1880.02.29
1.918 στίχοι · 15.873 λέξεις · 139 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 82
τῆς 29 Φεβρουαρίου 1880.
(Παρασκευή.)
Ὥρα 2 μ. μ.
Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας καὶ ἐνεκρίθησαν.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀποστέλλει τὰς καταστάσεις τῶν καταταχθέντων ἐφέδρων καὶ ἐθνοφυλάκων, ἐμφαινούσας καὶ τὸν χρόνον τῆς ὑπηρεσίας ἑκάστου. Πολλοὶ συγγραφεῖς καὶ ἐκδόται βιβλίων καὶ ἐφημερίδων ἐξαιτοῦνται νὰ μὴ συμπεριληφθῇ εἰς τὴν διὰ τοῦ νέου δασμολογίου αὔξησιν τὸ τέλος ἐπὶ τοῦ τυπογραφικοῦ χάρτου. Θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπιτροπὴν ἡ ἀναφορά των. Ὁ πρώην Βουλευτὴς Δ. Τυπάλδος Ἰακωβάτος ζητεῖ ἀποζημίωσιν διὰ τὴν παρελθοῦσαν ἔκτακτον Σύνοδον. Θὰ παραπεμφθῇ ἡ αἴτησίς του εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ λογιστικοῦ ἐπιτροπήν. Ὁ ἐκ Τζουμέρκας πρόσφυξ Ἀθ. Γιώτης ζητεῖ βοήθημα. Θὰ παραπεμφθῇ ἡ ἀναφορά του εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν. Ὁ Δ. Χαρατζῆς ἀποστέλλει ἐκ Κωνσταντινουπόλεως ὑπόμνημα περὶ βελτιώσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Θὰ κατατεθῇ εἰς τὸ γραφεῖον. Πολλοὶ κατάδικοι τῶν φυλακῶν Παλαμηδίου ὑπέβαλον ἀναφοράν, δι’ ἧς παρακαλοῦσι νὰ συστηθῶσιν ὡς ἄξιοι χάριτος. Θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν ἐπιτροπήν.
§2ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὑποβάλλω τὴν ἐγκύκλιον, δι’ ἧς ἀνεκλήθη ἡ χορηγηθεῖσα ἄδεια εἴς τινα μεσίτην πρὸς ἀντικατάστασιν τῶν κληρούχων, συνεπείᾳ ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Κορωναίου. Ὁ προϋπολογισμός, κύριοι, δὲν ἐψηφίσθη εἰσέτι, ἀλλ’ οὔτε πίστωσιν ἔχομεν διὰ τὸν μῆνα. Ἐν τούτοις ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν καὶ ἐνταῦθα οἱ πρόσφυγες μᾶς κατεπολιόρκησαν· ἀπὸ τὰς ἐπαρχίας δὲ μοὶ γράφουν, ὅτι θ’ ἀποθάνουν τῆς πείνης. Παρακαλῶ τὴν Βουλήν, ἵνα ἐγκρίνῃ νὰ χορηγήσωμεν εἰς αὐτοὺς βοήθημα, διὰ νὰ ζήσουν.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ζητεῖ τὴν συγκατάθεσιν τῆς Βουλῆς, ὅπως καὶ πρὸ τῆς ψηφίσεως τῆς πιστώσεως διὰ τὸν μῆνα Μάρτιον δυνηθῇ νὰ διαθέσῃ ὑπὲρ τῶν προσφύγων τὸ δωδεκατημόριον. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§4ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ πιστώσεως πρὸς πληρωμὴν τῶν ἐξόδων τοῦ μηνὸς Μαρτίου. Ἐπειδὴ τὸ ἐχαρακτήρισεν ὡς κατεπεῖγον ἡ Βουλή, νομίζω, ὅτι θὰ ἐπιτρέψῃ νὰ γείνῃ ἤδη ἡ ἀνάγνωσις πρὶν ἢ τυπωθῇ ἡ ἔκθεσις. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§6ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι. (Ἀναγινώσκεται τὸ Νομοσχέδιον καὶ γίνεται δι’ ἀναστάσεως δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον.)
§7ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Θ’ ἀπευθύνω μίαν ἐρώτησιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν. Πρὸ ἑνὸς περίπου ἔτους πλοῖον Κυθηραϊκόν, ἐλλιμενισμένον εἰς Ἑλλήσποντον, ἐλῃστεύθη ὑπὸ στρατιωτικοῦ ἀποσπάσματος Τουρκικοῦ καὶ διηρπάγη· λαβόντες δὲ οἱ λῃσταὶ οὗτοι τὸ πλοῖον, ἀνεχώρησαν, σφάξαντες καὶ δύω ναύτας κατὰ τὸν πλοῦν, οἵτινες ἦσαν ἐντός. Ὁ πλοίαρχος, ὅστις εὑρίσκετο ἔξω, ἔλαβε λέμβον καὶ τοὺς κατεδίωξε, ζητήσας καὶ τὴν συνδρομὴν μιᾶς φρεγάτας Ἀγγλικῆς, ἥτις ἦτο ἐκεῖ. Ἡ φρεγάτα ὥπλισε μίαν λέμβον, εἰς ἣν εἰσῆλθε καὶ ὁ πλοίαρχος, μετ’ ὀλίγον δὲ συνελήφθη τὸ πλοῖον, ὁ δὲ Ἄγγλος ἀξιωματικὸς παρέδωκεν εἰς τὰς Τουρκικὰς ἀρχὰς τοὺς λῃστὰς ἐκείνους, οἵτινες ἐφυλακίσθησαν, ἐδικάσθησαν καὶ κατεδικάσθησαν εἰς ἑνὸς ἔτους φυλάκισιν περίπου, ὡς νομίζω. Ἀλλ’ οὐδεμία ἐδόθη ἀποζημίωσις οὔτε διὰ τὸ πλοῖον, οὔτε διὰ τὰ πράγματα, ἅτινα ἐλῃστεύθησαν, οὔτε διὰ τοὺς ἀνθρώπους, τοὺς ὁποίους ἐφόνευσαν. Πολλάκις ἀνεφέρθη ὁ πλοίαρχος εἰς τὴν πρεσβείαν, ζητῶν ὅπως ἡ πρᾶξις θεωρηθῇ διεθνής, ἀλλ’ ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις ἐθεώρησεν αὐτὴν ὡς ὑπαγομένην εἰς τὴν κοινὴν δικαιοσύνην. Ἐρωτῶ ἤδη τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, εἶναι δυνατὸν νὰ παρέλθῃ μία τοιαύτη πρᾶξις μὲ τοιαύτην ἀπόφασιν, καὶ δὲν πρέπει νὰ θεωρηθῇ διεθνής, ἀφοῦ Τοῦρκοι στρατιῶται διέπραξαν αὐτήν;
§8Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὴν ἔκβασιν τῆς δίκης κατὰ τῶν λῃστοπειρατῶν αὐτῶν δὲν μοὶ ἀνήγγειλεν εἰσέτι ἡ ἐν Κωνσταντινουπόλει πρεσβεία. Γνωρίζω, ὅτι εἶχον συλληφθῆ οἱ αὐτουργοὶ, καὶ εἶχον δώσει ὁδηγίας εἰς τὴν Πρεσβείαν, ὅπως ἐπιζητήσῃ τὴν αὐστηρὰν τιμωρίαν αὐτῶν. Θέλω σπεύσει νὰ ἐρωτήσω τὴν πρεσβείαν ἂν ἐδικάσθη ἡ πρᾶξις καὶ ἂν τοιαύτη ἐπεβλήθη ποινὴ, καὶ θέλω δώσει τὰς ἀναγκαίας ὁδηγίας.
§9ΦΙΛΗΜΩΝ. Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Ἀμαρουσίου, Κηφισσίας, Χαλανδρίου καὶ Ἡρακλείου, παραπονουμένων διὰ τὴν κατάστασιν τῆς ἀγροτικῆς ἀστυνομίας. Οὗτοι εἶναι ἐκ τῶν τακτικωτέρων καὶ εἰς τὴν καταβολὴν τοῦ φόρου τοῦ αἵματος καὶ εἰς τὴν καταβολὴν τῶν ἄλλων φόρων, ἀλλὰ δὲν ἀπολαύουσιν ἀσφαλείας οὔτε τῶν προσώπων, οὔτε τῶν ἰδιοκτησιῶν των. Τοῦτο προέρχεται ἐκ τοῦ ὅτι ἡ ἀγροτικὴ ἀστυνομία ἔχει τὴν ἕδραν της ἐν Ἀθήναις, τὸ δὲ προσωπικὸν δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας, ἕνεκα τῆς μεγάλης ἐκτάσεως τῆς περιφερείας, ἥτις εἶναι εἰς τὴν δικαιοδοσίαν αὐτῆς. Ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἐν γνώσει τῶν περιστάσεων, διότι ἀπεστάλη καὶ πρὸς αὐτὴν παρομοία ἀναφορά.
§10ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἅμα μοὶ δοθῇ καιρὸς, θὰ ὑποβάλω μέτρον εἰς τὴν Βουλήν.
§11ΦΙΛΗΜΩΝ. Παρακαλῶ, ὅσον τάχιον, διότι τὰ μὲν χρηματικὰ βάρη εἶναι εἰς τὸν δῆμον, ἡ δὲ ἐκλογὴ τοῦ προσωπικοῦ εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἂν θὰ συνεδριάσῃ αὔριον.
§13ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τινὲς βουλευταὶ μοὶ ἐδήλωσαν, ὅτι δὲν θὰ ἔλθουν. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ συνεδριάσωμεν.
§15ΤΙΝΕΣ. Νὰ συνεδριάσωμεν.
§16ΕΤΕΡΟΙ. Ὄχι.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ γείνῃ αὔριον συνεδρίασις παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι.) Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὁ κ. Ἰακωβάτος; ἔχει τὸν λόγον.
§18Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, πόλεμος ἢ εἰρήνη! Οὕτω πως πρέπει ν’ ἀπευθυνθῶμεν πρὸς τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων, καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ μέσον, δι’ οὗ πρέπει νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης εἰς τὸ παρὸν Ὑπουργεῖον. Μακρὰν ἀφ’ ἡμῶν τὰ προσωπικὰ· ἕκαστος πρέπει νὰ ἀγορεύῃ καὶ σήμερον κατὰ τὴν σειρὰν τῶν ἰδεῶν, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξεν ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν. Ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι ἀφορμὴ τὴν σήμερον, ὅπως ἡ Βουλὴ δείξῃ τὴν ἐμπιστοσύνην της εἰς τὸ Ὑπουργεῖον· εἶναι εὐκαιρία, ἵνα εἴπῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον: σὲ ἐμπιστεύομαι ἢ δὲν σὲ ἐμπιστεύομαι, οὐχὶ διότι ὁ προϋπολογισμὸς ἔχει περισσοτέρας ἢ ὀλιγωτέρας ἑκατοντάδας δραχμῶν, ἀλλὰ δι’ ὅλην τὴν διαγωγὴν τοῦ Ὑπουργείου ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν. Ἠρώτησα ἂν θέλῃ ἡ Βουλὴ πόλεμον ἢ εἰρήνην, ἀλλὰ κατόπιν ἔρχεται τὸ ἄλλο ζήτημα, ἂν θέλῃ πόλεμον ἐπιθέσεως ἢ ἀμύνης· διότι, ἂν ἀποφασισθῇ ὁ πόλεμος τῆς ἀμύνης, καὶ ἐγὼ ψηφίζω ὑπὲρ τοῦ Ὑπουργείου, καὶ οὐχὶ τὸν προϋπολογισμὸν, ὃν μᾶς ἔφερεν, ἀλλὰ δεκαπλάσιον. Αὐτὰ τὰ αἰσθήματα τὰ ἐξέφρασα ἀπὸ τὰ 1861· ἀλλ’ ἐὰν πρόκηται περὶ πολέμου ἐπιθέσεως, οὐχὶ ἓν λεπτὸν περισσότερον νὰ παραχωρήσωμεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἀλλ’ οὐδὲ κὰν τὸν προϋπολογισμόν· καὶ δίκαιος ἂν ἦτο ὁ προϋπολογισμός, πρέπει νὰ τὸν ἀρνηθῶμεν, διότι τοιοῦτον εἶναι τὸ συνταγματικὸν καὶ κοινοβουλευτικὸν δίκαιον, τουτέστιν ὅτι τὸν προϋπολογισμὸν ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ τὸν ἀρνῆται εἰς Ὑπουργεῖον, ὅπερ δὲν χαίρει τὴν ἐμπιστοσύνην της, καὶ αὐτὸν τὸν προϋπολογισμὸν δύναται νὰ τὸν παραχωρῇ εἰς τὸ διάδοχον ἀπαραλλάκτως, καθόσον ἡ Βουλὴ δὲν φείδεται 2 ἢ 3 ἢ 5 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, ἀλλὰ θέλει, ὥστε τὸ Ὑπουργεῖον νὰ μεταχειρισθῇ τὰ ἱερὰ ταῦτα χρήματα τοῦ ἱδρῶτος τοῦ Ἔθνους καλῶς καὶ ὀρθῶς. Ἑπομένως ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ τὴν παρελθοῦσαν διαγωγὴν τοῦ Ὑπουργείου, καὶ ἐὰν παρέχῃ τὴν ἐμπιστοσύνην της εἰς αὐτὸ, ἂς παραχωρήσῃ τὸν προϋπολογισμὸν, ἄλλως ὄχι. Ἐγὼ μὲ ὅλον τὸ θάῤῥος δύναμαι ν’ ἀγορεύσω ὑπὲρ τῆς ἄρσεως τῆς ἐμπιστοσύνης ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου, διότι δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ αὕτη, καθ’ ἣν ὑπεβάλομεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὴν σειρὰν τῶν ἰδεῶν μας. Ἀλλὰ πῶς; Δὲν ἐπιθυμεῖς καὶ σὺ τὴν Κρήτην, τὴν Θεσσαλίαν, τὴν Ἤπειρον; Μάλιστα! Δὲν εἶναι Ἕλλην ὁ μὴ θέλων καὶ μὴ ἀπαιτῶν αὐτὰς, ὅλοι εἴμεθα σύμφωνοι· ἀλλὰ κατὰ τί διαφέρομεν; κατὰ τὰ μέσα, ἃ πρέπει νὰ μεταχειρισθῶμεν· καὶ ταῦτα ἐκτιμήσας πρὸ πολλῶν ἐτῶν εἶπον, διὰ τῆς εἰρηνικῆς ὁδοῦ, διότι πᾶσα ἄλλη ὁδὸς εἶναι ὀλεθρία καὶ ἀντεθνική. Ἐγένετο μέχρι τοῦ 1868 λόγος περὶ ἀμύνης, καὶ ἐγὼ ἐσυμφώνουν μὲ τὰς Κυβερνήσεις ἐκείνας, ἀλλὰ περὶ ἀμύνης καὶ οὐχὶ περὶ ἐπιθέσεως. Ἡ ἐπίθεσις εἶναι ἀντεθνικόν τι, ὅπως ἐξεφράσθην καὶ εἰς τὴν παροῦσαν Βουλὴν προηγουμένως· ὅτι δὲ αὐτὸ πάντοτε ἐπρέσβευον καὶ τὸ ὑπέβαλον λαμπρῶς εἰς τὴν Ἐθνικὴν Συνέλευσιν, σᾶς φέρω ἐδῶ τὸ λαμπρὸν ψήφισμα, ὅπερ ὑπέβαλον εἰς τὰ 1864. Εἰς τὴν Συνέλευσιν εἶπον, ὅτι ἀφετηρία τῆς Ἑλληνικῆς πολιτικῆς πρέπει νὰ ἦναι ἡ ἀπαίτησις Κρήτης, Θεσσαλίας καὶ Ἠπείρου, ἀλλὰ πῶς; εἰρηνικῷ τῷ τρόπῳ! ἐπειδὴ δὲ ἐνταῦθα ὑπάρχουν καὶ νέοι Βουλευταὶ καὶ κατὰ τὴν ἐκλογὴν καὶ κατὰ τὴν ἡλικίαν, οἵτινες δὲν γνωρίζουν τὴν τελευταίαν ἱστορίαν τῆς πατρίδος, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ συγχωρήσῃ ν’ ἀναγνώσω τὸ ψήφισμα, ὅπερ ὑπέβαλον: «Ἡ ἐν Ἀθήναις Βʹ. Ἐθνικὴ τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις. «Μελετῶσα εὐγνωμόνως τὸ τεράστιον ἔργον τῆς ἑνώσεως τῆς Ἑπτανήσου καὶ τῆς Ἑλλάδος καὶ κλίνουσα γόνυ καρδίας ἐνώπιον τῆς θείας Μεγαλειότητος ἐπὶ τοιαύτῃ εὐεργεσίᾳ· Ὁμολογοῦσα ταύτην τὴν εἰρηνικὴν ἕνωσιν ἔργον πατριωτισμοῦ μὲν ἐθνικοῦ, πολιτικῆς δὲ σοφῆς καὶ δικαίας, συμφώνου πρὸς τὰς ἀρχὰς τῶν ἐθνοτήτων, τῆς ἠθικῆς καὶ τῆς προόδου· Δικαιουμένη ἅμα νὰ θεωρῇ τὴν ἕνωσιν τῆς Ἑπτανήσου καὶ τῆς Ἑλλάδος ἀρχὴν τῆς ἰσοῤῥοπίας τῆς Ἀνατολῆς καὶ τῆς ἐντεῦθεν ἀσφαλείας τῆς Εὐρώπης· Προσδοκῶσα δὲ συνεπῆ εἰς τὸ ἀξιομνημόνευτον τοῦτο ἔργον τὴν πολιτικὴν τῶν εὐεργετίδων τῆς Ἑλλάδος Δυνάμεων ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς ἀνθρωπότητος· Ἀναπέμπει ταπεινῶς ὕμνους εὐχαριστίας τῷ Θεῷ τῷ Σωτῆρι· Χειροκροτεῖ τοὺς ἡρωϊκοὺς Ἑπτανησίους· Εὐγνωμονεῖ πάσαις ταῖς συνεργασαμέναις Δυνάμεσι, καὶ κηρύττει, ὅτι ἡ εὐχὴ καὶ ὁ πόθος τοῦ Πανελληνίου εἶναι ἡ διὰ συνθηκῶν εἰρηνικὴ ἕνωσις Κρήτης, Θεσσαλίας καὶ Ἠπείρου μετὰ τῆς Ἑλλάδος, ἐφ’ ᾧ ἀναθέτει τὰς ἐλπίδας αὐτῆς εἰς τὴν Θείαν Πρόνοιαν καὶ εἰς τὴν δικαίαν καὶ εὐμενῆ ἀπόφασιν τῶν Δυνάμεων τῆς Εὐρώπης.» Ἐν Ἀθήναις, τῇ 20 Ἰουλίου 1864.
Ὁ πληρεξούσιος
Γ. ΤΥΠΑΛΔΟΣ.»
Οὗτος εἶναι ὁ τρόπος, δι’ οὗ ἔπρεπεν αἱ Ἑλληνικαὶ Κυβερνήσεις νὰ ἐνεργοῦν πρὸς ἐπιτυχίαν τοῦ σκοποῦ, καὶ ἂν μὲν ἐπετύγχανον, ὅλη ἡ δόξα ἤθελεν εἶναι τῶν Κυβερνώντων, ἐὰν δὲ ἀπετύγχανον οὐδεμία μομφή. Πλὴν ἔκτοτε ἰδιαιτέρως ἔλεγον αὐτοί· «ἡμεῖς δὲν θέλομεν πόλεμον!», αἱ πράξεις ὅμως τί ἦσαν; πόλεμος! Ἦτο λοιπὸν δυνατὸν νὰ κατευοδοθῇ τὸ ἐθνικὸν ζήτημα; Ἂν ἡ Εὐρώπη ἕνα καὶ μόνον λόγον ἔλεγεν εἰς τὴν ὅμορον ἐπικράτειαν, ἤτοι παραχώρησον τὴν δεῖνα καὶ δεῖνα Ἐπαρχίαν, ἠδύνατο ἡ Τουρκία νὰ τὸ ἀρνηθῇ; Τί δ’ ἐγένετο μέχρι τοῦδε εἰς τὴν γείτονά μας ἐπικράτειαν; τὸ ἥμισυ αὐτῆς παρεχωρήθη εἰς ἄλλους, οὐχὶ διότι αὐτὰ τὰ ἐθνάρια ἐπανέστησαν κατὰ τῆς Τουρκίας, ἀλλὰ διότι τὸ εἶπεν ἡ Εὐρώπη, καὶ τὸ εἶπε διὰ συνθήκης· ἐνῷ πάντες οὗτοι ἐνικήθησαν· διὰ τῆς δυνάμεως τῶν ὅπλων οὐδεὶς ἐπέτυχε, καὶ διὰ τοῦτο κακῶς ἐπολιτεύθησαν. Αἱ Κυβερνήσεις τῆς Ἑλλάδος ἀπήντησαν διὰ τῶν ὅπλων ὅ,τι διὰ τῆς εἰρήνης ἔπρεπε ν’ ἀπαιτηθῇ, καὶ ἠθέλομεν ἐπιτύχει πιθανώτατα. Πρὸ τεσσάρων περίπου μηνῶν ὡμίλησα μὲ τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἀνέπτυξα τὴν ἰδέαν μου τὴν εἰρηνικήν· ηὐχαριστήθη ὁ κ. Πρωθυπουργός, καὶ μὲ προσεκάλεσεν, ἰδὼν τὴν εἰλικρίνειάν μου, νὰ τῷ δίδω συμβουλὰς, καὶ ὅμως οὐδεμίαν τῶν συμβουλῶν μου ἐδέχθη (γέλως.) Δύναται νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι ὅλαι μου αἱ συμβουλαὶ ἦσαν πατριωτικαὶ, ἐθνικαὶ καὶ εἰλικρινεῖς καὶ ἀνώτεραι παντὸς συμφέροντος προσωπικοῦ. Ἔβλεπον, ὅτι ἐδίσταζε πλέον εἰς τὴν πολεμικὴν πολιτικήν του, ἣν εἴχομεν μέχρι σήμερον, καὶ τότε εὗρον τὴν εὐκαιρίαν νὰ ὑποβάλω εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ταῦτα: «Ἐπιθυμῶ πᾶσαι αἱ Κυβερνήσεις τῆς Ἑλλάδος, ὑφ’ οἱωνδήποτε προσώπων κατέχωνται, νὰ ἦναι τιμημέναι, διότι ἡ τιμὴ τῆς Κυβερνήσεως τῆς Ἑλλάδος εἶναι τιμὴ τοῦ Ἔθνους καὶ ἐμοῦ», καὶ διὰ τοῦτο συνεβούλευσα πατριωτικῶς καὶ κατ’ ἰδίαν, ὅτι δύναται ν’ ἀποχωρήσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μὲ τὸ σύστημά του ἀπὸ τῆς ἀρχῆς, διότι, ἂν ἐγὼ ἤμην ἀρχὴ, βεβαίως τὸν κ. Κουμουνδοῦρον τὸν ἤθελον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὡς ἔχοντα ἱκανότητα, ἀξίαν, ἐπιχειρήματα, ἀλλὰ πῶς; χαλιναγωγούμενον ἀπὸ τὴν ἀρχὴν τὴν ἰδικήν μου. (ἱλαρότης.) Μόνον του δὲν τὸν ἀφίνω, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ βαδίσῃ τὴν εἰρηνικὴν ὁδὸν ἐν πεποιθήσει. Κάμνω δὲ αὐτὴν τὴν δικαιοσύνην εἰς ὅλους τοὺς Ἕλληνας, καὶ πρὸ πάντων εἰς τοὺς Ὑπουργούς· ἀλλ’ ἡ κρίσις των εἶναι ἐσφαλμένη, εἰ καὶ ἔχοντες πεποιθήσεις καὶ εἰλικρινῶς φρονοῦν ὅ,τι φρονοῦν, ἐκτὸς ὀλίγων κακῆς πίστεως ἀνθρώπων. Τῳόντι δὲ οὐχὶ διότι ἰδέα τις ἐναντιοῦται εἰς τὴν ἰδέαν τὴν ἰδικήν μας, πρέπει νὰ συμπεράνωμεν, ὅτι οἱ ἄλλοι εἶναι κακῆς πίστεως. Εἶναι πεποίθησις, καὶ σέβομαι τὰς πεποιθήσεις τῶν ἄλλων. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα σήμερον εἶναι, ἂν ἡ δεῖνα πεποίθησις πρέπει νὰ ἔχῃ τὸν τόπον της, καθότι ἡ ἐναντία πεποίθησις ἐνδέχεται νὰ ὠφελήσῃ τὸ Ἔθνος· αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα, ὥστε ἡμεῖς ὁμιλοῦμεν περὶ ἀρχῶν, περὶ συστημάτων, καὶ οὐχὶ περὶ προσώπων. Ἂν δὲν ἐδοκιμάζετο ἡ πολιτεία τοῦ σημερινοῦ Ὑπουργείου εἰς τὰ πράγματα, καὶ κατὰ πρώτην φοράν, δύο ἀρχῶν εὑρισκομένων εἰς ἀντίθεσιν ἀπέναντι ἀλλήλων, βεβαίως ἡ μία ἢ ἡ ἄλλη εἰς τὰ τυφλὰ ἔπρεπε νὰ ὑπερισχύσῃ. Ἀλλ’ ἅμα ἐδοκιμάσθη ἡ ἐναντία ἀρχὴ, ἅμα ἐδοκιμάσθη μὲ αἷμα, μὲ ταραχὰς καὶ μὲ ἑκατομμύρια δραχμῶν, καὶ εἴδομεν, ὅτι ἐφάνη ἡ πεποίθησις ἐκείνη κενὴ τοὐλάχιστον, ἡ πεποίθησις ἐκείνη εἰς οὐδὲν ὠφέλησεν, ἀλλ’ ἐξεναντίας μᾶς ἔφερεν εἰς τὸ χαῖνον βάραθρον, τὸ ὁποῖον δὲν βλέπει ὁ κ. Ζηνόπουλος ἐνώπιόν του, νομίζων, ὅτι δὲν ὑπάρχει χαῖνον βάραθρον, ὃ ἡμεῖς βλέπομεν, ὃ βλέπει καὶ ἡ ἄπειρος πλειονοψηφία τοῦ Ἑλληνικοῦ γένους, τουτέστι τὸ βάραθρον τῆς χρεωκοπίας. Εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφήσωμεν εἰς τὰ πράγματα τὸ σύστημα αὐτὸ, ὅπερ εὐκολώτερον θὰ μᾶς φέρῃ εἰς τὴν χρεωκοπίαν; Καὶ τί λέγω θὰ μᾶς φέρῃ; εἴμεθα ἤδη εἰς αὐτήν! Δύναταί τις νὰ μὲ ἐρωτήσῃ: καὶ σὺ τίς εἶσαι, ὅστις ὁμιλεῖς περὶ προϋπολογισμοῦ, περὶ οἰκονομιῶν, περὶ χρεωκοπίας, ἀπέναντι τόσων ἄλλων ἐμπείρων Ὑπουργῶν τῶν Οἰκονομικῶν; Ὀφείλετε νὰ μὲ συγχωρήσητε μίαν περιαυτολογίαν. Πρὸ ἡμίσεως περίπου αἰῶνος, ὅταν, οὔτε ἐν Ἑπτανήσῳ, οὔτε ἐν Ἑλλάδι ἠκούετο τὸ ὄνομα τῆς πολιτικῆς οἰκονομίας, ὁ ἱστάμενος ἐπὶ τοῦ βήματος παρέδιδεν ἐν Ἑπτανήσῳ τὸ μάθημα τῆς πολιτικῆς οἰκονομίας· πρῶτος ἐγὼ εἰσήγαγον τὴν πολιτικὴν οἰκονομίαν εἰς τὴν Ἑπτάνησον. Καὶ λοιπὸν δὲν εἶναι παράδοξον νὰ ὁμιλήσω περὶ οἰκονομιῶν. Καὶ σὺ τίς εἶ, δύναται νὰ εἴπῃ τις, ὅστις ἀναμιγνύεσαι εἰς τὴν πολιτικὴν, ἐν ᾧ τόσοι πεπειραμένοι πολιτικοὶ τῆς Ἑλλάδος ἔχουν ἐναντίαν γνώμην; Ἐγὼ ἔκρινα ἐκ τῶν ὑστέρων· εὐωδόθησαν ἆρά γε τὰ πολιτικὰ πράγματα ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ συστήματος αὐτοῦ, ὑπὸ τὸ ὁποῖον ἐπολιτεύθητε; ὄχι! Λοιπὸν ἐκ τῶν ὑστέρων οἱ πολιτικοὶ πρέπει νὰ κρίνωσι, καὶ ὄχι ἐκ τῶν προτέρων. Διὰ τοῦτο καὶ ὁ ἐλάχιστος ἐκ τοῦ λαοῦ δύναται ν’ ἀποφανθῇ περὶ τοῦ καλοῦ ἢ τοῦ κακοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ἔχομεν. Ἕτερος δύναται νὰ μοὶ εἴπῃ, καὶ πῶς τολμᾷς ν’ ἀναλύσῃς τὸν στρατιωτικὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, ἐνῷ στρατιωτικὸς δὲν εἶσαι; ἐδῶ εἶναι ἄνθρωποι εἰδικοὶ ἐντὸς τῆς Βουλῆς. Τὸν ἀνέλυσαν καὶ οἱ μὲν, τὸν ἀνέλυσαν καὶ οἱ δὲ, ἑκατέρωθεν δὲ ὑπῆρξε δεινὴ μάχη. Καὶ ἐγὼ σᾶς λέγω, ὅτι μὲ πολλὴν περισσοτέραν προθυμίαν ἀναμιγνύομαι εἰς τὰ στρατιωτικὰ, παρὰ εἰς ὅλους τοὺς ἄλλους κλάδους. Πρῶτον μὲν διότι καὶ ἐγὼ κατάγομαι ἀπὸ στρατιωτικὴν οἰκογένειαν τοῦ καιροῦ ἐκείνου βεβαίως, ἀλλὰ συνεπλήρωσα τὴν στρατιωτικήν μου ἀγωγὴν μὲ τὰ νέα βιβλία, καὶ τέλος πάντων μὲ τὴν σκοποβολὴν, τὴν ὁποίαν πρῶτος ἐγὼ εἰσήγαγον εἰς τὰς Πάτρας, ἐνῷ ὅλοι οἱ ἄλλοι ἀνετριχίαζον ἀκούοντες βολὴν τουφεκίου ἐν Ἀθήναις (ἱλαρότης). Ὥστε καὶ ἡ καταγωγὴ καὶ τὸ γυμνάσιον τὸ προσωπικὸν μοὶ δίδουν δικαίωμα νὰ ἀναλύσω τὸν στρατιωτικὸν προϋπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον τόσον καλῶς καὶ Κλεαρχικῶς ὑπερήσπισεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐγὼ βεβαίως ἡδέως ἤκουον τῶν δύω μερῶν τοὺς ῥήτορας, ἀναλύοντας τὸν στρατιωτικὸν προϋπολογισμόν· καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ μὲ εὐχαρίστουν ἀπείρως· ἔκρινα ὅμως, ὅτι ἠγωνίζοντο ποῖος πρῶτος νὰ σκοτωθῇ εἰς ἓν ῥυάκιον τῆς Θεσσαλίας, ἐνῷ ἡ τύχη τῶν στρατιωτῶν τῆς Ἑλλάδος εἶναι νὰ φονεύωνται εἰς τὸν Δούναβιν. Τί ἅμιλλα εἶναι αὕτη; Ἡ ἀληθὴς ἅμιλλα εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ὑποδεικνύω ὡς προοίμιον, σήμερον μόνον, τῆς προτάσεως τοῦ Νικολάου Ἰακωβάτου, ἡ ὁποία ἤδη ἐπλάκωσε τὴν Βουλήν. Ἤθελον νὰ ἐπιπέσω καὶ κατὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν· νομίζω δὲ, ὅτι κατὰ τοῦτο οὐδεὶς μοὶ ἀμφισβητεῖ, ὅτι ὀλίγην θεολογίαν γνωρίζω καὶ ἐγώ· ἀλλ’ εἴδετε, ὅτι τόσον καιρὸν ἐσιώπων, ἐνῷ ἡ καρδία μου μὲ ὑπεχρέονε νὰ κηρυχθῶ ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως· καὶ ὅμως εἶπον, ὅτι προτιμώτερον εἶναι τὰ ἤπια καὶ τὰ πρᾶα μέσα, παρὰ ἡ ὁρμὴ, παρὰ ἡ ἐπίθεσις· ἀλλὰ σήμερον δὲν ἐπιτρέπεται πλέον. Εἴθε νὰ διωρθοῦτο ἡ πρᾶξις ἐκείνη, ἥτις ἐστέρησε τόσους συμπολίτας τῆς προσωπικῆς αὐτῶν ἐλευθερίας! Εἴθε τότε νὰ διωρθοῦτο, πρὸς τοῦτο δὲ κατέβαλον κόπους, πλὴν ἀπέβη ἀδύνατον· καὶ διὰ τοῦτο ὀφείλω σήμερον ἐπίσης νὰ εἴπω: «Βουλὴ, ἆρον τὴν ἐμπιστοσύνην σου ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, διότι τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο δὲν προστατεύει οὐδ’ αὐτὴν τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου, οὔτε τὰ πολιτικὰ καὶ ἀστικὰ δικαιώματά του, ἀλλ’ ἀφίνει ὑπὸ τὸ Κράτος τοῦ Συντάγματος, τοῦ σχεδὸν δημοκρατικοῦ Συντάγματος τῆς Ἑλλάδος, νὰ ἐξορίζωνται οἱ ἄνθρωποι λόγῳ πειθαρχικῆς ποινῆς». Αἱ δὲ ἁμαρτίαι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν συμπαρασύρουσι καί ὅλα τ’ ἄλλα Ὑπουργεῖα, καθόσον κατέστη τὸ πρᾶγμα κοινὸν εἰς αὐτά. Κατὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν δὲν ἔχω τίποτε περισσότερον νὰ παραστήσω, ἀκούσας χθὲς τὸν Βουλευτὴν τῆς Τροιζηνίας ἀναλύσαντα καὶ καταποντίσαντα τὰ πλοῖα ἡμῶν τὰ Ἑλληνικά! Πρὸς τί λοιπὸν τὰ ἑκατομμύρια; Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐπειδὴ εἶναι Ὑπουργὸς φιλοπόλεμος, δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς. Βεβαίως ἡμεῖς, ἀφ’ ἧς ἤλθομεν εἰς τὴν Συνέλευσιν τὴν Ἑλληνικὴν, ὑπερησπίσαμεν τὴν οἰκονομίαν, τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν, τὴν ἀποκέντρωσιν, τὴν αὐτοδιοίκησιν, καὶ τέλος πάντων οἱ πρῶτοι ἐπροτείναμεν τὴν κατάργησιν τῶν ἀμέσων φόρων. Καὶ ἅμα τότε ἡ Βουλὴ καὶ ὁ τύπος ἤκουσαν αὐτὰ, ἔφραξαν τὰ ὦτά των καὶ εἶπον, ὅτι ὁ Ἰακωβάτος εἶναι ἐπαναστάτης, ὅτι θέλει νὰ καταργήσῃ ὅλους τοὺς φόρους. Οἱ ἄνθρωποι δὲν ἦσαν τότε συνειθισμένοι εἰς αὐτὸ τὸ κήρυγμα· ἔλεγον δὲ ἐγὼ εἰς αὐτοὺς, ὅτι ὁ σπόρος ἐσπάρη καὶ θὰ βλαστήσῃ. Καὶ ἤδη ἐβλάστησεν εἰς τὴν κεφαλὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διότι εἰς τὸ 1871 πρῶτος αὐτὸς ἐπρότεινεν, ὅτι ἐνδέχεται νὰ καταργηθῶσιν οἱ δημητριακοὶ φόροι. Τέλος πάντων ἤδη ὅλα τὰ μέλη τῆς Βουλῆς λέγουν, ὅτι πρέπει νὰ θυσιασθῇ ἡ δεκάτη τῶν δημητριακῶν καρπῶν, καὶ ἑπομένως δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἐντὸς ὀλίγου αὐτὴ θέλει καταργηθῆ. Τὸ εἶπεν ἀφ’ ἑνὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπὸ τὰ 1871· τὸ λέγει σήμερον ἀφ’ ἑτέρου ὁ ἀρχηγὸς τῆς ἀντιπολιτεύσεως, δηλ. νὰ καταργηθῇ ἡ δεκάτη τῶν δημητριακῶν καρπῶν, καὶ νὰ ἐπιβληθῇ φόρος ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Ἐγέλασάν τινες, διότι τὰ καινοφανῆ πράγματα διεγείρουν ἢ τὴν ὀργὴν ἢ τὸν γέλωτα, τὴν ὀργὴν μὲν τῶν ἀσθενῶν, τὸν γέλωτα δὲ τῶν ἰσχυρῶν. Καὶ ὅμως δὲν πρέπει νὰ διεγείρωσιν οὔτε τὴν ὀργὴν, οὔτε τὸν γέλωτα· διότι δὲν πρόκειται νὰ φέρωμεν εἰς τὴν Ἑλλάδα τὸν φόρον τῆς Ἀφρικῆς, τοὐναντίον πρόκειται νὰ ἐξεύρωμεν ἓν μέσον ἁπλούστερον πρὸς εἴσπραξιν τῶν φόρων· ἐπειδὴ δὲ τὸ μέσον τοῦτο ὄχι μόνον εἶναι ἁπλούστερον, ἀλλὰ δίδει καὶ ὀλιγωτέρους φόρους τῆς δεκάτης, διὰ τοῦτο πρέπει νὰ γείνῃ δεκτὸν, ἐὰν ἀπολύτως δὲν καταργηθῇ ὁ φόρος τῶν δημητριακῶν καρπῶν. Αὐτὰ ἐν προοιμίῳ εἶχον νὰ εἴπω. Εἰσέρχομαι ἤδη εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀπορῶ τῇ ἀληθείᾳ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι θέλομεν νὰ βαδίσωμεν εἰρηνικὴν ὁδὸν, ὅταν ὑπάρχῃ ἔλλειμμα, καὶ ἔλλειμμα φοβερὸν, τὸ ὁποῖον ὅλοι ἠκούσαμεν. Πῶς πρέπει νὰ πληρωθῇ αὐτὸ τὸ ἔλλειμμα; πῶς πρέπει νὰ καλυφθῇ; δύο τρόποι εἶναι, ἢ δι’ οἰκονομιῶν, ἢ διὰ φόρων. Ὁ κ. Ζηνόπουλος λέγει διὰ φόρων· ὁ ἄλλος λέγει δι’ οἰκονομιῶν· ὁ κ. Πρωθυπουργὸς λέγει καὶ δι’ οἰκονομιῶν καὶ διὰ φόρων.
§19ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὁ κ. Ζηνόπουλος τὸ ἴδιον εἶπε, καὶ δι’ οἰκονομιῶν καὶ διὰ φόρων. Εἶναι τυπωμένα.
§20Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. «Καλά· τὸ παραδέχομαι. Ἀλλ’ αἱ οἰκονομίαι αὗται εἶναι δυνατὸν νὰ γείνωσιν ἐντὸς τῶν μέτρων τῶν προτεινομένων ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον, ἢ ἐντὸς τῶν μέτρων τῆς σημερινῆς ἀντιπολιτεύσεως; νομίζω, ὅτι δυσκόλως θὰ καλυφθῇ αὐτὸ τὸ χάος τοῦ προϋπολογισμοῦ. Παρέστησα καὶ ἐγὼ εἰς τὴν Βουλὴν, ἰδὼν τῷ ὄντι, ὅτι χαίνει βάραθρόν τι ἐνώπιόν μας, παρέστησα τὸν τρόπον, δι’ οὗ πρέπει νὰ καλυφθῇ τὸ ἔλλειμμα, τρόπον παντοτεινὸν, διαρκῆ, ἅμα ἀποφασίσωμεν νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν εἰρηνικὴν ὁδὸν, καὶ τόσον διαρκῆ, ὥστε νὰ δυνηθῶμεν νὰ κάμωμεν καὶ ἐξοικονομήσεις. Ἡ Ἑλλὰς σήμερον εἶναι ἀσθενής. Πῶς εἶναι δυνατὸν τώρα νὰ ἔχῃ τὴν δύναμιν ἐκείνην, ἣν εἶχεν ὅταν ὑπῆρχε ρωμαλαία; καὶ ἀσθενὴς οὖσα ὑποφέρει ἀκόμη ἀφαιμάξεις; δὲν πρέπει νὰ κάμωμεν οἰκονομίας εἰς ὅλα; ὑπάρχει εἰς ἀνάῤῥωσιν πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ βαδίσῃ, ἂν δὲν προηγηθῇ ἡ θεραπεία τῆς δυστυχοῦς αὐτῆς πατρίδος; Ἑπομένως εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξακολουθήσωμεν μὲ ἕνα προϋπολογισμὸν, ὅστις ὑποθέτει, ὅτι σήμερον ἢ αὔριον ἐπίκειται ὁ πόλεμος καὶ ὄχι πόλεμος ἀμυντικὸς, ἀλλὰ ἐπιθετικὸς· διότι τοῦ πολέμου ὄντος ἀμυντικοῦ, ὁ ἄνθρωπος καὶ τὰ ἔθνη, καίτοι ἐν καταστάσει ἀδυναμίας καὶ ἀσθενείας, ἔχουσι μέσα ν’ ἀμύνωνται, ὅπως μὴ ἐξολοθρευθῶσιν ἀπὸ τὸ πρόσωπον τῆς γῆς. Πλὴν σήμερον δὲν ὑπάρχει φόβος πολέμου ἀμυντικοῦ. Καὶ ὅμως, λέγει, ὅτι σήμερον ἢ αὔριον θὰ κηρυχθῇ ὁ πόλεμος ὁ ἐπιθετικός. Δύναται νὰ τὸ λέγῃ ὅσον θέλει, ἀλλ’ ἡ Ἑλλὰς δὲν πρέπει νὰ περιπλακῇ εἰς πόλεμον τοιοῦτον ἐπιθετικόν. Ὅταν δὲ δὲν περιπλακῇ εἰς πόλεμον ἐπιθετικὸν, εἶναι ἀδύνατον νὰ συμβῇ καὶ ὁ ἀμυντικὸς, διότι κανεὶς δὲν εὑρίσκει συμφέρον ν’ ἀναγκάσῃ τὴν Ἑλλάδα εἰς πόλεμον ἀμυντικὸν, ὥστε ὅλος ὁ κόσμος δύναται ν’ ἀνάψῃ καὶ νὰ πολεμῇ, ἀλλ’ ἡ Ἑλλὰς, ὡς εἶμαι βέβαιος, δὲν θὰ διαταραχθῇ. Ὅταν οὕτως ἔχῃ τὸ πρᾶγμα, διατί ἀπὸ τοῦ Βασιλικοῦ λόγου μέχρι τῆς σήμερον γίνεται λόγος περὶ προπαρασκευῶν; αὗται δὲ δὲν ἔχουν ἀφορμήν. Ἡ ἀνάῤῥωσις τῆς Ἑλλάδος εἶναι ἀληθὴς προπαρασκευὴ, διότι, ὅταν ἀναῤῥώσῃ, ὅταν ἐνδυναμωθῇ, τότε ἔχει τὰ μέσα καὶ ἑνὸς ἐπιθετικοῦ πολέμου, ὅστις ποτὲ δὲν θέλει παρουσιασθῇ, τοὐλάχιστον ἐν συμφέροντι ἑλληνικῷ. Ἐπεθύμουν, πλὴν δὲν εἶναι ὥρα, νὰ συζητήσωμεν τὰς περιπτώσεις τοῦ ἐπιθετικοῦ πολέμου, καὶ ἂν ἦναι δυνατὸν τοιοῦτος πόλεμος νὰ γείνῃ ἐν τῷ συμφέροντι τῆς Ἑλλάδος. Μίαν πέτραν ἐὰν πάρωμεν ἀπὸ τὴν ὅμορον ἐπικράτειαν, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι αὕτη θ’ ἀποβῇ πρὸς ὄφελος ξένων, καὶ ξένων ἐχθρῶν τῆς Ἑλλάδος· ἑπομένως ἡ Ἑλλὰς θὰ ἐβάδιζεν οὕτως εἰς τὸν ὄλεθρόν της. Ἢ ἡ Τουρκία πρέπει νὰ διατηρηθῇ, καὶ ἐν τῷ συμφέροντι τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, καὶ τοῦ χριστιανισμοῦ, καὶ τῆς ἐκκλησίας, καὶ τῆς θρησκείας, ἢ ἄλλως, ἐὰν πρέπῃ νὰ ἐκλείψῃ, μὴ ἐλπίζετε ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν γένος θὰ ὑπάρξῃ, ἀλλὰ θὰ ἐξολοθρευθῇ, θὰ ἐκφυλισθῇ, δὲν θὰ μείνῃ τίποτε ἐκ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, καθότι ἀφ’ ἑνὸς πᾶσαι αἱ νῆσοι θέλουσι γείνει λεία τῆς θαλασσοκράτορος, ἀφ’ ἑτέρου πᾶσα ἡ στερεὰ θέλει γείνει λεία τῶν ἀετῶν τῶν ὑπερκειμένων ἡμῶν. Ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα, θέλω συζητήσει ἂν συμφέρῃ ἢ ὄχι αὐτό. Ἀλλὰ λοιπὸν φέρεις τὴν ἀπελπισίαν; Ἐγὼ δὲν φέρω τὴν ἀπελπισίαν· μὲ θέτετε σεῖς εἰς τὴν ἀπελπισίαν, καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ εὕρωμεν συνδρομὴν ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνισμοῦ· καὶ αὐτὸ θὰ τὸ συζητήσωμεν, ὅταν ἔλθῃ ἡ πρότασις τοῦ Ν. Ἰακωβάτου τοῦ φέροντος τὴν πεῖραν ἑνὸς αἰῶνος. Ἠκροάσθην μετὰ πάσης προσοχῆς ὅλους τοὺς λόγους τῶν προαγορευσάντων βουλευτῶν, ἀλλ’ εἰς δύω ἐπέστησα τὴν προσοχὴν κυρίως, εἰς τὸν λόγον τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ καὶ εἰς τὸν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Ἔλεγον: ἐὰν μὲ πείσῃ ὁ κ. πρωθυπουργὸς, εἶμαι ὁ πρῶτός του ὀπαδός· καθὼς καὶ εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἐὰν μὲ ἔπειθε, τοῦ παρεχώρουν 50,000 νέους, καὶ ἂς ἐρημώσωσι τὰ κτήματά των. Ἀλλ’ ὁμολογῶ, ὅτι δὲν μὲ ἔπεισεν, οὔτε ὁ εἷς, οὔτε ὁ ἄλλος. Ὁ λόγος τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ περιωρίσθη εἰς τρία τινά· πρῶτον εἰς μομφὰς τῶν λόγων τῆς ἀντιπολιτεύσεως· δὲν τοῦ ἤρεσεν ὁ Σιμόπουλος, ὁ Τρικούπης, ὁ Οἰκονόμου, ὁ Ζαΐμης· δεύτερον, προσέφερεν εἰς ἀντάλλαγμα τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, λαγοὺς μὲ πετραχήλια (ἱλαρότης), καὶ νὰ σᾶς κάμῃ ὁδοὺς, καὶ νὰ τελειοποιήσῃ τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας, καὶ νὰ κόψῃ τὸν ἰσθμὸν τῆς Κορίνθου, καὶ ν’ ἀποξηράνῃ τὴν Κωπαΐδα λίμνην!
§21ΤΙΝΕΣ. Δὲν τὰ εἶπεν αὐτά.
§22Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Τόσα πράγματα, ὅσα ἀπαριθμοῦνται εἰς τὸν λόγον του. Νομίζω, ὅτι, ἐὰν ἤθελε νὰ πράξῃ αὐτὰ, σήμερον ἔπρεπε νὰ τὰ ἔχῃ πεπραγμένα, διότι τὸ σύστημά του εἶναι εἰς τὴν ἀρχὴν ἀπὸ τόσων ἐτῶν. Ἐὰν ἰδῆτε τὰς ἐγκυκλίους, τὰ προγράμματα, τοὺς λόγους, οὓς τὸ σύστημά του ἔθεσεν εἰς τὸ στόμα τοῦ Βασιλέως, βλέπετε στερεότυπον ἀρχὴν, στερεοτύπους λόγους, καὶ ἐν τοσούτῳ ποτὲ κανὲν δὲν ἐξετελέσθη. Μᾶς ἐρωτῶσιν οἱ ξένοι· «πόσα χιλιόμετρα σιδηρόδρομον ἔχετε;» πέντε. «Πόσας ὁδοὺς ἁμαξιτάς;» πολλὰ ὀλίγας. «Συγκοινωνίαν τῆς Πελοποννήσου καὶ τῆς Στερεᾶς ἔχετε;» οὐδόλως. Καὶ ἐγὼ ἐντὸς τῆς Βουλῆς πολλάκις ἤκουσα, ὅτι πνίγονται οἱ ἄνθρωποι μεταβαίνοντες ἀπὸ τὸ χωρίον εἰς τὴν πόλιν· ὅταν δὲ βρέχῃ, δὲν ἀφίνει γῆν οὐδὲ γιδόστραταν. Ἡ Ἑπτάνησος ἰδίως εἶχε δρόμους λαμπρούς· τοὺς κατεσκεύασε μὲ τὸ αἷμα καὶ τὸ ἀργύριόν της· εἰς ποίαν κατάστασιν εἶναι; εἶναι ἀνάγκη βελτιώσεως καὶ προόδου. Στρατολογία! εἶναι μέρος τῆς Ἑλλάδος νὰ μὴ παραπονῆται δι’ αὐτήν; Καὶ ὅταν παραπονῶνται αἱ ἐπαρχίαι διὰ τὴν στρατολογίαν, τί φρονοῦσιν; φρονοῦσιν, ὅτι τὸ ὄπισθεν ἡμῶν ἱστάμενον ἔθνος δὲν ἐπικυρόνει τὴν φιλοπόλεμον πολιτικὴν τοῦ ὑπουργείου. Ἤθελον εὐχαριστηθῆ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἐὰν μοῦ ἔλεγε: βλέπω, ὅτι τρέχουν κατὰ χιλιάδας καὶ μυριάδας οἱ νέοι, διὰ νὰ ὑπάγουν εἰς τὸν στρατὸν, ἀλλ’ αὐτὸ δὲν εἶναι ἀληθὲς, διότι ὅλοι διαμαρτύρονται· φυγόδικοι, λειπόστρατοι, λειποτάκται, ὅλοι καταδικάζουν τὸ φιλοπόλεμον σύστημα τοῦ ὑπουργείου, τοὐλάχιστον τὴν σήμερον· ἑπομένως τὸ ἔθνος καταδικάζει ἀναντιῤῥήτως τὴν φιλοπόλεμον πολιτικήν. Τὸ πλέον ἀνεκτικὸν μέρος τῆς Ἑλλάδος βεβαίως εἶναι ἡ Ἑπτάνησος· καὶ ἠξεύρετε τὸν λόγον; Ἀγνοῶ ἐὰν τὸν γνωρίζετε. Ἡ Ἑπτάνησος εὑρίσκετο ὑπὸ τὴν προστασίαν· οὔτε ἡ προστασία, οὔτε ὁ τόπος δὲν ἤθελον τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν· ἀλλὰ νὰ ἔχωσιν ἀσφάλειαν χωρὶς νὰ ἔχωσι στρατὸν, ἢ νὰ ἔχωσι στρατὸν, χωρὶς νὰ πληρώνωσι, δὲν ἦτο δυνατόν. Πῶς λοιπὸν εἰς τὴν Ἑπτάνησον ᾠκονομήθη τότε τὸ πρᾶγμα; Ἰδοὺ πῶς· ἡ Βουλὴ, εἴτε αἱ Βουλαὶ ἐψήφιζον 25,000 λίρας στερλίνας κατ’ ἔτος, διὰ νὰ ἦναι ἀπηλλαγμένοι οἱ λαοὶ τῆς Ἑπτανήσου ἀπὸ τὴν στρατολογίαν· καὶ ἑπομένως ἡ σταφὶς, τὸ ἔλαιον καὶ ὁ οἶνος ἐπλήρωνον αὐτὴν τὴν ἀποζημίωσιν εἰς τὸ ταμεῖον, διὰ τῆς ὁποίας ἐπληρώνοντο οἱ Ἄγγλοι. 25,000 λίραι στερλίναι εἶναι 125,000 δίστηλα, ἤτοι 800,000 δραχμαὶ σήμερον. Γίνεται ἡ ἕνωσις· τὸ πρῶτον, τὸ ὁποῖον ἔπραξεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἦτο νὰ θεωρήσῃ καὶ αὐτὰς τὰς 25,000 λίρας, ὅτι εἶναι μέρος τῆς δεκάτης τοῦ φόρου τῆς Ἑπτανήσου· καὶ ἐκτὸς τούτου στρατολογεῖ τὸ ἀνάλογον ποσόν. Αὐτὸ εἶναι μία ἀδικία· ἢ πρέπει νὰ ἐλαττώσωμεν τοὺς φόρους τῆς Ἑπτανήσου κατὰ 25,000 λίρας, καὶ νὰ στρατολογῇ ἡμᾶς ἡ Κυβέρνησις, ἢ νὰ μὴ λαμβάνῃ τὰς 25,000 λίρας κατ’ ἔτος, διότι, ἐὰν τὰς λαμβάνῃ, πρέπει νὰ ἀπαλλάξῃ τὴν Ἑπτάνησον ἀπὸ τὴν στρατολογίαν. Ἐδῶ δὲν ὑπῆρχεν αὐτό· καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης δύναται νὰ πιστεύσῃ τοὺς λόγους μου, ἀποδεικνυομένους διὰ πραγμάτων· καὶ ὅμως χάριν τοῦ πατριωτισμοῦ ἡ Ἑπτάνησος πληρώνει καὶ σιωπᾷ. Ἐπλήρωνεν ἡ Ἑπτάνησος 19½% ἐπὶ τῶν τριῶν προϊόντων, καὶ τὰ προϊόντα ἐπλήρωνον ὅλους τοὺς φόρους τῆς Ἑπτανήσου, ὥστε ὁ πλούσιος ἐπλήρωνε διὰ τὸν πτωχὸν, καὶ ἦτον εὐχαριστημένος, μὲ ὅλην δὲ τὴν καθολικὴν ψῆφον, τὴν ὁποίαν ἀπέκτησεν ὁ λαὸς, οὐδεὶς ἐγόγγισεν. Ἔρχεται ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις καὶ τὸ 19½% τὸ κάμνει 25. Εἶναι δυνατὸν οἱ λαοὶ νὰ ἦναι εὐχαριστημένοι; Ἔρχομαι εἰς τὸ θέμα· μήπως αἱ λοιπαὶ ἐπαρχίαι τῆς Ἑλλάδος εἶναι εὐχαριστημέναι; Πόθεν αὐτὴ ἡ στενοχωρία; πόθεν αὐτὸς ὁ γογγυσμός; ἐκ τῶν φόρων, τῆς στρατολογίας, τῆς ἐλλείψεως τῆς συγκοινωνίας· αὐτὰ λοιπὸν πρέπει νὰ παύσωσιν, ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς δυνάμεως τῆς Ἑλλάδος. Ὅταν δὲ λέγω ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς δυνάμεως τῆς Ἑλλάδος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιπέσῃ ἐναντίον μου ὁ κ. Πρωθυπουργός, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, λέγοντές μοι: αὐτὴ εἶναι ἡ δύναμις τῆς Ἑλλάδος, καὶ κατὰ τὰς δυνάμεις της πρέπει νὰ πληρώνῃ 60 ἑκατομμύρια, πρέπει νὰ δίδῃ 26,000 νέων κατ’ ἔτος. Ἐγὼ ἀντιτάσσομαι, ὡς σᾶς εἶπον· ἀντιτάσσομαι μάλιστα ἐναντίον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὄχι μὲ τὸ κῦρος τὸ ἰδικόν μου, ἀλλὰ μὲ τὸ κῦρος τῶν μεγαλειτέρων στρατιωτικῶν τοῦ κόσμου, καὶ διὰ τοῦτο σᾶς φέρω τὸ βιβλίον αὐτό· (δεικνύει τὸν ἀλμανάχον τῆς Γότθης.) Τοῦτο εἶναι τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ μεταχειρίζηται ἕκαστος Βουλευτής, θέλων νὰ ὁμιλῇ περὶ τῶν δυνάμεων τῆς Ἑλλάδος, τῶν οἰκονομικῶν καὶ τῶν στρατιωτικῶν. Ἐγὼ δὲν ἀντιτάττω Μαυρομιχάλην εἰς Βαλτινὸν, δὲν ἀντιτάττω Γεωργαντᾶν εἰς Κορωναῖον, ἀλλ’ ἀντιτάττω εἰς τὸ σύστημα τῆς Κυβερνήσεως τοὺς μεγαλειτέρους στρατιωτικοὺς καὶ οἰκονομολόγους τοῦ κόσμου. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι ἐγὼ μόνος ἐναντίον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν θὰ ἐπιπέσω, διότι δὲν ὑπάρχει ἀναλογία πρὸς τὰς δυνάμεις τῆς Ἑλλάδος, οὔτε εἰς χρήματα, οὔτε εἰς στρατιώτας. Ἂν ἀνατρέξωμεν εἰς τὰς στρατολογίας ὅλου τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου Εὐρώπης τε καὶ Ἀμερικῆς, θέλομεν ἴδει ἓν γενικὸν γεγονός, ὅτι ἡ Ἑλλὰς χρηματικῶς μὲν εἶναι ἡ πλέον βεβαρυμένη πολιτεία τοῦ κόσμου, ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ καὶ τῆς καταστάσεως τῆς περιουσίας, στρατολογικῶς δὲ εἶναι ἡ δύναμις ἡ ἔχουσα τὸν πολυπληθέστερον στρατὸν τοῦ κόσμου. Τί θὰ μοῦ ἀπαντήσῃ ὁ ἀξιοσέβαστος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅταν τοῦ εἴπω, ὅτι ἡ Ἀμερικὴ, ἡ ἀριθμοῦσα 40 ἑκατομμύρια λαοῦ, ἔχει 25,000 στρατοῦ τακτικοῦ; ἀλλὰ μὲ 25,000 στρατοῦ δύναται νὰ κινήσῃ πόλεμον; μάλιστα! διότι αἱ 12,000 ἐκπαιδεύουσι τὸ ἔθνος, καὶ δύναται ἐν καιρῷ ἀνάγκης νὰ στρατολογήσῃ 2 ἑκατομμύρια. Μὴ θέλετε ἆρά γε νὰ ἔχῃ καὶ ἡ Ἀμερικὴ 2 ἑκατομμύρια στρατιωτῶν μὲ τὰς στολάς των καὶ μὲ τὰ ὅπλα των ἐν ἐνεργείᾳ; ὄχι! ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη λέγει, ὅτι πρέπει νὰ ἐργάζωνται οἱ λοιποί· 25,000 δὲ στρατιῶται εἶναι καὶ πολλοί. Εἰς τὴν Ἀμερικὴν δὲν ὑπάρχει ὁ νόμος τῆς ἀπογραφῆς, δὲν ἀκούωνται οἱ γόοι καὶ οἱ θρῆνοι τῶν οἰκογενειῶν, δὲν χωρίζει ὁ υἱὸς ἀπὸ τὸν πατέρα, ὁ δὲ πατὴρ δὲν ἐνταφιάζει τὸν υἱὸν, ἀλλ’ ὅλοι ἐργάζονται· ὅταν δὲ ὑπάρχῃ περίπτωσις πολέμου, εἴτε ἐπιθετικοῦ, ὃν δὲν πολεμοῦσι ποτὲ, εἴτε ἀμυντικοῦ, 2 ἑκατομμύρια ὁπλίζονται καὶ στρατεύουσι, πλὴν χωρὶς στολὰς, χωρὶς ἐπιτελεῖα, χωρὶς ὅλα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα στοιχίζουν τόσα ἑκατομμύρια εἰς τὰς μικρὰς ἐπικρατείας. Εἰς τὴν ἀπέραντον ταύτην ἐπικράτειαν τῆς Ἀμερικῆς στρατιώτης δὲν φαίνεται· αἱ 25,000 εἶναι μεμερισμέναι· ἐπὶ τούτῳ δὲ ἔρχομαι καὶ εἰς τὸν καταμερισμόν, τὸν ὁποῖον ψέγει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Δὲν βλάπτει ὁ καταμερισμὸς τῶν δυνάμεων, ὅστις δὲν πρέπει νὰ γίνηται ἐν καιρῷ μάχης, ἀλλ’ ἐν καιρῷ εἰρήνης πρέπει νὰ ὑπάρχῃ καταμερισμός· εἶναι δὲ τοποθετημένος αὐτὸς ὁ μικρότατος στρατὸς τῆς Ἀμερικῆς εἰς τὰ μεθόρια, διὰ νὰ φυλάττῃ μήπως τινὲς ἄγριοι Ἰνδοὶ ἐπιπέσωσιν ἐναντίον κώμης τινός· αὐτὴ εἶναι Κυβέρνησις ἐθνικὴ, ἤτοι ἡ τῆς Ἀμερικῆς. Ἀλλὰ, λέγει, ἡ Ἀμερικὴ εἶναι δημοκρατία! καὶ ἆρά γε τὰ τῆς Ἀμερικῆς δὲν δυνάμεθα νὰ μιμηθῶμεν καὶ ἡμεῖς, οἵτινες δὲν δημοκρατούμεθα; κάλλιστα ἠμποροῦμεν, ἀλλ’ ἐν τοσούτῳ ἃς ἀφήσωμεν τὴν Δημοκρατίαν ἥσυχον, ἂς ἔλθωμεν δὲ εἰς τὴν Ἀγγλίαν. Καὶ εἰς τὴν Ἀμερικὴν καὶ εἰς τὴν Ἀγγλίαν στρατιωτικὴ ἀπογραφὴ δὲν ὑπάρχει, ἀλλ’ ἐθελονταὶ, καὶ διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ τὸν δεκάλογον τὸν Ἑλληνικὸν τὸν συνέταξα μετὰ βαθεῖαν μελέτην ὅλων αὐτῶν τῶν ἐπικρατειῶν. Ἐκεῖ δὲν ὑπάρχει ἀπογραφὴ, ἀλλ’ ἐθελονταὶ, οἵτινες προσέρχονται, κάμνουν συμβόλαιον νὰ ὑπηρετήσουν τόσα ἔτη, καὶ γίνονται ἀληθεῖς στρατιῶται. Τί φλυαροῦν οἱ λέγοντες, ὅτι οἱ Ἄγγλοι εἶναι ἔθνος ἐμπόρων; Ἔθνος ἐμπόρων ναί! ἀλλὰ καὶ στρατιωτικώτατον. Αὐτοὶ οἱ ἔμποροι μὲ τοὺς ἐλευθέρους θεσμούς των κυριεύουσιν εἰς τὰ ⅘ τῆς ὑδρογείου σφαίρας, διότι καὶ ἡ θάλασσα εἶναι ἐπικράτεια μεγάλη, ἀπαρτίζουσι δὲ τὴν μεγαλειτέραν αὐτοκρατορίαν τοῦ κόσμου, τὴν ὁποίαν δὲν ἠδυνήθησαν νὰ συντάξωσιν, οὔτε οἱ Ῥωμαῖοι, οὔτε ὁ Ἀλέξανδρος, οὔτε ἡ Ἀσία. Ἡ γλῶσσα ἡ Ἀγγλικὴ βασιλεύει εἰς τὰ ⅗ τοῦ κόσμου, ἀλλὰ πῶς; διότι δὲν ὑπάρχει στρατιωτικὴ ἀπογραφή, καὶ οἱ ἄνθρωποι εἶναι ἐλεύθεροι ν’ ἀναχωρῶσιν ἂν ὑπῆρχεν ἀπογραφὴ, ἔπρεπε νὰ ἦσαν φυλακισμένοι ἐν Ἀγγλίᾳ, διὰ νὰ ἐκπληρώσῃ καὶ ὁ τελευταῖος ἄνθρωπος τὸ πατριωτικόν του καθῆκον. Ὅταν ἀπὸ τοῦ 20 ἔτους μέχρι τοῦ 40 ἦναι ὑποχρεωμένος τις νὰ μένῃ εἰς τὴν πατρίδα του, ἵνα ἐκπληρώσῃ τὸ πατριωτικὸν καθῆκον, ἐννοεῖται, ὅτι εἶναι φυλακισμένος. Δὲν θέλω τοιοῦτον Ἑλληνικὸν ἔθνος· θέλω ἔθνος κατακυριεῦον τῆς Μεσογείου. Ἐλευθερίαν ὅσην δύνασθε δόσατε, καταργήσατε τὰ διαβατήρια τὰ ἐξωτερικὰ καὶ ἐσωτερικὰ, ὡς τὸ ἐπρότεινα ἄλλοτε ῥητῶς καὶ φαίνεται εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς. Οὕτω δύναται ν’ ἀναχωρῇ ἕκαστος, καὶ οὕτως, ἐὰν 10 ἕως 12 χιλιάδες Κυθήριοι ὑπάρχωσιν ἐν τῇ νήσῳ τῶν Κυθήρων, ἐν Σμύρνῃ ὅμως ζῶσι 15,000 Κυθηρίων. Ἐπροτίμων ἐδῶ καλλίτερα 4 ἑκατομμύρια Ἑλλήνων, καὶ 21 ἑκατομμύρια εἰς τὴν Τουρκίαν, ἀλλὰ πῶς θὰ γείνῃ τοῦτο, ἀφοῦ δὲν εἶναι ἐλεύθεροι οἱ ἄνθρωποι νὰ μετοικήσωσι; Θέλετε νὰ μιμηθῶμεν τοὺς προγόνους ἡμῶν, τοὺς Ἀθηναίους, οἱ ὁποῖοι ἀπέστελλον τόσας ἀποικίας, κατῴκισαν τὴν Ἰωνίαν, τὴν μεγάλην Ἑλλάδα, τὴν Αἴγυπτον; πῶς; διὰ τῆς ἐλευθέρας ἀναχωρήσεως. Καὶ οἱ νόμοι τοῦ Σόλωνος ἐπιτρέπουσιν ὅτι, ὅστις τῶν Ἀθηναίων δὲν εὐχαριστεῖται νὰ ζῇ ἐν Ἀθήναις, δύναται νὰ λάβῃ τὴν γυναῖκά του, τὰ τέκνα του καὶ τὰ ὑπάρχοντά του καὶ ν’ ἀναχωρῇ δι’ ὅπου θέλει· δὲν τὸν ἠνάγκαζον νὰ κάθηται ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος. Καὶ διότι ἤθελον ἀναχωρεῖ ἐκ τῆς Ἑλλάδος, νομίζετε, ὅτι ἤθελεν ἐλαττωθῆ ὁ πληθυσμὸς τῆς Ἑλλάδος; 80,000 ἀναχωροῦσι κατ’ ἔτος ἀπὸ τὴν Ἀγγλίαν καὶ Ἰρλανδίαν, ὠλιγάστευσέ ποτε ὁ πληθυσμός των; 10 ἀναχωροῦσι καὶ 20 γεννῶνται. Ἐνόσῳ τὸ ῥέον ὕδωρ τρέχει, τόσῳ περισσότερον γίνεται καθαρὸν καὶ τόσῳ περισσότερον ἀπὸ τὴν πηγὴν ἐξέρχεται· φράξε τὸ ὕδωρ αὐτὸ νὰ μὴ τρέχῃ, καὶ βλέπεις, ὅτι τὸ ὕδωρ θὰ στειρεύσῃ, θὰ κρυφθῇ ἀλλαχοῦ· καὶ ἐπειδὴ ἡμεῖς εἴμεθα ἄνθρωποι, θὰ ἀλληλοσφαγῶμεν, ἀλλὰ δὲν θὰ κρυφθῶμεν. Βεβαίως μόνη ἡ εἰρήνη θ’ αὐξήσῃ τὸν πληθυσμὸν τῆς Ἑλλάδος. Ἡ μὲν Ἀττικὴ εἰρηνεύουσα ἄλλοτε εἶχε 400,000, ἡ δὲ Πελοπόννησος 4,000,000. Ἀλλὰ πῶς ἔπειτα ἠρημώθησαν; διὰ τοῦ ἐμφυλίου πολέμου, διὰ τοῦ φιλοπολέμου πνεύματος. Κάτω λοιπὸν τὰ διαβατήρια, ἐλεύθερος, ὅστις θέλει ν’ ἀναχωρῇ, δι’ ἐθελοντῶν δὲ νὰ πληρώνωμεν τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ. Γινώσκετε πάντες, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τῆς Ἀγγλίας ἀναβαίνει εἰς 80,000,000 λιρῶν στερλινῶν, ἤτοι 2,400,000,000 δραχμῶν. Κάμετε τὴν ἀναλογίαν τοῦ τί πληρόνει κατὰ κεφαλὴν ὁ Ἄγγλος, καὶ τί ὁ Ἕλλην, καὶ θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ὁ Ἕλλην εἶναι πλέον βεβαρυμένος ἢ ὁ Ἄγγλος. Δύω ἢ 2½ λίρας στερλίνας εἶναι κατὰ κεφαλὴν ὁ φόρος τοῦ Ἄγγλου, ἔστω λοιπὸν 60, 80, 100 δραχμὰς κατὰ κεφαλὴν· πόσον πληρόνει ὁ Ἕλλην; κατὰ τὸν νέον προϋπολογισμὸν πληρόνει 40.
§23ΤΙΝΕΣ. Τριάκοντα.
§24ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. 28 ἀκριβῶς.
§25ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἔστω καὶ 28.
§26ΤΙΝΕΣ. 25.
§27ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Καὶ 25.
§28ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πληρόνει μόνον 20 ἕως 17, διότι ὁ προϋπολογισμὸς περιλαμβάνει καὶ ἔσοδα προερχόμενα ἀπὸ δημόσια κτήματα.
§29ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Καὶ τ’ ἄλλα ἔθνη ἔχουσι κτήματα.
§30ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀλλοῦ δημόσια κτήματα.
§31ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Μάλιστα, μάλιστα· οὕτω γίνεται ἡ πολιτειογραφία. Ἤδη πρέπει νὰ ὑπολογίσωμεν, ὅτι ἡμεῖς δὲν λέγω, ὅτι εἴμεθα πτωχότεροι τῶν Ἄγγλων κατὰ 100, ἀλλ’ οἱ Ἄγγλοι εἶναι πλουσιώτεροι ἡμῶν κατὰ 30 τοὐλάχιστον, παραδέχομαι δὲ καὶ κατὰ 10. Ὅταν λοιπὸν οἱ Ἄγγλοι ἦναι 10κις πλουσιώτεροι ἡμῶν, πρέπει νὰ δεκαπλασιάσωμεν τὸν κατὰ κεφαλὴν φόρον τοῦ Ἕλληνος, διὰ νὰ εὕρωμεν πόσον οὗτος πληρόνει· 20 λοιπὸν εἴπατε, ὅτι πληρόνει; 200 πληρόνει κατὰ κεφαλὴν ὁ Ἕλλην· τοιουτοτρόπως εὑρίσκονται οἱ ὀρθοὶ προϋπολογισμοί. Παραβάλετε ἓν ἕκαστον τῶν κεφαλαίων καὶ τῶν ἄρθρων τῶν ξένων προϋπολογισμῶν, Ἀμερικανικοῦ, Ἀγγλικοῦ, Γαλλικοῦ, Γερμανικοῦ, ἐκτὸς τοῦ Ῥωσσικοῦ, διότι ἐκεῖ λογαριασμὸν δὲν εὑρίσκω, καθ’ ὅτι ἐκεῖ εἶναι οὐκάζιον, ἐνῷ εἰς τὴν Τουρκίαν εἶναι ἰραδὲς, προτιμότερος δὲ εἶναι ὁ ἰραδές· καὶ ἠξεύρετε διὰ τί; διὰ φιλολογικὸν λόγον· ἰραδὲς εἶναι λέξις ἑλληνικὴ καὶ λατινικὴ, καὶ λοιπὸν προτιμότερον νὰ ἤμεθα ὑπὸ ἰραδὲν παρὰ ὑπὸ οὐκάζιον· ἰραδὲς εἶναι ordo, δηλαδὴ, ἐνῷ εἴμεθα Ῥωμαῖοι πολῖται καὶ ὡς χθὲς εἴχομεν τὴν λατινικὴν γλῶσσαν, δηλαδὴ τὴν νεοελληνικὴν ἐν Κωνσταντινουπόλει, σήμερον ἔχομεν τὴν ἑλληνοτουρκικὴν γλῶσσαν. Ὁμολογῶ, ὅτι αὐτὸ ἔχει τι τὸ παράδοξον, ἀλλὰ σᾶς εἶπον, ὅτι εὑρίσκομαι ἀκόμη ἐν προοιμίῳ· ὅταν δὲ σᾶς ἀνοίξωμεν τὸν ἀνατολικὸν ὁρίζοντα τοῦ Νικολ. Ἰακωβάτου, θὰ ἰδῆτε φῶς, θὰ ἐξέλθωμεν ἀπὸ τὸ σκότος, ἀπὸ τὴν ὁμίχλην τοὐλάχιστον. Καὶ λοιπὸν δὲν χάνω τὴν σειράν μου· ἐὰν λάβητε τὰ κεφάλαια οἱουδήποτε προϋπολογισμοῦ ὅλης τῆς Εὐρώπης, τῶν μεγάλων καὶ μικρῶν βασιλείων, θὰ ἴδητε, ὅτι καὶ εἰς τὸ ὅλον καὶ εἰς τὰ καθέκαστα πάντοτε ἀναλόγως ἡ Ἑλλὰς εἶναι βεβαρημένη, καὶ χρηματικῶς καὶ στρατιωτικῶς, μᾶλλον ἢ πᾶν ἄλλο βασίλειον τοῦ κόσμου. Ὁμολογῶ τὴν ἀλήθειαν, ὅτι δύναται νὰ μᾶς ὑπερβαίνῃ ἡ Ἰταλία καὶ ἡ Ἱσπανία, ἀλλ’ αὐτὸ δὲν ἀναιρεῖ τὸν κανόνα, διότι εὑρίσκονται εἰς ἐξαιρετικὰς περιστάσεις. Ἡ Γερμανία ἔχει πληθυσμὸν 43 ἑκατομμυρίων· τὰ ἔσοδά της εἶναι 546,000,000 μάρκα, ἤτοι 685,000,000 φράγκα, ὥστε κατ’ ἀναλογίαν ἡ Ἑλλὰς ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ἔσοδα 23 ἑκατομμύρια φράγκα.
§32ΣΚΟΥΖΕΣ. Αὐτὰ εἶναι τῆς Αὐτοκρατορίας τῆς Γερμανίας· ἐκτὸς αὐτῶν πληρόνει καὶ πολλοὺς ἄλλους φόρους· αὐτὰ εἶναι διὰ τὸν στρατὸν, διὰ τὸ ναυτικὸν, διὰ τὸ ταχυδρομεῖον, καὶ διὰ τὴν διπλωματίαν τῆς Γερμανίας.
§33ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἔρχομαι εἰς τὰς συντάξεις· 21 ἑκατομμύρια φράγκα πληρόνονται καθ’ ὅλην τὴν Γερμανικὴν αὐτοκρατορίαν. Ἡ Ἑλλὰς ἔπρεπε νὰ δίδῃ 716,000, ἐνῷ δίδει 4 ἑκατομμύρια. Λάβετε τὴν Ἀλσατίαν καὶ τὴν Λωραίνην, ἥτις ἔχει ἰδιαίτερον μὲν προϋπολογισμόν, διότι ἀκόμη δὲν συνεχωνεύθη μὲ τὴν αὐτοκρατορίαν, πληθυσμὸν δὲ 1½ ἑκατομμύριον· τὰ ἔσοδά της ἠξεύρετε πόσα εἶναι; τὸ ὁμολογῶ, καὶ ἂς ἦναι ἐναντίον μου, 50 ἑκατομμύρια· ἀλλὰ δὲν ἀναγνωρίζετε ἐξαιρετικὴν τὴν περίστασιν τῆς Ἀλσατίας, δὲν γνωρίζετε, ὅτι ἐκεῖ ἴσως τρώγουν τὸν χαλινὸν καὶ ἐπιθυμοῦν νὰ ἐλευθερωθῶσι; δὲν πρέπει νὰ ἐπιβληθῶσιν ἐκεῖ φόροι βαρύτατοι; ὥστε, ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν αὐτὴ ἡ κατάστασις, ἔπρεπεν ὁ προϋπολογισμὸς τῶν 50 ἑκατομμυρίων νὰ καταβῇ εἰς τὰ 25. Λοιπὸν ἐγὼ ἤξευρα τί ἐσημείωσα εἰς τὸν δεκάλογον τὸν ἑλληνικὸν, ὅτι τὸ μὴ περαιτέρω τοῦ ἑλληνικοῦ προϋπολογισμοῦ πρέπει νὰ ἦναι 30 ἑκατομμυρίων. Ἡ πολιτεία τῆς Ἑσσίας εἰς τὴν Γερμανίαν ἔχει πληθυσμὸν 884,000· τὰ ἔσοδά της εἶναι 25 ἑκατομμύρια φράγκων· ἂν εἶχεν ἓν ἑκατομμύριον ψυχῶν, ἤθελεν ἔχει 30,000,000 φράγκων, μὲ ὅλα τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα συνεπέφερεν ὁ Γαλλογερμανικὸς πόλεμος. Καὶ ἡ Σαξωνία ἔχει 2,760 000 ψυχῶν, ἔσοδα δὲ 78,000,000 φράγκων, ἀλλὰ οἱ Σάξωνες εἶναι πολὺ πλουσιώτεροι τῶν Ἑλλήνων. Δύνασθε νὰ μοὶ εἴπητε πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ διοικῆται αὐτὸ τὸ Κράτος μὲ τόσον μικρὸν προϋπολογισμὸν; ἵνα σᾶς εὐχαριστήσω ἰδοὺ ἡμεῖς εἴμεθα 1½ ἑκατομμύριον Ἕλληνες πτωχοὶ, καὶ ἔχομεν πόσους Ἀρειοπαγίτας;
§34ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. 16.
§35ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ· νὰ σᾶς γνωστοποιήσω τώρα καὶ ἐγὼ τὸν ἀριθμὸν τῶν Ἀρειοπαγιτῶν τῆς μεγάλης συμπολιτείας, τῆς Ἀμερικανικῆς· 8 Ἀρειοπαγῖται ἐπὶ 40 ἑκατομμυρίων ψυχῶν! ἐννοῶ ἤδη, ὅτι γίνεται οὕτως οἰκονομία· ἀλλ’ ὅταν τρέφητε 15 Ἀρειοπαγίτας, 100 ἐφέτας, 400 πρωτοδίκας, πῶς θὰ γείνῃ οἰκονομία; Τὸ ἀναγνωρίζω, ὅτι οὔτε μίαν δραχμὴν δὲν ἠμποροῦμεν νὰ κόψωμεν ἀπὸ τὸν προϋπολογισμόν· πρέπει νὰ φροντίσωμεν καὶ περὶ τῶν ὀργανικῶν νόμων. Ἀλλὰ λέγετε: δὲν εἶναι ὥρα τώρα· ἂν δὲν ἦναι ὥρα τώρα, μήτε καὶ τοῦ χρόνου, διότι εἶναι 14 ἔτη, ὅπου λέγομεν: πρέπει νὰ διορθωθῶσιν οἱ ὀργανικοὶ νόμοι καὶ ποτὲ δὲν διορθόνονται· λοιπόν ... κόφτο (γέλως). Τὸ ἀληθὲς κόφτο τὸ ἐννοεῖτε. Καλὸν θὰ ἦτο νὰ εἴχομεν 500 ἑκατομμύρια φράγκων, ὅτε ἐγὼ ἤθελον παραχωρήσει 50 ἑκατομμύρια εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Ὅταν τὸ ταμεῖον τοῦ Περικλέους ἦτο πλῆρες, τί ἔκαμεν; ἔκαμε τὸν Παρθενῶνα. Βεβαίως ὑπερέβη ὁ Περικλῆς τὴν ἐντολήν του, διότι, φορολογήσας ἐλεεινότατα τοὺς συμμάχους, ἐκουβάλησεν εἰς τὰς Ἀθήνας 10 ἑκατομμύρια ταλάντων, καὶ ἔκτισε τὸν Παρθενῶνα. Ὁ Θεὸς νὰ ἔχῃ τὴν ψυχήν του διὰ τοιοῦτον ἔγκλημα, ἀλλὰ κατέλιπε τὸν Παρθενῶνα. Τὸ αὐτὸ ἔγκλημα ἤθελον πράξει καὶ ἐγὼ, ἀλλὰ νὰ ἀφήσωμεν ἕνα Παρθενῶνα. Διατί ἡ Ἀμερικὴ ἔχει ἕνα προϋπολογισμὸν τόσον ταπεινόν; διότι δὲν ἔχει ἐπίσημον Ἐκκλησίαν. Ὅστις θέλει νὰ λιβανίζεται, πρέπει καὶ νὰ πληρώνῃ. Θὰ εἴπωσι καὶ ἠμποροῦμεν τώρα νὰ διαλύσωμεν τὴν Σύνοδον; νομίζω, ὅτι ἠμποροῦμεν· ἐὰν δὲν θέλητε, μὴ τὴν διαλύσητε, ἀλλὰ κάμετε τὰς οἰκονομίας, τὰς ὁποίας ἐγὼ διέκρινα, καὶ θὰ ἔλθω νὰ δικαιολογήσω τὸν δεκάλογον. Ἡ πολιτικὴ τῆς Ἀμερικῆς δὲν εἶναι λαμπρὰ καθ’ ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου; δύναταί τις ἀπὸ τὴν κεφαλὴν πολίτου Ἀμερικανοῦ νὰ πάρῃ βίαν τρίχα λευκήν; ὄχι· καὶ ὅμως τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν πῶς διέπεται; ἀκούσατε! ἔξοδα Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν δρχ. 7,200,000. Ἡ Ἑλλὰς ἔπρεπε νὰ ἐξοδεύῃ ἀναλόγως 180,000 καὶ ὄχι 1,630,000, καὶ τότε αἱ δραχμαὶ αὗται δὲν ἤθελον ῥίπτεσθαι εἰς τὴν θάλασσαν, παρὰ ἔπρεπε νὰ μένουν νὰ παχίνωσι τὰς γαίας, τὴν γεωργίαν, νὰ βοηθῶσι τὴν βιομηχανίαν· ἀλλὰ μισθοὺς Πρεσβείας! Ἀπεφάσισεν ἡ Ἀμερικὴ νὰ στείλῃ καὶ πρεσβευτὴν εἰς τὰς Ἀθήνας· ἐνόμιζεν, ὅτι ἐνδέχεται νὰ ἔχῃ ἐδῶ συμφέροντα, καὶ ἔχει, καὶ διώρισε πρεσβευτὴν ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Κωνσταντινουπόλει ἐναλλὰξ διὰ νὰ μὴ ἐξοδεύῃ· εἶδεν ὅμως ἐπὶ τέλους, ὅτι καὶ αὐτὸ τὸ ἔξοδον εἶναι μέγα, καὶ εἶπε, καταργῶ τὴν Πρεσβείαν τῶν Ἀθηνῶν. Τί ἔπαθεν ἡ Ἀμερική; τίποτε· καὶ τί θὰ πάθωμεν ἡμεῖς, ἐὰν καταργήσωμεν τὰς πρεσβείας; οὐδέν. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν τῆς Ἀμερικῆς ἔχει ἔξοδα 39,000,000 ταλλήρων, δηλ. 216,000,000 δραχμῶν περίπου. Ἡ Ἑλλὰς ἔπρεπε νὰ ἐξοδεύῃ ἀναλόγως 9,000,000 φράγκων. Ἐδῶ τὴν ἔπαθα!
§36Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. 39,000,000 διὰ 25 χιλ. στρατόν;
§37Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Δὲν ἔρχεται ἡ φωνή σας ἕως ἐδῶ· κατ’ ἰδίαν τὰ λέγομεν.— Λοιπόν ἰδοὺ 9 ἑκατομμύρια διὰ τὸν στρατὸν, ἀλλ’ ὁ στρατὸς ἐκεῖ εἶναι 25,000, καὶ ἐδῶ εἶναι 14,000 Ἀλλ’ ὁ μεγαλείτερος λόγος εἶναι ἄλλος, τουτέστιν ὅτι ἐκεῖνοι εἶναι 100 φορὰς πλουσιώτεροι ἡμῶν· διατί δὲν λαμβάνετε αὐτὸ ὑπ’ ὄψιν; τὸ αὐτὸ εἶναι νὰ δώσῃ ἕνας πτωχὸς ποιμὴν, πτωχὸς ἐκτετραχηλισμένος 6 δραχμὰς, καὶ τὸ αὐτὸ νὰ δώσῃ εἰς τραπεζίτην τῶν Ἀθηνῶν 6 δραχμάς; Ὁ εἷς ἠμπορεῖ νὰ δώσῃ μάλιστα, ἀλλ’ ὁ ἕτερος δὲν ἠμπορεῖ. Ἡμεῖς μὲν εἴμεθα ὁ ποιμὴν ὁ γυμνὸς, ἐκεῖνος δὲ εἶναι οἱ τραπεζῖται. Ἕκαστος ἐξ ἡμῶν εἰς τὸ χαρτοφυλάκιόν του ἔχει ἓν εἰκοσιοκτάρικον, ἀλλὰ βλέπετε εἰς τὴν Νέαν Ὑόρκην παιδάρια ἔχοντα εἰς τὸ χαρτοφυλάκιόν των ἑκατομμύρια φράγκων. Ὑπουργεῖον Ναυτικῶν τῆς Ἀμερικῆς δραχμὰς 90,000,000 ἡ Ἑλλὰς ἔπρεπε νὰ ἐξοδεύῃ ἀναλόγως (καὶ ἐὰν ἦτο Ἀμερικὴ) δραχμὰς 3,000,000. Βλέπετε, ὅτι ἐπεθεώρησα ὅλα τὰ Κράτη, καὶ ἐπείσθην, ὅτι ἀναλόγως ἡ Ἑλλὰς εἶναι τὸ Κράτος τὸ πλέον ἐπιβεβαρυμένον καὶ κατὰ στρατὸν καὶ κατὰ τὰ χρήματα. Ἀλλὰ μοὶ λέγετε, «οἱ ἐθνικοὶ πόθοι, παρατήρησε τὴν Ῥουμανίαν, παρατήρησε τὴν Βουλγαρίαν καὶ τὴν Σερβίαν.» Ὅλα αὐτὰ τὰ παρετήρησα, εὗρον δὲ, ὅτι καὶ ἐκεῖνα, ὄχι μόνον κατ’ ἀναλογίαν εἶναι ὀλιγώτερον βεβαρυμένα τῆς Ἑλλάδος κατὰ στρατὸν καὶ κατὰ χρήματα, ἀλλὰ καὶ ἀπολύτως. Τί θὰ εἴπητε, ὅταν ἔθνος τι ἔχῃ 12 χιλιάδας στρατὸν, ἔχῃ 25 ἑκατομμύρια προϋπολογισμὸν, μὲ 2 ἢ 3 ἑκατομμύρια κατοίκων; καὶ εἶναι ἔθνη, ὡς λέγουν, ὁμοιοπαθῆ μὲ ἡμᾶς, ἔθνη, τὰ ὁποῖα ἔχουν καὶ αὐτὰ τὴν μεγάλην ἰδέαν των, ἔθνη ἀγόμενα καὶ φερόμενα ἀπὸ τὴν αὐτὴν πολιτικὴν, ἡ ὁποία ἄγει καὶ φέρει ἡμᾶς, ἢ ἦγε καὶ ἔφερεν ἡμᾶς. Παρακαλῶ, ἐὰν σᾶς βαρύνω νὰ διακόψω.
§38ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ἀπ’ ἐναντίας.
§39ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ῥουμανίας πληθυσμὸς 5,376,000 κατοίκων· ἔσοδα 109,000,000 φράγκων. Ἐὰν κάμητε τὸν ὑπολογισμὸν, θὰ εὕρητε, ὅτι 20 ἑκατομμύρια κατ’ ἀναλογίαν προϋπολογισμὸν ἔχει ἡ Ῥουμανία. Διατί ἡμεῖς νὰ ἔχωμεν 45 ἢ ἔστω καὶ 30;
§40Β. ΜΠΟΥΝΤΟΥΡΗΣ. Δὲν ἔχει στόλον ἡ Ῥουμανία.
§41ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Δηλαδὴ ἐπιβαρυνόμεθα ἡμεῖς τόσῳ τὸ καλλίτερον. (Ἱλαρότης.) Ὁ δὲ στρατὸς τῆς Ῥουμανίας εἰς δύο μέρη διαιρεῖται, καὶ, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ προσέξῃ εἰς τοῦτο, ἤτοι στρατὸν μόνιμον, καὶ στρατὸν ἐθνικόν. Τὸ πραγματικὸν τοῦ μονίμου στρατοῦ ἐν καιρῷ εἰρήνης εἶναι 880 ἀξιωματικοί, 67 ὑπάλληλοι, 16,222 ἄνδρες, 2,739 ἵπποι, καὶ 69 πυροβόλα. Κατὰ Μάϊον τοῦ 1878, τὴν ἐποχὴν τῆς μεγαλειτέρας ἐπιτάσεως τῶν πολιτικῶν σχέσεων, τὸ πραγματικὸν εἶχε φθάσει εἰς 42,000 ἀνδρῶν τοῦ πεζικοῦ, 4,000 ἱππικοῦ, καὶ 2,000 πυροβολικοῦ, χωρὶς νὰ ὑπολογήσωμεν le train. Ποῦ εἶναι ἡ ἀναλογία; Ἡ Σερβία, τὸ φιλοπόλεμον καὶ πολεμικώτατον ἔθνος τῶν Σέρβων, καὶ κατ’ ἐμὲ τῶν τσοπάνιδων, ἔχει πληθυσμὸν 1,576,000, δηλ. 1½ ἑκατομμύριον ὅπως ἡμεῖς. Ὁ Σερβικὸς στρατὸς ἀπαρτίζεται κατὰ τὸν ὀργανικὸν νόμον τοῦ 1862, ἐκ δύω διακεκριμένων μερῶν, τὸν μόνιμον στρατὸν, καὶ τὸν ἐθνικὸν στρατὸν, ἢ ἐθνοφρουράν. Ἐν καιρῷ εἰρήνης ὁ ἐθνικὸς στρατὸς εἶναι καταμεμερισμένος ἐφ’ ὅλου τοῦ ἐδάφους τῆς ἡγεμονίας, κυρίως ἵνα μορφόνῃ τοὺς instructeurs, τοὺς προγυμναστὰς τοῦ ἐθνικοῦ στρατοῦ. Τί τοὺς θέλομεν καὶ τοὺς στρατῶνας καὶ τὰ φρούρια; δόσατε του ἐργασίαν νὰ γυμνάσῃ τὸ ἔθνος, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑπεβάλομεν καὶ ἡμεῖς.
§42ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ ἐγὼ μετ’ εὐχαριστήσεως τὸ ἐδέχθην.
§43Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν τὸ ἐξετέλεσες ὅμως.
§44ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Θὰ ἔλθῃ ὁ καιρός. Ὁ νόμος ὁρίζει διάρκειαν ὑπηρεσίας 3 ἐτῶν διὰ τὸν μόνιμον στρατὸν, ἀλλ’ ἐν γένει ἡ διάρκεια τῆς ὑπηρεσίας εἶναι δύω ἐτῶν, διὰ δύω ἄλλα ἔτη οἱ ἄνδρες ἀνήκουσιν εἰς τὴν ἐπιφυλακήν, δι’ 26 ἔτη εἰς τὸν ἐθνικὸν στρατόν. Πράξατε αὐτὸ, καὶ ἐγὼ, τὸν ὁποῖον δὲν πιὰνει οὔτε νόμος καὶ διὰ τὴν ἡλικίαν καὶ διὰ τὴν θέσιν μου, προσφέρομαι διὰ τὴν ἐθνοφρουρὰν, τὸ δὲ παράδειγμά μου ὅλοι θὰ ἀκολουθήσωσιν, ὅπως ἐζήτησα εἰς τὰ 1868 ὅπλα ἀπὸ τὸν κ. Ζαΐμην. Ὁ μόνιμος στρατὸς περιλαμβάνει μίαν μοιραρχίαν, πεζικοῦ Brigade d’ infanterie δύω συνταγμάτων πρὸς 5 λόχους.
§45ΛΑΠΠΑΣ. Γραπτοὶ λόγοι, κ. Ἰακωβάτε, ἀπαγορεύονται (ἱλαρότης.)
§46ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Εἶναι στρατιωτικὸς ὁ κ. Λάπας;
§47ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
§48ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Τὸν ἐννοῶ λοιπόν. — Τὸ ὅλον τοῦ Σερβικοῦ μονίμου στρατοῦ εἶναι 150 ἀξιωματικοί, κ. Λάπα.
§49ΛΑΠΑΣ. Καλὰ, τί πρακτικὸν ἀποτέλεσμα θὰ ἔχῃ;
§50ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. 5,500 ἄνδρες καὶ 1,032 ἵπποι καὶ 72 πυροβόλα, λοιπὸν 5½ χιλιάδες μόνιμον στρατὸν ἔχει ἡ Σερβία. Ἐγὼ δίδω εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν 6 χιλιάδες, καὶ ὅλους τοὺς ἀξιωματικούς. Ὥστε βλέπετε, ὅτι ἡμεῖς κακῶς βαδίζομεν. Τὸ πιστεύετε, ὅτι ἡ νῆσος Σάμος εἶναι εὐτυχεστέρα τῆς Ἑλλάδος, ἔστω καὶ ὑπὸ τὴν Τουρκικὴν προστασίαν; τότε ἐρχόμεθα εἰς τὸν λόγον τοῦ Καβοὺρ εἰπόντος ὅτι, «ἐὰν πρόκηται νὰ ἑνωθῇ ἡ Ἰταλία καὶ νὰ μὴ εὐτυχήσῃ, ἂς λείψῃ τοιαύτη ἕνωσις». Πῶς δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ προσκαλέσωμεν τοὺς Σαμίους νὰ ἑνωθῶσι μὲ ἡμᾶς; διότι ἄλλοι τινὲς θὰ εἴπωσι πρὸς αὐτούς· «θὰ ὑπάγητε νὰ ἑνωθῆτε μὲ ἐκείνους, ἀλλὰ θὰ χάσητε τὰ τέκνα σας, θὰ ἀδειάσῃ τὸ βαλάντιόν σας, θὰ ἔλθωσιν εἰς τὴν Σάμον οἱ ἔπαρχοι καὶ οἱ νομάρχαι οἱ περιώνυμοι». Οὕτω προσκαλοῦμεν ἆρά γε τοὺς ἄλλους ὁμογενεῖς νὰ ἑνωθῶσι μὲ ἡμᾶς; Καὶ λοιπὸν, δύνασθε νὰ μὲ ἐρωτήσητε, πῶς θέλετε τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος ὠργανισμένον; ἐγὼ λέγω διὰ τῆς ἐλευθερίας. Ὀλίγος στρατὸς καὶ μικρὰ φορολογία, διὰ νὰ μᾶς ζηλεύωσιν οἱ πέριξ Ἕλληνες. Ἔπρεπε τῷ ὄντι αὐτὸ τὸ βασίλειον νὰ ἦναι πρότυπον, ὥστε, ἅμα φανῇ, πάντας νὰ ἑλκύσῃ πρὸς ἑαυτό· τοῦτο ἐσκέφθην καὶ ἐγὼ, εἰπὼν, «ἐλευθερία»· ἐὰν θέλητε νὰ πολαπλασιάζηται ὁ λαὸς, χαρίσατε εἰς τοὺς γεωργοὺς τὴν ἐθνικὴν γῆν, τὴν ὁποίαν ἐπλήρωσαν ἤδη μὲ τὸ αἷμα τῶν πατέρων καὶ τῶν ἀδελφῶν των, καὶ ὄχι τώρα νὰ ζητῆτε νὰ πληρώσωσι καὶ αὐτοὶ, καθὼς ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ ὁ Καλαβρὸς καὶ ὁ Γενοβέζος ν’ ἀγοράσῃ τεμάχιον γῆς καὶ νὰ τὸ πληρώσῃ! Καταργήσατε τὸν φόρον τῆς δεκάτης» δὲν εἶναι μέγα πρᾶγμα νὰ δώσῃ ὁ γεωργὸς ἓν κοιλὸν ἀπὸ τὰ δέκα, τὸ κακὸν εἶναι, ὅτι διὰ τῆς νομοθεσίας τῆς πολυπλόκου, τῆς βαρυτάτης, τῆς γραφειοκρατικῆς δὲν πληρόνει ἓν ἀπὸ τὰ δέκα, ἢ ἀπὸ τὰ 7, ἀλλὰ πληρόνει 8 ἀπὸ τὰ δέκα. Ὅλη δὲ ἡ ζωὴ τοῦ πτωχοῦ γεωργοῦ κατατρίβεται μὲ τὸν ἔφορον, μὲ τὸν ταμίαν, μὲ τὸν νομάρχην, μὲ τὸν εἰσπράκτορα, μὲ τὸν δήμαρχον, ἐπὶ τέλους δὲ καὶ μὲ τὰς φυλακάς. Ἐστὲ λοιπὸν ἐλεύθεροι, ὅπως ὅλοι οἱ ὁμογενεῖς ἀποβλέπωσιν εἰς ἡμᾶς· καὶ, ἂν δυνάμεθα, ἐφέτος ἂς κατορθώσωμεν αὐτό· τοιαῦται ἰδέαι πρέπει νὰ ἄγωσι καὶ νὰ φέρωσι τὸν νοῦν πάσης Κυβερνήσεως Ἑλληνικῆς. Ἰδοὺ τὸ πρόγραμμα τῆς ἀντιπολιτεύσεως. «Ἔχομεν καθῆκον νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν θεραπείαν τοῦ κακοῦ, ἤτοι νὰ προλάβωμεν τὴν χρεωκοπίαν οὐχὶ διὰ φόρων καὶ διὰ δανείων, ἀλλὰ δι’ οἰκονομιῶν ἐντὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἰδοὺ τὸ χρέος μας, ἰδοὺ ὁ προϋπολογισμὸς ἂν μὴ ὑποβληθῶμεν εἰς θυσίας καὶ ἐξακολουθῶμεν διὰ φόρων καὶ διὰ δανείων νὰ ἐπιζητῶμεν τὴν ἰσοῤῥοπίαν, τὸ ἀποτέλεσμα θέλει εἶναι αὐτὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ζητοῦμεν ν’ ἀποφύγωμεν.» Τίνος εἶναι τὸ πρόγραμμα τοῦτο; τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ εἰς τὰ 1870. Καὶ ἂν αὐτὰ ἦσαν τότε ἀρχαὶ τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, διατί νὰ μὴ ἦναι τώρα κατὰ τὴν ἧττάν μας. Ἑκατοντάκις ἔχει μεγάλην βαρύτητα ὁ λόγος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ σήμερον παρὰ τότε, καὶ χιλιάκις μεγαλειτέραν βαρύτητα εἰς τὸ στόμα τῆς ἀντιπολιτεύσεως παρὰ εἰς τὸ στόμα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ· διότι ἡ ἀντιπολίτευσις πρέπει νὰ δοκιμασθῇ. Ἐὰν ἤμην Πρωθυπουργὸς, ἤθελον προσκαλέσει προθύμως τὴν ἀντιπολίτευσιν καὶ εἴπει, «εἴσελθε εἰς τὴν ἀρχὴν, διὰ νὰ σὲ ἴδωμεν ἐκ τῶν ἔργων σου,» ὥστε καὶ ἀπὸ φιλοτιμίαν ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ πράξῃ τοῦτο. Ἀλλ’ οἱ ἐθνικοὶ πόθοι! Οἱ ἐθνικοὶ πόθοι εἶναι τὸ πολυτιμότατον καὶ σεβασμιώτατον χρῆμα· πλὴν ὁ λόγος δὲν εἶναι περὶ τούτου, ἀλλὰ περὶ τῶν μέσων, καὶ πρέπει ν’ ἀφήσωμεν νὰ παρέλθῃ ὀλίγος καιρός. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔλεγε πρός με, ἀπαιτῶ προϋπολογισμὸν δι’ ἐθνικοὺς πόθους· ὑπομονή! ἀλλ’ αὐτὸς μοὶ φέρει ἀντὶ ἐθνικῶν πόθων, ἐθνικοὺς πίθους, τοὺς ὁποίους ἀπαιτεῖ νὰ γεμίσωσι δι’ ἑκατομμυρίων δραχμῶν· ἀλλ’ οἱ ὑπουργικοὶ πόθοι εἶναι πίθοι Δαναΐδων! πῶς θέλετε νὰ δώσωμεν ἑκατομμύρια, ἀφοῦ δὲν ἐκπληροῦνται οἱ ἐθνικοὶ πόθοι; Δὲν δύναμαι νὰ κατέλθω τοῦ βήματος, χωρὶς νὰ προσκαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ἐνώπιον τῆς Ἑλλάδος, καὶ νὰ τὸν ἐρωτήσω, τί γίνονται οἱ ἐξόριστοι πολῖται Ἕλληνες (Θόρυβος); τί ἔπραξαν οἱ ἄνθρωποι οὗτοι οἱ ὁμολογουμένης ἀρετῆς καὶ παιδείας ἄνδρες;
§51ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὐτὰ δὲν εἶναι ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§52Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ποῖον δικαστήριον κατεδίκασεν αὐτούς; πόθεν ἔχουν τὴν τροφήν των; 15 ἱερεῖς ἀμέμπτου διαγωγῆς καὶ εὐσεβείας ἐξωρίσθησαν, καὶ ἡ Βουλὴ δὲν ὡμίλησεν! μόνον ἐγὼ εἶπον τινά. Ὑπόσχεται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ διατάξῃ τὴν ἀπόλυσίν των, ναὶ ἢ ὄχι; ἂν ὑπόσχεται, παύω τὴν συζήτησιν. Ἐπράχθη τὸ μεγαλείτερον ἀνοσιούργημα ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τῆς Ἑλλάδος, διότι οἱ ἄνθρωποι οὗτοι κατεδικάσθησαν εἰς ἐξορίαν ἀπὸ ἱερεῖς, χωρὶς τύπους, χωρὶς κατηγορίαν. Οἱ κατήγοροι ἦσαν καὶ δικασταὶ, οἱ δικασταὶ καὶ ἐκτελεσταί· ποῦ ἠκούσθη τοιοῦτόν τι; Ἐν τῷ μέσῳ αἰῶνι εἴμεθα, ἐνώπιον τῆς ἱερᾶς ἐξετάσεως τῆς Ἱσπανίας; ποῦ εὗρεν ἡ σύνοδος τὴν ἐξουσίαν νὰ ἐξορίζῃ εἰς δεκαετῆ ἐξορίαν ἱερεῖς διὰ λόγους συνειδήσεως; ποῦ μένει τὸ Σύνταγμα πλέον; ποῦ ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία; ποῦ τὰ ἀστικὰ καὶ πολιτικὰ δικαιώματα; (Ἡ παραβίασις τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας ἄρχεται ἀπὸ μικρὸν καὶ καταντᾷ εἰς μέγα. Καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ διατάξῃ ἀμέσως τὴν ἀπόλυσίν των, ὅπως μὴ ἀκουσθῇ κατὰ τὴν Ἑλλάδα, ὅτι συνέβη τοιοῦτον ἀνοσιούργημα, διότι καὶ ἡ σύνοδος παρεβίασε τοὺς πολιτικοὺς νόμους καὶ τοὺς κανόνας τῆς ὀρθοδοξίας, καὶ οἱ Ὑπουργοὶ παρέσυραν τὸν Βασιλέα εἰς ὑπογραφὴν διατάγματος δεκαετοῦς ἐξορίας. Ἂν δὲ ἡ σύνοδος ἔπραξε μεγίστην ἀφροσύνην καὶ μέγιστον ἔγκλημα θρησκευτικῶς τε καὶ πολιτικῶς νὰ ἐξορίσῃ, οἱ Ὑπουργοὶ δὲν ἔπρεπε νὰ τὸ ὑπογράψωσιν. Ἐξορκίζω τὸν Ὑπουργὸν, ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀκουσθῇ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὅτι διὰ λόγους συνειδήσεως ἐξορίζονται ἄνθρωποι εἰς δεκαετῆ φυγὴν, καὶ ἁρπάζονται ἀπὸ χωροφύλακας ὡς ζῶα, ὡς κτήνη καὶ μετακομίζονται εἰς τὴν Ἀνάφην. Νομίζω, ὅτι, ἐὰν 24 ὥρας διαρκέσῃ ἡ ἐξορία τῶν ἱερέων τούτων, εἶναι ἔργον, δικαίωμα καὶ καθῆκον παντὸς Ἕλληνος νὰ διαμαρτυρηθῇ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν πρᾶξιν ἐκείνην. Καὶ ἂν ἔλειπον ἀκόμη ὅλαι αἱ ἄλλαι, ἡ Βουλὴ πρέπει ν’ ἄρῃ τὴν ἐμπιστοσύνην της ἀπὸ τὸ σημερινὸν Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ἀστικὰ καὶ πολιτικὰ δικαιώματα θεωρεῖ ὡς μηδέν.
§53ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Λαμβάνω τὸν λόγον, ἵνα δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου. Ἐκ τῶν ἄχρι τοῦδε ἀγορεύσεων προέκυψαν τὰ ἑπόμενα ζητήματα. Πρῶτον, θέλομεν οἰκονομίας; δεύτερον, διὰ τί τὰς θέλομεν; τρίτον ἡ Κυβέρνησις θέλει οἰκονομίας; τέταρτον, ἂν τὰς θέλῃ, θὰ ἦναι εἰς κατάστασιν νὰ τὰς πραγματοποιήσῃ; τελευταῖον, καὶ ἂν τὰς θέλῃ καὶ ἦναι εἰς κατάστασιν νὰ τὰς πραγματοποιήσῃ, θὰ δυνηθῇ νὰ τὰς ἐφαρμόσῃ πρὸς τὸν σκοπὸν, ὃν ἡμεῖς τὰς ζητοῦμεν; Ὡς πρὸς τὸ πρῶτον εὑρέθημεν ὅλοι σύμφωνοι· καὶ ὡς πρὸς τὸ δεύτερον ἂν θέλωμεν οἰκονομίας· τὰς θέλομεν, ὅπως διορθώσωμεν τὰ οἰκονομικά μας, καὶ ἑπομένως ἠμπορέσωμεν νὰ ἐνεργήσωμεν καὶ ἀποτελεσματικῶς ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς μας ἀποστολῆς. Ὡς πρὸς τὸ δεύτερον τοῦτο ζήτημα παρουσιάζεται μία διαφωνία παρὰ τοῦ κ. Ῥικάκη, ὁ ὁποῖος παρεδέχθη τὴν οἰκονομίαν ἁπλῶς καὶ μόνον ὡς οἰκονομίαν ἀποκόψας πᾶσαν ἰδέαν, ὅτι δι’ αὐτῆς πρέπει νὰ ἐπιδιώξωμεν καὶ ἕτερόν τι. Ὡς πρὸς τὸ τρίτον ζήτημα, θέλει ἡ Κυβέρνησις τὰς οἰκονομίας; Ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἀπὸ τὸ 1870, καθὼς πολὺ καλὰ εἶπεν ὁ κ. Ἰακωβάτος ἀναγνώσας τὸν λόγον του, ἐκήρυξεν, ὅτι θέλει οἰκονομίας σπουδαίας, διότι εὑρισκόμεθα εἰς οἰκονομικὴν κρίσιν, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ προλάβωμεν, ἵνα μὴ πέσωμεν εἰς χειροτέραν. Καὶ τότε ἐπρόκειτο περὶ ἐλλείμματος 3,000,000 μόνων, καὶ δὲν εἴχομεν τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα ἐφορτώθημεν ἔκτοτε. Ὅτι δὲ ἐξακολουθεῖ νὰ τὰς θέλῃ καὶ τώρα, μᾶς τὸ εἶπε κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συνόδου καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον, μᾶς προειδοποίησεν ἀπὸ τότε καὶ μᾶς εἶπε νὰ περιμένωμεν νὰ ἴδωμεν τὸν προϋπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον θὰ εἰσαγάγουν, ἵνα πεισθῶμεν, ὅτι θέλουσιν οἰκονομίας. Ὁ εἰσαχθεὶς ὅμως προϋπολογισμὸς μᾶς δεικνύει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις σπουδαίως περὶ οἰκονομιῶν, οὐχὶ μόνον δὲν εἰργάσθη, ἀλλ’ οὔτε ἐσκέφθη, οὔτε τὸν συνέταξε μὲ τὴν προσοχὴν ἐκείνην, ὡς πρὸς τ’ ἀθροίσματα καὶ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ δείξῃ μία Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἐσκέπτετο περὶ προϋπολογισμοῦ παρουσιασθησομένου εἰς τὴν βουλὴν μ’ ἔλλειμμα 10 ἢ 12, 000,000. Τί ἐντύπωσιν θὰ λάβωμεν ἡμεῖς, ὅταν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦτον βλέπωμεν, ὅτι ἐλησμονήθη νὰ σημειωθῇ κεφάλαιον 1,200,000 δραχμῶν; ἀλλὰ εἰσήχθη ὁ προϋπολογισμὸς, ὅπως εἰσήχθη· ἐμφαίνει τοὐλάχιστον καμμίαν ἰδέαν ὁριστικὴν τῆς Κυβερνήσεως; Βασίζεται ἐπὶ σχεδίου τινὸς ὡρισμένου; Ὄχι· αὐτὴ ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἀπέκοψε 2,000,000 ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦτον, καὶ τὴν ἀποκοπὴν ἐδέχθη ἡ Κυβέρνησις. Ἀλλὰ, κύριοι, ἀφαίρεσις ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν τῆς Κυβερνήσεως 2 ἑκατομμυρίων εἶναι διατάραξις σπουδαία οἱουδήποτε σχεδίου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου συνετάχθη ὁ προϋπολογισμός. Ὁ προϋπολογισμὸς εἰσήχθη ὥς τι ἔκθετον, τὸ ὁποῖον ἐντεῦθεν περικόπτει ἡ ἐπιτροπὴ καὶ ἐκεῖθεν αἱ προτάσεις τῶν βουλευτῶν. Πᾶν ἄλλο λοιπὸν δεικνύει παρὰ σχέδιον, ἐφ’ οὗ βασίζεται. Ὡς ἐκ τούτου, παρεταρήθησαν τὰ διάφορα σχέδια τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὰ ὁποῖα εἷς κατόπιν τοῦ ἄλλου παρουσίασαν οἱ ἀγορεύσαντες. Εἴχομεν τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς, εἴχομεν τὸ σχέδιον τοῦ κ. Σιμοπούλου, τὸ σχέδιον τοῦ κ. Βαλασοπούλου, τὸ σχέδιον τοῦ κ. Μαυρομαρᾶ, τοῦ κ. Ῥικάκη, ὁ ὁποῖος προτείνει μεταξὺ τῶν ἄλλων καὶ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ τῆς προσθήκης 7,000,000 νέων δαπανῶν μὴ ἐμπεριλαμβανομένων εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῆς κυβερνήσεως. Ἔχομεν τὸ σχέδιον τοῦ κ. Οἰκονόμου, ὁ ὁποῖος διὰ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν κλειδοκυμβάλων, ἐπὶ τῶν ἁμαξῶν καὶ τῆς διατηρήσεως τοῦ φόρου τῆς δεκάτης, νομίζει ὅτι θὰ φέρῃ ἰσοζύγιον. Ἔχομεν τὸ σχέδιον τοῦ κ. Μεσσηνέζη, ὁ ὁποῖος διὰ τῆς ἀφαιρέσεως τῶν νομαρχῶν, τῶν ἐπάρχων, τῶν δικαστηρίων ἀπὸ τὴν Ἑπτάνησον νομίζει, ὅτι θὰ διορθώσῃ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ κράτους· ἔχομεν ἔπειτα τὰ σχέδια τοῦ κ. Ζαΐμη, τοῦ κ. Τρικούπη. Μία ἀπὸ τὰς ἀληθείας, τὰς ὁποίας λέγει ὁ κ. πρωθυπουργὸς, διότι λέγει καὶ ἀληθείας, εἶναι ὅτι τὸ δύσκολον τῆς διοικήσεως ἐν Ἑλλάδι προέρχεται ἐκ τοῦ ὅτι ἕκαστος πολίτης Ἕλλην ἔχει εἰς τὸν νοῦν του ἓν σχέδιον διοικήσεως, ἀπὸ τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος μέχρι τοῦ τελευταίου κλητῆρος, καὶ ἕως ὅτου δὲν ἐφαρμόσῃ αὐτὸ, δὲν ἡσυχάζει. Ὑπάρχει ὅμως καὶ μία ἄλλη ἀλήθεια, ὅτι αἱ Βουλαὶ καταντῶσιν εἰς τὴν σύγχυσιν καὶ τὸν κυκεῶνα, ὅταν αἱ κυβερνήσεις δὲν διευθύνωσι τὰς συζητήσεις, πρὸ πάντων δὲ τὰς συζητήσεις τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐὰν ἡ κυβέρνησις ἤρχετο μὲ σχέδιον πλῆρες προϋπολογισμοῦ καὶ μᾶς ἔλεγεν, ἰδοὺ ἡ πολιτική μου, δὲν ἐννοῶ νὰ τὸ ταράξητε· τὸ δέχεσθε ἢ τὸ ἀποῤῥίπτετε; Ἄλλο τὸ ζήτημα ἂν εἰς τὰ καθέκαστα ἠδύναντο νὰ γείνουν τινὲς τροποποιήσεις, τότε καὶ ἡ ἀντιπολίτευσις ἤθελε λάβει ὑπ’ ὄψιν σπουδαίως τὸν προϋπολογισμὸν τοῦτον καὶ ἤθελε παρουσιάσει ἓν σχέδιον ἄλλο, ἀλλ’ ὡς ἐκ τῆς συγχύσεως, εἰς τὴν ὁποίαν μᾶς ἄφησεν ἡ Κυβέρνησις, ἐπῆλθεν ὁ κυκεών. Δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ καταγίνω εἰς τὰ καθέκαστα τῶν διαφόρων σχεδίων ἢ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ πρὶν προχωρήσω, ἐπειδὴ ὡμίλησα περὶ τῶν ἄχρι τοῦδε ἀγορεύσεων, δὲν δύναμαι νὰ παρατρέξω τὴν ἀγόρευσιν ἑνὸς τῶν ἐντίμων συναδέλφων, ὁ ὁποῖος δὲν μᾶς παρουσίασε κανὲν σχέδιον, καίτοι ἠγόρευσε μὲ τὴν συνήθη του εὐγλωττίαν, ἀλλὰ μόνον ἵνα ἐπικρίνῃ. Ὁ κ. Μαυρομιχάλης ἔλαβε τὸν λόγον ἐν ἐκτάσει, ἁπλῶς, ὅπως ἐπικρίνῃ τὰς στρατιωτικὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ὑπέβαλεν ὁ κ. Τρικούπης, λέγω ἰδέας, διότι ὁ κ. Τρικούπης οὔτε νομοσχέδιον περὶ στρατοῦ ἔφερεν, οὔτε τὴν τελευταίαν του λέξιν του εἶπε περὶ τῶν στρατιωτικῶν. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος νὰ τῷ παρατηρήσω, ὅτι ἄκαιρος ἦτο ἡ ἐπίκρισίς του εἰς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη, καὶ λέγω ἄκαιρος, καθότι θὰ ἦτο ἔγκαιρος, ἐὰν παρουσιάζετο εἰς τὴν βουλὴν νομοσχέδιον ἐκ μέρους τοῦ κ. Τρικούπη ὁριστικοῦ ὀργανισμοῦ, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἠθέλετε προσκληθῆ νὰ ψηφίσητε καὶ γνωματεύσητε, τότε θὰ ἦτο ἔγκαιρον νὰ φέρῃ παρατηρήσεις καὶ ἀντιπροτάσεις· ἦτο δὲ ὅλως διόλου ἄκαιρον ν’ ἀναπτύξῃ τόσην εὐγλωττίαν καὶ τόσην δεινότητα λόγου ὁ κ. Μαυρομιχάλης οὐχὶ ὅπως ἀντιταχθῇ εἰς σχέδιον ἢ εἰς πρόγραμμα, ἀλλ’ εἰς ἁπλᾶς ἰδέας, καὶ ἰδέας, εἰς τὰς ὁποίας εἶμαι βέβαιος, ὅτι εἶναι οὐσιωδῶς σύμφωνος. Ἐνδιαφέρεται ὁ κ. Μαυρομιχάλης ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ· ἂς ἦναι βέβαιος, ὅτι ἐνδιαφερόμεθα καὶ ἡμεῖς οὐχὶ ὀλιγώτερον. Συνομολογεῖ ὁ κ. Μαυρομιχάλης, συνομολογοῦμεν καὶ ἡμεῖς μετ’ αὐτοῦ, ὅτι ὑπάρχει κατάστασίς τις ἐν τῷ στρατῷ ἡμῶν, ἡ ὁποία πρέπει νὰ διορθωθῇ χάριν αὐτοῦ τοῦ στρατοῦ, καὶ τοῦτο, τὸ ὁποῖον θὰ εἴπω τώρα, δὲν εἶναί τι τὸ ὁποῖον λέγω ἐγὼ, ὁ ὁποῖος δὲν γνωρίζω ἰδιαιτέρως τὰ τοῦ στρατοῦ, εἶναι τι, τὸ ὁποῖον ἤκουσα ἀπὸ στόμα στρατιωτικοῦ, ἀπὸ τὸ στόμα αὐτοῦ τοῦ κ. Μαυρομιχάλη, ὁ ὁποῖος ἐδῶ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν εἰς ἰδιαιτέραν συνομιλίαν μεταξὺ συναδέλφων μὲ τὴν συνήθη ῥύμην τοῦ λόγου του ἐπετίθετο κατὰ τῶν πολιτευομένων, καὶ εἶχε δίκαιον, ὅτι αὐτοὶ ἐστάθησαν οἱ πρωταίτιοι τῶν ἐλλείψεων τοῦ στρατοῦ, διότι ἠθέλησαν νὰ μεταχειρισθῶσι τὸν στρατὸν ὡς ὄργανον πολιτικῆς καὶ ὡς ὄργανον ἐπαναστάσεων, τὸν μετεχειρίσθησαν ἅπαξ καὶ δίς. Ὁ κ. Μαυρομιχάλης, ὁ ὁποῖος εἰς τὴν ἀγόρευσίν του ἀνέφερε τὸ ὄνομα τοῦ Θιέρσου, πρέπει βεβαίως νὰ γνωρίζῃ καὶ τὶ ἔλεγεν ὁ Θιέρσος περὶ στρατοῦ, τὸν ὁποῖον κακῶς σκεπτόμενοι οἱ πολιτευόμενοι θέλουσι νὰ μεταχειρισθῶσιν ὡς ὄργανον ἐπαναστάσεως. Δὲν λέγω τί λέγει ὁ Θιέρσος, καὶ δὲν τὸ λέγω, διότι ἔχω πλήρη τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς μακρὰν ἀπέχει ἀπὸ τοῦ νὰ φθάσῃ εἰς τὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἔφθασαν οἱ στρατοὶ, τοὺς ὁποίους ἀπεικονίζει ὁ Θιέρσος, ὅτι ἔγειναν ὄργανα ἐπαναστάσεως. Ὅστις ὅμως ἀγαπᾷ νὰ τὸ ἴδῃ, ἂς τὸ ἴδῃ εἰς τὸ κεφάλαιον 51 τῆς ἱστορίας τοῦ Consulat καὶ Empire. Ἐδώκαμεν λοιπὸν ἓν τοιοῦτον παράδειγμα εἰς τὸ πρῶτον, ἐδώκαμεν τὸ δηλητήριον, τὸ ὁποῖον εὐτυχῶς δὲν εἴδομεν νὰ ἐνεργήσῃ, ὅπως εἰς ἄλλους στρατοὺς, χάρις εἰς τὸ φιλόνομον τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε τὸ δηλητήριον ἐχύθη. Δευτέρα αἰτία τῆς ὁποίας πρέπει νὰ προσπαθήσωμεν νὰ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὸν ἑλληνικὸν στρατὸν τὰ ἀποτελέσματα, καὶ ὁ κ. Μαυρομιχάλης τὸ ὡμολόγησεν, εἶναι ὅτι ἡ πολιτικὴ οὐχὶ ὀλίγον συνετέλει εἰς τὸ νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν κατάστασιν τοῦ στρατοῦ· ἀνάγκη ἑπομένως, καὶ ἀνάγκη μεγίστη, νὰ ἀποχωρίσωμεν τὸν στρατὸν ἀπὸ τὴν ἐπήρειαν τῆς πολιτικῆς. Ποῖον εἶναι τὸ μέσον πρὸς τοῦτο; Ὁ κ. Τρικούπης τὸ ἐπρότεινε καὶ ὁ κ. Μαυρομιχάλης τὸ παρεδέχθη, ὅτι εἶναι ἡ πρόσκλησις ξένων ἀρχηγῶν ἐπὶ τοῦ στρατοῦ, ὅπως ὄπισθεν τῶν ἀρχηγῶν ἐκείνων, καθὼς πολὺ ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ κ. Μαυρομιχάλης, καὶ ὁ ὑπουργὸς καὶ ὁ βουλευτὴς καλύπτωνται, καὶ ὁ στρατὸς θὰ ἔχῃ τὰς ἐγγυήσεις, ὅτι δὲν θὰ ἦναι ἕρμαιον ἡ τύχη αὐτοῦ τῆς ἐπὶ τοῦ ὑπουργοῦ ἐπηρείας τοῦ βουλευτοῦ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀποτόμως ἀποκρούει τὴν ἰδέαν ταύτην, καὶ ἐκεῖ ἀπὸ τῆς θέσεώς του μᾶς ἀναγγέλλει, ὅτι ἔχει νὰ φέρῃ νόμον πρὸς κατάργησιν τοῦ νόμου τοῦ ἐπιτρέποντος τὴν πρόσκλησιν ξένων διοργανωτῶν τοῦ στρατοῦ.
§54ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Τὸ ἀνεγνώσατε εἰς τὴν ἐφημερίδα· ἐγὼ ἀπαντῶν εἶπον, θὰ τοὺς φέρω, δηλαδὴ θὰ φέρω τοὺς ἀξιωματικοὺς τοὺς ξένους, διὰ νὰ ἀποδείξω τὸ ἐσφαλμένον τῆς κρίσεώς σας.
§55ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Πολὺ καλά.
§56Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πῶς, κύριε Λομβάρδε;
§57ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τὸ διώρθωσε· λέγει ὅτι δὲν εἶπεν, ὅτι θὰ φέρῃ τὸν νόμον περὶ ἀκυρώσεως τοῦ πρώτου ἐκείνου νόμου, ἀλλ’ ὅτι θὰ τοὺς φέρῃ.
§58Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καθ’ ἣν στιγμὴν ἐγὼ ὡμίλουν....
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ καὶ ἐγὼ ἐνόησα, ἀλλ’ ἰδοὺ, ὅτι ὁ ὑπουργὸς δὲν ἐνόει αὐτό. Αὐτὸ καὶ ἐγὼ ἀντελήφθην.
§60Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κάθε στιγμὴν ἠμπορεῖ νὰ μεταβάλῃ γνώμην.
§61ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Καὶ ἀπὸ τὸ βῆμα ἐγὼ τὸ εἶπον αὐτό.
§62ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Καὶ θὰ κάμετε καλὰ, κ. ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ ἐπιταχύνητε τὴν ἔλευσιν τῶν ξένων ἀξιωματικῶν, εἶμαι δὲ βέβαιος, ὅτι τὰ ἀποτελέσματα διὰ τὸν στρατὸν, κατὰ τὴν πεποίθησιν μας τουλάχιστον, θὰ ἦναι εὐχάριστα. Ποία εἶναι ἡ θέσις, κ. ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, τῶν τιμίων καὶ ἱκανῶν στρατιωτικῶν, ὅπως εἶναι τὰ πράγματά μας καὶ ἡ πολιτική μας; Εἶναι βιασμένος νὰ ὑποφέρῃ, νὰ βλέπῃ, ὅτι ὁ σύντροφός του ὁ μὴ ἱκανὸς, ὅπως αὐτὸς, ὁ μὴ ἐκπληρῶν τὸ καθῆκόν του τόσον τιμίως καὶ εὐσυνειδήτως ὡς αὐτὸς, τὸν παραγκωνίζει, διότι ἔτυχε νὰ ἔχῃ προστάτας. Βλέπει ὅτι ἡ ἱκανότης καὶ ἡ ἐκπλήρωσις τοῦ καθήκοντος οὐδὲν ὠφελοῦσι, καὶ ὅτι ἡ προαγωγή του ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν προστάτην τὸν πολιτικὸν, τὸν ὁποῖον ἔτυχέ τις νὰ ἔχῃ. Εἴπατέ μοι σεῖς, κ. Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, εἶσθε ἐλεύθερος ἐπὶ τῶν ὑφισταμένων σας; Δὲν ἐστείλατε διαταγὴν πρὸς μετάθεσιν μοιράρχου καὶ μετ’ ὀλίγον δι’ ἑνὸς τηλεγραφήματος σεῖς ὁ ἴδιος δὲν ἀνεστείλατε τὴν διαταγήν;
§63ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΩΝ. (Ἐπινεύει καταφατικῶς.)
§64ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν τὸ ἀρνεῖσθε, διότι εἶσθε τίμιος καὶ εἰλικρινής.
§65ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κύριε Λομβάρδε, οἱ ξένοι, οἵτινες θὰ ἔλθουν, θὰ ἦναι προϊστάμενοι ἢ ὑφιστάμενοι τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν;
§66ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὸ ἤξευρα, κ. Ὑπουργὲ, ὅτι ἐν τῇ εἰλικρινείᾳ σας αὐτὴν τὴν ἀπάντησιν ἠθέλατε δώσει· ἀλλὰ σᾶς ἐπαναλέγω, ὅτι ὁ μοίραρχος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος γνωρίζει, ὅτι σεῖς ἐστείλατε διαταγὴν, καὶ ὅτι αὐτὸς δι’ ἑνὸς τηλεγραφήματός του πρὸς τὸν προστάτην του σᾶς μετέτρεψε τὴν διαταγὴν, θὰ ζητήσῃ ἀπὸ σᾶς τὴν προαγωγὴν αὐτοῦ ἢ ἀπὸ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος τὸν ὑποστηρίζει; Ἰδοὺ λοιπὸν τ’ ἀποτελέσματα τῆς ἐπιῤῥοίας τῆς πολιτικῆς ἐπὶ τοῦ στρατοῦ. Ἂς μένῃ λοιπὸν ἡ Βουλὴ ὡς ἡ μήτηρ πρὸς τὰ τέκνα της πρὸς τὸν στρατὸν καὶ οὗτος ὡς ὁ υἱὸς πρὸς ἐκείνην, καὶ ἂς μάθῃ ὁ στρατιώτης, ὅτι μόνον ἀπὸ τὴν ἱκανότητά του καὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός του θὰ περιμένῃ τὴν προαγωγήν του. Ἂς παύσῃ ἡ δυσπιστία μεταξὺ τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ στρατοῦ. Εἰς δὲ τὸν κ. Κρεστενίτην λέγω, ὅτι ἂν νομίζῃ ὅτι ἀπαιτοῦνται ἀξιωματικοὶ ξένοι ἀνώτεροι ἢ περισσότεροι τῶν ἐν τῷ νόμῳ, δύναται νὰ προτείνῃ καὶ νὰ ἐπέλθῃ ἡ βελτίωσις.
§67ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ δὲν σᾶς ἠρώτησα, ἐὰν οἱ ξένοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔλθουν, νὰ ἀνοργανώσωσι τὸν στρατὸν, μολονότι πιστεύω, ὅτι δυνάμενοι νὰ πράξωσι τοῦτο δὲν θὰ ἔλθωσιν, ἀλλὰ σᾶς ἠρώτησα, ἐὰν θὰ ἦναι προϊστάμενοι ἢ ὑφιστάμενοι τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, δηλαδὴ θὰ διατελῶσιν ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ Ὑπουργοῦ ἢ ὄχι.
§68ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Θὰ ἦναι διευθυνταὶ σωμάτων, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ ὑποκύπτουν εἰς τὸν Ὑπουργὸν, ὡς οἱ σημερινοὶ διευθυνταὶ τῶν σωμάτων ἢ ὡς ὁ Ὑπουργὸς εἰς τοὺς Βουλευτάς. Ἰδοὺ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅστις δὲν ἠμπόρεσε νὰ μεταθέσῃ ἕνα μοίραρχον καὶ τὸ ὡμολόγησε.
§69ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Τί ὡμολόγησα;
§70ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Σᾶς ἠρώτησα: «Δὲν ἐστείλατε ἔγγραφον διαταγὴν, ὅπως ἀπομακρυνθῇ ὁ κ. Μπασδέκης ἀπὸ τὴν Ζάκυνθον;»
§71ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Μάλιστα.
§72ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Καὶ δὲν ἐστείλατε κατόπιν τηλεγράφημα, διὰ τοῦ ὁποίου ἀνεστείλατε τὴν διαταγὴν αὐτὴν, καὶ τοῦτο οὐχὶ ἅπαξ;
§73ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ἐγὼ ἔχω τὴν εὐθύνην τῶν πράξεών μου· διέταξα ν’ ἀναχωρήσῃ καὶ κατόπιν διέταξα νὰ μείνῃ.
§74ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὸς δὲν ἐπέφερε τὴν τάξιν εἰς τὴν Ζάκυνθον ἄλλοτε καὶ δὲν συνέλαβε κακούργους τρομερούς;
§75ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κύριε πρόεδρε, νὰ σᾶς ἐνθυμίσω καὶ ἕν ἄλλο (θόρυβος.)
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα συζήτησις περὶ Μπασδέκη θὰ γείνῃ; Ἔχομεν τὸν προϋπολογισμόν.
§77ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Πρέπει νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν Πρωθυπουργόν. Δὲν εἶμαι ἐγὼ, ὅστις σᾶς εἶπον νὰ στείλετε τὸν Μπασδέκην εἰς τὴν Ζάκυνθον νὰ καταδιώξῃ τοὺς κακούργους;
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὸν προϋπολογισμόν, κ. Λομβάρδε, ἀφήσατε αὐτά.
§79ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἰς τὸν προϋπολογισμὸν δὲν δύναμαι νὰ εἰσέλθω, ὅταν μὲ διακόπτουν καὶ δίδω ἀπαντήσεις. Ἡ ἰδέα τὴν ὁποίαν ἐξέφρασεν ὁ κ. Τρικούπης...
§80ΛΑΠΑΣ. .... (ποδοκροτήματα ἐν τῷ ἀκροατηρίῳ).
§81ΤΙΝΕΣ. Κύριε Πρόεδρε, τί εἶναι αὐτά; νὰ κενωθοῦν ἀμέσως τὰ ἀκροατήρια.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς ἓν ἀκροατήριον ὀλίγοι ἐποδοκρότησαν.
§83ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἀναγνώσατε, κύριε Πρόεδρε, τὸ ἄρθρον τοῦ κανονισμοῦ.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει τὸ ἄρθρον 91 τοῦ κανονισμοῦ).
§85ΦΙΛΗΜΩΝ. Ὄχι αὐτὸ τὸ ἄρθρον, τὸ προηγούμενον ἄρθρον.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βλέπετε εἰς ποίαν θέσιν φέρετε τὴν Βουλήν; ἐὰν δὲν ἡσυχάσητε, θὰ διατάξω τὴν ἐκκένωσιν.
§87ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἡ ἰδέα τὴν ὁποίαν ἐξέφρασεν ὁ κ. Τρικούπης καὶ τὴν ὁποίαν ἤθελε νὰ ἐφαρμόσῃ εἶναι, ὅπως προφυλάξωμεν τὸν στρατὸν τοῦ νὰ ἐπηρεάζηται ἀπὸ τὴν πολιτικὴν, καὶ μόνη ἡ πρόσκλησις τῶν ξένων δύναται νὰ τὸν προφυλάξῃ, ἀλλὰ πρὸς τοῦτο ἀνάγκη καὶ νὰ περιορισθῇ ὁ στρατὸς εἰς τὰ κύρια ἔργα του, καὶ δὲν δύναται νὰ περιορισθῇ ὁ στρατὸς εἰς τὰ κύρια ἔργα του, ἐὰν δὲν διορίσωμεν ἄλλον στρατὸν, εἴτε χωροφυλακὴν τὴν ὀνομάσετε ἢ ἄλλως, ὁ ὁποῖος νὰ ἐκτελῇ τὰ ἔργα τῆς ὑπηρεσίας, ἡ ὁποία δὲν εἶναι τοῦ στρατοῦ ἔργον. Ὅτι ἂν τοῦτο δὲν γείνῃ, στρατὸν δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἔχωμεν ἐν Ἑλλάδι, τοῦτο εἶναι ἀναντίῤῥητον. Καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Μαυρομιχάλης πρὸς τοῦτο συνεφώνησε, διότι ἀνέφερεν ὅτι ὁ στρατὸς δὲν πρέπει νὰ ἀσχολῆται εἰς ἔργα ξένα τοῦ στρατοῦ, καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρὸς τοῦτο συμφωνεῖ πληρέστατα εἰς τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον ἔκαμεν εἰς τὰ 1874 κατὰ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Εἶπε τότε ὁ κ. Πρωθυπουργός; «τρία ἔτη διοικεῖς τὸν στρατὸν καὶ δὲν ἠμπόρεσες ἀκόμη νὰ ἀφαιρέσῃς ἀπὸ τὸν στρατὸν τὰ ἔργα ἐκεῖνα, ἅτινα εἶναι ἐναντία τῆς ἀποστολῆς του, οὕτω δὲν θὰ κάμετε ποτὲ στρατὸν, ἀλλὰ πραιτωριανούς.» Ἐν ὅσῳ λοιπὸν δὲν περιορισθῇ ὁ στρατὸς εἰς τὰ κύριά του ἔργα, στρατὸν δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἐν Ἑλλάδι.
§88Γ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Ἐν ὅσῳ δὲν ἀποχωρίζονται οἱ Βουλευταὶ ἀπὸ τὸν στρατόν.
§89ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὸ εἶπον προτήτερα καὶ εἶπα ἀκόμη, ὅτι ἂν ὑπάρχωσιν ἐλλείψεις τινὲς, μὴ κατηγορῶμεν τὸν στρατόν· ἡμεῖς πταίομεν καὶ ἡμεῖς πρέπει πρῶτον νὰ κόψωμεν αὐτὴν τὴν κοινωνίαν μεταξὺ ἡμῶν καὶ τοῦ στρατοῦ. Τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην σήμερον δὲν δυνάμεθα νὰ τὴν ἐκτελέσωμεν μὲ ὀλιγώτερον τῶν 6,000 ἀνδρῶν. Ἐγὼ ὑποθέτω, ὅτι δυνάμεθα καὶ μὲ ὀλιγώτερον, ἀλλὰ ὁ κ. Μαυρομιχάλης λέγει περισσότερον. Ἡ ἐνέργεια αὐτοῦ τοῦ στρατοῦ τῆς ὑπηρεσίας πρέπει νὰ ᾖναι οὐχὶ ὑποχρεωτική, ὅπως ἡ τῆς γενικῆς στρατολογίας· διότι ἐκτὸς τῶν ἄλλων, τὰ ὁποῖα εἶπον, πρέπει νὰ σκεφθῶμεν, ὅτι ἔχομεν νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸν νόμον περὶ ὑποχρεωτικῆς γενικῆς στρατολογίας, ὁ ὁποῖος δὲν ἐπιτρέπει ἀντικατάστασιν. Τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν πρῶτον ἤθελα τὸν ἐρωτήσει, ἐὰν αὔριον μετ’ εὐχαριστήσεως θὰ στείλῃ τὰ τέκνα του εἰς τὴν ὑποχρεωτικὴν στρατολογίαν, ἐνῷ ἠξεύρει, ὅτι θὰ τὰ στείλουν διὰ νὰ ἀκολουθήσωσι τοὺς εἰσπράκτορας, νὰ καταδιώξωσι τοὺς φυγοδίκους, καὶ καθεξῆς;
§90ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Θεωρεῖται ἄτιμος ὅστις δὲν ἐκπληρώσει τὸ καθῆκόν του.
§91ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐὰν ὅμως ἠξεύρῃ, ὅτι τὰ τέκνα του δὲν θὰ ἀποσταλῶσι πρὸς εἴσπραξιν φόρων, καταδίωξιν καταδίκων καὶ φυγοδίκων καὶ τὰ τοιαῦτα, ἀλλ’ ὅτι μόνον θέλουσιν ἐκγυμνασθῆ εἰς τὸ στρατιωτικόν των ἔργον, τότε βεβαίως ἤθελον ἐκπληρώσει τὸ καθῆκον τοῦτο μετὰ πάσης εὐχαριστήσεως. Τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην πρέπει νὰ τὴν ἀφήσωμεν προαιρετικήν. Μὴ θέσετε ἀνυπέρβλητα ἐμπόδια εἰς τὴν ὑποχρεωτικὴν ἄνευ ἀντικαταστάσεως στρατολογίαν, ἥτις τώρα πρῶτον θὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς τὸν τόπον. Εἰς τὴν Πρωσίαν ἐφαρμόζεται πρὸ πεντηκονταετίας, καὶ ὅμως πόσοι μεταναστεύουσι κατ’ ἔτος διὰ νὰ τὴν ἀποφύγωσιν; Ἐπαναλαμβάνω, δὲν ἔχεις δικαίωμα νὰ μοῦ πάρῃς τὸ τέκνον μου καὶ νὰ τὸ στείλῃς δι’ ἓν ἔτος ἢ δι’ ἕξ μῆνας νὰ ἀκολουθῇ τοὺς εἰσπράκτορας καὶ νὰ καταδιώκῃ φυγοδίκους. Ἐὰν ὅμως τὸ λάβῃς διὰ νὰ τὸ ἐκγυμνάσῃς, ὅπως ἐν ἀνάγκῃ ὑπηρετήσῃ τὴν πατρίδα του, τότε μετὰ πάσης εὐχαριστήσεως θέλω τὸ δεχθῆ. Μὴ πλάττετε λοιπὸν ἀπὸ τοῦδε μίαν ἀντίδρασιν ἐναντίον τοῦ νόμου τῆς γενικῆς στρατολογία, διότι ἄλλως θὰ κάμετε νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ ἀντικατάστασις. Ἐκτὸς τούτου αὐτὸς ὁ στρατὸς τῆς ὑπηρεσίας θὰ ἐλαττωθῇ ταχέως· σήμερον, ἂν ἔχωμεν ἀνάγκην, καθὼς εἶπεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ νῦν, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην στρατιωτῶν διὰ νὰ εἰσπράξωμεν φόρους, νὰ συλλαμβάνωμεν τοὺς στρατευσίμους, ἐὰν καταρτισθῇ δικαία διοίκησις, ὥστε νὰ ζητῆται ἀπὸ πάντα πολίτην ὁ φόρος ὡς ἐκπλήρωσις τοῦ καθήκοντος καὶ οὐχὶ ὡς τιμωρία πρὸς τὸν ἀνήκοντα εἰς ἀντίθετον κόμμα καὶ ἡ ὑπηρεσία αὕτη θὰ ἐλαττωθῇ. Μία ἀγαθὴ διοίκησις ὅταν ὑπάρξῃ, τότε πολὺ ταχέως ὁ τόπος θὰ ἔλθῃ εἰς τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν ηὐχήθη ὁ κ. Ἰακωβάτος τοῦ νὰ παρουσιάζεται εἷς κλητὴρ, ὅστις διὰ τοῦ ἄκρου τῆς ῥάβδου του νὰ καλῇ τὸν πολίτην ἐν ὀνόματι τοῦ νόμου καὶ οὗτος νὰ τὸν ἀκολουθῇ. Ἕως ὅτου ὅμως θὰ ἤμεθα ὑπὸ τὰς συνεπείας τῆς τωρινῆς κακῆς διοικήσεως, βεβαίως οὕτω πως ἐνεργεῖται καὶ ἡ ὑπηρεσία αὕτη. Λοιπὸν ὁ κ. Μαυρομιχάλης συμφωνεῖ ἐν οὐσίᾳ μὲ τὰς ἰδέας τοῦ κυρίου Τρικούπη, διαφωνεῖ δὲ μόνον καὶ μόνον εἰς τὰ καθέκαστα, ἑπομένως εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι ἀφοῦ ἡσυχώτερα σκεφθῇ, θέλει πεισθῆ, ὅτι ἦτο ἄκαιρον νὰ προσβάλῃ τὸ σύστημα ἐν ἀρχῇ, διότι τὴν ἐπίκρισίν του ἠδύνατο νὰ τὴν κάμῃ ἀργότερον, ὅταν ἤθελον παρουσιασθῆ τὰ καθέκαστα τοῦ ζητήματος. Εἶπον ὅτι δὲν θέλω νὰ καταγίνω εἰς τὰ διάφορα συστήματα ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὰ ὁποῖα παρουσιάσθησαν, ἀλλὰ θέλω ἓν καὶ μόνον νὰ ἐρωτήσω. Ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις φανερῶς καὶ ἐκ προοιμίων ἔλεξεν, ὅτι τὰς οἰκονομίας δὲν τὰς θέλει καὶ ἀφοῦ ὡς ἐκ τούτου εἶμαι δικαιολογημένος νὰ καταψηφίσω ἐναντίον της......
§92ΤΙΝΕΣ. Ποῖος τὸ εἶπεν;
§93ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. ..... καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, δι’ ἀγάπην τοῦ συναδέλφου, ὅτι θέλει πραγματικῶς τὰς οἰκονομίας καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι εἰλικρινῶς θὰ ζητήσῃ νὰ ἐφαρμόσῃ τὰς οἰκονομίας, τὰς ὁποίας ἡμεῖς ἐδῶ θὰ ψηφίσητε ἐναντίον τοῦ προϋπολογισμοῦ, δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι τοῦτο καὶ θὰ ἐκτελεσθῇ; Δὲν πιστεύω νὰ πικρανθῶσιν οἱ ἀξιότιμοι Ὑπουργοὶ, ἐὰν εἴπω δὲν τὸ πιστεύω. Τὸ Σύνταγμα εἶναι τὸ πολίτευμα τῆς ὑποψίας, τὸ Σύνταγμα μᾶς ἐπιβάλλει ἐδῶ μέσα νὰ ἔχωμεν πάντα ὑποψίαν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ὅταν δὲν ἔχωμεν λόγους, καὶ λόγους ἰσχυροὺς, ἵνα ὑποπτεύσωμεν, ὅτι ἐὰν ἐκάμαμεν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, δὲν ἤθελε παραβιασθῆ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλ’ ὅταν ἔχωμεν προηγούμενα, ὅτι τὰς ἀποφάσεις, τὰς ὁποίας ἄλλοτε ἐξεδώκαμεν καὶ τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις ἐδήλωσεν, ὅτι θέλει τὰς σεβασθῆ καὶ τὰς ἐκτελέσει καὶ παρέβη τοῦτο, δὲν ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν τὴν ὑποψίαν, ὅτι καὶ ἄλλας ἀποφάσεις θέλει παραβῆ; Ἀφοῦ ἔχομεν ἐνώπιόν μας γεγονὸς προηγούμενον, ὅτι αἱ ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς ἐθεωρήθησαν πρὸς οὐδὲν ἀπὸ τὴν τωρινὴν Κυβέρνησιν, δὲν δικαιούμεθα νὰ μὴ ἔχωμεν οὐδεμίαν πίστιν, ὅτι καὶ ἂν ψηφίσωμεν οἰκονομίας καὶ τὰς παραδεχθῇ, ὅτι δὲν θέλει τὰς ἐκτελέσει; Ἓν μόνον παράδειγμα σᾶς ἀναφέρω, τὸν νόμον περὶ δανείου τῶν 60,000,000. Ὁ νόμος οὗτος ἐψηφίσθη μὲ τὴν ῥητὴν ῥήτραν, ὅτι θέλει χρησιμεύσει πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ ἀκόμη ὅτι 8,000,000 ἐξ αὐτοῦ θέλουσι χορηγηθῆ εἰς τὴν ὁδοποιίαν. Τοῦτο τὸ ὑπεσχέθη ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡμεῖς ἐψηφίσαμεν τὸν νόμον. Ὅταν δὲ οἱ ὅροι αὐτοῦ τοῦ νόμου ὅλοι παρεβιάσθησαν, διότι οὔτε ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ἤρθη, οὔτε συνδρομή τις ἐδόθη διὰ τὴν ὁδοποιΐαν, πῶς δυνάμεθα καὶ ἤδη νὰ μὴ δυσπιστῶμεν; Ὅταν δὲ ἦλθεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς αὐτὸς ὁ κ. πρωθυπουργὸς, τί μᾶς εἶπε; Τὸ ἐνθυμεῖσθε. «Σᾶς παρουσίασα τὸν νόμον αὐτὸν μὲ αὐτὰς τὰς ῥητὰς ὑποσχέσεις, διότι ἤξευρα, ὅτι ἐὰν δὲν ἔθετον αὐτοὺς τοὺς ὅρους, σεῖς δὲν θὰ ἐψηφίζετε τὸ δάνειον· ἤξευρον, ὅτι ὁ κ. Τρικούπης ἠδύνατο ν’ ἀποχωρήσῃ καὶ νὰ μείνω ἄνευ ἀπορτίας, ὅπως τὸ ἴδιον ἤθελε κάμει καὶ ὁ κ. Ζαΐμης. Ἔβαλα λοιπὸν τὰς ῥήτρας αὐτὰς, ἀλλ’ ὁ σκοπός μου ἦτο νὰ κάμω χρῆσιν τοῦ δανείου καὶ τὴν ῥήτραν νὰ μὴν τὴν ἐκτελέσω, καὶ διὰ νὰ μὴν ἀμφιβάλητε, κύριοι, σᾶς βάλλω καὶ μάρτυρα τὸν κ. Δούμαν, ὅτι ἀπὸ τότε τοῦ τὸ εἶπον.» — Δὲν πιστεύω, κύριοι, ν’ ἀπηντήσατε σεῖς, οἵτινες περισσότερον καταγίνεσθε εἰς τὴν ἱστορίαν τὴν κοινοβουλευτικὴν ἓν τοιοῦτον γεγονὸς, δὲν πιστεύω ν’ ἀπηντήσατε ποτὲ, ὅτι μία κυβέρνησις ἔρχεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ τῆς λέγει καθαρά: «Σὲ ἐνέπαιξα, σὲ ἠπάτησα, ἀλλ’ οὕτως ἔπρεπε νὰ κάμω διὰ νὰ σὲ ἐξαπατήσω νὰ ψηφίσῃς τὸ νομοσχέδιον.» Δὲν πιστεύω νὰ εὕρητε ἐνώπιον Βουλῆς τῶν ἀντιπροσώπων ἓν ἄλλο τοιοῦτον παράδειγμα, οὔτε εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Κελίδου ὅπου παίζονται συνταγματικαὶ κωμῳδίαι. Ποῖος τώρα ἠμπορεῖ νὰ ἦνε βέβαιος, ὅτι ὁ κ. πρωθυπουργὸς βλέπων τὴν δύσκολον θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται δὲν θὰ συγκατατεθῇ εἰς οἰανδήποτε οἰκονομίαν, λέγων ἐν ἑαυτῷ καὶ εἰς αὐτὴν ἴσως τὴν περίστασιν: «ἂς ψηφίσωσι τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ ἐγὼ δύναμαι κατόπιν νὰ λάβω τριῶν ἢ τεσσάρων ἑκατομμυρίων πιστώσεις». Ἀλλὰ παραδέχομαι, ὅτι ἡ κυβέρνησις καὶ θέλει τὰς οἰκονομίας καὶ διάθεσιν εἰλικρινῶς ἔχει νὰ τὰς ἐπιδιώξῃ· δυνάμεθα νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι διὰ τοῦ διοικητικοῦ συστήματός της ἠμπορεῖ νὰ πραγματοποιήσῃ οἰκονομίας; Ὁ ἀξιότιμος κ. Ζαΐμης, ὅταν πρῶτος ἔλαβε τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶπε: δώσατέ μου καλὴν διοίκησιν καὶ σᾶς δίδω καλὴν οἰκονομίαν, καὶ ἀντιστρόφως: δώσατε μου καλὴν οἰκονομίαν, νὰ σᾶς δώσω καλὴν διοίκησιν. Τὸ τελευταῖον δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅσον καλὴ καὶ ἂν ἦναι ἡ οἰκονομία, ἡ κακὴ διοίκησις τὴν καταστρέφει καὶ αὐτὸ τὸ ὁμολογεῖ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἔν τινι λόγῳ αὐτοῦ κατὰ τὸ 1871, ὅτε τοῦτο ὑπεστήριζε κατὰ τῆς τότε κυβερνήσεως, καὶ τῆς εἶπε: ποία εἶναι ἡ διοίκησίς σου; ἡ διοίκησίς σου εἶναι κακὴ οἰκονομία, δὲν εἶναι δυνατὴ ἀπὸ σέ. Μοῦ εἶναι ἐπιτετραμένον νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ εἰς τὸν κ. Κουμουνδοῦρον, οἱασδήποτε διαθέσεις καὶ ἂν ἔχητε περὶ οἰκονομιῶν, ἡ διοίκησίς σας εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἀπ’ αὐτὴν τὴν διοίκησιν δὲν δυνάμεθα νὰ ἐλπίζωμεν οἰκονομίας· καὶ διὰ τί εἶναι κακὴ ἡ διοίκησις; φέρετέ μας ἀποδείξεις, μᾶς εἶπεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς καὶ μὴ συκοφαντῆτε· ὅταν τὰ τοιαῦτα εἶπεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, εἶχεν ὁμιλήσει ὁ κ. Τρικούπης, ὁ ὁποῖος ἤδη εἶχεν εἰπεῖ: «ποίαν μεγαλειτέραν ἀπόδειξιν θέλετε παρὰ ἀπὸ τὸν νόμον τῆς ζωοκλοπῆς». Τοῦτο ὄχι μόνον δὲν παρεδέχθη ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ἀλλὰ καὶ ἠθέλησε νὰ τὸ παραστήσῃ ὡς θρίαμβον τῆς διοικήσεώς του εἰπὼν, ὅτι καὶ κατὰ τὸ 1867 ἐψηφίσθη νόμος περὶ ζωοκλοπῆς. Παρεκτὸς τῶν ὅσων παρετήρησεν ἐπὶ τούτου ὁ κ. Πετιμεζᾶς προσθέτω, ὅτι ὁ νόμος ἐκεῖνος τοῦ 1867 ἐψηφίσθη μόνον καὶ μόνον διὰ μίαν ἐπαρχίαν τῆς Ἠλείας, ἐκεῖ μόνον ἐφαίνετο τότε τὸ ἔγκλημα τοῦτο· ἂν καὶ σήμερον ἤθελον ἐξακολουθήσει νὰ φαίνηται ἡ ζωοκλοπὴ εἰς μόνην τὴν Ἠλείαν, πάλιν ἠδυνάμεθα νὰ τοῦ εἴπωμεν: «πῶς μετὰ διοίκησιν τόσων ἐτῶν δὲν ἠδυνήθητε νὰ ἐξαλείψητε τὴν ζωοκλοπὴν ἀπὸ μίαν ἐπαρχίαν; Ἀλλὰ σήμερον ἡ ζωοκλοπὴ ἔχει ἔκτασιν πολὺ μεγαλειτέραν, καὶ τοῦτο τὸ λέγομεν ὄχι ἡμεῖς, ἀλλ’ ὁ κ. Ῥοντήρης, ὅστις κόπτεται νὰ ψηφισθῇ ὁ νόμος καὶ λέγει, ὅτι ἂν δὲν περισταλῇ ἡ ζωοκλοπὴ, κινδυνεύει νὰ γίνωσιν οἱ ζωοκλέπται λῃστρικαὶ συμμορίαι.
§94ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ὡς ὑπεβλήθη εἶναι κατεσκευασμένον ἀπὸ ἐμὲ ἀπὸ τὰ 1875.
§95ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τοῦτο δὲν ἀναιρεῖ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἴπατε προχθὲς, ὅτι ἡ ἔντασις τῆς ζωοκλοπῆς εἶναι τοιαύτη, ὥστε πρέπει νὰ σπεύσωμεν, διότι κινδυνεύει νὰ γίνωσι λῃστρικαὶ συμμορίαι. Ὁ κ. Τρικούπης εἶπεν, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις εἶναι τοιαύτη εἰς χεῖράς σας, ὥστε σκέπτεσθε νὰ ἐνοικιάσητε τὰ τελωνεῖα· τοῦτο παρέτρεξεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν εἶπεν, ὅτι οὐδέποτε ἐφηρμόσθη εἰς τὴν ἐπαρχίαν του ὁ νόμος, τί θὰ εἴπωμεν διὰ τὰς ἄλλας ἐπαρχίας;
§96ΒΑΛΤΙΝΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.) Ὄχι ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, μὴ κάμητε φιορέντα.
§97ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Πρῶτον δὲν τὸ παραδέχομαι τοῦτο, ἀλλὰ ἐκυβερνήσατε καὶ σεῖς μαζὺ μὲ τοὺς ἄλλους ἐπὶ τῆς Οἰκουμενικῆς ἐπὶ ἓν ἔτος.
§98ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἀλλὰ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν τὸ ὁποῖον ἀντιπροσωπεύει ἰδίως τὴν διοίκησιν τοῦ τόπου ἔμεινε καὶ μένει πάντοτε εἰς τὰς χεῖράς σας 4½ ἔτη κατὰ συνέχειαν. Δὲν ἀρκοῦσιν ὅμως αὐτὰ εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ ζητεῖ καὶ ἄλλας ἀποδείξεις, θέλετε καὶ ἄλλας ἀποδείξεις; ἡ Ζάκυνθος εἶναι ὁ μικρότερος νομὸς τοῦ κράτους καὶ εἶναι ὁ πλέον εὐκολοδιοίκητος. Δὲν θὰ ἦτο βέβαια βαρὺ διὰ ἕνα Ὑπουργὸν πεπειραμένον, καθὼς ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, νὰ εὑρεθῇ εἰς νομάρχης, ὁ ὁποῖος νὰ μείνῃ ἐν Ζακύνθῳ καὶ νὰ διοικῇ, ἀλλὰ πόσοι νομάρχαι ἤλλαξαν ἀφότου ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἔχει τὴν ἐξουσίαν; 12 Νομάρχαι καὶ Νομαρχεύοντος ἤλλαξαν ἐν διαστήματι 4 ἐτῶν.
§99ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν γίνονται τώρα τόσοι φόνοι καὶ δολοφονίαι εἰς τὴν Ζάκυνθον.
§100ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Βλέπετε, ὅτι εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἐξέρχωμαι τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ ν’ ἀπαντῶ εἰς τὰς διακοπάς· 10 ἢ 12 φόνοι, οἱ ὁποῖοι συνέβαινον ἐν Ζακύνθῳ κατ’ ἔτος, συμβαίνουν δυστυχῶς καὶ τώρα· ἠξεύρετε τί ἤλλαξεν; ἡ δημοσία ἐν γένει τάξις καὶ ἀσφάλεια, καὶ τοῦτο, διότι ἠθελήσατε νὰ μηδενίσητε ὅλως δι’ ὅλου τὴν ἀστυνομίαν, διότι ἠθελήσατε νὰ κάμητε εἰ δυνατὸν τὸν νῦν δήμαρχον νὰ παραιτηθῇ, δήμαρχον, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀπὸ τοὺς ὀλίγους δημάρχους, οἱ ὁποῖοι διακρίνονται εἰς τὸ κράτος, κατὰ τοῦ ὁποίου ὅμως ἀπηυθύνατε τὴν ποινὴν τῆς ἐπιπλήξεως χάριν ἑνὸς Νομάρχου χωρὶς νὰ συλλογισθῆτε, ὅτι Νομάρχας βλάκας δύνασθε νὰ εὕρητε ὅσους θέλετε, καὶ ὁ τόπος νὰ τοὺς ὑποφέρῃ, ἀλλὰ δημάρχους, ὡς τὸν Λουκᾶν Καῤῥὲρ, δὲν εὑρίσκει εὐκόλως ὁ τόπος. Καὶ ἐπειδὴ μὲ προκαλεῖτε περὶ τοῦ Βασδέκη, παρακαλῶ, κ. Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, σᾶς ἠρώτησα πρὸ τόσων ἡμερῶν· ποῦ εὑρίσκονται αἱ κατηγορίαι, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐκκρεμεῖς ἐναντίον ἐκείνου τοῦ μοιράρχου, καὶ ἀπάντησιν δὲν ἔλαβον ἕως τώρα.
§101ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐπὶ τῶν κατηγοριῶν αὐτῶν, αἱ ὁποῖαι εἶναι πολλαὶ, ἐνεργοῦνται ἀνακρίσεις κατὰ τὰς διατυπώσεις τοῦ νόμου.
§102ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Αὐτὴν τὴν ἀπάντησιν ἠμπορεῖ νὰ τὴν δώσῃ εἰς καλὸς δικηγόρος ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου, οὐχὶ δὲ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὕστερον ἀπὸ ἕνα μῆνα ἀφ’ ὅτου τοῦ ἔκαμα τὴν ἐπερώτησιν· καὶ διὰ νὰ σᾶς εἰπῶ διατί κάμνω τώρα αὐτὴν τὴν ἐρώτησιν, σᾶς λέγω, ὅτι μὲ τὸ σημερινὸν ἀτμόπλοιον, κ. Κουμουνδοῦρε, ἔλαβον τὴν πληροφορίαν, ὅτι χωροφύλακες, εἷς ὀνομαζόμενος Διαβάτης καὶ εἷς ἄλλος Ἰσμαΐλης μὲ δύο ἀγροφύλακας συνέλαβον ἕνα δυστυχῆ ποιμένα καὶ δὲν τοῦ ἔδιδον τὰ πρόβατά του, ἐὰν δὲν ἐπήγαινεν εἰς τὸν συμβολαιογράφον νὰ τοῖς κάμῃ ὁμόλογον διὰ 40 δίστηλα, καὶ οἱ δύο ἀγροφύλακες συνελήφθησαν, ἀλλ’ ἡ ἀνάκρισις διὰ τοὺς χωροφύλακας μένει στάσιμος.
§103ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἄλλοτε ἐλάβατε τὴν πληροφορίαν, ὅτι ὁ ὑπαξιωματικὸς Λαγούδης ἦτο εἰς τὴν Ζάκυνθον καὶ ἀπεδείχθη κατόπιν, ὅτι πρὸ δέκα ἡμερῶν ἦτο εἰς τὰς Πάτρας. Τί νὰ σᾶς κάμω, ὅταν λαμβάνητε τοιαύτας πληροφορίας;
§104ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἦτο ἐκεῖ εἰς Ζάκυνθον ὅταν σᾶς ἐζήτησα τὰς πληροφορίας. Ἀλλ’ ἂς ἀφήσωμεν τὴν κοινωνίαν, σᾶς ἐρωτῶ εἰς ποίαν θέσιν εὑρίσκονται τὰ σωφρονιστήρια ὑπὸ τὴν διοίκησίν σας;
§105ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅταν ἦτο ὁ Φακίρης ἔκλεπτε τὸν ἄρτον τῶν φυλακισμένων καὶ κατεδικάσθη.
§106ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Θέλετε νὰ εἴπητε αὐτὸν, τὸν ὁποῖον ἐπαύσατε, διότι ἐτιμωρήθη δι’ 28 δραχμὰς καὶ διότι κατεδικάσθη ὡς δῆθεν ἔχων μέρος μετὰ τοῦ ἐργολάβου;
§107ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καίτοι διευθυντής!
§108ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὄχι δὲν εἶναι ἀληθὲς, σᾶς τὸ διαβεβαιῶ μὲ τὸν ἐπισημότερον τρόπον δὲν εἶναι ἀληθές. Ἀλλὰ ποία ἡ διαγωγή τῶν μετὰ ταῦτα διευθυντῶν, τοὺς ὁποίους ἐστείλατε ἐσεῖς; ποία ἡ διαγωγὴ τοῦ πρώτου διευθυντοῦ, τὸν ὁποῖον ἐκεῖ ἐστείλατε, ποία ἡ τοῦ δευτέρου, ποία ἡ τοῦ τρίτου, τὸν ὁποῖον ἐστείλατε τώρα ἐσχάτως; Περὶ τοῦ πρώτου ποσάκις δὲν σᾶς ἐστάλησαν ἐκθέσεις περὶ μεγάλων καταχρήσεων, καὶ μολαταῦτα δὲν τὸν ἐπαύσατε, καὶ μόνον διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως ἐπαύθη· περὶ τοῦ δευτέρου δὲν ἐλάβετε ἐκθέσεις, ὅτι φορολογεῖ τοὺς δυστυχεῖς φυλακισμένους, ὅτι διὰ νὰ τοὺς φέρῃ ἀπὸ ἕνα κοιτῶνα εἰς ἄλλον εἶναι ἠναγκασμένοι νὰ πληρώνουν χρήματα ἁδρὰ, ὅτι τοὺς στερεῖ καὶ τὸν ἄρτον, ὅτι δαπανᾷ διὰ μόνην φωταψίαν 200 δραχμὰς κατὰ μῆνα περισσότερον ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ἐπαύσατε, δὲν σᾶς ἔκαμεν ἐκθέσεις περὶ τούτου ὁ κ. Βουγιούκας; Τὸ συμβούλιον τῶν πλημμελειοδικῶν καὶ τῶν ἐφετῶν δὲν τὸν παρέπεψεν; ἂν καὶ τὸ δικαστήριον τῶν ἐνόρκων δι’ ἰσοψηφίας τὸν ἀπέλυσε; καὶ ναὶ μὲν ἠθωώθη ἀπὸ τὸ κακουργιοδικεῖον; ἀλλὰ δύω δικαστικὰ συμβούλια τὸν παρέπεμψαν· ἂν δὲ καταθέσητε τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα εἶναι εἰς χεῖράς σας καὶ τὰ ὁποῖα σᾶς ἐζήτησα, τότε θὰ ἴδωμεν ποία εἶναι ἡ διαχείρισις ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ἐπαύσατε, καὶ ποία ἡ τῶν ἀπὸ ὑμᾶς διορισθέντων· θέλει προκύψει ἐξ αὐτῶν, ὅτι σεῖς τώρα, μὴ δυνάμενοι νὰ σταματήσητε τὰς καταχρήσεις, ὡρίσατε νὰ δίδωνται 40 λεπτὰ τὴν ἡμέραν διὰ τὴν τροφὴν τῶν δυστυχῶν καταδίκων. Ποία εἶναι ἡ ἀσφάλεια ἐντὸς αὐτῶν τῶν σωφρονιστηρίων; τὴν στιγμὴν, κύριοι, καθ’ ἣν ἐπρόκειτο νὰ ὑπάγῃ ὁ εἰσαγγελεὺς νὰ δώσῃ εἴς τινα φυλακισμένον χάριτα, οὗτος ἔσφαζεν ἄλλον συγκατάδικον· ὁ διευθυντής σας δὲν βλέπει τὰ ἐγχειρίδια τὰ ὁποῖα εἰσέρχονται ἐκεῖ μέσα; Καὶ ποία ἡ διοίκησις τῆς δικαιοσύνης; δὲν θέλω νὰ ἐκταθῶ εἰς καθέκαστα καὶ μάλιστα τωρινά. Σέβομαι τὰ δικαστήρια, διότι μὲ τὸν τρόπον τῆς διοικήσεως τὸν ὁποῖον ἔχομεν δὲν εἶναι θαῦμα ἂν τυχὸν εὑρίσκεται ποὺ καὶ ποὺ δικαστὴς παραβιάζων τὰ καθήκοντά του, διὰ νὰ μὴ ἐκτεθῇ εἰς τὸν κίνδυνον τῶν μεταθέσεων ἢ ἄλλων καταδιώξεων, ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ ποία εἶναι ἡ διαγωγή σας ὡς πρὸς τὴν διεύθυνσιν τῆς δικαιοσύνης· δὲν θέλω ν’ ἀναφέρω ἰδιαίτερα περιστατικά, ἓν μόνον περιορίζομαι νὰ ἐνθυμίσω, τοῦ ὁποίου ἔχει ἤδη γνῶσιν ἡ Βουλή. Ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δικαιολογῶν τὴν μετάθεσιν 10 εἰσαγγελέων καὶ ἓξ προέδρων ἀπὸ ἑνὸς καὶ μόνου δικαστηρίου ἐντὸς μικροῦ χρονικοῦ διαστήματος, ἐνθυμεῖσθε τί μᾶς εἶπε; Μετέθεσα τὸν δεῖνα διὰ τὴν δεῖνα αἰτίαν, τὸν ἄλλον διὰ ἐκείνην τὴν αἰτίαν, μετέθεσα δὲ τὸν πρόεδρον αὐτὸν, διότι ἠθέλησε νὰ συναινέσῃ εἰς τὴν ἀκύρωσιν τῆς δημοτικῆς ἐκλογῆς. Ποῦ εἴμεθα πλέον, ὅταν οἱ δικασταὶ δὲν δύνανται νὰ διαθέσουν τὴν ψῆφόν των ἐκεῖ ὅπου ἡ συνείδησίς των τοῖς ὑπαγορεύει; καὶ ἡ ψῆφος ἐκείνη τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος προέδρου ἦτο σύμφωνος μετὰ τοῦ προέδρου τοῦ ἐπαρχιακοῦ συμβουλίου καὶ τοῦ νομάρχου. Καὶ ἤθελον ἐρωτήσει, διὰ ποίους λόγους ἔπαυσεν εἰσαγγελεῖς; Δὲν ἀναφέρω ὀνόματα, ἀλλὰ παρακαλῶ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ ἀναγνώσωσι τὰ τελευταῖα φύλλα τῶν γαλλικῶν ἐφημερίδων, διὰ νὰ ἴδωσιν ὁποία συζήτησις ἐγένετο ἐν τῇ γαλλικῇ Βουλῇ, διότι ὁ ἐκεῖ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης μετέθεσεν ἕνα εἰσαγγελέα, καὶ ἠγέρθη ὑπόνοια ὅτι μετετέθη κατ’ ἀπαίτησιν Βουλευτοῦ τινος, ὅπως τιμωρηθῇ ὁ εἰσαγγελεὺς δι’ ἐκφρασθεῖσαν παρ’ αὐτοῦ γνώμην. Ποία ἡ διοίκησις τῶν οἰκονομικῶν μας; Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τέως τῶν Οἰκονομικῶν, ὅταν ὡμίλησε περὶ τῶν οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων, μᾶς εἶπεν, ὅτι ναὶ μὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνωνται κάποιαι καταχρήσεις, ἀλλ’ ὄχι πολλαί. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, ποῖος ἀπὸ σᾶς ὑπάρχει, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ γνωρίζῃ ἕνα τοὐλάχιστον τελωνοφύλακα, ὁ ὁποῖος μόνον τὸν μισθόν του τῶν 50 δραχμῶν ἔχει; καὶ μὲ αὐτὸν τὸν μισθὸν ὁ πρώην ἐπαίτης, πάμπτωχος, σήμερον ἔχει καὶ δανείζει κεφάλαια. Δὲν λέγω, ὅτι ὅλοι οἱ τελωνοφύλακες, ὅλοι οἱ ὑπάλληλοι οἱ οἰκονομικοὶ εἶναι τοιοῦτοι, ἀλλὰ τοιοῦτον εἶναι τὸ θέαμα, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν, καὶ ἀπόδειξις, ὅτι μετὰ διοίκησιν 4½ ἐτῶν δὲν ἠδυνήθητε νὰ φέρητε καμμίαν διόρθωσιν, εἶναι, ὅτι ἤδη σκέπτεσθε νὰ ἐνοικιάσητε τὰ τελωνεῖα. Καὶ δὲν εἶμαι ἐναντίος, ἂν εὑρεθῇ τρόπος, νὰ ἐνοικιασθῶσι τὰ τελωνεῖα, χωρὶς νὰ πιεσθῇ τὸ ἐμπόριον· ἀλλ’ ἡ διαγωγὴ τῆς Κυβερνήσεως, σκεπτομένης περὶ ἐφαρμογῆς τοῦ μέσου τούτου, δεικνύει ποίαν πεποίθησιν ἔχει ἐν ἑαυτῇ ἡ Κυβέρνησις περὶ τῆς διοικήσεως τῶν οἰκονομικῶν. Ἀλλὰ ἂς ὑποθέσωμεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις πραγματικῶς θέλει τὰς οἰκονομίας, ἃς ὑποθέσωμεν, ὅτι θέλει τὰς ἐκτελέσει, καὶ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτύχῃ οἰκονομίας μὲ τὸ σύστημα διοικήσεως τὸ ὁποῖον ἐφαρμόζει· ἔρχεται τὸ ἄλλο ζήτημα, ἂν ἠμποροῦμεν νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι τὰς οἰκονομίας αὐτὰς θὰ θελήσῃ ἢ θὰ δυνηθῇ νὰ τὰς μεταχειρισθῇ πρὸς τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκομεν. Ἵνα ὁ σκοπὸς οὗτος ἐπιτευχθῇ, ἀπαιτεῖται καὶ χρόνος καὶ ὑπομονὴ καὶ ἐπιμονὴ καὶ θέλησις ἰσχυρὰ καὶ πίστις, πίστις πρὸ πάντων σιδηρᾶ, εἰς τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ ἐφαρμόσωμεν. Ἀλλ’ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος μᾶς ἔθεσεν ἐν πλήρει ἀγαθοπιστίᾳ ὡς πρὸς τοῦτο, μᾶς εἶπεν, ὅτι εἶναι ἐνδοτικός· τὸ ἐνδοτικὸν μὲ τὴν ἀκράδαντον θέλησιν, μὲ τὴν ἐπιμονὴν καὶ ὑπομονὴν καὶ σιδηρὰν πίστιν ἐπὶ τῆς ἰδέας τὴν ὁποίαν ἐπιδιώκομεν, δὲν συμβιβάζεται. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος εἶναι ἐνδοτικὸς οὐ μόνον εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τῶν φίλων του, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰς ἰδέας των καὶ εἰς τὰς ἰδικάς του ἀκόμη ἰδέας. Τοῦτο δὲν τὸ λέγω διὰ νὰ ψέξω τὸν ἄνδρα, παριστάνω μόνον τὸν πολιτικόν του χαρακτῆρα. Ὡς ἐκ τοῦ χαρακτῆρος τούτου τοῦ κ. Κουμουνδούρου γνωρίζετε, ὅτι διάφορα ἐπίθετα τοῦ ἀπεδόθησαν, τελευταῖον τῶν ὁποίων εἶναι τὸ τοῦ γλυκυτάτου. Εὐφυολόγος τις εἶπεν, ὅτι τὸν ἀξιότιμον πρωθυπουργὸν ὅπου τὸν ζητήσῃ τις τὸν εὑρίσκει, καὶ μέσα καὶ ἔξω· ὁ κ. Ζαΐμης, διὰ νὰ ἐξηγήσῃ τοῦτο, εἶπεν, ὅτι ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἐν τῇ κεφαλῇ αὑτοῦ ἔχει πλῆθος ἑρμαρίων, καὶ πότε ἀνοίγει τὸ ἓν καὶ πότε ἀνοίγει τὸ ἄλλο κατὰ τὰς περιστάσεις. Οἱ ἐχθροί του λέγουσιν, ὅτι δὲν πιστεύει εἰς τίποτε. Τὸ τελευταῖον τοῦτο εἶναι ἄδικον. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἔχει ἓν προτέρημα, προτέρημα, τὸ ὁποῖον δὲν τὸ ἔχει εἰς τοιοῦτον τοὐλάχιστον βαθμὸν οὐδεὶς ἐκ τῶν πολιτευομένων ἐν Ἑλλάδι· τὸ προτέρημά του ὅμως τοῦτο ἀποτελεῖ καὶ τὸ ἐλάττωμά του, καὶ εἶναι, ὅτι εἰς τὰς πλέον δυσκόλους περιστάσεις ἠμπορεῖ νὰ εὕρῃ στιγμιαῖον ἐμβάλωμα, μὲ τὸ ὁποῖον νὰ διορθώσῃ στιγμιαίως τὴν περίστασιν. Τὸ ἐμβάλωμα ἠμπορεῖ νὰ ἦναι τοιοῦτον, ὥστε ἐξ αὐτοῦ τούτου τοῦ ἐμβαλώματος νὰ γεννηθῇ μεγαλειτέρα ὀπὴ εἰς τὸ ὑπόδημα καὶ νὰ τὸ καταστήσῃ καὶ ὅλως ἄχρηστον ἀκολούθως· ἀλλ’ ἐν τούτοις εἰς τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἠμπορεῖ νὰ κάμῃ χρῆσιν τοῦ ὑποδήματος. Αὐτὴν τὴν δύναμιν, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, τὴν αἰσθάνεται, καὶ αὐτὴ ἀποτελεῖ τὸ ἐλάττωμά του, διότι εἰς αὐτὴν ἐμπιστευόμενος οὐδέποτε δύναται ὁριστικῶς νὰ ἐπιμείνῃ εἰς ἰδέαν, ἰδέαν, ἥτις ἀπαιτεῖ διὰ τὴν ἐφαρμογήν της μίαν παρατεταμένην ἐνέργειαν ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος εἶναι μὲ ἄλλας λέξεις αὐτοσχεδιαστὴς ἰσχυρὸς, ὁ ἰσχυρότερος τῶν ὅσων ἐγνώρισα ἐν Ἑλλάδι. Ἀλλὰ τὸ αὐτοσχεδιάζειν, κύριοι, δύναται νὰ ἦναι ὠφέλιμον ἐκεῖ, ὅπου ἡ ἐπιτυχία ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἀπρόβλεπτα συμβάντα, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν ὥραν τῆς ἐνεργείας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὰ προΐδῃ· γεννᾷ ὅμως πάντοτε καταστροφὴν εἰς ἐκείνας τὰς περιστάσεις, εἰς τὰς ὁποίας ἀπαιτεῖται μία συνεχὴς ὁμοιόμορφος ἐνέργεια. Ὁ αὐτοσχεδιαστὴς δύναται νὰ κάμῃ μεγάλα ἐπὶ τοῦ πεδίου τῶν μαχῶν, δὲν κάμνει ὅμως παρὰ καταστροφὰς ἐπὶ τοῦ πεδίου τῆς πολιτικῆς, καὶ ἐπὶ πολιτικῆς μάλιστα μικρῶν ἐπικρατειῶν. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν σας τὸν ὕψιστον, τὸν γίγαντα τῶν αὐτοσχεδιαστῶν τῶν καθ’ ἡμᾶς αἰώνων, τὸν Ναπολέοντα τὸν Αʹ· ὡς στρατηλάτης ἀπεθανατίσθη, ὡς πολιτικὸς κατέστρεψε καὶ ἑαυτὸν καὶ τὴν Γαλλίαν. Δὲν πιστεύω νὰ θεωρήσῃ κανεὶς ὡς εἰρωνείαν κατὰ τοῦ κ. Κουμουνδούρου, ὡς ἀσέβειαν κατὰ τοῦ Αʹ Ναπολέοντος, τὴν σύγκρισιν, τὴν ὁποίαν κάμνω. Οὔτε τὸν Ναπολέοντα ἐννοῶ μὲ τοῦτο νὰ καταβιβάσω ἀπὸ τοῦ θρόνου τῆς δόξης, ἐπὶ τοῦ ὁποίου τὸν ἀνύψωσεν ἡ ἱστορία διὰ τὰ στρατιωτικὰ μεγαλουργήματά του, οὔτε τὸν κ. Κουμουνδοῦρον ν’ ἀναβιβάσω μέχρις ἐκείνου. Ἀλλὰ, λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν ποῦ κατήντησεν ἡ μεγάλη, ἡ ἰσχυρὰ, ἡ πλουσία Γαλλία, ἡ ὁποία ἐδέσποζε τῆς Εὐρώπης ἀπὸ τὰ 1780 μέχρι τοῦ 1812, ποῦ κατήντησε κατὰ τὰ 1813, 1814 καὶ 1815 ὑπὸ τὴν διοίκησιν τοῦ αὐτοσχεδιαστοῦ Ναπολέοντος, θὰ ἐννοήσωμεν ποῦ θὰ φθάσῃ ἡ μικρὰ, ἡ ἀδύνατος Ἑλλὰς, ἡ πτωχὴ Ἑλλὰς, ἂν μένῃ ἀκόμη ὑπὸ τὴν διοίκησιν τοῦ αὐτοσχεδιαστοῦ κ. Κουμουνδούρου. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν σας τὴν πρόσφατον ἱστορίαν του, ἀφ’ ὅτου ἤρξατο ἡ εἰσέτι ἐξακολουθοῦσα ἐν τῇ Ἀνατολῇ κρίσις, καὶ θέλετε ἰδεῖ πᾶσαν στιγμὴν πηδήματα καὶ αὐτοσχεδιάσματα, τὰ ὁποῖα μόνον βλάβας καὶ ὄνειδος ἐπέφερον. Ὅτε ἤρχισεν ἡ ἐπανάστασις τῆς Ἑρζεγοβίνης, ὑπῆρχε μερὶς, ἡ ὁποία ἐφώναζεν: αὕτη ἡ φλὸξ θὰ γείνῃ πυρκαϊὰ, μὴ κάθεσθε, ὁπλίσατε τὸ ἔθνος, παρασκευασθῆτε. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς μᾶς ἔλεγεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς πρέπει νὰ μείνῃ οὐδετέρα, οὔτε ἓν ὅπλον νὰ φανῇ, ὅτι προμηθεύεται, διότι πρέπει νὰ δώσῃ τὰς μεγαλειτέρας ἀποδείξεις εἰς τὴν Εὐρώπην, ὅτι δὲν ἐννοεῖ ν’ ἀναμιχθῇ εἰς αὐτὸν τὸν πόλεμον, ἵνα μὴ θεωρηθῇ ὡς ὄργανον ἄλλων. Κατόπιν προκηρύττει ὡς μέσον σωτηρίας τὴν οἰκουμενικὴν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς καὶ τὰς ἐκτάκτους παρασκευάς. Ἔπεσεν ἡ οἰκουμενικὴ, καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος κ. Κουμουνδοῦρος ἀπὸ ἐδῶ κηρύττει τὴν οἰκουμενικὴν ὡς Κυβέρνησιν ἀλληλαναιρέσεως. Ἐρχόμεθα εἰς τὸ συνέδριον, καὶ μετὰ τὸ τέλος τοῦ συνεδρίου παρουσιάζεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ μᾶς συγχαίρει, ὅτι ἡ χίμαιρα τῆς μεγάλης ἰδέας ἐγένετο τέλος πάντων πρᾶγμα· ἀποκατέστη μέρος τοῦ δημοσίου εὐρωπαϊκοῦ δικαίου, διότι ἡ Ἀγγλία, ἡ Αὐστρία, ἡ Ἰταλία ἐπρότειναν νὰ εἰσαχθῶμεν ἐν τῷ συνεδρίῳ ὡς ἀντιπροσωπεύοντες τὴν Ἑλληνικὴν φυλήν.
§109ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διόλου· διότι ἀνεγνώρισε νὰ λάβωμεν τὰς ἐπαρχίας.
§110ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἶναι εὐτυχῶς ὁ λόγος σας ἐκεῖνος εἰς τὰ δημοσιευθέντα πρακτικά. Καὶ προχθὲς τί μᾶς εἴπετε; «Δοξάσατε τὸν Θεὸν, κύριοι, ὅτι δὲν ἐγένετο δεκτὴ ἡ πρότασις ἐκείνη τῆς Ἀγγλίας, Αὐστρίας καὶ Ἰταλίας, διότι ἤθελε σημαίνει τοῦτο, ὅτι ἠθέλομεν εἰσέλθει, διὰ νὰ ἀναγνωρίσωμεν τὴν κατάστασιν, ἐνῷ μὴ εἰσελθόντες ἐτηρήσαμεν τὴν μεγάλην ἰδέαν, τὴν σημαίαν τοῦ 1821.» Μετὰ τὴν πτῶσιν τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως, ὅταν μόνος ἀνέλαβεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος τὴν Κυβέρνησιν, ἦλθεν ἐδῶ νὰ μᾶς εἴπῃ: κλείσατε τὰς θύρας, νὰ σᾶς ἀνακοινώσω μέγα τι. Ἐκλείσαμεν, καὶ μᾶς λέγει, πρέπει νὰ κινήσωμεν· ἡ Τουρκία εἶναι πτῶμα. Ἡμεῖς δὲ ἐδώκαμεν ἐνθουσιῶντες τὴν πληρεξουσιότητα, διὰ νὰ εἰσέλθῃ ὁ στρατὸς εἰς τὴν Ἤπειρον καὶ τὴν Θεσσαλίαν, καὶ πρὶν παρέλθουν 24 ὧραι, διετάχθη νὰ ἐπιστρέψῃ ὁ στρατὸς, καὶ ἔτρεχον οἱ Ὑπουργοὶ εἰς τοὺς πρέσβεις, παρακαλοῦντες νὰ τοὺς δοθῇ μία πρόφασις, διὰ νὰ ἠμπορέσῃ νὰ ἐπιστρέψῃ.
§111ΕΥΘΥΜΙΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ τὰ εἴπατε χιλιάκις.
§112ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Καὶ χιλιάκις ἐπὶ χιλιάκις ἂν τὰ εἴπω, δὲν ἐξαντλοῦνται. Τώρα θὰ σᾶς εἴπω καὶ ἄλλο νεώτερον. Ἐξακολουθῶ πάντοτε τὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως, καθόσον ἀποβλέπει τὴν κρίσιν τῆς Ἀνατολῆς. Εἴδομεν μετὰ τὸ τέλος τοῦ Συνεδρίου τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν στελλόμενον παρὰ τῆς Κυβερνήσεως νὰ περιέλθῃ τὰς αὐλὰς τῆς Εὐρώπης.
§113ΤΙΝΕΣ. Καὶ αὐτὰ τὰ εἴπατε.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παύσατε τὰς διακοπάς.
§115ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὑψηλὴ ἡ ἀποστολὴ ἐκείνη, ἀλλ’ ἔπειτα ποῦ πίπτομεν; εἰς τὴν γνωστήν σας ἀποστολὴν ἐν Κωνσταντινουπόλει, τὴν ὁποίαν δὲν ἀποκαλύπτω, καὶ ἡ ὁποία εἴθε νὰ μείνῃ κεκαλυμμένη μέχρι τέλους διὰ παντὸς ἀπὸ τὰ ὄμματα τῶν ξένων. Καὶ ἐνῷ συζητοῦμεν περὶ τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐπανειλημμένως τοῦ ἐζητήσαμεν πληροφορίας ποῦ κεῖται τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα, οὐδεμίαν ἀπάντησιν ἐλάβομεν, καὶ εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην, ἡ ὁποία βαστᾷ 15 ἡμέρας, ὅλοι οἱ Ὑπουργοὶ ὡμίλησαν, ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν ἔλαβε τὸν λόγον, διότι τοῦ βαστᾷ κεκλεισμένον τὸ στόμα ὁ Πρωθυπουργὸς, διότι δὲν πιστεύω νὰ μὴ θέλῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ποῦ εὑρίσκεται τὸ ζήτημα τῶν συνόρων. Ἀλλ’ ἐνῷ κάθεσθε εἰς τὴν ἕδραν τοῦ ἀντιπροσώπου, καὶ μάτην ζητεῖτε πληροφορίας περὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος, τηλεγραφικῶς ἐπληροφόρησαν περὶ αὐτοῦ τούτου τοῦ ζητήματος τὰ δημοτικὰ συμβούλια καὶ εἶπον εἰς αὐτὰ ποῦ εὑρίσκεται τὸ ζήτημα, καὶ ἀπ’ αὐτὰ ἐζήτησαν βοήθειαν καὶ ἐνίσχυσιν. Εἶναι ἀληθὲς τοῦτο, κύριοι Ὑπουργοί;
§116ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄχι.
§117ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὅταν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὸ ἀρνῆται, θὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν εἶναι ἀληθὲς, καὶ ἑπομένως ὅ,τι καὶ ἂν εἴπω, δὲν θὰ βλάψῃ.
§118ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ ὁ κ. Φιλήμων τὸ ἀρνεῖται, ὁ ὁποῖος εἶναι Πρόεδρος δημοτικοῦ Συμβουλίου.
§119ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μὲ τὸ σημερινὸν ἀτμόπλοιον πληροφοροῦμαι ἀπὸ Ζάκυνθον, ὅτι ὁ Νομάρχης, τῇ διαταγῇ τῆς Κυβερνήσεως, παρεκάλεσε τὸν Δήμαρχον καὶ τοῦ εἶπε.... Νὰ προχωρήσω, κ. Πρωθυπουργέ;
§120ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅ,τι θέλετε κάμετε.
§121ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἠρώτησα καὶ πάλιν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, καὶ πάλιν ἀρνεῖται, καὶ μὲ λέγει νὰ προχωρήσω, — καὶ τοῦ εἶπεν ὁ Νομάρχης τοῦ Δημάρχου. «Ὁ Σαλισβουρὺ προτείνει νὰ μείνουν ἔξω τὰ Ἰωάννινα, τὰ Τρίκκαλα καὶ ἡ Λάρισσα. Νὰ τηλεγραφήσητε σεῖς, ὁ Πρόεδρος τοῦ δημοτικοῦ Συμβουλίου εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν, ὅτι εἶσθε ἕτοιμοι διὰ πᾶσαν θυσίαν, ἀλλὰ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα νὰ μὴ γείνῃ (θόρυβος).» Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις διατί δὲν ἀπηυθύνετο εἰς τοὺς Βουλευτάς; Νομίζει, ὅτι δὲν ἔχετε πατριωτισμὸν ἴσον πρὸς τὰ δημοτικὰ Συμβούλια; διατί σᾶς περιφρονεῖ; Συμπεραίνω, ὅτι δι’ ὅλα αὐτὰ πληρέστατα εἴμεθα δικαιολογημένοι, ὅπως καταψηφίσωμεν τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, καθότι πρὸς τοῖς ἄλλοις καὶ ὅλην τὴν καλὴν διάθεσιν καὶ ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι δύναται ν’ ἀναπτύξῃ τώρα, ἐκεῖ ὅπου ἔφθασεν ἐνώπιον τῆς συνειδήσεως τοῦ τόπου, ὑποστήριξιν δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ, οἵαν μάλιστα ἀπαιτεῖται νὰ ἔχῃ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία θ’ ἀναλάβῃ τὸν ἀγῶνα, ὅπως καὶ τὰ οἰκονομικὰ ἰσοπεδωθῶσι καὶ ὅπως καὶ ἐπὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος σκεφθῇ καὶ ἐνεργήσῃ ὡς πρέπει. Ὑποθέσατε, ὅτι θὰ προσκαλέσῃ νέαν ἐφεδρείαν καὶ ἐθνοφυλακὴν, κανεὶς δὲν θὰ προσέλθῃ, διότι οὐδεὶς θὰ πιστεύσῃ, ὅτι προσκαλεῖται σπουδαίως καὶ σοβαρῶς. Ἐνθυμεῖσθε τὸν ἐνθουσιασμὸν, μὲ τὸν ὁποῖον ἦλθον οἱ πρῶτοι ἔφεδροι· ἀλλὰ ἔπειτα; ἦλθεν ἡ Λεπενοῦ. Αὐτὸς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν μᾶς εἶπεν, ὅτι εἰς τὰς Θήβας συνῆλθαν τότε 9000 στρατοῦ, ἔμειναν ἐκεῖ τόσους μῆνας καὶ δὲν ἔκαμον πυρά. Καὶ τὸ τουφέκι ἂν πάρῃ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος καὶ κινήσῃ εἰς τὰ σύνορα, κανεὶς δὲν θὰ τὸν ἀκολουθήσῃ, διότι θὰ εἴπουν, ὅτι θὰ γυρίσωμεν πάλιν ὀπίσω, καθὼς τότε ἀπὸ τὸ Δομοκόν. Εἷς μόνον δισταγμὸς μένει, ἐὰν πρέπῃ νὰ καταψηφίσωμεν τὴν παροῦσαν κυβέρνησιν, ὁ δισταγμὸς ὁ πατριωτικὸς, τὸν ὁποῖον ἐξέφρασε προχθὲς ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ὅτι, ἐὰν τυχὸν ἡ Βουλὴ καταψηφίσῃ τὴν παροῦσαν κυβέρνησιν, μήπως δὲν εὑρεθῇ ἡ ἀντιπολίτευσις εἰς θέσιν νὰ κάμῃ κυβέρνησιν. Ὀφείλω τὸ κατ’ ἐμὲ νὰ ἡσυχάσω τὸν πατριωτικὸν τοῦτον φόβον τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου πρωθυπουργοῦ. Ἂς ἡσυχάσῃ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, καὶ ἐὰν ἡ ἀντιπολίτευσις ἔχῃ, καὶ θὰ ἔχῃ, τὴν δύναμιν νὰ κρημνίσῃ τὴν παροῦσαν κυβέρνησιν, ἂς ἦναι βέβαιοι, ὅτι αὐτὴ αὕτη ἡ ἀντιπολίτευσις θὰ ἔχῃ τὴν δύναμιν, τουτέστι τὴν θέλησιν, νὰ σχηματίσῃ κυβέρνησιν καὶ νὰ τὴν ὑποστηρίξῃ. Ἂς μὴ χωρίζῃ σπεύδουσαν καὶ μὴ σπεύδουσαν ἀντιπολίτευσιν ἀπὸ τὸ μέρος αὐτὸ (δεικνύει τὴν ἀριστεράν·) ἡ ἀντιπολίτευσις εἶναι μία· ἐὰν ὑπάρχῃ διαίρεσις καὶ διαφωνία γνωμῶν ὡς πρὸς τὰ καθέκαστα, ὡς πρὸς τὰς ἀρχὰς ὅμως ἡ ἰδέα εἶναι μία, καὶ τὸ σύστημα τὸ ὑπάρχον δὲν τὸ ἀνέχεται πλέον ὁ τόπος, πρέπει νὰ πέσῃ, αὐτὴ εἶναι ἡ γενικὴ πεποίθησις· ἥντινα κατόπιν προσκαλέσῃ ὁ Βασιλεὺς ἐκ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, αὐτὴ θὰ τὸν ὑποστηρίξῃ. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁ ὁποῖος βλέπει σπεύδουσαν καὶ μὴ σπεύδουσαν ἀντιπολίτευσιν, ἀπατᾶται, ἐὰν τὴν μὴ σπεύδουσαν ἀντιπολίτευσιν τὴν ζητῇ ἐδῶθεν (δεικνύει τὴν ἀριστεράν), ἂς τὴν ζητήσῃ μᾶλλον ἐκεῖθεν (δεικνύει τὴν δεξιάν). Ἐκεῖ εἶναι πολλοὶ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν τὴν μὴ σπεύδουσαν ἀντιπολίτευσιν, οἱ ὁποῖοι πρώτην φορὰν εἰσέρχονται εἰς τὸ κοινοβούλιον, οἱ ὁποῖοι παρουσιάσθησαν ἐνώπιον τῶν ἐκλογέων των ὡς ἀντιπολιτευόμενοι καὶ ἐψηφίσθησαν ὡς τοιοῦτοι.
§122ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν εἶναι ἀληθές.
§123ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ποῖοι εἶναι αὐτοί;
§124ΤΙΝΕΣ. Νὰ τοὺς ὀνομάσῃς.
§125ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Πολὺ καλά· λέγω μόνον, ὅτι εἶναι πολλοὶ ἐκεῖθεν, οἱ ὁποῖοι πρώτην φορὰ εἰσέρχονται εἰς τὸ κοινοβούλιον, οἱ ὁποῖοι ἐθεώρησαν καθῆκόν των,—καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν, τὴν ὁποίαν ἐθεώρησαν τὸ ζήτημα, ὀρθῶς ἐσκέφθησαν,—νὰ μὴ φέρουν τὴν ἄμεσον μεταβολὴν Κυβερνήσεως. Ὅταν ὅμως ἡ Κυβέρνησις αὕτη πέσῃ, θὰ θεωρήσωσι καθῆκόν των νὰ ὑποστηρίξωσι τὴν μέλλουσαν Κυβέρνησιν, ὅπως Κυβέρνησιν μόνιμον λάβῃ ὁ τόπος.
§126ΤΙΝΕΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές.
§127ΚΟΡΙΖΗΣ. Θὰ μείνωμεν ἐδῶ ὅπου εἴμεθα.
§128ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Πολὺ καλά· ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, καὶ δανείζομαι φράσιν τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ, τί μὲ μέλει τὸ τί λέγει ὁ Α καὶ ὁ Β, ἄτομα τοῦ κόμματος, ἀφοῦ ἔχω τὴν ὁμολογίαν τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ, ἀφοῦ ἔχω τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Κουμουνδούρου, ὅτι, ἐὰν ἡ ἀντιπολίτευσις ὑπερισχύσῃ, ὁ κ. Κουμουνδοῦρος θὰ σταθῇ ἐκεῖ ἐπιτηρητὴς τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ προγράμματός της, καὶ θὰ ἦναι ὑπουργικώτερος τῶν νέων ὑπουργῶν (θόρυβος) Συγχαίρω τὸν κ. Κουμουνδοῦρον διὰ τὴν ἔκφρασίν του ταύτην (μολονότι ὁ χαμόγελως, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁλοὲν εἰς τὸ πρόσωπόν του, μοὶ δεικνύει, ὅτι ἄλλο εἶχεν εἰς τὸν νοῦν του, ὅταν τὸ εἶπε), διότι τοῦτο θὰ σχηματίσῃ ἐποχὴν εἰς τὴν ἱστορίαν τοῦ πολιτικοῦ του βίου, διότι θὰ ἦναι αὕτη ἡ πρώτη φορά, καθ’ ἣν πίπτων ἀπὸ τὴν ἐξουσίαν νὰ μὴ ζητήσῃ νὰ κρημνίσῃ τοὺς ἄλλους, ἂν ἠμπορέσῃ, μετὰ 24 ὥρας.
§129ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν θὰ σὲ ὑποστηρίξω ἐσέ, διότι σὲ γνωρίζω.
§130ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ σὲ καταψηφίσω ἐσέ, διότι σὲ γνωρίζω.
§131ΛΑΠΑΣ. Δὲν σ’ ἔχει ἀνάγκην ὁ Κουμουνδοῦρος· ἔχει ἀσκέρι.
§132ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Οὐδέποτε ἕως τώρα ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ὅστις ὑπεστηρίχθη καὶ ἠνέχθη ἀπὸ ὅλα τὰ κόμματα, οὐδέποτε ἠνέχθη αὐτὸς ἄλλο κόμμα.
§133Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἀπὸ ἀδυναμίαν τὸν ἠνέχθητε, ὄχι ἀπὸ καλωσύνην.
§134ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐσχηματίσθη κατὰ τὴν παρελθοῦσαν περίοδον τὸ πρῶτον ὑπουργεῖον Κουμουνδούρου, καὶ ὁ κύριος Ζαΐμης τοῦ ἔδωκεν ἀνεπιφυλάκτως τὴν ὑποστήριξίν του· δύο φίλους του ἔδωκεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον, αὐτὸς δὲ ἔγεινε Πρόεδρος τῆς Βουλῆς. Τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο ἀντεπολιτεύετο ὁ μακαρίτης Δεληγεώργης, καὶ ἡμεῖς ἐπίσης εἴμεθα ἀντιπολιτευόμενοι, ἀλλ’ εἰς διάφορα ζητήματα, εἰς τὰ ὁποῖα τὸ ὑπουργεῖον ἐπολεμεῖτο ὑπὸ τοῦ μακαρίτου Δεληγεώργη, ἡμεῖς οἱ σήμερον κατηγορούμενοι ὡς ἐπισπεύδοντες, ὑπεστηρίξαμεν τὸ ὑπουργεῖον. Ἔπεσε τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο τοῦ κ. Κουμουνδούρου καὶ ἦλθεν ὁ Δεληγεώργης, ὅστις παρουσιάσθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, (καὶ τότε ἦτο ἡ στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐζητοῦντο φόροι καὶ δάνεια διὰ προπαρασκευὰς,) ὁ δὲ Δεληγεώργης ὑπέσχετο καὶ ἀνεδέχετο νὰ ἐξοικονομήσῃ τὰς ἀνάγκας τῆς στιγμῆς ἄνευ φόρων καὶ ἄνευ δανείων. Ἰδοὺ τὰ σχέδιά μου, εἶπε, καταθέτων νομοσχέδιά τινα, αὔριον δὲ ἢ τὸ πολὺ μεθαύριον θὰ συμπληρώσω τὰ νομοσχέδιά μου καὶ θὰ τὰ ὑποβάλω. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ὄχι λέγει, δὲν εἶσαι ἐπαρκὴς, κάτω. Ἐφωνάξαμεν τότε ἡμεῖς οἱ ἐπισπεύδοντες, σταθῆτε, δόσατε καιρόν, ὀλίγας ἡμέρας, νὰ ἴδωμεν τὰς προτάσεις καὶ ἐπ’ αὐτῶν νὰ κρίνωμεν. Ὄχι εἶπεν ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος, κάτω, καὶ ὁ Δεληγεώργης ἔπεσε, πρὶν φέρῃ τὰς προτάσεις του. Μετὰ τὸν σχηματισμὸν τῆς Οἰκουμενικῆς πρὸς τὴν διάλυσιν αὐτῆς ἐσχηματίσθη...... τὸ Ὑπουργεῖον Τρικούπη, Ζαΐμη· τοῦ Ζαΐμη ἐκείνου, ὁ ὁποῖος τόσον ἀνεπιφύλακτον ὑποστήριξιν προσέφερεν εἰς τὸν κ. Κουμουνδοῦρον, τοῦ Τρικούπη, ὁ ὁποῖος ἄλλοτε καὶ τὸν ὑπεστήριξε καὶ δὲν τὸν ἐπολέμησεν. Ἐζήτησε τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο 6 ἡμερῶν προθεσμίαν ἀπὸ τὴν Βουλὴν, διὰ νὰ ἴδῃ τὰ τῆς ὑπηρεσίας· ὄχι, λέγει ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, κάτω. Βρὲ ἀμάν, γιὰ τὸ Θεό! Ὄχι, κάτω. Ἰδοὺ διατί λέγω, ὅτι, ἐὰν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος τῳόντι σταθῇ ἐπιτηρητὴς τῆς νέας Κυβερνήσεως, θὰ κάμῃ ἐποχὴν εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς ζωῆς του, διότι θὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ὄχι μόνον ἠξεύρει νὰ μένῃ ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει, καὶ θὰ ἦναι εἰς τὸ ἑξῆς τέλειος κοινοβουλευτικὸς ἀνήρ. Μὴ παρεξηγήσητε τοὺς λόγους μου τούτους. Ἡ μέλλουσα Κυβέρνησις, ἐξ οἱωνδήποτε καὶ ἂν συγκροτηθῇ ἐκ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, δὲν θὰ παρουσιασθῇ βεβαίως νὰ ζητήσῃ ψῆφον ἀνοχῆς, δὲν θὰ ζητήσῃ παρὰ ψῆφον ἐμπιστοσύνης ἀληθοῦς καὶ καθαρᾶς. Εἶπον αὐτὰ, τὰ ὁποῖα εἶπον, διὰ νὰ ἡσυχάσω τὸν πατριωτικὸν φόβον, τὸν ὁποῖον ᾐσθάνθη ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, καὶ διὰ νὰ δικαιολογήσω καὶ ὡς πρὸς τοῦτο τὴν ψῆφόν μου. Συμπεραίνω δὲ, ὅτι, ὑπὸ οἱανδήποτε ἔποψιν καὶ ἂν ἐξετάσω, ὡς ἐξήτασα ἤδη, τὸ ζήτημα, οὐδένα αἰσθάνομαι ἔλεγχον, ἵνα καταψηφίσω, ὡς θὰ καταψηφίσω, τὴν κυβέρνησιν τοῦ κ. Κουμουνδούρου.
§135Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω, κύριοι, οὐδένα μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς ἀντιπολιτεύσεως, οὐδὲ μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς συμπολιτεύσεως ἄνθρωπον τοσοῦτον ἱκανὸν νὰ καθιστᾷ σκανδαλώδεις τὰς συζητήσεις, ὅσον τὸν βουλευτὴν ἐκ Ζακύνθου. Ἂν τὰ ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα πρόκεινται πρὸς συζήτησιν, ἦναι ἀντικείμενα ἐσωτερικοῦ ἐνδιαφέροντος, καὶ καθιστῶν τις σκανδαλώδη τὴν ἐπ’ αὐτῶν συζήτησιν δὲν φέρει βλάβην εἰς τὰ κοινὰ πράγματα, βεβαίως καταβιβάζει τὴν συζήτησιν ἀπὸ τῆς συζητήσεως τῶν πραγμάτων εἰς τὴν συζήτησιν τῶν προσώπων. Ὁμολογουμένως παρεισάγει ζητήματα προσωπικοτήτων, θίγοντα ἀμέσως τὴν φιλοτιμίαν ἢ τὴν τιμὴν τῶν προσώπων, ἀλλ’ ἡ βλάβη εἶναι μικρὰ, ἡ βλάβη περιορίζεται ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, δὲν ἐπεκτείνεται πέραν τῆς ἀξίας καὶ τῆς σπουδαιότητος, τὴν ὁποίαν αἱ συζητήσεις τοῦ κοινοβουλίου πρέπει νὰ ἔχωσιν. Ἀλλ’ ὅταν αἱ συζητήσεις δὲν περιστρέφωνται περὶ ζητήματα ἐσωτερικῆς τάξεως, ὅταν ἐξέρχωνται τοῦ κύκλου τοῦ σωφρονιστηρίου τῆς Ζακύνθου, καὶ ὅταν δὲν ἀφορῶσι πλέον τὸν ἐργολάβον τῆς Ζακύνθου, ἀλλ’ ἀνάγονται εἰς ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι χαρακτῆρα σοβαρώτερον, καὶ τὰ ὁποῖα θίγουσι συμφέροντα μεγαλείτερα τοῦ τόπου, ἤλπιζον, ὅτι ὁ Βουλευτὴς Ζακύνθου ἤθελε καταστείλει τὴν ἱκανότητα, τὴν ὁποίαν ἔχει, ἵνα καθιστᾷ τὰς συζητήσεις σκανδαλώδεις. Ἂν προσέφυγεν εἰς τὸ τέχνασμα τοῦτο, διὰ νὰ μὲ ἀναγκάσῃ ν’ ἀναβῶ ἐπὶ τὸ βῆμα, δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ εἴπῃ ὅσα εἶπεν, ἵνα ἐπιτύχῃ τοῦ σκοποῦ τούτου. Πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς συνεδριάσεως, ὁμιλῶν μὲ τὸν Βουλευτὴν Ζακύνθου, τῷ ἔκαμα γνωστὸν, ὅτι προῃρούμην νὰ ὁμιλήσω καὶ νὰ μετάσχω τῆς συζητήσεως· καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ μετάσχω συζητήσεως, ἡ ὁποία ἐξῆλθε πλέον τοῦ κύκλου τῶν ζητημάτων τῶν Ὑπουργικῶν, ἢ τῶν ζητημάτων τῆς ἁπλῆς καὶ ἐσωτερικῆς συζητήσεως. Μέχρι τῆς ἀγορεύσεως τοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου ἡ συζήτησις ἦτο περιωρισμένη, περιεστράφη περὶ ζητήματα διαχειρίσεως οἰκονομικῆς, περὶ ζητήματα διοικήσεως ἐσωτερικῆς· ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, ὁ ὁποῖος συμβαίνει μάλιστα νὰ ὁμιλῇ ἐν ὀνόματι τῆς ἀντιπολιτεύσεως καὶ νὰ ἀξιοῖ ὅτι ὁμιλεῖ ἐν ὀνόματι τοῦ Ἔθνους, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μείνω σιωπηλός. Ἡ ἀγόρευσις τοῦ βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου ἦτο ἀνάπτυξις πολιτικῆς καὶ σκοπὸν εἶχε νὰ πείσῃ τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους ν’ ἀσπασθῶσι τὴν πολιτικὴν ἐκείνην. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ διαμφισβητήσῃ τὰς ἕδρας τῶν Ὑπουργῶν, ἦτο μικρὸς καὶ ταπεινὸς ὁ σκοπὸς καὶ δὲν ἤθελα μὲ ἀναγκάσει ν’ ἀναβῶ εἰς τὸ βῆμα. Ὅταν ὅμως πρόκηται ν’ ἀποφασίσωσιν οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους ποίαν πολιτικὴν πρόκειται νὰ ἐπιβάλουν κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην, τὴν τοσοῦτον κρίσιμον, ἤθελον παραλείψει καθῆκον ἱερὸν, τὸ ὁποῖον εἶχον οὐχὶ πλέον ὡς μέλος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ὡς μέλος τοῦ κοινοβουλίου, νὰ μὴ ἀντιταχθῶ κατὰ τῆς πολιτικῆς ἐκείνης· ἑπομένως ὁ Βουλευτὴς Ζακύνθου ἀδίκως κατέφυγεν εἰς τοιοῦτον τέχνασμα, ἐὰν τοσοῦτον μικρὸν εἶχε τὸν σκοπόν. Καὶ καθ’ ἣν ὥραν ἀνέβη ἐπὶ τὸ βῆμα ὁ Βουλευτὴς Ζακύνθου, ἀπηύθυνα εἰς αὐτὸν ἐρώτησιν καὶ ἐσταμάτησα, καὶ ἀφῆκα αὐτὸν νὰ ὁμιλήσῃ, μόνον ἵνα μὴ ὑποτεθῇ ὅτι ἐγὼ ποιοῦμαι χρῆσιν τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ὡς Ὑπουργὸς εἶχον νὰ προτιμηθῶ· ἐνόμιζον ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀφήσω τὸ στάδιον πλῆρες καὶ ἐλεύθερον εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν, ἵνα ἀναπτύξῃ ὅλας τὰς σκέψεις της καὶ ὑποστηρίξῃ τὸ πρόγραμμά της, καὶ ἵνα μὴ ὑποτεθῇ ὅτι ἀλλεπαλλήλως Ὑπουργοὶ ἀφαιροῦσι τὸν χρόνον τῆς Βουλῆς καὶ περιορίζουσι τὴν εὐρύτητα τῶν συζητήσεων τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Εἶχον τῳόντι ἀπόφασιν ν’ ἀγορεύσω, ἵνα ἐκπληρώσω καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχω οὐχὶ ὡς Ὑπουργὸς ἀλλ’ ὡς μέλος τοῦ κοινοβουλίου. Ἡ ἀγόρευσίς μου θέλει στραφῆ ἰδίως περὶ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου. Ἡ ἀγόρευσις ἐκείνη εἶχεν ἓν πολιτικὸν πρόγραμμα, εἶχεν οἰκονομολογικὰς μελέτας καὶ σκέψεις, εἶχεν ἓν στρατιωτικὸν καὶ ναυτικὸν σχέδιον. Τὸ πολιτικὸν πρόγραμμα ἦτο ὁ σκοπός, τὸν ὁποῖον ὁ Βουλευτὴς Μεσολογγίου ἐνόμιζεν, ὅτι τὸ ἔθνος εἶχε νὰ προβάλῃ, καὶ ὁ τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον ἐνόμιζεν ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπιζητηθῇ ὁ σκοπὸς οὗτος. Αἱ οἰκονομολογικαὶ μελέται καὶ σκέψεις τοῦ Βουλευτοῦ Μεσολογγίου ἦσαν μέσα, διὰ τῶν ὁποίων ἤθελε νὰ πείσῃ τὸ κοινοβούλιον, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ πράξῃ ἄλλως παρὰ ν’ ἀκολουθήσῃ τὴν πολιτικὴν τὴν ὁποίαν διέγραψεν ἐκεῖνος, τὸ δὲ σχέδιον τὸ στρατιωτικὸν καὶ ναυτικὸν ἦσαν οἱ ὑπηρέται τοῦ σκοποῦ τὸν ὁποῖον σᾶς προέτεινε ν’ ἀκολουθήσετε. Ἑπομένως ἐσκόπουν νὰ πραγματευθῶ περὶ ὅλων τούτων, καὶ ἐνόμιζον ὅτι ἤθελον ἀξιωθῆ τῆς προσοχῆς σας ἐπὶ πολλὴν ὥραν κατὰ τὴν ὁποίαν ἔχω ἀνάγκην νὰ ὁμιλήσω· ἐπειδὴ ὅμως τὸ ἐπεισόδιον τοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Ζακύνθου ἐνδέχεται ν’ ἀφήσῃ εἰς τὴν συνείδησιν ὑμῶν ἀνησυχίαν, διότι σᾶς ἔδωκεν εἴδησιν, ἡ ὁποία εὐλόγως δύναται ν’ ἀνησυχήσῃ τὴν Βουλὴν τῆς Ἑλλάδος, διὰ τοῦτο, πρὶν προβῶ εἰς τὸν λόγον μου, πρὶν ἐπιληφθῶ τοῦ προγράμματος τοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, ὀφείλω νὰ καθησυχάσω τὴν ἀνησυχίαν σας. Σᾶς εἶπεν ὅτι εἷς νομάρχης προσεκάλεσε δημοτικήν τινα ἀρχὴν ἢ δημοτικὸν συμβούλιον καὶ τοῦ εἶπεν ὅτι ἐπειδὴ τὸ Ὑπουργεῖον ἔχει πληροφορίας, ὅτι ἡ ἀγγλικὴ κυβέρνησις ζητεῖ νὰ μείνωσιν εἰς τὸ τουρκικὸν κράτος καὶ νὰ μὴ περιληφθῶσιν ἐντὸς τῶν Ἑλληνικῶν ὁρίων, διὰ τῆς νέας ὁροθετικῆς γραμμῆς, τὰ Τρίκαλα, τὸ Μέτσοβον καὶ τὰ Ἰωάννινα, διὰ τοῦτο ἐκλήθη τὸ δημοτικὸν συμβούλιον νὰ χορηγήσῃ τὴν συνδρομήν του. Μνημονευθέντος ἀπὸ τοῦ βήματος τοιούτου τινὸς πράγματος, εὐλόγως ἡ Βουλὴ ἤθελεν ἀνησυχήσει, καὶ ἔρχομαι σπουδαίως νὰ διαψεύσω τὸ ἄγγελμα τοῦτο. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις οὐδεμίαν ἐπίσημον, οὐδὲ ἡμιεπίσημον, οὐδὲ ἄλλην τινὰ πληροφορίαν ἔχει, ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις τοιοῦτόν τι εἶπεν.
§136ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μοὶ τὸ εἶπεν ὁ νομάρχης σας.
§137ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἂν ὁ νομάρχης τὰ τηλεγραφήματα τὰ δημοσιευόμενα ἐν ταῖς ἐφημερίσι θεωρῇ ὡς εἰδήσεις τῆς Κυβερνήσεως, τὸν συγχαίρω. Διαψεύδω τοῦτο διὰ τοῦ θετικωτέρου τρόπου, διότι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν ἔχει οὐδὲ δι’ ἐπισήμου, οὐδὲ δι’ ἡμιεπισήμου, οὐδὲ δι’ οἱουδήποτε ἄλλου τρόπου τὴν πληροφορίαν, ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ἐξεδήλωσε τοιαύτην ἐπιθυμίαν. Ταῦτα ὤφειλον νὰ εἴπω, ἵνα καθησυχάσω τὴν εὔλογον ἀνησυχίαν, τὴν ὁποίαν τὸ σκάνδαλον τῶν λόγων τοῦ κ. Λομβάρδου ἠδύνατο νὰ διεγείρῃ εἰς τὰς ψυχὰς ὑμῶν. Μετὰ τοῦτο, κύριοι, ἐπειδὴ καὶ πρὶν ἀρχίσω ἠρωτήθην παρὰ τοῦ κ. Προέδρου ἂν θὰ ὁμιλήσω ἐπὶ μακρὸν, καὶ ἐπειδὴ ἡ Βουλὴ εἶναι κουρασμένη, ἀναγκάζομαι νὰ σᾶς παρακαλέσω ν’ ἀναβληθῇ ἡ ἔναρξις τῆς ὁμιλίας, τὴν ὁποίαν προτίθεμαι νὰ σᾶς κάμω.
§138ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. (Ἐγειρόμενοι.) Μάλιστα, μάλιστα.
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται ἡ συζήτησις διὰ τὴν Τρίτην. Λύεται ἡ συνεδρίασις τὴν 7 μ. μ. ὥραν.