1880.02.25
2,100 rows · 17,459 words · 69 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 78
τῆς 25 Φεβρουαρίου 1880.
(Δευτέρα.)
Ὥρᾳ 2. μ. μ.
Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας καὶ ἐνεκρίθησαν.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ Βουλευταὶ Ὄρους ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου περὶ διανομῆς τῶν ἐπικοίνων ὁδικῶν φόρων καὶ μετασχηματισμοῦ τῶν ὁδικῶν ἐπιτροπῶν Κερκύρας, καὶ ἑτέραν περὶ ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 16 τοῦ ἀπὸ 20 Ἰανουαρίου 1866 ΡΝ. Νόμου. Θὰ τυπωθῶσιν. Τινὲς ἐκ Πάρου ζητοῦν τὴν διατήρησιν τῆς ἱερᾶς μονῆς Λογκουβάρδας. Ἡ χήρα Ἀναστασίου Σπυροπούλου ζητεῖ σύνταξιν. Τινὲς δ’ ἐκ τῶν κατοίκων Λαδικοῦ τῆς Ὀλυμπίας παρακαλοῦσι ν’ ἀναγνωρισθῶσιν ὡς ἀνήκοντα αὐτοῖς τὰ ἐντὸς τοῦ παρακειμένου δάσους κτήματα. Θὰ σταλῶσιν αἱ ἀναφοραὶ αὗται εἰς τὴν ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν ἐπιτροπήν.
§2ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ἵνα ἐπιτρέψῃ, ὅπως, ἐκ τῆς πιστώσεως, ἥτις χορηγεῖται διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ὑπὲρ τῆς βιομηχανίας κλπ., διατεθῇ ποσόν τι πρὸς μισθοδοσίαν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ Γενναδίου, τὸν ὁποῖον θὰ στείλωμεν εἰς τὰς ἐπαρχίας, πρὸς ἐπιθεώρησιν τῶν ἀμπέλων.
§3ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν οὐδεμία εἰς τοῦτο ἀντίῤῥησις;
§5ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§6ΡΟΥΦΟΣ. Εἰς παρελθοῦσαν συνεδρίασιν, πρὸ εἴκοσιν ἀκριβῶς ἡμερῶν, ἐζήτησα νὰ μάθω ἀπὸ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται ἡ περὶ σιδηροδρόμου διαπραγμάτευσις. Εἶχον πληροφορηθῆ μετὰ θετικότητος, ὅτι σπουδαία ἑταιρία καταρτισθεῖσα ἀπὸ μεγάλους κεφαλαιούχους ἐζήτει ν’ ἀναλάβῃ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων αὐτῶν, ἤτοι τὸν ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Πάτρας σιδηρόδρομον, καὶ τὸν ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Λαμίαν μέχρι Θεσσαλονίκης, ἂν ἠδύνατο ὡς πρὸς τὸν τελευταῖον νὰ λάβῃ ἐκ τῆς τουρκικῆς κυβερνήσεως τὴν ἄδειαν. Οἱ ὅροι, ὑφ’ οὓς ἡ ἑταιρία ἀναδέχεται τὴν πραγματοποίησιν τῶν ἔργων τούτων, εἶναι συμφερώτατοι διὰ τὸ Κράτος, ὡς καὶ αἱ ἐγγυήσεις, ἃς προσέφερεν. Ὁ κύριος πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν μοὶ ἀπήντησε τότε, ὅτι ἐγένοντο ὁμιλίαι ἐπὶ τοιούτου ἀντικειμένου, ἀλλὰ προτάσεις γραπταὶ δὲν εἶχον ὑποβληθῆ αὐτῷ. Καὶ πράγματι ἀντηλλάγησαν ἰδέαι πρὸς κανονισμὸν ζητημάτων, ἄνευ τῆς λύσεως τῶν ὁποίων ἡ ἑταιρία ἠδυνάτει νὰ ὑποβάλῃ προτάσεις· χωρὶς νὰ ἦναι γνωστὸν τὸ εἶδος τοῦ σιδηροδρόμου καὶ τὸ πλάτος αὐτοῦ, ποίας προτάσεις νὰ ὑποβάλῃ; Τὸ πλάτος καὶ τὸ εἶδος κανονίζουσι τὴν ἀξίαν, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας θὰ ἐγγυηθῇ τὸ Κράτος τόκον ἐπὶ τῶν δαπανηθησομένων κεφαλαίων· ἤδη πλέον δὲν εὑρισκόμεθα εἰς τὸ αὐτὸ σημεῖον. Ἡ ἑταιρία ἀπὸ τοῦ Σαββάτου ὑπέβαλε τὰς προτάσεις της καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν σιδηρόδρομον τὸν ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Πάτρας, καὶ ὁμοίας θέλει ὑποβάλει ἐντὸς τῆς ἑβδομάδος καὶ περὶ τοῦ ἑτέρου σιδηροδρόμου τοῦ ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Λαμίαν. Τὰ ἔργα ταῦτα εἶναι σπουδαιότατα καὶ μεγίστης σημασίας καὶ διὰ τὴν Στερεὰν, καὶ διὰ τὴν Πελοπόννησον, καὶ διὰ τὴν Ἑπτάνησον. Δι’ αὐτῶν θὰ συγκοινωνῶσι ταχέως καὶ αἱ ἐπαρχίαι πρὸς τὴν πρωτεύουσαν, καὶ ἡ Εὐρώπη. Ἡ γενικὴ ἀπαίτησις τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ εἶναι ἡ διὰ παντὸς μέσου εὔκολος συγκοινωνία· ἀπέκαμε ν’ ἀκούῃ ἀφηρημένας ἰδέας, ἀξιοῖ νὰ ἴδῃ πράγματα, καὶ εἰς ταῦτα πρέπει νὰ καταγείνωμεν. Ἡ Γαλλία κατεσκεύασεν 21,040 χιλιομέτρων πλατεῖς σιδηροδρόμους πρὸς 457,224 φράγκα κατὰ χιλιόμετρον, ἡ Ἀγγλία πρὸς 605,850 κατὰ χιλιόμετρον, ἡ Βελγικὴ πρὸς 300,000 κατὰ χιλιόμετρον, ἡ Αὐστρία πρὸς 290,000 ἡ Πρωσσία πρὸς 263,000, καὶ τὰ λοιπὰ γερμανικὰ κράτη πρὸς 242,000 χιλιόμετρον. Οἰκονομικώτεροι δὲ σιδηρόδρομοι 364,655 χιλιομέτρων κατεσκευάσθησαν ἀντὶ δαπάνης 276,982 κατὰ χιλιόμετρον. Κατόπιν ἕτεροι τῆς αὐτῆς φύσεως κατεσκευάσθησαν 697,791 χιλιομέτρων πρὸς 218,637 κατὰ χιλιόμετρον, καὶ οἱ τελευταῖοι 368,571 χιλιομέτρων πρὸς 168,150 φράγκα κατὰ χιλιόμετρον. Ἴσως μικραί τινες γραμμαὶ ἀπῄτησαν ὀλίγον μικροτέραν δαπάνην. Μόνον ἡ Σουηδία καὶ Νορβηγία, κατασκευάσασαι σιδηροδρόμους 1 καὶ 6 πλάτους, ἐδαπάνησε πρὸς 107,000 φράγκα κατὰ χιλιόμετρον. Διὰ τῶν ὑποβαλλομένων προτάσεων ἐξασφαλίζεται ἡ ἐκτέλεσις τῶν ἔργων τούτων, τὸ δὲ Κράτος δὲν θέλει ὑποβληθῆ εἰς ἄλλο βάρος, παρὰ νὰ ἐγγυηθῇ τόκον 7% ἐπὶ τῶν δαπανηθησομένων κεφαλαίων, τὰ ὁποῖα θὰ κανονισθῶσι κατὰ χιλιόμετρον, ἐνόσῳ αἱ εἰσπράξεις τῶν σιδηροδρόμων δὲν καλύπτουν τὸ ποσὸν τοῦ τόκου. Δὲν πιστεύω δὲ νὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς πληρωμῆς, διότι ἡ ἐπιχείρησις εἶναι ἐπικερδὴς, ἑπομένως τὰ ἔσοδα ἔσονται τοιαῦτα, ὥστε νὰ καλύπτωσι τοὺς τόκους τῶν κεφαλαίων τούτων. Ὅταν ὑπάρχωσιν ἐπιχειρήσεις ἐν τῷ τόπῳ ἡμῶν, ἔχομεν τὴν ἀτυχίαν νὰ παρουσιάζωνται καὶ οἱ ἔχοντες καὶ οἱ μὴ ἔχοντες τὰ ἐχέγγυα, καὶ οἱ ἔχοντες καὶ οἱ μὴ ἔχοντες τὰ μέσα, καὶ οἱ ἔχοντες καὶ οἱ μὴ ἔχοντες τὴν ἱκανότητα, καὶ πρὸς πάντας νὰ προσέχωμεν, ὡς ἐκ τοῦ ὁποίου ἐπῆλθε πάντοτε ἀποτυχία. Ὀφείλω κατὰ καθῆκον εἰς δύο ἀντικείμενα νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ. Νὰ μὴ βραδύνῃ εἰς τὰς διαπραγματεύσεις του μετὰ τῆς ἑταιρίας, ἥτις καὶ σπουδαία εἶναι καὶ μεγίστας χορηγεῖ ἐγγυήσεις, ἀδιαφορῶν εἰς τὰς προτάσεις ἀνθρώπων, περὶ ὧν ἐσχηματίσθη ἤδη ἡ ἡ γνώμη τοῦ τόπου ἐκ προηγουμένων, καὶ νὰ καταρτίσῃ καὶ ὑποβάλῃ τάχιστα τὴν σύμβασιν τοὐλάχιστον τοῦ ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Πάτρας σιδηροδρόμου, ἵνα δυνηθῶμεν ἐντὸς τῆς παρούσης Συνόδου, ἥτις διανύει τὸν πέμπτον ἤδη μῆνα, νὰ ἐπιψηφίσωμεν ταύτην, ἵνα μὴ παρέλθῃ καὶ τὸ ἔτος τοῦτο, χωρὶς νὰ ληφθῇ τὸ ἐλάχιστον μέτρον περὶ συγκοινωνίας. Ἡ Ἑλλὰς ἐχόρτασε πλέον λόγων καὶ ἀπαιτεῖ ἔργα, τὸ δὲ πρῶτον τῶν ἔργων εἶναι αἱ ὁδοὶ καὶ οἱ σιδηρόδρομοι· ἐὰν ἡμεῖς δὲν μεριμνήσωμεν ὑπὲρ τῆς ἐκτελέσεως αὐτῶν, ὑποκείμεθα εἰς μεγάλας εὐθύνας ἀπέναντι τῶν ἐκλογέων μας.
§7ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Δύο λέξεις θὰ εἴπω ἀπὸ τῆς θέσεώς μου διότι θὰ εἴπω ὀλίγα.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§9ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Πρὸ πολλῶν ἡμερῶν ἐζήτησα, ἵνα κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα ὡς πρὸς τὴν δοθεῖσαν ἑρμηνείαν περὶ ἀντικαταστάσεως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ἁρμόδιος, ὑπεσχέθη ν’ ἀπαντήσῃ, ἀλλ’ ἕως τώρα δὲν ἀπήντησε.
§10ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θ’ ἀπαντήσω.
§11ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἐπιθυμῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ μάθω, καὶ νομίζω, ὅτι οἱ πλείονες τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἔχουν τὴν αὐτὴν ἐπιθυμίαν, εἰς ποίαν στάσιν εὑρίσκεται ἡ ἐργασία τῆς Ἐπιτροπῆς, ἣν ὁ κ. Πρόεδρος διώρισε, κατ’ ἐντολὴν τῆς Βουλῆς, ὅπως ὑποβάλῃ νομοσχέδιον περὶ τῆς ἑνιαίας ψήφου. Ἐὰν ἀνυπέρβλητα προσκόμματα κωλύουν τὴν Ἐπιτροπὴν νὰ προβῇ εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ τοιούτου νομοσχεδίου, εἶναι ἄλλοι Βουλευταὶ, οἵτινες θὰ κάμουν χρῆσιν τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἔχουν, νὰ ὑποβάλουν νομοσχέδιον τοιοῦτον. Ν’ ἀκούσωμεν λοιπὸν ἐὰν ἡ Ἐπιτροπὴ πρόκηται ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἐργασίαν της· ἄλλως θὰ ὑποβάλωμεν τοιοῦτον νομοσχέδιον ὅσοι ἔχομεν αὐτὴν τὴν ἰδέαν.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ζαΐμης, ὡς πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς, δύναται νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τούτου.
§13ΖΑΪΜΗΣ. Ὡς καὶ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν εἶπον, κ. Πρόεδρε, ἡ ἐπιτροπὴ εὑρίσκεται διῃρημένη· ἡ πλειονοψηφία εἶναι ἐναντία τῆς μιᾶς ψήφου, καὶ ἐπιθυμεῖ νὰ διατηρηθῇ τὸ καθεστὼς ἐκλογικὸν σύστημα, τρία δ’ ἐκ τῶν μελῶν ἐκηρύχθησαν ὑπὲρ τῆς μιᾶς ψήφου, ὁ κ. Πετιμεζᾶς, ὁ κ. Ζηνόπουλος καὶ ἐγώ. Παρεκαλέσαμεν τὸν κ. Ζηνόπουλον ὄχι μόνον νὰ ἐπιβλέψῃ ἐπὶ τῆς κατασκευῆς τῆς κάλπης, ἥτις συνδέεται σπουδαίως μετὰ τοῦ ζητήματος τούτου, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀσχοληθῇ περὶ τῆς συντάξεως τῆς προτάσεως, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν γενομένων δεκτῶν ὑπὸ τῆς μειονοψηφίας γνωμῶν. Παρεκαλέσαμεν λοιπὸν τὸν κ. Ζηνόπουλον νὰ ἐνασχοληθῇ εἰς τὸ ἔργον τοῦτο. Ὁ κ. Ζηνόπουλος δὲν εἶχε καιρὸν νὰ ἐργασθῇ· μ’ ὅλα ταῦτα μοὶ ὑπεσχέθη ἐντὸς δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν νὰ ὑποβάλῃ ἡμῖν τὴν ἐργασίαν του. Ἐὰν ὁ κ. Ζηνόπουλος δὲν καταρτίσῃ τὴν πρότασιν, τότε βεβαίως ὁ κ. Πετιμεζᾶς καὶ ἐγὼ θέλομεν καταθέσει τὴν οἰκείαν πρότασιν περὶ τοῦ ἑνιαίου τῆς ψήφου.
§14Α. ΡΟΥΚΗΣ. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ὁ συνάδελφός μας κ. Πλαπούτας ἀπεβίωσεν, ἀφῆκε δὲ τρία τέκνα ἀνήλικα, ἅτινα πένονται. Δὲν εἶναι βεβαίως καιρός, ἵνα ζητήσω ὑπὲρ αὐτῶν σύνταξιν· παρακαλῶ μόνον, ἵνα τοῖς χορηγηθῇ περίθαλψις ἐκ 1000 δραχμῶν ἐκ τῆς ἀποζημιώσεως τοῦ μακαρίτου, ὅστις δὲν ἐξεπλήρωσε τὸν τύπον τῆς ὁρκωμοσίας.
§15ΠΟΛΛΟΙ. Ὡρκίσθη.
§16Α. ΡΟΥΚΗΣ. Τόσῳ καλλίτερον. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ συναινέσῃ.
§17ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἀντίῤῥησις.
§18Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἤθελον ζητήσει, κύριοι, παρὰ τοῦ κ. προέδρου καὶ τῆς Βουλῆς ἐξηγήσεις τινάς, καὶ ἐπιθυμῶ αἱ ἐξηγήσεις αὗται νὰ μὴ ταράξουν οὐδένα, καθόσον οὐδένα θέλω νὰ προσβάλω ἢ ἀμέσως ἢ ἐμμέσως. Ἐπεθύμουν μάλιστα νὰ τηρῆται εἰς ἑκάστην συνεδρίασιν πλήρης τάξις καὶ νὰ μὴ παρενοχλῶνται οἱ ἀγορεύοντες εἴτε κατὰ τὴν ἀγόρευσιν, εἴτε μετὰ τὴν ἀγόρευσίν των. Ἐπεθύμουν νὰ μάθω, ἐὰν ἡ ἀστυνομία καὶ ἡ τήρησις τῆς τάξεως τῆς Βουλῆς ὑπάγεται, — νομίζω δέ, ὅτι ὑπάγεται — εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ κ. Προέδρου, καὶ ὄχι εἰς τὴν διοικητικὴν Ἀστυνομίαν Ἀθηνῶν· ἐξηγοῦμαι. Πρὸ ἡμερῶν, κατὰ τὸ Σάββατον, ἦλθον νέοι τινὲς ἐλεεινοί, καθημαγμένοι καὶ δαρέντες ὑπὸ τῶν κλητήρων τῆς Ἀστυνομίας, μετέβησαν δὲ καὶ εἰς διαφόρους ἐφημεριδογράφους, ἀφοῦ ἔκαμον τὴν δέουσαν καταγγελίαν. Τὰ τοιαῦτα σκανδαλώδη μοὶ φαίνεται, ὅτι ὀφείλομεν νὰ τὰ προλαμβάνωμεν. Δὲν ἐννοῶ τὸν λόγον, δι’ ὃν οἱ ἀστυνομικοὶ κλητῆρες, οὓς ἐνώπιόν μου ἔχω ἐν τοῖς θεωρείοις, νὰ παρευρίσκωνται εἰς τὰ θεωρεῖα τῆς Βουλῆς, καὶ μάλιστα εἰς τὰ τῶν δημοσιογράφων, διότι οἱ δαρέντες νέοι ἦσαν ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις τῶν δημοσιογράφων καὶ ἐκτυπήθησαν παρά τινος κλητῆρος ἀστυνομικοῦ, ἑνὸς εἰσπράκτορος δημοσίου καί τινων ἄλλων, ἴσως ὀργάνων τῆς Ἀστυνομίας, διότι ἐνόμισαν, ὅτι ὤφειλον νὰ ἐπιδοκιμάσωσι ῥήτορά τινα. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὅπως ἐμποδίσῃ τοὺς ἀστυνομικοὺς κλητῆρας, διότι ἡ φύλαξις τῆς τάξεως ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις τῆς Βουλῆς, δυνάμει τοῦ Κανονισμοῦ καὶ διὰ τῆς νομολογίας, ὑπάγεται ὑπὸ τὴν ἄμεσον ἐποπτείαν τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς. Ἐὰν ἐγίνετο λοιπὸν τοῦτο, δὲν ἤθελον λάβει χώραν τὰ λαβόντα σκανδαλώδη καὶ λυπηρὰ ἑπομένως παρακαλῶ, ὅπως ὁ κ. Πρόεδρος εἰς τὸ μέλλον, διὰ τῆς χαρακτηριζούσης αὐτὸν ἀμεροληψίας καὶ δραστηριότητος, ἐμποδίζῃ τὰ τοιαῦτα.
§19ΦΙΛΗΜΩΝ. Ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς πρέπει πάντοτε νὰ ἐκτελῆται αὐστηρῶς. Οὐδὲν ἀτόπημα πρέπει νὰ μένῃ ἀτιμώρητον, ὀφείλει δὲ ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν κατὰ νόμον καταδίωξιν τῶν παρεκτραπέντων καὶ εἰς τὴν κατὰ γράμμα ἐκτέλεσιν τοῦ Κανονισμοῦ κατὰ τῶν ἀκροατηρίων, ὁσάκις ταῦτα παραγνωρίζουσι τὸ ὀφειλόμενον πρὸς τὴν Βουλὴν σέβας.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Προεδρεῖον, καθ’ ὃ ἔχει καθῆκον, ἐπιτηρεῖ πάντοτε τὴν τάξιν ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ. Προχθὲς δὲν ἤμην ἐπὶ τῆς ἕδρας, ὡς δ’ ἔμαθον καὶ ὁ ἀναπληρώσας με κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν Ἀντιπρόεδρος μ’ ἐπληροφόρησε, τὰ γενόμενα ἐγένοντο μεταξὺ τῶν ἀκροατῶν· οἱ μὲν ἐποδοκρότουν, οἱ δὲ ἐχειροκρότουν, καὶ ἐκ τούτου συνέβησαν διαπληκτισμοί. Αὐτὸ ἠδυνήθην ν’ ἀνακαλύψω.
§21Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μὰ, κύριε πρόεδρε,.....
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις εἶναι περιττὴ ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ, διότι τὸ Προεδρεῖον ἐξετέλεσε πάντοτε τὸ καθῆκόν του.
§23ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§24Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν πρόκειται, κύριε πρόεδρε, περὶ τοῦ Προεδρείου· πάντοτε ἡ παρουσία τῆς ἀστυνομίας εἰς τὰ θεωρεῖα εἶναι φαινόμενον σκανδαλῶδες, ὡς τοιοῦτον δὲ τὸ ἐθεώρησε πάντοτε καὶ ἡ Συνέλευσις καὶ ἡ Βουλὴ καθ’ ὅλας τὰς περιστάσεις, καὶ διὰ τοῦτο εἰς τὸν κανονισμὸν τῆς Βουλῆς ἐγράφη, ὅτι «ἡ ἀστυνομία καὶ ἡ τάξις ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου τηροῦνται διὰ τοῦ Προεδρείου.» Ἀπὸ ποίους; Ὁ κανονισμὸς ῥητῶς λέγει ἀπὸ τὴν στρατιωτικὴν φρουράν. Ἡ παρουσία λοιπὸν τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων δὲν δικαιολογεῖται παντάπασιν.
§25ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἀφοῦ ἐγένετο ἡ δήλωσις, ὅτι πρὸ πάντων πρέπει νὰ τηρῆται ὁ Κανονισμός, θὰ συμφωνήσητε πάντες, ὅτι τὸν Κανονισμὸν δὲν ἔχουν κανὲν δικαίωμα νὰ τὸν ἐφαρμόζουν ἀστυνομικοὶ κλητῆρες. Παραδέχομαι, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν του μετὰ δραστηριότητος, νοημοσύνης καὶ ἀμεροληψίας, ἀλλὰ δὲν νομίζω, ὅτι τὰ προχθεσινὰ προῆλθον ἀπὸ διαπληκτισμοὺς μεταξὺ πολιτῶν καὶ πολιτῶν εἰς τὰ θεωρεῖα· παρακαλῶ μάλιστα νὰ ἐνεργηθῇ ἀνάκρισις, διότι θέλω ν’ ἀνακαλυφθῇ, ὅτι ἀπὸ τῆς Παρασκευῆς καὶ τοῦ Σαββάτου ἐτοποθετήθησαν εἰς τὰ θεωρεῖα κλητῆρες, ἐνδεδυμένοι μὲ πολιτικὰ ἐνδύματα, τὸ δὲ Σάββατον ἐπανελήφθη τὸ αὐτὸ μὲ τὴν διαφοράν, ὅτι τὴν μὲν Παρασκευὴν ἐτοποθετήθησαν, ἔχοντες διαταγὴν νὰ ἐπιτεθῶσι κατὰ παντός, ὅστις ἤθελε δείξει σημεῖα ἐπιδοκιμασίας ὑπὲρ τοῦ ἀγορεύοντος, ἀλλ’ ἁπλῶς διὰ τῶν χειρῶν καὶ διὰ γρονθοκοπημάτων, τὸ δὲ Σάββατον εἰσῆλθον μὲ κοντομάτσουκα κρυμμένα, καὶ ἐπετέθησαν ἐναντίον ἀθώων πολιτῶν. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος θὰ φροντίσῃ εἰς τὸ ἑξῆς ν’ ἀπαγορεύσῃ τοιαῦτα ἀπὸ τὸν περίβολον τῆς Βουλῆς, εἶμαι δὲ βέβαιος ἀκόμη, ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν θέλει ἀνεχθῆ τὰ τοιαῦτα.
§26ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὁ ὑπαστυνόμος, κ. Λομβάρδε, ἢ οἱ κλητῆρες, ἐὰν ἦλθον εἰς τὴν Βουλὴν, ἦλθον κατὰ διαταγὴν τοῦ Προεδρείου.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι ὅμως καὶ μετεμφιεσμένοι.
§28ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Οἱ μετεμφιεσμένοι ἐὰν ἦλθον, ὡς ἦλθον, θὰ τιμωρηθῶσιν· ἀλλ’ ἐὰν ἦλθον ἄλλοι, ἦλθον κατὰ διαταγὴν τοῦ Προεδρείου τῆς Βουλῆς.
§29ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Σεῖς, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ἴδιος εἴπατε πρὸ πολλοῦ καιροῦ, ὅτι ἀποστρέφεσθε τὴν διοίκησιν κατὰ τοιοῦτον τρόπον γινομένην· ὥστε, κ. Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, παρακαλῶ ὁ ὑπαστυνόμος Τσακίρης νὰ μὴ πλησιάσῃ πλέον εἰς τὰ ἀκροατήρια τῆς Βουλῆς.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§31ΦΩΤΗΛΑΣ. Ὅπως τὸ ἀκροατήριον ἔχει τὴν ἀξίωσιν νὰ προστατεύηται παρὰ τῆς Βουλῆς, οὕτω καὶ ἡ Βουλὴ ἔχει τὴν ἀξίωσιν, ὥστε τὸ Προεδρεῖον αὐτῆς νὰ λάβῃ τὰ κατάλληλα μέτρα, ὅπως μὴ τ’ ἀκροατήρια ταράττωσι τὴν τάξιν, διότι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς ἀκροατὰς νὰ θέλωσι νὰ ἐπιβάλωσι τὴν γνώμην των εἰς τὸ Κοινοβούλιον. Ὅπως λοιπὸν εἴμεθα σύμφωνοι, ὅτι δὲν πρέπει τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα νὰ πιέζουν τοὺς πολίτας ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις τῆς Βουλῆς, οὕτω συμφωνοῦμεν, ὅτι τὸ Προεδρεῖον πρέπει νὰ λάβῃ ὅλα τὰ κατάλληλα μέτρα, ὅπως οἱ ἀκροαταὶ μήτε ἐπιδοκιμάζωσι, μήτε ἀποδοκιμάζωσι κατ’ οὐδένα τρόπον τοὺς ἀγορεύοντας ἐν τῇ Βουλῇ.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§33ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Κύριοι, ἠκούσατε τετάρτην ἴσως φορὰν τὸ αὐτὸ μάθημα ἐπαναλαμβανόμενον· αἱ ἴδιαι λέξεις, αἱ ἴδιαι μομφαί, τὰ ἴδια ἐπιχειρήματα, τῇ προσθήκῃ μόνον διαστροφῶν, παρεξηγήσεων, ἀρνήσεως τῆς ἀληθείας, καὶ παραμορφώσεως τῶν πραγμάτων, καθὼς θέλω σᾶς ἀποδείξει. Συμβαίνει τῷ ὄντι εἰς τὴν σπεύδουσαν ἀντιπολίτευσιν χεῖρόν τι ἢ ὅ,τι συμβαίνει εἰς τοὺς ἀγρίους τῆς Ἀφρικῆς, οἵτινες κόπτουν τὸ δένδρον διὰ τὸν καρπόν· δὲν δύναται ὅμως νὰ λάβῃ τοῦτον ἡ ἀντιπολίτευσις, διὰ τοῦτο καὶ ἐπιτείνεται ἡ βουλιμία της, καὶ ἐπανέρχεται τραχυτέρα. Ὑπεβάλομεν τὸν προϋπολογισμὸν ἐνώπιόν σας· ὁ προϋπολογισμὸς, ὡς γνωρίζετε, περιέχει τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ πολιτικὴ δὲ, τὴν ὁποίαν περιέχει ὁ προϋπολογισμὸς ἡμῶν καὶ τὰ νομοσχέδια, ἔχει ὡς προεξέχοντα σημεῖα τὴν στρατιωτικὴν σύνταξιν τοῦ τόπου, τὴν ἐσωτερικὴν ἀνάπτυξιν καὶ βελτίωσιν αὐτοῦ διὰ προσπορισμοῦ κεφαλαίων, δι’ εἰσαγωγῆς ἐπιστημονικῆς καὶ γεωπονικῆς ἐκπαιδεύσεως, δι’ ἀναπτύξεως καὶ ἐπεκτάσεως τῆς συγκοινωνίας. Καὶ ἐνομίζομεν, κύριοι, ὅτι πρὸ πάντων ἐπ’ αὐτοῦ ἤθελεν ἡ ἀντιπολίτευσις προκαλέσει τὴν μεγάλην πάλην· αἱ ἐπαγγελίαι αὐτῆς αἱ ἐπανειλημμέναι προεμήνυον, ὅτι ἤθελεν ἀρχίσει τὸν ἀγῶνα ἐπὶ σπουδαίου πεδίου. Ἐὰν στρέψητε τοὺς ὀφθαλμοὺς πέριξ ὑμῶν, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ἡ εὐτυχία καὶ ἀνάπτυξις τοῦ πλούτου καὶ τῆς δυνάμεως τῶν λαῶν δὲν προῆλθεν ἀπὸ θεωρίας, ἀπὸ ἀτέχνους συζητήσεις, ἀπὸ ἄστοχα συστήματα, ἀλλ’ ἀπὸ τὴν καθυπόταξιν τῶν μέσων καὶ τῶν δυνάμεων τῆς φύσεως ἐκείνων, δι’ ὧν ἐνισχύεται καὶ πολλαπλασιάζεται ἡ ἀνθρωπίνη ἐργασία, αἱ ἀνθρώπιναι δυνάμεις, καὶ συντέμνεται ὁ χρόνος, τὸ διάστημα, καὶ ὑπηρετεῖται ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὴν φύσιν. Εἰς αὐτὰ ὀφείλει τὴν μεγάλην καὶ πολλαπλῆν ἰσχύν της, ὅπως βλέπετε, ἡ Εὐρώπη ἅπασα. Ἡ Γαλλία τελευταῖον ὁποίους πόρους καὶ δυνάμεις δὲν ἀπεκάλυψε; δὲν ἀποκατέστησαν δὲ τὴν Γαλλίαν τοιαύτην οὔτε αἱ θεωρίαι τῶν κοινοκτημονιστῶν, οὔτε αἱ συζητήσεις τῶν ρητόρων, ἀλλ’ ἡ ἐπιστημονικὴ νίκη ἐπὶ τῆς φύσεως. Εἰς τοῦτο περιεμένομεν τὸν ἀγῶνα, διότι αὐτὸ φρονῶ, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἦνε τὸ κύριον μέλημά μας· καὶ ἐπίστευον ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις ἤθελεν ἐνασχοληθῆ ἐπ’ αὐτοῦ, καὶ ὅτι ἤθελεν ἐπ’ αὐτοῦ μᾶς προκαλέσει νὰ ἐξηγήσωμεν τί φρονοῦμεν καὶ τί πράττομεν. Ἡ ἑτέρα ἰδέα, ὡς εἶπον, ἡ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ προεξάρχουσα, εἶνε ἡ τῆς στρατιωτικῆς συντάξεως, τῆς στρατιωτικῆς συντάξεως, ὅπως κατηρτίσθη ἀπὸ τὸ παρελθὸν ἔτος. Ἀπὸ τὸ παρελθὸν ἔτος εἰσήλθομεν εἰς κατάστασιν εἰρήνης, ἔκτακτοι παρασκευαὶ ἑπομένως διὰ τὰ κατόπιν ἔτη δὲν ἤθελον εἶσθαι ἀναγκαῖαι, καὶ θέτομεν ἀπὸ τὸ 1879 τὰ θεμέλια τακτικῆς καὶ μονίμου στρατιωτικῆς παρασκευῆς, καὶ πρὸς τοῦτο, καθὼς θέλω σᾶς ἀποδείξει, ὅλοι συνεφωνήσαμεν τότε, καὶ συμφώνως ἠρξάμεθα τοῦ ἔργου ἐπ’ αὐτῶν τῶν βάσεων. Ὁ κ. Ζαΐμης ἔμεινε πιστὸς εἰς τὸ πρόγραμμα τοῦτο, πιστὸς εἰς τὴν ἰδέαν τῆς στρατιωτικῆς συντάξεως· ἀλλὰ κατὰ τί ἡμεῖς καὶ ὁ κ. Ζαΐμης διαφωνοῦμεν; Ὁ κ. Ζαΐμης τὰς στρατιωτικὰς παρασκευὰς τοῦ Ἔθνους θέλει νὰ τὰς ὑποτάξῃ εἰς τὴν οἰκονομικὴν ἀνάγκην· ἡμεῖς ζητοῦμεν τὸ ἐναντίον, νὰ ὑποτάξωμεν τὰ οἰκονομικὰ εἰς τὴν πολιτικὴν ἀνάγκην. Θέλομεν νὰ κανονίσωμεν τίνος ἀπολύτως ἔχομεν ἀνάγκην, τί μᾶς χρησιμεύει, καὶ ὅταν εὕρωμεν τοῦτο, νὰ μείνωμεν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ σημείου, καὶ κατ’ αὐτὸ νὰ κανονίσωμεν τὰ οἰκονομικὰ τοῦ τόπου. Εἰς τὴν ἰδέαν αὐτὴν, κύριοι, ἐπιμένομεν, ὄχι μόνον διότι εἶναι ἰδέα σωτήριος καὶ ἀναγκαία, ἀλλά, διότι τὸ ἐναντίον σύστημα, ἐφαρμοσθὲν μέχρι τοῦδε, μᾶς ὡδήγησεν εἰς τὴν οἰκονομικὴν ἀνωμαλίαν, εἰς ἣν εὑρισκόμεθα, καὶ μᾶς παρέστησεν ἐν καιρῷ ἀνάγκης ἐνώπιον τοῦ κόσμου γυμνοὺς καὶ ἀνικάνους νὰ πράξωμεν ὅ,τι ἐχρεωστοῦμεν καὶ ὅ,τι ἐπεθυμοῦμεν ἴσως νὰ πράξωμεν. Τί ἐπράξαμεν μέχρι τοῦδε; ὑπεβάλομεν τὴν στρατιωτικὴν καὶ ναυτικὴν σύνταξιν τοῦ ἔθνους εἰς τὴν ἀνάγκην τῶν οἰκονομιῶν· εἰς τὰς οἰκονομίας ἀποβλέποντες, ἀπεφασίζομεν περὶ τῶν στρατιωτικῶν καὶ ὅπως ὁ προϋπολογισμὸς τὸ ἐπέτρεπεν. Ἐσκεπτόμεθα περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ μόνον ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν. Καὶ διὰ τοῦτο, ὅπως σᾶς εἶπον καὶ προχθὲς, ἐν καιρῷ ἀνάγκης εὑρέθημεν γυμνοὶ καὶ πτωχοὶ συγχρόνως· ἐλησμονήσαμεν, ὅτι ὄπισθεν ἡμῶν ὑπάρχει τὸ ἔθνος, ὁ λαός, εἰς τὰς φλέβας τοῦ ὁποίου ῥέει αἷμα ἑλληνικόν, ὅστις ἀνέθρεψεν ὡς νόθα τὰ οἰκονομικά μας αὐτὰ σχέδια πολλάκις, καὶ ἠναγκάσθημεν ἡμεῖς σπεύδοντες νὰ παλινδρομήσωμεν, νὰ ἐνεργήσωμεν δάνεια, ἄνευ τοῦ ἐλπιζομένου ἀποτελέσματος ἐξωδεύσαμεν, καὶ ἐπεβαρύναμεν τὸν προϋπολογισμὸν, ἀνετρέψαμεν τὸ ἰσοζύγιον, καὶ ἐπιβαρυνόμεθα μὲ ἐλλείμματα. Τὸ σύστημα τοῦτο συμβουλεύω τὴν Βουλὴν καὶ τὸ Ἔθνος νὰ τὸ ἀποκρούσῃ τοῦ λοιποῦ· εἶναι σύστημα ψευδές, καταστρέφει τὸν τόπον, μᾶς ἀναγκάζει νὰ δανειζώμεθα παρακαίρως, νὰ ἐνεργῶμεν σπασμωδικῶς χωρὶς ἀναλόγου ὠφελείας· αὐτὸ κατέστρεψε τὸν προϋπολογισμὸν καὶ μᾶς κατέστησεν ἄνευ δυνάμεως, ἄνευ μέσων διὰ τὰς περιστάσεις. Ἰδοὺ διατί ἀκόμη ἐπιμένομεν εἰς τὸ σύστημα ἡμῶν. Καὶ ἐπειδὴ εἰς τὴν ἰδέαν αὐτὴν εἴμεθα εἰλικρινῶς ἀφωσιωμένοι, εἰς τὴν ἰδέαν τῆς στρατιωτικῆς ἀναπτύξεως τῆς πολιτείας, πιστεύομεν, καὶ ἐπειδὴ πιστεύομεν ὅτι εἰς τὴν ἰδέαν αὐτὴν εἶναι εἰλικρινῶς προσκεκολλημένος καὶ ὁ κ. Ζαΐμης, εἴπομεν διὰ τοῦ κ. Παπαμιχαλοπούλου, ὅτι, ἐὰν τῷ ὄντι πρὸς τὴν ἀληθῆ ἐφαρμογὴν καὶ ἐπιτυχίαν αὐτῆς τῆς ἰδέας ὑπάρχει τί τὸ κωλύον, τὸ περιττὸν, τὸ ἀνωφελές, τὸ ἀφαιροῦμεν, συμφωνοῦντες μετὰ τοῦ κ. Ζαΐμη, διότι καὶ ὁ κ. Ζαΐμης τὸ περιττὸν τυχὸν πολεμεῖ. Ἀλλὰ δὲν θέλομεν ἐνδώσει εἰς οὐδὲν, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπομακρύνει ἀπὸ τὸν σκοπὸν ἢ προσκρούει εἰς αὐτὸν καὶ τὴν πολιτικήν μας. Τοῦτο, κύριοι, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸ ἐπαναλάβω, καὶ προχθὲς τὸ εἶπον, ἀπαντῶν εἰς τὴν ἐρώτησιν τοῦ κ. Πετσάλη. Ἀλλὰ, νομίζετε, πρὸς τὴν ἰδέαν αὐτὴν ἀντίκειται ὁ κ. Τρικούπης; ὄχι· ἀλλ’ ὁ κ. Τρικούπης, θέλων ν’ ἀποδείξῃ ὅτι διαφωνεῖ, προτείνει ἰδέας καὶ σχέδια ἀκατάλληλα καὶ διπλᾶς ἐννοίας περιέχοντα, ὥστε δύναταί τις νὰ τὰ ἐξηγήσῃ καὶ οὕτως καὶ ἄλλως· ἤτοι καὶ ὑπὲρ τῶν οἰκονομιῶν καὶ ὑπὲρ τῆς στρατιωτικῆς συντάξεως. Καὶ ὅμως, κύριοι, ἐνῷ τὴν πολιτικὴν μας αὐτὴν ἐξεθέσαμεν ἐνώπιον ὑμῶν, ἐνῷ ἡ πολιτική μας αὕτη πολλάκις ἐσυζητήθη, καὶ πολλάκις ἐπ’ αὐτῆς ἀπεφάνθητε, καὶ ἐνῷ ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπανελάβομεν ὑποστηρίζοντες αὐτὴν, καὶ ἐνῷ τὰ μέλη τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ καθ’ ὅλον τὸ διάστημα ἐσιώπων ἀτόπως — ἀτόπως, διότι κοινοβουλευτικὸν σύστημα εἶναι σύστημα δημοσίας συζητήσεως, σκοποῦν ν’ ἀνεύρῃ τὴν ἀλήθειαν, ἡ δὲ ἀλήθεια δὲν εὑρίσκεται ἐν τῷ σκότει καὶ ἐν κρυπτῷ, — ἐγὼ θέλω νὰ πιστεύω, ὅτι ἡ σιωπὴ αὕτη προῆλθεν ἐξ ἐλλείψεως συμφωνίας καὶ συνδέσμου καὶ σχεδίου· ἀλλ’ ἐὰν δὲν προῆλθεν ἐκ τούτου, ἂς μοι συγχωρήσωσι νὰ εἴπω, ὅτι ἡ ἐνέργειά των δὲν ἦτον ὁμαλὴ, δὲν ἦτον ἀξία ἀνδρῶν κοινοβουλευτικῶς πολιτευομένων, ἦτον ἐργασία σκότους, μὴ ἔχουσα σκοπὸν νὰ διαφωτίσῃ τὸ ἔθνος, ἀλλὰ νὰ προκαταλάβῃ αἴφνης ἐξ ἀπροόπτου τοὺς ἀντιπάλους· εἶναι ἐργασία ἐξ ἐνέδρας. Ἦτο στρατηγικὴ πολιτική, ἀλλὰ δὲν ἦτο στρατηγικὴ κοινοβουλευτική, σκοποῦσα τὸ καλὸν τοῦ τόπου. Τοιαύτη δὲν ἐπιτρέπεται, ὅταν ὁ τόπος καλῆται εἰς συζήτησιν καὶ ἓν ἔθνος πρόκειται νὰ ἀποφασίσῃ ἐπὶ σπουδαιοτάτων. Ἡ ἐπιτροπὴ, κύριοι, ἐσιώπησε....
§34ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Ἐγὼ ἐσυζήτησα ὅλα τὰ κονδύλια.
§35ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁμιλῶ περὶ τῶν σιωπησάντων, διότι σεῖς εἰλικρινῶς ἀντιπροσωπεύετε τὰς πεποιθήσεις σας· ἀλλ’ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ὑπῆρχον μέλη, τὰ ὁποῖα ἀντεπροσώπευον πεποιθήσεις κομμάτων καὶ σχέδια πολιτικά. Καὶ ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, ὅταν ἦλθον εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἐνώπιον αὐτῆς ἐπρόκειτο νὰ ἐκθέσωσι τὰς ἰδέας των, τί συνέβη. Ὁ κ. Βαλασόπουλος ἔφερεν ἓν σχέδιον, ἀδιάφορον ἂν πρὸς τὸ σχέδιον τοῦτο συμφωνῶ ἢ ὄχι. Ὁ κ. Βαλασόπουλος ἤθελε ῥητῶς νὰ μᾶς ἐπαναφέρῃ εἰς τὸ 1877, καὶ νὰ παραδώσῃ εἰς τὴν Τράπεζαν ἅπασαν τὴν ὑπηρεσίαν· δὲν γινώσκω ὅμως ἂν δέχηται τοῦτο ἡ Τράπεζα. Μετὰ τοῦτον ὁ κ. Μαυρομαρᾶς ἀνατρέπει ἄρδην τὴν διοίκησιν καὶ παραδέχεται τὸ διαιρετὸν τοῦ στρατοῦ, ἐπιβάλλει οἰκονομίας κατ’ ἀποκοπὴν σχεδὸν, καὶ ἐκφέρει γνώμας ἐπιστημονικὰς καὶ διδασκαλικὰς, περὶ ἀναλογίας φορολογικῆς καὶ τὰ τοιαῦτα. Ὁ σπουδαιότερος ὅμως τῶν εἰσηγητῶν κ. Σιμόπουλος, ὡς ἀντιπροσωπεύων τὰς ἰδέας κόμματος, οὐδὲν σύστημα παρουσιάζει· κόψατε μόνον, σᾶς λέγει, ἀπὸ τὸν ἕνα κλάδον, ἀφαιρέσατε ἀπὸ τὸν ἕτερον, ἀλλ’ ἄφετε τὸ καθεστώς. Ἔχετε ἀνάγκην νὰ διορθώσητε τὸ φρενοκομεῖον τῆς Κερκύρας, διορθώσατέ το κατὰ τὸ ἥμισυ, ἀφήσατέ το ἐρείπιον, τί μᾶς μέλει διὰ τοὺς ἐν αὐτῷ! κάμετε οἰκονομίαν, ἀδιάφορον ἐὰν ἀποθνήσκουν οἱ πάσχοντες. Ἰδοὺ, κύριοι, τὸ σπουδαῖον σύστημα τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ὡς πρὸς τὰ 5 πολιτικὰ Ὑπουργεῖα. Ἐγὼ, σᾶς βεβαιῶ, κύριοι, ἐγὼ οὐδέποτε ἤλπισα περισσότερα. Καὶ ὅταν ἠκούσατε περὶ ἑτοιμαζομένου μεγάλου συστήματος, τὸ ὁποῖον ἔμελλε ν’ ἀνατρέψῃ ἄρδην τὴν διοίκησιν, νὰ διορθώσῃ τὰ οἰκονομικὰ καὶ τὸν στρατὸν, ἐπιστεύσατε ἴσως. Ἰδοὺ ἤδη ὅλη ἡ γυμνότης τοῦ συστήματος καταφανὴς, ἀποκοπὰς ἁπλῶς ἐπιζητεῖ. Πρὸ δύο ἐτῶν συνειργαζόμεθα μετὰ τοῦ κ. Τρικούπη, καὶ πρὸ 15 ἐτῶν ἀκόμη ἐπίσης συνετάξαμεν ὁμοῦ προϋπολογισμόν. Αἱ ἀνάγκαι ἦσαν αἱ αὐταὶ, κατὰ τὴν τελευταίαν δὲ ἐποχὴν τὸ 1877, ἠδύνατό τις τῷ ὄντι νὰ θυσιάσῃ μέρος τῆς ὑπηρεσίας εἰς τὰς ἀνάγκας τὰς σπουδαιοτέρας. Καὶ ὅμως οὐδεμίαν οἰκονομίαν ἐπεφέραμεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν οὐχὶ μόνον ἐν γένει, ἀλλ’ οὔτε εἰς τὰ Ὑπουργεῖα, τὰ ὁποῖα κατεῖχεν ἡ ἤδη ἀντιπολίτευσις, αὔξησιν μᾶλλον. Πόθεν ἡ ἀντίφασις αὕτη; ποῖος ὁ λόγος τῆς τοιαύτης τροπῆς; πρὸ δύο ἐτῶν δὲν ὑπῆρχεν ἡ ἀνάγκη τῶν οἰκονομιῶν; διατί ὅτε εἰς τὴν προσέτασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐκ μέρους τῆς σπευδούσης ἀντιπολιτεύσεως, διότι ἐπιθυμῶ νὰ κάμω αὐτὴν τὴν διάκρισιν, οὐδεμία ὑπῆρξεν ἀντίῤῥησις, οὐδεμία πρότασις; Κύριοι, ἐνῷ τοιαῦτα εἶναι τὰ γεγονότα, μᾶς κατηγοροῦσι, διότι δὲν ἠρχίσαμεν ἡμεῖς πρῶτοι τὴν συζήτησιν. Καὶ ποίαν συζήτησιν νὰ ἀρχίσωμεν ἡμεῖς; Ἡμεῖς σᾶς ἐξεθέσαμεν ὅ,τι εἴχομεν, καὶ περιεμένομεν τὰς ἀντιῤῥήσεις ὑμῶν. Καὶ δὲν συνεζητήσαμεν, ἠξεύρετε διὰ ποῖον λόγον, σᾶς εἶπον; ἵνα διατηρήσωμεν τὴν ἐξουσίαν. Περιεμένομεν νὰ ἀκούσωμεν τὴν ἀντιπολίτευσιν καὶ πρὸς τὴν γνώμην αὐτῆς νὰ συμμορφωθῶμεν καὶ οὕτω δὲ ν’ ἀποφύγωμεν τὸν κίνδυνον. Καὶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς σπουδαίως λέγονται ταῦτα; Ἡμεῖς, οἵτινες εἰκοσάκις, καὶ ἀντιλεγόντων ὑμῶν ἐθέσαμεν ζητήματα ἐμπιστοσύνης, θέλομεν ν’ ἀποφύγωμεν τὸν κίνδυνον· καὶ ἔχουσιν ἀπόδειξίν τινα ὅτι οὕτως ἐφέρθημέν ποτε; ἂς τὴν ἀναφέρωσιν· ἀλλ’ ὄχι· ἔχουσιν ἀληθῶς ἀπόδειξιν τοιαύτην καὶ θέλω σᾶς εἶπει ἐγώ· ἔχουν τὴν ἀπόδειξιν ἐπὶ τῆς συζητήσεως τοῦ δανείου τῶν ἑξήκοντα ἑκατομμυρίων. Ἀκούσατε. Ἐπὶ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης οἱ πλεῖστοι τῶν κυρίων Βουλευτῶν εἶχον ἀπέλθει· ἐὰν ἀπεσύροντο ὀλίγοι ἔτι καὶ ὀλιγώτεροι ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ὑπελόγιζεν ὡς φίλους τότε ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ἠδύνατο νὰ παραλύσῃ ἡ Βουλὴ, καὶ ἀπαρτία νὰ μὴ ὑπάρξῃ. Ἡμεῖς εἴχομεν τὴν εὐθύνην νὰ μὴ ἀφήσωμεν εἰς ἐσχάτην ἀπορίαν τὸν τόπον, ὠφείλομεν νὰ προβλέψωμεν περὶ τῶν ἀναγκῶν αὐτοῦ, ὠφείλομεν νὰ ἔχωμεν ἕτοιμα χρήματα, ἵνα ἄρωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν καὶ ἀνταποκριθῶμεν εἰς ἐνδεχομένας ἀνάγκας καὶ κινδύνους, καὶ κίνδυνοι σπουδαίως ἐπιστεύοντο τότε, ὅτι ἠδύναντο νὰ ἐπέλθωσιν. Ἠθέλομεν εἶσθαι ἔνοχοι λοιπὸν, ἐὰν δὲν ἐφροντίζομεν νὰ θεραπεύσωμεν αὐτὰς τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου. Ὑπεβάλομεν ἕνεκα τούτου τὸν νόμον τὸν περὶ δανείου, καὶ προσεπαθοῦμεν νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὰς διατάξεις τοῦ νόμου ἐκείνας, δι’ ὧν ἠδυνάμεθα νὰ πραγματοποιήσωμεν τὸ δάνειον. Ἡ ἀντιπολίτευσις τότε, ἀδιαφοροῦσα πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτὸν, καὶ μηδὲν φροντίζουσα, ἕνα καὶ μόνον εἶχε σκοπὸν, πῶς νὰ κατορθώσῃ, ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἀποθάνῃ ἐξ ἀσιτίας, πῶς νὰ τῆς ἀφαιρέσῃ πᾶν μέσον. Καὶ ἐνῷ ὁ νόμος συνεζητεῖτο, ἡ ἀντιπολίτευσις ἐπέμενε νὰ τεθῶσι διατάξεις, ὥστε οὐδὲν λεπτὸν νὰ δύναται νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὰς ἄλλας ἀνάγκας τοῦ τόπου, καὶ ἐζήτει νὰ ὑποσχεθῇ ἡ Κυβέρνησις ὅτι δὲν θὰ ποιήσηται χρῆσιν τῶν ἄλλων Νόμων περὶ δανείων, νὰ ὑποσχεθῇ, ὅτι δὲν θέλει πραγματοποιήσει ἄλλο δάνειον. Κύριοι, ἡμεῖς, οἵτινες ᾐσθανόμεθα τὴν μεγίστην ἀνάγκην νὰ κατορθώσωμεν νὰ ἐπιψηφισθῇ ὁ περὶ δανείου νόμος, δὲν ἐδιστάσαμεν νὰ παραδεχθῶμεν ὅλας αὐτὰς τὰς ἀντιῤῥήσεις· καὶ ὁμολογῶ, ὅτι ἐδέχθημεν αὐτὰς ἄνευ δυσκολίας, διότι ἡ ἀληθὴς δυσκολία ὑφίστατο εἰς τὴν εὕρεσιν δανείου, περὶ τῆς χρήσεως αὐτοῦ, ἐὰν νέαι παρουσιάζοντο ἀνάγκαι, ὑπῆρχεν ἡ Βουλὴ παροῦσα, δὲν ὑπῆρχε δυσκολία νὰ ζητήσωμεν τὴν ἄδειάν της· ἐντὸς πέντε ἡμερῶν ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν τὴν ἀπόφασίν της. Δὲν ἦτο λοιπὸν ὑποταγὴ πρὸς τὰς ἀντιῤῥήσεις τῆς ἀντιπολιτεύσεως χάριν τοῦ Ὑπουργείου, οὐδὲ σκοπὸς νὰ παραβιάσωμεν κατόπιν τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, ἀλλὰ σέβας πρὸς τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος, ἐπιθυμία νὰ ἀποφύγωμεν ἐνδεχομένας δυσκολίας, εὐλάβεια τῶν περιστάσεων, ἀνθιστάμενοι δὲ ἠθέλομεν ἴσως παραλύσει τὴν Βουλὴν καὶ ἤθελεν ἀποτύχει ἡ ἐπιψήφισις τοῦ Νομοσχεδίου. Καὶ διατί νὰ συμβῇ τὸ κακὸν τοῦτο; διὰ νὰ μὴ ὑπάρξῃ ἐντὸς τοῦ Νομοσχεδίου μία διάταξις, ἥτις ἀφώρα ἡμᾶς μόνον. Αὐτὴ καὶ μόνη ὑπάρχει ἡ περίστασις, καθ’ ἣν δὲν ἀντέστημεν, καὶ ἠκούσατε τοὺς λόγους: Ἀλλὰ τέλος πάντων βλέποντες ὅτι ζητοῦν ν’ ἀποπλανήσωσι τὴν Βουλὴν, νὰ σκοτίσωσι τὸ κοινὸν, νὰ γεννήσωσι τὸ χάος τὰ ἀνωτέρω μέλη τῆς ἐν τῇ Βουλῇ ἀντιπολιτεύσεως, ἐνομίσαμεν ὅτι ἔπρεπε νὰ ὁμιλήσωμεν, νὰ ποιήσωμεν γνωστὰ τὰ πράγματα. Ἐπρόκειτο νὰ γνωρίζῃ ἡ Βουλὴ καὶ τὸ Ἔθνος, ποία εἶναι ἡ πραγματικὴ οἰκονομικὴ κατάστασίς του, ποῖα εἶναι τὰ μέσα του, οἱ πόροι του καὶ αἱ ἀνάγκαι του. Ἡ Κυβέρνησις ἐβιάσθη νὰ πράξῃ τοῦτο, διότι ἡ ἀλήθεια ἔπρεπε νὰ γνωσθῇ καὶ ἀπ’ αὐτὴν νὰ ὁδηγῆται τὸ Ἔθνος καὶ ὑμεῖς, καὶ ἐπὶ τῆς ἀληθείας ν’ ἀποφασίσητε. Ἀφ’ ἧς, κύριοι, ἠρχίσαμεν ἔχοντες ἐν τῇ Βουλῇ ἀντιθέτους τοὺς κυρίους αὐτοὺς, ἐνασχολούμεθα εἰς λόγους καὶ Ὑπουργικὰ ζητήματα. Κατὰ τὸ 1876, ὅτε εἴμεθα συνυπουργοὶ μετὰ τοῦ κ. Προέδρου ἡμῶν, ὁ ὁρίζων τῆς Ἀνατολῆς ἤρχισε θολούμενος, καὶ ὁ κίνδυνος προεβλέπετο· παρουσιάσθημεν τότε εἰς τὴν Βουλήν. Ἐνομίζομεν ὅτι ἡ πατρὶς πρέπει νὰ ἑτοιμασθῇ· εἴπομεν, καὶ ὑπεβάλομεν νόμους, διὰ τῶν ὁποίων προετείναμεν νὰ συστηθῇ στρατιωτικὸν ταμεῖον, νὰ ὁρισθῶσι δι’ αὐτὸ πόροι, ἵνα χρησιμεύσωσιν ἀποκλειστικῶς εἰς στρατιωτικὰς δαπάνας, αἵτινες σκοπὸν ἀποκλειστικὸν θὰ ἔχωσι τὴν στρατιωτικὴν παρασκευὴν τοῦ τόπου. Τί μᾶς ἀπήντησαν τότε; Ἂς ἐξετάσωμεν πρῶτον ἐὰν ἦναι ἄξια ἐμπιστοσύνης ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἂν οἱ νόμοι εἰσὶν ἐπιστημονικῶς συντεταγμένοι. Παρῆλθεν οὕτω μάτην ὁ χρόνος ἐν τοιαύταις συζητήσεσι μέχρις οὗ συνέστη ἡ οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις· οἱ φόροι τότε ἐπεβλήθησαν ἄνευ ἐπιστημονικῆς συζητήσεως, τὸ μέγα δάνειον ἐγένετο καὶ ἅπασαι αἱ παραγγελίαι· ἐν τούτοις ἀπωλέσαμεν ἓν ἔτος καὶ ὑπεβλήθημεν εἰς ὀδυνηρὰς ὑποχρεώσεις διὰ τὴν κατεσπευσμένην εὕρεσιν δανείου, ἕνεκεν τοῦ ὁποίου εὑρισκόμεθα εἰς τὴν παροῦσαν κατάστασιν. Ἐνθυμεῖσθε δὲ τί συνέβη εἰς τὴν ἔκτακτον σύνοδον· συνήλθομεν ἵνα λύσωμεν ζητήματα κατεπείγοντα, οὐσιώδη, πρακτικά, καὶ ἐτελειώσαμεν συζητοῦντες τὸ κυβερνητικὸν ζήτημα· τοιουτοτρόπως δὲ κατώρθωσαν οἱ κύριοι νὰ ἐξουδετερώσωσι, νὰ θέσωσιν εἰς ἀργίαν τὸ σπουδαιότερον καὶ κυριώτερον καθῆκον καὶ δικαίωμα τῆς Βουλῆς, τὸ νομοθετεῖν. Καὶ εἶναι ἀδιάφορον τοῦτο, σᾶς εἶπεν ὁ κ. Τρικούπης, ἀρκεῖ μόνος ὁ φόβος, τὸν ὁποῖον ἐμπνέομεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν· τί ἤθελε γίνει, ἐὰν ἐλείπομεν ἡμεῖς, εἶπεν, εἰς τὸν προϋπολογισμόν; εἶσθε λοιπὸν, κύριοι, χάριν φόβου ἁπλῶς καὶ μόνον ἐδῶ· αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη τοὐλάχιστον τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Ἡ πρὸς τὸ Νομοθετεῖν ἐξουσία, τὸ πρὸς τὴν θεραπείαν τῶν πραγματικῶν ἀναγκῶν τοῦ τόπου καθῆκόν σας, εἶνε δευτερεύοντα. Ἐπερωτᾶτε μόνον καὶ ὁμιλεῖτε. Ἰδοὺ τὸ κύριον ἔργον σας κατὰ τὴν ἀντιπολίτευσιν. Περὶ τὰ τέλη τοῦ 1878 παρουσιασθέντες ἐνώπιον τῆς Βουλῆς εἴπομεν, ἢ μᾶλλον εἶπον ἐγώ: «Κατὰ τὰς πεποιθήσεις μας, κατὰ τὰς ἰδέας μας, καὶ εἴμεθα ἀκλόνητοι, καὶ ὡς ἐκ τῶν πληροφοριῶν μας, καὶ ὡς ἐκ τῆς θέσεώς μας γνωρίζομεν, αὐτὴ ἡ πολιτικὴ εἶναι ἐπωφελὴς εἰς τὸ ἔθνος. Λοιπὸν ζητοῦμεν τὰ μέσα, καὶ πιστεύομεν ὅτι τὸ ζήτημα μέχρι τέλους τοῦ ἔτους θέλει λάβει καθαρωτέραν διεύθυνσιν... «Κύριοι, ἐλπίζομεν ὅτι τὸ ζήτημα μίαν τινὰ λύσιν θὰ λάβῃ συντόμως, ὅτι τὸ ἑπόμενον ἔτος θέλομεν δυνηθῇ νὰ ζήσωμεν ἐν ὁμαλῇ καταστάσει καὶ μὲ προϋπολογισμὸν τακτικὸν, ὅτι τὸ ἑπόμενον ἔτος θέλει εἶσθαι ἔτος εἰρήνης· ἑπομένως ὁ προϋπολογισμὸς, τὸν ὁποῖον σᾶς ὑποβάλλομεν, ἀντιπροσωπεύει τὴν πολιτικήν μας, τὰς ἰδέας μας αὐτάς. «Διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ 1879 εἶναι ἀρκετὸς ὁ προϋπολογισμός, τὸν ὁποῖον ὑπεβάλομεν ὑπὸ στρατιωτικὴν ἔποψιν, 13 ἑκατομ. τροφοδοτοῦντα καὶ μισθοδοτοῦντα στρατὸν 18 χιλ. ἀνδρῶν εἶναι ὅ,τι ἔχομεν ἀνάγκην. Ἀλλὰ μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης νομίζομεν ἀναπόφευκτον νὰ μένωμεν ὡπλισμένοι. Βλέπετε πόσον σαφῶς τὰ λέγω, διότι δὲν ἐπιθυμῶ νὰ κρύπτωμαι». Ἡ γνώμη μας ἦτο τότε, ὅτι μέχρι τέλους τοῦ ἔτους τὸ ζήτημα θὰ διευκρινηθῇ, ὅτι θὰ ἴδωμεν φῶς, καὶ ὅτι μετὰ τοῦτο δὲν θὰ εἴχομεν ἀνάγκην ἐκτάκτων παρασκευῶν, ὅτι ὅμως μέχρις οὗ συμβῇ τοῦτο, ἀπαιτεῖται νὰ ἤμεθα ὡπλισμένοι, καὶ ὅτι ἀπὸ τὸ 1879 ἐλπίζομεν νὰ εἰσέλθωμεν εἰς ὁμαλὴν καὶ κανονικὴν κατάστασιν. Εἴχομεν δίκαιον, κύριοι, ἢ ὄχι; Τῷ ὄντι ἔλαβε λύσιν τινὰ τὸ ζήτημα, καὶ εἴδομεν φῶς τι ἀπὸ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1879, καὶ εἴχομεν δίκαιον ἰσχυρισθέντες ὅ,τι ἰσχυρίσθημεν ἢ ὄχι; Ἔχομεν τὴν ἀπόφασιν τῆς Εὐρώπης, κατ’ αὐτὴν εἶναι ἀναγκαία καὶ ἀναπόφευκτος ἡ παραχώρησις ἐπαρχιῶν τινων εἰς τὴν Ἑλλάδα. Μετὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Εὐρώπης καὶ μετὰ δυσκολίας τινὰς, ἡ Τουρκία ἀνεγνώρισε τὸ δίκαιον τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς, καὶ ὡμολόγησεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δικαιοῦται νὰ λάβῃ ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν της μέρος, καὶ ὅτι ἡ Εὐρώπη ὀρθῶς ἀπεφάσισε τοῦτο, καὶ πρὸς τοῦτο ἤρξαντο αἱ διαπραγματεύσεις καὶ ἐδόθησαν γραμμαὶ, ἀδιάφορον ὁποῖαι. Τὸ ζήτημα λοιπὸν κατὰ τὴν πεποίθησιν, τὸ ζήτημα τοῦ δικαίου ἐλύθη, μένουν αἱ λεπτομέρειαι αἱ πραγματικαὶ, αἱ οὐσιώδεις καὶ σπουδαῖαι ἀληθῶς, ἡ ἐφαρμογὴ, ἀλλ’ ἀμφισβήτησις ἐπὶ τοῦ δικαιώματος δὲν ὑπάρχει πλέον. Ἡ Τουρκία συνεφώνησε, μένει ἡ διαφορὰ ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν, καὶ αὗται, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι αἱ οὐσιώδεις, ἀλλ’ ἔκτοτε ἡ ἀνάγκη τῶν ἐκτάκτων παρασκευῶν ἔπαυσεν· ἡ μεσιτεία τῆς Εὐρώπης κατέστη ἀναπόφευκτος, καὶ ἡ Εὐρώπη θέλει λύσει τὸ ζήτημα τῶν ἐπὶ τῶν πραγμάτων διαφωνιῶν. Ὁ κύριος Τρικούπης εἶπε τότε, ἀπατῶνται οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ, δὲν θὰ λυθῇ τὸ ζήτημα συντόμως, ἑπομένως ἐὰν ἐξακολουθήσωμεν ἐξοδεύοντες εἰς ἐκτάκτους ὁπλισμοὺς, θέλομεν ἐξαντληθῆ ταχέως, καὶ προέτεινε νὰ μὴ γείνῃ δεκτὴ ἡ χρηματικὴ αἴτησίς μας, οἱ ἔφεδροι ν’ ἀπολυθῶσι καὶ νὰ μὴ κληθῇ ἡ τρίτη καὶ τετάρτη σειρά· ἀλλ’ ὡς πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1879, ὡς πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ μέλλοντος, τὸν ὁποῖον ὑπεβάλομεν, ὁ κύριος Τρικούπης συνεφώνησε πληρέστατα μεθ’ ἡμῶν: «Λοιπὸν φρονῶ, λέγει ὁ κύριος Τρικούπης περὶ ἐφέδρων κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι ἅπαντες πρέπει νὰ πεμφθῶσιν εἰς τὰς ἑστίας των δυνάμενοι ν’ ἀνακληθῶσι καθ’ οἱανδήποτε στιγμὴν θεωρηθῇ ἀναγκαία ἡ παρουσία των. Ὡς πρὸς τὸν μόνιμον ὅμως στρατὸν συμφωνῶ πληρέστατα ὅτι πρέπει νὰ ὀργανωθῇ διὰ τρόπου, ὅστις θέλει μᾶς παράσχει τὰ μέσα ἵνα ἐνεργήσωμεν εὐθὺς ὡς ἐπιστῇ ἡ ὥρα, καὶ πρὸς τοῦτο βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ ἐλπίζωμεν ὅτι θὰ ἐπαρκέσωσι τὰ συνήθη ἔξοδα τοῦ πρὸ τῆς τελευταίας ἐν Ἀνατολῇ κρίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς Ἑλλάδος......κλπ. Ὁ προϋπολογισμὸς, ὁποῖον ὑπέβαλεν αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, παρέχει ὅλα τὰ μέσα πρὸς συντήρησιν δυνάμεως ἐπαρκοῦς εἰς ὀργάνωσιν στρατοῦ. Ἀλλὰ βεβαίως ὁ στρατὸς θέλει ὀργανωθῆ οὕτω — καὶ περὶ τούτου ὁμιλῶ ἐπὶ ἁπλῇ εἰκασίᾳ, πεποιθὼς ὅμως εἰς τὰς ἐνεργείας τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὑπουργοῦ, — ὥστε νὰ δύναται διὰ τῆς ἐφεδρείας νὰ φέρεται εἰς δύναμιν πολὺ ἀνωτέραν τῆς διὰ τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ κανονιζομένης. Θέλομεν τακτικὸν προϋπολογισμὸν στρατοῦ 18 περίπου χιλιάδων ἀνδρῶν· ἀλλὰ τὰ στελέχη αὐτοῦ τοιαῦτα, ὥστε νὰ δύναται ἐν πάσῃ στιγμῇ νὰ διπλασιασθῇ ὁ στρατὸς οὗτος.» Ἡ ἀντιπολίτευσις τότε, κύριοι, ἐδέχθη τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ μέλλοντος, ὅπως τὸν ὑπεβάλομεν, καὶ μὲ ὅλας τὰς συνεπείας του. Τοιαύτην γνώμην ἐξέφερε καὶ ὁ κύριος Ζαΐμης· καὶ ὁ κύριος Ζαΐμης ἀπέκρουε τοὺς ἐφέδρους τότε, ἀλλὰ παρεδέχθη τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ στρατοῦ. Ἡ συζήτησις, ὡς ἐνθυμεῖσθε, τότε ἔλαβε διαστάσεις εὐρείας, ἠναγκάσθημεν ἡμεῖς νὰ θέσωμεν πάλιν ὑπουργικὸν ζήτημα, ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη ὑπὲρ ἡμῶν, καὶ ἐμείναμεν ἐν τῇ ἐξουσίᾳ· μετὰ μικρὸν ἐφθάσαμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῆς προτάσεώς μας περὶ ἐφέδρων, περὶ χρημάτων, δι’ αὐτοὺς ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη καθ’ ἡμῶν, ἀπέῤῥιψε τὴν αἴτησίν μας, οἱ ἔκτακτοι ἔφεδροι ἀπελύθησαν καὶ ἀπηγορεύθη νὰ καλέσωμεν ἄλλους, ἵνα συμπληρώσωμεν τὴν ἔνοπλον ἔκτακτον δύναμιν ὡς τὴν ἐνομίζομεν τότε ἀναγκαίαν. Συζήτησις μεγάλη καὶ περὶ τούτου ἐγένετο, σημειώσατέ το καλῶς, ἀποῤῥίψασα τὰς προτάσεις αὐτάς· ἡ Βουλὴ μᾶς εἶπε, δὲν θέλομεν ἐφέδρους, δὲν θέλομεν ἔξοδα, καὶ ἡμεῖς παρητήθημεν· μᾶς διεδέχθη ὁ κύριος Τρικούπης, ὅστις ὅμως δὲν ἔμεινεν ἐπὶ πολὺ εἰς τὴν ἐξουσίαν· ἐπανήλθομεν πάλιν ἡμεῖς καὶ ὑπεβάλομεν νόμον περὶ μεταβατικῆς ἐθνοφυλακῆς· ὁ νόμος ἐκεῖνος γενόμενος δεκτὸς δὲν ἐφηρμόσθη ἐντὸς τοῦ ἔτους ἐκείνου, δὲν ὑπῆρχε καιρὸς ὁ ἀναγκαῖος· ἑπομένως ἡμεῖς κατὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς διετηρήσαμεν τὸν στρατὸν τὸν προσδιορισθέντα ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν ἔλαττον τῶν 20 χιλιάδων. Ποῖα λοιπόν εἰσι τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἐπεβάλομεν εἰς τὸ ἔθνος, διότι τὸ ἔθνος, ὡς εἶπεν ὁ κ. Τρικούπης, πιστεῦσαν εἰς τοὺς λόγους μας παρεδέχθη τὰς προτάσεις μας; «Καὶ ἡ Βουλὴ παρεσύρθη ἐκ τῶν λόγων τούτων, ὅπως μηδὲν περιορίσει ἐκ τῶν μεγάλων ἐξόδων, τὰ ὁποῖα τότε ἐγένετο». Παρεσύρθη λοιπὸν κατὰ τὸν κ. Τρικούπην ἡ Βουλὴ καὶ παρεδέχθη τὰ μεγάλα ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς ἐπεβάλομεν εἰς τὸ ἔθνος. Ἀλλὰ βλέπετε ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη τίποτε, ἡ Βουλὴ τὰ ἀπέῤῥιψεν ὅλα, καὶ ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ κ. Τρικούπη εἶναι ψευδής. Δὲν ἐπεβλήθησαν λοιπὸν ἔξοδα, οὔτε ἐγένοντο· ἑπομένως δὲν ἦτο δυνατὸν ἡ παροῦσα οἰκονομικὴ κατάστασις, ἂν ὑπάρχῃ κακή, νὰ ἦναι ἀποτέλεσμα τῶν ἔργων μας, διότι τοιαῦτα δὲν ὑπῆρξαν, καὶ βλέπετε ὅτι ἰσχυρίζονται ἐνώπιον σας ταῦτα, καίτοι ὑπάρχουν γεγραμμένα τ’ ἀντίθετα, ἐπαναλαμβάνω. Ἡ Βουλή, λέγει ὁ κ. Τρικούπης, παρασυρθεῖσα ἀπὸ τὰς προτάσεις τοῦ Ὑπουργείου ἐπέβαλεν εἰς τὸ ἔθνος ἔξοδα πλεονάζοντα, καὶ τοῦτο ἐχειροτέρευσε τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου· ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές. Τὸ ἀντίθετον εἶναι ἀληθές, ὁ κ. Τρικούπης κρύπτων τὴν ἀλήθειαν ἐπιχειρεῖ νὰ σᾶς πλανήσῃ· ἡ Βουλὴ οὐδὲν ἔκτακτον ζητηθὲν παρεδέχθη. Ὁποία ἀσύγγνωστος τόλμη κατὰ τῆς ἀληθείας! καὶ ἐνθυμεῖσθε τότε ὁποία συζήτησις ἔγεινε μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ κ. Τρικούπη, προτιμῶντος τοὺς ἐθελοντάς, ἐνῷ ἐγὼ ἰσχυριζόμην τὰ ἐναντίον· προετίμων τῶν ἐθελοντῶν τοὺς μεταβατικοὺς ἐθνοφύλακας, περὶ παρασκευῶν οὐδεὶς ἐγένετο ἄλλος λόγος. Ἰδού, κύριοι, ποῦ στηρίζεται ὁ πρῶτος ἰσχυρισμὸς τοῦ κ. Τρικούπη, ἵνα ἀποδώσῃ εἰς ἡμᾶς τὴν οἰκονομικὴν τυχόν, ὡς τὴν νομίζει, κακὴν κατάστασιν τοῦ τόπου. Καὶ τί ἐχρησίμευσαν οἱ πλεονάζοντες αὐτοὶ μεταβατικοὶ ἐθνοφύλακες, ἐξακολουθεῖ ὁ κ. Τρικούπης, καὶ τὰ πολλὰ ἔξοδα, εἰς τὰ ὁποῖα ἀδίκως ἐπεβλήθημεν; ἀλλὰ πλεονάζοντες μεταβατικοὶ ἐθνοφύλακες, περιττὰ ἔξοδα, οὔτε ἐζητήθησαν, οὔτε ἐγένοντο, ὡς εἴρηται. Ἐνόμιζον, ὅτε ἤκουον τὸν κ. Τρικούπην καταφερόμενον κατὰ τῶν ἐκτάκτων παρασκευῶν, καὶ ὁμιλοῦντα ὑπὲρ τῆς κανονικῆς συντάξεως τοῦ ἔθνους, ἐνόμιζον, ὅτι ἐσκόπει νὰ μᾶς ἐπαινέσῃ, ἢ ἐὰν ἦναι δυνατὸν νὰ ἐλπίσῃ ἀπὸ τὸν κύριον Τρικούπην τις τοιοῦτο, νὰ μᾶς ἀποδώσῃ τοὐλάχιστον δικαιοσύνην· διὰ τί; Διότι ἐπήνει τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν πρῶτοι ἡμεῖς εἰσηγάγομεν, καὶ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ὑπεστηρίξαμεν διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1879. Ἔπαυσε πλέον ὁ καιρὸς τῶν ἐκτάκτων παρασκευῶν, εἴπομεν, εἰσερχόμεθα εἰς ὁμαλὴν κατάστασιν καὶ εἰρηνικοὺς καιροὺς, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ προτείνομεν νὰ συντάξωμεν τὴν χώραν στρατιωτικῶς, ὥστε ἐν μὲν εἰρήνῃ νὰ ἔχωμεν στρατὸν μὲ τὴν δυνατὴν οἰκονομίαν, ἐν ἀνάγκῃ δὲ νὰ ἤμεθα ἕτοιμοι νὰ πολλαπλασιάσωμεν τὰς δυνάμεις μας, νὰ αὐξήσωμεν τὸν στρατόν· αὐτὴν τὴν ἰδέαν παρεδέχθη καὶ ὁ κ. Τρικούπης, καὶ ἡ ἀντιπολίτευσις, σήμερον ὅμως ἀποτελεῖ τὸ πρόγραμμα του· καὶ μέμφεται ἡμᾶς ὡς ἐξακολουθοῦντας τὰς ἐκτάκτους παρασκευάς· ἐπιτρέπεται εἰς τὸν κ. Τρικούπην νὰ θεωρῇ ὅ,τι θέλει ὡς ἰδικόν του· ἀδιαφορῶ· διὰ τοῦτο δὲν δέχομαι ὅμως νὰ ἰσχυρίζωνται ἐνώπιόν σας πράγματα, τὰ ὁποῖα ποσῶς δὲν εἶναι ἀληθῆ, ἀλλὰ πλάσματα, ἐφευρήματα ψευδῆ, ἵνα στηρίξωσι σαθρὰ ἐπιχειρήματα. Κατηγορούμεθα λοιπὸν ὅτι ἐξακολουθοῦμεν τὰς ἐκτάκτους παρασκευὰς ἐνῷ ἡμεῖς ἐπιμένομεν ἐξακολουθοῦντες τὸ σχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπεβάλομεν ἀπὸ τὸ παρελθὸν ἔτος, καὶ παρεδέχθη καὶ ἐνέκρινε καὶ ἐγκρίνει ἀκόμη ἡ Βουλή, τὸ σχέδιον καὶ τὴν ἰδέαν ὑπὲρ τῆς ὁποίας ἔχομεν σύμφωνον ἔτι καὶ τὸν ἔντιμον καὶ σώφρονα ἀρχηγὸν μιᾶς μερίδος τῆς ἀντιπολιτεύσεως τὸν κ. Ζαΐμην. Ὁ κ. Τρικούπης καλῶς ἔπραξε νὰ μὴ ἐπανέλθῃ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα. Τῷ ὄντι τίποτε νεώτερον δὲν εἶχε νὰ προσθέσῃ, ἀλλὰ δὲν ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε νὰ κατέλθῃ ἐκ τοῦ βήματος χωρὶς νὰ ἐπαναλάβῃ τὴν στερεότυπον ἐκείνην ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ δὲν θεωρῶ σπουδαίαν· ὅτι δηλαδὴ πρέπει νὰ ἀφοσιωθῇ τὸ ἔθνος εἰς ἀποκλειστικήν τινὰ φιλίαν, πρέπει νὰ πιστεύσῃ καὶ νὰ πιστευθῇ ὡς φίλος, ἵνα ἐμπνεύσῃ συμπάθειαν καὶ ἐμπιστοσύνην. Ἀλλὰ αἱ φιλίαι καὶ αἱ συμμαχίαι τῶν ἐθνῶν δὲν εἶναι σχέσεις αἰσθηματικαί, τὰ ἔθνη δὲν συνάπτουσι Πλατωνικὰς φιλίας, συμμαχίας αἰσθημάτων, ἀλλὰ συμφερόντων, καὶ νομίζετε, ὅτι ὁ ἀσθενὴς καὶ μὴ χρήσιμος ἴσως δύναται νὰ ἐκλέξῃ κατὰ βούλησιν τὸν σύμμαχον; δύνασθε νὰ ἐκλέξητε τὸν φίλον σας, ὅταν ἔχητε ἀποδεδειγμένην τὴν χρησιμότητά σας· εὑρίσκετε φίλον, ὅταν τοῦ φίλου τὰ συμφέροντα συμβιβάζονται εἰς τοιοῦτον τρόπον μὲ τὰ ἰδικά σας, καὶ ἔχουσι κοινὸν τὸν σκοπόν· ἀλλ’ ὅταν τοιαύτη εἶναι ὁποίαν τὴν γνωρίζετε ἡ θέσις τῆς Ἀνατολῆς, καὶ τοιαῦται εἶναι, ὡς εἶναι αἱ σχέσεις τῆς Εὐρώπης πρὸς αὐτήν, διὰ νὰ ἐκλέξωμεν τὸν φίλον μας, πρέπει νὰ ἔχωμεν τὴν χρησιμότητά μας· καὶ ἂν ἐπιχειρήσωμεν νὰ ἐκλέξωμεν φίλον ἐπὶ βεβαίᾳ ἀποτυχίᾳ, δὲν θέλομεν διεγείρει τὴν μῆνιν καὶ τὴν ὀργὴν τῶν ἄλλων; Ἰδοὺ διατὶ τὴν πολιτικὴν αὐτὴν δὲν τὴν παραδέχομαι, τὴν ἀποκρούω, καὶ νομίζω ὅτι συμφέρει εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ ἦναι εὐγνώμων πρὸς ὅλας τὰς δυνάμεις μέχρι τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν φθάσωμεν εἰς θέσιν νὰ ζητηθῇ ἡ συμμαχία ἡμῶν, τότε μόνον ἐκλέγομεν τὸν φίλον· νὰ προσκολληθῆτε εἰς τὸ ἅρμα μιᾶς φιλίας μόνον, χωρὶς νὰ γνωρίζητε θετικῶς ὅτι ὑπάρχει ταυτότης συμφερόντων καὶ μέχρι θυσίας, δὲν εἶναι φρόνιμον, καὶ ἀπόδειξι, ὅτι πολιτικὴ ἀντίθετος, ἡ εὐγνώμων πρὸς ὅλας τὰς δυνάμεις, δὲν ἔβλαψε τὰ πράγματα· ἡ πολιτικὴ αὕτη κατὰ τὴν κρίσιν μου εἶναι ἡ καλλιτέρα. Ἀλλὰ, κύριοι, σᾶς προσέθεσεν ὁ κ. Τρικούπης, θὰ ἐμπιστευθῆτε τὸν προϋπολογισμὸν εἰς χεῖρας Κυβερνήσεως, ἥτις ἐκήρυξεν ἑαυτὴν ἐνδοτικήν; Κύριοι, δὲν βλέπω γεγραμμένην εἰς τὴν Ὥραν φράσιν τινὰ περὶ τούτου, ὅπως μοὶ ἐφάνη ὅτι τὴν ἤκουσα· ἄλλως ἤθελον ἀπαντήσει καταλλήλως· ὅταν ἤκουσα τοὺς λόγους τούτους, ἐνεθυμήθην περίοδον ὁμιλίας τινός τοῦ μεγάλου ὑπουργοῦ τῆς Γαλλίας Περιέρου, ἣν κατὰ τύχην ἐσχάτως ἀνέγνωσα. Ὁ Περιέρος ἔλεγεν: «ἡ συνετὴ κυβέρνησις παρατηρεῖ τὰ γεγονότα, ἅτινα συναντᾷ, τὰ ἐξετάζει, τὰ σημειοῖ, καὶ ἀντὶ νὰ θυσιάζῃ τὰς ἀρχάς εἰς τὴν πραγματικότητα, ἢ τὴν πραγματικότητα εἰς τὰς ἀρχὰς, προσπαθεῖ νὰ τὰ τροποποιήσῃ ἢ νὰ τὰ συγχωνεύσῃ·» καὶ ἡ γνώμη αὕτη, ἡ ὁποία εἶναι γνώμη τῆς ἐλευθερίας, ἰδέα, ἥτις παράγεται ἀπὸ τὴν ἀνάγκην τῆς συζητήσεως, ἀπὸ τὴν αὐθεντίαν τῆς Βουλῆς, ἡ γνώμη αὕτη ἐκφρασθεῖσα ἀπὸ τὸν διάσημον Περιέρον, δὲν ἠδυνήθη κατὰ δυστυχίαν νὰ μὲ καλύψῃ. Διότι πρωτότυπον τελειότητος, πρωτότυπον ἀπταίστου, καὶ ἀστὴρ, τὸν ὁποῖον ὀφείλουν ν’ ἀκολουθήσουν οἱ νέοι μάγοι ὁδεύοντες πρὸς τὴν Βηθλεὲμ εἶναι μόνος ὁ ἀρχηγὸς τῆς ἀντιπολιτεύσεως, κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου· ὀνομάζομεν ἐπίτηδες ἀρχηγὸν τῆς ἀντιπολιτεύσεως, διότι μοὶ τὸ ὑπαγορεύουσι τὰ ἐν τῇ Βουλῇ γεγονότα, πολλάκις ἀκούω ἐγειρομένας μεμονωμένας φωνὰς ἄλλων, κῦρος δὲ ἔχει ἐνώπιον τῆς ἀντιπολιτεύσεως μία μόνη φωνή, καὶ ὅταν αὕτη ἀκουσθῇ, αἱ ἄλλαι ἀποχρώσεις καὶ διαφωνοῦσαι, καὶ ἀποδοκιμάζουσαι κύπτουσιν ὅμως. Ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω, ὅτι διαχειριζόμενος τὰ κοινά, ὀφείλω νὰ σέβωμαι καὶ νὰ ἀκούω τὰς γνώμας τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ· δὲν ἐντρέπομαι διὰ τοῦτο τὸ νομίζω μάλιστα ἀρετὴν καὶ καθῆκόν μου νὰ συμμορφῶμαι πολλάκις πρὸς τὰς γνώμας τῆς Βουλῆς, ἔστω καὶ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ὅταν αἱ γνῶμαι αὗται εἶναι συμφέρουσαι εἰς τὴν πατρίδα καὶ ὀρθαί· ὁμολογῶ, κύριοι, ὅτι δὲν ἦλθον εἰς τὴν Βουλὴν ποτὲ μὲ τὴν πεποίθησιν τοῦ ἀπταίστου, ἔρχομαι νὰ ἀκούω τὴν συζήτησιν, νὰ ζητῶ τὴν ἀλήθειαν, καὶ δὲν ἐννοῶ εἰς τὶ ἄλλο χρησιμεύει ἡ συζήτησις, ὁ ἀμοιβαῖος φωτισμός, ὁ ἀμοιβαῖος σεβασμὸς πρὸς τὰς ἀληθεῖς γνώμας τῶν ἄλλων, ἡ ἀνεύρεσις τῆς ἀληθείας καὶ τοῦ συμφέροντος τῆς πατρίδος· ἰδοὺ ὁ σκοπὸς τῶν συζητήσεων καὶ ἀξία τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Δύω ἕτεροι ἀξιότιμοι συνάδελφοι πρὸ τοῦ κ. Τρικούπη, κατὰ δυστυχίαν ὅταν ὡμίλησεν ὁ πρῶτος, δὲν παρευρέθην εἰς τὴν συνεδρίασιν, πρόδρομοι οὗτοι προδιέγραψαν τὸν τύπον τῆς προσβολῆς· εἶναι κακὴ ἡ διοίκησις σᾶς εἶπον, ὁ τόπος δὲν διοικεῖται· ὑπάρχει παραλυσία διοικητική, καὶ ὅταν πρὸς τὸν ἕνα τῶν νεωτέρων τούτων ἀπέτεινα τὴν ἐρώτησιν, ἔχετε ἀποδείξεις ἢ γεγονός τι μαρτυροῦν ταῦτα; εἶπεν ὄχι, ἀλλ’ ἀναφέρομαι εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν. Καὶ νομίζετε, κύριοι, ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ὑβρίζῃ τις τὴν Κυβέρνησιν τοῦ τόπου του, καὶ ὅταν καλῆται νὰ ἀποδείξῃ τοὺς ἰσχυρισμούς του, ν’ ἀναφέρῃ ἓν γεγονός, ν’ ἀπαντᾷ δὲν ἔχω, ἀλλ’ ἀναφέρομαι εἰς τὴν συνείδησίν σας; κατὰ τὸν ποινικὸν νόμον πῶς ἤθελε χαρακτηρισθῇ ἡ ὕβρις αὕτη; ἡ ἀδικία γεννᾷ τὸ παράπονον, ἡ βία γεννᾷ τὴν ἀντίστασιν, καὶ ἡ παραλυσία τὴν ἀναρχίαν. Ἔχετε, κύριοι, σεῖς παραδείγματα τοιαῦτα; ἀναφέρετε· ἐνηργήθησαν δημοτικαὶ ἐκλογαί, κατὰ τὰς ὁποίας ἐνεργήσαμεν ὡς διοίκησις καὶ ὡς δικαιοσύνη· ἐνεργήθησαν βουλευτικαὶ ἐκλογαί, ἔχετε σεῖς ἀπόδειξιν παραπτώματός τινος, ἀδικίας τινὸς, βίας τινὸς, ἢ ἀταξίας, ὥστε νὰ δικαιολογήσητε τὴν μομφὴν αὐτήν; καὶ πῶς νεήλυδες εἰς τὴν βουλήν, ἄπειροι, ἔρχεσθε σεῖς νὰ ὑβρίζητε οὕτω ἐλαφρῶς ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι ἐγηράσαμεν ὑπηρετοῦντες τὴν πατρίδα; Ἐν τῇ ἀμηχανίᾳ καὶ στερήσει πάσης ἀποδείξεως σᾶς εἶπον: ἄλλοτε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατεφέρθη κατὰ τῆς συγκεντρώσεως καὶ ἐκήρυξεν ὅτι ἡ συγκέντρωσις εἶναι ἀσυμβίβαστος πρὸς τὸ ἐλεύθερον πολίτευμα· ἀληθές. Ἀλλ’ ἐννοεῖτε, κύριοι, τί σημαίνει ἀποκέντρωσις; ἀποκέντρωσις σημαίνει ἀφαίρεσιν ἢ ἐλάττωσιν τῆς ἐξουσίας τῆς κεντρικῆς ἀρχῆς· σᾶς ἐρωτῶ: ὁ νόμος ὁ στρατολογικὸς ἀφήρεσεν ἐξουσίαν, ναὶ ἢ ὄχι; ὁ νόμος ὁ ἐκλογικὸς ἀφήρεσεν ἐξουσίαν ναὶ ἢ ὄχι; ὁ νόμος ὁ δημοτικὸς ἀφήρεσεν ἐξουσίαν ναὶ ἢ ὄχι; ὁ τελευταῖος ψηφισθεὶς νόμος, ὁ περὶ ὁδοποιΐας, ὁ δοὺς ἀπόλυτον δικαιοδοσίαν εἰς τὰ δημοτικὰ καὶ ἐπαρχιακὰ συμβούλια, εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὰς δημοτικὰς καὶ ἐπαρχιακὰς ὁδούς, ἀφήρεσεν ἀπὸ τὴν διοίκησιν δύναμιν ἢ ὄχι; Ἂν τοῦτο εἶναι ἀληθές, βλέπετε πόσον ἀπείρως ὁμιλοῦσιν οἱ νόμοι αὐτοὶ τῆς ἀποκεντρώσεως τῇ πρωτοβουλίᾳ τῆς κυβερνήσεως ἐγένοντο νόμοι, καὶ οὕτω, κύριοι, ἐφαρμόζονται αἱ ἀρχαὶ τῆς ἀποκεντρώσεως φρονίμως καὶ ἐπιτυχῶς, δὲν ἀνατρέπουσιν ἀποτόμως ἄρδην τὴν διοίκησιν· εἶνε τοῦτο ἀναρχία οὐχὶ ἀποκέντρωσις· ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ἀπαλλάσσονται τῆς πλεοναζούσης κυβερνητικῆς ἐπηρείας τὰ σωματεῖα καὶ τὸ ἄτομον ὅταν μάλιστα πρὸ πολλοῦ ἐξασκεῖται αὕτη καὶ πανταχοῦ ἐξέτεινε τοὺς πλοκάμους της. Αὐτὰ εἶναι τέλος πάντων τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα φέρουν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καθ’ ἡμῶν ἡ κακὴ εἴσπραξις τῶν φόρων προσθέτουσιν, ἀποδεικνύει τὴν μεροληπτικὴν ἐνέργειαν τῆς διοικήσεως· ἀλλὰ, κύριοι, ἀνεγνώσατέ ποτε τοὺς ἀπολογισμοὺς, εἴδετε ὅτι ἤδη ὅτε αἱ εἰσπράξεις ὑπερέβησαν τὰ 40 ἑκατομ. τὰ ἐλλείμματα ἠλαττώθησαν, εἰσὶν ὀλιγώτεραι ἢ κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους, καθ’ οὓς τὰ εἰσοδήματα δὲν ἀνέβαινον οὔτε εἰς 30 ἑκατομμύρια; καὶ ἤδη ὅταν ἔχετε ἀποτελέσματα τοιαῦτα, τολμᾶτε νὰ λέγητε ὅτι μεροληπτικῶς ἐνεργεῖται ἡ εἴσπραξις; ἂν οὕτως ἐγένοντο αἱ εἰσπράξεις, τὰ ἐλλείμματα θὰ ἦσαν πλείονα, θὰ εἴχομεν αὔξησιν ἀντὶ ἐλαττώσεως. Πρὸς τὰ ἐπιχειρήματα ὅμως αὐτὰ ἔσπευσεν ὁ κ. Τρικούπης νὰ ἐπιφέρῃ ὡς κορωνίδα: θέλετε νὰ ἴδητε, εἶπεν ὡς ἐκ περισσοῦ, ὁποία ἡ πολιτικὴ κατάστασις τοῦ τόπου; ἀποβλέψατε πρὸς τὸ Νομοσχέδιον περὶ ζωοκλοπῆς καὶ ζωοκτονίας· τοῦτο τί ἄλλο ἀποδεικνύει εἰμὴ διοικητικὴν παραλυσίαν; Καὶ νομίζετε, κ. Βουλευτὰ ἐκ Μεσολογγίου, ὅτι περὶ ζωοκλοπίας δὲν πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια; εἶναι δυστυχῶς μία ἀσθένεια αὕτη χρονικὴ τοῦ τόπου, ὡς ἦτο καὶ ἡ λῃστεία· ὅταν τὸν νόμον κατ’ αὐτῆς εἰσηγάγομεν, πόσα δὲν εἶπον καθ’ ἡμῶν; τότε κατηγορήθημεν ἐπίσης καὶ ἐσυκοφαντήθημεν, ἀλλ’ ὁ Νόμος οὗτος ἀπήλλαξε τὸν τόπον ἀπὸ τὴν μάστιγα ταύτην. Καὶ νομίζετε λοιπόν, κύριοι, ὅτι πρέπει νὰ ἀφήσωμεν τὸ ἔγκλημα τῆς ζωοκλοπίας ἀτιμώρητον; ἀλλ’ ἔστω· εἶναι ἀπόδειξις ὁ νόμος τῆς ζωοκλοπίας, τῆς κακῆς καταστάσεως τῆς διοικήσεως, ἀπόδειξις τῆς κυβερνητικῆς παραλυσίας; ἀλλ’ ἠξεύρετε πότε εἰσήχθη ὁ πρῶτος Νόμος κατὰ τῆς ζωοκλοπίας; κατὰ τὸ 1867· ἦτο λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1867 παραλυτικὴ κατὰ τὸν κ. Τρικούπην; Κύριοι, λυποῦμαι βλέπων νὰ διαστρέφωνται τὰ πράγματα οὕτω· τὸ ἀληθὲς εἶναι ὅτι ἡμεῖς γνωρίζοντες τὴν κατάστασιν τοῦ τόπου μας καὶ πονοῦντες ὑποβάλλομεν μέτρα πρὸς θεραπείαν τῶν κακῶν. Τὸ τελευταῖον ἐπιχείρημα τοῦ κ. Τρικούπη εἶναι τὸ ἀκόλουθον· πῶς θὰ ἐμπιστευθῆτε τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ εἰς χεῖρας Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία οὐδένα φραγμὸν ἔχει· ἀποφασίσατε ὅ,τι θέλετε, ὅταν ἐξέλθητε, αἱ πιστώσεις θὰ καταπλημμυρήσουν τὸν προϋπολογισμὸν, θὰ τὸν ἀποῤῥοφήσουν. Πρὸς τί λοιπὸν κοπιάζετε, ὅταν οὐδεμίαν ἔχετε βεβαιότητα; Κύριοι, τὸ ζήτημα τῶν πιστώσεων εἶναι τῳόντι σπουδαῖον, καὶ δὲν εἶναι μόνον διὰ τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ καὶ διὰ ἄλλας ἐπικρατείας· τὸ σύστημα τῶν πιστώσεων καὶ εἰς τὴν Ἀγγλίαν δὲν ἠδυνήθησαν νὰ τὸ ἀποφύγουν ἔτη τινὰ, εἰς δὲ τὴν Γαλλίαν ἐξηκολούθησε διαρκῶς· διότι ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι τέλειος εἰς τοὺς ὑπολογισμούς του, πολλάκις σφάλλει· ἐν τῷ μεταξὺ δύνανται ν’ ἀναπτυχθῶσιν ἀνάγκαι ἀπρόοπτοι, ὅπως μάλιστα συντάσσεται ὁ προϋπολογισμὸς, καὶ διὰ τοῦτο αἱ πιστώσεις κατὰ δυστυχίαν συνήθως ὑπῆρξαν ἀναπόφευκτοι. Ἀλλ’ αἱ πιστώσεις εἶναι κακαὶ, ὅταν τῳόντι πλάττουν νέας ἀνάγκας ἐπιβλαβεῖς, ψευδεῖς, ὅταν ἦναι πιστώσεις ἀπροσεξίας καὶ σπατάλης· ὅταν ὅμως εἶναι πιστώσεις, τὰς ὁποίας ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων, αἱ περιστάσεις προεκάλεσαν, διατί κατηγορεῖτε τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις δὲν ἄφησε τὸν τόπον ἀπροστάτευτον καὶ ἀδιοίκητον; Ἀλλ’ ἔστω· εἶναι τῳόντι ἀληθὴς ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ κ. Βουλευτοῦ Μεσολογγίου, ὅτι εἰς Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ποιεῖται χρῆσιν πιστώσεων δὲν πρέπει νὰ ἐμπιστευθῆτε; Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις τοῦ 67 ἔκαμεν ἀπείρους πιστώσεις εἰς βάρος τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ, πιστώσεις καὶ διὰ διαταγμάτων· ὡσαύτως ἡ Κυβέρνησις τοῦ 78, καὶ δὲν δύναται ν’ ἀρνηθῇ οὐδεὶς ὅτι ὁ μακαρίτης καὶ πολύκλαυστος Δεληγεώργης ἦτο λίαν φειδωλὸς καὶ προσεκτικὸς, ἐνθυμεῖται καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς Μεσολογγίου πόσας ἐδοκιμάζομεν δυσκολίας, ἵνα τοῦ ἀποσπάσωμεν χρήματα δι’ ἀνάγκας τοῦ Κράτους, καὶ μόλα ταῦτα διευθύνων τὰ οἰκονομικὰ οὗτος τὸ 1877 ὑπέπεσεν εἰς τὴν ἀδυναμίαν αὐτὴν καὶ ἐζήτησε νὰ θεραπεύσῃ ἀνάγκας διὰ πιστώσεων καὶ πολλάς. Ἂν αἱ πιστώσεις λοιπόν εἰσιν ἀπόδειξις κακῆς διοικήσεως, διατί ὁ κ. Τρικούπης ἐξαιρεῖ ἑαυτὸν καὶ μέμφεται ἡμᾶς; πᾶσαι αἱ Κυβερνήσεις ἔπραξαν τοῦτο, καὶ προκαλῶ πάντα κυβερνήσαντα τὸν τόπον ἀπὸ τοῦ 62 νά μοι ἀποδείξῃ τὸ ἐναντίον, διατί τὸ σύστημα τῶν πιστώσεων στρέφεται καθ’ ἡμῶν μόνον καὶ μᾶς καθιστᾷ ἀναξίους ἐμπιστοσύνης, καὶ οὐχὶ καὶ τὸν κ. Τρικούπην καὶ τοὺς λοιποὺς ἅπαντας; Ἐνταῦθα γίνεται διακοπὴ 5 λεπτῶν. Εἰσέρχομαι εἰς τὸ περίφημον πρόγραμμα τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Ἡ παροῦσα οἰκονομικὴ κατάστασις, ὁποιαδήποτε καὶ ἂν ἦναι, εἶναι ἔργον ἡμῶν ὅλων, καὶ εἶναι δειλία, εἶναι ἄρνησις ἀληθείας, εἶναι ἀπρεπὲς νὰ ἐπιχειρῇ τις νὰ κρύπτῃ τὴν εὐθύνην του· καὶ τὰ δάνεια, καὶ αἱ ἐφεδρεῖαι, καὶ οἱ στρατοὶ, καὶ οἱ προϋπολογισμοὶ εἶναι κοινὸν ἔργον. Ἀπὸ τοῦ 1879 καὶ ἐντεῦθεν χρονολογεῖται ἡ ἰδία ἡμῶν εὐθύνη, καὶ δὲν ἀρνοῦμαι τὴν εὐθύνην μου, ἐγὼ δὲν θέλω νὰ τὴν ἐπιῤῥίψω εἰς ἄλλους. Ὁ κ. Βουλευτὴς Μεσολογγίου ἐπεχείρησε, πρὶν κηρύξῃ τὸ σύστημά του καὶ ἵνα καταστήσῃ ἀσπαστὰς τὰς ἰδέας του, ν’ ἀποδείξῃ δύω τινὰ, πρῶτον, ὅτι τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1879 δὲν εἶναι οἷον τὸ παριστᾷ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἔχει ἀκαταμάχητον, ὡς εἴδετε, ἐπιχείρημα, ποῖον; Τὴν ἀντίῤῥησιν τῶν φίλων του, τὸ εἶπεν ὁ κ. Σιμόπουλος εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν, καὶ ἐνώπιον τῆς ἀντιθέσεως τοῦ κ. Σιμοπούλου, ἃς κλεισθῶσιν ὅλα τὰ βιβλία, ἂς σιωπήσουν τὰ πράγματα. Ἐὰν, κύριοι, δύναται ἡ ἀντιπολίτευσις νὰ μᾶς ἀποδείξῃ τοὺς ἰσχυρισμοὺς τοῦ κ. Σιμοπούλου σπουδαιοτέρους τῶν Δημοσίων βιβλίων, καὶ τῶν πραγμάτων, τότε συζήτησις δὲν δύναται βεβαίως νὰ λάβῃ χώραν, ἀλλὰ μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης εἶναι ἀνάξιον τὸ ἐπιχείρημα. Ὁ κ. Σιμόπουλος ὁμιλεῖ ἁπλῶς ὡς ἀντιπολίτευσις, λέγει λόγους. Δεύτερον ἐπιχείρημα, δι’ οὗ ἐπεχείρησε ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι ἡ σημείωσις τῶν ἐσόδων, ὅπως ἐγένετο ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, δὲν εἶναι ἀκριβὴς, ὑπῆρξεν ἡ ἀντίφασις μεταξὺ τῶν ἰσχυρισμῶν τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῶν ἰσχυρισμῶν τοῦ παρόντος, διότι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ πρώην, εἶπεν, ὅτι στηρίζει τὸν προϋπολογισμὸν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μέσου ὅρου τῶν παρελθόντων ἐτῶν, ἐνῷ ὁ παρὼν Ὑπουργὸς παρουσιάζει ἀποτελέσματα ἄλλα, ἀμφότερα δὲ ταῦτα τ’ ἀποτελέσματα δὲν εἶναι τὰ αὐτά, καὶ στηριζόμενος εἰς τοῦτο, ἠθέλησε ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς δὲν εἶναι ἀληθής. Κύριοι, ἀπὸ ἄνθρωπον νοήμονα καὶ εὐφυᾶ, ὁποῖος εἶναι ὁ κ. Τρικούπης, ἠπόρησα ἀκούων τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦτον· τί σημαίνει ἡ λέξις καὶ ἡ φράσις τοῦ κ. πρώην Ὑπουργοῦ, ὅτι ὡς βάσις ἐλήφθη ὁ μέσος ὅρος τῶν τριῶν προηγουμένων ἐτῶν, ὅτε ἔχομεν τὰ πράγματα; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν ὅ,τι ἐπανέλαβον καὶ οἱ ἄλλοι Ὑπουργοί, καὶ ἐνόει τὸν μέσον ὅρον, καθόσον συμφωνεῖ πρὸς τὰ πράγματα· ἀλλ’ ὁπωσδήποτε δὲν εἶναι ἀπόφθεγμα ἀναιροῦν τὰ πράγματα, ἀναιροῦν τὴν ἀλήθειαν· δὲν ἦτο δυνατόν, σᾶς λέγω, νὰ ληφθῇ ὁ μέσος ὅρος ὡς βάσις τῆς συντάξεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐπειδὴ ἀπὸ τὸ 1877 προσετέθησαν νέοι φόροι τελωνειακοὶ, νέοι φόροι ἐπὶ τοῦ χαρτοσήμου καὶ αἱ εἰσπράξεις ἑπομένως τοῦ 77 παρουσιάζονται κατά τι ηὐξημέναι· διότι δὲν ἐφηρμόσθησαν ἐξ ἀρχῆς τοῦ ἔτους οἱ νόμοι οὗτοι, ἀλλὰ μείονες τῶν εἰσπράξεων τοῦ 78 καὶ 79, διότι οἱ προστεθέντες φόροι ἐπὶ πλέον εἰσεπράχθησαν ὁλόκληροι. Ὁποῖος λοιπὸν μέσος ὅρος δύναται νὰ ληφθῇ μεταξὺ ἐτῶν ἐχόντων νέους προσθέτους φόρους, καὶ ἐτῶν μὴ ἐχόντων τοιούτους; καὶ ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τωόντι ἐκ λάθους ἐπέμεινεν εἰς τὸν ἰσχυρισμὸν αὐτὸν, ἀπορῶ πῶς δὲν ἐνοήσε τὴν ἀλήθειαν, καὶ τὸν ἔλαβεν ὁ κ. Τρικούπης ὡς ἐπιχείρημα σπουδαῖον· μέσος ὅρος, ἐπαναλαμβάνω, δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ μεταξὺ ἐτῶν, τὰ ὁποῖα εἶχον νέους φόρους ἐξ ἑκατομμυρίων, καὶ μεταξὺ ἐτῶν καθ’ ἃ οἱ φόροι αὐτοὶ δὲν ὑπῆρχον. Λοιπὸν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς διαφωνίας αὐτῆς ἀρνεῖται ὁ κ. Βουλευτὴς Μεσολογγίου τοὺς ἰσχυρισμοὺς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, οἱ ὁποῖοι στηρίζονται ἐπὶ δεδομένων βεβαίων καὶ ἀναμφισβητήτων, ἐπὶ ἀποτελεσμάτων γνωστῶν ἤδη. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν σᾶς εἶπεν ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς συνετάχθη κατὰ συγκατάβασιν μάλιστα, ὅτι τ’ ἀποτελέσματα τοῦ 79 βεβαιοῦν ὅτι ἔσοδα θέλουσι βεβαιωθῆ καὶ εἰσπραχθῆ πλείονα τῶν σημειουμένων· διότι ἔχει ἤδη βεβαιωμένα 43,000,000, εἰσπεπραγμένα δὲ 38,000,000, καὶ μέλλει νὰ βεβαιωθῶσι 4,000,000 ἔτι, οὐχὶ καθ’ ὑπόθεσιν ὑποκειμένην εἰς ἀμφισβήτησιν: καὶ περὶ αὐτοῦ μόνον πρόκειται· διότι εἶναι δυνατὸν, ἴσως εἴπωσι, εἰς τὰ πιθανὰ αὐτὰ μέλλοντα νὰ βεβαιωθοῦν, νὰ ὑπάρξῃ ἀνακρίβεια, ἀμφιβολία; Ὄχι· διότι τὰ μὴ σημειούμενα ὡς βεβαιωθέντα καὶ βεβαιωθησόμενα προέρχονται ἀπὸ φόρον οἰκοδομῶν, ὁ ὁποῖος δὲν ἐσημειώθη ἔτι καὶ ὁ ὁποῖος σταθερὸς ἀναβαίνει ἐπὶ πολλὰ ἔτη εἰς 800,000, ἀπὸ φόρους δεκάτης, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐσημειώθησαν εἰς τὰ βιβλία, καίτοι βεβαιωθέντες ἐκ 400,000, ἀπὸ στρεμματικοὺς φόρους, οἵτινες ἁπλῶς δὲν ἐσημειώθησαν καὶ ἀναβαίνουσιν εἰς 800,000 καὶ ἀπὸ ἄλλα τοιαῦτα. Βλέπετε ὅτι ἀμφιβολία μεταξὺ τῶν δεδομένων αὐτῶν δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ καμμία, διότι εἶναι διδόμενα μόνιμα καὶ σταθερὰ, τοιαῦτά εἰσι τὰ βεβαιωθησόμενα, οὕτω τὸ ὅλον τῶν βεβαιωθησομένων ἀναβαίνει εἰς 47,000,000 περίπου· ἐὰν δ’ ἀκολουθήσῃ ὅ,τι γίνεται πάντοτε, τὰ καθυστερήματα ὑπολογίζονται εἰς 2,500,000, ὅσα καὶ κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, ὥστε τὰ βεβαίως εἰσπραχθησόμενα θὰ ὦσι περὶ τὰ 45,000,000. Ὁ κ. Βουλευτὴς Μεσολογγίου ἀρνεῖται τοῦτο, διότι ὁ μέσος ὅρος τὸν ὁποῖον ἐπρότεινεν ὁ κ. Δηλιγιάννης εἶναι εἰς ἀντίφασιν μὲ ὅσα ἔχομεν βεβαιωμένα καὶ εἰσπραχθέντα ἤδη. Ἂν αὐτὸ εἶναι ἐπιχείρημα ἀποδεικνύον τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦ κ. Βουλευτοῦ καὶ καταδικάζον τὴν ὀρθότητα τῶν ἀριθμῶν ἐξαγομένων ἐκ τῶν ἐπισήμων βιβλίων, κρίνατέ το σεῖς. Ἀφοῦ οὕτως ἐπεχείρησε νὰ ἀποδείξῃ τὸ ἐσφαλμένον τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐπεχείρησε κατόπιν ν’ ἀναλύσῃ καὶ ἐξετάσῃ τὴν ἀξίαν τῶν Νομοσχεδίων, δι’ ὧν νομίζομεν ὅτι δυνάμεθα νὰ ἐλαττώσωμεν τὸ ἔλλειμμα. Καὶ περὶ μὲν τῶν ἄλλων Νομοσχεδίων δὲν θὰ ὁμιλήσω, θέλουσιν ὁμιλήσει ἄλλοι· περὶ ἑνὸς ὅμως λίαν συκοφαντηθέντος καὶ διασυρθέντος θέλω κάμει λόγον καὶ ὅταν ἀκούω τὴν παρεξήγησιν τοῦ Νομοσχεδίου τούτου ἐκ μέρους τοῦ κ. Μαυρομαρᾶ, ὡς ὀλίγον ἐνασχοληθέντος, δὲν ἐξίσταμαι, ὅταν ὅμως ἀκούω τοιαύτην καὶ ἔτι χείρονα ἐκ μέρους τοῦ κ. Τρικούπη ἐκπλήσσομαι, ἐννοῶ δὲ τὸ Νομοσχέδιον περὶ δανείου εἰς τὴν ὁδοποιΐαν. Δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅτι τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι Τραπεζιτικὴ ἐπιχείρησις, ἔχει ἄλλον σκοπὸν ὑψηλότερον καὶ σπουδαιότερον. Κύριοι, εἶμαι κατὰ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἐπιθυμῶ νὰ παύσῃ, καὶ ὡς πρὸς τοῦτο θὰ ἔχω βοηθὸν τὸν ἔντιμον κύριον Καλλιγᾶν, ὅστις, ἐνθυμεῖσθε, μᾶς κατέκρινε προχθές· ἐρχόμεθα εἶπεν ἄνευ συστήματος, μὲ μέτρα περιωρισμένα, ἐνσπείροντα τὴν ἀμφιβολίαν καὶ χειροτερεύοντα τὴν κατάστασιν τοῦ τόπου, μετεχειρίσθη δὲ πρὸς ἀπόδειξιν τοῦ μεγάλου κακοῦ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας παράδειγμα κεκολοβωμένως ἐξηγηθὲν, ἃς μοὶ συγχωρήσῃ νὰ εἴπω. Ὑπῆρξεν ὑποτίμησις καὶ ὑπερτίμησις εἰς τὴν Ἀγγλίαν τῶν γραμματίων ἐν καιρῷ ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἐν ὅσῳ ἦτο ὑποχρεωμένη ἡ Ἀγγλία ν’ ἀποστέλλῃ μέταλλον πρὸς διατήρησιν τοῦ στρατοῦ της ἐκτὸς τῆς Ἀγγλίας, πρὸς μισθοδοσίαν ξένων στρατῶν καὶ ἐνόσῳ ὁ ἠπειρωτικὸς ἀποκλεισμὸς ἐμπόδιζε τὴν ἐξαγωγὴν τῶν ἐμπορευμάτων της· ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ὅταν ὑπάρχῃ μέταλλον καὶ ὡρισμένος ἀριθμὸς γραμματίων δὲν ἦναι ἐπιβλαβὴς, αἴρεται ἀφ’ ἑαυτῆς. Καὶ οὕτω ἅμα ἡ Ἀγγλία ἔπαυσε νὰ ἐξαγάγῃ τὸ μέταλλον της, ἅμα τὸ ἐμπόριόν της ἤρχισε νὰ ἐνεργῇ, τότε τὰ κακὰ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἔπαυσαν· τοῦτο ἀποδεικνύει τὸ παράδειγμα τῆς Ἀγγλίας. Τοῦτο συμβαίνει καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν· ὑπάρχει μὲν ἤδη ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ἀλλὰ πράγματι ὑπάρχει κατηργημένη, τὰ γραμμάτια ζητοῦνται μὲ ὑπερτίμησιν, διότι τὸ μέταλλον πλημμυρεῖ. Ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία πρέπει καὶ δύναται ν’ ἀρθῇ σήμερον, εἰς τοῦτο θὰ συμφωνήσῃ ὁ κ. Καλλιγᾶς, ὁ ὁποῖος δὲν ἐμέμφθη βεβαίως τὸν Πὶττ, εἰπόντα ὅτι εἰς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν εὗρε λόφον χρυσοῦ, καὶ πράγματι λόφος χρυσοῦ ὑπῆρξε, διότι δι’ αὐτοῦ ἠδυνήθη ν’ ἀντιταχθῇ κατὰ τῆς Γαλλίας καὶ νὰ καταβάλῃ αὐτήν· ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία λοιπὸν κατὰ τὸ αὐτὸ παράδειγμα εἶναι μέσον σωτήριον καὶ ὠφελιμώτατον εἰς σπουδαίας καὶ ἐπειγούσας περιστάσεις, καὶ διὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ γίνηται κατάχρησις αὐτῆς. Εἶμαι λοιπὸν, καὶ κατὰ τοῦτο θὰ ἔχω σύμφωνον τὸν κ. Καλλιγᾶν, κατὰ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἐπιθυμῶ ἤδη ν’ ἀρθῇ καὶ νομίζω, ὅτι καὶ σήμερον ἂν θέλῃ ἡ Τράπεζα ἀκινδύνως καὶ ἀβλαβῶς καὶ πρὸς ὄφελός της δύναται ν’ ἄρῃ αὐτήν. Διατί ἡ Τράπεζα δυσκολεύεται νὰ πράξῃ τοῦτο; φοβεῖται τὸν κίνδυνον τῆς ἐπανόδου γραμματίων; ἐγὼ δὲν τὸν φοβοῦμαι. Ἐὰν εἰς τοῦτο ἐξετάσασα πεισθῇ καὶ αὐτὴ, ὅτι δὲν διατρέχει τοιοῦτον κίνδυνον, συμφέρον ἔχει νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν καὶ νὰ μετατρέψῃ τὸ δάνειόν της, ὅπως ἔπραξε καὶ κατὰ τὸ 1869. Αἱ ἴδιαι περιστάσεις ὑπῆρχον τότε, ἡ δὲ Τράπεζα φρονίμως καὶ πατριωτικῶς φερομένη, ἀφοῦ ἐπείσθη ὅτι δὲν κινδυνεύει, ἀνεδέχθη νὰ μετατρέψῃ τὸ δάνειον καὶ ν’ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Διατί δὲν δύναται καὶ ἤδη νὰ πράξῃ τοῦτο; Καὶ ἂν τῷ ὄντι τρέχῃ κίνδυνόν τινα, ἂν ἡ κοινωνία δύναται νὰ συνταραχθῇ διὰ τῆς ἀποτόμου ἐλαττώσεως τῶν κυκλοφορούντων γραμματίων, δυνάμεθα νὰ εὐρύνωμεν τὸν κύκλον μέχρι τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον κυκλοφορεῖ ἤδη, δυνάμεθα πρὸς δὲ νὰ τῇ χορηγήσωμεν καὶ προθεσμίαν ἑνὸς ἢ δύο ἐτῶν, ἵνα ὁμαλώτερον ἐφαρμόσῃ τὸ μέτρον. Κύριοι, δὲν εἶμαι ἐγὼ βεβαίως ὁ ἐκτιμητὴς τῶν συμφερόντων καὶ ἀναγκῶν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης· ἔχων δὲ πεποίθησιν εἰς τὸν πατριωτισμὸν καὶ τὴν σύνεσιν τῶν διευθυνόντων τὰ τῆς Τραπέζης, νομίζω ὅτι δὲν θέλουσι δυσκολευθῆ ν’ ἄρωσι τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Ἀλλ’ εἶναι δύσκολον τοῦτο; δὲν τῇ συμφέρει, διότι τὴν ἀπειλεῖ κίνδυνος, κατὰ τὴν γνώμην της; ἡ Τράπεζα εἶναι ἁρμοδία νὰ τὸ κρίνῃ, καὶ θὰ κρίνῃ ὀρθῶς πιστεύω. Διὰ τὴν περίπτωσιν αὐτὴν συνετάχθη τὸ Νομοσχέδιον καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ἀποβλέπει κυρίως. Πρῶτον, θὰ ὁμολογήσητε ὅλοι ὅτι ἡ Βουλὴ ὁμοφώνως ἐζήτησεν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατ. νὰ δανεισθῶσι μέχρι 10 ἑκατ. εἰς τὴν ὁδοποιΐαν, ἑπομένως τὴν ἀρχὴν τοῦ δανείου καὶ τὰς συνεπείας αὐτοῦ τὴν ἐδέχθητε οὐχὶ μόνον παμψηφεὶ, ἀλλὰ καὶ μετὰ χειροκροτημάτων, δὲν δυνάμεθα λοιπὸν ἡμεῖς ἢ νὰ ἐκτελέσωμεν τὴν ἀπόφασίν σας· τὸ δάνειον τοῦτο ἐσυστήσατε ὡς ὠφέλιμον καὶ εἶναι ὠφέλιμον. Αἱ εἰσπράξεις τῆς ὁδοποιΐας ἀναβιβάζονται εἰς 3,500,000 περίπου· ἐξ αὐτῶν περὶ τὰς 800 χιλ. ἀνήκουσιν εἰς τὴν δημοτικὴν, ἐπαρχιακὴν καὶ τὴν Ἑπτάνησον, περίπου ἓν ἑκατομ. ἀπαιτεῖται διὰ τὴν συντήρησιν τῶν ὁδῶν, καὶ τὴν ἀτμοπλοΐαν, μένει λοιπὸν 1,500,000· ἐὰν δὲν ἀποδώσωμεν καὶ τοῦτο διὰ τὰ ὀφειλόμενα εἰς τὴν ἐπαρχιακὴν καὶ δημοτικὴν ὁδοποιΐαν, τὸ 1,500,000 περίπου δὲν ἀρκεῖ διὰ τὰς ἀνάγκας, εἰς ἃς εὑρίσκεται ἡ συγκοινωνία, δὲν ἱκανοποιεῖ τὰς ἀπαιτήσεις· κατὰ πᾶσαν ἡμέραν ἐγείρονται παράπονα καθ’ ἡμῶν καὶ κραυγαὶ διὰ τὴν ἔλλειψιν ὁδῶν, ἀλλ’ ὁδοὶ δὲν γίνονται ἄνευ χρημάτων· πρέπει λοιπὸν σπουδαιότερον νὰ ἐργασθῶμεν· ἰδοὺ ἡ ἀνάγκη τοῦ δανείου. Ἀλλὰ διατί νὰ προσθέτητε 4% ὡς χρεωλύσιον; Εἶναι αὗται τραπεζιτικαὶ ἐργασίαι; Ὄχι. Ηὐξήθη τὸ χρεωλύσιον, διότι ἐθεωρήθη, ὅτι τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας δὲν ἔπρεπε νὰ ἦναι ἐπὶ πολὺ δεδεσμευμένον, ὅτι τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον ἐλάμβανεν, ἔπρεπε νὰ ἐξοφληθῇ τὸ ταχύτερον· διὰ τοῦτο ηὐξήσαμεν τὸ χρεωλύσιον, ἵνα ἐλαττώσωμεν τὸν χρόνον τῆς πληρωμῆς, ὥστε μετά τινα ἔτη ν’ ἀπαλλαγῇ. Ἐσκέφθημεν ἕνεκα τούτου νὰ πραγματοποιήσωμεν τὰς ὁμολογίας, νὰ φέρωμεν τὰ χρήματα, νὰ τὰ παραδώσωμεν εἰς τὴν Τράπεζαν καὶ νὰ τὰ ἀνταλλάξωμεν μὲ γραμμάτιά της· νὰ τὰ ἐξοδεύσωμεν εἰς τὴν κατασκευὴν ὁδῶν. Εἰς τὴν περίστασιν ὅμως, καθ’ ἣν ἡ ἐργασία δὲν δύναται νὰ προχωρήσῃ, ταχέως, ν’ ἀγορασθῶσι μετοχαὶ, ὥστε νὰ οἰκονομηθῇ ὁ τόκος. Ἡ Τράπεζα ἔχει ἤδη εἰς τὸ ταμεῖόν της 20,000,000 μεταλλικοῦ· ἂν προσθέσῃ ἔτι 10, ἀσφαλίζεται κατὰ παντὸς κινδύνου· φόβος πλέον δὲν ὑπάρχει νὰ συσσωρευθῶσι τὰ γραμμάτια καὶ ζητηθῇ ἡ ἐξόφλησις τῶν ἀπαιτητῶν ὑποχρεώσεων, διότι τὸ μέταλλον θὰ ὑπῆρχεν ἄφθονον μέχρι τριάκοντα ἑκατομμυρίων, δυνάμενον νὰ καλύψῃ ἁπάσας τὰς ἀνάγκας· ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ἐκλείπει πράγματι, ὅταν ὑπάρχῃ ἀρκετὸν μέταλλον. Ἀπὸ τὴν ἰδέαν αὐτὴν, κύριοι, ἀναχωροῦντες, ὑπεβάλομεν τὸ Νομοσχέδιον. Ὅλα τὰ προτεινόμενα μέτρα, ὅλαι αἱ προτεινόμεναι ἐλαττώσεις τοῦ ἐγγείου φόρου, δὲν δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς γεωργίας καὶ τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, ὅσον ἡ συγκοινωνία. Καὶ τί ἐνδιαφέρει τὸν κάτοικον Μεσολογγίου, τινὸς ἐπαρχίας, τὸν κάτοικον ἢ τῆς Εὐρυτανίας ἢ τῶν Καλαβρύτων τυχὸν, ἂν εἰς τὰ 50 κοιλὰ σίτου τῆς παραγωγῆς του προσθέσητε δύο· καὶ τὰ 50 θὰ χρησιμεύσωσιν ὅπως καὶ τὰ 52, θέλει τὰ καταναλώσει, ὅταν δὲν ἦναι εἰς κατάστασιν νὰ εὕρῃ ἀγοραστὴν νὰ πωλήσῃ τὸ προϊὸν αὐτοῦ, ὅταν τοῦ λείπῃ ἡ ἀγορὰ, τί τὸν ὠφελεῖ ἡ μικρὰ αὐτὴ προσθήκη; νὰ μεταφέρῃ τὸ προϊὸν αὐτοῦ εἰς τὴν ἀγορὰν, θὰ δαπανήσῃ χρόνον πολὺν καὶ θὰ ὑποβληθῇ εἰς ἔξοδα, καὶ ἅπασα ἡ ἀξία θέλει ἀποῤῥοφηθῇ.
§36ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἐνδιαφέρει ὅμως αὐτὸν τὸ σύστημα τῆς φορολογίας.
§37ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βεβαίως εἶναι καλὴ πᾶσα ἐλάττωσις καὶ βελτίωσις, ἀλλ’ ἡ ἐλάττωσις δὲν θέλει ὠφελήσει τὴν γεωργίαν ὅσον ἡ συγκοινωνία, διότι ἡ συγκοινωνία θέλει πλησιάσει τὴν ἀγορὰν πρὸς τὴν παραγωγήν· ὅτε ἡ παραγωγὴ θέλει αὐξήσει, τότε μόνον θέλει ἐπέλθει πρόοδος καὶ συμφέρον εἰς ἐπέκτασιν τῆς καλλιεργείας. Προχθὲς, κύριοι, ἀκόμη μοὶ ἔλεγον, ὅτι ἡ μεταφορὰ τοῦ σίτου ἀπὸ Ταϊγάνιον κοστίζει 2½ λεπτὰ, ἐνῷ ἀπὸ τὰς Θήβας κοστίζει 7. Θεωρῶ λοιπὸν ὡς τῆς πρώτης ἀνάγκης τὸ ζήτημα τῆς συγκοινωνίας, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐδιστάσαμεν μετὰ τῶν συναδέλφων μου νὰ λάβωμεν τὸ μέτρον αὐτό· θέλομεν νὰ δώσωμεν ὤθησιν εἰς κατασκευὴν πολλῶν ὁδῶν καὶ νὰ εὐκολύνωμεν συγχρόνω, τὴν ἄρσιν τῆς κυκλοφορίας, καὶ τὸ μέτρον αὐτὸ ὅμως τὸ κατέκριναν, τὸ ἐθεώρησαν ὡς τραπεζικὴν ἐργασίαν. Κύριοι, σᾶς παρακαλῶ, σκεφθῆτε. Δὲν γνωρίζομεν ὁποίας τὸ μέλλον μᾶς ἐπιφυλάττει περιστάσεις. Ἡ παραμικρὰ ἀμφιβολία, προελθοῦσα ἐκ συγχύσεως ἢ ἀνωμαλίας τινὸς τῶν πέριξ, θέλει ἐπηρεάσει τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, θέλει δεινώσει τὴν θέσιν μας. Ἡ ναυτιλία μας κατὰ δυστυχίαν προσκόπτει· δὲν δύναται νὰ συναγωνισθῇ μὲ τὸν ἀτμὸν· τὸ εἰσαγόμενον κατὰ συνέπειαν μέταλλον δι’ αὐτῆς φοβοῦμαι, ὅτι θέλει ἐλαττωθῆ, ἔχομεν ἀνάγκην ἐξαγωγῆς κατ’ ἔτος μετάλλου ἑκατομμυρίων πρὸς πληρωμὴν τῶν τόκων καὶ χρεωλυσίων. Διὰ τοῦτο ἐγὼ δὲν δέχομαι μετ’ εὐχαριστήσεως ἐξωτερικὸν δάνειον, διότι συνεπιφέρει δυσκολίας καὶ ζημίας ἵνα ἀποστέλλωμεν ἐκτὸς μέταλλον. Ἐνδέχεται, λέγω, νὰ εὑρεθῶμεν εἰς περιστάσεις, καθ’ ἃς ἔχομεν ἀνάγκην ἀμέσως χρημάτων· ἐὰν δὲν ἀφήσητε τὴν θύραν ἀνοικτὴν, ἐὰν κλείσητε τὴν εὐκολίαν τοῦ μέσου αὐτοῦ, καὶ μάλιστα τὸ ἐξαντλήσετε, ὅπως ζητοῦσι, μέχρι τοῦ ἀνωτάτου ποσοῦ, πιθανὸν νὰ εὑρεθῶμεν εἰς δυσκολίας ἐπικινδύνους καὶ ἐπιβλαβεῖς· μὴ ἀφήσητε τὸν τόπον εἰς τὴν ἀβεβαιότητα, μὴ τὸν ἀφήσητε εἰς τὸ χάος ὡς ἐκ τῆς ἐξακολουθήσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας τῶν γραμματίων, δυνατὸν οὕτω νὰ διακυβεύσητε τὰ συμφέροντα καὶ τὴν ὕπαρξιν τῆς πατρίδος. Ἀπομακρύνατε λοιπὸν τὸν σκόπελον αὐτὸν, διὰ νὰ ἦσθε ἐλεύθεροι εἰς πᾶσαν περίστασιν. Δὲν βλέπετε, ὅτι ἕνεκα τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, δὲν δύνασθε νὰ συστήσητε εἰς τὴν Ἑπτάνησον ἑτέραν τράπεζαν, ὅπως ἐξυπηρετήσητε τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου ἐκείνου; Διὰ τοῦτο θέλω ἐγὼ ἐπιμείνει, καὶ δὲν θέλω ἐπιτρέψει τὸ ἐπ’ ἐμοὶ ποτὲ τὴν ἐξακολούθησιν τῆς καταστάσεως ταύτης. Νομίζω, ἐπαναλέγω, ὅτι καὶ ἀπὸ τοῦδε δύναται νὰ ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ἐὰν ἡ Τράπεζα θελήσῃ, διότι ἐξαρτᾶται τοῦτο ἐκ τῆς καλῆς αὐτῆς θελήσεως, ἐνόσῳ δὲν πληρώσωμεν ὅλον τὸ χρέος μας. Περὶ τῆς καλῆς θελήσεως τῶν Διευθυντῶν τῆς Τραπέζης δὲν ἀμφιβάλλω, διότι χρεωστῶ νὰ ὁμολογήσω, ὅτι εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου καὶ εἰς σπουδαίας περιστάσεις ἡ Τράπεζα μετὰ μεγίστης εὐκολίας παρέσχε πᾶσαν συνδρομὴν καὶ ἄνευ σκέψεως πλαγίας, φροντίδος περὶ κέρδους καὶ ὠφελείας. Ἐὰν, κύριοι, καὶ ἡ Τράπεζα συναινῇ, νομίζω, ὅτι καὶ ἤδη δύναται νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν· ἀλλ’ ἐὰν δυσκολεύεται, ἂς πραγματοποιήσωμεν τὰς ὁμολογίας κατὰ τὸν νόμον περὶ δανείου πρὸς τὴν ὁδοποιΐαν, ἵνα ἄρωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἐὰν δὲ δὲν ἀρκῇ καὶ τοῦτο, ἂς πραγματοποιήσωμεν τὰς ὁμολογίας καὶ ἂς πληρώσωμεν τὴν Τράπεζαν· προτιμῶ πᾶσαν ἄλλην θυσίαν, ἀρκεῖ ν’ ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστική. Ἰδοὺ ποία ἰδέα καὶ ποῖος σκοπὸς ὑπηγόρευσε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Ὁ κ. Τρικούπης προσεπάθησεν ἐπιμόνως νὰ ἀποδείξῃ τοὺς λογαριασμούς μας ἐσφαλμένους. Ἀντέταξε δὲ σύστημα φορολογικὸν ὄχι πρωτότυπον, ἀλλὰ παρ’ αὐτοῦ καλοδοθὲν, σύστημα πρὸ πολλοῦ ἐπινοηθὲν καὶ μὴ ἐκτελεσθὲν, διότι δὲν ἐξητάσθη ἔτι ἀρκούντως καὶ δὲν ἐγένετο παραδεκτὸν κοινῶς. Ἐνθυμοῦμαι, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Προέδρου, ὅταν ἄλλοτε ἤμεθα συνυπουργοὶ μετ’ αὐτοῦ, ἐσκέφθημεν νὰ ἀντικαταστήσωμεν τὸν ἔγγειον φόρον διὰ φόρου ἐπὶ τῶν ζώων, τοῦ καπνοῦ, τῶν γηπέδων κλπ. Τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο ἔπεσε, καὶ δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ σχέδιόν του· ἡ ἰδέα αὕτη διεστράφη, καὶ ἀντὶ τοῦ συστήματος τοῦ πλήρους, ἦλθον οἱ ἀροτριῶντες βόες. Πρὸ πολλοῦ πάντες ἐκηρύχθημεν πολέμιοι τοῦ ὑπάρχοντος αὐτοῦ φορολογικοῦ συστήματος. Πρῶτος ἐγὼ συνειργάσθην μετὰ τοῦ κ. Προέδρου, ὑπαλλήλου τότε εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως μεταβάλωμεν τὸ σύστημα αὐτὸ· κατηρτίσαμεν νόμον, ἀλλὰ δὲν ὑπῆρξε δυνατὸν μέχρι τοῦδε νὰ πραγματοποιηθῇ, διότι ἀκόμη δὲν ἀπεδείχθη ὁ καλλίτερος τῆς μεταβολῆς τρόπος καὶ τὸ καλλίτερον σύστημα πρὸς ἀντικατάστασιν τοῦ ὑπάρχοντος συστήματος, σύστημα δίκαιον καὶ εἰλικρινές. Κύριοι, ἀντὶ τούτου ὁ κ. Τρικούπης μᾶς προτείνει νέον ἢ μᾶλλον παρεφθαρμένον σύστημα. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ εἴπω, ὅτι τοιούτου μεγάλου ζητήματος δὲν προτείνεται ἀπὸ τοῦ βήματος καὶ κατὰ τὴν τελευταίαν στιγμὴν ῥιζικὴ μεταβολή. Δὲν ἀφαρπάζεται ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς οὕτως· ἐκτίθενται τὰ κατ’ αὐτὸ ἐγκαίρως εἰς τὸ δημόσιον, σπουδάζονται, συζητοῦνται, καὶ τότε ἡ Βουλὴ ἐπ’ αὐτῶν δύναται νὰ φέρῃ τὴν ψῆφόν της. Ποτὲ δὲν ἠκούσθη, κύριοι, νὰ κρύπτωνται τὰ προγράμματα, νὰ κρύπτηται τὸ τάλαντον, ἐὰν ἦναι τάλαντον, νὰ σκέπτωνται ἐν τῷ σκότει, καὶ αἴφνης καὶ ἀποτόμως νὰ παρουσιάζωνται εἰς τὸ βῆμα μὲ συστήματα καὶ νὰ παρεκτρέπωσι τὰς συζητήσεις, ἵνα ἐπιτύχωσι εὐνοϊκῆς ψήφου. Ἀκούσατε δὲ ποῖον εἶναι αὐτὸ τὸ νέον σύστημα; εἰσπράττομεν ἤδη τρία ἑκατομμύρια ὀκτακοσίας χιλιάδας ἀπὸ ἔγγειον φόρον, καὶ εἰσπράττομεν τὸ ποσὸν αὐτὸ λαμβάνοντες φόρον 7%. Μᾶς λέγει ὁ Βουλευτὴς Μεσολογγίου: ἀντὶ 7% λάβετε 2%, ἑπομένως τὸ ¼· οὕτω ἀντὶ τριῶν ἑκατομμυρίων ὀκτακοσίων χιλιάδων θὰ λάβωμεν ἓν ἑκατομμύριον διακοσίας χιλιάδας, ἑπομένως θέλομεν ἔχει ἔλλειμμα πλέον τῶν δύω ἑκατομμυρίων, ἤτοι δύω ἑκατομμύρια ἑξακοσίας χιλιάδας· αὐτὰ δὲ διὰ τῶν τριακοσίων χιλιάδων ἐκ τοῦ φόρου, τὸν ὁποῖον ἐπιβάλλει ἐπὶ τῆς σταφίδος, ζητεῖ νὰ καλύψῃ τὸ ἔλλειμμα· πρῶτον λοιπὸν παράπτωμα ἐστὶ τὸ κολοσσαῖον ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχωμεν· ἀλλὰ διὰ νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ σύστημα αὐτὸ, πρέπει νὰ εὑρεθῇ ὁ μέσος ὅρος τῆς παραγωγῆς· ἀλλὰ ποῖος θὰ βεβαιώσῃ τὴν παραγωγήν; ἐνοικιασταὶ, ἐπιστάται, ἢ αἱ δηλώσεις; ποῖος δὲ θὰ ὁρίσῃ τὸν μέσον ὅρον; ἄλλως τε, κύριοι ἠξεύρετε, ὅτι εἰς πολλὰ μέρη, τὸ πλεῖστον τῆς χώρας καλλιεργεῖται διὰ τῆς ἀξίνης, θέλει ὑπολογισθῆ καὶ ἡ παραγωγὴ αὐτή; τὸ ἔσοδον τῶν σκαπτόντων θὰ ἐπιβαρύνῃ τοὺς βόας; καὶ ἐὰν οὐχὶ, πῶς θέλει διακριθῆ; ἀλλὰ θὰ ἔχωμεν ἰσότητα; σᾶς φέρω ἓν παράδειγμα ἐκ τῆς ἰδικῆς μου περιουσίας. Ἔχω μικρὸν κτῆμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἐργάζονται πέντε ζεύγη βοῶν· δι’ αὐτῶν καλλιεργῶ τὰ δένδρα, ἀλλ’ ὑπάρχουν καὶ ἀγροί τινες, οἵτινες σπείρονται. Ἡ παραγωγὴ τῶν ἀγρῶν δὲν ὑπερβαίνει τὰ ἑκατὸν κοιλά. Ἐξ αὐτῶν θὰ λάβητε, κατὰ τὸ σύστημα τοῦ κ. Τρικούπη, δύο κοιλὰ φόρον πρὸς 5 δραχ. τὸ κοιλὸν, τὸ ὅλον 10 δρ., ἤτοι 1 δραχ. φόρον κατὰ βοῦν, ἐνῷ εἰς ἄλλα μέρη, ὅπου ἀποκλειστικῶς γίνεται καλλιέργεια τῶν γεννημάτων, θέλουσι πληρώσει πλέον τῶν 10 δραχμῶν· ποία ἀνισότης θέλει εἶσθαι μεταξὺ καλλιεργούντων γαίας εὐφόρους καὶ ἀφόρους ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ χώρου; Βλέπετε ποῖά εἰσι τὰ ἄτοπα; εἶναι τοῦτο σύστημα, τὸ ὁποῖον δὲν θέλω νὰ τ’ ὀνομάσω μὲ τὸ ἀληθὲς ὄνομά του. Εἶναι σύστημα ἐκτρωματικόν, τὸ ὁποῖον καθιεροῖ πρῶτον ἔλλειμμα μέγιστον, δεύτερον ἐπιβάλλει φόρους ἀνίσους, καὶ τρίτον εἶναι ἀνεφάρμοστον. Ἰδοὺ τὸ σύστημα τὸ οἰκονομικόν, τὸ ὁποῖον παρουσίασεν ὁ κ. Τρικούπης καὶ τὸ ὑποστηρίζει, ἵνα ἀποκαταστήσῃ ἴσην τὴν φορολογίαν καὶ νὰ αὐξήσῃ τὰς φορολογικὰς τοῦ Ἔθνους δυνάμεις. Τὰ πιστεύετε, κύριοι, αὐτά; Καὶ κατὰ τί θέλει αὐξήσει τὴν φορολογίαν δυνάμει τοῦ λαοῦ ὁ φόρος αὐτὸς ἠλαττωμένος, διότι ὁ καλλιεργητὴς τῆς γῆς θέλει πληρώσει καὶ αὐτός; Νομίζω, κύριοι, πολὺ καλῶς δὲ ἔπραξε νὰ μὴ τὸ παρουσιάσῃ ἐγκαίρως τὸ σύστημά του ὁ κ. Τρικούπης, ἵνα ὑποστῇ τὴν βάσανον τῆς συζητήσεως· ἠθέλετε ἰδεῖ τότε πληρεστέραν τὴν γυμνότητα· τὸ σκότος ὠφέλησε τὸν πατέρα τοῦ συστήματος, καὶ καλῶς ἔπραξεν οὗτος. Δεύτερον μέρος τοῦ προγράμματος τοῦ κ. Βουλευτοῦ εἶναι ἡ στρατιωτικὴ διοργάνωσις τῆς χώρας. Κύριοι, μοὶ ἐφάνη περίεργος ἡ νέα φάσις, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἡ γνώμη τοῦ Κυρίου τούτου. Ὅταν κατὰ πρῶτον εἰσήχθη τὸ νομοσχέδιον τὸ περὶ στρατολογίας, μεγάλη ἠγέρθη πάλη περὶ θητείας. Ὑπῆρχε μέρος ἀντιπολιτεύσεως, τὸ ὁποῖον ἐζήτει μικρὰν θητείαν καὶ ἔλεγεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ θυσιάσωμεν τὰ συμφέροντα τῆς χώρας, τὰς ἀνάγκας τῆς παραγωγῆς εἰς τὰς στρατιωτικὰς ἀπαιτήσεις, καὶ ἑπομένως πρέπει νὰ περιορίσωμεν τὸν χρόνον τῆς θητείας. Ἀλλ’ ἡ μερὶς τῆς ἀντιπολιτεύσεως, τῆς ὁποίας ἐπρυτάνευεν ὁ κ. Τρικούπης, ἐπέμενεν, ὥστε ἡ θητεία νὰ ἦναι μακροχρόνιος, τοὐλάχιστον τριετής, διότι ἐν τῇ τριετίᾳ ὁ στρατιώτης μορφοῦται, μανθάνει νὰ πειθαρχῇ, νὰ σέβηται τὸν Νόμον, ν’ ἀφοσιοῦται πρὸς τὴν σημαίαν καὶ γίνεται στρατιώτης. Κύριοι, εἰς τὴν πάλην αὐτὴν ὑπερισχύσαμεν ἡμεῖς, ἀκολουθοῦντες μέσον ὅρον· ἡ θητεία ἑπομένως δὲν ὡρίσθη τριετής, οὐχὶ ὅμως καὶ μικρά· διὰ τοῦτο τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου δὲν ἐψηφίσθη τὸ σύνολον· ἀντετάχθησαν καὶ αἱ δύω μερίδες. Ἤδη ὁ κύριος Τρικούπης μετὰ ἓν ἔτος ζητεῖ μονοετῆ θητείαν· ποῖοι ἀνώτεροι λόγοι τὸν ἔπεισαν νὰ παραδεχθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο, ποῖαι νέαι ἰδέαι τὸν παρέσυραν, ἀλλά, κύριοι, τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον σᾶς παρουσίασεν ὁ κ. Τρικούπης διὰ τὸν στρατόν, εἶνε λογικόν; Ὁ κ. Τρικούπης διαιρεῖ τὸν στρατὸν εἰς δύω, εἰς στρατὸν ἐκπαιδεύσεως καὶ εἰς στρατὸν τῆς ὑπηρεσίας· τὸν στρατὸν τῆς ἐκπαιδεύσεως, τὸν προσδιορίζει εἰς 6,000 ἐμπεριέχονται οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ ὑπαξιωματικοί, τὸν ἠρώτησα ἄλλοτε; ἤδη μοὶ λέγε, ναί· ἐὰν ὁ κ. Τρικούπης δέχεται στρατὸν ἐκπαιδεύσεως ἐξ 6,000, συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν, ἀναβαινόντων εἰς 2000 ἢ εἰς 2500, ὁ ἀριθμὸς τῶν στρατιωτικῶν ἠλαττοῦτο εἰς 4000 ἢ 4500.
§38ΤΙΝΕΣ. 5000 εἶπεν.
§39ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. 5000; Τότε ἀπὸ τὰς 5000, ἐὰν ἀφαιρέσητε 1500 ἀξιωματικοὺς καὶ ὑπαξιωματικούς, θὰ μείνουν 3500. Ὡς εἶναι γνωστὸν ὑπολογίζονται συνήθως ἀσθενεῖς καὶ ἀπόντες 20%· ἑπομένως θὰ ἀφαιρέσωμεν ἔτι 700 τοὐλάχιστον, θὰ μείνουν 2800. Ἐξ αὐτῶν ὀφείλομεν νὰ δώσωμεν εἰς τὸ ἱππικὸν 435, εἰς τὸ μηχανικὸν 617, εἰς τὸ πυροβολικὸν 955, τὸ ὅλον 2,037, κατὰ τὰς ἀναλογίας τοῦ ὑποβληθέντος προϋπολογισμοῦ, ἀφαιρουμένων τούτων ἐκ τῶν 2,800, μένουσι διὰ τὸ πεζικὸν 800 περίπου. Ἐὰν δὲ ἀφαιρέσωμεν καὶ 700 περίπου ὀφειλομένους εἰς τὸ ναυτικόν, πόσοι μένουσι διὰ τὸν στρατὸν τῆς ἐκπαιδεύσεως; Ἰδοὺ ὁ στρατός, τὸν ὁποῖον τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Τρικούπη σᾶς παρουσιάζει. Ἐὰν δὲ ὁρίζετε τὸν ἀριθμὸν τῶν στρατιωτῶν εἰς 6000, πλὴν τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν ἐκ 2000 ἢ 1,500 αὐτῶν, ὁ ἀριθμὸς οὗτος προστιθέμενος ἀναβαίνει εἰς 8000 ἢ 7500, ὁ προϋπολογισμὸς τότε θέλει ἀλλοιωθῇ, δὲν θὰ μείνῃ ὅπως τὸν παρουσιάζουν, θέλει αὐξήσει· εἰς 6,000 λοιπὸν μετὰ τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν ὁ στρατὸς τῆς ἐκπαιδεύσεως ἐλαττοῦται. Εἷς εὐφυὴς στρατιωτικὸς εἶπεν, ὅτι ὁ κ. Τρικούπης θέλει νὰ κατασκευάσῃ νέον εὐρύτερον σχολεῖον εὐελπίδων. Κύριοι, ἡμεῖς παραδεχόμενοι τὴν ὕπαρξιν τῶν στελεχῶν, δὲν ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν τὰς ἰδιωτικὰς ἀνάγκας ἢ τὴν προσωπικὴν θέσιν τῶν ἀξιωματικῶν, ἀλλὰ τὰς ἀνάγκας τῆς μορφώσεως τοῦ στρατοῦ. Κατὰ τὴν νέαν τακτικὴν ἕκαστος ἀξιωματικὸς ἐν καιρῷ μάχης ἔχει πρωτοβουλίαν, ἐνέργειαν ἰδίαν, ἑτοιμάζεται τὸ σχέδιον τῆς μάχης, καὶ ἐπιφορτίζονται οἱ ὑποδεέστεροι νὰ τὸ ἐκτελέσωσιν· ἄλλοτε ὁ ἀρχιστράτηγος εἶχε μόνος τὴν πρωτοβουλίαν, ὁ στρατὸς ἦτο ἁπλῆ μηχανή, ἐκινεῖτο κατὰ μόνον τὰς διαταγὰς αὐτοῦ, ἢ διότι οἱ στρατοὶ τότε ἦσαν μικροί, ἢ διότι τοιαύτη ἦτο ἡ τακτική· τότε ὁ στρατηγὸς ἦτο καὶ ὑπαξιωματικός· ἤδη ὁ ὑπαξιωματικὸς εἶναι καὶ στρατηγὸς πολλάκις, διότι πολλάκις ἐκτελεῖ αὐτὸς μέρος τοῦ σχεδίου ἀνεξαρτήτως. Τὴν ἀνάπτυξιν τῆς κοινωνίας ἀκολουθεῖ καὶ ὁ στρατός· ἐν τῇ κοινωνίᾳ τὸ ἄτομον διεκδικεῖ δικαίωμα πρωτοβουλίας, τὸ πνεῦμα αὐτὸ εἰσῆλθε καὶ εἰς τὸν στρατὸν· ἀπαιτεῖται λοιπὸν γύμνασις καὶ σπουδή. Δύναται νὰ σχηματισθῇ οὕτω ἀξιωματικὸς κατὰ τὸ νέον αὐτὸ σύστημα; ποίαν σπουδὴν ἢ ἐξάσκησιν πραγματικὴν θέλουν λάβει οἱ ἀξιωματικοὶ ἔχοντες μόνον ἑκατοντάδας τινὰς στρατιωτῶν; Τὸ σύστημα αὐτὸ φέρει ἀναποφεύκτως εἰς πλαγίαν διάλυσιν τοῦ στρατοῦ· θέλομεν ἔχει 800 ἴσως στρατιώτας κατὰ τὸ νέον σύστημα καὶ 1500 ἀξιωματικοὺς καὶ ὑπαξιωματικοὺς· οὕτω θὰ σχηματίσωμεν καὶ βαθμοφόρους ἑκατοντάδας τινὰς στρατιώτας; Εἶναι, κύριοι, ἐντελῶς ἄτοπος καὶ ἀστεία μᾶλλον τοιαύτη ἰδέα· ἂν θέλωμεν νὰ ἀποφύγωμεν τὸ γελοῖον, ἀνάγκη νὰ προσθέσωμεν τὸν ἀναγκαῖον ἀριθμὸν στρατιωτῶν· ἀλλὰ τότε τί γίνεται ὁ προϋπολογισμός; Ἄλλως τε κατὰ τὸν νόμον ἔχουν τὸ δικαίωμα οἱ στρατιῶται νὰ ἀνακαταταχθοῦν. Ἐὰν θέλουν ν’ ἀνακαταταχθοῦν 1000, οἱ 6000 τοῦ κ. Τρικούπη τί γίνονται; καὶ ποῖος θ’ ἀποκατασταθῇ ὁ προϋπολογισμός; Ἄλλως ὁ στρατὸς τοῦ κ. Τρικούπη θὰ σύγκηται ἐκ νεοσυλλέκτων, ἀλλὰ καλὸς στρατὸς δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἐκ νεοσυλλέκτων μόνον συγκροτούμενος. Καλὸς στρατιώτης διὰ νὰ γείνῃ καὶ ἵνα ἐννοῇ τὸ καθῆκόν του καὶ ἐκτιμᾷ τὴν θέσιν του, δὲν ἀρκεῖ νὰ μάθῃ μόνον νὰ βηματίζῃ· ἵνα ἀναπτύσσηται τὸ αἴσθημα τῆς στρατιωτικῆς τιμῆς, πρέπει νὰ ζήσῃ ὡς πολίτης, ὡς στρατιώτης, καὶ μετὰ στρατιώτου ἀληθοῦς, ὅπως καὶ ὁ ἀξιωματικὸς δὲν δύναται νὰ γίνῃ ἄξιος τῆς ἀποστολῆς του, ἐὰν πάντοτε καταγίνεται νὰ διδάσκῃ βηματισμοὺς καὶ νεοσυλλέκτους. Προτείνει ὁ κ. Τρικούπης πρὸς δὲ καὶ στρατὸν ὑπηρεσίας, σῶμα ὅλως διόλου ἀνεξάρτητον καὶ χωριστὸν ἐξ ἐθελοντῶν. Κύριοι, δὲν εἶναι ἰδέα νέα, ἡ ἰδέα ὅτι ὁ στρατὸς πρέπει ν’ ἀπαλλαγῇ ἐκτελῶν ἔργα χωροφυλακῆς· καὶ ἐγὼ ἄλλοτε εἰς τὰ 1865 χάριν αὐτῆς τῆς ἰδέας ηὔξησα τὸν ἀριθμὸν τῶν χωροφυλάκων διὰ διατάγματος, ἐλπίζων, ὅτι ἠδυνάμην οὕτω ν’ ἀπαλλάξω τὸν στρατὸν ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς χωροφυλακῆς. Κύριοι, εἶναι τῷ ὄντι ἀνάγκη ν’ ἀπαλλαγῇ ὁ στρατὸς ἀπὸ ἀλλότρια ἔργα, ἀλλὰ διὰ τοῦ μέσου τούτου δὲν κατορθοῦται. Ἤδη 6000 ἔνοπλοι στρατιῶται ἐκτελοῦσιν αὐτὴν τὴν ὑπηρεσίαν. Ὅσον θέλετε προσπαθήσατε, μικρὸν θέλετε κατορθώσει διὰ τοῦ μέσου τούτου· ἕνεκα τούτου ἡμεῖς προσεπαθήσαμεν νὰ ἐλαττώσωμεν τὰς ἀνάγκας. Ἰδοὺ διατί ἐφέραμεν νομοσχέδια περὶ ζωοκλοπίας, περὶ φυγοδικίας· θέλομεν φέρει καὶ ἄλλα, ὅπως ἐλαττώσωμεν τὴν ἀνάγκην τῆς στρατιωτικῆς συνδρομῆς. Μέχρι τοῦδε παραπονούμεθα κατὰ τῆς Χωροφυλακῆς ὡς κακῶς συγκεκροτημένης, καὶ ζητοῦμεν νέον διοργανισμόν, ζητοῦμεν προσόντα, ἀποδεικτικὰ καλῆς διαγωγῆς καὶ ἄλλας ἐγγυήσεις. Διὰ τοῦ νέου συστήματος σχηματίζεται σῶμα εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε δι’ ἐθελοντῶν, ἵνα πράττῃ ὅ,τι ἡ Χωροφυλακή. Κύριοι, ἐθελοντὰς καλοὺς διὰ στρατιώτας δύνανται νὰ δώσωσιν Ἐπαρχίαι τινὲς οὐχὶ πλέον τῶν 1500, τοὺς ἄλλους εἶσθε ἠναγκασμένοι νὰ συνάξητε ἀπὸ τὰς ἀγυιὰς, Βασιμπουζούκους, διὰ νὰ συμπληρώσητε τὸν ἀριθμόν, τὸν ὁποῖον ζητεῖτε· ἀλλὰ διὰ νὰ κατορθώσητε καὶ τοῦτο, ἔχετε ἀνάγκην αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας· ἑπομένως ὁ προϋπολογισμὸς πρέπει νὰ ἐξογκωθῇ. Χωροφύλακες διατί δὲν κατατάσσονται ἤδη; διότι δὲν ἐπαρκεῖ ὁ μισθός. Οἱ στρατιῶται δὲ αὐτοὶ τῆς ὑπηρεσίας, ἐνασχολούμενοι μόνον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, δὲν θὰ γυμνάζωνται, δὲν θὰ ἐκπαιδεύωνται, θέλομεν ἔχει καὶ πάλιν τοὺς παλαιοὺς ὁροφύλακας, οὐχὶ τακτικὸν στρατὸν, τοὺς αὐτοὺς πάντοτε, καὶ ἐν ἀνάγκῃ τὸν αὐτὸν ἀριθμὸν καὶ τοὺς αὐτοὺς ὁπλοφόρους, καὶ τὸ ἔτι χεῖρον, θέλομεν βλάψει καὶ αὐτοὺς τοὺς ἀξιωματικούς, διότι θέλομεν τοὺς ἀποσπάσει ἀπὸ τὴν κανονικὴν ἐργασίαν των, ἀπὸ τὸν τακτικὸν Στρατὸν καὶ τοὺς προσκολλᾷ εἰς Σώματα ἄτακτα, συστηθέντα, ἵνα ἐπιτελοῦν ἀστυνομικὴν ἁπλῶς ὑπηρεσίαν, ἥτις δὲν εἶναι ὑπηρεσία τοῦ στρατιώτου, καὶ στρατιώτας αὐτὴ δὲν σχηματίζει. Ὁ προϋπολογισμὸς λοιπὸν θέλει πάθει μᾶλλον, καὶ θέλει πάθει συγχρόνως ἡ στρατιωτικὴ ὀργάνωσις. Κύριοι, κατὰ δυστυχίαν δὲν ἐδημοσιεύθη εἰς τὴν «Ὥραν» ἅπας ὁ λόγος τοῦ κ. Τρικούπη, ἐλλείπει τὸ οὐσιῶδες μέρος τῆς ὁμιλίας του, ὥστε νὰ κρίνω αὐτόν. Δὲν ἐπιθυμῶ ἀπαντῶν νὰ ὑποκύψω εἰς παρεξηγήσεις, προκειμένου μάλιστα νὰ κρίνω τὴν γνώμην σπουδαίου μέλους τῆς Βουλῆς. Ἂν εἶχον, κύριοι, τὸ κείμενον τῆς ὁμιλίας αὐτῆς καὶ ἂν τὸ κείμενον συμβιβάζεται μὲ ὅσα ἐνθυμοῦμαι, ἤθελον τὴν κρίνει καλλίτερον καὶ μᾶλλον ἐκτεταμένως. Ἐν ὀλίγοις ἐννοῶ τὸ σύστημα τῶν οἰκονομιῶν τοῦ κ. Κεχαγιᾶ· ἂν τὸ παραδέχωνται, ἂς ἀρήσωσιν αὐτὸν ν’ ἀναλάβῃ τὴν ὑπεράσπισιν καὶ τὴν εὐθύνην· τὸ σύστημα τότε θέλει παρουσιασθῆ πλῆρες, ἀληθές. Δὲν ἐννοῶ ὅμως διατί ἐνδύονται τὴν χλαμύδα τοῦ κ. Κεχαγιᾶ καὶ παρουσιάζονται μὲ αὐτὴν ἐνώπιόν σας. Ὁ κ. Κεχαγιᾶς ἔχει σύστημα βεβαίως πλῆρες, νέον, καὶ ὄχι ἀνάμικτον καὶ λελανθασμένον· ἡ ἀντιπροσωπεία λοιπὸν τὴν ὁποίαν κάμνουν εἶναι πλημμελής. Ὡς πρὸς τὰ Ναυτικά, κατὰ τὸν κ. Βουλευτὴν Μεσολογγίου διὰ τὸ ναυτικὸν πρέπει νὰ συστήσητε πρῶτον ταμεῖον ναυτικόν, δεύτερον νὰ ἐνεργήσητε μέγα δάνειον. Ἀλλὰ τί θέλομεν δώσει εἰς ἐγγύησιν, κ. Ζαΐμη; μέγα δάνειον, διατί; διὰ νὰ κατασκευάσωμεν ἀμέσως πολλὰ καὶ μεγάλα πλοῖα· καὶ δὲν ἀρκεῖ τὸ δάνειον μόνον, πρέπει νὰ προσθέσωμεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν καὶ ἔξοδα συντηρήσεως.
§40ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶπον, ὅτι τὸ ταμεῖον εἶναι τὸ ἰσοζύγιον.
§41ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δυνατὸν νὰ τὸ εἴπατε· διὰ τοῦτο εἶπον καὶ ἐγώ, ὅτι ἐπειδὴ δὲν ἔχω τὸ κείμενον καὶ κατὰ τῶν ἀναμνήσεών μου θ’ ἀντιτάσσωνται συνεχῶς, δὲν δύναμαι ἀσφαλῶς νὰ κρίνω τὸ μέρος τοῦτο. Καὶ ἡμεῖς, κύριοι, σήμερον ἔχομεν σύστημα περὶ ναυτικῶν παρασκευῶν, παρασκευῶν κανονικῶν, ὅπως ἔχομεν καὶ περὶ στρατιωτικῶν τῆς ξηρᾶς παρασκευῶν, ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν μας καὶ τῆς θέσεώς μας· ἡμεῖς δὲν ὀνειροπολοῦμεν τὴν κυριαρχίαν τῆς θαλάσσης, ἀλλὰ τὴν πλήρωσιν τῶν ἀναγκῶν μας. Κύριοι, τὸ σύστημα τὸ ἐκτιθέμενον βλάπτει, καθὼς ἐνθυμοῦμαι, τὸ σύστημα τὸ προτεινόμενον δὲν εἶναι σπουδαῖον, ἀλλὰ θέλω ἐπανέλθει ἐν καιρῷ· ἐν τούτοις ζητοῦν πλοῖα καὶ ἀρνοῦνται τὴν ὕπαρξιν ναυστάθμου καὶ δεξαμενῆς. Τὰ πλοῖα τί σᾶς χρησιμεύουν, ἀφοῦ δὲν ἔχετε ποῦ νὰ τὰ τοποθετήσητε, τὰ καθαρίσητε καὶ ἐπισκευάσητε· ἑκατομμύρια θὰ ἐξοδεύωμεν κατ’ ἔτος, διὰ νὰ τὰ καθαρίσωμεν μόνον. Αὐτὰ, νομίζω, κύριοι, τῆς πρώτης ἀνάγκης, καὶ ἱκανὸν μέσον, ἵνα ἑλκύσωμεν τὴν προσοχὴν τοῦ κόσμου πρὸς τὴν Ἑλλάδα ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν πολεμικὴν, τὴν ὕπαρξιν ναυστάθμου καὶ δεξαμενῆς· ἐν ἀνάγκῃ, φίλη δύναμις δύναται νὰ εὕρῃ καταφύγιον καὶ μέσον διορθώσεως τῶν πλοίων αὐτῆς. Ἀλλὰ ὅταν τίποτε ἐξ αὐτῶν δὲν ἔχετε, ζητεῖτε πλοῖα πολλὰ καὶ μεγάλα, ζητεῖτε συμμαχίας; Κύριοι, σᾶς ἐκούρασα, καὶ τελειόνω. Ὁ κ. Τρικούπης τελειόνων χθὲς ἀπηύθυνε μίαν ἐπίπληξιν καὶ μίαν ἀπειλήν, πρὸς ἡμᾶς ὄχι, ἀλλὰ πρὸς τοὺς θερμοὺς φίλους τῶν οἰκονομιῶν· ἂν δεχθῆτε τὸν προϋπολογισμὸν, σᾶς εἶπεν, ἂν δεχθῆτε τὸ σύστημα τῆς Κυβερνήσεως, ἡμεῖς θέλομεν ἀπέχει, θέλομεν οὕτω νὰ ἰσχύσῃ πλῆρες τὸ σύστημα, ἑπομένως εἰδοποιεῖσθε οἱ ἀγαπῶντες τὰς οἰκονομίας περὶ τοῦ κινδύνου, τὸν ὁποῖον διατρέχετε, ἀπὸ ἡμᾶς οὐδὲν πρέπει νὰ ἐλπίζητε, ὡς νὰ ἦτο ἀναπόφευκτος ἡ παρουσία τῶν κυρίων τούτων, ἵνα παραδεχθῆτε, κύριοι Βουλευταὶ, πᾶν ὠφέλιμον μέτρον καὶ καλόν. Δύνασθε νὰ φύγετε, κύριοι, νὰ μὴ λάβητε μέρος εἰς τὰς συζητήσεις, ἂν δὲ πραγματικῶς προταθῶσι μέτρα ὠφέλιμα, προτάσεις ὀρθαὶ καὶ συμφέρουσαι, ἡ ἀπουσία σας βεβαίως δὲν θὰ ἐμποδίσῃ τὴν Βουλὴν νὰ τὰ ἀποδεχθῇ· καὶ νομίζετε, κύριοι, ὅτι εἴμεθα ἐπὶ τοσοῦτον ἀφιλοπάτριδες καὶ ἐπὶ τοσοῦτον καταφρονηταὶ τῶν κοινῶν συμφερόντων, ὥστε νὰ ἔχωμεν τὴν ἀνάγκην τῆς πιέσεως ὑμῶν, τῆς παρουσίας ὑμῶν, ἵνα δεχθῶμεν τὰ καλά; Λείψατε, κύριοι, καὶ σᾶς βεβαιοῦμεν ὅτι τὸ καλὸν θέλομεν τὸ δεχθῆ καὶ τὸ ἐπιτελέσει κάλλιον ἢ ὅταν ἦσθε παρόντες. Ἡ ἀπειλὴ λοιπὸν αὐτὴ δὲν εἶχεν ἀξίαν καὶ ἔννοιαν, καὶ ἡ πλαγία ἐπίπληξις δὲν εἶχε τὸν τόπον της ἐκ μέρους τοῦ κ. Τρικούπη. Κύριοι, ἡ ἀντιπολίτευσις εἶναι στοιχεῖον οὐσιῶδες καὶ ἀπαραίτητον πρὸς κυβέρνησιν τῆς χώρας, ἡ ἀντιπολίτευσις εἶναι ἡ διάδοχος κυβέρνησις, καὶ δικαιοῦμαι νὰ ἐρωτήσω ἐγὼ αὐτὴν τὴν σπεύδουσαν ἰδίως ἀντιπολίτευσιν, τί ἕως τώρα ἔπραξεν, ὥστε νὰ προαγάγῃ κυβερνητικήν τινα ἰδέαν, τί ἕως τώρα ἔπραξε καλὸν ὑπὲρ τῆς ἑδραιώσεως τῆς κυβερνήσεως τῆς πατρίδος; κατέτριψε τὸν χρόνον συζητοῦσα πολιτικὰ ζητήματα καὶ ἀπευθύνουσα ἐπερωτήσεις. Τέσσαρας μῆνας ἤδη ἐδῶ οὐδὲν ἠδυνήθημεν νὰ πράξωμεν, μᾶς εἴπατε δὲ τελευταῖον, ὅτι τοῦτο δὲν βλάπτει· κατωρθώσατε, κύριοι, νὰ ρίψητε τὴν κυβέρνησιν πολλάκις, ἀλλὰ τὸ ἔργον τῆς ἀντιπολιτεύσεως δὲν εἶναι τὸ ἔργον τῆς καταστροφῆς μόνον, εἶναι τῆς ἀνοικοδομήσεως καὶ τῆς ἐγέρσεως, ἐῤῥίψατε τὴν κυβέρνησιν πολλάκις, χωρὶς νὰ ἦσθε εἰς θέσιν νὰ σχηματίσητε κυβέρνησιν σεῖς, καὶ διὰ τοῦτο τὴν κυβέρνησιν τὴν ἐξησθενίσατε καὶ ἐκλονίσατε τὰς κυβερνητικὰς ἰδέας τοῦ τόπου· ἰδοὺ τί πράττετε· ὁ τόπος μένει ἥσυχος χάρις εἰς τὸ εὐάγωγον τοῦ λαοῦ καὶ τὴν φρόνησιν τῆς διοικήσεως· ἐντὸς τριῶν ἐτῶν ἔχομεν 10 ὑπουργικὰς μεταβολὰς, πῶς δύναται νὰ στερεωθῇ εἰς τὴν διάνοιαν τοῦ λαοῦ κυβέρνησις καὶ κυβερνητικὴ ἰδέα; Δυνάμεθα λοιπὸν νὰ ἀπαιτήσωμεν ἀπὸ σᾶς νὰ συνταχθῆτε· συγχωνευθῆτε, ἀποτελέσατε δύναμιν, διότι οὕτω θέλετε δυνηθῆ ἴσως νὰ σχηματίσητε κυβέρνησιν ἑδραίαν καὶ μόνιμον· δὲν ἐγκρίνω τὴν πολιτικὴν τῶν σπευδόντων, ὅταν δὲν ἦναι βέβαιοι, ὅτι δύνανται νὰ φθάσουν εἰς ἀποτέλεσμα· προκαλοῦσι μεταβολὰς καὶ ἀποκαθιστῶσιν ἑαυτοὺς εἰς τὴν πατρίδα γελοίους. Δὲν πρέπει νὰ παρασύρεσθε οἱ ἕτεροι ἀπὸ τὴν ἰδέαν ὅτι, ἐπειδὴ ἀντιπολιτεύεσθε, ὀφείλετε νὰ κρημνίζητε τὴν κυβέρνησιν, πρὶν ἑτοιμασθῆτε· δὲν πρέπει νὰ σπεύδητε ἀσυλλογίστως, διὰ νὰ μὴ ἐπαναλαμβάνωνται τὰ γελοῖα, τὰ ὁποῖα ἀπὸ τοσούτου χρόνου βλέπομεν ἐκτελούμενα ἐν Ἑλλάδι. Ἡ φιλοδοξία ἡ ἄκαιρος εἶναι ἐπιβλαβὴς, καὶ ἐπὶ τέλους ἀποκαθιστᾷ γελοίους τοὺς σπεύδοντας φιλοδόξους· σφάλλουσιν ὅμως καὶ οἱ διαφωνοῦντες πρὸς αὐτοὺς νὰ τοὺς ἀκολουθῶσιν εἰς πάσας τὰς παρεκτροπὰς, καὶ προκειμένου περὶ καταστροφῆς καὶ οὐχὶ περὶ συγκροτήσεως κυβερνήσεως, ὅπως σφάλλουσι καὶ οἱ σπεύδοντες, μὴ λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν τὰς διαφωνίας καὶ μὴ φροντίζοντες νὰ τὰς συμβιβάσωσιν· ὁ τρόπος οὗτος ὁ ὑπεροπτικὸς πρὸς τὰς πεποιθήσεις τῶν ἄλλων γεννᾷ τὰ ἄτοπα. Ἠπείλησεν, ἐπαναλέγω, ὁ κύριος Τρικούπης τοὺς φίλους τῶν οἰκονομιῶν, ὅτι θέλει ματαιώσει τὰς προσπαθείας αὐτῶν διὰ τῆς ἀποχῆς του. Ἡμεῖς, κύριοι, δὲν ἀπειλοῦμεν διὰ τῆς ἀποχῆς, κηρύττομεν ὅμως δημοσίως, καὶ θέλομεν τηρήσει τὰς ὑποσχέσεις μας, ὅτι εἰς περίπτωσιν, καθ’ ἣν ἡ πλειονοψηφία ἤθελεν ἀποφασίσει καθ’ ἡμῶν, θέλομεν ὑποκύψει ἀγογγύστως, ἀλλὰ θέλομεν μείνει αὐστηροὶ ἐπιτηρηταὶ καὶ φύλακες τοῦ προγράμματος, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀντιτάσσεται, καὶ θέλομεν ἀπαιτήσει ἀκριβῆ καὶ ἄμεσον τὴν ἐφαρμογὴν τούτου, διότι αὐτὸ νομίζομεν ὡς αὐστηροτέραν τιμωρίαν κατὰ τῶν προτεινόντων αὐτό. Καὶ δὲν θέλομεν, κύριοι, ἐπιτρέψει τὰς ἀμφιβολίας καὶ τὰς ἀναβολὰς, θέλομεν ἐπιμείνει, τὸ ἐπαναλέγω, εἰς τὴν ἀκριβῆν καὶ ταχεῖαν ἐφαρμογὴν τοῦ προγράμματος, τὸ ὁποῖον ἡ πλειονοψηφία τοῦ ἔθνους θέλει ἐγκρίνει, διότι ὑπόσχεται ἀγαθὴν καὶ βελτίονα τύχην. Βλέπετε, κύριοι, ὅτι θέλετε μᾶς ἔχει πλέον ὑμῶν ὑπουργικούς, ἂν δυνηθῆτε νὰ ἐφαρμόσητε τὰς ἐπαγγελίας σας· σᾶς δίδομεν αὐτὴν τὴν ὑπόσχεσιν, θὰ ἤμεθα πλέον ὑμῶν ὑπουργικοί, ἐὰν μείνητε πιστοὶ εἰς τὰς ἐπαγγελίας σας, ἀλλὰ πιστεύομεν, ὅτι ὅ,τι ὑπεσχέθητε εἶναι ἀδύνατον νὰ κατορθώσητε, καὶ θέλετε σεῖς πρῶτον οὕτω τιμωρηθῆ.
§42ΑΡ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Κύριοι Βουλευταί, ἠκούσαμεν πρὸ ὀλίγου τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις καταβαίνω, τὸ βῆμα ἐξήνεγκε μίαν ἀπειλήν, ὅτι δηλαδὴ θέλει εἶσθαι ἀμείλικτος εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ προγράμματος, τὸ ὁποῖον διετύπωσεν ὁ κ. Τρικούπης κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ τῷ παρατηρήσω, ὅτι, ἂν τὸ πρόγραμμα τοῦτο δὲν συμβιβάζεται μὲ τὰς ἀρχάς του, ποτὲ δὲν θέλει τὸ ὑποστηρίξει, διότι ἡ πολιτεία δὲν εἶναι πεῖσμα, δὲν εἶναι ἀπειλή. Ὥστε καὶ ἂν αὔριον ὁ κ. Κουμουνδοῦρος δὲν ἦναι πρωθυπουργός, ἐλπίζομεν οὐχ’ ἧττον, ὅτι θὰ συντελέσῃ διὰ τῶν φώτων του καὶ διὰ τῆς πείρας του εἰς τὴν ἐξηκριβωμένην μελέτην τῶν κοινῶν συμφερόντων. Οἱ ἐρεθισμοὶ παρέρχονται, ἡ ἀξία μένει. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔκαμε μείζονα, εἰς ἐμὲ τοὐλάχιστον, ἐντύπωσιν, εἶναι, κύριοι Βουλευταί, ὄχι ἡ ἀπειλή, ἀλλ’ ἡ ἀλήθεια, τὴν ὁποίαν εἶπεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου· διότι πρέπει νὰ σεβώμεθα τὴν ἀλήθειαν καὶ πρὸς ἐκείνους ἀκόμη πρὸς τοὺς ὁποίους διστάμεθα. Ἡ ἀλήθεια εἶναι κοινὸν κτῆμα. Ὅταν εἶπεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι τῆς παρούσης καταστάσεως τῆς Ἑλλάδος καὶ οἱ τρεῖς εἶναι ἔνοχοι, τουτέστι καὶ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος καὶ ὁ κ. Ζαΐμης καὶ ὁ κ. Τρικούπης, εἶπε μίαν ἀλήθειαν, ἀλήθειαν, τὴν ὁποίαν ἀνευρίσκετε, κύριοι, εἰς τὸ βάθος τῆς ἐθνικῆς συνειδήσεως. Δὲν εἶναι κενὸς λόγος αὐτός, εἶναι ἐκ τῶν πραγμάτων ἀποδεδειγμένη ἀλήθεια. Διότι, κύριοι, μὴ νομίσητε, ὅτι σήμερον εἶναι τόσον ἁπλοῖ οἱ ἄνθρωποι, ὥστε νὰ πιστεύωσιν ἐκεῖνο τὸ αἰώνιον, τὸ σχολαστικόν, ὅτι δὲν πταίουν τὰ πρόσωπα, ἀλλὰ τὰ πράγματα. Πταίει ἡ ἄψυχος αὕτη βίβλος, πταίει τὸ ἄψυχον αὐτὸ βῆμα, ἐὰν ἐγὼ αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἀσεβήσω, ἐὰν αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὑποστηρίξω ἄτοπα καὶ ἀντίθετα πρὸς τὸ κοινὸν συμφέρον; Δὲν εἶναι τὰ πράγματα, ἀλλὰ τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα βλάπτουσι, τὰ ὁποῖα ἀδικοῦσιν· ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ὥρισε κατὰ τοῦτο ἀλήθειαν σαφεστάτην. Ἀλλ’ ἡ ἀλήθεια αὕτη νομίζω, ὅτι εὑρίσκεται εἰς πλήρη διάστασιν πρὸς ὅσα ὁ κ. Ζαΐμης σχετικῶς ἰσχυρίσθη, μεθ’ ὅλας τὰς εὐνουστάτας πρὸς αὐτὸν ἀποστροφὰς τῶν ῥητόρων τῆς συμπολιτεύσεως, τοῦ Ὑπουργοῦ ἤτοι τῶν Οἰκονομικῶν καὶ αὐτοῦ τοῦ προέδρου τῆς Κυβερνήσεως· διότι, ἂν ἐθυμοῦμαι καλῶς, ὁ κ. Ζαΐμης κατὰ τὴν πρώτην συνεδρίασιν εἶχε τὸν λόγον πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἐξαλείψεως, τρόπον τινά, τῶν ἁμαρτιῶν. Οὐδείς, εἶπε, πταίει, ἐνῷ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος τῷ ἀπαντᾷ κατὰ πρόσωπον «πταίεις καὶ σύ, κ. Ζαΐμη». Σημειωτέα λοιπὸν ἡ δυσαρμονία αὕτη μεταξὺ τῆς ἀληθείας τοῦ κ. Κουμουνδούρου καὶ τῆς πολιτικῆς γραμμῆς, τὴν ὁποίαν ὁ αὐτὸς κύριος ἀκολουθεῖ πρὸς τὸν ἔντιμον συμπολίτην μου, τὸν κ. Ζαΐμην. Ἐπειδὴ δὲ πρόκειται περὶ ἀντιφάσεως, ἵνα ὦμεν ἐν δικαιοσύνῃ, δὲν δύναμαι νὰ παραλείψω, εἰς τὸ σύστημα τοῦ σκέπτεσθαι, τὸ ὁποῖον ὡς πάντοτε τὴν στιγμὴν ταύτην μὲ ἐμπνέει, δὲν δύναμαι νὰ παραλείψω μίαν ἄλλην ἀντίφασιν τοῦ κ. Τρικούπη, ὅταν ἐδίδασκε προχθές, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, τὸν κ. Κουμουνδοῦρον· διότι τῷ ἔλεγεν ἀπὸ τοῦ βήματος «ἂν κύριε Κουμουνδοῦρε, συμφωνεῖς πρὸς τὸν κ. Ζαΐμην καὶ ἀσπάζεσαι τὰς ἰδέας αὐτοῦ, διατὶ δὲν παραχωρεῖς πρὸς αὐτὸν τὴν Ἀρχήν;» Ἀλλ’ ὁ κ. Ζαΐμης διδάσκει οἰκονομίας, οἰκονομίας δὲ διδάσκει καὶ ὁ κ. Τρικούπης. Διατί τότε δὲν ἀφίνεις ἀνενόχλητον, κ. Τρικούπη, τὴν ἐλπιζομένην ἀρχὴν εἰς τὸν κ. Ζαΐμην; Διότι, ἂν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐλέγετε πρὸς τὸν κ. Κουμουνδοῦρον διὰ τὸν κ. Ζαΐμην, ἦναι ἀληθὲς πρὸς ἐκεῖνον, εἶναι ἐπίσης ἀληθὲς καὶ πρὸς ὑμᾶς. (Ἱλαρότης.) Ἀλλὰ, κύριοι, αἱ παρατηρήσεις αὗται δὲν εἶναι πρὸς ὄφελος οὐδενὸς, διότι ἐγὼ εἶναι γνωστὸν δὲν ἔχω οὐδενὸς εἴδους ἀδυναμίαν οὔτε πρὸς τὸν κ. Κουμουνδοῦρον, οὔτε πρὸς τὸν κ. Ζαΐμην, οὔτε πρὸς τὸν Τρικούπην· εἶμαι ἐναντίος καὶ τῶν τριῶν. Εἶναι ἀληθὲς, κύριοι, ὅτι τὸ νὰ ἦναί τις ἐναντίος καὶ τῶν τριῶν θεωρεῖται ὁπωσοῦν ὑπερβολικὸν ἀπὸ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι δὲν θέλουν νὰ βαθύνουν πολὺ εἰς τὴν ἔννοιαν ταύτην. Δὲν πρόκειται νὰ γίνεται αἰωνία μονομαχία μεταξὺ τριῶν προσώπων διὰ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ τόπου, μονομαχία μεταξὺ ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι εἶναι καταδικασμένοι ἐν τῇ ἐθνικῇ συνειδήσει.
§43ΡΑΛΛΗΣ. Σιώπα. (Θόρυβος.)
§44ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Μάλιστα, εἶναι καταδικασμένοι ἐν τῇ ἐθνικῇ συνειδήσει.
§45ΡΑΛΛΗΣ. Σιώπα. (Θόρυβος.)
§46ΔΟΥΜΑΣ. Δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐπιβάλληται οὐδεὶς εἰς τὸν ἀγορεύοντα.
§47ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, προστατεύσατε τὸν ἀγορεύοντα.
§48ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Λέγω, κύριε, εἰς σὲ, ὅστις δήποτε καὶ ἂν ἦσαι, ὁ ὁποῖος διακόπτεις, ὅτι ὄχι ἂν ἅπαξ, δὶς ἢ πολλάκις τὸ πράξῃς, ἀλλὰ πάντοτε, καὶ αὐτὴν ἰδίως τὴν στιγμὴν, εἶμαι ἀνώτερός σου.
§49ΡΑΛΛΗΣ. .... (Θόρυβος.)
§50ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ποῖος εἶναι;
§51ΤΙΝΕΣ. Ὁ Ῥάλλης.
§52ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Δὲν πειράζει. Ἔξεστι τῷ Ῥάλλῃ ἀσχημονεῖν Εἰσέρχομαι, κύριοι, μετ’ αὐτὸν τὸν πρόλογον, χωρὶς νὰ ἔχω σκοπὸν νὰ πειράξω οὐδένα, εἰσέρχομαι εἰς τὸ κύριον ζήτημα. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπε πρὸ ὀλίγου, ὅτι πρὸς τὰς θεωρίας ἔχει ἀποστροφὴν, πρὸς τὴν πρακτικὴν μόνον ἀποβλέπει. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἔντιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ τῷ παρατηρήσω, ὅτι, πρὶν ἔλθῃ ἡ πρᾶξις, προηγεῖται ἡ θεωρία, καὶ ἂν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἦναι ὑπὸ τὸ βάρος ἀληθοῦς τινος καὶ δραστικῆς ἰδέας, εἶναι ἀδύνατον νὰ σωθῇ. Ἡ ἰδέα εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία κυριεύει τὸν κόσμον, αὐτὴ ἐμπνέει τὴν πρᾶξιν, καὶ μὴ νομίσουν τινὲς ἐδῶ, ὅτι, διαχειριζόμενοι τὴν πρακτικὴν, δύνανται νὰ ἐπιβληθῶσιν εἰς τὴν ἰδέαν. Ἡ ἰδέα ἀνοίγει ὡς τὸ ἡφαίστειον· ἡ ἰδέα σήμερον φαίνεται χλιαρὰ, αὔριον περιττὴ, μεθαύριον κινεῖ τὴν περιέργειαν, ἔπειτα τὴν μελέτην, καὶ ἔπειτα, ἐὰν κλείσητε τὰς θύρας σας, εἰσέρχεται εἰς τὴν ἀγορὰν, καὶ ἐπανέρχεται διὰ τῆς ἐκλογῆς, διὰ τοῦ νόμου, οὐχὶ διὰ τῆς ἀταξίας, διὰ νὰ ὀργανίσῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀφήσατε ἀδιοργάνωτον, δουλεύοντες τὴν πρακτικήν. Ἴσως, κύριοι, θὰ ἦτο ἀπαιτούμενον εἰς τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν ἐννοῶ ἐν τῷ πολιτικῷ μου σταδίῳ νὰ διατηρήσω, νὰ συνοψίσω τὰς προηγουμένας ὁμιλίας, διὰ νὰ τὰς διατυπώσω ὑπὸ γενικὴν κατηγορίαν, καὶ καθ’ ὅσον δὲν συνεφώνουν πρὸς τὰς ἰδικάς μου, νὰ τὰς πολεμήσω· ἀλλὰ τὸ ἔργον ἤθελεν εἶσθαι βαρὺ καὶ ὁ χρόνος εἶναι πολύτιμος. Δύω μόνον ὁμιλίας, πρὶν φθάσωμεν εἰς τοὺς ἀρχηγοὺς, τοὺς ἐπαγγελλομένους τὸν ἀρχηγὸν, δύω ὁμιλίας ἐκράτησα εἰς τὴν μνήμην. Ἡ μία εἶναι ἐντίμου ἀνδρὸς, ἑνὸς Ζακυνθίου, τὸν ὁποῖον ἐκτιμῶ, ὁ ὁποῖος συνδέεται μὲ τὴν ἱστορίαν τῆς ἀπελευθερώσεως τῆς Ἑπτανήσου· εἶναι ὁ κ. Λομβάρδος, εἷς ἐξ ἐκείνων, οἵτινες ἀνήκουσιν εἰς τὸ κόμμα, τὸ ὁποῖον περιμένει νὰ κληρονομήσῃ ἐδῶ. Ὁ δὲ ἄλλος εἶναι εἷς γέρων, τὸν ὁποῖον δὲν εἶχον ἰδεῖ ἄλλοτε· εἶναι ὁ κ. Καραλίβανος, δὲν εἰξεύρω ἐὰν ἦναι ἐδῶ αὐτὴν τὴν στιγμήν, ἀλλὰ μὲ συνεκίνησεν ὁ λόγος του. Ὅταν ὁ κ. Λομβάρδος ἔλεγεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ διὰ τῆς χαρακτηριζούσης αὐτὸν εὐστροφίας ἠνάγκαζε τὸν πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ σηκωθῇ δύο δακτύλους ἀπὸ τῆς θέσεώς του, ὅταν ἔλεγε «λοιπὸν τῆς ἀγὼν σιωπῆς εἶναι ἐδῶ;» ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἔντιμος συνάδελφος νὰ τῷ ὑποσημειώσω, ὅτι, ἂν καὶ ἰατρός, ἐλησμόνησεν, ὅτι καὶ μεταξὺ κωφαλάλων ἡ τέχνη εὗρε συνεννόησιν. Εἰς τελείαν συνεννόησιν ἦταν ὁ κ. Τρικούπης καὶ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος περὶ τίνος ἐπρόκειτο. Καὶ ὅτι ἦταν εἰς τελείαν συνεννόησιν, ἀπόδειξις αἱ μακραὶ συζητήσεις, τὰς ὁποίας ἠκούσαμεν προχθὲς καὶ σήμερον. Ὁ δὲ κ. Καραλίβανος, ἐκ τῆς ἑτέρας πτέρυγος, ὅταν ἐξέθετε τὴν ὡραίαν ἐκείνην ἰδέαν περὶ ἀντιπολιτεύσεως, ὅταν κατὰ πρόσωπον ἑνὸς γηραιοῦ ἀνθρώπου, ἐντιμοτάτου, τοῦ κ. Ζαΐμη, ὡμίλει περὶ ἀντιπολιτευτικῆς ἀρχηγίας τοῦ κ. Τρικούπη, δὲν ἐγνώριζεν ὁ κ. Καραλίβανος, ὅτι ὑπάρχουσι καὶ φιλοτιμίαι τινὲς ἐδῶ, αἱ ὁποῖαι πονοῦν. Ὁ κ. Καραλίβανος δὲν ἐγνώριζεν, ὅτι εἶναι ἄνδρες ἐδῶ, οἱ ὁποῖοι δὲν συνηθίζουν νὰ κλίνουν τὸν αὐχένα. Εἴμεθα ἀντιπολιτευόμενοι, ἀλλὰ δὲν εἴμεθα ὀπαδοί· καὶ δύναμαι νὰ ἦμαι ἑκατὸν χρόνους μόνος, καθὼς εἶπεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, καὶ καθὼς εἶναι ἄλλοι πολλοί, ἀλλὰ πάντοτε ἡ κεφαλή μου θὰ ἦναι ὀρθία. Ὅσον θέλει ἂς ταράττεται ὁ Βουλευτὴς Ἀττικῆς· ὑπεράνω τῶν ψήφων καὶ τῶν γνωμῶν, ὑπεράνω πλειοψηφίας καὶ μειοψηφίας, εἶναι ἡ φωνή, ἡ ὁποία οἰκεῖ ἐδῶ· τὴν γνωρίζετε, διότι οἰκεῖ εἰς τὰς ψυχὰς ὅλων σας. Ἀλλ’ εἶναι ὀργανισμός τις προσώπων, εἶναι σύμπτωσις, εἶναι π. χ. ἡ γλυκύτης τοῦ κ. Κουμουνδούρου, ἡ ὁποία σαγηνεύει· εἶναι χαρίσματα, εἶναι τὸ γένος· π. χ. τοῦ κ. Ζαΐμη, ἐπίσημον γένος. Ἔπειτα ἔρχεται εἷς μικρὸς ἄνθρωπος νὰ ὁμιλήσῃ περὶ ἀληθείας, καὶ σᾶς λέγει ὁ κ. Κουμουνδοῦρος πολὺ ὀρθῶς «εἶσαι μεμονωμένος».
§53ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἠμπορεῖς νὰ γείνῃς πολύς.
§54ΑΡ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ἀλλὰ μὴ ἐκλάβετε, κύριοι, ἐκ τούτου, ὅτι ὁ κ. Κουμουνδοῦρος εἶχεν ἀπόλυτον δίκαιον εἰς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔλεγεν, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν δύναται νὰ σχηματίσῃ Κυβέρνησιν. Ἡμεῖς ἀποστολὴν ἔχομεν νὰ καταψηφίσωμεν τὸ σύστημα τοῦ κ. Κουμουνδούρου· ὁ κ. Κουμουνδοῦρος δὲν πρέπει πλέον νὰ ἄρχῃ, διότι, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τῷ σημειώσω μίαν ἀλήθειαν, εἶναι πεπαλαιωμένος (ἱλαρότης). Κυβερνήσας ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἐπὶ πολλὰ ἔτη, ἄνθρωπος ἐντριβής, γνωρίζει τὴν ἰδιοφυΐαν τοῦ χαρακτῆρος τοῦ ἑλληνικοῦ Λαοῦ· νομίζω, ὅτι αἰσθάνεται τὰ σημεῖα, τὰ ὁποῖα τῷ λέγουν «καιρὸς ὑποχωρήσεως». Καὶ καιρὸς ὑποχωρήσεως οὐχὶ βεβαίως διὰ λόγους, οἵτινες προσβάλλουσι τὴν τιμὴν αὐτοῦ ἢ τὴν ἠθικήν του· ὄχι. Ἄν ποτε τὸν ἠρέθισα εἰς προηγουμένην ὁμιλίαν, δὲν εἶχον τοιοῦτον σκοπόν, οὐδὲ ἔχω προσωπικόν τινα λόγον πρὸς τὰ τρία ἔντιμα πρόσωπα, τῶν ὁποίων ἐμνήσθην πρὸ ὀλίγου. Προσωπικὸς ἐχθρὸς οὐδενὸς εἶμαι· λόγος μου τις δύναται νὰ πονέσῃ τινὰ καὶ νὰ σηκωθῇ ὀλίγον ἀπὸ τοῦ ἑδωλίου του κατὰ τὴν φορὰν τῶν ἰδεῶν· ἀλλὰ πάθος ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, εἶμαι βέβαιος, δὲν ὑπάρχει οὔτε ἐξ ἐμοῦ οὔτε κατ’ ἐμοῦ. Λέγω λοιπὸν εἰς τὸν κ. Κουμουνδοῦρον, ὅτι τὰ σημεῖα τῶν καιρῶν εἶναι ἐναντία του, καὶ εἶναι ἐναντία του, διότι, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ τὴν λέξιν, δὲν εἶναι προσβλητική, διότι κακῶς διεχειρίσθη τὰ κοινὰ καὶ θέλω ἀποδείξει τοῦτο. Δὲν εἶναι δὲ πάντοτε ἔγκλημα ἂν διεχειρίσθη τις τὰ κοινὰ κακῶς, διότι τὰ κοινὰ ὑπηρετοῦνται κακῶς καὶ ἀπὸ δόλον καὶ ἀπὸ ἀμέλειαν καὶ ἀπὸ φυσικὸν χαρακτῆρα καὶ ἀπὸ ἄλλας περιστάσεις, ἀπὸ ἀτυχίαν π. χ. ὡς πρὸς τὴν ὁποίαν δὲν θέλω βεβαίως νὰ προκαλέσω ἱλαρότητα, ὡς ὁ εὐγενὴς συνάδελφός μου, ὁ ἐκ Καλαβρύτων πολλὴν ποιήσας ἐν τῇ τελευταίᾳ ὁμιλίᾳ του χρῆσιν τοῦ ὅπλου τούτου· ἀλλ’ ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι τὰ πράγματα τῆς Ἑλλάδος βαδίζουν κακῶς, διότι ἔχουν μίαν κατάραν αὐτοὶ οἱ τρεῖς κύριοι, διατὶ νὰ ἤμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ τοὺς ἀκολουθῶμεν; (ἱλαρότης) Ὥστε, βλέπετε, ἠμπορεῖ νὰ διαχειρισθῇ τις τὰ κοινὰ κακῶς ἢ ἀπὸ ἔνοχον συνείδησιν ἢ ἀπὸ ἀπροσεξίαν, καὶ ἀπὸ πολλὰς ἄλλας περιστάσεις. Μία, κύριοι, ἀπόδειξις, ἡ ὁποία ἴσως συγκινεῖ περισσότερον παρ’ ὅσον δύναται ν’ ἀποδειχθῇ μαθηματικῶς, διότι ἔχομεν, ὡς θέλετε κατόπιν ἰδεῖ, καὶ μαθηματικὰς ἀποδείξεις, εἶναι, ὅτι δὲν γνωρίζω εἰς τὴν τελευταίαν εἰκοσαπενταετῆ ἱστορίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους καμμίαν στιγμὴν τόσον κρίσιμον, ὅσον ἐκείνην, καθ’ ἣν ἠγωνίζοντο οἱ λαοὶ τῆς Ἀνατολῆς ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας των. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος μετὰ τὴν, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἐνθυμηθῶ τὸν κ. Ἰακωβάτον, πτῶσιν τῆς ἐπαράτῳ τῇ μνήμῃ Οἰκουμενικῆς, εἶναι ἄρχων τοῦ τόπου, εἶναι ὀπαδὸς τῆς μεγάλης ἰδέας, θέλει εἰς ἑκατονταπλάσιον τὰς παρασκευάς. Τί ὑπολείπεται; Ἕν ἐμπρός· ἀλλὰ ἐδειλίασεν, ἐσκοτίσθη. Ἐκείνην τὴν στιγμήν, κύριε Κουμουνδοῦρε, ἐπράξατε ἀληθὲς ἔγκλημα· ἀλλ’ αὐτό, κύριοι, δὲν θέλω νὰ τὸ ἀναπτύξω, διότι ἐῤῥέθησαν σχετικὰ πολλὰ κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον, καὶ δὲν πρέπει νὰ ἐπαναλάβωμεν τὰ ἴδια. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρέπει ἰδιαιτέρως νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν προσοχὴν ἡμῶν, εἶναι ὅτι ἡ περαιτέρω διατήρησις τοῦ κ. Κουμουνδούρου εἰς τὰ πράγματα συνδέεται πρὸς μίαν ἐπιστημονικὴν ἀλήθειαν, τὴν ὁποίαν δὲν ἐπηρεάζει ἡ ἀποστροφὴ αὐτοῦ κατὰ μελῶν τινων τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ὅταν ἠρώτα «ποῦ εἶναι τὸ ἐπιστημονικόν σας σχέδιον;» Λέγω, ὅτι ὑπάρχει μία ἐπιστημονικὴ ἀλήθεια, ἡ ὁποία δὲν ἐπιτρέπει νὰ ἐξακολουθήσωμεν αὐτὸν τὸν τρόπον τοῦ διοικεῖν, ὅσον καλὸς καὶ ἂν ἦναι κατὰ τὸ φαινόμενον καὶ ὅσον ἱκανοποιητικὸς εἶναι κατὰ τὸ μὴ φαινόμενον. Ὑπάρχει μία ἐπιστημονικὴ ἀλήθεια, τὴν ὁποίαν ἡ στατιστικὴ δύναται νὰ βεβαιώσῃ. Κατὰ πᾶσαν δεκαετίαν ἐπαναλαμβάνονται κανονικῶς συμβάντα τινὰ σπουδαιότατα εἰς τὴν ζωὴν τῶν ἐθνῶν, οὐχὶ βεβαίως ἐν μαθηματικῇ ἀκριβείᾳ, ἀλλ’ ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ περιοδικῶς χρόνου. Πολεμικὴ κρίσις, πολιτικὴ κρίσις καὶ οἰκονομικὴ κρίσις. Αἱ οἰκονομικαὶ κρίσεις, αἱ συνταράττουσαι τοὺς λαοὺς ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν, εἶναι περίεργον φαινόμενον ἐπαναλαμβανόμενον κατὰ δεκαετίαν. Ἀπαραλλάκτως εἶναι καὶ αἱ συγκρούσεις τῶν ἐθνῶν. Ἵνα μὴ ἀνερχώμεθα εἰς τοὺς πολὺ παρελθόντας χρόνους, σᾶς ἀναφέρω: 1854 καὶ 1859, μεγάλη σύγκρουσις τῶν ἐθνῶν, Κριμαία, Ἰταλία· 1869, μεγάλη σύγκρουσις τῆς κεντρικῆς Εὐρώπης, Γαλλία, Γερμανία.
§55ΛΑΠΠΑΣ. Αὐτὰ εἶναι παραμύθια (γέλως).
§56ΑΡ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. 1877, πόλεμος Ῥωσσοτουρκικός, οὗτινος πρόσφατοι αἱ ἀναμνήσεις. Ἂν λοιπὸν, κύριοι, αὐτὸ τὸ μικρὸν παραμύθι, τὸ ὁποῖον λυποῦμαι, ὅτι δὲν ἐνανούρισε τὸν κ. Συνάδελφον, ἵνα κοιμηθῇ (ἱλαρότης), ἂν αὐτὸ τὸ παραμύθι ἐπαναλαμβάνεται κατὰ δεκαετίαν, τότε δεχθῆτε, ὅτι ἀκολουθοῦμεν τὸ σύστημα τοῦ κ. Κουμουνδούρου, καὶ θέλομεν εὑρεθῆ πάλιν εἰς τὸν αὐτὸν παρονομαστήν. Διὰ τοῦτο λέγω, δὲν ὑπολείπεται πολὺς χρόνος ἀκόμη, διὰ νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν αὐτὴν πορείαν. Θέλομεν, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλαγὴν, διότι δὲν ὑπῆρξες ἄξιος νὰ διευθύνῃς τὸ κίνημα τῆς Ἑλλάδος, κατὰ τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἦσο σχεδὸν εἰπεῖν αὐτοκράτωρ, καὶ δὲν θέλομεν τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος νὰ ἦναι περαιτέρω εἰς χεῖράς σας. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος εἶπε πρὸ ὀλίγου ὑπομεμφόμενος ἕνα τῶν ἐντίμων συναδέλφων, τὸν Βουλευτὴν Πατρῶν, εἶπε: πῶς τολμᾶτε σεῖς οἱ νεώτεροι νὰ ἐλέγχητε ἀνθρώπους, γηράσαντας εἰς τὴν πολιτείαν, χωρὶς νὰ ἔχητε ἀποδείξεις; Ἔρχομαι λοιπὸν ἐγὼ μὲ τὰς ἐπιθυμητὰς ἀποδείξεις, κύριε Πρωθυπουργέ. Καὶ πρῶτον δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν συνείδησιν ὅλων τῶν ἀποτελούντων σήμερον τὴν Κυβέρνησιν προσώπων, ἀλλ’ ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, πῶς τῷ φαίνονται τὰ πράγματα; εἶναι ῥοδινά; Ἂν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν διωρίζετο μία ἐπιτροπὴ καὶ ἐξήταζε κατ’ ἰδίαν τοὺς ὑπαλλήλους τῶν ὑπουργείων τί φρονοῦσι περὶ τῆς καταστάσεως ταύτης, στοιχηματίζω, ὅτι δὲν θὰ ὑπῆρχεν εἷς ὑπάλληλος τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας, ὁ ὁποῖος νὰ εἴπῃ, ὅτι βαδίζομεν καλῶς. Καὶ διατί δὲν βαδίζομεν καλῶς; διατὶ πάσχομεν; Διότι δὲν βαδίζουν καλῶς τὰ πρόσωπα τὰ ὁποῖα κινοῦν τὰ πράγματα· ὥστε, κύριοι, ἡ ἰδέα, ὅτι πταίουν τὰ πρόσωπα, ἀναφαίνεται κατὰ πᾶσαν ἐξέτασιν τῆς δημοσίας ὑποθέσεως. Παρατηρήσατε, κύριοι· δὲν γνωρίζω ἂν ὑπάρχῃ ὡραιοτέρα ἐπιστήμη ἀπὸ τὴν πολιτικήν· καὶ ἂν ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ κάμω πείραμα καὶ νὰ ἐγείρω αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἕνα ἐξ ὑμῶν καὶ νὰ τὸν ἐρωτήσω ὁποίαν ἰδέαν ἔχει περὶ τῆς ἐπιστήμης ταύτης, ἤθελον ἀκούσει, ὅτι εἶναι μικροπονηρευτικὴ καὶ ὅτι ὁ κόσμος τὴν θεωρεῖ ὡς ἐξηυτελισμένην ἐπιστήμην. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ὑπεύθυνος διὰ τὴν τοιαύτην κατάπτωσιν τῆς πολιτικῆς· αὐτὸς συνετέλεσε νὰ καταβιβάσῃ αὐτήν, ὥστε νὰ τὴν πατήσῃ καὶ ὁ τελευταῖος ποῦς. Δὲν εὑρίσκετε λοιπὸν λογικὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἡ ἀντιπολίτευσις λέγει μιᾷ φωνῇ καθ’ ὅλας τὰς παραλλαγάς, ἀποσυρθῆτε, ἀποσυρθῆτε; Ἀλλά, κύριοι, ἂς ἐξετάσωμεν τὰς ἀρχὰς, διότι μὴ νομίσετε ποτὲ, ὅτι δύναται νὰ ἐνεργηθῇ πρᾶξις χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἀρχή· ἅμα ἀφαιρέσητε αὐτὴν τὴν ἕνωσιν μεταξὺ τοῦ αἰτίου καὶ τοῦ αἰτιατοῦ, δὲν ὑπάρχει πλέον λογικὴ φύσις. Θέλω ἀποδείξει μὲ τὰ δόγματα τῆς Κυβερνήσεως ἀνὰ χεῖρας, κατὰ πόσον ἡ κατηγορία, τὴν ὁποίαν διατυπόνω, οὐχὶ ἡ ποινική, ἀλλ’ ἡ πολιτική, εἶναι ἀληθής· μεταξὺ διαφόρων δογμάτων, θὰ σᾶς ἀναφέρω ἓν πρῶτον, τὸ ὁποῖον, ὅταν ἤκουσα, ἔφριξα. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πρό τινων ἡμερῶν εἶπεν εἰς τὸν κύριον Μπουφίδην, νομίζω, παραπονούμενον ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης (δεικνύει τὸ βῆμα), διότι εἶναι ἡ μόνη θέσις, ἀπὸ τῆς ὁποίας δύναται νὰ συνεννοῆται ὁ Βουλευτὴς μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὁ κ. ὑπουργὸς εἶπε: «δὲν ἔρχεσθε εἰς τὸ ὑπουργεῖον νὰ τὰ διορθώσωμεν; Αὐτό, κύριοι, εἶναι ἀναστάτωσις πλήρης. Ἄλλο δόγμα. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως, ἀναβὰς τὸ βῆμα, ὑπέβαλε δύω νομοσχέδια εἴς τινα τῶν παρελθουσῶν συνεδριάσεων. Τὸν ἐρωτοῦν Βουλευταί τινες «τί νομοσχέδια εἶναι αὐτά;» Αὐτὸς δὲ ἀπαντᾷ «γνωρίζω καὶ ἐγώ; εἶναι τῆς ὑπηρεσίας.»
§57ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές.
§58ΑΡ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ἀληθέστατον, εἴπατε μάλιστα «χαμπάρι δὲν ἔχω». Ἔρχομαι εἰς τρίτον δόγμα, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Τρικούπης ἀτελῶς ἀνέλυσε, καὶ ἐπειδὴ εἶμαι ἐγώ, ὁ ὁποῖος αὐτὸ τὸ δόγμα ἐξηνάγκασα νὰ διατυπωθῇ καθαρῶς ἐκ τοῦ στόματος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἴσως ὀφείλω νὰ συντελέσω πληρέστερον εἰς τὴν κατὰ σκοπὸν ἔκθεσίν του. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 18 Δεκεμβρίου 1879, ἀναγινώσκω τὰ στενογραφημένα πρακτικά, ἔλεγεν, «Ἀγαπῶ, εἶπεν ὁ κ. Οἰκονόμου, τὸν κ. Κουμουνδοῦρον ὡς ἄνθρωπον γλυκὺν, τὸν ἐπικρίνω ὅμως ὡς Ὑπουργόν. Χαίρω, διότι θὰ ἔχω διαρκέστερον τὴν ἀγάπην τοῦ κ. Οἰκονόμου· ὡς Ὑπουργὸς εἶμαι παροδικός, ὡς ἄνθρωπος δὲ διαρκής· αὐτὸ μὲ εὐχαριστεῖ καὶ τὸ ὁμολογῶ εἰλικρινῶς. Δὲ μὲ ἀγαπᾶ δὲ, διότι εἶμαι ἐνδοτικός. Καὶ νομίζετε, κύριοι ὅτι εἰς συνταγματικὸν καὶ κοινοβουλευτικὸν, ὅταν ὁ σκοπὸς δὲν ἦναι κακοήθης καὶ ταπεινοῦ συμφέροντος, δὲν εἶναι οὐσιῶδες στοιχεῖον ἡ ἀμοιβαία ὑποχώρησις; Καὶ τότε τί χρειάζεσθε σεῖς; ὅταν ἐγὼ ἀποφασίζω κυριαρχικῶς, τί θὰ πράξητε; Σεῖς εἶσθε πλέον περιττοί». Αὐτὸ εἶναι τὸ δόγμα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τοῦ ὁποίου τὰς συνεπείας καὶ ἐφήρμοσε καὶ ἐφαρμόζει. Ἀλλὰ κύριοι, ἡ Κυβέρνησις ἢ εἶναι ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς, ἢ εἶναι πληρεξούσιος τοῦ Βασιλέως. Καὶ ὑπὸ τοὺς δύο δὲ ὅρους δὲν τὴν διορίζει ἡ Βουλὴ, δὲν τὴν ἐπικυροῖ ὁ Βασιλεὺς, ὅπως ἦναι ἐνδοτικὴ, ἀλλ’ ἀκριβῶς διὰ τὸ ἐναντίον, ὅπως μὴ ἦναι ἐνδοτική. Ἰδοὺ, κ. Κουμουνδοῦρε, ἡ κακὴ τοῦ τόπου διοίκησις πόθεν ἀποῤῥέει. Ἕτερον δόγμα. «Ὁ σκοπὸς ἁγιάζει τὰ μέσα». Σᾶς ἀναγινώσκω τὰ στενογραφημένα πρακτικὰ ἐκ τῆς αὐτῆς κατὰ τὸ αὐτὸ θέμα ὁμιλίας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. «Προσβλέπω εἰς τὸν σκοπὸν καὶ οὐχὶ πρὸς τὸ μέσον». Πρέπει νὰ φέρω ἓν παράδειγμα; Ἀλλὰ βεβαίως δὲν ἐπετρέπετο εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν τῆς Ἑλλάδος νὰ καταφεύγῃ εἰς τὸν κ. Ξένον, διὰ τὴν λύσιν τοῦ ἀνατολικοῦ ζητήματος. Καὶ προκειμένου δὲ νὰ ὑπηρετηθῇ τὸ συμφέρον τῆς Πατρίδος, τὰ δόλια μέσα ἵστανται πρὸ ἀνυπερβλήτου φραγμοῦ. Τοιαῦτα εἶναι τὰ δόγματα τῆς Κυβερνήσεως ἀπέναντι τοῦ ἔθνους. Ἂς ἴδωμεν ὁποία εἶναι ἀπέναντι τοῦ Βασιλέως, διότι καὶ ἐκεῖ θέλετε ἴδει, ὅτι ἀκολουθοῦσι τὴν αὐτὴν τακτικήν. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἐν τῇ αὐτῇ ὁμιλίᾳ του ἀναγράφει τὴν ἀρχὴν, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἔχει (ἀναγινώσκει) «τὴν ἐπικρατοῦσαν ψῆφον ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ζητήματι ... πολλαπλῆν συνδρομὴν μᾶς ἐχορήγησε ... τὸ πλεῖστον τῆς ἐπιτυχίας χρεωστοῦμεν εἰς τὴν ἐνέργειαν καὶ τὰς γνώμας τοῦ Βασιλέως.» Τοῦτο δύναται νὰ ἦναι καὶ νὰ μὴ ἦναι ἀληθές· δὲν ἐξετάζω τὴν ἀλήθειαν. Ἀλλὰ θέλω ν’ ἀποδείξω, ὅτι αὐτὸ τὸ δόγμα δὲν ἁρμόζει εἰς τὸ στόμα συνταγματικοῦ Ὑπουργοῦ, διότι δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου ὅλον τὸ οἰκοδόμημα τῆς συνταγματικῆς μοναρχίας, τὸ ἀνεύθυνον τοῦ Βασιλέως ἐξαφανίζεται, καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς οὕτω πως καταῤῥίπτει τὴν λεπτὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ Βασιλεὺς, οὐχὶ εἰς τοὺς τύπους, ἀλλὰ εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν. Ἐὰν λοιπὸν διὰ τὸν Βασιλέα ἦναι τοιοῦτοι, τί περιμένετε διὰ τὸν λαόν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο μόνον· ὑπάρχουν 1.000 ἄνθρωποι, μὴ ὑπασπισταὶ τοῦ Βασιλέως, ἀπείρως ἱκανώτεροι αὐτῶν εἰς διαπραγματεύσεις, καὶ ὅμως ἔπρεπε, κατὰ τὸ ἴδιον δόγμα, νὰ εὑρεθῇ ὑπασπιστὴς τοῦ Βασιλέως, ὅπως ἀντιπροσωπεύσῃ τὴν Ἑλλάδα εἰς Πρέβεζαν καὶ Κωνσταντινούπολιν. Μήπως συντελεῖ τοῦτο ἐπίσης νὰ καλύψῃ τὴν ὡραίαν ἀρχὴν περὶ εὐθύνης τοῦ Βασιλέως ἐν τῇ Ἐθνικῇ συνειδήσει; Κατὰ μίαν τῶν προηγουμένων συνεδριάσεων, ἕτερον δόγμα· ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐζήτησεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, κατὰ τὰς μακρὰς συνεδριάσεις ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, ἐζήτησε τὴν ἄδειαν νὰ ἐξηγήσῃ τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις ἔπεσεν. Ἀλλὰ τότε οὔτε ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, οὔτε ὁ κ. Τρικούπης, οὔτε ὁ κ. Ζαΐμης ἐπέτρεψαν νὰ ἐκθέσῃ τι. Δὲν ἐτόλμησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦ Βασιλικοῦ Οἴκου ν’ ἀποκαλύψῃ τὰ συμβεβηκότα, ἀλλὰ δὲν ἐνόει, ὅτι ἄφινε μίαν ὑπόνοιαν, μὴ ὑπερασπιζόμενος τὸν Βασιλέα; Καὶ ὅταν, κύριε Ὑπουργὲ, σᾶς ἤρχετο μία ἐπερώτησις πρὸ δέκα πέντε ἡμερῶν περὶ τοῦ ἐλαίου, τὸ ὁποῖον ἀτελώνιστον καὶ ἐναντίον πάσης ἰδέας περὶ φορολογικῆς ἰσότητος ἡ Αὐλὴ ἔλαβεν ἐκ τῆς νήσου Παξῶν, διατί δὲν ἤρχεσθε ἀπὸ τοῦ βήματος ἢ νὰ διαψεύσητε τὸ γεγονὸς ἢ νὰ καλύψητε τὴν Αὐλὴν, ἀφοῦ ὄπισθεν τῆς Αὐλῆς ὑποκρύπτεται τὸ πρόσωπον τοῦ Βασιλέως; Ὅ,τι λέγω, κύριοι, τὸ λέγω κατὰ σκοπὸν, διότι, ὅσοι ἐνόμισαν ἐδῶ, ὅτι ὑπάρχει μονοπώλιον τρόπον τινὰ διαχειριστικῆς ἱκανότητος, πρέπει νὰ γνωρίζουν, ὅτι καὶ αἱ μικρότεραι πράξεις κρατοῦνται ὑπὸ σημείωσιν, διότι οἱ καιροὶ, εἰς τοὺς ὁποίους εἰσερχόμεθα, εἶναι καιροὶ λογοδοσίας, ἥτις ἴσως βραδύνει, ἀλλὰ δὲν θέλει λείψει. Νομίζω, ὅτι, ὅσον ἀφορᾷ τὸ πολιτικὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον κινεῖ περισσότερον τὴν ὄρεξιν, ἡ Κυβέρνησις θέλει εὕρει βεβαίως ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀξίζει. Μεταβαίνω οὕτως εἰς τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου παρακαλῶ τὴν εὐμενῆ προσοχήν σας. Ἡ πολιτεία εὑρίσκεται εἰς κατάστασιν ὀδυνηράν· μὴ νομίσητε, ὅτι κοιμᾶσθε ἐπὶ ῥόδων. Δὲν σημαίνει τίποτε, ἐὰν καθέξῃ τις τὴν ἐξουσίαν ἐπὶ ἓν ἢ δύω ἔτη· πρόκειται περὶ τῆς πατρίδος, καὶ ἂς μὴ ἐνθουσιῶμεν εἰς τὰς φωνὰς τῆς μικρᾶς δόξης, ἡ ὁποία κατασκευάζει τοὺς συνειθισμένους προύχοντας. Ἴσως ἦτο ἀναγκαῖον νὰ εἰσέλθῃ τις εἰς μίαν ἐπιθεώρησιν τῆς γενικῆς καταστάσεως τοῦ τόπου ἀπό τινων γενικῶν ἀπόψεων, καὶ κατὰ δύναμιν θὰ ἐνασχοληθῶ ἐπ’ αὐτοῦ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ συνίστων πρὸς ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι αἰσθάνονται ἔρωτα ἀκατάσχετον εἰς τὸ ὑπουργεῖον, εἶνε ἡ δημιουργία ἑνὸς ὑπουργοῦ τῶν οἰκονομικῶν, ὅστις νὰ χρησιμεύσῃ ὡς μήτηρ καὶ οἰκοδέσποινα εἰς τὸν οἶκον, ὅπως μὴ διασπαθῶνται τὰ χρήματα ἐκεῖ, ὅπου συγκρούονται τόσα συμφέροντα. Εἷς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δύναται, κύριοι, ἐὰν ὑπάρχῃ ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, ν’ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τὴν συζήτησιν ταύτην τὸ βαρύτερον αὐτῆς μέρος, αὐτὴν τὴν πτωχείαν, ἡ ὁποία καταμαστίζει τὴν πολιτείαν μας. Ἓν παράδειγμα θὰ σᾶς ἀναφέρω· ἔχομεν κυκλοφορίαν 120 ἑκατομμυρίων ἀξιῶν εἰς συναλλαγματικὰς, εἰς γραμμάτια ἄνευ χαρτοσήμου. Ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μόνον πρὸς τοὺς νόμους ἤθελεν ἀποβλέπει, μόνον πρὸς ἐκεῖνον τὸν σκοπὸν ἐνεργεῖ, τότε θὰ συνετηρεῖτο καὶ θὰ ἐτρέφετο ἡ πολιτεία ἐν ταῖς πονηραῖς, ὅπως καὶ ἐν ταῖς καλαῖς ἡμέραις. Ἐὰν λοιπὸν, κύριοι, ἠδύνατο νὰ ἀκουσθῇ μία συμβουλὴ ἐδῶ, θὰ ἦτο αὕτη: Δημιουργήσατε ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, οἰκοδέσποιναν διὰ τὴν ὑμετέραν πολιτείαν, ὅπως σᾶς τρέφῃ, ὅταν ἔχητε πεῖναν, διὰ νὰ σᾶς σκεπάζῃ, ὅταν ῥιγῆτε, καὶ θεραπεύῃ τὰς πληγὰς ὑμῶν, ὅταν πληγώνεσθε. Εἷς ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀπηλλαγμένος ἀπὸ αὐτὰς τὰς αἰωνίους διαμάχας, ἤθελε πρὸ παντὸς ἐνασχοληθῆ εἰς τὴν ἀναγωγὴν τῶν ἐπὶ βαρυτάτοις τόκοις συνομολογημένων δανείων εἰς δάνεια ἐλαφρότερα ἐπὶ μικροτέρῳ τόκῳ, καὶ ἤθελεν ἐκ τούτου ἐλαττώσει πολὺ τῶν δημοσίων ἐξόδων τὸν προϋπολογισμόν. Πρέπει, κύριοι, εἷς Ὑπουργὸς ἀληθὴς τῶν οἰκονομικῶν νὰ εὑρεθῇ, ὁ ὁποῖος νὰ σώσῃ τὸν δημόσιον πλοῦτον ἀπὸ τὴν συστηματικὴν διαρπαγὴν, ἥτις ἐνεργεῖται ἐν τοῖς τελωνείοις καὶ παντοῦ, ὅπου ὁ φόρος βεβαιοῦται καὶ εἰσπράττεται. Ἀπὸ τοιοῦτον Ὑπουργὸν περιμένομεν ὡς σύστημα οἰκονομικὸν τὴν ἀνακοίνωσιν ὅλων τῶν ἀγωγῶν κατὰ τοῦ δημοσίου πρὸς τοὺς ὑπευθύνους, εἴτε ὑπουργοὺς, εἴτε ὑπαλλήλους. Ὁ Ὑπουργὸς ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ἐννοῶ, δὲν πρέπει νὰ λαμβάνῃ μέρος εἰς τὴν πολιτικὴν, ἀλλὰ νὰ μένῃ πάντοτε, ὅπως ἡ οἰκοδέσποινα, ἐν τῷ μέσῳ τοῦ οἴκου. Διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ἤθελον συμβουλεύσει τὴν συμμετοχὴν εἰς τὰ ἔργα του, ἰδίως ἐν τῇ Ἀνατολῇ, τῶν ἐντίμων ἐκείνων ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν τὰς ἑλληνικὰς κοινότητας τῆς Ἀνατολῆς. Διότι, κύριοι, μὴ λησμονήσητε τὸν φυλετικὸν χαρακτῆρα τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, ὅστις ἐνήργησε πάντοτε εἰς τὰ ἔξω ὄχι δι’ ἁρμοστῶν, ἀλλὰ δι’ ἀποικιῶν καὶ δι’ ἀδιακόπων ἐπικοινωνιῶν μεταξὺ τοῦ κέντρου καὶ τῆς ἀποικίας. Ἐν τῇ σφαίρᾳ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ἤθελον καταργήσει τὰ τριμελῆ πρωτοδικεῖα, καὶ ἤθελον δημιουργήσει ἀνακριτὰς περιοδεύοντας. Τοιουτοτρόπως δὲ ἤθελον ἐπέλθει ταχύτης εἰς τὸν περιούσιον ἄρτον τῆς δικαιοσύνης τοῦ Λαοῦ καὶ οἰκονομία ἡμίσεως ἑκατομμυρίου περίπου διὰ τοὺς μάρτυρας ὡς καὶ τὰ σχετικὰ τῆς δικαστικῆς ὑπηρεσίας ἔξοδα.
§59ΝΙΚΟΚΑΒΟΥΡΑΣ. Νὰ τὰ γράψετε διὰ τὸ μέλλον.
§60ΛΑΠΠΑΣ. Εἰς αὐτὸ λέγετε τὴν ἀλήθειαν. (Ἱλαρότης).
§61ΑΡ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ἤθελον, κύριοι, συμβουλεύσει τὴν ἀνόρθωσιν τῶν δικηγορικῶν συλλόγων εἰς ὅλας τὰς ἕδρας τῶν δικαστηρίων, διὰ νὰ χρησιμεύωσιν ὡς ἔμμεσος ἐλεγκτικὴ δύναμις τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ἡ ὁποία ἐν πολλοῖς ἤρχισε νὰ προσκρούῃ πρὸς τὸν γενικὸν σκοπὸν τῆς δημιουργίας της. Διὰ τὸ ὑπουργεῖον τῶν ἐσωτερικῶν εἷς βαθμὸς διοικήσεως θέλει ἐξάπαντος ἐλαττώσει τὴν δαπάνην καὶ ἁπλοποιήσει τὸν μηχανισμόν. Πρακτικὴ εἶναι ἡ ἀρχή, ὅτι αἱ φυλακαὶ πρέπει νὰ συντηρῶνται διὰ τῶν φυλακῶν, ὅπως ἐλύθη τὸ ζήτημα τοῦτο εἰς τὴν Ἀμερικήν, ὅπου ὄχι μόνον συντηροῦνται οἱ φυλακισμένοι ἐκ τῆς ἐργασίας αὐτῶν, ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ περίσσευμα. Εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῆς ἐκπαιδεύσεως ἤθελον, κύριοι, ἀναγράψει ὡς εἰδικὴν ἀρχὴν τὴν συστηματικὴν ἀνύψωσιν τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου, ἐκεῖ ὅπου σύμπας ὁ Ἑλληνισμὸς τὸ προσδοκᾷ. Οἱ πνευματικοὶ καρποὶ αὐτοῦ δὲν τίθενται ὅσον ἔπρεπεν εἰς τὴν καθολικὴν ὑπηρεσίαν τῆς πατρίδος, κατὰ τὸν ἀρχικὸν σκοπὸν τοῦ ἱεροῦ καθιδρύματος. Ἐνῷ ἐν τοῖς Πανεπιστημίοις τῶν ἄλλων Κρατῶν ὑπάρχουν διὰ τὰ ὑπουργεῖα τῶν ἐσωτερικῶν, τῶν ἐξωτερικῶν, τῶν οἰκονομικῶν κλάδοι ἰδιαίτεροι εἰς μόρφωσιν ὑπαλλήλων, ἐν τούτοις περιωρίσθη ἡ νομικὴ σχολὴ τοῦ Πανεπιστημίου πρὸς μόνην τὴν ὑπηρεσίαν τὴν καθαρῶς δικαστικήν. Ἤθελον, κύριοι, εὐχηθῆ τὴν ἀνόρθωσιν τοῦ κατωτέρου κλήρου, ὅστις καταπιέζεται ὑπὸ τοῦ ἀνωτέρου. Καὶ ὅταν πρόκηται περὶ οἰκονομικῆς συγκροτήσεως τοῦ κατωτέρου κλήρου, ἤθελον εὐχηθῆ νὰ σχηματισθῶσιν ἐκκλησιαστικὰ ταμεῖα κατὰ δήμους καί, εἰ δυνατὸν, κατὰ συνοικισμοὺς προικισμένα μὲ ἀνάλογον τόπον γῆς, ὅπως καλλιεργοῦν οἱ ἀγροτικοὶ ἱερεῖς καὶ ζοῦν, ἤτοι καὶ τὸ ἀντίστοιχον πρὸς τὰς ἐν Γαλλίᾳ fabriques. Διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἤθελον εὐχηθῆ τὴν ἀποτελεσματικὴν ἐπίδρασιν τοῦ ἱστορικοῦ παραδείγματος τοῦ 1821 καὶ τῆς πρὸ αὐτοῦ ἐποχῆς. Ἤθελον εὐχηθῆ νὰ ὀργανωθῇ, κατὰ τὸ ἐφικτὸν, στρατιωτικῶς τὸ ἐμπορικὸν τῆς χώρας ναυτικόν. Μικροὶ λαοί, οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται νὰ διαθέσωσι μεγάλα κεφάλαια, πρέπει νὰ λάβουν σπουδαῖον μάθημα ἐκ τοῦ λαμπροῦ ἐκείνου ναυτικοῦ, τὸ ὁποῖον ἐχρησίμευσεν ὡς ἡμίσεια βάσις τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν ἀνεξαρτησίας. Καί, κύριοι, μὴ νομίσητε, ὅτι τὰ κατορθώματα ἀνήκουν εἰς αὐτοὺς τοὺς μεγαλοπρεπεῖς καὶ πολυτελεῖς τῆς θαλάσσης κολοσσούς, διότι ἐπισημότατοι ναυτικοί, ὅπως γνωρίζει τοῦτο κάλλιστα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἀρχίζουσιν ἤδη νὰ ἐπανέρχωνται εἰς τὴν ἰδέαν τοῦ δυνατοῦ τῆς ἔν τισιν ἀναλογίαις ἐπανόδου τοῦ ἁπλουστέρου συστήματος τῆς ἀρχαιότητος. Ἔρχομαι εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, τὸ ὁποῖον ἀφῆκα τελευταῖον. Δὲν ἐννοῶ, κύριοι, διατί, ὅταν ὁμιλοῦμεν περὶ στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ τῆς ἐπικρατείας, λησμονοῦμεν τὸ 106 ἄρθρ. τοῦ συντάγματος, τὸ ὁποῖον λέγει «ἡ ἐθνοφυλακὴ διατηρεῖται.» Ἐκεῖνοι οἱ ἄνδρες, οἵτινες κατέστησαν ἐν τῇ πολιτείᾳ τὴν ἰδέαν τῆς ἐθνοφυλακῆς, δὲν σᾶς ἐπέτρεψαν νὰ τὴν ἐγκαταλείψητε. Καὶ ἐνῷ ἐπὶ τῆς ἰδέας ταύτης ἐσκεπτόμην, εἷς ἐντιμότατος πατριώτης, κατοικῶν τώρα ἐν Κερκύρᾳ, πρὸ ὀλίγου χρόνου μοὶ γράφει, «Ὕψωσον τὴν φωνήν σου ὑπὲρ τῆς Ἐθνοφυλακῆς, διότι εἶναι ὁ μόνος ὀργανισμός, ὅστις προσαρμόζεται πληρέστερον πρὸς τὰς οἰκονομικὰς καὶ γενικὰς περιστάσεις τοῦ τόπου». Ὀργανώσατε, κύριοι, αὐτὴν τὴν δύναμιν, μὴ ἀπελπίζεσθε ἐπὶ τῇ πρώτῃ ἀποτυχίᾳ· εἶναι ἡ μόνη κατὰ σκοπὸν γενικὴ τῆς ἐπικρατείας ἰσχύς. Κατὰ τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν μόνον ἐπὶ δύο θεμάτων θέλω ὁμιλήσει, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ὑπαξιωματικοὺς καὶ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς στρατιώτας. Ἐπὶ τῶν ὑπαξιωματικῶν δὲν βλέπω καμμίαν πρόνοιαν· οἱ ὑπαξιωματικοὶ εἶναι ὑπὸ τὸ αὐθαίρετον τοῦ ὑπουργοῦ· καὶ ὅμως αὐτοὶ ἀποτελοῦν τὸ φυτώριον τοῦ στρατοῦ καὶ τὴν βάσιν τῶν στρατιωτικῶν τοῦ τόπου ἐξελίξεων. Ποῦ εἶναι ἡ ἐκπαίδευσις αὐτῶν; ποῦ ἡ ἀποκατάστασίς των; εἶναι ἐντελῶς ἐγκαταλελειμμένοι. Περισσότερον ὅμως εἶναι ἐγκαταλελειμμένος ὁ στρατιώτης. Ἀκούσατε, κύριοι, θέλω σᾶς ὁμιλήσει, ὄχι μὲ τὴν σπάθην, ἀλλὰ μὲ τὸν στόμαχον τοῦ κυριολεκτικῶς πεινῶντος στρατιώτου. Εἰς πεντήκοντα λεπτὰ ἀναβιβάζεται ὁ μισθὸς αὐτοῦ, ἐξ ὧν 34 λεπτὰ δίδονται διὰ τὸ σιτηρέσιόν του, καθὰ εἶναι ὡρισμένον τοῦτο πρὸ 30 καὶ 40 ἐτῶν. Πρὸ 30 ὅμως ἐτῶν καὶ τὸ κρέας ἐτιμᾶτο 50 λεπτὰ καὶ τὸ ῥύζι ἐπίσης ὀλιγώτερον, καὶ ἐν γένει τὰ τρόφιμα ἦσαν εἰς τὸ μικρότερον τῆς ὑψώσεώς των σημεῖον. Ἐν τούτοις ἡ αὐτὴ χορηγία τῶν 34 λεπτῶν εἶναι καὶ σήμερον ἐν ἔτει σωτηρίῳ 1880, ὅτε ἐτριπλασιάσθησαν αἱ τιμαὶ τῆς ἀγορᾶς. Πῶς λοιπὸν τρέφεται ὁ στρατιώτης, ὁ φύλαξ τῆς οἰκίας μας, τῆς τιμῆς μας, τῆς πατρίδος αὐτῆς; διὰ τροφῆς 34 λεπτῶν ὁποῖον σῶμα κατασκευάζετε; ὁποίαν σχετικῶς δύναμιν δημιουργεῖτε; Καὶ ἐν τούτοις ἐδῶ μεριμνῶμεν περὶ τῶν μεγάλων, περὶ δὲ τοῦ στρατιώτου οὐκ ἦν φωνή, οὐκ ἦν ἀκρόασις. Πάντοτε λέγεται, ὅτι μεριμνῶσι περὶ τοῦ στρατοῦ· ψεῦδος! Μεγαλειτέρας προστασίας ἦτο ἄξιος ὁ λαμπρός, ὁ ὑποταγὴς ἐκεῖνος ἄνθρωπος τῶν ὅπλων, ὁ βασανιζόμενος ὑπὸ τῆς βασάνου τῆς πείνης. Μετὰ τὴν γενικὴν ταύτην ἐπισκόπησιν, εἰσέρχομαι εἰς τὸ εἰδικώτερον ζήτημα τοῦ προϋπολογισμοῦ κατὰ τοὺς ἀριθμητικοὺς ὑπολογισμούς, οὓς ἡ ἐπιτροπὴ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς κατεσκεύασε. Διὰ νὰ γείνῃ ἡ συζήτησις καθαρά, πρέπει πρῶτον νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὰς μονάδας, καὶ δεύτερον νὰ ἀκολουθήσωμεν μίαν ὁδόν, ἃς ᾖναι καὶ ἡ τῆς ἐπιτροπῆς. Κατὰ τὴν ἐπιτροπήν, τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους ὑπολογίζονται εἰς 47,116,000, τὰ δὲ ἔξοδα εἰς 51,542,000. Ἐκ τῶν ἐξόδων τούτων διακρίνω δύο κεφάλαια, τὸ κεφάλαιον τὸ στρατιωτικὸν καὶ τὸ κεφάλαιον τοῦ δημοσίου χρέους. Αὐτὰ τὰ δύο κεφάλαια συμποσοῦνται εἰς 30,318,000, ἐνῷ τὰ λοιπὰ ἔξοδα συμποσοῦνται εἰς 25,476,009. Τὴν διάκρισιν ταύτην μεταξὺ τῶν δύο τούτων κεφαλαίων, παρακαλῶ, μὴ τὴν λησμονήσητε· διότι ἐνδιαφέρει τὸν μηχανισμὸν τὸν οἰκονομικόν, τὸν ὁποῖον θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ὑποβάλω κατόπιν. Ἐὰν, κύριοι, δὲν ἐπιθυμῶμεν παραμύθια νὰ ἀκούωμεν, μὴ νομίσητε, ὅτι διὰ τῶν τραπεζικῶν οἰκονομιῶν, ἃς μοὶ ἐπιτρέψῃ τὴν φράσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δυνάμεθα νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὰς περιστάσεις τῆς Ἀνατολῆς, ὅταν καλέσωσιν αὗται τὴν Ἑλλάδα νὰ συναγωνισθῇ πρὸς τοὺς λαοὺς, οἱ ὁποῖοι παρουσιάζονται ὡς ἀνταγωνισταὶ τῶν περαιτέρω τυχῶν της. Διὰ τοῦτο λέγω, ἀφήσατε ἄθικτα τὰ χρήματα τοῦ στρατοῦ, καὶ ἐν καιρῷ θέλω σᾶς εἴπει ἀκόμη, νὰ προσθέσητε χωρὶς ἐπιβάρυνσιν τῶν ὑπολογισμῶν εἴτε τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε τῆς ἐπιτροπῆς. Ἂς ἐξετάσωμεν ἤδη τὴν κατηγορίαν τῶν μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν κεφαλαίων τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ δημοσίου χρέους ὑπολοίπων ἐξόδων, τῶν δραχ. 25,500,000, διὰ νὰ καθαρίσωμεν τὴν θέσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐκ τῶν 25,456,000 ἡ ἐπιτροπὴ οἰκονομεῖ 1,752,000, ὥστε τὰ ἔξοδα περιορίζονται οὕτως εἰς 23,724,000. Ἐὰν ἐκ τῶν ἐξόδων τούτων ἀφαιρέσωμεν τὰ ἀπομένοντα ἐκ τοῦ συμψηφισμοῦ τῶν προμνησθέντων στρατιωτικῶν καὶ χρεωστικῶν ἐξόδων ἔσοδα, τὰ 16,670,000, μένει ἔλλειμμα 7,026,000 δρ. κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τῆς ἐπιτροπῆς.
§62Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἐκατάλαβα καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ τὸ ἐπαναλάβετε.
§63ΑΡ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Εὐχαρίστως· ἐὰν μοὶ χαρίζητε τὴν προσοχήν σας. Θὰ ἦναι ἴσως ἀναγκαία μία ἰδιαιτέρα περὶ προϋπολογιστικῶν ἐπιτροπῶν ἔρευνα. Ἐν Γαλλίᾳ ὁ προϋπολογισμὸς ἀποστέλλεται εἰς ὅλας τὰς ἐπιτροπὰς, καὶ εἶναι ἕνδεκα τοιαῦται, ἑκάστη τῶν ὁποίων διορίζει τρία μέλη εἰς ἀποτέλεσιν τῆς μεγάλης τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς ἐκ τῶν εἰδικωτέρων ἀνδρῶν, τοὺς ὁποίους περιέχουσιν ὅλαι αἱ ἐπιτροπαί. Ἅμα συγκροτηθῇ ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ, διαιρεῖται αὕτη εἰς τόσα τμήματα, ὅσοι κλάδοι ὑπηρεσίας ὑπάρχουσι, καὶ τοιουτοτρόπως ἕκαστον τμῆμα εἰσέρχεται εἰς τὰς μικροτέρας λεπτομερείας, μελετᾷ εἰδικῶς καὶ συντάσσει τὴν ἔκθεσίν του ἐπὶ τοῦ ἐνδιαφέροντος αὐτὸ κλάδου, κατόπιν δὲ συνέρχονται ὅλα τὰ τμήματα καὶ συντάσσεται ἡ γενικὴ ἔκθεσις, ἥτις ὑποβάλλεται εἰς τὴν Βουλήν. Ἐνώπιον τῆς ἐκθέσεως ταύτης δύναταί τις νὰ ἀποκαλυφθῇ. Δὲν ἐννοῶ, ὅτι ἡ ἔκθεσις τῆς ἡμετέρας ἐπιτροπῆς ἔχει τοσαύτην ἀξίαν, ἀλλὰ, διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς ἓν πόρισμα, ἔπρεπε πάντως νὰ ληφθῇ αὕτη ὡς βάσις.
§64Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Διατί δὲν λαμβάνετε βάσιν τὸν προϋπολογισμόν;
§65ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ἐπροτίμησα τὸν τῆς ἐπιτροπῆς ὡς μᾶλλον ἀνηκούσης εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ ἔκθεσις λοιπὸν τῇ ἐπιτροπῆς, μετὰ τοὺς συμψηφισμοὺς τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων, οὓς ἐσημείωσα, ἀναφέρει ἔλλειμμα 7,026,000 δραχμῶν, εἰς κάλυψιν τοῦ ὁποίου ἡ Κυβέρνησις προτείνει πόρους τινὰς, φόρον ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, μεταβολὴν τοῦ τελωνειακοῦ δασμολογίου καὶ φόρον ἐπὶ τοῦ θείου. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν καπνὸν, ὁ ὑπολογισμὸς τῶν 2,000,000 δραχμῶν μοὶ φαίνεται ὑπερβολικὸς, καὶ θέλω σᾶς φέρει εἰς ἀπόδειξιν παρατηρήσεις τῆς καταστατικῆς ἐν ἄλλαις ἐπικρατείαις. Ἐν Γαλλίᾳ ὑπελογίσθη, ὅτι ἡ ἑκατοστὺς τῶν ἀνθρώπων καταναλίσκει ἐνιαυσίως 85 χιλιόγραμμα, ἐν Ἰταλίᾳ 57, ἐν Ἱσπανίᾳ 49, κατὰ μέσον πάντοτε ὅρον. Παρ’ ἡμῖν ἐλλείπει τοιαύτη ἐξακρίβωσις, ἀλλὰ πόσον θέλετε νὰ ὑπολογίσητε ὑμεῖς, ὅτι καπνίζουσιν ἐν Ἑλλάδι, περισσότεροι ἢ ὀλιγώτεροι;
§66ΤΙΝΕΣ. Πολὺ περισσότεροι.
§67ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ἐὰν ὑπολογίσωμεν εἰς 80 χιλιόγραμμα τὸν καπνὸν, τὸν ὁποῖον καταναλίσκει ἡ ἑκατοστὺς τῶν Ἑλλήνων, ἔχομεν 16,000 ἑκατοστύας ἀνθρώπων, διότι 1,600,000 εἶναι ὁ τῆς ἐπικρατείας πληθυσμός. Ἑπομένως πρὸς 80 χιλιόγραμμα, ἤτοι 60 περίπου ὀκάδας καπνοῦ, ἡ ἑκατοστὺς τῶν ἀνθρώπων, ἰδοὺ, κατὰ σχετικήν τινα ἀναλογίαν, ὅτι ἐν Ἑλλάδι καταναλίσκονται 960,000 ὀκάδες καπνοῦ. Θέλετε πρὸς 60 λεπτὰ ἢ 80 λεπτὰ, πρὸς 1 ἢ 2 δραχμὰς τὴν ὀκᾶν νὰ διατιμήσωμεν τὴν κατανάλωσιν ταύτην; Ἂς ὑποθέσωμεν 1 δρ. τὴν ὀκᾶν κατὰ μέσον ὅρον, ἰδοὺ ὅτι ἡ ὁλικὴ ἀξία τοῦ καπνοῦ μόλις φθάνει τὸ ἑκατομμύριον. Τί ἐννοεῖτε νὰ φορολογήσητε, διὰ νὰ μὴ θεωρηθῆτε ὡς Δράκοντες τῆς φορολογίας; Θὰ φορολογήσητε τὸ ἥμισυ, ποτὲ περισσότερον. Ὥστε, βλέπετε, ὅλοι οἱ ὑπολογισμοὶ τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου καταδικάζονται ὑπὸ τῆς καταστατικῆς. Ὄχι 2 ἑκατομμύρια, ἀλλὰ μόλις ἥμισυ δύναταί τις ἐκ τοῦ καπνοῦ νὰ ἐλπίζῃ. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸ θεῖον, ἐννοεῖτε νὰ φορολογήσητε τὰ φάρμακα, διότι τὸ θεῖον εἶναι τὸ φάρμακον κατὰ τῆς ἀσθενείας τῶν ἀμπέλων. Θὰ ἦναι πρωτοφανὲς τοῦτο, νὰ τεθῇ φόρος ἐπὶ τῶν ἰατρικῶν, εἶναί τι, τὸ ὁποῖον ἐξεγείρει τὴν ἀγανάκτησιν· δὲν πιστεύω ποτὲ νὰ γείνῃ· ἂν θέλετε, φορολογήσατε τὴν πρόσοδον, ἀλλὰ ποτὲ τὸ ἰατρικόν. Ὥστε τοιουτορόπως, ἀφαιρουμένων αὐτῶν τῶν κονδυλίων, μένουσι δραχμαὶ 3,225,000, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι ἀδύνατον νὰ εἰσπραχθῶσι. Τοιουτοτρόπως τὸ ἔλλειμμα καταβιβάζεται εἰς δραχμὰς 3,801,000· ἂν προσθέσητε εἰς τοῦτο τὸ καθυστέρημα, τὸ ὁποῖον ἐκ τῆς φύσεως τῶν πραγμάτων τὸ μὲν, καὶ ἐκ τῆς κακῆς διοικήσεως τὸ δὲ, ἂν προσθέσητε 2,000,000, τὸ καθυστέρημα τοῦ ἔτους 1880, κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο τὸ ἔλλειμμα ἀναβαίνει εἰς δραχμὰς 5,801,000. Αὐτὸ τὸ ἔλλειμμα, κύριοι, ἂς σταματήσωμεν, διὰ νὰ τὸ οἰκονομήσωμεν. Τρεῖς μέθοδοι ὑπάρχουν εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων τῆς ἐπικρατείας. Ἡ πρώτη μέθοδος εἶναι ἡ τῶν ἀρχαίων πολιτειῶν, ἡ δευτέρα μέθοδος ἠμπορεῖ νὰ θεωρηθῇ ὡς μοναρχικὴ, ἡ τρίτη μέθοδος ἀνήκει εἰς τὸ μέσον. Ἡ πρώτη μέθοδος ἔχει τοῦτο τὸ γνώρισμα, ὅτι δι’ ὀλίγων χρημάτων κατασκευάζει μεγάλα ἔργα. Εἶναι τῶν ἀρχαίων τῆς ἐλευθερίας λαῶν. Μὴ νομίσετε ποτὲ, ὅτι οὗτοι εἶχον τὰς κολοσσιαίας ποσότητας, τὰς ὁποίας διαθέτει ἡ νῦν ἐποχή. Ἐκεῖνα τὰ μεγάλα ἔργα, τὰ ὁποῖα ἐσώθησαν πρὸς δόξαν τῶν ἐθνῶν τῆς ἀρχαιότητος, ἔγειναν σχετικῶς μὲ πολὺ ὀλιγώτερα χρήματα, οὐχὶ διὰ τὴν ἀξίαν τοῦ χρυσοῦ, ἡ ὁποία βέβαια ἐξέπεσεν εἰς τοὺς νεωτέρους χρόνους, ἀλλ’ αὐτὰ καθ’ ἑαυτά. Τὰ κεφάλαια τῶν ἀρχαίων δημοκρατιῶν ἦσαν σχετικῶς πολὺ μικρότερα ἀπέναντι τῶν σημερινῶν ἐθνικῶν περιουσιῶν. Ἀλλὰ τότε, κύριοι, περιωρίζοντο αἱ πολιτεῖαι εἰς ὅ,τι εἶχον. Εἶχε π. χ. ὁ Ἀθηναϊκὸς λαὸς δέκα ἑκατομμύρια; ἀντὶ τοσούτων ἐξετέλει ἐργασίαν. Ἔλειπε τότε ἐκείνη ἡ μάγισσα ἡ δανειστική, ἡ ὁποία λέγει εἰς τὰ θύματά της «ἐξόδευσε, σὲ δανείζω». Πηγαίνετε εἰς τὴν Σύγκλητον τῆς Ῥώμης καὶ εἰπέτε αὐτῇ «δανείσθητι, ἵνα ἐξοδεύσῃς περισσότερα,» θὰ σᾶς ἐξέβαλλον ἔξω τῶν ὁρίων τῆς πόλεως. Οἱ δανειστικοὶ τῶν ἐπικρατειῶν συνδυασμοὶ εἶναι μεταγενέστεροι, ἀνήκουσιν εἰς μεταβεβλημένην ἰδιοσυγκρασίαν τῶν λαῶν.
§68ΤΙΝΕΣ. Αὔριον, αὔριον.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται διὰ τὴν αὔριον. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 7 μ. μ.)