Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period Η · Session Α› Sitting 77

1880.02.23

2,611 rows · 20,531 words · 1 table · 131 turns

Date
1880.02.23
Presidency
Σ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΥ
Period
Η
Session
Α
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ, VOLUME Β (1880)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 77

τῆς 23 Φεβρουαρίου 1880.

(Σάββατον.)

Ὥρα 2 μ. μ.

Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας καὶ ἐνεκρίθησαν.

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ τῆς δικαιοσύνης ὑποβάλλει ἔκθεσιν ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ ἀκυρώσεως τοῦ ἄρθρου 596 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας. Θὰ τυπωθῇ. Ὁ ἐν Πάτραις ἐμπορικὸς σύλλογος συνιστᾷ τὸ μέτρον τῆς ἐνοικιάσεως τῶν τελωνείων τοῦ Κράτους. Θὰ παραπεμφθῇ τὸ ἔγγραφόν του εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν.

§2ΦΛΩΡΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ. Πρὶν εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, θὰ παρακαλέσω ὑμᾶς καὶ τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀπόφασιν, ἣν πρὸ 8 ἡμερῶν ἐξέδωκεν αὕτη, ἵνα συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ συμβάσεως μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς πιστωτικῆς Τραπέζης.

§3ΤΙΝΕΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν.

§4ΦΛΩΡΙΑΣ. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισεν, ἵνα ὁ νόμος, ὅστις ὑπεβλήθη ἐνώπιόν σας, περὶ ἐπικυρώσεως τῆς συμβάσεως μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς πιστωτικῆς Τραπέζης, παραπεμφθῇ εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπὴν, ἵνα αὕτη ἐπεξεργασθῇ τοῦτον ὡς καὶ τὴν σύμβασιν ὁμοῦ μὲ τὴν πρότασιν, ἣν ὁ κ. Πολυλᾶς εἶχεν ὑποβάλει ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ἡ ἐπιτροπή σας εἰργάσθη καὶ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της, καὶ ἡ ἔκθεσις αὕτη διενεμήθη πρὸ 48 ὡρῶν· εἶχε δὲ ἀποφασίσει τότε ἡ Βουλὴ τὸ ζήτημα τοῦτο νὰ συζητηθῇ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Δευτέραν, δὲν συνεζητήθη ὅμως τότε, διὰ τὸν λόγον, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ δὲν εἶχε περαιώσει τὴν ἐργασίαν. Ἐπεραιώθη ἤδη ἡ ἐργασία αὕτη ἀπὸ τὴν ἐπιτροπὴν, ἥτις σᾶς ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος, καὶ ἑπομένως τὸ ζήτημα κατέστη ἐντελῶς ὥριμον. Ἐπειδὴ δὲ εἶναι λίαν σπουδαῖον τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ εὐαρεστηθῇ, ἵνα ἐγκρίνῃ νὰ ἀναγνωσθῇ εἰς βʹ. ἀνάγνωσιν τὸ προκείμενον Νομοσχέδιον περὶ συμβάσεως μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ τῆς πιστωτικῆς Τραπέζης.

§5ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.

§6ΕΤΕΡΟΙ. Ὄχι, ὄχι, δὲν δυνάμεθα νὰ διακόψωμεν τὸν προϋπολογισμόν.

§7ΦΛΩΡΙΑΣ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἡ συζήτησις θὰ ᾖναι μικρά.

§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖται ἡ μεταβολὴ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Ὑποστηρίζεται ἡ πρότασις ἀπὸ 10; (Ἐγείρονται πλείονες τῶν 10.) Οἱ παραδεχόμενοι τὴν μεταβολήν....

§9ΠΑΛΑΤΙΑΝΟΣ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, τὸν λόγον ἐπὶ τῆς μεταβολῆς τῆς ἡμερησίας διατάξεως (θόρυβος).

§10ΠΟΛΥΛΑΣ. Διὰ νὰ μάθῃ ἡ Βουλὴ ποῖον θὰ ἦναι τὸ ἀποτέλεσμα διὰ τῆς μεταβολῆς τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ἂς μάθῃ, ὅτι θὰ ὁμιλήσω ἐπὶ δύω ὥρας, διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι.... (θόρυβος.) Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ, ὅτι τὸ Κράτος πάσχει ἐκ τῆς ἀναβολῆς τοιούτου ζητήματος, ἂς τὸ ὑποστηρίξῃ. (Θόρυβος.)

§11ΠΑΛΑΤΙΑΝΟΣ. Τὸ Νομοσχέδιον, ὅπερ σήμερον ζητοῦσι νὰ προταχθῇ ἀπὸ τὸν προϋπολογισμόν, εἶναι εἰς ά. ἀνάγνωσιν.

§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἡ βʹ. αὐτοῦ ἀνάγνωσις σήμερον.

§13ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα ἡ δευτέρα.

§14ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Κύριοι, ἐπεθύμουν πρὸ πάντων νὰ συζητηθῇ ὁ προϋπολογισμὸς, καὶ χαίρω διὰ τὴν ὄψιμον προθυμίαν καὶ τὴν ὑποστήριξιν, ἣν ὁ κ. Πολυλᾶς δίδει σήμερον εἰς αὐτὴν τὴν ἰδέαν. Δὲν ἐπολέμησα ἐξ ἀρχῆς τὴν πρότασιν, διότι συμφέροντα, ὅπως λέγουν, συναδέλφων μας μεγάλου ἀριθμοῦ....

§15ΡΩΜΑΣ. Ὅλων τῶν Ἑπτανησίων.

§16ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐνδιαφέρονται, διότι πρόκειται νὰ πάθωσι. Δὲν ἠδυνάμην λοιπὸν νὰ ἀντιταχθῶ εἰς τὴν ἐπιθυμίαν αὐτῶν, καθόσον ἐνόμιζον καὶ ἀκόμη δύναμαι νὰ νομίζω ὅτι δύναται ἡ βʹ. ἀνάγνωσις τοῦ νομοσχεδίου τούτου νὰ γείνῃ ἐν βραχεῖ χρόνῳ καὶ ἄνευ μεγάλης συζητήσεως. Ἐὰν τῷ ὄντι δύναται ἡ ἀνάγνωσις ἡ βʹ. νὰ γείνῃ ἄνευ ἐκτεταμένης συζητήσεως, ἄνευ ἀπωλείας χρόνου, τότε οὐδεμίαν δυσκολίαν ἔχω νὰ παραδεχθῶ, ἵνα προταχθῇ ἡ βʹ. συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἐὰν πρόκηται ὅμως ν’ ἀπολεσθῇ ὁ καιρὸς, νὰ ἐξαντληθῇ εἰς συζήτησιν μακράν....

§17ΠΟΛΥΛΑΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.

§18ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βεβαίως καὶ ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ὑποστηρίξω τὴν πρότασιν, οὔτε νὰ ἐπιμείνω.

§19ΠΟΛΥΛΑΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, εἶναι περιττόν....

§20ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Περὶ τίνος θὰ συζητήσωμεν, κ. Πρόεδρε;

§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περὶ μεταβολῆς τῆς ἡμερησίας διατάξεως.

§22ΠΟΛΥΛΑΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, κύριοι, μὲ ἐτίμησε μνημονεύσας πρώτην φορὰν ἐμοῦ ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ διὰ τοῦτο εἶμαι ὑποχρεωμένος ν’ ἀπαντήσω ἀπαθῶς. Ποτὲ ὄψιμον προθυμίαν, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἔδειξα, ὅπως συζητηθῇ ὁ σπουδαιότερος νόμος τοῦ Κράτους. Θὰ ἀποδειχθῇ ἐκ τῆς συζητήσεως ποῖος παρενέβαλε προσκόμματα, ὅπως ἡ Βουλὴ ἐπιτελέσῃ τοιοῦτον καθῆκον, οὔτε δύναται, κύριοι, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὲ ἐπιτιμήσῃ, ὅτι προβάλλω συζήτησιν εἰς ἀπώλειαν τοῦ χρόνου τῆς Βουλῆς. Ἡ συζήτησις, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, τῆς συμβάσεως, ἣν εἰσηγάγετε, δὲν θὰ ἦναι ἀπώλεια χρόνου, θὰ ἦναι λύσις ζητήματος σπουδαίου, θὰ φανῇ, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις πράγματι κήδεται τῶν συμφερόντων αὐτῶν τῶν ἰδιαιτέρων, ὡς τὰ χαρακτηρίζετε, συμφερόντων τῆς Ἑπτανήσου, ἢ ἐὰν διὰ τῆς συμβάσεως ταύτης ζητῆτε νὰ καταστρέψητε τὴν Ἑπτάνησον (Θόρυβος).

§23Σ. ΖΕΡΒΟΣ. Ἡ πλειονοψηφία τῆς Ἑπτανήσου θὰ ἀποφασίσῃ αὐτὸ, καὶ ὄχι σεῖς (Θόρυβος).

§24ΚΟΝΤΟΛΕΩΝ. Εἶσθε δικηγόρος τῆς Ἰονικῆς τραπέζης, κ. Πολυλᾶ; (Θόρυβος).

§25ΠΟΛΥΛΑΣ. Δὲν θὰ ἦναι ἀπώλεια χρόνου, ἐὰν συζητηθῇ τὸ ζήτημα ἐκεῖνο καὶ ἀποδειχθῇ ἐὰν ἔχητε δίκαιον σεῖς, νομίζοντες, ὅτι εἰσαγωγὴ 10,000,000 ἀναγκαστικῶν γραμματίων θὰ ὠφελήσῃ τὴν Ἑπτάνησον.

§26ΤΙΝΕΣ. Αὐτὸ τὸ ἐσυζητήσαμεν.

§27ΠΟΛΥΛΑΣ. Ὅμως δὲν δύναμαι, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, νὰ μὴ σᾶς παρατηρήσω, ὅτι προσεπαθήσατε μέχρι τοῦδε νὰ καταργήσητε τὴν συζήτησιν, προσεπαθήσατε καὶ ἐν τῇ ὑποβολῇ τῆς συμβάσεως ἐξ ἐφόδου νὰ τὴν φέρητε, ἀλλὰ δὲν τὸ ἐπετύχετε, καὶ λέγω τοῦτο πρὸς τιμὴν τῆς Βουλῆς (Θόρυβος).

§28Α. ΖΕΡΒΟΣ. Δὲν εἶσθε μόνος ὑμεῖς ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑπτανήσου. (Θόρυβος.)

§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν μεταβολὴν τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ὅπως προηγηθῇ εἰς βʹ. ἀνάγνωσιν ἡ σύμβασις μετὰ τῆς πιστωτικῆς τραπέζης, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πλεῖστοι.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.

§30Α. ΡΟΥΚΗΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Ὄχι, ὄχι, δὲν παρεδέχθη. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν μεταβολὴν τῆς ἡμερησίας διατάξεως λέγουσι ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι. Γίνεται ψηφοφορία κατ’ ὀνομαστικὴν κλῆσιν.

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Λεωνίδας Μελετόπουλος Ἀλέξ. Φωτήλας
Ἰωάν. Μεσσηνέζης ΝἈθαν. Γ. Πετιμεζᾶς Ο
Παντολ. Λογιώτατίδης ΟΣωτ. Ν. Πετιμεζᾶς
Λεωνίδ. Καρυστινάκης ΟΘρ. Ζαΐμης Ο
Νικόλ. Μαυροκορδάτος ΟΠερικλ. Γ. Πεῤῥωτής
Μιχαὴλ Δ. Καΐρης Κωνστ. Ἰω. Φλέσσας Ο
Γεώργ. Τσώκρης Δημ. Τζάνες Ν
Ἄγγελος Γεώργαντᾶς ΝΔημ. Κάρτσωνας Ν
Γεώργ. Παππαλεξόπουλος Ἀντών. Χατζηνικολῆς Ν
Ἀνδρ. Ψύλλας ΟἈλέξ. Ἀντωνιάδης Ο
Δημήτρ. Ῥάλλης ΟΓεώργ. Καραβᾶς
Δημήτρ. Ν. Καλλιφρονᾶς ΟἸωάν. Πεζᾶς Ο
Τιμολέων Φιλήμων ΟΓεώργ. Παππαγεωργίου Ν
Παῦλος Καλλιγᾶς ΟἈνδρ. Ἱερομνήμων Ν
Δημήτρ. Μ. Καλλιφρονᾶς ΟΣτυλιανὸς Βάλληνδας Ν
Ἀλέξανδρ. Γ. Σκουζές Νικόλ. Βασιλάκης Ο
Ἀθανάσιος. Κατσανδρῆς ΝἈντών. Παλατιανὸς Ο
Βλάσης Βαλτινός Ἰάκωβος Πολυλᾶς Ο
Ἀθανάσιος Ἴσκος ΝἈναστ. Δημητριάδης Ο
Δ. Γρίβας Δημήτρ. Σταυρόπουλος Ο
Γ. Γεροθανάσης Σπυρ. Α. Νοταρᾶς Ν
Χρ. Κατσικογιάννης ΝἸω. Δεληγιάννης Ο
Βασίλ. Νικολόπουλος ΟἈνδρ. Νοταρᾶς Ν
Ἰωάννης Ῥοϊλὸς Ν. Βαλσαμάκης
Γεώργ. Μπούκουρας ΟΠ. Βενιεράτος Ν
Θεόδ. Δηλιγιάννης Σπ. Μοντεσάντος Ν
Κωνστ. Μαντζουράνης Δ. Μηλιαρέσης Ν
Κ. Κοσσονάκος ΟΣπυρ. Κοντολέων Ν
Π. Πετροπουλάκης ΝΠ. Κορωναῖος Ο
Ἰωάν. Ἀνδρίτσος Στυλ. Κασιμάτης Ν
Κ. Ἀναγνωστόπουλος ΟΘεόδ. Θερμογιάννης Ο
Ἰωάν. Γ. Κότταρης ΟἈντών. Καρδαρᾶς Ν
Ν. Παπαμιχαλόπουλος Δημήτρ. Σταματόπουλος Ν
Νικόλ. Θ. Ῥίτσος ΝΘ. Καλλίτσης ἢ ΜαρούληςΟ
Ἰω. Καπιτσίνης Ἰωάν. Βαλασσόπουλος Ο
Γ. Μίλησης Νικήτ. Βαρβιτσιώτης Ν
Ἰω. Κ. Ζέρβας ΝἈριστ. Τζιβανόπουλος Ν
Γεώργ. Ζηνόπουλος ΝἈναστ. Κορφιωτάκης
Δημ. Χατζόπουλος Δημήτρ. Δημητρακάκης Ν
Δ. Βουλπιώτης ΟΔημήτρ. Μελετόπουλος Ο
Σπ. Καραϊσκάκης ΟΓ. Λάππας
Σπυρ. Ῥώμας ΝἈναστ. Κουτσοπέταλος
Κ. Λομβάρδος ΟΝικόλ. Μπουφίδης Ο
Ἀναστ. Λούντζης ΟΣ. Βαλαωρίτης Ν
Ἰω. Νέγκας Ξενοφῶν Βαλαωρίτης Ν
Ἰωάν. Βοῦλτσος ΝΓερ. Σέρβος Ν
Γεώργ. Κρεστενίτης ΟΔημήτρ. Τσαμόπουλος Ν
Στέφ. Στεφανόπουλος ΟἈριστ. Ῥούκης Ο
Αὐγ. Πετραλιᾶς ΝΔημ. Παπαλουκᾶς Ν
Ἀνδρ. Αὐγερινὸς Χ. Χριστόπουλος Ο
Γ. Παππακυριακόπουλος ΟἈλέξ. Πετρινός Ο
Θεμ. Δαραλέξης ΝἈναστ. Σεχιώτης
Σπυρ. Κουκούλεζας ΟἸω. Ταμπακόπουλος Ν
Γώργ. Πετούσης ΟΚωνστ. Ῥεβελιώτης
Παναγ. Οἰκονόμου ΝἈριστ. Σακελλαρόπουλος Ο
Πέτρος Α. Ζάνος ΝἨλίας Κοσσονάκος
Νικόλ. Νομικός ΟἈθαν Κατριβάνος
Νικήτας Α. Συνοδινός ΝΒασίλ. Βούτουνας Ν
Δημοσθένης Στάϊκος ΝΣτέφανος Δραγούμης Ο
Κωνστ. Πεταλᾶς ΝΔημήτρ. Πάγκαλος Ν
Ἀριστ. Οἰκονόμου ΟΓεώρ. Σταμούλης
Σπ. Ζερβός ΝΔ. Πατρινός
Θεόδ. Ζερβός ΝΠερικλῆς Καλαμογδάρτης Ο
Χαρίλ. Τρικούπης ΟΝικόλ. Κουμανιώτης Ο
Νικόλ. Μακρῆς ΝΝικ. Καράπαυλος
Γεώρ. Τσάλας ΟΔημήτρ. Τριγγέτας Ο
Ἀλέξ. Κουμουνδοῦρος Ἀθ. Μισυρλῆς Ν
Κωνστ. Α. Κουμουνδοῦρος ΝΕὐάγ. Ἀντύπας
Περικλῆς Μποῦτος ΝΓ. Φλωριᾶς Ν
Σπήλ. Ἀντωνόπουλος Ἀναστ. Ζερβός Ν
Γ. Προβελέγιος ΟΜιχαὴλ Σκαβέντζος Ο
Δημ. Κυριακίδης ΝΓεώργ. Κ. Ῥεμπάκης Ν
Ἐλευθ. Μυκώνιος ΝΠαντελῆς Μπούμπουλης
Κωνστ. Κρίσπης ΝΓεώρ. Λεωνίδας Ν
Μιλτιάδης Βαρότσης ΝἸωάν. Γρυπάρης Ο
Ν. Γ. Καλαντζόπουλος ΟΠαντιᾶς Καράλης Ο
Γεώρ. Σισμάνης ΝΣτέφανος Σκουλούδης Ο
Ἀθ. Ῥοντήρης Ἰω. Δούμας Ν
Κωνστ. Φαρμακόπουλος ΝἸω. Ζαλλώνης
Κ. Εὐθυμιόπουλος Γρηγ. Μαυρομαρᾶς
Ἀλέξ. Πετσάλης ΟΝικολ. Δρόσος Ο
Τηλέμαχος Ῥούκης ΝΣωτήρ. Σωτηρόπουλος ἀρν.
Κυριακ. Μαυρομιχάλης ΝΘ. Μ. Ἀναστασόπουλος Ν
Δημήτριος Σαράβας ΟΚανάρης Γιαλιᾶς Ο
Ἀντ. Μαυρομιχάλης ΟΓεώρ. Πατρίδης Ν
Ἰω. Γερ. Μαυρομιχάλης ΝΓεώρ. Στάϊκος Ο
Ἀσημ. Χριστόπουλος ΟἸωάν. Μεγαπάνος Ν
Ν. Λαμπρούλιας ΝΓ. Σ. Κοριζῆς Ν
Ζ. Α. Ζαρειφόπουλος ΝΧριστόδ. Α. Δουζίνας Ο
Ἀναστ. Δ. Νικοκάβουρας ΝΓεώρ. Δ. Βούλγαρης Ο
Π. Κωσταντᾶς ΝἜπαμ. Α. Κριεζῆς Ο
Θεόφιλος Π. Προβατᾶς Θεόδ. Ν. Γκίκας Ο
Γεώργ. Ἰακωβάτος ΝΛεωνίδας Τράκας Ο
Χαράλ. Ἰακωβάτος ΝἈθανάσιος Χατζόπουλος Ν
Νικόλ. Ἰακωβάτος ΝΚωνστ. Χατζῖσκος Ν
Νικόλ. Κάγκας ΝΔημήτρ. Ζουλούμης Ο
Εὐθ. Κεχαγιᾶς ΟΝικ. Εὐάγ. ΚοντογιάννηςΟ
Π. Τσαμάλας ἢ Παπακώστας Ἀλέξ. Οἰκονόμου Ο
Α. Σιμόπουλος ΟΘεόδ. Φλογαΐτης Ο
Λ. Καραλίβανος ΝΒασίλ. Βουδούρης Ν
Γ. Ῥοῦφος Μιχαὴλ Ἀβέρωφ Ν
Α. Ῥικάκης ΟΚωνστ. Ν. Παππανικολῆς Ν
Ἀριστομ. Κοντογούρης Δημοσθ. Βρατσάνος Ν

§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. 83 εἶπον ναί, 77 εἶπον ὄχι, δύω δὲ ἠρνήθησαν· ἑπομένως ἐγένετο δεκτὴ ἡ πρότασις περὶ μεταβολῆς τῆς ἡμερησίας διατάξεως.

§33ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἤθελον παρακαλέσει, ἵνα μὴ γείνῃ διακοπὴ εἰς τὸν προϋπολογισμόν, νὰ περιορισθῇ ἡ συζήτησις εἰς τὴν ἁπλῆν ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου. Καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Μποῦτος.

§34ΠΑΛΑΤΙΑΝΟΣ. Μίαν παρατήρησιν θὰ κάμω, κύριοι.

§35Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Ἐννοῶ, ὅτι οὐδεὶς τῶν κ.κ. Βουλευτῶν θ’ ἀπαντήσῃ, διότι ἔχομεν καθῆκον μόνον διὰ τὸν προϋπολογισμόν. (Θόρυβος.)

§36ΠΑΛΑΤΙΑΝΟΣ. Ἡ ἀνάγνωσις τοῦ νομοσχεδίου τούτου πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὡς ά. ἀνάγνωσις.

§37Α. ΖΕΡΒΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Τί εἶναι αὐτά;

§38ΠΑΛΑΤΙΑΝΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὸ νομοσχέδιον ὑπ’ ἀριθ. 201, τὸ ὁποῖον φέρει ἓν ἄρθρον, ἡ ἐπιτροπὴ δὲ ἐτροποποίησεν αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον καὶ ἔφερεν εἰς τὴν Βουλὴν ἄλλο νομοσχέδιον· καὶ εἶναι ἄλλο νομοσχέδιον, ἐπειδὴ ἔχει δύο ἄρθρα, ὄχι ἕν, ὡς τὸ πρῶτον.

§39ΚΑΡΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ, δύο λέξεις.

§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύνασθε νὰ διακόψητε τὸν ἀγορεύοντα.

§41ΚΑΡΑΛΗΣ. Ἐπιτρέπετε, κ. Παλατιανέ;

§42ΠΑΛΑΤΙΑΝΟΣ. Μάλιστα.

§43ΚΑΡΑΛΗΣ. Νὰ κατατεθῇ εἰς τὸ Προεδρεῖον ἡ σύμβασις ὅπως ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ διευθυντοῦ τῆς πιστωτικῆς τραπέζης.

§44ΠΑΛΑΤΙΑΝΟΣ. Αὐτὸ ἤθελον νὰ ζητήσω καὶ ἐγώ. Καὶ εἶναι νέον νομοσχέδιον, ἐπειδὴ διὰ τοῦ βʹ. ἄρθρου δίδετε εἰς τὴν Ἰονικὴν Τράπεζαν, ὡς μὴ ὤφειλε, προνόμια νέα. (Θόρυβος.)

§45ΠΟΛΥΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν φέρετε τὴν τάξιν; Εἶναι σκανδαλώδη αὐτά· δὲν πρέπει νὰ ἐπιτρέπητε νὰ διακόπτωσι τὸν ἀγορεύοντα δι’ ἐμπαιγμῶν. Διαμαρτύρομαι, κύριε Πρόεδρε.

§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, καθήσατε· ἂς παύσωσιν αἱ διακοπαί.

§47ΠΑΛΑΤΙΑΝΟΣ. Εἰς τὸ πρῶτον Νομοσχέδιον δὲν ἐπρόκειτο περὶ Ἰονικῆς Τραπέζης· εἰς τὸ δεύτερον δὲ προστίθεται ἓν ἄρθρον, δίδον νέα προνόμια. Νομίζετε, ὅτι τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι τὸ αὐτὸ, ὅπερ ἤδη ἀνεγνώσθη εἰς ά. ἀνάγνωσιν;

§48ΤΙΝΕΣ. Ἔγεινεν ἡ ά. ἀνάγνωσις, καὶ εἰς τὰ πρακτικὰ εἶναι σημειωμένον.

§49ΠΑΛΑΤΙΑΝΟΣ. Ἤθελον παρακαλέσει νὰ κατατεθῇ εἰς τὸ Προεδρεῖον τὸ πρωτότυπον τῆς νέας συμβάσεως, ἥτις ῥιζικῶς ἤλλαξε τὴν πρώτην.

§50Α. ΖΕΡΒΟΣ. Εἶναι τροπολογία αὐτὴ, κύριε Παλατιανέ.

§51ΠΑΛΑΤΙΑΝΟΣ. Εἶναί τι, κύριοι, ὅπερ δὲν δύναμαι νὰ ἐξηγήσω, καὶ παρακαλῶ νὰ προσέξητε. Ἡ πρώτη σύμβασις εἶχεν ἡμερομηνίαν 12 φεβρουαρίου 1880, ἡ δευτέρα, ἥτις εἶναι τὸ ἐξαγόμενον τῆς μελέτης τῆς ἐπιτροπῆς, ἔχει ἡμερομηνίαν 12 φεβρουαρίου 1880, δηλαδὴ τὴν ἰδίαν ἡμερομηνίαν τῆς πρώτης συμβάσεως. Αὐτὸ δὲν ἐξηγῶ, κύριοι, καὶ ἑπομένως παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ καταθέσῃ τὸ πρωτότυπον τῆς δευτέρας συμβάσεως.

§52ΤΙΝΕΣ. Εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν.

§53ΠΑΛΑΤΙΑΝΟΣ. Ὄχι, τώρα.

§54ΔΟΥΜΑΣ. Κύριε Παλατιανὲ, τὸ σχέδιον, τὸ ὑποβληθὲν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, φέρει ἡμερομηνίαν 12 φεβρουαρίου δὲν ἔχει οὕτω;

§55ΠΑΛΑΤΙΑΝΟΣ. Τὸ πρῶτον;

§56ΔΟΥΜΑΣ. Τὸ πρῶτον τῆς Κυβερνήσεως, κατόπιν ἔρχεται τὸ τῆς ἐπιτροπῆς· ποίαν ἡμερομηνίαν φέρει τοῦτο;

§57ΠΑΛΑΤΙΑΝΟΣ. 12 Φεβρουαρίου. Τὴν αὐτὴν τῆς πρώτης συμβάσεως, ἐνῷ ἡ ἔκθεσις καὶ τὸ νομοσχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς φέρει ἡμερομηνίαν 19 φεβρουαρίου.

§58ΔΟΥΜΑΣ. Διατί ὁ κ. Μαυροκορδάτος ἔθεσε 12; διότι οὕτω πως ἐνόμιζε καὶ νομίζει ἡ ἐπιτροπή, ὅτι πρέπει νὰ καταρτισθῇ ἡ σύμβασις τῆς 12 φεβρουαρίου, καὶ αὐτὴν τὴν σύμβασιν ἐννοεῖ ἡ ἐπιτροπή. Ἡ σύμβασις αὕτη, ἐρχομένη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, θὰ ὑποστῇ συζήτησιν καὶ διαφόρους ἄλλας τροπολογίας, ὅπως δὲ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν τράπεζαν, καὶ αὕτη θὰ ἀποφανθῇ ἐὰν τὴν δέχεται ἢ ὄχι. Αὐτὸ εἶναι, καὶ αὐτὸ γίνεται εἰς ὅλας τὰς συμβάσεις. Ὥστε οὐδεμία πλαστογραφία, ὡς ἐντεῦθεν ἐξεστομίσθη, οὐδεμία κακὴ πρόθεσις ὑπάρχει.

§59ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Ἐπειδὴ ὁ κ. Δούμας ἐπεκαλέσθη τὸ ὄνομά μου, ὀφείλω νὰ δώσω τὴν ἐξήγησιν, ὅτι ἐν τῇ ἐπιτροπῇ διετέλουν ἐν μειονοψηφίᾳ, καὶ ἐξέθεσα τὴν γνώμην μου· δὲν εἶχον λοιπὸν ἀνάγκην νὰ λάβω μέρος εἰς τὰς λεπτομερείας, δι’ ὧν κατηρτίσθη ἡ σύμβασις. Παρατηρῶ μόνον τοῦτο, ὅτι εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ὑπεβλήθη σύμβασις φέρουσα ἡμερομηνίαν 12 Φεβρουαρίου, ὅτι ἐπὶ τῆς συμβάσεως αὐτῆς ἐξηνέχθησαν ἐντὸς τῆς ἐπιτροπῆς διάφοροι γνῶμαι, καὶ ὅτι ἀπετελέσθη τῷ ὄντι νέον νομοσχέδιον, φέρον ἡμερομηνίαν 17 Φεβρουαρίου. Διὰ τοῦτο ἀναντιῤῥήτως, ἐὰν ὄχι ἄλλο, δύναται νὰ εἴπῃ τις, ὅτι εἶναι παρατυπία νὰ ὑποβληθῇ νέα σύμβασις, φέρουσα ἡμερομηνίαν 12 Φεβρουαρίου, ἐνῷ ἡ ἐπιτροπὴ μέχρι τῆς 17 ἐξηκολούθει συνεδριάζουσα· καὶ διὰ τοῦτο, καίτοι αἱ ὑπογραφαὶ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ κυρίου Διευθυντοῦ τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης φέρονται ἐν τῇ συμβάσει, τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἀνὰ χεῖρας, τὸ γεγονὸς εἶναι πιστοποιημένον, ὅτι δὲν ὑπάρχει σήμερον ἐν οὐδενὶ γραφείῳ χάρτης λευκὸς ὅμοιος πρὸς τὴν νέαν σύμβασιν, φέρων τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ ἀξιοτίμου Διευθυντοῦ τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης, οὐδ’ ἠδύνατο νὰ ὑπάρχῃ τοιαύτη ὑπὸ ἡμερομηνίαν 12 Φεβρουαρίου.

§60ΔΟΥΜΑΣ. Ὅπως διετύπωσε τὸ γεγονὸς ὁ κ. Μαυροκορδάτος, ὅτι οὐδεμία σύμβασις φέρουσα τὴν ὑπογραφὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ διευθυντοῦ τῆς Τραπέζης τῆς Πιστωτικῆς κατετέθη, δὲν εἶναι ἀκριβές. Λέγω, ὅτι δὲν ὑπάρχει καμμία σύμβασις, ὅπως κατηρτίσθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, μὲ τὴν ὑπογραφὴν τῆς Κυβερνήσεως· τοιαύτη σύμβασις δὲν ὑπάρχει. Ὁ δὲ εἰσηγητὴς εἶναι τῆς μειοψηφίας, καὶ δύναται νὰ τὸ ὁμολογήσῃ. Ὑπάρχει ὅμως ἡ ἀρχικὴ σύμβασις.

§61ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐννοῶ, ὅτι ἡ σύμβασις, ὅπως ἐτροποποιήθη ἀπὸ τὴν ἐπιτροπὴν, δὲν ὑπάρχει ὑπογεγραμμένη ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως.

§62ΔΟΥΜΑΣ. Τὸ ἐδήλωσα αὐτό, κύριε Πρόεδρε.

§63ΣΚΟΥΖΕΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, δύο λέξεις, διὰ νὰ ἐκκαθαρισθῇ αὐτὸ τὸ ζήτημα, καθόσον εἶμαι εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου.

§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παλατιανὸς ἐπιτρέπει εἰς τὸν κ. Σκουζὲν, καθὸ εἰσηγητὴν, νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις;

§65ΠΑΛΑΤΙΑΝΟΣ. Μάλιστα.

§66ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἐπειδή, κύριοι, ἤμην εἰσηγητὴς ἐπ’ αὐτῆς τῆς συμβάσεως, θὰ σᾶς ἐξηγήσω πῶς ἔχει τὸ πρᾶγμα. Οὔτε πλαστογραφία ἔγεινεν, οὔτε τίποτε ἄλλο· ἡμεῖς ἐτροποποιήσαμεν τὴν σύμβασιν ὅπως ἐνομίσαμεν ὅτι ἔπρεπε νὰ τροποποιηθῇ, ὑπῆρξε δὲ μέλος διαφωνοῦν, ὅπερ διετύπωσεν ἰδίαν γνώμην· ἐτροπολογήσαμεν τὴν σύμβασιν μὲ τὴν συναίνεσιν καὶ παρουσία τοῦ διευθυντοῦ τῆς Πιστωτικῆς τραπέζης κ. Δούμα. Ἐπεφορτίσθην τὴν ἀντιγραφὴν τῆς ἐκθέσεως καὶ τῆς τροποποιηθείσης συμβάσεως· ἀντιγράφων δὲ τὴν σύμβασιν καὶ τὴν ἔκθεσιν ἐν πολλῷ βραχεῖ χρόνῳ, ἀντέγραψα μηχανικῶς καὶ τὴν ἡμερομηνίαν καὶ τὰς ὑπογραφὰς ὅπως ἦσαν εἰς τὸ πρωτότυπον, διότι πῶς ἦτο φυσικὸν νὰ εὑρεθῶσιν αἱ ὑπογραφαὶ τοῦ ἐντίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ διευθυντοῦ τῆς Πιστωτικῆς τραπέζης τὴν ἰδίαν ὥραν ὅτε ἐκάμαμεν τὴν τροπολογίαν; Μηχανικῶς ἔγεινεν ἡ ἀντιγραφὴ τῆς ἡμερομηνίας καὶ τῶν ὑπογραφῶν. Ἰδοὺ τὸ πρᾶγμα πῶς ἔγεινε, καὶ δὲν εἶναι οὔτε πλαστογραφία, οὔτε τίποτε ἄλλο.

§67ΚΑΡΑΛΗΣ. Σύμβασις ὑπογεγραμμένη ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὑπάρχει; Δὲν ὑπάρχει ὑπογεγραμμένη ἀπὸ τὸν διευθυντὴν τῆς Τραπέζης καὶ ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως.

§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Καράλη, τὸ σχέδιον τῆς συμβάσεως ὑπάρχει.

§69ΣΚΟΥΖΕΣ. Τὸ ἀρχικὸν ὑπάρχει ὑπογεγραμμένον. Τώρα ἡ ὑπογραφὴ τῆς τροπολογίας ἔγεινεν ὅπως σᾶς εἶπον.

§70ΔΟΥΜΑΣ. Καθὼς εἶπον καὶ πρὸ ὀλίγου, ἡ σύμβασις αὕτη ἠμπορεῖ νὰ ὑποβληθῇ καὶ εἰς ἄλλας τροποποιήσεις· δὲν δύναται λοιπὸν εἰς ἑκάστην τροποποίησιν ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ Διευθυντὴς τῆς Τραπέζης νὰ ἔρχωνται νὰ ὑπογράφουν αὐτὴν, οὐδὲ νὰ ἐπανερχώμεθα εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν. Ὅταν ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, τότε θὰ σταλῇ εἰς τὴν Τράπεζαν, καὶ αὕτη θὰ δηλώσῃ ἐὰν τὸ παραδέχηται ἢ ὄχι.

§71ΠΑΛΑΤΙΑΝΟΣ. Κύριε Δούμα, ἐδῶ εἶσθε ὑπογεγραμμένος.

§72ΔΟΥΜΑΣ. Σᾶς εἶπον, ὅτι τυπικῶς ἔθεσεν ὁ εἰσηγητὴς τὰς ὑπογραφὰς, διὰ νὰ δείξῃ πῶς ἐνόει νὰ καταρτισθῇ ἡ ἀρχικὴ σύμβασις. Μὴ ζητεῖτε ν’ ἀναβάλητε μὲ στρεψοδικίας καὶ νὰ παρατείνετε τὴν συζήτησιν αὐτήν. Θέλετε νὰ ματαιώσητε τὰ πάντα; κάμετέ το. Ἀλλὰ μὴ καταφεύγετε εἰς τοιαύτας συζητήσεις εὐτελεῖς καὶ μικρὰς (θόρυβος).

§73ΠΑΛΑΤΙΑΝΟΣ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν παραδεχθῇ νὰ προσαχθῇ τὸ πρωτότυπον τῆς συμβάσεως, θέλει συζητηθῆ ἡ πρώτη σύμβασις, μὴ ὑπαρχούσης τῆς δευτέρας.

§74ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Παλατιανὲ, παρακαλῶ.

§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, κ. Ῥάλλη.

§76ΡΑΛΛΗΣ. Προτείνω τὴν ἀναβολὴν, κύριε Πρόεδρε, καὶ ὀφείλετε νὰ μοὶ δώσητε τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀναβολῆς.

§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προτείνεται ἡ ἀναβολὴ, κύριοι· ὁρίσατε, κ. Ῥάλλη.

§78ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν ἐνόησα καλῶς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, πρὸ ὀλίγου λαλήσαντα, συνῄνεσεν εἰς τὴν μεταβολὴν τῆς ἡμερησίας διατάξεως μόνον ὑπὸ τὸν ὅρον ὅπως ἐπέλθῃ τυπικὴ ἡ βʹ. ἀνάγνωσις τοῦ Νομοσχεδίου περὶ τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης, διότι ἐντεῦθεν δὲν διεκόπτετο πράγματι ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ· προσέθηκε δὲ, ὅτι ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἤθελε προέλθει συζήτησις πραγματικὴ, ἐντεῦθεν δὲ ἤθελεν ἐπέλθει ἀναβολὴ τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, δὲν ἠδύνατο νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν μετατροπὴν τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Σᾶς παρακαλῶ, κύριοι, νὰ προσέξητε ποῦ εὑρισκόμεθα· δὲν ἠρχίσαμεν ἀκόμη τὴν συζήτησιν τῆς συμβάσεως, καὶ ἐν τούτοις παρῆλθε μία ὥρα. Συζητοῦμεν ἐὰν ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν σύμβασιν νομίμως καταρτισθεῖσαν μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης, θαυμάζω δὲ πῶς ὁ ἀξιότιμος φίλος μου κ. Δούμας ὑποστηρίζει, ὅτι ἡ σύμβασις, ἡ ὁποία ἐτροποποιήθη ἀπὸ τὴν ἐπιτροπὴν, δύναται νὰ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν καὶ νὰ θεωρηθῇ ὡς σύμβασις διὰ τῆς ὁποίας ὑποχρεοῦται ἡ Κυβέρνησις. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἡ τροποποιηθεῖσα σύμβασις ἔπρεπε νὰ περιέχῃ τὰς ὑπογραφὰς τῶν συμβληθέντων μερῶν, ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τῆς νέας ταύτης συμβάσεως ἔπρεπε νὰ προσκληθῶμεν νὰ ψηφοφορήσωμεν. Δὲν γνωρίζω παράδειγμα, κατὰ τὸ ὁποῖον σύμβασις ἐτροποποιήθη καὶ ἐσυζητήθη τροποποιημένη ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου. Ἐννοῶ τὰς τροποποιήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐπέρχονται ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ κυροῦντος τὴν σύμβασιν Ἀλλ’ ἡ σύμβασις εἶναι συμβόλαιον μεταξὺ τῆς κυβερνήσεως καὶ τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς πιστωτικῆς· ποῖον δὲ δικαίωμα ἔχει εἴτε ἡ Βουλὴ εἴτε ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς νὰ ἐπιφέρῃ οἱανδήποτε τροποποίησιν ἐπὶ τῆς συμβάσεως αὐτῆς; καὶ πῶς δυνάμεθα, ὅταν ἀκόμη δὲν γνωρίζωμεν τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὴν γνώμην τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης ἐπὶ τῆς τροποποιηθείσης συμβάσεως ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς, νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν αὐτῆς; Νομίζω δὲ, ὅτι ὀφείλομεν νὰ παραδεχθῶμεν τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως, διότι, ὡς προεῖπον, ἐὰν θελήσωμεν μάλιστα νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὰς λεπτομερείας τῆς συμβάσεως, οὔτε ἡ σήμερον, οὔτε ἡ αὔριον, οὔτε ἡ μεθαύριον θέλει ἀρκέσει, καὶ ἐντεῦθεν θέλει ἐπέλθει ἀναβολὴ τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ.

§79ΔΟΥΜΑΣ. Ὀλίγας λέξεις θὰ εἴπω πρὸς τὸν κ. Ῥάλλην, διὰ νὰ μὴ θαυμάζῃ. Ἡ σύμβασις, ὅπως τροποποιεῖται, φέρει γνώμην πλειονοψηφίας καὶ μειονοψηφίας. Ποία εἶναι ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς; εἶναι ἡ γνώμη τῆς μειονοψηφίας ἢ ἡ γνώμη τῆς πλειονοψηφίας; τοῦτο εἶναι ἄγνωστον. Πῶς θέλετε λοιπὸν ἐκ τῶν προτέρων ἡ Κυβέρνησις ἢ ἡ Πιστωτικὴ Τράπεζα νὰ ἀποδεχθοῦν τὴν μίαν ἢ τὴν ἄλλην γνώμην, ἀφοῦ ἐνδέχεται ἡ Βουλὴ νὰ μὴ παραδεχθῇ οὐδεμίαν ἐξ αὐτῶν, ἀλλὰ νὰ ψηφίσῃ τρίτην; εἶναι λοιπὸν ἀνάγκη ἑκάστοτε, ὅταν προτείνηται τροποποίησίς τις, νὰ παραπέμπηται ἡ σύμβασις εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν Πιστωτικὴν Τράπεζαν πρὸς νέαν προσυπογραφήν; Σύμβασις εἶναι ἡ ἀρχικὴ σύμβασις, αἱ δὲ λοιπαὶ εἶναι τροποποιήσεις τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ τοιαύτας δύναται νὰ κάμῃ καὶ ἡ Βουλή. Ὡς βάσιν ἡ Βουλὴ θὰ ἔχῃ τὴν ἀρχικὴν σύμβασιν, καὶ διὰ τοῦτο δὲν εἶναι σήμερον ἀνάγκη νέας προσυπογραφῆς τῶν προτεινομένων τροποποιήσεων.

§80ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, οὐδέποτε ἡ Βουλὴ ἐπεψήφισε νομοσχέδια περὶ συμβάσεων, ἐπιφέρουσα τροποποιήσεις εἰς τὰς συμβάσεις· εἰς τοῦτο ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ προεδρείου, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ συμβουλευθῇ τὰ ἐν τῷ ἀρχείῳ ἔγγραφα καὶ βεβαιώσῃ τὴν ἀλήθειαν τοῦ λόγου μου. Οὐδέποτε αἱ τροποποιήσεις, τὰς ὁποίας ἡ Βουλὴ θέλει νὰ εἰσαγάγῃ, τίθενται ἐντὸς τοῦ κειμένου τῆς συμβάσεως, ἀλλὰ τίθενται ἐντὸς τοῦ νομοσχεδίου, διότι τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἔργον τῆς Βουλῆς, ἔργον δὲ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ συμβαλλομένου μετ’ αὐτῆς εἶναι ἡ σύμβασις, οὐδεὶς δὲ, οὔτε ἡ Βουλή, οὔτε ἄλλος τις δύναται νὰ ἐπιφέρῃ μεταβολὰς εἰς τὴν σύμβασιν. Ἡμεῖς σήμερον δὲν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν, ἵνα φωτισθῇ ἡ Κυβέρνησις περὶ τοῦ τρόπου τῆς συνάψεως τῆς συμβάσεως, ἀλλὰ πρόκειται νὰ συζητήσωμεν, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ προβῶμεν εἰς ψηφοφορίαν, καὶ διὰ τῆς ψήφου ἡμῶν θὰ εἴπωμεν, ὅτι παραδεχόμεθα τὸ ά. ἄρθρον τοῦ Νομοσχεδίου, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ σύμβασις κυροῦται. Ἀλλὰ τὸ Νομοσχέδιον οὐδεμίαν περιέχει σύμβασιν, διότι αὐτὴ τῷ ὄντι ἡ προσηρτημένη εἰς τὸ Νομοσχέδιον εἶναι γνώμη τῆς Ἐπιτροπῆς, εἰς τὴν ὁποίαν κατὰ λάθος ἐτέθησαν αἱ ὑπογραφαὶ τῶν συμβληθέντων. Περὶ γνώμης λοιπὸν τώρα τῆς Ἐπιτροπῆς δὲν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν, ἀλλὰ πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν. Ἐὰν δὲ θέλωμεν νὰ προβῶμεν εἰς συζήτησιν καὶ ψηφοφορίαν περὶ τῆς συμβάσεως, πρέπει ἡ σύμβασις ἀναγκαίως νὰ ὑπογραφῇ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τοῦ μετ’ αὐτοῦ συμβαλλομένου, ὅτε θέλει ἔλθει εἰς ψηφοφορίαν τὸ Νομοσχέδιον εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν.

§81ΔΟΥΜΑΣ. Παρατηρῶ, ὅτι εἰς τὰ 1873, ὅτε παρουσιάσθη ἡ σύμβασις περὶ κτηματικῆς Τραπέζης, ἐγένοντο τροποποιήσεις, καὶ πραγματικαί.

§82ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Νομίζω, ὅτι οἱ ὅροι, τοὺς ὁποίους ἀπῄτησεν ὁ ἐκ Μεσολογγίου ἀξιότιμος Βουλευτὴς, ὅπως ἐπιτραπῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ μιᾶς συμβάσεως, συντρέχουσιν ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἡ σύμβασις αὕτη φέρει τὰς ὑπογραφὰς τῶν συμβληθέντων μερῶν, καί, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ὑπὸ τὸν τύπον τοῦτον ἀνεγνώσθη εἰς πρώτην συζήτησιν καὶ ἐπεψηφίσθη. Ἂν δ’ ἡ Βουλὴ ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον, ἵνα παραπεμφθῇ τό τε Νομοσχέδιον καὶ ἡ σύμβασις εἰς μίαν Ἐπιτροπὴν, ὅπως βασανίσῃ αὕτη τὴν σύμβασιν καὶ ἐκφέρῃ γνώμην περὶ τοῦ ἂν ἡ σύμβασις συνετάχθη προσηκόντως καὶ ἂν ἡ σύστασις νέας Τραπέζης ἐν Ἑπτανήσῳ δὲν θέλῃ βλάψει τὸν λαὸν τὸν Ἑπτανησιακὸν, περὶ τοῦ ὁποίου ἡ Ἑλλὰς ὀφείλει ἰδιαζόντως νὰ φροντίσῃ, καὶ τοῦτο, νομίζω, δὲν ἐπέφερε τὴν ἀναίρεσιν τῆς συμβάσεως, δὲν ἐπέφερε τὴν ἀπόῤῥιψιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἡ δ’ ἐπιτροπὴ, ἐπιληφθεῖσα τοῦ ἔργου καὶ ἐκφράσασα γνώμην περὶ τοῦ πῶς πρέπει νὰ συνταχθῇ ἡ σύμβασις, δὲν κατέστησε, νομίζω, τὴν σύμβασιν ἀνεπίδεκτον δευτέρας ἀναγνώσεως καὶ συζητήσεως. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐξέφρασε γνώμην ἰδίαν, ἥτις δὲν εἶνε οὔτε τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, οὔτε τῆς μειονοψηφίας, ἀλλὰ τῶν κυρίων Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν ἐπιτροπὴν τὰ δὲ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης διῃρέθησαν τὰς γνώμας. Ἡ δὲ Βουλὴ πιθανὸν νὰ μὴ παραδεχθῇ τὴν γνώμην οὔτε τῆς πλειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς, οὔτε τῆς μειονοψηφίας, ἀλλὰ νὰ κυρώσῃ τὴν σύμβασιν ὅπως ὑπεβλήθη. Ὅθεν δὲν βλέπω ποῦ στηρίζονται οἱ ἰσχυριζόμενοι, ὅτι δὲν ὑπάρχει σύμβασις, καὶ ὅτι ἡ γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς δύναται νὰ ἐπιφέρῃ ἄνευ συζητήσεως τὴν ἀπόῤῥιψιν τοῦ νομοσχεδίου. Νομίζω δὲ, κύριοι, ὅτι ἡ Βουλὴ, ἵνα μὴ διακοπῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἠδύνατο, ἂν ἤθελε, ν’ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν τῆς προκειμένης προτάσεως· ἀλλ’ αἱ ἐνστάσεις, αἱ ὁποῖαι προτείνονται ἤδη, δὲν εἶναι ἐκ τῶν δυναμένων νὰ προταθῶσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Δύναται ἡ Βουλὴ νὰ πολεμήσῃ καὶ ἀποῤῥίψῃ τὴν πρότασιν, δέον ὅμως νὰ προταχθῇ ἡ περὶ αὐτῆς συζήτησις καὶ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, διότι ἐκ τῆς ἀναβολῆς τῶν τοιούτων ζητημάτων ἐπέρχονται σπουδαῖαι ζημίαι, καθόσον, ὡς γνωρίζετε, γίνονται ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πολλαὶ συναλλαγαὶ, ἀφετηρίαν ἔχουσαι τὴν ἐνδεχομένην ἔκβασιν τῶν τοιούτων προτάσεων, αἱ δὲ συναλλαγαὶ αὗται φέρουσαι τὸν χαρακτῆρα κυβείας, εἰσὶν ὠφέλιμοι διά τινας, ἀλλὰ καταστρεπτικαὶ δι’ ἄλλους. Δὲν κατακρίνω δὲ τοὺς ὑποστηρίζοντας, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς προκειμένης προτάσεως, χωρὶς νὰ προηγηθῇ εὐρεῖα ἐπ’ αὐτῆς συζήτησις, διότι πρόκειται περὶ προτάσεως προσβαλλούσης κεκτημένα δικαιώματα. Νομίζω ὅμως, ὅτι ἠδύνατο νὰ συμβιβασθῇ τὸ διαιροῦν ἡμᾶς ζήτημα, ἐπιτρεπομένης συμφώνως πρὸς τὴν γενομένην ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἀπόφασιν, τῆς δευτέρας ἀναγνώσεως τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ συζητήσεως, ἀναβαλλομένης τῆς περὶ αὐτοῦ συζητήσεως εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, ἥτις συζήτησις δέον νὰ ᾖναι σπουδαία καὶ ὅσον ἔνεστιν εὐρεῖα. Οὕτω, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, συμβιβάζεται τὸ δίκαιον, μετὰ τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ σώματος.

§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐννοεῖτε τῆς ἀρχικῆς συμβάσεως;

§84ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Μάλιστα.

§85ΠΟΛΥΛΑΣ. Ἀξιότιμοι κύριοι Βουλευταὶ, ἐγὼ εἶπον ἐν ἀρχῇ καὶ ἔθεσα, οὕτως εἰπεῖν, ἐν καλῇ πίστει τὴν Βουλὴν, ὅτι θέλομεν νὰ κάμωμεν συζήτησιν καὶ εἰς τὴν αʹ. καὶ εἰς τὴν βʹ. ἀνάγνωσιν. Τὸ εἶπον καὶ δὲν δύναμαι νὰ πράξω διαφορετικὰ, διότι μεταξὺ τῶν ἄλλων, κύριοι, ἀποδίδεται πρόθεσις ὄχι ἁγνὴ ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Ἑπομένως ἔχω συμφέρον νὰ γείνῃ εὐρεῖα συζήτησις, καὶ ἤθελον παρακαλέσει ὅλους τοὺς ἀξιοτίμους Βουλευτὰς, τοὺς δυναμένους νὰ συζητήσωσι, νὰ λάβωσι τὸν λόγον, ὅπως μὴ πάθωσιν, ὅπως λέγουσι, τὰ συμφέροντα τῆς Ἑπτανήσου. Ἑπομένως, κύριοι Βουλευταὶ, δὲν δύνασθε νὰ ἀρνηθῆτε τὴν συζήτησιν ἐπὶ ἀντικειμένου τόσον σπουδαίου. Ἐπειδὴ δὲ ἐγένετο λόγος περὶ κυβείας, ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι μόνη ἡ πρώτη συζήτησις ὕψωσεν ἀρκούντως τὰς μετοχὰς τῆς Πιστωτικῆς.

§86ΦΛΩΡΙΑΣ. Ὀλίγα, κύριοι, θέλω προσθέσει εἰς ὅσα εἶπον οἱ προλαλήσαντες. Ὅταν προεκάλεσα τὴν συζήτησιν τοῦ ἀντικειμένου τούτου ἐν τῇ Βουλῇ, εἶχον ὑπ’ ὄψιν μου τὰς δυσχερείας, εἰς τὰς ὁποίας ἤθελεν εὑρεθῇ ἅπασα ἡ κοινωνία τῆς Ἑπτανήσου κατὰ τὴν 9 Ἀπριλίου, καὶ ἐνόμιζον, ὅτι ὡς ἐκ τῆς θέσεώς μου ὤφειλον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ κοινοβουλίου ἐπὶ τῶν περιστάσεων ἐκείνων, πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ ἀναγκασθῇ νὰ μὴν ἀφήσῃ τὴν κοινωνίαν ἐκείνην νὰ μὴ γινώσκῃ εἰς ποίαν θέσιν εὑρίσκεται.

§87ΠΟΛΥΛΑΣ. Τοῦτο τὸ εἴπομεν ἡμεῖς πρότερον.

§88ΦΛΩΡΙΑΣ. Αὐτὸς εἶνε ὁ λόγος, κύριε Πρόεδρε, διὰ τὸν ὁποῖον προεκαλέσαμεν τὴν συζήτησιν. Ἀλλὰ ὁ συνάδελφός μου κ. Πολυλᾶς φρονεῖ, ὅτι ἡ σύμβασις ἡ ὁποία συνετάχθη, καὶ πιστεύω, ὅτι εἰλικρινῶς ἐξέφρασε τοῦτο, δὲν ἐπιτυγχάνει τοὺς σκοποὺς, τοὺς ὁποίους ἐπιθυμεῖ ἡ Ἑπτάνησος, καὶ ἰδιαιτέρως ἡμεῖς οἱ ἀπὸ κοινοῦ συσκεφθέντες καὶ συνεργασθέντες· προέτεινεν ὅθεν τὴν διακοπὴν τῆς συζητήσεως καὶ τὴν παραπομπὴν τοῦ ἀντικειμένου τούτου εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς Βουλῆς. Ὁ κ. Παλυλᾶς καὶ ἡ Βουλὴ σήμερον ἔχει ὑπ’ ὄψιν μίαν σύμβασιν, τὴν φέρουσαν τὰς ὑπογραφὰς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης. Αἱ κραυγαὶ τοῦ κ. Πολυλᾶ ἐξήγειραν τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, καὶ ἡ Βουλή, μὴ θελήσασα νὰ ψηφίσῃ νόμον, εἰς ὃν δὲν κατέβαλε τὴν προσήκουσαν προσοχήν, ἐδέχθη τὴν πρότασιν περὶ παραπομπῆς τοῦ τε νόμου καὶ τῆς συμβάσεως αὐτῆς εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἥτις ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὸν νόμον, ὃν αὐτὸς ὁ κ. Πολυλᾶς ἐνόμισεν ἀναγκαῖον νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλήν, τὸν ἀφορῶντα εἰς τὴν Ἰονικὴν Τράπεζαν, καὶ δι’ οὗ ζητεῖ τὴν κατάργησιν αὐτῆς. Ἀνεγνώρισε λοιπὸν ἡ Βουλή, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ ἐπεξεργασθῇ ἡ ἐπιτροπὴ σπουδαῖον Νομοσχέδιον· οὐδὲν ὅθεν εἶναι τὸ παράδοξον, οὐδὲν τὸ ἀντιφατικὸν εἰς τὴν πορείαν τῆς Βουλῆς, ἐὰν ἡ σύμβασις ἐκείνη ἔλαβε τροποποιήσεις τινάς. Καὶ οἱ λόγοι τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν σύμβασιν αὐτὴν θὰ ἦταν ἰσχυρότεροι, ἐν ᾗ περιπτώσει ἐπρόκειτο περὶ συμβάσεως γενομένης μεταξὺ προσώπων μὴ παρόντων ἐν τῇ Βουλῇ. Βεβαίως σύμβασις τοιαύτη, ὑποβαλλομένη εἰς κοινοβούλιον, δὲν ἐπιδέχεται συζήτησιν, διότι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ συζητῇ ἐπὶ ὑποθέσεων. Ἀλλ’ ἔχομεν ἤδη, κύριοι Βουλευταὶ, ὅλα τὰ στοιχεῖα, ἔχομεν τὴν ἀρχικὴν σύμβασιν, ἔχομεν τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς· ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ διευθυντὴς τῆς Τραπέζης εἶναι ἐνταῦθα, καὶ γνωρίζουσι καὶ ἀπεδέχθησαν τὰς τροποποιήσεις, δὲν πιστεύω δὲ νὰ ἀρνηθῶσιν αὐτάς. Ἑπομένως ζητοῦντες οἱ ἀντιλέγοντες ἵνα ὁ νόμος ἀνασυζητηθῇ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, δὲν σκοποῦσιν εἰς ἄλλο, ἢ νὰ ματαιώσωσι νόμον, ὁ ὁποῖος ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς ἀνάγκας τόπου, ὅστις εἶναι ἄξιος τῆς μερίμνης τῆς Βουλῆς· Ὅ,τι ζητεῖται διὰ τοῦ νόμου τούτου εἶναι ἡ ἀνόρθωσις τῆς πίστεως, τὴν ὁποίαν δέον νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν ἡ Βουλή, διότι εἶναι ἀνάγκη πράγματι νὰ παύσῃ ἡ κυβεία, ἥτις ἤρχισε νὰ παίζεται ἐφ’ ὅσον τὸ ζήτημα εἶναι ἐκκρεμές· δι’ ὃ ἡ κοινωνία ἔχει δίκαιον νὰ ταράττηται, διότι δὲν γνωρίζει ποίαν τύχην θὰ λάβῃ ἡ περιουσία της. Τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης αἱ ἐργασίαι ἔληξαν πρὸ πολλοῦ, κατὰ τὸν νόμον δὲ τὸν ὑποβεβλημένον ὑπὸ τοῦ κυρίου Πολυλᾶ πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς καταργήσεως, ἡ Τράπεζα δὲν θέλει ἐξακολουθήσει ἐργασίας τραπεζικὰς, ἀλλὰ μόνον ἐργασίας ἐκκαθαρίσεως, καὶ αὐτὸ θὰ ἦναι μεγίστη καταστροφή. Διὰ τοῦτο, κύριοι, θὰ παρακαλέσω νὰ ἐπιτραπῇ ἡ συζήτησις εἰς βʹ. ἀνάγνωσιν.

§89Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Θαυμάζω τῷ ὄντι πῶς γίνεται τόσος λόγος περὶ ἀναγνώσεως νομοσχεδίου. Ἐὰν ὁ σκοπὸς τοῦ Συντάγματος ἦτο ν’ ἀναγινώσκωνται τὰ Νομοσχέδια, ἤθελον ἐννοήσει τοὺς προβάλλοντας ἤδη τὴν ἔνστασιν αὐτήν. Ἀλλὰ τὸ Σύνταγμα ὁρίζει ῥητῶς, ὅτι ὅλα τὰ νομοσχέδια ὀφείλουν νὰ ὑποβάλλωνται εἰς τὴν βάσανον τῆς συζητήσεως τρίς. Καὶ ὅταν τὸ Σύνταγμα καθιέρωσεν αὐτὴν τὴν ἀρχὴν, ἔχει καὶ λόγον σπουδαῖον, διότι ἐκ τῆς εὐρύτητος τῆς συζητήσεως, κατὰ τρεῖς μάλιστα διαφόρους ἡμέρας, ἤθελε δοθῆ καιρὸς εἰς τὸ νὰ διαφωτισθῶσιν ὅλα τὰ ζητήματα τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαφωτισθῶσιν εἰς μίαν καὶ μόνην συζήτησιν. Δὲν περιελήφθη ἡ διάταξις αὕτη τοῦ Συντάγματος ἐν αὐτῷ ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχε, διὰ νὰ προβάλληται ὡς ἔνστασις, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δύναται νὰ ἀναγνωσθῇ πολλάκις. Ἀπορῶ μάλιστα πῶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς —καὶ τοῦτο τεκμηριοῖ ἔτι μᾶλλον, ὅτι τὰς συζητήσεις τῆς Βουλῆς δὲν διευθύνει ἡ Κυβέρνησις — ἐπρότεινεν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν πρέπει ν’ ἀναγνωσθῇ εἰς βʹ ἀνάγνωσιν, ἐνῷ τὸ νομοσχέδιον δὲν ἀναγινώσκεται, ὡς προεῖπον, ἀλλὰ συζητεῖται. Ἐπίσης ἀπορῶ πῶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπεστήριξεν, ὅτι ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου συζητοῦνται καὶ τροπολογοῦνται ἄρθρα συμβάσεως.

§90ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὑπεστήριξα ἐγὼ τοῦτο; ἔχετε λάθος.

§91Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐὰν δὲν τὸ εἴπετε, τὸ ἀπευθύνω πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τὸ εἶπον. Αἱ συμβάσεις δὲν εἶναι ἢ συμβόλαια ὑπογραφόμενα παρὰ τῶν συμβαλλομένων μερῶν. Τὸ ἓν τῶν συμβαλλομένων μερῶν νῦν εἶναι ἡ Κυβέρνησις, τὸ ἕτερον ἡ Πιστωτικὴ Τράπεζα. Ἡ σύμβασις αὕτη ἦλθε διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὡς σᾶς εἶπεν ὁ κ. Τρικούπης, ἡ δὲ Βουλὴ μόνον ἐν τῷ Νομοσχεδίῳ δύναται νὰ φέρῃ τροποποιήσεις, ὄχι δὲ εἰς τὴν σύμβασιν. Εἰς τὴν σύμβασιν τροποποιήσεις δὲν γίνονται, γίνεται συζήτησις, καὶ ἂν δὲν παραδεχθῇ ἡ σύμβασις, παραπέμπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως συνεννοηθῇ μετὰ τοῦ συναλλαττομένου, ἐὰν ὑποκύψῃ εἰς τὰς τροποποιήσεις, ἃς ἐθεώρησεν ἀναγκαίας νὰ προβάλῃ ἡ Βουλή. Ἀλλ’ εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν τί ἔχομεν, κ. Πρόεδρε; ἔχομεν ἐντελῶς νέαν σύμβασιν, καὶ ἐγὼ τοὐλάχιστον, ἀκολουθῶν τὴν συζήτησιν, ὀφείλω νὰ πεισθῶ, ἐὰν πρέπῃ νὰ ἦμαι ὑπὲρ τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἑτέρας γνώμης, ἐκ τῆς συζητήσεως. Τί βλέπω ὅμως εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς, εἰς ἣν παρεπέμψαμεν τὴν σύμβασιν; Ἡ ἐπιτροπὴ εἰς τὴν ἔκθεσίν της, ἀρχομένη, λέγει· «Ἡ ὑποβληθεῖσα σύμβασις ἔχει ἐλλείψεις, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ διορθωθῶσι πρὶν ἢ ὑποβληθῇ εἰς τὴν κύρωσιν τοῦ νομοθετικοῦ σώματος.» Αὐτὰ λέγει ὁ κ. Σκουζὲς, αὐτὰ λέγει ὁ κ. Φλωριᾶς, οἱ ὑποστηρίζοντες σήμερον, ὅτι πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν τὴν σύμβασιν αὐτὴν εἰς βʹ μάλιστα ἀνάγνωσιν, ἀφοῦ αὐτοὶ οἱ ἴδιοι διὰ τῆς προτάσεώς των ῥητῶς λέγουν ὅτι «Τὰ ἄρθρα 1, 8, 10, 12, 16, 17 κλπ. πρέπει νὰ τροποποιηθῶσι» καὶ λέγουν, ὅτι πρὶν ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ἡ σύμβασις πρέπει νὰ διορθωθῇ. Ἤδη λέγουν: αὐτὴν τὴν σύμβασιν ἡμεῖς τὴν ἐμελετήσαμεν, καὶ πρέπει νὰ τὴν παραδεχθῆτε εἰς βʹ ἀνάγνωσιν. Δὲν ἐννοῶ τοῦτο, διότι οὕτω δεσμεύεται ἡ ἐλευθερία τοῦ Βουλευτοῦ, τὴν ὁποίαν ἀνέγραψε τὸ Σύνταγμα. Δὲν ἔπρεπε λοιπὸν νὰ διακόψωμεν τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι ἔχω δι’ ἐλπίδος, ὅτι τὰ ζητήματα ταῦτα θὰ συμβιβασθῶσιν ἐκ τῆς μελέτης καὶ τῆς συζητήσεως, ἥτις θὰ γείνῃ ἐν τῇ Βουλῇ, διότι ὅλοι ἔχομεν τὸ αὐτὸ συμφέρον εἰς τὸ νὰ ὑποστηρίξωμεν τὰ δικαιώματα μιᾶς ὁλοκλήρου χώρας, ὁποία εἶναι ἡ Ἑπτάνησος, καὶ ἂς μὴ παρουσιάζωνται οἱ κύριοι Ἑπτανήσιοι νὰ λέγουν ὅτι πρόκειται περὶ τῆς Ἑπτανήσου, διότι καὶ ἡμεῖς ἔχομεν ἐνδιαφέρον καὶ καθῆκον νὰ ὑποστηρίξωμεν τὰ συμφέροντα τῶν νήσων. Παρακαλῶ λοιπόν, ὅπως ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι αὕτη ἡ συζήτησις θὰ καταστρέψῃ καὶ τὴν σημερινὴν ἡμέραν καὶ τὴν Δευτέραν, διότι προκύπτουν σπουδαῖα ζητήματα.

§92ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Τῷ ὄντι, κύριοι, δύω ζητήματα προκύπτουν σήμερον, ἡ σύμβασις, εἰς τὴν ὁποίαν ἐπῆλθον τροπολογίαι, μὴ ὑπογραφεῖσαι μὲν ὑπὸ τῶν συμβαλλομένων μερῶν, ἀλλὰ καὶ μὴ ἀποκηρυχθεῖσαι ὑπ’ αὐτῶν· ἄρα δύνανται νὰ θεωρηθοῦν ὡς παραδεδεγμέναι παρὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὑπὸ τοῦ διευθύνοντος τὴν Τράπεζαν· ἀλλ’ αὐτὸ ἴσως εἶναι τὸ γενικώτερον τῶν ζητημάτων. Ἀλλ’ ἔρχεται τὸ δεύτερον, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ σπουδαιότερον. Προὐτάθη, κύριοι, ἐὰν ἦναι δυνατὸν, ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφασίσῃ, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ ἡ δευτέρα ἀνάγνωσις ἑνὸς νομοσχεδίου, καὶ πλέον οὔ· τοῦτο, κατ’ ἐμὲ, εἶναι ἀντισυνταγματικόν. Κατὰ μέγα μέρος ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων ἐξήντλησε τὸ θέμα, ἀλλ’ ἐπιτρέψατέ μοι καὶ ἐγὼ νὰ συζητήσω τὸ θέμα τοῦτο. Ἐπειδὴ, κύριοι, παρακολουθοῦμεν κατὰ πόδας τὴν χρῆσιν τῶν Ἀγγλικῶν Βουλῶν, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω δύο λέξεις. Ἡ πρώτη συζήτησις ὀνομάζεται ἁπλῶς ἀνάγνωσις, εἰς αὐτὴν δὲν γίνεται οὐδεμία παρατήρησις ἢ τροπολογία· ἡ δευτέρα συζήτησις εἶναι ἡ σπουδαία, διότι τότε μόνον ἐπιτρέπονται ἔγγραφοι τροπολογίαι· εἰς τὴν τρίτην δὲν ἐπιτρέπονται ἔγγραφοι τροπολογίαι. Τὸ νὰ εἴπωμεν λοιπὸν, ὅτι δεχόμεθα νὰ γείνῃ ἁπλῆ ἀνάγνωσις καὶ ἄνευ συζητήσεως κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν, αὐτὸ εἶναι ἀντισυνταγματικόν. Ἑπομένως καὶ ἐγὼ, μολονότι ἐπιθυμῶ νὰ ἐκτελεσθῇ ἡ σύμβασις, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ ἁπλῆ ἀνάγνωσις ἤδη, καὶ κατόπιν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν καὶ συζήτησιν. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον προτείνω νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις.

§93ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Πρωθυπουργός.). Κύριοι, ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὑφίσταται ἐκκρεμὲς τὸ νομοσχέδιον καὶ ἡ σύμβασις ἡ ἀρχικὴ, καὶ ἡ συζήτησις γίνεται ἐπ’ αὐτοῦ ὅπως ὑπεβλήθη· ἐγένοντο δὲ προτάσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐπηρεάζουν διόλου. Δὲν πρόκειται λοιπὸν νὰ συζητηθῇ σήμερον ἡ νέα πρότασις τῆς ἐπιτροπῆς, διότι αὐτὴ εἶναι τροπολογία, πρόκειται νὰ συζητηθῇ ἡ ἀρχικὴ σύμβασις καὶ τὸ ἀρχικὸν νομοσχέδιον. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα νὰ δεχθῇ τροποποιήσεις ἄρθρων τινῶν, καὶ ἐπὶ τῷ ὅρῳ αὐτῷ τῆς παραδοχῆς αὐτῶν καὶ ἐκ τῶν μερῶν, μένει εἰς τοὺς ὑπογράψαντας τὴν σύμβασιν τὸ δικαίωμα νὰ παραδεχθῶσιν αὐτὰς ἢ ὄχι. Βεβαίως οὐδεὶς δύναται, κύριοι, νὰ ἐπιβάλῃ τὴν ὑποχρέωσιν εἰς τὴν Βουλὴν ἢ τοὺς Βουλευτὰς νὰ μὴ συζητήσωμεν ἐν πλάτει τὴν σύμβασιν· ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν πρόκειται. Ὅταν κατ’ ἀρχὰς ὡμίλησα, ἀνεφέρθην εἰς τὴν ἑκουσίαν συγκατάθεσιν τῶν Βουλευτῶν· εἶπον, ὅτι πρόκειται περὶ συμφερόντων σπουδαίων μεγίστης μερίδος τῶν συμπολιτῶν μας, ἐπὶ τοσοῦτον σπουδαίων, ὥστε οἱ ἐνδιαφερόμενοι μὲ ἠνάγκασαν νὰ ἐργασθῶ καὶ ἀσθενοῦντα ἔτι· τὰ πράγματα ἐβάδιζον ἡσύχως καὶ καλῶς, ὅτε οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Ἑπτανήσου παρουσιάσθησαν πρός με καὶ μοῦ ὡμίλησαν περὶ τῆς τραπέζης τῆς Ἰονικῆς, καὶ ἐντεῦθεν προῆλθε καὶ ἡ ἰδέα τῆς προκειμένης συμβάσεως. Εἶναι λοιπὸν ἔργον καθαυτὸ τῶν Ἑπτανησίων Βουλευτῶν, εἶναι ἀπόῤῥοια τῆς ἐπιμόνου αἰτήσεως τούτων, καὶ ὡς τοιαύτη παρουσιάσθη εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ δὲν πρέπει νὰ μὴ λάβῃ τὸ πέρας αὐτῆς. Σήμερον πρόκειται νὰ ἀποφασίσητε ἐπὶ τῆς ἀρχικῆς συμβάσεως καὶ τοῦ νομοσχεδίου, νὰ παραδεχθῆτε ἢ ἀποῤῥίψητε τὰς προτάσεις τῆς ἐπιτροπῆς ὡς τροπολογίας, καὶ ὄχι ὡς κυρίαν σύμβασιν. Μένει δὲ εἰς ὑμᾶς, ἐὰν θέλητε, νὰ ἀναβάλητε τὴν συζήτησιν τὴν σπουδαίαν καὶ τὴν ἐκτεταμένην εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν. Τὸ κατ’ ἐμὲ, κύριοι, σᾶς εἶπον ἐξ ἀρχῆς, ἐκτιμῶν τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου ἐκείνου καὶ πιστεύων, ὅτι οὐδὲν θέλει συμβῆ ἄτοπον, ἂν ἐπιφυλαχθῶμεν εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν τὴν συζήτησιν τὴν εὐρεῖαν, συγκατετέθην νὰ μεταβληθῇ ἡ ἡμερησία διάταξις· ἀλλ’ ἤθελεν εἶσθαι ἄτοπον καὶ ἐπιβλαβὲς, ἂν ἡ συζήτησις αὐτὴ διακόψῃ ἐπὶ πολὺ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ κύριον, τὸ σπουδαῖον καὶ οὐσιῶδες ἔργον καὶ ἡμῶν καὶ τῆς Βουλῆς.

§94ΖΑΪΜΗΣ. Ὅ,τι λαμβάνει χώραν πρὸ μιᾶς ὥρας, ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ γείνῃ μεταβολὴ τῆς ἡμερησίας διατάξεως· ἀλλ’ ἐγένετο, καὶ ὀφείλομεν νὰ ὑποταχθῶμεν εἰς τὴν πλειονοψηφίαν. Ἐλέχθησαν πολλὰ περὶ τοῦ ἀδυνάτου τῆς συζητήσεως τῆς συμβάσεως, διότι παρουσιάσθη τοιαύτη φέρουσα τὰς ὑπογραφὰς τῶν συμβαλλομένων μερῶν, χωρὶς τὰ συμβαλλόμενα μέρη νὰ ἔθηκαν αὐτάς. Νομίζω, ὅτι ἡ παράλειψις αὕτη δὲν εἶναι οὐσιῶδες γεγονὸς, δυνάμενον νὰ παρακωλύσῃ τὴν Βουλὴν εἰς τὴν πρόοδον τοῦ ἔργου της. Ἡ σύμβασις, ἥτις παρουσιάσθη ἐπιδιορθωμένη, δὲν εἶναι βεβαίως ἡ σύμβασις ἡ ὑπογραφεῖσα μεταξὺ τῶν συμβαλλομένων μερῶν, ἀλλ’ εἶναι ἡ γνώμη τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ ὡς τοιαύτη δὲν δύναται νὰ ἐκληφθῇ εἰμὴ ὡς τροπολογία· αἱ τροπολογίαι δὲ συζητοῦνται κατὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν διαφόρων ἄρθρων τῆς συμβάσεως ἢ τοῦ νομοσχεδίου, εἰς τὸ ὁποῖον ἀναφέρονται. Ἂν λοιπὸν ἡ σύμβασις ἢ ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς δὲν περιεβλήθη μὲ τὰς συνήθεις διατυπώσεις, τοῦτο, ὑποστηρίζω, δὲν εἶναι λόγος, ὥστε νὰ παρακωλύσῃ τὴν περαιτέρω συζήτησιν κατὰ τὴν βʹ ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλ’ εὑρίσκω ἄλλον ἰσχυρότερον, διὰ νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις· κατὰ τὴν βʹ ἀνάγνωσιν δὲν ἠμπορεῖ νὰ παρακωλυθῇ ἡ συζήτησις, ἀλλὰ διὰ νὰ γείνῃ τοῦτο, οἱ κύριοι Βουλευταὶ οἱ ἐπιθυμοῦντες νὰ ὁμιλήσωσι πρέπει νὰ δηλώσωσιν, ὅτι παραιτοῦνται τοῦ δικαιώματος τούτου κατὰ τὴν βʹ ἀνάγνωσιν καὶ ἐπιφυλάσσονται νὰ πράξωσι τοῦτο κατὰ τὴν γʹ ἀνάγνωσιν· κατὰ τὰ προαγγελθέντα δὲ ἡ συζήτησις αὕτη δὲν θέλει διαρκέσει μόνον σήμερον, ἀλλὰ θέλει καταναλωθῆ δι’ αὐτὴν καὶ ἡ δευτέρα. Ἀλλ’ ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν, ἀφοῦ δι’ ἀποφάσεώς της διέκοψεν ὄχι συζήτησιν, ἀλλὰ διέκοψε λόγον, τὸ ὁποῖον, κατ’ ἐμὲ, εἶναι παρ’ ἡμῖν πρωτοφανὲς, ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν, εἶναι εὐπρεπὲς, χάριν τῆς συμβάσεως, νὰ παραλείψῃ τὸ μεγαλείτερον καὶ ὑψηλότερον τῶν καθηκόντων της, ἤτοι τὴν γενικὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ; Καὶ οἱ ἐνδιαφερόμενοι ὑπὲρ τῆς ταχείας περαιώσεως τῆς συμβάσεως καὶ οἱ μὴ ἐνδιαφερόμενοι πρέπει νὰ ὁμολογήσουν, ὅτι διατελοῦμεν ὑπὸ κρίσιν, ὁ δὲ τόπος ἔχει μέγα συμφέρον νὰ λυθῇ τὸ ταχύτερον τὸ ζήτημα τοῦτο. Ὅσον δὲ μέγα καὶ ἂν ἦναι τὸ συμφέρον τῆς ἐπικυρώσεως τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς πιστωτικῆς τραπέζης, τὸ συμφέρον αὐτὸ πρέπει νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὸ μεγαλείτερον συμφέρον, ὅπερ εἶναι νὰ ἐξέλθῃ ὁ τόπος τὸ ταχύτερον τῆς κρίσεως, εἰς ἣν διατελεῖ, διότι ἡ κρίσις αὕτη ἐξακολουθεῖ ἐπὶ τοσοῦτον καιρὸν καὶ θέλει παραλύσει τὴν ἐπικράτειαν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει πράξει ἔργον φρόνιμον ἀπέναντι τῆς ἐπιμονῆς τῶν ζητούντων νὰ συζητήσωσιν ἐν ἐκτάσει καὶ ἐπὶ μακρὸν τὴν σύμβασιν ταύτην, θέλει πράξει, λέγω, φρόνιμον ἔργον νὰ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν τῆς συμβάσεως μετὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ.

§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις διὰ τὴν ἀναβολὴν, καὶ ἑπομένως ἀναβάλλεται. Ὁ κ. Τρικούπης θέλει ἐξακολουθήσει τὸν λόγον.

§96ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κύριοι, ἐξέθηκα χθὲς τὴν γνώμην μου περὶ τῶν ἐξωτερικῶν καὶ τῶν ἐσωτερικῶν πραγμάτων τοῦ Κράτους ἐν τῇ σχέσει αὐτῶν πρὸς τὸν προϋπολογισμόν. Ἔρχομαι δὲ ἤδη νὰ ἐξετάσω τὸν προϋπολογισμὸν ὑπὸ τὴν οἰκονομικὴν αὐτοῦ ἔποψιν, νὰ ἐξετάσω τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους, νὰ ἐξετάσω τὰς προτάσεις τῆς Κυβερνήσεως περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ὀφείλομεν νὰ διαῤῥυθμίσωμεν τὰ οἰκονομικὰ διὰ τὸ τρέχον ἔτος. Καὶ πρῶτον ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν, ὁποία σήμερον ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ τόπου, ὁποία ἡ κληροδοσία τοῦ παρελθόντος, ὁποῖαι αἱ ἐνδείξεις τοῦ παρελθόντος περὶ τῶν πιθανοτήτων, ἐφ’ ὧν ὀφείλομεν νὰ στηρίξωμεν τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τοῦ τρέχοντος ἔτους. Ὡς πρὸς ταῦτα οὔτε τὰς ἰδέας τῶν αἰσιοδόξων ἀσπάζομαι, οὔτε τὰς ἰδέας τῶν ἀπαισιοδόξων. Φρονῶ, ὅτι, νομοθετοῦντες ἐν τῇ Βουλῇ, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐπηρεαζώμεθα ὑπὸ τοιούτων αἰσθημάτων· ὀφείλομεν ἐν ψυχρότητι νὰ μελετῶμεν τὴν ἀλήθειαν τῶν πραγμάτων, καὶ ἡ ἀλήθεια τῶν πραγμάτων ἐν συνόλῳ οὔτε αἰσία οὔτε ἀπαισία δύναται νὰ ἦναι. Θὰ ἴδωμεν καὶ τὰ αἴσια, θὰ ἐξετάσωμεν καὶ τὰ μὴ αἴσια, καὶ ἐκ τοῦ συνόλου θὰ ἀρυσθῶμεν τὰς πεποιθήσεις, ἐφ’ ὧν ὀφείλομεν νὰ στηρίξωμεν τὴν ψῆφον ἡμῶν. Ἡ περὶ αἰσιοδοξίας καὶ ἀπαισιοδοξίας γνώμη δὲν εἶναι ἁπλῆ ἰδέα, ῥιπτομένη ἐν τῷ κοινοβουλίῳ· ἡ γνώμη αὕτη ἀφορᾷ καὶ εἰς ἀποτελέσματα. Τὴν αἰσιοδοξίαν προέταξαν εἰς τὸ κοινοβούλιον, ἵνα ἐπὶ ταύτης στηρίξωσι τὰς προτάσεις, τὰς ὁποίας οἱ αἰσιοδοξοῦντες ὑπέβαλον περὶ ὑπερόγκων δαπανῶν. Ἂν τὰ πράγματα τὰ οἰκονομικὰ ἔχωσι τὸν χαρακτῆρα, ὃν ἀπέδωκεν εἰς αὐτὰ ὁ κύριος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸς χθὲς λαλήσας ἐν ὀνόματι τῆς Κυβερνήσεως, ἀδικαιολόγητος θὰ ἦτο ἡ διεγερθεῖσα παρὰ τῷ κοινῷ γενικὴ γνώμη, ὅτι ὀφείλομεν νὰ προβῶμεν εἰς ῥιζικὰς μεταβολὰς τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Ὁ κύριος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸς χθὲς ἀπέδειξεν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ, ὡς εἶπεν, ἀπέδειξεν ἐπὶ ἐπισήμων δεδομένων μὴ ἐπιδεχομένων ἀντίῤῥησιν, ὅτι τὸ ἰσοζύγιον κατορθοῦται, καὶ κατορθοῦται ἄνευ θυσιῶν σπουδαίων, κατορθοῦται διὰ τῆς πολιτικῆς, ἥτις διέπει τὰ βήματα τῆς Κυβερνήσεως. Τοῦτο ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν· ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν τοὺς ἀριθμοὺς, τοὺς ὁποίους ὁ κ. ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἀνέφερε, διότι ἂν οἱ ἀριθμοὶ οὗτοι ἔχωσι τὸ κῦρος, τὸ ὁποῖον ἠθέλησε ν’ ἀποδώσῃ εἰς αὐτοὺς, ἡμεῖς ὀφείλομεν νὰ ὑποχωρήσωμεν εἰς τὴν γνώμην ἐκείνων. Ἔφερεν ὁ κύριος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸς πίνακας ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, καὶ ἐπὶ τῶν πινάκων τούτων στηριζόμενος, ἀπέδειξεν, ὅτι τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1879 εἶναι ἐλάχιστον, ἐνῷ ἡ ἀντιπολίτευσις διὰ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτῆς ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶχε προηγουμένως ἀποδείξει ἐπὶ τῶν ἰδίων αὐτῆς πληροφοριῶν στηριζομένη, ὅτι τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1879 ἦτο ἀνώτερον τῶν 14 ἑκατομμυρίων, καὶ σχεδὸν 15 ἑκατομμυρίων. Τίς ἡ ὀφειλομένη πίστις εἰς τὰς πληροφορίας τῆς ὑπηρεσίας; Ἐδῶ στρέφεται τὸ ζήτημα, διότι ἂν αἱ πληροφορίαι τῆς ὑπηρεσίας ἦναι τοιαῦται, ὁποίας τὰς παρέστησεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις ἔλεγεν ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἀντίῤῥησις εἰς αὐτὰς, ἕπεται, ὅτι καὶ τὰ συμπεράσματα τοῦ ὑπουργείου εἶναι ὀρθά. Ἀλλ’ ἔχομεν τὰ μέσα νὰ ἐλέγξωμεν τὰς πληροφορίας τῆς ὑπηρεσίας, διότι ἡ ὑπηρεσία δὶς ἤδη παρέστη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ὁ πρώην ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸς ἔφερε καὶ ἰδίαν αὑτοῦ γνώμην, ἔφερε καὶ πίνακας· παρέστη χθὲς καὶ ὁ νῦν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸς, φέρων καὶ αὐτὸς γνώμην καὶ πίνακας. Ἂς παραβάλωμεν ταῦτα πρὸς ἄλληλα, οὐχὶ μόνον τὰς γνώμας τῶν δύο ὑπουργῶν, οὐχὶ μόνον τοὺς πίνακας τῆς ὑπηρεσίας κατὰ τὰς δύω ταύτας διαφόρους περιστάσεις, ἀλλ’ ἂς παραβάλωμεν πρὸς τὴν γνώμην τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τὴν ἐτυμηγορίαν τῶν πραγμάτων. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς, ὁ πρώην, εἶχεν εἰπεῖ, ὅτι ἐστήριξε τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων τοῦ 1880 ἐπὶ τοῦ μέσου ὅρου τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν τριῶν τελευταίων ἐτῶν. Ἰδοὺ ἀκριβῶς τί εἶπεν: (Ἀναγινώσκει,) «Τὰ προϋπολογισθέντα ποσὰ κατ’ ἄρθρον καὶ κεφάλαιον προσδιώρισα ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μέσου ὅρου τῶν κατὰ τὰ τρία τελευταῖα ἔτη βεβαιωθέντων ἐσόδων.» Τοῦτο, κύριοι, ἀπεδείχθη μὴ ἀκριβές. Οἱ πίνακες, τοὺς ὁποίους εἰσήγαγεν ὁ πρώην ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς εἰς τὴν Βουλὴν συνάμα μετὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, διέψευσαν διαῤῥήδην τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦτον τοῦ νῦν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ καὶ τότε ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Οἱ πίνακες οὗτοι μαρτυροῦσιν, ὅτι ὁ μέσος ὅρος τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν τριῶν τελευταίων ἐτῶν δὲν εἶναι ὁ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1880 ἀναγραφεὶς, εἶναι κατὰ 5,478,000 δραχμὰς κάτω τοῦ ἀριθμοῦ, τὸν ὁποῖον ὁ πρώην ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἀνέφερε. 45,816,000 φέρει ἐν συνόλῳ ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων τοῦ 1880, οἷος ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ πρώην ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, ὁ δὲ μέσος ὅρος τῶν βεβαιωθέντων ἐσόδων κατὰ τὰ τρία τελευταῖα ἔτη εἶναι 40,338,000. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι γνώμη τοῦ Ὑπουργοῦ· ἂς ἴδωμεν καὶ τὴν γνώμην τῆς ὑπηρεσίας, ἂς ἴδωμεν, ἂν ἡ ὑπηρεσία δίδῃ ἀδεκάστους πληροφορίας, ἢ δίδῃ τὰς πληροφορίας τὰς ἀρεσκούσας τοῖς Ὑπουργοῖς. Ὁ πρώην ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ὑπέβαλε πίνακα τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ 1879 μετὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, μέχρι τῆς ἐποχῆς καθ’ ἣν ὁ προϋπολογισμὸς εἰσήχθη, ἤτοι μέχρι τῆς 31 Ὀκτωβρίου, περιέχοντα τὰ πιθανὰ ἀποτελέσματα τῶν ἐσόδων ἐκ τῶν πληροφοριῶν τῆς ὑπηρεσίας διὰ τοὺς δύο τελευταίους μῆνας, Νοέμβριον καὶ Δεκέμβριον. Παρῆλθεν ἤδη τὸ ἔτος, καὶ ἔχομεν τὰ πραγματικὰ ἀποτελέσματα· ἂς ἴδωμεν τὰ πραγματικὰ ταῦτα ἀποτελέσματα κατὰ πόσον ἐπικυροῦσι, κατὰ πόσον διαψεύδουσι τὰς πληροφορίας τῆς ὑπηρεσίας. Ἡ διαφορὰ, κύριοι,—καὶ στηρίζομαι ἐπὶ τῶν πληροφοριῶν τῶν ἐπισήμων ἤδη, διότι πρόκειται περὶ τετελεσμένων, τῶν ὑποβληθεισῶν ὑπὸ τοῦ νῦν ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ὑπουργοῦ,—ἡ διαφορὰ, ὑπάρχει τοιαύτη, ὥστε, ἂν ἐπ’ αὐτῇ τῇ ἀναλογίᾳ κρίνωμεν περὶ τῆς ἀπάτης τῆς ὑπηρεσίας ἐν τῷ ὑπολογισμῷ τῶν πιθανοτήτων, θὰ φθάσωμεν εἰς ἀποτελέσματα πολλῷ ὑπέρτερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐθεώρησαν οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ ὡς ὀρθά. Ἐνῷ ὁ πίναξ ὁ ὑποβληθεὶς κατὰ τὰ τέλη τοῦ ἔτους 1879 παριστᾷ ὡς πιθανὰ ἀποτελέσματα τῶν ἐσόδων τῶν μηνῶν Νοεμβρίου καὶ Δεκεμβρίου 1879 εἰσπράξεις 7,883,000, αἱ πραγματικαὶ εἰσπράξεις εἶναι 6,443,000, τουτέστιν ἠπατήθη ἡ ὑπηρεσία κατὰ 1,440,000 δραχ. ἐπὶ δύω μῆνας, ὡς πρὸς δὲ τὰς βεβαιώσεις ἠπατήθη κατὰ 2,191,000. Καὶ τοῦτο ὡς πρὸς τὰ γενικὰ ἀποτελέσματα· ἂν δὲ ἐξετάσητε τὰς διαφορὰς μεταξὺ τῶν πραγματικῶν καὶ τῶν πιθανῶν, εἰς τὰς λεπτομερείας θέλετε εὕρει ἐνίοτε τὴν ἀπόστασιν μεταξὺ τῶν πραγματικῶν καὶ τῆς ἰδέας, τὴν ὁποίαν εἶχον περὶ τῶν πραγμάτων οἱ συντάξαντες τοὺς τότε πίνακας, θέλετε εὕρει τὴν διαφορὰν τοιαύτην, ὥστε θέλετε πεισθῆ ἀδιστάκτως, ὅτι οὐδεμίαν δύνασθε νὰ δώσητε πίστιν εἰς τοιαύτας πληροφορίας. Δὲν δύνασθε νὰ θεωρήσητε τὰς πληροφορίας ταύτας εἰμὴ ὡς συνηγορίας ὑπὲρ τῶν ὑπουργῶν, καὶ οὐχὶ ὡς ἀπροσωπολήπτους πληροφορίας ἐπὶ τῶν πραγμάτων. Ὀφείλομεν λοιπὸν τοὺς πιθανοὺς ὑπολογισμοὺς τοὺς ἐκ τῆς ὑπηρεσίας νὰ θέσωμεν ἐντελῶς κατὰ μέρος· ὅταν πρόκηται περὶ ὑπολογισμῶν πιθανοτήτων, τὰς πιθανότητας ὀφείλομεν νὰ ἐξαγάγωμεν ἡμεῖς ἐκ τῶν δεδομένων, τὰ ὁποῖα κατέχομεν· ὀφείλομεν διὰ μελέτης ἰδίας νὰ κανονίζωμεν τὰς σκέψεις ἡμῶν περὶ τούτου, καὶ ἔχομεν ἱκανὰ διδόμενα, ἵνα φθάνωμεν εἰς ἀποτελέσματα ἀκριβῆ. Οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ παρέστησαν, ὅτι τὰ ἀποτελέσματα τοῦ ἔτους 1879 θέλουσι καταλίπει ἔλλειμμα 15 ἑκατομμυρίων σχεδὸν, καὶ ἐστήριξαν τὴν γνώμην αὐτῶν ταύτην ἐπὶ ἀριθμῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀνεπίδεκτοι ἀντιῤῥήσεως. Νομίζω περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω ὅσα τοσοῦτον καταλλήλως καὶ πειστικῶς ἐῤῥέθησαν παρὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, καὶ λαμβάνω ὡς ἀφετηρίαν τοὺς ἀριθμοὺς ἐκείνους, καὶ ἐπὶ τῶν ἀριθμῶν ἐκείνων στηρίζων τὰς σκέψεις τὰς ὁποίας ὀφείλομεν νὰ κάμωμεν περὶ τοῦ παρόντος, προβαίνω εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς καταστάσεως τῆς νῦν καὶ τῶν ὑπαγορεύσεων, τὰς ὁποίας ἡ νῦν κατάστασις ἐπιβάλλει περὶ τὸν καταρτισμὸν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1880. Ἐν ταῖς σκέψεσι ταύταις ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν ὡς κείμενον τὸν προϋπολογισμὸν, οἷος ὑπεβλήθη παρὰ τοῦ Ὑπουργείου· ἀλλ’ ἔχοντες τὸ κείμενον τοῦτο ὑπ’ ὄψιν, ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν ἐπίσης πρὸ ὀφθαλμῶν, ὅτι αἱ πληροφορίαι, ἐφ’ ὧν ἐστηρίχθη τὸ Ὑπουργεῖον εἰς τὰς σκέψεις αὑτοῦ καὶ τοὺς ὑπολογισμούς, ὑπῆρξαν τοιαῦται, οἵας πρὸ ὀλίγου κατέδειξα αὐτάς. Ἐξετάζων τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων, οἷος ὑπεβλήθη παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, βλέπω, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος δὲν παριστᾷ τὸ ἀληθὲς ποσὸν τῶν δαπανῶν, αἵτινες διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τούτου ἐπιτρέπονται, καὶ λαμβάνω ὡς παράδειγμα τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, διότι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἐκείνῳ εἶναι καταφανεστέρα ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν πραγμάτων καὶ τῆς ἀληθείας. Ὁ εἰδικὸς προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τὸ 1880, οἷος ὑπεβλήθη παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, παριστᾷ οἰκονομίαν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ παρελθόντος ἔτους 2 ἑκατομμύρια καὶ ἑκατοντάδας τινὰς χιλιάδων δραχμῶν. Ἀλλὰ πῶς ἀπεκτήθησαν αἱ οἰκονομίαι αὗται, κατὰ πόσον εἶναι πραγματικαί, τοῦτο ὀφείλομεν πρὸ πάντων νὰ ἐξετάσωμεν πρὶν ἢ προβῶμεν εἰς τὴν λεπτομερῆ ἐξέτασιν ἐὰν αἱ δαπάναι αἱ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφόμεναι πρέπῃ νὰ ἐπιτραπῶσι παρὰ τῆς Βουλῆς. Κύριοι, θὰ θαυμάσητε ὅταν ἀκούσητε κατὰ τίνα τρόπον ἐπετεύχθησαν πολλαὶ τῶν οἰκονομιῶν καὶ κατὰ πόσον αἱ οἰκονομίαι αὗται ἦναι ἀληθεῖς. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τοῦ παρελθόντος ἔτους εἶχε νὰ προνοήσῃ περὶ δυνάμεως κατὰ 3,000 ἀνδρῶν ἀνωτέρας τῆς δυνάμεως, περὶ ἧς προνοεῖ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους· 19,000 ἦσαν οἱ ἄνδρες κατὰ τὸν προσωρινὸν ὀργανισμόν, ὅστις ἴσχυε κατὰ τὸ 1879, 16,000 εἶναι οἱ ἄνδρες, περὶ ὧν προνοεῖ ὁ νῦν προϋπολογισμός. Ἐκ τῆς ἐλαττώσεως ταύτης πραγματοποιεῖται οἰκονομία ὡς πρὸς τὴν δαπάνην τῶν ἀνδρῶν. Ἀλλ’ ἐξετάζοντες τὰ ἄλλα κεφάλαια τοῦ προϋπολογισμοῦ, τί εὑρίσκομεν; Οἱ ἀξιωματικοὶ ηὔξησαν κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἡ αὔξησις ὅμως δὲν εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ δύναται ἐξ αὐτῆς νὰ ἐπιτευχθῇ μεγάλη μεταβολὴ ὡς πρὸς τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἕνεκα ἐνδεχομένων ἀδειῶν ἀναγράφει ὁ προϋπολογισμὸς ὡς μὴ πραγματοποιηθησόμενα. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν εἴθισται νὰ σημειοῦται ποσόν τι ὑπὸ ἕκαστον ἄρθρον, ἀφορῶν εἰς μισθοδοσίαν προσωπικοῦ δι’ ἐνδεχομένας ἀδείας, καὶ κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1879 τὸ ἄρθρον τοῦτο ἐν συνόλῳ εἶχε ποσὸν 66,000 δραχμῶν. Οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1880 εἶναι κατὰ 56 πλειότεροι τῶν τοῦ παρελθόντος ἔτους· ἀλλὰ πόση νομίζετε ὅτι εἶναι ἡ διαφορὰ ἡ ἕνεκα ἀδειῶν ἀναγραφομένη καὶ ἀφαιρουμένη ἀπὸ τῆς ὁλικῆς δαπάνης; ἐνῷ κατὰ τὸ 1879 ἦτο 66,000 δραχμῶν, ἡ δαπάνη ἡ ἀφαιρουμένη ἐφέτος εἶναι 383,000 (συγκίνησις). Κατὰ τὸ 1880 ἔχομεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ὑπουργείου 31 ἀξιωματικούς, κατὰ τὸ 1879 εἴχομεν 24. Διὰ τὰς ἀδείας τὰς ἐνδεχομένας τῶν 24 ἀξιωματικῶν ἐξεπίπτοντο διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ παρελθόντος ἔτους 2,280 δρ. διὰ τοὺς 31 ἀξιωματικοὺς τοῦ ἔτους τούτου ἐκπίπτονται 27,500. Εἰς τὸ πυροβολικὸν καὶ τὸ ὁπλοστάσιον εἴχομεν κατὰ τὸ 1879 91 ἀξιωματικούς, ἔχομεν ἤδη τὸν αὐτὸν σχεδὸν ἀριθμόν, ἔχομεν 96· κατὰ τὸ ἔτος 1879 ἐγένετο ἀφαίρεσις 2,000 δραχμῶν, ἐφέτος γίνεται ἀφαίρεσις 23,610 δραχμῶν. Τοιαύτη εἶναι ἡ ἀλήθεια τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπὶ ἑνὸς ἄρθρου. Ἀλλὰ πῶς συνέβη τοῦτο; Τὸ ἱστορικὸν τὸ γνωρίζομεν πάντες. Ἐξωδίκως γνωρίζομεν, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἐστάλη εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον· τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἐθεώρησεν ὅτι οἱ ἀριθμοὶ ἦσαν ὑπερβολικοί, ὅτι ὑπῆρχεν ἀνάγκη οἰκονομιῶν, ἐπεστράφη λοιπὸν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν μὲ τὴν ἐντολὴν νὰ γείνωσιν οἰκονομίαι 2 ἕως 3 ἑκατομμυρίων, καὶ οὗτος εἶναι ὁ τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἐπραγματοποίησε τὴν ἐντολὴν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἔρχομαι εἰς ἕτερον ἄρθρον τοῦ αὐτοῦ Ὑπουργείου. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι παρεκάλεσα τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἀκριβῆ πληροφορίαν περὶ τῆς δυνάμεως τῶν εὐζωνικῶν ταγμάτων, καὶ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς ἔφερε τὴν πληροφορίαν προφορικῶς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι τὰ εὐζωνικὰ τάγματα εἶχον δύναμιν 2,583 ἀνδρῶν. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ πόσοι εἶναι ἐγγεγραμμένοι; 1,120.

§97ΒΑΛΤΙΝΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.) Ἐνθυμεῖσθε πολὺ καλά, ὅτι εἶπον, ὅτι ἡ δύναμις τοῦ ἄλλου στρατοῦ εἶχεν ἐλαττωθῆ μέχρι τῆς ἐλεύσεως τῶν νεοσυλλέκτων τοῦ 1880, καὶ δὲν ἤθελον ν’ ἀναλάβω τὴν εὐθύνην ν’ ἀφήσω ἀφρούρητον τὴν χώραν, καὶ δι’ αὐτὸ ἐκρατήσαμεν προσωρινῶς καὶ καθ’ ἑκάστην σχεδόν, ἅμα προσέρχονται νέοι κληροῦχοι, ἀπολύομεν πολλούς.

§98ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Γινώσκομεν δὲ ἐκ τῶν πινάκων τοὺς ὁποίους ὑπέβαλεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργός, ὅτι νέοι κληροῦχοι δὲν προσέρχονται. (Ἱλαρότης.)

§99ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Πρόκειται αὔριον ν’ ἀπολύσω 300.

§100ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ποία εἶναι ἡ διαφορὰ ἐν τῇ ἀληθείᾳ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἡ ἐκ τούτου τοῦ ἄρθρου προερχομένη; Εἶμαι πρόθυμος νὰ παραδεχθῶ τὰ τῆς διαθέσεως τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ ὡς πρὸς τὴν ἀπόλυσιν τῶν πλεοναζόντων στρατιωτῶν· ἀλλ’ ἐπὶ ἕκαστον μῆνα ἕως οὗ ἀπολύσῃ αὐτοὺς δαπανᾷ ἐπὶ πλέον τοῦ προϋπολογισμοῦ 58 χιλ. δραχμάς, καὶ ἐὰν μείνῃ ὁ πλεονάζων οὗτος ἀριθμὸς ἐφ’ ὅλον τὸ ἔτος, ἡ διαφορὰ θέλει εἶσθαι 700,000 δραχμῶν.

§101ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Θὰ ἦνε περισσότερον, ἐὰν δὲν ἔλθῃ κανείς.

§102ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἠξεύρομεν ἄλλην διαφοράν, τὴν ὁποίαν ἀνεκοίνωσε πρὸς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Εἶπεν, ὅτι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀφῃρέθη ἀριθμὸς κτηνῶν τοῦ πυροβολικοῦ, ἀλλὰ τὰ κτήνη ταῦτα ἐξακολουθοῦσι διατρεφόμενα, καὶ εἶπε μάλιστα ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τῆς πιστώσεως, καὶ ἕως οὗ ληφθῇ ἡ πρόνοια αὕτη, εἶναι ἀνάγκη νὰ δοθῇ ὅπως δήποτε, ἔστω καὶ μὴ κανονικῶς, ἄδειά τις παρὰ τῆς Βουλῆς, πρέπει τοὐλάχιστον ἡ Βουλὴ νὰ ἦνε ἐν γνώσει· αὕτη δὲ ἡ ὑπέρβασις ἐξακολουθεῖ ἔτι.

§103ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ἤρχισεν ἡ ἐκποίησις.

§104ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Αἱ δηλώσεις, τὰς ὁποίας ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς ἐποιήσατο πρὸς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀφορῶσιν εἰς αὔξησιν δαπανῶν 517 χιλιάδων δραχμῶν· καὶ πῶς δὲν ἐγίνωσκε τὰς δαπάνας ταύτας ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργός, ὅτε συνέτασσε τὸν προϋπολογισμόν; Τινὲς ἐξ αὐτῶν, ὡς ἐκ τῆς φύσεώς των, ὤφειλον νὰ ἦναι γνωσταί, καθ’ ἣν ἐποχὴν συνετάχθη ὁ προϋπολογισμός. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ εἰς ἕτερον ἄρθρον, ἠκούσατε ἤδη περὶ αὐτοῦ ἱκανά, ἤτοι τὴν ὀφειλὴν τοῦ δημοσίου ἕνεκα τῶν συμβάσεων μετὰ τῆς διευθύνσεως τοῦ πυριτιδοποιείου. Ἡ ὀφειλὴ αὕτη, πλὴν τῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένων, πλὴν τῶν ἐν πιστώσεσιν ἀναγεγραμμένων, πιστώσεσι μήπω ψηφισθείσαις, ἀναβαίνει εἰς 1,300,000 δραχμῶν. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός, ὁ νῦν, ὅτε πρό τινων ἡμερῶν ἐγένετο λόγος περὶ τούτου, παρετήρησεν, ὅτι ὡς πρὸς τὸ μέλλον εἶχε τεθῆ τέρμα εἰς τὴν σύμβασιν ταύτην, τοὐλάχιστον τὸ ἐνόμιζε, καὶ ἤθελε μᾶς φέρει ἐπίσημον πληροφορίαν· ἀλλὰ δὲν ἔφερεν αὐτήν, καὶ πιστεύω, ὅτι δὲν τὴν ἔφερεν, ἵνα μὴ εὑρεθῇ εἰς ἀντίφασιν πρὸς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργόν, ὁ ὁποῖος, ἐρωτηθεὶς ὑπὸ τῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς περὶ τῶν ἀφορώντων εἰς τὰς συμβάσεις ταύτας, οὐδὲν ἀνέφερε περὶ ἀκυρώσεως αὐτῶν ἢ περὶ παύσεως τῶν περαιτέρω ὑποχρεώσεων παρὰ τοῦ δημοσίου ἀπέναντι τοῦ πυριτιδοποιείου· ὥστε δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι ἔχομεν ὀφειλὴν 1,300,000 δραχμῶν πέραν τῶν ἀναγεγραμμένων εἴτε ἐν τῷ προϋπολογισμῷ εἴτε ἐν πιστώσεσιν. Ἐὰν δὲ προβῶ εἰς τὰ κατὰ μέρος ἄρθρα, θέλω ἔχει τοσαῦτα ν’ ἀποδείξω, συντεταγμένα ἐκτὸς τοῦ ἀληθοῦς, ὥστε καὶ ἐξ αὐτῶν θέλομεν ἔχει προσθήκην εἰς τὰ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένα βάρη τοῦ δημοσίου, διότι παρατηρεῖτε, ὅτι περὶ πάντων τούτων, περὶ ὧν ἐποιησάμην λόγον, ὅ,τιδήποτε καὶ ἂν ἀνεγράφη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, αἱ ὑποχρεώσεις τοῦ δημοσίου εἶναι αἱ πραγματικαί, καὶ οὐχὶ αἱ ἀναγεγραμμέναι. Ἀνεγράφη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ὅτι ἀφαιρεῖται ποσὸν 383,000 δι’ ἀδείας ἀξιωματικῶν, ἀλλ’ ἐὰν τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν καλυφθῇ ὁλόκληρον ὑπὸ τῶν ἀδειῶν, οὐδὲν ἐκερδήσαμεν ἐκ τῆς ἀφαιρέσεως· οἱ ἀξιωματικοὶ θέλουσι λάβει τὸν μισθὸν ἄνευ τῆς ἀναγεγραμμένης ἐκπτώσεως, ἵνα δὲ πραγματοποιηθῇ ὁλόκληρον τὸ ποσόν, σᾶς λέγω τοῦτο, ὅτι πρέπει πάντες οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ ν’ ἀπουσιάσωσιν ἐπ’ ἀδείᾳ ἐπὶ 7 μῆνας. (Ἱλαρότης.) Ἔχω ἀπόφασιν, κύριοι, νὰ μὴ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι θ’ ἀναγνωρίσητε, ὅτι ταῦτα δὲν εἶναι λεπτομέρειαι, εἶνε οὐσιαστικά, διότι διὰ τούτων καὶ μόνων δυνάμεθα νὰ μάθωμεν, ἐὰν ὁ προϋπολογισμός, οἷος ὑπεβλήθη, δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς βάσις, ἐὰν τοὐλάχιστον δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀφετηρία τῶν σκέψεων ἡμῶν· καὶ βεβαίως θ’ ἀναγνωρίσητε μετὰ τὰς παρατηρήσεις μου ταύτας, αἱ ὁποῖαι εἶνε ἀνεπίδεκτοι ἀμφισβητήσεως, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς δὲν πρέπει διόλου νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν. Διὰ τοῦτο ἓν τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, τῶν ἀντιπροσωπευόντων τὴν ἀντιπολίτευσιν, εἶπεν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν συζητῶν, ὅτι, ἵνα ὀρθῶς ὑπολογίσωμεν τὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, πρέπει νὰ προσθέσωμεν τοὐλάχιστον 1½ ἑκατομμύριον εἰς τὰ ποσὰ τὰ ἀναγεγραμμένα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, καὶ ἐκ τοῦ οὕτως ηὐξημένου ποσοῦ πρέπει νὰ ποιήσωμεν τὴν ἀφαίρεσιν, ἥτις ἐπιβάλλεται ὡς ἐκ τοῦ ἑτέρου ὀργανισμοῦ, τοῦ ὁποίου τὰς βάσεις ἠθέλομεν ὑποδείξει, ὅπως εὕρωμεν τὴν διαφοράν, ἥτις θέλει ἐπιβαρύνει τὸ δημόσιον. Ὁ δὲ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργός, παρανοήσας φαίνεται τὸν ἀγορεύοντα τότε, ἐνόμισεν, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ παραχωρήσεως εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἑτέρων 1,500,000 δραχμῶν, καὶ εἶπεν, ὅτι ἀποδέχεται τὴν προσφοράν. Ἀλλὰ πλὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων, ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν καὶ τὰ τοῦ πρϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων, καὶ ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν τὰς προτάσεις τῆς ἐπιτροπῆς τὰς τυγχανούσας τῆς ἀποδοχῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα ἴδωμεν κατὰ πόσον καὶ ταῦτα περιέχουσιν ἀληθείας. Καὶ περὶ μὲν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων ἀνέπτυξεν ἡ ἀντιπολίτευσις διὰ τῶν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀντιπροσώπων αὐτῆς τὰς σκέψεις, ὧν ἕνεκα ὑποθέτει ὅτι τὰ ἔσοδα τοῦ 1880 ἐπὶ τῇ βάσει τῶν νῦν κειμένων φορολογικῶν νόμων δὲν δύνανται νὰ ἦναι τοιαῦτα, ὥστε ἀφαιρούμενα ἀπὸ τῶν ἐξόδων ν’ ἀφίνωσιν ἔλλειμμα μικρότερον τῶν 14 ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Εἰς ταῦτα ὅμως οἱ κ.κ. Ὑπουργοὶ φέρουσιν ἐλαττώσεις εἴτε δι’ ἰδίων αὐτῶν προτάσεων εἴτε διὰ τῶν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ προταθεισῶν μεταῤῥυθμίσεων. Τί ἐκ τῶν μεταῤῥυθμίσεων τούτων δυνάμεθα νὰ προσδοκῶμεν; Ἔχομεν κατὰ πρῶτον λόγον νομοσχέδιον περὶ τοῦ καπνοῦ, καὶ εἶπε τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι ἐξ αὐτοῦ ἀπεκδέχεται πρόσοδον 2 ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Ἀφίνω κατὰ μέρος τὴν σκέψιν, ὅτι τοιαῦται προτάσεις περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ ἐπανειλημμένως ἐγένοντο πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ ἐπανειλημμένως ἀπεῤῥίφθησαν, διότι ἀπεδείχθη, ὅτι, ὡς ἔχουσι τὰ τοῦ καπνοῦ ἐν Ἑλλάδι, εἶναι δυσχερεστάτη ἡ φορολογία τοῦ προϊόντος τούτου ἄνευ παρακωλύσεως παραγωγῆς, ἐκ τῆς ὁποίας πολλὰ ἀρύεται τὸ Κράτος. Ὅτι δὲ τοιαύτη ἔσεται ἡ τύχη καὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν· ἀλλὰ καὶ ὑποτιθεμένου ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἤθελε ψηφισθῆ, ποία εἶναι τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα δυνάμεθα ἐξ αὐτοῦ ν’ ἀπεκδεχώμεθα; Κατὰ τὸ νομοσχέδιον ὁ καπνὸς φορολογεῖται μόνον ἐξερχόμενος ἐκ τῆς ἐπαρχίας, πᾶσαι δὲ αἱ ἐπαρχίαι τῆς Ἑλλάδος, εἶναι δεκτικαὶ καλλιεργείας τοῦ καπνοῦ. Ἐννοεῖτε ἄρα, ὅτι μετὰ τὴν ἐπιβολὴν φόρου μιᾶς δραχμῆς κατ’ ὀκᾶν ἐπὶ τὰ καπνὰ, θ’ ἀποτελῇ ἡ δραχμὴ αὕτη βραβεῖον εἰς πάντα καλλιεργητὴν καπνοῦ ἐντὸς τῆς ἐπαρχίας, καὶ πᾶσαι αἱ ἐπαρχίαι θέλουσι παραγάγει τὸν καπνὸν τὸν ἀπαιτούμενον πρὸς τὴν κατανάλωσιν τῆς περιφερείας των. Ἑπομένως οὐδὲν, ἢ σχεδὸν οὐδὲν, δυνάμεθα νὰ προσδοκῶμεν ἐκ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καὶ ὀρθῶς εἶπον οἱ προαγορεύσαντες ἀντιπρόσωποι τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι κατ’ ἀνώτατον ὅρον δύναταί τις ἴσως νὰ ὑπολογίσῃ τὴν εἴσπραξιν ἐξ αὐτοῦ εἰς 150 ἢ 200 χιλ. δραχμῶν. Ἔφερεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς καὶ Νομοσχέδιον περὶ οἴνων, τὸ ὁποῖον σήμερον διενεμήθη, καὶ ἐκ τούτου γινώσκομεν, ὅτι προσδοκᾷ ἡ Κυβέρνησις πρόσοδον 1 ἑκατομμυρίου δραχμῶν. Ἀλλ’ ἡ πρόσοδος αὕτη ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ οἴνου ἐν τῷ Κράτει δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ πραγματοποιηθῇ οὐδὲ κατὰ τὸ δεκατημόριον· ἀλλὰ καὶ αὐτοῦ τοῦ δεκατημορίου ἡ πραγματοποίησις θέλει γείνει διὰ τῆς ἐσχάτης πιέσεως τῶν πολιτῶν, διὰ πιέσεως τοιαύτης, ὥστε δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι συνδέεται καὶ μετ’ αὐτῶν τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ πολίτου, διότι ἐν Ἑλλάδι ἡ παραγωγὴ τοῦ οἴνου εἶναι τοσοῦτον κοινὴ, ἡ πώλησις τοῦ οἴνου λιανικῶς παρὰ τῶν παραγωγῶν εἶναι τοσοῦτον διαδεδομένη ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, ὥστε πᾶς σχεδὸν παραγωγὸς θὰ χαρακτηρισθῇ ὑπὸ τοῦ νόμου τούτου ὡς διατηρῶν καπηλεῖον, καὶ θὰ φορολογῆται ὡς οἰνοπώλης· θέλει δὲ ὑποβληθῆ εἰς πάσας τὰς ὑποχρεώσεις τῶν οἰνοπωλῶν. Τοιοῦτον Νομοσχέδιον βεβαίως δὲν θέλει ψηφισθῆ, καὶ ἰδοὺ ἐκλείπει καὶ τὸ τρίτον ἑκατομμύριον τοῦ Ὑπουργείου. Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἕτερόν τι, περὶ τοῦ ὁποίου εὑρίσκομαι εἰς ἀμηχανίαν, ἵνα διατυπώσω σκέψιν, διότι ὁ κύριος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς, ἀνακοινῶν πρὸς τὴν Βουλὴν τὰς σκέψεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἤθελε κανονίσει τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ἔτους, εἶπεν, ὅτι ἔχει καὶ πόρον 720,000 δραχμῶν κατ’ ἔτος, ἀλλ’ ἀρνεῖται ν’ ἀποκαλύψῃ αὐτὸν πρὸς τὴν Βουλὴν. Τὸ ποσὸν συμπίπτει ὑπόπτως μὲ ὅμοιον ποσὸν ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς, καὶ ἐννοῶ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπετροπιάσθη νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι εἶναι αὐτὸ τὸ ποσόν. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀγνοῶ ποῦ ἀνεῦρε τὸν φόρον τοῦτον ἐπὶ τῆς καλλιεργείας καὶ ἐπὶ τῆς σωτηρίας τῶν ἀμπέλων. Εἰς ἄλλα Κράτη, ἤδη μάλιστα ἐπικρατούσης τῆς φυλλοξήρας, προσφέρουσιν αἱ Κυβερνήσεις δωρεὰν τὰ φάρμακα τῶν ἀμπέλων, δίδουσι καὶ βραβεῖα εἰς τοὺς μεταχειριζομένους τὰ φάρμακα ταῦτα· καὶ ἐνταῦθα ἐρχόμεθα νὰ ἐπιβάλωμεν ποινὴν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι διασώζοντες τὴν ἰδίαν αὑτῶν περιουσίαν, διασώζουσι καὶ τὴν περιουσίαν τοῦ γείτονος αὑτῶν καὶ τοῦ Κράτους. Νομίζω, κύριοι, ὅτι αἱ τοιαῦται προτάσεις δὲν εἶναι ἄξιαι κἂν συζητήσεως, καὶ νομίζω, ὅτι τὸ εὐλαβέστερον πρὸς αὐτὰς εἶναι τὸ νὰ τὰς καλύψωμεν ὑπὸ τὸν πέπλον τῆς σιωπῆς. Ἐπενόησεν ὅμως ἡ Κυβέρνησις καὶ ἑτέραν, ἐπενόησε δάνειον πρὸς τὴν ὁδοποιΐαν, καὶ δάνειον μετὰ κέρδους ὑπὲρ τοῦ δημοσίου. Δανείζεται ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς πραγματοποιήσεως τῶν 24,000 ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 60,000,000, δανείζει εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς ὁδοποιΐας, καὶ πραγματοποιεῖ κέρδος 246,000 δραχ. ἐκ τῆς Τραπεζικῆς ταύτης ἐργασίας. Εἰς τὴν ὁδοποιΐαν ἐνδιαφερόμεθα καὶ ἀσχέτως πρὸς τὸ ταμεῖον αὐτῆς· ἀλλὰ τὸ ταμεῖον τοῦτο ἔχει καὶ δικαιώματα ἀπέναντι τῆς παλιτείας, διότι, ἀφοῦ ἅπαξ ἐσυστήθη τὸ ἠθικὸν τοῦτο πρόσωπον, δὲν δυνάμεθα νὰ παραγνωρίζωμεν τὰ δικαιώματα αὐτοῦ καὶ ἔχωμεν ὀφειλὰς πρὸς αὐτό· ἀντὶ δὲ νὰ σκεπτώμεθα περὶ ἀποδόσεως τῆς ὀφειλῆς εἰς τὴν ὁδοποιΐαν, ὅπως δυνηθῇ αὕτη νὰ λάβῃ τὴν ἀνάπτυξιν τὴν ἁρμόζουσαν εἰς τὴν ἐργασίαν τὴν ἐκπολιτιστικὴν τῆς Ἑλλάδος, φροντίζομεν πῶς ἐκ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας ν’ ἀρυσθῶμεν διὰ τραπεζιτικῶν πράξεων 246,000 δραχ. Ταύτας θέλομεν ἀρυσθῇ διὰ τῆς καταστροφῆς τοῦ ταμείου ἐκείνου, διότι, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐν κακῇ ὥρᾳ ἤθελε ψηφίσει τὸ Νομοσχέδιον, οἷον ἐπροτάθη παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας εἶναι κατεστραμμένον. Θὰ κατασκευάσῃ ἀμέσως ὁδούς τινας, ἀλλὰ θὰ ἐπιβαρυνθῇ διὰ τοῦ τοκογλυφικοῦ τούτου δανείου, καὶ δὲν θὰ ἔχῃ τὰ μέσα πρὸς συντήρησιν τῶν ὁδῶν, τὰς ὁποίας οὕτω κατεσκεύασε. Μόλις διὰ τῶν προτάσεων, τὰς ὁποίας ἡ ἀντιπολίτευσις κυρίως ἔφερε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Βουλευτικὴν περίοδον, κατωρθώθη νὰ ἐξέλθῃ τῆς χρεωκοποίας τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας καὶ νὰ ὑπόσχηται λειτουργίαν ἐν τῷ μέλλοντι, καὶ ἀμέσως ἔρχεται ἡ Κυβέρνησις φέρουσα προτάσεις περὶ καταστροφῆς αὐτοῦ. Καὶ ἐκ τούτου ἄρα τοῦ πόρου οὐδὲν ἔχομεν νὰ προσδοκῶμεν. Ὑπάρχουσί τινα τῶν προτεινομένων παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, τὰ ὁποῖα δύνανται μεταποιούμενα κατά τι νὰ ψηφισθῶσι παρὰ τῆς Βουλῆς, οἷον ἡ ἀναθεώρησις τοῦ δασμολογίου, οἷον ὁ φόρος ἐπὶ τῶν παιγνιοχάρτων, καὶ τοιαῦτά τινα. Ἀλλὰ τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἐκ τούτων θὰ ἀρυσθῇ τὸ Κράτος, πολὺ ἀπέχει τοῦ νὰ ἦναι ὁποῖον ἀναφέρει αὐτὸ ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπή. Ὅταν δὲ λάβωμεν πάντα ταῦτα ὑπ’ ὄψιν, ὅταν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων παρίσταται κατώτερος τοῦ πραγματικοῦ, ὅταν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων παρίσταται ἀνώτερος τοῦ πραγματικοῦ, ὅταν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι αἱ φορολογικαὶ μεταῤῥυθμίσεις αἱ προτεινόμεναι εἶνε ὅλως ἕωλοι καὶ ἀπαράδεκτοι, φθάνομεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι τὸ ἰσοζύγιον, τὸ ὁποῖον μᾶς παρέστησεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς χθὲς ὡς ἐπιτευχθὲν, εἶνε ἰσοζύγιον, τὸ ὁποῖον, ἐν ἀριθμοῖς, ὀνομάζεται ἔλλειμμα 14,000,000 δραχμῶν. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1880 εἰσήχθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου ὡς ἔχων ἔλλειμμα 10,250,000. Κατόπιν τὸ ὑπουργεῖον παρέστησε τὸ ἔλλειμμα ὡς κατώτερον, διὰ τῆς ἀφαιρέσεως ἀπ’ αὐτοῦ 650,000 δραχ. αἵτινες ἐκ λάθους παρελείφθησαν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐσόδων, ἀναγόμεναι εἰς τὰ τέλη τῆς ὁδοποΐας. Κατ’ ἀρχὰς εἶχεν εἴπει ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ἔπρεπε νὰ προστεθῶσιν εἰς τὰ ἔσοδα, καὶ ἑπομένως ν’ ἀφαιρεθῶσιν ἐκ τοῦ ἐλλείμματος 1,200,000, ἀνεγνώρισεν ὅμως ἔπειτα, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο ὤφειλε νὰ περιορισθῇ εἰς 650,000· ἀφ’ ἑτέρου ὅμως διὰ δηλώσεων ἐγένετο αὔξησις 687,000 δραχ. ὥστε πάλιν τὸ ἔλλειμμα, οἷον παρίσταται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, εἶνε περίπου 10,270,000 δραχμῶν. Ἀλλὰ εἰς τὸ ἔλλειμμα τοῦτο τί ὀφείλομεν νὰ προσθέσωμεν; Πρῶτον τὴν διαφορὰν μεταξὺ τῶν βεβαιουμένων καὶ τῶν εἰσπραττομένων. Ὁ εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀνέπτυξε θεωρίαν, ὅτι τὸ Κράτος δὲν δύναται ν’ ἀποδεχθῇ καὶ ν’ ἀναγνωρίσῃ ἐπισήμως, ὅτι δὲν εἰσπράττονται ὅσα βεβαιοῦνται. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται ἐνταῦθα νὰ ὁμιλήσωμεν περὶ τοῦ τί δυνάμεθα ἐπισήμως ν’ ἀναγνωρίσωμεν, πρόκειται νὰ σκεφθῶμεν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πραγματικῶν δεδομένων, καὶ οὐδεὶς δύναται ν’ ἀρνηθῇ, ὅτι ὑπάρχει πάντοτε διαφορὰ μεταξὺ βεβαιουμένων καὶ εἰσπραττομένων, καὶ ὅτι ἡ διαφορὰ αὕτη εἶναι κατ’ ἐλάχιστον ὅρον 2,000,000 καὶ κατὰ συνήθη ὅρον 2½ ἑκατομ. Ἐκτὸς ὅμως τούτου, ἐγένετο ἀνάπτυξις περὶ τῆς κακῆς ἐκτιμήσεως τῶν προσόδων ἐν τῇ ἀναγραφῇ τῶν βεβαιώσεων, καὶ ἐκ τούτου πάλιν ἐπέρχεται διαφορὰ ὡς πρὸς τοὺς ὑπολογισμοὺς τῆς Κυβερνήσεως, καὶ λίαν μετρίως ὑπελόγισεν ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ εἰς 3,000,000 τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐκ τῶν δύω διαφορῶν ὀφείλομεν νὰ προσθέσωμεν εἰς τὸ ἔλλειμμα, τὸ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως σημειούμενον. Ἔχομεν λοιπὸν ἔλλειμμα 13,270,000, διὰ τῆς προσθήκης τῆς διαφορᾶς τῶν εἰσπραττομένων πρὸς τὰ βεβαιούμενα καὶ τῆς διαφορᾶς τῶν πραγματικῶς βεβαιωθησομένων πρὸς τὰ ὑπολογισθέντα ὡς βεβαιωθησόμενα. Ἀλλ’ εἰς ταῦτα τί ἄλλο ὀφείλομεν νὰ προσθέσωμεν; Δυνάμεθα νὰ μὴ προσθέσωμεν τὸ 1,300,000 δραχμῶν, δι’ ἃς εἶναι ὑπόχρεων τὸ δημόσιον ἀπέναντι τοῦ πυριτιδοποιείου; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἂς τὸ εἴπῃ· εἶναι εἰς θέσιν νὰ μᾶς δώσῃ ἐπισήμους πληροφορίας καὶ νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν ἔχομεν τοιαύτην ὑποχρέωσιν. Ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς μὴ εἴπῃ, ὅτι δὲν εἴμεθα ὑπόχρεοι, ὀφείλομεν νὰ προσθέσωμεν τὸ ποσὸν τοῦτο, διότι ἐλάβομεν γνῶσιν τῶν συμβάσεων, αἱ ὁποῖαι ἐγέννησαν τὰς ὑποχρεώσεις ταύτας· ἔχομεν λοιπὸν προσθήκην 1,300,000, καὶ φθάνομεν εἰς 14,500,000. Ἀλλὰ τίς ἐξ ὑμῶν πιστεύει, ὅτι, ἂν ψηφισθῇ ὁ προϋπολογισμὸς καὶ ἑπομένως διαμείνῃ ἐν τῇ ἐξουσίᾳ τὸ παρὸν Ὑπουργεῖον, δὲν θὰ ἔχωμεν μέχρι τέλους τῆς χρήσεως 3,000,000 καὶ πλέον ἐκτάκτους πιστώσεις; ἂν προσθέσωμεν καὶ ταῦτα, φθάνομεν εἰς ἔλλειμμα 17 ἢ 18,000,000. Ἰδοὺ τὸ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον παρουσιάζεται, ὅταν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦτον συμπληρώσωμεν διὰ τῶν καταλλήλων σκέψεων. Ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου δυνάμεθα ν’ ἀφαιρέσωμεν 2 ἢ 3 ἑκατομμύρια ἐκ προσθέτων φόρων, καὶ ἔχομεν οὕτω τὸ ὁριστικὸν ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον ὀφείλομεν νὰ παραδεχθῶμεν ὡς ἀφετηρίαν ἐν ταῖς σκέψεσιν ἡμῶν περὶ τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὅταν ἔχωμεν τοιοῦτον ἔλλειμμα, τίνες ἐπιβάλλονται σκέψεις; δύνανται νὰ ἐπιβληθῶσιν ἄλλαι παρὰ τὰς σκέψεις τῶν οἰκονομιῶν; Καὶ ἐνταῦθα εὑρίσκεται ἡ πλήρης ἀντίθεσις μεταξὺ τῆς ἀντιπολιτεύσεως καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ἀντίθεσις, ἕνεκα τῆς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις ἠναγκάσθη νὰ παραστήσῃ τὸ ἔλλειμμα ὡς μὴ ὑπάρχον, διότι, ἂν παραδεχθῇ τὸ ἔλλειμμα τὸ ὁποῖον ἀπέδειξα, δὲν δύναται ἢ νὰ παραδεχθῇ τὴν ἀντίθετον πολιτικὴν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ συνιστᾷ εἰς τὴν ἀποδοχὴν ἡμῶν. Ἀλλὰ πρὶν ἢ ἐξετάσωμεν τίνες εἶναι αἱ δυναταὶ οἰκονομίαι, καὶ τὶς ἡ ἀρχὴ, ἥτις πρέπει νὰ διέπῃ τὴν εἰσαγωγὴν αὐτῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν πῶς δυνάμεθα ν’ αὐξήσωμεν τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους διὰ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ φορολογικοῦ συστήματος. Ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν ἂν ἦναι δυνατὸν νὰ ἐπιβάλλωμεν νέους φόρους καὶ ποίους. Καὶ ἐν πρώτοις φρονῶ, ὅτι, ἵνα δυνηθῇ τὸ Κράτος νὰ φέρῃ νέους φόρους, εἶναι ἀνάγκη ἀναθεωρήσεως τοῦ φορολογικοῦ συστήματος, διότι, ὡς ἔχουσι τὰ τῆς φορολογίας, ἀδύνατον νὰ φέρῃ τὸ ἔθνος οἱανδήποτε προσθήκην. Αἱ γενόμεναι ἐσχάτως προσθῆκαι φόρων ὑπῆρξαν μεγάλαι, καίτοι παρῆλθον ὡς ἐκ τοῦ ἐπικρατοῦντος ἐνθουσιασμοῦ σχεδὸν ἀπαρατήρητοι. Ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ ρωσσοτουρκικοῦ πολέμου προσετέθησαν φόροι νέοι ὑπὲρ τὰ 4 ἑκατομμύρια δραχμῶν, τοῦτο δὲ ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅταν σκεπτώμεθα περὶ προσθήκης καὶ ἄλλων φόρων. Ἂν ὅμως διανείμωμεν τὴν φορολογίαν δικαιότερον παρ’ ὅ,τι εἶναι σήμερον διανεμημένη, ἀπεκδέχομαι, ὅτι θέλει ἀποκτήσει τὸ Κράτος δυνάμεις, ὅπως φέρῃ καὶ περαιτέρω φορολογίαν. Ἡ διαῤῥύθμισις τῆς φορολογικῆς νομοθεσίας πρέπει ν’ ἀφορᾷ εἰς τὴν αὔξησιν τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων τῆς χώρας καὶ εἰς τὴν αὔξησιν τῶν φορολογικῶν δυνάμεων τῆς χώρας. Αὐξάνοντες τὰς φορολογικὰς δυνάμεις τῆς χώρας, καθιστῶμεν αὐτὴν ἱκανὴν, ἵνα φέρῃ νέους φόρους ἀνταποκρινομένους πρὸς τὰς δυνάμεις ταύτας. Αὐξάνοντες τὰς παραγωγικὰς δυνάμεις τῆς χώρας, βλέπομεν τοὺς ὑπάρχοντας φόρους ἀποφέροντας πλείονα ποσά. Ὅταν λέγωμεν ἀναθεώρησιν τοῦ φορολογικοῦ συστήματος, ἕν τι ἐννοοῦμεν πάντες, διότι τὸ πρᾶγμα εἶναι τόσον καταφανές, ὥστε δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη συζητήσεως, ἐννοοῦμεν πάντες τὸ σύστημα τὸ ἐπικρατοῦν ἐν Ἑλλάδι τῆς φορολογίας τῶν δημητριακῶν καρπῶν. Δὲν θ’ ἀναπτύξω ἤδη ὅσα ἐπανειλημμένως ἐῤῥέθησαν καὶ ἐκτὸς καὶ ἐντὸς τῆς Βουλῆς κατὰ τοῦ συστήματος τούτου. Τὸ σύστημα τοῦτο εἶναι καταδεδικασμένον ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ ἔθνους καὶ δὲν ἔχει ἀνάγκην ἀποδείξεως ἡ γνώμη ἐκείνων, οἵτινες ἀπαιτοῦσι τὴν κατάργησιν αὐτοῦ. Ἡ μόνη ἀντίῤῥησις ἡ γενομένη κατὰ τῆς καταργήσεως εἶναι, ὅτι αἱ περιστάσεις αἱ σημεριναὶ δὲν ἐπιτρέπουσιν ἴσως τὴν θυσίαν τοῦ πόρου τούτου, διότι δὲν ἁρμόζει νὰ προβῶμεν εἰς ἐλάττωσιν ἐσόδων ἐν ἐποχῇ, κατὰ τὴν ὁποίαν καὶ αἱ οἰκονομίαι καὶ πᾶσα ἐφικτὴ αὔξησις ἐσόδων δὲν εἶναι ἐπαρκής, ἵνα φέρωσι τὸ ἰσοζύγιον. Ἀλλὰ δὲν φέρω τὴν πρότασιν ταύτην ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὑπὸ τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ τὴν ἐκλάβῃ τις, ἵνα τὴν πολεμήσῃ διὰ τοιούτων ἐπιχειρημάτων· ἀλλὰ τὴν φέρω ὡς ἀφορῶσαν εἰς τὴν ἐπαύξησιν τῶν πόρων τοῦ Κράτους, διότι νομίζω ὅτι μόνον διὰ τοῦ μέσου τούτου δυνάμεθα ν’ ἀποκτήσωμεν τὴν αὔξησιν ἄλλων φόρων. Δὲν ἐννοῶ ὅτι ὀφείλομεν ν’ ἀφήσωμεν ἀφορολόγητον τὴν τάξιν τῶν καλλιεργητῶν, ἀλλ’ ὅτι ὁ τρόπος τῆς φορολογίας καὶ τὸ ποσοστὸν τοῦ φόρου εἶναι δυσανάλογον καὶ πρὸς τὴν ἄλλην φορολογίαν τοῦ Κράτους καὶ πρὸς τὰς δυνάμεις τῶν φορολογουμένων, ἐννοῶ ὅτι ὁ τρόπος τῆς φορολογίας εἶναι τοσοῦτον πιεστικός, ὥστε καὶ ἂν ὁ φόρος ἐν τῷ ποσοστῷ αὐτοῦ ἦτο ἀνάλογος πρὸς τὴν ἄλλην φορολογίαν, θὰ ἦτο εἰς τοιοῦτον βαθμὸν ἐπαχθής, ὥστε θὰ ἦτο ἀφόρητος· διὰ τοῦτο πᾶσαν πρότασιν περὶ ἐλαττώσεως τοῦ φόρου πρὸς ἀνακούφισιν τῶν γεωργῶν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νῦν ἰσχύοντος συστήματος, θεωρῶ ὡς μὴ φέρουσαν τὸ ἐπιδιωκόμενον ἀποτέλεσμα, διότι ἂν ἀντὶ 7% πληρώσει ὁ γεωργὸς 5 ἢ 3%, τὸ πλεῖστον τοῦ ἐπαχθοῦς τῆς φορολογίας συνιστάμενον εἰς τὸν τρόπον τῆς βεβαιώσεως μένει. Ἀλλὰ πλὴν τοῦ τρόπου εἶναι καὶ τὸ ποσοστὸν ὑπέρογκον, διότι δὲν εἶναι 7%· εἶναι 7% ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου εἰσοδήματος, οἱ δὲ ἄλλοι φόροι οἱ ἄμεσοι στηρίζονται ἐπὶ τοῦ 5% ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος, καὶ 7% ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου εἶναι φόρος τετραπλάσιος ἢ πενταπλάσιος ἐπὶ τοῦ καθαροῦ. Οὕτω δὲ φορολογοῦμεν τὴν τάξιν, ἥτις εἶναι τὸ θεμέλιον τῆς πολιτείας ἡμῶν· διότι εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ εὐρυΐα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καθιστᾷ αὐτὸν καὶ ἔμπορον καὶ βιομήχανον, διακρίνεται ὁ ἕλλην ἐν τῇ ἐμπορίᾳ καὶ κατὰ δεύτερον λόγον ἐν τῇ βιομηχανίᾳ, ἀλλὰ κυρίως ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι γεωργικός, τὸν δὲ γεωργὸν πιέζομεν διὰ τῆς φορολογίας, ὥστε καθιστῶμεν τὴν γεωργικὴν παραγωγὴν στάσιμον. Ὀφείλομεν λοιπὸν καὶ ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς φορολογίας νὰ φέρωμεν μεταῤῥυθμίσεις, καὶ ὡς πρὸς τὸ ποσοστόν. Ἐπιβαλλομένου τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου, ὅπερ εἶναι πάντοτε κακὸν, διότι φορολογοῦνται τὰ κεφάλαια τὰ δαπανώμενα πρὸς τὴν ἐπαύξησιν τῆς παραγωγῆς, φορολογεῖται ἡ ἐπιμέλεια καὶ ἡ ὑπὲρ τῆς παραγωγῆς θυσία, ὀφείλομεν τοὐλάχιστον, ἀφοῦ ἡ ἐπὶ τοῦ καθαροῦ φορολογία καθίσταται ἀνέφικτος, ν’ ἀποδεχθῶμεν ἕτερον σύστημα, καὶ ὀφείλομεν ν’ ἀποδεχθῶμεν σύστημα καὶ ὡς πρὸς τὸ ποσοστὸν καὶ ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς βεβαιώσεως διάφορον τοῦ ἰσχύοντος. Ἠξεύρετε, κύριοι, ὅτι πρὸ καιροῦ ὑπεστήριξα ἐν τῇ Βουλῇ τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ ἐγγείου φόρου διὰ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, φόρου, ὁ ὁποῖος ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς εἰσπράξεως ἀπαλλάττει τοὺς γεωργοὺς πασῶν τῶν ὑποχρεώσεων, καθ’ ὧν ἐξεγείρονται οἱ ζητοῦντες τὴν κατάργησιν τοῦ σημερινοῦ συστήματος καὶ εἰς οὐδεμίαν ὑποβάλλει ὑποχρέωσιν τὸν γεωργὸν, ἀφίνει αὐτῷ πᾶσαν ἐλευθερίαν περὶ τὴν καλλιέργειαν καὶ περὶ τὴν συλλογὴν τῶν καρπῶν, ἐπιβάλλει μόνον αὐτῷ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ πληρώνῃ κατ’ ἔτος ποσόν τι ἐκ προοιμίων ὡρισμένον, τὸ δὲ ζήτημα ἅπαν κεῖται εἰς τὸν προσδιορισμὸν τοῦ ποσοῦ τούτου. Τὸν προσδιορισμὸν τοῦ ποσοῦ τούτου ὀφείλομεν νὰ ποιήσωμεν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀναλογίας οὐχὶ 7%, οὐχὶ 5, ἀλλὰ τὸ πολὺ 2 καὶ ἐπὶ τοιαύτῃ ἀναλογίᾳ ἐπιβάλλοντες τὸν φόρον κατὰ χωρίον διὰ συστήματος, τὸ ὁποῖον θέλω ἀναπτύξει πρὸς ὑμᾶς ἐν λεπτομερείᾳ μετὰ Νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἐν καιρῷ θὰ ὑποβάλω, θέλουσι φορολογεῖσθαι οἱ ἀροτριῶντες βόες ἑκάστου χωρίου διὰ ποσοῦ ἀντιστοιχοῦντος πρὸς 2% ἐπὶ τοῦ μέσου ὅρου τῆς παραγωγῆς αὐτῶν. Ἑπομένως ἂν ἐν χωρίῳ τινὶ ἀναλογῇ παραγωγὴ ἑκάστου ἀροτριῶντος κτήνους 50 κοιλὰ, θέλει ἐπιβάλλεσθαι πληρωμὴ ἀντιστοιχοῦσα πρὸς 2% ἐπὶ 50 κοιλῶν, ἂν 60 πληρωμὴ ἀντιστοιχοῦσα πρὸς 2% ἐπὶ 60. Τοιοῦτον εἶναι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον θέλω ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν καὶ δι’ οὗ, ἐνῷ ὁ γεωργὸς ἀπαλλάσσεται πασῶν τῶν ὑποχρεώσεων τῶν ἐκ τοῦ ἐπαχθοῦς τοῦ τρόπου τῆς νῦν φορολογίας, ἐνῷ ἀπαλλάττεται ἀπὸ τῶν 5|7 τοῦ φόρου, ὃν σήμερον ἀποτίνει εἰς τὸ δημόσιον, θ’ ἀπολαμβάνῃ ποσὸν κατὰ ἑκατοστύας τινὰς χιλιάδων δραχμῶν κατώτερον τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον εἰσπράττει σήμερον. Τὰ ἀροτριῶντα κτήνη κατὰ τὴν ἐπίσημον στατιστικὴν ἀνέρχονται εἰς 213,000, καὶ ἂν θεωρηθῇ, ὅτι ὁ μέσος ὅρος τῆς φορολογίας, ἣν ἀνέπτυξα, εἶναι δέκα δραχμαὶ κατὰ κτῆνος ἀροτριῶν, τὸ ποσὸν τῆς εἰσπράξεως θέλει εἶσθαι 2,130,000, ὥστε ἡ ζημία τοῦ δημοσίου θέλει εἶσθαι μικρὰ, καὶ τὴν ζημίαν ταύτην δυνάμεθα ν’ ἀναπληρώσωμεν ἄλλοθεν, ἀλλὰ πάλιν ἀπὸ τῶν γεωργῶν. Ἐγένετο λόγος περὶ φορολογίας ηὐξημένης τῆς σταφίδος, καὶ ἡ ἰδέα αὕτη ἐγενικεύθη ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε καὶ ἐν αὐτοῖς τοῖς κέντροις τῆς παραγωγῆς τῆς σταφίδος ἤρχισε νὰ καθίσταται ἀποδεκτὴ, καὶ ἐκ Πατρῶν ἀκούεται φωνὴ περὶ αὐξήσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς σταφίδος. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἐξ ἐσφαλμένων δεδομένων ἀναχωροῦσιν οἱ θεωροῦντες, ὅτι ὡς ἐκ τῆς φυλλοξήρας τῆς ἐπικρατούσης ἀλλαχοῦ ἠδυνάμεθα νὰ ἐπιβάλωμεν μεγαλειτέραν φορολογίαν ἐπὶ τῆς σταφίδος. Ἡ ἐντύπωσις, ἡ ὁποία παρήχθη ἐκ τῶν μεγάλων τιμῶν τῆς σταφίδος κατὰ τοὺς τελευταίους μῆνας τῆς πωλήσεως, ἐγέννησε μεγάλας ἐλπίδας, αἵτινες ἐλπίζω, ὅτι θέλουσιν ἀποδειχθῆ βάσιμοι. Ἀλλὰ δὲν ἔχομεν εἰσέτι τὴν ἀπόδειξιν ἐκ τῶν πραγμάτων, ὅτι ἡ αὔξησις τῶν τιμῶν ἔσται διαρκής. Ἡ σταφὶς φορολογεῖται ἐπαρκῶς κατὰ τὸ ποσοστὸν, ὅπερ εἶχε προσδιορισθῆ ἄλλοτε ἀναλόγως πρὸς τὴν ἄλλην φορολογίαν τοῦ Κράτους, καὶ τὴν τοιαύτην ἀναλογίαν οὐδεὶς σκέπτεται νὰ διαταράξῃ, ἡ δὲ μεταβολὴ ἀφορᾷ μόνον εἰς τὸν προσδιορισμὸν τοῦ παγίου φόρου ἐπὶ τῷ αὐτῷ μὲν ποσοστῷ, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τιμῶν ἄλλων, ἀφοῦ αἱ τρέχουσαι τιμαὶ κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ προσδιορισθέντος παγίου φόρου ἀποδεικνύονται ἤδη κατώτεραι τοῦ μέσου ὅρου τῶν σήμερον τρεχουσῶν τιμῶν. Ἀλλ’ ἵνα θεωρήσωμεν, ὅτι ἡ βάσις τοῦ προσδιορισμοῦ τοῦ παγίου φόρου μετεβλήθη, ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν πραγματικὰ διδόμενα, τοιαῦτα δὲ δὲν ἔχομεν, διότι αἱ τιμαὶ τῆς σταφίδος ἀνῆλθον, ὅτε τὸ πλεῖστον αὐτῆς εἶχεν ἤδη πωληθῆ. Ἂν δὲν ἐπρόκειτο περὶ καταργήσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν καὶ περὶ ἀναπληρώσεως διὰ τῆς προσθήκης ταύτης εἰς κλάσεις γεωργικὰς τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον θέλει ζημιωθῆ τὸ δημόσιον ἐκ τῆς φορολογίας ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν, ἤθελον εἶπει, ὅτι ὀφείλομεν ν’ ἀναβάλωμεν ἕως τοῦ προσεχοῦς ἔτους τὰς σκέψεις ἡμῶν περὶ αὐξήσεως τοῦ παγίου φόρου ἐπὶ τῆς σταφίδος. Ἐλπίζω καὶ εὔχομαι, ὅπως αἱ τιμαὶ τῆς σταφίδος κατὰ τὸ προσεχὲς ἔτος ὦσι τοιαῦται, ὥστε νὰ δικαιολογήσωσιν αὔξησιν καὶ 5 καὶ 8 δραχμῶν. Ἤδη ὅμως νομίζω, ὅτι, ὡς ἔχουσι τὰ πράγματα, δὲν δικαιολογεῖται προσθήκη φόρου μείζων τῶν 2 δραχμῶν, ἐξ ἧς θὰ ἔχωμεν τὸ ποσὸν 350,000 δραχμῶν, ἐξ οὗ καλύπτεται ἡ διαφορὰ ἡ προκύπτουσα ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ φόρου τῶν δημητριακῶν καρπῶν· ἀλλ’ ἂν καὶ ἐκ τούτου δὲν καλύπτεται ἐντελῶς ἡ διαφορά, πάλιν τὸ δημόσιον ἐλπίζω, ὅτι δὲν θέλει ζημιωθῆ ἐκ τῆς καταργήσεως τοῦ νῦν ἰσχύοντος συστήματος καὶ τῆς ἀντικαταστάσεως αὐτοῦ διὰ τοῦ φόρου, τὸν ὁποῖον προτείνω, διότι νομίζω, ὅτι ἡ ἀνακούφισις, τὴν ὁποίαν θέλει λάβει ἡ γεωργία διὰ τῆς τροποποιήσεως ταύτης, ἐπιτρέπει, ὅπως εἰς ἄλλους φόρους ποιήσωμεν προσθήκας, αἱ ὁποῖαι πᾶσαν ἐνδεχομένην διαφορὰν ἐκ τοῦ φόρου τῶν δημητριακῶν καρπῶν νὰ καλύψωσι, καὶ ν’ ἀφήσωσι καὶ περισσεύματα ὑπὲρ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ ἐλλείμματος. Ὅταν παραχωρήσωμεν εἰς τοὺς γεωργοὺς τὸ μέγα τοῦτο εὐεργέτημα τῆς καταργήσεως τοῦ ὑπάρχοντος συστήματος τῆς ἐγγείου φορολογίας, νομίζω, ὅτι δυνάμεθα ν’ ἀποδεχθῶμεν τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ τελωνιακοῦ δασμολογίου, χάριν αὐξήσεως τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ τὴν αὔξησιν τοῦ τελωνιακοῦ δασμολογίου δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν διὰ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν προέβη εἰς αὐτὴν τὸ ὑπουργεῖον; ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὸ ὑπουργεῖον τὰς ἀρχὰς τῆς πολιτικῆς οἰκονομίας ἐν τῇ μεταῤῥυθμίσει τοῦ δασμολογίου; ἐφρόντισεν, ὅπως παράσχῃ εἰς τὴν βιομηχανίαν τοῦ τόπου τὴν προστασίαν ἐκείνην, ἣν παρέχουσι τῇ βιομηχανίᾳ τὰ Κράτη, τὰ ἀποδεχόμενα τὴν ἀρχὴν τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἐμπορίου; Διότι καὶ τὰ Κράτη, τὰ μὴ ἀποδεχόμενα τὴν ἀρχὴν τῆς προστατευτικῆς ὑπὲρ τῆς βιομηχανίας τελωνιακῆς νομοθεσίας, ἀνεγνώρισαν, ὅτι ὀφείλουσι νὰ παρέχωσιν εἰς τὴν βιομηχανίαν εὐκολίας οὐχὶ διὰ τῆς φορολογίας τοῦ ἄλλου ἔθνους ὑπὲρ αὐτῆς, ἀλλὰ διὰ τῆς καταργήσεως τῶν τελῶν ἐπὶ τῶν εἰδῶν, ἅτινα χρησιμεύουσιν εἰς αὐτὴν ὡς ὕλη πρὸς κατεργασίαν. Ἐνῷ λοιπὸν ἐν τῇ ἀναθεωρήσει τοῦ δασμολογίου ἐπεριμέναμεν νὰ ἴδωμεν τὰς πρώτας ὕλας εἴτε διαγραφομένας, εἴτε φορολογουμένας ἐπὶ ἔλαττον, βλέπομεν αὐτὰς φορολογουμένας ἐπὶ πλέον· ἀλλὰ βλέπομεν συνάμα καὶ τὸ προστατευτικὸν σύστημα ἐφαρμοζόμενον ἐπί τινων εἰδῶν ἐξ ἀντιθέτου πρὸς τὴν φορολογίαν τῶν πρώτων ὑλῶν, ἡ ὁποία ἄντικρυς ἀντιστρατεύεται πρὸς τὴν προστασίαν τῆς βιομηχανίας. Ἐνῷ ἐπεβάλλετο φόρος ἄνισος ἐπὶ τῶν ἀλεύρων, φόρος ἐπιβαλλόμενος ἐπὶ τῶν ἀλεύρων χάριν τῶν ἀτμομύλων καὶ εἰς ζημίαν τοῦ λαοῦ, ἀντὶ νὰ ἴδωμεν τὴν φορολογίαν ταύτην τῶν ἀλεύρων ἐλαττουμένην εἰς τρόπον, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ ἀναλογία μεταξὺ τῶν φόρων τοῦ σίτου καὶ τοῦ ἀλεύρου, αὐξάνει διὰ τοῦ νέου δασμολογίου ἡ διαφορά. Ἐν Γαλλίᾳ φορολογοῦνται τὰ ἄλευρα τὸ διπλάσιον τοῦ σίτου, ἐνταῦθα δὲ, ἐνῷ ὁ σῖτος φορολογεῖται πρὸς 2 λεπτὰ, τ’ ἄλευρα φορολογοῦνται πρὸς 7· ἤδη ἐγένετο μικρὰ αὔξησις τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ σίτου, ἀλλὰ ἐγένετο πολὺ μεγαλειτέρα ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν ἀλεύρων· καὶ ταῦτα πάντα διατί; διατί φορολογοῦμεν τ’ ἄλευρα καὶ διὰ τῶν ἀλεύρων τὸν λαόν; χάριν ὀλίγων βιομηχανικῶν καταστημάτων, ὀλίγων ἀλευρομύλων, τὰ ὁποῖα εὔχομαι νὰ προκόπτωσι διὰ τῆς ἰδίας ὅμως ἐργασίας, καὶ οὐχὶ διὰ τῆς φορολογίας τοῦ λαοῦ. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς ἐλλείψεως πάσης ἀρχῆς κατὰ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ δασμολογίου καθιερώθη ὡς κανών τι, τὸ ὁποῖον ἐλήφθη ὡς ἀρχὴ, δηλ. ἡ ἀναγωγὴ τῶν κλασματικῶν τελῶν εἰς τὸ ἄρτιον. Παρ’ οὐδενὶ ἄλλῳ Κράτει ἐπενοήθη τοιοῦτον σύστημα φορολογικῆς μεταῤῥυθμίσεως. Εἶδός τι φορολογεῖται πρὸς 1 καὶ ⅒, προσετέθησαν 9)10, ὅπως ἀναχθῇ εἰς τὸ ἄρτιον, ἕτερον δ’ εἶδος φορολογούμενον πρὸς 1 καὶ 9)10 ὑπεβλήθη εἰς αὔξησιν ἑνὸς δεκατημορίου· πολλαπλασία ἄρα ὑπῆρξεν ἡ φορολογία τοῦ πρώτου εἴδους διὰ λόγον τυχαῖον, τὸ δ’ ἐκ τοιαύτης ἀναγωγῆς ὁλικὸν ποσὸν ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 350,000. Διὰ τῆς ἀναγωγῆς τῶν κλασμάτων εἰς τὸ ἄρτιον ηὔξησε τὸ τέλος ἐπὶ τοῦ σίτου, οὕτως ηὔξησε καὶ τὸ τέλος ἐπὶ τοῦ θείου, δηλ. τοῦ εἴδους ἐκείνου, δι’ οὗ σώζονται αἱ ἄμπελοι. Ἀλλά, κύριοι, τὸ περιεργότατον πάντων εἶναι, ὅτι δὲν ἐγένετο, ὡς ἐνόμισεν ἡ Κυβέρνησις, ἡ ἀναγωγὴ εἰς τὸ ἄρτιον, διότι, ὅπως ἐλησμονήθη κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν νὰ σημειωθῇ τὸ ἔσοδον τοῦ προσθέτου φόρου ὑπὲρ τῆς ὁδοποιΐας, οὕτως ἐλησμονήθη τὸ ὑπὲρ τῆς ὁδοποιΐας πρόσθετον τέλος ἐν τῷ δασμολογίῳ, καὶ ἑπομένως μετὰ τὴν ἀναγωγὴν εἰς τὸ ἄρτιον πάλιν ἔχομεν κλάσμα ἐπὶ ἑκάστου τέλους, τὸ δεκατημόριον ὑπὲρ τοῦ ὁδικοῦ ταμείου. Οὗτος εἶναι ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ἐγένετο ἡ ἀναθεώρησις τοῦ δασμολογίου. Ἀλλὰ σήμερον δυνάμεθα νὰ ἐλπίζωμεν, ὅτι ἐν τῷ ὀλίγῳ χρόνῳ, ὁ ὁποῖος ὑπολείπεται ἡμῖν πρὸς ἐργασίαν, δυνάμεθα νὰ παρασκευάσωμεν νέαν ἀναθεώρησιν τοῦ δασμολογίου; Βεβαίως, τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν ἐν τῇ Συνόδῳ ταύτῃ. Ἡ ἀναθεώρησις τοῦ δασμολογίου ἀπαιτεῖ φῶτα ποικίλα, ἀπαιτεῖ γνώσεις εἰδικὰς, πεῖραν πολυχρόνιον καὶ συλλογὴν πληροφοριῶν περὶ τῶν εἰδῶν, ὧν τὸ τέλος πρόκειται νὰ μεταῤῥυθμισθῇ, ἵνα ἀποφασισθῇ ἂν πρέπῃ νὰ ἐπέλθῃ αὔξησις ἢ ἐλάττωσις ἢ συγχώνευσις, διότι καὶ ἡ ἁπλοποίησις τοῦ δασμολογίου εἶναί τι ἐπιδιωκτέον ἐν τῇ ἀναθεωρήσει. Ἀλλ’ ἂν ἡ ἀναθεώρησις δὲν ἐπιτυγχάνεται ἐν τῷ παρόντι, δυνάμεθα ὅμως νὰ προσθέσωμεν ποσοστὸν ὁμοιόμορφον εἰς τὰ ὑφιστάμενα τέλη, ὡς ἐγένοντο μέχρι τοῦδε· διὰ τῆς προσθήκης δὲ 15 ἑκατοστῶν δυνάμεθα ν’ ἀπεκδεχώμεθα αὔξησιν ἐσόδων σχεδὸν 2,000,000. Δυνάμεθα ἐπίσης νὰ παραδεχθῶμεν τὴν αὔξησιν τῶν φόρων ἐπὶ τῶν κληρονομιῶν δι’ ἀναθεωρήσεως τοῦ ὑπάρχοντος νόμου ὡς καὶ φορολογίας τινὰς ἐπὶ τῇ ἐγγραφῇ τῶν τίτλων τῶν ἀκινήτων ἐν τῷ βιβλίῳ τῶν μεταγραφῶν, καὶ ἐκ τούτου δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ποσὸν 500,000 δραχ. Παραδέχομαι καὶ ἑτέρας τινὰς μικρὰς φορολογίας, ἐκ τῶν ὁποίων ὁμοῦ μετὰ τῶν προειρημένων δυνάμεθα ν’ ἀποκτήσωμεν καὶ μετὰ τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ ἐγγείου φόρου αὔξησιν τῶν ἐσόδων 3,000,000. Πέραν τοῦ ποσοῦ τούτου νομίζω, ὅτι δὲν δύναται ἡ χώρα νὰ βαστάσῃ ἄλλα νέα φορολογικὰ βάρη. Ἀλλὰ καὶ μετὰ τὰς προσθήκας ταύτας τὸ ἔλλειμμα μένει μέγιστον. Τί δυνάμεθα νὰ πράξωμεν πρὸς μείωσιν τοῦ ἐλλείμματος τούτου; Οὐδὲν ἕτερον ἢ ν’ ἀναθεωρήσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων ἐπὶ τὸ οἰκονομικώτερον, οὐχὶ ἵνα ἐπιτύχωμεν τὸ ἰσοζύγιον πλῆρες, ἀλλ’ ἵνα πλησιάσωμεν εἰς αὐτό. Οἰκονομίας ῥιζικὰς θὰ ἠδυνάμεθα ν’ ἀποκτήσωμεν μεταῤῥυθμίζοντες τὸν ὀργανισμὸν τῆς ὑπηρεσίας, ἤδη ὅμως δὲν ὑπάρχει ὁ ὑλικὸς καιρὸς πρὸς τοιαύτην ἐργασίαν. Ἀλλὰ διατὶ δὲν ὑπάρχει; Διότι ἡ κυβέρνησις, διατελοῦσα ἐν τῇ ἐξουσίᾳ πλέον ἢ διετίαν, οὐδὲν παρεσκεύασεν· ἡ κυβέρνησις ἤδη ὑποβάλλει εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδια, σχετιζόμενα πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχομεν κἂν τυπωμένα, ἵνα λάβωμεν αὐτῶν γνῶσιν ἐν τῇ γενικῇ ταύτῃ περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ συζητήσει. Ἡ κυβέρνησις ταύτην τὴν στιγμὴν ἀνακοινοῖ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἔχει σχέδιον περὶ αὐξήσεως τῶν πόρων τοῦ Κράτους κατὰ 720,000 δραχμῶν, σχέδιον, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν ἔτι ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς αὐτήν. Ἐκ τῆς ἐλλείψεως ταύτης τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶναι βεβαίως ἡ Βουλὴ εἰς θέσιν νὰ πράξῃ πάντα, ὅσα θὰ ἦτο ἐπιθυμητὸν νὰ γείνωσιν ἤδη, καὶ νὰ τὰ πράξῃ διὰ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν εἶναι ἐπιθυμητὸν νὰ γείνωσι, δύναται ὅμως νὰ πραγματοποιήσῃ οἰκονομίας, ὅπως πλησιάσῃ καὶ κατὰ τοῦτο τὸ ἔτος εἰς τὸ ἰσοζύγιον, ὅπως κανονίσῃ τὰ τοῦ Κράτους οἰκονομικὰ διὰ τρόπου, ὅστις νὰ ὑπόσχηται ἰσοζύγιον ἂν ὄχι ἐν τῷ προσεχεῖ ἔτει, βεβαίως ὅμως μετὰ 2 ἢ 3 ἔτη. Προκειμένου περὶ τοῦ 1880, ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν πράξωμεν ἐξ ἀνάγκης, θέλει εἶσθαι ἀτελὲς, διότι δύο μῆνες τοῦ 1880 παρῆλθον ἤδη ὑπὸ τὴν διαχείρισιν τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως καὶ ὑπὸ τὸ Κράτος τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως· τὸν προϋπολογισμὸν δὲ, τὸν ὁποῖον θέλομεν συντάξει, ὀφείλομεν νὰ ἐκτιμήσωμεν ὡσανεὶ ἐπρόκειτο νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐπὶ τὸ ἔτος ἀκέραιον· διότι, καίτοι κατὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος ἐν μέρει μόνον θέλει ἐφαρμοσθῆ, ἂν καταργῇ τὸ ἔλλειμμα ἐν τῷ συνόλῳ τοῦ ἔτους, ἢ πλησιάζῃ πρὸς τὴν κατάργησιν αὐτοῦ, θέλει φέρει τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο κατὰ τὸ προσεχὲς ἔτος, ὅτε θέλει ἐφαρμοσθῆ ἐξ ἀρχῆς τῆς χρήσεως. Αἱ χρήσεις διαδέχονται ἀλλήλας, ὁμοιάζουσαι πρὸς ἀλλήλας, καὶ ἂν ἐπιτύχωμεν τὴν σύνταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ οἰκονομικοῦ διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1880, τὸ ἐγκαινιζόμενον ἤδη σύστημα εὐκόλως θέλει συνεχισθῆ καὶ κατὰ τὸ 1881, ἐνῷ, ἂν δὲν ἐπιτύχωμεν τὰς οἰκονομίας τώρα, δυσκολώτερον ἠθέλομεν τὰς ἐπιτύχει κατόπιν. Εἰς τοῦτο ἄρα ὀφείλομεν ν’ ἀποβλέψωμεν, ὅπως ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1880 κατορθώσωμεν νὰ πλησιάσωμεν εἰς τὸ ἰσοζύγιον ἐν τῇ ὑποθέσει τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ καθ’ ὅλον τὸ ἔτος. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1880 ὀφείλει νὰ συνταχθῇ ὡς τύπος τῶν προϋπολογισμῶν τοῦ μέλλοντος, καὶ ἐπιτυγχάνομεν τοῦ σκοποῦ, ὃν ἐπιδιώκομεν, ἂν διὰ τοιούτου προϋπολογισμοῦ ἐξασφαλίζηται τὸ ἰσοζύγιον ἐν προσεχεῖ μέλλοντι. Τὸ ἔλλειμμα τοῦ παρελθόντος, τὸ ὁποῖον ὑπελογίσθη εἰς 3,000,000, αἱ διαφοραὶ, αἵτινες θέλουσι παρουσιασθῆ ἐκ τῆς βραδείας ἐφαρμογῆς τῶν οἰκονομικῶν καὶ τῶν νέων φορολογικῶν νόμων, ταῦτα πάντα ἀπαιτοῦσι ποσὸν, περὶ τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ προνοήσωμεν· ἀλλὰ, προκειμένου περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ὡς τύπου, κατὰ τὸν ὁποῖον θέλει κυβερνηθῆ τὸ Κράτος ἐν τῷ μέλλοντι, εἶναι ταῦτα ἀδιάφορα. Ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν πολιτικῶν λεγομένων Ὑπουργείων ὑπελογίσθησαν παρὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἰδίως παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Παρνασσίδος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου αἱ οἰκονομίαι, ὡς δυνάμεναι νὰ ἀνέλθωσιν εἰς τὸ ποσὸν τοῦ 1,769,000 δραχμῶν. Ὁ Βουλευτὴς Παρνασσίδος ἀνέφερε τὰς λεπτομερείας, καὶ εἶναι περιττὸν νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς αὐτάς. Ἐὰν δὲ ἡ ὥρα δὲν ἦτο τοσοῦτον προκεχωρημένη, ἠδυνάμην γενικώτερον νὰ ὁμιλήσω περὶ αὐτῶν· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι εἶναι προτιμότερον νὰ παραλείψω ταῦτα, ἵνα μὴ παρατείνω ἐπὶ πολὺ τὸν λόγον, καὶ θὰ περιορισθῶ εἰς ἓν ἢ δύο ἄρθρα. Ἰδίως δὲν δύναμαι νὰ μὴ ἀναφέρω τὴν ἐν τῷ εἰδικῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν πίστωσιν τῶν 500,000 δραχμῶν. Ὀφείλω ν’ ἀναφέρω τὴν πίστωσιν ταύτην, διότι ὡς πρὸς αὐτὴν δὲν παραδέχομαι οἰκονομίας, ἐνῷ ἄλλα μέλη τῆς ἀντιπολιτεύσεως προτείνουσι καὶ ἐν αὐτῇ οἰκονομίας. Οἱ προτείνοντες τὰς οἰκονομίας ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου, προτείνουσιν αὐτάς, διότι γίνεται κακὴ χρῆσις τῶν χρημάτων, ἡ δὲ κακὴ αὕτη χρῆσις καλύπτεται πάντοτε ὑπὸ τὸν πέπλον τῆς φιλοπατρίας. Ἡ φιλοπατρία, λέγουσιν οἱ θέλοντες ν’ ἀποκρύψωσι τὴν γενομένην χρῆσιν τῶν χρημάτων, ἀπαγορεύει ἵνα κάμωμεν λόγον περὶ τοῦ ἄρθρου τούτου· ἡ φιλοπατρία ἀπαγορεύει ν’ ἀνακοινώσωμεν ποῦ διετέθησαν ταῦτα, καὶ ἕνεκα τῆς φιλοπατρίας κινδυνεύομεν νὰ ἴδωμεν τὸ ἄρθρον τοῦτο διαγραφόμενον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Ἀλλ’ ἂν ἡ φιλοπατρία ἔχῃ σχέσιν πρὸς τὴν πίστωσιν, οὐδόλως βλάπτονται τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους ἐκ τῆς ἀνακοινώσεως πρὸς τὴν Βουλὴν τῆς γενομένης διαθέσεως τῶν χρημάτων. Ἡ πίστωσις αὕτη ἀφορᾷ εἰς δαπάνας ἀναγομένας εἰς ἀνάγκας ὑπὲρ τῆς προόδου τοῦ καθόλου Ἑλληνισμοῦ, καὶ νομίζω, ὅτι ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐρωτήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν κατὰ πόσον ἐδαπανήθησαν τὰ χρήματα ὑπὲρ τῆς προόδου τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ κατὰ πόσον ὑπὲρ ἄλλων ἀναγκῶν, κατὰ πόσον δὲ αὗται ἦσαν νόμιμοι καὶ πρέπουσαι καὶ κατὰ πόσον ἦταν ἀνάγκαι ἀνήθικοι. Ἐλάχιστον εἶναι τὸ ἐκ τῆς πιστώσεως δαπανηθὲν ποσὸν πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτῆς. Καὶ πρὸ τῆς ἀναγραφῆς τῶν 500,000 δραχμῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ὑπῆρχε πίστωσις διὰ τὰς τοιαύτας ἀνάγκας. Περίπου τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἦτον ἐγγεγραμμένον ἐν τοῖς προηγουμένοις προϋπολογισμοῖς διὰ τὰς ἀνάγκας ταύτας, περίπου τὸ αὐτὸ ἐδαπανήθη καὶ ἤδη ποσὸν 150,000 πρὸς τὴν τοιαύτην ἀνάγκην. Τὰ δὲ ἄλλα ποῦ ἐδαπανήθησαν; Εἰς τὰ ἔξοδα τῆς ἀντιπροσωπείας ἡμῶν ἐν ταῖς συνδιασκέψεσι τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ τῆς Πρεβέζης διετέθη ἐκ τῆς πιστώσεως μέγα ποσόν. Ἡ δαπάνη αὕτη δὲν ἐπετρέπετο νὰ γείνῃ ἐκ τῆς πιστώσεως τῶν 500,000· ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις, μὴ προνοήσασα περὶ τῆς ἀνάγκης ταύτης ἐν τῷ οἰκείῳ ἄρθρῳ, ἀπεστέρησε τὸν Ἑλληνισμὸν εὐεργετήματος, τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ προώρισεν ἀποκλειστικῶς ὑπὲρ αὐτοῦ. Ἐγένοντο δαπάναι ἐκ τῆς πιστώσεως, καὶ δαπάναι μεγάλαι, ὑπὲρ ἐφημερίδων ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ὑπὲρ ἀνταποκριτῶν τοιούτων ἐφημερίδων ἐνταῦθα καὶ ὑπὲρ ἐφημερίδων ἐνταῦθα. Καὶ κατὰ τί ἡ φιλοπατρία, κύριοι, δύναται νὰ ὑπαγορεύσῃ, ὅπως μὴ καταστηλιτευθῶσιν αἱ ἐνταῦθα ἐφημερίδες, αἵτινες ἐνοσφίσθησαν τὰ ἱερὰ ταῦτα χρήματα, ὅπως συκοφαντήσωσι τὴν ἀντιπολίτευσιν καὶ ὅπως πλέξωσι τοὺς στεφάνους τοῦ κυρίου ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ; Ἐπίσης δὲν δύναμαι νὰ μὴ κάμω λόγον τινὰ καὶ περὶ τῶν οἰκονομιῶν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, καὶ τοῦτο, διότι αἱ οἰκονομίαι ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ἐκείνῳ συνδέονται πρὸς γενικώτερον τινὰ σκοπόν. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἔχει τὴν διαχείρισιν ποσῶν, μὴ ἐγγεγραμμένων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἔχει τὴν διαχείρισιν τῶν κληροδοτημάτων, ἥτις δὲν πρέπει νὰ διαφύγῃ τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς, συζητουμένου τοῦ προϋπολογισμοῦ. Νομίζω, ὅτι ἐκ τῶν κεφαλαίων τῶν κληροδοτημάτων δυνάμεθα νὰ ἀρυσθῶμεν ποσὰ οὐχὶ ἀμέσως πρὸς οἰκονομίαν, ἀλλὰ ὑπὲρ δαπανῶν ἐπωφελῶν, δαπανῶν, τὰς ὁποίας ἄλλως ὀφείλει τὸ Κράτος νὰ ὑποστῇ, καίτοι δὲν ὑφίσταται ἤδη αὐτὰς, διότι δὲν ἔχει τὰ μέσα ἵνα ἐπαρκέσῃ· ἑπομένως ἀποτελεῖ καὶ τοῦτο οἰκονομίαν ὑπὸ τοιαύτην ἔποψιν. Διὰ τῶν κληροδοτημάτων νομίζω, ὅτι ὀφείλομεν νὰ προνοήσωμεν περὶ συστάσεως εἰδικοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ὀφείλομεν νὰ ψηφίσωμεν καὶ εἰδικοὺς φόρους, οὓς ἕκαστον χωρίον νὰ δύναται νὰ ἐπιβάλλῃ χάριν τοῦ σχολείου αὑτοῦ, ὅπως τυγχάνῃ τῆς συνδρομῆς καὶ τῶν εὐεργετημάτων τοῦ ταμείου. Εἰς τὸ ταμεῖον τοῦτο νομίζω, ὅτι δύναται νὰ προστεθῇ καὶ εἰσφορὰ ἐκ τῶν ἐσόδων τῶν μοναστηριακῶν κτημάτων, περὶ ὧν θέλω ὁμιλήσει ἄλλως τε κατόπιν. Θεωρῶ δὲ, ὅτι ἡ σύστασις τῶν εἰδικῶν τούτων ταμείων θέλει παρέχει εὐκολίαν φορολογίας, τὴν ὁποίαν δὲν παρέχει ἡ γενικὴ φορολογία τοῦ Κράτους, διότι ὁ κάτοικος τοῦ χωρίου θὰ ἦναι πρόθυμος νὰ συναινέσῃ εἰς φορολογίαν ὑπὲρ ἑαυτοῦ, ὑπὲρ τῆς ἐν τῷ χωρίῳ ἐκπαιδεύσεως, ἐν ᾧ τοὐναντίον οἱ αὐτοὶ φόροι, ἐπιβαλλόμενοι ὑπὸ τοῦ Κράτους ὑπὲρ τῶν γενικῶν αὐτοῦ ἀναγκῶν, ἤθελον θεωρηθῆ ἐπαχθεῖς. Τὸ αὐτὸ λέγω καὶ ἐν τῷ εἰδικῷ προϋπολογισμῷ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τῶν φάρων. Νομίζω, ὅτι ὁ τρόπος, δι’ οὗ δυνάμεθα νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὴν ἀνάγκην ταύτην, ἣν μᾶς ἐπιβάλλει ἡ παραλία θέσις τῆς χώρας ἡμῶν, δὲν εἶναι ἡ ἐγγραφὴ πιστώσεως, ὁποία ἡ ἐφέτος ἀναγραφεῖσα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ διὰ τὸν φάρον τῶν Οἰνουσῶν. Δὲν νομίζω, ὅτι ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ὀφείλομεν νὰ ἐργασθῶμεν πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ συστήματος τῶν φάρων, εἶναι ὁ τρόπος, τὸν ὁποῖον ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ εἰπὼν, ὅτι ὁ φάρος ἐκεῖνος κατασκευάζεται, διότι ηὐτύχησαν αἱ Οἰνοῦσαι νὰ ἴδωσιν αὐτὸν ἐπανερχόμενον εἰς τὴν Ἑλλάδα. Νομίζω, ὅτι τὸ σύστημα τῶν φάρων ἔχει μεγάλην σπουδαιότητα διὰ τὴν χώραν ταύτην, διότι τοὺς φάρους ἡμῶν πρώτους συναντῶσιν οἱ εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐρχόμενοι, καὶ ἡ ἔλλειψις τῶν φάρων προξενεῖ τὰς περὶ ἡμῶν πρώτας αὐτῶν ἐντυπώσεις. Περὶ φάρων καὶ ταμείου αὐτῶν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον τῆς Βουλῆς εἶχον εἰσάξει Νομοσχέδιον, καὶ νομίζω, ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει ἰδεῶν, ὁποῖαι αἱ ἀναγεγραμμέναι ἐν τῷ Νομοσχεδίῳ, ὀφείλομεν νὰ συστήσωμεν ταμεῖον τῶν φάρων δι’ εἰδικῆς ὑπὲρ αὐτοῦ φορολογίας, καὶ φορολογίας ἐπαρκούσης εἰς τὴν κατασκευὴν τῶν ἀναγκαίων φάρων καὶ εἰς τὴν συντήρησιν αὐτῶν, νὰ λάβωμεν δὲ ὅλας τὰς ἐγγυήσεις, ὅπως ἡ συντήρησις γένηται ἀποκεντρωτικῶς, ὅπως μὴ καὶ οὗτοι ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν πολιτικήν. Ἤδη μεταβαίνω εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ. Καὶ πρῶτον ὀφείλω νὰ ἐξετάσω τὰ προτεινόμενα παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ὑποβληθὲν παρ’ αὐτῆς Νομοσχέδιον περὶ στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ, τὸν ὑποβληθέντα παρ’ αὐτῆς προϋπολογισμόν· ὀφείλω νὰ ἐξετάσω ἐν ὀλίγοις τὸν προηγηθέντα προσωρινὸν ὀργανισμὸν, καὶ εἶτα νὰ ἐκθέσω τὴν γνώμην μου περὶ στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ. Ἤδη διατελοῦμεν ὡς πρὸς τὰ στρατιωτικὰ ἐν καταστάσει ἐκρύθμῳ. Ὡς πρὸς τὰ στρατιωτικὰ δὲν ἔχομεν νόμον· ὁ νόμος ὁ διέπων τὰ τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους ἐξέπνευσε τὴν 31 Δεκεμβρίου, ἀπὸ δὲ τῆς ἡμέρας ἐκείνης περὶ στρατιωτικῶν οὐδεὶς ὑπάρχει νόμος, καὶ διατελοῦμεν ὑπὸ τὴν ἀπόλυτον δεσποτείαν τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ.

§105ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ὑποθέτω, ὅτι δὲν ἔκαμα κακὴν χρῆσιν.

§106ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ κ. ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν ὑπουργὸς δὲν ἔκαμε κακὴν χρῆσιν, τῆς ἐλευθερίας, τὴν ὁποίαν ἔχει ἤδη διευθύνων τὰ τοῦ στρατοῦ ἄνευ νόμου, διότι εἶχε κάμει πᾶσαν τὴν κακὴν χρῆσιν ἣν ἠδύνατο νὰ κάμῃ τῆς ἐξουσίας αὑτοῦ, ὅταν ἐδεσμεύετο ὑπὸ τοῦ νόμου. Ὅταν ἐδεσμεύετο ὑπὸ τοῦ νόμου, ὑπὸ τοῦ προσωρινοῦ ὀργανισμοῦ, ὁ ὁποῖος, ὡς ἐκ τοῦ τίτλου αὐτοῦ, ὑπηγόρευεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἀποχὴν ἀπὸ πάσης ἐνεργείας κατὰ τὴν τελευταίαν περίοδον τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ, ὅτε διετέλει ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ νόμου ἐκείνου, τὰς παραμονὰς τῆς ἐκπνοῆς αὐτοῦ, ἔσπευσε δι’ ἐνεργειῶν οὐχὶ παραβιαζουσῶν διαῤῥήδην τὸν νόμον, ἀλλὰ παραβιαζουσῶν βεβαίως τὸ πνεῦμα αὐτοῦ, νὰ δεσμεύσῃ τὴν Βουλήν, καὶ οὕτω δεσμευμένοι σήμερον εἰσερχόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν στρατιωτικῶν καὶ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Ὑπέβαλεν ἡμῖν ὁ κ. ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν σχέδιον ὀργανισμοῦ, ὑπέβαλε δὲ συνάμα καὶ προϋπολογισμὸν περὶ τῶν στρατιωτικῶν δαπανῶν καὶ εἶπεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος στηρίζεται ἐπὶ τοῦ νόμου, οὐχὶ ἐπὶ ὅλου τοῦ νόμου, ἀλλ’ ἐπὶ δύο ἄρθρων τοῦ νόμου. Εἶναι νόμος ἐκ σελίδων ἑξήκοντα, νομίζω, ἀλλ’ ὁ προϋπολογισμὸς εἰς μίαν τούτων τῶν σελίδων στηρίζεται καὶ ἐν τῇ σελίδι ταύτῃ εἰς πέντε μόνον γραμμάς, αἵτινες λέγουσιν, ὅτι δύναται ὁ νόμος νὰ μὴ ἐφαρμοσθῇ. Βλέπετε, κύριοι, ὅτι διστάζω κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην, καὶ διστάζω, διότι δὲν ἠξεύρω ἂν πρέπῃ νὰ ἐπιληφθῶ τῆς συζητήσεως τοῦ στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ, ὁποῖον περιέχει αὐτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Πρὸς τί ἄρα ἡ συζήτησις αὕτη; Ὁ προϋπολογισμὸς δὲν ἀναγράφει τὰ ἐν τῷ νόμῳ ἐκείνῳ. Ὁ νόμος ἐκεῖνος δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐν Ἑλλάδι. Δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ οὐχὶ μόνον διὰ λόγους οἰκονομικούς, οὗτοι εἶναι τὸ μικρότερον ἐμπόδιον, διότι ἐπὶ τέλους δύναται ὁ τόπος οὗτος καὶ νὰ πλουτήσῃ· ἀλλ’ ὅσον καὶ ἂν αὐξήσῃ ὁ πληθυσμὸς τῆς Ἑλλάδος, δὲν δύναται ν’ αὐξήσῃ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος οὗτος. Ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Καλαβρύτων τὰς ἀναλογίας τῶν ἀριθμῶν τῶν ἀνδρῶν τοῦ στρατοῦ πρὸς τὸν πληθυσμὸν κατὰ μέσον ὅρον ἐν ταῖς εὐρωπαϊκαῖς ἐπικρατείαις· ἀνέφερεν ὅμως αὐτὰς κατά τι ἐξωγκωμένας, διότι ἐστηρίχθη ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν Γερμανίαν καὶ εἰς τὰς προτάσεις τοῦ ἀρχικαγγελαρίου τῆς Γερμανίας. Ἀλλ’ ἡ ἀναλογία κατὰ μέσον ὅρον εἶναι πολὺ μικροτέρα. Ἡ ἀναλογία αὕτη ἐν Γαλλίᾳ εἶναι ὡς 1 καὶ 15|00%· ἐν Γερμανίᾳ εἶναι ὡς 96|00, ἐν Αὐστρίᾳ 80|00 καὶ ἐν Ἰταλίᾳ 75/00. Ἐν Ἑλλάδι δὲ ποία θὰ ἦναι ἡ ἀναλογία δυνάμει τοῦ Νομοσχεδίου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ; Ὁ πληθυσμὸς εἶναι ἓν ἑκατομμύριον καὶ ἑξακόσιαι χιλιάδες ψυχῶν, θὰ ἔχωμεν δὲ δύναμιν 26,000 ἀνδρῶν κατὰ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, θὰ ἔχωμεν δηλαδὴ τὸ διπλάσιον τοῦ ἀριθμοῦ, τὸν ὁποῖον θεωρεῖ ἡ Ἰταλία ἀνώτατον ὅρον τῆς ἐν εἰρήνῃ δυνάμεως τοῦ στρατοῦ καί τι πλέον. Ἀλλ’ ἐὰν μόνη ἡ ἀναλογία αὕτη ἐπεπρόσθει, θὰ ἠδύνατο ὁ κ. Ὑπουργὸς ν’ ἀντιτάξῃ, ὅτι αὐτὸς ἀκολουθεῖ ἴδιον σύστημα ἀναλογίας, ἔχομεν ὅμως καὶ νόμον ψηφισθέντα περὶ ἀπογραφῆς, ὁ ὁποῖος καθορίζει τὸν τρόπον, καθ’ ὃν θέλει ἀπογράφεσθαι πρὸς ὑποχρεωτικὴν ὑπηρεσίαν ἐν τῷ στρατῷ ὁ ἑλληνικὸς λαός. Κατὰ τὸν νόμον ἐκεῖνον, εἶναι γνωστόν, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν πλείονας νεοσυλλέκτους κατ’ ἔτος τῶν 6,000 ἀνδρῶν. Ἔλαβον τὸν ἀριθμὸν τοῦτον ἐκ τῶν ἐπισήμων ἐκθέσεων, καί τοι θεωρῶ αὐτὸν ὑπερβολικὸν, διότι νομίζω, ὅτι δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν, ὅτι κατὰ τὸν νόμον ἐκεῖνον θέλομεν ἔχει καὶ ναυτικὴν ἀπογραφήν. Ἀλλὰ διὰ τῶν 6,000 ἀνδρῶν καὶ διὰ τῆς θητείας, ὁποία κανονίζεται ἐν τῷ νόμῳ ἐκείνῳ, ποίαν ἀνωτάτην δύναμιν θὰ ἔχωμεν; Ἡ θητεία ἐν τῷ νόμῳ ἐκείνῳ τῶν μὲν εἰδικῶν σωμάτων εἶναι τριῶν ἐτῶν, τοῦ πεζικοῦ δύο ἐτῶν, ἀλλὰ καὶ πλὴν τῶν ἐπὶ διετεῖ θητείᾳ καλουμένων ἀνδρῶν μέρος τῆς κλάσεως, σχεδὸν τὸ ἥμισυ, θὰ καλῆται ὑπὸ τὰ ὅπλα ἐπὶ μόνον ἕξ μῆνας. Πῶς δύναται δι’ 6,000 ἀνδρῶν, ὅταν ὀλίγοι μόνον θὰ διαμείνωσιν ἐπὶ τρία ἔτη, ἄλλοι δὲ ἐπὶ δύω καὶ οἱ ἡμίσεις ἐπὶ ἕξ μῆνας, νὰ καταρτισθῇ στρατὸς 26,000 ἀνδρῶν; Τοῦτο εἶναι φυσικῶς ἀδύνατον. Ὁ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ προτεινόμενος νόμος εἶναι ἀσυμβίβαστος πρὸς τὴν βάσιν αὐτοῦ, τὸν πληθυσμὸν τοῦ Κράτους, εἶναι ἀσυμβίβαστος πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ θὰ ἦναι ἀπώλεια ματαία τοῦ χρόνου νὰ ληφθῇ ὡς θέμα συζητήσεως. Καὶ ἂν ἦτο ἐφαρμόσιμος ὁ νόμος ἐκεῖνος, εἶναι ποτὲ πιστευτὸν, ὅτι ἤθελεν Ἑλληνικὴ Βουλὴ ψηφίσει τὰ εἰδικὰ ἀρχηγεῖα, τὰ γενικὰ ἀρχηγεῖα, ὅτι ἤθελε ψηφίσει τοὺς στρατηγοὺς καὶ τὸν μέγαν ἀριθμὸν τῶν γενικῶν ἐπιτελῶν; ἀριθμὸν ἀνώτερον τοῦ ἀριθμοῦ τῶν γενικῶν ἐπιτελῶν, οἵτινες συνώδευσαν πάντα τὰ γενικὰ ἀρχηγεῖα τοῦ στρατοῦ τῆς Γερμανίας εἰσελάσαντος εἰς τὴν Γαλλίαν. Ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀξιωματικῶν τῶν γενικῶν ἐπιτελῶν ὁ ἐν τῷ Νομοσχεδίῳ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἶναι 48, ὁ δὲ ἀριθμὸς τῶν ἀξιωματικῶν τῶν γενικῶν ἐπιτελῶν τῶν ἀρχηγείων τῶν 12 ἐν Γαλλίᾳ γερμανικῶν στρατιῶν δὲν ἦσαν πλείονες τῶν 48. Σῶμα στρατιωτικὸν γερμανικὸν, ἤτοι στρατιὰ, Corps d'armée, περιέχουσα ἀριθμὸν πολὺ μεγαλείτερον τῆς δυνάμεως τῆς κατὰ τὸ Νομοσχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἔχει πόσους νομίζετε ἀξιωματικοὺς γενικῶν ἐπιτελῶν; 4 μόνον. Ἀλλὰ περιέχει τι σπουδαιότερον τὸ Νομοσχέδιον. Περιέχει τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου περὶ στρατιωτικῶν ἐπιμελητηρίων, διὰ τοῦ ὁποίου ἐνομίσαμεν, ὅτι θέλομεν τέλος ὑπαγάγει τὸν στρατὸν εἰς τὰς ἐγγυήσεις τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ. Τοῦ νόμου ἐκείνου συνῄνεσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα ἀναβάλωμεν τὴν ἰσχὺν μέχρι τῆς πρώτης Ἀπριλίου· συνῄνεσεν ἐπὶ τῇ ἐλπίδι, ὅτι ἤθελε πρὸ τῆς πρώτης Ἀπριλίου ψηφισθῆ τὸ Νομοσχέδιον αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἡ ἐλπὶς αὐτοῦ θέλει ἀποδειχθῆ κενή· εἶναι ἀδύνατον ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιτρέψῃ, ὅπως ἐπὶ πλέον διεξάγωνται τὰ τοῦ στρατοῦ οἰκονομικῶς διὰ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν μέχρι τοῦδε διεξάγονται, διότι δὲν πρόκειται μόνον περὶ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον κεῖται εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἀνεξελέγκτως ἐπὶ χρόνον πολὺν, ἀλλὰ πρόκειται περὶ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα τὸ ποσὸν παρέχει εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἡ Κυβέρνησις δι’ αὐτῶν διεκφεύγει τοὺς φραγμοὺς τοῦ προϋπολογισμοῦ. Εἰς τὸ πυριτιδοποιεῖον ἐδόθησαν προκαταβολαὶ, ἐδόθη προκαταβολὴ 280,000 δραχμῶν, ὅπως ἀνεγείρῃ ἐργοστάσιον πρὸς κατασκευὴν καλύκων μεταλλίνων φυσιγγίων, ἐνῷ τὸ δημόσιον δαπανᾷ μυριάδας δραχμῶν κατ’ ἔτος εἰς συντήρησιν προσωπικοῦ πυριτιδοποιείου. Εἶχε τὸ δημόσιον 280,000 δραχμῶν διαθεσίμους, καὶ ταύτας δὲν δαπανᾷ ὑπὲρ τοῦ ἰδίου αὐτῆς πυριτιδοποιείου, ὅπως αὐτὸ οἰκοδομήσῃ κατάστημα, ἀλλὰ χορηγεῖ ταύτας εἰς ἰδιωτικὸν κατάστημα καὶ διὰ προκαταβολῆς καὶ ἐπὶ ὅρῳ συμψηφισμοῦ τοῦ ποσοῦ διὰ τῶν φυσιγγίων, τὰ ὁποῖα ἐν τῷ καταστήματι τούτῳ θέλουσι κατασκευασθῆ. Ἐγένετο τὸ συμβόλαιον τοῦτο πρὸ διετίας, καὶ ἠξεύρω, ὅτι τώρα ἀγοράζομεν φυσίγγια ἐν Παρισίοις. Δὲν εἶναι δὲ αὕτη ἡ μόνη προκαταβολή· ὑπάρχουσι καὶ ἕτεραι 140,000 δραχμαὶ, προκαταβληθεῖσαι εἰς τὸ πυριτιδοποιεῖον. Πάντα ταῦτα δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ πράξῃ ἡ Κυβέρνησις, ἂν ἴσχυεν ὁ νόμος περὶ στρατιωτικῶν ἐπιμελητηρίων. Ἀναβάλλοντες λοιπὸν τὴν ἰσχὺν τοῦ νόμου τούτου δὲν ἐπράττομεν πρᾶξιν ἄσχετον πρὸς τὸν προϋπολογισμόν, ἄσχετον πρὸς τὰς οἰκονομίας, δι’ ὧν ἐπιζητοῦμεν τὸ ἰσοζύγιον. Πρῶτος ὅρος πάσης σκέψεως οἰκονομίας ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου ἐκείνου ἢ ἑτέρου νόμου οἱουδήποτε ἐφαρμόζοντος εἰς τὸ στρατιωτικὸν τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ· τοῦτον ὅμως τὸν νόμον καταργεῖ τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἀλλὰ περὶ στρατιωτικῶν ἐπιμελητηρίων οὐδὲ ὁ προϋπολογισμὸς προνοεῖ, διότι ἐν τῇ ἰδέᾳ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τὰ στρατιωτικὰ ἐπιμελητήρια εἶναι καταδεδικασμένα· ὁ περὶ αὐτῶν νόμος εἶναι κώλυμα πρὸς τὸν τρόπον τῆς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως, καὶ εἶχε δίκαιον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν θεωρῶν τὸν νόμον καταργηθέντα· διότι, ἂν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις θέλει ἐφαρμόσει τὸν προϋπολογισμόν, εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρξῃ ὁ νόμος ἐκεῖνος. Ἡ παροῦσα Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ κυβερνήσῃ διὰ τοιούτων νόμων. Ἂν ὁ νόμος περὶ στρατιωτικῶν ἐπιμελητηρίων ἐπέβαλλεν αὔξησιν δαπάνης χάριν τῶν ἐγγυήσεων, ἃς καθιεροῖ, θὰ ἤμην ὑπὲρ τῆς δαπάνης ταύτης, διότι θὰ ἦτο παραγωγὸς οἰκονομιῶν ἄλλων· ἀλλ’ ὁ νόμος περὶ στρατιωτικῶν ἐπιμελητηρίων, ἀντὶ αὐξήσεως δαπανῶν, φέρει οἰκονομίας καὶ οἰκονομίας σπουδαίας. Ἀφίνων λοιπὸν τὸ Νομοσχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ περὶ τοῦ στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ, καὶ ἐξετάζων τὸν προϋπολογισμὸν τί εὑρίσκω; Εὑρίσκω ἐξ ἀντιπαραβολῆς πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1879, ὅτι ἠλαττώθη ὁ ἀριθμὸς τῶν στρατιωτῶν, ὅτι κατὰ τὸ φαινόμενον ἠλαττώθησαν αἱ δαπάναι ἀπὸ δεκατριῶν ἑκατομμυρίων καὶ τριακοσίων χιλιάδων εἰς ἕνδεκα ἑκατομμύρια, ἀλλ’ ἐξήγησα πρότερον πόσα πρέπει νὰ προσθέσητε εἰς τὰ ἕνδεκα ταῦτα ἑκατομμύρια, διὰ νὰ εὑρίσκησθε ἐν τῇ ἀληθείᾳ. Ἐνῷ ὅμως ἔχομεν ἐλάττωσιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀνδρῶν, ἔχομεν αὔξησιν εἰς πάντα τὰ ἄλλα, ἔχομεν αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν κατὰ 56, ἔχομεν αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑπαξιωματικῶν κατὰ 509· ἐκ τῶν 509 τούτων ἔχομεν αὔξησιν ὑπεραρίθμων ὑπαξιωματικῶν 232 (ἔκπληξις), ἡ δὲ πρόσθετος δαπάνη πάντων τούτων, συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν ἵππων τῶν ἀξιωματικῶν, εἶναι 629 χιλιάδες δραχμαί.

§107ΒΑΛΤΙΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.). Τοὺς γεννᾷ ὁ προϋπολογισμὸς τοὺς ὑπεραρίθμους;

§108ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοὺς γεννᾷ ἡ ἐνέργεια ὑμῶν ὡς Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν.

§109ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Λησμονεῖτε, ὅτι τοὺς εὗρον.

§110ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοῦτο εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ λύσητε μετὰ τοῦ προκατόχου σας, λέγω μόνον, ὅτι ὑπάρχει ἡ αὔξησις τῶν ὑπεραρίθμων ἐπὶ τοῦ ἀριθμοῦ τοῦ ἐγγεγραμμένου ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1879. Οἱ δὲ ἀπαιτούμενοι προβιβασμοὶ ἀξιωματικῶν κατὰ τὸν νέον προϋπολογισμὸν ἐν παραβολῇ πρὸς τὸν προηγούμενον εἶναι 615. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ δὲν ἀνευρίσκομεν πάντα, ὅσα περιέχει ὁ ὀργανισμὸς ὁ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ὑποβληθεὶς εἰς τὴν Βουλήν, δὲν περιέχονται οἱ 48 ἀξιωματικοὶ τῶν γενικῶν ἐπιτελῶν, περιέχονται ὅμως 19, ἤτοι περιέχονται τὰ εἰδικὰ ἀρχηγεῖα καὶ τὰ γενικὰ ἀρχηγεῖα, περιέχονται καὶ ἄλλαι πολλαὶ δαπάναι πολυτελείας ἐκ τῶν ἐν τῷ ὀργανισμῷ τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ· ἠξεύρετε δὲ, ὅτι τὸ σῶμα τῶν γενικῶν ἐπιτελῶν ηὔξησε τὸν ἀριθμὸν ἐπὶ τοῦ παρόντος ὑπουργείου, ηὔξησε τὸν ἀριθμὸν ἐπ’ ἐσχάτων. Ἐξ ὅλων τῶν πολυτελειῶν, τὰς ὁποίας περιέχει ὁ προϋπολογισμός, ἡ πολυτέλεια ἡ μεγίστη, ἡ ἐπιβλαβεστέρα, εἶναι ἡ τοῦ σώματος τούτου τῶν γενικῶν ἐπιτελῶν, διότι καθιστᾷ σχετικῶς ἀχρήστους εἰς τὸν στρατὸν τοὺς ἀξιωματικοὺς ἐκείνους, οἵτινες ἤθελον εἶσθαι οἱ χρησιμώτεροι ὡς ἐκ τῆς ἀξίας τῶν πλείστων ἐξ αὐτῶν. Ὁ στρατὸς ἡμῶν ἔχει ἀνάγκην τοιούτων ἀξιωματικῶν, ἔχει ἀνάγκην ἐν τῇ μαχίμῳ ὑπηρεσίᾳ, καὶ ἀφαιρεῖτε ἀπὸ τοῦ στρατοῦ 19 ἀξιωματικούς, τὸ ἄνθος αὐτοῦ, ἵνα τοὺς ἀπασχολήσητε εἰς ἔργα κατ’ ὄνομα στρατιωτικά, εἰς ἔργα ἐπιβοηθητικὰ τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, εἰς ἔργα, τὰ ὁποῖα οἱ ἀξιωματικοὶ δύνανται καὶ ὀφείλουσι νὰ ἐπιτελῶσιν ὡς συμπλήρωμα τῆς ἄλλης αὑτῶν ἐργασίας. Σήμερον ἐν Γαλλίᾳ συζητεῖται τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τοῦ σώματος τῶν γενικῶν ἐπιτελῶν, καὶ ἡμεῖς σήμερον αὐξάνομεν τοὺς ἀριθμοὺς τοῦ σώματος τούτου καὶ τοὺς αὐξάνομεν διὰ τῆς ζημίας, τὴν ὁποίαν εἶπον, ὅτι ὑφίσταται ὁ στρατὸς στερούμενος τοιούτων ἀξιωματικῶν, καὶ διὰ τῆς ζημίας τῆς ἄλλης, ἥτις προέρχεται ἐκ τῆς ἀπογοητεύσεως τῶν ἀξιωματικῶν τῶν ἄλλων σωμάτων, βλεπόντων ἑαυτοὺς ἀδικουμένους ἐκ τῆς ταχείας προαγωγῆς τοῦ σώματος ἐκείνου. Καὶ δὲν δύναται τὸ σῶμα ἐκεῖνο, καθ’ ὃν τρόπον ὠργανώθη ὑπὸ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ, νὰ μὴ παρέχῃ ταχίστην τὴν προαγωγήν. Οἱ ἐσχάτως διορισθέντες ἔχουσι κατὰ τὸ Νομοσχέδιον τοῦ Ὑπουργοῦ ἐνώπιον αὐτῶν κενὰς δύω θέσεις προαγωγῆς, οἱ λοχαγοὶ ἔχουσι κενὴν τὴν θέσιν τοῦ ἀντισυνταγματάρχου. Τὸ Γαλλικὸν νομοσχέδιον ὤφειλε νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν ὡς ὁδηγὸς περὶ τοῦ πρακτέου. Τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, διακρῖνον μεταξὺ ὑπηρεσίας γενικῶν ἐπιτελῶν καὶ σώματος γενικῶν ἐπιτελῶν, κανονίζει κατὰ τίνα τρόπον δύναται ἐπωφελῶς πρὸς τὸν στρατὸν νὰ ἐκτελῆται ἡ ὑπηρεσία τῶν γενικῶν ἐπιτελῶν ὑπὸ τῶν διακρινομένων ἐν τῷ στρατῷ ἀξιωματικῶν, ὑπὸ τῶν ἀξιωματικῶν, τῶν ἐχόντων καὶ τῶν ἀποδεικνυόντων, ὅτι ἔχουσι τὰ προσόντα πρὸς τὴν τοιαύτην ὑπηρεσίαν, κανονίζει, ὅτι οἱ ἀξιωματικοί, οἵτινες ἀπεδείχθησαν ἔχοντες τὰ προσόντα πρὸς τοιαύτην ὑπηρεσίαν, μετατίθενται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην, τὴν ὁποίαν διεξάγουσιν ἐπὶ τριετίαν· καὶ μετὰ τὰ τρία ἔτη ἐπανέρχονται εἰς τὰ σώματα αὐτῶν, διαδέχονται δ’ αὐτοὺς ἄλλοι. Ἂν ὁ κ. ὑπουργός, ἔχων ἐνώπιον τοιοῦτον παράδειγμα, ἐνεπνέετο ἐξ αὐτοῦ, δὲν θὰ ηὔξανε τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀξιωματικῶν τῶν γενικῶν ἐπιτελῶν μεταθέτων εἰς τὸ σῶμα τοῦτο ἀξιωματικοὺς καὶ παρὰ τὴν θέλησιν αὐτῶν. Ὑπάρχουσιν ἀξιωματικοί, μετατεθέντες εἰς τὸ σῶμα τῶν γενικῶν ἐπιτελῶν, οἵτινες, καί τοι ἐκ τῆς μεταθέσεως ἀποκτῶσι τὴν ἐλπίδα ταχείας προαγωγῆς, αἰσθανόμενοι ὅμως, ὅτι ὡς ἐκ τῆς μεταθέσεως δὲν ἔχουσιν ἀφορμὴν πρὸς χρήσιμον ἐργασίαν, ἐπεθύμουν καὶ θὰ ἐξέφραζον τὴν ἐπιθυμίαν των ταύτην, ἂν τοῖς τὸ ἐπέτρεπεν ἡ στρατιωτικὴ πειθαρχία, ὅπως μὴ γείνῃ ἡ μετάθεσις. Περιέχει ὁ προϋπολογισμὸς τὰ γενικὰ ἀρχηγεῖα, περιέχει καὶ τὰ εἰδικὰ ἀρχηγεῖα· ἀρχηγεῖον πυροβολικοῦ, ἀρχηγεῖον μηχανικοῦ, ἀρχηγεῖον ἱππικοῦ, ἀρχηγεῖον χωροφυλακῆς. Καὶ τὰ μὲν ἀρχηγεῖα χωροφυλακῆς καὶ μηχανικοῦ προϋπῆρχον, ἀλλ’ ἐνῷ καὶ ἐκεῖνα ἔδει νὰ καταργηθῶσι, νῦν ἔχομεν τὴν προσθήκην ἀρχηγείου πυροβολικοῦ καὶ ἱππικοῦ. Καθ’ ἣν ὥραν σκεπτόμεθα πάντες περὶ τοῦ καταλλήλου τρόπου τῆς ἐκπαιδεύσεως τοῦ στρατοῦ, ὅτε εἶναι γνωστὸν εἰς πάντας, ὅτι ἡ ἐκπαίδευσις ἐν τῷ ἑλληνικῷ στρατῷ χωλαίνει ἕνεκα τοῦ καταμερισμοῦ τῶν ὀλίγων αὐτοῦ δυνάμεων, ἀναγράφομεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ συνάμα μετὰ τῶν ἀρχηγείων τῶν εἰδικῶν τούτων σωμάτων, ἀναγράφομεν καὶ τὴν διαίρεσιν τῶν σωμάτων εἰς μοίρας, ὅπως ἑκάστη αὐτῶν προσκολληθῇ εἰς ἓν τῶν γενικῶν ἀρχηγείων· ἐνῷ δὲ προσκολλῶμεν τὰς μοίρας τῶν σωμάτων εἰς τὰ γενικὰ ἀρχηγεῖα, ἔχομεν καὶ εἰδικὸν ἑκάστου σώματος ἀρχηγεῖον, τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο ἄσκοπον, καὶ ἂν ἦσαν συγκεντρωμένα τὰ σώματα, διότι ἕκαστον τῶν σωμάτων τούτων, ἂν ἦτο συγκεντρωμένον, θ’ ἀπετέλει σύνταγμα. Τὰ γενικὰ ὅμως ἀρχηγεῖα ἐπεχείρησε νὰ δικαιολογήσῃ καὶ ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ τοῦ εἰσηγητοῦ αὐτῆς λέγουσα, ὅτι ἡ διαίρεσις τοῦ Κράτους εἰς στρατιωτικὰς περιφερείας ἐπιβάλλεται ὑπὸ τοῦ νόμου περὶ ἀπογραφῆς. Πλάνη μεγαλειτέρα ταύτης δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ. Ὁ νόμος περὶ ἀπογραφῆς διαγράφει τὰς στρατιωτικὰς περιφερείας χάριν τῆς ἐθνοφρουρᾶς, περὶ ἐθνοφρουρᾶς δὲ σήμερον σπουδαίως δὲν πρόκειται· τὸν στρατὸν ὅμως τὸν ἐν ἐνεργείᾳ καὶ τὸν στρατὸν τῆς ἐφεδρείας δὲν κατανέμει κατὰ περιφερείας· τοὐναντίον ὁ νόμος οὗτος εἶναι ἀντιγραφὴ τοῦ Γαλλικοῦ νόμου, ἐν τούτῳ δὲ δὲν ἐπεκράτησεν ἡ ἀρχὴ ἡ Γερμανικὴ τῆς κατὰ περιφερείας διαιρέσεως τοῦ στρατοῦ, ἐπεκράτησεν ἀρχὴ ἄλλη, ἀρχὴ μικτή, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ μὲν ἐθνοφρουρὰ ὀργανίζεται κατὰ περιφερείας, ὁ δὲ ἐνεργὸς στρατὸς ὀργανίζεται ἀσχέτως πρὸς τὰς περιφερείας, οἱ δ’ ἔφεδροι καλοῦνται εἰς τὰ σώματα τὰ πλησιέστερα εἰς τὴν κατοικίαν αὐτῶν πρὸς ἄσκησιν ἢ πρὸς ἐπιστράτευσιν.

§111ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ λέγει ῥητῶς ἡ ἔκθεσις, ὅτι εἶναι διὰ ἐθνοφρουράν.

§112ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅταν ὅμως ἐφαρμόζεται εἰς τὴν ἐθνοφρουρὰν, πότε θὰ ἔχωμεν πραγματικὴν, τουτέστιν ἠσκημένην ἐθνοφρουράν; Μετὰ δέκα ἔτη, διότι σήμερον κατατάσσονται εἰς τὸν στρατὸν οἱ ἔχοντες ἡλικίαν 21 ἐτῶν συμπεπληρωμένων, εἰς τὴν ἐθνοφρουρὰν δὲ οὗτοι θέλουσι μεταβῆ, ὅταν συμπληρώσωσι τὸ 30ον ἔτος τῆς ἡλικίας αὐτῶν. Ἰδίως ὅμως κατακρίνω καὶ τὸ Νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸν προϋπολογισμὸν δι’ ἕτερόν τι. Ἡ πολυτέλεια, ἡ αὔξησις τοῦ σώματος τῶν γενικῶν ἐπιτελῶν, τὰ εἰδικὰ ἀρχηγεῖα, τὰ γενικὰ ἀρχηγεῖα, ταῦτα πάντα εἶναι δαπανηρὰ, εἶναι ἐπιβλαβῆ πρὸς τὸν στρατόν· ἀλλὰ δὲν ἀποτελοῦσι ταῦτα τὸ χείριστον τῶν χαρακτηριστικῶν τοῦ στρατιωτικοῦ συστήματος τοῦ Ὑπουργοῦ, τὸ ὁποῖον καὶ ἐν τῷ Νομοσχεδίῳ καὶ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ εὑρίσκομεν. Ἐψηφίσαμεν νόμον περὶ γενικῆς στρατεύσεως πάντων τῶν Ἑλλήνων, ἐψηφίσαμεν νόμον καταργοῦντα τὴν ἀντικατάστασιν, ἐψηφίσαμεν ταῦτα, διότι ἐφρονοῦμεν, ὅτι πρέπει νὰ λάβωμεν πρόνοιαν περὶ στρατιωτικῆς ἐκπαιδεύσεως τῆς χώρας, διότι ἐφρονοῦμεν, ὅτι παρῆλθεν ἡ ἐποχὴ τῶν ἐκτάκτων παρασκευῶν καὶ εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἐποχὴν τῆς ὁμαλῆς παρασκευῆς, τῆς κανονικῆς ἀναπτύξεως τῶν δυνάμεων τῆς χώρας πρὸς στρατιωτικὴν ἐνέργειαν, τῆς ἀναπτύξεως ἁπασῶν αὐτῆς τῶν δυνάμεων διὰ τῆς ἐκπαιδεύσεως τοῦ ἔθνους εἰς τὰ ὅπλα· ἀλλ’ ἐνῷ ἐψηφίσαμεν νόμον περὶ γενικῆς καὶ ὑποχρεωτικῆς στρατεύσεως καὶ ἐνῷ εἰσερχόμεθα ἤδη εἰς τὸ πρῶτον ἔτος τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ, οὐδεμία λαμβάνεται πρόνοια, ὅπως οἱ ἄνδρες, οἱ ὑποχρεωτικῶς κατατασσόμενοι εἰς τὸν στρατὸν χάριν ἐκπαιδεύσεως, πραγματικῶς ἐκπαιδευθῶσιν, ἀλλ’ ἐξακολουθοῦμεν διεπόμενοι ὑπὸ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον μέχρι τοῦδε ἐπεκράτησεν ἐν τοῖς στρατιωτικοῖς, τοῦ συστήματος, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ στρατὸς ἡμῶν ἅπας ἐργάζεται οὐχὶ εἰς στρατιωτικὴν ἐκπαίδευσιν, ἀλλ’ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους. Τοιοῦτον σύστημα οὐδαμοῦ ἄλλοθι ὑπάρχει. Εἴχομεν τὸ δικαίωμα νὰ εἴπωμεν εἰς πάντα πολίτην ἕλληνα, ὅτι, ἂν θέλῃ νὰ ἀπολαμβάνῃ τῶν ἀγαθῶν τῆς ἰδιότητος αὐτοῦ ὡς πολίτου τῆς Ἑλλάδος, ἂν θέλῃ νὰ ἐνασκῇ τὰ πολιτικὰ δικαιώματα, ὀφείλει καὶ νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν ὑποχρέωσιν τῆς στρατιωτικῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ ὀφείλει νὰ στερηθῇ τοῦ δικαιώματος, τοῦ ὁποίου μέχρι τοῦδε ἀπελάμβανε τῆς ἀντικαταστάσεως· ἀλλ’ αἱ ὑποχρεώσεις αὗται τοῦ πολίτου ἔχουσιν ὡς ἀντίῤῥοπον τὴν ὑποχρέωσιν τῆς πολιτείας νὰ μὴ ἐπιβάλῃ εἰς τοὺς οὕτω στρατολογουμένους ἄλλην ἐργασίαν, εἰμὴ μόνον ἐκείνην, χάριν τῆς ὁποίας τοῖς ἐπεβλήθη ὑποχρέωσις, ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν τὸ Κράτος μόνον εἰς στρατιωτικὴν ἐκπαίδευσιν ν’ ἀπασχολῇ τοὺς οὕτως ἀπογραφέντας ἄνδρας. Ἀλλ’ ὁ στρατὸς, ὡς εἶναι ὠργανωμένος, εἶναι στρατὸς κυρίως ὑπηρεσίας, εἶναι στρατὸς, ἐν τῷ ὁποίῳ ἡ ἐκπαίδευσις εἶναι πάρεργον, εἶναι στρατὸς, δύναμαι νὰ εἴπω, ἐν τῷ ὁποίῳ ἡ ἐκπαίδευσις σχεδὸν δὲν γίνεται πέραν τοῦ σχολείου τοῦ στρατιώτου. Πρὸς ὑπηρεσίαν τοιαύτην, ὁποία εἶναι ἡ διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀναγνωριζομένη καὶ κανονιζομένη, δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ καλέσωμεν τοὺς πολίτας τοῦ Κράτους ὑποχρεωτικῶς. Εἰς τοιαύτην ὑπηρεσίαν καλοῦνται ἐκεῖνοι, οἵτινες θέλουσι νὰ ὑπηρετήσωσιν, ὅπως εἰς τὰς ἄλλας λειτουργίας τῆς πολιτείας. Οὐδένα δυνάμεθα ὑποχρεωτικῶς νὰ διορίσωμεν δικηγόρον ἢ ἰατρὸν, εἰς οὐδένα ἐπιτρέπεται νὰ ἐπιβάλωμεν ἕτερον ἐπάγγελμα ἢ προσωπικὴν ἐργασίαν, εἰς οὐδένα δὲ δυνάμεθα νὰ ἐπιβάλωμεν ἐργασίαν διὰ τῶν ὅπλων εἰς τὰ τῆς ἐσωτερικῆς τοῦ Κράτους ὑπηρεσίας. Τὸ μόνον δικαίωμα ἡμῶν καὶ ἡ μόνη ὑποχρέωσις τῶν πολιτῶν εἶναι ἡ στρατιωτικὴ αὐτῶν ἐκπαίδευσις. Βάσις λοιπὸν πάσης ὀργανώσεως τοῦ στρατοῦ ἀπὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἐφαρμόζεται ὁ νόμος περὶ ὑποχρεωτικῆς στρατεύσεως πάντων τῶν ἑλλήνων, εἶναι ὁ πλήρης χωρισμὸς τῶν οὕτως ἀπογραφομένων ἀνδρῶν ἀπὸ τοῦ στρατοῦ τῆς ὑπηρεσίας. Βεβαίως τὸ Κράτος, ποιούμενον χρῆσιν τῶν ἀνδρῶν τῶν οὕτως ὑποχρεωτικῶς καλουμένων εἰς τὰ ὅπλα, ἐπιτυγχάνει οἰκονομίαν τινὰ, διότι οἱ ἐθελονταὶ δὲν προσέρχονται ἄνευ ἀνωτέρας πληρωμῆς· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ζήτημα οἰκονομίας δὲν δύναται νὰ συνδεθῇ πρὸς τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην, δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν πρὸς τὸν πολίτην, ὅτι ἐπιβάλλομεν εἰς αὐτὸν ὑποχρέωσιν ὑπηρεσίας στρατιωτικῆς εἰς συνδρομὴν τῶν εἰσπρακτόρων, εἰς καταδίωξιν τῆς φυγοδικίας καὶ τῆς ζωοκλοπῆς, εἰς μεταφορὰν τῶν καταδίκων, εἰς μεταβατικὴν ὑπηρεσίαν, ὅτι ἐπιβάλλομεν τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην εἰς αὐτὸν, διὰ νὰ οἰκονομήσωμεν διαφορὰν τινα τῆς πληρωμῆς μεταξὺ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον δίδεται εἰς τοὺς ἐξ ἀπογραφῆς στρατολογουμένους πρὸς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον δίδομεν πρὸς τοὺς ἐθελουσίως κατατασσομένους. Τοιαῦται σκέψεις δὲν δύνανται νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν. Ἂν νομίζωμεν, ὅτι ὁ νόμος ὁ περὶ ἀπογραφῆς πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ, καὶ ἂν τὸ νομίζωμεν, ἔχομεν τὴν γνώμην ταύτην, διότι φρονοῦμεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔχει ὑποχρεώσεις ἀνωτέρας τῆς ὑποχρεώσεως τῆς διατηρήσεως τῆς τάξεως ἐν τῷ Κράτει· ἐὰν φρονῶμεν τοῦτο, ὀφείλομεν νὰ ὑποβληθῶμεν εἰς πάσας τὰς ἀντιστοίχους πρὸς τὴν ὕπαρξιν τοῦ νόμου τούτου ὑποχρεώσεις. Ἂν ἦμεν ἐκ τῶν φρονούντων, ὅτι οὐ μόνον ἐκτάκτων παρασκευῶν δὲν χρήζομεν, ἀλλ’ ὅτι δὲν δυνάμεθα σήμερον νὰ ἐπιληφθῶμεν τοῦ ἔργου τῆς τακτικῆς πολεμικῆς τοῦ Κράτους παρασκευῆς, ἤθελον ψηφίσει ὑπὲρ τῆς καταργήσεως τοῦ νόμου περὶ ἀπογραφῆς, καὶ ἤθελον εἴπει, ὅτι πρέπει νὰ περιορισθῶμεν εἰς στρατὸν χωροφυλακῆς. Ἀλλὰ δὲν ἔχω τὴν γνώμην ταύτην· φρονῶ, ὅτι ἤδη πρὸ πάντων, ἤδη ὅτε δὲν πρόκειται ἄμεσος ἐνέργεια, ἤδη ὀφείλομεν πᾶσαν ἡμῶν τὴν δραστηριότητα νὰ καταβάλωμεν, ὅπως ἀναπτύξωμεν τὰς στρατιωτικὰς δυνάμεις ἡμῶν, ὅπως ὀργανωθῶμεν, ἵνα ὦμεν ἕτοιμοι πρὸς τὴν ἐγγίζουσαν στιγμὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν θέλομεν κληθῆ εἰς χρῆσιν αὐτῶν. Ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν, ἀνταποκρίνεται πληρέστατα πρὸς τὴν ἰδέαν ταύτην, εἶναι νόμος, τὸν ὁποῖον ἠρύσθημεν ἐκ τῆς νομοθεσίας τῶν ξένων ἐθνῶν, τῶν ἐθνῶν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀπεδέχθησαν τὸ νεώτερον σύστημα τῆς στρατιωτικῆς ὀργανώσεως. Ἀπεδέχθημεν τὸν νόμον σχεδὸν ἀπαραλλάκτως, ὡς ἐφαρμόζεται εἰς ἄλλα κράτη, καὶ τὸν νόμον τοῦτον ὀφείλομεν ἤδη, ἀφοῦ δὲν μεταβάλωμεν γνώμην περὶ τῆς ἀρχῆς, ἥτις ἀπηγόρευσε τὴν ψήφισιν αὐτοῦ, ὀφείλομεν νὰ ἐφαρμόσωμεν πλήρη. Οὐδεμία σκέψις οἰκονομίας ὀφείλει νὰ περιορίσῃ τὴν ἐνέργειαν ἡμῶν, ὡς πρὸς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου ἐκείνου, ἀλλὰ καὶ οὐδὲν ὀφείλομεν νὰ πράξωμεν πέραν τῶν ὑπὸ τοῦ νόμου ἐκείνου ἐπιβαλλομένων. Ὁ νόμος ἐκεῖνος κανονίζει κατὰ πάντα τὸν ἀριθμὸν τῶν ἑκάστοτε ἀπογραφησομένων καὶ τὸν χρόνον τῆς ὅλης ὑπηρεσίας, καὶ τὸν χρόνον τῆς ἐν τῷ ἐνεργῷ στρατῷ διαμονῆς πρὸς ἄσκησιν. Ὀφείλομεν ἄρα νὰ ἐξετάσωμεν, ποῖος ὁ στρατὸς ὁ προκύπτων ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου ἐκείνου. Ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀνδρῶν ἑκάστης ἐτησίας ἀπογραφῆς εἶναι κάτω τῶν 6 χιλιάδων, ἡ δὲ θητεία ἡ ἀνωτάτη, ὡς ὑπάρχει ἀναγεγραμμένη σήμερον ἐν τῷ νόμῳ, εἶναι τριῶν ἐτῶν, ἀλλὰ μόνον διὰ τὰ εἰδικὰ ὅπλα, διὰ δὲ τὸ πεζικὸν εἶναι δύο ἐτῶν ἢ ἐξ μηνῶν. Διὰ τοιαύτης ἀπογραφῆς καὶ τοιαύτης θητείας πόσον στρατὸν δύνασθε νὰ ἔχητε, ἂν τοὺς ἐπὶ ἑξάμηνον ἄσκησιν καλουμένους διαιρέσητε εἰς δύο τάξεις, κατατάσσοντες τοὺς ἡμίσεις κατὰ τὴν ἀρχὴν τοῦ ἔτους καὶ τοὺς ἄλλους ἡμίσεις μετὰ τὴν λῆξιν τῆς πρώτης ἑξαμηνίας; Ποῖος εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀνδρῶν, τὸν ὁποῖον ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου τούτου δύνασθε νὰ ἔχητε; Ὁ ἀριθμὸς εἶναι ἐλάχιστος’ δὲν δύνασθε νὰ ἔχητε στρατὸν ἐκπαιδεύσεως ἀνώτερον τῶν 5 ἢ 6 χιλ. ἀνδρῶν· τοῦτο εἶναι συμπέρασμα τοῦ κειμένου νόμου περὶ ἀπογραφῆς. Εἶναι ἀδύνατον διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου ἐκείνου νὰ φθάσητε εἰς ἀριθμὸν μεγαλείτερον. Τὸν στρατὸν ἄρα τοῦτον τῶν 5 χιλ. ἀνδρῶν ὀφείλετε νὰ ὀργανώσητε, οὐδόλως ἀποβλέποντες εἰς οἰκονομίας. Ὀφείλετε εἰς τὸν στρατὸν τοῦτον νὰ παράσχητε πάντα τὰ μέσα πρὸς τὴν ἐκπαίδευσιν. Ὀφείλετε δὲ τοὺς ἄνδρας τοὺς ἐκτελέσαντας τὴν ὑποχρέωσίν των ἐκ τοῦ νόμου εὐθὺς ἀφοῦ τὴν ἐξετέλεσαν πλήρη, νὰ τοὺς ἀπολύσητε. Περιέχει ὁ νόμος ἐκεῖνος διατάξεις τινὰς, αἵτινες εἴτε διετηρήθησαν ἐν τῇ μεταφράσει ἐκ τοῦ ξένου νόμου, ἀλλ’ ἀσκόπως ἐνταῦθα, εἴτε προσετέθησαν κατόπιν ἐνταῦθα, ἀλλ’ οὐχὶ εὐστόχως. Περιέχει ὁ νόμος τὴν διάταξιν, ὅτι ὁ μετὰ ἑξάμηνον ἄσκησιν ἀπερχόμενος εἰς τὴν ἑστίαν του στρατιώτης διατελεῖ εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν. Αὕτη ἡ διάταξις οὐδένα ἔχει λόγον ὑπάρξεως ἐν τῷ νόμῳ τῷ ἑλληνικῷ. Ὑπῆρχεν ἐν τῷ νόμῳ τῷ γαλλικῷ, ὅπου ποιεῖται τὸ Κράτος ἐν εἰρήνῃ κατὰ τὰς περιστάσεις παράταξιν μεγαλειτέρας δυνάμεως, ὅπως διὰ τῆς παρατάξεως ταύτης ἐπιδράσῃ ἐπὶ τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικήν. Ἡμεῖς πρὸς τοιαύτην χρῆσιν δὲν προορίζομεν τὸν ἐν εἰρήνῃ στρατόν. Ἡμεῖς θέλομεν ἁπλῶς τὴν ἐκγύμνασιν τῶν ἀνδρῶν, ὅπως, ὅταν ἐπιστῇ ἡ ὥρα, ποιήσωμεν χρῆσιν αὐτῶν· μέχρι δὲ τῆς ὥρας ἐκείνης ὀφείλει πᾶς ὁ ἐξυπηρετήσας νὰ ἀπέλθῃ εἰς τὴν ἑστίαν του οὐχὶ ἐπ’ ἀδείᾳ καὶ διατελῶν εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλ’ ἀμέσως εἰς τὴν ἐφεδρείαν. Ἀφοῦ δὲ ὁ νόμος ἀπεδέχθη τὴν ἀρχὴν, ὅτι ἑξάμηνος ἄσκησις ἐν τῷ στρατῷ εἶναι ἐπαρκὴς πρὸς ἐκπαίδευσιν, δυνάμεθα, νομίζω, νὰ περιορίσωμεν καὶ κατὰ τἆλλα τὴν θητείαν, διατηροῦντες ἐν τῷ στρατῷ μόνον ἱκανὸν ἀριθμὸν ἐπὶ μικροτέρα θητείᾳ, ὅπως εὑρίσκωσιν οἱ πρὸς ἑξάμηνον ἄσκησιν κατατασσόμενοι ἄνδρας γεγυμνασμένους ἤδη, μετὰ τῶν ὁποίων νὰ ὑπηρετῶσιν. Ἀλλ’ ὅταν τὸν στρατὸν τῆς ἐκπαιδεύσεως ἀποχωρίσωμεν ἐντελῶς ἀπὸ τοῦ στρατοῦ τῆς ὑπηρεσίας, ὅταν συγκεντρώσωμεν αὐτὸν, ὅταν λάβωμεν πᾶσαν πρόνοιαν περὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως αὐτοῦ καὶ ἀπαλλάξωμεν αὐτὸν καὶ ἀπ’ αὐτῶν τῶν ἔργων, εἰς τὰ ὁποῖα οἱ στρατιῶται τῶν ἄλλων Κρατῶν ἐνίοτε ὑποβάλλονται, τουτέστι καὶ ἀπ’ αὐτῶν τῶν τιμητικῶν φρουρῶν, καὶ περιορίσωμεν τὴν ἐνασχόλησιν αὐτῶν εἰς μόνην τὴν ἐκπαίδευσιν, νομίζω, ὅτι καὶ ὁ ἀναγεγραμμένος ἐν τῷ νόμῳ χρόνος τῆς θητείας δύναται νὰ περιορισθῇ. Δύναται νὰ περιορισθῇ ἡ θητεία τῶν εἰς τὰ εἰδικὰ ὅπλα κατατασσομένων ἀπὸ 3 ἐτῶν εἰς 2 ἔτη, τῶν δὲ εἰς τὸ πεζικὸν κατατασσομένων ἀπὸ 2 ἐτῶν εἰς 18 μῆνας ἢ καὶ 1 ἔτος. Τοιουτοτρόπως ἐπιτυγχάνομεν τὰ ἑξῆς. Ἐπιτυγχάνομεν πρῶτον, ὅπως διὰ τοῦ χωρισμοῦ τοῦ στρατοῦ τῆς ὑπηρεσίας ἀπὸ τοῦ στρατοῦ τῆς ἐκπαιδεύσεως, κατὰ τὸ παράδειγμα πάντων τῶν ξένων στρατῶν, ἐνῷ περιορίζομεν τὴν δύναμιν τοῦ στρατοῦ τοῦ ἐξ ἀπογραφῆς συγκροτουμένου, ἐκπληροῦμεν πάντα τὰ ὑπὸ τοῦ Νόμου ἀπαιτούμενα πρὸς τὴν στρατιωτικὴν ἐκπαίδευσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, ἐκπαίδευσιν ἥτις, κατὰ τὸ νῦν κρατοῦν σύστημα, οὔτε ὑφίσταται, οὔτε δύναται νὰ ὑφίσταται· κατορθοῦντες συνάμα τὴν ἐλάττωσιν κατὰ 1000 τοὐλάχιστον ἄνδρας τῶν ἐτησίως καλουμένων ὑποχρεωτικῶς εἰς τὰ ὅπλα, ἐπιτυγχάνομεν προσέτι, ὅπως οἱ καλούμενοι οὗτοι ἄνδρες ἀπαλλάσσωνται ἀπὸ μεγάλου μέρους τοῦ βάρους τῆς ὑποχρεώσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπέκειντο, καθισταμένης οὕτω φορητῆς τῆς ὑποχρεώσεως ταύτης, καὶ ἐλπίζω, ὅτι τοιουτοτρόπως θέλομεν δυνηθῆ νὰ μὴ ἔχωμεν τὰς καθυστερήσεις τῶν κληρούχων, αἵτινες ὑπὸ τὸ ἐπικρατοῦν σύστημα ἀναγνωρίζομεν, ὅτι κατέστησαν ὁ κανών. Εἶναι ἀνάγκη, ὡς εἶπον, ἐλαχίστων τροποποιήσεων ἐν τῷ νόμῳ περὶ ἀπογραφῆς. Ὁ νόμος οὗτος περιέχει τινὰς διατάξεις, αἱ ὁποῖαι προδήλως δὲν δύνανται νὰ μείνωσι, τοῦ νόμου τούτου ἐφαρμοζομένου. Ἡ ὑπηρεσία τοῦ ἡμίσεως τῶν ἐν τῷ πεζικῷ κατατασσομένων ὁρίζεται ὑπὸ τοῦ νόμου εἰς ἑξάμηνον διάρκειαν· ἐν τούτοις προσετέθη ἐν τῷ νόμῳ διάταξίς τις παράδοξος, κατὰ τὴν ὁποίαν ὑποχρεοῦται μετὰ ἑξάμηνον ὑπηρεσίαν ὁ στρατιώτης νὰ καταθέσῃ 100 δραχμὰς, ἵνα τῷ ἐπιτραπῇ, ὅπως ἀπέλθῃ εἰς τὴν ἑστίαν αὐτοῦ. Ὁ νόμος τὸν θεωρεῖ ἐκγυμνασθέντα, ἐκπληρώσαντα τὴν πρὸς τὴν πολιτείαν ὑποχρέωσιν τῆς ἑαυτοῦ ἐκπαιδεύσεως, ἀλλὰ δὲν τῷ ἐπιτρέπει νὰ ἀναχωρήσῃ, ἐὰν δὲν καταθέσῃ 100 δραχμὰς, καὶ θὰ δαπανᾷ ἡ πολιτεία ἱκανὰς ἑκατοστύας δραχμῶν διὰ τὴν μὴ πληρωμὴν τῶν ἑκατὸν, διατηροῦσα ἀσκόπως ἐν τῷ στρατῷ ἄνδρα, ὃν ἀποστερεῖ τοῦ ὠφελήματος τῆς ἐπανόδου αὐτοῦ εἰς τὸν οἶκόν του, πρὸς συντήρησιν αὐτοῦ. Τοιαῦταί τινες διατάξεις δέον νὰ διαγραφῶσιν ἐκ τοῦ νόμου ἐκείνου, οὐδεμία ὅμως διάταξις οὐσιαστικὴ, ἡ δ’ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου ἐκείνου, γινομένη συμφώνως πρὸς τὸ πνεῦμα αὐτοῦ διὰ τῆς ἀπαλλαγῆς τοῦ στρατοῦ ἀπὸ τῶν ἔργων τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους, φέρει πάντας τοὺς περιορισμοὺς τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως, τοὺς ὁποίους ἀνέφερον, καὶ τὰ παρεπόμενα ἀγαθὰ, ἀγαθὰ ἀντιστοιχοῦντα πρὸς ἑκατομμύρια φόρου, διότι ἡ ἐλάττωσις τῆς θητείας 1,000 ἀνδρῶν καὶ ὁ περιορισμὸς τοῦ χρόνου τῆς θητείας τῶν κληρωθέντων εἶναι βεβαίως, εἰς χρήματα ὑπολογιζόμενα, ἀντάξια ἑκατομμυρίων. Τοιουτοτρόπως ἐκπληροῦται ἡ ὑποχρέωσις τοῦ Κράτους πρὸς τὴν στρατιωτικὴν παντὸς τοῦ λαοῦ ἐκπαίδευσιν. Ἀλλ’ ἐὰν τὸ Κράτος παρασκευάζηται πρὸς ἐνέργειαν, ἐὰν παρασκευάζηται εὐρύθμως πρὸς τὴν στρατιωτικὴν σύνταξιν τῆς χώρας, ὀφείλει οὐχὶ μόνον νὰ ἐκπαιδεύσῃ τοὺς ἄνδρας, ὀφείλει νὰ ἔχῃ ἕτοιμα καὶ τὰ στελέχη, εἰς ἃ θὰ προσέλθωσι κατὰ τὴν ὥραν τῆς ἐνεργείας πάντες οἱ οὕτως ἐκπαιδευθέντες, ἄριστος δ’ εἶναι ὁ ὀργανισμὸς ὁ ἐπιτυγχάνων τὴν ταχεῖαν μετάβασιν τοῦ στρατοῦ ἀπὸ τῆς καταστάσεως τῆς εἰρήνης εἰς τὴν κατάστασιν πολέμου, καὶ συνδυάζων τὴν ὅσον ἐνδέχεται μεγαλειτέραν δύναμιν ἐν καταστάσει πολέμου μετὰ τῆς ὅσον ἐνδέχεται μικροτέρας δυνάμεως ἐν καταστάσει εἰρήνης. Προνοήσαντες ἄρα περὶ τῆς στρατιωτικῆς παιδεύσεως παντὸς τοῦ ἔθνους διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ κειμένου περὶ ἀπογραφῆς νόμου, ὀφείλομεν νὰ προνοήσωμεν, ὅπως οἱ κατὰ τὸν νόμον ἐκεῖνον ἀσκηθέντες ὡς στρατιῶται εὑρίσκωσιν ἐν ὥρᾳ πολέμου ἕτοιμα τὰ στελέχη, ἐν οἷς θὰ καταταχθῶσιν. Οἱ ἀσκηθέντες ἐν τῷ ἐνεργῷ στρατῷ ἀποτελοῦσι τὴν ἐφεδρείαν τῶν ἀνδρῶν, ἀλλὰ πρέπει νὰ φροντίσωμεν καὶ περὶ ἐφεδρείας ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν. Ἄλλα κράτη τοιαύτας ἐφεδρείας δύνανται νὰ συντηρῶσι, διότι ὑπάρχει ἐν αὐτοῖς κλάσις εὔπορος πολιτῶν, δεχομένων ὅπως καταταχθῶσι μετὰ ὑπηρεσίαν ἐν τῷ ἐνεργῷ στρατῷ εἰς τὴν ἐφεδρείαν τοῦ στρατοῦ ὡς ἀξιωματικοί. Παρ’ ἡμῖν τοῦτο εἶναι ἀδύνατον ὡς ἐκ τῆς κοινωνικῆς ἡμῶν καταστάσεως, ὡς ἐκ τῆς ἐλλείψεως τῆς εὐπορίας, τὴν ὁποίαν εἰς τὰ ἄλλα κράτη αἰῶνες συνεκέντρωσαν, ὑπὲρ τῆς ἐποχῆς ἡμῶν. Ὀφείλομεν λοιπὸν ἐξ ἀνάγκης νὰ ἔχωμεν ἐν εἰρήνῃ στελέχη τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ μεγαλείτερα τῶν στελέχεων, τὰ ὁποῖα ἔχουσι τὰ ἄλλα κράτη, ὀφείλομεν νὰ κανονίσωμεν τὴν δύναμιν τῶν ἀνδρῶν εἰς τὴν κατωτάτην, ὀφείλομεν νὰ κανονίσωμεν τὴν δύναμιν τοῦ λόχου εἰς τὸν ἀριθμόν, τὸν ὁποῖον ἐν Γαλλίᾳ ἐθεώρησαν ὡς τὸν ἐλάχιστον καὶ ὡς τὸν κανονικὸν, διότι ὁ ἐλάχιστος ἐθεωρήθη ἐν Γαλλίᾳ ὡς ὁ ἐν εἰρήνῃ κανονικός· ὁ δὲ ἀριθμὸς εἶναι τοιοῦτος, ὥστε ὁ λόχος ὁ ἐν εἰρήνῃ δύναται ἐν καιρῷ πολέμου διὰ τῆς προσκλήσεως τῶν ἀνδρῶν τῆς ἐφεδρείας νὰ τριπλασιασθῇ καὶ νὰ τετραπλασιασθῇ. Ὀφείλομεν ἄρα τὰ στελέχη ἐπὶ τοιαύτης ἀναλογίας νὰ καταρτίσωμεν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου θὰ ἔχωμεν στελέχη καὶ ἐν τῷ στρατῷ τῆς ὑπηρεσίας. Ὁ στρατὸς τῆς ὑπηρεσίας ὤφειλε κυρίως νὰ ἀπαρτίζηται ἐκ χωροφυλακῆς. Ἀλλὰ χωροφυλακὴν τοσαύτην, ὅση ἀπαιτεῖται διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους, εἶναι ἀδύνατον νὰ καταρτίσωμεν, ἂν μὴ παραβιάσωμεν τοὺς θεμελιώδεις ὅρους τοῦ καταρτισμοῦ τοιούτου σώματος. Δὲν δυνάμεθα νὰ κατατάξωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀνδρῶν τῶν ἀναγκαίων, ὅπως καταρτισθῇ χωροφυλακὴ ἐπαρκὴς πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους, ἐὰν μὴ εὑρύνωμεν τὸν κύκλον τῶν ἐχόντων τὰ προσόντα· ἀλλὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ πράξωμεν, διότι καταστρέφομεν τὴν χωροφυλακὴν ἐν τῇ βάσει αὐτῆς. Ὀφείλομεν ἄρα νὰ ἔχωμεν μόνον τοσαύτην χωροφυλακήν, ὅση δύναται νὰ συγκροτηθῇ ἐκ τῶν στοιχείων, τὰ ὁποῖα παρέχει ὁ ἀληθὴς στρατός, ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐξυπηρετησάντων καὶ ἐχόντων καλὰς ἐνδείξεις καὶ θελόντων νὰ καταταχθῶσι· τὸν δὲ ἄλλον ἀριθμὸν τοῦ στρατοῦ τῆς ὑπηρεσίας ὀφείλομεν νὰ συμπληρώσωμεν, ὅπως συμπληροῦμεν αὐτὸν ἤδη, ὅπως καὶ ἐν τῇ παρελθούσῃ βουλευτικῇ περιόδῳ ὑπεστήριξα, ὅτι ἔδει νὰ συμπληρώσωμεν αὐτόν, καὶ ὅπως συνεπληρώθη ἐκ τῶν πραγμάτων καὶ παρὰ τὸν νόμον, διότι ἡ Κυβέρνησις τότε ἀπέκρουσε τὴν ἰδέαν μου· δὲν ἠθέλησε νὰ ἀναγράψῃ ἐν τῷ νόμῳ τὰς διατάξεις, τὰς περὶ κατατάξεως ἐθελοντῶν καὶ περὶ σχηματισμοῦ εὐζωνικῶν ταγμάτων, τὰς ὁποίας ἐπρότεινα· ἀνέγραψε διατάξεις ἄλλας, ὁ δὲ κύριος ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς, σᾶς εἶπον πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἠναγκάσθη νὰ παραβιάσῃ τὸν νόμον καὶ νὰ ἐφαρμόσῃ αὐτὰς ἐκείνας τὰς διατάξεις, τὰς ὁποίας τότε ἐπρότεινα καὶ τὰς ὁποίας ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τότε ἀπέκρουσεν. Ἡ δύναμις τῆς ὑπηρεσίας δὲν δύναται νὰ ἦναι κατωτέρα τῶν 6,000 ἀνδρῶν. Ἐνῷ ἡ χωροφυλακὴ ἔχει 2,000, θὰ ἔχωμεν καὶ τάγματα εὐζωνικὰ δυνάμεως 4 χιλιάδων, καταρτιζόμενα ἐξ ἐθελοντῶν καὶ ἔχοντα κοινὰ τὰ στελέχη μετὰ τοῦ στρατοῦ τῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀλλ’ ἐντελῶς κεχωρισμένα κατὰ τὰ ἄλλα. Τοιουτοτρόπως ὁ στρατὸς ἐξ 11 χιλιάδων ἀνδρῶν θὰ ἔχῃ στελέχη ἱκανὰ, ὅπως περιλάβῃ ἐν ἑαυτῷ ἐν ὥρᾳ ἀνάγκης δύναμιν τριπλασίαν ἕως τετραπλασίαν, δύναμιν 30 ἕως 40 χιλ. ἀνδρῶν.

§113ΤΙΝΕΣ. Αὔριον.

§114ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄχι δά· ἐκτὸς ἐὰν ἐκουράσθη ὁ κ. Τρικούπης.

§115ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἐκουράσθην.

§116ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἴμεθα εἰς κατάστασιν νὰ ἀντιληφθῶμεν πλέον.

§117ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡμεῖς εἴμεθα.

§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἀγορεύων ἐπιθυμεῖ νὰ ἐξακολουθήσῃ.

§119ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Λοιπὸν, κύριοι, τοιουτοτρόπως ἔχομεν στελέχη ἱκανὰ, ὅπως περιλάβωσιν οὐ μόνον πᾶσαν τὴν δύναμιν, τὴν ὁποίαν σήμερον ἔχομεν ἐγυμνασμένην, ἵνα κληθῇ ὑπὸ τὰ ὅπλα ἐν ὥρᾳ ἀνάγκης, ἀλλὰ καὶ τὴν δύναμιν, ἣν μετὰ πολὺν ἔτι χρόνον θὰ ἔχωμεν· δυνάμεθα, διὰ τῶν στελέχεων τούτων, στρατὸν 33 ἕως 40 χιλ. ἀνδρῶν νὰ θέσωμεν εἰς κίνησιν ἐν ὥρᾳ ἀνάγκης. Ἀλλ’ ἵνα πράξωμεν ταῦτα, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ ἐκγυμνάσωμεν σκοπίμως πάσας ταύτας τὰς δυνάμεις, ἵνα τὰς ὑποχρεώσεις εἰς τὰς ὁποίας ὑποβάλλομεν τοὺς πολίτας καταστήσωμεν τελεσφόρους, ὀφείλομεν νὰ προνοήσωμεν περὶ ἑνὸς ἰδίως, περὶ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον εἶπεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἤθελε πράξει, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον παρέλειψεν. Ὀφείλομεν νὰ προνοήσωμεν, ὅπως ὀργανώσωμεν τὸν στρατὸν δι’ ἀξιωματικῶν ἐκγυμνασθέντων ἐν ξένοις στρατοῖς καὶ συμπραξάντων ἐν τοῖς στρατοῖς ἐκείνοις εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων καὶ τῶν κανονισμῶν, οὓς ἡμεῖς εἰσάγομεν ἐνταῦθα, παρὰ τῶν ξένων ἐθνῶν παραλαμβάνοντες αὐτούς· ὀφείλομεν νὰ καλέσωμεν ξένους ἀξιωματικοὺς ὡς ὀργανωτὰς τοῦ στρατοῦ πλείονας ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ὁ νόμος ἐπιτρέπει· ὀφείλομεν τὴν ὀργάνωσιν πᾶσαν τοῦ στρατοῦ νὰ ἐκτελέσωμεν δι’ αὐτῶν, καὶ ὅταν ἔλθωσιν οἱ ξένοι οὗτοι ἀξιωματικοί, ὅταν ἔλθῃ ὁ ἀνώτατος διοργανωτὴς, τότε δυνάμεθα ν’ ἀναθεωρήσωμεν καὶ αὐτοὺς τοὺς ὀργανισμούς, περὶ τῶν ὁποίων σήμερον πραγματευόμεθα. Ὅ,τιδήποτε καὶ ἂν ψηφίσωμεν σήμερον, θέλει εἶσθαι προσωρινὸν, οὐχὶ κατὰ τύπον, διότι δὲν πρέπει νὰ νομοθετῶμεν προσωρινῶς, ἀλλὰ διότι ἡ ἐφαρμογὴ ἐν Ἑλλάδι θέλει ἀποδείξει κατὰ τίνα τρόπον τὰ παρὰ ξένοις ἔθνεσιν ἰσχύοντα δύνανται νὰ ἐφαρμοσθῶσιν εἰς ἡμᾶς. Αὐτὸς ὁ περὶ ἀπογραφῆς νόμος εἶναι μετάφρασις ξένων νόμων, καὶ ἐφ’ ὅσον ἠθελήσαμεν νὰ νεωτερίσωμεν, εἰσηγάγομεν διατάξεις, τὰς ὁποίας θέλει τότε παρασταθῆ ἀνάγκη ἀμέσως ν’ ἀναθεωρήσωμεν, διότι τὰς εἰσηγάγομεν ἄνευ τῶν ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς ὑπαγορεύσεων, ἄνευ τῆς διδασκαλίας τῆς πείρας. Τὴν πεῖραν ταύτην ὀφείλομεν ν’ ἀποκτήσωμεν ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐγνώρισαν ἀλλαχοῦ ἐφαρμοζομένους τοὺς νόμους ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτησαν ὑπὸ τοὺς νόμους τούτους, καὶ τότε θέλομεν δυνηθῆ νὰ προβῶμεν εἰς μέτρα ὁριστικὰ περὶ τοῦ νομοθετικοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Ὁ ὀργανισμὸς ὁ νομοθετικὸς δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ πάγιος, καίτοι θὰ καλῆται ὁ νόμος πάγιος, ἐν ὅσῳ δὲν προσαρμοσθῇ εἰς τὴν χώραν διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς χρονίας. Διὰ τροποποιήσεων ἀλληλοδιαδόχων θέλομεν φθάσει εἰς τὸν καταρτισμὸν ὀργανισμοῦ ἀναλόγου πρὸς τὰς δυνάμεις καὶ πρὸς τὰ ἤθη ἡμῶν. Ἡ τοιαύτη ὅμως προσωρινότης οὐδόλως θὰ ἐδικαιολόγει τὴν παράτασιν τῆς ἰσχύος τοῦ ἄρτι ἐκπνεύσαντος, ἀλλ’ ἐφαρμοζομένου ἔτι προσωρινοῦ ὀργανισμοῦ· δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ τὴν παράτασιν τῆς ἰσχύος αὐτοῦ, διότι ὁ προσωρινὸς ὀργανισμὸς ἔχει τὸ πρῶτον ἐλάττωμα, ὅτι δὲν χωρίζει τὸν στρατὸν τῆς ὑπηρεσίας ἀπὸ τοῦ στρατοῦ τῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ φρονῶ, ὅτι δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ὑποβάλλωμεν τοὺς κατὰ τὸν νέον νόμον κατατασσομένους εἰς τὸν στρατὸν ἐξ ἀπογραφῆς εἰς ὑποχρεώσεις ἀναγομένας εἰς τὰ τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας τοῦ κράτους. Ἀλλὰ προσέτι καὶ λόγοι οἰκονομίας ἀπαγορεύουσι τοῦτο. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Καλαβρύτων ὑπέδειξεν οἰκονομίας μεθ’ ὧν συνδέει τὴν γνώμην αὐτοῦ, ὅπως ἐμμείνωμεν εἰς τὸν ὑφιστάμενον προσωρινὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ. Ἀλλ’ αἱ οἰκονομίαι ἐκεῖναι, ἡ κατάργησις δηλ. τῶν γενικῶν ἀρχηγείων καὶ ὁ περιορισμὸς τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀνδρῶν, δὲν δύνανται νὰ φέρωσιν οἰκονομίαν μεγαλειτέραν τοῦ 1,500,000 δραχμῶν. Ἐὰν δὲ ἀφαιρέσωμεν ταῦτα ἀπὸ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἦτο ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ προσωρινοῦ ὀργανισμοῦ, ἔχομεν ποσὸν ἀνώτερον τοῦ ἀναγεγραμμένου ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἤδη. Ὀφείλομεν ἄρα νὰ ἀποδεχθῶμεν σύστημα ἄλλο, σύστημα πάγιον, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν περὶ παγίου ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἐξέθηκα πρὸς τὴν Βουλήν. Ποῖαι δὲ ἔσονται αἱ δαπάναι ἐκ τοῦ συστήματος τούτου; Κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν, διὰ στρατὸν 16 χιλ. ἀνδρῶν ἀπαιτεῖται δαπάνη 11 ἑκατομμυρίων· ἐὰν κατὰ τὴν ἀναλογίαν ταύτην ὑπολογίσωμεν διὰ στρατὸν 11 χιλ. ἀνδρῶν, θὰ ἀπαιτεῖται δαπάνη 7,500,000.

§120ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἄνευ ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν;

§121ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τὰ 11 ἑκατομ. ἀπαιτοῦνται διὰ τὸν στρατὸν μετὰ τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τῶν ὑπαξιωματικῶν.

§122ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἰς τὸν ἰδικόν σας;

§123ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ ἀναλογία, τὴν ὁποίαν δίδω εἶναι ἀναλογία στρατοῦ μετὰ τῶν στελέχεων πρὸς στρατὸν μετὰ τῶν στελέχεων, ἑπομένως, ἐὰν ὁ ἀριθμὸς ὁ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἦναι ἀληθής, ἀφοῦ διὰ στρατὸν μετὰ τῶν στελεχῶν 16 χιλιάδων ἀνδρῶν ἀπαιτεῖται δαπάνη 11,000,000, διὰ τὸν στρατὸν τῶν 11,000 ἀνδρῶν, ἤθελεν ἀπαιτεῖσθαι δαπάνη 7,500,000. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ταὐτοχρόνως καταργοῦμεν ἁπάσας τὰς δαπάνας τῆς πολυτελείας, ἐπειδὴ καταργοῦμεν καὶ τὰ γενικὰ ἀρχηγεῖα καὶ τὰ εἰδικὰ ἀρχηγεῖα, καὶ τὸ σῶμα τῶν γενικῶν ἐπιτελῶν καὶ περιττὰς θέσεις καὶ βαθμούς, ἐπειδὴ λαμβάνομεν καὶ ἄλλα μέτρα, περὶ ὧν ἤδη θέλω ὁμιλήσει, τὸ ποσὸν ἤθελε κατέλθει καὶ μέχρι τῶν 7,000,000. Ἀλλὰ δὲν εἶναι οὗτος ὁ ἀληθὴς ἀριθμὸς, διότι ἡ ἀφετηρία δὲν ἦτο ἀληθὴς, διότι τὰ 11,000,000 δὲν παριστῶσι τὴν ἀληθῆ δαπάνην διὰ τὸν στρατὸν τῶν 16 χιλιάδων ἀνδρῶν. Ἡ δαπάνη, ἥτις ἀπαιτεῖται διὰ τὸν στρατὸν, ὅπως ἐξέθηκα τὰ κατ’ αὐτὸν, εἶναι 8,500,000 δραχμαὶ, τουτέστιν ὑπάρχει οἰκονομία ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ οἷος παρουσιάζεται 2,500,000 δραχμῶν, ἡ οἰκονομία δὲ αὕτη πραγματοποιεῖται καὶ διὰ τῆς ἐλαττώσεως τῶν ἀνδρῶν καὶ διὰ τῆς καταργήσεως δαπανῶν πολυτελείας Λαμβάνονται καὶ μέτρα νέα, ὅπως ἡ πολυτέλεια κατασταλῇ, καθιεροῦται, ὅτι οὐδεὶς γίνεται προβιβασμὸς εἰς κενουμένας θέσεις, ἐνόσῳ διατελοῦσιν ἐν διαθεσιμότητι ἢ ἐν ἀργίᾳ ἀξιωματικοὶ δυνάμενοι νὰ καθέξωσι τὰς θέσεις ταύτας ἐπανερχόμενοι εἰς τὴν τάξιν αὐτῶν, ὅτι αἱ θέσεις τῶν ἐν διαθεσιμότητι ἀξιωματικῶν δὲν καταλαμβάνονται ὑπὸ ἄλλων ἀξιωματικῶν προβιβαζομένων, ὅτι—καὶ τοῦτο δὲν εἶναι μόνον μέτρον οἰκονομίας, εἶναι κυρίως μέτρον οὐσιαστικὸν,— ὅτι οὐδεὶς ἀξιωματικὸς προβιβάζεται, ἐὰν δὲν ὑπηρετήσῃ τὸν χρόνον τὸν ἀπαιτούμενον εἰς προβιβασμὸν ἐντὸς τοῦ μαχίμου στρατοῦ· ἡ διάταξις δὲ αὕτη ἀφορᾷ καὶ εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοὺς βουλευτὰς καὶ εἰς τοὺς ὑπασπιστὰς τοῦ Βασιλέως. Τοιουτοτρόπως κατορθοῦται ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου περὶ ἀπογραφῆς, τουτέστιν ἡ ἐκγύμνασις ἡ πλήρης τοῦ ἔθνους· κατορθοῦται νὰ ᾖ ἕτοιμον τὸ ἔθνος, ὅπως παρατάξῃ πάσας τὰς ἠσκημένας μαχίμους αὑτοῦ δυνάμεις ἐν ὥρᾳ ἀνάγκης.

§124ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἐντὸς πόσον ἐτῶν;

§125ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀμέσως. Κατορθοῦται, ἵνα ἐκτελῆται ἡ ἐσωτερικὴ ὑπηρεσία τοῦ Κράτους παρὰ τῶν σωμάτων, ἅτινα εἶναι κατάλληλα πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ὑπηρεσίας ταύτης καὶ ὁ χωρισμὸς τοῦ στρατοῦ τῆς ἐκπαιδεύσεως ἀπὸ τοῦ στρατοῦ τῆς ὑπηρεσίας πρὸς ἀμοιβαίαν αὐτῶν ὠφέλειαν καὶ ἀπαλλαττομένου τοῦ ἔθνους κατὰ πολὺ ἀπὸ τοῦ πιεστικοῦ τῆς ὑποχρεωτικῆς στρατιωτικῆς θητείας. Πραγματοποιοῦνται δὲ πάντα ταῦτα ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀδικίας πρὸς τοὺς ὑπάρχοντας ἀξιωματικούς, διότι καίτοι ζωηρῶς κατέκρινα καὶ κατακρίνω τὴν κυβέρνησιν ἐπὶ τοῖς προβιβασμοῖς, εἰς οὓς προέβη, ἅτε ὁ νόμος ὁ περὶ προσωρινοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ ἤγγιζεν εἰς τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν θὰ ἐξέπνεε, δὲν δύναμαι ὅμως καὶ νὰ θεωρήσω, ὅτι οἱ προβιβασθέντες δὲν ἀπέκτησαν ἐκ τούτου δικαίωμα, καὶ βεβαίως τὸ δικαίωμα νὰ μὴ ζημιωθῶσιν ἐκ τοῦ τοιούτου προβιβασμοῦ. Ἀλλὰ κατὰ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ οἷον ἐξέθηκα αὐτὸν δύνανται πάντες σχεδὸν οἱ σήμερον ἐν ἐνεργείᾳ ἀξιωματικοὶ νὰ εὕρωσι θέσιν καὶ ἐὰν παραστῇ ἀνάγκη, ὅπως ὁ ἀριθμὸς τῶν ταγμάτων μένει ηὐξημένος κατὰ ἓν ἢ δύω, ἵνα οὐδεὶς ἀξιωματικὸς τεθῇ εἰς ἀργίαν, τοῦτο δύναται νὰ ἐπιτραπῇ πραγματοποιουμένης τῆς περιστολῆς τῶν ταγμάτων εἰς τὸν κανονικὸν ἀριθμὸν ὅταν αἱ θέσεις κενωθῶσι. Θεωρῶ, ὅτι ἡ πολιτεία δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζημιοῖ ὑπὸ τὴν πρόφασιν ὠφελείας ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἐπὶ τῇ βάσει νόμου ὑφισταμένου προήγαγεν εἰς θέσιν τινά. Ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου ὑπῆρξε κακή, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ζήτημα μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ Βουλῆς, εἰς τὸ ζήτημα δὲ τοῦτο οὐδόλως ἐνέχονται οἱ προβιβασθέντες· καὶ περὶ αὐτῶν ὀφείλομεν νὰ λάβωμεν πρόνοιαν. Τοιαῦται εἶνε αἱ περὶ ὀργανώσεως τοῦ στρατοῦ ἰδέαι μου. Ὅπως δὲ περὶ τοῦ στρατοῦ φρονῶ, ὅτι ὀφείλομεν νὰ ὑποστῶμεν πᾶσαν θυσίαν, ἵνα ἐκτελέσωμεν τὸν νόμον, δι’ οὗ πραγματοποιεῖται ἡ ἄσκησις τοῦ ἔθνους εἰς τὰ ὅπλα, οὕτω φρονῶ ὅτι καὶ περὶ τοῦ ναυτικοῦ ὀφείλομεν νὰ προνοήσωμεν ὅπως δυνηθῶμεν νὰ ποιησώμεθα χρῆσιν αὐτοῦ ἐν τῇ ὥρᾳ τῆς ἀνάγκης· διότι ἡ Ἑλλὰς εἶναι ἔθνος ναυτικὸν, καὶ ἄνευ ναυτικῆς παρασκευῆς πᾶσα ἄλλη παρασκευὴ εἶναι ματαία. Ἀλλὰ διαφωνῶ ῥιζικῶς πρὸς τὴν κυβέρνησιν ὡς πρὸς τὸν τόπον τῆς παρασκευῆς· δὲν παραδέχομαι, ὅτι τὰ εἰσοδήματα τοῦ Κράτους εἶναι ἐπαρκῆ, ὅπως μόνον διὰ τῆς δαπάνης τῆς ἐτησίως ἀναγραφομένης ἐν τῷ προϋπολογισμῷ καταρτισθῶσιν αἱ ναυτικαὶ αὐτοῦ δυνάμεις. Αἱ ναυτικαὶ τοῦ Κράτους δυνάμεις, κατ’ ἐμὲ, δὲν δύνανται νὰ καταρτισθῶσιν εἰμὴ μόνον διὰ μεγάλου δανείου. Εἰς ἕτερα κράτη στρατιωτικὰ ἐλήφθη πρόνοια περὶ παρασκευῆς στρατιωτικοῦ ταμείου· ἡμεῖς, οἱ κυρίως ὄντες ναυτικοί, ὀφείλομεν νὰ λάβωμεν πρόνοιαν περὶ ναυτικοῦ ταμείου. Ποῖον δὲ εἶναι τοῦτο; εἶναι τὸ ἰσοζύγιον τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων, δι’ οὗ θὰ καταστῇ ἐφικτὴ ἡ πραγματοποίησις δανείου, ἀναγκαίου πρὸς καταρτισμὸν στόλου. Τὸ νὰ λέγωμεν ὅτι δυνάμεθα διὰ προσθήκης ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἑνὸς ἑκατομμυρίου ἢ δύο ἢ 2½ νὰ ὀργανώσωμεν ναυτικόν, ὅπως χρησιμεύσῃ ποτὲ ὡς δύναμις μάχιμος δὲν εἶναι σπουδαῖον, καὶ μετὰ 30 ἔτη διὰ τοιαύτης δαπάνης δὲν θὰ φθάσωμεν εἰς ἀποτέλεσμα, διότι ὁ παρερχόμενος χρόνος θὰ καταστρέφῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ προφθάνῃ ν’ ἀναπληροῖ ὁ ἐπερχόμενος. Περὶ χρηματικῆς ἄρα παρασκευῆς ὀφείλομεν νὰ προνοήσωμεν ἂν κατανοῶμεν τὸ μέγεθος τῆς ναυτικῆς παρασκευῆς, ἕως οὗ δὲ φθάσωμεν εἰς τὴν παρασκευὴν ἐκείνην, καὶ φρονῶ, ὅτι δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν ταχέως, ὀφείλομεν νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὴν μόρφωσιν τῶν ναυτικῶν ἐκείνων δυνάμεων, ἃς ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς ὀνομάζει σχετικὰς, δηλαδὴ εἰς τὴν ἐκπαίδευσιν τοῦ ἔθνους εἰς τὰ τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, εἰς τὸν καταρτισμὸν σχολῆς ἀξιωματικῶν τοῦ ναυτικοῦ, εἰς τὸν καταρτισμὸν σχολῆς ναυκλήστρων· ἀλλ’ ὀφείλομεν χάριν τούτου νὰ καταργήσωμεν πᾶσαν ἄλλην ματαίαν δαπάνην. Ὀφείλομεν νὰ καταρτίσωμεν σχολὴν ναυτικὴν οὐχὶ κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, τὸ ὁποῖον δὲν ἐψηφίσθη, διότι ἐπιβάλλει εἰς τὸ Δημόσιον βάρη, τὰ ὁποῖα δὲν ἦτο ἀνάγκη ἵνα ἐπιβάλῃ, διότι δὲν εἶναι σχολεῖον ναυτικόν, ἀλλὰ σχολεῖον μορφώσεως εἰς τὰ κοινὰ γράμματα νέων ἀκαταρτίστων, ἀφοῦ διδάσκεται καὶ ἡ γραμματικὴ, συνδυάζεται δὲ ἡ σχολὴ καὶ μετὰ τῶν ὑποτροφιῶν. Οὗτος εἶναι ὁ λόγος δι’ ὃν δὲν ἐψηφίσθη τὸ νομοσχέδιον περὶ ναυτικῆς σχολῆς κατὰ τὴν παρελθοῦσαν περίοδον, οὐχὶ δὲ ὅπως λέγουσιν οἱ ἀρεσκόμενοι εἰς τὰς τοιαύτας δαπάνας, διότι ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν κήδεται περὶ τοῦ ναυτικοῦ. Εἰς τὸν προϋπολογισμὸν εἶναι ἀναγεγραμμένη πίστωσις διὰ ἔξοδα συντηρήσεως ἐν τῇ σχολῇ 40 νέων, τουτέστιν ἐν τῇ κατωτάτῃ τάξει θὰ ἔχωμεν 40 νέους, καὶ ἐπειδὴ ὁ ἀριθμὸς τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν μαθητῶν τῆς σχολῆς δὲν δύναται νὰ ὑπερβαίνῃ τοὺς 40 ἵνα διατελῇ εἰς ἀναλογίαν πρὸς τὸ ἐν ἐνεργείᾳ προσωπικὸν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ ναυτικοῦ, ἕπεται ὅτι ἡ σχολὴ ἐπὶ ἑπταετίαν θὰ σύγκειται ἐκ μιᾶς μόνης τάξεως. Ὀφείλομεν λοιπὸν νὰ προνοήσωμεν περὶ ναυτικῆς σχολῆς, οὐχὶ ὡς ἐπρονόησεν ἡ κυβέρνησις, ἀλλὰ σπουδαίως, ὅπως ἔχωμεν ἐντὸς ὡρισμένου χρόνου τὸ ἀναγκαῖον προσωπικὸν ἐκγεγυμνασμένον, διότι σήμερον δὲν ἔχομεν τὸ ὑπὸ τοῦ νόμου ὡρισμένον κατώτερον προσωπικὸν ἀξιωματικῶν ἐν τῷ ναυτικῷ. Ἐψηφίσαμεν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον νόμον περὶ ἀξιωματικῶν τοῦ ναυτικοῦ, δι’ οὗ ἐξωγκώσαμεν καὶ τὰς δαπάνας καὶ τοὺς βαθμοὺς· καὶ ἐν τούτοις αἱ κατώτεραι θέσεις ἔμειναν κεναὶ, διότι δὲν ἔχομεν νέους παρεσκευασμένους ἵνα καταλάβωσι τὰς θέσεις ταύτας.

§126ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές· πρέπει νὰ ἦσθε ἀκριβής, ἂν παρατηρήσητε εἰς τὸν πίνακα, τὸν ὁποῖον παρουσίασα εἰς τὴν Βουλὴν, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ὑπάρχουσιν 70 θέσεις κεναὶ, τὰς ὁποίας δὲν ἐπλήρωσα καὶ ἔπρεπε νὰ ἦμαι ἐγὼ ὅπως ἀντισταθῶ.

§127ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀπαντᾶτε εἰς ἄλλο ζήτημα· ἐγὼ εἶπον ὅτι δὲν ἠδυνήθητε νὰ πληρώσητε τὰς κατωτέρας, διότι δὲν ἔχετε προσωπικόν.

§128ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Καὶ πόσαι εἶναι αὐταὶ αἱ θέσεις; δεκαεπτά.

§129ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὀφείλομεν λοιπὸν ὑπὲρ τῆς μορφώσεως τῶν ναυτικῶν δυνάμεων τοῦ ἔθνους νὰ προβῶμεν εἰς πᾶσαν δαπάνην, ἀλλὰ σπουδαίως ἐνεργοῦντες· ὀφείλομεν νὰ ὀργανώσωμεν τὴν σχολὴν τῶν ναυκλάστρων, ἔχομεν ὑλικὸν ἄριστον καὶ εἰς τοῦτο — δὲν πιστεύω ν’ ἀντιτείνῃ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς—συνετέλεσεν ἡ οἰκουμενικὴ, ἔχομεν δὲ καὶ προσωπικὸν δυνάμενον νὰ διευθύνῃ τὰ τῆς σχολῆς, ἀλλὰ ὀργάνωσιν σχολῆς δὲν ἔχομεν, καὶ πᾶς ἀξιωματικὸς, πᾶς ὑπαξιωματικὸς, πᾶς ναύτης ὀφείλει νὰ διέλθῃ διὰ τῆς σχολῆς ταύτης, διότι ἰδιάζει ὁ κλάδος οὗτος τῆς ὑπηρεσίας εἰς τὸν χαρακτῆρα τοῦ ἑλληνικοῦ ναυτικοῦ.

§130ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἡ ὀργάνωσις εἶναι πλήρης καὶ ὅλοι οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ ὑπαξιωματικοὶ ἐκ περιτροπῆς σπουδάζουσιν ἐκεῖ.

§131ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅταν περὶ τούτου προνοήσωμεν, ὀφείλομεν νὰ συντηρήσωμεν καὶ τὸ ὑλικὸν, τὸ ὁποῖον ἔχομεν, διατηροῦντες τὰ μὴ χρησιμεύοντα πρὸς τὴν ἐκπαίδευσιν ἢ τὴν ὑπηρεσίαν πλοῖα ἕτοιμα ὅπως ἐν βραχεῖ τίθενται εἰς ἐνέργειαν καὶ ὀφείλομεν ἰδίως ν’ ἀσχοληθῶμεν εἰς τὸν καταρτισμὸν τοῦ ναυτικοῦ ταμείου. Ἡ δαπάνη περὶ τῆς δεξαμενῆς εἶναι ὅλως περιττή. Ἡ δεξαμενὴ θὰ κατασκευασθῇ ὅταν μετὰ βραχὺ διάστημα χρόνου δυνηθῶμεν νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῆς γενικῆς ὀργανώσεως τοῦ ὑλικοῦ τοῦ ναυτικοῦ. Ἡ δαπάνη πρὸς συντήρησιν τῶν ἐν ἐνεργείᾳ πλοίων ὅλων, ὅσα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ σημειοῦνται, δὲν εἶναι ἀναγκαία ἰδίως μάλιστα ὅταν ἓν τῶν πλοίων ἐκείνων δὲν ἦναι πολεμικόν, ἡ δὲ δαπάνη διὰ τὸ πλοῖον ἐκεῖνο δὲν ἦναι μικρά· διότι δὲν εἶναι μόνον ἡ δαπάνη τῆς συντηρήσεως, εἶναι καὶ ἡ τῆς ἐπισκευῆς, τὴν ὁποίαν θὰ ψηφίσωμεν, ἂν ψηφίσωμεν τὴν συντήρησιν. Ὅταν δὲ ὀλιγώτερον πολυτελῶς διαῤῥυθμισθῶσι τὰ τῆς ναυτικῆς ἐν γένει ὑπηρεσίας καὶ τὰ τῶν ἐφέδρων καὶ παρωπλισμένων πλοίων δυνάμεθα νὰ πραγματοποιήσωμεν ἐν συνόλῳ ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν οἰκονομίας, ὧν τὸ ἄθροισμα γινώσκετε ἤδη ἀναβαῖνον εἰς 1½ ἑκατομμύριον. Ἀλλὰ πλὴν τῶν οἰκονομιῶν, πλὴν τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ φορολογικοῦ ἡμῶν συστήματος, ἔχομεν ἓν ἔτι μέσον εἰς πορισμὸν χρημάτων, ἔχομεν τὴν διάθεσιν τῶν παρὰ τῇ τραπέζῃ εἰσπράξεων ἐκ τῆς πραγματοποιήσεως τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ εἶναι ἀναγεγραμμένον ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τὸ ἀπαιτούμενον πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου ἐκείνου, διότι κατὰ τὴν ἰδέαν τῆς κυβερνήσεως καὶ αἱ τέως ἀδιάθετοι 21,000 ὁμολογίαι πρέπει νὰ πραγματοποιηθῶσιν, ἵνα δοθῶσιν 8 ἑκατομμύρια ἐπὶ τόκῳ εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, τὸ ὁποῖον θέλει πάλιν ἐξαγοράσει τὰς διατεθείσας ὁμολογίας. Τὰς ὁμολογίας ταύτας ὀφείλομεν νὰ καταργήσωμεν, τὰ λοιπὰ δὲ παρὰ τῇ τραπέζῃ ἐκ τῶν εἰσπράξεων τοῦ δανείου χρήματα νὰ διαθέσωμεν ἀντὶ τόκου, ὁ ὁποῖος νὰ ἐξουδετερώσῃ τὰ βάρη, ἅτινα ἀνελάβομεν ἐκ τοῦ δανείου τούτου. Ὀφείλομεν νὰ ἐξαγοράσωμεν πάντα τὰ ἔντοκα γραμμάτια, ὀφείλομεν ν’ ἀποτίσωμεν τὰ προσωρινὰ χρέη τοῦ δημοσίου, ὀφείλομεν ν’ ἀποδώσωμεν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας ὅ,τι πρὸς αὐτὸ χρεωστοῦμεν, περὶ τὰ 3 ἑκατομμύρια, καὶ ὀφείλομεν προσέτι ἐκ τῶν χρημάτων τούτων νὰ φυλάξωμεν τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θὰ ἦνε ἀναγκαῖον, ἵνα ἀποτίσωμεν τὸ ἔλλειμμα τοῦ παρελθόντος, ἵνα ἀποτίσωμεν τὸ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον θέλουσιν ἀφήσει οἱ πρῶτοι μῆνες τοῦ ἔτους, ἕως τῆς ἐποχῆς κατὰ τὴν ὁποίαν θέλουσιν ἐφαρμοσθῆ τὰ νέα μέτρα τῶν οἰκονομιῶν καὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τῶν φόρων καὶ ἵνα ἀποτίσωμεν τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θὰ μείνῃ εἰς βάρος τῆς χρήσεως τοῦ 1880 μετὰ τὰς μεταῤῥυθμίσεις, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησα, ἔλλειμμα ἀνερχόμενον ἐπὶ τοῦ ὅλου ἔτους εἰς 2,400,000. Μένει τότε ποσὸν 5 ἑκατομμυρίων, ὅπερ νομίζω ὅτι ὀφείλομεν νὰ διαθέσωμεν ὑπὲρ τῆς συστάσεως κτηματικῆς τραπέζης, ὅπως μὴ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην, ἵνα συζητήσωμεν τὴν πρότασιν τῆς κυβερνήσεως περὶ συνδυασμοῦ τῆς κτηματικῆς Τραπέζης μετὰ τῆς ἐκποιήσεως τῶν μοναστηριακῶν κτημάτων. Ἡ κτηματικὴ Τράπεζα εἶναι ἀναγκαιοτάτη, ἡ ἐκποίησις δὲ τῶν μοναστηριακῶν κτημάτων ἐν τῷ παρόντι εἶναι τι, περὶ τοῦ ὁποίου δὲν δυνάμεθα οὐδὲ νὰ σκεφθῶμεν ὀφείλοντες μόνον νὰ κανονίσωμεν ἀνυπερθέτως τὰ τῆς διαχειρίσεως τῆς περιουσίας τῶν μονῶν καὶ νὰ διαῤῥυθμίσωμεν καταλληλότερον καὶ ὠφελιμώτερον πρὸς τὴν ἐκκλησίαν τὰ κατ’ αὐτάς. Ἐπειδὴ δὲ ἐκ τῆς ἐκποιήσεως τῶν μοναστηριακῶν κτημάτων χορηγεῖται εἰς τὴν κτηματικὴν Τράπεζαν πρώτη κατάθεσις 5 ἑκατομμυρίων, δι’ ὧν καθίσταται ἐφικτὴ ἡ λειτουργία τῆς Τραπέζης, φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ δώσωμεν ταῦτα ἐκ τῶν εἰσπράξεων τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων. Τοιαῦτα εἶναι τὰ οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς τῶν ἰδεῶν, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξα πρὸς ὑμᾶς. Ἔχομεν οἰκονομίας ἐκ τῶν ὑπουργείων τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν 4 ἑκατομμυρίων, ἐκ τῶν ἄλλων ὑπουργείων 1,769,000, ἐκ τοῦ κανονισμοῦ δὲ τῶν κατὰ τὸ δάνειον τῶν 60 ἑκατομμυρίων 2,223,000· ἂν εἰς ταῦτα προσθέσωμεν τρία ἑκατομμύρια ἐκ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ φορολογικοῦ συστήματος καὶ ἀφαιρέσωμεν τὸ ὅλον ἐκ τοῦ ἐλλείμματος τῶν 13,359,520 μένει ἔλλειμμα 2,400,000. Τὸ ἔλλειμμα τοῦτο θὰ ἦναι μεγαλείτερον κατὰ τὸ 1880, διότι δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁλόκληρον τὸ σύστημα ἐκ τῆς ἀρχῆς τοῦ ἔτους, θὰ ἦναι ὅμως μικρότερον κατὰ τὸ 1881, ὅτε θέλει ἐφαρμοσθῆ ὁλόκληρον, ἀλλὰ συνάμα θὰ ἔχωμεν καὶ προσαύξησιν τῶν προσόδων ἐκ τῆς κανονικῆς ἀναπτύξεως τῆς παραγωγῆς βοηθουμένης καὶ ἐκ τῆς φορολογικῆς μεταῤῥυθμίσεως. Βεβαίως μετὰ τοῦ ζητήματος τῶν νομοθετικῶν οἰκονομιῶν πρέπει νὰ συνδέσητε καὶ τὸ ζήτημα τῆς οἰκονομικῆς Κυβερνήσεως, διότι ἂν τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ συστήματος τούτου ἀφήσητε εἰς Κυβέρνησιν μὴ οἰκονομικὴν, τὸ ἔλλειμμα θέλει αὐξήσει κατὰ πολὺ διὰ τῶν ἐκτάκτων πιστώσεων, διὰ τῆς ἐκτελέσεως τῶν συμβάσεων, τῶν ὁποίων ὀφείλομεν νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν κατάργησιν, ἵνα ἀπαλλαγῇ τὸ δημόσιον ὑποχρεώσεων ἀνερχομένων εἰς 1,300,000 δραχμῶν. Τὰ δύο ταῦτα ζητήματα συνδέονται στενώτατα, τὸ ζήτημα τῆς οἰκονομικῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸ τῶν νομοθετικῶν οἰκονομιῶν. Ἐὰν ἡ Βουλὴ φρονῇ, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς, οἷος ὑπεβλήθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἐν ταῖς βάσεσιν αὐτοῦ, εἶναι ἀποδεκτὸς, διὰ ψήφου αὐτῆς τοιαύτης θέλει ἀποδείξει, ὅτι θεωρεῖ ἀνεκτὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις κατήρτισε τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ ἥτις θέλει ἐκτελέσει αὐτόν. Ἄν ὅμως ἡ Βουλὴ θεωρῇ, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς ὡς συνετάχθη ἄγει εἰς τὸν οἰκονομικὸν ὄλεθρον, ψηφίζουσα ὅτι δὲν ἀποδέχεται τὰς βάσεις αὐτοῦ, ἀποδεικνύει συνάμα, ὅτι δὲν ἔχει ἐμπιστοσύνην εἰς ἐκείνους, οἵτινες τοιοῦτον προϋπολογισμὸν θέτουσιν ὡς βάσιν τῆς οἰκονομικῆς διευθύνσεως τῶν τοῦ Κράτους; Τοιαύτην ψῆφον θέλω προτείνει εἰς ὑμᾶς. Θέλω προτείνει εἰς ὑμᾶς, ἵν’ ἀποφανθῆτε, ὅτι κατὰ τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς αἱ βάσεις τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν ἀνταποκρίνονται πρὸς τὰς περιστάσεις, δὲν ἀνταποκρίνονται πρὸς τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους τὰς ἐσωτερικὰς, δὲν ἀνταποκρίνονται πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους, πρὸς τὸν Ἑλληνισμόν· θέλω προτείνει, ὅπως ψηφίσητε τὴν πρότασιν ταύτην ἐννοῶν, ὅτι ἡ ψῆφος ὑμῶν ἐπ’ αὐτῆς εἶναι ψῆφος ἐμφαίνουσα γνώμην καὶ περὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θέλουσιν ἐκτελέσει τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ θέλω θεωρήσει τὴν ἀπόῤῥιψιν τῆς προτάσεως ὡς ἀποδεικνύουσαν, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐννοεῖ νὰ ἐμπιστευθῇ τὴν διαχείρισιν τῶν κοινῶν εἰς τοὺς σήμερον κυβερνῶντας. Ἄν ἡ Βουλὴ ἐννοῇ τοῦτο, ὀφείλομεν καὶ ἡμεῖς οἱ ἀντιπολιτευόμενοι ν’ ἀποδεχθῶμεν τὰς συνεπείας ὡς πρὸς ἡμᾶς αὐτοὺς, ὀφείλομεν εἰς τὸ ἑξῆς νὰ μὴ ταράσσωμεν τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ ζητημάτων ἐμπιστοσύνης, ὀφείλομεν καὶ αὐτοῦ τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ μὴ ἐπιζητήσωμεν ἐν τοῖς καθέκαστον μεταβολὴν τοῦ συστήματος, διότι αἱ μεταβολαὶ τοῦ συστήματος δὲν ἀποκτῶνται ἐν τοῖς καθέκαστον. Καὶ ἂν κατ’ ἀρχὴν ψηφίσωμεν σύστημα οἰκονομιῶν, πάλιν θ’ ἀπαντήσωμεν δυσχερείας πολλὰς ἐν τοῖς ἄρθροις τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι ἑκάστη οἰκονομία κατὰ μέρος λαμβανομένη θ’ ἀρύεται δυνάμεις ἰδίας ἑαυτῆς καὶ πολλαὶ δαπάναι θὰ διέρχωνται τὸν κίνδυνον, θὰ διασώζωνται· ὅταν ὅμως καὶ κατ’ ἀρχὴν ἡ Βουλὴ ἀποδεχθῇ σύστημα ἄλλο, σύστημα ἀντίθετον πρὸς τὸ σύστημα τῶν οἰκονομιῶν, ὅταν ἀποδεχθῇ τὰς βάσεις, ἐφ’ ὧν ἡ Κυβέρνησις ἐστήριξε τὸν προϋπολογισμὸν, ὅταν ἀναγνωρίζῃ, ὡς εἶπεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς χθὲς, ὅτι τὸ ἰσοζύγιον ἀποκτᾶται ἄνευ μεγάλων θυσιῶν, τότε δὲν δικαιοῦται ἡ Βουλὴ νὰ ἐλπίζῃ, ὅτι θέλει δυνηθῆ νὰ κατορθώσῃ οἰκονομίας ἐν ταῖς λεπτομερείαις. Οἰκονομίας ἐν ταῖς λεπτομερείαις δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιφέρωμεν εἰμὴ μετὰ ἀπόφασιν ὁριστικὴν τῆς Βουλῆς περὶ γενικοῦ συστήματος οἰκονομιῶν, μετὰ τὴν ἀπόδειξιν τῆς ἀκραδάντου πεποιθήσεως τῆς Βουλῆς, ὅτι τοῦτο εἶναι ἀναγκαῖον πρὸς τὴν σωτηρίαν τοῦ Κράτους. Ἔχει δὲ ἀνάγκην ἡ Βουλὴ, ἵνα δυνηθῇ νὰ κατορθώσῃ τὴν πραγματοποίησιν τῆς ἀρχῆς ἐν ταῖς λεπτομερείαις τῆς συνδρομῆς τῆς κυβερνήσεως καὶ τῆς διευθύνσεως τῆς κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει συνδρομὴν καὶ διεύθυνσιν παρὰ τῆς κυβερνήσεως οὐδὲ ὡς πρὸς τὰ σχέδια, τὰ ὁποῖα αὐτὴ ἡ κυβέρνησις προτείνει, πολλῷ δὲ μᾶλλον ἡ Βουλὴ δὲν δύναται ν’ ἀπεκδέχηται τὴν συνδρομὴν τῆς παρούσης κυβερνήσεως ὑπὲρ τῆς ψηφίσεως τοῦ συστήματος τῶν οἰκονομιῶν, ἀφοῦ ἡ κυβέρνησις διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ αὐτῆς καὶ τῆς περὶ αὐτοῦ ἀναπτύξεως ἀπὸ τοῦ βήματος φαίνεται μὴ ἀσπαζομένη τὰς οἰκονομίας, καὶ φρονοῦσα ὅτι δύναται νὰ σώσῃ τὸ Κράτος καὶ ἄνευ οἰκονομιῶν καὶ ὅτι αἱ οἰκονομίαι δὲν εἶναι ἡ βάσις τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν ἐνεργείας ἐν τῇ Ἀνατολῇ, δὲν εἶναι ἡ βάσις τῆς κανονικῆς λειτουργίας τοῦ πολιτεύματος ἐν τῷ ἐσωτερικῷ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 7½.)

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 77
2τῆς 23 Φεβρουαρίου 1880.
3(Σάββατον.)
4Ὥρα 2 μ. μ.
5Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς
6προτεραίας καὶ ἐνεκρίθησαν.
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ τῆς δικαιοσύνης ὑποβάλλει ἔκ-
8θεσιν ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ
9ἀκυρώσεως τοῦ ἄρθρου 596 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας. Θὰ τυπωθῇ.
10Ὁ ἐν Πάτραις ἐμπορικὸς σύλλογος συνιστᾷ τὸ μέτρον τῆς
11ἐνοικιάσεως τῶν τελωνείων τοῦ Κράτους. Θὰ παραπεμφθῇ τὸ
12ἔγγραφόν του εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν.
13§2ΦΛΩΡΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ. Πρὶν εἰσέλθωμεν εἰς
14τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, θὰ παρακαλέσω ὑμᾶς καὶ τὴν Βου-
15λὴν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀπόφασιν, ἣν πρὸ 8 ἡμερῶν ἐξέδω-
16κεν αὕτη, ἵνα συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ συμβάσεως μεταξὺ
17τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς πιστωτικῆς Τραπέζης.
18§3ΤΙΝΕΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν.
19§4ΦΛΩΡΙΑΣ. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισεν, ἵνα ὁ νόμος, ὅστις ὑπε-
20βλήθη ἐνώπιόν σας, περὶ ἐπικυρώσεως τῆς συμβάσεως μεταξὺ
21τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς πιστωτικῆς Τραπέζης, παραπεμφθῇ
22εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπὴν, ἵνα αὕτη ἐπεξεργασθῇ τοῦτον ὡς καὶ
23τὴν σύμβασιν ὁμοῦ μὲ τὴν πρότασιν, ἣν ὁ κ. Πολυλᾶς εἶχεν
24ὑποβάλει ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ἡ ἐπιτροπή σας εἰργάσθη
25καὶ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της, καὶ ἡ ἔκθεσις αὕτη διενεμήθη
26πρὸ 48 ὡρῶν· εἶχε δὲ ἀποφασίσει τότε ἡ Βουλὴ τὸ ζήτημα
27τοῦτο νὰ συζητηθῇ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Δευτέραν, δὲν συ-
28νεζητήθη ὅμως τότε, διὰ τὸν λόγον, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ δὲν εἶχε
29περαιώσει τὴν ἐργασίαν. Ἐπεραιώθη ἤδη ἡ ἐργασία αὕτη ἀπὸ
30τὴν ἐπιτροπὴν, ἥτις σᾶς ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της ἐπ’ αὐτοῦ
31τοῦ ζητήματος, καὶ ἑπομένως τὸ ζήτημα κατέστη ἐντελῶς
32ὥριμον. Ἐπειδὴ δὲ εἶναι λίαν σπουδαῖον τὸ ἀντικείμενον τοῦτο,
33παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ εὐαρεστηθῇ, ἵνα ἐγκρίνῃ νὰ ἀναγνω-
34σθῇ εἰς βʹ. ἀνάγνωσιν τὸ προκείμενον Νομοσχέδιον περὶ συμβά-
35σεως μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ τῆς πιστωτικῆς Τραπέζης.
36§5ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
37§6ΕΤΕΡΟΙ. Ὄχι, ὄχι, δὲν δυνάμεθα νὰ διακόψωμεν τὸν προϋπο-
38λογισμόν.
39§7ΦΛΩΡΙΑΣ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἡ συζήτησις θὰ ᾖναι
40μικρά.
41§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖται ἡ μεταβολὴ τῆς ἡμερησίας διατά-
42ξεως. Ὑποστηρίζεται ἡ πρότασις ἀπὸ 10; (Ἐγείρονται
43πλείονες τῶν 10.) Οἱ παραδεχόμενοι τὴν μεταβολήν....
44§9ΠΑΛΑΤΙΑΝΟΣ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, τὸν λόγον ἐπὶ
45τῆς μεταβολῆς τῆς ἡμερησίας διατάξεως (θόρυβος).
46§10ΠΟΛΥΛΑΣ. Διὰ νὰ μάθῃ ἡ Βουλὴ ποῖον θὰ ἦναι τὸ ἀπο-
47τέλεσμα διὰ τῆς μεταβολῆς τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ἂς μάθῃ,
48ὅτι θὰ ὁμιλήσω ἐπὶ δύω ὥρας, διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν,
49ὅτι.... (θόρυβος.)
50Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ, ὅτι τὸ Κράτος πάσχει ἐκ τῆς
51ἀναβολῆς τοιούτου ζητήματος, ἂς τὸ ὑποστηρίξῃ. (Θόρυβος.)
52§11ΠΑΛΑΤΙΑΝΟΣ. Τὸ Νομοσχέδιον, ὅπερ σήμερον ζητοῦσι
53νὰ προταχθῇ ἀπὸ τὸν προϋπολογισμόν, εἶναι εἰς ά. ἀνάγνωσιν.
54§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἡ βʹ. αὐτοῦ ἀνάγνωσις σήμερον.
55§13ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα ἡ δευτέρα.
56§14ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Κύριοι, ἐπεθύμουν πρὸ
57πάντων νὰ συζητηθῇ ὁ προϋπολογισμὸς, καὶ χαίρω διὰ τὴν
58ὄψιμον προθυμίαν καὶ τὴν ὑποστήριξιν, ἣν ὁ κ. Πολυλᾶς δίδει
59σήμερον εἰς αὐτὴν τὴν ἰδέαν. Δὲν ἐπολέμησα ἐξ ἀρχῆς τὴν πρό-
60τασιν, διότι συμφέροντα, ὅπως λέγουν, συναδέλφων μας μεγά-
61λου ἀριθμοῦ....
62§15ΡΩΜΑΣ. Ὅλων τῶν Ἑπτανησίων.
63§16ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐνδιαφέρονται, διότι πρόκειται νὰ
64πάθωσι. Δὲν ἠδυνάμην λοιπὸν νὰ ἀντιταχθῶ εἰς τὴν ἐπιθυμίαν
65αὐτῶν, καθόσον ἐνόμιζον καὶ ἀκόμη δύναμαι νὰ νομίζω ὅτι
66δύναται ἡ βʹ. ἀνάγνωσις τοῦ νομοσχεδίου τούτου νὰ γείνῃ ἐν
67βραχεῖ χρόνῳ καὶ ἄνευ μεγάλης συζητήσεως. Ἐὰν τῷ ὄντι
68δύναται ἡ ἀνάγνωσις ἡ βʹ. νὰ γείνῃ ἄνευ ἐκτεταμένης συζη-
69τήσεως, ἄνευ ἀπωλείας χρόνου, τότε οὐδεμίαν δυσκολίαν ἔχω
70νὰ παραδεχθῶ, ἵνα προταχθῇ ἡ βʹ. συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου
71τούτου. Ἐὰν πρόκηται ὅμως ν’ ἀπολεσθῇ ὁ καιρὸς, νὰ ἐξαν-
72τληθῇ εἰς συζήτησιν μακράν....
73§17ΠΟΛΥΛΑΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
74§18ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βεβαίως καὶ ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ὑπο-
75στηρίξω τὴν πρότασιν, οὔτε νὰ ἐπιμείνω.
76§19ΠΟΛΥΛΑΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, εἶναι περιττόν....
77§20ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Περὶ τίνος θὰ συζητήσωμεν, κ. Πρόεδρε;
78§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περὶ μεταβολῆς τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
79§22ΠΟΛΥΛΑΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, κύριοι, μὲ
80ἐτίμησε μνημονεύσας πρώτην φορὰν ἐμοῦ ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ διὰ
81τοῦτο εἶμαι ὑποχρεωμένος ν’ ἀπαντήσω ἀπαθῶς. Ποτὲ ὄψιμον
82προθυμίαν, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἔδειξα, ὅπως συζητη-
83θῇ ὁ σπουδαιότερος νόμος τοῦ Κράτους. Θὰ ἀποδειχθῇ ἐκ τῆς
84συζητήσεως ποῖος παρενέβαλε προσκόμματα, ὅπως ἡ Βουλὴ ἐ-
85πιτελέσῃ τοιοῦτον καθῆκον, οὔτε δύναται, κύριοι, ὁ κ. Πρόεδρος
86τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὲ ἐπιτιμήσῃ, ὅτι προβάλλω συζήτησιν
87εἰς ἀπώλειαν τοῦ χρόνου τῆς Βουλῆς. Ἡ συζήτησις, κ. Πρόεδρε
88τῆς Κυβερνήσεως, τῆς συμβάσεως, ἣν εἰσηγάγετε, δὲν θὰ ἦναι
89ἀπώλεια χρόνου, θὰ ἦναι λύσις ζητήματος σπουδαίου, θὰ φανῇ,
90ἐὰν ἡ Κυβέρνησις πράγματι κήδεται τῶν συμφερόντων αὐτῶν
91τῶν ἰδιαιτέρων, ὡς τὰ χαρακτηρίζετε, συμφερόντων τῆς
92Ἑπτανήσου, ἢ ἐὰν διὰ τῆς συμβάσεως ταύτης ζητῆτε νὰ
93καταστρέψητε τὴν Ἑπτάνησον (Θόρυβος).
94§23Σ. ΖΕΡΒΟΣ. Ἡ πλειονοψηφία τῆς Ἑπτανήσου θὰ ἀποφασίσῃ
95αὐτὸ, καὶ ὄχι σεῖς (Θόρυβος).
96§24ΚΟΝΤΟΛΕΩΝ. Εἶσθε δικηγόρος τῆς Ἰονικῆς τραπέζης, κ.
97Πολυλᾶ; (Θόρυβος).
98§25ΠΟΛΥΛΑΣ. Δὲν θὰ ἦναι ἀπώλεια χρόνου, ἐὰν συζη-
99τηθῇ τὸ ζήτημα ἐκεῖνο καὶ ἀποδειχθῇ ἐὰν ἔχητε δί-
100καιον σεῖς, νομίζοντες, ὅτι εἰσαγωγὴ 10,000,000 ἀναγ-
101καστικῶν γραμματίων θὰ ὠφελήσῃ τὴν Ἑπτάνησον.
102§26ΤΙΝΕΣ. Αὐτὸ τὸ ἐσυζητήσαμεν.
103§27ΠΟΛΥΛΑΣ. Ὅμως δὲν δύναμαι, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνή-
104σεως, νὰ μὴ σᾶς παρατηρήσω, ὅτι προσεπαθήσατε μέχρι τοῦδε
105νὰ καταργήσητε τὴν συζήτησιν, προσεπαθήσατε καὶ ἐν τῇ
106ὑποβολῇ τῆς συμβάσεως ἐξ ἐφόδου νὰ τὴν φέρητε, ἀλλὰ δὲν
107τὸ ἐπετύχετε, καὶ λέγω τοῦτο πρὸς τιμὴν τῆς Βουλῆς (Θόρυβος).
108§28Α. ΖΕΡΒΟΣ. Δὲν εἶσθε μόνος ὑμεῖς ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑ-
109πτανήσου. (Θόρυβος.)
110§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν μεταβολὴν τῆς ἡμερη-
111σίας διατάξεως, ὅπως προηγηθῇ εἰς βʹ. ἀνάγνωσιν ἡ σύμβασις
112μετὰ τῆς πιστωτικῆς τραπέζης, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν.
113(Ἐγείρονται πλεῖστοι.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
114§30Α. ΡΟΥΚΗΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Ὄχι, ὄχι, δὲν παρεδέχθη. Δι’
115ὀνομαστικῆς κλήσεως.
116§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν μεταβολὴν τῆς ἡμερη-
117σίας διατάξεως λέγουσι ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι.
118Γίνεται ψηφοφορία κατ’ ὀνομαστικὴν κλῆσιν.
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
119Λεωνίδας Μελετόπουλος Ἀλέξ. Φωτήλας
120Ἰωάν. Μεσσηνέζης ΝἈθαν. Γ. Πετιμεζᾶς Ο
121Παντολ. Λογιώτατίδης ΟΣωτ. Ν. Πετιμεζᾶς
122Λεωνίδ. Καρυστινάκης ΟΘρ. Ζαΐμης Ο
123Νικόλ. Μαυροκορδάτος ΟΠερικλ. Γ. Πεῤῥωτής
124Μιχαὴλ Δ. Καΐρης Κωνστ. Ἰω. Φλέσσας Ο
125Γεώργ. Τσώκρης Δημ. Τζάνες Ν
126Ἄγγελος Γεώργαντᾶς ΝΔημ. Κάρτσωνας Ν
127Γεώργ. Παππαλεξόπουλος Ἀντών. Χατζηνικολῆς Ν
128Ἀνδρ. Ψύλλας ΟἈλέξ. Ἀντωνιάδης Ο
129Δημήτρ. Ῥάλλης ΟΓεώργ. Καραβᾶς
130Δημήτρ. Ν. Καλλιφρονᾶς ΟἸωάν. Πεζᾶς Ο
131Τιμολέων Φιλήμων ΟΓεώργ. Παππαγεωργίου Ν
132Παῦλος Καλλιγᾶς ΟἈνδρ. Ἱερομνήμων Ν
133Δημήτρ. Μ. Καλλιφρονᾶς ΟΣτυλιανὸς Βάλληνδας Ν
134Ἀλέξανδρ. Γ. Σκουζές Νικόλ. Βασιλάκης Ο
135Ἀθανάσιος. Κατσανδρῆς ΝἈντών. Παλατιανὸς Ο
136Βλάσης Βαλτινός Ἰάκωβος Πολυλᾶς Ο
137Ἀθανάσιος Ἴσκος ΝἈναστ. Δημητριάδης Ο
138Δ. Γρίβας Δημήτρ. Σταυρόπουλος Ο
139Γ. Γεροθανάσης Σπυρ. Α. Νοταρᾶς Ν
140Χρ. Κατσικογιάννης ΝἸω. Δεληγιάννης Ο
141Βασίλ. Νικολόπουλος ΟἈνδρ. Νοταρᾶς Ν
142Ἰωάννης Ῥοϊλὸς Ν. Βαλσαμάκης
143Γεώργ. Μπούκουρας ΟΠ. Βενιεράτος Ν
144Θεόδ. Δηλιγιάννης Σπ. Μοντεσάντος Ν
145Κωνστ. Μαντζουράνης Δ. Μηλιαρέσης Ν
146Κ. Κοσσονάκος ΟΣπυρ. Κοντολέων Ν
147Π. Πετροπουλάκης ΝΠ. Κορωναῖος Ο
148Ἰωάν. Ἀνδρίτσος Στυλ. Κασιμάτης Ν
149Κ. Ἀναγνωστόπουλος ΟΘεόδ. Θερμογιάννης Ο
150Ἰωάν. Γ. Κότταρης ΟἈντών. Καρδαρᾶς Ν
151Ν. Παπαμιχαλόπουλος Δημήτρ. Σταματόπουλος Ν
152Νικόλ. Θ. Ῥίτσος ΝΘ. Καλλίτσης ἢ ΜαρούληςΟ
153Ἰω. Καπιτσίνης Ἰωάν. Βαλασσόπουλος Ο
154Γ. Μίλησης Νικήτ. Βαρβιτσιώτης Ν
155Ἰω. Κ. Ζέρβας ΝἈριστ. Τζιβανόπουλος Ν
156Γεώργ. Ζηνόπουλος ΝἈναστ. Κορφιωτάκης
157Δημ. Χατζόπουλος Δημήτρ. Δημητρακάκης Ν
158Δ. Βουλπιώτης ΟΔημήτρ. Μελετόπουλος Ο
159Σπ. Καραϊσκάκης ΟΓ. Λάππας
160Σπυρ. Ῥώμας ΝἈναστ. Κουτσοπέταλος
161Κ. Λομβάρδος ΟΝικόλ. Μπουφίδης Ο
162Ἀναστ. Λούντζης ΟΣ. Βαλαωρίτης Ν
163Ἰω. Νέγκας Ξενοφῶν Βαλαωρίτης Ν
164Ἰωάν. Βοῦλτσος ΝΓερ. Σέρβος Ν
165Γεώργ. Κρεστενίτης ΟΔημήτρ. Τσαμόπουλος Ν
166Στέφ. Στεφανόπουλος ΟἈριστ. Ῥούκης Ο
167Αὐγ. Πετραλιᾶς ΝΔημ. Παπαλουκᾶς Ν
168Ἀνδρ. Αὐγερινὸς Χ. Χριστόπουλος Ο
169Γ. Παππακυριακόπουλος ΟἈλέξ. Πετρινός Ο
170Θεμ. Δαραλέξης ΝἈναστ. Σεχιώτης
171Σπυρ. Κουκούλεζας ΟἸω. Ταμπακόπουλος Ν
172Γώργ. Πετούσης ΟΚωνστ. Ῥεβελιώτης
173Παναγ. Οἰκονόμου ΝἈριστ. Σακελλαρόπουλος Ο
174Πέτρος Α. Ζάνος ΝἨλίας Κοσσονάκος
175Νικόλ. Νομικός ΟἈθαν Κατριβάνος
176Νικήτας Α. Συνοδινός ΝΒασίλ. Βούτουνας Ν
177Δημοσθένης Στάϊκος ΝΣτέφανος Δραγούμης Ο
178Κωνστ. Πεταλᾶς ΝΔημήτρ. Πάγκαλος Ν
179Ἀριστ. Οἰκονόμου ΟΓεώρ. Σταμούλης
180Σπ. Ζερβός ΝΔ. Πατρινός
181Θεόδ. Ζερβός ΝΠερικλῆς Καλαμογδάρτης Ο
182Χαρίλ. Τρικούπης ΟΝικόλ. Κουμανιώτης Ο
183Νικόλ. Μακρῆς ΝΝικ. Καράπαυλος
184Γεώρ. Τσάλας ΟΔημήτρ. Τριγγέτας Ο
185Ἀλέξ. Κουμουνδοῦρος Ἀθ. Μισυρλῆς Ν
186Κωνστ. Α. Κουμουνδοῦρος ΝΕὐάγ. Ἀντύπας
187Περικλῆς Μποῦτος ΝΓ. Φλωριᾶς Ν
188Σπήλ. Ἀντωνόπουλος Ἀναστ. Ζερβός Ν
189Γ. Προβελέγιος ΟΜιχαὴλ Σκαβέντζος Ο
190Δημ. Κυριακίδης ΝΓεώργ. Κ. Ῥεμπάκης Ν
191Ἐλευθ. Μυκώνιος ΝΠαντελῆς Μπούμπουλης
192Κωνστ. Κρίσπης ΝΓεώρ. Λεωνίδας Ν
193Μιλτιάδης Βαρότσης ΝἸωάν. Γρυπάρης Ο
194Ν. Γ. Καλαντζόπουλος ΟΠαντιᾶς Καράλης Ο
195Γεώρ. Σισμάνης ΝΣτέφανος Σκουλούδης Ο
196Ἀθ. Ῥοντήρης Ἰω. Δούμας Ν
197Κωνστ. Φαρμακόπουλος ΝἸω. Ζαλλώνης
198Κ. Εὐθυμιόπουλος Γρηγ. Μαυρομαρᾶς
199Ἀλέξ. Πετσάλης ΟΝικολ. Δρόσος Ο
200Τηλέμαχος Ῥούκης ΝΣωτήρ. Σωτηρόπουλος ἀρν.
201Κυριακ. Μαυρομιχάλης ΝΘ. Μ. Ἀναστασόπουλος Ν
202Δημήτριος Σαράβας ΟΚανάρης Γιαλιᾶς Ο
203Ἀντ. Μαυρομιχάλης ΟΓεώρ. Πατρίδης Ν
204Ἰω. Γερ. Μαυρομιχάλης ΝΓεώρ. Στάϊκος Ο
205Ἀσημ. Χριστόπουλος ΟἸωάν. Μεγαπάνος Ν
206Ν. Λαμπρούλιας ΝΓ. Σ. Κοριζῆς Ν
207Ζ. Α. Ζαρειφόπουλος ΝΧριστόδ. Α. Δουζίνας Ο
208Ἀναστ. Δ. Νικοκάβουρας ΝΓεώρ. Δ. Βούλγαρης Ο
209Π. Κωσταντᾶς ΝἜπαμ. Α. Κριεζῆς Ο
210Θεόφιλος Π. Προβατᾶς Θεόδ. Ν. Γκίκας Ο
211Γεώργ. Ἰακωβάτος ΝΛεωνίδας Τράκας Ο
212Χαράλ. Ἰακωβάτος ΝἈθανάσιος Χατζόπουλος Ν
213Νικόλ. Ἰακωβάτος ΝΚωνστ. Χατζῖσκος Ν
214Νικόλ. Κάγκας ΝΔημήτρ. Ζουλούμης Ο
215Εὐθ. Κεχαγιᾶς ΟΝικ. Εὐάγ. ΚοντογιάννηςΟ
216Π. Τσαμάλας ἢ Παπακώστας Ἀλέξ. Οἰκονόμου Ο
217Α. Σιμόπουλος ΟΘεόδ. Φλογαΐτης Ο
218Λ. Καραλίβανος ΝΒασίλ. Βουδούρης Ν
219Γ. Ῥοῦφος Μιχαὴλ Ἀβέρωφ Ν
220Α. Ῥικάκης ΟΚωνστ. Ν. Παππανικολῆς Ν
221Ἀριστομ. Κοντογούρης Δημοσθ. Βρατσάνος Ν
222§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. 83 εἶπον ναί, 77 εἶπον ὄχι, δύω δὲ ἠρνήθη-
223σαν· ἑπομένως ἐγένετο δεκτὴ ἡ πρότασις περὶ μεταβολῆς τῆς
224ἡμερησίας διατάξεως.
225§33ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἤθελον παρακαλέσει, ἵνα μὴ γείνῃ διακοπὴ εἰς
226τὸν προϋπολογισμόν, νὰ περιορισθῇ ἡ συζήτησις εἰς τὴν ἁπλῆν
227ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου.
228Καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ ἀντιπρόεδρος κ.
229Μποῦτος.
230§34ΠΑΛΑΤΙΑΝΟΣ. Μίαν παρατήρησιν θὰ κάμω, κύριοι.
231§35Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Ἐννοῶ, ὅτι οὐδεὶς τῶν κ.κ. Βουλευτῶν θ’
232ἀπαντήσῃ, διότι ἔχομεν καθῆκον μόνον διὰ τὸν προϋπολογισμόν.
233(Θόρυβος.)
234§36ΠΑΛΑΤΙΑΝΟΣ. Ἡ ἀνάγνωσις τοῦ νομοσχεδίου τούτου πρέ-
235πει νὰ θεωρηθῇ ὡς ά. ἀνάγνωσις.
236§37Α. ΖΕΡΒΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Τί εἶναι αὐτά;
237§38ΠΑΛΑΤΙΑΝΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὸ νομοσχέ-
238διον ὑπ’ ἀριθ. 201, τὸ ὁποῖον φέρει ἓν ἄρθρον, ἡ ἐπιτροπὴ δὲ
239ἐτροποποίησεν αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον καὶ ἔφερεν εἰς τὴν Βουλὴν
240ἄλλο νομοσχέδιον· καὶ εἶναι ἄλλο νομοσχέδιον, ἐπειδὴ ἔχει
241δύο ἄρθρα, ὄχι ἕν, ὡς τὸ πρῶτον.
242§39ΚΑΡΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ, δύο λέξεις.
243§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύνασθε νὰ διακόψητε τὸν ἀγορεύοντα.
244§41ΚΑΡΑΛΗΣ. Ἐπιτρέπετε, κ. Παλατιανέ;
245§42ΠΑΛΑΤΙΑΝΟΣ. Μάλιστα.
246§43ΚΑΡΑΛΗΣ. Νὰ κατατεθῇ εἰς τὸ Προεδρεῖον ἡ σύμβασις
247ὅπως ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ διευθυντοῦ τῆς
248πιστωτικῆς τραπέζης.
249§44ΠΑΛΑΤΙΑΝΟΣ. Αὐτὸ ἤθελον νὰ ζητήσω καὶ ἐγώ. Καὶ
250εἶναι νέον νομοσχέδιον, ἐπειδὴ διὰ τοῦ βʹ. ἄρθρου δίδετε εἰς
251τὴν Ἰονικὴν Τράπεζαν, ὡς μὴ ὤφειλε, προνόμια νέα. (Θόρυβος.)
252§45ΠΟΛΥΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν φέρετε τὴν τάξιν; Εἶναι
253σκανδαλώδη αὐτά· δὲν πρέπει νὰ ἐπιτρέπητε νὰ διακόπτωσι
254τὸν ἀγορεύοντα δι’ ἐμπαιγμῶν. Διαμαρτύρομαι, κύριε Πρόεδρε.
255§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, καθήσατε· ἂς παύσωσιν αἱ
256διακοπαί.
257§47ΠΑΛΑΤΙΑΝΟΣ. Εἰς τὸ πρῶτον Νομοσχέδιον δὲν ἐπρόκειτο
258περὶ Ἰονικῆς Τραπέζης· εἰς τὸ δεύτερον δὲ προστίθεται ἓν ἄρ-
259θρον, δίδον νέα προνόμια. Νομίζετε, ὅτι τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο
260εἶναι τὸ αὐτὸ, ὅπερ ἤδη ἀνεγνώσθη εἰς ά. ἀνάγνωσιν;
261§48ΤΙΝΕΣ. Ἔγεινεν ἡ ά. ἀνάγνωσις, καὶ εἰς τὰ πρακτικὰ εἶναι
262σημειωμένον.
263§49ΠΑΛΑΤΙΑΝΟΣ. Ἤθελον παρακαλέσει νὰ κατατεθῇ εἰς τὸ
264Προεδρεῖον τὸ πρωτότυπον τῆς νέας συμβάσεως, ἥτις ῥιζικῶς
265ἤλλαξε τὴν πρώτην.
266§50Α. ΖΕΡΒΟΣ. Εἶναι τροπολογία αὐτὴ, κύριε Παλατιανέ.
267§51ΠΑΛΑΤΙΑΝΟΣ. Εἶναί τι, κύριοι, ὅπερ δὲν δύναμαι νὰ ἐξη-
268γήσω, καὶ παρακαλῶ νὰ προσέξητε. Ἡ πρώτη σύμβασις εἶχεν
269ἡμερομηνίαν 12 φεβρουαρίου 1880, ἡ δευτέρα, ἥτις εἶναι τὸ
270ἐξαγόμενον τῆς μελέτης τῆς ἐπιτροπῆς, ἔχει ἡμερομηνίαν 12
271φεβρουαρίου 1880, δηλαδὴ τὴν ἰδίαν ἡμερομηνίαν τῆς πρώτης
272συμβάσεως. Αὐτὸ δὲν ἐξηγῶ, κύριοι, καὶ ἑπομένως παρακαλῶ
273τὴν Κυβέρνησιν νὰ καταθέσῃ τὸ πρωτότυπον τῆς δευτέρας
274συμβάσεως.
275§52ΤΙΝΕΣ. Εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν.
276§53ΠΑΛΑΤΙΑΝΟΣ. Ὄχι, τώρα.
277§54ΔΟΥΜΑΣ. Κύριε Παλατιανὲ, τὸ σχέδιον, τὸ ὑποβληθὲν παρὰ
278τῆς Κυβερνήσεως, φέρει ἡμερομηνίαν 12 φεβρουαρίου δὲν ἔχει
279οὕτω;
280§55ΠΑΛΑΤΙΑΝΟΣ. Τὸ πρῶτον;
281§56ΔΟΥΜΑΣ. Τὸ πρῶτον τῆς Κυβερνήσεως, κατόπιν ἔρχεται
282τὸ τῆς ἐπιτροπῆς· ποίαν ἡμερομηνίαν φέρει τοῦτο;
283§57ΠΑΛΑΤΙΑΝΟΣ. 12 Φεβρουαρίου. Τὴν αὐτὴν τῆς πρώτης
284συμβάσεως, ἐνῷ ἡ ἔκθεσις καὶ τὸ νομοσχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς
285φέρει ἡμερομηνίαν 19 φεβρουαρίου.
286§58ΔΟΥΜΑΣ. Διατί ὁ κ. Μαυροκορδάτος ἔθεσε 12; διότι οὕτω
287πως ἐνόμιζε καὶ νομίζει ἡ ἐπιτροπή, ὅτι πρέπει νὰ καταρτι-
288σθῇ ἡ σύμβασις τῆς 12 φεβρουαρίου, καὶ αὐτὴν τὴν σύμβασιν
289ἐννοεῖ ἡ ἐπιτροπή. Ἡ σύμβασις αὕτη, ἐρχομένη ἐνώπιον τῆς
290Βουλῆς, θὰ ὑποστῇ συζήτησιν καὶ διαφόρους ἄλλας τροπολο-
291γίας, ὅπως δὲ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν
292τράπεζαν, καὶ αὕτη θὰ ἀποφανθῇ ἐὰν τὴν δέχεται ἢ ὄχι.
293Αὐτὸ εἶναι, καὶ αὐτὸ γίνεται εἰς ὅλας τὰς συμβάσεις. Ὥστε
294οὐδεμία πλαστογραφία, ὡς ἐντεῦθεν ἐξεστομίσθη, οὐδεμία κακὴ
295πρόθεσις ὑπάρχει.
296§59ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Ἐπειδὴ ὁ κ. Δούμας ἐπεκαλέσθη τὸ
297ὄνομά μου, ὀφείλω νὰ δώσω τὴν ἐξήγησιν, ὅτι ἐν τῇ ἐπιτροπῇ
298διετέλουν ἐν μειονοψηφίᾳ, καὶ ἐξέθεσα τὴν γνώμην μου· δὲν
299εἶχον λοιπὸν ἀνάγκην νὰ λάβω μέρος εἰς τὰς λεπτομερείας,
300δι’ ὧν κατηρτίσθη ἡ σύμβασις. Παρατηρῶ μόνον τοῦτο, ὅτι εἰς
301τὴν ἐπιτροπὴν ὑπεβλήθη σύμβασις φέρουσα ἡμερομηνίαν 12
302Φεβρουαρίου, ὅτι ἐπὶ τῆς συμβάσεως αὐτῆς ἐξηνέχθησαν ἐντὸς
303τῆς ἐπιτροπῆς διάφοροι γνῶμαι, καὶ ὅτι ἀπετελέσθη τῷ ὄντι
304νέον νομοσχέδιον, φέρον ἡμερομηνίαν 17 Φεβρουαρίου. Διὰ τοῦτο
305ἀναντιῤῥήτως, ἐὰν ὄχι ἄλλο, δύναται νὰ εἴπῃ τις, ὅτι εἶναι πα-
306ρατυπία νὰ ὑποβληθῇ νέα σύμβασις, φέρουσα ἡμερομηνίαν 12
307Φεβρουαρίου, ἐνῷ ἡ ἐπιτροπὴ μέχρι τῆς 17 ἐξηκολούθει συνε-
308δριάζουσα· καὶ διὰ τοῦτο, καίτοι αἱ ὑπογραφαὶ τοῦ ἀξιοτίμου
309Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ κυρίου Διευθυντοῦ τῆς Πι-
310στωτικῆς Τραπέζης φέρονται ἐν τῇ συμβάσει, τὴν ὁποίαν ἔχο-
311μεν ἀνὰ χεῖρας, τὸ γεγονὸς εἶναι πιστοποιημένον, ὅτι δὲν ὑπάρ-
312χει σήμερον ἐν οὐδενὶ γραφείῳ χάρτης λευκὸς ὅμοιος πρὸς τὴν
313νέαν σύμβασιν, φέρων τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου
314τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ ἀξιοτίμου Διευθυντοῦ τῆς Πιστωτι-
315κῆς Τραπέζης, οὐδ’ ἠδύνατο νὰ ὑπάρχῃ τοιαύτη ὑπὸ ἡμερομη-
316νίαν 12 Φεβρουαρίου.
317§60ΔΟΥΜΑΣ. Ὅπως διετύπωσε τὸ γεγονὸς ὁ κ. Μαυροκορδά-
318τος, ὅτι οὐδεμία σύμβασις φέρουσα τὴν ὑπογραφὴν τῆς Κυ-
319βερνήσεως καὶ τοῦ διευθυντοῦ τῆς Τραπέζης τῆς Πιστωτικῆς
320κατετέθη, δὲν εἶναι ἀκριβές. Λέγω, ὅτι δὲν ὑπάρχει καμμία
321σύμβασις, ὅπως κατηρτίσθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, μὲ τὴν ὑπο-
322γραφὴν τῆς Κυβερνήσεως· τοιαύτη σύμβασις δὲν ὑπάρχει. Ὁ
323δὲ εἰσηγητὴς εἶναι τῆς μειοψηφίας, καὶ δύναται νὰ τὸ ὁμο-
324λογήσῃ. Ὑπάρχει ὅμως ἡ ἀρχικὴ σύμβασις.
325§61ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐννοῶ, ὅτι ἡ σύμβα-
326σις, ὅπως ἐτροποποιήθη ἀπὸ τὴν ἐπιτροπὴν, δὲν ὑπάρχει ὑπο-
327γεγραμμένη ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως.
328§62ΔΟΥΜΑΣ. Τὸ ἐδήλωσα αὐτό, κύριε Πρόεδρε.
329§63ΣΚΟΥΖΕΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, δύο λέξεις, διὰ νὰ
330ἐκκαθαρισθῇ αὐτὸ τὸ ζήτημα, καθόσον εἶμαι εἰσηγητὴς τῆς
331ἐπιτροπῆς ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου.
332§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παλατιανὸς ἐπιτρέπει εἰς τὸν κ. Σκου-
333ζὲν, καθὸ εἰσηγητὴν, νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις;
334§65ΠΑΛΑΤΙΑΝΟΣ. Μάλιστα.
335§66ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἐπειδή, κύριοι, ἤμην εἰσηγητὴς ἐπ’ αὐτῆς τῆς
336συμβάσεως, θὰ σᾶς ἐξηγήσω πῶς ἔχει τὸ πρᾶγμα. Οὔτε πλα-
337στογραφία ἔγεινεν, οὔτε τίποτε ἄλλο· ἡμεῖς ἐτροποποιήσα-
338μεν τὴν σύμβασιν ὅπως ἐνομίσαμεν ὅτι ἔπρεπε νὰ τροπο-
339ποιηθῇ, ὑπῆρξε δὲ μέλος διαφωνοῦν, ὅπερ διετύπωσεν ἰδίαν
340γνώμην· ἐτροπολογήσαμεν τὴν σύμβασιν μὲ τὴν συναίνεσιν
341καὶ παρουσία τοῦ διευθυντοῦ τῆς Πιστωτικῆς τραπέζης κ.
342Δούμα. Ἐπεφορτίσθην τὴν ἀντιγραφὴν τῆς ἐκθέσεως καὶ τῆς
343τροποποιηθείσης συμβάσεως· ἀντιγράφων δὲ τὴν σύμβασιν καὶ
344τὴν ἔκθεσιν ἐν πολλῷ βραχεῖ χρόνῳ, ἀντέγραψα μηχανικῶς
345καὶ τὴν ἡμερομηνίαν καὶ τὰς ὑπογραφὰς ὅπως ἦσαν εἰς τὸ
346πρωτότυπον, διότι πῶς ἦτο φυσικὸν νὰ εὑρεθῶσιν αἱ ὑπογρα-
347φαὶ τοῦ ἐντίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ διευθυν-
348τοῦ τῆς Πιστωτικῆς τραπέζης τὴν ἰδίαν ὥραν ὅτε ἐκάμα-
349μεν τὴν τροπολογίαν; Μηχανικῶς ἔγεινεν ἡ ἀντιγραφὴ τῆς
350ἡμερομηνίας καὶ τῶν ὑπογραφῶν. Ἰδοὺ τὸ πρᾶγμα πῶς ἔγει-
351νε, καὶ δὲν εἶναι οὔτε πλαστογραφία, οὔτε τίποτε ἄλλο.
352§67ΚΑΡΑΛΗΣ. Σύμβασις ὑπογεγραμμένη ἀπὸ τὸν Πρόεδρον
353τῆς Κυβερνήσεως ὑπάρχει; Δὲν ὑπάρχει ὑπογεγραμμένη ἀπὸ
354τὸν διευθυντὴν τῆς Τραπέζης καὶ ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τῆς Κυ-
355βερνήσεως.
356§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Καράλη, τὸ σχέδιον τῆς συμβάσεως
357ὑπάρχει.
358§69ΣΚΟΥΖΕΣ. Τὸ ἀρχικὸν ὑπάρχει ὑπογεγραμμένον. Τώρα ἡ
359ὑπογραφὴ τῆς τροπολογίας ἔγεινεν ὅπως σᾶς εἶπον.
360§70ΔΟΥΜΑΣ. Καθὼς εἶπον καὶ πρὸ ὀλίγου, ἡ σύμβασις αὕτη
361ἠμπορεῖ νὰ ὑποβληθῇ καὶ εἰς ἄλλας τροποποιήσεις· δὲν δύ-
362ναται λοιπὸν εἰς ἑκάστην τροποποίησιν ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ
363Διευθυντὴς τῆς Τραπέζης νὰ ἔρχωνται νὰ ὑπογράφουν αὐτὴν,
364οὐδὲ νὰ ἐπανερχώμεθα εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν. Ὅταν ψηφισθῇ
365ὑπὸ τῆς Βουλῆς, τότε θὰ σταλῇ εἰς τὴν Τράπεζαν, καὶ αὕτη
366θὰ δηλώσῃ ἐὰν τὸ παραδέχηται ἢ ὄχι.
367§71ΠΑΛΑΤΙΑΝΟΣ. Κύριε Δούμα, ἐδῶ εἶσθε ὑπογεγραμμένος.
368§72ΔΟΥΜΑΣ. Σᾶς εἶπον, ὅτι τυπικῶς ἔθεσεν ὁ εἰσηγητὴς τὰς
369ὑπογραφὰς, διὰ νὰ δείξῃ πῶς ἐνόει νὰ καταρτισθῇ ἡ ἀρχικὴ
370σύμβασις. Μὴ ζητεῖτε ν’ ἀναβάλητε μὲ στρεψοδικίας καὶ νὰ
371παρατείνετε τὴν συζήτησιν αὐτήν. Θέλετε νὰ ματαιώσητε τὰ
372πάντα; κάμετέ το. Ἀλλὰ μὴ καταφεύγετε εἰς τοιαύτας συ-
373ζητήσεις εὐτελεῖς καὶ μικρὰς (θόρυβος).
374§73ΠΑΛΑΤΙΑΝΟΣ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν παραδεχθῇ νὰ προσαχθῇ
375τὸ πρωτότυπον τῆς συμβάσεως, θέλει συζητηθῆ ἡ πρώτη σύμ-
376βασις, μὴ ὑπαρχούσης τῆς δευτέρας.
377§74ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Παλατιανὲ, παρακαλῶ.
378§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, κ. Ῥάλλη.
379§76ΡΑΛΛΗΣ. Προτείνω τὴν ἀναβολὴν, κύριε Πρόεδρε, καὶ ὀφεί-
380λετε νὰ μοὶ δώσητε τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀναβολῆς.
381§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προτείνεται ἡ ἀναβολὴ, κύριοι· ὁρίσατε, κ.
382Ῥάλλη.
383§78ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν ἐνόησα καλῶς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, πρὸ
384ὀλίγου λαλήσαντα, συνῄνεσεν εἰς τὴν μεταβολὴν τῆς ἡμερη-
385σίας διατάξεως μόνον ὑπὸ τὸν ὅρον ὅπως ἐπέλθῃ τυπικὴ ἡ βʹ.
386ἀνάγνωσις τοῦ Νομοσχεδίου περὶ τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης,
387διότι ἐντεῦθεν δὲν διεκόπτετο πράγματι ἡ συζήτησις τοῦ
388προϋπολογισμοῦ· προσέθηκε δὲ, ὅτι ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἤθελε
389προέλθει συζήτησις πραγματικὴ, ἐντεῦθεν δὲ ἤθελεν ἐπέλθει
390ἀναβολὴ τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, δὲν ἠδύνατο νὰ
391ὑποστηρίξῃ τὴν μετατροπὴν τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Σᾶς
392παρακαλῶ, κύριοι, νὰ προσέξητε ποῦ εὑρισκόμεθα· δὲν ἠρχίσα-
393μεν ἀκόμη τὴν συζήτησιν τῆς συμβάσεως, καὶ ἐν τούτοις πα-
394ρῆλθε μία ὥρα. Συζητοῦμεν ἐὰν ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν σύμβασιν
395νομίμως καταρτισθεῖσαν μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Πι-
396στωτικῆς Τραπέζης, θαυμάζω δὲ πῶς ὁ ἀξιότιμος φίλος
397μου κ. Δούμας ὑποστηρίζει, ὅτι ἡ σύμβασις, ἡ ὁποία ἐτροπο-
398ποιήθη ἀπὸ τὴν ἐπιτροπὴν, δύναται νὰ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν καὶ
399νὰ θεωρηθῇ ὡς σύμβασις διὰ τῆς ὁποίας ὑποχρεοῦται ἡ Κυβέρ-
400νησις. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἡ τροποποιηθεῖσα σύμβασις ἔπρεπε
401νὰ περιέχῃ τὰς ὑπογραφὰς τῶν συμβληθέντων μερῶν, ἐπὶ τῇ
402βάσει δὲ τῆς νέας ταύτης συμβάσεως ἔπρεπε νὰ προσκληθῶ-
403μεν νὰ ψηφοφορήσωμεν. Δὲν γνωρίζω παράδειγμα, κατὰ τὸ
404ὁποῖον σύμβασις ἐτροποποιήθη καὶ ἐσυζητήθη τροποποιημένη
405ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου. Ἐννοῶ τὰς τροποποιήσεις, αἱ ὁποῖαι
406ἐπέρχονται ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ κυροῦντος τὴν σύμβασιν
407Ἀλλ’ ἡ σύμβασις εἶναι συμβόλαιον μεταξὺ τῆς κυβερνήσεως
408καὶ τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς πιστωτικῆς· ποῖον δὲ δικαίωμα ἔχει
409εἴτε ἡ Βουλὴ εἴτε ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς νὰ ἐπιφέρῃ οἱανδήπο-
410τε τροποποίησιν ἐπὶ τῆς συμβάσεως αὐτῆς; καὶ πῶς δυνάμεθα,
411ὅταν ἀκόμη δὲν γνωρίζωμεν τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως καὶ
412τὴν γνώμην τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης
413ἐπὶ τῆς τροποποιηθείσης συμβάσεως ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς, νὰ
414προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν αὐτῆς; Νομίζω δὲ, ὅτι ὀφείλομεν
415νὰ παραδεχθῶμεν τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως, διότι, ὡς
416προεῖπον, ἐὰν θελήσωμεν μάλιστα νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὰς λε-
417πτομερείας τῆς συμβάσεως, οὔτε ἡ σήμερον, οὔτε ἡ αὔριον,
418οὔτε ἡ μεθαύριον θέλει ἀρκέσει, καὶ ἐντεῦθεν θέλει ἐπέλθει
419ἀναβολὴ τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ.
420§79ΔΟΥΜΑΣ. Ὀλίγας λέξεις θὰ εἴπω πρὸς τὸν κ. Ῥάλλην, διὰ
421νὰ μὴ θαυμάζῃ. Ἡ σύμβασις, ὅπως τροποποιεῖται, φέρει γνώμην
422πλειονοψηφίας καὶ μειονοψηφίας. Ποία εἶναι ἡ γνώμη τῆς Βου-
423λῆς; εἶναι ἡ γνώμη τῆς μειονοψηφίας ἢ ἡ γνώμη τῆς πλειονο-
424ψηφίας; τοῦτο εἶναι ἄγνωστον. Πῶς θέλετε λοιπὸν ἐκ τῶν
425προτέρων ἡ Κυβέρνησις ἢ ἡ Πιστωτικὴ Τράπεζα νὰ ἀποδεχθοῦν
426τὴν μίαν ἢ τὴν ἄλλην γνώμην, ἀφοῦ ἐνδέχεται ἡ Βουλὴ νὰ μὴ
427παραδεχθῇ οὐδεμίαν ἐξ αὐτῶν, ἀλλὰ νὰ ψηφίσῃ τρίτην; εἶναι
428λοιπὸν ἀνάγκη ἑκάστοτε, ὅταν προτείνηται τροποποίησίς τις, νὰ
429παραπέμπηται ἡ σύμβασις εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν Πι-
430στωτικὴν Τράπεζαν πρὸς νέαν προσυπογραφήν; Σύμβασις εἶναι
431ἡ ἀρχικὴ σύμβασις, αἱ δὲ λοιπαὶ εἶναι τροποποιήσεις τῆς ἐπι-
432τροπῆς, καὶ τοιαύτας δύναται νὰ κάμῃ καὶ ἡ Βουλή. Ὡς βά-
433σιν ἡ Βουλὴ θὰ ἔχῃ τὴν ἀρχικὴν σύμβασιν, καὶ διὰ τοῦτο δὲν
434εἶναι σήμερον ἀνάγκη νέας προσυπογραφῆς τῶν προτεινομένων
435τροποποιήσεων.
436§80ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, οὐδέποτε ἡ Βουλὴ ἐπεψήφισε
437νομοσχέδια περὶ συμβάσεων, ἐπιφέρουσα τροποποιήσεις εἰς τὰς
438συμβάσεις· εἰς τοῦτο ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ προε-
439δρείου, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ συμβουλευθῇ τὰ ἐν τῷ ἀρχείῳ
440ἔγγραφα καὶ βεβαιώσῃ τὴν ἀλήθειαν τοῦ λόγου μου. Οὐδέποτε
441αἱ τροποποιήσεις, τὰς ὁποίας ἡ Βουλὴ θέλει νὰ εἰσαγάγῃ, τί-
442θενται ἐντὸς τοῦ κειμένου τῆς συμβάσεως, ἀλλὰ τίθενται
443ἐντὸς τοῦ νομοσχεδίου, διότι τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἔργον τῆς
444Βουλῆς, ἔργον δὲ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ συμβαλλομένου μετ’
445αὐτῆς εἶναι ἡ σύμβασις, οὐδεὶς δὲ, οὔτε ἡ Βουλή, οὔτε ἄλλος
446τις δύναται νὰ ἐπιφέρῃ μεταβολὰς εἰς τὴν σύμβασιν.
447Ἡμεῖς σήμερον δὲν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν, ἵνα φωτισθῇ
448ἡ Κυβέρνησις περὶ τοῦ τρόπου τῆς συνάψεως τῆς συμβάσεως,
449ἀλλὰ πρόκειται νὰ συζητήσωμεν, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ προβῶμεν
450εἰς ψηφοφορίαν, καὶ διὰ τῆς ψήφου ἡμῶν θὰ εἴπωμεν, ὅτι πα-
451ραδεχόμεθα τὸ ά. ἄρθρον τοῦ Νομοσχεδίου, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ
452σύμβασις κυροῦται. Ἀλλὰ τὸ Νομοσχέδιον οὐδεμίαν περιέχει
453σύμβασιν, διότι αὐτὴ τῷ ὄντι ἡ προσηρτημένη εἰς τὸ Νομο-
454σχέδιον εἶναι γνώμη τῆς Ἐπιτροπῆς, εἰς τὴν ὁποίαν κατὰ
455λάθος ἐτέθησαν αἱ ὑπογραφαὶ τῶν συμβληθέντων. Περὶ γνώμης
456λοιπὸν τώρα τῆς Ἐπιτροπῆς δὲν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν,
457ἀλλὰ πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν. Ἐὰν δὲ θέλωμεν νὰ προβῶμεν
458εἰς συζήτησιν καὶ ψηφοφορίαν περὶ τῆς συμβάσεως, πρέπει ἡ
459σύμβασις ἀναγκαίως νὰ ὑπογραφῇ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐ-
460σωτερικῶν καὶ τοῦ μετ’ αὐτοῦ συμβαλλομένου, ὅτε θέλει ἔλθει
461εἰς ψηφοφορίαν τὸ Νομοσχέδιον εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν.
462§81ΔΟΥΜΑΣ. Παρατηρῶ, ὅτι εἰς τὰ 1873, ὅτε παρουσιάσθη ἡ
463σύμβασις περὶ κτηματικῆς Τραπέζης, ἐγένοντο τροποποιήσεις,
464καὶ πραγματικαί.
465§82ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Νομίζω, ὅτι οἱ ὅροι, τοὺς ὁποίους ἀπῄτησεν
466ὁ ἐκ Μεσολογγίου ἀξιότιμος Βουλευτὴς, ὅπως ἐπιτραπῇ ἡ συ-
467ζήτησις ἐπὶ μιᾶς συμβάσεως, συντρέχουσιν ἐπὶ τοῦ προκειμέ-
468νου. Ἡ σύμβασις αὕτη φέρει τὰς ὑπογραφὰς τῶν συμβληθέν-
469των μερῶν, καί, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ὑπὸ τὸν τύπον τοῦτον ἀνε-
470γνώσθη εἰς πρώτην συζήτησιν καὶ ἐπεψηφίσθη. Ἂν δ’ ἡ Βουλὴ
471ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον, ἵνα παραπεμφθῇ τό τε Νομοσχέδιον καὶ ἡ
472σύμβασις εἰς μίαν Ἐπιτροπὴν, ὅπως βασανίσῃ αὕτη τὴν σύμβασιν
473καὶ ἐκφέρῃ γνώμην περὶ τοῦ ἂν ἡ σύμβασις συνετάχθη προσηκόν-
474τως καὶ ἂν ἡ σύστασις νέας Τραπέζης ἐν Ἑπτανήσῳ δὲν θέλῃ βλά-
475ψει τὸν λαὸν τὸν Ἑπτανησιακὸν, περὶ τοῦ ὁποίου ἡ Ἑλλὰς ὀφείλει
476ἰδιαζόντως νὰ φροντίσῃ, καὶ τοῦτο, νομίζω, δὲν ἐπέφερε τὴν ἀ-
477ναίρεσιν τῆς συμβάσεως, δὲν ἐπέφερε τὴν ἀπόῤῥιψιν τοῦ νομοσχε-
478δίου. Ἡ δ’ ἐπιτροπὴ, ἐπιληφθεῖσα τοῦ ἔργου καὶ ἐκφράσασα γνώ-
479μην περὶ τοῦ πῶς πρέπει νὰ συνταχθῇ ἡ σύμβασις, δὲν κατέστη-
480σε, νομίζω, τὴν σύμβασιν ἀνεπίδεκτον δευτέρας ἀναγνώσεως καὶ
481συζητήσεως. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐξέφρασε γνώμην ἰδίαν, ἥτις δὲν εἶνε
482οὔτε τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, οὔτε τῆς μειονοψηφίας, ἀλ-
483λὰ τῶν κυρίων Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν ἐπιτροπὴν
484τὰ δὲ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης διῃρέθησαν τὰς γνώμας. Ἡ
485δὲ Βουλὴ πιθανὸν νὰ μὴ παραδεχθῇ τὴν γνώμην οὔτε τῆς
486πλειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς, οὔτε τῆς μειονοψηφίας, ἀλλὰ
487νὰ κυρώσῃ τὴν σύμβασιν ὅπως ὑπεβλήθη. Ὅθεν δὲν βλέπω
488ποῦ στηρίζονται οἱ ἰσχυριζόμενοι, ὅτι δὲν ὑπάρχει σύμβασις, καὶ
489ὅτι ἡ γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς δύναται νὰ ἐπιφέρῃ ἄνευ συζητή-
490σεως τὴν ἀπόῤῥιψιν τοῦ νομοσχεδίου. Νομίζω δὲ, κύριοι, ὅτι ἡ
491Βουλὴ, ἵνα μὴ διακοπῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ,
492ἠδύνατο, ἂν ἤθελε, ν’ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν τῆς προκειμένης
493προτάσεως· ἀλλ’ αἱ ἐνστάσεις, αἱ ὁποῖαι προτείνονται ἤδη, δὲν
494εἶναι ἐκ τῶν δυναμένων νὰ προταθῶσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.
495Δύναται ἡ Βουλὴ νὰ πολεμήσῃ καὶ ἀποῤῥίψῃ τὴν πρότασιν,
496δέον ὅμως νὰ προταχθῇ ἡ περὶ αὐτῆς συζήτησις καὶ ἀπόφασις
497τῆς Βουλῆς, διότι ἐκ τῆς ἀναβολῆς τῶν τοιούτων ζητημάτων
498ἐπέρχονται σπουδαῖαι ζημίαι, καθόσον, ὡς γνωρίζετε, γίνονται
499ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πολλαὶ συναλλαγαὶ, ἀφετηρίαν ἔχουσαι
500τὴν ἐνδεχομένην ἔκβασιν τῶν τοιούτων προτάσεων, αἱ δὲ συν-
501αλλαγαὶ αὗται φέρουσαι τὸν χαρακτῆρα κυβείας, εἰσὶν ὠφέλιμοι
502διά τινας, ἀλλὰ καταστρεπτικαὶ δι’ ἄλλους. Δὲν κατακρίνω δὲ
503τοὺς ὑποστηρίζοντας, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ προβῶμεν εἰς τὴν
504ἐπιψήφισιν τῆς προκειμένης προτάσεως, χωρὶς νὰ προηγηθῇ εὐ-
505ρεῖα ἐπ’ αὐτῆς συζήτησις, διότι πρόκειται περὶ προτάσεως προσ-
506βαλλούσης κεκτημένα δικαιώματα. Νομίζω ὅμως, ὅτι ἠδύνατο
507νὰ συμβιβασθῇ τὸ διαιροῦν ἡμᾶς ζήτημα, ἐπιτρεπομένης συμ-
508φώνως πρὸς τὴν γενομένην ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἀπόφασιν, τῆς δευ-
509τέρας ἀναγνώσεως τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ συζητήσεως, ἀναβαλ-
510λομένης τῆς περὶ αὐτοῦ συζητήσεως εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν,
511ἥτις συζήτησις δέον νὰ ᾖναι σπουδαία καὶ ὅσον ἔνεστιν εὐρεῖα.
512Οὕτω, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, συμβιβάζεται τὸ δίκαιον, μετὰ
513τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ σώματος.
514§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐννοεῖτε τῆς ἀρχικῆς συμβάσεως;
515§84ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Μάλιστα.
516§85ΠΟΛΥΛΑΣ. Ἀξιότιμοι κύριοι Βουλευταὶ, ἐγὼ εἶπον ἐν ἀρχῇ
517καὶ ἔθεσα, οὕτως εἰπεῖν, ἐν καλῇ πίστει τὴν Βουλὴν, ὅτι θέλο-
518μεν νὰ κάμωμεν συζήτησιν καὶ εἰς τὴν αʹ. καὶ εἰς τὴν βʹ. ἀ-
519νάγνωσιν. Τὸ εἶπον καὶ δὲν δύναμαι νὰ πράξω διαφορετικὰ,
520διότι μεταξὺ τῶν ἄλλων, κύριοι, ἀποδίδεται πρόθεσις ὄχι ἁγνὴ
521ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Ἑπομένως ἔχω συμφέρον νὰ γείνῃ
522εὐρεῖα συζήτησις, καὶ ἤθελον παρακαλέσει ὅλους τοὺς ἀξιοτίμους
523Βουλευτὰς, τοὺς δυναμένους νὰ συζητήσωσι, νὰ λάβωσι τὸν λό-
524γον, ὅπως μὴ πάθωσιν, ὅπως λέγουσι, τὰ συμφέροντα τῆς Ἑπτα-
525νήσου. Ἑπομένως, κύριοι Βουλευταὶ, δὲν δύνασθε νὰ ἀρνηθῆτε
526τὴν συζήτησιν ἐπὶ ἀντικειμένου τόσον σπουδαίου. Ἐπειδὴ δὲ
527ἐγένετο λόγος περὶ κυβείας, ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι μόνη ἡ πρώ-
528τη συζήτησις ὕψωσεν ἀρκούντως τὰς μετοχὰς τῆς Πιστωτικῆς.
529§86ΦΛΩΡΙΑΣ. Ὀλίγα, κύριοι, θέλω προσθέσει εἰς ὅσα εἶπον οἱ
530προλαλήσαντες. Ὅταν προεκάλεσα τὴν συζήτησιν τοῦ ἀντι-
531κειμένου τούτου ἐν τῇ Βουλῇ, εἶχον ὑπ’ ὄψιν μου τὰς δυσχε-
532ρείας, εἰς τὰς ὁποίας ἤθελεν εὑρεθῇ ἅπασα ἡ κοινωνία τῆς Ἑπτα-
533νήσου κατὰ τὴν 9 Ἀπριλίου, καὶ ἐνόμιζον, ὅτι ὡς ἐκ τῆς θέσεώς
534μου ὤφειλον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ κοι-
535νοβουλίου ἐπὶ τῶν περιστάσεων ἐκείνων, πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ
536ἀναγκασθῇ νὰ μὴν ἀφήσῃ τὴν κοινωνίαν ἐκείνην νὰ μὴ γινώ-
537σκῃ εἰς ποίαν θέσιν εὑρίσκεται.
538§87ΠΟΛΥΛΑΣ. Τοῦτο τὸ εἴπομεν ἡμεῖς πρότερον.
539§88ΦΛΩΡΙΑΣ. Αὐτὸς εἶνε ὁ λόγος, κύριε Πρόεδρε, διὰ τὸν ὁ-
540ποῖον προεκαλέσαμεν τὴν συζήτησιν. Ἀλλὰ ὁ συνάδελφός μου
541κ. Πολυλᾶς φρονεῖ, ὅτι ἡ σύμβασις ἡ ὁποία συνετάχθη, καὶ πι-
542στεύω, ὅτι εἰλικρινῶς ἐξέφρασε τοῦτο, δὲν ἐπιτυγχάνει τοὺς
543σκοποὺς, τοὺς ὁποίους ἐπιθυμεῖ ἡ Ἑπτάνησος, καὶ ἰδιαιτέρως
544ἡμεῖς οἱ ἀπὸ κοινοῦ συσκεφθέντες καὶ συνεργασθέντες· προέτεινεν
545ὅθεν τὴν διακοπὴν τῆς συζητήσεως καὶ τὴν παραπομπὴν τοῦ
546ἀντικειμένου τούτου εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς Βουλῆς. Ὁ κ. Πα-
547λυλᾶς καὶ ἡ Βουλὴ σήμερον ἔχει ὑπ’ ὄψιν μίαν σύμβασιν, τὴν
548φέρουσαν τὰς ὑπογραφὰς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ
549τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης. Αἱ κραυγαὶ τοῦ
550κ. Πολυλᾶ ἐξήγειραν τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, καὶ ἡ Βουλή,
551μὴ θελήσασα νὰ ψηφίσῃ νόμον, εἰς ὃν δὲν κατέβαλε τὴν προσ-
552ήκουσαν προσοχήν, ἐδέχθη τὴν πρότασιν περὶ παραπομπῆς τοῦ
553τε νόμου καὶ τῆς συμβάσεως αὐτῆς εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἥτις
554ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὸν νόμον, ὃν αὐτὸς ὁ κ. Πολυλᾶς ἐνόμι-
555σεν ἀναγκαῖον νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλήν, τὸν ἀφορῶντα εἰς τὴν
556Ἰονικὴν Τράπεζαν, καὶ δι’ οὗ ζητεῖ τὴν κατάργησιν αὐτῆς. Ἀ-
557νεγνώρισε λοιπὸν ἡ Βουλή, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ ἐπεξεργασθῇ ἡ ἐ-
558πιτροπὴ σπουδαῖον Νομοσχέδιον· οὐδὲν ὅθεν εἶναι τὸ παράδο-
559ξον, οὐδὲν τὸ ἀντιφατικὸν εἰς τὴν πορείαν τῆς Βουλῆς, ἐὰν ἡ
560σύμβασις ἐκείνη ἔλαβε τροποποιήσεις τινάς. Καὶ οἱ λόγοι τοῦ
561ἀξιοτίμου ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν
562σύμβασιν αὐτὴν θὰ ἦταν ἰσχυρότεροι, ἐν ᾗ περιπτώσει ἐπρό-
563κειτο περὶ συμβάσεως γενομένης μεταξὺ προσώπων μὴ παρόν-
564των ἐν τῇ Βουλῇ. Βεβαίως σύμβασις τοιαύτη, ὑποβαλλομένη
565εἰς κοινοβούλιον, δὲν ἐπιδέχεται συζήτησιν, διότι ἡ Βουλὴ
566δὲν δύναται νὰ συζητῇ ἐπὶ ὑποθέσεων. Ἀλλ’ ἔχομεν ἤδη,
567κύριοι Βουλευταὶ, ὅλα τὰ στοιχεῖα, ἔχομεν τὴν ἀρχικὴν σύμ-
568βασιν, ἔχομεν τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς· ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ
569διευθυντὴς τῆς Τραπέζης εἶναι ἐνταῦθα, καὶ γνωρίζουσι καὶ ἀ-
570πεδέχθησαν τὰς τροποποιήσεις, δὲν πιστεύω δὲ νὰ ἀρνηθῶσιν
571αὐτάς. Ἑπομένως ζητοῦντες οἱ ἀντιλέγοντες ἵνα ὁ νόμος ἀνα-
572συζητηθῇ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, δὲν σκοποῦσιν εἰς ἄλλο, ἢ νὰ
573ματαιώσωσι νόμον, ὁ ὁποῖος ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς ἀνάγκας
574τόπου, ὅστις εἶναι ἄξιος τῆς μερίμνης τῆς Βουλῆς· Ὅ,τι ζη-
575τεῖται διὰ τοῦ νόμου τούτου εἶναι ἡ ἀνόρθωσις τῆς πίστεως,
576τὴν ὁποίαν δέον νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν ἡ Βουλή, διότι εἶναι ἀνάγκη
577πράγματι νὰ παύσῃ ἡ κυβεία, ἥτις ἤρχισε νὰ παίζεται ἐφ’
578ὅσον τὸ ζήτημα εἶναι ἐκκρεμές· δι’ ὃ ἡ κοινωνία ἔχει δίκαιον
579νὰ ταράττηται, διότι δὲν γνωρίζει ποίαν τύχην θὰ λάβῃ ἡ
580περιουσία της. Τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης αἱ ἐργασίαι ἔληξαν πρὸ
581πολλοῦ, κατὰ τὸν νόμον δὲ τὸν ὑποβεβλημένον ὑπὸ τοῦ κυ-
582ρίου Πολυλᾶ πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς καταργήσεως, ἡ Τράπεζα
583δὲν θέλει ἐξακολουθήσει ἐργασίας τραπεζικὰς, ἀλλὰ μόνον ἐρ-
584γασίας ἐκκαθαρίσεως, καὶ αὐτὸ θὰ ἦναι μεγίστη καταστροφή.
585Διὰ τοῦτο, κύριοι, θὰ παρακαλέσω νὰ ἐπιτραπῇ ἡ συζήτησις
586εἰς βʹ. ἀνάγνωσιν.
587§89Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Θαυμάζω τῷ ὄντι πῶς γίνεται τόσος λό-
588γος περὶ ἀναγνώσεως νομοσχεδίου. Ἐὰν ὁ σκοπὸς τοῦ Συντάγ-
589ματος ἦτο ν’ ἀναγινώσκωνται τὰ Νομοσχέδια, ἤθελον ἐννοή-
590σει τοὺς προβάλλοντας ἤδη τὴν ἔνστασιν αὐτήν. Ἀλλὰ τὸ Σύν-
591ταγμα ὁρίζει ῥητῶς, ὅτι ὅλα τὰ νομοσχέδια ὀφείλουν νὰ ὑπο-
592βάλλωνται εἰς τὴν βάσανον τῆς συζητήσεως τρίς. Καὶ ὅταν
593τὸ Σύνταγμα καθιέρωσεν αὐτὴν τὴν ἀρχὴν, ἔχει καὶ λόγον
594σπουδαῖον, διότι ἐκ τῆς εὐρύτητος τῆς συζητήσεως, κατὰ τρεῖς
595μάλιστα διαφόρους ἡμέρας, ἤθελε δοθῆ καιρὸς εἰς τὸ νὰ δια-
596φωτισθῶσιν ὅλα τὰ ζητήματα τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ
597διαφωτισθῶσιν εἰς μίαν καὶ μόνην συζήτησιν. Δὲν περιελήφθη
598ἡ διάταξις αὕτη τοῦ Συντάγματος ἐν αὐτῷ ἁπλῶς καὶ ὡς
599ἔτυχε, διὰ νὰ προβάλληται ὡς ἔνστασις, ὅτι τὸ νομοσχέδιον
600δύναται νὰ ἀναγνωσθῇ πολλάκις. Ἀπορῶ μάλιστα πῶς ὁ κ.
601Πρωθυπουργὸς —καὶ τοῦτο τεκμηριοῖ ἔτι μᾶλλον, ὅτι τὰς συ-
602ζητήσεις τῆς Βουλῆς δὲν διευθύνει ἡ Κυβέρνησις — ἐπρότεινεν,
603ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν πρέπει ν’ ἀναγνωσθῇ εἰς βʹ ἀνάγνω-
604σιν, ἐνῷ τὸ νομοσχέδιον δὲν ἀναγινώσκεται, ὡς προεῖπον, ἀλλὰ
605συζητεῖται. Ἐπίσης ἀπορῶ πῶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνή-
606σεως ὑπεστήριξεν, ὅτι ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου συζητοῦνται
607καὶ τροπολογοῦνται ἄρθρα συμβάσεως.
608§90ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὑπεστήριξα ἐγὼ τοῦτο; ἔχετε
609λάθος.
610§91Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐὰν δὲν τὸ εἴπετε, τὸ ἀπευθύνω πρὸς
611ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τὸ εἶπον. Αἱ συμβάσεις δὲν εἶναι ἢ συμβό-
612λαια ὑπογραφόμενα παρὰ τῶν συμβαλλομένων μερῶν. Τὸ ἓν
613τῶν συμβαλλομένων μερῶν νῦν εἶναι ἡ Κυβέρνησις, τὸ ἕτερον
614ἡ Πιστωτικὴ Τράπεζα. Ἡ σύμβασις αὕτη ἦλθε διὰ τοῦ νομο-
615σχεδίου, ὡς σᾶς εἶπεν ὁ κ. Τρικούπης, ἡ δὲ Βουλὴ μόνον ἐν
616τῷ Νομοσχεδίῳ δύναται νὰ φέρῃ τροποποιήσεις, ὄχι δὲ εἰς τὴν
617σύμβασιν. Εἰς τὴν σύμβασιν τροποποιήσεις δὲν γίνονται, γίνε-
618ται συζήτησις, καὶ ἂν δὲν παραδεχθῇ ἡ σύμβασις, παραπέμ-
619πεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως συνεννοηθῇ μετὰ τοῦ συναλ-
620λαττομένου, ἐὰν ὑποκύψῃ εἰς τὰς τροποποιήσεις, ἃς ἐθεώρη-
621σεν ἀναγκαίας νὰ προβάλῃ ἡ Βουλή. Ἀλλ’ εἰς τὴν προκει-
622μένην περίστασιν τί ἔχομεν, κ. Πρόεδρε; ἔχομεν ἐντελῶς νέαν
623σύμβασιν, καὶ ἐγὼ τοὐλάχιστον, ἀκολουθῶν τὴν συζήτησιν, ὀ-
624φείλω νὰ πεισθῶ, ἐὰν πρέπῃ νὰ ἦμαι ὑπὲρ τῆς μιᾶς ἢ τῆς
625ἑτέρας γνώμης, ἐκ τῆς συζητήσεως.
626Τί βλέπω ὅμως εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς, εἰς ἣν πα-
627ρεπέμψαμεν τὴν σύμβασιν; Ἡ ἐπιτροπὴ εἰς τὴν ἔκθεσίν της,
628ἀρχομένη, λέγει· «Ἡ ὑποβληθεῖσα σύμβασις ἔχει ἐλλείψεις, αἱ
629ὁποῖαι πρέπει νὰ διορθωθῶσι πρὶν ἢ ὑποβληθῇ εἰς τὴν κύρωσιν
630τοῦ νομοθετικοῦ σώματος.» Αὐτὰ λέγει ὁ κ. Σκουζὲς, αὐτὰ
631λέγει ὁ κ. Φλωριᾶς, οἱ ὑποστηρίζοντες σήμερον, ὅτι πρέπει νὰ
632παραδεχθῶμεν τὴν σύμβασιν αὐτὴν εἰς βʹ μάλιστα ἀνάγνωσιν,
633ἀφοῦ αὐτοὶ οἱ ἴδιοι διὰ τῆς προτάσεώς των ῥητῶς λέγουν
634ὅτι «Τὰ ἄρθρα 1, 8, 10, 12, 16, 17 κλπ. πρέπει νὰ τροπο-
635ποιηθῶσι» καὶ λέγουν, ὅτι πρὶν ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ἡ
636σύμβασις πρέπει νὰ διορθωθῇ. Ἤδη λέγουν: αὐτὴν τὴν σύμβα-
637σιν ἡμεῖς τὴν ἐμελετήσαμεν, καὶ πρέπει νὰ τὴν παραδεχθῆτε
638εἰς βʹ ἀνάγνωσιν. Δὲν ἐννοῶ τοῦτο, διότι οὕτω δεσμεύεται ἡ
639ἐλευθερία τοῦ Βουλευτοῦ, τὴν ὁποίαν ἀνέγραψε τὸ Σύνταγμα.
640Δὲν ἔπρεπε λοιπὸν νὰ διακόψωμεν τὴν συζήτησιν τοῦ
641προϋπολογισμοῦ, διότι ἔχω δι’ ἐλπίδος, ὅτι τὰ ζητήματα
642ταῦτα θὰ συμβιβασθῶσιν ἐκ τῆς μελέτης καὶ τῆς συζητήσεως,
643ἥτις θὰ γείνῃ ἐν τῇ Βουλῇ, διότι ὅλοι ἔχομεν τὸ αὐτὸ συμφέ-
644ρον εἰς τὸ νὰ ὑποστηρίξωμεν τὰ δικαιώματα μιᾶς ὁλοκλήρου
645χώρας, ὁποία εἶναι ἡ Ἑπτάνησος, καὶ ἂς μὴ παρουσιάζωνται
646οἱ κύριοι Ἑπτανήσιοι νὰ λέγουν ὅτι πρόκειται περὶ τῆς
647Ἑπτανήσου, διότι καὶ ἡμεῖς ἔχομεν ἐνδιαφέρον καὶ καθῆκον
648νὰ ὑποστηρίξωμεν τὰ συμφέροντα τῶν νήσων. Παρακαλῶ λοι-
649πόν, ὅπως ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ,
650διότι αὕτη ἡ συζήτησις θὰ καταστρέψῃ καὶ τὴν σημερινὴν ἡ-
651μέραν καὶ τὴν Δευτέραν, διότι προκύπτουν σπουδαῖα ζητήματα.
652§92ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Τῷ ὄντι, κύριοι, δύω ζητήματα προκύπτουν
653σήμερον, ἡ σύμβασις, εἰς τὴν ὁποίαν ἐπῆλθον τροπολογίαι, μὴ
654ὑπογραφεῖσαι μὲν ὑπὸ τῶν συμβαλλομένων μερῶν, ἀλλὰ καὶ
655μὴ ἀποκηρυχθεῖσαι ὑπ’ αὐτῶν· ἄρα δύνανται νὰ θεωρηθοῦν ὡς
656παραδεδεγμέναι παρὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὑπὸ τοῦ διευθύ-
657νοντος τὴν Τράπεζαν· ἀλλ’ αὐτὸ ἴσως εἶναι τὸ γενικώτερον
658τῶν ζητημάτων. Ἀλλ’ ἔρχεται τὸ δεύτερον, τὸ ὁποῖον εἶναι
659τὸ σπουδαιότερον. Προὐτάθη, κύριοι, ἐὰν ἦναι δυνατὸν, ἡ Βουλὴ
660νὰ ἀποφασίσῃ, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ ἡ δευτέρα ἀνάγνωσις ἑνὸς
661νομοσχεδίου, καὶ πλέον οὔ· τοῦτο, κατ’ ἐμὲ, εἶναι ἀντισυνταγ-
662ματικόν. Κατὰ μέγα μέρος ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς ἐκ Καλα-
663βρύτων ἐξήντλησε τὸ θέμα, ἀλλ’ ἐπιτρέψατέ μοι καὶ ἐγὼ νὰ
664συζητήσω τὸ θέμα τοῦτο.
665Ἐπειδὴ, κύριοι, παρακολουθοῦμεν κατὰ πόδας τὴν χρῆσιν
666τῶν Ἀγγλικῶν Βουλῶν, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω δύο λέ-
667ξεις. Ἡ πρώτη συζήτησις ὀνομάζεται ἁπλῶς ἀνάγνωσις, εἰς
668αὐτὴν δὲν γίνεται οὐδεμία παρατήρησις ἢ τροπολογία· ἡ δευ-
669τέρα συζήτησις εἶναι ἡ σπουδαία, διότι τότε μόνον ἐπιτρέπον-
670ται ἔγγραφοι τροπολογίαι· εἰς τὴν τρίτην δὲν ἐπιτρέπονται
671ἔγγραφοι τροπολογίαι. Τὸ νὰ εἴπωμεν λοιπὸν, ὅτι δεχόμεθα
672νὰ γείνῃ ἁπλῆ ἀνάγνωσις καὶ ἄνευ συζητήσεως κατὰ τὴν δευ-
673τέραν συζήτησιν, αὐτὸ εἶναι ἀντισυνταγματικόν. Ἑπομένως
674καὶ ἐγὼ, μολονότι ἐπιθυμῶ νὰ ἐκτελεσθῇ ἡ σύμβασις, ἀλλὰ
675δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ ἁπλῆ ἀνάγνω-
676σις ἤδη, καὶ κατόπιν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν
677καὶ συζήτησιν. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον προτείνω νὰ ἀναβληθῇ ἡ
678συζήτησις.
679§93ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Πρωθυπουργός.). Κύριοι, ἐνώπιον τῆς
680Βουλῆς ὑφίσταται ἐκκρεμὲς τὸ νομοσχέδιον καὶ ἡ σύμβασις
681ἡ ἀρχικὴ, καὶ ἡ συζήτησις γίνεται ἐπ’ αὐτοῦ ὅπως ὑπεβλήθη·
682ἐγένοντο δὲ προτάσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐπηρεάζουν διόλου.
683Δὲν πρόκειται λοιπὸν νὰ συζητηθῇ σήμερον ἡ νέα πρότα-
684σις τῆς ἐπιτροπῆς, διότι αὐτὴ εἶναι τροπολογία, πρό-
685κειται νὰ συζητηθῇ ἡ ἀρχικὴ σύμβασις καὶ τὸ ἀρχικὸν νομο-
686σχέδιον. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει ἀπόλυ-
687τον τὸ δικαίωμα νὰ δεχθῇ τροποποιήσεις ἄρθρων τινῶν, καὶ
688ἐπὶ τῷ ὅρῳ αὐτῷ τῆς παραδοχῆς αὐτῶν καὶ ἐκ τῶν
689μερῶν, μένει εἰς τοὺς ὑπογράψαντας τὴν σύμβασιν τὸ δι-
690καίωμα νὰ παραδεχθῶσιν αὐτὰς ἢ ὄχι. Βεβαίως οὐδεὶς δύ-
691ναται, κύριοι, νὰ ἐπιβάλῃ τὴν ὑποχρέωσιν εἰς τὴν Βουλὴν ἢ τοὺς
692Βουλευτὰς νὰ μὴ συζητήσωμεν ἐν πλάτει τὴν σύμβασιν· ἀλλὰ
693περὶ τούτου δὲν πρόκειται. Ὅταν κατ’ ἀρχὰς ὡμίλησα, ἀνε-
694φέρθην εἰς τὴν ἑκουσίαν συγκατάθεσιν τῶν Βουλευτῶν· εἶπον,
695ὅτι πρόκειται περὶ συμφερόντων σπουδαίων μεγίστης με-
696ρίδος τῶν συμπολιτῶν μας, ἐπὶ τοσοῦτον σπουδαίων, ὥστε
697οἱ ἐνδιαφερόμενοι μὲ ἠνάγκασαν νὰ ἐργασθῶ καὶ ἀσθενοῦντα
698ἔτι· τὰ πράγματα ἐβάδιζον ἡσύχως καὶ καλῶς, ὅτε οἱ ἀντι-
699πρόσωποι τῆς Ἑπτανήσου παρουσιάσθησαν πρός με καὶ μοῦ
700ὡμίλησαν περὶ τῆς τραπέζης τῆς Ἰονικῆς, καὶ ἐντεῦθεν προῆλ-
701θε καὶ ἡ ἰδέα τῆς προκειμένης συμβάσεως. Εἶναι λοιπὸν
702ἔργον καθαυτὸ τῶν Ἑπτανησίων Βουλευτῶν, εἶναι ἀπόῤῥοια
703τῆς ἐπιμόνου αἰτήσεως τούτων, καὶ ὡς τοιαύτη παρου-
704σιάσθη εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ δὲν πρέπει νὰ μὴ λάβῃ τὸ πέρας
705αὐτῆς. Σήμερον πρόκειται νὰ ἀποφασίσητε ἐπὶ τῆς ἀρχικῆς
706συμβάσεως καὶ τοῦ νομοσχεδίου, νὰ παραδεχθῆτε ἢ ἀποῤῥί-
707ψητε τὰς προτάσεις τῆς ἐπιτροπῆς ὡς τροπολογίας, καὶ ὄχι ὡς
708κυρίαν σύμβασιν. Μένει δὲ εἰς ὑμᾶς, ἐὰν θέλητε, νὰ ἀναβά-
709λητε τὴν συζήτησιν τὴν σπουδαίαν καὶ τὴν ἐκτεταμένην εἰς
710τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν. Τὸ κατ’ ἐμὲ, κύριοι, σᾶς εἶπον ἐξ ἀρχῆς,
711ἐκτιμῶν τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου ἐκείνου καὶ πιστεύων, ὅτι
712οὐδὲν θέλει συμβῆ ἄτοπον, ἂν ἐπιφυλαχθῶμεν εἰς τὴν τρίτην
713ἀνάγνωσιν τὴν συζήτησιν τὴν εὐρεῖαν, συγκατετέθην νὰ μετα-
714βληθῇ ἡ ἡμερησία διάταξις· ἀλλ’ ἤθελεν εἶσθαι ἄτοπον καὶ ἐπι-
715βλαβὲς, ἂν ἡ συζήτησις αὐτὴ διακόψῃ ἐπὶ πολὺ τὴν συζήτη-
716σιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ κύριον, τὸ σπου-
717δαῖον καὶ οὐσιῶδες ἔργον καὶ ἡμῶν καὶ τῆς Βουλῆς.
718§94ΖΑΪΜΗΣ. Ὅ,τι λαμβάνει χώραν πρὸ μιᾶς ὥρας, ἀποδει-
719κνύει, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ γείνῃ μεταβολὴ τῆς ἡμερησίας δια-
720τάξεως· ἀλλ’ ἐγένετο, καὶ ὀφείλομεν νὰ ὑποταχθῶμεν εἰς τὴν
721πλειονοψηφίαν. Ἐλέχθησαν πολλὰ περὶ τοῦ ἀδυνάτου τῆς συ-
722ζητήσεως τῆς συμβάσεως, διότι παρουσιάσθη τοιαύτη φέρουσα
723τὰς ὑπογραφὰς τῶν συμβαλλομένων μερῶν, χωρὶς τὰ συμβαλ-
724λόμενα μέρη νὰ ἔθηκαν αὐτάς. Νομίζω, ὅτι ἡ παράλειψις
725αὕτη δὲν εἶναι οὐσιῶδες γεγονὸς, δυνάμενον νὰ παρακωλύσῃ
726τὴν Βουλὴν εἰς τὴν πρόοδον τοῦ ἔργου της. Ἡ σύμβασις, ἥτις
727παρουσιάσθη ἐπιδιορθωμένη, δὲν εἶναι βεβαίως ἡ σύμβασις ἡ
728ὑπογραφεῖσα μεταξὺ τῶν συμβαλλομένων μερῶν, ἀλλ’ εἶναι
729ἡ γνώμη τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ ὡς τοιαύτη δὲν
730δύναται νὰ ἐκληφθῇ εἰμὴ ὡς τροπολογία· αἱ τροπολογίαι δὲ
731συζητοῦνται κατὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν διαφόρων ἄρθρων τῆς
732συμβάσεως ἢ τοῦ νομοσχεδίου, εἰς τὸ ὁποῖον ἀναφέρονται. Ἂν
733λοιπὸν ἡ σύμβασις ἢ ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς δὲν περιεβλήθη
734μὲ τὰς συνήθεις διατυπώσεις, τοῦτο, ὑποστηρίζω, δὲν εἶναι λό-
735γος, ὥστε νὰ παρακωλύσῃ τὴν περαιτέρω συζήτησιν κατὰ τὴν
736βʹ ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλ’ εὑρίσκω ἄλλον ἰσχυρό-
737τερον, διὰ νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις· κατὰ τὴν βʹ ἀνάγνωσιν
738δὲν ἠμπορεῖ νὰ παρακωλυθῇ ἡ συζήτησις, ἀλλὰ διὰ νὰ γείνῃ
739τοῦτο, οἱ κύριοι Βουλευταὶ οἱ ἐπιθυμοῦντες νὰ ὁμιλήσωσι πρέ-
740πει νὰ δηλώσωσιν, ὅτι παραιτοῦνται τοῦ δικαιώματος τούτου
741κατὰ τὴν βʹ ἀνάγνωσιν καὶ ἐπιφυλάσσονται νὰ πράξωσι τοῦτο
742κατὰ τὴν γʹ ἀνάγνωσιν· κατὰ τὰ προαγγελθέντα δὲ ἡ συζή-
743τησις αὕτη δὲν θέλει διαρκέσει μόνον σήμερον, ἀλλὰ θέλει
744καταναλωθῆ δι’ αὐτὴν καὶ ἡ δευτέρα. Ἀλλ’ ἐρωτῶ τὴν Βου-
745λὴν, ἀφοῦ δι’ ἀποφάσεώς της διέκοψεν ὄχι συζήτησιν, ἀλλὰ
746διέκοψε λόγον, τὸ ὁποῖον, κατ’ ἐμὲ, εἶναι παρ’ ἡμῖν πρωτοφανὲς,
747ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν, εἶναι εὐπρεπὲς, χάριν τῆς συμβάσεως, νὰ
748παραλείψῃ τὸ μεγαλείτερον καὶ ὑψηλότερον τῶν καθηκόντων
749της, ἤτοι τὴν γενικὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ;
750Καὶ οἱ ἐνδιαφερόμενοι ὑπὲρ τῆς ταχείας περαιώσεως τῆς συμ-
751βάσεως καὶ οἱ μὴ ἐνδιαφερόμενοι πρέπει νὰ ὁμολογήσουν, ὅτι
752διατελοῦμεν ὑπὸ κρίσιν, ὁ δὲ τόπος ἔχει μέγα συμφέρον νὰ
753λυθῇ τὸ ταχύτερον τὸ ζήτημα τοῦτο. Ὅσον δὲ μέγα καὶ ἂν
754ἦναι τὸ συμφέρον τῆς ἐπικυρώσεως τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς
755πιστωτικῆς τραπέζης, τὸ συμφέρον αὐτὸ πρέπει νὰ ὑποκύψῃ
756εἰς τὸ μεγαλείτερον συμφέρον, ὅπερ εἶναι νὰ ἐξέλθῃ ὁ τόπος
757τὸ ταχύτερον τῆς κρίσεως, εἰς ἣν διατελεῖ, διότι ἡ κρίσις
758αὕτη ἐξακολουθεῖ ἐπὶ τοσοῦτον καιρὸν καὶ θέλει παραλύσει τὴν
759ἐπικράτειαν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει πράξει ἔρ-
760γον φρόνιμον ἀπέναντι τῆς ἐπιμονῆς τῶν ζητούντων νὰ συζη-
761τήσωσιν ἐν ἐκτάσει καὶ ἐπὶ μακρὸν τὴν σύμβασιν ταύτην,
762θέλει πράξει, λέγω, φρόνιμον ἔργον νὰ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν
763τῆς συμβάσεως μετὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολο-
764γισμοῦ.
765§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις διὰ τὴν ἀνα-
766βολὴν, καὶ ἑπομένως ἀναβάλλεται.
767Ὁ κ. Τρικούπης θέλει ἐξακολουθήσει τὸν λόγον.
768§96ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κύριοι, ἐξέθηκα χθὲς τὴν γνώμην μου περὶ τῶν
769ἐξωτερικῶν καὶ τῶν ἐσωτερικῶν πραγμάτων τοῦ Κράτους ἐν
770τῇ σχέσει αὐτῶν πρὸς τὸν προϋπολογισμόν. Ἔρχομαι δὲ ἤδη
771νὰ ἐξετάσω τὸν προϋπολογισμὸν ὑπὸ τὴν οἰκονομικὴν αὐτοῦ
772ἔποψιν, νὰ ἐξετάσω τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους,
773νὰ ἐξετάσω τὰς προτάσεις τῆς Κυβερνήσεως περὶ τοῦ τρόπου,
774καθ’ ὃν ὀφείλομεν νὰ διαῤῥυθμίσωμεν τὰ οἰκονομικὰ διὰ τὸ
775τρέχον ἔτος.
776Καὶ πρῶτον ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν, ὁποία σήμερον ἡ οἰ-
777κονομικὴ κατάστασις τοῦ τόπου, ὁποία ἡ κληροδοσία τοῦ πα-
778ρελθόντος, ὁποῖαι αἱ ἐνδείξεις τοῦ παρελθόντος περὶ τῶν πι-
779θανοτήτων, ἐφ’ ὧν ὀφείλομεν νὰ στηρίξωμεν τὴν οἰκονομικὴν
780πολιτικὴν τοῦ τρέχοντος ἔτους. Ὡς πρὸς ταῦτα οὔτε τὰς ἰδέας
781τῶν αἰσιοδόξων ἀσπάζομαι, οὔτε τὰς ἰδέας τῶν ἀπαισιοδό-
782ξων. Φρονῶ, ὅτι, νομοθετοῦντες ἐν τῇ Βουλῇ, δὲν ἐπιτρέπεται
783νὰ ἐπηρεαζώμεθα ὑπὸ τοιούτων αἰσθημάτων· ὀφείλομεν ἐν ψυ-
784χρότητι νὰ μελετῶμεν τὴν ἀλήθειαν τῶν πραγμάτων, καὶ ἡ
785ἀλήθεια τῶν πραγμάτων ἐν συνόλῳ οὔτε αἰσία οὔτε ἀπαισία
786δύναται νὰ ἦναι. Θὰ ἴδωμεν καὶ τὰ αἴσια, θὰ ἐξετάσωμεν καὶ
787τὰ μὴ αἴσια, καὶ ἐκ τοῦ συνόλου θὰ ἀρυσθῶμεν τὰς πεποιθή-
788σεις, ἐφ’ ὧν ὀφείλομεν νὰ στηρίξωμεν τὴν ψῆφον ἡμῶν. Ἡ
789περὶ αἰσιοδοξίας καὶ ἀπαισιοδοξίας γνώμη δὲν εἶναι ἁπλῆ
790ἰδέα, ῥιπτομένη ἐν τῷ κοινοβουλίῳ· ἡ γνώμη αὕτη ἀφορᾷ καὶ
791εἰς ἀποτελέσματα. Τὴν αἰσιοδοξίαν προέταξαν εἰς τὸ κοινο-
792βούλιον, ἵνα ἐπὶ ταύτης στηρίξωσι τὰς προτάσεις, τὰς ὁποίας
793οἱ αἰσιοδοξοῦντες ὑπέβαλον περὶ ὑπερόγκων δαπανῶν. Ἂν τὰ
794πράγματα τὰ οἰκονομικὰ ἔχωσι τὸν χαρακτῆρα, ὃν ἀπέδωκεν
795εἰς αὐτὰ ὁ κύριος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸς χθὲς λαλή-
796σας ἐν ὀνόματι τῆς Κυβερνήσεως, ἀδικαιολόγητος θὰ ἦτο ἡ
797διεγερθεῖσα παρὰ τῷ κοινῷ γενικὴ γνώμη, ὅτι ὀφείλομεν νὰ
798προβῶμεν εἰς ῥιζικὰς μεταβολὰς τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κρά-
799τους. Ὁ κύριος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸς χθὲς ἀπέδειξεν
800εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ, ὡς εἶπεν, ἀπέδειξεν ἐπὶ ἐπισήμων δεδο-
801μένων μὴ ἐπιδεχομένων ἀντίῤῥησιν, ὅτι τὸ ἰσοζύγιον κατορ-
802θοῦται, καὶ κατορθοῦται ἄνευ θυσιῶν σπουδαίων, κατορθοῦται
803διὰ τῆς πολιτικῆς, ἥτις διέπει τὰ βήματα τῆς Κυβερνήσεως.
804Τοῦτο ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν· ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν τοὺς
805ἀριθμοὺς, τοὺς ὁποίους ὁ κ. ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἀ-
806νέφερε, διότι ἂν οἱ ἀριθμοὶ οὗτοι ἔχωσι τὸ κῦρος, τὸ ὁποῖον
807ἠθέλησε ν’ ἀποδώσῃ εἰς αὐτοὺς, ἡμεῖς ὀφείλομεν νὰ ὑποχωρή-
808σωμεν εἰς τὴν γνώμην ἐκείνων. Ἔφερεν ὁ κύριος ἐπὶ τῶν Οἰ-
809κονομικῶν ὑπουργὸς πίνακας ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, καὶ ἐπὶ τῶν
810πινάκων τούτων στηριζόμενος, ἀπέδειξεν, ὅτι τὸ ἔλλειμμα τοῦ
8111879 εἶναι ἐλάχιστον, ἐνῷ ἡ ἀντιπολίτευσις διὰ τῶν ἀντι-
812προσώπων αὐτῆς ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶχε
813προηγουμένως ἀποδείξει ἐπὶ τῶν ἰδίων αὐτῆς πληροφοριῶν
814στηριζομένη, ὅτι τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1879 ἦτο ἀνώτερον τῶν 14
815ἑκατομμυρίων, καὶ σχεδὸν 15 ἑκατομμυρίων. Τίς ἡ ὀφειλομέ-
816νη πίστις εἰς τὰς πληροφορίας τῆς ὑπηρεσίας; Ἐδῶ στρέφεται
817τὸ ζήτημα, διότι ἂν αἱ πληροφορίαι τῆς ὑπηρεσίας ἦναι τοι-
818αῦται, ὁποίας τὰς παρέστησεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν,
819ὅστις ἔλεγεν ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἀντίῤῥησις εἰς αὐτὰς, ἕπε-
820ται, ὅτι καὶ τὰ συμπεράσματα τοῦ ὑπουργείου εἶναι ὀρθά.
821Ἀλλ’ ἔχομεν τὰ μέσα νὰ ἐλέγξωμεν τὰς πληροφορίας
822τῆς ὑπηρεσίας, διότι ἡ ὑπηρεσία δὶς ἤδη παρέστη ἐνώπιον τῆς
823Βουλῆς. Ὁ πρώην ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸς ἔφερε καὶ
824ἰδίαν αὑτοῦ γνώμην, ἔφερε καὶ πίνακας· παρέστη χθὲς καὶ ὁ
825νῦν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸς, φέρων καὶ αὐτὸς γνώμην
826καὶ πίνακας. Ἂς παραβάλωμεν ταῦτα πρὸς ἄλληλα, οὐχὶ
827μόνον τὰς γνώμας τῶν δύο ὑπουργῶν, οὐχὶ μόνον τοὺς πί-
828νακας τῆς ὑπηρεσίας κατὰ τὰς δύω ταύτας διαφόρους περι-
829στάσεις, ἀλλ’ ἂς παραβάλωμεν πρὸς τὴν γνώμην τοῦ πρώην
830Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τὴν ἐτυμηγορίαν τῶν πραγμάτων.
831Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς, ὁ πρώην, εἶχεν εἰπεῖ,
832ὅτι ἐστήριξε τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων τοῦ 1880 ἐπὶ
833τοῦ μέσου ὅρου τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν τριῶν τελευταίων
834ἐτῶν. Ἰδοὺ ἀκριβῶς τί εἶπεν: (Ἀναγινώσκει,) «Τὰ προϋπολο-
835»γισθέντα ποσὰ κατ’ ἄρθρον καὶ κεφάλαιον προσδιώρισα ἐπὶ
836»τῇ βάσει τοῦ μέσου ὅρου τῶν κατὰ τὰ τρία τελευταῖα ἔτη
837»βεβαιωθέντων ἐσόδων.» Τοῦτο, κύριοι, ἀπεδείχθη μὴ ἀκριβές.
838Οἱ πίνακες, τοὺς ὁποίους εἰσήγαγεν ὁ πρώην ἐπὶ τῶν Οἰκονο-
839μικῶν Ὑπουργὸς εἰς τὴν Βουλὴν συνάμα μετὰ τοῦ προϋπολο-
840γισμοῦ, διέψευσαν διαῤῥήδην τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦτον τοῦ νῦν
841ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ καὶ τότε ἐπὶ τῶν Οἰκονομι-
842κῶν. Οἱ πίνακες οὗτοι μαρτυροῦσιν, ὅτι ὁ μέσος ὅρος τῶν ἀπο-
843τελεσμάτων τῶν τριῶν τελευταίων ἐτῶν δὲν εἶναι ὁ ἐν τῷ
844προϋπολογισμῷ τοῦ 1880 ἀναγραφεὶς, εἶναι κατὰ 5,478,000
845δραχμὰς κάτω τοῦ ἀριθμοῦ, τὸν ὁποῖον ὁ πρώην ἐπὶ τῶν Οἰκο-
846νομικῶν Ὑπουργὸς ἀνέφερε. 45,816,000 φέρει ἐν συνόλῳ ὁ
847προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων τοῦ 1880, οἷος ὑπεβλήθη ὑπὸ
848τοῦ πρώην ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, ὁ δὲ μέσος ὅρος
849τῶν βεβαιωθέντων ἐσόδων κατὰ τὰ τρία τελευταῖα ἔτη εἶναι
85040,338,000. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι γνώμη τοῦ Ὑπουργοῦ· ἂς
851ἴδωμεν καὶ τὴν γνώμην τῆς ὑπηρεσίας, ἂς ἴδωμεν, ἂν ἡ ὑπη-
852ρεσία δίδῃ ἀδεκάστους πληροφορίας, ἢ δίδῃ τὰς πληροφορίας
853τὰς ἀρεσκούσας τοῖς Ὑπουργοῖς. Ὁ πρώην ἐπὶ τῶν Οἰκονομι-
854κῶν Ὑπουργὸς ὑπέβαλε πίνακα τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ
8551879 μετὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, μέχρι τῆς ἐποχῆς καθ’ ἣν ὁ
856προϋπολογισμὸς εἰσήχθη, ἤτοι μέχρι τῆς 31 Ὀκτωβρίου, πε-
857ριέχοντα τὰ πιθανὰ ἀποτελέσματα τῶν ἐσόδων ἐκ τῶν πλη-
858ροφοριῶν τῆς ὑπηρεσίας διὰ τοὺς δύο τελευταίους μῆνας,
859Νοέμβριον καὶ Δεκέμβριον. Παρῆλθεν ἤδη τὸ ἔτος, καὶ ἔ-
860χομεν τὰ πραγματικὰ ἀποτελέσματα· ἂς ἴδωμεν τὰ πρα-
861γματικὰ ταῦτα ἀποτελέσματα κατὰ πόσον ἐπικυροῦ-
862σι, κατὰ πόσον διαψεύδουσι τὰς πληροφορίας τῆς ὑπη-
863ρεσίας. Ἡ διαφορὰ, κύριοι,—καὶ στηρίζομαι ἐπὶ τῶν πλη-
864ροφοριῶν τῶν ἐπισήμων ἤδη, διότι πρόκειται περὶ τετελε-
865σμένων, τῶν ὑποβληθεισῶν ὑπὸ τοῦ νῦν ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν
866ὑπουργοῦ,—ἡ διαφορὰ, ὑπάρχει τοιαύτη, ὥστε, ἂν ἐπ’ αὐτῇ
867τῇ ἀναλογίᾳ κρίνωμεν περὶ τῆς ἀπάτης τῆς ὑπηρεσίας ἐν τῷ
868ὑπολογισμῷ τῶν πιθανοτήτων, θὰ φθάσωμεν εἰς ἀποτελέσματα
869πολλῷ ὑπέρτερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐθεώρησαν οἱ ἀντιπρόσω-
870ποι τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ
871ὡς ὀρθά. Ἐνῷ ὁ πίναξ ὁ ὑποβληθεὶς κατὰ τὰ τέλη τοῦ ἔτους
8721879 παριστᾷ ὡς πιθανὰ ἀποτελέσματα τῶν ἐσόδων τῶν μη-
873νῶν Νοεμβρίου καὶ Δεκεμβρίου 1879 εἰσπράξεις 7,883,000,
874αἱ πραγματικαὶ εἰσπράξεις εἶναι 6,443,000, τουτέστιν ἠπα-
875τήθη ἡ ὑπηρεσία κατὰ 1,440,000 δραχ. ἐπὶ δύω μῆνας, ὡς
876πρὸς δὲ τὰς βεβαιώσεις ἠπατήθη κατὰ 2,191,000. Καὶ τοῦτο
877ὡς πρὸς τὰ γενικὰ ἀποτελέσματα· ἂν δὲ ἐξετάσητε τὰς δια-
878φορὰς μεταξὺ τῶν πραγματικῶν καὶ τῶν πιθανῶν, εἰς τὰς λε-
879πτομερείας θέλετε εὕρει ἐνίοτε τὴν ἀπόστασιν μεταξὺ τῶν
880πραγματικῶν καὶ τῆς ἰδέας, τὴν ὁποίαν εἶχον περὶ τῶν πρα-
881γμάτων οἱ συντάξαντες τοὺς τότε πίνακας, θέλετε εὕρει τὴν
882διαφορὰν τοιαύτην, ὥστε θέλετε πεισθῆ ἀδιστάκτως, ὅτι οὐ-
883δεμίαν δύνασθε νὰ δώσητε πίστιν εἰς τοιαύτας πληροφορίας.
884Δὲν δύνασθε νὰ θεωρήσητε τὰς πληροφορίας ταύτας εἰμὴ ὡς
885συνηγορίας ὑπὲρ τῶν ὑπουργῶν, καὶ οὐχὶ ὡς ἀπροσωπολήπτους
886πληροφορίας ἐπὶ τῶν πραγμάτων. Ὀφείλομεν λοιπὸν τοὺς πι-
887θανοὺς ὑπολογισμοὺς τοὺς ἐκ τῆς ὑπηρεσίας νὰ θέσωμεν ἐντελῶς
888κατὰ μέρος· ὅταν πρόκηται περὶ ὑπολογισμῶν πιθανοτήτων, τὰς
889πιθανότητας ὀφείλομεν νὰ ἐξαγάγωμεν ἡμεῖς ἐκ τῶν δεδομέ-
890νων, τὰ ὁποῖα κατέχομεν· ὀφείλομεν διὰ μελέτης ἰδίας νὰ κανο-
891νίζωμεν τὰς σκέψεις ἡμῶν περὶ τούτου, καὶ ἔχομεν ἱκανὰ
892διδόμενα, ἵνα φθάνωμεν εἰς ἀποτελέσματα ἀκριβῆ. Οἱ ἀντι-
893πρόσωποι τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ προϋπολο-
894γισμοῦ παρέστησαν, ὅτι τὰ ἀποτελέσματα τοῦ ἔτους 1879
895θέλουσι καταλίπει ἔλλειμμα 15 ἑκατομμυρίων σχεδὸν, καὶ
896ἐστήριξαν τὴν γνώμην αὐτῶν ταύτην ἐπὶ ἀριθμῶν, οἱ ὁποῖοι
897εἶναι ἀνεπίδεκτοι ἀντιῤῥήσεως. Νομίζω περιττὸν νὰ ἐπανα-
898λάβω ὅσα τοσοῦτον καταλλήλως καὶ πειστικῶς ἐῤῥέθησαν
899παρὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἐν τῇ ἐπιτροπῇ,
900καὶ λαμβάνω ὡς ἀφετηρίαν τοὺς ἀριθμοὺς ἐκείνους, καὶ ἐπὶ τῶν
901ἀριθμῶν ἐκείνων στηρίζων τὰς σκέψεις τὰς ὁποίας ὀφείλομεν
902νὰ κάμωμεν περὶ τοῦ παρόντος, προβαίνω εἰς τὴν ἐξέτασιν
903τῆς καταστάσεως τῆς νῦν καὶ τῶν ὑπαγορεύσεων, τὰς ὁποίας
904ἡ νῦν κατάστασις ἐπιβάλλει περὶ τὸν καταρτισμὸν τοῦ προϋπο-
905λογισμοῦ τοῦ 1880. Ἐν ταῖς σκέψεσι ταύταις ὀφείλομεν νὰ
906ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν ὡς κείμενον τὸν προϋπολογισμὸν, οἷος ὑπε-
907βλήθη παρὰ τοῦ Ὑπουργείου· ἀλλ’ ἔχοντες τὸ κείμενον τοῦτο
908ὑπ’ ὄψιν, ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν ἐπίσης πρὸ ὀφθαλμῶν, ὅτι αἱ
909πληροφορίαι, ἐφ’ ὧν ἐστηρίχθη τὸ Ὑπουργεῖον εἰς τὰς σκέψεις
910αὑτοῦ καὶ τοὺς ὑπολογισμούς, ὑπῆρξαν τοιαῦται, οἵας πρὸ ὀλί-
911γου κατέδειξα αὐτάς. Ἐξετάζων τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐ-
912ξόδων, οἷος ὑπεβλήθη παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, βλέπω, ὅτι ὁ
913προϋπολογισμὸς οὗτος δὲν παριστᾷ τὸ ἀληθὲς ποσὸν τῶν δα-
914πανῶν, αἵτινες διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τούτου ἐπιτρέπονται,
915καὶ λαμβάνω ὡς παράδειγμα τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουρ-
916γείου τῶν Στρατιωτικῶν, διότι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἐκείνῳ
917εἶναι καταφανεστέρα ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν πραγμάτων καὶ
918τῆς ἀληθείας.
919Ὁ εἰδικὸς προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιω-
920τικῶν διὰ τὸ 1880, οἷος ὑπεβλήθη παρὰ τῆς Κυβερνήσεως,
921παριστᾷ οἰκονομίαν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ παρελθόντος
922ἔτους 2 ἑκατομμύρια καὶ ἑκατοντάδας τινὰς χιλιάδων δραχ-
923μῶν. Ἀλλὰ πῶς ἀπεκτήθησαν αἱ οἰκονομίαι αὗται, κατὰ πό-
924σον εἶναι πραγματικαί, τοῦτο ὀφείλομεν πρὸ πάντων νὰ ἐξετά-
925σωμεν πρὶν ἢ προβῶμεν εἰς τὴν λεπτομερῆ ἐξέτασιν ἐὰν αἱ δα-
926πάναι αἱ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφόμεναι πρέπῃ νὰ ἐπι-
927τραπῶσι παρὰ τῆς Βουλῆς. Κύριοι, θὰ θαυμάσητε ὅταν ἀκού-
928σητε κατὰ τίνα τρόπον ἐπετεύχθησαν πολλαὶ τῶν οἰκονομιῶν
929καὶ κατὰ πόσον αἱ οἰκονομίαι αὗται ἦναι ἀληθεῖς. Ὁ προϋ-
930πολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τοῦ παρελθόν-
931τος ἔτους εἶχε νὰ προνοήσῃ περὶ δυνάμεως κατὰ 3,000 ἀν-
932δρῶν ἀνωτέρας τῆς δυνάμεως, περὶ ἧς προνοεῖ ὁ προϋπολογι-
933σμὸς τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους· 19,000 ἦσαν οἱ ἄνδρες κατὰ τὸν
934προσωρινὸν ὀργανισμόν, ὅστις ἴσχυε κατὰ τὸ 1879, 16,000
935εἶναι οἱ ἄνδρες, περὶ ὧν προνοεῖ ὁ νῦν προϋπολογισμός. Ἐκ τῆς
936ἐλαττώσεως ταύτης πραγματοποιεῖται οἰκονομία ὡς πρὸς τὴν
937δαπάνην τῶν ἀνδρῶν. Ἀλλ’ ἐξετάζοντες τὰ ἄλλα κεφάλαια
938τοῦ προϋπολογισμοῦ, τί εὑρίσκομεν; Οἱ ἀξιωματικοὶ ηὔξησαν
939κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἡ αὔξησις ὅμως δὲν
940εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ δύναται ἐξ αὐτῆς νὰ ἐπιτευχθῇ μεγάλη
941μεταβολὴ ὡς πρὸς τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἕνεκα ἐνδεχομένων ἀ-
942δειῶν ἀναγράφει ὁ προϋπολογισμὸς ὡς μὴ πραγματοποιηθησό-
943μενα. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιω-
944τικῶν εἴθισται νὰ σημειοῦται ποσόν τι ὑπὸ ἕκαστον ἄρθρον,
945ἀφορῶν εἰς μισθοδοσίαν προσωπικοῦ δι’ ἐνδεχομένας ἀδείας, καὶ
946κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1879 τὸ ἄρθρον τοῦτο ἐν συνό-
947λῳ εἶχε ποσὸν 66,000 δραχμῶν. Οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ ἐν τῷ
948προϋπολογισμῷ τοῦ 1880 εἶναι κατὰ 56 πλειότεροι τῶν τοῦ
949παρελθόντος ἔτους· ἀλλὰ πόση νομίζετε ὅτι εἶναι ἡ διαφορὰ
950ἡ ἕνεκα ἀδειῶν ἀναγραφομένη καὶ ἀφαιρουμένη ἀπὸ τῆς ὁλι-
951κῆς δαπάνης; ἐνῷ κατὰ τὸ 1879 ἦτο 66,000 δραχμῶν, ἡ
952δαπάνη ἡ ἀφαιρουμένη ἐφέτος εἶναι 383,000 (συγκίνησις). Κατὰ
953τὸ 1880 ἔχομεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ὑ-
954πουργείου 31 ἀξιωματικούς, κατὰ τὸ 1879 εἴχομεν 24. Διὰ τὰς
955ἀδείας τὰς ἐνδεχομένας τῶν 24 ἀξιωματικῶν ἐξεπίπτοντο διὰ
956τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ παρελθόντος ἔτους 2,280 δρ. διὰ τοὺς
95731 ἀξιωματικοὺς τοῦ ἔτους τούτου ἐκπίπτονται 27,500. Εἰς τὸ
958πυροβολικὸν καὶ τὸ ὁπλοστάσιον εἴχομεν κατὰ τὸ 1879 91
959ἀξιωματικούς, ἔχομεν ἤδη τὸν αὐτὸν σχεδὸν ἀριθμόν, ἔχομεν
96096· κατὰ τὸ ἔτος 1879 ἐγένετο ἀφαίρεσις 2,000 δραχμῶν,
961ἐφέτος γίνεται ἀφαίρεσις 23,610 δραχμῶν. Τοιαύτη εἶναι ἡ
962ἀλήθεια τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπὶ ἑνὸς ἄρθρου. Ἀλλὰ πῶς συνέ-
963βη τοῦτο; Τὸ ἱστορικὸν τὸ γνωρίζομεν πάντες. Ἐξωδίκως γνω-
964ρίζομεν, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιω-
965τικῶν ἐστάλη εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον· τὸ Ὑπουργικὸν
966Συμβούλιον ἐθεώρησεν ὅτι οἱ ἀριθμοὶ ἦσαν ὑπερβολικοί, ὅτι ὑ-
967πῆρχεν ἀνάγκη οἰκονομιῶν, ἐπεστράφη λοιπὸν εἰς τὸ Ὑπουρ-
968γεῖον τῶν Στρατιωτικῶν μὲ τὴν ἐντολὴν νὰ γείνωσιν οἰκονομίαι
9692 ἕως 3 ἑκατομμυρίων, καὶ οὗτος εἶναι ὁ τρόπος κατὰ τὸν ὁ-
970ποῖον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἐπραγματοποίησε τὴν
971ἐντολὴν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.
972Ἔρχομαι εἰς ἕτερον ἄρθρον τοῦ αὐτοῦ Ὑπουργείου. Ἐνθυμεῖ-
973σθε ὅτι παρεκάλεσα τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν
974νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἀκριβῆ πληροφο-
975ρίαν περὶ τῆς δυνάμεως τῶν εὐζωνικῶν ταγμάτων, καὶ ὁ κ. ἐπὶ
976τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς ἔφερε τὴν πληροφορίαν προφορι-
977κῶς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι τὰ εὐζωνικὰ τάγματα εἶ-
978χον δύναμιν 2,583 ἀνδρῶν. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ πόσοι εἶ-
979ναι ἐγγεγραμμένοι; 1,120.
980§97ΒΑΛΤΙΝΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.) Ἐνθυμεῖσθε πο-
981λὺ καλά, ὅτι εἶπον, ὅτι ἡ δύναμις τοῦ ἄλλου στρατοῦ εἶχεν
982ἐλαττωθῆ μέχρι τῆς ἐλεύσεως τῶν νεοσυλλέκτων τοῦ 1880,
983καὶ δὲν ἤθελον ν’ ἀναλάβω τὴν εὐθύνην ν’ ἀφήσω ἀφρούρητον
984τὴν χώραν, καὶ δι’ αὐτὸ ἐκρατήσαμεν προσωρινῶς καὶ καθ’ ἑ-
985κάστην σχεδόν, ἅμα προσέρχονται νέοι κληροῦχοι, ἀπολύομεν
986πολλούς.
987§98ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Γινώσκομεν δὲ ἐκ τῶν πινάκων τοὺς ὁποίους
988ὑπέβαλεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργός, ὅτι νέοι κλη-
989ροῦχοι δὲν προσέρχονται. (Ἱλαρότης.)
990§99ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Πρόκειται αὔριον ν’ ἀπολύσω 300.
991§100ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ποία εἶναι ἡ διαφορὰ ἐν τῇ ἀληθείᾳ τοῦ
992προϋπολογισμοῦ ἡ ἐκ τούτου τοῦ ἄρθρου προερχομένη; Εἶμαι
993πρόθυμος νὰ παραδεχθῶ τὰ τῆς διαθέσεως τοῦ κ. ἐπὶ τῶν
994Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ ὡς πρὸς τὴν ἀπόλυσιν τῶν πλεονα-
995ζόντων στρατιωτῶν· ἀλλ’ ἐπὶ ἕκαστον μῆνα ἕως οὗ ἀπολύσῃ
996αὐτοὺς δαπανᾷ ἐπὶ πλέον τοῦ προϋπολογισμοῦ 58 χιλ. δραχ-
997μάς, καὶ ἐὰν μείνῃ ὁ πλεονάζων οὗτος ἀριθμὸς ἐφ’ ὅλον τὸ
998ἔτος, ἡ διαφορὰ θέλει εἶσθαι 700,000 δραχμῶν.
999§101ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Θὰ ἦνε περισσότερον, ἐὰν δὲν ἔλθῃ κανείς.
1000§102ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἠξεύρομεν ἄλλην διαφοράν, τὴν ὁποίαν ἀνε-
1001κοίνωσε πρὸς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Εἶπεν, ὅτι ἐν τῷ
1002προϋπολογισμῷ ἀφῃρέθη ἀριθμὸς κτηνῶν τοῦ πυροβολικοῦ,
1003ἀλλὰ τὰ κτήνη ταῦτα ἐξακολουθοῦσι διατρεφόμενα, καὶ εἶπε
1004μάλιστα ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τῆς πιστώσεως, καὶ
1005ἕως οὗ ληφθῇ ἡ πρόνοια αὕτη, εἶναι ἀνάγκη νὰ δοθῇ ὅπως
1006δήποτε, ἔστω καὶ μὴ κανονικῶς, ἄδειά τις παρὰ τῆς Βουλῆς,
1007πρέπει τοὐλάχιστον ἡ Βουλὴ νὰ ἦνε ἐν γνώσει· αὕτη δὲ ἡ ὑ-
1008πέρβασις ἐξακολουθεῖ ἔτι.
1009§103ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ἤρχισεν ἡ ἐκποίησις.
1010§104ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Αἱ δηλώσεις, τὰς ὁποίας ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρα-
1011τιωτικῶν Ὑπουργὸς ἐποιήσατο πρὸς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ
1012προϋπολογισμοῦ, ἀφορῶσιν εἰς αὔξησιν δαπανῶν 517 χιλιάδων
1013δραχμῶν· καὶ πῶς δὲν ἐγίνωσκε τὰς δαπάνας ταύτας ὁ κ. ἐπὶ
1014τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργός, ὅτε συνέτασσε τὸν προϋπολογισμόν;
1015Τινὲς ἐξ αὐτῶν, ὡς ἐκ τῆς φύσεώς των, ὤφειλον νὰ ἦναι γνω-
1016σταί, καθ’ ἣν ἐποχὴν συνετάχθη ὁ προϋπολογισμός.
1017Ὅσον δ’ ἀφορᾷ εἰς ἕτερον ἄρθρον, ἠκούσατε ἤδη περὶ αὐτοῦ
1018ἱκανά, ἤτοι τὴν ὀφειλὴν τοῦ δημοσίου ἕνεκα τῶν συμ-
1019βάσεων μετὰ τῆς διευθύνσεως τοῦ πυριτιδοποιείου. Ἡ
1020ὀφειλὴ αὕτη, πλὴν τῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμέ-
1021νων, πλὴν τῶν ἐν πιστώσεσιν ἀναγεγραμμένων, πιστώσεσι
1022μήπω ψηφισθείσαις, ἀναβαίνει εἰς 1,300,000 δραχμῶν. Ὁ κ.
1023ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός, ὁ νῦν, ὅτε πρό τινων ἡμε-
1024ρῶν ἐγένετο λόγος περὶ τούτου, παρετήρησεν, ὅτι ὡς πρὸς τὸ
1025μέλλον εἶχε τεθῆ τέρμα εἰς τὴν σύμβασιν ταύτην, τοὐλά-
1026χιστον τὸ ἐνόμιζε, καὶ ἤθελε μᾶς φέρει ἐπίσημον πληροφορίαν·
1027ἀλλὰ δὲν ἔφερεν αὐτήν, καὶ πιστεύω, ὅτι δὲν τὴν ἔφερεν, ἵνα
1028μὴ εὑρεθῇ εἰς ἀντίφασιν πρὸς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν
1029Ὑπουργόν, ὁ ὁποῖος, ἐρωτηθεὶς ὑπὸ τῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ
1030ἐπιτροπῆς περὶ τῶν ἀφορώντων εἰς τὰς συμβάσεις ταύτας, οὐ-
1031δὲν ἀνέφερε περὶ ἀκυρώσεως αὐτῶν ἢ περὶ παύσεως τῶν πε-
1032ραιτέρω ὑποχρεώσεων παρὰ τοῦ δημοσίου ἀπέναντι τοῦ πυριτι-
1033δοποιείου· ὥστε δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι ἔχομεν ὀφει-
1034λὴν 1,300,000 δραχμῶν πέραν τῶν ἀναγεγραμμένων εἴτε ἐν
1035τῷ προϋπολογισμῷ εἴτε ἐν πιστώσεσιν.
1036Ἐὰν δὲ προβῶ εἰς τὰ κατὰ μέρος ἄρθρα, θέλω ἔχει το-
1037σαῦτα ν’ ἀποδείξω, συντεταγμένα ἐκτὸς τοῦ ἀληθοῦς, ὥστε
1038καὶ ἐξ αὐτῶν θέλομεν ἔχει προσθήκην εἰς τὰ ἐν τῷ προϋπολο-
1039γισμῷ ἀναγεγραμμένα βάρη τοῦ δημοσίου, διότι παρατηρεῖτε,
1040ὅτι περὶ πάντων τούτων, περὶ ὧν ἐποιησάμην λόγον, ὅ,τιδή-
1041ποτε καὶ ἂν ἀνεγράφη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, αἱ ὑποχρεώσεις
1042τοῦ δημοσίου εἶναι αἱ πραγματικαί, καὶ οὐχὶ αἱ ἀναγεγραμ-
1043μέναι. Ἀνεγράφη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ὅτι ἀφαιρεῖται ποσὸν
1044383,000 δι’ ἀδείας ἀξιωματικῶν, ἀλλ’ ἐὰν τὸ ποσὸν τοῦτο
1045δὲν καλυφθῇ ὁλόκληρον ὑπὸ τῶν ἀδειῶν, οὐδὲν ἐκερδήσαμεν
1046ἐκ τῆς ἀφαιρέσεως· οἱ ἀξιωματικοὶ θέλουσι λάβει τὸν μισθὸν
1047ἄνευ τῆς ἀναγεγραμμένης ἐκπτώσεως, ἵνα δὲ πραγματοποιηθῇ
1048ὁλόκληρον τὸ ποσόν, σᾶς λέγω τοῦτο, ὅτι πρέπει πάντες οἱ
1049ἀξιωματικοὶ τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ ν’ ἀπουσιάσωσιν ἐπ’ ἀδείᾳ
1050ἐπὶ 7 μῆνας. (Ἱλαρότης.)
1051Ἔχω ἀπόφασιν, κύριοι, νὰ μὴ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας, ἀλ-
1052λὰ νομίζω, ὅτι θ’ ἀναγνωρίσητε, ὅτι ταῦτα δὲν εἶναι λεπτομέ-
1053ρειαι, εἶνε οὐσιαστικά, διότι διὰ τούτων καὶ μόνων δυνάμε-
1054θα νὰ μάθωμεν, ἐὰν ὁ προϋπολογισμός, οἷος ὑπεβλήθη, δύνα-
1055ται νὰ θεωρηθῇ ὡς βάσις, ἐὰν τοὐλάχιστον δύναται νὰ θεω-
1056ρηθῇ ὡς ἀφετηρία τῶν σκέψεων ἡμῶν· καὶ βεβαίως θ’ ἀναγνω-
1057ρίσητε μετὰ τὰς παρατηρήσεις μου ταύτας, αἱ ὁποῖαι εἶνε
1058ἀνεπίδεκτοι ἀμφισβητήσεως, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς δὲν πρέπει
1059διόλου νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν. Διὰ τοῦτο ἓν τῶν μελῶν τῆς ἐπι-
1060τροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, τῶν ἀντιπροσωπευόντων τὴν
1061ἀντιπολίτευσιν, εἶπεν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουρ-
1062γείου τῶν Στρατιωτικῶν συζητῶν, ὅτι, ἵνα ὀρθῶς ὑπολογίσω-
1063μεν τὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, πρέπει νὰ προσ-
1064θέσωμεν τοὐλάχιστον 1½ ἑκατομμύριον εἰς τὰ ποσὰ τὰ ἀ-
1065ναγεγραμμένα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, καὶ ἐκ τοῦ οὕτως ηὐξη-
1066μένου ποσοῦ πρέπει νὰ ποιήσωμεν τὴν ἀφαίρεσιν, ἥτις ἐπι-
1067βάλλεται ὡς ἐκ τοῦ ἑτέρου ὀργανισμοῦ, τοῦ ὁποίου τὰς βά-
1068σεις ἠθέλομεν ὑποδείξει, ὅπως εὕρωμεν τὴν διαφοράν, ἥτις
1069θέλει ἐπιβαρύνει τὸ δημόσιον. Ὁ δὲ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν
1070Ὑπουργός, παρανοήσας φαίνεται τὸν ἀγορεύοντα τότε, ἐνό-
1071μισεν, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ παραχωρήσεως εἰς τὸ Ὑπουργεῖον
1072ἑτέρων 1,500,000 δραχμῶν, καὶ εἶπεν, ὅτι ἀποδέχεται τὴν
1073προσφοράν.
1074Ἀλλὰ πλὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων, ὀφείλομεν
1075νὰ ἐξετάσωμεν καὶ τὰ τοῦ πρϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων, καὶ
1076ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν τὰς προτάσεις τῆς ἐπιτροπῆς τὰς
1077τυγχανούσας τῆς ἀποδοχῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα ἴδωμεν
1078κατὰ πόσον καὶ ταῦτα περιέχουσιν ἀληθείας.
1079Καὶ περὶ μὲν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων ἀνέπτυ-
1080ξεν ἡ ἀντιπολίτευσις διὰ τῶν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ προϋπο-
1081λογισμοῦ ἀντιπροσώπων αὐτῆς τὰς σκέψεις, ὧν ἕνεκα ὑπο-
1082θέτει ὅτι τὰ ἔσοδα τοῦ 1880 ἐπὶ τῇ βάσει τῶν νῦν κει-
1083μένων φορολογικῶν νόμων δὲν δύνανται νὰ ἦναι τοιαῦτα, ὥστε
1084ἀφαιρούμενα ἀπὸ τῶν ἐξόδων ν’ ἀφίνωσιν ἔλλειμμα μικρότερον
1085τῶν 14 ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Εἰς ταῦτα ὅμως οἱ κ.κ. Ὑπουρ-
1086γοὶ φέρουσιν ἐλαττώσεις εἴτε δι’ ἰδίων αὐτῶν προτάσεων εἴτε
1087διὰ τῶν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ προταθεισῶν
1088μεταῤῥυθμίσεων. Τί ἐκ τῶν μεταῤῥυθμίσεων τούτων δυνάμεθα
1089νὰ προσδοκῶμεν; Ἔχομεν κατὰ πρῶτον λόγον νομοσχέδιον
1090περὶ τοῦ καπνοῦ, καὶ εἶπε τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι ἐξ αὐτοῦ ἀπεκ-
1091δέχεται πρόσοδον 2 ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Ἀφίνω κατὰ μέ-
1092ρος τὴν σκέψιν, ὅτι τοιαῦται προτάσεις περὶ φορολογίας τοῦ
1093καπνοῦ ἐπανειλημμένως ἐγένοντο πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ ἐπανει-
1094λημμένως ἀπεῤῥίφθησαν, διότι ἀπεδείχθη, ὅτι, ὡς ἔχουσι τὰ
1095τοῦ καπνοῦ ἐν Ἑλλάδι, εἶναι δυσχερεστάτη ἡ φορολογία τοῦ
1096προϊόντος τούτου ἄνευ παρακωλύσεως παραγωγῆς, ἐκ τῆς ὁποίας
1097πολλὰ ἀρύεται τὸ Κράτος. Ὅτι δὲ τοιαύτη ἔσεται ἡ τύχη
1098καὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν· ἀλλὰ
1099καὶ ὑποτιθεμένου ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἤθελε ψηφισθῆ, ποία εἶναι
1100τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα δυνάμεθα ἐξ αὐτοῦ ν’ ἀπεκδεχώ-
1101μεθα; Κατὰ τὸ νομοσχέδιον ὁ καπνὸς φορολογεῖται μόνον
1102ἐξερχόμενος ἐκ τῆς ἐπαρχίας, πᾶσαι δὲ αἱ ἐπαρχίαι τῆς Ἑλλά-
1103δος, εἶναι δεκτικαὶ καλλιεργείας τοῦ καπνοῦ. Ἐννοεῖτε ἄρα, ὅτι
1104μετὰ τὴν ἐπιβολὴν φόρου μιᾶς δραχμῆς κατ’ ὀκᾶν ἐπὶ τὰ
1105καπνὰ, θ’ ἀποτελῇ ἡ δραχμὴ αὕτη βραβεῖον εἰς πάντα καλ-
1106λιεργητὴν καπνοῦ ἐντὸς τῆς ἐπαρχίας, καὶ πᾶσαι αἱ ἐπαρχίαι
1107θέλουσι παραγάγει τὸν καπνὸν τὸν ἀπαιτούμενον πρὸς τὴν κα-
1108τανάλωσιν τῆς περιφερείας των. Ἑπομένως οὐδὲν, ἢ σχεδὸν
1109οὐδὲν, δυνάμεθα νὰ προσδοκῶμεν ἐκ τοῦ νομοσχεδίου τούτου,
1110καὶ ὀρθῶς εἶπον οἱ προαγορεύσαντες ἀντιπρόσωποι τῆς ἀντιπο-
1111λιτεύσεως, ὅτι κατ’ ἀνώτατον ὅρον δύναταί τις ἴσως νὰ ὑπο-
1112λογίσῃ τὴν εἴσπραξιν ἐξ αὐτοῦ εἰς 150 ἢ 200 χιλ. δραχμῶν.
1113Ἔφερεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς καὶ Νομοσχέ-
1114διον περὶ οἴνων, τὸ ὁποῖον σήμερον διενεμήθη, καὶ ἐκ τούτου
1115γινώσκομεν, ὅτι προσδοκᾷ ἡ Κυβέρνησις πρόσοδον 1 ἑκατομ-
1116μυρίου δραχμῶν. Ἀλλ’ ἡ πρόσοδος αὕτη ἐπὶ τῆς καταναλώ-
1117σεως τοῦ οἴνου ἐν τῷ Κράτει δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ πραγματο-
1118ποιηθῇ οὐδὲ κατὰ τὸ δεκατημόριον· ἀλλὰ καὶ αὐτοῦ τοῦ δε-
1119κατημορίου ἡ πραγματοποίησις θέλει γείνει διὰ τῆς ἐσχάτης
1120πιέσεως τῶν πολιτῶν, διὰ πιέσεως τοιαύτης, ὥστε δύναμαι νὰ
1121εἴπω, ὅτι συνδέεται καὶ μετ’ αὐτῶν τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ πολί-
1122του, διότι ἐν Ἑλλάδι ἡ παραγωγὴ τοῦ οἴνου εἶναι τοσοῦτον
1123κοινὴ, ἡ πώλησις τοῦ οἴνου λιανικῶς παρὰ τῶν παραγωγῶν
1124εἶναι τοσοῦτον διαδεδομένη ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, ὥστε πᾶς σχε-
1125δὸν παραγωγὸς θὰ χαρακτηρισθῇ ὑπὸ τοῦ νόμου τούτου ὡς
1126διατηρῶν καπηλεῖον, καὶ θὰ φορολογῆται ὡς οἰνοπώλης· θέλει
1127δὲ ὑποβληθῆ εἰς πάσας τὰς ὑποχρεώσεις τῶν οἰνοπωλῶν. Τοιοῦ-
1128τον Νομοσχέδιον βεβαίως δὲν θέλει ψηφισθῆ, καὶ ἰδοὺ ἐκλεί-
1129πει καὶ τὸ τρίτον ἑκατομμύριον τοῦ Ὑπουργείου.
1130Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἕτερόν τι, περὶ τοῦ ὁποίου εὑρίσκομαι
1131εἰς ἀμηχανίαν, ἵνα διατυπώσω σκέψιν, διότι ὁ κύριος ἐπὶ τῶν
1132Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς, ἀνακοινῶν πρὸς τὴν Βουλὴν τὰς σκέ-
1133ψεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἤθελε κανονίσει τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ
1134ἔτους, εἶπεν, ὅτι ἔχει καὶ πόρον 720,000 δραχμῶν κατ’ ἔτος,
1135ἀλλ’ ἀρνεῖται ν’ ἀποκαλύψῃ αὐτὸν πρὸς τὴν Βουλὴν. Τὸ ποσὸν
1136συμπίπτει ὑπόπτως μὲ ὅμοιον ποσὸν ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς ἐπὶ
1137τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς, καὶ ἐννοῶ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς
1138ἀπετροπιάσθη νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι εἶναι αὐτὸ τὸ ποσόν. Ἡ ἐπι-
1139τροπὴ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀγνοῶ ποῦ ἀνεῦρε τὸν φόρον
1140τοῦτον ἐπὶ τῆς καλλιεργείας καὶ ἐπὶ τῆς σωτηρίας τῶν ἀμπέ-
1141λων. Εἰς ἄλλα Κράτη, ἤδη μάλιστα ἐπικρατούσης τῆς φυλ-
1142λοξήρας, προσφέρουσιν αἱ Κυβερνήσεις δωρεὰν τὰ φάρμακα τῶν
1143ἀμπέλων, δίδουσι καὶ βραβεῖα εἰς τοὺς μεταχειριζομένους τὰ
1144φάρμακα ταῦτα· καὶ ἐνταῦθα ἐρχόμεθα νὰ ἐπιβάλωμεν ποι-
1145νὴν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι διασώζοντες τὴν ἰδίαν αὑτῶν περι-
1146ουσίαν, διασώζουσι καὶ τὴν περιουσίαν τοῦ γείτονος αὑτῶν καὶ
1147τοῦ Κράτους.
1148Νομίζω, κύριοι, ὅτι αἱ τοιαῦται προτάσεις δὲν εἶναι ἄξιαι κἂν
1149συζητήσεως, καὶ νομίζω, ὅτι τὸ εὐλαβέστερον πρὸς αὐτὰς εἶναι
1150τὸ νὰ τὰς καλύψωμεν ὑπὸ τὸν πέπλον τῆς σιωπῆς. Ἐπε-
1151νόησεν ὅμως ἡ Κυβέρνησις καὶ ἑτέραν, ἐπενόησε δάνειον πρὸς
1152τὴν ὁδοποιΐαν, καὶ δάνειον μετὰ κέρδους ὑπὲρ τοῦ δημοσίου.
1153Δανείζεται ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς πραγματοποιήσεως τῶν
115424,000 ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 60,000,000, δανείζει
1155εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς ὁδοποιΐας, καὶ πραγματοποιεῖ κέρδος
1156246,000 δραχ. ἐκ τῆς Τραπεζικῆς ταύτης ἐργασίας. Εἰς τὴν
1157ὁδοποιΐαν ἐνδιαφερόμεθα καὶ ἀσχέτως πρὸς τὸ ταμεῖον αὐτῆς·
1158ἀλλὰ τὸ ταμεῖον τοῦτο ἔχει καὶ δικαιώματα ἀπέναντι τῆς πα-
1159λιτείας, διότι, ἀφοῦ ἅπαξ ἐσυστήθη τὸ ἠθικὸν τοῦτο πρόσω-
1160πον, δὲν δυνάμεθα νὰ παραγνωρίζωμεν τὰ δικαιώματα αὐτοῦ
1161καὶ ἔχωμεν ὀφειλὰς πρὸς αὐτό· ἀντὶ δὲ νὰ σκεπτώμεθα περὶ
1162ἀποδόσεως τῆς ὀφειλῆς εἰς τὴν ὁδοποιΐαν, ὅπως δυνηθῇ αὕτη νὰ
1163λάβῃ τὴν ἀνάπτυξιν τὴν ἁρμόζουσαν εἰς τὴν ἐργασίαν τὴν
1164ἐκπολιτιστικὴν τῆς Ἑλλάδος, φροντίζομεν πῶς ἐκ τοῦ τα-
1165μείου τῆς ὁδοποιΐας ν’ ἀρυσθῶμεν διὰ τραπεζιτικῶν πράξεων
1166246,000 δραχ. Ταύτας θέλομεν ἀρυσθῇ διὰ τῆς καταστροφῆς
1167τοῦ ταμείου ἐκείνου, διότι, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐν κακῇ ὥρᾳ ἤθελε
1168ψηφίσει τὸ Νομοσχέδιον, οἷον ἐπροτάθη παρὰ τῆς Κυβερνήσεως,
1169τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας εἶναι κατεστραμμένον. Θὰ κατα-
1170σκευάσῃ ἀμέσως ὁδούς τινας, ἀλλὰ θὰ ἐπιβαρυνθῇ διὰ τοῦ
1171τοκογλυφικοῦ τούτου δανείου, καὶ δὲν θὰ ἔχῃ τὰ μέσα πρὸς
1172συντήρησιν τῶν ὁδῶν, τὰς ὁποίας οὕτω κατεσκεύασε. Μόλις διὰ
1173τῶν προτάσεων, τὰς ὁποίας ἡ ἀντιπολίτευσις κυρίως ἔφερε
1174κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Βουλευτικὴν περίοδον, κατωρθώθη νὰ
1175ἐξέλθῃ τῆς χρεωκοποίας τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας καὶ νὰ
1176ὑπόσχηται λειτουργίαν ἐν τῷ μέλλοντι, καὶ ἀμέσως ἔρχεται ἡ
1177Κυβέρνησις φέρουσα προτάσεις περὶ καταστροφῆς αὐτοῦ. Καὶ
1178ἐκ τούτου ἄρα τοῦ πόρου οὐδὲν ἔχομεν νὰ προσδοκῶμεν.
1179Ὑπάρχουσί τινα τῶν προτεινομένων παρὰ τῆς Κυβερνήσεως,
1180τὰ ὁποῖα δύνανται μεταποιούμενα κατά τι νὰ ψηφισθῶσι παρὰ
1181τῆς Βουλῆς, οἷον ἡ ἀναθεώρησις τοῦ δασμολογίου, οἷον ὁ φό-
1182ρος ἐπὶ τῶν παιγνιοχάρτων, καὶ τοιαῦτά τινα. Ἀλλὰ τὸ πο-
1183σόν, τὸ ὁποῖον ἐκ τούτων θὰ ἀρυσθῇ τὸ Κράτος, πολὺ ἀπέχει
1184τοῦ νὰ ἦναι ὁποῖον ἀναφέρει αὐτὸ ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ
1185ἐπιτροπή.
1186Ὅταν δὲ λάβωμεν πάντα ταῦτα ὑπ’ ὄψιν, ὅταν λάβωμεν
1187ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων παρίσταται κα-
1188τώτερος τοῦ πραγματικοῦ, ὅταν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὁ προϋ-
1189πολογισμὸς τῶν ἐσόδων παρίσταται ἀνώτερος τοῦ πραγματι-
1190κοῦ, ὅταν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι αἱ φορολογικαὶ μεταῤῥυθμί-
1191σεις αἱ προτεινόμεναι εἶνε ὅλως ἕωλοι καὶ ἀπαράδεκτοι, φθά-
1192νομεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι τὸ ἰσοζύγιον, τὸ ὁποῖον μᾶς πα-
1193ρέστησεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς χθὲς ὡς ἐπι-
1194τευχθὲν, εἶνε ἰσοζύγιον, τὸ ὁποῖον, ἐν ἀριθμοῖς, ὀνομάζεται ἔλ-
1195λειμμα 14,000,000 δραχμῶν.
1196Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1880 εἰσήχθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου
1197ὡς ἔχων ἔλλειμμα 10,250,000. Κατόπιν τὸ ὑπουργεῖον πα-
1198ρέστησε τὸ ἔλλειμμα ὡς κατώτερον, διὰ τῆς ἀφαιρέσεως ἀπ’
1199αὐτοῦ 650,000 δραχ. αἵτινες ἐκ λάθους παρελείφθησαν ἐν τῷ
1200προϋπολογισμῷ τῶν ἐσόδων, ἀναγόμεναι εἰς τὰ τέλη τῆς ὁδο-
1201ποΐας. Κατ’ ἀρχὰς εἶχεν εἴπει ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ἔπρεπε νὰ
1202προστεθῶσιν εἰς τὰ ἔσοδα, καὶ ἑπομένως ν’ ἀφαιρεθῶσιν ἐκ
1203τοῦ ἐλλείμματος 1,200,000, ἀνεγνώρισεν ὅμως ἔπειτα, ὅτι τὸ
1204ποσὸν τοῦτο ὤφειλε νὰ περιορισθῇ εἰς 650,000· ἀφ’ ἑτέρου ὅ-
1205μως διὰ δηλώσεων ἐγένετο αὔξησις 687,000 δραχ. ὥστε πά-
1206λιν τὸ ἔλλειμμα, οἷον παρίσταται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, εἶνε
1207περίπου 10,270,000 δραχμῶν.
1208Ἀλλὰ εἰς τὸ ἔλλειμμα τοῦτο τί ὀφείλομεν νὰ προσθέσω-
1209μεν; Πρῶτον τὴν διαφορὰν μεταξὺ τῶν βεβαιουμένων καὶ
1210τῶν εἰσπραττομένων. Ὁ εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ
1211προϋπολογισμοῦ ἀνέπτυξε θεωρίαν, ὅτι τὸ Κράτος δὲν δύ-
1212ναται ν’ ἀποδεχθῇ καὶ ν’ ἀναγνωρίσῃ ἐπισήμως, ὅτι δὲν εἰσ-
1213πράττονται ὅσα βεβαιοῦνται. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται ἐνταῦθα
1214νὰ ὁμιλήσωμεν περὶ τοῦ τί δυνάμεθα ἐπισήμως ν’ ἀναγνω-
1215ρίσωμεν, πρόκειται νὰ σκεφθῶμεν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πραγμα-
1216τικῶν δεδομένων, καὶ οὐδεὶς δύναται ν’ ἀρνηθῇ, ὅτι ὑπάρχει
1217πάντοτε διαφορὰ μεταξὺ βεβαιουμένων καὶ εἰσπραττομένων,
1218καὶ ὅτι ἡ διαφορὰ αὕτη εἶναι κατ’ ἐλάχιστον ὅρον 2,000,000
1219καὶ κατὰ συνήθη ὅρον 2½ ἑκατομ. Ἐκτὸς ὅμως τούτου,
1220ἐγένετο ἀνάπτυξις περὶ τῆς κακῆς ἐκτιμήσεως τῶν προσόδων
1221ἐν τῇ ἀναγραφῇ τῶν βεβαιώσεων, καὶ ἐκ τούτου πάλιν ἐπέρ-
1222χεται διαφορὰ ὡς πρὸς τοὺς ὑπολογισμοὺς τῆς Κυβερνήσεως,
1223καὶ λίαν μετρίως ὑπελόγισεν ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς ἀντιπολι-
1224τεύσεως ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ εἰς 3,000,000
1225τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐκ τῶν δύω διαφορῶν ὀφείλομεν νὰ προσ-
1226θέσωμεν εἰς τὸ ἔλλειμμα, τὸ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως σημειού-
1227μενον. Ἔχομεν λοιπὸν ἔλλειμμα 13,270,000, διὰ τῆς προσ-
1228θήκης τῆς διαφορᾶς τῶν εἰσπραττομένων πρὸς τὰ βεβαιούμενα
1229καὶ τῆς διαφορᾶς τῶν πραγματικῶς βεβαιωθησομένων πρὸς τὰ
1230ὑπολογισθέντα ὡς βεβαιωθησόμενα. Ἀλλ’ εἰς ταῦτα τί ἄλλο
1231ὀφείλομεν νὰ προσθέσωμεν; Δυνάμεθα νὰ μὴ προσθέσωμεν τὸ
12321,300,000 δραχμῶν, δι’ ἃς εἶναι ὑπόχρεων τὸ δημόσιον ἀ-
1233πέναντι τοῦ πυριτιδοποιείου; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιω-
1234τικῶν ἂς τὸ εἴπῃ· εἶναι εἰς θέσιν νὰ μᾶς δώσῃ ἐπισήμους
1235πληροφορίας καὶ νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν ἔχομεν τοι-
1236αύτην ὑποχρέωσιν. Ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς μὴ εἴπῃ, ὅτι δὲν εἴμεθα
1237ὑπόχρεοι, ὀφείλομεν νὰ προσθέσωμεν τὸ ποσὸν τοῦτο, διότι
1238ἐλάβομεν γνῶσιν τῶν συμβάσεων, αἱ ὁποῖαι ἐγέννησαν τὰς ὑ-
1239ποχρεώσεις ταύτας· ἔχομεν λοιπὸν προσθήκην 1,300,000, καὶ
1240φθάνομεν εἰς 14,500,000. Ἀλλὰ τίς ἐξ ὑμῶν πιστεύει, ὅτι, ἂν
1241ψηφισθῇ ὁ προϋπολογισμὸς καὶ ἑπομένως διαμείνῃ ἐν τῇ ἐξου-
1242σίᾳ τὸ παρὸν Ὑπουργεῖον, δὲν θὰ ἔχωμεν μέχρι τέλους τῆς
1243χρήσεως 3,000,000 καὶ πλέον ἐκτάκτους πιστώσεις; ἂν
1244προσθέσωμεν καὶ ταῦτα, φθάνομεν εἰς ἔλλειμμα 17 ἢ 18,000,
1245000. Ἰδοὺ τὸ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον παρουσιάζεται, ὅταν τὸν
1246προϋπολογισμὸν τοῦτον συμπληρώσωμεν διὰ τῶν καταλλήλων
1247σκέψεων.
1248Ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου δυνάμεθα ν’ ἀφαιρέσωμεν 2 ἢ 3 ἑκα-
1249τομμύρια ἐκ προσθέτων φόρων, καὶ ἔχομεν οὕτω τὸ ὁριστικὸν
1250ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον ὀφείλομεν νὰ παραδεχθῶμεν ὡς ἀφετη-
1251ρίαν ἐν ταῖς σκέψεσιν ἡμῶν περὶ τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ προϋ-
1252πολογισμοῦ.
1253Ὅταν ἔχωμεν τοιοῦτον ἔλλειμμα, τίνες ἐπιβάλλονται σκέ-
1254ψεις; δύνανται νὰ ἐπιβληθῶσιν ἄλλαι παρὰ τὰς σκέψεις τῶν
1255οἰκονομιῶν; Καὶ ἐνταῦθα εὑρίσκεται ἡ πλήρης ἀντίθεσις με-
1256ταξὺ τῆς ἀντιπολιτεύσεως καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ἀντίθεσις,
1257ἕνεκα τῆς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις ἠναγκάσθη νὰ παραστήσῃ τὸ
1258ἔλλειμμα ὡς μὴ ὑπάρχον, διότι, ἂν παραδεχθῇ τὸ ἔλλειμμα
1259τὸ ὁποῖον ἀπέδειξα, δὲν δύναται ἢ νὰ παραδεχθῇ τὴν ἀντίθε-
1260τον πολιτικὴν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ
1261συνιστᾷ εἰς τὴν ἀποδοχὴν ἡμῶν.
1262Ἀλλὰ πρὶν ἢ ἐξετάσωμεν τίνες εἶναι αἱ δυναταὶ οἰκονομίαι,
1263καὶ τὶς ἡ ἀρχὴ, ἥτις πρέπει νὰ διέπῃ τὴν εἰσαγωγὴν αὐτῶν
1264ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν πῶς δυνάμεθα
1265ν’ αὐξήσωμεν τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους διὰ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ
1266φορολογικοῦ συστήματος. Ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν ἂν ἦναι
1267δυνατὸν νὰ ἐπιβάλλωμεν νέους φόρους καὶ ποίους. Καὶ ἐν πρώ-
1268τοις φρονῶ, ὅτι, ἵνα δυνηθῇ τὸ Κράτος νὰ φέρῃ νέους φόρους,
1269εἶναι ἀνάγκη ἀναθεωρήσεως τοῦ φορολογικοῦ συστήματος, διότι,
1270ὡς ἔχουσι τὰ τῆς φορολογίας, ἀδύνατον νὰ φέρῃ τὸ ἔθνος οἱαν-
1271δήποτε προσθήκην. Αἱ γενόμεναι ἐσχάτως προσθῆκαι φόρων
1272ὑπῆρξαν μεγάλαι, καίτοι παρῆλθον ὡς ἐκ τοῦ ἐπικρατοῦντος
1273ἐνθουσιασμοῦ σχεδὸν ἀπαρατήρητοι. Ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ ρωσ-
1274σοτουρκικοῦ πολέμου προσετέθησαν φόροι νέοι ὑπὲρ τὰ 4 ἑκα-
1275τομμύρια δραχμῶν, τοῦτο δὲ ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅταν
1276σκεπτώμεθα περὶ προσθήκης καὶ ἄλλων φόρων. Ἂν ὅμως
1277διανείμωμεν τὴν φορολογίαν δικαιότερον παρ’ ὅ,τι εἶναι σήμε-
1278ρον διανεμημένη, ἀπεκδέχομαι, ὅτι θέλει ἀποκτήσει τὸ Κρά-
1279τος δυνάμεις, ὅπως φέρῃ καὶ περαιτέρω φορολογίαν. Ἡ διαῤ-
1280ῥύθμισις τῆς φορολογικῆς νομοθεσίας πρέπει ν’ ἀφορᾷ εἰς τὴν
1281αὔξησιν τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων τῆς χώρας καὶ εἰς τὴν
1282αὔξησιν τῶν φορολογικῶν δυνάμεων τῆς χώρας. Αὐξάνοντες
1283τὰς φορολογικὰς δυνάμεις τῆς χώρας, καθιστῶμεν αὐτὴν ἱκα-
1284νὴν, ἵνα φέρῃ νέους φόρους ἀνταποκρινομένους πρὸς τὰς δυνά-
1285μεις ταύτας. Αὐξάνοντες τὰς παραγωγικὰς δυνάμεις τῆς χώ-
1286ρας, βλέπομεν τοὺς ὑπάρχοντας φόρους ἀποφέροντας πλείονα
1287ποσά.
1288Ὅταν λέγωμεν ἀναθεώρησιν τοῦ φορολογικοῦ συστήμα-
1289τος, ἕν τι ἐννοοῦμεν πάντες, διότι τὸ πρᾶγμα εἶναι τόσον
1290καταφανές, ὥστε δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη συζητήσεως, ἐννοοῦμεν
1291πάντες τὸ σύστημα τὸ ἐπικρατοῦν ἐν Ἑλλάδι τῆς φορολογίας
1292τῶν δημητριακῶν καρπῶν. Δὲν θ’ ἀναπτύξω ἤδη ὅσα ἐπανει-
1293λημμένως ἐῤῥέθησαν καὶ ἐκτὸς καὶ ἐντὸς τῆς Βουλῆς κατὰ τοῦ
1294συστήματος τούτου. Τὸ σύστημα τοῦτο εἶναι καταδεδικασμέ-
1295νον ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ ἔθνους καὶ δὲν ἔχει ἀνάγκην ἀπο-
1296δείξεως ἡ γνώμη ἐκείνων, οἵτινες ἀπαιτοῦσι τὴν κατάργησιν
1297αὐτοῦ. Ἡ μόνη ἀντίῤῥησις ἡ γενομένη κατὰ τῆς καταργήσεως
1298εἶναι, ὅτι αἱ περιστάσεις αἱ σημεριναὶ δὲν ἐπιτρέπουσιν ἴσως
1299τὴν θυσίαν τοῦ πόρου τούτου, διότι δὲν ἁρμόζει νὰ προβῶμεν
1300εἰς ἐλάττωσιν ἐσόδων ἐν ἐποχῇ, κατὰ τὴν ὁποίαν καὶ αἱ οἰκο-
1301νομίαι καὶ πᾶσα ἐφικτὴ αὔξησις ἐσόδων δὲν εἶναι ἐπαρκής,
1302ἵνα φέρωσι τὸ ἰσοζύγιον. Ἀλλὰ δὲν φέρω τὴν πρότασιν ταύ-
1303την ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὑπὸ τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ τὴν ἐκλάβῃ
1304τις, ἵνα τὴν πολεμήσῃ διὰ τοιούτων ἐπιχειρημάτων· ἀλλὰ
1305τὴν φέρω ὡς ἀφορῶσαν εἰς τὴν ἐπαύξησιν τῶν πόρων τοῦ
1306Κράτους, διότι νομίζω ὅτι μόνον διὰ τοῦ μέσου τούτου δυ-
1307νάμεθα ν’ ἀποκτήσωμεν τὴν αὔξησιν ἄλλων φόρων. Δὲν
1308ἐννοῶ ὅτι ὀφείλομεν ν’ ἀφήσωμεν ἀφορολόγητον τὴν τάξιν
1309τῶν καλλιεργητῶν, ἀλλ’ ὅτι ὁ τρόπος τῆς φορολογίας καὶ
1310τὸ ποσοστὸν τοῦ φόρου εἶναι δυσανάλογον καὶ πρὸς τὴν ἄλ-
1311λην φορολογίαν τοῦ Κράτους καὶ πρὸς τὰς δυνάμεις τῶν φορο-
1312λογουμένων, ἐννοῶ ὅτι ὁ τρόπος τῆς φορολογίας εἶναι τοσοῦτον
1313πιεστικός, ὥστε καὶ ἂν ὁ φόρος ἐν τῷ ποσοστῷ αὐτοῦ ἦτο
1314ἀνάλογος πρὸς τὴν ἄλλην φορολογίαν, θὰ ἦτο εἰς τοιοῦτον
1315βαθμὸν ἐπαχθής, ὥστε θὰ ἦτο ἀφόρητος· διὰ τοῦτο πᾶσαν
1316πρότασιν περὶ ἐλαττώσεως τοῦ φόρου πρὸς ἀνακούφισιν τῶν
1317γεωργῶν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νῦν ἰσχύοντος συστήματος, θεωρῶ
1318ὡς μὴ φέρουσαν τὸ ἐπιδιωκόμενον ἀποτέλεσμα, διότι ἂν ἀντὶ
13197% πληρώσει ὁ γεωργὸς 5 ἢ 3%, τὸ πλεῖ-
1320στον τοῦ ἐπαχθοῦς τῆς φορολογίας συνιστάμενον εἰς τὸν τρό-
1321πον τῆς βεβαιώσεως μένει.
1322Ἀλλὰ πλὴν τοῦ τρόπου εἶναι καὶ τὸ ποσοστὸν ὑπέρογκον,
1323διότι δὲν εἶναι 7%· εἶναι 7% ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρί-
1324στου εἰσοδήματος, οἱ δὲ ἄλλοι φόροι οἱ ἄμεσοι στηρίζονται
1325ἐπὶ τοῦ 5% ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος, καὶ 7%
1326ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου εἶναι φόρος τετραπλάσιος ἢ πεν-
1327ταπλάσιος ἐπὶ τοῦ καθαροῦ. Οὕτω δὲ φορολογοῦμεν τὴν τά-
1328ξιν, ἥτις εἶναι τὸ θεμέλιον τῆς πολιτείας ἡμῶν· διότι εἶναι ἀ-
1329ληθὲς, ὅτι ἡ εὐρυΐα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καθιστᾷ αὐτὸν καὶ
1330ἔμπορον καὶ βιομήχανον, διακρίνεται ὁ ἕλλην ἐν τῇ ἐμπορίᾳ
1331καὶ κατὰ δεύτερον λόγον ἐν τῇ βιομηχανίᾳ, ἀλλὰ κυρίως ὁ
1332Ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι γεωργικός, τὸν δὲ γεωργὸν πιέζομεν
1333διὰ τῆς φορολογίας, ὥστε καθιστῶμεν τὴν γεωργικὴν πα-
1334ραγωγὴν στάσιμον. Ὀφείλομεν λοιπὸν καὶ ὡς πρὸς τὸν τρό-
1335πον τῆς φορολογίας νὰ φέρωμεν μεταῤῥυθμίσεις, καὶ ὡς πρὸς
1336τὸ ποσοστόν. Ἐπιβαλλομένου τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου,
1337ὅπερ εἶναι πάντοτε κακὸν, διότι φορολογοῦνται τὰ κεφάλαια
1338τὰ δαπανώμενα πρὸς τὴν ἐπαύξησιν τῆς παραγωγῆς, φορο-
1339λογεῖται ἡ ἐπιμέλεια καὶ ἡ ὑπὲρ τῆς παραγωγῆς θυσία, ὀφεί-
1340λομεν τοὐλάχιστον, ἀφοῦ ἡ ἐπὶ τοῦ καθαροῦ φορολογία
1341καθίσταται ἀνέφικτος, ν’ ἀποδεχθῶμεν ἕτερον σύστημα,
1342καὶ ὀφείλομεν ν’ ἀποδεχθῶμεν σύστημα καὶ ὡς πρὸς
1343τὸ ποσοστὸν καὶ ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς βεβαιώσεως
1344διάφορον τοῦ ἰσχύοντος. Ἠξεύρετε, κύριοι, ὅτι πρὸ και-
1345ροῦ ὑπεστήριξα ἐν τῇ Βουλῇ τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ
1346ἐγγείου φόρου διὰ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν,
1347φόρου, ὁ ὁποῖος ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς εἰσπράξεως ἀπαλ-
1348λάττει τοὺς γεωργοὺς πασῶν τῶν ὑποχρεώσεων, καθ’ ὧν
1349ἐξεγείρονται οἱ ζητοῦντες τὴν κατάργησιν τοῦ σημερινοῦ συ-
1350στήματος καὶ εἰς οὐδεμίαν ὑποβάλλει ὑποχρέωσιν τὸν γεωρ-
1351γὸν, ἀφίνει αὐτῷ πᾶσαν ἐλευθερίαν περὶ τὴν καλλιέργειαν
1352καὶ περὶ τὴν συλλογὴν τῶν καρπῶν, ἐπιβάλλει μόνον αὐτῷ
1353τὴν ὑποχρέωσιν νὰ πληρώνῃ κατ’ ἔτος ποσόν τι ἐκ προοι-
1354μίων ὡρισμένον, τὸ δὲ ζήτημα ἅπαν κεῖται εἰς τὸν προσδιο-
1355ρισμὸν τοῦ ποσοῦ τούτου. Τὸν προσδιορισμὸν τοῦ ποσοῦ τού-
1356του ὀφείλομεν νὰ ποιήσωμεν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀναλογίας οὐχὶ
13577%, οὐχὶ 5, ἀλλὰ τὸ πολὺ 2 καὶ ἐπὶ τοιαύτῃ ἀνα-
1358λογίᾳ ἐπιβάλλοντες τὸν φόρον κατὰ χωρίον διὰ συστήματος,
1359τὸ ὁποῖον θέλω ἀναπτύξει πρὸς ὑμᾶς ἐν λεπτομερείᾳ μετὰ
1360Νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἐν καιρῷ θὰ ὑποβάλω, θέλουσι φορο-
1361λογεῖσθαι οἱ ἀροτριῶντες βόες ἑκάστου χωρίου διὰ ποσοῦ ἀν-
1362τιστοιχοῦντος πρὸς 2% ἐπὶ τοῦ μέσου ὅρου τῆς πα-
1363ραγωγῆς αὐτῶν. Ἑπομένως ἂν ἐν χωρίῳ τινὶ ἀναλογῇ παρα-
1364γωγὴ ἑκάστου ἀροτριῶντος κτήνους 50 κοιλὰ, θέλει ἐπιβάλ-
1365λεσθαι πληρωμὴ ἀντιστοιχοῦσα πρὸς 2% ἐπὶ 50 κοι-
1366λῶν, ἂν 60 πληρωμὴ ἀντιστοιχοῦσα πρὸς 2% ἐπὶ
136760. Τοιοῦτον εἶναι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον θέλω ὑποβάλει εἰς
1368τὴν Βουλὴν καὶ δι’ οὗ, ἐνῷ ὁ γεωργὸς ἀπαλλάσσεται πασῶν
1369τῶν ὑποχρεώσεων τῶν ἐκ τοῦ ἐπαχθοῦς τοῦ τρόπου τῆς νῦν
1370φορολογίας, ἐνῷ ἀπαλλάττεται ἀπὸ τῶν 5|7 τοῦ φόρου, ὃν σή-
1371μερον ἀποτίνει εἰς τὸ δημόσιον, θ’ ἀπολαμβάνῃ ποσὸν κατὰ
1372ἑκατοστύας τινὰς χιλιάδων δραχμῶν κατώτερον τοῦ ποσοῦ,
1373τὸ ὁποῖον εἰσπράττει σήμερον. Τὰ ἀροτριῶντα κτήνη κατὰ τὴν
1374ἐπίσημον στατιστικὴν ἀνέρχονται εἰς 213,000, καὶ ἂν θεω-
1375ρηθῇ, ὅτι ὁ μέσος ὅρος τῆς φορολογίας, ἣν ἀνέπτυξα, εἶναι δέ-
1376κα δραχμαὶ κατὰ κτῆνος ἀροτριῶν, τὸ ποσὸν τῆς εἰσπράξεως
1377θέλει εἶσθαι 2,130,000, ὥστε ἡ ζημία τοῦ δημοσίου θέλει
1378εἶσθαι μικρὰ, καὶ τὴν ζημίαν ταύτην δυνάμεθα ν’ ἀναπληρώ-
1379σωμεν ἄλλοθεν, ἀλλὰ πάλιν ἀπὸ τῶν γεωργῶν. Ἐγένετο λό-
1380γος περὶ φορολογίας ηὐξημένης τῆς σταφίδος, καὶ ἡ ἰδέα αὕ-
1381τη ἐγενικεύθη ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε καὶ ἐν αὐτοῖς τοῖς κέντροις
1382τῆς παραγωγῆς τῆς σταφίδος ἤρχισε νὰ καθίσταται ἀποδεκτὴ,
1383καὶ ἐκ Πατρῶν ἀκούεται φωνὴ περὶ αὐξήσεως τοῦ φόρου ἐπὶ
1384τῆς σταφίδος.
1385Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἐξ ἐσφαλμένων δεδομένων ἀναχωροῦσιν
1386οἱ θεωροῦντες, ὅτι ὡς ἐκ τῆς φυλλοξήρας τῆς ἐπικρατούσης ἀλ-
1387λαχοῦ ἠδυνάμεθα νὰ ἐπιβάλωμεν μεγαλειτέραν φορολογίαν ἐπὶ
1388τῆς σταφίδος. Ἡ ἐντύπωσις, ἡ ὁποία παρήχθη ἐκ τῶν με-
1389γάλων τιμῶν τῆς σταφίδος κατὰ τοὺς τελευταίους μῆνας τῆς
1390πωλήσεως, ἐγέννησε μεγάλας ἐλπίδας, αἵτινες ἐλπίζω, ὅτι θέ-
1391λουσιν ἀποδειχθῆ βάσιμοι. Ἀλλὰ δὲν ἔχομεν εἰσέτι τὴν ἀ-
1392πόδειξιν ἐκ τῶν πραγμάτων, ὅτι ἡ αὔξησις τῶν τιμῶν ἔσται
1393διαρκής. Ἡ σταφὶς φορολογεῖται ἐπαρκῶς κατὰ τὸ ποσοστὸν,
1394ὅπερ εἶχε προσδιορισθῆ ἄλλοτε ἀναλόγως πρὸς τὴν ἄλλην φο-
1395ρολογίαν τοῦ Κράτους, καὶ τὴν τοιαύτην ἀναλογίαν οὐδεὶς σκέ-
1396πτεται νὰ διαταράξῃ, ἡ δὲ μεταβολὴ ἀφορᾷ μόνον εἰς τὸν
1397προσδιορισμὸν τοῦ παγίου φόρου ἐπὶ τῷ αὐτῷ μὲν ποσοστῷ,
1398ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τιμῶν ἄλλων, ἀφοῦ αἱ τρέχουσαι τιμαὶ
1399κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ προσδιορισθέντος παγίου φόρου ἀποδει-
1400κνύονται ἤδη κατώτεραι τοῦ μέσου ὅρου τῶν σήμερον τρεχου-
1401σῶν τιμῶν. Ἀλλ’ ἵνα θεωρήσωμεν, ὅτι ἡ βάσις τοῦ προσδιορι-
1402σμοῦ τοῦ παγίου φόρου μετεβλήθη, ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν πραγ-
1403ματικὰ διδόμενα, τοιαῦτα δὲ δὲν ἔχομεν, διότι αἱ τιμαὶ τῆς
1404σταφίδος ἀνῆλθον, ὅτε τὸ πλεῖστον αὐτῆς εἶχεν ἤδη πωληθῆ.
1405Ἂν δὲν ἐπρόκειτο περὶ καταργήσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν δη-
1406μητριακῶν καρπῶν καὶ περὶ ἀναπληρώσεως διὰ τῆς προσθή-
1407κης ταύτης εἰς κλάσεις γεωργικὰς τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον θέλει
1408ζημιωθῆ τὸ δημόσιον ἐκ τῆς φορολογίας ἐπὶ τῶν δημητρια-
1409κῶν καρπῶν, ἤθελον εἶπει, ὅτι ὀφείλομεν ν’ ἀναβάλωμεν ἕως
1410τοῦ προσεχοῦς ἔτους τὰς σκέψεις ἡμῶν περὶ αὐξήσεως τοῦ
1411παγίου φόρου ἐπὶ τῆς σταφίδος. Ἐλπίζω καὶ εὔχομαι, ὅπως
1412αἱ τιμαὶ τῆς σταφίδος κατὰ τὸ προσεχὲς ἔτος ὦσι τοι-
1413αῦται, ὥστε νὰ δικαιολογήσωσιν αὔξησιν καὶ 5 καὶ 8 δραχμῶν.
1414Ἤδη ὅμως νομίζω, ὅτι, ὡς ἔχουσι τὰ πράγματα, δὲν δικαιο-
1415λογεῖται προσθήκη φόρου μείζων τῶν 2 δραχμῶν, ἐξ ἧς
1416θὰ ἔχωμεν τὸ ποσὸν 350,000 δραχμῶν, ἐξ οὗ καλύπτεται
1417ἡ διαφορὰ ἡ προκύπτουσα ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ φόρου
1418τῶν δημητριακῶν καρπῶν· ἀλλ’ ἂν καὶ ἐκ τούτου δὲν κα-
1419λύπτεται ἐντελῶς ἡ διαφορά, πάλιν τὸ δημόσιον ἐλπίζω,
1420ὅτι δὲν θέλει ζημιωθῆ ἐκ τῆς καταργήσεως τοῦ νῦν ἰσχύοντος
1421συστήματος καὶ τῆς ἀντικαταστάσεως αὐτοῦ διὰ τοῦ φόρου,
1422τὸν ὁποῖον προτείνω, διότι νομίζω, ὅτι ἡ ἀνακούφισις, τὴν ὁ-
1423ποίαν θέλει λάβει ἡ γεωργία διὰ τῆς τροποποιήσεως ταύτης,
1424ἐπιτρέπει, ὅπως εἰς ἄλλους φόρους ποιήσωμεν προσθήκας, αἱ ὁ-
1425ποῖαι πᾶσαν ἐνδεχομένην διαφορὰν ἐκ τοῦ φόρου τῶν δημη-
1426τριακῶν καρπῶν νὰ καλύψωσι, καὶ ν’ ἀφήσωσι καὶ περισσεύμα-
1427τα ὑπὲρ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ ἐλλείμματος. Ὅταν παραχωρή-
1428σωμεν εἰς τοὺς γεωργοὺς τὸ μέγα τοῦτο εὐεργέτημα τῆς κα-
1429ταργήσεως τοῦ ὑπάρχοντος συστήματος τῆς ἐγγείου φορολο-
1430γίας, νομίζω, ὅτι δυνάμεθα ν’ ἀποδεχθῶμεν τὴν ἀναθεώρησιν
1431τοῦ τελωνιακοῦ δασμολογίου, χάριν αὐξήσεως τῶν ἐσόδων τοῦ
1432Κράτους. Ἀλλὰ τὴν αὔξησιν τοῦ τελωνιακοῦ δασμολογίου
1433δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν διὰ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν προέβη
1434εἰς αὐτὴν τὸ ὑπουργεῖον; ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὸ ὑπουργεῖον τὰς
1435ἀρχὰς τῆς πολιτικῆς οἰκονομίας ἐν τῇ μεταῤῥυθμίσει τοῦ δα-
1436σμολογίου; ἐφρόντισεν, ὅπως παράσχῃ εἰς τὴν βιομηχανίαν
1437τοῦ τόπου τὴν προστασίαν ἐκείνην, ἣν παρέχουσι τῇ βιομη-
1438χανίᾳ τὰ Κράτη, τὰ ἀποδεχόμενα τὴν ἀρχὴν τῆς ἐλευθερίας
1439τοῦ ἐμπορίου; Διότι καὶ τὰ Κράτη, τὰ μὴ ἀποδεχόμενα τὴν
1440ἀρχὴν τῆς προστατευτικῆς ὑπὲρ τῆς βιομηχανίας τελωνιακῆς
1441νομοθεσίας, ἀνεγνώρισαν, ὅτι ὀφείλουσι νὰ παρέχωσιν εἰς τὴν
1442βιομηχανίαν εὐκολίας οὐχὶ διὰ τῆς φορολογίας τοῦ ἄλλου
1443ἔθνους ὑπὲρ αὐτῆς, ἀλλὰ διὰ τῆς καταργήσεως τῶν τελῶν ἐπὶ
1444τῶν εἰδῶν, ἅτινα χρησιμεύουσιν εἰς αὐτὴν ὡς ὕλη πρὸς κατερ-
1445γασίαν. Ἐνῷ λοιπὸν ἐν τῇ ἀναθεωρήσει τοῦ δασμολογίου
1446ἐπεριμέναμεν νὰ ἴδωμεν τὰς πρώτας ὕλας εἴτε διαγραφομένας,
1447εἴτε φορολογουμένας ἐπὶ ἔλαττον, βλέπομεν αὐτὰς φορολογου-
1448μένας ἐπὶ πλέον· ἀλλὰ βλέπομεν συνάμα καὶ τὸ προστατευ-
1449τικὸν σύστημα ἐφαρμοζόμενον ἐπί τινων εἰδῶν ἐξ ἀντιθέτου
1450πρὸς τὴν φορολογίαν τῶν πρώτων ὑλῶν, ἡ ὁποία ἄντικρυς ἀν-
1451τιστρατεύεται πρὸς τὴν προστασίαν τῆς βιομηχανίας. Ἐνῷ
1452ἐπεβάλλετο φόρος ἄνισος ἐπὶ τῶν ἀλεύρων, φόρος ἐπι-
1453βαλλόμενος ἐπὶ τῶν ἀλεύρων χάριν τῶν ἀτμομύλων
1454καὶ εἰς ζημίαν τοῦ λαοῦ, ἀντὶ νὰ ἴδωμεν τὴν φορο-
1455λογίαν ταύτην τῶν ἀλεύρων ἐλαττουμένην εἰς τρόπον, ὥστε
1456νὰ ὑπάρχῃ ἀναλογία μεταξὺ τῶν φόρων τοῦ σίτου καὶ τοῦ
1457ἀλεύρου, αὐξάνει διὰ τοῦ νέου δασμολογίου ἡ διαφορά. Ἐν
1458Γαλλίᾳ φορολογοῦνται τὰ ἄλευρα τὸ διπλάσιον τοῦ σίτου, ἐν-
1459ταῦθα δὲ, ἐνῷ ὁ σῖτος φορολογεῖται πρὸς 2 λεπτὰ, τ’ ἄλευρα
1460φορολογοῦνται πρὸς 7· ἤδη ἐγένετο μικρὰ αὔξησις τοῦ φόρου
1461ἐπὶ τοῦ σίτου, ἀλλὰ ἐγένετο πολὺ μεγαλειτέρα ἐπὶ τοῦ φόρου
1462τῶν ἀλεύρων· καὶ ταῦτα πάντα διατί; διατί φορολογοῦμεν
1463τ’ ἄλευρα καὶ διὰ τῶν ἀλεύρων τὸν λαόν; χάριν ὀλί-
1464γων βιομηχανικῶν καταστημάτων, ὀλίγων ἀλευρομύλων, τὰ
1465ὁποῖα εὔχομαι νὰ προκόπτωσι διὰ τῆς ἰδίας ὅμως ἐργασίας,
1466καὶ οὐχὶ διὰ τῆς φορολογίας τοῦ λαοῦ.
1467Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς ἐλλείψεως πάσης ἀρχῆς κατὰ τὴν ἀνα-
1468θεώρησιν τοῦ δασμολογίου καθιερώθη ὡς κανών τι, τὸ ὁποῖον
1469ἐλήφθη ὡς ἀρχὴ, δηλ. ἡ ἀναγωγὴ τῶν κλασματικῶν τελῶν
1470εἰς τὸ ἄρτιον. Παρ’ οὐδενὶ ἄλλῳ Κράτει ἐπενοήθη τοιοῦτον
1471σύστημα φορολογικῆς μεταῤῥυθμίσεως. Εἶδός τι φορολογεῖται
1472πρὸς 1 καὶ ⅒, προσετέθησαν 9)10, ὅπως ἀναχθῇ εἰς τὸ ἄρ-
1473τιον, ἕτερον δ’ εἶδος φορολογούμενον πρὸς 1 καὶ 9)10 ὑπεβλήθη
1474εἰς αὔξησιν ἑνὸς δεκατημορίου· πολλαπλασία ἄρα ὑπῆρξεν ἡ
1475φορολογία τοῦ πρώτου εἴδους διὰ λόγον τυχαῖον, τὸ δ’ ἐκ
1476τοιαύτης ἀναγωγῆς ὁλικὸν ποσὸν ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς
1477350,000. Διὰ τῆς ἀναγωγῆς τῶν κλασμάτων εἰς τὸ ἄρτιον
1478ηὔξησε τὸ τέλος ἐπὶ τοῦ σίτου, οὕτως ηὔξησε καὶ τὸ τέλος
1479ἐπὶ τοῦ θείου, δηλ. τοῦ εἴδους ἐκείνου, δι’ οὗ σώζονται αἱ ἄμ-
1480πελοι. Ἀλλά, κύριοι, τὸ περιεργότατον πάντων εἶναι, ὅτι δὲν
1481ἐγένετο, ὡς ἐνόμισεν ἡ Κυβέρνησις, ἡ ἀναγωγὴ εἰς τὸ ἄρτιον,
1482διότι, ὅπως ἐλησμονήθη κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν νὰ σημειωθῇ
1483τὸ ἔσοδον τοῦ προσθέτου φόρου ὑπὲρ τῆς ὁδοποιΐας, οὕτως ἐ-
1484λησμονήθη τὸ ὑπὲρ τῆς ὁδοποιΐας πρόσθετον τέλος ἐν τῷ δασ-
1485μολογίῳ, καὶ ἑπομένως μετὰ τὴν ἀναγωγὴν εἰς τὸ ἄρτιον πά-
1486λιν ἔχομεν κλάσμα ἐπὶ ἑκάστου τέλους, τὸ δεκατημόριον ὑπὲρ
1487τοῦ ὁδικοῦ ταμείου.
1488Οὗτος εἶναι ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ἐγένετο ἡ ἀναθεώρησις τοῦ δασμο-
1489λογίου. Ἀλλὰ σήμερον δυνάμεθα νὰ ἐλπίζωμεν, ὅτι ἐν τῷ ὀλίγῳ
1490χρόνῳ, ὁ ὁποῖος ὑπολείπεται ἡμῖν πρὸς ἐργασίαν, δυνάμεθα νὰ
1491παρασκευάσωμεν νέαν ἀναθεώρησιν τοῦ δασμολογίου; Βεβαίως,
1492τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν ἐν τῇ Συνόδῳ ταύτῃ. Ἡ ἀναθεώρησις τοῦ
1493δασμολογίου ἀπαιτεῖ φῶτα ποικίλα, ἀπαιτεῖ γνώσεις εἰδικὰς, πεῖ-
1494ραν πολυχρόνιον καὶ συλλογὴν πληροφοριῶν περὶ τῶν εἰδῶν, ὧν τὸ
1495τέλος πρόκειται νὰ μεταῤῥυθμισθῇ, ἵνα ἀποφασισθῇ ἂν πρέπῃ νὰ
1496ἐπέλθῃ αὔξησις ἢ ἐλάττωσις ἢ συγχώνευσις, διότι καὶ ἡ ἁπλο-
1497ποίησις τοῦ δασμολογίου εἶναί τι ἐπιδιωκτέον ἐν τῇ ἀναθεωρή-
1498σει. Ἀλλ’ ἂν ἡ ἀναθεώρησις δὲν ἐπιτυγχάνεται ἐν τῷ παρόντι,
1499δυνάμεθα ὅμως νὰ προσθέσωμεν ποσοστὸν ὁμοιόμορφον εἰς τὰ
1500ὑφιστάμενα τέλη, ὡς ἐγένοντο μέχρι τοῦδε· διὰ τῆς προσθήκης
1501δὲ 15 ἑκατοστῶν δυνάμεθα ν’ ἀπεκδεχώμεθα αὔξησιν ἐσόδων
1502σχεδὸν 2,000,000. Δυνάμεθα ἐπίσης νὰ παραδεχθῶμεν τὴν
1503αὔξησιν τῶν φόρων ἐπὶ τῶν κληρονομιῶν δι’ ἀναθεωρήσεως τοῦ
1504ὑπάρχοντος νόμου ὡς καὶ φορολογίας τινὰς ἐπὶ τῇ ἐγγραφῇ
1505τῶν τίτλων τῶν ἀκινήτων ἐν τῷ βιβλίῳ τῶν μεταγραφῶν, καὶ
1506ἐκ τούτου δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ποσὸν 500,000 δραχ. Παρα-
1507δέχομαι καὶ ἑτέρας τινὰς μικρὰς φορολογίας, ἐκ τῶν ὁποίων
1508ὁμοῦ μετὰ τῶν προειρημένων δυνάμεθα ν’ ἀποκτήσωμεν καὶ
1509μετὰ τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ ἐγγείου φόρου αὔξησιν τῶν ἐ-
1510σόδων 3,000,000. Πέραν τοῦ ποσοῦ τούτου νομίζω, ὅτι δὲν
1511δύναται ἡ χώρα νὰ βαστάσῃ ἄλλα νέα φορολογικὰ βάρη. Ἀλ-
1512λὰ καὶ μετὰ τὰς προσθήκας ταύτας τὸ ἔλλειμμα μένει μέγι-
1513στον. Τί δυνάμεθα νὰ πράξωμεν πρὸς μείωσιν τοῦ ἐλλείμμα-
1514τος τούτου; Οὐδὲν ἕτερον ἢ ν’ ἀναθεωρήσωμεν τὸν προϋπολο-
1515γισμὸν τῶν ἐξόδων ἐπὶ τὸ οἰκονομικώτερον, οὐχὶ ἵνα ἐπιτύ-
1516χωμεν τὸ ἰσοζύγιον πλῆρες, ἀλλ’ ἵνα πλησιάσωμεν εἰς αὐτό.
1517Οἰκονομίας ῥιζικὰς θὰ ἠδυνάμεθα ν’ ἀποκτήσωμεν μεταῤῥυθμί-
1518ζοντες τὸν ὀργανισμὸν τῆς ὑπηρεσίας, ἤδη ὅμως δὲν ὑπάρχει ὁ
1519ὑλικὸς καιρὸς πρὸς τοιαύτην ἐργασίαν. Ἀλλὰ διατὶ δὲν ὑπάρ-
1520χει; Διότι ἡ κυβέρνησις, διατελοῦσα ἐν τῇ ἐξουσίᾳ πλέον ἢ
1521διετίαν, οὐδὲν παρεσκεύασεν· ἡ κυβέρνησις ἤδη ὑποβάλλει εἰς
1522τὴν Βουλὴν νομοσχέδια, σχετιζόμενα πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν,
1523τὰ ὁποῖα δὲν ἔχομεν κἂν τυπωμένα, ἵνα λάβωμεν αὐτῶν γνῶ-
1524σιν ἐν τῇ γενικῇ ταύτῃ περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ συζητήσει.
1525Ἡ κυβέρνησις ταύτην τὴν στιγμὴν ἀνακοινοῖ εἰς τὴν
1526Βουλὴν, ὅτι ἔχει σχέδιον περὶ αὐξήσεως τῶν πόρων τοῦ
1527Κράτους κατὰ 720,000 δραχμῶν, σχέδιον, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι
1528εἰς κατάστασιν ἔτι ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς αὐτήν. Ἐκ τῆς ἐλλείψεως
1529ταύτης τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶναι βεβαίως ἡ Βουλὴ εἰς θέσιν νὰ
1530πράξῃ πάντα, ὅσα θὰ ἦτο ἐπιθυμητὸν νὰ γείνωσιν ἤδη, καὶ νὰ
1531τὰ πράξῃ διὰ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν εἶναι ἐπιθυμητὸν νὰ γείνωσι,
1532δύναται ὅμως νὰ πραγματοποιήσῃ οἰκονομίας, ὅπως πλησιάσῃ
1533καὶ κατὰ τοῦτο τὸ ἔτος εἰς τὸ ἰσοζύγιον, ὅπως κανονίσῃ τὰ
1534τοῦ Κράτους οἰκονομικὰ διὰ τρόπου, ὅστις νὰ ὑπόσχηται ἰσο-
1535ζύγιον ἂν ὄχι ἐν τῷ προσεχεῖ ἔτει, βεβαίως ὅμως μετὰ 2 ἢ 3
1536ἔτη.
1537Προκειμένου περὶ τοῦ 1880, ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν πράξωμεν
1538ἐξ ἀνάγκης, θέλει εἶσθαι ἀτελὲς, διότι δύο μῆνες τοῦ 1880
1539παρῆλθον ἤδη ὑπὸ τὴν διαχείρισιν τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως
1540καὶ ὑπὸ τὸ Κράτος τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς σημερινῆς Κυβερ-
1541νήσεως· τὸν προϋπολογισμὸν δὲ, τὸν ὁποῖον θέλομεν συντάξει,
1542ὀφείλομεν νὰ ἐκτιμήσωμεν ὡσανεὶ ἐπρόκειτο νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐπὶ
1543τὸ ἔτος ἀκέραιον· διότι, καίτοι κατὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος ἐν μέ-
1544ρει μόνον θέλει ἐφαρμοσθῆ, ἂν καταργῇ τὸ ἔλλειμμα ἐν τῷ
1545συνόλῳ τοῦ ἔτους, ἢ πλησιάζῃ πρὸς τὴν κατάργησιν αὐτοῦ,
1546θέλει φέρει τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο κατὰ τὸ προσεχὲς ἔτος, ὅτε
1547θέλει ἐφαρμοσθῆ ἐξ ἀρχῆς τῆς χρήσεως. Αἱ χρήσεις διαδέχον-
1548ται ἀλλήλας, ὁμοιάζουσαι πρὸς ἀλλήλας, καὶ ἂν ἐπιτύχωμεν
1549τὴν σύνταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ οἰκονομικοῦ διὰ τὴν χρῆ-
1550σιν τοῦ 1880, τὸ ἐγκαινιζόμενον ἤδη σύστημα εὐκόλως θέ-
1551λει συνεχισθῆ καὶ κατὰ τὸ 1881, ἐνῷ, ἂν δὲν ἐπιτύχωμεν τὰς
1552οἰκονομίας τώρα, δυσκολώτερον ἠθέλομεν τὰς ἐπιτύχει κατό-
1553πιν. Εἰς τοῦτο ἄρα ὀφείλομεν ν’ ἀποβλέψωμεν, ὅπως ἐν τῷ
1554προϋπολογισμῷ τοῦ 1880 κατορθώσωμεν νὰ πλησιάσωμεν εἰς
1555τὸ ἰσοζύγιον ἐν τῇ ὑποθέσει τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ καθ’ ὅλον
1556τὸ ἔτος. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1880 ὀφείλει νὰ συνταχθῇ
1557ὡς τύπος τῶν προϋπολογισμῶν τοῦ μέλλοντος, καὶ ἐπιτυγχάνο-
1558μεν τοῦ σκοποῦ, ὃν ἐπιδιώκομεν, ἂν διὰ τοιούτου προϋπολογι-
1559σμοῦ ἐξασφαλίζηται τὸ ἰσοζύγιον ἐν προσεχεῖ μέλλοντι.
1560Τὸ ἔλλειμμα τοῦ παρελθόντος, τὸ ὁποῖον ὑπελογίσθη εἰς
15613,000,000, αἱ διαφοραὶ, αἵτινες θέλουσι παρουσιασθῆ ἐκ τῆς
1562βραδείας ἐφαρμογῆς τῶν οἰκονομικῶν καὶ τῶν νέων φορολογι-
1563κῶν νόμων, ταῦτα πάντα ἀπαιτοῦσι ποσὸν, περὶ τοῦ ὁποίου
1564πρέπει νὰ προνοήσωμεν· ἀλλὰ, προκειμένου περὶ τοῦ προϋπολο-
1565γισμοῦ ὡς τύπου, κατὰ τὸν ὁποῖον θέλει κυβερνηθῆ τὸ Κράτος
1566ἐν τῷ μέλλοντι, εἶναι ταῦτα ἀδιάφορα.
1567Ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν πολιτικῶν λεγομένων Ὑπουρ-
1568γείων ὑπελογίσθησαν παρὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς ἀντιπολι-
1569τεύσεως καὶ ἰδίως παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Παρνασσίδος
1570ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου αἱ οἰκονομίαι, ὡς δυνάμεναι νὰ ἀνέλ-
1571θωσιν εἰς τὸ ποσὸν τοῦ 1,769,000 δραχμῶν. Ὁ Βουλευτὴς
1572Παρνασσίδος ἀνέφερε τὰς λεπτομερείας, καὶ εἶναι περιττὸν νὰ
1573ἐπανέλθωμεν εἰς αὐτάς. Ἐὰν δὲ ἡ ὥρα δὲν ἦτο τοσοῦτον προ-
1574κεχωρημένη, ἠδυνάμην γενικώτερον νὰ ὁμιλήσω περὶ αὐτῶν·
1575ἀλλὰ νομίζω, ὅτι εἶναι προτιμότερον νὰ παραλείψω ταῦτα, ἵνα
1576μὴ παρατείνω ἐπὶ πολὺ τὸν λόγον, καὶ θὰ περιορισθῶ εἰς ἓν ἢ
1577δύο ἄρθρα.
1578Ἰδίως δὲν δύναμαι νὰ μὴ ἀναφέρω τὴν ἐν τῷ εἰδικῷ προϋ-
1579πολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν πίστωσιν τῶν
1580500,000 δραχμῶν. Ὀφείλω ν’ ἀναφέρω τὴν πίστωσιν ταύτην,
1581διότι ὡς πρὸς αὐτὴν δὲν παραδέχομαι οἰκονομίας, ἐνῷ ἄλλα
1582μέλη τῆς ἀντιπολιτεύσεως προτείνουσι καὶ ἐν αὐτῇ οἰκονομίας.
1583Οἱ προτείνοντες τὰς οἰκονομίας ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου, προτεί-
1584νουσιν αὐτάς, διότι γίνεται κακὴ χρῆσις τῶν χρημάτων, ἡ δὲ
1585κακὴ αὕτη χρῆσις καλύπτεται πάντοτε ὑπὸ τὸν πέπλον τῆς
1586φιλοπατρίας. Ἡ φιλοπατρία, λέγουσιν οἱ θέλοντες ν’ ἀποκρύ-
1587ψωσι τὴν γενομένην χρῆσιν τῶν χρημάτων, ἀπαγορεύει ἵνα
1588κάμωμεν λόγον περὶ τοῦ ἄρθρου τούτου· ἡ φιλοπατρία ἀπαγο-
1589ρεύει ν’ ἀνακοινώσωμεν ποῦ διετέθησαν ταῦτα, καὶ ἕνεκα τῆς
1590φιλοπατρίας κινδυνεύομεν νὰ ἴδωμεν τὸ ἄρθρον τοῦτο διαγρα-
1591φόμενον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Ἀλλ’ ἂν ἡ φιλοπατρία ἔχῃ
1592σχέσιν πρὸς τὴν πίστωσιν, οὐδόλως βλάπτονται τὰ συμφέροντα
1593τοῦ Κράτους ἐκ τῆς ἀνακοινώσεως πρὸς τὴν Βουλὴν τῆς γενο-
1594μένης διαθέσεως τῶν χρημάτων.
1595Ἡ πίστωσις αὕτη ἀφορᾷ εἰς δαπάνας ἀναγομένας εἰς ἀνάγ-
1596κας ὑπὲρ τῆς προόδου τοῦ καθόλου Ἑλληνισμοῦ, καὶ νομίζω,
1597ὅτι ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐρωτήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν κατὰ
1598πόσον ἐδαπανήθησαν τὰ χρήματα ὑπὲρ τῆς προόδου τοῦ Ἑλ-
1599ληνισμοῦ καὶ κατὰ πόσον ὑπὲρ ἄλλων ἀναγκῶν, κατὰ πόσον
1600δὲ αὗται ἦσαν νόμιμοι καὶ πρέπουσαι καὶ κατὰ πόσον ἦταν
1601ἀνάγκαι ἀνήθικοι.
1602Ἐλάχιστον εἶναι τὸ ἐκ τῆς πιστώσεως δαπανηθὲν ποσὸν
1603πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτῆς. Καὶ πρὸ τῆς ἀναγραφῆς τῶν
1604500,000 δραχμῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ὑπῆρχε πίστωσις
1605διὰ τὰς τοιαύτας ἀνάγκας. Περίπου τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον
1606ἦτον ἐγγεγραμμένον ἐν τοῖς προηγουμένοις προϋπολογισμοῖς
1607διὰ τὰς ἀνάγκας ταύτας, περίπου τὸ αὐτὸ ἐδαπανήθη καὶ
1608ἤδη ποσὸν 150,000 πρὸς τὴν τοιαύτην ἀνάγκην. Τὰ δὲ
1609ἄλλα ποῦ ἐδαπανήθησαν; Εἰς τὰ ἔξοδα τῆς ἀντιπροσω-
1610πείας ἡμῶν ἐν ταῖς συνδιασκέψεσι τῆς Κωνσταντινουπόλεως
1611καὶ τῆς Πρεβέζης διετέθη ἐκ τῆς πιστώσεως μέγα ποσόν.
1612Ἡ δαπάνη αὕτη δὲν ἐπετρέπετο νὰ γείνῃ ἐκ τῆς πιστώ-
1613σεως τῶν 500,000· ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις, μὴ προνοήσασα περὶ
1614τῆς ἀνάγκης ταύτης ἐν τῷ οἰκείῳ ἄρθρῳ, ἀπεστέρησε τὸν
1615Ἑλληνισμὸν εὐεργετήματος, τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ προώρισεν
1616ἀποκλειστικῶς ὑπὲρ αὐτοῦ. Ἐγένοντο δαπάναι ἐκ τῆς πιστώ-
1617σεως, καὶ δαπάναι μεγάλαι, ὑπὲρ ἐφημερίδων ἐν τῷ ἐξωτερικῷ,
1618ὑπὲρ ἀνταποκριτῶν τοιούτων ἐφημερίδων ἐνταῦθα καὶ ὑπὲρ
1619ἐφημερίδων ἐνταῦθα. Καὶ κατὰ τί ἡ φιλοπατρία, κύριοι, δύναται
1620νὰ ὑπαγορεύσῃ, ὅπως μὴ καταστηλιτευθῶσιν αἱ ἐνταῦθα ἐφη-
1621μερίδες, αἵτινες ἐνοσφίσθησαν τὰ ἱερὰ ταῦτα χρήματα, ὅπως
1622συκοφαντήσωσι τὴν ἀντιπολίτευσιν καὶ ὅπως πλέξωσι τοὺς
1623στεφάνους τοῦ κυρίου ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ;
1624Ἐπίσης δὲν δύναμαι νὰ μὴ κάμω λόγον τινὰ καὶ περὶ τῶν
1625οἰκονομιῶν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς
1626Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, καὶ τοῦτο, διότι αἱ οἰκονομίαι ἐν τῷ
1627Ὑπουργείῳ ἐκείνῳ συνδέονται πρὸς γενικώτερον τινὰ σκοπόν.
1628Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκ-
1629παιδεύσεως ἔχει τὴν διαχείρισιν ποσῶν, μὴ ἐγγεγραμμένων ἐν
1630τῷ προϋπολογισμῷ, ἔχει τὴν διαχείρισιν τῶν κληροδοτημά-
1631των, ἥτις δὲν πρέπει νὰ διαφύγῃ τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς, συ-
1632ζητουμένου τοῦ προϋπολογισμοῦ. Νομίζω, ὅτι ἐκ τῶν κεφα-
1633λαίων τῶν κληροδοτημάτων δυνάμεθα νὰ ἀρυσθῶμεν ποσὰ οὐχὶ
1634ἀμέσως πρὸς οἰκονομίαν, ἀλλὰ ὑπὲρ δαπανῶν ἐπωφελῶν, δαπα-
1635νῶν, τὰς ὁποίας ἄλλως ὀφείλει τὸ Κράτος νὰ ὑποστῇ, καίτοι
1636δὲν ὑφίσταται ἤδη αὐτὰς, διότι δὲν ἔχει τὰ μέσα ἵνα ἐπαρ-
1637κέσῃ· ἑπομένως ἀποτελεῖ καὶ τοῦτο οἰκονομίαν ὑπὸ τοιαύτην
1638ἔποψιν.
1639Διὰ τῶν κληροδοτημάτων νομίζω, ὅτι ὀφείλομεν νὰ προνοή-
1640σωμεν περὶ συστάσεως εἰδικοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαι-
1641δεύσεως, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ὀφείλομεν νὰ ψηφίσωμεν καὶ εἰδικοὺς
1642φόρους, οὓς ἕκαστον χωρίον νὰ δύναται νὰ ἐπιβάλλῃ χάριν τοῦ
1643σχολείου αὑτοῦ, ὅπως τυγχάνῃ τῆς συνδρομῆς καὶ τῶν εὐεργε-
1644τημάτων τοῦ ταμείου. Εἰς τὸ ταμεῖον τοῦτο νομίζω, ὅτι δύνα-
1645ται νὰ προστεθῇ καὶ εἰσφορὰ ἐκ τῶν ἐσόδων τῶν μοναστηρια-
1646κῶν κτημάτων, περὶ ὧν θέλω ὁμιλήσει ἄλλως τε κατόπιν.
1647Θεωρῶ δὲ, ὅτι ἡ σύστασις τῶν εἰδικῶν τούτων ταμείων θέλει
1648παρέχει εὐκολίαν φορολογίας, τὴν ὁποίαν δὲν παρέχει ἡ γενικὴ
1649φορολογία τοῦ Κράτους, διότι ὁ κάτοικος τοῦ χωρίου θὰ ἦναι
1650πρόθυμος νὰ συναινέσῃ εἰς φορολογίαν ὑπὲρ ἑαυτοῦ, ὑπὲρ τῆς
1651ἐν τῷ χωρίῳ ἐκπαιδεύσεως, ἐν ᾧ τοὐναντίον οἱ αὐτοὶ φόροι, ἐπι-
1652βαλλόμενοι ὑπὸ τοῦ Κράτους ὑπὲρ τῶν γενικῶν αὐτοῦ ἀναγ-
1653κῶν, ἤθελον θεωρηθῆ ἐπαχθεῖς.
1654Τὸ αὐτὸ λέγω καὶ ἐν τῷ εἰδικῷ προϋπολογισμῷ τοῦ ἐπὶ
1655τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τῶν φάρων. Νο-
1656μίζω, ὅτι ὁ τρόπος, δι’ οὗ δυνάμεθα νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὴν
1657ἀνάγκην ταύτην, ἣν μᾶς ἐπιβάλλει ἡ παραλία θέσις τῆς
1658χώρας ἡμῶν, δὲν εἶναι ἡ ἐγγραφὴ πιστώσεως, ὁποία ἡ ἐφέ-
1659τος ἀναγραφεῖσα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ διὰ τὸν φάρον τῶν
1660Οἰνουσῶν. Δὲν νομίζω, ὅτι ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ὀφείλομεν νὰ
1661ἐργασθῶμεν πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ συστήματος τῶν φάρων,
1662εἶναι ὁ τρόπος, τὸν ὁποῖον ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς
1663ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ εἰπὼν, ὅτι ὁ φάρος ἐκεῖνος
1664κατασκευάζεται, διότι ηὐτύχησαν αἱ Οἰνοῦσαι νὰ ἴδωσιν αὐτὸν
1665ἐπανερχόμενον εἰς τὴν Ἑλλάδα. Νομίζω, ὅτι τὸ σύστημα τῶν
1666φάρων ἔχει μεγάλην σπουδαιότητα διὰ τὴν χώραν ταύτην,
1667διότι τοὺς φάρους ἡμῶν πρώτους συναντῶσιν οἱ εἰς τὴν Ἑλλάδα
1668ἐρχόμενοι, καὶ ἡ ἔλλειψις τῶν φάρων προξενεῖ τὰς περὶ ἡμῶν
1669πρώτας αὐτῶν ἐντυπώσεις. Περὶ φάρων καὶ ταμείου αὐτῶν
1670κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον τῆς Βουλῆς εἶχον εἰσάξει Νο-
1671μοσχέδιον, καὶ νομίζω, ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει ἰδεῶν, ὁποῖαι αἱ ἀνα-
1672γεγραμμέναι ἐν τῷ Νομοσχεδίῳ, ὀφείλομεν νὰ συστήσωμεν
1673ταμεῖον τῶν φάρων δι’ εἰδικῆς ὑπὲρ αὐτοῦ φορολογίας, καὶ
1674φορολογίας ἐπαρκούσης εἰς τὴν κατασκευὴν τῶν ἀναγκαίων
1675φάρων καὶ εἰς τὴν συντήρησιν αὐτῶν, νὰ λάβωμεν δὲ ὅλας
1676τὰς ἐγγυήσεις, ὅπως ἡ συντήρησις γένηται ἀποκεντρωτικῶς,
1677ὅπως μὴ καὶ οὗτοι ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν πολιτικήν.
1678Ἤδη μεταβαίνω εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ στρατιωτικοῦ ὀργα-
1679νισμοῦ. Καὶ πρῶτον ὀφείλω νὰ ἐξετάσω τὰ προτεινόμενα παρὰ
1680τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ὑποβληθὲν παρ’ αὐτῆς Νομοσχέδιον περὶ στρα-
1681τιωτικοῦ ὀργανισμοῦ, τὸν ὑποβληθέντα παρ’ αὐτῆς προϋπολογι-
1682σμόν· ὀφείλω νὰ ἐξετάσω ἐν ὀλίγοις τὸν προηγηθέντα προσωρινὸν
1683ὀργανισμὸν, καὶ εἶτα νὰ ἐκθέσω τὴν γνώμην μου περὶ στρατιω-
1684τικοῦ ὀργανισμοῦ. Ἤδη διατελοῦμεν ὡς πρὸς τὰ στρατιωτικὰ
1685ἐν καταστάσει ἐκρύθμῳ. Ὡς πρὸς τὰ στρατιωτικὰ δὲν ἔχομεν
1686νόμον· ὁ νόμος ὁ διέπων τὰ τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας τοῦ
1687Κράτους ἐξέπνευσε τὴν 31 Δεκεμβρίου, ἀπὸ δὲ τῆς ἡμέρας
1688ἐκείνης περὶ στρατιωτικῶν οὐδεὶς ὑπάρχει νόμος, καὶ διατε-
1689λοῦμεν ὑπὸ τὴν ἀπόλυτον δεσποτείαν τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Στρα-
1690τιωτικῶν Ὑπουργοῦ.
1691§105ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ὑποθέτω, ὅτι δὲν ἔκαμα κακὴν χρῆσιν.
1692§106ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ κ. ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν
1693ὑπουργὸς δὲν ἔκαμε κακὴν χρῆσιν, τῆς ἐλευθερίας, τὴν ὁποίαν
1694ἔχει ἤδη διευθύνων τὰ τοῦ στρατοῦ ἄνευ νόμου, διότι εἶχε κά-
1695μει πᾶσαν τὴν κακὴν χρῆσιν ἣν ἠδύνατο νὰ κάμῃ τῆς ἐξου-
1696σίας αὑτοῦ, ὅταν ἐδεσμεύετο ὑπὸ τοῦ νόμου. Ὅταν ἐδεσμεύετο
1697ὑπὸ τοῦ νόμου, ὑπὸ τοῦ προσωρινοῦ ὀργανισμοῦ, ὁ ὁποῖος, ὡς
1698ἐκ τοῦ τίτλου αὐτοῦ, ὑπηγόρευεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν
1699ἀποχὴν ἀπὸ πάσης ἐνεργείας κατὰ τὴν τελευταίαν περίοδον
1700τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ, ὅτε διετέλει ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ νόμου
1701ἐκείνου, τὰς παραμονὰς τῆς ἐκπνοῆς αὐτοῦ, ἔσπευσε δι’ ἐνερ-
1702γειῶν οὐχὶ παραβιαζουσῶν διαῤῥήδην τὸν νόμον, ἀλλὰ παρα-
1703βιαζουσῶν βεβαίως τὸ πνεῦμα αὐτοῦ, νὰ δεσμεύσῃ τὴν Βουλήν,
1704καὶ οὕτω δεσμευμένοι σήμερον εἰσερχόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν
1705τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν στρατιωτικῶν καὶ εἰς
1706τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ.
1707Ὑπέβαλεν ἡμῖν ὁ κ. ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν σχέδιον
1708ὀργανισμοῦ, ὑπέβαλε δὲ συνάμα καὶ προϋπολογισμὸν περὶ τῶν
1709στρατιωτικῶν δαπανῶν καὶ εἶπεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ὁ προϋ-
1710πολογισμὸς οὗτος στηρίζεται ἐπὶ τοῦ νόμου, οὐχὶ ἐπὶ ὅλου
1711τοῦ νόμου, ἀλλ’ ἐπὶ δύο ἄρθρων τοῦ νόμου. Εἶναι νόμος ἐκ
1712σελίδων ἑξήκοντα, νομίζω, ἀλλ’ ὁ προϋπολογισμὸς εἰς μίαν
1713τούτων τῶν σελίδων στηρίζεται καὶ ἐν τῇ σελίδι ταύτῃ
1714εἰς πέντε μόνον γραμμάς, αἵτινες λέγουσιν, ὅτι δύναται ὁ
1715νόμος νὰ μὴ ἐφαρμοσθῇ. Βλέπετε, κύριοι, ὅτι διστάζω κατὰ
1716τὴν στιγμὴν ταύτην, καὶ διστάζω, διότι δὲν ἠξεύρω ἂν
1717πρέπῃ νὰ ἐπιληφθῶ τῆς συζητήσεως τοῦ στρατιωτικοῦ ὀργα-
1718νισμοῦ, ὁποῖον περιέχει αὐτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Ὑ-
1719πουργοῦ. Πρὸς τί ἄρα ἡ συζήτησις αὕτη; Ὁ προϋπολο-
1720γισμὸς δὲν ἀναγράφει τὰ ἐν τῷ νόμῳ ἐκείνῳ. Ὁ νόμος ἐκεῖ-
1721νος δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐν Ἑλλάδι. Δὲν δύναται νὰ
1722ἐφαρμοσθῇ οὐχὶ μόνον διὰ λόγους οἰκονομικούς, οὗτοι εἶναι
1723τὸ μικρότερον ἐμπόδιον, διότι ἐπὶ τέλους δύναται ὁ τόπος
1724οὗτος καὶ νὰ πλουτήσῃ· ἀλλ’ ὅσον καὶ ἂν αὐξήσῃ ὁ πληθυ-
1725σμὸς τῆς Ἑλλάδος, δὲν δύναται ν’ αὐξήσῃ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥ-
1726στε νὰ δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος οὗτος.
1727Ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Καλαβρύτων τὰς ἀναλο-
1728γίας τῶν ἀριθμῶν τῶν ἀνδρῶν τοῦ στρατοῦ πρὸς τὸν πληθυ-
1729σμὸν κατὰ μέσον ὅρον ἐν ταῖς εὐρωπαϊκαῖς ἐπικρατείαις· ἀνέ-
1730φερεν ὅμως αὐτὰς κατά τι ἐξωγκωμένας, διότι ἐστηρίχθη ἀ-
1731ποκλειστικῶς εἰς τὴν Γερμανίαν καὶ εἰς τὰς προτάσεις τοῦ
1732ἀρχικαγγελαρίου τῆς Γερμανίας. Ἀλλ’ ἡ ἀναλογία κατὰ μέσον
1733ὅρον εἶναι πολὺ μικροτέρα. Ἡ ἀναλογία αὕτη ἐν Γαλλίᾳ εἶναι
1734ὡς 1 καὶ 15|00%· ἐν Γερμανίᾳ εἶναι ὡς 96|00, ἐν
1735Αὐστρίᾳ 80|00 καὶ ἐν Ἰταλίᾳ 75/00. Ἐν Ἑλλάδι δὲ ποία
1736θὰ ἦναι ἡ ἀναλογία δυνάμει τοῦ Νομοσχεδίου τοῦ κ. Ὑπουρ-
1737γοῦ; Ὁ πληθυσμὸς εἶναι ἓν ἑκατομμύριον καὶ ἑξακόσιαι χι-
1738λιάδες ψυχῶν, θὰ ἔχωμεν δὲ δύναμιν 26,000 ἀνδρῶν κατὰ
1739τὸν ὀργανισμὸν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, θὰ ἔχωμεν δηλαδὴ τὸ δι-
1740πλάσιον τοῦ ἀριθμοῦ, τὸν ὁποῖον θεωρεῖ ἡ Ἰταλία ἀνώτατον
1741ὅρον τῆς ἐν εἰρήνῃ δυνάμεως τοῦ στρατοῦ καί τι πλέον. Ἀλλ’
1742ἐὰν μόνη ἡ ἀναλογία αὕτη ἐπεπρόσθει, θὰ ἠδύνατο ὁ κ. Ὑ-
1743πουργὸς ν’ ἀντιτάξῃ, ὅτι αὐτὸς ἀκολουθεῖ ἴδιον σύστημα ἀ-
1744ναλογίας, ἔχομεν ὅμως καὶ νόμον ψηφισθέντα περὶ ἀπογραφῆς,
1745ὁ ὁποῖος καθορίζει τὸν τρόπον, καθ’ ὃν θέλει ἀπογράφεσθαι
1746πρὸς ὑποχρεωτικὴν ὑπηρεσίαν ἐν τῷ στρατῷ ὁ ἑλληνικὸς λαός.
1747Κατὰ τὸν νόμον ἐκεῖνον, εἶναι γνωστόν, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ
1748ἔχωμεν πλείονας νεοσυλλέκτους κατ’ ἔτος τῶν 6,000 ἀνδρῶν.
1749Ἔλαβον τὸν ἀριθμὸν τοῦτον ἐκ τῶν ἐπισήμων ἐκθέσεων, καί
1750τοι θεωρῶ αὐτὸν ὑπερβολικὸν, διότι νομίζω, ὅτι δὲν ἐλήφθη
1751ὑπ’ ὄψιν, ὅτι κατὰ τὸν νόμον ἐκεῖνον θέλομεν ἔχει καὶ ναυτι-
1752κὴν ἀπογραφήν. Ἀλλὰ διὰ τῶν 6,000 ἀνδρῶν καὶ διὰ τῆς
1753θητείας, ὁποία κανονίζεται ἐν τῷ νόμῳ ἐκείνῳ, ποίαν ἀνωτά-
1754την δύναμιν θὰ ἔχωμεν; Ἡ θητεία ἐν τῷ νόμῳ ἐκείνῳ τῶν
1755μὲν εἰδικῶν σωμάτων εἶναι τριῶν ἐτῶν, τοῦ πεζικοῦ δύο ἐτῶν,
1756ἀλλὰ καὶ πλὴν τῶν ἐπὶ διετεῖ θητείᾳ καλουμένων ἀνδρῶν
1757μέρος τῆς κλάσεως, σχεδὸν τὸ ἥμισυ, θὰ καλῆται ὑπὸ τὰ ὅπλα
1758ἐπὶ μόνον ἕξ μῆνας. Πῶς δύναται δι’ 6,000 ἀνδρῶν, ὅταν ὀ-
1759λίγοι μόνον θὰ διαμείνωσιν ἐπὶ τρία ἔτη, ἄλλοι δὲ ἐπὶ δύω καὶ
1760οἱ ἡμίσεις ἐπὶ ἕξ μῆνας, νὰ καταρτισθῇ στρατὸς 26,000 ἀν-
1761δρῶν; Τοῦτο εἶναι φυσικῶς ἀδύνατον. Ὁ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ
1762προτεινόμενος νόμος εἶναι ἀσυμβίβαστος πρὸς τὴν βάσιν αὐ-
1763τοῦ, τὸν πληθυσμὸν τοῦ Κράτους, εἶναι ἀσυμβίβαστος πρὸς
1764τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ θὰ ἦναι ἀπώλεια ματαία τοῦ χρόνου
1765νὰ ληφθῇ ὡς θέμα συζητήσεως.
1766Καὶ ἂν ἦτο ἐφαρμόσιμος ὁ νόμος ἐκεῖνος, εἶναι ποτὲ πι-
1767στευτὸν, ὅτι ἤθελεν Ἑλληνικὴ Βουλὴ ψηφίσει τὰ εἰδικὰ ἀρ-
1768χηγεῖα, τὰ γενικὰ ἀρχηγεῖα, ὅτι ἤθελε ψηφίσει τοὺς στρατη-
1769γοὺς καὶ τὸν μέγαν ἀριθμὸν τῶν γενικῶν ἐπιτελῶν; ἀριθμὸν
1770ἀνώτερον τοῦ ἀριθμοῦ τῶν γενικῶν ἐπιτελῶν, οἵτινες συνώδευ-
1771σαν πάντα τὰ γενικὰ ἀρχηγεῖα τοῦ στρατοῦ τῆς Γερμανίας
1772εἰσελάσαντος εἰς τὴν Γαλλίαν. Ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀξιωματικῶν
1773τῶν γενικῶν ἐπιτελῶν ὁ ἐν τῷ Νομοσχεδίῳ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ
1774εἶναι 48, ὁ δὲ ἀριθμὸς τῶν ἀξιωματικῶν τῶν γενικῶν ἐπιτε-
1775λῶν τῶν ἀρχηγείων τῶν 12 ἐν Γαλλίᾳ γερμανικῶν στρατιῶν
1776δὲν ἦσαν πλείονες τῶν 48. Σῶμα στρατιωτικὸν γερμανικὸν,
1777ἤτοι στρατιὰ, Corps d'armée, περιέχουσα ἀριθμὸν πολὺ με-
1778γαλείτερον τῆς δυνάμεως τῆς κατὰ τὸ Νομοσχέδιον τοῦ κ.
1779Ὑπουργοῦ, ἔχει πόσους νομίζετε ἀξιωματικοὺς γενικῶν ἐπιτε-
1780λῶν; 4 μόνον. Ἀλλὰ περιέχει τι σπουδαιότερον τὸ Νομοσχέ-
1781διον. Περιέχει τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου περὶ στρατιωτικῶν
1782ἐπιμελητηρίων, διὰ τοῦ ὁποίου ἐνομίσαμεν, ὅτι θέλομεν τέλος
1783ὑπαγάγει τὸν στρατὸν εἰς τὰς ἐγγυήσεις τοῦ νόμου περὶ δη-
1784μοσίου λογιστικοῦ. Τοῦ νόμου ἐκείνου συνῄνεσεν ὁ κ. Ὑπουρ-
1785γὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα ἀναβάλωμεν τὴν ἰσχὺν μέχρι
1786τῆς πρώτης Ἀπριλίου· συνῄνεσεν ἐπὶ τῇ ἐλπίδι, ὅτι ἤθελε πρὸ
1787τῆς πρώτης Ἀπριλίου ψηφισθῆ τὸ Νομοσχέδιον αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἡ
1788ἐλπὶς αὐτοῦ θέλει ἀποδειχθῆ κενή· εἶναι ἀδύνατον ἡ Βουλὴ νὰ ἐπι-
1789τρέψῃ, ὅπως ἐπὶ πλέον διεξάγωνται τὰ τοῦ στρατοῦ οἰκονο-
1790μικῶς διὰ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν μέχρι τοῦδε διεξάγονται, διότι
1791δὲν πρόκειται μόνον περὶ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον κεῖται εἰς τὴν
1792διάθεσιν τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἀνεξελέγκτως
1793ἐπὶ χρόνον πολὺν, ἀλλὰ πρόκειται περὶ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα
1794τὸ ποσὸν παρέχει εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἡ Κυβέρνησις δι’
1795αὐτῶν διεκφεύγει τοὺς φραγμοὺς τοῦ προϋπολογισμοῦ. Εἰς τὸ
1796πυριτιδοποιεῖον ἐδόθησαν προκαταβολαὶ, ἐδόθη προκαταβολὴ
1797280,000 δραχμῶν, ὅπως ἀνεγείρῃ ἐργοστάσιον πρὸς κατα-
1798σκευὴν καλύκων μεταλλίνων φυσιγγίων, ἐνῷ τὸ δημόσιον δα-
1799πανᾷ μυριάδας δραχμῶν κατ’ ἔτος εἰς συντήρησιν προσωπικοῦ
1800πυριτιδοποιείου. Εἶχε τὸ δημόσιον 280,000 δραχμῶν διαθε-
1801σίμους, καὶ ταύτας δὲν δαπανᾷ ὑπὲρ τοῦ ἰδίου αὐτῆς πυριτιδο-
1802ποιείου, ὅπως αὐτὸ οἰκοδομήσῃ κατάστημα, ἀλλὰ χορηγεῖ ταύ-
1803τας εἰς ἰδιωτικὸν κατάστημα καὶ διὰ προκαταβολῆς καὶ ἐπὶ
1804ὅρῳ συμψηφισμοῦ τοῦ ποσοῦ διὰ τῶν φυσιγγίων, τὰ ὁποῖα ἐν
1805τῷ καταστήματι τούτῳ θέλουσι κατασκευασθῆ. Ἐγένετο τὸ
1806συμβόλαιον τοῦτο πρὸ διετίας, καὶ ἠξεύρω, ὅτι τώρα ἀγοράζο-
1807μεν φυσίγγια ἐν Παρισίοις. Δὲν εἶναι δὲ αὕτη ἡ μόνη προκα-
1808ταβολή· ὑπάρχουσι καὶ ἕτεραι 140,000 δραχμαὶ, προκατα-
1809βληθεῖσαι εἰς τὸ πυριτιδοποιεῖον. Πάντα ταῦτα δὲν θὰ ἠδύνατο
1810νὰ πράξῃ ἡ Κυβέρνησις, ἂν ἴσχυεν ὁ νόμος περὶ στρατιωτικῶν
1811ἐπιμελητηρίων. Ἀναβάλλοντες λοιπὸν τὴν ἰσχὺν τοῦ νόμου
1812τούτου δὲν ἐπράττομεν πρᾶξιν ἄσχετον πρὸς τὸν προϋπολογι-
1813σμόν, ἄσχετον πρὸς τὰς οἰκονομίας, δι’ ὧν ἐπιζητοῦμεν τὸ
1814ἰσοζύγιον. Πρῶτος ὅρος πάσης σκέψεως οἰκονομίας ἐπὶ τοῦ Ὑ-
1815πουργείου τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου ἐκείνου ἢ
1816ἑτέρου νόμου οἱουδήποτε ἐφαρμόζοντος εἰς τὸ στρατιω-
1817τικὸν τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ·
1818τοῦτον ὅμως τὸν νόμον καταργεῖ τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ.
1819Ὑπουργοῦ. Ἀλλὰ περὶ στρατιωτικῶν ἐπιμελητηρίων οὐδὲ
1820ὁ προϋπολογισμὸς προνοεῖ, διότι ἐν τῇ ἰδέᾳ τοῦ κ.
1821Ὑπουργοῦ τὰ στρατιωτικὰ ἐπιμελητήρια εἶναι κατα-
1822δεδικασμένα· ὁ περὶ αὐτῶν νόμος εἶναι κώλυμα πρὸς τὸν
1823τρόπον τῆς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως, καὶ εἶχε δίκαιον ὁ κ.
1824Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν θεωρῶν τὸν νόμον καταργηθέντα·
1825διότι, ἂν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις θέλει ἐφαρμόσει τὸν προϋπολο-
1826γισμόν, εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρξῃ ὁ νόμος ἐκεῖνος. Ἡ παροῦ-
1827σα Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ κυβερνήσῃ διὰ τοιούτων νόμων.
1828Ἂν ὁ νόμος περὶ στρατιωτικῶν ἐπιμελητηρίων ἐπέβαλλεν αὔ-
1829ξησιν δαπάνης χάριν τῶν ἐγγυήσεων, ἃς καθιεροῖ, θὰ ἤμην
1830ὑπὲρ τῆς δαπάνης ταύτης, διότι θὰ ἦτο παραγωγὸς οἰκονο-
1831μιῶν ἄλλων· ἀλλ’ ὁ νόμος περὶ στρατιωτικῶν ἐπιμελητηρίων, ἀντὶ
1832αὐξήσεως δαπανῶν, φέρει οἰκονομίας καὶ οἰκονομίας σπουδαίας.
1833Ἀφίνων λοιπὸν τὸ Νομοσχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ περὶ τοῦ
1834στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ, καὶ ἐξετάζων τὸν προϋπολογισμὸν
1835τί εὑρίσκω; Εὑρίσκω ἐξ ἀντιπαραβολῆς πρὸς τὸν προϋπολο-
1836γισμὸν τοῦ 1879, ὅτι ἠλαττώθη ὁ ἀριθμὸς τῶν στρατιωτῶν,
1837ὅτι κατὰ τὸ φαινόμενον ἠλαττώθησαν αἱ δαπάναι ἀπὸ δεκα-
1838τριῶν ἑκατομμυρίων καὶ τριακοσίων χιλιάδων εἰς ἕνδεκα
1839ἑκατομμύρια, ἀλλ’ ἐξήγησα πρότερον πόσα πρέπει νὰ προσθέ-
1840σητε εἰς τὰ ἕνδεκα ταῦτα ἑκατομμύρια, διὰ νὰ εὑρίσκησθε
1841ἐν τῇ ἀληθείᾳ. Ἐνῷ ὅμως ἔχομεν ἐλάττωσιν τοῦ ἀριθμοῦ
1842τῶν ἀνδρῶν, ἔχομεν αὔξησιν εἰς πάντα τὰ ἄλλα, ἔχομεν αὔ-
1843ξησιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν κατὰ 56, ἔχομεν αὔξη-
1844σιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑπαξιωματικῶν κατὰ 509· ἐκ τῶν 509
1845τούτων ἔχομεν αὔξησιν ὑπεραρίθμων ὑπαξιωματικῶν 232
1846(ἔκπληξις), ἡ δὲ πρόσθετος δαπάνη πάντων τούτων, συμπερι-
1847λαμβανομένων καὶ τῶν ἵππων τῶν ἀξιωματικῶν, εἶναι 629
1848χιλιάδες δραχμαί.
1849§107ΒΑΛΤΙΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.). Τοὺς γεννᾷ
1850ὁ προϋπολογισμὸς τοὺς ὑπεραρίθμους;
1851§108ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοὺς γεννᾷ ἡ ἐνέργεια ὑμῶν ὡς Ὑπουργοῦ
1852ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν.
1853§109ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Λησμονεῖτε, ὅτι τοὺς εὗρον.
1854§110ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοῦτο εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ
1855λύσητε μετὰ τοῦ προκατόχου σας, λέγω μόνον, ὅτι ὑπάρχει ἡ
1856αὔξησις τῶν ὑπεραρίθμων ἐπὶ τοῦ ἀριθμοῦ τοῦ ἐγγεγραμμένου
1857ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1879. Οἱ δὲ ἀπαιτούμενοι προβι-
1858βασμοὶ ἀξιωματικῶν κατὰ τὸν νέον προϋπολογισμὸν ἐν παρα-
1859βολῇ πρὸς τὸν προηγούμενον εἶναι 615. Ἐν τῷ προϋπολογι-
1860σμῷ δὲν ἀνευρίσκομεν πάντα, ὅσα περιέχει ὁ ὀργανισμὸς ὁ διὰ
1861τοῦ νομοσχεδίου τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ὑποβληθεὶς εἰς τὴν Βου-
1862λήν, δὲν περιέχονται οἱ 48 ἀξιωματικοὶ τῶν γενικῶν ἐπιτε-
1863λῶν, περιέχονται ὅμως 19, ἤτοι περιέχονται τὰ εἰδικὰ ἀρ-
1864χηγεῖα καὶ τὰ γενικὰ ἀρχηγεῖα, περιέχονται καὶ ἄλλαι πολ-
1865λαὶ δαπάναι πολυτελείας ἐκ τῶν ἐν τῷ ὀργανισμῷ τοῦ κυρίου
1866ὑπουργοῦ· ἠξεύρετε δὲ, ὅτι τὸ σῶμα τῶν γενικῶν ἐπιτελῶν
1867ηὔξησε τὸν ἀριθμὸν ἐπὶ τοῦ παρόντος ὑπουργείου, ηὔξησε τὸν
1868ἀριθμὸν ἐπ’ ἐσχάτων. Ἐξ ὅλων τῶν πολυτελειῶν, τὰς ὁποίας
1869περιέχει ὁ προϋπολογισμός, ἡ πολυτέλεια ἡ μεγίστη, ἡ ἐπι-
1870βλαβεστέρα, εἶναι ἡ τοῦ σώματος τούτου τῶν γενικῶν ἐπιτε-
1871λῶν, διότι καθιστᾷ σχετικῶς ἀχρήστους εἰς τὸν στρατὸν τοὺς
1872ἀξιωματικοὺς ἐκείνους, οἵτινες ἤθελον εἶσθαι οἱ χρησιμώτεροι
1873ὡς ἐκ τῆς ἀξίας τῶν πλείστων ἐξ αὐτῶν. Ὁ στρατὸς ἡμῶν
1874ἔχει ἀνάγκην τοιούτων ἀξιωματικῶν, ἔχει ἀνάγκην ἐν τῇ μα-
1875χίμῳ ὑπηρεσίᾳ, καὶ ἀφαιρεῖτε ἀπὸ τοῦ στρατοῦ 19 ἀξιωμα-
1876τικούς, τὸ ἄνθος αὐτοῦ, ἵνα τοὺς ἀπασχολήσητε εἰς ἔργα κατ’
1877ὄνομα στρατιωτικά, εἰς ἔργα ἐπιβοηθητικὰ τῆς στρατιωτικῆς
1878ὑπηρεσίας, εἰς ἔργα, τὰ ὁποῖα οἱ ἀξιωματικοὶ δύνανται καὶ ὀ-
1879φείλουσι νὰ ἐπιτελῶσιν ὡς συμπλήρωμα τῆς ἄλλης αὑτῶν
1880ἐργασίας. Σήμερον ἐν Γαλλίᾳ συζητεῖται τὸ νομοσχέδιον περὶ
1881καταργήσεως τοῦ σώματος τῶν γενικῶν ἐπιτελῶν, καὶ ἡμεῖς
1882σήμερον αὐξάνομεν τοὺς ἀριθμοὺς τοῦ σώματος τούτου καὶ τοὺς
1883αὐξάνομεν διὰ τῆς ζημίας, τὴν ὁποίαν εἶπον, ὅτι ὑφίσταται ὁ
1884στρατὸς στερούμενος τοιούτων ἀξιωματικῶν, καὶ διὰ τῆς ζημίας
1885τῆς ἄλλης, ἥτις προέρχεται ἐκ τῆς ἀπογοητεύσεως τῶν ἀξιωματι-
1886κῶν τῶν ἄλλων σωμάτων, βλεπόντων ἑαυτοὺς ἀδικουμένους ἐκ
1887τῆς ταχείας προαγωγῆς τοῦ σώματος ἐκείνου. Καὶ δὲν δύναται
1888τὸ σῶμα ἐκεῖνο, καθ’ ὃν τρόπον ὠργανώθη ὑπὸ τοῦ κυρίου Ὑπουρ-
1889γοῦ, νὰ μὴ παρέχῃ ταχίστην τὴν προαγωγήν. Οἱ ἐσχάτως διο-
1890ρισθέντες ἔχουσι κατὰ τὸ Νομοσχέδιον τοῦ Ὑπουργοῦ ἐνώπιον
1891αὐτῶν κενὰς δύω θέσεις προαγωγῆς, οἱ λοχαγοὶ ἔχουσι κενὴν
1892τὴν θέσιν τοῦ ἀντισυνταγματάρχου.
1893Τὸ Γαλλικὸν νομοσχέδιον ὤφειλε νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὸν κ.
1894ὑπουργὸν ὡς ὁδηγὸς περὶ τοῦ πρακτέου. Τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο,
1895διακρῖνον μεταξὺ ὑπηρεσίας γενικῶν ἐπιτελῶν καὶ σώματος
1896γενικῶν ἐπιτελῶν, κανονίζει κατὰ τίνα τρόπον δύναται ἐπω-
1897φελῶς πρὸς τὸν στρατὸν νὰ ἐκτελῆται ἡ ὑπηρεσία τῶν γενικῶν
1898ἐπιτελῶν ὑπὸ τῶν διακρινομένων ἐν τῷ στρατῷ ἀξιωματικῶν,
1899ὑπὸ τῶν ἀξιωματικῶν, τῶν ἐχόντων καὶ τῶν ἀποδεικνυόν-
1900των, ὅτι ἔχουσι τὰ προσόντα πρὸς τὴν τοιαύτην ὑπηρεσίαν,
1901κανονίζει, ὅτι οἱ ἀξιωματικοί, οἵτινες ἀπεδείχθησαν ἔχοντες
1902τὰ προσόντα πρὸς τοιαύτην ὑπηρεσίαν, μετατίθενται εἰς τὴν ὑ-
1903πηρεσίαν ταύτην, τὴν ὁποίαν διεξάγουσιν ἐπὶ τριετίαν· καὶ
1904μετὰ τὰ τρία ἔτη ἐπανέρχονται εἰς τὰ σώματα αὐτῶν, διαδέ-
1905χονται δ’ αὐτοὺς ἄλλοι. Ἂν ὁ κ. ὑπουργός, ἔχων ἐνώπιον
1906τοιοῦτον παράδειγμα, ἐνεπνέετο ἐξ αὐτοῦ, δὲν θὰ ηὔξανε τὸν
1907ἀριθμὸν τῶν ἀξιωματικῶν τῶν γενικῶν ἐπιτελῶν μεταθέτων
1908εἰς τὸ σῶμα τοῦτο ἀξιωματικοὺς καὶ παρὰ τὴν θέλησιν αὐτῶν.
1909Ὑπάρχουσιν ἀξιωματικοί, μετατεθέντες εἰς τὸ σῶμα τῶν
1910γενικῶν ἐπιτελῶν, οἵτινες, καί τοι ἐκ τῆς μεταθέσεως ἀ-
1911ποκτῶσι τὴν ἐλπίδα ταχείας προαγωγῆς, αἰσθανόμενοι ὅ-
1912μως, ὅτι ὡς ἐκ τῆς μεταθέσεως δὲν ἔχουσιν ἀφορμὴν πρὸς
1913χρήσιμον ἐργασίαν, ἐπεθύμουν καὶ θὰ ἐξέφραζον τὴν ἐπι-
1914θυμίαν των ταύτην, ἂν τοῖς τὸ ἐπέτρεπεν ἡ στρατιωτικὴ
1915πειθαρχία, ὅπως μὴ γείνῃ ἡ μετάθεσις. Περιέχει ὁ προϋ-
1916πολογισμὸς τὰ γενικὰ ἀρχηγεῖα, περιέχει καὶ τὰ εἰδικὰ ἀρ-
1917χηγεῖα· ἀρχηγεῖον πυροβολικοῦ, ἀρχηγεῖον μηχανικοῦ, ἀρχη-
1918γεῖον ἱππικοῦ, ἀρχηγεῖον χωροφυλακῆς. Καὶ τὰ μὲν ἀρχηγεῖα
1919χωροφυλακῆς καὶ μηχανικοῦ προϋπῆρχον, ἀλλ’ ἐνῷ καὶ ἐκεῖνα
1920ἔδει νὰ καταργηθῶσι, νῦν ἔχομεν τὴν προσθήκην ἀρχηγείου
1921πυροβολικοῦ καὶ ἱππικοῦ. Καθ’ ἣν ὥραν σκεπτόμεθα πάντες
1922περὶ τοῦ καταλλήλου τρόπου τῆς ἐκπαιδεύσεως τοῦ στρατοῦ,
1923ὅτε εἶναι γνωστὸν εἰς πάντας, ὅτι ἡ ἐκπαίδευσις ἐν τῷ ἑλλη-
1924νικῷ στρατῷ χωλαίνει ἕνεκα τοῦ καταμερισμοῦ τῶν ὀλίγων
1925αὐτοῦ δυνάμεων, ἀναγράφομεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ συνάμα
1926μετὰ τῶν ἀρχηγείων τῶν εἰδικῶν τούτων σωμάτων, ἀναγρά-
1927φομεν καὶ τὴν διαίρεσιν τῶν σωμάτων εἰς μοίρας, ὅπως ἑκά-
1928στη αὐτῶν προσκολληθῇ εἰς ἓν τῶν γενικῶν ἀρχηγείων· ἐνῷ
1929δὲ προσκολλῶμεν τὰς μοίρας τῶν σωμάτων εἰς τὰ γενικὰ ἀρ-
1930χηγεῖα, ἔχομεν καὶ εἰδικὸν ἑκάστου σώματος ἀρχηγεῖον, τὸ
1931ὁποῖον θὰ ἦτο ἄσκοπον, καὶ ἂν ἦσαν συγκεντρωμένα τὰ σώ-
1932ματα, διότι ἕκαστον τῶν σωμάτων τούτων, ἂν ἦτο συγκεν-
1933τρωμένον, θ’ ἀπετέλει σύνταγμα. Τὰ γενικὰ ὅμως ἀρχηγεῖα
1934ἐπεχείρησε νὰ δικαιολογήσῃ καὶ ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογι-
1935σμοῦ διὰ τοῦ εἰσηγητοῦ αὐτῆς λέγουσα, ὅτι ἡ διαίρεσις τοῦ
1936Κράτους εἰς στρατιωτικὰς περιφερείας ἐπιβάλλεται ὑπὸ τοῦ
1937νόμου περὶ ἀπογραφῆς. Πλάνη μεγαλειτέρα ταύτης δὲν δύνα-
1938ται νὰ ὑπάρξῃ. Ὁ νόμος περὶ ἀπογραφῆς διαγράφει τὰς στρα-
1939τιωτικὰς περιφερείας χάριν τῆς ἐθνοφρουρᾶς, περὶ ἐθνοφρουρᾶς
1940δὲ σήμερον σπουδαίως δὲν πρόκειται· τὸν στρατὸν ὅμως τὸν
1941ἐν ἐνεργείᾳ καὶ τὸν στρατὸν τῆς ἐφεδρείας δὲν κατανέμει
1942κατὰ περιφερείας· τοὐναντίον ὁ νόμος οὗτος εἶναι ἀντιγραφὴ
1943τοῦ Γαλλικοῦ νόμου, ἐν τούτῳ δὲ δὲν ἐπεκράτησεν ἡ ἀρχὴ ἡ
1944Γερμανικὴ τῆς κατὰ περιφερείας διαιρέσεως τοῦ στρατοῦ, ἐπε-
1945κράτησεν ἀρχὴ ἄλλη, ἀρχὴ μικτή, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ μὲν
1946ἐθνοφρουρὰ ὀργανίζεται κατὰ περιφερείας, ὁ δὲ ἐνεργὸς στρατὸς
1947ὀργανίζεται ἀσχέτως πρὸς τὰς περιφερείας, οἱ δ’ ἔφεδροι κα-
1948λοῦνται εἰς τὰ σώματα τὰ πλησιέστερα εἰς τὴν κατοικίαν αὐ-
1949τῶν πρὸς ἄσκησιν ἢ πρὸς ἐπιστράτευσιν.
1950§111ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ λέγει ῥητῶς ἡ ἔκθεσις, ὅτι εἶναι διὰ
1951ἐθνοφρουράν.
1952§112ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅταν ὅμως ἐφαρμόζεται εἰς τὴν ἐθνοφρου-
1953ρὰν, πότε θὰ ἔχωμεν πραγματικὴν, τουτέστιν ἠσκημένην ἐθνο-
1954φρουράν; Μετὰ δέκα ἔτη, διότι σήμερον κατατάσσονται εἰς
1955τὸν στρατὸν οἱ ἔχοντες ἡλικίαν 21 ἐτῶν συμπεπληρωμένων,
1956εἰς τὴν ἐθνοφρουρὰν δὲ οὗτοι θέλουσι μεταβῆ, ὅταν συμπληρώ-
1957σωσι τὸ 30ον ἔτος τῆς ἡλικίας αὐτῶν.
1958Ἰδίως ὅμως κατακρίνω καὶ τὸ Νομοσχέδιον τῆς Κυβερνή-
1959σεως καὶ τὸν προϋπολογισμὸν δι’ ἕτερόν τι. Ἡ πολυτέλεια, ἡ
1960αὔξησις τοῦ σώματος τῶν γενικῶν ἐπιτελῶν, τὰ εἰδικὰ ἀρχη-
1961γεῖα, τὰ γενικὰ ἀρχηγεῖα, ταῦτα πάντα εἶναι δαπανηρὰ, εἶ-
1962ναι ἐπιβλαβῆ πρὸς τὸν στρατόν· ἀλλὰ δὲν ἀποτελοῦσι ταῦτα
1963τὸ χείριστον τῶν χαρακτηριστικῶν τοῦ στρατιωτικοῦ συστή-
1964ματος τοῦ Ὑπουργοῦ, τὸ ὁποῖον καὶ ἐν τῷ Νομοσχεδίῳ καὶ
1965ἐν τῷ προϋπολογισμῷ εὑρίσκομεν. Ἐψηφίσαμεν νόμον περὶ γε-
1966νικῆς στρατεύσεως πάντων τῶν Ἑλλήνων, ἐψηφίσαμεν νόμον
1967καταργοῦντα τὴν ἀντικατάστασιν, ἐψηφίσαμεν ταῦτα, διότι
1968ἐφρονοῦμεν, ὅτι πρέπει νὰ λάβωμεν πρόνοιαν περὶ στρατιωτι-
1969κῆς ἐκπαιδεύσεως τῆς χώρας, διότι ἐφρονοῦμεν, ὅτι παρῆλθεν ἡ
1970ἐποχὴ τῶν ἐκτάκτων παρασκευῶν καὶ εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἐ-
1971ποχὴν τῆς ὁμαλῆς παρασκευῆς, τῆς κανονικῆς ἀναπτύξεως τῶν
1972δυνάμεων τῆς χώρας πρὸς στρατιωτικὴν ἐνέργειαν, τῆς ἀνα-
1973πτύξεως ἁπασῶν αὐτῆς τῶν δυνάμεων διὰ τῆς ἐκπαιδεύσεως
1974τοῦ ἔθνους εἰς τὰ ὅπλα· ἀλλ’ ἐνῷ ἐψηφίσαμεν νόμον περὶ γε-
1975νικῆς καὶ ὑποχρεωτικῆς στρατεύσεως καὶ ἐνῷ εἰσερχόμεθα ἤδη
1976εἰς τὸ πρῶτον ἔτος τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ, οὐδεμία λαμβάνεται
1977πρόνοια, ὅπως οἱ ἄνδρες, οἱ ὑποχρεωτικῶς κατατασσόμενοι
1978εἰς τὸν στρατὸν χάριν ἐκπαιδεύσεως, πραγματικῶς ἐκπαι-
1979δευθῶσιν, ἀλλ’ ἐξακολουθοῦμεν διεπόμενοι ὑπὸ τοῦ συστή-
1980ματος, τὸ ὁποῖον μέχρι τοῦδε ἐπεκράτησεν ἐν τοῖς στρατιωτι-
1981κοῖς, τοῦ συστήματος, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ στρατὸς ἡμῶν ἅπας
1982ἐργάζεται οὐχὶ εἰς στρατιωτικὴν ἐκπαίδευσιν, ἀλλ’ εἰς τὴν ὑπη-
1983ρεσίαν τοῦ Κράτους. Τοιοῦτον σύστημα οὐδαμοῦ ἄλλοθι ὑπάρ-
1984χει. Εἴχομεν τὸ δικαίωμα νὰ εἴπωμεν εἰς πάντα πολίτην ἕλ-
1985ληνα, ὅτι, ἂν θέλῃ νὰ ἀπολαμβάνῃ τῶν ἀγαθῶν τῆς ἰδιότητος
1986αὐτοῦ ὡς πολίτου τῆς Ἑλλάδος, ἂν θέλῃ νὰ ἐνασκῇ τὰ πο-
1987λιτικὰ δικαιώματα, ὀφείλει καὶ νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν ὑποχρέ-
1988ωσιν τῆς στρατιωτικῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ ὀφείλει νὰ στερηθῇ
1989τοῦ δικαιώματος, τοῦ ὁποίου μέχρι τοῦδε ἀπελάμβανε τῆς ἀν-
1990τικαταστάσεως· ἀλλ’ αἱ ὑποχρεώσεις αὗται τοῦ πολίτου ἔχου-
1991σιν ὡς ἀντίῤῥοπον τὴν ὑποχρέωσιν τῆς πολιτείας νὰ μὴ ἐπιβάλῃ
1992εἰς τοὺς οὕτω στρατολογουμένους ἄλλην ἐργασίαν, εἰμὴ μόνον
1993ἐκείνην, χάριν τῆς ὁποίας τοῖς ἐπεβλήθη ὑποχρέωσις, ἔχει τὴν
1994ὑποχρέωσιν τὸ Κράτος μόνον εἰς στρατιωτικὴν ἐκπαίδευσιν ν’ ἀ-
1995πασχολῇ τοὺς οὕτως ἀπογραφέντας ἄνδρας. Ἀλλ’ ὁ στρατὸς, ὡς
1996εἶναι ὠργανωμένος, εἶναι στρατὸς κυρίως ὑπηρεσίας, εἶναι στρα-
1997τὸς, ἐν τῷ ὁποίῳ ἡ ἐκπαίδευσις εἶναι πάρεργον, εἶναι στρατὸς,
1998δύναμαι νὰ εἴπω, ἐν τῷ ὁποίῳ ἡ ἐκπαίδευσις σχεδὸν δὲν γίνε-
1999ται πέραν τοῦ σχολείου τοῦ στρατιώτου. Πρὸς ὑπηρεσίαν τοιαύ-
2000την, ὁποία εἶναι ἡ διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀναγνωριζομένη καὶ
2001κανονιζομένη, δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ καλέσωμεν τοὺς πολίτας
2002τοῦ Κράτους ὑποχρεωτικῶς. Εἰς τοιαύτην ὑπηρεσίαν καλοῦνται
2003ἐκεῖνοι, οἵτινες θέλουσι νὰ ὑπηρετήσωσιν, ὅπως εἰς τὰς ἄλλας
2004λειτουργίας τῆς πολιτείας. Οὐδένα δυνάμεθα ὑποχρεωτικῶς νὰ
2005διορίσωμεν δικηγόρον ἢ ἰατρὸν, εἰς οὐδένα ἐπιτρέπεται νὰ ἐπι-
2006βάλωμεν ἕτερον ἐπάγγελμα ἢ προσωπικὴν ἐργασίαν, εἰς οὐδένα δὲ
2007δυνάμεθα νὰ ἐπιβάλωμεν ἐργασίαν διὰ τῶν ὅπλων εἰς τὰ τῆς ἐ-
2008σωτερικῆς τοῦ Κράτους ὑπηρεσίας. Τὸ μόνον δικαίωμα ἡμῶν καὶ ἡ
2009μόνη ὑποχρέωσις τῶν πολιτῶν εἶναι ἡ στρατιωτικὴ αὐτῶν ἐκ-
2010παίδευσις. Βάσις λοιπὸν πάσης ὀργανώσεως τοῦ στρατοῦ ἀπὸ τῆς
2011ἡμέρας, καθ’ ἣν ἐφαρμόζεται ὁ νόμος περὶ ὑποχρεωτικῆς στρατεύ-
2012σεως πάντων τῶν ἑλλήνων, εἶναι ὁ πλήρης χωρισμὸς τῶν
2013οὕτως ἀπογραφομένων ἀνδρῶν ἀπὸ τοῦ στρατοῦ τῆς ὑπηρεσίας.
2014Βεβαίως τὸ Κράτος, ποιούμενον χρῆσιν τῶν ἀνδρῶν τῶν οὕτως
2015ὑποχρεωτικῶς καλουμένων εἰς τὰ ὅπλα, ἐπιτυγχάνει οἰκονο-
2016μίαν τινὰ, διότι οἱ ἐθελονταὶ δὲν προσέρχονται ἄνευ ἀνωτέρας
2017πληρωμῆς· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ζήτημα οἰκονομίας δὲν δύναται
2018νὰ συνδεθῇ πρὸς τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην, δὲν δυνάμεθα νὰ εἴ-
2019πωμεν πρὸς τὸν πολίτην, ὅτι ἐπιβάλλομεν εἰς αὐτὸν ὑποχρέω-
2020σιν ὑπηρεσίας στρατιωτικῆς εἰς συνδρομὴν τῶν εἰσπρακτόρων,
2021εἰς καταδίωξιν τῆς φυγοδικίας καὶ τῆς ζωοκλοπῆς, εἰς μετα-
2022φορὰν τῶν καταδίκων, εἰς μεταβατικὴν ὑπηρεσίαν, ὅτι ἐπι-
2023βάλλομεν τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην εἰς αὐτὸν, διὰ νὰ οἰκονομή-
2024σωμεν διαφορὰν τινα τῆς πληρωμῆς μεταξὺ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁ-
2025ποῖον δίδεται εἰς τοὺς ἐξ ἀπογραφῆς στρατολογουμένους πρὸς
2026τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον δίδομεν πρὸς τοὺς ἐθελουσίως κατατασ-
2027σομένους. Τοιαῦται σκέψεις δὲν δύνανται νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν.
2028Ἂν νομίζωμεν, ὅτι ὁ νόμος ὁ περὶ ἀπογραφῆς πρέπει νὰ ἐφαρ-
2029μοσθῇ, καὶ ἂν τὸ νομίζωμεν, ἔχομεν τὴν γνώμην ταύτην, διό-
2030τι φρονοῦμεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔχει ὑποχρεώσεις ἀνωτέρας τῆς
2031ὑποχρεώσεως τῆς διατηρήσεως τῆς τάξεως ἐν τῷ Κράτει· ἐὰν
2032φρονῶμεν τοῦτο, ὀφείλομεν νὰ ὑποβληθῶμεν εἰς πάσας τὰς
2033ἀντιστοίχους πρὸς τὴν ὕπαρξιν τοῦ νόμου τούτου ὑποχρεώ-
2034σεις. Ἂν ἦμεν ἐκ τῶν φρονούντων, ὅτι οὐ μόνον ἐκτάκτων πα-
2035ρασκευῶν δὲν χρήζομεν, ἀλλ’ ὅτι δὲν δυνάμεθα σήμερον νὰ ἐπιλη-
2036φθῶμεν τοῦ ἔργου τῆς τακτικῆς πολεμικῆς τοῦ Κράτους παρα-
2037σκευῆς, ἤθελον ψηφίσει ὑπὲρ τῆς καταργήσεως τοῦ νόμου περὶ
2038ἀπογραφῆς, καὶ ἤθελον εἴπει, ὅτι πρέπει νὰ περιορισθῶμεν εἰς
2039στρατὸν χωροφυλακῆς. Ἀλλὰ δὲν ἔχω τὴν γνώμην ταύτην· φρονῶ,
2040ὅτι ἤδη πρὸ πάντων, ἤδη ὅτε δὲν πρόκειται ἄμεσος ἐνέργεια,
2041ἤδη ὀφείλομεν πᾶσαν ἡμῶν τὴν δραστηριότητα νὰ κατα-
2042βάλωμεν, ὅπως ἀναπτύξωμεν τὰς στρατιωτικὰς δυνάμεις ἡ-
2043μῶν, ὅπως ὀργανωθῶμεν, ἵνα ὦμεν ἕτοιμοι πρὸς τὴν ἐγγίζου-
2044σαν στιγμὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν θέλομεν κληθῆ εἰς χρῆσιν αὐτῶν.
2045Ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν, ἀνταποκρίνεται πληρέστατα
2046πρὸς τὴν ἰδέαν ταύτην, εἶναι νόμος, τὸν ὁποῖον ἠρύσθημεν ἐκ
2047τῆς νομοθεσίας τῶν ξένων ἐθνῶν, τῶν ἐθνῶν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα
2048ἀπεδέχθησαν τὸ νεώτερον σύστημα τῆς στρατιωτικῆς ὀργα-
2049νώσεως. Ἀπεδέχθημεν τὸν νόμον σχεδὸν ἀπαραλλάκτως, ὡς ἐ-
2050φαρμόζεται εἰς ἄλλα κράτη, καὶ τὸν νόμον τοῦτον ὀφείλομεν
2051ἤδη, ἀφοῦ δὲν μεταβάλωμεν γνώμην περὶ τῆς ἀρχῆς, ἥτις ἀπη-
2052γόρευσε τὴν ψήφισιν αὐτοῦ, ὀφείλομεν νὰ ἐφαρμόσωμεν πλήρη.
2053Οὐδεμία σκέψις οἰκονομίας ὀφείλει νὰ περιορίσῃ τὴν ἐνέργειαν
2054ἡμῶν, ὡς πρὸς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου ἐκείνου, ἀλλὰ καὶ
2055οὐδὲν ὀφείλομεν νὰ πράξωμεν πέραν τῶν ὑπὸ τοῦ νόμου ἐκεί-
2056νου ἐπιβαλλομένων. Ὁ νόμος ἐκεῖνος κανονίζει κατὰ πάντα
2057τὸν ἀριθμὸν τῶν ἑκάστοτε ἀπογραφησομένων καὶ τὸν χρόνον
2058τῆς ὅλης ὑπηρεσίας, καὶ τὸν χρόνον τῆς ἐν τῷ ἐνεργῷ στρατῷ
2059διαμονῆς πρὸς ἄσκησιν. Ὀφείλομεν ἄρα νὰ ἐξετάσωμεν, ποῖος
2060ὁ στρατὸς ὁ προκύπτων ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου ἐκείνου.
2061Ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀνδρῶν ἑκάστης ἐτησίας ἀπογραφῆς εἶναι κάτω
2062τῶν 6 χιλιάδων, ἡ δὲ θητεία ἡ ἀνωτάτη, ὡς ὑπάρχει ἀναγε-
2063γραμμένη σήμερον ἐν τῷ νόμῳ, εἶναι τριῶν ἐτῶν, ἀλλὰ μόνον
2064διὰ τὰ εἰδικὰ ὅπλα, διὰ δὲ τὸ πεζικὸν εἶναι δύο ἐτῶν ἢ ἐξ
2065μηνῶν. Διὰ τοιαύτης ἀπογραφῆς καὶ τοιαύτης θητείας πόσον
2066στρατὸν δύνασθε νὰ ἔχητε, ἂν τοὺς ἐπὶ ἑξάμηνον ἄσκησιν κα-
2067λουμένους διαιρέσητε εἰς δύο τάξεις, κατατάσσοντες τοὺς ἡμί-
2068σεις κατὰ τὴν ἀρχὴν τοῦ ἔτους καὶ τοὺς ἄλλους ἡμίσεις μετὰ
2069τὴν λῆξιν τῆς πρώτης ἑξαμηνίας; Ποῖος εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν
2070ἀνδρῶν, τὸν ὁποῖον ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου τούτου δύνασθε
2071νὰ ἔχητε; Ὁ ἀριθμὸς εἶναι ἐλάχιστος’ δὲν δύνασθε νὰ ἔχητε
2072στρατὸν ἐκπαιδεύσεως ἀνώτερον τῶν 5 ἢ 6 χιλ. ἀνδρῶν· τοῦτο
2073εἶναι συμπέρασμα τοῦ κειμένου νόμου περὶ ἀπογραφῆς. Εἶ-
2074ναι ἀδύνατον διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου ἐκείνου νὰ φθά-
2075σητε εἰς ἀριθμὸν μεγαλείτερον. Τὸν στρατὸν ἄρα τοῦτον
2076τῶν 5 χιλ. ἀνδρῶν ὀφείλετε νὰ ὀργανώσητε, οὐδόλως ἀποβλέ-
2077ποντες εἰς οἰκονομίας. Ὀφείλετε εἰς τὸν στρατὸν τοῦτον νὰ
2078παράσχητε πάντα τὰ μέσα πρὸς τὴν ἐκπαίδευσιν. Ὀφείλετε
2079δὲ τοὺς ἄνδρας τοὺς ἐκτελέσαντας τὴν ὑποχρέωσίν των ἐκ τοῦ
2080νόμου εὐθὺς ἀφοῦ τὴν ἐξετέλεσαν πλήρη, νὰ τοὺς ἀπολύσητε.
2081Περιέχει ὁ νόμος ἐκεῖνος διατάξεις τινὰς, αἵτινες εἴτε διετη-
2082ρήθησαν ἐν τῇ μεταφράσει ἐκ τοῦ ξένου νόμου, ἀλλ’ ἀσκόπως
2083ἐνταῦθα, εἴτε προσετέθησαν κατόπιν ἐνταῦθα, ἀλλ’ οὐχὶ εὐ-
2084στόχως. Περιέχει ὁ νόμος τὴν διάταξιν, ὅτι ὁ μετὰ ἑξάμηνον
2085ἄσκησιν ἀπερχόμενος εἰς τὴν ἑστίαν του στρατιώτης δια-
2086τελεῖ εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιω-
2087τικῶν. Αὕτη ἡ διάταξις οὐδένα ἔχει λόγον ὑπάρξεως ἐν τῷ
2088νόμῳ τῷ ἑλληνικῷ. Ὑπῆρχεν ἐν τῷ νόμῳ τῷ γαλλικῷ, ὅπου
2089ποιεῖται τὸ Κράτος ἐν εἰρήνῃ κατὰ τὰς περιστάσεις παράτα-
2090ξιν μεγαλειτέρας δυνάμεως, ὅπως διὰ τῆς παρατάξεως ταύτης
2091ἐπιδράσῃ ἐπὶ τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικήν. Ἡμεῖς πρὸς τοιαύτην
2092χρῆσιν δὲν προορίζομεν τὸν ἐν εἰρήνῃ στρατόν. Ἡμεῖς θέλομεν
2093ἁπλῶς τὴν ἐκγύμνασιν τῶν ἀνδρῶν, ὅπως, ὅταν ἐπιστῇ ἡ ὥρα,
2094ποιήσωμεν χρῆσιν αὐτῶν· μέχρι δὲ τῆς ὥρας ἐκείνης ὀφείλει
2095πᾶς ὁ ἐξυπηρετήσας νὰ ἀπέλθῃ εἰς τὴν ἑστίαν του οὐχὶ ἐπ’ ἀ-
2096δείᾳ καὶ διατελῶν εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρα-
2097τιωτικῶν, ἀλλ’ ἀμέσως εἰς τὴν ἐφεδρείαν. Ἀφοῦ δὲ ὁ νόμος
2098ἀπεδέχθη τὴν ἀρχὴν, ὅτι ἑξάμηνος ἄσκησις ἐν τῷ στρατῷ εἶ-
2099ναι ἐπαρκὴς πρὸς ἐκπαίδευσιν, δυνάμεθα, νομίζω, νὰ περιορί-
2100σωμεν καὶ κατὰ τἆλλα τὴν θητείαν, διατηροῦντες ἐν τῷ
2101στρατῷ μόνον ἱκανὸν ἀριθμὸν ἐπὶ μικροτέρα θητείᾳ, ὅπως εὑρί-
2102σκωσιν οἱ πρὸς ἑξάμηνον ἄσκησιν κατατασσόμενοι ἄνδρας γε-
2103γυμνασμένους ἤδη, μετὰ τῶν ὁποίων νὰ ὑπηρετῶσιν.
2104Ἀλλ’ ὅταν τὸν στρατὸν τῆς ἐκπαιδεύσεως ἀποχω-
2105ρίσωμεν ἐντελῶς ἀπὸ τοῦ στρατοῦ τῆς ὑπηρεσίας, ὅταν συγ-
2106κεντρώσωμεν αὐτὸν, ὅταν λάβωμεν πᾶσαν πρόνοιαν περὶ τῆς
2107ἐκπαιδεύσεως αὐτοῦ καὶ ἀπαλλάξωμεν αὐτὸν καὶ ἀπ’ αὐτῶν
2108τῶν ἔργων, εἰς τὰ ὁποῖα οἱ στρατιῶται τῶν ἄλλων Κρατῶν
2109ἐνίοτε ὑποβάλλονται, τουτέστι καὶ ἀπ’ αὐτῶν τῶν τιμητικῶν
2110φρουρῶν, καὶ περιορίσωμεν τὴν ἐνασχόλησιν αὐτῶν εἰς μόνην
2111τὴν ἐκπαίδευσιν, νομίζω, ὅτι καὶ ὁ ἀναγεγραμμένος ἐν τῷ
2112νόμῳ χρόνος τῆς θητείας δύναται νὰ περιορισθῇ. Δύναται νὰ
2113περιορισθῇ ἡ θητεία τῶν εἰς τὰ εἰδικὰ ὅπλα κατατασσομένων
2114ἀπὸ 3 ἐτῶν εἰς 2 ἔτη, τῶν δὲ εἰς τὸ πεζικὸν κατατασσομέ-
2115νων ἀπὸ 2 ἐτῶν εἰς 18 μῆνας ἢ καὶ 1 ἔτος.
2116Τοιουτοτρόπως ἐπιτυγχάνομεν τὰ ἑξῆς. Ἐπιτυγχάνομεν
2117πρῶτον, ὅπως διὰ τοῦ χωρισμοῦ τοῦ στρατοῦ τῆς ὑπηρεσίας
2118ἀπὸ τοῦ στρατοῦ τῆς ἐκπαιδεύσεως, κατὰ τὸ παράδειγμα
2119πάντων τῶν ξένων στρατῶν, ἐνῷ περιορίζομεν τὴν δύναμιν
2120τοῦ στρατοῦ τοῦ ἐξ ἀπογραφῆς συγκροτουμένου, ἐκπληροῦμεν
2121πάντα τὰ ὑπὸ τοῦ Νόμου ἀπαιτούμενα πρὸς τὴν στρατιωτι-
2122κὴν ἐκπαίδευσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, ἐκπαίδευσιν ἥτις,
2123κατὰ τὸ νῦν κρατοῦν σύστημα, οὔτε ὑφίσταται, οὔτε δύναται
2124νὰ ὑφίσταται· κατορθοῦντες συνάμα τὴν ἐλάττωσιν κατὰ 1000
2125τοὐλάχιστον ἄνδρας τῶν ἐτησίως καλουμένων ὑποχρεωτικῶς
2126εἰς τὰ ὅπλα, ἐπιτυγχάνομεν προσέτι, ὅπως οἱ καλούμενοι οὗ-
2127τοι ἄνδρες ἀπαλλάσσωνται ἀπὸ μεγάλου μέρους τοῦ βάρους
2128τῆς ὑποχρεώσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπέκειντο, καθισταμένης
2129οὕτω φορητῆς τῆς ὑποχρεώσεως ταύτης, καὶ ἐλπίζω, ὅτι τοι-
2130ουτοτρόπως θέλομεν δυνηθῆ νὰ μὴ ἔχωμεν τὰς καθυστερήσεις
2131τῶν κληρούχων, αἵτινες ὑπὸ τὸ ἐπικρατοῦν σύστημα ἀναγνω-
2132ρίζομεν, ὅτι κατέστησαν ὁ κανών.
2133Εἶναι ἀνάγκη, ὡς εἶπον, ἐλαχίστων τροποποιήσεων ἐν τῷ
2134νόμῳ περὶ ἀπογραφῆς. Ὁ νόμος οὗτος περιέχει τινὰς διατά-
2135ξεις, αἱ ὁποῖαι προδήλως δὲν δύνανται νὰ μείνωσι, τοῦ νόμου
2136τούτου ἐφαρμοζομένου. Ἡ ὑπηρεσία τοῦ ἡμίσεως τῶν ἐν τῷ
2137πεζικῷ κατατασσομένων ὁρίζεται ὑπὸ τοῦ νόμου εἰς ἑξάμηνον
2138διάρκειαν· ἐν τούτοις προσετέθη ἐν τῷ νόμῳ διάταξίς τις πα-
2139ράδοξος, κατὰ τὴν ὁποίαν ὑποχρεοῦται μετὰ ἑξάμηνον ὑπηρε-
2140σίαν ὁ στρατιώτης νὰ καταθέσῃ 100 δραχμὰς, ἵνα τῷ ἐπι-
2141τραπῇ, ὅπως ἀπέλθῃ εἰς τὴν ἑστίαν αὐτοῦ. Ὁ νόμος τὸν θεω-
2142ρεῖ ἐκγυμνασθέντα, ἐκπληρώσαντα τὴν πρὸς τὴν πολιτείαν ὑ-
2143ποχρέωσιν τῆς ἑαυτοῦ ἐκπαιδεύσεως, ἀλλὰ δὲν τῷ ἐπιτρέπει
2144νὰ ἀναχωρήσῃ, ἐὰν δὲν καταθέσῃ 100 δραχμὰς, καὶ θὰ δαπανᾷ
2145ἡ πολιτεία ἱκανὰς ἑκατοστύας δραχμῶν διὰ τὴν μὴ πληρωμὴν
2146τῶν ἑκατὸν, διατηροῦσα ἀσκόπως ἐν τῷ στρατῷ ἄνδρα, ὃν
2147ἀποστερεῖ τοῦ ὠφελήματος τῆς ἐπανόδου αὐτοῦ εἰς τὸν οἶκόν
2148του, πρὸς συντήρησιν αὐτοῦ.
2149Τοιαῦταί τινες διατάξεις δέον νὰ διαγραφῶσιν ἐκ τοῦ νόμου
2150ἐκείνου, οὐδεμία ὅμως διάταξις οὐσιαστικὴ, ἡ δ’ ἐφαρμογὴ τοῦ
2151νόμου ἐκείνου, γινομένη συμφώνως πρὸς τὸ πνεῦμα αὐτοῦ διὰ
2152τῆς ἀπαλλαγῆς τοῦ στρατοῦ ἀπὸ τῶν ἔργων τῆς ἐσωτερικῆς
2153ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους, φέρει πάντας τοὺς περιορισμοὺς τῆς
2154στρατιωτικῆς δυνάμεως, τοὺς ὁποίους ἀνέφερον, καὶ τὰ παρε-
2155πόμενα ἀγαθὰ, ἀγαθὰ ἀντιστοιχοῦντα πρὸς ἑκατομμύρια φό-
2156ρου, διότι ἡ ἐλάττωσις τῆς θητείας 1,000 ἀνδρῶν καὶ ὁ περιο-
2157ρισμὸς τοῦ χρόνου τῆς θητείας τῶν κληρωθέντων εἶναι βεβαίως,
2158εἰς χρήματα ὑπολογιζόμενα, ἀντάξια ἑκατομμυρίων. Τοιουτο-
2159τρόπως ἐκπληροῦται ἡ ὑποχρέωσις τοῦ Κράτους πρὸς τὴν
2160στρατιωτικὴν παντὸς τοῦ λαοῦ ἐκπαίδευσιν.
2161Ἀλλ’ ἐὰν τὸ Κράτος παρασκευάζηται πρὸς ἐνέργειαν, ἐὰν
2162παρασκευάζηται εὐρύθμως πρὸς τὴν στρατιωτικὴν σύνταξιν τῆς
2163χώρας, ὀφείλει οὐχὶ μόνον νὰ ἐκπαιδεύσῃ τοὺς ἄνδρας, ὀφείλει
2164νὰ ἔχῃ ἕτοιμα καὶ τὰ στελέχη, εἰς ἃ θὰ προσέλθωσι κατὰ
2165τὴν ὥραν τῆς ἐνεργείας πάντες οἱ οὕτως ἐκπαιδευθέν-
2166τες, ἄριστος δ’ εἶναι ὁ ὀργανισμὸς ὁ ἐπιτυγχάνων τὴν
2167ταχεῖαν μετάβασιν τοῦ στρατοῦ ἀπὸ τῆς καταστάσεως τῆς
2168εἰρήνης εἰς τὴν κατάστασιν πολέμου, καὶ συνδυάζων τὴν ὅσον
2169ἐνδέχεται μεγαλειτέραν δύναμιν ἐν καταστάσει πολέμου μετὰ
2170τῆς ὅσον ἐνδέχεται μικροτέρας δυνάμεως ἐν καταστάσει εἰρή-
2171νης. Προνοήσαντες ἄρα περὶ τῆς στρατιωτικῆς παιδεύσεως
2172παντὸς τοῦ ἔθνους διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ κειμένου περὶ ἀπο-
2173γραφῆς νόμου, ὀφείλομεν νὰ προνοήσωμεν, ὅπως οἱ κατὰ τὸν
2174νόμον ἐκεῖνον ἀσκηθέντες ὡς στρατιῶται εὑρίσκωσιν ἐν ὥρᾳ
2175πολέμου ἕτοιμα τὰ στελέχη, ἐν οἷς θὰ καταταχθῶσιν. Οἱ
2176ἀσκηθέντες ἐν τῷ ἐνεργῷ στρατῷ ἀποτελοῦσι τὴν ἐφεδρείαν
2177τῶν ἀνδρῶν, ἀλλὰ πρέπει νὰ φροντίσωμεν καὶ περὶ ἐφεδρείας
2178ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν. Ἄλλα κράτη τοιαύτας ἐφε-
2179δρείας δύνανται νὰ συντηρῶσι, διότι ὑπάρχει ἐν αὐτοῖς κλά-
2180σις εὔπορος πολιτῶν, δεχομένων ὅπως καταταχθῶσι μετὰ ὑ-
2181πηρεσίαν ἐν τῷ ἐνεργῷ στρατῷ εἰς τὴν ἐφεδρείαν τοῦ στρατοῦ
2182ὡς ἀξιωματικοί. Παρ’ ἡμῖν τοῦτο εἶναι ἀδύνατον ὡς ἐκ τῆς
2183κοινωνικῆς ἡμῶν καταστάσεως, ὡς ἐκ τῆς ἐλλείψεως τῆς εὐ-
2184πορίας, τὴν ὁποίαν εἰς τὰ ἄλλα κράτη αἰῶνες συνεκέντρωσαν,
2185ὑπὲρ τῆς ἐποχῆς ἡμῶν.
2186Ὀφείλομεν λοιπὸν ἐξ ἀνάγκης νὰ ἔχωμεν ἐν εἰρήνῃ στελέχη
2187τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ μεγαλείτερα τῶν στελέχεων, τὰ ὁποῖα
2188ἔχουσι τὰ ἄλλα κράτη, ὀφείλομεν νὰ κανονίσωμεν τὴν δύναμιν
2189τῶν ἀνδρῶν εἰς τὴν κατωτάτην, ὀφείλομεν νὰ κανονίσωμεν
2190τὴν δύναμιν τοῦ λόχου εἰς τὸν ἀριθμόν, τὸν ὁποῖον ἐν Γαλ-
2191λίᾳ ἐθεώρησαν ὡς τὸν ἐλάχιστον καὶ ὡς τὸν κανονικὸν, διότι
2192ὁ ἐλάχιστος ἐθεωρήθη ἐν Γαλλίᾳ ὡς ὁ ἐν εἰρήνῃ κανονικός· ὁ
2193δὲ ἀριθμὸς εἶναι τοιοῦτος, ὥστε ὁ λόχος ὁ ἐν εἰρήνῃ δύναται
2194ἐν καιρῷ πολέμου διὰ τῆς προσκλήσεως τῶν ἀνδρῶν τῆς ἐφε-
2195δρείας νὰ τριπλασιασθῇ καὶ νὰ τετραπλασιασθῇ. Ὀφείλομεν
2196ἄρα τὰ στελέχη ἐπὶ τοιαύτης ἀναλογίας νὰ καταρτίσωμεν.
2197Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου θὰ ἔχωμεν στελέχη καὶ ἐν τῷ στρα-
2198τῷ τῆς ὑπηρεσίας. Ὁ στρατὸς τῆς ὑπηρεσίας ὤφειλε κυ-
2199ρίως νὰ ἀπαρτίζηται ἐκ χωροφυλακῆς. Ἀλλὰ χωροφυλακὴν
2200τοσαύτην, ὅση ἀπαιτεῖται διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους,
2201εἶναι ἀδύνατον νὰ καταρτίσωμεν, ἂν μὴ παραβιάσωμεν τοὺς
2202θεμελιώδεις ὅρους τοῦ καταρτισμοῦ τοιούτου σώματος. Δὲν δυ-
2203νάμεθα νὰ κατατάξωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀνδρῶν τῶν ἀναγ-
2204καίων, ὅπως καταρτισθῇ χωροφυλακὴ ἐπαρκὴς πρὸς τὴν ὑπη-
2205ρεσίαν τοῦ Κράτους, ἐὰν μὴ εὑρύνωμεν τὸν κύκλον τῶν ἐχόν-
2206των τὰ προσόντα· ἀλλὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ πράξωμεν, διότι
2207καταστρέφομεν τὴν χωροφυλακὴν ἐν τῇ βάσει αὐτῆς. Ὀφεί-
2208λομεν ἄρα νὰ ἔχωμεν μόνον τοσαύτην χωροφυλακήν, ὅση δύ-
2209ναται νὰ συγκροτηθῇ ἐκ τῶν στοιχείων, τὰ ὁποῖα παρέχει ὁ
2210ἀληθὴς στρατός, ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐξυπηρετησάντων καὶ
2211ἐχόντων καλὰς ἐνδείξεις καὶ θελόντων νὰ καταταχθῶσι· τὸν
2212δὲ ἄλλον ἀριθμὸν τοῦ στρατοῦ τῆς ὑπηρεσίας ὀφείλομεν νὰ
2213συμπληρώσωμεν, ὅπως συμπληροῦμεν αὐτὸν ἤδη, ὅπως καὶ ἐν
2214τῇ παρελθούσῃ βουλευτικῇ περιόδῳ ὑπεστήριξα, ὅτι ἔδει νὰ
2215συμπληρώσωμεν αὐτόν, καὶ ὅπως συνεπληρώθη ἐκ τῶν πραγ-
2216μάτων καὶ παρὰ τὸν νόμον, διότι ἡ Κυβέρνησις τότε ἀπέ-
2217κρουσε τὴν ἰδέαν μου· δὲν ἠθέλησε νὰ ἀναγράψῃ ἐν τῷ νόμῳ
2218τὰς διατάξεις, τὰς περὶ κατατάξεως ἐθελοντῶν καὶ περὶ σχη-
2219ματισμοῦ εὐζωνικῶν ταγμάτων, τὰς ὁποίας ἐπρότεινα· ἀνέ-
2220γραψε διατάξεις ἄλλας, ὁ δὲ κύριος ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν
2221Ὑπουργὸς, σᾶς εἶπον πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἠναγκάσθη νὰ παρα-
2222βιάσῃ τὸν νόμον καὶ νὰ ἐφαρμόσῃ αὐτὰς ἐκείνας τὰς διατά-
2223ξεις, τὰς ὁποίας τότε ἐπρότεινα καὶ τὰς ὁποίας ὁ κ. Πρωθυ-
2224πουργὸς τότε ἀπέκρουσεν.
2225Ἡ δύναμις τῆς ὑπηρεσίας δὲν δύναται νὰ ἦναι κατωτέρα
2226τῶν 6,000 ἀνδρῶν. Ἐνῷ ἡ χωροφυλακὴ ἔχει 2,000, θὰ ἔ-
2227χωμεν καὶ τάγματα εὐζωνικὰ δυνάμεως 4 χιλιάδων, καταρ-
2228τιζόμενα ἐξ ἐθελοντῶν καὶ ἔχοντα κοινὰ τὰ στελέχη μετὰ
2229τοῦ στρατοῦ τῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀλλ’ ἐντελῶς κεχωρισμένα
2230κατὰ τὰ ἄλλα. Τοιουτοτρόπως ὁ στρατὸς ἐξ 11 χιλιάδων
2231ἀνδρῶν θὰ ἔχῃ στελέχη ἱκανὰ, ὅπως περιλάβῃ ἐν ἑαυτῷ
2232ἐν ὥρᾳ ἀνάγκης δύναμιν τριπλασίαν ἕως τετραπλασίαν, δύναμιν
223330 ἕως 40 χιλ. ἀνδρῶν.
2234§113ΤΙΝΕΣ. Αὔριον.
2235§114ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄχι δά· ἐκτὸς ἐὰν ἐκουράσθη ὁ κ.
2236Τρικούπης.
2237§115ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἐκουράσθην.
2238§116ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἴμεθα εἰς κατάστασιν νὰ ἀντιληφθῶμεν
2239πλέον.
2240§117ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡμεῖς εἴμεθα.
2241§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἀγορεύων ἐπιθυμεῖ νὰ ἐξακολουθήσῃ.
2242§119ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Λοιπὸν, κύριοι, τοιουτοτρόπως ἔχομεν στελέ-
2243χη ἱκανὰ, ὅπως περιλάβωσιν οὐ μόνον πᾶσαν τὴν δύναμιν,
2244τὴν ὁποίαν σήμερον ἔχομεν ἐγυμνασμένην, ἵνα κληθῇ ὑπὸ τὰ
2245ὅπλα ἐν ὥρᾳ ἀνάγκης, ἀλλὰ καὶ τὴν δύναμιν, ἣν μετὰ πολὺν
2246ἔτι χρόνον θὰ ἔχωμεν· δυνάμεθα, διὰ τῶν στελέχεων τούτων,
2247στρατὸν 33 ἕως 40 χιλ. ἀνδρῶν νὰ θέσωμεν εἰς κίνησιν ἐν
2248ὥρᾳ ἀνάγκης.
2249Ἀλλ’ ἵνα πράξωμεν ταῦτα, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ ἐκγυμνάσω-
2250μεν σκοπίμως πάσας ταύτας τὰς δυνάμεις, ἵνα τὰς ὑποχρεώ-
2251σεις εἰς τὰς ὁποίας ὑποβάλλομεν τοὺς πολίτας καταστήσωμεν
2252τελεσφόρους, ὀφείλομεν νὰ προνοήσωμεν περὶ ἑνὸς ἰδίως, περὶ
2253ἐκείνου, τὸ ὁποῖον εἶπεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἤθελε πράξει, ἀλλὰ
2254τὸ ὁποῖον παρέλειψεν. Ὀφείλομεν νὰ προνοήσωμεν, ὅπως ὀργα-
2255νώσωμεν τὸν στρατὸν δι’ ἀξιωματικῶν ἐκγυμνασθέντων ἐν ξέ-
2256νοις στρατοῖς καὶ συμπραξάντων ἐν τοῖς στρατοῖς ἐκείνοις εἰς
2257τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων καὶ τῶν κανονισμῶν, οὓς ἡμεῖς εἰσά-
2258γομεν ἐνταῦθα, παρὰ τῶν ξένων ἐθνῶν παραλαμβάνοντες αὐ-
2259τούς· ὀφείλομεν νὰ καλέσωμεν ξένους ἀξιωματικοὺς ὡς ὀργανω-
2260τὰς τοῦ στρατοῦ πλείονας ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ὁ νόμος ἐπι-
2261τρέπει· ὀφείλομεν τὴν ὀργάνωσιν πᾶσαν τοῦ στρατοῦ νὰ ἐκτε-
2262λέσωμεν δι’ αὐτῶν, καὶ ὅταν ἔλθωσιν οἱ ξένοι οὗτοι ἀξιωματι-
2263κοί, ὅταν ἔλθῃ ὁ ἀνώτατος διοργανωτὴς, τότε δυνάμεθα ν’ ἀ-
2264ναθεωρήσωμεν καὶ αὐτοὺς τοὺς ὀργανισμούς, περὶ τῶν ὁποίων
2265σήμερον πραγματευόμεθα. Ὅ,τιδήποτε καὶ ἂν ψηφίσωμεν σήμε-
2266ρον, θέλει εἶσθαι προσωρινὸν, οὐχὶ κατὰ τύπον, διότι δὲν πρέπει
2267νὰ νομοθετῶμεν προσωρινῶς, ἀλλὰ διότι ἡ ἐφαρμογὴ ἐν Ἑλλά-
2268δι θέλει ἀποδείξει κατὰ τίνα τρόπον τὰ παρὰ ξένοις ἔθνεσιν
2269ἰσχύοντα δύνανται νὰ ἐφαρμοσθῶσιν εἰς ἡμᾶς. Αὐτὸς ὁ περὶ
2270ἀπογραφῆς νόμος εἶναι μετάφρασις ξένων νόμων, καὶ ἐφ’ ὅσον
2271ἠθελήσαμεν νὰ νεωτερίσωμεν, εἰσηγάγομεν διατάξεις, τὰς ὁ-
2272ποίας θέλει τότε παρασταθῆ ἀνάγκη ἀμέσως ν’ ἀναθεωρήσωμεν,
2273διότι τὰς εἰσηγάγομεν ἄνευ τῶν ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς ὑπαγο-
2274ρεύσεων, ἄνευ τῆς διδασκαλίας τῆς πείρας. Τὴν πεῖραν ταύτην
2275ὀφείλομεν ν’ ἀποκτήσωμεν ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι
2276ἐγνώρισαν ἀλλαχοῦ ἐφαρμοζομένους τοὺς νόμους ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι
2277ὑπηρέτησαν ὑπὸ τοὺς νόμους τούτους, καὶ τότε θέλομεν δυνη-
2278θῆ νὰ προβῶμεν εἰς μέτρα ὁριστικὰ περὶ τοῦ νομοθετικοῦ ὀρ-
2279γανισμοῦ τοῦ στρατοῦ.
2280Ὁ ὀργανισμὸς ὁ νομοθετικὸς δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ πά-
2281γιος, καίτοι θὰ καλῆται ὁ νόμος πάγιος, ἐν ὅσῳ δὲν προσαρμο-
2282σθῇ εἰς τὴν χώραν διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς χρονίας. Διὰ τρο-
2283ποποιήσεων ἀλληλοδιαδόχων θέλομεν φθάσει εἰς τὸν καταρτι-
2284σμὸν ὀργανισμοῦ ἀναλόγου πρὸς τὰς δυνάμεις καὶ πρὸς τὰ ἤθη
2285ἡμῶν. Ἡ τοιαύτη ὅμως προσωρινότης οὐδόλως θὰ ἐδικαιολό-
2286γει τὴν παράτασιν τῆς ἰσχύος τοῦ ἄρτι ἐκπνεύσαντος, ἀλλ’ ἐ-
2287φαρμοζομένου ἔτι προσωρινοῦ ὀργανισμοῦ· δὲν δύναμαι νὰ πα-
2288ραδεχθῶ τὴν παράτασιν τῆς ἰσχύος αὐτοῦ, διότι ὁ προσωρινὸς
2289ὀργανισμὸς ἔχει τὸ πρῶτον ἐλάττωμα, ὅτι δὲν χωρίζει τὸν στρα-
2290τὸν τῆς ὑπηρεσίας ἀπὸ τοῦ στρατοῦ τῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ φρονῶ,
2291ὅτι δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ὑποβάλλωμεν τοὺς κατὰ τὸν νέον
2292νόμον κατατασσομένους εἰς τὸν στρατὸν ἐξ ἀπογραφῆς εἰς ὑπο-
2293χρεώσεις ἀναγομένας εἰς τὰ τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας τοῦ κρά-
2294τους. Ἀλλὰ προσέτι καὶ λόγοι οἰκονομίας ἀπαγορεύουσι τοῦτο.
2295Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Καλαβρύτων ὑπέδειξεν οἰκονομίας
2296μεθ’ ὧν συνδέει τὴν γνώμην αὐτοῦ, ὅπως ἐμμείνωμεν εἰς τὸν
2297ὑφιστάμενον προσωρινὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ. Ἀλλ’ αἱ
2298οἰκονομίαι ἐκεῖναι, ἡ κατάργησις δηλ. τῶν γενικῶν ἀρχηγείων
2299καὶ ὁ περιορισμὸς τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀνδρῶν, δὲν δύνανται νὰ
2300φέρωσιν οἰκονομίαν μεγαλειτέραν τοῦ 1,500,000 δραχμῶν.
2301Ἐὰν δὲ ἀφαιρέσωμεν ταῦτα ἀπὸ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἦτο
2302ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ
2303προσωρινοῦ ὀργανισμοῦ, ἔχομεν ποσὸν ἀνώτερον τοῦ ἀναγεγραμ-
2304μένου ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἤδη. Ὀφείλομεν ἄρα νὰ ἀποδε-
2305χθῶμεν σύστημα ἄλλο, σύστημα πάγιον, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν περὶ
2306παγίου ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἐξέθηκα πρὸς τὴν Βουλήν.
2307Ποῖαι δὲ ἔσονται αἱ δαπάναι ἐκ τοῦ συστήματος τούτου;
2308Κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν, διὰ στρατὸν 16 χιλ. ἀνδρῶν ἀπαι-
2309τεῖται δαπάνη 11 ἑκατομμυρίων· ἐὰν κατὰ τὴν ἀναλογίαν
2310ταύτην ὑπολογίσωμεν διὰ στρατὸν 11 χιλ. ἀνδρῶν, θὰ ἀπαι-
2311τεῖται δαπάνη 7,500,000.
2312§120ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἄνευ ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματι-
2313κῶν;
2314§121ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τὰ 11 ἑκατομ. ἀπαι-
2315τοῦνται διὰ τὸν στρατὸν μετὰ τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τῶν
2316ὑπαξιωματικῶν.
2317§122ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἰς τὸν ἰδικόν σας;
2318§123ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ ἀναλογία, τὴν ὁποίαν δίδω εἶναι ἀνα-
2319λογία στρατοῦ μετὰ τῶν στελέχεων πρὸς στρατὸν μετὰ
2320τῶν στελέχεων, ἑπομένως, ἐὰν ὁ ἀριθμὸς ὁ ἐν τῷ προϋπο-
2321λογισμῷ ἦναι ἀληθής, ἀφοῦ διὰ στρατὸν μετὰ τῶν στε-
2322λεχῶν 16 χιλιάδων ἀνδρῶν ἀπαιτεῖται δαπάνη 11,000,000,
2323διὰ τὸν στρατὸν τῶν 11,000 ἀνδρῶν, ἤθελεν ἀπαιτεῖσθαι
2324δαπάνη 7,500,000. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ταὐτοχρόνως καταργοῦ-
2325μεν ἁπάσας τὰς δαπάνας τῆς πολυτελείας, ἐπειδὴ καταρ-
2326γοῦμεν καὶ τὰ γενικὰ ἀρχηγεῖα καὶ τὰ εἰδικὰ ἀρχηγεῖα,
2327καὶ τὸ σῶμα τῶν γενικῶν ἐπιτελῶν καὶ περιττὰς θέσεις καὶ
2328βαθμούς, ἐπειδὴ λαμβάνομεν καὶ ἄλλα μέτρα, περὶ ὧν ἤδη
2329θέλω ὁμιλήσει, τὸ ποσὸν ἤθελε κατέλθει καὶ μέχρι τῶν
23307,000,000. Ἀλλὰ δὲν εἶναι οὗτος ὁ ἀληθὴς ἀριθμὸς, διότι
2331ἡ ἀφετηρία δὲν ἦτο ἀληθὴς, διότι τὰ 11,000,000 δὲν παρι-
2332στῶσι τὴν ἀληθῆ δαπάνην διὰ τὸν στρατὸν τῶν 16 χιλιάδων
2333ἀνδρῶν. Ἡ δαπάνη, ἥτις ἀπαιτεῖται διὰ τὸν στρατὸν, ὅπως ἐ-
2334ξέθηκα τὰ κατ’ αὐτὸν, εἶναι 8,500,000 δραχμαὶ, τουτέστιν
2335ὑπάρχει οἰκονομία ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ οἷος παρουσιάζε-
2336ται 2,500,000 δραχμῶν, ἡ οἰκονομία δὲ αὕτη πραγματοποι-
2337εῖται καὶ διὰ τῆς ἐλαττώσεως τῶν ἀνδρῶν καὶ διὰ τῆς κα-
2338ταργήσεως δαπανῶν πολυτελείας Λαμβάνονται καὶ μέτρα νέα,
2339ὅπως ἡ πολυτέλεια κατασταλῇ, καθιεροῦται, ὅτι οὐδεὶς γίνε-
2340ται προβιβασμὸς εἰς κενουμένας θέσεις, ἐνόσῳ διατελοῦσιν ἐν
2341διαθεσιμότητι ἢ ἐν ἀργίᾳ ἀξιωματικοὶ δυνάμενοι νὰ καθέξωσι
2342τὰς θέσεις ταύτας ἐπανερχόμενοι εἰς τὴν τάξιν αὐτῶν, ὅτι αἱ
2343θέσεις τῶν ἐν διαθεσιμότητι ἀξιωματικῶν δὲν καταλαμβάνον-
2344ται ὑπὸ ἄλλων ἀξιωματικῶν προβιβαζομένων, ὅτι—καὶ τοῦτο
2345δὲν εἶναι μόνον μέτρον οἰκονομίας, εἶναι κυρίως μέτρον οὐσια-
2346στικὸν,— ὅτι οὐδεὶς ἀξιωματικὸς προβιβάζεται, ἐὰν δὲν ὑπηρετή-
2347σῃ τὸν χρόνον τὸν ἀπαιτούμενον εἰς προβιβασμὸν ἐντὸς τοῦ μα-
2348χίμου στρατοῦ· ἡ διάταξις δὲ αὕτη ἀφορᾷ καὶ εἰς τοὺς ἀξιωμα-
2349τικοὺς τοὺς βουλευτὰς καὶ εἰς τοὺς ὑπασπιστὰς τοῦ Βασιλέως.
2350Τοιουτοτρόπως κατορθοῦται ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου περὶ ἀ-
2351πογραφῆς, τουτέστιν ἡ ἐκγύμνασις ἡ πλήρης τοῦ ἔθνους· κατορ-
2352θοῦται νὰ ᾖ ἕτοιμον τὸ ἔθνος, ὅπως παρατάξῃ πάσας τὰς ἠ-
2353σκημένας μαχίμους αὑτοῦ δυνάμεις ἐν ὥρᾳ ἀνάγκης.
2354§124ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἐντὸς πόσον ἐτῶν;
2355§125ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀμέσως. Κατορθοῦται, ἵνα ἐκτελῆται ἡ
2356ἐσωτερικὴ ὑπηρεσία τοῦ Κράτους παρὰ τῶν σωμάτων, ἅ-
2357τινα εἶναι κατάλληλα πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ὑπηρεσίας ταύ-
2358της καὶ ὁ χωρισμὸς τοῦ στρατοῦ τῆς ἐκπαιδεύσεως ἀπὸ
2359τοῦ στρατοῦ τῆς ὑπηρεσίας πρὸς ἀμοιβαίαν αὐτῶν ὠφέλειαν
2360καὶ ἀπαλλαττομένου τοῦ ἔθνους κατὰ πολὺ ἀπὸ τοῦ πιεστι-
2361κοῦ τῆς ὑποχρεωτικῆς στρατιωτικῆς θητείας. Πραγματοποιοῦν-
2362ται δὲ πάντα ταῦτα ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀδικίας πρὸς τοὺς ὑπάρ-
2363χοντας ἀξιωματικούς, διότι καίτοι ζωηρῶς κατέκρινα καὶ κα-
2364τακρίνω τὴν κυβέρνησιν ἐπὶ τοῖς προβιβασμοῖς, εἰς οὓς προέβη,
2365ἅτε ὁ νόμος ὁ περὶ προσωρινοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ ἤγγιζεν
2366εἰς τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν θὰ ἐξέπνεε, δὲν δύναμαι ὅμως καὶ νὰ
2367θεωρήσω, ὅτι οἱ προβιβασθέντες δὲν ἀπέκτησαν ἐκ τούτου δι-
2368καίωμα, καὶ βεβαίως τὸ δικαίωμα νὰ μὴ ζημιωθῶσιν ἐκ τοῦ
2369τοιούτου προβιβασμοῦ. Ἀλλὰ κατὰ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρα-
2370τοῦ οἷον ἐξέθηκα αὐτὸν δύνανται πάντες σχεδὸν οἱ σήμερον ἐν
2371ἐνεργείᾳ ἀξιωματικοὶ νὰ εὕρωσι θέσιν καὶ ἐὰν παραστῇ ἀνάγ-
2372κη, ὅπως ὁ ἀριθμὸς τῶν ταγμάτων μένει ηὐξημένος κατὰ ἓν ἢ
2373δύω, ἵνα οὐδεὶς ἀξιωματικὸς τεθῇ εἰς ἀργίαν, τοῦτο δύναται
2374νὰ ἐπιτραπῇ πραγματοποιουμένης τῆς περιστολῆς τῶν ταγμά-
2375των εἰς τὸν κανονικὸν ἀριθμὸν ὅταν αἱ θέσεις κενωθῶσι. Θεωρῶ,
2376ὅτι ἡ πολιτεία δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζημιοῖ ὑπὸ τὴν πρό-
2377φασιν ὠφελείας ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἐπὶ τῇ βάσει νόμου ὑφ-
2378ισταμένου προήγαγεν εἰς θέσιν τινά. Ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου
2379ὑπῆρξε κακή, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ζήτημα μεταξὺ Κυβερνή-
2380σεως καὶ Βουλῆς, εἰς τὸ ζήτημα δὲ τοῦτο οὐδόλως ἐνέχονται
2381οἱ προβιβασθέντες· καὶ περὶ αὐτῶν ὀφείλομεν νὰ λάβωμεν πρό-
2382νοιαν. Τοιαῦται εἶνε αἱ περὶ ὀργανώσεως τοῦ στρατοῦ ἰδέαι μου.
2383Ὅπως δὲ περὶ τοῦ στρατοῦ φρονῶ, ὅτι ὀφείλομεν νὰ ὑπο-
2384στῶμεν πᾶσαν θυσίαν, ἵνα ἐκτελέσωμεν τὸν νόμον, δι’ οὗ
2385πραγματοποιεῖται ἡ ἄσκησις τοῦ ἔθνους εἰς τὰ ὅπλα, οὕτω
2386φρονῶ ὅτι καὶ περὶ τοῦ ναυτικοῦ ὀφείλομεν νὰ προνοήσωμεν
2387ὅπως δυνηθῶμεν νὰ ποιησώμεθα χρῆσιν αὐτοῦ ἐν τῇ ὥρᾳ
2388τῆς ἀνάγκης· διότι ἡ Ἑλλὰς εἶναι ἔθνος ναυτικὸν, καὶ ἄνευ
2389ναυτικῆς παρασκευῆς πᾶσα ἄλλη παρασκευὴ εἶναι ματαία.
2390Ἀλλὰ διαφωνῶ ῥιζικῶς πρὸς τὴν κυβέρνησιν ὡς πρὸς τὸν
2391τόπον τῆς παρασκευῆς· δὲν παραδέχομαι, ὅτι τὰ εἰσοδή-
2392ματα τοῦ Κράτους εἶναι ἐπαρκῆ, ὅπως μόνον διὰ τῆς δαπά-
2393νης τῆς ἐτησίως ἀναγραφομένης ἐν τῷ προϋπολογισμῷ καταρ-
2394τισθῶσιν αἱ ναυτικαὶ αὐτοῦ δυνάμεις. Αἱ ναυτικαὶ τοῦ Κρά-
2395τους δυνάμεις, κατ’ ἐμὲ, δὲν δύνανται νὰ καταρτισθῶσιν εἰμὴ
2396μόνον διὰ μεγάλου δανείου. Εἰς ἕτερα κράτη στρατιωτικὰ ἐ-
2397λήφθη πρόνοια περὶ παρασκευῆς στρατιωτικοῦ ταμείου· ἡμεῖς,
2398οἱ κυρίως ὄντες ναυτικοί, ὀφείλομεν νὰ λάβωμεν πρόνοιαν περὶ
2399ναυτικοῦ ταμείου. Ποῖον δὲ εἶναι τοῦτο; εἶναι τὸ ἰσοζύγιον
2400τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων, δι’ οὗ θὰ καταστῇ ἐφικτὴ ἡ πραγ-
2401ματοποίησις δανείου, ἀναγκαίου πρὸς καταρτισμὸν στόλου. Τὸ
2402νὰ λέγωμεν ὅτι δυνάμεθα διὰ προσθήκης ἐν τῷ προϋπολογισμῷ
2403ἑνὸς ἑκατομμυρίου ἢ δύο ἢ 2½ νὰ ὀργανώσωμεν ναυτικόν,
2404ὅπως χρησιμεύσῃ ποτὲ ὡς δύναμις μάχιμος δὲν εἶναι σπουδαῖον,
2405καὶ μετὰ 30 ἔτη διὰ τοιαύτης δαπάνης δὲν θὰ φθάσωμεν εἰς
2406ἀποτέλεσμα, διότι ὁ παρερχόμενος χρόνος θὰ καταστρέφῃ ἐκεῖ-
2407να, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ προφθάνῃ ν’ ἀναπληροῖ ὁ ἐπερχόμενος.
2408Περὶ χρηματικῆς ἄρα παρασκευῆς ὀφείλομεν νὰ προνοήσωμεν ἂν
2409κατανοῶμεν τὸ μέγεθος τῆς ναυτικῆς παρασκευῆς, ἕως οὗ δὲ
2410φθάσωμεν εἰς τὴν παρασκευὴν ἐκείνην, καὶ φρονῶ, ὅτι δυνάμεθα
2411νὰ φθάσωμεν ταχέως, ὀφείλομεν νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὴν μόρ-
2412φωσιν τῶν ναυτικῶν ἐκείνων δυνάμεων, ἃς ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ναυ-
2413τικῶν Ὑπουργὸς ὀνομάζει σχετικὰς, δηλαδὴ εἰς τὴν ἐκπαί-
2414δευσιν τοῦ ἔθνους εἰς τὰ τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, εἰς τὸν κα-
2415ταρτισμὸν σχολῆς ἀξιωματικῶν τοῦ ναυτικοῦ, εἰς τὸν καταρ-
2416τισμὸν σχολῆς ναυκλήστρων· ἀλλ’ ὀφείλομεν χάριν τούτου
2417νὰ καταργήσωμεν πᾶσαν ἄλλην ματαίαν δαπάνην. Ὀφείλομεν
2418νὰ καταρτίσωμεν σχολὴν ναυτικὴν οὐχὶ κατὰ τὸ νομοσχέδιον
2419τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, τὸ ὁποῖον δὲν ἐψη-
2420φίσθη, διότι ἐπιβάλλει εἰς τὸ Δημόσιον βάρη, τὰ ὁποῖα δὲν ἦτο ἀ-
2421νάγκη ἵνα ἐπιβάλῃ, διότι δὲν εἶναι σχολεῖον ναυτικόν, ἀλλὰ σχο-
2422λεῖον μορφώσεως εἰς τὰ κοινὰ γράμματα νέων ἀκαταρτίστων, ἀφοῦ
2423διδάσκεται καὶ ἡ γραμματικὴ, συνδυάζεται δὲ ἡ σχολὴ καὶ μετὰ
2424τῶν ὑποτροφιῶν. Οὗτος εἶναι ὁ λόγος δι’ ὃν δὲν ἐψηφίσθη τὸ νομο-
2425σχέδιον περὶ ναυτικῆς σχολῆς κατὰ τὴν παρελθοῦσαν περίοδον,
2426οὐχὶ δὲ ὅπως λέγουσιν οἱ ἀρεσκόμενοι εἰς τὰς τοιαύτας δαπά-
2427νας, διότι ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν κήδεται περὶ τοῦ ναυτικοῦ.
2428Εἰς τὸν προϋπολογισμὸν εἶναι ἀναγεγραμμένη πίστωσις διὰ
2429ἔξοδα συντηρήσεως ἐν τῇ σχολῇ 40 νέων, τουτέστιν ἐν τῇ
2430κατωτάτῃ τάξει θὰ ἔχωμεν 40 νέους, καὶ ἐπειδὴ ὁ ἀριθμὸς
2431τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν μαθητῶν τῆς σχολῆς δὲν δύναται νὰ
2432ὑπερβαίνῃ τοὺς 40 ἵνα διατελῇ εἰς ἀναλογίαν πρὸς τὸ ἐν ἐνερ-
2433γείᾳ προσωπικὸν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ ναυτικοῦ, ἕπεται ὅτι
2434ἡ σχολὴ ἐπὶ ἑπταετίαν θὰ σύγκειται ἐκ μιᾶς μόνης τάξεως.
2435Ὀφείλομεν λοιπὸν νὰ προνοήσωμεν περὶ ναυτικῆς σχολῆς, οὐχὶ
2436ὡς ἐπρονόησεν ἡ κυβέρνησις, ἀλλὰ σπουδαίως, ὅπως ἔχωμεν
2437ἐντὸς ὡρισμένου χρόνου τὸ ἀναγκαῖον προσωπικὸν ἐκγεγυμνα-
2438σμένον, διότι σήμερον δὲν ἔχομεν τὸ ὑπὸ τοῦ νόμου ὡρισμέ-
2439νον κατώτερον προσωπικὸν ἀξιωματικῶν ἐν τῷ ναυτικῷ. Ἐψη-
2440φίσαμεν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον νόμον περὶ ἀξιωματι-
2441κῶν τοῦ ναυτικοῦ, δι’ οὗ ἐξωγκώσαμεν καὶ τὰς δαπάνας καὶ
2442τοὺς βαθμοὺς· καὶ ἐν τούτοις αἱ κατώτεραι θέσεις ἔμειναν
2443κεναὶ, διότι δὲν ἔχομεν νέους παρεσκευασμένους ἵνα καταλά-
2444βωσι τὰς θέσεις ταύτας.
2445§126ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές· πρέπει νὰ ἦσθε ἀκριβής,
2446ἂν παρατηρήσητε εἰς τὸν πίνακα, τὸν ὁποῖον παρουσίασα εἰς
2447τὴν Βουλὴν, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ὑπάρχουσιν 70 θέσεις κεναὶ, τὰς
2448ὁποίας δὲν ἐπλήρωσα καὶ ἔπρεπε νὰ ἦμαι ἐγὼ ὅπως ἀντι-
2449σταθῶ.
2450§127ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀπαντᾶτε εἰς ἄλλο ζήτημα· ἐγὼ εἶπον ὅτι
2451δὲν ἠδυνήθητε νὰ πληρώσητε τὰς κατωτέρας, διότι δὲν ἔχετε
2452προσωπικόν.
2453§128ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Καὶ πόσαι εἶναι αὐταὶ αἱ θέσεις; δε-
2454καεπτά.
2455§129ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὀφείλομεν λοιπὸν ὑπὲρ τῆς μορφώσεως τῶν
2456ναυτικῶν δυνάμεων τοῦ ἔθνους νὰ προβῶμεν εἰς πᾶσαν δαπά-
2457νην, ἀλλὰ σπουδαίως ἐνεργοῦντες· ὀφείλομεν νὰ ὀργανώσωμεν
2458τὴν σχολὴν τῶν ναυκλάστρων, ἔχομεν ὑλικὸν ἄριστον καὶ εἰς
2459τοῦτο — δὲν πιστεύω ν’ ἀντιτείνῃ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑ-
2460πουργὸς—συνετέλεσεν ἡ οἰκουμενικὴ, ἔχομεν δὲ καὶ προσωπι-
2461κὸν δυνάμενον νὰ διευθύνῃ τὰ τῆς σχολῆς, ἀλλὰ ὀργάνωσιν
2462σχολῆς δὲν ἔχομεν, καὶ πᾶς ἀξιωματικὸς, πᾶς ὑπαξιωματικὸς,
2463πᾶς ναύτης ὀφείλει νὰ διέλθῃ διὰ τῆς σχολῆς ταύτης, διότι
2464ἰδιάζει ὁ κλάδος οὗτος τῆς ὑπηρεσίας εἰς τὸν χαρακτῆρα τοῦ
2465ἑλληνικοῦ ναυτικοῦ.
2466§130ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἡ ὀργάνωσις εἶναι πλήρης καὶ ὅλοι οἱ ἀξιω-
2467ματικοὶ καὶ ὑπαξιωματικοὶ ἐκ περιτροπῆς σπουδάζουσιν ἐκεῖ.
2468§131ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅταν περὶ τούτου προνοήσωμεν, ὀφείλομεν
2469νὰ συντηρήσωμεν καὶ τὸ ὑλικὸν, τὸ ὁποῖον ἔχομεν, διατηροῦν-
2470τες τὰ μὴ χρησιμεύοντα πρὸς τὴν ἐκπαίδευσιν ἢ τὴν ὑπηρε-
2471σίαν πλοῖα ἕτοιμα ὅπως ἐν βραχεῖ τίθενται εἰς ἐνέργειαν καὶ
2472ὀφείλομεν ἰδίως ν’ ἀσχοληθῶμεν εἰς τὸν καταρτισμὸν τοῦ ναυ-
2473τικοῦ ταμείου. Ἡ δαπάνη περὶ τῆς δεξαμενῆς εἶναι ὅλως πε-
2474ριττή. Ἡ δεξαμενὴ θὰ κατασκευασθῇ ὅταν μετὰ βραχὺ διά-
2475στημα χρόνου δυνηθῶμεν νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῆς γενικῆς ὀργα-
2476νώσεως τοῦ ὑλικοῦ τοῦ ναυτικοῦ. Ἡ δαπάνη πρὸς συντήρησιν
2477τῶν ἐν ἐνεργείᾳ πλοίων ὅλων, ὅσα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ση-
2478μειοῦνται, δὲν εἶναι ἀναγκαία ἰδίως μάλιστα ὅταν ἓν τῶν
2479πλοίων ἐκείνων δὲν ἦναι πολεμικόν, ἡ δὲ δαπάνη διὰ τὸ
2480πλοῖον ἐκεῖνο δὲν ἦναι μικρά· διότι δὲν εἶναι μόνον ἡ δα-
2481πάνη τῆς συντηρήσεως, εἶναι καὶ ἡ τῆς ἐπισκευῆς, τὴν ὁποίαν
2482θὰ ψηφίσωμεν, ἂν ψηφίσωμεν τὴν συντήρησιν. Ὅταν δὲ ὀλιγώ-
2483τερον πολυτελῶς διαῤῥυθμισθῶσι τὰ τῆς ναυτικῆς ἐν γένει ὑ-
2484πηρεσίας καὶ τὰ τῶν ἐφέδρων καὶ παρωπλισμένων πλοίων δυ-
2485νάμεθα νὰ πραγματοποιήσωμεν ἐν συνόλῳ ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προ-
2486ϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν οἰκονομίας, ὧν τὸ
2487ἄθροισμα γινώσκετε ἤδη ἀναβαῖνον εἰς 1½ ἑκατομμύριον.
2488Ἀλλὰ πλὴν τῶν οἰκονομιῶν, πλὴν τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ
2489φορολογικοῦ ἡμῶν συστήματος, ἔχομεν ἓν ἔτι μέσον εἰς πο-
2490ρισμὸν χρημάτων, ἔχομεν τὴν διάθεσιν τῶν παρὰ τῇ τραπέζῃ
2491εἰσπράξεων ἐκ τῆς πραγματοποιήσεως τοῦ δανείου τῶν 60
2492ἑκατομμυρίων. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ εἶναι ἀναγεγραμμένον
2493ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τὸ ἀπαιτούμενον πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ
2494δανείου ἐκείνου, διότι κατὰ τὴν ἰδέαν τῆς κυβερνήσεως καὶ αἱ
2495τέως ἀδιάθετοι 21,000 ὁμολογίαι πρέπει νὰ πραγματοποιη-
2496θῶσιν, ἵνα δοθῶσιν 8 ἑκατομμύρια ἐπὶ τόκῳ εἰς τὸ ταμεῖον τῆς
2497ὁδοποιΐας, τὸ ὁποῖον θέλει πάλιν ἐξαγοράσει τὰς διατεθείσας
2498ὁμολογίας. Τὰς ὁμολογίας ταύτας ὀφείλομεν νὰ καταργήσω-
2499μεν, τὰ λοιπὰ δὲ παρὰ τῇ τραπέζῃ ἐκ τῶν εἰσπράξεων τοῦ
2500δανείου χρήματα νὰ διαθέσωμεν ἀντὶ τόκου, ὁ ὁποῖος νὰ ἐξου-
2501δετερώσῃ τὰ βάρη, ἅτινα ἀνελάβομεν ἐκ τοῦ δανείου τούτου.
2502Ὀφείλομεν νὰ ἐξαγοράσωμεν πάντα τὰ ἔντοκα γραμμάτια,
2503ὀφείλομεν ν’ ἀποτίσωμεν τὰ προσωρινὰ χρέη τοῦ δημοσίου, ὀ-
2504φείλομεν ν’ ἀποδώσωμεν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας ὅ,τι πρὸς
2505αὐτὸ χρεωστοῦμεν, περὶ τὰ 3 ἑκατομμύρια, καὶ ὀφείλομεν προ-
2506σέτι ἐκ τῶν χρημάτων τούτων νὰ φυλάξωμεν τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον
2507θὰ ἦνε ἀναγκαῖον, ἵνα ἀποτίσωμεν τὸ ἔλλειμμα τοῦ παρελθόν-
2508τος, ἵνα ἀποτίσωμεν τὸ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον θέλουσιν ἀφήσει οἱ
2509πρῶτοι μῆνες τοῦ ἔτους, ἕως τῆς ἐποχῆς κατὰ τὴν ὁποίαν θέ-
2510λουσιν ἐφαρμοσθῆ τὰ νέα μέτρα τῶν οἰκονομιῶν καὶ τῆς ἀναθεω-
2511ρήσεως τῶν φόρων καὶ ἵνα ἀποτίσωμεν τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θὰ μεί-
2512νῃ εἰς βάρος τῆς χρήσεως τοῦ 1880 μετὰ τὰς μεταῤῥυθμίσεις, περὶ
2513τῶν ὁποίων ὡμίλησα, ἔλλειμμα ἀνερχόμενον ἐπὶ τοῦ ὅλου ἔτους εἰς
25142,400,000. Μένει τότε ποσὸν 5 ἑκατομμυρίων, ὅπερ νομίζω ὅτι
2515ὀφείλομεν νὰ διαθέσωμεν ὑπὲρ τῆς συστάσεως κτηματικῆς
2516τραπέζης, ὅπως μὴ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην, ἵνα συζητή-
2517σωμεν τὴν πρότασιν τῆς κυβερνήσεως περὶ συνδυασμοῦ τῆς
2518κτηματικῆς Τραπέζης μετὰ τῆς ἐκποιήσεως τῶν μοναστη-
2519ριακῶν κτημάτων. Ἡ κτηματικὴ Τράπεζα εἶναι ἀναγκαιο-
2520τάτη, ἡ ἐκποίησις δὲ τῶν μοναστηριακῶν κτημάτων ἐν τῷ
2521παρόντι εἶναι τι, περὶ τοῦ ὁποίου δὲν δυνάμεθα οὐδὲ νὰ σκε-
2522φθῶμεν ὀφείλοντες μόνον νὰ κανονίσωμεν ἀνυπερθέτως τὰ τῆς
2523διαχειρίσεως τῆς περιουσίας τῶν μονῶν καὶ νὰ διαῤῥυθμίσωμεν
2524καταλληλότερον καὶ ὠφελιμώτερον πρὸς τὴν ἐκκλησίαν τὰ
2525κατ’ αὐτάς. Ἐπειδὴ δὲ ἐκ τῆς ἐκποιήσεως τῶν μοναστηριακῶν
2526κτημάτων χορηγεῖται εἰς τὴν κτηματικὴν Τράπεζαν πρώτη
2527κατάθεσις 5 ἑκατομμυρίων, δι’ ὧν καθίσταται ἐφικτὴ ἡ λει-
2528τουργία τῆς Τραπέζης, φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ δώσωμεν ταῦτα
2529ἐκ τῶν εἰσπράξεων τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων.
2530Τοιαῦτα εἶναι τὰ οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς
2531τῶν ἰδεῶν, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξα πρὸς ὑμᾶς. Ἔχομεν οἰκονο-
2532μίας ἐκ τῶν ὑπουργείων τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν 4
2533ἑκατομμυρίων, ἐκ τῶν ἄλλων ὑπουργείων 1,769,000, ἐκ τοῦ
2534κανονισμοῦ δὲ τῶν κατὰ τὸ δάνειον τῶν 60 ἑκατομμυρίων
25352,223,000· ἂν εἰς ταῦτα προσθέσωμεν τρία ἑκατομμύρια ἐκ
2536τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ φορολογικοῦ συστήματος καὶ ἀφαιρέ-
2537σωμεν τὸ ὅλον ἐκ τοῦ ἐλλείμματος τῶν 13,359,520 μένει
2538ἔλλειμμα 2,400,000. Τὸ ἔλλειμμα τοῦτο θὰ ἦναι μεγαλεί-
2539τερον κατὰ τὸ 1880, διότι δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁλόκλη-
2540ρον τὸ σύστημα ἐκ τῆς ἀρχῆς τοῦ ἔτους, θὰ ἦναι ὅμως μικρό-
2541τερον κατὰ τὸ 1881, ὅτε θέλει ἐφαρμοσθῆ ὁλόκληρον, ἀλλὰ
2542συνάμα θὰ ἔχωμεν καὶ προσαύξησιν τῶν προσόδων ἐκ τῆς κανο-
2543νικῆς ἀναπτύξεως τῆς παραγωγῆς βοηθουμένης καὶ ἐκ τῆς φο-
2544ρολογικῆς μεταῤῥυθμίσεως. Βεβαίως μετὰ τοῦ ζητήματος τῶν
2545νομοθετικῶν οἰκονομιῶν πρέπει νὰ συνδέσητε καὶ τὸ ζήτημα
2546τῆς οἰκονομικῆς Κυβερνήσεως, διότι ἂν τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ συ-
2547στήματος τούτου ἀφήσητε εἰς Κυβέρνησιν μὴ οἰκονομικὴν,
2548τὸ ἔλλειμμα θέλει αὐξήσει κατὰ πολὺ διὰ τῶν ἐκτάκτων
2549πιστώσεων, διὰ τῆς ἐκτελέσεως τῶν συμβάσεων, τῶν ὁ-
2550ποίων ὀφείλομεν νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν κατάργησιν, ἵνα ἀ-
2551παλλαγῇ τὸ δημόσιον ὑποχρεώσεων ἀνερχομένων εἰς 1,300,000
2552δραχμῶν. Τὰ δύο ταῦτα ζητήματα συνδέονται στενώτατα, τὸ ζή-
2553τημα τῆς οἰκονομικῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸ τῶν νομοθετικῶν οἰκο-
2554νομιῶν. Ἐὰν ἡ Βουλὴ φρονῇ, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς, οἷος ὑπεβλήθη
2555ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἐν ταῖς βάσεσιν αὐτοῦ, εἶναι ἀποδεκτὸς,
2556διὰ ψήφου αὐτῆς τοιαύτης θέλει ἀποδείξει, ὅτι θεωρεῖ ἀνεκτὴν
2557καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις κατήρτισε τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ
2558ἥτις θέλει ἐκτελέσει αὐτόν. Ἄν ὅμως ἡ Βουλὴ θεωρῇ, ὅτι ὁ
2559προϋπολογισμὸς ὡς συνετάχθη ἄγει εἰς τὸν οἰκονομικὸν ὄλεθρον,
2560ψηφίζουσα ὅτι δὲν ἀποδέχεται τὰς βάσεις αὐτοῦ, ἀποδεικνύει
2561συνάμα, ὅτι δὲν ἔχει ἐμπιστοσύνην εἰς ἐκείνους, οἵτινες τοιοῦτον
2562προϋπολογισμὸν θέτουσιν ὡς βάσιν τῆς οἰκονομικῆς διευθύνσεως
2563τῶν τοῦ Κράτους; Τοιαύτην ψῆφον θέλω προτείνει εἰς ὑμᾶς.
2564Θέλω προτείνει εἰς ὑμᾶς, ἵν’ ἀποφανθῆτε, ὅτι κατὰ τὴν γνώ-
2565μην τῆς Βουλῆς αἱ βάσεις τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν ἀνταποκρί-
2566νονται πρὸς τὰς περιστάσεις, δὲν ἀνταποκρίνονται πρὸς τὰς
2567ἀνάγκας τοῦ Κράτους τὰς ἐσωτερικὰς, δὲν ἀνταποκρίνονται
2568πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους, πρὸς τὸν Ἑλληνισμόν· θέλω
2569προτείνει, ὅπως ψηφίσητε τὴν πρότασιν ταύτην ἐννοῶν, ὅτι ἡ
2570ψῆφος ὑμῶν ἐπ’ αὐτῆς εἶναι ψῆφος ἐμφαίνουσα γνώμην καὶ
2571περὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θέλουσιν ἐκτελέσει τὸν προϋπολογισμὸν,
2572καὶ θέλω θεωρήσει τὴν ἀπόῤῥιψιν τῆς προτάσεως ὡς ἀποδει-
2573κνύουσαν, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐννοεῖ νὰ ἐμπιστευθῇ τὴν διαχείρισιν τῶν
2574κοινῶν εἰς τοὺς σήμερον κυβερνῶντας. Ἄν ἡ Βουλὴ ἐννοῇ τοῦτο,
2575ὀφείλομεν καὶ ἡμεῖς οἱ ἀντιπολιτευόμενοι ν’ ἀποδεχθῶμεν τὰς
2576συνεπείας ὡς πρὸς ἡμᾶς αὐτοὺς, ὀφείλομεν εἰς τὸ ἑξῆς νὰ
2577μὴ ταράσσωμεν τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ ζητημάτων ἐμπιστοσύ-
2578νης, ὀφείλομεν καὶ αὐτοῦ τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ μὴ ἐπι-
2579ζητήσωμεν ἐν τοῖς καθέκαστον μεταβολὴν τοῦ συστήματος,
2580διότι αἱ μεταβολαὶ τοῦ συστήματος δὲν ἀποκτῶνται ἐν τοῖς
2581καθέκαστον. Καὶ ἂν κατ’ ἀρχὴν ψηφίσωμεν σύστημα οἰκο-
2582νομιῶν, πάλιν θ’ ἀπαντήσωμεν δυσχερείας πολλὰς ἐν τοῖς
2583ἄρθροις τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι ἑκάστη οἰκονομία κατὰ
2584μέρος λαμβανομένη θ’ ἀρύεται δυνάμεις ἰδίας ἑαυτῆς καὶ πολ-
2585λαὶ δαπάναι θὰ διέρχωνται τὸν κίνδυνον, θὰ διασώζωνται·
2586ὅταν ὅμως καὶ κατ’ ἀρχὴν ἡ Βουλὴ ἀποδεχθῇ σύστημα ἄλλο,
2587σύστημα ἀντίθετον πρὸς τὸ σύστημα τῶν οἰκονομιῶν, ὅταν
2588ἀποδεχθῇ τὰς βάσεις, ἐφ’ ὧν ἡ Κυβέρνησις ἐστήριξε τὸν προϋ-
2589πολογισμὸν, ὅταν ἀναγνωρίζῃ, ὡς εἶπεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονο-
2590μικῶν Ὑπουργὸς χθὲς, ὅτι τὸ ἰσοζύγιον ἀποκτᾶται ἄνευ με-
2591γάλων θυσιῶν, τότε δὲν δικαιοῦται ἡ Βουλὴ νὰ ἐλπίζῃ, ὅτι
2592θέλει δυνηθῆ νὰ κατορθώσῃ οἰκονομίας ἐν ταῖς λεπτομερείαις.
2593Οἰκονομίας ἐν ταῖς λεπτομερείαις δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιφέρωμεν
2594εἰμὴ μετὰ ἀπόφασιν ὁριστικὴν τῆς Βουλῆς περὶ γενικοῦ συστή-
2595ματος οἰκονομιῶν, μετὰ τὴν ἀπόδειξιν τῆς ἀκραδάντου πεποι-
2596θήσεως τῆς Βουλῆς, ὅτι τοῦτο εἶναι ἀναγκαῖον πρὸς τὴν σω-
2597τηρίαν τοῦ Κράτους. Ἔχει δὲ ἀνάγκην ἡ Βουλὴ, ἵνα δυνηθῇ
2598νὰ κατορθώσῃ τὴν πραγματοποίησιν τῆς ἀρχῆς ἐν ταῖς λεπτο-
2599μερείαις τῆς συνδρομῆς τῆς κυβερνήσεως καὶ τῆς διευθύνσεως
2600τῆς κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει συνδρομὴν καὶ διεύ-
2601θυνσιν παρὰ τῆς κυβερνήσεως οὐδὲ ὡς πρὸς τὰ σχέδια, τὰ ὁ-
2602ποῖα αὐτὴ ἡ κυβέρνησις προτείνει, πολλῷ δὲ μᾶλλον ἡ Βουλὴ
2603δὲν δύναται ν’ ἀπεκδέχηται τὴν συνδρομὴν τῆς παρούσης κυ-
2604βερνήσεως ὑπὲρ τῆς ψηφίσεως τοῦ συστήματος τῶν οἰκονομιῶν,
2605ἀφοῦ ἡ κυβέρνησις διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ αὐτῆς καὶ τῆς περὶ
2606αὐτοῦ ἀναπτύξεως ἀπὸ τοῦ βήματος φαίνεται μὴ ἀσπαζομένη
2607τὰς οἰκονομίας, καὶ φρονοῦσα ὅτι δύναται νὰ σώσῃ τὸ Κράτος
2608καὶ ἄνευ οἰκονομιῶν καὶ ὅτι αἱ οἰκονομίαι δὲν εἶναι ἡ βάσις
2609τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν ἐνεργείας ἐν τῇ Ἀνατολῇ, δὲν εἶναι ἡ βάσις
2610τῆς κανονικῆς λειτουργίας τοῦ πολιτεύματος ἐν τῷ ἐσωτερικῷ.
2611Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 7½.)