1880.03.11
429 στίχοι · 3.454 λέξεις · 26 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 87
τῆς 11 Μαρτίου 1880.
(Τρίτη.)
Ὥρᾳ 2½ μ. μ.
Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐνεκρίθησαν.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινοῦται ἔγγραφον τοῦ Προέδρου τοῦ νέου Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου: Ἐν Ἀθήναις, τῇ 10 Μαρτίου 1880. Ἀριθ. Πρωτ. 42. Προεδρεῖον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου Πρὸς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς τῶν Ἀντιπροσώπων. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ἀνακοινώσω δι’ ὑμῶν, κ. Πρόεδρε, εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς ἀνέθεσε τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους εἰς νέον Ὑπουργεῖον, συγκροτούμενον ὡς ἑξῆς: Χ. Τρικούπης, Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, προσωρινῶς δὲ καὶ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, Σπυρ. Καραϊσκάκης, Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, Κωνστ. Λομβάρδος, Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, Ἀθ. Γ. Πετιμεζᾶς, Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, Νικ. Μαυροκορδάτος, Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, καὶ Γ. Βούλγαρης, Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν. Ὁ Πρόεδρος Χαρίλαος Τρικούπης. Ὑπεβλήθη ἀναφορὰ κατοίκων Κεφαλληνίας, ζητούντων νὰ συστηθῇ ἕδρα καθηγητοῦ τῶν ἐμπορικῶν μαθημάτων ἐν τῷ αὐτόθι Γυμνασίῳ. Θὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ζητεῖ τὸν λόγον.
§2Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Πρωθυπουργός). Ὀλίγα ἔχω νὰ προσθέσω, κύριοι, εἰς τὴν ἔγγραφον ἀνακοίνωσιν περὶ τοῦ σχηματισμοῦ τῆς νέας Κυβερνήσεως, διότι αἱ μακραὶ συζητήσεις, αἵτινες προηγήθησαν τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς, ἧς ἀποτέλεσμα ὑπῆρξεν ἡ πολιτικὴ μεταβολή, καθιστῶσι περιττὴν πᾶσαν ἐξήγησιν σήμερον περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς μεταβολῆς ταύτης καὶ περὶ τῆς ἐννοίας αὐτῆς. Κατόπιν τῆς παραιτήσεως τοῦ τέως Ὑπουργείου ἀνετέθη εἰς ἐμὲ ὁ σχηματισμὸς νέας Κυβερνήσεως· ἡ ἐντολὴ δὲ αὕτη μοὶ ἐπέβαλε τὴν ὑποχρέωσιν, ἵνα ἐξετάσω τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων καὶ πεισθῶ, ἐὰν ὤφειλον νὰ δεχθῶ αὐτήν. Τῆς ἐξετάσεως ταύτης συμπέρασμα ὑπῆρξεν, ὅτι καθῆκον εἶχον νὰ σχηματίσω τὴν Κυβέρνησιν, καὶ τὸ καθῆκον τοῦτο ἐπιτελέσας, ὑπέβαλον εἰς τὸν Βασιλέα τὸν κατάλογον τῶν Ὑπουργῶν, ὅστις εἶνε αὐτὸς ὁ πρὸ μικροῦ ἀνακοινωθεὶς πρὸς ὑμᾶς. Ἤδη, κύριοι, ἀφοῦ οὐδεμία ὑφίσταται ἀνάγκη ἐξηγήσεων περὶ τῆς πολιτικῆς, διότι τὰ τῆς πολιτικῆς πάντα ἐξηγήθησαν ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ κατὰ τὰς τελευταίας συζητήσεις, ἓν μόνον ὀφείλω νὰ ζητήσω παρὰ τῆς Βουλῆς· ὀφείλω νὰ ζητήσω παρ’ αὐτῆς τεσσάρων ἢ πέντε ἡμερῶν ἄδειαν, ὅπως δυνηθῇ ἡ νέα Κυβέρνησις νὰ συναρμολογήσῃ πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν καὶ πρὸς τὰς συνδεομένας πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν προτάσεις τῆς τέως Κυβερνήσεως τὰς ἰδέας ἐκείνας, ὧν ἡ ἐπικράτησις ἐν τῇ Βουλῇ, ἡ διὰ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς ἐκφρασθεῖσα, ὑπῆρξεν ἀφορμὴ τῆς ὑπουργικῆς μεταβολῆς. Κατόπιν τῆς τελευταίας ὑπουργικῆς μεταβολῆς ὁ προϋπολογισμὸς εἶνε ἀναθεωρητέος, πρὸς τὴν ἀναθεώρησιν δὲ ταύτην ἀπαιτοῦνται ὀλίγισται ἡμέραι. Ἀπαιτεῖται προσέτι, ὅπως ἡ Κυβέρνησις, πρὶν ἢ ἐπιληφθῇ τῆς ἐπὶ τῶν πραγμάτων συζητήσεως — διότι νομίζω, ὅτι μετὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἤδη περὶ τῶν πραγμάτων μόνον ἔχομεν καθῆκον ν’ ἀσχοληθῶμεν — πρὶν ἄρα ἡ Κυβέρνησις ἐπιληφθῇ τοῦ ἔργου τῆς διευθύνσεως τῶν συζητήσεων τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῶν πραγμάτων, εἶνε ἀνάγκη, ὅπως ἡ Κυβέρνησις, ἵνα ἐπιτελέσῃ δεόντως τὸ καθῆκον τοῦτο, λάβῃ πλήρη γνῶσιν ἐξ ἐπισήμων πληροφοριῶν, ὧν μέχρι τοῦδε ἡμεῖς οἱ σήμερον Ὑπουργοὶ στερούμεθα, τῆς καταστάσεως τῶν πραγμάτων ἔν τε τῷ ἐσωτερικῷ καὶ τῷ ἐξωτερικῷ. Αἱ ὀλίγαι λοιπὸν ἡμέραι ἀναβολῆς, τὰς ὁποίας ζητοῦμεν ἀπὸ τῆς Βουλῆς, θέλουσι χρησιμεύσει καὶ πρὸς τὴν συναρμολόγησιν, ὡς εἶπον, τῶν ἰδεῶν ἡμῶν πρὸς τὰς ἤδη ὑποβεβλημένας εἰς τὴν Βουλὴν προτάσεις, συμφώνως πρὸς τὴν ψῆφον αὑτῆς, καὶ ὅπως ὦμεν εἰς θέσιν, ἐκ τῆς ἐξετάσεως τῶν πραγμάτων ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, νὰ διαφωτίζωμεν τὴν Βουλὴν ἐκ τῶν ἐπισήμων πληροφοριῶν περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἡ Βουλὴ ὀφείλει κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν νὰ πορεύηται περὶ τὴν συζήτησιν τῶν πραγματικῶν ζητημάτων τῶν συνδεομένων μετὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ μετὰ τῶν φορολογικῶν καὶ στρατιωτικῶν νόμων. Αὕτη ἡ ἐξέτασις ἀφορᾷ καὶ εἰς τὰ ἐσωτερικὰ καὶ εἰς τὰ ἐξωτερικά, ὡς πρὸς δὲ τὰ ἐσωτερικὰ ἀφορᾷ οὐ μόνον εἰς τὰ νομοθετικά, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ διοικητικά. Νομίζω ὅμως, ὅτι ὅσον καὶ ἂν εὐρυνθῇ ὁ κύκλος τῆς ἐξετάσεως, ὅστις ἐπιβάλλεται ἡμῖν, θέλομεν δυνηθῆ νὰ διατρέξωμεν αὐτὸν ἐντὸς τριῶν, τεσσάρων, ἢ τὸ πολὺ πέντε ἡμερῶν. Ἑπομένως προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως εὐαρεστηθῇ νὰ ὁρίσῃ ὡς ἡμέραν προσεχοῦς αὐτῆς συνεδριάσεως τὴν Δευτέραν, ἤτοι τὴν 17 ἱσταμένου μηνός.
§3Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ γενικὴ, κύριοι, ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ συζήτησις, ἥτις ὑπῆρξε μακρά, παρήγαγεν εἰς γνῶσιν τοῦ κοινοβουλίου διαφόρους γνώμας, τὰς ὁποίας οἱ μετασχόντες τῆς συζητήσεως ἀνεκοίνωσαν εἰς αὐτὸ περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν πρέπει νὰ κυβερνηθῇ τὸ κράτος ἐν τῷ μέλλοντι. Αἱ γνῶμαι, τὰς ὁποίας ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἀνακοινώσω τότε εἰς τὴν Βουλὴν, μοὶ φαίνεται, ὅτι ἦταν ἐκ διαμέτρου ἀντίθετοι πρὸς τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας ὁ Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου καὶ νῦν πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου ἐποιήσατο τότε γνωστὰς εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ μᾶλλον ἐπισταμένη μελέτη τῶν πραγμάτων, τὴν ὁποίαν θέλει προσπορίσει εἰς τὸν νῦν πρόεδρον τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου ἡ ἐξέτασις τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, καὶ αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἐξ αὐτῆς θέλει ἀρυσθῆ, θέλουσι βοηθήσει αὐτὸν, διὰ νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ εἰδικὰ μέτρα, ἅπερ νομίζει πρόσφορα πρὸς πραγματοποίησιν τοῦ πολιτικοῦ του προγράμματος. Ὅπως δὲ προσδοκᾷ ὁ κύριος πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου, ὅτι, ἀφ’ οὗ σᾶς παραστήσῃ τὰς λεπτομερείας, τὰ εἰδικὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα νομίζει πρόσφορα πρὸς πραγματοποίησιν τοῦ πολιτικοῦ σχεδίου αὐτοῦ, θέλει πείσει ὑμᾶς περὶ τῆς χρηστότητος καὶ λυσιτελείας τοῦ πολιτικοῦ αὐτοῦ προγράμματος, τοσοῦτον καὶ ἐγὼ προσδοκῶ ὅτι ἡ γνῶσις τῶν λεπτομερειῶν τούτων θέλει πείσει τὴν Βουλὴν, ὅτι οἱ ἰσχυρισμοί μου περὶ τοῦ πολιτικοῦ αὐτοῦ προγράμματος εἰσὶν ἀληθεῖς, καὶ ὅτι τοῦτο ἐστὶν ὀλέθριον εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Διὰ τοῦτο οὐδεμίαν ἀντίῤῥησιν ἔχω, ἵνα ἀναβληθῶσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς ἐπὶ τινὰς ἡμέρας τὰς ὁποίας ἐζήτησεν ὁ κ. πρωθυπουργός.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω λοιπὸν, κύριοι, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις, διὰ νὰ προσδιορισθῇ ὡς ἡμέρα διὰ τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς ἡ ἐρχομένη Δευτέρα.
§5ΠΟΛΛΟΙ (ἑκατέρωθεν). Μάλιστα, μάλιστα. Ὁ κ. Ῥάλλης ἀναγινώσκει τὴν ἔκθεσιν τῆς προανακριτικῆς ἐπιτροπῆς.
§6ΓΡΥΠΑΡΗΣ. (Γραμματεὺς τῆς αὐτῆς ἐπιτροπῆς.) Καταθέτω τὴν ἔκθεσιν, τὸν φάκελλον τῶν ἐγγράφων μετὰ τῶν σχετικῶν βιβλίων, τὰ δείγματα τῶν ἀρβυλῶν κτλ.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἠκούσατε, κύριοι, τὴν ἔκθεσιν τῆς προανακριτικῆς ἐπιτροπῆς. Ἡ ἔκθεσις κατὰ τὸν νόμον θέλει τυπωθῆ, τὰ δὲ συνοδεύοντα αὐτὴν ἔγγραφα θέλουν κατατεθῆ εἰς τὸ προεδρεῖον, ὅπου δύναται ἕκαστος τῶν κυρίων Βουλευτῶν νὰ λάβῃ γνῶσιν αὐτῶν. Κατὰ τὸν νόμον περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν, ἡ Βουλὴ ὀφείλει σήμερον νὰ προσδιορίσῃ τὴν ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν θέλει γείνει ἡ γενικὴ συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως τῆς ἐπιτροπῆς.
§8ΤΙΝΕΣ. Μετὰ τὸν προϋπολογισμόν.
§9ΕΤΕΡΟΙ. Τὴν Δευτέραν.
§10ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Παρατηρῶ, ὅτι ἡ ἔκθεσις εἶναι ὀγκώδης, καὶ πρέπει ἀπὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν θὰ διανεμηθῇ, νὰ παρέλθῃ ἀνάλογος προθεσμία, ὅπως δυνηθῶμεν νὰ τὴν μελετήσωμεν· ὥστε δὲν ἠμποροῦμεν ἀπὸ τοῦδε νὰ προσδιορίσωμεν τὴν ἡμέραν.
§11ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὸν νόμον περὶ εὐθύνης, ἡ ἔκθεσις αὕτη πρέπει νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ ἐντὸς 5 ἡμερῶν· ἑπομένως τὴν Δευτέραν ἔχομεν ἐκ τοῦ νόμου δεδομένον, ὅτι ἡ ἔκθεσις θὰ ἦναι διανεμημένη. Δυνάμεθα ἄρα νὰ προσδιορίσωμεν προθεσμίαν ἀπὸ τῆς προσεχοῦς Δευτέρας, καὶ ἐὰν θέσωμεν προθεσμίαν μιᾶς ἑβδομάδος, ἀπὸ τότε ἔχομεν χρόνον ἀνάλογον πρὸς μελέτην. Ὅθεν προτείνω, ἵνα προσδιορίσωμεν ἡμέραν συζητήσεως τὴν μεθεπομένην Δευτέραν, 24 ἱσταμένου μηνός.
§12ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Οἱανδήποτε ἡμέραν καὶ ἂν προσδιορίσωμεν πρὸς συζήτησιν, πρέπει νὰ σκεφθῶμεν, ὅτι θὰ καταναλώσωμεν τοὐλάχιστον μίαν ἑβδομάδα, καὶ ἡμεῖς δὲν ἔχομεν παρὰ τὸ πολὺ 20 συνεδριάσεις νὰ κάμωμεν. Προτείνω λοιπὸν νὰ γείνῃ ἡ συζήτησις μετὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν φορολογικῶν νόμων.
§13ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν σπουδαιότητα τοῦ ἀντικειμένου, διότι εἷς ἀνώτατος ὑπάλληλος, πρώην Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, εὑρίσκεται ὑπὸ δεινοτάτην κατηγορίαν, τὴν δεινοτέραν τῶν κατηγοριῶν, ἐπὶ δωροδοκίᾳ δηλ. μὲ βλάβην τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου καὶ παράβασιν τοῦ ἰδίου του καθήκοντος. Ὅταν λοιπὸν πρόκηται νὰ ὁρίσωμεν τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν θὰ συζητηθῇ ἡ κατ’ αὐτοῦ κατηγορία, ὀφείλομεν νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν θέσιν αὐτοῦ καὶ νὰ μὴ παρατείνωμεν ἐπὶ πολὺ τὴν ἐκκρεμότητα ὑπὸ τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται. Ἡ προθεσμία, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως ἐνόμισεν ὅτι ὤφειλε νὰ προτείνῃ, εἶναι, νομίζω, ἡ ἁρμόζουσα, διότι οἱ κύριοι Βουλευταὶ ὀφείλουν νὰ λάβουν ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὑπάρχουν 65 καταθέσεις μαρτύρων, τῶν ὁποίων ἔχομεν καθῆκον νὰ λάβωμεν γνῶσιν, οὐδὲ πρέπει νὰ προβῆτε ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχε, καὶ ἄνευ τῆς βεβαιότητος, ὅτι τοιαύτην πεποίθησιν σχηματίζετε ἐκ τῶν ἐγγράφων εἰς τὴν ὑπὲρ ἢ κατὰ ἀπόφασίν σας’ ὥστε μία ἑβδομὰς ἀπαιτεῖται διὰ τὴν μελέτην ταύτην. Ἀλλὰ πέραν τῆς ἑβδομάδος ἀπὸ τῆς τυπώσεως τῆς ἐκδόσεως, νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ ἤθελεν εἶσθαι ἀδικαιολόγητος, ἐὰν παρέτεινε τὴν ἐκκρεμοδικίαν, ὑφ’ ἣν εὑρίσκεται ὁ κ. Πετιμεζᾶς. Ἔχει δὲ ἤδη ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφασίσῃ καὶ περὶ ἑτέρου τινός, ἐὰν θὰ ἐπιτραπῇ δηλ. καὶ εἰς τὸν συγκατηγορούμενον τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ, διατελοῦντος Βουλευτοῦ καὶ ἔχοντος τὸ δικαίωμα ἐκ τοῦ νόμου νὰ ἔλθῃ καὶ δικαιολογηθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, νὰ προσέλθῃ καὶ αὐτὸς ἐνώπιόν της πρὸς ἀπολογίαν, διότι ὁ νόμος ὁρίζει δυνητικῶς ὡς πρὸς αὐτόν, ἡ δὲ Βουλὴ ὀφείλει ν’ ἀποφασίσῃ, ἐὰν θὰ ἐπιτρέψῃ καὶ εἰς τὸν συγκατηγορούμενον, μὴ ὄντα Βουλευτὴν καὶ Ὑπουργὸν, νὰ προσέλθῃ καὶ ἀπολογηθῇ. Ἐγὼ ἐκ τῶν προτέρων ἀποφαίνομαι, ὅτι εἶναι περιττὴ ἡ παράστασις τοῦ Ἀθανασίου Λάμπρου ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διότι οὗτος ἀπελογήθη ἤδη διὰ μακρῶν. Ἐπὶ ὁλόκληρον ἡμέραν μᾶς ἐβασάνισεν ἀπολογούμενος, ἡ δὲ ἐξέτασίς του πληροῖ ὅλα 10 φύλλα, δὲν εἶναι δὲ ἄξιος νὰ παραστῇ, ἔστω καὶ ὡς κατηγορούμενος, ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἡ κατηγορία ἡ ἀποδιδομένη εἰς αὐτὸν εἶναι συναφὴς πρὸς τὴν κατηγορίαν τὴν ἀποδιδομένην εἰς τὸν Σ. Πετιμεζᾶν, διότι, ἐὰν ἔλαβεν ὁ Σ. Πετιμεζᾶς, βεβαίως ἔδωσεν ὁ Λάμπρος. Ὁ κ. Πετιμεζᾶς ἐκλήθη παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ προσελθὼν δὲν ἠθέλησε ν’ ἀπολογηθῇ, ἐπεφυλάχθη δὲ νὰ πράξῃ τοῦτο ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ βεβαίως θὰ προσέλθῃ, ἐξηγῶν δὲ τὴν διαγωγήν του, θὰ ἐξηγήσῃ καὶ τὴν διαγωγὴν τοῦ συγκατηγορουμένου του.
§14ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ἐστὶ βούλευμα παραπομπῆς ἑνὸς πολίτου εἰς τὸ δικαστήριον· κατὰ τοῦ βουλεύματος δὲ αὐτοῦ οὐδὲν ἔνδικον μέσον ἐπιτρέπεται. Φυσικόν, λογικὸν, νόμιμον εἶναι νὰ ἐρωτήσῃ τις, ἀπελογήθη ὁ κατηγορούμενος; Προσῆλθεν ἐνώπιον τῆς ἀνακρίσεως καὶ ἀπελογήθη διὰ μακρῶν· ἀλλ’ αὐτὴ ἡ ἀπολογία δὲν εἶναι πλήρης. Νομίζω, ὅτι διὰ τῆς ἁπλῆς ἀπολογίας δὲν ἐξησκήθη πλῆρες τὸ δικαίωμα τῆς ἀπολογίας, αὐτὸ δὲ τὸ δικαίωμα εἶναι λίαν ἱερὸν ἀπὸ τὸν νόμον. Ἐκτὸς τούτου, κύριοι, θέλετε ἴδει ἐν τῇ καταθέσει του τῇ μακρᾷ, ὅτι εἶναι τινὰ, τὰ ὁποῖα εἰς ἡμᾶς ἐφάνησαν ἀσαφῆ καὶ τὰ ὁποῖα παρουσιαζόμενος ἐνώπιον τῆς Βουλῆς δύναται νὰ τὰ εἴπῃ σαφέστερα. Τὸ νὰ ἐπιτρέπηται εἰς τὸν κατηγορούμενον νὰ παρουσιάζηται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ἀπολογῆται, καὶ ἂν δὲν ἦναι ὑπουργὸς ἢ βουλευτής, ἐγένετο διὰ πολλοὺς λόγους, οἵτινες ἐλέχθησαν, ἀλλ’ ἐθεωρήθη ὡς σπουδαιότερος ὁ ἑξῆς, ὅτι ὡς συνεργὸς δύναται, καταθέτων πράγματά τινα, νὰ συντελέσῃ καὶ εἰς τὴν ὑπεράσπισιν αὐτοῦ τούτου τοῦ κατηγορουμένου ὑπουργοῦ. Ἀφοῦ λοιπὸν ἐπιτρέπεται καὶ εἰς τὸν μὴ ὄντα βουλευτὴν, μένει τὸ ζήτημα τῆς οὐσίας. Ὑπάρχει λόγος νὰ ἐπιτραπῇ; Λέγω, ὅτι ὑπάρχει κατ’ οὐσίαν λόγος, διότι ἡ ὑπόθεσις εἶναι περίπλοκος, καὶ δύναται νὰ φωτίσῃ ἡ παρουσία τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἡ ἀξιοπρέπεια τῆς Βουλῆς; αὕτη δὲν προσβάλλεται, διότι πρόκειται περὶ πολίτου, ὅστις ἔχει ἴσα δικαιώματα μὲ τὸν ὑπουργόν. Ἀφοῦ καὶ τὸ Σύνταγμα καὶ ὁ Κανονισμὸς ἐπιτρέπει νὰ παρίστανται καὶ πληροφορῶσι τὴν Βουλὴν εἰς ἄλλας περιστάσεις, πολλῷ μᾶλλον πρέπει ὅταν πρόκηται νὰ ἐξασκηθῇ δικαίωμα ἀπολογίας. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι πρέπει εἰς τὸν Λάμπρου νὰ ἐπιτραπῇ νὰ παρουσιασθῇ.
§15ΣΑΡΑΒΑΣ. Δύο ἀντικείμενα πρόκειται νὰ ἀποφασίσωμεν· τὸ πρῶτον εἶναι ἐκεῖνο, περὶ τοῦ ὁποίου ἔκαμε λόγον ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐναντία γνώμη. Ἀναντιῤῥήτως ἔχομεν νὰ ἐκπληρώσωμεν ταὐτοχρόνως δύο καθήκοντα· τὸ πρῶτον εἶναι νὰ μὴ παρεμβάλωμεν πρόσκομμα εἰς τὰς κατεπειγούσας ἐργασίας μας, καὶ τὸ δεύτερον νὰ μὴ ἀφήσωμεν ἐπὶ μακρὸν χρόνον ὑπὸ τὸ βάρος κατηγορίας ἕνα συνάδελφον, πρώην ὑπουργόν. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ πρῶτον, δυνάμεθα, φρονῶ, νὰ παραδεχθῶμεν τὴν γνώμην ἣν ἐξέφρασεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, τουτέστι νὰ προσδιορισθῇ ὡς ἡμέρα διὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν τῆς προκειμένης κατηγορίας ἡ 8 μετὰ τὴν διανομὴν τῆς ἐκθέσεως. Ἔρχομαι εἰς τὸ δεύτερον ἀντικείμενον, περὶ τοῦ ὁποίου ἔκαμε λόγον ὁ ἀξιότιμος κύριος Ῥοντήρης. Κατὰ τὸ ἄρθρον 17 τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν ἡ Βουλὴ δύναται νὰ δώσῃ τὴν ἄδειαν, ἵνα προσέλθῃ ἐνώπιον αὐτῆς ν’ ἀπολογηθῇ ὁ κατηγορούμενος, ἐὰν συμπέσῃ νὰ μὴ ἦναι ὑπουργὸς ἢ βουλευτὴς, καὶ βεβαίως, διότι, ἐὰν ὁ κατηγορούμενος διατελῇ ὢν Ὑπουργὸς ἢ Βουλευτὴς, ἔχει αὐτοδικαίως τὸ δικαίωμα τοῦτο. Ὁ νόμος προεῖδεν, ὡς παρατηρεῖτε, τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν ὁ κατηγορούμενος ἔπαυσε νὰ ἦναι Ὑπουργὸς ἢ Βουλευτὴς, καὶ ἀνέθηκεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιτρέψῃ αὐτῷ νὰ παρουσιασθῇ καὶ ἀπολογηθῇ. Ἐντεῦθεν ἐγεννήθη εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἀμφισβήτησις, ἐὰν τοῦτο ἀφορᾷ μόνον τὸν κατηγορούμενον Ὑπουργὸν, ἢ καὶ τοὺς τυχὸν συναιτίους καὶ συνεργούς. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ εὑρέθη κατὰ πλειονοψηφίαν σύμφωνος ὑπὲρ τῆς γνώμης τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ῥοντήρη, ἐγὼ δὲ μετ’ ἄλλων εἴμεθα ἐν μειονοψηφίᾳ· ἀλλ’ οὔτε οἱ λόγοι τῆς πλειονοψηφίας μὲ ἔπεισαν, οὔτε οἱ λόγοι τοῦ κ. Ῥοντήρη, τοὺς ὁποίους ἐπανέλαβε σήμερον, ἴσχυσαν νὰ μεταβάλωσι τὴν γνώμην μου. Καὶ δὲν ἠδυνήθην νὰ μεταβάλω γνώμην, κύριοι, διότι νομίζω, ὅτι τὸ δικαίωμα ὅπερ χορηγεῖται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιτρέψῃ, ὅπως ὁ κατηγορούμενος προσέλθῃ καὶ ἀπολογηθῇ προφορικῶς ἐνώπιόν της, δίδεται καὶ πρέπει νὰ δίδηται εἰς τὸν Ὑπουργὸν λόγῳ τῆς ἐξαιρετικῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν κατέχει. Ὁμολογουμένως ἓν πρόσωπον, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ παραπεμφθῇ ἐνώπιον τοῦ εἰδικοῦ δικαστηρίου, καὶ τὸ ὁποῖον διετέλεσεν Ὑπουργὸς καὶ Βουλευτὴς, πρέπει νὰ ἀκουσθῇ ἀπὸ τὴν Βουλὴν εἰς συζήτησιν, ἥτις εἶναι δημοσία, καὶ αὐτὸ τοῦτο ἔχει ἀντικείμενον, τὴν παραπομπήν του εἰς δίκην. Θὰ ἦτο ἀδικώτατον, αὐτὸς, ὅστις πολὺν χρόνον συνέπραξε μετ’ αὐτῆς καὶ τοῦ ὁποίου τὰς γνώμας πολλάκις ἤκουσε καὶ παρεδέχθη ἴσως, ὅταν πρόκηται περὶ σπουδαιοτάτου δι’ αὐτὸν ζητήματος περὶ τῆς τύχης του, νὰ μὴ δύναται νὰ ἀκουσθῇ. Ἀλλ’ ὁ λόγος αὐτὸς δὲν νομίζω ὅτι ὑφίσταται, προκειμένου περὶ συναιτίων καὶ συνεργῶν, μάλιστα καθόσον πρόκειται οὐχὶ περὶ δίκης, ἀλλὰ περὶ ἀπολογίας κατὰ τὴν ἀνάκρισιν, ἥτις δύναται νὰ δοθῇ ἐγγράφως, χωρὶς ἐκ τούτου νὰ παραβλάπτηται τὸ δικαίωμα τῆς ὑπερασπίσεως. Τὴν ἑρμηνείαν ταύτην ὑποστηρίζει ἄλλως τε αὐτὸ τὸ γράμμα τοῦ νόμου, ὅστις μνημονεύει τὸν κατηγορούμενον, ὅστις ἔπαυσεν ὢν Ὑπουργὸς ἢ Βουλευτὴς, οὐχὶ δὲ καὶ τῶν συναιτίων, ἐνῷ ὅπου ἤθελε ν’ ἀπονείμῃ εἰς πάντας ἀνεξαιρέτως τοὺς κατηγορουμένους, τουτέστιν εἰς τε τὸν κατηγορούμενον Ὑπουργὸν καὶ τοὺς συναιτίους καὶ συνεργοὺς τὸ αὐτὸ δικαίωμα, τὸ εἶπε ῥητῶς; ὡς ἔπραξεν ἐν τέλει τοῦ ἄρθ. 16, ἐπιτρέψας εἰς τοὺς «κατηγορουμένους» τὸ δικαίωμα νὰ λάβωσι γνῶσιν τῶν ἐγγράφων τῆς ἀνακρίσεως μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῆς ἐκθέσεως τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐκτὸς ὅμως τούτων, νομίζω, ὅτι ὁ Ἀθ. Λάμπρου ὑπεραπελογήθη ἐν τῇ προανακρίσει καὶ ὑπερησπίσθη εὐρύτατα. Μίαν ἡμέραν ὁλόκληρον ἐδαπανήσαμεν εἰς ἐξέτασίν του, καὶ ἵνα μὴ ὑπάρχῃ παράπονον, τῷ ἐδώκαμεν τὴν ἄδειαν αὐτὸς οὗτος νὰ ὑπαγορεύσῃ τὴν ἀπολογίαν του, ἡ ὁποία ἐγράφη κατὰ λέξιν ὡς αὐτὸς τὴν ὑπηγόρευσε. Τί θὰ εἴπῃ περισσότερον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς; ποίας ἐρωτήσεις ἐννοεῖ ὁ κ. Ῥοντήρης νὰ τῷ ἀπευθύνωμεν; ταῦτα εἶναι ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ γείνωσιν ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου τῆς οὐσίας, οὐδέποτε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Συμπεραίνων λοιπὸ, λέγω, ὅτι οὔτε ἀπὸ τὸν νόμον ἐπιτρέπεται ἡ παράστασις τοῦ Λάμπρου ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διότι οὔτε Ὑπουργὸς, οὔτε Βουλεττὴς εἶναι ἢ διετέλεσέ ποτε, οὔτε, καὶ τοῦ ἐναντίου ὑποτεθέντος, ὑπάρχει εἰδικὴ περίπτωσις, ὅπως τῷ δώσωμεν τὸ δικαίωμα τοῦτο, διότι, ὡς προεῖπον, ἡ κατὰ τὴν προανάκρισιν ὑπεράσπισίς του ἦτο εὐρυτάτη καὶ πλήρης.
§16ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κύριοι, εἶμαι σύμφωνος καθ’ ὁλοκληρίαν μὲ τὸν προλαλήσαντα· θέλω προσθέσει μόνον τινὰ, ὅπως μορφώσῃ ἡ Βουλὴ καλλιτέραν γνώμην, διότι οὐ μόνον τὸ ἄρθρον 13 ὡς καὶ τὸ ἄρθρον 18, ὅπερ ἑρμηνεύει τοῦτο, ἀποδεικνύει τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦ κ. Προέδρου τῆς ἐπιτροπῆς, οὐ μόνον τὸ προηγούμενον τοῦ ἡμετέρου κοινοβουλίου, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἡ σύστασις τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν ἐπισφραγίζει τήν ἰδέαν μας ταύτην, δίδοντος τὸ δικαίωμα μόνον εἰς τὸν κατηγορούμενον Ὑπουργὸν νὰ παρίσταται, ἀλλὰ παρατηρεῖτε, ὅτι καὶ τὸ δικαίωμα τοῦτο εἶναι δυνητικόν· ἑπομένως ἐνταῦθα δὲν χωρεῖ ἀναλογία ὅπως χωρεῖ διὰ τοῦ 17 ἄρθρου τοῦ αὐτοῦ νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ καταγγελθεὶς ὑπουργὸς παρασύρει καὶ τοὺς λοιποὺς συναιτίους, ἔστω καὶ ἰδιώτας. Τὸ ἄρθρον 18, κύριοι, βλέπετε, ὅτι μόνον περὶ Ὑπουργοῦ ἢ Βουλευτοῦ ἢ καὶ περὶ ἰδιότητος ὑπαρξάσης κάμνει μνείαν, οὐδόλως δὲ ἀναφέρει καὶ περὶ συναιτίων καὶ συνεργῶν, ἄρα δὲν πρέπει νὰ ἐπιτραπῇ ἡ τιμὴ αὕτη εἰς τὸν κ. Λάμπρου, ὅστις δύναται δι’ ὑπομνήματος ἢ καὶ ἐνώπιον τακτικοῦ δικαστηρίου νὰ ἀπολογηθῇ. Ἐὰν κατὰ τὰς γενικὰς ἀρχὰς τῶν εὐνομουμένων κρατῶν, τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, θέλετε νὰ δώσητε τοιοῦτον δικαίωμα, δὲν δύνασθε, ἕνεκα ἐλλείψεως νόμου, ἤτοι τῆς πλημμελείας ἢ τῆς ἀσαφείας τοῦ ὑπάρχοντος παρ’ ἡμῖν νόμου περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν. Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν ἄλλην πρότασιν, περὶ τοῦ προσδιορισμοῦ ἐπὶ τῆς γενικῆς συζητήσεως τῆς προτάσεως τῆς ἐπιτροπῆς, περὶ ἧς ὁ ἔντιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐξεφράσθη, προσδιορίσας ἡμέραν τὴν ἐρχομένην Πέμπτην, ἀποφαίνομαι ὅτι δὲν εὑρίσκω ταύτην ὀρθήν. Ἐὰν, κ. Πρόεδρε, ἀναλογισθῶμεν, ὅτι πρώτιστον ἡμῶν καθῆκον εἶνε ἡ ἐπιψήφισις τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον πολὺ ὀρθῶς ἄλλοι συνάδελφοι ἀπεκάλεσαν νόμον τῶν νόμων, ἔχομεν μέγιστον καθῆκον νὰ μὴ ἀναχωρήσωμεν ἐξ Ἀθηνῶν, διότι κυρία ἐντολὴ τοῦ Σώματος τούτου καὶ πρωτίστη εἶνε ἡ ἐπιψήφισις τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι οἱ ἐντολεῖς μας πρέπει νὰ γνωρίζωσι τί θὰ δαπανήσωμεν καὶ πῶς θὰ τὸ δαπανήσωμεν. Ἀφοῦ τοιαύτη εἶνε ἡ ἀποστολή μας καὶ τοιοῦτον ἔχομεν τὸ καθῆκον, ἀφοῦ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι τὴν ἐρχομένην Δευτέραν ἀμέσως νὰ ἀρχίσωμεν τὴ συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ δὲν μᾶς ὑπολείπονται ἢ ὀλίγαι συνεδριάσεις, εἶνε δυνατὸν, παραλείποντες τὰ κύρια ἔργα ἡμῶν, νὰ ἀρχίσωμεν τὴν διεξοδικὴν συζήτησιν περὶ τῆς ἀποδοχῆς τῆς παραπομπῆς ἢ μὴ τοῦ συναδέλφου ἡμῶν κ. Σ. Πετιμεζᾶ; Διὰ τοῦτο εἶμαι σύμφωνος μὲ τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. Δημητρακάκη, μεθ’ οὗ πρώτην ἤδη φορὰν εὑρέθην σύμφωνος, ὅτι δὲν εἶνε δυνατὸν μετὰ ὀκτὼ ἡμέρας ν’ ἀφήσωμεν τὸ κύριον ἡμῶν ἔργον καὶ νὰ προβῶμεν εἰς τὸ ζήτημα περὶ τοῦ τέως Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλὰ προτείνω μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ταύτην καὶ μόνην τὴν παρατήρησιν εἶχον νὰ ὑποβάλω.
§17ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Συντάσσομαι καθ’ ὁλοκληρίαν πρὸς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασεν ὁ κ. Εἰσηγητὴς τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως· καί τοι δὲ παραδέχομαι, ὅτι κατὰ τὸ ἄρθρον 18 τοῦ περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν νόμου καὶ εἰς τὸν κατηγορούμενον τὸν μὴ ὑπάρξαντα ὑπουργὸν ἐπιτρέπεται νὰ παρασταθῇ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἀπολογηθῇ, ὅμως προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ εἰς τὸν Ἀθανάσιον Λάμπρου νὰ εἰσαχθῇ πρὸς ἀπολογίαν ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου, διότι ἡ παρουσία αὐτοῦ εἶναι περιττή, καὶ δι’ οὓς λόγους ἐξέθεσαν ὁ κ. Εἰσηγητὴς καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ διότι πρὸς τούτοις ὁ Λάμπρου, δυνάμει τοῦ περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν νόμου, ἄρθρον 17, ἔχει μὲν τὸ δικαίωμα ἀμέσως ἀπὸ τῆς αὔριον νὰ λάβῃ γνῶσιν ἁπάντων τῶν ἐγγράφων τῆς ἀνακρίσεως, ἔχει δὲ καὶ τὸ πρόσθετον δικαίωμα, τὸ εἰς πάντα κατηγορούμενον καὶ ἐν κοινῇ ἀνακρίσει ἀνῆκον, νὰ ὑποβάλῃ ἔγγραφον ὑπόμνημα εἰς τὴν Βουλὴν, ἡ ὁποία θέλει δικάσει περὶ τῆς παραπομπῆς ἢ μὴ αὐτοῦ. Λοιπὸν ὁ Ἀθ. Λάμπρου ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ὑπερασπίσεως πλῆρες, καὶ ἔτι μεῖζον ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἢ ἐπὶ κοινῆς διαδικασίας, διότι δὲν θέλει ὑποβάλει ὑπόμνημα στηριζόμενον ἐφ’ ὅσων γνωρίζει ἔξωθεν, ἀλλὰ λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὴν Δικογραφίαν ὁλόκληρον· οὕτω δὲ θέλει συμπληρώσει τὴν ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς ἀπολογίαν αὐτοῦ, ἥτις ὑπῆρξεν ἀληθῶς ἐκτενής. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι εἶναι ἐντελῶς μάταιον νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὸν περίβολον τοῦτον ὁ Λάμπρου καὶ ν’ ἀπολογηθῇ, εἶναι δὲ καὶ ἄτοπος νῦν ἡ παρουσία αὐτοῦ, διότι θέλει μηκύνει ἐπὶ μακρὸν τὰς συνεδριάσεις καὶ θέλει πιθανῶς προκαλέσει ἐρωτήσεις καὶ ἀποκρίσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν θέλουσιν ἐπιτρέψει εἰς τὴν Βουλὴν νὰ συμπληρώσῃ τὸ ἔργον αὐτῆς κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον. Νομίζω δὲ, ὅτι ἀφοῦ ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ ὅτι εἶναι περιττὴ ἡ παρουσία τοῦ Ἀθ. Λάμπρου, ἔχει καθῆκον ἀπαραίτητον νὰ μὴ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν τῆς ὑποθέσεως ταύτης ἐπὶ μακρὸν, διότι ἡ Βουλὴ εἶναι ἤδη Δικαστήριον ὀφεῖλον νὰ μὴ ἀφήσῃ ἐκκρεμῆ τὴν θέσιν τοῦ πρώην ὑπουργοῦ, ὅστις, ἀκριβῶς διότι ἔχει μεγάλας εὐθύνας, δικαιοῦται εἰς ταχεῖαν δόσιν αὐτῶν.
§18ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Ὁ ἔντιμος προλαλήσας φρονῶ, ὅτι ἐπηρεάσθη πολὺ ἀπὸ τὴν ἰδέαν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ εἰσέλθῃ ἐντὸς τοῦ περιβόλου τοῦ Κοινοβουλίου ὁ Λάμπρου, ὁ δὲ κ. Πετσάλης ἀνέφερεν, ὅτι εἰς οὐδὲν τῶν κοινοβουλίων ἐπετράπη ποτὲ νὰ προσέρχηται ὁ μὴ Βουλευτὴς ἐντὸς τῆς Βουλῆς. Ἐνταῦθα κεῖται ἡ πλάνη. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν τοὐλάχιστον, καθὼς καὶ εἰς τὴν Ἀμερικὴν, ἐκεῖ ἐπιτρέπεται νὰ προσέρχηται ὁ κατηγορούμενος, καίτοι μὴ ὢν Βουλευτής, καὶ νὰ ἀπολογῆται, καὶ ζητεῖται μάλιστα ἡ παρουσία αὐτοῦ ὡς ἀναγκαίου στοιχείου τῆς δίκης πρὸς ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προβῇ ἡ Βουλὴ ὡς σῶμα δικαστικὸν εἰς ἀπόφασιν χωρὶς νὰ ἀκούσῃ τὸν κατηγορούμενον. Τί γίνεται ὅμως; χωρίζεται μία θέσις διὰ κιγκλίδων· ἐντὸς δὲ τοῦ χώρου αὐτοῦ ἐμφανίζεται ὁ κατηγορούμενος, ὡς καὶ ὁ προτείνων ἰδιωτικὸν νομοσχέδιον, εἴτε αὐτοπροσώπως, εἴτε διὰ πληρεξουσίου. Δὲν ὑπάρχει δὲ καμμία ἀνάγκη νὰ ἀρχίσῃ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἀνάκρισις ἐκ μέρους τῶν κ. κ. Βουλευτῶν εἰς τὸν μὴ Βουλευτὴν κατηγορούμενον, ὥστε οὕτω νὰ προέλθῃ χασμωδία. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρνηθῶμεν εἰς ἄνθρωπον, τὸν ὁποῖον θὰ παραπέμψωμεν νὰ δικασθῇ, τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ἀπολογηθῇ. Ἰδίως δὲ ὅταν πρόκηται περὶ ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος ἔχει συναυτουργὸν μὴ Βουλευτὴν, ἐνδέχεται δὲ ὁ ὑπουργὸς νὰ ὠφελῆται ἐκ τῆς παρουσίας τοῦ συναιτίου μὴ ὑπουργοῦ. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους, συμφωνῶν μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. Ῥοντήρη, νομίζω, ὅτι εἶναι δίκαιον τουλάχιστον ἀπὸ Βουλὴν Ἑλληνικὴν, ἡ ὁποία κηρύττει, ὅτι ἔχει φιλελεύθερα αἰσθήματα, νὰ μὴ ἐμποδίσῃ τὴν ἐμφάνισιν τοῦ Λάμπρου.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ προκαλέσω τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ προσδιορισμοῦ τῆς ἡμέρας τῆς γενικῆς συζητήσεως. Οἱ κ. κ. Δημητρακάκης καὶ Πετσάλης ἐπρότειναν....
§20ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Παραιτοῦμαι.
§21ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Παραιτοῦμαι καὶ ἐγώ.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν εἶναι σύμφωνος ἡ Βουλὴ νὰ προσδιορισθῇ ὡς ἡμέρα τῆς γενικῆς συζητήσεως ἡ μεθεπομένη Δευτέρα;
§23ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιτρέπει ἡ Βουλὴ νὰ εἰσέλθῃ κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς γενικῆς συζητήσεως καὶ ἀπολογηθῇ ὁ Ἀθανάσιος Λάμπρου; (Ἐγείρονται ὀλίγοι.) Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ἡ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπὴ, διὰ τὴν ἐνέργειαν τῆς ἀνατεθείσης αὐτῇ ὑπηρεσίας, ἐδαπάνησεν 750 δραχμάς. Παρακαλῶ νὰ ἀκούσητε τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς.
§25ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ζηνόπουλος ὑπέβαλε πρότασιν νόμου περὶ συστάσεως συμβουλευτικῆς ἐπιτροπῆς, διὰ τὴν ἐπεξεργασίαν τῶν νόμων. Θὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 6 μ. μ.)