Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος Η · Σύνοδος Α› Συνεδρίαση 70

1880.02.15

1.823 στίχοι · 13.192 λέξεις · 2 πίνακες · 174 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1880.02.15
Προεδρεία
Σ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΥ
Περίοδος
Η
Σύνοδος
Α
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ, ΤΟΜΟΣ Β (1880)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 70

τῆς 15 Φεβρουαρίου 1880.

(Παρασκευή.)

Ὥρα 2 μ. μ.

Ἀπαρτίας γενομένης ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας καὶ ἐνεκρίθησαν.

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου περὶ βαθμοῦ τοῦ γενικοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῶν δημοτικῶν σχολείων. Οἱ Βουλευταὶ κκ. Βενιεράτος καὶ Ζερβὸς ὑποβάλλουσι σχέδιον Νόμου περὶ ποιμνιοβοσκῆς εἰς τὴν Νῆσον Κεφαλληνίας. Ὁ Βουλευτὴς κ. Βάλληνδας ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου περὶ τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου.

§2ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ τῶν Ναυτικῶν ὑπέβαλε, κύριε Πρόεδρε, τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου περὶ ἐμπορικῆς ναυτιλίας. Ἐπειδὴ τὸ Νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι πολὺ σπουδαῖον, παρακαλῶ, ἵνα ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.

§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἀφοῦ ἡ ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν παρίσταται· ἑπομένως ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀναβάλλεται.

§4ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀναβάλλεται διὰ τὸν αὐτὸν λόγον, δι’ ὃν ἀνεβλήθη καὶ χθές;

§5ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ λόγος, κύριοι, διὰ τὸν ὁποῖον χθὲς ἀνεβλήθη ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, δυστυχῶς καὶ σήμερον ἔτι ὑφίσταται, δηλαδὴ ἡ ἀσθένεια τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἐὰν δὲν ἦτον ἀνάγκη νὰ παρασταθῇ εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἦτο περιττὸν χθὲς ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις· ἐπειδὴ ὅμως τὸν λόγον αὐτὸν ἐξετίμησεν ἡ Βουλὴ ὡς ἀποχρῶντα καὶ ἐνέκρινε τὴν ἀναβολὴν, δὲν ἔχομεν λόγον ἐναντίον, ἵνα προβῶμεν σήμερον εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐὰν θέλῃ ἡ Βουλὴ νὰ τὸ κάμῃ, εἶναι δικαίωμά της, καὶ ἡμεῖς θὰ τὸ παραδεχθῶμεν· ἀλλ’ εἶναί τι ἀντιβαῖνον εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα, καὶ εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ νόμιμα ἀκόμη ἠμπορῶ νὰ εἴπω. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν, διὰ τοὺς ἰδίους λόγους δι’ οὓς καὶ χθὲς ἀνέβαλε, ν’ ἀναβάλῃ μέχρι τῆς Δευτέρας, τὸ πολὺ, τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅτε ἐλπίζω ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ἦναι εἰς κατάστασιν νὰ προσέλθῃ εἰς τὴν Βουλήν.

§6ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐδόλως, κ. Πρόεδρε, θεωρῶ, ὅτι ἀντιβαίνει εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα, ὅπως ἡ Βουλὴ ἐπιληφθῇ τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ ἄνευ τῆς παρουσίας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτε μάλιστα τυγχάνει ὁ πρωθυπουργὸς νὰ μὴ ἦναι καὶ ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν· ἔχομεν δὲ παρόντας καὶ τὸν πρώην ἐπὶ τῶν οἰκονομ. ὑπουργὸν καὶ τὸν νῦν ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν οἰκονομ. ὥστε δυνάμεθα καὶ ἡμεῖς νὰ ἔχωμεν πᾶσαν πληροφορίαν περὶ τοῦ παρελθόντος καὶ περὶ τοῦ ἐνεστῶτος, καὶ ἡ Κυβέρνησις πᾶσαν ὑπεράσπισιν. Ἐννοῶ, ὅτι χάριν ἁβρότητος, τῇ αἰτήσει τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν οἰκονομικῶν, ἡ Βουλὴ χθὲς ἐδέχθη τὴν πρότασιν τῆς ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπὶ μίαν ἡμέραν, ἀλλ’ ἡ περαιτέρω ἀναβολὴ θ’ ἀποβῇ λίαν ἐπιζήμιος εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Ἤδη ἡ Βουλὴ διήνυσε τὸ πλεῖστον τοῦ σταδίου αὐτῆς, ἤδη διανύομεν τὸν δεύτερον μῆνα τοῦ 1880, τοῦ ἔτους δηλαδὴ, περὶ οὗ πρόκειται νὰ νομοθετήσωμεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Ὁ προϋπολογισμὸς, ὅπως συνετάχθη, καὶ ὑπ’ αὐτῆς τῆς συμπολιτεύσεως ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐθεωρήθη ὡς χρήζων περικοπῶν, καὶ ἐν τούτοις κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦτον ἄνευ περικοπῶν σήμερον κυβερνᾶται τὸ Κράτος. Ἑπομένως ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν ἀποφασίσωμεν περὶ οἰκονομιῶν, κατόπιν θέλει ἐλαττωθῆ ἐν τῇ πραγματοποιήσει κατὰ τοσοῦτον, ἐφ’ ὅσον προχωρεῖ ὁ χρόνος ἐντὸς τοῦ ἔτους 1880 ἄνευ ἐψηφισμένου προϋπολογισμοῦ. Νομίζω, ὅτι ἡ παρέλευσις τοῦ χρόνου, εἰς ὃν ἀνάγεται ὁ προϋπολογισμὸς, καθιστᾷ ἡμᾶς ἀδικαιολογήτους ἀναβάλλοντας ἄνευ ἀνάγκης τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον τὸ ὑπουργεῖον χθὲ ἀπέδειξεν, ὅτι καὶ ἄνευ τοῦ Πρωθυπουργοῦ δύναται νὰ μετάσχῃ σπουδαίων συζητήσεων. Τὸ ζήτημα, περὶ οὗ χθὲς ἐγένετο λόγος, ἦτο ζήτημα, κατ’ ἐμὲ, σπουδαιότερον ἔτι τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἦτο ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ ἀποκρούσῃ ἐν τῇ Βουλῇ ὡς ἐναντίον τοῦ νόμου, καὶ τοῦ ὁποίου ὤφειλε νὰ δηλώσῃ, ὅτι δὲν θὰ ἠδύνατο ὡς Κυβέρνησις νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν κύρωσιν· καὶ ἐν τούτοις ἡ Κυβέρνησις ἐν τῷ δικαιώματί της ὑπεστήριξε τὴν ἐναντίαν γνώμην, καὶ ἡ συζήτησις ἐπροχώρησεν. Ἐὰν λοιπὸν ἠδυνήθημεν χθὲς, ἄνευ τῆς παρουσίας τοῦ Πρωθυπουργοῦ, νὰ ἐπιληφθῶμεν τοιούτων ζητημάτων, ἁπτομένων καὶ τῶν συνταγματικῶν ἡμῶν θεσμῶν καὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος καὶ τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Βουλῆς, νομίζω, ὅτι δυνάμεθα καὶ σήμερον, ἄνευ τῆς παρουσίας τοῦ Πρωθυπουργοῦ, νὰ συζητήσωμεν περὶ τῆς πολιτικῆς τοῦ Κράτους ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τοῦ προϋπολογισμοῦ.

§7ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εὐτυχῶς, κύριοι, μία μόνη ἡμέρα ἐμεσολάβησεν ἀπὸ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως, καὶ πάντες ἐνθυμεῖσθε ὅ,τι ἐγὼ εἶπον, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δὲν εἶναι δυνατὸν πρὸ τοῦ Σαββάτου ἢ, μάλιστα εἶπον, πρὸ τῆς Δευτέρας νὰ παρευρεθῇ εἰς τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς. Ὄχι λοιπὸν χάριν ἁβρότητος, ὡς εἶπεν ὁ ἔντιμος προαγορεύσας Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ἀνέβαλεν ἐπὶ μίαν ἡμέραν ἡ Βουλὴ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ χάριν τῆς ἀνάγκης τοῦ νὰ παρευρεθῇ εἰς αὐτὴν καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἂν ἐπρόκειτο λοιπὸν, ἐπαναλαμβάνω καὶ σήμερον, νὰ συζητηθῇ ἁπλῶς ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους καὶ ἡ συζήτησις νὰ περιστραφῇ εἰς μόνον τὸν προϋπολογισμὸν ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα, ἐὰν δὲν ἐπρόκειτο νὰ συζητηθῇ ὁ προϋπολογισμὸς ὑπὸ ἔποψιν πολιτικὴν καὶ ν’ ἀναπτυχθῶσι κατὰ τὴν συζήτησιν ζητήματα πολιτικὰ, βεβαίως ἡ παρουσία τοῦ κυρίου Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀσθενοῦντος δὲν θὰ ἐθεωρεῖτο, οὔτε θὰ ἦτο ἀπολύτως ἀναγκαία. Ἀλλ’ ἀφοῦ πρόκειται κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην, ὡς εἶναι τοὐλάχιστον γνωστὸν, ν’ ἀναπτυχθῶσι ζητήματα πολιτικὰ, νὰ συζητηθῇ τὸ κυβερνητικὸν ζήτημα, δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω πῶς ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ ἡ τοιαύτη συζήτησις, ἀπόντος τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ταῦτα ἐξέθεσα χθὲς, καὶ ἐπὶ ταῖς παρατηρήσεσι ταύταις ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις ὄχι χάριν ἁβροφροσύνης διὰ μίαν ἡμέραν, ἀλλὰ χάριν τῆς ἀνάγκης τοῦ νὰ παρευρεθῇ εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου· δὲν εἶπον δὲ, ὅτι σήμερον θὰ ἦτο εἰς κατάστασιν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ παρευρεθῇ εἰς τὰς συζητήσεις τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ ἔχουν τὸ δικαίωμα οἱ τὴν ἐναντίαν γνώμην ἔχοντες νὰ εἴπωσιν, ὅτι διὰ μίαν ἡμέραν ἐξηντήσαμεν ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις· ἐξ ἐναντίας ῥητῶς καὶ καθαρῶς εἴπομεν, ὅτι πρὸ τῆς Δευτέρας δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προσέλθῃ εἰς τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν ἐνόμιζεν, ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ παρασταθῇ κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν μάλιστα καὶ τὴν πληροφορίαν, ὅτι πρὸ τῆς Δευτέρας δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ παρευρεθῇ εἰς τὰς συνεδριάσεις αὐτῆς, ἦτο περιττὸν νὰ παραδεχθῇ τὴν πρότασιν ἡμῶν, ἐπὶ τῷ λόγῳ τοῦ νὰ παρευρεθῇ ἁπλῶς εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου χάριν ἁβροφροσύνης. Ὁ ἔντιμος προαγορεύσας εἶπεν, ὅτι χθὲς ἡ Κυβέρνησις ἀπεδέχθη, ὅτι καὶ ἄνευ τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δύναται νὰ συζητήσῃ ἀντικείμενα. Καὶ ἀληθῶς ὑπεστηρίξαμεν χθὲς, ὅτι εἴχομεν τοιοῦτον δικαίωμα, ἐναντίον τῆς γνώμης τοῦ προαγορεύσαντος, καὶ ἡ Βουλὴ ἀπεδέχθη τὴν γνώμην μας ταύτην, προκειμένης τῆς συζητήσεως ἄλλων ἀντικειμένων· ἀλλὰ, προκειμένου περὶ ζητήματος καθαρῶς πολιτικοῦ, θεωροῦμεν ἀναπόφευκτον τὴν παράστασιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην. Τὸ ζήτημα, ὅπερ χθὲς συνεζητήθη ἐν ἀπουσίᾳ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, δὲν εἶχε, κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν, τὴν σπουδαιότητα ἐκείνην, τὴν ὁποίαν χθὲς καὶ σήμερον ἀπέδωκεν εἰς αὐτὸ ὁ ἔντιμος προαγορεύσας Βουλευτὴς Μεσολογγίου· ἐπρόκειτο περὶ ζητήματος καθαρῶς βουλευτικοῦ, καθαρῶς τῆς ἐσωτερικῆς, οὕτως εἰπεῖν, ὑπηρεσίας τῆς Βουλῆς· διότι τί ἄλλο ἤθελον εἶσθαι ἡ συζήτησις προτάσεως περὶ συστάσεως μετοχικοῦ ταμείου τῶν Βουλευτῶν, ἢ συζήτησις οὐδένα πολιτικὸν χαρακτῆρα φέρουσα; οὐδόλως δὲ τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο ἔθιγεν ἢ θίγει τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου· οὐδόλως παραβιάζει τὸ Σύνταγμα, ἢ νόμον τινὰ, ὡς λίαν εὐκρινῶς ἀπέδειξε χθὲς διὰ τῆς μακρᾶς ἀγορεύσεώς του ὁ ἔντιμος συνάδελφός μου Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν. Λυποῦμαι δὲ διότι ὁ ἔντιμος προαγορεύσας ἐμνήσθη καὶ πάλιν τοῦ ζητήματος τούτου σήμερον, διὰ νὰ μεμφθῇ οὐ μόνον τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρον τὴν Βουλὴν, ἥτις κατὰ τὸ πλεῖστον ὑπεστήριξε, καὶ καθὰ φαίνεται ἔχει τὴν ἀπόφασιν νὰ ὑποστηρίξῃ, τὴν παραδοχὴν τοῦ Νομοσχεδίου τούτου, τὸ ὁποῖον εἶπον, καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι οὔτε Δημόσια συμφέροντα προσβάλλει, οὔτε ἐναντίον τοῦ Συντάγματος εἶναι, οὔτε εἴς τινα νόμον τοῦ Κράτους ἀντίκειται. Ἡμεῖς δὲν ἐννοοῦμεν, ὅτι δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαιτήσωμεν ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ συζητήσωμεν ἄλλα ἀντικείμενα καὶ Νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἤδη εἶναι ἐκκρεμῆ ἐνώπιον αὐτῆς, ἀλλ’ εἴπομεν ὅτι, προκειμένου περὶ ζητήματος κυβερνητικοῦ, πρέπει νὰ ἦναι παρὼν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅστις, καθόσον ἀφορᾷ τὸ Ὑπουργεῖον, θὰ διευθύνῃ κυρίως τὴν συζήτησιν ὡς πρὸς τὸ ἀντικείμενον τοῦτο. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ Βουλὴ, ἐναντίον τῆς ἀποφάσεως ἣν χθὲς ἔκαμεν, ἀναβαλοῦσα τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι δὲν δύναται, ὡς ἐκ τῆς ἀσθενείας του, νὰ παρευρεθῇ εἰς αὐτὴν καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀποφασίσῃ σήμερον τὸ ἐναντίον, δηλαδὴ νὰ ἐπιληφθῇ τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ἐν ἀπουσίᾳ τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἡμεῖς δὲν ἔχομεν καμμίαν δυσκολίαν νὰ πράξωμεν τοῦτο· εἶπον ὅμως, καὶ λέγω ὅτι, προκειμένου περὶ τοιούτων ζητημάτων, ἡ παρουσία τοῦ Πρωθυπουργοῦ εἶναι ἀπαραιτήτως ἀναγκαία· πρώτην δὲ φορὰν, παρ’ ἡμῖν τουλάχιστον, θὰ συζητηθῇ πολιτικὸν ζήτημα ἐν ἀπουσίᾳ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.

§8ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Χθὲς, κύριοι, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μᾶς εἶπε ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις χθὲς, ἤλπιζε δὲ, ὅτι σήμερον.....

§9ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.) Δὲν τὸ εἶπον αὐτὸ, καὶ παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ προσαχθῶσι τὰ στενογραφήματα τῆς χθεσινῆς ὁμιλίας μου.

§10ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ. Ἤλπιζε λοιπὸν, ὅτι τὸ Σάββατον.

§11ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν Δευτέραν.

§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ ἔρχονται.

§13ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Νομίζω ὅτι, πρὶν ἔλθουν τὰ πρακτικὰ, θὰ συμφωνήσῃ ὁ κ. Ὑπουργός· εἶπεν, ὅτι ἤλπιζεν, ὅτι τὸ Σάββατον ἢ τὸ πολὺ τὴν Δευτέραν, θὰ ἠδύνατο νὰ ἔλθῃ ὁ Πρωθυπουργός· τοῦτο ἐνόησα καὶ τοῦτο ἤκουσα, ἐγὼ δὲ ηὐχήθην ὅπως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἦναι καλὰ, ἵνα ἔλθῃ αὔριον, ἤγουν σήμερον. Δὲν ἀνεβλήθη λοιπὸν χθὲς διὰ τὴν Δευτέραν, ἀλλὰ, καθ’ ὅσον ἀντελήφθην ἐγὼ τοὐλάχιστον, διὰ σήμερον· καὶ εἴπομεν χθὲς, ἢ λέγομεν σήμερον, ὅτι χάριν ἁβρότητος χθὲς εἴπομεν ν’ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ νὰ μὴ συζητήσωμεν τὸ σπουδαῖον τοῦτο ἀντικείμενον ἐὰν δὲν ἦναι παρὼν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀφοῦ οἱ ἄλλοι συνάδελφοί του τὸ νομίζουν λίαν ἀναγκαῖον. Σήμερον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὴν πρώτην του ὁμιλίαν μᾶς εἶπεν, ὅτι ἀντίκειται εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα καὶ εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ νόμιμα νὰ συζητήσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν ἀπόντος τοῦ Πρωθυπουργοῦ.

§14ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι τὸν προϋπολογισμὸν, ἀλλὰ ζήτημα πολιτικὸν, ἔκαμα τὴν διάκρισιν αὐτήν· ἐὰν θέλητε νὰ συζητηθῇ ὁ προϋπολογισμὸς, εἶπον, εἴμεθα ἕτοιμοι καὶ ἄνευ τῆς παρουσίας τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἀλλὰ διὰ ζήτημα πολιτικὸν θεωροῦμεν ἀναγκαίαν τὴν παρουσίαν τοῦ Πρωθυπουργοῦ.

§15ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Πολὺ καλὰ, κύριε Ὑπουργέ· ἀλλὰ τὸ κακὸν εἶναι, ὅτι δὲν ἀφίνετε νὰ τελειώσῃ ὁ ἄλλος τὴν φράσιν του. Ὑποφέρατε λοιπὸν νὰ τελειώσω τὴν φράσιν μου. Εἶπε λοιπὸν, κύριοι, καὶ λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς, νὰ μὴ συζητηθῇ ὁ προϋπολογισμὸς ἐν ἀπουσίᾳ τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἐὰν πρόκηται νὰ συνδεθῶσι μὲ αὐτὸν πολιτικὰ ζητήματα. Εἴμεθα σύμφωνοι, κύριε Ὑπουργέ.

§16ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.

§17ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Πολὺ καλὰ. Καὶ ὅτι, ἐὰν ἦναι νὰ θέσωμεν πολιτικὸν ζήτημα, ἀντίκειται εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα καὶ νόμιμα νὰ τίθηται πολιτικὸν ζήτημα ἐν ἀπουσίᾳ τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Ἐὰν ἦναι ἀληθὲς τοῦτο, κύριοι, ὅτι ἀντίκειται εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα καὶ νόμιμα, εἶναι βέβαιον καὶ συνέπεια ἀναπόφευκτος, ὅτι, εἷς Πρωθυπουργὸς ἀπουσιάζων τῆς Βουλῆς, θέλει ἐξουδετερώσῃ διὰ παντὸς τὸ δικαίωμα τῆς Βουλῆς νὰ συζητήσῃ....

§18ΤΙΝΕΣ. Ὄχι δὰ τόσον πολύ (θόρυβος.)

§19ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ. Ἠμπορεῖτε ἴσως νὰ τὸ κάμητε ὅταν γίνητε Πρωθυπουργός.

§20ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἠξεύρετε, ὅτι ἔχω τὴν ἰδέαν πρὸ πολλοῦ, ὡς πρὸ πολλοῦ σᾶς τὴν εἶπον, καὶ σᾶς εἶπον καὶ τοὺς λόγους, δι’ οὓς ὄχι ἐγὼ ἀλλὰ κανεὶς Ἑπτανήσιος δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ εἰς τὸν νοῦν, ὅτι δύναται νὰ γείνῃ Πρωθυπουργὸς πρὶν παρέλθωσι 50 ἔτη (θόρυβος.)

§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, κύριοι, (θόρυβος.)

§22Α. ΡΟΥΚΗΣ. Πῶς δύνασθε νὰ λέγητε τοιαῦτα περὶ τοῦ ἔθνους, ἀφοῦ τὴν Ἑλλάδα ἐκυβέρνησεν ὁ Καποδίστριας, οὐχὶ δὲ μόνον ἀνεκτὸς ἦτο, ζώντων μάλιστα τῶν μεγάλων ἀνδρῶν τοῦ ἀγῶνος, ἀλλὰ καὶ μέχρι τοῦδε ἡ μνήμη του εἶναι σεβαστὴ παρ’ ἡμῖν;

§23Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ὁ Καποδίστριας δὲν ἔγεινε Κυβερνήτης τῆς Ἑλλάδος ὡς Ἕλλην, ἀλλ’ ὡς ὑπήκοος καὶ πράκτωρ τῆς Ῥωσσίας, γενόμενος ἀρνησίπατρις καὶ προδότης πίστεως καὶ πατρίδος.

§24ΠΟΛΛΟΙ. Εἶναι ἀνάξιον, κύριε Πρόεδρε, νὰ κάθεται μέσα εἰς τὴν Βουλὴν ἕνας σὰν τὸν Ἰακωβάτον, ὅστις ὑβρίζει τὸν Καποδίστριαν (θόρυβος.)

§25ΚΟΡΙΖΗΣ. Κύριε πρόεδρε, πρέπει ν’ ἀνακαλέσῃ αὐτὰ ὁ κ. Ἰακωβάτος· πρέπει νὰ σέβηται τὸ Κοινοβούλιον καὶ νὰ μὴ λέγῃ τοιαῦτα ἐντὸς αὐτοῦ.

§26Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Εἶσαι πεπλανημένος.

§27ΚΟΡΙΖΗΣ. Σὺ εἶσαι πεπλανημένος.

§28Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Νιάρρρρρρρρ (ἱλαρότης καὶ θόρυβος).

§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ἰακωβάτε, δὲν εἶναι συζήτησις αὐτή (θόρυβος).

§30ΠΟΛΥΛΑΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.

§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠμπορῶ νὰ δώσω τὸν λόγον εἰς κανένα.

§32ΠΑΛΑΤΙΑΝΟΣ. Κύριε πρόεδρε, διαμαρτυρόμεθα δι’ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ἰακωβάτος.

§33ΝΙΚΟΚΑΒΟΥΡΑΣ. Αὐτὸς ὁ ἀνάξιος, ὁ ἄνανδρος, τὸ ἔκτρωμα τῆς κοινωνίας (θόρυβος.)

§34ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ὅστις θέλει, ἂς διαμαρτυρηθῇ (θόρυβος.)

§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν, κύριοι, ἐξακολουθῆτε νὰ διακόπτητε τοὺς ἀγορεύοντας ἀπὸ τοῦ βήματος καὶ νὰ θορυβῆτε, θὰ διακόψω τὴν συνεδρίασιν. Δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένος ὁ τοιοῦτος τρόπος τῆς συζητήσεως, προκαλεῖ δὲ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα ὀφείλομεν ν’ ἀποφεύγωμεν.

§36ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Λοιπὸν, κύριοι, δὲν γνωρίζω τὴν ἀσθένειαν, ἡ ὁποία ἠνάγκασε δυστυχῶς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ μὴ ἔλθῃ χθὲς καὶ σήμερον. Ἐὰν ἦναι ἀληθὲς αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἠκούσθη, ὅτι εἶναι ἐπανάληψις τῆς ποδαγλίας, τώρα, ὅσοι γνωρίζουν τὴν ἀσθένειαν ταύτην, γνωρίζουν, ὅτι δυστυχῶς αὐτὴ ἡ ἀσθένεια ἠμπορεῖ νὰ διαρκέσῃ 15 καὶ 20 ἡμέρας· ὁ Θεὸς νὰ φυλάξῃ νὰ μὴ διαρκέσῃ τόσας ἡμέρας, ἀλλὰ πιθανὸν νὰ γείνῃ, αὐτὴ εἶναι ἡ φύσις τῆς ἀσθενείας· καὶ ἐὰν, ὃ μὴ γένοιτο, αὐτὴ ἡ κακοδιαθεσία παραταθῇ ἐπὶ 15 καὶ 20 ἡμέρας, θὰ μείνωμεν ἔτσι ἐδῶ;

§37ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.

§38ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Μέχρι τῆς Δευτέρας τὸ πολύ.

§39ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς μᾶς εἶπεν εἰς τὸ τέλος τοῦ λόγου του, καὶ ἐλπίζω, ὅτι ἤκουσα καλὰ, ὅτι, ἐὰν ἡ Βουλὴ θέλῃ νὰ μεταβῇ σήμερον εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, οὐδὲν ἧττον ἡ Κυβέρνησις, καίτοι ἀπόντος τοῦ Πρωθυπουργοῦ, θέλει καθίσει νὰ συζητηθῇ.

§40ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.) Ἀλλ’ ὅτι....

§41ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἀλλ’ ὅτι, ἐὰν πρόκηται περὶ πολιτικοῦ ζητήματος, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ ἦναι ὁ Πρωθυπουργὸς ἐδῶ. Ὅτι βεβαίως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔχει τὴν ἀξίαν του καὶ τὴν ἱκανότητά του ἐκείνην, τὴν ὁποίαν κανεὶς δὲν τῷ ἀμφισβητεῖ, δὲν δύναται κανεὶς νὰ τὸ ἀρνηθῇ· ἀλλ’ ἐπίσης καὶ οἱ συνάδελφοί του, οἱ ἐξ ἡνωμένοι, δύνανται νὰ παραστήσουν τὴν ἱκανότητα καὶ τὴν ἀξίαν τοῦ Πρωθυπουργοῦ.

§42ΤΙΝΕΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου.

§43ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μὰ διατί, κύριοι, δὲν ὑπομονεύετε; ἂν δὲν διεκόπτετε, θὰ εἶχα τελειώσει πρὸ πολλοῦ. Νομίζω, ὅτι δυνάμεθα νὰ συμφωνήσωμεν μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι τὸ πολιτικὸν ζήτημα δὲν θὰ τεθῇ οὔτε κατὰ τὴν πρώτην ἡμέραν τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, οὔτε τὴν δευτέραν, οὔτε τὴν τρίτην, οὔτε τὴν τετάρτην, οὔτε τὴν πέμπτην· ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ θὰ παραταθῇ. Δυνάμεθα λοιπὸν ν’ ἀρχίσωμεν τὴν καθαρὰν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ, ἐὰν οἱ κ.κ. Ὑπουργοὶ νομίσωσι, ὅτι εἰς μέρος τι τῆς συζητήσεως παρουσιάζεται πολιτικὸν ζήτημα καὶ εἶναι ἀνάγκη τῆς παρουσίας τοῦ Πρωθυπουργοῦ, δύνανται νὰ μᾶς σταματήσουν. Ἀλλὰ δὲν πρέπει ν’ ἀναβληθῇ περαιτέρω ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ· εἴμεθα εἰς τὸ τέλος τῶν ἐργασιῶν μας, καὶ ἓν ἀπὸ τὰ πρῶτα ἔργα καὶ τὰ κατεπείγοντα τῆς Βουλῆς εἶναι ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ. Λέγω λοιπὸν, ὅτι δυνάμεθα νὰ συμφωνήσωμεν μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἐὰν ἀρχίσωμεν τὴν καθαρὰν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἐὰν δὲ, ἐπαναλέγω, ἤθελε παρουσιασθῆ τι, τὸ ὁποῖον ἤθελον κρίνει οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ ὅτι γεννᾷ ζήτημα πολιτικὸν, νὰ μᾶς εἰδοποιήσουν, καὶ ἡμεῖς νὰ σταματήσωμεν.

§44ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀλίγας μόνον λέξεις θὰ εἴπω ἵνα διορθώσω ὅ,τι ἐσφαλμένως εἶπεν ὁ κ. Λομβάρδος. Τὰ στενογραφήματα τῆς χθεσινῆς ὁμιλίας μου εἶναι ἐδῶ.

§45ΤΙΝΕΣ. Ἀναγνώσατέ τα, κ. Ὑπουργέ.

§46ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ ἔλαβον αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἀνὰ χεῖρας, δὲν ἔχουν καμμίαν διόρθωσιν. Ἰδοὺ τί λέγουν.

§47ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν ἔχει νὰ κάμῃ αὐτὸ τίποτε.

§48ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς δὲν ἔχει νὰ κάμῃ; Θέλω νὰ σᾶς ἀποδείξω τί εἶπον ἐγὼ χθές. Ἰδοὺ λοιπὸν τί λέγουν: «Ἑπομένως παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἐγκρίνῃ, ν’ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν ταύτην μέχρι τῆς ἀναῤῥώσεως τοῦ Πρωθυπουργοῦ. ΤΙΝΕΣ. Ἕως πότε; ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐλπίζω, ὅτι τὸ Σάββατον, ἢ τὸ πολὺ τὴν Δευτέραν, θέλει εἶσθαι ἀφεύκτως εἰς κατάστασιν νὰ προσέλθῃ.» Καὶ ὁ κ. Λομβάρδος διέστρεψε τὸν λόγον μου. Ἀλλὰ, κύριε Λομβάρδε, συνειθίζετε νὰ διαστρέφετε πάντοτε τὰ ζητήματα δὲν εἶναι ὅμως ὀρθὸν τοῦτο, πάντοτε διαστροφὰς καὶ παραχαράξεις νὰ κάμνετε.

§49ΤΙΝΕΣ. Νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή, κ. Πρόεδρε.

§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γίνεται πάλιν πρότασις νὰ συζητηθῇ σήμερον ὁ προϋπολογισμὸς, ἀνεξαρτήτως τῶν χθὲς λεχθέντων. Ἐὰν ἀναβληθῇ καὶ σήμερον, δὲν θὰ ἔλθῃ τὸ ζήτημα αὔριον, θὰ ἔλθῃ τὴν Δευτέραν, ἐκτὸς ἂν ἐμφανισθῇ αὔριον ὁ κ. Πρωθυπουργός. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ μέχρι τῆς δευτέρας παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πλεῖστοι.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.

§51ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Συμπληρῶν τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας χθὲς ἐχορήγησα εἰς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ κ. Ῥάλλη ὡς πρὸς τὰ ἐκποιηθέντα ἐν Λαυρίῳ οἰκόπεδα, ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νέαν ἔκθεσιν τοῦ τμηματάρχου τοῦ ἁρμοδίου τμήματος καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἐκποιηθέντα οἰκόπεδα τοῦ 8ου τετραγώνου. Συγχρόνως δὲ ὑποβάλλω καὶ εἰκόνας τῶν οἰκοπέδων τῶν δύω τετραγώνων, τοῦ ὀγδόου καὶ ἐννάτου· πρὸς τούτοις δὲ πίνακα περὶ τῶν εἰς ἕκαστον τετράγωνον ἐκποιηθέντων οἰκοπέδων καὶ τῆς τιμῆς, ἥτις προσεφέρθη δι’ ἕκαστον τούτων. Ἐξ αὐτῶν θέλει πληροφορηθῆ ὁ κ. Ῥάλλης, ὡς καὶ πᾶς ἄλλος ἐκ τῶν κκ. συναδέλφων, ὅστις θελήσει νὰ λάβῃ γνῶσιν, ὅτι ἐν τῷ ὀγδόῳ τετραγώνῳ ἐξεποιήθησαν τέσσαρα οἰκόπεδα ἐξ 173 καὶ 29|00 ἕκαστον, καὶ τὸ μὲν πρῶτον ἐξεποιήθη δρ. 6,025, τὸ δὲ δεύτερον διὰ δραχμὰς 5,250, τὸ τρίτον διὰ δραχμὰς 6,000, καὶ τὸ τέταρτον διὰ δραχμὰς 6,000· μένουσι δὲ ἀνεκποίητα ἐπὶ τοῦ τετραγώνου αὐτοῦ δύω οἰκόπεδα ὑπὸ τοὺς ἀριθμοὺς 85 καὶ 86· καὶ ὅτι ἐκ τῶν ἐν τῷ 9 τετραγώνῳ ἐξεποιήθησαν μέχρι τοῦδε ἐπίσης τέσσαρα οἰκόπεδα, τὸ μὲν διὰ 850 δραχμὰς, τὸ ἕτερον διὰ 875 δραχμὰς, καὶ αὐτὰ εἶναι ἐκεῖνα, περὶ τῶν ὁποίων χθὲς ἐγένετο λόγος, τὸ τρίτον διὰ 1,210, καὶ τὸ τέταρτον 5,020· μένουσι δὲ ἀνεκποίητα καὶ ἐν τῷ τετραγώνῳ τούτῳ δύω ἐπίσης οἰκόπεδα. Βεβαίως ἡ διαφορὰ τῆς προσφερθείσης τιμῆς διὰ τὰ οἰκόπεδα τοῦ 8ου τετραγώνου πρὸς τὰ τοῦ 9ου τετραγώνου εἶναι μεγάλη, ἀλλὰ δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ δώσω λόγον τῆς τοιαύτης διαφορᾶς. Ἡ ἐκποίησις τῶν οἰκοπέδων τούτων ἔλαβε χώραν πρὸ πολλοῦ, καὶ πρὸ πολλοῦ ἐξεδόθησαν τὰ παραχωρητήρια ἐπὶ τῇ βάσει γνωμοδοτήσεων τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν τῶν ἐνεργησασῶν τὴν δημοπρασίαν, καὶ οὐδὲν παράπονον παρουσιάσθη, μέχρι τοῦδε τοὐλάχιστον, εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐπειδὴ ὅμως μοὶ ἐδόθη ἀφορμὴ ἐκ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Ῥάλλη νὰ σκεφθῶ ὁποῖον μέτρον πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν συμφερόντων τοῦ δημοσίου συμφέρει νὰ ληφθῇ, ἐσκέφθην, ὅτι, ἐὰν ἡ δημοπρασία τῆς ἐκποιήσεως ἐνεργηθῇ καὶ ἐν Λαυρίῳ καὶ ἐν Ἀθήναις, ἴσως ἠδύνατο νὰ ἐξασφαλίσῃ τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου· καὶ διὰ τοῦτο ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἐπιτρέπεται, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ οἰκόπεδα ἐν Λαυρίῳ, νὰ ἐνεργῆται συγχρόνως ἡ δημοπρασία περὶ τῆς ἐκποιήσεως αὐτῶν καὶ ἐν Λαυρίῳ καὶ ἐν Ἀθήναις, καὶ οὕτω νὰ προληφθῇ πᾶσα συνεννόησις, δυναμένη νὰ χρησιμεύῃ πρὸς βλάβην τῶν συμφερόντων τοῦ δημοσίου.

§52ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι θὰ ἦναι καλὸν νὰ κανονίσητε, ὥστε καὶ εἰς τὰς ἄλλας κωμοπόλεις νὰ ἐνεργῆται δημοπρασία διὰ τὰ ἐν ἄλλαις ἐπαρχίαις κτήματα.

§53ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν τὴν παρατήρησίν σας, καὶ ἢ θὰ φέρω ἴδιον Νομοσχέδιον, ἢ θὰ κάμω τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου τούτου. Παραδίδω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τὸ Νομοσχέδιον, τὴν ἔκθεσιν τοῦ Τμηματάρχου μετὰ τῶν διαγραμμάτων, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ῥάλλην νὰ λάβῃ γνῶσιν αὐτῶν (τὰ καταθέτει εἰς τὸ Προεδρεῖον.) Εἶναι γνωστὸν ἤδη εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι πλεῖστοι ὅσοι ἐκ τῶν στρατιωτικῶν ἐκείνων, οἵτινες ἐτέθησαν εἰς ἀποστρατίαν κατὰ τὸ 1878, ἐδικαιώθησαν δικαστικῶς νὰ λάβουν τὸν μισθὸν τῆς ἐνεργείας τοῦ βαθμοῦ των, διότι ἡ ἀποστρατία αὕτη ἐθεωρήθη ὡς παρατύπως γενομένη. Ἀλλ’ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1879 δὲν προεβλέφθη ἡ περίστασις αὕτη, καὶ ἑπομένως δὲν ὑπάρχει ἐν αὐτῷ πίστωσις πρὸς πληρωμὴν τῆς ἐπιδικασθείσης μισθοδοσίας εἰς ἕκαστον τῶν ἀξιωματικῶν τούτων. Διὰ τοῦτο λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον Νόμου περὶ χορηγίας πιστώσεως εἰδικῆς ἐκ δραχμῶν 242,254 ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ 1879, τασσομένης ὑπὸ ἴδιον κεφάλαιον, 26, ὑπὸ τὸν τίτλον «Παροχὴ ἐπιδικασθεισῶν ἀποδοχῶν ἀξιωματικῶν τεθέντων εἰς ἀποστρατίαν παρατύπως.» Τὸ Νομοσχέδιον συνοδεύεται μετ’ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως τοῦ ἁρμοδίου ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν συναδέλφου μου, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιταχύνῃ τὴν ἐπιψήφισιν τῆς πιστώσεως ταύτης, διότι, ὅπως καὶ ἄλλοτε ἐγένετο λόγος ἐν τῇ Βουλῇ, οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι στεροῦνται τοῦ μισθοῦ των καὶ καταθλίβονται ὑπὸ πολλῶν ἀναγκῶν. Ἐννοεῖται δὲ, ὅτι μέγιστον μέρος τῆς πιστώσεως, ἥτις ἐπεψηφίσθη διὰ τὸ 1879 διὰ στρατιωτικὰς συντάξεις, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἀξιωματικοὺς τούτους, δικαιουμένους νὰ λάβωσι τὸν μισθὸν τῆς ἐνεργείας θέλει μείνει διαθέσιμον. Ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ὑπάρχει πίναξ ὀνομαστικὸς ὅλων τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἕκαστος δικαιοῦται νὰ λάβῃ μετὰ τὴν ἔκπτωσιν τῶν ποσῶν, ἅτινα εἴτε λόγῳ συντάξεως, εἴτε λόγῳ προκαταβολῆς ἔλαβον.

§54ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴπατε, ὅτι θὰ μείνῃ ἓν ποσὸν ἀπὸ τὰς στρατιωτικὰς συντάξεις· τότε, νομίζω, ἔπρεπε νὰ ζητήσητε τὸ ὑπόλοιπον ποσόν.

§55ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄλλο σύνταξις καὶ ἄλλο μισθός. Ἡμεῖς ζητοῦμεν πίστωσιν ὑπὸ ἴδιον κεφάλαιον διὰ μισθοδοσίαν, ἡ δὲ ἄλλη πίστωσις τῆς συντάξεως θ’ ἀκυρωθῇ ὡς περιττή.

§56ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐζήτησε νὰ προστεθῇ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1880 πίστωσις 108 χιλιάδων· ὅ,τι δὲ τώρα ὑποβάλλει, ἀφορᾷ εἰς τὸ παρελθόν.

§57ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βέβαια.

§58ΠΟΛΥΛΑΣ. Δικαίως ἐξήγειρε τὴν ἀγανάκτησιν ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς ἡ ῥῆσις τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Κεφαλληνίας.

§59ΤΙΝΕΣ. Ὄχι ὁλοκλήρου.

§60ΠΟΛΥΛΑΣ. Ἄνευ λόγου ἠθέλησε νὰ χαρακτηρήσῃ ἄνδρα, ὅστις ὑπηρέτησε τὴν πατρίδα....

§61ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. ......... (Θόρυβος.)

§62ΝΙΚΟΚΑΒΟΥΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ προστατεύσητε τὸν ἀγορεύοντα διὰ νὰ ἐπικρίνῃ τὸν ἀχρεῖον. (Θόρυβος.)

§63ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Θὰ τοῖς δώσω ὅλην τὴν ἐλευθερίαν νὰ ὁμιλήσωσιν ὑπὲρ τοῦ ἀχρείου καὶ προδότου τῆς πατρίδος Καποδιστρίου. Θόρυβος.)

§64ΤΙΝΕΣ. Νὰ τὸν ἀνακαλέσητε.

§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς ἀνακαλῶ εἰς τὴν τάξιν, κύριε Ἰακωβάτε. (Θόρυβος καὶ λογομαχίαι μεταξὺ Φιλήμονος, Ἰακωβάτου καὶ πολλῶν ἄλλων Βουλευτῶν.)

§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶμαι ἠναγκασμένος, κύριοι, νὰ διακόψω τὴν συνεδρίασιν. Ἡ συνεδρίασις διακόπτεται ἐπὶ 5 λεπτά.

§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις.

§68ΤΙΝΕΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ μὴ ἐπιτρέψητε συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ἐπεισοδίου, ἀλλὰ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.

§69ΕΤΕΡΟΙ. Νὰ ἀποδοκιμασθῇ, κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Ἰακωβάτος. (Θόρυβος.)

§70Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δύω λέξεις, κύριε Πρόεδρε. Ὁ Καποδίστριας δὲν ἔχει ἀνάγκην τῆς ὑπερασπίσεως οὐδενὸς, διότι οἱ ἄνδρες τοῦ 1821, ἐν τῇ συνελεύσει τοῦ 1843, ἀπεφάσισαν παμψηφεὶ νὰ τῷ ἐγερθῇ ἀνδριάς. (Χειροκροτήματα ἔν τε τῇ αἰθούσῃ καὶ τοῖς ἀκροατηρίοις.)

§71ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. ..... (Θόρυβος.)

§72ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ὅπως σεῖς ἔχετε τὴν ἰδέαν νὰ ἐγερθῇ ἀνδριὰς, ἡμεῖς ἔχομεν τὴν ἐναντίαν.

§73ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἡ ἱστορία ὁμολογεῖ, ὅτι ὁ Καποδίστριας ἤγειρεν ἐπανάστασιν, καὶ ἔγεινεν ἐμφύλιος πόλεμος, καὶ ἐχύθη αἷμα.

§74Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.

§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄνευ τῆς ἀδείας μου οὐδεὶς δύναται ν’ ἀγορεύῃ, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον νὰ μὲ διακόπτῃ. Ἕκαστος εἶναι ἐλεύθερος νὰ ἔχῃ οἱανδήποτε ἰδέαν περὶ οἱουδήποτε προσώπου, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ νὰ ἐκφέρωνται βαρεῖαι φράσεις ἐναντίον προσώπων, τὰ ὁποῖα ὅλον τὸ ἔθνος σέβεται.

§76Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Μεροληπτεῖτε, παραβαίνετε τὸν Κανονισμὸν, καὶ τὴν λογικήν. Ζητῶ τὸν λόγον διὰ μίαν σημείωσιν, ἀνεξαρτήτως πάσης προσωπικότητος. Ἡ Ἐθνοσυνέλευσις, ἡ ὁποία βεβαίως ἀνήγειρεν ἀνδριάντα εἰς ἐκεῖνον, εἶναι αὐτὴ, ἥτις διῄρεσε τοὺς Ἕλληνας εἰς αὐτόχθονας καὶ ἑτερόχθονας. (Θόρυβος.)

§77ΤΙΝΕΣ. Εἶναι ὑβριστής. (Θόρυβος.)

§78Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Δὲν συνήλθομεν, κύριοι, διὰ νὰ συγγράψωμεν τὴν ἱστορίαν τῆς πατρίδος μας. Καὶ ἐνῷ δὲν ἔχομεν ἐντολὴν νὰ ἱστορήσωμεν τὸν βίον τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, δὲν μᾶς εἶναι κατὰ πάντα λόγον ἐπιτετραμμένον νὰ δυσφημίζωμεν ἐκείνους, οἵτινες ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ κληθῶσι νὰ προστατεύσωσι τὰ δικαιώματα τὰ ἐθνικὰ ὅλου τοῦ Ἑλληνισμοῦ.

§79Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε, διότι θὰ τὸν ἀντικρούσω. (Θόρυβος.)

§80Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅσοι ἔχουσιν ἐναντίαν γνώμην ἐξελέξαντο πολὺ ἀκατάλληλον αἴθουσαν, ἵνα ἐκφράσωσι τὴν γνώμην, ἣν ἔχουσι· διότι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ συνεδριάζουσιν οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Ἑλλάδος, εἰς τοὺς ὁποίους δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἀκούωσι δυσφημιζομένην τὴν ἱστορίαν ἐκείνων, οἵτινες ἐτέθησαν νὰ προστῶσι τοῦ ἔθνους, εἰς τοὺς ὁποίους εἶχεν ἐμπιστευθῆ ἡ τύχη του. Ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ λέγωνται ταῦτα. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ καταπαύσῃ πᾶσαν περαιτέρω ἐπὶ τούτου συζήτησιν.

§81ΤΙΝΕΣ. Εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, κύριε Πρόεδρε. (Θόρυβος.)

§82Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, σεῖς μεροληπτεῖτε, ἐγὼ ὅμως ἐξῆλθον νικητής.

§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα, κύριοι, εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἔχομεν τὸ Νομοσχέδιον περὶ μετοχικοῦ ταμείου τῶν κυρίων Βουλευτῶν.

§84ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Νομοσχέδιον, κύριοι, τὸ ὁποῖον ὑπηγόρευσε βεβαίως μία πεποίθησις καὶ καλὴ πίστις, ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι εἶναι κατὰ ἀτυχῆ σύμπτωσιν τοιοῦτον, ὁποῖον δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπινοήσῃ εἰμὴ ἡ πλέον σατανικὴ καὶ κακόβουλος διάνοια διὰ τὸν τόπον.

§85ΦΙΛΗΜΩΝ. Σᾶς εὐχαριστῶ, κύριε.

§86ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὸ Νομοσχέδιον τὸ ὑπηγόρευσε καλὴ πίστις καὶ πεποίθησις περὶ τοῦ δικαίου καὶ τοῦ χρησίμου, καὶ ὅμως διὰ τὰς συνεπείας του, κατὰ τὴν ἰδικήν μου ἰδέαν, τὰς ἀμέσους καὶ ἐμμέσους, εἶναι τοιοῦτον, ὥστε πολὺ ἀφίσταται ἀπὸ τῆς προθέσεως ἐκείνων, οἵτινες συνέταξαν καὶ ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν τοῦτο. Καὶ ἐκ πρώτης μὲν ἀπόψεως δύναται ἴσως ν’ ἀποπλανᾷ ἡ ἐπιγραφὴ τοῦ Νομοσχεδίου, καὶ ἐπηρέασεν ἐπ’ αὐτοῦ πολὺ ἡ σκέψις, ὅτι πολλοὶ τῶν ἐπὶ πολὺν χρόνον πολιτευσαμένων ἀδικοῦνται, καὶ ἑπομένως δύνανται νὰ ἦναι ἄξιοι προστασίας καὶ περιθάλψεως. Ἐκ πρώτης ὄψεως δύναται ν’ ἀποπλανηθῇ τις καὶ νὰ μὴ σκεφθῇ περὶ τῶν συνεπειῶν αὐτοῦ. Φρονῶ ὅμως, ὅτι μόλις τὸ μελετήσωσι καλῶς καὶ οἱ ὑποβαλόντες αὐτὸ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν συνεπειῶν, φρονῶ, ὅτι θὰ αἰσθανθῶσι κλονισμόν τινα διὰ τὴν ὑποστήριξιν, τὴν ὁποίαν κάμνουν τοῦ τοιούτου Νομοσχεδίου. Προκειμένου νὰ ἐξετάσωμεν ἕνα νόμον τοιοῦτον, πρέπει νὰ βλέπωμεν μακρὰν, καὶ πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τὰς συνεπείας πολὺ εὐρύτερον καὶ ἐμβριθέστερον. Δύναται ἕκαστος νὰ φρονῇ, ὅτι τινὲς τῶν πολιτευομένων θέλουσιν εὑρεθῆ κατόπιν εἰς θέσιν, ὥστε νὰ ἔχωσιν ἀνάγκην περιθάλψεως καὶ προστασίας, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ κρίνωσιν ἐκ τῶν ἰδίων καὶ περὶ τῶν ἀλλοτρίων· πρέπει ἰδιαιτέρως νὰ μελετήσωσι τὴν κατάστασιν τοῦ τόπου, καὶ πῶς θὰ ἐπιδράσῃ τὸ τοιοῦτον Νομοσχέδιον ἐπ’ αὐτοῦ. Ἐν τούτοις ὑπὸ οἱανδήποτε ἔποψιν τὸ ἐξετάσει τις, δὲν δύναται ἢ νὰ τὸ εὕρῃ ἀποκρουστέον. Καὶ ἐν πρώτοις δὲν δύναται παρὰ νὰ τὸ εὕρῃ ἀντικείμενον εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ δι’ ἄλλους λόγους, τοὺς ὁποίους ὑπεστήριξαν ἄλλοι, ἀλλὰ πρὸ πάντων δι’ αὐτὸν, ὅτι αὐξάνει τὴν ἀποζημίωσιν, τὴν ὁποίαν τὸ Σύνταγμα ἐνόησε νὰ περιορίσῃ. Καὶ νομίζετε, ὅτι δὲν εἶναι ἐπαύξησις τῆς ἀποζημιώσεως τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον διὰ τοῦ Νομοσχεδίου προτείνετε; καὶ νομίζετε, ὅτι δὲν εἶναι πολὺ ἀνώτερον αὐτό, τὸ ὁποῖον δημιουργεῖ τὸ Νομοσχέδιον ἀπὸ τὴν ἀποζημίωσιν ἢ πενταπλασίαν ἀποζημίωσιν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν καθιερώνει τὸ Σύνταγμα; Σύνταξις ἰσόβιος μεταβιβαζομένη καὶ εἰς τὰ τέκνα δὲν παρουσιάζει ἓν μέγιστον συμφέρον πολὺ ἀνώτερον τῆς ἀποζημιώσεως; Καὶ ἂν δὲν περιεῖχε περισσότερον συμφέρον πρὸς τίνα λόγον προτείνετε ἄλλον; Ἀλλὰ αὐτὸ εἶναι ὁ δικαιολογητικὸς λόγος, τὸ ἀνώτερον συμφέρον, ὄχι τὸ συμφέρον τὸ σημερινόν, ἀλλ’ ἔστω τὸ μέλλον, τὸ ὁποῖον θὰ λάβῃ ὁ Βουλευτὴς, ὅστις θὰ λάβῃ ἀνάγκην προστασίας καὶ περιθάλψεως, καὶ ὅπερ αὐξάνει, διότι καὶ τὰ τέκνα του θὰ ἔχουν σύνταξιν. Λοιπὸν δὲν εἶναι αὐτὸ συμφέρον;

§87ΡΙΚΑΚΗΣ. Τί κακὸν θὰ προέλθῃ ἐξ αὐτοῦ;

§88ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ εἴπω καὶ περὶ αὐτοῦ. Λοιπὸν, ἐνῷ δὲν ἐπιτρέπεται ν’ αὐξήσητε οὔτε κατὰ ἓν λεπτὸν τὴν ἀποζημίωσιν τῶν 2,000 δραχμῶν, τὴν ὁποίαν ἐκανόνισε τὸ Σύνταγμα, νομίζετε, ὅτι δικαιολογούμεθα διὰ πλαγίου τρόπου νὰ ἐπαυξήσωμεν εἰς μέγιστον μάλιστα βαθμὸν τὸ συμφέρον καὶ τὴν ἀποζημίωσιν τοῦ Βουλευτοῦ; Καὶ δὲν εἶναι, κύριοι, καταδολίευσις τοῦ Συντάγματος, ὅταν δι’ ἄλλου τρόπου πλαγίου θέλωμεν νὰ δικαιολογήσωμεν συμφέρον, τὸ ὁποῖον δὲν τὸ δημιουργοῦμεν διὰ τῆς καταβολῆς ἡμῶν μόνον, ἀλλὰ διὰ φόρων, τοὺς ὁποίους ἐπιβάλλομεν εἰς μίαν τάξιν ἀνθρώπων; Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἀπορῶ πῶς δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι καὶ εἰς τὸ γράμμα ἀκόμη, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον καὶ εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος δὲν ἀντίκειται. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ὀλιγώτερον εἶναι νὰ εἴπωμεν ἀπ’ εὐθείας, ὅτι αὐξάνομεν τὴν ἀποζημίωσιν.

§89ΠΑΝΤ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.

§90ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τὸ δικαίωμα αὐτὸ, ὅταν ἦναι ἤδη κεκτημένον, δύναται κατὰ τὸν νόμον νὰ θεωρηθῇ καὶ ἐπιδεκτικὸν ἐκχωρήσεως. Πρέπει κανεὶς νὰ λησμονῇ τὰς κυριωτέρας ἀρχὰς τοῦ δικαίου, διὰ νὰ θεωρήσῃ, ὅτι τὸ Νομοσχέδιον αὐτὸ δὲν ἐπαυξάνει τὴν ἀποζημίωσιν τοῦ βουλευτοῦ. Ἴσως ἡ ἀποζημίωσις εἶναι λίαν περιωρισμένη, ἴσως πρέπει νὰ αὐξηθῇ, ἀλλ’ ἡ ἁπλῆ αὔξησις ἄνευ τοῦ τοιούτου νόμου δὲν θὰ εἶχε τὰς ὀλεθρίας ἐκείνας συνεπείας, τὰς ὁποίας θὰ ἔχῃ ὁ νόμος αὐτός. Ἡ Συνέλευσις ἐσκέφθη, ὅτι πρέπει ὁ Βουλευτὴς νὰ μὴ ὠθῆται εἰς τὸ πολιτικὸν στάδιον ἀπὸ τὸ χρηματικὸν συμφέρον, ἐσκέφθη νὰ ἀπομακρύνῃ ἐντελῶς τὸ ὑλικὸν συμφέρον ἀπὸ τὸν πολιτικὸν βίον· ἡ Συνέλευσις εἶπεν, ὅτι μόνον ἀποζημίωσιν ἐπιτρέπει, δὲν δέχεται ἀμοιβήν. Καὶ δὲν παραβιάζομεν λοιπὸν καὶ τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος καὶ τὸ πνεῦμα τῆς Συνελεύσεως εἰσάγοντες νόμον περὶ συντάξεως τῶν Βουλευτῶν; Ἀλλὰ, πλὴν τοῦ προφανῶς ἀντισυνταγματικοῦ τοῦ τοιούτου νόμου, ὑπάρχει συνάμα τὸ ἐντελῶς ἀδικαιολόγητον ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν, καὶ ἔχω πεποίθησιν, ὅτι μία μελέτη αὐτῶν τῶν ὑποβαλόντων καὶ ὑποστηριζόντων θὰ τοὺς φέρῃ τοὐλάχιστον εἰς κλονισμόν. Τί ἄλλο εἶναι αὐτὸ τὸ Νομοσχέδιον κατ’ οὐσίαν παρὰ νομοσχέδιον περὶ συντάξεως τῶν πολιτευομένων; Ἀλλὰ φέρει ἐπιγραφὴν περὶ μετοχικοῦ ταμείου· κατεδείχθη ὅμως διὰ τῆς αὐθεντίας καὶ τῆς εὐφυΐας συνάμα τοῦ διακεκριμένου ἡμῶν συναδέλφου κ. Καλλιγᾶ πόσον ἡ ἐπιγραφὴ αὕτη εἶναι ἀνάρμοστος εἰς τὸ Νομοσχέδιον αὐτὸ, διότι δὲν πρόκειται νὰ λαμβάνωμεν ὅ,τι συνεισενέγκαμεν, καὶ τοῦτο τὸ μαρτυρεῖ ἀμέσως τὸ ἴδιον Νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὡς κύριον πόρον ἔχει ἕνα φόρον ἀδικαιολόγητον καὶ συνάμα ἀντιβαίνοντα εἰς τὴν ἐκλογικὴν ἐλευθερίαν, τὴν ὁποίαν ἐνόησεν ἡ Συνέλευσις καὶ ὁ ἐκλογικὸς νόμος νὰ καθιερώσῃ, καὶ διότι καὶ ἐκεῖνοι ὀνομάζονται πολιτευόμενοι, διότι λέγονται ὑποψήφιοι, ἄρα ἀλλάσσει τὸν χαρακτῆρα τοῦ φόρου, τὸν ὁποῖον ἔχει αὐτὸς ὁ ἔρανος; Θέλετε οἱονεὶ συναλλασσόμενοι μετ’ αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων νὰ σχηματίσωμεν μίαν τάξιν τῶν πολιτευομένων, καὶ τοιουτοτρόπως δημιουργοῦμεν μίαν τάξιν ἀνθρώπων, ἐχόντων ἴδια συμφέροντα ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὸν λαὸν, καὶ ἐὰν ὁ λαὸς εὐλόγως δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ παροῦσα ἐλεεινὴ κατάστασις ὀφείλεται βεβαίως εἰς τὸ σύνολον τῶν πολιτευομένων, αὐτὸ λείπει ἀκόμη νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἡμεῖς ἀποτελοῦμεν μίαν τάξιν ἰδιαιτέραν, διότι ἔχομεν ἴδια συμφέροντα, εἴμεθα σωματεῖον ἰδιαίτερον. Ἐννοῶ, ὅτι δύναται κανεὶς νὰ ὑπηρετῇ τὴν πατρίδα του ὄχι μόνον διὰ τοῦ ξίφους, ὄχι μόνον δι’ ἄλλων ἀγώνων, ἀλλὰ καὶ ὡς πολιτευόμενος. Ἀλλ’ ἔχει ἆρά γε τὸν χαρακτῆρα ἐκεῖνον ἡ ὑπηρεσία τῶν πολιτευομένων, τὸν ὁποῖον, ἐξευτελίζοντες τὸ ἀξίωμα τῶν πολιτευομένων, χορηγεῖτε διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ἀκουσίως; Ὁ κ. Πετιμεζᾶς ἔκαμεν ἀντίθεσιν μεταξὺ ἑνὸς γραφέως καὶ ἑνὸς Βουλευτοῦ. Καὶ εἶναι ὁμοία ἡ ὑπηρεσία τοῦ γραφέως, ἢ ἔστω οἱουδήποτε ὑπαλλήλου, πρὸς τὴν ἔξοχον ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ παράσχῃ ὁ Βουλευτής; Ἡ ὑπηρεσία τοῦ πολιτευομένου δὲν εἶναι ὑπηρεσία γραφέως, οὔτε ἀνωτέρων ὑπαλλήλων. Ὁ ἀνώτερος ὑπάλληλος ἐκτελεῖ ἰδιαιτέραν ὑπηρεσίαν, ἥτις τὸν ἀπασχολεῖ ἐντελῶς· μισθοῦται τρόπον τινά, ἴσως δὲν ἁρμόζει ἡ λέξις, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε προσεγγίζει εἰς τὸν χαρακτῆρα τῆς ὑπαλληλίας. Εἰς τοιοῦτον σημεῖον θέλετε νὰ καταβιβάσητε τὴν μεγάλην, τὴν ἔξοχον ὑπηρεσίαν τοῦ πολιτευομένου; Ἡ ὑπηρεσία τοῦ πολιτευομένου εἶναι ὑπὸ δοκιμασίαν· δὲν δύναται νὰ ὑποτίθεται, ὅτι πολιτευθείς τις ἐπὶ μακρὸν ὑπηρέτησε πράγματι τὴν πατρίδα. Καὶ ὁ λαὸς διατηρεῖ εἰς ἑαυτὸν τὸ δικαίωμα νὰ κρίνῃ ἂν πολιτευόμενός τις ἐγένετο ἄξιος νὰ σιτίζεται ἐν Πρυτανείῳ, καὶ οὐχὶ νὰ ὑποστῇ τὰ ὅλως ἀντίθετα. Ὁ πολιτευόμενος κεντούμενος ἀπὸ ἐλατήρια εὐγενῆ, ἀπὸ εὐγενῆ φιλοδοξίαν καὶ ἀπὸ φιλοπατρίαν, ῥίπτεται εἰς τὸ πολιτικὸν στάδιον, ἀφροντιστῶν ἐντελῶς περὶ τῶν συνεπειῶν, καὶ μάλιστα τῶν ὑλικῶν. Καὶ ἐὰν ὑπάρχῃ τι, τὸ ὁποῖον τοὺς πολιτευομένους τῆς Ἑλλάδος ἐξαγνίζει ἐνώπιον ὅλου τοῦ κόσμου, εἶναι ὅτι ζῶσι πάντοτε ἐν πενίᾳ. Καὶ ἂν πολιτευόμενός τις παράσχῃ ὁμολογουμένως πραγματικὰς ὑπηρεσίας καὶ πάθῃ, νομίζετε, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ Βουλὴ εἰς τὴν Ἑλλάδα μάλιστα, ὅπου τόσον ἐπικρατοῦν τὰ φιλάνθρωπα αἰσθήματα, ἡ ὁποία θὰ ἀρνηθῇ νὰ τοῦ παράσχῃ συνδρομήν; Ἐὰν εὑρισκώμεθα εἰς καλλιτέραν οἰκονομικὴν θέσιν, ποῖος ἐξ ἡμῶν δὲν εἶχε τὴν διάθεσιν οἱ πάντες νὰ λάβουν περίθαλψιν; Ἀλλ’ ὅταν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν τοσοῦτον ἐδυσκολεύθημεν νὰ ἐξοδεύσωμεν 5 χιλ. δραχμάς, διὰ νὰ συντηρήσωμεν οἰκογενείας λιμοκτονούσας, ἐρχόμεθα σήμερον, προκειμένου περὶ τοῦ ἑαυτοῦ μας, καὶ ψηφίζομεν ἀμέσως ἓν ποσόν.

§91ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τί ποσόν;

§92ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εὑρίσκομεν ἕνα πόρον, τὸν πόρον τῆς φορολογίας τῶν ὑποψηφίων, καὶ ὅμως τὸν πόρον αὐτὸν, ὁ ὁποῖος, ἂν πρέπῃ νὰ ψηφισθῇ, πρέπει νὰ ἀνήκῃ σήμερον τοὐλάχιστον εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ λαοῦ, τὸν πόρον αὐτὸν τὸν ἁρπάζομεν καὶ τὸν χρησιμοποιλοῦμεν διὰ τὸν ἑαυτόν μας Κύριοι, ποίαν ἰδέαν ἆρά γε ἤθελε συλλάβει τις διὰ τοὺς πλοιάρχους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι, ὅταν τὸ σκάφος των εὑρίσκηται ἐν κινδύνῳ, ὅταν παρουσιάζωνται γυναῖκες καὶ βρέφη ὀλοφυρόμενα ἕνεκα τῆς τρικυμίας, ἤθελον φροντίσει μόνον νὰ εὕρουν σανίδα διὰ νὰ σωθῶσιν αὐτοὶ πρῶτοι; Εἰς τοιαύτην θέσιν εὑρισκόμεθα, ὅταν ἐν τῷ μέσῳ τοιούτων περιστάσεων σπεύδωμεν νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῶν συμφερόντων μας. Καὶ διὰ νὰ ὑποστηριχθῇ αὐτὸ τὸ λεγόμενον μετοχικὸν ταμεῖον, εἶπον καὶ ἐπαναλέγω, δημιουργεῖται εἷς φόρος ἀδικαιολόγητος. Διατί ὁ ὑποψήφιος νὰ πληρώνῃ αὐτὸν τὸν φόρον; διότι ἔχει συμφέρον. Μὴ τὸν ἠρωτήσαμεν; Ἀλλ’ εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν: ἐπιβάλλομεν τὸν φόρον αὐτὸν ἐπὶ τῆς προσδοκίας τοῦ κέρδους, τὸ ὁποῖον ἔχουν οἱ ὑποψήφιοι. Ποίαν προσδοκίαν κέρδους ἔχουν οἱ ὑποψήφιοι; ἡμεῖς μορφώνομεν αὐτὴν τὴν προσδοκίαν τοῦ κέρδους, ὁ ὑποψήφιος διαμαρτύρεται καὶ λέγει: ἐγὼ δὲν ὁρμῶμαι ἀπὸ τὴν προσδοκίαν τοῦ κέρδους, δὲν ἔχω σκοπὸν μάλιστα νὰ καταθέσω, διὰ νὰ λάβω τὴν σύνταξιν· διατί μὲ ἐμποδίζεις νὰ ἐκτεθῶ; Ἢ θεωρεῖτε, ὅτι πρέπει νὰ περιορίσωμεν τὴν ἐλευθερίαν τῆς προτάσεως τῶν ὑποψηφίων; Πῶς λέγεις ἐμοῦ τοῦ ὑποψηφίου τοῦ θέλοντος νὰ ἐκτεθῶ εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα, χωρὶς νὰ ἔχω οὐδόλως αὐτὴν τὴν προσδοκίαν, πλήρωσον διὰ τὴν προσδοκίαν; πῶς δύνασαι νὰ εἴπῃς, ὅτι μεριμνᾷς περὶ τοῦ συμφέροντός μου; Λοιπὸν πλάττομεν ἕνα φόρον ἀδικαιολόγητον, φόρον ἐπὶ τῆς προσδοκίας τοῦ κέρδους; τοῦτο εἶναι ἀληθῶς ἀκατανόητον. Ἂν θέλετε νὰ εἰπῆτε, ὅτι θέλομεν νὰ περιστείλωμεν τὴν ἐλευθερίαν τῆς προτάσεως τῶν ὑποψηφίων, τότε δὲν εἶναι βέβαια ἀκατανόητον, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι εἷς τρόπος περιορισμοῦ τῆς προτάσεως τῶν ὑποψηφίων. Καὶ δι’ αὐτὸ εἶχε πολὺ δίκαιον ὁ κ. Γρυπάρης λέγων: θέλετε νὰ φέρετε περιορισμὸν τῆς προτάσεως τῶν ὑποψηφίων; νὰ τὸν φέρετε καθαρῶς. Καὶ δὲν εἶναι βεβαίως, κύριοι, αὐτὸς ὁ φόρος, ὁ ὁποῖος θὰ δυνηθῇ νὰ συντηρήσῃ αὐτὸ τὸ μετοχικὸν ταμεῖον, διότι εἶναι προφανὲς, ὅτι δὲν συντηρεῖται. Ἡ προχειροτέρα ἐξέτασις, κύριοι, ἡ σκέψις, ὅτι θὰ ἦναι ἀμέσως χίλιοι ἴσως συνταξιοῦχοι, καταδεικνύει, ὅτι οἱ πόροι αὐτοὶ δὲν ἀρκοῦν, ἀλλὰ μετὰ τὴν δημιουργίαν τοῦ κοινοῦ συμφέροντος θὰ ἀναζητήσωμεν ἀμέσως νέους πόρους, θὰ ἐξοικειωθῶμεν, κύριοι, μὲ αὐτὸ τὸ κέρδος, θὰ τὸ θεωρήσωμεν δικαίωμα, καὶ τοιουτοτρόπως συνδεδεμένον διὰ μιᾶς ἁλύσεως κοινοῦ συμφέροντος πάντες οἱ πολιτευόμενοι θὰ στρέφωμεν βουλιμιῶντες τὰ βλέμματα ἡμῶν εἰς τὸν εἰς χεῖράς μας προϋπολογισμὸν, ἵνα ἱκανοποιήσωμεν τὴν ἀνάγκην, τὴν ὁποίαν δημιουργοῦμεν καὶ τὴν ὁποίαν σήμερον δὲν τὴν αἰσθανόμεθα. Ἀλλ’ ὅταν, κύριοι, σκεφθῇ τις τὰς συνεπείας αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου, σκεφθῇ ἐπὶ τῆς πολιτικῆς καταστάσεως, νομίζω, ὅτι δύναται μετὰ φρίκης νὰ ἐξεύρῃ, ὅτι θὰ ἐξασκήσῃ ὀλεθριωτάτην ἐπιῤῥοήν. Δὲν δύναται οὐδεὶς νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι καὶ ἐκ τοῦ ἐμφύτου αἰσθήματος, τὸ ὁποῖον κυριεύει τοὺς Ἕλληνας πρὸς τὸν πολιτικὸν βίον καὶ δι’ ἄλλους λόγους, τοὺς ὁποίους δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω σήμερον, ὠθούμεθα ὑπερμέτρως πρὸς τὸν πολιτικὸν βίον, καὶ ἐνῷ βλέπομεν αὐτὴν τὴν ὤθησιν, θέλομεν νὰ τὴν ἐπαυξήσωμεν, ἑνοῦμεν πρὸς τὰς ἄλλας περιστάσεις καὶ τὸ ἔμφυτον αἴσθημα καὶ τὸ μέγα αὐτὸ συμφέρον, ὥστε ὁ πολιτευόμενος ἀναγκάζεται νὰ ἐπιδιώκῃ τὴν ἐξασφάλισιν αὑτοῦ καὶ τῆς οἰκογενείας του. Εἶναι προφανὲς, κύριοι, ὅτι ἐννοοῦμεν μὲ τὸν πολιτικὸν βίον ἓν συμφέρον, δὲν ἀφίνομεν εἰς τὸ νὰ ἐκτιμήσῃ λόγου χάριν μίαν Βουλὴ ἐὰν εἷς πολιτευόμενος διακεκριμένος πένεται· δὲν ἀφίνομεν νὰ τὸ ἐκτιμήσῃ ἡ Βουλὴ, ἡ Κυβέρνησις, καὶ νὰ σπεύσῃ πρὸς ἱκανοποίησιν αὐτοῦ, δημιουργοῦμεν ἀμέσως ἓν συμφέρον. Εἶναι εὐνόητον ποῖαι εἶναι αἱ συνέπειαι. Πῶς θὰ παρουσιάζεται εἰς τοὺς ἐκλογεῖς ἐκεῖνος ὁ ὑποψήφιος, ὁ ὁποῖος ἔχει ἑπτὰ Συνόδους, καὶ τοῦ λείπει μία Σύνοδος, διὰ ν’ ἀποκτήσῃ τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως; πῶς θὰ παρουσιάζεται εἰς τὴν ἐκλογὴν, μὲ ποῖον συμφέρον; Ποίας θυσίας δὲν θὰ κάμῃ διὰ νὰ κερδήσῃ τὴν ἐκλογήν; καὶ τὸ συμφέρον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἑνοῦμεν μὲ τὸν πολιτευόμενον, τὸ ἑνοῦμεν καὶ μὲ τοὺς Ὑπουργοὺς, διὰ νὰ αὐξήσῃ ἡ ὑπουργομανία, ῥίπτομεν δηλ. ἔλαιον εἰς τὴν πυράν. Δὲν χρειάζεται, κύριοι, πολλὴ φιλοσοφία, διὰ νὰ ἐννοήσωμεν ποῖαι θὰ ἦναι αἱ συνέπειαι τοῦ τοιούτου νομοσχεδίου, ἂν πραγματοποιηθῇ. Καὶ βλέπει τις, κύριοι, καὶ εἰς αὐτὰ τὰ καθέκαστα πόσον αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὸν κανόνα πάσης λογικῆς καὶ πάσης πραγματοποιήσεως. Παρουσιάζεται, κύριοι, εἷς βουλευτὴς καὶ καταθέτει 2,000 δραχ. καὶ λαμβάνει 1,500, ὁ τόκος δὲν εἶναι 30%, ὡς εἴπατε, κ. Ἰακωβάτε, εἶναι 60%, ὅλαι δὲ αὐταὶ αἱ λεπτομέρειαι δὲν εἶναι ἁπλῶς λεπτομέρειαι· συνδέονται μὲ τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, διότι δι’ αὐτῶν τῶν λεπτομερειῶν ζῇ τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἂν τὰς ἀφαιρέσητε, δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ. Νομίζω λοιπὸν, κύριοι, ὅτι ὡς ἀντισυνταγματικὸν καὶ ὡς ἀδικιολόγητον ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν, καὶ πρὸ πάντων ὡς μέλλον νὰ ἐξασκήσῃ ὀλεθρίαν ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῶν πολιτικῶν μας πραγμάτων, καὶ μάλιστα ἐν τῇ κρισιμωτάτῃ ἐποχῇ, ἐν ᾗ διατελοῦμεν, ὑπὸ ὅλας αὐτὰς τὰς ἐπόψεις τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ πρέπει νὰ τὸ ἀποῤῥίψωμεν. Καὶ ἂν ἀκόμη, κύριοι, δὲν ὑπῆρχον ἄλλοι λόγοι, ἀρκεῖ καὶ μόνη ἡ παρεξήγησις, ἡ εὔλογος, ἡ ὁποία θὰ μᾶς γείνῃ, διὰ νὰ μὴ σπεύσωμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου. Ἐν ἐποχῇ, καθ’ ἣν εὑρίσκεται τὸ Κράτος εἰς μεγάλην ἀμηχανίαν καὶ ἐξ ἀνάγκης θὰ ἐκδάρωμεν πολλὰς τάξεις ἀνθρώπων μὲ φόρους, ἡμεῖς νὰ παρουσιαζώμεθα σκεπτόμενοι μόνον περὶ τοῦ ἰδίου συμφέροντός μας; Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ, κύριοι, τὴν ἔποψιν τῶν συνεπειῶν, εἶμαι προκατειλημμένος ἀπὸ ὑπερβολικὸν ἴσως φόβον· ἴσως, κύριοι, σᾶς φαίνομαι ὑπερβολικὸς, ἀλλὰ σᾶς λέγω εἰλικρινῶς τὴν πεποίθησίν μου. Ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι ἓν τοιοῦτον μέτρον φοβοῦμαι μήπως καταπέσῃ μετὰ τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ ἔθνους.

§93ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὀλίγας λέξεις θὰ εἴπω· διότι νομίζω, ὅτι ὁ σκοπὸς τοῦ Νομοσχεδίου ὅλως διόλου μετεβλήθη. Πολὺς λόγος ἐγένετο, ὅτι τὸ προκείμενον Νομοσχέδιον πρόκειται νὰ προσβάλῃ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βουλῆς, οἱ δὲ ἀγορεύσαντες προσεπάθησαν νὰ προλάβωσι τὴν προσβολὴν ταύτην. Ἂς μοὶ συγχωρηθῇ νὰ ὁμολογήσω, ὅτι αἱ ἀγορεύσεις περιεστράφησαν εἰς ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον τὸ Νομοσχέδιον παντάπασι δὲν ἀποβλέπει, ἡ δὲ συζήτησις παριστάνει εἰκόνας, τὰς ὁποίας τὸ Νομοσχέδιον καὶ ἡ φύσις τῶν πραγμάτων δὲν παρουσιάζουσι, καὶ προκαλεῖ εἰς συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα ἐκ τῶν πραγμάτων δὲν προκύπτουσιν. Ἀπὸ ὅλας, κύριοι, τὰς παρατηρήσεις τῶν ἀντιλεγόντων δὲν ἤκουσα οὐδὲν ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον νὰ μὲ πείσῃ· ὅλα σχεδὸν τὰ ἐπιχειρήματα ἀπέληξαν εἰς δύω συμπεράσματα στερεότυπα, ὅτι τὸ Νομοσχέδιον ἀντίκειται εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ ὅτι δὲν συμφέρει εἰς τὴν Βουλὴν ἠθικῶς νὰ ψηφισθῇ τοιοῦτον Νομοσχέδιον. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἀρκετὰ ἠκούσατε, καὶ εἶναι περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους φρονῶ, ὅτι τὸ προκείμενον νομοσχέδιον δὲν εἶναι ἀντισυνταγματικόν. Δὲν πρόκειται περὶ ἀποζημιώσεως τῶν Βουλευτῶν, οὐδὲ περὶ συντάξεως αὐτῶν ἢ ἀμοιβῆς ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου. Ὁ μόνος λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλήν, εἶναι, διότι περιέχει διατάξεις τινὰς, αἱ ὁποῖαι ἀπαιτοῦν νομοθετικὸν κῦρος, ἄλλως εἶναι εἷς ἀμοιβαῖος συνεταιρισμὸς, καὶ τίποτε κοινὸν δὲν ἔχει μὲ τὸ Δημόσιον. Εἶναι ἀληθὲς, ὡς εἶπεν ὁ κ. Λομβάρδος, ὅτι εἰς οὐδὲν μέρος δὲν ὑπάρχει καὶ ὅτι ἴσως θὰ φανῇ παράδοξος καὶ πρωτοφανὴς ὁ νόμος οὗτος. Ἀλλὰ, κύριοι, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἐπιφέρω δύο παρατηρήσεις ἐπὶ τῆς ἄλλως τε ἐκ πρώτης ὄψεως ὀρθῆς ταύτης παρατηρήσεως τοῦ κ. Λομβάρδου. Παρουσιάζεται ἀληθῶς νόμος εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον, ὁ ὁποῖος δὲν ἀπαντᾶται ἀλλοῦ μέχρι τοῦδε, ἀλλὰ δὲν θ’ ἀρνηθῇ ὁ κ. Λομβάρδος, ὅτι κατὰ τὸ πολίτευμα τῆς Ἑλλάδος ἡ Βουλὴ αὐτῆς εὑρίσκεται εἰς ἐξαιρετικὴν θέσιν παρ’ ὅτι εὑρίσκονται ὅλα τὰ ἄλλα Κράτη· δὲν θ’ ἀρνηθῇ, ὅτι ἡ θέσις, εἰς ἣν εὑρίσκεται ἡ Ἑλλὰς ἀπὸ τῆς στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀνεγνωρίσθη ὡς Κράτος, ὁ τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖον ἐδημιουργήθη, αἱ συνέπειαι, τὰς ὁποίας εἶχεν ὁ πόλεμος, τὸ πολίτευμα, τὸ ὁποῖον καθιέρωσε μίαν καὶ μόνην Βουλὴν διὰ τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας,—καὶ τοῦτο εἶναι σπουδαῖον, διότι θὰ εἰπῇ, ὅτι ἐννοεῖ νὰ ἔρχωνται ἀντιπρόσωποι ἀπὸ τὰ σπλάγχνα τοῦ λαοῦ, δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν περιουσίαν, δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τάξεις, εἶπεν ἐν γένει πᾶς τις ἔχει δικαίωμα νὰ ἐκλέγῃ καὶ νὰ ἐκλέγηται,—ὅταν, λέγω, ταῦτα λάβητε ὑπ’ ὄψιν καὶ ὅτι δὲν ὑπάρχει Γερουσία, ὅπου οἱ πολιτευόμενοι εὑρίσκουσιν ἀποκατάστασιν, δὲν θὰ ἀπορήσητε, διότι παρουσιάζεται νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον δὲν ὑπάρχει εἰς ἄλλα Κράτη, ὅπου δὲν ὑπάρχει αὐτὴ ἡ κατάστασις. Ὥστε, κύριοι, φρονῶ, ὅτι αἱ σκέψεις αὗται εἰσὶν ἱκαναὶ νὰ καταδείξωσιν, ὅτι δὲν ἔχουσι δίκαιον οἱ ὑποστηρίζοντες, ὅτι τὸ νομοσχέδιον θὰ ἔχῃ συνεπείας ἀντικειμένας εἰς τὰ συμφέροντα τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Τότε μόνον ἤθελον συμφωνήσει μετ’ αὐτῶν, ἐὰν τὸ νομοσχέδιον, ὅπως ἄλλοτε, ὥριζε νὰ δοθῇ σύνταξις ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἀλλὰ, κύριοι, οὐδένα λόγον ἰσχυρὸν ἤκουσα, οὐδεμίαν ἰδέαν. Ὁ λόγος τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Βουλῆς εἶναι λίαν ἐσφαλμένος, οἱ δὲ ὑποστηρίζοντες τοῦτο δὲν μὲ πείθουσι διὰ τῶν ἐπιχειρημάτων τὰ ὁποῖα ἀνέπτυξαν. Ἡ ὁμιλία τοῦ κ. Πετιμεζᾶ ἦτο χθὲς πειστικωτάτη, καὶ ἂν θελήσω νὰ εἰσέλθω εἰς τὰ μερικὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἀνέπτυξεν, ἴσως θέλω φανῆ κατώτερός του. Ὁ κ. Πετιμεζᾶς διὰ πρακτικῶν συλλογισμῶν ἀπέδειξεν, ὅτι τὸ δίκαιον εἶναι ὑπὲρ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουσι τὸ νομοσχέδιον. Ὅταν δὲ ἔλθωμεν εἰς τὰ καθέκαστα, τότε δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν τὰς λεπτομερείας, καὶ τότε, ἂν εὑρεθῶσιν, ὡς πιστεύω, πολλὰ μέρη τοῦ νομοσχεδίου χρήζοντα τροποποιήσεως, θὰ τὰ τροποποιήσωμεν.

§94ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι τωόντι ἀπελπιστική, κύριοι, ἡ θεωρία τοῦ κ. Ῥικάκη. Κατ’ αὐτὴν, διὰ νὰ μὴ κατακριθῶμεν, ὀφείλομεν νὰ παραβλέψωμεν τὰ πάντα, ὀφείλομεν νὰ κλείσωμεν τοὺς ὀφθαλμοὺς πρὸ πάσης στρεβλώσεως τοῦ Συντάγματος, ἵνα μὴ ἀποδοθῇ εἰς ἡμᾶς, ὅτι εἴμεθα οἱ αἴτιοι τῆς καταπτώσεως τῆς Βουλῆς, ἐνῷ εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι φέρουσι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τὴν κατάκρισιν τῆς κοινωνίας ἐπ’ αὐτήν. Δὲν γνωρίζω, κύριοι, κατὰ πόσον δύναταί τις εὐλόγως νὰ διακρίνῃ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου τοὺς πόρους αὐτοῦ, διότι ἐκ τῶν πόρων μόνον τοῦ νομοσχεδίου δύναται νὰ διακριθῇ ὁ ἀληθὴς χαρακτὴρ τοῦ ταμείου, ἐὰν ἦναι μετοχικόν, ἢ ἂν πράγματι πρόκηται νὰ ληφθῇ τὸ ἀναγκαῖον ποσὸν ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἀλλ’ ἐπὶ ὑποθέσει, ὅτι ἡ διάκρισις αὕτη εἶναι λογικὴ καὶ σύμφωνος μὲ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐξετάζει ὅλα τὰ νομοσχέδια τὸ κοινοβούλιον, πάλιν ἔχομεν καθῆκον, πρὶν ἢ ψηφίσωμεν τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, νὰ ἐξετάσωμεν κατὰ πόσον πρόκειται νὰ νομοθετήσωμεν θεσμὸν σπουδαῖον καὶ οὐχὶ ἕωλον, διὰ νὰ μὴ εἴπω γελοῖον, καὶ μόνον διὰ τῆς ἐξετάσεως τῶν πόρων θέλομεν φθάσει εἰς τὸ ἀκριβὲς συμπέρασμα καὶ τὴν κρίσιν τοῦ ὅτι τὸ προκείμενον νομοσχέδιον εἶναι ἄξιον νὰ ψηφισθῇ. Ὀφείλομεν δὲ νὰ ἐξετάσωμεν, κύριοι, τοὺς πόρους, τοὺς ὁποίους παρουσιάζει τὸ νομοσχέδιον ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἱκανότητος εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν ἀναγκῶν, αἱ ὁποῖαι αὔριον θέλουν παρουσιασθῆ εἰς βάρος τοῦ ταμείου, καὶ νὰ ἐξετάσωμεν ἐπίσης τοὺς πόρους αὐτοῦ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ θεμιτοῦ. Ὑπὸ τὴν ἔποψιν δὲ τῆς ἱκανότητος πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν βαρῶν τοῦ ταμείου τούτου ἔχω ἀμέσως νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν, ἡ ὁποία ἔρχεται εἰς τὸν νοῦν ἑκάστου ἐξ ὑμῶν. Ὑπεβλήθη ἐνώπιον ἡμῶν ὁ ἐλάχιστος ὑποθετικὸς προϋπολογισμὸς, ἐν τῷ ὁποίῳ νὰ ὑπολογίζεται ποῖον θὰ ἦναι τὸ προσδοκώμενον ποσὸν ἐκ τῶν πόρων, οἵτινες περιγράφονται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, καὶ ποῖα θὰ ἦναι τὰ ὑποθετικὰ βάρη, ἅτινα μετ’ ὀλίγον θὰ παρουσιασθοῦν εἰς τὸ ταμεῖον αὐτό; Οὐδεμία τοιαύτη ἔκθεσις ὑπάρχει· κατεστρώθησαν μόνον τάξεις πολιτευομένων, διῃρέθησαν οἱ Βουλευταὶ εἰς ἔχοντας τὸ προσὸν τῶν 8, 12, 16 συνόδων, ὡρίσθη εἰς αὐτοὺς σύνταξις 100, 200, 300 δραχ. Ταῦτα ἐγένοντο ἐκ τοῦ προχείρου καὶ χωρὶς νὰ ἐξετασθῇ κἂν ἂν οἱ πόροι αὐτοί, θεμιτοὶ ἢ ἀθέμιτοι, θέλουσι φέρει τι, ὡρίσθησαν πόροι, χωρὶς νὰ ὑπολογισθῇ ποῖον θὰ ἦναι τὸ ἐξ αὐτῶν προκύψον ποσόν. Πῶς δύνανται νὰ δικαιολογηθῶσιν οἱ κύριοι, οἱ ὁποῖοι ὑπέβαλον τὸ νομοσχέδιον, ὅταν οὐδένα κάμνουν τοιοῦτον ὑπολογισμόν, ἐκ τοῦ ὁποίου νὰ δυνηθοῦν νὰ μᾶς πείσουν, ὅτι οἱ πόροι οὗτοι θὰ δυνηθῶσι νὰ ἀντισταθμίσωσι τὰ βάρη τοῦ ταμείου, τὰ ὁποῖα θὰ ἀρχίσουν ἀπὸ τῆς ἐπιούσης τῆς συστάσεως αὐτοῦ. Ὡς πρὸς τὴν ἔποψιν δὲ τοῦ θεμιτοῦ εὑρίσκω ἐν πρώτοις ἕνα πόρον, ὁ ὁποῖος κάλλιστα δύναται νὰ θεωρηθῇ τοιοῦτος, διότι ἕκαστος ἐξ ἡμῶν δύναται ἀκωλύτως νὰ καταβάλῃ 200 δραχ. ἐκ τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεώς του· ἔρχεται ὅμως ὁ δεύτερος πόρος, ὁ ὁποῖος ἤδη ἐκρίθη ὄχι μόνον ὡς ἀθέμιτος, ἀλλὰ καὶ ἀντισυνταγματικὸς, ἐκρίθη δὲ ἀντισυνταγματικὸς, διότι, ἂν δὲν ἐπιβάλλῃ φόρον, ἐπιβάλλει ὅμως ἔρανον, ἐκ τοῦ ὁποίου περιορίζεται τὸ δικαίωμα τῶν ἐκλεξίμων, ἐκ τοῦ ὁποίου περιορίζεται τὸ δικαίωμα τοῦ λαοῦ. Ἀληθὲς, ὅτι ὁ περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν Νόμος ἔθεσεν ἓν ποσὸν 200 δραχμῶν εἰς βάρος τοῦ ἐκλεξίμου ἢ τῶν προτεινόντων αὐτόν· ἀλλὰ τοῦτο ἐτέθη χάριν τοῦ δημοσίου συμφέροντος, χάριν τοῦ δημοσίου ταμείου, διότι δὲν ἠθέλησεν ὁ νόμος ὁ ἐκλογικὸς νὰ ἐπιβαρύνῃ τὸ δημόσιον ταμεῖον μὲ τὰ ἔξοδα τῶν ἐκλογικῶν εἰδῶν, ἅτινα θὰ ἐπέλθουν ἐκ τοῦ ὅτι θέλει τις νὰ ἐκτεθῇ εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα. Ἀλλ’ ὑπάρχει δικαιολόγησίς τις τοιαύτη τῶν ἑτέρων 200 δραχμῶν, ἃς ἐπιβάλλετε ἤδη εἰς τοὺς ὑποψηφίους· τοῦτο γίνεται χάριν ἀτομικοῦ συμφέροντος ἰδιαιτέρας τάξεως, ὁποίαν θέλουν νὰ μᾶς χαρακτηρίσουν, τῆς τάξεως τῶν Βουλευτῶν, τῆς τάξεως τῶν πολιτευομένων. Αὐτὸς λοιπὸν ὁ πόρος εἶναι ἐντελῶς ἀντισυνταγματικός, διότι θέτει περιορισμὸν ἐκεῖ, ὅπου, κατὰ τὸ Σύνταγμα, δὲν ὑπάρχει τοιοῦτος, εἰς τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως τῶν ἐκλογέων, διότι, ἐκτὸς τῆς καταβολῆς 200 δραχμῶν διὰ τὰ ἐκλογικὰ εἴδη, πρέπει νὰ καταβάλῃ ὁ ὑποψήφιος ἢ οἱ προτείνοντες αὐτὸν ἑτέρας 200 δραχμάς. Τοῦτο εἶναι ἐναντίον ῥητῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ῥητῶς ὁρίζει ἐν 70 ἄρθρῳ, ὅτι μόνα τὰ προσόντα τὰ ἐν τῷ ἄρθρῳ περιγραφόμενα εἶναι ἀναγκαῖα διὰ τὸν ὑποψήφιον, καὶ τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα ὁ περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν Νόμος θέλει ὁρίσει. Ἐδῶ δὲ ἔχομεν Νόμον περὶ συντάξεως τῶν Βουλευτῶν, καθ’ ὃν πρέπει νὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι κατέθηκε καὶ ἑτέρας 200 δραχμὰς διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ μετοχικοῦ ταμείου τῶν Βουλευτῶν. Καὶ ὑποθέσατε, κύριοι, ὅτι πρὸς στιγμὴν γίνεται γενικὴ διαμαρτύρησις ἐν τῷ ἔθνει, καὶ ὅτι οὐδεὶς ὑποψήφιος καταβάλλει τὰς 200 αὐτὰς δραχμὰς, τί θὰ γείνῃ;

§95ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὑποθέσατε, ὅτι δὲν καταβάλλει οὐδεὶς τῶν ὑποψηφίων τὰς 200 δραχμὰς διὰ τὰ ἐκλογικὰ εἴδη, τί θὰ γείνῃ;

§96ΡΑΛΛΗΣ. Τὰς καταβάλλουν οἱ ἐκλογεῖς· ἀλλὰ τὰς ἑτέρας 200 δραχμὰς δὲν ὑποχρεοῦνται ἐκ τοῦ Νόμου τοῦ ἐκλογικοῦ· ἐκεῖ πρόκειται περὶ τῶν ἐκλογικῶν εἰδῶν, ἐδῶ δὲ πρόκειται περὶ τοῦ ἐλεεινοῦ ἀτομικοῦ συμφέροντός μας, οὐδὲ τὸ δικαστήριον κατὰ τὰς ἀνακηρύξεις ὑποχρεοῦται νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τοῦτο. Ἀλλὰ μετὰ τὸν πόρον τοῦτον ἔρχεται ὁ τρίτος πόρος, καὶ θαυμάζω, ὅτι δὲν ἔγεινε λόγος περὶ αὐτοῦ μέχρι τοῦδε, εἶναι ὁ πλέον ἀντισυνταγματικὸς καὶ ὁ πλέον ἀνήθικος τῶν πόρων τοῦ νομοσχεδίου· ὁμιλῶ περὶ τῆς § 3 τοῦ ἄρθρου 1.

§97ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἀπηλείφθη ἡ διάταξις αὐτή.

§98ΡΑΛΛΗΣ. Πολὺ καλά· ἀφοῦ ἀπηλείφθη, δὲν ἐξετάζω τὸ ἀνήθικον αὐτῆς. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἡ § 3 ἐξηλείφθη ἐκ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, ἀφοῦ ὁ πόρος τῶν 200 δραχμῶν δὲν δύναται νὰ περιληφθῇ· διότι εἶναι ἀντισυνταγματικός, ἡ ἀνικανότης τοῦ ταμείου εἶναι ἀναμφισβήτητος. Ἀλλά, σᾶς παρακαλῶ, δικαιολογεῖται τὸ νομοσχέδιον ἐκ τοῦ Νόμου περὶ συντάξεως τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων; ἐκεῖ ἔχομεν τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρ. 9, ὅπερ ὁρίζει, ὅτι μετὰ 25 ἐτῶν ὑπηρεσίαν καὶ μετὰ ὡρισμένην ἡλικίαν δύναται νὰ λάβῃ τις σύνταξιν, τί ἔχετε δὲ ἐδῶ; Τὴν πρώτην τάξιν τῶν συνταξιούχων, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ σᾶς φανῇ παράδοξον, ἔχω τὴν τιμὴν νὰ συγκαταλέγωμαι καὶ ἐγὼ, τὴν ἔχουσαν 8 συνόδους, ἔχετε ὅμως καὶ τὴν δευτέραν τάξιν συνταξιούχων, ἐχόντων 12 συνόδους· αὐτοὶ θὰ καταβάλουν 2500 δραχ., τί δὲ θὰ λάβουν; διότι ὑποθέσατε, ὅτι αὔριον ἐπέρχεται μία διάλυσις, καὶ δὲν ἐκτίθεσθε ἢ δὲν σᾶς ἐκλέγουν οἱ ἐκλογεῖς σας, θὰ λάβετε σύνταξιν 2400 δρ.;

§99Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἴπετε, ὅτι οἱ ἔχοντες δικαίωμα συντάξεως καὶ οἱ ἔχοντες δώδεκα συνόδους θὰ καταβάλλουν 2500 δραχ.· μοῦ φαίνεται, ὅτι ἡ ἀριθμητική σας δὲν εἶναι ὀρθή, διότι ὁ Βουλευτὴς θὰ καταβάλῃ ἀμέσως, διὰ νὰ ἀποκτήσῃ τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως, 2000, διὰ δὲ τὰς 12 συνόδους ἀνὰ 208 δραχ. θὰ καταβάλῃ ἀκόμη 2100 δραχ., ἤτοι τὸ ὅλον 4,400.

§100ΡΑΛΛΗΣ. Βλέπετε λοιπόν, ὅτι δὲν ἠξεύρετε ποῦ εὑρίσκεσθε σᾶς δίδω τὸν λόγον τῆς τιμῆς μου, ὅτι, ἅμα καταβάλετε 2500 δραχμὰς, ἔχετε τὸ δικαίωμα, κατὰ τὸ Νομοσχέδιον, νὰ λαμβάνητε 200 δραχμῶν σύνταξιν κατὰ μῆνα.

§101Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καλὰ, νὰ τὸ διορθώσωμεν εἰς τὰ καθέκαστα.

§102ΡΑΛΛΗΣ. Λοιπὸν ὁ κύριος Πετιμεζᾶς, ἀφοῦ καταβάλῃ 2,500 δραχμὰς, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ 200 δραχμὰς σύνταξιν· μετὰ ἓν ἔτος δηλαδὴ θὰ ἀποῤῥοφήσῃ 2,400 δραχμὰς ἐκ τῆς καταβολῆς του, θὰ μείνουν δὲ ἐξ αὐτῆς μόνον 100 δραχμαί· τὸ δεύτερον ἔτος θὰ λάβῃ ἑτέρας 2,400 δραχμάς. Τὸ δεύτερον ἔτος θὰ λάβῃ δραχμὰς 100 ἐκ τῆς καταβολῆς του καὶ 2,300 δραχμὰς ἐκ τῆς τσέπης τῶν ἄλλων, τὸ τρίτον 2,400 ἐκ τῆς τσέπης τῶν ἄλλων καὶ τὸ τέταρτον ἐπίσης 2,400 καὶ οὕτω καθεξῆς. Ἀλλὰ πρὸς Θεοῦ! εἶναι νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εὐπροσώπως ἠδύνατό τις νὰ ὑπογράψῃ καὶ νὰ ὑποβάλῃ ἐδῶ; Πρὸς δικαιολόγησιν αὐτοῦ ἠθέλησαν, εἶπον, νὰ ἐπικαλεσθῶσι τὸν περὶ συντάξεως τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων νόμον, ἀλλὰ ῥητὴ διάταξις αὐτοῦ, ἡ τοῦ ἄρθρου 9, ὁρίζει, ὅτι οὐδεὶς ὑπάλληλος δύναται νὰ λάβῃ πλέον τῶν ¾ τῆς μισθοδοσίας τοῦ τελευταίου ἔτους, καὶ ἂν ἐπὶ πεντήκοντα ἔτη ὑπηρετήσῃ, καὶ σεῖς λαμβάνετε ἀμέσως ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῆς ἀποζημιώσεως καὶ πλέον· θὰ λαμβάνετε δὲ ὡς σύνταξιν ὑπὲρ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ὥρισε τὸ ἔθνος ὡς ἀμοιβὴν τῆς ὑπηρεσίας σας τῆς ἐνεργοῦ. Δὲν εἶναι ἀκατανόητον τοῦτο; καὶ τολμᾶτε νὰ κατακρίνητε ἡμᾶς, οἵτινες τὸ νομοσχέδιον πολεμοῦμεν; καὶ δὲν θὰ φθάσητε μετὰ ἓν ἔτος εἰς τὴν ἐσχάτην χρεωκοπίαν; καὶ δὲν μᾶς δίδετε τὸ δικαίωμα νὰ ὑποπτευώμεθα, ὅτι κἄτι ὑποκρύπτεται, ὅτι εἶναι ἐπιβουλὴ κατὰ τοῦ δημοσίου ταμείου τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο;

§103ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διὰ τί;

§104ΡΑΛΛΗΣ. Διότι ὀφείλεις νὰ νομοθετῇς σοβαρῶς καὶ σπουδαίως, θὰ ἦναι δὲ ἀπελπιστικὴ ἡ θέσις σου, ἐὰν ἀποῤῥοφήσῃς τὸ πρῶτον ἔτος τὰς 2,400 δραχμὰς τῆς καταβολῆς σου καὶ κρούσῃς τὸ ἑπόμενον ἀνωφελῶς τὴν θύραν τοῦ μετοχικοῦ ταμείου, διότι ἤλπισας ἐπὶ μίαν σταθερὰν πρόσοδον, διότι ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀπονεμηθείσης σοι συντάξεως ἐκανόνισας τὰς δαπάνας σου, καὶ ἐν τούτοις αὔριον θέλεις ἰδεῖ, ὅτι κατηνάλωσας εἰς ἓν καὶ μόνον ἔτος τὸ κεφάλαιόν σου, ὑπολαβὼν αὐτὸ ὡς πρόσοδον.

§105ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Κύριε Ῥάλλη, δὲν λέγετε, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι ἄλειμμα εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ....(Θόρυβος).

§106Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ κ. Δουζίνας ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ λέγῃ ὅ,τι θέλει.

§107ΡΑΛΛΗΣ. Ἀλλὰ τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο, ἐκτὸς τοῦ ὅτι περιλαμβάνει πάσας ταύτας τὰς ἀκατανοήτους διατάξεις, ἀποδεικνύει καὶ τὴν τελευταίαν ἀκρισίαν περὶ τὴν σύνταξιν αὐτοῦ, διότι, ἐνῷ τὰ ἔσοδα κατατίθενται εἰς μίαν τῶν Τραπεζῶν, εὑρίσκετε εἰς τὸ ἄρθρον 16 τὴν ἑξῆς διάταξιν: «Ἡ πληρωμὴ τῆς συντάξεως θέλει γίνεσθαι κατὰ μῆνα, δυνάμει ἐντάλματος τῆς διοικούσης τὸ ταμεῖον ἐπιτροπῆς, ἐκδιδομένου εἰς βάρος τοῦ ἐπαρχιακοῦ ταμείου τῆς κατοικίας τοῦ συνταξιούχου». Καὶ τὸ ἐπαρχιακὸν ταμεῖον πόθεν θ’ ἀποζημιωθῇ;

§108ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐκ τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα θὰ κατατεθῶσιν εἰς τὸ κεντρικὸν ταμεῖον. Κάμνω τὴν παρατήρησιν ταύτην ὡς Βουλευτής.

§109ΡΑΛΛΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, καὶ ἐγὼ ἐπλανήθην ἐπὶ μίαν στιγμήν· ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ λαμβάνῃ τοὺς πόρους ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον καὶ νὰ τοὺς διαχειρίζηται, τοῦτο ὁρίζει ῥητῶς τὸ ἄρθρον 5, κατὰ τὸ ὁποῖον «τὰ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου ἔσοδα τοῦ μετοχικοῦ ταμείου, κατατίθενται ἐπὶ ἀνοικτῷ λογαριασμῷ εἴς τινα τῶν ἀνεγνωρισμένων τραπεζῶν. Ἀλλ’ οὐδαμοῦ γίνεται λόγος περὶ ἀποδόσεως.

§110ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξ αὐτῶν τῶν χρημάτων.

§111ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν μᾶς ἤρκεσαν δὲ πᾶσαι αὗται αἱ παραβάσεις τοῦ Συντάγματος, τῶν νόμων, τῆς κοινῆς λογικῆς, ἀλλὰ καταστρέφομεν καὶ τὰς ἀρχὰς τῆς πολιτικῆς δικονομίας. Τὸ ἄρθρον 13 ὁρίζει τῳόντι ἐν τῇ 2ᾳ § αὐτοῦ «ἁρμόδιον δικαστήριον πρὸς ἐκδίκασιν τῆς τοιαύτης ἀγωγῆς εἶναι τὸ τῆς κατοικίας τοῦ ἐνάγοντος». Εἶναι ἀπελπιστικόν, ὅτι τοιοῦτον Νομοσχέδιον ὑπεβλήθη ἐνταῦθα μὲ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ἐντίμου συναδέλφου μου, εἶναι ἀπελπιστικόν, ὅτι ἐτόλμησαν νὰ τὸ ὑποστηρίξωσιν, εἶναι ἀπελπιστικόν, ὅτι ἔφθασεν εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν· δὲν ἔχω ὅμως καμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι σύσσωμος ἡ Βουλὴ θέλει τοὐλάχιστον τὸ παραπέμψει ἐνώπιον ἐπιτροπῆς, ὅπως φέρῃ αὕτη ἕνα ὑποθετικὸν προϋπολογισμόν, διὰ τοῦ ὁποίου ν’ ἀποδείξῃ εἰς τὴν κοινωνίαν, εἰς ἡμᾶς αὐτοὺς, οἵτινες, τὸ λέγω, δυσπιστοῦμεν ὡς πρὸς τὴν ἐπάρκειαν τῶν πόρων τοῦ ταμείου, ὅτι θὰ δυνηθοῦν οὗτοι νὰ ἐξυπηρετήσωσι τὰς ἀνάγκας, αἵτινες αὔριον ἀκόμη θὰ κρούσωσι τὴν θύραν αὐτοῦ.

§112ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Κύριοι, δὲν ἐπίστευον, ὅτι τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικείμενον ἤθελε λάβει τοσαύτην διαστολήν· δυστυχῶς παρετήρησα, ὅτι ἀλλεπαλλήλως ἐπανελήφθη ἡ λέξις ἀνήθικος. Ὁμιλοῦν περὶ ἠθικῆς ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον τόσην δόσιν ἠθικῆς, ὥστε νὰ μὴ ἀναβοῦν εἰς τὸ βῆμα τοῦτο καὶ νὰ κάμουν ἐπίδειξιν τῆς εὐπορίας των, χλευάζοντες ἐμμέσως πως τοὺς συναδέλφους των, οἱ ὁποῖοι δὲν εὑρίσκονται εἰς τὴν εὐτυχῆ αὐτὴν θέσιν, καὶ θέλουν διὰ μιᾶς μετοχικῆς ἐπιχειρήσεως νὰ ἐξασφαλίσωσι τὸν ἄρτον, ὅταν ἡ ἡλικία ἢ ἄλλη περίστασις δὲν τοῖς ἐπιτρέπῃ πλέον νὰ πολιτεύωνται. Μὲ λύπην μου δὲ παρετήρησα ῥήτορας καὶ μάλιστα νέους, οἱ ὁποῖοι ἀνατροφὴν καὶ παιδείαν μᾶλλον ἐπιμελημένην ἀπὸ ἡμᾶς ἔλαβον, νὰ δεικνύωσι διαγωγήν, ἡ ὁποία δὲν περιποιεῖ μεγάλην τιμὴν εἰς τὰ αἰσθήματά των, νὰ μεταχειρίζωνται δὲ σοφίσματα καὶ τὰ τυχαῖα ἐκεῖνα καὶ ἀγενῆ στρεψόδικα μέσα, τὰ ὁποῖα μεταχειρίζεται ὁ τελευταῖος δικολάβος· θέλουν νὰ ἐμποδίσουν μήπως οἱ ἀντίπαλοί των ἔχουν ἄρτον μετὰ τὴν ἀποχώρησίν των ἢ ἴσως πιστεύουν, ὅτι διὰ τῆς ἀπορίας δύνανται νὰ τοὺς καταβάλουν, καὶ τοῦτο προδίδει, ὅτι δὲν ἔχουν πολλὴν πεποίθησιν εἰς τὴν ἱκανότητα αὑτῶν. Ὁ προλαλήσας ἠθέλησε νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι τοῦ ἑνὸς ἔτους ἡ προκαταβολὴ λαμβάνεται διὰ μιᾶς, ἀλλ’ ἐγὼ ἔχω πρόχειρον παράδειγμα τὸ μετοχικὸν ταμεῖον τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων· πληρώνει ἕκαστος 14 δραχ. κατὰ μῆνα, ἤτοι 168 κατ’ ἔτος, καὶ ἐν τούτοις μετὰ 12 ἔτη λαμβάνει 1270 δραχ.· ὅ ἐστὶν ὅσα πληρώνει εἰς μίαν δωδεκαετίαν, τὰ λαμβάνει εἰς ἓν ἔτος· ἐὰν τὸ ταμεῖον ἐκεῖνο ἐχρεοκώπησεν ἢ ὄχι, ἂς λάβουν τὴν καλωσύνην νὰ ἀναζητήσουν εἰς ποίαν ἀνθηρὰν κατάστασιν εὑρίσκεται. Ἐπαναλαμβάνουν, αἱ διακόσιαι δραχ. αἱ ὑποβαλλόμεναι εἰς τοὺς ὑποψηφίους εἶναι ἀντισυνταγματικὸς φόρος..... Καὶ ἐν τούτοις οἱ κύριοι οὗτοι ἔρχονται ἐδῶ καὶ μᾶς ἐπαναλαμβάνουν τὴν ἀντισυνταγματικότητα τοῦ Νόμου. Λυποῦμαι διότι μᾶς ἐπροκάλεσαν καὶ πρὸ πάντων οἱ νέοι νὰ ἔλθωμεν εἰς τοιαύτας ἀναλύσεις καὶ συζητήσεις, αἵτινες κινδυνεύουσι νὰ καταλύσουν τὴν ὑπόληψιν τοῦ Σώματος, καὶ αὐτὸ δ’ ἐπιδιώκουν διὰ τῶν λόγων των, τὸ λέγω ἐλευθέρως.

§113ΠΟΛΥΛΑΣ. Κύριοι, δὲν ἤθελον λάβει μέρος εἰς τὴν συζήτησιν, ἂν δὲν προέβλεπον, ὅτι ὀρθὴ θὰ ἦναι δυστυχῶς, κατ’ ἐμέ, ἡ διάγνωσις, τὴν ὁποίαν ἔκαμε περὶ τῆς γνώμης τῆς Βουλῆς ἓν τῶν μελῶν τοῦ κοινοβουλίου. Ἐκήρυξεν ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς συνεδριάσεως ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν, ὅτι ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου φαίνεται ἤδη ἐκπεφρασμένη ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς, ἑπομένως, νομίζω, ὅτι θὰ ἦναι ματαιοπονία νὰ προσθέσω ἕτερα ἐπιχειρήματα εἰς ὅσα ἀνεπτύχθησαν λίαν εὐγλώττως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου ὡς ἀντισυνταγματικοῦ καὶ ἀντιβαίνοντος εἰς τὴν ἀποστολήν του καὶ εἰς τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βουλῆς. Ἐπειδὴ δὲ προβλέπω, ὅτι δύναται καὶ δι’ ἀναστάσεως νὰ ψηφισθῇ, ἔχω καθῆκον πρὸς τοὺς ἐντολεῖς μου νὰ κάμω γνωστὴν τὴν κατ’ αὐτοῦ γνώμην μου· λέγω δὲ, ὅτι εἶμαι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, διότι εἶναι προφανές, ὅτι περιορίζει τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκλογίμου καὶ ἀποκαθιστᾷ τάξιν προνομιούχων ἐν τῷ Κράτει, ἔχω δὲ εἰς τοῦτο συνήγορον ἁπλοϊκὸν ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ συνάδελφός μου ἐκ τῆς αὐτῆς νήσου, ἄνθρωπον, ὅστις, προβλέπων, ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ θὰ τὸν ἐμποδίσῃ νὰ παρουσιασθῇ ὡς ὑποψήφιος, ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς ἐπιτροπῆς διεφώνησεν, ὁ κ. Θ. Ζερβὸς λέγων, ὅτι διαφωνεῖ ὡς πρὸς τὴν καταβολὴν τῶν 200 δραχμῶν. Αὐτὴ, κύριοι, ἡ ἁπλουστάτη διαφωνία σᾶς ἐξηγεῖ ποῖον εἶναι τὸ αἴσθημα τοῦ λαοῦ ἀπέναντι τοῦ νομοσχεδίου τούτου· βεβαίως θὰ εἴπῃ ὁ ἀγροτικὸς λαὸς τῆς Ἑλλάδος, ὅτι θέλετε ν’ ἀποκλείσητε τοὺς ἀπόρους ἀπὸ τὸ στάδιον τὸ πολιτικὸν, εἰς τὸ ὁποῖον τοὺς εἰσάγει τὸ Σύνταγμα, μολονότι ἴσως δὲν ἔχουν ὅλα τὰ προσόντα τὰ διανοητικὰ, ἀλλὰ τὸ Σύνταγμα καθιέρωσε τοῦτο, διότι ἔχομεν μίαν Βουλὴν, ἐν ᾗ πρέπει νὰ ἀντιπροσωπεύωνται ὅλαι αἱ τάξεις τῆς κοινωνίας, ἑπομένως θεωρῶ τὸ νομοσχέδιον ἀριστοκρατικώτατον καὶ οὐχὶ δημοκρατικόν, καίτοι παρά τινων δημοκρατῶν ὑποστηρίζεται.

§114ΦΙΛΗΜΩΝ. Εἶναι δημοκρατικώτατον.

§115ΠΟΛΥΛΑΣ. Εἶναι ἀριστοκρατικώτατον, διότι θὰ εὕρητε ἐν τῇ πλειονότητι τοῦ λαοῦ τῆς Ἑλλάδος πολλοὺς δυναμένους μὲν νὰ ἐκτίθενται εἰς τοὺς πολιτικοὺς ἀγῶνας, ἀλλὰ μὴ δυναμένους νὰ καταβάλλωσι τὰς 400 δραχμάς.

§116ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἐγὼ δὲν ἀνήκω εἰς τὴν ἀριστοκρατίαν.

§117ΠΟΛΥΛΑΣ. Ἐγώ, κύριε Φιλήμων, δὲν ἀνήκω εἰς τὴν ἀριστοκρατίαν οὔτε εἰς τὴν δημοκρατίαν, ἀνήκω εἰς τὴν τάξιν τῶν τιμίων ἀνθρώπων (θόρυβος), καὶ τοιοῦτοι εὑρίσκονται εἰς ὅλας τὰς τάξεις τῆς κοινωνίας. Θὰ συμβῇ δὲ ἐν τῇ Βουλῇ τὸ φαινόμενον τοῦτο, ὅτι οἱ ὠφελούμενοι ἐκ τοῦ νόμου τούτου, θὰ ἡσυχάσωσιν εἰς τὰς οἰκίας τῶν ἔχοντες τὴν σύνταξιν, καὶ θὰ ἀποδυθῶσιν εἰς τὸν ἀγῶνα τὰ τέκνα των· οὕτω δὲ εἰς μίαν καὶ τὴν αὐτὴν οἰκογένειαν θὰ ὑπάρχῃ καὶ ἡ βουλευτικὴ ἀποζημίωσις καὶ ἡ σύνταξις. Οἱ νόμοι, κύριοι, γίνονται πρὸς θεραπείαν ἀναγκῶν σπουδαίων, καὶ ἐγὼ, ὅστις δὲν γνωρίζω πολὺ τὰ τῆς διοικήσεως τῆς Ἑλλάδος, γνωρίζω ἐξ ἀκοῆς, ὅτι ἔχετε πρὸ πολλοῦ συστημένην ἐπιτροπὴν, ὅπως ἀνακουφίσῃ τοὺς ἀγωνιστὰς τοῦ 1821· ἐν τούτοις δὲν ἐφροντίσατε σεῖς οἱ θαυμάζοντες, ὡς θαυμάζω καὶ ἐγὼ, τὸν ἐθνοσωτήριον ἀγῶνα, νὰ φέρητε πρότασιν, ὅπως καθαρισθῇ ἡ θέσις ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι πένονται καί τινες τῶν ὁποίων ἀναβαίνουν πολλάκις τὰς κλίμακας τοῦ Βουλευτηρίου, ὅπως ζητήσωσιν ἀνακούφισιν· τοῦτο ὀφείλετε νὰ προτάξητε πρὶν ἢ σκεφθῆτε περὶ τῆς ζωαρκείας ὑμῶν αὐτῶν διὰ τὰ γηρατεῖα. Ἂν σᾶς τιμᾷ ἡ ἐπαρχία, δύναται νὰ σᾶς ἀνακουφίσῃ, ἐὰν ἀναγνωρίσῃ, ὅτι πατριωτικῶς τὴν ὑπηρετήσατε, οὐχὶ δὲ νὰ ἔρχησθε νὰ ζητῆτε ἀπὸ τὸ ἔθνος ὅλον νὰ βραβεύσῃ ἀνθρώπους ἐν ἀγνοίᾳ ἂν ὑπηρέτησαν τὸ ἔθνος ἢ ἂν δὲν τὸ ὑπηρέτησαν. Κύριοι, εἶχον καθῆκον νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου, διότι οἱ ἐντολεῖς μου δὲν μὲ ἔστειλαν ἐδῶ νὰ ψηφίσω ὑπὲρ ἐμοῦ αὐτοῦ σύνταξιν· ἂν δὲ ἡ μεγάλη πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὴν οἰκτείρω, διότι ἀλλοίμονον εἰς τὴν βουλὴν ἐκείνην, τῆς ὁποίας ἡ πλειονοψηφία ἀντιστρατεύεται εἰς τὴν κοινὴν γνώμην τοῦ τόπου.

§118ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἶναι τοῦ συρμοῦ, φαίνεται, κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην εἰς τὰς λέξεις, τὰς ὁποίας ἐκφέρομεν, νὰ μὴ δίδωμεν καμμίαν προσοχήν, νὰ μὴ ἐξετάζωμεν ἂν ἐπιτρέπηται εἰς κοινοβουλευτικοὺς ἄνδρας ν’ ἀναζητῶσιν εἰς τὸ λεξικὸν λέξεις, αἵτινες οὐδέποτε ἠκούσθησαν. Συζητοῦμεν Νομοσχέδιον, πάντες δὲ καὶ οἱ ὑπὲρ καὶ οἱ κατὰ ἔχουσι δικαίωμα νὰ τὸ συζητήσωσι, νὰ τὸ ἀνατάμωσιν ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις, ν’ ἀποδείξωσιν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ψηφισθῇ ἢ ὅτι πρέπει νὰ ψηφισθῇ. Αἱ λέξεις αἱ ἐκτὸς τοῦ σκοποῦ προφερόμεναι δὲν εἶναι λέξεις ἄξιαι Βουλευτῶν, δὲν πρέπει οἱ ἀγορεύοντες ἀπὸ τοῦ βήματος νὰ ἐπιδιώκωσι μόνον τὴν ἐπιδοκιμασίαν τοῦ πλήθους, ἀλλὰ πρέπει σπουδαίως νὰ ἐκφράσωσι τὰς πεποιθήσεις των, χάριν ἑαυτῶν καὶ τοῦ συζητουμένου ἀντικειμένου. Ἤμην καὶ εἶμαι ὑπὲρ τοῦ Νομοσχεδίου, ὅπως μάλιστα παρουσιάζεται σήμερον, ἀπορῶ δὲ διατί γίνεται τόσος θόρυβος. Μήπως ἐζήτησαν οἱ Βουλευταὶ νὰ θέσωσι χεῖρα εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, καὶ ἦλθον τινὲς νὰ τὸ προφυλάξωσιν ἀπὸ τὴν βέβηλον χεῖρα; Δὲν ἠθελήσαμεν εἰμὴ νὰ μεριμνήσωμεν καὶ περὶ τῆς καταστάσεως τῶν πολιτευομένων, καὶ νὰ μὴ ζητῶμεν, ὅπως εἰς τὸ γῆρας αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, ἔχοντες μάλιστα δικαιώματα εἰς τὴν εὐγνωμοσύνην τοῦ ἔθνους, ὀρέγωσι τὴν χεῖρα εἰς τοὺς ἑκάστοτε Ὑπουργοὺς ἢ πρὸς τοὺς ἑκάστοτε τμηματάρχας ὅπως λάβωσι βοήθειαν, ἵνα ζήσωσι τὰ πεινῶντα καὶ γυμνητεύοντα τέκνα των. Χθὲς ἀπέθανεν ὁ Καραγιαννόπουλος, ὁ Δανόπουλος. Ἐρωτήσατε, εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκονται αἱ οἰκογένειαι αὐτῶν! ἐρωτήσατε, ὅταν ἡ σύζυγος ἔκλειε τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ ἀνδρός της, ἂν ἐθρήνει πλέον αὐτόν, ἢ ἐθρήνει ἐνθυμουμένη τὸν ἄρτον, τὸν ὁποῖον δὲν εἶχε νὰ δώσῃ τὴν ἑπομένην ἑσπέραν εἰς τὰ τέκνα της! Ἀλλὰ τὸ ζήτημα μᾶς λέγουν, ὅτι εἶναι ἀντισυνταγματικὸν, φόρος καὶ φόρος νέος ἐπιβάλλεται παρὰ τὸ Σύνταγμα, ἐπέμειναν δὲ ἐπὶ πολὺ ν’ ἀποδείξωσιν, ὅτι ὁ φόρος εἶναι ἀντισυνταγματικός. Μὰ τὴν ἀλήθειαν δὲ, μὲ ὅλην τὴν προσοχὴν, τὴν ὁποίαν ἔδωκα εἰς ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἀνέπτυξαν, δὲν ἠδυνήθην νὰ πεισθῶ, ὅτι τοῦτο εἶναι φόρος. Καὶ χθὲς ἐν παρόδῳ εἶπον καὶ σήμερον ἐπαναλαμβάνω, ὅτι αὐτὸ τοῦτο ἐγένετο διὰ τοῦ Νόμου, ὁ ὁποῖος κανονίζει τὰς συντάξεις τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων. Ὁ κ. Καλλιφρονᾶς, ὁ κ. Ἀντωνόπουλος, ὁ κ. Στεφανόπουλος, ἐγὼ καὶ διάφοροι ἄλλοι, τοὺς ὁποίους δὲν ἐνθυμοῦμαι, δὲν κατέβαλον εἰς τὸ Ταμεῖον τῶν πολιτικῶν συντάξεων κεφάλαια, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται ἐκεῖ πρὸ 15 ἐτῶν! Καὶ ἂν τὰ κεφάλαια τὰ εἴχομεν καταβάλει εἰς μίαν Τράπεζαν, δὲν ἠθέλομεν ἔχει σήμερον ἓν κεφάλαιον ἀρκετὰ σημαντικόν; Μᾶς ὑπεχρέωσεν ὁ Νόμος, καὶ ἂν δὲν διηνύσαμεν ὁλόκληρον τὸν χρόνον τῆς συντάξεως, οὐχ ἧττον κατεβάλομεν πρὸς ἀποκατάστασιν τῶν μελλόντων συνταξιούχων. Οἱ ἀνθρώπινοι Νόμοι εἰσὶν ἀτελεῖς. Ὑπηρετεῖ τις 19 ἔτη καὶ ἀποθνήσκει, κατέβαλεν εἰς τὸ Ταμεῖον, καὶ ὅμως τὰ τέκνα του δὲν λαμβάνουν τίποτε. Τοῦτο δὲν εἶναι ἄδικον; Ἀλλ’ αὐτὸ ἔχουσιν οἱ ἀνθρώπινοι Νόμοι, ἡ ἄκρα δικαιοσύνη εἶναι ἀδύνατον νὰ εὑρεθῇ. Αὐτὸ τοῦτο γίνεται καὶ διὰ τῆς ἐπιβολῆς τῶν 200 δραχμῶν εἰς τοὺς ὑποψηφίους, οἵτινες ἀποδύονται εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα, τουτέστι διὰ τὴν τάξιν τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, ὑπὲρ ὧν ψηφίζεται τὸ Νομοσχέδιον. Ὅπως εἰς τὴν μίαν τάξιν ἔχομεν τοὺς ὑπαλλήλους, οὕτως εἰς τὴν ἄλλην ἔχομεν τοὺς Βουλευτὰς καὶ ὑποψηφίους. Οὐδεὶς ἐφαντάσθη πότε νὰ εἴπῃ, ὅτι τὸ Νομοσχέδιον εἶναι ἀντισυνταγματικὸν, ἀλλ’ ἐπεκράτησεν ἔθιμον, ὅτι ὅ,τι γίνεται διὰ τοὺς πολιτευομένους, εἶναι κακὸν, εἶναι ἄδικον. Μᾶς λέγουν: θὰ περιορίσητε τὸν ἀριθμὸν τῶν παρουσιαζομένων εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς ἀγῶνας. Ἀλλ’ εἶναι τοῦτο ἀληθές; Ἐρωτῶ τὴν πεῖράν σας ἂν δύναται σπουδαίως νὰ ὑποστηριχθῇ τοιαύτη ἰδέα· ὄχι. Μὲ τὸν τελευταῖον Νόμον πληρώνομεν 200 δραχμὰς διὰ τὰ ἐκλογικὰ εἴδη, ἀλλὰ μὲ τὸν παλαιότερον ἐπληρώναμεν 500· καὶ τίς ποτε ἐφαντάσθη, ὅτι, ἕνεκα τῆς καταβολῆς ταύτης, ἤθελε παραιτήσει τὸ πολιτικὸν στάδιον εἰς τὸν ἀντίπαλόν του; Ἂν αὐτὸ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον εἴχομεν πρότερον, ἠθέλομεν παραδεχθῆ, καὶ εἰπεῖ, ὅτι αἱ 200 δραχμαὶ εἰσέρχονται εἰς τὸ δημόσιον Ταμεῖον διὰ τὰ ἐκλογικὰ εἴδη, αἱ δὲ λοιπαὶ εἰς τὸ μετοχικὸν, ἰδοὺ ὅτι ἔχομεν αὐτὸ τοῦτο, τὸ ὁποῖον διατάσσει σήμερον ὁ Νόμος. Μᾶς εἶπον προσέτι, ὅτι δεσμεύει τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ, καὶ δεσμεύει τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ, διότι ὁ λαὸς σήμερον ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κάμῃ τὰς προτάσεις, τουτέστιν οἱ 12 πολῖται. Ἀλλ’ ὅταν νομοθετῶμεν, πρέπει νὰ λέγωμεν ἀκριβῶς ὅ,τι συμβαίνει. Τίς ποτε κατέβαλε διὰ τὴν κάλπην μας παρὰ ἡ τσέπη μας;

§119ΡΑΛΛΗΣ. Διὰ τὸν κύριον Φιλήμονα οἱ ἐκλογεῖς.

§120Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἶναι μοναδικὸν παράδειγμα.

§121ΦΙΛΗΜΩΝ. Δὲν πιστεύω νὰ ὑποθέτῃ τις, ὅτι δὲν ἤμην εἰς κατάστασιν νὰ καταβάλω 200 δραχμάς· ἐθεώρησα ὅμως τὴν πρότασιν τῶν ἐκλογέων, νὰ πληρώσωσι τὴν κάλπην μου, ὡς καλὴν ἀρχὴν, ἡ ὁποία νὰ εἰσαχθῇ, ὅπως ὑπάρχει καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ, Γαλλίᾳ καὶ εἰς ὅλα τὰ ἐλεύθερα Κράτη· οἱ ἐκλογεῖς ὑφίστανται τὰς δαπάνας.

§122Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἂν οἱ ἐκλογεῖς, κύριε Ῥάλλη, ἀναγνωρίζοντες τὴν ἔκτακτον ἱκανότητα ὑποψηφίου τινος συνεισφέρουν 200 δραχμάς, μὴ πιστεύετε, ὅτι θ’ ἀποδειλιάσουν νὰ προσφέρουν καὶ ἄλλας τόσας. Ὁ κ. Μεσσηνέζης ὁμιλῶν χθὲς, ἀνεγνώρισεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει μᾶλλον γλίσχρος ἀποζημίωσις ἀπὸ τὴν τοῦ Βουλευτοῦ καὶ ἔχει δι’ ἐλπίδος, ὅτι τάχιστα θέλει ἔλθει συνέλευσις νὰ διορθώσῃ τὸ κακόν. Ἤθελον εἰπεῖ εἰς τὸν κ. Μεσσηνέζην κοινήν τινα παροιμίαν: «Πίστεψε λαγοῦ καὶ κάλεσε κουμπάρους.» Ἡ συνέλευσις, ἣν νομίζετε, ὅτι τάχιστα θέλει ἔλθει, ἂς ἔλθῃ, ἀλλὰ δόσατε τέλος πάντων ἓν δικαίωμα καὶ μίαν ἐλπίδα εἰς τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀφιέρωσαν ὁλόκληρον τὴν ζωήν των εἰς τὰ πράγματα τῆς πολιτείας, ἡμεῖς θέλομεν παντοῦ νὰ φέρωμεν table rase, ἰσότητα πανταχοῦ· διατί δὲν θέλετε νὰ ἐξισώσητε τὸν πολιτευόμενον πρὸς τὸν τελευταῖον ὑπάλληλον; διατί νὰ μὴ ἐξασφαλίσητε εἰς τὰ δυστυχῆ τέκνα τοῦ πολιτευομένου ὀλίγον ἄρτον, ὅταν οὗτος ἀποθάνῃ, ἢ γηράσῃ καὶ κατασταθῇ ἀνίκανος; Ἄλλοτε οἱ πολιτευόμενοι ἐλάμβανον θέσιν ἐν τῇ Γερουσίᾳ, ἡμεῖς σήμερον ἔχομεν μόνον τὴν Βουλὴν, καὶ παρουσιαζόμεθα καὶ λέγομεν εἰς τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀπέκτησαν τὰ προσόντα τοῦ γερουσιαστοῦ, δόσατε ἐκ τῶν καταβολῶν τοῦ 100 δραχμῶν χορήγημα· τὸ νομοσχέδιον προσκρούει εἰς τὸ ὁμοούσιον, ἐξευτελίζει τὸ σῶμα, τοὺς πολιτευομένους, ὅτι ξεσχίζει τὸ Σύνταγμα, εἶναι ἡ ἀπάντησις. Εἴπετε, ὅτι περιορίζει τὸ δικαίωμα τῶν ἐκλογέων τοῦ νὰ προτείνουν οὕς τινας θέλουν καὶ ὅτι περιορίζεται ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑποψηφίων· δὲν εἶναι ἀληθές. Ἐντὸς τοῦ βουλευτηρίου τούτου ὑπάρχουν ἄνδρες, οἵτινες πρὸ καιροῦ ἤθελον ἀποδυθῆ εἰς τὸν ἀγῶνα, καὶ τῶν ὁποίων τὰ φῶτα ἤθελον ὠφελήσει, ἀλλὰ διότι ἐνταῦθα δὲν ἔσχον μέλλον, διότι γνωρίζουν, ὅτι δὲν ὑπάρχει καμμία πολιτικὴ ἀποκατάστασις, ἐξησφάλισαν πρῶτον ἀλλαχόθεν τὴν σύνταξίν των, καὶ ἔπειτα προσῆλθον νὰ προσφέρουν τὰ φῶτά των. Διατί νὰ στερηθῶμεν ἐπὶ τοσοῦτον τῶν φώτων αὐτῶν; Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι τὸ σύστημα τὸ ἰδικόν μας δίδει μεγαλειτέραν ἐλευθερίαν εἰς τὴν παλαίστραν τὴν πολιτικὴν καὶ μεγαλείτερον κύκλον εἰς τοὺς ἐκλογεῖς ν’ ἀναζητῶσι τοὺς ὑποψηφίους. Ἀλλ’ ἔρχεται κατόπιν τὸ ζήτημα τὸ οἰκονομικὸν, καὶ ἔχομεν ἀνάγκην νὰ κάμωμεν λογαριασμούς τινας, διότι, κατὰ τοὺς λογαριασμοὺς τοῦ κ. Ῥάλλη, τὸ ταμεῖον εἶναι χαμένον ἀπὸ τῆς αʹ ἡμέρας. Εἴμεθα, κύριοι, 209 βουλευταί, ἀπὸ 200 δραχμὰς ἔχομεν 41,800 κατὰ πᾶσαν Σύνοδον.

§123ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν θὰ καταβάλουν ὅλοι.

§124ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Αἱ 200 εἶναι ὑποχρεωτικαί (θόρυβος.) Διότι, ἂν δὲν ἦναι ὑποχρεωτικαί, δὲν καταλαμβάνω τί νομοσχέδιον εἶναι αὐτό (θόρυβος). Ὅστις δὲν καταβάλει, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα. Ὑποθέσατε ὅτι ἔχομεν ἐκλογὴν, καὶ βεβαίως, καθὼς γνωρίζομεν, θὰ ὑπάρχουν 550 ἢ μᾶλλον 600 ὑποψήφιοι· δύω λοιπὸν ἐπὶ 6=12· ἄρα 120 χιλ. δραχ. θὰ ἔχωμεν διὰ τὸ ταμεῖον διὰ μίαν τετραετίαν, ἂν καὶ ἦναι σπάνιον εἰς τὴν Ἑλλάδα ἡ περίοδος νὰ διαρκέσῃ 4 ἔτη, μόνον δὲ ἓν ἔχομεν μοναδικὸν παράδειγμα. Τί θέλετε τώρα; θέλετε εἰς τὸν νόμον αὐτὸν νὰ λάβουν μέρος 150 βουλευταί;

§125ΤΙΝΕΣ. Ὅλοι θὰ λάβουν.

§126Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἢ θέλετε, ὅτι θὰ λάβουν μέρος 100 μόνον; ἢ θέλετε νὰ ὑπολογίσωμεν ὅλους; Ἐὰν θέλετε νὰ κάμωμεν ὑπολογισμὸν ἐπὶ ὅλων, θὰ ἔχωμεν 120 χιλ. δρ. ἅπαξ, πρὸς τούτοις δὲ 42 χιλ. κατ’ ἔτος, θὰ ἔχωμεν δὲ καὶ 100 βουλευτὰς, οἱ ὁποῖοι θὰ καταβάλουν ἀπὸ 2 χιλ. δρ., καὶ θὰ ἔχωμεν 200 χιλιάδας· λοιπὸν 120 χιλ. 200 χιλ., καὶ 41,80 πόσαι γίνονται; 361,80. Ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας, ὅτι ἐπὶ 5 ἔτη, ἐὰν καταβάλωμεν αὐτὰς τὰς 200 δραχ., θὰ ἔχωμεν ἓν κεφάλαιον ἀρκετὰ μέγα, θὰ ἔχωμεν δὲ καὶ τοὺς τόκους τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα κατατίθενται καὶ μὲ τὰ ὁποῖα θ’ ἀγοράσωμεν χρεώγραφα. Λέγω λοιπὸν οἱ Βουλευταὶ, οἱ ὁποῖοι θὰ ὑποβληθοῦν εἰς σύνταξιν, θὰ ἦναι ὀλίγοι, κ. Καράλη, καὶ σᾶς δίδω τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαριθμήσητε σήμερον τοὺς Βουλευτὰς τοὺς ἔχοντας δικαίωμα συντάξεως τοὺς ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, ἔχετε δὲ ὑπ’ ὄψιν σας, ὅτι οὐδέποτε ἄλλοτε ἀπεκλείσθη περισσότερος ἀριθμὸς βουλευτῶν παλαιῶν, καὶ θὰ ἰδῆτε, ὅτι αὐτοὶ δὲν εἶναι οὔτε 40. Ἐὰν θέλῃς λοιπὸν κατὰ μέσον ὅρον, ἀπὸ τὰς 150 χιλ. ἔχομεν νὰ πληρώνωμεν 70 χιλ. κατ’ ἔτος, 80, 90. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια, διότι μὴ νομίσητε, ὅτι ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ζητοῦμεν νὰ ἐπιψηφίσητε τὸ νομοσχέδιον, ἔχομεν σκοπὸν ν’ ἀπομακρυνθῶμεν τῆς πολιτικῆς διὰ τὴν σύνταξιν τῶν 100 ἢ 200 δραχμῶν. Ἐν ὅσῳ ὑπάρχει δάκρυ εἰς τοὺς ὀφθαλμούς μας καὶ δυνάμεθα νὰ κινώμεθα καὶ βλέπωμεν, τὸ στάδιον δὲν τὸ παραιτοῦμεν, οὐχ ἧττον ὅμως, ὅταν ἀποθάνωμεν, θέλομεν ν’ ἀφήσωμεν εἰς τὰ τέκνα ἡμῶν καὶ τὰς χήρας νὰ ἔχωσι μίαν παρηγορίαν. Θέλομεν, ὅταν τυφλωθῶμεν, ὅταν δὲν ἤμεθα εἰς κατάστασιν νὰ κινώμεθα, νὰ ἔχωμεν βέβαιον ὄχι βίον ἄνετον, ἀλλ’ ἁπλῶς ἄρτον, διότι 100 δραχμαὶ καὶ 200 δὲν δίδουν ἄνετον βίον, ἀλλ’ ὀλίγον ἄρτον. Ἄλλως τε, κύριοι, τί φόβος εἶναι αὐτός; διατί ἐξηγέρθη μία φωνὴ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου τόσον ἰσχυρὰ, τόσον ἠχηρὰ, τόσον φοβερά; Τὸ νομοσχέδιον τὸ ἰδικόν μας δὲν θίγει ποσῶς τὸ δημόσιον ταμεῖον, δὲν πλησιάζει πρὸς τοῦτο· ζητοῦμεν μόνον εἰς εἰδικὰς περιστάσεις νὰ ἔχωμεν ἐξησφαλισμένον μόνον ἄρτον καὶ ξηρὸν ἄρτον. Εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς ἐπαναλάβω καὶ πάλιν, ὅτι ὁ Λύσανδρος ὁ Βιλαέτης ἔχων τόσα δικαιώματα εἰς τὸν τόπον ὀρέγει τὴν χεῖρα; Καὶ σεῖς μεριμνᾶτε ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου ἢ ἡμεῖς; Ἡμεῖς οἵτινες δι’ ἐπιβολῆς φόρου εἰς ἡμᾶς τοὺς ἰδίους θὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν τάξιν αὐτὴν τῶν ἀνθρώπων, διότι δὲν θέλομεν ν’ ἀφήσωμεν τοὺς πολιτευομένους, ὅταν φθάσωσιν εἰς τὴν τελευταίαν ἔνδειαν τοῦ νὰ μὴ ἔχωσι τὸν ἄρτον των, ὅπως στερῆται τούτου ὁ Βιλαέτης, εἷς τῶν πρώτων ἀνδρῶν τῆς Πελοποννήσου, νὰ μεταβαίνουν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ νὰ ζητοῦν νὰ λάβουν ἓν βοήθημα, καὶ τὸ βοήθημα αὐτὸ πόθεν θὰ τὸ λάβουν εἰμὴ ἀπὸ τὸ Δημόσιον Ταμεῖον; Ἡμεῖς λέγομεν, ὅτι τὸ ποσὸν νὰ τὸ καταβάλωμεν ἡμεῖς, καὶ ὅστις ἀποκτήσῃ τὸ δικαίωμα, νὰ προσέλθῃ νὰ τὸ λάβῃ ὡς δικαίωμά του, καὶ ὄχι ὡς βοήθημα καὶ ἐλεημοσύνην προσφερομένην ἀπὸ τὸν Ὑπουργόν. Προχθές, κύριοι, ἀπέθανεν συνάδελφός μας, ὁ Δαρειώτης· ἦλθε Νομοσχέδιον ἐντὸς τῆς Βουλῆς αὐτῆς καὶ τοῦ ἐδώκαμεν σύνταξιν πρὸς ἀνακούφισιν τῶν ἀναγκῶν του 250 δραχμὰς κατὰ μῆνα, διότι ὡς πολιτευόμενος ἀπὸ πλούσιος δὲν εἶχεν οὔτε μίαν δραχμήν· ὅτε ἠσθένησεν, ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἐπὶ 12 ἔτη ὑπηρέτησεν ὡς νομάρχης καὶ ἐπὶ 15 ὡς Βουλευτὴς, ὅταν προσεβλήθη ἀπὸ ἀποπληξίαν, δὲν εἶχε κηρὸν ν’ ἀνάψῃ, ὅπως τὸν εὕρουν ποῦ κεῖται· καὶ ἐν τούτοις αὐτοὶ οἱ ἴδιοι, οἵτινες ἔδωκαν τὴν σύνταξιν ἀπὸ τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, φρονοῦν, ὅτι αὐτὴ ἡ σύνταξις ἐδόθη ὡς ἐλεημοσύνη. Ἐπίσης τοῦτο συνέβη καὶ εἰς τὴν οἰκογένειαν τοῦ μακαρίτου Ῥαπτάκη. Διατί λοιπὸν ὅλη αὐτὴ ἡ τάξις τῶν ἀνθρώπων, ὅταν φθάσῃ εἰς τὴν θέσιν τοῦ Ῥαπτάκη καὶ Δαρειώτη, νὰ μὴ ἔχῃ σύνταξίν τινα ἐξ ἰδίων καταβολῶν, παρὰ νὰ τοὺς παραπέμπητε εἰς τὸ ταμεῖον τῶν βοηθημάτων; Βλέπω λοιπόν, ὅτι τὸ Νομοσχέδιον δὲν εἶναι ἀντισυνταγματικόν, ὅτι τὸ Δημόσιον δὲν ἀναλαμβάνει καμμίαν ὑποχρέωσιν, ὅτι δὲν ἐπιβάλλεται οὐδεὶς φόρος· ἀπεναντίας μάλιστα θεωρῶ τὸ Νομοσχέδιον ὡς σωτήριον, τὸ ὁποῖον ὄχι μόνον θέλει κάμει, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Ἰακωβᾶτος τοὺς Βουλευτὰς δούλους, ἀλλὰ τοὐναντίον ἀνεξαρτήτους, διότι ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι ἀνεξάρτητος, ὅταν ζητῇ ἀπὸ ἄλλον, ἀλλ’ ὅταν αἰσθάνεται, ὅτι ἔχει ταμεῖον, ἐκ τοῦ ὁποίου δύναται δικαιωματικῶς νὰ ἔχῃ τὸν ἄρτον ἡ χήρα καὶ τὰ ὀρφανὰ αὐτοῦ, ὅταν καταστῇ ἀνίκανος.

§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Ζερβὸς ἔχει τὸν λόγον.

§128Θ. ΖΕΡΒΟΣ. Ὀλίγας λέξεις θὰ εἴπω. Μολονότι ἐγώ, κύριοι, ἔχω τὸ δικαίωμα τῶν 8 βουλευτικῶν συνόδων, εἶμαι κατὰ τοῦ Νομοσχεδίου, διότι τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι σκανδαλῶδες. Τὸ Νομοσχέδιον ἔγεινεν ἀντικείμενον συζητήσεως εἰς ὅλον τὸν κόσμον.

§129ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι αὐτὸ εἶναι πονηρία σου.

§130Θ. ΖΕΡΒΟΣ. Σᾶς τὰ χαρίζω ὅλα, δὲν θέλω τίποτε· (Θόρυβος.) Δὲν βλέπω κύριοι, καθ’ ἑκάστην παρὰ νεωτερισμοὺς· εἰς ἕκαστον νόμον, ὅπου προτείνεται ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου, ὑπάρχει νεωτερισμός· ὅποιος θέλει νὰ καινοτομήσῃ θέσιν τινὰ, διὰ νὰ ὑπερασπισθῇ τοὺς ἀνθρώπους του, φέρει καὶ ἕνα νόμον εἰς τὴν Βουλήν. Δὲν ἠμπορῶ νὰ καταλάβω, ἐσκοτίσθη τὸ πνεῦμά μου.

§131Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ κ. Ζερβὸς ἔδωκε πρῶτος τὸ παράδειγμα, διότι ἐκηρύχθη προστάτης τῶν κυριῶν καὶ τοῦ ὡραίου φύλου.

§132Θ. ΖΕΡΒΟΣ. Πράγματι, κύριοι, τὸ προτεινόμενον Νομοσχέδιον θὰ γείνῃ οἰκογενειακόν· ἐγὼ θὰ ἔχω σύνταξιν, καὶ ὁ υἱός μου θὰ γείνῃ Βουλευτής. Δὲν ἠμπορῶ νὰ καταλάβω, συζητοῦμεν ὅπως οἱ οἰκογενειάρχαι μέσα εἰς τὴν γωνίαν μὲ τὰ παιδιά τους. Ἐγὼ ἦλθον νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου· οὔτε τὰ καλὰ τοῦ νόμου θέλω, οὔτε τὰ ἀποτελέσματά του. Ὁ φίλος μου κ. Πετιμεζᾶς λέγει, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι ἀφίνουν εἰς τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων· μάλιστα, κύριοι, διὰ τοὺς ὑπαλλήλους τσακονώμεθα καθ’ ἡμέραν, ποῖος ν’ ἁρπάξῃ τὸν προϋπολογισμόν, διὰ νὰ τρέφηται καὶ νὰ διασκεδάζῃ. Ἕκαστος θέλει νὰ ἦναι ὑπάλληλος. Θαυμάζω, κύριοι, πῶς κάμνετε τοιαύτας παραχωρήσεις, ἐνῷ ὅλοι τσακόνεσθε δι’ αὐτὸ τὸ ἀντικείμενον. Πῶς θέλετε νὰ κάμητε τὸν Βουλευτὴν ὅμοιον μὲ τὸν ὑπάλληλον; Δὲν ἠμπορῶ νὰ καταλάβω ποίας ἀρχὰς ἀκολουθοῦμεν ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ. Ἐὰν θέλωμεν πάλιν νὰ προστρέξωμεν εἰς τὸ Δημόσιον ταμεῖον, αὐτὸ δὲν τὸ δέχομαι, ὅλα αὐτὰ ἀντίκεινται εἰς τὴν ἐλευθερίαν τῶν ὑποψηφίων καὶ τῆς ἐκλογῆς, ἀντίκεινται εἰς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους. Κακὰ τὰ ἐξηγεῖτε σεῖς οἱ καλαμαράδες· ὅστις φέρει Νομοσχέδιον, ὅλα τὰ θέλει διὰ τὸν ἑαυτόν του. Δὲν παραδέχομαι ἐγώ, κύριοι, τὴν καταστολὴν τῆς ἐλευθερίας. Εἴχομεν, κύριοι, ἐλευθερίαν πράγματι εἰς τὴν Ἑπτάνησον καὶ ἰδίως εἰς τὴν Κέρκυραν· ἐδῶ εἶναι φαινομενικὴ ἡ ἐλευθερία· ἐκεῖ οὔτε ὁ χωροφύλαξ, οὔτε ἀξιωματικὸς ἠδύνατο νὰ μᾶς ὁμιλήσῃ· τώρα καὶ χωροφύλαξ καὶ ἀξιωματικὸς, διότι πᾶσαι αἱ ἐλευθερίαι εἶναι φαινομενικαί. Εἴχομεν Βουλὴν, Γερουσίαν, Ἁρμοστὴν, 5 χιλιάδας στρατεύματα, καὶ ἤλθομεν νὰ εὕρωμεν πραγματικὴν ἐλευθερίαν, καὶ εὕρομεν φαινομενικήν. Περὶ τοῦ Νομοσχεδίου κυρίως λέγω, ὅτι εἶμαι κατὰ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν καθ’ ἕκαστα, καὶ ὡς ἐκ τούτου θὰ δώσω ψῆφον κατὰ, καὶ ὅλα τὰ ἄλλα σᾶς χαρίζω.

§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καράλης ἔχει τὸν λόγον.

§134ΚΑΡΑΛΗΣ. Κύριοι, δὲν πρόκειται νὰ ὁμιλήσω οὔτε περὶ τοῦ ἀντισυνταγματικοῦ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν Νομοσχεδίου, οὔτε περὶ τῶν ἄλλων πλημμελειῶν αὐτοῦ· θέλω μόνον δι’ ἀριθμῶν νὰ καταδείξω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ ἵδρυσις τοῦ μετοχικοῦ ταμείου τῶν Βουλευτῶν ἐν διαστήματι ὀλίγων ἐτῶν εἰς οὐδὲν θέλει ὠφελήσει, ἀλλὰ θέλει φέρει εἰς τὴν χρεωκοπίαν, καὶ θέλει ἀναγκάσει τοὺς ἰδίους Βουλευτὰς νὰ ζητήσωσι τὴν βοήθειαν καὶ τὴν ἀρωγὴν τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἐπειδὴ ὁ κ. Πετιμεζᾶς σᾶς ὡμίλησε στηριζόμενος ἐπὶ ἀριθμῶν, ἐπιτρέψατέ μοι ὅπως ἀποδείξω αὐτῷ, ὅτι οἱ ὑπολογισμοί του ἦσαν ἀνακριβεῖς, καὶ ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς χρεωκοπίας τοῦ ταμείου εἶναι ἀναπόφευκτον. Κατὰ πρῶτον θέλω λάβει ὑπ’ ὄψιν τοὺς δύω κυρίους πόρους, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται τὸ Νομοσχέδιον, καὶ κατόπιν θέλω καταφύγει καὶ εἰς τοὺς λοιπούς. Τίνες οἱ κυριώτεροι πόροι, τοὺς ὁποίους παρουσιάζει τὸ Νομοσχέδιον; Αἱ 200 δραχμαὶ, τὰς ὁποίας κατὰ πᾶσαν τακτικὴν Σύνοδον θέλει ἕκαστος ἡμῶν καταβάλει, καθὼς ἐπίσης καὶ τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν 200, τὰς ὁποίας πᾶς ὑποψήφιος ὀφείλει νὰ καταθέτῃ εἰς τὸ ταμεῖον τοῦτο. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ὑπολογίζοντες ἀκριβῶς τοὺς πόρους, ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν ἀπὸ πότε δικαιοῦται ἕκαστος τῶν Βουλευτῶν νὰ ἀποκτᾷ δικαίωμα πρὸς σύνταξιν. Κατὰ τὸ ἄρθρον 18 τοῦ παρόντος Νομοσχεδίου «Τὸ πρὸς πληρωμὴν τῆς βουλευτικῆς συντάξεως δικαίωμα, κατὰ τὸν παρόντα νόμον, ἄρχεται ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου 1882». Κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο συνδυαζόμενον πρὸς τὸ ἄρθρον πρῶτον, παράγραφος τέταρτος, ἕπεται, ὅτι εἰς τοὺς Βουλευτὰς ἐκείνους, οἵτινες ὑπηρέτησαν ἐπὶ 8 ὁλοκλήρους Συνόδους, καὶ πληρώσαντας εἰς τὸ ταμεῖον τὸ ποσὸν τῶν δύω χιλιάδων δραχμῶν, ὀφείλομεν νὰ πληρώνωμεν δικαίωμα συντάξεως ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου 1882. Ἔχομεν λοιπὸν πρῶτον πόρον τὰς 200 δραχμὰς, τὰς ὁποίας ἕκαστος Βουλευτὴς θέλει καταβάλει κατὰ τὸ ἔτος 1881. Ἐὰν δὲ ὑπολογίσωμεν, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν Βουλευτῶν ἀνέρχεται εἰς 207, θέλομεν ἔχει ἓν ποσὸν 41,120 χιλιάδας· εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο θέλαμεν προσθέσει 50 Βουλευτὰς κατὰ μέσον ὅρον, οἵτινες, κεκτημένοι τὰ προσόντα, θὰ καταβάλωσιν ἀμέσως τὰς 2,000 δρ., ὅπως ἄρξηται ἡ σύνταξίς των, ὥστε ἔχομεν καὶ ἕτερον ποσὸν 100 χιλιάδων, αἵτινες προστιθέμεναι εἰς τὰς 41,120 ἀποτελοῦσι τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν 141,120. Ἀμέσως ὅμως τὴν 1 Ἰανουαρίου τοῦ 1882 θέλομεν πληρώσει 60 χιλιάδας δραχμῶν, ὥστε θέλει μείνει ὑπόλοιπον ἐκ δραχμῶν 81,120. Κατὰ τὸ 1882 θὰ ἔχωμεν κεφάλαιον ἐξ ὑπολοίπου τοῦ παρελθόντος ἔτους δραχμῶν 81,120, εἰς ἃς προστιθέμενοι καὶ οἱ τόκοι πρὸς 8% φέρουσι δραχμὰς 6,489. Εἰς ταύτας ὅμως θέλομεν προσθέσει καὶ τὰς καταβολὰς τῶν Βουλευτῶν διὰ τὸ ἔτος 1882, ἤτοι δραχμὰς 41,120, ὥστε τὸ ὅλον ποσὸν ἀνέρχεται τὰς 128,729. Ἐξ αὐτοῦ ὅμως τοῦ ποσοῦ οἱ 50 προνομιοῦχοι Βουλευταὶ θέλουν πληρωθῆ 60 χιλιάδας δραχμὰς, καὶ οὕτω τὸ κεφάλαιον τοῦ μετοχικοῦ ταμείου θέλει μειωθῆ εἰς 68,729. Κατὰ τὸ 1883 θέλομεν ἔχει κεφάλαιον ἐξ ὑπολοίπου τοῦ παρελθόντος ἔτους δραχμὰς 68,729, ὧν οἱ τόκοι πρὸς 8 τοῖς ἑκατὸν ἀνέρχονται εἰς δραχ. 5,498, αἱ δὲ καταβολαὶ τῶν Βουλευτῶν εἰς 41.120, ὥστε τὸ ὅλον ποσὸν φθάνει εἰς 115,247. Ἐξ αὐτῶν πάλιν οἱ προνομιοῦχοι Βουλευταὶ θ’ ἀφαιρέσωσιν 60 χιλιάδας, καὶ ἑπομένως μένει ὑπόλοιπον ἐκ 55,347. Ἐπειδὴ ὅμως ἤκουσα τινὸς τῶν ἀξιοτίμων Βουλευτῶν νὰ μοὶ ἐνθυμίζῃ ὅτι κατὰ τὸ 1883 θὰ ἔχωμεν καὶ τὸ ποσὸν, ὅπερ οἱ ὑποψήφιοι ὀφείλουσι νὰ μᾶς πληρώσωσι, προστίθημι καὶ δραχ. 120 χιλ., διότι ὑπολογίζω τοὺς ὑποψηφίους εἰς 600. Παρατηρῶ, ὅτι τὸ ὅλον ποσὸν ἀνέρχεται εἰς δραχ. 222,465. Ἐξ αὐτῶν θ’ ἀφαιρέσωμεν 60 χιλ. καὶ θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ποσὸν 162,465. Φρονῶ, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ ἐξακολουθήσω τοὺς ὑπολογισμοὺς, ἀφοῦ τὸ κεφάλαιον ὁλονὲν ἐλαττοῦται. Ἤδη θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν τὴν ἑτέραν περίπτωσιν, διότι εἶναι ἀδύνατον, κατ’ ἐμὲ, ἡ Βουλὴ νὰ παραδεχθῇ τὸν πόρον τὸν ἐν τῷ ἄρθρῳ πρώτῳ μνημονευόμενον τοῦ νὰ πληρώνῃ ἕκαστος τῶν ὑποψηφίων δραχ. 200 εἰς τὸ ταμεῖον τῶν Βουλευτῶν. Ἐὰν λοιπὸν ἀφαιρέσωμεν τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν 200, τὸν οὐσιώδη τοῦτον πόρον, καὶ δὲν δώσωμεν εἰς τὸν νόμον ἀναδρομικὴν δύναμιν, μὴ ἐπιτρέποντες οὕτως εἰς τοὺς προνομιούχους νὰ καταθέσωσι δραχ. 2,000, καὶ νὰ λαμβάνωσι συντάξεις εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, καὶ πάλιν τὰ ἀποτελέσματα ἔσονται τὰ αὐτά. Ἐὰν λοιπὸν παραδεχθῶμεν, ὅτι δὲν ἔχει ἀναδρομικὴν δύναμιν ὁ νόμος, καὶ ὅτι ὁ ὑποψήφιος δὲν ὑποχρεοῦται νὰ καταβάλῃ τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς μόνοι κατὰ πᾶσαν Σύνοδον θέλομεν καταβάλλει, τότε τὰ κεφάλαια τοῦ ταμείου τούτου ἐν διαστήματι 8 ἐτῶν ἀνέρχονται εἰς 443,004 δραχμάς. Ἀλλὰ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην θὰ ἔχωμεν ἀνάγκην ν’ ἀφαιρέσωμεν 247 χιλ. πρὸς πληρωμὴν τῶν συνταξιούχων, ὥστε τὸ δεύτερον ἔτος δὲν θὰ ὑπάρχῃ τὸ ἀναγκαῖον ποσὸν, καὶ τότε, ὅταν ἐπέλθῃ ἡ χρεωκοπία, ποῦ θὰ ζητήσωμεν καταφύγιον;

§135ΤΙΝΕΣ. Πουθενά.

§136ΚΑΡΑΛΗΣ. Βεβαιώσατέ το ὡς τίμιοι ἄνθρωποι, ὅτι δὲν θὰ ζητήσητε νὰ ἐγγίξητε τὸ Δημόσιον ταμεῖον, καὶ τότε πρῶτοι θὰ ψηφίσωμεν ὑπὲρ τοῦ Νομοσχεδίου ὑμῶν.

§137ΦΙΛΗΜΩΝ. Εἶναι τοῦ ἔθνους τὸ Δημόσιον ταμεῖον· ἡμεῖς δὲ ποῖοι εἴμεθα; δὲν εἴμεθα ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους;

§138ΚΑΡΑΛΗΣ. Ἕνεκα τῶν λόγων τούτων, κύριοι, στείλατε τὸ Νομοσχέδιον εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπὴν, ἥτις νὰ ἐξετάσῃ καὶ μᾶς φέρῃ τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἐξετάσεων τῶν πόρων τοῦ ταμείου, καὶ ἐὰν ταῦτα ἦναι ἱκανὰ καὶ πεισθῶμεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει φόβος, ὅπως καταφύγωμεν ἡμέραν τινὰ εἰς τὸ Δημόσιον ταμεῖον, τότε ἡμεῖς πρῶτοι θὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιόν σας.

§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἄλλος ἐγγεγραμμένος· κηρύττω περατωμένην τὴν συζήτησιν. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν.

§140ΓΡΥΠΑΡΗΣ. Ἐγένετο ρητὴ πρότασις περὶ ἀναβολῆς.

§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποστηρίζεται ἀπὸ 10; (Ἐγείρονται πλείονες τῶν 10).

§142ΚΑΡΑΛΗΣ. Ὄχι ἀναβολὴν, παραπομπὴν εἰς τὴν ἐπιτροπήν.

§143ΡΑΛΛΗΣ. Ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, ἐκείνους κυρίως συμφέρει νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν (Θόρυβος)· πρέπει νὰ ἀποδείξητε ἀπέναντι τῆς κοινῆς γνώμης, ὅτι πράγματι δὲν πρόκειται περὶ ἐπιβουλῆς κατὰ τοῦ Δημοσίου ταμείου, ν’ ἀποδείξητε, ὅτι οἱ πόροι εἶναι ἱκανοὶ πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν ἀναγκῶν τοῦ ταμείου. Λοιπὸν προτείνω νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἥτις ἐντὸς τριῶν τεσσάρων ἡμερῶν νὰ φέρῃ ἠτιολογημένην ἔκθεσιν.

§144ΚΟΝΤΟΛΕΩΝ. Ἐπειδὴ πολλοὶ ἠθέλησαν ἥκιστα πολιτικῶς καὶ ἀτόπως νὰ δημοκοπήσωσιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, νομίζω, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ ἀποσταλῇ τὸ νομοσχέδιον.

§145ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἡ ἀποστολὴ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἀποβλέπει τὰ καθέκαστα τοῦ νομοσχεδίου· ἀλλ’ ὅσοι ἐκηρύχθησαν κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου ὡς ἀντισυνταγματικοῦ καὶ ἀνηθίκου, δὲν ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ὑποβάλουν πρότασιν περὶ παραπομπῆς.

§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς προτάσεως τῆς ἀποστολῆς εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ ἀποσταλῇ εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία ἐντὸς συντομωτάτης προθεσμίας νὰ φέρῃ τὴν ἔκθεσίν της, παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Λοιπὸν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου.

§147ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐπειδὴ τὸ ζήτημα εἶναι προσωπικὸν, νομίζω, ὅτι τὸ Προεδρεῖον πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του, ὅτι, ὁσάκις πρόκειται νὰ γείνῃ ψηφοφορία περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς ὡρισμένον πρόσωπον,—διότι ἐνταῦθα προτείνεται νὰ λάβωσι σύνταξιν οἱ Βουλευταὶ, οἵτινες συνεπλήρωσαν 8 Συνόδους,— προτείνω, ἵνα οἱ Βουλευταὶ οὗτοι μὴ λάβωσι μέρος εἰς τὴν ψηφοφορίαν περὶ ἀπονομῆς συντάξεως, καθότι εἶναι ἀμέσως ἐνδιαφερόμενοι. (Ἐπιδοκιμασίαι, χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων.)

§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοιαύτην πρότασιν δὲν δύναμαι νὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν.

§149ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ. Καὶ ἂν, δεκτῆς γενομένης τῆς προτάσεως, ἡ Βουλὴ εἶτα δὲν εὑρεθῇ ἐν ἀπαρτίᾳ, τότε τί θὰ γείνῃ;

§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ Νομοσχεδίου λέγουσι ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι αὐτὴν ὄχι. (Ἐνταῦθα τελεῖται ψηφοφορία κατ’ ὀνομαστικὴν κλῆσιν, καθ’ ἣν 86 μὲν ἐψήφισαν ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ Νομοσχεδίου, 61 δὲ κατ’ αὐτῆς, καὶ 4 ἠρνήθησαν ψῆφον.)

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Λεωνίδας Μελετόπουλος Γεώργ. Μπούκουρας Ν
Ἰωάν. Μεσσηνέζης Ο Θεόδ. Δηλιγιάννης
Παντολ. Λογιωτατίδης Ο Κωνστ. Μαντζουράνης
Λεωνίδ. Καρυστινάκης Ο Κωνστ. Κοσσονάκος Ν
Νικόλ. Μαυροκορδάτος Ο Πέτρος Πετροπουλάκης
Μιχαὴλ Δ. Καΐρης Ν Ἰωάν. Ἀνδρίτσος Ν
Γεώργιος Τσώκρης Κωνστ. Ἀναγνωστόπουλος Ν
Ἄγγελος Γεωργαντᾶς Ἰωάν. Γ. Κότταρης Ν
Γεώρ. Παπαλεξόπουλος Παπαμιχαλόπουλος Ν
Ἀνδρέας Ψύλλας Ο Νικόλ. Θ. Ῥίτσος Ν
Δημήτριος Ῥάλλης Ο Ἰωάν. Γ. Καπιτσίνης Ν
Δημήτρ. Ν. Καλλιφρονᾶς Ν Γεώργ. Μίλησης Ν
Τιμολέων Φιλήμων Ν Ἰωάν. Κ. Ζέρβας Ν
Παύλος Καλλιγᾶς Ο Γεώργ. Ζηνόπουλος
Δημήτρ. Μ. Καλλιφρονᾶς Δημήτρ. Χατζόπουλος Ο
Ἀλέξανδρ. Γ. Σκουζές Δημήτριος Βουλπιώτης Ο
Ἀθανάσιος Κατσανδρῆς ἀρν.Σπυρ. Καραϊσκάκης
Βλάσης Βαλτινός Ν Σπυρ. Ῥώμας Ν
Ἀθανάσιος Ἴσκος Ν Κωνστ. Λομβάρδος Ο
Δημήτρ. Γρίβας Ἀναστ. Λούντζης Ο
Γεώργ. Γεροθανάσης Ν Ἰωάν. Νέγκας
Χρῆστος Κατσικογιάννης Ν Ἰωά. Βοῦλτσος ἀρν.
Βασίλ. Νικολόπουλος Γεώργ. Κρεστενίτης Ο
Κωνστ. Πλαπούτας Στέφ. Στεφανόπουλος Ν
Ἰωάννης Ῥοϊλός Αὐγερινὸς Πετραλιᾶς Ν
Ἀνδρ. Αὐγερινός Ν Χρῆστος Χρηστόπουλος Ν
Γ. Παππακυριακόπουλος Ο Ἀλέξανδρ. Πετρινός Ο
Θεμιστ. Δαραλέξης Ν Ἀναστάσ. Σεχιώτης Ν
Σπυρ. Κουκούλεζας Ἰωάν. Ταμπακόπουλος Ν
Γεώργ. Πετούσης Ν Κωνστ. Ῥεβελιώτης
Π. Οἰκονόμου Ν Ἀριστ. Σακελλαρόπουλος Ν
Πέτρος Α. Ζάννος Ν Ἠλίας Κοσσονάκος Ν
Νικ. Νομικός Ο Ἀθανάσιος Κατριβάνος Ν
Νικήτας Συνοδινός Ν Βασίλ. Βούτουνας Ν
Δημοσθένης Σταϊκος Στέφανος Δραγούμης Ο
Κωνστ. Πεταλᾶς Ν Δημήτ. Πάγκαλος Ο
Ἀριστ. Οἰκονόμου Ο Γεώργ. Σταμούλης
Ἀλέξ. Φωτήλας Σπυρ. Ζερβός Ν
Ἀθαν. Γ. Πετιμεζᾶς Ν Θεόδ. Ζερβός
Σωτήρ. Ν. Πετιμεζᾶς Χαρίλ. Τρικούπης Ο
Θ. Α. Ζαΐμης Ν Νικόλ. Μακρῆς Ν
Περικλ. Γ. Πεῤῥωτής Ν Γεώρ. Τσάλας Ο
Κωνστ. Ἰω. Φλέσσας Ο Ἀλέξ. Κουμουνδοῦρος
Δημ. Τζάνες Κωνστ. Α. Κουμουνδοῦρος Ν
Δημ. Κάρτσωνας Ν Περικλ. Μποῦτος Ν
Ἀντών. Χατζηνικολῆς Σπήλ. Ἀντωνόπουλος Ν
Ἀλέξ. Ἀντωνιάδης Ο Γεώρ. Προβελέγιος Ο
Γεώργ. Καραβᾶς Ἀρν.Δημήτρ. Κυριακίδης Ν
Ἰωάννης Πεζᾶς Ο Ἐλευθέριος Μυκώνιος Ν
Γεώργιος Παππαγεωργίου Ο Κωνσταντῖνος Κρίσπης Ν
Ἀνδρ. Ἱερομνήμων Ο Μιλτιάδης Βαρότσης Ν
Στυλιανός Βάλληνδας Ο Νικ. Γ. Καλαντζόπουλος Ο
Νικόλ. Βασιλάκης Ο Γεώρ. Σισμάνης Ν
Ἀντών. Παλατιανός Ο Ἀθανάσ. Ῥοντήρης Ν
Ἰάκωβος Πολυλᾶς Ο Κωνστ. Φαρμακόπουλος Ν
Ἀναστ. Δημητριάδης Ν Κωνστ. Εὐθυμιόπουλος Ν
Δημήτ. Σταυρόπουλος Ἀλέξ. Πετσάλης Ο
Σπυρ. Α. Νοταρᾶς Ν Τηλέμαχος Ῥούκης Ν
Ἰωάν. Δεληγιάννης Ν Κυριακ. Μαυρομιχάλης Ν
Ἀνδρ. Νοταρᾶς Ν Δημήτριος Σαράβας Ο
Ν. Βαλσαμάκης Ἀντ. Μαυρομιχάλης Ο
Π. Βενιεράτος Ἰω. Γερμ. Μαυρομιχάλης Ν
Σπ. Μοντεσάντος Ο Ἀσημ. Χρηστόπουλος Ο
Δ. Μηλιαρέσης Ν. Λαμπρούλιας Ν
Σπυρ. Κοντολέων Ἀρν.Ζ. Ζαρειφόπουλος Ν
Πάνο, Κορωναῖος Ἀναστ. Α. Νικοκάβουρας Ν
Στυλ. Κασιμάτης Ο Πολυχρ. Β. Κωσταντᾶς Ν
Θεόδ. Θερμογιάννης Ο Θεόφιλος Π. Προβατᾶς
Ἀντών. Καρδαρᾶς Ν Γεώρ. Ἰακωβάτος Ο
Δημήτρ. Σταματόπουλος Ο Χαράλαμ. Ἰακωβάτο Ο
Θ. Καλλίτσης ἢ ΜαρούληςΟ Νικόλ. Ἰακωβάτος Ο
Ἰωάν. Βαλασσόπουλος Νικόλ. Γ. Κάγκας Ν
Νικήτας Βαρβιτσιώτης Ν Εὐθ. Κεχαγιᾶς Ο
Ἀριστ. Τζιβανόπουλος Π. Τσαμάλας ἢ Παπακώστας
Ἀναστ. Κορφιωτάκης Ἀνάργυρος Σιμόπουλος Ο
Δημήτρ. Δημητρακάκης Ν Λουκᾶς Καραλίβανος Ν
Δημήτρ. Μελετόπουλος Ν Γεώργ. Ῥοῦφος Ν
Γεώργ. Λάππας Ἀντών. Ῥικάκης Ν
Ἀναστάσ. Κουτσοπέταλος Ἀριστομ. Κοντογούρης Ο
Νικόλ. Μπουφίδης Ο Δημήτρ. Πατρινός
Σπυρ. Βαλαωρίτης Περικλ. Καλαμογδάρτης Ο
Ξενοφῶν Βαλαωρίτης Νικόλ. Κουμανιώτης
Γεράσιμος Σέρβος Ο Νικόλ. Καράπαυλος
Δημήτ. Τσαμόπουλος Ν Δημήτρ. Τριγγέτας
Ἀριστ. Ῥούκης Ν Ἀθανάσιος Μισυρλῆς
Δημήτρ. Παππαλουκᾶς Εὐάγγελος Ἀντύπας Ν
Γεώργ. Φλωριᾶς Ο Ἰωάν. Μεγαπάνος Ν
Ἀναστ. Ζερβός Γ. Σ. Κοριζῆς Ν
Μιχαὴλ Σκαβέντζος Ο Χριστόδ. Λ. Δουζίνας Ο
Γεώργ. Κ. Ῥεμπάκης Γεώργ. Δ. Βούλγαρης
Παντελῆς Μπούμπουλης Ν Ἐπαμ. Α. Κριεζῆς Ο
Γεώργ. Λεωνίδας Ν Θεόδ. Ν. Γκίκας Ν
Ἰωάννης Γρυπάρης Ο Λεωνίδας Τράκας Ο
Παντιᾶς Καράλης Ο Ἀθανάσ. Χατζόπουλος Ν
Στέφανος Σκουλούδης Ο Κωνστ. Χατζῖσκος Ν
Ἰωάννης Δούμας Δημήτρ. Ζουλούμης
Ἰωάν. Ζαλλώνης Νικ. Εὐαγ. Κοντογιάννης Ο
Γρηγ. Μαυρομαρᾶς Ν Ἀλέξ. Οἰκονόμου
Νικόλ. Δρόσος Ο Θεόδωρος Φλογαΐτης
Σωτήρ. Σωτηρόπουλος Ν Βασίλ. Βουδούρης Ν
Δ. Μ. Ἀναστασόπουλος Ν Μιχαὴλ Ἀβέρωφ Ν
Κανάρης Γιαλιᾶς Ο Κωνστ. Ν. Παππανικολῆς
Γεώργ. Πατρίδης Ν Δημοσθ. Βρατσάνος Ο
Γεώργ. Στάϊκος

§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1ον.

§152ΤΙΝΕΣ. Αὔριον, αὔριον.

§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ § 3 τοῦ πρώτου ἄρθρου ἀπηλείφθη.

§154ΣΕΡΒΟΣ. Προτείνω τὴν ἀπάλειψιν τῆς βʹ. §, μὴ θέλων νὰ καταστήσω ὑποχρεωτικὴν αὐτὴν τὴν διάταξιν. Τὸ ἄρθρον ἐπιβάλλει ὑποχρέωσιν ἀπαραίτητον εἰς ὅλους τοὺς ὑποψηφίους Βουλευτὰς νὰ καταβάλλουν 200 δραχμάς, διὰ νὰ γείνωσιν ὑποψήφιοι. Αὐτὴν τὴν διάταξιν τὴν θεωρῶ ἀνοίκειον, καὶ ἑπομένως προτείνω τὴν ἀπάλειψιν αὐτῆς, διὰ τοὺς πολλοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι ἀνεπτύχθησαν.

§155ΡΙΚΑΚΗΣ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἀνεπτύχθησαν ἀρκούντως οἱ ὑπὲρ καὶ κατὰ λόγοι κατὰ τοῦ μέρους τούτου, καὶ πιστεύω, ὅτι οἱ ἀντιτασσόμενοι κατὰ τῆς παραγράφου αὐτῆς δὲν θὰ δυνηθῶσι νὰ φέρωσιν ἰσχυροτέρους λόγους, ὥστε νὰ πείσωσι τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη πρέπει νά ἀπαλειφθῇ.

§156ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Χθὲς παρεκάλεσα τὸν κ. Πετιμεζᾶν νὰ ἀναπτύξῃ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ κυρίως τὴν Βουλὴν, ἂν τὸ Δημόσιον ταμεῖον θὰ συνεισφέρῃ εἰς τὴν σύνταξιν αὐτήν.

§157ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.

§158ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Ὅταν πρόκηται νὰ νομοθετήσωμεν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν παρεδέχθημεν, ὅτι συνιστᾶται μετοχικὸν ταμεῖον, δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ οὐδεμία φράσις εἰς τὸ νομοσχέδιον, ἡ ὁποία νὰ δίδῃ ἀφορμὴν νὰ ὑποθέτῃ τις, ὅτι, ἂν ἴσως σήμερον δὲν ἀρχίζῃ μία προσβολὴ κατὰ τοῦ δημοσίου ταμείου, αὔριον θὰ ἀρχίσῃ, ὅτι δηλ. θὰ συγχισθῇ καὶ τοῦτο, ὡς ἐσυγχίσθη καὶ τὸ ταμεῖον τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων μὲ τὸ Δημόσιον ταμεῖον. Λοιπὸν πρέπει νὰ ἐξετασθῇ τοῦτο, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ προσβάλωμεν τὸ ταμεῖον, διὰ νὰ ὑπάρχῃ πεποίθησις εἰς ὅλους μας καὶ εἰς τὸ κοινὸν, διότι πρὸ ὀλίγου, κ. Πετιμεζᾶ, εἴπετε, ὅτι πρέπει νὰ ἦναι ἴσος ὁ Βουλευτὴς μὲ τὸν ὑπάλληλον, ἀλλὰ ἐλησμονήσατε, ὅτι ὁ Βουλευτὴς εἶναι ὁ κηδεμὼν τοῦ λαοῦ, καὶ ὡς τοιοῦτος δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ οὐδεμίαν διαχείρισιν ὡς τὸ πρώτιστον λοιπὸν προτείνω ὡς πρὸς τὰς 200 δραχμὰς, αἵτινες πρέπει νὰ καταβάλλωνται ἀπὸ τὸν ὑποψήφιον, προτείνω νὰ συνεισφέρωμεν ἡμεῖς μεγαλύτερον ποσὸν, ἀντὶ τῶν ὑποψηφίων. Ἐγὼ εἰμὶ προθυμότατος, διότι δὲν δέχομαι τὸ ἄλλο, τὸ ὁποῖον εἶπόν τινες, ὅτι, ἀφοῦ ψηφισθῇ ὁ νόμος, ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι εἴμεθα κατὰ τῆς ἀρχῆς, δὲν πρέπει νὰ συνεισφέρωμεν. Ὄχι, θὰ σεβασθῶμεν τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἂν, κύριοι, ὑποθέσω, ὅτι δὲν δέχεσθε αὐτὴν τὴν γνώμην μου, ἔχω ἄλλην, εἰς τὴν ὁποίαν ἐπιμένω πολὺ, διὰ νὰ μὴ ἐγερθῇ ὑπόνοια, ὅτι ἡμεῖς οἱ κηδεμόνες τοῦ Κράτους θέλομεν νὰ θέσωμεν τὴν χεῖρα εἰς τὸ θησαυροφυλάκιον τοῦ λαοῦ· ὑπάρχουν τρεῖς διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ὄζουν ἀναμίξεως τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία θὰ διαχειρίζηται τὸ ταμεῖον τὸ μετοχικὸν, μὲ τὸ Δημόσιον ταμεῖον. Ἡ πρώτη ἐξ αὐτῶν εἶναι, ὅτι ἡ κατάθεσις τῶν ὑποψηφίων ὡς πρὸς τὰς 200 δραχμὰς πρέπει νὰ γίνεται εἰς τὸ Δημόσιον ταμεῖον. Ἀμέσως ἡ φιλοτιμία μας ἀπαιτεῖ νὰ χωρίσωμεν αὐτὴν τὴν διάταξιν. Ἡ κατάθεσις πρέπει νὰ γίνεται εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Ὑπάρχει δευτέρα διάταξις, ὅτι αἱ χιλιάδες, αἱ ἐκ τῶν 200 δραχμῶν κατὰ σύνοδον καταβαλλόμεναι, κατατίθενται πάλιν εἰς τὸ κεντρικὸν ταμεῖον. Εἶναι καὶ τρίτη διάταξις τοῦ 10 ἄρθρου, ἡ ὁποία λέγει, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ δι’ ἐντάλματος.......εἰς τὸ ἐπαρχιακὸν ταμεῖον.

§159ΦΙΛΗΜΩΝ. Αὐτὰ εἶναι διὰ τὴν εὐκολίαν.

§160ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Ἀλλὰ πρέπει νὰ διευκρινισθοῦν. Αὐτὴν τὴν σύγχυσιν πρέπει ἡμεῖς νὰ προλάβωμεν.

§161Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ θεωρηθῇ τὸ ἔνταλμα ἀπὸ τὸ κεντρικὸν ταμεῖον, καὶ ὕστερον θὰ σταλῇ εἰς τὸ ἐπαρχιακόν.

§162ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Ἐγὼ ἀπεκδέχομαι, ὅτι αὐτὸ θὰ γείνῃ ψήφισμα, ὅτι θὰ χωρισθῇ τὸ μετοχικὸν ταμεῖον ἀπὸ τὸ Δημόσιον διὰ μεγίστου χάσματος.

§163ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Ἐγὼ, κύριοι, ὑποβάλλω μίαν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ 4 ἐδαφίου τοῦ 1 ἄρθρου· ἀναβιβάζω δηλ: τὸ ποσὸν, καθόσον μὲν ἀφορᾷ τοὺς διατελέσαντας εἰς 8 συνόδους εἰς 3 χιλιάδας, τοὺς δὲ διατελέσαντας εἰς 12 συνόδους εἰς 4,000. Κατόπιν προτείνω νὰ ἐξισωθοῦν οἱ Ὑπουργοὶ μὲ τοὺς Βουλευτὰς, νὰ λαμβάνωσι τῶν Βουλευτῶν τὴν σύνταξιν· κατὰ συνέπειαν πρέπει ν’ ἀπαλειφθῶσι καὶ ὅλαι αἱ σχετικαὶ διατάξεις περὶ Ὑπουργῶν.

§164ΓΡΥΠΑΡΗΣ. Κύριοι, ὅσα ἐπιχειρήματα καὶ ἂν ἀνέφερον οἱ ὑπερασπισθέντες τὴν διάταξιν τοῦ ἐδαφίου 2 τοῦ ἄρθρ. 1, δὲν δύνανται νὰ κατισχύσωσι τῆς ἀληθείας. Τὸ ἄρθρον αὐτὸ δὲν παύει νὰ ἔχῃ χαρακτῆρα καθαρῶς πιεστικὸν καὶ φορολογικόν. Ἐπειδὴ ὅμως τὸ πνεῦμα τῆς Βουλῆς εἶναι νὰ τὸ παραδεχθῇ, προτείνω μίαν τροπολογίαν. Καθὼς ἡ περὶ ἀπολήψεως συντάξεως διάταξις εἶναι προαιρετικὴ, τοιουτοτρόπως φρονῶ, ὅτι καὶ τὸ 2 ἐδάφιον τοῦ 1 ἄρθρου πρέπει νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει)· κατόπιν δὲ, διὰ νὰ ὑπάρχῃ σειρὰ ἐν τῷ Νομοσχεδίῳ, δύναται νὰ τεθῇ ἀκροτελεύτιον ἄρθρον, κατὰ τὸ ὁποῖον, ἂν οἱ ὑποψήφιοι δὲν ἠθέλησαν διὰ τῆς καταβολῆς τῶν 200 δραχμῶν νὰ μετάσχωσι τῶν εὐεργετημάτων τοῦ νόμου, δὲν δύνανται νὰ μετάσχωσιν αὐτῶν μετὰ τὴν ἐπιτυχίαν των.

§165ΦΙΛΗΜΩΝ. Παρατηρῶ εἰς τὸν προλαλήσαντα, ὅτι, ἂν ἡ πρότασίς του γείνῃ δεκτὴ, ἀνατρέπεται ὁ Νόμος.

§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προτείνεται ἡ ἀπάλειψις τῆς § δευτέρας «δραχμαὶ διακόσιαι καταβαλλόμεναι παρ’ ἑκάστου ὑποψηφίου Βουλευτοῦ, ἐκτὸς τῶν ὑπὸ τοῦ ἐκλογικοῦ Νόμου ὁριζομένων.» Ἄλλη τροποποίησις εἶναι «καταβάλλονται 200 δραχμαὶ παρ’ ἑκάστου ὑποψηφίου, ἂν θέλῃ νὰ μετάσχῃ τῶν εὐεργετημάτων τοῦ Νόμου.» Ἀπωτέρα εἶναι ἡ πρότασις περὶ ἀπαλείψεως. Ἀποῤῥίπτεται ἡ πρότασις αὕτη δι’ ἀναστάσεως.

§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ νὰ καταβάλλωνται παρ’ ἑκάστου ὑποψηφίου 200 δραχμαὶ, ἐὰν θέλῃ νὰ μετάσχῃ τῶν εὐεργετημάτων τοῦ παρόντος Νόμου, παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν (Ἐγείρονται ὀλίγοι.) Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.

§168ΤΙΝΕΣ. Παρεδέχθη.

§169ΓΡΥΠΑΡΗΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν λέγουν ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουν ὄχι.

§171ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Οἱ 10 οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν πρότασιν ταύτην ἀπεχώρησαν· ἐγὼ παρακαλῶ νὰ σημειωθῶσι, διότι ἄλλως δὲν θὰ ὑπάρξῃ ἀπαρτία. Καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Μποῦτος. Γίνεται ἡ ψηφοφορία, εἶτα δὲ ἡ διαλογή.

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Λεωνίδας Μελετόπουλος Θεμιστ. Δαραλέξης Ο
Ἰωάν. Μεσσηνέζης Ο Σπυρ. Κουκούλεζας Ο
Παντολ. Λογιωτατίδης Γεώρ. Πετούσης Ο
Λεωνίδ. Καρυστινάκης Π. Οἰκονόμου Ν
Νικόλ. Μαυροκορδάτος Πέτρος Α. Ζάννος ἀρν.
Μιχαὴλ Δ. Καΐρης Ο Νικ. Νομικός Ν
Γεώργιος Τσώκρης Ο Νικήτας Δ. Συνοδινός Ο
Ἄγγελος. Γεωργαντᾶς Δημοσθένης Στάϊκος
Γεώργ. Παππαλεξόπουλος Κωνστ. Πεταλᾶς Ο
Ἀνδρέας Ψύλλας Ἀριστ. Οἰκονόμου Ν
Δημήτριος Ῥάλλης Ν Ἀλέξ. Φωτήλας
Δημήτρ. Ν. Καλλιφρονᾶς Ο Ἀθαν. Γ. Πετιμεζᾶς Ο
Τιμολέων Φιλήμων Ο Σωτήρ. Ν. Πετιμεζᾶς
Παῦλος Καλλιγᾶς Ν Θ. Α. Ζαΐμης Ο
Δημήτρ. Μ. Καλλιφρονᾶς Ν Περικλ. Γ. Πεῤῥωτής
Ἀλέξανδρ. Γ. Σκουζές Κωνστ. Ἰω. Φλέσσας
Ἀθανάσιος Κατσανδρῆς Δημ. Τζάνες Ν
Βλάσης Βαλτινός Ο Δημ. Κάρτσωνας Ο
Ἀθανάσιος Ἴσκος Ἀντών. Χατσινικολῆς
Δημήτρ. Θ. Γρίβας Ἀλέξ. Ἀντωνιάδης
Γεώργιος Γεροθανάσης Ο Γεώργ. Καραβᾶς ἀρν.
Χρῆστος Κατσικογιάννης Ο Ἰωάννης Πεζᾶς
Βατίλ. Νικολόπουλος Γεώργ. Παπαγεωργίου Ν
Κωνστ. Πλαπούτας Ἀνδρ. Ἱερομνήμων
Ἰωάννης Ῥοϊλός Στυλιανός Βάλληνδας Ν
Γεώργ. Μπούκουρας Ο Νικόλ. Βασιλάκης
Θεόδ. Δηλιγιάννης Ἀντών. Παλατιανός
Κωνστ. Μαντζουράνης Ἰάκωβος Πολυλᾶς
Κωνστ. Κοσσονάκος Ο Ἀναστ. Δημητριάδης Ο
Πέτρος Πετροπουλάκης Δημήτ. Σταυρόπουλος Ν
Ἰωάν. Ἀνδρίτσος Ο Σπυρ. Α. Νοταρᾶς Ο
Κωνστ. Ἀναγνωστόπουλος Ο Ἰωάν. Δεληγιάννης Ο
Ἰωάν. Γ. Κόταρης Ἀνδρ. Νοταρᾶς Ο
Ν. Παπαμιχαλόπουλος Ο Ν. Βαλσαμάκης ἀρ.
Νικόλ. Θ. Ῥίτσος Ο ΙΙ. Βενιεράτος
Ἰωάν. Γ. Καπιτσίνης Ο Σπ. Μοντεσάντος
Γεώργ. Μίλησης Ο Δ. Μηλιαρέσης
Ἰωάν. Κ. Ζέρβας Ο Σπυρ. Κοντολέων
Γεώργ. Ζηνόπουλος Πάνος Κορωναίος
Δημήτρ. Χατζόπουλος Στυλ. Κασιμάτης ἀρν.
Δημήτριος Βουλπιώτης Θεόδ. Θερμογιάννης
Σπυρ. Καραϊσκάκης Ἀντών. Καρδαρᾶς Ο
Σπυρ. Ῥώμας Ο Δημήτρ. Σταματόπουλος
Κωνστ. Λομβάρδος Θ. Καλλίτσης ἢ Μαρούλης
Ἀναστ. Λούντζης Ἰωάν. Βαλασσόπουλος ἀρν.
Ἰωάν. Νέγκας Ο Νικήτας Βαρβιτσιώτης Ο
Ἰωάν. Βοῦλτσος ἀρν.Ἀριστ. Τζιβανόπουλος
Γεώργ. Κρεστενίτης Ἀναστ. Κορφιωτάκης
Στέφ. Στεφανόπουλος Ο Δημήτρ. Δημητρακάκης Ο
Αὐγερινὸς. Πετραλιᾶς Ο Δημήτρ. Μελετόπουλος Ο
Ἀνδρ. Αὐγερινός Ο Γεώργ. Λάππας
Γ. Παπακυριακόπουλος Ἀναστ. Κουτσοπέταλος
Νικόλ. Μπουφίδης Νικόλ. Ἰακωβάτος
Σπυρ. Βαλαωρίτης Νικόλ. Γ. Κάγκας Ο
Ξενοφῶν Βαλαωρίτης Εὐθ. Κεχαγιᾶς
Γεράσιμος Σέρβος Π. Τσαμάλας ἢ Παπακώστας
Δημήτρ. Τσαμόπουλος Ο Ἀνάργυρος Σιμόπουλος
Ἀριστ. Ῥούκης Ο Λουκᾶς Καραλίβανος Ο
Δημήτρ. Παπαλουκᾶς Γεώργ. Ῥοῦφος Ο
Χρῆστ. Χρηστόπουλος Ο Ἀντών. Ῥικάκης Ο
Ἀλέξανδρ. Πετρινὸς Ἀριστομ. Κοντογούρης
Ἀναστ. Σεχιώτης Ο Δημήτρ. Πατρινός
Ἰω. Ταμπακόπουλος Ο Περικλ. Καλαμογδάρτης Ν
Κωνστ. Ῥεβελιώτης Νικόλ. Κουμανιώτης
Ἀριστ. Σακελλαρόπουλος Ο Νικόλ. Καράπαυλος Ο
Ἠλ. Κοσσονάκος Ο Δημήτρ. Τριγγέτας
Ἀθανάσιος Κατριβάνος Ο Ἀθαν. Μισυρλῆς
Βασίλ. Βούτουνας Ο Εὐάγγελος Ἀντύπας Ο
Στέφανος Δραγούμης Γεώργ. Φλωριᾶς Ν
Δημήτρ. Πάγκαλος Ἀναστ. Ζερβός Ν
Γεώργ. Σταμούλης Μιχαὴλ Σκαβέντζος
Σπυρ. Ζερβός Ο Γεώρ. Κ. Ῥεμπάκης
Θεόδ. Ζερβός Παντελῆς Μπούμπουλης Ο
Χαρίλ. Τρικούπης Ν Γεώργ. Λεωνίδας
Νικόλ. Μακρῆς Ο Ἰωάννης Γρυπάρης Ν
Γεώργ. Τσάλας Παντιᾶς Καράλης Ν
Ἀλέξ. Κουμουνδοῦρος Ἰτέφανος Σκουλούδης
Κωνστ. Α. Κουμουνδοῦρος Ο Ἰωάννης Δούμας
Περικλ. Μποῦτος Ο Ἰωάν. Ζαλλώνης
Σπήλ. Ἀντωνόπουλος Ο Γρηγ. Μαυρομαμᾶς
Γεώργ. Προβελέγιος Νικόλ. Δρόσος Ν
Δημήτρ. Κυριακίδης Ο Σωτήρ. Σωτηρόπουλος Ο
Ἐλευθέριος Μυκώνιος Ο Θ. Μ. Ἀναστασόπουλος Ο
Κωνσταντῖνος Κρίσπης Ο Κανάρης Γιαλιᾶς
Μιλτιάδης Βαρότσης Ο Γεώργ. Πατρίδης
Νικόλ. Γ. Καλαντζόπουλος Γεώργ. Στάϊκος Ο
Γεώργ. Σισμάνης Ο Ἰωάν. Μεγαπάνος Ο
Ἀθαν. Ῥοντήρης Ο Γ. Σ. Κοριζῆς
Κωνστ. Φαρμακόπουλος Ο Χριστός. Δ. Δουζίνας
Κωνστ. Εὐθυμιόπουλος Ο Γεώργ. Δ. Βούλγαρης
Ἀλέξ. Πετσάλης Ἔπαμ. Α. Κριεζῆς
Τηλέμαχος Ῥούκης Ο Θεόδ. Ν. Γκίκας Ο
Κυριακ. Μαυρομιχάλης Ο Λεωνίδας Τράκας Ο
Δημήτρ. Σαράβας Ν Ἀθαν. Χατζόπουλος Ο
Ἀντ. Μαυρομιχάλης Κωνστ. Χατζῖσκος
Ἰω. Γερμ. Μαυρομιχάλης Ο Δημήτρ. Ζουλούμης
Ἀσημ. Χρηστόπουλος Νικ. Εὐαγ. Κοντογιάννης
Ν. Λαμπρούλιας Ο Ἀλέξ. Οἰκονόμου
Ζ. Ζαρειφόπουλος Ο Θεόδ. Φλογαΐτης
Ἀναστ. Νικοκάβουρας Ο Βασίλ. Βουδούρης Ο
Πολύχρ. Β. Κωνσταντᾶς Ο Μιχαὴλ Ἀβέρωφ Ο
Θεόφιλος Π. Προβατᾶς Κωνστ. Ν. Παπανικολῆς
Γεώρ. Ἰακωβάτος Δημοσθ. Βρατσάνος Ν
Χαράλ. Ἰακωβάτος

§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 108, 19 εἶπον ναί, 83 ὄχι, καὶ 6 ἠρνήθησαν· ὥστε ἡ πρότασις ἀπεῤῥίφθη. Ὁ κ. Κασιμάτης ὑπέβαλε τροπολογίας ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου.

§173ΡΙΚΑΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι, ἀφοῦ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἐπεψηφίσθη, ἔχομεν συμφέρον ὅλοι νὰ καταρτισθῇ ὁ νόμος ὅσον τὸ δυνατὸν τελειότερος. Ἐπειδὴ δὲ ὑπεβλήθησαν τροπολογίαι καὶ ἔχω καὶ ἐγὼ ἄλλας, νομίζω καλὸν νὰ ἀναβάλωμεν δι’ αὔριον.

§174ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 7¼ μ. μ.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 70
2τῆς 15 Φεβρουαρίου 1880.
3(Παρασκευή.)
4Ὥρα 2 μ. μ.
5Ἀπαρτίας γενομένης ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προ-
6τεραίας καὶ ἐνεκρίθησαν.
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως ὑποβάλλει
8τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου περὶ βαθμοῦ τοῦ γενικοῦ
9ἐπιθεωρητοῦ τῶν δημοτικῶν σχολείων.
10Οἱ Βουλευταὶ κκ. Βενιεράτος καὶ Ζερβὸς ὑποβάλλουσι σχέ-
11διον Νόμου περὶ ποιμνιοβοσκῆς εἰς τὴν Νῆσον Κεφαλληνίας.
12Ὁ Βουλευτὴς κ. Βάλληνδας ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ
13τοῦ Νομοσχεδίου περὶ τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου.
14§2ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ τῶν Ναυτικῶν ὑπέβαλε, κύριε
15Πρόεδρε, τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου περὶ ἐμπορικῆς
16ναυτιλίας. Ἐπειδὴ τὸ Νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι πολὺ σπουδαῖον,
17παρακαλῶ, ἵνα ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
18§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἀφοῦ
19ἡ ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της.
20Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν παρίσταται· ἑπομένως ἡ συζήτησις
21τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀναβάλλεται.
22§4ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀναβάλλεται διὰ τὸν αὐτὸν λόγον, δι’ ὃν
23ἀνεβλήθη καὶ χθές;
24§5ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ
25λόγος, κύριοι, διὰ τὸν ὁποῖον χθὲς ἀνεβλήθη ἡ συζήτησις ἐπὶ
26τοῦ προϋπολογισμοῦ, δυστυχῶς καὶ σήμερον ἔτι ὑφίσταται,
27δηλαδὴ ἡ ἀσθένεια τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἐὰν δὲν ἦτον ἀνάγκη
28νὰ παρασταθῇ εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην ὁ κ. Πρωθυπουργὸς,
29ἦτο περιττὸν χθὲς ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις· ἐπειδὴ ὅμως τὸν
30λόγον αὐτὸν ἐξετίμησεν ἡ Βουλὴ ὡς ἀποχρῶντα καὶ ἐνέκρινε
31τὴν ἀναβολὴν, δὲν ἔχομεν λόγον ἐναντίον, ἵνα προβῶμεν σήμε-
32ρον εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐὰν θέλῃ ἡ Βουλὴ
33νὰ τὸ κάμῃ, εἶναι δικαίωμά της, καὶ ἡμεῖς θὰ τὸ παραδεχθῶ-
34μεν· ἀλλ’ εἶναί τι ἀντιβαῖνον εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα, καὶ
35εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ νόμιμα ἀκόμη ἠμπορῶ νὰ εἴπω. Πα-
36ρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν, διὰ τοὺς ἰδίους λόγους δι’ οὓς καὶ
37χθὲς ἀνέβαλε, ν’ ἀναβάλῃ μέχρι τῆς Δευτέρας, τὸ πολὺ, τὴν
38συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅτε ἐλπίζω ὁ κ. Πρωθυπουρ-
39γὸς νὰ ἦναι εἰς κατάστασιν νὰ προσέλθῃ εἰς τὴν Βουλήν.
40§6ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐδόλως, κ. Πρόεδρε, θεωρῶ, ὅτι ἀντιβαίνει
41εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα, ὅπως ἡ Βουλὴ ἐπιληφθῇ τῆς
42συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ ἄνευ τῆς παρουσίας τοῦ κ.
43Πρωθυπουργοῦ, ὅτε μάλιστα τυγχάνει ὁ πρωθυπουργὸς νὰ μὴ
44ἦναι καὶ ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν· ἔχομεν δὲ παρόντας καὶ
45τὸν πρώην ἐπὶ τῶν οἰκονομ. ὑπουργὸν καὶ τὸν νῦν ὑπουργὸν ἐπὶ
46τῶν οἰκονομ. ὥστε δυνάμεθα καὶ ἡμεῖς νὰ ἔχωμεν πᾶσαν πληροφο-
47ρίαν περὶ τοῦ παρελθόντος καὶ περὶ τοῦ ἐνεστῶτος, καὶ ἡ Κυβέρνη-
48σις πᾶσαν ὑπεράσπισιν. Ἐννοῶ, ὅτι χάριν ἁβρότητος, τῇ αἰτήσει
49τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν οἰκονομικῶν, ἡ Βουλὴ χθὲς ἐδέχθη τὴν
50πρότασιν τῆς ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ
51ἐπὶ μίαν ἡμέραν, ἀλλ’ ἡ περαιτέρω ἀναβολὴ θ’ ἀποβῇ λίαν ἐ-
52πιζήμιος εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Ἤδη ἡ Βουλὴ διή-
53νυσε τὸ πλεῖστον τοῦ σταδίου αὐτῆς, ἤδη διανύομεν τὸν δεύ-
54τερον μῆνα τοῦ 1880, τοῦ ἔτους δηλαδὴ, περὶ οὗ πρόκειται
55νὰ νομοθετήσωμεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Ὁ προϋπολογισμὸς,
56ὅπως συνετάχθη, καὶ ὑπ’ αὐτῆς τῆς συμπολιτεύσεως ἐν τῇ ἐπιτρο-
57πῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐθεωρήθη ὡς χρήζων περικοπῶν, καὶ
58ἐν τούτοις κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦτον ἄνευ περικοπῶν
59σήμερον κυβερνᾶται τὸ Κράτος. Ἑπομένως ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν
60ἀποφασίσωμεν περὶ οἰκονομιῶν, κατόπιν θέλει ἐλαττωθῆ ἐν
61τῇ πραγματοποιήσει κατὰ τοσοῦτον, ἐφ’ ὅσον προχωρεῖ ὁ χρό-
62νος ἐντὸς τοῦ ἔτους 1880 ἄνευ ἐψηφισμένου προϋπολογισμοῦ.
63Νομίζω, ὅτι ἡ παρέλευσις τοῦ χρόνου, εἰς ὃν ἀνάγεται ὁ προϋ-
64πολογισμὸς, καθιστᾷ ἡμᾶς ἀδικαιολογήτους ἀναβάλλοντας ἄ-
65νευ ἀνάγκης τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοσούτῳ μᾶλ-
66λον, καθ’ ὅσον τὸ ὑπουργεῖον χθὲ ἀπέδειξεν, ὅτι καὶ ἄνευ
67τοῦ Πρωθυπουργοῦ δύναται νὰ μετάσχῃ σπουδαίων συζητήσεων.
68Τὸ ζήτημα, περὶ οὗ χθὲς ἐγένετο λόγος, ἦτο ζήτημα, κατ’
69ἐμὲ, σπουδαιότερον ἔτι τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἦτο ζήτημα, τὸ
70ὁποῖον ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ ἀποκρού-
71σῃ ἐν τῇ Βουλῇ ὡς ἐναντίον τοῦ νόμου, καὶ τοῦ ὁποίου ὤφειλε
72νὰ δηλώσῃ, ὅτι δὲν θὰ ἠδύνατο ὡς Κυβέρνησις νὰ ὑποστηρίξῃ
73τὴν κύρωσιν· καὶ ἐν τούτοις ἡ Κυβέρνησις ἐν τῷ δικαιώματί
74της ὑπεστήριξε τὴν ἐναντίαν γνώμην, καὶ ἡ συζήτησις ἐπρο-
75χώρησεν. Ἐὰν λοιπὸν ἠδυνήθημεν χθὲς, ἄνευ τῆς παρουσίας
76τοῦ Πρωθυπουργοῦ, νὰ ἐπιληφθῶμεν τοιούτων ζητημάτων, ἁ-
77πτομένων καὶ τῶν συνταγματικῶν ἡμῶν θεσμῶν καὶ τοῦ οἰ-
78κονομικοῦ ζητήματος καὶ τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Βουλῆς, νο-
79μίζω, ὅτι δυνάμεθα καὶ σήμερον, ἄνευ τῆς παρουσίας τοῦ
80Πρωθυπουργοῦ, νὰ συζητήσωμεν περὶ τῆς πολιτικῆς τοῦ Κρά-
81τους ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τοῦ προϋπολογισμοῦ.
82§7ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εὐ-
83τυχῶς, κύριοι, μία μόνη ἡμέρα ἐμεσολάβησεν ἀπὸ τῆς χθεσι-
84νῆς συνεδριάσεως, καὶ πάντες ἐνθυμεῖσθε ὅ,τι ἐγὼ εἶπον, ὅτι ὁ
85κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δὲν εἶναι δυνατὸν
86πρὸ τοῦ Σαββάτου ἢ, μάλιστα εἶπον, πρὸ τῆς Δευτέρας νὰ
87παρευρεθῇ εἰς τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς. Ὄχι λοιπὸν χάριν
88ἁβρότητος, ὡς εἶπεν ὁ ἔντιμος προαγορεύσας Βουλευτὴς ἐκ
89Μεσολογγίου, ἀνέβαλεν ἐπὶ μίαν ἡμέραν ἡ Βουλὴ τὴν συζή-
90τησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ χάριν τῆς ἀνάγκης τοῦ νὰ
91παρευρεθῇ εἰς αὐτὴν καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμ-
92βουλίου. Ἂν ἐπρόκειτο λοιπὸν, ἐπαναλαμβάνω καὶ σήμερον,
93νὰ συζητηθῇ ἁπλῶς ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους καὶ ἡ συζή-
94τησις νὰ περιστραφῇ εἰς μόνον τὸν προϋπολογισμὸν ὡς πρὸς
95τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα, ἐὰν δὲν ἐπρόκειτο νὰ συζητηθῇ ὁ
96προϋπολογισμὸς ὑπὸ ἔποψιν πολιτικὴν καὶ ν’ ἀναπτυχθῶσι
97κατὰ τὴν συζήτησιν ζητήματα πολιτικὰ, βεβαίως ἡ παρουσία
98τοῦ κυρίου Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀσθενοῦντος
99δὲν θὰ ἐθεωρεῖτο, οὔτε θὰ ἦτο ἀπολύτως ἀναγκαία. Ἀλλ’ ἀφοῦ
100πρόκειται κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην, ὡς εἶναι τοὐλάχιστον
101γνωστὸν, ν’ ἀναπτυχθῶσι ζητήματα πολιτικὰ, νὰ συζητηθῇ
102τὸ κυβερνητικὸν ζήτημα, δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω πῶς ἠμπορεῖ
103νὰ γείνῃ ἡ τοιαύτη συζήτησις, ἀπόντος τοῦ Προέδρου τῆς Κυ-
104βερνήσεως. Ταῦτα ἐξέθεσα χθὲς, καὶ ἐπὶ ταῖς παρατηρήσεσι
105ταύταις ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις ὄχι χά-
106ριν ἁβροφροσύνης διὰ μίαν ἡμέραν, ἀλλὰ χάριν τῆς ἀνάγκης τοῦ
107νὰ παρευρεθῇ εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑ-
108πουργικοῦ Συμβουλίου· δὲν εἶπον δὲ, ὅτι σήμερον θὰ ἦτο εἰς
109κατάστασιν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ παρευρεθῇ εἰς τὰς συζητή-
110σεις τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ ἔχουν τὸ δικαίωμα οἱ τὴν ἐναντίαν
111γνώμην ἔχοντες νὰ εἴπωσιν, ὅτι διὰ μίαν ἡμέραν ἐξηντήσαμεν
112ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις· ἐξ ἐναντίας ῥητῶς καὶ καθαρῶς εἴ-
113πομεν, ὅτι πρὸ τῆς Δευτέρας δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προσέλθῃ εἰς
114τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἐὰν ἡ Βουλὴ
115δὲν ἐνόμιζεν, ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ παρασταθῇ κατὰ τὴν συζή-
116τησιν ταύτην καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν μάλιστα
117καὶ τὴν πληροφορίαν, ὅτι πρὸ τῆς Δευτέρας δὲν ἦτο δυνατὸν
118νὰ παρευρεθῇ εἰς τὰς συνεδριάσεις αὐτῆς, ἦτο περιττὸν νὰ πα-
119ραδεχθῇ τὴν πρότασιν ἡμῶν, ἐπὶ τῷ λόγῳ τοῦ νὰ παρευρεθῇ
120ἁπλῶς εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ
121Συμβουλίου χάριν ἁβροφροσύνης. Ὁ ἔντιμος προαγορεύσας εἶ-
122πεν, ὅτι χθὲς ἡ Κυβέρνησις ἀπεδέχθη, ὅτι καὶ ἄνευ τοῦ
123Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δύναται νὰ συζητήσῃ
124ἀντικείμενα. Καὶ ἀληθῶς ὑπεστηρίξαμεν χθὲς, ὅτι εἴχομεν τοιοῦ-
125τον δικαίωμα, ἐναντίον τῆς γνώμης τοῦ προαγορεύσαντος, καὶ
126ἡ Βουλὴ ἀπεδέχθη τὴν γνώμην μας ταύτην, προκειμένης τῆς
127συζητήσεως ἄλλων ἀντικειμένων· ἀλλὰ, προκειμένου περὶ ζη-
128τήματος καθαρῶς πολιτικοῦ, θεωροῦμεν ἀναπόφευκτον τὴν πα-
129ράστασιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην.
130Τὸ ζήτημα, ὅπερ χθὲς συνεζητήθη ἐν ἀπουσίᾳ τοῦ κ. Πρωθυ-
131πουργοῦ, δὲν εἶχε, κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν, τὴν σπουδαιότητα
132ἐκείνην, τὴν ὁποίαν χθὲς καὶ σήμερον ἀπέδωκεν εἰς αὐτὸ ὁ ἔν-
133τιμος προαγορεύσας Βουλευτὴς Μεσολογγίου· ἐπρόκειτο περὶ
134ζητήματος καθαρῶς βουλευτικοῦ, καθαρῶς τῆς ἐσωτερικῆς,
135οὕτως εἰπεῖν, ὑπηρεσίας τῆς Βουλῆς· διότι τί ἄλλο ἤθελον εἶ-
136σθαι ἡ συζήτησις προτάσεως περὶ συστάσεως μετοχικοῦ τα-
137μείου τῶν Βουλευτῶν, ἢ συζήτησις οὐδένα πολιτικὸν χαρα-
138κτῆρα φέρουσα; οὐδόλως δὲ τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο ἔθιγεν ἢ
139θίγει τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου· οὐδόλως παραβιάζει τὸ
140Σύνταγμα, ἢ νόμον τινὰ, ὡς λίαν εὐκρινῶς ἀπέδειξε χθὲς διὰ
141τῆς μακρᾶς ἀγορεύσεώς του ὁ ἔντιμος συνάδελφός μου Ὑπουρ-
142γὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν. Λυποῦμαι δὲ διότι ὁ ἔντιμος προ-
143αγορεύσας ἐμνήσθη καὶ πάλιν τοῦ ζητήματος τούτου σήμερον,
144διὰ νὰ μεμφθῇ οὐ μόνον τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρον
145τὴν Βουλὴν, ἥτις κατὰ τὸ πλεῖστον ὑπεστήριξε, καὶ καθὰ
146φαίνεται ἔχει τὴν ἀπόφασιν νὰ ὑποστηρίξῃ, τὴν παραδοχὴν
147τοῦ Νομοσχεδίου τούτου, τὸ ὁποῖον εἶπον, καὶ ἐπαναλαμβάνω,
148ὅτι οὔτε Δημόσια συμφέροντα προσβάλλει, οὔτε ἐναντίον τοῦ
149Συντάγματος εἶναι, οὔτε εἴς τινα νόμον τοῦ Κράτους ἀντίκει-
150ται. Ἡμεῖς δὲν ἐννοοῦμεν, ὅτι δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα ν’ ἀ-
151παιτήσωμεν ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ συζητήσωμεν ἄλλα ἀντικεί-
152μενα καὶ Νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἤδη εἶναι ἐκκρεμῆ ἐνώπιον
153αὐτῆς, ἀλλ’ εἴπομεν ὅτι, προκειμένου περὶ ζητήματος κυβερ-
154νητικοῦ, πρέπει νὰ ἦναι παρὼν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅστις, κα-
155θόσον ἀφορᾷ τὸ Ὑπουργεῖον, θὰ διευθύνῃ κυρίως τὴν συζήτη-
156σιν ὡς πρὸς τὸ ἀντικείμενον τοῦτο. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ Βουλὴ, ἐναν-
157τίον τῆς ἀποφάσεως ἣν χθὲς ἔκαμεν, ἀναβαλοῦσα τὴν συζή-
158τησιν ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι δὲν δύναται, ὡς ἐκ τῆς ἀσθενείας του,
159νὰ παρευρεθῇ εἰς αὐτὴν καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀποφασίσῃ
160σήμερον τὸ ἐναντίον, δηλαδὴ νὰ ἐπιληφθῇ τῆς συζητήσεως
161τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ἐν ἀπουσίᾳ τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἡμεῖς
162δὲν ἔχομεν καμμίαν δυσκολίαν νὰ πράξωμεν τοῦτο· εἶπον ὅ-
163μως, καὶ λέγω ὅτι, προκειμένου περὶ τοιούτων ζητημάτων, ἡ
164παρουσία τοῦ Πρωθυπουργοῦ εἶναι ἀπαραιτήτως ἀναγκαία·
165πρώτην δὲ φορὰν, παρ’ ἡμῖν τουλάχιστον, θὰ συζητηθῇ πολι-
166τικὸν ζήτημα ἐν ἀπουσίᾳ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.
167§8ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Χθὲς, κύριοι, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομι-
168κῶν μᾶς εἶπε ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις χθὲς, ἤλπιζε δὲ, ὅτι
169σήμερον.....
170§9ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.)
171Δὲν τὸ εἶπον αὐτὸ, καὶ παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ προσαχθῶσι
172τὰ στενογραφήματα τῆς χθεσινῆς ὁμιλίας μου.
173§10ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ. Ἤλπιζε λοιπὸν, ὅτι τὸ Σάβ-
174βατον.
175§11ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν Δευτέραν.
176§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ ἔρχονται.
177§13ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Νομίζω ὅτι, πρὶν ἔλθουν τὰ πρακτικὰ, θὰ
178συμφωνήσῃ ὁ κ. Ὑπουργός· εἶπεν, ὅτι ἤλπιζεν, ὅτι τὸ Σάββα-
179τον ἢ τὸ πολὺ τὴν Δευτέραν, θὰ ἠδύνατο νὰ ἔλθῃ ὁ Πρωθυ-
180πουργός· τοῦτο ἐνόησα καὶ τοῦτο ἤκουσα, ἐγὼ δὲ ηὐχήθην
181ὅπως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἦναι καλὰ, ἵνα ἔλθῃ αὔριον, ἤγουν
182σήμερον. Δὲν ἀνεβλήθη λοιπὸν χθὲς διὰ τὴν Δευτέραν, ἀλλὰ,
183καθ’ ὅσον ἀντελήφθην ἐγὼ τοὐλάχιστον, διὰ σήμερον· καὶ εἴπο-
184μεν χθὲς, ἢ λέγομεν σήμερον, ὅτι χάριν ἁβρότητος χθὲς εἴπο-
185μεν ν’ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ νὰ
186μὴ συζητήσωμεν τὸ σπουδαῖον τοῦτο ἀντικείμενον ἐὰν δὲν ἦ-
187ναι παρὼν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀφοῦ οἱ ἄλλοι συνάδελφοί του
188τὸ νομίζουν λίαν ἀναγκαῖον. Σήμερον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰ-
189κονομικῶν κατὰ τὴν πρώτην του ὁμιλίαν μᾶς εἶπεν, ὅτι ἀντί-
190κειται εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα καὶ εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ
191νόμιμα νὰ συζητήσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν ἀπόντος τοῦ
192Πρωθυπουργοῦ.
193§14ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι τὸν προϋπολογισμὸν, ἀλλὰ
194ζήτημα πολιτικὸν, ἔκαμα τὴν διάκρισιν αὐτήν· ἐὰν θέλητε νὰ
195συζητηθῇ ὁ προϋπολογισμὸς, εἶπον, εἴμεθα ἕτοιμοι καὶ ἄνευ
196τῆς παρουσίας τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἀλλὰ διὰ ζήτημα πολιτικὸν
197θεωροῦμεν ἀναγκαίαν τὴν παρουσίαν τοῦ Πρωθυπουργοῦ.
198§15ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Πολὺ καλὰ, κύριε Ὑπουργέ· ἀλλὰ τὸ κα-
199κὸν εἶναι, ὅτι δὲν ἀφίνετε νὰ τελειώσῃ ὁ ἄλλος τὴν φράσιν του.
200Ὑποφέρατε λοιπὸν νὰ τελειώσω τὴν φράσιν μου. Εἶπε λοιπὸν,
201κύριοι, καὶ λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς, νὰ μὴ συζητηθῇ ὁ προϋπο-
202λογισμὸς ἐν ἀπουσίᾳ τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἐὰν πρόκηται νὰ συν-
203δεθῶσι μὲ αὐτὸν πολιτικὰ ζητήματα. Εἴμεθα σύμφωνοι, κύριε
204Ὑπουργέ.
205§16ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
206§17ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Πολὺ καλὰ. Καὶ ὅτι, ἐὰν ἦναι νὰ θέσω-
207μεν πολιτικὸν ζήτημα, ἀντίκειται εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ
208ἔθιμα καὶ νόμιμα νὰ τίθηται πολιτικὸν ζήτημα ἐν ἀπουσίᾳ
209τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Ἐὰν ἦναι ἀληθὲς τοῦτο, κύριοι, ὅτι ἀντί-
210κειται εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα καὶ νόμιμα, εἶναι βέβαιον
211καὶ συνέπεια ἀναπόφευκτος, ὅτι, εἷς Πρωθυπουργὸς ἀπουσιάζων
212τῆς Βουλῆς, θέλει ἐξουδετερώσῃ διὰ παντὸς τὸ δικαίωμα τῆς
213Βουλῆς νὰ συζητήσῃ....
214§18ΤΙΝΕΣ. Ὄχι δὰ τόσον πολύ (θόρυβος.)
215§19ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ. Ἠμπορεῖτε ἴσως νὰ τὸ κάμητε ὅταν γί-
216νητε Πρωθυπουργός.
217§20ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἠξεύρετε, ὅτι ἔχω τὴν ἰδέαν πρὸ πολλοῦ,
218ὡς πρὸ πολλοῦ σᾶς τὴν εἶπον, καὶ σᾶς εἶπον καὶ τοὺς λόγους,
219δι’ οὓς ὄχι ἐγὼ ἀλλὰ κανεὶς Ἑπτανήσιος δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ
220εἰς τὸν νοῦν, ὅτι δύναται νὰ γείνῃ Πρωθυπουργὸς πρὶν παρέλ-
221θωσι 50 ἔτη (θόρυβος.)
222§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, κύριοι, (θόρυβος.)
223§22Α. ΡΟΥΚΗΣ. Πῶς δύνασθε νὰ λέγητε τοιαῦτα περὶ τοῦ
224ἔθνους, ἀφοῦ τὴν Ἑλλάδα ἐκυβέρνησεν ὁ Καποδίστριας, οὐχὶ
225δὲ μόνον ἀνεκτὸς ἦτο, ζώντων μάλιστα τῶν μεγάλων ἀνδρῶν
226τοῦ ἀγῶνος, ἀλλὰ καὶ μέχρι τοῦδε ἡ μνήμη του εἶναι σεβαστὴ
227παρ’ ἡμῖν;
228§23Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ὁ Καποδίστριας δὲν ἔγεινε Κυβερνήτης τῆς
229Ἑλλάδος ὡς Ἕλλην, ἀλλ’ ὡς ὑπήκοος καὶ πράκτωρ τῆς Ῥωσσίας,
230γενόμενος ἀρνησίπατρις καὶ προδότης πίστεως καὶ πατρίδος.
231§24ΠΟΛΛΟΙ. Εἶναι ἀνάξιον, κύριε Πρόεδρε, νὰ κάθεται μέσα εἰς
232τὴν Βουλὴν ἕνας σὰν τὸν Ἰακωβάτον, ὅστις ὑβρίζει τὸν Καπο-
233δίστριαν (θόρυβος.)
234§25ΚΟΡΙΖΗΣ. Κύριε πρόεδρε, πρέπει ν’ ἀνακαλέσῃ αὐτὰ ὁ κ.
235Ἰακωβάτος· πρέπει νὰ σέβηται τὸ Κοινοβούλιον καὶ νὰ μὴ λέγῃ
236τοιαῦτα ἐντὸς αὐτοῦ.
237§26Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Εἶσαι πεπλανημένος.
238§27ΚΟΡΙΖΗΣ. Σὺ εἶσαι πεπλανημένος.
239§28Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Νιάρρρρρρρρ (ἱλαρότης καὶ θόρυβος).
240§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ἰακωβάτε, δὲν εἶναι συζήτησις αὐτή
241(θόρυβος).
242§30ΠΟΛΥΛΑΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
243§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠμπορῶ νὰ δώσω τὸν λόγον εἰς κανένα.
244§32ΠΑΛΑΤΙΑΝΟΣ. Κύριε πρόεδρε, διαμαρτυρόμεθα δι’ ὅσα εἶπεν
245ὁ κ. Ἰακωβάτος.
246§33ΝΙΚΟΚΑΒΟΥΡΑΣ. Αὐτὸς ὁ ἀνάξιος, ὁ ἄνανδρος, τὸ ἔκτρωμα
247τῆς κοινωνίας (θόρυβος.)
248§34ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ὅστις θέλει, ἂς διαμαρτυρηθῇ (θόρυβος.)
249§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν, κύριοι, ἐξακολουθῆτε νὰ διακόπτητε τοὺς
250ἀγορεύοντας ἀπὸ τοῦ βήματος καὶ νὰ θορυβῆτε, θὰ διακόψω
251τὴν συνεδρίασιν. Δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένος ὁ τοιοῦτος τρόπος
252τῆς συζητήσεως, προκαλεῖ δὲ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα ὀφείλομεν ν’
253ἀποφεύγωμεν.
254§36ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Λοιπὸν, κύριοι, δὲν γνωρίζω τὴν ἀσθέ-
255νειαν, ἡ ὁποία ἠνάγκασε δυστυχῶς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ
256μὴ ἔλθῃ χθὲς καὶ σήμερον. Ἐὰν ἦναι ἀληθὲς αὐτὸ, τὸ ὁποῖον
257ἠκούσθη, ὅτι εἶναι ἐπανάληψις τῆς ποδαγλίας, τώρα, ὅσοι γνω-
258ρίζουν τὴν ἀσθένειαν ταύτην, γνωρίζουν, ὅτι δυστυχῶς αὐτὴ ἡ
259ἀσθένεια ἠμπορεῖ νὰ διαρκέσῃ 15 καὶ 20 ἡμέρας· ὁ Θεὸς νὰ
260φυλάξῃ νὰ μὴ διαρκέσῃ τόσας ἡμέρας, ἀλλὰ πιθανὸν νὰ γείνῃ,
261αὐτὴ εἶναι ἡ φύσις τῆς ἀσθενείας· καὶ ἐὰν, ὃ μὴ γένοιτο, αὐ-
262τὴ ἡ κακοδιαθεσία παραταθῇ ἐπὶ 15 καὶ 20 ἡμέρας, θὰ μεί-
263νωμεν ἔτσι ἐδῶ;
264§37ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
265§38ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Μέχρι τῆς
266Δευτέρας τὸ πολύ.
267§39ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς μᾶς εἶπεν εἰς τὸ τέλος τοῦ
268λόγου του, καὶ ἐλπίζω, ὅτι ἤκουσα καλὰ, ὅτι, ἐὰν ἡ Βουλὴ θέ-
269λῃ νὰ μεταβῇ σήμερον εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, οὐδὲν ἧττον ἡ
270Κυβέρνησις, καίτοι ἀπόντος τοῦ Πρωθυπουργοῦ, θέλει καθίσει νὰ
271συζητηθῇ.
272§40ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.)
273Ἀλλ’ ὅτι....
274§41ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἀλλ’ ὅτι, ἐὰν πρόκηται περὶ πολιτικοῦ ζη-
275τήματος, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ ἦναι ὁ Πρωθυπουργὸς ἐδῶ. Ὅτι
276βεβαίως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔχει τὴν ἀξίαν του καὶ τὴν ἱκανό-
277τητά του ἐκείνην, τὴν ὁποίαν κανεὶς δὲν τῷ ἀμφισβητεῖ, δὲν
278δύναται κανεὶς νὰ τὸ ἀρνηθῇ· ἀλλ’ ἐπίσης καὶ οἱ συνάδελφοί
279του, οἱ ἐξ ἡνωμένοι, δύνανται νὰ παραστήσουν τὴν ἱκανότητα
280καὶ τὴν ἀξίαν τοῦ Πρωθυπουργοῦ.
281§42ΤΙΝΕΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου.
282§43ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μὰ διατί, κύριοι, δὲν ὑπομονεύετε; ἂν δὲν
283διεκόπτετε, θὰ εἶχα τελειώσει πρὸ πολλοῦ. Νομίζω, ὅτι δυνά-
284μεθα νὰ συμφωνήσωμεν μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι τὸ πολι-
285τικὸν ζήτημα δὲν θὰ τεθῇ οὔτε κατὰ τὴν πρώτην ἡμέραν τῆς
286συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, οὔτε τὴν δευτέραν, οὔτε τὴν
287τρίτην, οὔτε τὴν τετάρτην, οὔτε τὴν πέμπτην· ἡ συζήτησις
288τοῦ προϋπολογισμοῦ θὰ παραταθῇ. Δυνάμεθα λοιπὸν ν’ ἀρχί-
289σωμεν τὴν καθαρὰν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ, ἐὰν οἱ
290κ.κ. Ὑπουργοὶ νομίσωσι, ὅτι εἰς μέρος τι τῆς συζητήσεως πα-
291ρουσιάζεται πολιτικὸν ζήτημα καὶ εἶναι ἀνάγκη τῆς παρουσίας
292τοῦ Πρωθυπουργοῦ, δύνανται νὰ μᾶς σταματήσουν. Ἀλλὰ δὲν
293πρέπει ν’ ἀναβληθῇ περαιτέρω ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογι-
294σμοῦ· εἴμεθα εἰς τὸ τέλος τῶν ἐργασιῶν μας, καὶ ἓν ἀπὸ τὰ
295πρῶτα ἔργα καὶ τὰ κατεπείγοντα τῆς Βουλῆς εἶναι ἡ συζήτη-
296σις τοῦ προϋπολογισμοῦ. Λέγω λοιπὸν, ὅτι δυνάμεθα νὰ συμ-
297φωνήσωμεν μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἐὰν ἀρχίσωμεν
298τὴν καθαρὰν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἐὰν δὲ, ἐπαναλέ-
299γω, ἤθελε παρουσιασθῆ τι, τὸ ὁποῖον ἤθελον κρίνει οἱ κύριοι
300Ὑπουργοὶ ὅτι γεννᾷ ζήτημα πολιτικὸν, νὰ μᾶς εἰδοποιήσουν,
301καὶ ἡμεῖς νὰ σταματήσωμεν.
302§44ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀλίγας μόνον λέξεις θὰ εἴπω
303ἵνα διορθώσω ὅ,τι ἐσφαλμένως εἶπεν ὁ κ. Λομβάρδος. Τὰ στε-
304νογραφήματα τῆς χθεσινῆς ὁμιλίας μου εἶναι ἐδῶ.
305§45ΤΙΝΕΣ. Ἀναγνώσατέ τα, κ. Ὑπουργέ.
306§46ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ ἔλαβον αὐτὴν τὴν στιγμὴν
307ἀνὰ χεῖρας, δὲν ἔχουν καμμίαν διόρθωσιν. Ἰδοὺ τί λέγουν.
308§47ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν ἔχει νὰ κάμῃ αὐτὸ τίποτε.
309§48ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς δὲν ἔχει νὰ κάμῃ; Θέλω
310νὰ σᾶς ἀποδείξω τί εἶπον ἐγὼ χθές. Ἰδοὺ λοιπὸν τί λέγουν:
311«Ἑπομένως παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἐγκρίνῃ, ν’ ἀναβάλῃ
312τὴν συζήτησιν ταύτην μέχρι τῆς ἀναῤῥώσεως τοῦ Πρωθυπουργοῦ.
313»ΤΙΝΕΣ. Ἕως πότε;
314»ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐλπίζω, ὅτι τὸ Σάββατον, ἢ
315τὸ πολὺ τὴν Δευτέραν, θέλει εἶσθαι ἀφεύκτως εἰς κατάστασιν
316νὰ προσέλθῃ.»
317Καὶ ὁ κ. Λομβάρδος διέστρεψε τὸν λόγον μου. Ἀλλὰ, κύριε
318Λομβάρδε, συνειθίζετε νὰ διαστρέφετε πάντοτε τὰ ζητήματα
319δὲν εἶναι ὅμως ὀρθὸν τοῦτο, πάντοτε διαστροφὰς καὶ παρα-
320χαράξεις νὰ κάμνετε.
321§49ΤΙΝΕΣ. Νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή, κ. Πρόεδρε.
322§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γίνεται πάλιν πρότασις νὰ συζητηθῇ σήμερον
323ὁ προϋπολογισμὸς, ἀνεξαρτήτως τῶν χθὲς λεχθέντων. Ἐὰν ἀ-
324ναβληθῇ καὶ σήμερον, δὲν θὰ ἔλθῃ τὸ ζήτημα αὔριον, θὰ ἔλθῃ
325τὴν Δευτέραν, ἐκτὸς ἂν ἐμφανισθῇ αὔριον ὁ κ. Πρωθυπουργός.
326Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ
327προϋπολογισμοῦ μέχρι τῆς δευτέρας παρακαλοῦνται νὰ ἐγερ-
328θῶσιν. (Ἐγείρονται πλεῖστοι.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
329§51ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Συμπληρῶν τὰς πληροφορίας,
330τὰς ὁποίας χθὲς ἐχορήγησα εἰς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως
331τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ κ. Ῥάλλη ὡς πρὸς τὰ
332ἐκποιηθέντα ἐν Λαυρίῳ οἰκόπεδα, ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν
333καὶ νέαν ἔκθεσιν τοῦ τμηματάρχου τοῦ ἁρμοδίου τμήματος καθ’
334ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἐκποιηθέντα οἰκόπεδα τοῦ 8ου τετραγώνου. Συγ-
335χρόνως δὲ ὑποβάλλω καὶ εἰκόνας τῶν οἰκοπέδων τῶν δύω τε-
336τραγώνων, τοῦ ὀγδόου καὶ ἐννάτου· πρὸς τούτοις δὲ πίνακα
337περὶ τῶν εἰς ἕκαστον τετράγωνον ἐκποιηθέντων οἰκοπέδων καὶ
338τῆς τιμῆς, ἥτις προσεφέρθη δι’ ἕκαστον τούτων. Ἐξ αὐτῶν θέ-
339λει πληροφορηθῆ ὁ κ. Ῥάλλης, ὡς καὶ πᾶς ἄλλος ἐκ τῶν κκ.
340συναδέλφων, ὅστις θελήσει νὰ λάβῃ γνῶσιν, ὅτι ἐν τῷ ὀγδόῳ
341τετραγώνῳ ἐξεποιήθησαν τέσσαρα οἰκόπεδα ἐξ 173 καὶ 29|00
342ἕκαστον, καὶ τὸ μὲν πρῶτον ἐξεποιήθη δρ. 6,025, τὸ δὲ
343δεύτερον διὰ δραχμὰς 5,250, τὸ τρίτον διὰ δραχμὰς
3446,000, καὶ τὸ τέταρτον διὰ δραχμὰς 6,000· μένουσι δὲ
345ἀνεκποίητα ἐπὶ τοῦ τετραγώνου αὐτοῦ δύω οἰκόπεδα ὑπὸ
346τοὺς ἀριθμοὺς 85 καὶ 86· καὶ ὅτι ἐκ τῶν ἐν τῷ 9 τετραγώνῳ
347ἐξεποιήθησαν μέχρι τοῦδε ἐπίσης τέσσαρα οἰκόπεδα, τὸ μὲν
348διὰ 850 δραχμὰς, τὸ ἕτερον διὰ 875 δραχμὰς, καὶ αὐτὰ
349εἶναι ἐκεῖνα, περὶ τῶν ὁποίων χθὲς ἐγένετο λόγος, τὸ τρίτον
350διὰ 1,210, καὶ τὸ τέταρτον 5,020· μένουσι δὲ ἀνεκποίητα καὶ
351ἐν τῷ τετραγώνῳ τούτῳ δύω ἐπίσης οἰκόπεδα. Βεβαίως ἡ δια-
352φορὰ τῆς προσφερθείσης τιμῆς διὰ τὰ οἰκόπεδα τοῦ 8ου τετρα-
353γώνου πρὸς τὰ τοῦ 9ου τετραγώνου εἶναι μεγάλη, ἀλλὰ δὲν
354εἶμαι εἰς θέσιν νὰ δώσω λόγον τῆς τοιαύτης διαφορᾶς. Ἡ ἐκ-
355ποίησις τῶν οἰκοπέδων τούτων ἔλαβε χώραν πρὸ πολλοῦ, καὶ
356πρὸ πολλοῦ ἐξεδόθησαν τὰ παραχωρητήρια ἐπὶ τῇ βάσει γνω-
357μοδοτήσεων τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν τῶν ἐνεργησασῶν τὴν δη-
358μοπρασίαν, καὶ οὐδὲν παράπονον παρουσιάσθη, μέχρι τοῦδε τοὐ-
359λάχιστον, εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν.
360Ἐπειδὴ ὅμως μοὶ ἐδόθη ἀφορμὴ ἐκ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ
361κ. Ῥάλλη νὰ σκεφθῶ ὁποῖον μέτρον πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν
362συμφερόντων τοῦ δημοσίου συμφέρει νὰ ληφθῇ, ἐσκέφθην, ὅτι,
363ἐὰν ἡ δημοπρασία τῆς ἐκποιήσεως ἐνεργηθῇ καὶ ἐν Λαυρίῳ καὶ
364ἐν Ἀθήναις, ἴσως ἠδύνατο νὰ ἐξασφαλίσῃ τὰ συμφέροντα τοῦ
365δημοσίου· καὶ διὰ τοῦτο ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέ-
366διον, δι’ οὗ ἐπιτρέπεται, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ οἰκόπεδα ἐν
367Λαυρίῳ, νὰ ἐνεργῆται συγχρόνως ἡ δημοπρασία περὶ τῆς ἐκ-
368ποιήσεως αὐτῶν καὶ ἐν Λαυρίῳ καὶ ἐν Ἀθήναις, καὶ οὕτω νὰ
369προληφθῇ πᾶσα συνεννόησις, δυναμένη νὰ χρησιμεύῃ πρὸς βλά-
370βην τῶν συμφερόντων τοῦ δημοσίου.
371§52ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι θὰ ἦναι καλὸν νὰ κανονί-
372σητε, ὥστε καὶ εἰς τὰς ἄλλας κωμοπόλεις νὰ ἐνεργῆται δημο-
373πρασία διὰ τὰ ἐν ἄλλαις ἐπαρχίαις κτήματα.
374§53ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν τὴν παρατή-
375ρησίν σας, καὶ ἢ θὰ φέρω ἴδιον Νομοσχέδιον, ἢ θὰ κάμω τρο-
376πολογίαν ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου τούτου.
377Παραδίδω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τὸ Νομοσχέδιον, τὴν ἔκ-
378θεσιν τοῦ Τμηματάρχου μετὰ τῶν διαγραμμάτων, καὶ παρα-
379καλῶ τὸν κ. Ῥάλλην νὰ λάβῃ γνῶσιν αὐτῶν (τὰ καταθέτει
380εἰς τὸ Προεδρεῖον.)
381Εἶναι γνωστὸν ἤδη εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι πλεῖστοι ὅσοι ἐκ
382τῶν στρατιωτικῶν ἐκείνων, οἵτινες ἐτέθησαν εἰς ἀποστρατίαν
383κατὰ τὸ 1878, ἐδικαιώθησαν δικαστικῶς νὰ λάβουν τὸν μι-
384σθὸν τῆς ἐνεργείας τοῦ βαθμοῦ των, διότι ἡ ἀποστρατία
385αὕτη ἐθεωρήθη ὡς παρατύπως γενομένη. Ἀλλ’ ἐν τῷ προϋπο-
386λογισμῷ τοῦ 1879 δὲν προεβλέφθη ἡ περίστασις αὕτη, καὶ
387ἑπομένως δὲν ὑπάρχει ἐν αὐτῷ πίστωσις πρὸς πληρωμὴν τῆς
388ἐπιδικασθείσης μισθοδοσίας εἰς ἕκαστον τῶν ἀξιωματικῶν τού-
389των. Διὰ τοῦτο λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν
390Βουλὴν σχέδιον Νόμου περὶ χορηγίας πιστώσεως εἰδικῆς ἐκ
391δραχμῶν 242,254 ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ 1879, τασσομέ-
392νης ὑπὸ ἴδιον κεφάλαιον, 26, ὑπὸ τὸν τίτλον «Παροχὴ ἐπι-
393δικασθεισῶν ἀποδοχῶν ἀξιωματικῶν τεθέντων εἰς ἀποστρατίαν
394παρατύπως.» Τὸ Νομοσχέδιον συνοδεύεται μετ’ αἰτιολογικῆς
395ἐκθέσεως τοῦ ἁρμοδίου ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν συναδέλφου μου,
396καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιταχύνῃ τὴν ἐπιψήφισιν τῆς
397πιστώσεως ταύτης, διότι, ὅπως καὶ ἄλλοτε ἐγένετο λόγος ἐν τῇ
398Βουλῇ, οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι στεροῦνται τοῦ μισθοῦ των καὶ
399καταθλίβονται ὑπὸ πολλῶν ἀναγκῶν. Ἐννοεῖται δὲ, ὅτι μέ-
400γιστον μέρος τῆς πιστώσεως, ἥτις ἐπεψηφίσθη διὰ τὸ 1879 διὰ
401στρατιωτικὰς συντάξεις, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἀξιωματικοὺς
402τούτους, δικαιουμένους νὰ λάβωσι τὸν μισθὸν τῆς ἐνεργείας
403θέλει μείνει διαθέσιμον. Ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν
404Στρατιωτικῶν ὑπάρχει πίναξ ὀνομαστικὸς ὅλων τῶν ἀξιωμα-
405τικῶν καὶ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἕκαστος δικαιοῦται νὰ λάβῃ
406μετὰ τὴν ἔκπτωσιν τῶν ποσῶν, ἅτινα εἴτε λόγῳ συντάξεως,
407εἴτε λόγῳ προκαταβολῆς ἔλαβον.
408§54ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴπατε, ὅτι θὰ μείνῃ ἓν ποσὸν ἀπὸ τὰς
409στρατιωτικὰς συντάξεις· τότε, νομίζω, ἔπρεπε νὰ ζητήσητε τὸ
410ὑπόλοιπον ποσόν.
411§55ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄλλο σύνταξις καὶ ἄλλο μι-
412σθός. Ἡμεῖς ζητοῦμεν πίστωσιν ὑπὸ ἴδιον κεφάλαιον διὰ μισθοδο-
413σίαν, ἡ δὲ ἄλλη πίστωσις τῆς συντάξεως θ’ ἀκυρωθῇ ὡς περιττή.
414§56ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐζήτησε
415νὰ προστεθῇ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1880 πίστωσις 108
416χιλιάδων· ὅ,τι δὲ τώρα ὑποβάλλει, ἀφορᾷ εἰς τὸ παρελθόν.
417§57ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βέβαια.
418§58ΠΟΛΥΛΑΣ. Δικαίως ἐξήγειρε τὴν ἀγανάκτησιν ὁλοκλήρου
419τῆς Βουλῆς ἡ ῥῆσις τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Κεφαλληνίας.
420§59ΤΙΝΕΣ. Ὄχι ὁλοκλήρου.
421§60ΠΟΛΥΛΑΣ. Ἄνευ λόγου ἠθέλησε νὰ χαρακτηρήσῃ ἄνδρα, ὅ-
422στις ὑπηρέτησε τὴν πατρίδα....
423§61ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ.......... (Θόρυβος.)
424§62ΝΙΚΟΚΑΒΟΥΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ προστατεύσητε τὸν
425ἀγορεύοντα διὰ νὰ ἐπικρίνῃ τὸν ἀχρεῖον. (Θόρυβος.)
426§63ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Θὰ τοῖς δώσω ὅλην τὴν ἐλευθερίαν νὰ ὁμι-
427λήσωσιν ὑπὲρ τοῦ ἀχρείου καὶ προδότου τῆς πατρίδος Καπο-
428διστρίου. Θόρυβος.)
429§64ΤΙΝΕΣ. Νὰ τὸν ἀνακαλέσητε.
430§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς ἀνακαλῶ εἰς τὴν τάξιν, κύριε Ἰακωβάτε.
431(Θόρυβος καὶ λογομαχίαι μεταξὺ Φιλήμονος, Ἰακωβάτου καὶ
432πολλῶν ἄλλων Βουλευτῶν.)
433§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶμαι ἠναγκασμένος, κύριοι, νὰ διακόψω τὴν
434συνεδρίασιν.
435Ἡ συνεδρίασις διακόπτεται ἐπὶ 5 λεπτά.
436§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις.
437§68ΤΙΝΕΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ μὴ ἐπιτρέψητε συζήτησιν ἐπὶ
438τοῦ ἐπεισοδίου, ἀλλὰ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διά-
439ταξιν.
440§69ΕΤΕΡΟΙ. Νὰ ἀποδοκιμασθῇ, κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Ἰακωβάτος.
441(Θόρυβος.)
442§70Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δύω λέξεις, κύριε Πρόεδρε. Ὁ Καποδίστριας
443δὲν ἔχει ἀνάγκην τῆς ὑπερασπίσεως οὐδενὸς, διότι οἱ ἄνδρες
444τοῦ 1821, ἐν τῇ συνελεύσει τοῦ 1843, ἀπεφάσισαν παμψηφεὶ
445νὰ τῷ ἐγερθῇ ἀνδριάς. (Χειροκροτήματα ἔν τε τῇ αἰθούσῃ καὶ
446τοῖς ἀκροατηρίοις.)
447§71ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ...... (Θόρυβος.)
448§72ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ὅπως σεῖς ἔχετε τὴν ἰδέαν νὰ ἐγερθῇ ἀν-
449δριὰς, ἡμεῖς ἔχομεν τὴν ἐναντίαν.
450§73ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἡ ἱστορία ὁμολογεῖ, ὅτι ὁ Καποδίστριας
451ἤγειρεν ἐπανάστασιν, καὶ ἔγεινεν ἐμφύλιος πόλεμος, καὶ ἐχύθη
452αἷμα.
453§74Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
454§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄνευ τῆς ἀδείας μου οὐδεὶς δύναται ν’ ἀγο-
455ρεύῃ, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον νὰ μὲ διακόπτῃ. Ἕκαστος εἶναι
456ἐλεύθερος νὰ ἔχῃ οἱανδήποτε ἰδέαν περὶ οἱουδήποτε προσώ-
457που, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ νὰ
458ἐκφέρωνται βαρεῖαι φράσεις ἐναντίον προσώπων, τὰ ὁποῖα ὅλον
459τὸ ἔθνος σέβεται.
460§76Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Μεροληπτεῖτε, παραβαίνετε τὸν Κανο-
461νισμὸν, καὶ τὴν λογικήν. Ζητῶ τὸν λόγον διὰ μίαν σημείωσιν,
462ἀνεξαρτήτως πάσης προσωπικότητος. Ἡ Ἐθνοσυνέλευσις, ἡ
463ὁποία βεβαίως ἀνήγειρεν ἀνδριάντα εἰς ἐκεῖνον, εἶναι αὐτὴ, ἥτις
464διῄρεσε τοὺς Ἕλληνας εἰς αὐτόχθονας καὶ ἑτερόχθονας. (Θό-
465ρυβος.)
466§77ΤΙΝΕΣ. Εἶναι ὑβριστής. (Θόρυβος.)
467§78Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Δὲν
468συνήλθομεν, κύριοι, διὰ νὰ συγγράψωμεν τὴν ἱστορίαν τῆς πα-
469τρίδος μας. Καὶ ἐνῷ δὲν ἔχομεν ἐντολὴν νὰ ἱστορήσωμεν τὸν
470βίον τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, δὲν μᾶς εἶναι κατὰ πάντα λόγον
471ἐπιτετραμμένον νὰ δυσφημίζωμεν ἐκείνους, οἵτινες ἔλαβον τὴν
472τιμὴν νὰ κληθῶσι νὰ προστατεύσωσι τὰ δικαιώματα τὰ ἐθνικὰ
473ὅλου τοῦ Ἑλληνισμοῦ.
474§79Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε, διότι θὰ τὸν
475ἀντικρούσω. (Θόρυβος.)
476§80Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅσοι ἔχουσιν ἐναντίαν γνώμην ἐξελέ-
477ξαντο πολὺ ἀκατάλληλον αἴθουσαν, ἵνα ἐκφράσωσι τὴν γνώμην,
478ἣν ἔχουσι· διότι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ συνεδριάζουσιν οἱ ἀντι-
479πρόσωποι τῆς Ἑλλάδος, εἰς τοὺς ὁποίους δὲν εἶναι ἐπιτετραμ-
480μένον νὰ ἀκούωσι δυσφημιζομένην τὴν ἱστορίαν ἐκείνων, οἵτινες
481ἐτέθησαν νὰ προστῶσι τοῦ ἔθνους, εἰς τοὺς ὁποίους εἶχεν ἐμπι-
482στευθῆ ἡ τύχη του. Ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης δὲν εἶναι ἐπιτε-
483τραμμένον νὰ λέγωνται ταῦτα. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν
484Βουλὴν νὰ καταπαύσῃ πᾶσαν περαιτέρω ἐπὶ τούτου συζήτησιν.
485§81ΤΙΝΕΣ. Εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, κύριε Πρόεδρε. (Θό-
486ρυβος.)
487§82Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, σεῖς μεροληπτεῖτε, ἐγὼ
488ὅμως ἐξῆλθον νικητής.
489§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα, κύριοι, εἰς τὴν ἡμερησίαν διάτα-
490ξιν. Ἔχομεν τὸ Νομοσχέδιον περὶ μετοχικοῦ ταμείου τῶν
491κυρίων Βουλευτῶν.
492§84ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Νομοσχέδιον, κύριοι, τὸ ὁποῖον ὑπη-
493γόρευσε βεβαίως μία πεποίθησις καὶ καλὴ πίστις, ἔχω τὴν
494ἰδέαν, ὅτι εἶναι κατὰ ἀτυχῆ σύμπτωσιν τοιοῦτον, ὁποῖον δὲν
495ἠδύνατο νὰ ἐπινοήσῃ εἰμὴ ἡ πλέον σατανικὴ καὶ κακόβουλος
496διάνοια διὰ τὸν τόπον.
497§85ΦΙΛΗΜΩΝ. Σᾶς εὐχαριστῶ, κύριε.
498§86ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὸ Νομο-
499σχέδιον τὸ ὑπηγόρευσε καλὴ πίστις καὶ πεποίθησις περὶ τοῦ
500δικαίου καὶ τοῦ χρησίμου, καὶ ὅμως διὰ τὰς συνεπείας του,
501κατὰ τὴν ἰδικήν μου ἰδέαν, τὰς ἀμέσους καὶ ἐμμέσους, εἶναι
502τοιοῦτον, ὥστε πολὺ ἀφίσταται ἀπὸ τῆς προθέσεως ἐκείνων,
503οἵτινες συνέταξαν καὶ ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν τοῦτο. Καὶ
504ἐκ πρώτης μὲν ἀπόψεως δύναται ἴσως ν’ ἀποπλανᾷ ἡ ἐπιγραφὴ
505τοῦ Νομοσχεδίου, καὶ ἐπηρέασεν ἐπ’ αὐτοῦ πολὺ ἡ σκέψις, ὅτι
506πολλοὶ τῶν ἐπὶ πολὺν χρόνον πολιτευσαμένων ἀδικοῦνται, καὶ
507ἑπομένως δύνανται νὰ ἦναι ἄξιοι προστασίας καὶ περιθάλψεως.
508Ἐκ πρώτης ὄψεως δύναται ν’ ἀποπλανηθῇ τις καὶ νὰ μὴ
509σκεφθῇ περὶ τῶν συνεπειῶν αὐτοῦ. Φρονῶ ὅμως, ὅτι μόλις τὸ
510μελετήσωσι καλῶς καὶ οἱ ὑποβαλόντες αὐτὸ ὑπὸ τὴν ἔποψιν
511τῶν συνεπειῶν, φρονῶ, ὅτι θὰ αἰσθανθῶσι κλονισμόν τινα διὰ
512τὴν ὑποστήριξιν, τὴν ὁποίαν κάμνουν τοῦ τοιούτου Νομοσχε-
513δίου. Προκειμένου νὰ ἐξετάσωμεν ἕνα νόμον τοιοῦτον, πρέπει
514νὰ βλέπωμεν μακρὰν, καὶ πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τὰς συνεπείας
515πολὺ εὐρύτερον καὶ ἐμβριθέστερον. Δύναται ἕκαστος νὰ φρονῇ,
516ὅτι τινὲς τῶν πολιτευομένων θέλουσιν εὑρεθῆ κατόπιν εἰς θέ-
517σιν, ὥστε νὰ ἔχωσιν ἀνάγκην περιθάλψεως καὶ προστασίας, ἀλλὰ
518δὲν πρέπει νὰ κρίνωσιν ἐκ τῶν ἰδίων καὶ περὶ τῶν ἀλλοτρίων·
519πρέπει ἰδιαιτέρως νὰ μελετήσωσι τὴν κατάστασιν τοῦ τόπου,
520καὶ πῶς θὰ ἐπιδράσῃ τὸ τοιοῦτον Νομοσχέδιον ἐπ’ αὐτοῦ. Ἐν
521τούτοις ὑπὸ οἱανδήποτε ἔποψιν τὸ ἐξετάσει τις, δὲν δύναται ἢ νὰ
522τὸ εὕρῃ ἀποκρουστέον. Καὶ ἐν πρώτοις δὲν δύναται παρὰ νὰ τὸ
523εὕρῃ ἀντικείμενον εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ δι’ ἄλλους λόγους, τοὺς
524ὁποίους ὑπεστήριξαν ἄλλοι, ἀλλὰ πρὸ πάντων δι’ αὐτὸν, ὅτι αὐξά-
525νει τὴν ἀποζημίωσιν, τὴν ὁποίαν τὸ Σύνταγμα ἐνόησε νὰ περιο-
526ρίσῃ. Καὶ νομίζετε, ὅτι δὲν εἶναι ἐπαύξησις τῆς ἀποζημιώ-
527σεως τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον διὰ τοῦ Νομοσχεδίου προτείνετε;
528καὶ νομίζετε, ὅτι δὲν εἶναι πολὺ ἀνώτερον αὐτό, τὸ ὁποῖον δη-
529μιουργεῖ τὸ Νομοσχέδιον ἀπὸ τὴν ἀποζημίωσιν ἢ πενταπλα-
530σίαν ἀποζημίωσιν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν καθιερώνει τὸ Σύντα-
531γμα; Σύνταξις ἰσόβιος μεταβιβαζομένη καὶ εἰς τὰ τέκνα δὲν
532παρουσιάζει ἓν μέγιστον συμφέρον πολὺ ἀνώτερον τῆς ἀποζη-
533μιώσεως; Καὶ ἂν δὲν περιεῖχε περισσότερον συμφέρον πρὸς τί-
534να λόγον προτείνετε ἄλλον; Ἀλλὰ αὐτὸ εἶναι ὁ δικαιολογη-
535τικὸς λόγος, τὸ ἀνώτερον συμφέρον, ὄχι τὸ συμφέρον τὸ σημε-
536ρινόν, ἀλλ’ ἔστω τὸ μέλλον, τὸ ὁποῖον θὰ λάβῃ ὁ Βουλευτὴς,
537ὅστις θὰ λάβῃ ἀνάγκην προστασίας καὶ περιθάλψεως, καὶ ὅπερ
538αὐξάνει, διότι καὶ τὰ τέκνα του θὰ ἔχουν σύνταξιν. Λοιπὸν
539δὲν εἶναι αὐτὸ συμφέρον;
540§87ΡΙΚΑΚΗΣ. Τί κακὸν θὰ προέλθῃ ἐξ αὐτοῦ;
541§88ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ εἴπω καὶ περὶ αὐτοῦ. Λοιπὸν, ἐνῷ δὲν
542ἐπιτρέπεται ν’ αὐξήσητε οὔτε κατὰ ἓν λεπτὸν τὴν ἀποζημίω-
543σιν τῶν 2,000 δραχμῶν, τὴν ὁποίαν ἐκανόνισε τὸ Σύνταγμα, νο-
544μίζετε, ὅτι δικαιολογούμεθα διὰ πλαγίου τρόπου νὰ ἐπαυξήσω-
545μεν εἰς μέγιστον μάλιστα βαθμὸν τὸ συμφέρον καὶ τὴν ἀπο-
546ζημίωσιν τοῦ Βουλευτοῦ; Καὶ δὲν εἶναι, κύριοι, καταδολίευσις
547τοῦ Συντάγματος, ὅταν δι’ ἄλλου τρόπου πλαγίου θέλωμεν νὰ
548δικαιολογήσωμεν συμφέρον, τὸ ὁποῖον δὲν τὸ δημιουργοῦμεν
549διὰ τῆς καταβολῆς ἡμῶν μόνον, ἀλλὰ διὰ φόρων, τοὺς ὁποί-
550ους ἐπιβάλλομεν εἰς μίαν τάξιν ἀνθρώπων; Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι
551ἀπορῶ πῶς δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι καὶ εἰς τὸ γράμμα
552ἀκόμη, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον καὶ εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγμα-
553τος δὲν ἀντίκειται. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ὀλιγώτερον εἶναι νὰ
554εἴπωμεν ἀπ’ εὐθείας, ὅτι αὐξάνομεν τὴν ἀποζημίωσιν.
555§89ΠΑΝΤ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
556§90ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τὸ δικαίωμα αὐτὸ, ὅταν ἦναι ἤδη
557κεκτημένον, δύναται κατὰ τὸν νόμον νὰ θεωρηθῇ καὶ ἐπιδε-
558κτικὸν ἐκχωρήσεως. Πρέπει κανεὶς νὰ λησμονῇ τὰς κυριωτέρας
559ἀρχὰς τοῦ δικαίου, διὰ νὰ θεωρήσῃ, ὅτι τὸ Νομοσχέδιον αὐτὸ
560δὲν ἐπαυξάνει τὴν ἀποζημίωσιν τοῦ βουλευτοῦ. Ἴσως ἡ ἀπο-
561ζημίωσις εἶναι λίαν περιωρισμένη, ἴσως πρέπει νὰ αὐξηθῇ, ἀλλ’
562ἡ ἁπλῆ αὔξησις ἄνευ τοῦ τοιούτου νόμου δὲν θὰ εἶχε τὰς ὀλε-
563θρίας ἐκείνας συνεπείας, τὰς ὁποίας θὰ ἔχῃ ὁ νόμος αὐτός. Ἡ
564Συνέλευσις ἐσκέφθη, ὅτι πρέπει ὁ Βουλευτὴς νὰ μὴ ὠθῆται εἰς
565τὸ πολιτικὸν στάδιον ἀπὸ τὸ χρηματικὸν συμφέρον, ἐσκέφθη νὰ
566ἀπομακρύνῃ ἐντελῶς τὸ ὑλικὸν συμφέρον ἀπὸ τὸν πολιτικὸν
567βίον· ἡ Συνέλευσις εἶπεν, ὅτι μόνον ἀποζημίωσιν ἐπιτρέπει, δὲν
568δέχεται ἀμοιβήν. Καὶ δὲν παραβιάζομεν λοιπὸν καὶ τὸ γράμμα
569τοῦ Συντάγματος καὶ τὸ πνεῦμα τῆς Συνελεύσεως εἰσάγοντες
570νόμον περὶ συντάξεως τῶν Βουλευτῶν;
571Ἀλλὰ, πλὴν τοῦ προφανῶς ἀντισυνταγματικοῦ τοῦ τοιούτου
572νόμου, ὑπάρχει συνάμα τὸ ἐντελῶς ἀδικαιολόγητον ὑπὸ πᾶσαν
573ἔποψιν, καὶ ἔχω πεποίθησιν, ὅτι μία μελέτη αὐτῶν τῶν ὑπο-
574βαλόντων καὶ ὑποστηριζόντων θὰ τοὺς φέρῃ τοὐλάχιστον εἰς
575κλονισμόν. Τί ἄλλο εἶναι αὐτὸ τὸ Νομοσχέδιον κατ’ οὐσίαν
576παρὰ νομοσχέδιον περὶ συντάξεως τῶν πολιτευομένων; Ἀλλὰ
577φέρει ἐπιγραφὴν περὶ μετοχικοῦ ταμείου· κατεδείχθη ὅμως διὰ
578τῆς αὐθεντίας καὶ τῆς εὐφυΐας συνάμα τοῦ διακεκριμένου
579ἡμῶν συναδέλφου κ. Καλλιγᾶ πόσον ἡ ἐπιγραφὴ αὕτη εἶναι
580ἀνάρμοστος εἰς τὸ Νομοσχέδιον αὐτὸ, διότι δὲν πρόκειται νὰ
581λαμβάνωμεν ὅ,τι συνεισενέγκαμεν, καὶ τοῦτο τὸ μαρτυρεῖ ἀμέ-
582σως τὸ ἴδιον Νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὡς κύριον πόρον ἔχει ἕνα
583φόρον ἀδικαιολόγητον καὶ συνάμα ἀντιβαίνοντα εἰς τὴν ἐκ-
584λογικὴν ἐλευθερίαν, τὴν ὁποίαν ἐνόησεν ἡ Συνέλευσις καὶ ὁ ἐκ-
585λογικὸς νόμος νὰ καθιερώσῃ, καὶ διότι καὶ ἐκεῖνοι ὀνομάζον-
586ται πολιτευόμενοι, διότι λέγονται ὑποψήφιοι, ἄρα ἀλλάσσει
587τὸν χαρακτῆρα τοῦ φόρου, τὸν ὁποῖον ἔχει αὐτὸς ὁ ἔρανος;
588Θέλετε οἱονεὶ συναλλασσόμενοι μετ’ αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων νὰ
589σχηματίσωμεν μίαν τάξιν τῶν πολιτευομένων, καὶ τοιουτοτρό-
590πως δημιουργοῦμεν μίαν τάξιν ἀνθρώπων, ἐχόντων ἴδια συμφέ-
591ροντα ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὸν λαὸν, καὶ ἐὰν ὁ λαὸς εὐλόγως δύ-
592ναται νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ παροῦσα ἐλεεινὴ κατάστασις ὀφείλεται
593βεβαίως εἰς τὸ σύνολον τῶν πολιτευομένων, αὐτὸ λείπει ἀκόμη
594νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἡμεῖς ἀποτελοῦμεν μίαν τάξιν ἰδιαιτέραν,
595διότι ἔχομεν ἴδια συμφέροντα, εἴμεθα σωματεῖον ἰδιαίτερον.
596Ἐννοῶ, ὅτι δύναται κανεὶς νὰ ὑπηρετῇ τὴν πατρίδα του
597ὄχι μόνον διὰ τοῦ ξίφους, ὄχι μόνον δι’ ἄλλων ἀγώνων, ἀλλὰ
598καὶ ὡς πολιτευόμενος. Ἀλλ’ ἔχει ἆρά γε τὸν χαρακτῆρα ἐκεῖ-
599νον ἡ ὑπηρεσία τῶν πολιτευομένων, τὸν ὁποῖον, ἐξευτελίζοντες
600τὸ ἀξίωμα τῶν πολιτευομένων, χορηγεῖτε διὰ τοῦ νομοσχε-
601δίου αὐτοῦ ἀκουσίως; Ὁ κ. Πετιμεζᾶς ἔκαμεν ἀντίθεσιν με-
602ταξὺ ἑνὸς γραφέως καὶ ἑνὸς Βουλευτοῦ. Καὶ εἶναι ὁμοία ἡ ὑ-
603πηρεσία τοῦ γραφέως, ἢ ἔστω οἱουδήποτε ὑπαλλήλου, πρὸς
604τὴν ἔξοχον ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ παράσχῃ ὁ Βου-
605λευτής; Ἡ ὑπηρεσία τοῦ πολιτευομένου δὲν εἶναι ὑπηρεσία
606γραφέως, οὔτε ἀνωτέρων ὑπαλλήλων. Ὁ ἀνώτερος ὑπάλληλος
607ἐκτελεῖ ἰδιαιτέραν ὑπηρεσίαν, ἥτις τὸν ἀπασχολεῖ ἐντελῶς· μι-
608σθοῦται τρόπον τινά, ἴσως δὲν ἁρμόζει ἡ λέξις, ἀλλ’ ὁπωσδή-
609ποτε προσεγγίζει εἰς τὸν χαρακτῆρα τῆς ὑπαλληλίας. Εἰς τοι-
610οῦτον σημεῖον θέλετε νὰ καταβιβάσητε τὴν μεγάλην, τὴν ἔξο-
611χον ὑπηρεσίαν τοῦ πολιτευομένου; Ἡ ὑπηρεσία τοῦ πολιτευο-
612μένου εἶναι ὑπὸ δοκιμασίαν· δὲν δύναται νὰ ὑποτίθεται, ὅτι
613πολιτευθείς τις ἐπὶ μακρὸν ὑπηρέτησε πράγματι τὴν πα-
614τρίδα. Καὶ ὁ λαὸς διατηρεῖ εἰς ἑαυτὸν τὸ δικαίωμα νὰ κρίνῃ
615ἂν πολιτευόμενός τις ἐγένετο ἄξιος νὰ σιτίζεται ἐν Πρυτανείῳ,
616καὶ οὐχὶ νὰ ὑποστῇ τὰ ὅλως ἀντίθετα. Ὁ πολιτευόμενος κεν-
617τούμενος ἀπὸ ἐλατήρια εὐγενῆ, ἀπὸ εὐγενῆ φιλοδοξίαν καὶ ἀπὸ
618φιλοπατρίαν, ῥίπτεται εἰς τὸ πολιτικὸν στάδιον, ἀφροντιστῶν ἐν-
619τελῶς περὶ τῶν συνεπειῶν, καὶ μάλιστα τῶν ὑλικῶν. Καὶ ἐὰν ὑπάρ-
620χῃ τι, τὸ ὁποῖον τοὺς πολιτευομένους τῆς Ἑλλάδος ἐξαγνίζει ἐνώ-
621πιον ὅλου τοῦ κόσμου, εἶναι ὅτι ζῶσι πάντοτε ἐν πενίᾳ. Καὶ
622ἂν πολιτευόμενός τις παράσχῃ ὁμολογουμένως πραγματικὰς
623ὑπηρεσίας καὶ πάθῃ, νομίζετε, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ Βουλὴ εἰς τὴν
624Ἑλλάδα μάλιστα, ὅπου τόσον ἐπικρατοῦν τὰ φιλάνθρωπα αἰ-
625σθήματα, ἡ ὁποία θὰ ἀρνηθῇ νὰ τοῦ παράσχῃ συνδρομήν; Ἐὰν
626εὑρισκώμεθα εἰς καλλιτέραν οἰκονομικὴν θέσιν, ποῖος ἐξ ἡμῶν
627δὲν εἶχε τὴν διάθεσιν οἱ πάντες νὰ λάβουν περίθαλψιν; Ἀλλ’
628ὅταν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν τοσοῦτον ἐδυσκολεύθημεν νὰ ἐξοδεύ-
629σωμεν 5 χιλ. δραχμάς, διὰ νὰ συντηρήσωμεν οἰκογενείας λιμο-
630κτονούσας, ἐρχόμεθα σήμερον, προκειμένου περὶ τοῦ ἑαυτοῦ μας,
631καὶ ψηφίζομεν ἀμέσως ἓν ποσόν.
632§91ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τί ποσόν;
633§92ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εὑρίσκομεν ἕνα πόρον, τὸν πόρον τῆς φο-
634ρολογίας τῶν ὑποψηφίων, καὶ ὅμως τὸν πόρον αὐτὸν, ὁ ὁποῖος,
635ἂν πρέπῃ νὰ ψηφισθῇ, πρέπει νὰ ἀνήκῃ σήμερον τοὐλάχιστον
636εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ λαοῦ, τὸν πόρον αὐτὸν τὸν ἁρπάζομεν καὶ
637τὸν χρησιμοποιλοῦμεν διὰ τὸν ἑαυτόν μας Κύριοι, ποίαν ἰδέαν
638ἆρά γε ἤθελε συλλάβει τις διὰ τοὺς πλοιάρχους ἐκείνους, οἱ
639ὁποῖοι, ὅταν τὸ σκάφος των εὑρίσκηται ἐν κινδύνῳ, ὅταν παρου-
640σιάζωνται γυναῖκες καὶ βρέφη ὀλοφυρόμενα ἕνεκα τῆς τρικυμίας,
641ἤθελον φροντίσει μόνον νὰ εὕρουν σανίδα διὰ νὰ σωθῶσιν αὐτοὶ
642πρῶτοι; Εἰς τοιαύτην θέσιν εὑρισκόμεθα, ὅταν ἐν τῷ μέσῳ τοιού-
643των περιστάσεων σπεύδωμεν νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῶν συμφερόν-
644των μας. Καὶ διὰ νὰ ὑποστηριχθῇ αὐτὸ τὸ λεγόμενον μετοχι-
645κὸν ταμεῖον, εἶπον καὶ ἐπαναλέγω, δημιουργεῖται εἷς φόρος ἀδι-
646καιολόγητος. Διατί ὁ ὑποψήφιος νὰ πληρώνῃ αὐτὸν τὸν φόρον;
647διότι ἔχει συμφέρον. Μὴ τὸν ἠρωτήσαμεν; Ἀλλ’ εἶπεν ὁ κ.
648Ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν: ἐπιβάλλομεν τὸν φόρον αὐτὸν ἐπὶ
649τῆς προσδοκίας τοῦ κέρδους, τὸ ὁποῖον ἔχουν οἱ ὑποψήφιοι.
650Ποίαν προσδοκίαν κέρδους ἔχουν οἱ ὑποψήφιοι; ἡμεῖς μορφώ-
651νομεν αὐτὴν τὴν προσδοκίαν τοῦ κέρδους, ὁ ὑποψήφιος δια-
652μαρτύρεται καὶ λέγει: ἐγὼ δὲν ὁρμῶμαι ἀπὸ τὴν προσδο-
653κίαν τοῦ κέρδους, δὲν ἔχω σκοπὸν μάλιστα νὰ καταθέσω,
654διὰ νὰ λάβω τὴν σύνταξιν· διατί μὲ ἐμποδίζεις νὰ ἐκτεθῶ;
655Ἢ θεωρεῖτε, ὅτι πρέπει νὰ περιορίσωμεν τὴν ἐλευθερίαν
656τῆς προτάσεως τῶν ὑποψηφίων; Πῶς λέγεις ἐμοῦ τοῦ ὑπο-
657ψηφίου τοῦ θέλοντος νὰ ἐκτεθῶ εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα,
658χωρὶς νὰ ἔχω οὐδόλως αὐτὴν τὴν προσδοκίαν, πλήρωσον διὰ
659τὴν προσδοκίαν; πῶς δύνασαι νὰ εἴπῃς, ὅτι μεριμνᾷς περὶ τοῦ
660συμφέροντός μου; Λοιπὸν πλάττομεν ἕνα φόρον ἀδικαιολόγη-
661τον, φόρον ἐπὶ τῆς προσδοκίας τοῦ κέρδους; τοῦτο εἶναι ἀλη-
662θῶς ἀκατανόητον. Ἂν θέλετε νὰ εἰπῆτε, ὅτι θέλομεν νὰ περι-
663στείλωμεν τὴν ἐλευθερίαν τῆς προτάσεως τῶν ὑποψηφίων,
664τότε δὲν εἶναι βέβαια ἀκατανόητον, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι εἷς
665τρόπος περιορισμοῦ τῆς προτάσεως τῶν ὑποψηφίων. Καὶ δι’
666αὐτὸ εἶχε πολὺ δίκαιον ὁ κ. Γρυπάρης λέγων: θέλετε νὰ φέ-
667ρετε περιορισμὸν τῆς προτάσεως τῶν ὑποψηφίων; νὰ τὸν φέ-
668ρετε καθαρῶς. Καὶ δὲν εἶναι βεβαίως, κύριοι, αὐτὸς ὁ φόρος,
669ὁ ὁποῖος θὰ δυνηθῇ νὰ συντηρήσῃ αὐτὸ τὸ μετοχικὸν ταμεῖον,
670διότι εἶναι προφανὲς, ὅτι δὲν συντηρεῖται. Ἡ προχειροτέρα
671ἐξέτασις, κύριοι, ἡ σκέψις, ὅτι θὰ ἦναι ἀμέσως χίλιοι ἴσως
672συνταξιοῦχοι, καταδεικνύει, ὅτι οἱ πόροι αὐτοὶ δὲν ἀρκοῦν,
673ἀλλὰ μετὰ τὴν δημιουργίαν τοῦ κοινοῦ συμφέροντος θὰ ἀνα-
674ζητήσωμεν ἀμέσως νέους πόρους, θὰ ἐξοικειωθῶμεν, κύριοι, μὲ
675αὐτὸ τὸ κέρδος, θὰ τὸ θεωρήσωμεν δικαίωμα, καὶ τοιουτοτρό-
676πως συνδεδεμένον διὰ μιᾶς ἁλύσεως κοινοῦ συμφέροντος πάν-
677τες οἱ πολιτευόμενοι θὰ στρέφωμεν βουλιμιῶντες τὰ βλέμ-
678ματα ἡμῶν εἰς τὸν εἰς χεῖράς μας προϋπολογισμὸν, ἵνα ἱκανο-
679ποιήσωμεν τὴν ἀνάγκην, τὴν ὁποίαν δημιουργοῦμεν καὶ τὴν
680ὁποίαν σήμερον δὲν τὴν αἰσθανόμεθα. Ἀλλ’ ὅταν, κύριοι, σκε-
681φθῇ τις τὰς συνεπείας αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου, σκεφθῇ ἐπὶ τῆς
682πολιτικῆς καταστάσεως, νομίζω, ὅτι δύναται μετὰ φρίκης νὰ
683ἐξεύρῃ, ὅτι θὰ ἐξασκήσῃ ὀλεθριωτάτην ἐπιῤῥοήν. Δὲν δύ-
684ναται οὐδεὶς νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι καὶ ἐκ τοῦ ἐμφύτου αἰσθήματος,
685τὸ ὁποῖον κυριεύει τοὺς Ἕλληνας πρὸς τὸν πολιτικὸν βίον καὶ
686δι’ ἄλλους λόγους, τοὺς ὁποίους δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω σή-
687μερον, ὠθούμεθα ὑπερμέτρως πρὸς τὸν πολιτικὸν βίον, καὶ ἐνῷ
688βλέπομεν αὐτὴν τὴν ὤθησιν, θέλομεν νὰ τὴν ἐπαυξήσωμεν,
689ἑνοῦμεν πρὸς τὰς ἄλλας περιστάσεις καὶ τὸ ἔμφυτον αἴσθημα
690καὶ τὸ μέγα αὐτὸ συμφέρον, ὥστε ὁ πολιτευόμενος ἀναγκά-
691ζεται νὰ ἐπιδιώκῃ τὴν ἐξασφάλισιν αὑτοῦ καὶ τῆς οἰκογενείας
692του. Εἶναι προφανὲς, κύριοι, ὅτι ἐννοοῦμεν μὲ τὸν πολιτικὸν
693βίον ἓν συμφέρον, δὲν ἀφίνομεν εἰς τὸ νὰ ἐκτιμήσῃ λόγου χά-
694ριν μίαν Βουλὴ ἐὰν εἷς πολιτευόμενος διακεκριμένος πένεται·
695δὲν ἀφίνομεν νὰ τὸ ἐκτιμήσῃ ἡ Βουλὴ, ἡ Κυβέρνησις, καὶ νὰ
696σπεύσῃ πρὸς ἱκανοποίησιν αὐτοῦ, δημιουργοῦμεν ἀμέσως ἓν
697συμφέρον. Εἶναι εὐνόητον ποῖαι εἶναι αἱ συνέπειαι. Πῶς θὰ
698παρουσιάζεται εἰς τοὺς ἐκλογεῖς ἐκεῖνος ὁ ὑποψήφιος, ὁ ὁποῖος
699ἔχει ἑπτὰ Συνόδους, καὶ τοῦ λείπει μία Σύνοδος, διὰ ν’ ἀπο-
700κτήσῃ τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως; πῶς θὰ παρουσιάζεται
701εἰς τὴν ἐκλογὴν, μὲ ποῖον συμφέρον; Ποίας θυσίας δὲν θὰ
702κάμῃ διὰ νὰ κερδήσῃ τὴν ἐκλογήν; καὶ τὸ συμφέρον αὐτὸ, τὸ
703ὁποῖον ἑνοῦμεν μὲ τὸν πολιτευόμενον, τὸ ἑνοῦμεν καὶ μὲ τοὺς
704Ὑπουργοὺς, διὰ νὰ αὐξήσῃ ἡ ὑπουργομανία, ῥίπτομεν δηλ.
705ἔλαιον εἰς τὴν πυράν. Δὲν χρειάζεται, κύριοι, πολλὴ φιλοσο-
706φία, διὰ νὰ ἐννοήσωμεν ποῖαι θὰ ἦναι αἱ συνέπειαι τοῦ τοιού-
707του νομοσχεδίου, ἂν πραγματοποιηθῇ. Καὶ βλέπει τις, κύριοι,
708καὶ εἰς αὐτὰ τὰ καθέκαστα πόσον αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον ἀπο-
709μακρύνεται ἀπὸ τὸν κανόνα πάσης λογικῆς καὶ πάσης πραγ-
710ματοποιήσεως. Παρουσιάζεται, κύριοι, εἷς βουλευτὴς καὶ κα-
711ταθέτει 2,000 δραχ. καὶ λαμβάνει 1,500, ὁ τόκος δὲν εἶναι
71230%, ὡς εἴπατε, κ. Ἰακωβάτε, εἶναι 60%, ὅλαι
713δὲ αὐταὶ αἱ λεπτομέρειαι δὲν εἶναι ἁπλῶς λεπτομέρειαι· συν-
714δέονται μὲ τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, διότι δι’ αὐτῶν τῶν
715λεπτομερειῶν ζῇ τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἂν τὰς ἀφαιρέσητε, δὲν
716δύναται νὰ ὑπάρξῃ. Νομίζω λοιπὸν, κύριοι, ὅτι ὡς ἀντισυν-
717ταγματικὸν καὶ ὡς ἀδικιολόγητον ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν, καὶ πρὸ
718πάντων ὡς μέλλον νὰ ἐξασκήσῃ ὀλεθρίαν ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῶν
719πολιτικῶν μας πραγμάτων, καὶ μάλιστα ἐν τῇ κρισιμωτάτῃ
720ἐποχῇ, ἐν ᾗ διατελοῦμεν, ὑπὸ ὅλας αὐτὰς τὰς ἐπόψεις τὸ νομο-
721σχέδιον αὐτὸ πρέπει νὰ τὸ ἀποῤῥίψωμεν. Καὶ ἂν ἀκόμη, κύριοι, δὲν
722ὑπῆρχον ἄλλοι λόγοι, ἀρκεῖ καὶ μόνη ἡ παρεξήγησις, ἡ εὔλογος,
723ἡ ὁποία θὰ μᾶς γείνῃ, διὰ νὰ μὴ σπεύσωμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν
724αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου. Ἐν ἐποχῇ, καθ’ ἣν εὑρίσκεται τὸ Κρά-
725τος εἰς μεγάλην ἀμηχανίαν καὶ ἐξ ἀνάγκης θὰ ἐκδάρωμεν
726πολλὰς τάξεις ἀνθρώπων μὲ φόρους, ἡμεῖς νὰ παρουσιαζώμεθα
727σκεπτόμενοι μόνον περὶ τοῦ ἰδίου συμφέροντός μας; Καθ’ ὅσον
728ἀφορᾷ, κύριοι, τὴν ἔποψιν τῶν συνεπειῶν, εἶμαι προκατειλημμέ-
729νος ἀπὸ ὑπερβολικὸν ἴσως φόβον· ἴσως, κύριοι, σᾶς φαίνομαι
730ὑπερβολικὸς, ἀλλὰ σᾶς λέγω εἰλικρινῶς τὴν πεποίθησίν μου.
731Ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι ἓν τοιοῦτον μέτρον φοβοῦμαι μήπως κα-
732ταπέσῃ μετὰ τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ ἔθνους.
733§93ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὀλίγας λέξεις θὰ εἴπω· διότι νομίζω, ὅτι ὁ
734σκοπὸς τοῦ Νομοσχεδίου ὅλως διόλου μετεβλήθη. Πολὺς λόγος
735ἐγένετο, ὅτι τὸ προκείμενον Νομοσχέδιον πρόκειται νὰ προσβά-
736λῃ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βουλῆς, οἱ δὲ ἀγορεύσαντες προσεπά-
737θησαν νὰ προλάβωσι τὴν προσβολὴν ταύτην. Ἂς μοὶ συγχω-
738ρηθῇ νὰ ὁμολογήσω, ὅτι αἱ ἀγορεύσεις περιεστράφησαν εἰς ἀν-
739τικείμενον, τὸ ὁποῖον τὸ Νομοσχέδιον παντάπασι δὲν ἀποβλέ-
740πει, ἡ δὲ συζήτησις παριστάνει εἰκόνας, τὰς ὁποίας τὸ Νομο-
741σχέδιον καὶ ἡ φύσις τῶν πραγμάτων δὲν παρουσιάζουσι, καὶ
742προκαλεῖ εἰς συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα ἐκ τῶν πραγμάτων δὲν
743προκύπτουσιν.
744Ἀπὸ ὅλας, κύριοι, τὰς παρατηρήσεις τῶν ἀντιλεγόντων
745δὲν ἤκουσα οὐδὲν ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον νὰ μὲ πείσῃ· ὅλα
746σχεδὸν τὰ ἐπιχειρήματα ἀπέληξαν εἰς δύω συμπεράσματα
747στερεότυπα, ὅτι τὸ Νομοσχέδιον ἀντίκειται εἰς τὸ Σύνταγμα
748καὶ ὅτι δὲν συμφέρει εἰς τὴν Βουλὴν ἠθικῶς νὰ ψηφισθῇ τοιοῦ-
749τον Νομοσχέδιον. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἀρκετὰ ἠκούσατε, καὶ
750εἶναι περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους φρονῶ,
751ὅτι τὸ προκείμενον νομοσχέδιον δὲν εἶναι ἀντισυνταγματικόν.
752Δὲν πρόκειται περὶ ἀποζημιώσεως τῶν Βουλευτῶν, οὐδὲ περὶ
753συντάξεως αὐτῶν ἢ ἀμοιβῆς ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου. Ὁ μό-
754νος λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλήν, εἶναι, διότι
755περιέχει διατάξεις τινὰς, αἱ ὁποῖαι ἀπαιτοῦν νομοθετικὸν κῦ-
756ρος, ἄλλως εἶναι εἷς ἀμοιβαῖος συνεταιρισμὸς, καὶ τίποτε κοι-
757νὸν δὲν ἔχει μὲ τὸ Δημόσιον. Εἶναι ἀληθὲς, ὡς εἶπεν ὁ κ.
758Λομβάρδος, ὅτι εἰς οὐδὲν μέρος δὲν ὑπάρχει καὶ ὅτι ἴσως
759θὰ φανῇ παράδοξος καὶ πρωτοφανὴς ὁ νόμος οὗτος. Ἀλλὰ, κύ-
760ριοι, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἐπιφέρω δύο παρατηρήσεις ἐπὶ τῆς
761ἄλλως τε ἐκ πρώτης ὄψεως ὀρθῆς ταύτης παρατηρήσεως τοῦ
762κ. Λομβάρδου. Παρουσιάζεται ἀληθῶς νόμος εἰς τὸ Ἑλληνικὸν
763Κοινοβούλιον, ὁ ὁποῖος δὲν ἀπαντᾶται ἀλλοῦ μέχρι τοῦδε,
764ἀλλὰ δὲν θ’ ἀρνηθῇ ὁ κ. Λομβάρδος, ὅτι κατὰ τὸ πολίτευμα
765τῆς Ἑλλάδος ἡ Βουλὴ αὐτῆς εὑρίσκεται εἰς ἐξαιρετικὴν θέσιν
766παρ’ ὅτι εὑρίσκονται ὅλα τὰ ἄλλα Κράτη· δὲν θ’ ἀρνηθῇ, ὅτι ἡ θέ-
767σις, εἰς ἣν εὑρίσκεται ἡ Ἑλλὰς ἀπὸ τῆς στιγμῆς, κατὰ τὴν
768ὁποίαν ἀνεγνωρίσθη ὡς Κράτος, ὁ τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖον ἐδη-
769μιουργήθη, αἱ συνέπειαι, τὰς ὁποίας εἶχεν ὁ πόλεμος, τὸ πο-
770λίτευμα, τὸ ὁποῖον καθιέρωσε μίαν καὶ μόνην Βουλὴν διὰ τῆς
771καθολικῆς ψηφοφορίας,—καὶ τοῦτο εἶναι σπουδαῖον, διότι θὰ εἰ-
772πῇ, ὅτι ἐννοεῖ νὰ ἔρχωνται ἀντιπρόσωποι ἀπὸ τὰ σπλάγχνα
773τοῦ λαοῦ, δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν περιουσίαν, δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄ-
774ψιν τάξεις, εἶπεν ἐν γένει πᾶς τις ἔχει δικαίωμα νὰ ἐκλέγῃ
775καὶ νὰ ἐκλέγηται,—ὅταν, λέγω, ταῦτα λάβητε ὑπ’ ὄψιν καὶ ὅτι
776δὲν ὑπάρχει Γερουσία, ὅπου οἱ πολιτευόμενοι εὑρίσκουσιν ἀπο-
777κατάστασιν, δὲν θὰ ἀπορήσητε, διότι παρουσιάζεται νομοσχέ-
778διον, τὸ ὁποῖον δὲν ὑπάρχει εἰς ἄλλα Κράτη, ὅπου δὲν ὑπάρ-
779χει αὐτὴ ἡ κατάστασις. Ὥστε, κύριοι, φρονῶ, ὅτι αἱ σκέψεις
780αὗται εἰσὶν ἱκαναὶ νὰ καταδείξωσιν, ὅτι δὲν ἔχουσι δίκαιον οἱ
781ὑποστηρίζοντες, ὅτι τὸ νομοσχέδιον θὰ ἔχῃ συνεπείας ἀντι-
782κειμένας εἰς τὰ συμφέροντα τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Τότε
783μόνον ἤθελον συμφωνήσει μετ’ αὐτῶν, ἐὰν τὸ νομοσχέδιον, ὅπως
784ἄλλοτε, ὥριζε νὰ δοθῇ σύνταξις ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου.
785Ἀλλὰ, κύριοι, οὐδένα λόγον ἰσχυρὸν ἤκουσα, οὐδεμίαν ἰδέαν.
786Ὁ λόγος τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Βουλῆς εἶναι λίαν ἐσφαλμένος,
787οἱ δὲ ὑποστηρίζοντες τοῦτο δὲν μὲ πείθουσι διὰ τῶν ἐπιχειρη-
788μάτων τὰ ὁποῖα ἀνέπτυξαν. Ἡ ὁμιλία τοῦ κ. Πετιμεζᾶ ἦτο
789χθὲς πειστικωτάτη, καὶ ἂν θελήσω νὰ εἰσέλθω εἰς τὰ μερικὰ ἐ-
790πιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἀνέπτυξεν, ἴσως θέλω φανῆ κατώτερός
791του. Ὁ κ. Πετιμεζᾶς διὰ πρακτικῶν συλλογισμῶν ἀπέδειξεν,
792ὅτι τὸ δίκαιον εἶναι ὑπὲρ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουσι τὸ
793νομοσχέδιον. Ὅταν δὲ ἔλθωμεν εἰς τὰ καθέκαστα, τότε δυνά-
794μεθα νὰ συζητήσωμεν τὰς λεπτομερείας, καὶ τότε, ἂν εὑρεθῶσιν,
795ὡς πιστεύω, πολλὰ μέρη τοῦ νομοσχεδίου χρήζοντα τροποποιή-
796σεως, θὰ τὰ τροποποιήσωμεν.
797§94ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι τωόντι ἀπελπιστική, κύριοι, ἡ θεωρία τοῦ
798κ. Ῥικάκη. Κατ’ αὐτὴν, διὰ νὰ μὴ κατακριθῶμεν, ὀφείλομεν
799νὰ παραβλέψωμεν τὰ πάντα, ὀφείλομεν νὰ κλείσωμεν τοὺς ὀ-
800φθαλμοὺς πρὸ πάσης στρεβλώσεως τοῦ Συντάγματος, ἵνα μὴ
801ἀποδοθῇ εἰς ἡμᾶς, ὅτι εἴμεθα οἱ αἴτιοι τῆς καταπτώσεως τῆς
802Βουλῆς, ἐνῷ εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι φέρουσι διὰ τοῦ νομοσχεδίου
803τὴν κατάκρισιν τῆς κοινωνίας ἐπ’ αὐτήν.
804Δὲν γνωρίζω, κύριοι, κατὰ πόσον δύναταί τις εὐλόγως νὰ δια-
805κρίνῃ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου τοὺς πόρους αὐτοῦ, διότι ἐκ τῶν
806πόρων μόνον τοῦ νομοσχεδίου δύναται νὰ διακριθῇ ὁ ἀληθὴς χα-
807ρακτὴρ τοῦ ταμείου, ἐὰν ἦναι μετοχικόν, ἢ ἂν πράγματι πρό-
808κηται νὰ ληφθῇ τὸ ἀναγκαῖον ποσὸν ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου.
809Ἀλλ’ ἐπὶ ὑποθέσει, ὅτι ἡ διάκρισις αὕτη εἶναι λογικὴ καὶ
810σύμφωνος μὲ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐξετάζει ὅλα τὰ νομοσχέδια
811τὸ κοινοβούλιον, πάλιν ἔχομεν καθῆκον, πρὶν ἢ ψηφίσωμεν τὴν
812ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, νὰ ἐξετάσωμεν κατὰ πόσον πρόκειται
813νὰ νομοθετήσωμεν θεσμὸν σπουδαῖον καὶ οὐχὶ ἕωλον, διὰ νὰ μὴ
814εἴπω γελοῖον, καὶ μόνον διὰ τῆς ἐξετάσεως τῶν πόρων θέλομεν
815φθάσει εἰς τὸ ἀκριβὲς συμπέρασμα καὶ τὴν κρίσιν τοῦ ὅτι τὸ
816προκείμενον νομοσχέδιον εἶναι ἄξιον νὰ ψηφισθῇ. Ὀφείλομεν
817δὲ νὰ ἐξετάσωμεν, κύριοι, τοὺς πόρους, τοὺς ὁποίους παρουσιάζει
818τὸ νομοσχέδιον ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἱκανότητος εἰς τὴν ἐξυπη-
819ρέτησιν τῶν ἀναγκῶν, αἱ ὁποῖαι αὔριον θέλουν παρουσιασθῆ εἰς
820βάρος τοῦ ταμείου, καὶ νὰ ἐξετάσωμεν ἐπίσης τοὺς πόρους αὐ-
821τοῦ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ θεμιτοῦ. Ὑπὸ τὴν ἔποψιν δὲ τῆς ἱκα-
822νότητος πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν βαρῶν τοῦ ταμείου τούτου
823ἔχω ἀμέσως νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν, ἡ ὁποία ἔρχεται εἰς
824τὸν νοῦν ἑκάστου ἐξ ὑμῶν. Ὑπεβλήθη ἐνώπιον ἡμῶν ὁ ἐλά-
825χιστος ὑποθετικὸς προϋπολογισμὸς, ἐν τῷ ὁποίῳ νὰ ὑπολογί-
826ζεται ποῖον θὰ ἦναι τὸ προσδοκώμενον ποσὸν ἐκ τῶν πόρων,
827οἵτινες περιγράφονται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, καὶ ποῖα θὰ ἦναι
828τὰ ὑποθετικὰ βάρη, ἅτινα μετ’ ὀλίγον θὰ παρουσιασθοῦν εἰς
829τὸ ταμεῖον αὐτό; Οὐδεμία τοιαύτη ἔκθεσις ὑπάρχει· κατεστρώ-
830θησαν μόνον τάξεις πολιτευομένων, διῃρέθησαν οἱ Βουλευταὶ
831εἰς ἔχοντας τὸ προσὸν τῶν 8, 12, 16 συνόδων, ὡρίσθη εἰς αὐτοὺς
832σύνταξις 100, 200, 300 δραχ. Ταῦτα ἐγένοντο ἐκ τοῦ προχεί-
833ρου καὶ χωρὶς νὰ ἐξετασθῇ κἂν ἂν οἱ πόροι αὐτοί, θεμιτοὶ ἢ ἀθέμι-
834τοι, θέλουσι φέρει τι, ὡρίσθησαν πόροι, χωρὶς νὰ ὑπολογισθῇ ποῖον
835θὰ ἦναι τὸ ἐξ αὐτῶν προκύψον ποσόν. Πῶς δύνανται νὰ δικαιολο-
836γηθῶσιν οἱ κύριοι, οἱ ὁποῖοι ὑπέβαλον τὸ νομοσχέδιον, ὅταν οὐ-
837δένα κάμνουν τοιοῦτον ὑπολογισμόν, ἐκ τοῦ ὁποίου νὰ δυνηθοῦν
838νὰ μᾶς πείσουν, ὅτι οἱ πόροι οὗτοι θὰ δυνηθῶσι νὰ ἀντισταθ-
839μίσωσι τὰ βάρη τοῦ ταμείου, τὰ ὁποῖα θὰ ἀρχίσουν ἀπὸ τῆς
840ἐπιούσης τῆς συστάσεως αὐτοῦ. Ὡς πρὸς τὴν ἔποψιν δὲ τοῦ θεμιτοῦ
841εὑρίσκω ἐν πρώτοις ἕνα πόρον, ὁ ὁποῖος κάλλιστα δύναται νὰ θεω-
842ρηθῇ τοιοῦτος, διότι ἕκαστος ἐξ ἡμῶν δύναται ἀκωλύτως νὰ κατα-
843βάλῃ 200 δραχ. ἐκ τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεώς του· ἔρχεται
844ὅμως ὁ δεύτερος πόρος, ὁ ὁποῖος ἤδη ἐκρίθη ὄχι μόνον ὡς ἀθέ-
845μιτος, ἀλλὰ καὶ ἀντισυνταγματικὸς, ἐκρίθη δὲ ἀντισυνταγμα-
846τικὸς, διότι, ἂν δὲν ἐπιβάλλῃ φόρον, ἐπιβάλλει ὅμως ἔρανον, ἐκ
847τοῦ ὁποίου περιορίζεται τὸ δικαίωμα τῶν ἐκλεξίμων, ἐκ τοῦ ὁποίου
848περιορίζεται τὸ δικαίωμα τοῦ λαοῦ. Ἀληθὲς, ὅτι ὁ περὶ ἐκλογῆς
849Βουλευτῶν Νόμος ἔθεσεν ἓν ποσὸν 200 δραχμῶν εἰς βάρος τοῦ ἐκ-
850λεξίμου ἢ τῶν προτεινόντων αὐτόν· ἀλλὰ τοῦτο ἐτέθη χάριν τοῦ
851δημοσίου συμφέροντος, χάριν τοῦ δημοσίου ταμείου, διότι δὲν ἠ-
852θέλησεν ὁ νόμος ὁ ἐκλογικὸς νὰ ἐπιβαρύνῃ τὸ δημόσιον ταμεῖον μὲ
853τὰ ἔξοδα τῶν ἐκλογικῶν εἰδῶν, ἅτινα θὰ ἐπέλθουν ἐκ τοῦ ὅτι θέ-
854λει τις νὰ ἐκτεθῇ εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα. Ἀλλ’ ὑπάρχει δικαιο-
855λόγησίς τις τοιαύτη τῶν ἑτέρων 200 δραχμῶν, ἃς ἐπιβάλ-
856λετε ἤδη εἰς τοὺς ὑποψηφίους· τοῦτο γίνεται χάριν ἀτομικοῦ
857συμφέροντος ἰδιαιτέρας τάξεως, ὁποίαν θέλουν νὰ μᾶς χαρακτηρί-
858σουν, τῆς τάξεως τῶν Βουλευτῶν, τῆς τάξεως τῶν πολιτευομέ-
859νων. Αὐτὸς λοιπὸν ὁ πόρος εἶναι ἐντελῶς ἀντισυνταγματικός, διότι
860θέτει περιορισμὸν ἐκεῖ, ὅπου, κατὰ τὸ Σύνταγμα, δὲν ὑπάρχει
861τοιοῦτος, εἰς τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως τῶν ἐκλογέων, διότι,
862ἐκτὸς τῆς καταβολῆς 200 δραχμῶν διὰ τὰ ἐκλογικὰ εἴδη,
863πρέπει νὰ καταβάλῃ ὁ ὑποψήφιος ἢ οἱ προτείνοντες αὐτὸν ἑ-
864τέρας 200 δραχμάς. Τοῦτο εἶναι ἐναντίον ῥητῆς διατάξεως τοῦ
865Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ῥητῶς ὁρίζει ἐν 70 ἄρθρῳ, ὅτι μόνα
866τὰ προσόντα τὰ ἐν τῷ ἄρθρῳ περιγραφόμενα εἶναι ἀναγκαῖα
867διὰ τὸν ὑποψήφιον, καὶ τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα ὁ περὶ ἐκλογῆς
868Βουλευτῶν Νόμος θέλει ὁρίσει. Ἐδῶ δὲ ἔχομεν Νόμον περὶ
869συντάξεως τῶν Βουλευτῶν, καθ’ ὃν πρέπει νὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι
870κατέθηκε καὶ ἑτέρας 200 δραχμὰς διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ με-
871τοχικοῦ ταμείου τῶν Βουλευτῶν. Καὶ ὑποθέσατε, κύριοι, ὅτι
872πρὸς στιγμὴν γίνεται γενικὴ διαμαρτύρησις ἐν τῷ ἔθνει, καὶ
873ὅτι οὐδεὶς ὑποψήφιος καταβάλλει τὰς 200 αὐτὰς δραχμὰς,
874τί θὰ γείνῃ;
875§95ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὑποθέσατε, ὅτι δὲν καταβάλλει οὐδεὶς τῶν ὑ-
876ποψηφίων τὰς 200 δραχμὰς διὰ τὰ ἐκλογικὰ εἴδη, τί θὰ γείνῃ;
877§96ΡΑΛΛΗΣ. Τὰς καταβάλλουν οἱ ἐκλογεῖς· ἀλλὰ τὰς ἑτέ-
878ρας 200 δραχμὰς δὲν ὑποχρεοῦνται ἐκ τοῦ Νόμου τοῦ ἐκλο-
879γικοῦ· ἐκεῖ πρόκειται περὶ τῶν ἐκλογικῶν εἰδῶν, ἐδῶ δὲ πρό-
880κειται περὶ τοῦ ἐλεεινοῦ ἀτομικοῦ συμφέροντός μας, οὐδὲ τὸ δι-
881καστήριον κατὰ τὰς ἀνακηρύξεις ὑποχρεοῦται νὰ λάβῃ ὑπ’
882ὄψιν τοῦτο. Ἀλλὰ μετὰ τὸν πόρον τοῦτον ἔρχεται ὁ τρίτος πό-
883ρος, καὶ θαυμάζω, ὅτι δὲν ἔγεινε λόγος περὶ αὐτοῦ μέχρι τοῦδε,
884εἶναι ὁ πλέον ἀντισυνταγματικὸς καὶ ὁ πλέον ἀνήθικος τῶν πό-
885ρων τοῦ νομοσχεδίου· ὁμιλῶ περὶ τῆς § 3 τοῦ ἄρθρου 1.
886§97ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἀπηλείφθη ἡ διάταξις αὐτή.
887§98ΡΑΛΛΗΣ. Πολὺ καλά· ἀφοῦ ἀπηλείφθη, δὲν ἐξετάζω τὸ ἀ-
888νήθικον αὐτῆς.
889Ἀλλ’ ἀφοῦ ἡ § 3 ἐξηλείφθη ἐκ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ,
890ἀφοῦ ὁ πόρος τῶν 200 δραχμῶν δὲν δύναται νὰ περιληφθῇ·
891διότι εἶναι ἀντισυνταγματικός, ἡ ἀνικανότης τοῦ ταμείου εἶναι
892ἀναμφισβήτητος. Ἀλλά, σᾶς παρακαλῶ, δικαιολογεῖται τὸ νο-
893μοσχέδιον ἐκ τοῦ Νόμου περὶ συντάξεως τῶν δημοσίων ὑπαλ-
894λήλων; ἐκεῖ ἔχομεν τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρ. 9, ὅπερ ὁρίζει, ὅτι
895μετὰ 25 ἐτῶν ὑπηρεσίαν καὶ μετὰ ὡρισμένην ἡλικίαν δύναται
896νὰ λάβῃ τις σύνταξιν, τί ἔχετε δὲ ἐδῶ; Τὴν πρώτην τάξιν
897τῶν συνταξιούχων, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ σᾶς φανῇ παράδοξον, ἔχω
898τὴν τιμὴν νὰ συγκαταλέγωμαι καὶ ἐγὼ, τὴν ἔχουσαν 8 συνό-
899δους, ἔχετε ὅμως καὶ τὴν δευτέραν τάξιν συνταξιούχων, ἐχόν-
900των 12 συνόδους· αὐτοὶ θὰ καταβάλουν 2500 δραχ., τί δὲ θὰ
901λάβουν; διότι ὑποθέσατε, ὅτι αὔριον ἐπέρχεται μία διάλυσις,
902καὶ δὲν ἐκτίθεσθε ἢ δὲν σᾶς ἐκλέγουν οἱ ἐκλογεῖς σας, θὰ λά-
903βετε σύνταξιν 2400 δρ.;
904§99Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἴπετε, ὅτι οἱ ἔχοντες δικαίωμα συντά-
905ξεως καὶ οἱ ἔχοντες δώδεκα συνόδους θὰ καταβάλλουν 2500
906δραχ.· μοῦ φαίνεται, ὅτι ἡ ἀριθμητική σας δὲν εἶναι ὀρθή, διότι
907ὁ Βουλευτὴς θὰ καταβάλῃ ἀμέσως, διὰ νὰ ἀποκτήσῃ τὸ δι-
908καίωμα τῆς συντάξεως, 2000, διὰ δὲ τὰς 12 συνόδους ἀνὰ 208
909δραχ. θὰ καταβάλῃ ἀκόμη 2100 δραχ., ἤτοι τὸ ὅλον 4,400.
910§100ΡΑΛΛΗΣ. Βλέπετε λοιπόν, ὅτι δὲν ἠξεύρετε ποῦ εὑρίσκεσθε
911σᾶς δίδω τὸν λόγον τῆς τιμῆς μου, ὅτι, ἅμα καταβάλετε 2500
912δραχμὰς, ἔχετε τὸ δικαίωμα, κατὰ τὸ Νομοσχέδιον, νὰ λαμ-
913βάνητε 200 δραχμῶν σύνταξιν κατὰ μῆνα.
914§101Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καλὰ, νὰ τὸ διορθώσωμεν εἰς τὰ καθέκαστα.
915§102ΡΑΛΛΗΣ. Λοιπὸν ὁ κύριος Πετιμεζᾶς, ἀφοῦ καταβάλῃ
9162,500 δραχμὰς, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ 200 δραχμὰς
917σύνταξιν· μετὰ ἓν ἔτος δηλαδὴ θὰ ἀποῤῥοφήσῃ 2,400 δραχ-
918μὰς ἐκ τῆς καταβολῆς του, θὰ μείνουν δὲ ἐξ αὐτῆς μόνον 100
919δραχμαί· τὸ δεύτερον ἔτος θὰ λάβῃ ἑτέρας 2,400 δραχμάς.
920Τὸ δεύτερον ἔτος θὰ λάβῃ δραχμὰς 100 ἐκ τῆς καταβο-
921λῆς του καὶ 2,300 δραχμὰς ἐκ τῆς τσέπης τῶν ἄλλων, τὸ
922τρίτον 2,400 ἐκ τῆς τσέπης τῶν ἄλλων καὶ τὸ τέταρτον ἐ-
923πίσης 2,400 καὶ οὕτω καθεξῆς. Ἀλλὰ πρὸς Θεοῦ! εἶναι νο-
924μοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εὐπροσώπως ἠδύνατό τις νὰ ὑπογράψῃ καὶ
925νὰ ὑποβάλῃ ἐδῶ; Πρὸς δικαιολόγησιν αὐτοῦ ἠθέλησαν, εἶπον, νὰ
926ἐπικαλεσθῶσι τὸν περὶ συντάξεως τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων
927νόμον, ἀλλὰ ῥητὴ διάταξις αὐτοῦ, ἡ τοῦ ἄρθρου 9, ὁρίζει, ὅτι
928οὐδεὶς ὑπάλληλος δύναται νὰ λάβῃ πλέον τῶν ¾ τῆς μισθο-
929δοσίας τοῦ τελευταίου ἔτους, καὶ ἂν ἐπὶ πεντήκοντα ἔτη ὑπη-
930ρετήσῃ, καὶ σεῖς λαμβάνετε ἀμέσως ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῆς
931ἀποζημιώσεως καὶ πλέον· θὰ λαμβάνετε δὲ ὡς σύνταξιν ὑπὲρ
932τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ὥρισε τὸ ἔθνος ὡς ἀμοιβὴν τῆς ὑπηρεσίας σας
933τῆς ἐνεργοῦ. Δὲν εἶναι ἀκατανόητον τοῦτο; καὶ τολμᾶτε νὰ
934κατακρίνητε ἡμᾶς, οἵτινες τὸ νομοσχέδιον πολεμοῦμεν; καὶ δὲν
935θὰ φθάσητε μετὰ ἓν ἔτος εἰς τὴν ἐσχάτην χρεωκοπίαν; καὶ
936δὲν μᾶς δίδετε τὸ δικαίωμα νὰ ὑποπτευώμεθα, ὅτι κἄτι ὑπο-
937κρύπτεται, ὅτι εἶναι ἐπιβουλὴ κατὰ τοῦ δημοσίου ταμείου τὸ
938Νομοσχέδιον τοῦτο;
939§103ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διὰ τί;
940§104ΡΑΛΛΗΣ. Διότι ὀφείλεις νὰ νομοθετῇς σοβαρῶς καὶ σπου-
941δαίως, θὰ ἦναι δὲ ἀπελπιστικὴ ἡ θέσις σου, ἐὰν ἀποῤῥοφήσῃς
942τὸ πρῶτον ἔτος τὰς 2,400 δραχμὰς τῆς καταβολῆς σου
943καὶ κρούσῃς τὸ ἑπόμενον ἀνωφελῶς τὴν θύραν τοῦ μετοχικοῦ
944ταμείου, διότι ἤλπισας ἐπὶ μίαν σταθερὰν πρόσοδον, διότι ἐπὶ
945τῇ βάσει τῆς ἀπονεμηθείσης σοι συντάξεως ἐκανόνισας τὰς δα-
946πάνας σου, καὶ ἐν τούτοις αὔριον θέλεις ἰδεῖ, ὅτι κατηνάλωσας
947εἰς ἓν καὶ μόνον ἔτος τὸ κεφάλαιόν σου, ὑπολαβὼν αὐτὸ ὡς
948πρόσοδον.
949§105ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Κύριε Ῥάλλη, δὲν λέγετε, ὅτι τὸ νομοσχέδιον
950αὐτὸ εἶναι ἄλειμμα εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ
951....(Θόρυβος).
952§106Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ κ. Δουζίνας ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ
953λέγῃ ὅ,τι θέλει.
954§107ΡΑΛΛΗΣ. Ἀλλὰ τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο, ἐκτὸς τοῦ ὅτι
955περιλαμβάνει πάσας ταύτας τὰς ἀκατανοήτους διατάξεις, ἀπο-
956δεικνύει καὶ τὴν τελευταίαν ἀκρισίαν περὶ τὴν σύνταξιν αὐ-
957τοῦ, διότι, ἐνῷ τὰ ἔσοδα κατατίθενται εἰς μίαν τῶν Τραπεζῶν,
958εὑρίσκετε εἰς τὸ ἄρθρον 16 τὴν ἑξῆς διάταξιν: «Ἡ πληρωμὴ
959τῆς συντάξεως θέλει γίνεσθαι κατὰ μῆνα, δυνάμει ἐντάλματος
960τῆς διοικούσης τὸ ταμεῖον ἐπιτροπῆς, ἐκδιδομένου εἰς βάρος
961τοῦ ἐπαρχιακοῦ ταμείου τῆς κατοικίας τοῦ συνταξιούχου».
962Καὶ τὸ ἐπαρχιακὸν ταμεῖον πόθεν θ’ ἀποζημιωθῇ;
963§108ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐκ
964τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα θὰ κατατεθῶσιν εἰς τὸ κεντρικὸν
965ταμεῖον. Κάμνω τὴν παρατήρησιν ταύτην ὡς Βουλευτής.
966§109ΡΑΛΛΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, καὶ ἐγὼ ἐπλανήθην ἐπὶ μίαν
967στιγμήν· ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ λαμβάνῃ
968τοὺς πόρους ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον καὶ νὰ τοὺς διαχειρί-
969ζηται, τοῦτο ὁρίζει ῥητῶς τὸ ἄρθρον 5, κατὰ τὸ ὁποῖον «τὰ
970κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου ἔσοδα τοῦ μετοχικοῦ
971ταμείου, κατατίθενται ἐπὶ ἀνοικτῷ λογαριασμῷ εἴς τινα τῶν
972ἀνεγνωρισμένων τραπεζῶν. Ἀλλ’ οὐδαμοῦ γίνεται λόγος περὶ
973ἀποδόσεως.
974§110ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξ αὐτῶν τῶν χρημάτων.
975§111ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν μᾶς ἤρκεσαν δὲ πᾶσαι αὗται αἱ παραβάσεις
976τοῦ Συντάγματος, τῶν νόμων, τῆς κοινῆς λογικῆς, ἀλλὰ κατα-
977στρέφομεν καὶ τὰς ἀρχὰς τῆς πολιτικῆς δικονομίας. Τὸ ἄρ-
978θρον 13 ὁρίζει τῳόντι ἐν τῇ 2ᾳ § αὐτοῦ «ἁρμόδιον δικαστή-
979ριον πρὸς ἐκδίκασιν τῆς τοιαύτης ἀγωγῆς εἶναι τὸ τῆς κατοι-
980κίας τοῦ ἐνάγοντος».
981Εἶναι ἀπελπιστικόν, ὅτι τοιοῦτον Νομοσχέδιον ὑπεβλήθη
982ἐνταῦθα μὲ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ἐντίμου συναδέλφου μου, εἶναι
983ἀπελπιστικόν, ὅτι ἐτόλμησαν νὰ τὸ ὑποστηρίξωσιν, εἶναι ἀ-
984πελπιστικόν, ὅτι ἔφθασεν εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν· δὲν ἔχω ὅμως
985καμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι σύσσωμος ἡ Βουλὴ θέλει τοὐλάχιστον
986τὸ παραπέμψει ἐνώπιον ἐπιτροπῆς, ὅπως φέρῃ αὕτη ἕνα ὑπο-
987θετικὸν προϋπολογισμόν, διὰ τοῦ ὁποίου ν’ ἀποδείξῃ εἰς τὴν
988κοινωνίαν, εἰς ἡμᾶς αὐτοὺς, οἵτινες, τὸ λέγω, δυσπιστοῦμεν ὡς
989πρὸς τὴν ἐπάρκειαν τῶν πόρων τοῦ ταμείου, ὅτι θὰ δυνηθοῦν
990οὗτοι νὰ ἐξυπηρετήσωσι τὰς ἀνάγκας, αἵτινες αὔριον ἀκόμη
991θὰ κρούσωσι τὴν θύραν αὐτοῦ.
992§112ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Κύριοι, δὲν ἐπίστευον, ὅτι τὸ ὑπὸ συζή-
993τησιν ἀντικείμενον ἤθελε λάβει τοσαύτην διαστολήν· δυστυ-
994χῶς παρετήρησα, ὅτι ἀλλεπαλλήλως ἐπανελήφθη ἡ λέξις ἀνή-
995θικος. Ὁμιλοῦν περὶ ἠθικῆς ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον τόσην δό-
996σιν ἠθικῆς, ὥστε νὰ μὴ ἀναβοῦν εἰς τὸ βῆμα τοῦτο καὶ νὰ
997κάμουν ἐπίδειξιν τῆς εὐπορίας των, χλευάζοντες ἐμμέσως πως
998τοὺς συναδέλφους των, οἱ ὁποῖοι δὲν εὑρίσκονται εἰς τὴν εὐ-
999τυχῆ αὐτὴν θέσιν, καὶ θέλουν διὰ μιᾶς μετοχικῆς ἐπιχειρή-
1000σεως νὰ ἐξασφαλίσωσι τὸν ἄρτον, ὅταν ἡ ἡλικία ἢ ἄλλη περί-
1001στασις δὲν τοῖς ἐπιτρέπῃ πλέον νὰ πολιτεύωνται. Μὲ λύπην
1002μου δὲ παρετήρησα ῥήτορας καὶ μάλιστα νέους, οἱ ὁποῖοι ἀνα-
1003τροφὴν καὶ παιδείαν μᾶλλον ἐπιμελημένην ἀπὸ ἡμᾶς ἔλαβον,
1004νὰ δεικνύωσι διαγωγήν, ἡ ὁποία δὲν περιποιεῖ μεγάλην τιμὴν
1005εἰς τὰ αἰσθήματά των, νὰ μεταχειρίζωνται δὲ σοφίσματα καὶ
1006τὰ τυχαῖα ἐκεῖνα καὶ ἀγενῆ στρεψόδικα μέσα, τὰ ὁποῖα μετα-
1007χειρίζεται ὁ τελευταῖος δικολάβος· θέλουν νὰ ἐμποδίσουν μήπως
1008οἱ ἀντίπαλοί των ἔχουν ἄρτον μετὰ τὴν ἀποχώρησίν των
1009ἢ ἴσως πιστεύουν, ὅτι διὰ τῆς ἀπορίας δύνανται νὰ τοὺς
1010καταβάλουν, καὶ τοῦτο προδίδει, ὅτι δὲν ἔχουν πολλὴν
1011πεποίθησιν εἰς τὴν ἱκανότητα αὑτῶν.
1012Ὁ προλαλήσας ἠθέλησε νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι τοῦ ἑνὸς ἔτους ἡ
1013προκαταβολὴ λαμβάνεται διὰ μιᾶς, ἀλλ’ ἐγὼ ἔχω πρόχειρον
1014παράδειγμα τὸ μετοχικὸν ταμεῖον τῶν πολιτικῶν ὑπαλλή-
1015λων· πληρώνει ἕκαστος 14 δραχ. κατὰ μῆνα, ἤτοι 168 κατ’
1016ἔτος, καὶ ἐν τούτοις μετὰ 12 ἔτη λαμβάνει 1270 δραχ.· ὅ
1017ἐστὶν ὅσα πληρώνει εἰς μίαν δωδεκαετίαν, τὰ λαμβάνει εἰς ἓν
1018ἔτος· ἐὰν τὸ ταμεῖον ἐκεῖνο ἐχρεοκώπησεν ἢ ὄχι, ἂς λάβουν τὴν
1019καλωσύνην νὰ ἀναζητήσουν εἰς ποίαν ἀνθηρὰν κατάστασιν εὑρί-
1020σκεται. Ἐπαναλαμβάνουν, αἱ διακόσιαι δραχ. αἱ ὑποβαλλόμε-
1021ναι εἰς τοὺς ὑποψηφίους εἶναι ἀντισυνταγματικὸς φόρος.....
1022Καὶ ἐν τούτοις οἱ κύριοι οὗτοι ἔρχονται ἐδῶ καὶ μᾶς ἐπανα-
1023λαμβάνουν τὴν ἀντισυνταγματικότητα τοῦ Νόμου. Λυποῦμαι
1024διότι μᾶς ἐπροκάλεσαν καὶ πρὸ πάντων οἱ νέοι νὰ ἔλθωμεν
1025εἰς τοιαύτας ἀναλύσεις καὶ συζητήσεις, αἵτινες κινδυνεύουσι
1026νὰ καταλύσουν τὴν ὑπόληψιν τοῦ Σώματος, καὶ αὐτὸ δ’ ἐπι-
1027διώκουν διὰ τῶν λόγων των, τὸ λέγω ἐλευθέρως.
1028§113ΠΟΛΥΛΑΣ. Κύριοι, δὲν ἤθελον λάβει μέρος εἰς τὴν συζή-
1029τησιν, ἂν δὲν προέβλεπον, ὅτι ὀρθὴ θὰ ἦναι δυστυχῶς, κατ’
1030ἐμέ, ἡ διάγνωσις, τὴν ὁποίαν ἔκαμε περὶ τῆς γνώμης τῆς
1031Βουλῆς ἓν τῶν μελῶν τοῦ κοινοβουλίου. Ἐκήρυξεν ἀπὸ τῆς
1032ἀρχῆς τῆς συνεδριάσεως ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν οἰκο-
1033νομικῶν, ὅτι ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου φαίνεται ἤδη ἐκ-
1034πεφρασμένη ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς, ἑπομένως, νομίζω, ὅτι θὰ
1035ἦναι ματαιοπονία νὰ προσθέσω ἕτερα ἐπιχειρήματα εἰς ὅσα
1036ἀνεπτύχθησαν λίαν εὐγλώττως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου
1037κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου ὡς ἀντισυνταγματικοῦ καὶ
1038ἀντιβαίνοντος εἰς τὴν ἀποστολήν του καὶ εἰς τὴν ἀξιοπρέπειαν
1039τῆς Βουλῆς. Ἐπειδὴ δὲ προβλέπω, ὅτι δύναται καὶ δι’ ἀνα-
1040στάσεως νὰ ψηφισθῇ, ἔχω καθῆκον πρὸς τοὺς ἐντολεῖς μου νὰ
1041κάμω γνωστὴν τὴν κατ’ αὐτοῦ γνώμην μου· λέγω δὲ, ὅτι εἶ-
1042μαι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, διότι εἶναι προφανές, ὅτι περιορί-
1043ζει τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκλογίμου καὶ ἀποκαθιστᾷ τάξιν προνο-
1044μιούχων ἐν τῷ Κράτει, ἔχω δὲ εἰς τοῦτο συνήγορον ἁπλοϊκὸν
1045ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ συνάδελφός μου ἐκ τῆς αὐτῆς
1046νήσου, ἄνθρωπον, ὅστις, προβλέπων, ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ
1047θὰ τὸν ἐμποδίσῃ νὰ παρουσιασθῇ ὡς ὑποψήφιος, ἐν τῇ
1048ἐκθέσει τῆς ἐπιτροπῆς διεφώνησεν, ὁ κ. Θ. Ζερβὸς
1049λέγων, ὅτι διαφωνεῖ ὡς πρὸς τὴν καταβολὴν τῶν
1050200 δραχμῶν. Αὐτὴ, κύριοι, ἡ ἁπλουστάτη διαφωνία σᾶς ἐ-
1051ξηγεῖ ποῖον εἶναι τὸ αἴσθημα τοῦ λαοῦ ἀπέναντι τοῦ νομο-
1052σχεδίου τούτου· βεβαίως θὰ εἴπῃ ὁ ἀγροτικὸς λαὸς τῆς Ἑλ-
1053λάδος, ὅτι θέλετε ν’ ἀποκλείσητε τοὺς ἀπόρους ἀπὸ τὸ στάδιον
1054τὸ πολιτικὸν, εἰς τὸ ὁποῖον τοὺς εἰσάγει τὸ Σύνταγμα, μο-
1055λονότι ἴσως δὲν ἔχουν ὅλα τὰ προσόντα τὰ διανοητικὰ, ἀλλὰ
1056τὸ Σύνταγμα καθιέρωσε τοῦτο, διότι ἔχομεν μίαν Βουλὴν, ἐν
1057ᾗ πρέπει νὰ ἀντιπροσωπεύωνται ὅλαι αἱ τάξεις τῆς κοινω-
1058νίας, ἑπομένως θεωρῶ τὸ νομοσχέδιον ἀριστοκρατικώτατον καὶ
1059οὐχὶ δημοκρατικόν, καίτοι παρά τινων δημοκρατῶν ὑποστη-
1060ρίζεται.
1061§114ΦΙΛΗΜΩΝ. Εἶναι δημοκρατικώτατον.
1062§115ΠΟΛΥΛΑΣ. Εἶναι ἀριστοκρατικώτατον, διότι θὰ εὕρητε ἐν
1063τῇ πλειονότητι τοῦ λαοῦ τῆς Ἑλλάδος πολλοὺς δυναμένους
1064μὲν νὰ ἐκτίθενται εἰς τοὺς πολιτικοὺς ἀγῶνας, ἀλλὰ μὴ δυ-
1065ναμένους νὰ καταβάλλωσι τὰς 400 δραχμάς.
1066§116ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἐγὼ δὲν ἀνήκω εἰς τὴν ἀριστοκρατίαν.
1067§117ΠΟΛΥΛΑΣ. Ἐγώ, κύριε Φιλήμων, δὲν ἀνήκω εἰς τὴν ἀρι-
1068στοκρατίαν οὔτε εἰς τὴν δημοκρατίαν, ἀνήκω εἰς τὴν τάξιν
1069τῶν τιμίων ἀνθρώπων (θόρυβος), καὶ τοιοῦτοι εὑρίσκονται εἰς
1070ὅλας τὰς τάξεις τῆς κοινωνίας. Θὰ συμβῇ δὲ ἐν τῇ Βουλῇ τὸ
1071φαινόμενον τοῦτο, ὅτι οἱ ὠφελούμενοι ἐκ τοῦ νόμου τούτου, θὰ
1072ἡσυχάσωσιν εἰς τὰς οἰκίας τῶν ἔχοντες τὴν σύνταξιν, καὶ θὰ
1073ἀποδυθῶσιν εἰς τὸν ἀγῶνα τὰ τέκνα των· οὕτω δὲ εἰς μίαν
1074καὶ τὴν αὐτὴν οἰκογένειαν θὰ ὑπάρχῃ καὶ ἡ βουλευτικὴ ἀπο-
1075ζημίωσις καὶ ἡ σύνταξις.
1076Οἱ νόμοι, κύριοι, γίνονται πρὸς θεραπείαν ἀναγκῶν σπου-
1077δαίων, καὶ ἐγὼ, ὅστις δὲν γνωρίζω πολὺ τὰ τῆς διοικήσεως
1078τῆς Ἑλλάδος, γνωρίζω ἐξ ἀκοῆς, ὅτι ἔχετε πρὸ πολλοῦ συστη-
1079μένην ἐπιτροπὴν, ὅπως ἀνακουφίσῃ τοὺς ἀγωνιστὰς τοῦ 1821·
1080ἐν τούτοις δὲν ἐφροντίσατε σεῖς οἱ θαυμάζοντες, ὡς θαυμάζω
1081καὶ ἐγὼ, τὸν ἐθνοσωτήριον ἀγῶνα, νὰ φέρητε πρότασιν, ὅπως
1082καθαρισθῇ ἡ θέσις ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι πένονται καί τινες τῶν
1083ὁποίων ἀναβαίνουν πολλάκις τὰς κλίμακας τοῦ Βουλευτηρίου,
1084ὅπως ζητήσωσιν ἀνακούφισιν· τοῦτο ὀφείλετε νὰ προτάξητε
1085πρὶν ἢ σκεφθῆτε περὶ τῆς ζωαρκείας ὑμῶν αὐτῶν διὰ τὰ γη-
1086ρατεῖα. Ἂν σᾶς τιμᾷ ἡ ἐπαρχία, δύναται νὰ σᾶς ἀνακουφίσῃ,
1087ἐὰν ἀναγνωρίσῃ, ὅτι πατριωτικῶς τὴν ὑπηρετήσατε, οὐχὶ δὲ
1088νὰ ἔρχησθε νὰ ζητῆτε ἀπὸ τὸ ἔθνος ὅλον νὰ βραβεύσῃ ἀνθρώ-
1089πους ἐν ἀγνοίᾳ ἂν ὑπηρέτησαν τὸ ἔθνος ἢ ἂν δὲν τὸ ὑπηρέ-
1090τησαν.
1091Κύριοι, εἶχον καθῆκον νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου, διότι
1092οἱ ἐντολεῖς μου δὲν μὲ ἔστειλαν ἐδῶ νὰ ψηφίσω ὑπὲρ ἐμοῦ
1093αὐτοῦ σύνταξιν· ἂν δὲ ἡ μεγάλη πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς
1094ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὴν οἰκτείρω, διότι ἀλλοίμονον
1095εἰς τὴν βουλὴν ἐκείνην, τῆς ὁποίας ἡ πλειονοψηφία ἀντιστρα-
1096τεύεται εἰς τὴν κοινὴν γνώμην τοῦ τόπου.
1097§118ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἶναι τοῦ συρμοῦ, φαίνεται, κατὰ τὴν
1098Σύνοδον ταύτην εἰς τὰς λέξεις, τὰς ὁποίας ἐκφέρομεν, νὰ μὴ δί-
1099δωμεν καμμίαν προσοχήν, νὰ μὴ ἐξετάζωμεν ἂν ἐπιτρέπηται
1100εἰς κοινοβουλευτικοὺς ἄνδρας ν’ ἀναζητῶσιν εἰς τὸ λεξικὸν
1101λέξεις, αἵτινες οὐδέποτε ἠκούσθησαν. Συζητοῦμεν Νομοσχέδιον,
1102πάντες δὲ καὶ οἱ ὑπὲρ καὶ οἱ κατὰ ἔχουσι δικαίωμα νὰ τὸ
1103συζητήσωσι, νὰ τὸ ἀνατάμωσιν ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις, ν’ ἀπο-
1104δείξωσιν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ψηφισθῇ ἢ ὅτι πρέπει νὰ ψηφισθῇ.
1105Αἱ λέξεις αἱ ἐκτὸς τοῦ σκοποῦ προφερόμεναι δὲν εἶναι λέξεις
1106ἄξιαι Βουλευτῶν, δὲν πρέπει οἱ ἀγορεύοντες ἀπὸ τοῦ βήματος
1107νὰ ἐπιδιώκωσι μόνον τὴν ἐπιδοκιμασίαν τοῦ πλήθους, ἀλλὰ
1108πρέπει σπουδαίως νὰ ἐκφράσωσι τὰς πεποιθήσεις των, χάριν
1109ἑαυτῶν καὶ τοῦ συζητουμένου ἀντικειμένου.
1110Ἤμην καὶ εἶμαι ὑπὲρ τοῦ Νομοσχεδίου, ὅπως μάλιστα πα-
1111ρουσιάζεται σήμερον, ἀπορῶ δὲ διατί γίνεται τόσος θόρυβος.
1112Μήπως ἐζήτησαν οἱ Βουλευταὶ νὰ θέσωσι χεῖρα εἰς τὸ Δημόσιον
1113Ταμεῖον, καὶ ἦλθον τινὲς νὰ τὸ προφυλάξωσιν ἀπὸ τὴν βέβηλον
1114χεῖρα; Δὲν ἠθελήσαμεν εἰμὴ νὰ μεριμνήσωμεν καὶ περὶ τῆς
1115καταστάσεως τῶν πολιτευομένων, καὶ νὰ μὴ ζητῶμεν, ὅπως
1116εἰς τὸ γῆρας αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, ἔχοντες μάλιστα δικαιώματα
1117εἰς τὴν εὐγνωμοσύνην τοῦ ἔθνους, ὀρέγωσι τὴν χεῖρα εἰς
1118τοὺς ἑκάστοτε Ὑπουργοὺς ἢ πρὸς τοὺς ἑκάστοτε τμημα-
1119τάρχας ὅπως λάβωσι βοήθειαν, ἵνα ζήσωσι τὰ πεινῶντα
1120καὶ γυμνητεύοντα τέκνα των. Χθὲς ἀπέθανεν ὁ Καραγιαν-
1121νόπουλος, ὁ Δανόπουλος. Ἐρωτήσατε, εἰς ποίαν κατάστα-
1122σιν εὑρίσκονται αἱ οἰκογένειαι αὐτῶν! ἐρωτήσατε, ὅταν ἡ
1123σύζυγος ἔκλειε τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ ἀνδρός της, ἂν ἐθρήνει πλέον
1124αὐτόν, ἢ ἐθρήνει ἐνθυμουμένη τὸν ἄρτον, τὸν ὁποῖον δὲν εἶχε
1125νὰ δώσῃ τὴν ἑπομένην ἑσπέραν εἰς τὰ τέκνα της!
1126Ἀλλὰ τὸ ζήτημα μᾶς λέγουν, ὅτι εἶναι ἀντισυνταγματικὸν,
1127φόρος καὶ φόρος νέος ἐπιβάλλεται παρὰ τὸ Σύνταγμα, ἐπέμειναν
1128δὲ ἐπὶ πολὺ ν’ ἀποδείξωσιν, ὅτι ὁ φόρος εἶναι ἀντισυνταγματι-
1129κός. Μὰ τὴν ἀλήθειαν δὲ, μὲ ὅλην τὴν προσοχὴν, τὴν ὁποίαν ἔδωκα
1130εἰς ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἀνέπτυξαν, δὲν ἠδυνήθην νὰ
1131πεισθῶ, ὅτι τοῦτο εἶναι φόρος. Καὶ χθὲς ἐν παρόδῳ εἶπον καὶ σή-
1132μερον ἐπαναλαμβάνω, ὅτι αὐτὸ τοῦτο ἐγένετο διὰ τοῦ Νόμου, ὁ
1133ὁποῖος κανονίζει τὰς συντάξεις τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων. Ὁ κ.
1134Καλλιφρονᾶς, ὁ κ. Ἀντωνόπουλος, ὁ κ. Στεφανόπουλος, ἐγὼ καὶ διά-
1135φοροι ἄλλοι, τοὺς ὁποίους δὲν ἐνθυμοῦμαι, δὲν κατέβαλον εἰς τὸ
1136Ταμεῖον τῶν πολιτικῶν συντάξεων κεφάλαια, τὰ ὁποῖα εὑρίσκον-
1137ται ἐκεῖ πρὸ 15 ἐτῶν! Καὶ ἂν τὰ κεφάλαια τὰ εἴχομεν κατα-
1138βάλει εἰς μίαν Τράπεζαν, δὲν ἠθέλομεν ἔχει σήμερον ἓν κεφά-
1139λαιον ἀρκετὰ σημαντικόν; Μᾶς ὑπεχρέωσεν ὁ Νόμος, καὶ ἂν
1140δὲν διηνύσαμεν ὁλόκληρον τὸν χρόνον τῆς συντάξεως, οὐχ ἧτ-
1141τον κατεβάλομεν πρὸς ἀποκατάστασιν τῶν μελλόντων συν-
1142ταξιούχων. Οἱ ἀνθρώπινοι Νόμοι εἰσὶν ἀτελεῖς. Ὑπηρετεῖ τις
114319 ἔτη καὶ ἀποθνήσκει, κατέβαλεν εἰς τὸ Ταμεῖον, καὶ ὅμως
1144τὰ τέκνα του δὲν λαμβάνουν τίποτε. Τοῦτο δὲν εἶναι ἄδικον;
1145Ἀλλ’ αὐτὸ ἔχουσιν οἱ ἀνθρώπινοι Νόμοι, ἡ ἄκρα δικαιοσύνη
1146εἶναι ἀδύνατον νὰ εὑρεθῇ. Αὐτὸ τοῦτο γίνεται καὶ διὰ τῆς
1147ἐπιβολῆς τῶν 200 δραχμῶν εἰς τοὺς ὑποψηφίους, οἵτινες ἀ-
1148ποδύονται εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα, τουτέστι διὰ τὴν τάξιν
1149τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, ὑπὲρ ὧν ψηφίζεται τὸ Νομοσχέδιον.
1150Ὅπως εἰς τὴν μίαν τάξιν ἔχομεν τοὺς ὑπαλλήλους, οὕτως εἰς
1151τὴν ἄλλην ἔχομεν τοὺς Βουλευτὰς καὶ ὑποψηφίους. Οὐδεὶς ἐ-
1152φαντάσθη πότε νὰ εἴπῃ, ὅτι τὸ Νομοσχέδιον εἶναι ἀντισυνταγ-
1153ματικὸν, ἀλλ’ ἐπεκράτησεν ἔθιμον, ὅτι ὅ,τι γίνεται διὰ τοὺς
1154πολιτευομένους, εἶναι κακὸν, εἶναι ἄδικον. Μᾶς λέγουν: θὰ περι-
1155ορίσητε τὸν ἀριθμὸν τῶν παρουσιαζομένων εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς
1156ἀγῶνας. Ἀλλ’ εἶναι τοῦτο ἀληθές; Ἐρωτῶ τὴν πεῖράν σας
1157ἂν δύναται σπουδαίως νὰ ὑποστηριχθῇ τοιαύτη ἰδέα· ὄχι.
1158Μὲ τὸν τελευταῖον Νόμον πληρώνομεν 200 δραχμὰς διὰ τὰ
1159ἐκλογικὰ εἴδη, ἀλλὰ μὲ τὸν παλαιότερον ἐπληρώναμεν 500·
1160καὶ τίς ποτε ἐφαντάσθη, ὅτι, ἕνεκα τῆς καταβολῆς ταύτης,
1161ἤθελε παραιτήσει τὸ πολιτικὸν στάδιον εἰς τὸν ἀντίπαλόν
1162του; Ἂν αὐτὸ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον εἴχομεν πρότερον, ἠθέ-
1163λομεν παραδεχθῆ, καὶ εἰπεῖ, ὅτι αἱ 200 δραχμαὶ εἰσέρχονται
1164εἰς τὸ δημόσιον Ταμεῖον διὰ τὰ ἐκλογικὰ εἴδη, αἱ δὲ λοι-
1165παὶ εἰς τὸ μετοχικὸν, ἰδοὺ ὅτι ἔχομεν αὐτὸ τοῦτο, τὸ ὁποῖον
1166διατάσσει σήμερον ὁ Νόμος.
1167Μᾶς εἶπον προσέτι, ὅτι δεσμεύει τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ, καὶ
1168δεσμεύει τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ, διότι ὁ λαὸς σήμερον ἔχει τὸ
1169δικαίωμα νὰ κάμῃ τὰς προτάσεις, τουτέστιν οἱ 12 πολῖται.
1170Ἀλλ’ ὅταν νομοθετῶμεν, πρέπει νὰ λέγωμεν ἀκριβῶς ὅ,τι συμ-
1171βαίνει. Τίς ποτε κατέβαλε διὰ τὴν κάλπην μας παρὰ ἡ τσέπη
1172μας;
1173§119ΡΑΛΛΗΣ. Διὰ τὸν κύριον Φιλήμονα οἱ ἐκλογεῖς.
1174§120Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἶναι μοναδικὸν παράδειγμα.
1175§121ΦΙΛΗΜΩΝ. Δὲν πιστεύω νὰ ὑποθέτῃ τις, ὅτι δὲν ἤμην εἰς
1176κατάστασιν νὰ καταβάλω 200 δραχμάς· ἐθεώρησα ὅμως τὴν
1177πρότασιν τῶν ἐκλογέων, νὰ πληρώσωσι τὴν κάλπην μου, ὡς
1178καλὴν ἀρχὴν, ἡ ὁποία νὰ εἰσαχθῇ, ὅπως ὑπάρχει καὶ ἐν Ἀγ-
1179γλίᾳ, Γαλλίᾳ καὶ εἰς ὅλα τὰ ἐλεύθερα Κράτη· οἱ ἐκλογεῖς ὑ-
1180φίστανται τὰς δαπάνας.
1181§122Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἂν οἱ ἐκλογεῖς, κύριε Ῥάλλη, ἀναγνω-
1182ρίζοντες τὴν ἔκτακτον ἱκανότητα ὑποψηφίου τινος συνεισφέ-
1183ρουν 200 δραχμάς, μὴ πιστεύετε, ὅτι θ’ ἀποδειλιάσουν νὰ προσ-
1184φέρουν καὶ ἄλλας τόσας.
1185Ὁ κ. Μεσσηνέζης ὁμιλῶν χθὲς, ἀνεγνώρισεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει
1186μᾶλλον γλίσχρος ἀποζημίωσις ἀπὸ τὴν τοῦ Βουλευτοῦ καὶ ἔ-
1187χει δι’ ἐλπίδος, ὅτι τάχιστα θέλει ἔλθει συνέλευσις νὰ διορθώ-
1188σῃ τὸ κακόν. Ἤθελον εἰπεῖ εἰς τὸν κ. Μεσσηνέζην κοινήν τινα
1189παροιμίαν: «Πίστεψε λαγοῦ καὶ κάλεσε κουμπάρους.» Ἡ συ-
1190νέλευσις, ἣν νομίζετε, ὅτι τάχιστα θέλει ἔλθει, ἂς ἔλθῃ, ἀλλὰ
1191δόσατε τέλος πάντων ἓν δικαίωμα καὶ μίαν ἐλπίδα εἰς τοὺς
1192ἀνθρώπους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀφιέρωσαν ὁλόκληρον τὴν ζωήν
1193των εἰς τὰ πράγματα τῆς πολιτείας, ἡμεῖς θέλομεν παντοῦ νὰ
1194φέρωμεν table rase, ἰσότητα πανταχοῦ· διατί δὲν θέλετε νὰ
1195ἐξισώσητε τὸν πολιτευόμενον πρὸς τὸν τελευταῖον ὑπάλληλον;
1196διατί νὰ μὴ ἐξασφαλίσητε εἰς τὰ δυστυχῆ τέκνα τοῦ πολι-
1197τευομένου ὀλίγον ἄρτον, ὅταν οὗτος ἀποθάνῃ, ἢ γηράσῃ καὶ
1198κατασταθῇ ἀνίκανος; Ἄλλοτε οἱ πολιτευόμενοι ἐλάμβανον
1199θέσιν ἐν τῇ Γερουσίᾳ, ἡμεῖς σήμερον ἔχομεν μόνον τὴν Βου-
1200λὴν, καὶ παρουσιαζόμεθα καὶ λέγομεν εἰς τοὺς ἀνθρώπους ἐκεί-
1201νους, οἱ ὁποῖοι ἀπέκτησαν τὰ προσόντα τοῦ γερουσιαστοῦ, δό-
1202σατε ἐκ τῶν καταβολῶν τοῦ 100 δραχμῶν χορήγημα· τὸ νο-
1203μοσχέδιον προσκρούει εἰς τὸ ὁμοούσιον, ἐξευτελίζει τὸ σῶμα,
1204τοὺς πολιτευομένους, ὅτι ξεσχίζει τὸ Σύνταγμα, εἶναι ἡ ἀ-
1205πάντησις.
1206Εἴπετε, ὅτι περιορίζει τὸ δικαίωμα τῶν ἐκλογέων τοῦ νὰ
1207προτείνουν οὕς τινας θέλουν καὶ ὅτι περιορίζεται ὁ ἀριθμὸς τῶν
1208ὑποψηφίων· δὲν εἶναι ἀληθές. Ἐντὸς τοῦ βουλευτηρίου τούτου
1209ὑπάρχουν ἄνδρες, οἵτινες πρὸ καιροῦ ἤθελον ἀποδυθῆ εἰς τὸν
1210ἀγῶνα, καὶ τῶν ὁποίων τὰ φῶτα ἤθελον ὠφελήσει, ἀλλὰ διό-
1211τι ἐνταῦθα δὲν ἔσχον μέλλον, διότι γνωρίζουν, ὅτι δὲν ὑπάρχει
1212καμμία πολιτικὴ ἀποκατάστασις, ἐξησφάλισαν πρῶτον ἀλλα-
1213χόθεν τὴν σύνταξίν των, καὶ ἔπειτα προσῆλθον νὰ προσφέρουν
1214τὰ φῶτά των. Διατί νὰ στερηθῶμεν ἐπὶ τοσοῦτον τῶν φώτων
1215αὐτῶν; Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι τὸ σύστημα τὸ ἰδικόν μας δίδει
1216μεγαλειτέραν ἐλευθερίαν εἰς τὴν παλαίστραν τὴν πολιτικὴν
1217καὶ μεγαλείτερον κύκλον εἰς τοὺς ἐκλογεῖς ν’ ἀναζητῶσι τοὺς
1218ὑποψηφίους. Ἀλλ’ ἔρχεται κατόπιν τὸ ζήτημα τὸ οἰκονομικὸν,
1219καὶ ἔχομεν ἀνάγκην νὰ κάμωμεν λογαριασμούς τινας, διότι,
1220κατὰ τοὺς λογαριασμοὺς τοῦ κ. Ῥάλλη, τὸ ταμεῖον εἶναι χαμέ-
1221νον ἀπὸ τῆς αʹ ἡμέρας. Εἴμεθα, κύριοι, 209 βουλευταί, ἀπὸ
1222200 δραχμὰς ἔχομεν 41,800 κατὰ πᾶσαν Σύνοδον.
1223§123ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν θὰ καταβάλουν ὅλοι.
1224§124ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Αἱ 200 εἶναι ὑποχρεωτικαί (θόρυβος.) Δι-
1225ότι, ἂν δὲν ἦναι ὑποχρεωτικαί, δὲν καταλαμβάνω τί νομοσχέ-
1226διον εἶναι αὐτό (θόρυβος).
1227Ὅστις δὲν καταβάλει, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα. Ὑποθέσατε
1228ὅτι ἔχομεν ἐκλογὴν, καὶ βεβαίως, καθὼς γνωρίζομεν, θὰ ὑπάρ-
1229χουν 550 ἢ μᾶλλον 600 ὑποψήφιοι· δύω λοιπὸν ἐπὶ 6=12·
1230ἄρα 120 χιλ. δραχ. θὰ ἔχωμεν διὰ τὸ ταμεῖον διὰ μίαν τε-
1231τραετίαν, ἂν καὶ ἦναι σπάνιον εἰς τὴν Ἑλλάδα ἡ περίοδος
1232νὰ διαρκέσῃ 4 ἔτη, μόνον δὲ ἓν ἔχομεν μοναδικὸν παράδειγμα.
1233Τί θέλετε τώρα; θέλετε εἰς τὸν νόμον αὐτὸν νὰ λάβουν μέρος
1234150 βουλευταί;
1235§125ΤΙΝΕΣ. Ὅλοι θὰ λάβουν.
1236§126Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἢ θέλετε, ὅτι θὰ λάβουν μέρος 100 μόνον;
1237ἢ θέλετε νὰ ὑπολογίσωμεν ὅλους; Ἐὰν θέλετε νὰ κάμωμεν ὑπο-
1238λογισμὸν ἐπὶ ὅλων, θὰ ἔχωμεν 120 χιλ. δρ. ἅπαξ, πρὸς τούτοις
1239δὲ 42 χιλ. κατ’ ἔτος, θὰ ἔχωμεν δὲ καὶ 100 βουλευτὰς, οἱ ὁ-
1240ποῖοι θὰ καταβάλουν ἀπὸ 2 χιλ. δρ., καὶ θὰ ἔχωμεν 200 χι-
1241λιάδας· λοιπὸν 120 χιλ. 200 χιλ., καὶ 41,80 πόσαι γίνονται;
1242361,80. Ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας, ὅτι ἐπὶ 5 ἔτη, ἐὰν καταβάλω-
1243μεν αὐτὰς τὰς 200 δραχ., θὰ ἔχωμεν ἓν κεφάλαιον ἀρκετὰ
1244μέγα, θὰ ἔχωμεν δὲ καὶ τοὺς τόκους τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα
1245κατατίθενται καὶ μὲ τὰ ὁποῖα θ’ ἀγοράσωμεν χρεώγραφα. Λέ-
1246γω λοιπὸν οἱ Βουλευταὶ, οἱ ὁποῖοι θὰ ὑποβληθοῦν εἰς σύντα-
1247ξιν, θὰ ἦναι ὀλίγοι, κ. Καράλη, καὶ σᾶς δίδω τὸ δικαίωμα ν’ ἀ-
1248παριθμήσητε σήμερον τοὺς Βουλευτὰς τοὺς ἔχοντας δικαίωμα
1249συντάξεως τοὺς ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, ἔχετε δὲ ὑπ’ ὄψιν σας, ὅτι
1250οὐδέποτε ἄλλοτε ἀπεκλείσθη περισσότερος ἀριθμὸς βουλευτῶν
1251παλαιῶν, καὶ θὰ ἰδῆτε, ὅτι αὐτοὶ δὲν εἶναι οὔτε 40. Ἐὰν θέλῃς
1252λοιπὸν κατὰ μέσον ὅρον, ἀπὸ τὰς 150 χιλ. ἔχομεν νὰ πληρώ-
1253νωμεν 70 χιλ. κατ’ ἔτος, 80, 90. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια, διότι
1254μὴ νομίσητε, ὅτι ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ζητοῦμεν νὰ ἐπιψηφίσητε τὸ
1255νομοσχέδιον, ἔχομεν σκοπὸν ν’ ἀπομακρυνθῶμεν τῆς πολιτικῆς
1256διὰ τὴν σύνταξιν τῶν 100 ἢ 200 δραχμῶν. Ἐν ὅσῳ ὑπάρχει
1257δάκρυ εἰς τοὺς ὀφθαλμούς μας καὶ δυνάμεθα νὰ κινώμεθα καὶ
1258βλέπωμεν, τὸ στάδιον δὲν τὸ παραιτοῦμεν, οὐχ ἧττον ὅμως,
1259ὅταν ἀποθάνωμεν, θέλομεν ν’ ἀφήσωμεν εἰς τὰ τέκνα ἡμῶν καὶ
1260τὰς χήρας νὰ ἔχωσι μίαν παρηγορίαν. Θέλομεν, ὅταν τυφλω-
1261θῶμεν, ὅταν δὲν ἤμεθα εἰς κατάστασιν νὰ κινώμεθα, νὰ ἔχωμεν
1262βέβαιον ὄχι βίον ἄνετον, ἀλλ’ ἁπλῶς ἄρτον, διότι 100 δραχμαὶ
1263καὶ 200 δὲν δίδουν ἄνετον βίον, ἀλλ’ ὀλίγον ἄρτον. Ἄλλως
1264τε, κύριοι, τί φόβος εἶναι αὐτός; διατί ἐξηγέρθη μία φωνὴ κατὰ
1265τοῦ νομοσχεδίου τόσον ἰσχυρὰ, τόσον ἠχηρὰ, τόσον φοβερά; Τὸ
1266νομοσχέδιον τὸ ἰδικόν μας δὲν θίγει ποσῶς τὸ δημόσιον τα-
1267μεῖον, δὲν πλησιάζει πρὸς τοῦτο· ζητοῦμεν μόνον εἰς εἰδι-
1268κὰς περιστάσεις νὰ ἔχωμεν ἐξησφαλισμένον μόνον ἄρτον καὶ
1269ξηρὸν ἄρτον. Εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς ἐπαναλάβω καὶ πά-
1270λιν, ὅτι ὁ Λύσανδρος ὁ Βιλαέτης ἔχων τόσα δικαιώματα
1271εἰς τὸν τόπον ὀρέγει τὴν χεῖρα; Καὶ σεῖς μεριμνᾶτε ὑπὲρ τοῦ
1272Δημοσίου ἢ ἡμεῖς; Ἡμεῖς οἵτινες δι’ ἐπιβολῆς φόρου εἰς ἡμᾶς
1273τοὺς ἰδίους θὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν τάξιν αὐτὴν τῶν ἀνθρώπων,
1274διότι δὲν θέλομεν ν’ ἀφήσωμεν τοὺς πολιτευομένους, ὅταν φθά-
1275σωσιν εἰς τὴν τελευταίαν ἔνδειαν τοῦ νὰ μὴ ἔχωσι τὸν ἄρτον
1276των, ὅπως στερῆται τούτου ὁ Βιλαέτης, εἷς τῶν πρώτων ἀν-
1277δρῶν τῆς Πελοποννήσου, νὰ μεταβαίνουν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον
1278καὶ νὰ ζητοῦν νὰ λάβουν ἓν βοήθημα, καὶ τὸ βοήθημα αὐτὸ
1279πόθεν θὰ τὸ λάβουν εἰμὴ ἀπὸ τὸ Δημόσιον Ταμεῖον; Ἡμεῖς λέ-
1280γομεν, ὅτι τὸ ποσὸν νὰ τὸ καταβάλωμεν ἡμεῖς, καὶ ὅστις ἀπο-
1281κτήσῃ τὸ δικαίωμα, νὰ προσέλθῃ νὰ τὸ λάβῃ ὡς δικαίωμά του,
1282καὶ ὄχι ὡς βοήθημα καὶ ἐλεημοσύνην προσφερομένην ἀπὸ τὸν
1283Ὑπουργόν.
1284Προχθές, κύριοι, ἀπέθανεν συνάδελφός μας, ὁ Δαρειώτης· ἦλθε
1285Νομοσχέδιον ἐντὸς τῆς Βουλῆς αὐτῆς καὶ τοῦ ἐδώκαμεν σύν-
1286ταξιν πρὸς ἀνακούφισιν τῶν ἀναγκῶν του 250 δραχμὰς κατὰ
1287μῆνα, διότι ὡς πολιτευόμενος ἀπὸ πλούσιος δὲν εἶχεν οὔτε μίαν
1288δραχμήν· ὅτε ἠσθένησεν, ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἐπὶ 12 ἔτη ὑπηρέ-
1289τησεν ὡς νομάρχης καὶ ἐπὶ 15 ὡς Βουλευτὴς, ὅταν προσεβλήθη
1290ἀπὸ ἀποπληξίαν, δὲν εἶχε κηρὸν ν’ ἀνάψῃ, ὅπως τὸν εὕρουν
1291ποῦ κεῖται· καὶ ἐν τούτοις αὐτοὶ οἱ ἴδιοι, οἵτινες ἔδωκαν τὴν
1292σύνταξιν ἀπὸ τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, φρονοῦν, ὅτι αὐτὴ ἡ σύν-
1293ταξις ἐδόθη ὡς ἐλεημοσύνη. Ἐπίσης τοῦτο συνέβη καὶ εἰς τὴν
1294οἰκογένειαν τοῦ μακαρίτου Ῥαπτάκη. Διατί λοιπὸν ὅλη αὐτὴ
1295ἡ τάξις τῶν ἀνθρώπων, ὅταν φθάσῃ εἰς τὴν θέσιν τοῦ Ῥαπτάκη
1296καὶ Δαρειώτη, νὰ μὴ ἔχῃ σύνταξίν τινα ἐξ ἰδίων καταβολῶν,
1297παρὰ νὰ τοὺς παραπέμπητε εἰς τὸ ταμεῖον τῶν βοηθημάτων;
1298Βλέπω λοιπόν, ὅτι τὸ Νομοσχέδιον δὲν εἶναι ἀντισυνταγμα-
1299τικόν, ὅτι τὸ Δημόσιον δὲν ἀναλαμβάνει καμμίαν ὑποχρέωσιν,
1300ὅτι δὲν ἐπιβάλλεται οὐδεὶς φόρος· ἀπεναντίας μάλιστα θεωρῶ τὸ
1301Νομοσχέδιον ὡς σωτήριον, τὸ ὁποῖον ὄχι μόνον θέλει κάμει, ὅπως
1302εἶπεν ὁ κ. Ἰακωβᾶτος τοὺς Βουλευτὰς δούλους, ἀλλὰ τοὐναν-
1303τίον ἀνεξαρτήτους, διότι ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι ἀνεξάρτητος, ὅταν
1304ζητῇ ἀπὸ ἄλλον, ἀλλ’ ὅταν αἰσθάνεται, ὅτι ἔχει ταμεῖον, ἐκ
1305τοῦ ὁποίου δύναται δικαιωματικῶς νὰ ἔχῃ τὸν ἄρτον ἡ χήρα
1306καὶ τὰ ὀρφανὰ αὐτοῦ, ὅταν καταστῇ ἀνίκανος.
1307§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Ζερβὸς ἔχει τὸν λόγον.
1308§128Θ. ΖΕΡΒΟΣ. Ὀλίγας λέξεις θὰ εἴπω. Μολονότι ἐγώ, κύριοι,
1309ἔχω τὸ δικαίωμα τῶν 8 βουλευτικῶν συνόδων, εἶμαι κατὰ τοῦ
1310Νομοσχεδίου, διότι τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι σκανδαλῶδες.
1311Τὸ Νομοσχέδιον ἔγεινεν ἀντικείμενον συζητήσεως εἰς ὅλον τὸν
1312κόσμον.
1313§129ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι αὐτὸ εἶναι πονηρία σου.
1314§130Θ. ΖΕΡΒΟΣ. Σᾶς τὰ χαρίζω ὅλα, δὲν θέλω τίποτε· (Θόρυ-
1315βος.) Δὲν βλέπω κύριοι, καθ’ ἑκάστην παρὰ νεωτερισμοὺς· εἰς
1316ἕκαστον νόμον, ὅπου προτείνεται ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου,
1317ὑπάρχει νεωτερισμός· ὅποιος θέλει νὰ καινοτομήσῃ θέσιν τινὰ,
1318διὰ νὰ ὑπερασπισθῇ τοὺς ἀνθρώπους του, φέρει καὶ ἕνα νόμον
1319εἰς τὴν Βουλήν. Δὲν ἠμπορῶ νὰ καταλάβω, ἐσκοτίσθη τὸ πνεῦ-
1320μά μου.
1321§131Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ κ. Ζερβὸς ἔδωκε πρῶτος τὸ παρά-
1322δειγμα, διότι ἐκηρύχθη προστάτης τῶν κυριῶν καὶ τοῦ ὡραίου
1323φύλου.
1324§132Θ. ΖΕΡΒΟΣ. Πράγματι, κύριοι, τὸ προτεινόμενον Νομοσχέ-
1325διον θὰ γείνῃ οἰκογενειακόν· ἐγὼ θὰ ἔχω σύνταξιν, καὶ ὁ υἱός
1326μου θὰ γείνῃ Βουλευτής. Δὲν ἠμπορῶ νὰ καταλάβω, συζητοῦ-
1327μεν ὅπως οἱ οἰκογενειάρχαι μέσα εἰς τὴν γωνίαν μὲ τὰ
1328παιδιά τους. Ἐγὼ ἦλθον νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου·
1329οὔτε τὰ καλὰ τοῦ νόμου θέλω, οὔτε τὰ ἀποτελέσματά του.
1330Ὁ φίλος μου κ. Πετιμεζᾶς λέγει, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι ἀφίνουν
1331εἰς τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων· μάλιστα, κύριοι, διὰ τοὺς ὑπαλλή-
1332λους τσακονώμεθα καθ’ ἡμέραν, ποῖος ν’ ἁρπάξῃ τὸν προϋπολο-
1333γισμόν, διὰ νὰ τρέφηται καὶ νὰ διασκεδάζῃ. Ἕκαστος θέλει
1334νὰ ἦναι ὑπάλληλος. Θαυμάζω, κύριοι, πῶς κάμνετε τοιαύτας
1335παραχωρήσεις, ἐνῷ ὅλοι τσακόνεσθε δι’ αὐτὸ τὸ ἀντικείμενον.
1336Πῶς θέλετε νὰ κάμητε τὸν Βουλευτὴν ὅμοιον μὲ τὸν ὑπάλλη-
1337λον; Δὲν ἠμπορῶ νὰ καταλάβω ποίας ἀρχὰς ἀκολουθοῦμεν ἐν
1338τῷ περιβόλῳ τούτῳ. Ἐὰν θέλωμεν πάλιν νὰ προστρέξωμεν εἰς
1339τὸ Δημόσιον ταμεῖον, αὐτὸ δὲν τὸ δέχομαι, ὅλα αὐτὰ ἀντίκειν-
1340ται εἰς τὴν ἐλευθερίαν τῶν ὑποψηφίων καὶ τῆς ἐκλογῆς, ἀν-
1341τίκεινται εἰς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους. Κακὰ τὰ ἐξηγεῖτε
1342σεῖς οἱ καλαμαράδες· ὅστις φέρει Νομοσχέδιον, ὅλα τὰ θέλει διὰ
1343τὸν ἑαυτόν του. Δὲν παραδέχομαι ἐγώ, κύριοι, τὴν καταστολὴν
1344τῆς ἐλευθερίας. Εἴχομεν, κύριοι, ἐλευθερίαν πράγματι εἰς τὴν
1345Ἑπτάνησον καὶ ἰδίως εἰς τὴν Κέρκυραν· ἐδῶ εἶναι φαινομενικὴ
1346ἡ ἐλευθερία· ἐκεῖ οὔτε ὁ χωροφύλαξ, οὔτε ἀξιωματικὸς ἠδύ-
1347νατο νὰ μᾶς ὁμιλήσῃ· τώρα καὶ χωροφύλαξ καὶ ἀξιωματικὸς,
1348διότι πᾶσαι αἱ ἐλευθερίαι εἶναι φαινομενικαί. Εἴχομεν Βουλὴν,
1349Γερουσίαν, Ἁρμοστὴν, 5 χιλιάδας στρατεύματα, καὶ ἤλθομεν νὰ
1350εὕρωμεν πραγματικὴν ἐλευθερίαν, καὶ εὕρομεν φαινομενικήν. Περὶ
1351τοῦ Νομοσχεδίου κυρίως λέγω, ὅτι εἶμαι κατὰ τῆς ἀρχῆς καὶ
1352τῶν καθ’ ἕκαστα, καὶ ὡς ἐκ τούτου θὰ δώσω ψῆφον κατὰ, καὶ
1353ὅλα τὰ ἄλλα σᾶς χαρίζω.
1354§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καράλης ἔχει τὸν λόγον.
1355§134ΚΑΡΑΛΗΣ. Κύριοι, δὲν πρόκειται νὰ ὁμιλήσω οὔτε περὶ
1356τοῦ ἀντισυνταγματικοῦ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν Νομοσχεδίου, οὔτε
1357περὶ τῶν ἄλλων πλημμελειῶν αὐτοῦ· θέλω μόνον δι’ ἀριθμῶν
1358νὰ καταδείξω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ ἵδρυσις τοῦ μετοχικοῦ τα-
1359μείου τῶν Βουλευτῶν ἐν διαστήματι ὀλίγων ἐτῶν εἰς οὐδὲν
1360θέλει ὠφελήσει, ἀλλὰ θέλει φέρει εἰς τὴν χρεωκοπίαν, καὶ θέ-
1361λει ἀναγκάσει τοὺς ἰδίους Βουλευτὰς νὰ ζητήσωσι τὴν βοή-
1362θειαν καὶ τὴν ἀρωγὴν τοῦ δημοσίου ταμείου.
1363Ἐπειδὴ ὁ κ. Πετιμεζᾶς σᾶς ὡμίλησε στηριζόμενος ἐπὶ ἀριθ-
1364μῶν, ἐπιτρέψατέ μοι ὅπως ἀποδείξω αὐτῷ, ὅτι οἱ ὑπολογι-
1365σμοί του ἦσαν ἀνακριβεῖς, καὶ ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς χρεω-
1366κοπίας τοῦ ταμείου εἶναι ἀναπόφευκτον. Κατὰ πρῶτον θέλω
1367λάβει ὑπ’ ὄψιν τοὺς δύω κυρίους πόρους, ἐπὶ τῶν ὁποίων στη-
1368ρίζεται τὸ Νομοσχέδιον, καὶ κατόπιν θέλω καταφύγει καὶ εἰς
1369τοὺς λοιπούς. Τίνες οἱ κυριώτεροι πόροι, τοὺς ὁποίους παρου-
1370σιάζει τὸ Νομοσχέδιον; Αἱ 200 δραχμαὶ, τὰς ὁποίας κατὰ
1371πᾶσαν τακτικὴν Σύνοδον θέλει ἕκαστος ἡμῶν καταβάλει,
1372καθὼς ἐπίσης καὶ τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν 200, τὰς ὁποίας πᾶς
1373ὑποψήφιος ὀφείλει νὰ καταθέτῃ εἰς τὸ ταμεῖον τοῦτο. Ἐν
1374τοιαύτῃ περιπτώσει, ὑπολογίζοντες ἀκριβῶς τοὺς πόρους, ὀφεί-
1375λομεν νὰ ἐξετάσωμεν ἀπὸ πότε δικαιοῦται ἕκαστος τῶν Βου-
1376λευτῶν νὰ ἀποκτᾷ δικαίωμα πρὸς σύνταξιν.
1377Κατὰ τὸ ἄρθρον 18 τοῦ παρόντος Νομοσχεδίου «Τὸ πρὸς
1378πληρωμὴν τῆς βουλευτικῆς συντάξεως δικαίωμα, κατὰ τὸν πα-
1379ρόντα νόμον, ἄρχεται ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου 1882». Κατὰ τὸ
1380ἄρθρον τοῦτο συνδυαζόμενον πρὸς τὸ ἄρθρον πρῶτον, παράγρα-
1381φος τέταρτος, ἕπεται, ὅτι εἰς τοὺς Βουλευτὰς ἐκείνους, οἵτινες
1382ὑπηρέτησαν ἐπὶ 8 ὁλοκλήρους Συνόδους, καὶ πληρώσαντας εἰς
1383τὸ ταμεῖον τὸ ποσὸν τῶν δύω χιλιάδων δραχμῶν, ὀφείλομεν
1384νὰ πληρώνωμεν δικαίωμα συντάξεως ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου
13851882. Ἔχομεν λοιπὸν πρῶτον πόρον τὰς 200 δραχμὰς, τὰς
1386ὁποίας ἕκαστος Βουλευτὴς θέλει καταβάλει κατὰ τὸ ἔτος
13871881. Ἐὰν δὲ ὑπολογίσωμεν, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν Βουλευτῶν
1388ἀνέρχεται εἰς 207, θέλομεν ἔχει ἓν ποσὸν 41,120 χιλιάδας· εἰς
1389τὸ ποσὸν τοῦτο θέλαμεν προσθέσει 50 Βουλευτὰς κατὰ μέσον ὅ-
1390ρον, οἵτινες, κεκτημένοι τὰ προσόντα, θὰ καταβάλωσιν ἀμέσως τὰς
13912,000 δρ., ὅπως ἄρξηται ἡ σύνταξίς των, ὥστε ἔχομεν καὶ ἕτε-
1392ρον ποσὸν 100 χιλιάδων, αἵτινες προστιθέμεναι εἰς τὰς 41,120
1393ἀποτελοῦσι τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν 141,120. Ἀμέσως ὅμως
1394τὴν 1 Ἰανουαρίου τοῦ 1882 θέλομεν πληρώσει 60 χιλιάδας
1395δραχμῶν, ὥστε θέλει μείνει ὑπόλοιπον ἐκ δραχμῶν 81,120.
1396Κατὰ τὸ 1882 θὰ ἔχωμεν κεφάλαιον ἐξ ὑπολοίπου τοῦ πα-
1397ρελθόντος ἔτους δραχμῶν 81,120, εἰς ἃς προστιθέμενοι καὶ οἱ
1398τόκοι πρὸς 8% φέρουσι δραχμὰς 6,489. Εἰς ταύτας
1399ὅμως θέλομεν προσθέσει καὶ τὰς καταβολὰς τῶν Βουλευτῶν διὰ
1400τὸ ἔτος 1882, ἤτοι δραχμὰς 41,120, ὥστε τὸ ὅλον ποσὸν
1401ἀνέρχεται τὰς 128,729. Ἐξ αὐτοῦ ὅμως τοῦ ποσοῦ
1402οἱ 50 προνομιοῦχοι Βουλευταὶ θέλουν πληρωθῆ 60 χι-
1403λιάδας δραχμὰς, καὶ οὕτω τὸ κεφάλαιον τοῦ μετοχι-
1404κοῦ ταμείου θέλει μειωθῆ εἰς 68,729. Κατὰ τὸ 1883
1405θέλομεν ἔχει κεφάλαιον ἐξ ὑπολοίπου τοῦ παρελθόντος ἔτους
1406δραχμὰς 68,729, ὧν οἱ τόκοι πρὸς 8 τοῖς ἑκατὸν ἀνέρχονται
1407εἰς δραχ. 5,498, αἱ δὲ καταβολαὶ τῶν Βουλευτῶν εἰς 41.120,
1408ὥστε τὸ ὅλον ποσὸν φθάνει εἰς 115,247. Ἐξ αὐτῶν πάλιν οἱ
1409προνομιοῦχοι Βουλευταὶ θ’ ἀφαιρέσωσιν 60 χιλιάδας, καὶ ἑπο-
1410μένως μένει ὑπόλοιπον ἐκ 55,347. Ἐπειδὴ ὅμως ἤκουσα τινὸς
1411τῶν ἀξιοτίμων Βουλευτῶν νὰ μοὶ ἐνθυμίζῃ ὅτι κατὰ τὸ 1883
1412θὰ ἔχωμεν καὶ τὸ ποσὸν, ὅπερ οἱ ὑποψήφιοι ὀφείλουσι νὰ
1413μᾶς πληρώσωσι, προστίθημι καὶ δραχ. 120 χιλ., διότι ὑπολο-
1414γίζω τοὺς ὑποψηφίους εἰς 600. Παρατηρῶ, ὅτι τὸ ὅλον ποσὸν
1415ἀνέρχεται εἰς δραχ. 222,465. Ἐξ αὐτῶν θ’ ἀφαιρέσωμεν 60
1416χιλ. καὶ θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ποσὸν 162,465. Φρονῶ, ὅτι εἶναι
1417περιττὸν νὰ ἐξακολουθήσω τοὺς ὑπολογισμοὺς, ἀφοῦ τὸ κεφά-
1418λαιον ὁλονὲν ἐλαττοῦται.
1419Ἤδη θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν τὴν ἑτέραν πε-
1420ρίπτωσιν, διότι εἶναι ἀδύνατον, κατ’ ἐμὲ, ἡ Βουλὴ νὰ παρα-
1421δεχθῇ τὸν πόρον τὸν ἐν τῷ ἄρθρῳ πρώτῳ μνημονευόμενον τοῦ
1422νὰ πληρώνῃ ἕκαστος τῶν ὑποψηφίων δραχ. 200 εἰς τὸ ταμεῖον
1423τῶν Βουλευτῶν. Ἐὰν λοιπὸν ἀφαιρέσωμεν τὸ ποσὸν τῶν δραχ-
1424μῶν 200, τὸν οὐσιώδη τοῦτον πόρον, καὶ δὲν δώσωμεν εἰς
1425τὸν νόμον ἀναδρομικὴν δύναμιν, μὴ ἐπιτρέποντες οὕτως εἰς τοὺς
1426προνομιούχους νὰ καταθέσωσι δραχ. 2,000, καὶ νὰ λαμβάνωσι
1427συντάξεις εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, καὶ πάλιν τὰ ἀποτελέσματα ἔσονται
1428τὰ αὐτά. Ἐὰν λοιπὸν παραδεχθῶμεν, ὅτι δὲν ἔχει ἀναδρομι-
1429κὴν δύναμιν ὁ νόμος, καὶ ὅτι ὁ ὑποψήφιος δὲν ὑποχρεοῦται νὰ
1430καταβάλῃ τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς μόνοι κατὰ πᾶσαν Σύνοδον
1431θέλομεν καταβάλλει, τότε τὰ κεφάλαια τοῦ ταμείου τούτου
1432ἐν διαστήματι 8 ἐτῶν ἀνέρχονται εἰς 443,004 δραχμάς.
1433Ἀλλὰ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην θὰ ἔχωμεν ἀνάγκην ν’
1434ἀφαιρέσωμεν 247 χιλ. πρὸς πληρωμὴν τῶν συνταξιούχων, ὥστε
1435τὸ δεύτερον ἔτος δὲν θὰ ὑπάρχῃ τὸ ἀναγκαῖον ποσὸν, καὶ τότε,
1436ὅταν ἐπέλθῃ ἡ χρεωκοπία, ποῦ θὰ ζητήσωμεν καταφύγιον;
1437§135ΤΙΝΕΣ. Πουθενά.
1438§136ΚΑΡΑΛΗΣ. Βεβαιώσατέ το ὡς τίμιοι ἄνθρωποι, ὅτι δὲν θὰ
1439ζητήσητε νὰ ἐγγίξητε τὸ Δημόσιον ταμεῖον, καὶ τότε πρῶτοι
1440θὰ ψηφίσωμεν ὑπὲρ τοῦ Νομοσχεδίου ὑμῶν.
1441§137ΦΙΛΗΜΩΝ. Εἶναι τοῦ ἔθνους τὸ Δημόσιον ταμεῖον· ἡμεῖς
1442δὲ ποῖοι εἴμεθα; δὲν εἴμεθα ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους;
1443§138ΚΑΡΑΛΗΣ. Ἕνεκα τῶν λόγων τούτων, κύριοι, στείλατε τὸ
1444Νομοσχέδιον εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπὴν, ἥτις νὰ ἐξετάσῃ καὶ μᾶς
1445φέρῃ τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἐξετάσεων τῶν πόρων τοῦ ταμείου,
1446καὶ ἐὰν ταῦτα ἦναι ἱκανὰ καὶ πεισθῶμεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει φό-
1447βος, ὅπως καταφύγωμεν ἡμέραν τινὰ εἰς τὸ Δημόσιον ταμεῖον,
1448τότε ἡμεῖς πρῶτοι θὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιόν σας.
1449§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἄλλος ἐγγεγραμμένος· κηρύττω
1450περατωμένην τὴν συζήτησιν. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν.
1451§140ΓΡΥΠΑΡΗΣ. Ἐγένετο ρητὴ πρότασις περὶ ἀναβολῆς.
1452§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποστηρίζεται ἀπὸ 10; (Ἐγείρονται πλείονες
1453τῶν 10).
1454§142ΚΑΡΑΛΗΣ. Ὄχι ἀναβολὴν, παραπομπὴν εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
1455§143ΡΑΛΛΗΣ. Ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου,
1456ἐκείνους κυρίως συμφέρει νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν (Θόρυ-
1457βος)· πρέπει νὰ ἀποδείξητε ἀπέναντι τῆς κοινῆς γνώμης, ὅτι
1458πράγματι δὲν πρόκειται περὶ ἐπιβουλῆς κατὰ τοῦ Δημοσίου
1459ταμείου, ν’ ἀποδείξητε, ὅτι οἱ πόροι εἶναι ἱκανοὶ πρὸς ἐξυπηρέ-
1460τησιν τῶν ἀναγκῶν τοῦ ταμείου. Λοιπὸν προτείνω νὰ σταλῇ
1461εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἥτις ἐντὸς τριῶν τεσσάρων ἡμερῶν νὰ φέρῃ
1462ἠτιολογημένην ἔκθεσιν.
1463§144ΚΟΝΤΟΛΕΩΝ. Ἐπειδὴ πολλοὶ ἠθέλησαν ἥκιστα πολιτικῶς
1464καὶ ἀτόπως νὰ δημοκοπήσωσιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, νο-
1465μίζω, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ ἀποσταλῇ τὸ νομοσχέδιον.
1466§145ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἡ ἀποστολὴ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἀποβλέπει τὰ
1467καθέκαστα τοῦ νομοσχεδίου· ἀλλ’ ὅσοι ἐκηρύχθησαν κατὰ τῆς
1468ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου ὡς ἀντισυνταγματικοῦ καὶ ἀνηθίκου,
1469δὲν ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ὑποβάλουν πρότασιν περὶ παρα-
1470πομπῆς.
1471§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς προ-
1472τάσεως τῆς ἀποστολῆς εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
1473Οἱ παραδεχόμενοι νὰ ἀποσταλῇ εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπὴν, ἡ ὁ-
1474ποία ἐντὸς συντομωτάτης προθεσμίας νὰ φέρῃ τὴν ἔκθεσίν της,
1475παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν
1476παρεδέχθη. Λοιπὸν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου.
1477§147ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐπειδὴ τὸ ζήτημα εἶναι προσωπικὸν, νο-
1478μίζω, ὅτι τὸ Προεδρεῖον πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του, ὅτι, ὁ-
1479σάκις πρόκειται νὰ γείνῃ ψηφοφορία περὶ ἀπονομῆς συντάξεως
1480εἰς ὡρισμένον πρόσωπον,—διότι ἐνταῦθα προτείνεται νὰ λάβω-
1481σι σύνταξιν οἱ Βουλευταὶ, οἵτινες συνεπλήρωσαν 8 Συνόδους,—
1482προτείνω, ἵνα οἱ Βουλευταὶ οὗτοι μὴ λάβωσι μέρος εἰς τὴν ψη-
1483φοφορίαν περὶ ἀπονομῆς συντάξεως, καθότι εἶναι ἀμέσως ἐνδια-
1484φερόμενοι. (Ἐπιδοκιμασίαι, χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων.)
1485§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοιαύτην πρότασιν δὲν δύναμαι νὰ θέσω εἰς
1486ψηφοφορίαν.
1487§149ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ. Καὶ ἂν, δεκτῆς γενομένης τῆς προτάσεως,
1488ἡ Βουλὴ εἶτα δὲν εὑρεθῇ ἐν ἀπαρτίᾳ, τότε τί θὰ γείνῃ;
1489§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ Νο-
1490μοσχεδίου λέγουσι ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι αὐτὴν ὄχι.
1491(Ἐνταῦθα τελεῖται ψηφοφορία κατ’ ὀνομαστικὴν κλῆσιν,
1492καθ’ ἣν 86 μὲν ἐψήφισαν ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ Νομοσχε-
1493δίου, 61 δὲ κατ’ αὐτῆς, καὶ 4 ἠρνήθησαν ψῆφον.)
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
1494Λεωνίδας Μελετόπουλος Γεώργ. Μπούκουρας Ν
1495Ἰωάν. Μεσσηνέζης Ο Θεόδ. Δηλιγιάννης
1496Παντολ. Λογιωτατίδης Ο Κωνστ. Μαντζουράνης
1497Λεωνίδ. Καρυστινάκης Ο Κωνστ. Κοσσονάκος Ν
1498Νικόλ. Μαυροκορδάτος Ο Πέτρος Πετροπουλάκης
1499Μιχαὴλ Δ. Καΐρης Ν Ἰωάν. Ἀνδρίτσος Ν
1500Γεώργιος Τσώκρης Κωνστ. Ἀναγνωστόπουλος Ν
1501Ἄγγελος Γεωργαντᾶς Ἰωάν. Γ. Κότταρης Ν
1502Γεώρ. Παπαλεξόπουλος Παπαμιχαλόπουλος Ν
1503Ἀνδρέας Ψύλλας Ο Νικόλ. Θ. Ῥίτσος Ν
1504Δημήτριος Ῥάλλης Ο Ἰωάν. Γ. Καπιτσίνης Ν
1505Δημήτρ. Ν. Καλλιφρονᾶς Ν Γεώργ. Μίλησης Ν
1506Τιμολέων Φιλήμων Ν Ἰωάν. Κ. Ζέρβας Ν
1507Παύλος Καλλιγᾶς Ο Γεώργ. Ζηνόπουλος
1508Δημήτρ. Μ. Καλλιφρονᾶς Δημήτρ. Χατζόπουλος Ο
1509Ἀλέξανδρ. Γ. Σκουζές Δημήτριος Βουλπιώτης Ο
1510Ἀθανάσιος Κατσανδρῆς ἀρν.Σπυρ. Καραϊσκάκης
1511Βλάσης Βαλτινός Ν Σπυρ. Ῥώμας Ν
1512Ἀθανάσιος Ἴσκος Ν Κωνστ. Λομβάρδος Ο
1513Δημήτρ. Γρίβας Ἀναστ. Λούντζης Ο
1514Γεώργ. Γεροθανάσης Ν Ἰωάν. Νέγκας
1515Χρῆστος Κατσικογιάννης Ν Ἰωά. Βοῦλτσος ἀρν.
1516Βασίλ. Νικολόπουλος Γεώργ. Κρεστενίτης Ο
1517Κωνστ. Πλαπούτας Στέφ. Στεφανόπουλος Ν
1518Ἰωάννης Ῥοϊλός Αὐγερινὸς Πετραλιᾶς Ν
1519Ἀνδρ. Αὐγερινός Ν Χρῆστος Χρηστόπουλος Ν
1520Γ. Παππακυριακόπουλος Ο Ἀλέξανδρ. Πετρινός Ο
1521Θεμιστ. Δαραλέξης Ν Ἀναστάσ. Σεχιώτης Ν
1522Σπυρ. Κουκούλεζας Ἰωάν. Ταμπακόπουλος Ν
1523Γεώργ. Πετούσης Ν Κωνστ. Ῥεβελιώτης
1524Π. Οἰκονόμου Ν Ἀριστ. Σακελλαρόπουλος Ν
1525Πέτρος Α. Ζάννος Ν Ἠλίας Κοσσονάκος Ν
1526Νικ. Νομικός Ο Ἀθανάσιος Κατριβάνος Ν
1527Νικήτας Συνοδινός Ν Βασίλ. Βούτουνας Ν
1528Δημοσθένης Σταϊκος Στέφανος Δραγούμης Ο
1529Κωνστ. Πεταλᾶς Ν Δημήτ. Πάγκαλος Ο
1530Ἀριστ. Οἰκονόμου Ο Γεώργ. Σταμούλης
1531Ἀλέξ. Φωτήλας Σπυρ. Ζερβός Ν
1532Ἀθαν. Γ. Πετιμεζᾶς Ν Θεόδ. Ζερβός
1533Σωτήρ. Ν. Πετιμεζᾶς Χαρίλ. Τρικούπης Ο
1534Θ. Α. Ζαΐμης Ν Νικόλ. Μακρῆς Ν
1535Περικλ. Γ. Πεῤῥωτής Ν Γεώρ. Τσάλας Ο
1536Κωνστ. Ἰω. Φλέσσας Ο Ἀλέξ. Κουμουνδοῦρος
1537Δημ. Τζάνες Κωνστ. Α. Κουμουνδοῦρος Ν
1538Δημ. Κάρτσωνας Ν Περικλ. Μποῦτος Ν
1539Ἀντών. Χατζηνικολῆς Σπήλ. Ἀντωνόπουλος Ν
1540Ἀλέξ. Ἀντωνιάδης Ο Γεώρ. Προβελέγιος Ο
1541Γεώργ. Καραβᾶς Ἀρν.Δημήτρ. Κυριακίδης Ν
1542Ἰωάννης Πεζᾶς Ο Ἐλευθέριος Μυκώνιος Ν
1543Γεώργιος Παππαγεωργίου Ο Κωνσταντῖνος Κρίσπης Ν
1544Ἀνδρ. Ἱερομνήμων Ο Μιλτιάδης Βαρότσης Ν
1545Στυλιανός Βάλληνδας Ο Νικ. Γ. Καλαντζόπουλος Ο
1546Νικόλ. Βασιλάκης Ο Γεώρ. Σισμάνης Ν
1547Ἀντών. Παλατιανός Ο Ἀθανάσ. Ῥοντήρης Ν
1548Ἰάκωβος Πολυλᾶς Ο Κωνστ. Φαρμακόπουλος Ν
1549Ἀναστ. Δημητριάδης Ν Κωνστ. Εὐθυμιόπουλος Ν
1550Δημήτ. Σταυρόπουλος Ἀλέξ. Πετσάλης Ο
1551Σπυρ. Α. Νοταρᾶς Ν Τηλέμαχος Ῥούκης Ν
1552Ἰωάν. Δεληγιάννης Ν Κυριακ. Μαυρομιχάλης Ν
1553Ἀνδρ. Νοταρᾶς Ν Δημήτριος Σαράβας Ο
1554Ν. Βαλσαμάκης Ἀντ. Μαυρομιχάλης Ο
1555Π. Βενιεράτος Ἰω. Γερμ. Μαυρομιχάλης Ν
1556Σπ. Μοντεσάντος Ο Ἀσημ. Χρηστόπουλος Ο
1557Δ. Μηλιαρέσης Ν. Λαμπρούλιας Ν
1558Σπυρ. Κοντολέων Ἀρν.Ζ. Ζαρειφόπουλος Ν
1559Πάνο, Κορωναῖος Ἀναστ. Α. Νικοκάβουρας Ν
1560Στυλ. Κασιμάτης Ο Πολυχρ. Β. Κωσταντᾶς Ν
1561Θεόδ. Θερμογιάννης Ο Θεόφιλος Π. Προβατᾶς
1562Ἀντών. Καρδαρᾶς Ν Γεώρ. Ἰακωβάτος Ο
1563Δημήτρ. Σταματόπουλος Ο Χαράλαμ. Ἰακωβάτο Ο
1564Θ. Καλλίτσης ἢ ΜαρούληςΟ Νικόλ. Ἰακωβάτος Ο
1565Ἰωάν. Βαλασσόπουλος Νικόλ. Γ. Κάγκας Ν
1566Νικήτας Βαρβιτσιώτης Ν Εὐθ. Κεχαγιᾶς Ο
1567Ἀριστ. Τζιβανόπουλος Π. Τσαμάλας ἢ Παπακώστας
1568Ἀναστ. Κορφιωτάκης Ἀνάργυρος Σιμόπουλος Ο
1569Δημήτρ. Δημητρακάκης Ν Λουκᾶς Καραλίβανος Ν
1570Δημήτρ. Μελετόπουλος Ν Γεώργ. Ῥοῦφος Ν
1571Γεώργ. Λάππας Ἀντών. Ῥικάκης Ν
1572Ἀναστάσ. Κουτσοπέταλος Ἀριστομ. Κοντογούρης Ο
1573Νικόλ. Μπουφίδης Ο Δημήτρ. Πατρινός
1574Σπυρ. Βαλαωρίτης Περικλ. Καλαμογδάρτης Ο
1575Ξενοφῶν Βαλαωρίτης Νικόλ. Κουμανιώτης
1576Γεράσιμος Σέρβος Ο Νικόλ. Καράπαυλος
1577Δημήτ. Τσαμόπουλος Ν Δημήτρ. Τριγγέτας
1578Ἀριστ. Ῥούκης Ν Ἀθανάσιος Μισυρλῆς
1579Δημήτρ. Παππαλουκᾶς Εὐάγγελος Ἀντύπας Ν
1580Γεώργ. Φλωριᾶς Ο Ἰωάν. Μεγαπάνος Ν
1581Ἀναστ. Ζερβός Γ. Σ. Κοριζῆς Ν
1582Μιχαὴλ Σκαβέντζος Ο Χριστόδ. Λ. Δουζίνας Ο
1583Γεώργ. Κ. Ῥεμπάκης Γεώργ. Δ. Βούλγαρης
1584Παντελῆς Μπούμπουλης Ν Ἐπαμ. Α. Κριεζῆς Ο
1585Γεώργ. Λεωνίδας Ν Θεόδ. Ν. Γκίκας Ν
1586Ἰωάννης Γρυπάρης Ο Λεωνίδας Τράκας Ο
1587Παντιᾶς Καράλης Ο Ἀθανάσ. Χατζόπουλος Ν
1588Στέφανος Σκουλούδης Ο Κωνστ. Χατζῖσκος Ν
1589Ἰωάννης Δούμας Δημήτρ. Ζουλούμης
1590Ἰωάν. Ζαλλώνης Νικ. Εὐαγ. Κοντογιάννης Ο
1591Γρηγ. Μαυρομαρᾶς Ν Ἀλέξ. Οἰκονόμου
1592Νικόλ. Δρόσος Ο Θεόδωρος Φλογαΐτης
1593Σωτήρ. Σωτηρόπουλος Ν Βασίλ. Βουδούρης Ν
1594Δ. Μ. Ἀναστασόπουλος Ν Μιχαὴλ Ἀβέρωφ Ν
1595Κανάρης Γιαλιᾶς Ο Κωνστ. Ν. Παππανικολῆς
1596Γεώργ. Πατρίδης Ν Δημοσθ. Βρατσάνος Ο
1597Γεώργ. Στάϊκος
1598§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1ον.
1599§152ΤΙΝΕΣ. Αὔριον, αὔριον.
1600§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ § 3 τοῦ πρώτου ἄρθρου ἀπηλείφθη.
1601§154ΣΕΡΒΟΣ. Προτείνω τὴν ἀπάλειψιν τῆς βʹ. §, μὴ θέλων νὰ
1602καταστήσω ὑποχρεωτικὴν αὐτὴν τὴν διάταξιν. Τὸ ἄρθρον ἐ-
1603πιβάλλει ὑποχρέωσιν ἀπαραίτητον εἰς ὅλους τοὺς ὑποψηφίους
1604Βουλευτὰς νὰ καταβάλλουν 200 δραχμάς, διὰ νὰ γεί-
1605νωσιν ὑποψήφιοι. Αὐτὴν τὴν διάταξιν τὴν θεωρῶ ἀνοίκειον,
1606καὶ ἑπομένως προτείνω τὴν ἀπάλειψιν αὐτῆς, διὰ τοὺς πολ-
1607λοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι ἀνεπτύχθησαν.
1608§155ΡΙΚΑΚΗΣ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἀνεπτύχθησαν ἀρκούντως οἱ
1609ὑπὲρ καὶ κατὰ λόγοι κατὰ τοῦ μέρους τούτου, καὶ πιστεύω, ὅτι
1610οἱ ἀντιτασσόμενοι κατὰ τῆς παραγράφου αὐτῆς δὲν θὰ δυνη-
1611θῶσι νὰ φέρωσιν ἰσχυροτέρους λόγους, ὥστε νὰ πείσωσι τὴν
1612Βουλὴν, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη πρέπει νά ἀπαλειφθῇ.
1613§156ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Χθὲς παρεκάλεσα τὸν κ. Πετιμεζᾶν νὰ ἀνα-
1614πτύξῃ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ κυρίως τὴν Βουλὴν,
1615ἂν τὸ Δημόσιον ταμεῖον θὰ συνεισφέρῃ εἰς τὴν σύνταξιν αὐτήν.
1616§157ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
1617§158ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Ὅταν πρόκηται νὰ νομοθετήσωμεν ἐπὶ τῆς
1618ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν παρεδέχθημεν, ὅτι συνιστᾶται μετοχικὸν
1619ταμεῖον, δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ οὐδεμία φράσις εἰς τὸ νομο-
1620σχέδιον, ἡ ὁποία νὰ δίδῃ ἀφορμὴν νὰ ὑποθέτῃ τις, ὅτι, ἂν
1621ἴσως σήμερον δὲν ἀρχίζῃ μία προσβολὴ κατὰ τοῦ δημοσίου
1622ταμείου, αὔριον θὰ ἀρχίσῃ, ὅτι δηλ. θὰ συγχισθῇ καὶ τοῦτο,
1623ὡς ἐσυγχίσθη καὶ τὸ ταμεῖον τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων μὲ
1624τὸ Δημόσιον ταμεῖον. Λοιπὸν πρέπει νὰ ἐξετασθῇ τοῦτο, ὅτι
1625δὲν πρόκειται νὰ προσβάλωμεν τὸ ταμεῖον, διὰ νὰ ὑ-
1626πάρχῃ πεποίθησις εἰς ὅλους μας καὶ εἰς τὸ κοινὸν, διότι πρὸ
1627ὀλίγου, κ. Πετιμεζᾶ, εἴπετε, ὅτι πρέπει νὰ ἦναι ἴσος ὁ Βου-
1628λευτὴς μὲ τὸν ὑπάλληλον, ἀλλὰ ἐλησμονήσατε, ὅτι ὁ Βουλευ-
1629τὴς εἶναι ὁ κηδεμὼν τοῦ λαοῦ, καὶ ὡς τοιοῦτος δὲν πρέπει
1630νὰ ἔχῃ οὐδεμίαν διαχείρισιν ὡς τὸ πρώτιστον λοιπὸν προτείνω
1631ὡς πρὸς τὰς 200 δραχμὰς, αἵτινες πρέπει νὰ καταβάλλων-
1632ται ἀπὸ τὸν ὑποψήφιον, προτείνω νὰ συνεισφέρωμεν ἡμεῖς με-
1633γαλύτερον ποσὸν, ἀντὶ τῶν ὑποψηφίων. Ἐγὼ εἰμὶ προθυμότα-
1634τος, διότι δὲν δέχομαι τὸ ἄλλο, τὸ ὁποῖον εἶπόν τινες, ὅτι,
1635ἀφοῦ ψηφισθῇ ὁ νόμος, ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι εἴμεθα κατὰ τῆς ἀρ-
1636χῆς, δὲν πρέπει νὰ συνεισφέρωμεν. Ὄχι, θὰ σεβασθῶμεν τὴν
1637ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς.
1638Ἀλλ’ ἂν, κύριοι, ὑποθέσω, ὅτι δὲν δέχεσθε αὐτὴν τὴν γνώ-
1639μην μου, ἔχω ἄλλην, εἰς τὴν ὁποίαν ἐπιμένω πολὺ, διὰ νὰ
1640μὴ ἐγερθῇ ὑπόνοια, ὅτι ἡμεῖς οἱ κηδεμόνες τοῦ Κράτους θέλο-
1641μεν νὰ θέσωμεν τὴν χεῖρα εἰς τὸ θησαυροφυλάκιον τοῦ λαοῦ·
1642ὑπάρχουν τρεῖς διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ὄζουν ἀναμίξεως τῆς ἐπι-
1643τροπῆς, ἡ ὁποία θὰ διαχειρίζηται τὸ ταμεῖον τὸ μετοχικὸν,
1644μὲ τὸ Δημόσιον ταμεῖον. Ἡ πρώτη ἐξ αὐτῶν εἶναι, ὅτι ἡ κα-
1645τάθεσις τῶν ὑποψηφίων ὡς πρὸς τὰς 200 δραχμὰς πρέπει νὰ
1646γίνεται εἰς τὸ Δημόσιον ταμεῖον. Ἀμέσως ἡ φιλοτιμία μας
1647ἀπαιτεῖ νὰ χωρίσωμεν αὐτὴν τὴν διάταξιν. Ἡ κατάθεσις πρέ-
1648πει νὰ γίνεται εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Ὑπάρχει δευτέρα
1649διάταξις, ὅτι αἱ χιλιάδες, αἱ ἐκ τῶν 200 δραχμῶν κατὰ
1650σύνοδον καταβαλλόμεναι, κατατίθενται πάλιν εἰς τὸ κεντρι-
1651κὸν ταμεῖον. Εἶναι καὶ τρίτη διάταξις τοῦ 10 ἄρθρου, ἡ ὁποία
1652λέγει, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ δι’ ἐντάλματος.......εἰς τὸ ἐπαρχια-
1653κὸν ταμεῖον.
1654§159ΦΙΛΗΜΩΝ. Αὐτὰ εἶναι διὰ τὴν εὐκολίαν.
1655§160ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Ἀλλὰ πρέπει νὰ διευκρινισθοῦν. Αὐτὴν
1656τὴν σύγχυσιν πρέπει ἡμεῖς νὰ προλάβωμεν.
1657§161Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ θεωρηθῇ τὸ ἔνταλμα ἀπὸ τὸ
1658κεντρικὸν ταμεῖον, καὶ ὕστερον θὰ σταλῇ εἰς τὸ ἐπαρχιακόν.
1659§162ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Ἐγὼ ἀπεκδέχομαι, ὅτι αὐτὸ θὰ γείνῃ ψήφι-
1660σμα, ὅτι θὰ χωρισθῇ τὸ μετοχικὸν ταμεῖον ἀπὸ τὸ Δημόσιον
1661διὰ μεγίστου χάσματος.
1662§163ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Ἐγὼ, κύριοι, ὑποβάλλω μίαν τροπολογίαν
1663ἐπὶ τοῦ 4 ἐδαφίου τοῦ 1 ἄρθρου· ἀναβιβάζω δηλ: τὸ ποσὸν,
1664καθόσον μὲν ἀφορᾷ τοὺς διατελέσαντας εἰς 8 συνόδους εἰς 3 χι-
1665λιάδας, τοὺς δὲ διατελέσαντας εἰς 12 συνόδους εἰς 4,000. Κατό-
1666πιν προτείνω νὰ ἐξισωθοῦν οἱ Ὑπουργοὶ μὲ τοὺς Βουλευτὰς, νὰ
1667λαμβάνωσι τῶν Βουλευτῶν τὴν σύνταξιν· κατὰ συνέπειαν πρέ-
1668πει ν’ ἀπαλειφθῶσι καὶ ὅλαι αἱ σχετικαὶ διατάξεις περὶ Ὑ-
1669πουργῶν.
1670§164ΓΡΥΠΑΡΗΣ. Κύριοι, ὅσα ἐπιχειρήματα καὶ ἂν ἀνέφερον οἱ
1671ὑπερασπισθέντες τὴν διάταξιν τοῦ ἐδαφίου 2 τοῦ ἄρθρ. 1, δὲν
1672δύνανται νὰ κατισχύσωσι τῆς ἀληθείας. Τὸ ἄρθρον αὐτὸ δὲν
1673παύει νὰ ἔχῃ χαρακτῆρα καθαρῶς πιεστικὸν καὶ φορολογικόν.
1674Ἐπειδὴ ὅμως τὸ πνεῦμα τῆς Βουλῆς εἶναι νὰ τὸ παραδεχθῇ,
1675προτείνω μίαν τροπολογίαν. Καθὼς ἡ περὶ ἀπολήψεως συντά-
1676ξεως διάταξις εἶναι προαιρετικὴ, τοιουτοτρόπως φρονῶ,
1677ὅτι καὶ τὸ 2 ἐδάφιον τοῦ 1 ἄρθρου πρέπει νὰ τρο-
1678ποποιηθῇ ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει)· κατόπιν δὲ, διὰ νὰ ὑπάρχῃ
1679σειρὰ ἐν τῷ Νομοσχεδίῳ, δύναται νὰ τεθῇ ἀκροτελεύτιον ἄρ-
1680θρον, κατὰ τὸ ὁποῖον, ἂν οἱ ὑποψήφιοι δὲν ἠθέλησαν διὰ τῆς
1681καταβολῆς τῶν 200 δραχμῶν νὰ μετάσχωσι τῶν εὐεργετημά-
1682των τοῦ νόμου, δὲν δύνανται νὰ μετάσχωσιν αὐτῶν μετὰ τὴν
1683ἐπιτυχίαν των.
1684§165ΦΙΛΗΜΩΝ. Παρατηρῶ εἰς τὸν προλαλήσαντα, ὅτι, ἂν ἡ
1685πρότασίς του γείνῃ δεκτὴ, ἀνατρέπεται ὁ Νόμος.
1686§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προτείνεται ἡ ἀπάλειψις τῆς § δευτέρας
1687«δραχμαὶ διακόσιαι καταβαλλόμεναι παρ’ ἑκάστου ὑποψηφίου
1688Βουλευτοῦ, ἐκτὸς τῶν ὑπὸ τοῦ ἐκλογικοῦ Νόμου ὁριζομένων.»
1689Ἄλλη τροποποίησις εἶναι «καταβάλλονται 200 δραχμαὶ
1690παρ’ ἑκάστου ὑποψηφίου, ἂν θέλῃ νὰ μετάσχῃ τῶν εὐεργετη-
1691μάτων τοῦ Νόμου.» Ἀπωτέρα εἶναι ἡ πρότασις περὶ ἀπαλεί-
1692ψεως.
1693Ἀποῤῥίπτεται ἡ πρότασις αὕτη δι’ ἀναστάσεως.
1694§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ νὰ
1695καταβάλλωνται παρ’ ἑκάστου ὑποψηφίου 200 δραχμαὶ, ἐὰν
1696θέλῃ νὰ μετάσχῃ τῶν εὐεργετημάτων τοῦ παρόντος Νόμου,
1697παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν (Ἐγείρονται ὀλίγοι.) Ἡ Βουλὴ δὲν
1698παρεδέχθη.
1699§168ΤΙΝΕΣ. Παρεδέχθη.
1700§169ΓΡΥΠΑΡΗΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
1701§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν λέγουν
1702ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουν ὄχι.
1703§171ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Οἱ 10 οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν πρότασιν ταύ-
1704την ἀπεχώρησαν· ἐγὼ παρακαλῶ νὰ σημειωθῶσι, διότι ἄλλως
1705δὲν θὰ ὑπάρξῃ ἀπαρτία.
1706Καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ ἀντιπρόεδρος
1707κ. Μποῦτος.
1708Γίνεται ἡ ψηφοφορία, εἶτα δὲ ἡ διαλογή.
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
1709Λεωνίδας Μελετόπουλος Θεμιστ. Δαραλέξης Ο
1710Ἰωάν. Μεσσηνέζης Ο Σπυρ. Κουκούλεζας Ο
1711Παντολ. Λογιωτατίδης Γεώρ. Πετούσης Ο
1712Λεωνίδ. Καρυστινάκης Π. Οἰκονόμου Ν
1713Νικόλ. Μαυροκορδάτος Πέτρος Α. Ζάννος ἀρν.
1714Μιχαὴλ Δ. Καΐρης Ο Νικ. Νομικός Ν
1715Γεώργιος Τσώκρης Ο Νικήτας Δ. Συνοδινός Ο
1716Ἄγγελος. Γεωργαντᾶς Δημοσθένης Στάϊκος
1717Γεώργ. Παππαλεξόπουλος Κωνστ. Πεταλᾶς Ο
1718Ἀνδρέας Ψύλλας Ἀριστ. Οἰκονόμου Ν
1719Δημήτριος Ῥάλλης Ν Ἀλέξ. Φωτήλας
1720Δημήτρ. Ν. Καλλιφρονᾶς Ο Ἀθαν. Γ. Πετιμεζᾶς Ο
1721Τιμολέων Φιλήμων Ο Σωτήρ. Ν. Πετιμεζᾶς
1722Παῦλος Καλλιγᾶς Ν Θ. Α. Ζαΐμης Ο
1723Δημήτρ. Μ. Καλλιφρονᾶς Ν Περικλ. Γ. Πεῤῥωτής
1724Ἀλέξανδρ. Γ. Σκουζές Κωνστ. Ἰω. Φλέσσας
1725Ἀθανάσιος Κατσανδρῆς Δημ. Τζάνες Ν
1726Βλάσης Βαλτινός Ο Δημ. Κάρτσωνας Ο
1727Ἀθανάσιος Ἴσκος Ἀντών. Χατσινικολῆς
1728Δημήτρ. Θ. Γρίβας Ἀλέξ. Ἀντωνιάδης
1729Γεώργιος Γεροθανάσης Ο Γεώργ. Καραβᾶς ἀρν.
1730Χρῆστος Κατσικογιάννης Ο Ἰωάννης Πεζᾶς
1731Βατίλ. Νικολόπουλος Γεώργ. Παπαγεωργίου Ν
1732Κωνστ. Πλαπούτας Ἀνδρ. Ἱερομνήμων
1733Ἰωάννης Ῥοϊλός Στυλιανός Βάλληνδας Ν
1734Γεώργ. Μπούκουρας Ο Νικόλ. Βασιλάκης
1735Θεόδ. Δηλιγιάννης Ἀντών. Παλατιανός
1736Κωνστ. Μαντζουράνης Ἰάκωβος Πολυλᾶς
1737Κωνστ. Κοσσονάκος Ο Ἀναστ. Δημητριάδης Ο
1738Πέτρος Πετροπουλάκης Δημήτ. Σταυρόπουλος Ν
1739Ἰωάν. Ἀνδρίτσος Ο Σπυρ. Α. Νοταρᾶς Ο
1740Κωνστ. Ἀναγνωστόπουλος Ο Ἰωάν. Δεληγιάννης Ο
1741Ἰωάν. Γ. Κόταρης Ἀνδρ. Νοταρᾶς Ο
1742Ν. Παπαμιχαλόπουλος Ο Ν. Βαλσαμάκης ἀρ.
1743Νικόλ. Θ. Ῥίτσος Ο ΙΙ. Βενιεράτος
1744Ἰωάν. Γ. Καπιτσίνης Ο Σπ. Μοντεσάντος
1745Γεώργ. Μίλησης Ο Δ. Μηλιαρέσης
1746Ἰωάν. Κ. Ζέρβας Ο Σπυρ. Κοντολέων
1747Γεώργ. Ζηνόπουλος Πάνος Κορωναίος
1748Δημήτρ. Χατζόπουλος Στυλ. Κασιμάτης ἀρν.
1749Δημήτριος Βουλπιώτης Θεόδ. Θερμογιάννης
1750Σπυρ. Καραϊσκάκης Ἀντών. Καρδαρᾶς Ο
1751Σπυρ. Ῥώμας Ο Δημήτρ. Σταματόπουλος
1752Κωνστ. Λομβάρδος Θ. Καλλίτσης ἢ Μαρούλης
1753Ἀναστ. Λούντζης Ἰωάν. Βαλασσόπουλος ἀρν.
1754Ἰωάν. Νέγκας Ο Νικήτας Βαρβιτσιώτης Ο
1755Ἰωάν. Βοῦλτσος ἀρν.Ἀριστ. Τζιβανόπουλος
1756Γεώργ. Κρεστενίτης Ἀναστ. Κορφιωτάκης
1757Στέφ. Στεφανόπουλος Ο Δημήτρ. Δημητρακάκης Ο
1758Αὐγερινὸς. Πετραλιᾶς Ο Δημήτρ. Μελετόπουλος Ο
1759Ἀνδρ. Αὐγερινός Ο Γεώργ. Λάππας
1760Γ. Παπακυριακόπουλος Ἀναστ. Κουτσοπέταλος
1761Νικόλ. Μπουφίδης Νικόλ. Ἰακωβάτος
1762Σπυρ. Βαλαωρίτης Νικόλ. Γ. Κάγκας Ο
1763Ξενοφῶν Βαλαωρίτης Εὐθ. Κεχαγιᾶς
1764Γεράσιμος Σέρβος Π. Τσαμάλας ἢ Παπακώστας
1765Δημήτρ. Τσαμόπουλος Ο Ἀνάργυρος Σιμόπουλος
1766Ἀριστ. Ῥούκης Ο Λουκᾶς Καραλίβανος Ο
1767Δημήτρ. Παπαλουκᾶς Γεώργ. Ῥοῦφος Ο
1768Χρῆστ. Χρηστόπουλος Ο Ἀντών. Ῥικάκης Ο
1769Ἀλέξανδρ. Πετρινὸς Ἀριστομ. Κοντογούρης
1770Ἀναστ. Σεχιώτης Ο Δημήτρ. Πατρινός
1771Ἰω. Ταμπακόπουλος Ο Περικλ. Καλαμογδάρτης Ν
1772Κωνστ. Ῥεβελιώτης Νικόλ. Κουμανιώτης
1773Ἀριστ. Σακελλαρόπουλος Ο Νικόλ. Καράπαυλος Ο
1774Ἠλ. Κοσσονάκος Ο Δημήτρ. Τριγγέτας
1775Ἀθανάσιος Κατριβάνος Ο Ἀθαν. Μισυρλῆς
1776Βασίλ. Βούτουνας Ο Εὐάγγελος Ἀντύπας Ο
1777Στέφανος Δραγούμης Γεώργ. Φλωριᾶς Ν
1778Δημήτρ. Πάγκαλος Ἀναστ. Ζερβός Ν
1779Γεώργ. Σταμούλης Μιχαὴλ Σκαβέντζος
1780Σπυρ. Ζερβός Ο Γεώρ. Κ. Ῥεμπάκης
1781Θεόδ. Ζερβός Παντελῆς Μπούμπουλης Ο
1782Χαρίλ. Τρικούπης Ν Γεώργ. Λεωνίδας
1783Νικόλ. Μακρῆς Ο Ἰωάννης Γρυπάρης Ν
1784Γεώργ. Τσάλας Παντιᾶς Καράλης Ν
1785Ἀλέξ. Κουμουνδοῦρος Ἰτέφανος Σκουλούδης
1786Κωνστ. Α. Κουμουνδοῦρος Ο Ἰωάννης Δούμας
1787Περικλ. Μποῦτος Ο Ἰωάν. Ζαλλώνης
1788Σπήλ. Ἀντωνόπουλος Ο Γρηγ. Μαυρομαμᾶς
1789Γεώργ. Προβελέγιος Νικόλ. Δρόσος Ν
1790Δημήτρ. Κυριακίδης Ο Σωτήρ. Σωτηρόπουλος Ο
1791Ἐλευθέριος Μυκώνιος Ο Θ. Μ. Ἀναστασόπουλος Ο
1792Κωνσταντῖνος Κρίσπης Ο Κανάρης Γιαλιᾶς
1793Μιλτιάδης Βαρότσης Ο Γεώργ. Πατρίδης
1794Νικόλ. Γ. Καλαντζόπουλος Γεώργ. Στάϊκος Ο
1795Γεώργ. Σισμάνης Ο Ἰωάν. Μεγαπάνος Ο
1796Ἀθαν. Ῥοντήρης Ο Γ. Σ. Κοριζῆς
1797Κωνστ. Φαρμακόπουλος Ο Χριστός. Δ. Δουζίνας
1798Κωνστ. Εὐθυμιόπουλος Ο Γεώργ. Δ. Βούλγαρης
1799Ἀλέξ. Πετσάλης Ἔπαμ. Α. Κριεζῆς
1800Τηλέμαχος Ῥούκης Ο Θεόδ. Ν. Γκίκας Ο
1801Κυριακ. Μαυρομιχάλης Ο Λεωνίδας Τράκας Ο
1802Δημήτρ. Σαράβας Ν Ἀθαν. Χατζόπουλος Ο
1803Ἀντ. Μαυρομιχάλης Κωνστ. Χατζῖσκος
1804Ἰω. Γερμ. Μαυρομιχάλης Ο Δημήτρ. Ζουλούμης
1805Ἀσημ. Χρηστόπουλος Νικ. Εὐαγ. Κοντογιάννης
1806Ν. Λαμπρούλιας Ο Ἀλέξ. Οἰκονόμου
1807Ζ. Ζαρειφόπουλος Ο Θεόδ. Φλογαΐτης
1808Ἀναστ. Νικοκάβουρας Ο Βασίλ. Βουδούρης Ο
1809Πολύχρ. Β. Κωνσταντᾶς Ο Μιχαὴλ Ἀβέρωφ Ο
1810Θεόφιλος Π. Προβατᾶς Κωνστ. Ν. Παπανικολῆς
1811Γεώρ. Ἰακωβάτος Δημοσθ. Βρατσάνος Ν
1812Χαράλ. Ἰακωβάτος
1813§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 108, 19 εἶπον ναί,
181483 ὄχι, καὶ 6 ἠρνήθησαν· ὥστε ἡ πρότασις ἀπεῤῥίφθη.
1815Ὁ κ. Κασιμάτης ὑπέβαλε τροπολογίας ἐπὶ τοῦ πρώτου
1816ἄρθρου.
1817§173ΡΙΚΑΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι, ἀφοῦ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἐπε-
1818ψηφίσθη, ἔχομεν συμφέρον ὅλοι νὰ καταρτισθῇ ὁ νόμος ὅσον
1819τὸ δυνατὸν τελειότερος. Ἐπειδὴ δὲ ὑπεβλήθησαν τροπολογίαι
1820καὶ ἔχω καὶ ἐγὼ ἄλλας, νομίζω καλὸν νὰ ἀναβάλωμεν δι’
1821αὔριον.
1822§174ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
1823Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 7¼ μ. μ.