1880.03.05
2,580 rows · 21,579 words · 82 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 84
τῆς 5 Μαρτίου 1880.
(Τετάρτη.)
Ὥρα 2 μ. μ.
Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας καὶ ἐνεκρίθησαν.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ κατεπείγει ἡ πίστωσις τοῦ Μαρτίου, νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ καὶ νὰ κυρωθῶσι τὰ πρακτικά, ὕστερον δὲ νὰ προβῶμεν εἰς τὰς ἄλλας ἐργασίας.
§2ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα. (Ἀναγινώσκεται τὸ Νομοσχέδιον καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον. Εἶτα δὲ ἀναγινώσκεται καὶ ἐγκρίνεται τὸ μέρος τοῦτο τῶν Πρακτικῶν.)
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθησαν ἀναφοραὶ 1) τοῦ πρώην Βουλευτοῦ Κάγκα, ἐκ Παξῶν, ζητοῦντος τὴν ἀποζημίωσίν του διὰ τὴν ἔκτακτον σύνοδον τοῦ 1875· 2) τῶν δικολάβων τοῦ Εἰρηνοδικείου Νωνάκριδος, ζητούντων νὰ καταργηθῇ τὸ ἀρτισύστατον Εἰρηνοδικεῖον Λιγείρας, καὶ 3) τοῦ Κ. Καταπόδου ἐκ Λευκάδος, παραπονουμένου, ὅτι ἐπαύθη τῆς θέσεως τοῦ ὑποθηκοφύλακος. Θὰ σταλῶσιν ἡ μὲν πρώτη εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ λογιστικοῦ, αἱ δ’ ἕτεραι εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν.
§4ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Παρακαλῶ, κύριοι, νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ φέρω τὸν λόγον ἐπὶ ἑνὸς ζητήματος, περὶ οὗ σήμερον ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ πληροφορηθῶ, καὶ ἐξαιτοῦμαι τὴν ὑπομονήν σας, διότι πρόκειται περὶ ἑνὸς συμφέροντος γενικοῦ, ὅπερ ἀφορᾷ πολλὰς ἐπαρχίας καὶ συμφέροντα τάξεων πολιτῶν, ἅτινα θὰ ἔλθουν εἰς ῥῆξιν, ἐὰν δὲν προληφθῇ αὐτὸ τὸ ὁποῖον θέλω πραγματευθῆ ἐν ὀλίγοις. Ἀφορᾷ, οὕτως εἰπεῖν, ἡ ἐπερώτησίς μου τὸ γνωστὸν τῇ Βουλῇ ἀντικείμενον τῶν βοσκησίμων γαιῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν προέβη εἰς ἐνοικίασιν βοσκησίμων γαιῶν, αἱ ὁποῖαι πρὸ τῆς ἐπαναστάσεως καὶ μετ’ αὐτὴν μέχρι σήμερον ἐχρησίμευσαν ὡς ποιμνιοστάσια εἰς τοὺς κτηνοτρόφους, οἱ ὁποῖοι, ὡς γνωρίζετε, ἐν Ἑλλάδι διατελοῦσι νομάδες μεταβατικοί, τὸ μὲν θέρος ἀλλοῦ καὶ τὸν χειμῶνα ἀλλοῦ· ἰδίως ἔλαβα τὴν ἀφορμὴν ἐκ τῆς ἐπαρχίας μου. Εἰς τὴν ἐπαρχίαν τῆς Τροιζηνίας ὑπῆρχον ποιμνιοστάσια, ὅπως τοῦτο συμβαίνει καὶ εἰς ἄλλας ἐπαρχίας ὀρεινὰς, τὰ ὁποῖα δὲν ἐνοικιάζοντο, οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ ἐνοικιασθῶσι, διότι κατὰ τὴν νομοθεσίαν, ἥτις ἐπικρατεῖ, δὲν δύνανται αὗται νὰ διατεθοῦν παρὰ ἀνήκουν εἰς τοὺς κατὰ καιρὸν βόσκοντας αὐτάς. Ἐξ ἀμνημονεύτων χρόνων βόσκουν τὰς γαίας αὐτὰς, ἔχουν καλύβας καὶ ποιμνιοστάσια, καὶ διαρκῶς βόσκουν οἱ ποιμένες τὰς γαίας, τὰς ὁποίας ὁ πατὴρ καὶ ὁ πάππος των ἔβοσκε. Δυστυχῶς κατὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος, κατὰ παραγνώρισιν τῆς ἰσχυούσης νομοθεσίας, προέβη ἡ Κυβέρνησις εἰς μίσθωσιν τοιούτων ποιμνιοστασίων· ἑπομένως ἐγεννήθη διάστασις συμφερόντων καὶ ἀπειλεῖται ῥῆξις, καθόσον οἱ μὲν ποιμένες ζητοῦν νὰ διατηρηθοῦν εἰς τὰ ποιμνιοστάσια, ὁ δὲ ἐνοικιαστὴς ἐννοεῖ νὰ τοὺς ἀποβάλῃ. Ποία θὰ ἦναι λοιπὸν ἡ τύχη τῶν δύο τούτων διεστώτων συμφερόντων, καὶ ποία ἡ ἔκβασις τῆς διαστάσεως ταύτης, ἀφοῦ οἱ μὲν ἐπιμένουν νὰ διατηρηθοῦν, οἱ δὲ ἐνοικιασταὶ νὰ τοὺς ἀποκλείσουν; Ἐπειδὴ ἡ νομοθεσία τὸ τοιοῦτον δὲν τὸ ἐπιτρέπει, ὑπάρχει δὲ καὶ εἰς τὴν Βουλὴν Νομοσχέδιον περὶ τούτου, θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν ὅπως συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἀναστείλῃ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς μισθώσεως τῶν βοσκησίμων γαιῶν, ὅπως προληφθοῦν τὰ ἄτοπα μέχρι τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ εἶναι ὑποβεβλημένον εἰς τὴν Βουλήν. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ τὸ λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν καὶ τὸ συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγκρίνει ἡ Βουλὴ νὰ συστηθῇ ἡ παρατήρησις εἰς τὴν Κυβέρνησιν;
§6ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§7ΡΟΥΦΟΣ. Οἱ ὑπογραμματεῖς τοῦ Πρωτοδικείου καὶ τοῦ Ἐφετείου Πατρῶν, ὡς καὶ οἱ τῶν παρὰ τοῖς δικαστηρίοις τούτοις εἰσαγγελιῶν καὶ οἱ Γραμματεῖς τοῦ Εἰρηνοδικείου, ὑποβάλλουσιν εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφοράν, δι’ ἧς ζητοῦσι τὴν τροποποίησιν τοῦ νόμου περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Ἐπειδὴ ὑπεβλήθη νομοσχέδιον, σχέσιν ἔχον πρὸς τὴν τροποποίησιν τῶν προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ συσχετισθῇ καὶ ἡ ἀναφορὰ αὕτη καὶ συζητηθῇ συγχρόνως μετ’ αὐτοῦ.
§8ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὁ κ. Κρεστενίτης ἔχει τὸν λόγον.
§10ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Πολλοί, κύριοι, ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀνέπτυξαν τὰς ἰδέας των, προκειμένου περὶ τῆς στρατιωτικῆς ἀναδιοργανώσεως τοῦ Ἔθνους. Ἂν καὶ ἐθεώρησα, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐκουράσθη ὡς ἐκ τῶν μακρῶν ἀγορεύσεων τῶν προαγορευσάντων, ἐπειδὴ ὅμως βλέπω, ὅτι παρατείνεται ἡ συζήτησις ἐπὶ πολὺ, ἔλαβον τὴν τόλμην, ἵνα ζητήσω καὶ ἐγὼ τὸν λόγον, ὅπως προσθέσω ὀλίγα τινὰ εἰς ὅσα πολλοὶ τῶν προαγορευσάντων εἶπον. Ἔχομεν, κύριοι, δύο στρατιωτικὰ συστήματα· τὸ σύστημα τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἤτοι τὸν ὀργανισμόν, ὅντινα πρὸ δύο μηνῶν κατέθηκεν εἰς τὸ Προεδρεῖον, καὶ τὸ σύστημα τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Μεσολογγίου κ. Τρικούπη. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ πρῶτον σύστημα, βεβαίως αὐτὸ εἶναι συντεταγμένον ἐπὶ τῇ βάσει τῶν στρατιωτικῶν ὀργανισμῶν τῶν ἄλλων ἐθνῶν· ἐὰν δὲ ἦναι ἐφαρμόσιμον εἰς τὸ ἔθνος μας, τοῦτο πρόκειται νὰ τὸ ἐξετάσῃ ἡ εἰδικὴ ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν ἐπιτροπή, καὶ κατόπιν νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν συζήτησιν ἐνώπιον τοῦ κοινοβουλίου, ὅπερ θέλει ἀποφασίσει ἐὰν τὸ θεωρῇ ὀρθὸν ἢ ὄχι. Ἐκ τῶν προτέρων ὅμως εἶναι γνωστόν, ὅτι πολλὰ τῶν Κρατῶν ἔχουν σχεδὸν ὅμοιον σύστημα ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐπρότεινεν. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸ δεύτερον σύστημα, τὸ προταθὲν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Μεσολογγίου, νομίζω, ὅτι τοῦτο, ἂν καὶ δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς τὰς λεπτομερείας, καθόσον τινὲς ἐκ τῶν προαγορευσάντων εἶπον, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Μεσολογγίου θέλει φέρει συγγραφεῖς, παραδεχομένου τὸ σύστημα τοῦτο, τὸ σύστημα τοῦτο, λέγω, κατ’ ἀρχὴν ἐξεταζόμενον εἶναι πρωτοφανές. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Μεσολογγίου ἐπρότεινε τὸ ἀκόλουθον σύστημα, ἐννοεῖ νὰ ἔχωμεν στρατὸν ὑπηρεσίας καὶ στρατὸν ἐκπαιδεύσεως. Μοὶ εἶναι ὅλως ἀδιάφορον ἐὰν ὁ στρατὸς τῆς ὑπηρεσίας θὰ ἦναι 5000, καὶ ὁ στρατὸς τῆς ἐκπαιδεύσεως 6000, καὶ ἐὰν ὁ λόχος ἦναι ἀπὸ 65, συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν σαλπιγκτῶν, ἢ ἀπὸ 70. Θέλω ἐξετάσει ἁπλῶς ἐὰν τὸ σύστημα τοῦτο ἦναι συμφέρον εἰς τὸ Κράτος, δηλαδὴ ἐὰν συμφέρῃ νὰ ἔχωμεν διῃρημένον τὸν στρατόν μας εἰς δύο, εἰς στρατὸν ὑπηρεσίας καὶ εἰς στρατὸν ἐκπαιδεύσεως. Πρὶν ὅμως εἰσέλθω εἰς τὴν λεπτομερῆ ἐξέτασιν, νομίζω, ὅτι πρέπει ν’ ἀποτείνω τὴν ἑξῆς παρατήρησιν εἰς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Μεσολογγίου. Βεβαίως ἐννοεῖ, ὅτι οἱ ἡμίσεις τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τῶν ὑπαξιωματικῶν τῶν ὑπαρχόντων θὰ λάβουν μέρος εἰς τὸν στρατὸν τῆς ὑπηρεσίας· ἑπομένως μετὰ παρέλευσιν τριῶν ἐτῶν, ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰ μέχρι τοῦδε γενόμενα, οἱ ἀξιωματικοί, οἵτινες θὰ ὑπηρετήσουν εἰς τὸν στρατὸν τῆς ὑπηρεσίας, καὶ οἱ ὑπαξιωματικοί, δὲν θὰ ἦναι ἀξιωματικοὶ καὶ ὑπαξιωματικοὶ τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ· ἑπομένως ὁ στρατὸς τῆς ὑπηρεσίας, κατ’ ἐμὴν γνώμην, μετὰ παρέλευσιν τριῶν ἐτῶν δὲν θὰ ἦναι εἰς θέσιν νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὸν στρατὸν τῆς ἐκπαιδεύσεως, νὰ κανονίσῃ δὲ καὶ τὰ στελέχη τῆς ὑπηρεσίας καὶ νὰ χρησιμεύσῃ ὡς πυρὴν, ὅπως δεχθῇ τὴν ἐφεδρείαν, μεθ’ ἧς πρόκειται νὰ καταρτισθῇ ἓν σῶμα ἀπὸ 30 ἕως 40,000 ἀνδρῶν. Ἀνεξαρτήτως δὲ τούτου, νομίζω, ὅτι ὁ στρατὸς τῆς ὑπηρεσίας παρουσιάζει καὶ ἄλλο μειονέκτημα. Ἐκτὸς τῶν ὅσων εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Οἰτύλου, νομίζω, ὅτι δύναμαι νὰ προσθέσω ὀλίγα τινὰ ἀκόμη. Ἐκτὸς τοῦ ὅτι οἱ κατατασσόμενοι ἐθελονταὶ καὶ οἱ ἀδιακόπως εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν μεταβατικῶν ἀποσπασμάτων καὶ τῶν εἰσπρακτόρων ἀσχολούμενοι θὰ καταντήσουν μετὰ παρέλευσιν ὀλίγων ἐτῶν οἱ τύραννοι τῶν Ἐπαρχιῶν, εἶναι καὶ τοῦτο, ὅτι οἱ σήμερον εὐκόλως κατατασσόμενοι ἐθελονταί, οἵτινες κυρίως εἶναι ἐκ δύο ἢ τριῶν Ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους καὶ μένουν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων, ὅταν πρόκηται νὰ διαιρεθῶσιν εἰς ὅλον τὸ Κράτος, ἰδίως δὲ νὰ ὑπηρετήσουν εἰς τὴν Πρωτεύουσαν ὡς φρουροί, δὲν θὰ θελήσωσι νὰ καταταχθῶσιν. Ὅσοι δὲ θὰ κατατάσσωνται, δὲν θὰ ἔχουν τὰ προσόντα τοῦ καλοῦ στρατιώτου· ἑπομένως καὶ ἐὰν ἦναι οἱ ἄριστοι τοῦ στρατοῦ, μετὰ παρέλευσιν ὀλίγων ἐτῶν δυτυχῶς θὰ κατασταθοῦν κακοὶ, διότι ἡ ὑπηρεσία εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ τοὺς καταστήσῃ τοιούτους. Πρό τινων ἡμερῶν εἷς τῶν ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν μοὶ ἔλεγεν ὅτι, ὅταν ἦτο λοχίας, τῷ ἐδόθη ἓν ἀπόσπασμα ἐκ στρατιωτῶν, ἵνα ἐξέλθῃ πρὸς καταδίωξιν φυγοδίκων. Ὅταν τὸ πρῶτον εἰσήρχετο εἰς τὰς οἰκίας τῶν χωρικῶν, μετ’ ἄλγους ψυχῆς ἔβλεπε τοὺς στρατιώτας πιέζοντας τοὺς χωρικοὺς καὶ σφάζοντας κότας καὶ τὰ τοιαῦτα· ὡς ἐκ τούτου δὲ ἐξ ἰδίων του ἐπλήρωνεν ὁσάκις ἠδύνατο νὰ πληρώσῃ. Μετὰ ἕνα μῆνα δὲν τῷ ἔκαμνον αἴσθησιν τὰ τοιαῦτα· μετὰ παρέλευσιν δὲ ὀλίγων ἔτι μηνῶν ἐνόμιζεν αὐτὸς ὁ ἄριστος ἀξιωματικός, ὅστις εἶναι εἷς ἐκ τῶν καλλιτέρων, ὅτι οἱ χωρικοὶ εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ τρέφουν καὶ αὐτὸν καὶ τοὺς στρατιώτας του, ὅταν δὲ τῷ ἔκαμνέ τις παράπονον, αὐτὸς ἐκτύπα αὐτὸν καὶ τῷ ἔλεγεν: ὀφείλετε νὰ μᾶς θρέψητε. Τὸ συμπέρασμά μου εἶναι, ὅτι, ἐὰν εἷς κάλλιστος ὑπαξιωματικός, ὅστις εἶχε προαγωγὴν καὶ ὅστις ἔβλεπεν, ὅτι θὰ γείνῃ ἀξιωματικός, ἐνῷ κατ’ ἀρχὰς ἐλυπεῖτο, κατόπιν καὶ αὐτὸς ἐσυνείθισε, πολὺ περισσότερον θέλει συμβῇ τοῦτο εἰς ἁπλοῦς στρατιώτας, οἵτινες, ὡς εἶπον, μετὰ παρέλευσιν ὀλίγου χρονικοῦ διαστήματος θὰ καταστοῦν οἱ τύραννοι τῶν ἐπαρχιῶν. Ἔχω καὶ ἓν ἄλλο παράδειγμα πρόσφατον. Εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου, ὡς γνωρίζετε, ἐγένοντο ἐπεμβάσεις, κατ’ ἐμέ. Τίνες νομίζετε ἔκαμον τὰς ἐπεμβάσεις; Εἷς ἐνωμοτάρχης, ὁ ὁποῖος ὑπηρέτει πρὸ πολλοῦ χρόνου εἰς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτὴν, καὶ δύω ὑπαξιωματικοί, οἵτινες ἦσαν πρὸ πολλοῦ προσκεκολλημένοι εἰς τὴν χωροφυλακὴν, οὐδεὶς δὲ, καὶ τοῦτο τὸ λέγω πρὸς τιμὴν τοῦ στρατοῦ καὶ τῶν ὑπαξιωματικῶν, οὐδεὶς ἐκ τῶν στρατιωτῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν ἐπενέβη. Καὶ ἂν καὶ εἴς τινα τῶν τμημάτων ἐστάλησαν ὑποδεκανεῖς, οὐδεὶς τούτων, οὔτε τῶν στρατιωτῶν παρεξετράπη· ἀπεναντίας πιστεύω, ἐνθυμεῖσθε, ὅτι, ἐνῷ εἴς τινα τῶν δήμων εἰς τῶν εἰσπρακτόρων ἔλεγε νὰ δέσῃ 15 χωρικούς, οἱ στρατιῶται ἀντέστησαν καὶ ἐμπόδισαν τὸν εἰσπράκτορα. Νομίζω λοιπὸν, ἐξ ὅλων τούτων, ὅτι, ἀντὶ νὰ διαιρέσωμεν τὸν στρατὸν εἰς δύω δυνάμεις, συμφώνως μὲ τὸν νέον στρατολογικὸν νόμον, ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν ἕνα μόνον στρατὸν, ὁ δὲ στρατὸς οὗτος νὰ ἐκτελῇ καὶ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν εἰσπρακτόρων, διότι ὅλαι αἱ ἄλλαι ὑπηρεσίαι εἶναι στρατιωτικαὶ, καὶ ἡ μόνη, ἥτις ἐξέρχεται τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, εἶναι ἡ τῶν εἰσπρακτόρων· δύναται δὲ ἕκαστος στρατιώτης νὰ ἐκτελῇ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτὴν ἑκάστοτε διαδοχικῶς, τουτέστιν, ἀφοῦ ὑπηρετήσῃ ἐπὶ ἔτος εἰς τὸν στρατὸν, κατόπιν ν’ ἀποσπᾶται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτὴν ἐπὶ ἓξ μῆνας, νὰ ἐπανέρχεται δὲ εἰς τὸν στρατὸν κατόπιν, καὶ ὑπηρετῶν ἐπίσης ἐπὶ ἓξ μῆνας, νὰ λαμβάνῃ τὴν ἄφεσίν του.
§11ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τότε ὅλος ὁ στρατὸς θὰ διαφθαρῇ.
§12ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς κάμω τὴν παρατήρησιν ὅτι, ὅταν ἔλθῃ πάλιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, δὲν θὰ βλαφθῇ, διότι, ἐὰν κατὰ τὸ διάστημα τῶν ἓξ μηνῶν, καθὼς λέγετε, ἠμπορῇ νὰ διαφθαρῇ, — καὶ βλέπετε, ὅτι αὐτὸ εἶναι μᾶλλον ὑπὲρ ἐμοῦ, — κατὰ πολὺ πλειότερον θὰ διαφθαροῦν ἐκεῖνοι, οἵτινες θὰ ὑπηρετοῦν ἀκαταπαύστως καὶ θὰ καταστοῦν τύραννοι.
§13Ο ΑΥΤΟΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀλλὰ μοὶ φαίνεται, ὅτι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δὲν θὰ ἔχωμεν καλὸν στρατόν.
§14ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη σας, δύνασθε δὲ κατόπιν, ἐὰν θέλετε, νὰ μ’ ἀναιρέσητε. — Νομίζω λοιπὸν, ὅτι δὲν πρέπει ὁ στρατὸς νὰ διαιρεθῇ εἰς δύο, δὲν πιστεύω δὲ, ὅπως ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων εἶπεν, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου θὰ φέρῃ συγγραφεῖς στρατιωτικοὺς, οἵτινες παρεδέχθησαν τὸ σύστημα τοῦτο. Προχθὲς ἐν τῇ Γαλλικῇ Βουλῇ ἐγένετο μακρὰ συζήτησις καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν διϊσχυρίσθη, ὅτι ὁ χρόνος τῆς ὑπηρεσίας δὲν εἶναι ἀρκετός, ἐζήτησε δ’ αὔξησιν χρόνου, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ἀπέῤῥιψε τὴν πρότασιν καὶ παρεδέχθη δύο ἔτη διὰ τοὺς πεζοὺς καὶ τρία ἔτη διὰ τὰ τεχνικὰ ὅπλα. Κάτω δὲ τοῦ ὅρου τούτου δὲν δυνάμεθα καὶ ἡμεῖς νὰ παραδεχθῶμεν τὴν θητείαν, διότι δὲν δυνάμεθα ἄλλως νὰ ἔχωμεν στρατόν. Πολλοὶ ἐμέμφθησαν τοῦ στρατοῦ, ὅτι ἀνεμίχθη εἰς τὰ πολιτικὰ καὶ διεφθάρη. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἀνεμίχθη εἰς τὴν πολιτικὴν, ἀλλ’ ἐν τούτοις δὲν διεφθάρη, καὶ ἀπόδειξις εἶναι, ὅτι καθ’ ὅλον τὸ διετὲς διάστημα, καθ’ ὃ ὁ στρατὸς ἔμενεν εἰς τὸ στρατόπεδον, καὶ καθ’ ἣν ἐποχὴν διετάχθη νὰ ἐξέλθῃ καὶ κατόπιν νὰ ἐπανέλθῃ, ἔδειξε τυφλὴν ὑποταγὴν καὶ ὑπακοὴν εἰς τοὺς ἀνωτέρους του· ὑπῆρξε δὲ καὶ ἐποχὴ ἐδῶ εἰς τὰς Ἀθήνας, καθ’ ἣν, ὅτε ἠπειλεῖτο ἡ τάξις, ὁ στρατὸς ἀπεσόβησε τὸν κίνδυνον. Εἶναι ὡσαύτως ἀληθὲς, ὅτι ὁ στρατιώτης, ἀναμιγνυόμενος μετὰ τῶν εἰσπρακτόρων καὶ τῶν χωροφυλάκων, διαφθείρεται· ἀλλ’ ὅταν ὅμως ὁ στρατιώτης ἀπασχολῆται εἰς τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα εἶναι διατεταγμένος νὰ ἐκτελέσῃ, τότε οὗτος ὄχι μόνον δὲν διαφθείρεται, ἀλλ’ ἀπεναντίας μορφοῦται, ὡς τοῦτο ἀπέδειξεν ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς καθ’ ὅλον τὸ ἐν τῷ στρατοπέδῳ διετὲς διάστημα, ἀναδειχθεὶς μοναδικὸς ὡς πρὸς τὸ κεφάλαιον τῆς ἡλικῆς καὶ τῆς πειθαρχίας. Σᾶς βεβαιῶ δὲ, ὅτι εἰς τὸ διάστημα τῶν δύο ἐτῶν, καθ’ ὃ ἤμην εἰς τὸ στρατόπεδον, οὐδέποτε εἶδον στρατιώτην μεθύσκοντα καὶ παρεκτρεπόμενον. Πολλὰς ὑπέστησαν στερήσεις, καὶ αὐτοῦ τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου, τὰς ὑπέστησαν δὲ ἀγογγύστως, καί τοι ἓξ ὥρας τὴν ἡμέραν ἀδιακόπως εὑρίσκοντο εἰς τὰ γυμνάσια καὶ ὑπὸ τὰς διαταγὰς τῶν ἀνωτέρων των. Ἀμφιβάλλω δὲ ἐὰν στρατὸς Εὐρωπαϊκὸς δύναται νὰ πράξῃ τοῦτο, διότι, ὡς γνωρίζετε, οἱ στρατοὶ τῆς Εὐρώπης εἶναι μὲν συνειθισμένοι εἰς τὴν πειθαρχίαν, ἀλλὰ ἔχουν καὶ ὅλα τὰ μέσα, ἐνῷ ὁ Ἕλλην ὑποφέρει καὶ τὴν στέρησιν ἀγογγύστως. Ὑπεστήριξε τὸ σύστημα τοῦ κ. Τρικούπη καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων κ. Πετιμεζᾶς. Ἀρχόμενος τοῦ λόγου του εἶπεν, ἐὰν καλῶς ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἐνδιαφέρεται διὰ τὸν στρατὸν, καθότι ἔχει 25 καὶ πλέον συγγενεῖς στρατιωτικούς. Ἐρωτῶ ἐὰν ἐκ τῶν 25 εἷς συμφωνῇ μὲ τὴν γνώμην του· δὲν γνωρίζω ἐὰν ἦναί τις, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι οὐδεὶς συμφωνεῖ, διότι δὲν ὡμίλησα μὲ κανένα ἄλλον. Εἷς ὅμως ἐκ τῶν ἀξιωματικῶν, τυγχάνων καὶ διοικητὴς τῆς Ἀνατολικῆς Ἑλλάδος, ὁ στρατηγὸς Β. Πετιμεζᾶς, εἶναι καὶ αὐτὸς συγγενής του, νομίζω, δὲν ἔχει τὴν αὐτὴν γνώμην μὲ τὸν Βουλευτήν.
§15Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ εἴπω δύω λέξεις; Ἤκουσα μετὰ πολλῆς προσοχῆς ὅσα εἴπατε περὶ στρατοῦ καὶ περὶ τῆς καλῆς ποιότητος αὐτοῦ, καὶ περὶ τούτου δὲν ἔχω καμμίαν ἀμφιβολίαν. Ἐκεῖνο ὅμως, ὅπερ γνωρίζω, εἶναι ὅτι κατὰ τὴν 19 Ἰανουαρίου 1878 ὁ στρατὸς διετάχθη νὰ ἐκπληρώσῃ κατὰ πρώτην φορὰν τὸ καθῆκόν του, δι’ ὃ πρὸ πάντων εἶναι προωρισμένος, ὁ δὲ νῦν εὐτυχῶς διέπων τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἦτο ἀρχηγὸς τοῦ Ἐπιτελείου. Δὲν εἶμαι στρατιωτικός, ἠξεύρω ὅμως ἢ ἤκουσα ἀπὸ σᾶς τοὺς στρατιωτικούς, ὅτι κατ’ ἐκείνας τὰς περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας διετάσσετο, ὅπως ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς διαταχθῇ εἰς μίαν ἀποστολὴν, τὸ ἐπιτελεῖον ἐκδίδει διαταγὴν τῆς ἡμέρας, κατὰ τὴν ὁποίαν ὅλα τὰ σώματα ὤφειλον νὰ συμμορφωθῶσι μὲ τὰς ἐπιταγὰς τοῦ ἐπιτελείου· δηλαδὴ τὰ σώματα ὤφειλον νὰ κινήσωσιν εἰς ὡρισμένην ὥραν καὶ στιγμὴν ἕκαστον καὶ νὰ λάβωσιν ἕκαστον τὸν δρόμον τὸν ὁποῖον διέταττε τὸ γενικὸν ἐπιτελεῖον, ὅπως μὴ συμβῶσιν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα συνέβησαν καὶ τὰ ὁποῖα δὲν πρέπει νὰ ἀποκρύπτωμεν, διότι δὲν εἶμαι τῆς ἰδέας, ὅτι πρέπει νὰ ἀποκρύπτωμεν τὰς πληγάς μας, ἀλλὰ νὰ τὰς θεραπεύωμεν. Ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, τὸν τότε ἀρχηγὸν τοῦ ἐπιτελείου, ἐξέδωκε διαταγὴν τῆς ἡμέρας, καὶ ποῦ ἦτον αὐτός; εἶπε πῶς θέλουν κινήσει τὰ στρατεύματα, πῶς καὶ τίνα θὰ λάβουν διεύθυνσιν; Ὄχι· ἀλλ’ ἐρχόμεθα ἐδῶ καὶ λέγομεν μύθους.
§16ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἔχουν σχέσιν αὐτά.
§17ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Δὲν γνωρίζω ἂν ἐξεδόθη διαταγὴ, διότι ἀτυχῶς τότε δὲν ἤμην παρὼν ἐν Λαμίᾳ· ἀλλ’ αὐτὸ δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν, ἐὰν ὁ στρατὸς ἔλαβε μίαν διαταγὴν καὶ δὲν ἠδυνήθησαν ὅλα τὰ Σώματα νὰ ἀναχωρήσωσιν ἀμέσως. Τοῦτο δὲν εἶναι σφάλμα τοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις δὲν ἐφρόντισε νὰ συνδέσῃ δι’ ὁδοῦ τὸς Θήβας μὲ τὴν Λαμίαν καὶ τὴν Λαμίαν μὲ τὰ ἄλλα μέρη, τὸ Δερβέν–Φοῦρκα καὶ καθεξῆς, καὶ ἥτις δὲν ἐφρόντισε περὶ τῶν ἐφοδίων τοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ τὸν ἐστέρησε καὶ αὐτοῦ τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου καὶ τὸν ἔῤῥιψεν ἐπὶ δύο ἔτη εἰς βορβορώδη μέρη. Νομίζω, ὅτι μεθ’ ὅσα εἶπον, ὁ στρατὸς τῆς ὑπηρεσίας μᾶς εἶναι ἐντελῶς ἄχρηστος ἐν ᾗ περιπτώσει πρόκειται νὰ ἐκστρατεύσωμεν, διότι σκοπὸς τοῦ στρατοῦ εἶναι ὁ πόλεμος. Ἄριστος δὲ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ εἶναι αἱ λέξεις τοῦ Βουλευτοῦ Μεσολογγίου καὶ ὅλων τῶν στρατιωτικῶν, εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις κατορθώνει τὴν εὔκολον μετάβασιν ἀπὸ τὴν ἐν εἰρήνῃ κατάστασιν εἰς τὴν ἐν πολέμῳ. Ἐπειδὴ κατ’ ἐμὲ ὁ στρατὸς τῆς Ὑπηρεσίας δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς πυρὴν εἰς τὰ στελέχη, ὥστε νὰ καταταχθοῦν οἱ ἔφεδροι, ἔρχομαι νὰ ἐξετάσω ἐὰν ὁ στρατὸς τῆς ἐκπαιδεύσεως ἦναι εἰς θέσιν νὰ ὀκταπλασιασθῇ, διότι τὸ ἔθνος μετὰ παρέλευσιν τινων ἐτῶν θὰ ἦνε εἰς κατάστασιν νὰ παρατάξῃ 40,000. Εἶναι λοιπὸν δυνατὸν τοῦτο; Αὐτὸ μᾶς διδάσκει ἡ πεῖρα, ὅτι, διὰ νὰ διπλασιασθῇ καὶ νὰ τριπλασιασθῇ ὁ στρατὸς, ὀφείλουσιν οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ ὑπαξιωματικοὶ νὰ ἦναι ἀρκετοὶ, καὶ διὰ τοῦτο ὅταν ἠθελήσαμεν νὰ διπλασιάσωμεν καὶ τριπλασιάσωμεν τὸν στρατὸν, ἠναγκάσθημεν νὰ λάβωμεν ὡς ὑπαξιωματικοὺς ἐκ τῶν καλλιτέρων ἐφέδρων, ἀλλ’ αὐτοὶ δὲν ἠδύναντο νὰ ἐπιβληθῶσι, καὶ διὰ τοῦτο συνέβη εἰς τὸν λόγον μου οἱ στρατιῶται νὰ ἐπιβάλλωνται πλειότερον εἰς τοὺς συστρατιώτας των ἢ οἱ ὑπαξιωματικοί. Δὲν εἶναι λοιπὸν δυνατὸν ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ὀκταπλασιασθῇ ὁ στρατὸς, νὰ ἐπαρκέσωσι τὰ στελέχη τοῦ στρατοῦ τῆς ἐκπαιδεύσεως ἢ νὰ σχηματισθῇ στρατὸς, ὅστις νὰ δυνηθῇ ἐντὸς ὀλίγου νὰ ἐκστρατεύσῃ, διότι, ἐπαναλαμβάνω, ὁ στρατὸς τῆς ὑπηρεσίας μετὰ 3 ἔτη δὲν θὰ ἦναι στρατὸς, θὰ ἦναι ὁμὰς ἄνευ πειθαρχίας, ὡς ἀσύντακτος Ὅταν λοιπὸν ὁ στρατὸς τῆς ἐκπαιδεύσεως δὲν ἦναι ἀρκετὸς διὰ νὰ χρησιμεύσῃ ἐν καιρῷ εὐθέτῳ, τότε τί τὸν θέλομεν; Πρέπει νὰ ἔχωμεν τὸ θάῤῥος, κύριοι, νὰ ἐκφέρωμεν τὴν γνώμην μας, καὶ ἀδιάφορον ἂν ἦναι δημοτικὴ ἢ ἀντιδημοτική. Ἐὰν νομίζωμεν ὅτι δὲν ἔχομεν ἀνάγκην στρατοῦ, νὰ τὸν διαλύσωμεν καὶ νὰ τριπλασιάσωμεν τὴν χωροφυλακὴν, καὶ ἡ χωροφυλακὴ τότε δύναται νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ἐσωτερικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους. Ἐὰν νομίζωμεν ὅμως ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην πυρῆνος, ἀνάγκην στρατοῦ, πρέπει νὰ ἔχωμεν στρατὸν ἀνάλογον πρὸς τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους καὶ νὰ ἔχωμεν πάντοτε ὑπ’ ὄψιν μας, ὅτι ὁ στρατὸς οὗτος, τὰ στελέχη, ἐν καιρῷ ἀνάγκης θὰ διπλασιασθῶσιν ἢ τὸ πολὺ θὰ τριπλασιασθῶσι, καὶ θὰ ἦναι εἰς θέσιν μετὰ παρέλευσιν τριῶν ἢ τὸ πολὺ ἓξ ἡμερῶν νὰ ἐκστρατεύσῃ. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει κατὰ τὸ παρὸν ἔτος νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν οἱουδήποτε τῶν προτεινομένων ὀργανισμῶν, οὔτε τοῦ προταθέντος παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, οὔτε τοῦ συστήματος ἢ τοῦ ὀργανισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἐπρότεινεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, καθότι πρῶτον εἴμεθα εἰς τὸν τρίτον μῆνα, δεύτερον ἐξ ἐπισήμων πληροφοριῶν γνωρίζομεν, ὅτι πολὺ πιθανὸν μετὰ παρέλευσιν μικροῦ διαστήματος νὰ μᾶς παραχωρηθῶσιν αἱ ἐπαρχίαι, καὶ θὰ ἤμεθα ἠναγκασμένοι ἀμέσως νὰ στείλωμεν στρατὸν νὰ καταλάβῃ αὐτάς. Ἐν ᾗ δὲ περιπτώσει μᾶς εὕρῃ ἡ διαταγὴ αὕτη εἰς στιγμὴν, καθ’ ἣν ἀναδιοργανιζόμεθα, τότε βεβαίως δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐκτελέσωμεν τοῦτο εὐχερῶς. Συνεπῶς παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ἵνα δεχθῇ τὸν προσωρινὸν ὀργανισμὸν τοῦ παρελθόντος ἔτους καὶ διὰ τὸ ἔτος 1880, τροποποιοῦσα αὐτὸν ἀναλόγως τῶν περιστάσεων καὶ συμφώνως μὲ τὰς οἰκονομικὰς δυσχερείας τοῦ Κράτους.
§18ΒΑΛΤΙΝΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.) Ὁ ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτὴς κ. Πετιμεζᾶς ἠρώτησεν — ἐπειδὴ ἤμην ἀρχηγὸς τοῦ ἐπιτελείου κατὰ τὴν Ἀνατολικὴν Ἑλλάδα, βεβαίως θὰ γνωρίζω — ἐὰν ἐξεδόθη διαταγὴ τοῦ ἀρχηγείου κατὰ τὴν ἔξοδον, καὶ ἂν ἐξεδόθη τοιαύτη, νὰ τὴν προσαγάγω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Πληροφορῶ τὸν κ. Πετιμεζᾶν ὅτι, ὅταν διετάχθη ὁ στρατὸς νὰ ἐξέλθῃ, ἡμέραν Παρασκευὴν, δὲν ἐνθυμοῦμαι τὴν ἡμερομηνίαν.........
§19Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Σάββατον.
§20ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ὅταν διετάχθη ὁ στρατὸς νὰ ἐξέλθῃ ἦτο Παρασκευή. Ὁ ὁμιλῶν εὑρίσκετο εἰς τὰς Ἀθήνας. Τὴν μεσημβρίαν τῆς ἡμέρας ἐκείνης, Παρασκευῆς, προσεκλήθην εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ διετάχθην νὰ μεταβῶ εἰς Λαμίαν· κατέφθασα δὲ τὸν στρατὸν ἔξω, ὥστε δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω τί ἔλαβε χώραν τότε. Ἐὰν δύναμαι νὰ ἐννοήσω τὸν λόγον, ὅστις παρεκίνησε τὸν κ. Πετιμεζᾶν νὰ ζητήσῃ τὴν διαταγὴν, τοῦτο συνηγορεῖ ὑπὲρ τῆς ἰδέας, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξα προχθὲς, ὅτι εἶναι ἀνάγκη ἐν καιρῷ εἰρήνης νὰ ἦναι ἐγκατεστημέναι ὅλαι αἱ διοικητικαὶ ἀρχαὶ μὲ τὸ ἀναγκαῖον προσωπικόν, ὅπως χρησιμεύωσιν ἐν ὥρᾳ πολέμου.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἄλλος τις τὸν λόγον;
§22Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μᾶς ἐβεβαίωσεν, ὅτι διαταγὴ δὲν ὑπῆρχε.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἄλλος ἐγγεγραμμένος. Ὁ κ. Τρικούπης ἀναβαίνει τὸ βῆμα.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καταθέτει τὸ τηλεγράφημα τοῦ νομάρχου Ζακύνθου.
§25ΤΙΝΕΣ. Ν’ ἀναγνωσθῇ.
§26ΕΤΕΡΟΙ. Ὄχι.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅστις θέλει, δύναται νὰ λάβῃ γνῶσιν.
§28ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν διὰ μακρῶν ἠγόρευσε χθὲς κυρίως εἰς ἀπάντησιν ὅσων εἶχον εἴπει ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει ἐπὶ τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ σχεδὸν πρὸς ὅλα ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν διαφωνῶ. Διαφωνῶ πρὸς τὰς κρίσεις αὐτοῦ, διαφωνῶ ἰδίως, — καὶ ὡς πρὸς τοῦτο ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ παραπονεθῶ — διαφωνῶ ἰδίως ὡς πρὸς τὸν τρόπον, καθ’ ὃν παρέστησε τὰ παρ’ ἐμοῦ ῥηθέντα ὡς πρὸς τὸν τρόπον, καθ’ ὃν παρέστησε γνώμας μου ἐκτὸς τῆς Βουλῆς ἐκφρασθείσας καὶ περὶ τῶν ὁποίων νομίζω, ὅτι δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ποιήσηται λόγον ἐνταῦθα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν ἐδίστασε νὰ μνημονεύσῃ πρὸς τὴν Βουλήν, ὁμιλῶν δημοσίᾳ, τῶν ἀποῤῥήτων συνεδριάσεων τοῦ οἰκουμενικοῦ Ὑπουργείου καὶ νὰ παραστήσῃ τὰ ἐν τῷ Ὑπουργικῷ συμβουλίῳ λεχθέντα παρ’ ἐμοῦ ὡς καὶ τὰ λεχθέντα παρ’ αὐτοῦ ἐντελῶς ἐσφαλμένως, ἄντικρυς ἀντιθέτως πρὸς τὴν ἀλήθειαν. Λυποῦμαι, ὅτι δὲν εἶναι ἐνταῦθα ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἵνα ἐνώπιον αὐτοῦ δώσω τὴν διάψευσιν. Νομίζω, κύριοι, ὅτι προκειμένου περὶ συνδιασκέψεων ἐκ τῆς φύσεως αὐτῶν ἀποῤῥήτων, εἰς οὐδένα ἐπιτρέπεται ν’ ἀποκαλύπτῃ τὸ μυστήριον αὐτῶν, διότι μὲ φέρει ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς θέσιν νὰ μὴ δύναμαι ν’ ἀπαντήσω, ἵνα μὴ περιπέσω εἰς τὸ αὐτὸ ὡς ἐκεῖνος ἁμάρτημα, καὶ νὰ μὴ δύναμαι νὰ φέρω τὴν ἔγγραφον διάψευσιν, τὴν ὁποίαν ἔχω, διότι ἔχω πρωτόκολλον φέρον τὴν ὑπογραφὴν τοῦ κ. Δηλιγιάννη καὶ τὴν ὑπογραφὴν ἐμοῦ, τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύει, ὅτι ὁ κ. Δηλιγιάννης εἶχε τὴν ἀντίθετον γνώμην ἐκείνης, τὴν ὁποίαν χθὲς εἶπεν, ὅτι εἶχε, καὶ ὅτι ἐγὼ εἶχον τὴν ἀντίθετον γνώμην ἐκείνης, ἣν χθὲς παρέστησεν ὁ κ. Δηλιγιάννης ὅτι εἶχον. Ἀλλ’ ἐνῷ περὶ πάντων τούτων διαφωνῶ πρὸς τὸν κ. ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν ὑπουργόν, συμφωνῶ ὅμως μετ’ αὐτοῦ ὡς πρὸς ἕν, ὅτι ἡ παροῦσα συζήτησις εἶναι καθαρῶς πολιτική, ὅτι ἡ Βουλὴ καλεῖται διὰ τῆς παρούσης συζητήσεως νὰ ἐκφέρῃ γνώμην θετικὴν μεταξὺ πολιτικῶν, ὅτι ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς δὲν δύναται νὰ ᾖναι προσωπικὴ μόνον ἀπόφασις περὶ τοῦ ὑπουργείου, ὅτι ὀφείλει νὰ ᾖναι θετικὴ ἀπόφασις καὶ περὶ τῆς πολιτικῆς τοῦ παρόντος ὑπουργείου καὶ περὶ τῆς πολιτικῆς τοῦ μέλλοντος. Κύριοι, καίτοι αἱ περιστάσεις, τὰς ὁποίας διατρέχομεν, δὲν εἶναι τοιαῦται, ὁποίας παρέστησεν αὐτὰς ὁ κ. ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν ὑπουργὸς, εἶναι ὅμως ἱκανῶς σπουδαῖαι, ὥστε νὰ ἐπιβάλλωσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ καθῆκον νὰ μὴ ἐπιχειρῇ πειράματα κατὰ τὴν ὥραν ταύτην· ἐπιβάλλει εἰς τὴν Βουλὴν ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων τὴν ὑποχρέωσιν, ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν πράξῃ, νὰ τὸ πράξῃ μεμελετημένως καὶ ὑπ’ ὄψιν ἔχουσα, ὅτι πᾶν κυβερνητικὸν πείραμα ἀποτυγχάνον δύναται νὰ ἔχῃ ὀλεθρίας διὰ τὸ ἔθνος συνεπείας. Τὴν συζήτησιν ταύτην, ἣν πρὸ ἡμερῶν διεξάγομεν, τινὲς ἐθεώρησαν ὡς ὑπὲρ τὸ δέον παραταθεῖσαν, ἀλλ’ ἐγὼ θὰ θεωρῶ, ὅτι δὲν παρετάθη ἐφ’ ἱκανὸν, ἐνόσῳ ἐξ αὐτῆς δὲν βλέπω προκύπτουσαν γνώμην τινὰ, ἥτις νὰ διασώσῃ τὴν Βουλὴν καὶ τὸ ἔθνος ἀπὸ ἀτυχῶν πειραμάτων. Ὁπωσδήποτε ἐκ τῆς συζητήσεως ταύτης πρέπει νὰ ἐξέλθῃ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς εἴτε ὑπὲρ τῆς παρούσης κυβερνήσεως καὶ τοῦ συστήματος αὐτῆς εἴτε ὑπὲρ συστήματος ἄλλου ὡρισμένου. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ἐξετάζων ὅσα εἶπον κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην περὶ τῆς ἐννοίας τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς, εἶπεν, ὅτι ἠθέλησα ν’ ἀπειλήσω τὴν Βουλὴν διὰ τῆς ἀποχῆς μερίδος τινὸς Βουλευτῶν, ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ γνώμη αὐτῶν δὲν ἤθελεν ὑπερισχύσει. Οὐδέποτε εἶπον τοιοῦτόν τι, οὐδέποτε οὔτε ἀπέσχον ἀπὸ τῶν συζητήσεων τῆς Βουλῆς, οὔτε ἠπείλησα ἀποχώρησιν. Εἶπον εἰς τὴν Βουλὴν ποία εἶναι ἡ ἔννοια τῆς ψήφου, τὴν ὁποίαν δίδει, εἶπον, ὅτι ἡ γενικὴ συζήτησις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶναι ἡ συζήτητις ἡ σπουδαία, ἐξ ἧς θέλει προκύψει ἡ τελεσφόρος γνώμη τῆς Βουλῆς, διότι μόνον ἐν ταύτῃ τῇ συζητήσει καὶ δι’ αὐτῆς δύναται ἡ Βουλὴ νὰ κατορθώσῃ, ἵνα ἐπιβάλῃ τὴν γνώμην της. Ἐὰν ἐκ τῆς γενικῆς συζητήσεως προκύψῃ, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀποδέχεται ἢ ἀνέχεται τὸ σύστημα τῆς σημερινῆς κυβερνήσεως, τὸ σύστημα τὸ νομοθετικὸν καὶ τὸ σύστημα τὸ ἐκτελεστικὸν, ματαία θὰ ἦναι πᾶσα ἀπόπειρα μεταβολῆς ἢ βελτιώσεως τοῦ συστήματος τούτου ἐν τοῖς καθέκαστα. Τοῦτο εἶπον οὐχὶ ὡς ἀπειλὴν, οὐχὶ ὡς συνδεόμενον πρὸς ἐνέργειαν ἐμοῦ καὶ ὡς ἀποτέλεσμα ἐνεργείας ἐμοῦ ἢ ἄλλου· τὸ εἶπον ὡς συνέπειαν αὐτῶν τῶν πραγμάτων. Ὅταν ἀποδεχθῆτε σύστημα τοιοῦτον, ὁποῖον τὸ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφόμενον, καὶ ὁποῖον τὸ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐφαρμοσθὲν μέχρι τοῦδε, εἶναι μάταιον νὰ ἐλπίζητε, ὅτι, διὰ περικοπῶν ἐν ταῖς λεπτομερείαις, θέλετε κατορθώσε νὰ εἰσάξητε τὴν οἰκονομίαν καὶ νὰ φέρητε τὸ ἰσοζύγιον. Τοὐναντίον δὲ θεωρῶ, ὅτι, ἀφοῦ ἡ Βουλὴ δειχθῇ ἀποδεχομένη ἢ ἀνεχομένη τοιοῦτον σύστημα, ὀφείλομεν κατὰ τὰ γενικῶς παραδεδεγμένα ἐν τοῖς Κοινοβουλίοις ν’ ἀποδεχθῶμεν τὴν διεύθυνσιν τῆς Κυβερνήσεως ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ συστήματος τούτου, διότι ἀκατάλληλοι εἶναι πρὸς ἐφαρμογὴν συστήματός τινος ἐκεῖνοι, οἵτινες θεωροῦσιν αὐτὸ ὀλέθριον καὶ ἄγον πρὸς τὴν χρεωκοπίαν. Ταῦτα εἶπον πρὸς τὴν Βουλήν. Εἶπον δὲ ταῦτα, διότι ἠθέλησα νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν ἁπάντων ὑμῶν εἰς τὴν σπουδαιότητα τοῦ ζητήματος, περὶ οὗ πραγματευόμεθα. Ἠθέλησα νὰ καταστήσω καταληπτὸν εἰς πάντας, ὅτι ὀφείλομεν διὰ τῆς συζητήσεως ταύτης, διὰ τῆς ἀνταλλαγῆς τῶν ἰδεῶν, νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν μόρφωσιν γνώμης τινὸς πρακτικῆς, διότι πολλαὶ ἠκούσθησαν γνῶμαι ἐν τῇ Βουλῇ πρὸς ἀλλήλας ἀντιμαχόμεναι, καὶ ἂν ἕκαστος ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἰδέαν αὑτοῦ, δυσκόλως θέλει κατορθωθῆ κοινὴ γνώμη, γνώμη δυναμένη νὰ τύχῃ τῆς κοινοβουλευτικῆς ἐκείνης ὑποστηρίξεως, ἄνευ τῆς ὁποίας δὲν δύναται ν’ ἀποβῇ τελεσφόρος. Ἀλλ’ οἱ προτείναντες διαφόρους γνώμας δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς προτείναντες αὐτὰς πρὸς σκοπὸν ἄλλον ἢ πρὸς ἀντιπαραβολὴν πρὸς τὰς γνώμας τῶν ἄλλων, ὅπως ἐκ τῆς ἀντιπαραθέσεως ταύτης προαχθῇ ἡ γνώμη ἐκείνη, ἡ ὁποία θέλει εἶσθαι ἱκανὴ ἵνα συγκεντρώσῃ περὶ ἑαυτὴν τὰ στοιχεῖα, δι’ ὧν θέλει δυνηθῆ καὶ νὰ ἐφαρμοσθῇ. Ἐνόμισα, ὅτι ἔδει ν’ ἀποτείνω παρατηρήσεις εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι αὕτη δὲν ἔλαβε τὴν πρωτοβουλίαν τῆς συζητήσεως ταύτης, ὡς ὤφειλε νὰ λαμβάνῃ τὴν πρωτοβουλίαν πάσης συζητήσεως· ἀλλὰ δὲν ἐδίστασα, ἀφοῦ εἶδον τὴν Κυβέρνησιν ἐπιμένουσαν εἰς τὸ σύστημα τῆς ἀποχῆς, νὰ λάβω ἐγὼ τὴν πρωτοβουλίαν, καὶ διὰ τοῦτο ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης βλέπετε ἐν τῇ Βουλῇ συζητουμένας τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ὑπέβαλον, ὡσανεὶ ἦσαν ἰδέαι Κυβερνήσεως, καὶ οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης παρίστανται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὡς ἀρχηγοὶ ἀντιπολιτεύσεως. Ποῖος ἀκούων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ποῖος ἀκούων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐπικρινόντων τὸ πρόγραμμα τῆς πολιτικῆς, τὸ ὁποῖον ἀνέπτυξα, ἤθελεν ὑποθέσει, ὅτι τὸ πρόγραμμα ἐκεῖνο ἦτο ἁπλοῦν πρόγραμμα τοῦ Βουλευτοῦ Μεσολογγίου, ἢ ὅτι οἱ ἐπικρίνοντες ἦσαν Ὑπουργοὶ τοῦ Βασιλέως; Τὸ πρόγραμμα ἐκεῖνο εἶναι πρόγραμμα τῆς βουλευτικῆς πρωτοδουλίας, τὸ ὁποῖον εἰσέτι οὐδὲν περιεβλήθη κῦρος, ἐνῷ ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν ὡς βάσιν τῶν συζητήσεων ἡμῶν οὐχὶ πρόγραμμα ἀτομικόν, οὐχὶ πρόγραμμα συγκεντροῦν περὶ ἑαυτὸ, ἔστω καὶ ἀριθμὸν ἱκανὸν ψήφων βουλευτικῶν, ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν τὸ πρόγραμμα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐκ τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν εἰσὶ τεταγμένοι, ὅπως ἡγῶνται τῶν συζητήσεων τῆς Βουλῆς. Καὶ ἐν τούτοις ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης οὐδὲν ἄλλο συζητεῖται εἰμὴ τὸ πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλήν· καὶ μόνον ἐφ’ ὅσον αἱ ἀρνητικαὶ γνῶμαι τῶν Ὑπουργῶν δύνανται νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν μόρφωσιν ἰδέας περὶ τῆς θετικῆς αὐτῶν γνώμης, μόνον κατὰ τοσοῦτον δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἔχομεν ἰδέαν περὶ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως, οὕτως ἐξευρισκόμενον, συνίσταται εἰς τοῦτο, ὅτι ἡ Κυβέρνησις συμφωνεῖ πρὸς πάντας, ὅσοι ἐπέκριναν τὸ πρόγραμμα τὸ ἐμόν; Ὑποκαθίστανται οὕτως οἱ Ὑπουργοὶ εἰς τὴν θέσιν τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἡ δὲ ἀρνητικὴ αὕτη θέσις παρέχει αὐτοῖς ἐπίδειξιν δυνάμεως, διότι πᾶς ὁ ἀρνούμενος δύναται νὰ θεωρηθῇ συμφωνῶν πρὸς τὸν ἐπίσης ἀρνούμενον, καίτοι ἐν διαστάσει πρὸς αὐτὸν διατελῶν ἐπὶ ἰδεῶν θετικῶν. Ἀλλὰ ἐπιτρέπεται εἰς Κυβέρνησιν νὰ κατέχῃ θέσιν ἀρνητικήν; Τὸ κατ’ ἐμέ, κύριοι, φρονῶ, ὅτι καὶ ἡ ἀντιπολίτευσις, ἐφ’ ὅσον εἶναι μέλλουσα Κυβέρνησις, δὲν δύναται νὰ κατέχῃ θέσιν ἀρνητικήν, καὶ διὰ τοῦτο λέγω εἰς πάντα τὰ μέλη τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι ὀφείλουσιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ δώσωσι θετικὴν ψῆφον, ὀφείλουσι νὰ δώσωσι ψῆφον, ἡ ὁποία νὰ δεσμεύῃ αὐτοὺς ὡς πρὸς τὸ πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον θέλουσιν ἀκολουθήσει καὶ ἐν τῷ μέλλοντι. Τὸ κατ’ ἐμὲ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω ψῆφον ἄλλην καὶ δὲν δύναμαι νὰ θεωρήσω, ὅτι οἱαδήποτε ἄλλη ψῆφος χορηγεῖ δικαιώματα εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν ἢ ἐπιβάλλει εἰς αὐτὴν ὑποχρεώσεις. Εἶναι ἀνάγκη, κύριοι, τοῦτο νὰ ἦναι γνωστὸν ἐκ τῶν προτέρων. Ἡ Κυβέρνησις εὐηρεστήθη νὰ δώσῃ εἰς ἡμᾶς καὶ προσωνυμίαν· εὐηρεστήθη νὰ μᾶς ὀνομάσῃ «σπεύδουσαν ἀντιπολίτευσιν». Ἐὰν ἠδύνατό τις εὐλόγως νὰ δώσῃ εἰς ἡμᾶς προσωνυμίαν, ὤφειλε νὰ δώσῃ τὴν ἀντίθετον ἐκείνης, τὴν ὁποίαν μᾶς ἔδωκεν ἡ Κυβέρνησις. Ἡμεῖς ἰδίως δὲν σπεύδομεν, ἡμεῖς ἰδίως ἔχομεν ἀναγεγραμμένον ὡς πρῶτον ἄρθρον τοῦ προγράμματος ἡμῶν, ὅτι ὀφείλομεν νὰ μὴ φέρωμεν ὑπουργικὰς κρίσεις εἰμὴ μόνον, ὅταν ἔχωμεν τὴν βεβαιότητα, ὅτι ἡ ὑπουργικὴ αὕτη κρίσις θέλει εἶσθαι συντελεστικὴ ὑπὲρ τῶν ἰδεῶν ἡμῶν. Μόνον ἐὰν γνωρίζωμεν, ὅτι ἡ ἀντικατάστασις τῆς παρούσης Κυβερνήσεως ὑπὸ Κυβερνήσεως ἄλλης, ἐκ τῶν σπλάγχνων τῆς ἀντιπολιτεύσεως μορφουμένης, ὑπόσχεται τὴν πραγματοποίησιν προγράμματος ὡρισμένου, μόνον τότε νομίζομεν, ὅτι ἐπιτρέπεται ἡ συζήτησις τῆς ὑπουργικῆς κρίσεως. Δὲν εἴμεθα λοιπὸν ἡμεῖς σπεύδουσα ἀντιπολίτευσις· σπεύδουσα ἀντιπολίτευσις δύναται νὰ ὀνομασθῇ, ἐὰν ὑπάρχῃ ἐκείνη, ἥτις θὰ ἔλεγεν, ὅτι δὲν ἀποδέχεται τὸ ὑφιστάμενον σύστημα τὸ κυβερνητικόν, ἀλλὰ καὶ δὲν καθορίζει σύστημα κυβερνητικὸν ἄλλο, τὸ ὁποῖον ν’ ἀντικαταστήσῃ τοῦτο, καὶ δὲν παρασκευάζει τὴν ἀναγκαίαν δύναμιν καὶ δὲν βεβαιοῦται περὶ τῆς ὑπάρξεως τῆς ἀναγκαίας δυνάμεως πρὸς ἐξυπηρέτησιν ἑτέρου συστήματος, πρὶν ἢ δώσῃ ψῆφον κατὰ τοῦ καθεστῶτος. Τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν ὀφείλει ν’ ἀνεχθῇ πᾶς ὅστις δὲν ἔχει μορφωμένην γνώμην, ὅτι, ἀποχωρούσης ταύτης, θέλει ἐπέλθει μόρφωσις Κυβερνήσεως ἄλλης, ἐχούσης πολιτικὸν πρόγραμμα, ἐὰν οὐχὶ τὸ πρόγραμμα αὐτοῦ, ἀλλὰ τοὐλάχιστον, πρόγραμμα τὸ ὁποῖον ἐν τῇ συνειδήσει του νὰ ᾖναι ἀνώτερον τοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως. Σπεύδουσα λοιπὸν ἀντιπολίτευσις εἴμεθα ἡμεῖς μόνον, ἐὰν δώσητε εἰς τὴν φράσιν ταύτην τὴν ἔννοιαν, ὅτι σπεύδομεν πρὸς μόρφωσιν προγράμματος, πρὸς τὴν ἐπικράτησιν προγράμματος. Ὑπὸ ταύτην μόνον τὴν ἔννοιαν παραδεχόμεθα τὸν τοιοῦτον χαρακτηρισμόν. Ἐπιζητοῦντες τὴν τοιαύτην μόρφωσιν προγράμματος, ἐθεωρήσαμεν, ὅτι ὀφείλομεν ἐν πάσῃ εὐρύτητι νὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ. Καίτοι δὲ οὐχὶ ἐκ σφάλματος ἡμῶν, ἀλλ’ ἐκ σφάλματος τῆς Κυβερνήσεως, καθυστεροῦντες τοσοῦτον ἐν λίαν προκεχωρημένῃ ὥρᾳ τῆς συνόδου, κατὰ τὴν ὁποίαν ὀλίγος ὑπολείπεται χρόνος πρὸς διεκπεραίωσιν τοῦ ὅλου ἔργου τοῦ βουλευτικοῦ, ἐνομίσαμεν ὅμως, ὅτι ἦτο οἰκονομία χρόνου, τὸ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς πᾶσαν λεπτομέρειαν ἐπὶ τῆς γενικῆς ταύτης συζητήσεως, λεπτομέρειαν δυναμένην νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν μόρφωσιν γνώμης περὶ τῶν βάσεων τοῦ προϋπολογισμοῦ· διότι ἐὰν λύσωμεν ἤδη τὸ ζήτημα ἐν τῇ βάσει, πάντα τὰ κύρια θέματα, εἰς ἃ θέλει κληθῆ ἡ Βουλή, ἵνα ἐνασχοληθῇ κατόπιν, πάντα ἔσονται συγχρόνως λελυμένα· δὲν θὰ ᾖναι λελυμένα μόνα τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ἐν αὐταῖς ταῖς λεπτομερείαις, τοὐλάχιστον κατ’ ἀρχὴν, ἀλλὰ θὰ ᾖναι λελυμένα καὶ τὰ τοῦ νόμου τοῦ στρατιωτικοῦ, τουτέστι τὰ τοῦ διοργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, θὰ ᾖναι λελυμένα καὶ τὰ φορολογικὰ ζητήματα, θὰ ἦνε λελυμένον καὶ τὸ σπουδαιότατον ζήτημα τῆς χρησιμοποιήσεως τῶν εἰσπραχθέντων ἐκ τοῦ δανείου τῶν 60,000,000 χρημάτων, καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Πάντα ταῦτα περιλαμβάνονται ἐν τῇ γενικῇ ταύτῃ συζητήσει καὶ ἂν ἐδαπανήσαμεν δέκα ἢ δώδεκα συνεδριάσεις, ἵνα περὶ τῶν θεμάτων τούτων ἐν συνόλῳ ἀποφανθῶμεν, δὲν δυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν, ὅτι αἱ συνεδριάσεις αὗται παρῆλθον ἐπὶ ματαίῳ, ἀλλὰ δὲν θὰ δυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν τοῦτο τότε, ὅταν συνέπεια αὐτῶν θὰ ᾖναι ἡ ἀποκατάστασις ἡ Κυβερνητικὴ τῶν πραγμάτων· ἐὰν ὅμως μετὰ τοιαύτην συζήτησιν ἔχωμεν ὑπουργικὴν μεταβολὴν πειραματικὴν, τότε ἀληθῶς αἱ συζητήσεις αὗται ἀποδεικνύονται ὑπάρξασαι μάταιαι καὶ τότε ἐκεῖνοι, οἵτινες θὰ φέρωσι τὴν εὐθύνην τῆς τοιαύτης καταστάσεως, θὰ ἔχωσι νὰ προσθέτωσιν εἰς τὴν εὐθύνην ταύτην καὶ τὴν ματαίωσιν τῶν ἔργων τῆς Βουλῆς, διὰ τῆς παρατάσεως ἐπὶ τοσοῦτον τῆς γενικῆς ταύτης συζητήσεως. Ἆρα ἠγνοοῦμεν ἡμεῖς, φέροντες τὸ πρόγραμμα ἡμῶν ἤδη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὁποία θὰ ἦτο ἡ συνέπεια τῆς τοιαύτης ἐπιτελέσεως καθήκοντος; Ἆρα ἠγνοοῦμεν ἐκεῖνο, ὅπερ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μᾶς εἶπεν ἀπειλητικῶς, ὅτι μεγαλειτέρα ἡμῶν τιμωρία θέλει εἶσθαι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ προγράμματος ἡμῶν; Ἐν πλήρει ἐπιγνώσει τῶν συνεπειῶν τοιούτου προγράμματος καὶ ἐπὶ τὰς ψήφους ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐπὶ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ τόπου, ἐὰν τυχὸν αὕτη περιήρχετο εἰς χεῖρας τῆς ἀντιπολιτεύσεως, προέβημεν εἰς τὴν ἐκτύλιξιν τοῦ προγράμματος. Μεγίστη ἀληθῶς τιμωρία θὰ ᾖναι διὰ τὴν ἀντιπολίτευσιν τὸ νὰ ᾖναι ὑποχρεωμένη νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ πρόγραμμα τοῦτο, διότι τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ κατέστησε τιμωρίαν ἡ μέχρι τοῦδε διαγωγὴ τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ κληρονομία, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις θέλει ἀφήσει εἰς τοὺς διαδόχους αὐτῆς, εἶναι τοιαύτη, ὥστε πρέπει μέγιστον νὰ ᾖναι τὸ αἴσθημα τοῦ καθήκοντος ἔν τινι πολιτευομένῳ, ἵνα ἀποδεχθῇ τοιαύτην διαδοχήν· μόνον ἐπὶ ἑνὶ ὅρῳ δύναμαι νὰ ἐννοήσω τὴν διαδοχὴν τῆς παρούσης Κυβερνήσεως εὐχερῆ καὶ ἀσπαστὴν, ἐπὶ ὅρῳ ὅμως τὸν ὁποῖον ἐλπίζω, ὅτι οὐδεὶς ἐν τῇ Βουλῇ θέλει ἀποδεχθῆ, ἐπὶ τῷ ὅρῳ τοῦ ν’ ἀσπασθῇ τις καὶ τὰς ἀρχὰς τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Ἐσυνείθισαν, κύριοι, πάντες οἱ περὶ τὴν Κυβέρνησιν ὁπωσδήποτε διατελοῦντες, ἐσυνείθισαν εἰς τὴν εὔκολον τῶν δημοσίων διαχείρισιν· ἡ ἀφθονία τῶν χρημάτων καὶ ἡ ἀνεπιφύλακτος αὐτῶν χρῆσις ἐγέννησαν ἕξεις, τὰς ὁποίας δὲν εἶναι εὔκολον νὰ ἐκριζώσῃ τις, καὶ κατόπιν δαπανῶν τοσοῦτον ἀνωτέρων τῶν δυνάμεων τοῦ τόπου, δαπανῶν ὅμως παραταθεισῶν ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον, ἐγεννήθησαν οὐ μόνον ἕξεις, ἀλλὰ καὶ δικαιώματα σχεδὸν ἐπὶ τῶν δαπανῶν τούτων στηριζόμενα, τὰ ὁποῖα θέλουσιν ἐξεγερθῆ κατὰ πάσης ἀποπείρας ἀναμορφώσεως. Ἐὰν ἐπρόκειτο ν’ ἀντικατασταθῇ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ὑπὸ Κυβερνήσεως ἄλλης, ἥτις ἐπὶ τῶν αὐτῶν ἀρχῶν ἤθελε διαθέτει τὰ τοῦ δημοσίου, ἡ θέσις τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης δὲν θὰ ἦτο δυσχερεστέρα τῆς θέσεως τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ἀλλὰ μεγίστη τιμωρία, κατὰ τὸν λόγον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, θὰ ἦναι τὸ καθῆκον τὸ ἐπιβαλλόμενον εἰς ἐκεῖνον, ὅστις κατόπιν τοιούτων ἕξεων μορφωθεισῶν ἐκ τῆς διαχειρίσεως τῆς παρούσης Κυβερνήσεως ἤθελεν ἔλθει εἰς τὴν Κυβέρνησιν πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ ἐπιβάλῃ τὴν περιστολὴν τῶν δαπανῶν ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ πρέποντος, ἐντὸς τῶν ὁρίων, ὧν ἡ ἀθέτησις μᾶς ἔφερεν εἰς τὸ χεῖλος τῆς χρεωκοπίας. Ἐγινώσκομεν λοιπὸν τὰς συνεπείας τῆς ἐκτελέσεως τοιούτου προγράμματος, ἐγινώσκομεν, ὅτι καὶ ἐντὸς τῆς Βουλῆς θέλομεν στερηθῆ ὑποστηρίξεως, τὴν ὁποίαν ἄλλως ἠδυνάμεθα νὰ προσδοκῶμεν, ἐγινώσκομεν προσέτι ὅτι, ἂν ἡ ἀντιπολίτευσις ἐκαλεῖτο εἰς τὴν ἐξουσίαν πρὸς ἐφαρμογὴν τοιούτου προγράμματος, ἤθελεν εὕρει ἐν τῇ διοικήσει ἀπείρους δυσχερείας εἰς ἐφαρμογὴν αὐτοῦ· ἀλλ’ οὐχ ἧττον ἐνομίσαμεν καθῆκον νὰ ἐκτυλίξωμεν τὸ πρόγραμμα, καὶ εἴδετε, ὅτι κατὰ τοῦ προγράμματος τούτου δὲν ἀντετάχθη μόνον ἡ συμπολίτευσις, ἀλλ’ ἀντετάχθησαν καὶ μέλη τῆς ἀντιπολιτεύσεως· ἦτο ὅμως ἀνάγκη, πρὶν ἢ ἀντιπολίτευσις δώσῃ ψῆφον κατὰ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ν’ ἀποδειχθῇ ἐκ συζητήσεων θετικῶν ἐπὶ ὡρισμένων προτάσεων, ἂν τὸ πνεῦμα τῶν οἰκονομιῶν, τὸ ὁποῖον ἐλέγετο ἐπικρατοῦν κατὰ τὴν περίοδον τὴν ὁποίαν ἤδη διανύομεν, ἂν τὸ πνεῦμα τοῦτο τῶν οἰκονομιῶν ἦτο ἀλήθεια, ἐὰν τὸ πνεῦμα τοῦτο τῶν οἰκονομιῶν ἤθελεν ἀνθέξει κατὰ τῶν δυσχερειῶν τὰς ὁποίας παρουσιάζουσι τὰ πράγματα· ἔπρεπε νὰ ἴδωμεν ἂν κατὰ τῶν προτάσεων, τὰς ὁποίας ἠθέλομεν φέρει πρὸς πραγματοποίησιν οἰκονομιῶν, ἠθέλαμεν ἴδει ἀντιτασσομένους ἐκείνους μόνον, οἵτινες ἐκήρυξαν ὡς ἀρχὴν, ὅτι αἱ οἰκονομίαι δὲν εἶναι ἀναγκαῖαι, ὅτι εἶναι ἴσως καὶ ἐπιβλαβεῖς, ἢ ἂν ἠθέλομεν ἔχει ἀντιτασσομένους κατ’ αὐτῶν καὶ ἐκείνους, οἵτινες ἐκήρυξαν καὶ θεωροῦσι τὰς οἰκονομίας ἀναγκαίας, καὶ ἂν οἱ μὴ ἀποδεχόμενοι τὰς οἰκονομίας ταύτας ἤθελον προτείνει ἄλλας, ἀλλὰ θετικὰς οἰκονομίας. Εἴδομεν δὲ κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην τινὰς ἐκ τῶν ἐπαγγελλομένων τὴν ὑποστήριξιν τῶν ἄκρων οἰκονομιῶν, εἴδομεν αὐτοὺς, κύριοι, μὴ ὑποστηρίξαντας τὴν ἰδέαν ταύτην ἐπὶ τῶν πραγμάτων· Εἴδομεν τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Πατρῶν, ὅστις ἠξίου ὅτι εἶναι ὁ πρόμαχος τῶν ἄκρων οἰκονομιῶν, εἴδομεν αὐτὸν, ὅταν ἔφθασεν εἰς τὰ πράγματα, προτείνοντα αὔξησιν τοῦ ὑποβληθέντος εἰς τὴν Βουλὴν προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων κατὰ 6 ἑκατομμύρια.
§29ΡΙΚΑΚΗΣ. Εἶναι λάθος τοῦτο τοῦ κ. Λομβάρδου, εἶναι πλάνη.
§30ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἔχομεν τὴν ἀξίωσιν τοῦ ἀλανθάστου. Ὁ Βουλευτὴς Πατρῶν ἀξιοῖ, ὅτι εἶναι πλάνη ὅτι ἐπρότεινεν αὐτὸς αὔξησιν 6 ἑκατομμυρίων ἐπὶ τῶν ἐξόδων τῶν προταθέντων ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως· ἀλλ’ ὁ κ. Ῥικάκης ἀπέκρουσεν ἐκ τοῦ προγράμματος, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ὑπέβαλον, τὴν ἰδέαν τῆς εἰδικῆς φορολογίας ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ εἶπεν, ὅτι ὀφείλομεν νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς μεγάλας ἀνάγκας τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἐκ τοῦ χρεωκοπημένου δημοσίου ταμείου, ἀποδείξας ἐκ τοῦ λόγου τούτου, ὅτι οὔτε περὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως κήδεται, οὔτε περὶ τοῦ ἰσοζυγίου, τὸ ὁποῖον ἦτο τὸ κύριον θέμα αὐτοῦ. Εἶπεν ὁ κ. Ῥικάκης, ὅτι δὲν δύναται ν’ ἀποδεχθῇ τὰς ἐν τῷ προγράμματι ἡμῶν ἀναγεγραμμένας ἰδέας περὶ τοῦ τρόπου τῆς διαθέσεως τῶν εἰσπράξεων ἐκ τοῦ δανείου τῶν 60,000,000, διότι κατ’ αὐτὸν ὀφείλομεν νὰ ἄρωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ὀφείλομεν δηλ. νὰ προσθέσωμεν 3,000,000 τουλάχιστον πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων. Εἶπεν ὁ κ. Ῥικάκης, ὅτι δὲν δύναται νὰ δεχθῇ τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξα ἀπὸ τοῦ βήματος περὶ στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Κράτους, διότι κατ’ αὐτὸν ὀφείλομεν ν’ ἀποδεχθῶμεν διὰ τὸ ἔτος 1880 τὸν προσωρινὸν ὀργανισμὸν τοῦ 1879, προσωρινὸν ὀργανισμὸν, ὅστις ἔχει ἀφετηρίαν δύναμιν 19,000 ἀνδρῶν, δύναμιν, ἥτις κατὰ τὸν ὀργανισμὸν ἐκεῖνον δὲν δύναται νὰ ἐλαττωθῇ κάτω τῶν 16,000 ἀνδρῶν. Διὰ δυνάμεως δὲ τοιαύτης ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προσωρινοῦ ὀργανισμοῦ δὲν δύναται ὁ κ. Ῥικάκης νὰ μὴ φέρῃ αὔξησιν ἐξόδων ἐπὶ τῶν προτάσεων, οἷαι ὑπεβλήθησαν τουλάχιστον ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ὡς πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνος ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Πατρῶν. Ὁ Βουλευτὴς Καλαβρύτων κ. Οἰκονόμου ἐζήτησεν αὔξησιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς πόσων ἑκατομμυρίων.
§31ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Θέλει 20,000 στρατοῦ.
§32ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ δὲ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Οἰτύλου κ. Μαυρομιχάλης σᾶς ἀνέπτυξε τὰς ἰδέας αὐτοῦ περὶ στρατοῦ, ἰδέας αἵτινες δὲν δύνανται νὰ ἐφαρμοσθῶσιν ἄνευ σπουδαίας αὐξήσεως τῶν χορηγημάτων, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις ἐζήτησε χάριν τοῦ στρατοῦ. Ἦτο ἀνάγκη νὰ γείνωσιν αἱ συζητήσεις αὗται, διὰ νὰ ἐκφράσῃ ἕκαστος τὴν γνώμην αὐτοῦ ἐπὶ τῶν πραγμάτων, καὶ νὰ ἴδωμεν κατὰ πόσον οἱ ἀξιότιμοι Βουλευταὶ, οἱ τοιαύτας ἔχοντες γνώμας ἐπὶ τῶν πραγμάτων, ὀρθῶς ἔκριναν περὶ τῆς ἰδίας αὐτῶν γνώμης, λέγοντες, ὅτι εἶναι ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τῶν οἰκονομιῶν, διότι ἡ ἀντιπολίτευσις ἡ ἄλλη, ὑποστηρίξασα τὴν ἀρχὴν τῶν οἰκονομιῶν, δὲν ἠδύνατο νὰ λογίσῃ τὰς ψήφους τῶν Βουλευτῶν τούτων ὡς ψήφους διδομένας ὑπὲρ αὐτῆς, ὡς ψήφους χορηγούσας εἰς αὐτὴν τὸ δικαίωμα ἵνα ἀποδεχθῇ τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας, δὲν ἠδύνατο νὰ θεωρήσῃ τὰς ψήφους ταύτας ὡς ψήφους ἐπαγομένας τοιαύτην ὑποχρέωσιν. Ἔπρεπεν ἄρα νὰ γείνῃ ἡ συζήτησις αὕτη διὰ νὰ μὴ ἐπέλθῃ ἐκ πεπλανημένης γνώμης περὶ τῶν φρονημάτων ἑκάστου ὑπουργικὴ κρίσις, καὶ ἀποδειχθῇ κατόπιν, ὅτι ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐνόμιζον, ὅτι ἀντιπροσωπεύουσι τὴν γνώμην τῆς ἀντιπολιτεύσεως δὲν ἀντιπροσωπεύουσι τὴν γνώμην ὁλοκλήρου τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Ἀλλ’ ἂν ἡ ἀντιπολίτευσις ἐξέθηκε τὸ ἴδιον αὐτῆς πρόγραμμα καὶ ἔχῃ ἀφορμὰς ἵνα συγχαίρῃ ἑαυτὴν, ὅτι οὕτως ἐπολιτεύθη — διότι οὕτω καθαρίζει τὴν θέσιν τῶν πραγμάτων καὶ προλαμβάνει πᾶσαν ἐκ πλάνης ψῆφον τῆς Βουλῆς, — τί ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις; ἦλθε τουλάχιστον νὰ εὐκολύνῃ τὸ ἔργον τοῦτο τῆς Βουλῆς, ἐξέθηκε τὴν γνώμην αὐτῆς, ὅπως δυνηθῶμεν νὰ παραβάλωμεν τὰς γνώμας ταύτας, καὶ ἐκ τῆς ἀντιπαραβολῆς νὰ σχηματίσωμεν ἰδέαν περὶ τῆς ὁριστικῆς ἡμῶν ψήφου, νὰ ἠξεύρωμεν τουλάχιστον ὄχι βεβαίως ἡμεῖς οἵτινες ἐν πάσῃ περιπτώσει ἔχοντες ἴδιον πρόγραμμα δὲν δυνάμεθα ἢ νὰ ψηφίσωμεν ὑπὲρ αὐτοῦ, ἀλλὰ νὰ ἠξεύρωσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες δὲν ἀσπάζονται τὸ πρόγραμμα ἡμῶν, ἂν τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως ἦναι προτιμότερον τοῦ ἡμετέρου προγράμματος; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν χθὲς, ὅταν ἔφθασεν εἰς τὸ σημεῖον, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐπεριμέναμεν, ὅτι ἤθελεν ἀναπτύξει τὰς ἰδέας αὑτοῦ ὡς ἐπηγγείλατο, ὅτι ἤθελε τὰς ἀναπτύξει, ἐφρόντισε νὰ προτάξῃ τῶν ἐξηγήσεων αὑτοῦ τὴν παρατήρησιν, ὅτι ὁμιλεῖ ἐν ἰδίῳ ὀνόματι· τουτέστι μετὰ δύω ἐτῶν σύμπραξιν μετὰ τῆς λοιπῆς Κυβερνήσεως, μετὰ συζήτησιν ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον παραταθεῖσαν περὶ τῶν βάσεων τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἀναβὰς ἐπὶ τὸ βῆμα, ἵνα ὁμιλήσῃ περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ περὶ τῶν συναφῶν πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν θεμάτων, εἶπε πρὸς τὴν Βουλὴν, ἀγνοῶ τί φρονοῦσιν οἱ συνάδελφοί μου, ἀπεκδέχομαι ὅμως ὅτι ἡ γνώμη μου δὲν θὰ ἦναι κατὰ πάντα ἐναντία τῆς γνώμης αὐτῶν. Ἀλλὰ καὶ ποία γνώμη εἶναι αὕτη; Ἐκ τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν ἐξέθηκε χθὲς ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς, ἀγόμεθα εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ὄχι μόνον ἠγνόει, ἂν συμφωνῇ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ἠγνόει, ἂν συμφωνῇ πρὸς ἑαυτόν, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν δύω προϋπολογισμούς, καὶ πρὸς τοὺς προϋπολογισμοὺς ἐκείνους ἡ γνώμη αὐτοῦ δὲν εἶναι σύμφωνος· ὑπέβαλε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὑπέβαλε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ εἶπε πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι τὴν ἀρχὴν τῶν οἰκονομιῶν δὲν ἀποδέχεται ὡς πρὸς τ’ ἄλλα Ὑπουργεῖα, μόνον ὅμως ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν τὴν ἀποδέχεται. Δὲν ἐξετάζω τὴν ὀρθότητα τῆς τοιαύτης διακρίσεως, δὲν ἐξετάζω, ἂν προκειμένου νὰ γείνῃ διάκρισις μεταξὺ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἄλλων Ὑπουργείων, δὲν ἔπρεπε νὰ γείνῃ ἀντίθετος διάκρισις, ἂν δὲν ἀπαιτῆται ἰδίως νὰ γένηται ἐξαίρεσις τῆς ἀρχῆς τῶν οἰκονομιῶν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν χάριν τῶν εἰσπράξεων. Ἀλλ’ ἐξήτασα τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, οἷος συνετάχθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, διὰ νὰ ἴδω ἂν τὰς ἀναγγελθείσας ἰδέας ἐφήρμοσε, καὶ εὗρον, ὅτι οὐδεμίαν εἶχε προτείνει οἰκονομίαν ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπε πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὄχι μόνον δὲν ἀποδέχεται τὰς οἰκονομίας, ἀλλὰ θέλει προτείνει καὶ αὔξησιν δαπανῶν· ἀλλὰ τὴν αὔξησιν ταύτην δὲν ἐπρότεινεν, ὅταν ὑπέβαλε τὸν προϋπολογισμόν. Ἡ ὑποβολὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ εἰς τὴν Βουλὴν εἶναί τι λίαν σπουδαῖον, διότι ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων, οἷος ὑποβάλλεται, μορφόνει ἡ Βουλὴ τὴν γνώμην αὑτῆς περὶ τοῦ ὅλου οἰκονομικοῦ συστήματος, ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων μορφόνει ἡ Βουλὴ τὴν γνώμην αὑτῆς περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων, καὶ περὶ τοῦ φορολογικοῦ νόμου. Καὶ πῶς ἐπετρέπετο εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ εἴπῃ διὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι ἐνῷ ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν προϋπολογισμὸν τοῦ κλάδου αὐτοῦ, ἡ γνώμη αὐτῆς εἶναι ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς ὤφειλε νὰ ἦναι διάφορος, καὶ τοιοῦτον προτίθεται νὰ τὸν ὑποστηρίξῃ, ἂν κατὰ τὰς λεπτομερείας διατελῇ ἐν τῇ ἐξουσίᾳ. Περὶ δὲ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐκθέτων τὸ πρόγραμμά του, ὅτι φρονεῖ ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὀφείλει νὰ καταβάλῃ πᾶσαν φροντίδα περὶ τῆς συγκεντρώσεως καὶ τῆς ἀσκήσεως τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων διὰ τῆς συγκροτήσεως τουλάχιστον ἅπαξ τοῦ ἔτους στρατοπέδου, πρὸς ἐκγύμνασιν τῶν ἐφέδρων. Ἀλλὰ ποίαν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ εὑρίσκομεν πρόνοιαν περὶ τούτου; Οὐδεμίαν. Εἶναι δ’ αὕτη ἡ πρωτίστη ἔλλειψις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἔλλειψις, ἡ ὁποία ἀποδεικνύει, ὅτι πᾶσαι αἱ ἐπαγγελίαι περὶ χρησιμοποιήσεως τῶν ἐκτάκτων δαπανῶν, χάριν ἐκτάκτων ἀναγκῶν τοῦ Κράτους, δὲν ἀνταποκρίνονται πρὸς τὴν ἀλήθειαν τῶν πραγμάτων. Ὁ προϋπολογισμὸς ἐκεῖνος δεικνύει τοῦτο ὑπὲρ πᾶν ἄλλο, διότι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἐκείνῳ οὐδεμίαν εὑρίσκομεν πρόνοιαν περὶ ἀσκήσεως τῶν ἐφέδρων. Ὁλόκληρον τὸ νεώτερον στρατολογικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο ἐφαρμόζεται ἐνταῦθα πρώτην φορὰν, στηρίζεται ἐπὶ τῆς ἰδέας τοῦ καταρτισμοῦ ἐφέδρων καὶ τοῦ συνδέσμου αὐτῶν πρὸς τὸν ἐνεργὸν στρατὸν ὡς καὶ τῆς ἀναπτύξεως τῆς ἕξεως αὐτῶν ὅπως καλούμενοι προσέρχωνται ταχέως εἰς τὰς τάξεις. Καὶ ἐφέδρους ἔχομεν, καθ’ ἃ εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἐρωτηθεὶς παρ’ ἐμοῦ, 17,000 ἐκγυμνασθέντας. Ἡ πρώτη ἄρα φροντὶς τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν ἀληθῶς ἐσκέπτετο περὶ ἐφαρμογῆς τοῦ νέου στρατολογικοῦ συστήματος ἐν τῷ πνεύματι αὐτοῦ, ὤφειλε νὰ ἦναι ἡ περὶ προσκλήσεως τῶν ἐφέδρων, ἡ περὶ κατατάξεως αὐτῶν εἰς τὰ σώματα, εἰς ἃ ἀνῆκον, καὶ ἡ περὶ ὑπομνήσεως πρὸς αὐτοὺς καὶ ἀποδείξεως ἐκ τῶν πραγμάτων, ὅτι ἀνήκουσιν εἰς τὸν στρατὸν, εἰς ὃν ὀφείλουσι νὰ ἐθισθῶσιν, ὅπως τάχιστα προσέρχωνται ἐπὶ τῇ προσκλήσει. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ οὐδεμίαν ἔλαβε πρόνοιαν περὶ ἐφέδρων.
§33ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Χθὲς ἔφυγον ἀπὸ τὰς τάξεις.
§34ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οἱ ἔφεδροι οἱ κληθέντες ἐπὶ τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ πολλοῦ χρόνου διατελοῦσιν ἐκτὸς τῆς ὑπηρεσίας· παρῆλθε τὸ χρονικὸν διάστημα, τὸ ὁποῖον, κατὰ τὸ σύστημα τοῦ στρατολογικοῦ νόμου, ἀπαιτεῖται, ὅπως κληθῶσι πρὸς ἐκγύμνασιν ἐν στρατοπέδῳ, ἀλλ’ οὐδεμίαν πρόνοιαν ἔλαβε περὶ τούτου ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις ἐσυμβουλεύθη τοὺς νόμους καὶ τοὺς προϋπολογισμοὺς τῆς Γαλλίας, προκειμένου περὶ αὐξήσεως δαπανῶν πολυτελείας, οὐδόλως ὅμως παρετήρησεν, ὅτι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῷ γαλλικῷ ὑπάρχει πάντοτε ἄρθρον ἀφορῶν εἰς τὴν πρόσκλησιν τῶν ἐφέδρων, οὐδ’ ἐσκέφθη, ὅτι ὁ νόμος ὁ στρατολογικὸς κύριον σκοπὸν ἔχει τὴν μόρφωσιν τῶν ἐφέδρων καὶ τὴν κατάταξιν αὐτῶν ἐν τῷ στρατῷ, καὶ τὴν ἄσκησιν αὐτῶν κατὰ περιόδους, ὅπως οἱ ἔφεδροι οὗτοι ὦσιν ἕτοιμοι ἵνα ἐν ἀνάγκῃ προσέρχωνται ἀνυπερθέτως. Τοῦτο ἐξέθηκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὡς ἄρθρον προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως, προγράμματος ὅμως ἀποτελοῦντος εὐχὴν, ἐνῷ ὡς Κυβέρνησις ὁμιλῶν δὲν τῷ ἐπετρέπετο νὰ ὁμιλῇ περὶ προγράμματος, τὸ ὁποῖον δὲν ἀνεγράφη ὡς ἄρθρον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Ὅταν τοιαῦτα θεμελιώδη δὲν ἀναγράφωνται ἐν τοῖς νομοσχεδίοις, ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἀλλ’ ἐκτίθενται παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὡς βάσεις τῆς πολιτικῆς, τί ὀφείλομεν νὰ κρίνωμεν περὶ τῶν ἰδεῶν τῆς Κυβερνήσεως; Τί ἄλλο παρ’ ὅτι οὐχὶ σπουδάζων ὡμίλησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν περὶ τοῦ προγράμματος αὐτῆς, καὶ ὅτι θέλων ν’ ἀντιτάξῃ πρόγραμμα εἰς πρόγραμμα, ἀντέταξεν εἰς σύστημα ἐπὶ πεποιθήσεων στηριζόμενον λόγους κενοὺς, τοὺς ὁποίους δὲν ἐτόλμησε νὰ ἐξενέγκῃ ἐν ὀνόματι τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἐξήνεγκεν ἐν ἰδίῳ ὀνόματι, διὰ νὰ δύναται ἡ Κυβέρνησις ἐν ἐνδεχομένῃ δυσχερείᾳ ν’ ἀποκηρύξῃ αὐτούς. Ἐπίσης καὶ ἐπὶ τῶν ναυτικῶν παρασκευῶν ἐξέθηκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τὰς ἰδέας αὐτοῦ, ἰδέας καθαρῶς προσωπικάς. Εἶπεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς, ὅτι, κατὰ τὴν γνώμην αὐτοῦ, ἐπίκεινται κίνδυνοι ἄμεσοι, καὶ ὅτι ὀφείλομεν νὰ παρασκευάσωμεν τὰς δυνάμεις ἡμῶν τὰς ναυτικὰς χάριν ἀμέσου ἐνεργείας· ἀλλὰ πρὸς τοῦτο τί παρουσιάζει ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν; Παρουσιάζει ἄρθρον πιστώσεως 700,000 δραχμῶν διὰ δεξαμενὴν, ἐλαττωθὲν εἰς 350,000, διὰ τῶν ὁποίων ἡ δεξαμενὴ θέλει τελειώσει μετὰ 10 ἔτη. Ὡμίλησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν περὶ ναυστάθμου, περὶ θωρηκτῶν, ἀλλὰ ποῦ ἀπαντῶμεν πάντα ταῦτα; Περὶ θωρηκτῶν ἐξωδίκως γινώσκομεν, ὅτι ὑπάρχει σύμβασίς τις ἀποκρυπτομένη ἀπὸ τῆς Βουλῆς, σύμβασις ἐπιβάλλουσα εἰς τὸ δημόσιον βάρος 20 ἑκατομ. δραχ. Ἀμφιβάλλω ἂν καὶ διὰ τῆς δαπάνης ταύτης τῶν 20 ἑκατομμυρίων δυνάμεθα νὰ πράξωμεν κατὰ θάλασσαν πράγματα ἀντιστοιχοῦντα πρὸς τὸ μέγεθος τῆς ἀνάγκης, ἀλλὰ περὶ ταύτης οὐδὲν ἄλλο γινώσκομεν εἰμὴ ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον ἔχει σύμβασιν, καὶ τὴν σύμβασιν ταύτην ἀποκρύπτει ἀπὸ τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ παριστᾷ εἰς αὐτὴν τὸ ἰσοζύγιον ἐπιτυγχανόμενον, ἐπιφυλασσομένη ὅμως, ὅπως, ἀφοῦ διὰ τῆς ἐπαγγελίας ταύτης λάβῃ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ὑπὲρ τοῦ προϋπολογισμοῦ, τότε φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν πίστωσιν.
§35ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ ἔχῃ πίστωσιν.
§36ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Θὰ τὴν φέρῃ.
§37ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Θὰ σᾶς εἴπωμεν διατὶ δὲν τὴν ἐφέραμεν μέχρι τοῦδε εἰς τὴν Βουλὴν· δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ λόγος.
§38ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀλλ’ ἴσως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν γινώσκει τὰ ἐν τῇ Κυβερνήσει συμβαίνοντα· ἴσως διατελεῖ καὶ ὡς πρὸς τοῦτο, ὡς ἐφάνη ἐσχάτως διατελῶν καὶ ὡς πρὸς ἄλλα, ἐν ἀγνοίᾳ τῶν ἐνεργειῶν τοῦ πρωθυπουργοῦ. Ἀλλ’ ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν γινώσκῃ τὰ τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, τί λέγει αὐτὸς ὁ Πρωθυπουργὸς περὶ τοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως; Καὶ ὁ Πρωθυπουργὸς εὑρέθη εἰς τὴν αὐτὴν ἀντίφασιν πρὸς τὰ ὑποβληθέντα νομοσχέδια καὶ τὸν προϋπολογισμόν, εἰς ἣν εὑρέθη καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἰδίως ἐπέμεινε κατὰ τὴν τελευταίαν ἀγόρευσίν του θεωρῶν ὡς ἄρθρον τοῦ προγράμματος αὐτοῦ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ ἐν τούτοις ὁ προϋπολογισμὸς, τὰ νομοσχέδια τὰ ὑποβληθέντα παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, στηρίζονται πάντα ἐπὶ τῆς ἰδέας, ὅτι ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας δὲν δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ, καὶ μάλιστα τὰ νομοσχέδια ταῦτα καθιστῶσι τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐντελῶς ἀνεπίτευκτον. Ποῖος ἤθελε πιστεύσει, ἀκούων τοῦ πρωθυπουργοῦ ὁμιλοῦντος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ ἀγνοῶν τίς ὁ ὁμιλῶν, ὅτι ὁ ἀναπτύσσων τὰς θεωρίας ἐκείνας περὶ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ περὶ τῆς ἀνάγκης καὶ τοῦ συμφέροντος τῆς ἐθνικῆς τραπέζης ὅπως διευκολύνῃ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ κυβερνήτης τοῦ Κράτους ὁ δυνάμενος ταῦτα τὰ ὁποῖα ἔλεγε καὶ νὰ πραγματοποιήσῃ; Ποῖος, ἀναγνοὺς τὸν προϋπολογισμὸν καὶ τὰ Νομοσχέδια τῆς Κυβερνήσεως, ἤθελε πιστεύσει, ὅτι ὁ αὐτὸς Πρωθυπουργὸς ὑπέγραψε τὰ Νομοσχέδια ἐκεῖνα καὶ ἔλεγεν ὅσα ἔλεγε περὶ ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας; Ἢ μήπως περὶ τοῦ ἄλλου θέματος, ὡς πρὸς τὸ ὁποῖον ἡ ἀντιπολίτευσις ἐξήνεγκε γνώμην καὶ εὗρεν, ὡς πρὸς τὴν γνώμην ταύτην, ἀντιῤῥήσεις καὶ ἐν αὐταῖς ταῖς τάξεσι τῆς ἀντιπολιτεύσεως, μήπως καὶ ὡς πρὸς τὴν πρόσκλησιν ξένων ἀξιωματικῶν ὁ Πρωθυπουργὸς ἐφάνη συνεπέστερος, ἐφάνη ἔχων γνώμην ἁρμόζουσαν εἰς Κυβέρνησιν; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πάντοτε ἰσχυρίσθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι ἡ ἰδέα τῆς προσκλήσεως ξένων ἀξιωματικῶν ἀπέῤῥεεν ἐκ τῆς ἰδίας αὑτοῦ πρωτοβουλίας, ὁ Πρωθυπουργὸς αὐτὸς ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν πρότασιν περὶ ἀδείας εἰς πρόσκλησιν ξένων ἀξιωματικῶν, καὶ ἐν τούτοις ἐσυζητεῖτο παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, παρ’ ἄλλων μελῶν τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ζήτημα τῆς προσκλήσεως τῶν ξένων ἀξιωματικῶν, ὡς ἂν εἰ ἡ Κυβέρνησις ἦτον ἐναντία εἰς τὴν πρόσκλησιν ταύτην, καὶ ἐπὶ τέλους δὲν ἠδυνήθημεν νὰ διευκρινίσωμεν τί ἡ Κυβέρνησις φρονεῖ καὶ τί πράττει ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Ἡ τελευταία ἐξήγησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὑπῆρξεν ὅτι θὰ φέρῃ ξένους ἀξιωματικούς,—ἐλπίζω ὅτι δὲν τὸν παρεξήγησα,—ἐνῷ εἶχεν ὁμιλήσει διὰ μακρῶν κατὰ τῆς προσκλήσεως ξένων ἀξιωματικῶν. Τί δυνάμεθα νὰ ἐλπίσωμεν ἐν τῇ ἐξετάσει τοῦ προγράμματος τῆς κυβερνήσεως ἐκ τῶν ἐξηγήσεων τῆς κυβερνήσεως, ὅταν ἀρνῆται νὰ δώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς πληροφορίας ἐκείνας, τὰς ὁποίας καὶ ἀσχέτως πρὸς τὸ πρόγραμμά της ὤφειλε νὰ παράσχῃ; Ἡ σπουδαιοτέρα τῶν ἀντιῤῥήσεων, ἃς ἠκούσατε κατὰ τῆς προσκλήσεως ξένων ἀξιωματικῶν, ὑπῆρξεν ἡ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ἠλείας, ὅστις ἰσχυρίσθη, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν καταλλήλους ὅπως ἀναδεχθῶσι τὸ ἔργον· καὶ ἂν ἦναι ἀληθὲς ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν τοὺς καταλλήλους ξένους ἀξιωματικοὺς πρὸς ὀργάνωσιν τοῦ στρατοῦ, ἡ πρότασις πίπτει ἀφ’ ἑαυτῆς. Γινώσκομεν δὲ ὅτι τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι εὐχερές, καὶ τὸ γινώσκομεν ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως, διότι ἐν τῇ οἰκουμενικῇ κυβερνήσει εἰργάσθημεν ἐκ συνεννοήσεως μετὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἰς πρόσκλησιν ξένων ἀξιωματικῶν, καὶ τότε ἕνεκα τῶν περιστάσεων τοῦ πολέμου δὲν ἠδυνήθημεν νὰ πραγματοποιήσωμεν τὴν ἰδέαν ταύτην. Δὲν ὤφειλεν ἡ κυβέρνησις τοὐλάχιστον καὶ ἀσχέτως πρὸς τὴν ἰδέαν αὐτῆς νὰ μᾶς εἴπῃ τί ἔπραξεν ἐπὶ τούτου, ἀφοῦ ἐζήτησε νομοθετικὴν ἄδειαν, ὁποίας ἐνεργείας ἐποιήσατο καὶ ὁποῖον ὑπῆρξε τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐνεργειῶν της; Δὲν ἔχομεν λοιπὸν ἐνώπιον ἡμῶν πρόγραμμα κυβερνήσεως, καὶ τοῦτο ἀποτελεῖ μεγάλην δυσχέρειαν, διότι ἐξ ἀνάγκης ἡ ἐκλογὴ περιορίζεται μεταξὺ τῶν δύο ὅρων, διότι δὲν δίδεται ἀκαδημαϊκῶς ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς, φέρει ἀναποδράστως ἀποτελέσματα ἐπὶ τὴν ὕπαρξιν τῆς κυβερνήσεως, καὶ διὰ τοῦτο ἔχει ἕκαστο, τὸ δικαίωμα, δίδων τὴν ψῆφόν του, νὰ γινώσκῃ ὑπὲρ τίνος συστήματος ψηφίζει καὶ κατὰ τίνος ψηφίζει. Εἶπον, κύριοι, ὅτι συμφωνῶ μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα εἶναι καθαρῶς πολιτικόν· ἀλλὰ βλέπετε, ὅτι εἰς τὰς συνεπείας τῆς βεβαιώσεως ταύτης τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ πάλιν δὲν συμφωνοῦμεν, διότι ἐνῷ εἶπεν, ὅτι ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς εἶναι ψῆφος πολιτική, ἠρνήθη ν’ ἀναπτύξῃ τὰς πραγματικὰς ἰδέας τῆς κυβερνήσεως περὶ πολιτικῆς, καὶ οὕτω θέτει τὴν Βουλὴν εἰς τὴν ἀμηχανίαν τοῦ νὰ ἐξαναγκάζηται νὰ ἐξευρίσκῃ αὐτὴ τὰς ἰδέας τῆς κυβερνήσεως, ἐφ’ ὅσον ἡ κυβέρνησις δύναται νὰ θεωρηθῇ ἔχουσα ἰδέαν, εἰς τἆλλα δὲ πάντα εἶπον, ὅτι διαφωνῶ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν. Δὲν προτίθεμαι νὰ ἐπιληφθῶ τῆς ἀνασκευῆς ἑνὸς ἑκάστου τῶν παρ’ αὐτοῦ ἀνακριβῶς ῥηθέντων περὶ ἐμοῦ· τὰς ἀγορεύσεις μου αὐτὰς μετέτρεψε, τὰς γνωστὰς ἐνεργείας μου, αἵτινες εἶναι δημοσίως ἀναγεγραμμέναι, παρέστησεν ἀλλοίας τῶν πραγμάτων, ἀλλ’ ἐπειδὴ ταῦτα πάντα εἶναι παραδεδομένα εἰς τὴν δημοσιότητα, εἶναι περιττὸν ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν εἰς ἐξέλεγξιν προσωπικῶν θεμάτων. Δὲν δύναμαι ὅμως νὰ παρασιωπήσω ὅσα εἶπεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς περὶ τῆς ἐν γένει διαγωγῆς τῆς ἀντιπολιτεύσεως, διεξαγομένου τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος. Εἶπεν, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις οὐ μόνον δὲν παρέσχε συνδρομὴν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐν τῇ διεξαγωγῇ τοῦ ζητήματος τούτου, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας ἔφερεν, ὁσάκις ἠδυνήθη, καὶ προσκόμματα, καὶ παρέστησε τὴν ἐνέργειαν τῆς ἀντιπολιτεύσεως, διαρκουσῶν τῶν διαπραγματεύσεων ἐν Πρεβέζῃ καὶ Κωνσταντινουπόλει, ὡς σχοῦσαν ἀποτελέσματα ἐπιβλαβῆ εἰς τὰ δημόσια συμφέροντα. Ἐὰν, κύριοι, ἐν τῇ παρελθούσῃ περιόδῳ τῆς Βουλῆς ἐδώκαμεν ψήφους ἐπὶ ταῖς ὁποίαις κατεκρίθημεν, ἡ μόνη παρηγορία εἶναι ὅτι ἐδώκαμεν τὰς ψήφους ἐκείνας ἐν γνώσει μὲν ὅτι κακὴν ἐδίδομεν ψῆφον, ἀλλὰ διότι ἐθεωροῦμεν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ παρεμβάλλωμεν προσκόμματα εἰς τὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῷ μέσῳ τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων τῆς χώρας. Τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς μαρτυροῦσιν, ὅτι οὐδέποτε ἐφέραμεν εἰς αὐτὴν ἄλλα προσκόμματα παρ’ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐξ ἀνάγκης ἔπρεπε νὰ φέρωμεν, ἵνα προκαλέσωμεν παρ’ αὐτῆς ἐξηγήσεις, ἵνα ἀναπτύξωμεν τὴν ἡμετέραν γνώμην· ἀλλὰ μαρτυροῦσι συνάμα, ὅτι πάντοτε ὑπεχωρήσαμεν, ὁσάκις ἡ Κυβέρνησις συνέδεε τὰς προτάσεις αὐτῆς μετὰ ζητημάτων ἀφορώντων εἰς τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν τοῦ Κράτους. Κατεκρίθημεν παρὰ πολλῶν μετὰ πικρίας διὰ πολλὰς τῶν ψήφων ἐκείνων, ἀλλ’ ἐξακολουθοῦμεν φρονοῦντες ὅτι καλῶς ἐπράξαμεν, διότι, καίτοι εἴχομεν καὶ τότε ἀμφιβολίας, ἔχομεν δὲ καὶ τώρα βεβαιότητα, ὅτι κακῶς ἔκρινεν ἡ κυβέρνησις τὰ πράγματα, καὶ ὅτι ἂν δὲν ἐψηφίζομεν τὰ μέτρα ἐκεῖνα, ὠφελιμώτερον ἤθελε διεξαχθῆ ἡ ἐξωτερικὴ ὑπόθεσις. Φρονῶ ὅμως ὅτι αἱ ἀντιπολιτεύσεις ἔχουσι καθῆκον, μὴ ἐπιδοκιμάζουσαι τὴν κυβέρνησιν, νὰ ἐπιζητῶσι τὴν ἀνατροπὴν αὐτῆς· ἀλλ’ ἀφοῦ δὲν ἐπιτύχωσι τὴν ἀνατροπὴν, δὲν ταῖς ἐπιτρέπεται νὰ ὑπεισέρχωνται εἰς τὴν θέσιν τῆς κυβερνήσεως καὶ νὰ θεωρῶσι τὰς γνώμας αὐτῶν περὶ τῶν ἐξωτερικῶν ζητημάτων ὡς ἀνωτέρας τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἡ κυβέρνησις παριστᾷ ὡς ἀποῤῥεούσας ἐκ τῆς ἐπισημότητος τῆς ὑπηρεσίας. Εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις κατέκρινε τὴν κυβέρνησιν καὶ διότι βραδέως μετέβη ἡ ἐπιτροπὴ εἰς τὴν Πρέβεζαν, καὶ διότι μετέβη, καὶ διότι κατόπιν δὲν ἀπήρχετο, καὶ διότι ἀπῆλθε. Ἀλλὰ ταῦτα λέγει ἡ ἱστορία; Ἡ ἀντιπολίτευσις ἀρχῆθεν εἶπεν εἰς τὴν κυβέρνησιν νὰ σπεύσῃ, ἵνα διεξαγάγῃ τὰς ἀμέσους πρὸς τὴν Τουρκίαν διαπραγματεύσεις, εὐθὺς δ’ ὡς ἀπεδείχθη, ὅτι ἡ διαπραγμάτευσις δὲν ἠδύνατο ν’ ἀποβῇ τελεσφόρος, συνεβούλευσε τὴν κυβέρνησιν ν’ ἀποσυρθῇ, καὶ ὅταν ἀπεσύρθη, κατέκρινε τὴν κυβέρνησιν, διότι βραδέως ἀπεσύρθη. Ὅταν δ’ ἐπρόκειτο ν’ ἀποφασίσῃ ἡ κυβέρνησις περὶ ἀποστολῆς ἀντιπροσώπων εἰς Κωνσταντινούπολιν, ἡ ἀντιπολίτευσις συνεβούλευσεν αὐτὴν νὰ μὴ ἀνοίξῃ ἐκ νέου στάδιον διαπραγματεύσεων, τὸ ὁποῖον ἔκλεισεν ὁριστικῶς ἐν Πρεβέζῃ. Ἡ κυβέρνησις τί ἀπήντα; τί ἀπήντησεν ἐντεῦθεν πρὸ ὀλίγου ὁ κ. ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν ὑπουργός; Ὅτι ἐν Κων)πόλει δὲν ἐπρόκειτο περὶ διεξαγωγῆς ἀμέσων διαπραγματεύσεων Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας, διότι ἔληξαν αὗται ἐν Πρεβέζῃ, ἀλλ’ ἐν Κων)πόλει ἐπρόκειτο περὶ διαδικασίας τῆς μεσολαβήσεως τῶν Δυνάμεων. Χθὲς δὲ τί εἶπεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν ὑπουργός; Ὅτι ἤδη διασκέπτονται αἱ δυνάμεις περὶ μεσολαβήσεως. Ἡ ἀντιπολίτευσις παρέστησεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν, ὅτι ἠπατᾶτο φρονῶν ὅτι ἐν Κωνστ)πόλει ἐπρόκειτο περὶ μεσολαβήσεως τῶν Δυνάμεων, ὅτι ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀπέχῃ διαπραγματεύσεων, αἱ ὁποῖαι δὲν ἠδύναντο νὰ ἔχωσιν ἀποτέλεσμα ἄλλο ἢ τὴν ἀναβολὴν καὶ τὸν ἐξευτελισμὸν τῆς Ἑλλάδος. Δὲν ἔδωκε πίστιν τότε ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν γνώμην τῆς ἀντιπολιτεύσεως· ἀναγνωρίζει ὅμως ἤδη, ὅτι ἡ ἐκτίμησις τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἦτο ὀρθὴ, ἀφοῦ ἔπαυσαν αἱ ἐν Κωνσταντινουπόλει διαπραγματεύσεις, αἱ δὲ Δυνάμεις διαπραγματεύονται ἤδη περὶ τῆς μεσολαβήσεως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν, ὁμιλῶν χθὲς περὶ τοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως, ἀφοῦ ἐξήγησε πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὅσα ἤθελεν εἰπεῖ περὶ τῶν κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν ἦσαν γνῶμαι αὐτοῦ ἀτομικαὶ, δὲν ἐδίστασεν ὅμως ἐν ὀνόματι τῆς Κυβερνήσεως νὰ εἴπῃ, ποῦ στηρίζει τὴν πολιτικὴν αὐτῆς ἡ Κυβέρνησις καὶ ποῦ αὐτὸς εὑρίσκει τὴν ἀντίθεσιν τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν πολιτικὴν τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως, εἶπεν, εἶναι ἡ τῶν ἐκτάκτων παρασκευῶν κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τὰς ἠρέμα παρασκευὰς, καὶ ἠρώτησε τὴν ἀντιπολίτευσιν, ποίαν ἔννοιαν δίδει εἰς τὰς ἠρέμα παρασκευάς, μὴ διστάσας νὰ ἐξηγήσῃ τί αὐτὸς ἐννοεῖ διὰ τῶν ἐκτάκτων παρασκευῶν. Εἶπε πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα εἰσῆλθεν εἰς νέαν φάσιν, καὶ ὅτι τέλος «γῆν ὁρῶμεν»· ὅτι ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως στηρίζεται ἐπὶ τῆς ἰδέας, ὅτι τέλος ἐπὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος «γῆν ὁρῶμεν». Καὶ ποία εἶνε ἡ γῆ, τὴν ὁποίαν ὁρᾷ ἡ Κυβέρνησις; Εἶνε ἡ γῆ τῶν Ἰωαννίνων; εἶνε ἡ γῆ τῶν Τρικκάλων; εἶνε ἡ γῆ τοῦ Μετσόβου; Ἂς ἀπαντήσῃ ὁ Νομάρχης τῆς Ζακύνθου. Ἀφοῦ παρέστησεν εἰς τὴν Βουλὴν ἐν ἄλλῃ συνεδριάσει ὁ κ. Δηλιγιάννης, ὅτι ἡ μεσολάβησις ἐξετελεῖτο ἐν Κωνσταντινουπόλει συμπραττούσης καὶ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἤδη ἀναφέρει ὡς τι νέον οὐχὶ τὴν μεσολάβησιν τῶν δυνάμεων, ἀλλὰ τὴν διάσκεψιν τῶν δυνάμεων περὶ μεσολαβήσεως, καὶ σᾶς λέγει, ὅτι ἡ διάσκεψις αὕτη τοσοῦτον φέρει ἐγγὺς τὴν λύσιν τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος, ὥστε δὲν ἐπιτρέπεται σήμερον νὰ θέσωμεν χεῖρα ἐπὶ τοῦ καθεστῶτος τοῦ διοικητικοῦ καὶ τοῦ οἰκονομικοῦ. Ὁ δὲ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἠλείας ὁ πρὸ μικροῦ λαλήσας καὶ τοῦ ὁποίου θαυμάζω ὡς πρὸς τοῦτο τὰ γενναῖα αἰσθήματα, διότι ὑπαγόρευσις τῶν γενναίων τούτων αἰσθημάτων ὑπῆρξεν ἡ εὐπιστία του, παρεδέχθη τὴν πολιτικὴν τοῦ Ὑπουργείου καὶ εἶπεν, ὅτι δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ ταραχθῶσι τὰ περὶ στρατοῦ κείμενα, ἀφοῦ ἤκουσε τὴν βεβαίωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἀλλὰ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν εὑρισκόμεθα πλησιάζοντες εἰς τὸ ὠμέγα, κατὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν, διότι ἡ μεσολάβησις ἐξετελεῖτο ἐν Κωνσταντινουπόλει, ἤδη ὅμως οὐδεμία ἐκτελεῖται μεσολάβησις, ἤδη διαπραγματεύονται αἱ δυνάμεις περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν θέλουσι συνεννοηθῆ περὶ τῆς μεσολαβήσεως, καὶ ἐφ’ ὅσον εἶναι γνωστὰ τὰ διατρέχοντα ἐν ταῖς διαπραγματεύσεσι ταύταις, ἠξεύρομεν, ὅτι αὗται δὲν εἶνε κατὰ πάντα εὐνοϊκαὶ πρὸς τὴν Ἑλλάδα. Ὅτε ὑπεγράφη ἡ συνθήκη τοῦ Βερολίνου εἴχομεν ὑπὲρ ἡμῶν μίαν ἀπόφασιν τῶν Δυνάμεων, εἴχομεν μίαν ἀναγραφὴν δικαιωμάτων, εἴχομεν διὰ τῆς Συνθήκης ἐκείνης καθωρισμένα οὐχὶ ἐν λεπτομερείᾳ ἀλλ’ ἐν ταῖς γενικαῖς βάσεσι τὰ νέα σύνορα, καὶ σήμερον πρόκειται αἱ Δυνάμεις ν’ ἀποφασίσωσιν τίνα θὰ ὦσι τὰ νέα ἡμῶν σύνορα, πρόκειται ν’ ἀποφασίσωσιν ἂν τὰ Ἰωάννινα, ἂν τὰ Τρίκαλα, ἂν τὸ Μέτσοβον θὰ περιληφθῶσιν ἐντὸς τῶν νέων συνόρων. Ἀλλ’ ἐντὸς τῶν συνόρων οἷα διαγράφονται παρὰ τῆς Συνθήκης τοῦ Βερολίνου ἀναντιῤῥήτως περιλαμβάνονται τὰ Ἰωάννινα. Τὸ 13 Πρωτόκολλον δὲν ἀναφέρει τὰ Ἰωάννινα, ἀλλὰ χαράττει γραμμὴν, ἥτις περιλαμβάνει τὰ Ἰωάννινα, ὁπωσδήποτε καὶ ἄν τις θεωρήσῃ αὐτήν. Σήμερον ἀμφισβητεῖται τοῦτο, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν θεωρεῖ τὴν ἀμφισβήτησιν ὡς βῆμα εἰς τὰ πρόσω καὶ ὡς τὸ Ὠμέγα τῶν διαπραγματεύσεων. Ἐγώ, κύριοι, σᾶς λέγω, στηριζόμενος ἐπὶ πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας πάντες ἔχετε, ἀλλ’ αἱ ὁποῖαι εἶναι πληρέστεραι τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας σᾶς ἔδωκε χθὲς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι δὲν εἰσήλθομεν εἰς τὸ Α. Ἡ συνθήκη τοῦ Βερολίνου ἀνέγραψεν ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος δικαιώματα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ πραγματοποιηθῶσιν, ἂν ἡ Ἑλλὰς πολιτευθῇ πρεπόντως· αἱ διαπραγματεύσεις ὅμως αἱ κατόπιν τῆς ὑπογραφῆς τῆς συνθήκης τοῦ Βερολίνου οὐδόλως συνετέλεσαν ἵνα μᾶς φέρωσιν εἰς τὰ πρόσω. Εὐτυχὴς θέλω λογισθῆ ἂν δυνηθῶ νὰ πεισθῶ, ὅτι ὁ τρόπος, καθ’ ὃν διεξήχθησαν αἱ διαπραγματεύσεις αὗται παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, δὲν συνετέλεσεν εἰς τὸ ν’ ἀπολέσωμέν τι ἀπὸ τοῦ σημείου, εἰς τὸ ὁποῖον μᾶς ἔθεσεν ἡ Συνθήκη τοῦ Βερολίνου. Εὔχομαι καὶ ἐλπίζω νὰ μὴ συνέβη τοῦτο, ἀλλὰ βεβαίως σήμερον δὲν εὑρισκόμεθα μᾶλλον προκεχωρημένοι παρὰ τότε. Τὸ δικαίωμα ἡμῶν ἐλπίζω ὅτι μένει ἀκέραιον, ἀλλ’ οὐδεμίαν ἔχομεν ἀφορμὴν ἵνα φρονῶμεν, ὅτι ἡ λύσις θέλει εἶσθαι ταχεῖα, ὡς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός. Καὶ ἄλλοτε εἶπε ταῦτα ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἀντετάξαμεν δὲ τότε εἰς τὰς ἀξιώσεις τῆς Κυβερνήσεως τὰς ἀνηκούσας εἰς πάντας ἡμᾶς πληροφορίας τὰς ἐν τῇ δημοσιότητι, καὶ ἀπηντήσαμεν νὰ μὴ στηριχθῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῶν σκέψεων τῆς Κυβερνήσεως ὡς πρὸς τὴν διατύπωσιν τῆς πολιτικῆς τῆς Ἑλλάδος. Ἡ Κυβέρνησις τότε ἐπέμεινεν, ὅτι ταχεῖα θὰ ἦτο ἡ λύσις τοῦ ζητήματος, καὶ σήμερον μετὰ παρέλευσιν 18 μηνῶν λέγει πάλιν, ὅτι ταχεῖα ἔσεται ἡ λύσις, καὶ τὸ λέγει πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπὸν, πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ ψηφίσωμεν μεγάλας πιστώσεις. Ἠρνεῖτο ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος, ἠρνεῖτο ἐπιμόνως καὶ ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον καὶ ὁσάκις κατόπιν προεκλήθη· ἀλλ’ ὅταν ἔφθασεν εἰς τὸ τελικὸν σημεῖον, ὅταν ἐπρόκειτο ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφασίσῃ ἂν θὰ δώσῃ ἢ μὴ τὰς πιστώσεις, τότε σᾶς λέγει ταχεῖα ἔσεται ἡ λύσις. Ἀλλὰ ποίας φέρει πληροφορίας ἐπισήμους περὶ τούτου; οὐδεμίαν ἄλλην ἢ ὅτι τὸ λέγει αὐτὸς ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς εἶναι αὐτὸς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος πρὸ 18 μηνῶν σᾶς ἔλεγε ταυτὰ, καὶ ὅμως οἱ τότε λόγοι του ἀπεδείχθησαν ἀνυπόστατοι· οὕτω δυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν, ὅτι καὶ οἱ σημερινοὶ δὲν ἔχουσιν ὑπόστασιν. Ἐπὶ τῶν πληροφοριῶν ἡμῶν ὀφείλομεν νὰ στηριχθῶμεν, διότι οὐδὲν προσέθηκεν εἰς αὐτὰς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ ἐπὶ τῶν πληροφοριῶν ἡμῶν στηριζόμενοι, φρονοῦμεν, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ἐκτελέσεως τῆς Βερολινείου Συνθήκης μένει ὅπου εὑρίσκετο, ἂν μὴ ἐκαρκινοβάτησε, καὶ ἡ Ἑλλὰς ὀφείλει διὰ παντὸς τρόπου νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν πραγματοποίησιν τῆς συνθήκης ἐκείνης, ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ πραγματοποίησις δύναται νὰ βραδύνῃ ἐπὶ πολὺ, ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἂν ἀπατηθῇ εἰς τὴν κρίσιν αὑτῆς καὶ θεωρήσῃ, ὅτι ἡ λύσις θὰ ἦναι ταχεῖα, καὶ προβῇ εἰς ἀφειδεῖς δαπάνας, ἐπὶ τῇ ἰδέᾳ, ὅτι δὲν θέλουν εἶσθαι αὗται διαρκεῖς, τρέχει τὸν μέγαν κίνδυνον νὰ ἐξαντλήσῃ τὰς δυνάμεις τῆς χώρας πρὸ τῆς ὥρας, καθ’ ἣν θὰ ἔχῃ ἀνάγκην αὐτῶν· ἐν τούτῳ δὲ κεῖται ἡ συσχέτισις τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ προϋπολογισμοῦ. Τοῦτο εἶναι, κύριοι, τὸ θεμελιῶδες ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔχομεν νὰ λύσωμεν. Ἐὰν νομίζωμεν, ὅτι ὀφείλομεν νὰ δώσωμεν τυφλὴν πίστιν εἰς τὰ λεχθέντα παρὰ τῆς Κυβερνήσεως διὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὀφείλομεν τότε ν’ ἀποδεχθῶμεν καὶ τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ἠλείας, ὅτι δὲν εἶναι αὕτη ἡ στιγμὴ πρὸς μεταῤῥυθμίσεις. Ἐὰν ὅμως νομίζωμεν, ὅτι ἡ πιθανότης εἶναι μεγαλειτέρα, ὅτι ἡ λύσις τοῦ ζητήματος θέλει βραδύνει, πρέπει νὰ φροντίσωμεν νὰ συντάξωμεν ἡμᾶς αὐτοὺς, νὰ διαθέσωμεν τὰ καθ’ ἡμᾶς, ὥστε ὁ παρερχόμενος χρόνος νὰ μὴ παρέρχηται καθ’ ἡμῶν, ἀλλ’ ὑπὲρ ἡμῶν· παρέρχεται δὲ καθ’ ἡμῶν, ὅταν ἐργαζώμεθα πέραν τῶν δυνάμεών μας, καὶ παρέρχεται ὑπὲρ ἡμῶν, ὅταν ἐργαζώμεθα μέχρι τοῦ μέτρου τῶν δυνάμεών μας. Ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν διηνεκῶς ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ, ὅπως ἐν γένει ἐν τῇ διεκδικήσει τῶν δικαιωμάτων ἡμῶν ἐν τῇ Ἀνατολῇ, ἔχομεν ἀνάγκην ὑλικῆς δυνάμεως, ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν ὑλικῶν δυνάμεων καὶ ὡς βάσιν αὐτῶν ἔχομεν ἀνάγκην καὶ ἠθικῶν δυνάμεων, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἀπέδειξε καὶ ὡς πρὸς ταύτας, ὅτι οὐδὲν ἐνόει ἐκ τῆς σπουδαιότητος αὐτῶν. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ἡ χρησιμότης τῆς Ἑλλάδος δὲν δύναται νὰ στηρίζηται εἰμὴ μόνον εἰς τὰς ὑλικὰς αὐτῆς δυνάμεις. Πλάνη μείζων ταύτης δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ. Ἡ ἀνάπτυξις τῶν ὑλικῶν δυνάμεων τῆς Ἑλλάδος εἶναι βεβαίως ἀναγκαία, καὶ θέλουσιν αἱ δυνάμεις αὗται ληφθῆ ὑπ’ ὄψιν παρ’ ἐκείνων, οἵτινες ἤθελον σκεφθῆ νὰ συμπράξωσι μεθ’ ἡμῶν, ἀλλὰ πρὸ παντὸς ἄλλου ὁ θέλων νὰ συμπράξῃ μεθ’ ἡμῶν θὰ ἐξετάσῃ ἂν τῷ ἐμπνέωμεν πεποίθησιν. Ἄνευ ἐμπιστοσύνης μὴ περιμένετε, ὅτι δύνασθε νὰ προσελκύσητε συμμάχους. Διατὶ ἀπετύχαμεν ἐν Βερολίνῳ; ἀπετύχαμεν διότι διετυπώσαμεν ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν αἴτησιν; Καὶ χθὲς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐνόμισεν, ὅτι εἶχε καθῆκον νὰ δικαιολογήσῃ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν συνέταξε τὸ ὑπόμνημά του, ὡσανεὶ εἶχε τοῦτο τινὰ πρακτικὴν σπουδαιότητα. Ὅ,τι εἶχε σπουδαιότητα, ἦτο ἡ ἐμπιστοσύνη, τὴν ὁποίαν ἡ Ἑλλὰς ἠδύνατο νὰ ἐμπνεύσῃ πρὸς ἐκείνους, οἵτινες ἤθελον νὰ ἐργασθῶσιν ὑπὲρ αὐτῆς. Ἡ Ἑλλὰς εἶχε καθῆκον ἐν Βερολίνῳ νὰ ἐξετάσῃ τίνες εἶχον συμφέρον καὶ ἐπιθυμίαν νὰ ἐργασθῶσιν ὑπὲρ αὐτῆς, καὶ εἰς ἐκείνους ὤφειλε νὰ ἐμπνεύσῃ ἐμπιστοσύνην καὶ νὰ ὁδηγηθῇ παρ’ αὐτῶν περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐνεργείας. Συνεζήτησε χθὲς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν περὶ Βερολινείου Συνεδρίου καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ πλανᾶται, ὅτι παρέστη εἰς τὸ Συνέδριον τοῦ Βερολίνου. Οὔτε αὐτός, οὔτε ἡ Ἑλλὰς παρέστη εἰς τὸ Συνέδριον· εἰσῆλθεν ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ἀνέγνωσεν ὑπόμνημα, καὶ ἀπεχώρησε, καὶ δὲν ἐλήφθη πλέον ὑπ’ ὄψιν ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος. Πῶς ὁμιλοῦσι περὶ Βερολίνου καὶ ἀντιπροσώπων ἡμῶν ἐκεῖ; Ἀλλ’ εἰσερχόμενοι ἢ μὴ εἰσερχόμενοι εἰς τὸ Συνέδριον, ἠδυνάμεθα νὰ ἐμπνεύσωμεν ἐμπιστοσύνην, καὶ δὲν ἐνεπνεύσαμεν ἐμπιστοσύνην, διότι ἠξεύρετε ὅτι ἐλέχθη, ὅτι εἴχομεν τὰ βλέμματα ἐστραμμένα ἀλλαχοῦ. Ἐδῶ εἶναι τὸ σφάλμα τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ἐξακολουθεῖ φρονοῦσα, ὅτι δύναται ἐν τῇ πολιτικῇ νὰ ἐπαμφοτερίζῃ, φρονοῦσα, ὅτι δύναται καὶ ἐν τῇ πολιτικῇ τῇ ἐξωτερικῇ νὰ ἐξακολουθῇ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον μετέρχεται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐν τῷ γραφείῳ αὐτοῦ πρὸς τοὺς φίλους, οἰκονομῶν καὶ τούτους οἰκονομῶν καὶ ἐκείνους. Ἡ Ἑλλὰς ὤφειλε νὰ ἔχῃ πολιτικὴν ἐξωτερικὴν καθαρῶς διαγεγραμμένην, ὤφειλε νὰ ἔχῃ πολιτικὴν δημοσίαν, διότι, ἐὰν αἱ δυνάμεις γινώσκωσιν ἀκριβῶς τί ἡ Ἑλλὰς θέλει, εἶναι εἰς θέσιν νὰ κανονίσωσι τὴν ἀπέναντι τῆς Ἑλλάδος πολιτικήν των· ὅτι δὲ ἐμποδίζει αὐτὰς νὰ συμπράξωσι μετὰ τῆς Ἑλλάδος, εἶναι ὅτι δὲν γνωρίζουσι τί θέλει. Ἠθέλησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν χθὲς νὰ ἐπικρίνῃ τὴν γνώμην μου περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ὀφείλει νὰ πολιτεύηται ἡ Ἑλλὰς πρὸς τὴν γείτονα ἐπικράτειαν· καὶ ἐνταῦθα ἠκολούθησε τὸ αὐτὸ σύστημα τῆς διαστροφῆς πραγμάτων δεδημοσιευμένων, καὶ ἑπομένως παρεχόντων τὰς ἀποδείξεις πλήρεις. Σᾶς εἶπεν, ὅτι ἐγὼ ἐσχάτως μετὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον ἀνήγγειλα, ὅτι ἀσπάζομαι τὴν πολιτικὴν τῶν φιλίων σχέσεων πρὸς τὴν γείτονα ἐπικράτειαν, ἐνῷ ἀπέκρουον αὐτὴν πρὸ τοῦ πολέμου, ὅτε τὴν πολιτικὴν ταύτην ἀνέγραφεν εἰς τὸ πρόγραμμα αὐτοῦ τὸ πολιτικὸν ὁ μακαρίτης Δεληγεώργης. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πολλάκις ἔκαμε λόγον περὶ τῆς ἀποστολῆς μου εἰς Κωνσταντινούπολιν, καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς γνωρίζει ὅτι τότε ἐδέχθην τὴν ἀποστολὴν ταύτην, ἣν μοὶ προσέφερε καὶ αὐτὸς καὶ ὁ μακαρίτης Χριστόπουλος, διότι εἴχομεν ἔλθει εἰς συνεννόησιν περὶ τοιαύτης πολιτικῆς, καὶ ἔχω ἀκόμη τὸ ἀντίγραφον τοῦ ὑπομνήματος περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, τὸ ὁποῖον εἶχον δώσει τότε εἰς τὸν ψυχοῤῥαγοῦντα Ὑπουργὸν Χριστόπουλον. Δὲν ἐννοῶ διὰ τούτου νὰ διεκδικήσω προτεραιότητα ἐπὶ τῆς πολιτικῆς ταύτης, διότι τὴν ἀξίαν ἐν τῇ πολιτικῇ δὲν ἔχουσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐκφέρουσιν ἰδέαν τινά, ἀλλ’ ἡ ἀξία ἔγκειται εἰς τὴν ἐφαρμογὴν καὶ ὁ πρῶτος, ὅστις ἐφήρμοσε τὴν πολιτικὴν ταύτην ὡς Κυβέρνησις, εἶναι ὁ μακαρίτης Δεληγεώργης. Δὲν ζητοῦμεν προνόμιον ἐφευρέσεως τῆς πολιτικῆς ταύτης· ἐκεῖνος εἶναι ὁ ἄριστος πολιτευτής, ὅστις ἐκ τῶν γνωμῶν τῶν ἐν τῇ κοινωνίᾳ ἀναπτυσσομένων ἐκλέγει τὰς ἀρίστας καὶ ἔχει τὸ θάῤῥος νὰ ἐφαρμόσῃ αὐτὰς καὶ τὴν ἐπιμονὴν νὰ τὰς ἐφαρμόσῃ, καὶ ἠξεύρει πῶς νὰ τὰς ἐφαρμόσῃ. Ἔκτοτε ἐφρόνουν καὶ ἐξακολουθῶ φρονῶν, ὅτι, ὑφισταμένης καταστάσεως πραγμάτων ἐν τῇ γείτονι ἐπικρατείᾳ, ἥτις παρέχει εἰς τὸ Ὀθωμανικὸν Κράτος τὰ μέσα, ὅπως παρεμποδίζῃ τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ Ἑλληνισμοῦ, καθῆκον παντὸς κηδομένου τῶν συμφερόντων τοῦ Ἑλληνισμοῦ εἶναι νὰ φροντίσῃ ὅπως πρὸς τοὺς κατέχοντας τὰ μέσα ταῦτα διατελῇ τὸ Ἑλληνικὸ Κράτος εἰς τοιαύτης σχέσεις, ὥστε νὰ μὴ ἔχωσιν ἀφορμὰς νὰ καταπιέζωσι τὸν Ἑλληνισμόν. Ἆρα ἐννοῶ διὰ τούτου, ὅτι ὠφείλαμεν νὰ παραιτηθῶμεν δικαιώματος ἐθνικοῦ οἱουδήποτε; Βεβαίως ὄχι. Ὅστις ὁμιλεῖ περὶ φιλίων σχέσεων, ἀποκλείει πᾶσαν ἰδέαν παραιτήσεως δικαιώματος, διότι αἱ φίλιαι σχέσεις δὲν δύνανται ἢ νὰ στηρίζωνται ἐπὶ τῆς ἀμοιβαίας τῶν δικαιωμάτων ἀναγνωρίσεως. Ἀλλὰ πολιτικὴ σφαλερὰ εἶναι ἡ κηρύττουσα, ὡς ἔπραξε χθὲς ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς, ὅτι μετὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον ἡ πολιτικὴ, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὸ 1872 ἀνέγραψε, εἶναι πολιτικὴ τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν νὰ παραιτήσωμεν. Δὲν ἐξαρτᾶται ἐξ ἡμῶν νὰ τὴν ἀκολουθήσωμεν, διότι δέον νὰ συμφωνῇ καὶ ἡ γείτων ἐπικράτεια. Ἀλλὰ ἐφ’ ὅσον ἐξαρτᾶται ἐξ ἡμῶν, ἐφ’ ὅσον ἡ γείτων ἐπικράτεια εἴτε ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας, εἴτε ὑπείκουσα εἰς πίεσιν ἄλλων δυνάμεων, ἀποφασίσει νὰ ἀναγνωρίσῃ τὰ δικαιώματα ἐκεῖνα τῆς Ἑλλάδος, ἄνευ τῶν ὁποίων σχέσεις φιλικαὶ πρὸς αὐτὴν δὲν δύνανται νὰ ὑπάρχωσι, νομίζω, ὅτι ὁ Ἕλλην πολιτευτὴς ἀντικρὺς ἀντιστρατεύεται εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἀποκρούων τὰς φιλικὰς σχέσεις μετὰ τοῦ ὁμόρου Κράτους.
§39ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§40ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ταῦτα περὶ ἐξωτερικῆς πολιτικῆς ἀνέπτυξε χθὲς ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς, ἵνα ἀποδείξῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀνάγκην ὅπως διατελῇ ἡ Ἑλλὰς πάντοτε ἑτοίμη, διότι ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν, ἀπὸ τῆς σήμερον ἕως τῆς αὔριον, δύναται νὰ παρουσιασθῇ ἀνάγκη, καὶ νὰ μὴ ἔχωμεν τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον, ἂν μὴ διατελῶμεν διηνεκῶς ἕτοιμοι ὅπως συγκεντρώσωμεν τὰς δυνάμεις ἡμῶν. Ἀντέταξε δὲ τὴν πολιτικὴν ταύτην πρὸς τὴν πολιτικὴν τῆς ἠρέμα παρασκευῆς καὶ ἠρώτησε τί ἐστὶν ἡ ἠρέμα αὕτη παρασκευή. Ἡ ἠρέμα παρασκευὴ, κύριοι, εἶναι ἡ παρασκευὴ ἐκείνη, τὴν ὁποίαν μέγα κράτος, κράτος στρατιωτικὸν, μετὰ μεγάλην ἧτταν, μετὰ ἧτταν πολύκλαυστον ἐθεώρησε, ὅτι ὤφειλε ν’ ἀποδεχθῇ. Ἡ Γαλλία μετὰ τὸν τελευταῖον γαλλογερμανικὸν πόλεμον δὲν ἐνόμισεν ὅτι ὤφειλε νὰ ἐπιζητήσῃ τὴν ἱκανοποίησιν ἑαυτῆς διὰ συστήματος ὁποῖον ἀνέπτυξεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργός· δὲν ἐνόμισεν, ὅτι ὤφειλε νὰ προβῇ εἰς ἐκτάκτους παρασκευὰς, εἰς παρασκευὰς ἀνωτέρας τῶν δυνάμεων τῆς χώρας. Ὁ πρῶτος θρίαμβος, ὃν κατήγαγεν ἡ Γαλλία μετὰ τὸν πόλεμον, ὑπῆρξε θρίαμβος οἰκονομικός. Ἡ πραγματοποίησις τοῦ δανείου, διὰ τοῦ ὁποίου ἠδυνήθη νὰ πληρώσῃ τὸ πρὸς τὴν Γερμανίαν χρέος, ὑπῆρξε μέγας θρίαμβος, ὁ ὁποῖος ἀπέδωκεν εἰς τὴν Γαλλίαν τὸ πλεῖστον τῆς ἀπολεσθείσης αὐτῆς δυνάμεως ἐν Εὐρώπῃ. Ἡ Γαλλία ἠσπάσθη τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀποκρούουσιν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργός. Προσέφυγεν ἡ Γαλλία εἰς τὸ σύστημα τῶν οἰκονομιῶν, ἐπεδίωξε διὰ πάσης θυσίας τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ. Αὐτὴ ἦτον ἐν Γαλλίᾳ ἡ πρώτη σκέψις τῶν πολιτευτῶν καὶ τῶν στρατιωτικῶν. Ἀνάγνωτε τὰς συζητήσεις τὰς ἐν τῇ Συνελεύσει τῇ Γαλλικῇ εὐθὺς μετὰ τὸν πόλεμον, καὶ θέλετε ἰδεῖ, ὅτι εἰς τὰ οἰκονομικὰ ζητήματα ἔλαβον μέρος καὶ οἱ στρατιωτικοὶ, διότι ἐνόουν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑμεῖς δὲν θέλετε νὰ ἐννοήσητε, ὅτι ἡ βάσις πάσης ἐθνικῆς ἐνεργείας εἶναι ἡ οἰκονομικὴ ἀποκατάστασις. Καὶ ἔκτοτε ἤρξατο ἡ ἠρέμα παρασκευὴ τῆς Γαλλίας, ἥτις ἤδη, δεκαετίαν μετὰ τὸν πόλεμον ἐκεῖνον, δὲν ἔφθασεν ἔτι εἰς τὴν πλήρη αὑτῆς ἀνάπτυξιν. Τοῦτο, κύριοι, ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν πρὸ ὀφθαλμῶν, ὅτι, ἐὰν ζητήσωμεν παρασκευὴν ὁποία αὕτη διαγράφεται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἀριθμοὺς δυνάμεως στρατιωτικῆς ὁποίους εἴχομεν κατὰ τὸν τελευταῖον Ῥωσσοτουρκικὸν πόλεμον, ὅτε ἠδυνήθημεν νὰ συγκεντρώσωμεν 35,000 στρατοῦ· ἀλλὰ εἴχομεν τότε, θὰ ἔχωμεν ἤδη καὶ στρατόν; Στρατιώτας πρὸς ἐπίδειξιν δυνάμεθα νὰ συγκεντρώσωμεν διὰ τοιαύτης πολιτικῆς, ἀληθῆ ὅμως αὔξησιν καὶ ἀνάπτυξιν τῶν στρατιωτικῶν ἡμῶν δυνάμεων δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν, ἐὰν δὲν ἀποφασίσωμεν νὰ ἔχωμεν ὑπομονὴν, τουτέστι νὰ θελήσωμεν νὰ ἐννοήσωμεν, ὅτι ὀφείλομεν νὰ ἐργασθῶμεν οὐχὶ διὰ τὴν αὔριον, ἀλλὰ διὰ τὴν μετὰ τὴν αὔριον. Εἶναι βεβαίως ἡ κατάστασις τῆς Ἀνατολῆς τοιαύτη, ὥστε ἐπιθυμητὸν θὰ ἦτο ἀπὸ τοῦδε νὰ ἤμεθα ἕτοιμοι· ἀλλ’ ἀφοῦ δὲν εἴμεθα ἕτοιμοι, τί δυνάμεθα νὰ πράξωμεν ἄλλο παρὰ νὰ ἐργασθῶμεν ὅπως, ἐὰν ἡ ἀνάγκη δὲν παραστῇ ἐντὸς τοῦ ἔτους, ἐντὸς δύω ἐτῶν, ἀπὸ τοῦ χρόνου ὅμως ἐκείνου νὰ παρίστανται συντεταγμέναι καὶ νὰ ἄρχωνται αὐξανόμεναι αἱ δυνάμεις ἡμῶν, ὥστε μετὰ περίοδον 5 ἢ 10 ἐτῶν νὰ δυνηθῶμεν νὰ φθάσωμεν πλησίον τῆς πλήρους αὐτῶν ἀναπτύξεως; Τοῦτο ἐννοοῦμεν λέγοντες ἠρέμα παρασκευήν. Ἐννοοῦμεν ὅπως ἀπὸ τοῦδε ἐπιληφθῶμεν σπουδαίως τοῦ ἔργου τῆς στρατιωτικῆς συντάξεως τῆς χώρας, ἀπὸ τοῦδε μιμηθῶμεν περὶ τὰ τῆς στρατιωτικῆς ἡμῶν συντάξεως τὰ κράτη τὰ μᾶλλον πρὸς ἡμᾶς παρεμφερῆ, τὰ μικρὰ κράτη τῆς Εὐρώπης, τὰ ὁποῖα ἐφαρμόζουσι σύστημα, δι’ οὗ παρασκευάζουσι στρατοὺς τοὺς μεγαλειτέρους διὰ μέσων ἀναλόγων πρὸς τοὺς πόρους αὐτῶν, καὶ νὰ ἐπιζητήσωμεν διοργάνωσιν τῶν στρατιωτικῶν ἡμῶν δυνάμεων τοιαύτην, ὁποίαν εὑρίσκομεν ἐν ταῖς ἐπικρατείαις ἐκείναις. Ἐξετάσατε τοὺς στρατιωτικοὺς προϋπολογισμοὺς καὶ τὴν στρατιωτικὴν νομοθεσίαν τῆς Ἑλβετίας, τῆς Δανίας, τῆς Ὁλανδίας, τῆς Σουηδίας. Πάντα ταῦτα τὰ κράτη εἶναι μεγαλείτερα τῆς Ἑλλάδος καὶ εὐπορώτερα. Καὶ τί εὑρίσκετε ἐκεῖ; εὑρίσκετε μικρὰν, ἐλαχίστην δύναμιν ἀνδρῶν ἐν εἰρήνῃ, μεγάλην δύναμιν στελεχῶν ἐν εἰρήνῃ, μεγίστην δὲ δύναμιν ἀνδρῶν ἐν πολέμῳ. Τοῦτο εἶνε, κύριοι, τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον συνιστῶ εἰς τὴν Βουλὴν, τὸ σύστημα, διὰ τοῦ ὁποίου νομίζω, ὅτι δύναται νὰ πραγματοποιηθῇ ἠρέμα ἡ στρατιωτικὴ τῆς χώρας παρασκευή. Ἐπειδὴ εἰσήλθομεν εἰς τὸ ἔτος τῆς πρώτης ἐφαρμογῆς τοῦ νέου στρατολογικοῦ συστήματος, ἐκ τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον θέλομεν ἤδη ἐργασθῆ ἐξαρτᾶται ἡ ἐπιτυχία ἢ ἡ ἀποτυχία τοῦ συστήματος τούτου. Ἐὰν τὸ σύστημα τοῦτο ἐφαρμοσθῇ κατὰ τὸν τρόπον τὸν ὁποῖον μέχρι τοῦδε ἐπορευόμεθα ἐν τοῖς στρατιωτικοῖς ἡμῶν πράγμασιν, ἡ ἀποτυχία εἶνε βεβαία, καὶ μετὰ τῆς ἀποτυχίας τοῦ νόμου τούτου εἶνε βεβαία καὶ ἡ ἀποτυχία πάσης παρασκευῆς τῆς Ἑλλάδος. Ὁ νόμος οὗτος ἐπιβάλλει καὶ εἰς τὸ κράτος καὶ εἰς τοὺς πολίτας ὑποχρεώσεις πολὺ μεγαλειτέρας τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ἐπέβαλεν ἡ μέχρι τοῦδε κειμένη νομοθεσία. Ὁ νέος νόμος ἀποστερεῖ τὸν πολίτην στρατευθέντα τοῦ δικαιώματος τῆς ἀντικαταστάσεως, ὑποβάλλει εἰς ὑποχρέωσιν στρατεύσεως, πλὴν τῶν ἀνδρῶν, ὅσοι εἶνε ἀναγκαῖοι πρὸς τὸν καταρτισμὸν τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως ἐν εἰρήνῃ, καὶ πάντας τοὺς ὑπεραρίθμους τοὺς ἀνήκοντας εἰς ἡλικίαν τὴν στρατεύσιμον, ὑποβάλλει προσέτι εἰς ὑποχρέωσιν ἀσκήσεως κατὰ τακτὰς περιόδους τοὺς ἐφέδρους καὶ τοὺς ἐθνοφρουρούς. Πάντα ταῦτα ἀπεδείχθησαν βαρύτατα πρὸς τὸν πολίτην, ἀλλὰ συνάμα καὶ βαρύτατα πρὸς τὴν πολιτείαν, καὶ εἰς αὐτὰ τὰ κράτη τὰ ἐπὶ πλούτῳ φημιζόμενα. Ἐὰν ἐν Ἑλλάδι θέσωμεν τὴν βάσιν εὐρεῖαν περὶ τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ πολίτου καὶ τὰς δαπάνας τοῦ κράτους, θὰ ἦνε ἀδύνατον νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν πλήρη ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου. Ἐὰν ἡ ἐν εἰρήνῃ δύναμις τοῦ στρατοῦ, καὶ ἐννοῶ δύναμιν τὴν ὑπὸ τοῦ νόμου οὕτως ὀνομαζομένην, τουτέστι τὴν μὴ περιλαμβάνουσαν τοὺς ὑπεραρίθμους, τοὺς ἐφέδρους καὶ τοὺς ἐθνοφρουροὺς, προσδιορισθῇ μεγάλη, δὲν θὰ ἐπαρκῇ τὸ δημόσιον εἰς τὰς δαπάνας τῆς ἐκγυμνάσεως τῶν ὑπεραρίθμων, τῶν ἐφέδρων καὶ τῶν ἐθνοφρουρῶν, καὶ ἄνευ τῆς περιοδικῆς συγκεντρώσεως καὶ ἐκγυμνάσεως τῶν ἐφέδρων, ὁ στρατολογικὸς νόμος εἶναι πάντῃ περιττός. Ἐπιβάλλων ὁ νόμος ὑποχρέωσιν εἰς τοὺς ἀνήκοντας εἰς τὴν στρατεύσιμον ἡλικίαν, προτίθεται κυρίως τὴν μόρφωσιν ἐφέδρων· ὅταν δ’ ἀφοῦ τοὺς μορφώσει δὲν ἔχῃ τὴν δύναμιν νὰ τοὺς ἀσκῇ περιοδικῶς καὶ νὰ τοὺς διατηρῇ ἐν συνδέσμῳ μετὰ τοῦ στρατοῦ, ὅπως μὴ ἀπομαθάνωσιν ὅσα ἔμαθον καὶ μὴ λησμονῶσι τὰς στρατιωτικὰς αὐτῶν ὑποχρεώσεις, πᾶσα ἡ δαπάνη καὶ πᾶσαι αἱ ὑποχρεώσεις, εἰς τὰς ὁποίας ὑπεβλήθησαν οἱ πολῖται, ἀποβαίνουσιν ἐπὶ ματαίῳ. Καὶ βλέπετε ἀμέσως, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, διὰ νὰ ἐξογκώσῃ τὴν ἐνεργὸν δύναμιν τοῦ στρατοῦ, ἠναγκάσθη νὰ μὴ λάβῃ πίστωσιν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ διὰ τὴν ἄσκησιν τῶν ἐφέδρων, καὶ ἠναγκάσθη οὕτως ἐν αὐτῇ τῇ βάσει νὰ παραβιάσῃ τὸν νόμον. Τουναντίον ὀφείλομεν νὰ διαγράψωμεν τὴν βάσιν στενὴν, διὰ νὰ δυνηθῶμεν ἐπὶ ταύτης τῆς βάσεως νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸ σύστημα ἐν πάσῃ τελειότητι. Ὀφείλομεν ὡς πρὸς τοὺς ὑποβαλλομένους εἰς τὴν θητείαν ἄνδρας νὰ καταστήσωμεν τὴν ὑποχρέωσιν ὅσον τὸ δυνατὸν ἐλαφροτέραν, διὰ νὰ ἦναι πρᾶγμα ἡ ὑποχρέωσις. Ὅτε ἡ Κυβέρνησις προκληθεῖσα νὰ ὑποβάλῃ ἐπισήμους πληροφορίας περὶ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ τέως ἐπικρατοῦντος συστήματος τῶν κληρωσίμων ἠναγκάσθη νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι ἐπὶ 2,800 ἀνδρῶν τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1879 δὲν ἠδυνήθη νὰ συγκεντρώσῃ πλέον τῶν 720· ὅταν δὲν ἠδυνήθη τοῦτο νὰ κατορθώσῃ ἰσχύοντος νόμου, ὁ ὁποῖος παρεῖχε πάσας τὰς εὐκολίας εἰς τοὺς ἀπογραφομένους, ὁ ὁποῖος παρεῖχεν εἰς αὐτοὺς τὸ δικαίωμα τῆς ἀντικαταστάσεως, ποῖον θέλει εἶσθαι πάντως τὸ ἀποτέλεσμα, ὅταν ἀφῃρέσαμεν ἀπὸ τῶν ἀπογραφομένων τὸ δικαίωμα τῆς ἀντικαταστάσεως; Ἡ διπλῆ αὕτη ἀνάγκη, ἡ ἀνάγκη τῆς ὅσον ἔνεστιν ἐλαττώσεως τῆς ὑποχρεώσεως τῶν πολιτῶν, ἄνευ βλάβης ὅμως τῆς πλήρους ἐφαρμογῆς τοῦ συστήματος, καὶ ἡ ἀνάγκη τῆς ἐλαττώσεως ὅσον ἔνεστι τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους ὡς πρὸς τὴν δύναμιν τὴν ἐν εἰρήνῃ, ἵνα ὑπολείπωνται αὐτῷ τὰ μέσα πρὸς τὴν περιοδικὴν συγκέντρωσιν καὶ ἄσκησιν τῶν δυνάμεων τῶν ἐν ἐπιστρατεύσει, τὰ δύο ταῦτα εἶναι οἱ ὅροι οἱ ἀπαραίτητοι πρὸς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νέου συστήματος τοῦ στρατολογικοῦ. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τοῦτο οἱ ἀγορεύσαντες ἀπὸ τοῦ βήματος, καὶ ἰδίως οἱ εἰδικοὶ, παρέστησαν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ταῦτα νὰ πραγματοποιηθῶσιν ἐν Ἑλλάδι, ὅτι τὸ σύστημα, ὁποῖον ἐξέθηκα αὐτὸ πρὸς τὴν Βουλὴν εἰς ἐφαρμογὴν τῶν ἰδεῶν τούτων, θὰ ἦνε σύστημα πρώτην φορὰν ἐν Ἑλλάδι παρουσιαζόμενον καὶ οὐδὲν ἔχει τὸ ὑπόδειγμα ἀλλαχοῦ. Καὶ ἐγώ, κύριοι, παρατηρῶ ὅτι τὸ ἀντίθετον σύστημα οὐδὲν ἔχει παράδειγμα ἀλλαχοῦ. Οὐδὲν ὑπάρχει παράδειγμα ἐν Εὐρώπῃ, εἴτε εἰς μεγάλα, εἴτε εἰς μικρὰ Κράτη, συγχύσεως τῶν δύο ὑπηρεσιῶν, συγχύσεως τοῦ στρατοῦ τῆς ἐκπαιδεύσεως μετὰ τοῦ στρατοῦ τῆς ὑπηρεσίας· οὐδέποτε ὑπῆρξε τοιαύτη σύγχυσις οὐχὶ μόνον εἰς Κράτη φιλελεύθερα, ἀλλ’ οὐδ’ εἰς αὐτὰ τὰ δεσποτικά. Παντοῦ θέλετε ἀπαντήσει δύναμιν εἰδικὴν, ἐντεταλμένην τὰ τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τ’ ἄλλα χαρακτηριστικὰ τοῦ συστήματος, ἐὰν ἀνατρέξωμεν εἰς τὴν στρατιωτικὴν νομοθεσίαν τῶν ἐθνῶν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ μιμηθῶμεν, τουτέστι τῶν ἐθνῶν, τὰ ὁποῖα μᾶλλον πλησιάζουσι πρὸς ἡμᾶς ὡς πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν πολιτῶν καὶ τὴν οἰκονομικὴν δύναμιν, θὰ εὕρωμεν ἐφαρμοζόμενον ἐν ταῖς βάσεσιν αὐτοῦ τὸ σύστημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον συνιστῶ πρὸς τὴν Βουλὴν, καὶ θὰ τὸ εὕρωμεν ἐφαρμοζόμενον πληρέστερον. Λαμβάνω ὡς παράδειγμα τὴν Δανίαν· καὶ διὰ νὰ μὴ ἀμφισβητηθῶσιν οἱ λόγοι μου, ἀναγινώσκω ἐν συγγράμματι εἰδικῷ τὰ περὶ τούτου. «Οἱ στρατοὶ τῆς Εὐρώπης» ἐπιγράφεται τὸ σύγγραμμα. Ποία εἶναι ἡ δύναμις τοῦ στρατοῦ τῆς Δανίας ἐν καιρῷ πολέμου; 55,037 ἀνδρῶν, τουτέστιν ἡ δύναμις, τὴν ὁποίαν ἀναγράφει ὁ ἡμέτερος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐν τῷ Νομοσχεδίῳ αὐτοῦ, δύναμις, τὴν ὁποίαν καὶ αὐτὸς ἀναγνωρίζει, ὅτι πρὸς τὸ παρὸν δὲν δύναται νὰ ἔχῃ. Ἐν Δανίᾳ ὅμως ὑπάρχει ἡ δύναμις αὕτη, ὡς τοῦτο ἀπέδειξαν τὰ πράγματα. Ἐνῷ λοιπὸν ἡ δύναμις ἡ ἐν πολέμῳ, ἡ πραγματικὴ, εἶναι 55,000, ποία εἶναι ἡ δύναμις ἐν εἰρήνῃ; Ἡ δύναμις ἐν εἰρήνῃ ἡ συνήθης, εἶναι 6 ἕως 9,000 ἀνδρῶν, κατὰ δὲ τοὺς μῆνας τοῦ χειμῶνος τρεῖς χιλιάδες ἀνδρῶν· ἀλλ’ ἅπαξ τοῦ ἐνιαυτοῦ γίνεται ἡ συγκέντρωσις τῶν ἐφέδρων, τῶν ὑπεραρίθμων, τῶν ἐθνοφρουρῶν, καὶ τότε ἡ δύναμις εἶναι 24,175. Οὕτως ἐργάζονται τὰ ἔθνη, τὰ ὁποῖα σπουδαιολογοῦσιν· ἐλαττοῦσι τὰς δυνάμεις κατὰ τὴν ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἔχουσι τὴν ἀνάγκην αὐτῶν, ἵνα ἔχωσιν αὐτὰς ἐφισταμένης τῆς ἀνάγκης. Τοιαύτας ἀναλογίας εὑρίσκετε καὶ εἰς τοὺς στρατοὺς τῶν ἄλλων μικρῶν ἐπικρατειῶν, εὑρίσκετε ἐν ἀναλογίᾳ οὐχὶ μόνον, ὡς καὶ ἄλλοτε εἶπον, τοῦ ⅓, ἀλλὰ καὶ τοῦ ¼ τὴν ἐν εἰρήνῃ δύναμιν πρὸς τὴν ἐν πολέμῳ. Ὁ χωρισμὸς τῆς δυνάμεως τῆς πρὸς ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους ἀπὸ τῆς δυνάμεως τῆς πρὸς ἐκπαίδευσιν, εἶναι ὅρος τοσοῦτον στοιχειώδης, ὥστε οὐδὲ κἂν λόγος δύναται νὰ γείνῃ περὶ αὐτοῦ παρὰ ξένων στρατιωτικῶν· καὶ αὐτὴ ἡ ἰδέα, ὅτι ὁ κύριος στρατὸς ἤθελεν ἐκπληροῖ ὑπηρεσίαν χωροφυλακῆς, εἶναι ἰδέα τοσοῦτον ξένη τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν εὐρωπαϊκῶν στρατῶν, ὥστε δὲν εὑρίσκεται παράδειγμα τοιαύτης τοῦ στρατοῦ ἐνασχολήσεως. Μόνον προκειμένου περὶ ἐσωτερικῶν ἐμφυλίων ταραχῶν, καὶ ἴσως ἐξαιρετικῶς περὶ ληστείας ἐν Ἰταλίᾳ, ὅταν λαμβάνῃ μεγάλας διαστάσεις, δύναται ν’ ἀνατεθῇ ὑπηρεσία τοιαύτη εἰς τὸν στρατόν. Ἀλλὰ καὶ πάλιν, προκειμένου περὶ εἰδικῶν ἀναγκῶν, σχηματίζονται σώματα εἰδικά, οἱ λόχοι τῶν Ἄλπεων ἐν Ἰταλίᾳ, οἱ ἀκροβολισταὶ τοῦ Τυρόλου καὶ τὰ σώματα τῶν μεθορίων ἐν Αὐστρίᾳ, καὶ ἄλλα ἀλλαχοῦ. Κύριοι! οἱ ὁμιλήσαντες ἔχουσι βεβαίως πολλὴν τὴν αὐθεντίαν, διότι πάντες εἰσὶν εἰδικοὶ περὶ τὰ στρατιωτικὰ, καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς Οἰτύλου, καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς Ἠλείας· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι πάντες θέλουσιν ἀναγνωρίσει, ὅτι εἴχομεν παρ’ ἡμῖν στρατιωτικὸν ἄνδρα, τὸν ὁποῖον δύνανται νὰ θεωρήσωσιν ὡς ἀποτελοῦντα αὐθεντίαν οὐχὶ μόνον ἀπέναντι ἐμοῦ τοῦ λαϊκοῦ, ἀλλὰ καὶ ἀπέναντι αὐτῶν. Νομίζω, ὅτι τὴν εἰδικότητα τοῦ μακαρίτου Βότσαρη οὐδεὶς ἀρνεῖται. Ἰδοὺ πῶς ἐκφράζεται ὁ μακαρίτης Βότσαρης περὶ τῶν εὐζωνικῶν σωμάτων καὶ τοῦ χωρισμοῦ τῶν δύω στρατῶν. «Προετιμήσαμεν, κύριοι, νὰ ὀργανίσωμεν δι’ αὐτῆς τῆς αὐξήσεως, τὴν ὁποίαν ἐκάμαμεν ἐφέτος εἰς τὴν δύναμιν τοῦ στρατοῦ, 4 τάγματα, παρὰ νὰ ἐξογκώσωμεν τὰ δέκα· διότι νομίζομεν, ὅτι τοῦτο ἀπαιτεῖ ἡ ἔκρυθμος κατάστασις τῶν μεθορίων, καὶ ὄχι μόνον αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ ἡ ἔκρυθμος κατάστασις ἄλλων μερῶν τοῦ κράτους. Νομίζομεν, ὅτι δύναμις εἰδικὴ, ὠργανισμένη εἰδικῶς, συντεθειμένη ἀπὸ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα νὰ ἦναι ἐπίτηδες ἐκλελεγμένα πρὸς αὐτὸν τὸν σκοπὸν τῆς καταδιώξεως τῆς ληστείας, τῆς εἰδικῆς αὐτῆς ὑπηρεσίας, τῆς μὴ στρατιωτικῆς, τὴν ὁποίαν θὰ ἐκτελῇ μετὰ τῆς χωροφυλακῆς, ὅτι αὐτὸς ὁ διοργανισμὸς ἤθελε φέρει τάχιστα κάλλιστα ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα δὲν δύναται νὰ φέρῃ στρατὸς μὴ πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτὸν διωργανισμένος καὶ εἰς τὸν ὁποῖον δὲν δύναται νὰ ἐνασχοληθῇ, χωρὶς νὰ ἔλθῃ εἰς ἀποσύνθεσιν. Διενοήθην λοιπὸν, ὅτι πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτὸν ἤθελεν εἶναι καλὸν νὰ σχηματισθῶσιν αὐτὰ ἀπὸ ἐθελοντὰς, γεννημένους, οὕτως εἰπεῖν, καὶ ἀνατεθραμμένους μὲ τὰς ἰδέας αὐτάς, παρὰ νὰ ἀφήσωμεν εἰς ὅλον τὸν στρατὸν αὐτὸ τὸ ἐπίμοχθον καὶ φέρον εἰς ἀποσύνθεσιν τὸν στρατὸν ἔργον. Ἀποτέλεσμα δὲ ἄλλο ποῖον θὰ ἦναι ἐκτὸς τῆς ἀσφαλείας, ὅπως σᾶς ἀνέφερον; ἀποτέλεσμα θὰ ἦναι, ὅτι θέλομεν ἀμέσως δυνηθῆ νὰ ἀποστείλωμεν αὐτὰ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην, καὶ ὡς ἐκ τούτου θὰ δυνηθῶμεν τὰς δυνάμεις νὰ τὰς συγκεντρώσωμεν, καὶ συγκεντρώνοντες οὕτω τὸν στρατόν, νὰ τὸν ἐκπαιδεύσωμεν καὶ νὰ τὸν καταστήσωμεν κατὰ τὸ δυνατὸν ἄξιον τοῦ προσεχοῦς μέλλοντός του. Ἐὰν δὲν εἴχομεν τὰ συμβαίνοντα ἐνώπιον ἡμῶν, ἠδυνάμεθα μετὰ μεγάλης ὑπομονῆς νὰ φθάσωμεν εἰς ἓν συμπέρασμα· ἀλλ’ ὁ χρόνος ἐπείγει, δυνατὸν τοὐλάχιστον νὰ φανῇ λίαν ἐπείγων, καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν ἔχομεν καιρὸν νὰ καταγινώμεθα εἰς αὐτὸ, ἀλλὰ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὰ ὅρια καὶ νὰ φέρωμεν τάξιν, καὶ συγχρόνως συγκεντρώνοντες τὸ ὑπόλοιπον τοῦ στρατοῦ ἐν βραχυτάτῳ διαστήματι νὰ τὸν παρουσιάσωμεν ἀξιόμαχον. Τούτου δὲ γενομένου, εἰς ὁμαλὰς περιστάσεις, τί ἐπέρχεται, κύριοι; ἐπέρχεται κατὰ μεγάλην κλίμακα ἡ οἰκονομία, τὴν ὁποίαν ἐπιδιώκομεν, διότι, ἅμα κάμωμεν αὐτὸ, τότε θὰ ἐπέλθῃ αὐτὸ τὸ ἀγαθὸν ἀποτέλεσμα ὡς πρὸς τὴν τάξιν, ἐκπαίδευσιν καὶ πειθαρχίαν τοῦ στρατοῦ διὰ τῆς μεγαλειτέρας συγκεντρώσεως, καὶ πρὸς τούτοις θὰ ἔχωμεν καὶ τὴν τάξιν εἰς τὸν τόπον· πρὸς τούτοις τότε θέλουν περιορισθῆ εἰς μεγίστην κλίμακα αἱ ὑποχρεώσεις τοῦ λαοῦ πρὸς τὴν πολιτείαν καὶ θέλουν ἐπανέρχονται εἰς τὰς ἑστίας των νὰ ἐκτελέσουν τὰ ἔργα των, καὶ ἰδοὺ πῶς ἐπέρχεται ἡ οἰκονομία.... «Ἡ Βαυαρία κύριοι, εἶναι ἓν Κράτος ἐκ τῶν μεσαίων· ὁ ὀργανισμὸς της δὲν ἔχει τίποτε ἐξαίσιον, εἶναι καθὼς τῶν λοιπῶν ἐπικρατειῶν ὡς ἔγγιστα Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἔχουσιν αὐτὸ τὸ σύστημα τὸ νὰ ἐπανέρχωνται οἱ πολῖται εἰς τὰς ἐργασίας των, ἕνεκα αὐτοῦ ἔφθασαν εἰς ἀποτέλεσμα νὰ ἔχωσιν ὠργανισμένον στρατὸν ἰσχυρότερον ἀπὸ ἄλλας δυνάμεις μεγαλειτέρας, ὅστις ἐν τούτοις ἐκόστισεν ὀλιγώτερον ἀπὸ πάντα ἄλλον στρατὸν ἐν τῷ κόσμῳ· διότι συγκεντρώνει τὸν στρατόν, καὶ ἅμα ἀποπερατώσῃ τὰς ἐξασκήσεις του, ὁλόκληρος ὁ στρατὸς καταβαίνει εἰς τὰ ἔργα του, καὶ βλέπετε, ἐνῷ οἱ λόχοι σύγκεινται ἀπὸ 120, 140,160 ἄνδρες, μετὰ τὴν λῆξιν τῶν γυμνασίων βλέπετε νὰ ἦναι εἰς τὰ ὅπλα καὶ νὰ ἀποτελοῦν τὸν λόχον μόνον 27 ἄνδρες. Βλέπετε εἰς ποίαν κλίμακα οἰκονομικὴν καὶ ποῖον θησαυρὸν δύναται νὰ μᾶς φέρῃ ἕνας καλὸς ὀργανισμός;» Οὗτος εἶναι ὁ ὀργανισμός, ὃν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἀπέκρουσαν στηριζόμενοι ἐπὶ τῆς ἰδίας αὐτῶν εἰδικότητος. Ἀλλ’ ἔχομεν ἐν τῷ μέσῳ ἡμῶν καὶ ἕτερον εἰδικόν, οὗ θὰ σᾶς ἀναγνώσω τὰς γνώμας, διότι αἱ γνῶμαι αὐτοῦ ἔχουσι τὴν εἰδικότητα, ὅτι ἀκολουθοῦνται ὑπὸ πολλῶν ψήφων, καὶ πιστεύω ὅτι ὁ ἐξενεγκὼν τὰς γνώμας ταύτας δὲν θὰ θελήσῃ νὰ εὑρεθῇ εἰς ἀντίφασιν πρὸς ἑαυτόν. «Ἐπιθυμῶ νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν ὡς πρὸς τοὺς ἐθελοντάς» εἶπε κατὰ τὴν αὐτὴν ἐποχὴν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος. «Κύριοι, ὅταν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἐκτιμῶν τὴν ἀνάγκην τῶν περιστάσεων, ἐζήτησε τὴν αὔξησιν τοῦ στρατοῦ, τὴν ὁποίαν βλέπετε, τὴν ἀναγκαιοῦσαν ἐν τακτικαῖς καὶ ὁμαλαῖς περιστάσεσιν, εὑρέθη, ὅτι διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν αὔξησιν, τὴν ὁποίαν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐζήτησεν, ἔπρεπε νὰ προσθέσωμεν δύω χιλιάδας νεοσυλλέκτους, τοὺς ὁποίους τὸ ἔθνος κατ’ ἔτος ὀφείλει νὰ ἀποστείλῃ εἰς τὸν στρατόν. Οἱ νεοσύλλεκτοι εἶναι οἰκογενειῶν ἐργατικῶν, εἶναι χεῖρες παραγωγοὶ, καὶ γνωρίζετε καλῶς ὁποῖαι ἀπαντῶνται δυσκολίαι πρὸς συλλογὴν αὐτῶν, ὄχι διότι εἶναι ἀπεχθὲς τὸ πνεῦμα τοῦ λαοῦ πρὸς τὸ στρατιωτικὸν ἐπάγγελμα, ἀλλὰ διότι ἡ ἀφαίρεσις τῶν ἐργατικῶν αὐτῶν χειρῶν ἀπὸ τὴν οἰκογένειάν των καταστρέφει τὴν οἰκογένειαν αὐτῶν.» Βλέπετε λοιπὸν ὅτι ἐστηρίχθην ἐπὶ τῶν ἰδεῶν, τὰς ὁποίας κατωτέρω μοὶ κάμνει τὴν τιμὴν νὰ εἴπῃ, ὅτι συνελάδαμεν ἀμφότεροι. «Ἐσκέφθημεν τότε, καὶ μοὶ ἐπιτρέπουν οἱ κύριοι συνάδελφοι νὰ τὸ εἴπω, πρὸ πάντων ἐγὼ καὶ ὁ κ. Τρικούπης, ὅτι ἦτο καλλίτερον καὶ συμφερώτερον νὰ ἀπαλλάξωμεν τὴν κοινωνίαν καὶ ἀπὸ αὐτὸ τὸ δεύτερον βάρος, τῆς ἀφαιρέσεως δηλ. 2 χιλιάδων ἐργατικῶν χειρῶν, τῆς ὑπηρεσίας. Δὲν ἠμποροῦμεν, εἴπομεν, νὰ ἀφήσωμεν αὐτὰς τὰς ἐργατικὰς χεῖρας, καὶ νὰ δώσωμεν εἰς τὸν στρατὸν χεῖρας ἄλλας, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι ἐργατικαὶ καὶ εὐχαρίστως θέλουν νὰ ἐπιδοθοῦν εἰς αὐτὸ τὸ ἐπάγγελμα, αἱ ὁποῖαι ἔχουν ἕξεις τοιαύτας, καὶ αἱ ὁποῖαι, μένουσαι ἐν τῇ κοινωνίᾳ, δὲν ὠφελοῦν τόσον, ὅσον ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους ζητοῦμεν νὰ ἀποσπάσωμεν. Δὲν εἶναι λοιπὸν καλὸν μὲ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους νὰ συμπληρώσωμεν τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, καὶ νὰ κάμωμεν ἐθελοντὰς οὐχὶ ὅπως εἰς τὴν γενικὴν ἔκφρασιν ἐννοεῖται, ἀλλὰ τάγματα ἐκ τοιούτων ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἐπιθυμοῦν νὰ ὑπηρετήσουν στρατιωτικῶς, καὶ οἱ ὁποῖοι νὰ ἦναι κάτοικοι Ἕλληνες, ἀποκατεστημένοι πρὸ ἑνὸς καὶ δύω ἐτῶν, καὶ ὄχι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ὑποπτεύονται, καὶ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ κάμω διάκρισιν μεταξὺ ἐντοπίων καὶ μὴ, ἀλλὰ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι κάθηνται ἐδῶ ἐπὶ ἔτη καὶ χαίρουν πολιτικὰ δικαιώματα, καὶ ὄχι ἐλθόντες χθὲς ἀπὸ τὴν Σμύρνην καὶ τὴν Ἀνατολὴν, ἀλλὰ συνταυτίσαντες τὴν τύχην των μὲ ἡμᾶς. Δὲν εἶναι, εἴπομεν, καλὸν νὰ λάβωμεν τοιούτους ἀνθρώπους, νὰ τοὺς διοργανώσωμεν, νὰ τοὺς ὑποτάξωμεν εἰς ὅλους τοὺς στρατιωτικοὺς κανόνας, νὰ ἐπαναφέρωμεν τέλος πάντων τὰ τάγματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἰς τὰς ἀρχὰς τῆς Βασιλείας τῆς ά. ὑπηρέτουν, τὰ λεγόμενα Λακωνικὰ τάγματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἦσαν τίποτε ἄλλο παρὰ τακτικοὶ στρατιῶται μὲ χωριστὸν ἔνδυμα· καὶ ἐνομίσαμεν, κύριοι, ὅτι τοιουτοτρόπως θέλομεν συμπληρώσει τὸν στρατὸν μὲ ὠφέλειαν τῆς κοινωνίας καὶ θέλομεν ἀπαλλάξει τὴν κοινωνίαν ἀπὸ δυστυχίας, τὰς ὁποίας ἡ αὔξησις τῆς νεοσυλλεξίας ἐπιβάλλει. Ἰδοὺ, κύριοι, τί ἐννοοῦμεν διὰ τῆς λέξεως ἐθελονταί.» Ἐπιμένει ὅμως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὰς ἰδέας ταύτας, διότι τὰς ἐξέφερε κατὰ τὸ 1867, καὶ κατὰ τὸ 1874 πάλιν τὰς αὐτὰς ἰδέας εὑρίσκομεν μετὰ πλείονος ζωηρότητος παρ’ αὐτοῦ ἐκφραζομένας (ἀναγινώσκει). «Τρεῖς χρόνους διοικεῖτε τὸν στρατόν· τί περὶ αὐτοῦ καλὸν ἐγένετο;» Ἂς ἀπευθύνῃ τώρα πρὸς ἑαυτὸν τὴν ἐρώτησιν ταύτην (ἱλαρότης). «Καὶ, κύριοι, ὅ,τι ἤδη γίνεται, εἶναι δολοφονία τοῦ στρατοῦ. Διατί; διότι ἐὰν ὁ στρατὸς ὁ ἑλληνικὸς δὲν ἔχῃ ὡς ἀποστολήν του τὴν κυρίαν καὶ ἀρχικὴν ἰδέαν διὰ τὴν ὁποίαν συνεστήθη καὶ διὰ τὴν ὁποίαν πᾶς στρατὸς συνιστᾶται, ἐὰν ἡ ἀποστολὴ τοῦ στρατοῦ μεταβληθῇ ὅπως τὸν μεταβάλλετε εἰς στρατὸν ὑπηρεσίας, εἰς ἀκόλουθον τῆς χωροφυλακῆς, τοῦ στρατοῦ αὐτοῦ, εἰς τὸ ἑξῆς, καὶ ἐὰν δὲν τὸ σκοπεύητε, θέλετε ἐκβιάσει τὴν διάλυσιν. Αἱ ἀνάγκαι τῆς ὑπηρεσίας ἀπαιτοῦσιν ὄργανα τῆς ἀστυνομίας, καὶ οὐχὶ τακτικὸν στρατόν. Ἡ κοινὴ πεποίθησις, μὴ βλέπουσα ἐν αὐτῇ πραγματοποιούμενον τὸν προορισμὸν τοῦ στρατοῦ, θέλει ὀλίγον κατ’ ὀλίγον τὸν ἐγκαταλείψει, ὡς τοιοῦτον. Ὁ στρατὸς λοιπόν, ὅπως τὸν ἀποκατεστήσατε, δὲν δύναται νὰ ἔχῃ εὐάρεστον ὕπαρξιν καὶ μέλλον εὐτυχές. Τὸν στρατὸν, ἐπαναλαμβάνω, θέλετε ν’ ἀποκαταστήσητε ὄργανον κοινῆς ὑπηρεσίας, ὅτι δὲ λέγω ἀλήθειαν, ἐπικαλοῦμαι τὴν τελευταίαν ἔλθεσιν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν στρατιωτικῶν. Θέλει ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν αὔξησιν στρατοῦ, διατί; διὰ τὴν ὑπηρεσίαν, διὰ νὰ συνοδεύῃ τοὺς εἰσπράκτορας, διὰ νὰ καταδιώκῃ τοὺς νεοσυλλέκτους, τοὺς λειπομάρτυρας κλπ. Ὁ στρατὸς εἰς χεῖράς σας εἶναι λοιπὸν βοηθὸς τῆς ἀστυνομίας, στρατὸς τῆς ὑπηρεσίας, καί, καθὼς εἶπον ἄλλοι, θέλετε νὰ τὸν κάμετε στρατὸν κόμματος». Οὕτως ἐξεφράζετο ὁ κ. Κουμουνδοῦρος κατὰ τῆς τότε ὑπαρχούσης καὶ τῆς νῦν ἔτι ὑφισταμένης συγχύσεως τῶν δύω ὑπηρεσιῶν· ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἔλεγεν ὅτι, ἐν ὅσῳ αἱ δύω ὑπηρεσίαι εἶναι συγκεχυμέναι, μὴ ἐλπίζετε ὅτι θὰ ἔχητε στρατόν, ματαία πᾶσα δαπάνη πρὸς τὸν στρατὸν ἐνόσῳ δὲν ἀποχωρίσητε τὰς δύω ὑπηρεσίας· ὁ δὲ μακαρίτης Βότσαρης ἔλεγεν, ὅτι ὁ ἀποχωρισμὸς ὁ κάλλιστος εἶναι ὁ διὰ τῆς συστάσεως τῶν εὐζωνικῶν ταγμάτων. Δὲν ἐπρότεινα ἐγώ, κύριοι, νέον τι, ἐπρότεινά τι ὑπάρχον ἐν Ἑλλάδι, καὶ ὑπάρχον, ὡς εἶπον, κατὰ τὸ ὑπόδειγμα τῆς Ἰταλίας καὶ τῆς Αὐστρίας, εἰσαχθὲν εἰς τὴν Ἑλλάδα ὑπὸ τοῦ Βότσαρη, ἐπρότεινά τι, τὸ ὁποῖον καὶ ἤδη ὑφίσταται, τὸ ὁποῖον τοσοῦτον εἶναι ἐνδεδειγμένον καὶ ὑπὸ τῶν πραγμάτων ἐπιβεβλημένον, ὥστε παρανόμως ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει διπλασιασμένην τὴν δύναμιν τῶν εὐζώνων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, καὶ πλέον ἢ διπλασιασμένην, κατὰ τὰς σημειώσεις, τὰς ὁποίας ὑμεῖς ὑπεβάλετε, διότι κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν ἔχετε δικαίωμα νὰ ἔχητε 1120 εὐζώνους, καὶ κατὰ τὴν σημείωσιν, τὴν ὁποίαν ἐφέρατε, ἔχετε 2580.
§41ΒΑΛΤΙΝΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.) Τότε.
§42ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅτε ἐφέρατε τὴν σημείωσιν· αἱ πληροφορίαι μου δὲν φθάνουσι περαιτέρω. Ποῖος λοιπὸν εἶναι ὁ στρατὸς οὗτος ὁ εὐζωνικός; Εἶναι στρατὸς κατὰ πάντα ὅμοιος πρὸς τὸν ἄλλον τακτικὸν στρατὸν, ἀλλ’ ἔχει ὑπηρεσίαν εἰδικὴν, καὶ οἱ ἄνδρες λαμβάνονται μεταξὺ τῶν καταλλήλων πρὸς τοιαύτην ὑπηρεσίαν, τῶν θελόντων νὰ ὑπηρετήσωσι. Δὲν ἔρχονται, ὡς εἶπεν ὁ βουλευτὴς Ἄργους; περὶ τῶν κληρούχων, νοσταλγοῦντες καὶ ἀνίκανοι πρὸς πᾶσαν ὑπηρεσίαν ὡς ἐκ τῆς νοσταλγίας, ἀλλὰ θέλοντες, καὶ ἀπαλλάττουσι διὰ τῆς προσελεύσεως αὐτῶν τὸν λαὸν ἀπὸ τοῦ μεγίστου τῶν βαρῶν, ἀπὸ βάρους, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει δικαίωμα ἡ κοινωνία νὰ ἐπιβάλῃ εἰς αὐτὸν πέραν τοῦ μέτρου τῆς ἀνάγκης. Ὅταν ἦνε δυνατὸν ἡ ἀνάγκη νὰ ἐκπληρωθῇ ἄνευ ὑποχρεωτικῆς ὑπηρεσίας, δὲν ἐπιτρέπεται ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ νὰ ἐπιβάλλωνται ὑποχρεώσεις. Ὁ βουλευτὴς Οἰτύλου παρετήρησεν, ὅτι τὰ εὐζωνικὰ σώματα εἶναι δαπανηρότερα τῶν ἄλλων σωμάτων, καὶ διατί; διότι πληρώνονται οἱ ἄνδρες τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπληρώνετο εἰς τοὺς κληρούχους, ἂν μὴ ἐπεβάλλετο εἰς αὐτοὺς ὑποχρεωτικῶς ἡ στράτευσις. Ἠκούσθη ἐντεῦθεν, καὶ παρεδέχθη ὁ κ. ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν, ὅτι ὁ μισθὸς τοῦ στρατιώτου καὶ τοῦ ὑπαξιωματικοῦ εἶναι ἀνεπαρκής, καὶ ὅτι ἐκ τῶν πρωτίστων μελημάτων ἡμῶν πρέπει νὰ ἦναι ἡ αὔξησις τοῦ σιτηρεσίου τοῦ στρατοῦ. Τοῦτο τὸ σιτηρέσιον ἔχει ηὐξημένον ὁ ἐθελοντής, διότι, ἂν δὲν τὸ αὐξήσητε καὶ δὲν δώσητε τὰ πρὸς ἐπαρκῆ τροφήν, δὲν προσέρχεται ὁ πολίτης κληρούμενος ὅμως προσέρχεται, ἀλλὰ προσέρχεται διότι εἶναι ὑπόχρεως νὰ προσέλθῃ· τοιουτοτρόπως δὲ τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην ἐπιβάλλομεν, διὰ νὰ οἰκονομήσωμεν ἑκατοστύας τινὰς χιλιάδων δραχμῶν. Ἀλλ’ ἐπιτρέπεται νὰ δίδωμεν τροφὴν ἀνεπαρκῆ εἰς τὸν στρατιώτην χάριν οἰκονομίας, καὶ νὰ λέγωμεν, προτιμήσατε χάριν οἰκονομίας τὸν κληροῦχον τοῦ ἐθελοντοῦ, διότι ἡ μόνη διαφορά, ἥτις ὑφίσταται μεταξὺ τῶν δαπανῶν τῶν εὐζώνων καὶ τῶν δαπανῶν τῶν ὑποχρεωτικῶς στρατολογουμένων, εἶναι ἡ τῆς δαπάνης πρὸς τὴν ἐπαρκῆ τροφήν. Τὰ σώματα ταῦτα τὰ εὐζωνικὰ, ὡς εἶπον κατηρτισμένα, ἀποτελοῦσι μέρος τοῦ στρατοῦ, καὶ ἰδοὺ τί περὶ αὐτῶν κανονίζει τὸ ἀρχικὸν διάταγμα· κατὰ τὸ διάταγμα τοῦτο τὸ ἀρχικὸν θέλετε ἰδεῖ, ὅτι τὰ σώματα ταῦτα ὑπάγονται εἰς τοὺς αὐτοὺς κανονισμοὺς, εἰς τὰς αὐτὰς ἀσκήσεις, εἰς τὰς ὁποίας ὑπάγεται καὶ ὁ ἄλλος στρατός. Δὲν ἐπιτρέπεται νὰ λέγωμεν, ὅτι πρόκειται περὶ ἀναβιώσεως τῶν ἀτάκτων σωμάτων· ἡ καταργηθεῖσα ὁροφυλακὴ δὲν ἦτο μέρος τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ καὶ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ λέγωσι τοιαῦτα περὶ τῶν εὐζωνικῶν ταγμάτων ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀπεδέχθησαν τὰ σώματα ταῦτα ἐν τοῖς ὀργανισμοῖς αὐτῶν. Τὸ διάταγμα τῆς 19 Φεβρουαρίου 1867 λέγει: «Σχηματίζονται 4 αὐθύπαρκτα τάγματα εὐζώνων ἀπαρτίζοντα μέρος τῆς τακτικῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ καὶ προωρισμένα ἰδίως διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν μεθορίων καὶ πρὸς χορηγίαν συνδρομῆς εἰς τὴν χωροφυλακήν. Ἄρθρον 6. Ἅπαντες οἱ ἐν τῷ στρατῷ ἰσχύοντες νόμοι καὶ κανονισμοὶ ἰσχύουσι καὶ εἰς τὰ τάγματα τῶν εὐζώνων. Ἄρθρον 8. Οἱ ἀνώτεροι καὶ ὑποδεέστεροι ἀξιωματικοὶ καὶ ἀνθυπασπισταὶ διορισθήσονται εἰς τὰ τάγματα τῶν εὐζώνων ἐκ τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ἀνθυπασπιστῶν τοῦ πεζικοῦ». Εἶναι ἄρα τάγματα καθ’ ὅλα ὅμοια καὶ ὡς πρὸς τὸν κανονισμὸν καὶ ὡς πρὸς τὸν ὁπλισμὸν καὶ ὡς πρὸς τὰς ἀσκήσεις πρὸς τὰ τάγματα τὰ ἄλλα τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ. Ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις ἤδη κατακρίνει τὰ σώματα ταῦτα, τί αὐτὸς περὶ τῶν σωμάτων τούτων ἐκανόνισεν ἐν τῷ ὀργανισμῷ αὐτοῦ; Ἐν τῷ ὀργανισμῷ, τῷ καθ’ ὑπόδειγμα τῶν εὐρωπαϊκῶν ὀργανισμῶν συνταχθέντι, διατάττει, ὅτι θέλομεν ἔχει τέσσαρα τάγματα εὐζώνων, καὶ κανονίζει πάντα τὰ κατ’ αὐτά: «Ἄρθρον 29 τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Τὸ πεζικὸν ἀποτελεῖται ἐξ ἑπτὰ συνταγμάτων τοῦ πεζικοῦ καὶ ἐκ τεσσάρων αὐθυπάρκτων ταγμάτων τῶν εὐζώνων.... Τὰ τάγματα τῶν εὐζώνων καταρτίζονται κτλ.». Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν παρεδέχθη τὴν ἀρχὴν, ἐθεώρησε τὴν ὕπαρξιν τῶν ταγμάτων τούτων συμβιβαζομένην πρὸς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ στρατολογικοῦ νόμου, ἐκανόνισε τὰ κατ’ αὐτὰ, καὶ τώρα ἀμφισβητεῖ τὴν ἀρχὴν τῆς συστάσεως τῶν ταγμάτων τούτων καὶ ἀποδέχεται τὰς γνώμας τῶν λεγόντων, ὅτι τὰ τάγματα ταῦτα δὲν δύνανται νὰ συμβιβασθῶσι πρὸς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νέου στρατολογικοῦ νόμου. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς Οἰτύλου εἶπεν, ὅτι δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ καταρτίσωμεν τὰ σώματα ταῦτα· εἰς τοῦτο ὅμως διὰ τῆς παρανομίας ἀπήντησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις τῷ ἀπέδειξε δι’ ὑπερβάσεως μεγίστης τοῦ νομίμου τῶν εὐζώνων ἀριθμοῦ, ὅτι δύναται νὰ φέρῃ ὅσους ἂν θέλῃ, καὶ οὐχὶ ἐξ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ὅλως ἀδίκως ὁ Βουλευτὴς Οἰτύλου ἠθέλησε νὰ χαρακτηρίσῃ ὡς ἐκβράσματα τῶν ἀγυιῶν. Κύριοι, εἶμαι εἰς θέσιν καὶ ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως νὰ βεβαιώσω τὸν κ. Βουλευτὴν Οἰτύλου, ὅτι οἱ πλεῖστοι ἐξ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ὠνόμασεν ἐκβράσματα, ἐκ πλάνης βεβαίως, διότι δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ γινώσκῃ τὰ κατ’ αὐτοὺς, ὡς ἐγὼ ἔγνων αὐτὰ, εἶναι ἄνδρες, οἵτινες ἦλθον ἐνταῦθα ἐμπνεόμενοι ὑπὸ τῆς ἁγνοτέρας φιλοπατρίας καὶ ἐπὶ μεγίστῃ θυσίᾳ........
§43Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐγὼ ἐβασίσθην ἐπὶ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἠρύσθην ἐκ τοῦ διοικητοῦ ἑνὸς τάγματος τῶν ἐθελοντῶν ἐκείνων, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Μακρῆ. Τώρα, ἂν αἱ πληροφορίαι του ἦναι λελανθασμέναι, τί πταίω ἐγώ;
§44Γ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Ἐγὼ ἠξεύρω, ὅτι εἰς τὰ τάγματα ταῦτα προσῆλθον τὰ τέκνα τῶν καλλιτέρων οἰκογενειῶν, τὰ τέκνα, τῶν ὁποίων οἱ πατέρες ἔχυσαν αἷμα διὰ τὴν πατρίδα· ἠξεύρω νὰ εἴπω, ὅτι τὸν Ἰούλιον μῆνα, οἱ ὀρεινότεροι Βαλτινοὶ, οἱ ὀρεινότεροι Εὐρυτᾶνες, οἱ ὀρεινότεροι Ἀκαρνᾶνες, ἦλθον εἰς τὸ, Ἀγρίνιον καὶ κατὰ τὸν Ἰούλιον μῆνα ἐγυμνάζοντο ἐν ὑπαίθρῳ καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τῶν ἀξιωματικῶν. Δι’ ἓν μόνον νομίζω, ὅτι δὲν θέλουν τὰ τάγματα ταῦτα, διότι δὲν ἔχουν τοὺς Ὑπουργοὺς εἰς φροντίδα διὰ προμηθείας. (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων.)
§45ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἠκούσατε τὴν γνώμην διοικητοῦ τάγματος Εὐζώνων, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ καταλληλότερος ἵνα ἀποφανθῇ, διότι τὸ τάγμα αὐτοῦ περιποιεῖ τιμὴν εἰς τὸν στρατόν. Ἐπίσης ὅμως εἶμαι εἰς θέσιν νὰ ὁμιλήσω καὶ περὶ τοῦ ἑτέρου διοικητοῦ τάγματος, οὗ ἐμνήσθη ὁ κ. Μαυρομιχάλης. Δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ὀλίγον μετὰ τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν ὁ διοικητὴς ἐκεῖνος διετέλει ἐν τῷ στρατοπέδῳ τῆς Λεπενοῦς, ἤμην πλησίον ἐκεῖ καὶ ἔλαβον πληροφορίας ἀσφαλεῖς, καθ’ ἃς τὸ τάγμα ἐκεῖνο διεκρίθη διὰ τὴν ταχύτητα, μεθ’ ἧς ἐγυμνάσθη, καὶ διὰ τὴν ἄκραν αὐτοῦ πειθαρχίαν.
§46ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν διοικητήν.
§47ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μάλιστα, καὶ τοῦτο εἶναι τὸ πρώτιστον ἐπιχείρημα ὑπὲρ τοῦ προτεινομένου συστήματος. Βεβαίως τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον προτείνω, ἂν δὲν περιλαμβάνῃ καλὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, θέλει καταστραφῆ καὶ θέλει φέρει βλάβην μᾶλλον ἢ ὠφέλειαν, ἀλλὰ διὰ καλῆς διοικήσεως θέλομεν ἔχει τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα εἴχομεν ὑπὸ τὸν ταγματάρχην Μακρῆν καὶ τὸν ταγματάρχην Στάϊκον. Ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ἔχω περὶ τοῦ τάγματος τοῦ κ. Μακρῆ, δὲν εἶναι ἰδική μου, τὴν ἤκουσα παρ’ ἐκείνων, οἵτινες εἶχον εὐθύνην περὶ τοῦ στρατοπέδου τῆς Λεπενοῦς καὶ οἱ ὁποῖοι ἐθαύμαζον τὰς ἰδιότητας τὰς ἐξαιρέτους τῶν ταγμάτων ἐκείνων τῶν εἰδικὰ πλεονεκτήματα κεκτημένων, καὶ οἵτινες ἐβεβαιώθησαν, ὅτι διὰ τῆς κατατάξεως ἐν τῷ στρατῷ ἀνδρῶν κεκτημένων τὰ εἰδικὰ ἐκεῖνα πλεονεκτήματα δυνάμεθα ν’ ἀναπτύξωμεν δύναμιν ἀνωτέραν τῆς παραχθησομένης διὰ τῆς ἁπλῆς ἐφαρμογῆς τοῦ συστήματος, ὅπερ ἀφορᾷ εἰς πάντας ἀδιακρίτως, χωρὶς νὰ λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψιν καὶ νὰ χρησιμοποιῶνται τὰ εἰδικὰ πλεονεκτήματα τοῦ λαοῦ.
§48Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν διακόπτομεν 5 λεπτὰ, κύριε Τρικούπη;
§49ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μάλιστα. (Γίνεται διακοπὴ πέντε λεπτῶν.)
§50ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Διὰ τῆς συστάσεως τῶν εἰδικῶν εὐζωνικῶν ταγμάτων ἐλαττοῦται ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑποβαλλομένων εἰς ὑποχρεωτικὴν κατάταξιν ἐν τῷ στρατῷ, καὶ ἑπομένως καθίσταται εὐκολωτέρα ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νέου συστήματος. Καθίσταται ὀλιγώτερος ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑποχρέων κατὰ τοσοῦτον, καθ’ ὅσον πληροῦνται αἱ τάξεις ἐξ ἐθελοντῶν, ἀλλὰ καὶ αἱ ὑποχρεώσεις γίνονται ὀλιγώτερον βαρεῖαι. Ἤδη ὁ ὑποχρεούμενος εἰς στρατείαν ὑποχρεοῦται οὐ μόνον εἰς ἐκπαίδευσιν ἀλλὰ καὶ εἰς ὑπηρεσίαν χωροφυλακῆς, ἤ, ἀκριβέστερον εἰπεῖν, ὑποχρεοῦται εἰς ὑπηρεσίαν χωροφυλακῆς ἄνευ σπουδαίας ἐκπαιδεύσεως, ἐνῷ διὰ τοῦ χωρισμοῦ τῶν δύο στρατῶν θέλει περιορισθῆ ἡ ὑποχρέωσις μόνον εἰς τὴν ἀπόκτησιν τῆς στρατιωτικῆς ἀσκήσεως, καὶ θέλει προσέτι ἀπαλλαγῆ ὁ ὑπόχρεως εἰς κατάταξιν μέρους τῆς ὑποχρεώσεως τῆς χρονικῆς πρὸς διαμονὴν ἐν τῷ στρατῷ, διότι συγκεντρουμένου τοῦ στρατοῦ, καὶ ἐπιδιδομένου ἀποκλειστικῶς εἰς τὰ τῆς ἐκπαιδεύσεως, θέλει ἐπιτυγχάνει ὁ στρατιώτης ἐντὸς βραχυτέρου χρόνου ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἤδη ἐπιτυγχάνει ἐντὸς μακροτέρου χρόνου, ἂν τὸ ἐπιτυγχάνῃ. Ὁ κ. Βουλευτὴς Οἰτύλου ἠθέλησε νὰ μὲ παραστήσῃ ἀντιφάσκοντα, διότι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἀρχικοῦ νομοσχεδίου περὶ ὑποχρεωτικῆς στρατεύσεως τῶν Ἑλλήνων εἶχον ἀποφανθῆ ὑπὲρ τῆς τριετοῦς θητείας τῶν εἰδικῶν σωμάτων, καὶ τῆς διετοῦς τοῦ πεζικοῦ, ἤδη δὲ ἀποφαίνομαι ὑπὲρ ἐλαττώσεως τῶν θητειῶν τούτων. Καὶ οὐ μόνον ἐμὲ παρέστησεν ὁ Βουλευτὴς Οἰτύλου ὡς ἀντιφάσκοντα, ἀλλ’ εἶπεν, ὅτι ἡ θητεία, τὴν ὁποίαν προτείνω, ἀπαλλάττει μὲν τὸν λαὸν ἀπὸ μεγάλης ὑποχρεώσεως, ἀλλὰ τὸν ἀπαλλάττει δι’ εἰσαγωγῆς εἰς τὸν στρατὸν συστήματος, τὸ ὁποῖον οὐδαμοῦ ἄλλοθι ὑπάρχει καὶ τὸ ὁποῖον ματαιοῖ τὸν σκοπὸν τοῦ νόμου. Καὶ ὡς πρὸς μὲν τὴν ἀντίφασιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐνόμισεν, ὅτι εὑρέθην, δύναμαι νὰ τῷ ἀντιτάξω αὐθεντίαν, κατὰ τῆς ὁποίας βεβαίως δὲν δύναται ἔνστασίν τινα νὰ ἐγείρῃ. Ὁ Βουλευτὴς Οἰτύλου ἀπέκρουσε τὴν γνώμην ἣν ἐξέφρασα, ὅπως ἀπαλλαγῇ ὁ στρατὸς τῆς ἐκπαιδεύσεως οὐ μόνον τῶν ἄλλων αὐτοῦ καθηκόντων τῶν ξένων τοῦ ἀποκλειστικοῦ ἔργου τῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀλλ’ ὅπως ἀπαλλαγῇ καὶ τῆς ἐργασίας τῶν φρουρῶν, καὶ εἶπεν ὁ Βουλευτὴς Οἰτύλου, ὅτι ἡ πρωτίστη ἐκπαίδευσις τοῦ στρατιώτου εἶναι ἡ ἐν φρουραῖς ὑπηρεσία. Βεβαίως, ἐὰν εἴχομεν μόνας τὰς δύω ταύτας βεβαιώσεις, τὴν βεβαίωσιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, καὶ τὴν βεβαίωσιν ἐμοῦ, ἡ Βουλὴ ὤφειλε ν’ ἀποφανθῇ μᾶλλον ὑπὲρ τῶν λεγομένων ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Οἰτύλου, διότι εἶναι ἐντριβέστερος ἐμοῦ περὶ τὰ στρατιωτικά· ἀλλ’ ὅταν τὴν ἀντίθετον γνώμην τῆς τοῦ κ. Βουλευτοῦ Οἰτύλου ἔχω οὐχὶ ἐγώ, ἀλλ’ ἔχει ὁ στρατηγὸς Λεβάλ, ὑποθέτω, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς Οἰτύλου ἀποκαλύπτεται ἐνώπιον τῆς αὐθεντίας ταύτης.
§51Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δὲν εἶναι ζήτημα.
§52ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἔχει ὁ στρατηγὸς Λεβάλ, ἐν τῷ συγγράμματι αὐτοῦ περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ στρατοῦ, κεφάλαιον ἴδιον, περὶ ἀπωλείας χρόνου, καὶ ἐν αὐτῷ παρατηρεῖ, ὅτι ἡ πρωτίστη ἀπώλεια χρόνου εἶναι ἡ ἐν φρουραῖς ὑπηρεσία· «οὐ μόνον, λέγει, τὰ συστήματα εἶναι κακὰ, ἀλλὰ καὶ αἱ ἀπώλειαι τοῦ χρόνου εἶναι ὑπέρογκοι. Ἐν τῷ πεζικῷ οἱ ἄνδρες ἐκτελοῦσιν ὑπηρεσίαν φρουρᾶς μίαν ἡμέραν ἐπὶ τριῶν τοὐλάχιστον, ἕνεκα τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν σκοπῶν· ἀποτελεῖ δὲ τοῦτο ἓν ἔτος ἀπολλύμενον ἐπὶ τριῶν.» Ἰδοὺ ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον περιώρισα κατὰ ἓν ἔτος τὴν θητείαν, ἀφοῦ ἐπρότεινα, ὅπως ὁ στρατὸς ἀπαλλαγῇ ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας τῶν φρουρῶν.
§53Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἴσως συνέβαινεν, ὅτε συνέγραφεν ὁ στρατηγὸς Λεβάλ, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συμβαίνει καὶ παρ’ ἡμῖν, ὅτι αἱ ἀνάγκαι τῶν πόλεων καὶ ἡ σμικρότης τῶν φρουρῶν ἀναγκάζουσι πολλάκις τοὺς στρατιώτας ἐναντίον τῶν κανονισμῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπιβάλλουσι τὸ εὐεργέτημα, ὥστε τοὐλάχιστον 4–5 ἡμέρας νὰ διανυκτερεύωσιν εἰς τοὺς στρατῶνας, νὰ ἐκτελῶσιν ὑπηρεσίαν φρουρῶν. Ἀλλ’ ὅτι ἡ ὑπηρεσία τῶν φρουρῶν καὶ τῶν σκοπῶν ἀποτελεῖ τὴν βάσιν τῆς ἀληθοῦς ἐκπαιδεύσεως τοῦ στρατιώτου, δὲν εἶναι ζήτημα.
§54ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ στρατηγὸς Λεβὰλ ἀπαντᾷ καὶ εἰς ταῦτα, ἔχει ἰδιαίτερον κεφάλαιον περὶ ἐλαττώσεως τῆς ὑπηρεσίας τῶν σκοπῶν, λέγει δ’ ἐν αὐτῷ· «ἑπομένως διὰ πάσας τὰς ἀστικὰς ὑπηρεσίας, κατάργησις ἀπόλυτος τῶν σκοπῶν, ἐκτὸς διὰ τὰς ποινικὰς φυλακὰς, ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς ταύτας πρέπει ὅσον ἔνεστι, νὰ προτιμᾶται τὸ σύστημα τῆς φυλακῆς αὐτῶν διὰ τῶν δυνάμεων τῶν ἀστικῶν.» Τοιαύτη ἡ γνώμη τοῦ στρατηγοῦ λεβὰλ καὶ ὡς πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν φυλακῶν· ἀλλὰ περὶ τούτου ἀνέφερον, διὰ νὰ φθάσω εἰς τὸ ζήτημα τῆς θητείας. Ὁ κ. Μαυρομιχάλης καὶ οἱ ἄλλοι εἰδικοὶ ἐθεώρησαν, ὅτι ἡ θητεία, τὴν ὁποίαν προτείνω, εἶναι θητεία μικρὰ, εἶναι θητεία πρωτοφανὴς, καὶ ἐν τούτοις ἡ θητεία αὕτη ὑφίσταται κατωτέρα ἐν ταῖς νομοθεσίαις ἁπάντων σχεδὸν τῶν μικρῶν κρατῶν, ἀναγνωρίζεται δὲ καὶ παρὰ συγγραφέων ὡς ἡ ὀρθή. Ὁ στρατηγὸς Λεβὰλ ἰδοὺ τί λέγει περὶ τῆς θητείας: «ἐκ τούτου συμπεραίνουσί τινες, ὅτι ἀπαιτεῖται πολὺς χρόνος πρὸς μόρφωσιν στρατιώτου· εἶναι δ’ αὕτη κεφαλαιώδης πλάνη».
§55Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§56ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. «Πολλοὶ ἀξιωματικοὶ ἀξιοῦσι,» λέγει κατωτέρω ὁ στρατηγὸς λεβὰλ, «ὅτι ἀπαιτοῦνται 3, 4, ἢ 5 ἔτη ὅπως μορφωθῇ στρατιώτης κατὰ τὰ ὑφιστάμενα συστήματα, καὶ δὲν σκέπτονται, ὅτι κατὰ τὰ πέντε ταῦτα ἔτη ὁ στρατιώτης χρησιμοποιεῖ ὑπὲρ τῆς ἐκπαιδεύσεως αὐτοῦ μόλις 2,250 ὥρας. Ἂς χρησιμοποιηθῶσιν αἱ ὧραι αὗται νοημόνως ἐν διαστήματι ἑνὸς ἔτους καὶ ἔσεται ἄριστα μορφωμένος, ἔσεται ἴσως κάλλιον μορφωμένος ἢ μέχρι τοῦδε».
§57Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Γνωρίζετε κάλλιον ἐμοῦ, κ. Τρικούπη, ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ ἀνεπτύχθη εἰς ὅλους τοὺς στρατιωτικοὺς κύκλους, καὶ ἰδίως τῆς Γαλλίας, καὶ ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν δημοκρατῶν, οἵτινες σήμερον ἔχουσι τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὰς χεῖράς των, ἀπήτουν τὴν ἐπὶ πολὺ ἐλάττωσιν τῆς θητείας, καὶ τὴν ἀπήτουν πρὸς ἀντίδρασιν τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ἀπῄτει τὴν μεγάλην θητείαν. Οἱ δημοκράται σήμερον εἶναι ἐν τοῖς πράγμασι, καὶ μόλα ταῦτα τὴν θητείαν δὲν ἐτόλμησαν νὰ τὴν περιορίσωσιν· ἀπόδειξις, ὅτι τὴν ἰδέαν αὐτὴν τὴν μετεχειρίσθησαν ὡς ἀντίδρασιν, διὰ νὰ γείνουν δημοτικοὶ ἐν τῷ τόπῳ, ὅταν ὅμως ἦλθον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, δὲν ἠδυνήθησαν νὰ τὴν ἐφαρμόσωσιν.
§58ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Δὲν ἔγεινεν ἐπὶ τούτου καμμία συζήτησις.
§59ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἔγεινε συζήτησις, καὶ ἂν ἀναγνώσῃ τὰς τελευταίας ἐφημερίδας ὁ κ. Μαυρομιχάλης, θέλει ἴδει, ὅτι εἰσάγεται νομοσχέδιον περὶ τούτου. Ἀλλὰ πιστεύω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Οἰτύλου δὲν ἐννοεῖ τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦτον τῶν δημοκρατικῶν τῆς Γαλλίας, τὸν ὁποῖον οὐδόλως παραδέχομαι, διότι θεωρῶ αὐτοὺς λίαν ἀξιοτίμους καὶ οὐδόλως δημοκοποῦντας, διότι θεωρῶ αὐτοὺς δημοκράτας ἐξ ἁγνῶν καὶ ἑδραίων πεποιθήσεων, συνάμα δὲ καὶ πρακτικωτάτους τὸν χαρακτηρισμόν, λέγω, τοῦτον δὲν πιστεύω ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Οἰτύλου νὰ ἐφαρμόζῃ εἰς τὸν στρατηγὸν Trochu Πιστεύω, ὅτι ὁ στρατηγὸς Trochu δὲν εἶναι ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἤθελεν ὑποστηρίξει τι, μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ συστηθῇ εἰς τὸν δῆμον. Ὁ στρατηγὸς Trochu κατὰ τὴν ἐν τῇ γαλλικῇ ἐθνοσυνελεύσει συζήτησιν τοῦ νόμου περὶ καθολικῆς στρατεύσεως ὑπεστήριζε τὴν ἐλάττωσιν τῆς θητείας, καὶ εἶπεν, ὅτι ὁ στρατιώτης, τὸ τρίτον ἔτος τῆς θητείας αὐτοῦ μὴ ἔχων πλέον τὶ νὰ μάθῃ, πλήττει, ἀηδιάζει, καὶ ἀντὶ νὰ μορφωθῇ, ἀπομορφοῦται.
§60ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἐπέρασεν ἡ γνώμη του ὅμως.
§61Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐὰν ἀναγνώσητε καὶ τὸν Δυκρὼ, θέλετε ἴδει, ὅτι τὰ τρία ἔτη δὲν εἶναι ἐπαρκῆ, διὰ νὰ μάθῃ ὅλον τὸ πρόγραμμα τῶν μαθημάτων. Πᾶσα γνώμη ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ ἀξίαν, ἀλλ’ αἱ γνῶμαι ἔπειτα ἀπεῤῥίφθησαν· αὐτὸ εἶναι τὸ πρακτικὸν ἀποτέλεσμα.
§62ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τουλάχιστον τώρα ἔχω τοῦτο τὸ κέρδος, ὅτι χθὲς ἐλέγετε, ὅτι ἐγὼ, ὁ μὴ εἰδικὸς, ἐν τῇ φαντασίᾳ μου ἀνεῦρον τὰς βάσεις τοῦ προτεινομένου συστήματος καὶ ὅτι οὐδαμοῦ ἠδυνάμην νὰ εὕρω ἄνθρωπον τοῦ στρατοῦ ἔχοντα τοιαύτην γνώμην, σήμερον δὲ ἀναγνωρίζετε, ὅτι ὑπάρχουσιν ἐν τοῖς στρατοῖς τῆς Εὐρώπης οἱ ἔχοντες τοιαύτην γνώμην· ὥστε σήμερον ἡ γνώμη αὕτη καθίσταται τουλάχιστον ἀξία συζητήσεως, ἀφοῦ προχθὲς ἐλέγετε, ὅτι ἡ γνώμη αὕτη, γνώμη τοῦ Λεβὰλ καὶ τοῦ Trochu, ἦτο ἀναξία συζητήσεως. Ἀνέφερον πρότερον τὴν γνώμην τοῦ στρατηγοῦ Λεβὰλ, καθ’ ἣν ἀρκεῖ ἑνὸς ἔτους ἄσκησις εἰς μόρφωσιν στρατιώτου· ἀνέφερον τὴν γνώμην τοῦ στρατηγοῦ Trochu, ὁ ὁποῖος λέγει, ὅτι τὸ τρίτον ἔτος ὁ στρατιώτης ἀπομανθάνει ὅ,τι ἔμαθε τὸ πρῶτον ἔτος, καὶ ἔρχομαι τώρα εἰς τὴν θετικὴν νομοθεσίαν, διότι ἐν Γαλλίᾳ εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐπικρατεῖ ἔτι τὸ σύστημα τῆς μακρᾶς θητείας. Ἀλλὰ τί ἐπικρατεῖ εἰς τὰ μικρὰ κράτη; Τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα, διότι ἐν ταῖς νομοθεσίαις μικρῶν κρατῶν, ἀλλὰ κρατῶν στρατιωτικῶν, δυνάμεθα νὰ ἀνεύρωμεν τὸ ἁρμόζον τῇ Ἑλλάδι στρατιωτικὸν σύστημα. Ἐν Δανίᾳ ποία τις εἶναι ἡ θητεία; Ἀναγινώσκω ἐν τῷ συγγράμματι «Οἱ στρατοὶ τῆς Εὐρώπης», ἐν τῷ περὶ τοῦ Δανικοῦ στρατοῦ κεφαλαίῳ: «Παρουσία ὑπὸ τὰ ὅπλα. Οἱ κατατασσόμενοι ἄνδρες συγκεντροῦνται εἰς στρατιωτικὴν ἄσκησιν διαρκείας 4 ἕως 6 μηνῶν, κατὰ τὸ ὅπλον. Ἐκπνευσάσης τῆς περιόδου ταύτης διατηροῦνται ἐν ἐνεργείᾳ, δι’ ὑπηρεσίαν φρουρᾶς καὶ ἐπὶ χρόνον παραλλάσσοντα κατὰ τὸ ὅπλον, μεταξὺ ἕξ καὶ δώδεκα μηνῶν, οἱ ἑπόμενοι, προτιμωμένων πρὸς τοῦτο τῶν μὴ ποιησαμένων ἱκανὰς προόδους.» Θητεία ἄρα κατωτάτη 4 ἕως 6 μηνῶν, καὶ 12 ἕως 18 μηνῶν κατ’ ἀνώτατον ὅρον. «Ὁλλανδία. Παρουσία ὑπὸ τὰ ὅπλα. Ἡ χρονικὴ διάρκεια τῆς ὑπὸ τὰ ὅπλα παρουσίας εἶναι κατ’ ἀνώτατον ὅρον ἑνὸς ἔτους. Ἀλλ’ ἡ ἐθνοφρουρὰ δύναται νὰ κληθῇ καθ’ ἕκαστον ἔτος ἐπὶ ἓξ ἑβδομάδας, δι’ ἀσκήσεις καὶ γυμνάσια.» Πλησίον τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Οἰτύλου κάθηται ὁ ἀξιότιμος καὶ εἰδικώτατος στρατηγὸς κ. Κορωναῖος, ὅστις δύναται νὰ τὸν πληροφορήσῃ τί γίνεται ἐν Ἑλβετίᾳ. Εἶνε ἀληθές, ὅτι ἐν Ἑλβετίᾳ ἄρχεται ἡ ἐκπαίδευσις ἀπὸ τῶν σχολείων· ἡ ἐκπαίδευσις ὅμως ἐν τῷ στρατῷ μετὰ τὴν ἀπογραφὴν εἶνε πόσου χρόνου νομίζετε; κατ’ ἀνώτατον ὅρον 52 ἡμερῶν. Ἐν δὲ Σουηδίᾳ—βλέπετε, ὅτι φέρω τὰ κείμενα, διότι δὲν εἶμαι εἰδικός, καὶ ὁ λόγος μου δὲν ἔχει βαρύτητα. — Ἐν εἰδικῇ περὶ τοῦ Σουηδικοῦ στρατοῦ διατριβῇ ἀναγινώσκω. «Ἐν καιρῷ εἰρήνης ὁ χρόνος τῆς ὑπηρεσίας ὁ ἀφιερωμένος εἰς τὴν ἐκπαίδευσιν ὥρισται διετὴς κατ’ ἀνώτατον ὅρον, ἄνευ διακοπῆς καὶ μὴ περιλαμβανομένων τῶν ἀσκήσεων ἐπαναλήψεως, περὶ ὧν ῥηθήσεται κατωτέρω. Ἀλλ’ ἐν τῇ πρακτικῇ οἱ ἄνδρες δὲν τηροῦνται ὑπὸ τὰς σημαίας πέραν τοῦ ἀπολύτως ἀναγκαίου εἰς τὴν στρατιωτικὴν αὐτῶν ἐκπαίδευσιν χρόνου, ἤτοι ἐπὶ δεκαεπτά μῆνας ἐν τῷ ἱππικῷ, ἐπὶ δώδεκα μῆνας ἐν τῷ πεζικῷ τῆς βασιλικῆς φρουρᾶς, ἐν τῷ πυροβολικῷ καὶ ἐν τῷ μηχανικῷ, καὶ ἐπὶ 10 μῆνας ἐν τῷ πεζικῷ καὶ ἐν τῷ σκευοφορικῷ σώματι.» Βλέπετε, ὅτι πρόκειται ἐδῶ περὶ θητειῶν κατωτέρων τῆς παρ’ ἐμοῦ προταθείσης, καὶ τούτων ἐν Σουηδίᾳ, ἐν Ὁλλανδίᾳ, ἐν Δανίᾳ, ἐν Ἑλβετίᾳ. Ἔχομεν λοιπὸν ὑπὲρ τῆς βραχείας θητείας καὶ νόμους, ἔχομεν καὶ γνώμας τῶν ἀρίστων συγγραφέων τῆς ἐποχῆς, διότι καὶ ὁ στρατηγὸς Trochu, ὁ ὁποῖος ἦτο στρατιώτης ἄριστος ἐν τῷ πεδίῳ τῆς μάχης, εἶναι καὶ μέγας συγγραφεύς, καὶ ἴσως μεγαλείτερος συγγραφεὺς παρὰ στρατηγός. Ἡ ἐλάττωσις ὅμως τῆς θητείας εἰς δύο ἔτη ὡς πρὸς τὰ εἰδικὰ ὅπλα καὶ εἰς ἓν ἔτος ἢ 18 μῆνας ὡς πρὸς τὸ πεζικόν, ἀφοῦ ἀποδεικνύεται ὑπαγορευομένη ὑπὸ τῆς στρατιωτικῆς τέχνης, οὐ μόνον ἐπιβάλλεται ἐκ μερίμνης ὑπὲρ τοῦ λαοῦ, ἀλλ’ ἀποτελεῖ ὅρον ἀπαραίτητον εἰς πραγματοποίησιν τοῦ νέου περὶ στρατολογίας νόμου. Ἡ πεῖρα ἀπέδειξεν, ὅτι αἱ βαρεῖαι ὑποχρεώσεις, ἀντὶ νὰ φέρωσιν αὔξησιν δυνάμεων, φέρουσιν ἐλάττωσιν αὐτῶν, διότι ἀπολήγουσιν εἰς τὴν φυγοστρατίαν, καὶ τοῦτο οὐ μόνον ἐνταῦθα, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ Κράτη τὰ μᾶλλον καλῶς διοικούμενα, ὅπου ἡ χεὶρ τῆς ἐξουσίας γίνεται ἐπαισθητὴ παντοῦ. Καὶ ἐν αὐτῇ τῇ Γερμανίᾳ, τῷ στρατιωτικωτάτῳ τούτῳ Κράτει, ἠναγκάσθησαν νὰ παραδεχθῶσι θητείας πολὺ κατωτέρας ἐκείνων, τὰς ὁποίας παρεδέχθησαν ἐν Γαλλίᾳ, οὐχὶ διότι δὲν εἶχον ἀνάγκην τῶν ἀνδρῶν, ἀφοῦ ἐκεῖ ἔχουσιν ἀνάγκην δυνάμεων καὶ ἐν καιρῷ εἰρήνης, ἀλλ’ ἰδίως, διότι μέγας ἀριθμὸς πολιτῶν μετηνάστευεν ἐκ Γερμανίας εἰς ἀποφυγὴν τῶν στρατιωτικῶν ὑποχρεώσεων καὶ ἐπῴκιζε τὴν Ἀμερικήν· ὁ μόνος δὲ τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου ἠδύνατο ν’ ἀναχαιτισθῇ τὸ ῥεῦμα τοῦτο τῆς μεταναστεύσεως, ἦτο ἡ ἐλάττωσις τοῦ χρόνου τῆς ὑπηρεσίας ἐν τῷ στρατῷ, καί τοι ἡ ὑποχρέωσις αὕτη εἶναι ἐῤῥιζωμένη εἰς τὰ ἤθη τοῦ λαοῦ ἐκείνου, τοσοῦτον ἐῤῥιζωμένη, ὥστε ἐνθυμεῖσθε κατὰ τὸν γαλλογερμανικὸν πόλεμον μετὰ τίνος προθυμίας ἅπαντες οἱ γερμανοὶ, τοὺς ὁποίους ἐγνωρίζομεν ἐδῶ καὶ ἐν γένει ἐν τῇ Ἀνατολῇ, ἔσπευδον εἰς τὰς τάξεις αὐτῶν ἅμα τῇ προσκλήσει, ἄνευ οὐδενὸς ἐξαναγκασμοῦ, ἀλλ’ ἐκ μόνης τῆς συνηθείας, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ ἔθνος ἐκεῖνο, ἵνα ὑπακούῃ εἰς τοὺς νόμους. Ἂν τοιαῦτα ἀποτελέσματα ἐπήνεγκεν ἡ μακροχρόνιος θητεία ἐν Γερμανίᾳ, πόσῳ σοβαρωτέραν ὄψιν δὲν παρουσιάζει αὕτη ἐνταῦθα, ἔνθα ἡ φυγοστρατία ἐνισχύεται καὶ ὑπὸ τῶν εὐκολιῶν, τὰς ὁποίας ἡ γεωγραφικὴ τῆς χώρας ἡμῶν θέσις τῇ παρέχει; Ὑπάγετε εἰς τὰς παραδουναβίους χώρας καὶ ἐξετάσατε τὴν ἀφορμήν, ἐκ τῆς ὁποίας πολλοὶ ἐκ τῶν ἐκεῖ ἐγκατεστημένων πολυαρίθμων ἑλλήνων μετηνάστευσαν, καὶ θὰ εὕρητε πολλάκις ὡς πρώτην ἀφορμὴν τὴν κλήρωσιν, ἴσως δ’ ἐνίοτε καὶ τὴν ἀδικίαν κατὰ τὰς κληρώσεις. Ἐὰν λοιπὸν ἐννοοῦμεν τὸν νόμον τὸν στρατολογικὸν ἀλήθειαν, πρέπει νὰ περιορίσωμεν τὴν θητείαν ἕως τοῦ κατωτάτου σημείου, ἵνα δυνάμεθα ν’ ἀπαιτῶμεν παρὰ τοῦ λαοῦ καὶ νὰ ἐπιβάλλωμεν εἰς αὐτὸν τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς ὑποχρεώσεως. Ὁ νόμος οὗτος ἐπάγεται βαρυτάτας ὑποχρεώσεις, ἀφοῦ κατήργησε καὶ τὴν ἀντικατάστασιν. Ὀφείλομεν ἄρα ἀπέναντι τῆς ἐπιβαρύνσεως ταύτης τῆς ὑποχρεώσεως καὶ τὴν ὑπηρεσίαν τὴν ἐσωτερικὴν τοῦ κράτους νὰ ἀποχωρίσωμεν ἀπὸ τῆς στρατιωτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἥτις εἶναι ἡ μόνη ὑποχρέωσις, εἰς ἣν ἡ πολιτεία καὶ δικαίωμα καὶ καθῆκον ἔχει νὰ ὑποβάλῃ πάντα πολίτην, καὶ τὴν θητείαν νὰ περιορίσωμεν ἐντός τινος χρονικῆς περιόδου, ἣν νομίζομεν ἀναγκαίαν πρὸς τὴν στρατιωτικὴν μόρφωσιν τοῦ κληρούχου. Τὴν σύστασιν τῶν εἰδικῶν σωμάτων ἐπολέμησαν οἱ κύριοι εἰδικοὶ διὰ διαφόρων ἐπιχειρημάτων. Ἤρχισαν διὰ τοῦ ἐπιχειρήματος, ὅτι ὁ θεσμὸς ἦτο πρωτοφανὴς, ἀλλ’ ὡς ἐξέθηκα, δὲν εἶναι πρωτοφανής. Παραδέχεται αὐτὸν ἡ νομοθεσία ξένων ἐπικρατειῶν, τὸν παραδέχονται καὶ οἱ περὶ τούτου συγγράψαντες. Ἔχω ἐνταῦθα ἐν ταῖς «παραδόσεσι περὶ τακτικῆς» τὴν γνώμην τοῦ στρατηγοῦ Dufour, τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ στρατοῦ τῆς Ἑλβετίας, ὅστις συνιστᾷ εἰς τὴν Ἑλβετίαν, ὅπου δὲν ὑπάρχουσι τοιαῦτα εἰδικὰ σώματα, τὴν σύστασιν τοιούτων σωμάτων, καὶ διὰ μακρῶν ἀναπτύσσει τὰ προτερήματα αὐτῶν καὶ τὰς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας δύνανται νὰ προσφέρωσιν ἐν χώραις ὀρειναῖς καὶ ἰδιοῤῥύθμοις. Ἡ ἀνάγνωσις τῶν ὑπὸ τοῦ στρατηγοῦ Dufour γραφέντων θὰ ἦτο καλλιτέρα ὑποστήριξις τῶν εὐζωνικῶν ταγμάτων πάσης συζητήσεως, εἰς ἣν ἤθελον προβῆ· ἀλλὰ δὲν θέλω νὰ καταχρασθῶ τῆς ὑπομονῆς τῆς Βουλῆς, πολλαπλασιάζων ἐν τῇ προκεχωρημένῃ ταύτῃ ὥρᾳ τὰς ἐκ συγγραμμάτων παραθέσεις. Σᾶς εἶπον ὅμως καὶ ἄλλους λόγους κατὰ τῶν εὐζωνικῶν ταγμάτων. Σᾶς εἶπον, ὅτι ἡ ὑπηρεσία αὐτῶν εἶναι καταστρεπτικὴ τοῦ στρατιωτικοῦ πνεύματος, καὶ ὅτι πᾶς ὁ ὑπηρετῶν ἐν τοῖς εὐζωνικοῖς τάγμασι θὰ καταστῇ ἄχθος τῆς κοινωνίας. Ἐὰν τοῦτο ἦτο ἀληθὲς, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν ὤφειλε νὰ μὴ περιλάβῃ τὸν θεσμὸν ἐντὸς τοῦ νομοσχεδίου αὑτοῦ. Ἐὰν τοῦτο ἦτο ἀληθὲς, ὤφειλον οἱ ὑποστηρίξαντες τὴν ἰδέαν ταύτην ν’ ἀπαιτήσωσιν, ὅπως ἐκ τοῦ προσωρινοῦ ὀργανισμοῦ, τὸν ὁποῖον συνιστῶσι διὰ τὸ ἔτος τοῦτο, διαγραφῶσιν αἱ διατάξεις περὶ τῶν εὐζωνικῶν ταγμάτων. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές. Ἐὰν ὅμως ἦτο ἀληθὲς, ἄγει ἀναποδράστως εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἅπας ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς ἔχει τὰς ἰδιότητας, τὰς ὁποίας θέλουσι ν’ ἀποδώσωσιν εἰς τὰ εὐζωνικὰ τάγματα, διότι ἅπας ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς σήμερον ἐκτελεῖ τὰς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας πρόκειται διὰ τοῦ νέου συστήματος ν’ ἀναθέσωμεν ἀποκλειστικῶς εἰς τὰ εὐζωνικὰ τάγματα. Ἀλλ’ οὐδεὶς δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ σπουδαίως οὔτε ὅτι ἅπας ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς ἔχει τὰς ἰδιότητας ταύτας, οὔτε ὅτι τὰς ἔχουσι τὰ εὐζωνικὰ τάγματα. Ταῦτα εἶναι μόνον ἐπιχειρήματα ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκφερόμενα πρὸς καταπολέμησιν ἰδεῶν ἀληθῶν. Ἡ ὑπηρεσία τῶν εὐζωνικῶν ταγμάτων εἶναι βεβαίως ἰδιόῤῥυθμος, εἶναι τοιαύτη, ὥστε πρέπει ὁ ὀργανισμὸς τῶν σωμάτων τούτων νὰ ἦναι εἰδικὸς, διὰ νὰ δύναται νὰ καταστείλῃ τὴν τάσιν πρὸς τὰς παρεκτροπὰς, πρὸς ἃς ἡ μεταβατικὴ ὑπηρεσία παρέχει πάντοτε ἀφορμάς. Ἀλλ’ ἐὰν κατορθώσητε τοῦτο, ἐὰν κατορθώσητε τὴν καλὴν καὶ αὐστηρὰν διοίκησιν τῶν ταγμάτων τούτων, θέλουσιν εἶσθαι ταῦτα τὰ ἱκανώτατα τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ, τὰ χρησιμώτατα ἐν καιρῷ πολέμου. Καὶ ταύτας τὰς ἰδιότητας, τὰς ὁποίας ἐσφαλμένως ἀπέδωκαν εἰς τά εὐζωνικὰ τάγματα, καὶ τάς ὁποίας τοσοῦτον εὐγλώττως ἀπέκρουσε, διότι ἀπὸ τῆς καρδίας ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς τῆς Τριχωνίας, ταῦτα τὰ ἐλαττώματα μετεχειρίσθησαν ὡς πρόφασιν, ἵνα παραστήσωσιν, ὅτι τὰ τάγματα ταῦτα συνιστῶνται οὐχὶ πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς αὐξήσεως τῶν στελεχῶν τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ πρὸς σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Βουλευτὴς Οἰτύλου ἐχαρακτήρισεν ὡς πλάγιον, ὡς κρύφιον, ὡς καλύπτοντα ἀπαίσια διὰ τὸν ἑλληνικὸν στρατόν. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Οἰτύλου εἶπεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι οἱ προτείνοντες τὴν σύστασιν τῶν εἰδικῶν σωμάτων δὲν ἐπιζητοῦσι τὴν σύστασιν ταγμάτων εὐζωνικῶν, ἀλλ’ ἐπιζητοῦσι διὰ τοῦ πλαγίου τούτου μέσου τὴν βαθμιαίαν κατάργησιν τῶν στελεχῶν. Καὶ, κύριοι, πρὸς ποῖον εἶπε ταῦτα ὁ κ. Βουλευτὴς Οἰτύλου; Εἶπε ταῦτα πρὸς συνάδελφόν του, ὁ ὁποῖος, πιστεύω, ὅτι ποτὲ ἐν τῷ πολιτικῷ του βίῳ δὲν ἀπέκρυψε τὴν γνώμην αὐτοῦ εἴτε ἀρεστὴν εἰς φίλους, εἴτε μὴ ἀρεστήν. Ὁ κ. Βουλευτῆς Οἰτύλου διετέλεσε καὶ διατελεῖ φίλος μου, καὶ ἠξεύρει, ὅτι οὐδέποτε τῷ ἀπέκρυψα τὴν γνώμην μου. Καὶ διατί φαντάζεται ὁ κ. Βουλευτὴς Οἰτύλου, ὅτι ἐὰν ἐγὼ εἶχον τὴν γνώμην, ὅτι πρέπει νὰ περιορισθῶσι τὰ στελέχη, δὲν ἤθελον τὴν εἴπει παῤῥησίᾳ; Δὲν μὲ γνωρίζει ἀρκετὰ, ἵνα ἠξεύρῃ, ὅτι ὅσον περισσοτέραν ἀντίδρασιν ἀπήντα ἡ γνώμη μου, ἀφοῦ ἐγὼ τὴν ἐθεώρουν ὀρθήν, ἤθελον τοσοῦτο μεγαλειτέραν ἔχει εὐχαρίστησιν ὑποστηρίζων αὐτήν; Ὅτε εἶπον, ὅτι θέλω στελέχη τοῦ στρατοῦ τοσαῦτα, τὸ εἶπον, διότι ἐθεώρουν, ὅτι τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους ἀπῄτουν τοσαῦτα στελέχη· ἐὰν ἐνόμιζον, ὅτι ἀπῄτουν ὀλιγώτερον ἀριθμόν, δὲν ἤθελον διστάσει οὐδ’ ἐπὶ μίαν στιγμὴν νὰ τὸ εἴπω. Ἀλλ’ εἶπον καθαρῶς τὴν ἰδέαν μου· εἶπον, ὅτι κατὰ τὸ νέον στρατολογικὸν σύστημα ὀφείλομεν τοῦτο μὲν νὰ ἐκγυμνάσωμεν πάντας τοὺς ἄνδρας τῆς στρατευσίμου ἡλικίας εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν, καὶ ν’ ἀσκῶμεν περιοδικῶς τοὺς ἐφέδρους, τοῦτο δὲ νὰ μορφώσωμεν πάντα τ’ ἀναγκαῖα στελέχη πρὸς τὴν ἐμπόλεμον δύναμιν τοῦ στρατοῦ. Τὰ στελέχη ταῦτα εἶπον, ὅτι εἶναι τοσαῦτα, ὥστε περιλαμβάνουσι τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀξιωματικῶν τῶν σήμερον ὑπαρχόντων, καὶ ἀφοῦ τοῦτο εἶπον, ἀφοῦ ἐξέθηκα ἐπὶ τῇ βάσει τίνος ἀρχῆς τοιαύτην εἶχον γνώμην, νομίζω, ὅτι οὐδεὶς εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ὑποθέσῃ, ὅτι τὴν ἀνάπτυξιν ταύτην ἔκαμον, ἵνα καλύψω ἄλλους σκοποὺς καὶ ἵνα περιορίσω βαθμηδὸν τὸν στρατὸν εἰς τὴν δύναμιν τοῦ στρατοῦ τῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι τὰ στελέχη τοῦ στρατοῦ τῆς ἐκπαιδεύσεως δὲν εἶναι ἐπαρκῆ πρὸς τὴν συγκέντρωσιν ἐν ἑαυτοῖς, τὴν συγχώνευσιν ἁπασῶν τῶν δυνάμεων, τὰς ὁποίας ὀφείλει ἡ Ἑλλὰς ἐντὸς βραχυτάτου χρόνου νὰ ἔχῃ ἑτοίμους χάριν πολεμικῆς ἐνεργείας, ὅτι ὀφείλομεν ἑπομένως νὰ ἔχωμεν στελέχη πλείονα, καὶ ταῦτα εἶπον, ὅτι δυνάμεθα ἤδη νὰ χρησιμοποιήσωμεν ἐν τῷ στρατῷ τῆς ὑπηρεσίας ἀντὶ τῆς χωροφυλακῆς. Ἐπὶ πολὺν δὲ χρόνον θὰ ἔχωμεν ἀνάγκην αὐτῶν, διότι δυσκόλως δύναμαι νὰ ἐλπίσω, ὅτι εἰς βραχὺ διάστημα χρόνου θὰ ἐπέλθῃ τοιαύτη βελτίωσις τῶν διοικητικῶν καὶ τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων, τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐν γένει καὶ τῆς καταστάσεως τῶν συνόρων, ὥστε νὰ δυνάμεθα σπουδαίως νὰ περιορίσωμεν τὸν στρατὸν τῆς ὑπηρεσίας. Ἀλλὰ καὶ ἂν παρουσιασθῇ ἡ περίστασις αὕτη, τὰ στελέχη ὀφείλουσι πάντοτε νὰ διατηρηθῶσι, θὰ διατηρηθῶσιν ὅμως τότε ὡς στελέχη τοῦ στρατοῦ τῆς ἐκπαιδεύσεως ἐπιβαρύνοντα τὸν προϋπολογισμὸν, ἐνῷ διὰ τῆς διαιρέσεως ἤδη τοῦ στρατοῦ εἰς στρατὸν τῆς ὑπηρεσίας, ἐν ᾧ τὰ εὐζωνικὰ τάγματα, καὶ εἰς στρατὸν ἐκπαιδεύσεως, κατορθοῦμεν πρὸς τὸ παρὸν νὰ χρησιμοποιήσωμεν τὰ στελέχη ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἄλλως θ’ ἀπετέλουν πολυτέλειαν ἐν εἰρήνῃ, τὴν ὁποίαν ὅμως ὅλοι οἱ στρατοὶ ἔχουσιν. Ὑπάρχουσι, κύριοι, στρατοὶ ἔχοντες στελέχη ἄνευ οὐδενὸς στρατιώτου, καὶ π. χ. τὸ Βέλγιον ἔχει εἰς πᾶν σύνταγμα καὶ ἓν τάγμα ἄνευ στρατιωτῶν, τὸ ὁποῖον ἐκγυμνάζεται συμπληρούμενον διὰ τῶν ἀνδρῶν τῶν ἄλλων ταγμάτων, διότι τοῦτο ἀπαιτεῖ τὸ σύστημα, ἀπαιτεῖ ὀλιγίστους ἄνδρας καὶ μεγάλα στελέχη. Ἀποκρούω λοιπὸν πάσαις δυνάμεσι τὰς ἰδέας ταύτας, ἰδέας, αἱ ὁποῖαι τείνουσι νὰ παραστήσωσι τὸν στρατὸν ὡς συντηρούμενον ἐκ προσωπικῶν λόγων καὶ νὰ καταβιβάσωσι τοιουτοτρόπως τὸν στρατὸν εἰς κατωτάτην βαθμίδα. Ὁ ἀξιωματικὸς δὲν δύναται νὰ δεχθῇ τοιαύτην μομφὴν, ὁ ἀξιωματικὸς ἵνα δύνηται νὰ ἐπιτελέσῃ τὸ καθῆκόν του, ὀφείλει νὰ ἔχῃ τὴν συναίσθησιν, ὅτι εἶνε ἀναγκαῖος εἰς τὸ ἔθνος, διότι αἱ ὠφέλειαι, ἃς ἔχει ὁ ἀξιωματικὸς ὡς ἐκ τοῦ ἐπαγγέλματός του, εἶναι μικραὶ καὶ καθ’ ἑαυτὰς καὶ σχετικῶς πρὸς τὰς ὠφελείας, ἃς εὑρίσκει τις ἐν ἄλλοις κλάδοις ἐργασίας ἐν Ἑλλάδι. Οὐδεὶς ἤθελεν ἐκλέξει τὸ ἐπάγγελμα τοῦτο, ἐὰν μετ’ αὐτοῦ δὲν συνεδυάζετο καὶ ἡ ἰδέα ἐπιτελέσεως καθήκοντος ὑψηλοῦ πρὸς τὴν πολιτείαν. Ταύτην τὴν ὑψηλὴν ἰδέαν ἠθέλησαν νὰ καταστρέψωσι διὰ τῆς εἰσηγήσεως, ὅτι τὰ στελέχη ταῦτα διατηροῦνται χάριν ἐλέους. Τὰ στελέχη διατηροῦνται, διότι εἶναι ἡ βάσις τῆς ἐμπολέμου δυνάμεως τῆς Ἑλλάδος, χάριν δὲ αὐτῆς ἐψηφίσαμεν τὸν νέον στρατολογικὸν νόμον καὶ ἐπεβάλομεν εἰς τοὺς πολίτας τὰς βαρείας ὑποχρεώσεις τῆς καθολικῆς στρατεύσεως, καὶ εἰς τὸ δημόσιον βάρη μεγάλα. Δὲν ἤρκεσαν αἱ μομφαὶ αὗται εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν Οἰτύλου, δὲν τῷ ἤρεσαν ὅσα εἶπε περὶ τοῦ πρωτοφανοῦς δῆθεν τοῦ συστήματος καὶ τὰ ὁποῖα, πιστεύω, ὅτι ἱκανῶς ἀπεδείχθησαν ἀνυπόστατα· ἠθέλησε καὶ νὰ παραστήσῃ, ὅτι ὁ στρατὸς οὗτος θ’ ἀποθάνῃ ἐξ ἀσιτίας, ὅτι δηλαδὴ δὲν θὰ ὑπάρχῃ δύναμις ἱκανὴ πρὸς ἐκπαίδευσιν.
§63Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Περὶ τῶν στελέχεων.
§64ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μάλιστα.— Ἀπαντῶ λοιπὸν εἰς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Οἰτύλου, ὅτι κατὰ τοῦτο ἠδύνατο νὰ μιμηθῇ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις εἶπεν, ὅτι τὸ σύστημα δὲν ἐξετυλίχθη ἐφ’ ἱκανὸν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἵνα δυνηθῶσιν οἱ περὶ αὐτοῦ πραγματευόμενοι νὰ μελετήσωσι τὰ τῶν ἀριθμῶν τῆς δυνάμεως. Ἀλλὰ καὶ ὁ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς δὲν ἠδυνήθη ν’ ἀνθέξῃ εἰς τὸν πειρασμὸν τοῦ νὰ προβῇ εἰς ὑποθέσεις περὶ τῶν ἀριθμῶν, καὶ ἑπομένως ἐλανθάσθη· προειδοποίησεν ὅμως, ὅτι ἠδύνατο νὰ λανθασθῇ. Ὁ κ. Βουλευτὴς Οἰτύλου προέβη μετὰ πεποιθήσεως εἰς τὸν ἔλεγχον τῶν μήπω παρ’ ἐμοῦ ἐκτεθέντων ἀριθμῶν, ὡσανεὶ εἴχομεν συντάξει ὁμοῦ τὸ σχέδιον, καὶ ἤρχισε λέγων, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν λόχων εἶνε 66. Τῷ παρετήρησα, ὅτι ἀπατᾶται ὡς πρὸς τὰ στελέχη, τὰ ὁποῖα περιλαμβάνει ἐν τῷ εἰρημένῳ ἀριθμῷ, ἐνῷ ὁ ἀριθμὸς ἐκεῖνος εἶναι ἀριθμὸς μόνον τῶν ἀνδρῶν· ἀναγνοὺς δὲ τὸν γαλλικὸν νόμον ἐπὶ τῇ προκλήσει μου, ἀνεγνώρισεν, ὅτι ἠπατήθη. Καὶ κατὰ πόσον ἠπατήθη, κύριοι; Τὰ στελέχη ἀπαρτίζονται ἐξ 99 ἀνδρῶν καθ’ ἕκαστον τάγμα, ἑπομένως ἐπὶ 21 ταγμάτων ἠπατήθη κατὰ 2080 ἄνδρας. Προέβη κατόπιν εἰς ἄλλο· ἤρχισε κατατάσσων τοὺς ἄνδρας τούτους, καὶ μὴ ἔχων διόλου ὑπ’ ὄψιν τὸν νόμον περὶ στρατολογίας, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐν τῇ δυνάμει τοῦ στρατοῦ λογίζονται μόνον οἱ ἐπὶ θητείᾳ κατατασσόμενοι, περιέλαβεν εἰς τοὺς ἀριθμοὺς τῆς δυνάμεως καὶ τοὺς ὑπεραρίθμους, προέβη μάλιστα λίαν ἐλευθέρως εἰς προσδιορισμοὺς τῶν ἀριθμῶν οὐ μόνον τοῦ ἐμοῦ συστήματος, ἀλλὰ καὶ τῆς ἐν γένει στατιστικῆς. Σᾶς εἶπεν, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν τῆς ἐτησίας στρατευσίμου ἡλικίας θὰ ἦναι 6,000. Τὰ στατιστικὰ συγγράμματα λέγουσιν, ὅτι ἐπὶ πληθυσμοῦ, ὁποῖος ὁ ἡμέτερος, ἡ ἀναλογία τῆς κληρωσίμου ἡλικίας θὰ ἦναι περίπου 12,000, ὅτι ἐξ αὐτῶν ἡ ἀναλογία τῶν ἐξαιρουμένων, τῶν ἀπαλλαττομένων, τῶν μὴ παρουσιαζομένων, θὰ ἦναι περίπου τὸ ἥμισυ· ἄρα, λέγει ὁ κ. Μαυρομιχάλης, ἔχομεν ἐτησίως νεοσυλλέκτους 6,000. Ἐλησμόνησεν ὅμως, ὅτι ὑπάρχει κατὰ τὸν νόμον καὶ ναυτικὴ ἀπογραφὴ, καὶ δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὁ ἀριθμὸς 12,000, τὸν ὁποῖον μετεχειρίσθη ὡς ἀφετηρίαν, εἶναι ἀριθμὸς κατὰ προσέγγισιν, παραλλάσσων κατὰ τόπους καὶ καιροὺς, καὶ ὅτι αἱ 12,000 δύνανται νὰ ὦσι 13,000 ἢ 11,000. Ἴσως γνωρίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἀκριβῶς τὸν ἀριθμόν, διότι ἴσως συνεκέντρωσεν ἤδη τὰ ἀποτελέσματα τῶν βιβλίων τῆς ἐγγραφῆς τῶν ἀῤῥένων.
§65ΒΑΛΤΙΝΟΣ. 12,000.
§66ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ καὶ ὁ κύριος Βουλευτὴς Οἰτύλου βεβαίως ὁμιλοῦμεν ἀκόμη ἐπὶ ὑποθέσεων. Ὁ νόμος ὀρθῶς διέταξεν, ὅτι ἐν τῇ δυνάμει τοῦ στρατοῦ δὲν περιλαμβάνονται εἰμὴ οἱ ἐπὶ θητείᾳ ἀπογραφόμενοι· οἱ πέραν τοῦ ἀριθμοῦ αὐτῶν δύνανται νὰ ἦναι πλειότεροι ἢ ὀλιγώτεροι τοῦ συνήθους μέσου ὅρου. Οὗτοι δὲν περιλαμβάνονται ἐν τῇ δυνάμει, ἀλλ’ ἀσκοῦνται ὡς ὑπεράριθμοι. Κατὰ δὲ τὸ σύστημα, οἷον τὸ εἶχον ἐκθέσει, οἱ ὑπεράριθμοι οὗτοι, ἐπὶ ἑξάμηνον ἄσκησιν καλούμενοι, διαιροῦνται εἰς δύο ἴσας κλάσεις, καλουμένας κατὰ δύο ἀλληλοδιαδόχους ἑξαμηνίας, ὥστε προσθέτουσιν εἰς τὸν ἄλλον ἀριθμὸν τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ τὸ ἥμισυ τοῦ ὅλου αὐτῶν ἀριθμοῦ. Τοὺς ὑπεραρίθμους τούτους ἐντελῶς παρέλειψεν ὁ βουλευτὴς Οἰτύλου καὶ προέβη εἰς τὰς ἀριθμήσεις αὑτοῦ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν 11 ἢ 12 χιλιάδων, τὰς ὁποίας εἶχον ἀναγράψει ὡς δύναμιν τοῦ στρατοῦ. Ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ ἔλεγεν, ὅτι οἱ ἀριθμοὶ φέρουσιν εἰς ἀναλογίας βεβαίως ἀλλοκότους, διότι εἶχε λησμονήσει, ὡς προεῖπον, 2,080 ἄνδρας· ἀλλ’ εἰς τοὺς 2,080 ἐκείνους ἄνδρας πρέπει νὰ προστεθῶσι πάντες οἱ ὑπεράριθμοι. Πόσοι δὲ θὰ ἦναι οἱ ὑπεράριθμοι; Ἐὰν ἦναι 6,000 οἱ ἀποτελοῦντες τὴν στρατεύσιμον ἡλικίαν καὶ ὑποτεθῶσιν ὑπεράριθμοι τὸ ἥμισυ τοῦ ἀριθμοῦ, διότι καὶ τοῦτο ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς θητείας, ἐὰν θὰ ἦναι 18 μηνῶν ἢ 1 ἔτους, ἔχομεν 3,000 διαιρουμένας εἰς 2 ἑξαμηνίας ἀνὰ 1,500, ὥστε ἐλησμόνησε καὶ 1,500 ἐπὶ πλέον τῶν 2,080, ἄρα ἐν ὅλῳ 3,580, καὶ ἔφθασεν εἰς τὰ τερατώδη ἐκεῖνα ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ὅμως θὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι οὐδόλως ἐπιβαρύνουσι τὸ ἰδικόν μου σύστημα. Ἔκαμε καὶ ἄλλας ὑποθέσεις, ἀλλὰ καὶ εἰς ταύτας πάλιν ἀντεστρατεύθη πρὸς τοὺς συγγραφεῖς. Εἶπεν, ὅτι κατὰ τὰς ἀναλογίας τῆς δυνάμεως τῶν εἰδικῶν σωμάτων πρὸς τὴν τοῦ πεζικοῦ, ὁποίας ἀπαιτεῖ ἡ στρατιωτικὴ τέχνη, δὲν δύναται στρατὸς τοιοῦτος, ὁποῖον ἐγὼ ἀνέφερον, νὰ ἔχῃ ἀνωτέραν δύναμιν πυροβολικοῦ τῶν τριῶν πυροβολαρχιῶν.
§67ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Στρατὸς 5,000 ἀνδρῶν.
§68ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μάλιστα. — Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Οἰτύλου ἐλησμόνησεν ἐνταῦθα τὸ μάθημά του, μάθημα, τὸ ὁποῖον βεβαίως ἐδιδάχθη ὅταν ἐσπούδαζε τὰ στρατιωτικά· συμβαίνει δὲ, φαίνεται, οἱ μαθηταὶ ἐνίοτε νὰ σφάλλωσιν ἐν τούτῳ, καὶ διὰ τοῦτο ὁ καθηγητὴς τὸ ἔχει γεγραμμένον διὰ κεφαλαίων στοιχείων. Λέγει τὸ σύγγραμμα ὅτι «ὑπενθυμίζομεν καὶ πάλιν», διότι εἶχεν εἰπεῖ τὸ αὐτὸ καὶ περὶ ἱππικοῦ καὶ περὶ μηχανικοῦ καὶ περὶ πεζικοῦ, «ὅτι αἱ ἀναλογίαι τῆς δυνάμεως τοῦ πυροβολικοῦ καθορίζονται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁλικῶν δυνάμεων τοῦ ἐν ἐπιστρατεύσει ἐνεργοῦ στρατοῦ.» Δὲν ἐπιτρέπει τὴν ἀναλογίαν νὰ στηρίζωμεν ἐπὶ τῆς δυνάμεως τοῦ πεζικοῦ τῆς ἐν εἰρήνῃ, καὶ τοῦτο λέγει εἰς τέσσαρα διάφορα μέρη· λέγει, προσέξατε μὴ κάμετε τὸ σφάλμα τοῦτο, διότι θὰ φθάσητε εἰς ἀποτελέσματα τερατώδη. Πρὸς τὰ στελέχη τῶν 21 ταγμάτων τοῦ πεζικοῦ ὤφειλε νὰ παραβάλῃ ὁ κ. Βουλευτὴς Οἰτύλου τὴν δύναμιν τοῦ πυροβολικοῦ, καὶ ἂν ἔκαμνε τὴν παραβολὴν ταύτην, ἤθελεν ἰδεῖ, ὅτι μένει ἡ δύναμις σχεδὸν οἵα καὶ σήμερον, ὡς ἡ αὐτὴ μένει καὶ ἡ δύναμις τοῦ Μηχανικοῦ, καὶ τοι εἶναι αὕτη σήμερον ἀνωτέρα πως τοῦ μέτρου, ἀλλὰ δεδικαιολογημένως.
§69ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ δύναμις τὴν ὁποίαν ὑπολογίζετε εἶναι ἐκτὸς τῶν νεοσυλλέκτων, οἱ ὁποῖοι θὰ ὑπηρετήσουν ἓξ μῆνας;
§70ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐκτὸς τῶν νεοσυλλέκτων, ἐκτὸς τῶν ἐφέδρων, ἐκτὸς τῆς ἐθνοφρουρᾶς, διότι κατὰ τὸ σύστημα τοῦ στρατολογικοῦ Νόμου πάντες οὗτοι δὲν ἀνήκουσιν εἰς τὴν δύναμιν τοῦ στρατοῦ ἐν καιρῷ εἰρήνης. Ἀνήκουσιν εἰς τὴν δύναμιν τοῦ στρατοῦ ἐν καιρῷ πολέμου, ἐν δὲ εἰρήνῃ συμπληροῦσι τὸν στρατὸν ἐπὶ χρόνον ὡρισμένον πρὸς ἄσκησιν. Δύναμις ἄρα τοῦ στρατοῦ ἐν εἰρήνῃ κατὰ τὸν στρατολογικὸν Νόμον εἶναι μόνη τῶν ἐπὶ θητείᾳ κατατεταγμένων. Στελέχη δὲ τῆς ἐν εἰρήνῃ δυνάμεως τοῦ πεζικοῦ θὰ ἦναι 21 ἢ 22. Τοῦτο εἶναι τὸ σύστημα τὸ στρατιωτικὸν, τὸ ὁποῖον σχολιάζουσιν ἀπὸ ἡμερῶν ἤδη πάντες ἐν τῇ Βουλῇ, διότι ἀφοῦ εἴχομεν ὑπουργικὸν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον δὲν ἐθεωρήθη κατάλληλον, ἵνα γένηται ἀντικείμενον συζητήσεως, ἔπρεπεν ἡ ἀντιπολίτευσις νὰ φέρῃ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον νὰ χρησιμεύσῃ ὡς κείμενον εἰς ἀνέλιξιν τοῦ στρατιωτικοῦ ζητήματος ἐν τῇ Βουλῇ. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἄνευ τῆς ψηφίσεως νόμου περὶ στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ νὰ κανονισθῶσι τὰ τοῦ ἔτους τούτου, διότι διατελοῦμεν ἤδη ὡς πρὸς τὰ τοῦ στρατοῦ ἄνευ νόμου. Ὁ προσωρινὸς νόμος ἔληξε τὴν 31 Δεκεμβρίου, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς σᾶς ὑπέβαλε νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὅμως βλέπω ἐγκαταλειπόμενον.
§71ΒΑΛΤΙΝΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.) Ὑμεῖς τὸ ὑποθέτετε.
§72ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ ὑποθέτω, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐφάνη διατεθειμένος νὰ συμφωνήσῃ πρὸς τοὺς Βουλευτὰς τῆς ἀντιπολιτεύσεως, οἵτινες δὲν συνεφώνουν μετ’ ἐμοῦ καὶ ἐπρότεινον τὴν παράτασιν τῆς ἰσχύος τοῦ προσωρινοῦ ὀργανισμοῦ· νομοσχέδιον τοῦ ὑπουργείου ἑπομένως δὲν ἔχομεν, καὶ ὀφείλομεν ὁπωσδήποτε νὰ προνοήσωμεν περὶ νομοθεσίας στρατιωτικῆς. Ἂν αἱ προτάσεις, τὰς ὁποίας ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν, περιέχωσιν ἀνατροπὴν τοῦ ὑπάρχοντος συστήματος, ἢ ἂν αἱ περιστάσεις τοῦ Κράτους αἱ ἐξωτερικαὶ εἰσὶ τοιαῦται, ὁποίας παρέστησεν αὐτὰς ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς, ἤθελον παραδεχθῆ τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ἠλείας, ὅτι ὀφείλομεν νὰ μὴ ταράξωμεν τὰ κείμενα. Ἀλλ’ αἱ περιστάσεις αἱ ἐξωτερικαὶ οὐδὲν παρουσιάζουσι τὸ ἔκρυθμον· τοὐναντίον ἐπιτρέπουσιν, ἵνα ἐπιληφθῶμεν τοῦ ἔργου τῆς παρασκευῆς τῆς χώρας· ὀφείλει δ’ ἡ Βουλὴ νὰ μὴ παραπλανηθῇ, ὅπως ἐργασθῇ ἐναντίον τῆς ἀληθοῦς παρασκευῆς τῆς χώρας, ἀποδεχομένη προτάσεις περὶ δῆθεν ἐκτάκτων παρασκευῶν, αἵτινες εἶναι καταστρεπτικαὶ τῶν δυνάμεων τῆς χώρας. Δυνάμεθα ἀπὸ τοῦδε νὰ ἐπιληφθῶμεν τοῦ ἔργου τῆς παρασκευῆς τῆς χώρας, καὶ ὅσον ταχύτερον ἐπιληφθῶμεν αὐτοῦ, τόσον ταχύτερον θέλομεν φθάσει οὐχὶ εἰς τὸ πλῆρες σύστημα, ἀλλ’ εἰς βαθμόν, ὁ ὁποῖος θέλει καταστήσει αὐτὰς χρησίμους. Τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον εἰσάγω, δὲν ἀπέχει τοσοῦτον τοῦ καθεστῶτος, ὥστε νὰ δικαιολογῆσῃ τὴν ἑτέραν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ἠλείας, ὅτι, ἐπειδὴ τὸ ἔτος ἐπροχώρησεν ἤδη, δὲν εἶναι ἡ στιγμὴ πρὸς τοιαύτας ῥιζικὰς μεταβολάς.
§73ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἐρωτήσω. Βεβαίως ὑμεῖς θέλετε τοὺς ξένους ἀξιωματικούς· ἐγὼ ἔχω ἐναντίαν γνώμην. Ἀλλ’ ἂς παραδεχθῶμεν, ὅτι ἔρχονται· ἀφοῦ λοιπὸν εὑρισκόμεθα εἰς τὰς παραμονὰς τῆς ἐλεύσεως ξένων, καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον πρέπει ν’ ἀναβάλητε νὰ ἐφαρμόσητε τὸ σύστημα, διότι οἱ ξένοι πιθανὸν νὰ μὴ τὸ παραδεχθοῦν.
§74ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οἱ ξένοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔλθωσι, πρέπει νὰ εὕρωσι νόμον τινὰ διέποντα τὰ τοῦ στρατοῦ. Ἐὰν εἴχομεν νόμον, ἠδυνάμεθα ν’ ἀξιῶμεν, ὅπως δι’ ἕνα ἢ δι’ ἄλλον λόγον ἡ ἀναβολὴ γείνῃ ἕως τέλους τοῦ 1880. Ἐδώκατε ὡς πρῶτον λόγον ἀναβολῆς, ὅτι παραδέχεσθε τὴν γνώμην τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι ταχεῖα ἔσται ἡ λύσις τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος. Ἐλπίζω δ’ ὅτι δὲν ἐπιμένετε εἰς τὸν λόγον τοῦτον. Ἐδώκατε ὡς δεύτερον λόγον, ὅτι ἐπροχώρησε τὸ ἔτος 1880. Οὗτος ἠδύνατο νὰ ἔχῃ σπουδαιότητα, ἂν τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον προτείνω, θὰ ἐπήγετο μεταβολὰς μὴ δυναμένας νὰ πραγματοποιηθῶσιν εὐχερῶς. Δίδετε καὶ τρίτον λόγον, ὅτι θὰ ἔλθωσιν οἱ ξένοι ἀξιωματικοί, καὶ ὁ λόγος θὰ ἦτο ἰσχυρὸς, ἂν ὑπῆρχε νομοθεσία· ἀλλ’ ἕως οὗ ἔλθωσιν οἱ ξένοι ἀξιωματικοὶ — καὶ δὲν εἶναι βέβαιον ἂν θὰ ἔλθωσι, διότι δὲν γνωρίζομεν ἂν ἡ Κυβέρνησις ἠσχολήθη εἰς τοῦτο καὶ ἀπέτυχεν, ἢ ἂν δὲν ἠσχολήθη, καὶ ὡς εἶπον ἐγὼ παραδέχομαι τὴν ἰδέαν, ὅτι ἂν δὲν εὕρωμεν τοὺς καταλλήλους, δὲν πρέπει νὰ φέρωμεν ξένους ἀξιωματικούς, διότι μόνον ἂν φέρωμεν τοὺς ἀρίστους, δυνάμεθα νὰ ὠφεληθῶμεν, — ἀλλ’ ἕως οὗ οὗτοι ἔλθωσι πρέπει νὰ ὑφίσταται νομοθεσία, καὶ πρέπει νὰ κανονισθῶσι τὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου στρατολογικοῦ νόμου διὰ τρόπου ἠγγυημένου τὴν ἐκτέλεσιν αὐτοῦ. Ὁ ὀργανισμὸς τὸν ὁποῖον προτείνω, καί τοι διαφέρει ῥιζικῶς τοῦ ἤδη ὑπάρχοντος, ὀλιγίστας ὅμως ἀπαιτεῖ τροποποιήσεις νομοθετικῶν διατάξεων. Ἡ ἐλάττωσις τῆς θητείας εἶναί τι σπουδαιότατον, ἀλλὰ καθιεροῦται νομοθετικῶς δι’ ὀλίγων γραμμῶν. Ὁ χωρισμὸς τοῦ στρατοῦ εἰς στρατὸν ὑπηρεσίας καὶ εἰς στρατὸν ἐκπαιδεύσεως δὲν εἶναί τι νέον, ὡς μέτρον ἐκτελεστικόν· εἶναι νέον ὡς μέτρον ὀργανικὸν καὶ νομοθετικόν. Ἐδοκιμάσθη ἤδη, καὶ μάλιστα ἐπὶ τῆς οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως. Ἐγένετο περὶ τούτου συζήτησις ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ, μετὰ τὴν ὁποίαν ἐξεδόθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἐγκύκλιος περὶ χωρισμοῦ τῶν δύο ὑπηρεσιῶν. Ἰδοὺ ἡ ἐγκύκλιος τῆς 6 Ἰουλίου 1877. «Θέλοντες νὰ καταστήσωμεν εὐχερῆ τὴν συγκέντρωσιν καὶ εὐκίνησιν τῶν σωμάτων, πρὸς ταχυτέραν καὶ ἐντελεστέραν ἐκπαίδευσιν αὐτῶν, ἀνατίθεμεν τὴν φρούρησιν τῶν καθ’ ἅπαν τὸ Κράτος ποινικῶν καὶ πολιτικῶν φυλακῶν καὶ τὴν συνοδείαν τῶν δημοσίων εἰσπρακτόρων ἀποκλειστικῶς εἰς τρία τάγματα τοῦ πεζικοῦ, ὁρίζοντες καὶ τὴν τοποθέτησιν αὐτῶν οὕτως, ὥστε καὶ ταῦτα νὰ δύνανται νὰ συγκεντρωθῶσιν ἐν ἀνάγκῃ οὐχὶ μετὰ μεγάλων δυσκολιῶν. Ἕκαστον τῶν ταγμάτων τούτων θέλει ἐκτελεῖ τὰς περὶ ὧν πρόκειται ὑπηρεσίας ἐν ἑκάστῳ τῶν ἑπομένων τριῶν τμημάτων κλπ.» Τότε διετάξαμεν τὸν χωρισμόν, διότι εἴχομεν ἀνάγκην νὰ μορφώσωμεν τὸν στρατόν, εἴχομεν ἀνάγκην νὰ θέσωμεν τὰς δυνάμεις ἐν ἐπιστρατεύσει, καὶ εὕρομεν, ὅτι δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν τοῦτο εἰμὴ διὰ τοῦ χωρισμοῦ, καὶ προέβημεν εἰς αὐτὸν διὰ πράξεως διοικητικῆς, δι’ ἁπλῆς ἐγκυκλίου. Ὁ χωρισμὸς ἄρα τῶν δύω στρατῶν, ὅστις εἶναι βάσις τοῦ νέου συστήματος, δὲν πρόκειται νὰ διαταράξῃ τὰ κείμενα, ἀλλ’ εἶναι ἀπαραίτητον, ἵνα καθιερωθῇ νομοθετικῶς, ὅπως καταστήσῃ ἐφικτὴν τὴν ἐλάττωσιν τῆς θητείας καὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν κληρούχων, καὶ ἐπιτρέψῃ οὕτως, ὅπως ὁ νέος περὶ καθολικῆς στρατεύσεως νόμος γείνῃ πρᾶγμα καὶ μὴ μείνῃ, ὡς μένουσι παρ’ ἡμῖν συνήθως οἱ νόμοι, οἱ ἐπιβάλλοντες ὑποχρεώσεις, ἁπλοῦς χάρτης. Τί ἀπαιτεῖται διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νέου συστήματος; τοὺς 2,000 χωροφύλακας ἔχομεν, ἐκ τῶν 4,000 εὐζώνων ἔχομεν 2,580, μᾶς λείπουσι 1,350, διότι δὲν περιλαμβάνονται εἰς τὸν εἰρημένον ἀριθμὸν καὶ οἱ ἀξιωματικοί· κατὰ τἆλλα θὰ ὀργανωθῇ ὁ στρατὸς ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων, θ’ αὐξήσῃ ὁ ἀριθμὸς τῶν ταγμάτων τῆς ὑπηρεσίας, καὶ θὰ κανονισθῶσι τὰ τοῦ στρατοῦ τῆς ἐκπαιδεύσεως.
§75ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὥστε δὲν εἶναι νέον σύστημα.
§76ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βεβαίως δὲν εἶναι νέον.— Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπαγγέλλονται τὸν ἐφευρέτην, δὲν εἶναι σπουδαῖοι ἐν τῇ πολιτικῇ, σπουδαῖοι εἶναι οἱ καταλλήλως ἐφαρμόζοντες καὶ τιμίως. Τὸ σύστημα εἶναι ἁπλοῦν. Πρόκειται μόνον περὶ προσθήκης 1,300 εὐζώνων, κατὰ τἆλλα θὰ γείνῃ ὁ χωρισμὸς τοῦ στρατοῦ τῆς ἐκπαιδεύσεως, ὡς ἐκ τοῦ ὁποίου θὰ ἐπέλθῃ ἡ μείωσις τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ λαοῦ, ἥτις θέλει ἀναγραφῆ ἐν τροπολογίᾳ τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας κατὰ τ’ ἀφορῶντα εἰς τὴν θητείαν καὶ εἰς τὰς ὑποχρεώσεις τῶν ὑπεραρίθμων. Τοιοῦτον εἶναι ὡς πρὸς τὰ στρατιωτικὰ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐνομίσαμεν, ὅτι ἀνταποκρίνεται πρὸς τὰς εἰδικὰς περιστάσεις τῆς χώρας, πρὸς τὰ δικαιώματα καὶ τὰ καθήκοντα τοῦ λαοῦ καὶ πρὸς τὰς περιστάσεις τὰς οἰκονομικὰς, διότι δι’ αὐτοῦ πραγματοποιεῖται ἡ οἰκονομία, ὅπως ἐθεώρησαν ἀναγκαῖον νὰ πραγματοποιήσωσι τὴν οἰκονομίαν ταύτην καὶ τὰ κράτη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα διατελοῦσιν ἐν οἰκονομικῇ εὐεξίᾳ. Κράτος εὐπορώτερον τῆς Ὁλλανδίας δὲν ὑπάρχει· καὶ ὅμως αὕτη ἐθεώρησεν, ὅτι ἐπὶ τοιαύτης ἀναλογίας ὀφείλει νὰ συστήσῃ τὸν στρατὸν τῆς εἰρήνης καὶ τὸν στρατὸν τοῦ πολέμου. Τοῦτο ἔπραξεν ἡ Δανία, καλῶς ἔχουσα ὡς πρὸς τὰ οἰκονομικά. Καὶ ἂν τὰ κράτη ταῦτα ἐθεώρησαν ἀναγκαῖον τὰς δαπάνας ταύτας νὰ περιορίσωσιν ἐπὶ τοσοῦτον, τί ὀφείλομεν νὰ πράξωμεν ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἔχομεν νὰ σκεφθῶμεν περὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος, ὡς ζητήματος προὐργιαιτάτου σήμερον. Ἀλλὰ χάριν τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος δὲν ἐθεωρήσαμεν, ὅτι ὀφείλομεν κατ’ ἐλάχιστον νὰ καταστήσωμεν τὸ νέον στρατιωτικὸν σύστημα ἠκρωτηριασμένον· τοὐναντίον ἐνομίσαμεν, ὅτι ὀφείλομεν νὰ τὸ δεχθῶμεν πλῆρες, διότι ἔχομεν ἐθνικὰς ὑποχρεώσεις, αἵτινες μᾶς τὸ ἐπιβάλλουσιν· ἀλλ’ ἐνῷ ὀφείλομεν νὰ τὸ δεχθῶμεν πλῆρες, ὀφείλομεν καὶ νὰ τὸ ἐφαρμόσωμεν ἐν πάσῃ λιτότητι. Ὀφείλομεν δὲ ν’ ἀποκρούσωμεν τὸ σύστημα τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ καὶ τῶν ἄλλων ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι ζητοῦσι μεγάλας δυνάμεις ἐν εἰρήνῃ, δυνάμεις, αἱ ὁποῖαι, ἐξαντλοῦσαι ὑπὲρ τοῦ μονίμου στρατοῦ πάντας τοὺς πόρους, ἐμποδίζουσι δι’ ἔλλειψιν πόρων τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου ὡς πρὸς τὴν ἐφεδρείαν, ἥτις, ἐνῷ εἶναι ἡ βάσις τοῦ νόμου τούτου, εἰς οὐδεμίαν ὑποβάλλεται τῶν ὑπὸ τοῦ νόμου διατασσομένων περιοδικῶν ἀσκήσεων. Αἱ οἰκονομίαι αἱ πραγματοποιούμεναι διὰ τοῦ ἐμοῦ συστήματος εἶναι μικραὶ, ἀλλ’ ὀφείλετε νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι καὶ εἰς τὰ ποσὰ τὰ ὁποῖα ἐγὼ ἀνέφερον, καὶ εἰς τὰ ποσὰ τὰ ὁποῖα ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει ἀναγεγραμμένα, καὶ εἰς τὰ ποσὰ τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλει ὁ προσωρινὸς ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ ὀφείλετε νὰ προσθέσητε πάσας τὰς δαπάνας, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀναγκαῖαι διὰ τὴν ἐτησίαν ἄσκησιν τῆς ἐφεδρείας, οὐχὶ δὲ πρὸς τὸ παρόν, καὶ τὰς δαπάνας διὰ τὴν ἐθνοφρουρὰν, διότι ἡ ἐθνοφρουρὰ δὲν ὑφίσταται. Ἐφεδρεία ὅμως ὑφίσταται καὶ εἶναι οἱ ἐκγεγυμνασμένοι ἄνδρες τῆς ἐφεδρείας, τὸ μόνον ἐναπομεῖναν ὄφελος ἐκ τῶν ἐκτάκτων δαπανῶν τῶν τελευταίων ἐτῶν. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν φροντίσωμεν νὰ συγκεντρώσωμεν τοὺς ἄνδρας τούτους, χάριν ἀσκήσεων καὶ συνδέσμου αὐτῶν πρὸς τὸν στρατὸν, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, ἡ γενομένη δαπάνη καθίσταται ματαία. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι δυνάμεθα νὰ εὑρεθῶμεν προσεχῶς ἐν τῇ ἀνάγκῃ νὰ θέσωμεν ἐν ἐπιστρατείᾳ τὸν στρατὸν καὶ νὰ συγκεντρώσωμεν ἐντὸς τῶν στελεχῶν πᾶσαν τὴν δύναμιν τῆς χώρας, ἵνα καταλάβωμεν τὰς ἐπαρχίας, αἵτινες θέλουσιν ἐπιδικασθῆ εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἀλλὰ διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ πράξωμεν τοῦτο, ὀφείλομεν νὰ καταστήσωμεν τὴν προσέλευσιν τῶν ἐφέδρων ταχεῖαν καὶ εὐχερῆ. Εἰς τοῦτο δ’ ὀφείλομεν νὰ παρασκευάσωμεν αὐτοὺς διὰ τῆς συγκλήσεως εἰς τὰς τάξεις κατὰ τὸν νόμον. Μέγα ὑπῆρξε τὸ ἁμάρτημα τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν μὴ προνοήσαντος περὶ τούτου. Ἤδη κατὰ τὸ ἔαρ ἔπρεπε νὰ γείνῃ συγκέντρωσις τῆς ἐφεδρείας, ἵνα ἴδωσι πάντες τ’ ἀγαθὰ τοῦ συστήματος τούτου καὶ ἵνα εὑρεθῇ ὁ στρατὸς εἰς τὴν θέσιν ἐκείνην, εἰς ἣν εὔχομαι νὰ εὑρεθῇ ὅπως προσφέρῃ τὰς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας ἀνέφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἐφρόντισεν εἰμὴ περὶ τῆς αὐξήσεως τῆς δυνάμεως ἐν εἰρήνῃ, ὅπως ἀποκτᾷ ἀριθμὸν ἐκγεγυμνασμένων ἀνδρῶν, τοὺς ὁποίους ν’ ἀποστέλλῃ εἰς τὰς ἑστίας των, ἵν’ ἀπομανθάνωσιν ὅσα ἐν τῷ στρατῷ ἔμαθον. Τοιοῦτον σύστημα πρέπει ν’ ἀποκρούσωμεν· πρέπει τὴν βάσιν τοῦ στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ νὰ θέσωμεν τοιαύτην, ὥστε νὰ δύναται ὁ νόμος νὰ ἐφαρμοσθῇ ἀνέτως, καὶ νὰ προνοήσωμεν περὶ τῆς ἐτησίας ἀσκήσεως τῶν ἐφέδρων, ὥστε ὁ στρατὸς νὰ ἔχῃ πᾶσαν τὴν ἐμπόλεμον αὐτοῦ δύναμιν ἀνεπτυγμένην καὶ ἑτοίμην εἰς πλήρωσιν τῶν τάξεων. Εἰδικῶς ἐπραγματεύθην τὰ τοῦ στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ· εἰς ὅσα δ’ ἄλλα τοῦ προγράμματος τοῦ ἐμοῦ ἀπήντησαν οἱ κκ. ὑπουργοὶ ἢ ἄλλοι, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀπαντήσω, ἐν τῇ προκεχωρημένῃ ταύτῃ ὥρᾳ, διότι ἡ ἀνάπτυξις, τὴν ὁποίαν ἔκαμα ἐν τῇ προτέρᾳ ἀγορεύσει μου, μοὶ φαίνεται, ὅτι ἦτο ἐπαρκής. Ἦτο ὅμως ἀνάγκη εἰς τὰ τοῦ στρατοῦ ἰδίως νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, διότι τὸ ζήτημα τῆς στρατιωτικῆς παρασκευῆς τῆς χώρας εἶναι τὸ κύριον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ὀφείλει νὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ κατὰ τὸν καταρτισμὸν τοῦ προϋπολογισμοῦ, περὶ οὗ συζητοῦμεν. Ἐκ τῆς τοιαύτης ἢ τοιαύτης παρασκευῆς ἐξαρτᾶται ὁ τοιοῦτος ἢ τοιοῦτος καταρτισμὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὤφειλον δὲ νὰ κάμω τὴν ἀνάπτυξιν ταύτην, ἵνα μὴ πιστευθῇ, ὅτι αἱ οἰκονομικαὶ ἀνάγκαι, αἵτινες ἐπέδρασαν σπουδαίως ἐπὶ τὰς σκέψεις τῶν Βουλευτῶν κατὰ τὴν σύνοδον ταύτην καὶ ἐπὶ τὰς σκέψεις ἐμοῦ, ἠδυνήθησαν κατ’ οὐδὲν νὰ παρασαλεύσωσι τὰς βάσεις τοῦ στρατιωτικοῦ συστήματος, ὅπερ θεωρῶ σύμφορον πρὸς τὴν πολιτείαν. Τὸ στρατιωτικὸν σύστημα ὀφείλομεν νὰ κανονίσωμεν, ἀποβλέποντες οὐχὶ πρὸς τὰς σημερινὰς ἡμῶν δυσχερείας, ἀλλ’ εἰς τὴν σταθερὰν κατάστασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ κράτους, καὶ ὀφείλομεν νὰ κανονίσωμεν αὐτὸ ἐπὶ τὸ οἰκονομικώτερον, ὅπως ἐφαρμοσθῇ πράγματι· ἀλλ’ ὀφείλομεν καὶ νὰ μὴ ἀποστερήσωμεν τὸν στρατὸν οὐδεμιᾶς τῶν δαπανῶν, δι’ ὧν τὸ σύστημα θέλει ἀποβῆ χρήσιμον. Χάριν τοῦ συστήματος τούτου θέλομεν δαπανήσει ἑκατομμύρια, θέλει ὑποβληθῆ ὁ λαὸς εἰς ὑποχρεώσεις βαρυτάτας. Πάντα ταῦτα ὅμως εἶναι ὡς μηδὲν ἀπέναντι τοῦ ἔργου, ὅπερ ἐπιδιώκομεν, τοῦ ν’ ἀποδείξωμεν καὶ πρὸς ἡμᾶς αὐτοὺς καὶ πρὸς τοὺς ὁμοεθνεῖς ἡμῶν, ὅτι ἐννοοῦμεν τὰ πρὸς αὐτοὺς καθήκοντά μας, καὶ ὅτι οὐδεμιᾶς θυσίας θέλομεν φεισθῆ, ἵνα παράσχωμεν αὐτοῖς τὴν συνδρομὴν, ἣν τοῖς ὀφείλομεν καὶ διότι ἐκ τῶν κοινῶν ἐνεργειῶν παντὸς τοῦ ἑλληνισμοῦ προέκυψε τὸ Βασίλειον καὶ διότι μόνος λόγος τῆς ὑπάρξεώς του εἶναι ἡ ὕπαρξις τοῦ ἑλληνισμοῦ· ἡ δὲ ὕπαρξις τοῦ ἑλληνισμοῦ θέλει διακυβευθῆ τὴν ἡμέραν ἐκείνην, καθ’ ἣν ἡ Ἑλλὰς ἤθελεν ἀποδειχθῆ ἐπιλήσμων τοῦ πρὸς αὑτὸν καθήκοντός της. Ὀφείλει ἄρα ἡ Ἑλλὰς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ν’ ἀναγράψῃ τὰς ἀναγκαίας δαπάνας πρὸς καταρτισμὸν τοῦ στρατοῦ τοιούτου, ὁποῖον ἔχουσι τ’ ἄλλα ἔθνη, τὰ μᾶλλον πρὸς ἡμᾶς ὁμοιάζοντα καὶ τὰ ἔχοντα ὑποχρεώσεις στρατιωτικάς. Ὅταν ἐξετάζω τὸν προϋπολογισμὸν τῆς Δανίας, ἡ ὁποία δὲν πιέζεται ἐκ τοῦ φόβου τῆς χρεωκοπίας, καὶ βλέπω, ὅτι ἡ δαπάνη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ αὐτῆς εἶναι 12,075,000 φράγκων ὑπὲρ στρατοῦ ἐμπολέμου, 55,037 ἀνδρῶν, ἐξ οὗ τὸ ἥμισυ ἀσκεῖται κατ’ ἔτος, καὶ ὅταν βλέπω ὅτι τοιαῦτα ἀποτελέσματα κατορθοῦνται διὰ προϋπολογισμοῦ κατωτέρου τοῦ ὑποβληθέντος ὑπὸ τοῦ ὑπουργείου ἢ τοῦ ἀναγκαιοῦντος διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ προσωρινοῦ ὀργανισμοῦ, δὲν δύναμαι νὰ μὴ αἰσθανθῶ, ὅτι μᾶς ἐπιβάλλεται καθῆκον, ὅτι ἐν τῷ τρόπῳ, καθ’ ὃν καταρτίζομεν τοὺς προϋπολογισμούς, παρασυρόμενοι ἴσως δὲν ἔχομεν μόνον ὑπ’ ὄψιν τὸ συμφέρον τοῦ στρατοῦ, δὲν ἔχομεν μόνον ὑπ’ ὄψιν τὸ καθῆκον τῆς Ἑλλάδος. Εἰς τὰ Κράτη ἐκεῖνα, ἐν οἷς ἡ ὑπηρεσία ἐργάζεται ἀνεξαρτήτως σκέψεων πλαγίων, βλέπετε ὁποῖα ἀποτελέσματα ἐπιτυγχάνονται· διὰ πόρων ἐλαχίστων ἔχουσι στρατὸν ἱκανόν. Ἐὰν ἐπὶ τῆς αὐτῆς ἀναλογίας ἐργασθῶμεν καὶ ἡμεῖς, δυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν στρατὸν, ὑπὲρ οὗ νὰ δαπανῶμεν ὀλιγώτερα ἔτι ἑκατομμύρια ἐκείνων, τὰ ὁποῖα δαπανῶσι τὰ Κράτη τὰ ὁποῖα ἀνέφερον. Ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπεται ἐνώπιον ταμείου χρεωκοπημένου νὰ δαπανῶμεν εἰς τὸν στρατὸν, ἵνα ἐπιτύχωμεν ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα οὐδὲ πολλοστημόριον εἶναι ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐπιτυγχάνει ἡ Δανία, ποσὰ ἀνώτερα τῶν παρ’ ἐκείνης δαπανωμένων. Ταῦτα τὰ δεδομένα ὀφείλομεν νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην, καὶ ὅσον τὸ κατ’ ἐμὲ, δὲν θεωρῶ ἀπώλειαν χρόνου τὴν συζήτησιν τὴν παρατεταμένην ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ· θεωρῶ, ὅτι πάντες οἱ κύριοι ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι εὐηρεστήθησαν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου νὰ ἐκθέσωσι τὰς ἰδέας των, προσέφερον ὑπηρεσίαν, διότι μόνον διὰ τῆς ἐξετάσεως, διὰ τῆς βασάνου τῶν θεμάτων τούτων, θέλομεν φθάσει εἰς τὴν ἀληθῆ ἐκτίμησιν τῶν πραγμάτων. Δὲν πρέπει ν’ ἀποδεχώμεθα ἀβασανίστως τὰ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως προτεινόμενα εἰς ἡμᾶς, ἐπὶ προφάσει ἐξυπηρετήσεως ἐθνικῆς ἰδέας. Τὰς προτάσεις τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ, τοῦ νὰ μένωμεν εἰς τὸ σύστημα τὸ μέχρι τοῦδε ἐπικρατοῦν, σύστημα, τὸ ὁποῖον οἰκονομικῶς μὲν ἔφερε τὴν χρεωκοπίαν, στρατιωτικῶς δὲ τὴν ἀπογοήτευσιν, καὶ οὐδὲν προσέθηκεν εἰς τὴν δύναμιν τοῦ τόπου, τὰς προτάσεις ταύτας δὲν δυνάμεθα νὰ ἐκτιμήσωμεν, εἰμὴ ἐκ παραβολῆς πρὸς τὰ γενόμενα ἐν ἄλλοις εὐνομουμένοις κράτεσι. Δικαίως οἱ πολεμήσαντες τὸ σύστημά μου ἐπεκαλέσθησαν τὰ ἄλλα Κράτη, λέγοντες, ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο οὐδαμοῦ ἀλλοῦ εὑρίσκεται, ὅτι εἶνε σύστημα πρωτοφανές· διότι ἂν τοῦτο ἦτο ἀληθές, τὸ σύστημα θὰ ἦτο καταδικαστέον. Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν τὴν ἱκανότητα, δὲν ἔχομεν τὴν εὐκαιρίαν, ἵνα ἐκ τῆς πείρας μορφώσωμεν σύστημα, ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ πράξωμεν ἄλλο παρὰ νὰ παραλάβωμεν τὰ συστήματα τῶν ξένων ἐπικρατειῶν, καὶ νὰ προσαρμόσωμεν αὐτὰ κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον ἐπιτυχῶς πρὸς τὰς περιστάσεις ἡμῶν τὰς ἐθνικὰς καὶ κοινωνικάς· καὶ ἐκεῖνος ὁ πολιτευτὴς ἔχει ἱκανότητα καὶ εἰδικότητα, ὁ ὁποῖος τὴν προσαρμογὴν δύναται νὰ κάμῃ ἐπιτυχέστερον. Δικαία ἦτο ἡ ἀπαίτησις τῶν ἀποκρουσάντων τὸ σύστημα, ὅπως δειχθῇ ποῦ τοῦτο ἔχει τὰ ὑποδείγματα αὐτοῦ. Ἔδειξα ποῦ ἔχει αὐτά. Ἀλλὰ ποῦ ἔχει τὸ σύστημα τοῦ Ὑπουργείου τὰ ὑποδείγματα αὐτοῦ; Ποῦ εὑρίσκετε στρατὸν ἀνάμικτον ὑπηρεσίας καὶ ἐκπαιδεύσεως, ποῦ εὑρίσκετε ἐκτάκτους παρασκευὰς γενομένας ἐπὶ δύω ἔτη, καὶ γενομένας ἄνευ σκοποῦ; ποῦ εὑρίσκετε κυβέρνησιν ἐπαγγελλομένην ἀλληλοδιαδόχως, ὅτι τὸ ζήτημα, χάριν τοῦ ὁποίου παρασκευαζόμεθα, παρουσιάζεται εἰς ἐπίλυσιν μετὰ δύο μῆνας, καὶ πάλιν μετὰ δύο μῆνας, ἐνῷ οὐδὲν ἔχει περὶ προσεχοῦς αὐτοῦ ἐπιλύσεως ἐνδόσιμον. Κύριοι, ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων, ὁποίαν ἡμεῖς ἐκ τῶν ἰδίων πληροφοριῶν δυνάμεθα νὰ τὴν γνωρίζωμεν· διότι ἐκ τῶν Ὑπουργῶν οὐδὲν ἔχομεν νὰ ἐλπίσωμεν. Οἱ Ὑπουργοὶ καὶ εἰς τὰ ἐξωτερικὰ ὡς καὶ εἰς τὰ οἰκονομικὰ μᾶς λέγουσιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ μᾶς πείσωσιν εἰς τὴν ἀποδοχὴν τοῦ συστήματος αὐτῶν. Εἴδετε εἰς τοὺς ἀριθμοὺς κατὰ τίνα τρόπον σᾶς παρέστησαν αὐτούς, ἵνα σᾶς πείσωσιν, ὅτι δὲν εὑρισκόμεθα ἐνώπιον τῆς χρεωκοπίας, ὡσανεὶ ἡ χρεωκοπία μὴ ἦτό τι ἐπαισθητὸν εἰς πάντας ἡμᾶς, ὡσανεὶ μὴ γινώσκωμεν, ὅτι σήμερον, καὶ τοι ὑπάρχουσι τὰ χρήματα τὰ ἐκ τῶν εἰσπράξεων τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων, ἐπειδὴ παρούσης τῆς Βουλῆς δὲν τολμᾷ ἡ Κυβέρνησις νὰ θίξῃ τὰ χρήματα ἐκεῖνα, πᾶσαι αἱ ὑπηρεσίαι καὶ στρατιωτικαὶ καὶ πολιτικαὶ καθυστεροῦσιν εἰς τὰς πληρωμάς, καὶ καθυστεροῦσιν ἐπὶ χρόνον μακρόν. Δι’ ἀριθμῶν θέλουσι νὰ σᾶς πείσωσιν οἱ κύριοι Ὑπουργοί, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἔλλειμμα κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, δὲν ὑπάρχει ἔλλειμμα κατὰ τὸ παρόν, καὶ ἂν καλῶς ἐνθυμοῦμαι τὰς προτάσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν περὶ προσθέτων πόρων καὶ τὰς περὶ αὐτῶν κρίσεις του, ὑπάρχει καὶ περίσσευμα.
§77ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ εἶπα αὐτό.
§78ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἴπατε μὲν, ὅτι μένει ἔλλειμμα, ἀλλὰ εἴπατε καὶ περὶ πόρων προταθέντων πρὸς ἀναπλήρωσιν αὐτοῦ, μεθ’ οὗ, θὰ ἐπέλθῃ καὶ περίσσευμα.
§79ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξ ἐναντίας εἶπον, ὅτι θὰ ἔχωμεν ἔλλειμμα.
§80ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἐτολμήσατε νὰ εἴπητε, ὅτι μετὰ τοὺς νέους πόρους παρουσιάζεται περίσσευμα.
§81ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ τὰ ἐπαναλάβω αὔριον.
§82ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἰς τὰ οἰκονομικὰ οἱ ἀριθμοὶ οὗτοι ἀπεδείχθησαν κενοί, δὲν ἀνταποκρίνονται πρὸς τὰ πράγματα. Τὰ πράγματα μαρτυροῦνται ὑπὸ τῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους, ὑπὸ τῶν στενοχωριῶν τῆς ὑπηρεσίας, μαρτυροῦνται καὶ ὑπ’ αὐτῶν τῶν πινάκων τῶν ὑποβληθέντων, ὅταν οὗτοι μελετηθῶσιν ἐν εἰλικρινείᾳ· καὶ οὕτω μελετηθέντες, ἀπέδειξαν, ὅτι τὸ ἔλλειμμα εἶναι μέγιστον. Ἀλλὰ ὅπως τὰ οἰκονομικὰ ἀπεδείχθησαν τοιαῦτα, τοιαῦτα ἀπεδείχθησαν καὶ εἰς τὸν αὐτὸν σκοπὸν ἀφορῶντα πάντα τὰ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ἀνακοινωθέντα περὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος. Ἔχομεν τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαιτήσωμεν, ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἀνακοινώσῃ πρὸς τὴν Βουλὴν τὴν ἀληθῆ κατάστασιν τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος, ἣν τ’ ἀνακοινωθέντα οὐδόλως διεφώτισαν, διότι περὶ τῶν πραγμάτων οὐδὲν ἀνεκοίνωσεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ὀφείλομεν, νὰ ἐξετάσωμεν ταῦτα ἐν τῇ σχέσει αὐτῶν πρὸς τὸν ἐξευτελισμὸν τοῦ Κράτους, συνεπείᾳ τοῦ τρόπου τῆς διαπραγματεύσεως τῶν ἐξωτερικῶν ὑποθέσεων, καὶ πρὸς τὴν μεγάλην ζημίαν, ἣν ὑφίστανται αἱ ἐθνικαὶ ἡμῶν ὑποθέσεις, οὕτω διεξαγόμεναι. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι, συζητουμένου τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ μᾶς εἴπῃ οὐχὶ τὰς κρίσεις, ἀλλὰ τὰ πράγματα, ἐφ’ ὧν στηρίζει τὰς κρίσεις αὑτῆς, διὰ νὰ δυνηθῶμεν καὶ ἡμεῖς νὰ κρίνωμεν ἀσφαλῶς· διότι ἂν ἔχῃ διδόμενα ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργός, ἵνα διαβεβαιοῖ, ὅτι ταχεῖα ἔσται ἡ λύσις τοῦ ἐξωτερικοῦ ἡμῶν ζητήματος, βεβαίως τὰ διδόμενα ἐκεῖνα ἤθελον ἐπιδράσει καὶ ἐπὶ τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Σήμερον ὅμως δὲν ἔχομεν ἡμεῖς ἄλλο διδόμενον ἢ τὰς ἀνακοινώσεις, αἱ ὁποῖαι γίνονται εἰς τὰ κοινοβούλια ἄλλων Κρατῶν καὶ τὰ ἐν γένει παραδιδόμενα εἰς τὴν δημοσιότητα παρ’ ἄλλων Κυβερνήσεων, ἵνα ὁδηγηθῶμεν ἐξ αὐτῶν. Ἡ κατάστασις δὲ τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος, ἣν τὰ διδόμενα ταῦτα δεικνύουσιν, εἶναι τοιαύτη, ὥστε δὲν ἐπιτρέπει εἰς τὸ Κράτος ἐκτάκτους παρασκευὰς καὶ ἐκτάκτους δαπάνας. Ἐὰν παραπλανηθέντες ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἀποδεχθῶμεν οἰκονομικὸν σύστημα, οἷον αὕτη προτείνει, δὲν θέλει δυνηθῆ ἡ χώρα ν’ ἀνθέξῃ πλέον τοῦ ἔτους ἢ ἴσως ὀλιγώτερον εἰς τοιαύτας ἀφειδεῖς δαπάνας, καὶ ἐπειδὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι λελυμένον πρὸ τοῦ χρόνου ἐκείνου τὸ ζήτημα, θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἐσχάτην στενοχωρίαν, ὅταν θὰ ἐπιστῇ ἡ ὥρα τῆς ἐνεργείας, ἐνῷ ἀπεναντίας, ἐὰν ἀποδεχθῆτε τὸ σύστημα τῆς ἠρέμα παρασκευῆς, ὁ παρερχόμενος χρόνος θέλει προσθέτει καὶ νέας δυνάμεις εἰς τὸ ἔθνος, καὶ ὅταν σημάνῃ ἡ ὥρα τῆς ἐνεργείας, ἐλπίζω, ἡ Ἑλλὰς νὰ εὑρεθῇ εἰς κατάστασιν, ὅπως ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ἐθνικὰς αὑτῆς ὑποχρεώσεις. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα καὶ ἐπευφημίαι ἐκ τῶν ἀκροατηρίων.) Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 7¼ μ. μ.)