1880.04.12
2,739 rows · 22,407 words · 182 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 110
τῆς 12 Ἀπριλίου 1880.
(Σάββατον.)
Ὥρα 9 π. μ.
Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας καὶ ἐνεκρίθησαν.
§1Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (πρωθυπουργός). Ἐν ταῖς συμβάσεσι μετὰ τῆς Πιστωτικῆς καὶ Ἰονικῆς Τραπέζης ἐγένετο μία παράλειψις· δὲν μνημονεύουσιν, ὅτι τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια τῶν τραπεζῶν τούτων θὰ ἦνε ἐλεύθερα τέλους χαρτοσήμου. Φαίνεται, ὅτι, ὅτε ἀρχικῶς συνετάχθη ἡ σύμβασις μετὰ τῆς Πιστωτικῆς, ἐνόμισαν οἱ συντάξαντες, ὅτι ἡ διάταξις, καθ’ ἣν τὰ δικαιώματα τῆς Ἐθνικῆς τραπέζης ἐπεξετείνοντο καὶ εἰς τὴν ἐν Ἑπτανήσῳ Πιστωτικὴν τράπεζαν, περιελάμβανε καὶ τὴν ἀπαλλαγὴν ταύτης ἀπὸ τοῦ τέλους τοῦ χαρτοσήμου ἐπὶ τῶν τραπεζικῶν γραμματίων· ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶνε καθαρόν, ὡς ἐκ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν εἶνε συντεταγμένη ἡ σύμβασις. Ἵν’ ἀποφύγωμεν ἄρα πᾶσαν ἀμφιβολίαν ἐν τῷ μέλλοντι καὶ ἵνα ἐμπνεύσωμεν πεποίθησιν ὡς πρὸς τοῦτο εἰς τὰς τραπέζας ταύτας, καὶ ἰδίως εἰς τὴν Πιστωτικήν, ἥτις πρόκειται τώρα νὰ συστήσῃ τὸ κατάστημα αὐτῆς ἐν Ἑπτανήσῳ, πρέπει διὰ νομοθετικῆς διατάξεως νὰ κανονίσωμεν τὰ τῆς ἀπαλλαγῆς. Διὰ τοῦτο ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον ἐξ ἑνὸς ἄρθρου.
§2ΒΟΥΛΤΣΟΣ. Κ. πρόεδρε, ἐπειδὴ ὁ χρόνος εἶνε ὀλίγος, ν’ ἀναγνωσθῇ σήμερον εἰς ά. ἀνάγνωσιν.
§3ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Δυνάμει τίνος νόμου τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια τῆς Ἰονικῆς τραπέζης δὲν ὑπάγονται εἰς τέλος;
§4ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια τῆς Ἰονικῆς τραπέζης ὑπήγοντο μέχρι τοῦδε εἰς τέλος χαρτοσήμου, κατὰ δὲ τὴν σύμβασιν, ἣν συνωμολόγησεν ἡ Κυβέρνησις πρὸς αὐτὴν καὶ ἐπεκύρωσεν ἡ Βουλὴ, ἔπαυσεν ὑπαγομένη εἰς τὸ τέλος, εἰς τὸ ὁποῖον ἄχρι τοῦδε ὑπήγετο, ἤτοι εἰς τὸ Ἰονικόν. Ἀλλ’ ἡ κατάργησις τοῦ Ἰονικοῦ τέλους δὲν ἐπάγεται καὶ τὴν κατάργησιν τοῦ τέλους τοῦ ἐκ τοῦ γενικοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου ἐπιβαλλομένου· τοὐλάχιστον ἔμενεν ἀμφιβολία περὶ τούτου, καὶ ἠδύνατο νὰ γεννηθῇ ἀμφισβήτησις, ὡς ἐξ ἑτέρας διατάξεως, δι’ ἧς ἐξετείνοντο τὰ δικαιώματα τῆς Ἐθνικῆς τραπέζης ἐπὶ τὰς ἐν Ἑπτανήσῳ τραπέζας, ἂν ἀπαλλάσσωνται αὗται τοῦ ἐπὶ τῶν γραμματίων αὐτῶν τέλους χαρτοσήμου. Τοῦτο δὲν ἦτο διόλου εὐκρινές, καὶ αἱ τράπεζαι αὗται, ἰδίως ἡ Πιστωτική, ἐζήτησαν, ἵνα σαφηνισθῇ τοῦτο διὰ νόμου, διότι ἄλλως ἡ Πιστωτικὴ τράπεζα δὲν θὰ εἶχε τὸ θάῤῥος νὰ ἐκτεθῇ εἰς τὴν πραγματοποίησιν τῆς ἐπιχειρήσεως ταύτης.
§5ΠΟΛΛΟΙ. Ν’ ἀναγνωσθῇ, κ. πρόεδρε, σήμερον εἰς ά. ἀνάγνωσιν. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτόν.)
§6Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς μεταμεσημβρινῆς συνεδριάσεως τῆς χθὲς ἐγένετο λόγος εἰς τὴν Βουλὴν παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ περὶ διορθώσεως ἐν τοῖς ἐστενογραφημένοις πρακτικοῖς, ἐπενεχθείσης ὑπ’ ἐμοῦ ἔν τινι χωρίῳ αὐτοῦ, ἀναγομένῳ εἰς ὅσα ἐγὼ εἶπον κατὰ τὴν ἑσπέραν τῆς παρελθούσης Τετάρτης ἐπὶ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ. Ἐξέθηκαν εἰς τὴν Βουλὴν τότε, καθὰ μοὶ εἶπον, τότε ἐγὼ ἤμην ἀπών, ὅτι διεγράφη μία περίοδος ἐκ τῆς ἐμῆς ἀγορεύσεως, ἥτις ἀφῆκε κενόν, διότι ἀνεφέρετο εἰς διακοπὴν, ἣν ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ συμβουλίου κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην ἀπηύθυνεν. Ἀληθῶς ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ συμβουλίου εἶπε τότε «δὲν εἶπον αὐτό», διακόπτων με. Ἡ ὑπόθεσις ἔχει οὕτως. Ὅταν ἠγόρευεν ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργείου κατὰ τὴν ἑσπέραν ἐκείνην, ἐγὼ ἀντελήφθην, ὅτι εἶπεν, ὅτι ἡ ἐκτέλεσις τοῦ πρωτοκόλλου 13 θέλει εἶσθαι προσεχής. Ἀλλ’ ὅταν μετ’ ὀλίγον, ἀπαντῶν εἰς τὸν λόγον τοῦ κ. Προέδρου, ἀνέφερα τοῦτο, ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ συμβουλίου μὲ διέκοψε, καὶ ἐπειδὴ ἐγὼ δὲν θέλω νὰ διακόπτωμαι, εἶπον, ὅτι δὲν δέχομαι διακοπάς, ὁ δὲ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργείου εἶπεν, ὅτι «παρακαλῶ νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ, ὅτι δὲν εἶπον αὐτό.» Ἡ περίοδος λοιπὸν, ἥτις ἀναφέρει, ὅτι ἐγὼ εἶπον, ὅτι ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ συμβουλίου εἶπεν, ὅτι τὸ πρωτόκολλον θέλει ἐκτελεσθῆ προσεχῶς, ἦτο ἐν τοῖς ἐστενογραφημένοις πρακτικοῖς, κακῶς δὲ διεγράφη. Ἑπομένως ἡ ἀφορμή, ἥτις προὐκάλεσε τὴν ἀνακοίνωσιν, ἥτις ἐγένετο χθὲς παρὰ τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ συμβουλίου, ἦτο εὔλογος, διότι, ἐὰν ἀφῃρεῖτο ἡ περίοδος ἐκείνη, τότε δὲν θὰ εἶχε λόγον ἡ διακοπὴ, ἣν μοὶ ἔκαμεν ὁ κύριος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ συμβουλίου. Νομίζω δὲ καλὸν νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν, ὅτι τοῦτο ἐγένετο οὕτω πως. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς προχθὲς μοὶ ἔφερον τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ, ἵνα τὰ ἐπιθεωρήσω· ἀλλ’ ἐπιθεωρῶν αὐτὰ, προσεῖχον συγχρόνως τὸν νοῦν εἰς τὴν γιγνομένην ἐνταῦθα συζήτησιν· προτιθέμενος δὲ νὰ διαγράψω τὸν προτελευταῖον στίχον τῆς περιόδου τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν, διέγραψα συγχρόνως καὶ τὸν ἑπόμενον στίχον, ὅστις περιεῖχε τὴν ἔννοιαν, ὅτι τὸ πρωτόκολλον 13 θέλει ἐκτελεσθῆ προσεχῶς. Ὅτι δὲ ἡ διαγραφὴ τοῦ στίχου ἐκείνου ἐγένετο ἐκ παραδρομῆς καὶ οὐχὶ ἐκ προαιρέσεώς τινος, δηλοῦται ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τοῦ μέρους ἐκείνου· διότι ἡ διαγραφὴ αὐτῆς ζημιοῖ ὀλιγώτερον τὸν κύριον Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ συμβουλίου, καθισταμένης πλέον δυσεξηγήτου τῆς μετὰ τὸν διαγραφέντα στίχον ἐπερχομένης διακοπῆς, ἢ ὅσον ζημιοῖ ἐμὲ, διότι ἀφαιρεῖ τὴν βάσιν καὶ τὸν σκοπὸν τῆς περιόδου ἐκείνης τοῦ λόγου μου. Ποῖος εἶναι ὁ σκοπὸς αὐτῆς; νὰ καταδείξω ἀντίφασιν εἰς τοὺς λόγους τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Σᾶς εἶπον λοιπὸν τότε, ὅτι ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ συμβουλίου, ὡς ἀρχηγὸς τοῦ πολυαριθμοτέρου μέρους τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἔλεγεν ἄλλοτε εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ ἐκτέλεσις τοῦ πρωτοκόλλου δὲν εἶναι οὔτε εἰς τὸ ἄλφα· ὅτι πρό τινων ἡμερῶν σᾶς εἶπεν, ὅτι, καθὼς ὡς προϊστάμενος τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἔλεγεν, ὅτι οὐ μόνον δὲν προεχωρήσαμεν, ἀλλ’ οὐδὲ κἂν ἐφθάσαμεν εἰς τὸ ἄλφα, οὕτω καὶ ὡς Κυβέρνησις ἐπικυροῖ καὶ βεβαιοῖ τοῦτο· καὶ ἐνῷ ταῦτα εἶχεν εἰπεῖ, σήμερον (ἤτοι εἰς τὴν συζήτησιν ἐκείνην) σᾶς λέγει, ὅτι τὸ πρωτόκολλον τοῦτο θέλει ἐκτελεσθῆ προσεχῶς. Αὐτὴν τὴν ἀντίφασιν ἤθελον νὰ καταδείξω. Ἐὰν λοιπὸν διεγράφη τοῦτο τὸ τελευταῖον μέρος, ὡς κατὰ παραδρομὴν διεγράφη, τὸ ὅτι σήμερον σᾶς λέγει, ὅτι τὸ πρωτόκολλον θέλει ἐκτελεσθῆ προσεχῶς, τότε τὸ μέρος ἐκείνου τοῦ λόγου δὲν ἤθελεν ἔχει βάσιν καὶ σκοπόν. Δὲν ἐξετάζω τώρα, ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ συμβουλίου εἶπεν ἢ δὲν εἶπεν, ὅτι τὸ πρωτόκολλον θὰ ἐκτελεσθῇ προσεχῶς. Καὶ ἐγὼ μὲν οὕτως ἀντελήφθην αὐτοῦ λαλοῦντος· ἀλλ’ ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θέλῃ νὰ διατείνηται, ὅτι δὲν τὸ εἶπε, μοὶ εἶναι ἀδιάφορον, διότι αἱ κρίσεις ὅσας ἐκφέρει ἀφορῶσιν αὐτὸν καὶ οὐχὶ ἐμέ. Ἐγὼ διακηρύσσω, ὅτι ἐκ παραδρομῆς διεγράφη ἡ περίοδος, ἧς ἡ ἔννοια εἶχεν, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς σᾶς λέγει σήμερον, ὅτι τὸ πρωτόκολλον 13 θέλει ἐκτελεσθῆ, καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ προστεθῇ.
§7ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Πρωθυπουργός). Εἰς τὴν Βουλὴν, κύριοι, εἶχον εἰπεῖ, ὅτι τὸ πρωτόκολλον τοῦ Βερολίνου θέλει ἐκτελεσθῆ βεβαίως· αὕτη ἦτο ἡ φράσις, ἣν εἶπον ἐνώπιον ὑμῶν, οὐδέποτε δὲ εἶπον, ὅτι θέλει ἐκτελεσθῆ προσεχῶς. Ἐν δὲ τῇ δημοσιευθείσῃ ἀγορεύσει, περὶ ἧς πρόκειται, ὡς ἦτο ἐκτεθειμένον τὸ χωρίον, εἰς ὃ ἐνόμισα ἐπιβαλλόμενόν μοι νὰ διακόψω τὸν κ. Βουλευτὴν Γόρτυνος, ἵνα εἴπω, ὅτι δὲν εἶπον αὐτὸ, δὲν περιείχετο ἡ φράσις, εἰς ἣν ἀφώρα ἡ διακοπή μου, ἀλλ’ ἑτέρα φράσις, ὅτι τὸ ζήτημα δὲν εὑρίσκετο εἰς τὸ ἄλφα· ὥστε ἐγὼ, εἰπὼν, ὅτι δὲν εἶπα αὐτὸ, ἐφαινόμην εἰπὼν, ὅτι φρονῶ, ὅτι τὸ ζήτημα εὑρίσκετο εἰς τὸ ἄλφα. Ὅταν ἀνέγνων τοῦτο ἐν τῇ ἐφημερίδι τῇ περιεχούσῃ τὴν στενογραφημένην ἀγόρευσιν τοῦ κ. Δηλιγιάννη, ἔστειλα, ἵνα ἴδω εἰς τὸ γραφεῖον τὸ κείμενον τὸ ἀδιόρθωτον, τὸ δὲ κείμενον τὸ ἀδιόρθωτον εἶχε τὰ λεχθέντα ὅπως πραγματικῶς ἐλέχθησαν ὑπὸ τοῦ κ. βουλευτοῦ Γόρτυνος· περιείχετο ἐν τῇ ἀγορεύσει αὐτοῦ ἡ φράσις, ὅτι ἐγὼ ἤμην εἰς ἀντίφασιν πρὸς ἐμὲ αὐτὸν, διότι δῆθεν εἶπον, ὅτι τὸ ζήτημα θέλει λυθῆ προσεχῶς, ἐνῷ πρότερον εἶχον εἰπεῖ τοὐναντίον. Ἐκεῖ συμπίπτει ἡ διακοπὴ, ἣν ἔκαμα, ὅτι ἐγὼ δὲν εἶπον, ὅτι τὸ ζήτημα θὰ λυθῇ προσεχῶς· ἐζήτησα δὲ παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, ὅπως εἰς τὰ στενογραφημένα πρακτικὰ τῆς Βουλῆς καταχωρισθῇ τὸ χωρίον ὅπως ὑπὸ τοῦ στενογράφου ἐγράφη.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα διωρθώθη· προσετέθη δηλαδὴ τὸ ἑξῆς: «Σήμερον δὲ βεβαιοῖ, ὅτι προσεχῶς θὰ ἐκτελεσθῇ.» «ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶπον αὐτό.»
§9ΛΑΜΠΡΟΥΛΙΑΣ. Εἰς τὴν δημοσίαν ὁδὸν ἀπὸ Ἀγουλινίτζαν εἰς Πύργον τῆς Ἠλείας, ὁδὸν κεντρικωτέραν τῆς Πελοποννήσου, μεσολαβεῖ ὁ Ἀλφειὸς ποταμὸς, τὸν ὁποῖον δὲν δύναται κανεὶς νὰ διαβῇ οὔτε πεζὸς, οὔτε ἔφιππος κατὰ τὸν χειμῶνα ἐπὶ 3–4 μῆνας, κατὰ τοὺς ἐπικρατοῦντας καιρούς· τὸ ἐπίλοιπον διάστημα τοῦ χρόνου ὁ ποταμὸς οὗτος εἶναι διαβατός· τὸν διέρχονται πεζοὶ, ἔφιπποι, τὸν διέρχονται κάῤῥα, μεταφέροντα διάφορα πράγματα καὶ σταφιδοκαρπὸν ἀπὸ Ἀγουλινίτζαν εἰς Πύργον, καὶ ἅμαξαι μεταβαίνουσαι εἰς Ἀγουλινίτζαν. Κατὰ δὲ τοὺς μῆνας, καθ’ οὓς δὲν εἶναι διαβατὸς, διατηρεῖται λέμβος πρὸς εὐκολίαν τῆς συγκοινωνίας καὶ πρὸς πρόληψιν ἀπευκταίων, καὶ διὰ τῆς λέμβου αὐτῆς μεταφέρονται ἀπὸ τὴν μίαν ὄχθην τοῦ ποταμοῦ εἰς τὴν ἄλλην ἄνθρωποι, ζῶα, καὶ παντὸς εἴδους καὶ μεγέθους πράγματα ἀκινδύνως· ἀλλὰ διὰ τὴν μεταφορὰν πληρώνουν δικαιώματα περάματος, περὶ τῶν ὁποίων ἤδη πρόκειται. Τὰ δικαιώματα αὐτὰ, ὅπως ἐκ παραδόσεως εἴμεθα βεβαιωμένοι, πρὸ τῆς Τουρκοκρατίας εἶχον ἀφιερωθῆ εἰς τὰς ἐκκλησίας Ἀγουλινίτζης, Βολάντζης, Βαρβάσαινας καὶ Πύργου, καὶ διὰ τῶν δικαιωμάτων τούτων, τὰ ὁποῖα διέθετον κατ’ ἔτος, αἱ ἐκκλησίαι διατηροῦνται. Ἀπὸ τῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ ἔθνους ἐκανονίσθησαν ταῦτα, κατ’ ἔτος δὲ τὰ ἐκκλησιαστικὰ συμβούλια καὶ τὰ δημοτικὰ ὥριζον τὸ ποσὸν τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν, οἱ δὲ δήμαρχοι ἐνήργουν τὴν δημοπρασίαν καὶ οἱ ἁρμόδιοι νομάρχαι ἐνέκρινον ἔκτοτε ἐτησίως τὰς πράξεις τῶν συμβουλίων καὶ τὰς δημοπρασίας. Κατὰ τὸ διάστημα τόσων αἰώνων οὐδεμία δυναστεία, οὐδεμία Κυβέρνησις διεφιλονείκησε τὰ δικαιώματα ταῦτα ἢ παρηνόχλησέ ποτε τὰς ἐκκλησίας· πᾶσαι τὰ ἐσεβάσθησαν καὶ ἀνεγνώρισαν. Καὶ ὅμως ὁ κ. Δηλιγιάννης, ὡς ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, κατὰ τὰ μέσα Νοεμβρίου ἢ ἀρχὰς Δεκεμβρίου π.ε. ἐξέθεσεν αὐτὰ εἰς δημοπρασίαν ὑπὲρ τοῦ δημοσίου, καὶ ἀπὸ τὸν παρελθόντα Φεβρουάριον εὑρίσκονται εἰς χεῖρας ἐνοικιαστῶν, ἀφαιρέσας παρανόμως καὶ ἀδικαιολογήτως τὰ μέσα, δι’ ὧν αἱ ἐκκλησίαι συνετηροῦντο, ἐστερημέναι ἄλλων μέσων, ἐκτὸς ἐκείνης τοῦ Πύργου, ἥτις ἴσως ἔχει καὶ ἄλλους πόρους. Ἐδόθησαν περὶ τούτου ἀναφοραί, ἐγένοντο αἱ δέουσαι προφορικαὶ παραστάσεις, ἀλλ’ ὁ κ. Δηλιγιάννης δὲν ἔδωκεν ἀκρόασιν. Ἤδη, τῇ αἰτήσει τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ καὶ δημοτικοῦ συμβουλίου, ἀναγκάζομαι νὰ φέρω τὸ τοιοῦτον ἀδίκημα εἰς γνῶσιν τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ παρακαλῶ, ἵν’ ἀποδοθῶσι τὰ ἀφαιρεθέντα δικαιώματα εἰς τὰς ἐκκλησίας, ἢ τοὐλάχιστον τὰ ἐνοίκια νὰ παρακατατίθηνται εἰς τὴν Τράπεζαν, ὅπως χρησιμεύσωσι διὰ τοῦ ποταμοῦ τὴν γέφυραν.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπόσπασμα τῶν πρακτικῶν θὰ σταλῇ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν.
§11ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν ἐνήργησα ἐγὼ ὡς ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν· ἑπομένως ἔχω τὸ καθῆκον νὰ δώσω πληροφορίας τινὰς εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τούτου.
§12ΤΙΝΕΣ. Ἐπὶ τοῦ κ. Δηλιγιάννη εἶπεν ὁ κ. Λαμπρούλιας.
§13ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἐνήργησα ὡς ὑπουργὸς, καὶ ἐνήργησα καλῶς, ὡς νομίζω, διότι ἐξησφάλισα μίαν πρόσοδον ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου ἐκ 40,000 δραχμῶν περίπου διὰ πέντε ἔτη.
§14ΛΑΜΠΡΟΥΛΙΑΣ. Δι’ ἑπτὰ ἔτη.
§15ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἑπτὰ, ἔστω. Τὰ πορθμεῖα αὐτά ἀνήκουσιν εἰς τὸ δημόσιον, ὡς συμβαίνει πάντοτε· δυστυχῶς ἕως τώρα δὲν διετίθεντο ταῦτα πρὸς ὄφελος τοῦ δημοσίου, ἀλλὰ πρὸς ὄφελος τῶν ἐκκλησιῶν τῶν παρακειμένων χωρίων· ἐξήτασα τὴν ὑπόθεσιν, καὶ λαβὼν ὑπ’ ὄψιν τὸ συμφέρον τοῦ δημοσίου, ἐπείσθην, ὅτι εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ διαθέσω τὴν χρῆσιν αὐτῶν ὑπὲρ τοῦ δημοσίου, ὅπερ καὶ ἔπραξα, μετὰ προηγουμένην γνωμοδότησιν καὶ τοῦ κ. δικαστικοῦ συμβούλου. Αὐτὴ εἶναι ἡ ὑπόθεσις, ἐφ’ ἧς, ὡς ἔμαθον, ὡμίλησεν ὁ κ. Λαμπρούλιας, διότι δὲν ἤμην ἐνταῦθα καθ’ ἣν ὥραν ὡμίλησεν· ἑπομένως δὲν ἔχει δίκαιον νὰ παραπονῆται οὔτε κατὰ τοῦ προκατόχου μου, οὔτε κατ’ ἐμοῦ, ὡς ἐνεργήσαντος δῆθεν παρανόμως, διότι πᾶν ὅ,τι ἐνήργησα τὸ ἐνήργησα ἐντὸς τοῦ νόμου καὶ ἐντὸς τοῦ συμφέροντος τοῦ δημοσίου, χωρὶς νὰ προσβληθῶσι νόμιμα δικαιώματα τρίτων.
§16ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Φείδομαι τοῦ χρόνου, καὶ διὰ τοῦτο θὰ ἦμαι ὡς οἷόν τε σύντομος, παρακαλῶ δὲ τὸν κ. πρωθυπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του, προκειμένου νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ ἀντικειμένου λίαν σοβαροῦ. Κύριοι, οἱ νόμοι περὶ διανομῆς τῆς ἐθνικῆς γῆς καὶ περὶ φυτειῶν ῥητῶς ὁρίζουσιν, ὅτι τὸ δημόσιον δὲν δύναται νὰ λάβῃ ἐκ τοῦ τιμήματος τῆς δηλωθείσης γῆς ἢ μόνον μέρος ἀνάλογον τῆς εἰσπραττομένης ἐπικαρπίας. Ὅπως καὶ ἄλλοτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν, ἐν Καρυστίᾳ εἶναι 9 χωρία, ἅτινα εἶχαν χαρακτηρισθῆ ἐθνικοϊδιόκτητα, καὶ τοῦτο τὸ δημόσιον δὲν τὸ ἠμφισβήτησε ποτὲ, ἐπλήρωνον δὲ οἱ κάτοικοι τῶν χωρίων τούτων ἐπικαρπίαν 10%, καὶ συνεπῶς ἐδήλωσαν δυνάμει τοῦ νόμου τὰς γαίας ταύτας ὡς ἐθνικοϊδιοκτήτους, καὶ τὸ δημόσιον ἀπεδέχθη ἄνευ ἀντιῤῥήσεως οὐδεμιᾶς τὰς δηλώσεις των, λαβὸν καὶ τὰ δύω μόνον τρίτα τῆς προκαταβολῆς. Σήμερον, προκειμένου περὶ τῆς πληρωμῆς τῶν ἐνιαυσίων δόσεων, αἱ ἀρχαὶ καταδιώκουσιν αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους καὶ ζητοῦσι τὴν ὅλην δόσιν ὡς ἐθνικῆς γῆς, τουτέστιν ὡς ἐὰν ἐλάμβανε τὸ δημόσιον 15% ἐπικαρπίαν, ἐνῷ, ὡς προεῖπον, ἐλάμβανε 10%. Ἐρωτῶ ἤδη τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸν, εἶναι δίκαιον τοῦτο; Εἶναι δίκαιον νὰ συλλαμβάνωνται οἱ δυστυχεῖς αὐτοὶ ἄνθρωποι καθ’ ὁμάδας ἀγεληδὸν καὶ νὰ ὁδηγῶνται εἰς τὰς φυλακὰς, ζητούμενοι νὰ πληρώσουν ὅ,τι δὲν ὀφείλουν, δικαιώματα, ἅτινα δυνάμει τοῦ νόμου τὸ δημόσιον δὲν ἔχει; Ἐπιθυμῶ λοιπὸν καὶ παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸν ν’ ἀπαντήσῃ εἰς τοῦτο· ἐὰν δὲ εὑρίσκῃ, ὅτι οἱ κάτοικοι τῶν χωρίων αὐτῶν καταζητοῦνται ἀδίκως, διατί δὲν διατάσσει τὴν παῦσιν τῆς ἀδικίας; Μετὰ τὴν ἀπάντησιν, ἣν θὰ δώσῃ ὁ κ. ὑπουργὸς, θὰ ὁμιλήσω ἐκτενέστερον.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ σταλῶσι τὰ πρακτικὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ θὰ προσδιορισθῇ ἡμέρα συζητήσεως.
§18ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Νὰ προσδιορισθῇ ὡς τοιαύτη ἡ προσεχὴς Δευτέρα.
§19ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι ἡ Δευτέρα.
§20ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Πρέπει λοιπὸν νὰ ὑπάγουν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι εἰς τὰς φυλακὰς; τὸ εὑρίσκετε, κ. Δημητρακάκη, δίκαιον αὐτό, σεῖς, ὅστις εἶσθε ὁ ὑπερασπιστὴς τῶν δικαιωμάτων ὅλων τῶν Ἑλλήνων; (Θόρυβος.)
§21ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὁπωσδήποτε τὸ πρᾶγμα εἶναι ἄξιον προσοχῆς καὶ ἐξετάσεως. Ἐφ’ ὅσον αὐτοὶ καταζητοῦνται νὰ πληρώσουν περισσότερον, εἶναι ζήτημα, ὅπερ ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ διέλθῃ οὕτως. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι πρέπει ν’ ἀπαντήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
§22ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Πρωθυπουργός). Δύναμαι καὶ ἤδη ν’ ἀπαντήσω· ἀλλὰ δὲν εἶναι, νομίζω, ἡ κατάλληλος ὥρα. Ὅταν ἡ Βουλὴ προσδιορίσῃ, θ’ ἀπαντήσω.
§23ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Τὴν Παρασκευήν.
§24ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι πρό τινων ἡμερῶν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς σᾶς εἶπεν, ὅτι ἐκ τῆς ὑπηρεσίας πληροφορεῖται, ὅτι ἔχουν δίκαιον αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, διότι δὲν ἐπλήρωσαν ποτὲ ἐπικαρπίαν περισσότερον ἀπὸ τὰ 10%. Ἀφοῦ ἀναγνωρίζει τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς, διατί νὰ ζητοῦν ἤδη αἱ ἀρχαὶ περισσότερον;
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις νὰ ὁρισθῇ ἡ Δευτέρα.
§26ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι ἡ Δευτέρα.
§27ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Ἐννοοῦσι λοιπὸν, κ. Πρόεδρε, τὴν Κυριακὴν τοῦ Πάσχα; ἂς τὸ εἴπουν τότε ῥητῶς, ὅτι προσδιορίζουν τὴν ἡμέραν αὐτὴν, ἵνα ἐξετάσουν τὰ παράπονα τῶν ἀδικουμένων πολιτῶν! Τί εἶναι αὐτὰ, κ. Πρόεδρε; θέλει ἡ Βουλὴ νὰ μάθῃ τὴν ἀλήθειαν; ἰδοὺ εἶναι παρὼν καὶ ὁ προκάτοχος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν· ἂς ἐρωτηθῇ, ἐὰν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι ἔχουν δίκαιον ἢ ὄχι.
§28ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα, κ. Πρόεδρε, εἶναι ἄξιον ἐξετάσεως καὶ τῆς μερίμνης τῆς Βουλῆς.
§29ΚΑΡΑΒΑΣ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι εἶναι περιττὴ ἡ ἐπερώτησις τοῦ κ. Παπαγεωργίου, διότι ἡ ὑπόθεσις αὕτη εἶναι ἀπὸ τὰ 1834· ἀπὸ τότε ἐξεδόθη διάταγμα χαρακτηρίζον αὐτὰ τὰ 9 χωρία ὡς ἐθνικοϊδιόκτητα. (Θόρυβος.) Τὸ διάταγμα αὐτὸ ὑπεξῃρέθη διαδοχικῶς (θόρυβος) ὑπὸ τοῦ πρῴην γραμματέως τοῦ ἐπαρχείου Καρυστίας Ἰω. Βάχλα· ἀλλ’ ἔκτοτε μέχρι σήμερον ἐξακολουθοῦν νὰ φορολογῶνται ὡς τοιαῦτα, ἀποδίδοντα δικαίωμα ἐπικαρπίας μόνον 10%· ἑπομένως τὸ Ὑπουργεῖον πρέπει νὰ διατάξῃ τὰς ἀρχὰς νὰ λαμβάνωσι μόνον τὰς δόσεις τῶν διὰ τὰ δύω τρίτα τῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν τῶν 9 τούτων χωρίων τῆς ἐπαρχίας Καρυστίας.
§30ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Δύω λέξεις θὰ προσθέσω, κ. Πρόεδρε. Ἠγέρθη τὸ αὐτὸ ζήτημα καὶ κατὰ τὸ 1879, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ πληρωθῶσιν αἱ δόσεις τῶν φυτειῶν, ἤτοι τὸν Ἰούνιον, καὶ ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διέταξε τὰς ἀρχὰς τηλεγραφικῶς καὶ ἔλαβον τὰ ⅔ τῆς δόσεως. Διατί λοιπὸν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι τώρα νὰ καταδιώκωνται ἀδίκως καὶ νὰ ὁδηγῶνται εἰς τὰς φυλακάς;
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν.
§32ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Προσδιορίζω τὴν Δευτέραν ὡς ἡμέραν συζητήσεως.
§33ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι τὴν Δευτέραν.
§34Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Οὕτω πως, κύριε Πρόεδρε, χρονοτριβοῦμεν. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν, ὅτι εἶναι ἕτοιμος καὶ σήμερον ν’ ἀπαντήσῃ· διατί δὲν ἀπαντᾷ σήμερον;
§35ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Πρωθυπουργός). Διότι θὰ ἐγερθῇ συζήτησις ἐπὶ μίαν ὥραν. Δὲν πρέπει νὰ ἔχητε ἀμφιβολίαν, ὅτι θὰ πράξω ὅ,τι τὸ δίκαιον ἀπαιτεῖ. Διατί ταράσσεται ὁ κ. Βουλευτής; δὲν πρέπει νὰ κάμνῃ τόσον θόρυβον, ὅπως ἐπιδεικνύηται εἰς τὴν ἐπαρχίαν του.
§36ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Δὲν δέχομαι τὴν ὕβριν, κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶμαι δημοκόπος, διὰ νὰ μ’ ἀρέσκουν αἱ ἐπιδείξεις.
§37ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Γνωρίζει, ὅτι καὶ τηλεγράφημα ἔστειλα, καὶ ἐνταῦθα διέταξα ἐρεύνας καὶ ἐν τῷ ἐλεγκτικῷ συνεδρίῳ καὶ ἀλλαχοῦ, ἵνα δυνηθῶ νὰ ἐξακριβώσω τὰ κατὰ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην. Ταῦτα πάντα γνωρίζει ὁ κ. Βουλευτής, διότι ἦλθεν ὁ ἴδιος καὶ ἐπροκάλεσεν ἐνέργειαν. Ἐὰν διέτρεχε κίνδυνόν τινα ἡ ὑπόθεσις ἐκ τῆς ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως, θὰ ἤθελον καὶ ἐγὼ νὰ συζητήσωμεν· ἀλλὰ τοιοῦτος κίνδυνος δὲν ὑφίσταται, εἰργάσθην δὲ καὶ ἐργάζομαι ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἀμφιβολία, ὅτι θὰ δώσω τὴν προσήκουσαν λύσιν.
§38ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Κύριε πρόεδρε, θ’ ἀπαντήσω ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ, διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἠξεύρω πῶς εἶπεν, ὅτι ἐγὼ κάμνω θόρυβον, ἵνα ἐπιδειχθῶ εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου. Εἰς ἀπάντησιν ὅμως τῷ λέγω, ὅτι δημοκόπος δὲν εἶμαι, μήτε τῶν ἐπιδείξεων ἔχω ἀνάγκην. Ἐὰν τῳὄντι, ὡς λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐμερίμνησε καὶ ἔλαβε πρόνοιαν, διατί δὲν σταματᾷ τὴν καταδίωξιν, μέχρις οὗ λύσῃ τὸ ζήτημα, ἀλλ’ ἐξακολουθοῦν νὰ ὁδηγοῦν τοὺς ἀνθρώπους εἰς τὰς φυλακὰς ἀδίκως; τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι ἐγὼ ἔχω ἄδικον ν’ ἀγανακτῶ διὰ τὴν γινομένην ἀδικίαν, ἢ ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν εἶναι συνεπὴς πρὸς ἑαυτὸν, διότι ἄλλα βεβαιοῖ τὴν Βουλὴν καὶ ἄλλα πράττει; Προτείνω λοιπὸν, κ. Πρόεδρε, τὴν Δευτέραν ὡς ἡμέραν συζητήσεως.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ ὁρισθῇ ἡ προσεχὴς Δευτέρα πρὸς συζήτησιν τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Παπαγεωργίου νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι.) Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§40ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Πότε προσδιορίζει ὁ κ. Πρωθυπουργός; (Θόρυβος.)
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετανάσται ἐκ Πλατάνου τῆς Θεσσαλίας ζητοῦσι περίθαλψιν, τινὲς δ’ ἐκ Δρυόπης τῆς Τροιζηνίας τὴν ἀναστολὴν τῆς ἐνοικιάσεως τῶν βοσκησίμων γαιῶν τοῦ Ὀρθολιθίου. Θὰ παραπεμφθῶσιν αἱ ἀναφοραὶ αὗται εἰς τὰ ἁρμόδια ὑπουργεῖα.
§42ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Νὰ συστηθῇ, κύριε πρόεδρε, ἡ ἀναφορὰ τῶν μεταναστῶν.
§43ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι δίκαιον. Ὁ κ. Πετσάλης παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν, ἵνα συζητηθῇ εἰς ά συζήτησιν ἡ πρότασις νόμου περὶ τῆς κοινότητος...
§45ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Τότε καὶ ἐγὼ ζητῶ νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ....
§46ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§47Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ κατάλογος τῶν βοηθημάτων κατετέθη;
§48Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Εἶναι εἰς τὸ γραφεῖον.
§49Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Λοιπὸν νὰ τυπωθῇ. Ἐὰν αἱ ὑποτροφίαι κάτω, καὶ τὰ βοηθήματα κάτω.
§50ΣΑΡΑΒΑΣ. Τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτής, ἔρχομαι νὰ συμπληρώσω, ὑποβάλλων καὶ τὰς ἐμὰς παρατηρήσεις. Ὄχι μόνον εὑρίσκω ὀρθὴν τὴν παρατήρησιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, ἀλλ’ εὑρίσκω ἀκόμη, ὅτι τὰ μέχρι τοῦδε γενόμενα παραβιάζουσι ῥητὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος. Ἀπὸ τῆς σκέψεως ταύτης ὁρμώμενος, ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅτε κατὰ τὰς προκαταρκτικὰς αὐτῆς ἐργασίας εἶχον μέρος, μὴ παρακωλυόμενος ἀπὸ τὴν ἐργασίαν τῆς προανακριτικῆς ἐπιτροπῆς, ἐζήτησα νὰ προσαχθῇ ὁ κατάλογος τῶν λαμβανόντων τακτικὰ βοηθήματα ἐκ τοῦ κεφαλαίου τοῦ ἀφορῶντος εἰς περίθαλψιν οἰκογενειῶν ἀγωνιστῶν. Ἔπραξα δὲ τοῦτο, διότι ἐνόμιζον, ὅτι ἡ διάθεσις τοῦ κεφαλαίου τούτου, ὡς γίνεται, ἀντίκειται εἰς ῥητὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος. Κατὰ τὸ Σύνταγμα, δὲν δύναται νὰ ἀπονεμηθῇ σύνταξις εἰμὴ διὰ νόμου· κατὰ δὲ τὴν τακτικὴν, ἥτις ἐπεκράτησεν ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν κοινῶν, ἀντὶ συντάξεων διὰ νόμου διδομένων, εἰσήχθη τὸ σύστημα τοῦ νὰ δίδωνται τακτικὰ βοηθήματα ἐκ τοῦ κεφαλαίου ἐκείνου. Μὴ δυνάμενοι νὰ ὑποβάλλωσι προτάσεις περὶ συντάξεως, εὗρον τὸ μέσον νὰ δίδωνται τὰ λεγόμενα βοηθήματα, τὰ ὁποῖα οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ συντάξεις, διότι δὲν εἶναι οὔτε μηνιαῖα οὔτε ἐτήσια, εἶναι διαρκῆ. Διὰ τοῦτο εἶχον προτείνει, κ. πρόεδρε, ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ, νὰ προσαχθῇ ὁ κατάλογος τῶν διαρκῶν τούτων βοηθημάτων, τῶν διὰ διατάγματος διδομένων, διότι εἶχον καὶ λόγους νὰ ὑποπτεύω, ὅτι ὄπισθεν τῆς ἰδέας, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ περιθάλψεως οἰκογενειῶν τῶν ἀγωνιστῶν, ἐκαλύπτοντο συμφέροντα ἀλλότρια τοῦ ἀγῶνος, καὶ ἐδίδοντο πολλάκις βοηθήματα εἰς συγγενεῖς καὶ οἰκείους. Δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι ὑπάρχουν πολλαὶ οἰκογένειαι, αἵτινες δικαιοῦνται περιθάλψεως, καὶ ἴσως μεγαλειτέρας ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἤδη λαμβάνουν· ἀλλ’ οὐδὲν ἧττον λέγω καὶ ὑποστηρίζω, ὅτι ἐξυπηρετήθησαν καὶ πολλὰ συμφέροντα, ἀτομικὰ ὅλως, καὶ πολλαὶ προσωπικότητες. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ὄχι μόνον εὑρίσκω ὀρθὸν νὰ παρουσιασθῇ ὁ κατάλογος, τὸν ὁποῖον ἐζήτησεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτὴς, ἀλλὰ θέλω ἐν καιρῷ προτείνει εἰς τὴν Βουλὴν νὰ διαγραφῇ ὁλόκληρον τὸ κεφάλαιον ἐκεῖνο.
§51ΤΙΝΕΣ. Εἰς τὸν προϋπολογισμόν.
§52ΣΑΡΑΒΑΣ. Νὰ διαγραφῇ ἐντελῶς. Ἐὰν δέ τινες ἐκ τῶν οἰκογενειῶν, αἱ ὁποῖαι λαμβάνουν τοιαύτην περίθαλψιν, ἔχουν δικαίωμα ἐξαιρετικῆς προστασίας, ὅπερ ἀπέχω νὰ διαμφισβητήσω, εἶναι, φρονῶ, καθῆκον τῆς Βουλῆς νὰ συστήσῃ μίαν ἐπιτροπὴν ἐξ ἀγωνιστῶν, ἥτις νὰ γνωμοδοτήσῃ περὶ τούτου, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς γνωμοδοτήσεως ταύτης, νὰ ὑποβληθῇ πρότασις νόμου, κανονίζουσα τὰ περαιτέρω. Πρέπει ἅπαξ διὰ παντὸς νὰ ἐκλείψῃ αὐτὸ τὸ σκάνδαλον, τὸ διὰ πλαγίων μέσων κατορθοῦν ὅ,τι ὁ θεμελιώδης νόμος ῥητῶς ἀπαγορεύει.
§53ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐπὶ τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ σημειῶ ἀπὸ τοῦδε, ὅτι θὰ ἦμαι ἐναντίος, καὶ θὰ ζητήσω τὸν λόγον.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κατάλογοι εἶναι ἐδῶ, καὶ ὅστις θέλει, δύναται νὰ λάβῃ γνῶσιν ἰδιαιτέρως. Βʹ. συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως ταμείου δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ὁ κ. Ῥοντήρης ἔχει τὸν λόγον.
§55ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἀφοῦ ὑπάρχει ἀντίῤῥησις, νὰ προηγηθῶσιν ἐκεῖνα, ἐφ’ ὧν δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§56ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καλὸν εἶναι τοῦτο, τὸ ὁποῖον λέγει ὁ κ. Κεχαγιᾶς, νὰ συζητηθῶσι πρῶτον τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§57ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ. συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ δανείου ἐκ φράγκων 21,000,000, πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας τῶν τραπεζικῶν γραμματίων κτλ.
§59ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι μία συζήτησις πρέπει νὰ γείνῃ, νὰ γείνῃ δὲ εἰς τὴν βʹ. ἀνάγνωσιν· νὰ φέρωμεν ἤδη τὰς ἀντιῤῥήσεις μας ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, διὰ νὰ ἔχῃ καιρὸν ἡ κυβέρνησις νὰ ἀπαντήσῃ, ὅπως εἰς τὴν γʹ. συζήτησιν λυθῇ συμβιβαστικῶς τὸ ζήτημα.
§60ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἂς γείνῃ σήμερον ἡ συζήτησις, ἀλλὰ μετ’ ἐκεῖνα, κατὰ τῶν ὁποίων δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§61ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δέχομαι τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ὅπως τὴν προσδιορίζει τὸ ὑπουργεῖον.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ. συζήτησις διαφόρων νομοσχεδίων συγχωνευθέντων εἰς ἓν περὶ πιστώσεων, αἵτινες ἐλήφθησαν διὰ διαταγμάτων ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1879.
§63ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ αὐτῶν τῶν πιστώσεων ἔχω νὰ φέρω ἀντίῤῥησιν, ἀλλ’ εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, διότι χορηγοῦνται πιστώσεις τόσον μεγάλαι, ἄνευ συζητήσεως. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὴ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως εἰς ά. συζήτησιν.) (Γίνονται ἐπίσης δεκτὰ εἰς πρώτην συζήτησιν καὶ τὰ νομοσχέδια αʹ) περὶ κυρώσεως Β. Διαταγμάτων, δι’ ὧν ἐχορηγήθησαν ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις ἐκ δραχ. 163,000 ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1878· βʹ) περὶ κυρώσεως Β. Διαταγμάτων, δι’ ὧν ἐχορηγήθησαν ἔκτακτοι πιστώσεις ἐκ δραχ. 624,730: 74 τῆς χρήσεως τοῦ 1878· γʹ) περὶ χορηγίας ἐκτάκτων πιστώσεων ἐκ δραχ. 289,769:37 ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1879· δʹ) περὶ κυρώσεως Β. Διαταγμάτων, δι’ ὧν ἐχορηγήθησαν ἀναπληρωτικαὶ πιστώσεις ἐκ δραχ. 582,000 τῆς χρήσεως 1879· εʹ) περὶ κυρώσεως Β. Διαταγμάτων, δι’ ὧν ἐχορηγήθησαν ἔκτακτοι πιστώσεις ἐκ δραχ. 1,771,146:08 τῆς χρήσεως 1879· καὶ στʹ) περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως δραχ. 49,311:75 ἐπὶ τῆς χρήσεως 1879.)
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῶν τριῶν νομοσχεδίων περὶ κυρώσεως Β. διαταγμάτων, διὰ τῶν ὁποίων ἐπῆλθε μεταβολὴ εἰς τὸ δασμολόγιον, πρέπει νὰ γείνῃ ὅ,τι καὶ ἄλλοτε. Νομίζω, ὅτι τὰ τρία δύνανται νὰ συγχωνευθῶσιν εἰς ἓν νομοσχέδιον: «Κυροῦνται τὰ ἀπὸ 29 Ἰουλίου 1878, 27 Ἰουλίου π. ἔ. καὶ 9 Μαΐου 1879 Β. διατάγματα.»
§65ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα. (Γίνονται δεκτὰ τὰ νομοσχέδια ταῦτα, οὕτω συγχωνευθέντα, εἰς ά. συζήτησιν).
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀναγνωρίσεως ὡς Ἑλληνικῶν τῶν ἐν Βοσπόρῳ ῥυμουλκῶν πλοίων καὶ τῶν ἐν Ἴστρῳ ποταμοπλοίων τῶν ἀνηκόντων εἰς Ἕλληνας ἰθαγενεῖς. (Γίνεται δεκτὸν μετὰ τῆς ἐπὶ τοῦ 8 ἄρθρου τροπολογίας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καθ’ ἣν, ἀντὶ «τῆς λιμενικῆς ἀρχῆς», ἐτέθησαν αἱ λέξεις «τοῦ προξενείου.») Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐγγυήσεως τοῦ δημοσίου ὑπὲρ τοῦ δήμου Ἀθηναίων.
§67ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Θὰ γείνῃ συζήτησις.
§68ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἀνάγκη νὰ ψηφισθῇ, καὶ ἂς γείνῃ συζήτησις.
§69ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ὁσάκις πρόκειται περὶ Πειραιῶς καὶ Ἀθηνῶν, ὅ,τι καὶ ἂν εἴπωμεν, τὰ λέγομεν εἰς τὰ χαμένα. Διατί νὰ μὴ ἐπιτρέπουν τοιαύτας ἐγγυήσεις καὶ δι’ ἄλλους δήμους, ὅταν γίνωνται δημόσια ἔργα;
§70ΡΑΛΛΗΣ. Ἂς φέρουν νόμους.
§71ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Εἰς τοὺς ἄλλους δήμους, εἴτε μικροὺς εἴτε μεγάλους, ὅταν θέλουν ἔργα, ἐγγυῶνται οἱ κάτοικοι καὶ ἐδῶ οἱ κάτοικοι, οἵτινες θὰ ὠφεληθοῦν, πρέπει νὰ ἐγγυηθῶσι.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε λοιπὸν κατὰ τῆς ἀρχῆς;
§73ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Καὶ μόνος ἐὰν μείνω. (Γίνεται δι’ ἀναστάσεως δεκτόν.) Ἐπιψηφίζονται ἐπίσης εἰς γʹ. συζήτησιν ἡ πρότασις νόμου περὶ πληρωμῆς τῶν χρεῶν τῶν δήμων Λευκάδος καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐγκρίσεως τῆς μετὰ τῆς Ἑλληνικῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας συμβάσεως).
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γʹ. συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταῤῥυθμίσεως τῶν διατάξεων περὶ φαρμακείων. Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ, εἶτα δὲ καὶ τ’ ἄρθρα 1–7 τοῦ νομοσχεδίου.
§75ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὅπως ἐπιτευχθῇ ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου, προτείνω νὰ προστεθῇ ὡς τελευταῖον ἄρθρον τὸ ἑξῆς· «Αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 3, 4, 5, 6 καὶ 7 ἐφαρμόζονται καὶ κατὰ τῶν φαρμακεμπόρων, οἵτινες ἤθελον ἐκτελεῖ ἔργα ἀναγόμενα εἰς τὴν φαρμακοποιΐαν».
§76ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ ἀπαγόρευσις αὕτη εἶναι ἤδη νομοθετημένη διὰ τῆς ἰσχυούσης νομοθεσίας, καὶ πᾶσα νέα ἀπαγόρευσις εἶναι περιττή.
§77ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν παραπέμπω εἰς τὸ ἄρθρον 1, τὸ ὁποῖον ἀπαγορεύει, ἀλλ’ εἰς τὰ ἄρθρα 3 καὶ ἑπόμενα, τὰ ὁποῖα κανονίζουν τὴν διαδικασίαν, ἥτις γίνεται ἐν περιπτώσει παραβάσεως τοῦ νόμου.
§78ΡΑΛΛΗΣ. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπαγάγωμεν τὸ χονδρικὸν ἐμπόριον, ἔστω καὶ τῶν φαρμάκων, εἰς διατυπώσεις ἀδειῶν ἐκ μέρους τοῦ συνεδρίου;
§79ΡΙΚΑΚΗΣ. Θέλετε λοιπὸν ὁ φαρμακέμπορος νὰ μείνῃ ἀκαταδίωκτος;
§80ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν εἰς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ῥικάκη, ἀλλὰ πρέπει αὕτη νὰ διατυπωθῇ ἄλλως.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀναβάλλεται. Γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ. συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀπαγορεύσεως εἰς τοὺς οἰκονομικοὺς ἐφόρους νὰ ἐγείρωσιν ἀγωγὰς ἐπ’ ὀνόματι τοῦ δημοσίου. Βʹ. συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς διευθύνσεως τῶν Αἰγυπτιακῶν ἀτμοπλοίων.
§82ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Ἔχω ἀντίῤῥησιν καὶ θὰ ὁμιλήσω διὰ μακρῶν.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Γίνεται δεκτὸν εἰς γʹ. συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς ἐν εἰρήνῃ δυνάμεως τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ κατὰ τὸ ἔτος 1880. Βʹ. Συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως διδασκαλείων ἐν Πελοποννήσῳ καὶ ἐν Ἑπτανήσῳ κλπ. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ καὶ τ’ ἄρθρα 1–2. Διαγραφέντος δὲ τῇ αἰτήσει τοῦ ὑπουργοῦ τοῦ ἄρθρου 3, ἀνεγνώσθη τὸ ἄρθρον 4, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὁ ὑπουργὸς ἐζήτησε νὰ διαγραφῶσιν αἱ λέξεις «ἐν Γερμανίᾳ» καὶ τὸ δεύτερον μέρος τοῦ ἄρθρου τὸ ἀρχόμενον «ἀλλ’ οὐδεὶς δύναται κτλ.» μέχρι τέλους. Οὕτω δὲ διασκευασθὲν ἐγένετο δεκτὸν ὡς ἄρθρον 3. Ἀνεγνώσθησαν κατόπιν καὶ ἐγένοντο δεκτὰ τὰ ἄρθρα 5, 6 καὶ 7, καταταχθέντα ὡς ἄρθρα 4, 5 καὶ 6. Διαγραφέντος δὲ κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 8, ἀνεγνώσθη καὶ ἐγένετο δεκτὸν τὸ ἄρθρον 9, ταχθὲν ὡς ἄρθρον 8, μετὰ τὴν ἀπάλειψιν τοῦ ἐν αὐτῷ ἀναφερομένου ἀριθμοῦ (ἄρθρον 10). Μετὰ ταῦτα ὁ ὑπουργὸς ἐζήτησεν, ἡ δὲ Βουλὴ παρεδέχθη, νὰ διαγραφῶσι τὰ λοιπὰ τοῦ νομοσχεδίου ἄρθρα. Οὕτω δὲ ἐγένετο δεκτὸν τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς δευτέραν συζήτησιν.) Βʹ. Συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ εἰσαγωγῆς τῶν ἐπιστολικῶν δελταρίων ἐν τῷ ἐσωτερικῷ. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ καὶ τ’ ἄρθρα 1 καὶ 2.) Ἄρθρον 3.
§84ΡΟΥΦΟΣ. Ὅπως εἶναι συντεταγμένον τὸ ἄρθρον, φαίνεται, ὅτι ἐκτὸς τῆς ἀξίας τῶν δελταρίων, θὰ προστίθηνται καὶ 20 λεπτὰ, ἐνῷ εἰς τὴν ἔκθεσιν φαίνεται, ὅτι ἐν ὅλῳ θὰ κοστίζῃ 20 λεπτά.
§85ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μάλιστα, ἐν ὅλῳ.
§86ΡΟΥΦΟΣ. Νὰ ἐξηγηθῇ.
§87ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀντὶ προστιθεμένου, νὰ τεθῇ «τιθεμένου». (Γίνεται οὕτω δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3, εἶτα δὲ καὶ τὸ σύνολον.)
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως ταμείου δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως.
§89ΜΙΛΗΣΗΣ. Τῇ ἀληθείᾳ, κύριοι, παριστάμεθα ἀπό τινων ἡμερῶν μάρτυρες φοβερᾶς ἐπιδρομῆς κατὰ τῶν κειμένων νόμων· δεξιόθεν καὶ ἀριστερόθεν ἐπέρχονται ἔφοδοι ἡ μία κατόπιν τῆς ἄλλης, καὶ τὸ κυριώτατον καθῆκον τοῦ βουλευτοῦ κατήντησε σήμερον τὸ νὰ ἀμύνεται ὑπὲρ τῶν νόμων τῆς πολιτείας. Ἀμφιβάλλω πολὺ ἂν ὁ μέγας αὐτὸς ζῆλος εἰς τὸ μετακινεῖν τοὺς κειμένους νόμους ἀποδεικνύῃ πρόοδον ἐν τῇ νομοθετικῇ ἀναπτύξει τοῦ ἔθνους· φοβοῦμαι μήπως ἐμφαίνει μᾶλλον ἔλλειψιν προσηκούσης ἐκτιμήσεως τῶν καθηκόντων τῆς Βουλῆς εἰς τὸ ἔργον τοῦ νομοθετεῖν. Δὲν ἔλαβον τὸν λόγον εἰς οὐδεμίαν τῶν μέχρι τοῦδε συζητήσεων, διότι ἐνόμιζον, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ παρεμβάλω καὶ ἐγὼ πρόσκομμα εἰς τὴν κανονικὴν τῆς Βουλῆς πορείαν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπισύρω τὴν εὔλογον μομφὴν, ὅτι συνετέλεσα εἰς τὸ νὰ μὴ πράξῃ ἡ Βουλὴ ὅ,τι εἶναι ἀπαραίτητον νὰ πράξῃ, νὰ δώσῃ εἰς τὴν κυβέρνησιν τοὺς φορολογικοὺς νόμους, τὸν προϋπολογισμὸν καὶ ὅ,τι νομοσχέδιον εἶναι ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖον πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ τὸ κακὸν προεχώρησεν ὑπερμέτρως, καὶ βλέπετε ὅτι, ἐνῷ εὑρισκόμεθα εἰς τὰς τελευταίας στιγμὰς τῆς συνόδου, συζητοῦμεν νομοσχέδια περὶ παντὸς πράγματος, νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἦναι καθ’ ἑαυτὰ κάλλιστα, ἀλλ’ ὅμως ἀπαιτοῦν ἀνάλογον χρόνον καὶ πολλὴν σκέψιν, διὰ νὰ ὡριμάσουν εἰς τὴν συνείδησιν τῶν βουλευτῶν, εἰς τὴν συνείδησιν τῆς δημοσίας γνώμης, εἰς τὴν συνείδησιν αὐτῶν ἐκείνων, οἵτινες τὰ ὑπέβαλον καὶ οἵτινες εἰσὶν ἐντεταλμένοι νὰ τὰ ἐφαρμόσωσιν. Δὲν εἶμαι, κύριοι, ἐναντίος κατ’ ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἔχετε ὑπ’ ὄψιν· συμμερίζομαι τὴν γνώμην, ὅτι πρέπει νὰ συστήσωμεν εἰδικὸν ταμεῖον διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν. Τὴν γνώμην δὲ ταύτην εἶχον ἀναγράψει εἰς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλον ἄλλοτε εἰς τὴν Βουλήν· ὁ κ. Δηληγιάννης μάλιστα εἰσήγαγε κατόπιν περὶ τούτου νομοσχέδιον ὁπωσδήποτε πλῆρες, τὸ ὁποῖον δὲν ἠξεύρω διὰ τί δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν. Ἀλλ’ ἐὰν ῥίψῃ τις ἓν βλέμμα ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, βλέμμα ἁπλοῦν, θέλει πεισθῆ ἀμέσως, ὅτι συνετάχθη τοῦτο μετ’ ἐκτάκτου σπουδῆς, καὶ παρουσιάζει πλείστας ἀτελείας καὶ ἐλλείψεις. Οὕτω περιλαμβάνει ἀντικείμενα ἐντελῶς ἀλλότρια, π. χ. τὸν τρόπον, καθ’ ὃν διορίζονται οἱ δημοδιδάσκαλοι· δημιουργεῖ ἄνευ ἀνάγκης ἰδιαιτέραν κεντρικὴν ἀρχὴν πρὸς διαχείρισιν τοῦ ταμείου, παρέχει εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν τὸ δικαίωμα οὐ μόνον νὰ κανονίσῃ διὰ διατάγματος τὰ καθήκοντα τῆς διαχειριστικῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ καὶ νὰ δημιουργήσῃ θέσεις ὑπαλλήλων· δὲν προνοεῖ τί θέλει γείνει καθ’ ἣν περίστασιν δὲν ἐπαρκέσουσιν οἱ πόροι τοῦ ταμείου, δὲν ἀναφέρει κἄν, πρᾶγμα ἀπίστευτον, πῶς θὰ πληρώνωνται οἱ μισθοὶ τῶν δημοδιδασκάλων. Ἐν γένει ὑποθέτει τις, ἀναγινώσκων, ὅτι ὁ σκοπὸς τοῦ συντάκτου ἦτο νὰ αὐτοσχεδιάσῃ ὁπωσδήποτε ἓν νομοσχέδιον καὶ νὰ τὸ παρουσιάσῃ εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ τοιαῦτα ἀχώνευτα σχεδιάσματα δὲν πρέπει, κύριοι, νὰ ὑποβάλλωνται εἰς τὴν ψῆφόν σας. Ἐκτὸς τούτου ἡ Βουλὴ διὰ νὰ ἐπιψηφίσῃ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, ἔχει ἀνάγκην πολλῶν πληροφοριῶν, π. χ. θέλομεν καὶ πρέπει νὰ μάθωμεν ποία ἦτο ἡ εἰσφορὰ ἑκάστου δήμου διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν ἀπὸ τοῦ 1875 ἕως σήμερον, διότι, ὡς παρατηρεῖτε ἐν τῷ δευτέρῳ ἄρθρῳ, προσδιορίζεται ὡς πόρος τοῦ ταμείου ὁ μέσος ὅρος τῆς εἰσφορᾶς ἑκάστου δήμου ἀπὸ τοῦ 1875. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ μᾶς ὑποβάλουν πίνακα τῆς πενταετοῦς ταύτης εἰσφορᾶς, διὰ νὰ ἴδωμεν ὁποῖος θὰ ἦναι ὁ δημιουργούμενος οὗτος πόρος· ἐπίσης ἔπρεπε νὰ μᾶς ὑποβάλουν πίνακα τῶν εἰσοδημάτων ἑκάστης Μονῆς, διότι καὶ ἐκ τῶν εἰσοδημάτων αὐτῶν λαμβάνεται ἓν ποσοστὸν ὡς πόρος τοῦ ταμείου. Ἀλλὰ πρὸ πάντων ὤφειλεν ἡ κυβέρνησις νὰ ὑποβάλῃ τὰς διαθήκας τῶν ἀοιδίμων κληροδοτῶν, τῶν ὁποίων πρόκειται νὰ διαθέσωμεν ἐδῶ τὴν περιουσίαν· διότι, μὴ λησμονεῖτε, ὅτι οἱ τόκοι τῶν κληροδοτημάτων δὲν εἶναι περιουσία δημοσία, τὴν ὁποίαν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ διαθέτητε κατὰ τὸ δοκοῦν πρὸς πᾶσαν δημοσίαν ἀνάγκην, ἀλλ’ εἶναι περιουσία ἰδιωτική, τῆς ὁποίας οἱ κύριοι ἔχουσιν ὁρίσει τὴν χρῆσιν εἰς τὰς διαθήκας των, τὸ δὲ δημόσιον τυγχάνει ἁπλοῦς διαχειριστὴς ὑπόχρεως κατὰ τὸ δίκαιον νὰ συμμορφωθῇ μὲ τὴν θέλησιν τῶν κυρίων. Καὶ ἐννοῶ μὲν, ὅτι ἡ Βουλὴ νομοθετοῦσα εἶναι κυρίαρχος καὶ δύναται διὰ νόμου νὰ διαθέσῃ τὴν ξένην αὐτὴν περιουσίαν πρὸς ἄλλους σκοποὺς παρὰ τοὺς ὁποίους ἠθέλησαν οἱ κύριοι, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ λησμονῇ, ὅτι ὑπεράνω αὐτῆς ὑπάρχει ἀνωτέρα δύναμις, πρὸς ἣν ὀφείλει πάντοτε νὰ ὑποκύπτῃ, καὶ τὴν δύναμιν ταύτην ἀποτελοῦσιν αἱ αἰώνιαι ἀρχαὶ τοῦ δικαίου. Δὲν μᾶς εἶναι, κύριοι, ἐπιτετραμμένον νὰ θέτωμεν νόμους οἵους ἂν θέλωμεν, ἀλλ’ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ συμβουλευώμεθα ἑκάστοτε, νομοθετοῦντες, τὰς αἰωνίας ἀρχὰς τοῦ δικαίου, διὰ τοῦτο δὲ γίνεται πάντοτε συζήτησις, διὰ νὰ εὑρεθῇ τί τὸ δίκαιον, τί τὸ ἀληθὲς, τί τὸ ὀρθὸν, καὶ τοῦτο νὰ ἀναγραφῇ ὡς νόμος τῆς πολιτείας. Βουλὴ, ἡ ὁποία ἀντιστρατεύεται πρὸς τὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου, ἀρνεῖται τὸν λόγον τῆς ὑπάρξεώς της, αὐτοκτονεῖ. Ὅταν λοιπὸν ὑποβληθῶσιν αἱ διαθῆκαι αὗται, θέλετε παρατηρήσει, ὅτι ἀληθῶς μέν τινες τῶν κληροδοτῶν ἄφησαν εἰς τὴν κυβέρνησιν νὰ διαθέτῃ κατὰ τὸ δοκοῦν ὑπὲρ τῆς παιδείας ἐν γένει τοὺς τόκους τῶν καταλειπομένων κληροδοτημάτων· οἱ πλεῖστοι ὅμως ὥρισαν ποῦ ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις καὶ τίνι τρόπῳ νὰ διαθέτῃ τοὺς τόκους τῶν κληροδοτημάτων των. Καὶ ἄλλοι μὲν παραγγέλλουσι νὰ διατεθῶσιν οἱ τόκοι τῶν χρημάτων των πρὸς ἐκπαίδευσιν νέων πτωχῶν, ἄλλοι δὲ πρὸς ἐκπαίδευσιν νέων χρηστῶν καὶ φιλομαθῶν, ἄλλοι τε πρὸς ἐκπαίδευσιν νέων υἱῶν ἀγωνιστῶν κλπ. Τί δὲ πράττει ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου; Παραβλέπει τὴν ῥητὴν θέλησιν τῶν κληροδοτῶν, τῶν κυρίων, λαμβάνει αὐθαιρέτως τοὺς τόκους καὶ τοὺς διαθέτει πρὸς ἰδίαν αὑτῆς χρείαν, πρὸς ἀνακούφισιν τῶν βαρῶν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως....
§90ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. (ὑπουργὸς τῆς Παιδείας.) Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν παρατήρησιν; Ἐγένετο ἐξαίρεσις ῥητή· ἐξαιροῦνται τὰ εἰδικὰ κληροδοτήματα.
§91ΜΙΛΗΣΗΣ. Καὶ ποῖα, παρακαλῶ, εἶναι αὐτὰ τὰ εἰδικὰ κληροδοτήματα;
§92ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Ἡ ἐπὶ τῆς παιδείας ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὸ ζήτημα τῶν ὑποτρόφων, ἔκαμε μακρὰν ἔκθεσιν, εἰς τὴν συζήτησιν τῆς ὁποίας συνετέλεσε καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Μίλησης. Ἐν τῇ ἐκθέσει ἐκείνῃ δηλοῦται ποῖα εἶναι τὰ εἰδικὰ κληροδοτήματα καὶ ποῖος ὁ σκοπὸς αὐτῶν. Πιθανὸν δὲ νὰ ὦσι καὶ ἄλλα τινὰ ὑπαγόμενα εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει βεβαίως ἐξαιροῦνται.
§93ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἂς μὲ συγχωρήσῃ ὁ κ. ὑπουργὸς νὰ τῷ παρατηρήσω, ὅτι πλανᾶται. Ἡ ἐπιτροπὴ οὔτε καιρὸν εἶχεν οὔτε ἔργον της ἦτο νὰ πράξῃ τοῦτο. Ποῖα λοιπὸν, ἐρωτῶ καὶ πάλιν, τὰ εἰδικὰ κληροδοτήματα; Ἡ εἰδικότης, κύριοι, τοῦ κληροδοτήματος δύναται ἐκ διαφόρων λόγων νὰ προέρχηται, π.χ. τὸ κληροδότημα τοῦ Βελίλου, ὁ ὁποῖος διέταξε νὰ ἐκπαιδεύωνται ἐξ αὐτοῦ νέοι ἐκ Μακεδονίας, καὶ νὰ διαχειρίζωνται οἱ τόκοι τοῦ κεφαλαίου ὑπό τινος ἐπιτροπῆς· ἰδοὺ ἀναντιῤῥήτως ἕν εἰδικὸν κληροδότημα. Ἀλλὰ πῶς θὰ χαρακτηρίσητε τὸ κληροδότημα τοῦ Κρίσκη; Οὗτος διέταξεν ἐκ τῶν τόκων τοῦ κληροδοτήματός του νὰ ἐκπαιδεύωνται πέντε νέοι, εἷς ἐκ τῆς Πελοποννήσου, εἷς ἐκ τῶν Σπετσῶν, εἷς ἐκ τῆς Ὕδρας καὶ δύο ἐκ τῆς Ζαγορᾶς. Τί κληροδότημα εἶναι αὐτό.
§94ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Εἶναι εἰδικὸν κληροδότημα.
§95ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἔχει καλῶς. Προχωρήσωμεν. Ὑπάρχουν ἄλλοι κληροδόται καὶ οὗτοι εἶναι οἱ περισσότεροι, οἵτινες, ἀντὶ νὰ ὁρίσουν τοὺς εὐποιουμένους νέους ἐκ τῆς πατρίδος των, τοὺς προσδιορίζουν ἐκ προσωπικῆς τινος ἰδιότητος· δηλ. διατάττουν νὰ ἐκπαιδεύωνται ἐκ τῶν τόκων τῶν κληροδοτημάτων των νέοι πτωχοὶ καὶ ἐπιμελεῖς ἢ νέοι σεμνοὶ καὶ χρηστοήθεις ἢ τέκνα ἀγωνιστῶν. Ἄλλοι πάλιν ἀπαιτοῦν εἰδικὴν τῶν νέων ἐκπαίδευσιν, ἐπιστημονικὴν ἢ τεχνικήν. Δὲν εἶναι καὶ αὐτὰ τὰ κληροδοτήματα εἰδικά; Καὶ τί μένει τότε μὴ εἰδικόν; Λοιπὸν, κύριοι, ἐὰν ἀφαιρέσητε τὰ χρήματα ταῦτα ἀπὸ τὴν χρῆσιν, εἰς ἥν προσδιωρίσθησαν ὑπὸ τῶν κληροδοτῶν, διὰ νὰ ἐλαφρώσητε τὸ δημόσιον ταμεῖον εἰς ἥν ἔχει τοῦτο ὑποχρέωσιν νὰ συντηρῇ τὰ σχολεῖα τοῦ Κράτους, δὲν μεταβάλλεσθε τότε ἀπὸ ἁπλῶν διαχειριστῶν εἰς κυρίους ξένης περιουσίας, καὶ δὲν νομίζετε, ὅτι τοῦτο εἶναι — πρέπει νὰ τὸ εἴπω — καθαρὰ δήμευσις; Αὐτὰς τὰς σκέψεις θέτω ἁπλῶς εἰς τὴν ὑμετέραν κρίσιν. Σεῖς εἶσθε κύριοι νὰ λάβητε οἱονδήποτε μέτρον θέλετε, ἀλλὰ πρὶν τὸ λάβετε ζητήσατε τοὐλάχιστον νὰ σᾶς ὑποβληθοῦν αἱ σχετικαὶ διαθῆκαι τῶν κληροδοτῶν, καὶ ἐάν, ἀφοῦ ἀναγνώσητε τὰς διαθήκας, νομίζητε ὅτι σᾶς εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ καταργήσητε τὰς ὑποτροφίας, νὰ λάβητε τοὺς τόκους τῶν κληροδοτημάτων καὶ νὰ τοὺς διαθέσητε εἰς συντήρησιν τῶν δημοτικῶν σας σχολείων, ἐάν αὐτὸ τὸ θεωρῆτε δίκαιον, συμφέρον καὶ ἄξιον ὑμῶν, πράξατέ το. Ὅθεν προτείνω τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως μὲ τὸν σκοπὸν νὰ ὑποβάλῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ὑπέδειξα καὶ αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀπαραίτητοι, διὰ νὰ σχηματίσωμεν γνώμην ὀρθὴν καὶ δικαίαν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου· θέλομεν, ἐπαναλαμβάνω, νὰ ὑποβληθῶσι καὶ τυπωθῶσιν αἱ διαθῆκαι τῶν κληροδοτῶν.
§96ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἔγεινεν ἀπόφασις παρὰ τῆς Βουλῆς, καὶ δὲν ἐτυπώθησαν.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τυποῦνται ὁλοέν· τί νὰ πρωτοτυπωθῇ.
§98ΜΙΛΗΣΗΣ. Νὰ ὑποβληθῇ πίναξ τῆς ἐπὶ πενταετίαν εἰσφορᾶς τῶν δήμων διὰ τὰ δημοτικά των σχολεῖα, διὰ νὰ εὕρωμεν τί δαπανᾷ ἐπὶ τούτου ἕκαστος δῆμος, καὶ τί πρόκειται νὰ συνεισφέρῃ ὡς πόρον εἰς τὸ συσταινόμενον ταμεῖον· νὰ ὑποβληθῇ προσέτι πίναξ τῶν εἰσοδημάτων τῶν Μονῶν ἐπὶ τὸ αὐτὸ διάστημα, διὰ νὰ ἴδωμεν τί πρόκειται νὰ δώσωμεν ἐκ τῶν εἰσοδημάτων τούτων εἰς τὸ ταμεῖον, λαμβάνοντες τὰ 5%. Ἀφοῦ δὲ ὑποβληθῶσιν ὅλαι αὗται αἱ πληροφορίαι, τότε ἐπιφυλάσσομαι νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου.
§99ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Δὲν νομίζετε, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἀνταποκρίνεται πρὸς τὴν εὐχὴν, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασεν ἡ ἐπὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως ἐπιτροπή, ἥτις παρεκάλεσε τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ κληροδοτήματα καὶ διαθέσῃ μέρος αὐτῶν πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως;
§100ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἡ ἐπὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως ἐπιτροπὴ ηὐχήθη ἀληθῶς μέρος τῶν γενικῶν κληροδοτημάτων νὰ δαπανηθῇ πρὸς ἵδρυσιν δημοτικῶν σχολείων, δηλ. πρὸς ἐπικουρίαν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως· ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ ηὐχήθη πρὸ πάντων ἓν πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἀπορῶ πῶς ἐλησμονήσατε σεῖς ὁ συντάκτης τῆς ἐκθέσεως· ηὐχήθη νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ θέλησις ἑκάστου κληροδότου, καὶ νὰ διατεθῶσι τὰ κληροδοτήματα συμφώνως πρὸς τὴν θέλησιν αὐτῶν. Δὲν εἶπεν ἡ ἐπιτροπή, ὄχι, ὅτι δικαιοῦται ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ τοὺς τόκους τῶν κληροδοτημάτων, οὓς οἱ κληροδόται διέθεσαν εἰς σύστασιν ὑποτροφιῶν, καὶ νὰ διαθέσῃ αὐτοὺς ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἤτοι εἰς πληρωμὴν τῶν μισθῶν τῶν δημοδιδασκάλων· εἶπεν ὅτι πρέπει νὰ διατεθῶσιν οἱ τόκοι τῶν κληροδοτημάτων κατὰ τὴν ἱερὰν θέλησιν τῶν κληροδοτῶν, καὶ ἐὰν ὑπάρχουν, ὡς ὑπάρχουν, καὶ τόκοι ἐκ γενικῶν κληροδοτημάτων, τῶν ὁποίων δὲν εἶναι ὡρισμένη ἡ χρῆσις ὑπὸ τῶν κληροδοτῶν, τούτους μάλιστα δύναται νὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις πρὸς αὐτὸν τὸν σκοπόν, καὶ ἐγὼ εὔχομαι τοιουτοτρόπως νὰ διαθέσῃ ἡ Κυβέρνησις τὰ χρήματα ἐκ τῶν γενικῶν κληροδοτημάτων.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποστηρίζεται ἡ πρότασις τῆς ἀναβολῆς;
§102ΜΙΛΗΣΗΣ. Παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μᾶς δώσῃ πληροφορίας τινάς· περιμένω λοιπὸν ἀπάντησιν, ἐκτὸς ἂν δὲν ἔχῃ τί ν’ ἀπαντήσῃ.
§103ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω, ὅτι δυνάμεθα νὰ εἰδικεύσωμεν τὰ γενικῶς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περιλαμβανόμενα, ἐὰν ὁ κ. ὑπουργὸς, ὁ τὸ νομοσχέδιον εἰσαγαγὼν, συναινέσῃ ν’ ἀσχοληθῇ νὰ τροπολογήσῃ τὰ γενικῶς περιειλημμένα ἐν τῷ ἄρθρῳ· παραδείγματος χάριν, ἐὰν, ἀντὶ ν’ ἀναφέρῃ τὸ ἄρθρον, ὅτι ἐξαιροῦνται τὰ εἰδικὰ κληροδοτήματα, ἢ ἐὰν, ἀντὶ νὰ διατάττῃ, ὅτι ἡ πρόσοδος τῶν κληροδοτημάτων δίδεται εἰς τὸ εἰδικὸν ταμεῖον, νὰ προσδιορίσῃ τίνα κληροδοτήματα ἐξαιροῦνται, ἢ τίνων κληροδοτημάτων ἡ πρόσοδος προορίζεται εἰς τὸ ταμεῖον, καὶ τότε, ἐὰν φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν συγχρόνως καὶ τὰς διαθήκας τὰς κανονιζούσας τὰ τῶν κληροδοτημάτων τούτων, δυνάμεθα νὰ κρίνωμεν ἡμεῖς, ἐὰν ἔχωμεν τὴν ἐξουσίαν, νομοθετοῦντες, νὰ διαθέτωμεν περὶ αὐτῶν· ἐπίσης εἰς τὰ ἀφορῶντα τὴν εἰσφορὰν τῶν δημοτικῶν ταμείων, ἐὰν μᾶς προσδιορίσῃ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θέλουσιν εἰσφέρει τὰ δημοτικὰ ταμεῖα, δυνάμεθα νὰ κρίνωμεν, ἐὰν τὸ ποσὸν τοῦτο θέλῃ εἶσθαι ἐπαρκές. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις τῇ μεσημβρίᾳ. (Ὥρα 3 μ. μ.)
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Τὸ ἄρθρον 8 τοῦ νομοσχεδίου περὶ φαρμακείων διετυπώθη ὡς ἑξῆς: «Οἱ κατὰ παράβασιν τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ ἀπὸ 29 Μαρτίου 1835 Βασ. Διατάγματος ἀντιποιούμενοι ἔργα φαρμακοποιοῦ φαρμακέμποροι τιμωροῦνται μὲ τὴν ἐν τῷ ἄρθρῳ 3 τοῦ παρόντος Νόμου ὁριζομένην ποινήν· ἐν ὑποτροπῇ δὲ, ἀπαγγέλλεται διὰ τῆς καταδικαστικῆς ἀποφάσεως καὶ ἡ διὰ παντὸς ἀνάκλησις τῆς πρὸς τὴν ἐνάσκησιν τοῦ ἐμπορίου των ἀδείας.»
§105ΤΙΝΕΣ. Ποῖος ἔκαμε τὴν προσθήκην αὐτήν;
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ῥικάκης συμφώνως μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν, καὶ ὁ κ. Ῥάλλης.
§107ΡΑΛΛΗΣ. Ὅρα παράρτημα.
§108ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ συνόλου, θὰ ἔχωμεν τὸν λόγον, κύριε πρόεδρε.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§110ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Τουλάχιστον ἡ χρῆσις τῶν Ἀγγλικῶν Βουλῶν τὸ ἐπιτρέπει· ἀναφέρομαι δὲ συνεχῶς εἰς τὴν χρῆσιν τῶν Βουλῶν τῆς Ἀγγλίας, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι ἐκεῖ εἶναι ἡ ἑστία τῶν συνταγματικῶν θεσμῶν. Ἐπειδὴ ἀπὸ τοῦ 1790 μέχρι σήμερον εἶναι 90 ἔτη, καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν συνέβησαν 15 ἐπαναστάσεις καὶ 15 μεταπολιτεύσεις, διὰ τοῦτο δὲν ἐπικαλοῦμαι τοὺς Γαλλικοὺς θεσμούς. Μὴ νομίζετε, ὅτι ζητῶ πλεονεκτήματα, ἐπικαλούμενος τοὺς Ἀγγλικοὺς θεσμοὺς, διότι πολλάκις ἐπικαλοῦμαι καὶ τοὺς Ἀμερικανικούς. Λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὅπερ πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν, καὶ τὸ ὁποῖον κατὰ δυστυχίαν δὲν ἠδυνήθην νὰ πολεμήσω καθ’ ἣν στιγμὴν ἐψηφίζετο, διότι ἔλειπον ἀπὸ τὴν Βουλὴν στιγμιαίως, στηρίζεται εἰς τὸ διάταγμα τοῦ 1835, ὅπερ ῥητῶς λέγει, ὅτι πᾶς ὁ φέρων δίπλωμα ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητῇ τὴν ἄδειαν τῆς τοποθετήσεώς του ἐντὸς μιᾶς πόλεως ἢ μιᾶς κώμης, ἵνα ἐξασκῇ τὸ ἐπάγγελμά του ὡς φαρμακοπώλης ἢ φαρμακοποιός· λέγει δὲ, ὅτι ὁ νομάρχης τὸν τοποθετεῖ οὕτως, ὥστε νὰ δύναται νὰ πωλῇ ἐξ ἴσου μὲ τοὺς ἄλλους, δὲν λέγει ὅμως, ὅτι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μὴ τὸν τοποθετῇ ποσῶς, διότι, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐγένετο τὸ διάταγμα, καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν καὶ εἰς τὴν Ἀγγλίαν ὑπῆρχε νόμος, καθ’ ὃν ὁ φαρμακοπώλης καὶ φαρμακοποιὸς δικαιοῦνται νὰ μετέρχωνται τὰ ἐπαγγέλματά των ὡς ἀνήκοντες εἰς τὴν τάξιν τῶν ἐπιστημόνων. Ἰδοὺ, κύριοι, εἰς τὴν Γαλλίαν ποῖον ζήτημα ἐγεννήθη, καὶ πῶς ἐλύθη· «le Pharmacien......
§111ΤΙΝΕΣ. Ὄχι Γαλλικά· Ἑλληνικὰ, νὰ τὰ ἐννοῶμεν.
§112ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Ὁ φαρμακοποιὸς εἶναι ἔμπορος;
§113ΓΡΥΠΑΡΗΣ. Ὁ φαρμακοποιὸς ὄχι, ὁ φαρμακέμπορος, διότι ὁ φαρμακοπώλης λέγεται Droguiste.
§114ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Μάλιστα ὁ φαρμακοποιός. «Le pharmacien est-il commerçant? L’ exercise de la pharmacie, étant fondé sur la science de celui qui s’ y livre, constitue une profession libérale, et non un commerce.» Λοιπὸν, κύριοι, τὸ διάταγμα τοῦ 1835 εἶχεν αὐτὴν τὴν διάταξιν, ὅτι ὁ νομάρχης ὀφείλει νὰ δώσῃ θέσιν εἰς τὸν φαρμακοποιὸν ἢ φαρμακοπώλην, ὅστις ἤθελε ζητήσει μίαν θέσιν εἰς τὴν περιφέρειάν του. Ἔρχεται κατόπιν ἓν διάταγμα τοῦ 1861, εἰς στιγμήν, καθ’ ἣν εἴμεθα ὑπὸ Κράτος συνταγματικὸν, καὶ περιορίζει αὐτὸ τὸ δικαίωμα, ὅπερ ἔδωκεν ὁ νόμος, διότι τὸ διάταγμα τοῦ 1835 ἦτο νόμος. Ἔρχεται ζήτημα ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἐὰν τὸ διάταγμα τοῦ 1861 ἠδύνατο νὰ φέρῃ τοιοῦτον περιορισμὸν, καὶ οὗτος λέγει ῥητῶς τὰ ἑξῆς· ἰδοὺ ἡ ἀπόφασις· «ἐπειδὴ τὸ διάταγμα τοῦ 1861 οὐδόλως ἔχει ἰσχὺν νόμου, ἑπομένως τὸ διάταγμα τοῦ ἔτους 1835 διατηρεῖ εἰσέτι πλήρη τὴν ἰσχὺν αὑτοῦ· διὰ ταῦτα κλ.» Λοιπὸν τὸ διάταγμα τοῦ 1861 δὲν ἦτο νόμος, καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ περιορίσῃ τὸ δικαίωμα, ὅπερ ἔδιδε τὸ διάταγμα τοῦ 1835.
§115ΚΑΤΣΑΝΔΡΗΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι, καὶ δι’ αὐτὸ κάμνομεν τὴν ἐξήγησιν τοῦ νόμου.
§116ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Ναὶ, ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον στηρίζεται εἰς τὸ διάταγμα τοῦ 1861, ἐνῷ μόνον τὸ διάταγμα τοῦ 1835 εἶναι νόμος (θόρυβος.)
§117ΚΑΛΛΙΓΑΣ ΚΑΙ ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον υἱοθετεῖ τὸ διάταγμα τοῦ 1861.
§118ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Τὸ υἱοθετεῖ, διότι τὸ ἐθεώρησεν ἰσχύον ὡς νόμον, καὶ εἰς αὐτὴν τὴν πλάνην στηρίζεται ὁ νόμος οὗτος, διότι σᾶς λέγει «ἄδεια πρὸς σύστασιν φαρμακείου χορηγεῖται μόνον ὑπὸ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν μετὰ προηγουμένην γνωμοδότησιν τῆς ἁρμοδίας διοικητικῆς ἀρχῆς καὶ τοῦ ἰατροσυνεδρίου καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀναλογίας, ἣν ὁρίζει τὸ ἀπὸ 5 Σεπτεμβρίου 1861 Β. διάταγμα περὶ κανονισμοῦ τῶν φαρμακείων.» Ἐὰν δὲν ἐθεώρει τὸ διάταγμα τοῦτο ἰσχῦον ὡς νόμον, ποτὲ δὲν ἤθελεν ὁ κ. ὑπουργὸς ὑποβάλει τοιοῦτον νομοσχέδιον μὲ τὰς ἀρχὰς τῆς ἐλευθερίας, ἃς πρεσβεύομεν σήμερον, ὅτι τὰ ἐπαγγέλματα ἔχουσι μεγαλείτερα δικαιώματα εἰς τὴν κοινωνίαν καὶ ὅτι δέον νὰ ἐξασκῶνται ἐλευθέρως. Ἐὰν δὲν ἐπλανᾶτο ἐκ τούτου, ἐκ τοῦ ὅτι τὸ διάταγμα τοῦ 1861 ἔχει ἰσχὺν νόμου, δὲν θὰ ὑπεβάλλετο πρὸς ψήφισιν τοιοῦτον νομοσχέδιον. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι ἡ ἐκπροσωποῦσα τοὺς φαρμακοποιοὺς ἐπιτροπὴ ζητεῖ τὴν ψήφισιν, μάλιστα ἀπετάθη καὶ εἰς ἐμέ· (θόρυβος·) μοὶ εἶπον δὲ οἱ κύριοι οὗτοι, ὅτι πολλοὶ φαρμακοποιοὶ ἀπέθανον πτωχοί, ἀλλ’ ἐβεβαίωσαν συγχρόνως, ὅτι ἄλλοι πάλιν πλουτήσαντες ἠγόρασαν τὸν λεγόμενον ἀέρα ἑνὸς φαρμακείου ἀντὶ 18,000 δραχμῶν. Τώρα τὸ νὰ ἀγοράσῃ τις τὸν ἀέρα διὰ 18,000 δραχμῶν εἶναι σημεῖον, ὅτι πρέπει νὰ κερδίζῃ πολλά. Διατί νὰ περιορίσωμεν λοιπὸν ἡμεῖς σήμερον, ὅτε αἱ ἀρχαὶ εἶναι ἀρχαὶ ἐλευθερίας ἐπαγγελμάτων, αὐτὴν τὴν ἀρχήν; Ὅτι δὲ τὸ νομοσχέδιον εἶναι προϊὸν πλάνης, προκύπτει καὶ ἐκ τούτου, ὅτι, κατὰ τὸ πρῶτον ἄρθρον αὐτοῦ, ὁ ὑπουργὸς ἀκυροῖ τὰ κατὰ παράβασιν τοῦ διατάγματος τοῦ 1861 γενόμενα, μετὰ προηγουμένην γνωμοδότησιν τούτου ἢ ἐκείνου. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ ἔλθωμεν εἰς αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἰσχύουν σήμερον ἐν Εὐρώπῃ. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν ἀπαιτοῦνται πολλὰ προσόντα, ἵνα δύναταί τις νὰ μετέρχηται τὸν φαρμακοπώλην· ταῦτα ὀφείλομεν ν’ ἀπαιτήσωμεν καὶ ἡμεῖς διὰ νέου νομοσχεδίου: πιστοποιητικὰ τῶν ἁρμοδίων, οἵτινες δύνανται νὰ κρίνουν ἐὰν ὁ φαρμακοποιὸς ἢ φαρμακοπώλης ἦναι ἄνθρωπος ἐπιστήμων καὶ πεπειραμένος, ἵνα δύναται ἡ κοινωνία νὰ τῷ ἐμπιστευθῇ αὐτὴν τὴν θέσιν· ἀπαιτοῦνται πιστοποιητικὰ ἀνεξαρτησίας, πιστοποιητικὰ καλῆς διαγωγῆς. Αὐτὰ πρέπει νὰ ἦναι τὰ προσόντα, ἅτινα ἡμεῖς πρέπει νὰ ζητήσωμεν, πρὶν ψηφίσωμεν τοιοῦτον νόμον. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. ὑπουργὸν ν’ ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον, ἵνα τὸ καταρτίσῃ κατὰ τὰς ῥηθείσας ἀρχάς. Δὲν ἐννοῶ ποσῶς νὰ τὸ καταστήσω ζήτημα πολιτικόν· ἁπλῶς ἐκφράζω αὐτὴν τὴν ἰδέαν, ὅτι εἶναι ἀντικείμενον φρονήσεως νὰ μὴ φέρωμεν περιορισμοὺς εἰς ἓν πρᾶγμα, ὅπερ ἔχει πολλὴν σημασίαν εἰς τὴν κοινωνίαν· διότι, ὅταν περιορισθῇ εἰς ὀλιγώτερα φαρμακεῖα μία πόλις, βεβαιωθῆτε, ὅτι ὅλη ἡ μικρὰ τάξις θὰ τὸ αἰσθανθῇ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ ποιοῦ καὶ τῆς ἀξίας τῶν φαρμάκων. Αὐτὴ εἶναι ἡ κρίσις μου.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε εἶσθε κατὰ τοῦ συνόλου.
§120ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Μάλιστα.
§121ΡΙΚΑΚΗΣ. Μίαν σύστασιν, κύριε πρόεδρε, θὰ κάμω εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν· νὰ τηρηθῇ τὸ διάταγμα τοῦ 1861 ὡς πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις τῶν φαρμακοποιῶν, διότι ἀφοῦ ἐξ ἑνὸς μέρους ἐξασφαλίζει τὰ δικαιώματα ἐκεῖνα, τώρα ἔρχεται καὶ τὰ καταστρέφει. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ τηρήσῃ τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ διατάγματος.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ. ἀνάγνωσιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πλεῖστοι.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως ταμείου δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ὁ κ. Σαράβας ἔχει τὸν λόγον.
§123ΣΑΡΑΒΑΣ. Φειδόμενος τοῦ χρόνου, δὲν λαμβάνω τὸν λόγον, ἀλλ’ ἐὰν ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις, τότε θὰ τὸν λάβω.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ῥοντήρης.
§125ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Κύριοι, ὁ νόμος αὐτὸς, ὃν πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν, εἶναι νόμος πολὺ σπουδαῖος, διότι εἶναι νόμος ὀργανικός ὁ νόμος, λέγω, ὅστις μεριμνᾷ περὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἐνῷ δὲ ἤδη εἶναι τοιοῦτος νόμος, δὲν συνωδεύθη τουλάχιστον μετὰ προηγουμένης ἐμβριθοῦς μελέτης. Δι’ αὐτὸ δὲ ἔχω καὶ δικαίωμα καὶ καθῆκον νὰ παραπονεθῶ πολύ, καὶ παραπονοῦμαι προκαταρκτικῶς, ὅτι εἶναι ἓν ζήτημα τοῦτο παρείσακτον. Ἐν γένει ἡ νομοθεσία εἶναι πολὺ σπουδαῖον ἀντικείμενον, δὲν ἔπρεπε δὲ νὰ συζητῶμεν τοὺς νόμους κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Ἔχω μίαν ἡμερησίαν διάταξιν ἐνώπιόν μου, ἥτις ἔχει ἀναγεγραμμένα 64 νομοσχέδια· τοῦτο σημαίνει, ὅτι καλούμεθα ἐν μιᾷ ἡμέρᾳ νὰ συζητήσωμεν 60, 70, 100 νόμους, καὶ ἐν μιᾷ ἡμέρᾳ νὰ ἔλθωμεν νὰ συζητήσωμεν οἱονδήποτε ἐξ αὐτῶν θελήσει ἡ κρατοῦσα πλειονοψηφία. Λέγω, ὅτι αὐτὸ εἶναι μία εἰκονικότης συζητήσεως καὶ μελέτης. Μ’ ὅλον τοῦτο, ἐὰν ὑπῆρχε προηγουμένως προεξέτασίς τις τοῦ νόμου τούτου ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, τὸ κακὸν ἤθελεν εἶσθαι ὑποφερτόν· ἀλλ’ ὁ νόμος οὗτος δὲν εἰσήχθη εἰς καμμίαν ἐπιτροπήν, ἐνῷ, ὡς εἶπον, εἶναι νόμος σπουδαῖος, καί, καθὼς θέλω κατόπιν ἀποδείξει, εἶναι νόμος δημεύσεως, εἶναι νόμος, ὅστις περιέχει στοιχεῖα ἐγκληματικότητος. Τὸν νόμον αὐτὸν, ὅστις εἶναι τῷ ὄντι νόμος ἅγιος ὡς πρὸς τὴν ἀρχὴν αὐτοῦ, τὸν ἐπήραμεν ἀπὸ τὸ αὐτὶ καὶ τὸν ἐῤῥίψαμεν εἰς τὴν Βουλήν. Βλέπω ἐκ μέρους τῆς κρατούσης πλειονοψηφίας, ὅτι ἐλλείπει τὸ δέον σέβας πρὸς τὸ Σῶμα· sic volo, sic jubeo· τὸ θέλω, νὰ γίνῃ. Ἔπρεπε νὰ προηγηθῇ τουλάχιστον μία προεξέτασις, ἵνα ἴδωμεν ποία εἶναι ἡ οἰκονομία τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. Ἡ Βουλή, κατὰ πρότασιν τοῦ κ. Φιλήμονος, ἀπεφάσισε νὰ τυπωθῶσιν αἱ διαθῆκαι τῶν ἀοιδίμων κληροδοτῶν, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐγένετο. Ὅταν πρόκηται περὶ ὀργανικῶν νόμων, ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἦναι ζηλότυπος τῶν δικαιωμάτων της, πρέπει νὰ τηρῆται ἡ τάξις αὐτὴ τῆς προβουλευτικῆς, οὕτως εἰπεῖν, ἐπεξεργασίας τῆς Βουλῆς. Μὴ νομίζετε, ὅτι τινὲς ὁμιλοῦσι, διότι θέλουσι νὰ ὁμιλῶσιν· εἶναι τινες, οἵτινες εἶναι ὑπόχρεοι νὰ ὁμιλῶσι, καὶ παραβιάζει τὸ καθῆκόν του, ὅστις ἐμελέτησεν ἰδέαν τινὰ, καὶ ἀφίνει τὴν Βουλὴν ἐν ἀγνοίᾳ, μὴ ἀναγγέλλων τί αὐτὸς παραδέχεται ὡς ὀρθὸν, τί ὡς ἐσφαλμένον. Οὐδεὶς εἶναι ὑπόχρεως νὰ ἦναι ἀναμάρτητος ἢ νὰ φέρῃ γνώμας ἀλανθάστους· εἶναι ὑπόχρεως νὰ εἴπῃ ἐκεῖνο, ὅπερ γνωρίζει. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι ἅγιον, ὡς πρὸς τὸν σκοπὸν βεβαίως, διότι ἀφορᾷ τὴν ἐκπαίδευσιν, ἀλλ’ ἐγκληματικὸν, ὡς πρὸς τὰ μέσα, ἀσύμφορον εἰς τὸν τόπον. Καλὸν εἶναι νὰ μεριμνήσωμεν περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, καλὸν εἶναι νὰ μεριμνήσωμεν καὶ περὶ ἀσφαλείας τῶν κληροδοτημάτων, ἀλλὰ νὰ βάλωμεν χεῖρα εἰς τὸ ξένον ἀργύριον, ἵνα τὸ διαθέσωμεν κατὰ τὰς διαθέσεις ἡμῶν, εἶναι ὑπεξαίρεσις. Δὲν δύναται ὁ θεματοφύλαξ νὰ μεταβάλῃ τὴν χρῆσιν τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν. Ἰσχυρίζομαι, ἐπειδὴ διῆλθον τὰς διαθήκας, ὅτι τὰ κληροδοτήματα εἶναι προσδιωρισμένα μόνον ὑπὲρ προσώπων καὶ οὐχὶ ὑπὲρ κοινοτήτων, ἐὰν δὲ ἡμεῖς τὰ μεταχειριζώμεθα διὰ τὰς ἰδίας ἡμῶν ἀνάγκας, πράττομεν πρᾶξιν ἰδιοποιήσεως. Διὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ προβῇ ἡ Βουλή. Διατί εἶπον, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἐμελέτησε τὰς διαθήκας ὅλας; διότι κατ’ ἀρχὴν δὲν ἐννοεῖ νὰ τὰς παραβιάσῃ· ἐννοεῖ νὰ τηρήσῃ τὰς ὑποχρεώσεις του ἀπέναντι τῶν ἀειμνήστων διαθετῶν, διότι ἐν ἄρθρῳ 3 § ά. λέγει, ὅτι «τὰ εἰδικὰ κληροδοτήματα θὰ δαπανῶνται κατὰ τὰ ὑπὸ τοῦ διαθέτου κανονισθέντα». Εἰδικὰ κληροδοτήματα ἐννοεῖ ἐκεῖνα, ἃ εἶναι διωρισμένα δι’ ὡρισμένας ἐπαρχίας, ἢ δι’ ὡρισμένον σκοπόν. Ὁ κ. Μίληση, εἶπεν, ὅτι ὑπάρχει ἓν κληροδότημα τοῦ Κρίσπη, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι «ἐκ τῶν τόκων τῆς περιουσίας, ἣν καταλείπει, νὰ γίνωνται ὑπότροφοι ἐκ τῆς Πελοποννήσου, τῶν Σπετσῶν καὶ τῆς Ὕδρας». Αὐτὸ τὸ κληροδότημα πρέπει νὰ τὸ σεβασθῶμεν· ἀλλὰ διατί νὰ μὴ σεβασθῶμεν καὶ ἕτερον, τὸ ὁποῖον λέγει: καταλείπω τὰ χρήματα ταῦτα οὐ μόνον εἰς τὴν Πελοπόνησον, οὐ μόνον εἰς τὰς Νήσους, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν Ῥούμελην; Τί θ’ ἀπαντήσωσιν; εἶναι γενικόν· πῶς εἶναι γενικόν; διότι ἐκτείνεται ἐφ’ ὅλης τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλ’ ἡ πρόθεσις τοῦ διαθέτου ἦτο αὕτη, καὶ ἡ πρόθεσις τοῦ μὲν δὲν εἶναι τιμιωτέρα τοῦ δέ; Τοῦ ἀειμνήστου Ζωσιμᾶ τὸ κληροδότημα εἶναι γενικόν· θέλει γείνει χρῆσις πρὸς ὑποτροφίας· διατί θὰ σεβασθῆτε τὸ κληροδότημα τοῦ Κρίσπη καὶ θὰ περιφρονήσητε τὴν τελευταίαν θέλησιν τοῦ ἀειμνήστου Ζωσιμᾶ, διότι ἐμπεριέχεται ἐκεῖ ἡ Ῥούμελη, αἱ νῆσοι καὶ ὅλος ὁ Ἑλληνισμός; Ἡ διάκρισις μεταξὺ εἰδικῶν κληροδοτημάτων καὶ γενικῶν εἶναι ἡ ἑξῆς. Τὰ εἰδικὰ περιορίζονται εἴς τινας ἐπαρχίας, εἰς τὴν Μακεδονίαν, εἰς τὴν Ἤπειρον, εἰς τὴν Πελοπόννησον· τὰ γενικὰ ἐπεκτείνονται ἐφ’ ὅλης τῆς Ἑλλάδος. Ἐπὶ τῶν χρημάτων αὐτῶν δὲν ἔχομεν κυριότητα, ἡ κυριότης ἀνήκει εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἀφῆκαν τὰ χρήματα· ἡμεῖς δὲν εἴμεθα παρὰ θεματοφύλακες, καὶ ἂν μεταβάλωμεν τὴν χρῆσιν τῆς παρακαταθήκης, δυνάμεθα νὰ θεωρηθῶμεν ὡς κακῆς πίστεως. Καὶ μὰ τὴν ἀλήθειαν, ἀμφιβάλλω ἂν δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν ἕνα τοιοῦτον νόμον. Ἂν ὁ Σίνας ἄφησε 1,000,000 διὰ τὴν Σιναίαν Ἀκαδημίαν, καὶ ἡμεῖς ἐλέγομεν, αὐτὰ τὰ χρήματα νὰ τὰ διαθέσωμεν εἰς τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, νομίζω, ὅτι δὲν εἴμεθα κύριοι νὰ τὸ πράξωμεν. Ὑπάρχει νομικὸν κώλυμα ἀνυπέρβλητον, καθ’ ὃ δὲν δυνάμεθα νὰ διαθέσωμεν ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, οὔτε ὑπὲρ τῆς γενικῆς τὰ χρήματα ταῦτα· εἶναι παραβίασις τῶν διαθηκῶν τῶν ἀειμνήστων ἀνδρῶν, οἵτινες τὰ κατέλιπον, εἶναι ἀσέβειά τις. Τώρα ἐξετάζω τὸ ζήτημα ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν, διότι ἡμεῖς ἐδῶ εἴμεθα ἀθύρματα τῶν ῥευμάτων, τῶν σχηματιζομένων κατὰ καιρούς. Ἀπό τινος καιροῦ ἐσχηματίσθη ἡ ἰδέα περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις εἶναι μέγα πρᾶγμα βεβαίως, ὁ τόπος ἔχει ἀνάγκην δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ ἐξευτελίσω τὴν σπουδαιότητα αὐτῆς. Ἀλλ’ ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις εἶναι μηδὲν ἀπέναντι τῆς ἀνωτάτης ἐκπαιδεύσεως, καὶ ὑποστηρίζω, ὅτι ὁ Ζωσιμᾶς ἀπέβλεπεν εἰς ἐπικουρίαν τῆς ἀνωτάτης ἐκπαιδεύσεως τοῦ γένους, καὶ οὐχὶ τῆς δημοτικῆς· καὶ τὸ λέγει ῥητῶς, διότι προσδιώρισε τὰ χρήματα ὑπὲρ προσώπων. Καλὸν χρῆμα ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις, ἀλλ’ αὕτη παράγει στρατιώτην, ἔμπορον, κάπηλον, συνήθως δὲ παρασκευάζει τὰ μέσα τοῦ εὖ ζῆν τοῦ ἀτόμου, ἀλλὰ ἐλάχιστα συμβάλλεται εἰς τὸ μεγαλεῖον τοῦ ἔθνους. Ἐξ ἐναντίας ἡ ἀνωτάτη ἐκπαίδευσις παράγει τοὺς Θεοτόκεις, τοὺς Εὐγένιους, τοὺς Κοραεῖς, τοὺς Γενναδίους, τοὺς, τοὺς, τοὺς... καὶ ἐκεῖ ἀφώρα ὁ ἀείμνηστος ἀνήρ. Ὑπάρχουν πνεύματά τινα, τὰ ὁποῖα ὑποθαλπόμενα γίνονται φωστῆρες τοῦ ἔθνους, καὶ οἱ μεγάλοι αὐτοὶ ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι κατέλιπον τὰ χρήματα ταῦτα, ἀπέβλεπον εἰς ἓν τοιοῦτον ἰδανικόν. Διατρέχει φήμη, ὅτι ἡ ἀνωτάτη ἐκπαίδευσις εἶναι τὸ σπουδαῖον. Δὲν θέλω νὰ κάνω χρῆσιν ὀνομάτων, ἀλλ’ ἵνα σπουδάσῃ τις γεωργίαν ἐμβριθῶς, σπουδαίως, πρέπει νὰ ταξειδεύσῃ μέχρις Ἀμερικῆς· καὶ ἡ εὐφυὴς διάνοια καὶ ἡ εὐγενὴς στοργὴ, ἡ ὁποία ἔχει αὐτὴν τὴν ῥοπὴν, ἐπιθυμεῖ νὰ κομίσῃ εἰς τὴν πατρίδα τοιαύτας γνώσεις, ἀλλ’ εὑρίσκεται αἴφνης ἐν ἀπορίᾳ. Ἔρχονται λοιπὸν οἱ εὐεργέται τοῦ γένους εἰς ἐπικουρίαν, ἂν τὸ Κράτος δὲν ἐπαρκῇ. Ὑποστηρίζω, ὅτι ἡ ἀνωτάτη ἐκπαίδευσις εἶναι ἀνωτάτη ἀνάγκη, καὶ ἤθελον προτιμήσει δαπάνας ὑπὲρ ταύτης. Ἐὰν, κύριοι, οἱ δῆμοι δὲν θέλουν νὰ φορολογηθοῦν, δὲν εἶναι δίκαιον νὰ ῥίψητε εἰς βάρος τοῦ Κρίσπη, οὔτε τοῦ Βαρβάκη, οὔτε τοῦ Ζωσιμᾶ, οὔτ’ ἄλλου τινὸς ἐκ τῶν ἀνδρῶν τῆς λαμπρᾶς αὐτῆς χορείας. Τί κοστίζει ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις εἰς ἓν χωρίον, ὅπου ὑπάρχει ἕνας Παπᾶς, ἵνα διδάσκῃ τοὺς παῖδας; ἐγὼ εἰς ἕνα τοιοῦτον Παπᾶν ἐσπούδασα. Τὸ νομοσχέδιον δύναται νὰ ἦναι καλὸν, ἀλλ’ ἡ ὅλη οἰκονομία αὐτοῦ ἀπέτυχε· πρέπει νὰ μελετηθῇ, πρέπει νὰ ἀναγνωσθῶσιν αἱ διαθῆκαι, ἵνα γνωρίζωμεν ποῦ πορευόμεθα. Πολλάκις ἐγένετο λόγος, ὅτι τὰ κληροδοτήματα δὲν ἐγονιμοποίησαν τὰς διανοητικὰς δυνάμεις τοῦ ἔθνους, ὡς ἔπρεπε. Τοῦτο εἶναι ψευδές. Ἄν μοὶ ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ ἀναφέρω ὀνόματα ὑποτρόφων, ἠθέλετε ἰδεῖ, ὅτι ἐπὶ κεφαλῆς ἑκάστου κλάδου ἵσταται εἷς διακεκριμένος ἀνὴρ ἐκπαιδευθεὶς δι’ ὑποτροφίας· δὲν θέλω μὲ τοῦτο νὰ ὑποστηρίξω, ὅτι δὲν ἐγένετο καὶ κακὴ χρῆσις· διὰ τοῦτο ἔφερον ἄλλοτε νόμον καθιστῶντα ἀδύνατον πᾶσαν κατάχρησιν, διότι ἐκεῖ ἔλεγον, ὅτι οὐδεὶς ὑπότροφος γίνεται, ἐκτὸς ἂν ἀριστεύσῃ εἰς ὅλας τὰς κλάσεις τῆς διδασκαλίας ἐν τοῖς Γυμνασίοις καὶ προταθῇ ὑπὸ τῶν καθηγητῶν τοῦ Γυμνασίου. Ὅταν ἔχητε τοιαύτην βάσιν, τί φόβον ἔχετε; Τὰ γενόμενα οὐκ ἀπογίνονται· ἔργον τοῦ δικαστοῦ εἶναι νὰ ἐξετάζῃ τὰ γενόμενα, τοῦ νομοθέτου δὲ νὰ ἀποβλέπῃ εἰς τὸ μέλλον. Δὲν εἶναι δυνατὸν, ἐπειδὴ ἐγένετο κἄποια κακὴ διαχείρισις, ἐπειδὴ τὸ δένδρον δὲν παρήγαγε καρπὸν, νὰ τὸ ξεριζώσωμεν. Ἔχομεν ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες μεγίστην ἀνάγκην τῶν ὑποτροφιῶν, διότι οἱ πατέρες ἡμῶν δὲν εἶχον ὅλας τὰς γνώσεις, τὰς ἀναγκαίας πρὸς προαγωγὴν τοῦ τόπου ἐν τῷ πολιτισμῷ, τῷ ὑλικῷ καὶ ἠθικῷ· θὰ ἀντλήσωμεν ὅλοι ἐκ τῆς Εὐρώπης· ἀλλὰ τί δύναταί τις νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ, ἂν ὁρισθῇ ὡς κλῆρος ἐξαιρετικὸς τῆς διανοητικῆς ἀναπτύξεως οἱ πλούσιοι· δὲν εἶναι ὀρθόν· οἱ πλούσιοι καὶ ἰσχυροὶ δὲν εἶναι πάντοτε οἱ εὐφυέστεροι, οὐδὲ δύναται νὰ ἀφεθῇ ὡς προνόμιον εἰς τὴν πλουτοκρατίαν ἡ ἀνωτέρα ἐκπαίδευσις. Δημοκρατικώτερον εἶναι νὰ σπουδάσωσιν οἱ Ἕλληνες ὅλοι, ἀλλ’ οἱ διαθέται δὲν ἦσαν τόσον δημοκρατικοί· ἦσαν ἀριστοκρατικώτεροι, ἠθέλησαν νὰ περιθάλψουν τὰς διακεκριμένας διανοίας. Ἐνώπιον τοῦ νόμου εἴμεθα ὅλοι ἴσοι, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ ἐνώπιον τῆς φύσεως, ἡ δὲ φύσις εἶναι ἡ δύναμις, τὰ νεῦρα τοῦ Κράτους. Ἐκτὸς τούτου ὑπάρχουσι διαθῆκαι, καταλιποῦσαι ποσὰ μεγάλα ὑπὲρ ἀγωνιστῶν· δὲν ἐννοοῦν ἴσως οἱ διαθέται νὰ ἀνταμείψουν τοὺς ἀγωνιστὰς, ἀλλὰ νὰ δώσουν παράδειγμα, ὅτι αἱ οἰκογένειαι τῶν ἀγωνιστῶν δὲν πρέπει νὰ μένωσιν ἐγκαταλελειμμέναι καὶ ὀρφαναί· καὶ ὅμως ἡμεῖς τὰ χρήματα ταῦτα τὰ μοιράζομεν εἰς τοὺς δήμους. Βλέπετε, ὅτι τὸ ἀντικείμενον εἶναι σπουδαῖον· εἶναι νόμος ὀργανικὸς, νόμος περὶ ἐκπαιδεύσεως, εἶναι νόμος δημευτικός· εἶναι νόμος, ὁ ὁποῖος δὲν φροντίζει ἀποχρώντως περὶ τῆς ἀναπτύξεως τῆς διανοητικῆς τοῦ γένους, ἐν ταῖς ἀπόροις κλάσεσιν, νόμος ἀδικῶν τὰς οἰκογενείας τῶν ἀγωνιστῶν. Πρέπει λοιπὸν νὰ προβῆτε ἐν γνώσει. Εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς, καὶ ὅπως ὑποστηρίξω αὐτὴν ὤφειλον νὰ εἴπω ὅσα εἶπον.
§126ΡΙΚΑΚΗΣ. Κύριοι, θέλω σᾶς εἴπει ὀλίγας λέξεις ὡς πρὸς τὸ ἄρθρον τρίτον τοῦ νομοσχεδίου. Κάμετέ μοι δὲ τὴν χάριν νὰ θεωρήσητε, ὅτι αἱ παρατηρήσεις μου δὲν προέρχονται ἀπὸ οὐδένα πλάγιον σκοπὸν, ἀλλὰ ἀπὸ πνεῦμα δικαιοσύνης, ὅπερ πρέπει νὰ μᾶς ὁδηγῇ εἰς πᾶσαν περίστασιν, ἰδίως δὲ εἰς τὴν προκειμένην. Ἡ διάταξις αὕτη τοῦ νομοσχεδίου καταργεῖ τὰς ὑποτροφίας ἐν τῷ ἐξωτερικῷ. Ὅταν πρόκηται νὰ λάβωμεν τοιοῦτον μέτρον, πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν θέσιν τῶν νέων ἐκείνων, οἵτινες ἐστάλησαν εἰς Εὐρώπην, χωρὶς νὰ ἐξετάσωμεν οὔτε ποῖα μέσα μετεχειρίσθησαν, ὅπως διορισθῶσιν ὑπότροφοι, οὔτε διατί ἔλαβον τὴν ὑποτροφίαν. Οἱ ἐν λόγῳ νέοι σπουδάζουσι πρό τινων ἐτῶν ἐν Εὐρώπῃ εὐδοκίμως, δὲν ἐννοῶ δὲ ἐν τίνι δικαιώματι θέλετε νὰ καταστρέψωμεν τὸ μέλλον τῶν νέων αὐτῶν. Θὰ μοὶ εἰπῆτε, διατί νὰ σταλῶσι; καὶ ἐγὼ λέγω, ὅτι ἂν δὲν ἐστέλλοντο, θὰ ἦσαν εἰς θέσιν καλλιτέραν ἐκείνης, εἰς ἣν εὑρίσκονται σήμερον. Ἡ Βουλὴ ἔχει προορισμὸν νὰ προστατεύσῃ τὸ δίκαιον, ὅπου τὸ εὑρίσκει, πρὸ πάντων ὅταν πρόκηται περὶ ἀτόμων, τὰ ὁποῖα δὲν ἔπταισαν. Μικρὰν καὶ ἀσήμαντον οἰκονομίαν θὰ κάμητε, καταργοῦντες τὰς ὑποτροφίας αὐτάς. Πέντε ὑπότροφοι εὑρίσκονται εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, καὶ τῶν μὲν δύο ἡ ὑποτροφία λήγει ἐντὸς τοῦ 1882, καὶ ἑτέρων δύο ἐντὸς τοῦ 1883, μεταξὺ δὲ τῶν τελευταίων εἶναι καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀειμνήστου Δεληγεώργη. Ἐπικαλοῦμαι ἐν γένει τὴν δικαιοσύνην σας ὑπὲρ νέων, οὓς τὸ Κράτος ἔπεμψε, καὶ οἵτινες θέλουσιν εἶσθαι χρήσιμοι εἰς τὸν τόπον. Δὲν νομίζω δὲ ὀρθὸν νὰ δίδηται ὀπισθενεργὸς δύναμις ὡς πρὸς τοὺς ὑπάρχοντας ὑποτρόφους. Ἐὰν ἐπρόκειτο σήμερον νὰ μὴ ἔχωμεν τά μέσα, ἐὰν μᾶς ἔλεγον, ὅτι τὸ δημόσιον ταμεῖον ἦτο κενὸν, πάλιν ἔπρεπεν αὐτοὺς τοὺς νέους νὰ τοὺς ἀφήσωμεν. Ὁμολογῶ, ὅτι πρέπει νὰ ἤμεθα αὐστηροί, ἀλλά, προκειμένου περὶ νέων, οἵτινες ἔφθασαν εἰς τὸ τέλος τῶν σπουδῶν των, νομίζω, δὲν πρέπει νὰ τοὺς ἀφήσωμεν ἀπροστατεύτους. Ἐγὼ οὐδένα, ὡς σᾶς προεῖπον, ἰδιαίτερον ἔχω λόγον νὰ ὑπερασπίζωμαι τὸ τοιοῦτον, ἀλλ’ ἁπλῶς ὁρμῶμαι ἐξ αἰσθήματος δικαιοσύνης, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν εὐσυνειδησίαν σας.
§127Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δὲν ἐντρέπομαι, κύριοι, ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ ἔθνους ὁλοκλήρου νὰ εἴπω, ὅτι εἶμαι πτωχός. Ἐγενόμην πτωχὸς, διότι ὁ πατήρ μου ἐφονεύθη, διότι οἱ δύο ἀδελφοὶ τοῦ πατρός μου ἐφονεύθησαν, διότι ὁ οἶκός μου ἐδαπάνησεν ὑπὲρ τοῦ Κράτους τούτου πᾶν ὅ,τι εἶχε καὶ δὲν εἶχεν. Ἑπομένως ἐν τῷ δικαιώματί μου ἐνόμισα, ὅτι δικαιοῦμαι ἀπέναντι τῶν εὐεργετῶν ἐκείνων, οἵτινες ἀφῆκαν τὰ κληροδοτήματα διὰ τὰ τέκνα τῶν ἀγωνιστῶν, νὰ ζητήσω νὰ ἐκπαιδεύσω τὸν υἱόν μου· καὶ δικαιοῦμαι νὰ τὸ ζητήσω, καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ περισσότερον, διότι, ἐὰν τὸ Κράτος μοὶ ἔδιδε πᾶν ὅ,τι μοὶ ὀφείλει, τὸ διαβεβαιῶ, ὅτι οὐδέποτε ἤθελον τὸ ἐνοχλήσει. Στερούμενος λοιπὸν τῶν ἀναγκαίων μέσων, ἐζήτησα δυνάμει τῶν κληροδοτημάτων ἐκείνων, ἅτινα δικαίως ἀφιερώθησαν διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν τῶν τέκνων τῶν ἀγωνιστῶν, μικρὰν συνδρομὴν διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν τοῦ τέκνου μου. Ἀπήλαυσα μικράν τινα συνδρομήν, ἀλλ’ οὐδέποτε, ὅπως κατήντησε τὸ ζήτημα, οὐδέποτε δύναμαι νὰ ἀνεχθῶ, ἐλεημοσύνης χάριν, ὅπως ἔθηκε τὸ ζήτημα ὁ φίλος μου κ. Ῥικάκης ......
§128ΡΙΚΑΚΗΣ. Μὲ παρεξηγεῖτε, δὲν τὸ δέχομαι αὐτά.
§129Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δὲν σᾶς μέμφομαι. Ἐὰν νομίζητε λοιπὸν, ὅτι δὲν ὀφείλετε νὰ περιθάλψητε τοὺς φέροντας ἐντίμως τὴν πτωχείαν, δὲν μὲ μέλλει· δύνασθε νὰ θέσητε τὴν χεῖρα ὅπου θέλετε, καὶ δύνασθε νὰ διαθέσητε τὰ χρήματα αὐτὰ ὅπως θέλετε· ἔχω καὶ ἐγὼ ὅμως τὸ δικαίωμα μετὰ θάῤῥους νὰ εἴπω, ὅτι ἀγνωμονεῖτε πρὸς ἐκείνους.
§130ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ὑμῶν, οὔτε περὶ τῶν υἱῶν τῶν ἀγωνιστῶν, ἀλλὰ περὶ τῶν καταχρήσεων. Τὸ Κράτος πρέπει νὰ ψηφίσῃ ὑπὲρ αὐτῶν;
§131Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἀλλ’ ἐὰν ἐζήτησα τὴν συνδρομὴν ταύτην, ἂς ἴδωμεν ἂν τὴν ἐζήτησα καὶ παρ’ ἀξίαν τοῦ τέκνου μου. Τὸ τέκνον μου καθ’ ὅλας τὰς τάξεις φέρει τὸν βαθμὸν ἄριστα, καὶ διὰ τοῦτο μετὰ περισσοτέρου θάῤῥους ἐζήτησα τὴν συνδρομὴν ταύτην. Δὲν θέλω νὰ κρύπτωμαι ὄπισθεν τοῦ δακτύλου μου, καὶ δὲν τὴν ἐζήτησα ὡς ἐλεημοσύνην, Ἐνόμισα, ὅτι ἐδικαιούμην, ἰδίως, ἀφοῦ τὸ δημόσιον δὲν ἐφρόντισεν, οὐδὲ ἐδαπάνησε διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν ἐμοῦ οὔτε ὀβολὸν, τουλάχιστον νὰ εὐεργετηθῶ ἀπὸ τοὺς ἀποφασίσαντας νὰ εὐεργετήσωσι τὰ τέκνα τῶν ἀγωνιστῶν. Ἀλλὰ, ὅπως φέρετε τὸ ζήτημα, δὲν ἐπιθυμῶ νὰ γίνωμαι τὸ ἀντικείμενον τῆς ἐπαιτείας καὶ τῆς χλεύης. Ἂς ἐπιστρέψῃ ὁ υἱός μου ὀπίσω, δὲν θὰ χαθῇ. Τὰ λέγω ταῦτα, ἵνα γραφῶσιν, ἵνα ἴδωσι κατόπιν οἱ μεταγενέστεροι πῶς προσηνέχθησαν πρὸς τοὺς θυσιάσαντας τοὺς πατέρας των, τὴν περιουσίαν των, καὶ νὰ μείνῃ δι’ ἐμὲ ὡς ἱκανοποίησις ἡ κρίσις αὐτῶν. Δὲν δύναμαι καθ’ ἑκάστην νὰ ὑποφέρω τοιαύτας πικρίας. Καί τοι δυστυχὴς, καί τοι πτωχὸς ἔντιμος, δὲν ἐπαιτῶ· καίτοι στεροῦμαι, καίτοι περιστοιχίζομαι ἀπὸ πολυάριθμον οἰκογένειαν, δὲν θέλω τοιαύτην ἐπαιτείαν, καὶ ἰδίως καθ’ ὃν τρόπον διετύπωσε ταύτην ὁ φίλος μου κ. Ῥικάκης. Βεβαίως δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ θέτετε χεῖρα ἐκεῖ ὅπου δὲν δύνασθε.
§132ΡΑΛΛΗΣ. Ὄρα Παράρτημα.
§133ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἔρχομαι, κύριοι, νὰ ἐπαναφέρω τὴν συζήτησιν εἰς τὴν τακτικήν της τροχιάν. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι, συμπεραίνων τὴν πρωϊνήν μου ἀγόρευσιν, ἐπρότεινα τὴν ἀναβολὴν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ἐστήριξα δὲ τὴν πρότασιν τῆς ἀναβολῆς κυρίως καὶ πρὸ πάντων εἰς τὸ ὅτι ἡ Βουλὴ, ἐὰν θέλῃ νὰ ἐκφέρῃ δικαίαν καὶ ὀρθὴν ἀπόφασιν ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος, πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν ἀναγκαίας τινὰς πληροφορίας τὰς ὁποίας θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἐπαναλάβω. Παρεκάλεσα τὸν ἁρμόδιον ὑπουργὸν νὰ μᾶς πληροφορήσῃ πρῶτον ποῖα τὰ εἰσοδήματα τῶν μονῶν ἀπὸ τοῦ 1875 ἕως τοῦ 1880, διότι κατὰ τὸ ἐδάφιον 5 τοῦ 3 ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου λαμβάνομεν 5% ἐκ τῶν εἰσοδημάτων τῶν μονῶν. Πρέπει λοιπὸν νὰ γνωρίζωμεν ποῖα εἶναι τὰ εἰσοδήματα αὐτῶν, διὰ νὰ ἴδωμεν μὲ τὶ πρόκειται νὰ προικίσωσιν αἱ μοναὶ τὸ συσταινόμενον ταμεῖον. Πρὸς συμπλήρωσιν τῆς πληροφορίας ταύτης παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ καταστήσῃ γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν ἐὰν αἱ μοναὶ πληρώνουν τὸ 5%, τὸ ὁποῖον δυνάμει νόμου εἶναι ὑποχρεωμέναι νὰ καταβάλλωσι πρὸς συντήρησιν τῶν ἱερατικῶν σχολῶν, ἢ εὑρίσκωνται εἰς τὰ δικαστήρια, δυστροποῦσαι ἢ δυσκολευόμεναι νὰ καταθέσωσι τὸ ποσοστὸν τοῦτο. Πρέπει, κύριοι, ἡ Βουλὴ νὰ γνωρίζῃ ἀκριβῶς τὶ νομοθετεῖ. Ἐὰν πρόκειται νὰ συστήσῃ ταμεῖον ἰδανικὸν, ὑπάρχον μόνον ἐπὶ τοῦ χάρτου, ἄλλο πρᾶγμα· ἀλλ’ ἐὰν θέλῃ νὰ συστήσῃ ταμεῖον πραγματικὸν, εἶναι ἀπαραίτητον, ὑποθέτω, νὰ γνωρίζῃ τὶ πραγματικῶς θὰ λάβωμεν ἀπὸ τὰς μονὰς διὰ τὸ ταμεῖον. Εἶναι ἐπίσης ἀναγκαῖον, μοὶ φαίνεται, νὰ γνωρίζῃ ἡ Βουλὴ πόσα σχολεῖα ἔχει ἕκαστος δῆμος, καὶ ποία ἡ ἀναλογία τοῦ πληθυσμοῦ πρὸς τὰ νῦν ὑπάρχοντα καὶ συντηρούμενα σχολεῖα, διὰ νὰ ἀποφανθῶμεν ἂν πρέπῃ νὰ συστήσωμεν νέα σχολεῖα, καὶ εἰς ποῖον δῆμον. Ὡσαύτως εἶναι ἀπαραίτητον νὰ μάθωμεν ποία ἡ εἰσφορὰ ἑκάστου δήμου, τὶ δαπανᾷ δηλ. ἕκαστος δῆμος σήμερον πρὸς συντήρησιν τῶν δημοτικῶν του σχολείων· διότι ἐκ τῆς εἰσφορᾶς ταύτης, λογιζομένης ἀπὸ τοῦ 1875, θὰ ἀνεύρωμεν τὸν μέσον ὅρον, καὶ αὐτὸς θὰ μᾶς δώσῃ τὸν πόρον τοῦ εἰδικοῦ ταμείου, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ συστήσωμεν. Βλέπετε, κύριοι, ὅτι, ὡς ἔχει νῦν τὸ νομοσχέδιον, δὲν σᾶς εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ τὸ ψηφίσητε, ἐκτὸς ἂν θέλετε νὰ ψηφίσητε μὲ κλειστοὺς ὀφθαλμοὺς ὅ,τι σᾶς παρουσιάζουν. Δὲν βλέπω δὲ τὸν λόγον τῆς σπουδῆς. Τὸ ταμεῖον πρόκειται νὰ λειτουργήσῃ τὴν πρώτην Ἰανουαρίου τοῦ 1882. Διατί σπεύδομεν; Ἐὰν, κύριοι, ὑπὸ τὴν πρόφασιν τῆς συστάσεως τοῦ ταμείου διὰ τὴν δημοτ. ἐκπαίδευσιν ἐπιδιώκῃ τὸ νομοσχέδιον τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον αὐτὴν τὴν στιγμὴν μοὶ ὑποβάλλει ἀπὸ τῆς θέσεώς του ὁ ἀξιότιμος κύριος Πετσάλης, τὸν σκοπὸν αὐτὸν ὤφειλον νὰ ἐπιδιώξουν καθαρῶς καὶ ἀπ’ εὐθείας· ὤφειλον νὰ ζητήσουν ἁπλῶς τὴν κατάργησιν τῶν ὑποτροφιῶν· δὲν ἦτον ἀνάγκη τὴν κατάργησιν τῶν ὑποτροφιῶν νὰ συνδέσουν μὲ τὴν σύστασιν τοῦ ταμείου καὶ νὰ μᾶς φέρουν ἔργον καθ’ ἑαυτὸ ἀγαθὸν, ἀλλὰ, καθὼς θὰ τὸ ἴδητε, κύριοι, κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν, ἥτις θὰ γείνῃ κατόπιν, συντεταγμένον ἐν μεγίστῃ σπουδῇ, αὐτοσχεδιασμένον καὶ περιέχον διατάξεις καὶ καθ’ ἑαυτὰς ἐσφαλμένας ἢ ἐλλιπεῖς, καὶ πρὸς ἀλλήλας ξένας, μὴ συνδεομένας, εἰμὴ μόνον διὰ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ ὑπουργοῦ καὶ διὰ τοῦ χάρτου, ἐφ’ οὗ ἐτυπώθησαν. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν κανεὶς λόγος, ὅστις μᾶς ὑποχρεοῖ νὰ σπεύσωμεν· μοὶ φαίνεται μάλιστα ὅτι ἡ κοινοτέρα φρόνησις μᾶς ὑπαγορεύει τὸ ἐναντίον, νὰ μὴ σπεύσωμεν εἰς ψήφισιν νομοσχεδίων, ἀλλὰ νὰ περιορισθῶμεν εἰς ἐκεῖνα μόνον τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπιδέχονται ἀναβολήν. Εἴμεθα εἰς τὰς τελευταίας στιγμὰς τῆς συνόδου καὶ πρὸς θεοῦ τί πράττομεν τὸ Σάββατον τοῦ Λαζάρου μ. μ. συζητοῦμεν νομοσχέδιον περὶ συστάσεως εἰδικοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως!
§134ΤΙΝΕΣ. Αὐτὸ εἶναι μικρόν;
§135ΜΙΛΗΣΗΣ. Διότι ἀκριβῶς εἶναι σπουδαῖον, δὲν πρέπει νὰ συζητηθῇ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Τοιαῦτα ἔργα παρασκευάζονται ἐν ἀνέσει καὶ μετὰ μελέτην ἐμβριθῆ παραδίδονται εἰς τὴν δημοσιότητα, στέλλονται εἰς ἐπιτροπὰς πρὸς προεξέλεγξιν, συζητοῦνται διὰ μακρῶν ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ τότε μόλις ὡριμάζουν εἰς τὴν συνείδησιν καὶ τοῦ λαοῦ καὶ τῶν βουλευτῶν. Ἡμεῖς, κύριοι, ἠνοίξαμεν τὰς πύλας τῆς πολιτείας καὶ εἰσέρχονται οἱ νόμοι πανταχόθεν, νόμοι ἀλόγιστοι, νόμοι ἄωροι, νόμοι ἄχρηστοι καὶ ἀνεφάρμοστοι. Καὶ τί νομίζετε ὅτι πράττετε οὕτω, φέρετε σύγχυσιν, ἀταξίαν ἐν τῇ πολιτείᾳ, διαφθείρετε τὴν περὶ τοῦ δικαίου συνείδησιν τοῦ λαοῦ, καὶ τοῦτο συμβαίνει πάντοτε, ὅταν οἱ θεσμοὶ τῆς πολιτείας σαλεύωνται διηνεκῶς. Συνειθίζετε τὸν λαὸν νὰ μὴ σέβηται τοὺς νόμους, καὶ ἀφοῦ δὲν σέβεται τοὺς νόμους, πολὺ ὀλιγώτερον θὰ σεβασθῇ τοὺς ἀντιπροσωπεύοντας αὐτοὺς ἄρχοντας. Ἰδοὺ πόσα κακὰ προέρχονται ἐκ τῆς περὶ τὸ νομοθετεῖν σπουδῆς καὶ ἐλαφρότητος. Δὲν βλέπω λοιπὸν τὸν λόγον τῆς σπουδῆς. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν ὑποτροφιῶν εἶπεν, ὅτι εἶναι ἔργον συνέσεως καὶ δικαιοσύνης νὰ κανονισθῇ ἡ τῶν κληροδοτημάτων διαχείρισις τοιουτοτρόπως, ὥστε ἐφ’ ἑκάστου κληροδοτήματος νὰ ἐκτελῆται ἀκριβῶς ὁ σκοπὸς, τὸν ὁποῖον ἤθελεν ὁ κληροδότης. Δὲν εἶναι δίκαιον, κύριοι, δὲν εἶναι εὐπρεπὲς, δὲν εἶναι συμφέρον νὰ λαμβάνωνται τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ὁ κληροδότης ὥρισε νὰ χρησιμεύσωσι πρὸς μόρφωσιν νέων πτωχῶν, φιλομαθῶν κλ, καὶ νὰ τὰ παραδώσητε εἰς θεραπείαν ἀνάγκης δημοσίας, τὴν ὁποίαν ὀφείλετε νὰ θεραπεύσητε διὰ τῶν δημοσίων χρημάτων. Αὐτὰ εἴπομεν, κ. Στεφανόπουλε, ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ὅταν ἐσκέφθημεν ὡρίμως ἐπὶ τῶν διαφόρων προτάσεων περὶ καταργήσεως τῶν ὑποτροφιῶν. Τοιαύτας ὅμως σκέψεις δὲν φέρετε ἐνώπιόν μας. Μᾶς λέγετε, καταργήσατε ὅλας τὰς ὑποτροφίας, δικαίας ἢ ἀδίκους, ἀδιάφορον· καὶ δὲν συλλογίζεσθε, κύριοι, ὅτι οἱ ἔχοντες τὰς ὑποτροφίας, ἔχουσιν οἱ πλεῖστοι οὐ μόνον τὸν νόμον, ἀλλὰ καὶ τὸ δίκαιον ὑπὲρ αὑτῶν; Βεβαίως ὁ ὑπουργὸς, ὅστις τὰς ἐχορήγησεν, εἶναι ἄνθρωπος ὑποκείμενος εἰς ἀδυναμίας, ὡς ἐκ τῆς θέσεώς του δὲ εἶναι καὶ ἐκτεθειμένος εἰς πολλὰς ἐφόδους, διὰ τοῦτο μεταξὺ τῶν ὀνομάτων τῶν ὑποτρόφων ὑπάρχουσι καί τινα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ὑπάρχωσιν· ἀλλὰ διατί βλέπετε τὸ ἓν μόνον μέρος τοῦ πράγματος; ἴδετε καὶ τὸ ἄλλο μέρος. Πόσοι νέοι ἐπιμελεῖς, χρηστοὶ, πτωχοὶ καὶ υἱοὶ ἀγωνιστῶν ἐκπαιδεύονται, οἵτινες θὰ ἦναι αὔριον χρήσιμοι εἰς τὴν κοινωνίαν; Τί θὰ τοὺς κάμετε αὐτοὺς τοὺς νέους; Δύνασθε σήμερον νὰ διακρίνητε σεῖς μεταξὺ τῶν ὑποτρόφων καὶ νὰ εἴπητε ὁ Α νὰ μείνῃ, ὁ δὲ Β νὰ λείψῃ; μόνον κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ ἦτο ἴσως δυνατὸν νὰ κατορθώσητε νὰ μὴ καταπατήσητε τὸ δίκαιον, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι προφανῶς ἀκατόρθωτον. Εἶσθε λοιπὸν ἠναγκασμένοι νὰ λάβητε ἓν γενικὸν μέτρον, οὕτω δὲ θὰ ἀποπέμψητε καὶ τοὺς χρηστοὺς καὶ τοὺς ἐπιμελεῖς νέους, ὅπως καὶ τοὺς λοιπούς. Τὸ μέτρον σας θὰ ἦναι κατ’ ἀνάγκην ἄδικον. Θέλετε ἓν παράδειγμα, κύριοι; Ἰδού. Ὅτε ἤμην ὑπουργὸς, ὁ μητροπολίτης Ἄρτης διὰ τοῦ κ. Καλοῦ — δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ τὸν ὀνομάσω — μοὶ ἐπρότεινε νὰ εἰσαγάγω εἰς τὴν ἑταιρίαν κοράσιον ἐξ Ἀλβανίας, τὸ ὁποῖον, ἀφοῦ σπουδάσῃ, νὰ ἔχῃ τὴν ὑποχρέωσιν, ἐπανερχόμενον εἰς τὴν πατρίδα, νὰ ἀνοίξῃ ἐκεῖ παρθεναγωγεῖον διὰ νὰ μορφώσῃ ἑλληνίδας. Ἐδέχθην τὴν πρότασιν καὶ τὸ κοράσιον σπουδάζει νῦν εἰς τὴν ἑταιρίαν, φέρει δὲ τὸ ἐπώνυμον Λάπα, καὶ ἐγὼ ἠξεύρω τί ὑπέφερα διὰ τὸ ὄνομα τοῦτο, διότι ὑπέθεσαν, ὅτι εἶναι ἐκ Λεβαδίας, συγγενὴς τοῦ συναδέλφου μας Λάπα. Αὐτὸ τὸ κοράσιον τί θὰ τὸ κάμωμεν; Θὰ τὸ ἀποβάλωμεν; Ἀλλὰ θὰ ἦναι δίκαιον, θὰ ἦναι συνετὸν, θὰ ἦναι συμφέρον; Σᾶς ἀνέφερα ἓν μόνον ὄνομα, ἀλλὰ πόσα ἄλλα τοιαῦτα θὰ εὕρητε; Θὰ εὕρετε υἱοὺς καὶ θυγατέρας ἀγωνιστῶν ἢ ἄλλων ἀνδρῶν ἐχόντων δικαιώματα ἐπὶ τοῦ ἔθνους καὶ ἀξίων συμπαθείας, τί θὰ τοὺς κάμητε, κύριοι; σᾶς ἐρωτῶ· ἓν ἐκ τῶν δύο; ἢ θὰ λάβωμεν τὸν κατάλογον τῶν ὑποτρόφων καὶ θὰ εἴπωμεν, τὸν ἄλφα ἀφίνομεν, τὸν βῆτα ἀποβάλλομεν....
§136ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτὸ δὲν γίνεται.
§137ΜΙΛΗΣΗΣ. Μὲ προέλαβεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος. Αὐτὸ δὲν δύναται βέβαια νὰ γείνῃ, διότι θὰ εἰσέλθωμεν εἰς στάδιον προσωπικοτήτων, ἐκ τοῦ ὁποίου δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐξέλθωμεν. Δὲν ἔχετε λοιπὸν ἄλλο νὰ πράξητε, εἰμὴ ὅ,τι ὑπαγορεύει καὶ τὸ δίκαιον καὶ ἡ κοινοτάτη φρόνησις· ν’ ἀφήσητε δηλ. τὰ πράγματα ὅπως ἔχουσιν ἐπὶ τοῦ παρόντος, καὶ νὰ κανονίσητε τὰ τῶν ὑποτροφιῶν διὰ τὸ μέλλον. Τὸν ἐν τῷ μέλλοντι κανονισμὸν τῶν ὑποτροφιῶν διὰ νόμου οὐδεὶς ἀντικρούει. Ἐγὼ μάλιστα φρονῶ, ὅτι πρέπει ν’ ἀφαιρέσητε ἐντελῶς ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῶν ἐκκλησιαστικῶν τὴν διαχείρισιν τῶν κληροδοτημάτων, ἄλλως θὰ ἔχητε πάντοτε αἰώνια παράπονα καὶ αἰώνια σκάνδαλα. Εἰς τοῦτο εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι. Ἐὰν ὅμως ἡ ἐνέργεια ὑμῶν στραφῇ πρὸς τὸ παρελθὸν καὶ οὐχὶ πρὸς τὸ μέλλον, θὰ καταπατήσητε κεκτημένα δικαιώματα, διότι ὁπωσδήποτε καὶ ἂν ἀποκτηθῇ τὸ δικαίωμα, ἔστω καὶ διὰ δωρεᾶς ἢ εὐποιΐας, πάντοτε εἶναι σεβαστόν· ἀρκεῖ ὅτι ἀπενεμήθη ἀπὸ τὸ ἁρμόδιον πρόσωπον καὶ κατὰ νόμιμον τρόπον· θὰ καταπατήσητε, λέγω, κεκτημένα δικαιώματα καὶ θὰ καταστρέψητε ἀθώους ἀνθρώπους, οἵτινες θὰ ἐδικαιοῦντο ὑπὸ οἱονδήποτε ἔλεγχον νὰ λάβωσι τὴν ὑποτροφίαν, τὴν ὁποίαν ἔλαβον ἐκ τῆς προαιρετικῆς ἐξουσίας τοῦ ὑπουργοῦ. Ἀλλὰ ταῦτα θέλουσιν ἀναπτυχθῆ ἐν ἐκτάσει κατόπιν. Τώρα ἠναγκάσθην νὰ εἴπω προκαταρκτικῶς ὀλίγας λέξεις, διὰ νὰ σᾶς πείσω, ὅτι τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον δὲν εἶναι ὅσον παρίσταται ἁπλοῦν καὶ εὔκολον, ἀλλ’ ἀπαιτεῖ σκέψιν ὥριμον καὶ ἐμβριθῆ. Διὰ τοῦτο ἐπανέρχομαι εἰς τὴν πρότασιν τῆς ἀναβολῆς.
§138Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Καὶ ἄλλοτε, ὅταν διηύθυνα τὸ Ὑπουργεῖον τῆς ἐκπαιδεύσεως, εἰσήγαγον νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν, τοῦ ὁποίου σκοπὸς ἦτο ἡ σύστασις εἰδικοῦ ταμείου ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Λαμβάνω δὲ σήμερον τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ συνόλου, διὰ νὰ δώσω ἀφορμὴν εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν νὰ μελετήσῃ ἐν καιρῷ παρατηρήσεις τινὰς, τὰς ὁποίας θέλω ἀνακοινώσει ἐπὶ τῶν διαφόρων διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου, καὶ φέρῃ οἷας ἤθελεν ἐγκρίνει τροποποιήσεις ἕνεκα τῶν παρατηρήσεων αὐτῶν. Ἐν πρώτοις σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἡ σύστασις ταμείου ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀλλ’ αἱ διατάξεις αὐτοῦ ἐκτρέπονται τῆς ἀρχῆς ταύτης, διότι σκοποῦσι συγχρόνως νὰ κανονίσωσι καὶ ἄλλην ὕλην, τὴν διαχείρισιν τῶν κληροδοτημάτων. Νομίζω, ὅτι εἶναι εὐκταῖον νὰ περιλάβωμεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ διάταξιν μόνον, διὰ τῆς ὁποίας νὰ δυνάμεθα νὰ διαθέτωμεν μερίδα τινὰ ἐκ τῆς προσόδου τῶν κληροδοτημάτων ὑπὲρ τοῦ συνιστωμένου ταμείου, ν’ ἀφήσωμεν δὲ εἰς ἄλλο νομοσχέδιον τὸν κανονισμὸν τῆς διαχειρίσεως τῶν κληροδοτημάτων. Ἐπὶ τοῦ ἐδαφ. βʹ τοῦ ἄρθρου 3, κατὰ τὸ ὁποῖον προορίζεται ὡς πόρος τοῦ συνιστωμένου ταμείου «ἐτησία εἰσφορὰ τῶν τοῦ Κράτους δήμων ποσότητος ἴσης πρὸς τὴν ἐπιβαρύνουσαν τοὺς δήμους μέχρι τοῦδε δαπάνην ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως,» παρατηρῶ, ὅτι μέχρι τοῦδε ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν δήμων ἀνεγράφετο ποσὸν ἐξόδων ἐπαρκὲς διὰ τὴν μισθοδοσίαν τῶν διδασκάλων τῶν δημοτικῶν σχολείων, τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον ἐν ἑκάστῳ τῶν δήμων. Ἐπειδὴ ὅμως τὰ δημοτικὰ ἔσοδα δὲν ἐπήρκουν εἰς πλήρωσιν τῆς ἀνάγκης ταύτης τῶν δήμων, ἔμενον δ’ ἄνευ μισθοῦ οἱ δημοδιδάσκαλοι, προεκλήθη νόμος, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐπετρέπετο εἰς τὸ δημόσιον νὰ προκαταβάλῃ τὰ ἔξοδα ταῦτα εἰς βάρος τοῦ δήμου. Ἡ ἐκτέλεσις ὅμως τοῦ νόμου παρήγαγε τὸ ἑξῆς ἀποτέλεσμα, ὅτι οἱ μὲν δῆμοι, οἵτινες καὶ πρότερον δὲν εἶχον ἐπαρκῆ ἔσοδα, διὰ νὰ πληρώσωσι τὰ ἔξοδα ταῦτα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, δὲν ἐγένετο δυνατὸν νὰ καταβάλωσιν ὅσα ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς περιλαμβάνουσι πρὸς τοῦτο ἔξοδα, τὸ δὲ δημόσιον ταμεῖον νὰ ποιῆται ἀντ’ αὐτῶν τὰς προκαταβολὰς ταύτας, αἵτινες κατὰ τινας περιόδους ὑπερέβησαν τὰ 3,000,000. Ἡ διάταξις λοιπὸν αὕτη, διὰ τῆς ὁποίας προωρίζετο ὡς πόρος τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας ἡ εἰσφορὰ, τὴν ὁποίαν μέχρι τοῦδε κατέβαλον οἱ δῆμοι, δὲν ἐξασφαλίζει παντάπασι τὴν πρόσοδον ταύτην τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, θέλει δ’ ἐξακολουθήσει ἡ αὐτὴ κατάστασις τῶν δήμων, δηλαδὴ θέλει καταστήσει τοὺς δήμους, ἀντὶ νὰ ἦναι ὀφειλέται, ὡς μέχρι τοῦδε, εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον τῶν τριῶν ἑκατομμυρίων δραχμῶν, νὰ ἦναι ὀφειλέται τοῦ ποσοῦ τούτου εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας. Ἡ τρίτη παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ἔχω νὰ ὑποβάλω ἐπὶ τῆς παραγράφου γʹ τοῦ ἄρθρου 3, εἶναι ἡ ἑξῆς. Προσδιορίζει ὡς πόρον τοῦ ταμείου τῆς ἐκπαιδεύσεως ἓν τέταρτον τοῦ 1% ἐπὶ τῶν κατὰ τὰ τὰ ἄρθρα 1 καὶ 6 τοῦ ἀπὸ 22 Δεκεμβρίου 1847 περὶ δημοτικῶν φόρων νόμου ὑποβαλλομένων εἰς δημοτικὴν φορολογίαν εἰδῶν. Ὅταν προέβαλον τὸ νομοσχέδιον περὶ συστάσεως διδασκαλείου ἐν Ἀθήναις, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη καὶ λειτουργεῖ ὡς νόμος, περιέλαβον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἐκείνῳ διάταξιν παραπλησίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ δῆμοι εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλλωσιν ἓν τέταρτον τοῦ 1% ἐπὶ τῶν ὑποβαλλομένων εἰς τὸν ἔκτακτον δημοτικὸν δασμὸν ἀντικειμένων κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1847. Ἀλλὰ τώρα, κατὰ τὴν περὶ ἧς πρόκειται διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου, οἱ δῆμοι ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ προσθέσωσι καὶ ἓν ἄλλο τέταρτον ὑπὲρ τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἡ τελευταία δὲ περίοδος τοῦ ἄρθρου δὲν μοὶ φαίνεται σαφής, καὶ διὰ τοῦτο ἐπιθυμῶ κατὰ τὴν γʹ ἀνάγνωσιν νὰ διασαφήσῃ ὁ κ. ὑπουργὸς τὴν ἔννοιαν αὐτῆς. Ἡ περίοδος αὕτη ἔχει ὡς ἑξῆς. «Ὅπου ἡ δημοτικὴ φορολογία συνίσταται εἰς τὸ ἓν πέμπτον τοῦ ἀντιστοιχοῦντος δημοσίου φόρου, ἡ ὑπὲρ τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως πρόσθετος φορολογία ὁρίζεται εἰς τὸ ἓν τέταρτον τοῦ ἐπιβαλλομένου νῦν δημοτικοῦ φόρου.» Ἡ διάταξις αὕτη μοῦ φαίνεται ἀκαθάριστος. Τουλάχιστον ἐγὼ ἐμελέτησα, ἐβασάνισα τὸν νοῦν μου, διὰ νὰ ἐννοήσω αὐτὴν, ἀλλ’ ἀμφιβάλλω ἂν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπέθεσα, ὅτι εἶναι ἡ ἔννοια τῆς διατάξεως ταύτης, ἦναι πράγματι αὕτη. Ὑποθέτω λοιπὸν, ὅτι θὰ ἦτο καλὸν ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς ἐκπαιδεύσεως νὰ ἐξηγήσῃ τὴν ἔννοιαν τῆς περιόδου ταύτης, διὰ νὰ ἐννοήσωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προέθετο ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου νὰ περιλάβῃ ἐν αὐτῷ. Ἄλλος πόρος τοῦ ταμείου τῆς ἐκπαιδεύσεως εἶναι οἱ πόροι τῶν κληροδοτημάτων. Ἰδοὺ τί διατάσσει τὸ ἐδάφ. δʹ τοῦ ἄρθ. 3 τοῦ νομοσχεδίου «οἱ τόκοι τῶν κληροδοτημάτων τῶν διατελούντων ὑπὸ τὴν διαχείρισιν τοῦ ἐπὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν κτλ. ὑπουργείου». Ἀφοῦ δὲ ἔθηκε τὴν ἀρχὴν, ὅτι διατίθενται οἱ πόροι τῶν κληροδοτημάτων, ὕστερον ἐξαιρεῖ τῆς ἀρχῆς ταύτης κληροδοτήματά τινα, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις ἤθελε κρίνει, ὅτι ἔχει τὴν ἐξουσίαν νὰ τὰ διαχειρίζηται. Νομίζω, ὅτι εἶναι καλλίτερον νὰ μεταβληθῇ ἡ διάταξις αὕτη, καὶ ἀντὶ νὰ ἐξαιρῇ ὕστερον τινὰ κληροδοτήματα, τὰ ὁποῖα ἤθελεν αὐτὴ κρίνει, ὅτι ἔχει τὴν ἐξουσίαν νὰ διαχειρίζηται, καλλίτερον εἶναι νὰ προσδιορίσωμεν τοὺς πόρους τῶν κληροδοτημάτων ἐκείνων, τῶν ὁποίων τὴν διαχείρισιν ἔχει τὴν ἐξουσίαν νὰ κάμῃ. Ἂν διατηρήσωμεν τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου τούτου, πιθανὸν νὰ ἴδωμεν τὸ δημόσιον νὰ περιπλεχθῇ εἰς δικαστικοὺς ἀγῶνας καὶ νὰ ὑποβληθῇ εἰς ζημίας, τὰς ὁποίας δὲν δυνάμεθα νὰ προΐδωμεν. Εἷς τῶν προκατόχων ὑπουργῶν τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως, ὁ μακαρίτης Δημ. Μαυροκορδάτος, διὰ διατάγματος κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ 1872 κατήργησεν ὅλας τὰς ὑποτροφίας τὰς ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, δηλαδὴ τὰς ὑποτροφίας τὰς διδομένας εἰς μαθητὰς ἑλληνικῶν σχολείων, γυμνασίων, τοῦ πανεπιστημίου, τοῦ πολυτεχνείου καὶ τῆς Ῥιζαρείου σχολῆς, ἐξῄρεσεν ὅμως ῥητῶς τὰς τοῦ Ἀρσακείου. Ἀλλ’ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶχον τέκνα, τὰ ὁποῖα ἦσαν διωρισμένα ὑπότροφα εἰς τὰ γυμνάσια καὶ τὸ πανεπιστήμιον, ἐνόμισαν, ὅτι εἶχον δικαίωμα πρὸς ἀγωγὴν, καὶ ἐπέμειναν ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων νὰ διεκδικήσωσι τὸ δικαίωμά των τοῦτο. Ἤμην εἷς τῶν διαδόχων ὑπουργῶν τῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι κατέβαλον ὅσην μοι ἦτο δυνατὸν προσπάθειαν, διὰ νὰ σώσω τὰ δικαιώματα τοῦ δημοσίου, τὰ ὁποῖα ἦσαν ἐκτεθειμένα ἕνεκα τοῦ δικαστικοῦ τούτου ἀγῶνος. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι εἶναι συνετὸν νὰ προλάβωμεν περιπλοκὰς τοιαύτας, διότι, ἂν ὁ νῦν ὑπουργὸς τῆς ἐκπαιδεύσεως νομίζῃ, ὅτι ἔχει τὴν ἐξουσίαν νὰ διαχειρίζηται τὴν πρόσοδον τοῦ ὑπὸ στοιχ. ά. κληροδοτήματος π. χ., ἐνδέχεται εἷς ἄλλος ὑπουργὸς νὰ νομίσῃ, ὅτι δὲν ἔχει τὴν ἐξουσίαν, καὶ οὕτως ἡ κρίσις, ἂν ἡ πρόσοδος τούτου ἢ ἐκείνου τοῦ κληροδοτήματος πρέπῃ νὰ θεωρηθῇ ὡς πόρος τοῦ εἰδικοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, θέλει γίνεσθαι οὐχὶ τῇ γνώμῃ τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ τῇ γνώμῃ τοῦ ὑπουργοῦ, πιθανὸν δὲ νὰ ἐγερθῶσιν ἀμφισβητήσεις, νὰ γεννηθῶσι δίκαι καὶ νὰ ἐπέλθωσι ζημίαι. Σημειωτέον δὲ, ὅτι καὶ αὐτῆς τῆς προσόδου αὐτῶν τῶν ἀναντιῤῥήτως γενικῶν λεγομένων κληροδοτημάτων, τῆς ὁποίας ἡ διάθεσις ἀνήκει ἀναμφισβητήτως εἰς τὸν ὑπουργὸν, ὑπάρχουσιν ὑποτροφίαι, αἱ ὁποῖαι συνδέονται μετὰ ἀπαραβάτων ὑποχρεώσεων τοῦ δημοσίου, αἵτινές εἰσιν οἱονεὶ ἀμφοτεροβαρῆ συναλλάγματα μεταξὺ τοῦ δημοσίου καὶ τῶν ὑποτρόφων, οὐδὲ δύνανται νὰ καταργηθῶσι διὰ τῆς μονομεροῦς διαῤῥήξεως τοῦ συναλλάγματος. Ὅθεν νομίζω καλὸν νὰ τεθῇ διάταξις περὶ κληροδοτημάτων εἰδικὴ καὶ οὐχὶ γενικὴ μετ’ ἐξαιρέσεων, δηλαδὴ νὰ εἴπωμεν «Προστίθενται ὡς πόρος τέταρτος οἱ τόκοι τῶν κληροδοτημάτων δεῖνα ἢ δεῖνα». Ἵνα δὲ ψηφίσωμεν τὴν διάταξιν ταύτην, δέον ὁ κύριος ὑπουργὸς κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς περὶ τῶν γενικῶν τούτων κληροδοτημάτων διαθήκας, ἵνα καὶ ἡμεῖς πεισθῶμεν, ὅτι ἡ ἀπόλυτος αὐτῶν διαχείρισις ἀνετέθη διὰ τῶν περὶ τούτων διαθηκῶν εἰς τὴν ἡμετέραν ἀπεριόριστον ἐξουσίαν. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τετάρτου παρατηρῶ, ὅτι δι’ αὐτοῦ προσδιορίζονται τινὲς ἐκ τῶν πόρων τῶν εἰρημένων, τῶν προωρισμένων διὰ τοῦ νόμου ὑπὲρ τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, νὰ ἀνήκωσιν εἰς τὸ ταμεῖον ἐν γένει τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως τοῦ Κράτους, τινὲς δὲ προωρίσθησαν εἰδικῶς διὰ νὰ ἐξυπηρετῶσι τὰς ἀνάγκας τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἑνὸς δήμου. Διὰ τῆς διατάξεως ταύτης ὁρίζονται ἀποκλειστικῶς ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως τοῦ οἰκείου δήμου μόνοι οἱ πόροι τῶν ἐδαφίων βʹ καὶ γʹ τοῦ ἄρθρ. 3, ἤτοι ἡ εἰσφορὰ τοῦ δήμου, καὶ τὸ ἓν τέταρτον τοῦ 1% ἐπὶ τῶν ὑποκειμένων εἰς δημοτικὸν δασμὸν κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1847 ἀντικειμένων. Ἑπομένως ἡ πρόσοδος τοῦ ἐδαφ. ἐ. τοῦ ἄρθρ. 3, ἤτοι τὰ 5% ἐκ τῶν εἰσοδημάτων τῶν Μονῶν, περιορίζεται οὐχὶ εἰδικῶς ὑπὲρ τῆς ἐκπαιδεύσεως τοῦ δήμου, ἀλλὰ γενικῶς ὑπὲρ τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἐπὶ τούτου παρακαλῶ τὸν κύριον ὑπουργὸν τῆς ἐκπαιδεύσεως νὰ μελετήσῃ τὸ ἄρθρον, διότι μοι φαίνεται, ὅτι, ἐκτὸς τοῦ ζητήματος, ἂν δύναται ἡ περιουσία τῶν Μονῶν νὰ προορισθῇ ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ὑπάρχει καὶ ἄλλο ζήτημα, ἂν δύναται νὰ προορισθῇ διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν ὅλου τοῦ Κράτους, ἢ ἂν πρέπῃ νὰ περιορισθῇ εἰς τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν τῆς περιφερείας ἐκείνης, ἐν ᾗ κεῖται ἑκάστη Μονή. Προσέτι νομίζω καλὸν, ἵνα ὁ κ. ὑπουργὸς μελετήσῃ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 9 τὸ σύστημα τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία συνιστᾶται διὰ τὴν διοίκησιν τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, διότι μοι φαίνεται, ὅτι ὁ τρόπος τοῦ καταρτισμοῦ αὐτῆς δὲν εἶναι ὁ προσφυέστερος, καὶ ὅτι θέλει ἀποτελεῖσθαι ἐκ προσώπων μηδεμίαν ἐχόντων πρὸς τὸ ἀνατιθέμενον αὐτοῖς ἔργον ἁρμοδιότητα. Ἐπίσης δὲ μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ γνωμοδότησις, τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖ τὸ νομοσχέδιον, τῆς εἰρημένης ἐπιτροπῆς, πρὸς διορισμὸν καθηγητῶν τοῦ διδασκαλείου, ἢ ἐπιθεωρητῶν, κατὰ τὸ ἄρθρον 10, δύναται νὰ ἔχῃ λόγον, ἂν σκοπὸν ἔχῃ τὴν βεβαίωσιν τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι ὑπάρχουσι χρήματα ἐν τῷ ταμείῳ πρὸς μισθοδοσίαν τοῦ διοριζομένου, οὐχὶ δὲ ἂν οἱ προτεινόμενοι πρὸς διορισμὸν ἔχωσι τὰ προσόντα νὰ διορισθῶσι. Γίνεται δι’ ἀναστάσεως δεκτὸν τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου.
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ. συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ δανείου, πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας.
§140ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μὲ φέρουν εἰς τὸ βῆμα λεπτομέρειαί τινες τοῦ νομοσχεδίου, πρὸς τὰς ὁποίας διαφωνῶ, καὶ ἡ εἰσήγησις, τὴν ὁποίαν προέταξεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἐνῷ ἄλλως συμφωνῶ μὲ τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς συνηθίζει, διηγούμενος τὰ πράγματα, νὰ τὰ διαστρέφῃ, ἵνα δίδῃ οὕτως ὕλην, ὥστε νὰ δέχηται ἐγκώμια πρὸς βλάβην ἄλλων. Ἰδού, κύριοι, ἐποιήσατο χθὲς παραβολὴν τοῦ δανείου τῶν 60,000,000 μὲ ἓν ὄχι πραγματικὸν δάνειον, διὰ νὰ ἐξαγάγῃ, ὅτι, ἂν εἰς τὸ δάνειον ἐκεῖνο κατεβάλλετο ἡ ἰδία ἐπιμέλεια, τὸ δημόσιον μεγάλως ἤθελεν ὠφεληθῆ. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, τὴν ἐποχὴν τὴν πρὸ τῆς συνομολογήσεως τοῦ δανείου τῶν 60,000,000· κατ’ αὐτὴν τὸ μεταλλικὸν ἐντελῶς ἐξέλιπεν ἀπὸ τὸν τόπον ἢ ὑπῆρχε λίαν μετριασμένον, τὸ συνάλλαγμα εἶχεν ὑπερτιμηθῆ ὑπερόγκως, ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ἐλυμαίνετο τὸν τόπον καὶ ἠπείλει τὰς ἐπιχειρήσεις ἕνεκα τῶν ἀμφιβολιῶν, τὰς ὁποίας ἤγειρεν εἰς τὸ πνεῦμα τῶν ἐπιχειρηματιῶν καὶ παρενέβαλεν οὕτω σπουδαῖα προσκόμματα. Οὔτε ν’ ἀναπτυχθῇ, οὔτε νὰ προοδεύσῃ δύναται ἡ βιομηχανία, ὅταν τὴν ἐπηρεάζῃ ἡ ἀστασία τοῦ συναλλάγματος, ἡ ὁποία ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας προέρχεται. Κατὰ τὴν ἐποχὴν αὐτὴν ἡ Βουλὴ μᾶς ἐπεφόρτισε νὰ εὕρωμεν δάνειον ἐξωτερικὸν καὶ νὰ φέρωμεν εἰς τὴν Ἑλλάδα χρυσὸν, ἵνα τὴν ἀπαλλάξωμεν ἀπὸ τοὺς κινδύνους καὶ ἀπὸ τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα τότε τὴν ἐστενοχώρουν, καὶ μᾶς ἔθεσεν ὅρους, κατὰ τοὺς ὁποίους ὑπεχρεούμεθα νὰ ἐνεργήσωμεν τὸ δάνειον. Ἐκοπιάσαμεν, κύριοι, ἐφέραμεν εἰς πέρας τὸ δάνειον ἐκεῖνο, βελτιώσαντες τοὺς ὅρους καὶ παραγαγόντες ὠφέλειαν εἰς τὸ δημόσιον ἑκατομμυρίου καὶ πλέον. Συνετελέσαμεν ν’ ἀρθῶσιν αἱ κακαὶ συνέπειαι τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ ἐνθυμεῖσθε ἀπὸ τὴν ἀρχὴν ἰδίως, κατὰ τὴν ὁποίαν εἰσήχθησαν τὰ χρήματα ἐκ τοῦ δανείου καὶ παρεδόθησαν εἰς τὴν Τράπεζαν, ὁ κυματισμὸς καὶ ἡ ὑπερτίμησις τοῦ συναλλάγματος ἔπαυσαν καὶ ἡ ἐμπιστοσύνη ἐπανῆλθεν εἰς τὴν κοινωνίαν. Ἂν δὲν ἤθελε πραγματοποιηθῆ τὸ δάνειον ἐκεῖνο, ἀμφιβάλλω, ἂν σήμερον ἡ Τράπεζα ἠδύνατο νὰ ἐπιτύχῃ τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον ὑπόσχεται ἀναντιῤῥήτως ὀφέλη εἰς τὸν τόπον, καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχε τὸ δάνειον ἐκεῖνο, δὲν ἠξεύρω εἰς ποίαν θέσιν ἠθέλομεν εὑρίσκεσθαι ἤδη. Τὸ δάνειον ἐκεῖνο ἐχρησίμευσε νὰ μᾶς ἀνοίξῃ τὰς εὐρωπαϊκὰς ἀγορὰς καὶ χρηματιστήρια· ἐπὶ τέλους καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπεφάσισε νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι ἡ δημοσία πίστις τῆς Ἑλλάδος προοδεύει, τὸ ὁποῖον μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης ἐπιμόνως ἠρνεῖτο, καὶ ἐβεβαίωνεν, ὅτι τὸ δάνειον κατέστρεψε τὴν δημοσίαν πίστιν. Εἶναι δὲ δάνειον τὸ παρουσιαζόμενον σήμερον πράγματι; καὶ ἐπρόκειτο περὶ δανείου ἤδη ἢ ἐπρόκειτο περὶ μετατροπῆς ἁπλῶς; ὀφείλομεν εἰς τὰς Τραπέζας 13,600,000, κατὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.
§141ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. 13,700,000.
§142ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διατί δὲ δανειζόμεθα 23,000,000; διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔθετο κατὰ νοῦν νὰ ἐπιχειρήσῃ τραπεζιτικήν τινα ἐργασίαν πρὸς τὸ συμφέρον, καθὼς νομίζει, τοῦ δημοσίου ταμείου, ἀλλὰ τοιουτοτρόπως μόνον κατήντησε δυνατὴ ἡ ἐξωτερικὴ μορφὴ τῆς μετατροπῆς εἰς δάνειον, καὶ διὰ τοῦτο, ἀντὶ νὰ ἐπιδιώξῃ μετατροπὴν καθαρὰν, ἐζήτησε δάνειον ἀπὸ τὴν Τράπεζαν· ἤθελε νὰ λάβῃ περιπλέον 5,000,000. Ἐντεῦθεν ἐγένετο τὸ δάνειον, ὅπως ἐγένετο, ἵνα τύχῃ τῶν ἐπαίνων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ· ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ τράπεζα ἐν τῇ συνειδήσει της εἶναι πεπεισμένη, ὅτι ἡ ἐπιχείρησις δὲν εἶναι ἐπιβλαβὴς εἰς αὐτὴν, οὔτε ὠφέλιμος εἰς ἡμᾶς ἐν ἐποχῇ, καθ’ ἣν, δανειζομένη πρὸς 6%, δανείζει εἰς τὸ δημόσιον πρὸς 7% ἀσφαλῶς καὶ βεβαίως. Ὅταν εἴχομεν τὴν τιμὴν νὰ διευθύνωμεν ἡμεῖς τὴν Κυβέρνησιν, συνεννοήθημεν μετὰ τῆς Τραπέζης καὶ ἐπεμείναμεν, ἵνα ἄρωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, καὶ ὁμολογῶ, ὅτι εἰς τὴν τράπεζαν εὗρον εὐδιαθεσίαν καὶ τότε, ἀλλ’ ἔλειπον τὰ μέσα· ἡ τράπεζα ἰσχυρίζετο, ὅτι ὅ,τι εἶχε τότε, δὲν ἦσαν ἀρκετά· ἑπομένως δὲν ἦτο ἀσφαλής, δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπαρκέσῃ πρὸς τὸ ἀμέσως ἀπαιτητὸν χρέος της, ὅτι τὸ ποσὸν, ὃ εἶχεν, ἦτο κατώτερον τῶν ἀναγκῶν της· ἐγὼ ἔχω ἰδέαν, τὴν ὁποίαν καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐκφράζει, ὅτι μὲ τὰ 18 ἑκατομμύρια μεταλλικοῦ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ διατρέξῃ κίνδυνον τοιοῦτον, ἀλλ’ ἡ τράπεζα, θέλουσα νὰ ἦναι ἀσφαλὴς, ἠρνήθη· τὰ συμφέροντά της εἰσὶ μεγάλα καὶ ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὴν φρόνιμον διοίκησιν αὐτῆς· ἐδείκνυεν ὅμως ἔκτοτε τὴν διάθεσιν ὑπὲρ τῆς ἄρσεως, καὶ ἐὰν δὲν παρεδέχετο τὴν ἰδέαν ἐμοῦ, ὅτι ὅ,τι εἶχεν, ἦτο ἀρκετὸν, ἵνα ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν ἀκινδύνως, αὕτη ἦτον ὁ καλλίτερος κριτὴς τῆς θέσεώς της καὶ τῶν συμφερόντων της· ἡ τράπεζα ἑπομένως ἐπέμεινεν. Ὅταν ἐγὼ ἐπρότεινα τὴν μετατροπὴν αὐτὴν, εἶχον κατὰ νοῦν, καὶ δὲν ἠξεύρω ἐὰν τὸ ἐπρότεινον ῥητῶς εἰς τὴν τράπεζαν, ὅτι ἐδικαιοῦτο νὰ γείνῃ ἡ μετατροπὴ, νὰ γείνῃ μὲ τὸν αὐτὸν τόκον, ἐπανέλαβον δὲ πολλάκις, ὅτι δίκαιον ἦτο νὰ γείνῃ μὲ τόκον ὀλιγώτερον τοῦ τρέχοντος, καὶ ὅτι ἡ τράπεζα δὲν ἔπρεπε νὰ ἦναι λίαν ἀπαιτητικὴ, ὥστε νὰ ζητῇ περισσότερον κέρδος, ἐπειδὴ τὸ συμφέρον ἐν τῇ μετατροπῇ ἦτο μέγα δι’ αὐτὴν, ἐπίστευον δὲ καὶ πιστεύω, ὅτι, ἐὰν ἐπέμενεν ἡ Κυβέρνησις, ἡ Τράπεζα δὲν ἤθελεν ἀρνηθῆ νὰ δεχθῇ τόκον τὸ πολὺ 4 ἢ 5%· ἤθελεν ἀποφασίσει νὰ δεχθῇ τὴν μετατροπὴν οὕτω. Καὶ διατί, κύριοι; διότι ἡ τράπεζα σήμερον ὠφελεῖται, λαμβάνει 650,000 δραχμὰς, ἐνῷ ἐλάμβανεν 110,000, πιστεύω δ’ ὅτι ἡ διαφορὰ ἤθελε τὴν εὐχαριστήσει, ὥστε νὰ λάβῃ ἀντὶ 650, 500,000 δραχμὰς καὶ ὀλιγωτέρας. Δὲν ἐπρόκειτο λοιπὸν ἐξ ἀρχῆς περὶ δανείων· ἐπρόκειτο περὶ μετατροπῆς, ἐπαναλαμβάνω, καὶ ἂν τὸ ὑπουργεῖον ἐπέμενε νὰ μετατρέψῃ ἁπλῶς τὰ 13,700,000, νομίζω, ὅτι ἠδύνατο νὰ τὸ κατορθώσῃ καὶ νὰ ὠφελήσῃ τὸ δημόσιον, διότι ἡ διαφορὰ 2% ἐὰν ἐπετυγχάνετο, ἤθελε δώσει πλέον τῶν 250,000 κατ’ ἔτος καὶ ἑκατομμύρια πολλὰ μέχρις ἐξοφλήσεως. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ὑπεχώρησεν, ἡ ἐπιτηδειότης καὶ ἡ ἐπιμονὴ τῆς Τραπέζης ὑπερίσχυσεν. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, δὲν ἐπρόκειτο περὶ δανείου, τὸ ὁποῖον οὔτε χρυσὸν, οὔτ’ ἄργυρον ἔφερεν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ περὶ δανείου διὰ γραμματίων, διὰ μεταβολῆς σημειώσεων. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι ἡ σύγκρισις εἶναι ἄδικος καὶ ὅτι ἡ μετατροπὴ, ὅπως γίνεται, δὲν ὠφέλησεν οὕτω τὸ δημόσιον, ὥστε νὰ καυχῶνται, ἀφοῦ ἠδύνατο νὰ ἐπιτύχῃ καλλιτέρους ὅρους· διότι εἶμαι βέβαιος, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ Τράπεζα δὲν ἤθελεν ἐπιμένει, ὅταν χωρὶς ζημίαν πρόκηται νὰ ὠφελήσῃ τὸ δημόσιον καὶ νὰ λάβῃ ἀμέσως 500,000 δραχμὰς, ἐνῷ τώρα λαμβάνει μόνον 120,000. Ἀλλὰ συγχρόνως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς συνέλαβε τὴν ἰδέαν νὰ ἀποσύρῃ ἐκ τῆς κυκλοφορίας τὰ ἔντοκα γραμμάτια, ἵνα ὠφελήσῃ τὸ δημόσιον τοῦ περιπλέον τόκου αὐτῶν, νὰ ἐκποιήσῃ δὲ τὰς ἐκκρεμεῖς ὁμολογίας καὶ νὰ φέρῃ ἐντεῦθεν τὰ χρήματα πρὸς ἐξόφλησιν τῶν 12 ἑκατομμυρίων γραμματίων, τὰ ὁποῖα λαμβάνει ἀπὸ τὴν τράπεζαν, διὰ τὴν ἀγορὰν τῶν ἐντόκων. Ἂς ἴδωμεν, κύριοι, ἐὰν ἡ ἐπιχείρησις αὕτη ἦναι εὔστοχος καὶ ἂν τῷ ὄντι μᾶς φέρῃ εἰς ἀποτέλεσμα εὐάρεστον. Ἔχομεν εἰς κυκλοφορίαν 12,000,000 ἔντοκα γραμμάτια· θέλει σύρει ὁ κ. πρωθυπουργὸς ὅλα; ὄχι βεβαίως, τὸ βλέπετε ἀπὸ τὴν ἰδίαν ἔκθεσίν του· δὲν θὰ ἐπιμείνωμεν ἤδη εἰς τὴν διαφωνίαν, ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξὺ τῆς ἐκθέσεως καὶ τοῦ νομοσχεδίου. Ἐκ μέρους δὲ αὐτῶν, 5,000,000 τοὐλάχιστον, θὰ χρησιμεύσωσιν ἀμέσως διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ δημοσίου ταμείου, διότι ἔχομεν ἔλλειμμα 5,100,000 κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν· ἔχομεν ἀναστολὴν εἰσπράξεων, κατὰ τὸ νέον φορολογικὸν σύστημα, ἐπὶ 5 σχεδὸν μῆνας· καὶ ἐνθυμοῦμαι, ὅταν προέβαλον τὴν παρατήρησιν ταύτην εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅταν τῷ εἶπον: μεταβάλλεις τὸ φορολογικὸν σύστημα, ἀλλὰ μεταξὺ τῶν ἄλλων ἀτόπων, τὰ ὁποῖα προκαλεῖς, ἀναβάλλεις καὶ εἰσπράξεις, διότι, κατὰ τὸ ὑπάρχον σύστημα, ἠθέλατε λάβει τὸν Μάϊον χρήματα ἐκ τῶν προσόδων· τώρα εἶσαι ἠναγκασμένος νὰ περιμένῃς μέχρι Σεπτεμβρίου, καὶ πῶς θὰ οἰκονομήσῃς τὴν καθυστέρησιν; διὰ τῶν ἐντόκων γραμματίων, ἀπήντησε. Λοιπὸν ἓν μέρος, 5 ἕως 6,000,000, ἐκ τῶν ἀποσυρθέντων θὰ χρησιμεύσουν διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ δημοσίου ταμείου· θὰ μένουν κατὰ συνέπειαν 6,000,000. Ἐπὶ 6,000,000, κεκλεισμένων εἰς τὸ ταμεῖον, ἐπιχειρεῖ τὴν τραπεζιτικὴν ταύτην ἐργασίαν ἡ Κυβέρνησις, διὰ νὰ ὠφεληθῇ τὸν τόκον, ἀλλὰ ποῖον τόκον; 6,000,000 τόκον, ἐκτὸς ἐὰν ἀποδείξῃ ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ὅτι ὅλα τὰ γραμμάτια θὰ τὰ θέσῃ εἰς τὰ κιβώτια τοῦ ταμείου, καὶ οὐδεμίαν ἀνάγκην θὰ λάβῃ αὐτῶν, ἐνῷ ἔχει ἄλλα μέσα, ὅπως καλύψῃ τὸ ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἀλλ’ ὁ ἴδιος ὁμολογεῖ τὴν ἀνάγκην καὶ ὅτι δι’ αὐτῶν θέλει τὴν καλύψει· 6 ἑκατομμύρια βεβαίως θέλουσι μᾶς χρειασθῆ πρὸς τοῦτο. Μένουσιν ἕτερα ἕξ, ἅτινα φέρουσι τόκον 480,000 κατ’ ἔτος· αὐτὰ πρόκειται νὰ κερδήσωμεν, ἀλλ’ ἤδη παρῆλθεν ἡ τετραμηνία, καὶ ἴσως ἕως ὅτου ἐξαργυρωθοῦν ὅλα τὰ γραμμάτια, θὰ παρέλθῃ πλειότερος καιρός· ὁ τόκος ἑπομένως πρέπει νὰ ἐλαττωθῇ κατὰ ἓν τοὐλάχιστον τρίτον. Ἐκτὸς δὲ τούτου πρέπει νὰ ἐλαττώσωμεν καὶ τὸν τόκον, τὸν ὁποῖον θὰ πληρώσωμεν εἰς τὴν τράπεζαν, διότι, λαμβάνοντες γραμμάτια 12 ἑκατομμύρια, ἐπιβαρυνόμεθα μὲ τὸν τόκον αὐτῶν διὰ δύο ἐπίσης τετραμηνίας· θέλομεν ὅθεν τὸν ἀφαιρέσει ἀπὸ τὸν τόκον, τὸν ὁποῖον κερδίζομεν ἐκ τῶν ἐντόκων γραμματίων. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου εἴμεθα ὑπόχρεοι κατὰ τὸν νόμον τὰ 12 ἑκατομμύρια γραμμάτια, τὰ ὁποῖα θὰ λάβωμεν πρὸς ἐξαγορὰν τῶν ἐντόκων γραμματίων, νὰ τ’ ἀποδώσωμεν εἰς τὴν τράπεζαν, καὶ θὰ τ’ ἀποδώσωμεν πραγματοποιοῦντες τὰς μήπω πραγματοποιηθείσας ἔτι ὁμολογίας τῶν 60,000,000. Λοιπὸν περὶ τὸ τέλος τοῦ ἔτους θὰ ἔχωμεν ἀνάγκην τῶν χρημάτων τῶν ὁμολογιῶν τούτων, καὶ ἢ θὰ τὰς πραγματοποιήσωμεν πρότερον κατ’ ὀλίγον, καὶ τότε πρέπει νὰ προσθέσωμεν καὶ τὸν τόκον, τὸν ὁποῖον θὰ πληρώνωμεν δι’ αὐτὰς, ἢ διὰ μιᾶς θὰ ζητήσωμεν νὰ τὰς ἐκποιήσωμεν· καὶ ἐκθέτοντες εἰς τὴν ἀγορὰν τὰς ὁμολογίας ὅλας διὰ μιᾶς, θὰ ἴδωμεν τὴν τιμὴν αὐτῶν ἐκπιπτομένην· ὅθεν τὸν τόκον αὐτῶν ἢ τὴν ζημίαν πρέπει ν’ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὸν τόκον, τὸν ὁποῖον πιστεύομεν, ὅτι κερδίζομεν. Κατὰ τὴν πεποίθησίν μου λοιπὸν, ἡ τραπεζιτικὴ ἐπιχείρησις, τῆς ὁποίας ἐπιλαμβάνεται ἡ Κυβέρνησις, ὑφ’ ὅλας τὰς εὐτυχεῖς περιστάσεις περατουμένη, δὲν δύναται νὰ δώσῃ κέρδος, δὲν δύναται νὰ μᾶς οἰκονομήσῃ τόκον πλέον τῶν 100 ἕως 500,000 δραχμῶν, διότι, ἐπαναλαμβάνω, μόνον τὸ ἥμισυ τῶν γραμματίων θὰ θέσωμεν εἰς τὸ κιβώτιον, τὰ ἄλλα θὰ χρησιμεύσουν διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους δι’ αὐτὸ τὸ ἔτος· εἰς τὸ ἐρχόμενον θὰ τὰ θέσωμεν ὅλα· καὶ θὰ τεθῶσιν εἰς κυκλοφορίαν καὶ θὰ πληρώνωσι τόκον. Εἶναι περιττὸν νὰ ἐπιμένω ἐγὼ εἰς ταῦτα· ἀναγνώσατε τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἵνα βεβαιωθῆτε. Διὰ ποίων δὲ ἐπιζημίων συνεπειῶν, ἢ διὰ ποίων κινδύνων ἀγοράζομεν τὴν ὠφέλειαν αὐτήν; ἰδού· λαμβάνομεν 12 ἑκατομμύρια γραμμάτια ἀπὸ τὴν Τράπεζαν, καὶ ἑπομένως τὸ ἀρχικὸν χρέος μας πρὸς αὐτὴν, ἀντὶ 10 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, γίνεται 22 ἑκατομμύρια. Ὑποθέσατε, ὅτι ἐν τῷ μεταξὺ εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ πράξωμεν καί τι, εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐκτελέσωμεν τὴν ἀπόφασιν τῆς Εὐρώπης· εἶναι ὑπόθεσις εὐχάριστος, καὶ διὰ τοῦτο μετ’ εὐχαριστήσεως τὴν ἐπαναλαμβάνομεν. Ἐὰν ὑποχρεωθῶμεν εἰς τοῦτο, διὰ τίνων μέσων θὰ τὸ πράξωμεν; μᾶς ἔμειναν τὰ χρήματα τῶν ὁμολογιῶν, ἀλλὰ τὰ χρήματα αὐτὰ ὀφείλομεν νὰ δώσωμεν εἰς τὴν Τράπεζαν, διότι ἐλάβομεν 12 ἑκατομμύρια, ἄλλως ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας δὲν δύναται νὰ γείνῃ, ἐκτὸς ἐὰν δύναται ἡ Τράπεζα νὰ μᾶς δανείσῃ ἔτι 12 ἑκατομμύρια, ἤτοι 33 ἑκατομμύρια· αὐτὸς εἶναι ὁ πρῶτος κίνδυνος. Ὁ δεύτερος κίνδυνος ὅμως εἶναι χειρότερος. Ὑποθέσατε, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ ἐπιχείρησις τοῦ ὑπουργείου τελειώνει, ὅπως ἤρξατο, ὅτι τὸ σύστημα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ πραγματοποιεῖται, λαμβάνει τὰ 12,000,000 ἀπὸ τὴν Τράπεζαν, ἐξαγοράζομεν τὰ ἔντοκα γραμμάτια, φυλάττομεν ἐξ αὐτῶν ὅσα περισσεύουσιν εἰς τὰ κιβώτιά μας καὶ φέρομεν τὰ χρήματα ἐξ Εὐρώπης, διὰ νὰ πληρώσωμεν τὴν Τράπεζαν· οὕτω δὲ κλείομεν ὅλους τοὺς λογαριασμοὺς, ἐξαντλοῦμεν ὅλα τὰ μέσα μας καὶ ὅλας τὰς ἐγγυήσεις μας· χρήματα δὲν ἔχομεν νὰ λάβωμεν οὐδαμόθεν, δάνειον νέον δὲν θὰ δυνηθῶμεν ἴσως νὰ εὕρωμεν, μᾶς λείπουσιν αἱ ἐγγυήσεις· θὰ ἐπανέλθωμεν καὶ πάλιν εἰς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν; τί ἐκερδήσαμεν τότε; Ἄλλως, ἐκτὸς τούτου, πῶς θὰ ζήσωμεν εἰς τὸ μέλλον; Τὰ χρήματά μας ἐξωδεύσαμεν ὅλα, δὲν ἔχομεν πλέον νὰ λάβωμεν· ὁ προϋπολογισμὸς βαρύνεται, αἱ εἰσπράξεις ἀναβάλλονται· καὶ πάλιν θὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, διὰ νὰ ζήσωμεν; Ἀλλὰ πῶς θὰ ζήσητε, πῶς θὰ ζήσῃ ἡ μέλλουσα Κυβέρνησις ἐν τοιαύτῃ καταστάσει; Ἐννοῶ τὸν σκοπὸν καὶ τὴν ἐπιχείρησιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ· προεξοφλεῖ τὸ παρὸν εἰς βάρος τοῦ μέλλοντος· θέλει νὰ ζήσῃ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, νὰ δείξῃ, ὅτι ἐλαττώνει τὸ ἔλλειμμα· ἀλλ’ ἡ μέλλουσα Κυβέρνησις πῶς θὰ ζήσῃ, ὅταν ὅλα τὰ ἐξαντλήσωμεν, ὅταν προσθέτωμεν εἰς τὸ χρέος μας 33 ἑκατομμύρια, καὶ καλῶς μὲν δι’ ὅσον θέλομεν ἄρει τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἀλλὰ διὰ νὰ κερδήσωμεν τὸν τόκον 5 ἕως 6 ἑκατομμυρίων ἐντόκων γραμματίων διὰ τὸ ἥμισυ τοῦ ἔτους, διότι τὸ ἕτερον ἥμισυ θέλομεν θέσει ἐπίσης εἰς κυκλοφορίαν, τὸ ἐρχόμενον ἔτος πρέπει νὰ ἐξαντληθῶμεν. Λοιπὸν τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐπιχειρήσεως εἶναι νὰ προσθέσωμεν 33,000,000 δάνεια, ἤτοι πλέον τοῦ διπλασίου τῶν ὅσων ἔχομεν ἀνάγκην διὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἵνα ἀποσύρωμεν δι’ ἑξαμηνίας 6 ἢ 7 ἔντοκα γραμμάτια. Ὅταν ὅμως ἐκ νέου ἀποσύρητε αὐτὰ, δὲν εἶναι εἰς τὴν ἐξουσίαν σας νὰ τὰ κυκλοφορήσητε· αὐτὸ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν κατάστασιν τῆς κοινωνίας καὶ ἀπὸ τὴν διάθεσιν τῶν δανειστῶν, καὶ εἴδομεν τελευταίως ὅτι δὲν εὕρομεν χρήματα νὰ δανεισθῶμεν, καί τοι ἡ οἰκουμενικὴ ἐνομίζετο πανίσχυρος. Τί νομίζω ὀρθὸν ἐγώ, κύριοι, καὶ τί ἤθελον πράξει; Ἐγὼ ἤθελον μετριάσει τὸ χρέος καὶ ἄρει τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν’ ἤθελον λάβει 5,000,000 γραμμάτια, ἤθελον ἀγοράσει δι’ αὐτῶν 5 ἑκατομμύρια ἔντοκα γραμμάτια, ὄχι διὰ νὰ κερδήσω τόκον πολὺν, ἢ μεγάλην ὠφέλειαν, διότι συντόμως ὤφειλον νὰ τὰ δώσω πάλιν εἰς κυκλοφορίαν, ἀλλὰ διὰ νὰ εὐκολύνω καὶ οἰκονομήσω πρὸ πάντων τὰς ἀνάγκας τοῦ ταμείου· ἤθελον δ’ ἀφήσει ἀνέπαφον τὸ δάνειον τὸ ἐν Εὐρώπῃ, τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον πάντοτε δύναται νὰ χρησιμεύσῃ εἰς σπουδαίας ἀνάγκας, καὶ νὰ ζήσωσιν οἱ διάδοχοί μου, διότι τὸ δάνειον αὐτὸ εἶναι χρυσὸς, καὶ ἤθελον προτιμήσει μᾶλλον νὰ χρεωστῶ δι’ ἐντόκων γραμματίων, διότι ἐν ἀνάγκῃ τὰ ἔντοκα γραμμάτια δὲν εἶμαι βέβαιος, ὅτι δύναμαι νὰ τὰ ἐξαργυρώσω, ἐνῷ ἀπὸ τῶν ὁμολογιῶν δύναμαι ἐν ἀνάγκῃ νὰ εἰσπράξω ἀμέσως χρυσὸν, διότι τὰ ἔντοκα δὲν ἀπαιτοῦσιν ἐγγυήσεις, διότι δὲν ἀπαιτεῖ ἐξαγωγὴν χρυσοῦ εἰς ἔξοδα ἀποστολῆς τόκων. Νομίζω διὰ τοῦτο, κύριοι, ὅτι ἡ ἐπιχείρησις αὕτη εἶναι κακή· ὠφέλειαν θὰ δώσῃ πολλὰ ὀλίγην, κινδύνους εἰς πᾶσαν περίστασιν, ἀπειλὰς σπουδαίας, καὶ πιθανὸν, καὶ μᾶλλον θὰ ἐπαναφέρωμεν ἀναποφεύκτως καὶ ταχέως καὶ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, διότι ποῦ ἀλλοῦ θὰ καταφύγωμεν; ποῦ ἀλλοῦ θὰ εὕρωμεν δάνειον, ἐὰν ἐξαντληθῶμεν; Καὶ θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην, καὶ ἄνευ ἐκτάκτων περιστάσεων, νὰ ζήσωμεν ὑπὸ τὸ βάρος σταθεροῦ ἐλλείμματος· ἀπορῶ δὲ πῶς ὁ κ. πρωθυπουργὸς κατηγόρησε τὴν χρῆσιν, τὴν ὁποίαν ἐποιήσαμεν τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα ἐλάβομεν ἐκ τοῦ δανείου· ἐὰν δὲν εἰσεπράττομεν τοῦτο, ἐὰν δὲν ἐδίδομεν τὰ χρήματα εἰς τὴν τράπεζαν, δὲν θὰ εὑρίσκετο ἤδη εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ ὑπογράψῃ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἠδυνάμεθα βεβαίως δανειζόμενοι νὰ ἐξοφλήσωμεν ἄλλο δάνειον μὲ περισσότερον τόκον, καὶ ἤθελε κερδήσει τὸ δημόσιον, ἀλλ’ οὕτω ἠθέλομεν τηρήσει διαρκῆ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, καὶ τοιαύτη δὲν ἦτο ἡ θέλησις τοῦ ἔθνους, οὔτε μᾶς ἐπεφόρτισε μὲ τραπεζικὰς ἐργασίας. Ἡ ἐπιχείρησις, ὅπως τὴν συμβουλεύει ὁ κ. Τρικούπης, ἦτο ἔργον καὶ τοῦ πλέον χυδαίου καὶ ἁπλοῦ ἀνθρώπου, νὰ ἐξοφλήσῃ δηλαδὴ δάνειον μὲ τόκον 8% διὰ δανείου μὲ τόκον 1%· εἶναι προσιτὸν τοῦτο καὶ εἰς διάνοιαν μικροτάτην, ἀλλὰ τί ἐγίνετο ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία; καὶ τὸ ἔθνος μᾶς ἔδωκε τὴν ἐντολὴν νὰ δανεισθῶμεν διὰ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Δὲν ἐννοῶ λοιπὸν πῶς ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ὅστις ἐναβρύνεται, διότι εὑρέθη εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ ὑπογράψῃ τὴν σύμβασιν τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, δὲν ὁμολογεῖ, ὅτι εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην μᾶλλον νὰ πράξῃ τοῦτο, διότι ἡ τράπεζα ἀναποφεύκτως ἤθελεν ἐπιβάλει τὴν ἄρσιν αὐτὴν εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἤθελε παραχωρήσει, ὅπως παραχωρεῖ πᾶσαν εὐκολίαν, διότι δὲν συμφέρει εἰς τὴν τράπεζαν, ἡ ὁποία ἐννοεῖ πολὺ καλὰ τί τὴν συμφέρει καὶ τί πρέπει νὰ πράξῃ. Δὲν συμφέρει πλέον ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, οὔτε ἠδύνατο ὑπαρχούσης ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, νὰ δανείζηται χρυσὸν, νὰ δανείζῃ εἰς χρυσὸν, ν’ ἀποστέλλῃ διὰ τόκους χρυσὸν, νὰ λαμβάνῃ ὡς πληρωμὴν χαρτὶ, γραμμάτια.
§143ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὅ,τι κάμνει ἡ τράπεζα, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ εὐχαριστηθῆτε. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν παρεπονεῖσθε, ὅτι δὲν ἤρατε τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, τώρα δὲ παραπονεῖσθε, ὅτι τὴν αἴρετε. Τί θέλετε; θέλετε νὰ διατηρηθῇ; ἂς διατηρηθῇ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ σᾶς εὕρῃ κανείς.
§144ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀπορῶ διατί τὸ νευρικὸν σύστημα τοῦ κ. Κεχαγιὰ ἐρεθίζεται, ἐνῷ ἐγὼ δὲν ἔδωκα ἀφορμὴν, ὅπως ἐρεθισθῇ. Ἐγὼ ἐπήνεσα τὴν τράπεζαν, ἡ ὁποία πάντοτε ἔσχε τὴν προθυμίαν νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν καὶ τὴν ἐπαινῶ τώρα, διότι συνετέλεσε πρὸς τοῦτο, καὶ τὴν εὐχαριστῶ. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν μὲ ἐμποδίζει νὰ εἴπω, ὅτι ἡ ἄρσις αὐτὴ συμβιβάζεται πρὸς τὸ συμφέρον της. Διατί λοιπὸν ὁ κ. Κεχαγιᾶς ἐρεθίζεται; δὲν συμβιβάζεται μὲ τὸ συμφέρον της; προσβάλλεται τὸ συμφέρον της;
§145ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὄχι.
§146ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Λοιπὸν διατί παραπονεῖσθε; ἐγὼ εἰλικρινῶς ὡμίλησα, καὶ ἠξεύρετε πολὺ καλὰ, ὅτι ἔχω πολὺ καλὰς ἰδέας περὶ τῆς τραπέζης.
§147ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Κύριε πρόεδρε, τὸν λόγον.
§148ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ γνωρίζω, ὅτι ἡ τράπεζα διὰ τὸ συμφέρον της, ὅταν συνεβιβάζετο μ’ ἐκεῖνο τοῦ ἔθνους, ἐνήργησε πολλάκις καὶ πολλά. Λέγω λοιπὸν καὶ ἀπορῶ πῶς παρεξηγοῦμαι· τῆς τραπέζης τὸ συμφέρον ἤδη συμβιβάζεται μὲ τὸ συμφέρον τοῦ ἔθνους τοῦ νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν.
§149ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τώρα εἴμεθα σύμφωνοι· ὄχι ὅπως τὸ εἴπετε, ὅτι συμφέρει εἰς τὴν τράπεζαν καὶ δὲν συμφέρει εἰς τὸ ἔθνος.
§150ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἶπον αὐτὸ ποτὲ, καὶ πῶς ἠδυνάμην νὰ τὸ εἴπω, ἀφοῦ ἀπὸ πέρυσι ζητῶ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ εἶσθε μάρτυρες, ὅτι εἰς τὴν τράπεζαν πολλάκις σᾶς παρεκάλεσα περὶ τούτου, καὶ γνωρίζω, ὅτι εἴχετε τὴν διάθεσιν, ἀλλὰ δὲν σᾶς ἦτο δυνατὸν ὡς ἐκ τῶν πραγμάτων.
§151ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις προσεπάθει μετὰ πολλοῦ ἐνδιαφέροντος διὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἀλλ’ ἡ κατάστασις τῆς τραπέζης δὲν τὴν ἐπέτρεπεν· ἤδη ὅμως, ὅτε προσεφέρθη ἓν καινὸν ποσὸν χρημάτων, ἠδυνήθη νὰ συναινέσῃ. Δὲν ἀδικῶ τὴν πρώην Κυβέρνησιν, λέγων, ὅτι μετὰ πολλοῦ ἐνδιαφέροντος τὸ ἐζήτησε.
§152ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι χαίρω εἰς ἄκρον, διότι συνέπεσεν, ὥστε τὸ συμφέρον τῆς τραπέζης καὶ τοῦ ἔθνους νὰ συμβαδίσουν, καὶ οὕτω νὰ γείνῃ μία καλὴ πρᾶξις.
§153ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Τὸν λόγον, κ. πρόεδρε.
§154Θ. ΖΕΡΒΟΣ. Καὶ ἐγώ.
§155ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἠξεύρετε ὅμως ποῖον εἶναι τὸ ἀπελπιστικὸν, καὶ ἐγὼ ἠπόρησα καὶ ἐλυπήθην, ὅταν ἤκουσα τὴν ἀπελπιστικὴν φράσιν, τὴν ἐξελθοῦσαν τῶν χειλέων τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ, «τὸ ἔλλειμμά μας εἶναι σταθερὸν, καὶ οἱ πόροι μας ἐξέλιπον». Ἡ Κυβέρνησις, ἀντὶ νὰ εἴπῃ, ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασίς μας, εἶπε τί σκέπτεται; οὐδὲν εἶπεν, ὅτι σκέπτεται· ἐξηντλήσαμεν τὰ μέσα μας ὅλα καὶ τοὺς πόρους μας· λέγει τὸ ἔλλειμμα εἶνε σταθερὸν, ἐλπίζομεν δὲ ἀπὸ τὴν πρόοδον τὴν ὁποίαν τὸ ἔθνος θὰ κάμῃ μετὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Δὲν εἶναι, κύριοι, ἀπελπιστικὸν αὐτό; λοιπὸν πῶς μᾶς ὁδηγεῖ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ ἀδιέξοδον ἀληθῶς; μᾶς λέγει, ὅτι δὲν ἔχει οὐδὲν νὰ πράξῃ, τὸ ἔλλειμμά μας εἶναι σταθερὸν καὶ ἀθεράπευτον, καὶ πρέπει νὰ ἐλπίζωμεν μόνον ἀπὸ τὴν πρόοδον καὶ τὴν αὔξησιν τῆς παραγωγῆς, τὴν ἐκ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας; Ἀλλ’ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία θὰ ἀρθῇ τὸ ἐρχόμενον ἔτος· ἀμέσως δὲν θὰ δώσῃ τοὺς καρποὺς τόσον μεγάλους, ὥστε νὰ εὕρωμεν πόρους καὶ διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, καὶ διὰ νὰ καλύπτωμεν τὸ ἔλλειμμα· καὶ τί θέλομεν πράξει μέχρις οὗ ἴδωμεν τοὺς προσδοκωμένους εὐαρέστους αὐτῆς καρπούς; Τότε τὸ ἔλλειμμα, μόνιμον καὶ ἐπαναλαμβανόμενον κατ’ ἔτος, ποῦ θὰ μᾶς φέρῃ; Ἡ Κυβέρνησις μᾶς δεικνύει τὸ βάραθρον, ἀλλ’ ὁμολογεῖ, ὅτι δὲν γνωρίζει οὔτε νὰ σκεφθῇ, οὔτε νὰ καταργήσῃ πρὸς πλήρωσιν αὐτοῦ. Αὐτὰ μᾶς εἶπεν ἡ Κυβέρνησις, εἶναι γεγραμμένα, κύριοι· ὁμολογῶ, ὅτι λύπη μὲ κατέλαβεν, ὅταν ἤκουσα τὴν ἔκφρασιν ταύτην τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὀλίγη ἐπιθυμία νὰ γελάσω, διότι γελοῖος εἶναι ὁ ἰσχυρισμός, ὅτι τὸ ἔλλειμμά μας ἐλπίζομεν μόνον νὰ καλύψωμεν ἐκ τῆς προόδου τοῦ μέλλοντος· ἐνθυμήθην τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἀνέκδοτον πτωχοῦ Τούρκου, τοῦ ὁποίου ἡ γυνὴ ὑπέσχετο εἰς τοὺς δανειστὰς τοῦ ἀνδρός της νὰ περιμένωσι, διότι οὗτος ἔμελλε νὰ μεταβῇ εἰς τὸ δάσος νὰ συλλέξῃ μαλλία, μὲ τὰ ὁποῖα θὰ κατασκευάσῃ τάπητας, διὰ νὰ πληρώσῃ τὰ χρέη του. Καὶ προκαλῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ καὶ ὑμῶν ἔτι· μὴ στηρίζετε τὰς ἐλπίδας σας εἰς τὴν πρόοδον τῆς παραγωγῆς, τὴν ἐκ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας μόνον, ἀλλὰ σκεφθῆτε ὡριμώτερον πῶς νὰ θεραπεύσητε τὸ κακόν, διότι, ἂν μένωμεν ὅπου μᾶς θέτει ἡ Κυβέρνησις, τὸ μέλλον θέλει εἶσθαι ὀλέθριον καὶ θὰ μετανοήσητε ματαίως καὶ παρακαίρως· δι’ αὐτὸ κατακρίνω ὅλας τὰς ἀποκοπὰς φόρων καὶ ζημίας, τὰς ὁποίας ἐπροξενήσατε καὶ θὰ προξενήσητε εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον διὰ τῶν μέτρων σας· τὸ ἔλλειμμα δὲν ἔπρεπε ν’ ἀποκατασταθῇ διαρκὲς, πρέπει νὰ τὸ καλύψωμεν, διότι πολλὰς θέλει ἔχει συνεπείας καὶ ὡς πρὸς τὴν ἡσυχίαν καὶ ὡς πρὸς τὴν τάξιν καὶ πρόολον τοῦ τόπου. Ἔθνος εὐνομούμενον δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἄνευ προϋπολογισμοῦ, καὶ τὸν προϋπολογισμὸν τὸ ἔλλειμμα τὸ μόνιμον τὸν καταστρέφει, τὸν ἀναιρεῖ. Ἰδοὺ, κύριοι, ἐν ὀλίγοις τί εἶχον νὰ εἴπω μὲ σκοπὸν διορθώσεως· εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, εἰς τοῦτο θέλω δώσει ὅλην τὴν συνδρομὴν, τὴν ὁποίαν δύναμαι νὰ χορηγήσω· ἐνόμισα ὅμως, ὅτι ἔπρεπε νὰ εἴπω ταῦτα, ἵνα προκαλέσω τὰς σκέψεις τοῦ Ὑπουργείου, ὅπως ἐπιφέρῃ διόρθωσίν τινα.
§156ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἐχειροκρότουν τὸν νῦν Πρωθυπουργὸν, ὅτε ἤκουον αὐτοῦ ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει τότε διατελοῦντος, λέγοντος, ὅτι ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας δὲν συνεβάδιζε πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους, ἐν ὅσῳ διατελοῦμεν ὑπὸ ἔλλειμμα· χειροκροτῶ ἤδη τὸν κ. Κουμουνδοῦρον πρὸ μικροῦ καταβάντα ἀπὸ τοῦ βήματος, καὶ εἰπόντα ὅτι ἡ ἐπιχείρησις ἡ οἰκονομικὴ, ἢ τραπεζιτικὴ, εἰς ἣν προέβη ἡ Κυβέρνησις, δύναται νὰ ἔχῃ δυσάρεστα ἀποτελέσματα διὰ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους. Γνωρίζετε, ὅτι τὸ ἔλλειμμα εἶναι τοιοῦτον, ὥστε ἐπὶ πολὺ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσωμεν εἰς ἰσοζύγιον· ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν βλέπω πῶς δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἐπιχείρησιν ταύτην τὴν οἰκονομικὴν, ἥτις ἄγει εἰς αὔξησιν τοῦ ἐλλείμματος ἀπὸ 5 εἰς 7 ἑκατομμύρια περίπου. Πρόκειται ἡ Κυβέρνησις νὰ δανεισθῇ ἀπὸ τὰς Τραπέζας 20,000,000, ἀνθ’ ὧν πληρώνει ἤδη 1%, θὰ πληρώνῃ δὲ εἰς τὸ μέλλον 6½ ἢ 7.
§157ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Θὰ ἐξαργυρώσωμεν γραμμάτια, ἅτινα φέρουσι μεγαλείτερον τόκον.
§158ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Πραγματοποιεῖ τὰς 24,000 ὁμολογίας, περὶ ὧν εἶπεν ὁ κ. Τρικούπης ὡς ἀντιπολιτευόμενος, ὅτι δὲν πρέπει νὰ πραγματοποιηθῶσιν, ἵνα μὴ προστεθῶσι χρέη ἐπὶ χρεῶν, ἰσχυριζόμενος, ὅτι μόνον διὰ τῶν οἰκονομιῶν θὰ φθάσωμεν ἂν οὐχὶ εἰς τὸ ἰσοζύγιον, τοὐλάχιστον εἰς τὸ νὰ μὴ προσθέσωμεν βάρη ἐπὶ βαρῶν. Ἤδη πραγματοποιεῖ τὰς 24,000 ὁμολογίας καὶ οὕτω προσθέτει νέον ἔλλειμμα εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ἐξ 800,000 δραχμῶν. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἡ νέα ὑμῶν θέσις, κ. Πρωθυπουργὲ, μετέβαλε τὰς ὑμετέρας σκέψεις περὶ τῆς οἰκονομικῆς τοῦ τόπου καταστάσεως. Ἀλλ’ αἱ παρατηρήσεις αὗται εἰσὶ μικροῦ λόγου ἄξιαι. Παραδέχομαι δὲ κἀγὼ, ὅτι διὰ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἀνορθοῦται ἡ δημοσία πίστις τῆς Κυβερνήσεως, ἐπανέρχεται ἡ οἰκονομικὴ κίνησις εἰς τὴν ὁμαλὴν πορείαν της καὶ βελτιοῦται ἡ θέσις τοῦ ἐμπορίου. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, ὅπερ ἠνάγκαζέ με νὰ χειροκροτῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν προηγουμένως, λέγοντα, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει μοι νὰ ἐπαινῶ τὸν κ. Κουμουνδοῦρον, κακίζοντα τὴν πρᾶξιν ταύτην, εἶναι, ὅτι, ἂν προβῆτε εἰς τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας διὰ τῶν προτεινομένων μέσων, ἡ ἐκ τούτου ὠφέλεια ἔσεται πρόσκαιρος ὡς πρὸς τὸ κοινὸν καὶ τὴν δημοσίαν πίστιν, κερδαίνει δὲ μόνη ἡ Τράπεζα (ἣν ὅμως δὲν κατακρίνω, διότι διαχειριζομένη ξένην περιουσίαν μεριμνᾷ, ὅπως ἡ διαχείρισίς της ἦναι ἐπωφελὴς), διότι μετὰ παρέλευσιν οὐ πολλοῦ χρόνου θὰ εὑρεθῆτε εἰς τὴν λυπηρὰν ἀνάγκην νὰ ἐπαναφέρητε τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Μὴ πλανώμεθα· τὸ πλανᾶσθαι εἶναι κακὸν, ἀλλὰ πολὺ χεῖρον εἶναι τὸ πλανᾷν. Ἡ θέσις ἡ οἰκονομικὴ, ἡ κατάστασις τῶν ἐξωτερικῶν ἡμῶν πραγμάτων καὶ ἡ τοῦ κόσμου ὁλοκλήρου εἶναι τοιαύτη, ὥστε δὲν δυνάμεθα ἄνευ νέων πόρων, ἄνευ νέων δανείων νὰ ὑπάρξωμεν. Δάνεια ἐξωτερικὰ ἄλλα δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ συνομολογήσωμεν· ἐὰν δ’ ἐπέλθῃ καὶ ὅταν ἐπέλθῃ ἡ περίστασις, ἣν ὑπέδειξεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, τὶ θὰ πράξωμεν; θὰ καταφύγητε πάλιν εἰς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Ἀνέγνωσα τελευταῖον σύγγραμμα σοφοῦ οἰκονομολόγου, ὅπερ λέγει, ὅτι δὲν πρέπει τὰ ἔθνη, ὅσα περιέρχονται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ θέτωσιν εἰς βιαίαν κυκλοφορίαν τραπεζικὰ γραμμάτια, νὰ σπεύδωσιν εἰς τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς ταύτης κυκλοφορίας, διότι ἡ τοιαύτη ἄρσις, ὅταν γίνηται βιαίως, βλάπτει μᾶλλον ἢ ὠφελεῖ, καθόσον ἐὰν τὰ ἔθνη ταῦτα εὑρεθῶσιν εἰς ἀνάγκην νὰ καταφύγωσι καὶ πάλιν εἰς τὸ αὐτὸ μέτρον, ἡ αἰφνιδία αὕτη μετάβασις ἀπὸ τοῦ ἑνὸς συστήματος εἰς τὸ ἕτερον ἀποφέρει καταστροφάς. Ὅταν δὲ βλέπωμεν, ὅτι ἡ Ἰταλία δὲν ἠδυνήθη ἀκόμη νὰ σωθῇ ἀπὸ το χαρτονόμισμα, καθὼς καὶ ἡ Αὐστρία καὶ ἄλλα ἀκόμη ἔθνη, δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω διατί ἐπὶ μεγάλῃ ζημίᾳ τοῦ πτωχοῦ δημοσίου ταμείου σπεύδομεν ἡμεῖς εἰς τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Καὶ κατὰ τὰ 1869 ἐσπεύσαμεν, ὅπερ ἔβλαψε τὸν τόπον, διότι ἔκτοτε τὸ ἔλλειμμα ηὔξησε, καὶ σήμερον ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι θέλει βλάψει ἡ σπουδὴ αὕτη. Διὰ τοῦτο τολμῶ νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν, καίτοι ὁ χρόνος αὐτῆς εἶναι πολύτιμος, ὑποβάλλων αὐτῇ τὴν παρατήρησιν, ὅτι καὶ πάλιν σπεύδομεν ἐν οὐ δέοντι, καὶ ὅτι θέλομεν μεταμεληθῆ διὰ τὴν σπουδὴν ταύτην, ἀλλὰ τὴν μεταμέλειαν αὐτὴν θὰ πληρώσῃ τὸ δημόσιον ταμεῖον δι’ οὐχὶ ὀλίγων ἑκατομμυρίων, ἅτινα θὰ προστεθῶσιν εἰς τὰ πολλὰ ἤδη βάρη, ὑπὸ τὰ ὁποῖα διατελεῖ ἡ Πολιτεία.
§159ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Πρωθυπουργός). Κακῶς εἶχεν ἐννοήσει ὁ κ. βουλευτὴς Αἰγιαλείας τὴν ἰδέαν μου, εἰπὼν σήμερον, ὅτι, καθ’ ἣν ἄλλοτε ἐξέφρασα γνώμην, ἐθεώρουν ἀπολύτως βλαβερὰν τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἐνόσῳ ὑπῆρχεν ἔλλειμμα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Ἡ ἰδέα μου οὐδέποτε ὑπῆρξε τοιαύτη· ἡ ἰδέα μου ὑπῆρξεν, ὅτι ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἦτό τι λίαν ἐπιθυμητόν, ἀλλ’ ὅτι ἡ Ἑλλὰς ὤφειλε νὰ προβῇ εἰς αὐτὴν, ὅταν ἠδύνατο, αἴρουσα τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν καὶ περιορίζουσα τὸ κυκλοφοροῦν κεφάλαιον, τὸ ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας δημιουργηθέν, ν’ ἀντικαταστήσῃ τὸ κεφάλαιον τοῦτο διὰ κεφαλαίου ἄλλου, ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ λαμβανομένου· διότι ἄνευ τοιαύτης ἀντικαταστάσεως προέβλεπον μεγάλην στενοχωρίαν τοῦ ἐμπορίου, ἴσως καὶ ἐμπορικὴν κρίσιν. Αὕτη ἦτο ἡ ἰδέα, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασα ἄλλοτε καὶ ὡς ἐκ τῆς ὁποίας ἐθεώρουν, ὅτι, μὴ ἐπιτυχόντος καθ’ ὁλοκληρίαν τοῦ δανείου τῶν 60,000,000 καὶ μὴ ἀποκτήσαντος τοῦ ἔθνους ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τοῦ μεταλλικοῦ, τὸ ὁποῖον προσεδόκα νὰ εἰσπράξῃ ἐκ τοῦ δανείου ἐκείνου, δὲν ἠδυνάμεθα νὰ σκεπτώμεθα τότε περὶ ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἔκτοτε ὅμως ἐπῆλθον γεγονότα νέα, ἐπῆλθε τὸ δάνειον τῆς Τραπέζης, τὸ ὁποῖον κατέστησε δυνατὴν τὴν ἄρσιν ἄνευ τῆς στενοχωρίας τοῦ ἐμπορίου, ἣν ἤθελεν ἐπιφέρει ὁ περιορισμὸς τοῦ ἀριθμοῦ τῶν κυκλοφορούντων τραπεζικῶν γραμματίων. Ἀλλ’ ἐπήνεγκε καὶ ἄλλο τι· τὸ δάνειον ἐκεῖνο ἐπήνεγκε καὶ παρὰ τῆς Τραπέζης τὴν ἀπαίτησιν, ὅπως ἄρωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἀπαίτησιν οὐχὶ ἐπιβλητικήν, εἰς ἣν ἡ Τράπεζα ἤθελεν ἐπιμείνει, στηριζομένη εἰς τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο ν’ ἀρυσθῇ ἐκ τῶν συμβάσεων αὐτῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ἀπαίτησιν ἠθικήν, προερχομένην ἐκ τῆς καταστάσεως τῶν πραγμάτων καὶ ἐκ τοῦ συμφέροντος τοῦ τόπου. Ἡ Τράπεζα δὲν εἶπε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, «ἀξιῶ ἐν τῷ δικαιώματί μου, ὅπως ἤδη, ὅτε δύναμαι νὰ πραγματοποιήσω τὸν ὅρον τῆς συμβάσεως, καθ’ ὅν, εὐθὺς ὡς σοὶ προσφέρω μεταλλικὸν δάνειον, ἐπὶ τοῖς ὅροις τοῦ νόμου τοῦ 1874, ὀφείλεις ν’ ἄρῃς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ὅπως ἤδη πράξῃς τοῦτο·» δὲν εἶπε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἀπαιτεῖ τι παρ’ αὐτῆς ἐπὶ τῇ βάσει τῆς διατάξεως ἐκείνης τῆς συμβάσεως, ἀλλ’ εἶπεν, ὅτι «πρόκειται νὰ διαπραγματευθῶ δάνειον ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ἐξ οὗ προσδοκῶ μεγάλας ὠφελείας ὑπὲρ τοῦ τόπου, καὶ εἰδοποιῶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι, ἐὰν δὲν ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν ὡς συνέπειαν τοῦ δανείου ἐκείνου, ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ πραγματοποιήσωμεν τὸ δάνειον· ἐκ τοῦ δανείου προσδοκᾷ ὁ τόπος μεγάλας ὠφελείας, θέλει ὠφεληθῆ καὶ ἡ Τράπεζα, ἀλλὰ τὴν ὠφέλειαν τῆς Τραπέζης παρορῶμεν ἐντελῶς, καὶ ἂν ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἂς μᾶς τὸ εἴπῃ, ἵνα μὴ διαπραγματευθῶμεν τὸ δάνειον τοῦτο, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ συνομολογήσωμεν τοιοῦτο δάνειον, ὑφισταμένης ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας.» Ἀνέπτυξε δὲ τοὺς λόγους τούτους ἡ διοίκησις τῆς Τραπέζης πειστικῶς, καὶ εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι, ἐὰν ἐπανελαμβάνοντο ὅσα τότε ἠκούσαμεν παρὰ τῆς διοικήσεως τῆς Τραπέζης ἐνώπιον ὑμῶν, ἠθέλετε καὶ ὑμεῖς ἀσπασθῆ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν καὶ ἡ Κυβέρνησις ἠσπάσθη. Ἀλλ’ ἀπέχω τοιαύτης ἀναπτύξεως, διότι ὁ χρόνος ἐπείγει, καὶ ὀφείλομεν νὰ περιοριζώμεθα ἀπὸ τοῦ βήματος εἰς τὰ ἀπολύτως ἀναγκαῖα. Δὲν ἐπέβαλε λοιπὸν ἡ Τράπεζα εἰς τὴν Κυβέρνησιν δυνάμει τῆς συμβάσεως τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, τὴν ἐπέβαλεν ἠθικῶς, ἐπιδείξασα τὸ μέγα συμφέρον, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἀφοῦ ἀποτέλεσμα ταύτης θὰ ἦτο ἡ πραγματοποίησις ὑπὸ τῆς Τραπέζης τοῦ δανείου τῶν 60,000,000, δανείου, ὅπερ ἄνευ τῆς ἄρσεως δὲν ἤθελε πραγματοποιηθῆ. Τοιαύτη ἦτο ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων, ὅταν ἀπεφασίσαμεν νὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν πρότασιν περὶ ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἀλλ’ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος παρατηρεῖ, ὅτι ἡ ἄρσις αὕτη καλῶς ἐγένετο, διότι καὶ οὗτος ἐπεθύμει καὶ ἐπεδίωκεν αὐτὴν, ἀλλ’ ὅτι ὡς πρὸς τοὺς ὅρους ἢ Κυβέρνησις δὲν διεπραγματεύθη ἐπιτυχῶς, καὶ ὡς πρός τινας δὲν ἔκρινεν ὀρθῶς. Δὲν διεπραγματεύθη ἐπιτυχῶς, εἶπεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, διότι τὸ δάνειον, εἰς τὸ ὁποῖον τρέπεται ἡ ὀφειλὴ τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν τράπεζαν, ἵν’ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, εἶνε πρὸς 7%, ἐνῷ αὐτὸς ἤθελε κατορθώσει νὰ συνομολογήσῃ τὸ δάνειον πρὸς 5%, ἢ πρὸς 4 ἢ πρὸς 3 ἢ πρὸς τίποτε. Ἡ τράπεζα δανείζεται πρὸς 6%, ἄρα ἔχει, κατὰ τὸν κ. Βουλευτὴν Μεσσήνης, συμφέρον μέγα, ἵνα δανείσῃ πρὸς τὸ δημόσιον πρὸς 7%, ὅπως πραγματοποιήσῃ κέρδος τὸ 1· πολὺ δὲ ἀμφιβάλλω, ὅτι ἡ διαφορὰ αὕτη τοῦ 1% δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἐπαρκὴς παραγωγὴ τοῦ δανείου, ὅπερ ἡ Τράπεζα συνωμολόγησεν. Ἀλλ’ ἆρα ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἐσκέφθη ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, εἶνε ὁ ἀνταποκρινόμενος πρὸς τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων; Εἶπεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ὅτι ἡ Τράπεζα εἶχε συμφέρον εἰς τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλορορίας, καὶ ἑπομένως, δανειζομένη πρὸς 6%, δύναται νὰ δανείσῃ πρὸς 4 ἢ πρὸς 5, ζημιουμένη τὰ 2% ὡς ἀντάλλαγμα τῆς ὠφελείας, ἣν ἤθελαν ἀπολαύσει ἐκ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις εἶχεν ὑποχρέωσιν πρὸς τὴν τράπεζαν ν’ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἐπὶ τῇ προσφορᾷ δανείου μεταλλικοῦ οὐχὶ πρὸς 4 ἢ πρὸς 5, ἀλλὰ σχεδὸν πρὸς 8%, καὶ εἰς τὴν ὑποχρέωσιν ἐκείνην εἶνε ὑπογεγραμμένος καὶ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ὡς εἶμαι ὑπογεγραμμένος καὶ ἐγώ, διότι τὴν ὑποχρέωσιν ἐκείνην ἀνέλαβεν ἡ οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις. Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ὁ λόγος, δι’ ὃν ὑπέγραψεν, ἦτο ὀρθός· ἀλλ’ ἀφοῦ τότε ἦτο ὀρθὸς, ἐπίσης εἶνε ὀρθὸς καὶ σήμερον. Ἐὰν λοιπὸν ἡ Τράπεζα ἐπέμενεν, ὅπως πραγματοποιήσωμεν τὰ ὑπεσχημένα, ὠφείλομεν νὰ τρέψωμεν τὸ δάνειον ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ εἰς δάνειον πρὸς 8% ἢ πρὸς 7 καὶ ¾· ἀλλ’ ἡ Τράπεζα δὲν ἠθέλησεν ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ νὰ διαπραγματευθῇ ὡς πρόσωπον ἔχον δικαιώματα ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἠθέλησε νὰ διαπραγματευθῇ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ὡς ἔχουσα συμφέρον ἐν τῇ προόδῳ τῶν κυβερνητικῶν πραγμάτων, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω τὴν διαφωνίαν, ἥτις ἠγέρθη πρὸ ὀλίγου μεταξὺ τοῦ κ. Κουμουνδούρου ἀπὸ τοῦ βήματος καὶ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Παρνασσίδος· διότι, τὸ κατ’ ἐμὲ, τὸ συμφέρον τῆς τραπέζης εἶνε συμφέρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸ ἀνάπαλιν, καὶ ἐν τοιούτῳ πνεύματι διεπραγματεύθη ἡ νῦν Κυβέρνησις πρὸς τὴν τράπεζαν τὰ τῆς ἄρσεως, καὶ ἐν τοιούτῳ πνεύματι προσηνέχθη ἡ τράπεζα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Δὲν ἠδυνάμεθα ἄρα ἡμεῖς, ἐν τοιούτῳ πνεύματι διαπραγματευόμενοι πρὸς τὴν τράπεζαν, ν’ ἀπαιτήσωμεν παρ’ αὐτῆς, ὅπως δανειζομένη πρὸς 6%, μᾶς δανείσῃ πρὸς 5, διότι, ἵνα πράξωμεν τοῦτο, ἔπρεπεν, ἢ νὰ θεωρήσωμεν, ὅτι ἡ τράπεζα εἶχεν ἀπέναντι ἡμῶν θέσιν δορυσλώτου, εἰς τὴν ὁποίαν ἐπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις διὰ πιέσεων καὶ ἀπειλῶν πᾶσαν ὑποχρέωσιν, ἣν ἤθελε θεωρήσει συμφέρουσαν πρὸς ἑαυτὴν, ἢ ἔπρεπε νὰ θεωρήσωμεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶχεν ἀνάγκην ἐλέους καὶ ἀπηυθύνετο εἰς ἓν τραπεζικὸν κατάστημα, λέγουσα πρὸς αὐτὸ, θυσίασον 1% ἐπὶ τῆς ὀφειλῆς, τὴν ὁποίαν ἀναλαμβάνεις, καὶ δὸς αὐτὸ εἰς ἐμέ. Τοιαύτη διαπραγμάτευσις θὰ ἦτο ὅλως ἀναξιοπρεπής. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ πράξῃ, πρὸς τὴν τράπεζαν διαπραγματευομένη περὶ νέου δανείου, ἦτο, ἵν’ ἀπαιτήσῃ, ὅπως μὴ πραγματοποιήσῃ ἐξ αὐτοῦ κέρδος, καὶ τοῦτο ἔχομεν, διότι ἡ διαφορὰ τοῦ 6 πρὸς τὸ 7% ἔχει τὴν ἔννοιαν, ὅτι οὐδὲν πραγματοποιεῖται κέρδος. Συνομολογοῦσα ἡ τράπεζα δάνειον μεταλλικὸν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἀναλαμβάνει τὰ βάρη καὶ ἐκτίθεται εἰς τοὺς κινδύνους τοὺς ἐκ τῆς εἰς αὐτὸ τροπῆς τοῦ δανείου ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ· ἠδύνατο ἄρα εὐλόγως ν’ ἀξιοῖ, ὅπως λάβῃ ἀντάλλαγμα κέρδος, ἔστω καὶ μικρὸν, ἀλλὰ κέρδος ἐκ τῆς διαφορᾶς οὐδὲν ἀπομένει, ὅταν ἐκτιμήσῃ τις τοὺς κινδύνους καὶ τὰ βάρη. Ταύτην τὴν ἀρχὴν τὴν ἀξιοπρεπῆ ἐθέσαμεν ἐν τῇ διαπραγματεύσει πρὸς τὴν τράπεζαν ὡς κανόνα. Ἀλλὰ πλὴν τῆς συνομολογήσεως τοῦ δανείου πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, πραγματοποιοῦμεν καὶ ἕτερον δάνειον προσωρινὸν παρὰ τῇ Ἐθνικῇ τραπέζῃ, ὅπερ θέλει ἐξοφληθῆ τὴν 1 Ἰανουαρίου, ὅτε θέλει ἀρθῆ καὶ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Καὶ ἐνταῦθα οἱ ὑπολογισμοὶ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Μεσσήνης ὑπῆρξαν πάντῃ ἐσφαλμένοι· ὑπελόγισεν, ὅτι λαμβάνομεν παρὰ τῆς τραπέζης 12,000,000, διότι τὸ ἄρθρον τοῦ νόμου λέγει 12,000,000.
§160ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ ἡ ἔκθεσίς σας τὸ λέγει.
§161ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀλλὰ δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὰ 12,000,000, τὰ ὁποῖα ὑποχρεοῦται ἡ τράπεζα ν’ ἀποδώσῃ ἐκ τῶν εἰς αὐτὴν ἐπὶ ἀνοικτῷ λογαριασμῷ καταβληθέντων, δὲν θέλουσι καταβληθῆ ὅλα εἰς τὴν Κυβέρνησιν· ὅτι 5½ ἑκατομμύρια ἐξ αὐτῶν ἀποτελοῦσι τροπὴν ἑτέρας ὀφειλῆς τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν Τράπεζαν, ἐξ ἐντόκων γραμματίων, ἀποφερόντων τόκον εἰς βάρος τοῦ δημοσίου πρὸς 8%. Ἐπὶ ταύτης τῆς ὀφειλῆς πρόκειται ἤδη νὰ πληρώνωμεν μόνον 1%.
§162ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος.
§163ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τώρα· τοῦτο δὲν ἐνοήσατε. Ἐθεωρήσαμεν, ὅτι, ἀφοῦ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία θέλει ἀρθῆ ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου, εἶναι πρέπον ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τοῦδε, ἐνόσῳ δηλ. διαρκεῖ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία καὶ ὑφίσταται τὸ ἔθνος τὰ βάρη αὐτῆς, νὰ ἐλαττώσῃ τὰ βάρη ταῦτα διὰ τοιαύτης ἐπιχειρήσεως, τουτέστιν ἀναλαμβάνουσα ἀπὸ τῆς Τραπέζης μέρος τῶν ἐπὶ ἀνοικτῷ λογαριασμῷ παρ’ αὐτῇ χρημάτων, ἐφ’ οἷς θὰ πληρώνῃ 1%, καὶ εἴτε δι’ αὐτῶν νὰ ἐξαγοράσῃ ἔντοκα γραμμάτια, εἴτε νὰ τρέψῃ εἰς αὐτὰ τὰ παρὰ τῇ ἐθνικῇ Τραπέζῃ κατατεθειμένα. Ὥστε ὡς πρὸς τὰ 5½ ἑκατομμύρια ὑπάρχει ἁπλῆ πρᾶξις τροπῆς. Ἐν τῷ νόμῳ καὶ ἐν τῇ ἐκθέσει μου λέγω, ὅτι 12 ἑκατομμύρια θὰ λάβωμεν παρὰ τῆς Τραπέζης· ἀλλ’ ὡς πρὸς τὰ 5½ ἑκατομμύρια ἐξ αὐτῶν οἱ ἀριθμοὶ οὗτοι παριστῶσι λογιστικὴν πρᾶξιν τροπῆς, ἀποτέλεσμα ἔχουσαν κέρδος τοῦ δημοσίου κατὰ τὸ 1880 200,000. Ἠδυνάμεθα καὶ ἄλλως νὰ ἐκφράσωμεν τὸ πρᾶγμα, οὔτε νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἐξαγοράζονται τὰ ἔντοκα γραμμάτια, οὔτε νὰ εἴπωμεν, ὅτι δανείζεται ἡ Κυβέρνησις παρὰ τῆς Τραπέζης 5½ ἑκατομμύρια, ἀλλὰ νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἐπιστρέφει μόνον 6½ ἑκατομμύρια ἡ Τράπεζα, ἥτις, κατόπιν τῆς τροπῆς τῆς παλαιᾶς ὀφειλῆς εἰς τὸ νέον δάνειον, δίδει εἰς τὸ δημόσιον ἐπιπροσθέτως 200,000. Αὕτη εἶναι ἡ πρᾶξις, τὴν ὁποίαν ἐπικρίνει ὁ κ. Κουμουνδοῦρος.
§164ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι θὰ ὠφεληθῇ καὶ 300,000.
§165ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἔχομεν πρόσθετον ὠφέλειαν ἐκ τῶν ἑτέρων 6,500,000, διὰ τῶν ὁποίων θέλομεν ἐξαργυρώσει τὰ ἔντοκα γραμμάτια, τὰ ὁποῖα δὲν κατέχει ἡ Τράπεζα. Ἀλλὰ δὲν ὑπῆρξε μόνον ἡ ἰδέα τοῦ κέρδους τοῦ ἐκ τῆς διαφορᾶς τοῦ 1% πρὸς τὸν τόκον τῶν 8% τῶν ἐντόκων γραμματίων, ἡ ὁποία ὑπηγόρευσε τὸ μέτρον τοῦτο· ὑπῆρξεν ἄλλος σπουδαιότερος καὶ ἀναγκαιότερος λόγος, ὅτι δὲν εἶναι πρέπον τὰ ἔντοκα γραμμάτια νὰ ἔχωσι χαρακτῆρα παγίου χρέους, διότι, ἔχοντα τὸν χαρακτῆρα τοῦτον, ἀποφέρουσι τόκον μέγαν, ἐνῷ, ἐὰν περιορισθῶσιν ἐντὸς τῶν ἀναλογιῶν, αἱ ὁποῖαι ἀνταποκρίνονται πρὸς τὸν προορισμόν των, ὅπερ θέλει πραγματοποιηθῆ διὰ τῶν προτεινομένων μέτρων, ἴσως θὰ φθάσωμεν εἰς τὴν πραγματοποίησιν αὐτῶν, ἀντὶ τοῦ ἡμίσεως τοῦ σήμερον πληρωνομένου τόκου, καὶ οὕτω τὸ πραγματοποιηθησόμενον ἐκ τῶν μέτρων τούτων κέρδος θὰ ἦναι διαρκές. Ἀλλ’ ἀφοῦ ταῦτα ἐπέκρινεν ὁ κ. βουλευτὴς Μεσσήνης, ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ, ὅτι διὰ τῆς ἐπιχειρήσεως ταύτης εὑρισκόμεθα ἐν ἐνδεχομένῃ ἀνάγκῃ, ἥτις, ὡς ἐκ τῆς καταστάσεως τῶν πραγμάτων τῶν ἐν τῇ Ἀνατολῇ, φαίνεται ἐπικειμένη, εὑρισκόμεθα ἐκτεθειμένοι εἰς τὸ νὰ μὴ δυνάμεθα νὰ πορισθῶμεν χρήματα. Ἐγὼ τοὐναντίον φρονῶ, ὅτι διὰ τούτων ἀκριβῶς τῶν ἐπιχειρήσεων θὰ καταστήσωμεν δυνατὴν τὴν ἐν πάσῃ στιγμῇ εὕρεσιν χρημάτων, ἀφοῦ ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας συντελεῖ ὑπὲρ πᾶν ἄλλο εἰς τὴν ἐξύψωσιν τῆς πίστεως τῆς χώρας, ἥτις εἶναι ἡ βάσις ἡ ἀναγκαία πρὸς εὕρεσιν χρημάτων. Ἀλλὰ καὶ τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα ἐξαγοράζομεν, ἀνοίγουσι τὸ στάδιον, ὅπως ἐν ἀνάγκῃ εἰς ταὐτὰ μέσα προσφύγωμεν, ὅπως καὶ πάλιν δι’ αὐτῶν δανεισθῶμεν· ἐξαγοράζομεν δὲ δάνεια κακοῦ τύπου, ἵνα μετατρέψωμεν αὐτὰ εἰς δάνεια καταλλήλου τύπου. Τὰ δάνεια τὰ πάγια συντελοῦσιν εἰς τὴν ἐμπέδωσιν τῆς πίστεως τῆς χώρας, ἐνῷ τὰ ἔντοκα γραμμάτια, ὡς ἔχουσι τὰ κατ’ αὐτὰ παρ’ ἡμῖν, δύνανται τὴν χώραν νὰ παριστῶσιν ὡς ἐν καταστάσει οἰκονομικῇ ἀνωμάλῳ, διότι τὸ ἑλληνικὸν Ταμεῖον δὲν δύναται ν’ ἀποτίῃ ἀνελλιπῶς κατὰ τὴν λῆξιν τῆς διορίας τὸν τόκον τῶν ἐντόκων γραμματίων, καὶ διὰ τοῦτο ταῦτα ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἀνανεοῦνται· ἡ δὲ ἀντικατάστασις αὐτῶν διὰ παγίου χρέους, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ πληρώνηται ὁ τόκος καὶ τὸ χρεώλυτρον κανονικῶς, συντελεῖ ὑπὲρ τῆς ἑδραιώσεως τῆς πίστεως. Ἐπὶ τῶν ἐντόκων γραμματίων καθ’ ἕκαστον τρίμηνον ἢ ἑξάμηνον ὀφείλεται πλὴν τοῦ τόκου καὶ ἅπαν τὸ κεφάλαιον, θὰ ἐκλίπωσι δὲ διὰ τῆς τροπῆς αὐτῶν εἰς πάγιον χρέος αἱ δυσχέρειαι τοῦ ταμείου πρὸς τὴν ἑκάστοτε ἀπότισιν τοῦ κεφαλαίου. Ἑπομένως ὡς πρὸς τὴν βάσιν αὐτῆς ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὑπεβάλομεν εἰς τὴν Βουλὴν, εἶναι ὀρθὴ, εἶναι συμφέρουσα εἰς τὸν τόπον, διότι ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας εἶναί τι καθ’ ἑαυτὸ καλὸν, εἶναι δὲ καλὸν πολλαπλάσιον, ὡς συνδυαζόμενον πρὸς τὴν πραγματοποίησιν τοῦ δανείου τοῦ συνομολογηθέντος ὑπὸ τῆς ἐθνικῆς Τραπέζης ἐν τῷ ἐξωτερικῷ καὶ ὡς καταστῆσαν ἐφικτὴν τὴν πραγματοποίησιν τοῦ δανείου ἐκείνου, ἐκ τοῦ ὁποίου θέλει μεγάλως ἡ χώρα ὠφεληθῆ. Εἶναι προσέτι ὠφέλιμος ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐν τῇ σημερινῇ ἰδίως ἐποχῇ, διότι σήμερον ἐν πάσαις ἐν γένει ταῖς ἀγοραῖς τῆς Εὐρώπης ὑπάρχουσιν οἱ ἔχοντες τάσιν πρὸς ἐπιχειρήσεις ἐν Ἑλλάδι. Ἐν ταῖς ἀγοραῖς τῆς Εὐρώπης ὑπάρχουσι κεφάλαια, τὰ ὁποῖα ἐτρέποντο συνήθως πρὸς τὰς ἐπιχειρήσεις ἐν τῇ Ἀνατολῇ, ἐν αἷς εὑρίσκουσι κέρδη μεγαλείτερα τῶν παραγομένων ἐκ τῶν ἐπιχειρήσεων ἐν Εὐρώπῃ. Αἱ ἐπιχειρήσεις αὗται αἱ ἐν τῇ Ἀνατολῇ καθίστανται ἤδη μᾶλλον ἐπιζήτητοι, καὶ σχεδὸν μόνη ἡ Ἑλλὰς σήμερον παρουσιάζει εἰς τὴν ἄλλην Εὐρώπην στάδιον εἰς ἐπικερδεῖς καὶ ἀσφαλεῖς ἐν τῇ Ἀνατολῇ ἐπιχειρήσεις. Ἡ Τουρκία καὶ ἡ Αἴγυπτος ἐχρεωκόπησαν, καὶ τὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα ἄλλοτε διετίθεντο ἐκεῖ, φαίνονται ἐπιζητοῦντα τὴν Ἑλλάδα, ἡ δ’ Ἑλλὰς ὀφείλει ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὴν τάσιν ταύτην τῶν κεφαλαίων, λυσιτελέστατον δ’ εἰς τοῦτο εἶναι ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἐγένετο καὶ ἄλλο τι, ἐφ’ ᾧ πολλάκις πολλοὶ ἔψεξαν καὶ ἡμᾶς ὡς ἀντιπολιτευομένους, ἐγένετο παρὰ τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως, συμπραττόντων ὅμως καὶ ἡμῶν, ὁ συμβιβασμὸς τῶν δανείων τοῦ 1824 καὶ 1825. Τοῦ συμβιβασμοῦ τούτου τὰ ἀποτελέσματα εἰσέτι δὲν ἐπῆλθον, διότι ὁ συμβιβασμὸς εἰσέτι δὲν ἐπραγματοποιήθη καθ’ ὁλοκληρίαν. Ἀλλ’ εἶναι βέβαιον, ὅτι, εὐθὺς ὡς πραγματοποιηθῶσι καὶ αἱ διατυπώσεις αἱ ὑπολειπόμεναι ὡς πρὸς τὸν συμβιβασμὸν τοῦτον, θέλουσιν ἔτι μᾶλλον λάβει τροπὴν τὰ κεφάλαια τῆς Εὐρώπης, τὰ ἐν τῇ Ἀνατολῇ συνήθως ἀπασχολούμενα, εἰς τὰ τῆς Ἑλλάδος. Εἶναι λίαν ἐπίκαιρον, ὅτε ὑπεβλήθημεν εἰς θυσίαν ἑκατομμυρίων πρὸς τὴν ἀναγνώρισιν καὶ τὸν κανονισμὸν τῶν χρεῶν τοῦ 1824 καὶ 1825, νὰ συνδυάσωμεν πρὸς τὸν κανονισμὸν ἐκεῖνον τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἥτις θέλει καταστήσει παραγωγικὴν τὴν δαπάνην τὴν ἐκ τῆς τροπῆς τῶν χρεῶν τοῦ 1824 καὶ 1825 εἰς νέον δάνειον. Ὅταν δαπανῶμεν ἑκατομμύρια, ὅπως ἀποκτήσωμεν τὴν πίστιν ἐν τοῖς χρηματιστηρίοις τῆς Εὐρώπης, πρέπει καὶ ἐνταῦθα νὰ κανονίσωμεν τὰ πράγματα ἡμῶν οὕτως, ὥστε ἐκ τῆς πίστεως ἐκείνης νὰ ὠφεληθῶμεν’ διότι ἡ πίστις ὀλίγον δύναται νὰ μᾶς ὠφελήσῃ, ὅταν τὰ κεφάλαια ἐνταῦθα δὲν ἔχωσιν ἀσφαλὲς τὸ ἔδαφος. Ὅταν κυκλοφοροῦν κεφάλαιον ἐν τῷ τόπῳ ἦναι τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον, τοῦ ὁποίου ἡ ἀξία ἐν ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ εἶναι ἀβεβαία, οὐδεμία ἐπιχείρησις σπουδαία δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ ἐν Ἑλλάδι, καθόσον ἐκεῖνοι, οἵτινες ἤθελον ἐπιχειρήσει αὐτὴν, δὲν θὰ ἤξευρον ποία θὰ ἦναι ἡ ἀξία τοῦ νομίσματος, ἐν ᾧ ἤθελον ἀπολαύσει τὸ προϊὸν τῆς ἐπιχειρήσεως αὐτῶν. Πρέπει νὰ θέσωμεν τὰ χρηματιστικὰ ἡμῶν πράγματα ἐπὶ ἀσφαλεστέρου ἐδάφους, διὰ νὰ δύνανται οἱ θέλοντες ἐνταῦθα νὰ ἐπιδοθῶσιν εἰς κερδοσκοπικὰς ἐπιχειρήσεις, νὰ προσέλθωσιν ἐν πάσῃ βεβαιότητι. Ἡ ἐπικριθεῖσα λοιπὸν αὕτη ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἀποδεικνύεται καὶ ἀπολύτως συμφέρουσα, καὶ σχετικῶς πρὸς τὰς σημερινὰς οἰκονομικὰς περιστάσεις, εἶναι δὲ καὶ ὑπερτάτη ἀνάγκη ἐν τῇ ὥρᾳ ταύτῃ τῶν πραγμάτων ἡμῶν οὐ μόνον τῶν οἰκονομικῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν πολιτικῶν, διότι στηρίξαντες οὕτως ἐπὶ ἀσφαλοῦς ἐδάφους τὰ χρηματιστικὰ ἡμῶν πράγματα, θὰ δυνηθῶμεν νὰ εὕρωμεν ἐν τῇ πίστει ἡμῶν, κατὰ τὰς ἐνδεχομένας περιπετείας τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν πραγμάτων, τὰ χρήματα τὰ ἀναγκαῖα· ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἀπεδεικνύετο ἡ πίστις ἡμῶν ἀνεπαρκὴς, θὰ ἠδυνάμεθα, ἐπανερχόμενοι εἰς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ν’ ἀντλήσωμεν ἐν αὐτῇ τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον γνωρίζομεν ἐκ πείρας, ὅτι αὕτη προσπορίζει. Ὑπῆρξε λοιπὸν ἡ περὶ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἀπόφασις ὀρθὴ ἐν τῇ βάσει αὐτῆς· ὁ δὲ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον διεξηγάγομεν ἐν ταῖς λεπτομερείαις αὐτὴν, μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν δίδει ἀφορμὴν εἰς ἐπίκρισιν δικαίαν. Αἱ ἐπικρίσεις, τὰς ὁποίας προέβαλεν ὁ κ. βουλευτὴς Μεσσήνης, δὲν δύνανται νὰ ὑποστηριχθῶσιν. Ηὐξήσαμεν τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον συνωμολογήσαμεν εἰς τροπὴν τῶν γραμματίων τῶν ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ, διὰ δανείου προσθέτου, ὅπως δι’ αὐτοῦ δυνηθῶμεν νὰ κανονίσωμεν τὰ τῶν ἐντόκων γραμματίων, περιορίζοντες αὐτὰ ἐντὸς τοῦ πρέποντος ὅρου, καὶ ἐξοφλήσωμεν προσωρινά τινα χρέη, λαμβάνομεν δὲ ἄδειαν διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως πραγματοποιήσωμεν, ἐφ’ ὅσον εἶναι ἀνάγκη, καὶ τὰς ὁμολογίας τὰς ὑπολειπομένας ἐκ τοῦ δανείου τῶν 60,000,000, ὅπως διὰ τῆς πραγματοποιήσεως αὐτῶν ἀποτίσωμεν εἰς τὴν τράπεζαν τὴν 1 Ἰανουαρίου τὴν νέαν ὀφειλὴν, ἣν συνομολογοῦμεν χάριν τῆς ἐξαγορᾶς τῶν μὴ κατεχομένων παρ’ αὐτῆς ἐντόκων γραμματίων καὶ χάριν τῶν ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀναγκῶν τοῦ Κράτους. Ἡ δὲ πρᾶξις αὕτη τῆς τροπῆς τῶν ἐντόκων γραμματίων εἰς δάνειον πάγιον ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ἀντὶ νὰ ἦναι ἐπιβλαβὴς, ὡς λέγει ὁ κ. βουλευτὴς Μεσσήνης, δὲν δύναται ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ ἢ νὰ ἦναι ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις ἐπωφελής, διότι ὡς ἐκ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας παρίσταται ἔκτακτος ἀνάγκη αὐξήσεως τοῦ κεφαλαίου τοῦ τόπου ἐκ χρημάτων ἔξωθεν εἰσαχθησομένων. Ἡ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ πραγματοποίησις τοῦ δανείου, διὰ τοῦ ὁποίου θέλουσιν ἐξοφληθῆ τὰ ἔντοκα γραμμάτια, φέρει ἴσον ποσὸν μεταλλικοῦ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, τὸ δὲ μεταλλικὸν τοῦτο περιερχόμενον εἰς τὴν τράπεζαν, εἰς ἣν ἀπολήγει ἅπαν τὸ μεταλλικὸν τῆς χώρας, καθιστᾷ εὐχερεστέραν τὴν παρ’ αὐτῆς ἐξαργύρωσιν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων ἐπὶ τῇ ἄρσει τῆς ἀναγκαστικῆς αὐτῶν κυκλοφορίας, καὶ φέρει καὶ εἰς τὴν βιομηχανίαν καὶ εἰς τὴν γεωργίαν καὶ εἰς τὸ ἐμπόριον εὐεξίαν. Αἱ ἐπικρίσεις λοιπὸν, αἱ ἀφορῶσαι ἀπ’ εὐθείας εἰς τὴν πρᾶξιν τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ὡς καὶ αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, διὰ τοῦ ὁποίου ἠθελήσαμεν νὰ λάβωμεν παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν ἄδειαν, ὅπως προβῶμεν εἰς τὴν πραγματοποίησιν τοῦ μέτρου τούτου καὶ κανονίσωμεν τὰ κατ’ αὐτὸ, αἱ ἐπικρίσεις αὗται μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν ὑποστηρίζονται. Ἀλλ’ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἐν τέλει τῆς ὁμιλίας αὐτοῦ εἰσῆλθεν εἰς στάδιον ἄλλο. Εἶπεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἔλλειμμα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, καὶ ὅτι ἔχουσα ἔλλειμμα, ὀφείλει νὰ σκεφθῇ οὐχὶ περὶ τροπῆς τῶν ἐντόκων γραμματίων, ἀλλὰ περὶ περιορισμοῦ τοῦ ἐλλείμματος. Τὰ δύο ταῦτα δὲν βλέπω κατὰ τίνα τρόπον σχετίζονται πρὸς ἄλληλα.
§166ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, δὲν εἶπον αὐτό. Εἶπον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ σκεφθῇ πῶς ἠμπορεῖ νὰ ἐλαττώσῃ τὸ ἔλλειμμα, καὶ ὄχι νὰ ἐλπίζῃ μόνον ἀπὸ τὴν βελτίωσιν, τὴν ὁποίαν θὰ φέρῃ εἰς τὸν τόπον ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας.
§167ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοῦτο λέγω καὶ ἐγὼ, ὅτι εἴπατε, ὅτι ὀφείλομεν νὰ σκεφθῶμεν πῶς νὰ ἐλαττώσωμεν τὸ ἔλλειμμα, καὶ λέγω, ὅτι δὲν βλέπω κατὰ τίνα τρόπον σχετίζεται τοῦτο μὲ τὴν τροπὴν τῶν ἐντόκων γραμματίων καὶ δὲν βλέπω πῶς ὁ βουλευτὴς Μεσσήνης σχετίζει ἀμφότερα. Ὡς πρὸς τὸ ἔλλειμμα βεβαίως πρέπει νὰ μεταχειρισθῶμεν πάντα τρόπον, ἵνα τὸ περιορίσωμεν, καὶ εἶπον προηγουμένως, ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἔπραξε πᾶν τὸ ἐφ’ ἑαυτῇ, ἵνα περιορίσῃ τὸ ἔλλειμμα ἐντὸς τῶν ὁρίων, ἐντὸς τῶν ὁποίων ἠδύνατο νὰ περιορισθῇ ἄνευ βλάβης τοῦ τόπου καὶ περιστολῆς τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων αὐτοῦ. Ἂν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος φρονῇ, ὅτι δύνανται νὰ γείνωσι πλείονες οἰκονομίαι ὅσων ἡμεῖς πραγματοποιοῦμεν, αὔριον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ δύναται νὰ φέρῃ τὰς προτάσεις του. Ἐὰν νομίζῃ, ὅτι οἱ νέοι φόροι, τοὺς ὁποίους ἐπροτείναμεν δὲν εἶναι ἐπαρκεῖς, δύναται νὰ προβάλῃ ἄλλους· ἰδίως δὲ δύναται νὰ μὴ φέρῃ ἐμπόδιον εἰς τὴν πρόοδον τοῦ νομοσχεδίου ἡμῶν περὶ προσθήκης εἰς τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη. Ἀλλὰ πάντα ταῦτα δὲν σχετίζονται πρὸς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπεβάλομεν περὶ ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Τὸ ἔλλειμμα πρέπει νὰ περιορισθῇ· τὸ ἔλλειμμα, ἐὰν ὑπάρχῃ πόρος τις, ὅστις δύναται νὰ τὸ περιορίσῃ καὶ δὲν γίνεται χρῆσις αὐτοῦ, βεβαίως ἐπὶ τοσοῦτον εἶναι ἀδικαιολόγητον· ἀλλ’ ὅταν ἡ Κυβέρνησις ἐξετέλεσεν ὅ,τι ἠδύνατο νὰ πράξῃ εἰς περιορισμὸν τοῦ ἐλλείμματος, νομίζω, ὅτι δὲν ἐκτίθεται εἰς μομφὴν, διότι ἀπεκδέχεται ὅτι ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ τὰ πρὸς αὐτὴν συνδεόμενα μέτρα θέλουσιν οὐχὶ ἀμέσως, ἀλλ’ ἐμμέσως συντελέσει εἰς τὸν περιορισμὸν τοῦ ἐλλείμματος. Ἂν ὁ κ. βουλευτὴς Μεσσήνης ἦτο πολέμιος τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἡ συσχέτισις τοῦ ἐλλείμματος πρὸς τὴν ἄρσιν θὰ εἶχέν τινα ἔννοιαν, ἀλλ’ ἀφοῦ ἀπεδέχετο καὶ ἐπεδίωκε τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ὅσα εἶπε περὶ ἐλλείμματος δὲν σχετίζονται πρὸς τὰ τοῦ νομοσχεδίου. Φρονῶ τοὐναντίον, ὅτι αἱ προτάσεις, τὰς ὁποίας ὑπεβάλομεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου, σπουδαίως θέλουσι συντελέσει εἰς τὸν περιορισμὸν τοῦ ἐλλείμματος, διότι, κατ’ ἐμὲ, τὴν αὔξησιν τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους δὲν ὀφείλομεν νὰ ἐπιδιώκωμεν τοσοῦτον ἐν τῇ αὐξήσει τῶν φόρων, ἀλλ’ ἐν τῇ αὐξήσει τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων τῆς χώρας. Ὅταν συντελῶμεν εἰς τὴν αὔξησιν τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων τῆς χώρας, ἐπίσης συντελοῦμεν καὶ εἰς τὴν αὔξησιν τῶν φορολογικῶν δυνάμεων τῆς χώρας, καὶ εἰς τὴν ἐκ τούτων αὔξησιν τῶν εἰσπράξεων τοῦ δημοσίου. Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι ἡ Βουλή, ψηφίζουσα τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ παρέχουσα εἰς τὸ ἐμπόριον, εἰς τὴν βιομηχανίαν, εἰς τὴν γεωργίαν, τὰ μέσα πρὸς ἀνάπτυξιν, παρέχει ἐπίσης καὶ εἰς τὸ ταμεῖον τοῦ Κράτους τὴν προσδοκίαν, ὅτι ἐκ τῆς ἀναπτύξεως τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων τῆς χώρας θέλουσιν αὐξήσει καὶ αἱ εἰσπράξεις αὐτοῦ, αἵτινες θέλουσιν ἐλαττώσει τὸ ἔλλειμμα.
§168ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, ἀπορῶ διατί ἐπανέλαβεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὸ παράπονον, οὕτως εἰπεῖν, ὅτι τοῦ παρεμβάλλομεν ἐμπόδια. Προκαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ μοὶ εἴπῃ, ἐὰν’ ἀφ’ ὅτου εἰσῆλθεν οὗτος εἰς τὴν Βουλὴν ὡς ἀντιπολιτευόμενος, παρέτρεξε νομοσχέδιον ἀσυζήτητον καὶ δὲν ἐσυζήτησεν ἅπαντα πλέον τοῦ δέοντος, ἐνῷ ἡμεῖς τοὐναντίον, κατὰ παράβασιν σχεδὸν τοῦ καθήκοντός μας, παρεβλέψαμεν, καὶ διέρχονται τροχάδην νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα σπουδαίας δύνανται νὰ δώσωσιν αἰτίας μομφῆς καὶ ἐπικρίσεως. Καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς παραπονεῖται, ὅτι τοῦ παρεμβάλλομεν δυσκολίας. Ἐνόμισεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἔχομεν διὰ τὴν διάνοιάν του τόσην ὑπόληψιν, ὅσην ἔχει αὐτὸς, ὅστις νομίζει, ὅτι τὰ ἔργα του εἶναι ἀλάνθαστα, καὶ ἔπρεπε νὰ κύψωμεν καὶ ἡμεῖς, νὰ μὴ συζητήσωμεν τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν ἰδέαν μας εἶναι ἐπιβλαβῆ καὶ ὀλέθρια; Εἶσθε, κύριοι, ἀγνώμονες πρὸς τὴν ἀντιπολίτευσιν, ἡ ὁποία ἐπίεσεν ἑαυτὴν καὶ σᾶς παρεκάλεσε νὰ προτάξητε τὰ μέτρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα σᾶς εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖα· ἡ Κυβέρνησις ὅμως ἐπιμένουσα εἰς τὴν ἰδιοτροπίαν της ἔφθασεν ἕως ἐδῶ, καὶ δὲν ἠξεύρω ποῦ θὰ τελειώσῃ· καὶ ἤδη, κύριοι, παραπονεῖται!! Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν δύναται νὰ ζήσῃ μὲ Βουλευτὰς Ἕλληνας, θέλει Βουλευτὰς Αἰγυπτίους. Κύριοι, γνωρίζω καλῶς, ὅτι ὑπάρχει σύμβασις μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῆς Τραπέζης, ἀλλ’ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἡ Τράπεζα δὲν ἤθελεν ἐπιμείνει εἰς τὴν ἐφαρμογήν της, διότι, ἐὰν ἐπέμενεν ἡ Κυβέρνησις, ἠδύνατο νὰ ματαιώσῃ τὴν ἐπιμονὴν τῆς Τραπέζης· ἔχει χρήματα καὶ ἠδύνατο νὰ ἐξοφλήσῃ, οὕτω δὲ νὰ ἐξουδετερώσῃ τὴν σύμβασιν. Ἀλλ’ εἶμαι βέβαιος, ὅτι δὲν ἤθελεν ἀρνηθῆ ἡ Τράπεζα, ἤθελε συμβιβασθῆ· ἐὰν δὲ οὕτω ἡ Τράπεζα ἀδικῆται, τί ἠθέλετε εἰπεῖ διὰ τὸν κ. Δούμαν, τὴν Πιστωτικὴν Τράπεζαν, ὅστις δίδει κέρδος ἀρκετὰ σπουδαῖον πρὸς ὠφέλειαν τοῦ Κράτους, ἵνα συστήσῃ Τράπεζαν εἰς Ἑπτάνησον; Δὲν ἐννοῶ λοιπὸν τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ, ὅταν τοσαύτας ἀπολαμβάνωσιν ὠφελείας καὶ κέρδη αἱ τράπεζαι τῇ συνδρομῇ τῆς Κυβερνήσεως. Ἐγὼ εἶπον, κύριοι, εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι ἡ ἐπιχείρησις, τὴν ὁποίαν ἀνέλαβε, τῆς ἐξαργυρώσεως τῶν ἐντόκων γραμματίων, θὰ δώσῃ ἐν ὅλῳ εἰς τὴν Κυβέρνησιν κέρδος 400,000 καὶ ὄχι 200,000, ὅπως εἶπε, διότι ἐγὼ ὑπέθεσα, ὅτι ἤθελεν ἐξαργυρώσει τὸ ὅλον καὶ ὅτι ἤθελε δανεισθῆ πρὸς 7% καὶ ἐλαττώσει τὸν τόκον τῶν 8%. Ἀλλὰ, κύριοι, καὶ οὕτω μικρὰ θέλει εἶσθαι ἡ ὠφέλεια· τὰ ἔντοκα γραμμάτια αὐτὰ, κατὰ μέρος, διότι θέλουν χρησιμεύσει διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου, θὰ τὰ θέσωμεν εἰς κυκλοφορίαν ἐκ νέου, θὰ μᾶς μένωσι δὲ οἱ κίνδυνοι καὶ ζημίαι, περὶ ὧν σᾶς ὡμίλησα πρίν. Κύριοι, τὸν κίνδυνον αὐτὸν θέλομεν ν’ ἀποφύγωμεν. Ἀληθῶς ἡ πίστις ἡμῶν προάγεται, ἀλλ’ ἐρωτῶ, κύριε Πρωθυπουργὲ, δύναται νὰ εὕρῃ ἡ Ἑλλὰς δάνειον ἄνευ ἐγγυήσεως; Ἐὰν ἐξαντλήσωμεν ὅλα τὰ μέσα μας, μᾶς ἀρκεῖ μόνον ἡ πίστις, διὰ νὰ εὕρωμεν δάνειον; Ἰδοὺ διατί εἶπον, ὅτι κακῶς ἐξοφλεῖται τὸ δάνειον τῶν ἐντόκων γραμματίων, τὸ ὁποῖον δὲν ἀπαιτεῖ ἐγγυήσεις. Ὅταν θὰ ἔχητε ἀνάγκην νὰ συνομολογήσητε δάνειον, δι’ ὃ θὰ ἔχητε ἀνάγκην νέων ἐγγυήσεων, φοβοῦμαι, ὅτι μὴ ἔχοντες ἐγγυήσεις τοιαύτας, δὲν θέλετε εὕρει ἐν ἀνάγκῃ. Θυσιάζομεν λοιπὸν τὸ μέγα αὐτὸ καλὸν, ἀπέναντι ἐλαχίστου ποσοῦ κέρδους καὶ προσωρινοῦ· λέγω προσωρινοῦ, διότι, ἂν ἐξακολουθήσῃ ἡ παροῦσα κατάστασις, ἡ ὁποία θέλει ἐξακολουθήσει, θὰ θέσητε εἰς κυκλοφορίαν καὶ τὰ ἄλλα γραμμάτια τὸ ἑπόμενον ἔτος καὶ ἑπομένως δὲν κερδίζετε τίποτε. Ἐὰν, κύριοι, ἠμποροῦν νὰ ἀποδείξουν, ὅτι δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν δάνειον ἄνευ ἐγγυήσεων, τότε ἀποσύρω ὅλα καὶ δὲν ἔχω τίποτε νὰ εἴπω, διότι τῷ ὄντι ὠφελούμεθα κἄτι τι. Ἐὰν ὅμως δὲν ἐλπίζωσι νὰ πράξωσι τοῦτο, διατί αὐξάνομεν τὸ χρέος μας; Καὶ λέγω ταῦτα, διότι θέλω ν’ ἀποφύγωμεν τὸν κίνδυνον, διότι φοβοῦμαι μήπως καταντήσωμεν καὶ πάλιν εἰς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Καὶ ὅταν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀντικρούων τὸν κ. Ῥικάκην τοῦ λέγει, ὅτι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον παρουσίαζε κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἶναι σπάταλον, τοῦ προσέθηκε, ζητεῖς νὰ ἄρωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, καὶ νὰ προσθέσωμεν 3,000,000 εἰς τὸ ἔλλειμμα, ἀπεδείκνυεν, ὅτι ἡ ἰδέα τοῦ κ. Τρικούπη δὲν ἦτο τότε λοιπὸν ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ ἐμέμφθη τὸν κ. Ῥικάκην.
§169ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Διατί ἐψηφίσαμεν τὸ δάνειον τῶν 60, 000,000;
§170ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Σᾶς λέγω, ὅτι δὲν ἦτο εἰς τὴν διάνοιάν σας ἡ ἄρσις, καὶ διὰ τοῦτο ὁμιλεῖτε οὕτω.
§171ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶπον τὸν λόγον.
§172ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἰδοὺ λοιπὸν, κύριοι, διατί μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ μετατροπὴ, ὅπως εἶναι, εἶναι ἐπιβλαβής· διότι φοβοῦμαι, ὅτι ἢ θὰ εὑρεθῇ ἡ Κυβέρνησις εἰς ἀνάγκην νὰ ἀνανεώσῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἢ θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀδυναμίαν νὰ βαδίσῃ, διότι, ἐπαναλαμβάνω, δὲν μᾶς δίδουν χρήματα ἀπέναντι τῆς πίστεως καὶ μόνον· ἀκόμη δὲν ἔχομεν τοιαύτην ἀρκοῦσαν· ζητοῦν ἐγγυήσεις. Διατί, λέγει ὁ κ. Τρικούπης, ἐπὶ τέλους ὡμίλησα περὶ τοῦ ἐλλείμματος; διατί ὡμίλησα; τὸ ὀφείλω εἰς τὴν ἔκθεσίν του· ἀνέγνωσα τὴν ἔκθεσίν σας καὶ εὗρον εἰς αὐτὴν τὴν ἰδέαν αὐτήν· ἡ ἰδέα σας εἶναι κακὴ, ἀπελπιστικὴ, καὶ διὰ τοῦτο ἠθέλησα νὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως. Κύριοι, τῷ ὄντι, ὅσον αὐξάνουν αἱ παραγωγικαὶ δυνάμεις τοῦ ἔθνους, τόσον αὐξάνουν καὶ αἱ φορολογικαὶ, ἑπομένως βελτιοῦται καὶ ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ ταμείου· περὶ τούτου δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία. Ἰδοὺ ποῦ διαφωνοῦμεν ὅμως· δυνάμεθα νὰ ἐλπίζωμεν τόσον συντόμως τοιαύτην βελτίωσιν ἀπὸ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἥτις θὰ γείνῃ τὸ ἑπόμενον ἔτος; βεβαίως θὰ ἐπέλθῃ αὕτη, ἀλλὰ μετὰ πόσον χρόνον; καὶ ἐὰν ἐπέλθῃ μετὰ χρόνον πολὺν, τί θὰ πράξωμεν; πῶς θὰ ζήσωμεν; εἶναι ἀπελπιστικόν. Ἡ Κυβέρνησις, ἐνῷ βλέπει, ὅτι ὑπάρχει ἔλλειμμα σταθερὸν, καὶ ὁμολογεῖ, ὅτι δύναται νὰ τὸ θεραπεύσῃ, καὶ δὲν εὑρίσκει οὐδὲν μέσον, πῶς λέγει τοιαῦτα μετ’ ἀδιαφορίας· μάλιστα ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει σπουδαίως νὰ σκεφθῇ περὶ τῆς καταστάσεως αὐτῆς. Λοιπὸν, ὅταν ἡ Κυβέρνησις, ἐπαναλαμβάνω, μᾶς λέγῃ, ὅτι τὸ ἔλλειμμά μας εἶναι σταθερὸν, οἱ φόροι ἐξηντλήθησαν, οὐδεὶς μᾶς μένει πόρος, καὶ ἀνομολογεῖ τὴν οἰκονομικὴν ἀνικανότητά της, δὲν προξενεῖ φόβον; παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ σκεφθῇ καλῶς περὶ τούτου. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ὁ κ. Τρικούπης ἀδίκως μὲ ἐμέμφθη, διότι ἀνέπτυξα τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ὁ ἴδιος ἐξέφρασε προκληθεὶς ἀπὸ τὸν κ. Ζαΐμην καὶ ἡ ὁποία εἶναι ἀπελπιστικὴ, καὶ εἰς κακὰ ἀποτελέσματα βεβαίως θὰ ὁδηγήσῃ τὸν τόπον.
§173ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μολονότι ἠδυνάμην νὰ ὑποληφθῶ ὡς συντελῶν εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ ἐλλείμματος, ἢ ὡς συντελῶν εἰς τὸν μὴ περιορισμὸν τοῦ ἐλλείμματος, διότι δὲν ἀπέχω ἀπὸ τὴν συζήτησιν, καὶ τοιουτοτρόπως γίνομαι ἀφορμὴ νὰ παρατείνηται αὕτη, μόλα ταῦτα ἠναγκάσθην νὰ λάβω τὸν λόγον, διὰ νὰ σᾶς ἀνακοινώσω παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ὀφείλω καὶ ἕνεκα τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἕνεκα τῆς εἰσαγωγικῆς ἐκθέσεως αὐτοῦ νὰ φέρω εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπαντῶν πρὸ μικροῦ εἰς τὸν κ. Κουμουνδοῦρον τῷ εἶπε: μὴ μεριμνᾷς περὶ τοῦ περιορισμοῦ τοῦ ἐλλείμματος καὶ μὴ δυσφορῇς, ἂν τὸ ἔλλειμμα θέλει αὐξήσει διὰ τῶν τόκων καὶ τοῦ χρεωλυσίου τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον σᾶς προτείνω νὰ συνομολογήσητε, ἐξ ἐναντίας θέλεις συντελεῖ εἰς τὸν περιορισμὸν τοῦ ἐλλείμματος, ἂν ἄφινες νὰ τελειώσωμεν ἄνευ συζητήσεως τὸ νομοσχέδιον περὶ αὐξήσεως τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν. Κατὰ δυστυχίαν εἶμαι ἠναγκασμένος καὶ ἐπὶ ἐκείνου τοῦ νομοσχεδίου νὰ λάβω τὸν λόγον, διότι καὶ τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου θεωρῶ ἄδικον καὶ μὴ στηριζομένην ἐπὶ τῶν ὅρων ἐκείνων, ἐπὶ τῶν ὁποίων αἱ βάσεις τῶν φορολογικῶν νομοσχεδίων πρέπει νὰ στηρίζωνται. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι τρέχω τὸν κίνδυνον νὰ ἐκληφθῶ ὡς συντελῶν εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ ἐλλείμματος. Ἀνέγνων τελευταῖον ἐφημερίδα, τῆς ὁποίας οἱ συγγραφεῖς ἐπιθυμοῦντες νὰ κατευνάσωσι καὶ νὰ καθησυχάσωσειν ἀνησυχίας καὶ φόβους, οἵτινες ἠγέρθησαν ἔν τινι ἐπικρατείᾳ συνεπείᾳ τῆς πολιτικῆς μεταβολῆς τῆς συντελεσθείσης τελευταῖον ἐν Ἀγγλίᾳ, ἔλεγον, ὅτι αἱ ἀντιπολιτεύσεις μετατρεπόμεναι εἰς Κυβερνήσεις, τροποποιοῦσι τὰς γνώμας αὐτῶν, διότι ὑποβάλλονται εἰς τὸ βάρος τῆς συνειδήσεως τῶν πραγμάτων καὶ ὑπὸ τὸν κύλινδρον τῶν ἀναγκῶν τῆς διοικήσεως καὶ τῆς κυβερνήσεως. Δὲν ἐξιππάζομαι λοιπὸν βλέπων διαφορὰν πρὸς τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἄλλοτε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς σᾶς ἀπήγγειλεν, ὁμιλῶν κατὰ τῆς ἐνεργείας τοῦ προκατόχου ὑπουργείου, τῆς ἐνεργείας πρὸς διάθεσιν τῶν χρημάτων τοῦ δανείου τῶν 60,000,000. Τότε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὡς βουλευτὴς Μεσσολογγίου, σᾶς εἶπεν, ὅτι ὑπῆρξε κακὴ διάθεσις τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα συνελέξαμεν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 60,000,000, διότι ἐδόθησαν ἀπέναντι τῶν πρὸς τὰς τραπέζας δανείων, καὶ ἐντεῦθεν, ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις ἐπλήρωνεν 8%, ὠφελεῖτο μόνον 1%, ὑπεστήριζε δ’ ὅτι, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἔβλεπεν, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν ἐκ τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα ἐπορίσθη ἐκ τοῦ δανείου τῶν 60,000,000, νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπιχειρήσῃ πρᾶξιν τοσοῦτον ἐπιζήμιον εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου. Καὶ ἄλλοτε πάλιν ὁμιλῶν περὶ τοῦ δανείου τῶν 60,000,000 καὶ περὶ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, σᾶς εἶπεν, ὡς ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας οὐδὲν χρησιμεύει, ὅταν οἱ προϋπολογισμοὶ τῶν Κρατῶν βαρύνωνται ἀπὸ ἐλλείμματα. Ἀλλὰ σήμερον συμβαίνει νὰ συμφωνῇ μὲ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν εἴχομεν τότε, καὶ νὰ ἀνευρίσκῃ, ὅτι ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας εἶναι λυσιτελής. Εἶναι ἀληθῶς λυσιτελὴς ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, διότι ἀπαλλάσσει τοὺς τόπους, ἐντὸς τῶν ὁποίων ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία λειτουργεῖ, ἀπὸ φορολογίαν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἐκ τῶν προτέρων γνωστὴ εἰς τοὺς φορολογουμένους καὶ ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται ἀνίσως. Ἡ φορολογία αὕτη εἶναι ἡ ὑπερτίμησις τοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος πρὸς τὸ παριστάνον τὸ νόμισμα γραμμάτιον. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἡμεῖς ὑπεβλήθημεν εἰς τὴν φορολογίαν ταύτην, καὶ ὅτι τότε οἱ συναλλασσόμενοι ἠναγκάζοντο νὰ πληρώνωσι δραχμὴν μίαν καὶ 29 λεπτὰ τὸ φράγκον καὶ δραχμὰς 31 καὶ 60 λεπτὰ τὴν λίραν, δηλ. νὰ πληρώνωσι 3 καὶ πλέον δραχμὰς περισσότερον τῆς διατιμήσεως τῆς ἐπισήμου εἰς ἑκάστην λίραν ἀγγλικὴν, καὶ δέκα καὶ ἑπτὰ λεπτὰ περισσότερον τῆς διατιμήσεως διὰ τὸ φράγκον. Ἡ διαφορὰ αὕτη ἐπεβάρυνε τὰς συναλλαγὰς, καὶ ἡ φορολογία αὕτη ἐπεβάλλετο εἰς τοὺς συναλλαττομένους ἀπέναντι ὠφελείας, τὴν ὁποίαν τὸ δημόσιον ἐπορίζετο τοῦ νὰ πληρώνῃ εἰς τὰς Τραπέζας τὸν τόκον 1%, ἀντὶ 8%. Ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας λοιπὸν ἀπαλλάσσει τὸν τόπον καὶ τὸ ἐμπόριον ἀπὸ τὴν ἐπαχθῆ αὐτὴν φορολογίαν. Χρησιμεύει ὅμως καὶ δι’ ἄλλο, διότι αἴρει τὴν ἄρνησιν τῆς οἰκονομικῆς πίστεως τοῦ τόπου. Ἂς ἐξετάσωμεν τώρα ἂν διὰ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, τὴν ὁποίαν σκοπεῖ ἡ Κυβέρνησις νὰ κατορθώσῃ διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον προβάλλει, ἂς ἐξετάσωμεν ἂν καρπώμεθα τὰ δύο ταῦτα καλά, διότι, ψηφιζομένου τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἐγκρινομένου τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις προβάλλει μὲ τὴν ἐθνικὴν Τράπεζαν, ὅπως πληρώσῃ τὸ ὑπόλοιπον τῶν χρεῶν πρὸς τὴν ἐθνικὴν καὶ Ἰονικὴν Τράπεζαν, ἀναλαμβάνει τὴν ὑποχρέωσιν τῆς πληρωμῆς τόκου, καὶ ἐπειδὴ, κατὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τὰ χρέη πρὸς τὰς Τραπέζας ἀνέρχονται εἰς 16,200,000, ἡ διαφορὰ τοῦ τόκου μεταξὺ τοῦ ἑνὸς τοῖς ἑκατὸν, τὸν ὁποῖον ἐπλήρονε, καὶ τοῦ 7%, τὸν ὁποῖον θέλει πληρόνει διὰ τοῦ συνομολογηθέντος δανείου, ἀναβαίνει εἰς 970,000. Λοιπὸν ἂς ἐξετάσωμεν ἂν πρέπῃ νὰ ὑποβληθῶμεν εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν 970,000, καὶ ὑποβαλλόμενοι, ποίους καρποὺς ἀποκτῶμεν. Ἐν πρώτοις ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, τό γε νῦν ἔχον, δὲν εἶναι παντάπασιν ἐπαισθητὴ καὶ βαρεῖα εἰς τὸ ἐμπόριον καὶ τὰς συναλλαγάς, ἀφοῦ ἐπληρώθησαν τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἐπορίσθη ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἀπὸ τὸ δάνειον τῶν 60,000,000, καὶ ἀφοῦ ἀναλόγως τῶν γενομένων πληρωμῶν περιωρίσθη ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ τραπεζικῶν γραμματίων. Διότι ἔκτοτε ἀποκατεστάθη ἡ ἰσοῤῥοπία μεταξὺ τῶν δύω ἐν κυκλοφορίᾳ εἰδῶν τοῦ νομίσματος, ἤτοι τοῦ μεταλλικοῦ καὶ τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου, ἐντεῦθεν δ’ ἠλαττώθη ἐπὶ πολὺ ἡ ὑπερτίμησις τοῦ μεταλλικοῦ. Αἱ συναλλαγαὶ λοιπὸν καὶ τὸ ἐμπόριον τώρα δὲν ὑφίστανται ζημίαν, ἐξακολουθούσης τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Εἰς τὴν τοιαύτην νομισματικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου συνετέλεσε καὶ ἄλλο τι, συνετέλεσεν ἡ δι’ ἄλλων ὁδῶν εἰσαγωγὴ κεφαλαίων ἐν Ἑλλάδι, ἡ ὁποία καὶ αὐτὴ ἐχρησίμευσεν εἰς τὴν κατάπαυσιν τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Αἴροντες λοιπὸν τώρα τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν δὲν ἐλευθεροῦτε τὸν τόπον ἀπὸ φορολογίαν τινὰ, διότι δὲν ὑφίσταται τοιαύτη· ἀλλὰ πλὴν τούτου νομίζω, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ συγκομίσωμεν καὶ τὸ ἄλλο πλεονέκτημα, τὸ ὁποῖον ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας εἰς τὰ Κράτη ἀλλαχοῦ ἐπάγει. Ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ὡς ἄρνησις τῆς οἰκονομικῆς πίστεως τοῦ τόπου, εἶναι κατάστασις ἐπικίνδυνος, τὴν ὁποίαν πᾶσα ἐνδεχομένη πολιτικὴ ἢ οἰκονομικὴ μεταβολὴ δύναται νὰ μεταβάλῃ εἰς πολλῷ χείρονα, καὶ νὰ ἐπιφέρῃ μεγάλας καταστροφάς. Εὐτυχῶς ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ τόπου δὲν εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ μᾶς ἀπειλῇ διὰ συμβεβηκότων, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ χειροτερεύσωσιν ἐπὶ τοσοῦτον, ἕνεκα τῆς ἐξακολουθήσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου· ἄλλως τὸ ποσὸν τῶν χρημάτων, τὸ ὁποῖον ὀφείλομεν ἀκόμη εἰς τὰς δύο τραπέζας, εἶναι τόσῳ μικρόν, ὥστε ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ προσπορισθῇ καὶ νὰ ἀποτίσῃ τὸ χρέος της τοῦτο. Ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις εἶχεν εἰς τὴν διάθεσίν της 24 χιλ. μετοχὰς, αἱ ὁποῖαι παρίστων 12,000,000 ὀνομαστικὸν κεφάλαιον. Ἠδύνατο νὰ πορισθῇ ἐξ αὐτῶν κεφάλαιον ὀλίγον ὑποδεέστερον τῶν 12,000,000, καὶ ἠδύνατο ποριζομένη μικρόν τι ἀκόμη νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Ἔκρινα ὅμως ἐγὼ τουλάχιστον ὡς ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διότι ὁ κ. Κουμουνδοῦρος καὶ σήμερον ἐξέφρασε γνώμην ἐναντίαν, καὶ τοιαύτην εἶχε καὶ τότε, ἐνόμισα, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ προβῶ εἰς τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ὄχι μόνον διὰ τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ἡ τράπεζα ἐπρότεινεν, ὅτι εἶναι συμφέρον οἰκονομικὸν νὰ μὴ ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, διότι τὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον εἰς τὰς τραπέζας, δὲν ἦσαν τοσαῦτα, ὥστε νὰ ἀντιστῶσιν εἰς τὴν συγκίνησιν, τὴν ὁποίαν ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἤθελεν ἐπιφέρει, ἀλλὰ καὶ διότι ἀκόμη ἐφρόνουν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ βαρύνωμεν ἐφέτος τοὐλάχιστον τὸ ταμεῖον διὰ τῆς πληρωμῆς τῶν τόκων τοῦ ποσοῦ, ὅπερ ἠθέλομεν δανεισθῆ πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Λοιπὸν ἐγὼ συμφωνῶ, ὡς βλέπετε, μὲ τὸν ἐξ Αἰγιαλείας βουλευτὴν κ. Μεσσηνέζην, δηλαδὴ νομίζω, ὅτι ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας δὲν εἶναι ἀναγκαία, τό γε νῦν ἔχον, πρὸς ἡμᾶς, καὶ ἑπομένως, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἀναβάλωμεν αὐτὴν καὶ ν’ ἀποφύγωμεν τὴν πληρωμὴν τοῦ τόκου, τὸν ὁποῖον ὀφείλομεν νὰ πληρώσωμεν συνομολογοῦντες τὸ δάνειον, ἐκ τοῦ ὁποίου θὰ πορισθῶμεν τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ πληρώσωμεν εἰς τὰς δύο τραπέζας. Καὶ ἔχω τὴν γνώμην ταύτην τὴν σύμφωνον μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. Μεσσηνέζη, ἐνθαῤῥυνθεὶς ἰδίως ἀπὸ τὴν πεποίθησιν, τὴν ὁποίαν ἔχω, ὅτι ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας πρόσκειται προχείρως κατὰ πᾶσαν στιγμὴν καὶ ὥραν εἰς τὴν διοίκησιν τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων τῆς Ἑλλάδος, διότι τὸ ποσὸν τὸ ὀφειλόμενον εἰς τὰς Τραπέζας εἶναι ἐλάχιστον, καὶ δύναται εὐκόλως τὸ Κράτος νὰ τὸ προσπορισθῇ. Οἱ γενικοὶ λόγοι, τοὺς ὁποίους ὁ κ. Τρικούπης προέτεινεν εἰς τὴν Βουλὴν, διὰ νὰ πείσῃ αὐτὴν νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον, εἶναι ὀρθοί. Μετὰ τὰς οἰκονομικὰς ἀνωμαλίας, αἱ ὁποῖαι συνέβησαν ἐν τῇ Τουρκίᾳ καὶ κατὰ τὴν διοίκησιν τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων τῆς Αἰγύπτου, βεβαίως περιωρίσθη ἡ χώρα τῆς Ἀνατολῆς, ἡ ὁποία εἵλκυε τὴν προσοχὴν τῶν κεφαλαίων τῆς Δύσεως, καὶ ἡ ὁποία προωρίζετο ὑπ’ αὐτῆς πρὸς ἐκμετάλλευσιν· ἑπομένως ἡ χώρα τοῦ ἑλληνικοῦ βασιλείου ἑλκύει, τό γε νῦν ἔχον, τὴν προσοχὴν τῶν ξένων κεφαλαίων. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνος ὁ λόγος οὗτος, ὅστις ἐπήνεγκε τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο. Ἑλκύει ἰδίως ἡ Ἑλληνικὴ ἐπικράτεια σήμερον περισσότερον τὰ ἀλλοδαπὰ κεφάλαια, καὶ ἕνεκα τῶν δύο οἰκονομικῶν ἐπιχειρήσεων, τὰς ὁποίας τὸ προκάτοχον ὑπουργεῖον ἔκαμε τῇ ἐπινεύσει τῆς Βουλῆς. Ἡ σύμβασις περὶ τῶν δανείων τοῦ 1824 καὶ 1825, ἥτις καὶ ἂν δὲν παρήγαγεν ἀκόμη τὰ ψηλαφητὰ καὶ ἐμπειρικὰ ἀποτελέσματα τοῦ συμβιβασμοῦ, ἀνεβίβασεν ὅμως τὴν οἰκονομικὴν πίστιν τοῦ Κράτους, καὶ τὸ δάνειον τῶν 60,000,000, τὸ ὁποῖον εἶναι δεκτὸν εἰς τὸ χρηματιστήριον τῶν Παρισίων, καὶ συνεπήγαγε τὴν ἀναγραφὴν ἐν αὐτῷ καὶ τῶν ἑλληνικῶν ἀξιῶν. Δὲν πρέπει νὰ σᾶς ἀποκρύψω, ὅτι καὶ πολιτικοὶ λόγοι ἐνισχύουσι τὴν τοιαύτην τροπὴν τῶν κεφαλαίων πρὸς τὴν Ἑλλάδα, γνωρίζετε δὲ τοὺς πολιτικοὺς τούτους λόγους καὶ τὴν ἱστορίαν αὐτῶν. Ἡ τροπὴ αὕτη κατέστησεν εὔκολον τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα τελευταῖον συνωμολόγησε. Δὲν δύναμαι νὰ φέρω γνώμην ἐπὶ τοῦ δανείου τούτου, διότι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δὲν καλεῖται νὰ γνωμοδοτήσῃ ἐπ’ αὐτοῦ, καὶ διότι ἄλλως εἶναι ὑπόθεσις ἀφορῶσα τὴν Τράπεζαν ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ ὅμως, δὲν ἀποκρύπτω τὴν γνώμην μου, ὅτι δὲν θεωρῶ τὴν πρᾶξιν ὡς μαρτυροῦσαν τοιαύτην τροπὴν τῶν κεφαλαίων πρὸς ἡμᾶς, οἵας ἔχομεν ἀνάγκην, καὶ ὁποία δύναται νὰ συμβιβάζηται μὲ τὰ συμφέροντα τὰ οἰκονομικὰ τοῦ τόπου. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου λοιπὸν ἡ γνώμη μου εἶναι ν’ ἀναβάλωμεν τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου, διότι νομίζω συμφέρον ν’ ἀναβάλωμεν τοὐλάχιστον κατὰ τὸ 1880 τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, διὰ ν’ ἀποφύγωμεν ν’ αὐξήσωμεν τὸ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1880 φέρει· τὸ δὲ ἔλλειμμα τοῦτο μοὶ φαίνεται, ὅτι μέχρι τοῦδε ὑπέστη πολλὰς ἀλλοιώσεις καὶ μεταβολάς. Ἂν τὸ προκάτοχον ὑπουργεῖον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, τὸν ὁποῖον παρουσίασε, προϋπελόγισεν εἰς 10,000,000 περίπου, τὰ ὁποῖα ἡ μετὰ τῶν ἐσόδων τοῦ κράτους καταχώρισις τῶν εἰσπράξεων τῆς ὁδοποιΐας περιώρισεν εἰς 9,500,000· διὰ δὲ τῶν νόμων τῶν φορολογικῶν, τοὺς ὁποίους σᾶς προέβαλε καὶ δι’ ὧν προϋπελόγιζε, ὅτι ἔμελλον νὰ εἰσπραχθῶσι δραχ. 3,700,000, ἑπομένως νὰ ἐπιτευχθῇ ἐλάττωσις τοῦ ἐλλείμματος μόνον εἰς 6,000,000, καὶ ἂν διὰ τῶν οἰκονομιῶν, τὰς ὁποίας ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ σᾶς προέβαλε, κατεβιβάζετο τὸ ἔλλειμμα εἰς 2 ἢ 3,000,000· τέλος πάντων ἂν τὸ ἔλλειμμα τὸ τοιοῦτον τοῦ 1880 διὰ τῶν μεταβολῶν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὰς ὁποίας τὸ ἐνεστὼς ὑπουργεῖον σᾶς προβάλλει, ὑπελογίσθη ὑπὸ τοῦ ἐνεστῶτος ὑπουργείου, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι ἐκ 5,000,000 μόνον, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἔχω βασίμους λόγους νὰ ὑποπτεύω, ὅτι δὲν εἶναι πλέον εἰς τόσον ποσὸν, καὶ ὅτι κατὰ τὸ τέλος τοῦ ἔτους θέλει εἶσθαι πολλῷ περισσότερον τῶν 5,000,000 μετὰ τὰ διάφορα νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε ἐψηφίσθησαν παρὰ τῆς Βουλῆς· διὰ τοῦτο περισσότερον ἐπιθυμῶ ν’ ἀποφύγωμεν νὰ προσθέσωμεν εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους τὸ ποσὸν τῶν 970,000. Χρεωστῶ, πρὶν περάνω, ν’ ἀντείπω εἰς παραβολήν τινα, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Τρικούπης, εἰσηγούμενος τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ δανείου τῶν 21,000,000, ἐποιήσατο· ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἐνόμισε καλὸν νὰ παραβάλῃ τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον σᾶς προτείνει νὰ ἐγκρίνητε, νὰ τὸ παραβάλῃ πρὸς δύω προγενέστερα δάνεια, πρὸς τὸ δάνειον τῶν 26,000,00 καὶ πρὸς τὸ δάνειον τῶν 60,000,000· ἡ προαίρεσις μοῦ φαίνεται ἀρκετὰ σκόπιμος, καὶ δὲν ἔχω νὰ εἴπω τίποτε, διότι βεβαίως ὁ κ. Τρικούπης θέλει λάβει ὡς ἀποτέλεσμα τῆς συγκρίσεως τὴν ὑπεροχὴν τοῦ δανείου του· τὸ δάνειον τῶν 26 ἑκατ. συνωμολογήθη εἰς 81% ἐπὶ τοῦ ὀνομαστικοῦ, τὸ δάνειον τῶν 60,000,000 ἐξεδόθη εἰς 78 καί τι πλέον τοῖς 00· ὁ κ. Τρικούπης συνωμολόγησε τὸ δάνειον εἰς 85%, ἑπομένως ἡ ὑπεροχὴ τοῦ δανείου τοῦ κ. Τρικούπη εἶναι ἀνωμολογημένη, καὶ ὁ σκοπὸς αὐτοῦ διὰ τῆς συγκρίσεως πληροῦται ἐντελῶς. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἔσφαλε, διότι τὰ στοιχεῖα, πρὸς τὰ ὁποῖα παρέβαλε, δὲν εἶναι ἐκεῖνα, πρὸς τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ παραβάλῃ τὸ δάνειόν του. Τὸ δάνειον τῶν 60,000,000, ὅταν ἐξεδόθη, διενεμήθη μὲν μεταξὺ 78–80%, ἐπωλήθη δὲ μέρος αὐτοῦ πρὸ τῆς ἐκδόσεως εἰς τοὺς ἐκδόντας πρὸς 73½ καὶ 74%, χωρὶς νὰ ὑπολογισθῇ ἡ προμήθεια. Ὁ ὅρος οὗτος εἶναι πολὺ ὑποδεέστερος τοῦ ὅρου, τὸν ὁποῖον συνωμολόγησεν ὁ κύριος Τρικούπης. Ἀλλ’ ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, καὶ ὁ κ. Τρικούπης ἰδίως, μὲ ἤλεγξε καὶ ἠθέλησε νὰ μὲ παραστήσῃ ὡς περιπεσόντα εἰς σημαντικὴν ἔλλειψιν, διότι δὲν μετέβην εἰς τὸ τηλεγραφεῖον νὰ ἐμποδίσω νὰ δημοσιευθῶσι τηλεγραφήματα, ἂν δὲν ἐξέταζον προηγουμένως τὸ περιεχόμενον αὐτῶν. Καὶ συνέβη τότε ἓν ἢ δύω τηλεγραφήματα νὰ δημοσιευθῶσιν ἐν τῇ πόλει καὶ νὰ μεταδώσωσιν εἰδήσεις μὴ ἀκριβεῖς, εἰδήσεις περὶ τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ γενομένων ἐγγραφῶν. Ἡ δὲ ἀντιπολίτευσις, ἡ τότε, εἶπεν, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο ἀφῆκε τὸ κοινὸν νὰ πλανηθῇ ἀπὸ τὰς εἰδήσεις ἐκείνας καὶ νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὸ δάνειον τῶν 60,000,000, ἕνεκα δὲ τούτου νὰ ὑποκύψῃ εἰς μεγάλας ζημίας, διότι ἐνεγράφετο εἰς δάνειον ἐπὶ 78 μέχρις 80, ἐνῷ αὐτὸ ἤθελεν ὑποτιμηθῆ κατόπιν σημαντικῶς. Ἀλλὰ τὰ μετὰ ταῦτα ἀπέδειξαν, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν εἶχε δίκαιον καὶ αἱ ἐπικρίσεις της ἦσαν ἄδικοι. Καὶ ἀληθῶς ἔχετε εἰδήσεις τώρα, ὅτι τὸ δάνειον τῶν 60,000,000 ἐγγράφεται εἰς τὸ χρηματιστήριον τῶν Παρισίων ἐπὶ τιμῇ πολὺ ἀνωτέρᾳ τῆς ἐκδόσεώς του· τοῦτο δὲ ἀποδεικνύει πρῶτον, ὅτι δὲν ἐπῆλθον αἱ καταστροφαί, τὰς ὁποίας ἡ ἀντιπολίτευσις προέβλεπε, κατακρίνουσά με, διότι δὲν ἐμπόδισα τὰ τηλεγραφήματα, ἤτοι διότι δὲν ἀνέλαβον ἐξουσίαν λογοκρισίας, ἣν δὲν εἶχον, δεύτερον, ὅτι τὸ δάνειον ἔχει ἀξίαν ἀγοραίαν φράγκων 425. Ἀλλ’ ἀφοῦ τὸ δάνειον τῶν 60 000,000 ἔχει ἀγοραίαν ἀξίαν φράγκων 425, πῶς ἦτο δυνατὸν ὁ κ. Τρικούπης νὰ συνομολογήσῃ τὸ δάνειόν του πρὸς τὰς Τραπέζας εἰς τιμὴν ὑποδεεστέραν τῶν 425, καὶ ἰδίως εἰς τὴν τιμὴν τοῦ δανείου τῶν 26 ἑκατομμυρίων, ἤτοι τὴν τοῦ 81%, ἢ εἰς τὴν τιμὴν τοῦ δανείου τῶν 60,000,000, ἤτοι τὴν τοῦ 78½ τοῖς ἑκατόν; Αἱ οἰκονομικαὶ περιστάσεις δὲν εἶναι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ἦσαν ὅτε συνωμολογήθη τὸ δάνειον τῶν 60,000,000 ἢ τὸ δάνειον τῶν 26,000,000, διὰ νὰ λάβητε τὰ δύο ταῦτα δάνεια ὡς ὅρον συγκρίσεως, καὶ λαβόντες τὰ δάνεια τῶν δύο τούτων ἐποχῶν ὡς στοιχεῖα συγκρίσεως, εἴτε περιαυτολογεῖτε ματαίως, εἴτε πράττετε πρὸς τοὺς προκατόχους σας ἄδικον. Γίνεται δι’ ἀναστάσεως δεκτὴ ἡ ἀρχή, εἶτα δὲ καὶ τ’ ἄρθρα 1 καὶ 2 τοῦ νομοσχεδίου. Ἄρθρον 3.
§174ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Πρωθυπουργός). Προτείνω τὴν ἑξῆς προσθήκην: «Ἀπαγορεύεται ἡ ἔκδοσις ἀντιγράφων τῶν ὁπωσδήποτε ἀπολεσθέντων τίτλων ὁμολογιῶν. Αἱ ὁμολογίαι φέρουσι τὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπογραφήν, ἥτις δύναται νὰ τεθῇ καὶ διὰ σφραγιστῆρος, καὶ τὴν τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ γεν. Λογιστηρίου.»
§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται ἡ Βουλὴ τὸ 3 ἄρθρον μετὰ τῆς προσθήκης τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ;
§176ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα. Γίνονται δι’ ἀναστάσεως δεκτὰ καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου.
§177ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον θὰ κάμωμεν συνεδρίασιν;
§178ΕΤΕΡΟΙ. Ὄχι.
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ πρέπει νὰ τὸ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ.
§180ΒΑΛΤΙΝΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Δὲν εἶναι ἀπαρτία.
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε ν’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
§182ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀφοῦ δὲν ἔχουσι διάθεσιν νὰ ἔλθωσιν, ὅπερ ἀποδεικνύει ἡ ἔνστασις αὕτη, εἶναι περιττὸν ν’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 8 μ. μ.