1880.03.04
2.389 στίχοι · 20.203 λέξεις · 25 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 83
τῆς 4 Μαρτίου 1880.
(Τρίτη.)
Ὥρᾳ 2¼ μ. μ.
Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας καὶ ἐνεκρίθησαν.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολλοὶ κάτοικοι τῆς Ἐπαρχίας Ἠλείας ἐξαιτοῦνται νὰ μὴ αὐξηθῇ ὁ δασμὸς τῆς σταφίδος. Θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπὴν ἡ ἀναφορά των. Ὁ κ. Λομβάρδος ἐζήτησε τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§2ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον, καὶ ἔλαβεν οὗτος τὴν καλωσύνην νὰ μοὶ τὸν παραχωρήσῃ, ὅπως ἀπαντήσω εἰς τὸ προσωπικὸν ζήτημα, ἐφ’ οὗ ἔκαμε λόγον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἐὰν θελήσῃ νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ἀγόρευσίν του, ἐπιφυλάσσομαι ν’ ἀπαντήσω κατόπιν.
§3Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θὰ ἐξακολουθήσω.
§4ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τότε ἐπιφυλάσσομαι.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σαράβας.
§6ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἡ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπὴ ἤλπιζεν, ὅτι θὰ δυνηθῇ σήμερον νὰ σᾶς ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της· ἀτυχῶς ὅμως δὲν ἠδυνήθη νὰ τὸ κατορθώσῃ, μ’ ὅλον ὅτι εἰργάσθημεν καὶ τὸ Σάββατον, καὶ τὴν Κυριακὴν, καὶ σήμερον ἀπὸ τῆς 8 ὥρας. Ἐλπίζω, ὅτι θὰ τὸ κατορθώσωμεν αὔριον. Ἀλλ’ ἐπειδὴ σήμερον λήγει ἡ ταχθεῖσα προθεσμία, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ἵνα παρατείνῃ αὐτὴν μέχρι τοῦ Σαββάτου, μ’ ὅλον ὅτι ἐλπίζω, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι θὰ δυνηθῶμεν αὔριον νὰ ὑποβάλωμεν τὴν ἔκθεσιν.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§8ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κρεστενίτης.
§10ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα διατάξῃ τοὺς δικαστὰς, οἵτινες εἶχον καὶ προηγουμένως διαταχθῆ, νὰ μεταβῶσιν εἰς τὰς θέσεις των ἐν Ἠλείᾳ, διότι πληροφοροῦμαι, ὅτι τὸ Δικαστήριον ἀργεῖ, καὶ ἰδίως εἰς τὰς πολιτικὰς ὑποθέσεις. Νομίζω, ὅτι περὶ τούτου ἔχει καὶ ἔγγραφον τοῦ κ. Προέδρου. Οἱ Δικασταὶ οἱ ἐκεῖθεν μετατεθέντες ἀμέσως ἀνεχώρησαν, οἱ ἄλλοι ὅμως δὲν ἀπῆλθον εἰς τὰς θέσεις των.
§11ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Διαταγαὶ ἐξεδόθησαν ὅπως ἀπέλθωσιν εἰς τὰς θέσεις των, καὶ ἤδη, νομίζω, εὑρίσκονται καθ’ ὁδόν.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν εἰς βʹ συζήτησιν τὸ Νομοσχέδιον περὶ πιστώσεως πρὸς πληρωμὴν τῶν ἐξόδων τοῦ Μαρτίου. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον.)
§13Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Μὲ ἐπέκρινέ τις τῶν ῥητόρων τῆς ἀντιπολιτεύσεως διατί νὰ μὴ μετάσχω τῆς συζητήσεως μέχρι τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν ἐκεῖνος ἀναβὰς ἐπὶ τὸ βῆμα ἠγόρευσεν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἐνόμισε μάλιστα ὅτι ἐγὼ μὴ μετασχὼν τῆς συζητήσεως ὑπελάμβανον ἐμαυτὸν ἀλλότριον τῆς συζητήσεως ταύτης. Ἀλλ’ ἡ συζήτησις μέχρι τῆς ἀγορεύσεως τοῦ βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου περιεστράφη περὶ θέματα, ἅτινα μοὶ ἐφάνη ὅτι εἶχον χαρακτῆρα διαγωνίσματος, κατὰ τὸ ὁποῖον πάντες ἐπροθυμοποιοῦντο τίς νὰ δυνηθῇ νὰ προβάλῃ περικοπὰς τῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένων δαπανῶν πλειοτέρας ἀπὸ ἐκείνας τὰς ὁποίας ὁ πρὸ αὐτοῦ εἶχε προβάλει, καὶ ἡμιλλῶντο τίς νὰ ἁρπάσῃ ἀπὸ τῶν χειρῶν τῆς Βουλῆς τὸ ἆθλον, ὅτι αὐτὸς συνετέλεσεν εἰς μείζονας οἰκονομίας καὶ εἰς μείζονα περιστολὴν τοῦ ἐλλείμματος. Καὶ αὐτὸς ὁ φίλος μου ἐκ Παρνασίδος βουλευτὴς δὲν ἠδυνήθη ν’ ἀποφύγῃ τοῦτο. Καθ’ ἃ δὲ ὁ κ. Τρικούπης ἀγορεύων ἀπέδειξεν, ὁ λόγος τοῦ κ. Σιμοπούλου ἦτο συμπλήρωμα τοῦ λόγου τοῦ κ. Τρικούπη, καὶ διὰ τοῦτο καὶ ἐκεῖνος ἐξετέλεσε φιλοτίμως τὸ αὐτὸ ἄχαρι ἔργον τῆς περικοπῆς δαπανῶν, χάριν τοῦ πολιτικοῦ αὐτοῦ φίλου. Μόνος ὁ ἐκ Χαλκίδος βουλευτὴς ἤγαγε τὴν συζήτησιν ἐπὶ πεδίου πολιτικωτέρου, καὶ ἀνέπτυξε τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἐνόμισεν ἀναγκαῖον νὰ σᾶς προτείνῃ ν’ ἀποφανθῆτε, ὅτι δὲν ἔχετε ἐμπιστοσύνην εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Ἐνόμισα ὅτι δὲν ὤφειλον νὰ μετάσχω τῆς συζητήσεως ταύτης. Πρὸς ποῖον σκοπὸν νὰ μετάσχω αὐτῆς; Διὰ νὰ παραστήσω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ἡ περικοπὴ τῶν δαπανῶν, ἡ γενομένη ἄνευ τῆς ἐξετάσεως τῆς ἀνάγκης, ἥτις ὑπηγόρευσε τὴν ἀναγραφὴν αὐτῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, καὶ ἄνευ τῆς ἐρεύνης τῆς χρησιμότητος τῶν δαπανῶν αὐτῶν, ὅτι ἡ τοιαύτη περικοπὴ δὲν εἶναι οἰκονομία τοῦ δημοσίου θησαυροῦ; Ἤλπισα ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν λεπτομερειῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἤθελέ τις εὑρεθῆ ἵνα δώσῃ τὴν εἰρημένην ἀπάντησιν εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἠκολούθησαν τὸ σύστημα τοῦτο κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ν’ ἀπαντήσω εἰς τοὺς ἐλέγξαντας τὸν κ. Κουμουνδοῦρον, διατὶ νὰ μὴ ἐφαρμόσῃ τὸ πρόγραμμα, ὅπερ εἶπον ὅτι εἶχεν ἐκδώσει κατὰ τὸ 1874 περὶ τοῦ χωρισμοῦ τῆς διοικήσεως ἀπὸ τὴν πολιτικήν; Ἡ μελέτη αὕτη ἤθελεν ἀναγκαίως μᾶς εἰσαγάγει εἰς συζήτησιν ἄλλων θεμάτων. Ἤθελε μᾶς ἀναγκάσει νὰ ἀναλύσωμεν τὸ πρόγραμμα τοῦ χωρισμοῦ τῆς διοικήσεως ἀπὸ τὴν πολιτικὴν καὶ νὰ ἀναλύσωμεν τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα ἡ ἐκτέλεσις αὐτοῦ προάγει. Ἐὰν δὲν δύναται ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφύγῃ τὴν ἐπιῤῥοὴν τῆς πολιτικῆς, καθ’ ἣν στιγμὴν ἀσκεῖ τὴν νομοθετικὴν αὐτῆς λειτουργίαν, πῶς θέλετε ν’ ἀπαλλάξητε τὴν διοίκησιν ἀπὸ τῆς ἐπιῤῥοῆς τῆς πολιτικῆς; καὶ δὲν συλλογίζεσθε ὅτι, ἐὰν κατορθώσητε ν’ ἀπαλλάξητε τὴν διοίκησιν ἀπὸ τῆς ἐπιῤῥοῆς τῆς πολιτικῆς, θέλετε περιπέσει εἰς τὸ ἄτοπον νὰ ἴδητε ἐγκαθιδρυόμενον τὸν Νεποτισμὸν τῶν ὑπουργῶν, εἴτε τὴν ἐπιῤῥοὴν τῶν ἐν τοῖς ὑπουργείοις ὑπαλλήλων, ὅπερ ἀποτελεῖ τὴν γραφειοκρατείαν; Μοὶ φαίνεται ὅτι ἐκεῖνος, ὅστις ἤλεγξε τὸν κ. Κουμουνδοῦρον διατὶ δὲν ἐφήρμοσε τὸ πρόγραμμα τοῦ χωρισμοῦ τῆς διοικήσεως ἀπὸ τὴν πολιτικὴν, διενοεῖτο ἄλλο τι, ἤτοι νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἐγκράτειαν περὶ τὴν διοίκησιν καὶ τὴν ὑποταγὴν τῶν ἐνεργειῶν αὐτῆς εἰς τοὺς δύω ὅρους, οἵτινες ἐξασφαλίζουσι τὴν καλὴν διοίκησιν· εἰς τὸν ὅρον τῆς πλήρους καὶ ἀκριβοῦς ἐκτελέσεως τῶν νόμων, καὶ εἰς τὸν ὅρον τῆς ἀπροσωπολήπτου καὶ ἀμερολήπτου ἐφαρμογῆς αὐτῶν. Ν’ ἀπαντήσω πρὸς ἐκείνους, οἵτινες ἤλεγξαν τὴν Κυβέρνησιν, διατὶ νὰ μὴ σπεύσῃ νὰ προβάλῃ νομοθετήματα, διὰ τῶν ὁποίων νὰ ζητήσῃ τὴν τοιαύτην μετατροπὴν τῆς ὑπαρχούσης νομοθεσίας, ὥστε νὰ καταστήσῃ αὐτὴν εἰς ἁρμονίαν πρὸς τοὺς θεσμούς; μοὶ ἐφάνη ὅτι ἡ μελέτη αὕτη ἤθελε προαγάγει ἡμᾶς εἰς συζητήσεις ὅλως ἀλλοίας τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ προτίθεται. Ἔπρεπε νὰ ἐξετάσῃ τις τότε τὸ ἰσχύον σύστημα τῆς διοικήσεως, νὰ ἐρευνήσῃ τὸ νομαρχιακὸν σύστημα, νὰ ἐρευνήσῃ τὸ σύστημα τῶν διοικήσεων, νὰ πραγματευθῇ περὶ συγκεντρώσεως καὶ ἀποκεντρώσεως, νὰ μελετήσῃ τὸ ἀξίωμα ὅτι διοικοῦσιν ἐγγύθεν καὶ κυβερνῶσι μακρόθεν, καὶ τέλος νὰ τραπῇ ἐπὶ θέματα ἥκιστα ἁρμόζοντα πρὸς τὴν γενικὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἴσως δ’ ἁρμόζοντα μᾶλλον πρὸς τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους ἀπέσχον νὰ ἐπιληφθῶ τῆς συζητήσεως. Ἀλλ’ ἀφ’ ἧς ἡμέρας ὁ βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἠγόρευσεν, ὑπέλαβον ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ μετάσχω τῆς συζητήσεως, ὄχι μόνον ὡς ὑπουργὸς ἀλλὰ καὶ ὡς μέλος τοῦ κοινοβουλίου, ἵνα σᾶς πείσω ν’ ἀποκρούσητε τὸ πολιτικὸν πρόγραμμα τοῦ βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, καὶ νὰ μὴ σᾶς ἀφήσω νὰ πλανηθῆτε ἢ νὰ παρασυρθῆτε διὰ τῶν ἐπιχειρημάτων, ἅτινα ὑπὲρ αὐτοῦ σᾶς προέβαλε. Τῷ ὄντι ἦτο πλέον καιρὸς ὁ βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου νὰ ἀφήσῃ τὸ ἀρνητικὸν σύστημα, ὅπερ δύο ἢ τρία ἔτη ἐξηκολούθει τηρῶν, ἤτοι τὸ σύστημα τοῦ ἐπικρίνειν. Τὸ ἐπικρίνειν εἶναι εὐκολώτατον χρῆμα καὶ διὰ τοῦτο προσιτὸν εἰς πάντας. Ἐξέλθετε εἰς τὴν πόλιν, συναντήσατε τὸν πρῶτον ὅμιλον διαλεγομένων, προσέξατε τὸ οὖς εἰς αὐτοὺς, καὶ θέλετε ἀκούσει αὐτοὺς ἐπικρίνοντας. Ἀλλὰ τὸ ἁπλῶς ἐπικρίνειν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τοὺς πολλοὺς, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον ὅμως εἰς τοὺς πολιτευομένους, καὶ μάλιστα εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἀξιοῦσι νὰ ἀναλάβωσι τὴν κυβέρνησιν τοῦ τόπου. Οἱ ἐπικρίνοντες ὀφείλουσι νὰ καταδεικνύωσι συγχρόνως τί συμβουλεύουσι νὰ πράττηται ἀντὶ ἐκείνου τὸ ὁποῖον ἐπικρίνουσι. Πρὸ παντὸς οἱ ἐπικρίνοντες πρέπει νὰ ἔχωσι τὴν ἐπιθυμίαν νὰ ἀντικαταστήσωσι τὸ πλημμελὲς διὰ τοῦ ἀγαθοῦ. Πρὸ πολλοῦ ἐπεθύμησα τοῦτο, ἤτοι νὰ κατορθωθῇ ὅπως ὁ βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ὅστις ἐσυνείθισε νὰ ὁμιλῇ ἐν ὀνόματι τῆς ἀντιπολιτεύσεως καὶ πολλάκις ἐν ὀνόματι τοῦ ἔθνους, σᾶς ἀνακοινώσῃ τέλος πάντων τὸ πρόγραμμά του καὶ σᾶς προβάλῃ ὡρισμένως τί νομίζει ὅτι πρέπει ὁ τόπος νὰ πράξῃ, νὰ διαγράψῃ τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν νομίζει ὅτι τὸ κράτος ὀφείλει ν’ ἀκολουθήσῃ. Διὰ τοῦτο κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον ἐζήτησα τὸν χωρισμὸν τοῦ ἐλέγχου τοῦ παρελθόντος ἀπὸ τῆς ἐρεύνης τοῦ ἐνεστῶτος καὶ τοῦ μέλλοντος· τῷ ὄντι καὶ τότε μοὶ ἐδηλοῦτο ἡ διάθεσις τῆς ἀντιπολιτεύσεως ν’ ἀναμιχθῇ ἡ ἐξέτασις τοῦ παρελθόντος μετὰ τῆς ἐρεύνης τοῦ μέλλοντος, ἐὰν δὲ τοῦτο ἐγίνετο παραδεκτὸν, ἤθελεν αὖθις καταναλωθῆ ἅπας ὁ χρόνος εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ παρελθόντος, καὶ δὲν ἠθέλομεν δυνηθῆ νὰ μάθωμεν τέλος πάντων, πῶς αὐτοὶ φρονοῦσιν ὅτι πρέπει νὰ πολιτευθῇ τὸ ἔθνος, ἐν ὀνόματι τοῦ ὁποίου τοσοῦτον συνεχῶς μᾶς λαλοῦσι. Διὰ τοῦτο ἐπέμεινα τότε νὰ χωρισθῇ ἡ συζήτησις ἐκείνη. Ἐπῆλθεν εἰς τὸν Βουλευτὴν Μεσολογγίου καὶ ἄλλη ἀνάγκη ἵνα μᾶς ἀνακοινώσῃ τὸ πρόγραμμά του, ἡ ἀνάγκη εἰς ἣν περιῆλθε κατὰ τὴν 19 Ἰανουαρίου, καθ’ ἣν προσῆλθε, ὡς ὤφειλε νὰ ἀπολογηθῇ ἐνώπιον ὑμῶν, διὰ τί δὲν ἐδέχθη τὴν ἐντολὴν, ἣν ἀνέθηκεν εἰς αὐτὸν τὸ στέμμα νὰ σχηματίσῃ Κυβέρνησιν, καὶ διὰ τί, ἀφ’ οὗ δὲν ἠδύνατο νὰ σχηματίσῃ Κυβέρνησιν, συνήνεσε νὰ προκαλέσῃ εἴτε νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν κατεδάφισιν τοῦ ὑπουργικοῦ οἰκοδομήματος, τοῦ ὁποίου ἡ ἀνοικοδόμησις τῷ ἀνετίθετο. Καὶ ἀληθῶς κατὰ τὴν 19 Ἰανουαρίου, ὁ Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ὑπεσχέθη ὅτι ἤθελεν ἐκθέσει τὸ πολιτικὸν πρόγραμμά του, καὶ καταστήσει ἡμῖν γνωστοὺς «τοὺς τρόπους δι’ ὧν ἤθελον ἐπιτύχει τὸ ἰσοζύγιον οἱ ἐπιζητοῦντες αὐτὸ, καὶ τοὺς τρόπους δι’ ὧν ἤθελε κατορθωθῆ νὰ βελτιωθῇ ἡ θέσις ἡμῶν ἐν τῇ Ἀνατολῇ». Ἐὰν δὲν μὲ ἐθέρμαινεν ἡ ἐπιθυμία νὰ μάθω κατὰ τίνα τρόπον ἤθελε κατορθώσει ὁ Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου τὴν ἀνατροπὴν τοῦ οἰκονομικοῦ καὶ διοικητικοῦ ὀργανισμοῦ, ἣν ὑπεσχέθη, μὲ ἐθέρμαινεν ὅμως ἡ ἐπιθυμία τοῦ νὰ μάθω κατὰ τίνα τρόπον ἤθελεν ἡ θέσις τῆς πατρίδος βελτιωθῆ διὰ τοῦ προγράμματος, ὅπερ αὐτὸς ἔμελλε νὰ προβάλῃ. Τὸ πρόγραμμα τοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου διαιρεῖται εἰς τρία κεχωρισμένα μέρη· τὸ πρῶτον μέρος αὐτοῦ εἶναι αἱ μελέται, ἃς σᾶς ἐξέθηκεν ἐπὶ τῶν προϋπολογισμῶν τῶν ἐτῶν 1879 καὶ τοῦ 1880· αἱ μελέται αὗται ἐσκόπουν νὰ παραστήσωσιν ὅτι τὸ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον κατέλιπε τὸ παρελθὸν ἔτος, εἶναι λίαν ὑπέρογκον, καὶ ὅτι καὶ τὸ ἔλλειμμα τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους εἶναι ἐπίσης ὑπέρογκον, ἑπομένως νὰ καταδείξῃ τὴν ἀνυπέρβλητον ἀνάγκην, ὅτι πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς οἰκονομίας. Ὁ σκοπὸς ἦτο ἵνα σᾶς πείσῃ ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην ἄκρων οἰκονομιῶν καὶ ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ πράξωμεν τίποτε, ἀφοῦ μᾶς ἀπειλεῖ ἡ χρεωκοπία. Τῷ ὄντι, τούτου τεθέντος, ποῖον ὀφείλομεν ν’ ἀκολουθήσωμεν πρόγραμμα ἢ ἐκεῖνο ὅπερ ἀναγράφει τὰς ἀπολύτους οἰκονομίας; τὸ τρίτον μέρος τοῦ προγράμματος τοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου παριστᾷ τὰ μέσα, δι’ ὧν θέλομεν φθάσει πρὸς τὸν σκοπὸν, ὃν τὸ πολιτικὸν πρόγραμμα προβάλλει. Ποῖα εἶναι τὰ μέσα; τὸ στρατιωτικὸν καὶ τὸ ναυτικὸν σχέδιον αὐτοῦ. Ἀναπτύσσων τὸ μέρος τοῦτο σᾶς ἐξήγησε τὰς ἰδέας του περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν πρέπει νὰ ρυθμίσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τὰς μελέτας αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νῦν νὰ ψαύσω ἕκαστον τῶν τριῶν τούτων μερῶν τοῦ προγράμματος τοῦ κ. Τρικούπη, προβαίνων ἐν πρώτοις νὰ θίξω τὸ μέρος τὸ οἰκονομικὸν αὐτοῦ, ἐξετάζων τὰς ἐρεύνας τὰς ὁποίας ἔκαμεν ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ τόπου καὶ τὰς παρατηρήσεις τὰς ὁποίας ἐπ’ αὐτῶν ἔφερεν. Ὁ Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου σᾶς εἶπεν ὅτι τὸ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον κατελείφθη ὑπὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1879, ἀνέρχεται ἀπὸ 14–15,000,000. Εἶναι τόσον τὸ ἔλλειμμα; Τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1879 ἀνέρχεται ἀληθῶς εἰς 14,000,000 ἢ 15,000,000; Ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς, λαβὼν τὸν λόγον κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην, σᾶς εἶπεν ὅτι τὸ ἔλλειμμα τοῦτο εἶναι μόνον 7,000,000. Ἀλλ’ ἀπὸ 7,000,000 μέχρι 14,000,000 εἶναι τόση διαφορὰ, ὥστε τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον σᾶς παριστᾷ ὡς ἔλλειμμα τοῦ 1879 ὁ Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, εἶναι διπλάσιον τοῦ ποσοῦ, ὅπερ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν σᾶς εἶπε. Διατί ἡ διαφορὰ αὕτη; Ποῦ στηριζόμενος ὁ Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ζητεῖ νὰ σᾶς πείσῃ ὅτι τὸ ἔλλειμμα εἶναι τόσον ὑπέρογκον; Μὴ περιμένετε νὰ σᾶς τὸ εἴπω ἐγώ. Σᾶς τὸ εἶπεν ὁ κ. Τρικούπης. Δὲν πιστεύει τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, σᾶς εἶπε, διότι αἱ πληροφορίαι τῆς ὑπηρεσίας εἰσὶ πεπλανημέναι, εἰσὶν ἀπατηλαὶ, συνελέχθησαν καὶ συνεσκευάσθησαν μὲ τὸν σκοπὸν νὰ σᾶς ἀπατήσωσιν. Εἶναι πληροφορίαι ἀπατηλαί. Καὶ πῶς σᾶς ἀπέδειξεν, ὅτι αἱ πληροφορίαι τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας εἰσὶν ἀπατηλαὶ, καὶ συνελέχθησαν πρὸς τὸν σκοπὸν ν’ ἀπατήσωσι τὸ Κοινοβούλιον; Ὁ κ. Τρικούπης ἐστηρίχθη ἐπὶ δύω δεδομένων καὶ δι’ αὐτῶν ἐσχημάτισε τὴν πεποίθησίν του, ἣν ἦλθε νὰ σᾶς ἀνακοινώσῃ. Εἶπον τὴν πεποίθησίν του, διότι ἐὰν ἦτο ἁπλῆ εἰκασία, δὲν ἦτο δεδικαιολογημένος ζητῶν δι’ εἰκασιῶν νὰ πείσῃ τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους ν’ ἀκολουθήσωσι ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν πολιτικήν. Ποῖα εἶναι τὰ δύο δεδομένα, τὰ ὁποῖα σᾶς προέβαλεν, ἵνα σᾶς πείσῃ, ὅτι αἱ πληροφορίαι τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας εἰσὶ πεπλανημέναι ἤ, ὅπως αὐτὸς εἶπεν, ἀπατηλαί; Ἔλαβεν ἀνὰ χεῖρας τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1880, εὗρεν ἐν αὐτῷ ὅτι, ὅταν ἐγὼ εἰσήγαγον τὸν προϋπολογισμὸν εἰς τὴν Βουλήν, ἐπληροφόρησα αὐτήν, ὅτι προϋπελόγισα τὰ ἔσοδα τοῦ κράτους ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μέσου ὅρου τῶν βεβαιωθέντων κατὰ τὰ τελευταῖα τρία ἔτη, εὗρε δὲ ὅτι τὸ ὅλον ποσὸν τῶν προϋπολογισθέντων διὰ τὸ 1880 ἐσόδων δὲν συμφωνεῖ πρὸς τὸ ποσὸν τοῦ εἰρημένου μέσου ὅρου, καὶ σᾶς εἶπεν, ἰδοὺ ἡ ἀπάτη. Θέλετε λοιπὸν νὰ ἀποδεχθῆτε καὶ νὰ πεισθῆτε ἀπὸ τὰς πληροφορίας αὐτὰς τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας; Καὶ ἐν ᾧ σᾶς ἀπέτρεψε νὰ δώσητε πίστιν εἰς τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν σᾶς ἔδωκε, σᾶς προέτρεψε νὰ παραδεχθῆτε ὡς ἀληθεῖς τὰς προφορικὰς παραστάσεις, τὰς ὁποίας προέβαλον ἐν τῇ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῇ οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς ἀντιπολιτεύσεως; Ὁ κ. Τρικούπης δὲν ἦτο μέλος τῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς, δὲν ἦτο παρὼν κατὰ τὰς ἐν αὐτῇ γενομένας συζητήσεις, ἑπομένως δὲν ἤκουσε τὰς προφορικὰς παραστάσεις, τὰς ὁποίας ἐποιήσαντο τότε πρὸς αὐτὴν οἱ ἐν αὐτῇ ἀντιπρόσωποι τῆς ἀντιπολιτεύσεως· ἀφ’ ἑτέρου αἱ παραστάσεις αὗται οὔτε ἐγράφησαν ἐπὶ χάρτου οὔτε ἐτυπώθησαν, οὔτε ἐῤῥέθησαν ὑπό τινος κατὰ τὰς συζητήσεις τοῦ κοινοβουλίου· καὶ ὅμως αἱ παραστάσεις αὗται ὄχι μόνον ἔπεισαν τὸν κ. Τρικούπην, ὅστις δὲν ἤκουσεν αὐτὰς, ὅτι τὸ ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ 1879 εἶναι πολὺ μεγαλείτερον τῶν 7,000,000, τὰ ὁποῖα σᾶς εἶπεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι τὸ ἔλλειμμα τοῦτο εἶναι διπλάσιον τοῦ ποσοῦ τούτου, ἀλλὰ καὶ ἐνεθάῤῥυναν αὐτὸν νὰ σᾶς προτρέψῃ νὰ παραδεχθῆτε καὶ ὑμεῖς ὡς ἀληθεῖς τὰς παραστάσεις ταύτας, τὰς γενομένας ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, τὰς ὁποίας οὔτε ἠκούσατε οὔτε ἀνέγνωτε. Τῇ ἀληθείᾳ μοὶ φαίνεται παράδοξος ἡ τακτικὴ, νὰ προσάγῃ τις πρὸς ὑποστήριξιν τῶν ἰσχυρισμῶν του ἐπιχειρήματα τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι γνωστὰ, γνώμας αἱ ὁποῖαι δὲν περιεβλήθησαν δι’ οὐδενὸς κύρους, λόγους, οἱ ὁποῖοι προβληθέντες εἰς τὴν ἐπιτροπὴν παρῆλθον ὡς λόγοι πτερόεντες, μηδὲν ἴχνος ἀφέντες. Ἐὰν ἤθελε τις ἰσχυρισθῆ, ὅτι ἀληθὴς ἀξίωσις παραπλησία δὲν συμβιβάζεται μὲ τὴν σοβαρότητα τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἵτινες ἀξιοῦσι νὰ ἀναλάβωσι τὴν Κυβέρνησιν τοῦ τόπου, δύναται κατ’ ἴσον λόγον νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι δὲν συμβιβάζεται οὐδὲ μὲ τὴν σοβαρότητα τῆς ἀντιπολιτεύσεως τῆς ἐν τῇ Βουλῇ, ἥτις εἶναι τὸ μόνον πολιτικὸν σῶμα, τὸ ὁποῖον παρ’ ἡμῖν ὑπάρχει. Ἡ ἀντιπολίτευσις εἶναι ἐξουσία συνταγματικὴ ὅπως ἡ Κυβέρνησις· ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ὀφείλῃ νὰ ἦναι σοβαρὰ, ὀφείλει καὶ ἡ ἀντιπολίτευσις νὰ ἦναι σοβαρὰ, καὶ ὄχι μόνον νὰ φωτίσῃ τὸ δημόσιον φρόνημα καὶ τὴν κοινωνίαν, ἀλλὰ καὶ ν’ ἀσχολῆται νὰ περιστείλῃ τὴν Κυβέρνησιν ὁδηγοῦσα καὶ διαφωτίζουσα αὐτὴν ἐπὶ τῶν πραγμάτων. Ἡ παράδοξος αὕτη ἀξίωσις μὲ ἀναγκάζει νὰ ἐνθυμίσω ἄλλην ὡσαύτως παράδοξον ἀξίωσιν. Ὅταν εἰσήγαγον τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1880, ἔπραξα ὅ,τι συνήθως ἔπραξαν πάντες σχεδὸν οἱ ἐμοὶ προκάτοχοι, ἐκτὸς ὀλίγων ἐξαιρέσεων, ὅ,τι ἔπραξεν ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος εἰσαγαγὼν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1879, ὅ,τι ἔπραξεν ὁ μακαρίτης Δεληγεώργης εἰσαγαγὼν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1878, ὅ,τι συνήθως πράττουσιν οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐκ τῆς ἐπιθυμίας νὰ φεισθῶσι τοῦ χρόνου καὶ παρασκευάσωσι τὸ ταχύτερον τὴν ἐκτύπωσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Εἰσήγαγον λοιπὸν εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς γενικοὺς πίνακας μόνον τοῦ προϋπολογισμοῦ, παραπέμψας πρὸς ἐκτύπωσιν τὰ ἀναλυτικὰ φύλλα αὐτοῦ· ἀλλ’ ὁ βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ὑπέλαβέ τι, τὸ ὁποῖον ἦτο ἀδύνατον νὰ συμβῇ. Ὁ κ. Τρικούπης ὑπέλαβεν ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ συνταχθῶσι πρῶτον οἱ κεφαλαιώδεις πίνακες τοῦ προϋπολογισμοῦ χωρὶς νὰ ἦναι συντεταγμένα τὰ ἀναλυτικὰ φύλλα αὐτοῦ, ἐνῷ διὰ νὰ συντάξῃ τις προϋπολογισμὸν πρέπει νὰ κανονίσῃ πρῶτον τὰς κατὰ μέρος δαπάνας τοῦ Κράτους καθ’ ἕκαστον κλάδον, ἤτοι νὰ συντάξῃ πρῶτον τὰ ἀναλυτικὰ φύλλα. Οἱ γενικοὶ πίνακες εἶναι τὸ πόρισμα τῶν ἀναλυτικῶν φύλλων, ἑπομένως ἡ σύνταξις τῶν κεφαλαιωδῶν πινάκων ἕπεται τῆς συντάξεως τῶν ἀναλυτικῶν φύλλων. Ὁ κ. Τρικούπης ὑπέλαβεν ὅτι ἐγὼ εἶχον συντάξει πρῶτον τοὺς κεφαλαιώδεις πίνακας, μὲ ἤλεγξε δὲ ὡς παραβάντα τὸ καθῆκόν μου, ὡς πλανήσαντα τὴν Βουλὴν, ὅτι εἶχον καταρτίσει προϋπολογισμὸν, ἐνῷ δὲν εἶχον τοιοῦτον, ἐδήλωσε δὲ ἐπιθυμίαν πονηρὰν τοῦ νὰ ἴδῃ προσαγομένους εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τοὺς ἀναλυτικοὺς πίνακας. Ἡ ἐπιθυμία αὕτη ἡ πονηρὰ τοῦ κ. Τρικούπη εἶχέ τι ἀληθῶς ὑβριστικὸν δι’ ἐμέ, ἀλλὰ δὲν εἶναι πρώτη φορὰ καθ’ ἣν ὁ κ. Τρικούπης ἐκφέρει ὑπονοίας, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι τὸ ὑβριστικὸν διὰ τοὺς ἄλλους. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι μετ’ ἐπιμονῆς ἁρμοζούσης εἰς ἄλλην ἡλικίαν ἐζήτει ἀπὸ τὰ ὑψηλὰ ἐκεῖνα θρανία, ὅπου ἵστατο, νὰ προσαχθῶσιν ἀμέσως οἱ ἀναλυτικοὶ πίνακες. Παρέστησα δι’ ὀλίγων λέξεων ὅτι ὑπάρχουσιν οἱ ἀναλυτικοὶ πίνακες καὶ ὅτι εἶχον ἀποσταλῆ εἰς τὸ τυπογραφεῖον, καὶ ἐζήτησα νὰ μὴ ἐπιμείνωσιν εἰς τὴν προσαγωγήν των, ἵνα μὴ ἐπέλθῃ ἀναβολὴ εἰς τὴν ἐκτύπωσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὄχι, ἐκραύγαζον ἐκεῖθεν, νὰ προσαχθῶσιν ἀμέσως. Παρήγγειλα ἕνα ἐκ τῶν κλητήρων νὰ ὑπάγῃ νὰ φέρῃ ἐκ τοῦ τυπογραφείου τοὺς ἀναλυτικοὺς πίνακας, ἀληθῶς δ’ ὁ κλητὴρ μεταβὰς συνήθροισε τὰ φύλλα τὰ ὁποῖα ἔφερε. Τότε δὲ ὁ κ. Τρικούπης καὶ οἱ μετ’ αὐτοῦ, μεταβάντες εἰς ἓν δωμάτιον, ἐζήτασαν αὐτὰ ἐὰν ἦναι πλήρη, καὶ οὕτω πως διελύθη ἡ μὴ σοβαρὰ ἐκείνη σκηνή. Ὁ δεύτερος λόγος, δι’ ὃν ὁ κ. Τρικούπης ἐνόμισεν ὅτι οἱ πληροφορίαι τὰς ὁποίας σᾶς ἔδωκεν ἡ δημόσιος ὑπηρεσία εἶνε πεπλανημέναι ἢ ἀπατηλαὶ, εἶνε, διότι ἐγὼ κατὰ τὰς ἀρχὰς 9βρίου, διδοὺς πληροφορίας περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1879, παρέστησα εἰς τὴν Βουλὴν τὰ γνωστὰ ἀποτελέσματα τῆς βεβαιώσεως τῶν ἐσόδων τοῦ κράτους μέχρι τῆς 31 8βρίου· ἀλλὰ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ δώσω πληροφορίας καὶ περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς βεβαιώσεως κατὰ τοὺς μῆνας Δεκέμβιον καὶ Νοέμβριον. Πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ δώσω τοιαύτας πληροφορίας, ἀφοῦ ἐτυγχάνομεν τότε κατὰ τὰς ἀρχὰς Νοεμβρίου, οἱ δὲ μῆνες οὗτοι δὲν εἶχον ἀρχίσει; λοιπὸν ἠναγκάσθην τότε νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν ποῖα ποσὰ ἐθεώρουν πιθανὸν ὅτι ἠδύναντο νὰ βεβαιωθῶσιν. Ἔπραξα δὲ ὅ,τι συνήθως πράττουσι πάντες, ἤτοι εὗρον τὸ ποσὸν τῶν βεβαιωθέντων κατὰ τοὺς 10 μῆνας, καὶ ἀναλόγως ὑπελόγισα τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον ἤθελε βεβαιωθῆ καὶ κατὰ τοὺς ὑπολοίπους δύο μῆνας. Ἀλλ’ ἀφοῦ παρῆλθον οἱ δύο ἐκεῖνοι μῆνες, ὁ 9βριος καὶ ὁ 10έμβριος, ὅτε ἦσαν γνωστὰ τὰ ποσὰ τῶν βεβαιωθέντων ἐσόδων κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν δύο ἐκείνων μηνῶν, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ποσὰ ταῦτα, τὰ ὁποῖα διέφερον πρὸς τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα εἶχον προϋπολογίσει ὡς πιθανῶς βεβαιωθησόμενα, κατὰ 1,300,000· ὁ κ. Τρικούπης τὴν διαφορὰν ταύτην σᾶς προβάλλει ὡς ἐπιχείρημα, ἵνα σᾶς πείσῃ νὰ μὴ πιστεύητε τὰς πληροφορίας τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, νὰ θεωρήσητε αὐτὰς ἀπατηλὰς, καὶ δὲν ἐνεθυμήθη ὅτι ἐγένετο λόγος περὶ τῶν πιθανῶς βεβαιωθησομένων κατὰ δύο μέλλοντας μῆνας, τὰ ὁποῖα ἂν δὲν ἐβεβαιώθησαν μέχρι τέλους Δεκεμβρίου, ἀναμφιβόλως ἤθελον βεβαιωθῆ μετὰ ταῦτα. Αἱ δύο λοιπὸν αὗται περιπτώσεις ἦσαν οἱ δύο τίτλοι, τοὺς ὁποίους ἐκόμισεν ὁ κ. Τρικούπης καὶ εἶπεν: ἰδοὺ αὗται δὲν εἶναι ἀληθεῖς, ἰδοὺ προσήγαγον πληροφορίας ἐσφαλμένας, ἄρα μὴ πιστεύητε ὅτι ἑπτὰ ἑκατομμύρια εἶναι τὸ ἔλλειμμα, ἀλλὰ πιστεύσατε τὰς προφορικὰς παραστάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀπὸ τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς ἀντιπολιτεύσεως, τὰς ὁποίας δὲν ἠκούσατε, ἀλλὰ κατὰ τὰς ὁποίας τὸ ἔλλειμμα δὲν εἶναι κατώτερον τῶν 14 ἑκατομ. Ἰδοὺ τὸ σύστημα τῶν συλλογισμῶν τοῦ κ. Τρικούπη. Ἀλλ’ αἱ πληροφορίαι τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας εἶναι πράγματι πεπλανημέναι; εἶναι ἀληθὲς αὐτὸ τὸ ὁποῖον ὁ κ. Τρικούπης εἶπεν, ὅτι προϋπελογίσθησαν ἔσοδα ἀνώτερα τῶν πιθανῶν; εἶνε ἀληθὲς ὅτι δὲν ἐλέχθη εἰς ὑμᾶς ἡ ἀλήθεια ὅταν σᾶς εἶπον, ὅτι τὰ ἔσοδα ὑπελογίσθησαν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μέσου ὅρου τῶν βεβαιωθέντων κατὰ τὰ τελευταῖα τρία ἔτη; Νομίζω ὅτι καὶ πάλιν περιέπεσεν εἰς πλάνην ὁ κ. Τρικούπης. Δὲν ἐνόησε ποία ἦτο ἡ ἔννοια, ὅτι ὑπελογίσθησαν τὰ ἔσοδα τοῦ κράτους ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μέσου ὅρου τῶν βεβαιωθέντων κατὰ τὰ τρία τελευταῖα ἔτη· ἐὰν ἐνόει τὴν ἔννοιαν τούτου, δὲν ἤθελε βεβαίως ἰσχυρισθῆ ὅσα ἰσχυρίσθη. Ὅταν συντάσσῃ τις προϋπολογισμὸν καὶ πρόκηται νὰ προσδιορίσῃ τὰ ἔσοδα τοῦ κράτους, εὑρίσκεται πράγματι εἰς δοσκολίαν τινὰ τῶν ἐσόδων δὲν εἶναι καθαρὰ οὐδὲ μόνιμα, ὑπόκεινται εἰς μεγάλας μεταβολὰς συνεπείᾳ τῶν καιρικῶν περιστάσεων ἢ ἕνεκα ἄλλων συμβεβηκότων. Ἐὰν συμβῇ ἔτος τι ἀνομβρία ἢ πολυομβρία, μεγάλως ἐπηρεάζεται ἡ συγκομιδὴ τῶν δημητριακῶν καρπῶν, ἑπομένως μεγάλως ἐπηρεάζεται τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θέλετε ὑπολογίσει ὡς ἔσοδον ἐκ τοῦ φόρου τῶν δημητριακῶν καρπῶν· ἐὰν συμβῇ βαρὺς ἢ ἐλαφρὸς χειμὼν, μεγάλως ἐπηρεάζεται ἡ κτηνοτροφία, καὶ ἑπομένως τὸ ἔσοδον ἐκ τοῦ ποιμενικοῦ φόρου. Ἐὰν ἦνε ἐλαιοκαρπία ἢ δὲν εἶνε, διότι ὅλοι γνωρίζετε ὅτι ἡ παραγωγὴ τῶν ἐλαιῶν εἶνε περιοδική, ἐπίσης ἐπηρεάζεται ἡ πρόσοδος τοῦ Δημοσίου ταμείου ἐκ τοῦ φόρου τοῦ ἐλαίου. Ἐὰν ἦνε πολιτικαὶ ἀνωμαλίαι ἢ δὲν ἦνε, τὸ ἐμπόριον κινεῖται δραστηρίως ἢ ἀναστέλλει τὴν κίνησίν του, ἑπομένως τὰ τέλη τὰ εἰσαγωγικὰ ἐπίσης δὲν εἶνε τὰ αὐτά, καὶ ἐπηρεάζεται ἡ πρόσοδος τοῦ Δημοσίου ταμείου. Διὰ τοῦτο οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν εἶνε ἠναγκασμένοι νὰ λάβωσι σειράν τινων ἐτῶν, νὰ ἴδωσι πόσα ποσὰ κατὰ τὰ ἔτη αὐτὰ ἐβεβαιώθησαν, νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν τὰς διαφόρους μεταβολάς, αἵτινες ἐπεκράτουν κατὰ τὰ ἔτη ἐκεῖνα, ἵνα δυνηθῶσι νὰ πλησιάσωσιν εἰς τὴν ἀλήθειαν, ὁδηγούμενοι ἐκ τοῦ μέσου ὅρου. Εἰσάγων τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1874 ὁ μακαρίτης Χρηστίδης, ἔλεγε ῥητῶς ὅτι «εἶνε ἠναγκασμένος νὰ ὁδηγηθῇ ἀπὸ τὸν μέσον ὅρον τῶν βεβαιωθέντων ἐκ τοῦ φόρου τῶν δημητριακῶν καρπῶν, ἐκ τῆς στρεμματικῆς φορολογίας, ἐκ τῆς προσόδου τῶν ἐλαιοδεκάτων, ἐκ τῶν εἰσπραττομένων ἐν τοῖς τελωνείοις φόρων, ἐκ τῆς προσόδου τοῦ χαρτοσήμου, τοῦ γραμματοσήμου, τοῦ τῶν τηλεγραφείων, ἐκ τῆς προσόδου τῶν ἁλάτων». Ἀλλὰ ἐπὶ τῶν ἰχθυοτροφείων δὲν ἐστήριζε τὰ προϋπολογισθέντα ποσὰ ἐπὶ τοῦ μέσου ὅρου τῶν βεβαιωθέντων κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη, ἀλλ’ ἐπὶ τῶν συμβολαίων τῆς μισθώσεως αὐτῶν· ἀλλ’ ἐπὶ τῆς προϋπολογισθείσης προσόδου ἐκ τῶν δασῶν, ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων, ἐκ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν, ἐκ τῆς ἐκποιήσεως τῶν ἐθνικῶν κτημάτων, ἐκ τῶν περιβολίων, ἐπὶ ἄλλων δεδομένων καὶ οὐχὶ ἐπὶ τοῦ μέσου ὅρου τῶν κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη βεβαιωθέντων ἐστήριξε τὸν προϋπολογισμόν του. Καὶ πράγματι ὁ μακαρίτης Χρηστίδης ἀνήγγειλεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι συνέταξε τὸν προϋπολογισμὸν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μέσου ὅρου τῶν τελευταίων ἐτῶν, τοῦ 1871, 72 καὶ 73· καὶ ὅμως ἐνῷ ὁ μέσος ὅρος τῶν βεβαιωθέντων ἐσόδων κατὰ τὰ τρία ἔτη ἐκεῖνα ἀνήρχετο εἰς 36,000,000, τὰ ἔσοδα τὰ ὁποῖα προϋπελόγισεν ἀνήρχοντο εἰς 40,000,000. Ἀλλὰ οὐδεὶς διενοήθη νὰ ἐγκαλέσῃ τὸν κ. Χρηστίδην ὡς ἀπατῶντα τὸ Κοινοβούλιον, ἢ ὡς μὴ γνωρίζοντα τί πράττει. Ἀλλὰ μήπως μόνος ὁ κ. Χρηστίδης ἔπραξεν οὕτω; Κατὰ τὸ 1867 εἰσάγων τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἡμῶν ὁ Βουλευτὴς ἐκ Παρνασίδος κ. Κεχαγιᾶς ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐν τῇ ἐκθέσει του ῥητῶς ἐδήλωσεν, ὅτι λαμβάνει ὡς βάσιν εἰς τοὺς προϋπολογισμούς του «τὰ γνωστὰ ἀποτελέσματα τῶν χρήσεων τοῦ 1864 καὶ 1865, παραδεχθεὶς τὸν μέσον ὅρον μεταξὺ τοῦ πρώτου ὡς εὐφορωτέρου καὶ τοῦ δευτέρου ὡς ἀφορωτέρου, μετά τινων διαφορῶν, τὰ ὁποίας ὅλως νέαι περιστάσεις δικαιολογοῦσι.» Συνέταξα ἐγὼ πρὸ τοῦ 1872 τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1872, δὲν ἐστηρίχθην δ’ ὡσαύτως ἀποκλειστικῶς ἐπὶ τοῦ μέσου ὅρου, καί τοι λαβὼν αὐτὸν ὡς ὁδηγὸν κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων, καὶ ἐνῷ ὁ μέσος ὅρος τῶν βεβαιωθέντων συνίστατο εἰς 32,957,337, προϋπελόγισα τὰ ἔσοδα εἰς 33,269,200, ἤτοι κατὰ δραχμὰς 311,863, πλέον τοῦ μέσου ὅρου. Καὶ νομίζετε ὅτι ἡ προσθήκη αὕτη τὴν ὁποίαν ἔκαμα ἐπὶ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον μοὶ ἐνεδείκνυεν ὁ μέσος ὅρος, ἦτο πεπλανημένη; Ἀπέχομεν ἤδη 8 ἔτη ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καὶ ἔχομεν τὰ ἀποτελέσματα τῆς βεβαιώσεως τῶν δημοσίων ἐσόδων τοῦ 1872. Ἰδοὺ δὲ τί λέγουσι τὰ ἀποτελέσματα ταῦτα. Ἐνῷ ἐσημειώθησαν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ὡς ἔσοδα 33,269,200, ἐβεβαιώθησαν διὰ τὸ 1872 δραχ. 38,102,050, ἤτοι 4,832,850 δραχμαὶ πλέον τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον προϋπελόγισα ὡς ἔσοδα τοῦ Κράτους ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μέσου ὅρου, καίτοι ὑπερβὰς αὐτὸν, καὶ εἰσεπράχθησαν δραχ. 36,186.030, ἤτοι δραχμ. 2,916,830 περισσότερον τοῦ ποσοῦ, ὅπερ εἶχον προϋπολογίσει ὡς πιθανὸν ἔσοδον. Κατὰ τὸ 1876 συνέταξε τὸν προϋπολογισμὸν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς· καὶ ἐνῷ ὁ μέσος ὅρος συνίστατο εἰς 38,143,619, προϋπελόγισε τὰ ἔσοδα εἰς 38,756,800, δηλ. κατὰ δραχ. 613,161 περισσότερον τοῦ μέσου ὅρου. Κατὰ τὸ 1877 ὁ συντάξας τὸν προϋπολογισμὸν δὲν ἐδήλωσεν, ὅτι ἔλαβεν ὡς βάσιν τὸν μέσον ὅρον τῶν κατὰ τὰ ἀμέσως προηγούμενα ἔτη βεβαιωθέντων, ἀλλὰ ὅτι προϋπελόγισε τὰ ἔσοδα ἐπὶ τῇ βάσει τῆς προσδοκωμένης παραγωγῆς καὶ τῆς κανονικῆς κινήσεως τῶν συναλλαγῶν. Ὁ μακαρίτης Δεληγεώργης συνέταξε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1878, καὶ ἐνῷ ὁ μέσος ὅρος συνίστατο εἰς 39,039,745, προϋπελόγισε τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους εἰς 42,859,970, ἤτοι κατὰ 3,820,225 περισσότερον τοῦ μέσου ὅρου. Κατὰ τὰ 1879 συνέταξε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους ὁ ἐμὸς συνάδελφος κ. Παπαμιχαλόπουλος, καὶ ἐνῷ ὁ μέσος ὅρος ἀνήρχετο εἰς 40,482,277, προϋπελόγισεν ὅμως τὰ ἔσοδα εἰς 43,926,654, ἤτοι κατὰ 3,444,377 ἐπὶ πλέον τοῦ μέσου ὅρου. Σᾶς εἶπον πάντα ταῦτα, διὰ νὰ ἀναλύσω καὶ νὰ καταστήσω εὐληπτοτέραν τὴν ἔννοιαν τοῦ μέσου ὅρου ὡς βάσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους. Ὁ μέσος ὅρος δὲν εἶναι βάσις γραμματική, δὲν εἶναι βάσις ἀριθμητική, εἶναι βάσις λογική, ἐνδεικνύουσα ποῖα ἀποτελέσματα παρήγαγε τὸ παρελθόν, ἀφίνουσα ὅμως πλήρη τὴν ἐλευθερίαν εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐξετάσῃ τὰ ἀποτελέσματα ταῦτα, ν’ ἀνεύρῃ πόση εἶναι ἡ ἐνδεχομένη αὔξησις, la plus value, καὶ νὰ προϋπολογίσῃ τὰ πιθανῶς βεβαιωθησόμενα. Ἐὰν ἦτο βάσις ἀριθμητικὴ τὸ ποσὸν τοῦ μέσου ὅρου, ὁ μὲν Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἤθελεν εἶσθαι ὁ τελευταῖος ὑπάλληλος τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, μηδὲν ἄλλο ἔχων νὰ πράξῃ εἰμὴ νὰ ἀθροίσῃ τὰ βεβαιωθέντα κατὰ τὰ τρία παρελθόντα ἔτη, καὶ ἐπὶ τοῦ ἀθροίσματος νὰ ἀναζητήσῃ τὸν μέσον ὅρον, καὶ αὐτὸν ν’ ἀναγράψῃ ὡς πιθανὸν ὅριον, ἡ δὲ Βουλὴ ἤθελεν εἶσθαι ὀλιγώτερον ἢ ἐλεγκτικὸν συνέδριον, μὴ ἔχουσα ἢ νὰ ἐξελέγξῃ τὴν ἀκρίβειαν τῶν ἀριθμητικῶν πράξεων τοῦ ὑπουργοῦ, ὅπως κρίνῃ ἂν προϋπελογίσθησαν καλῶς ἢ κακῶς τὰ ἔσοδα. Αὐτοὶ ἦσαν οἱ δύω λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἔπεισαν τὸν κ. Τρικούπην, ὅτι δὲν πρέπει νὰ δώσῃ τὴν ἐλαχίστην πίστιν εἰς τὰς πληροφορίας τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας καὶ ὅτι εἶχε δίκαιον νὰ σᾶς παρακαλέσῃ ν’ ἀποῤῥίψητε αὐτὰς, καὶ νὰ δεχθῆτε ἀντ’ αὐτῶν τὰς προφορικὰς παραστάσεις, τὰς ὁποίας ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ προέβαλον οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς ἀντιπολιτεύσεως, τὰς ὁποίας ὅμως δὲν ἔγραψαν ἐπὶ χάρτου, οὐδ’ ἠδυνήθη νὰ τὰς ἀκούσῃ ἢ ἀναγνώσῃ, πολλῷ δ’ ἧττον ὑμεῖς ὅπως κρίνητε ἐὰν ἦσαν βάσιμοι. Λυπηρόν, κύριοι. Κατὰ σειρὰν μακρῶν ἐτῶν ἤμην ἐκτὸς τοῦ κοινοβουλίου, καθ’ ὅλην τὴν πρώτην περίοδον τοῦ συνταγματικοῦ βίου τῆς Ἑλλάδος, ἀλλ’ ἐπεσκόπουν μακρόθεν τὰς συζητήσεις τοῦ κοινοβουλίου, καὶ ἠρεύνων τὰς γνώμας, αἱ ὁποῖαι ἐν αὐτῷ προεβάλλοντο· κατὰ δὲ τὴν ἑπομένην περίοδον τοῦ συνταγματικοῦ βίου τῆς Ἑλλάδος καὶ ἐγὼ εἰσῆλθον εἰς τὸ κοινοβούλιον καὶ μετέσχον τῶν ἐργασιῶν αὐτοῦ. Ἐνθυμοῦμαι μακρὰν συζήτησιν καὶ πάλην, ἡ ὁποία συνέστη κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους μεταξὺ δύω μελῶν τοῦ τότε κοινοβουλίου, τὰ ὁποῖα καὶ τὰ δύω ἀπῆλθον τοῦ κόσμου τούτου, μεταξὺ τῶν μακαριτῶν Δάρα καὶ Κορφιωτάκη· ἐνθυμοῦμαι κατόπιν τὰς αὐτὰς περὶ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους συζητήσεις μεταξὺ τοῦ μακαρίτου Χρηστίδου καὶ τοῦ κ. Κεχαγιᾶ. Ἐνθυμοῦμαι τὰς συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ μεταξὺ τοῦ κ. Κουμουνδούρου καὶ τοῦ μακαρίτου Δεληγεώργη, ἔπειτα ἐπὶ τοῦ ὑπουργείου τοῦ κυρίου Ζαΐμη κατὰ τὰς κατ’ αὐτοῦ ἐπιθέσεις τοῦ κ. Κουμουνδούρου καὶ τῶν μακαριτῶν Βούλγαρη καὶ Δεληγεώργη. Βεβαιωθῆτε ὅμως ὅτι ἤλπιζα, ὅτι ἠθέλομεν προοδεύσει ἔκτοτε καὶ κατὰ τὴν ἐπιστήμην καὶ κατὰ τὴν ἀκρίβειαν. Λυποῦμαι δὲ, διότι οὐδὲν τοιοῦτον συνέβη, ἐξ ἐναντίας, διότι βλέπω ὅτι αἱ συζητήσεις ἡμῶν εἶναι ἀποτέλεσμα ἀγνοίας μεγαλειτέρας, καὶ διεξάγεται μετ’ ἀγαθῆς πίστεως ὀλιγωτέρας ἢ τότε. Τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1879 δὲν εἶναι οὔτε 14 οὔτε 15 ἑκατομμύρια, ὡς δογματικῶς ἠθέλησαν νὰ σᾶς πληροφορήσουν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν προσδιώρισεν αὐτὸ εἰς 7 ἑκατομμύρια, ἀλλὰ, κύριοι, ἔστω ὅτι εἶναι 8, ὅτι εἶναι 9, δὲν εἶναι ὅμως 11. Καὶ ἂν ἦναι 9, ἤτοι ποσὸν μεγαλείτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν σᾶς εἶπε, πρέπει νὰ ἴδητε πόσον εἶναι τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1880, διὰ νὰ κρίνητε πόσον θέλετε εὑρεθῇ στενοχωρημένοι, καὶ ἑπομένω, ἐὰν τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ προσπορισθῆτε, διὰ νὰ καλύψητε τὰ ἐλλείμματα τῶν δύω τούτων ἐτῶν, εἶναι τοσαῦτα, ὥστε νὰ σᾶς φέρωσιν εἰς τὴν ἀπόγνωσιν καὶ τὴν ἀμηχανίαν, τὴν ὁποίαν σᾶς εἶπον, καὶ νὰ σᾶς ἀναγκάσωσι νὰ παραδεχθῆτε τὰ προγράμματα καὶ τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν ἠθέλησαν νὰ σᾶς πείσωσι νὰ παραδεχθῆτε. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1880 ὅταν εἰσήχθη, σᾶς ἐδηλώθη ὑπὸ τοῦ εἰσαγαγόντος αὐτὸν Ὑπουργοῦ, ὅτι περιέχει ἔλλειμμα 10,252,415. Ἐὰν ἀπὸ τὸ ποσὸν τοῦτο ἀφαιρεθῇ ποσόν τι ἐσόδων, τὸ ὁποῖον κατὰ παραδρομὴν τὸ γενικὸν λογιστήριον δὲν περιέλαβε μετὰ τῶν λοιπῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, καὶ τὸ ὁποῖον ὁ Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου προσδιώρισε, δὲν γνωρίζω ἐὰν ὀρθῶς ἢ ὄχι, εἰς 650,000 δραχ. τὸ ἔλλειμμα θέλει περιορισθῆ εἰς 9,602,415. Ὅταν εἰσήχθη ὁ προϋπολογισμὸς, σᾶς προεβλήθησαν δύω μέτρα, τὸ μέτρον τῆς φορολογίας τοῦ καταναλισκομένου καπνοῦ, καὶ τὸ μέτρον τῆς μεταβολῆς τοῦ τελωνιακοῦ δασμολογίου, ὑπελογίσθησαν δὲ τὰ ποσὰ τὰ ὁποῖα ἐκ τῶν δύω τούτων μέτρων ἐθεωροῦντο ὡς πιθανῶς εἰσπραχθησόμενα εἰς δραχ. 3,700, 000· τὸ ἔλλειμμα ἑπομένως τοῦ προϋπολογισμοῦ ἔμελλε δι’ αὐτοῦ νὰ περιορισθῇ εἰς 5,902,415. Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ μετὰ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα πρὸς συμπλήρωσιν προέτεινεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ ἐμὸς διάδοχος πρὸς αὔξησιν τῶν ἐσόδων, καὶ μετὰ τὰς τροποποιήσεις, τὰς ὁποίας αὕτη προέβαλε, σᾶς ἐξέθηκεν ὅτι ἔμελλε νὰ περιορισθῇ τὸ ἔλλειμμα εἰς 1,432,969· ἐνῷ δὲ διὰ τῆς σειρᾶς ταύτης τῶν εἰρημένων πληροφοριῶν, ὡς ἠκούσατε, ἐπρόκειτο τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1880 νὰ περισταλῇ εἰς 1,432,969, εἰς πόσον ποσὸν νομίζετε ὅτι προσδιώρισεν αὐτὸ ὁ βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου; Εἰς 14,000,000, καὶ σᾶς προέτρεψε νὰ προσέξητε νὰ μὴ ἀφήσητε αὐτὴν τὴν κυβέρνησιν, διότι ἐὰν τὴν ἀφήσητε, εἰς 17 ἑκατομμύρια θέλει ἀναβιβασθῆ τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1880. Θέλει εἶσθαι τῷ ὄντι εὐτύχημα εἰς τὸν τόπον, ἐὰν πεισθῇ τὸ κοινοβούλιον ἵνα ἀντικατασταθῇ τὸ ὑπουργεῖον, διότι θέλει κατορθώσει, ἐὰν ὄχι ἄλλο τι, τὴν περιστολὴν τοῦ ἐλλείμματος κατὰ 3 ἑκατομμύρια, διὰ τῶν ὁποίων ἡ ἀκρασία ἡμῶν θέλει αὐξήσει τὰ ἔξοδα τοῦ κράτους. Ἀλλὰ διατί ὁ πόθος οὗτος τῆς ἐξογκώσεως τοῦ ἐλλείμματος τοῦ 1879 καὶ τοῦ 1880; Κύριοι, εὔκολον νὰ τὸ ἐννοήσητε. Αἱ οἰκονομικαὶ μελέται τοῦ κ. Τρικούπη εἶναι τὸ σκεπτικὸν τοῦ προγράμματος αὐτοῦ, εἶναι τὸ considerant αὐτοῦ, ἔπρεπε δὲ νὰ φθάσῃ μέχρι τοῦ σημείου τούτου, ἔπρεπε νὰ παραστήσῃ τὴν οἰκονομικὴν ἀμηχανίαν ἐπὶ τὸν ὕπατον βαθμὸν ἐπελθοῦσαν, καὶ ἐπικειμένην τὴν οἰκονομικὴν ἔνδειαν, διὰ νὰ σᾶς πείσῃ ὅτι πρέπει ἀναποφεύκτως νὰ δεχθῆτε τὴν πολιτικὴν αὐτοῦ. Εἶχε λοιπὸν συμφέρον νὰ σᾶς παραστήσῃ ἐξογκωμένα τὰ ἐλλείμματα τῶν δύο τούτων ἐτῶν. Ἀλλὰ πόθεν ἡ μεγάλη αὐτὴ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ ἐλλείμματος, τὸ ὁποῖον σᾶς ἐξέθηκεν ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ, προσδιορίσασα αὐτὸ εἰς 1,432,969, μεταξὺ τοῦ ἐλλείμματος, τὸ ὁποῖον προϋπελόγισεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ προκάτοχος τοῦ νῦν, προσδιορίσας αὐτὸ εἰς 5 ἑκατομμύρια, καὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ ἐλλείμματος, τὸ ὁποῖον ἀνεβίβασεν ὁ κ. Τρικούπης εἰς 14 ἑκατομμύρια; Εὔκολον εἶναι νὰ τὸ εὕρητε. Τὸ ἔλλειμμα εἶναι διαφορὰ τῶν ἐσόδων πρὸς τὰ ἔξοδα. Λοιπὸν ἔπρεπε νὰ προσπαθήσῃ ὁ Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου νὰ ἐλαττώσῃ τὰ ἔσοδα τὰ προϋπολογισθέντα. Ἀλλὰ πῶς νὰ ἐλαττώσῃ τὰ ἔσοδα; Πρῶτον παριστῶν ὅτι ὑπελογίσθησαν εἰς ἀνώτερον ποσὸν, δεύτερον παρακινῶν, ἐμποδίζων καὶ ἀποτρέπων τὴν Βουλὴν νὰ παραδεχθῇ τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα προετάθησαν πρὸς αὔξησιν τῶν ἐσόδων. Οὕτω δι’ ἑνὸς ἁπλουστάτου συλλογισμοῦ, ὅτι οἱ συντάξαντες τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1880 δὲν ἐστηρίχθησαν ἐπὶ τῆς βάσεως τοῦ μέσου ὅρου τῶν βεβαιωθέντων κατὰ τὰ τελευταῖα τρία ἔτη, συνεβούλευσε τὴν Βουλὴν νὰ ἐλαττώσῃ τὰ ἔσοδα κατὰ 3 ἑκατομμύρια, διότι κατὰ 3 ἑκατομμύρια εὗρεν ὅτι ὑπελογίσθησαν τὰ ἔσοδα ἀνώτερα τῶν πιθανῶν. Ἀλλὰ δὲν ἤρκει τοῦτο διὰ νὰ ἀναβιβάσῃ τὸ ἔλλειμμα εἰς 11 ἑκατομμύρια, ἔπρεπε νὰ σᾶς πείσῃ νὰ μὴ δεχθῆτε τὰ νομοσχέδια τὰ ὁποῖα ἐπροτάθησαν πρὸς αὔξησιν τῶν ἐσόδων, καὶ διὰ τοῦτο ὁ κ. Τρικούπης ἠσχολήθη νὰ ἀνασκευάσῃ τὰ προταθέντα νομοσχέδια δι’ ὀλίγων λέξεων, καὶ μετὰ μεγάλης ἁπλότητος νὰ σᾶς παραστήσῃ, ὅτι τὰ μέτρα ἐκεῖνα ἦσαν ἢ ἀνόητα ἢ ἀλυσιτελῆ. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου ἐφημερίδα δημοσιευομένην ἐν Ἀθήναις, ἥτις θεωρεῖται ὑπὸ πάντων, ὅτι πιστότερον παντὸς ἄλλου δημοσιογραφικοῦ ὀργάνου δημοσιεύει τοὺς λόγους τοῦ κ. Τρικούπη, καὶ ἐὰν δὲν διετήρησα εἰς τὴν μνήμην μου ὅσα ἤκουσα παρὰ τοῦ κ. Τρικούπη προβληθέντα κατὰ τοῦ μέτρου τῆς φορολογίας τοῦ καταναλισκομένου καπνοῦ, εὑρίσκω ὅμως τὰς σκέψεις αὐτοῦ ἐν τῷ κειμένῳ τῆς ἀγορεύσεως αὐτοῦ, τῆς δημοσιευθείσης διὰ τῆς ἐφημερίδος ἐκείνης. «Ἀφίνω κατὰ μέρος, σᾶς εἶπεν ὁ κ. Τρικούπης, τὴν σκέψιν, ὅτι τοιαῦται προτάσεις περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ ἐπανειλημμένως ἐγένοντο πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ ἐπανειλημμένως ἀπεῤῥίφθησαν, διότι ἀπεδείχθη, ὅτι, ὡς ἔχουσι τὰ τοῦ καπνοῦ ἐν Ἑλλάδι, εἶναι δυσχερεστάτη ἡ φορολογία τοῦ προϊόντος τούτου ἄνευ παρακωλύσεως τῆς παραγωγῆς, ἐκ τῆς ὁποίας πολλὰ ἀρύεται τὸ Κράτος· ὅτι δὲ τοιαύτη ἔσεται ἡ τύχη καὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν.» Ὁ κ. Τρικούπης λοιπὸν ἐπείσθη, καὶ παρεκάλεσε νὰ πεισθῆτε καὶ σεῖς, ὅτι ἡ φορολογία τοῦ καταναλισκομένου καπνοῦ εἶναί τι ἀδύνατον πρᾶγμα, διότι πᾶσα τοιαύτη φορολογία θέλει παρακωλύσει τὴν παραγωγήν. Δὲν θέλω νὰ ὁμιλήσω περὶ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον πρώτην φορὰν προετάθη εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Λακεδαίμονος, ἤτοι περὶ τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ, διὰ τῆς συστάσεως μονοπωλίου. Τὸ ἐμελέτησα ἄλλοτε πρὸ 8 ἐτῶν, καὶ μολονότι προσεπάθησα νὰ τὸ ἁπλοποιήσω ὅσον τὸ δυνατὸν καὶ νὰ τὸ καταστήσω συμβιβαζόμενον πρὸς τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου καὶ τὰς ἕξεις αὐτοῦ, μοὶ ἐφάνη πραγματικῶς ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ εἰσαχθῇ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ ἐν τῇ Ἑλλάδι. Τὸ μονοπώλιον στηρίζεται ἐπὶ τοῦ περιορισμοῦ τῆς ἐλευθερίας τοῦ παραγωγοῦ, ἵνα πωλῇ τὸ προϊόν αὐτοῦ, ἑπομένως τὸν περιορισμὸν τοῦτον πρέπει νὰ συνδυάσῃ τις μὲ τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ Κράτους νὰ ἀγοράσῃ τὸ προϊὸν αὐτό· ἡ ὑποχρέωσις αὕτη τοῦ Κράτους θέλει ἐπιφέρει μεγάλας δυσκολίας πρὸς τὴν διάκρισιν τῆς ποιότητος τοῦ καπνοῦ, πρὸς τὸν προσδιορισμὸν τῆς τιμῆς ἑκάστης ποιότητος, πρὸς τὴν ἀνεύρεσιν τοσούτων κεφαλαίων ὅσα πρέπει τὸ δημόσιον ταμεῖον νὰ διαθέσῃ διὰ νὰ ἀγοράσῃ ὅλον τὸ ποσὸν τὸ παραγόμενον τοῦ καπνοῦ, πρὸς τὰς δυσκολίας τῆς ἀποθηκεύσεως τοῦ ἀγορασθησομένου οὕτω καπνοῦ, πρὸς τοὺς κινδύνους τῆς φθορᾶς τοῦ ἀποθηκευθησομένου τούτου τοσοῦτον φθαρτοῦ προϊόντος, πρὸς τὴν διαχείρισιν τῶν ἀποθηκῶν, πρὸς τὴν πολυπληθῆ ὑπαλληλίαν, ἡ ὁποία θέλει συστηθῆ. Ταῦτα δὲ πάντα ἐν τόπῳ τόσῳ μικρῷ, ἐν ᾧ ἡ ἐλαχίστη παράβασις τοῦ νόμου περιβάλλεται διὰ σκανδάλων, συνταράσσει τὴν κοινὴν συνείδησιν καὶ ἐξεγείρει τὴν κοινωνίαν κατ’ αὐτοῦ τοῦ νόμου τοῦ παραβαθέντος, μὲ πείθουσιν ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπιτύχῃ σύστημα μονοπωλίου ὅπως ὁ Βουλευτὴς Λακεδαίμονος ἐπρότεινεν αὐτό. Τὸ σύστημα τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ ἐν τῷ εἰσαχθέντι νομοσχεδίῳ διεσκευάσθη μετὰ μεγάλην μελέτην καὶ μετὰ ἐπανειλημμένας συσκέψεις μὲ ἀνθρώπους εἰδήμονας καὶ ἀσχολουμένους περὶ τὴν παραγωγὴν καὶ ἐμπορίαν τῶν προϊόντων αὐτοῦ. Ὁ κανονισμὸς φορολογίας τοῦ καταναλισκομένου καπνοῦ βεβαίως δὲν πρέπει νὰ γίνεται ἀσυνδέτως πρὸς τὰς σκέψεις, αἱ ὁποῖαι τὸν νομοθέτην πρέπει νὰ ὁδηγῶσι πρὸς ἐνθάῤῥυνσιν τῆς παραγωγῆς τοῦ καπνοῦ. Ἀλλ’ ἐὰν, ὡς σᾶς προβάλλει τὸ νομοσχέδιον, κατορθώσητε νὰ βεβαιώσητε τὸν φόρον ὅσον τὸ δυνατὸν μακρύτερον ἀπὸ τὸν παραγωγέα, ὁ φόρος δὲν θέλει κωλύσει τὴν παραγωγήν, ἀλλὰ θέλει ἐπιβαρύνει μόνον τὸν καταναλωτήν. Αὐτὴ εἶναι ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον συνετάχθη ἐπὶ τῇ βάσει συμβουλῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι διῆλθον πολλὰς δεκάδας ἐνιαυτῶν ἐν Ἀθήναις εἰς τὴν ἐμπορίαν τοῦ καπνοῦ, καὶ οἵτινες ἐξετάσαντες τὸ νομοσχέδιον ἀνεῦρον, ὅτι τὸ ἐμπόριον δὲν θέλει ὑποκύψει εἰς καμμίαν δυσχέρειαν, ἐφαρμοζομένου τοῦ νόμου τούτου καλῶς· περὶ δὲ τῶν παραγωγῶν τοῦ καπνοῦ νομίζω, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ γείνῃ οὐδεὶς λόγος. Ἀπὸ τοῦ χρόνου τῆς παραγωγῆς μέχρι τοῦ χρόνου τῆς εἰσπράξεως τοῦ ἐπιβαλλομένου φόρου παρέρχεται τοσοῦτος καιρὸς καὶ τοσαύτη μεσολαβεῖ ἔκτασις τόπου, διότι πολὺ μακρὰν τοῦ τόπου τῆς παραγωγῆς θέλει εἰσπράττεσθαι ὁ φόρος, ὥστε οὐδεὶς λόγος δύναται νὰ γείνῃ, ὅτι ἡ προβληθεῖσα φορολογία τοῦ καταναλισκομένου καπνοῦ δύναται νὰ βλάψῃ τὴν παραγωγήν. Εὑρέθη ὅμως ἄλλο ἐλάττωμα τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι ἀφίνει ἀφορολόγητον τὸν καπνὸν τὸν καταναλισκόμενον ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ, ἐν ᾗ παράγεται. Καὶ κατὰ τί βλάπτει τοῦτο; ἐὰν μοὶ ἔλεγον ὅτι ἀντιβαίνει εἰς τὴν ἰσότητα τοῦ φόρου, ἤθελον ἐννοήσει τὴν ἀντίῤῥησιν, ἀλλὰ μοὶ λέγουσιν ὅτι βλάπτει, διότι θέλει ἀναγκάσει τοὺς κατοίκους τῶν μὴ καπνοφόρων ἐπαρχιῶν νὰ ἐπιδοθῶσιν εἰς τὴν καλλιέργειαν τοῦ καπνοῦ. Τῇ ἀληθείᾳ πρέπει νὰ μὴ γνωρίζῃ τις πῶς γίνεται ἡ καλλιέργεια τοῦ καπνοῦ, τί ἀπαιτεῖται διὰ νὰ καλλιεργηθῇ διὰ καπνοῦ ἔκτασις γῆς, νὰ ἀγνοῇ ἐντελῶς τὰς τοπικὰς περιστάσεις, διὰ νὰ ὑποθέσῃ, ὅτι αἱ πεδιάδες τῆς Ἀττικῆς δύνανται νὰ παράγωσι καπνὸν οὕτως, ὡς καλλιεργοῦνται καὶ παράγουσι τοιοῦτον αἱ πεδιάδες τοῦ Ἀγρινίου. Ὑποθέσατε, κύριοι, ἐν τῇ λεκάνῃ τοῦ πεδίου τῆς Ἀττικῆς ἀσχολουμένους τοὺς κατοίκους τῶν Ἀθηνῶν νὰ φυτεύωσι καπνόν, καὶ δυναμένους νὰ ἐλπίζωσιν ὅτι θέλουσιν εἰσκομίσει φύλλον καπνοῦ. Τὸ δεύτερον μέτρον, τὸ ὁποῖον εἶχον προτείνει, διὰ νὰ συντελέσω εἰς τὴν περιστολὴν τοῦ ἐλλείμματος, εἶναι ἡ μεταβολὴ τοῦ τελωνιακοῦ δασμολογίου. Ἀφοῦ ἐξήντλησαν τὰς ἐπικρίσεις κατὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τοῦ καταναλισκομένου καπνοῦ, ἐνόμισαν ὅτι πρέπει νὰ κενώσωσι τὴν φαρέτραν των καὶ κατὰ τοῦ δευτέρου τούτου μέτρου, περὶ μεταβολῆς τοῦ τελωνιακοῦ δασμολογίου, καὶ μᾶς ἠρώτησαν, ἐπὶ ποίας βάσεως ἐστηρίξατε τὴν μεταβολὴν τοῦ τελωνιακοῦ δασμολογίου; Ἐπὶ τῆς βάσεως τῆς προστασίας τῆς βιομηχανίας ἢ τῆς ἐξ ἴσου διανομῆς τοῦ φόρου, ἐπὶ τίνος βάσεως; Μᾶς ἤλεγξαν ὅτι δὲν ἔχομεν καμμίαν ἔννοιαν καὶ ὅτι δὲν ὡρμήθημεν κατὰ τὴν μεταβολὴν τοῦ τελωνιακοῦ δασμολογίου ἀπὸ καμμίαν ἔννοιαν. Μοὶ φαίνεται ὅτι ἀγνοοῦσι τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον συντάσσονται τὰ τελωνιακὰ δασμολόγια, καὶ ἀγνοῦσι τὰς σκέψεις, αἱ ὁποῖαι ἐπικρατοῦσι κατὰ τὴν σύνταξιν αὐτῶν. Τὰ τελωνιακὰ δασμολόγια φορολογοῦσι τὰς ἀνάγκας, ἐξετάζουσι ποῖαι εἶναι αἱ ἀνάγκαι, αἱ ὁποῖαι βαρύνουσιν ὅλας τὰς τάξεις τῆς κοινωνίας, καὶ μεταξὺ αὐτῶν τὰς ἀπορωτέρας, καὶ φορολογοῦσιν αὐτὰς ὀλιγώτερον ἢ ἐλάχιστον, περισσότερον δὲ τὰς ἀνάγκας, αἱ ὁποῖαι βαρύνουσι τὰς εὐπορωτέρας τάξεις. Ἡμεῖς εἴχομεν τελωνιακὸν δασμολόγιον συνταχθὲν τῷ 1867 μετὰ μελέτην ἐπισταμένην, ἥτις πρέπει πάντοτε νὰ προηγῆται τῆς συντάξεως τελωνιακοῦ δασμολογίου. Ἡ μελέτη αὕτη τείνει πρὸς ἀνεύρεσιν τῆς σχέσεως, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ παραγωγὴ τοῦ φορολογητέου ἀντικειμένου πρὸς τὴν κατανάλωσιν, ἤτοι τῆς σχέσεως τῆς ζητήσεως πρὸς τὴν προσφοράν, ἥτις ἀποτελεῖ τὴν βάσιν τῶν ἀγοραίων τιμῶν. Ὅταν προσδιορίσητε τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θέλετε ἐπιβάλει ὡς φόρον, ὁδηγούμενοι ἀπὸ τὴν ἀγοραίαν τιμὴν τοῦ προϊόντος, τότε θέλετε αὐξομειώσει αὐτὸ, ὁδηγούμενοι ἀπὸ ἄλλον τινὰ σκοπὸν, εἴτε ἀπὸ τὸ συμφέρον, τὸ ὁποῖον ἔχετε νὰ φορολογήσητε τοὺς εὐπορωτέρους, εἴτε ἀπὸ τὸ συμφέρον, τὸ ὁποῖον ἔχετε νὰ προστατεύσητε κλάδον τινὰ βιομηχανίας, εἴτε ἀπὸ οἱονδήποτε ἄλλον σκοπόν. Ἀπὸ τὰ 1867–1880 δὲν μετεβλήθησαν αἱ σχέσεις μεταξὺ παραγωγῆς καὶ καταναλώσεως; ὑπάρχει ἡ αὐτὴ σχέσις τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζητήσεως, ἡ ὁποία ὑπῆρχε καὶ κατὰ τὸ 1867; αἱ νέαι περιστάσεις τῆς παραγωγῆς, αἱ μέγισται παραγγελίαι τὰς ὁποίας τὸ ἐμπόριον ὑπέστη, ἀφῆκαν πλέον τὴν αὐτὴν βάσιν τὴν ὁποίαν εἶχε τὸ δασμολόγιον κατὰ τὸ 1867; ὄχι. Διὰ τοῦτο ἐφρόντισα νὰ συγκαλέσω ἐπιτροπὴν ἐξ εἰδημόνων, νὰ βασανίσω ἓν πρὸς ἓν τὰ διάφορα ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα ὑπάγονται εἰς τὸ τελωνιακὸν τέλος, καὶ νὰ ἀνεύρω τὴν ἀληθῆ σχέσιν τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζητήσεως, ὅπως ὁδηγηθῶ εἰς τὸν προσδιορισμὸν τοῦ τελωνιακοῦ τέλους. Μᾶς ἤλεγξε προσέτι ὁ ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς, διατί κατά τινας μεταβολὰς τοῦ τελωνιακοῦ δασμολογίου ἔλαβον ὡς βάσιν τὴν ἀναγωγὴν τῶν κλασματικῶν ἀριθμῶν εἰς ἀκεραίους, καὶ εἶπε, ποῦ ἠκούσθη νὰ στηριχθῇ μεταβολὴ τελωνιακοῦ δασμολογίου ἐπὶ τῆς ἀναγωγῆς τῶν κλασματικῶν ἀριθμῶν εἰς ἀκεραίους; Ὅταν κατὰ τὸ 1877 τὸ Ὑπουργεῖον τὸ συγκροτηθὲν ἐξ ὅλων ἢ ἐκ τῶν περισσοτέρων κομμάτων ἐκυβέρνα, ὁ τότε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν κατ’ ἀνάγκην προσέβλεψεν εἰς τὴν αὔξησιν τῶν τελωνιακῶν τελῶν τῶν ἐπιβαλλομένων εἰς τὴν εἰσαγωγήν. Ἐπειδὴ δ’ ἦτο εἰς αὐτὸν δύσκολον νὰ ἀνερευνήσῃ καθ’ ἕκαστον τὰ διάφορα ἀντικείμενα τὰ ὑποκείμενα εἰς τέλος εἰσαγωγῆς, καὶ νὰ προβάλῃ τὴν μεταβολὴν τοῦ τελωνιακοῦ δασμολογίου, ὑπείκων εἰς τὴν ἀνάγκην καὶ ἐσπευσμένως προέτεινεν αὔξησιν τῶν τελωνιακῶν τελῶν κατά τινα τρόπον, ὁ ὁποῖος μοῦ φαίνεται ὅτι ἦτο ἄτοπος. Προέτεινε νὰ αὐξήσητε κατὰ 10% τὰ τελωνιακὰ τέλη· ἑπομένως ἐτήρησε τὴν αὐτὴν ἀναλογίαν, ἥτις ἦτο κατὰ τὸ 1867, καὶ δὲν μετέβαλε παντάπασι τὰς βάσεις ἐφ’ ὧν ἐστηρίχθη τὸ δασμολόγιον τοῦ 1867. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἀπὸ τοῦ 1867 ἕως τοῦ 1880 μετεβλήθησαν αἱ σχέσεις τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζητήσεως, ἕπεται, ὅτι ἡ αὔξησις τῶν τελωνιακῶν τελῶν ἡ γενομένη συλλήβδην κατὰ τὸ 1877 ἐστηρίζετο ἐπὶ βάσεως ἀδίκου, καὶ ὅμως ἐπέκριναν τὴν παρ’ ἐμοῦ προταθεῖσαν μεταβολὴν τοῦ δασμολογίου, διότι δὲν ἐγένετο καθ’ ὃν τρόπον προυτάθη ἡ αὔξησις τῶν τελωνιακῶν τελῶν κατὰ τὸ 1877 καὶ δὲν διετηρήσαμεν τὴν αὐτὴν βάσιν τοῦ 1867, ἀδιαφοροῦντες ἂν αἱ περιστάσεις τοῦ ἐμπορίου μετεβλήθησαν, ἀδιαφοροῦντες ἂν δύναται ἢ ὄχι νὰ χρησιμεύσῃ ὡς βάσις ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐχρησίμευε κατὰ τὸ 1867. Ἀλλ’ ὅταν προεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὸ 1877 ἡ αὔξησις τῶν τελωνιακῶν τελῶν κατὰ 1%, εἵπετο ὅτι τὰ τελωνιακὰ τέλη δὲν θὰ ἀπέληγον ἀναγκαίως εἰς ἀκέραιον ἀριθμόν· ἂν τὸ τέλος ἐφ’ ἑκάστης ὀκᾶς πράγματός τινος ἦτο 3 λεπτά, ἤθελε προστεθῆ τὸ ἓν δέκατον τοῦ τέλους, ἑπομένως τὸ τέλος ἤθελε συνίστασθαι εἰς λεπτά 3 καὶ 3|10. Τοῦτο ἀληθῶς παρεῖχε δυσκολίαν εἰς τὴν βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν τῶν τελῶν, διότι ἠνάγκαζε καὶ τὸν ἔμπορον καὶ τὴν τελωνιακὴν ἀρχὴν τὴν βεβαιοῦσαν νὰ ἀσχοληθῇ εἰς πράξεις ἀριθμητικάς, καὶ νὰ εὕρῃ τὸ ὁλικὸν ποσὸν, τὸ ὁποῖον ὁ εἰσάγων ἔπρεπε νὰ πληρώσῃ. Τὸ ἐμπόριον λοιπὸν εἶχε συμφέρον νὰ ἴδῃ ἀντικαθιστάμενα τὰ κλασματικὰ ποσὰ διὰ τῶν ἀκεραίων, ἡ δὲ ὑπηρεσία ἐζήτησε νὰ ἐκμεταλλευθῇ τὸ συμφέρον τοῦτο τοῦ ἐμπορίου πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ δημοσίου. Ἀλλ’ ὁ κ. Τρικούπης ἔκρινεν, ὅτι ἡ εἰσαγωγὴ ἐλήφθη ὡς βάσις τῆς μεταβολῆς τῶν τελωνιακῶν τελῶν, καὶ ἦλθε νὰ ἐπικρίνῃ κατὰ τοῦτο τὸ νομοσχέδιον. Ἰσχυρίσθη μάλιστα, ὅτι περιέπεσεν εἰς ἀντίφασιν ἡ ὑπηρεσία· σᾶς εἶπεν, ὅτι ἀφοῦ ἐζητήσαμεν νὰ ἀναγάγωμεν τοὺς κλασματικοὺς εἰς ἀκεραίους, διατί δὲν προσεθήκαμεν ἀκόμη τὸ ποσοστὸν τοῦ φόρου τὸ ὁποῖον εἰσπράττεται διὰ τὴν ὁδοποιίαν; Ἀλλ’ ἐλησμόνησεν ὅτι ταῦτα εἰσπράττονται διὰ λογαριασμὸν ἄλλου ταμείου, καὶ ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συγχωνευθῶσι μετὰ τῶν τελωνιακῶν τελῶν, τὰ ὁποῖα εἰσπράττονται ὑπὲρ τοῦ δημοσίου, καὶ εἰσάγονται εἰς τὸ ταμεῖον οἱ λογαριασμοὶ αὐτοῦ. Ὁ Βουλευτὴς ἐκ Ματολογγίου, ἀφοῦ σᾶς παρέστησεν ὅτι τὰ ἔσοδα τοῦ 1880 ὑπελογίσθησαν κατὰ τρία ἑκατομμύρια ἀνώτερα τῶν ἀληθῶν, ἀφοῦ σᾶς παρέστησεν ὅτι δὲν πρέπει νὰ ψηφίσητε τὸ Νομοσχέδιον περὶ φόρου ἐπὶ τῶν καπνῶν, διότι τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο ἔκρινεν ἀνεκτέλεστον, ἀφοῦ ἐπέκρινε τὸ τελωνιακὸν δασμολόγιον, διὰ νὰ μὴ ἀφήσῃ νὰ αὐξηθῶσι δι’ αὐτοῦ τὰ ἔξοδα κατὰ 1,700,000, ποσὸν τὸ ὁποῖον προσεδοκᾶτο ἀπὸ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νέου τελωνιακοῦ δασμολογίου, δὲν ἠρκέσθη εἰς ταῦτα, ἀλλ’ ἐζήτησε νὰ πολεμήσῃ καὶ τὰ ἄλλα μέτρα, τὰ ὁποῖα ὁ ἐμὸς διάδοχος προέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν. Σᾶς ὡμίλησε μετά τινος περιφρονήσεως δι’ ἓν μέτρον, τὸ ὁποῖον ὁ ἐμὸς διάδοχος προέβαλε, τὸ τῆς ἐνοικιάσεως τῶν ἁλυκῶν τοῦ Κράτους. Σᾶς εἶπεν ὅτι τοῦτο μαρτυρεῖ τὴν ἀνικανότητα τοῦ Κράτους εἰς τὸ νὰ βεβαιώσῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς αὐτὸ κατὰ τοὺς νόμους, καὶ νὰ εἰσπράξῃ αὐτὸ ὑπὲρ τοῦ δημοσίου, νὰ τὸ εἰσπράξῃ δι’ ἰδίων ὀργάνων, καὶ ἑπομένως τὴν ἀνάγκην, εἰς τὴν ὁποίαν περιῆλθε νὰ ἀποκαταστήσῃ ἀνθ’ ἑαυτοῦ τὸ ἰδιωτικὸν συμφέρον. Καὶ παρέστησε τοῦτο ὡς ἀπόδειξιν τῆς παραλυσίας τῆς διοικήσεως. Ἀλλ’ ἐλησμόνησεν ὅτι εἰς τὴν φορολογικὴν νομοθεσίαν ἔχομεν εἰσαγάγει τὸ σύστημα τῆς ἐνοικιάσεως πολλαχοῦ, καὶ οὐδέποτε ἐθεωρήθη, ὅτι ἡ εἰσαγωγὴ αὕτη εἰσήχθη ἀπὸ τὴν πεποίθησιν τῆς ἀποσυνθέσεως τῆς διοικήσεως τοῦ Κράτους. Πλὴν τούτου ὅμως ἡ ἐνοικίασις τῶν ἁλυκῶν δὲν ἔχει τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον ὑπέθεσεν ὁ ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς ὅτι ἔχει, ἤτοι διὰ νὰ βεβαιώσῃ ἀπαραμειώτως τὰ δικαιώματα τοῦ δημοσίου, ἢ διὰ νὰ ἀπαλλάξῃ τὸ δημόσιον ἀπὸ τὰ ἔξοδα τὰ ὁποῖα νῦν καταβάλλει εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν ἁλυκῶν, οὔτε εἶχε τὸν σκοπὸν νὰ περιστείλῃ τὰς καταχρήσεις, αἱ ὁποῖαι συμβαίνουσιν· ἀλλ’ ἔχει σκοπὸν ἄλλον τὸ νὰ χρησιμοποιήσῃ ὅλα τὰ ποσὰ τοῦ ἅλατος, τὰ ὁποῖα ἐν Ἑλλάδι δύνανται νὰ παραχθῶσι, δύνανται δὲ νὰ παραχθῶσι πολλῷ μεγαλείτερα ποσὰ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα παράγονται νῦν καὶ ἀσυγκρίτῳ τῷ λόγῳ ἀνώτερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα καταναλίσκονται. Λαμβάνω μόνον ἑνὸς ἔτους τὴν παραγωγὴν καὶ κατανάλωσιν τοῦ ἅλατος, διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι ἐν Ἑλλάδι τὸ ποσὸν τοῦ παραγομένου ἅλατος εἶναι πολὺ μεγαλείτερον τοῦ ποσοῦ τὸ ὁποῖον καταναλίσκεται εἰς τὸν τόπον· κατὰ τὸ 1867 παρήχθη ἅλας 11,315,643 ὀκάδας, καὶ καταναλώθη 6,760,930, δηλαδὴ ἔμεινεν ὑπόλοιπον 4,554,713. Διατί τοῦτο; Διότι ἡ κατανάλωσις τοῦ ἅλατος εἶναι περιωρισμένη· καταναλίσκεται μόνον εἰς τὴν τροφὴν τοῦ ἀνθρώπου, ὀλίγον εἰς τὴν κτηνοτροφίαν, ὀλίγον διὰ τὰς ἐλαίας καὶ τὸν τυρὸν καὶ ὀλιγώτερον εἰς ἅλισμα παστῶν ἰχθύων ἢ κρεάτων. Ἀλλαχοῦ ὑπάρχουσι βιομηχανίαι αἱ ὁποῖαι μεταχειρίζονται ὡς πρώτην ὕλην τὸ ἅλας. Ἐν τῇ Γαλλίᾳ κατὰ τὸ 1852 καταναλώθησαν 55 ἑκατομμύρια χιλιογράμμων ἅλατος πρὸς κατασκευὴν σόδας, καὶ ὅταν τὸ πρῶτον εἰσήχθη ἡ βιομηχανία τῆς κατασκευῆς σόδας κατὰ τὸ 1809, ἐξεδόθη διάταγμα αὐτοκρατορικὸν δι’ οὗ ἐκηρύχθη ἀπηλλαγμένον πάσης πληρωμῆς δικαιώματος πρὸς τὸ δημόσιον τὸ ἅλας, τὸ ὁποῖον προωρίζετο εἰς τὴν κατασκευὴν τῆς σόδας· τὸ προνόμιον δὲ τοῦτο διήρκεσεν ἀπὸ τοῦ 1809 ἕως τοῦ 1852 καὶ μόνον εἰς τὰ 1852 κατηργήθη. Ἡμεῖς κατὰ τὸ 1867 εἴδατε, ὅτι ἔχομεν ὑπόλοιπον ἅλατος μὴ καταναλωθέντος 4,554,713, τελευταῖον δὲ μετὰ τὸ μέτρον τὸ ὁποῖον ἐλήφθη κατὰ τὸ 1877, ὅτε ἐλάβομεν τὰς ἁλυκὰς τῆς Λευκάδος, δὲν δυνάμεθα νὰ καλλιεργήσωμεν ὅλας τὰς ἁλυκὰς, διότι ἔχομεν μεγάλην περίσσειαν ἅλατος. Ἂν λοιπὸν κατωρθοῦτο νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὸν τόπον βιομηχανία τις, ἡ ὁποία νὰ μεταχειρισθῇ ὡς πρώτην ὕλην τὸ ἅλας, ἤθελεν εἶσθαι τοῦτο μεγάλη εὐκολία εἰς τὴν βιομηχανίαν καὶ συμφέρον εἰς τὸ δημόσιον. Διὰ τοῦτο, ὅταν μοὶ ἐγένετο πρότασις τοιαύτη ἀπὸ ἀλλοδαποὺς, ἀπεδέχθην ἀμέσως αὐτὴν κατ’ ἀρχὴν καὶ ἐτράπην μετὰ σπουδῆς εἰς τὴν ἔρευναν αὐτῆς. Ἴσως δὲν εἶναι μάταιον νὰ φέρω εἰς γνῶσιν τῆς Βουλῆς, ὅτι ἡ κατανάλωσις τοῦ ἅλατος, ὅσον καὶ ἂν ηὔξησεν ὁ πληθυσμὸς τοῦ Κράτους, ἐβάδισε καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῶν 50 ἐτῶν, ἀφ’ ἧς συνέστη τὸ Κράτος, βῆμα πολὺ μεμετρημένον· ἐνῷ κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος 1833 εἰσεπράχθη καθαρὰ πρόσοδος 65,579 διέρχομαι ὅλην τὴν σειρὰν τῶν 50 ἐτῶν, καὶ βλέπω, ὅτι ἐνίοτε ὑπερέβη τὰς 350,000, κατὰ δύω μόνον ἔτη τὰς 500,000, καὶ μόνον κατὰ τὸ 1865 ἀνέβη εἰς 681,444 δραχμάς. Ὁ στατιστικὸς πίναξ, τὸν ὁποῖον ἔχω ἀνὰ χεῖρας, διδάσκει καὶ μίαν ἄλλην ἀλήθειαν, ἡ ὁποία διέφυγε τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν τοῦ 1861, ὡς καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι πρό τινος καιροῦ ἠσχολήθησαν εἰς μελέτας φορολογικάς. Κατὰ τὸ 1861 ἐξεδόθη νόμος διὰ τοῦ ὁποίου κατηργοῦντο αἱ εἰδικαὶ ἁλαταποθῆκαι, καὶ ἐν ᾧ ὁ νόμος οὗτος ἔμεινεν ἐν ἀργίᾳ μέχρι τοῦ 1877, κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο ἐτέθη ἐν πλήρει ἰσχύϊ. Ἡ στατιστικὴ αὕτη λέγει, ὅτι ἀφ’ ἧς συνεστήθησαν καὶ εἰδικαὶ ἁλαταποθῆκαι ἤρξατο ἡ αὔξησις τῆς ἐκ τοῦ ἅλατος προσόδου τοῦ Δημοσίου, ὁσαιδήποτε καὶ ἂν ἐγένοντο καταχρήσεις περὶ τὴν διαχείρισιν τῶν ἁλαταποθηκῶν αὐτῶν. Τοῦτο δ’ εἶναι αὐτόδηλον ἐν τόπῳ ἔνθα τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας εἶναι τοσοῦτον ὀλίγα καὶ ὁ πληθυσμὸς τοσοῦτον διεσπαρμένος, ἀποβαίνει δ’ ἥκιστα ἐπικερδὲς εἰς τὸ ἐμπόριον νὰ προμηθεύῃ δι’ ἅλατος ὅλα τὰ μέρη τῆς ἐπικρατείας χωρὶς νὰ ἐπιζητήσῃ δυσανάλογα κέρδη, ἐντεῦθεν ἐπέρχεται οὐ μόνον σπάνις ἀλλὰ μεγίστη ὑπερτίμησις τοῦ ἅλατος, καὶ διὰ τοῦτο ἐν τῷ ὑπουργείῳ τοῦ 1877, εἰς τὸ ὁποῖον μετεῖχον, ἤμην ἐναντίον τῆς καταργήσεως τῶν εἰδικῶν ἁλαταποθηκῶν. Ἔμενεν εἰς τὸν ἀγορεύσαντα κατὰ τῶν οἰκονομικῶν μέτρων τοῦ Ὑπουργείου νὰ μὴ παραλείψῃ νὰ ἐκφέρῃ γνώμην περὶ τῆς ἐνοικιάσεως τοῦ τελωνείου· ἡ γνώμη περὶ τῆς ἐνοικιάσεως τῶν τελωνείων δὲν εἶναι γνώμη Κυβερνητική. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καθ’ ὃ εἶχε καθῆκον, ἐνέκρινε νὰ μελετήσῃ τὴν γνώμην ταύτην, ἀλλὰ τὰ πορίσματα τῆς μελέτης του δὲν εἰσήγαγεν ἔτι εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, οὐδὲ ἡ Κυβέρνησις ἀπεφήνατο ἔτι, ὅτι ἀποδέχεται τὴν γνώμην αὐτήν. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ δὲν δυσκολεύομαι νὰ εἴπω ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ὅτι εἶμαι κατὰ τῆς ἐνοικιάσεως τῶν τελωνείων, ὄχι διὰ τὸν λόγον τὸν ὁποῖον σᾶς ἐπρότειναν, ἤτοι ὅτι ἡ ἐνοικίασις εἶναι ὑποκατάστασις τῶν ὀργάνων τῆς διοικήσεως διὰ τοῦ ἰδιωτικοῦ συμφέροντος, ἑπομένως εἶναι ἐξευτελισμὸς τῆς διοικήσεως· ἀλλὰ δι’ ἄλλον λόγον· διότι, ἂν ὑποκατασταθῇ τὸ ἰδιωτικὸν συμφέρον εἰς τὴν βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν τῶν τελωνιακῶν τελῶν, τὸ ἰδιωτικὸν συμφέρον θέλει ἔλθει εἰς πάλην πρὸς τὸ συμφέρον τῶν φορολογουμένων, καὶ εἰς τὴν πάλην ταύτην δύνανται νὰ πάθωσι σπουδαίως τὰ συμφέροντα τῶν φορολογουμένων, καὶ ἴσως ἀποξηρανθῇ μία φορολογικὴ πηγὴ τοῦ δημοσίου, βεβαίως δὲ θέλει ἀνασταλῆ τὸ ἐμπόριον, καὶ θέλουσιν ἐπέλθει οὕτω ζημίαι μεγαλείτεραι ἀπὸ τὰ κέρδη, τὰ ὁποῖα προσδοκῶμεν ἐκ τῆς ἐνοικιάσεως τῶν τελωνείων. Σᾶς ὡμίλησε καὶ περὶ τῆς φορολογίας τοῦ θείου καὶ σᾶς ἀπέτρεψε ν’ ἀποδεχθῆτε τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ὑπέθεσαν, ὅτι προὐτίθετο ὁ ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν νὰ σᾶς προβάλῃ, διότι ὁ ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν δὲν ἀνεκοίνωσεν ἔτι εἰς τὴν Βουλὴν προαίρεσιν τοιαύτην, εἰπὼν μόνον ὅτι προσδοκᾷ πρόσοδον 700 χιλιάδας, ἀλλὰ μὴ προσδιορίσας ἔτι ἐκ τίνος πηγῆς τὴν προσδοκᾷ. Τῷ ὄντι ἡ φορολογία τοῦ θείου πρέπει νὰ ἐξετασθῇ μετὰ μεγάλης προσοχῆς. Τὸ θεῖον εἶναι φάρμακον κατὰ τῆς ἀσθενείας τῶν ἀμπέλων καὶ σταφιδαμπέλων, καὶ ὡς τοιοῦτον χρῄζει εἰδικῆς μελέτης τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας· ἀλλ’ εἴτε ἐγκριθῇ ἡ τοῦ θείου φορολογία, εἴτε δὲν ἐγκριθῇ, ὑποθέτω ὅτι τὸ Κοινοβούλιον δὲν θέλει λησμονήσει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὰ δυστυχήματα τὰ ἐπελθόντα εἰς τὰς σταφιδαμπέλους ἐν ἄλλαις χώραις ἐπέφερον αὔξησιν τῆς τιμῆς τῆς σταφίδος καὶ μετέβαλον τὴν βάσιν, ἥτις ἐχρησίμευσεν ὡς βάσις τοῦ φόρου, τὸν ὁποῖον κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν ἡ σταφὶς πληρόνει. Ἂν λοιπὸν ἡ τιμὴ αὕτη ηὔξησεν ἐπὶ τοσοῦτον ὥστε δύναται ν’ ἀποτελέσῃ νέαν βάσιν φόρου, δὲν ἐννοῶ διὰ τί ἡ διαφορὰ αὕτη τῆς τιμῆς νὰ μὴ χρησιμεύσῃ ὡς ἀφετηρία πρὸς μελέτην περὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ ἐπιβλητέου φόρου ἐπὶ τῆς σταφίδος. Ὁ κ. Τρικούπης ἠρεύνησε καὶ ἕτερον μέτρον, τὸ ὁποῖον ὁ ἐμὸς συνάδελφος ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν εἶχε προβάλει εἰς τὴν Βουλήν, τὸ μέτρον τὸ ἀναγόμενον εἰς τὴν διάθεσιν ἢ μὴ διάθεσιν τῶν 24 χιλιάδων ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων, καὶ τὸ μέτρον τῆς ἐξαγορᾶς τοῦ ὅλου ποσοῦ τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ ἐντόκων γραμματίων πρὸς περιστολὴν τῶν ἐξόδων, τὰ ὁποῖα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ πρὸς πληρωμὴν τόκων ἀνεγράφησαν· ἀλλ’ ἡ γνώμη αὕτη πρέπει νὰ συνδυασθῇ μετὰ τῆς μελέτης, ἡ ὁποία πρέπει νὰ γείνῃ πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας· ἡ γνώμη ὅμως περὶ τῆς ἐξαγορᾶς τῶν ἐντόκων γραμματίων διὰ τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα ἐπληρώθησαν εἰς τὴν τράπεζαν ἀπέναντι τοῦ πρὸς αὐτὴν χρέους τοῦ δημοσίου, εἶναι γνώμη περὶ τῆς ὁποίας καὶ σήμερον δύναταί τις νὰ ἐκφρασθῇ. Πρὶν ἢ ἀρχίσωμεν νὰ ἀποδίδωμεν εἰς τὴν Τράπεζαν χρήματα ἀπέναντι τοῦ δανείου διὰ τὰ ὁποῖα ὑπάρχει ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ἤλθομεν εἰς συνεννόησιν μετὰ τῆς Ἐθνικῆς καὶ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης· ὁμολογῶ τὴν προθυμίαν μὲ τὴν ὁποίαν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα συνήνεσε νὰ μᾶς ὑποσχεθῇ, ὅτι εἶναι διατεθειμένη νὰ ἐλαττώσῃ τὸ ποσὸν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων κατὰ 3 ἑκατομμύρια περισσότερον ἀπὸ τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον εἶχε δικαίωμα νὰ τηρῇ ἐν τῇ κυκλοφορίᾳ ἂν τὸ πληρωθησόμενον εἰς αὐτὴν ποσὸν ὑπερέβαινεν ἕνα ὅρον, τὸν ὁποῖον ἡ Τράπεζα προσδιώριζεν. Ἡμεῖς ἐπληρώσαμεν εἰς τὴν Τράπεζαν ποσὸν ἀνώτερον τοῦ ὅρου τὸν ὁποῖον ἡ Τράπεζα μᾶς ἔθηκε, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ ἐλαττώσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ Τραπεζικῶν γραμματίων κατὰ 3 ἑκατομμύρια περισσότερον· ἐπειδὴ ὅμως ἐπῆλθε διαφορὰ τις εἰς τὴν ἀγορὰν ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως τῶν συναλλακτικῶν μέσων, ἠναγκάσθη ἡ Κυβέρνησις ἵνα εὐκολύνῃ τὴν ἀγορὰν, νὰ δηλώσῃ εἰς τὴν Τράπεζαν ὅτι δὲν θέλει ἐπιμείνει εἰς τὴν κατὰ τὰ 3 ἑκατομμύρια ἐλάττωσιν τῆς ἀξίας τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ τραπεζικῶν γραμματίων μέχρις οὗ δυνηθῇ τὸ Δημόσιον νὰ ἐξαγοράσῃ ἔντοκα γραμμάτια τριῶν ἑκατομμυρίων· ἐπειδὴ δὲ δὲν ἠδυνήθη τὸ Δημόσιον νὰ ἐξαγοράσῃ εἰμὴ μόνον δύω ἑκατομμύρια ἔντοκα γραμμάτια, ἕπεται ὅτι ἡ Τράπεζα μέχρι τοῦδε δὲν ἠλάττωσε τὸ ποσὸν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων κατὰ 3 ἑκατομμύρια περισσότερον ἀπὸ τὸ ποσὸν τῶν χρημάτων τὰ ὁποῖα ἐπληρώθησαν εἰς αὐτήν. Ἂν λοιπὸν τώρα ἐξαγοράσωμεν ἓν ἑκατομμύριον ἔντοκα γραμμάτια, θέλομεν λάβει ἓν ἑκατομμύριον ἐκ τῶν γραμματίων τὰ ὁποῖα ἐπληρώσαμεν εἰς τὴν τράπεζαν ἀπέναντι τῶν χρεῶν ἡμῶν, θέλομεν ὅμως ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ποσοῦ τῶν τραπεζικῶν γραμματίων κατὰ 3 ἑκατομμύρια, καὶ ἀφοῦ τοιουτοτρόπως ἔχομεν τοῦτο τὸ δικαίωμα δυνάμεθα νὰ λάβωμεν ἐκ τῶν χρημάτων τοῦ δανείου τρία ἔτι ἑκατομμύρια ἀπέναντι αὐτῶν, χωρὶς ν’ αὐξήσῃ τὸ ποσὸν τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ τραπεζικῶν γραμματίων, καὶ ἐπέλθωσι συνέπειαι ἕνεκα τούτου εἰς τὴν ἀγοραίαν ἀξίαν τοῦ συναλλάγματος. Οὕτω δυνάμεθα νὰ ἐξαγοράσωμεν τέσσαρα ἑκατομμύρια ἔντοκα γραμμάτια. Μέχρι τοῦ ὅρου τούτου ἐννοῶ τὸν συνδυασμὸν αὐτὸν, ὅστις παράγει οἰκονομίαν εἰς τὸ δημόσιον, διότι ἐκ τεσσάρων ἑκατομμυρίων ἐντόκων γραμματίων δύναται νὰ προσπορισθῇ τὸ δημόσιον 280 χιλιάδας δραχ. ἐκ τῶν τόκων τοὺς ὁποίους πληρόνει, καὶ δύναται νὰ κατορθώσῃ νὰ ἐλαττώσῃ καὶ τὸν τόκον τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ ἐντόκων γραμματίων ἀπὸ 8 εἰς 7, ἐλαττουμένων οὕτω τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους κατὰ 80,000 περαιτέρω. Ἀλλὰ τὴν βάσιν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Τρικούπης ἀπεδέξατο, δὲν δύναμαι ν’ ἀποδεχθῶ. Ἡ βάσις αὐτοῦ εἶναι νὰ λάβητε ὅλα τὰ χρήματα τὰ ὁποῖα ἐπληρώσαμεν εἰς τὴν ἐθνικὴν τράπεζαν πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, νὰ ἐξαργυρώσητε πάντα τὰ ἐν κυκλοφορίᾳ ἔντοκα γραμμάτια ἀνερχόμενα εἰς 12,000,000, νὰ πληρώσητε πάντα τὰ ἄλλα προσωρινὰ χρέη, νὰ δώσητε δάνειον πρὸς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, καὶ ἐπὶ τέλους νὰ ἀποκαταστήσητε τὰ χρέη σας πρὸς τὰς τραπέζας ὡς ἦσαν πρὸ τῆς συνάψεως τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων. Ἀλλὰ τότε θέλετε θέσει εἰς κυκλοφορίαν ἐν τῇ ἀγορᾷ τοσοῦτον πλῆθος τραπεζικῶν γραμματίων, ὅσα ἦσαν καὶ τότε, καὶ θέλετε διαταράξει τὴν ἀναλογίαν μεταξὺ τῶν τραπεζικῶν γραμματίων καὶ τοῦ νομίσματος, καὶ θέλει ἐπέλθει ὑποτίμησις τῶν γραμματίων ἐπαισθητὴ καὶ μείζων ἢ ὅση πέρυσιν ἐπῆλθε, διότι τότε ὑπῆρχεν ἡ ἐλπίς, ὅτι ἤθελε πραγματοποιηθῆ τὸ δάνειον τῶν 60 ἑκατομμυρίων, καὶ ὅτι ἤθελε ἀρθῆ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ἀλλὰ τώρα δὲν θέλει ὑπάρχει τοιαύτη ἐλπίς. Τοιουτοτρόπως θέλει ἐπέλθει φορολογία εἰς τὸ ἐμπόριον δυσφόρητος. Ἀλλὰ τότε διατί δὲν ἔχετε τὸ θάῤῥος νὰ εἴπητε δημοσίᾳ, ὅτι ἐπιβάλλετε φόρον τόσου ποσοῦ διὰ νὰ εἰσπράξητε τόσα χρήματα ὅσα προσδοκᾶτε ἀπὸ τὸ μέτρον τὸ ὁποῖον ὁ κ. Τρικούπης προβάλλει; οὐδέποτε εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν διὰ πλαγίων μέσων νὰ φορολογῇ τὰς συναλλαγὰς καὶ τὸ ἐμπόριον διὰ νὰ οἰκονομήσῃ τὰ ἔξοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ. Δὲν ἔχω βεβαίως, οὔτε ὡς ἄτομον, οὔτε ὡς πολιτευόμενος ἀφορμὴν ἵνα διατυπώσω παράπονον κατὰ τῆς ἐθνικῆς τραπέζης· ἀλλὰ ἂν παραδεχθῆτε τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βαλασοπούλου ἀνατιθέντες τὴν βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν τῶν φόρων εἰς τὴν ἐθνικὴν τράπεζαν, ἂν παραδεχθῆτε καὶ τὴν γνώμην τοῦ κ. Τρικούπη διὰ νὰ καταστήσητε ἀδύνατον τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, θέλετε συστήσει νέαν τινὰ ἑταιρίαν τῶν Ἰνδιῶν, εἰς ἣν θέλετε ἀναθέσει τὴν Κυβέρνησιν τῆς Ἑλλάδος. Ἐγώ, κύριοι, δὲν σᾶς ἀρνοῦμαι, ὅτι ὑπάρχει οἰκονομικὴ δυσφορία, ὅτι τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν ὑφίσταται πρὸ πολλῶν ἐτῶν, ὅτι αἱ τελευταῖαι ἀνώμαλοι περιστάσεις ηὔξησαν τὰ ἐλλείμματα, καὶ ὅτι εἶναι ἐπιθυμητὸν ν’ ἀσχοληθῶμεν εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ ἰσοζυγίου. Ἀλλὰ διὰ τοῦτο δὲν νομίζω, ὅτι θέλω εἶσθαι δικαιολογημένος καὶ σύμφωνος μὲ τὴν ἐμὴν συνείδησιν, ἂν σᾶς εἴπω, ὅτι ὑπάρχει ἀπελπισία, ἂν σᾶς εἴπω, ὅσα ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν σᾶς παρεκάλεσε προτρέψας ὑμᾶς νὰ λυπηθῆτε τὰ παιδιά σας, διότι βαίνομεν εἰς τὴν καταστροφήν! Ὁ τόπος ἔχει ζωήν, ἡ αὔξησις τῆς παραγωγῆς, ἡ δραστηριότης τῆς ἀτομικῆς ἐνεργείας, ἡ ὁσημέραι προβαίνουσα αὔξησις τοῦ δημοσίου πλούτου εἶναι ἐλπίδες ψηλαφηταὶ καὶ πραγματικαί, ἐφ’ ὧν δύνασθε νὰ στηρίξητε τὰς πεποιθήσεις σας. Καὶ ἂν νομίσητε, ὅτι πρέπει νὰ φροντίσητε περισσότερον περὶ τῆς αὐξήσεως τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων σᾶς προέτεινε κατάλογον φόρων, καὶ σᾶς ὁμολογῶ, κύριοι, ὅτι πολλοὺς ἐξ αὐτῶν εὗρον ἀξίους σπουδαίας μελέτης, νομίζω δὲ πιθανὸν ὅτι, ἐπισταμένη μελέτη τῶν φόρων τούτων, δύναται νὰ πείσῃ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν ν’ ἀναγράψῃ τινὰς τούτων εἰς τὸ φορολογικὸν σύστημα τοῦ Κράτους καὶ ν’ αὐξήσῃ τοὺς πόρους αὐτοῦ. Εἴχετε ἀνωμαλίας πολιτικὰς κατὰ τὰ 1861 καὶ 1862, διεταράχθη τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ μέχρι τοῦ 1866, δηλ. κατὰ τὴν διάρκειαν ἑξαετίας δὲν ἠδυνήθητε ν’ ἀποκαταστήσητε τὸ ἰσοζύγιον. Συνέβησαν αἱ πολιτικαὶ ἀνωμαλίαι τοῦ 1867 καὶ διεταράχθη ἐπίσης τὸ ἰσοζύγιον, καὶ μέχρι τοῦ 1877, δηλ. μετὰ παρέλευσιν δεκαετίας δὲν ἐγένετο ἡ ἀποκατάστασις αἱ δὲ πολιτικαὶ ἀνωμαλίαι τοῦ 1877 ἐπήνεγκον νέαν διατάραξιν τῶν οἰκονομικῶν. Αἱ πολιτικαὶ αὗται ἀνωμαλίαι εἶχον σκοπὸν ἱερόν, ἂν δὲ δὲν ἐγένετο δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ ἡ ἀποκατάστασις τοῦ ἰσοζυγίου ἐντὸς τῆς ἔκτοτε παρελθούσης διετίας, πρέπει ν’ ἀμηχανῆτε εἰς τοιοῦτον βαθμὸν καὶ νὰ τείνητε τὸ οὖς εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ μετατρέψωσι τὴν γνώμην σας καὶ νὰ σᾶς πείσωσι ν’ ἀκολουθήσητε πολιτικὴν ἄλλην παρ’ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν τὸ συμφέρον τοῦ τόπου ἐπιβάλλει; Ἀλλ’ ἔχω τὴν γνώμην καὶ ἔχω αὐτὴν ἐν τῷ συμφέροντι αὐτοῦ τοῦ Βουλευτοῦ Μεσολογγίου, ὅτι δὲν πιστεύει εἰς τὴν οἰκονομικὴν ἀμηχανίαν. Ἄλλο τμῆμα τῆς ἀντιπολιτεύσεως πιστεύει εἰς αὐτήν. Ἐκεῖνο ταράσσεται ὑπὸ διαλογισμῶν προσβλέπον εἰς τὴν διατάραξιν τῶν οἰκονομικῶν, ἔχει ὅμως τὴν εἰλικρίνειαν καὶ τὸ θάῤῥος τῆς ἑαυτοῦ γνώμης· ὁ κ. Τρικούπης δὲν πιστεύει τὴν οἰκονομικὴν ἀμηχανίαν, ἀλλὰ προβάλλει αὐτὴν ὡς ἐπιχείρημα, ὅπως εἰσηγήσηται εἰς τὴν Βουλὴν πολιτικὰς σκέψεις, τὰς ὁποίας ἐνόμιζεν, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ δεχθῇ ἡ Βουλή. Ἐὰν οἱ ἔντιμοι κοινωνικοὶ φίλοι μου, οἵτινες ἀποτελοῦσι τὴν μερίδα ἐκείνην τῆς ἀντιπολιτεύσεως, εἶχον περισσοτέραν πίστιν εἰς τὴν αὐξάνουσαν παραγωγὴν καὶ εἰς τὴν δραστηριότητα τῆς ἀτομικῆς ἐνεργείας εἰς τὴν ζωτικότητα τοῦ τόπου, εἰς τὸν αὐξάνοντα πλοῦτον, βεβαίως δὲν ἤθελον ἔλθει εἰς τὴν ἀπελπισίαν καὶ τὴν ἀμηχανίαν, ἡ ὁποία κατέλαβεν αὐτούς. Δυστυχῶς δὲν δύναμαι νὰ εἴπω πρὸς αὐτοὺς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἔλεγεν εἰς τοὺς προσελθόντας αὐτῷ καὶ θεραπευθέντας: «ἡ πίστις σέσωκέ σε» δὲν σώζει αὐτοὺς ἡ πίστις. Ἀλλὰ τί εἶναι, κύριοι, τὸ διατακτικὸν τοῦ σκεπτικοῦ, ἤτοι τὸ πολιτικὸν πρόγραμμα τοῦ κ. Τρικούπη; ἠθέλησεν ἐκ τῆς οἰκονομικῆς μελέτης νὰ ἐξαγάγῃ ὡς πόρισμα τὴν οἰκονομικὴν ἀπελπισίαν. Ἀφοῦ ἔχω τὸ φρόνημα, ὅτι δὲν τὸ πιστεύει, δικαιοῦμαι νὰ εἴπω, ὅτι μετεχειρίσθη τοῦτο ὡς μέσον, ἵνα φθάσῃ εἰς τὸν σκοπόν, ὃν ἀποδεικνύει τὸ πολιτικὸν πρόγραμμά του. Ἂς ἴδωμεν τὸ πολιτικὸν τοῦτο πρόγραμμα αὐτοῦ. «Ὅπως διαρκούσης τῆς ἀνωμάλου καταστάσεως ἐν τῇ ἀνατολῇ ἕνεκα τοῦ ῥωσοτουρκικοῦ πολέμου δὲν ἠδύναντο νὰ «ὑπάρξωσι δύω γνῶμαι, οὐδὲ νὰ ἀμφισβητηθῇ ὅτι ἡ Ἑλλὰς «δέον νὰ παρασκευάζηται ἐκτάκτως, οὕτω παύσαντος τοῦ ῥω«σοτουρκικοῦ πολέμου ἐπῆλθε πάλιν διαφωνία γνωμῶν, καὶ «πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ὁμοφωνίαν.» Πρὸ τοῦ ῥωσοτουρκικοῦ πολέμου δὲν ὑπῆρχον, λέγει, δύω γνῶμαι, ἀλλὰ μία, λέγουσα σπεύσατε νὰ παρασκευασθῆτε ἐκτάκτως. Αὐτὴν τὴν γνώμην ἐξέφρασε τὸ Κοινοβούλιον, ὅτε ἀπησχολεῖτο περὶ τὴν συζήτησιν τῶν κοινῶν. Ἀλλ’ αὐτὴ ἡ γνώμη δὲν ἐπεκράτει μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης, ἀλλ’ ἑτέρα τις. Ἂν μοί ἦτο δυνατὸν νὰ βασανίσω καὶ ἐγὼ ὅλας τὰς νῦν προβαλλομένας γνώμας, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι συγγένειαν πρὸς ἀλλήλας, ἤθελον τὰς κατατάξει εἰς μίαν σειρὰν, ὅπως ἐξεφράσθησαν, ἤθελον προτάξει τὸν κ. Ἰακωβάτον μὲ τὰς πολυτίμους πολιτειογραφικὰς γνώσεις, τὰς ὁποίας ἠρύσατο ἀπὸ τὴν πλουσίαν βιβλιοθήκην τῶν ἀλμανὰχ τοῦ Γόττα, ἔπειτα τὴν γνώμην τοῦ κ. Κεχαγιᾶ, μετ’ αὐτὴν τὴν γνώμην τοῦ κ. Τρικούπη, καὶ ἔπειτα τὴν γνώμην τοῦ ἄλλου τμήματος τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Ἀλλ’ ὅταν τέλος πάντων τὰ σημεῖα τῶν καιρῶν, ὅπως ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἡμῶν πολλάκις συνειθίζει νὰ λέγῃ, ἐπῆλθον, ὅτε δηλ. ἐξεῤῥάγη ὁ ῥωσοτουρκικὸς πόλεμος, τότε συνήλθομεν καὶ ἀνεγράψαμεν μίαν γνώμην τὴν τῶν ἐκτάκτων παρασκευῶν· καὶ ὁ κ. Τρικούπης σᾶς λέγει, ὅτι ἕως τότε δὲν ὑπῆρχον δύω γνῶμαι, καὶ οὔτε μετὰ ταῦτα ὑπῆρχον δύω γνῶμαι, ἀλλ’ ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ σήμερον ἀσπαστὴ ὑπὸ τοῦ ἔθνους ἡ ὅλως ἐναντία γνώμη. Τότε εἴχομεν ἐκτάκτους παρσκευὰς, τώρα ῥίψατε τὰ πάντα. Καὶ ἰδοὺ ἡ ἐπικράτησις τοῦ προγράμματος τοῦ κ. Ἰακωβάτου. Σᾶς ἀναγινώσκω ἐκ νέου τοὺς λόγους τοῦ κ. Τρικούπη, διότι ἤκουσα μίαν φωνὴν, ἡ ὁποία λέγει ὅτι δὲν τὰ εἶπε: «Δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφισβήτησις περὶ τῆς ἀνάγκης, ὅπως ἡ Ἑλλὰς παρασκευάζηται, σᾶς εἶπεν ὁ κ. Τρικούπης, καὶ παρασκευάζηται ἐκτάκτως. Ὑπῆρχόν τινες, οἵτινες κατὰ τὴν ἔναρξιν τοῦ πολέμου δὲν ἀνεγνώριζον ἔτι τοῦτο, ἀλλ’ οὐδεὶς ὑπῆρξεν, ὅστις προχωρήσαντος τοῦ πολέμου δὲν τὸ ἀνεγνώρισεν. Ἐπῆλθε στιγμή, καθ’ ἣν ὁλόκληρος ἡ Ἑλλὰς ὑπῆρξεν ὁμόφωνος, καὶ ἀποτέλεσμα τῆς ὁμοφωνίας ἐκείνης ὑπῆρξεν ὁ σχηματισμὸς τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ὅπως ἐπῆλθεν ἡ ὁμοφωνία ἐκείνη βαθμηδὸν ἐκ τῆς ἐξελίξεως τῶν πραγμάτων, τοιουτοτρόπως, μεταβληθείσης τῆς καταστάσεως, ἐπῆλθε πάλιν διαφορὰ γνωμῶν, καὶ πάλιν βαθμηδὸν βαίνομεν πρὸς τὴν ὁμοφωνίαν. Ἴσως ὁ πρῶτος, ὅστις ἐνόησε τὴν νέαν φορὰν τῶν πραγμάτων, ἐνόησε τί ἡ νέα κατάστασις τῶν πραγμάτων ὑπεδείκνυεν εἰς τὴν πολιτείαν, ὡς μέτρον οἰκονομικόν, τίνα προϋπολογισμὸν ὑπηγόρευεν ἡ νέα τῶν πραγμάτων κατάστασις, ἴσως ὁ πρῶτος, ὅστις κατενόησε ταῦτα, ὑπῆρξεν ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Παρνασίδος.» Ὥστε ἂν ὁ Βουλευτὴς Μεσολογγίου δὲν λέγῃ σήμερον, ἐγκαταλείψατε τὰς παρασκευὰς, σᾶς λέγει ὅμως, ὅτι σπεύδει νὰ τεθῇ ὑπὸ τὴν σημαίαν τοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Παρνασίδος. Ἀλλὰ πῶς σᾶς διατυπώνει τοῦτο; Σᾶς λέγει ὅτι, διαρκοῦντος τοῦ ῥωσοτουρκικοῦ πολέμου, μία ὑπῆρχε γνώμη, ἔκτακτοι παρασκευαὶ, ἀλλὰ μετὰ τὸ πέρας ἐκείνου, ἐπέρχεται διαφωνία· τινὲς θέλουν νὰ ἐξακολουθήσωσι τὰς ἐκτάκτους παρασκευὰς, ἄλλοι δὲ, ἐν οἷς ὁ κ. Κεχαγιᾶς, ζητοῦσι τὴν κατάπαυσιν αὐτῶν. Ὁ κ. Τρικούπης δὲν συντάσσεται οὔτε μετὰ τῆς πρώτης, οὔτε μετὰ τῆς δευτέρας γνώμης· προτείνει τρίτον σύστημα, τὴν ἤρεμον καὶ βαθμιαίαν παρασκευὴν, καὶ μολονότι προτείνει τὴν γνώμην ταύτην, σᾶς λέγει, ὅτι ἡ γνώμη τῆς ἐγκαταλείψεως τῆς στρατιωτικῆς παρασκευῆς θέλει λάβει τὴν παμψηφίαν. Ὅθεν σπεύσατε νὰ συνταχθῆτε μετὰ τῆς γνώμης ταύτης. Ἀλλὰ τί ἐστὶν ἤρεμος παρασκευὴ, ἣν συνιστᾷ ὁ κ. Τρικούπης πρὸς ἀντίθεσιν τῆς ἐκθετομένης παρασκευῆς; Προσδιορίσατε διὰ τῶν ἀληθῶν ὀνομάτων τὰ πράγματα. Τί ἐννοοῦσιν οἱ λέγοντες, παρασκευαὶ ἔκτακτοι, ἢ τί ἐννοοῦσιν οἱ λέγοντες παρασκευαὶ ἤρεμοι; Τί ἐννοοῦσιν οἱ λέγοντες ἡσυχάσατε τέλος πάντων; Σᾶς ἐρωτῶ, κύριοι, εἶναι ἔκτακτος παρασκευὴ νὰ ζητήσητε ν’ ἀγοράσητε τόσα ὅπλα ὅσων ἔχετε ἀνάγκην; Εἶναι ἔκτακτος παρασκευὴ ν’ ἀγοράσητε τόσα φυσίγγια, τόσα πολεμοφόδια ὅσων ἔχετε ἀνάγκην; Εἶναι ἔκτακτος παρασκευὴ ν’ ἀγοράσητε τόσα κτήνη, ὅσων ἔχετε ἀνάγκην διὰ τὸ εἶδος τοῦ ὅπλου εἰς τὸ ὁποῖον ἀναγκαιοῦσι τὰ κτήνη ταῦτα, καὶ τὰ ὁποῖα ὀφείλετε νὰ ἔχητε ἐν τῷ στρατῷ κατ’ ἀναλογίαν μὲ τὸ πεζικὸν, κατὰ τοὺς ὅρους, οὓς ἡ ἐπιστήμη ἐπιβάλλει; Εἶναι ἔκτακτος παρασκευὴ νὰ ζητήσητε ν’ ἀγοράσητε τόσους ἵππους διὰ τὸ σῶμα τοῦ ἱππικοῦ, ὅτου ἱππικοῦ ἔχετε ἀνάγκην κατ’ ἀναλογίαν τῶν λοιπῶν ὅπλων; Καὶ ἂν αὐτὰ εἶναι ἔκτακτος παρασκευὴ, ποία εἶναι ἡ ἤρεμος; Ἐγὼ δὲν ἐννοῶ. Ἐννοῶ μόνον τὴν πρόχειρον αὐτὴν ἔννοιαν, τοῦ νὰ περιμένωμεν νὰ καταρτίσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν, ν’ ἀποκατασταθῇ τὸ ἰσοζύγιον, καὶ εἶτα τὰ περισσεύματα νὰ δαπανήσωμεν εἰς στρατιωτικὰς παρασκευάς. Καὶ διατί νὰ σᾶς εἴπω τί ἐννοῶ ἐγὼ, ἀφοῦ σᾶς τὸ εἶπεν ὁ Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου; Σᾶς εἶπεν ὅτι, ὡς πρὸς τὰς ναυτικὰς δυνάμεις, δὲν συμφωνεῖ μετ’ οὐδενός, ὅτι αὐτὸς φρονεῖ, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον περιβρέχεται πανταχόθεν ἀπὸ θαλάσσας, ὅτι ἔχει τὰ στοιχεῖα νὰ γείνῃ ναυτικὴ δύναμις, καὶ ὅταν ἔλεγεν αὐτὸ ἐνόμιζον, ὅτι ἤθελεν ἀπολήξει εἰς πρότασιν ἀναγραφῆς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ μεγάλου τινὸς ποσοῦ, ἵνα τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἐκτελέσῃ ἔργα ναυτικὰ, ἀλλὰ τί σᾶς εἶπε; Πρέπει νὰ συστηθῇ ταμεῖον ναυτικόν. Καὶ διὰ τίνων εἰσφορῶν νὰ συστηθῇ; ἐκ τῶν περισσευμάτων τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀφ’ οὗ ἐπιτευχθῇ τὸ ἰσοζύγιον. Κύριοι, ἂν ἀπὸ τοῦ 1861 μέχρι τοῦ 1880 δὲν κατωρθώσαμεν ν’ ἀποκτήσωμεν τὸ ἰσοζύγιον ἐπὶ 19 ἔτη, διότι ἀλλεπάλληλοι ἐπῆλθον πολιτικαὶ ἀνωμαλίαι, καὶ ὁ τόπος οὗτος εἶναι τόπος τῶν ἀπροόπτων, καὶ δὲν ἐτελείωσαν ἔτι, ἐνδεχόμενον δὲ εἶναι αὗται καὶ πάλιν νὰ ἐπανέλθωσι, καὶ νὰ προκύψωσι νέαι περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι νὰ διαταράξωσι πάλιν τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐὰν λοιπὸν εἰς 20 ἔτη δὲν κατωρθώσαμεν ν’ ἀποκτήσωμεν τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἃ; ἐλπίζωμεν ὅτι εἰς τὰ 1,900 θέλομεν ἔχει περίσσευμα, ὅπως τὸ ἀναθέσωμεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ὑπουργείου τῶν ναυτικῶν καὶ ἀρχίσωμεν τὰς λεγομένας παρασκευὰς τότε. Ἐνθυμοῦμαι ἐποχήν τινα, ἡ ὁποία εἶχεν ὁμοιότητά τινα πρὸς τὴν ἐποχὴν τὴν ὁποίαν διανύομεν. Κατὰ τὰ 1869 ἦτο τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κ. Ζαΐμη, τοῦ ὁποίου εἶχον λάβει μέρος ὡς ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, συνεζητεῖτο ἐν τῇ Βουλῇ ἡ ἀπάντησις εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον, εὑρισκόμεθα δὲ εἰς τὴν ἐπιοῦσαν τῆς Συνόδου τῶν Παρισίων, εἰς ἣν ἠναγκάσθημεν νὰ προσχωρήσωμεν καὶ ἀναγνωρίσωμεν ὡς κανόνα τοῦ διεθνοῦς δικαίου ἀπαγορεύσεις, τὰς ὁποίας ὠφείλαμεν νὰ τηρήσωμεν, καὶ εἰς τὰς ὁποίας εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ ὑποταχθῶμεν, αἱ ὁποῖαι ὅμως ἀναγράφονται ὡς δόγματα δικαίου, τὰ ὁποῖα εἰς τὸν κόσμον τοῦτον ἀναγκάζονται νὰ τηρῶσι μόνον οἱ ἀσθενεῖς. Κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον ἀνεπτύχθη τὸ φιλοπόλεμον πνεῦμα εἴς τινα τῶν συναδέλφων ἡμῶν, τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Ζακύνθου· αὐτὸς ἦτο ἀκράτητος. Ποῦ ἀφήκατε τὰς στρατιωτικὰς παρασκευὰς, ποῦ ἀφίνετε τὸν τόπον, τοὺς ἐθνικοὺς πόθους, τὸ ἐθνικὸν μεγαλεῖον; Βεβαίως ἦτο ἀκατάλληλος ὁ καιρὸς οὐχὶ μόνον οἰκονομικῶς, διότι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ κράτους εἶχον διαταραχθῆ ἐκ τῶν ὑποχρεώσεων, εἰς τὰς ὁποίας ἡ Ἑλλὰς ὑπεβλήθη ἕνεκα τοῦ Κρητικοῦ ἀγῶνος, ἀλλ’ ἦτο ἀκατάλληλος καὶ πολιτικῶς. Ἔπρεπεν ὅμως νὰ συμβιβασθῶμεν κατὰ τὴν σύνταξιν τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Β. λόγον μὲ τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν ἐκ Ζακύνθου, διὸ ἐγράψαμεν ἐν τῇ ἀπαντήσει εἰς τὸν Β. λόγον τὰ ἑξῆς: «Ἡ Βουλὴ μετὰ μεγίστης χαρᾶς ἤκουσε τὴν Ὑμετέραν Μεγαλειότητα ἀναγνωρίζουσαν ὅτι πρώτην κατέχει θέσιν μεταξὺ τῶν ὑποχρεώσεων ἡμῶν ἡ ἀνάπτυξις τῶν ὑλικῶν δυνάμεων τοῦ Κράτους. Ἡ Βουλὴ ἀνακηρύσσουσα τὴν ἀνάπτυξιν ταύτην ὡς τὴν πρωτίστην τῶν ἀπαιτήσεων τοῦ ἔθνους θέλει ὑποστηρίξει πρόθυμος πάντα τὰ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον προταθησόμενα αὐτῇ μέτρα κλπ.» Καὶ ἐγὼ μὲν μετά τινας μῆνας κατέλιπον τὴν Κυβέρνησιν μετὰ τοῦ κ. Ζαΐμη ἥτις περιῆλθε καὶ εἰς τὸν κ. Λομβάρδον καὶ εἰς πολλοὺς ἄλλους· ἀλλὰ μέχρι τοῦ 1877, ὅτε ἐξεῤῥάγη ὁ ῥωσοτουρκικὸς πόλεμος, οὐδεὶς ἀνεμνήσθη τῆς ἀναπτύξεως τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως τῆς χώρας. Μήπως ἡ ἤρεμος παρασκευὴ καὶ ἡ ναυτικὴ παρασκευὴ, εἰς τὴν ὁποίαν ὁ κ. Μπούμπουλης προσβλέπει ἀνυπομόνως, εἶναι λόγοι κενοί, δὲν εἶναι ἄλλο τι εἰ μὴ ἐγκατάλειψις πάσης παρασκευῆς στρατιωτικῆς καὶ ναυτικῆς; Νομίζω ὅμως ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὴν γνώμην ὅτι πρέπει νὰ ἐγκαταλίπωμεν τὰς τοιαύτας μερίμνας, πρέπει μετὰ παῤῥησίας νὰ λέγωσι τὴν γνώμην των εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους. Δὲν εὑρίσκω δ’ ὅτι προσήκει ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὰ πράγματα νὰ λέγωνται δι’ ἄλλων λέξεων, καὶ νὰ ζητῇ τις ν’ ἀποφύγῃ τὸ βάρος ἢ τὰς δυσχερείας, τὰς ὁποίας ἡ χρῆσις τῶν ἀληθῶν ὅρων ἐπιφέρει εἰς αὐτόν. Ἂν ὁ Βουλευτὴς Μεσολογγίου φρονῇ εἰλικρινῶς, ὅτι πρέπει νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὴν ἰδέαν αὐτήν, πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ θάῤῥος νὰ εἴπῃ δημοσίᾳ τὴν γνώμην του, ὅπως εἶχε τὸ θάῤῥος τὸ ἕτερον τμῆμα τῆς ἀντιπολιτεύσεως, τὸ ὁποῖον μετὰ παῤῥησίας ἐξεδήλωσεν αὐτήν. Δὲν εἶναι ἐπιθυμητὸν νὰ ἐπαναληφθῶσιν αἱ διαφωνίαι ἐκεῖναι, αἱ παρουσιασθεῖσαι κατὰ τὸ παρελθὸν εἰς κρισίμους καιροὺς, καὶ αἱ ὁποῖαι ἐφαίνοντο μὲν ὅτι ἦσαν διαφωνίαι, ἀπέληγον ὅμως εἰς τ’ αὐτὰ ἀποτελέσματα. Ἐνθυμοῦμαι ἐν ἄλλῃ τινὶ αἰθούσῃ ὑπῆρχεν ἄνθρωπος μετὰ παῤῥησίας λέγων τὴν γνώμην του, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν πρέπει νὰ μετάσχῃ τοῦ ἀγῶνος, ὅτι δὲν πρέπει νὰ κινηθῇ παντάπασιν, καὶ τὴν γνώμην του ὑπεστήριζε μετὰ μεγάλου θάῤῥους καὶ ἰσχύος πεποιθήσεως. Ἄλλοι ἀνθίσταντο καὶ ἀντέλεγον διατεινόμενοι, ὅτι ἔχουσι τὴν ἐναντίαν γνώμην, ἀλλὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς γνώμης αὐτῆς ὑπῆγον εἰς τοιούτους ὅρους καὶ εἰς τοιαύτας περιστάσεις, ὥστε ἦσαν βέβαιοι ὅτι δὲν ἤθελον φθάσει ποτὲ εἰς ἐκτέλεσιν. Συμφωνοῦμεν, ἔλεγον, νὰ κινηθῶμεν, ἀλλὰ νὰ κινηθῶμεν, ὅταν συνταχθῶμεν οὕτω πως, ὅταν εὕρωμεν ἕνα ἀρχηγὸν, ἕνα νέον Μόλτκε, καὶ ὅταν δυνηθῶμεν μετὰ τῆς πεποιθήσεως, τὴν ὁποίαν εἶχεν ὁ Πρωσικὸς στρατὸς, νὰ ὑπερβῶμεν τὰ ὅρια τοῦ Βασιλείου. Ἀλλ’ ὅταν ἀξιοῖτε τοιοῦτό τι, τί ἄλλο ἀξιοῖτε εἰμὴ ὅτι δὲν πρέπει νὰ κινηθῶμεν; καὶ προτείνετε τοιαύτην γνώμην μόνον διὰ νὰ φανῆτε ὅτι διαφωνεῖτε, ἀλλ’ ἔχετε τὸν αὐτὸν σκοπὸν, ὃν ἔχουσι καὶ οἱ ἄλλοι. Καὶ ὡς νὰ μὴ ἤρκει τὸ ἐξογκωμένον ἔλλειμμα τοῦ 1879, τὸ ὁποῖον ἀνεβίβασεν εἰς 15 ἑκατομμύρια, ὡς νὰ μὴ ἤρκει τὸ ἐξογκωμένον ἔλλειμμα τοῦ 1880, τὸ ὁποῖον ἀνεβίβασεν εἰς 14 ἑκατομμύρια, καὶ ἐὰν μείνῃ ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ εἰς δέκα καὶ ἑπτὰ, ὡς νὰ μὴ ἤρκεσαν ταῦτα, ἵνα πτοήσωσι καὶ καταπλήξωσιν ὑμᾶς, ἵνα σᾶς ἐπιβάλωσι τὴν γνώμην, τὴν ὁποία ἔχουσιν ὡς ἀνάγκην ἀναπόφευκτον, σᾶς εἶπον: «Δὲν βλέπετε τὰς αἰτίας τοῦ ῥωσοτουρκικοῦ πολέμου; ἠξεύρετε ποῖαι εἶναι; ἡ χρεωκοπία τῆς Τουρκίας, ἥτις εἰς αὐτὴν χρεωστεῖ καὶ τὸν πόλεμον καὶ τὴν ἧττάν της. Δὲν σᾶς ἐκπλήττει ἡ ἀνάμιξις τῶν ξένων εἰς τὴν διοίκησιν τῆς Αἰγύπτου, ἡ ὁποία περιῆλθεν εἰς τοιαύτην οἰκονομικὴν χρεωκοπίαν;» Δὲν μοὶ φαίνεται νὰ ἦναι ἡ ἱστορικὴ αὐτὴ μελέτη ἀκριβής. Ὁ ῥωσοτουρκικὸς πόλεμος δὲν ἦτο συνέπεια τῶν οἰκονομικῶν στενοχωριῶν τῆς γείτονος χώρας, ἀλλὰ συνέπεια τῆς διαταράξεως τῆς εὐρωπαϊκῆς ἰσοῤῥοπίας, τὴν ὁποίαν ἀπετέλει ἡ συμμαχία τῶν δύω δυτικῶν δυνάμεων. Τὴν ἰσοῤῥοπίαν ταύτην ἠλλοίωσεν ὁ γαλλογερμανικὸς πόλεμος. Ἀφοῦ αἱ δύω δυνάμεις Γαλλία καὶ Ἀγγλία, τῶν ὁποίων ἡ συμμαχία ἀπετέλει τὴν ἰσοῤῥοπίαν τῆς Εὐρώπης, δὲν ἦσαν πλέον τοιαῦται, ὥστε νὰ δύνανται νὰ ἐγγυῶνται τὴν ἰσοῤῥοπίαν αὐτὴν, διότι ὁ γαλλογερμανικὸς πόλεμος ἐπέφερεν ἀποτελέσματα ἐπὶ τῆς ἑτέρας τούτων, ἐζητήθη ἀλλαχοῦ ν’ ἀνευρεθῇ ἡ ἰσοῤῥοπία, καὶ ἀνεζητήθη εἰς τὴν συνεννόησιν τῶν τριῶν αὐτοκρατόρων. Καὶ ὅτι δὲν εἶναι αἱ οἰκονομικαὶ στενοχωρίαι, αἱ ὁποῖαι ἐπέφερον τὸν ῥωσοτουρκικὸν πόλεμον, ἀπόδειξις εἶναι ὅτι, ἅμα ἔληξεν ὁ γαλλογερμανικὸς πόλεμος, ἐζητήθη ἡ μεταβολὴ τῆς συνθήκης τοῦ 1856. Ὁ ῥωσοτουρκικὸς πόλεμος ἦτο ἀποτέλεσμα τῆς ἀλλοιώσεως τῆς εὐρωπαϊκῆς ἰσοῤῥοπίας· ἐπειδὴ δὲ τ’ ἀποτελέσματα αὐτοῦ ὑπερέβησαν τὰ ὅρια, τὰ ὁποῖα ἡ συνεννόησις τῶν τριῶν αὐτοκρατόρων ἔκρινεν ἀνεκτὰ, ἐπῆλθεν ἡ ἀνάγκη τοῦ Συνεδρίου τοῦ Βερολίνου, ἵνα περιστείλῃ τὰ ὅρια τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ εἰρημένου πολέμου. Καὶ ἂν πρόκηται νὰ ὁμιλήσω περὶ τοῦ γείτονος κράτους, δὲν ἠμπορῶ νὰ μὴ μνημονεύσω μετὰ θαυμασμοῦ τὴν πρόνοιαν, τὴν ὁποίαν ὁ Σουλτάνος Ἀζὶζ εἶχε δείξει, ἀσχοληθεὶς ἵνα παρασκευάσῃ τὸ κράτος στρατιωτικῶς, διότι εἰς τὴν παρασκευὴν αὐτὴν ὀφείλονται αἱ δυνάμεις, τὰς ὁποίας ἠδυνήθη ν’ ἀντιτάξῃ ἡ Τουρκία κατὰ τῶν ῥωσικῶν λεγεώνων. Τὴν ἰσοῤῥοπίαν τῆς εὐρωπαϊκῆς εἰρήνης ἐπήνεγκε τὸ Συνέδριον τοῦ Βερολίνου διὰ τῶν ἀποφάσεών του. Τὰ ἔργα αὐτοῦ εἶναι ἡ Συνθήκη τοῦ Ἁγίου Στεφάνου καὶ τὰ παραρτήματα αὐτῆς. Ἀλλ’ ἐξετελέσθη ἡ Συνθήκη; Συνετελέσθησαν τὰ ἀποτελέσματά της; Ἔλαβον ἐφαρμογὴν τὰ παραρτήματά της, ἵνα ἤμεθα βέβαιοι περὶ τοῦ μέλλοντος, ὅπως μὴ μεριμνῶμεν καὶ ὅπως δυνηθῶμεν ν’ ἀπέλθωμεν εἰς τὰς οἰκίας μας, ἀφιερούμενοι εἰς τὴν ἐπιμέλειαν τῶν ἰδίων ὑποθέσεων; Θὰ σᾶς φέρω, κύριοι, κάματον, ἂν ἐξακολουθήσω τὴν μελέτην τοῦ τρίτου μέρους τοῦ προγράμματος τοῦ κ. Τρικούπη, ὅπερ ἀποτελεῖ τὸ στρατιωτικὸν σχέδιον αὐτοῦ καὶ τὸ Ναυτικόν. Διὰ τῶν σχεδίων τούτων, κατ’ αὐτὸν, δύναται νὰ ἐκτελεσθῇ ἡ πολιτικὴ τῆς ἠρέμου καὶ βαθμιαίας στρατιωτικῆς παρασκευῆς τοῦ ἔθνους. Ἂν ὁ στρατὸς τῆς ὑπηρεσίας κατηρτίζετο ὑπὸ τῆς χωροφυλακῆς καὶ ὑπὸ τῶν ἐθελοντῶν, οὓς θέλει στρατολογήσει, ἐθελοντῶν ἀσυντάκτων καὶ ἀγυμνάστων, τρεπομένων εἰς τὰς ἐπαρχίας τοῦ κράτους καὶ ἀναλαμβανόντων καθήκοντα, τὰ ὁποῖα μόνον ἠσκημένοι στρατιῶται δύνανται νὰ ἐκπληρώσωσιν, ὁ στρατὸς τῆς ἐκπαιδεύσεως ἐκ 5000 ἀνδρῶν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιφέρῃ τὴν ἄσκησιν ὅλου τοῦ ἔθνους κατὰ τοὺς ὅρους τῆς στρατιωτικῆς τακτικῆς; Ἐνθυμοῦμαι, κύριοι, ἀξιοθρήνητόν τινα φίλον μου, ὅστις ἦτο γερουσιαστὴς κατὰ τὴν πρώτην περίοδον τοῦ συνταγματικοῦ ἡμῶν βίου, πολίτης τίμιος καὶ ἀπολαμβάνων ὑπολήψεως ἐν τῇ ἰδίᾳ πατρίδι. Ἑσπέραν τινὰ μὲ συνήντησε καθ’ ὁδὸν καὶ ἠθέλησε νὰ μὲ καταστήσῃ προσήλυτον τῆς τότε ὑπαρχούσης ἀντιπολιτεύσεως κατὰ τοῦ μακαρίτου Κωλέτου. Ἐπειδὴ δὲ ὁ μακαρίτης Βότσαρης δὲν ἦτο σύμφωνος μὲ τὴν γνώμην του, ἂν καὶ ἀνῆκεν εἰς τὸ αὐτὸ κόμμα, εἰς ὃ καὶ ὁ γερουσιαστής, ἠθέλησε νὰ μὲ προκαταλάβῃ κατὰ τοῦ Βότσαρη, ὅστις συνεδέετο μετ’ ἐμοῦ διὰ συγγενείας. Τί τὰ θέλετε αὐτὰ τὰ τύμπανα καὶ τὰς σάλπιγγας τοῦ στρατοῦ; μὲ εἶπεν· ἡ Ἑλλὰς δὲν ἔχει ἀνάγκην εἰμὴ 3000 χωροφυλάκων. Αὐτὰ μοὶ ἔλεγεν ὁ μακαρίτης Παπαπολίτης. Δὲν ἠξεύρω, ἐὰν τὸ πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον ἠκούσατε, δὲν εἶναι αὐτὸ τοῦτο Ἀλλ’ ἐὰν πρόκηται οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους νὰ ἀσπασθῶσιν αὐτὸ, πρέπει νὰ τὸ δεχθῶσιν ἐν γνώσει καὶ ν’ ἀκολουθήσωσιν ἐν γνώσει αὐτὴν τὴν πολιτικήν. Ἀλλ’ αἱ ἰδέαι τοῦ Παπαπολίτου, αἱ ὁποῖαι ἐπεκράτησαν μέχρι τοῦ 1877, ἀφῆκαν ἡμᾶς ἀπαρασκεύους κατὰ τὴν κρίσιμον ὥραν· καὶ τὸ ἀπαράσκευον αὐτὸ μὴ νομίσητε ὅτι ὑπῆρχε δύναμίς τις ἐν τῇ Δύσει ἢ ἐν τῇ Ἀνατολῇ, ἥτις τὸ ἐνέκρινε καὶ ἥτις ηὐχαριστεῖτο δι’ αὐτό. Ἡ χρησιμότης τῆς Ἑλλάδος καὶ ἡ ἱκανότης νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς τὸν ἐκπολιτιστικὸν σκοπὸν τῆς Ἀνατολῆς, ἦτο ἀρεστὴ καὶ εἰς τὴν Δύσιν καὶ εἰς τὴν Ἀνατολήν. Καὶ διὰ τοῦτο, ὅταν ὑπέλαβον ὅτι δὲν ἔχομεν τὴν χρησιμότητα ταύτην, βεβαίως διεκρίνετε ἐν ταῖς πράξεσι τοῦ Συνεδρίου τοῦ Βερολίνου τὴν προαίρεσιν νὰ ζητήσωσιν ἀλλαχοῦ τὴν χρησιμότητα, τὴν ὁποίαν ἀπεξεδέχοντο πρότερον παρ’ ἡμῶν. Ἀλλά, κύριοι, διὰ νὰ ἴδωμεν ἐὰν χρησιμεύῃ εἰς τὸ ἔθνος τὸ πολιτικὸν πρόγραμμα τοῦ κ. Τρικούπη, καὶ διὰ νὰ ἴδωμεν ἂν ἡ Βουλὴ πρέπῃ ν’ ἀποδεχθῇ αὐτὸ, ἂς ἐξετάσωμεν τὰ συμφέροντα καὶ τὰς ἀνάγκας τοῦ ἔθνους, διὰ νὰ κρίνωμεν ἐὰν δυνάμεθα νὰ τὰς πληρώσωμεν διὰ τοῦ προγράμματος τούτου. Ὅταν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Αἰγίου πρὸ ἑβδομάδων τινῶν ἀπέτεινε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἐπερώτησιν ζητήσας ἵνα αὕτη πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν εἰς ποίαν κατάστασιν κεῖται τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα, ἠρώτων ἐμαυτὸν πρὸς ποῖον σκοπὸν ζητεῖ τὰς πληροφορίας ταύτας; Τάχα ποθεῖ νὰ ἐπικρίνῃ τὴν Κυβέρνησιν; Δὲν μοὶ ἐφάνη, ὅτι τοῦτο ἐζήτει ἀφοῦ προσεχῶς ἔμελλε νὰ γένηται ἔναρξις τῆς συζητήσεως ταύτης, καὶ ἠδύνατο μετὰ μελέτης καὶ προαιρέσεως νὰ πράξῃ τοῦτο. Δὲν ἐβράδυνα ν’ ἀναγνωρίζω τὴν προαίρεσιν τοῦ κυρίου Μεσσηνέζη, καὶ πραγματικῶς εὑρίσκω προαίρεσιν πατριωτικήν. Ὁ κ. Μεσσηνέζης, πρὶν ἢ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἠθέλησε νὰ ἐνδείξῃ ὅτι, ἐὰν θέλητε νὰ ἐξετάσητε πῶς πρέπει νὰ καταρτίσητε τὸν προϋπολογισμὸν, πρέπει προηγουμένως νὰ ἠξεύρητε πῶς εὑρίσκονται τὰ ἐξωτερικὰ ἡμῶν συμφέροντα, διότι ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν αὐτῶν ὀφείλετε νὰ διατάξητε τὸν οἶκόν σας. Ἀλλ’ ἀναβὰς τότε ἐπὶ τὸ βῆμα ἀπήντησα εἰς τὸν κ. Μεσσηνέζην ὀλίγας λέξεις, ἡ δὲ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως ἐκείνης ἔληξεν. Ἄς ἐξετάσωμεν τώρα αὐτὸ τὸ ὁποῖον δὲν ἐγένετο τότε· ἂς ἴδωμεν ποίας ἀνάγκας μᾶς ἐπιβάλλουσι τὰ ἐξωτερικὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος, ἵνα κρίνωμεν ἂν δυνάμεθα αὐτὰς νὰ τὰς θεραπεύσωμεν διὰ τοῦ πολιτικοῦ προγράμματος τοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου. Πρὸ τοῦ ρωσοτουρκικοῦ πολέμου πᾶσαι αἱ φυλαὶ, αἱ ὁποῖαι κατῴκουν ἐν τῇ Εὐρωπαϊκῇ Τουρκίᾳ καὶ διετέλουν ὑπὸ τὴν τουρκικὴν δυναστείαν, συνέζων ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους καὶ ὑπὸ τὰς αὐτὰς περιστάσεις· δύω ὑπῆρχον τότε γνῶμαι, κατὰ τὴν μίαν τούτων πᾶσαι αἱ φυλαὶ αἱ χριστιανικαὶ ἔπρεπε ν’ ἀδελφοποιηθῶσι καὶ νὰ ἐπιζητήσωσιν ὁμοῦ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν κοινῶν πόθων· κατὰ τὴν ἄλλην τῶν γνωμῶν αἱ φυλαὶ αὗται ἔπρεπε νὰ ἀνταγωνισθῶσι πρὸς ἀλλήλας καὶ ἑκάστη τούτων νὰ μεριμνᾷ πῶς θέλει ἀναδείξει ἑαυτὴν ἐν καταλλήλῳ στιγμῇ ἀξίαν ὅπως ἐπιτελέσῃ τὸν πατριωτικόν της σκοπόν· ἀλλὰ καὶ ἡ ἀδελφοποίησις καὶ ὁ ἀνταγωνισμὸς πρὸ τοῦ ρωσοτουρκικοῦ πολέμου ἦσαν εὔκολα, ἑπομένως ἡ πολιτικὴ ἡμῶν μέχρι τοῦ 1877 ἠδύνατο νὰ ἔχῃ λόγον ὑπάρξεως. Ἠδύνατο νὰ εἴπῃ τις, ὅτι ὑπῆρχε τότε πλήρης ἰσότης μεταξὺ τῶν μελῶν τούτων. Ἡ Ἑλλὰς λίαν εὐλόγως ἠδύνατο νὰ εὔχηται νὰ ἴδῃ τὴν ὀθωμανικὴν αὐτοκρατορίαν ἀποκαθιστῶσαν διοίκησιν πεφωτισμένην καὶ συνετὴν, διότι ὑπὸ τὴν διοίκησιν ἐκείνην εἶχε τὴν πιθανότητα νὰ ἴδῃ προαγομένους καὶ εὐημεροῦντας τοὺς ἀδελφοὺς αὐτῆς, τὰ μέλη τῆς ἑλληνικῆς φυλῆς, τὰ ὁποῖα εὑρίσκοντο ὑπὸ τὴν δεσποτείαν τῆς Τουρκίας. Καὶ ἂν ποτὲ ἐναντίον τῶν εὐχῶν καὶ τῆς ἐλπίδος ταύτης τῆς Ἑλλάδος ἤθελε συμβῆ αἱ φυλαὶ αὗται νὰ ἐκτραπῶσι τοῦ εἰρηνικοῦ βίου, ἡ περίπτωσις αὕτη δὲν ἠπείλει τοὺς ὁμοφύλους αὐτῆς, διότι οὗτοι κατὰ τὸν ἀνταγωνισμὸν ἤθελον δυνηθῆ νὰ παρασκευάσωσιν ἑαυτούς, ὅπως κατὰ τὴν κρίσιμον ὥραν δυνηθῶσι νὰ διαπράξωσιν ὅ,τι ἐπέβαλε τὸ καθῆκον πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς πατρικῆς κληρονομίας. Ἀλλὰ μετὰ τὸν Ῥωσοτουρκικὸν πόλεμον τὰ πράγματα δὲν ἔμειναν οὕτως· μετὰ τὸν Ῥωσοτουρκικὸν πόλεμον ἡ μία τῶν φυλῶν αὐτῶν ἀπέκτησε πολὺ περισσότερα ἢ ὅσα ἡ ἄλλη. Ἀπέκτησεν αὐτονομίαν, συνέστησε κράτος, ἔχον ἰδίαν ζωὴν καὶ ἔχον τὰ μέσα διὰ νὰ βιώσῃ καὶ παρασκευάσῃ ἑαυτὸ πολλῷ πληρέστερον καὶ τελειότερον. Ἡ δὲ ἄλλη φυλὴ ἔμεινεν ἐγκαταλελειμμένη εἰς τὴν τύχην της. Διὰ τοῦτο κατὰ τὸ γενόμενον ἐν Βερολίνῳ Συνέδριον εἶχε καθῆκον ἡ Ἑλλὰς νὰ ζητήσῃ τι δυνάμενον ν’ ἀποκαταστήσῃ ἰσοῤῥοπίαν τινά. Ἐν τῷ Συνεδρίῳ τοῦ Βερολίνου ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν τ’ ἀποτελέσματα τοῦ Ῥωσοτουρκικοῦ πολέμου, ἢ ἕνεκα τούτου ἀναγραφεῖσα πολιτικὴ μεταβολὴ ἐπὶ τῆς μιᾶς τῶν φυλῶν, καὶ δὲν ἐπρόκειτο εἰμὴ μόνη ἡ πρόνοια περὶ εἰσαγωγῆς βελτιώσεων διοικητικῶν ἐπὶ τῶν ὑπολοίπων ἐπαρχιῶν τῆς Τουρκίας. Ἀμφίβολον, ὑπὸ τοιούτους ὅρους περιελθουσῶν τῶν φυλῶν τούτων, ἂν ἠδύνατό τις ν’ ἀκολουθήσῃ πλέον εἴτε τὴν πολιτικὴν τῆς ἀδελφοποιήσεως αὐτῶν, εἴτε τὴν τοῦ ἀνταγωνισμοῦ. Ἡ Εὐρώπη ζητοῦσα νὰ περιορίσῃ τ’ ἀποτελέσματα τοῦ πολέμου ἐπρονόησεν, ὡς εἴπετο, μόνον περὶ τῆς μιᾶς φυλῆς τῆς μετασχούσης τοῦ πολέμου, ἔμελλε δὲ τὴν ἄλλην ν’ ἀφήσῃ εἰς τὴν τύχην καὶ τὰς βελτιώσεις τῆς διοικήσεως, τὰς ὁποίας εἶχεν ὑποσχεθῆ ὅτι θὰ παρεσκεύαζεν εἰς αὐτήν. Λαβὼν τότε τὴν τιμὴν ν’ ἀντιπροσωπεύσω τὴν πατρίδα ἐνώπιον τοῦ συνεδρίου, ἔκρινα ὅτι εἶχα ἱερὸν καθῆκον νὰ παραστήσω τὰς ἀληθεῖς ἀνάγκας, καὶ νὰ ζητήσω ἀπὸ τὴν Εὐρώπην νὰ προνοήσῃ καὶ διὰ τὸ μέλλον τῆς ἑτέρας φυλῆς, ν’ ἀφαιρέσῃ δὲ τὸν διαρκῆ κίνδυνον, τῆς διαταράξεως τῆς εἰρήνης, ὅστις δὲν ἤθελε παύσει διὰ μόνων τῶν διοικητικῶν μεταῤῥυθμίσεων. Ἡ πρόνοια τὴν ὁποίαν ἔλαβε τὸ Συνέδριον διὰ τοῦ 13 πρωτοκόλλου, εἶναι πρόνοια, ἡ ὁποία ἔδωκεν εἰς τὴν ἑλληνικὴν φυλὴν τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι δὲν ἀδιαφορεῖ πρὸς αὐτὴν ἡ Εὐρώπη. Ἐὰν ἐγίνετο ἀποδεκτὴ ἡ εὐχὴ ἐμοῦ, ἤθελον προσαρτηθῆ εἰς τὸ ἑλληνικὸν Βασίλειον αἱ τρεῖς ἐπαρχίαι, τῶν ὁποίων τὴν προσάρτησιν ἐζήτησα, τῆς Θεσσαλίας, τῆς Ἠπείρου καὶ τῆς Κρήτης. Δυστυχῶς τοῦτο δὲν ἐγένετο, ἐνεκρίθη ὅμως ἡ προσάρτησις τινῶν χωρῶν, ἀλλὰ δὲν ἔμεινεν ἡ ἑλληνικὴ φυλὴ ἐν τῇ ἀπελπισίᾳ, ὅτι οὐδόλως ἡ Εὐρώπη περὶ αὐτῆς ἐπρονόησε διὰ τὸ μέλλον. Οὐδ’ ἐνόμισα ὅτι ἠρκεῖτο ὁ ἑλληνισμὸς ἐὰν ἔμενεν ἐν τῇ Ἀνατολῇ ὑπὸ τὴν αὐτὴν διοίκησιν τῶν πασάδων καὶ ὑπὸ τὴν δικαιοσύνην τῶν Μεζλησίων καὶ ὑπὸ τὴν αὐτὴν φορολογίαν τῶν ἀντιπροσωπευόντων τὴν φορολογικὴν ἐξουσίαν τῆς Τουρκίας καὶ ὅτι ἤθελεν εὐχαριστηθῆ διὰ μόνης τῆς ἀντικαταστάσεως τῶν ὀθωμανῶν πασάδων. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὑπῆρξαν τινὲς, οἱ ὁποῖοι ἐφρόνουν τότε ὅτι πᾶσα ἐδαφικὴ παραχώρησις εἰς τὸ ἑλληνικὸν Βασίλειον, ὅσον μικρὰ καὶ ἂν ἦτο, ἤθελεν ἐπιφέρει τὴν ἐξασθένησιν τῆς τουρκικῆς κυριαρχίας, καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀποφύγωσι διὰ παντὸς τρόπου νὰ συναινέσωσι εἰς τοιαύτην παραχώρησιν ἐδαφικήν. Ἐγὼ δὲν εἶχον τὴν γνώμην ταύτην. Ἐφρόνουν ἐκ τοὐναντίου ὅτι αἱ ἐδαφικαὶ παραχωρήσεις ἦσαν ἐξ ἴσου ἀναγκαῖαι εἰς τὴν Τουρκίαν διὰ τὴν βελτίωσιν τῆς ἐσωτερικῆς αὐτῆς καταστάσεως καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα· αἱ ἐδαφικαὶ παραχωρήσεις κατ’ ἐμὲ εἶναι διὰ τὴν Τουρκίαν ἀφαίρεσις ἀδυναμίας, ἡ ὁποία ὑπάρχει ἐν αὐτῇ ἕνεκα τῆς διατηρήσεως τῶν ἐπαρχιῶν αὐτῶν ὑπὸ τὴν κυριαρχίαν της. Ἡ γνώμη αὕτη ὑπερίσχυσε καὶ συνετάχθη τὸ 13 πρωτόκολλον. Ὅσοι ἐφρόνουν ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὰ καλὰ, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ προκύψωσιν ἐκ τῶν διοικητικῶν μεταῤῥυθμίσεων εἶπον, ὅτι ἐγὼ εἶχον τὴν προσοχήν μου ἢ τοὺς ὀφθαλμοὺς ἀλλαχοῦ. Αἱ λέξεις αὗται ἔφθασαν μέχρι τῶν Ἀθηνῶν, καὶ παρεστάθην εἰς τὰς Ἀθήνας ὡς ἄνθρωπος ὅστις ἐπρόδωκα τὰ συμφέροντα τοῦ ἑλληνισμοῦ. Ἀλλὰ οὐδέποτε ἔπαυσα νὰ φρονῶ ὅτι προτιμοτέρα ἦτο ἡ προσάρτησις εἰς τὴν Ἑλλάδα τῆς Θεσσαλίας καὶ τῆς Ἠπείρου ἀπὸ ὅλας τὰς διοικητικὰς μεταῤῥυθμίσεις τῆς Τουρκίας, τὰς ὁποίας οἱ ἀντιφρονοῦντες ἐπεδείκνυον. Τὸ συνέδριον λοιπόν, τὸ ὁποῖον ἀνέγραψε τὴν αὐτονομίαν τῆς Βουλγαρίας, τὴν διάπλασιν τῆς Ἀνατολικῆς Ῥωμυλίας, τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Ῥουμουνίας καὶ τῆς Σερβίας καὶ τοῦ Μαυροβουνίου, ἀνέγραψε τὴν μικρὰν ἐδαφικὴν μεταβολὴν ὑπὲρ ἡμῶν, ἀναγνωρίσαν καὶ τὴν ἀνάγκην τῆς προσθήκης χωρῶν τινων εἰς τὴν Ἑλλάδα. Τὰς μεταβολὰς τῶν ἄλλων κρατῶν ἐνέγραψεν ἀληθῶς τὸ συνέδριον δι’ ὕφους ἐπιτακτικοῦ, διότι τὰς μεταβολὰς ἐκείνας ἔφερον τὰ ἀποτελέσματα τοῦ πολέμου. Τὸ πρωτόκολλον ὅμως 13 δὲν τὸ ἐπέβαλεν ὁ πόλεμος, οὐδ’ ἐστηρίχθη εἰς τὰ ἀποτελέσματα τοῦ πολέμου, ἀλλ’ εἰς τὴν μέριμναν περὶ προλήψεως τῶν αἰτίων, τὰ ὁποῖα διαταράττουσι τὴν εἰρήνην ἐν τῇ Ἀνατολῇ. Μετὰ τὸ πέρας τῶν ἐργασιῶν τοῦ συνεδρίου ἔσπευσα ὅπως ἐκπληρώσω τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον τὸ πρωτόκολλον ἐπέβαλεν εἰς τὴν κυβέρνησιν. Ἡ περίοδος αὕτη ἦτο κρίσιμος καὶ ἀκροσφαλής. Κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ πρωτοκόλλου ἔπρεπε νὰ γείνῃ πᾶσα ἀπόπειρα πρὸς ἐκτέλεσιν αὐτοῦ διὰ τῆς συνεννοήσεως τῶν δύο κρατῶν. Πόσον δὲ εἶνε δύσκολος ἡ συνεννόησις μεταξὺ δύο, τοῦ μὲν ὀφείλοντος νὰ δώσῃ, τοῦ δὲ ἑτέρου ζητοῦντος νὰ λάβῃ, οὐδεὶς ἀγνοεῖ. Ἐφ’ ὅσον ἡ διπλωματικὴ διαπραγμάτευσις ὑφίστατο, ἐπὶ τοσοῦτον τὸ ἔργον τῆς κυβερνήσεως καθίστατο δύσκολον καὶ ὅσον παρετείνοντο αἱ ἐργασίαι αὗται ἐπὶ τοσοῦτον ἡ ἑλληνικὴ κυβέρνησις ἦτο ἐκτεθειμένη εἰς τὴν ἐπίκρισιν ἐκείνων, οἵτινες ἐπὶ πάντα ἐκτείνουσι τὸν ἐσωτερικὸν ἀνταγωνισμόν.
§14ΤΙΝΕΣ. Δὲν διακόπτετε ἐπὶ πέντε λεπτά;
§15Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἰὰν ἡ Βουλὴ θέλῃ;
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ πέντε λεπτά. Εἶτα ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις.
§17Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ ἀντιπολίτευσις πολλάκις ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐπήνεσεν ἑαυτὴν καὶ παρέστησεν ἑαυτὴν, οὐχὶ μόνον μηδὲν παραβαλοῦσαν πρόσκομμα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος, ἀλλὰ παρασχοῦσαν πᾶσαν τὴν ἑαυτῆς συνδρομήν. Δὲν δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦτον τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Ἐνθυμοῦμαι κατὰ τὰ τέλη τοῦ 1878 ἡ Κυβέρνησις ἡ Ὀθωμανικὴ, διὰ τῆς ὑπογραφῆς τῆς Α. Υ. τοῦ Σαβφὲτ πασᾶ, ἀπηύθυνεν ὑπόμνημα διὰ τοῦ ὁποίου ἐσκόπει ν’ ἀποκρούσῃ τὴν ἀρχὴν τοῦ 13 πρωτοκόλλου, καὶ ἐνθυμοῦμαι τὴν ἀντιπολίτευσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὑψώσασαν φωνὴν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐπαναλαμβάνουσαν τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ὁ Σαβφὲτ πασᾶς εἶχεν ἀπευθύνει διὰ νὰ πείσῃ τὴν Εὐρώπην, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τῆς παραχωρήσεως. Μετὰ ταῦτα διατί δὲν μᾶς ἐπέκριναν; διατί ἐστείλατε τοὺς ἀντιπροσώπους εἰς Πρέβεζαν, μᾶς ἔλεγον, πρὶν ἢ ἀποδεχθῇ ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις τὴν ἔναρξιν τῶν διαπραγματεύσεων ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ 13 πρωτοκόλλου; Διατί ἀφήσατε νὰ ζητῶσιν ὁδηγίας οἱ ἐπίτροποι τῆς Τουρκίας, λέγοντες, ὅτι δὲν εἶχον τοιαύτας; Διατί δὲν διεκόψατε κατὰ τὴν πρώτην συνεδρίασιν τὰς διαπραγματεύσεις; Καὶ ὅταν ἐγνώσθη, ὅτι διεκόπησαν, μᾶς εἶπον διατί διεκόψατε αὐτὰς τόσον προώρως; Καὶ πάλιν ὅταν ἡ Εὐρώπη ἐκανόνισε τρόπον μεσολαβήσεως, τὴν ἐπανάληψιν τῶν διαπραγματεύσεων μεταξὺ τῶν δύω Κρατῶν, διὰ νὰ ἐκλείψῃ πᾶσα πιθανότης, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ συνεννόησις, καὶ πάλιν ἐντὸς τῆς αἰθούσης αὐτῆς καὶ διὰ τοῦ δημοσιογραφικοῦ ὀργάνου της ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν ἄφησεν οὐδεμίαν πρᾶξιν ἀνεπίκριτον καὶ ἀπρόσβλητον. Διατί διατηρεῖτε τοὺς ἀντιπροσώπους ὑμῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει, μᾶς ἔλεγον; Καὶ διατί δὲν διακόπτετε τὰς διαπραγματεύσεις, καὶ διατί κατεστήσατε τὴν Ἑλλάδα χλεύην καὶ παίγνιον ὅλου τοῦ κόσμου; καὶ πόσας ἐπικρίσεις καὶ πόσας κατηγορίας δὲν ἠκούσαμεν; Ἀλλ’ ἡμεῖς εἴχομεν ἓν καθῆκον, νὰ μὴ προσέξωμεν εἰς οὐδὲν ἐξ αὐτῶν, ἀλλὰ νὰ συμμορφωθῶμεν μὲ τὸν τρόπον, ὃν ἡ Εὐρώπη διέγραψε πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ πρωτοκόλλου, ἵνα φθάσωμεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, καὶ ἵνα ἀποδειχθῇ, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ συνεννόησις μεταξὺ τῶν δύω Κρατῶν. Ἕνα σκοπὸν εἴχομεν πῶς νὰ συμμορφωθῶμεν μὲ τὸν τρόπον, ὃν ἡ Εὐρώπη διέγραψε πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ πρωτοκόλλου, παρασκευάζοντες τὴν ἐποχὴν καθ’ ἣν ἡ Εὐρώπη ἔμελε νὰ ἐπιλάβηται αὕτη τῆς ἐκτελέσεως τοῦ πρωτοκόλλου. Εὐχαρίστως λοιπὸν ἤδη βλέπομεν, ὅτι δὲν ἀπεμακρύνθημεν ἀπὸ τὸν ἐπιδιωκόμενον σκοπόν· ἐφθάσαμεν τέλος πάντων εἰς τὸ σημεῖον, καθ’ ὃ ἡ Εὐρώπη ἔκρινεν, ὅτι ὀφείλει νὰ κανονίσῃ ὁριστικῶς τὸν τρόπον τῆς μεσολαβήσεως. Καὶ δὲν γνωρίζω μὲν ἐξ ἐπισήμου τινὸς ἀνακοινώσεως τὰς λεπτομερείας τοῦ τρόπου, ὃν ἡ Εὐρώπη ἀπεδέξατο· ἐξ ἀνακοινώσεων ὅμως, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐξ ἁβρότητος πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, δύναμαι νὰ γνωρίζω καὶ πληροφορῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ τρόπος, τὸν ὁποῖον ἀπεδέξαντο αἱ δυνάμεις, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὸ ἄρθρον 24 τῆς συνθήκης τοῦ Βερολίνου ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ κανονίσωσι τὸν τρόπον τῆς μεσολαβήσεως, ὅτι ὁ τρόπος οὗτος θέλει τάχιστα φέρει ἡμᾶς εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ 13 πρωτοκόλλου. Ἐλπίζομεν, ὅτι μετὰ παρέλευσιν καιροῦ τινος δὲν θέλει εὑρεθῆ τις οὔτε ἐκ τῶν καθημένων εἰς αὐτὰ, οὔτε ἐκ τῶν καθημένων εἰς ἐκεῖνα τὰ θρανία, διὰ νὰ εἴπῃ αὖθις κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι διεβουκόλησε τὴν Βουλὴν, πληροφορήσασα αὐτὴν περὶ τῆς ταχείας λύσεως τοῦ ζητήματος, εἰς ὃ πάντες ἀποβλέπομεν. Καὶ ἄλλοτε εἶχαν τὴν γνώμην αὐτὴν καὶ ἔδωκα αὐτὴν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ πρωτόκολλον εἶναι ἀπόφασις τῆς Εὐρώπης, ἥτις εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ ἐκτελεσθῇ. Ἐνόμισάν τινες, ὅτι αἱ ῥήσεις τοῦ 13 πρωτοκόλλου, καθ’ ὃν τρόπον συνετάχθησαν καὶ ἀνεγράφησαν, ἦσαν ῥήσεις ἐγγραφεῖσαι οὐχὶ πρὸς σκοπὸν σπουδαῖον· ἀλλ’ ἐλησμόνησαν κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν ἡ ἐπίσημος Εὐρώπη νὰ συνέλθῃ, διὰ νὰ ἐνεργήσῃ πράξεις μὴ σπουδαίας. Διὰ τοῦτο καὶ τότε διεβεβαίωσα τὴν Βουλὴν ζητῶν ν’ ἀφαιρέσω πάντα δισταγμὸν ἕνεκα τῆς ἀναβολῆς, ἥτις προῆλθεν ἐκ τῶν περιστάσεων. Ἐὰν δὲ παρῆλθε τόσος καιρὸς, δύναμαι ἤδη νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐγένετο ἀποδεκτὸς ἄλλος τρόπος μεσολαβήσεως καὶ ὅτι τάχιστα θέλει δώσει εἰς τὸ 13 πρωτόκολλον τὸν ἐπιτακτικὸν τῆς ἀποφάσεως χαρακτῆρα. Ἀλλ’ ἂν ὁ τρόπος τῆς μεσολαβήσεως ὁ γενόμενος ἀποδεκτὸς ὑπὸ τῶν μεγάλων δυνάμεων ἦναι τοιοῦτος ὥστε νὰ δύναταί τις νὰ προσβλέψῃ μετὰ πεποιθήσεως εἰς ταχεῖαν ἐκτέλεσιν τοῦ πρωτοκόλλου, νομίζετε, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν καλεῖται νὰ ἐκπληρώσῃ οὐδὲν καθῆκον; νομίζετε, ὅτι ἀρκεῖ ὁ στρατὸς τῆς ἐκπαιδεύσεως, ἢ ὁ στρατὸς τῆς ὑπηρεσίας τοῦ κ. Τρικούπη, διὰ νὰ σᾶς χρησιμεύσῃ νὰ ἐκπληρώσητε τὰ ἐπιβαλλόμενα ὑμῖν καθήκοντα; Καὶ λησμονεῖτε ὅτι πρόκειται νὰ προσαρτηθῶσι χῶραι, αἵτινες κατοικοῦνται ὑπὸ διαφόρων πληθυσμῶν, καὶ λησμονεῖτε ὅτι οἱ πληθυσμοὶ οὗτοι διῆλθον ὑπὸ ζυγὸν τέσσαρας ὁλοκλήρους αἰῶνας, καὶ κατ’ αὐτοὺς οἱ μὲν ἐπίεζον τοὺς δέ; Καὶ λησμονεῖτε τὰ φυσικὰ αἰσθήματα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ γεννηθῶσιν εἰς τούτους κατὰ τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν θέλουσι πληροφορηθῆ, ὅτι ἀνακτῶσι τὴν ἐλευθερίαν των; Καὶ νομίζετε, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν ἔχει καθῆκον νὰ παρασκευάσῃ ἑαυτὴν οὕτως, ὥστε ὄχι μόνον νὰ δυνηθῇ νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς ὅλας τὰς ἐνδεχομένας περιπλοκὰς, ἀλλ’ ἀκόμη καὶ εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον ἔχει νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν τιμὴν, τὴν ζωὴν καὶ τὴν περιουσίαν ὅλων τῶν πληθυσμῶν τῶν κατοικούντων τὰς χώρας ταύτας; Νομίζετε, ὅτι δὲν ἔχετε τὸ καθῆκον, ὥστε νὰ δυνηθῆτε ἀμέσως, εὐθὺς ὡς ἀνυψώσετε τὴν Ἑλληνικὴν σημαίαν ἐν ταῖς χώραις ἐκείναις, ν’ ἀποκαταστήσητε τὸ κράτος τῶν νόμων ἀμείωτον καὶ νὰ ἀσφαλίσητε πάντα τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν ἐκεῖ; Καὶ νομίζετε, ὅτι ἐπαρκεῖ ὁ στρατὸς τῆς ὑπηρεσίας, ἢ ὁ στρατὸς τῆς ἐκπαιδεύσεως, διὰ νὰ ἐκπληρώσητε τὰ καθήκοντά σας ταῦτα; Ἢ νομίζετε, ὅτι αἱ λεπτολόγοι συζητήσεις, ὅτι ἡ ἐξόγκωσις τῶν ἐλλειμμάτων, τὰ ὁποῖα δύνασθε νὰ προβάλητε, ὅτι ἔχετε ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1879 ἢ ἐξ ἐκείνου τοῦ 1880, θέλουσι θεωρηθῆ ὡς ἰσχυραὶ δικαιολογίαι διὰ νὰ πείσητε τὴν Εὐρώπην, ὅτι δὲν ἠδύνασθε νὰ ἐκπληρώσητε τὸ καθῆκόν σας τοῦτο; καὶ σεῖς, οἱ ὁποῖοι ἀξιοῖτε, ὅτι δύνασθε ν’ ἀναλάβητε μίαν ἡμέραν τὴν ἐκπολιτιστικὴν ἐντολὴν ἐν τῇ Ἀνατολῇ; Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς ὑποχρεώσεως ταύτης νομίζετε ὅτι δὲν σᾶς μένει τίποτε πλέον νὰ ἐκτελέσητε; Καὶ ὡς μέλος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὡς μέλος τοῦ Κοινοβουλίου καὶ ὡς πολίτης Ἕλλην εὔχομαι μετὰ πάσης εἰλικρινείας ν’ ἀποκατασταθῇ τὸ καθεστὼς, τὸ ὁποῖον ἡ συνθήκη τοῦ Βερολίνου ἀνέγραψεν ἐν τῇ Ἀνατολῇ· εὔχομαι νὰ πραγματοποιηθῇ πλήρως καὶ τελείως ὁ σκοπὸς τῆς Εὐρώπης, εὔχομαι τὸ γειτονικὸν κράτος νὰ ἐπουλώσῃ τὰς πληγὰς, τὰς ὁποίας τὸ 1877 καὶ τὸ 1878 ἐπήνεγκεν εἰς τὸ πολιτικὸν αὑτοῦ σῶμα, ν’ ἀποκαταστήσῃ διοίκησιν, τὴν ὁποίαν ἡ Εὐρώπη ἀξιοῖ ἐν τῇ Ἀνατολῇ, διοίκησιν ἀγαθὴν καὶ πεφωτισμένην. Ἀλλὰ, κύριοι, μὴ λησμονεῖτε ὅλας τὰς ἐνδεχομένας περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ προκύψωσι, καὶ τὰς ὁποίας ἀπεύχομαι καὶ ὡς μέλος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὡς μέλος τοῦ Κοινοβουλίου καὶ ὡς πολίτης Ἕλλην. Ἀλλ’ ἡ εὐχὴ ἡ ἰδική μου, ὅσον καὶ ἂν ἦναι εἰλικρινὴς, δὲν δύναται νὰ δώσῃ τοιαύτην ἢ τοιαύτην τροπὴν εἰς τὰ πράγματα, ἂν ἡ πορεία τῶν ἐνεργειῶν, αἱ ὁποῖαι τείνουσιν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς συνθήκης τοῦ Βερολίνου, ἀπαντήσῃ προσκόμματα, ἂν ἡ ἀνάκτησις τῶν δυνάμεων, τὰς ὁποίας πρέπει τὸ γεῖτον κράτος ν’ ἀποκτήσῃ, ἐφαρμόζον καὶ περαιοῦν τὰ ἐκκρεμῆ αὑτοῦ ζητήματα, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ καταρτίσῃ ἑαυτὸ ἐσωτερικῶς, ἂν ἡ ἀνάκτησις τῶν δυνάμεων δὲν ἐπέλθῃ τόσον ταχέως, ὅσον αἱ περιστάσεις ἐπιβάλλουσιν, ἂν ἐκ τῆς βραδύτητος ταύτης γεννηθῇ δυσπιστία εἰς τὰς φυλάς, αἱ ὁποῖαι κατοικοῦν εἰς τὴν Ἀνατολὴν, καὶ ἡ δυσπιστία αὕτη ἐμπνεύσῃ εἰς αὐτὰς τὸν πόθον νὰ προσπαθήσωσι νὰ ἐξασφαλίσωσι τὰ δικαιώματά των διὰ νὰ δυνηθῶσιν, ἅμα ἐπέλθῃ στιγμή, εἰς τὴν ὁποίαν ἤθελε διαταραχθῆ τὸ καθεστὼς, νὰ δυνηθῶσι νὰ σώσωσι τὰ δικαιώματα αὑτῶν. Ἐννοεῖτε τί ἤθελεν ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει συμβῆ εἰς τὴν Ἀνατολήν; Βεβαίως ἐγὼ δὲν θέλω συμβουλεύσει οὔτε τὸ Κοινοβούλιον, οὔτε τοὺς συμπολίτας μου νὰ δώσωσι τὴν ἐλαχίστην εἰς τοιαῦτα ἀφορμήν. Ἤθελον πάντοτε τοὺς συμβουλεύσει νὰ σεβασθῶσι τὴν συνθήκην τοῦ Βερολίνου, ὄχι μόνον ὡς ἀπόφασιν τῆς Εὐρώπης, ὄχι μόνον ὡς πρᾶξιν τοῦ ἐν Βερολίνῳ συνεδρίου, τὸ ὁποῖον ἐμερίμνησε καὶ ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος, ἀλλ’ ἀκόμη καὶ διότι διερμηνεύει τὴν θέλησιν τῶν τριῶν ἐκείνων μεγάλων δυνάμεων, αἱ ὁποῖαι συνέπραξαν εἰς τὸν καταρτισμὸν τοῦ ἑλληνικοῦ βασιλείου. Θέλω συμβουλεύσει τοὺς πάντας ν’ ἀπόσχωσι πάσης πράξεως, ἡ ὁποία δύναται νὰ διαταράξῃ τὸ καθεστὼς τοῦτο. Ἀλλ’ ἂν τοιοῦτόν τι συμβῇ ἀνεξαρτήτως τῆς θελήσως ἡμῶν, ἂν ὁ φυσικὸς ῥοῦς τῶν πραγμάτων ἐπιφέρῃ αὐτά, ἂν ἡ ἅμιλλα τῶν ἐν Ἀνατολῇ λαῶν, ἅμιλλα, ἡ ὁποία ἤθελεν ἐμπνεύσει εἰς αὐτοὺς τὴν ἀμφιβολίαν περὶ τοῦ καθεστῶτος, προαγάγῃ τὰς περιπλοκὰς ταύτας, φαντάζεσθε εἰς ποῖον σημεῖον θέλετε εὑρεθῆ; Νομίζετε, ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν ἔχετε καθήκοντα; Καθήκοντα ὄχι μόνον πρὸς τοὺς ὁμοφύλους, ὄχι μόνον πρὸς ὑμᾶς αὐτοὺς, ἀλλὰ καὶ πρὸς αὐτὴν τὴν Εὐρώπην, ἡ ὁποία σᾶς θεωρεῖ, ὅτι δύνασθε μίαν ἡμέραν νὰ χρησιμεύσητε εἰς τὴν συγκρότησιν τοῦ καθεστῶτος ἐν τῇ Ἀνατολῇ, καὶ εἰς τὸν ἐκπολιτισμὸν τῆς Ἀνατολῆς ταύτης; Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι κατὰ παρῳχημένους χρόνους, καὶ ἰδίως κατὰ τὰς ἀρχὰς τῆς συστάσεως τοῦ ἑλληνικοῦ βασιλείου ὑπελήφθη ὑπό τινων τῶν πολιτευομένων, ὅτι πρέπει νὰ πείσωσι τοὺς συμπολίτας των, ὅτι αὐτοὶ εἶναι ὄργανα πολιτικῆς τινος, τὴν ὁποίαν ὑπαγορεύουσι καὶ διατυπόνουσιν αἱ συμβουλαὶ ταύτης ἢ ἐκείνης τῶν μεγάλων δυνάμεων. Ἐθυμοῦμαι δὲ τότε, ὅτι ἐπλάσθησαν ἐν Ἑλλάδι κόμματα, τὰ ὁποῖα ἡμιλλῶντο νὰ φέρωσι τὸ ὄνομα μιᾶς τῶν μεγάλων δυνάμεων. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι τὰ μὴ ἐσκεμμένα κινήματα τοῦ 1854 ὑπηγόρευσαν εἰς τὴν Εὐρώπην τὴν ἀνάγκην ν’ ἀπευθύνῃ συμβουλὰς εἰς τὴν Ἑλλάδα περὶ τῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν πρέπει ν’ ἀκολουθήσῃ εἰς τὸ μέλλον. Εἶναι ὅμως ἀληθὲς ὅτι, ὅταν ἐπανῆλθον τὰ συμβεβηκότα τοῦ 1877, αὐταὶ αἱ Δυνάμεις, αἱ ὁποῖαι ὑποτίθενται, ὅτι ἡγοῦνται τῆς πολιτικῆς τῆς εἰρηνικῆς, αὐταὶ αἱ Δυνάμεις ἀνεζήτησαν ἐν τῷ ἑλληνικῷ βασιλείῳ, ἂν ἦναι εἰς κατάστασιν νὰ προσφέρῃ εἰς αὐτὰς χρησιμότητα, καὶ ὅταν γεγονότα ἔδωκαν εἰς αὐτὰς νὰ ὑπολάβωσιν, ὅτι οἱ Ἕλληνες δὲν δύνανται νὰ παράσχωσι χρησιμότητα πρὸς τοὺς σκοποὺς, τοὺς ὁποίους αὗται ἔχουσιν ἐν τῇ Ἀνατολῇ, τότε αἱ δυνάμεις αὗται ἐζήτησαν ν’ ἀνεύρωσι τὴν χρησιμότητα ταύτην ἀλλαχοῦ, ὅπως καὶ πρὸ μικροῦ σᾶς εἶπον, καὶ ὑμεῖς δύνασθε ν’ ἀνεύρητε ἂν ἀναλύσητε τὰς πράξεις τοῦ συνεδρίου. Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι μετὰ τὸν ῥωσοτουρκικὸν πόλεμον ὑπάρχει πλέον δύναμις, ἡ ὁποία δύναται νὰ σᾶς ἀπευθύνῃ ἄλλην συμβουλὴν παρ’ ὅτι ὀφείλετε νὰ σεβασθῆτε τὸ καθεστὼς τὸ διαγραφὲν ὑπὸ τῆς Βερολινείου συνθήκης, καὶ ὀφείλετε συγχρόνως νὰ κατασταθῆτε τοιοῦτοι, ὥστε, ἂν τυχὸν ἀνεξαρτήτως τῆς θελήσεως ἡμῶν προκύψωσι περιπλοκαί, νὰ δύνασθε νὰ διασώσητε τὰ δικαιώματά σας. Καὶ νομίζετε ὅτι, ἀκολουθοῦντες τὴν πολιτικὴν αὐτὴν, τὴν ὁποίαν σᾶς συμβουλεύουσι διὰ τοῦ προγράμματός των, νομίζετε, ὅτι ἀποκτᾶτε δικαίωμα εἴς τινα τῶν δυνάμεων, καὶ ὅτι δύνασθε συζητοῦντες ἐνταῦθα τὴν πολιτικήν σας τὴν ἐξωτερικὴν καὶ τὰς γνώμας σας, ὅτι δύνασθε ν’ ἀνεύρητε φίλους καὶ συμμάχους, ὅπως σᾶς εἶπον; Φίλους καὶ συμμάχους θέλετε εὕρει οὐχὶ συζητοῦντες πολιτικὰς γνώμας ἐνταῦθα ὡς Βυζαντινοὶ, οὐδὲ ἀναγράφοντες δόγματα πολιτικά, ἀλλὰ θέλετε ἀνεύρει φίλους, ὅταν ἦσθε εἰς κατάστασιν νὰ προσφέρητε ὑπηρεσίαν καὶ χρησιμότητα· ἐν ὅσῳ τοῦτο δὲν πράττετε, πάντες θέλουσιν ἀποστρέφει τὸ πρόσωπόν των ἀφ’ ὑμῶν, καὶ θέλουσι σᾶς περιφρονεῖ ὡς ἀναξίους καὶ ἀνικάνους. Τὸ παράξενον εἶναι, ὅτι, ἐνῷ πρὸ τοῦ Ῥωσοτουρκικοῦ πολέμου ὁ μακαρίτης Δεληγεώργης εἶχεν ἀναγράψει τὴν πολιτικὴν ταύτην, καὶ μετὰ θάῤῥους καὶ παῤῥησίας ἀνεκήρυξεν ὡς ἰδίαν πολιτικὴν τὴν πολιτικὴν ταύτην καὶ τὰς ὑπαγορεύσεις τῆς πολιτικῆς ταύτης συνεβούλευεν εἰς τὸν τόπον, καὶ προέτρεπεν αὐτὸν νὰ τὰς ἀκολουθῇ, καὶ ἐνῷ τότε πολλοὶ ἐξ ἡμῶν διεφώνουν πρὸς τὸν μακαρίτην Δεληγεώργην, ἀφοῦ ἐπῆλθεν ὁ πόλεμος, ὁ ὁποῖος μετέβαλεν ὅλα τὰ διδόμενα, καὶ ὁ ὁποῖος κατέστησεν ἄχρηστον τὴν πολιτικὴν ἐκείνην τοῦ μακαρίτου Δεληγεώργη, ἀφοῦ ἐπῆλθε, λέγω, ὁ Ῥωσοτουρκικὸς πόλεμος, ἐὰν ἦτο τὸ εὐτυχὲς γεγονὸς νὰ ἐπιζῇ ὁ Δεληγεώργης, εἶμαι βέβαιος, ὅτι αὐτὸς πρῶτος ἤθελε μεταβάλει τὴν πολιτικὴν ἐκείνην καὶ ἤθελε συμβουλεύσει ὑμᾶς ν’ ἀκολουθήσητε τὴν ἀντίθετον. Καὶ ἰδοὺ αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι ἐπολέμουν τὴν πολιτικὴν ἐκείνην, ὅταν ὑπῆρχε λόγος ὑπάρξεως αὐτῆς, ἔρχονται καὶ σᾶς συμβουλεύουν αὐτὴν τώρα, καὶ διὰ τρόπου δι’ οὗ παριστάνουσιν αὐτὴν ἀναπόφευκτον καὶ ἀναγκαίαν. Τὴν πολιτικὴν ταύτην ἀποκρούω πάσῃ δυνάμει· ὅσην δὲ καὶ ἂν ἔχῃ ἔντασιν ἡ φωνή μου θέλω μεταχειρισθῆ αὐτὴν διὰ νὰ σᾶς πείσω νὰ μὴ τείνητε τὸ οὖς εἰς τὰς συμβουλὰς, τὰς ὁποίας ἠκούσατε· ἡ πολιτικὴ ἐκείνη κατ’ οὐδὲν διαφέρει πρὸς τὴν πολιτικὴν, ἡ ὁποία εὐφυῶς ὠνομάσθη ὑφ’ ἑνὸς τῶν Βουλευτῶν Ἀττικῆς, διακόπτοντος τὸν κ. Φιλήμονα, πολιτικὴ βιβλιακή. Ἀλλὰ μετὰ δύω μεγάλων διαφορῶν, ὅτι σᾶς συμβουλεύουσιν ἐμμέσως τὴν βιβλιακὴν πολιτικὴν, διότι δὲν ἔχουσι τὸ θάῤῥος νὰ σᾶς προβάλλωσιν αὐτὴν παῤῥησίᾳ, δεύτερον, ὅτι δὲν σᾶς συμβουλεύουσι παῤῥησίᾳ τὴν βιβλιακὴν πολιτικὴν διὰ νὰ φαίνωνται ὅτι διαφωνοῦσι πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μετὰ θάῤῥους σᾶς συμβουλεύουν ν’ ἀκολουθήσητε αὐτήν. Οἱ πολιτευόμενοι πρέπει νὰ ἔχωσι πεποιθήσεις, πρέπει νὰ ἔχωσι καὶ τὴν εἰλικρίνειαν καὶ τὸ θάῤῥος ν’ ἀνακοινώνωσιν αὐτὰς ἀπροκαλύπτως καὶ εὐκρινῶς εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι οἱ ἐμοὶ συνάδελφοι ἔχουσι τὴν αὐτὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχω καὶ ἐγώ· ἀλλὰ δὲν θέλω διὰ τῆς γνώμης ταύτης νὰ δεσμεύσω τὴν ἐλευθερίαν αὐτῶν· περιορίζομαι διὰ τοῦτο νὰ διερμηνεύσω αὐτὴν ὡς ἀτομικὸν φρόνημα. Μὴ τείνητε τὸ οὖς ὑμῶν εἰς διδάγματα, τὰ ὁποῖα σκοποῦσι νὰ σᾶς καταστήσωσι μίαν ἡμέραν ἀνικάνους νὰ ἐκτελέσητε τὴν ἐντολὴν, τὴν ὁποίαν ἡ Εὐρώπη σᾶς δίδει, παραχωροῦσα εἰς ὑμᾶς τὰς χώρας ἢ τὴν ἐντολὴν ἄν ποτε ἤθελε παρουσιασθῆ μεταβολή τις ἢ κλονισμὸς τοῦ καθεστῶτος, τὴν ὁποίαν ἤθελε σᾶς δώσει προσκαλοῦσα ὑμᾶς νὰ συμπράξητε εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τῆς εἰρήνης ἐν τῇ Ἀνατολῇ. Καὶ λοιπὸν τί σὺ ἀντιπροτείνεις; Δι’ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα σκοπῶ νὰ προβάλλω ὑμῖν, δὲν ἐννοῶ νὰ δεσμεύσω τὴν ἐλευθερίαν τῶν συναδέλφων μου· ἔχω ἀφορμὰς νὰ ἦμαι πεπεισμένος, ὅτι ἔχουσι τὴν αὐτὴν γνώμην, μολαταῦτα δὲν δύναμαι νὰ δεσμεύσω τὴν ἐλευθερίαν αὐτῶν. Ἡ γνώμη ἡ ἐμὴ εἶναι, ὅτι πρέπει νὰ προσβλέψητε μετὰ μεγάλης προσοχῆς εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν τεσσάρων ὑπουργείων, νὰ φροντίσητε δὲ νὰ καταστήσητε αὐτοὺς ὅσῳ εἶναι δυνατὸν οἰκονομικούς, ἀλλ’ ἄνευ ζημίας τῆς διοικήσεως· νὰ καταστήσητε ὡσαύτως ὅσον δυνατὸν οἰκονομικὸν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἄνευ περιστολῆς ὅμως τῶν δαπανῶν τῶν ἐπηρεαζουσῶν τὴν βεβαίωσιν καὶ τὴν εἴσπραξιν τῶν ἐσόδων. Ἡ γνώμη μου εἶναι, ὅτι ἡ ἐσωτερικὴ διοίκησις πρέπει μετὰ πάσης δραστηριότητος καὶ μετὰ πυρετώδους ἐνεργείας ν’ ἀσχοληθῇ εἰς τὴν πλήρη καὶ ἐντελῆ ἐκτέλεσιν τοῦ περὶ γενικῆς στρατολογίας νόμου. Ἡ γνώμη μου εἶναι, ὅτι δὲν πρέπει νὰ μειώσητε τὸ παράπαν τὰ στελέχη τῶν διαφόρων ὅπλων τοῦ στρατοῦ. Δὲν ἐπιμένω νὰ προσδιορίσω τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀνδρῶν, ὅσους θέλετε παραδεχθῆτε, ἀλλὰ μὴ μειώσητε τὰ στελέχη· ἐξ ἐναντίας συνιστῶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐξακολουθήσῃ μετὰ πάσης δραστηριότητος εἰς τὴν ἐκπαίδευσιν τῶν στελέχεων τούτων τὴν δυνατὴν, κατὰ τὰ ὑπάρχοντα μέσα, καὶ συγχρόνως εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ ἀπογραφῆς. Ἡ γνώμη μου εἶναι νὰ μὴ φεισθῆτε δαπάνης διὰ τὰ ἔργα τὰ ναυτικά, τὰ ὁποῖα ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν διέγραψε. Προβῆτε εἰς τὴν ἔναρξιν τῆς ἱδρύσεως ναυστάθμου καὶ δεξαμενῆς, μὴ φεισθῆτε δαπάνης ὡς πρὸς τοῦτο, διότι ἡ ἵδρυσις τοῦ ναυστάθμου καὶ τῆς δεξαμενῆς δὲν εἶναι ἔργον, τὸ ὁποῖον συντελεῖται ἐντὸς 6 μηνῶν, θέλει καταβολὰς ἐπὶ πολλὰ ἔτη καὶ ἐργασίαν ἐπὶ πολλὰ ἔτη, καὶ πρέπει νὰ ἀρχίσητε ἅπαξ, διὰ νὰ δυνηθῆτε νὰ περαιώσητε αὐτὰ μίαν ἡμέραν. Ἐν ὅσῳ δὲ τὸ ἀναβάλλετε ἀπὸ ἔτος εἰς ἔτος καὶ μετὰ δύω δεκαετηρίδας θέλετε εἶσθαι εἰς τὴν ἰδίαν θέσιν. Μὴ λησμονεῖτε δὲ, ὅτι κατὰ τὸ 1877 ἡ πρώτη μέριμνα ἦτο, πῶς θέλει ἐξασφαλισθῆ τὸ ἐμπορικὸν ναυτικὸν τοῦ τόπου, καὶ τὰ πολεμικὰ πλοῖα τοῦ Κράτους. Ἡ ἐμὴ γνώμη εἶναι νὰ μὴ φεισθῆτε δαπάνη, νὰ κάμητε συγκεντρώσεις στρατοῦ ἅπαξ τοῦ ἐνιαυτοῦ διὰ νὰ ἀσκῆται εἰς τὰ γυμνάσια, τὰ ἀνώτερα τῶν συνήθων γυμνασίων, τὰ ὁποῖα ἡ διασπορὰ δὲν ἐπιτρέπει νὰ κάμνῃ. Μεριμνήσατε δὲ προσέτι περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν μοῦ μένουσι πολλὰ νὰ εἴπω, δὲν πρέπει νὰ παραλείψω αὐτά. Ἐγενόμην ἀντικείμενον αἰτιάσεων, τινὲς τῶν ὁποίων δὲν ἦσαν τοιαῦται, ὥστε νὰ μὴ δύνανται νὰ χαρακτηρισθῶσιν ὅτι μετεῖχον συκοφαντίας. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ὡς σᾶς εἰσήγαγον αὐτὸν, δὲν εἶναι πλήρης. Σᾶς εἰσήγαγον αὐτὸν ἀτελῆ ἐν γνώσει, διότι ἐπεθύμουν προηγουμένως νὰ γνωρίσω τὰς διαθέσεις σας, καὶ νὰ ἐννοήσω τοὺς σκοποὺς, οἱ ὁποῖοι προΐστανται εἰς τὰς σκέψεις ὑμῶν. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν πρέπει νὰ συνδεθῇ μὲ δύω νομοσχέδια ἀναπόφευκτα· τὸ πρῶτον εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σᾶς εἰσήγαγον περὶ συστάσεως προξενικῶν ἀρχῶν καὶ περὶ καταρτισμοῦ τῆς προξενικῆς καὶ πολιτικῆς ὑπηρεσίας ἐν τοῖς ἀρτίως σχηματισθεῖσι κράτεσι τῆς Ἀνατολῆς. Τὸ νομοσχέδιον προχείρως συνταχθὲν δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἀτελείας, ἀλλ’ εἶμαι ἕτοιμος νὰ ὑποκύψω εἰς πᾶσαν λογικὴν παρατήρησιν· τὸ δεύτερον εἶναι ὁ σχηματισμὸς θέσεως ἀναποφεύκτου εἰς τὴν πρεσβείαν τῆς Κωνσταντινουπόλεως· ἐπρότεινα νομοσχέδιον κατὰ τὸ 1869, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ δὲν ἐπρόφθασε τότε νὰ ψηφίσῃ αὐτό. Κρίνω ἀναγκαίαν τὴν θέσιν συμβούλων ἐν τῇ πρεσβείᾳ τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ἡ πρεσβεία ἐκείνη διαιρεῖται εἰς τρία γραφεῖα, εἰς τὸ πολιτικόν, τὸ διερμηνευτικόν, καὶ τὸ ἐμπορικόν. Ὁ πρέσβυς ἔχει ποικίλας ἐργασίας, οὐδὲ εἶναι δυνατὸν ν’ ἀξιώσῃ τις παρ’ αὐτοῦ τὴν διεύθυνσιν καὶ ἐπιτήρησιν τῶν γραφείων τούτων. Ἡ ἔλλειψις δὲ τῆς ἐπιτηρήσεως καὶ τῆς διευθύνσεως ἐξασθενεῖ τὴν πολιτικὴν ἐνέργειαν αὐτοῦ, θέλει δὲ τὴν κρατύνει ἡ σύστασις τῆς θέσεως ταύτης καὶ ὁ διορισμὸς καταλλήλου προσώπου εἰς αὐτήν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτων ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἀναγράφει δαπάνην 500 χιλιάδων δραχμῶν. Ἡ δαπάνη αὕτη ἀνεγράφη καὶ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1879· ἀλλὰ τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν ἐπαρκεῖ διὰ τὰς ἀνάγκας, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσι Σκοπῶ νὰ σᾶς προτείνω, ὅταν συζητηθῇ ἡ πίστωσις αὕτη, ν’ ἀναβιβασθῇ ἀπὸ 500 εἰς 700 χιλιάδας. Ἡ δαπάνη αὕτη δὲν ἀποτελεῖ ὁριστικὴν καὶ μόνιμον πολιτικὴν τῆς Ἑλλάδος, ἀποτελεῖ ὅμως τὴν πολιτικὴν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἡ Ἑλλὰς πρέπει ν’ ἀκολουθήσῃ ἐν ὅσῳ τὰ πράγματα βαίνουσιν, ὡς βαίνουσιν. Αἱ ἀνάγκαι, τὰς ὁποίας σκοπεῖ νὰ θεραπεύσῃ ἡ πίστωσις αὕτη, διαιροῦνται εἰς τρεῖς κατηγορίας, εἰς ἀνάγκας ἐκκλησιαστικὰς, εἰς ἀνάγκας ἐκπαιδευτικὰς καὶ εἰς ἀνάγκας πολιτικάς. Ἐξετοξεύθησαν κατ’ ἐμοῦ δύω αἰτιάσεις· ἡ πρώτη, διότι δὲν διέθηκα ὅλην τὴν πίστωσιν, τὴν ὁποίαν ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1879 παρεχώρησεν. Αἱ 500,000 δραχμαὶ, εἶπον, προωρίσθησαν εἰς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν τοῦ Ἑλληνισμοῦ κατὰ τὸ 1879· μὴ διαθέσας τὸ ποσὸν αὐτὸ, ἐστέρησα; τὸν Ἑλληνισμὸν τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα ἡ Βουλὴ σοὶ παρεχώρησε, διὰ νὰ ἔλθῃς ἐπίκουρος αὐτοῦ· διατί μετέτρεψας τὰ χρήματα ταῦτα εἰς ὑπηρεσίαν ἄλλων ἀναγκῶν, καὶ οὐχὶ τῶν ἀναγκῶν τῶν ἀληθῶν τοῦ Ἑλληνισμοῦ; Ἀπαντῶ εἰς τὸ πρῶτον. Τὸ 1879 ἦτο τὸ πρῶτον ἔτος μετὰ τὴν συνθήκην τοῦ Βερολίνου. Κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο ἔμελλον νὰ ἐκτελεσθῶσιν αἱ ἀποφάσεις τοῦ Συνεδρίου; ἐνόσῳ δὲ ἡ ἐκτέλεσις αὐτῶν δὲν προέβαινεν, αἱ ἀνάγκαι τὰς ὁποίας εἴχομεν νὰ θεραπεύσωμεν δὲν ἦσαν οὔτε βεβαιωμέναι, οὔτε ἀποκεκαλυμμέναι, οὔτε τοσοῦτον γνωσταὶ, ὥστε νὰ προβῇ τις μετὰ πεποιθήσεως εἰς θεραπείαν αὐτῶν. Ἰδοὺ διατὶ δὲν διέθηκα ὅλην τὴν πίστωσιν. Ἐκτὸς δὲ τούτου ὑπῆρχε πρὸ ἡμῶν τὸ ζήτημα τῆς μεταῤῥυθμίσεως τῶν ὁρίων, τὸ ὁποῖον παρίστα ἀνάγκην ὁμοίας φύσεως. Ἡ ἐκκρεμότης τοῦ ζητήματος τούτου δὲν μὲ ἄφινε νὰ προΐδω ποίας ἀνάγκας ἠδύνατο νὰ προαγάγῃ μέχρι τέλους ἡ διεξαγωγὴ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, καὶ διὰ τοῦτο ὤφειλον νὰ ἀφήσω τὴν πίστωσιν ταύτην ὅσῳ τὸ δυνατὸν ἀδιάθετον καὶ νὰ μὴ κάμω χρῆσιν αὐτῆς. Ἠτιάθησαν διατὶ δὲν ἐζήτησα δι’ εἰδικῆς πιστώσεως τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἀπῃτήθησαν διὰ τοὺς διεθνεῖς ἐπιτρόπους ἐν Πρεβέζῃ καὶ τοὺς πληρεξουσίους ἐν Κωνσταντινουπόλει, ἀλλ’ ἐποιησάμην χρῆσιν τῆς πιστώσεως τῶν 500,000 δραχμῶν διὰ τὰς ἀνάγκας ταύτας. Ἀλλ’ ἡ αἰτιολογία, τὴν ὁποίαν ἔδωκα εἰς τὴν Βουλὴν, διατὶ δὲν ἐξήντλησα ὅλην τὴν πίστωσιν τῶν 500,000 διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἡ αἰτιολογία αὕτη ἀρκεῖ νὰ πείσῃ τὴν Βουλὴν, ὅτι, διαθέσας ἐκ τῆς πιστώσεως ταύτης διὰ τὰς δαπάνας ἐν Πρεβέζῃ καὶ Κωνσταντινουπόλει, δὲν ἠλάττωσα τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα εἶχον διὰ τὰς ἀνάγκας ἐν γένει τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Εἶπον εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι διατρέχοντες τὸ πρῶτον ἔτος μετὰ τὴν συνθήκην τοῦ Βερολίνου, καθ’ ὃ δὲν ἐξετελέσθησαν αἱ ἀποφάσεις τοῦ Συνεδρίου, δὲν ἦσαν ἀνεγνωρισμέναι αἱ ἀνάγκαι πρὸς θεραπείαν, τῶν ὁποίων ἐκαλούμην νὰ διαθέσω τὴν πίστωσιν τῶν 500,000 δραχμῶν. Ἡ δευτέρα αἰτίασις. Εἶπον, διατί διέθεσας τὰ χρήματα ταῦτα εἰς ἄλλας ἀνάγκας, παρὰ τὰς ἀνάγκας τὰς ἀληθεῖς τοῦ Ἑλληνισμοῦ; Βεβαιῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι οὐδὲ λεπτὸν ἐκ τῆς πιστώσεως ταύτης διέθεσα εἰς ἀνάγκας τῆς ἐσωτερικῆς πολιτικῆς καὶ τοῦ πολιτικοῦ ἀνταγωνισμοῦ, ὡς μοὶ ἀπέδωκε ἀγορεύσας ὁ κ. Τρικούπης. Εἶπεν, ὅτι ἐπληρώνοντο ἐκ τῶν χρημάτων τούτων εἰς ἐφημερίδας ἐξωτερικάς, εἰς ἐφημερίδας ἐσωτερικὰς καὶ εἰς ἀνταποκριτὰς ἐφημερίδων, «διὰ νὰ πλέκωσι τὰ ἐγκώμια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν.» Αὐτὰ ἀνέγνων ἐν τῇ ἐφημερίδι τοῦ κ. Τρικούπη, ὡς λεχθέντα ὑπ’ αὐτοῦ· ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα λεχθὲν ἐν τῇ Βουλῇ δὲν εἶχεν οὕτως, ἀλλ’ ὅτι διέθεσα ἐκ τῆς πιστώσεως «εἰς ἀνταποκριτὰς ἐξωτερικῶν ἐφημερίδων, διὰ νὰ πλέκωσιν ἐγκώμια τοῦ κυρίου ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ.» Κατόπιν προστίθησι τὰ δύω ἄλλα, ὅτι διετέθησαν εἰς ἐξωτερικὰς ἐφημερίδας καὶ ὅτι διετέθησαν εἰς ἐσωτερικὰς ἐφημερίδας. Ἐν πρώτοις διαψεύδω, κύριοι, διὰ τοῦ ἐπισημοτέρου τρόπου, ὅτι οὔτε λεπτὸν ἐδαπανήθη εἰς ἀνταποκριτὰς εἴτε ἐξωτερικῶν, εἴτε ἐσωτερικῶν ἐφημερίδων· Ἤθελον μάλιστα χρεωστεῖ χάριν εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἀπήγγειλε τὴν αἰτίασιν ταύτην, νὰ μοὶ ὀνομάσῃ ἕνα κἂν ἀνταποκριτὴν ἐσωτερικῆς εἴτε ἐξωτερικῆς ἐφημερίδος, ὁ ὁποῖος νὰ ἔλαβε πέντε λεπτὰ ἐκ τῆς πιστώσεως ταύτης. Εἶναι ἀπελπιστικόν, ἂν κατὰ τὴν κρίσιμον ταύτην πορείαν τοῦ πολιτικοῦ βίου τῆς Ἑλλάδος δὲν πιστεύωσί τινες, ὅτι δύνανται νὰ ἦναι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι συμφωνοῦσι πρὸς ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν γνώμην, ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι συμφωνοῦσι μὲ τὴν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησαν, ἀλλὰ φρονοῦσιν, ὅτι οἱ ἄνθρωποι οὗτοι δὲν ἤθελον συμφωνήσει, ἂν δὲν ἐπληρώνοντο παρ’ ἐμοῦ. Πρέπει νὰ ἔχωσι ταπεινὴν ἢ ποταπὴν γνώμην περὶ τῶν ἄλλων, ἀλλ’ εὐλόγως δύνανται νὰ ἐρωτηθῶσιν ἐκ τίνος ἀφετηρίας ὁρμῶνται. Εἰς ἐσωτερικὰς ἐφημερίδας δὲν ἐδαπανήθη οὐδὲ λεπτόν, πλὴν ἐὰν ὑποτεθῇ δαπάνη τὸ ἑξῆς. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἔκρινεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐνισχύσῃ βιομηχανίαν δημοσιογραφικήν, καὶ μοὶ ἐζήτησε νὰ διαθέσω 1,000 περίπου δραχμάς, ἀνθ’ ὧν ὅμως τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπλήρωσε 5,000 φραγ. ἐκ τῆς πιστώσεώς του εἰς ἀνάγκας, διὰ τὰς ὁποίας προωρίσθη ἡ πίστωσις τῶν 500,000 δραχμῶν. Ὥστε ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ὤφειλον νὰ οἰκονομήσω ὅσον ἠδυνάμην τὰ χρήματα τῆς πιστώσεως τῶν 500,000 δραχ. ἠδυνήθην νὰ κάμω οἰκονομίαν τινὰ, διότι ἀντὶ 4,500 δραχ. ἐθεράπευσα ἀνάγκην, δι’ ἣν ἔμελλον νὰ δαπανήσω 5,000 φράγκα. Εἰς καμμίαν ἄλλην ἐσωτερικὴν ἐφημερίδα δὲν ἐδαπανήθη οὐδὲ λεπτόν. Καὶ εἶναι ἀληθὲς ὅτι εὗρον, ὅτι πρὸ ἐμοῦ ἐγένοντο δαπάναι τινὲς τοιαῦται, ἀλλ’ ἐγὼ τὰς κατέπαυσα, καὶ ἔχω μάρτυρα τὸν πρόεδρον τοῦ συλλόγου πρὸς διάδοσιν τῶν ἑλληνικῶν γραμμάτων, ἐὰν παρίσταται ἐνταῦθα, διὰ νὰ βεβαιώσῃ, ὅτι συνεννοήθην μετ’ αὐτοῦ πρὸς κατάπαυσιν τοιαύτης δαπάνης, καὶ τὴν κατέπαυσα ἐπὶ ζημίᾳ πολιτικῇ ἐμοῦ, διότι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐστερήθησαν τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα ἐλάμβανον, δὲν παύουσι κατὰ πᾶσαν ἑβδομάδα νὰ ῥίπτωσι τὰ βέλη των κατ’ ἐμοῦ. Σᾶς ὡμίλησαν περὶ ἐξωνήσεως συνειδήσεως· ἐξωνούμεθα τὴν συνείδησίν τινος ὅταν αὐτός, τοῦ ὁποίου τὴν συνείδησιν ἐξωνούμεθα, ἔχῃ γνώμην ῥητῶς ἐκπεφρασμένην, καὶ ζητοῦμεν διὰ τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα δίδομεν, νὰ τὸν πείσωμεν νὰ μεταβάλῃ τὴν γνώμην του καὶ ν’ ἀσπασθῇ τὴν ἀντίθετον. Ἀλλὰ δὲν ἐξωνούμεθα τὴν συνείδησιν οὐδενός, ὅταν δίδωμεν μικρὰς χορηγίας, οὐχὶ πρὸς σκοποὺς ἐσωτερικῆς πολιτικῆς, οὐχὶ διὰ νὰ «πλέκωσιν ἐγκώμια τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν» ἢ τῆς «Κυβερνήσεως», ἀλλὰ διὰ νὰ ὑπερασπίσωσι τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, ὅταν ζητῶμεν ν’ ἀμείψωμεν γραφίδα μὴ ἔχουσαν οὐδεμίαν πρὸς τοῦτο ὑποχρέωσιν. Καὶ δὲν ἔπραξα τοῦτο ἐγὼ πρῶτος. Κατὰ τὸ 1877 αὐτός, ὁ ὁποῖος μοῦ ᾐτιάθη, ἔκαμε τὸ αὐτό, καὶ ἂν ἐκεῖνος τὸ ἔκαμε πρὸς ἀνθρώπους, οἵτινες ἐνδέχεται νὰ ἔδειξαν κατὰ τὸ παρελθὸν ἢ τὸ ἐνεστὼς συμπάθειάν τινα πρὸς αὐτόν, ἐγὼ τὸ ἔκαμα πρὸς αὐτοὺς τούτους τοὺς ἀνθρώπους ἐν γνώσει, ὅτι δὲν συμπαθοῦσι πρὸς ἐμέ, ἢ ὅτι δὲν παύουσι ζητοῦντες νὰ παρεξηγῶσι καὶ νὰ διαστρέφωσι τὸ ἐμὸν φρόνημα καὶ τὰς πράξεις μου. Ἀλλὰ τὰ ἐμὰ συμφέροντα εἶναι μηδὲν, εἶναι ἐλάχιστον πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἔχω τὴν δύναμιν νὰ περιορῶ. Τὸ μέγα εἶναι τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχω ἀπέναντι ὑμῶν, ἀπέναντι τοῦ Βασιλέως καὶ τῆς πατρίδος μου, ὅταν διαχειρίζωμαι συμφέροντα τοσοῦτον μεγάλα, ὅσον ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα μοὶ ἐνεπιστεύθη ὁ Βασιλεύς. Ἀλλ’ ὡς σᾶς εἶπον, κατὰ τὸ 1879, ὅτε ἤρξατο ἡ ἐκτέλεσις τῆς συνθήκης τοῦ Βερολίνου, αἱ ἀνάγκαι, τὰς ὁποίας ὁ ἑλληνισμὸς ἐν τῇ Ἀνατολῇ εἶχε, δὲν ἦσαν οὔτε βεβαιωμέναι ἀκόμη, οὔτε πᾶσαι ἐγνωσμέναι, οὔτε ἀναντίῤῥητοι, καὶ ὤφειλον μετὰ μεγάλης προσοχῆς καὶ φειδοῦς νὰ προσέρχωμαι ἀρωγὸς εἰς τὰς ἀνάγκας ταύτας· ἀλλὰ τὸ 1880 διαφέρει πολὺ ἀπὸ τοῦ 1879. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ μελετήσωσι τὰ πράγματα περισσότερον ἀφ’ ὅ,τι τὰ μελετᾷ ὁ κοινὸς ἄνθρωπος, αὐτοὶ ἐννοοῦσι τοὺς λόγους μου καὶ ἀναγνωρίζουσι βεβαίως τὴν ἀλήθειαν αὐτῶν. Αἱ ἀνάγκαι λοιπὸν, τὰς ὁποίας ἤθελεν ἀναδεχθῆ τὸ ἑλληνικὸν Κράτος νὰ θεραπεύσῃ κατὰ τὸ 1880 διὰ τῆς πιστώσεως ταύτης, εἶναι ἀνάγκαι ἐκκλησιαστικαὶ, ἀνάγκαι ἐκπαιδευτικαὶ καὶ ἀνάγκαι πολιτικαί. Τὸ σύνολον δὲ τῶν τριῶν τούτων ἀναγκῶν ἀπαιτεῖ δαπάνην χρημάτων πολὺ περισσοτέραν ἀπὸ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν περιέλαβεν ἡ πίστωσις τοῦ 1880. Ἴσως ἠδύνατό τις νὰ ἐννοήσῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ συμβουλεύσωσι τὸ Κοινοβούλιον νὰ ἀσπασθῇ πολιτικὴν διάφορον, πολιτικὴν ἴσως μὴ συμβιβαζομένην μὲ τὸ σέβας, τὸ ὁποῖον ὀφείλει ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία νὰ ἐπιδείξῃ πρὸς τὸ καθεστὼς, τὸ ὁποῖον ἔπλασσεν ἡ ἐπίσημος Εὐρώπη· ἴσως ἐκεῖνοι ἤθελον προβάλει, ὅτι ἡ πολιτική, τὴν ὁποίαν ἐνδεικνύει ἡ πίστωσις τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, εἶναι πολιτικὴ, τὴν ὁποίαν πρέπει τις νὰ ἀποκρούσῃ. Ἐκεῖνοι ὅμως οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι τὴν γνώμην ταύτην, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι προσδοκῶσι νὰ ἴδωσι, τέλος πάντων, ἀρχομένην ζωὴν τῶν ὁμοφύλων ἡμῶν δημοσίαν καὶ ἰδιωτικὴν ἀνεκτὴν, οἱ ὁποῖοι ἐλπίζουσιν ἐν τῷ μέλλοντι, ὅτι ἠδύναντο νὰ ἴδωσιν ἀρχομένην τὴν εὐημερίαν τῶν λαῶν τῶν κατοικούντων τὴν Ἀνατολὴν, αὐτοὶ δὲν δύνανται νὰ διστάσωσι νὰ ψηφίσωσιν ὑπὲρ τῆς πιστώσεως ταύτης καὶ νὰ συναινέσωσιν εἰς τὴν αὔξησιν αὐτῆς. Κύριοι, βλέπετε, ὅτι εἶχον δίκαιον νὰ μὴ νομίζω, ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ μετάσχω τῆς συζητήσεως ταύτης, ἐν ὅσῳ ἡ συζήτησις περιεστρέφετο εἴτε περὶ τὴν ἐγχειριστικὴν μέθοδον τῆς ἀποκοπῆς τῶν δαπανῶν ἀνεξετάστως καὶ ἀβασανίστως, εἴτε ἔτεινε πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ ἐμπνεύσῃ δυσπιστίαν τοῦ Κοινοβουλίου πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι διεχειρίζοντο τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως. Τὸ πρῶτον μοὶ ἐφάνη ὡς θέμα συζητήσεων κατὰ τὰς λεπτομερίας τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ μὴ προσῆκον εἰς τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἴσως ἠδύνατο νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὴν ὁμιλίαν τοῦ κ. Τρικούπη ὡς προπαρασκευαστική τις ἐργασία διὰ νὰ εἴπῃ ὁ Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ὅτι ἰδοὺ ἐγὼ ἀποκόπτω δύω καὶ ἥμισυ ἑκατομμύρια ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἓν καὶ ἥμισυ ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, καὶ 1,700,000, ὅσας ἀπηρίθμησεν ὁ Βουλευτὴς ἐξ Παρνασσίδος ὡς ἀπαλειπτέας ἀπὸ τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν πολιτικῶν ὑπουργείων. Ἀλλὰ δὲν νομίζω, ὅτι προσήκει εἰς τὴν γενικὴν συζήτησιν. Ὁ δεύτερος σκοπὸς, τὸν ὁποῖον προὐτίθετο ἡ συζήτησις ἐκείνη, καὶ τὸν ὁποῖον προσήγαγεν ἐν τῷ μέσῳ ἡ εὐφραδὴς ὁμιλία τοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Χαλκίδος, εἶναι σκοπὸς τείνων νὰ σπεύσῃ τὸ Κοινοβούλιον νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἐμπιστοσύνην εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἢ νὰ ἀποδώσῃ αὐτὴν εἰς αὐτό. Καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο θεωρῶ ὑποδεέστερον τοῦ ἄλλου ζητήματος δι’ ἐμὲ, καὶ δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὸ κοινοβούλιον ὅτι ἐκφράζω τὴν γνώμην καὶ τῶν συναδέλφων μου, δι’ ἡμᾶς εἶναι ἀδιάφορον ἐὰν θέλωμεν μείνει ἐν τῇ ἀρχῇ ἢ ὄχι. Εἶσθε κύριοι νὰ ἐκφράσητε τὴν ἐμπιστοσύνην σας ἢ νὰ δηλώσητε δυσπιστίαν πρὸς ἡμᾶς, ἀμέσως δὲ θέλομεν ἀπέλθει. Ἴσως ἡ ζημία δὲν θέλει εἶσθαι μεγάλη, οὔτε διὰ τὸ Κράτος. Ἀλλὰ εἶναι ζημία μεγάλη ἂν δὲν ἀποδεχθῆτε τὴν ὁδὸν τὴν ὁποίαν ὀφείλετε νὰ διαγράψητε, τὴν πολιτικὴν τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἐγκαινιάσητε καὶ τὴν ὁποίαν χρέος ἔχετε νὰ ἀσπασθῆτε. Ὥστε μὴ προσέξητε παντάπασιν εἰς τὸ μικρὸν ζήτημα τὸ ὑπουργικὸν, προσέξατε εἰς τὸ ἄλλο ζήτημα, ποίαν πολιτικὴν θέλετε νὰ ἐγκαινιάσητε διὰ τὴν πατρίδα, καὶ συλλογισθῆτε ὅτι αὐτὴν τὴν στιγμὴν καλεῖσθε νὰ ἀποφασίσητε ὕψιστα ἱερώτατα συμφέροντα τῆς πατρίδος σας. Ἐγὼ σᾶς εἶπον, ὅτι ὅσην δύναμιν καὶ ἂν ἔχῃ ἡ φωνή μου θέλω τὴν ἐξαντλήσει, ἐὰν δύναμαι νὰ ἐλπίσω ὅτι δύναμαι νὰ σᾶς πείσω νὰ μὴν ἀκολουθήσητε τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν ὁ βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου σᾶς συνεβούλευσεν. Ἡ πολιτικὴ αὕτη εἶναι πολιτικὴ, ἡ ὁποία θέλει καταβιβάσει τὴν Ἑλλάδα εἰς σημεῖον πολὺ ὑποδεέστερον ἐκείνου, εἰς τὸ ὁποῖον αἱ περιστάσεις τῆς Ἀνατολῆς, καὶ ἡ ἱστορία, καὶ ἡ θέσις, τὴν ὁποίαν αἱ μεγάλαι Δυνάμεις πᾶσαι ἄνευ ἐξαιρέσεως προορίζουσι δι’ αὐτὴν, προσδιώρισαν. Ἡ πολιτικὴ αὕτη δύναται νὰ σᾶς ἀποκαταστήσῃ ὑλικῶς εὐμοιροῦντας, δύναται νὰ σᾶς καταστήσῃ Κράτος ἐμπόρων, Κράτος γεωργῶν καὶ βιομηχάνων, ἀλλὰ θέλει βεβαίως σᾶς καταστήσει Κράτος ὑποδεέστερον τοῦ ἑλληνικοῦ Κράτους. Λοιπὸν σᾶς ἱκετεύω νὰ μὴν ἀσπασθῆτε αὐτὴν τὴν πολιτικὴν, ἀσπασθῆτε τὴν ἄλλην πολιτικὴν, ῥυθμίζοντες βεβαίως τὰς ἐνεργείας σας ἀναλόγως τῶν μέσων, ἀλλὰ μὴ ἀποθαῤῥυνόμενοι ἀπὸ τὰς οἰκονομικὰς δυσχερείας, τὰς ὁποίας τὸ 1877 σᾶς κατέλιπεν. Αἱ οἰκονομικαὶ δυσχέρειαι θέλουσι παρέλθει, καὶ σεῖς δύνασθε νὰ ἐκπληρώσητε τὸ καθῆκόν σας μηδόλως ἐπηρεαζόμενοι ἀπὸ αὐτάς. Τὸ ζήτημα λοιπὸν τὸ κύριον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου καλεῖται τὸ κοινοβούλιον νὰ ἀποφασίσῃ, εἶναι ἡ πολιτικὴ, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἀκολουθήσῃ καὶ νὰ ἐγκαινιάσῃ. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἐπιμένω, καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου παρακαλῶ τὸ κοινοβούλιον νὰ ἐπιστήσῃ ὅλην τὴν προσοχὴν, διότι θίγει οὐσιωδῶς οὐχὶ μόνον τὸ ἐνεστὼς, ἀλλὰ καὶ τὸ μέλλον τοῦ τόπου. Διὰ τοῦτο ὀφείλετε νὰ ἀναλογισθῆτε τὴν εὐθύνην, τὴν ὁποίαν θέλετε ἀναλάβει ἐνώπιον τῶν συμπολιτῶν σας καὶ ἐνώπιον τῆς ἱστορίας.
§18ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐζήτησα, κύριοι, προηγουμένως τὸν λόγον, διὰ ν’ ἀπαντήσω εἰς τὸ προσωπικὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον τὸ προοίμιον τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν ἤγαγεν εἰς τὸ μέσον κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν τῆς Παρασκευῆς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἠθέλησε νὰ λάβῃ τὸν λόγον ἀμέσως μετὰ τὴν ἀγόρευσίν μου ἐκείνην, ὅπως ἀντικρούσῃ ὅσα εἶπον ἐγὼ περὶ τῶν ἐνεργειῶν, τὰς ὁποίας ἔκαμεν εἷς νομάρχης, ὁ νομάρχης Ζακύνθου, ἐπὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος· προέταξε δὲ τὴν δήλωσιν, ἣν ἔκαμε καὶ ἄλλοτε, κατὰ τὴν παρελθοῦσαν πολιτικὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον, ὅτι δηλαδὴ λαμβάνει τὸ λόγον ἀμέσως, ἵνα μὴ ἀφήσῃ τὰς ἐντυπώσεις, τὰς ὁποίας ὑποθέτει, ὅτι ἠδύνατο ν’ ἀφήσῃ ἡ ἀγόρευσις τοῦ Βουλευτοῦ Ζακύνθου. Τὴν φορὰν ταύτην ὅμως, τὴν δήλωσίν του ταύτην καὶ τὴν ἀγόρευσίν του συνέδεσε μὲ στολίδια, μὲ φράσεις, μὲ λέξεις, τὰς ὁποίας, ἐὰν δὲν μοὶ ἦναι ἐπιτετραμμένον νὰ τὰς εἴπω καὶ δὲν τὰ λέγω μὴ κοινοβουλευτικάς, ἦσαν ὅμως βεβαίως βαρεῖαι. Διέψευσε τὸ γεγονός, τὸ ὁποῖον ἀνέφερον, μὲ τρόπον τοσοῦτον ἐπίσημον καὶ ἀπότομον, ὥστε εἰς πολλοὺς ἀπὸ ὑμᾶς, τοὐλάχιστον καθόσον μοὶ ἐξεφράσθησαν, ἔμεινεν ἡ ἰδέα, ὅτι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐγὼ ἀνέφερον, ἦσαν ὅλως διόλου ἀνυπόστατα, ἦσαν ὅλως διόλου, καθὼς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν ἡμέραν ἐκείνην, ψευδῆ. Μοὶ ἀπέδωκε τὴν ἰδέαν, ὅτι, κινούμενος ἀπὸ τὸν μικρὸν καὶ χαμηλὸν σκοπὸν ν’ ἀμφισβητήσω τὰς θέσεις τῶν Ὑπουργῶν, θέλω νὰ γεννῶ σκάνδαλα, οὐχὶ μόνον εἰς ἐσωτερικὰ ζητήματα μικρὰ, ἀλλὰ καὶ εἰς αὐτὸ ἀκόμη τὸ μέγα, τὸ σπουδαῖον ἐξωτερικὸν ζήτημα εἰς ταύτην τὴν κρίσιμον στιγμήν. Τί εἶπα; Εἶπα, ὅτι ὁ νομάρχης Ζακύνθου προσεκάλεσε τὸν δήμαρχον τῆς πόλεως Ζακύνθου....
§19ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Καὶ ἂν ἦναι ἀληθῆ, δὲν πρέπει αὐτὰ νὰ λέγωνται.
§20ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄχι, ἀφήσατε.
§21ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, λάβετε ὀλίγην ὑπομονὴν, ἔχω ὅλας τὰς ἀναγκαίας ἀποδείξεις. — Καὶ εἶπεν ὁ νομάρχης πρὸς τὸν δήμαρχον ἐξ ὀνόματος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι αὕτη ἔχει τὴν εἴδησιν, τὴν πληροφορίαν,—δὲν ἐνθυμοῦμαι καλῶς τὴν λέξιν, — ὅτι ὁ μαρκήσιος Σώλσβουρυ, πρὸς διευθέτησιν τοῦ ἑλληνοτουρκικοῦ ζητήματος τῶν συνόρων, προτείνει γραμμήν, ἥτις εἰς τὰ νέα ἑλληνικὰ σύνορα ἀφίνει ἀπέξω τὰ Ἰωάννινα, τὴν Λάρισσαν καὶ τὰ Τρίκαλα. Ἐδῶ ὀφείλω ν’ ἀναγνωρίσω μίαν διόρθωσιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμε κατόπιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ ἡ ὁποία εἶναι ὀρθή. Ἐκ λάθους εἶπον, ὅτι ὁ νομάρχης Ζακύνθου εἶπεν, «Ἰωάννινα, Λάρισσαν, Τρίκαλα»· ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅταν ἦλθε ν’ ἀπαντήσῃ, εἶπεν ὅτι ἐγὼ εἶπον, ὅτι ὁ νομάρχης εἶπεν «Ἰωάννινα, Μέτσοβον, Τρίκαλα». Πραγματικῶς ὁ νομάρχης εἶπεν «Ἰωάννινα, Μέτσοβον, Τρίκαλα», ἐγὼ δὲ ἐκ λάθους εἶπον «Ἰωάννινα, Λάρισσα, Τρίκαλα». Δὲν θέλω μὲ τοῦτο νὰ ἐξάξω κανὲν ἐπιχείρημα ἢ κανὲν συμπέρασμα· ἁπλῶς καὶ μόνον σύμπτωσις εἰς τὸ στόμα τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν ἔφερεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πραγματικῶς ὁ Νομάρχης εἶπε, τὸ ὁποῖον ἐγὼ λελανθασμένως ἀνέφερον, σύμπτωσις, ἡ ὁποία ἔκαμεν, ὥστε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ Νομάρχης εἰς τὴν Ζάκυνθον εἶπε καὶ τὸ ὁποῖον οὔτε ἐγὼ ἤκουσα, οὔτε ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐγὼ μὲν νὰ τὸ ἀναφέρω ἐσφαλμένως, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς λίαν ἀκριβῶς. Ἀφοῦ ἀνεγνώρισα τὴν διόρθωσιν ταύτην, ἡ ὁποία εἶναι ἡ μόνη, τὴν ὁποίαν ἐκ συμπτώσεως ὀρθῶς ἔκαμεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, θὰ ἐπαναλάβω ὅλα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπον, ἵνα συμπληρώσω λεπτομερείας τινὰς ἀναγκαιοτάτας. Τὴν Κυριακὴν, 21 Φεβρουαρίου, ὁ Νομάρχης Ζακύνθου, ἐπαναλέγω, ἐπροσκάλεσε τὸν Δήμαρχον Ζακυνθίων καὶ τῷ εἶπεν ὅτι ἔχει εἴδησιν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ὁ Σώλσβουρυ ἔκαμε τὴν πρότασιν αὐτὴν περὶ ἀποκλεισμοῦ ἀπὸ τῆς νέας ὁροθετικῆς γραμμῆς τῶν Ἰωαννίνων, τῶν Τρικάλων, τοῦ Μετσόβου, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἀνάγκην, διὰ νὰ ἠμπορέσῃ ν’ ἀντιταχθῇ εἰς τὴν πρότασιν ταύτην καὶ νὰ ἐπιτύχῃ σύνορα καλλίτερα, τῆς ὑποστηρίξεως τῆς κοινῆς γνώμης τοῦ λαοῦ τῆς Ἑλλάδος, καὶ ζητεῖ ἀπὸ τοὺς Δημάρχους ν’ ἀπευθύνωσι πρὸς τὴν Κυβέρνησιν παραστάσεις, ὅτι τὴν γραμμὴν ταύτην οὐδέποτε ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδος θὰ τὴν δεχθῇ καὶ ὅτι θ’ ἀντισταθῇ, διὰ πάσης θυσίας, χρημάτων καὶ αἵματος· προσέθεσε δὲ ὁ Νομάρχης, ὅτι ἀνάγκη τοῦτο νὰ διαβιβάσουν ταχέως καὶ τελεγραφικῶς εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν, διότι εἶναι κίνδυνος ἐκ τῆς ἀργοπορίας, τὸ τηλεγράφημα δὲ νὰ τὸ ὑπογράψῃ ἀμέσως αὐτὸς ὁ Δήμαρχος καὶ ὁ Πρόεδρος τοῦ δημοτικοῦ Συμβουλίου. Ὁ Δήμαρχος, συνεννοηθεὶς μετὰ τοῦ Προέδρου τοῦ δημοτικοῦ Συμβουλίου, εὗρεν, ὅτι ἦτο καλὸν, ἦτο ὑποχρεωτικὸν δι’ αὐτοὺς, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις ἐζήτει τοιοῦτον ἔγγραφον, νὰ ὁμιλήσουν μὲν κατὰ τῆς ὁροθετικῆς αὐτῆς γραμμῆς, ἀλλὰ νὰ μὴ προσθέσουν καὶ τὸ ὅτι εἶναι ἕτοιμοι εἰς πᾶσαν θυσίαν. Συνέταξαν τὸ τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἔχω ἐδῶ, ἐπανῆλθον πρὸς τὸν Νομάρχην, ἵνα τῷ τὸ δείξουν, διότι οὕτως εἶχεν ἀπαιτήσει ὁ Νομάρχης, ὅστις ἐπέμεινε καὶ τὴν περὶ θυσιῶν νὰ θέσωσι ῥήτραν, ἀλλ’ οὔτε ὁ Δήμαρχος οὔτε ὁ Πρόεδρος συνῄνεσαν, καὶ τὸ τηλεγράφημα ἐστάλη ὅπως εἶναι ἐδῶ. «Πρὸς τὸν κ. πρωθυπουργόν. «Καθ’ ἣν ὥραν προσεγγίζει εἰς τὴν λύσιν του τὸ τοσοῦτον ἀπασχολοῦν πᾶσαν ἑλληνικὴν καρδίαν ἐθνικὸν ζήτημα, ἐκπληροῦμεν ἱερὸν καθῆκον μεθερμηνεύοντες τὴν ὁποίαν ἐπροξένησεν ἀλγεινὴν ἐντύπωσιν εἰς τὴν καρδίαν τῶν Ζακυνθίων ἡ διαδοθεῖσα φήμη, ὅτι πρόκειται νὰ γείνῃ πρότασις περὶ διαχαράξεως ὁροθετικῆς γραμμῆς, ἀποκλειούσης τὰς ἑλληνικωτάτας πόλεις τῶν Ἰωαννίνων, Τρικάλων καὶ Μετσόβου σὺν τοῖς περιχώροις αὐτῶν. Οἱ Ζακύνθιοι ἔχουσιν ἀκράδαντον πεποίθησιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος θέλει ἐνεργήσει παντὶ σθένει πρὸς ἀποτροπὴν τῆς τοιαύτης λύσεως τοῦ ζητήματος, ἥτις ἀπάδει πρὸς τὴν ἐθνικὴν συνείδησιν καὶ τὰς αἰσιωτέρας ἐλπίδας ἐθνικοῦ μέλλοντος, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ ἀναγνωρισθέντα ἐθνικὰ δίκαια παρὰ τῆς Βερολινείου συνθήκης. Ὁ δήμαρχος Ζακυνθίων Λ. Καῤῥέρ. Ὁ πρόεδρος τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου Α. Δ. Καραμπίνης». Ἀναδέχομαι ὅλην τὴν εὐθύνην διὰ τὴν πλήρη ἀλήθειαν τῶν ὅσα ἐκφράζω, ὅτι οὔτε ὑποδιαστολὴ δὲν εἶνε διαφορετικὴ ἀπὸ ὅ,τι εἶπον, καὶ ἀναδέχομαι πᾶσαν εὐθύνην, οὐχὶ περιφρουρούμενος ἀπὸ τὸ ἀνεύθυνον τοῦ βουλευτοῦ, ἀλλὰ ὡς ἁπλοῦς πολίτης ἀπέναντι πάσης ποινικῆς ἀρχῆς. Δὲν ἀνέφερον προχθὲς ταῦτα τοσοῦτον ἐμπεριστατωμένως, οὔτε ἐζήτησα, καθὼς ἤμην δικαιολογημένος, νὰ φέρω πρότασιν εἰδικὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἀλλ’ εἰς τὴν ῥύμην τῆς ὁμιλίας μου παρεπονέθην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι οὐδεμίαν πληροφορίαν μᾶς ἔδωκεν, οὔτε θέλει νὰ μᾶς δώσῃ περὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος, καὶ ὅτι ἐνῷ ἡμᾶς, τὴν Βουλὴν, δὲν πληροφορεῖ, μανθάνω ὅτι πληροφορεῖ τὰ δημοτικὰ συμβούλια, καὶ μοὶ ἀπαντοῦν ἀποτόμως, ὅτι εἶναι ψεῦδος. Παρατηρῶ, ὅτι ἡ ἔκφρασις αὕτη ἡ ἀπότομος μὲ ὑποχρεοῖ νὰ προχωρήσω περαιτέρω. Μοὶ εἶπον μάλιστα νὰ προχωρήσω· λέγω, ὁ νομάρχης Ζακύνθου προσεκάλεσε τὸν δήμαρχον... καὶ ἐδῶ σταματῶ, καὶ ἀποτεινόμενος πρὸς τοὺς ὑπουργοὺς τοὺς ἐρωτῶ, νὰ προχωρήσω; Προχωρήσατε ἀπαντοῦν. Δὲν ἀπεκάλυπτον λοιπὸν κανὲν πρᾶγμα ἰδιαίτερον, ἀπεκάλυπτον πρᾶγμα γενικῶς γνωστὸν καὶ εἰς τὰ δημοτικὰ συμβούλια καὶ τὸ ὁποῖον αὐτοὶ οἱ κύριοι ὑπουργοὶ μὲ ἐπροκάλεσαν ν’ ἀναφέρω. Καὶ διατί τὸ ἀνέφερον; Διότι ἔβλεπον διὰ τοῦ διαβήματος τούτου περιφρονουμένην εἰς τὸν ἔσχατον βαθμὸν τὴν Βουλὴν καὶ ἀναιρουμένην τὴν ὕπαρξίν της, ἔβλεπον ὅτι, ἐνῷ συνεδριάζει ἡ Βουλὴ, ἐγίνοντο κοινοποιήσεις περὶ τοῦ ἐθνικοῦ ζητήματος εἰς τὰ δημοτικὰ συμβούλια, καὶ ἐνῷ συνεδριάζει ἡ Βουλὴ καὶ ἡμεῖς ζητοῦμεν πληροφορίας, οὐδεμία μᾶς δίδεται πληροφορία. Ἔβλεπον δὲ, ὅτι ἐνῷ ἐπανειλημμένως εἴπομεν πρὸς τὴν κυβέρνησιν: ἔχεις ἀνάγκην τῆς ὑποστηρίξεως τῆς Βουλῆς, ἐδῶ εἶνε ἡ Βουλὴ, ὁμίλησε, εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα δὲν ὑπάρχει οὔτε συμπολίτευσις, οὔτε ἀντιπολίτευσις, καὶ ἔβλεπον, ὅτι αὐτὴν τὴν ἐνίσχυσιν δὲν ἀπετάθη ἡ κυβέρνησις νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ τὴν ἐζήτει ἀπὸ τὰ δημοτικὰ συμβούλια· καὶ ἡ ἐκμηδένισις αὕτη τῆς Βουλῆς δὲν ἐγένετο οὔτε ἐμμέσως οὔτε κεκαλυμμένως, ἀλλὰ φανερὰ, δημοσίᾳ, μὲ ὅλην τὴν ἐπισημότητα, ἐνώπιον τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν. Εἰς αὐτὰς ἡ κυβέρνησις ἀπευθυνομένη, λέγει, ἡ Βουλὴ ζητεῖ πληροφορίας περὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος; ἀλλὰ τὰς δίδω εἰς ὑμᾶς· ἡ Βουλὴ λέγει νὰ μὲ ὑποστηρίξῃ ἐπὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος, ἀλλ’ ἐγὼ περιφρονῶ τὴν ὑποστήριξιν ἐκείνην, καὶ ἐννοῶ τὴν ἰδικήν σας ὑποστήριξιν νὰ ζητήσω. Δὲν ἦτο ὅμως τοῦτο τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον μὲ ὑπεχρέωνε νὰ φέρω τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἐάν ἀπὸ τὸ διάβημα τοῦτο τῆς κυβερνήσεως ἔβλεπον καὶ μακρόθεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ προκύψῃ ὠφέλειά τις ὡς πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα, ἤθελον εἴπει ἐγὼ πρῶτος, ἂς ὑποφέρῃ ἡ Βουλὴ οἱανδήποτε ταπείνωσιν, ἀλλ’ ἔβλεπον, ὅτι τοῦτο δὲν ἦτο ὄφελος, ὅτι ἦτο διάβημα γελοῖον, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται παρὰ νὰ φέρῃ καὶ ἀποτελέσματα ὡς πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα, καὶ αὐτὴν τὴν γνώμην ἔχει καὶ ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν. Εἰς τὸ αὐτὸ φύλλον τῆς ἐφημερίδος του, εἰς τὸ ὁποῖον κατεχώρισε τὸν κατ’ ἐμοῦ βίαιον λόγον του, προτάττει ἡ ἐφημερίς του τὸ ἑπόμενον διάφορον: «Μέχρι προχθὲς ἠξεύραμεν, ὅτι νῦν ἐπελήφθησαν τῆς ὁριστικῆς λύσεως τοῦ ἑλληνοτουρκικοῦ ζητήματος αἱ μεγάλαι Δυνάμεις· χθὲς ὅμως ἐμάθομεν ἐκ τῆς τοῦ κ. Λομβάρδου ἀγορεύσεως ὅτι ἐπελήφθη αὐτῆς τὸ δημοτικὸν συμβούλιον Ζακύνθου. Τὸ πρᾶγμα ὅμως πρέπει, ὡς ὑποθέτομεν, νὰ εὐχαριστῇ τόν τε κ. Λομβάρδον καὶ κ. Τρικούπην, διότι προνοοῦντος ἤδη τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου Ζακύνθου περὶ τοῦ ζητήματος, τῇ ἀρωγῇ καὶ τοῦ κόμητος ἁγίου Διονυσίου, κατέστησαν περιτταὶ αἱ κοπιώδεις κατὰ τῶν κυβερνώντων αἰτιάσεις.» Ὑπὸ τοιαύτην χλεύην ἔπρεπε νὰ παρουσιασθῇ τὸ νέον αὐτοσχεδίασμα· ἀλλὰ τὴν χλεύην, ἀξιότιμε κ. Ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν, δὲν ἔπρεπε ν’ ἀπευθύνητε κατὰ τοῦ δημάρχου καὶ τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς Ζακύνθου. Δὲν εἶναι ἄξιος χλεύης, διότι τὸ διάβημα αὐτὸ ἔκαμαν, ὑπακούσαντες εἰς τὴν πρόσκλησιν τῆς κυβερνήσεως. Ἴσως ὁ δήμαρχος Ζακύνθου θὰ ἔκαμνε καλλίτερα, ἂν, ὡς ἠρνήθη νὰ βάλῃ εἰς τὸ τηλεγράφημα τὴν διαβεβαίωσιν, ὅτι ἤθελεν ἀντιταχθῆ ὁ δῆμος τῶν Ζακυνθίων καὶ ἤθελε πολεμήσει διὰ πάσης θυσίας, ἤθελεν ἀρνηθῆ καὶ ὅλως διόλου νὰ στείλῃ τὸ τηλεγράφημα αὐτό, καθὼς ἔκαμαν ἄλλοι δήμαρχοι, πρὸς τοὺς ὁποίους τὰ αὐτὰ παρηγγέλθησαν. Ὁ δήμαρχος Ζακύνθου ὅμως, ἂν ἤκουσε τὴν φωνὴν τοῦ νομάρχου λαλοῦντος ἐπ’ ὀνόματι τῆς κυβερνήσεως, δὲν εἶναι ἄξιος μομφῆς, καὶ ἂν τὸ πρᾶγμα ἦναι γελοῖον, δὲν πρέπει νὰ κατηγορηθῇ ὁ δήμαρχος, ἀλλ’ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι τὸ ἔπραξαν καὶ τὸ ἐζήτησαν ὡς ζήτημα πατριωτικόν. Εἶπον, ὅτι τὸ γελοῖον τοῦτο διάβημα, τὸ γελοῖον τοῦτο αὐτοσχεδίασμα δὲν δύναται κατ’ ἐμὲ παρὰ νὰ φέρῃ κακὰ ἀποτελέσματα εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα τὸ ἐκκρεμές· διότι ὁ ἀσθενὴς, εἰς στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ ἀποφασισθῇ περὶ τῆς τύχης του ἐκ μέρους ἰσχυρῶν διαφωνούντων περὶ αὐτοῦ, ἄλλην ἐλπίδα δὲν ἔχει, παρὰ νὰ ἐμπνεύσῃ εἰς αὐτούς, ἂν οὐχὶ τὸν σεβασμόν, τοὐλάχιστον τὴν συμπάθειαν· ἀλλ’ ὑπὸ τὸ πρόσωπον τοῦ γελοίου παρουσιαζόμενος, δὲν θέλει ἔχει παρὰ νὰ ἴδῃ περιφρόνησιν ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς, ἀποθαῤῥύνων τοὺς φίλους, τοὺς ὁποίους ἤθελεν ἔχει πρὸς ὑπεράσπισίν του. Ταῦτα πάντα ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις ἔλαβον ὑπὸ σκέψιν καὶ ἐνόμιζον, ὅτι ὤφειλον νὰ κάμω προσεκτικὴν τὴν Κυβέρνησιν, καὶ τὸ ἔκαμα μὲ ὅλην τὴν προφύλαξιν, χωρὶς νὰ φέρω εἰδικὴν ἐπερώτησιν ἢ πρότασιν. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν σᾶς ὡμίλησεν, εἶπε διὰ νὰ σᾶς καθησυχάσῃ, καὶ τί σᾶς εἶπεν; «Ἂν ὁ νομάρχης τὰ τηλεγραφήματα τὰ δημοσιευόμενα ἐν ταῖς ἐφημερίσι θεωρῇ ὡς εἰδήσεις τῆς Κυβερνήσεως, τὸν συγχαίρω. Δὲν εἶναι λοιπὸν διάβημα τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι διάβημα τοῦ νομάρχου; Μετ’ εὐχαριστήσεως ἤθελον παραδεχθῆ τὸ τοιοῦτον, ἂν ἠδύνατο νὰ ὑποστηριχθῇ, καὶ ἂν μόνος ὁ νομάρχης Ζακύνθου μεταξὺ ὅλων τῶν νομαρχῶν ἤθελε κάμει τοῦτο, ὡς ὑπαινίσσεται ὁ Ὑπουργὸς· τότε μόνον ἠδύνατο νὰ μοὶ εἴπῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ὁ νομάρχης ἀφ’ ἑαυτοῦ ἐνήργησεν, ὅταν ὁ Ὑπουργὸς ἀντὶ πάσης ἄλλης ἀπαντήσεως ἤθελε φέρει τὸν νομάρχην ἐνώπιον τῶν ποινικῶν ἀρχῶν, ἵνα τιμωρηθῇ, διότι ἐκεῖνος ἐσφετερίσθη οὐ μόνον τὴν ἐξουσίαν τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐξουσίαν τοῦ Βασιλέως καὶ τὰ δικαιώματα τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ. Δὲν εἶναι ἓν μόνον ἔγκλημα, τὸ ὁποῖον διέπραξεν, εἶναι πολλά· δὲν παρεβίασε μόνον μίαν διάταξιν τοῦ θεμελιώδους νόμου, ἀλλὰ πολλάς. Ἀλλ’ ἤδη ὁ νομάρχης Ζακύνθου δὲν εἶναι ὁ μόνος ἐνεργήσας ταῦτα. Καὶ ἄλλαι διοικητικαὶ ἀρχαὶ ἀπετάθησαν πρὸς ἄλλας δημοτικὰς ἀρχάς, καὶ τὰ αὐτὰ ἀπῄτησαν ὡς ὁ νομάρχης Ζακύνθου ἀπὸ τὸν δήμαρχον Ζακυνθίων. Ὅλοι οὗτοι λοιπὸν οἱ νομάρχαι ἐνήργησαν αὐτοκεφάλως, συνεννοηθέντες ἐν ἀγνοίᾳ σας; Εἰς τοιοῦτον βαθμὸν λοιπὸν σᾶς ἔφυγεν ἡ διοικητικὴ ἐξουσία ἀπὸ τὰς χεῖρας; Καὶ τί ἐπράξατε ὑμεῖς, ὅπως τιμωρήσητε τὰ πολλαπλᾶ αὐτὰ καὶ μεγάλα ἐγκλήματα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσιν αἱ πράξεις αὗται: Ἠθέλησε νὰ σᾶς καθησυχάσῃ ὁ κ. ὑπουργὸς, καὶ ἐπετέθη ἐναντίον μου ὡς πρὸς τὸ ἂν ἦναι ἀληθὴς ἢ δὲν ἦναι ἡ πρότασις περὶ ἀποκλεισμοῦ Τρικάλων, Μετσόβου καὶ Ἰωαννίνων. Ἠκούσατε τὴν διαβεβαίωσιν, τὴν ὁποίαν μᾶς ἔδωκε προχθὲς, ἠκούσατε τὰ ὅσα μᾶς εἶπε σήμερον, ὅτι ἐλπίζει τὴν ταχεῖαν καὶ εὐτυχῆ λύσιν τοῦ ζητήματος. Αὐτὰ εἶναι διαβεβαιώσεις τῆς Κυβερνήσεως τὴν Παρασκευὴν καὶ σήμερον. Ἄλλαι διαβεβαιώσεις ὅμως ἦσαν ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας ἔδωκαν οἱ νομάρχαι ἐνώπιον τῶν δημάρχων, σχεδὸν ταὐτοχρόνως. Ποῖαι εἶναι αἱ ἀκριβέστεραι; Εἰς ποίας πρέπει νὰ πιστεύσωμεν; Τοιαῦτα εἶναι τὰ πράγματα, καὶ τοιούτων ὄντων τῶν πραγμάτων, ἐπετρέπετο εἰς τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τοιαῦτα νὰ εἴπῃ ἢ τοιαύτας φράσεις, καὶ μὲ τοιαύτας λέξεις; Δὲν θέλω νὰ λύσητε τὸ ζήτημα, διότι βεβαίως τὸ ἐλύσατε πρὸ πολλοῦ, ἀλλ’ ἀφίνω νὰ τὸ λύσῃ, ἂν δύναται, ἡ συνείδησις τοῦ κ. ὑπουργοῦ καὶ τῶν συναδέλφων του.
§22ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν προχθὲς εἶπεν, ἐπαναλαμβάνω καὶ ἐγὼ σήμερον, ὅτι οὔτε ἀμέσως, οὔτε ἐμμέσως ἔχομεν πληροφορίας, ὅτι κυβέρνησίς τις ἐζήτησεν ἢ ἐπεθύμησε τὸν ἀποκλεισμὸν τῶν Ἰωαννίνων, τοῦ Μετσόβου καὶ Τρικάλων ἐκ τῶν ἑλληνικῶν ὁρίων· ἑπομένως ἠδυνάμεθα, μὴ ἔχοντες οὐδεμίαν εἴδησιν, νὰ παρουσιασθῶμεν εἰς τὴν βουλὴν νὰ ποιήσωμεν περὶ τούτου λόγον καὶ νὰ ζητήσωμεν ἀπόφασιν; Πῶς ἠδυνάμεθα νὰ ζητήσωμεν τὴν συνδρομὴν καὶ ὑποστήριξιν ὑμῶν ἐπὶ γεγονότος ἀνυπάρκτου δι’ ἡμᾶς; Διαψεύδω μὲ τὸν ἐπισημότερον τρόπον τὰ παρὰ τοῦ κ. Λομβάρδου λεχθέντα, ὅπως ἐξέθεσε τὰ γεγονότα, ἔχω δὲ ἀνὰ χεῖρας τηλεγράφημα τοῦ Νομάρχου Ζακύνθου, τὸ ὁποῖον δὲν φέρω ἀτυχῶς μαζύ μου, δι’ οὗ ἐξιστορεῖ κατὰ τίνα τρόπον ἔλαβε χώραν ὁμιλία τις φιλικὴ μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ δημάρχου· ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν τῆς Ἀγγλίας ἐξέφρασε τὴν ἰδέαν ἢ τὴν ἐπιθυμίαν ν’ ἀφαιρεθῶσιν αἱ χῶραι αὗται ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα οὔτε τὸ εἶπεν, οὔτε τὸ ἐπίστευσεν. Ἀλλ’ ἂν, κύριοι, καὶ τοιοῦτό τι ἔλαβεν εἰς ἰδιαιτέραν ὁμιλίαν χώραν, τί τὸ κακὸν καὶ τὸ γελοῖον; τὸ κακὸν ἴσως ὑπάρχει ἐν τῇ ἀποκαλύψει τῆς μυστικῆς ὁμιλίας τοῦ νομάρχου καὶ δημάρχου, καὶ ἐν τῇ δημοσιεύσει αὐτῇ ἐνώπιον τοῦ κοινοβουλίου εἰς τὸν κόσμον. Καὶ δὲν ἤξευρε βεβαίως ὁ δυστυχὴς νομάρχης, ὅτι ὑπῆρχον εἰς τὴν Ζάκυνθον κατάσκοποι τῶν Τούρκων, οἱ ὁποῖοι ἤθελον σπεύσει νὰ καταγγείλωσιν ἀπὸ τοῦ βήματος ἓν ἀπόῤῥητον· τοῦτο ἔλαβε χώραν καὶ ἀλλοῦ, λέγουν, τὸ ἀπεκάλυψεν ὅμως ἀπὸ τοῦ βήματος Ζακύνθιος. Ὑποθέτω, κύριοι, ὅτι τῳόντι ἐζητήθη ἔκφρασις καὶ ἐκ μέρους τοῦ λαοῦ, καὶ εἶπεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἀφοῦ ἐπιθυμεῖ ὁ λαὸς, ὁ ὁποῖος πολλάκις περὶ τούτου πρὸς αὐτὴν ἀπετάθη καὶ ἀμέσως καὶ ἐμμέσως καὶ διὰ τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν, νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην του, νὰ ἐκφράσῃ τὴν ἰδέαν του, ἰδέαν, εἰς τὴν ὁποίαν πιστεύει πᾶς Ἕλλην, νὰ τὴν ἐκφράσῃ κατ’ αὐτὸν τὸν τύπον· ἂς εἴπῃ, ὅτι ἀπαιτεῖ τὰ Ἰωάννινα, ἡ Λάρισσα καὶ τὸ Μέτσοβον νὰ γείνωσιν Ἑλλάς. Ὁ κ. Λομβάρδος τὴν γνώμην αὐτὴν ἐφοβήθη, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐπηρεάσῃ κατά τι καὶ νὰ κλίνῃ τὴν πλάστιγγα ὑπὲρ ἡμῶν, καὶ ἔσπευσε νὰ τὴν καταγγείλῃ καὶ νὰ βεβαιώσῃ ὅτι ὁ λαὸς δὲν φρονεῖ τοῦτο, ὅτι εἶναι ὑπαγόρευσις τῆς Κυβερνήσεως, καὶ οὐχὶ ἔκφρασις ἢ ἰδέα τοῦ λαοῦ. Ἰδοὺ ἡ πατριωτικὴ πρᾶξις, τὴν ὁποίαν ἐκτελεῖ ὁ Βουλευτὴς Ζακύνθου σήμερον· ἂν τὸ πρᾶγμα ἦναι γελοῖον καὶ ἡ ἐνέργεια ἦναι κακὴ, τὸ γελοῖον κεῖται εἰς τὴν ἀποκάλυψιν, καὶ τὸ κακὸν εἰς τὴν δημοσίαν διάψευσιν. Ἐὰν τῳόντι ἦσθε πατριῶται καὶ ἐβλέπετε ὅτι σχεδιάζεται κἄτι τι γελοῖον, ἀλλὰ μὲ πρόθεσιν καλὴν, μὲ σκοπὸν πατριωτικὸν, ὠφείλετε νὰ τὸ καλύψητε, νὰ ἐπιζητήσητε τὴν διόρθωσιν· δὲν ἀποκαλύπτουσι τὴν γύμνωσιν τῆς πατρίδος. Ἀλλὰ διατὶ τὸ ἀπεκάλυψαν; Σᾶς τὸ εἶπον, διότι ἡ ἀποκάλυψις, εἶναι βέβαιοι, θέλει ἔχει κακὰς συνεπείας· ἔσπευσαν νὰ τὸ ἀποκαλύψουν λοιπὸν διὰ τὰς συνεπείας αὐτάς. Κύριοι, ὁσάκις ἠρωτήθημεν περὶ τῶν ἐπιθυμιῶν ἡμῶν καὶ περὶ τῶν ἐπιθυμιῶν, τὰς ὁποίας ἀνακαλύπτομεν εἰς τὸν λαὸν, εἴπομεν καὶ ἐπαναλαμβάνομεν, ὅτι ἡ κοινὴ ἀπαίτησις εἶναι ὥστε τὰ ὅρια τῆς Ἑλλάδος νὰ ἐκταθῶσι πέραν τῶν Ἰωαννίνων, τοῦ Μετσόβου καὶ τῶν Τρικάλων, καὶ τὴν γνώμην ταύτην ἐξηγήσαμεν ὁσάκις ὑπῆρξεν ἀνάγκη νὰ ἐκφρασθῶμεν· τὴν γνώμην ταύτην ἐπετρέψαμεν, ἐρωτηθέντες, καὶ ὁ λαὸς νὰ ἐκφράσῃ. Ὁ κ. Λομβάρδος ὅμως ἰσχυρίζεται, ὅτι δὲν εἶναι γνώμη καὶ ἐπιθυμία τοῦ λαοῦ, ἀλλ’ ἰδική μας ὑπαγόρευσις. Μέχρι τοιούτου βαθμοῦ ἀπονοίας δὲν ἤλπιζον ὅτι ἤθελεν Ἕλλην φθάσει ποτέ! Καὶ ἂν ἐβλέπετε ὅτι ἤθελεν ἔχει σημασίαν τινὰ ἡ γνώμη αὕτη παρουσιαζομένη ὡς γνώμη τοῦ λαοῦ, ὠφείλετε νὰ τὴν ὑποστηρίξητε· καὶ ἂν ἐπροβλέπετε, ὅτι, ἀνακαλύπτοντες ὅτι δὲν εἶνε αὕτη ἡ αὐθόρμητος κοινὴ γνώμη, ἠθέλετε προκαλέσει συνεπείας κακὰς, ὡς λέγετε, ὠφείλετε νὰ μὴ ἔλθητε ἐπὶ τοῦ βήματος ν’ ἀποκαλύψητε τοῦτο, ἢ τοὐλάχιστον ὠφείλετε νὰ παρουσιάσητε ἀκριβέστερον τὰ πράγματα καὶ ὡς ἔλαβον χώραν, νὰ μὴ τὰ παρουσιάζητε ὅμως πλαστογραφημένα· φέρω ὡς ἀπόδειξιν αὐτὸ τὸ τηλεγράφημα τοῦ Νομάρχου, τὸ ἀνέγνωσαν πολλοὶ βουλευταί. Ὁ κ. Νομάρχης διηγεῖται, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι εἰς ὁμιλίαν τινὰ μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ δημάρχου, εἶπεν εἰς τὸν δήμαρχον: καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας τὸ ζήτημα δὲν πηγαίνει καλὰ, τὰ τηλεγραφήματα, τὰ ὁποῖα ἀνέγνωσα τοῦ «Χαβᾶ», ἐπαναλαμβάνουσιν, ὅτι μέρη τινὰ ἀποκλείονται· εἶμαι γνώμης καὶ ὁ λαὸς τῆς Ζακύνθου νὰ διαμαρτυρηθῇ. Οὕτως ὁ κ. Νομάρχης ὡμίλησε μετὰ τοῦ δημάρχου. Ἀλλ’ ὑποθέσατε, ὅτι ἐκ Ζακύνθου μᾶς ἔλεγον: ἔχομεν σκοπὸν νὰ ἐκφράσωμεν τὴν γνώμην ἡμῶν περὶ τοῦ ζητήματος· δὲν ἔπρεπε νὰ τοῖς ὑποδείξωμεν τοὐλάχιστον τὸν τύπον καὶ νὰ τοῖς κανονίσωμεν τὸν τρόπον; Ἂν συνέβη τοιοῦτό τι, ὁ κ. Λομβάρδος ἔπρεπε νὰ διαψεύσῃ τὰ γεγονότα, νὰ παραμορφώσῃ τὰ πράγματα, νὰ παρουσιάσῃ ὡς γελοίαν καὶ ψευδῆ τὴν ἐνέργειαν ταύτην, καὶ οὕτω νομίζει ὅτι ὑπηρετεῖ τὴν πατρίδα; Ἐπιθυμῶ νὰ μοὶ εἰπῆτε: ἂν ὑπῆρχε τοῦρκος κατάσκοπος ἢ ὑπάλληλος, ὅστις ἐπρόκειτο νὰ δώσῃ πληροφορίας περὶ τοιούτων πραγμάτων, ἠδύνατο νὰ δώσῃ χειροτέρας ἀπὸ αὐτὰς τὰς ὁποίας ἔδωκεν ὁ κ. Λομβάρδος; Αὐτὸ ἀρκεῖ.
§23ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὑπέθετον, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς ἤθελεν ἐρεθισθῆ ἀπὸ τὴν ἔκθεσιν τῶν διατρεξάντων· ἀλλὰ δὲν ὑπέθετον ποτὲ, ὅτι ἤθελεν ἐρεθισθῆ εἰς τοιοῦτον βαθμὸν, εἰς τὸν ὁποῖον τὸν εἴδετε ἐρεθισμένον καὶ εἰς τὸν ὁποῖον εἶπεν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπε, καὶ ἂς μοὶ ἐπιτραπῆ νὰ εἴπω, ὅτι δὲν τὰ ἐσκέφθη. Οὔτε τοῦρκος κατάσκοπος, οὔτε τοῦρκος πρέσβυς ἦτο ἀνάγκη νὰ ἦναι ἐντὸς τῆς Βουλῆς ἢ ὅπου ἀλλοῦ, ἵνα μάθῃ τὰ γενόμενα ἐνώπιον τοσούτων δημοτικῶν ἀρχῶν· τὰ πράγματα δὲν ἦτο κρυφὰ, τὰ πράγματα ἦσαν δημόσια καὶ εἰς τὴν Ζάκυνθον καὶ εἰς τὰ ἄλλα μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα ἀπετάθητε. Εἶναι ἐκεῖ ἀντιπρόσωποι τῶν ξένων, οἱ ὁποῖοι πληροφοροῦνται ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν μὲ τὴν μεγαλειτέραν ἀκρίβειαν τὰ ὅσα γίνονται· καὶ ὑπάρχουν οἱ ἄνθρωποι, εἰς τοὺς ὁποίους ἀπετάθητε, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν τὴν συνήθειαν νὰ βαστοῦν τὸ στόμα των κεκλεισμένον, καὶ πρὶν μάθωμεν ἡμεῖς ἐδῶ τὰ συμβάντα τῆς 24 φεβρουαρίου ἀπὸ τὴν Ζάκυνθον καὶ ἀλλαχόθεν, ἦσαν γνωστὰ παντοῦ εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Δὲν ἀνεκαλύψαμεν, ἐπαναλέγω, πράγματα κεκρυμμένα, ἀνεφέρομεν πρᾶγμα δημόσιον, τὸ ὁποῖον ἤξευρον καὶ Ἕλληνες καὶ ξένοι, καὶ ἐντόπιοι καὶ μὴ ἐντόπιοι· ἀνεκαλύψαμεν πρᾶξιν, τὴν ὁποίαν αὐτὴ ἡ ἐφημερὶς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν ἐχαρακτήρισεν ὡς γελοίαν καὶ διὰ τὴν ὁποίαν ἐξηκολούθει ἡ ἐφημερὶς νὰ προσβάλλῃ ἀθώους καὶ νὰ τοὺς ἐμπαίζῃ. Δὲν σᾶς εἶπα, ὅτι ἐκάματε κακὸν ν’ ἀποταθῆτε πρὸς τὸν λαὸν, διότι, ἐὰν ἐσεῖς ἔχητε πατριωτισμὸν, ἔχομεν καὶ ἡμεῖς ἀνώτερον ἢ τοὐλάχιστον ἴσον, καὶ ἐνηργήσαμεν διὰ τὴν ἰδέαν τὴν ἐθνικὴν οὐχὶ καθήμενοι ἐπὶ ἑδωλίων ὑπουργικῶν, χαίροντες ἀπολαύσεις ἀλλ’ ἐνηργήσαμεν ἔχοντες ἐνώπιόν μας ἀκατάβλητον Δύναμιν, εἰς τῆς ὁποίας τὸ πρόσωπον ὑπεστηρίζομεν τὴν ἐθνικὴν ἰδέαν, καὶ ἐκ τῆς ὁποίας δὲν ἀνεμένομεν ἢ νὰ ἐξορισθῶμεν εἰς τὴν ἐρημόνησον ἢ ν’ ἀπαχθῶμεν εἰς τὴν ἀγχόνην· καὶ ἀποτέλεσμα τῆς πολυετοῦς ἐνεργείας μας ταύτης εἶναι, ὅτι δὲν ἔχομεν νὰ δείξωμεν πλοῦτον, ἀλλὰ μόνον τὸ ἐπανωφόρι αὐτό, τὸ ὁποῖον φοροῦμεν. Δὲν κατασκοπεύομεν ἡμεῖς τὴν πατρίδα, ἀλλ’ ἐδείξαμεν διὰ πραγμάτων, ὅτι εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ θυσιασθῶμεν ὑπὲρ αὐτῆς. Πονοῦμεν ὅταν βλέπωμεν ἄστοργον καὶ ἀνόητον πολιτικὴν παίζουσαν μὲ τῆς πατρίδος τὰς τύχας, ὅταν βλέπωμεν τὸ αὐτοσχεδίασμα σήμερον μὲν νὰ μᾶς φέρῃ εἰς τὴν ἀποστολὴν τῆς Πάτμου καὶ αὔριον εἰς τὰ δημοτικὰ συμβούλια. Ἂν τῳόντι ἠθέλαμεν νὰ ἐπιτεθῶμεν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως χωρὶς νὰ λαμβάνωμεν ὑπ’ ὄψιν μεγαλείτερα συμφέροντα, ἠδυνάμεθα ν’ ἀποκαλύψωμεν ἄλλα ἔτι χείρονα περὶ τῶν ὁποίων ἔχομεν πλήρεις τὰς ἀποδείξεις, ἀλλ’ ἤδη, ὅτε τὸ πρᾶγμα ἔφθασεν ἐκεῖ ὅπου ἔφθασε καὶ βλέπομεν τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα μὲ ποῖον τρόπον ἡ ἐφημερὶς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τὸ ἐθεώρησε...
§24ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ «Πρωΐα» δὲν γράφεται ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν.
§25ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἴχομεν δικαίωμα νὰ παραπονεθῶμεν, ὅτι ὁ τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖον ἐπροσπαθήσατε νὰ πιστοποιήσητε ἓν γεγονός, δὲν εἶναι ὀρθός. Ἡ ἔκφρασις τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ 5 μῆνας κάθηνται ἐνταῦθα καὶ ζητοῦν νὰ μάθουν τὶ γίνεται τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα, ἠδύνατο πλειότερον νὰ μᾶς χρησιμεύσῃ. Ἐὰν θέλητε ἀκόμη ν’ ἀμφισβητήσητε τὴν ἀκρίβειαν αὐτῶν τὰ ὁποῖα εἶπον, φέρατε πρότασιν, τὴν ὁποίαν θέλω ὑποστηρίξει, νὰ συστηθῇ μία ἀνακριτικὴ ἐπιτροπὴ, ἥτις νὰ ἐξετάσῃ τὸ γεγονὸς, καὶ θέλετε ἰδεῖ, ὅτι αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἶπον εἶναι ὅλα ἀληθῆ. (Θόρυβος.) Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 7 μ. μ.