1880.03.19
1,986 rows · 16,125 words · 180 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 90
τῆς 19 Μαρτίου 1880.
(Τετάρτη.)
Ὥρα 2 μ. μ.
Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐνεκρίθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς κ. Καρυστινάκης ὑποβάλλει πρότασιν νόμου περὶ ἐλαττώσεως τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους τῶν ἀλεύρων. Διάφοροι Κρῆτες κατοικοῦντες ἐν Σύρῳ δηλοῦσιν, ὅτι θέλουν μεταφέρει τὰ δικαιώματά των καὶ τὴν κατοικίαν των εἰς τὸν Ἀδάμαντα πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ἀπαιτουμένου ἀριθμοῦ πρὸς ἐκλογὴν ἑνὸς Βουλευτοῦ. Θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν.
§2ΚΟΡΙΖΗΣ. Γνωστὸν εἶναι, κύριοι, ὅτι αἱ ἔκτακτοι περιστάσεις, κακῶς ἐκτιμηθεῖσαι ὑπὸ τοῦ τότε ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ἐπροκάλεσαν τὴν μεταφορὰν τοῦ Ναυστάθμου ἐκ Πόρου εἰς Σαλαμῖνα· ἀλλ’ ἐπίσης γνωστὸν εἶναι, ὅτι τὸ περὶ ὀριστικῆς ἐγκαταστάσεως ζήτημα δὲν ἐκανονίσθη ἔτι, ὡς τοῦτο προκύπτει ἐκ τοῦ ἐκδοθέντος σχετικοῦ Β. Διατάγματος. Ἐφ’ ὅσον ὅμως τὸ ζήτημα ἤρτηται, οὐ μόνον δαπάναι προσγίνονται ὑπέρογκοι καὶ ἄγονοι, ἀλλὰ καὶ ὅλον τὸ προσωπικὸν, συγκείμενον ἐκ 400 περίπου ἀνδρῶν, διατελεῖ ἐν κακουχίαις, ἠναγκασμένων τῶν ἀνδρῶν νὰ ζῶσιν ἐν δωματίοις, δίκην καταδίκων. Ἐπειδὴ τοιαύτη τις κατάστασις εἶναι ὄντως ἀφόρητος, καθῆκον ἔχω νὰ ζητήσω διασαφήσεις παρὰ τῆς Κυβερνήσεως τί διανοεῖται νὰ πράξῃ ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, κατόπιν μάλιστα τῶν σχετικῶν ἐκθέσεων, αἵτινες ὑπεβλήθησαν παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου διευθυντοῦ τοῦ Ναυστάθμου εἰς τὴν Κυβέρνησιν, παριστῶσαι τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων ὡς ἐξέθετα αὐτήν, καὶ τὰς ὁποίας παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις, μὴ λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν τὰς ὑπερόγκους δαπάνας καὶ ζημίας, αἵτινες προσγίνονται, οὐδόλως, ὡς πληροφοροῦμαι, διανοεῖται τὴν ἐπαναφορὰν τοῦ Ναυστάθμου, περιορισθεῖσα μόνον εἰς τὴν ἀπάλειψιν τῆς σχετικῆς πιστώσεως περὶ κατασκευῆς δεξαμενῆς. Ὅθεν ἐπιθυμῶ, ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἀπαντήσῃ ἐπὶ τῶν πληροφοριῶν ἃς ἔχω, τουτέστιν ἂν ἀληθῶς δὲν διανοῆται τὴν ἐπαναφορὰν τοῦ ναυστάθμου εἰς Πόρον, ναὶ ἢ οὔ, ἐπιφυλασσόμενος νὰ ἐπανέλθω ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου ἐκτενέστερον.
§3Θ. ΖΕΡΒΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἀπὸ τὴν ἀρχὴν τῆς παρούσης Συνόδου εἰσήχθησαν τρία νομοσχέδια, ἀφορῶντα τὴν κατάστασιν Κερκύρας· τὸ μὲν ἓν εἶναι περὶ διανομῆς τῆς ἐπικοίνου ἐγχωρίου περιουσίας, ἥτις μᾶς καθυστερεῖ τόσα ἔτη τὴν ἀνάλογον μερίδα μας, ἡμῶν τῶν χωρικῶν. Τὸ δεύτερον εἶναι περὶ φόρων καταλλήλων πρὸς διατήρησιν τῶν δήμων Κερκύρας· ἀφωμοιώθημεν καὶ ἡμεῖς ἀπὸ τὰ 1866, καὶ κανένα φόρον δὲν ἐλάβομεν ἀπὸ τὴν ἐγχώριον περιουσίαν, οὔτε ἀπὸ τοὺς φόρους τῶν καταναλισκομένων ὠνίων, οἵτινες ἀποῤῥοφῶνται ἀπὸ τοὺς κατοίκους τῆς μόνης πόλεως. Εἰσήξαμεν λοιπὸν καὶ νόμον τοιοῦτον ἀπὸ τὴν ἀρχὴν τῆς παρούσης Συνόδου, ὃν ἐπεξειργάσθη ἡ ἁρμοδία ἐπιτροπή. Ἔχομεν τρίτον νομοσχέδιον, κύριοι, ἀποβλέπον τὴν θέλησιν 256,000 λαοῦ Ἑπτανησίου· τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι τὸ περὶ συστάσεως πιστωτικῆς τραπέζης, ἥτις περιμένεται ἀπὸ ὅλον τὸν λαὸν τῆς Ἑπτανήσου μὲ μεγάλην ἀγωνίαν. Τὰ τρία αὐτὰ νομοσχέδια εἶναι ἐπεξειργασμένα ἀπὸ τὰς ἁρμοδίας ἐπιτροπὰς, αἵτινες ἔφερον καὶ τὰς ἀναλόγους ἐκθέσεις. Εἶναι λοιπὸν δίκαιον ἡ Βουλὴ πρὸ παντὸς ἄλλου νομοσχεδίου καὶ προτάσεως νὰ προτάξῃ αὐτὰ, ἅτινα εἶναι λίαν κατεπείγοντα διὰ τὸν λαὸν τῆς Ἑπτανήσου, ἰδίως διὰ τὴν Κέρκυραν. Συζητοῦμεν, κύριοι, νομοσχέδια οὐδενὸς λόγου ἄξια. Ἐὰν ἦτο ὁ προϋπολογισμὸς, μάλιστα, εἴχομεν ἀπόφασιν νὰ συζητήσωμεν· ἀλλὰ προηγοῦνται νομοσχέδια, ἅτινα ἔχουσι μικροτάτην ἀξίαν.
§4ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Παραδείγματος χάριν.
§5Θ. ΖΕΡΒΟΣ. Τὰ ἠξεύρετε, εἶναι ἐκεῖνα, ἅτινα σᾶς εἶπον ὅτι εἶναι πρὸ δύο μηνῶν· ἔρχονται δὲ ὁλονὲν ἄλλα νομοσχέδια, κανὲν νομοσχέδιον δὲν ἦλθεν εἰς τὴν παροῦσαν Σύνοδον, ἐὰν δὲν ἔχῃ ἓν συμφέρον, μίαν ἰδιοτέλειαν (θόρυβος). Ἕνεκα λοιπὸν τῶν ἐκτεθέντων, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ προτάξῃ σήμερον τὰ νομοσχέδια αὐτὰ, διότι εἶναι νομοσχέδια, ὡς σᾶς εἶπον, ἐνδιαφέροντα πολὺν λαόν.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί ἀριθμὸν ἔχουν τὰ νομοσχέδιά σας; τὸ ἓν ἔχει ἀριθμὸν 15.
§7Θ. ΖΕΡΒΟΣ. Τὸ ἄλλο ἔχει ἀριθμὸν 2 καὶ τὸ ἄλλο 6.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποστηρίζεται ἡ πρότασις τοῦ κ. Ζερβοῦ ἀπὸ 10;
§9ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ζητήσω λοιπὸν τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς.
§11ΠΟΛΥΛΑΣ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε.—Δὲν ἔχω, κύριοι, ἐναντίαν γνώμην ὅπως τεθῶσιν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὰ νομοσχέδια περὶ διανομῆς τῆς ἐγχωρίου περιουσίας καὶ περὶ φόρων τῶν δήμων, καθόσον ἤδη αἱ ἁρμόδιαι ἐπιτροπαὶ τὰ ἐπεξειργάσθησαν· ἀλλὰ παρατηρῶ, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ ὁρίσητε ἡμέραν πρὸς συζήτησιν, καθόσον τὸ νομοσχέδιον περὶ διανομῆς τῆς ἐγχωρίου περιουσίας ὑπεβλήθη εἰς πολλὰς τροπολογίας, εἶναι δ’ ἀδύνατον εἰς ἡμᾶς τοὺς ἰδίους Βουλευτὰς τοὺς ἀμέσως ἐνδιαφερομένους νὰ τὸ συζητήσωμεν σήμερον λόγου χάριν· νὰ ὁρίσητε λοιπὸν ἡμέραν συζητήσεως, καὶ δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν, οὔτε ἀντιτείνω ἐγὼ τουλάχιστον. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν σύμβασιν μετὰ τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης, νομίζω ὅτι αὐτὸ εἶναι ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἂς κάμῃ ἡ Κυβέρνησις ὅ,τι θέλει.
§12ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἴμεθα εἰς συνεννόησιν μὲ τὸν κ. διευθυντὴν τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης· μάλιστα μᾶς ὑπέβαλε νέαν τροπολογίαν τῆς εἰσαχθείσης τροπολογίας. Σήμερον δὲν ἔλαβον τὴν εὐχαρίστησιν νὰ ἴδω τὸν κ. Δούμαν. Ἐλπίζω, ὅτι αὔριον ἢ μεθαύριον θὰ ἠμπορέσω νὰ δώσω ὁριστικὴν πληροφορίαν.
§13ΔΟΥΜΑΣ. Δὲν ἔχω νὰ προσθέσω εἰμὴ ὀλίγας λέξεις. Ἡ μία τροπολογία ἀφορᾷ εἰς τὸν περιορισμὸν τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ τραπεζικῶν γραμματίων· ἡ ἑτέρα ἀφορᾷ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Ἡ Τράπεζα ἱδρύεται ἄνευ τοῦ δικαιώματος τούτου καθ’ ὅλον τὸ 1880 καὶ 1881, ἀλλὰ συμπληρωθέντος τοῦ 1881, τότε νὰ ἐπεκτείνηται ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία καὶ εἰς τὰ γραμμάτια τῆς τραπέζης αὐτῆς. Ὥστε ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχῃ ἀντίῤῥησιν, δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς τὴν βʹ ἀνάγνωσιν.
§14ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν.) Ὅπως εἶναι συντεταγμένον, ὄχι σχέδιον, ἀλλὰ σημείωσις, τὴν ὁποίαν μοὶ ἔδωκεν ὁ κ. Δούμας, εἶναι πολὺ νὰ εἴπω, ὅτι ἠμπορεῖ ἡ κυβέρνησις νὰ τὴν δεχθῇ ὅπως εἶναι, διότι, διὰ νὰ ἠμπορέσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ φέρῃ πρότασιν ἐπ’ αὐτοῦ, πρέπει νὰ ὑπογραφῇ σύμβασις, ὥστε νὰ ἔχωμεν τὴν βεβαιότητα ὅτι, καθὼς τὴν δέχεται ἡ Κυβέρνησις, πρέπει νὰ γείνῃ δεκτὴ κατόπιν καὶ ἀπὸ τὸ συμβούλιον τῆς Τραπέζης. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν σημείωσιν, τὴν ὁποίαν μοὶ ἔδωκεν ὁ κ. διευθυντής, ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι ἀμφιβάλλω νὰ εἴπω, ὅτι τὸ δεύτερον ἔτος μετὰ τὴν σύστασιν τῆς Τραπέζης εἶναι ἡ προθεσμία, ὅπως τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια μὴ ἔχωσιν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Εἰς τὴν σημείωσιν εἶναι αὐτὴ ἡ ἀνακρίβεια, ὅτι ὁρίζεται τὸ 1881· ἢ ὁρίζεται εἰς ἓν ἔτος τὸ νὰ μὴ τεθῶσιν εἰς ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Παρατηρῶ εἰς τὸν κ. διευθυντὴν, ὅτι, καθὼς εἶναι γεγραμμένη ἡ σημείωσίς του, δὲν φαίνεται καθαρὰ ὅτι πρόκειται νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Ἑπτάνησον ἡ Πιστωτικὴ Τράπεζα ὡς τράπεζα ἀνεξάρτητος τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης τῆς ἐν Ἀθήναις, παρίσταται ὡς ἓν εἶδος παραρτήματος τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης· αὐτὸ εἶναι πρᾶγμα, δι’ ὃ ἐλπίζω, ὅτι θὰ ἔλθωμεν εἰς μίαν συμφωνίαν μὲ τὸν διευθυντὴν τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης.
§15ΔΟΥΜΑΣ. Καθ’ ὅσον, κ. Πρόεδρε, ἀφορᾷ τὸ δεύτερον μέρος τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, παρατηρῶ, ὅτι ἡ σημείωσις περιλαμβάνει καθαρὰ περὶ τοῦ ἀνεξαρτήτου τοῦ καταστήματος, διότι τοῦτο τὸ ἐσυζήτησεν ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς, τὸ παρεδέχθη δὲ καὶ ἡ τράπεζα δι’ ἐγγράφου της ἀπὸ 29 Φεβρουαρίου, τὸ ἀπεδέχθη δὲ καὶ ἡ Κυβέρνησις· ἔχει δὲ ὡς ἑξῆς καὶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ συνταχθῇ καθαρωτέρα: «ὅτι ἀναλαμβάνει τὴν σύστασιν τραπέζης ἀνεξαρτήτου ἐν Ἑπτανήσῳ ἐχούσης τὴν ἕδραν αὐτῆς ἐν Κερκύρᾳ.» Νομίζω ὅτι τὸ λεξικὸ δὲν περιέχει ἄλλας λέξεις καθαρωτέρας· τὰ λοιπὰ δὲ θὰ κανονισθῶσιν ἐν τῷ καταστατικῷ. Ὡς πρὸς τὸ πρῶτον μέρος τῆς παρατηρήσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, λέγω, ὅτι εἰς τὴν πρώτην ὁμιλίαν μου, τὴν ὁποίαν εἶχον μετ’ αὐτοῦ, ἐπρότεινα πράγματι τὰ δύο ἔτη· εἰς τὴν σημείωσιν ὅμως, τὴν ὁποίαν τοῦ ἔδωκα, θὰ ἴδῃ ὅτι εἶναι διαγεγραμμένον τοῦτο, προσετέθη δὲ τὸ ἀποφασισθὲν ὑπὸ τοῦ συμβουλίου, ὅτι μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1881 δὲν θὰ ἔχωσι τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια τὸ δικαίωμα τῆς καταναγκαστικῆς κυκλοφορίας.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπόν, κύριοι, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ δύο ἄλλα νομοσχέδια.....................................................
§17Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε. Ἐννοεῖται, ὅτι μετὰ τὴν συζήτησιν, ἥτις θέλει γείνει, εἴτε θέλομεν ἀποδεχθῆ τὰς προτάσεις τῆς τραπέζης, εἴτε ὄχι· οὐχ’ ἧττον ὅμως, ἐπειδὴ τὸ ζήτημα εἰσήχθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ ἡμεῖς εἴμεθα ἀντιπρόσωποι λαοῦ τὰ μάλιστα ἐνδιαφερομένου διὰ τὸ ζήτημα τοῦτο, παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, ἀφοῦ ἤδη ἔλαβε τριῶν ἡμερῶν διάστημα, ἐντὸς τῆς αὔριον νὰ φέρῃ τὴν ἀπόφασίν της. Εἶναι δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀποδεχθῇ ἢ ὄχι τὴν σύμβασιν· ἀλλ’ εἶναι δικαίωμα καὶ ἡμῶν, ἀφοῦ παρῆλθεν ἀρκετὸς ἤδη χρόνος, νὰ ζητήσωμεν ὥστε ἐντὸς τῆς αὔριον νὰ ἐκθέσῃ ἡ Κυβέρνησις τί ἀπεφάσισε.
§18ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἂς μείνῃ βέβαιος ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ὅτι, ἂν ὄχι περισσότερον, ἀλλ’ ἐξ ἴσου πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἀντιπρόσωπον Ἰθάκης ἐνδιαφέρομαι καὶ ἐγὼ, καθόσον ἀντιπροσωπεύω τὸν λαὸν αὐτὸν πολὺ περισσότερον χρόνον μάλιστα, καὶ ἐνδιαφερόμεθα καὶ ἡμεῖς περισσότερον διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ λαοῦ αὐτοῦ.
§19Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ εἶναι ὁλωσδιόλου προσωπικὸν ὅπως τὸ ἔθεσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἀναγκάζομαι νὰ εἴπω τὸ ἑξῆς, ὅτι οὐδόλως ἔχει τὸ ἐνδιαφέρον, ὅπερ ἔχω ἐγώ· τοῦτο δὲ ἐξεδηλώθη, καὶ εἶναι γνωστὸν μεταξὺ τῶν Ἑπτανησίων βουλευτῶν, τίνες οἱ ἐνδιαφερόμενοι ὑπὲρ τῆς κυρώσεως τῆς συμβάσεως καὶ τίνες οἱ παρεμβάλλοντες προσκόμματα. Αὐτὰ εἰς ἀπάντησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§20ΦΛΩΡΙΑΣ. Προχθὲς κύριε πρόεδρε, ὁ κ. πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, προκειμένου τοῦ ζητήματος τούτου, εἶπεν, ὅτι θέλει καιρὸν νὰ μελετήσῃ τὰς προτάσεις καὶ ν’ ἀποφανθῇ, ἐὰν ἦναι δυνατὸν νὰ δεχθῇ τὴν σύμβασιν περὶ Πιστωτικῆς. Ἐγὼ, ὅστις ἐπροκάλεσα τὴν συζήτησιν ἐκείνην, καὶ ἡ Βουλὴ, θεωροῦσα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, μόλις ἀναλαβοῦσα τὰς ἡνίας τοῦ Κράτους, ἔχει ἀνάγκην νὰ μελετήσῃ τοὺς νόμους οὓς εὗρεν ἐκκρεμεῖς, δὲν ἠδυνήθημεν νὰ φέρωμεν ἀντιῤῥήσεις κατὰ τῆς ἀξιώσεως ταύτης. Ταυτοχρόνως ὅμως παρεκάλεσα τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον, ἀφοῦ καθορᾷ ὅτι εἶναι βραχὺς ὁ ὑπολειπόμενος χρόνος τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, καὶ ἡ Ἑπτάνησος εὑρίσκεται εἰς δεινὰς περιστάσεις ὡς ἐκ τοῦ ζητήματος τούτου, νὰ σπεύσῃ εἰς τὰς μελέτας αὐτῆς, καὶ τὸ ταχύτερον ἐκφράσῃ τὴν γνώμην αὐτῆς. Μετὰ τοῦτο ἐνόμιζον, ὅτι σήμερον ἤθελον ἀξιωθῆ ν’ ἀκούσω τὴν γνώμην της ταύτην, ἔχων ὑπ’ ὄψιν τὸ βραχὺ τοῦ χρόνου, ὁ ὁποῖος, ὡς ἀνωτέρω εἶπον, ὑπολείπεται, ὅπως ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Λυποῦμαι δὲ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, μολονότι ἀπὸ χθὲς ἦλθεν εἰς συνεννόησιν μετὰ τοῦ διευθυντοῦ τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης, ἐπαναλαμβάνει σήμερον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ δώσῃ ὁριστικὴν πληροφορίαν περὶ τοῦ τὶ ἀπεφάσισε περὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Φρονῶ, κύριε πρόεδρε, ὅτι τὸ ζήτημα, ὅπως ἔχει νῦν, ἀνάγκη νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν τακτικὴν πορείαν του ἐν τῇ Βουλῇ· εἶναι ἀνάγκη τουτέστιν ὁ νόμος αὐτὸς, εἴτε καλὸς, εἴτε κακὸς, νὰ ὑποστῇ τὴν δοκιμασίαν τὴν ὁριζομένην ὑπὸ τοῦ Συντάγματος. Προκειμένου περὶ συμβάσεως, δι’ ἧς ἐκανονίσθησαν ὑποχρεώσεις, δικαιώματα ἀπέναντι εἴτε ἑταιρίας εἴτε πολίτου, μόνη ἡ Βουλὴ δύναται νὰ εἴπῃ ὅτι ἀποδέχεται ἢ ὄχι τὴν σύμβασιν αὐτήν. Δὲν ἐννοῶ νὰ εἴπω διὰ τοῦτο, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ δεχθῇ τὴν σύμβασιν, ἐννοῶ ὅμως, ὅτι ἡ Βουλὴ θ’ ἀποφασίσῃ, ἐὰν ἡ σύμβασις ἦναι καλὴ ἢ κακή. Ἡ Κυβέρνησις βεβαίως ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ὑποστηρίξῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι ἡ σύμβασις δὲν συμφέρει εἰς τὸ Κράτος, εἰς τὴν Βουλὴν ὅμως ἀπόκειται νὰ ἀποφανθῇ περὶ τοῦ παραδεκτοῦ αὐτῆς ὁριστικῶς. Διὰ ταῦτα, κύριε πρόεδρε, ἐπαναλαμβάνω τὴν παράκλησιν, ἣν καὶ προχθὲς ἔκαμον, νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ὁ νόμος ὁ ἀφορῶν τὴν σύμβασιν ταύτην. Ἐπειδὴ δὲ στάδιον εἶναι ἀκόμη ἀρκετὸν, ἀφοῦ εὑρισκόμεθα εἰς τὸ στάδιον τῆς βʹ ἀναγνώσεως, ἡ Κυβέρνησις ἔχει καιρὸν νὰ φέρῃ τὴν γνώμην της καὶ κατὰ τὴν βʹ καὶ κατὰ τὴν γʹ ἀνάγνωσιν. Παρακαλῶ λοιπὸν καὶ αὖθις καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ, ὅπως ἐγγραφῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει εἰς βʹ ἀνάγνωσιν αὔριον ἡ πρότασις νόμου ὅπως ὑπεβλήθη παρὰ τῆς Κυβερνήσεως· τὸ δὲ σχέδιον νόμου καὶ ἡ σύμβασις ὡς ἐτροποποιήθη, συνεπείᾳ τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς, θέλει θεωρηθῆ ὡς τροπολογία. Τοιουτοτρόπως θέλομεν δυνηθῆ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν λύσιν αὐτοῦ τοῦ ἐκκρεμοῦς ζητήματος, καὶ θέλομεν ἀπαλλαχθῆ ἅπαξ διὰ παντὸς καὶ ἡμεῖς καὶ οἱ ἐν Ἑπτανήσῳ ἀπὸ ζήτημα, ὅπερ ἐνδιαφέρει τοσοῦτον τὸν τόπον ἐκεῖνον.
§21ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Πρωθυπουργός). Ἡ σύμβασις, κύριοι, περὶ πιστωτικῆς Τραπέζης, ἥτις ὑπεβλήθη παρὰ τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως, ἐτροπολογήθη ἐν τῇ Βουλῇ παρ’ ἁπάντων, εἰς τοὺς ὁποίους ἐδόθη ἐντολὴ, ἵνα μελετήσωσι τὰ κατ’ αὐτήν. Οὐδεὶς εὑρέθη ἐκ τῶν μελετησάντων τὴν σύμβασιν ταύτην ἐξ ἐντολῆς, ὅστις ν’ ἀποφανθῇ, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ ἡ σύμβασις ἐκείνη ὁποία εἶχεν ὑπογραφῆ. Ἡ Βουλὴ δὲ τί ψηφίζει, προκειμένου περὶ συμβάσεως; ψηφίζει τὰ ἄρθρα τῶν συμβάσεων; συζητεῖ τὰ ἄρθρα τῶν συμβάσεων; Ὄχι· καὶ διὰ τοῦτο ἠξεύρετε, ὅτι αἱ συμβάσεις οὐδὲ κἂν ἀναγινώσκονται πρὸς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ μόνον ὁ νόμος ὁ κυρῶν τὴν σύμβασιν, διότι ἡ σύμβασις μένει ἀναλλοίωτος. Ἐὰν ἡ Βουλὴ θέλῃ νὰ φέρῃ τροποποιήσεις εἰς τὴν σύμβασιν, δὲν δύναται νὰ πράξῃ τοῦτο ἐπιλαμβανομένη τῆς συζητήσεως τῶν ἄρθρων τῆς συμβάσεως καθ’ ἑαυτὰ, ἀλλ’ ἐντὸς τοῦ νόμου καθορίζεται ὑπὸ τίνας ὅρους τροποποιοῦσα δέχεται τὴν σύμβασιν, ὥστε ἡ Κυβέρνησις νὰ συνάψῃ νέαν σύμβασιν μετὰ τῆς ἑταιρίας, ἐὰν αὕτη θέλῃ. Ἀλλὰ τὸ σύστημα τοῦτο, εἰς τὸ ὁποῖον ἐξ ἀνάγκης καταφεύγει ἡ Βουλὴ, ὅταν σύμβασις τετελεσμένη παρουσιασθῇ εἰς αὐτὴν, τὴν ὁποίαν ἐν συνόλῳ μὲν ἀποδέχεται, ἀντιφρονεῖ δὲ ὡς πρὸς τὰς λεπτομερείας καὶ δὲν θέλει ἕνεκα αὐτῶν νὰ μὴ πραγματοποιηθῇ καὶ ὁλόκληρος ἡ σύμβασις, τὸ σύστημα τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθὸν, ὅταν ἦναι δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔλθῃ εἰς συνεννόησιν πρὸς τὸν συμβαλλόμενον πρὶν ἢ ἡ Βουλὴ ἐπιληφθῇ τῆς συζητήσεως· καὶ τοῦτο διὰ τὸν λόγον, ὅτι ἡ Βουλή, ψηφίζουσα τὴν σύμβασιν μετὰ τροπολογιῶν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, δεσμεύει ἑαυτὴν ἀπέναντι τοῦ συμβαλλομένου, μένοντος ἀδεσμεύτου. Ἂν ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ σήμερον πάσας τὰς τροπολογίας, ἠξεύρομεν ἡμεῖς ἐὰν τὰς τροπολογίας ταύτας θέλῃ δεχθῆ τὸ κατάστημα πρὸς ὃ διαπραγματευόμεθα; Ἐνταῦθα ὑπάρχει ὁ διευθυντὴς τοῦ καταστήματος ἐκείνου, ἀλλ’ ἐνταῦθα ὑπάρχει ὡς Βουλευτής.
§22ΔΟΥΜΑΣ. Ὑπάρχει ἔγγραφον τῆς Τραπέζης, διὰ τοῦ ὁποίου ἡ Τράπεζα λέγει ὅτι ἀναγνωρίζει......
§23ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν τὸ ἀρνοῦμαι.
§24ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἀναγνώσατε, κ. Δούμα, αὐτὰ τὰ ἔγγραφα.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε· ἀφήσατε τοὺς διαλόγους.
§26ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν πρόκειται ἐνταῦθα νὰ διαπραγματευθῶμεν τὴν σύμβασιν μετὰ τοῦ διευθυντοῦ τῆς ἑταιρίας· θέλουσι διαπραγματευθῆ μετὰ τούτου οἱ ἁρμόδιοι. Δὲν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ διαπραγματευθῇ μετὰ τοῦ Βουλευτοῦ Σύρου, ὡς διευθυντοῦ τῆς ἑταιρίας, ἀφοῦ ἐν ἄλλοις ἡ Βουλὴ δὲν γνωρίζει ἐὰν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Σύρου ὡς διευθυντὴς τῆς ἑταιρίας ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ συμβάλληται ἐν ὀνόματι τῆς ἑταιρίας, ἢ ἐὰν τὸ καταστατικὸν τῆς ἑταιρίας ἀπαιτῇ, ἵνα δύναται ὁ διευθυντὴς νὰ δεσμεύσῃ τὴν ἑταιρίαν, νὰ ἔχῃ καὶ τὴν γνώμην τοῦ συμβουλίου. Αἱ διαπραγματεύσεις περὶ τοιούτων ἀντικειμένων διεξάγονται μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν πρὸς τὸ Κράτος συναλλαττομένων· αἱ διαπραγματεύσεις αὗται ἀπαιτοῦσιν ἐργασίαν, ἥτις εἶναι ἀδύνατον νὰ γείνῃ ἐνταῦθα διὰ τῆς συζητήσεως ἀπὸ τοῦ βήματος. Ἀπὸ τοῦ βήματος αἱ συζητήσεις ἀπέδειξαν μόνον τοῦτο, ὅτι ἓν ἕκαστον ἄρθρον τῆς συμβάσεως χρῄζει τροποποιήσεως, ὅτι χρῄζουσι τροποποιήσεως ὄχι μόνον τὰ ἐπουσιώδη, ἀλλὰ καὶ τὰ θεμελιώδη. Εἶναι γνωστὸν ἤδη, ὅτι ὁ διευθυντὴς τῆς τραπέζης ἀπεδέχθη ὄχι μόνον τὰς προτάσεις, ἃς εἶχεν ὑποβάλει ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς, καθὰ πρὸ ὀλίγου ἠκούσατε, ἀλλὰ καὶ ἄλλας προτάσεις, τινὰς τοὐλάχιστον ἐκ τῶν ἄλλων προτάσεων, ἃς ὑπέβαλεν ὁ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν συνάδελφός μου· ὑπέβαλε δὲ καὶ αὐτὸς ὁ διευθυντὴς νέας προτάσεις. Εἶναι ταῦτα ἀντικείμενα περὶ τῶν ὁποίων δυνάμεθα ἡμεῖς ἐδῶ νὰ συζητήσωμεν; Ὅ,τι δύναται ἡ Βουλὴ ν’ ἀπαιτήσῃ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι νὰ διεξαγάγῃ τὰς διαπραγματεύσεις ἐν εἰλικρινείᾳ καὶ ἐν σπουδῇ· λέγω ὅτι τοῦτο δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ζητήσῃ παρ’ ἡμῶν, καὶ τοῦτο εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ πράξωμεν καὶ τοῦτο πράττομεν. Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι σήμερον δὲν δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς ἄλλο τι, διότι νομοσχέδιον ἐνώπιον ἡμῶν δὲν ἔχομεν.
§27Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Μετὰ τὴν ἐξήγησιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ λέγω, ὅτι καὶ ἡμεῖς δὲν ἐπιμένομεν, ἀλλὰ παρακαλοῦμεν τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλήν, νὰ ἐπισπεύσῃ ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον εἰς τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τούτου.
§28ΔΟΥΜΑΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι ἡ σύμβασις ὑπέστη τροποποιήσεις, καὶ ὅτι τὰς τροποποιήσεις ταύτας δὲν γνωρίζομεν ἐὰν τὸ κατάστημα, μεθ’ οὗ ἡ Κυβέρνησις συνεβλήθη, ἀπεδέχθη. Τὸ κατάστημα ἀπεδέχθη τὰς τροποποιήσεις αὐτάς, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐπίσης· δὲν συνετάχθη δὲ δευτέρα σύμβασις, διότι ἐκρίθη τοῦτο περιττὸν ὑπὸ τῆς τότε Κυβερνήσεως, διότι αἱ τροποποιήσεις ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς δὲν μεταβάλλουν τὰς βάσεις τῆς συμβάσεως, εἶναι διασαφήσεις μᾶλλον τῶν κυρίων ἄρθρων τῆς συμβάσεως. Ἡ μόνη σπουδαία μεταβολὴ εἶναι τὸ ἀνεξάρτητον τοῦ καταστήματος.
§29ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὰ τελευταῖα ἄρθρα τὸ διασαφηνίζουσι καὶ τοῦτο.
§30ΔΟΥΜΑΣ. Μάλιστα τὸ διασαφηνίζουσιν, ἀλλὰ τὸ ἐζήτουν καθαρώτερα· ὅλαι αἱ ἄλλαι τροποποιήσεις εἶναι, ὡς εἶπον, διασαφήσεις. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς σήμερον ἀναφαινομένας δύω τροποποιήσεις, ἐγένονται αὗται, ὅπως βεβαιωθῇ, ὅτι ἡ τράπεζα δὲν συμβάλλεται ὁρμωμένη κυρίως ἀπὸ τὸ ὑλικὸν συμφέρον. Ἐπειδὴ μάλιστα ὁ λόγος εἶναι περὶ τῆς καταναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἀπεδέχθη ἡ τράπεζα τὰς τροποποιήσεις αὐτάς, ἵνα δώσῃ ἓν ἔτι δεῖγμα, ὅτι περὶ πολλοῦ ποιεῖται τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου ἐκείνου, καὶ ἀποκρούει τὰ πλεονάζοντα τραπεζικὰ γραμμάτια καὶ τὴν διηνεκῆ ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, καὶ διὰ τοῦτο ἐδέχθη τοὺς περιορισμούς. Νομίζω, ὅτι δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐλέγξωμεν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν διὰ τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας δύναται νὰ ἔχῃ, καὶ τὰς πεποιθήσεις· ἀλλ’ ἡ πεποίθησίς του εἶναι ἐναντίον τοῦ συστήματος τῶν πολλῶν τραπεζῶν.
§31ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Πρωθυπουργός). Τὰς πεποιθήσεις μου τὰς ἐξέθεσα ἤδη.
§32ΔΟΥΜΑΣ. Λέγω τοῦτο πρὸς εὐχαρίστησιν τοῦ κ. Ῥάλλη, ὅστις πάντοτε εἶναι εὔθυμος (θόρυβος)· λέγω λοιπὸν, ὅτι ὁ τρόπος αὐτὸς τῶν συνεχῶν ἀναβολῶν ὑπηρετεῖ τὰς ἰδέας αὐτάς. Ἐὰν πρόκηται νὰ πολεμήσωμεν τὸ σύστημα τῶν πολλῶν τραπεζῶν (θόρυβος), νομίζω, ὅτι αἱ ἀναβολαὶ αὐταὶ θὰ μᾶς φέρουν πεπρωμένως εἰς τὴν μὴ κύρωσιν τῆς συμβάσεως, καὶ ἑπομένως εἶναι προτιμότερον νὰ ζητήσητε τὴν ἀπόῤῥιψιν τῆς συμβάσεως.
§33Θ. ΖΕΡΒΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, τῆς ἀληθείας ὁ λόγος εἶναι ἁπλοῦς καὶ μονότροπος, τοῦ δὲ ψεύδους καὶ τῶν ἀναβολῶν εἶναι περίπλοκος καὶ ἔχει διαφόρους κλάδους. Λοιπὸν ἐγὼ δὲν ἠμπορῶ νὰ τὸ λύσω αὐτό. Ἐγὼ ἀνέβην εἰς τὸ βῆμα, διότι μὲ προκαλεῖ τὸ συμφέρον. Τῆς δικαιοσύνης ὁ λόγος εἶναι ἁπλοῦς. Τί ἐμπόδιον φέρει ἡ κυβέρνησις πρὸς συνομολόγησιν τῆς συμβάσεως περὶ ἀποκαταστάσεως τραπέζης κτηματικῆς ἐν Ἑπτανήσῳ; Τὴν σύμβασιν, κ. Πρωθυπουργὲ, τὴν ἔφερεν ἡ κυβέρνησις καὶ τὴν ἐσυζήτησεν ἡ Βουλὴ καὶ ἡ ἐπιτροπὴ καὶ ὅλοι ἡμεῖς. Δὲν εἶναι καινούριο ἔργον· δὲν ἔχει ζημίαν ἡ κυβέρνησις, θὰ ἀπολαύσῃ ὠφέλειαν ὁ τόπος. Λυποῦμαι ὅτι δὲν δύναμαι νὰ ἐπεκταθῶ περισσότερον. Ἐτοῦτοι οἱ καλαμαράδες, ὁποῦ δύνανται νὰ ἐπεκταθῶσι περισσότερον, ἐσιώπησαν (ἱλαρότης). Δὲν πιστεύω νὰ βλάπτῃ ἡ τράπεζα αὐτὸ τὸ συμφέρον τῆς κυβερνήσεως· ἡ τράπεζα γίνεται πρὸς ὠφέλειαν τοῦ λαοῦ, καὶ δὲν ἠμπορῶ νὰ καταλάβω ποίαν ζημίαν ἔχει ἡ κυβέρνησις. Εἰπέτε λοιπόν, ὅτι δὲν θέλετε τὴν τράπεζαν. Κάμνω πρότασιν λοιπὸν, ὅτι οἱ παραδεχόμενοι νὰ συζητήσωμεν τὴν κτηματικὴν τράπεζαν νὰ λέγωσι Ναὶ, ὅσοι δὲν θέλουσι, νὰ λέγωσιν Ὄχι (ἱλαρότης).
§34ΠΟΛΥΛΑΣ. Ἐπειδὴ, κύριοι βουλευταὶ, ἐγένετο ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου λόγος περὶ τῶν γενομένων ἀναβολῶν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς συμβάσεως τῆς κτηματικῆς τραπέζης· ἐπειδὴ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐξεδηλώθη μέγας ἐνθουσιασμὸς ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῆς Ἑπτανήσου, ἐπειδὴ καὶ ἐγὼ ἔχω τὴν ἀξίωσιν, κύριοι, νὰ πονῶ, εἴπερ τις καὶ ἄλλος ὑπὲρ τῆς πατρίδος μου, καὶ ἐπειδὴ συμπίπτει πράγματι ὁ αἴτιος τῆς ἀναβολῆς νὰ ὑπῆρξα ἐγὼ, ὅστις εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἀντετάχθην κατὰ τῆς συμβάσεως, ἔρχομαι νὰ ὑπομνήσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐγὼ ἀπ’ ἀρχῆς ἀντετάχθην κατὰ τῆς συμβάσεως, διὰ τὸν μόνον λόγον, ὅτι πρόκειται δι’ αὐτῆς νὰ εἰσαχθῇ δέκα ἑκατομυρίων δραχμῶν ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία διὰ γραμματίων ἐν τῇ Ἑπτανήσῳ. Δηλῶ, δὲ, ὅτι ἐνόσῳ ὑπάρχει ὁ ὅρος οὗτος, ἐνόσῳ ἐγὼ θὰ ἔχω φωνὴν, θὰ διαῤῥηγνύωμαι κατὰ τῆς συμβάσεως ταύτης. Ἐὰν δὲ ἡ κυβέρνησις ἄρῃ τὸν ὅρον τοῦτον, βεβαιωθῆτε, ὅτι θὰ εὕρητε εἰς ἐμὲ τὸν πρῶτον ὑπέρμαχον. Λέγω δὲ τοῦτο, κύριοι, διότι φρονῶ ὅτι ἐπολιτεύθην ἐφ’ ἱκανὸν χρόνον, ὅπως τις μὴ πιστεύσῃ ὅτι ἀνειλικρινῶς πολιτεύομαι. Εἶναι ἀνάγκη ὑμεῖς νὰ λύσητε τὸ ζήτημα τῆς ὑπάρξεως ἢ μὴ τῆς Ἰονικῆς τραπέζης, ἥτις παρανόμως, κατ’ ἐμὴν γνώμην, ὑφίσταται καὶ ἥτις παρεγνώρισε τὴν ἑαυτῆς ἀποστολὴν εἰς τὴν Ἑπτάνησον, καὶ ἰδίως εἰς τὴν Κέρκυραν, ὅπου ὑπάρχει ἀνάγκη γεωργικῆς τραπέζης, διότι ἡ Ἰονικὴ τράπεζα οὐδέποτε ἦλθεν εἰς ἐπικουρίαν τῶν κτηματιῶν, τῶν γεωργῶν, πρὸς ἵδρυσιν γεωργικῆς Τραπέζης· ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν ὑπεστηρίχθη εἰς τοῦτο, ἀπ’ ἐναντίας τὸ ἀποτέλεσμα τοιούτων ἐνεργειῶν ὑπῆρξεν ὅλως ἀντίθετον, δηλαδὴ ἡ σύμβασις τῆς Πιστωτικῆς, δι’ ἧς πρόκειται νὰ ἐπεκταθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Ἐγὼ δὲ, κύριοι, ὁ ὁποῖος εἰς τὴν ὁμήγυριν τῶν Ἑπτανησίων ἐπρότεινα ὅλοι νὰ ἑνωθῶμεν, ὅπως ζητήσωμεν τὴν θεραπείαν τοῦ κακοῦ, εἶπον, ὅτι πρέπει νὰ παραστήσωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἄρῃ μονομερῶς, ἀφοῦ δὲν δύναται καθ’ ὁλοκληρίαν, ἐν τῇ Ἑπτανήσῳ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, καὶ οὕτω ἀρθῇ πᾶν πρόσκομμα. Διὰ νὰ μὴ παρατείνεται ἡ συζήτησις, σᾶς διαδηλῶ ὅτι, ἐνόσῳ δύναμαι, θὰ πολεμήσω τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, οὔτε θὰ παραδεχθῶ ὡς θεραπείαν τὴν ἐπὶ δύω ἔτη, ὡς ἤκουσα, ἀναβολὴν τοῦ μέτρου τούτου, διότι τοῦτο θὰ ἦτο οὐχὶ θεραπεία, ἀλλὰ ἀναβολὴ τοῦ δυστυχήματος. Ἂς προσπαθήσῃ νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν ἡ Κυβέρνησις, καὶ τότε συστήσατε δέκα τραπέζας, διότι τὸ σύστημα τὸ πολλαπλοῦν δὲν θὰ τὸ πολεμήσω.
§35ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἐκ τῶν σπευδόντων τὴν συζήτησιν τοῦ νόμου περὶ τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης καὶ τῶν μὴ σπευδόντων προέκυψε πρὸ πάντων ἡ ἀνάγκη, τὴν ὁποίαν ᾐσθάνθημεν ἅπαντες, καὶ ἅπαντες συνομολογοῦμεν, ἡ ἀνάγκη τῆς λύσεως τοῦ ἐκκρεμοῦς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ζητήματος, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ τραπεζικὰ ἐν Ἑπτανήσῳ. Καὶ πράγματι, κύριοι Βουλευταὶ, ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἔχομεν πρότασιν νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου θεωρεῖται τὸ ἐκδοθὲν Βασιλικὸν Διάταγμα, πρὸς ἀνανέωσιν τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης, ὡς ἐκδοθὲν παρανόμως, καὶ ἑπομένως καὶ ἡ ὕπαρξις τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης ἀπὸ τοῦδε καὶ εἰς τὸ ἑξῆς μὴ νόμιμος. Τοιαύτη πρότασις, ὑφισταμένη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, δύναται νὰ ἔχῃ ὀλέθρια ἀποτελέσματα, καὶ τὰ ἀποτελέσματα ταῦτα ἤθελον ἐπέλθει, ἐὰν δὲν ὑφίστατο ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, διότι πρότασις τοιαύτη, θέτουσα εἰς ἀμφιβολίαν τὴν ὕπαρξιν τῆς Τραπέζης, ἤθελεν ἐξεγείρει τὴν δυσπιστίαν τῶν φύσει δειλῶν κεφαλαίων, καὶ θὰ ἦτο ἀδύνατον εἰς αὐτὴν νὰ χορηγήσῃ τὰ ἀπαιτηθησόμενα κεφάλαια εἴτε ταῦτα εὑρίσκονται ὡς παρακαταθῆκαι εἰς τὴν Τράπεζαν, εἴτε εἰς τὰ θυλάκια τῶν πολιτῶν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια. Ἀνάγκη λοιπὸν παρουσιάζεται, καὶ μεγίστη, νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ νὰ μάθωσιν ἐν Ἑπτανήσῳ ἐὰν θὰ ὑφίσταται ἡ Τράπεζα ἢ ἐὰν δὲν θὰ ὑφίσταται, διότι ἄλλω, θὰ μένῃ ἐκκρεμὲς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἀποβλέπει αὐτὴν ταύτην τὴν ὕπαρξιν τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης. Ἀλλ’ ἅπαντες, κύριοι, συνεφώνησαν προσέτι, ὅτι δὲν ἀρκεῖ ἡ Τράπεζα ἡ Ἰονικὴ διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ λαοῦ τῆς Ἑπτανήσου, διότι πολλὰ αἴτια κατέστησαν αὐτὴν χρήσιμον μόνον διὰ τὸ ἐμπόριον· μετὰ τὴν ἕνωσιν δὲ τῶν Ἰονίων νήσων τὰ κεφάλαια, εὑρόντα καταλληλοτέραν τοποθέτησιν, ἐστράφησαν ἀλλαχοῦ, οἱ δὲ γεωργοὶ καὶ οἱ κτηματίαι δὲν εὑρίσκουσι νὰ δανεισθῶσι τὰ ἀναγκαῖα κεφάλαια πρὸς καλλιέργειαν καὶ βελτίωσιν τῶν κτημάτων των, καὶ ἐξέλιπεν ἡ πίστις. Ὅθεν τὴν ἀνάγκην ταύτην ἅπαντες οἱ Ἑπτανήσιοι ἀνομολογοῦντες, κατέβαλον πᾶσαν προσπάθειαν, ὅπως τὴν θεραπεύσωσι, καὶ δι’ αὐτὸ τοῦτο καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ πρὸς τὴν Τράπεζαν ἐστράφησαν καὶ ἐπροσπάθησαν νὰ φθάσωσιν εἰς ἓν ἀποτέλεσμα. Πρὸς τὸ παρὸν λοιπὸν, ἕνεκεν τῶν ὑφισταμένων νόμων, δὲν δυνάμεθα ἢ νὰ σκεφθῶμεν διὰ τὰς Ἰονίους νήσους μόνον· νομίζω δὲ, ὅτι, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν σύμβασιν καὶ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ συμφέρον τῶν νήσων ἐκείνων, οὐδεμία ἀντίῤῥησις ὑπάρχει καὶ ἐκ μέρους τῶν λοιπῶν βουλευτῶν. Ἀλλὰ ὑπάρχουσιν ἴδια φρονήματα καὶ ἴδιαι γνῶμαι ὡς πρὸς τὸ ὠφέλιμον τῆς συμβάσεως. Πρὸ ὀλίγου ὁ προλαλήσας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου σᾶς εἶπε: θέλω τὴν Τράπεζαν, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία δύναται νὰ βλάψῃ μεγάλως τὰς νήσους ἐκείνας. Καὶ ὀφείλομεν μὲν νὰ σεβασθῶμεν τὸ φρόνημα αὐτοῦ· ἀλλὰ δὲν πρόκειται σήμερον νὰ συζητήσωμεν περὶ τούτου. Θὰ ἔλθῃ ὁ καιρὸς, καθ’ ὃν θὰ συζητήσωμεν τὰ τῆς συμβάσεως ὅτε αὕτη κατατεθῆ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τότε ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς θὰ ἐπικαλεσθῇ τὰ ἐπιχειρήματά του πρὸς ὑποστήριξιν τῆς ἰδέας του, θὰ ἀντικρουσθῇ δὲ παρ’ ἡμῶν, καὶ ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν μᾶς πείσῃ διὰ τῶν ἐπιχειρημάτων του, θέλομεν ἀσπασθῇ τὴν γνώμην του, διότι οὐδεὶς ἐπιθυμεῖ νὰ ἐργασθῇ πρὸς ζημίαν τῆς πατρίδος του καὶ ἑαυτοῦ τοῦ ἰδίου. Ἐὰν ὅμως πεισθῇ, ὅτι ἡ ζημία, ἥτις θὰ ἐπέλθῃ ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, εἶναι λίαν μικρὰ ἀπέναντι τῆς μεγάλης ὠφελείας τῆς παρὰ πάντων συνομολογουμένης, τότε οὗτος θὰ τείνῃ, ἐλπίζω, τὴν χεῖρα πρὸς ἡμᾶς καὶ θὰ παραδεχθῇ τὴν σύμβασιν. Ἀλλὰ ταῦτα πάντα νῦν διατί γίνονται; διατί τοιαύτη συζήτησις περὶ τῶν τύπων, καὶ ἐὰν ἐτηρήθη ἡ προσήκουσα δικονομία πρὸς ὑποβολὴν τῆς συμβάσεως ταύτης; Ἐξ ὑπαρχῆς παρεκαλέσαμεν τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὑποβάλῃ τὴν σύμβασιν, διότι ἐγνωρίζαμεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ λάβῃ τὴν πρωτοβουλίαν. Δὲν ἐπρόκειτο περὶ νέου ἔργου, νέας προτάσεως, νέου νομοσχεδίου, ἀλλὰ περὶ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἐσυζητήθη ἤδη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐπρόκειτο νὰ ἐργασθῇ ἐπὶ νέου ἔργου, ἀλλὰ νὰ συγκεντρώσῃ τὰς ἰδέας της καὶ νὰ ἴδῃ ἂν θὰ τὸ ὑποστηρίξῃ ἢ ὄχι, διότι ὁπωσδήποτε ὡς διάδοχος Κυβέρνησις ὑποχρεοῦται νὰ φέρῃ τὴν σύμβασιν καὶ νὰ ἐκφράσῃ ἁπλῶς τὰς ἰδέας της. Τοῦτο ὠφείλαμεν νὰ παρακαλέσωμεν τὴν Κυβέρνησιν, τοῦτο μᾶς ὑπεσχέθη νὰ πράξῃ καὶ τοῦτο ὤφειλε νὰ πράξῃ. Ἕνεκα τούτου θὰ παρακαλέσω καὶ πάλιν τὴν Κυβέρνησιν, ἐντὸς βραχυτάτης προθεσμίας, ἐντὸς τῆς αὔριον, ἂν ἦναι δυνατόν, νὰ φέρῃ τὸ ζήτημα ἐντὸς τῆς Βουλῆς, διότι δὲν εἶναι μόνον τὸ συμφέρον τὸ παρουσιαζόμενον ὡς ἐκ τῆς προτάσεως τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης, ἀλλὰ εἶναι καὶ τὸ συμφέρον, καὶ ὅπερ εἶναι μέγιστον, ἤτοι τὸ γεννώμενον ἐκ τῆς ἀμφιβολίας τῆς ὑπάρξεως τῆς ὑφισταμένης ἐκεῖ Ἰονικῆς Τραπέζης.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ δύω νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἐπρότεινεν ὁ κ. Ζερβός, θὰ ἐγγραφοῦν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἤτοι τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν διανομὴν τῆς ἐπικοίνου περιουσίας καὶ τὸ ἀφορῶν εἰς τοὺς δημοτικοὺς φόρους τῆς νήσου Κερκύρας. Νομίζω, ὅτι δι’ αὐτὰ δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις νὰ καταταχθῶσιν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§37ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§38ΦΛΩΡΙΑΣ. Πρῶτον νὰ ἐγγραφῇ αὐτό.
§39ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ποῖον; Ἡμεῖς θὰ φέρωμεν νέον νομοσχέδιον.
§40ΦΛΩΡΙΑΣ. Νὰ τεθῇ προθεσμία αὔριον.
§41ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νὰ ἐγγραφῇ δὲν εἶναι δυνατόν, διότι δὲν ὑπάρχει σύμβασις, ἥτις νὰ ἐγγραφῇ· νὰ τεθῇ δὲ προθεσμία εἰς τὴν Κυβέρνησιν δὲν εἶναι ἐπίσης δυνατόν, διότι εἶναι ἐπέμβασις εἰς τὰ διοικητικὰ καθήκοντα.
§42ΔΟΥΜΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ εἴπῃ, ἐὰν ἔχῃ τὸ θάῤῥος, ἐὰν ἀποδέχηται τὴν σύμβασιν ἢ ὄχι.
§43ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργός, λέγω εἰς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτήν, ὅτι πάντοτε εἶχε τὸ θάῤῥος νὰ λέγῃ τὴν γνώμην του· ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν θὰ ἦτο ἄξιος τῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν κατέχει, ἐὰν ἄλλα ἔλεγε καὶ ἄλλα ἐφρόνει. Ἔχει τὴν γνώμην, ὅτι ἡ σύμβασις, οἵα ἐπροτάθη, εἶναι σύμβασις καταστρεπτικὴ διὰ τὴν Ἑπτάνησον, ἀλλὰ δὲν ἔχει καὶ τὴν γνώμην ὅτι δὲν εἶναι ἐπιδεκτικὴ τροποποιήσεων, αἵτινες νὰ καταστήσωσιν αὐτὴν ὠφέλιμον. Αὕτη εἶναι ἡ γνώμη αὐτοῦ, καὶ διὰ τοῦτο δὲν θέλομεν νὰ ἤμεθα δεσμευμένοι, ἀλλὰ θέλομεν νὰ διεξαγάγωμεν τὴν διαπραγμάτευσιν διὰ τρόπου, ὁ ὁποῖος νὰ παρέχῃ πάσας τὰς ἐγγυήσεις. Ἠξεύρομεν ὅτι ὁ λαὸς τῆς Ἑπτανήσου πάσχει δεινῶς δι’ ἔλλειψιν τῶν εὐκολιῶν, τὰς ὁποίας ἔπρεπε νὰ χορηγῇ ἡ τράπεζα ἐκείνη, εἰς ἣν ἐχορηγήθη τὸ προνόμιον, ἀλλ’ αὕτη δὲν ἠθέλησε νὰ ἀποδεχθῇ τὰς γενομένας πρὸς αὐτὴν προτάσεις, ὅπως ἀντὶ τοῦ προνομίου, τὸ ὁποῖον χορηγεῖται πρὸς αὐτήν, ποιήσηται μεγαλειτέρας παραχωρήσεις. Αἱ ἰδέαι δέ, τὰς ὁποίας ἐξέφρασεν ὁ Βουλευτὴς Σύρου περὶ ἑνιαίου ἢ πολλαπλοῦ τῶν τραπεζῶν, οὐδόλως χωροῦσιν ἐνταῦθα. Εἴτε προτιμῶ τὸ ἑνιαῖον τοῦ πολλαπλοῦ, εἴτε προτιμῶ τὸ πολλαπλοῦν τοῦ ἑνιαίου, ὅταν αἱ περιστάσεις δὲν ἐπιτρέπωσι νὰ ἐφαρμόσῃ τις τὴν γνώμην του ἄνευ βλάβης τῆς χώρας, δὲν δύναται νὰ ἐπιμένῃ εἰς αὐτήν· αἱ προτιμήσεις προϋποθέτουσι καὶ τὸν κατάλληλον χρόνον. Ἐγὼ βεβαίως προτιμῶ τὸ ἑνιαῖον τοῦ πολλαπλοῦ τῶν τραπεζῶν· ὅταν ὅμως δὲν ἀνταποκρίνηται ἡ ὑπάρχουσα Τράπεζα πρὸς ὅσα φρονῶ ὅτι δυνάμεθα νὰ ἀξιῶμεν παρ’ αὐτῆς, ἀποδέχομαι τὸ πολλαπλοῦν τῶν τραπεζῶν, ἀφοῦ τὸ πολλαπλοῦν δὲν ἔχει τι ἀντικείμενον εἰς τὰς βάσεις, εἰς τὴν ὕπαρξιν τῆς πολιτείας. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον ἀντίκειται εἰς τὴν ὕπαρξιν τῆς πολιτείας, εἶναι ἡ ἐπέκτασις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Περὶ τούτου πρόκειται νὰ συζητήσωμεν. Καὶ ὅταν μοὶ λέγῃ ὁ ἀξιότιμος διευθυντὴς τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης, ὅτι δὲν ἔχω τὸ θάῤῥος νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου, τῷ λέγω, ὅτι εἶχον τὸ θάῤῥος καὶ ἔχω τὸ θάῤῥος νὰ ἐκφράσω γνώμην ἐπὶ πάντων καὶ ἐπὶ τούτου· λέγω δὲ περὶ τούτου, ὅτι, ἐὰν ἐψηφίζετο ἡ σύμβασις ὅπως ἔχει, ἤτοι ἐπιβάλλουσα 10,000,000 νέα γραμμάτια ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ, ἠθέλομεν ἰδεῖ ἐν Ἑπτανήσῳ γενικὴν καταστροφὴν καὶ ἐντὸς ὀλίγου ἐπανάστασιν, καὶ τὴν εὐθύνην ταύτην ἡμεῖς ὡς κυβέρνησις δὲν θέλομεν ν’ ἀναλάβωμεν. Ἔχω τὴν ἐλπίδα, ὅτι ἡ Πιστωτικὴ τράπεζα ἐμφορεῖται καλῶν αἰσθημάτων, καὶ ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι θέλει ἐννοήσει, ὅτι ὀφείλει νὰ παραιτηθῇ τοῦ καταστρεπτικοῦ τούτου ὅρου, εὐθὺς δὲ ὡς καταλίπῃ αὐτὸν, νομίζω, ὅτι τῶν ἄλλων ζητημάτων ἡ λύσις εἶναι εὐκολωτάτη, ἀφοῦ τὸ πολλαπλοῦν τῶν τραπεζῶν ἤδη κατ’ ἀνάγκην ἀποδεχόμεθα κατόπιν τῆς ἀρνήσεως τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης, ὅπως ἔλθῃ εἰς συνεννόησιν πρὸς τὴν κυβέρνησιν καὶ προβῇ εἰς εὐρυτέρας παραχωρήσεις. Τούτου γενομένου παραδεκτοῦ, δὲν βλέπω ποῦ δυνάμεθα νὰ προσκόψωμεν· ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ ἔλθωμεν εἰς πλήρη συνεννόησιν μετὰ τῆς τραπεζικῆς ἑταιρίας, ὅταν τὴν διαπραγμάτευσιν θέλῃ αὕτη νὰ ἐξαρτήσῃ ἐκ τῆς παραχωρήσεως νέου προνομίου ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ χαρτονόμισμα, οὐδέποτε δὲ ἠκούσθη νὰ γίνεται χρῆσις τοῦ χαρτονομίσματος πρὸς σύστασιν τραπέζης. Εἰς τὰ χαρτονομίσματα προσέφυγον πάντα σχεδὸν τὰ κράτη, ἄλλα πρὸς σωτηρίαν τῆς πολιτείας, ὅταν εἶχον ἀνάγκην ἀμύνης ἢ καὶ ὅταν εἶχον ἀνάγκην ἐπιθέσεως, καὶ ἄλλα δι’ ἄλλους ἐπίσης σπουδαίους λόγους, οὐδέποτε ὅμως ἠκούσθη ἡ πρὸς κερδοσκοπικὰς ἐργασίας σύστασις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας τῶν γραμματίων. Ἡμεῖς εὑρέθημεν ἐν τοιαύτῃ ἀνάγκῃ κατὰ τὴν τελευταίαν κρίσιν ἐν τῇ Ἀνατολῇ, ἧς συνέπεια ὑπῆρξεν ἡ συμφωνία πρὸς τὰς δύο τραπέζας, ὅπως δι’ αὐτῶν πραγματοποιήσωμεν τὸ μέτρον τῆς ἐκδόσεως χαρτονομίσματος. Ἠδύνατο ἡ κυβέρνησις ἡ τότε νὰ ἐκδώσῃ ἴδιον χαρτονόμισμα, ἀλλ’ ἐπειδὴ αἱ τράπεζαι προσεφέρθησαν ὅπως ἐκτελέσωσι τὴν ἐργασίαν ταύτην ἀντὶ δικαιώματος 1%, ἐπροτίμησεν ἡ κυβέρνησις τὸ εἶδος τοῦτο τῆς πραγματοποιήσεως. Ἤδη, ὑφισταμένης τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, περὶ οὐδενὸς ἄλλου ὀφείλομεν νὰ σκεπτώμεθα ἢ περὶ τούτου, πῶς ν’ ἀπαλλαγῶμεν αὐτῆς. Ἐνόσῳ ὑφίσταται ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ὀφείλομεν ν’ ἀπολαύσωμεν πάσας τὰς ἐξ αὐτῆς ὠφελείας, ἀφοῦ ὑφιστάμεθα καὶ πάντα τὰ βάρη αὐτῆς. Ὁ σκοπὸς, πρὸς τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ τείνωμεν, εἶναι πῶς ν’ ἀπαλλαγῶμεν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ὅταν δὲ, ἀντὶ νὰ ἐργαζώμεθα πρὸς τοιοῦτον σκοπὸν, ἀποτεινώμεθα πρὸς ἄλλην ἑταιρίαν καὶ δίδωμεν καὶ εἰς ταύτην τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδώσῃ περαιτέρω τραπεζικὰ γραμμάτια, βαίνομεν ἄνω ποταμῶν. Ἠξεύρετε, κύριοι, τί συμβαίνει ἐν Ἑπτανήσῳ; Οὐδέποτε ἐδιπλασιάσθη ἐν τῷ παλαιῷ βασιλείῳ τὸ ποσὸν τῶν ἐπί ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ γραμματίων σχετικῶς πρὸς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον διετίθετο πρὸ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Οὐδὲ κατὰ τὸ ½ δὲν ηὔξησε, διότι τὸ ποσὸν τὸ ἐπὶ ἐλευθέρᾳ κυκλοφορίᾳ ἐκδιδόμενον ὑπὸ τῆς τραπέζης οὐδέποτε ὑπερέβη τὰ 42,000,000, ἐπὶ δὲ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἀνῆλθεν εἰς 65,000,000, προσετέθησαν δηλ. 23,000,000 εἰς τὴν προηγουμένην κυκλοφορίαν, καὶ ἐν τούτοις ἡ προσθήκη αὕτη εἴδατε ὁποίας συνεπείας εἶχεν. Ἐν Ἑπτανήσῳ ἐπὶ τῆς ἐλευθέρας κυκλοφορίας τῶν τραπεζικῶν γραμματίων δὲν διετίθεντο πλέον τῶν 7,000,000, ἤδη δὲ διὰ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἔχομεν 12 ἑκατομμύρια· τουτέστιν ἔχομεν πλέον τῆς ἀναλογίας τῆς αὐξήσεως, τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἐν τῇ ἄλλῃ Ἑλλάδι. Ἐὰν, ἀφοῦ ἔφθασαν ἐν Ἑπτανήσῳ εἰς τὸν ἀνώτατον ὅρον τῆς κυκλοφορίας τῶν γραμματίων, προσθέσωμεν 10 ἔτι ἑκατομμύρια, ποίαν ἔκπτωσιν θὰ ἔχωσι ταῦτα; ἆρα 1 ἢ 2 ἢ 5%; Ἡ αὔξησις εἶναι 200% ἐπὶ τοῦ ἀρχικοῦ ποσοῦ τῶν 7 ἑκατομμυρίων. Ἐὰν δὲ ὑφίσταται ἡ ὑποτίμησις τῶν τραπεζικῶν γραμματίων ἐν Ἑπτανήσῳ κατὰ ἑκατοστὰ, μὴ νομίσητε, ὅτι κατὰ τοιαύτην ἀναλογίαν θέλει αὐξήσει ἡ ὑποτίμησις. Ἐὰν προσθέσωμεν 10 ἔτι ἑκατομμύρια εἰς τὴν ἐν Ἑπτανήσῳ κυκλοφορίαν, μὴ ἀμφιβάλλετε, ὅτι δὲν θὰ ἦναι ἡ ὑποτίμησις κατὰ 5 ἢ 10, ἀλλὰ κατὰ 60 ἢ 70% καὶ πλέον. Καὶ ταῦτα δὲν εἶναι ὑποθετικὰ, διότι τὰ εἴδομεν εἰς ἄλλα κράτη, ὅπου ἡ ὑποτίμησις ἔφθασεν εἰς τοιοῦτον βαθμὸν, ὥστε νὰ μὴ ἔχωσι τὴν ἀξίαν οὔτε τοῦ 1% οὔτε τοῦ 1‰. Τοῦτο πρόκειται νὰ διαπράξωμεν πρὸς τὴν Ἑπτάνησον διὰ τοιούτων μέτρων, καθ’ ὧν ἀντιτασσόμεθα. Ἡμεῖς ὀφείλομεν ν’ ἀντιταχθῶμεν, διότι ὡς κυβέρνησις τῆς χώρας ὀφείλομεν νὰ ἤμεθα προστάται τῆς Ἑπτανήσου, ὅπως ὀφείλομεν νὰ ἤμεθα καὶ προστάται ὁλοκλήρου τῆς Ἑλλάδος. (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων.)
§44ΔΟΥΜΑΣ. Λυποῦμαι, κύριοι, ὅτι ἡ λαμπρὰ ὁμιλία τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ..... (Θόρυβος.)
§45Θ. ΖΕΡΒΟΣ. Ἐμεῖς ἐκεῖ τὸ χαρτὶ τὸ προτιμῶμεν ἀπὸ τὸν χρυσόν· δίδομεν χρυσὸν, διὰ νὰ λάβωμεν χαρτί. (Θόρυβος.)
§46ΔΟΥΜΑΣ. Εὐχαριστοῦμαι διότι ἐπροκάλεσα τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, λυποῦμαι δὲ, ὅτι ὅλη ἡ λαμπρὰ ὁμιλία, τὴν ὁποίαν μετεχειρίσθη, δὲν εἶχεν οὐδεμίαν σχέσιν μὲ τὴν προκειμένην σύμβασιν. (Θόρυβος.)
§47ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐνθυμηθῆτε ποίας πικρὰς παρατηρήσεις σᾶς ἔκαμον, ὅτι δὲν ἐκτελεῖτε τὸν Κανονισμόν. Σᾶς παρακαλῶ δὲ νὰ τὸν ἐκτελέσητε.
§48ΡΟΥΦΟΣ. Ἐκεῖ εἰς τὸ ἀκροατήριον εἶναι εἷς κλητὴρ, κύριε Πρόεδρε, ὁ ὁποῖος..... (ποδοκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων.)
§49ΤΙΝΕΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ κενωθῶσι τὰ ἀκροατήρια.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινεῖ ἡ Βουλὴ νὰ κενωθῶσι τὰ ἀκροατήρια;
§51ΤΙΝΕΣ. Ὅλα, Ὅλα.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ 5 λεπτὰ, διὰ νὰ κενωθῶσι τὰ ἀκροατήρια. (Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ 5 λεπτά.)
§53ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, μετ’ εὐχαριστήσεως ἄκρας ἤκουσα τὴν ἐνθουσιώδη ὁμιλίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ περὶ τῆς καταργήσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Καὶ ὅμως τὸ νομοσχέδιόν του, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν, τείνει ἀπεναντίας νὰ ἑδραιώσῃ καὶ διαιωνίσῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, διότι προτείνει νὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις τὰ ἐν τῇ τραπέζῃ κατατεθέντα διὰ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν χρήματα, καὶ οὕτω τὸ χρέος θὰ ἀναβῇ εἰς 50 πάλιν ἑκατομμυρίων δάνεια, καὶ τοῦτο ὅταν, καθὼς γνωρίζετε, ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἦναι διατεθειμένη νὰ ἄρῃ αὐτὴν, καὶ ἔχει συμφέρον. Ἀλλὰ δὲν εἶναι σήμερον καιρὸς νὰ συζητήσωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο, οὔτε τὸ ζήτημα τῶν πολλαπλῶν, ἢ τὸ τῆς ἑνιαίας Τραπέζης. Λέγω ὅμως εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι κακῶς συνείθισε νὰ ἐπαναλαμβάνῃ ὅ,τι καὶ ὡς ἀντιπολιτευόμενος ἐπανελάμβανε, καταδικάζων αὐτὸς ὡς ὀλεθρίαν καὶ ἐπιβλαβῆ τὴν σύμβασιν. Τοῦτο δικαιοῦται νὰ πράξῃ ἡ Βουλὴ, καὶ θὰ ἐκφρασθῇ περὶ τούτου αὔριον ἢ μεθαύριον, τότε δὲ θὰ ὁμολογήσωμεν καὶ ἡμεῖς, ἂν εἴπῃ, ὅτι ἡ σύμβασις τῷ ὄντι εἶναι κακὴ, ἐπιβλαβής. Ἀλλὰ μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης οἱ λόγοι τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἶναι ἔπεα πτερόεντα, εἰς τὰ ὁποῖα οὐδεμίαν δίδω προσοχὴν ἢ ἀξίαν. Ἀλλ’ εἶναι ἀληθὲς, κύριοι, ὅτι διὰ τῆς συμβάσεως αὐτῆς ἀπειλοῦνται τὰ συμφέροντα τῆς Ἑπτανήσου; ὄχι. Διὰ τῆς μὴ παραδοχῆς τῆς συμβάσεως αὐτῆς δυνάμεθα ἀπεναντίας νὰ χρησιμεύσωμεν ὡς ὄργανα κερδοσκοπίας. Κύριοι, ὅ,τι λέγω δὲν ἀποβλέπει τὴν τράπεζαν τῆς Ἑπτανήσου, περὶ τῆς ὁποίας ἔχω τὴν καλλίστην ἰδέαν, καὶ ὁμολογῶ ὅτι εἰς ὅλας τὰς περιστάσεις ἐδείχθη καὶ πρὸς τὸν λαὸν συμπαθὴς καὶ πρὸς τὴν πολιτείαν ἀρωγός.
§54ΠΟΛΥΛΑΣ. Κάθε ἄλλο, οὐχὶ βεβαίως πρὸς τὸν λαὸν τῆς Κερκύρας.
§55ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Κάθε ἄλλο, τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές.
§56ΠΟΛΛΟΙ. Μὴ διακόπτετε.
§57ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν δὲν δεχθῆτε καὶ τὴν ὕπαρξιν ἄλλης τραπέζης ἐν Ἑπτανήσῳ, ἐὰν δὲν παραδεχθῆτε ἐν γένει τὴν σύμβασιν, δεσμεύεσθε ὁλοσχερῶς καὶ ὑποβάλλεσθε εἰς τὴν ἀπόλυτον θέλησιν τῆς ὑπαρχούσης τραπέζης, ἡ ὁποία ἔχει τὴν ἰσχὺν νὰ σᾶς ἐπιβάλῃ ὁποίους ὅρους θέλει, καὶ ὅταν ἡ τράπεζα ἐκείνη σᾶς εἴπῃ, ἵνα διαμείνω εἰς τὴν Ἑπτάνησον, ἀπαιτῶ τὰ δεῖνα προνόμια, εἶσθε ὑποχρεωμένοι νὰ παραχωρήσητε, νὰ τὰ παραδεχθῆτε, καὶ ὁσάκις ἐζητήθησαν τοιαῦτα, τὰ παρεδέχθητε. Δὲν ἠθέλαμεν λοιπὸν κατὰ τὴν ἡμετέραν ἐκτίμησιν νὰ γίνωμεν ὄργανα κερδοσκοπίας· ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ παρουσιασθῇ τοιαύτη, ἠθέλομεν ν’ ἀφήσωμεν ἐλευθέραν τὴν Ἑπτάνησον, δὲν ἠθέλομεν ἵνα ὑποχρεωθῇ νὰ τεθῇ ὑπὸ τὴν δεσποτείαν τῆς ὑπαρχούσης τραπέζης. Καὶ, κύριοι, εἶναι τῷ ὄντι ἀληθὲς, ὅπως σᾶς εἶπον, ὁ κίνδυνος ὡς ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας; ἐὰν τῷ ὄντι αὐτὸ εἶναι τὸ μέγα κακὸν, θὰ τὸ κατανοήσῃ μετ’ ὀλίγον καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ. Ἡμεῖς εἴχομεν τὴν ἐπιθυμίαν τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ τὴν βεβαιότητα, ὥστε δι’ ἡμᾶς δὲν ὑπῆρχεν ὁ κίνδυνος. Ἀλλ’ ἔχομεν ἐκτὸς τούτου ἀδιάθετα 10 ἑκατομμύρια, τὰς ἀδιαθέτους ὁμολογίας· λοιπὸν ἠδυνάμεθα ἐκ τούτων νὰ δώσωμεν ἓν ποσὸν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ νὰ ἄρωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Δὲν ἤθελεν εἶσθαι μεγάλη θυσία, ἐὰν διὰ τὴν Ἑπτάνησον, ἡ ὁποία, καθὼς βεβαιοῦται, πάσχει, διότι καὶ πίστις καὶ χρήματα δὲν ὑπάρχουν, δὲν εἶναι μεγάλη θυσία, ἐὰν ἐξοδεύσωμεν χιλιάδας τινὰς δραχμῶν διὰ τόκους, καὶ πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐνεργήσωμεν δάνειον. Εἶναι λοιπὸν ἡ μομφὴ καὶ ἡ ὕβρις, τὴν ὁποίαν ἀπέδωκαν εἰς τὴν πρᾶξιν αὐτὴν, ἀνυπόστατος· ἂς μοὶ συγχωρηθῇ δὲ νὰ μὴ τὴν ὀνομάσω μὲ τὸ ἀνῆκον αὐτῇ ὄνομα. Ἐν πεποιθήσει καὶ ἐν μελέτῃ ἀκριβεῖ καὶ ἐν γνώσει τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου ἐκείνου, τῶν ἀληθῶν συμφερόντων, παρεδέχθημεν τὴν σύμβασιν, καὶ ἔχοντες πρόχειρα τὰ μέσα τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἐὰν αὕτη καὶ μόνη γεννᾷ τὸν κίνδυνον καὶ ἦναι τὸ ἐμπόδιον. Προετίμων νὰ θυσιάσῃ τὸ ἔθνος, ἐπαναλαμβάνω, εἰς τόκους, δανειζόμενον χρήματα, διὰ νὰ μὴ ἀφήσῃ τὰς ἐπαρχίας ἐκείνας πασχούσας καὶ μὴ ἐχούσας νὰ θεραπεύσωσι τὰς ἀνάγκας των. Κρίνατε ἤδη ἐὰν ἡ πρᾶξις ἡμῶν ἦτο κακὴ, ἢ ὁ τρόπος τῆς ἐνεργείας τῶν ὑπουργῶν εἶναι κάκιστος. Ἀλλὰ, κύριοι, ἔχουσι δίκαιον νὰ παραπονῶνται οἱ ὑπὲρ τῆς συμβάσεως· ἐγὼ ἀποδίδω εἰλικρίνειαν πλήρη εἰς τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως καὶ καλὴν θέλησιν, καὶ διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ θέτουσα προθεσμίαν τὴν αὔριον, ν’ ἀφήσωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸν ἀναγκαῖον καιρὸν ἵνα σκεφθῇ· ἀλλ’ ὅπως ἐνεργεῖ ἡ Κυβέρνησις, ἐγείρει ὑπονοίας εὐλόγους, ὅτι δὲν ἐνεργεῖ μὲ καλὸν σκοπόν· τὰ παραδεδεγμένα ἐν τῇ Βουλῇ πολλάκις ἐπαναληφθέντα εἶναι, ὅτι καὶ εἰς τὰς συμβάσεις παρεδέχθημεν τροπολογίας οὐσιώδεις ἐκ τῆς Βουλῆς ἐπενεχθείσας καὶ τὰς κατεχωρίσαμεν εἰς τὰς συμβάσεις. Συνέβη τοῦτο εἰς τὴν σύμβασιν περὶ Λαυρίου, εἰς τὴν σύμβασιν περὶ κτηματικῆς πίστεως κλπ. Καὶ ὅταν μάλιστα τὸν συμβαλλόμενον ἔχητε παρόντα, ἔχοντα τὴν ἐξουσίαν νὰ συναινέσῃ ἢ ὄχι, δὲν καταλαμβάνω ποία δυσκολία εἶναι ὥστε νὰ μὴ συζητήσωμεν τὴν σύμβασιν. Δυνάμεθα δὲ νὰ φέρωμεν τροπολογίας, καὶ ἐὰν δὲν δέχηται αὐτὰς ὁ τυχὼν συμβαλλόμενος, δικαίωμά μας τότε εἶνε ν’ ἀποῤῥίψωμεν τὴν σύμβασιν. Ἀλλὰ τὰς τροπολογίας ἐκείνας τὰς ἐδέχθην καὶ ἐγὼ διότι εἶναι ἐπουσιώδεις, διότι ἡ ἔννοια καὶ ἡ οὐσία αὐτῶν περιέχεται εἰς τὴν σύμβασιν, ὡς θέλω ἀποδείξει. Κακὸν σύστημα παραδέχονται ἐπιμένοντες ν’ ἀναβάλωμεν μέχρις οὗ ἄρξωνται νέαι διαπραγματεύσεις. Ὁ συμβαλλόμενος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ σᾶς εἴπῃ: δὲν δέχομαι νέας διαπραγματεύσεις· ὑποβάλετε τὴν σύμβασιν εἰς τὴν Βουλήν. Τί θ’ ἀπαντήσητε; Πότε ἐγένετο σύμβασις, δὲν ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν καὶ μονομερῶς ἐμηδενίσθη; Ὅτε οἱ ἐνδιαφερόμενοι ἐπιμένουσι ν’ ἀποφασίσῃ τέλος ἡ Βουλή, διότι συμφέροντα μεγάλα ἴσως ἐξαρτῶνται ἐξ αὐτῆς, τὸ Ὑπουργεῖον λέγει: περιμείνατε, θέλω νὰ σκεφθῶ, νὰ διαπραγματευθῶ ἐκ νέου. Αὐτὰ δὲν μοὶ φαίνονται σπουδαῖα, καὶ διὰ τοῦτο ὁ τρόπος αὐτὸς τῆς ἐνεργείας ἐγείρει ἀμφιβολίαν, ὅτι ἡ ἐνέργεια δὲν ἀφορᾷ πρὸς σκοπὸν συμφέροντα, οὔτε ἵνα ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ περὶ τῆς συμβάσεως καλλιτέρας δῆθεν. Κύριοι, ἔχετε μίαν σύμβασιν ἐνώπιόν σας· ὀφείλετε βεβαίως νὰ σκεφθῆτε, ἐὰν τὴν δέχησθε ἢ ὄχι· ἀλλὰ μετὰ τοῦτο ὀφείλετε νὰ τὴν ὑποβάλητε εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ νὰ ὑποβάλητε καὶ σεῖς τὴν γνώμην σας. Δὲν σᾶς ἐπιτρέπετε δὲ δι’ ἀναβολῶν νὰ ἐξουδετερώσητε τὴν σύμβασιν, ὅπως δὲν σᾶς ἐπιτρέπετε νὰ τὴν ἀνακαλέσητε μονομερῶς. Μόνη ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ἀποφασίσῃ, καὶ ὄχι σεῖς, καὶ ὅπως δὲν δύνασθε νὰ λύσητε τὸ ζήτημα κατ’ εὐθεῖαν διὰ τῆς ἀνακλήσεως, δὲν δύνασθε νὰ τὸ λύσητε οὔτε ἐμμέσως καὶ πλαγίως διὰ τῆς ἐπ’ ἄπειρον παρατάσεως. Ἑπομένως ἡ Κυβέρνησις, νομίζω, εἶχεν ἄδικον νὰ κατηγορήσῃ τὴν σύμβασιν, εἶχεν ἄδικον νὰ φέρῃ ὡς πρόσκομμα τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, διότι αὕτη αἴρεται· ἔτι ὀφείλει νὰ ἦναι προσεκτικωτέρα ὅταν ὁμιλῇ περὶ ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, διότι αὐτὴν ἴσα ἴσα θέλει νὰ ὑποστηρίξῃ διὰ τῶν μέτρων της. Λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις θὰ σκεφθῇ βεβαίως, ἐὰν δέχηται ἢ ὄχι τὰ προταθέντα, ἀλλ’ ἂς σπεύσῃ νὰ παρουσιάσῃ τὴν σύμβασίν της, ἂς εἴπῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν γνώμην της, τότε δὲ ἡ Βουλὴ θὰ ἀποφασίσῃ, ἐὰν ἡ σύμβασις ἦναι ὁποίαν τὴν ἐχαρακτήρισαν, ἢ ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον ἐνεργεῖ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἦναι ὁποῖος ἐγὼ ἐχαρακτήρισα αὐτόν.
§58ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Πρωθυπουργός). Ἔχει μέγα δίκαιον ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Μεσσήνης, ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις εἶναι δεσμευμένη ἐκ τῶν πράξεων τῆς παρελθούσης καὶ ὡς πρὸς ταύτην τὴν σύμβασιν καὶ ὡς πρὸς τὰς 50 ἢ 150 ἄλλας συμβάσεις, τὰς ὁποίας ὑπέγραψεν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη. Καταγίνομαι ἤδη συλλέγων ἐν τοῖς διαφόροις γραφείοις τὰς ἐκκρεμεῖς συμβάσεις, αἵτινες ὑπεγράφησαν παρὰ τοῦ κ. Κουμουνδούρου ἀφ’ ὅτου κυβερνᾷ, διὰ νὰ τὰς φέρω ὅλας ἐνταῦθα, καὶ ἐσκέφθην διὰ τίνος τρόπου ἠδυνάμην νὰ ζητήσω παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν ἀπόῤῥιψιν αὐτῶν· διότι μόνη ἡ ἐργασία τῆς ἀποῤῥίψεως ὅλων αὐτῶν, ἐὰν ἤθελον διέλθει διὰ τῶν συνήθων διατυπώσεων, ἤθελον ἐξαντλήσει τὸν ὑπόλοιπον χρόνον τῆς συνόδου ταύτης. Ἀναγνωρίζω πληρέστατα τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν νὰ φέρωμεν ἐνώπιον ὑμῶν τὴν σύμβασιν ταύτην, καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Μεσσήνης εἶπεν ὀρθότατα, ὅτι ἐὰν ὁ διευθυντὴς καὶ τὸ συμβούλιον τῆς Πιστωτικῆς τραπέζης μᾶς εἴπωσι, διατὶ δὲν φέρετε τὴν σύμβασιν ταύτην, ἡμεῖς δὲν δεχόμεθα καμμίαν διαπραγμάτευσιν, εἴμεθα ὑπόχρεοι νὰ φέρωμεν αὐτήν· ἀλλὰ τὴν Πιστωτικὴν τράπεζαν ἀντιπροσωπεύουσιν ὁ διευθυντὴς καὶ τὸ συμβούλιον τῆς Τραπέζης, οὐχὶ δ’ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ὥστε δὲν δύναμαι νὰ θεωρήσω ἐμαυτὸν ὑπόχρεων ἀπέναντι τῆς Τραπέζης ἕνεκα τῶν ρηθέντων παρὰ τοῦ κ. Κουμουνδούρου. Ὡς πρὸς δὲ τὴν Πιστωτικὴν τράπεζαν, αὕτη δὲν μᾶς ἔδωκεν ἀπάντησιν τοιαύτην, ἀλλ’ εἶπεν, ὅτι εἶναι ἑτοίμη πρὸς διαπραγμάτευσιν, καὶ ἐπανελήφθησαν τοιαῦται διαπραγματεύσεις. Ὁ κ. Βουλευτὴς Μεσσήνης, ἐνῶ χθὲς, ὅτε ἐπρότεινα εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως ἀρξώμεθα τῆς συζητήσεως τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλον, παρετήρησεν, ὅτι πρέπει νὰ προταχθῇ ἡ γενικὴ συζήτησις ἐπὶ τοῦ συνόλου τῶν νομοσχεδίων τῆς συζητήσεως τῶν νομοσχεδίων κατὰ μέρος, σήμερον φέρει εἰς συζήτησιν ἐνώπιον ὑμῶν ἓν τῶν νομοσχεδίων τούτων, τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν διάθεσιν τῶν χρημάτων τῶν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 60,000,000.
§59ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διότι μᾶς ἐμέμφθητε καὶ ἔπρεπε νὰ σᾶς ἀπαντήσωμεν.
§60ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ ἔφερε δὲ διὰ νὰ εἴπῃ τί; ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου ἐγὼ ἀποδεικνύομαι ἐναντίος τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος καλῶς γινώσκει, ὅτι πάντοτε εἶχον τὴν πρωτοβουλίαν τῶν μέτρων περὶ ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὸν κ. Κουμουνδοῦρον, ὅτι κατὰ ταύτην τὴν στιγμὴν διαπραγματεύομαι περὶ ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ ἔχω μεγάλας ἐλπίδας, ὅτι κατ’ αὐτὴν τὴν γενικὴν συζήτησιν, εἰς τὴν ὁποίαν θέλομεν προβῆ ἴσως αὔριον, θέλω δυνηθῆ νὰ φέρω ἀνακοινώσεις εἰς τὴν Βουλὴν σπουδαίας περὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔφερον ἐγὼ, ἦτο νομοσχέδιον στηριζόμενον ἐπὶ τοῦ καθεστῶτος· τὸ καθεστὼς ἔδει νὰ ρυθμισθῇ, δὲν ἠδυνάμην ν’ ἀφήσω τὸ ζήτημα τῶν χρημάτων τῶν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 60,000,000 ἄλυτον· ἠδυνάμην δὲ νὰ τὸ λύσω μόνον ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ καθεστῶτος, καθεστὼς δὲ εἶνε ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Ἀλλ’ ἀποδεχθεὶς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν ὡς ἀναγκαῖον κακὸν, ἀναγκαῖον κακὸν, διότι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐποιήσατο χρῆσιν τῶν μέσων τὰ ὁποῖα ἐδώκαμεν εἰς αὐτὴν, ὅπως ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἀναγκαῖον κακὸν, ἕνεκα τῆς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν ἀνέλαβεν ἡ Κυβέρνησις ὡς ἐκ τῆς ἀβελτέρου διεξαγωγῆς τῆς διαπραγματεύσεως περὶ τοῦ δανείου τῶν 60,000,000.......
§61ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸν λόγον, κ. πρόεδρε.
§62ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. ..... Ἀφοῦ λέγω ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ὑφίσταται σήμερον, καὶ ὑφίσταται διὰ τρόπου, ὁ ὁποῖος θέλει μᾶς ὑποβάλει εἰς μεγάλας ὑποχρεώσεις, ὅπως ἄρωμεν αὐτὴν καὶ ἥτις δὲν εὐθύνει ἡμᾶς, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ καθεστῶτος τούτου, ὤφειλον ἐγὼ νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ νομοσχέδια· ἀλλὰ ταὐτοχρόνως διαπραγματεύομαι περὶ ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, διότι ἐξακολουθῶ φρονῶν, ὅτι ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία εἶνε μέγα κακὸν διὰ τὸν τόπον, εἶνε κακὸν, τοῦ ὁποίου ἡ ἄρσις ἀντισηκόνει πάντα τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα ἠθέλομεν ἀναλάβει χάριν αὐτῆς. Ἀλλὰ τὸ ἐπιχείρημα τοῦ κ. Βουλευτοῦ Μεσσήνης τὸ ἐκ τῶν προτάσεών μου τί ἄλλο ἀποδεικνύει, εἰμὴ ὅ,τι ἔλεγον ἐγὼ πρότερον περὶ τῆς συμβάσεως, τοὐλάχιστον περὶ τῆς διατάξεως τῆς ἐν τῇ συμβάσει ἐκείνῃ τῆς ἀφορώσης εἰς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν ἐν Ἑπτανήσῳ; Ὁ κ. Βουλευτὴς Μεσσήνης εἶπεν, ὅτι, ἐὰν αὐξήσωμεν τὸ ποσὸν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων τῶν ἐν τῷ παλαιῷ Βασιλείῳ κατά τινα ἑκατομμύρια, καθίσταται ἀδύνατος ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ ἐπέρχονται πάντα τὰ κακὰ τὰ ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ κατόπιν τούτου ὑποστηρίζει σύμβασιν, ἐπαγομένην τὴν ὑποχρέωσιν τῆς αὐξήσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας κατὰ 10 ἑκατομμύρια εἰς περιφέρειαν, ἡ ὁποία μόλις τὸ πέμπτον εἶνε τοῦ παλαιοῦ Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος. Ἐὰν 20 ἢ 30 ἑκατομμύρια ἐν τῷ Βασιλείῳ τῷ παλαιῷ θέλουσι φέρει τοιαῦτα ἀποτελέσματα, οἷα ἐξέθηκεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ὁποῖα ἀποτελέσματα θέλουσι φέρει τὰ 10 ἑκατομμύρια ἐν Ἑπτανήσῳ; Ἐσκέπτετο, λέγει ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, περὶ ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἀλλ’ ἐὰν ἐσκέπτετο περὶ αὐτῆς ὡς ἁρμόζει εἰς Κυβέρνησιν νὰ σκέπτηται, τουτέστιν ἐὰν ἐσκέπτετο μὲ σκοπὸν νὰ προτείνῃ τὴν ἄρσιν αὐτῆς καὶ νὰ τὴν ἐπιτύχῃ, διότι ἡ Κυβέρνησις προτείνει ὅταν σκέπτηται καὶ ἐπιτυγχάνει ὅταν προτείνῃ, πρὸς τί περιέλαβεν ἐν τῇ συμβάσει μετὰ τῆς Πιστωτικῆς τραπέζης τὴν διάταξιν περὶ ἐπεκτάσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας; Ἐὰν ἡ διάταξις ἐκείνη δὲν περιελαμβάνετο ἐντὸς τῆς συμβάσεως, ἡ σύμβασις οὐδεμίαν θὰ παρίστα δυσχέρειαν, διότι τἆλλα ζητήματα, ἀφοῦ γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ πολλαπλοῦ τῶν τραπεζῶν, εἶναι ζητήματα δευτερεύοντα, καὶ οὐδόλως ἀμφιβάλλω, ὅτι ταῦτα οὐδὲν ἀνυπέρβλητον πρόσκομμα θὰ παρενέβαλλον. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος εἶπεν, ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ διαπραγματευθῇ πρὸς τὴν Πιστωτικὴν τράπεζαν ἐπὶ τοιούτοις ὅροις, τουτέστι διὰ τῆς ἐπεκτάσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, διότι ἡ Ἰονικὴ τράπεζα ἠρνεῖτο νὰ ἔλθῃ εἰς διαπραγματεύσεις. Ἐὰν ἡ Ἰονικὴ τράπεζα ἠρνεῖτο νὰ ἔλθῃ εἰς διαπραγματεύσεις, διατί τοσοῦτον εὐκόλως ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἀνενέωσε τὸ προνόμιον αὐτῆς; διατί ἔδωκεν εἰς αὐτὴν τὴν παράτασιν ἐπὶ εἰκοσαετίαν; Δὲν ἔρχομαι νὰ ἐξετάσω ἤδη τὸ ζήτημα τῆς νομιμότητος περὶ παρατάσεως τοῦ διατάγματος. Ἀλλὰ τὸ ἀμφισβητήσιμον τῆς νομιμότητος ἐγίνωσκεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἐν καιρῷ, καὶ διατί ἐνῷ, ὡς λέγει σήμερον, ἔβλεπε τὴν Ἰονικὴν τράπεζαν ἀρνουμένην νὰ ποιήσηται παραχωρήσεις ὑπὲρ τῶν νήσων, διατί ἐγκαίρως, τουτέστι πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ διατάγματος, δὲν ἔφερε τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ δὲν ἐξηνάγκαζεν οὕτω τὴν Τράπεζαν ἐκείνην νὰ ποιήσηται παραχωρήσεις ὑπὲρ τῶν νήσων; Κύριοι, τὸ ζήτημα τῆς Πιστωτικῆς τραπέζης δὲν δύναται νὰ παρουσιασθῇ εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως θέλουσί τινες ἐνταῦθα· δὲν δυνάμεθα σήμερον νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὑποβληθέντος Νομοσχεδίου, διότι ὡς πρὸς τὸ Νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἐξεφράσθησαν ἁπανταχόθεν γνῶμαι, ὅτι ὤφειλεν ἡ προσηρτημένη εἰς αὐτὸ σύμβασις νὰ ὑποστῇ τροπολογίας, καὶ τὰς τροπολογίας δὲν δυνάμεθα νὰ κάμωμεν ἐνταῦθα. Ὁ κ. Βουλευτὴς Μεσσήνης εἶπεν, ὅτι ἔχομεν παρόντα τὸν μεθ’ οὗ συναλλασσόμεθα.
§63ΔΟΥΜΑΣ. Ἐν Ἀθήναις.
§64ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος εἶπεν, ὅτι ἔχομεν αὐτὸν παρόντα.
§65ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐν Ἀθήναις ἐννοεῖται.
§66ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δέχομαι καὶ τὴν διόρθωσιν ταύτην, ἀλλὰ δι’ ἡμᾶς τοὺς συζητοῦντας ἐν τῇ Βουλῇ παρόντες εἶναι οἱ ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς νὰ συζητῶμεν πρὸς τοὺς ἐν τῇ ὁδῷ Σταδίου κατοικοῦντας, θὰ συζητήσωμεν πρὸς ἐκείνους τοὺς ὁποίους ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν. Ἀλλὰ καὶ ἐνώπιον ἡμῶν ἐὰν εἴχομεν τὰ πρόσωπα ταῦτα, δυνάμεθα ἐνταῦθα νὰ συζητήσωμεν; Δύναται ἐνταῦθα νὰ διεξαχθῇ διαπραγμάτευσις; Δυνάμεθα ἐνταῦθα νὰ ἀνοίξωμεν τοὺς φακέλλους, τῶν ὁποίων ἡ μελέτη εἶναι ἀναγκαία, ἵνα διεξαγάγωμεν διαπραγματεύσεις περὶ τοιαύτης ὑποθέσεως; Ταῦτα πάντα εἶναι ἔργα κυβερνητικά· αἱ κυβερνήσεις παρασκευάζουσι ταῦτα, τὰ φέρουσιν εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ἡ Βουλὴ ἀποφαίνεται περὶ αὐτῶν.
§67ΡΩΜΑΣ. Δὲν εἶναι νέα αὐτά· τὰ ἐσυζητήσαμεν, καὶ σεῖς εἶσθε παρόντες τότε.
§68ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἐννοῶ ποίαν σχέσιν ἔχει ἡ παρατήρησίς σας πρὸς ὅσα λέγω. Ἡ διαπραγμάτευσις ἄρα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διεξαχθῇ ἐνταῦθα καὶ ἑπομένως ὀφείλετε νὰ ἐπιτρέψητε ὅπως διεξαχθῇ ἐκεῖ, ὅπου ἁρμοδίως θὰ διεξαχθῇ. Ἡμεῖς εἴμεθα οἱ ἁρμόδιοι νὰ τὴν διεξαγάγωμεν. Εἶπον εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι καταγινόμεθα ἤδη εἰς τοῦτο, ὅτι ἔχομεν θεμελιώδεις ἐνστάσεις κατὰ τῆς συμβάσεως, ὁποία ὑπάρχει, τουτέστιν ἔχομεν ἐνστάσεις κατὰ τῆς διατάξεως τῆς ἀφορώσης εἰς τὴν ἐπέκτασιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Περὶ ταύτης τῆς ἐνστάσεως ἰδίως θέλομεν διαπραγματευθῆ πρὸς τὴν τράπεζαν, καὶ ἐὰν ἐπ’ αὐτῆς ἔλθωμεν, ὡς ἐλπίζω, εἰς συμφωνίαν, τὰ λοιπὰ πιστεύω, ὅτι εἶναι τοσοῦτον ἁπλᾶ, ὥστε ἐντὸς μιᾶς ὥρας δύνανται νὰ συμπληρωθῶσι.
§69ΔΟΥΜΑΣ. Εἶπον πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἡ ὁμιλία κατὰ τοῦ χαρτονομίσματος, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν πρὸς τὴν σύμβασιν· ἀπορῶ δὲ πῶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀφοῦ παραδέχεται, ὅτι ὅσον τάχιον θὰ ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ἀφοῦ καὶ εἰς τὰς τροποποιήσεις, τὰς ὁποίας ἔδωσα εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος μὲ ἐζήτησε νὰ ἔλθωμεν εἰς συνέντευξιν περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, περιλαμβάνεται, ὅτι κατὰ τὰ ἔτη 1880 καὶ 1881 ἡ τράπεζα δὲν θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργὸς ἐντὸς τοῦ χρονικοῦ αὐτοῦ διαστήματος θὰ φθάσῃ εἰς τὸ εὐχάριστον αὐτὸ ἀποτέλεσμα, διατί φοβεῖται ἐπὶ τοσοῦτον τὸν προφυλακτικὸν ὅρον τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας; Ὅτι δὲ ἡ τράπεζα ζητεῖ τὴν συζήτησιν τῆς συμβάσεως, ὅπως ἀποφασισθῇ ἡ τύχη της, τοῦτο δὲν τίθεται εἰς ἀμφισβήτησιν, διότι ἓν κατάστημα, διαπραγματευόμενον τοιαῦτα συμφέροντα, βεβαίως θέλει ταχέως νὰ γνωρίζῃ καὶ τὴν ἔκβασιν αὐτῶν, διότι ἡ ἐκκρεμότης δύναται νὰ ἔχῃ σπουδαίας συνεπείας καὶ διὰ τὴν τράπεζαν καὶ διὰ τοὺς κατόχους τῶν μετοχῶν της. Ἀλλὰ θέλω ν’ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ διὰ τὸν φόβον τοῦ χαρτονομίσματος. Ἱδρύεται τράπεζα διὰ χαρτονομίσματος, εἶπεν ὁ κ. Τρικούπης. Ἀπατᾶται. Ἡ Κυβέρνησις ὑπέγραψε σύμβασιν, δι’ ἧς ἱδρύεται τράπεζα διὰ μεταλλικοῦ, καὶ ῥητῶς ἐν αὐτῇ λέγεται ὅτι, ἐνόσῳ δὲν πραγματοποιηθῶσι καὶ δάνεια ἐκ τοῦ κεφαλαίου της εἰς μεταλλικὸν 5 ἑκατομμυρίων ἐν Ἑπτανήσῳ, δὲν θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδώσῃ οὔτε ἓν τραπεζικὸν γραμμάτιον, ἐνόσῳ δὲ ὑφίσταται ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, δὲν τῇ ἔδωσε τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδώσῃ οὔτε μιᾶς δραχμῆς περιπλέον τραπεζικὸν γραμμάτιον ἀπὸ τὸ κατατεθὲν κεφάλαιόν της, τὸ ὁποῖον θὰ καταθέσῃ εἰς μεταλλικόν· περιπλέον δὲ διὰ τὸ ποσὸν τῶν 5 ἑκατομμυρίων τραπεζικῶν γραμματίων, ὀφείλει νὰ ἔχῃ τὸ ⅓ εἰς μεταλλικόν. Ὅταν τακτοποιήσῃς οὕτω πως τὰς ἐργασίας σου, εἶπε τῇ τραπέζῃ ἡ Κυβέρνησις, τότε σοὶ δίδω τὸ δικαίωμα τῆς ἐκδόσεως τραπεζικῶν γραμματίων· ὅταν δὲ θελήσῃς νὰ ἐπεκτείνῃς τὰς ἐργασίας, ὀφείλεις νὰ καταθέσῃς καὶ τὸ ἕτερον ἥμισυ μεταλλικόν, καὶ τότε θὰ ἔχῃς τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδώσῃς ἴσον ποσὸν τραπεζικῶν γραμματίων τοῦ κεφαλαίου σου. Ἡ τράπεζα ἀρχικῶς εἶχε προτείνει κεφάλαιον 5 ἑκατομμυρίων, ἀλλὰ ἰσχυρίσθησαν, ὅτι δὲν εἶναι ἐπαρκές· ὀφείλει νὰ ἔχῃ 10 ἑκατομμύρια κεφάλαιον, διότι, ἐὰν ἡ Ἰονικὴ τράπεζα ἀποσυρθῇ, πρέπει νὰ ἔχῃ ἀρκετὰ κεφάλαια, ὅπως ἱκανοποιήσῃ τὰς ἀνάγκας, αἵτινες τότε ἤθελον γεννηθῆ. Αὐτὸς ἦτο ὁ λόγος τῆς αὐξήσεως τῶν κεφαλαίων. Βλέπετε λοιπόν, ὅτι, ἐνόσῳ ὑφίσταται Ἰονικὴ τράπεζα, ἡ πιστωτικὴ τράπεζα δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ κυκλοφορήσῃ πλέον τῶν 5 ἑκατομμυρίων τραπεζικῶν γραμματίων, ἀπέναντι δὲ αὐτοῦ θὰ ἔχῃ 5 ἑκατομμύρια κεφάλαια ἰδικά της εἰς δάνεια, 1,300,000 μεταλλικὸν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς τραπέζης, καὶ τὸ ὑπόλοιπον τοῦ ἀντιτίμου τῶν τραπεζικῶν γραμματίων εἰς γραμμάτια ἐμπορικά. Πρὸς τί νὰ μᾶς ἀναμνήσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὸ 1739 τῆς Γαλλίας, ὅτε τὸ εἰκοσάφραγκον εἰς χρυσὸν ἐτιμᾶτο 7½ χιλιάδας φράγκων εἰς χαρτονόμισμα; Αἱ περιστάσεις ἐκεῖναι δὲν ἔχουσιν οὐδεμίαν σχέσιν μὲ τὴν ὑπὸ συζήτησιν. Εἶμαι πεπεισμένος, κύριοι, ὅτι κατόπιν τῶν ὀλίγων αὐτῶν πληροφοριῶν, οὐδεὶς ὑπάρχει οὔτε ἐκ τῆς δεξιᾶς οὔτε ἐκ τῆς ἀριστερᾶς πτέρυγος, ὁ ὁποῖος θὰ συμμερίζηται πλέον τοὺς φόβους τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι εἶναι λυπηρὸν, καὶ τὸ λέγω ἐν πεποιθήσει, εἶναι λυπηρὸν νὰ παρουσιάζωμεν τὴν ὁμιλίαν αὐτὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐναντίον τοῦ χαρτονομίσματος, ἐνῷ οὐδεμίαν τοῦτο ἔχει σχέσιν μὲ τὴν ὑπὸ συζήτησιν σύμβασιν. Οὐδεὶς κίνδυνος ἀπειλεῖ τὴν Ἑπτάνησον, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ ἀποδείξῃ τοῦτο. Ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις τῶν πραγμάτων θέλομεν τὰ πάντα ἀναπτύξει· καὶ δὲν τὸ λέγω ἐγὼ, τὸ λέγουν πάντες, ὅτι οὐδεὶς κίνδυνος ἀπειλεῖ τὴν Ἑπτάνησον διὰ τῆς ἱδρύσεως τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης, ὡς ὁρίζει ἡ σύμβασις. Μετ’ εὐχαριστήσεως δὲ ἤκουσα, ὅτι καὶ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις διαπραγματεύεται τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ τοῦτο, κύριοι, εἶναι ἀπαραίτητον, διότι τίς δύναται νὰ φέρῃ εἰς τὸν τόπον τὸ χρῆμά του εἰς χρυσὸν, καὶ κατόπιν νὰ τὸ λάβῃ εἰς χαρτονόμισμα; Διὰ τοῦτο δὲν δέχεται ἡ Τράπεζα νὰ συστηθῇ ἄνευ τοῦ δικαιώματος τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἐν ὅσῳ ὑφίσταται αὕτη εἰς τὸ Κράτος, καὶ διὰ τοῦτο τοιοῦτον ὅρον οὔτε ἐπρότεινεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, οὔτε ἠδύνατο νὰ ἀποδεχθῇ ἡ Τράπεζα. Ἡ Τράπεζα εἶναι πρόθυμος νὰ δεχθῇ τροποποιήσεις τινὰς πρὸς βελτίωσιν τῆς συμβάσεως, καὶ διὰ τοῦτο ὑπεχωρήσαμεν πάντοτε μέχρι τοῦ ὁρίου, τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπει τὸ νόμιμον κέρδος τῶν μετόχων· τοῦτο δὲ εἶπον καὶ εἰς τὸν κ. Λομβάρδον, ὅταν μοὶ ἐζήτησεν ἂν δυνάμεθα νὰ κάμωμεν ἄλλας παραχωρήσεις. Ποῖον κίνδυνον, τῷ εἶπον, βλέπετε εἰς τὴν σύμβασιν αὐτήν; μοὶ εἶπε, βλέπω τὸν κίνδυνον τοῦ χαρτονομίσματος, τὸ ὁποῖον θὰ πλεονάσῃ, καθὼς καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας· τοῦ εἶπον ὅτι, ἐπειδὴ νομίζετε ὅτι θὰ φθάσητε εἰς τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐντὸς ὀλίγου, τότε ἰδοὺ, παραδεχόμεθα τὰ δύω ἔτη 1880 καὶ 1881, κατὰ τὰ ὁποῖα νὰ μὴ ἔχωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, σεῖς δὲ ἐνασχοληθῆτε κατὰ τὴν διετίαν νὰ τὴν ἄρητε· τὸ δὲ συμβούλιον τῆς Τραπέζης ἀπεδέχθη τὸν ὅρον τοῦτον. Εἶναι δὲ ἀληθὲς, ὅτι κατὰ τὴν συνεδρίασιν δὲν ἦσαν παρόντα μέλη τινά. Μέχρι τῆς σήμερον ὁ κ. Λομβάρδος δὲν μοὶ ἔδωκεν ἀπάντησιν, αὐτὴν δὲ τὴν στιγμὴν μοὶ εἶπεν, ὅτι σκέπτεται περὶ αὐτοῦ· ἐγὼ τῷ εἶπον, ὅτι ἡ τράπεζα ἐπιθυμεῖ νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον, διότι δὲν εὐχαριστεῖται εἰς αὐτὴν τὴν ἀνώμαλον κατάστασιν· τοῦτο δὲ λέγω καὶ σήμερον, θέλετε ὡς διευθυντὴς τῆς τραπέζης ἢ ὡς Βουλευτής.
§70Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν μένει εἰς ἐμὲ νὰ εἴπω τι πλέον μεθ’ ὅσα ὁ Βουλευτὴς Σύρου εἶπεν εἰς τὴν Βουλὴν· μοὶ ἔμενε νὰ εἴπω τι πρὸς ὕβριν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐξετόξευσε κατὰ τῆς πεσούσης Κυβερνήσεως, καὶ ἰδίως κατ’ ἐμοῦ, διεξαγαγόντος τὰς διαπραγματεύσεις πρὸς συνομολόγησιν τοῦ δανείου τῶν 60,000,000, καὶ μοὶ ἔμενε νὰ τὸ εἴπω μετ’ ἐκπλήξεως, διότι ἡ Βουλὴ ἔλαβε γνῶσιν τῶν γενομένων καὶ ἐνέκρινεν αὐτά. Ἀλλ’ οὔτε πρὸς τοῦτο θέλω ἀπαντήσει, διότι οὐδέποτε ἤλπιζον, ὅτι ἡ συνήθης γλῶσσα τοῦ Βουλευτοῦ Μεσολογγίου ἤθελε μεταβληθῆ, διότι περιεβλήθη τὸ ἔνδυμα τοῦ Πρωθυπουργοῦ.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρουσιάσθη ἀναφορὰ τοῦ ἐμπορικοῦ συλλόγου Κερκύρας κατὰ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας τῶν γραμματίων τῆς γενικῆς Πιστωτικῆς τραπέζης καὶ ὑπὲρ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας τῶν γραμματίων τῆς Ἰονικῆς. Θὰ κατατεθῇ, ἵνα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν συζήτησιν. Μετὰ τὰ λεχθέντα τί ἐννοεῖ ἡ Βουλὴ νὰ κάμῃ ὡς πρὸς τὴν σύμβασιν μετὰ τῆς Πιστωτικῆς τραπέζης;
§72ΤΙΝΕΣ. Νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα.
§73ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν δύναται νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα· ἡ Κυβέρνησις θέλει μελετήσει τὸ ζήτημα.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§75Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Καὶ χθὲς καὶ πρὸ πολλοῦ ὑπέβαλον ἐπερώτησιν περὶ τῶν διαπραγματεύσεων διὰ τὸν σιδηρόδρομον ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Πάτρας. Ὁ τόπος, κύριοι, ἐνδιαφέρεται νὰ μάθῃ εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται ἡ διαπραγμάτευσις, καὶ παρακαλῶ τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν νὰ μὲ διαφωτίσῃ, διότι σκοπεύω νὰ προσδιορίσω ἡμέραν πρὸς συζήτησιν τῆς ἐπερωτήσεώς μου. Δεύτερον, κύριοι, υἱοθέτησα τὴν ἐγκαταλειφθεῖσαν ἐπερώτησιν τοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Πάλης κ. Ἰακωβάτου τί σκέπτεται ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τῶν ἐκδοθεισῶν ἀποφάσεων κατὰ τῶν μοναχῶν τὴν ἐπερώτησιν ταύτην ἀπευθύνω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν.
§76ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐὰν θέλητε ἁπλῆν ἀπάντησιν εἰς τὴν ἐπερώτησίν σας, εἴμεθα πρόθυμοι νὰ σᾶς δώσωμεν αὐτήν· ἀλλ’ ἐὰν πρόκηται νὰ γείνῃ συζήτησις, δὲν εἶναι καλὸν νὰ παρακωλύσωμεν τὴν πρόοδον τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§77ΡΟΥΦΟΣ. Μόνον ἀπάντησιν.
§78ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Πρωθυπουργός). Εἰς τὰ περὶ σιδηροδρόμου λοιπὸν παρατηρῶ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἔλαβον γνῶσιν μιᾶς μόνης προτάσεως, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις θέλει ὑποβληθῆ εἰς τὴν ὑποχρέωσιν πρῶτον μὲν ἐγγυήσεως 7% ἐπὶ ὁλοκλήρου τοῦ μετοχικοῦ κεφαλαίου τῆς ἑταιρίας, δεύτερον δὲ ἀναγνωρίσεως τοῦ μετοχικοῦ κεφαλαίου τῆς ἑταιρίας δι’ ὑπολογισμοῦ, ἐπὶ τῇ βάσει 175 χιλ. φράγκων τὸ χιλιόμετρον. Οὗτοι εἶναι οἱ δύω θεμελιώδεις ὅροι τῶν προτάσεων. Μεγίστην εἶχον ἐπιθυμίαν, ἵνα διαπραγματευθῶ περὶ σιδηροδρόμου ἀπὸ Ἀθηνῶν εἰς Πάτρας, διότι φρονῶ, ὅτι τὸ Κράτος θέλει ἐκ τοῦ σιδηροδρόμου τούτου μεγάλως ὠφεληθῆ καὶ θέλει ἐκπληρώσει ὑποχρεώσεις ὑπὲρ πόλεως πολλὰ εἰσφερούσης εἰς τὸ δημόσιον· ἀλλ’ αἱ προτάσεις, οἷαι διετυπώθησαν, μοὶ ἐφάνησαν ὅτι δὲν ἠδύναντο νὰ ληφθῶσιν ὡς βάσις διαπραγματεύσεων, διότι τὸ ποσὸν τῆς ἐγγυήσεως εἶναι ἴσον πρὸς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θὰ ἠναγκάζετο ἡ Κυβέρνησις νὰ καταβάλῃ, ἐὰν διεπραγματεύετο δάνειον, ὅπως κατασκευάσῃ τὸν σιδηρόδρομον δι’ ἴδιον αὑτῆς λογαριασμὸν καὶ ὡς ἰδιοκτησίαν τοῦ Κράτους. Ὁ δὲ ὑπολογισμὸς τῆς ἀξίας τοῦ σιδηροδρόμου κατὰ χιλιόμετρον μοὶ ἐφάνη ἀνώτερος τοῦ μέσου ὅρου, ὁποῖος σήμερον ὑπολογίζεται, καὶ μάλιστα ἐν ταῖς περιστάσεσιν ἐν αἷς εὑρισκόμεθα· τουτέστιν ἄνευ γνώσεως τῶν λεπτολογιῶν, ἄνευ προηγουμένης μελέτης περὶ τοῦ ἔργου, ἄνευ χαράξεως τῆς γραμμῆς, καὶ ἄνευ προϋπολογισμοῦ τῆς δαπάνης. Ἑπομένως δὲν ἠδυνάμην νὰ διαπραγματευθῶ πρὸς τὴν ἑταιρίαν, ἀφοῦ ταῦτα δύναται νὰ ἐκτελέσῃ τὸ Κράτος οἰκονομικώτερον ἄνευ τῆς συμπράξεως τῆς ἑταιρίας καὶ νὰ ἔχῃ τὸν σιδηρόδρομον κτῆμα τοῦ δημοσίου.
§79ΡΟΥΦΟΣ. Μετὰ τὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς, νομίζω, ὅτι ἔχω δικαίωμα νὰ προσδιορίσω ἡμέραν συζητήσεως, καὶ προσδιορίζω τὴν ἑπομένην μετὰ τὴν συζήτησιν τὴν πολιτικὴν ἐπὶ τοῦ συστήματος τῆς Κυβερνήσεως, διότι θέλω νὰ ἀνασκευάσω τὰς ἐσφαλμένας θεωρίας τὰς ὁποίας ἀνέπτυξεν ὁ κ. πρωθυπουργός. Ὡς πρὸς τὴν ἑτέραν ἐπερώτησιν, ἀναμένω τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν.
§80ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κύριοι, μολονότι ὀλίγαι εἰσέτι συνεδριάσεις ὑπολείπονται, ἀναγκάζομαι νὰ ὑποβάλω ἓν νομοσχέδιον ἀφορῶν τὴν ἐπαρχίαν μου, ἰδίως τὴν κοινότητα τοῦ δήμου Ἰστιαίων, καθόσον ἡ ψήφισις τοιούτου νόμου κατέστη ὁ πόθος τῆς ἐπαρχίας μου. Ἡ περιουσία, ὡς γνωρίζετε, τῆς κοινότητος ταύτης διέπεται ὑπὸ τῶν τολμηροτέρων καὶ ὑπ’ αὐτῶν καταβροχθίζεται, οὐδεμία δίδεται λογοδοσία· τοῦτο δὲ λέγω, μὴ ἐννοῶν νὰ κατηγορήσω τινά. Τοιοῦτος νόμος ἐλλείπει δυστυχῶς ἐκ τοῦ Κράτους, καὶ μέχρι τοῦδε δὲν ἰσχύουν ἢ αἱ διατάξεις τοῦ ῥωμαϊκοῦ δικαίου. Αὐτὸ δὲ εἶναι ἀφορμή, ὅτι εἰς πολλὰς ἐπαρχίας πολλαὶ κοινοτικαὶ περιουσίαι καταστρέφονται. Δὲν θέλω νὰ ἐκταθῶ ἐπὶ πλέον ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, διότι ἔχω ἐκτενῆ ἔκθεσιν δικαιολογητικὴν τοῦ νομοσχεδίου μου καὶ τῆς ἀναγκαίας ὑπάρξεως τοιούτου νόμου, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἐκθέτω καὶ τοὺς λόγους διὰ τὶ κατήρτισα οὕτως, ὡς καὶ διατὶ ἔθεσα τὰς διατάξεις τὰς ἀφορώσας τὸ νομοσχέδιον. Ἂν ἡ κυβέρνησις καὶ ἰδίως ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, πρὸς ὃν ἀποτείνομαι, ἀφοῦ ἀναγνώσῃ τὸ νομοσχέδιόν μου καὶ ἴδῃ ὅτι ὑπάρχει ἔλλειψις τοιούτου νόμου δι’ ὅλας τὰς κοινότητας τῶν ἐπαρχιῶν, καὶ ἰδίως ἀναφέρω τὴν Στυλίδα, ὅπου ἡ κοινότης ἔχει εἰσόδημα ἐκ βοσκῶν, ἃς ἐνοικιάζει ἀντὶ 20,000 δραχμῶν, καὶ ὅμως οὐδέποτε δίδεται λογοδοσία, τότε ἂς υἱοθετήσῃ τὸ νομοσχέδιον καὶ διὰ τὰς λοιπὰς ἐπαρχίας τοῦ Κράτους.
§81ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Κύριοι, θὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Πρωθυπουργοῦ ἐπὶ τοῦ ἑξῆς ἀντικειμένου. Ἔμαθον ἔκ τινων συμπολιτῶν μου ἐλθόντων ἐκ Γαλλίας, ὅτι κατ’ ἐξαίρεσιν οἱ οἶνοι τῆς Ἑλλάδος ὑποβάλλονται εἰς μείζονα φορολογίαν ἐκείνης, ἥτις ἐπιβάλλεται εἰς τοὺς οἴνους τῆς Τουρκίας, τῆς Ἰταλίας καὶ ἄλλων Κρατῶν, διότι ἐκεῖνοι μὲν πληρώνουσι 3½ φράγ. τὸ ἑκατόλιτρον, οἱ δὲ οἶνοι τῆς Ἑλλάδος 5½. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ φροντίσῃ ἐπὶ τούτου, ὥστε νὰ ἐξομοιωθῇ ἐν Γαλλίᾳ ὁ πληρωνόμενος δασμὸς παρὰ τῶν Ἑλληνικῶν οἴνων πρὸς τὸν πληρωνόμενον ὑπὸ ἄλλων ἐθνῶν· ἔχων δὲ ὑπ’ ὄψιν τὰς καλὰς διαθέσεις τῆς φιλέλληνος Γαλλίας, ἐλπίζω ὅτι τὸ τοιοῦτον εἶναι κατορθωτόν.
§82ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Πρωθυπουργός). Ἡ ἀνωμαλία, περὶ ἧς ἐποιήσατο λόγον ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας, ὑφίσταται οὐ μόνον ὡς πρὸς τοὺς οἴνους, ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς ἄλλα εἴδη ἐξαγόμενα ἐκ τῆς Ἑλλάδος καὶ εἰσαγόμενα εἰς Γαλλίαν· πρὸς ἄρσιν δὲ τῆς ἀνωμαλίας ταύτης εἶχεν ἡ οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις διαπραγματευθῆ πρὸς τὴν Γαλλικὴν Κυβέρνησιν σύμβασιν, δι’ ἧς ἀφωμοιοῦντο τὰ ἐξ Ἑλλάδος ἐμπορεύματα εἰσαγόμενα εἰς Γαλλίαν πρὸς τὰ ἐμπορεύματα τῶν ἄλλων εὐνομουμένων ἐπικρατειῶν. Ἀλλ’ ἕνεκα περιστάσεων ἀσχέτων πρὸς τὴν κυβερνητικὴν ἐνέργειαν τὴν ἐν Ἑλλάδι, ἡ σύμβασις ἐκείνη δὲν ἐπεκυρώθη ἐν Γαλλίᾳ. Ὁ λόγος τῆς μὴ ἐπικυρώσεως σχετίζεται πρὸς τὰ ἐν Γαλλίᾳ λαμβανόμενα μέτρα περὶ ἀναθεωρήσεως τοῦ δασμολογίου, ὧν ἕνεκα οὐ μόνον ἡ διαπραχθεῖσα ἐμπορικὴ σύμβασις δὲν ἐκυρώθη, ἀλλὰ καὶ αἱ ὑφιστάμεναι πρὸς ἄλλα Κράτη διελύθησαν. Ἤδη νέαι συμβάσεις ὑπογράφονται παρὰ τῆς Γαλλίας μετ’ ἄλλων ἐπικρατειῶν, καὶ πιστεύω, ὅτι ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις θέλει δειχθῆ εὐδιάθετος, ἵνα ἐπὶ τῶν αὐτῶν βάσεων διαπραγματευθῇ μετὰ τῆς Ἑλλάδος· ὥστε ἔχω πᾶσαν ἐλπίδα, ὅτι ἐν βραχεῖ διαστήματι θέλομεν ἐπιτύχει τὴν πραγματοποίησιν τῆς ἐπιθυμίας τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Δευτέρα ἀνάγνωσις τοῦ Νομοσχεδίου περὶ φόρου τῶν ζώων διὰ τὸ ἔτος 1880. — Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πλεῖστοι.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. ΑΡΘΡΟΝ 1. (Ἀναγινώσκεται.)
§84ΡΙΚΑΚΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἐν τῷ Νομοσχεδίῳ τούτῳ νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὸ 2 ἄρθρον, νὰ συζητήσωμεν δὲ τὸ 1 μετὰ τῶν λοιπῶν φορολογικῶν Νομοσχεδίων, διότι πιθανὸν νὰ φέρωμεν τροποποιήσεις εἰς τὸ ὅλον σύστημα.
§85ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν, διότι εἴμεθα ἐντὸς τοῦ ἔτους 1880, ἠξεύρετε δὲ, ὅτι ὁ φόρος οὗτος εἶναι ὁ πρότερον τῶν ἄλλων ἀμέσων φόρων βεβαιούμενος καὶ εἰσπραττόμενος· διὰ τοῦτο πρέπει ὄχι ν’ ἀναβάλωμεν, ἀλλὰ νὰ ἐπισπεύσωμεν.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ 1 ἄρθρον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πλεῖστοι.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἅρθρον 2. (Ἀναγινώσκεται.)
§87ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μέχρι 10 Ἀπριλίου.
§88ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Ἐγὼ θὰ παρακαλέσω νὰ παραταθῇ διὰ τὰς Κυκλάδας ἡ προθεσμία, διότι δὲν θὰ δυνηθῶσι νὰ συγκοινωνήσωσιν οἱ κάτοικοι μὲ τὰς Πρωτευούσας τῶν Δήμων καὶ νὰ στείλωσι τὰ σχετικὰ ἔγγραφα εἰς τὴν Ἐφορίαν, ὥστε προτείνω τὴν παράτασιν μέχρι τῆς 20 Ἀπριλίου.
§89ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μέχρι τῆς 10 Ἀπριλίου, νομίζω, ὅτι εἶναι ἀρκετὴ ἡ παράτασις.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Συνοδινοῦ παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι.) Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι μέχρι τῆς 10 Ἀπριλίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πλεῖστοι.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Κατόπιν ἐγένετο δεκτὸν τὸ 2 ἄρθρον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως ὡς καὶ τὸ σύνολον.)
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ Νομοσχεδίου περὶ κληρώσεως τῶν στρατευσίμων τῶν Δήμων Κυκλάδων καὶ Σποράδων. Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ Νομοσχεδίου περὶ γαιῶν καὶ φυτειῶν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πλεῖστοι.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.
§93ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ τελευταῖον μέρος τῆς τελευταίας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 1 πρέπει νὰ γείνῃ ἰδιαιτέρα παράγραφος.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἅρθρον 2.
§95Χ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ 2 ἄρθρον ὁ τόκος 12% καλὸν θὰ ἦτο νὰ ἠλαττοῦτο εἰς 8, διότι εἶναι βεβαρυμένοι οἱ γεωργοί.
§96ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶμεν τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, διότι ἐὰν ἐπιτρέψωμεν ὅπως ἐπὶ τόκῳ 8% ἀναβάλωσι τὴν πληρωμὴν, θὰ τὴν ἀναβάλωσι πάντοτε, διότι εἶναι τόκος μέτριος· πρέπει μάλιστα νὰ θέσωμεν τὸν ἀνώτατον ὅρον, ὅπως ἔχωσι συμφέρον ν’ ἀποτίσωσι τὴν ὀφειλήν.
§97ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐπιμένω. Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3. (Ἀναγινώσκεται.) Ἐδῶ ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Παπαλουκᾶ....
§99ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἔχω καὶ ἐγὼ τροπολογίαν. Ὅπως γνωρίζετε, κύριοι, πολλοὶ μὴ κάτοχοι ἐδήλωσαν· κατόπιν ὅμως ὁ νόμος ἐπέτρεψε νὰ προτιμηθῶσιν οἱ κάτοχοι, εἶτα δὲ οἱ μὴ κάτοχοι, μετὰ ταῦτα ἐπῆλθε νόμος, δι’ οὗ ἐπετράπη εἰς τοὺς κατόχους νὰ δηλώσωσι τὰς γαίας, τὰς ὁποίας ἐδήλωσαν οἱ μὴ κάτοχοι· ἐντεῦθεν τὸ Δημόσιον ἔλαβε χρήματα καὶ ἀπὸ τοὺς κατόχους καὶ ἀπὸ τοὺς μὴ κατόχους, καὶ ἐκ τούτου ἐγεννήθησαν ἔριδες. Ἕτερον ζήτημα ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐγεννήθη τὸ ἑξῆς: ὅτι, ὅπου ὑπῆρχον δάση, δὲν ἐπετρέπετο ἡ δήλωσις, ἀλλὰ τὰ ὅρια τῶν δασῶν δὲν ἦσαν ἐξηκριβωμένα. Ἐν τούτοις οἱ δηλώσαντες ἐπλήρωσαν, καὶ τὸ Δημόσιον ἀρνεῖται τὴν παραχώρησιν· ἵνα λοιπὸν ἀρθῶσι αἱ διαμφισβητήσεις μεταξὺ κατόχων καὶ μὴ κατόχων, μεταξὺ δηλωσάντων κατόχων καὶ μὴ κατόχων, φέρω τὴν ἑξῆς τροπολογίαν: «Οἱ δηλώσαντες γαίας καὶ φυτείας, καὶ οἱ ἐκδοχεῖς τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν οὐ μόνον ἀπαλλάσσονται τῆς πληρωμῆς πάσης δόσεως, ἀλλ’ ἐπιστρέφεται αὐτοῖς ἡ προκαταβολὴ καὶ αἱ ἄχρι τοῦδε ἐτήσιαι δόσεις, ἂν μέχρι τέλους Μαΐου ε. ε. ἐπιδώσωσι τῷ ἁρμοδίῳ Οἰκονομικῷ Ἐφόρῳ διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος παραίτησιν τῶν ἐκ τῶν δηλώσεων δικαιωμάτων των. Ἡ τε δήλωσις καὶ τὸ ἐπιδοτήριον αὐτῆς συντάσσονται ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου, ὁ δὲ κλητὴρ λαμβάνει ὡς δικαίωμα λεπτὰ πεντήκοντα παρὰ τοῦ παραιτουμένου.» Οὕτω πως καθαρίζονται τὰ δικαιώματα τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν τρίτων καὶ λύονται αἱ ἀμφισβητήσεις μεταξὺ κατόχων καὶ μὴ κατόχων. Ὁ ὢν κάτοχος ὁ δικαιούμενος διὰ τῆς δηλώσεως, ἐκεῖνος θέλει ἐπιμείνει· ὁ μὴ ὢν κάτοχος καὶ δηλώσας θέλει ἐπιδώσει αἴτησιν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ θέλει λάβει τὴν προκαταβολήν του.
§100ΚΑΤΣΑΝΔΡΗΣ. Ἂν παραιτηθῶσιν ὅλοι, ματαιοῦται ὁ νόμος.
§101ΦΩΤΗΛΑΣ. Οὐδεὶς ἔχει τὸ συμφέρον νὰ παραιτηθῇ δηλωθέντων κτημάτων, τὰ ὁποῖα κατέχει.
§102ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν τὸ ἠξεύρετε αὐτό· ἐνδέχεται ἡ τιμὴ ἡ προσδιορισθεῖσα νὰ μὴ τὸν συμφέρῃ, ἢ ἡ ποιότης τῆς γῆς νὰ μὴ τῷ ἀρέσκῃ. Τὴν ἀρχικὴν ἐν τούτοις ἰδέαν τοῦ κ. Φωτήλα παραδέχομαι, καὶ διὰ τοῦτο προτείνω ὅπως προστεθῇ, ὅτι δὲν εἶναι ὑποχρεωμένοι εἰς τὴν πληρωμὴν ἐτησίας δόσεως διὰ γαίας, τὰς ὁποίας ἐδήλωσαν πρότερον νομίμως ἕτεροι. Ὁ κ. Φωτήλας προσθέτει ἄλλο τι, ὅτι δὲν ὀφείλονται μόνον αἱ δόσεις, ἀλλὰ καὶ ἡ προκαταβολή· ἀλλὰ περὶ τούτου ὑπάρχει διάταξις ἐν τῷ νόμῳ καὶ ὑπάρχει συμφωνία μεταξὺ δημοσίου καὶ δηλωτοῦ. Κατ’ ἐμὲ λοιπόν, εἶναι περιττὸν νὰ τεθῶσι ταῦτα ἐν τῷ νόμῳ· ἀρκεῖ ὁ νόμος ὅπως ἔχει, πολλῷ δὲ μᾶλλον ἀφοῦ μετὰ τὴν συζήτησιν ταύτην θέλουσι καταχωρισθῆ ἐν τοῖς πρακτικοῖς τὰ λεχθέντα.
§103ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ζήτημα αὐτὸ τῶν προκαταβολῶν ἐγεννήθη ἕνεκεν τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος ἐξεδόθη καὶ κατήργησε τὸ δικαίωμα τῶν μὴ κατόχων, οἱ ὁποῖοι εἶχον δηλώσει. Ὁ πρῶτος νόμος διατάττει τὸ περὶ διαθέσεως τῆς ἐθνικῆς γῆς· ὥριζε προθεσμίαν, ἐντὸς τῆς ὁποίας ὤφειλον οἱ κάτοικοι νὰ δηλώσωσι, καὶ μετὰ τὴν παρέλευσιν τῆς προθεσμίας αὐτῆς, ἐπέτρεψεν εἰς μὴ κατόχους νὰ δηλώσωσι. Βραδύτερον ἀνεγνώρισεν ἡ πολιτεία, ὅτι πολλοὶ γεωργοί, ἄξιοι προστασίας, ἐκ πλάνης ἐστερήθησαν τοῦ δικαιώματός των νὰ δηλώσωσιν αὐτοὶ πρῶτοι τὰς παρ’ αὑτῶν κατεχομένας γαίας, καὶ ἦλθε νέος νόμος, ὁ ὁποῖος ἐχορήγησε νέαν προθεσμίαν νὰ δηλώσωσιν οἱ κάτοχοι. Τώρα οἱ μὴ κάτοχοι ἔκαμον τὴν προκαταβολήν των, τὸ δὲ δημόσιον οὐ μόνον δὲν ἐπιστρέφει τὴν προκαταβολήν, τὴν ὁποίαν ἔλαβον, ἀλλ’ ἐξ ἐναντίας καταδιώκει τοὺς δηλώσαντας, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔλαβον οὐδεμίαν ἐπικαρπίαν. Ἔρχεται τώρα ὁ νόμος αὐτὸς, ὁ ὁποῖος οὐδὲν λέγει περὶ τούτου· ἂν διὰ τῶν διατάξεων τοῦ νόμου τούτου ἀποφασισθῇ νὰ μὴ λάβωσιν ὀπίσω τὰς προκαταβολάς των, ἐνῷ δὲν ἔλαβον τὴν ἐπικαρπίαν, ὁ νόμος αὐτὸς θὰ ἦναι ἄδικος καὶ σκληρός. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι ὡς πρὸς αὐτοὺς πρέπει νὰ ἐπιτραπῇ νὰ λάβωσι τὰς προκαταβολάς των, διότι αὐτοὶ ὅ,τι ἔπραξαν, τὸ ἔπραξαν καλῇ τῇ πίστει, καὶ τὸ δημόσιον κατὰ πρῶτον λόγον ὀφείλει νὰ δίδῃ τὸ παράδειγμα τῆς καλῆς πίστεως. Τώρα ἔρχονται οἱ ἄλλοι οἱ δηλώσαντες, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ παραιτηθοῦν· αὐτοὶ βέβαια ὠφελήθησαν τὴν ἐπικαρπίαν, καὶ δὲν ἔχουν τὸ δικαίωμα ν’ ἀναλάβουν τὰς προκαταβολάς. Πρέπει λοιπὸν νὰ τεθῇ ἄρθρον ἐν τῷ νόμῳ, κατὰ τὸ ὁποῖον νὰ ὑποχρεοῦται τὸ δημόσιον εἰς τὴν ἐπιστροφὴν τῶν προκαταβολῶν καὶ τῶν δόσεων εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔλαβον ἐπικαρπίαν.
§104ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἐκτὸς αὐτῆς τῆς περιπτώσεως, τὴν ὁποίαν ὑπέμνησεν ὁ κ. Δημητριάδης, εἶναι καὶ ἄλλη· κατὰ τὸν ἀρχικὸν νόμον ἀπαγορεύεται ἡ δήλωσις ἐπὶ τῶν δασῶν. Τὰ ὅρια τῶν δασῶν δὲν εἶχον ὁρισθῆ, πολλοὶ ἐδήλωσαν γαίας, αἱ ὁποῖαι θεωροῦνται ὡς δασικαὶ περιφέρειαι, καὶ τώρα ὑπάρχει ἀμφισβήτησις μεταξὺ τοῦ δημοσίου καὶ τῶν δηλωσάντων, οἵτινες ὑποστηρίζουν, ὅτι, ἂν αἱ δηλωθεῖσαι γαῖαι ἦναι δασικὴ περιφέρεια, δώσατέ μας τὸ δικαίωμα νὰ λάβωμεν τὴν προκαταβολήν μας· αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τῆς τροπολογίας τὴν ὁποίαν εἰσήγαγον, κατὰ τὴν ἔννοιαν τὴν ὁποίαν διετύπωσεν ὁ κ. Δημητριάδης. Ἠξεύρω, ὅτι εἰς τὰς Πάτρας ἔν τινι δήμῳ πολλοὶ ἐδήλωσαν· τὸ δημόσιον λέγει εἶναι δασικὴ περιφέρεια, ἀλλὰ δὲν εἶχεν ὁρισθῆ ἐκ τῶν προτέρων ἡ περιφέρεια. Εἰς αὐτοὺς λοιπὸν τοὺς ἀνθρώπους πρέπει νὰ ἐπιστραφῇ ἡ προκαταβολή των, διότι εἶναι ἄδικον, ἐνῷ ἐπλήρωσαν καὶ δὲν ἐγένοντο κάτοχοι τῶν γαιῶν, νὰ χάσουν τὰ χρήματά των· τὸ καλλίτερον εἶναι, ὅταν τὸ δημόσιον νομίζῃ, ὅτι ἡ δηλωθεῖσα γῆ εἶναι δασικὴ περιφέρεια, νὰ ἐπιστρέφῃ τὴν προκαταβολήν.
§105ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, ὅλα αὐτὰ τὰ ζητήματα, περὶ τῶν ὁποίων γίνεται λόγος ἀπὸ χθὲς, εἶναι λελυμένα διὰ τῶν ὑφισταμένων νόμων. Πᾶσα ἄλλη προσθήκη ἐν τῷ παρόντι νόμῳ εἶναι περιττὴ καὶ ματαία. Κατὰ τὸν ἀρχικὸν νόμον ἕκαστος δηλωτὴς ὀφείλει νὰ καταβάλῃ 1 καὶ ½ δραχμὴν κατὰ στρέμμα διὰ τὰς ἀσκεπεῖς ξηρικὰς γαίας, καὶ 3 δραχμὰς διὰ τὰς ποτιστικὰς, 2 δραχμὰς διὰ τὰς ἐλαιοφυτείας, καὶ 4 δραχμὰς διὰ τὰς συκοφυτείας, σταφιδοφυτείας καὶ ἀμπελοφυτείας, καὶ ἂν κατόπιν παραιτηθῇ τῆς δηλώσεώς του δι’ οἱονδήποτε λόγον, ἀπόλλυσι τὴν προκαταβολὴν ταύτην· τοῦτο δὲ ἐτέθη εἰς τὸν νόμον ὡς μία ποινικὴ ῥήτρα. Ἐν γνώσει λοιπὸν τῆς διατάξεως ταύτης καὶ ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦτον ἐγένοντο ὅλαι αἱ δηλώσεις· ἑπομένως οὐδεὶς λόγος δύναται νὰ γείνῃ περὶ ἐπιστροφῆς προκαταβολῶν. Πάντες γνωρίζετε, κύριοι, ὅτι κατὰ τὸν νόμον περὶ ἐκποιήσεως τῶν ἐθνικῶν φθαρτῶν κτημάτων ὁ τελευταῖος πλειοδότης καταβάλλει τὸ δεκατημόριον τῆς ἀξίας τοῦ κτήματος, καὶ ἂν ἀρνηθῇ μετὰ ταῦτα νὰ παραλάβῃ τὸ παραχωρητήριον, νὰ ὑπογράψῃ τὰς ὁμολογίας καὶ νὰ πληρώσῃ τὸ πεμπτημόριον τῆς ἀξίας τοῦ κτήματος, ἀπόλλυσι τὸ προκαταβληθὲν δεκατημόριον· τουτ’ αὐτὸ συμβαίνει καὶ εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν. Ὁ περὶ διαθέσεως τῆς ἐθνικῆς γῆς νόμος ἔθετο τοιαύτην διάταξιν, διὰ νὰ μὴ δύναται ὁ δηλωτὴς εἰς πᾶσαν περίστασιν νὰ παραιτῆται τῆς δηλώσεώς του ἄνευ ζημίας τινὸς, καὶ ὁ δηλωτὴς ἐν γνώσει τῆς τοιαύτης διατάξεως ἐδήλωσε. Καθόσον δ’ ἀφορᾷ τὴν ἐπιστροφὴν τῶν πληρωθεισῶν δόσεων, εἶπον χθὲς καὶ ἐπαναλαμβάνω καὶ σήμερον, ὅτι ἡ πληρωμὴ τῆς ἐτησίας δόσεως μέχρι τοῦ 1879 ἦτον ἑκουσία· ὅστις εἶχε συμφέρον αὐτὸς ἐπλήρωνε τὴν ἐτησίαν δόσιν, οὐδεὶς δὲν ἤθελε προθυμοποιηθῆ νὰ καταβάλῃ ἐτησίαν δόσιν, ἐὰν δὲν εἶχε συμφέρον· τὸ συμφέρον τὸ εἶχε πρῶτον ἐὰν ἦτο κάτοχος τοῦ κτήματος, καὶ δεύτερον ἐὰν προσεδόκα ἀνώτερον ὄφελος διὰ τῆς ἀπαλλαγῆς του ἀπὸ τῆς πληρωμῆς τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπικαρπίας. Εἶναι λοιπὸν βεβαιωμένον, ὅτι, ὅστις ἐπλήρωνε τὴν ἐτησίαν δόσιν, ἦτο κάτοχος τοῦ δηλωθέντος κτήματος· ἑπομένως οὔτε περὶ τῆς ἐπιστροφῆς τῆς ἐτησίας δόσεως, τοὐλάχιστον μέχρι τοῦ 1878 συμπεριλαμβανομένου, δύναται νὰ γείνῃ λόγος. Τρίτη περίπτωσις εἶναι ἡ τοῦ νόμου τοῦ 1877, διὰ τοῦ ὁποίου ἐδόθη τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς κατόχους νὰ δηλώσωσι τὰς γαίας, τὰς ὁποίας ἄλλοι μὴ κάτοχοι ἐδήλωσαν, διότι οἱ κάτοχοι αὐτῶν δὲν ἐφρόντισαν ἐμπροθέσμως νὰ δηλώσωσιν αὐτάς· ζητοῦν τώρα οἱ κύριοι νὰ τεθῇ διάταξις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ ἐπιστροφῆς τῆς προκαταβολῆς εἰς τοὺς μὴ κατόχους δηλωτὰς, διότι τὰς αὐτὰς γαίας ἐδήλωσαν μετὰ ταῦτα οἱ κάτοχοι. Ἀλλ’ ἡ διάταξις αὕτη ὑπάρχει ἐν τῷ νόμῳ τοῦ 1877· διατί θέλετε τώρα νὰ περιλάβωμεν εἰς τὸν συζητούμενον νόμον διάταξιν ὑπάρχουσαν ἤδη ἐν τῷ οἰκείῳ νόμῳ; Ἰσχυρίζονται ὅμως ὅτι τὸ δημόσιον δὲν ἐπιστρέφει τὰς δόσεις, καὶ τοῦτο πρέπει νὰ ἐξετασθῇ. Τὸ δημόσιον ὅταν παρουσιασθῇ ὡς ἀναμφισβήτητον ὅτι ὁ κάτοχος ἐδήλωσε γαίας δηλωθείσας παρὰ μὴ κατόχου, ἐπιστρέφει εὐθὺς ἀμέσως τὴν γενομένην προκαταβολὴν εἰς τὸν μὴ κάτοχον· εἶπον χθὲς, καὶ ἐπαναλαμβάνω καὶ σήμερον, ὅτι ἐγὼ αὐτὸς ὡς ὑπουργὸς κατὰ τὸ 1878 καὶ κατὰ τὸ δίμηνον διάστημα τῆς τελευταίας ὑπουργίας μου διέταξα τὴν ἐπιστροφὴν χιλιάδων δραχμῶν. Ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ τοῦτο, ὅταν δὲν ἦναι βεβαιωμένον ἐπισήμως ὅτι εἶναι αὐταὶ αἱ ἴδιαι γαῖαι αἱ δηλωθεῖσαι παρὰ μὴ κατόχων καὶ μετὰ ταῦτα δηλωθεῖσαι παρὰ κατόχων; τοῦτο εἶναι ζήτημα διοικητικὸν, ζήτημα ἐκτελέσεως καὶ οὐδεμιᾶς νέας νομοθετικῆς διατάξεως παρίσταται ἀνάγκη. Τετάρτη περίπτωσις. Σᾶς εἶπεν ὁ Βουλευτὴς Καλαβρύτων, ὅτι δασικαί τινες περιφέρειαι ἐξῃρέθησαν τῆς δηλώσεως καὶ δὲν ἐπιστρέφονται μολαταῦτα αἱ προκαταβολαί. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο τὸ ζήτημα εἶναι λελυμένον διὰ τῶν προηγουμένων νόμων, εἶναι δὲ ζήτημα διοικητικὸν ἐπίσης· πρέπει νὰ βεβαιωθῇ ἁρμοδίως, ὅτι ἐντὸς αὐτῆς τῆς ἐξαιρεθείσης δασικῆς ἐκτάσεως κεῖνται αἱ γαῖαι αἱ δηλωθεῖσαι, καὶ ἅμα τοῦτο βεβαιωθῇ, ἡ ἐπιστροφὴ τῶν προκαταβολῶν γίνεται ἀμέσως. Ἰδοὺ διατὶ λέγω, ὅτι ὅλαι αὐταὶ αἱ διατάξεις, τὰς ὁποίας θέλουν νὰ περιλάβουν ἐν τῷ παρόντι νόμῳ, εἶναι περιτταὶ, διότι περὶ ὅλων αὐτῶν προεῖδον οἱ προηγούμενοι νόμοι. Εἶναι, ὡς εἶπον, ζήτημα ἐκτελέσεως καὶ διοικητικῆς ἐρεύνης, διὰ νὰ ἐξακριβωθῇ ἂν ὑπάγωνται αἱ γαῖαι, περὶ ὧν πρόκειται, εἰς ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν κατηγορίαν· ἂν τοῦτο δὲν διευκρινισθῇ διοικητικῶς, πᾶσα διάταξις νόμου εἶναι περιττὴ, διότι οὐδεὶς Ὑπουργὸς εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ πράξῃ τι ἀντιβαῖνον εἰς τὸν νόμον, καὶ ἀντιβαίνει εἰς τὸν νόμον ὅταν δὲν βεβαιωθῇ προσηκόντως ἡ ταυτότης τῶν γαιῶν, καθ’ ἣν καὶ μόνην περίπτωσιν διατάσσεται ἡ ἐπιστροφὴ τῆς προκαταβολῆς.
§106ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἡμεῖς θέλομεν, ὥστε ἅμα τὸ δημόσιον ἰσχυρίζεται ὅτι περιφέρειά τις εἶναι δασικὴ ἢ δάσος, νὰ ἐπιστρέφῃ τὸ Δημόσιον τὴν προκαταβολήν.
§107ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Εἶναι καὶ ἡ ἑξῆς περίπτωσις· συνέβη ὥστε τὸ αὐτὸ τεμάχιον γῆς νὰ δηλωθῇ ὑπὸ τῶν κατοίκων δύω συνορευόντων χωρίων, καὶ τοιουτοτρόπως εἶναι δήλωσις ὑπὸ διαφόρων· τώρα ἦλθεν ἡ ἐπιτροπὴ ἡ ἁρμοδία καὶ ἐχαρακτήρισεν, ὅτι εἰς τὸ δεῖνα χωρίον ἀνήκει τὸ τεμάχιον αὐτὸ, καὶ ἐν τούτοις οἱ ἄλλοι δηλώσαντες καταδιώκονται μέχρι σήμερον διὰ τὰς πληρωμὰς τῶν δόσεων. Ἂν λοιπὸν τεθῇ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς ἔφερε σήμερον, ἐξασφαλίζετε ὅλους ὅσοι ἔχουν τὸν φόβον, ὅτι δύνανται ν’ ἀδικηθοῦν, πληρόνοντες δόσεις, τὰς ὁποίας δὲν ὀφείλουν.
§108ΛΑΜΠΡΟΥΛΙΑΣ. Εἰς τὰ χωρία Λαδικὸ καὶ Ἀλητζελεπῆ τῆς Ὀλυμπίας γίνεται καταμέτρησις τοῦ δάσους, καὶ πρόκειται τὸ δάσος νὰ διαιρεθῇ εἰς δασικὰς τοπικὰς περιφερείας. Τὰ ἄνω χωρία κεῖνται ἐντὸς τοῦ δάσους τούτου καὶ ἔχουν περὶ τὰς 200 οἰκογενείας, οἱ δὲ ἀγροὶ καὶ τὰ κτήματα, τὰ ὁποῖα ἔχουν πρὸ αἰώνων, εἶναι διεσπαρμένα ἐντὸς τῶν δασῶν. Ὅταν τώρα τὸ δάσος διαιρῆται ὡς διαιρεῖται, ἡ περιουσία αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, τὴν ὁποίαν πρὸ αἰώνων ἔχουν, ἀφαιρεῖται, καὶ περιέρχεται εἰς τὸ δημόσιον, ὥστε οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ θὰ γείνουν διὰ μιᾶς δυστυχεῖς. Μοῦ ἀπέστειλαν ἀναφορὰν, τὴν ὁποίαν παρακαλῶ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἡ Βουλή.
§109ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ προστεθῇ τι εἰς τὸν νόμον, διότι αἱ ἐξηγήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν, καταχωρίζονται εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ καὶ θέλουσι χρησιμεύσει ὡς ἑρμηνεῖαι. Καὶ κατὰ πρῶτον ὡς πρὸς ἐκείνους, οἵτινες ἐδήλωσαν γαίας, αἵτινες ἐδηλώθησαν νομίμως πρότερον παρ’ ἄλλων, ἀναγνωρίζομεν, ὅτι κατὰ τὸν νόμον τὸν ὑφιστάμενον αἱ δόσεις δὲν ὀφείλονται καὶ ὅτι ἐπιστρέφεται ἡ δόσις τοῦ 1879, ὡς ἀναγκαστικῶς εἰσπράξιμος, διότι αἱ ἄλλαι, ὡς προαϊρετικαὶ, ἐπληρώθησαν ἀπέναντι τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπικαρπίας, οὗτινος ἀπηλλάγησαν οἱ δηλωταί, καὶ ἑπομένως δὲν δικαιοῦνται εἰς τὴν ἐπιστροφὴν τῆς καταβληθείσης δόσεως. Ὡς πρὸς ἐκείνους δὲ, οἵτινες εἴτε διότι αἱ γαῖαι ἐξηρέθησαν κατόπιν τῆς δηλώσεως, διὰ Β. Διατάγματος, τῆς διανομῆς, εἴτε διότι ἐχαρακτηρίσθησαν ὡς δασικαὶ περιφέρειαι, ἐστερήθησαν τῶν δηλωθεισῶν γαιῶν, ἀναγνωρίζομεν πάντες, ὅτι ἀποδίδοται οὐ μόνον ἡ δόσις τοῦ 1879, ἀλλὰ καὶ ἡ προκαταβολή.
§110ΦΩΤΗΛΑΣ. Πρέπει νὰ γείνῃ ἡ ἐξήγησις, εἴτε δασικὴ περιφέρεια εἶναι εἴτε δάσος.
§111ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅταν παρουσιάζεται τὸ ζήτημα, ὅτι τις ἐστερήθη τῶν γαιῶν του, διότι εἶναι δασικὴ περιφέρεια, τότε τῷ ἐπιστρέφονται αἱ προκαταβολαί.
§112ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπὸ ἕνα ὅρον, ἀπὸ τοῦ 1879 ἐὰν δὲν ἦσαν ἐσπαρμέναι, διότι ἐὰν ἦσαν ἐσπαρμέναι, δὲν δικαιοῦται ὁ κάτοχος καὶ ὀφείλει τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας, καὶ δὲν πρέπει νὰ ἐπιστραφῇ αὐτὴ ἡ δόσις.
§113ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βέβαια. Ἐνταῦθα δὲν κάμνομεν διάκρισιν μεταξὺ κατόχων καὶ μὴ κατόχων· λέγομεν, πᾶς δηλώσας γαίας δηλωθείσας νομίμως ὑπὸ ἄλλου ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦτο, τοῦ νὰ μὴ πληρώσῃ τὰς δόσεις· ἀδιάφορος δὲ ὁ λόγος δι’ ὃν ἐδηλώθη νομίμως ἡ γῆ, ἐὰν ἦτο πρότερον κάτοχος ὁ νομίμως δηλώσας ἢ οὔ· ἀρκεῖ, ὅτι ἔχει νόμιμον δήλωσιν.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀποσύρεται ἡ τροπολογία μετὰ τὰς ἐξηγήσεις. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ 3 ἄρθρον μετὰ τὴν γενομένην ἑρμηνείαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πλεῖστοι.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 4. (Ἀναγινώσκεται.)
§115ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νομίζω ἐνταῦθα, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ ληφθῇ ἀπόφασις ἐπὶ τοῦ ἑξῆς ζητήματος. Τὰ πλεονάσματα ταῦτα δύνανται νὰ περιλαμβάνωνται ἐντὸς τοῦ ἀριθμοῦ τῶν στρεμμάτων, τὰ ὁποῖα ἐπιτρέπεται ν’ ἀποκτήσῃ ὁ δηλωτὴς, τουτέστι 40 στρέμματα ἐπὶ ποτιστικῆς γῆς καὶ 80 ἐπὶ ξηρικῆς· καὶ ἂν περιλαμβάνωνται ἐντὸς τοῦ ποσοῦ ἐκείνου, τὸ ἄρθρον εἶναι ἐπαρκὲς, ἂν ὅμως ἡ ἔκτασις τῶν πλεονασμάτων ἦναι ἀνωτέρα τοῦ ἀριθμοῦ τούτου, τί πρέπει νὰ γείνῃ ὡς πρὸς τὸ ὑπερβάλλον τῶν στρεμμάτων; πρέπει τὸ ὑπερβάλλον τοῦτο νὰ διατίθηται κατὰ τὰς γενικὰς διατάξεις, ἢ πρέπει νὰ ἐπιτραπῇ ὅπως τὸ ὑπερβάλλον λαμβάνῃ ὁ δηλωτής; Φρονῶ, ὅτι καταλληλότερον εἶναι ν’ ἀποκτᾷ ἅπαν τὸ πλεόνασμα ὁ δηλωτής.
§116ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως νὰ ἐπιτραπῇ αὐτοῖς νὰ τὸ λάβωσι.
§117ΡΟΥΚΗΣ. Νὰ τεθῇ ὅρος.
§118ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡμπορεῖ τὸ πλεόνασμα νὰ ἦναι ἴσον ἢ καὶ διπλάσιον μὲ τὸ ἐπιτρεπόμενον ποσόν.
§119ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἂς ἦναι· οὐδεὶς ἀδικεῖται, διότι δὲν πρόκειται περὶ δικθέσεως ἤδη, ἡ διάθεσις ἐτελείωσε, καὶ πρόκειται περὶ πλεονασμάτων. Δὲν ἀδικεῖται οὐδεὶς, τὸ δὲ δημόσιον ὀφείλει νὰ κρίνῃ ἐν τῷ συμφέροντι τῷ ἰδίῳ ἐὰν πρέπῃ νὰ τὰ δώσῃ εἰς τοὺς δηλωτὰς ἢ νὰ τὰ διαθέσῃ διὰ πλειστηριασμοῦ. Ἡ γνώμη ἡ ἰδική μου εἶναι, ὅτι συμφέρει νὰ τὰ λάβῃ ὁ δηλώσας, διότι εὑρίσκεται ἐν τῇ κατοχῇ καὶ διότι ἐδήλωσε τὴν περιφέρειαν. Ἐὰν λοιπὸν παραδεχώμεθα τὴν γνώμην ταύτην, ὀφείλομεν νὰ τὸ εἴπωμεν.
§120ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§121ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ διατυπωθῇ ἡ διάταξις.
§122ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἰδοὺ ποία διάταξις θὰ τεθῇ ὡς βʹ παράγραφος τοῦ ἄρθρου 4: «Τῶν ἀνωτέρω πλεονασμάτων γαιῶν ἐπιτρέπεται ἡ παραχώρισις, καὶ ἂν οἱ κατέχοντες αὐτὰ ἐδήλωσαν προηγουμένως τὴν κατὰ τὸ ἄρθρον 6 τοῦ ἀρχικοῦ ΓΛΑʹ νόμου περὶ διανομῆς τῶν ἐθνικῶν γαιῶν ὁρισθεῖσαν ἔκτασιν.»
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προτείνεται νὰ προστεθῇ ὡς βʹ παράγραφος εἰς τὸ ἄρθρον 4 ἡ παράγραφος, τὴν ὁποίαν ἠκούσατε ἀπὸ τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4 μὲ τὴν προσθήκην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Κατόπιν ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 5, 6 καὶ 7 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.) Ἄρθρον 8.
§124ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ θεωρῶ αὐτὴν τὴν διάταξιν ὡς περιττὴν εἰς τὸν νόμον καὶ ὡς ἄδικον. Ὅταν δηλώνῃ τις ἕνα ἀγρὸν, καὶ αὐτὸς εἶναι ἐπιτήδειος πρὸς κατασκευὴν ὑδρομύλου, ἔχει δὲ καὶ τὸ ὕδωρ ὑπὸ τὴν δουλείαν, διατί νὰ μὴ ἔχῃ τὸ δικαίωμα, καὶ νὰ μεταβαίνῃ εἰς τὴν ἐξουσίαν τοῦ δημοσίου; Ἁπαγόρευσις ὑπῆρξε μόνον διὰ τὰ ἐρείπια τῶν ὑδρομύλων, τὰ ὁποῖα ἀνήκουν εἰς τὸ δημόσιον· ἐκεῖ μάλιστα, τὸ δημόσιον ἔχει δικαίωμα νὰ εἴπῃ, ἦτο ὑδρόμυλος, ὅστις ἀνῆκεν εἰς τὸ δημόσιον. Ἀλλ’ ὅταν δηλώνω τὸν ἀγρὸν καὶ ἔχω καὶ τὴν δουλείαν τοῦ ὕδατος............
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει νόμος.
§126Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Οὐδεὶς δύναται κατὰ τὸν νόμον νὰ ἀποκτήσῃ περισσότερα τῶν 80 στρεμμάτων· τώρα δὲ ἐψηφίσαμεν ὥστε τὰ πλεονάσματα, καὶ ἂν ἦναι 200 στρέμματα, νὰ ἠμπορῇ νὰ τὰ λάβῃ ὁ δηλώσας (θόρυβος).
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν, κύριοι, ἐγίνετο ἡ συζήτησις τακτικωτέρα καὶ ἐννοούμεθα, δὲν ἤθελε συμβῆ ἡ παρεξήγησις αὕτη (θόρυβος).
§128Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἠμπορεῖ νὰ δηλώσῃ τις περιφέρειαν νὰ ἔχῃ 200 στρέμματα.
§129ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, τὸ ἀντικείμενον αὐτὸ ἀφορᾷ τὸ 4 ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ἐσυζητήθη, ἤδη δὲ εἴμεθα εἰς τὸ 8 ἄρθρον. Τὸ νομοσχέδιον ἦλθε νὰ διορθώσῃ μίαν ἀδικίαν τοῦ νόμου τοῦ 1877. Κατ’ αὐτὸν ἀφαιροῦνται ἀπὸ τοὺς δηλώσαντας γαίας ἐπὶ θέσεων, αἱ ὁποῖαι εἶναι κατάλληλοι πρὸς ἀνέγερσιν ὑδρομύλων, ἔστω καὶ ἂν ἐγένοντο ἐντὸς τῆς δηλωθείσης ἐκτάσεως, καὶ ἀφαιροῦνται ἄνευ ἀποζημιώσεως. Ὁ νόμος αὐτὸς ἐδήμευσεν, οὕτως εἰπεῖν, αὐτὴν τὴν περιουσίαν, τὸ δὲ προκείμενον νομοσχέδιον θέλει νὰ ἐπανορθώσῃ αὐτὴν τὴν ἀδικίαν, χορηγοῦν τὸ δικαίωμα νὰ ἀποζημιώνωνται οἱ καλῇ τῇ πίστει ἀνεγείραντες ὑδρομύλους· ὥστε διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐπανορθοῦται τὸ ἀδίκημα τοῦ νόμου τοῦ 1877. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη εἶναι καὶ δικαία καὶ ὀρθή· οἱ δηλωταὶ καλῇ τῇ πίστει ἀνήγειραν ὑδρομύλους, ὁ νόμος τοὺς ἀφῄρεσεν ἀπ’ αὐτοὺς, ἤδη δὲ ἐπιτρέπεται νὰ ἀποζημιώνωνται.
§130Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι, κατὰ τὸν νόμον ὁ κύριος τοῦ ἀγροῦ εἶναι καὶ κύριος τοῦ ὕδατος τοῦ ἀναβρύοντος ἐν τῷ ἀγρῷ αὐτοῦ. Ἐὰν λοιπὸν ἔχω λάβει εἰς τὴν κυριότητά μου ἀγρὸν, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἀναβρύει ὕδωρ, δύναμαι νὰ ἀνεγείρω ὑδρομύλους, καὶ τοῦτο εἶναι ἀναμφισβήτητον. Λοιπὸν λέγω ὅτι, ἐὰν οὗτοι μέχρι τοῦ 1877 ἦσαν κύριοι, ἠδύναντο νὰ ἀνεγείρουν καὶ ὑδρομύλους, ὁ δὲ νόμος τοῦ 1877 εἶναι δημευτικός, καὶ ὡς τοιοῦτος δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἰσχὺν ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων. Τώρα ἔρχεσθε σεῖς, καὶ ἀντὶ νὰ προτιμᾶτε τὴν κατάργησιν, λέγετε, ὅτι δίδομεν ἓν ψυχικόν· νομίζω, ὅτι δὲν πράττομεν καλῶς ἀναγνωρίζοντες τὴν δήμευσιν. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι τὸ ἄρθρον αὐτὸ πρέπει νὰ ἀκυροῖ τὸν νόμον τὸν πρῶτον καὶ νὰ ἐπιτρέπῃ εἰς αὐτοὺς, οἵτινες ἤγειραν ὑδρομύλους, νὰ ἔχουν τὸ δικαίωμα ὡς κύριοι. Αὐτὴν τὴν πρότασιν ὑποβάλλω ἐγώ.
§131ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐὰν μείνῃ τὸ ἄρθρον αὐτὸ, τότε νομίζω ὅτι εἶναι δίκαιον, ἵνα ἡ ἀποζημίωσις ἀποφασίζηται ἀπὸ τὸ δικαστήριον, διότι πρόκειται περὶ ἀποζημιώσεως. Τὸ ἄρθρον 101 τοῦ Συντάγματος καταργεῖ τὰ εἰδικὰ δικαστήρια.
§132ΤΙΝΕΣ. Εἶναι πραγματογνωμοσύνη αὐτή.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀναβάλλεται ἡ συζήτησις τοῦ 8 ἄρθρου καὶ μεταβαίνομεν εἰς τὸ 9.
§134ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐνταῦθα παρατηρῶ, ὅτι εἶναι πρέπον νὰ προστεθῇ διάταξις, καθ’ ἣν, ἐὰν τυχὸν αἱ γαῖαι αὗται, περὶ ὧν προνοεῖ τὸ ἄρθρον, εἶχον ἐκποιηθῆ παρὰ τοῦ δημοσίου, οὐδὲν ἐκ τούτου γεννᾶται δικαίωμα ἀποζημιώσεως ὑπὲρ τῶν δηλωσάντων. Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 9 μὲ τὴν προσθήκην, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, καθὼς καὶ τ’ ἄρθρα 10 καὶ 11.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 12. (Ἀναγινώσκεται.)
§136ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὴ ἡ διάταξις ἡ ἀπαγορευτικὴ διὰ τὸ μέλλον εἶναι καλή. Ἀλλὰ τὰ Β. Διατάγματα τὰ μέχρι τοῦδε ἐκδοθέντα ἐξῄρεσαν καὶ μεγάλης ἐκτάσεως γαίας, καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ κάμῃ μίαν ἀναθεώρησιν αὐτῶν, διότι γνωρίζω, ὅτι εἰς τὸν δῆμον Βουπρασίων τῆς Ἠλείας ἐξηρέθησαν 24,000 στρέμματα γαιῶν, καὶ δυστυχῶς μεταξὺ αὐτῶν συμπεριλαμβάνονται καὶ γαῖαι πολλῶν χωρίων, τῶν ὁποίων οἱ κάτοικοι ἐστερήθησαν τῶν γαιῶν καὶ δὲν δύνανται νὰ δηλώσουν, καὶ δὲν ἔχουν γαίας νὰ καλλιεργήσουν, τινὲς δὲ ἐξ αὐτῶν ἐδήλωσαν καὶ ἔχασαν καὶ τὰς προκαταβολάς. Τὸ πρᾶγμα, νομίζω, εἶναι ἄδικον, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ γείνῃ μία ἀναθεώρησις τοῦ διατάγματος τῆς ἐξαιρέσεως.
§137ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ παρατηρῶ, ὅτι τὰ διατάγματα ἐκεῖνα ἔχουν ἕνα λόγον, δι’ ὃν ἐξήρεσαν τὰς γαίας, καὶ πρέπει νὰ ἐξηγηθῇ ἂν ἦναι ἀληθής, καὶ ποῖος ὁ σκοπὸς τῆς ἐξαιρέσεως.
§138ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἡ ἐξέτασις τοῦ ζητήματος τούτου δὲν εἶναι τῆς παρούσης στιγμῆς, οὔτε δύναται προχείρως νὰ γείνῃ ἡ λύσις αὐτοῦ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι δὲν ἐδόθη ἡ προσήκουσα προσοχὴ κατὰ τὴν ἐξάσκησιν τοῦ δικαιώματος τούτου ἐκ μέρους τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, καὶ διὰ τοῦτο εἰς πολλὰς ἐπαρχίας ἐξῃρέθησαν τῆς διανομῆς γαῖαι, λόγῳ δημοσίας ἢ δημοτικῆς ἀνάγκης, ἐνῷ τοιοῦτος λόγος δὲν ὑπῆρχεν. Ἀλλ’ ὅμως ἡ Κυβέρνησις εἶχε τὸ δικαίωμα ὡς ἐκ τοῦ Νόμου νὰ πράξῃ τοῦτο, καὶ τὸ ἔπραξε μὴ προσέξασα, ὡς ἔπρεπε νὰ προσέξῃ εἰς τὴν ἐξάσκησιν ἑνὸς τόσον σπουδαίου δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἐχορήγησεν εἰς αὐτὴν ὁ Νόμος, καὶ διὰ τοῦτο ἐγὼ περιέλαβον ἐν τῷ προκειμένῳ Νομοσχεδίῳ τὴν ἀπαγορευτικὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 12 διὰ τὸ μέλλον. Ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ ἐξετάσωμεν σήμερον καὶ νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι εἰς πολλοὺς δηλωτὰς τῶν ἐξαιρεθεισῶν περιφερειῶν ἐπεστράφησαν ἤδη αἱ προκαταβολαὶ, εἴς τινας δὲ δὲν ἐπεστράφησαν, οὐχὶ διότι τὸ δημόσιον ἀρνεῖται τὴν ἐπιστροφὴν, ἀλλὰ διότι αὐτοὶ δὲν θέλουν νὰ δεχθῶσιν, ἰσχυριζόμενοι ὅτι ἔχουν τὸ δικαίωμα ν’ ἀποκτήσωσι τὰς δηλωθείσας γαίας. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι τὸ προκείμενον ζήτημα πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ἰδιαιτέρως. Ἐγὼ ἀπέδωκα εἰς αὐτὸ τὴν προσήκουσαν σημασίαν, καὶ ὅταν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὸ ὑπουργεῖον, ἐσκέφθην νὰ λάβω μέτρον τι περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου· πρὸς τὸν σκοπὸν δὲ τοῦτον ἐζήτησα πληροφορίας παρὰ τῶν διαφόρων ἐπαρχιακῶν ἀρχῶν περὶ τῶν ἐξαιρεθεισῶν ἐκτάσεων, ἤτοι περὶ τῆς θέσεως αὐτῶν, τῆς ἐκτάσεως, περὶ τῆς ποιότητος καὶ περὶ τῆς χρησιμότητος αὐτῶν, ὅπως μετὰ τὰς πληροφορίας λάβω μέτρον τι ὁριστικὸν, τὸ ὁποῖον ἐλπίζω ὅτι θέλει λάβει καὶ ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀφοῦ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς πληροφορίας τῆς ὑπηρεσίας καὶ τὰς γενομένας συζητήσεις, ὅπως ἐπέλθῃ λύσις τις τοῦ ζητήματος τούτου, σύμφωνος μὲ τὸ δίκαιον καὶ τὸ νόμιμον, διότι ὁμολογουμένως πολλαὶ γαῖαι ἐξῃρέθησαν τῆς διανομῆς ἄνευ ἀποχρῶντος λόγου καὶ ἐπὶ βλάβῃ τῶν κατόχων, οἵτινες ἔμειναν ἄνευ γαιῶν, καὶ ἂν δὲν ἀνακτήσωσι τὰς ἄνευ λόγου ἐξαιρεθείσας, ἡ θέσις των εἶναι δεινή. Ἀλλὰ, κύριοι, τὸ ζήτημα δὲν εἶναι τῆς παρούσης στιγμῆς, ὡς φρονῶ, καὶ δεῖται ἐξετάσεως καλλιτέρας.
§139ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ ἄρθρον 12, περὶ τοῦ ὁποίου συζητοῦμεν, ἀσφαλίζει τὸ μέλλον, διότι ἀπαγορεύει τὴν ἐν τῷ μέλλοντι ἔκδοσιν τοιούτου διατάγματος. Ὡς πρὸς τὸ παρελθὸν ἔχει πλήρη ἐξουσίαν ἡ Κυβέρνησις, ὅπως καταργήσῃ τὰς παρ’ αὐτῆς διὰ διαταγμάτων γενομένας ἐξαιρέσεις γαιῶν ἀπὸ τῆς διανομῆς· μετὰ τὰς δοθείσας δὲ ἐξηγήσεις ἐν τῇ Βουλῇ ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ τὰ τῶν ἐκδοθέντων διαταγμάτων, ἀλλ’ ὀφείλει νὰ προβῇ εἰς τὸ ἔργον τοῦτο τῆς ἀναθεωρήσεως τῶν ἐκδοθέντων διαταγμάτων συστηματικῶς, ὥστε νὰ περιορισθῶσιν εὐθὺς ἐξ ὑπαρχῆς αἱ ἐξαιρέσεις ἐντὸς τῶν ὁρίων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸν σκοπὸν, εἰς ὃν ἀφώρα ὁ νόμος ἐπιτρέψας τὴν ἐξαίρεσιν, δέον νὰ ὦσι τὰ διαρκῆ ὅρια τῶν ἐξῃρημένων τῆς διανομῆς γαιῶν.
§140ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω μόνον τὸν κ. Πρωθυπουργὸν τὴν ἐργασίαν ταύτην νὰ κάμῃ ταχέως, ὅπως εὐκολυνθῶσιν οἱ μὴ δηλώσαντες κάτοχοι νὰ δηλώσωσιν ἐντὸς τῆς προθεσμίας, ἵνα μὴ μείνωσιν ἀποκεκλεισμένοι τῆς δηλώσεως.
§141ΡΙΚΑΚΗΣ. Λαμβάνων ἀφορμὴν ἀπὸ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Παπαμιχαλοπούλου, ἀναγκάζομαι νὰ κάμω μίαν ἐξήγησιν. Νομίζω, ὅτι κατὰ τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις τὰς ἐκτάσεις, ἃς ἐξήρεσε διὰ Β. διατάγματος, νὰ διαθέσῃ ἄλλως, ἀφαιροῦσα αὐτὰς ἀπὸ τοὺς κατόχους, καὶ νὰ ἐκποιήσῃ εἰς ἄλλους· ἑπομένως οἱ κάτοχοι πρέπει νὰ προτιμῶνται εἰς πᾶσαν περίπτωσιν. Τοῦτο τὸ λέγω, ὅπως μὴ τυχὸν ἐμφιλοχωρήσῃ πλάγιός τις σκοπός.
§142ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Διὰ Β. Διαταγμάτων θέλουν περιορισθῆ αἱ ἐκτάσεις τῶν γαιῶν αἱ ἐξαιρεθεῖσαι τῆς διανομῆς, διὰ τοῦ Νομοσχεδίου δὲ τούτου παρατείνονται αἱ προθεσμίαι τῆς δηλώσεως· ἑπομένως αἱ δηλώσεις τῶν γαιῶν, αἵτινες, περιοριζομένων τῶν ἐξαιρέσεων, θέλουσιν ἀποδοθῆ εἰς τὴν διανομήν, γενήσονται ἐντὸς τῆς χορηγουμένης ὑπὸ τοῦ Νομοσχεδίου τούτου νέας προθεσμίας. Ἐὰν δὲ παρέλθωσι καὶ αἱ διορίαι αὐταὶ καὶ ἀποδειχθῆ, ὅτι δὲν ἐξεδόθησαν ἐγκαίρως, ἤτοι πρὸ τῆς παρελεύσεως τῶν διοριῶν, πάντα τὰ διατάγματα πρὸς περιορισμὸν τῶν ἐξαιρεθεισῶν γαιῶν, τότε θέλει γείνει νέα σκέψις, χάριν νέου νομοθετικοῦ μέτρου.
§143ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅπως προλάβω, κύριοι, πᾶν ἄτοπον ἐκ τῆς ἀνακλήσεως τῶν διαταγμάτων, ὑποβάλλω τὴν ἑξῆς προσθήκην: «Ἐὰν δὲ ἐπέλθῃ που ἀνάκλησις διαταχθείσης ἐξαιρέσεως γαιῶν, ἰσχύουν αἱ πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ ἐξαιρέσαντο αὐτὰς Β. Διατάγματος δηλώσεις, ἐὰν δὲν ἐπεστράφησαν αἱ προκαταβολαί.»
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 12 μὲ τὴν προσθήκην τοῦ κ. Χριστοπούλου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πλεῖστοι.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§145ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἔχω, κύριοι, πρόσθετον ἄρθρον. Κατὰ τὸν νόμον, ὁσάκις δύω διεκδικοῦν δικαστικῶς τὴν κατοχὴν γαιῶν, τὸ παραχωρητήριον θέλει ἐκδοθῆ, ἀφοῦ περαιωθῇ ἡ μεταξύ των δίκη, καὶ θέλει ἐκδοθῆ τὸ παραχωρητήριον ὑπὲρ τοῦ νικήσαντος, ὁ δὲ ἡττώμενος χάνει καὶ τὴν προκαταβολὴν, διότι θεωρεῖται ὡς κακῆς πίστεως κάτοχος, ἀντιποιούμενος ὅ,τι δὲν εἶχεν. Ἀλλ’ ἐὰν, κύριοι, ὁ νικήσας εἶχε δηλώσει ἄλλας γαίας, διὰ τὰς ὁποίας ἐπλήρωσε τὸ δικαίωμά του, ὃ ἐστὶν ἐὰν ἔχῃ λάβει τὰ 40 στρέμματα ποτιστικὰ ἢ 80 ξηρικά, νομίζω, ὅτι πρέπει τότε νὰ δίδῃ τὸ φιλονεικούμενον εἰς τὸν ἀντίδικόν του, ὅστις δὲν ἐνεμήθη ὅ,τι ὁ νόμος τῷ χορηγεῖ. Διὰ τοῦτο φέρω τὴν ἑξῆς πρότασιν. «Οἱ δηλώσαντες ἐπιδίκους ἐθνικὰς γαίας, καίτοι ἡττηθέντες τελεσιδίκως, δύνανται νὰ λάβουν τὸ παραχωρητήριον ὑπὲρ αὑτῶν, καὶ νὰ διατηρήσωσι τὴν κατοχὴν γενόμενοι κύριοι, ὁσάκις ὁ ἀντίδικος ἔχει ἐξαντλήσει τὸ δικαίωμα τῆς δηλώσεως».
§146ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Δημητρακάκη δὲν εἶναι ὀρθή, ἀντιβαίνει δὲ καὶ εἰς τὸν νόμον, διότι ὁ δικαιωθεὶς νὰ λάβῃ τὸ ἀμφισβητούμενον τεμάχιον, καίτοι ἐξασκήσας ἤδη τὸ ὑπὸ τοῦ νόμου χορηγούμενον εἰς αὐτὸν δικαίωμα διὰ τῆς δηλώσεως 80 στρεμμάτων ξηρικῶν καὶ 40 ποτιστικῶν, μολαταῦτα ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ παραιτηθῇ ἄλλου τεμαχίου ἴσης ἐκτάσεως, ἵνα διατηρήσῃ εἰς ἑαυτὸν τὴν κατοχὴν τοῦ ἐπιδικασθέντος τεμαχίου.
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Δημητρακάκη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι.) Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Δημητριάδου.
§149ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὁ νόμος ἀνέγραψεν ὡς ἐξαιρετέας διαθέσεως καὶ γαίας, αἱ ὁποῖαι εἶχον προσδιορισθῆ διὰ δάση ἢ αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦν δάση, ἐξεδόθη δὲ διάταγμα πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου καὶ ἐπανέλαβεν ἀκριβῶς τὰς αὐτὰς διατάξεις· ἀλλ’ εἰς διάφορα μέρη οἱ ἔφοροι ἀνεὗρον, ὅτι εἰς τὴν διάταξιν ταύτην ὑπάγονται καὶ αἱ γαῖαι, αἵτινες πολὺ πρὸ τοῦ 1870, δηλαδὴ ἀπὸ τοῦ 1825, ἀπὸ τοῦ 1830, ἀπὸ τοῦ 1835 ἦσαν μὲν δάση, ἀλλὰ καταστραφέντων τῶν δασῶν, κατέστησαν ἀσκεπεῖς καὶ καλλιεργοῦνται καὶ πληρώνονται φόροι ἐκ φυτουργίας ἐντὸς αὐτῶν. Τώρα οἱ ἔφοροι, ἀνενεχθέντες εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἔλαβον μίαν Τριβωνιανὴν νεαρὰν καὶ εἶπον, ὅτι ὁπωσδήποτε ἐμπεριέχονται εἰς τὴν ἀπαγόρευσιν καὶ αὐταὶ αἱ γαῖαι, εἶναι δὲ πολλαὶ κοινότητες, αἱ ὁποῖαι ἐξεχέρσωσαν καὶ ἐκαλλιέργησαν ταύτας τὰς γαίας. Λοιπὸν θὰ ὑπαγάγητε αὐτὰς τὰς γαίας εἰς τὴν ἀπαγόρευσιν τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νόμου τοῦ 1871; Νομίζω, ὅτι δικαιοτέρα διάταξις δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ παρὰ τὴν προτεινομένην, καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν νὰ τὴν ἀποδεχθῇ.
§150ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Γνωρίζω, ὅτι εἰς τὴν ἐπαρχίαν τῆς Ἠλείας ὑπάρχει εἷς δῆμος ὁλόκληρος τοῦ ὁποίου οἱ κάτοικοι κατοικοῦν πρὸ ἀμνημονεύτων αἰώνων ἐντὸς τοῦ δάσους. Οἱ κάτοικοι τῶν χωρίων τούτων τοὺς μόνους ἀγροὺς τοὺς ὁποίους ἔχουν, τοὺς ἔχουν ἐντὸς τοῦ δάσους, εἰς μέρη δηλαδὴ ἔνθα εἶναι πολὺ ἀραιὸν τὸ δάσος, ζοῦν δὲ ἀπὸ τοὺς ἀγροὺς αὐτοὺς. Τώρα νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὡς δάσος καὶ δασώδης περιφέρεια ἐκεῖ ὅπου εἶναι τὰ δένδρα συμπεπυκνωμένα εἰς τρόπον, ὥστε δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς κατοίκους νὰ καταστρέφωσι τὸ δάσος καὶ σχηματίσωσι χωρίον· νὰ μὴ χαρακτηρισθῇ δὲ ὡς δασικὴ περιφέρεια ὅπου τὸ μέρος εἶναι ἀσκεπές. Οἱ κάτοικοι, δυνάμει νόμου, ἐδήλωσαν τοὺς ἀγροὺς καὶ τοὺς ἐκαλλιέργησαν· τὸ Δημόσιον ἔχει τὰς προκαταβολάς των, ἀλλὰ διέταξεν ὥστε νὰ λαμβάνεται φόρος ἐπικαρπίας ἀπὸ αὐτοὺς, καὶ οὕτως οἱ κάτοικοι εὑρίσκονται εἰς μίαν βάσανον φοβερὰν, δὲν ἠξεύρουν ἂν ἦναι κύριοι τῶν ἀγρῶν των, καὶ δὲν δύνανται νὰ μετοικισθοῦν εἰς ἄλλα μέρη καὶ νὰ ὠφεληθοῦν τῶν εὐεργετημάτων τοῦ νόμου. Τώρα αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι τὰ δάση δὲν τὰ βλάπτουν παντελῶς· διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι πρέπει νὰ γείνουν παραδεκταὶ αἱ δηλώσεις των.
§151ΡΙΚΑΚΗΣ. Χθὲς εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις σχετικὰς μὲ μίαν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον, καὶ αἱ ὀλίγαι ἐκεῖναι λέξεις θίγουν τὸ προκείμενον ζήτημα. Ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Παπαμιχαλοπούλου· ὅταν τοῦ ὑπέβαλον τὰ παράπονα ὡς πρὸς τὴν κοινότητα τοῦ δήμου μου προσεκάλεσε τὸν κ. Ῥαζικότσικαν καὶ τὸν ἠρώτησεν ἂν ἐκεῖ ὅπου ἐκαλλιέργησαν τὰς γαίας των αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι ἦναι δάσος. Τίποτε, εἶπεν, ἀλλὰ τὸ δασονομικὸν τμῆμα λέγει, ὅτι μετὰ 50 ἔτη ἠμπορεῖ νὰ γείνουν δάση. Τώρα ἡμεῖς δὲν ἠμποροῦμεν νὰ φυλάξωμεν τὰ ὑπάρχοντα δάση, ἡ ἐφαρμογὴ δὲ αὐτῆς τῆς θεωρίας ἀπειλεῖ τὴν ζωὴν ὁλοκλήρου κοινότητος. Σήμερον τί πρέπει νὰ κάμωμεν αὐτὰς τὰς ἀσκεπεῖς γαίας; ἂν μείνουν ἀκαλλιέργητοι, θὰ χρησιμεύσωσι πρὸς βοσκὴν, καὶ οἱ ποιμένες θὰ καύσωσι καὶ τὰ ἄλλα δάση. Ἂν τὰς ἀφήσωμεν εἰς τὴν κατοχὴν καὶ κυριότητα τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, δικαιότερον καὶ νομιμώτερον πρᾶγμα δὲν ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ.
§152ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι ζήτημα διοικητικὸν, ἐκτελέσεως νόμου. Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα αὐτὸ μετὰ προσοχῆς καὶ θὰ τὸ λύσῃ συμφώνως μὲ τὸ συμφέρον πρωτίστως τῶν κατοίκων, καὶ ὕστερον τοῦ δημοσίου.
§153ΡΙΚΑΚΗΣ. Συμφωνοῦμεν μὲ τὸν κ. Παπαμιχαλόπουλον· ἀλλὰ πρόκειται περὶ δασικῆς περιφερείας, περὶ ἧς ῥητῶς ὁ νόμος μνημονεύει καὶ ἐξαιρεῖ τὰς γαίας, αἱ ὁποῖαι κεῖνται ἐντὸς τῆς περιφερείας αὐτῆς· τὰς περιφερείας τὰς δασικὰς τὰς ἐξήρεσεν ὁ νόμος, καὶ πρέπει νὰ εἴπῃ ὁ νόμος, ὅτι τὰς γαίας, αἱ ὁποῖαι κατέχονται πρὸ αἰώνων καὶ αἵτινες καλλιεργοῦνται, δὲν τὰς θεωρῶ ἐξῃρημένας.
§154ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ νόμος ἐξαιρεῖ ἀπὸ τῶν δηλώσεων τὰς δασικὰς περιφερείας, τὰς δὲ δασικὰς περιφερείας δὲν εἶναι ἀνάγκη ὅπως τὰς κανονίσῃ διάταγμα, διότι ὑφίστανται ἀφ’ ἑαυτῶν· ἀλλὰ καί τοι, ἀφ’ ἑαυτῶν ὑφιστάμεναι, χρῄζουσιν ἀναγνωρίσεώς τινος, τὴν δὲ ἀναγνώρισιν αὐτῶν δὲν δυνάμεθα νὰ τὴν κάμωμεν ἐν τῷ νόμῳ. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Δημητριάδου, τῆς ὁποίας ἡ βάσις εἶναι ὀρθή, δὲν δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ, διότι ἠναγκάσθη ὁ ἴδιος κ. Δημητριάδης νὰ περιλάβῃ ἐν αὐτῇ ἔκφρασιν, ἡ ὁποία δὲν ἔχει νομοθετικὴν ἔννοιαν· ἠναγκάσθη νὰ εἴπῃ «πολὺ πρὸ τοῦ 1870», τοῦτο δὲ τὸ «πολὺ πρὸ τοῦ 1870» ποῖος θὰ τὸ ὁρίσῃ; πάλιν ἡ διοίκησις· ἄρα εἰς τὴν διοίκησιν θὰ ἀπολήξῃ ἡ λύσις. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἀπολήξῃ εἰς τὴν διοίκησιν ἡ λύσις τοῦ μέρους, ὅπερ εἶναι τὸ κυριωδέστερον, διατί νὰ μὴ ἀφεθῇ εἰς αὐτὴν ἡ ἐκτίμησις τοῦ ὅλου ζητήματος, τουτέστι τί ἐστι δασικὴ περιφέρεια. Ὁ κ. Ῥικάκης παρετήρησεν, ὅτι τὸ δασονομικὸν τμῆμα ἐν τῷ Ὑπουργείῳ κανονίζει τὸ ζήτημα μετὰ τινος αὐστηρότητος. Ἀλλὰ τὸ δασονομικὸν τμῆμα ἔχει γνωμοδοτικὴν μόνον ἰσχύν. Ἂν ὁ ὑπουργὸς ἐμφορῆται τῶν ἰδεῶν, τὰς ὁποίας ἡ παροῦσα συζήτησις δέον ἵνα ἐμπνέῃ εἰς αὐτόν, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦναι ἡ γνώμη τοῦ δασονομικοῦ τμήματος, θ’ ἀναγκασθῇ νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὸ πνεῦμα τοῦτο τοῦ ὑπουργοῦ· ὅταν ὁ διευθύνων τὸ ὑπουργεῖον παραστήσῃ εἰς τὸ δασονομικὸν τμῆμα, ὅτι ἐν ἄλλῳ πνεύματι ὀφείλει νὰ γείνῃ ἡ ἐκτίμησις, ἐν αὐτῷ τῷ πνεύματι τὸ ὁποῖον ὑπηγόρευσε τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Δημητριάδου, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἦσθε βέβαιοι, ὅτι θὰ ἐπέλθῃ τὸ ἀποτέλεσμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον διὰ τῆς τροπολογίας του ἐπιδιώκει ὁ κ. Δημητριάδης.
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ τὰς ἐξηγήσεις τὰς ὁποίας ἔδωκεν ὁ κ. πρωθυπουργός, ἀποσύρετε βεβαίως τὴν πρότασίν σας.
§156ΡΙΚΑΚΗΣ. Χθὲς εἶχον τὴν τιμὴν νὰ παρατηρήσω, ὅτι συμβαίνει τὸ ἑπόμενον. Δυνάμει τοῦ νόμου ἐδηλώθησαν πρὸ 3, 4, 5 ἐτῶν γαῖαι, κατόπιν δὲ ἡ Κυβέρνησις τὰς ἐξῄρεσε τῆς δηλώσεως· ἀλλ’ εἰς τὸ διάστημα τοῦτο αἱ γαῖαι αὐταὶ μετεβλήθησαν εἰς κτήματα, καὶ ἐν τούτοις, ἐπειδὴ ὁ νόμος λέγει ὅτι διὰ τὰς ἐξαιρουμένας γαίας πρέπει νὰ ἐπιστρέφωνται αἱ προκαταβολαί, συμβαίνει ὥστε τὸ δημόσιον νὰ γίνεται κύριον ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀποζημιώσεως. Φρονῶ ὅτι, ὡς ἀποζημιοῖ τοὺς ἱδρύσαντας μύλους, νὰ ἀποζημιώνῃ καὶ τοὺς μεταβαλόντας τοὺς ἀγροὺς εἰς κτήματα, νὰ ἀποζημιώνῃ οὕτω τοὺς ἰδιοκτήτας καὶ νὰ γίνεται κύριος τοῦ κτήματος.
§157ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ εἰς τὴν ἐφαρμογὴν φρονῶ, ὅτι θὰ προσκόψῃ ἡ ὑπὸ τοῦ κ. Ῥικάκη προτεινομένη διάταξις, ἥτις καὶ δικαία δὲν εἶναι, νομίζω, διότι ἐνδέχεται νὰ ἐνεφύτευσεν ὁ δηλώσας, ἀλλὰ τὸ δημόσιον εἶναι πολὺ πιθανὸν νὰ μὴ χρειάζηται αὐτὰς τὰς ἐμφυτεύσεις, διότι ἂν τὸ δημόσιον ἐξαιρῇ τὰς γαίας ταύτας, τὰς ἐξαιρεῖ, διότι προτίθεται νὰ κάμῃ ἄλλην χρῆσιν τῶν γαιῶν, ἡ ὁποία δὲν συμβιβάζεται μὲ τὴν ὕπαρξιν τῶν φυτειῶν· ἡ ἀποζημίωσις ἄρα θὰ δίδεται διά τι, τὸ ὁποῖον οὐδεμίαν ἀξίαν ἔχει διὰ τὸ δημόσιον. Προσθέτω δὲ, ὅτι φοβοῦμαι ὅτι θὰ γεννήσῃ ἀπείρους διαφορὰς ἡ διάταξις, εἰς τὴν ὁποίαν παραπέμπει, ἤτοι ὁ διὰ διαιτησίας κανονισμὸς τῆς ὑποθέσεως. Ἀλλὰ οὐδὲ ὑπάρχει ἀνάγκη τοῦ τοιούτου μέτρου, διότι, φρονῶ, δὲν ὑπῆρχεν ὁ ἀπαιτούμενος χρόνος, ὅπως ἐν αὐτῷ γείνωσι σπουδαῖαι ἐμφυτεύσεις καὶ ἀναπτυχθῶσιν αἱ φυτεῖαι.
§158ΡΙΚΑΚΗΣ. Τὸ δικαίωμα τῆς ἀποζημιώσεως δὲν ὑποθέτει, ὅτι πρέπει νὰ ὠφελῆται τὸ δημόσιον· ὅταν διὰ δημοσίαν ἀνάγκην ἀφαιρῆται τὸ κτῆμά μου, ὀφείλεις νὰ μὲ ἀποζημιώσῃς· ἐδῶ ἐξετάζεται ἡ καλὴ πίστις. Ἐδέχθης τὴν δήλωσίν μου, ἔλαβες τὴν προκαταβολὴν καὶ τὰς δόσεις, εἰς τὸ διάστημα αὐτὸ τὸ κτῆμα ἐβελτιώθη, καὶ μετὰ 5 ἔτη λέγεις, ἐξαιρῶ τὸ κτῆμα αὐτό. Μάλιστα, ἀλλὰ ἀποζημίωσέ με.
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ῥικάκη νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι.) Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§160ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Χθὲς ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις ἐπὶ εἰδικῆς τινος περιπτώσεως, εἶπον, ὅτι ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Καρυστίας ὑπάρχουσι καὶ χωρία, τὰ ὁποῖα ἔχουν χαρακτηρισθῆ ἐθνικοϊδιόκτητα διὰ διατάγματος τοῦ 1834. Ταῦτα δὲ εἶναι τὰ ἑξῆς: Κουρούνια καὶ Κάδι τοῦ δήμου Κοτυλαίων, Πασσᾶ καὶ Ἐπισκοπὴ τοῦ Δήμου Κονιστρίων, Κοῖλι, Ὡρολόγιον καὶ Βαριμπόμπι τοῦ δήμου Αὐλῶνος, καὶ Γαβαλᾶ καὶ Θαρούνια τοῦ δήμου Δυστίων.
§161ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶναι λελυμένον.
§162ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Ἐπιθυμῶ νὰ προκαλέσω μίαν ἐξήγησιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἀπὸ τοῦ 1834 μέχρι τῆς σήμερον φορολογοῦνται ὡς ἐθνικοϊδιόκτητα. Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νόμου περὶ διανομῆς ἐθνικῆς γῆς καὶ περὶ φυτειῶν, τῇ προτάσει ἑνὸς τότε βουλευτοῦ Καρυστίας, συμπεριελήφθησαν εἰδικαὶ διατάξεις ἀφορῶσαι τὰ χωρία αὐτά· ἐν τούτοις ἤδη, προκειμένου περὶ τῆς ἐκτελέσεως τῶν νόμων αὐτῶν, αἱ ἀρχαὶ αἱ οἰκονομικαὶ ζητοῦν ἀπὸ τοὺς κατοίκους τῶν χωρίων αὐτῶν νὰ παρουσιάσουν τοὺς τίτλους των. Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ, εἶναι δυνατὸν οἱ χωρικοὶ αὐτοὶ νὰ κρατοῦν τοὺς τίτλους των; Τοὺς τίτλους των τοὺς ἐπαρουσίασαν κατὰ τὸ 1834, καὶ ἐξεδόθη τὸ διάταγμα, τὸ ὁποῖον χαρακτηρίζει τὰς γαίας αὐτὰς ἐθνικοϊδιοκτήτους· τὸ διάταγμα ἐξετελέσθη, ἡ νομαρχία Εὐβοίας δι’ ἐγγράφου της εἰδοποίησε τοὺς κατοίκους, ὅτι ἐξεδόθη τὸ διάταγμα, καὶ τὸ περὶ τούτου ἔγγραφον τῆς νομαρχίας ἐστάλη εἰς τὸ ἐπαρχεῖον Καρυστίας, ἀλλ’ ἤδη δὲν εἶναι γνωστὸς ἢ μόνος ὁ ἀριθμὸς τοῦ ἐγγράφου τῆς νομαρχίας, διότι δυστυχῶς ἀπωλέσθη τὸ ἀρχεῖον, περιῆλθε δὲ τὸ διάταγμα εἰς χεῖρας ἰδιώτου, ὅστις ζητεῖ χιλιάδας δραχμῶν διὰ νὰ τὸ παραδώσῃ. Τώρα τὸ δημόσιον ἔχει εἰς τὰ ἀρχεῖα τὰ στελέχη τῶν διπλοτύπων ἀπὸ τοῦ 1834 καὶ ἄλλα στοιχεῖα, διὰ τῶν ὁποίων δύναται νὰ πεισθῇ, ὅτι καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ διάστημα ἐλάμβανεν ἐπικαρπίαν μόνον 10%· οἱ χωρικοί, δυνάμει τοῦ νόμου τοῦ 1871, ἐδήλωσαν τὰς γαίας αὐτὰς καὶ τὰς φυτείας ὡς ἐθνικοϊδιοκτήτους, καὶ τὸ δημόσιον ἐδέχθη τὰς δηλώσεις των ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, ἀναγνωρίζον τὰ δικαιώματα τῶν δηλωτῶν (Θόρυβος). Τὸ ὑπουργεῖον εἰλικρινῶς φερόμενον διέταξε τὰς ἀρχὰς νὰ ἐνεργήσωσιν ἀνακρίσεις, ἐλλείποντος τοῦ διατάγματος· καὶ τῳόντι ἐνηργήθησαν τοιαῦται ἀνακρίσεις, ἐξ ὧν ἀποδεικνύεται ὅτι ἀπὸ τοῦ 1834 μέχρι τῆς σήμερον τὰ χωρία αὐτὰ ἐφορολογοῦντο ὡς ἐθνικοϊδιόκτητα. Παρακαλῶ λοιπὸν, ἂν ἦνε δυνατὸν, νὰ τεθῇ διάταξίς τις εἰς τὸν νόμον, δι’ ἧς νὰ αἴρεται ἡ ἀμφισβήτησις, ἢ νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις ὁ κ. πρωθυπουργὸς τοιαύτας, ὥστε νὰ πραγματοποιηθῇ ἡ ἔκδοσις καὶ θεώρησις τῶν παραχωρητηρίων. Προσθέτω δὲ, ὅτι εἶνε πιθανὸν νὰ εὑρίσκεται τὸ πρωτότυπον τοῦ διατάγματος εἰς τὸ ἀνακτορικὸν γραφεῖον, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ ζητήσῃ ἀντίγραφον, εἰ δυνατόν.
§163ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ ζήτημα δὲν δύναται νὰ λυθῇ νομοθετικῶς· εἶναι ζήτημα πραγματικὸν, καὶ ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν ἂν τῳόντι αἱ γαῖαι αὗται ἦσαν ἐθνικοϊδιόκτητοι, καὶ ὡς πρὸς τοῦτο δύο εἰδῶν ἀποδείξεις δυνάμεθα νὰ ζητήσωμεν, πρῶτον τοὺς τίτλους, καὶ ἐν ἐλλείψει τούτων τὴν κατοχὴν, τί ἐγίνετο μέχρι τοῦδε. Καὶ ὡς πρὸς τοὺς τίτλους, σᾶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας ὅτι ἀπωλέσθησαν, ἢ ὑποτίθεται, ὅτι τινὲς τούτων εὑρίσκονται εἰς χεῖρας προσώπων, τὰ ὁποῖα δὲν θέλουσι νὰ παραδώσωσιν αὐτούς. Θὰ προσπαθήσωμεν ν’ ἀνεύρωμεν τοὺς τίτλους· ἐὰν δὲ δὲν τοὺς ἀνεύρωμεν, θὰ προσφύγωμεν εἰς τὸ τί ἐγίνετο μέχρι τοῦδε, πῶς ἐθεωροῦντο τὰ κτήματα ταῦτα. Ἐξ ὧν ἔλαβον ἐκ τοῦ προχείρου πληροφοριῶν, αἱ γαῖαι ἐθεωροῦντο ὡς ἐθνικοϊδιόκτητοι, ἀντὶ δὲ νὰ πληρώνωσι δικαίωμα ἐπικαρπίας 15, ἐπλήρωναν 10· ἀλλὰ πάντα ταῦτα θέλουσιν ἐξακριβωθῆ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, καὶ ὅσον ἐξαρτᾶται ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως, θέλουσι κανονισθῆ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀποδείξεως. Τὸ ἐλεγκτικὸν Συνέδριον θέλει προβῆ εἰς τὴν ἐκτίμησιν ταύτην ἀφ’ ἑαυτοῦ, ἀλλὰ δὲν πιστεύω νὰ δύνηται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία, ὅτι τὰ στοιχεῖα εἶναι ἐπαρκῆ ἵνα πείσωσι τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον. Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 15.
§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 16 (ἀναγινώσκεται).
§165ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ προστεθῶσι καὶ δι’ ἐγγραφὴν ὑποθήκης λεπτὰ 50.
§166ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ τῆς μεταγραφῆς καὶ τῆς ὑποθήκης ἑκάστου παραχωρητηρίου γαιῶν ἢ φυτειῶν δικαίωμα προσδιορίζεται εἰς λεπτὰ 50.
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Χωριστὰ διὰ τὴν ὑποθήκην καὶ χωριστὰ διὰ τὴν μεταγραφὴν ἑκάστου παραχωρητηρίου. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 16 μὲ τὴν προσθήκην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πλεῖστοι.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὁ κ. Χριστόπουλος προτείνει ἄρθρον 17.
§168ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τοῦ ἄρθρου 4, νομίζω, τοῦ Νόμου τοῦ 1878 ἐπεβλήθη ποινὴ εἰς τοὺς δηλωτὰς γαιῶν καὶ φυτειῶν ἴση μὲ τὸ ποσὸν τῆς ἐτησίας δόσεως, ἐὰν ἤθελεν ἀνακαλυφθῇ ὅτι ὁ δηλωτὴς παρέλειψε νὰ δηλώσῃ ὁλόκληρον τὸ παρ’ αὐτοῦ κατεχόμενον κτῆμα πρὸς ὄφελος τοῦ Δημοσίου. Ἡ διάταξις αὕτη τοῦ Νόμου ἐκείνου ἐφηρμόσθη ἔν τισιν ἐπαρχίαις, ἐν αἷς ἐνηργήθη ἡ καταμέτρησις τῶν δηλωθεισῶν γαιῶν, καὶ ὡς ἐκ τούτου συνέβη ν’ ἀνακαλυφθῶσι τοιαῦτα πλεονάσματα. Διὰ τοῦ παρόντος Νόμου δίδεται τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς τοιούτους δηλωτὰς νὰ δηλώσωσι καὶ τὰ πλεονάσματα ταῦτα διὰ συμπληρωτικῆς δηλώσεως· διὰ δὲ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 7 ἀπαλλάσσονται τῆς τοιαύτης ποινῆς, ἐὰν πράγματι δηλώσωσι τὰ πλεονάσματα. Ὁ κ. Βουλευτὴς Μαντινείας διὰ τῆς προτάσεώς του ζητεῖ αὐτὴ ἡ ἐπιεικὴς καὶ εὐεργετικὴ διάταξις νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ εἰς τοὺς κατόχους ἐκείνους, οἵτινες παρέλειψαν νὰ δηλώσωσιν ἀνελλιπῶς τὰς γαίας καὶ φυτείας των, καὶ οἵτινες ζητοῦνται εἰς τὴν πληρωμὴν τῆς ποινῆς διὰ τὸ ἔτος 1879, διότι ἐφεξῆς ἀπαλλάσσονται, ὡς εἶπον, ἐὰν συμμορφωθῶσι πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος Νόμου. Νομίζω δίκαιον καὶ ἐπιεικὲς νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις αὕτη, ἀφοῦ ἐλήφθη ὡς κανὼν τὸ μέτρον τῆς ἐπιεικείας δι’ ὅλους τοὺς εἰς τὴν κατηγορίαν αὐτὴν ὑπαγομένους κατόχους γαιῶν καὶ φυτειῶν.
§169ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τότε πρέπει νὰ ἐπιστραφῶσι καὶ τὰ πληρωθέντα παρὰ τῶν ἄλλων, οἱ ὁποῖοι ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν ποινὴν, διότι θὰ ἦτο ἄδικον οἱ συμμορφωθέντες πρὸς τὸν νόμον νὰ ζημιωθῶσιν, ἐνῷ ἀπαλλάττομεν τοὺς μὴ συμμορφωθέντας πρὸς αὐτόν.
§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Χριστοπούλου παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι.) Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ἐρχόμεθα ἤδη εἰς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Δημητριάδου ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 8. Ὁ κ. Δημητριάδης προτείνει, ὥστε οἱ δηλώσαντες γαίας πρὸ τοῦ Νόμου τοῦ 1877, ἐὰν ἀνήγειραν ὑδρομύλους, νὰ μὴ ὑπάγωνται εἰς τὴν ἀπαγόρευσιν τῆς παραγράφου 2 τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ μνησθέντος Νόμου, δηλ. ἡ διάταξις ἐκείνη νὰ μὴ ἐφαρμόζηται εἰς τοὺς δηλώσαντας. (Θόρυβος.)
§171ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ μοὶ εἴπῃ ὁ πρώην Ὑπουργὸς κ. Παπαμιχαλόπουλος, ἐννοεῖ διὰ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ καὶ παλαιοὺς ὑδρομύλους ἐγερθέντας πρὸ χρόνων, ἢ τοὺς πρώτην φορὰν ἐγειρομένους;
§172ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Νόμος τοῦ 1877 ἐξῄρεσε τῆς διανομῆς τὰς θέσεις ἐκείνας, αἵτινες ἤθελον θεωρηθῆ πρόσφοροι εἰς ἀνέγερσιν ὑδρομύλων, καίτοι δηλωθείσας ἤδη. Ἐὰν δὲ εἰς τὰς θέσεις ταύτας ἀνηγέρθησαν ὑδρόμυλοι ἀπὸ τοὺς δηλωτὰς ὁ Νόμος τοῦ 1877 ἠθέλησε νὰ ἀφαιρέσῃ αὐτοὺς ὡς κακῶς ἀνεγερθέντας, ὅπως διατεθῶσιν οὗτοι πρὸς ὄφελος τοῦ Δημοσίου. Τὴν ἀδικίαν τοῦ Νόμου τοῦ 1877 πρόκειται νὰ θεραπεύσῃ τὸ ἄρθρον 8 τοῦ προκειμένου Νομοσχεδίου, διότι δι’ αὐτοῦ ἀναγνωρίζεται εἰς τὸν δηλωτὴν τὸ δικαίωμα τῆς ἀποζημιώσεως διὰ τὸν παρ’ αὐτοῦ ἀνεγερθέντα ὑδρόμυλον. Ὁ κ. Δημητριάδης ὑπέβαλε πρότασιν περὶ ἀκυρώσεως τῶν διατάξεων τοῦ Νόμου τοῦ 1877, ἐπὶ τῷ σκοπῷ τοῦ νὰ ἐπανέλθωσιν οἱ ὑδρόμυλοι εἰς τοὺς δηλωτὰς, οἵτινες καλῇ τῇ πίστει ἀνήγειραν αὐτούς. Ἔχω τὴν ἀμφιβολίαν, ὅτι δὲν εἶχον ἀποκτήσει τὸ δικαίωμα τῆς κυριότητος, διότι τοῦτο ἤθελον ἀποκτήσει μετὰ τὸ παραχωρητήριον, καὶ διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι ἡ διάταξις τοῦ Νόμου τοῦ 1877 δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς δημευτική. Φρονῶ δὲ, ὅτι ἀρκεῖ τὸ λαμβανόμενον ἤδη μέτρον περὶ τῆς ἀποζημιώσεώς των.
§173ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ διάταξις τοῦ Νόμου τοῦ 1877, ἡ ἐξαιρέσασα ἀπὸ τῆς διανομῆς τὸν χῶρον ἔνθα ἠδύνατο νὰ συστηθῇ ὑδρόμυλος, ἦτο ἄδικος, ἀλλὰ δὲν ἦτο καὶ διάταξις δημευτική, διότι τὰ παραχωρητήρια δὲν εἶχον ἐκδοθῆ· ἦτο ὅμως ἄδικος, διότι ἡ δήλωσις ὁπωσδήποτε ἦτο μία ἀρχὴ ἀποκτήσεως δικαιώματος. Τὴν ἀδικίαν τοῦ Νόμου ἐκείνου προτίθεται νὰ διορθώσῃ τὸ Νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἤδη ψηφίζομεν, διὰ τῆς ἀποζημιώσεως, τὴν ὁποίαν παραχωρεῖ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ τοῦ χώρου τοῦ κατόπιν ἐξαιρεθέντος ἤγειραν ὑδρομύλους, ἄνευ δὲ τῆς ψηφίσεως τοῦ Νόμου τούτου ἤθελον στερηθῆ τῆς οἰκοδομῆς ἄνευ ἀποζημιώσεως· νομίζω δὲ, ὅτι τοῦτο ἀρκεῖ. Ὁ κ. Δημητριάδης προβαίνει καὶ περαιτέρω, λέγων, οὐ μόνον ν’ ἀποζημιωθῶσιν, ἀλλὰ καὶ νὰ θεωρηθῶσιν ὡς κύριοι, καταργουμένου τοῦ Νόμου. Ἐὰν πρὸ τοῦ 1877 εἶχον ἐκδοθῆ τὰ παραχωρητήρια, τὸ πρᾶγμα ἦτο ἀναπόφευκτον, διότι ἄλλως ὁ Νόμος τοῦ 1877 θὰ ἦτο δημευτικός· ἀλλ’, ὡς εἶπον, δὲν εἶχον ἐκδοθῆ τὰ παραχωρητήρια. Διὰ τοῦτο θὰ ἦτο ἄτοπον, ἐὰν ἐπεξετείνομεν τὸν κύκλον τῆς ἐνεργείας τοῦ Νόμου.
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Δημητριάδου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι.) Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 17. Τὸ σύνολον θὰ τὸ ἀναβάλωμεν, διὰ νὰ τυπωθῇ τὸ Νομοσχέδιον καὶ συναρμολογηθῇ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν ἤδη νὰ ψηφίσῃ εἰς γʹ ἀνάγνωσιν τὸ Νομοσχέδιον περὶ πολιτικῶν μηχανικῶν, τὸ ὁποῖον ἀνεβλήθη χθές.
§175ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Χθὲς ἀνεβλήθη ἡ ψηφοφορία ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ Νόμου περὶ πολιτικῶν μηχανικῶν, διότι ἡ διατύπωσις τοῦ Νομοσχεδίου ἐθεωρήθη πλημμελής· ἐγένοντο διάφοροι τροπολογίαι καὶ ἐθεωρήθη, ὅτι ἔπρεπε νὰ συναρμολογηθῶσι πρὸς τὸ Νομοσχέδιον. Ἤδη ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἀποτέλεσμα τῆς συναρμολογήσεως ταύτης. Κατὰ τὸν ἀρχικὸν Νόμον περὶ συστάσεως πολιτικῶν μηχανικῶν ὑπάρχει διάταξίς τις μεταβατική, καθ’ ἣν ἐπιτρέπεται, ὅπως κατὰ τὴν πρώτην σύστασιν τοῦ Σώματος, ἤτοι ἐντὸς τοῦ πρώτου ἔτους, διορίζωνται εἰς θέσεις, ἀναλόγως τῶν γνώσεων αὐτῶν καὶ τῶν ὑπηρεσιῶν, οἱ κατὰ τὸν Νόμον κεκτημένοι τὰ προσόντα, μετὰ τὴν παρέλευσιν δὲ τοῦ ἔτους οἱ ἔχοντες τὰ προσόντα ταῦτα διορίζοντο εἰς θέσεις ἐπαρχιακῶν μηχανικῶν δευτέρας τάξεως. Ἤδη πρόκειται πάλιν περὶ μεταβατικῆς διατάξεως, τὴν ὁποίαν νομίζω, ὅτι δυνάμεθα νὰ συνδυάσωμεν πρὸς τὸν ἀρχικὸν Νόμον, τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ τροποποιήσωμεν, παρατείνοντες τὴν διάρκειαν. Διὰ τοῦτο προτείνω τὸ ἑξῆς.... (Ὅρα παράρτημα.)
§176ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Νὰ γείνῃ ἡ ἐπεξήγησις, ὅτι τὰ ἀποδεικτικὰ πρέπει νὰ ἦναι ἀπὸ σχολεῖα, τὰ ὁποῖα θεωροῦν αὐτὰ ἀντὶ ἀπολυτηρίου.
§177ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μάλιστα.
§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν τὸ Νομοσχέδιον εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν ὡς συνηρμολογήθη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πλεῖστοι.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Κατόπιν ἡ Βουλὴ παραδέχεται τὸ σύνολον.
§179Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Πολλάκις καὶ ἐγὼ καὶ ὁ κ. Καραλίβανος παρεκαλέσαμεν, ἂν ἦναι δυνατόν, νὰ προταχθῇ τὸ περὶ διπλωμάτων τῶν ἐμποροπλοιάρχων, τὸ ὁποῖον εἶναι κατεπεῖγον.
§180ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ περὶ διπλωμάτων περιέχεται ἐντὸς γενικοῦ νόμου περὶ ἐμπορικῆς Ναυτιλίας, καὶ νομίζω, ὅτι διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς ἀποτέλεσμα, πρέπει ν’ ἀποχωρίσωμεν τὰς περὶ διπλωμάτων διατάξεις καὶ νὰ ψηφίσωμεν αὐτὰς ὡς Νομοσχέδιον ἴδιον, διότι κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην γενικὸν Νομοσχέδιον περὶ ἐμπορικῆς Ναυτιλίας δυσκόλως θέλει ψηφισθῆ. Ὥστε φρονῶ, ὅτι θὰ συμφωνήσῃ ἡ Βουλὴ ὅπως ἐργασθῶμεν εἰς σύνταξιν ἰδίου Νομοσχεδίου περὶ ναυτιλιακῶν διπλωμάτων, συμβουλευόμενοι τὰς διατάξεις τὰς ἐν τῷ Νομοσχεδίῳ περὶ ἐμπορικῆς Ναυτιλίας, καὶ φέρωμεν αὐτὸ αὔριον ἢ μεθαύριον. Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 8. μ. μ.