν δύ-
2433ναται νὰ ἔχῃ, ἀφοῦ κατὰ νόμον δύναται νὰ ἐκδώσῃ τὸ διά-
2434ταγμα; ὥστε αἱ σκέψεις ἅπασαι αἱ συνταγματικαὶ τοῦ κ.
2435Φιλήμονος δὲν χωροῦσιν· ἀπεναντίας ἡ διάταξις αὕτη καθιεροῖ
2436τὴν συνταγματικὴν ἀρχὴν, ὅτι μόνον εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξου-
2437σίαν ἐπιτρέπεται νὰ νομοθετῇ καὶ ὄχι εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν,
2438κατ’ ἐντολὴν, ὅπως ἐγίνετο πρότερον. Ἂν ὁ κ. Φιλήμων θεω-
2439ρῇ, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 3 εἶναι ἐπικίνδυνος, πῶς δὲν ἐθεώ-
2440ρει, ὅτι εἶναι πολὺ μᾶλλον ἐπικίνδυνον τὸ καταργούμενον διὰ τοῦ
2441νομοσχεδίου τούτου δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ ἐκδίδειν διά-
2442ταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπεβάλλετο φόρος. Ὅταν ἅπαξ ἐπιβληθῇ
2443διὰ τοῦ διατάγματος ὁ φόρος, ἡ Βουλὴ εἶναι δεσμευμένη ν’
2444ἀποδεχθῇ τὸ διάταγμα· δὲν ἔχομεν παράδειγμα Βουλῆς, ἡ ὁ-
2445ποία ν’ ἀπέκρουσε διάταγμα ἅπαξ ἐκδοθέν, ἅπασαι δὲ σχεδὸν
2446αἱ τροποποιήσεις τοῦ δασμολογίου τοῦ 1867 ἐγένοντο διὰ
2447διαταγμάτων, εἶμαι δ’ εἰς θέσιν καὶ ἐγὼ νὰ εἴπω, ἐξ ἰδίας
2448πείρας, ὅτι ὑφίσταντο μεγίστην πίεσιν αἱ Κυβερνήσεις παρ’
2449ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶχον συμφέρον νὰ μεταβληθῶσιν οἱ δα-
2450σμοὶ, καὶ τοιαῦτα διατάγματα ἐξεδόθησαν ἐκ τοιούτων πιέ-
2451σεων. Ἤδη δὲ τίθεται ὁ ὑπουργὸς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὅπως
2452ἐρωτᾷ αὐτὴν περὶ πάσης ἀποφάσεως, τὴν ὁποίαν ἤθελε λάβει.
2453Ἵνα ἐφαρμοσθῇ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 3, τὸ νομοσχέδιον
2454αὐτὸ, πρέπει νὰ περιέχῃ ῥητῶς τὸν ὅρον, ὅτι θέλει ἐφαρ-
2455μοσθῆ προσωρινῶς ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς εἰσαγωγῆς· τοῦτο
2456δὲ ἐτέθη, ἵνα δύνηται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιβάλλῃ ῥιζικὰ μέτρα,
2457ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ ἦτο ἄτοπον νὰ δεσμεύσῃ τρόπον τινὰ τὴν
2458ψῆφον τῆς Βουλῆς, διὰ προώρου ἐκτελέσεως. Ὅταν λοιπὸν ὁ ὑ-
2459πουργὸς ἀποφασίζῃ ἐν αὐτῷ τῷ νομοσχεδίῳ νὰ εἴπῃ, ὅτι αἱ με-
2460ταβολαὶ τῶν τελῶν θέλουσιν ἐπιβληθῆ ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς εἰσα-
2461γωγῆς τοῦ νομοσχεδίου, λαμβάνει ἀπέναντι τῆς Βουλῆς ἀπὸ τῆς
2462ἡμέρας τῆς εἰσαγωγῆς πλήρη τὴν εὐθύνην, καὶ ἡ Βουλὴ παροῦσα,
2463ἐὰν νομίσῃ, ὅτι ὁ ὑπουργὸς κακῶς κρίνει, δύναται ἀμέσως νὰ
2464κηρυχθῇ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ τοιουτοτρόπως ν’ ἀποτρέ-
2465ψῃ τὰς κακὰς αὐτοῦ συνεπείας. Τὸ δὲ ῥηθὲν παρὰ τοῦ κ. βουλευ-
2466τοῦ Ἀττικῆς, ὅτι, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ἡ αὔξησις τοῦ φόρου,
2467ἡ μεταβολὴ τοῦ τέλους, ἐπιβάλλεται παρὰ τῆς Κυβερνήσεως,
2468εἶναι ὅλως ἀνακριβὲς, διότι τὴν ἀναδρομικὴν δύναμιν ἔχει ἡ
2469ἀπόφασις τῆς Βουλῆς· ὅ,τι δὲ γίνεται κατόπιν τῆς ὑπουργικῆς
2470ἐνεργείας, εἶναι ἡ ἐγγύησις τοῦ δημοσίου, ὅτι τὸ καταβλη-
2471θὲν τέλος, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν δὲν ἤθελεν ἐπιψηφισθῆ ἡ
2472πρότασις ἡ κυβερνητικὴ, καὶ ἑπομένως δὲν ἤθελε λάβει ἡ αὔ-
2473ξησις ἀναδρομικὴν δύναμιν, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐπιστρέφε-
2474ται εἰς τὸν καταβαλόντα.
2475§154ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δύω λέξεις μόνον· νομίζω, ὅτι ἔχει
2476ἄτοπα πολλὰ τὸ σύστημα αὐτὸ, περισσότερον ἀπὸ τὰ ἄτοπα,
2477τὰ ὁποῖα εἶχε τὸ προηγούμενον. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς σᾶς λέγει,
2478ὅτι τὸ λαμβανόμενον ἀπὸ τὸν ἔμπορον εἶναι παρακαταθήκη,
2479ἡ ὁποία ἐπιστρέφεται πρὸς αὐτὸν, ἅμα ὁ νόμος δὲν ἐπιψηφισθῇ.
2480Ἀλλὰ, κύριοι, ὁ ἔμπορος, καταθέτων τὰ χρήματα, τὰ ἐπιῤῥί-
2481πτει εἰς βάρος τῶν ἀγοραστῶν· οἱ ἔμποροι τῆς Σύρου π. χ.
2482μεταπωλοῦν εἰς τοὺς ἐμπόρους τῶν ἐπαρχιῶν, καὶ μεταπωλοῦν-
2483τες, θὰ προσθέσωσι καὶ τὸν κατατεθέντα φόρον. Ἂν ἡ Βουλὴ δε-
2484χθῇ τὸ σύστημα, τὴν πρότασιν τοῦ ὑπουργείου, τὰ χρήματα
2485ἐπιστρεφόμενα τυχὸν τὰ κερδίζει ὁ ἔμπορος τῆς Σύρου, τὰ χά-
2486νουν ὅμως οἱ ἄλλοι ἔμποροι ἢ οἱ πολῖται, οἱ ὁποῖοι τὰ ἠγό-
2487ρασαν· τὸ ἄτοπον λοιπὸν καὶ ἡ ἀδικία εἶναι βεβαία. Τὸ ἄλλο
2488σύστημα ἦτο καλλίτερον; τὸ ἄλλο σύστημα ἦτο ὑποχρεωτι-
2489κὸν, ἄδικον ἴσως, ἀλλ’ ἦτο, οὕτως εἰπεῖν, νομοθετικὴ διάταξις,
2490καὶ ἔπρεπεν ἡ Βουλὴ νὰ τὴν κυρώσῃ· ἐὰν ἀκύρωνε τὸ διά-
2491ταγμα, ἔπαυεν ἀμέσως ἡ ἰσχύς του, δὲν εἶχεν ἡ ἀκύρωσις
2492ὀπισθοδρομικὴν ἰσχὺν, ἑπομένως οὐδεὶς ἠδικεῖτο· ἂν τὸ διά-
2493ταγμα εἶχέ τι ἄτοπον ἢ κακόν, ἂν τὸ καλὸν ἦτο σπουδαῖον,
2494βεβαίως ἡ Βουλὴ ἤθελε τὸ διορθώσει, δὲν ἤθελε τὸ δεχθῇ, ἐνῷ
2495τώρα, κύριοι, θὰ γείνῃ πάντοτε ἡ ἀδικία· διὰ τοῦτο νομίζω,
2496ὅτι καλλίτερον εἶναι τὸ σύστημα τὸ προηγούμενον. Καὶ κύ-
2497ριοι, ὅταν τῷ ὄντι ἐπιβάλλεται φόρος διὰ διατάγματος, ὑπο-
2498βάλλεται τῇ προηγουμένῃ μελέτῃ τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου
2499καὶ τοῦ Βασιλέως, καὶ οὕτως ὑπάρχει τις ἐγγύησις· ἀλλ’ ὁ ὑπουρ-
2500γὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ παρασκευάζῃ μόνος νομοσχέδιον, νὰ
2501φορολογῇ ὁριστικῶς καὶ ἀμετακλήτως τὸν πολίτην, εἶναι
2502προφανῶς καὶ ἄδικον καὶ παράνομον.
2503§155ΦΙΛΗΜΩΝ. Εἰς τὸν κ. πρωθυπουργὸν ἀναγινώσκω τὸ ἄρ-
2504θρον 59 τοῦ Συντάγματος, «οὐδεὶς φόρος ἐπιβάλλεται οὐδὲ
2505εἰσπράττεται, ἐὰν προηγουμένως δὲν ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς
2506καὶ κυρωθῇ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως». Σήμερον τί γίνεται; ἐπιβάλ-
2507λεται φόρος, καὶ ἡ εἴσπραξίς του ἀρχίζει πρὶν ἢ ὁ νόμος ψηφισθῇ
2508καὶ κυρωθῇ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως. Λέγων δὲ ταῦτα, δηλῶ, ὅτι οὐ-
2509δόλως συμμερίζομαι τὴν ὀρθότητα τοῦ προτεινομένου, ὅπως
2510διὰ Β. Διατάγματος αὐξάνωσι τὰ τελωνιακὰ τέλη· τὸ τοι-
2511οῦτον τὸ θεωρῶ ἀντισυνταγματικόν. Ἐπειδὴ δὲ ἐθεώρουν καὶ
2512ἐκεῖνο ἀντισυνταγματικὸν, ἕνεκα τούτου, καὶ τὸ σήμερον
2513προτεινόμενον τὸ θεωρῶ ἀντισυνταγματικὸν, ἔκαμα τὴν πα-
2514ρατήρησιν περὶ εὐθύνης, διότι, μολονότι τὸ πρῶτον εἶναι ἀντι-
2515συνταγματικόν, δύναται ὁ Ὑπουργὸς νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν
2516εὐθύνην τὴν ὑπουργικὴν, ἐνῷ ἡ σημερινὴ διάταξις ἀπαλλάσσει
2517τῆς εὐθύνης τοὺς ὑπουργούς.
2518§156ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως τὸ προτεινόμενον μέ-
2519τρον παραβιάζει προφανῶς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος·
2520δὲν συμφωνῶ δὲ μὲ τὸν προαγορεύσαντα, ὅτι ἡ παράβασις
2521αὕτη δύναται νὰ λάβῃ χώραν καὶ κατὰ τὸ ἰσχύον μέχρι τοῦδε
2522σύστημα. Ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ἐν τῷ δικαιώματι αὐτῆς,
2523ἐξεχώρει δικαιώματα, ἀνήκοντα εἰς αὐτὴν, πρὸς τὴν ἐκτελε-
2524στικὴν ἐξουσίαν· ἀλλ’ ὡς γνωστὸν, ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία
2525ἀποτελεῖται ἀπὸ τὸν Βασιλέα καὶ τὸν ὑπεύθυνον Ὑπουργόν·
2526ἑπομένως τὸ διάταγμα, ὅπερ ἐξεδίδετο καὶ δι’ οὗ ἐτροπο-
2527ποιεῖτο τὸ δασμολόγιον, στηριζόμενον εἰς τὸ ἄρθρον 7 τοῦ
2528νόμου τοῦ 1867 περὶ δασμολογίου, ἦτο νόμιμον καὶ συνταγ-
2529ματικὸν, διότι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία εἶχε δώσει ἐκ τῶν προτέ-
2530ρων τοιαύτην ἐντολὴν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Ἀλλὰ
2531δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία νὰ μεταβάλῃ
2532τὸ δικαίωμά της τοῦτο τὸ νομοθετικὸν εἰς τὴν ὑποβολὴν
2533ἁπλῶς νομοσχεδίου ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν,
2534δυνάμει τοῦ ὁποίου νομοσχεδίου ν’ ἀρχίσῃ ἡ εἴσπραξις τοῦ
2535δι’ αὐτοῦ προτεινομένου τελωνιακοῦ φόρου. Ἰδοὺ διατί λέγω,
2536ὅτι τὸ μὲν πρῶτον σύστημα, τὸ μέχρι τοῦδε ἰσχύον, δὲν ἀντί-
2537κειται εἰς τὸ Σύνταγμα, τὸ προτεινόμενον δὲ σήμερον διὰ
2538τοῦ πρωθυπουργικοῦ νομοσχεδίου προφανῶς ἀντίκειται εἰς τὴν
2539διάταξιν τοῦ Συντάγματος, διότι πρόκειται νὰ ἐπιβληθῇ φόρος
2540δι’ ἁπλῆς ὑπουργικῆς προτάσεως. Ἀλλὰ πλὴν τούτου θὰ
2541προκαλέσῃ καὶ ὅλας αὐτὰς τὰς ἀνωμαλίας, ἃς ἀνέφεραν οἱ
2542προαγορεύσαντες· πρέπει ν’ ἀνοιχθῶσι βιβλία καὶ λογαριασμοὶ
2543μεταξὺ τελωνιακῶν ἀρχῶν καὶ ἐμπόρων, καὶ μετὰ τὴν ἐνδε-
2544χομένην ἀπόῤῥιψιν τοῦ νομοσχεδίου, ἡ ὁποία εἶναι λίαν πι-
2545θανὴ, νὰ ζητῆται ὁ ἔμπορος, ὁπουδήποτε εὑρίσκεται, πρὸς ἐπι-
2546στροφὴν τοῦ παρανόμως πληρωθέντος τελωνιακοῦ τέλους, ὅστις
2547ἐνδέχεται καὶ νὰ μὴ εὑρεθῇ. Βεβαίως δὲ τὴν παράνομον
2548ταύτην φορολογίαν θὰ ὑποστῶσιν οἱ πολῖται, διότι, καὶ ἂν ἐπι-
2549στραφῇ ὁ παρανόμως εἰσπραχθεὶς φόρος εἰς τὸν ἔμπορον, οἱ
2550πολῖται ἀπώλεσαν ἤδη ὅσα ἐπλήρωσαν, ἵν’ ἀγοράσουν τὰ ἐμ-
2551πορεύματα· ἑπομένως ἡ κοινωνία θὰ ὑποστῇ μεγάλην ζημίαν
2552ἀναντιῤῥήτως, ἐνῷ τὸ δημόσιον δὲν θὰ ὠφεληθῇ τίποτε. Νο-
2553μίζω λοιπὸν καὶ διὰ τοὺς δύω αὐτοὺς λόγους, ὅτι ἡ διάταξις
2554τοῦ νομοσχεδίου δὲν πρέπει νὰ ἐπιψηφισθῇ· ἡ ἐγγύησις, ἣν
2555μέχρι τοῦδε εἴχομεν, τροποποιοῦντες τὸ δασμολόγιον διὰ Β.
2556Διατάγματος, εἶναι ἀποχρῶσα, διότι αὕτη γίνεται τῇ προτά-
2557σει τοῦ Ὑπουργικοῦ συμβουλίου καὶ τῇ βασάνῳ καὶ ἐξετάσει
2558τοῦ Ἡγεμόνος. Τοιαύτην δὲ ἐγγύησιν ἤδη δὲν δυνάμεθα νὰ
2559ἔχωμεν· ἐγὼ π. χ. ὡς ὑπουργὸς συλλαμβάνω μίαν αὐθαί-
2560ρετον καὶ ἰδιότροπον ἰδέαν ν’ αὐξήσω τὸ τέλος τοῦ δασμο-
2561λογίου διὰ νομοσχεδίου, εἰς τὴν Βουλὴν ὑποβληθησομένου, βέ-
2562βαιος δὲ ὢν, ὅτι θ’ ἀποῤῥιφθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἡ πρότασίς μου,
2563πραγματοποιῶ τὴν ἰδέαν μου· τὸ νομοσχέδιόν μου ἀποῤῥίπτε-
2564ται, τὸ κακὸν ἀποτέλεσμα ὅμως ἐπῆλθε. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι
2565ὁ κ. Τρικούπης ὀφείλει νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν
2566διατάξεως, προφανῶς παραβιαζούσης τὸ Σύνταγμα καὶ παρα-
2567βλαπτούσης τὰ συμφέροντα τῶν πολιτῶν.
2568§157ΣΚΟΥΖΕΣ. Δὲν ἐξετάζω τὸ ζήτημα ὑπὸ συνταγματικὴν
2569ἔποψιν· θὰ τὸ ἐξετάσω ὑπὸ πραγματικὴν ἔποψιν. Νομίζω, ὅτι
2570ὁ προτεινόμενος τρόπος ἴσως ἔχει περισσότερα ἐλαττώματα
2571ἀπὸ τὸν ἄλλον, καθότι θὰ παρεμβάλῃ πολλὰ προσκόμματα,
2572καὶ ἰδίως εἰς τὸ μέγα ἐμπόριον τὸ διαμετακομιστικόν, ὅπερ
2573πρὸ πάντων ἡμεῖς πρέπει ν’ ἀναπτύξωμεν. Ὅταν προκατα-
2574βάλῃ ὁ ἔμπορος τελωνιακά, ἐπὶ τῇ ὑποβολῇ ἑνὸς νομοσχεδίου
2575εἰς τὴν Βουλήν, τί θὰ κάμῃ; πῶς θὰ κανονίσῃ τὰς σχέσεις
2576του ὁ ἔμπορος τῆς Σύρου ἢ τοῦ Πειραιῶς, ὅστις ἐξοδεύει τὸ
2577πρᾶγμά του εἰς τοὺς μικροὺς ἐμπόρους; Ἐπὶ τίνι βάσει θὰ
2578ὑπολογίσῃ τὴν τιμήν, μὲ τὸ ηὐξημένον τελωνιακὸν τέλος, ἢ
2579ὄχι; Ἅμα εἰσαχθῇ τοιοῦτον νομοσχέδιον καὶ ὁ μεγαλέμπορος
2580πληρώσῃ, οἱ ἄλλοι ἔμποροι, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ ὑπάγουν νὰ
2581ἀγοράσουν ἀπ’ αὐτὸν, θὰ περιμένουν νὰ ἴδωσιν ἂν θὰ ψηφι-
2582σθῇ ὁ νόμος, ναὶ ἢ ὄχι, ὥστε ἀναλόγως νὰ γνωρίζουν ποίαν
2583τιμὴν πρέπει νὰ προσφέρουν· διατείνομαι δὲ, ὅτι τοῦτο θὰ
2584παρεμβάλῃ προσκόμματα εἰς τὸ ἐμπόριον, διότι εἶναι ἐδῶ νο-
2585μοσχέδια ὑποβληθέντα ἀπὸ τριῶν τεσσάρων μηνῶν, καὶ ἐν
2586τούτοις εἶναι ἐκκρεμῆ. Φαντασθῆτε τί θὰ γείνῃ εἰς τὸ ἐμπόριον.
2587§158ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ὅταν προτείνηται αὔξησις εἰς τὸ δασμολό-
2588γιον, οἱ ἔμποροι οἱ κερδοσκόποι πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ δα-
2589σμολογίου εἰσάγουσιν ἐμπορεύματα ἐξ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου,
2590οὗ αὐξάνεται ὁ δασμὸς, καὶ οὕτω τὸ δημόσιον ζημιοῦται τὸ
2591ἐπιζητούμενον διὰ τῆς αὐξήσεως ὄφελος. Ἀλλὰ ἔχει καὶ ἄλλο
2592κακόν· παραλύει τοὺς ὅρους τοῦ ἐλευθέρου συναγωνισμοῦ μετα-
2593ξὺ τῶν ἐμπόρων, τῶν ἤδη εἰσαγαγόντων καὶ τῶν μετέπειτα
2594ὑπὸ τὸ βάρος τοῦ νόμου εἰσαγόντων, ὥστε μία τις θεραπεία
2595εἶναι ἀναγκαία.
2596Καὶ τὸ ἤδη εἰσαγόμενον σύστημα καὶ τὸ προϋπάρχον θεωρῶ
2597ἀντισυνταγματικὰ, διότι καὶ κατὰ τὸ πρῶτον σύστημα βε-
2598βαιοῦται καὶ εἰσπράττεται φόρος, μὴ ψηφισθεὶς ὑπὸ τοῦ κοινο-
2599βουλίου. Ἔλαβον τὸν λόγον, ἵνα διαμαρτυρηθῶ κατ’ αὐτοῦ τοῦ
2600συστήματος, διότι αὐτὸ ἐγκατέστη ὅπως δήποτε καὶ θεωρεῖται
2601μᾶλλον νόμιμον, καὶ εἶναι περισσότερον ἐπικίνδυνον, διότι
2602πολλὰ τέλη ηὔξησαν ἐν ἀγνοίᾳ τῆς βουλῆς, οὐδὲ ἠρωτήθη ἡ
2603βουλή, ἵνα φέρῃ γνώμην ὅπως δήποτε, ἢ τὸ κοινὸν νὰ μελετή-
2604σῃ τὸ ζήτημα αὐτό. Εἶναι ἀδύνατον τὸ κοινοβούλιον ν’ ἀπαλ-
2605λοτριώσῃ τὴν κυρίαν ἐξουσίαν, ἣν ἔχει, τοῦ αὐτὸ μόνον φορολο-
2606γεῖν, εἰς τὸ στέμμα. Ὁ κ. Τρικούπης μὲ ἀντέκρουσεν εἰπών,
2607ὅτι ἐν Ἀγγλίᾳ γίνεται τοιοῦτόν τι· δι’ αὐτὸ θέλω νὰ κάμω
2608τὴν παρατήρησιν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ μιμώμεθα ἀπολύτως
2609τὰ γινόμενα ἐν ἄλλῳ Κράτει. Ἐν Ἀγγλίᾳ τὸ κοινοβούλιον
2610δύναται ν’ ἀπαλλοτριώσῃ εἰς τὸ στέμμα τὸ δικαίωμά του
2611τοῦτο, διότι τὸ κοινοβούλιον ἐκεῖ εἶναι συνέλευσις· ἀλλ’ ἡ βου-
2612λὴ ἐδῶ ἔχει περιωρισμένην ἐξουσίαν ἐντὸς τοῦ συντάγματος,
2613καὶ δὲν δύναται νὰ μεταδώσῃ ἐξουσίας τινὰς εἰς τὴν ἐκτελε-
2614στικὴν ἐξουσίαν. Ἀλλὰ καὶ τὸ σύστημα τὸ εἰσαγόμενον ἔχει
2615τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα· ἔχει τὸ ἄτοπον, ὅπερ παρετήρησεν ὁ
2616κ. Κουμουνδοῦρος, τὸ ὁποῖον εἶναι βαρὺ, διότι τὸ δημόσιον
2617φορολογεῖ τὸν ἔμπορον, ὁ ἔμπορος τὸν λαόν· ἔπειτα, τὸ δημόσιον
2618ὑποχρεοῦται νὰ δίδῃ ὀπίσω τὰ χρήματα εἰς τὸν ἔμπορον, χω-
2619ρὶς ὁ φορολογηθεὶς λαὸς νὰ δύναται ν’ ἀναλάβῃ ὅσα ἔδωκεν
2620εἰς αὐτόν. Τὸ δημόσιον χρησιμεύει ἁπλῶς ὡς εἰσπράκτωρ πα-
2621ράνομος ὑπὲρ τοῦ ἐμπόρου. Προχείρως μοῦ ἐπῆλθε τέλος πάν-
2622των νὰ εἴπω νὰ παραδεχθῶμεν τὸ σύστημα τὸ εἰσαγόμενον,
2623ἀλλ’ ὑπὸ τὸν περιορισμὸν νὰ βεβαιοῦται μόνον ὁ φόρος αὐτὸς,
2624οὐχὶ δὲ καὶ νὰ εἰσπράττηται.
2625§159ΤΙΝΕΣ. Τὸ ἴδιον εἶναι.
2626§160ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Τὸ σύνταγμα λέγει, «δὲν ἐπιβάλλεται οὐδὲ
2627εἰσπράττεται»· δὲν θέλει οὐδὲ τὴν ἐπιβολήν. Ἀλλ’ ὅ,τι ἀπα-
2628γορεύει τὸ σύνταγμα, εἶναι νὰ μὴ ἐγγιχθῇ ἡ περιουσία τοῦ
2629πολίτου, ἄνευ τῆς συναινέσεως τοῦ κοινοβουλίου· ὑπ’ αὐτὸν τὸν
2630περιορισμὸν δύναται νὰ γείνῃ συζήτησις, διότι εἰς οὐδεμίαν
2631ζημίαν φέρει τὸν φορολογούμενον.
2632Γίνεται δι’ ἀναστάσεως δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3.
2633§161ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Παραβιάζομεν τὸν ὅρκον, τὸν ὁποῖον ἐδώ-
2634καμεν· ὀφείλω νὰ εἴπω καὶ νὰ δηλώσω, ὅτι ἐγὼ δὲν ψηφίζω
2635τὴν παραβίασιν τοῦ Συντάγματος.
2636§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὡς 4 ἄρθρον θὰ τεθῇ ἡ τροπολογία, τὴν
2637ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν· ὁμοία
2638εἶναι καὶ ἡ τοῦ κ. Σκουζὲ, ὥστε δύνανται νὰ συγχωνευθῶσιν.
2639§163ΣΚΟΥΖΕΣ. Ὅπως ἔχει τὸ κείμενον τῆς τροπολογίας τοῦ
2640κ. πρωθυπουργοῦ, δὲν εἶναι σαφές· τὸ ποσὸν τῶν ἐμπορευμά-
2641των θὰ κανονίζῃ τὸ τελωνεῖον, ἢ τὸ ποσὸν ἐν σχέσει πρὸς
2642τὴν τιμήν;
2643§164ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ......
2644§165ΜΙΛΗΣΗΣ. Εἰς ποίαν σχέσιν διατελεῖ τὸ ἄρθρον αὐτὸ πρὸς
2645τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσατε;
2646§166ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐὰν ἐπεριμένετε, ἠθέλετε ἀκούσει. Ἐψηφί-
2647σαμεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ μεταῤῥυθμίσεως τῶν τελωνιακῶν
2648τελῶν διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ τέλη τῆς διαμετακο-
2649μίσεως ὁρίζονται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν, δε-
2650καπλασιαζομένων ὡς πρὸς τὴν εὕρεσιν τῆς ἀξίας· τουτέστι,
2651κατὰ τὴν ὑπάρχουσαν νομοθεσίαν περὶ ἐπιβολῆς τέλους, καὶ τὰ
2652ἐναποταμιευόμενα εἴδη φορολογοῦνται, τὰ μὲν ἐλαφρὰ καὶ ὀγ-
2653κώδη πρὸς 1% τὰ δὲ βαρέα πρὸς ½%, ἐπὶ τῆς ἀξίας
2654τῆς ὁριζομένης ὑπὸ τῆς τελωνιακῆς ἀρχῆς. Τὸ τελευταῖον νομο-
2655σχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσαμεν, δὲν ἐνεωτέρισεν ὡς πρὸς τὸ ποσο-
2656στὸν, ἀλλ’ ὥρισεν, ὅτι ἡ ἀξία, ἐπὶ τῆς ὁποίας τὸ ποσοστὸν τοῦτο
2657θὰ λαμβάνηται, εἶναι τὸ δεκαπλάσιον τοῦ δασμολογίου. Ἤδη
2658τί λέγομεν; ὅτι καὶ πάλιν ἡ ἀξία θὰ διατελῇ ἐν σχέσει πρὸς
2659τὸ δασμολόγιον, διότι δὲν εἶναι πρέπον νὰ ὁρίζῃ ἑκάστοτε τὴν
2660ἀξίαν ἡ τελωνιακὴ ἀρχὴ, ἀλλὰ τὴν σχέσιν ταύτην τῆς ἀξίας
2661πρὸς τὸ δασμολόγιον θὰ τὴν κανονίσῃ βασιλικὸν διάταγμα.
2662Αὕτη εἶναι ἡ ἔννοια τῆς διατάξεως, ὅτι βασιλικὸν διάταγμα
2663θέλει ἐκδοθῆ, τὸ ὁποῖον θὰ κανονίσῃ ποῖα θέλουσιν εἶσθαι τὰ
2664τέλη τῆς διαμετακομίσεως ἐπὶ τῇ βάσει τῶν τελῶν τῶν εἰσα-
2665γωγικῶν, συσχετιζομένων πρὸς τὴν ἀξίαν τοῦ εἴδους. Ἡ
2666ἀξία τοῦ εἴδους, κατὰ μέσον ὅρον, ἐν τῷ δασμολογίῳ τοῦ
26671867 ἐθεωρεῖτο, ὅτι ἦτο τὸ δεκαπλάσιον τοῦ τέλους, κα-
2668τόπιν δὲ ἄλλαι νομοθετικαὶ διατάξεις μετέβαλον τὴν ἀναλογίαν
2669ταύτην καὶ ἐπέβαλον τέλη μεγαλείτερα τοῦ ποσοστοῦ τοῦ δε-
2670κάτου. Ὡς ἐκ τούτου, ἤδη διὰ διατάγματος θέλει κανονίζεσθαι
2671ποία τις εἶναι ἡ ἀξία ἐν τῇ συσχετίσει αὐτῆς πρὸς τὸ τέλος,
2672καὶ ἑπομένως ποία θὰ ἦναι ἡ πληρωμή, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ
2673εἰσαγωγικοῦ τέλους, ἢ ἀντιστοιχοῦσα πρὸς 1% ἐπὶ τῶν
2674ὀγκωδῶν καὶ ἐλαφρῶν, καὶ πρὸς ½% ἐπὶ τῶν βα-
2675ρέων εἰδῶν.
2676§167ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δηλαδὴ τώρα πρόκειται νὰ δοθῇ ἡ ἄ-
2677δεια νὰ τὰ κανονίσητε διὰ Διατάγματος.
2678§168ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι, ὡς πρὸς τὸ τέλος οὐδεμία μεταβολή·
2679διὰ Διατάγματος ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ
2680πράξῃ δύο τινά, νὰ κανονίσῃ τὴν ἀξίαν καὶ πόσον θὰ
2681ἦναι τὸ ποσοστὸν τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους, τὸ ὁποῖον θ’ ἀποτε-
2682λῇ τὸ τέλος τῆς ἀποταμιεύσεως· τὸ ποσοστὸν δὲ τοῦτο θὰ εὑ-
2683ρίσκηται ἐκ τῆς ἀναλογίας τοῦ δασμοῦ τοῦ εἰσαγωγικοῦ πρὸς
2684τὴν ἀξίαν.
2685§169ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ θὰ κανονίζωνται ἑκάστοτε,
2686διὰ Βασιλικῶν Διαταγμάτων.
2687§170ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μάλιστα, δι’ αὐτὸ ἐτέθη πληθυντικῶς
2688ὥστε νὰ δύνωνται Βασιλικὰ Διατάγματα νὰ μεταβάλ-
2689λωσι τὸ ἀρχικὸν Διάταγμα, ἤτοι ἀμέσως μετὰ τὴν ἔκδοσιν
2690τοῦ νόμου τούτου θέλει ἐκδοθῆ Βασιλικὸν Διάταγμα, τὸ ὁποῖον
2691θὰ περιέχει τὸ τιμολόγιον, ἵνα εἴπω οὕτω, τῶν ἀποταμι-
2692ευομένων εἰδῶν, τὸ ὁποῖον θὰ ὁρίζῃ ἐπὶ ἑκάστου εἴδους
2693τὸ ποσοστὸν τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους τὸ πληρωτέον· π. χ.
2694ἐπὶ τοῦ καφὲ θὰ πληρώνηται ποσοστὸν 5% ἐπὶ
2695τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους, ἐπὶ τῆς ζακχάρεως θὰ πληρώνηται
2696ἄλλο ποσοστὸν, διότι ἄλλη εἶναι ἡ ἀναλογία τοῦ τέλους
2697πρὸς τὴν ἀξίαν. Ἐπὶ ἄλλων εἰδῶν, ἐπὶ τῶν εἰδῶν, περὶ ὧν
2698ὡμιλοῦμεν πρότερον, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀτελώνιστα, ἐξ ἀνάγ-
2699κης ἔπρεπε νὰ ὁρισθῇ ἀξία τις. Τοῦτο τὸ Διάταγμα θέλει ἐκ-
2700δοθῆ τώρα· ἐνομίσαμεν δὲ, ὅτι πρέπει ν’ ἀφεθῇ εἰς τὴν ἐκτε-
2701λεστικὴν ἐξουσίαν νὰ ἐκδίδῃ Διατάγματα, ὁσάκις νομίζει, ὅτι
2702αἱ ἀξίαι τῶν πραγμάτων μετεβλήθησαν, καὶ τοῦτο διὰ τὸν
2703λόγον, ὅτι τὰ τέλη τῆς ἀποταμιεύσεως δὲν θεωροῦνται ὡς φο-
2704ρολογία, καὶ δὲν πρέπει τὸ δημόσιον ν’ ἀποβλέπῃ διὰ τῶν
2705τελῶν τούτων εἰς κέρδος ὑπὲρ τοῦ δημοσίου, ἀλλὰ μόνον
2706εἰς τὴν ἐξασφάλισιν κατὰ τῶν λαθρεμπορίων καὶ τὴν
2707βεβαίωσιν τῆς στατιστικῆς. Ὅταν τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα
2708χρειάζονται πρὸς τὸν διττὸν τοῦτον σκοπὸν, καλύπτωνται, ἐὰν
2709ἐπέλθωσι διαφοραὶ εἰς τὴν ἀξίαν, αἱ ὁποῖαι ἐπιτρέπουσι τὴν
2710ἐλάττωσιν, τὴν ἐλάττωσιν ταύτην πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν ἐξου-
2711σίαν ἡ Κυβέρνησις νὰ τὴν πραγματοποιῇ, διότι ἔχομεν πᾶν
2712συμφέρον νὰ εὐκολύνωμεν τὴν διαμετακόμισιν.
2713§171Α. ΣΚΟΥΖΕΣ. Στηριζόμενος ἀκριβῶς ἐπὶ ὅσων εἶπεν ὁ
2714ἀξιότιμος κ. πρωθυπουργός, νομίζω, ὅτι θ’ ἀναγνωρίσῃ, ὅτι
2715πρέπει νὰ γείνῃ ἡ τροποποίησις, ἣν ὑπέβαλον. Εἴπετε, κύριε
2716πρωθυπουργὲ, ὅτι διὰ βασιλικοῦ διατάγματος ἡ Κυβέρνησις
2717θὰ κανονίζῃ τὴν ἀξίαν τοῦ ἐμπορεύματος ἐν συσχετίσει πρὸς
2718τὸ ἀποταμιευτικὸν δικαίωμα.
2719§172ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ δικαίωμα, σᾶς εἶπον, τὸ ἐν συσχετίσει
2720πρὸς τὴν ἀξίαν τοῦ εἴδους.
2721§173ΣΚΟΥΖΕΣ. Διὰ νὰ συσχετίσητε ἓν πρᾶγμα, πρέπει νὰ ὁρί-
2722σητε τὸ ἕτερον. Θὰ νομίσῃ κανείς, ἀναγινώσκων τὸ ἄρθρον σας,
2723ὅτι τὸ διάταγμα θὰ κανονίσῃ ἀποταμιευτικὸν δικαίωμα, δη-
2724λαδὴ τὸ 1 ἢ τὸ ½%, ἐνῷ ὅ,τι προτείνω θ’
2725ἀπλοποιήσῃ αὐτὸ, διότι τώρα πρέπει νὰ κάμητε ἕνα δι-
2726πλοῦν πίνακα, διὰ νὰ κανονίσητε τὰ δύο, δηλαδὴ τὸ ποσοστὸν
2727καὶ τὴν ἀξίαν. Ἐὰν διὰ βασιλικοῦ διατάγματος κανονίσητε
2728ἁπλῶς τὴν ἀξίαν, ἐπειδὴ τὸ ποσὸν τῶν ἀποταμιευτικῶν δι-
2729καιωμάτων μένει πάντοτε τὸ αὐτὸ, δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ τὸ
2730κανονίσητε· ἅμα εἴπητε, ὅτι ἡ ἀξία τοῦ καφὲ π. χ. εἶναι 3
2731δραχμαὶ, ἐπειδὴ πληρώνει ½%, εἶναι 1½ λε-
2732πτόν. Καθ’ ὑμᾶς, πρέπει λοιπὸν νὰ κανονισθῇ καὶ τὸ ποσοστὸν,
2733καὶ θὰ ἦναι διπλῆ ἡ ἐργασία. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι, πρὸς πε-
2734ρισσοτέραν ἁπλοποίησιν, ἠμποροῦσε νὰ προστεθῇ τὸ ἑξῆς· «Ὁ-
2735σάκις τὸ ἐπιβαλλόμενον εἰσαγωγικὸν τέλος εἶναι ἀνώτερον τοῦ
2736δεκατημορίου τῆς ἀξίας.»
2737§174ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐξηγήθησαν ταῦτα.
2738§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιμένετε εἰς τὴν τροπολογίαν;
2739§176ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἐὰν νομίζῃ ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ὅτι εἶναι ἀρκετὰ
2740ἐξηγημένον, τότε ὄχι· ἀλλὰ νὰ ἐξηγηθῇ ῥητῶς εἰς τὰ πρα-
2741κτικά.
2742Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4.
2743§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Θ. Ζερβοῦ,
2744κατὰ τὴν ὁποίαν «τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον δὲν ἐφαρ-
2745μόζεται ἐν Ἑπτανήσῳ». (Ἀποῤῥίπτεται δι’ ἀναστάσεως.)
2746Ἄρθρον 5.
2747§178ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπειδὴ ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἐπιδαύρου Λι-
2748μηρᾶς ἐξέφρασεν ἀμφιβολίας περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ 5 ἄρθρου, ἐὰν
2749δηλ. τὰ τέλη τὰ καταργούμενα ὑπὲρ τῆς ὁδοποιΐας ἀφορῶσι
2750μόνον εἰς τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη ἢ καὶ εἰς τὰ τέλη τῆς ἐξα-
2751γωγῆς ἐν Ἑπτανήσῳ, νομίζω καλὸν νὰ τεθῇ τοῦτο ἀκριβῶς,
2752ἵνα μὴ ὑπάρχῃ ἀσάφεια, καὶ διὰ τοῦτο προσέθηκα «ὅσον
2753ἀφορᾷ εἰς τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη.»
2754Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 5 τροποποιημένον.
2755§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἀναγνωσθὲν 5 ἄρθρον
2756παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται.) Ἡ Βουλὴ παρε-
2757δέχθη.
2758Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου.
2759Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ
2760νόμου περὶ στρατολογίας.
2761§180ΚΟΤΤΑΡΗΣ. Εἶμαι σύμφωνος ὡς πρὸς τὴν ἐλάττωσιν τῆς
2762θητείας· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ στρατολογικὴ ὑποχρέωσις διαιρεῖται
2763εἰς διετῆ καὶ μονοετῆ θητείαν, νομίζω, ὅτι ἡ διαίρεσις αὕτη
2764εἶναι σκανδαλωδεστάτη, εἶναι ἄδικος καὶ ἀντισυνταγματικὴ,
2765θὰ προξενήσῃ δὲ καὶ πολλὰ παράπονα· διότι, μόλις ἀρχίσῃ ἡ
2766κατάταξις τῶν κληρούχων, πάντες θὰ ζητήσουν νὰ κατατα-
2767χθῶσιν εἰς τὸ πεζικόν· φαντασθῆτε δὲ τὴν θέσιν μας ἀπέναντι
2768αὐτῶν καὶ τῶν συγγενῶν των. Δὲν εἶμαι κάτοχος τοῦ συνταγ-
2769ματικοῦ δικαίου, ἔχω ὅμως ἀκούσει, ὅτι οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι
2770ἐνώπιον τῶν νόμων, καὶ ἑπομένως καὶ αἱ ὑπὸ τοῦ νόμου ἐπι-
2771βαλλόμεναι ὑποχρεώσεις πρέπει νὰ ἦναι ἴσαι. Ὑπὸ τοιαύτης
2772ἰδέας ἐμφορούμενος, προτείνω τὸ ἑξῆς, ἵνα ἐπέλθῃ δικαιοσύνη
2773καὶ λείψουν τὰ παράπονα· ἡ θητεία νὰ προσδιορισθῇ εἰς 1½
2774ἔτος ἀδιακρίτως δι’ ὅλα τὰ ὅπλα· ἐὰν δὲ ἡ Κυβέρνησις δὲν
2775παραδέχεται τὴν πρότασίν μου ταύτην, θὰ καταψηφίσω τὸ
2776νομοσχέδιον.
2777§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γεωργαντᾶς.
2778§182ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἡ Βουλὴ, διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νέου
2779στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ, κατήργησε τὸν μέχρι τοῦδε ὑπάρ-
2780χοντα μόνιμον στρατὸν, καὶ οὕτως ἀπεφάσισε τὴν διάλυσιν αὐ-
2781τοῦ εἰς τὰ ἐξ ὧν συνετέθη, διὰ τῆς δῆθεν διαιρέσεως αὐτοῦ
2782εἰς στρατὸν ὑπηρεσίας καὶ στρατὸν ἐκπαιδεύσεως, καὶ πρὸς
2783ἐπικύρωσιν πάντων τούτων ἡ Κυβέρνησις σήμερον προσέτι ζητεῖ
2784παρ’ ἡμῶν τὴν πλήρη καὶ τελείαν ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως
2785τῆς 106 συνεδριάσεως διὰ τῆς ὑποβολῆς νέου περὶ θητείας νό-
2786μου· οὕτω δ’ ἡ πολιτεία θ’ ἀπολέσῃ πᾶν ὅ,τι ἀπὸ πολλοῦ χρόνου
2787καὶ διὰ μεγάλων δαπανῶν κατώρθωσεν ὁπωσδήποτε νὰ ἔχῃ.
2788Ἐὰν, κύριοι, ὑπῆρξε παρά ποτε ἐποχὴ, καθ’ ἣν ἡ Ἑλλὰς
2789ὤφειλεν ὄχι μόνον νὰ διατηρήσῃ, ἀλλὰ καὶ νὰ ἰσχυροποιήσῃ
2790τὸν μόνιμον καὶ τακτικὸν αὐτῆς στρατὸν, καὶ νὰ τὸν κατα-
2791στήσῃ δυνάμενον νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς προσδοκίας τοῦ τε
2792ἔθνους καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, καὶ νὰ ἦναι παρεσκευασμένη καθ’
2793ὅλα στρατιωτικῶς, εἶναι ἡ σημερινή, ἐὰν, λέγω, ἦτο δυνατὸν
2794ἡ πρωτεύουσα τῶν Ἑλλήνων νὰ μετεβάλλετο εἰς χαλκεῖον, ὅ-
2795πως ταχύτερον φθάσωμεν εἰς τὸν ἐπιδιωκόμενον ἐθνικὸν σκοπόν
2796μας, εἶναι, ἐπαναλαμβάνω, ἡ σημερινή· καὶ μολαταῦτα ἡ Κυ-
2797βέρνησις ἀντὶ τούτου ζητεῖ, ἕνεκα προσωπικῶν συμφερόντων,
2798τὴν ἐπιψήφισιν νόμου, ἐλαττοῦντος τὴν στρατιωτικὴν θητείαν,
2799χωρὶς νὰ ἀναλογισθῇ, ὅτι διὰ τῆς τοιαύτης θητείας οὐδὲν ἄλ-
2800λο ἐπιδιώκει, ἢ νὰ προετοιμάσῃ τὴν νεολαίαν τῆς πατρίδος
2801ἡμῶν καὶ τὴν ἀποστείλῃ εἰς τὸ σφαγεῖον ἐν χρόνῳ, καθ’ ὃν τὸ
2802ἔθνος εὑρεθῇ εἰς θέσιν νὰ ἐνεργήσῃ σπουδαίως· καὶ λέγω σφα-
2803γεῖον, διότι ὁ μὴ γεγυμνασμένος ἐντελῶς εἰς τὴν τέχνην τοῦ
2804πολέμου στρατιώτης, ὄχι μόνον δὲν ὠφελεῖ τὴν πατρίδα του,
2805ἀλλὰ καὶ πρόξενος μεγάλων συμφορῶν δύναται νὰ γείνῃ, καὶ
2806τέλος νὰ φονεύηται, χωρὶς νὰ γνωρίζῃ πῶς φονεύεται.
2807Τὸ ζήτημα τῆς ἐν τῷ στρατῷ θητείας εἶναι τὸ σπουδαιότε-
2808ρον καὶ τὸ σοβαρώτερον τῶν ζητημάτων τῆς ὑπάρξεως πάσης
2809ἐθνικῆς δυνάμεως παντὸς Κράτους καὶ πάσης πολιτείας. Εἶναι
2810ζήτημα, ἔχον τὴν πρωτεύουσαν ἐν τῷ στρατῷ θέσιν, καὶ τὸ
2811ὁποῖον οἱ σπουδαιότεροι πολιτικοὶ καὶ οἱ ἐμπειρότεροι καὶ δια-
2812κεκριμένοι στρατηγοὶ τῶν διαφόρων εὐρωπαϊκῶν ἐθνῶν εἰσέτι
2813δὲν ἔλυσαν ὁριστικῶς. Τὸ τόσον σπουδαῖον ζήτημα δυνάμεθα
2814ἡμεῖς ἄνευ βασάνου, ἄνευ προηγουμένης δοκιμῆς καὶ μελέτης
2815ἐπισταμένης, νὰ λύσωμεν ἄνευ βλάβης τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν συμ-
2816φερόντων καὶ χωρὶς νὰ διακινδυνεύσωμεν καὶ τὴν ζωὴν τῶν
2817ἐξ ἀπογραφῆς ἀνδρῶν τῆς πολιτείας; Βεβαίως ἡμεῖς, οἱ ὀλιγώ-
2818τερον τῶν λοιπῶν στρατιωτικῶν ἐθνῶν ἀνεπτυγμένοι εἰς τὴν
2819τέχνην τοῦ πολέμου, δὲν θὰ τὸ λύσωμεν αἰσίως, καὶ πᾶσα περὶ
2820τούτου ἀπόφασις ἡμῶν θὰ ἦναι καὶ πρόωρος, μὴ στηριζομένη
2821ἐπὶ δεδομένων, ἀλλὰ ἐπὶ ὑπολογισμῶν ἐσφαλμένων, τοὺς ὁποίους
2822οἱ νέοι ὀργανωταὶ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως θέλουσι μᾶς ὑπο-
2823βάλει. Διὸ πιστεύω ἡ Βουλή, συναισθανομένη τὴν σπουδαιό-
2824τητα τοῦ ἐν λόγῳ ζητήματος καὶ τὴν εὐθύνην, ἣν ἀναλαμβά-
2825νει ἀπέναντι τοῦ ἔθνους, ν’ ἀποφύγῃ νὰ ψηφίσῃ ἀβασανίστως
2826τοιοῦτον νόμον.
2827Τὸ ἐν λόγῳ ζήτημα, ὅσον σπουδαῖον εἶναι εἰς τὴν φύσιν του,
2828κατὰ τοσοῦτον ἐπιπολαίως ἐξητάσθη παρὰ τῶν ὑποβαλόντων
2829αὐτὸ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς πρὸς ἐπιψήφισιν, καὶ δικαιοῦμαι, κύ-
2830ριοι, νὰ πιστεύω, ὅτι ἐπιπολαίως παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐξη-
2831τάσθη, διότι διὰ πᾶν διοικητικὸν σύστημα, ὅπως πραγματο-
2832ποιηθῇ, καὶ ἑπομένως λειτουργήσῃ ἀκωλύτως, ἀνάγκη νὰ ὑπάρ-
2833χῃ καὶ ἡ πρὸς τοῦτο ἀπαιτουμένη δαπάνη, ἤτοι πᾶν νέον σύ-
2834στημα δέον νὰ στηρίζηται ἐπὶ οἰκονομολογικῶν βάσεων· ἄλλως
2835ἐφ’ ὅσον ἀπομακρύνεται αὐτῶν, κατὰ τοσοῦτον καὶ δὲν πραγμα-
2836τοποιεῖται.
2837Τούτων οὕτως ἐχόντων, ἐξετάσωμεν, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἔλα-
2838θεν ὑπ’ ὄψιν τὸ οἰκονομικὸν μέρος τοῦ ἐν λόγῳ συστήματος,
2839καὶ κατόπιν μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ πραγματικοῦ
2840μέρους αὐτοῦ· ἄλλως πᾶσα τοῦ ὑπάρχοντος συστήματος μετα-
2841βολὴ ἔσεται ἀνεφάρμοστος καὶ συνεπῶς παράλογος.
2842Ἡ Κυβέρνησις χωρὶς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της τὰ μέσα, ἅτινα
2843τὸ ἔθνος δύναται νὰ τῇ παρέξῃ πρὸς πραγματοποίησιν τοῦ
2844συστήματός της, καὶ στηριζομένη ἐπὶ ἐσφαλμένων ὑπολογισμῶν,
2845ζητεῖ αʹ) δαπάνην 400,000 δραχμῶν πρὸς ἐξάσκησιν τῶν ἐπὶ
2846ἑξαμήνῳ ἀσκηθησομένων ἀνδρῶν, βʹ.) τὴν ἐλάττωσιν τῆς θητείας
2847ἀπὸ τριετοῦς εἰς μονοετῆ. Ἀλλὰ τόσον διὰ τὸ πρῶτον, καθὼς καὶ
2848διὰ τὸ δεύτερον, ἡ Κυβέρνησις διατελεῖ εἰς ἡρωϊκὴν ἄγνοιαν τῶν
2849ὀλεθρίων συνεπειῶν αὐτῶν, ἅς τινα, θέλω ἀποδείξει δι’ ἀριθμῶν. Καὶ
28501) Ἐξετάσωμεν, ἐὰν ἡ δαπάνη τῶν 400,000 δρ. ᾖναι
2851ἀρκοῦσα διὰ τὴν ἐξάσκησιν τῶν ἐπὶ ἑξαμήνῳ καταταχθησομένων
2852ἀνδρῶν. Κατὰ τὴν ταπεινήν μου κρίσιν λέγω ὄχι, καὶ ἰδοὺ
2853διατί. Κύριοι, ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐξ ἀπογραφῆς ἀνδρῶν τοῦ
2854τρέχοντος ἔτους, κατὰ τὰς ἐπισήμους πληροφορίας τοῦ ἐπὶ
2855τῶν Στρατιωτικῶν ὑπουργοῦ, καὶ συμφώνως πρὸς τὰς δια-
2856τάξεις τοῦ περὶ στρατολογίας νόμου, ἀνέρχεται εἰς 12,000
2857νέων, διατρεχόντων τὸ 21 ἔτος τῆς ἡλικίας των· ἐξ αὐτῶν
2858θὰ ληφθῶσι πρὸς συμπλήρωσιν τῶν κενῶν τοῦ νεοδιοργανω-
2859θησομένου στρατοῦ τῆς ἐκπαιδεύσεως 1861, μένουν δὲ 10,139,
2860οἵτινες, κατὰ τὸν ἰσχύοντα στρατολογικὸν νόμον· θὰ ἀσκηθῶ-
2861σιν ἐπὶ ἕξ μῆνας, καὶ κατόπιν θὰ μεταβῶσιν εἰς τὰς ἑστίας
2862των. Ἐκ τούτων πόσους ἡ Κυβέρνησις ἀφαιρεῖ, σύμφωνα μὲ
2863τὰς περὶ ἐξαιρέσεως διατάξεις τοῦ αὐτοῦ νόμου; Βεβαίως δὲν
2864γνωρίζει. Καὶ δικαιοῦται νὰ διατελῇ εἰς ἄγνοιαν, καθόσον
2865πρώτην φορὰν ἐφαρμόζεται ὁ νέος περὶ γενικῆς στρατολογίας
2866νόμος, καὶ ἑπομένως δὲν ἔχει τὰς περὶ τούτου δεούσας στα-
2867τιστικὰς, ἐφ’ ὧν νὰ στηριχθῇ· ἄρα ἐστηρίχθη ἐπὶ ὑποθέσεων
2868ἐσφαλμένων, καὶ πράγματι ἐξ ἐσφαλμένων ὑπολογισμῶν ἀνε-
2869χώρησε, καὶ ἰδοὺ πῶς. Κατὰ τὰς πληροφορίας, ἃς ἐγὼ ἔχω
2870παρὰ τοῦ στρατολογικοῦ γραφείου Ἀττικῆς, οἱ δυνάμει τοῦ
2871νόμου ἐξαιρέσιμοι ἐκ τῶν ἐγγεγραμμένων ἐν τοῖς στρατολογι-
2872κοῖς καταλόγοις ἀνέρχονται εἰς πέντε ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν·
2873ἑπομένως ἐκ τῶν 10,139 θὰ ἀφαιρεθῶσι 507, μένουν δὲ πρὸς
2874ἐξάσκησιν 9632· ἐὰν καὶ ἐκ τούτων ἀφαιρέσωμεν 632 διὰ
2875τὴν ναυτικὴν ὑπηρεσίαν, θὰ ἔχωμεν καὶ πάλιν 9000 ἀνδρῶν.
2876Οἱ ἄνδρες οὗτοι δέον ν’ ἀσκηθῶσι, καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ-
2877τον ἡ Κυβέρνησις ἐζήτησε καὶ ἔλαβε παρὰ τῆς Βουλῆς δαπά-
2878νην 400,000 δραχμῶν. Εἶναι ἄρα ἀνάλογος ἡ δαπάνη αὕτη;
2879βεβαίως ὄχι· διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους. Δι’ ἔξοδα συντηρήσεως ἑνὸς
2880πεζοῦ στρατιώτου ὑπολογίζεται μία δραχμὴ περίπου καθ’ ἑκά-
2881στην· ἄρα ἀπαιτοῦνται 9,000 δραχμῶν καθ’ ἑκάστην· πολ-
2882λαπλασιαζόμεναι διὰ τῶν 30 ἡμερῶν ἑκάστου μηνὸς φέρουν
2883270,000 δραχμῶν κατὰ μῆνα· ἑπομένως δι’ ἕξ μῆνας ἀναγ-
2884καιοῖ δαπάνη 1,420,000 καὶ οὐχὶ 400,000 δραχμῶν, ὡς ἡ
2885Κυβέρνησις φέρει ἐν τῷ ὑποβληθέντι ἡμῖν προϋπολογισμῷ πρὸς
2886ἐξάσκησιν τῶν ἐν λόγῳ ἀνδρῶν. Ἡ δαπάνη, τὴν ὁποίαν ἡ Κυ-
2887βέρνησις ζητεῖ, ἐξαρκεῖ μόνον πρὸς ἐξάσκησιν 2,200 περίπου
2888νεοσυλλέκτων, τοὺς δὲ ὑπολοίπους 6,800 δὲν θὰ δυνηθῇ
2889νὰ τοὺς φέρῃ πρὸς ἐξάσκησιν, ἕνεκεν ἐλλείψεως δαπάνης,
2890καὶ οὕτως οἱ ἐπιψηφισθέντες νόμοι θὰ μείνωσιν ἀνεφάρμοστοι.
2891Ἰδοὺ οἱ λόγοι, δι’ οὓς πιστεύω καὶ λέγω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις
2892διατελεῖ εἰς ἄγνοιαν ἐκείνου, τοῦ ὁποίου ζητεῖ τὴν ἐπιψήφι-
2893σιν, καὶ ὅτι πλανᾶται, διότι δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν της τὸ οἰκο-
2894νομικὸν μέρος τοῦ ζητήματος. Ἀλλὰ ἐγὼ ὑποθέτω, ὅτι ἡ
2895Κυβέρνησις ἐπιθυμεῖ, καθόσον μάλιστα ὀφείλει, νὰ προσκα-
2896λέσῃ πάντας τοὺς ἐν τοῖς στρατολογικοῖς καταλόγοις ἄνδρας
2897πρὸς ἐξάσκησιν· ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει τί θὰ πράξῃ,
2898ἀφοῦ δὲν προέβλεψε περὶ τῆς ἀπαιτουμένης δαπάνης; δυοῖν
2899θάτερον, ἢ θὰ συμπληρώσῃ τὴν σπουδαίαν ταύτην ἔλλειψιν
2900αὑτῆς διὰ Β. Διαταγμάτων, ἢ θὰ παραβῇ τὰς ῥητὰς διατά-
2901ξεις τοῦ στρατολογικοῦ νόμου, διαιροῦσα τοὺς ἐν λόγῳ ἄνδρας
2902εἰς 4 μέρη, καὶ ἐξασκοῦσα τὸ ἓν μέρος κατόπιν τοῦ
2903ἑτέρου, ἐπὶ τεσσαράκοντα μόνον ἡμέρας ἕκαστον μέρος αὐτῶν,
2904Ἀλλὰ, ἂν παραδεχθῶμεν καὶ τὴν οὕτω πως ἐκ περιτροπῆς ἐλα-
2905χίστην ἄσκησιν αὐτῶν, τότε τί θέλει προκύψει, ἔστω καὶ μὲ τὴν
2906ἔγκρισιν τῆς Βουλῆς; θὰ προκύψῃ προφανῶς, ὅτι ἡ ὁρισθεῖσα ἑξά-
2907μηνος θητεία ἀπέναντι τῶν μέσων, ἅτινα παρέχει ἡμῖν τὸ Κρά-
2908τος, εἶναι μεγάλη, καὶ συνεπῶς καὶ ἡ ζητουμένη παρὰ τῆς Κυ-
2909βερνήσεως μονοετὴς θητεία ἔσεται ἔτι μεγαλειτέρα. Ἰδοὺ
2910κύριοι, καὶ ἕτερος λόγος ἀποδεικνύων, ὅτι τὰ παρὰ τῆς Κυ-
2911βερνήσεως ὑποβληθέντα σπουδαῖα ζητήματα εἶναι ἐν ἑνὶ λόγῳ
2912ἀβασάνιστα καὶ οὐδόλως σχετιζόμενα μὲ τὴν οἰκονομίαν, ἥτις
2913εἶναι ἡ κρηπὶς τῶν τοιούτων ζητημάτων. Καὶ ταῦτα περὶ τῆς
2914δαπάνης τῶν 400,000 δραχμῶν.
29152) Ἐξετάσωμεν ἐὰν ἡ ἐλάττωσις τῆς θητείας συμφέρῃ εἰς
2916τὸ ἔθνος, καθὼς καὶ εἰς τὸ ἄτομον. Ἐγὼ διϊσχυρίζομαι, ὅτι
2917οὔτε εἰς τὸ ἔθνος συμφέρει, διότι δὲν θὰ κατορθώσῃ νὰ ἔχῃ
2918μόνιμον καὶ τακτικὸν στρατὸν, ἐφ’ οὗ νὰ στηρίξῃ τὴν ἀσφά-
2919λειαν, τὴν τιμὴν καὶ τὴν ἐλευθερίαν του, οὔτε
2920εἰς τὸ ἄτομον, διότι, μὴ γυμναζόμενον καὶ μὴ ἀποκτῶν
2921διὰ τῆς ἐκπαιδεύσεώς του αὐτοβουλίαν τῶν ἐν πολέμῳ πρά-
2922ξεών του, θὰ βαίνῃ εἰς τὸ σφαγεῖον, ὡς προεῖπον, δωρεάν, καὶ
2923τοῦτο ἕνεκα τῆς ἰδιοτροπίας τῶν κυβερνώντων τὴν ἡμετέραν
2924πολιτείαν. Εἶναι ὅμως φοβερὸν ὅπλον ὑπὸ ἔποψιν δημο-
2925κοπίας κατὰ τῶν πολιτικῶν ἀντιπάλων τῆς ἐνεστώσης Κυβερ-
2926νήσεως· πλὴν ἐλπίζω, ὅτι οἱ φροντίζοντες πράγματι περὶ τῶν
2927δημοσίων συμφερόντων δὲν θὰ ἀνεχθῶσι νὰ δαπανῶνται ἕνδεκα
2928ἑκατομμύρια δραχμῶν πρὸς συντήρησιν ὁμάδων ὁπλοφόρων
2929καὶ οὐχὶ στρατοῦ, χάριν τοῦ ἐγωϊσμοῦ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.
2930Ὁ Κύριος πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως βεβαίως θὰ ἐστήριξε
2931τὴν περὶ ἐλαττώσεως τῆς στρατιωτικῆς θητείας ἰδέαν του εἰς
2932γνώμην τινὰ, δοθεῖσαν παρὰ τοῦ Γάλλου στρατηγοῦ Trochu·
2933ἀλλ’ ἡ γνώμη τούτου δὲν ἔχει οὐδεμίαν αὐθεντίαν· εἶναι γνώμη
2934ἀτομικὴ, καὶ μάλιστα ἀπέναντι τῶν παραδεδεγμένων παρ’
2935ἅπασι τοῖς στρατιωτικοῖς Κράτεσι καὶ παρὰ τοῖς Γάλλοις αὐ-
2936τοῖς ἀκόμη. Ὁ ἐν λόγῳ στρατηγὸς πιθανὸν νὰ χαίρῃ τὴν φή-
2937μην σπουδαίου στρατιωτικοῦ συγγραφέως, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ
2938ἱκανοῦ στρατηγοῦ. Γνωρίζει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι τὰ παρὰ
2939τοῦ μνησθέντος στρατηγοῦ λεχθέντα κατὰ τῶν παλαιῶν στρα-
2940τιωτῶν ὁποίαν ὑποδοχὴν ἔλαβον, καὶ δι’ ὁποίων ἀκαταμαχή-
2941των ἐπιχειρημάτων ἀντεκρούσθησαν αἱ βλασφημίαι αὗται τοῦ
2942ἀνωτέρω Γάλλου στρατηγοῦ παρὰ τῶν στρατηγῶν ἐκείνων,
2943οἵτινες διῆλθον τὸ στρατιωτικὸν αὑτῶν στάδιον καὶ ἔλαβον τὸν
2944ὁποῖον φέρουσι βαθμὸν τοῦ στρατηγοῦ ἐν τοῖς πεδίοις τῶν μαχῶν,
2945καὶ οὐχὶ ἐν τοῖς γραφείοις, ὡς ὁ συγγραφεὺς, ἐφ’ οὗ στηρίζει τὴν
2946ἰδέαν του ὁ κ. Πρωθυπουργός; Οἱ παλαιοὶ στρατιῶται ἐν ὥρᾳ
2947ἐνεργείας σοβαρᾶς εἶναι διὰ πᾶσαν πολιτείαν ἡ σπουδαιοτέρα
2948ἐθνικὴ δύναμις, ἐφ’ ἧς δύναται νὰ στηρίξῃ ἀσφαλῶς τὰς ἐλ-
2949πίδας αὑτῆς. Κατὰ τὸ 1854 οἱ ἐξ ἐθελοντῶν Ἀγγλικοὶ στρα-
2950τοὶ ὀφείλουν τὴν σωτηρίαν των ἀπὸ τῆς ἀξιομνημονεύτου ἐκεί-
2951νης ἐπιθέσεως τῶν Ῥώσσων εἰς τοὺς ὑπὸ τὸν Στρατηγὸν Βούρ-
2952βαχην παλαιοὺς Ζουάβους ὁπλίτας τῆς Γαλλίας. Γνωρίζει ὁ
2953κ. πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι κατὰ τὴν ἐκστρατείαν τοῦ
29541858 ὁ γνωστὸς ἐν τοῖς στρατιωτικοῖς ἀπομνημονεύμασιν
2955αἱματηρὸς ἐκεῖνος ἀγὼν περὶ τὴν κωμόπολιν Marigny διεξήχθη
2956ὑπὸ τῶν Ζουάβων, ἐξ ὧν ἓν καὶ μόνον τάγμα ἀπώλεσε
2957κατὰ τὴν νύκτα ἐκείνην 47 ἀξιωματικοὺς, ἀλλ’ ἐξησφάλισε
2958τὴν θέσιν τοῦ Γαλλικοῦ στρατοῦ. Γνωρίζει ἐπίσης ὁ κ. πρόεδρος
2959τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι κατὰ τὴν ἐκστρατείαν τοῦ 1870, τὴν
2960ἐπιοῦσαν τῆς τρομερᾶς ἐκείνης μάχης τοῦ Βὲρθ, εἰς τὴν ὁποίαν
2961ἔλαβε μέρος ὁ ἐκ παλαιῶν στρατιωτῶν συγκείμενος στρατὸς
2962τῆς Ἀφρικῆς, ὁ πρίγκιψ Φρειδερίκος ἐπισκεφθεὶς τοὺς Γάλλους
2963τραυματίας συνεχάρη αὐτοὺς διὰ τὴν ἀπαραδειγμάτιστον καρ-
2964τερίαν των, κατὰ τὴν μάχην ἐκείνην ἀντιταχθέντων ἀνδρείως
2965ἐπὶ μίαν ὁλόκληρον ἡμέραν κατὰ διπλασίου καὶ πλέον ἀριθμοῦ
2966στρατοῦ. Τέλος παραπέμπομεν τὸν ἁρμόδιον ἐπὶ τῶν στρατιω-
2967τικῶν Ὑπουργὸν εἰς τὰς ἐμβριθεῖς ἐκθέσεις τοῦ στρατιωτικοῦ
2968ἀκολούθου Stoffel, καθὼς καὶ εἰς τὰς μακρὰς συζητήσεις, αἱ
2969ὁποῖαι ἔλαβον χώραν ἐν τῇ Γαλλικῇ Ἐθνοσυνελεύσει κατὰ τὸ
29701872, καὶ μετὰ τὰς ὁποίας ἡ Γαλλικὴ Ἐθνοσυνέλευσις παρε-
2971δέχθη τὴν πενταετῆ θητείαν, ὡς τὴν μόνην κατάλληλον πρὸς
2972καταρτισμὸν μονίμου τακτικοῦ στρατοῦ, δυναμένου ν’ ἀντιταχθῇ
2973κατὰ παντὸς πολεμίου.
2974Πιθανὸν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἢ καὶ ὁ ἁρμόδιος
2975ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς νὰ μᾶς ἀντιτάξῃ, ὅτι ἐν
2976Γαλλίᾳ, μετὰ δεκαετῆ πεῖραν τῆς παραδεχθείσης θητείας κατὰ
2977τὸ 1872, ἡ γνώμη περὶ ἐλαττώσεως τῆς θητείας ἤρχισε νὰ
2978λαμβάνῃ σάρκα. Ἀληθὲς εἶναι, ὅτι κατόπιν τῶν μακρῶν ἐκεί-
2979νων συζητήσεων καὶ τῶν καθ’ ἑκάστην ἐπαναλαμβανομένων
2980ἐν τῷ τύπῳ, (καὶ οὐχὶ ἐξ ἐφόδου, ὡς τοῦτο πράττει σήμερον ἡ
2981Κυβέρνησις), ἐπικρατεῖ ἡ ἰδέα τῆς ἐλαττώσεως, ἀλλ’ εἰς 3 μόνον
2982ἔτη, καὶ οὐχὶ εἰς ἕν, ὡς τοῦτο προτείνει ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος
2983τῆς Κυβερνήσεως. Κατὰ τὸ παρελθὸν μάλιστα ἔτος, ὁ ἐπὶ τῶν
2984Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς τῆς Γαλλίας, κατὰ τὴν συζήτησιν
2985τοῦ ζητήματος τῆς θητείας ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς
2986προτάσεως τοῦ Βουλευτοῦ Laisaint περὶ ἐλαττώσεως θητείας
2987εἰς τρία ἔτη, ἐξέφρασε γνώμην, ὅτι θεωρεῖ δύσκολον καὶ ἐπι-
2988κίνδυνον τὴν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου τροποποίησιν τοῦ
2989στρατολογικοῦ νόμου, λειτουργοῦντος πρὸ πενταετίας μόνον, καὶ
2990ὅτι φοβεῖται μὴ ἡ ἐντελὴς ἀποδοχὴ τῆς προτάσεως τοῦ Βου-
2991λευτοῦ Laisaint φέρῃ δυσχερείας εἰς τὸν καταρτισμὸν καλῶν
2992ὑπαξιωματικῶν, οἵτινες εἶναι οἱ κυριώτεροι μοχλοὶ τῆς στρα-
2993τιωτικῆς ὑπηρεσίας, ἐζήτησε δὲ, ἀντὶ τροποποιήσεως τοῦ
2994νόμου, νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ κάμῃ χρῆσιν τοῦ
2995συστήματος τῶν ἀδειῶν καὶ τῆς μεταθέσεως τῶν ὑπηρε-
2996τούντων ἀνδρῶν εἰς τὰς ἑστίας των μετὰ τριετῆ ὑπηρεσίαν,
2997καὶ ἐφ’ ὅσον ἡ ἀνάγκη τῆς ὑπηρεσίας τὸ ἐπιτρέπει. Ἡ ἐπι-
2998τροπὴ παρεδέχθη τὴν γνώμην ἐκείνην τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτι-
2999κῶν Ὑπουργοῦ, ἀποσύραντος τοῦ Βουλευτοῦ τὴν περὶ ἐλαττώ-
3000σεως τῆς θητείας πρότασίν του. Τὸ περὶ θητείας ζήτημα ἦλθε
3001καὶ πρὸ μικροῦ χρόνου εἰς συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Γαλλικῆς
3002Βουλῆς, ἀλλ’ ἀπεκρούσθη ἰσχυρῶς παρὰ τῶν σπουδαιοτέρων
3003ἀνδρῶν καὶ ἰδίως παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν
3004Sauvre ..., ὅστις συγκατετέθη μόνον μετὰ μακρὰν συζήτησιν
3005εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῆς θητείας ἐπὶ 6 μόνον μῆνας, ἀλλ’ ὑπὸ
3006τὸν ῥητὸν ὅρον τῆς καταργήσεως τοῦ θεσμοῦ περὶ κατατάξεως
3007ἐθελοντῶν. Ὁ ἡμέτερος ὅμως ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν Ὑπουρ-
3008γὸς οὐδὲν μέχρι τοῦδε μᾶς εἶπε, καὶ ἀπορῶ, προκειμένου περὶ
3009στρατιωτικῆς θητείας, πῶς σιωπᾷ καὶ παρ’ ἄλλων ἀναμένει τὴν
3010ὑπὲρ ἢ κατὰ τοῦ ζητήματος τούτου ἀνάπτυξιν.
3011Ἐὰν, κύριοι, μελετήσῃ τις μετὰ τῆς δεούσης προσοχῆς τὰς
3012διατάξεις τοῦ περὶ θητείας νόμου, θ’ ἀναγνωρίσῃ τὴν παχυλὴν
3013ἄγνοιαν τοῦ συντάκτου αὐτοῦ ἐπὶ τῶν στοιχειωδεστέρων ἀντι-
3014κειμένων τῶν στρατιωτικῶν θεσμῶν καὶ λέγω τοῦτο ἐν πεποι-
3015θήσει, διότι οὐδαμοῦ ἀπαντᾷ τις θητείαν μονοετῆ διὰ τὸ πε-
3016ζικὸν, καὶ διετῆ διὰ τὰ λοιπὰ ὅπλα. Ἡ διάταξις αὕτη ὄχι
3017μόνον ἀντιστρατεύεται πρὸς πάντας τοὺς μέχρι τοῦδε στρα-
3018τιωτικοὺς θεσμοὺς, ἀλλὰ καὶ ἄδικος σὺν τοῖς ἄλλοις εἶναι. Ἡ
3019θητεία δέον νὰ ἦναι μία καὶ ἡ αὐτὴ δι’ ὅλα τὰ ὅπλα, καθόσον
3020καὶ πάντες ὅσοι ἐσμὲν ἐνώπιον τοῦ νόμου, κατὰ τὸ ἡμέτερον
3021πολίτευμα· ἐὰν δὲ παραδεχθῶμεν τὴν ὑποβληθεῖσαν ἡμῖν διά-
3022ταξιν περὶ θητείας ὡς ἔχει, παραβιάζομεν τὸ σύνταγμα, καὶ
3023ἀπορῶ πῶς ἡ Κυβέρνησις ὑποστηρίζει διάταξιν νόμου τόσον
3024προφανῶς ἀντισυνταγματικήν.
3025Πρὸς πλήρη καὶ τελείαν ἐκπαίδευσιν τοῦ πεζοῦ στρατιώτου,
3026ἡ μονοετὴς θητεία δὲν ἐπαρκεῖ, καὶ τοσοῦτον αὐτὸ εἶναι
3027βέβαιον, ὥστε, ἐὰν ὁ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς ἐμελέτα
3028ἐμβριθέστερον τὸ τῆς θητείας ζήτημα, ἤθελε πεισθῆ, ὅτι, μετὰ
3029τὴν σημερινὴν τελειοποίησιν τῶν τηλεβόλων ὅπλων, σήμερον
3030παρά ποτε ἀπαιτεῖται τὸ πεζικόν, εἰς ὃ ἀνήκει καὶ ὁ κύριος
3031Ὑπουργός, νὰ ἦναι σοβαρὸν καὶ σπουδαῖον καὶ καθ’ ὅλα γε-
3032γυμνασμένον. Τὰ λοιπὰ ὅπλα, ἐκτὸς τοῦ ἱππικοῦ, δὲν ἔχουν
3033ἀνάγκην μεγαλειτέρας θητείας τῆς τοῦ πεζικοῦ. Ὁ στρατιώτης
3034τοῦ πεζικοῦ δέον νὰ ἔχῃ σοβαρὰν καὶ ποικίλην σήμερον ἐκπαί-
3035δευσιν, ὅπως ἀνταποκριθῇ εἰς τὴν ἀνατεθεῖσαν αὐτῷ ὑπηρεσίαν,
3036τόσον ἐν πορείᾳ καθὼς καὶ ἐν ἐκστρατείᾳ, καὶ ἐν τοῖς στρατο-
3037πέδοις καὶ ἐπισταθμίαις· ἀνάγκη διὰ τῆς ἐκπαιδεύσεώς του ν’
3038ἀναπτυχθῇ ἐν αὐτῷ αὐτοβουλία, ὀξύνοια, ἀγχίνοια, ὀξυδέρκεια,
3039εὐκαμψία καὶ τὰ παρόμοια τούτοις. Εἰς τὸ πεζικὸν εἶναι ἀνα-
3040τεθειμένα σήμερον τὰ διάφορα καὶ σοβαρὰ καθήκοντα τῆς ἐν
3041ἐκστρατείαις στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας· εἰς τὴν αὐτοβουλίαν
3042καὶ ἀνεπτυγμένην ὀξυδέρκειαν καὶ ἀγχίνοιαν τοῦ πεζοῦ ὁπλί-
3043του εἶναι παραδεδομένη σήμερον, τόσον ἐν πορείᾳ καθὼς καὶ
3044ἐν καταυλισμῷ ἢ στρατοπέδῳ, ἡ τιμὴ καὶ ἡ ἀσφάλεια τῶν στρα-
3045τευμάτων. Ἐκτὸς τῶν ποικίλων ἀσκήσεων τοῦ πεζικοῦ, ἰδίως,
3046κατὰ τὴν νεωτέραν τακτικήν, ὀφείλει νὰ ἀσκηθῇ ἐντελῶς εἰς
3047τὴν ἀκροβολιστικὴν τάξιν, διὰ τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖται
3048μακρά, ἐπίπονος καὶ ἐπανειλημμένη ἐκπαίδευσις, ὅπως
3049ὁ πεζὸς στρατιώτης κατανοήσῃ τὰ ὠφελήματα τῆς τά-
3050ξεως ταύτης τοῦ μάχεσθαι. Δέον νὰ ἀσκηθῇ εἰς τὸ ῥίμμα, διὰ
3051τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖται καὶ χρόνος μακρὸς καὶ δαπάνη οὐκ ὀλίγη,
3052διότι, κύριοι, μὲ δώδεκα βολὰς ὁ στρατιώτης δὲν εἶναι δυνα-
3053τὸν νὰ κατανοήσῃ καὶ νὰ βάλλῃ ἐπὶ τὸν σκοπὸν ἀποτελε-
3054σματικῶς, ὡς τοῦτο συμβαίνει παρ’ ἡμῖν. Εἰς τὰ Εὐρωπαϊκὰ
3055ἔθνη καταβάλλεται ὄχι μόνον μεγάλη ἐπιμονὴ πρὸς τελειοποί-
3056ησιν τῶν στρατιωτῶν εἰς τὸ ῥίμμα, ἀλλὰ καὶ δαπάνη μεγάλη,
3057καθόσον ἐπὶ μῆνας ὁλοκλήρους ἐξασκοῦνται οἱ στρατιῶται
3058εἰς τὴν βολήν, καὶ οὕτω καθίστανται ἱκανοὶ εἰς τὸν προορισμόν
3059των.
3060Εἶπον πάντα ταῦτα, ὅπως καταδείξω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ
3061παρὰ τοῦ Ὑπουργείου ὑποβληθεῖσα τροποποίησις περὶ ἐλατ-
3062τώσεως τῆς θητείας, ὄχι μόνον δὲν εἶναι ἐπαρκής, ἀλλὰ καὶ
3063διὰ τὸν νεοσύλλεκτον ὀλεθρία· διότι ἐν καιρῷ τῷ δέοντι δὲν θὰ
3064ἦναι ἱκανὸς νὰ κάμῃ χρῆσιν τοῦ ὅπλου, τόσον πρὸς ὑποστήριξιν
3065τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν συμφερόντων, ὅσον καὶ πρὸς ὑπεράσπισιν
3066ἑαυτοῦ· ἑπομένως καὶ τὸ δεύτερον τοῦτο ζήτημα, περὶ ἐ-
3067λαττώσεως τῆς στρατιωτικῆς θητείας, δὲν στηρίζεται εἰς οὐ-
3068δένα στρατιωτικὸν θεσμόν, ἀλλ’ οὔτε ἐφηρμόσθη ἀλλαχοῦ.
3069Τὰ ἀνωτέρω εἶπον, κύριοι, ἵνα καταδείξω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις
3070δὲν ἐμελέτησε τὰ ζητήματα ταῦτα ἐμβριθῶς, ἀλλ’ οὔτε τὰ ἔ-
3071θεσεν ὑπὸ προηγουμένην βάσανον, καὶ διὰ τοῦτο δὲν δύναται
3072καὶ νὰ τὰ ἀναπτύξῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς· καὶ λέγω τοῦτο,
3073διότι ἐπὶ μὲν τοῦ πρώτου ζητήματος δὲν ἐφρόντισε νὰ τὸ στη-
3074ρίξῃ ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν μέσων τοῦ Ἔθνους, ἐπὶ δὲ τοῦ δευ-
3075τέρου, διότι διατελεῖ εἰς ἄγνοιαν τῶν ἀναγκῶν τοῦ στρατοῦ·
3076καὶ καλὸν νομίζω εἶναι νὰ τὰ ἀποσύρῃ ἐπὶ τοῦ παρόντος, ἀφοῦ
3077δὲ τὰ βασανίσῃ, νὰ τὰ ἐπαναφέρῃ, ἐὰν τὰ εὕρῃ ὠφέλιμα διὰ
3078τὸ ἔθνος, ὅπερ δὲν πιστεύω.
3079Ἡ Κυβέρνησις, κύριοι, σὺν τοῖς ἄλλοις δὲν ἔλαβεν ὑπ’
3080ὄψιν της καὶ τὴν κατάθεσιν τοῦ ἱματισμοῦ τοῦ στρα-
3081τιώτου, ὅπερ συνοδεύεται μὲ τὴν ἐν τῷ στρατῷ θητείαν
3082του. Μέχρι τοῦδε ἡ ἡμερησία κατάθεσις ἑκάστου στρατιώ-
3083του πεζοῦ ὡρίζετο εἰς 20 λεπτά, ὑπολογιζομένη ἐπὶ τῇ
3084τριετεῖ θητείᾳ· σήμερον ὅμως ἡ Κυβέρνησις ζητεῖ τὴν ἐλάτ-
3085τωσιν τῆς θητείας, ἀλλὰ διατί δὲν μεταβάλλει καὶ τὸν ἀνα-
3086λογικὸν τοῦ στρατιώτου πίνακα; καὶ διατί δὲν ηὔξησε, κατ’
3087ἀναλογίαν τῆς ἐλαττώσεως τῆς θητείας, καὶ τὴν κατάθεσιν
3088τοῦ στρατιώτου; Ἐὰν δὲν κανονισθῇ τὸ τοιοῦτον, οἱ λόχοι, κα-
3089θὼς καὶ αἱ διοικήσεις τῶν διαφόρων Σωμάτων, θὰ εὑρεθῶσιν εἰς
3090δύσκολον θέσιν, τὸ δὲ Ὑπουργεῖον ἐν ἀμηχανίᾳ, διότι δὲν προέ-
3091βλεψε καὶ περὶ τοῦ σπουδαίου τούτου ἀντικειμένου. Ἴσως ἡ
3092Κυβέρνησις μᾶς εἴπῃ, ὅτι τὸ τοιοῦτον δύναται καὶ διὰ Β. Δα-
3093τάγματος νὰ τὸ κανονίσῃ. Ναὶ, δύναται, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ φαί-
3094νηται καὶ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ· ἢ ἐφοβήθη μὴ αὐξήσῃ ὁ παρ’
3095αὐτῆς ὑποβληθεὶς προϋπολογισμός; Ἰδοὺ καὶ ἑτέρα σπουδαία
3096ἔλλειψις.
3097Κύριοι, ὁ στρατολογικὸς ἡμῶν νόμος εἶναι ἀντίγραφον ἀκρι-
3098βὲς τοῦ τῆς Γαλλίας· ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν δὲν δύναται νὰ ἐ-
3099φαρμοσθῇ ἕνεκα ἐλλείψεως μέσων χρηματικῶν, καὶ ὤφειλεν ἡ
3100Κυβέρνησις νὰ προβλέψῃ τὴν ἀνυπέρβλητον ταύτην δυσκολίαν
3101καὶ νὰ ἐπιφέρῃ τὴν δέουσαν θεραπείαν. Τὸ ζήτημα περὶ διορ-
3102γανισμοῦ τοῦ στρατοῦ ἡ Κυβέρνησις φρονεῖ, ὅτι τὸ ἔλυσε διὰ τοῦ
3103ἐπιψηφισθέντος νέου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ νόμου. Ἐγὼ
3104δύναμαι νὰ τὴν διαβεβαιώσω, ὅτι ὄχι μόνον δὲν τὸ ἔλυσεν, ἀλλὰ
3105κατέστρεψεν ὅ,τι μέχρι τοῦδε ὑπῆρχε, καὶ οὕτως ἔῤῥιψεν εἰς τὴν
3106θάλασσαν ὀγδοήκοντα περίπου ἑκατομμύρια δραχμῶν, τὰ ὁποῖα
3107τὸ ἔθνος ἐξώδευσε κατὰ τὰ τελευταῖα τρία ἔτη, πρὸς καταρ-
3108τισμὸν τῆς ἐθνικῆς δυνάμεως κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασσαν.
3109Τὸ περὶ διοργανώσεως τοῦ στρατοῦ ζήτημα δὲν θὰ λυθῇ, ἐφ’
3110ὅσον δὲν προηγηθῇ ἡ λύσις τοῦ περὶ στρατωνισμοῦ ζητήματος,
3111καὶ ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις δὲν φροντίσῃ νὰ ἔχῃ στρατῶνας καὶ
3112πεδία ἀσκήσεων τῶν διαφόρων ὅπλων τόσον μερικὰ, καθὼς καὶ
3113γενικὰ, ἄνευ τῶν ὁποίων πᾶσα διοργάνωσις τοῦ ἡμετέρου στρα-
3114τοῦ ἔσεται ἄσκοπος καὶ ἀνωφελής.
3115§183Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Γεωργαντᾶ, θὰ ἐξακολουθή-
3116σητε;
3117§184ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Βεβαίως.
3118§185Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τότε ν’ ἀφήσωμεν δι’ αὔριον.
3119§186ΤΙΝΕΣ. Ἀφήσατε νὰ τελειώσῃ.
3120§187ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Κύριοι, ἡ ὕπαρξις στρατώνων καὶ πεδίων
3121ἀσκήσεων εἶναι ἡ πρώτη ἀνάγκη διὰ πάντα στρατόν· ἡμεῖς
3122δυστυχῶς στερούμεθα καὶ τῶν δύο τούτων μέσων, ἅτινα εἶναι
3123τὰ ἀναγκαιότερα τόσον διὰ τὴν ἐνοίκησιν τῶν στρατιωτῶν,
3124καθὼς καὶ διὰ τὴν ἄσκησιν αὐτῶν. Διὰ νὰ ἀναπτυχθῇ ἓν τάγ-
3125μα καὶ ν’ ἀσκηθῇ εἰς ἀραιὰν τάξιν, δὲν ἀρκεῖ τὸ ἐν Ἀθήναις
3126ὑπάρχον πεδίον τοῦ Ἄρεως· διὰ νὰ ἀσκηθῇ δὲ ὁλόκληρον σύν-
3127ταγμα, ποῦ θὰ εὕρωμεν πεδίον, δυνάμενον νὰ μᾶς παρέξῃ τὰς πρὸς
3128ἐξάσκησιν τούτου εὐκολίας· καὶ κατωτέρω θέλω καταδείξει εἰς
3129τὴν Βουλὴν ὁποίας ἐκτάσεως πεδίον ἀπαιτεῖται πρὸς ἐξάσκη-
3130σιν τοῦ πεζικοῦ, καθὼς καὶ τῶν λοιπῶν ὅπλων, καὶ πιστεύω,
3131ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει πεισθῆ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔφερε νόμους πρὸς
3132ἐπιψήφισιν, χωρὶς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της καὶ τὰς δυσκολίας, ἃς
3133θ’ ἀπαντήσῃ κατὰ τὴν ἐφαρμογήν των, καὶ συνεπῶς θὰ μένω-
3134σιν ἀνεφάρμοστοι, ἢ καὶ ἂν ἐφαρμοσθῶσι, δὲν θὰ ἐπιφέρωσιν
3135οὐδένα καρπὸν τῆς παρά τινων προσδοκωμένης ὠφελείας.
3136Ὑπάρχουσι καί τινες, οἱ ὁποῖοι φρονοῦσιν, ὅτι δὲν πρέπει ἡ
3137Ἑλλὰς, ὡς μικρὸν Ἔθνος, νὰ ἔχῃ στρατὸν, διότι δὲν θὰ δυνηθῇ
3138ἀφ’ ἑαυτῆς νὰ πράξῃ τίποτε. Εἰς τοὺς οὕτω σκεπτομένους δὲν
3139ἔχω τίποτε νὰ εἴπω, ἢ μόνον, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἠδυνήθη νὰ πρά-
3140ξῃ πολλὰ καὶ μεγάλα κατορθώματα, ὅτε δὲν ἦτο ἀνεξάρτη-
3141τος· σήμερον ὅμως, ὡς ἔθνος ἀνεξάρτητον, μὲ στρατὸν, μὲ Βασι-
3142λέα, Βασίλισσαν καὶ διαδόχους, θὰ δυνηθῇ νὰ πράξῃ κατορθώ-
3143ματα ἡρωϊκώτερα ἐκείνων, δι’ ὧν καὶ τὴν Εὐρώπην ἐξέπληξε
3144καὶ μέρος τῶν πόθων της κατώρθωσε.
3145§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 8 μ. μ.