1880.02.19
2,068 rows · 16,639 words · 98 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 73
τῆς 19 Φεβρουαρίου 1880.
(Τρίτη.)
Ὥρα 2 μ. μ.
Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας καὶ ἐνεκρίθησαν.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της περὶ τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Πιστωτικῆς τραπέζης καὶ τῆς σχετικῆς πρὸς αὐτὴν προτάσεως τοῦ κ. Πολυλᾶ καὶ λοιπῶν. Θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ. Ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ Πειραιῶς παρακαλεῖ, ἵνα μὴ ἀπαλειφθῇ ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ἡ πρὸς διατήρησιν τοῦ ἐν Πειραιεῖ Γυμνασίου πίστωσις. Οἱ ἐν Σύρῳ ἀδελφοὶ Γ. Γλύκα, ἔχοντες ἐργοστάσιον σχοινοποιείου, ζητοῦσι τὸν περιορισμὸν τῶν τελῶν τῶν εἰσαγομένων εἰς τὸ κατάστημά των πρώτων ὑλῶν. Θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπήν.
§2ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Κύριοι, οἱ πατέρες ἡμῶν δι’ ἀπαραδειγματίστων αἱματοχυσιῶν καὶ ἀγώνων κατώρθωσαν τὴν ἀπελευθέρωσιν τοῦ ἐδάφους τῆς πατρίδος τῆς γῆς τῆς Ἑλλάδος. Ἐκπεφρασμένος σκοπὸς τῆς μεγαλουργοῦ ἐκείνης γενεᾶς ὑπῆρχεν, ἵνα ἡ γῆ αὕτη, ἥτις διὰ τῶν αἱμάτων ἐκείνης ἀπὸ τὰς χεῖρας τῶν τυράννων ἐλυτρώθη, διατηρῆται ὡς ἓν κεφάλαιον ἄθικτον, τὸ ὁποῖον ἐπιφυλαγμένον δι’ ὑψηλὸν προορισμὸν, ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ μίαν ἡμέραν ὡς τὸ καταφύγιον, εἰς τὸ ὁποῖον ἡ Ἑλλὰς ἤθελεν ἐν δεδομένῃ περιπτώσει ἀποβλέψῃ ἵνα ἀντλήσῃ ὅπως διὰ τοῦ κεφαλαίου τούτου ἱκανοποιήσῃ ἰδέας μεγάλας, πραγματοποιοῦσα ἐξ αὐτοῦ πόρους πρὸς σκοποὺς ἱερούς. Ἡ περιουσία αὕτη ὠνομάσθη «ἐθνικαὶ γαῖαι» ἢ «ἐθνικὴ περιουσία.» Μέρος αὐτῆς διετέθη ὑπὲρ ἀγωνιστῶν, ἄλλη δὲ ὑπελείπετο, ὡς προεῖπον, ὡς ἱερὸν κειμήλιον. Ἀλλ’ ἡ χώρα αὕτη, ἡ γῆ αὕτη ἐξέλιπε σήμερον χωρὶς νὰ χρησιμεύσῃ εἰς οὐδένα ὑψηλὸν καὶ ἱερὸν σκοπὸν, ὡς ἔδει νὰ χρησιμεύσῃ, τοὐλάχιστον αὐτὴν τὴν ἰδέαν ἔχω ἐγώ. Ἡ γῆ αὕτη, κύριοι, διατεθεῖσα διὰ τῶν δηλώσεων, ἀγνοοῦμεν ποῖα οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους συμφέροντα προήγαγε, καὶ διὰ τοῦτο ἔρχομαι σήμερον νὰ ἐρωτήσω, ὅπως μάθω παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἰδίᾳ δὲ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τὰ ἀποτελέσματα. Λοιπὸν ἐπερωτῶ αʹ τὶ ποσὸν εἰσεπράχθη ἄχρι τοῦδε ἐκ τῆς διαθέσεως τῶν ἐθνικῶν γαιῶν κατ’ ἔτος καὶ κατ’ εἶδος αὐτῶν, δηλαδὴ φυτειῶν κλπ., τί ἔδει νὰ εἰσπραχθῇ, καὶ πόσον τὸ καθυστέρημα, καὶ τί ὑπολείπεται ἔτι εἰσπραχθῆναι κατ’ ἔτος, καὶ τοῦτο μέχρις ὁριστικῆς ἐξοφλήσεως; βʹ εἰς τί ποσὸν στρεμμάτων ἀνέρχονται αἱ δηλωθεῖσαι ἄρτι ἐθνικαὶ γαῖαι, φυτεῖαι κλπ. κατ’ εἶδος; γʹ εἰς τί ἐχρησίμευσαν τὰ ἐκ τῆς τοιουτοτρόπου διαθέσεως ἐθνικῆς γῆς εἰσπραχθέντα; Μεταβαίνω ἤδη, κύριοι, εἰς ἄλλο εἶδος ἐπερωτήσεως περὶ τῶν καθυστερούντων, διότι καὶ αὐτὸ εἶναι ἓν ἱερὸν κεφάλαιον, καὶ ζητῶ κατάλογον τῶν ἀπὸ τοῦ 1880 καὶ ἀναδρομικῶς ἐφεξῆς καθυστερούντων κατὰ πρόσωπον καὶ ποσὸν, καὶ διατί ἡ μὴ εἴσπραξις; καὶ τί φρονεῖ ἡ Κυβέρνησις τὸ ποιητέον;
§3ΚΑΤΣΙΚΟΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁρίσατε μίαν ἐποχὴν τοὐλάχιστον.
§4ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Μέχρι τῆς ἐποχῆς, εἰς ἣν θὰ σταματήσῃ ἡ καθυστέρησις, δηλαδὴ ἀπὸ τοῦ 1880 τῆς σήμερον ἡμέρας ἀναδρομικῶς μέχρις ὅτου δὲν συναντᾶται καθυστέρημα. Μίαν ἄλλην πληροφορίαν ἐπιθυμῶν ἀποτείνω καὶ περὶ αὐτῆς ἐπερώτησιν· ἐπληροφορήθην, ὅτι εἰς τὸ Λαύριον βαδίζουν ἐκ παραλλήλου πολλαὶ μεταλλευτικαὶ ἑταιρίαι, αἱ μὲν ἐπὶ τῆς ἐπιφανείας ἐργαζόμεναι, αἱ δὲ ὑπὸ τὴν ἐπιφάνειαν· ἐκ τῶν ἑταιριῶν τούτων ἴσως καὶ τῶν ἐπὶ τῆς ἐπιφανείας ἐργαζομένων, ἰδίᾳ ὅμως τῶν ὑπὸ τὴν ἐπιφάνειαν, αἵτινες χαρακτηρίζονται ὑπὸ τὴν ἐπωνυμίαν Γαλλικαὶ μεταλλευτικαὶ ἑταιρίαι, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, δὲν ἐπληρώθη τίποτε εἰς τὸ δημόσιον. Λοιπὸν ἐρωτῶ τὴν Κυβέρνησιν τί εἰσέπραξε παρ’ αὐτῶν, καὶ ἐὰν δὲν εἰσέπραξε ποῖος ὁ λόγος τῆς παρακωλύσεως τῶν εἰσπράξεων;
§5ΒΑΛΤΙΝΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.) Χθὲς ὁ κ. Βαλασόπουλος ἔκαμε μίαν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν θεωρῶ δικαίαν. Τὸ Ὑπουργεῖον τὸ ἐγίνωσκε, καὶ εἶχε διατάξει Λάκωνες νὰ μὴ στέλλωνται εἰς ἐκεῖνα τὰ μέρη· ἐνόμιζε δὲ τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι εἶχεν ἐκτελεσθῆ ἡ διαταγή. Σήμερον ἀπετάθην πάλιν εἰς τὰς ἐκεῖ ἀρχὰς, καὶ περιμένω ἀπάντησιν.
§6ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Διενεμήθη, κύριοι, πρὸ ἡμερῶν Νομοσχέδιον, ὑποβληθὲν παρὰ τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν, ἀφορῶν τὴν ἐκκαθάρισιν τοῦ λιμένος Πειραιῶς, καὶ εἶναι ἤδη ἐγγεγραμμένον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Διὰ τοῦ Νομοσχεδίου τούτου οὐδεμία ζημία ἐπιβάλλεται εἰς τὰ δημόσια συμφέροντα, πρόκειται μόνον νὰ γείνῃ ἔργον δαπάνῃ τοῦ δήμου· ὁ δῆμος τοῦ Πειραιῶς ἀναλαμβάνει ὅλα τὰ ἔργα. Ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα κατεπείγει πολὺ, διότι τὰ συμβαλλόμενα μέρη συνῆψαν τὰ συμβόλαια μετὰ τοῦ ἐργολάβου περὶ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ ἔργου, τὸ ὁποῖον ἔχει τοιαύτην σημασίαν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἐπιτρέπῃ, νὰ γείνῃ ἡ πρώτη ἀνάγνωσις.
§7ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
§8ΕΤΕΡΟΙ. Ὄχι, ὄχι· θὰ γείνῃ κακὴ ἀρχὴ, Κύριε πρόεδρε.
§9ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἔχει ἀντίῤῥησιν, νομίζω.
§10ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Ὄχι, ἂς γείνῃ ἡ πρώτη ἀνάγνωσις. (Ἀναγινώσκεται τὸ Νομοσχέδιον καὶ γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ αὐτοῦ δι’ ἀναστάσεως. Εἶτα δὲ καὶ τὸ ἄρθρον 1.) Ἄρθρον 2
§11ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς εἶπεν, ὅτι τὸ δημόσιον δὲν ἔχει τίποτε νὰ βλαφθῇ, καὶ ὅμως ἐδῶ βλέπομεν, ὅτι τὰ κτήματα παραχωροῦνται δωρεὰν (Θόρυβος). Δὲν πρέπει νὰ περνοῦν οὕτω τὰ Νομοσχέδια. Ν’ ἀναβληθῇ λοιπὸν, κύριε Πρόεδρε. (Θόρυβος.)
§12ΨΥΛΛΑΣ. Ἀναγνώσατε, κύριε Δημητρακάκη, κατωτέρω τὸ 4 ἄρθρον τοῦ Νομοσχεδίου, καὶ θέλετε πληροφορηθῆ, ὅτι λαμβάνεται πρόνοια περὶ τῶν ἐπιδίκων κτημάτων τοῦ Δημοσίου, ἅτινα ὡς καταπατηθέντα ἀναφέρετε.
§13ΚΑΤΣΑΝΔΡΗΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἀφοῦ ἅπαξ ἀπεφάσισεν ἡ Βουλὴ νὰ ἔλθῃ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, τώρα δὲν ἠμπορεῖ ν’ ἀναβληθῇ. (Θόρυβος.)
§14Α. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε,......
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε νὰ τελειώσῃ ἄλλος, κύριε Χατζόπουλε, καὶ τότε σᾶς δίδω τὸν λόγον. (Θόρυβος.) Προτείνεται λοιπὸν, κύριοι, ἡ ἀναβολή· ὑποστηρίζεται ἡ πρότασις τῆς ἀναβολῆς ἀπὸ 10;
§16ΠΟΛΛΟΙ. Πλείονες τῶν 10 ἐγειρόμενοι. Μάλιστα, μάλιστα.
§17ΨΥΛΛΑΣ. Τὸ Νομοσχέδιον, κύριε Πρόεδρε, ὑπεβλήθη παρὰ τῆς Κυβερνήσεως τὴν 4 Φεβρουαρίου, ἡ δὲ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις ὁμοφώνως ἐγκρίνει τὸ Νομοσχέδιον καὶ συνιστᾷ τὸ κατεπεῖγον αὐτοῦ, ὑπεβλήθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, νομίζω, τὴν 10 Φεβρουαρίου, ὥστε ἔκτοτε ὑπῆρχε καιρὸς ἀρκετὸς εἰς οἱονδήποτε Βουλευτὴν, ὄχι μόνον νὰ τὸ μελετήσῃ, ἀλλὰ καὶ νὰ τὸ χωνεύσῃ.
§18ΤΙΝΕΣ. Δὲν εἶναι εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§19ΨΥΛΛΑΣ. Εἶναι ἐγγεγραμμένον καὶ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ὑπ’ ἀριθ. 51, μοὶ φαίνεται. Εἶναι λοιπὸν περιττὴ ἡ ἀναβολή. Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. Δημητρακάκη περὶ τῶν παραχωρουμένων δημοσίων κτημάτων διὰ τοῦ Νομοσχεδίου, λέγω τὰ ἑξῆς· ὅτι ὅσα δημόσια κτήματα ὑπάρχουσι πέριξ τῆς Ζέας ἦσαν ἐπίδικα μεταξὺ ἰδιωτῶν καὶ τοῦ δημοσίου, ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων. Περὶ τούτων προβλέπει τὸ ἄρθρον 4 τοῦ Νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὁρίζει, ὅτι διὰ τὰ τοιαῦτα ἐπίδικα κτήματα θέλουσιν ἀποζημιωθῆ οἱ ἰδιῶται ὑπὸ τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς, ὁπόταν οὗτοι δικαιωθῶσιν ὑπὸ τῶν δικαστηρίων.
§20Α. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, τὸ ζήτημα τῶν κοινοτικῶν κτημάτων.....
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχετε σειρὰν ἀκόμη· εἶναι ὁ κ. Ῥάλλης.
§22Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριοι, τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο ἔχει σπουδαιοτάτην σημασίαν, καὶ ὡς πρὸς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ λιμένος Πειραιῶς καὶ ὡς πρὸς τὴν ὑγείαν τῆς πόλεως ταύτης. Πάντες ὅσοι διήλθετε, καὶ πάντες βέβαια θὰ διήλθετε, πρὸ τοῦ σιδηροδρόμου, θὰ ἴδετε ὁποία ἀποφορὰ ὑπάρχει εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο τοῦ Πειραιῶς καὶ πρὸ τοῦ σιδηροδρόμου· ἀκριβῶς δὲ πρόκειται νὰ κατασταθῇ ὑγιεινοτέρα ἡ πόλις τοῦ Πειραιῶς διὰ τοῦ Νομοσχεδίου τούτου, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ ὑπάρξῃ καὶ διὰ τὸν δῆμον τοῦ Πειραιῶς καὶ διὰ τὸ δημόσιον λιμὴν μέγας. Δὲν βλέπω κατὰ τί βλάπτει ἡ ἀνάγνωσις αὐτοῦ.
§23Α. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ δημόσιον νὰ μὴ ζημιοῦται.
§24ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν νομίζητε, ὅτι ὑπάρχει καμμία διάταξις ἀντικειμένη εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου, φέρετε τροπολογίαν, ἀλλὰ μὴ ἐμποδίζητε ν’ ἀναγνωσθῇ Νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ προαγάγῃ καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Πειραιῶς, μιᾶς ἐκ τῶν πρώτων πόλεων τῆς Ἑλλάδος, καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου.
§25ΦΩΤΗΛΑΣ. Οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ οὔτε τὴν σπουδαιότητα, οὔτε τὴν σημασίαν τοῦ Νομοσχεδίου αὐτοῦ, ἀλλ’ ἐπίσης τῆς αὐτῆς σπουδαιότητος καὶ τῆς αὐτῆς σημασίας εἶναι καὶ πολλὰ ἄλλα Νομοσχέδια, τὸ Νομοσχέδιον, καθ’ ὑπόθεσιν, τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ἠλείας κ. Στεφανοπούλου, ἕτερον περὶ λειβαδίων, καὶ πολλὰ ἄλλα ἀκόμη ὑποβληθέντα παρὰ διαφόρων Βουλευτῶν εἰς τὴν Βουλήν. Ἤδη ἡ Βουλὴ συζητεῖ τὸν προϋπολογισμὸν καὶ πολλὰ ὀλίγαι συνεδριάσεις ὑπολείπονται διὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ· εἶναι λογικὸν καὶ δίκαιον ν’ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, διὰ νὰ συζητήσωμεν διάφορα Νομοσχέδια ἄλλα μείζονος ἢ ἥττονος σπουδαιότητος; δι’ αὐτὸν τὸν λόγον εὑρίσκω εὔλογον τὴν ἀναβολὴν μέχρις οὗ ἀποπερατωθῇ ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅτε δύναται ἡ Βουλὴ τὰ Νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα κρίνει περισσότερον σπουδαῖα, νὰ τὰ συζητήσῃ. Σήμερον ὁ κ. Καλλιγᾶς ἔφερεν εἰς συζήτησιν τὸ Νομοσχέδιον αὐτὸ περὶ τοῦ λιμένος τῆς Ζέας. Ἡμεῖς Βουλευταὶ διαφόρων ἐπαρχιῶν ζητοῦμεν νὰ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν τὸ Νομοσχέδιον τοῦ κ. Στεφανοπούλου περὶ στρατιωτικῶν καταλυμάτων, ὅπερ εἶναι σπουδαιότατον, καὶ οὕτω πως δυνάμεθα λοιπὸν ἐπ’ ἄπειρον ν’ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀντὶ πάσης ἄλλης συζητήσεως λοιπὸν καὶ παντὸς ἄλλου Νομοσχεδίου, νομίζω, ὅτι τὸ σπουδαιότατον εἶναι νὰ συζητήσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν καὶ ν’ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν ἐπὶ ὅλων τῶν ἄλλων Νομοσχεδίων τῶν ὑποβληθέντων εἰς τὴν Βουλήν.
§26ΡΑΛΛΗΣ. Ἡμεῖς δὲν ἀμφισβητοῦμεν, ὅτι ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα ἐπίσης σπουδαῖα Νομοσχέδια· ἐξ ἐναντίας εἴμεθα πρόθυμοι νὰ προβῶμεν καὶ εἰς τὴν συζήτησιν αὐτῶν. Ἡ συζήτησις τοῦ παρόντος Νομοσχεδίου ἤρχισεν ἤδη, δὲν δύναται δὲ νὰ παρακωλύσῃ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἂν ὑπάρχουν καὶ ἄλλα Νομοσχέδια, ἡμεῖς δεχόμεθα καὶ εἴμεθα πρόθυμοι νὰ ὑποστηρίξωμεν καὶ αὐτά.
§27ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἔχομεν τὸ Νομοσχέδιον περὶ ζωοκλοπῆς καὶ ζωοκτονίας ἐπίσης.
§28ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ἡ συζήτησις πρέπει ν’ ἀναβληθῇ (θόρυβος) Ἀφοῦ ἥρπασαν τὰ μέρη τῆς λίμνης Ζέας, τὰ οἰκόπεδα εἰς τὸν Πειραιᾶ, ἔρχονται (θόρυβος),.... δὲν εἶναι δυνατὸν λοιπὸν νὰ περάσῃ ἔτσι τὸ Νομοσχέδιον. Εἶναι σπουδαῖον, καὶ διὰ τοῦτο οἱ Βουλευταὶ Ἀττικῆς.... (Θόρυβος.)
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ προσβάλετε, κύριε Δημητρακάκη.
§30ΡΑΛΛΗΣ. Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος νομίζει, ὅτι πρόκειται νὰ ὑποστηρίξωμεν καὶ ἡμεῖς ἀτομικὰ συμφέροντα.
§31Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μὴ ὑβρίζετε, κύριε Ῥάλλη. (Θόρυβος.)
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, κύριοι.
§33ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ. Ν’ ἀνακαλέσητε τὸν κ. Ῥάλλην εἰς τὴν τάξιν, κύριε Πρόεδρε. (Θόρυβος.)
§34ΚΑΤΣΑΝΔΡΗΣ. Δὲν θ’ ἀπαντήσω εἰς τὰς παρατηρήσεις τοῦ κ. Δημητρακάκη· ἕκαστος εἶναι γνωστὸς, ἡ κοινωνία μας εἶναι μικρὰ, καὶ κατὰ συνέπειαν εἴμεθα γνωστοί. Λέγω μόνον, ὅτι ἀφοῦ ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ ἀναγνωρίζῃ τὴν σπουδαιότητα τοῦ Νομοσχεδίου......
§35ΤΙΝΕΣ. Ὄχι ὁλόκληρος ἡ Βουλή.
§36ΚΑΤΣΑΝΔΡΗΣ. Τὸ ἀπεφάσισε προηγουμένως, καὶ ἀπέδειξεν, ὅτι τὸ θεωρεῖ σπουδαῖον. Τώρα, ἐὰν ὑπάρχωσι καὶ ἄλλα σπουδαῖα Νομοσχέδια, ἂς ἀναγνωστῶσι καὶ αὐτὰ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, κατ’ αὐτὸν δὲ τὸν τρόπον δύναται καὶ ὁ προϋπολογισμὸς νὰ προχωρῇ καὶ τὰ Νομοσχέδια. Γίνεται δι’ ἀναστάσεως δεκτὴ ἡ πρότασις τῆς ἀναβολῆς.
§37ΓΡΥΠΑΡΗΣ. Πρὸ ἡμερῶν ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰ τῶν ξυλουργῶν τῆς πρωτευούσης, παραπονουμένων περὶ τῆς εὐτελείας τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους κατειργασμένης ξυλείας, εἰσαγομένης ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, ἕνεκα τῆς ὁποίας δὲν δύνανται νὰ διαγωνισθῶσι πρὸς τοὺς φέροντας ἔπιπλα ἕτοιμα ἐξ Εὐρώπης. Ὁμοίαν ἀναφορὰν ὑποβάλλουσι καὶ οἱ ξυλουργοὶ τῆς Σύρου. Ὑποβάλλω ταύτην εἰς τὸ Προεδρεῖον, ἐπιφυλασσόμενος νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπ’ αὐτῆς.
§38Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν πρώτοις, κύριοι Βουλευταὶ, ὀφείλω νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, πρὸς ἀναίρεσιν τῆς αἰτιάσεως τοῦ κ. Ζαΐμη κατὰ τῆς μειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἧς εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διατελῶ μέλος. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ζαΐμης, ἀποφασίσας νὰ φανῇ μέτριος καὶ ἐπιεικὴς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἐδείχθη αὐστηρὸς καὶ ἀνεπιεικὴς πρὸς τὴν μειοψηφίαν τῆς Ἐπιτροπῆς. Πολιτευόμενος διακεκριμένος καὶ ἐντριβὴς εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα, ὤφειλε, κατὰ τὴν πεποίθησίν μου, νὰ μὴ ἀγνοῇ, ὅτι ἡ μειοψηφία δὲν ἔχει καθῆκον νὰ ὑποβάλῃ ἰδίαν ἔκθεσιν. Ὁ εἰσηγητὴς οἱασδήποτε Ἐπιτροπῆς ἔχει τὸ καθῆκον νὰ διατυπώνῃ ἐν τῇ ἐκθέσει καὶ τῆς πλειοψηφίας καὶ τῆς μειοψηφίας τὴν γνώμην. Ἀλλ’ ὑποθέτω, ὅτι ὁ κύριος Ζαΐμης πολὺν καιρὸν ἔχει νὰ λάβῃ μέρος εἰς Ἐπιτροπὰς καὶ πρὸ πάντων εἰς τὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ· ὡς ἐκ τούτου δὲ ἐπέκρινεν ἀδίκως τὴν μειονοψηφίαν τῆς Ἐπιτροπῆς· ἂν μετεῖχεν εἰς τὰς ἐργασίας τῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ Ἐπιτροπῆς, ἤθελε παρατηρήσει βεβαίως, ὅτι εἰς τὴν ἐργασίαν τῶν Ἐπιτροπῶν τούτων ἐπικρατεῖ τοσαύτη ἀταξία, ὥστε καὶ ὁ εἰσηγητὴς εἶνε ἀδύνατον νὰ διατυπώσῃ καὶ τῆς πλειοψηφίας καὶ τῆς μειοψηφίας τὴν γνώμην, καὶ ὅτι ἀκόμη μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ὑπογράφεται ἡ ἔκθεσις, δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ γνωρίζῃ ἡ μειοψηφία ὁποίας γνώμας ὁριστικῶς ἀπεδέχθη ἡ πλειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς. Νομίζω δὲ ἀκόμη, ὅτι ὁ κ. Ζαΐμης ἠδύνατο νὰ ἐπιδείξῃ τὴν καλωσύνην τοῦ ν’ ἀναμείνῃ ὀλίγον, ἵνα ἀκούσῃ ἓν τοὐλάχιστον τῶν μελῶν τῆς μειοψηφίας, διὰ νὰ γνωρίσῃ τὰς γνώμας καὶ τὸ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ φρόνημα τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς. Ἀλλ’ ὁ κ. Ζαΐμης εἶχεν ἐγγραφῆ, ὅπως ὁμιλήσῃ πρῶτος πρὸ πέντε ἡμερῶν, ἴσως διότι ἤθελεν ὁπωσδήποτε μεταξὺ τῶν ἄλλων νὰ λάβῃ τὴν εὐχαρίστησιν τοῦ νὰ αἰτιαθῇ τῆς μειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς. Ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἡμεῖς οἱ ἀποτελοῦντες τὴν μειονοψηφίαν ἢ μᾶλλον οἱ ἀνήκοντες εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν εἴχομεν δηλώσει τὰς ἰδέας μας ὑπὸ γενικωτέραν ἔποψιν, εὐθὺς ὡς ἠρξάμεθα προκαταρκτικῶς συνεδριάζοντες· πλὴν ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς δὲν ἐφάνη διατεθειμένη νὰ δώσῃ προσοχὴν εἰς τὰς ἰδέας μας αὐτάς. Ἐζητήσαμεν προσαγωγὴν διαφόρων ἐγγράφων, διαφόρων πινάκων, διότι ἐνομίζομεν, ὅτι τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ τὸ καθῆκον ἦτο πολὺ ὑψηλότερον καὶ πολὺ σπουδαιότερον, ἀφ’ ὅ,τι τοὐλάχιστον, κατὰ τὴν πεποίθησίν μας, τὸ ἐνόησεν ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς. Ἐπειδὴ ὅμως, ἐὰν ἐπεμένομεν περισσότερον εἰς τὰς γνώμας μας αὐτὰς, δὲν ἤθελε κατορθωθῆ νὰ ἔλθῃ ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴ εἰς οἱονδήποτε ἀποτέλεσμα, διὰ τοῦτο ἐλάβομεν τὸ μέτρον νὰ παριστάμεθα εἰς τὰς συνεδριάσεις τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τοῦτο, ἵνα γίνηται ἀπαρτία, καὶ ἵνα μὴ ἐκ τῆς ἀπουσίας μας παρεμβληθῇ κώλυμα εἰς τὸ τῆς ἐπιτροπῆς ἔργον. Ἔχοντες βεβαίως ἐν χερσὶ τὴν σημαίαν τῶν πραγματικῶν οἰκονομιῶν, συνηντήθημεν μετὰ τῆς πλειονοψηφίας, ὡς πρὸς τὰς ὀλίγας οἰκονομίας, ἃς καὶ αὕτη παρεδέχθη· ἀλλ’ ἐν τῇ ἐργασίᾳ αὐτῆς ἐν συνόλῳ ἀπεφύγομεν τὰς λεπτομερεῖς συζητήσεις, οὐ μόνον διότι τὴν γνώμην μας εἴχομεν διατυπώσει ὑπὸ τὴν γενικωτέραν ἔννοιαν αὐτῆς, ἀλλὰ καὶ διότι εἴμεθα ἐκ τῶν προτέρων βέβαιοι, ὅτι διετελοῦμεν ἐν ῥιζικῇ διαφωνίᾳ πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν τῆς ἐπιτροπῆς. Διὰ τοῦτο, ἂν ἀναγνώσαντες τὴν ἔκθεσιν τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, παρετηρήσατε, ὅτι ἐπί τινων ζητημάτων ὁμοθύμως ἡ ἐπιτροπὴ ἀπεφήνατο γνώμην τινὰ, τὸ τοιοῦτον ἀφορᾷ εἰς τὴν πλειονοψηφίαν τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις διετέθη, ὥστε ἡ μειοψηφία, περὶ ἧς γίνεται λόγος ἐν τῇ ἐκθέσει, εἶνε ἡ μειοψηφία τῆς πλειονοψηφίας καὶ ὄχι ἡμῶν. Ὅ,τι δὲ ἀναφέρεται εἰς ὁμόθυμον ἀπόφασιν τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, τοῦτο δὲν περιλαμβάνει καὶ τὴν ἰδικήν μας γνώμην, ἀλλὰ μόνην τὴν γνώμην τῆς πλειοψηφίας. Μετὰ τὴν παρέκβασιν αὐτὴν εἰσέρχομαι ἤδη εἰς τὸ κύριον ζήτημα. Πρόκειται περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1880. Ὡς πάντες δὲ γινώσκετε, ἡ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ συζήτησις ἀποτελεῖ τὸ ἔδαφος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐξετάζεται ἡ πολιτικὴ ἐν γένει τῆς κυβερνήσεως καὶ τὸ σύστημα, καθ’ ὃ ἐν γένει διοικεῖται ἡ χώρα, πρὸ πάντων δὲ τὸ σύστημα τὸ οἰκονομικόν. Ὅπως κρίνωμεν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1880, δὲν πρέπει νὰ κρίνωμεν αὐτὸν ἀσχέτως πρὸς τοὺς τῶν παρελθόντων ἐτῶν, διότι οὕτω δὲν θὰ δυνηθῶμεν ν’ ἀνεύρωμεν τὸ σταθερὸν ἔλλειμμα. Ἂν τὸ ἔργον τοῦ κοινοβουλίου περιορισθῇ εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ἐλλείμματος ἑνὸς προϋπολογισμοῦ, δὲν δύναται βεβαίως νὰ ἦναι σπουδαῖον, διότι τὸ ἔλλειμμα ἑνὸς προϋπολογισμοῦ μεμονωμένως ἐξεταζομένου ἀποβαίνει τυχαῖον καὶ δὲν ἀρκεῖ εἰς τὴν ἐξακρίβωσιν τῆς οἰκονομικῆς τοῦ τόπου καταστάσεως. Δὲν πρόκειται ν’ ἀνατρέξω εἰς πολὺ ἀφ’ ἡμῶν μεμακρυσμένας ἐποχὰς πρὸς ἀνεύρεσιν τοῦ σταθεροῦ ἐλλείμματος τοῦ προϋπολογισμοῦ· θ’ ἀρχίσω ἀπὸ τοῦ ἔτους 1874. Κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο ἐψηφίσθη ἓν δάνειον 26,000,000 φρ. διὰ τοῦ ὁποίου ἐκαλύφθησαν ἐλλείμματα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1874 καὶ τῶν παρελθόντων ἐτῶν. Ἀπὸ τοῦ 1875 λοιπὸν καὶ ἐντεῦθεν ἄρχεται τὸ ἔλλειμμα τὸ σταθερόν, περὶ τοῦ ὁποίου ὀφείλομεν νὰ μεριμνήσωμεν. Κατὰ τὸ 1875 εἴχομεν ἔλλειμμα ἐκ 2,759,725 δραχμῶν. Κατὰ τὸ 1876 εἴχομεν ἔλλειμμα ἐκ 3,417,789· κατὰ τὸ 1877 κατὰ τοὺς πίνακας τοῦ ὑπουργείου εἴχομεν ἔλλειμμα ἐκ δραχμῶν 811,000· ἀλλὰ σημειωτέον, ὅτι κατὰ τὸ 1877 ἐπεβλήθησαν φόροι 3,200,000, πλὴν δὲ τούτων κατὰ τὸ ἔτος αὐτὸ ἐγένοντο τὰ μετὰ τῶν τραπεζῶν δάνεια, διὰ τῶν ὁποίων ἐπληρώθησαν αἱ ἔκτακτοι δαπάναι, καὶ ἑπομένως τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1877 δὲν εἶναι βεβαίως αὐτὸ τὸ ἐκ δραχμῶν 811,000. Κατὰ τὸ 1878 ἐβεβαιώθη ἔλλειμμα ἐκ δραχμῶν 1,287,000, ἀλλὰ κατὰ τὸ 1879 ἐχορηγήθησαν ἀναπληρωτικαὶ πιστώσεις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1878 ἐκ δραχμῶν 787,739, αἱ ὁποῖαι διατελοῦσιν εἰσέτι ἐκκρεμεῖς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, οὕτω δὲ τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1878 ἀνέρχεται εἰς 2,075,662. Κατὰ τὰ 1877 καὶ 1878 συνετάχθη διὰ τὰ ὑπουργεῖα τῶν ναυτικῶν καὶ στρατιωτικῶν ἔκτακτος προϋπολογισμὸς, δυνάμει τοῦ ὁποίου ἐγένετο δι’ ἀμφότερα τὰ ὑπουργεῖα δαπάναι ἀνώτεραι τῶν ἐν τῷ τακτικῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφεισῶν. Ὅτε κατὰ τὴν τελευταίαν τακτικὴν σύνοδον τῆς Βουλῆς τῆς παρελθούσης περιόδου εἶχον τὴν τιμὴν νὰ λαλήσω ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1879, ἐπέστησα τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ ἐλλείμματος τοῦ σταθεροῦ· παρετήρησα τότε, ὅτι, ἂν ἐβαδίζομεν ὅπως ἐβαδίζομεν, ἠθέλομεν ἀντιμετωπίσει, ὡς εἶπον τότε, τὴν χρεωκοπίαν. Ἡ κυβέρνησις τότε ἰσχυρίζετο, ὅτι διὰ τῶν δανείων καὶ διὰ τῶν ἐκτάκτων πιστώσεων ἐκάλυψε τὰ ἐλλείμματα τῶν παρελθόντων ἐτῶν καὶ ὅτι δὲν ὤφειλε νὰ σκεφθῇ εἰ μὴ μόνον περὶ τοῦ ἐλλείμματος τοῦ 1879. Παρέστησα τότε, ὅτι ἡ διαχείρισις τοῦ 1878 θὰ ἔχῃ ἄφευκτον ἔλλειμμα ἐκ δραχμῶν 2,000,000. Ἡ Κυβέρνησις ἰσχυρίζετο, ὅτι τοιοῦτον ἔλλειμμα δὲν ὑφίσταται, διότι τὰ ἐλλείμματα τῆς διαχειρίσεως τοῦ 1878 ἐκαλύφθησαν διὰ τῶν δανείων. Ἐκ τῶν ὑστέρων ὅμως ἀπεδείχθη, ὅτι ἡ διαχείρισις τοῦ 1878 ἀνέδειξεν ἔλλειμμα 2,000,000. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1879, ἐν ᾧ περιελήφθησαν ἅπασαι αἱ πιστώσεις τῶν ὑπουργείων τῶν Ναυτικῶν καὶ Στρατιωτικῶν, ἐπαρουσιάσθη ἐν ἀρχῇ ὑπὸ τοῦ ὑπουργείου μὲ ἔλλειμμα ἐκ δραχμῶν 5,597,000, ἐνῷ δὲ ὁ προϋπολογισμὸς διετέλει ὑπὸ τὴν ἐξέτασιν τῆς ἐπιτροπῆς διὰ δηλώσεων τοῦ ὑπουργείου, προσετέθησαν πιστώσεις καὶ τὸ ἔλλειμμα ἀνῆλθεν εἰς δραχ. 6,925.000. Βραδύτερον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τούτῳ προσετέθη τὸ ποσὸν τὸ ἀπαιτούμενον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου τῶν 60,000,000 καὶ τὸ ποσὸν τὸ ἀπαιτούμενον διὰ τὴν τακτοποίησιν τῶν παλαιῶν δανείων τῶν ἐτῶν 1824 καὶ 1825, καὶ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1879 ἐξῆλθε τοῦ Κοινοβουλίου μὲ ἔλλειμμα 14,270,368. Ὁμιλήσας ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1879, παρεκάλεσα τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν της ἐπὶ τῶν ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα συνεπάγεται ἡ ψήφισις προϋπολογισμοῦ τοσούτῳ ἑτεροσκελοῦς, πρὸ πάντων δὲ ἐζήτησα νὰ περικοπῶσιν αἱ περιτταὶ δαπάναι· ἐζήτησα πρὸς τούτοις νὰ παρουσιάσῃ ἡ Κυβέρνησις τὸ οἰκονομικὸν σύστημα, δι’ οὗ ἠδύνατο νὰ κατορθώσῃ τὸ ἰσοζύγιον τῶν ἐσόδων πρὸς τὰ ἔξοδα. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἰσχυρίσθη, ὅτι οἰκονομίας δὲν ἠδύναται νὰ ἐπιφέρῃ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ἐκεῖνον, διότι αἱ οἰκονομίαι προαπαιτοῦσι τὴν μεταβολὴν τῶν ὀργανικῶν νόμων, τότε δὲ δὲν εἶχε τὸν ἀνάλογον ὑλικὸν χρόνον πρὸς παρασκευὴν τῶν τοιούτων Νομοσχεδίων· ὡς πρὸς δὲ τὸ οἰκονομικόν της σύστημα, ἡ Κυβέρνησις παρετήρησε τότε, ὅτι αἱ ἔκτακτοι περιστάσεις, ἐν αἷς διετέλει ἡ χώρα ἡμῶν, δὲν τῇ ἐπέτρεπον ν’ ἀποκαλύψῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ σχέδιον τὸ οἰκονομικὸν, διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ὁποίου ἐνόμιζε, ὅτι ἠδύνατο τὰ κατορθώσῃ ἂν οὐχὶ τὸ ἰσοζύγιον, ἀλλὰ τοὐλάχιστον τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ἐλλείμματος. Οὕτως ἐψηφίσθη ὁ τοῦ 1879 προϋπολογισμὸς μὲ ἔλλειμμα ἐκ δραχμῶν 14,270,318. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις παρετήρησε τότε, ὅτι ἐπειδὴ ἡ σύμβασις περὶ τακτοποιήσεως τῶν δανείων τῶν 24 καὶ 25 δὲν εἶναι δυνατὸν ἀμέσως νὰ ἐφαρμοσθῇ, ἐπειδὴ ὁ νόμος περὶ τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων θέλει περὶ τὰ μέσα τοῦ ἔτους λάβει ἐφαρμογὴν, τὸ ἔλλειμμα θὰ περιορισθῇ εἰς μόνον 10 ἑκατομμύρια. Διὰ τοῦτο ἐζήτησεν ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιψηφίσῃ δύω νόμους, τὸν ἕνα περὶ δανείου ἐκ δραχμῶν 5 ἑκατομμυρίων παρὰ τῆς ἐθνικῆς τραπέζης, καὶ τὸν ἕτερον ἐκ 5 ἑκατομμυρίων πρὸς ἐπαύξησιν τοῦ ποσοῦ τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ τότε διατελούντων ἐντόκων γραμματίων. Ἐφρόνει δὲ, ὅτι διὰ τῶν 10 τούτων ἑκατομμυρίων ἤθελε καλύψει τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1879, καὶ δὲν ἤθελε λάβει ἀνάγκην κατὰ τὸ 1879 ἄλλων χρημάτων. Ἀπόδειξις δὲ τῆς τοιαύτης πεποιθήσεώς της εἶναι, ὅτι τὸ ὑποβληθὲν ὑπ’ αὐτῆς ἕτερον Νομοσχέδιον, ἀφορῶν εἰς δάνειον ἐκ δραχμῶν 6,000,000, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἐκ μέρους τῆς Ἰονικῆς τραπέζης, τὸ ἐγκατέλιπε δηλώσασα, ὅτι δὲν τὸ θεωρεῖ ἀναγκαῖον. Ψηφισθέντος τότε τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1879 ἐφρονοῦμεν πάντες, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἤθελε κατορθώσει νὰ καλύψῃ ὅλας τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ 1879 διὰ τοῦ δανείου τῶν 10,000,000 καὶ ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 79 κατὰ τὴν κρίσιν τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἦτο ἄνευ ἐλλείμματος. Τοῦτο, κύριοι, εἴχομεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτε ὡς ἀντιπολίτευσις συγκατετέθημεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νόμου περὶ τοῦ δανείου τῶν 60,000,000. Ἐφρονοῦμεν, ὅτι ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία εἶναι φόρος ἐπαχθὴς, φόρος ἀφανὴς καὶ ὑπολανθάνων, εἶναι φόρος συνταράσσων τὰς σχέσεις καὶ τὰς συναλλαγὰς καὶ κρατῶν ἐν ἀβεβαιότητι πᾶσαν ἐπιχείρησιν. Εἴχομεν λοιπὸν τὴν ἐπιθυμίαν ν’ ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, καὶ διὰ τοῦτο μετὰ προθυμίας ἐψηφίσαμεν τὸν νόμον τοῦ δανείου τῶν 60,000,000, διότι ἐνομίζαμεν, ὅτι ἤθελε χρησιμεύσει ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, πρὸς δὲ καὶ εἰς συνδρομὴν τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας πρὸς ἐκτέλεσιν καὶ ἐπίτευξιν τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας, ὧν στερούμεθα. Δυστυχῶς οἱ ὑπολογισμοὶ οὗτοι τῆς κυβερνήσεως ἀπεδείχθησαν ἐκ τῶν ὑστέρων ἀνακριβεῖς· ὡς ἐκ τούτου μετὰ ἑξάμηνον ἡ κυβέρνησις ᾐσθάνθη τὴν ἀνάγκην νὰ καλέσῃ τὴν βουλὴν εἰς ἔκτακτον σύνοδον, ἵνα ζητήσῃ τὴν ἄδειαν αὐτῆς πρὸς διάθεσιν ὑπὲρ τῶν ἀναγκῶν τοῦ δημοσίου ταμείου δραχμὰς 6,000 000, ἐκ τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 60,000,000. Τίς δύναται, κύριοι, νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἡ κυβέρνησις, λαβοῦσα τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1879 κατὰ μῆνα Ἰανουάριον τοῦ 1879, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, λαβοῦσα δὲ συνάμα καὶ τοὺς δύο νόμους, τοὺς ἐπιτρέποντας τὰ δάνεια τῶν 10,000,000, δὲν ἠδύνατο νὰ ὑπολογίσῃ, ὅτι μετὰ παρέλευσιν διαστήματος ἐλάσσονος τῶν 6 μηνῶν ἤθελεν εὑρεθῇ εἰς ἀνάγκας χρηματικὰς καὶ τοσαύτας, ὥστε νὰ ὑποβάλῃ τὸ δημόσιον εἰς δαπάνας 300,000 πρὸς συγκάλεσιν τῆς ἐκτάκτου συνόδου; Ἀλλ’ ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐν τῇ ἐκθέσει της ἀναφέρει, ὅτι ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας δὲν δύναται νὰ ἐπέλθῃ ἐκ μόνου τοῦ λόγου, ὅτι δὲν ἐπραγματοποιήθη ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τοῦ δανείου. Δὲν πρόκειται σήμερον νὰ ὁμιλήσω περὶ τοῦ προκειμένου δανείου, εἰμὴ μόνον ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς χρησιμότητος αὐτοῦ διὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Νομίζω, ὅτι οὐ μόνον πρότερον, ἀλλὰ καὶ σήμερον ἔτι, ὅτε ἡ Κυβέρνησις ἐκ τοῦ δανείου τούτου ἔλαβεν 9,000,000 δραχμῶν, δυνάμεθα ν’ ἄρωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, διότι ἐκ τοῦ δανείου τῶν 60,000,000 εἰσεπράχθησαν 38,800,000, ὑπολείπονται δὲ ἀδιάθετοι 24,000 ὁμολογίαι· γνωστὸν δὲ εἶναι, ὅτι ἦτο εὔκολον εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τότε καὶ σήμερον νὰ τὰς διαθέσῃ, καὶ ἴσως εἰς συμφερωτέραν τιμὴν ἐκείνης, καθ’ ἣν διετέθησαν αἱ προηγούμεναι. Τὸ χρέος πρὸς τὰς τραπέζας ἀνέρχεται εἰς 44,000,000, ἐκ τῶν 24,000 δὲ ὁμολογιῶν δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ διατεθῶσιν εἰμὴ αἱ ἡμίσειαι, ἐκ δὲ τοῦ προϊόντος αὐτῶν ὡς καὶ ἐκ τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου τῶν 96,000 ὁμολογιῶν δυνάμεθα ν’ ἄρωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν· ἡ ἄρσις ὅμως, κύριοι, δὲν ἐπῆλθε καὶ δὲν πρέπει νὰ ἐπέλθῃ, οὐχὶ διότι δὲν ἀρκεῖ τὸ ποσὸν τὸ εἰσπραχθὲν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομ. ἀλλὰ διότι δὲν πρέπει νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἐνόσῳ ἔχομεν προϋπολογισμὸν ἑτεροσκελῆ, ὡς ἦτο τοῦ 1879, καὶ ὡς εἶναι ὁ τοῦ 1880, καὶ ἐνόσῳ ἔχομεν τὸ κεντρικὸν ταμεῖον κεκλεισμένον. Ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ὅπως καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτὴς χθὲς εἶπεν, εἶναι βεβαίως κακὸν, εἶναι φόρος. Ἀλλ’ ὅταν, διὰ νὰ καλύψωμεν τὰ ἐλλείμματα τοῦ προϋπολογισμοῦ, σκεπτώμεθα νὰ ἐπιβάλωμεν νέους φόρους, περισσότερον ἴσως ἐπαχθεῖς, δὲν εἶναι ὀρθὸν καὶ λογικὸν νὰ ἄρωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν καὶ νὰ εὑρεθῶμεν μετὰ τὴν ἄρσιν εἰς δυσχερείας οἰκονομικὰς μείζονας ἐκείνων, τὰς ὁποίας ὑφιστάμεθα διατηροῦντες αὐτήν. Ἐνόσῳ ἡ δημοσία πίστις ἡμῶν δὲν ἀνορθοῦται διὰ τῆς ἐπιτεύξεως τοῦ ἰσοζυγίου μεταξὺ ἐσόδων καὶ ἐξόδων, ἐνόσῳ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ θεώμεθα τὸ σεμνὸν ἐμπόριον, ὅπως τὸ ὠνόμασεν εἷς τῶν παρ’ ἡμῖν οἰκονομολόγων, τοῦ μειοδοτικοῦ διαγωνισμοῦ τῶν χρηματικῶν ἐνταλμάτων, δὲν πρέπει νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, διότι εὐθὺς μετὰ τὴν ἄρσιν θέλομεν εὑρεθῆ εἰς τὴν ἀνάγκην ἢ νὰ ἐπαναφέρωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν ὑπὸ χείρονας ὅρους, ἢ νὰ ὑποβάλωμεν τὸν λαὸν εἰς μείζονα καὶ ἐπαχθεστέραν φορολογίαν. Ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπή σας κατὰ τὸ 1879, ἧς εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διατελῶ μέλος, διὰ τῆς ἐκθέσεώς της καὶ διὰ τῶν ἀγορεύσεων τοῦ προέδρου αὐτῆς παρετήρησεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐξακολουθῇ αὐτὴ ἡ κατάστασις τῶν ἀναπληρωτικῶν καὶ ἐκτάκτων πιστώσεων, διότι παύει οὕτω νὰ ᾖναι ἀλήθεια ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους. Αἱ ἀναπληρωτικαὶ καὶ ἔκτακτοι πιστώσεις ἀποτελοῦσι νόσημα οἰκονομικὸν λυμαινόμενον τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, νόσημα ἀνατρέπον ἄρδην τὴν ἀποστολὴν τῶν κοινοβουλευτικῶν θεσμῶν. Αἱ ἀναπληρωτικαὶ καὶ ἔκτακτοι πιστώσεις, χορηγούμεναι πάντοτε ἐν τῇ ἀπουσίᾳ τοῦ Νομοθετικοῦ σώματος, ἀφαιροῦσιν ἀπ’ αὐτοῦ τὸ κυριώτατον δικαίωμά του. Εἰς οὐδὲν δὲ σημαίνει προϋπολογισμὸς ἰσοσκελὴς, ἂν ἡ κυβέρνησις πρόκηται διὰ τῶν ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων ν’ ἀνατρέψῃ τὰς βάσεις αὐτοῦ. Συνήθως αἱ ἔκτακτοι καὶ ἀναπληρωτικαὶ πιστώσεις ἀνήρχοντο κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη εἰς 2–2½ ἑκατομμύρια, ἀλλὰ ποῦ νομίζετε, ὅτι ἀνῆλθον κατὰ τὸ 1879; εἰς 3,842,000. Κατὰ τοὺς κανόνας τῆς δημοσιολογίας αἱ ἔκτακτοι πιστώσεις, αἱ ὁποῖαι παρομαρτοῦσιν εἰς τὴν οἰκονομικὴν διαχείρισιν, οὐδέποτε πρέπει νὰ ὑπερβαίνωσι τὸ ποσὸν τῶν ἀκυρωθεισῶν πιστώσεων, διότι οὕτω μόνον εἶναι δυνατὸν νὰ τηρηθῇ ἰσοῤῥοπία μεταξὺ ἐσόδων καὶ ἐξόδων, οὕτω δὲ ἂν συμβῇ νὰ ἐπέλθῃ ἐπαύξησίς τις τῶν φόρων, αὕτη δέον νὰ διατίθηται οὐχὶ πρὸς κάλυψιν τοῦ ἐλλείμματος, τὸ ὁποῖον συνεπάγονται αἱ ἀναπληρωτικαὶ καὶ ἔκτακτοι πιστώσεις, ἀλλὰ δι’ ἄλλα παραγωγικὰ τοῦ Κράτους ἔργα, ἢ καὶ διὰ τὴν ἐλάττωσιν αὐτῶν τῶν φόρων.
§39ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ποσὸν τῶν ἀκυρωθεισῶν πιστώσεων εἶναι 8,000,000.
§40ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἦτο τυχαῖον αὐτό. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι μόνον κοινὸν τῆς δημοσιονομίας, τὸ ἐπιτάσσει καὶ ὁ νόμος περὶ δημοσίου λογιστικοῦ. Τὸ ἄρθρον 9 τοῦ νόμου αὐτοῦ ὁρίζει. «Πᾶσα αἴτησις πιστώσεως δι’ ἔξοδα μὴ προβλεπόμενα δὲν τῷ οἰκονομικῷ νόμῳ, πρέπει νὰ καταδεικνύῃ καὶ τὸν χρηματικὸν πόρον, ἐξ οὗ θέλουσι πληρωθῆ. Πιστεύω, ὅτι δὲν θὰ ἦναι εὔκολον εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι κατώρθωσε τῳόντι νὰ ἔχῃ ποσὸν αὐξήσεως ἐσόδων κατὰ 4,000,000 καὶ ἐπὶ τῆς αὐξήσεως αὐτῆς ἢ ἐπὶ τῶν νέων αὐτῶν χρηματικῶν πόρων, προεκάλεσε καὶ τὰς ἐκτάκτους καὶ ἀναπληρωτικὰς πιστώσεις ἴσου ποσοῦ. Δὲν ἀρκεῖ μόνον ἡ διάταξις αὕτη τοῦ παρ’ ἡμῖν ἰσχύοντος νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, ἀλλ’ ἔχομεν καὶ ἑτέραν τοῦ ἄρθρου 25, τὸ ὁποῖον ὁρίζει, ὅτι «Καθ’ ἕκαστον μῆνα ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπὶ τῇ «αἰτήσει καὶ τῶν ἄλλων Ὑπουργῶν, προκαλεῖ Β. Διάταγμα «προσδιορίζον τὸ χρηματικὸν ποσὸν, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ «διαθέσῃ κατὰ τὸν ἐφεξῆς μῆνα ἐπὶ τῶν ψηφισθεισῶν πιστώ«σεων τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀναλόγως τῶν χρηματικῶν πόρων «τοῦ δημοσίου ταμείου». Προσέξατε εἰς τὸν ὁρισμὸν τοῦ νόμου, καθ’ ὃν τὰ τῶν μηνιαίων πιστώσεων Β. Διατάγματα πρέπει νὰ ἐκδίδωνται οὐχὶ ἀναλόγως τῶν πιστώσεων, αἱ ὁποῖαι χορηγοῦνται διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλ’ ἀναλόγως τῶν χρηματικῶν πόρων τοῦ δημοσίου ταμείου. Περιττὸν νὰ προσθέσω, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη τοῦ ἄρθρου 25 οὐδέποτε παρ’ ἡμῖν ἐτηρήθη, διότι οὐδεὶς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐξετάζει ὅταν προκαλῇ τὸ περὶ πιστώσεων Β. Διάταγμα, ἂν ἐν τῷ ταμείῳ ὑπάρχωσιν ἀνάλογα χρήματα πρὸς πληρωμήν. Κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1879 ἐζητήθη, ὡς προεῖπον, ἡ ἐπαύξησις τῶν ἐντόκων γραμματίων κατὰ 5 ἑκατομμύρια δραχμῶν, ἡ δὲ Κυβέρνησις ἐδήλωσεν, ὅτι τὰ ἔντοκα γραμμάτια θὰ δυνηθῇ νὰ διαθέσῃ ἐπὶ τόκῳ 7%, καὶ τὸ ἀνέγραψεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1879. Ἡ ἀντιπολίτευσις τότε παρετήρησεν, ὅτι ἀποβαίνει ἀνέφικτος ἡ διάθεσις τῶν ἐντόκων γραμματίων τοσούτου ποσοῦ ἐπὶ τόκῳ 7%, διότι ὅσῳ αὐξάνεται τὸ ποσὸν τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ ἐντόκων γραμματίων, τοσοῦτον ἡ ζήτησις ἔσεται μικροτέρα, καὶ ἑπομένως ἡ τοποθέτησις τῶν ἐντόκων γραμματίων θέλει ἀπαιτήσει τόκον ἀνώτερον, ἡ δὲ Κυβέρνησις διεβεβαίου τὴν Βουλὴν, ὅτι θὰ δυνηθῇ νὰ διαθέσῃ ἐπὶ τόκῳ 7% καὶ τὸ ποσὸν τῶν νέων γραμματίων ἐκ δραχ. 5 ἑκατομμυρίων, καὶ τὸ τῶν προηγουμένων ἐξ 9 ἑκατομμυρίων ἐντόκων γραμματίων. Καὶ ὅμως ἐν τῇ πράξει δὲν ἠδυνήθη νὰ τηρήσῃ τὴν ὑπόσχεσίν της, καὶ ἠναγκάσθη ν’ ἀναβιβάσῃ τὸν τόκον εἰς 8%, καὶ πάλιν δὲν κατώθωσε νὰ διαθέσῃ καὶ τὰ 5 ἑκατομμύρια, ἀλλὰ μόνον τρία, καὶ τοῦτο ἔδωκεν εἰς τοὺς πιστωτὰς τοῦ δημοσίου ἀναγκαστικῶς, διότι οὗτοι δὲν ἠδύναντο ἄλλως νὰ πληρωθῶσι, τὰ δὲ ἕτερα δύο ἔδωκεν εἰς τὸ δάνειον τῶν 60 ἑκατομμυρίων. Ὡς γινώσκετε, κατὰ τὸ 1877 ἡ Κυβέρνησις εἶχε λάβει ἕνα νόμον χορηγοῦντα εἰς αὐτὴν ἐκτάκτους πιστώσεις. Τὸν νόμον τοῦτον δηλαδὴ, διὰ τοῦ ὁποίου ἐδόθη εἰς αὐτὴν τὸ δικαίωμα νὰ δανεισθῇ ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ τῶν τραπεζικῶν γραμματίων 20 ἑκατομμυρίων, κατόπιν δὲ καὶ ἕτερον νόμον ἐκ 15,000,000. Ἡ πίστωσις αὕτη ἐθεωρήθη ἔκτακτος κατὰ τοῦτο καὶ μόνον, ὅτι δὲν ἐπρόκειτο νὰ ὑποβληθῇ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὰς διατυπώσεις, εἰς τὰς ὁποίας ὑποβάλλεται διὰ τὰς τακτικὰς πιστώσεις· οὐδεὶς ὅμως ἐνόει, ὅτι διὰ τῶν χορηγηθεισῶν ἐκτάκτων πιστώσεων ἠδύνατο νὰ παραβιασθῇ ἡ ῥήτρα τοῦ οἰκονομικοῦ νόμου περὶ τῆς χρονικῆς διαρκείας τῶν πιστώσεων. Οἱ πάντες τότε ἐφρονοῦμεν, ὅτι μετὰ τὴν λῆξιν τῆς χρήσεως τοῦ 1877 ἢ τὸ πολὺ μέχρι τέλους τοῦ 1878 ἤθελε πλέον παύσει ἰσχύουσα ἡ ἔκτακτος πίστωσις. Διὰ τοῦτο μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1879 ἐγένετο μνεία ἐκ μέρους τῆς ἀντιπολιτεύσεως περὶ τῶν ἐκτάκτων πιστώσεων, παρετηρήθη δὲ ὑπ’ αὐτῆς, ὅτι αὗται δὲν ἀναβαίνουν, ὅπως διισχυρίζετο ἡ Κυβέρνησις εἰς 53 ἑκατομμύρια, ἀλλὰ μόνον εἰς 35 ἑκατομμύρια· ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι ἀνέβαινον εἰς 53 ἑκατομμύρια, ἔπρεπε νὰ παύσῃ ποιοῦσα χρῆσιν τῶν πιστώσεων τούτων. Καὶ δὲν ὡμολόγησε μὲν ἡ Κυβέρνησις τότε, ὅτι θεωρεῖ τὰς πιστώσεις ἐκείνας μὴ ἐχούσας ὕπαρξιν, ἀλλ’ ἀφῆκε νὰ ἐννοηθῇ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν πλέον ἐντὸς τοῦ 1879 νὰ γείνῃ χρῆσις τῶν πιστώσεων ἐκείνων. Καὶ ὅμως ἐντὸς τοῦ 1879 δυνάμει τῶν ἐκτάκτων ἐκείνων πιστώσεων ἐπληρώθησαν 5 ἑκατομμύρια δραχμῶν· ἐπληρώθησαν πρὸς πλήρωσιν φυσιγγίων 556,226, διὰ συντήρησιν τοῦ στρατοῦ κατὰ τοὺς μῆνας Νοέμβριον καὶ Δεκέμβριον 2,000,000, διὰ τὸ εὐδρομικὸν πλοῖον «ὁ Μιαούλης» καὶ ἐπισκευὴν τοῦ ἀτμοδρόμονος 1,902,765. Ὅπως καὶ χθὲς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτὴς παρετήρησε τὸ ζήτημα τὸ συνδεόμενον πρὸς τὴν δαπάνην τῶν φυσιγγίων καὶ τῆς πυρίτιδος εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον δὲν πρέπει νὰ διέλθῃ ἀπαρατήρητον. Ἡ Κυβέρνησις συνωμολόγησε μετὰ τοῦ κ. Μωραϊτίνη 3 συμβόλαια. Διὰ τῶν συμβολαίων τούτων ὑπεχρεώθη ἀπέναντι τοῦ κ. Μωραϊτίνη εἰς πληρωμὴν 2,726,000. Δὲν πρόκειται νὰ ἐξετάσω, ἐὰν ἦσαν ἀναγκαῖοι οἱ κάλυκες, ἢ μᾶλλον ἡ πλήρωσις τῶν καλύκων καὶ ἡ κατασκευὴ τῶν φυσιγγίων, τοῦτο εἶναι ἐντελῶς χωριστὸν ζήτημα. Νομίζω ὅμως, ὅτι τοιαῦται συμβάσεις, ἀφορῶσαι εἰς τόσῳ σπουδαίαν δαπάνην, δὲν πρέπει νὰ συνομολογῶνται ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος. Ὅταν κατὰ τὸ ἄρθρον 24 τοῦ οἰκονομικοῦ ἡμῶν νόμου ἔχῃ τὴν ὑποχρέωσιν ἡμῶν ἡ Κυβέρνησις δι’ οἱονδήποτε ἔργον ὑπερβαῖνον τὸ ποσὸν τὰς 3,0000 δραχμῶν νὰ λαμβάνῃ παρὰ τῆς Βουλῆς εἰδικὴν πίστωσιν, εἴτε ἐν τῷ προϋπολογισμῷ εἴτε δι’ εἰδικοῦ νόμου, νομίζετε, ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ συναρμολογῶνται συμβάσεις διὰ δαπάνην ὑπερβαίνουσαν τὰ 2 ἑκατομμύρια ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος;
§41ΔΟΥΜΑΣ. Πότε ὑπεγράφησαν τὰ συμβόλαια αὐτά; διότι πρέπει νὰ γνωρίζωμεν ἐὰν ὑπεγράφησαν, ὅταν ἐξῆλθεν ὁ στρατός.
§42Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὅταν ἐπέστρεψεν.
§43ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄσχετον εἶναι πρὸς τὸ θέμα ἡμῶν τὸ ζήτημα τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν συνωμολογήθησαν αἱ συμβάσεις αὗται. Αἱ πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων, ἃς ἐπιβάλλουσιν αἱ συμβάσεις, ἀναγκαῖαι πιστώσεις ἔπρεπε νὰ ζητηθῶσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἀνεξαρτήτως δὲ τῶν πρότερον γενομένων, ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε, διὰ τὰ κατὰ τὸ 1879 πληρωθέντα, νὰ ζητήσῃ τακτικὴν πίστωσιν, ὅταν ἐψηφίζετο ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1879. Τότε νομίζω, ὅτι εἶχεν ἀναπόδραστον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ σημειώσῃ τὰς 556 χιλιάδας, τὰς ὁποίας ἐπλήρωσε κατὰ τὸ 1879, ὥστε νὰ γνωρίσῃ ἡ Βουλὴ, ὅτι πρόκειται περὶ δαπανῶν γενομένων ἐντὸς τοῦ 1879 ἐκ τῶν ἐσόδων τοῦ ἔτους αὐτοῦ, ἢ μᾶλλον ἐκ τῶν δανείων, ἅτινα ἐχορηγήθησαν διὰ τὸ ἔλλειμμα τοῦ ἔτους 1879. Νομίζω, ὅτι μία τοιαύτη δήλωσις γενομένη πρὸς τὴν Βουλὴν δὲν ἤθελεν ἐπιδράσει ἐπὶ τῶν ἀποφάσεων αὐτῆς ὡς πρὸς τὰς ἄλλας πιστώσεις, ὅταν ἐγίνετο γνωστόν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε 5 ἑκατομμύρια ἐκ δαπανῶν διὰ τὰ Ὑπουργεῖα τῶν Ναυτικῶν καὶ Στρατιωτικῶν, καὶ ὅτι ταῦτα ἐπρόκειτο νὰ πληρωθῶσιν ἢ ἐκ τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα ἐνεκρίθησαν κατὰ τὴν σύνοδον ἐκείνην, ἢ ἐκ τῶν ἐσόδων τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ, δὲν ἤθελεν ἡ Βουλὴ ὁπωσδήποτε μεταβάλῃ τὰς γνώμας καὶ ἀποφάσεις αὐτῆς ἐπὶ τῶν πιστώσεων ἐν γένει τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐκείνου; Ἐκ τῶν τριῶν αὐτῶν συμβολαίων τὸ ἓν ὑπεχρέωσε τὴν Κυβέρνησιν νὰ προκαταβάλῃ 280 χιλ. δραχμὰς πρὸς ἵδρυσιν ἐργοστασίου διὰ κατασκευὴν καλύκων. Δὲν ἀρνοῦμαι τὴν χρησιμότητα τοιούτου ἐργοστασίου, ἀλλὰ προκειμένου περὶ προκαταβολῆς 280 χιλ. δραχμῶν, δὲν εἶχε δικαίωμα ἡ Βουλὴ νὰ γνωρίζῃ, πῶς καὶ διὰ τίνα λόγον τοιαύτην σύμβασιν ἡ Κυβέρνησις συνωμολόγησεν; Ἐκ τοῦ ποσοῦ, δι’ ὃ ὑπεχρεώθη τὸ Δημόσιον τῶν 2,726,000 ἐπλήρωσε δραχμὰ, 627,200 διὰ ὑπαρχούσης πιστώσεως, ἄλλας δὲ 392,000 διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος, ἐζητήθη δὲ νὰ προστεθῇ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1880 ποσὸν ἐκ 351,200 δραχμῶν, ἂν καὶ τὸ ποσὸν αὐτὸ προερχόμενον ἐξ ὑλικοῦ, παραδοθέντος ἐντὸς τοῦ 1879, ἐπιβαρύνῃ τὴν χρῆσιν τοῦ 1879· ἡ πίστωσις ἐζητήθη διὰ 380 χιλιάδας, διότι προσετέθησαν καὶ τόκοι ὡς ἐκ τῆς ὑπερημερίας τοῦ δημοσίου. Τί δὲ νομίζετε, ὅτι ὀφείλεται ἀκόμη πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ἀνέλαβεν ἡ Κυβέρνησις διὰ τῶν 3 συμβολαίων; 1,355,600· καὶ ἂν ὁλόκληρον τὸ ὑλικὸν, περὶ τοῦ ὁποίου γίνεται ὁ λόγος εἰς τὰ συμβόλαια ταῦτα, δὲν παραδοθῇ ἐντὸς τοῦ 1880, ἀφεύκτως ὅμως θὰ παραδοθῇ τὸ πλεῖστον αὐτοῦ, ἀφεύκτως θέλει ἀπαιτηθῆ ποσὸν 1 ἑκατομμυρίου τοὐλάχιστον διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ ὑλικοῦ, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Μωραϊτίνης δυνάμει τῆς συμβάσεως ἔχει δικαίωμα νὰ χορηγήσῃ βραδύτερον, ὅταν ἔλθω εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1880, θέλω σᾶς καταδείξει, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος οὐδεμίαν ἔλαβε πρόνοιαν περὶ τῆς τοιαύτης δαπάνης.
§44ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τοῦ Μωραϊτίνη ἀνεστάλη ἡ σύμβασις.
§45ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει σύμβασις ἀνακοινωθεῖσα εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§46ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπῆρξε συνεννόησις.
§47ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἔχομεν δήλωσιν δι’ ἐγγράφου πρὸς τὴν ἐπιτροπήν.
§48ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Οὕτω, κύριοι, ἐψηφίσθη ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1879 μὲ ἔλλειμμα ἐκ δραχμῶν 14 ἑκατομμυρίων. Τυχαῖαι περιστάσεις, ἡ βραδύτης πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν δανείων τοῦ 24 καὶ 25, ἡ βραδύτης τῆς πραγματοποιήσεως τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων ἔσχον ὡς ἀποτέλεσμα ν’ ἀπομείνῃ ἐκ τῆς πιστώσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀδιάθετον ποσὸν ἐκ δραχμῶν 5,473,174· ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπολογίζει, ὅτι θέλει ἔχει μέχρι τῆς λήξεως τοῦ 1879 ποσὸν πιστώσεως ἄχρηστον ἐκ δραχμῶν 8 ἑκατομμυρίων, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ἀλλ’ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι πλέον τῆς πιστώσεως ταύτης, δηλ. τοῦ ποσοῦ τῶν 5,473,174, δὲν θέλομεν ἔχει ἀπὸ τὰς ἄλλας πιστώσεις ποσὸν ἀδιάθετον εἰμὴ ἓν ἑκατομμύριον μόνον.
§49ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἔχωμεν 8,894,977 καὶ 8% διὰ τὴν ἀκρίβειαν.
§50ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅμως, ὅτι ὑπολογισμὸς ἀκριβὴς καὶ κατὰ λεπτὸν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ διὰ τὰς πιστώσεις, αἵτινες θέλουν μείνει ἄχρηστοι ἢ μᾶλλον θέλουσιν ἀκυρωθῆ κατὰ τὴν λῆξιν τῆς χρήσεως, διότι ἀκόμη ἐξακολουθοῦσι νὰ βεβαιῶνται τὰ ἔξοδα ταῦτα καὶ θέλουν ἐξακολουθῆ, διότι ἀκόμη δὲν ὑπεβλήθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ὅλα τὰ παραστατικὰ τῶν ἐξόδων τοῦ 1879, ὥστε νὰ δύνασθε νὰ ὑπολογίσητε ἀκριβῶς τὸ ὁποῖον θέλει ἀπομείνει ἄχρηστον ποσὸν ἐκ τῶν πιστώσεων τοῦ 1879.
§51ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω ἀκριβῆ σημείωσιν τοῦ Ὑπουργείου καὶ κατὰ κεφάλαιον ἑκάστου προϋπολογισμοῦ καὶ ἐπισήμους πληροφορίας, ἀνέφερα δὲ καὶ τὰ 8 λεπτὰ πρὸς ἀπόδειξιν τῆς ἀκριβείας.
§52ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς κρίττων βάσις πρὸς τοιοῦτον ὑπολογισμὸν δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν οἱ ἀπολογισμοὶ τῶν παρελθόντων ἐτῶν. Προϋπελογίσθησαν λοιπὸν αἱ δαπάναι τοῦ 1879 εἰς δραχμὰς 60,078,760. Πιστώσεις ἔκτακτοι καὶ ἀναπληρωματικαὶ κατὰ τὰ ὑποβληθέντα μέχρι τοῦδε ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως νομοσχέδια ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ προϋπολογισμοῦ δραχ. 3,842,000, ὥστε τὸ ὅλον τῶν ἐξόδων ἀνέρχεται 63,920,760. Ἐκπίπτονται αἱ ἀδιάθετοι πιστώσεις ἐκ δραχ. 5,473,000 ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου «χρέος ἐσωτερικὸν» καὶ 1 ἑκατομμύριον ἐπὶ τῶν ἄλλων πιστώσεων καὶ οὕτως ἀπομένουσιν αἱ δαπάναι τοῦ 1879 εἰς δραχμὰς 57,447,586. Κατὰ τὸν προσωρινὸν ἀπολογισμὸν τοῦ ὑπουργείου μέχρι τῆς 21 Δεκεμβρίου 1879 ἐβεβαιώθησαν ἔσοδα ἐκ δραχμῶν 43,205,314, ὑπολογίζονται δὲ ὡς βεβαιωθησόμενα μέχρι τῆς λήξεως τῆς χρήσεως, ἤτοι τῆς 31 Ὀκτωβρίου 1880 δραχ. 4,056,209. Ἀλλὰ ἀπὸ τὸ ποσὸν αὐτὸ, κατ’ ἀκριβεστέρους ὑπολογισμοὺς, πρέπει ν’ ἀφαιρεθῇ ποσὸν 1 ἑκατομμυρίου, διότι δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ βεβαιωθῇ ποσὸν ἀνώτερον τῶν 3 ἑκατομμυρίων μέχρι τέλους τῆς χρήσεως, ὥστε τὸ ὅλον ποσὸν ὑπολογίζεται εἰς 46,261,514· τὸ ὑπουργεῖον, ἔχον ὑπ’ ὄψιν, ὅτι μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1879 εἰσέπραξε 38,472,312, ὑπολογίζει, ὅτι θέλει εἰσπράξει προσέτι μέχρι τῆς λήξεως τῆς χρήσεως δραχμὰς 6,154,610 καὶ θέλουσι μείνει καθυστερήματα δραχμαὶ 2,634,591. Ἀλλ’ ἐν τούτοις κατὰ τὴν λῆξιν τῆς χρήσεως ταύτης πρέπει νὰ ὑπολογισθῇ τὸ προκύψον καθυστέρημα ἀνώτερον τοῦ ὑπὸ τοῦ ὑπουργείου ὑπολογισθέντος κατὰ 1 ἑκατομμύριον τοὐλάχιστον, δηλ. θὰ ἔχωμεν καθυστέρημα ἐπὶ τῶν βεβαιωθέντων καὶ βεβαιωθησομένων ἐσόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1879 ἐκ δραχμῶν 3,634,591. Διὰ νὰ σᾶς πείσω περὶ τούτου, θὰ σᾶς ἀναφέρω ἓν μόνον ἄρθρον ἐσόδων, εἰς τὸ ὁποῖον τὰ καθυστερήματα θέλουσιν εἶσθαι ἀσυγκρίτως ἀνώτερα τῶν προϋπολογισθέντων ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1879 περιελήφθη ἔσοδον ἐκ τῆς χρεωλυτικῆς δόσεως τῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν ἐκ δραχμ. 1,800,000, ἐβεβαιώθησαν σχεδὸν 4 ἑκατομμύρια δηλ. 3,710,305. Ἐγένετο δὲ ἡ βεβαίωσις αὕτη δυνάμει τοῦ νόμου τοῦ ψηφισθέντος κατὰ τὴν τελευταίαν σύνοδον τῆς παρελθούσης περιόδου. Ἀλλ’ ἡ βεβαίωσις αὕτη νομίζετε, ὅτι ἀντιπροσωπεύει τὴν πρόσοδον τοῦ δημοσίου ἀκριβῶς; βεβαίως ὄχι· διότι διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου ἐδόθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα νὰ βεβαιώσῃ τὴν ἐτησίαν δόσιν εἰς βάρος ὅλων τῶν ὑποβαλόντων ὁπωσδήποτε δηλώσεις. Παρήτησε δηλαδὴ ὁ νόμος οὗτος τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ὁ προηγούμενος νόμος καθιέρου, καὶ καθ’ ὃ ἡ βεβαίωσις τῆς δόσεως ἔπρεπε νὰ γίνεται ὅταν ἐκδοθῶσι τὰ παραχωρητήρια καὶ ὑπογραφῶσιν ὑπὸ τῶν δηλωσάντων ὁμολογίαι. Τοῦτο δὲ ἐγένετο, διότι ἐκ πείρας ἀπεδείχθη, ὅτι ἡ ἔκδοσις τῶν παραχωρητηρίων προϋποθέτει ὡς ἀναγκαῖον προηγούμενον τὴν καταμέτρησιν τῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν, ἥτις δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῇ οὔτε ἐντὸς δεκαετίας. Ἀλλὰ διὰ τοῦ νόμου τούτου δὲν κατέστη ὑποχρεωτικὴ εἰς τοὺς δηλώσαντας ἡ πληρωμὴ τῆς δόσεως, διότι οἱ δηλώσαντες καὶ τὴν τελευταίαν στιγμὴν ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ παραιτηθῶσι. Πρὶν δὲ οὗτοι πληρώσωσι τὴν δόσιν τὴν ἀναλογοῦσαν εἰς τὰ ὑπὸ ἑκάστου δηλωθέντα στρέμματα, δὲν δύναται οὐδὲ πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὡς πραγματικὸν ἔσοδον τοῦ δημοσίου τὸ βεβαιούμενον ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δηλώσεων. Ἄλλως τε γινώσκετε οἱ πλεῖστοι ἐξ ὑμῶν, ὅτι τὰς αὐτὰς γαίας ἐδήλωσαν δύω καὶ τρεῖς συνάμα, καὶ ὅτι πολλαὶ ἔριδες καὶ δίκαι ἐπὶ τούτοις ἠγέρθησαν. Ἀπόδειξις τούτου ἡ μεγάλη καθυστέρησις ἡ παρουσιασθεῖσα κατὰ τὸ 1879 ἐπὶ τοῦ ἐσόδου τούτου. Ἐβεβαιώθησαν μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1879 δραχ. 3,710,305, πόσα δὲ νομίζετε, ὅτι εἰσεπράχθησαν; 1,935,598. Τὸ ἔσοδον τοῦτο κατὰ τὸ 1880 ὑπολογίζεται ὡς ἀνελευσόμενον εἰς 4 ἑκατομμύρια, καὶ τοῦτο, διότι ἡ Κυβέρνησις, ὡς θέλω σᾶς εἴπει, παρεδέχθη τὴν ἀρχὴν νὰ καταρτίσῃ τὸν προϋπολογισμὸν ἐγγράφουσα τὰ βεβαιωθησόμενα ἔσοδα καὶ οὐχὶ εἰσπράξιμα. Συνεχίζων λοιπὸν τὰς σκέψεις μου ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1879, παρατηρῶ, ὅτι ἐπὶ βεβαιωθέντων καὶ βεβαιωθησομένων ἐσόδων ἐκ δραχμῶν 46,261,514 πρέπει νὰ ἐκπέσωμεν τὰ ἀπαραίτητα καθυστερήματα ἐκ δραχμῶν 3,634,591, καὶ οὕτω τὰ ἔσοδα τοῦ 1879 ἀνέρχονται εἰς 42,626,923. Ἐπειδὴ δὲ ἔχομεν ἔξοδα 57 ἑκατομμύρια, θέλομεν ἔχει ἔλλειμμα κατὰ τὸ 1879 ἐκ δραχμῶν 14 ἑκατομμυρίων. Διὰ νὰ δυνηθῶμεν ὅμως νὰ βεβαιώσωμεν ἀκριβέστερον τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1879, δέον νὰ προέλθωμεν καὶ εἰς ἕτερον λογαριασμὸν, ἔχοντα πρακτικώτερον χαρακτῆρα, διότι, ὡς καὶ προηγουμένως σᾶς εἶπον, δὲν πρέπει νὰ ἐξετάζωμεν τὸ ἔλλειμμα ἑνὸς ἔτους μεμονωμένου, ἀλλ’ ἐν σχέσει πρὸς τὰς προηγουμένας διαχειρίσεις· ὁποῖον εἶναι τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1879 ἐξεταζόμενον ἀνεξαρτήτως, δὲν ἔχει οὐδεμίαν σημασίαν ἐπὶ τῶν σκέψεων, εἰς τὰς ὁποίας ὀφείλομεν νὰ ὑποβληθῶμεν διὰ νὰ εὕρωμεν τὸ σταθερὸν ἔλλειμμα. Πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, ὁποῖον ἔλλειμμα ὑπῆρχεν ἐκ τοῦ ἀμέσως παρελθόντος ἔτους, καὶ ἐπληρώθη εἴτε ἐκ τῶν δανείων, εἴτε ἐκ τῶν ἐσόδων τοῦ 1879. Πρέπει συνάμα νὰ γνωρίσωμεν καὶ τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1879, οὕτω δὲ θέλομεν δυνηθῆ ν’ ἀνεύρωμεν τὸ σταθερὸν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἔλλειμμα, ὑπὸ τὴν πίεσιν τοῦ ὁποίου διατελοῦμεν. Ὁ πρακτικὸς δὲ οὗτος λογαριασμὸς ὡς ἑξῆς δύναται νὰ διατυπωθῇ. Κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1879 ὑπῆρχον εἰς τὰ ταμεῖα τοῦ Κράτους κατὰ τὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δραχμαὶ 640,047, αἱ πιθαναὶ εἰσπράξεις μέχρι τῆς λήξεως τῆς χρήσεως ὑπολογιζόμεναι εἰς 5,154,000, ἔχομεν οὕτως ἐν ὅλῳ ἐνεργητικὸν ἐκ δραχ. 5,794,657. Αἱ μέχρι τῆς λήξεως τῆς χρήσεως πιθαναὶ πληρωμαὶ κατὰ μὲν τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὑπολογίζοντος τὰς ἀδιαθέτους πιστώσεις εἰς 8 ἑκατομμύρια θέλουσιν ἀνέλθει εἰς 16,236,041, ἀλλὰ κατὰ τὴν γνώμην ἐμοῦ ὑπολογίζοντος τὰς ἀδιαθέτους πιστώσεις εἰς μόνον 6,473,174, αἱ πιθαναὶ πληρωμαὶ μέχρι τῆς λήξεως τῆς χρήσεως θέλουσιν ἀνέλθει εἰς δραχ. 17,949,251, ὥστε τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1879 ἀνέρχεται εἰς 12 ἑκατομμύρια.
§53ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ δίδετε τὴν ἄδειαν νὰ σᾶς εἴπω τὸν λογαριασμόν; Ἰδοὺ ὁ τελευταῖος λογαριασμὸς περὶ τῶν γενομένων πληρωμῶν ἐκ τῶν πιστώσεων καὶ τοῦ ἐλλείμματος, τὸ ὁποῖον ἀναβιβάζετε εἰς 12 ἑκατομμύρια. Πληρωμαὶ κατὰ τὸ 1879 39,956,235, πληρωμαὶ μέχρι 10 φεβρουαρίου 7,093,954· τὸ ὅλον λοιπὸν τῶν πληρωμῶν μέχρι τῆς 10 Φεβρουαρίου τοῦ 1880 46,350,000, πιθαναὶ δὲ πληρωμαὶ 8,333,000, δηλ. ἀπὸ 10 φεβρουαρίου καὶ ἐντεῦθεν ὀφείλομεν νὰ πληρώσωμεν 8½ περίπου ἑκατομμύρια, τὸ ὅλον 54,780,000. Αὐτὰ εἶνε τὰ ἔξοδα τοῦ 1879 ἀκριβῶς καὶ μὲ τὰς πιστώσεις.
§54ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι πιθανότητες πάντοτε καὶ εἰς τοὺς ἰδικούς σας ὑπολογισμοὺς καὶ εἰς τοὺς ἰδικούς μου. Τὸ ἔλλειμμα λοιπὸν τοῦ 1879 τὸ ἀναβιβάζω εἰς 12 ἑκατομμύρια· τὸ ἀνεβίβασα προηγουμένως εἰς 14 ἑκατομμύρια ἔχων ὑπ’ ὄψιν μου τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1879· διὰ τοῦ πρακτικοῦ ὅμως τούτου λογαριασμοῦ καταβιβάζεται εἰς 12 ἑκατομμύρια, διότι 2 ἑκατομμύρια ἐλήφθησαν ἐκ τῶν δύο δανείων, τὰ ὁποῖα ἐνεκρίθησαν ἵνα χρησιμεύσωσι πρὸς κάλυψιν τοῦ 1879 καὶ ἐκ τῶν ὁποίων 8 ἑκατομμύρια περίπου ἐχρησίμευσαν διὰ τὰ ἐλλείμματα τῶν προηγουμένων προϋπολογισμῶν. Ἐλήφθησαν ἐκ τῶν χρημάτων τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων 7 ἑκατομμύρια, δηλ. 3 ἑκατομμύρια ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς καὶ ½ ἑκατομμύριον ἐν τῇ ἀρχῇ τῆς παρούσης συνόδου κατὰ ἄδειαν τῆς Βουλῆς καὶ τελευταῖον κατ’ ἔγκρισιν πάλιν τῆς Βουλῆς 2½ ἑκατομμύρια. Τὸ Ὑπουργεῖον, ὡς γνωρίζετε, εἶχε δηλώσει, ὅτι τὰ 2½ ἑκατομμύρια θέλουσι χρησιμεύσει εἰς τὴν πληρωμὴν ὀφειλῶν τοῦ παρελθόντος μηνὸς Ἰανουαρίου ἤτοι διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1880. Ἀλλ’ ἐκ τῶν ἀπολογισμῶν τοῦ Ὑπουργείου καὶ ἐκ τῶν ἰδικῶν μου ἐξάγεται, ὅτι ἐχρησίμευσαν εἰς πληρωμὴν δαπανῶν τοῦ 1879· 2 ἑκατομμύρια ἔτι ἐλήφθησαν ἐκ τοῦ αὐτοῦ δανείου δι’ ἐντόκων γραμματίων, ἤτοι τὸ ὅλον 9 ἑκατομμύρια, ἀπομένει λοιπὸν ἔλλειμμα ἐκ δραχ. 3,154.000. Αὐτὸ εἶναι, κύριοι, τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1879. Καὶ εἶναι τὸ ἔλλειμμα τόσον ἐὰν δὲν ἔχωμεν καὶ ἄλλας πιστώσεις ἀναπληρωτικὰς καὶ ἐκτάκτους· διότι αἱ πιστώσεις τοῦ 1878 ἐκ δραχ. 800,000 ἐλήφθησαν, ἀφοῦ ἀπεχώρει ἡ Βουλή, ἤτοι κατὰ τὰ μέσα τοῦ 1879, ὥστε δὲν εἶναι ἀπὸ τοῦδε βέβαιον, ὅτι ἐντὸς τοῦ 1880 δὲν θέλουσι ζητηθῆ καὶ ἄλλαι πιστώσεις ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1879. Ἐν τούτοις τὸ ἔλλειμμα ἀναβαίνει εἰς 3,154,000.
§55ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Διότι λογαριάζετε ὡς πρόσοδον καὶ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐπληρώθη ἐκ τῶν δανείων.
§56ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως, διότι ἄλλως τὸ ἔλλειμμα ἀνέρχεται εἰς 12 ἑκατομμύρια, ἀφοῦ καὶ πάλιν ἐλήφθησαν ἐκ προηγουμένων δανείων 2 ἑκατομμύρια. Ἤτοι τὸ ὅλον τοῦ ἐλλείμματος εἶναι 14 ἑκατομμύρια. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1880 ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου μὲ ἔλλειμμα ἐκ δραχ. 10,252,415· διὰ τῶν δηλώσεων τοῦ Ὑπουργείου τῶν γενομένων πρὸς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, αἱ πιστώσεις ηὐξήθησαν κατὰ 687,000, ἤτοι τὸ ἔλλειμμα ἀναβιβάζεται εἰς 10,939,520. Δὲν κρίνω ἀναγκαῖον νὰ φέρω τὸν λόγον ἐπὶ δύω πιστώσεων ἐπὶ τοῦ 1880, αἵτινες ὑπεβλήθησαν συγχρόνως μὲ τὸν προϋπολογισμὸν, διότι τὰ περὶ τῶν πιστώσεων αὐτῶν Νομοσχέδια ἡ Κυβέρνησις ἀπέσυρε, ζητήσασα νὰ περιληφθῶσιν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1880. Πλὴν τούτων ἡ Κυβέρνησις ἐζήτησε νὰ σημειωθῶσιν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων τοῦ 1880, ἀφοῦ ἤδη εἶχεν ὑποβληθῆ οὗτος εἰς τὴν Βουλήν, ποσὰ ἐκ δραχμῶν 1,220,000, λόγῳ, ὅτι εἰς τὴν πρόσοδον τῶν τελωνείων δὲν ὑπελογίσθη τὸ δέκατον τὸ εἰσπραττόμενον ὑπὲρ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, ἐνῷ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων ἐσημειώθη τὸ ποσὸν τὸ ἀποδοτέον εἰς τὴν ὁδοποιΐαν· συγχρόνως ὅμως δὲν ἐζήτησεν, ὥστε καὶ ἡ πίστωσις τοῦ ἀποδοτέου ποσοῦ εἰς τὴν ὁδοποιΐαν νὰ αὐξηθῇ, διότι εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1880 σημειοῦται ποσὸν 3,200,000, «ἀπόδοσις κεφαλαίων ὁδοποιΐας», ἐνῷ κατὰ τὴν ὑποβληθεῖσαν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως κατάστασιν, τὸ ποσὸν τὸ ἀνῆκον εἰς τὴν ὁδοποιΐαν ἐκ τῶν δημοσίων εἰσπράξεων, ἀνέρχεται εἰς 3,800, 000· ἑπομένως ἔπρεπε νὰ ζητηθῇ καὶ ἡ αὔξησις τῆς πιστώσεως τοῦ κεφαλαίου, «ἀπόδοσις κεφαλαίων ὁδοποιΐας» κατὰ 600,000 δραχμάς. Ἡ πρώτη διαφωνία ἡμῶν πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ὑπῆρξεν ἐν τῇ μεθόδῳ καθ’ ἣν κατηρτίσθη ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων. Ἡμεῖς ἰσχυρίσθημεν καὶ ἄλλοτε καὶ ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ, ὅτι τὰ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφόμενα ἔσοδα πρέπει νὰ ἦναι οὐχὶ τὰ βεβαιώσιμα, ἀλλὰ τὰ εἰσπράξιμα, δηλ. ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πραγματικῶς θὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, τοῦτο δὲ διότι ἐπὶ τῇ σκέψει, ὅτι θέλει εἰσπράξει ἡ Κυβέρνησις ὡρισμένον ποσὸν ἐκ τῶν ἐσόδων, ὑπολογίζει τὰ ἔξοδά της εἰς ἀντίστοιχον ποσόν. Ἂν τυχὸν λάβετε ὡς βάσιν τὰ βεβαιωθησόμενα καὶ οὐχὶ τὰ εἰσπραχθησόμενα, θέλετε εὑρεθῆ εἰς ἔλλειμμα πάντοτε, διότι αἱ μὲν πιστώσεις ὑπερβάλλονται συνήθως διὰ τῶν ἀναπληρωτικῶν καὶ ἐκτάκτων πιστώσεων, τὰ δὲ ἔσοδα θὰ παρουσιάσωσι βεβαίαν καθυστέρησιν, καὶ οὕτω δὲ ἐκτὸς τοῦ ἐλλείμματος, τὸ ὁποῖον θὰ ὑπολογίσητε ἐν τῇ συντάξει τοῦ προϋπολογισμοῦ, θέλετε ἔχει καὶ ἕτερον ἔλλειμμα ἐκ τῆς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφῆς τῶν βεβαιωσίμων ἀντὶ τῶν πράγματι εἰσπραττομένων. Ἡ ὑγιὴς αὕτη ἀρχὴ τοῦ νὰ ἐγγράφωνται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ὄχι τὰ βεβαιωθησόμενα, ἀλλὰ τὰ εἰσπράξιμα ἐφηρμόσθη ἐπί τινα ἔτη ἐκ πρωτοβουλίας τοῦ ἀξιοτίμου προέδρου τῆς Βουλῆς. Ἐφ’ ὅσον ὁ κ. Σωτηρόπουλος διηύθυνε τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς ἀνέγραφε τὰ εἰσπράξιμα ἔσοδα. Ἠδύνατο ν’ ἀπατᾶται εἰς τοὺς προϋπολογισμούς του, ἀλλ’ ὡς βάσιν εἶχε πάντοτε τὰ εἰσπράξιμα καὶ οὐχὶ τὰ βεβαιώσιμα· οὕτω δὲ, ἐὰν ἐπαρουσιάζετο ἔλλειμμα, τοῦτο δὲν θὰ εἶχεν ὡς αἰτίαν τὴν διαφορὰν μεταξὺ βεβαιωθέντων καὶ εἰσπραχθέντων. Προκειμένου περὶ ἀναγραφῆς τῶν ἐσόδων ἐν τῷ προϋπολισμῷ, δὲν πρέπει νὰ ἔχωμεν ὡς ὁδηγὸν τοὺς προϋπολογισμοὺς ἄλλων εὐνομουμένων ἐπικρατειῶν, διότι παρ’ ἡμῖν καὶ τὸ ἰσχύον ἔτι ἐλαττωματικὸν φορολογικὸν σύστημα, καὶ αἱ ἄλλαι περιστάσεις, ἐν αἷς διατελεῖ ἡ χώρα ἡμῶν, δίδουσι χώραν εἰς καθυστερήσεις, καὶ καθυστερήσεις ἀσυνήθεις εἰς τ’ ἄλλα εὐνομούμενα κράτη. Εἰς τὰς ἐπικρατείας ἐκείνας ὅ,τι βεβαιοῦται, καὶ εἰσπράττεται, ἐνῷ παρ’ ἡμῖν δὲν εἰσπράττεται. Ἔχομεν σειρὰν ἐτῶν, ἀφ’ ἧς αὐτονομούμεθα, καὶ οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν δύναται ν’ ἀρνηθῇ, ὅτι αἱ καθυστερήσεις εἶναι πάντοτε μεταξὺ 2 καὶ 3½ ἑκατομμυρίων ἀναλόγως τῆς ἐπιμελείας καὶ τῆς αὐστηρότητος τῶν ὀργάνων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς προσοχῆς, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ἔδωκεν εἰς τὰς εἰσπράξεις. Ἀλλ’ ὡς σᾶς εἶπον καὶ πρότερον, καὶ ὡς πρὸς τὰ βεβαιωθησόμενα ἀκόμη ἔσοδα ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκεται εἴς τινα ὑπερβολήν, ἡ δὲ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ παρεδέχθη τοὺς ὑπολογισμοὺς τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ πρόσοδος ἐξ ἐγγείου φόρου τῶν δημητριακῶν καρπῶν ὑπελογίσθη εἰς 3,800,000· κατὰ τὴν γνώμην μου εἶναι ἀδύνατον ἐκ τούτου νὰ ἔχωμεν ποσὸν ἀνώτερον τῶν 3,200,000, εἶναι δὲ φυσικὸν, διότι ἡ ἐφαρμογὴ τῶν νόμων, περὶ διανομῆς τῶν ἐθνικῶν γαιῶν, ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἐλάττωσιν τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπικαρπίας ἢ μᾶλλον τὴν κατάργησιν αὐτοῦ, ὅπερ, ὡς γνωστὸν, συνεισπράττεται μετὰ τοῦ ἐγγείου φόρου τῶν δημητριακῶν καρπῶν. Ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ προτείνει καὶ μίαν ἀκόμη αὔξησιν, τὴν αὔξησιν τοῦ ἐκ τηλεγραφικῶν τελῶν ἐσόδου κατὰ 80,000· τοῦτο δὲ, διότι κατὰ τὰς πληροφορίας τοῦ τηλεγραφικοῦ τμήματος, τὰ διάφορα Ὑπουργεῖα δὲν πληρώνουσιν ἰδιαιτέρως, ὡς τὸ τμῆμα ἰσχυρίζεται, τὰ τέλη τῶν τηλεγραφημάτων, τὰ ὁποῖα ἀποστέλλουσιν ἰδίᾳ εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, ἐνῷ εἰς ἕκαστον τῶν Ὑπουργείων σημειοῦται ποσὸν διὰ τηλεγραφήματα· ἐπειδὴ δὲ οὕτω ἀναιρεῖται ὁ καταμερισμὸς τῶν πιστώσεων, παρεδέχθη τὴν αὔξησιν τῶν τηλεγραφικῶν τελῶν κατὰ 80,000· ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ αὔξησις αὕτη δὲν εἶναι πραγματικὴ, διότι ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὶ ἐγένετο κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη, δὲν δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι κατὰ τὸ 1880 θέλομεν ἔχει ἔκτακτον αὔξησιν τῶν τηλεγραφημάτων τῶν διεθνῶν καὶ παρεπομένην αὔξησιν προσόδων κατὰ 80,000· ἂν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τ’ ἀποτελέσματα τοῦ 1879, θέλομεν ἴδει, ὅτι ἐβεβαιώθησαν τοιαῦτα τέλη ἐκ 537,742, κατὰ τὸ 1880 προϋπολογίζονται εἰς 700 χιλιάδας, καὶ ἐν τούτοις ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ νομίζει, ὅτι πρέπει νὰ προσθέσῃ ἀκόμη καὶ ἄλλας 80 χιλιάδας, ἐν τούτοις τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν εἶναι ἄξιον λόγου, καὶ δὲν νομίζω ἀναγκαῖον νὰ ἐπιμείνω περισσότερον εἰς αὐτό. Ἔχομεν τὴν πρόσοδον τῶν κατὰ στρέμμα φορολογουμένων κτημάτων, ἥτις ὑπελογίσθη εἰς 900,000, ἐγὼ ὅμως νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῶσι πλέον τῶν 700,000· εἰς τὸ συμπέρασμα δὲ αὐτὸ ἄγεται πᾶς τις ὅταν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς εἰσπράξεις τῶν παρελθόντων ἐτῶν. Κατὰ τὸ 1879 εἰσεπράχθησαν μόνον 132,000, κατὰ τὸ 1878 εἰσεπράχθησαν 653,122.
§57ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὰ 1877, 732 χιλιάδες.
§58ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ μέσος λοιπὸν ὅρος τῶν τριῶν παρελθόντων ἐτῶν δὲν σᾶς ἐπιτρέπει νὰ ἀναγράψητε εἰσπράξιμον ποσὸν δραχ. 900,000· ἔχομεν λοιπὸν ἀμέσως διαφορὰν 200,000 δραχ. Καὶ ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων, ἐκ τοῦ ὁποίου ὑπολογίζει ἡ Κυβέρνησις πρόσοδον 1,350,000, νομίζω, ὅτι, ἂν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰς εἰσπράξεις τῶν ἀμέσως παρελθόντων ἐτῶν, δὲν δικαιολογούμεθα ὑπολογίζοντες πρόσοδον ἀνωτέραν τοῦ 1 ἑκατομμυρίου· ὡς δὲ γνωρίζετε, ὁ φόρος τῶν ἐπιτηδευμάτων εἶναι ἐκ τῶν μᾶλλον δυσεισπράκτων φόρων, διότι καὶ κατὰ τὴν βεβαίωσιν αὐτοῦ λαμβάνουσι χώραν πολλαὶ ἀδικίαι καὶ πολλαὶ μεταβολαὶ ἐπιτηδευμάτων, ἵνα μὴ εἴπω καὶ φυγαδεύσεις, ἑπομένως καὶ ἡ εἴσπραξις εἰς τὸν φόρον αὐτὸν καθυστερεῖ σπουδαίως. Ἀλλ’ ἐγὼ περιορίζομαι εἰς τὸ ποσὸν τοῦ 1 ἑκατομμυρίου, ἑπομένως θὰ ἔχωμεν ἐκεῖθεν ἐλάττωσιν 350 χιλ. δραχμῶν. Ἔχομεν, κύριοι, διάφορα δικαιώματα, ὑγειονομικὰ, λιμενικὰ, πρόστιμα κλπ. Ἡ Κυβέρνησις ὑπολογίζει ἐξ αὐτῶν εἴσπραξιν 705 χιλιάδων, ὅταν δὲ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰς εἰσπράξεις τῶν ἀμέσως παρελθόντων ἐτῶν, εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπολογίσωμεν ἄνω τῶν 600,000, ἤτοι καὶ ἐκεῖθεν ἐλάττωσιν 105 χιλ. Ἀπὸ χρέη ἐκ προικοκτησιῶν ἀνανεωθέντα ἡ Κυβέρνησις ὑπολογίζει 260 χιλ. ὅταν ὅμως λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἐκ τοῦ ἐσόδου τούτου, κατὰ μὲν τὸ 1878 εἰσεπράχθησαν δραχ. 100,749, κατὰ δὲ τὸ 1879 μόνον δραχ. 47,731, εἶναι ἀδύνατον νὰ παραδεχθῇ εἰσπράξιμον ποσὸν ἀνώτερον τῶν δραχ. 130 χιλιάδων. Ἐκ τῆς χρεωλυτικῆς δόσεως τῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν ὑπολογίζει πρόσοδον δρ. 4 ἑκατομμύρια, ἀλλ’ ὅταν λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι κατὰ τὸ 1879 εἰσεπράχθησαν 1,935,598, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσητε, ὅτι θὰ εἰσπράξητε τοιοῦτον ποσόν; ἐγὼ παραδέχομαι, ὅτι κατὰ τὸ 1880 θέλουσιν εἶσθαι τὰ ὄργανα τῆς εἰσπράξεως ἐπιμελέστερα, καὶ ὅτι θέλουσιν ὑπερβῆ κατά τι τὴν εἴσπραξιν τοῦ 1879, ἀλλὰ τὸ κατά τι τοῦτο δὲν θὰ ἦναι ἀνώτερον τῶν 500 χιλ. δραχμῶν, λοιπὸν θέλομεν ἔχει ἐντεῦθεν ἔλλειψιν 1,500,000. Ἐν συμπεράσματι τὰ ἔσοδα τοῦ 1880 πρέπει νὰ ὑπολογισθῶσι κατώτερα τῶν ὑπὸ τοῦ ὑπουργείου προϋπολογισθέντων κατὰ δραχ. 2,985,000. Μεταβαίνω ἤδη εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ 1880. Ὁ ἐκ Καλαβρύτων ἀξιότιμος Βουλευτὴς ὁμιλήσας περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ 1880, ἀπεκάλεσε, καὶ εὐλόγως, γλαφυρὰν τὴν ἔκθεσιν τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλ’ ἀνεῦρεν, ὅτι ὑπὸ τὴν γλαφυρότητα ταύτην τοῦ λεκτικοῦ ἐξεδόθησαν καὶ συνταγαὶ φέρουσαι μὲν τὸν τύπον τῆς εὐφυολογίας, ἀλλὰ μὴ ἔχουσαι πρακτικὴν ἐφαρμογὴν προκειμένου περὶ ἀριθμῶν. Ἡ σπουδαιοτέρα τῶν συνταγῶν τούτων ἀναγράφει ὡς οἰκονομικὸν ἀξίωμα, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπολογίζωνται τὰ ἐλλείμματα μὲ τὸν πραγματικὸν καὶ στρογγύλον ἀριθμὸν αὐτῶν, ἀλλ’ ὡς ἔλλειμμα πρέπει νὰ ὑπολογίζηται μόνον τὸ ποσὸν, ὅπερ δέον νὰ πληρώνηται ὡς τόκος καὶ χρεωλύσιον τοῦ ἐλλείμματος· ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν ἐγίνωσκεν, ὅτε συνέτασσε τὸν προϋπολογισμὸν, τὴν συνταγὴν ταύτην, ὑποθέτω, ὅτι δὲν ἤθελε μᾶς παρουσιάσει τὸν προϋπολογισμὸν μὲ ἔλλειμμα 10,000,000, ἀλλὰ μὲ ἔλλειμμα μόνον δραχμῶν 800,000, ὅσον δηλαδὴ ποσὸν ἦτο ἐπαρκὲς διὰ τὸν τόκον καὶ Χρεωλύσιον ἑνὸς δανείου ἐκ δραχ. 10,000,000. Ἀλλὰ προκειμένου, κύριοι, περὶ ἐλλείμματος τῶν προϋπολογισμῶν, πρέπει νὰ σπουδαιολογῶμεν, καὶ πρέπει νὰ σπουδαιολογῶμεν, Διότι μόνον οὕτω εἶναι δυνατὸν νὰ προσέλθωμεν εἰς πράξεις σοβαρὰς καὶ εἰς μέτρα σπουδαῖα, δι’ ὧν καὶ μόνον εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν ἀνόρθωσιν τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν καταστάσεως. Κατὰ τὴν ἔκθεσιν τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τὸ ὅλον τῶν οἰκονομιῶν, τὰς ὁποίας προτείνει, ἀνέρχεται εἰς τὸ ποσὸν δραχ. 1,923,705, ἀλλ’ ἐὰν ἀφαιρέσητε ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου τὸ ποσὸν τὸ ἀναφερόμενον εἰς τὴν μὴ πραγματοποίησιν 24,000 ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων ἐκ δραχμῶν 893,760, ἓν ποσὸν 40,000 διὰ στρατιωτικὰς συντάξεις, ἕτερον ποσὸν 100,000 δραχμῶν λόγῳ ἐλαττώσεως τοῦ ποσοῦ τοῦ σημειωθέντος ἐν τῷ προϋπολογισμῷ δι’ ἀπόδοσιν διεθνῶν τηλεγραφικῶν τελῶν, ἕτερον ἓν ποσὸν 300,000 διὰ τὴν δεξαμενὴν τοῦ Ὑπουργείου τῶν ναυτικῶν καὶ τελευταῖον ἕτερον ποσὸν ἐκ δρ.125,000 «ἀποστολὰς εἰς τὸ ἐξωτερικόν», ἤτοι διὰ πρεσβείας μὴ ὑπαρχούσας,... θέλετε ἔχει οἰκονομίας κατὰ τὴν ἔκθεσιν τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς μόνον ἐκ δραχ. 459,945. Ἀλλ’ ἐνῷ ἀφαιρεῖ τὸν τόκον καὶ τὸ χρεωλύσιον τῶν 24 χιλ. ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων, ἐν τῇ ἐκθέσει της ὑπολογίζει ἔσοδον δραχμῶν 246,240 ἐκ τῆς διαθέσεως τῶν ὁμολογιῶν τούτων, ἢ μᾶλλον ἐκ τοῦ δανείου τοῦ διὰ τῆς πωλήσεως αὐτῶν χορηγηθησομένου εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας.
§59ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἐγκριθῇ.
§60ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐν τῇ ἐκθέσει της ἀναγράφει ὁποίας αὐτὴ ἔκρινεν ἀναγκαῖον νὰ ἐπιφέρῃ οἰκονομίας. Μετὰ τὰς οἰκονομίας αὐτὰς εὗρεν, ὅτι τὸ ἔλλειμμα περιορίζεται εἰς δραχ. 7,028,709, πρὸς κάλυψιν δὲ τοῦ ἐλλείμματος τούτου ὑπέβαλε, καθ’ ὑπόδειξιν βεβαίως τῆς κυβερνήσεως, ἰδέας τινὰς καὶ μέτρα, διὰ τῆς πραγματοποιήσεως τῶν ὁποίων νομίζει, ὅτι τὸ ἔλλειμμα τοῦτο θέλει ἢ καλυφθῇ ἢ περισταλῆ· ἀλλ’ ἀφοῦ ἀφῃρέθησαν πρότερον αἱ 893,760, ἤτοι τὸ ποσὸν τὸ ἀπαιτούμενον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ἀδιαθέτων 24,000 ὁμολογιῶν, ὑπολογίζει ἐν τούτοις ὡς πιθανὴν πρόσοδον δραχ. 246,240 ἐκ τῆς χορηγίας δανείου πρὸς τὴν ἐθν. ὁδοποιΐαν καὶ ἐκ τῆς ἐξαγορᾶς ἐντόκων γραμματίων.
§61ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Πρόκειται περὶ τῆς διαφορᾶς.
§62ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζετε, ὅτι εἶναι εὔλογον νὰ παραδεχθῆτε οἰκονομίαν δραχμῶν 10 χιλιάδων ἐκ τῆς ἀντιμισθίας τοῦ πρέσβεως ἐν Κωνσταντινουπόλει, καὶ τὴν οἰκονομίαν αὐτὴν νὰ ἐγγράψητε εἰς τὸν πίνακα, καὶ συγχρόνως νὰ μὴ μεριμνήσητε περὶ τῆς ἀναγκαίας πιστώσεως διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναγκαῖον πρὸς ἀγορὰν τοῦ διὰ τὴν πρεσβείαν οἰκήματος, κατὰ τὴν ἐκκρεμῆ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς σύμβασιν; Ἐπειδὴ πρόκειται νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν κατάδειξιν τῶν οἰκονομιῶν ὅσας φρονῶ εὐλόγους ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ 1880, νομίζω ἀναγκαῖον νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις καὶ περὶ τῶν ἀδιαθέτων 24 χιλ. ὁμολογιῶν, καὶ περὶ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ διατεθῇ ἐπὶ τῶν χρημάτων τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων εἰς ἐξαγορὰν ἐντόκων γραμματίων, εἴτε εἰς ἄλλας χρείας τοῦ δημοσίου πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ ἐλαττωθῶσι τὰ βάρη τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1880. Νομίζω, κύριοι, ὅτι εἰς ὃ σημεῖον περιέστημεν οἰκονομικῶς σήμερον, οὐδεὶς δικαιοῦται νὰ χαρακτηρίσῃ ὡς συνετὸν μέτρον τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ὡς μόνον δὲ μέσον τῆς βραδυτέρας ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας πρέπει κυρίως νὰ ὑπολογίσωμεν τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ ἰσοζυγίου ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς τοῦ Κράτους, διότι, ἂν τοῦτο κατορθωθῇ, μετὰ 3 ἢ 4 ἔτη δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ σκεφθῶμεν καὶ νὰ εὕρωμεν τὰ μέσα πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας εὐκολώτερον; Οὐδεὶς λοιπὸν ὑπάρχει λόγος ἀποχρῶν καὶ πειστικὸς, ἵνα διαθέσωμεν τὰς 24 χιλ. ὁμολογίας, οὔτε εἶναι ἀνάγκη ἐκ τοῦ προϊόντος τούτων νὰ ζητήσωμεν τὴν συνδρομὴν τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, διότι ὑπάρχον εἰς τὰς τραπέζας ἕτερα χρήματα εἰσαχθέντα παρ’ αὐταῖς ἐπ’ ἀνοικτῷ λογαριασμῷ, τὰ ὁποῖα δυνάμεθα νὰ διαθέσωμεν ὑπὲρ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας. Ἐὰν δὲ ῥίψωμεν ἓν βλέμμα ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἐπὶ τούτῳ ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλε, καὶ κατὰ τὸ ὁποῖον ἐκ τοῦ προϊόντος τῶν 24 χιλ. ὁμολογιῶν πρέπει νὰ χορηγηθῇ εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας δάνειον δραχμῶν 8 ἑκατομμυρίων, θέλομεν πεισθῆ, ὅτι δὲν ὑπῆρξε προϊόν ὡρίμου σκέψεως ἡ πρότασις περὶ τῆς ἐκποιήσεως τῶν 24 χιλιάδων ὁμολογιῶν. Ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς τῶν οἰκονομικῶν, τῆς ὁποίας εἰσηγητὴς ἦν ὁ πεπαιδευμένος Βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Καλλιγᾶς, κατειρωνεύεται τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου μετὰ τρόπου τοιούτου, ὥστε ὅσοι ἀνεγνώσατε ταύτην τὴν ἔκθεσιν, βεβαίως ἐπείσθητε, ὅτι βεβαίως δὲν ἦτο σοβαρὰ ἡ πρότασις περὶ ἐκποιήσεως τῶν 24 χιλιάδων ὁμολογιῶν, διὰ νὰ ληφθῶσιν ἐξ αὐτῶν 8 ἑκατομμύρια καὶ δανεισθῶσιν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ πρόκειται νὰ δοθῶσιν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας χρήματα προελθόντα ἐξ ὁμολογιῶν, τὰς ὁποίας αὐτὸ τοῦτο τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας ἤθελε βραδύτερον ἐξαγοράσει, διὰ νὰ τοποθετήσῃ τὰ χρήματα ταῦτα, τὰ ὁποῖα βεβαίως δὲν ἤθελε δαπανήσει ἀμέσως.
§63ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν μεταβάλλονται τὰ πράγματα, ἂς τὸ κάμουν.
§64ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μεταβάλλονται, διότι πρόκειται ἐν τῷ μεταξὺ νὰ δαπανηθῶσι χρήματα διὰ τὴν ἐκποίησιν τῶν ὁμολογιῶν καὶ διὰ τὴν ἐκ νέου ἐξαγορὰν αὐτῶν. Ἐν τούτοις μὴ δυνάμενοι σήμερον νὰ ἄρωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ὀφείλοντες νὰ ὑποκύψωμεν εἰς τὸ κακὸν τοῦτο, πρέπει συγχρόνως ἐκ τῆς ἀποφάσεώς μας ταύτης, νὰ ὠφεληθῶμεν ἐφ’ ὅσον δυνάμεθα, πρὸς ἐλάττωσιν τῶν βαρῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐκ τῶν χρημάτων τῶν παρὰ ταῖς τραπέζαις κατατεθειμένων πρέπει βεβαίως νὰ ληφθῇ ποσὸν 12 ἑκατομμυρίων, διὰ νὰ ἐξαγορασθῶσι τὰ ἐν κυκλοφορίᾳ ὑπάρχοντα ἔντοκα γραμμάτια, οὕτω δὲ θέλομεν ἔχει ἐν τῷ μέλλοντι τὸ μέσον τοῦ νὰ θεραπεύωμεν εὐχερῶς τὰς ἀνάγκας τοῦ δημοσίου ταμείου καθ’ ἃς ἐποχὰς τοῦ ἔτους αἱ εἰσπράξεις τῶν δημοσίων ἐσόδων εἰσὶ κατώτεραι τῶν δαπανῶν. Ἔχοντες δὲ διαθέσιμα τὰ ἔντοκα γραμμάτια, θέλομεν μεταχειρίζεσθαι ταῦτα πρὸς ὃν σκοπὸν εἰσὶ ταῦτα προωρισμένα, καὶ οὐχὶ πρὸς κάλυψιν σταθερῶν ἐλλειμμάτων τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐξαγοράζοντες δὲ τὰ ἐν κυκλοφορίᾳ νῦν διατελοῦντα ἔντοκα γραμμάτια, θέλομεν ἔχει ἐκ τούτου ἐλάττωσιν τῶν βαρῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ κατὰ δραχ. 840,000, δηλ. τὸν τόκον 7% ἐπὶ 12 ἑκατομμυρίων. Πλὴν ὅμως τούτου δὲν πρέπει ν’ ἀφήσωμεν τὰ προσωρινὰ δάνεια τοῦ δημοσίου, διὰ τὰ ὁποῖα πληρώνεται τόκος 8% καὶ διὰ τὰ ὁποῖα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1880 σημειοῦται πίστωσις διὰ τόκον αὐτῶν ἐκ δραχμῶν 150,000. Οὕτω θέλομεν ἐλαττώσει τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων κατὰ δρ. 150,000. Ἐννοεῖτε, ὅτι εἰς ταῦτα δέον νὰ προστεθῇ καὶ τὸ ποσὸν δραχ. 893,760, ὅσαι προσδιωρίσθησαν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ἀδιαθέτων 24000 ὁμολογιῶν· ἐκ τῶν 3 τούτων θέλομεν ἔχει ἐλάττωσιν τῶν βαρῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1880 κατὰ δραχ. 1,883,760.
§65ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πόσα γραμμάτια λέγετε νὰ ἐξαγοράσωμεν;
§66ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ὅλον τῶν κυκλοφορούντων νῦν δραχμῶν 12 ἑκατομμυρίων. Μεταβαίνω εἰς τοὺς εἰδικοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν διαφόρων Ὑπουργείων. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἐν ἐποχῇ, κατὰ τὴν ὁποίαν διατελοῦμεν ὑπὸ τοιοῦτον ἔλλειμμα, ἐν ἐποχῇ, κατὰ τὴν ὁποίαν εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ δαπανῶμεν ὑπὲρ τὰ μέσα ἡμῶν πρὸς συντήρησιν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν δυνάμεων, ἐπιβαλλομένων ὑπὸ ὑψίστων ἐθνικῶν συμφερόντων, ἐν ἐποχῇ τέλος, κατὰ τὴν ὁποίαν κινδυνεύομεν ὄχι ν’ ἀντιμετωπίσωμεν τὴν χρεωκοπίαν, ἀλλὰ νὰ ἐναγκαλισθῶμεν ὑπὸ αὐτῆς, πρέπει νὰ ἀποκλείψωμεν ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ πάσας τὰς μὴ ἀπαραιτήτους δαπάνας, ἔστω καὶ τὰς τὰς ἐλαχίστας, ὀφείλομεν νὰ μὴ ἐνδοιάσωμεν πρὸ τῆς σκέψεως μὴ τυχὸν προκύψῃ ζημία τις εἰς ἀτομικὰ συμφέροντα, ἢ μὴ τυχὸν συμβῇ ἕνεκα τῶν περικοπῶν αὐτῶν νὰ στενοχωρηθῶσιν ὑπάλληλοί τινες τῶν δημοσίων γραφείων. Ἐὰν πρόκηται νὰ ἀναπετάσῃ τὸ κοινοβούλιον τὴν σημαίαν τῶν οἰκονομιῶν, πρέπει νὰ τὴν ἀναπετάσῃ μετὰ θάῤῥους, πρέπει νὰ ἐφαρμόσῃ τὰς οἰκονομίας μετ’ ἐπιμονῆς ἀδυσωπήτου. Δὲν ἐννοῶ νὰ παραβλαφθῇ ἡ δημοσία ὑπηρεσία, δὲν ἐννοῶ νὰ παραβλαφθῇ ἰδίως ἡ λειτουργία τῶν ὀργάνων τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως. Κατ’ ἐμὲ, εἰς ὅλα τὰ ὑπουργεῖα προϋπολογίζονται δαπάναι περιτταὶ ἢ μὴ ἀπαραίτητοι, τὰς ὁποίας δυνάμεθα νὰ περικόψωμεν. Τῶν τοιούτων δαπανῶν τὴν περικοπὴν καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος προέτεινα, ἀλλὰ μάτην, οὐ μόνον διότι τότε τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἡ φωνὴ ἦτο λίαν ἀσθενὴς, ἀλλὰ καὶ διότι τὸ οἰκονομικὸν βάραθρον ἦτο σχετικῶς ἀβαθέστερον καὶ δὲν εἶχεν ἔτι προκαλέσει τὴν ἐξέγερσιν τῆς κοινῆς συνειδήσεως. Διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν οἰκονομιῶν τούτων εἶπον τότε, ὅτι ἁρμοδιώτεροι ἦσαν οἱ Ὑπουργοί. Εἰς ἓν κοινοβούλιον δύσκολον εἶναι ν’ ἀνεύρῃ καὶ ἐφαρμόσῃ ἁπάσας τὰς ἐφικτὰς οἰκονομίας, διότι εἰς ἓν πολυμελὲς σῶμα βεβαίως θὰ εὑρεθῶσι καὶ ὑπερασπισταὶ συμφερόντων τινῶν, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ πάθωσιν ἐκ τῆς περικοπῆς τῶν δαπανῶν τούτων. Εἰς τὰς κυβερνήσεις ἐπιβάλλεται τὸ καθῆκον νὰ λαμβάνωσι τὴν πρωτοβουλίαν εἰς τὰς δυνατὰς οἰκονομίας, καὶ νὰ ὑπολογίζωσι τὰς δαπάνας τοῦ κράτους, μετὰ περισκέψεως, μετὰ φειδοῦς, μετὰ αὐστηρᾶς οἰκονομίας. Ἀλλὰ τότε προεβλήθη ἡ ἔνστασις, ὅτι αἱ οἰκονομίαι προαπαιτοῦσι μεταβολὴν τῶν ὀργανικῶν νόμων· ἠλπίζομεν δὲ κατόπιν τῶν τότε λεχθέντων καὶ τῆς ἐπιταθείσης οἰκονομικῆς δυσχερείας, ὅτι ἐντὸς τοῦ 1879 ἡ κυβέρνησις ἤθελεν ἐπιμεληθῆ τὰ καταρτίσῃ ὅλα τὰ νομοσχέδια, ὅσα ἀφορῶσιν εἰς τὴν μεταβολὴν τῶν ὀργανικῶν νόμων, διὰ νὰ κατορθωθῇ, ὥστε αἱ διάφοροι λειτουργίαι τοῦ Κράτους νὰ ἐκτελῶνται οἰκονομικώτερον. Δυστυχῶς ὅμως καὶ ἐφέτος ἐπανελήφθη πάλιν τὸ αὐτὸ ἐπιχείρημα· ἐν τῇ εἰσαγωγῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1880 ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν παρετήρησεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπιφέρῃ οἰκονομίας μείζονας, διότι τὸ τοιοῦτον ἀπῄτει μεταβολὴν τῶν ὀργανικῶν νόμων. Ἀλλ’ ἐρωτῶ τὴν Κυβέρνησιν, πότε τέλος πάντων θὰ κατορθωθῇ ἡ μεταβολὴ αὕτη τῶν ὀργανικῶν νόμων; ὅταν ἐν διαστήματι ἑνὸς ἔτους, διατελοῦσα οὕτως εἰπεῖν ἥσυχος ὡς ἐκ τῆς ἀπουσίας τῆς Βουλῆς καὶ αἰσθανομένη τὸ καθῆκον τοῦ νὰ παρουσιάσῃ προϋπολογισμὸν μὲ ὅσον οἷόν τε ὀλιγώτερον ἔλλειμμα, δὲν κατώρθωσε νὰ σχεδιάσῃ τοὺς ὀργανικοὺς αὐτοὺς νόμους, πότε θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ἴδωμεν τοὺς νόμους τούτους καὶ νὰ κατορθώσωμεν, ὥστε αἱ διάφοροι τοῦ Κράτους λειτουργίαι νὰ ἐκτελῶνται οἰκονομικώτερον; Ἄνευ τῆς συμπράξεως τῆς Βουλῆς τοιαύτη μεταβολὴ δὲν δύναται βεβαίως νὰ ἐπέλθῃ· δύναται ὅμως νὰ σχεδιασθῇ αὕτη ἐν τοῖς δημοσίοις γραφείοις ἀνέτως ὑπὸ τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα γινώσκουσι καλῶς τὰς ἀνάγκας τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν καὶ τὴν μέθοδον τῆς ἁπλοποιήσεως αὐτῶν ἄνευ βλάβης τῶν συμφερόντων τῆς ἐν γένει διοικήσεως. Δυστυχῶς ὅμως τοιοῦτόν τι δὲν ἐγένετο ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, εἰ καὶ κατὰ τὰ δύο τελευταῖα ἔτη αἱ ὁσημέραι ἐπιτεινόμεναι δυσχέρειαι τοῦ δημοσίου ταμείου ἐπέβαλον τὸ καθῆκον τοῦτο ἐπιτακτικώτερον. Καὶ ἄνευ ὅμως τῆς μεταβολῆς τῶν ὀργανικῶν νόμων εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιφέρωμεν οἰκονομίας ἀσυγκρίτως μείζονας ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ὑπέδειξε, τὰς οἰκονομίας δὲ ταύτας δυνάμεθα νὰ ἐφαρμόσωμεν ἄνευ βλάβης τῆς ὑπηρεσίας. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ σημείωσίν τινα, ἣν μελετήσας τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας, κατήρτισα, εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν οἰκονομίας, σχετικῶς πρὸς τὰς ἀναγραφείσας ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου δαπάνας, ἐκ δραχ. 274,150 ἐν συνόλῳ· εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν 900,000, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν 100,000, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης 122,500, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν 372,511, εἰς δὲ τὸν προϋπολογισμὸν τῶν Ὑπουργείων Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν 4 ἑκατομμύρια.
§67ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Δὲν τὰ χωρίζετε;
§68ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. 2½ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ 1½ τῶν Ναυτικῶν· τὸ ὅλον τῶν οἰκονομικῶν, ἐὰν συμπεριληφθῶσι καὶ τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα θέλομεν ἔχει ἐκ τῆς ἐξαγορᾶς τῶν ἐντόκων γραμματίων καὶ τοῦ ἀδιαθέτου τῶν 24 χιλ. ὁμολογιῶν, ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 7,652,928. Νομίζω, κύριοι, ὅτι θέλω σᾶς κουράσει, ἐὰν ὅλας τὰς οἰκονομίας λεπτομερῶς ἐντεῦθεν ἀριθμήσω· θὰ περιορισθῶ εἰς τὰς σπουδαιοτέρας.
§69ΤΙΝΕΣ. Ὅλας.
§70ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὶν ἢ ἀρχίσω ἀναφέρων τὰς οἰκοναμίας, θέλω ἐκ προοιμίων σᾶς εἶπει, ὅτι κατ’ ἀρχὴν, νομίζω, ἀπαλειπτέας ἁπάσας τὰς δαπάνας τὰς ἀναγραφομένας ἐν τῷ προϋπολογισμῷ καὶ ἀφορώσας εἰς τὰς διὰ τῶν ἐφημερίδων δημοσιεύσεις, τὰ ποσὰ ταῦτα εἶναι μεγάλα· φρονῶ δὲ, ὅτι ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν βουλευτικὴν περίοδον ὑπέβαλον, καὶ ἡ ὁποία ἐν τῇ τελευταίᾳ συνόδῳ αὐτῆς ὑποβληθεῖσα ἐκ νέου ἐψηφίσθη εἰς δύω ἀναγνώσεις, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, περὶ ὀργανισμοῦ ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, θέλει ἀπαλλάξει καὶ τὰ ὑπουργεῖα καὶ τὰς ἀρχὰς ἐν γένει ἀπὸ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δημοσιεύωσι δι’ ἄλλων ἐφημερίδων ἰδιωτικῶν τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα καὶ αὐτὰς τὰς ἀναιρέσεις, πλὴν τῶν ἄλλων πλεονεκτημάτων, τὰ ὁποῖα παραλείπω νῦν ν’ ἀριθμήσω. Δεύτερον νομίζω ἀπαλειπτέας ἁπάσας τὰς δαπάνας, αἱ ὁποῖαι ἀφορῶσιν εἰς ἐπιμίσθια μὴ νενομοθετημένα. Νομίζω, ὅτι τὸ ἐν τῷ παρελθόντι γενόμενον τοῦ νὰ δίδωνται ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἄνευ νόμου ἐπιμίσθια εἰς διαφόρους ὑπαλλήλους τῶν ὑπουργείων, εἶναι μέτρον πολλαχῶς κακὸν, ὄχι μόνον διότι ἅπαξ γενομένης δεκτῆς τῆς ἀρχῆς τῶν ἐπιμισθίων, ἡ ἐπέκτασις αὐτῶν δὲν περιορίζεται ἐγείρουσα διακρίσεις μεταξὺ ὁμοιοβάθμων ὑπαλλήλων, ἀλλὰ διότι νομίζω, ὅτι ὁ δημόσιος, ὑπάλληλος, ὅστις ἔχει ἐκ τῆς θέσεως του ἕνα μισθὸν ὡρισμένον ἐν τῷ νόμῳ, δὲν δικαιοῦται νὰ λαμβάνῃ ἐπιμίσθιον· ἐὰν ἡ θέσις, εἰς τὴν ὁποίαν διατελεῖ, ἀποβαίνῃ εἰς αὐτὸν ἀσύμφορος, οὐδεὶς ὑπάρχει ὁ βιάσων αὐτὸν νὰ τὴν διατηρῇ.
§71ΡΙΚΑΚΗΣ. Πόσα εἶναι τὰ ἐπιμίσθια;
§72ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς κάθε Ὑπουργεῖον εἶναι δύω ἢ τρία τοιαῦτα. Νομίζω ἀκόμη ἀπαλειπτέας ἁπάσας τὰς πιστώσεις, αἱ ὁποῖαι ἀναφέρονται εἰς κηδείας ὑπαλλήλων. Δὲν πρόκειται νὰ κρίνω σήμερον ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς φιλανθρωπίας· νομίζω, ὅτι, ἐὰν συμβῇ τις τῶν ὑπαλλήλων νὰ ἀποθάνῃ ἐν ὑστάτῃ πενίᾳ, θὰ εὑρεθοῦν πάντοτε τὰ μέσα νὰ κηδευθῇ. Ἴσως τῆς πιστώσεως ταύτης ἡ ἀπάλειψις δὲν ἤθελε κατασταθῆ ἀναγκαία, ἐὰν ἐγίνετο ἡ προσήκουσα αὐτῆς χρῆσις ἐν τῷ παρελθόντι· δυστυχῶς ὅμως ὑπὸ τὸν τύπον κηδείας πενομένων ὑπαλλήλων ἐδαπανήθησαν ποσὰ ἀσυγκρίτως μεγαλείτερα ἀφ’ ὅσα ἀπαιτοῦνται διὰ κηδείαν ἑνὸς πλουσίου. Ἐὰν φέρ’ εἰπεῖν πληροφορηθῆτε, ὅτι εἰς τὴν κηδείαν ἑνὸς ὑπαλλήλου ἐδαπανήθησαν 900 δραχμαὶ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου Ταμείου, θέλετε ὁμολογήσει, ὅτι δὲν ἦτο βεβαίως δαπάνη δικαιολογημένη ἐπὶ κηδείας ὑπαλλήλου πένητος. Νομίζω ἀκόμη κατ’ ἀρχὴν ἀπαλειπτέας ἁπάσας τὰς πιστώσεις τὰς ἀφορώσας ἰδίως εἰς τὰ Ὑπουργεῖα τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ λεγόμενον βοηθητικὸν προσωπικόν, διότι δυστυχῶς τῶν πιστώσεων τούτων γίνεται χρῆσις οὐχὶ ὑπὲρ τῆς ὑπηρεσίας, ἀλλ’ ὑπὲρ τῆς χορηγείας ὑποτροφιῶν. Τίς ἐξ ὑμῶν ἀγνοεῖ, ὅτι πλεῖστοι, ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι λαμβάνουν μισθὸν μαθητευομένων ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τῶν Οἰκονομικῶν, διατελοῦσι μαθηταὶ τῶν γυμνασίων καὶ τοῦ πανεπιστημίου, καὶ πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν δὲν βλέπουσι τὸν προϊστάμενόν των ἢ μόνον τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν πρόκειται νὰ πληρωθῶσι τὸν μισθόν των; Νομίζω δὲ ἀκόμη, ὅτι πρέπει νὰ καταργηθῶσιν αἱ πιστώσεις δι’ ἐκείνας ἐκ τῶν νομοθετημένων θέσεων, αἵτινες δὲν εἶναι ἀπαραίτητοι ἐν τῇ λειτουργίᾳ τῆς διοικήσεως. Εἰς ἐποχὴν ἀρχαιοτέραν ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς τοῦ Κράτους ἐβλέπομεν τὰς πιστώσεις ἀναγραφομένας μετὰ τῶν οἰκονομιῶν διὰ τὰς κενὰς θέσεις· ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1880 καὶ ἐν ἐκείνῳ τοῦ 1879 αὐτὴ ἡ παρηγορία ἐξέλιπε· ὅλαι αἱ θέσεις αἱ ἀναγραφόμεναι εἰς τοὺς σχετικοὺς ὀργανικοὺς νόμους κατέχονται, ὑφίσταται δὲ τὸ δημόσιον τὴν πληρωμὴν δαπανῶν σπουδαίων ἐκ τῆς πληρώσεως θέσεως μὴ ἀπαραιτήτων. Ἀριθμῶ τὰς κυριωτέρας τῶν οἰκονομιῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Κεφ. 3 ἄρθρον 3 ἀφαιρεῖται ἡ ἐνδεχομένη προσθήκη δύω ἐπισκόπων ἐκ δραχμῶν 7,200· ἄρθρον 7 ὁμοίως τὸ ἐπιμίσθιον εἰσηγητοῦ γνωμοδοτ. Συμβουλίου ἐκ δραχμῶν 600. Κεφ. 5 τὸ διὰ τὴν Βουλὴν ποσὸν περιορίζεται κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν αὐτῆς κατὰ δραχμὰς 15000. Κεφ. 6 προεδρεία Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐκπίπτεται εἷς κλητὴρ καὶ ἐνοίκιον ἁμάξης δραχμ. 2,640.— Οἴκοθεν ἐννοεῖται, ὅτι ἐνοίκιον ἁμάξης διὰ τὸν Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀποβαίνει περιττόν, ἀφοῦ οὗτος προΐσταται πάντοτε ἑνὸς τῶν Ὑπουργείων καὶ διαθέτει τὴν δι’ ἅμαξαν ἐν ἑκάστῳ Ὑπουργείῳ κεχορηγημένην πίστωσιν.
§73ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔγεινε χρῆσις ποτὲ ἁμάξης.
§74ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ προσωπικὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν 1 τμηματάρχης Βʹ τάξεως, 3 γραμματεῖς Αʹ τάξεως, περιορισμὸς τῆς διὰ μαθητευομένους πιστώσεως κατὰ 6,000, πέντε κλητῆρες, τρεῖς παῖδες, οἰκονομία ἐν ὅλῳ δραχμ. 23,880. — Ἐκ τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Γεν. Λογιστηρίου δύναται ν’ ἀπομένῃ κενὴ ἡ ἑτέρα τῶν δύω θέσεων Διευθυντοῦ ἢ ὑποδιευθυντοῦ, μετὰ δὲ τῶν μισθῶν ἑνὸς κλητῆρος καὶ ἑνὸς παιδὸς θέλει προκύψει οἰκονομία 7920.—Οἰκονομικοὶ ἐπιθεωρηταί. Νομίζω, ὅτι τρεῖς τοιοῦτοι εἶναι ἐπαρκεῖς, ἑπομένως προκύπτει ἐκ τούτου οἰκονομία 16,000 δραχμῶν. — Ἔξοδα ὑπηρεσίας Ὑπουργείου. Ἐκ τῶν σημειουμένων 29,000 δραχμῶν, ἀφαιροῦνται ἐκ τοῦ ὑλικοῦ καθημερινῆς χρήσεως δραχ. 1,000, ἐκ συνδρομῶν ἐφημερίδων 2,000, ἀποζημιώσεις ὑπαλλήλων 3,200, κηδεῖαι κλπ. 3,000, τὸ ὅλον τῶν ἐκπεστέων δραχ. 9 200. Ἐκπεστέον ὡσαύτως εἶναι τὸ ἐν τοῖς ἐξόδοις ὑπηρεσίας τοῦ Γεν. Λογιστηρίου περιλαμβανόμενον ἐπιμίσθιον ἐκ δραχ. 550. Ἐκ τῶν δι’ ἔξοδα ἐπιθεωρήσεων ἐκπεστέαι ἀναβαίνουσι δραχ. 2,000. Ἐκ τῶν διὰ μαθητευομένους, κλητῆρας καὶ ἀρχειοφύλακα Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου οἰκονομία δρ. 5460.— Προσωπικὸν ταμείου. Οἱ γραμματεῖς γʹ τάξεως εἶχον καταργηθῆ ἐπὶ πολλὰ ἔτη, ἡ δὲ ἔλλειψις αὐτῶν οὐδὲν ἄφησε κενὸν εἰς τὴν ταμιακὴν ὑπηρεσίαν, διότι οἱ ταμίαι γʹ τάξεως διευθύνοντες ταμεῖα μικρὰ καὶ ἔχοντες βεβαίως λογιστικὴν ἱκανότητα, ἐπαρκοῦσι πληρέστατα· μικρὸν ὅμως κατὰ μικρὸν καὶ τῶν γραμματέων αὐτῶν αἱ θέσεις ἐπληρώθησαν ἅπασαι, οὕτω δὲ ἐπιβαρύνεται τὸ δημόσιον μὲ ποσὸν δραχ. 37,840, ὅπερ δύναται καὶ πρέπει ν’ ἀπαλειφθῇ.— Τὰ ἔξοδα μεταφορᾶς καὶ συγκεντρώσεως χρημάτων δύνανται νὰ ἐλαττωθῶσιν ἀπὸ 7,000 εἰς 5,500, καθ’ ὅσον ἡ συγκέντρωσις ἐνεργεῖται διὰ τῶν ὑποκαταστημάτων τῆς Ἐθν. Τραπέζης δωρεάν· οἰκονομία ἐντεῦθεν δρ. 2,500.— Ἡ εἰς τὸ προσωπικὸν τῶν ἐφοριῶν προσθήκη ἐκ δραχ. 2,160 δέον ν’ ἀπαλειφθῇ. Μιᾶς προσθέτου δαπάνης διὰ τὴν ἐφορίαν Σύρου καὶ διὰ τοὺς ταμίας τῆς Ἑπτανήσου 2,520 δραχ. ἡ ἀπάλειψις εἶναι δεδικαιολογημένη. Νομίζω δὲ, ὅτι καὶ ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἀπεδέχθη τὴν ἀπάλειψιν ταύτην. Τὰ ἔξοδα μεταθέσεων δύνανται νὰ ἐλαττωθῶσιν εἰς δραχμὰς 2,500, ὡς ἦσαν καὶ πρότερον, ἤτοι οἰκονομία δραχμ. 900. Βεβαίωσις δεκάτων δύναται νὰ ἐλαττωθῇ εἰς ὃ ποσὸν ἦσαν τὸ 1877. Ἐντεῦθεν οἰκονομία δραχ. 19,900. Ἔξοδα βεβαιώσεως φόρων ζώων ἀπὸ 30,000 δύνανται νὰ ἐλαττωθῶσιν εἰς δραχμὰς 15,000, ἀφ’ οὗ ἐνοικιάζεται ἡ ἐξακρίβωσις τῶν μὴ δηλωθέντων. Ἔξοδα βεβαιώσεως φόρων ἐπιτηδευμάτων καὶ οἰκοδομῶν ἀπὸ 15,000 περιοριστέον εἰς 10,000. Ἔξοδα ὑπηρεσίας τελωνείων δύνανται νὰ περιορισθῶσιν εἰς ὃ ποσὸν ἦσαν κατὰ τὸ 1877· ἐντεῦθεν οἰκονομία δραχμῶν 17,000. Ἡ συντήρησις τῶν ἀτμοτελωνίδων δύναται νὰ γείνῃ ἄνευ βλάβης τῆς ὑπηρεσίας μὲ μόνον 30,000 δρ., ὅσον καὶ ἂν ὑπολογίσωμεν τὰ ἔξοδα αὐτῶν ὑπερβολικῶς, ἑπομένως ἔχομεν 6,000 δρ. ἀκόμη. Τὰ δικαιώματα καὶ προμήθεια χαρτοσήμου πρέπει νὰ περιορισθῶσιν εἰς 600,000 δραχ. διὰ νὰ εὑρίσκηται ἀναλογία πρὸς τὸ ποσὸν τῶν ἐσόδων· ἔχομεν ἐντεῦθεν ἐλάττωσιν 50,000 δρ. Ποσοστὰ γραμματοσήμου ἀπὸ 30 χιλ. περιοριστέα εἰς 27 χιλ., οἰκονομία δραχ. 3 χιλ. Ἀπαλειπτέα ἀποζημίωσις ἐπιθεωρητοῦ μεταλλείων ἐκ δραχμῶν 1200. Προσωπικὸν γεωμετρικοῦ κλάδου, ἀφαιρεῖται πίστωσις ἐκ δραχ. 5760 διὰ δύο ἐπιθεωρητάς. Σημειοῦται πίστωσις εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἐκ δραχμῶν 15 χιλ. διὰ μελέτας ἀρδεύσεως Μαντινιακοῦ καὶ Ἀργολικοῦ πεδίου. Νομίζω, ὅτι τοιαύτη δαπάνη δὲν ἀνήκει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἀλλ’ ἐν ἐποχῇ, κατὰ τὴν ὁποίαν, ὅπως καὶ ὁ κ. Ζαΐμης χθὲς εἶπε, πρόκειται ἐκ τῶν ἀναγκαιοτάτων νὰ ἀφαιρέσωμεν, δὲν πρέπει οὐδὲ νὰ σκεπτώμεθα περὶ τῶν μὴ ἀπαραιτήτων ἀναγκῶν· ἑπομένως καὶ ἡ δαπάνη αὕτη πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ. Μεταβαίνω εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἡ θέσις τοῦ γενικοῦ γραμματέως εἶναι κενὴ, καὶ δὲν πρέπει νὰ ἐγγράφηται ὁ δι’ αὐτὴν μισθός. Ἂν δ’ ἐκ τῆς πιστώσεως ταύτης μισθοδοτῆται τμηματάρχης, πρέπει οὗτος νὰ λείψῃ, διότι διὰ τὸν τμηματάρχην αὐτὸν δὲν ὑπάρχει τμῆμα. Ἡ πίστωσις διὰ τὸν ἐπιθεωρητὴν τῶν φυλακῶν ἐκ δραχ. 7,200, ὡς καὶ ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς παρετήρησε, πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ, διότι πρὸς τοῖς ἄλλοις εἶναι καὶ δύσκολον νὰ εὑρεθῇ τὸ κατάλληλον πρόσωπον, ἄλλως τε ἀφοῦ ἐπί τοσοῦτον χρόνον ἔμειναν αἱ φυλακαὶ ἄνευ ἐπιθεωρητοῦ, δύνανται ἀκόμη νὰ μείνωσιν ἐπί τινα χρόνον. Δύο ὑπουργικοὶ γραμματεῖς αʹ τάξεως δύνανται νὰ λείψουν χωρὶς ἡ ὑπηρεσία νὰ πάθῃ. Οὕτως ἔχομεν μόνον εἰς τὸ προσωπικὸν τοῦ ὑπουργείου οἰκονομίαν 18,720 δραχ. Παρετηρήθη εἰς τοὺς προϋπολογισμούς, ὅτι τινὲς τῶν ὑπουργῶν σημειώνουσι πιστώσεις διὰ τὰς ἁμάξας των ἐκ δραχ. 4,800— τινὲς δὲ καὶ ἀνωτέρας μέχρι 5,500 δραχμῶν. Νομίζω, ὅτι ἐπὶ τούτῳ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἓν μέτρον, ἀπαλειπτέα εἶναι ἐκ τῆς δι’ ἅμαξαν πιστώσεως ποσότης δραχ. 600. Διὰ χάρτην καὶ γραφικὴν ὕλην ἀρκοῦσι δραχ. 3,600, ἐντεῦθεν οἰκονομία δραχ. 1400. Δαπάναι δι’ ἐφημερίδας καὶ συγγράμματα ἐκ δραχμῶν 5 χιλιάδων καὶ δαπάναι διὰ συνδρομὴν ξένων ἐφημερίδων ἐκ δραχμῶν 30,000· καὶ τὰ κονδύλια ταῦτα εἶναι βεβαίως ἀπαλείψιμα. Ἡ δι’ ἔκτακτον προσωπικὸν πίστωσις τῶν 6 χιλιάδων εἶναι ἐντελῶς περιττὴ, διότι οἱ ὑπάρχοντες γραφεῖς ἀπεδείχθησαν ἐπαρκέστατοι δι’ τὴν ὑπηρεσίαν. Ἡ δὲ πίστωσις ἐκ δραχμῶν 12 χιλ. διὰ ἀνακούφισιν Νομαρχῶν τινων, πρέπει νὰ λείψῃ· ἂν δὲ θεωρηθῇ ἀναγκαία νὰ δίδηται μόνον εἰς τὸν τῆς Κερκύρας, πρέπει καὶ τοῦτο νὰ κανονισθῇ διὰ νόμου, καὶ οὐχὶ ν’ ἀποδίδηται κατὰ τὴν θέλησιν τῶν Ὑπουργῶν εἰς προνομιούχους τινὰς Νομάρχας. Ἐπίσης ἡ ἐκ δραχ. 6,240 δι’ ἐνοίκια γραμματέων τινῶν Νομαρχιῶν πίστωσις πρέπει νὰ λείψῃ, διότι δὲν στηρίζεται ἐπὶ νόμου τινὸς, καθ’ ὅσον οἱ γραμματεῖς μισθοδοτοῦνται. Ὡσαύτως πρέπει νὰ λείψῃ ἡ πίστωσις διὰ περιοδείας Νομαρχῶν, διότι εἶναι ἄχρηστος καθόσον δὲν γίνονται περιοδεῖαι, καὶ ἂν γίνωνται, δὲν γίνονται πρὸς τὸν σκοπόν, δι’ ὃν ὡρίσθησαν. Νομίζω δὲ, ὅτι ἐν ἐποχῇ τοιαύτῃ, καθ’ ἣν σκεπτόμεθα περὶ οἰκονομιῶν, δὲν πρέπει νὰ δημιουργῶμεν νέας θέσεις· εἶδον δὲ, ὅτι δημιουργεῖται πίστωσις διὰ νέον ἐπαρχεῖον ἐκ δραχ. 2,800 διὰ μόνον τὸν μισθὸν τοῦ ἐπάρχου. Πρὸς δὲ τούτοις ὅλοι γνωρίζετε, ὅτι εἰς πλεῖστα τῶν ἐπαρχειῶν οἱ γραμματεῖς εἶναι περιττοὶ, οἱ ἔπαρχοι μόνον δύνανται νὰ ἐκπληρῶσι τὰ καθήκοντα τὰ ἐπιβαλλόμενα εἰς ἀμφοτέρους. Ἐὰν λείψωσι, δύναται νὰ τοὺς ἀναπληρώσῃ ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος. Δὲν παραδέχομαι δὲ ὅ,τι εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Καλαβρύτων, ὅτι πρέπει τὰ καθήκοντα τοῦ Ἐφόρου ν’ ἀνατεθῶσιν εἰς τὸν Ἔπαρχον, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ Ἔπαρχος, ὁ ὁποῖος κατὰ τὸν νόμον ἐπιτηρεῖ τὸν Ἔφορον, νὰ ἐκπληροῖ καὶ τὰ καθήκοντα αὐτοῦ. Εἰς πρακτικώτερον ἀποτέλεσμα φθάνομεν, ἂν καταργήσωμεν τὰς θέσεις 40 γραμματέων ἐπαρχείων ἐκ δραχμῶν 67,200. Ἀπαλείψιμα εἰσὶν ἐντελῶς τὰ ἔξοδα περιοδείας Ἐπάρχων 4,100. Ἔξοδα μετατιθεμένων καὶ λόγῳ ὑπηρεσίας ὁδοιπορούντων ὑπαλλήλων, δύνανται νὰ ἐλαττωθῶσιν ἀπὸ 10 χιλιάδας εἰς 5,000. Εἰς τὸ προσωπικὸν τῆς ἀστυνομίας Ἀθηνῶν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ οἰκονομία 50,000 καὶ διὰ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ προσωπικοῦ τῶν κλητήρων καὶ διὰ τῆς ἀποκλειστικῆς, οὕτως εἰπεῖν, ἀπασχολήσεως αὐτῶν εἰς τὸ ἔργον των καὶ πρὸ πάντων διὰ τῆς χρησιμοποιήσεως ὑπαξιωματικῶν εἰς τὰς θέσεις τῶν ἀστυνομικῶν κλητήρων. Εἶναι δυνατὸν τὸ τρίτον τῶν κλητήρων νὰ ἔχητε ἐξ ὑπαξιωματικῶν ἐπὶ αὐξήσει τινὶ τοῦ μισθοῦ των. Εἶναι ἐντελῶς περιττὴ ἡ ἐκ δραχμῶν 2,000 πίστωσις, δι’ ἀποζημίωσιν φθορᾶς ἀστυνομικῶν καταστημάτων, διότι, ἂν συμβῶσι φθοραὶ, συνήθως γίνονται δίκαι καὶ ἐκδίδεται δικαστικὴ ἀπόφασις, τὰ δὲ ποσὰ τῶν ἀποζημιώσεων πληρώνονται ἐκ τῶν δικαστικῶν ἀποζημιώσεων τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Εἰς τὸ προσωπικὸν τῶν φυλακῶν ὑπάρχει πίστωσις χιλίων δραχμῶν δι’ ἔκτακτον προσωπικόν. Τὸ ὑπάρχον ὅμως εἰς τὰς φυλακὰς εἶναι ἐπαρκὲς, τὸ δὲ ἔκτακτον εἰς πᾶν ἄλλο χρησιμεύει ἢ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν φυλακῶν· διὰ τοῦτο καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο πρέπει νὰ λείψῃ. Διὰ τὸ Σωφρονιστήριον Αἰγίνης εἶναι ἀναγεγραμμένη πίστωσις 7,632 δραχμῶν, γνωρίζετε δὲ, ὅτι δὲν ἐτέθη εἰσέτι εἰς ἐνέργειαν, θὰ τεθῇ δὲ πιθανῶς περὶ τὰ μέσα τοῦ ἔτους, ὥστε ἡ πίστωσις δύναται νὰ ἐλαττωθῇ κατὰ δραχ. 3. χιλ. Δι’ ἀνατύπωσιν ἐκλογικῶν καταλόγων ὑπολογίζονται 30 χιλ. καθ’ ἃς ἔχω, κύριοι, πληροφορίας, πίστωσις 10 χιλ. εἶναι ἐπαρκής. Δικαιώματα δικαστικῶν κλητήρων 5 χιλ. δύνανται νὰ περιορισθῶσιν εἰς 2 χιλιάδας. Διὰ τὸ ἰατροσυνέδριον προϋπολογίζονται δραχ. 10,380, δύναται ἡ πίστωσις αὕτη νὰ περιορισθῇ ὅπως κατὰ τὸ 1877 εἰς 8,700. Μισθὸς ἰατροῦ ἐπιθεωρητοῦ ἐκ δραχ. 4,800, νομίζω, ὅτι δύναται ν’ ἀπαλειφθῇ ἡ πίστωσις χωρὶς νὰ πάθῃ ἡ ὑπηρεσία. Τὰ ὑγειονομεῖα, κύριοι, δὲν εἶναι ἀναγκαῖα· ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ εἷς τῶν συναδέλφων ἐδήλωσεν, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον συγκατατίθεται νὰ καταργηθῶσιν αἱ θέσεις τῶν ὑγειονόμων καὶ ν’ ἀνατεθῶσιν εἰς ἰατροὺς λαμβάνοντας 100 δραχ. κατὰ μῆνα· καὶ αὐτὴ ἡ εἴδησις ηὐχαρίστησεν ἡμᾶς, ἀλλὰ κατὰ τὴν κατάρτισιν τῆς ἐκθέσεως ἡ δήλωσις ἀπεσύρθη, καὶ ἑπομένως ἐνεγράφησαν τὰ ἔξοδα τῶν ὑγειονομείων.
§75ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἦτο ἀκριβὲς τὸ λεχθέν. Οἱ τρεῖς ἰατροὶ, περὶ ὧν πρόκειται, ἀνήκουσιν εἰς ἄλλην ὑπηρεσίαν.
§76ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἰδέα ἡμῶν εἶναι, ὅτι δύνανται ἀντὶ τῶν ὑγειονόμων νὰ διορισθῶσιν ἰατροὶ καὶ θὰ ἔχωμεν οἰκονομίαν 10,080 δραχμῶν, ἤτοι ἀντὶ εἰδικοῦ ὑγειονόμου καὶ γραμματέως νὰ διορισθῇ εἷς ἰατρὸς μὲ μηνιαῖον μισθὸν δραχ. 100. — Ἀπαλειπτέα δὲ εἶναι ἡ εἰδικὴ πίστωσις διὰ τρεῖς ἰατροὺς ἐκ δραχ. 3600 —ἀπαλειπτέα ὡσαύτως εἶναι ἡ ἐκ δρ. 2000 πίστωσις διὰ συνδρομὴν συγγραφῶν. — Τὸ προσωπικὸν τῆς πολυτεχνικῆς σχολῆς πρέπει νὰ μείνῃ ὡς ὑπάρχει. Τὸ εἰσαχθὲν Νομοσχέδιον εἰσάγει βελτιώσεις ὀργανίζον ἐντελέστερον τὰ τῆς σχολῆς· πρέπει ὅμως νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι καὶ τὰ καλὰ αὐτὰ, ὡς συνεπάγονται δαπάνην, διὰ τὸ ἔτος τοῦτο πρέπει ν’ ἀναβάλωμεν καὶ νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὸ καθεστώς· ἐντεῦθεν δὲ προκύπτει οἰκονομία δραχ. 17,280. Ἡ διὰ τὰς γεωργικὰς σχολὰς πίστωσις ἐκ δραχμῶν 50,000 πρέπει ν’ ἀπαλειφθῇ, διότι, κατὰ τὸ εἰσαχθὲν περὶ τούτου νομοσχέδιον, αἱ γεωργικαὶ σχολαὶ θὰ γείνωσιν ἐκ τοῦ κληροδοτήματος τοῦ Τριανταφυλλίδου· ἡ διὰ προμήθειαν σπόρων καὶ φυτῶν πίστωσις ἐκ δρ. 2000 δέον ν’ ἀπαλειφθῇ, διότι, ὡς γνωστὸν, κατὰ τὸν περὶ φυλλοξήρας νόμον ἀπαγορεύεται ἡ εἰσαγωγὴ αὐτῶν. Ἡ πίστωσις δι’ ἀνάλυσιν μεταλλικῶν ὑδάτων δὲν χρησιμεύει πρὸς σκοπὸν ἐπιστημονικὸν, ὡς ἡ μέχρι τοῦδε πεῖρα ἀπέδειξε· δέον ν’ ἀπαλειφθῇ. — Ἡ δι’ ἀπογραφὴν ἐκ δραχ. 15000 πίστωσις περιορισθήτω εἰς 5000. Δὲν φρονῶ δὲ, ὅτι ὑπάρχει τις εἰς τὰς παρούσας οἰκονομικὰς δυσχερείας ὁ ἔχων τὸ θάῤῥος νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν πίστωσιν τῶν 25,000 δραχμῶν διὰ τὸ θέατρον.— Ἀφοῦ περικόπτωμεν δαπάνας ἑτέρας χρησιμευούσας ὁπωσδήποτε, ἡ διὰ τὸ θέατρον πρέπει πρωτίστως ν’ ἀπαλειφθῇ. Ἀφαιρετέα ἡ συνδρομὴ δημοσίου διὰ τὴν ἐπέκτασιν τῆς πόλεως Ἀθηνῶν ἐκ δραχ. 15000. Συνδρομή τοῦ δημοσίου διὰ πραγματοποίησιν συνοικισμῶν ἐκ δραχ. 30,000 πρέπει ν’ ἀπαλειφθῇ, διότι οὐδεμία γίνεται χρῆσις τῆς πιστώσεως ταύτης. Ἀπαλειπτέα καθίσταται ἡ προτεινομένη αὔξησις εἰς ἔξοδα τηλεγραφικῶν ὑπαλλήλων δραχ. 2000. Ὡσαύτως ἀπαλειπτέα εἶναι ἡ ἐκ δραχμῶν 15,000 πίστωσις διὰ σύστασιν νέων τηλεγραφικῶν γραμμῶν.—Τὰ ἀποδοτέα τηλεγραφικὰ τέλη ἐλαττοῦνται κατὰ τὴν πρότασιν τοῦ Ὑπουργείου κατὰ δραχμὰς 100,000. Ἡ πίστωσις διὰ τοὺς ἐξ ἀλλοδαπῆς μέλλοντας νὰ ἔλθωσιν ἐπιθεωρητὰς καὶ ἐργοδηγοὺς εἰς τὸ τμῆμα τῶν δημοσίων ἔργων, δύναται νὰ ἐλαττωθῇ κατὰ δραχμὰς 40 χιλιάδας, κατὰ τὰς πληροφορίας αὐτοῦ τοῦ τμήματος. Ἡ δι’ ἐπισκευὴν καὶ διακόσμησιν οἰκοδομῶν πίστωσις ἐκ δραχμῶν 50,000, δύναται νὰ περιορισθῇ εἰς 10,000. Ἡ πίστωσις δι’ ἀνακαίνισιν τοῦ φρενοκομείου Κερκύρας ἀπὸ 30,000, δύναται νὰ περιορισθῇ εἰς 15,000. Ἡ ἐξ ἑκατὸν χιλιάδων δραχμῶν πίστωσις διὰ κατασκευὴν ἐξεταστικῶν φυλακῶν δύναται ν’ ἀπαλειφθῇ, καθόσον εἶναι ἐν τῷ συνιστᾶσθαι ἰδιωτικὴ ἑταιρία πρὸς τοῦτο. Ἡ δὲ διὰ συντήρησιν τοῦ βουλευτηρίου ἐκ δραχμῶν 10,000 πίστωσις δύναται νὰ περιορισθῇ εἰς τὸ ἥμισυ, διότι τοιοῦτο ποσὸν εἶναι ἐπαρκές. Ἡ δὲ διὰ κατασκευὴν οἰκίσκων καθάρσεως ἐκ δρ. 20,000 πίστωσις δύναται νὰ περιορισθῇ εἰς τὸ ἥμισυ, καθὼς καὶ ἡ δι’ ἀποξήρανσιν ἑλῶν πίστωσις ἐκ δραχμῶν 50,000 δύναται νὰ περιορισθῇ εἰς τὸ ἥμισυ. Ἡ δὲ πίστωσις διὰ κατασκευὴν φάρων ἐκ δραχμῶν 200,000 εἶναι ὑπερβολική. Τουλάχιστον διὰ τὸ τόσῳ δυσχερὲς ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν ἔτος 1880 ἀρκεῖ νὰ δαπανηθῶσι διὰ τοὺς φάρους 100,000. Ἴσως δὲ καὶ εὔκολον δὲν εἶναι νὰ κατορθωθῇ ἐντὸς τοῦ ἔτους αὐτοῦ ἡ κατασκευὴ πλειόνων. Ἡ ἐκ δραχμῶν 60,000 πίστωσις διὰ κάθαρσιν λιμένων δέον νὰ περιορισθῇ εἰς τὸ ἥμισυ. Ἡ διὰ καλλωπισμὸν τῆς πρωτευούσης πίστωσις ἐκ δραχμῶν 30,000 περιορισθήτω εἰς τὸ ἥμισυ. Ἡ δι’ ἐκτέλεσιν σχεδίων πόλεων ἐκ δραχμῶν 15,000 ὡσαύτως ἀπαλειπτέα ἐντελῶς εἶναι ἡ δι’ ὑδραγωγεῖα πίστωσις δραχμῶν 10,000. Ἡ πίστωσις δι’ ἔξοδα κηδειῶν καὶ περιθάλψεως ἐξ 26,000 πρέπει νὰ διαγραφῇ, δι’ οὓς εἶπον ὑμῖν πρότερον λόγους. Οὕτω δὲ μέ τινας οἰκονομίας εἰσακτέας εἰς τὰ τηλεγραφικὰ γραφεῖα διὰ τὰς εἰς διανομεῖς μεταβολὰς τῶν κλητήρων, δι’ οὓς δαπανᾶται ποσὸν 60,000 δραχμῶν, δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν οἰκονομίαν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν 900,000 περίπου. Εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, κύριοι, αἱ οἰκονομίαι εἶναι μικραί. Κατ’ ἐμὴν πεποίθησιν περιορίζονται εἰς τὸ ποσὸν τῶν 100,000, διότι δὲν συμφωνῶ μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ καλαβρύτων, ὅτι τὸ ποσὸν των 500,000 δραχμῶν, τὸ ψηφιζόμενον κατ’ ἔτος διὰ γνωστὸν σκοπὸν πρέπει νὰ περιορισθῇ εἰς 200,000. Κἀγὼ θὰ παρακαλέσω νὰ μὴ γείνῃ συζήτησις ἐπὶ τῆς πιστώσεως αὐτῆς, καθόσον γινώσκετε διὰ τίνα σκοπὸν διατίθεται.
§77Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐν τούτοις εἶναι γνωστὸν, ὅτι δὲν ἐδαπανήθησαν τὰ χρήματα πρὸς τὸν σκοπόν των.
§78ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπῆρχεν ἀληθῶς τὸ παράπονον αὐτὸ, ὅτι ἡ πίστωσις αὕτη δὲν ἐχρησιμοποιήθη ἐν τῷ παρελθόντι ὡς ἔδει, οὐχ ἧττον ἀπαιτεῖται ἡ πίστωσις αὕτη, καὶ ὅσοι ἐκ τῶν συναδέλφων ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ μελετήσουν τὰ ἔγγραφα τ’ ἀφορῶντα εἰς τὴν πίστωσιν ταύτην, ἐπείσθησαν, ὅτι καὶ περισσότερον τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου ἂν ἐδίδετο, θὰ ἦτο δαπάνη πληρέστατα δεδικαιολογημένη, ἑπομένως φρονῶ, ὅτι ἡ πίστωσις τῶν δραχμῶν 500 χιλιάδων πρέπει νὰ μείνῃ. Παραδέχομαι τὴν ἑτέραν ἰδέαν τοῦ κ. Ζαΐμη νὰ μὴ στείλωμεν εἰμὴ μόνον εἰς Ῥουμανίαν πρέσβυν, διότι ἀποβαίνει ἀναπόφευκτον ἐπὶ τοῦ παρόντος, νὰ παραβλέψωμεν δὲ διὰ τὸ ἔτος αὐτὸ τὴν ἀποστολὴν διπλωματικῶν πρακτόρων εἰς τὰ λοιπὰ μέρη. Ἀντὶ τῶν 125,000 δραχμῶν, ἃς ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ὑπολογίζει ὡς ἐκπεστέας ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου, «ἀποστολαὶ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν», νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ περιορίσητε τὴν ἔκπτωσιν ταύτην εἰς 50,000, τὸ δὲ ὑπόλοιπον νὰ χρησιμεύσῃ διὰ τὴν ἐν Ῥωμανίᾳ Πρεσβείαν, καὶ διὰ τὸ γενικὸν προξενεῖον Ῥωμυλίας. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δέον ν’ ἀπαλειφθῇ ἡ ἐκ δραχμῶν 30 χιλιάδων πίστωσις, ἡ εἰδικῶς ζητουμένη διὰ νέα προξενεῖα. Εἰς τὸ προσωπικὸν τοῦ Ὑπουργείου ἔχομεν οἰκονομίαν ἐκ δραχμῶν 5,160 δι’ ἕνα τμηματάρχην καὶ ἕνα ὑπουργικὸν γραμματέα. Ἡ ἐπιτροπὴ ἠλάττωσε τὸ ποσὸν τὸ προσδιωρισμένον διὰ παράσημα, ἀλλὰ καθ’ ἃς ἔλαβα πληροφορίας, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἐπέλθῃ ἐλάττωσις εἰς τὸ κονδύλιον τοῦτο, δὲν ἀποτελεῖ πραγματικὴν οἰκονομίαν, διότι γνωστὸν εἶναι, ὅτι ἐκ τῆς μικρᾶς ἢ μεγάλης πιστώσεως δὲν θέλει ἀποτραπῆ ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀπονείμῃ παράσημα, ἂν ἡ ἀνάγκη ἀπαιτήσῃ τοῦτο. Ὡς γνωστὸν, ὑπάρχει ἐργολάβος, ὁ ὁποῖος προμηθεύει τὰ παράσημα, καὶ ὁ ὁποῖος κρατεῖ ἀνοικτὸν λογαριασμόν. Εἶναι δὲ βέβαιον, ὅτι τὸ ποσὸν τῶν 15,000 δραχμῶν δὲν ἐπαρκεῖ πάντοτε, καὶ ἡ κυβέρνησις ἀπομένει ὀφειλέτης, ὥστε ἡ οἰκονομία τῶν 5 χιλ. δραχμῶν δὲν δικαιολογεῖται ἐπὶ τοῦ κονδυλίου τούτου. Ὡς πρὸς τὴν ἔκπτωσιν δὲ τῶν δραχμῶν 10 χιλιάδων ἐκ τοῦ μισθοῦ τοῦ ἐν Τουρκίᾳ πρέσβεως, νομίζω, ὅτι τότε μόνον εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ αὕτη, ὅταν ἐπιψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀγορᾶς οἰκίας ἐν Κων)πόλει.
§79ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἂν θέλῃ νὰ κατοικήσῃ, διότι; δύναται νὰ ἔχῃ οἰκίαν εὐθηνοτέραν.
§80ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τότε πρὸς τί ν’ ἀγοράσωμεν τὴν οἰκίαν;
§81ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Φρονῶ δὲ, ὅτι πρέπει νὰ προτιμηθῇ ἡ διὰ μιᾶς πληρωμὴ τοῦ τιμήματος ἐκ φράγκων 340 χιλ. παρὰ νὰ πληρώνωμεν 4% τόκον καὶ χρεωλύσιον ἐπὶ κεφαλαίου 400,000 φράγκων. Οὕτω δὲ ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν ἐξωτερικῶν ἔχομεν οἰκονομίαν ἐκ δραχμῶν 100,000. Καὶ μόνον εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν ἐξωτερικῶν συμβαίνει αἱ οἰκονομίαι, τὰς ὁποίας ὑποδεικνύω, νὰ ἦναι κατώτεραι ἐκείνων, τὰς ὁποίας ὑπέδειξεν ἡ πλειοιοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι ἀναχωρῶ πάντοτε ἐκ τῆς ἀρχῆς, ὅτι πρέπει ν’ ἀποφύγωμεν τὴν βλάβην τῶν σπουδαίων συμφερόντων τῆς διοικήσεως. Ἔρχομαι νῦν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῆς δικαιοσύνης. Προσωπικὸν ὑπουργείου, ἀφαιρεῖται εἷς γραμματεὺς καὶ εἷς γραφεύς, τὸ ὅλον δραχ. 4, 320. Μισθὸς ἑνὸς ἀντεισαγγελέως ἐφετῶν 4800. Ἡ διὰ προσθήκην 5 πρωτοδικῶν πίστωσις 18,000 δραχμῶν ἀποβαίνει ἀπαλείψιμος· καὶ ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τὸ ὑπουργεῖον ἀπεδέχθησαν τὴν ἀπάλειψιν αὐτήν· ὡς πρὸς τοῦτο συμφωνῶ μετὰ τοῦ κ. Ζαΐμη, ὅτι καὶ ἕτεραι οἰκονομίαι δυνατὸν νὰ ἐπέλθωσιν, ὅταν συμβαίνῃ θέσεις τινὲς πρωτοδικῶν νὰ κενῶνται, τὸ ὑπουργεῖον δέον νὰ μὴ συμπληροῖ αὐτὰς, διότι εἶναι γνωστὸν, ὅτι καὶ μὲ ὀλιγωτέρους πρωτοδίκας εἶναι δυνατὸν νὰ λειτουργήσῃ ἡ δικαιοσύνη.
§82ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Πόθεν τὸ ἀρύεσθε;
§83ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Χθὲς ὁ κ. Ζαΐμης εἶπεν, ὅτι ὑπάρχουν πρωτοδικεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα καὶ οἱ πέντε πρωτοδίκαι, δὲν εἶναι ἀναγκαῖοι· τὴν αὐτὴν πεποίθησιν ἔχω καὶ ἐγώ· φρονῶ, ὅτι ὑπάρχουσι πρωτοδικεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα τρεῖς πρωτοδίκαι εἰσὶν ἐπαρκέστατοι. Ἡ πίστωσις ἐκ δραχμῶν 32,400 διὰ ἐννέα ἀντεισαγγελεῖς εἶναι περιττή. Ἡ διὰ προσθήκην δέκα ὑπογραμματέων ἐκ 10,800 δύναται νὰ ἀπαλειφθῇ. Δύνανται ν’ ἀφαιρεθῶσιν ὡσαύτως καὶ αἱ ἐκ δραχ. 7,200 πιστώσεις δι’ ὑπογραμματεῖς τῶν εἰρηνοδικείων; διότι οἱ ὑπογραμματεῖς τῶν εἰρηνοδικείων τοῦ Κράτους δὲν λαμβάνουν κατὰ νόμον μισθόν. Ἐκ τῆς δι’ ὑλικὸν τοῦ Ὑπουργείου πιστώσεως ἀπαλειπτέα ἀποβαίνει ἡ ἐκ δραχ. 500 πίστωσις διὰ συνδρομὴν εἰς ἐφημερίδας. Ἡ ἐκ δραχ. 4,760 προσθήκη δι’ ἐνοίκιον καὶ αὔξησιν βοηθητικοῦ προσωπικοῦ δέον νὰ περιορισθῇ εἰς δραχ. 2,760 ἤτοι ἐπὶ ἔλαττον κατὰ δραχ. 2,000. Ἡ δι’ ἐπιμίσθια τῶν ἀνακριτῶν νέα πίστωσις ἐκ δραχμῶν 6,000 ἐπίσης δύναται νὰ λείψῃ ἄνευ βλάβης τῆς ὑπηρεσίας, ἡ δὲ δι’ ἀποζημίωσιν ἀνακριτικῶν ὑπαλλήλων δύναται, κατὰ τὴν πρότασιν αὐτοῦ τοῦ Ὑπουργείου, νὰ ἐλαττωθῇ κατὰ 29,500. Ἡ διὰ δημοσιεύσεις πίστωσις ἐκ δραχμῶν 6,000 δέον νὰ ἐλαττωθῇ εἰς τὸ ἥμισυ. Ἀπαλειπτέα δὲ εἶναι ἐντελῶς ἡ δι’ ἔξοδα κηδείας πίστωσις ἐκ δραχ. 4,000. Οὕτω τὸ ὅλον τῶν οἰκονομιῶν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ἀνέρχεται εἰς δραχ. 122,520. Μεταβαίνω εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Εἶναι δυνατὸν ἄνευ βλάβης τῆς ὑπηρεσίας νὰ λείψωσι δύο γραμματεῖς καὶ εἷς γραφεύς, ἐκ τούτου δὲ προέρχεται οἰκονομία δραχ. 6,840. Εἰς τὴν δι’ ἅμαξαν πίστωσιν ἐκ 5,280 δυνάμεθα ν’ ἀφαιρέσωμεν δραχ. 480, ἤτοι εἰς ὃ ποσὸν εἶναι καὶ εἰς τὰ ἄλλα Ὑπουργεῖα. Ἀπαλειπτέα εἶναι ἡ διὰ συνδρομὴν ἐφημερίδων πίστωσις ἐκ δραχμῶν 1,200. Ἡ ἀποζημίωσις τοῦ διεκπεραιωτοῦ ἐκ δραχ. 600, ἤτοι ἐπιμίσθιον, δύναται νὰ λείψῃ. Καὶ εἰς τὴν ἐκ δραχ. 135,000 πίστωσιν δι’ ἐπιδόματα ἐπισκόπων, ἂν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸ νῦν ὑπάρχον προσωπικὸν καὶ ἐνδεχομένην μικρὰν προσθήκην, εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφαιρέσωμεν 60,000. Ἡ ἐκ δραχ. 110,000 πίστωσις διὰ συνδρομὴν κληρικῶν καὶ συνδρομῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἀποβαίνει περιττή, διότι, καὶ ἂν ὑπάρξῃ ἀνάγκη, δύναται νὰ ἐκπληρωθῇ ἐκ τῆς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν κεχορηγημένης πιστώσεως τῶν 500,000 δραχ. Ὡσαύτως ἀπαλειπτέα εἶναι ἡ ἐκ δραχ. 6,000 πίστωσις δι’ ἀπροβλέπτους ἐκκλησιαστ. ἀνάγκας καὶ διατροφὴν καταδίκων κληρικῶν. Ἐκ τῆς διὰ τὸ προσωπικὸν τοῦ Πανεπιστημίου πιστώσεως, δύναται νὰ ἐπέλθῃ οἰκονομία ἐκ δρ. 27,000. Ἔχομεν κατόπιν διὰ τὸ προσωπικὸν τοῦ γραφείου τοῦ πανεπιστημίου 17,760· τὸ προσωπικὸν αὐτὸ χρησιμεύει πρὸ πάντων διὰ τὴν διοίκησιν καὶ διαχείρισιν τῆς περιουσίας τοῦ πανεπιστημίου. Τὸ πανεπιστήμιον, ὡς γνωρίζετε, εὐπορεῖ, ὥστε ἡ διὰ τὴν διαχείρισιν τῆς περιουσίας του δαπάνη δὲν πρέπει νὰ ἐπιβαρύνῃ τὸ Κράτος. Νομίζω λοιπόν, ὅτι ἡ πίστωσις αὕτη πρέπει νὰ ἐπιβαρύνῃ τὴν περιουσίαν τοῦ πανεπιστημίου. Ἡ ἀστυκλινικὴ εἶναι τοποθετημένη εἰς ἓν οἴκημα ἀνῆκον εἰς τὸ πανεπιστήμιον, ἡ ἀστυκλινικὴ χρησιμεύει καὶ δι’ ἄλλας ἀνάγκας, ἀλλὰ ἰδίως διὰ τὴν ἄσκησιν τῶν τῆς ἰατρικῆς σχολῆς φοιτητῶν· εἶναι ἄλλαις λέξεσι παράρτημα τῆς ἰατρικῆς σχολῆς τοῦ πανεπιστημίου. Ἐν τούτοις τὸ δημόσιον πληρώνει λόγῳ ἐνοικίου εἰς τὸ πανεπιστήμιον 3,000 δραχμάς. Νομίζω, ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ μὴ ἐπιβαρυνθῇ τὸ δημόσιον ταμεῖον μὲ αὐτὴν τὴν δαπάνην. Δι’ ἀρχικηπουρὸν καὶ κηπουρὸν τοῦ βοτανικοῦ κήπου ὑπολογίζεται δαπάνη δραχ. 2,100· ἀλλὰ τοιοῦτος ὑπάρχει καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν· δὲν δύναται δέ τις νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἀπαιτοῦνται δύο ἀρχικηπουροὶ καὶ δύο κηπουροί. Κατὰ τὴν κρίσιν τῶν εἰδημόνων δύναται ν’ ἀπαλειφθῇ ἡ πίστωσις αὕτη ἄνευ βλάβης τινὸς τῶν φοιτητῶν τῆς βοτανικῆς. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγράφεται πίστωσις ἐκ 50,000 δραχμῶν διὰ τὴν οἰκοδομὴν τῆς βορείου πτέρυγος τοῦ ἐθνικοῦ μουσείου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἐπληροφόρησε τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅτι ἦλθεν εἰς συνεννόησιν μετὰ τῆς ἀρχαιολογικῆς ἑταιρίας, ἥτις ἀνεδέχθη τὴν δαπάνην τῆς κατασκευῆς τῆς πτέρυγος τοῦ Μουσείου ἐπὶ τῇ συμφωνίᾳ νὰ καταβληθῇ εἰς αὐτὴν τὸ δαπανηθησόμενον ἐκ δραχ. 100 χιλ. ποσὸν εἰς δύο ἔτη ἀτόκως. Ἀλλ’ ἐγὼ, φρονῶ, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ συγκατατεθῇ ἡ ἀρχαιολογικὴ ἑταιρία, ὥστε τὸ ποσὸν τῶν ἑκατὸν χιλ. ν’ ἀποδοθῇ ὄχι εἰς διάστημα δύο ἐτῶν, ἀλλὰ εἰς 4 ἔτη. Οὕτω δὲ ἐπιβαρύνομεν τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων μὲ 25 χιλ. δραχμάς. Αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἔχω, μὲ ἐνισχύουσιν εἰς τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ ἑταιρία ἀποδεχθήσεται τοῦτο, ἀπομένει δὲ βεβαίως ἡ ἐκτέλεσις εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅστις, ὡς φρονῶ, δὲν θ’ ἀπαντήσῃ δυσχερείας εἰς τοῦτο. Ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ παρεδέχθη νὰ ἀποκλεισθῇ ἡ πίστωσις διὰ συνδρομὴν χορηγουμένην ὑπὸ τοῦ δημοσίου ὑπὲρ τοῦ γυμνασίου Πειραιῶς, λόγῳ, ὅτι ὁ δῆμος Πειραιῶς εὐπορεῖ καὶ δύναται τὸ ποσὸν τῶν 6 χιλ. δραχ. νὰ τὸ καταβάλῃ ἐκ τῶν ἰδίων εἰσοδημάτων· ἂν γείνῃ δεκτὴ ἡ ἀρχὴ αὕτη, δέον νὰ μὴ περιορισθῇ εἰς τὸ γυμνάσιον Πειραιῶς, ἀλλὰ νὰ ἐπεκταθῇ καὶ ὡς πρὸς τὰ γυμνάσια, τὰ ὁποῖα ἐσυστήθησαν τῇ αἰτήσει τῶν δήμων Αἰγίου καὶ Πύργου. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ὅταν ἐζητήθη ἡ σύστασις τῶν γυμνασίων τούτων, ἰσχυρίζοντο, ὅτι τὸ δημόσιον δὲν πρόκειται νὰ καταβάλῃ οὔτε ὀβολὸν, ἀλλ’ ὅτι ἡ δαπάνη ὁλόκληρος θὰ ἐπιβαρύνῃ τοὺς δήμους, καὶ ἑπομένως, ἐπειδὴ ἐπρόκειτο περὶ συμφέροντος τοπικοῦ, δὲν ἐδικαιολογεῖτο οὐδεμία ἀντίῤῥησις. Ἐπὶ τοιαύτῃ βεβαιώσει ἐνεκρίθη ἡ σύστασις τῶν γυμνασίων ἐν Αἰγίῳ καὶ ἐν Πύργῳ. Δὲν ἔχει ὅμως οὕτω διὰ τὸ ἐν Λευκάδι γυμνάσιον, διότι γνωστὸν εἶναι, ὅτι κατὰ τὴν σύστασιν αὐτοῦ ἐξ ἀρχῆς ἦτο γνωστὸν, ὅτι τὸ Δημόσιον πρόκειται νὰ συντρέξῃ διὰ τὴν διατήρησιν τοῦ γυμνασίου τούτου. Δι’ αὐτὸ λοιπὸν τὸ γυμνάσιον μόνον ἐνδοιάζω νὰ προτείνω νὰ καταργηθῇ ἡ χορηγουμένη πίστωσις· ἐὰν ὅμως ἀποδειχθῇ, ὅτι καὶ ὁ δῆμος οὗτος δύναται νὰ συντηρήσῃ τὸ γυμνάσιον, φρονῶ, ὅτι καὶ αὐτὸ τὸ ποσὸν πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ. Ἡ δι’ ἐπιθεώρησιν τῶν γυμνασίων πίστωσις ἐκ δραχ. 6 χιλ. νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἀναγκαία· καὶ ἂν ὑποτεθῇ χρησιμεύουσα ὁπωσδήποτε δὲν εἶναι τοσοῦτον ἀναγκαία, ὥστε σήμερον νὰ ἐπιβαρύνῃ τὸν προϋπολογισμόν. Ὑπάρχει ἑτέρα πίστωσις δι’ ἐπιθεώρησιν τῶν δημοτικῶν σχολείων, ἀλλ’ αὐτῆς οὐδεὶς προτείνει τὴν ἐλάττωσιν, διότι ἀπεδείχθη ὠφέλιμος εἰς τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν ἡ τοιαύτη ἐπιθεώρησις. Ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν προτείνεται νῦν νέα πίστωσις ἐκ δραχμῶν 43,811 δι’ αὔξησιν Ἑλληνικῶν σχολείων. Ἐὰν ἐπρόκειτο βεβαίως περὶ τῶν δημοτικῶν σχολείων, δὲν ἤθελον ἔχει ἀντίῤῥησιν, διότι ὁμολογουμένως σήμερον ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις χρῄζει ὑποστηρίξεως· προκειμένου ὅμως περὶ τῶν Ἑλληνικῶν σχολείων, ἐν ᾧ ὅλοι γνωρίζομεν, ὅτι ὑπάρχουσι πλεῖστα ἑλληνικὰ σχολεῖα, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ὀλίγους μαθητὰς, καὶ ἄλλα, τῶν ὁποίων οἱ διδάσκαλοι δὲν ἐκπληροῦσι τὸ ἐπιβαλλόμενον αὐτοῖς καθῆκον, νομίζω, ὅτι διὰ τῆς προσθήκης νέων ἑλληνικῶν σχολείων δὲν προσφέρομεν ὑπηρεσίαν εἰς τὸν τόπον. Ἐπειδὴ δὲ προτείνεται ἡ αὔξησις τῶν ἑλληνικῶν σχολείων, προτείνεται καὶ ἡ αὔξησις τῶν δι’ αὐτὰ ἐξόδων κατὰ δραχ. 1,560. Καὶ ταύτης τῆς πιστώσεως ἡ ἀπάλειψις εἶναι πληρέστατα δεδικαιολογημένη. Ὡσαύτως ἀπαλειπτέα εἶναι ἡ ἐκ δραχμῶν 1900 πίστωσις διὰ συνδρομὰς εἰς συλλογὰς καὶ βιβλία. Βιβλία, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναγκαῖα, θέλουν εὕρει τὰ μέσα τῆς ἐκδόσεως, δὲν εἶναι δὲ ἀναγκαία οὐδὲ χρήσιμος, καὶ δι’ αὐτὰ ἡ διὰ συλλογὰς συνδρομὴ τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἡ διὰ τὸ ἐν Κερκύρᾳ σχολεῖον τῆς φιλεκπαιδευτικῆς ἑταιρίας συνδρομὴ ἐκ 10 χιλιάδων, νομίζω, ὅτι δύναται ν’ ἀπαλειφθῇ. Εἷς τῶν συναδέλφων ἔῤῥιψεν ἐπ’ ἐμοῦ βλέμμα ὄχι εὐμενὲς ἐπὶ τῷ ἀκούσματι, ὅτι προτείνω τὴν ἀπάλειψιν τῆς συνδρομῆς ταύτης τοῦ δημοσίου. Προτείνω τοῦτο, διότι, νομίζω, ὅτι τῆς φιλεκπαιδευτικῆς ἑταιρίας ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις εἶναι ἐπαρκῶς ἀνθηρὰ, ὥστε νὰ δύναται νὰ συντηρῇ τὸ ἐν Κερκύρᾳ Παρθεναγωγεῖον. Ἄλλως τε, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, τὸ Παρθεναγωγεῖον αὐτὸ ἀπέβη αὐτοσυντήρητον ἕνεκα τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα αἱ μαθήτριαι πληρώνουσιν. Οὐδεὶς πιστεύω, ὅτι ἔχει ἀντίῤῥησιν ν’ ἀπαλειφθῇ ἡ πίστωσις διὰ συλλογὴν δημωδῶν ἀσμάτων ἐκ 1000 δραχμῶν. Ἡ τοιαύτη πίστωσις ἐψηφίσθη κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐκ παραδρομῆς. Ἡ συλλογὴ τῶν καλῶν δημωδῶν ἀσμάτων δὲν δύναται νὰ κριθῇ περιττὴ εἰς τὴν φιλολογίαν ἡμῶν, ἀλλὰ, προκειμένου περὶ δημοσιευμάτων, οἷα τὰ γενόμενα ἐν τῷ παρελθόντι δαπάνῃ τοῦ δημοσίου, φρονῶ, ὅτι εἶναι προτιμότερον νὰ παραδοθῶσιν εἰς λήθην. Ἡ δι’ ἐνοίκιον καὶ συντήρησιν ἑνὸς δημοτικοῦ σχολείου θηλέων εἰς Ἀθήνας πίστωσις ἐκ δραχμῶν 3840 δύναται καὶ πρέπει ν’ ἀπαλειφθῇ. Δὲν πρέπει νὰ γίνηται ἐξαίρεσις μεταξὺ τῶν δήμων τοῦ κράτους ὡς πρὸς τὴν ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου ἐπιχορήγησιν. Ὁ δῆμος Ἀθηνῶν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ συντηρήσῃ πρὸς τοῖς ἄλλοις καὶ τὸ περὶ οὗ πρόκειται σχολεῖον. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγράφεται πίστωσις ἐκ 15,000 δραχμῶν περίπου διὰ τὴν σύστασιν δευτέρου διδασκαλείου ἐν Πελοποννήσῳ κατὰ τοὺς 4 μῆνας τοῦ ἔτους 1880. Δὲν ἀποκρούω κατ’ ἀρχὴν τὴν σύστασιν καὶ ἄλλου διδασκαλείου, διότι καὶ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι, ἐὰν σήμερον ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις εὑρίσκεται εἰς οὐχὶ εὐάρεστον κατάστασιν, τοῦτο προέρχεται ἐκ τῆς ἐλλείψεως καλῶν διδασκάλων, τοιούτους δὲ θὰ μορφώσωσι τὰ διδασκαλεῖα καλῶς συγκροτούμενα. Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι διὰ τὸ 1880 δὲν θὰ ἔχωμεν οὔτε τὸ ἀναγκαῖον διὰ νέον διδασκαλεῖον προσωπικόν. Εἶναι δυνατὸν νὰ βελτιωθῇ τὸ ἐν Ἀθήναις ὑπάρχον, ὥστε νὰ ἐκπαιδεύωνται περισσότεροι. Ἀλλ’ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἀποβαίνει τοῦτο ἀπαραίτητον, εἶναι δυνατὸν τὴν πρὸς τοῦτο δαπάνην νὰ ζητήσωμεν ἀλλαχόθεν, διότι, φρονῶ, ὅπως καὶ ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἐν μέρει παραδέχεται, ὅτι ἐν γένει τὸ ἐκ τῶν κληροδοτημάτων τῶν ἐλευθέρως παρὰ τῆς Κυβερνήσεως διατεθειμένων προκύπτον ποσὸν, πρέπει νὰ χρησιμεύῃ εἰς τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν. Ὁλόκληρον αὐτὸ τὸ ποσὸν, πλὴν μόνον ἐκείνου τοῦ μέρους, τὸ ὁποῖον διατίθεται διὰ τοὺς διὰ διαγωνισμοῦ στελλομένους ὑποτρόφους τῆς πολυτεχνικῆς σχολῆς, πρέπει νὰ διατίθηται ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ὑπάρχουσι διάφοροι ἰδέαι ὡς πρὸς τὴν διάθεσιν τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ, ὅπερ εἶναι ἀνώτερον τῶν 100,000 δραχμῶν. Τινὲς φρονοῦσιν, ὅτι εἶναι προτιμότερον νὰ χρησιμεύωσιν εἰς ἀνέγερσιν καταλλήλων οἰκοδομῶν διὰ δημοτικὰ σχολεῖα ἐν τοῖς ἀπόροις δήμοις· ἕτεροι φρονοῦσιν, ὅτι εἶναι εὔλογον νὰ χρησιμεύῃ ἓν μέρος αὐτῶν πρὸς συντήρησιν διδασκαλείων ὅσον οἷον τελειότερον ὠργανωμένων. Ἕτεροι φρονοῦσιν, ὅτι πρέπει κατὰ προτίμησιν νὰ χρησιμεύσῃ εἰς σύστασιν νέων δημοτικῶν σχολείων, ἄλλοι δὲ, ὅτι πρέπει νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς συντήρησιν τῶν σχολείων τῶν ἀπόρων δήμων, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ πληρώσωσι τοὺς μισθοὺς τῶν διδασκάλων, καὶ διὰ τοῦτο τὸ δημόσιον, προκαταβάλλον αὐτοὺς, ἔχει νὰ λαμβάνῃ παρὰ τῶν δήμων πλέον τῶν 2,000,000.
§84ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄνω τῶν 4,000,000 δραχμῶν.
§85ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Πλὴν τῶν προηγουμένων ἀναγράφεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν πίστωσις ἐκ δραχ. 13,300 διὰ βοηθήματα. Ἴσως τινὰ τῶν βοηθημάτων τούτων χορηγοῦνται καταλλήλως, ἀλλὰ πρέπει νὰ μὴ λησμονῶμεν, ὅτι ἐν ἐποχῇ οἰκονομικῶν δυσχερειῶν τὰ βοηθήματα καὶ αἱ μεγαλοδωρίαι πρέπει νὰ ἐκλείψωσι, διότι οὕτω μόνον εἶναι δυνατὸν νὰ προσεγκίσωμεν, ἀλλ’ ὄχι νὰ ἐπιτύχωμεν τὸ ἰσοζύγιον τῶν ἐσόδων πρὸς τὰ ἔξοδα. Ἀπομένουσι νῦν οἱ προϋπολογισμοὶ τῶν Ὑπουργείων τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν. Καὶ περὶ αὐτῶν εἶχον νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν μελέτας τινὰς καὶ σκέψεις μου ἀλλ’ ἐπειδὴ καὶ ἡ ὥρα εἶναι λίαν προκεχωρημένη καὶ οὐ μόνον ἐγὼ αὐτὸς ἐκουράσθην, ἀλλὰ καὶ ἡμᾶς ἐκούρασα, κρίνω ἀναγκαῖον νὰ παραλείψω τὸν περὶ αὐτῶν λόγον. Θέλω τὸν παραλείψει τοσούτῳ μᾶλλον εὐχαρίστως, ὅσῳ ἕτεροι συνάδελφοι ἐμοῦ εἰδικώτεροι καὶ ἐμπειρότεροι θέλουσι σᾶς ἀνακοινώσει τὰς σκέψεις καὶ τὰς μελέτας, καθ’ ἃς αἱ διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν πιστώσεις δέον νὰ ἐλαττωθῶσι κατὰ 2½ ἑκατομμύρια, αἱ δὲ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν κατὰ 1½ ἑκατομμύριον. Κρίνω δὲ ἀναγκαῖον νὰ προσθέσω ἐνταῦθα, ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ συστήματος, ὅπερ ἠκολούθησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐν τῇ συντάξει τοῦ διὰ τὸ 1880 προϋπολογισμοῦ, αἱ κατὰ τὰς πεποιθήσεις μας ἐλαττώσεις ἀνέρχονται εἰς 4,000,000, διότι εἰς τὸν ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν προϋπολογισμὸν ἐνεγράφησαν μὲν δαπάναι τινὲς πολυτελείας ἢ καὶ ἄλλαι περιτταί, ἀλλὰ παρελείφθησάν τινες ἀναγκαῖαι.
§86ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἑπομένως πόσον μένει διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν;
§87ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. 8½ ἑκατομμύρια διὰ τὸ Ὑπουργεῖον ἀντὶ τῶν ἀναγραφομένων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ 11 ἑκατομμυρίων.
§88ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Τὰ τέσσαρα ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα καταβιβάζετε, ἀναφέρονται εἰς μισθοὺς, καὶ τὸ 1½, τὸ ὁποῖον προστίθεται, ἀναφέρεται εἰς προμηθείας.
§89ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ διακρίσεις τῶν τοιούτων δαπανῶν θέλουσιν ἀνακοινωθῆ λεπτομερῶς.
§90ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Παρελείψαμεν νὰ προσθέσωμεν 1½ ἑκατομμύριον διὰ μισθοδοσίας.
§91ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ ἀνάγκας τοῦ στρατοῦ ἀναποφεύκτους;
§92ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Τὸ 1½ ἑκατομμύριον τὸ δέχομαι ἀπὸ τοῦδε. Ὁμολογῶ τὴν ἁμαρτίαν μας, ὅτι ἐλησμονήσαμεν 1½ ἑκατομμύριον.
§93ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Παρατηρῶ ἐν τούτοις ἀπὸ τοῦδε, ὅτι διὰ τῆς προτεινομένης ὑφ’ ἡμῶν ἐλαττώσεως τῶν πιστώσεων τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν, δὲν ἐννοοῦμεν τὸ παράπαν νὰ ἐλαττωθῇ ἡ ἀπαιτουμένη δύναμις διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας καὶ διὰ τὸν σκοπὸν πρὸς τὸν ὁποῖον ἀφορῶμεν, διατηροῦντες στρατὸν καὶ ναυτικόν. Τοὐναντίον δὲ ἀναγνωρίζομεν οὐ μόνον τὴν χρησιμότητα ἀλλὰ καὶ τὴν ὑψίστην ἀποστολὴν τοῦ στρατοῦ καὶ φρονοῦμεν, ὅτι πρέπει νὰ ἔχωμεν στρατὸν ἀνάλογον μὲν πρὸς τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν μέσα, ἀλλ’ ἄριστα ὠργανισμένον καὶ κατηρτισμένον οὕτως, ὥστε νὰ χρησιμεύῃ ὡς πυρὴν πρὸς τὴν στρατιωτικὴν τοῦ ἔθνους σύνταξιν καὶ νὰ δύναται ἐν ἀνάγκῃ νὰ τριπλασιάζηται. Μετὰ τὴν προηγηθεῖσαν ἐξέτασιν τῶν προϋπολογισμῶν καθ’ ὑπουργεῖον, συγκεφαλαιώνω τ’ ἀφορῶντα εἰς τὸ ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1880. Κατὰ τὸν ὑποβληθέντα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως προϋπολογισμὸν τὰ ἔσοδα ἀνέρχονται εἰς 45,816,457, τὰ δὲ ἔξοδα εἰς 56,068,872, ἤτοι τὸ ἔλλειμμα ἀναβαίνει εἰς 10,252,415. Προστίθενται κατὰ τὰς δηλώσεις τῶν ὑπουργῶν 1,220,000 εἰς τὰ ἔσοδα ὡς ἐκ τῆς παραλείψεως τοῦ ὑπὲρ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας ⅒ τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν. Κατὰ τὰς αὐτὰς δηλώσεις προσετέθησαν εἰς τὰ ἔξοδα δραχμαὶ 700 χιλιάδες, ἑπομένως ἔχομεν ἔσοδα 47,036,457, ἔξοδα δὲ 56,768,872, ἤτοι ἔλλειμμα ἐκ δραχμῶν 9,732,415. Κατὰ τὰς ὁποίας ἀνεκοίνωσα ὑμῖν σκέψεις, τὰ ἔσοδα πρέπει νὰ προϋπολογισθῶσιν ἔλαττον κατὰ 2,985,000, οὕτω δὲ θέλουσιν ἀπομείνει τὰ ἔσοδα εἰς ποσὸν δραχ. 14,051,457. Τὰ δὲ ἔξοδα πρέπει ὡσαύτως νὰ προϋπολογισθῶσιν ἔλαττον κατὰ δραχ. 7,652,921, οὕτω θὰ μείνωσι 49,115,951 διαφορὰ, ἤτοι ἔλλειμμα 5,064,494. Ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν περιορίζεται εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο τὸ ἔλλειμμα, διότι πρέπει νὰ προσθέσωμεν δραχ. 550 χιλ. εἰς τὸ κεφάλαιον 8 «ἀπόδοσις κεφαλαίων ὁδοποιΐας» ὡς ἐκ τοῦ παρεισφρήσαντος λάθους τοῦ νὰ ζητηθῇ μὲν ἡ αὔξησις τοῦ ἐσόδου, χωρὶς συνάμα νὰ ὑπολογισθῇ τὸ ἀνάλογον ἔξοδον. Πλὴν τούτου θὰ ζητηθῇ βεβαίως πίστωσις ἐντὸς τοῦ 1880 πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν μετὰ τοῦ κ. Μωραϊτίνη συμβάσεων ἐκ δραχμῶν τοὐλάχιστον 1,000,000. Γνωρίζομεν ἐκ πληροφοριῶν δοθεισῶν ἡμῖν, ὅτι τὰ συμβόλαια τὰ ἀνακοινωθέντα εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιβάλλουσιν ὡρισμένας ὑποχρεώσεις εἰς τὸ δημόσιον· ἂν παρῃτήθη τῶν παρεχομένων αὐτῷ δικαιωμάτων διὰ τῶν συμβολαίων ὁ κ. Μωραϊτίνης, τὸ πρᾶγμα διαφέρει, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐγένετο ἡμῖν ἐπισήμως γνωστὸν μέχρι τοῦδε.
§94ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.) Καθ’ ἃ ἐνθυμοῦμαι, ὑπάρχει ὅρος ἐν ταῖς συμβάσεσιν, καθ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἰδοποιήσῃ πρὸ τινος καιροῦ τὸν κ. Μωραϊτίνην, ὅτι δὲν ἔχει ἀνάγκην αὐτοῦ καὶ αὐτοῦ τοῦ ὑλικοῦ καὶ ὅτι μετὰ τὴν δηλοποίησιν ταύτην πρὸς αὐτὸν, ἡ συμφωνία θέλει θεωρεῖσθαι ἄκυρος. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι τὸ ποσὸν, περὶ τοῦ ὁποίου κάμνετε λόγον, ὅτι θὰ λάβῃ ἀνάγκην ἡ κυβέρνησις νὰ ζητήσῃ πίστωσιν, ὑπόκειται εἰς αὐτὴν τὴν κατηγορίαν· πέρυσιν εἰδοποιήθη ὁ κ. Μωραϊτίνης, ὅτι ἡ κυβέρνησις δὲν ἔχει ἀνάγκην.
§95ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἐδίδετε εἰς τὴν Βουλὴν ἐπισήμως αὐτὴν τὴν πληροφορίαν, ἠθέλομεν βεβαίως ἀρκεσθῆ· τὸ Ὑπουργεῖον ὅμως τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ τὴν παράδοσιν τῶν συμβολαίων εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ οὐδεμίαν ἀνέφερεν ὡς ἐπελθοῦσαν μεταβολὴν ἢ ἀκυρότητα.
§96ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Θέλομεν λεπτομερεστέρας πληροφορίας.
§97ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχομεν λοιπὸν κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τούτους καὶ ἀφοῦ ἐπηνέγκομεν οἰκονομίας ἐκ δρ. 7,652,921, ἔχομεν πάλιν ἔλλειμμα 6,614,494. 3 ἑκατομμύρια εἶναι τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1879, 6 ἑκατομμύρια τοῦ 1880, τὸ ὅλον 9,000,000. Δὲν πρέπει δὲ νὰ λησμονῶμεν, ὅτι τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1879 πιέζει καὶ ἐπιβαρύνει τὰς εἰσπράξεις τοῦ 1880. Ἐν συμπεράσματι, τὸ πιέζον ἡμᾶς ἔλλειμμα, ἀφοῦ κατηναλώσαμεν πρὸς ἐλάττωσιν αὐτοῦ δραχ. 9 ἑκατομμύρια ἐκ τῶν χρημάτων τοῦ δανείου, καὶ ἀφοῦ ἀφῃρέσαμεν τὰς ὁποίας ὑπέδειξα ὑμῖν οἰκονομίας ἐκ δραχ. 7,652,921, ἀνέρχεται εἰς 9,614,494. Διὰ νὰ κρίνωμεν δὲ περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν τὸ ἔλλειμμα αὐτὸ εἶναι δυνατὸν νὰ καλυφθῇ, ἀναγκαίως πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλεν ἢ ἐπαγγέλλεται καὶ διὰ τῶν ὁποίων ὑπόσχεται νὰ ἀναπληρώσῃ τὸ πλεῖστον τοῦ ἐλλείμματος. Τὸ πρῶτον τῶν νομοσχεδίων τούτων εἶναι τὸ περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ, ἐκ τοῦ ὁποίου ἡ κυβέρνησις ὑπολογίζει πρόσοδον ἐκ δραχμῶν 2,000,000. Ἀσχέτως πρὸς τὸν χρόνον, καθ’ ὃν θέλει ἀποβῆ ἐφικτὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ φορολογία αὕτη ἐντὸς τοῦ 1880, καὶ ὁ ὁποῖος ἔχει ἐπὶ τῆς προσδοκωμένης διὰ τὸ ἔτος αὐτὸ προσόδου, φρονῶ ἔχων ὑπ’ ὄψιν τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι διὰ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ οὔτε 200,000 δραχμῶν πρόσοδον δυνάμεθα νὰ ἐξασφαλίσωμεν εἰς τὸ δημόσιον. Καὶ ἐγὼ φρονῶ, καὶ κατὰ τοῦτο διερμηνεύω μόνον τὴν ἀτομικήν μου γνώμην, ὅτι ὁ καπνὸς ὡς καὶ ὁ οἶνος εἶναι δύο φορολογήσιμοι ὗλαι, εἰς τὰς ὁποίας εἶναι εὔλογον νὰ ἐπιβληθῇ φόρος καταναλώσεως. Διὰ νὰ ἐπιβληθῇ ὅμως ὁ φόρος ἐπὶ τῶν εἰδῶν τούτων, πρέπει νὰ ἐπιβληθῇ κατὰ σύστημα κρεῖττον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ὑποδεικνύεται διὰ τοῦ ὑποβληθέντος εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχεδίου, κατὰ σύστημα τοιοῦτον, ὥστε χωρὶς νὰ παραβλαφθῇ ἡ παρακωλυθῇ ἡ παραγωγὴ, νὰ ἐπιτευχθῇ ὁ σκοπὸς, εἰς ὃν κυρίως καὶ ἀποκλειστικῶς ἀφορᾷ ἡ ἐπιβολὴ τοῦ φόρου αὐτοῦ. Ὡς γνωστόν, οἱ τῆς καταναλώσεως φόροι δὲν ἐπιβάλλονται λόγῳ φορολογικῆς δικαιοσύνης, ἀλλὰ λόγῳ ταμιευτικῷ· ἂν λοιπὸν δὲν ἔχωμεν ἐξησφαλισμένον ἐκ τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ μίαν πρόσολον ἀξίαν λόγου, δὲν πρέπει νὰ ἐπιμείνωμεν εἰς τὴν ἐπιβολὴν τοιούτου φόρου, συνεπαγομένου, ὅπως δήποτε, προσκόμματα ἐν τῇ παραγωγῇ καὶ ἐν τῇ βιομηχανίᾳ τοῦ εἴδους αὐτοῦ. Ὅσοι ἐξ ὑμῶν εἴχετε ἀφορμὴν νὰ μελετήσητε τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον, γινώσκετε δὲ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν γίνεται ἡ καλλιέργεια τοῦ καπνοῦ, ἐπείσθητε βεβαίως ἐκ τῆς πρώτης ἐντυπώσεως, ὅτι οὐδέποτε πλέον τῶν 200,000 δραχμῶν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσπράξῃ τὸ δημόσιον, διότι κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἀπομένει ἀφορολόγητος ὁ καπνὸς ὁ καταναλισκόμενος ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ τῆς παραγωγῆς του. Αὐτὸ δὲ πρόκειται νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς δύο κακά· πρῶτον εἰς τὸ νὰ διαταράξῃ τὰς σχέσεις τῶν παρ’ ἡμῖν γεωργῶν, ἤτοι εἰς τὸ νὰ ἐμπνεύσῃ εἰς τὴν τάξιν τῶν γεωργῶν, οἱ ὁποῖοι καλλιεργοῦσι σήμερον ἄλλως τὰς γαίας των, ἡ ἐπιθυμία ἢ μᾶλλον τὸ συμφέρον νὰ παραιτήσωσι πᾶν ἄλλο εἶδος καλλιεργείας καὶ νὰ ἐπιδοθῶσιν εἰς τὴν καπνοφυτείαν, διότι θὰ ἔχωσιν ἀμοιβὴν μιᾶς δραχμῆς κατ’ ὀκᾶν· ἐκτὸς δὲ τούτου θέλουσι γείνει ἄπειροι καταχρήσεις, ἐπὶ τῇ προφάσει, ὅτι ὁ καπνὸς αὐτὸς παρήχθη ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ, ἐν ᾗ συλλαμβάνεται, ἕκαστος θέλει ἔχει τὴν εὐκολίαν νὰ μεταφέρῃ καπνὸν εἰς ἄλλην ἐπαρχίαν, ἐν ᾗ ἡ παραγωγὴ εἶναι μικρά· οἴκοθεν δ’ ἐννοεῖται πόσον δύσκολον εἶναι νὰ ἐξελεγχθῇ ὁ τόπος τῆς παραγωγῆς τοῦ καπνοῦ. Μόνη δὲ ἡ ἐκ τοῦ φόρου καὶ ἐκ πάσης διατυπώσεως ἀπαλλαγὴ τοῦ καπνοῦ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ τῆς παραγωγῆς του καθίστησι τὸν φόρον ἄσκοπον. Πληροφοροῦμαι, ὅτι ὁ νῦν ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν σκέπτεται περὶ τῆς διαῤῥυθμίσεως τοῦ Νομοσχεδίου ἐκείνου, ἵνα ἐξασφαλίσῃ τὸν ἐπιδιωκόμενον σκοπόν· ἀλλὰ σήμερον δὲν πρόκειται νὰ κρίνωμεν εἰμὴ ἐπὶ Νομοσχεδίου, οἷον ὑπεβλήθη, καὶ ἐπειδὴ κατ’ αὐτὸ δὲν πρόκειται ἢ περὶ ἐλαχίστης προσόδου, θέλω προτιμήσει νὰ μὴ συζητήσωμεν περὶ τοῦ φορολογικοῦ αὐτοῦ Νομοσχεδίου ἐπὶ τοῦ παρόντος. Ἕτερον μέτρον ἐκ τοῦ ὁποίου εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλαττωθῇ οὐσιωδῶς τὸ ἔλλειμμα, εἶναι ἡ ἀναθεώρησις τελωνειακοῦ δασμολογίου. Ἐκ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ δασμολογίου, οἵα ἐγένετο, εἶναι δυνατὸν νὰ προκύψῃ πρόσοδος, ἂν οὐχὶ 1,700,000, ὡς ὑπολογίζει ἡ Κυβέρνησις, βεβαίως 1,200 χιλιάδων. Φρονῶ ὅμως, ὅτι ἂν εἰς τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ δασμολογίου ἐπικρατήσῃ τὸ σύστημα τοῦ νὰ ἐπέλθωσι περισσότεραι συγχωνεύσεις εἰς τὰς διαφόρους κατηγορίας τῶν ἐμπορευμάτων, εἶναι δυνατὸν πρόσοδος αὕτη νὰ ἦναι ἀνωτέρα. Ἐκ τῆς ἐλάσσονος κατηγορίας συγχωνεύσεως τῶν τελωνιστέων εἰδῶν θέλουσιν ἀποφεύγεσθαι καὶ αἱ εἰς τὴν κατάταξιν τῶν ἐμπορευμάτων ἐν τοῖς τελωνείοις λαμβάνουσαι χώραν διενέξεις. Ἐπειδὴ δὲ ὁ λόγος περὶ τῶν τελωνείων, νομίζω ἀναγκαῖον νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις περὶ τῆς ὑποδεικνυομένης ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἰδέας περὶ τῆς ἐνοικιάσεως τῶν τελωνείων. Καὶ ἐγὼ, ὅπως καὶ πολλοὶ ἐκ τῶν μελετησάντων τὰ ἀφορῶντα εἰς τὰ τελωνεῖα ζητήματα, εἶμαι κατ’ ἀρχὴν ἐναντίος εἰς τὴν ἐνοικίασιν τῶν τελωνείων, διότι, νομίζω, ὅτι ἡ ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν πρέπει, ἀπομακρυνομένη ἀπὸ τὸ ὁποῖον ὅλαι αἱ εὐνομούμεναι ἐπικράτειαι παρεδέχθησαν σύστημα, νὰ δίδῃ διὰ τῆς ἐνοικιάσεως τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι δὲν ἔχει τὴν ἱκανότητα νὰ βεβαιώνῃ καὶ εἰσπράττῃ διὰ τῶν ὀργάνων της τὰ τελωνιακὰ τέλη. Φρονῶ μετὰ πολλῶν ἄλλων, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ὑπὸ τὴν διαχείρισιν ἑταιρίας ἰδιωτικῆς τὰ τελωνεῖα νὰ μὴ χρησιμεύσουν ὁπωσδήποτε εἰς μικρὰν ἐπὶ τοῦ ἐμπορίου πίεσιν. Ἀλλ’ ἐκ τῆς ἀρχῆς ταύτης παραιτούμεθα· ὅταν παρουσιασθῇ διὰ τὴν ἐνοικίασιν τῶν τελωνείων ἐπαρκὴς ἡ ὠφέλεια τοῦ δημοσίου ταμείου, ἂν δηλ. παρουσιασθῇ ἑταιρία φερέγγυος καὶ προσφέρῃ εἰς τὸ δημόσιον ποσὸν ἀνώτερον τοῦ ἐν τοῖς τελωνείοις εἰσπραττομένου κατὰ 3 ἢ 2 τοὐλάχιστον ἑκατομμύρια, λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν καὶ τῆς προσαυξήσεως τῶν τελωνιακῶν τελῶν ὡς ἐκ τῆς ἀναπτύξεως τοῦ τόπου, τότε, ἀλλὰ τότε καὶ μόνον δὲν πρέπει νὰ ἐνδοιάσωμεν εἰς τὴν ἐνοικίασιν τῶν τελωνείων. Ἀλλ’ ἀμφιβάλλω, ἂν ἦναι δυνατὸν νὰ παρουσιασθῇ ἑταιρία σπουδαία, ἀναλαμβάνουσα τὴν ἐνοικίασιν ἐπὶ προσφορᾷ ἀνωτέρᾳ τῆς παρὰ τοῦ δημοσίου σήμερον εἰσπραττομένης, κατὰ ποσὸν τοσοῦτον, ὥστε νὰ δικαιολογῆται καὶ ἐν τῇ συνειδήσει μας καὶ εἰς τὰ ὄμματα τῶν ξένων ἡ ἐνοικίασις. Πρὸ παντὸς δὲ ἐννοῶ ὅτι, ὅταν πρόκηται νὰ ἐνοικιασθῶσι τὰ τελωνεῖα, πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι κατ’ ἔτος αἱ πρόσοδοι αὐτῶν αὐξάνουσι, καὶ δὲν πρέπει τὴν αὔξησιν ταύτην νὰ θεωρήσωμεν ὡς προερχομένην ἐκ τῆς ἐνοικιάσεως. Ἐπανερχόμενος εἰς τὸ ἀπασχολοῦν ἡμᾶς θέμα, φρονῶ, ὅτι ἐκ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ δασμολογίου, ἀναθεωρήσεως ὅμως ἐχούσης ὡς βάσιν τὴν συγχώνευσιν τῶν πολλῶν κατηγοριῶν, θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν αὔξησιν προσόδου κατὰ δύο ἑκατομμύρια. Φρονῶ πρὸς τούτοις, ὅτι ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν κληρονομικῶν τελῶν, ἐπεκτεινομένου, καὶ ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν μεταγραφῶν, (περιττὸν δὲ θεωρῶ νὰ σᾶς ἐξηγήσω τὸν φόρον τῶν μεταγραφῶν, διότι εἶναι φόρος ἐπιβαλλόμενος εἰς τὰ πλεῖστα τῶν εὐρωπαϊκῶν κρατῶν) εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν ἐτησίαν πρόσοδον 500,000. Ἀπαραίτητος πρὸς τούτοις καὶ ἀναγκαία εἶναι ἡ τακτοποίησις τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου, ὑποσχομένη τὴν αὔξησιν τῶν δημοσίων προσόδων κατὰ 300,000 δραχ. τοὐλάχιστον. Ὑπάρχουσι διατάξεις περὶ φορολογίας τῶν συναλλαγματικῶν καὶ περὶ χαρτοσημάνσεως ἐν γένει τῶν ἀποδείξεων τῶν διδομένων εἰς τὰς συναλλαγάς, αἵτινες δὲν ἔλαβον εἰσέτι πλήρη πρακτικὴν ἐφαρμογήν, διότι δὲν ἐπρονόησεν ὁ νομοθέτης νὰ ἐπιβάλῃ ἀναλόγους ποινὰς εἰς τὸν παραβιάζοντα τὰς διατάξεις ταύτας· ἂν δὲν παρεῖχον νόμιμον ἀποδεικτικὴν ἰσχὺν τὰ ἔγγραφα ὅσα παρὰ τὸν νόμον γράφονται ἐπὶ ἁπλοῦ χάρτου, ἢ ἂν ὁ κομιστὴς τῆς συναλλαγματικῆς ἢ ἄλλης ἀποδείξεως ὑπεβάλλετο εἰς αὐστηρὰς ποινάς, εἶμαι βέβαιος, ὅτι οὐδεμία τῶν συναλλαγματικῶν καὶ οὐδεμία τῶν ἀποδείξεων τῶν ἐκδιδομένων διὰ διαφόρους χρηματικὰς συναλλαγὰς ἤθελεν ὑπεκφύγει τὴν πληρωμὴν τοῦ δικαιώματος τῆς χαρτοσημάνσεως. Ἐκ τοῦ φόρου τῶν παιγνιοχάρτων καὶ πολλῶν ἄλλων εἰδῶν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσπράξωμεν 200,000. Ἐκ τούτων δὲ πάντων νομίζω, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν αὔξησιν προσόδων κατὰ δραχ. 3 ἑκατομ. Ἐννοεῖται οἴκοθεν, ὅτι, ὅπως καὶ ὁ κ. Ζαΐμης παρετήρησεν, αἱ αὐξήσεις αὗται δὲν δύνανται νὰ ἐφαρμοσθῶσιν εἰμὴ κατὰ τὸ δεύτερον ἑξάμηνον, ἑπομένως πρέπει νὰ ὑπολογίσωμεν αὔξησιν προσόδων διὰ τὸ 1880 ἐκ δρ. 1,500, 000 μόνον· ἂν δὲ ἀφαιρέσωμεν τὸ ποσὸν τοῦτο ἐκ τῶν 9 ἑκατομ. εἰς ὅσα ὑπολογίζεται τὸ ἔλλειμμα τῶν δύω ἐτῶν, θέλομεν ἔχει ἔλλειμμα ἀπομένον ἐκ δρ. 7½ ἑκατομμυρίων. Πῶς θέλομεν καλύψει τὸ ἔλλειμμα τοῦτο; Ὡς καὶ ὁ κ. Ζαΐμης εἶπεν ὑμῖν χθὲς, ἐκ τῶν χρημάτων τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων. Ἐκ τῶν χρημάτων αὐτῶν ἔλαβε μέχρι τοῦδε ἡ Κυβέρνησις 9 ἑκατομμύρια. Προτείνεται νῦν ἡ ἐξαγορὰ τῶν ὑπολειπομένων ἐντόκων γραμματίων ἐκ δραχ. 12 ἑκατομμυρίων (ἀντὶ τῶν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως προτεινομένων 6 ἑκατομμυρίων)· ἀπαραίτητος ἀποβαίνει ἡ ἐκ τῶν αὐτῶν χρημάτων ἐξόφλησις τῶν προσωρινῶν δανείων τῆς κυβερνήσεως ἐκ 2 δρ. ἑκατομμυρίων. Ἐκ τῶν αὐτῶν χρημάτων πρέπει νὰ δοθῶσιν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας 3 ἑκατομμύρια, πρέπει δὲ ν’ ἀποδοθῶσιν οὐχὶ λόγῳ προικοδοτήσεως ἢ δανείου, ὅπως ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων χθὲς εἶπεν, ἀλλὰ λόγῳ ὀφειλῆς πρὸς τὸ εἰδικὸν τοῦτο ταμεῖον, διότι γνωστὸν εἶναι, ὅτι ἀπὸ τὸ ταμεῖον τῆς ἐπαρχιακῆς καὶ δημοτικῆς ὁδοποιΐας ἔλαβεν ἢ ἐδανείσθη τὸ ταμεῖον τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας δραχ. 2,300,000, οὕτω δὲ ἔμεινεν ἡ ἐπαρχιακὴ καὶ δημοτικὴ ὁδοποιΐα ἄνευ μέσων ἀναγκαίων πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ κοινωφελοῦς προορισμοῦ της. Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἑτέρα ὀφειλὴ τοῦ κράτους πρὸς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, ἡ προερχομένη ἐκ τῆς μὴ ἀποδόσεως τοῦ πεμπτημορίου τοῦ τιμήματος τῶν ἐκποιουμένων ἐθνικῶν κτημάτων· γνωστὸν εἶναι, ὅτι τὸ πεμπτημόριον τοῦτο ἀνήκει κατὰ τὸν νόμον εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, ἀλλὰ μέχρι τινὸς ἡ διάταξις αὕτη τοῦ νόμου δὲν ἔλαβε πρακτικὴν ἐφαρμογήν. Δι’ αὐτὸ λοιπὸν φρονῶ, ὅτι πρέπει ν’ ἀποδοθῶσιν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας τρία ἑκατομμύρια. Λαμβάνοντες δὲ ἐκ τῶν αὐτῶν χρημάτων 7½ ἑκατομμύρια, διὰ νὰ καλύψωμεν τὰ ἐλλείμματα τῶν ἐτῶν 1879 καὶ 1880, θέλομεν ἔχει ὑπόλοιπον ἐκ τοῦ δανείου τῶν ἑξήκοντα ἑκατομμυρίων πέντε ἑκατομμύρια. Πῶς πρέπει νὰ διατεθῇ τὸ ποσὸν τοῦτο, δὲν εἶναι τοῦ παρόντος. Τὸ ποσὸν τοῦτο ὑπάρχει κατατεθειμένον εἰς τὰς τραπέζας καὶ εὔκολον εἶναι νὰ ἐξευρεθῇ ὁ τρόπος τῆς παραγωγικῆς διαθέσεως τοῦ ποσοῦ τούτου. Ἀλλὰ, κύριοι, δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι πρὸς ἐπίτευξιν τοῦ ἰσοζυγίου δὲν ἀρκεῖ ἡ ἐπιβολὴ φόρων· ἂν ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν ἐπικρατήσῃ ἡ αὐστηρὰ φειδὼ καὶ οἰκονομία, θέλει καὶ αὖθις ἀνατραπῆ τὸ ἰσοζύγιον, καὶ μόνα θέλουσιν ἀπομείνει τὰ ἐκ τῶν νέων φόρων κακὰ ἐπὶ τῶν φορολογουμένων. Κατὰ τὸ 1877 ἐπεβλήθησαν φόροι ἐκ 3,150,000. Ἂν τότε ἡ κυβέρνησις περιώριζε τὰς λοιπὰς δαπάνας καὶ ἐλάμβανε πρόνοιαν, ὥστε τὸ ποσὸν τοῦτο νὰ διατεθῇ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἑνὸς δανείου, ὅπερ ἠδύνατο νὰ συνομολογήσῃ διὰ τοῦ ποσοῦ αὐτῶν, ἤτοι δανείου ἐκ δραχμῶν 40,000,000, καὶ διὰ τοῦ δανείου τούτου νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς ἁπάσας τὰς ἐκτάκτους ἀνάγκας τοῦ Κράτους. Ἂν δὲ προσθέσητε εἰς ταῦτα καὶ ποσὸν δραχμῶν 3 ἑκατομμυρίων, διὰ τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ἐπιβληθῶσι νῦν νέοι φόροι, ἠθέλετε ἔχει πάλιν τὸ ἀπαιτούμενον ποσὸν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ἑνὸς νέου δανείου. Ἐπιβάλλεται δὲ ἡμῖν σήμερον ὑπὸ τῆς ἀναποδράστου ἀνάγκης νὰ σταματήσωμεν πλέον τὸ κακόν· πρέπει οἱ πάντες νὰ κατίδωμεν τὸ οἰκονομικὸν βάραθρον, εἰς τὸ ὁποῖον ὠθεῖται ἡ χώρα ἡμῶν ὑπὸ τοῦ οἰκονομικοῦ συστήματος, καθ’ ὃ διοικήθημεν καὶ διοικούμεθα. Ἐπιστήσωμεν λοιπὸν τὴν προσοχήν μας, κύριοι, ἐνόσῳ εἰσέτι ὑπάρχει καιρὸς, πρὸς ἀνόρθωσιν τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν καταστάσεως· προσβλέψωμεν εἰς τὸ πρὸ τῶν ποδῶν ἡμῶν χαῖνον οἰκονομικὸν βάραθρον! Μὴ διστάσωμεν δὲ νὰ λάβωμεν ἄνευ ἀναβολῆς μέτρα σωστικὰ καὶ ἡρωϊκὰ πρὸς ἐξοβέλισιν τῶν μὴ ἀπαραιτήτων δαπανῶν. Μὴ λησμονῶμεν δ’ ἐπὶ τέλους, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ ἀμηχανία, εἰς ἣν περιήλθομεν καὶ εἰς ἣν θέλομεν εὑρίσκεσθαι ἐνόσῳ διοικούμεθα κατὰ τὸ καθεστὼς οἰκονομικὸν σύστημα, θέλει ἀποβῆ χρονία, τοιαύτη δὲ οἰκονομικὴ ἀμηχανία ἔσεται, κατὰ τὴν ἔκφρασιν σοφοῦ οἰκονομολόγου, «ὁ ἀπαίσιος προάγγελος τῆς πολιτικῆς ἐκπτώσεως τῶν ἀφρόνως διοικουμένων λαῶν.»
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις (ὥρα 7½).