1880.01.28
1,721 rows · 13,787 words · 156 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 60
τῆς 28 Ἰανουαρίου 1880.
(Δευτέρα.)
Ὥρᾳ 2¼ μ. μ.
Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐνεκρίθησαν.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Βουλευτὴς Μαντινείας κ. Πετρινὸς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ φορολογικοῦ νομοσχεδίου. Θὰ τυπωθῇ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς γεωργίας ὑποβάλλει ἐκθέσεις ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων περὶ μεταβολῆς τοῦ ἐγγείου φόρου, συστάσεως γεωργικῆς τραπέζης καὶ προστασίας τῆς βιομηχανίας, καὶ περὶ γεωργικῶν σχολῶν. Θὰ τυπωθῶσιν. Ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Δικαιοσύνης ὑποβάλλει ἐκθέσεις ἐπὶ ἓξ τῶν εἰς αὐτὴν παραπεμφθέντων νομοσχεδίων. Θὰ τυπωθῶσιν. Ὑπεβλήθησαν ἀναφοραί. 1) Δημοτῶν Ἀροανείας, ἐξαιτουμένων τῆς διατήρησιν τῆς Μονῆς Ἁγίου Ἀθανασίου. 2 Δημοτῶν Νωνάκριδος, Κραθίδος καὶ Φελλόης, αἰτούντων τὴν κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ Αἰγίου μέχρι Ζαχόλης· καὶ 3) Τοῦ ἐργολάβου τῆς κατασκευῆς τῆς προκυμαίας Πατρῶν, παρακαλοῦντος νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς σχετικῆς συμβάσεως, ἀξιώσεις του τινές. Αἱ δύω πρῶται ἀναφοραὶ θὰ παραπεμφθῶσιν εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Ὁ κ. Φιλήμων ἔχει τὸν λόγον.
§2ΦΙΛΗΜΩΝ. Κατὰ τὰς πληροφορίας τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἃς ἐζήτησα ἐσχάτως, τὸ κεφάλαιον τῶν ὅλων κληροδοτημάτων ἀναβαίνει εἰς 3,406,097, ὑπολογιζομένης τῆς ἀξίας τῶν μετοχῶν κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς ἀγορᾶς αὐτῶν· κατὰ τὴν σημερινὴν ἀξίαν τῶν μετοχῶν, τὸ ποσὸν τῶν κληροδοτημάτων ὑπερβαίνει τὰ 4,200,000. Ἐκ τῶν κληροδοτημάτων τούτων κληροδότημα μέγιστον εἶναι τὸ τοῦ ἀειμνήστου Βαρβάκη, συνιστάμενον εἰς 2,541,969, ὑπολογιζομένης τῆς ἀξίας τῶν μετοχῶν εἰς τὴν ἐποχὴν καθ’ ἣν ἠγοράσθησαν· ὑπερβαίνει δὲ τὰ 3,000,000, κατὰ τὴν ἐνεστῶσαν ἀξίαν τῶν μετοχῶν. Τὸ κληροδότημα τοῦτο ἀποφέρει εἰσόδημα ἐτήσιον 166,883. Ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου 82,500 δαπανῶνται εἰς διατήρησιν τοῦ Λυκείου καὶ τῶν δύο Ἑλληνικῶν σχολείων ἐν Ἀθήναις, καὶ 84,383 εἰς τοὺς ὑποτρόφους, ὧν ἔχετε ἀνὰ χεῖρας ἤδη τὸν κατάλογον. Ἀλλ’ ὅτε ἐζήτησα τὰς πληροφορίας αὐτὰς παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἐζήτησα ταύτας διὰ τὸν κύριον λόγον, ὅπως σκέψις ὠφελιμωτέρα γείνῃ περὶ τῆς διαθέσεως τοῦ εἰσοδήματος αὐτοῦ· ἀλλὰ ἀναγνοὺς τὰς πληροφορίας, ἐνεθυμήθην τὴν πρότασιν, ἣν καὶ κατὰ τὸ 1878 ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν, ἥτις καὶ ἀπεδέχθη αὐτὴν, τὴν συνέστησε, καὶ συνεπῶς ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλε τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον. Ἐν Ἀθήναις ζῇ ἡ ἐγγονὴ τοῦ ἀειμνήστου Βαρβάκη· ἐκ τοῦ κληροδοτήματος αὐτοῦ πρὸ εἰκοσαετίας ἀπολαμβάνει τὸ Δημόσιον 140,000 δραχμῶν ἐτησίως.
§3ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πρὸ εἰκοσαετίας μόνον; τί λέγετε;
§4ΦΙΛΗΜΩΝ. Εἶναι ἀρχαιότερον τὸ κληροδότημα, εἶναι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ ἀγῶνος, ἀλλὰ πρὸ εἰκοσαετίας ἀπολαμβάνει τὸ εἰσόδημα αὐτὸ ἡ Κυβέρνησις. Ἡ γυνὴ αὕτη, ἡ ἐγγονὴ τοῦ ἀειμνήστου αὐτοῦ ἀνδρός, ὅστις καὶ ἐξόχους προσήνεγκεν ἐκδουλεύσεις ἐν καιρῷ τοῦ ἀγῶνος, ὅστις, ἐκτὸς τῶν κληροδοτηθέντων 3,000,000, ἐδαπάνησεν εἰς τὸν ἀγῶνα ὑπὲρ τὰς 600,000 δραχμῶν, στερεῖται τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου. Εἶναι ἡλικίας 90 ἐτῶν, στερεῖται δὲ καὶ τοῦ φωτός της καὶ τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου καὶ πάσης ἀνέσεως. Ἡ Κυβέρνησις, γινώσκω, δὲν εἶναι ἀντίθετος.
§5ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὄχι.
§6ΦΙΛΗΜΩΝ. Προτείνω, ἵνα ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν 84,000 προσδιορισθῇ ἐτησίως ἓν ποσὸν 3 ἕως 3½ χιλιάδων δραχμῶν πρὸς βοήθειαν τῆς πτωχῆς ἤδη ἐγγονῆς τοῦ ἀειμνήστου Βαρβάκη. Πιστεύω, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι σύμφωνος νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ὑποβολὴν τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου, καθόσον ὑπέβαλεν ὅμοιον καὶ ἄλλοτε.
§7ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας.) Διὰ Διατάγματος νὰ γείνῃ.
§8ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἔστω καὶ τοῦτο· κάμετό το δι’ ἑνὸς Διατάγματος. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι εἶναι κρεῖττον διὰ νόμου, καὶ ἀξιοπρεπέστερον δι’ ἡμᾶς. Πρὸ τεσσάρων ἢ πέντε ἡμερῶν, κύριοι, ὑπεβλήθη ἀναφορὰ τοῦ ἐμπορικοῦ Συλλόγου τῶν Ἀθηνῶν, διὰ τῆς ὁποίας οἱ ἐν Ἀθήναις ἔμποροι, ἔχοντες καὶ τὴν γνώμην τῶν ἄλλων συναδέλφων τῆς ἄλλης Ἑλλάδος, ὑποβάλλουν τὴν ἰδέαν εἰς τὴν Βουλὴν περὶ συστάσεως Ὑπουργείου τῆς γεωργίας.
§9ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι ἕτοιμον.
§10ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη παρεπέμφθη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς γεωργίας, τῆς βιομηχανίας καὶ τοῦ ἐμπορίου, ἥτις νὰ παρακληθῇ νὰ τὸ μελετήσῃ, καὶ ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον, νὰ φέρῃ τὴν ἀπαιτουμένην ἔκθεσιν. Καλὸν ὅμως εἶναι νὰ τυπωθῇ ἡ ἀναφορὰ αὕτη καὶ νὰ διανεμηθῇ εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτὰς, ὅπως λάβουν γνῶσιν τοῦ περιεχομένου. Ἐπίσης πρὸ πολλῶν ἡμερῶν ὑπέβαλον νομοσχέδιον περὶ μετοχικοῦ ταμείου τῶν Βουλευτῶν, ὅπερ ἐτυπώθη, δὲν ἠξεύρω δὲ ἐὰν παρεπέμφθη εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεπέμφθη.
§12ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἠμπορεῖτε, κ. Πρόεδρε, νὰ ζητήσητε τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς, ἵνα ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καθόσον εἶναι καὶ ἄλλοι Βουλευταὶ, οἱ ὁποῖοι τὸ ζητοῦν.
§13ΚΟΤΑΡΗΣ. Εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, κύριοι, ὑπάρχει τὸ περὶ καθυστερούντων κληρούχων. Τὸ κατ’ ἐμὲ φρονῶ, ὅτι οὐδένα ὠφέλιμον σκοπὸν ἔχει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καὶ ἰδοὺ ὁ λόγος.
§14ΠΟΛΛΟΙ. Εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου λέγετε αὐτά.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, κ. Κόταρη.
§16ΚΟΤΑΡΗΣ. Σήμερον θὰ συζητηθῇ.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν ἔλθῃ ἡ σειρά του. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε νὰ γείνῃ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως περὶ τῆς ἁλυκῆς Δομβραίνης. Οἱ ἁρμόδιοι Ὑπουργοὶ δὲν εἶναι παρόντες, καὶ διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει ν’ ἀναβληθῇ.
§18ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
§19ΠΕΤΟΥΣΗΣ. Ἰδοὺ, κ. Πρόεδρε, ὁ κ. Δηλιγιάννης ἔρχεται.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε τὸν λόγον.
§21ΠΕΤΟΥΣΗΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, πρό τινων ἡμερῶν ἐζήτησα ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ ἡμᾶς, ἐὰν ἐλήφθη μέτρον τι ἐκ μέρους τῆς ὑπηρεσίας κατὰ τῆς διαγωγῆς τοῦ ἁλαταποθηκαρίου Δομβραίνης, καθ’ ὅσον εἶχον πληροφορηθῆ, ὅτι ἀνακριτικὸς ὑπάλληλος μετέβη ἐκεῖ πρὸς ἐξέτασιν, ἀλλὰ τὸ ἐξαγόμενον τῆς ἀνακρίσεως ἔμενεν ἄγνωστον εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ἀντὶ ὁ πρώην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δώσῃ πρὸς ἐμὲ καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰς σχετικὰς πληροφορίας, ἐνθυμεῖσθε, ὅτι, ἀναβὰς ἐπὶ τοῦ βήματος, παρέλειψε νὰ ἐξηγηθῇ, καθόσον ἀφορᾷ τὴν διαγωγὴν τοῦ ἁλαταποθηκαρίου Δομβραίνης, καὶ ἔκαμε μόνον γνωστὸν τὸ διατί ἔπαυσε τὸν ἐπιστάτην τῆς καλλιεργείας τῆς ἁλυκῆς, ἐκεῖνον δηλαδὴ, τὸν ὁποῖον ἐγὼ θεωρῶ ὡς ἐπόπτην τοῦ ἁλαταποθηκαρίου. Καὶ, ἐὰν ἐνθυμῆσθε καλῶς, εἶπε τὰ ἑξῆς: πρῶτον, ὅτι ὁ ὑπάλληλος τοῦ ὑπουργείου Σαρῆς, ἀποσταλεὶς ἐκεῖ πρὸς ἐξέτασιν, ὑπέβαλεν ἔκθεσιν μακροσκελῆ περὶ καταχρήσεως, δεύτερον, ὅτι εἰς καταλόγους ἐργατῶν εὗρε πανταχοῦ τὸ ὄνομα Μοίρας, τὸ ὄνομα δηλαδὴ τοῦ ἐπιστάτου τῆς καλλιεργείας, τρίτον, ὅτι ὑπάρχει ἐκκρεμὴς κατηγορία εἰς τὸν ἀνακριτὴν Μητσόπουλον περὶ ἀπιστίας αὐτοῦ. Ἐπειδὴ, κύριοι βουλευταὶ, σᾶς εἶπον, ὅτι θεωρῶ τὸν ἐπιστάτην τῆς ἁλυκῆς Δομβραίνης ὡς ἐπόπτην τῆς διαχειρίσεως τοῦ ἅλατος καὶ ὡς ὑπάλληλον, ἄνευ τοῦ ὁποίου δὲν δύναται οὔτε στιγμὴν νὰ ὑπάρξῃ ὁ ἁλαταποθηκάριος, διὰ τοῦτο ἔχω ἀνάγκην ἀμέσως ν’ ἀπαντήσω εἰς τὰς αἰτιάσεις, τὰς ὁποίας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πρό τινων ἡμερῶν μᾶς ὑπέδειξεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς τὰς ὁποίας στηριζόμενος, ἀπέλυσε τὸν ἐπιστάτην τῆς καλλιεργείας. Καὶ πρῶτον ὑπάρχει ἐδῶ μία ἔκθεσις τοῦ ὑπαλλήλου τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν Σαρῆ, ὅστις, μεταβὰς ἐκεῖ, πληροφορεῖ τὸ ὑπουργεῖον, ὅτι ἐπεκράτει φήμη εἰς τὰ πέριξ χωρία καὶ εἰς τὴν Δομβραίνην, ὅτι καταχρήσεις ἐγένοντο κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη, ἀλλ’ ὅτι δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ ὁρίσῃ ὡρισμένως γεγονός τι. Πρέπει νὰ σημειώσητε, κύριοι βουλευταὶ, ὅτι ὁ κ. Σαρῆς μετέβη εἰς Δομβραίνην, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐγένοντο παράπονα περὶ τῆς διαχειρίσεως τοῦ ἅλατος κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος 1879, διὰ νὰ ἐξετάσῃ οὐχὶ περὶ τῶν καταχρήσεων αὐτῶν, ἀλλὰ περὶ τῶν παρελθουσῶν καταχρήσεων τῶν προηγουμένων ἐτῶν, διὰ τὰ ὁποῖα οὐδεὶς ἐζήτησε τὴν τοιαύτην ἐνέργειαν. Ἐν τούτοις ἀπαντᾷ, ὅτι οὐδὲν ἠδυνήθη ν’ ἀνακαλύψῃ, ὅτι ἐλέγετο ὅτι ἐγένοντο καταχρήσεις, ἀλλὰ δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ βεβαιώσῃ ὡρισμένως τὰ περιστατικὰ, καὶ ὅτι εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη τακτικοῦ ἀνακριτοῦ πρὸς πλειοτέραν ἔρευναν. Τὴν ἔκθεσιν ταύτην τὴν ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὸν εἰσαγγελέα, καὶ ἐζήτησε νὰ σταλῇ ἀνακριτής. Περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης θὰ ἀναπτυχθῶ κατόπιν. Ἰδοὺ λοιπὸν ἡ μία αἰτίασις τοῦ ὑπουργοῦ, ὅτι ἐπαύθη ὁ ἐπιστάτης τῆς καλλιεργείας, διότι διὰ μακροσκελοῦς ἐκθέσεως ὁ ὑπάλληλος τῆς κυβερνήσεως ἀνεκάλυψε καταχρήσεις· αἴρεται ἡ αἰτίασις αὕτη. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὸν δεύτερον λόγον, ὅτι μεταξὺ τῶν ἐργατῶν τῆς ἁλυκῆς ταύτης εὗρεν εἰς ὅλους τὸ ὄνομα Μοίρας, καὶ τοῦτο τὸν ἔκαμε νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του εἰς ἓν τῶν δημοσίων συμφερόντων, καὶ ἀπέλυσε τὸν ἐπιστάτην ἐπὶ καταχρήσει. Ὑπάρχει ἐδῶ ἓν ἔγγραφον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ τοῦ ὁποίου ἀναιρεῖται ἡ αἰτίασις, τὴν ὁποίαν αὐτὸς οὗτος ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ τῆς τοιαύτης ὑποθέσεως μᾶς ἐξέφρασεν. Ὅταν ἐπαύθη ὁ ἐπιστάτης τῆς καλλιεργείας, διωρίσθη φυσικὰ ἄλλος, εἰς δὲ τὸν νέον τοῦτον ἐπιστάτην φέρεται ἡ ἑξῆς διαταγὴ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. «Ἐπειδὴ κατὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ ὑπαλλήλου Σαρῆ, ὅστις με ἔβη εἰς τὴν ἁλυκὴν, δὲν ὑφίσταται ἀνάγκη διατηρήσεως τῶν 10 ἐργατῶν ἐκεῖ, διατάσσομεν νὰ ἀπολύσητε τοὺς 5 ἐξ αὐτῶν.» Ἀκούσατε τὰ ὀνόματα τῶν πέντε αὐτῶν ἐργατῶν, διότι φυσικὰ ἔπρεπε νὰ παυθῶσιν οἱ ἔχοντες τὸ ὄνομα Μοίρας· εἶναι τὰ ἑξῆς: Ἰωάννης Ῥουμάνης, Περικλῆς Σταμούλης, Ἠλίας Νεροῦτσος, Σταμάτης Παπαλάμπρος, Γεώργιος Σαρμαντζῆς. Οὐδαμοῦ ἀπαντᾶται, ὡς βλέπετε, τὸ ὄνομα τοῦ ἐπιστάτου τῆς καλλιεργείας, ὥστε καὶ περὶ τούτου, ὅταν προχείρως ἦλθεν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ μ’ ἀναιρέσῃ, νὰ ἄρει αὐτὸς ἑαυτόν. Τρίτη αἰτίασις εἶναι, ὅτι ὑπῆρχεν ἐκκρεμὴς κατηγορία κατὰ τοῦ ἐπιστάτου, καὶ διὰ τοῦτο τὸν ἀπέλυσεν. Ἰδοὺ ὁ σχετικὸς φάκελλος, διὰ νὰ μάθωμεν ἐὰν ὑπῆρχε καὶ ὁποία κατηγορία κατὰ τοῦ ἐπιστάτου τῆς ἁλυκῆς Δομβραίνης. Ἐνταῦθα ὑπάρχει ἀναφορὰ ὑπογεγραμμένη παρ’ ἑνὸς Ἠλία Καρώρη, ἀγνώστου ἐντελῶς εἰς τὴν Ἐπαρχίαν Θηβῶν καὶ ξένου τῆς Ἐπαρχίας, ὅστις ὑπενθυμίζει εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, Κύριος οἶδε πόθεν ὁρμώμενος, ὅτι κατὰ τοῦ ἐπιστάτου τῆς καλλιεργείας ὑπάρχει ἐκκρεμὴς δίκη ἐνώπιον τοῦ Ἀνακριτοῦ Μητσοπούλου, καὶ ἠπόρει πῶς διατηρεῖται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Ἐντεῦθεν λαβὼν ἀφορμὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς παραγγέλλει τὸν Εἰσαγγελέα νὰ τὸν πληροφορήσῃ, ἐὰν τοιαύτη δίκη ὑπάρχῃ ἐκκρεμής. Ὁ Εἰσαγγελεὺς γράφει πρὸς τὸν Ἀνακριτήν, ὁ Ἀνακριτὴς πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα, καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς πρὸς τὸν Ὑπουργὸν, πληροφορῶν αὐτόν, ὅτι εἶναι μιὰ ἐκκρεμὴς δίκη ἐπὶ ἀπιστίᾳ εἰς τὴν ἀνάκρισιν. Ἀλλ’ ἐλησμόνησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι διὰ τὴν τοιαύτην ἐκκρεμῆ κατηγορίαν εἶχε στείλει ὁ ἴδιος Ὑπουργὸς πέρυσι τὸν ὑπάλληλον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν Κετσέαν, διὰ νὰ ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις· ὁ δὲ ὑπάλληλος οὗτος ὑπέβαλεν ἔκθεσιν εἰς τὸν Ὑπουργὸν, ὅτι εἶναι ψεῦδος καὶ συκοφαντία ἡ κατὰ τοῦ Μοίρα κατηγορία. Καὶ ἀπορῶ πῶς, ἐναντίον τῆς ἐκθέσεως τοῦ ἁρμοδίου Τμηματάρχου περὶ τῆς διαχειρίσεως τοῦ Μοίρα, ὁ κ. Ὑπουργὸς στηριζόμενος εἰς τὴν ἀφορὰν ἑνὸς ἀγνώστου Καρώρη, ἀγνώστου εἰς τὴν Ἐπαρχίαν Θηβῶν, μὴ γνωρίζοντος τὸν Μοίραν, οὔτε τὴν ἁλυκὴν Δομβραίνης, προέβη ὥστε νὰ προκαλέσῃ ἓν ἔγγραφον βεβαιοῦν, ὅτι ὑπάρχει μήνυσις. Ἐν τοσούτῳ ἡ εὐρυτέρα ἔρευνα δὲν βλάπτει, διότι καὶ ἐγὼ εἶμαι πολίτης καὶ ἀνήκω εἰς τὸ Δημόσιον καὶ τὴν ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου πλούτου ἔρευναν ἀγαπῶ. Εἴδετε λοιπὸν, κύριοι, ὅτι αἱ αἰτιάσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἀνῃρέθησαν λίαν εὐκόλως, καὶ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἀντὶ νὰ μᾶς δώσῃ αὐτὰς τὰς πληροφορίας, ἠδύνατο νὰ μᾶς δώσῃ μερικὰς ἄλλας, τὰς ὁποίας ἐγὼ θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ σᾶς δώσω. Ἐπειδὴ δύναται νὰ ζητηθῇ ἡ ἔκθεσις τοῦ Τμηματάρχου Κετσέα περὶ τῆς διαχειρίσεως τοῦ ἐπιστάτου τῆς καλλιεργείας Μοίρα, ὀφείλω νὰ σᾶς ἀπαντήσω, ὅτι μεταξὺ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἐστάλησαν ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς δὲν ὑπάρχει· ἐξετάσας ὅμως ἔμαθον, ὅτι ὑπάρχει κατατεθειμένη εἰς τὸν Ἀνακριτὴν Μητσόπουλον. Ταύτην τὴν ἀνάλυσιν, κύριοι Βουλευταί, σᾶς ἔκαμον, ὄχι διὰ νὰ ὑπερασπίσω τὸν ἀπολυθέντα ἐπιστάτην τῆς καλλιεργείας, τὸν ὁποῖον οὔτε φίλον πολιτικὸν ἔχω, ἀλλὰ διότι ἐνόμισα καὶ ἐγὼ καὶ οἱ συμπολῖταί μου, ὅτι διὰ τῆς παύσεως τοῦ ἐπιστάτου τῆς καλλιεργείας διευκολύνεται ἡ κατάχρησις τοῦ ἁλαταποθηκαρίου Ἀργυρίου Ἀλεξάκη, καὶ διὰ τοῦτο ἔκαμα παρατηρήσεις εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν διατί ἔπαυσε τὸν ἐπόπτην τοῦ ἁλαταποθηκαρίου, καὶ ἄφησε τὴν ἁλυκὴν ἄνευ ἐπιστάτου. Λοιπὸν, κύριοι Βουλευταὶ, παύεται ὁ ἐπιστάτης τῆς καλλιεργείας, μετατίθεται ὁ ἁλαταποθηκάριος Δομβραίνης Ἀθανάσιος Κατσιμπάρδης εἰς τὴν ἁλυκὴν Λαμίας καὶ διορίζεται ἁλαταποθηκάριος ἀντ’ αὐτοῦ ὁ Ἀργύριος Ἀλεξάκης συμπολίτης τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀντὶ δὲ τοῦ παυθέντος ἐπιστάτου Μοίρα, διορίζεται ὁ Εὐαγγέλης Δήμου, ἀλλ’ οὗτος δὲν ἦτο ἄνθρωπος, ὅστις ἠδύνατο νὰ λάβῃ μέρος εἰς καταχρήσεις, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐδέχθη τὸν διορισμὸν, ἐπιστρέψας αὐτὸν εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν· ὁ δὲ πρώην ἁλαταποθηκάριος Κατσιμπάρδης μετατίθεται εἰς τὴν ἁλυκὴν Λαμίας, ἀλλὰ δὲν δέχεται τὴν μετάθεσιν· τοῦ δίδεται ἄδεια, ἀλλ’ οὗτος δὲν ἐννοεῖ νὰ μισθοδοτῆται χωρὶς νὰ ὑπηρετῇ, καὶ παραιτεῖται· ἡ ἁλυκὴ Δομβραίνης μένει ὡς κτῆμα ἴδιον ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν καὶ τὴν διαχείρισιν τοῦ ἁλαταποθηκαρίου Δομβραίνης, τὸν ὁποῖον διώρισεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλὰ, κύριοι Βουλευταὶ, μεθ’ ὅλα ταῦτα ἐγὼ δὲν νομίζω, ὅτι δυνάμεθα νὰ μεμφθῶμεν τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν πρὶν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν διαχείρισιν τῆς ἁλυκῆς ἐπὶ διάφορα συνεχῆ ἔτη, διὰ νὰ εὕρωμεν ἂν ὁ ἁλατοποθηκάριος ὁ μετατεθεὶς εἰς Λαμίαν, ἂν ὁ ἐπιστάτης ὁ παυθεὶς, παρουσιάζωσι διαχείρισιν ἀνεπίληπτον. Ἰδοὺ μία ἔκθεσις τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν· ἐπειδὴ ἐζήτησα νὰ κατατεθῇ κατάλογος τῶν εἰσοδημάτων, κατὰ συμβουλὴν, φαίνεται, τοῦ ὑπουργείου, μοὶ ἐδόθη μόνον ἀπὸ τοῦ 1872 μέχρι τοῦ 1879. Κατὰ τὸ 1872 παρουσιάζεται ποσὸν ἅλατος 459,000 ὀκάδων. Προσέξατε παρακαλῶ, κύριοι Βουλευταὶ, διότι θ’ ἀποκαλύψω πολλὰ πράγματα εἰς τοὺς ἀριθμοὺς αὐτούς. Κατὰ τὸ 1873, 573,000 ὀκάδες ἅλατος· κατὰ τὸ 1874, 551,000 ὀκάδες· κατὰ τὸ 1875, 497,000· κατὰ τὸ 1876, 1,185,000 ὀκάδες· κατὰ τὸ 1877, 920,000 ὀκάδες· κατὰ τὸ 1878, 714,000 ὀκάδες, καὶ κατὰ τὸ 1879, 457,000 ὀκάδες. Ἀλλὰ τὰ ὀνόματα εἰς τὴν σημείωσιν αὐτὴν τῶν διαφόρων ὑπαλλήλων, ἁλαταποθηκαρίων καὶ ἐπιστατῶν, δὲν μοὶ ἐδόθησαν, ὅπως ἐγὼ παρήγγειλα, καὶ μετέβην εἰς τὸ ὑπουργεῖον καὶ παρεκάλεσα τὸν Ὑπουργὸν κ. Παπαμιχαλόπουλον, ὅστις εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ διατάξῃ ἕνα ὑπάλληλον νὰ μοὶ δώσῃ αὐτὴν τὴν σημείωσιν, καὶ ἡ σημείωσις αὕτη εἶναι ἀπὸ τὰ 1873. Ἀλλ’ ἀδιάφορον, ἔστω· εἰς τὰ 1873 ἦτο ἁλαταποθηκάριος ὁ Ἀθανάσιος Κατσιμπάρδης, τὸν ὁποῖον μετέθεσαν εἰς Λαμίαν, ὅστις παρουσιάζει τὸ ποσὸν 573,000 ὀκάδων· εἰς τὰ 1874 ἦτο εἷς Νικόλαος Δασκαλάκης, ὅστις παρουσιάζει τὸ ποσὸν 550,000 ὀκάδων· εἰς τὰ 1875 ἦτο εἷς Λαμπρόπουλος ὑπάλληλος τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις παρουσιάζει 497,000 ὀκάδες· εἰς δὲ τὰ ἑπόμενα ἔτη 1876, καθ’ ἃ δηλαδὴ παρηγγέλλετο ὁ ἀνακριτὴς νὰ μεταβῇ καὶ ἐξετάσῃ, εἰς τὰ ἔτη, λέγω, 1876, 1877 καὶ 1878 εἶναι ἐπιστάτης ὁ Μοίρας, καὶ ἁλαταποθηκάριος ὁ Ἀθαν. Κατσιμπάρδης, καὶ παρουσιάζουν 1,185,000,920,000 καὶ 714,000· εἰς τὸ 1879, τὸ ὁποῖον ἐθεωρεῖτο τὸ παραγωγικώτερον διὰ τὸν καιρὸν κατὰ τοὺς εἰδήμονας, ὁ Ἀργύριος Ἀλεξάκης, ὁ συμπολίτης τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρουσιάζει 419,000. Ἀλλὰ, κύριοι Βουλευταὶ, πάντοτε ἐπεθύμησα τὸν ἔλεγχον ἐπὶ τῶν πραγμάτων· κατὰ συνέπειαν ἐπὶ τῶν πραγμάτων παρακαλῶ νὰ μὲ ἀκούσητε ἐπὶ μικρόν. Πρώτη πρᾶξις τοῦ ἀποθηκαρίου Ἀργυρίου Ἀλεξάκη ὑπῆρξεν ἡ ἐκδίωξις τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου, ὅστις μετέβη διὰ νὰ παρασταθῇ κατὰ τὴν παράδοσιν τῶν ἁλάτων· τὴν ἐκδίωξιν ταύτην, τὴν περιφρόνησιν τοῦ νόμου καὶ τῶν προϊσταμένων ἀρχῶν καὶ τὴν χλεύην ταύτην κατήγγειλεν ἀμέσως ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐπιζητῶν συνάμα τηλεγραφικῶς νὰ τῷ δοθῇ ἡ ἄδεια νὰ ἐπαναλάβῃ τὴν ἀναζύγισιν τοῦ ἅλατος, νὰ ἐνισχυθῇ διὰ δυνάμεως, διὰ νὰ ἀποδείξῃ τὴν κλοπὴν χιλιάδων ὀκάδων ἅλατος ὑπ’ εὐθύνην του, καὶ ἐπειδὴ ὑπωπτεύθη τὴν αἴτησίν του ταύτην νὰ ἀπευθύνῃ μόνον εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, τὴν ἀπηύθυνε συγχρόνως καὶ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν· ἀλλ’ ἀντὶ ἀπαντήσεως μετὰ τέσσαρας ἡμέρας, στέλλεται διαταγὴ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ νὰ συνεννοηθῇ μὲ τὸν μέλλοντα νὰ μεταβῇ ἐκεῖ τμηματάρχην Σαρῆν. Καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ἐπέβαλε καὶ πρόστιμον πεντηκοντάδραχμον, διότι εἶχε τὴν θρασύτητα ν’ ἀπευθυνθῇ πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ κάμῃ γνωστὴν τὴν περίστασιν ταύτην. Ἀλλὰ, κύριοι, ὁ κύριος Σαρῆς, μεταβὰς εἰς τὴν ἁλυκὴν Δομβραίνης κατ’ ἐντολὴν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις διέταξε τὸν ἔφορον ν’ ἀναμείνῃ τὸν ὑπάλληλον τοῦτον, εἶχεν ἐντολὴν νὰ ἐξετάσῃ τὴν διαχείρισιν τοῦ Ἀλεξάκη; Πολλοῦ γε καὶ δεῖ. Ἰδοὺ ὁποίαν ἐντολὴν ἔλαβεν ὁ Σαρῆς· προσέξατε, παρακαλῶ, εἰς τὸ μέρος τοῦτο. Ἔλαβεν ἐντολὴν νὰ ἐξετάσῃ, ὡς εἴδετε εἰς τὴν ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον, ἂν ἐγένοντο καταχρήσεις κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη, καὶ εἶπε: «φήμη διατρέχει, ὅτι λαμβάνουν χώραν καταχρήσεις, περιστατικὰ δεδομένα δὲν ἔχω, ἂς διαταχθῇ ἀνάκρισις.» Ἀλλὰ κατόπιν τῆς ἐκθέσεως ταύτης τί ἔπραξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν; Ὁ κ. Ὑπουργὸς διέταξε νὰ γείνῃ ἓν ἔγγραφον εἰς τὸν κ. εἰσαγγελέα, τὸ ὁποῖον κατόπιν διώρθωσε διὰ τῆς χειρός του, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν της: «Πρὸς τὸν κ. εἰσαγγελέα τῶν ἐν Ἀθήναις πλημμελειοδικῶν, παρακαλοῦμεν νὰ παραγγείλῃ ἀνακριτήν, ἵνα μεταβῇ καὶ ἐξετάσῃ ἂν ἐγένοντο» καὶ ἐνταῦθα φέρει διόρθωσιν διὰ τῆς χειρός του, καὶ γράφει «κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη καταχρήσεις», ἐνῷ τὸ πρωτότυπον εἶχεν «ἄχρι τοῦδε·» ἐν τούτοις ἐξακολουθεῖ ὡς ἑξῆς ἡ διόρθωσις: «Παρακαλοῦμεν ὅπως ἀναθέσητε εἰς αὐτὸν τὴν ἐντολὴν νὰ προσπαθήσῃ ὅπως ἀνακαλύψῃ ἂν κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη 75, 76, 77 καὶ 78 ἐγένοντο καταχρήσεις,» δηλ. κατὰ τὰ ἔτη τῆς μεγάλης παραγωγῆς, κατὰ τὰ ἔτη, καθ’ ἃ οὐδεμία ὑψώθη φωνή, ἐνῷ κατὰ τὸ 1879 ὑψώθη φωνὴ παρὰ τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου, ὅτι ἡ ἁλυκὴ ἁρπάζεται. Βλέπετε, ὅτι ὁ Σαρῆς δὲν ἐστάλη νὰ ἐξετάσῃ τὴν διαχείρισιν τοῦ ἁλαταποθηκαρίου, κατὰ τοῦ ὁποίου ὕψωσε φωνὴν ὁ τύπος, καὶ ἀνάστατος ἐγένετο ἡ ἐπαρχία Θηβῶν, ἀλλὰ νὰ ἐξετάσῃ περὶ ἀέρων καὶ ὑδάτων, διότι πῶς ἄλλως ἤθελε καλυφθῇ τὸ ἔγκλημα τοῦ ἁλαταποθηκαρίου Ἀργυρίου Ἀλεξάκη. Δευτέρα πρᾶξις τοῦ ἁλαταποθηκαρίου Δομβραίνης. Κατὰ τὴν δευτέραν ἢ τρίτην πῆξιν τοῦ ἅλατος τῆς ἁλυκῆς Δομβραίνης μετέβησαν οἱ ὑπάλληλοι νὰ παραδώσωσι τὰ ἅλατα· ὁ ἁλαταποθηκάριος λέγει, ἅμα ἔφθασαν εἰς ἕνα σωρὸν, ὅστις συνίστατο ἐκ 10,000 ὀκάδων· εἶναι νωπὸς, δὲν δύναμαι νὰ τὸν παραλάβω. Ἐν τούτοις, ἅμα ἀνεχώρησαν οἱ ὑπάλληλοι, ὁ ἁλαταποθηκάριος ῥίπτει τὸν σωρὸν ἐντὸς τῶν ἀποθηκῶν· εἶμαι ἄνθρωπος τοῦ Δηλιγιάννη, ἔλεγε, δὲν ἔχω ἀνάγκην. Καὶ διὰ νὰ μὴ ὑποτεθῇ, κύριοι, ὅτι θέλω νὰ συκοφαντήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, σᾶς λέγω, ὅτι περὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς τοῦ σωροῦ τῶν 10,000 ἐνηργήθη αὐτόματος ἀνάκρισις, ἀπεδείχθη καὶ ὡμολογήθη παρ’ ὅλου τοῦ κόσμου ἡ πρᾶξις αὐτὴ, καὶ κατὰ συνέπειαν δὲν μένει οὐδεμία ἀμφιβολία, ὅτι σᾶς λέγω τὴν ἀλήθειαν. Τρίτη πρᾶξις τοῦ ἁλαταποθηκαρίου. — Ἡ τρίτη πρᾶξις, κύριοι, δὲν εἶναι μόνον τραγικὴ, ἔχει καὶ πολὺ τὸ κωμικὸν ἅλας. Κατὰ τὴν πέμπτην πῆξιν τοῦ ἅλατος, ἐζήτησεν ὁ ἀποθηκάριος παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ προσδιορίσῃ ἡμέραν, διὰ νὰ παραδώσῃ τὰ ἅλατα, διότι βροχαὶ ἄφθονοι τὰ κατέστρεφον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἠρώτησε τοὺς ἁρμοδίους ὑπαλλήλους, ἂν ἔχωνται ἀληθείας τὰ τηλεγραφήματα. Τί ἀπήντησαν; «Βροχαὶ, ὡς ἐπληροφορήθημεν θετικῶς, οὐδόλως ἔβλαψαν ἅλατα, καθόσον ταῦτά εἰσιν ἐσκεπασμένα διὰ κεράμων.» Ἔπαρχος καὶ ἔφορος βεβαιοῦν, ὅτι τὰ τηλεγραφήματα τοῦ ἁλαταποθηκαρίου εἶναι ψευδῆ, καὶ ἦσαν, κύριοι, ψευδῆ, διότι τὰ ἅλατα πάντοτε σκεπάζονται, διότι ἄλλως δὲν θὰ εἴχομεν ἅλας. Ἐν τούτοις μετέβησαν ὁ ἔπαρχος καὶ ὁ ἔφορος εἰς τὴν ἁλυκὴν, διὰ νὰ παραδώσουν τὸ ἅλας τῆς τρίτης πήξεως· ἀλλ’ ἀντὶ τούτου, θέλοντες νὰ ἐκτελέσουν ἐπακριβῶς τὸ καθῆκόν των, κατεδιώχθησαν κακὴν κακῶς παρὰ τοῦ ἁλαταποθηκαρίου, καὶ ἔφυγον ἐκεῖθεν διακόψαντες τὴν παράδοσιν. Ἰδοὺ πῶς τηλεγραφοῦσι πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι τὴν ὀργὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐφοβοῦντο: «Ἁλαταποθηκάριος Δομβραίνης Ἀργύριος Ἀλεξάκης διέκοψε παράδοσιν ἁλάτων, ὡς μὴ ἀρεσκόμενος εἰς ἀκριβῆ ἡμῶν ἐξακρίβωσιν. Μᾶς ἐξύβρισεν ἐνεργοῦντας εἰλικρινῶς καθῆκόν μας· ἀπειλεῖ βιαιοπραγίας. Διατάξατε δέοντα πρὸς ἐξασφάλισιν ὑπολοίπου μὴ παραδοθέντων ἁλάτων, διότι ἄλλως διαρπαγῶσιν. Ἀναμένομεν ὑμετέρας διαταγάς. Ἀντιπρόσωπος ἐπάρχου Εἰρηνοδίκης Θίσβης». Τοῦτο τὸ ἔγγραφον τὸ ἀποστέλλει ὁ. κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα λάβῃ γνῶσιν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τηλεγραφεῖ εἰς τὸν ἀποθηκάριον μὲ πολλὴν ἁβρότητα: «Ἐξακολουθήσατε ἀμέσως παράδοσιν ἁλάτων πέμπτης πήξεως, ἢ παραιτηθῆτε ὁ ἴδιος, ἂν νομίζητε, ὅτι ἀδικεῖσθε.» Αὐτὰ, κύριοι, εἶναι τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐστάλησαν ἀπὸ τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς ἔλεγχον ἐπὶ τῆς καταχρήσεως, τῆς λαβούσης χώραν εἰς τὴν ἁλυκὴν Δομβραίνης, καὶ ἐλπίζω, κύριοι, ὅτι μετὰ τὴν ἐξέτασιν τῶν ἐγγράφων αὐτῶν, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν οὐ μόνον θὰ λάβῃ πρόνοιαν πρὸς ἀνακάλυψιν τῶν καταχρήσεων καὶ καταλογίσῃ αὐτὰς εἰς βάρος τοῦ ἁλαταποθηκαρίου, ἀλλ’ ἀμέσως θέλει ἀπαλλάξει τὸν ὑπάλληλον τοῦτον, διὰ νὰ μὴ ὑπάρχῃ τὸ σκάνδαλον ἐνώπιον τῆς ἐπαρχίας περὶ τῆς καταχρήσεως τοῦ Δημοσίου πλούτου. Δὲν ἐκπλήσσομαι, κύριοι Βουλευταὶ, διὰ τὴν διαγωγὴν τοῦ ὑπαλλήλου ἐκείνου, διότι, καθὼς πληροφοροῦμαι, ἄλλοτε, εἰσελθὼν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐποδοπάτησε καὶ ἐτραυμάτισε τὸν νῦν τμηματάρχην Γονίδην, διότι ἔγραψεν εἰς τὸ «Ἐθνικὸν Πνεῦμα» ἰδέας, ἀπαδούσας εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁ αὐτὸς ἄνθρωπος, ἔξω τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἐτραυμάτισε τὸν υἱὸν τοῦ Λεβίδου διὰ λόγους ὁμοίας φύσεως, καὶ ἐσώθη καταφυγὼν εἰς τὸ δωμάτιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Ἐκπλήσσομαι καὶ ἀπορῶ, κύριοι, πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ πρώην ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἠδυνήθη ν’ ἀποστείλῃ ὑπάλληλον τοιοῦτον εἰς μίαν τῶν ἐπαρχιῶν, καὶ μετὰ τὰς καταγγελίας τὰς γενομένας νὰ διατηρῇ αὐτὸν εἰς τὴν θέσιν του, καὶ νὰ διαχειρίζηται ἐν ἀνέσει τὰ δημόσια, καὶ ν’ ἁρπάζῃ αὐτὰ, φροντίζων μόνον νὰ ζητῇ πληροφορίας περὶ τῶν παρελθουσῶν χρήσεων, δηλ. πρὸς ἀνακάλυψιν τῆς ἀπολεσθείση, βελόνης, ἀδιαφορῶν διὰ τὴν ἐνώπιόν του καταβροχθιζομένην κάμηλον. Ἠδύνατό τις ὅμως δικαίως νὰ μοὶ παρατηρήσῃ, ὅτι τὰ τραύματα, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέφερα, δὲν ἀφορῶσιν εἰς ἐγκλήματα ἀτιμωτικὰ, εἶναι θρασύτης ἀπρεπὴς, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀτιμωτικὰ ἐγκλήματα, ὥστε νὰ σταματήσῃ ὁ Ὑπουργὸς, προκειμένου περὶ τοῦ διορισμοῦ του. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς γνωρίζει κἄτι τι ἄλλο, τὸ ὁποῖον θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς γνῶσιν ὑμῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς γνωρίζει περὶ τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ, ὅτι καὶ δι’ ἀτιμωτικὰς πράξεις κατηγορήθη, ἀφοῦ τὸ γνωρίζω ἐγὼ ὁ ξένος τῆς ἐπαρχίας, εἰς ἣν ἀνήκει. Κλητήριον θέσπισμα τοῦ εἰσαγγελέως τῆς Τριπόλεως ἀπευθύνεται πρὸς τὸν ὑπάλληλον ἐκεῖνον κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο, δι’ οὗ καλεῖται νὰ μεταβῇ καὶ δώσῃ λόγον διὰ εἴκοσι πρόβατα, τὰ ὁποῖα ἔκλεψε· τὸ δὲ κλητήριον τοῦτο θέσπισμα, κατὰ θετικὰς πληροφορίας τὰς ὁποίας ἔχω, ἠκολούθησεν ἀπόφασις διετοῦς φυλακίσεως. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἐλάχιστον ἀπέναντι τοῦ φοβεροῦ, τὸ ὁποῖον θ’ ἀκούσητε. «Βασίλειον τῆς Ἑλλάδος. Τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὁ τμηματάρχης Κρασᾶς.» Προκειμένου νὰ διορισθῇ ὁ ἁλαταποθηκάριος εἰς πενταετῆ ὑπηρεσίαν εἰς τὴν ἀστυνομίαν Ἀθηνῶν κατὰ τὸ 1871, ζητοῦνται πληροφορίαι παρὰ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης περὶ τῆς διαγωγῆς καὶ καταστάσεως αὐτοῦ. Ἀπαντᾷ τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι «ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς κατεδικάσθη παρὰ τοῦ δικαστηρίου τῶν ἐν Πάτραις συνέδρων εἰς δεκαετῆ πρόσκαιρα δεσμὰ, ὅτι ἔμεινεν ἐπὶ πέντε ἔτη εἰς τὰς φυλακὰς, ὅτι τοῦ ἐδόθη χάρις διὰ πέντε ἔτη, (παρὰ τίνος, ἐννοεῖτε) καὶ ὅτι δὲν ἀποκατεστάθη εἰς τὰ δικαιώματά του, καὶ διὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ διορισθῇ.» Διορίζεται ἐν τούτοις, καὶ ἐξηκολούθει δορυφορῶν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος δὲν εἶχεν ἀνάγκην τοιούτου δορυφόρου, ἐν μέσῳ τῆς Ἑλλάδος εὑρισκόμενος. Γνωρίζω, κύριοι, τὴν συλλογὴν καὶ τὴν μελέτην ἐπὶ τῶν νόμων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ ἐκτιμῶ τὴν ἀκρίβειαν αὐτοῦ. Ἀλλὰ λυποῦμαι, διότι ἐν τῇ ἀκριβείᾳ περὶ τοὺς νόμους ἐλησμόνησεν ὁποίαν σχέσιν ἔχει ἡ ὑπόθεσις αὕτη πρὸς τὸ ἐδάφιον 2ον τοῦ ἄρθρου 2ου τοῦ περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν Νόμου. Ζητοῦμεν νὰ φέρωμεν οἰκονομίας, καὶ δὲν βλέπομεν, ὅτι βδέλλαι βυζάνουσι τοὺς πόρους τοῦ Ἔθνους· ζητοῦμεν νὰ καταστήσωμεν διὰ νέων φόρων δυστυχεστέρους τοὺς δυστυχεῖς φορολογουμένους, καὶ δὲν βλέπομεν, ὅτι ἀγέλαι λύκων λυμαίνονται τὰ δημόσια, ὀρχουμένων τῶν ποιμένων.
§22Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν.) Δὲν σκοπεύω, κύριοι, νὰ κάμω κοινὴν τύχην μετὰ τοῦ κ. Ἀργυρίου Ἀλεξάκη, διότι ἕκαστος εἶναι ὑπεύθυνος διὰ τὰς πράξεις του, καὶ οἱ παραβαίνοντες τοὺς νόμους γίνονται ἀντικείμενον ποινικῆς καταδιώξεως, καὶ ἐφαρμόζονται κατ’ αὐτῶν οἱ νόμοι. Ὀφείλω ὅμως νὰ διασαφήσω ἀσαφῆ τινα περίοδον τῶν παραστάσεων τοῦ προαγορεύσαντος. Σᾶς εἶπεν, ὅτι αὐτὸς ὁ Ἀργύριος Ἀλεξάκης εἶναι ἐστερημένος τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων· τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές. Ὁ Ἀργύριος Ἀλεξάκης διὰ ἀνόμημα, πραχθὲν κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς μεσοβασιλείας, ἐγένετο ἀντικείμενον ποινικῆς καταδιώξεως, κατεδικάσθη, ἀλλ’ ἐξῆλθε τῶν φυλακῶν διὰ βασιλικῆς χάριτος, ἡ ὁποία ἀπενεμήθη εἰς αὐτὸν οὐχὶ δι’ ἐμοῦ, τὸν ὁποῖον ὑπενόησεν ὁ προλαλήσας, ἀλλὰ διὰ τοῦ ὑπουργείου τοῦ μακαρίτου Βούλγαρη, καὶ οὐχὶ καθ’ ὃν χρόνον ἤμην ἐγὼ ἐν Ἑλλάδι, ἀλλ’ ὅτε ἤμην ἐν Παρισίοις πρέσβυς. Παρελθόντων τῶν πέντε ἐτῶν ἀπὸ τῆς ἐξόδου του τῶν φυλακῶν, ἀποκατέστη εἰς τὰ πολιτικά του δικαιώματα, καθ’ ὃν τρόπον ἡ ποινικὴ δικονομία προσδιορίζει, καὶ ἐγένετο αὐτῷ προσιτὴ πᾶσα δημοσία ὑπηρεσία. Ἂν ὁ Ἀργύριος Ἀλεξάκης κατεχράσθη τελευταῖον διαχειρισθεὶς τὴν ἁλαταποθήκην Δομβραίνης, ἂν ἔκλεψε δημόσια χρήματα, ἐὰν παρέβη τοὺς νόμους, ὑπάρχει ἐν τῇ ζωῇ, καὶ οἱ νόμοι ἂς τὸν καταδιώξωσι. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ συνταυτίσω τὴν τύχην μου μετ’ οὐδενός. Ὑπάρχει μεγάλη διαφορὰ μεταξὺ ἐμοῦ καὶ ἐκείνου, ὅσον καὶ μεγάλη διαφορὰ μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ προαγορεύσαντος. Χρεωστῶ ὅμως νὰ φωτίσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ συμβεβηκότος, τὸ ὁποῖον ἴσως ἀγνοεῖ, καὶ τὸ ὁποῖον, ὡς ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὤφειλον νὰ γνωρίζω, καὶ ἀφοῦ ἐξήτασα καὶ ἐπείσθην, ὅτι ὑπάρχει, ὤφειλον νὰ τὸ ἐπανορθώσω. Τὸ γεγονὸς εἶναι, ὅτι ἡ ἀλυκὴ Δομβραίνης κεῖται εἰς τὸν δῆμον Θίσβης, ὅτι ἐκεῖ ὑπάρχει δήμαρχος ὁ Κομίνης, ὁ ὁποῖος εἶχε γαμβρὸν ἐπ’ ἀδελφῇ τὸν Ἀθανάσιον Κατσιμπάρδον. Ὁ Κατσιμπάρδος οὗτος ἦτο ἁλαταποθηκάριος, ὑπῆρχε δ’ ἐπιστάτης καλλιεργείας ὁ Μοίρας· τοῦτο δὲν ἔκρινα ἀκίνδυνον διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου. Δήμαρχος πενθερός, ἁλαταποθηκάριος γαμβρὸς καὶ ἐπιστάτης καλλιεργείας κομματάρχης, δὲν μοὶ ἐφαίνοντο καλῶς ἔχοντα τὰ πράγματα. Δὲν ἠξεύρω ἂν ἔβλαψα ἢ ὠφέλησα τὰ δημόσια συμφέροντα, διασπάσας τὴν τριάδα ταύτην· ἀλλὰ μοὶ ἐφάνη, ὅτι ἡ πολιτικὴ ἐν τῷ δήμῳ Θίσβης δὲν ἦτο ἀμέτοχος τοῦ χρηματισμοῦ· διὸ μετέθεσα τὸν ἐπιστάτην ἀπὸ Θίσβης εἰς Λαμίαν. Εἰς τὴν Λαμίαν ὑπάρχει ἀλυκὴ τῆς Γαντσοῦς· Ἄλλοτε ἐκαλλιέργει τὸ Κράτος τὰς ἁλυκὰς, πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ παραγάγῃ τὸ ἀναγκαῖον ἅλας διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ κράτους, μὴ σκοποῦν νὰ παραγάγῃ περισσότερον, διότι δὲν ὑπῆρχε βιομηχανία ἐν τῷ τόπῳ, διὰ νὰ χρησιμοποιήσῃ τὸ περισσεῦον ἅλας· ἀλλὰ κατὰ τὸ 1878 καὶ 1879 εἴμεθα εἰς διάφορον θέσιν. Εἴχομεν τὰς ἀλυκὰς τῆς Λευκάδος, ἐν αἷς ὑπῆρχε μέγα ἀποταμίευμα, ἑπομένως διέταξα νὰ μὴ καλλιεργηθῇ ἡ ἀλυκὴ Γαντσοῦς. Ἅμα τοῦτο ἐγένετο γνωστόν, ὁ ἁλαταποθηκάριος Ἀθανάσιος Κατσιμπάρδος παρῃτήθη ἀμέσως, καὶ ἐγένετο δεκτὴ ἡ παραίτησίς του. Δὲν γνωρίζω ἂν τὰ συμφέροντα τὰ πολιτικὰ τοῦ κ. βουλευτοῦ Θηβῶν ἢ ἄλλου τινὸς ἐζημιώθησαν ἐκ τῆς ἀπομακρύνσεως τοῦ ἁλαταποθηκαρίου ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γνωρίζω, εἶναι, ὅτι ἐγένετο μέγας θόρυβος, ὅταν μετετέθη ἐντεῦθεν ὁ Κατσιμπάρδος. Καὶ δὲν γνωρίζω τὸν ἄνθρωπον, γνωρίζω μόνον, ὅτι ὁ κ. Σαρῆς μοὶ εἶχεν ἀναφέρει, ὅτι ὁ κ. ἁλαταποθηκάριος, ὅστις δὲν εἶχε περιουσίαν, εἶναι κύριος ἤδη 80,000 δραχμῶν ἐκ τῆς πολυχρονίου διαχειρίσεως τῆς ἀλυκῆς Δομβραίνης Ἀλλὰ σᾶς εἶπε καί τινα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἀκριβῆ. Σᾶς εἶπεν, ὅτι ὁ ἐπιστάτης εἶναι ἐπιτηρητὴς τοῦ ἁλαταποθηκαρίου· τοῦτο δὲν εἶναι παντάπασιν ἀληθές. Εἰς τὰς ἀλυκὰς, αἵτινες καλλιεργοῦνται, ὡς γνωρίζετε, καθ’ ὡρισμένον χρόνον, διορίζεται ἐπιστάτης, ὅστις μετὰ τὸ πέρας τῶν ἐργασιῶν τῆς καλλιεργείας δὲν ὑφίσταται. Εὐθὺς ὡς παραδώσῃ εἰς τὸν ἁλαταποθηκάριον τὸ παραχθὲν ἅλας, ἀπολύεται τῆς ὑπηρεσίας. Τὸν ἐπιστάτην τῆς ἀλυκῆς Μοίραν διώρισα ἐγώ· ἀλλ’ ὅταν μοὶ ἐδόθη ἀναφορὰ καταγγέλλουσα, ὅτι ὑπάρχει ἐκκρεμὴς ἀνάκρισις ἐπὶ ἀπιστίᾳ διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ἔργων, ἃ ὡς ἐπιστάτης τῆς καλλιεργείας εἶχεν ἐκτελέσει κατὰ τὸ παρελθόν, ἔπαυσα αὐτόν. Δὲν ἐγνώριζον ἂν ἡ παῦσις αὐτοῦ εἶχεν ἐπιῤῥοὴν εἰς τὰς βουλευτικὰς ἐκλογὰς τοῦ προαγορεύσαντος. Ἀλλὰ διατί παρήχθη τόσον ὀλίγον ἅλας κατὰ τὸ 1879; Τὴν αἰτίαν δὲν γνωρίζω· ὅ,τι γνωρίζω, εἶναι, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον δὲν εἶχε πόθον νὰ παραγάγῃ περισσότερον ἅλας ἢ ὅσον ἦτο ἀνάγκη διὰ τὴν περιφέρειαν ἐκείνην. Σᾶς ἀνέγνωσε καὶ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα δὲν νομίζω, ὅτι ἀνέγνωσαν ἀκριβῶς. Σᾶς ἀνέγνωσεν ἔγγραφον τοῦ κ. Σαρῆ, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐγὼ εἶχον διατάξει αὐτὸν νὰ ἐξετάσῃ τὰ κατὰ τὸ παρελθὸν γενόμενα. Δὲν ἔχει οὕτω τὸ πρᾶγμα. Ὅτε ἐπρόκειτο ἡ παράδοσις τῆς τρίτης πήξεως τοῦ ἅλατος, παρήγγειλα τοῦ γραμματέως τῆς ἐφορίας, τὸν ὁποῖον δὲν γνωρίζω, νομίζω, ὅτι ὀνομάζεται Σωτηριάδης καὶ εἶναι ἀπὸ τὸν Πόρον, μοὶ ἐσυστήθη δὲ ὡς κάλλιστος ὑπάλληλος, νὰ παρασταθῇ εἰς τὴν παράδοσιν τοῦ ἅλατος. Ἔλαβον τότε τηλεγράφημα ἀπὸ τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον, ὁ ὁποῖος ἔλεγεν, ὅτι θὰ ὑπάγῃ μόνος· ἀλλὰ λαμβάνω ἕτερον ἔγγραφον ἀπὸ τὸν ἁλαταποθηκάριον, ὅστις ἀνέφερεν, ὅτι ὁ ἔφορος πιέζει αὐτόν. Εὑρέθην εἰς ἀμηχανίαν τίνα νὰ πιστεύσω, ἔστειλα τὸν κ. Σαρῆν· οὗτος μοὶ εἶπεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀφορμὴ ἄλλη εἰμὴ μόνον ἀμοιβαία δυσπιστία. Ἀλλ’ ὁ κ. Σαρῆς μὲ διαβεβαίωσεν, ὅτι κατὰ τὸ παρελθὸν ἐγένοντο καταχρήσεις, καὶ διὰ τοῦτο ἔστειλα εἰς τὸν εἰσαγγελέα τὴν ὑπόθεσιν. Ἔχω πλήρη τὴν συνείδησιν τῆς εὐθύνης ὅσων ἔπραξα· νομίζω, ὅτι δὲν μοὶ προσήκει νὰ ἐκτείνω τὸν λόγον περαιτέρω ἐπὶ ὑποθέσεως, ἡ ὁποία ἰδίως δὲν μὲ ἀφορᾷ. Ἂν παρέλειψά τι ἐκ τῶν καθηκόντων μου, καὶ τὸ Κράτος ὑπέστη ζημίαν; ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει τὸ ἔγγραφον, καὶ δύναται νὰ ἐξετάσῃ τὰ περὶ τούτου. Ἂν ὁ ἁλαταποθηκάριος ἔπραξε πρᾶξιν ἀξιόποινον, ἡ ποινικὴ δικαιοσύνη ἂς τὸν καταδιώξῃ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν ὀφείλω νὰ δώσω περαιτέρω λόγον.
§23ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Γνωρίζετε, κύριοι, τὸ δυστύχημα τὸ ἐπισυμβὰν πρὸ πολλῶν ἐτῶν εἰς Πόρον, τῆς καταστροφῆς τοῦ λαμπροῦ ἐκεῖ λεμονεῶνος. Οἱ κάτοικοι πάσχουν ἤδη δεινῶς καὶ δὲν δύνανται, διότι δὲν ἔχουν τὰ μέσα, νὰ φυτεύσουν δένδρα. Ἐπανειλημμέναι αἰτήσεις ἐγένοντο πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ διὰ τοῦτο ὑποβάλλω Νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἡ Κυβέρνησις ἐγγυᾶται νὰ δανεισθῶσι 50,000 δραχμάς, διὰ ν’ ἀγοράσουν δένδρα· ἐννοεῖται ὅτι, πρὶν δοθῇ ἐγγύησις, τὸ Δημόσιον θ’ ἀσφαλισθῇ, ὥστε νὰ μὴ ἀπολεσθῶσι τὰ χρήματα.
§24ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.) Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν Νομοσχέδιον συνοδευόμενον μετὰ δικαιολογητικῆς ἐκθέσεως περὶ τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου, Λιθογραφείου καὶ Στοιχειοχυτηρίου, διὰ τοῦ ὁποίου κανονίζονται νομιμώτερον, ἀκριβέστερον καὶ σκοπιμώτερον τὰ τοῦ Δημοσίου τούτου Καταστήματος, διεπομένου μέχρι τοῦδε διὰ διαφόρων Β. Διαταγμάτων, ἐκδεδομένων πρὸ πολλῶν ἐτῶν. Διὰ τὸ Δημόσιον τὸ κατάστημα τοῦτο, εἰς τὸ ὁποῖον ἐνεργεῖται, ὡς γνωστὸν, ἡ τύπωσις τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὅλων τῶν λοιπῶν Δημοσίων ἐγγράφων, ὡς καὶ τῶν Πρακτικῶν καὶ λοιπῶν ἐγγράφων τῆς Βουλῆς, ἐπληρώναμεν ἐτησίως 45,500 δραχ. Τοιοῦτον ποσὸν περιλαμβάνει καὶ ὁ ἐφετεινὸς προϋπολογισμός. Κατὰ τὸ Νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ὑποβάλλω, ἐνῷ τακτοποιοῦνται ἀκριβέστερον τὰ τοῦ Τυπογραφείου καὶ τῶν λοιπῶν συνεχομένων μετ’ αὐτοῦ καταστημάτων, θὰ δαπανῶνται ἐτησίως 46,920, ἤτοι ἐπὶ πλέον μόνον δραχ. 1420. Ἐὰν ἡ Βουλὴ εὐαρεστηθῇ νὰ συζητήσῃ καὶ ἐπιψηφίσῃ τὸ Νομοσχέδιον πρὸ τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὁ προϋπολογισμὸς θὰ τροποποιηθῇ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Νομοσχεδίου τούτου.
§25ΦΙΛΗΜΩΝ. Περὶ τοῦ ὑλικοῦ λαμβάνεται πρόνοια;
§26ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Νομοσχέδιον ἀφορᾷ μόνον τὸ προσωπικὸν, τὴν διαχείρισιν καὶ τὴν διεύθυνσιν τοῦ Τυπογραφείου. Ἐπίσης ὑποβάλλω Νομοσχέδιον περὶ τοῦ Σφραγιστηρίου, τὸ ὁποῖον διέπεται καὶ αὐτὸ διὰ Διαταγμάτων, πρὸ πολλῶν ἐτῶν ἐκδεδομένων. Διὰ τὸ Σφραγιστήριον ἐπληρώναμεν κατ’ ἔτος μέχρι τοῦδε 21,300· κατὰ τὸ ὑποβαλλόμενον Νομοσχέδιον ἡ δαπάνη θ’ ἀνέρχηται ἐτησίως εἰς 25,080. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἀφαιρέσωμεν ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου δραχμὰς 4,800, προσδιοριζομένας διὰ τὴν θέσιν τοῦ Διευθυντοῦ, τὴν ὁποίαν κατέχει ἤδη ὁ Τμηματάρχης τῶν Μεταλλείων, καὶ ἑπομένως δὲν πληρώνωμεν τίποτε ἤδη, τότε ἡ δαπάνη περιορίζεται εἰς δραχ. 20,280 καὶ εἶναι ὀλιγωτέρα τῆς μέχρι τοῦδε πληρωνομένης κατὰ δραχ. 1020. Καὶ τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο συνοδεύεται μετὰ τῆς ἀπαιτουμένης αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως. Τὸ προπαρελθὸν ἔτος ἐψηφίσθη Νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου ἐκανονίσθησαν τὰ τῆς ἐν Θήρᾳ Θηραϊκῆς γῆς, προσδιωρίσθη ὡς τίμημα ἑκάστου κοφινίου ἐξ εἴκοσιν ὀκάδων 4 λεπτὰ, ἐξ ὧν τὰ δύο εἰσέρχονται εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, τὰ ἕτερα δύο εἰς τὸ Λιμενικὸν Ταμεῖον τῆς Νήσου. Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Θηρασίας δι’ ἐκθέσεώς του, ὑποβληθείσης εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐζήτησεν ὅπως ἐκ τοῦ ποσοῦ τοῦ διατιθεμένου διὰ τὸν λιμένα λαμβάνῃ καὶ ὁ Δῆμος Θηρασίας τὸ ἥμισυ, ἤτοι ἓν λεπτὸν, διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Δήμου, διότι ἐκ τῆς περιφερείας τοῦ Δήμου ἐκείνου ἐξέρχεται τὸ μεγαλείτερον ποσὸν Θηραϊκῆς γῆς, τὰ δὲ εἰσοδήματα τοῦ Δήμου εἶναι ἀνεπαρκῆ. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀποστεῖλαν τὴν αἴτησιν ταύτην εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἐζήτησε τὴν τροποποίησιν τοῦ κατὰ τὸ προπαρελθὸν ἔτος ψηφισθέντος Νόμου, ἐπὶ τῷ τέλει νὰ διατεθῇ ποσὸν τι ὑπὲρ τοῦ δημοτικοῦ Ταμείου Θηρασίας ἐκ τῶν τοῦ λιμενικοῦ. Κατὰ τὸ λῆξαν ἔτος, καθ’ ὃ πρώτην φορὰν ἐφηρμόσθη ὁ προκείμενος Νόμος, αἱ εἰσπράξεις ὑπὲρ τοῦ λιμενικοῦ Ταμείου ἀνῆλθον εἰς 11,000· ἑπομένως, ἂν χορηγήσωμεν τὸ ἥμισυ τοῦ ποσοῦ τούτου κατὰ τὴν ἀξίωσιν τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου, τὸ ποσὸν, ὅπερ θὰ διατεθῇ ὑπὲρ τοῦ Δήμου, θέλει εἶσθαι 5,500. Ἐπειδὴ δὲ αἱ ἀνάγκαι τοῦ Δήμου δὲν εἶναι τοιαῦται, ὥστε νὰ δικαιολογῶσι τὴν τοιαύτην ὑπὲρ αὐτοῦ διάθεσιν, διότι, κατὰ τὴν ἰδίαν πρᾶξιν τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου, τὰ μὲν ἔσοδα τοῦ Δήμου ἀνέρχονται εἰς δραχμὰς 1,000 περίπου, τὰ δὲ ἔξοδα εἰς 1770, ἑπομένως τὸ ἔλλειμμα εἶναι 800 περίπου δραχμαὶ, ἐνομίσαμεν, ὅτι ἀρκεῖ τὸ ⅕ τῶν ὑπὲρ τοῦ λιμενικοῦ Ταμείου εἰσπραττομένων, συνιστάμενον εἰς δραχ. 2,200, ὅπως θεραπεύσῃ τὰς ἀνάγκας τοῦ Δήμου· καὶ πρὸς τοῦτο ὑποβάλλω τὸ προσῆκον Νομοσχέδιον μετὰ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως καὶ τῶν σχετικῶν ἐγγράφων.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ῥοντήρης ὑποβάλλει πρότασιν περὶ διαθέσεως τῶν κληροδοτημάτων.
§28ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ Νομοσχέδιον περὶ ἐκλογῆς ἐνόρκων ἡ Βουλὴ ἐθεώρησε κατεπεῖγον. Θὰ παρακαλέσω, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν Διάταξιν.
§29ΡΑΛΛΗΣ. Πρὸ ἡμερῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέβαλε πρότασιν περὶ πιστώσεως διὰ τοὺς ἀποστράτους, οἵτινες ἤδη ἀποθνήσκουν τῆς πείνης.
§30ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπεβλήθη τοιαύτη πίστωσις· ὑπεβλήθη ὅμως ἄλλη, διὰ πληρωμὴν στρατιωτικῶν συντάξεων.
§31ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὑπεβλήθη· ἀλλ’ ἐὰν δὲν ὑπεβλήθη, σᾶς παρακαλῶ νὰ ὑποβάλητε τὴν πίστωσιν αὐτὴν, διότι ζοῦν ἀπὸ ἐλεημοσύνην οἱ ἀπόστρατοι.
§32ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν ἐκ 30,000 δραχμῶν, ἀφορᾶ εἰς συμπλήρωσιν τῆς δαπάνης τῆς ἀπαιτουμένης διὰ τὰς στρατιωτικὰς συντάξεις διὰ τὸ 1879, δὲν ἀφορᾶ δὲ εἰδικῶς τοὺς ἀποστράτους ἐκείνους, οἵτινες ἐτέθησαν εἰς ἀποστρατείαν πρὸ δύω ἐτῶν καὶ περὶ ὧν πρόκειται. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ λόγος περὶ τούτου, ἀναγκάζομαι νὰ δώσω πληροφορίας τινάς. Οἱ τεθέντες εἰς ἀποστρατείαν ἀξιωματικοὶ περὶ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1878 ἐκίνησαν ἀγωγὴν κατὰ τοῦ Δημοσίου, ὅπως ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν ἐνεργὸν ὑπηρεσίαν, ἀφ’ ἧς ἀπεμακρύνθησαν παρανόμως κατ’ αὐτούς· τὰ Δικαστήρια δὲ ἀπεφάνθησαν ὁριστικῶς νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν ἐνεργὸν ὑπηρεσίαν, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι ἐτέθησαν εἰς ἀποστρατείαν πρὸ τῆς νομίμου δημοσιεύσεως τοῦ σχετικοῦ νόμου. Οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι διαιροῦνται εἰς τρεῖς κατηγορίας. Εἰς τὴν μίαν ἀνήκουν ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐτέθησαν ἐν ἀποστρατείᾳ μὲ τὸν βαθμὸν ὃν κατεῖχον, καὶ ὡς πρὸς αὐτοὺς οὐδεμία ὑπάρχει ἀντίῤῥησις ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου, διότι καὶ τὰ δικαστήρια ἀπεφάνθησαν ὑπὲρ αὐτῶν. Ἑτέραν κατηγορίαν ἀποτελοῦσιν οἱ ἀξιωματικοὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες προηγουμένως προβιβασθέντες κατ’ ἐκλογὴν ἐτέθησαν εἰς ἀποστρατείαν, καὶ τὰ δικαστήρια ἐπίσης ἀπεφάνθησαν ὑπὲρ αὐτῶν, δηλ. νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν ἐνεργὸν ὑπηρεσίαν μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ προβιβασμοῦ των· καὶ ὡς πρὸς τούτους δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου. Περὶ αὐτῶν λοιπὸν τῶν δύω κατηγοριῶν, μὴ ὑπαρχούσης ἀμφισβητήσεως ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου, δὲν εἶναι δύσκολον νὰ ζητηθῇ πίστωσις περὶ πληρωμῆς τῆς μισθοδοσίας αὐτῶν, συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ λογιστικοῦ νόμου καὶ τὰς ἀποφάσεις τῶν δικαστηρίων. Ὑπάρχει ὅμως καὶ τρίτη κατηγορία, ἐκείνων τῶν ἀξιωματικῶν, οἵτινες προβιβασθέντες ἐτέθησαν εἰς ἀποστρατείαν καὶ ἑπομένως ὁ προβιβασμὸς ἦτο συνέπεια τῆς ἀποστρατείας, τὰ δὲ δικαστήρια ἀπεφάνθησαν ὑπὲρ αὐτῶν νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν ἐνεργὸν ὑπηρεσίαν μετὰ τοῦ προβιβασμοῦ των. Ὡς πρὸς τούτους τὸ Δημόσιον ἔχει ἀντίῤῥησιν, ἰσχυριζόμενον, ὅτι ἀφοῦ ὁ προβιβασμὸς ἦτο συνέπεια τῆς ἀποστρατείας, καὶ ἂν δικαιοῦνται νὰ ἐπανέλθουν εἰς ἐνέργειαν, δὲν δύνανται ἢ νὰ ἐπανέλθωσι μὲ τὸν βαθμὸν τὸν πρὸ τῆς ἀποστρατείας των, καὶ περὶ αὐτῶν ὑπάρχει δίκη ἐκκρεμής. Καθ’ ὅσον λοιπὸν ἀφορᾷ τοὺς ὑπαγομένους εἰς τὰς δύω πρώτας κατηγορίας, ἐπειδὴ ἐλύθη ὁριστικῶς τὸ ζήτημα, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν βεβαίως θὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀπαιτουμένην πίστωσιν. Καθ’ ὅσον ὅμως ἀφορᾷ τὴν τρίτην κατηγορίαν, περὶ αὐτῶν δὲν δύναται νὰ ληφθῇ πρόνοιά τις ἤδη, ἀφοῦ τὸ ζήτημα εἶναι ἐκκρεμὲς ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων. Ὡς πρὸς ἐκείνους δὲ τοὺς ἀξιωματικούς, οἵτινες ἀπεδέχθησαν τὴν ἀποστρατείαν των, αὐτοὶ ὑπάγονται εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν στρατιωτικῶν συντάξεων, καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ζητηθῇ πίστωσις δι’ αὐτοὺς, διότι ὑπάρχει τοιαύτη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ.
§33ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ Νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπεσχέθη ὁ προκάτοχός σας Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τὸ ὁριστικὸν μέτρον ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης· τὸ ὁριστικὸν μέτρον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δύναται νὰ τὸ λάβῃ, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐμποδίζει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ὑποβάλῃ τὸ Νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὁ προκάτοχός του ὑπεσχέθη. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νομίζω, ὅτι εἶπεν ἄλλοτε, ὅτι ἔπεμψε τὰ ἀναγκαῖα ἔγγραφα διὰ τὴν ὑποβολὴν ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως, καὶ ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπεσχέθη τὴν ὑποβολὴν σχετικοῦ νομοσχεδίου.
§34ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη, ἀφορᾷ τὰς στρατιωτικὰς συντάξεις. Καθ’ ὅσον δὲ ἀφορᾷ τὴν μισθοδοσίαν τῶν ἀξιωματικῶν ἐκείνων, περὶ τῶν ὁποίων πρὸ ὀλίγου ἐμνήσθην, περὶ αὐτῶν θὰ ζητηθῇ ἰδιαιτέρα πίστωσις ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν.
§35ΡΑΛΛΗΣ. Τότε ἐλύθη τὸ ζήτημα τοῦτο.
§36ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Μέχρι τοῦδε ἐθεωροῦντο συνταξιοῦχοι, καὶ τὸ Ὑπουργεῖον ἠθέλησε νὰ τοὺς κανονίσῃ.
§37ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα τοῦτο ἐλύθη ὁριστικῶς καὶ ἀνεκκλήτως ὡς πρὸς τὰς δύο κατηγορίας.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποῖος θὰ φέρῃ τὴν πίστωσιν, ἀφοῦ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν τὴν φέρει;
§39ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Ἐπειδὴ λέγετε, ὅτι περὶ τῆς τρίτης κατηγορίας δὲν ἐξεδόθη ἀπόφασις ὁριστικὴ, περὶ τῶν ἄλλων ἐρωτῶ, ἐγένοντο δεκτοὶ εἰς τὸν στρατὸν, ναὶ ἢ ὄχι;
§40ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Σήμερον πρόκειται νὰ κανονισθῇ τί ὀφείλει τὸ δημόσιον εἰς αὐτοὺς, τὸ δὲ ἄλλο εἶναι διοικητικόν.
§41ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Ἑπομένως αὐτοὶ θὰ πληρώνωνται, χωρὶς νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν; Παρατηρῶ λοιπὸν εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ ἄλλο τι μέτρον περὶ ἐκδικάσεως τῶν ὑποθέσεων τούτων διὰ νομοθετήματος, διότι οὕτως, ὡς γίνεται, ὄχι μόνον τὴν οἰκονομίαν ζημιοῖ, ἀλλὰ καὶ τὴν τάξιν καὶ πειθαρχίαν τοῦ στρατοῦ.
§42ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε πρόεδρε, πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν θέλω νὰ κάμω τὴν ἑξῆς παρατήρησιν. Ἡ τρίτη τάξις τῶν ἀποστράτων ἔχει ἀνάγκην ἐπίσης νὰ ζήσῃ. Εἰς αὐτοὺς δὲ καθυστερεῖται ὄχι μόνον ὁ μισθὸς, ἀλλὰ καὶ ἡ σύνταξις, ἥτις ἀπενεμήθη αὐτοῖς διὰ Β. Διατάγματος. Λοιπὸν ὡς πρὸς αὐτοὺς παρακαλῶ νὰ ὑποβάλῃ Νομοσχέδιον ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πιστώσεως ἴσης πρὸς τὴν σύνταξιν εἰς ἣν δικαιοῦνται, διότι πρόκειται, ὡς εἶπον, νὰ ζήσουν. Δὲν ἐδέχθησαν δὲ τὴν σύνταξίν των εἰς ἣν δικαιοῦνται, διὰ νὰ μὴ ἀποδεχθῶσι τὴν εἰς ἀποστρατείαν μετάθεσίν των.
§43ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ δώσωμεν τίποτε εἰς αὐτοὺς, ἐκτὸς ἂν νομοθετηθῇ διὰ νόμου, περὶ τοῦ ὁποίου θὰ σκεφθῶ καὶ θέλω φέρει πρότασιν.
§44Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νομίζω, ὅτι τὸ πρᾶγμα δύναται νὰ διευκολυνθῇ καὶ κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ καὶ κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κυρίου Ῥάλλη. Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, πρὶν ὑπαχθῶσιν εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν, εἶχον ἕνα μισθόν· ἑπομένως δύνανται δυνάμει τῆς ἀποφάσεως νὰ λάβωσιν ἐξ αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ.
§45ΤΙΝΕΣ. Ὁ λογιστικὸς νόμος τὸ ἐμποδίζει.
§46Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου πρέπει νὰ γείνῃ κἄτι τι, διότι τοὺς ἐθέσατε εἰς κατάστασιν, ὥστε δὲν εἶναι οὔτε εἰς ἐνέργειαν, οὔτε εἰς σύνταξιν, οὔτε εἰς μισθοδοσίαν.
§47ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ φέρωμεν πρότασιν εἰδικὴν νὰ λάβωμεν προκαταβολήν.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ τοὺς ἄλλους τί θὰ γείνῃ;
§49ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Θὰ ἐξελέγξῃ τὸ λογιστήριον τὸ στρατιωτικὸν τὰ δικαιώματά των πρῶτον.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ λογιστικὴ ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της περὶ τῶν ἐξόδων τῆς βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, καὶ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἔφερεν ἐκθέσεις ἐπὶ διαφόρων πιστώσεων. Θὰ τυπωθῶσιν. Ὁ κ. Βαλασσόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§51ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μᾶς δώσῃ πληροφορίας περὶ τῆς ὁδοποιΐας, πόσα χιλιόμετρα κατεσκευάσθησαν, πόσα χρήματα ἐδαπανήθησαν ἐν ὅλῳ καὶ πόσα κατὰ χιλιόμετρον, καὶ πόσαι ὁδοὶ κατεσκευάσθησαν, πόσαι κατασκευάζονται ἤδη, καὶ πόσαι εἶναι εἰς μελέτην. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ μᾶς δώσῃ τὰς πληροφορίας ταύτας: πόσα Σχολεῖα Ἑλληνικὰ ὑπάρχουσιν εἰς τὰς Ἐπαρχίας, καὶ ἰδίως εἰς τοὺς Δήμους, πόσας τάξεις ἔχει ἕκαστον, πόσους διδασκάλους καὶ πόσους μαθητάς.
§52Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Καὶ ἐγὼ ἐρωτῶ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν πότε θὰ τελειώσῃ ἡ πρὸ πολλοῦ ἀρξαμένη ὁδὸς ἀπὸ Ὀλυμπίας μέχρις Ἄργους.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ζητεῖ νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐκλογῆς ἐνόρκων κατὰ τὸ 1880. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πλεῖστοι.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἄρθρον ὡς καὶ κατὰ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.) Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ζητεῖ νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 84 τοῦ περὶ στρατολογίας νόμου. Νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§54ΚΟΡΙΖΗΣ. Ἡ πρότασις πρέπει νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν.
§55ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Νὰ παραπεμφθῇ.
§56ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Τὸ πρᾶγμα εἶναι ἁπλούστατον, καὶ δὲν βλέπω διατί νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν, διότι δὲν βλέπω τί δύναται νὰ εἴπῃ ἡ Ἐπιτροπὴ ἐναντίον αὐτοῦ. Τὸ ἄρθρον αὐτὸ, ὡς ἔχει περὶ τῶν στρατιωτῶν τῶν κατὰ θάλασσαν, ἀφίνει ἓν κενόν. Λέγομεν λοιπὸν, ὅτι δύνανται νὰ γίνωνται δεκτοὶ εἰς τὸν στρατὸν τῆς θαλάσσης κτλ., ἀλλὰ δὲν λέγομεν ποῖα θὰ ἦναι τὰ προσόντα. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ δύνανται ἐπὶ ἓξ μῆνας νὰ καταταχθῶσιν ἐθελουσίως, ποῖα ὀφείλουν νὰ ἔχουν προσόντα; αὐτὸ διὰ τῆς τροποποιήσεως αὐτῆς κανονίζεται. Λέγομεν, ὅπως εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, διὰ Β. Διατάγματος νὰ κανονίζωνται καὶ αὐτά. Δὲν βλέπω λοιπὸν τὸν λόγον, ἂν καὶ δὲν ἦμαι καὶ ἐναντίος νὰ σταλῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν.
§57ΚΟΡΙΖΗΣ. Ὅπως λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς, εἶναι περιτταὶ αἱ Ἐπιτροπαί.
§58ΚΡΙΕΖΗΣ. Μετὰ τὰς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας ἔδωκεν ὁ κ. Ὑπουργός, μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται ν’ ἀποφασίσῃ, διότι εἶναι ῥητὸν τὸ ἄρθρον, καὶ διὰ τῆς τροποποιήσεως θέλομεν νὰ τὸ συμπληρώσωμεν, δηλ. οἱ ὑπηρετοῦντες ἑξάμηνον θητείαν νὰ ὑποβάλλωνται εἰς ἐξέτασιν δυνάμει Διατάγματος, τὸ ὁποῖον νὰ κανονίζῃ τὰ προσόντα. Ἀλλὰ ἤθελον νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ὅτι δὲν ὁρίζεται καὶ τὸ πόσον τοῖς ἑκατόν.
§59ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Αὐτὸ εἶναι εἰς τὸν γενικὸν Νόμον.
§60ΚΡΙΕΖΗΣ. Εἶναι ἄλλο ἄρθρον διὰ τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς, καὶ ἄλλο ἄρθρον διὰ τὸν στρατὸν τῆς θαλάσσης. Ἐκεῖ ἡ ἀναλογία εἶναι 5 τοῖς ἑκατόν.
§61ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἂς προστεθῇ καὶ αὐτὸ, μολονότι εἶναι εἰς τὸν γενικὸν νόμον.
§62ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Τὸ Νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι ἀνάγκη νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ὅπως μελετηθῇ, καὶ κατὰ τοσοῦτον μείζονα λόγον, καθ’ ὅσον πρέπει νὰ μάθωμεν τὰ αἴτια, δι’ ἃ δὲν δύναται νὰ λειτουργήσῃ ὁ ὑπάρχων νόμος. Εἴμεθα εἰς θέσιν σήμερον νὰ συζητήσωμεν περὶ αὐτοῦ χωρὶς νὰ ἔχωμεν ἔκθεσιν αἰτιολογικήν; Θὰ ἀναγκασθῶμεν νὰ ὑποπέσωμεν εἰς ἄτοπον, καὶ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Νομοσχεδίου δὲν πρέπει νὰ ἐπισπεύδωμεν.
§63ΡΙΚΑΚΗΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι, ἀφοῦ ἡ Βουλὴ εἰς διαφόρους περιστάσεις παρεδέχθη, ἐὰν ὑπάρχῃ λόγος, νὰ παραπέμπηται τὸ Νομοσχέδιον, ἐδῶ δὲ δὲν ὑπάρχει τοιοῦτος, διατί νὰ παρεμβάλλωμεν προσκόμματα, ἐνῷ δὲν πρέπει;
§64ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Δὲν βλέπω πῶς ἤθελον παραβλαφθῆ τὰ συμφέροντα, ἐὰν παρέλθουν δύω ἢ τρεῖς ἡμέραι.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ πρόκειται περὶ μεταβολῆς τῆς ἡμερησίας διατάξεως, θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν περὶ τῆς μεταβολῆς τῆς ἡμερησίας διατάξεως. (Ἐνεκρίθη ἡ μεταβολὴ, καὶ ἐγένετο δεκτὸν τὸ Νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον.)
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἤδη ἔχομεν το Νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως κάμῃ χρῆσιν τοῦ δωδεκατημορίου τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ τὰ ἔξοδα τοῦ μηνὸς Φεβρουαρίου.
§67ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν ἔχομεν ἓν ἔξοδον δι’ ἀγορὰν βομβυκοσπόρου, ὀφείλομεν δὲ ἤδη νὰ κάμωμεν τὴν ἀγορὰν αὐτήν· τὸ δωδεκατημόριον δὲ δὲν ἐξαρκεῖ. Πρέπει νὰ σημειώσωμεν τὸ ποσὸν 5 χιλ. δραχμῶν.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ σημειωθῇ· ἂς σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον.)
§69ΣΑΡΑΒΑΣ. Τὸ Σάββατον, κύριοι, συνελθοῦσα ἡ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπή, ὅπως σκεφθῇ περὶ τῶν προκαταρκτικῶν ἐργασιῶν, πρὸς ἐκπλήρωσιν τῆς ἀνατεθείσης αὐτῇ ἐντολῆς, ἐκάλεσε τὸν παρὰ τοῖς ἐνταῦθα πλημμελειοδίκαις εἰσαγγελέα, διὰ νὰ ζητήσῃ παρ’ αὐτοῦ προφορικὰς πληροφορίας σχετικὰς πρὸς τὴν ἀνάκρισιν περὶ τῆς συναλλαγματικῆς, περὶ τῆς ὁποίας ἐγένετο λόγος ἐν τῇ Βουλῇ. Ἐν ταὐτῷ δὲ δι’ ἐγγράφου της παρήγγειλε τὸν κ. εἰσαγγελέα νὰ πέμψῃ εἰς τὴν ἀνακριτικὴν ἐπιτροπὴν τὴν δικογραφίαν, καὶ ἀνέθετο εἰς τὸν εἰσηγητὴν αὑτῆς νὰ παραλάβῃ τὴν δικογραφίαν καὶ τὴν μελετήσῃ, καὶ νὰ ὑποβάλῃ τὸ πόρισμα τῶν σκέψεών του εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ὅπως αὕτη σκεφθῇ κατὰ τί ἔπρεπε νὰ συμπληρώσῃ τὰς ὑπαρχούσας πληροφορίας· διότι εἶχε τὴν ἰδέαν ἡ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπή, ὅτι ἡ δικογραφία αὐτὴ καὶ τὸ ἀντικείμενον, ὃ ἀπέβλεπεν, ἐσχετίζετο μετὰ τῆς περὶ τῶν προμηθειῶν ἀνακρίσεως. Ὁ εἰσαγγελεὺς ἐχορήγησε προφορικὰς πληροφορίας, καὶ ὑπεσχέθη νὰ δώσῃ τὴν δικογραφίαν· ἀλλὰ ἡ δικογραφία χθὲς δὲν ἀπεστάλη, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ διελύθη ἕνεκα τούτου ἄπρακτος. Κατὰ σύμπτωσιν χθὲς συναντήσας καθ’ ὁδὸν τὸν κ. εἰσαγγελέα καὶ ἐρωτήσας αὐτὸν, ἤκουσα, ὅτι δὲν δύναται νὰ δώσῃ τὴν δικογραφίαν, διότι ὁ προϊστάμενός του Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης τὸν παρήγγειλε ῥητῶς ἄνευ διαταγῆς αὐτοῦ νὰ μὴ δώσῃ οὐδὲν ἔγγραφον. Τοῦτο ἐνόμισα, ὅτι πρέπει νὰ ἔλθῃ εἰς γνῶσιν τῆς Βουλῆς, διότι κατὰ τὴν κρίσιν τῆς ἐπιτροπῆς ἡ ἐνέργειά της δὲν ὑπόκειται εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ κ. ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ.
§70ΤΙΝΕΣ. Βέβαια, βέβαια.
§71ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἡ ἐξουσία τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ νὰ συλλέξῃ ὅλας τὰς ἀποδείξεις, αἵτινες εἶναι ἀπαραίτητοι, ὅπως ἀποφασισθῇ ἂν ἐπὶ τῶν ἀντικειμένων, περὶ ὧν παρηγγέλθη νὰ ἐνεργήσῃ ἀνάκρισιν, δύναται νὰ προβῇ περαιτέρω, καὶ εἰς ποῖον πόρισμα πρέπει νὰ φθάσῃ, εἶναι, κατὰ τὸ φρόνημα τῆς ἐπιτροπῆς, ἀπόλυτος. Ἡ ἐπιτροπὴ νομίζει, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἄλλον περιορισμόν, παρὰ τὴν ἰδίαν αὑτῆς κρίσιν κατὰ πόσον τ’ ἀντικείμενα, περὶ ὧν κάμνει ἐξετάσεις, ἢ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα θὰ ζητήσῃ, κατὰ πόσον θὰ δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς τὴν ἀνάκρισιν, τὴν ὁποίαν εἶναι ἐντεταλμένη νὰ ἐνεργήσῃ. Εἶναι λοιπὸν κυρίαρχος κατὰ τοῦτο ἡ ἐπιτροπή, ὄχι μόνον διότι εἶναι δικαστικὴ ἀρχὴ, ἀλλὰ καὶ διότι εἶναι ἐντολοδόχος κυριάρχου Σώματος, καὶ δὲν δύναται ν’ ἀναγνωρίσῃ οὐδεμίαν ἄλλην δύναμιν, ἥτις νὰ δύνηται νὰ ἐξασκῇ λογοκρισίαν ἐπὶ τῆς κρίσεως τῆς ἐπιτροπῆς. Ἄν τοῦτο δὲν ἐννοῇ ἡ Βουλή, ἡ ἐπιτροπὴ θέλει καταθέσει τὴν ἐντολὴν, διότι τὸ νομίζει λίαν ταπεινωτικὸν νὰ ὑποβάλλῃ τὴν κρίσιν της περὶ τοῦ χρησίμου ἢ μὴ τῶν ζητουμένων ἀποδείξεων εἰς τὰς ὑποδεεστέρας ἀρχὰς τῆς ἐκτελεστικῆς ἀρχῆς. Δὲν ἐνόμιζε μάλιστα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ ἐγείρῃ τοιοῦτον ζήτημα, θέλουσα νὰ μιμηθῇ ἓν προηγούμενον, ὅπερ εἶχε συμβῆ ἐν Γαλλίᾳ κατὰ τὸ 1877. Ἐνθυμεῖσθε τότε μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς καὶ μετὰ τὴν πλειονοψηφίαν, τὴν ὁποίαν οἱ δημοκρατικοὶ ἔσχον κατὰ τὰς ἐκλογὰς, ἡ πρώτη πρᾶξις, ἣν ἔκαμε συνελθοῦσα ἡ Βουλή, ἦτο νὰ σχηματίσῃ ἀνακριτικὴν ἐπιτροπὴν περὶ τῆς διαγωγῆς, τὴν ὁποίαν ἔδειξεν ἡ Κυβέρνησις Broglie κατὰ τὰς ἐκλογάς. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἤθελε νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ σχέδιόν της, ἐνόμιζε δὲ, ὅτι ἠδύνατο νὰ διαλύσῃ ἐκ δευτέρου τὴν Βουλὴν, καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον διὰ παντὸς τρόπου εἰργάσθη νὰ παρεμβάλῃ προσκόμματα εἰς τὴν πορείαν τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, καὶ διὰ τοῦτο ὁ Broglie τότε ἔδωκε διαταγὰς εἰς τοὺς Εἰσαγγελεῖς νὰ μὴ δεχθῶσιν ἄνευ τῆς ἀδείας του τὴν ἀνακριτικὴν ἐπιτροπὴν, ἢ νὰ δίδωσιν εἰς αὐτὴν ὅ,τι ἔγγραφον αὐτοὶ ἤθελον κρίνει χρήσιμον. Αὐτὸ ὅμως τὸ προηγούμενον, ἐπαναλαμβάνω, ἐγένετο ἀπὸ μίαν Κυβέρνησιν, ἥτις ἔμελλε νὰ γείνῃ ὑπόδικος.
§72ΓΡΥΠΑΡΗΣ. Ἦτο ἐξεταστικὴ ἐπιτροπὴ ἐκείνη.
§73ΣΑΡΑΒΑΣ. Ὅταν ὅμως ἔπεσεν ἡ Κυβέρνησις τοῦ Broglie καὶ ἦλθεν ἡ Κυβέρνησις τοῦ Dufaure, ἐξεδόθη διαταγὴ νὰ ἀνοίξουν αἱ πύλαι τῶν γραφείων, καὶ νὰ εἰσέλθῃ ἡ ἐπιτροπὴ παντοῦ μὲ ἀπόλυτον δικαίωμα ἐρεύνης. Ἐκφράζω λοιπὸν τὴν ὁμόφωνον γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι συμφώνως πρὸς τὴν ἐντολὴν, τὴν ὁποίαν ἔλαβε παρὰ τῆς Βουλῆς, καὶ πρὸς τὴν ἐξουσίαν, ἣν κέκτηται ὡς δικαστικὴ ἐπιτροπὴ, δὲν δύναται νὰ ὑποβληθῇ εἰς οὐδένα ἔλεγχον καὶ οὐδεμίαν λογοκρισίαν ἐπὶ τῶν ἐνεργειῶν αὐτῆς, ἐνασκοῦσα τὸ δικαίωμά της τοῦ νὰ ζητῇ πληροφορίας, ζητοῦσα ἔγγραφα ἀπὸ τὰς ἀρχὰς, χωρὶς νὰ ὑπόκηται εἰς τὸν ἔλεγχον οὐδενὸς περὶ τοῦ χρησίμου ἢ μὴ τῶν πληροφοριῶν ἢ τῶν ἐγγράφων, διότι ἄλλως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν της ἡ ἐπιτροπὴ, οὐδὲ νὰ καλύψῃ τὴν ἑαυτῆς εὐθύνην. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἔχῃ ἐναντίαν γνώμην, ἡ ἐπιτροπὴ δηλοῖ, ὅτι δὲν ἐννοεῖ νὰ ἐξακολουθήσῃ τὰς ἐργασίας της, καὶ δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἐκλέξῃ ἄλλην ἐπιτροπήν.
§74ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Οὐχὶ καταλλήλως, διὰ νὰ μὴ εἴπω ἀτόπως, ὁ προλαλήσας ἐπεκαλέσθη τὸ προηγούμενον τοῦ Ὑπουργείου Broglie, καθότι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει συμφέρον ν’ ἀποκρύψῃ τὴν ἀλήθειαν. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει αὐτὸ ἐκεῖνο τὸ συμφέρον, τὸ ὁποῖον ἔχει καὶ ἡ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπὴ, πρὸς ἀνακάλυψιν τῆς ἀληθείας ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς ἀληθῶς μοὶ ἀνέφερεν, ἐπὶ ποδὸς, ὅτι ζητεῖται δικογραφία τις παρὰ τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, ἀπήντησα δὲ πρὸς αὐτὸν, διαβιβάσατέ μοι ἔγγραφον περὶ τούτου. Σήμερον δὲ μοὶ ὑπεβλήθη τοιοῦτον ἔγγραφον ἀπὸ τὸν κ. Εἰσαγγελέα, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἐγγράφου ἀμέσως ἐγένετο πρᾶξις, ὅπως μεταβιβασθῇ ἡ αἰτουμένη δικογραφία, ἀφοῦ ἔχει σχέσιν μὲ τὴν διεξαγομένην ὑπόθεσιν. Ἡ Κυβέρνησις εἶναι πρόθυμος νὰ ὑποβληθῇ εἰς πᾶσαν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τούτου. Ὁ προλαλήσας εἶπεν, ὅτι θεωρεῖ τὴν ἐξουσίαν τῆς ἐπιτροπῆς ἀπόλυτον. Παραδέχομαι καὶ ἐγὼ τὴν τοιαύτην ἐξουσίαν τῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ καθόσον ἀφορᾷ τὰς αἰτήσεις της ὡς πρὸς ὅλας ἐν γένει τὰς ἀρχὰς τὰς ἀνακριτικὰς, ὁριζομένης τῆς ἐξουσίας αὐτῆς παρὰ τοῦ περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν νόμου.
§75ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἡμεῖς δὲν εἴμεθα ἀνακριταί;
§76ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Εἶσθε ἀνακριτικὴ ἐπιτροπὴ, ἔχουσα ἐντολὴν ὡρισμένην καὶ ῥητὴν, διὰ νὰ ἀνακρίνῃ τὴν ὑποβληθεῖσαν εἰς τὰς χεῖράς της ὑπόθεσιν’ δὲν ἔχετε ὅμως γενικὴν ἐντολὴν, νὰ ἐπιληφθῆτε καὶ ἀνακρίσεως ἐπὶ ἁπασῶν τῶν ὑποθέσεων τῶν εὑρισκομένων ἐκκρεμῶν ἐνώπιον τῶν ἀνακριτικῶν γραφείων τοῦ Κράτους. Διὰ τοῦτο θέλω ἀπαντήσει εἰς πάντα ἀνακριτικὸν ὑπάλληλον, ἐὰν ἐρωτηθῶ, ὅτι πᾶν ὅ,τι σχετίζεται ἐκ τῶν ἐκκρεμῶν ἀνακρίσεων μὲ τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Πετιμεζᾶ νὰ διαβιβασθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§77ΣΑΡΑΒΑΣ. Ποῖος θὰ τὸ κρίνῃ αὐτὸ, ἂν σχετίζεται; Ἔπειτα ἡμεῖς θὰ ζητήσωμεν πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσι σχέσιν μὲ τὸ ὑπὸ ἀνάκρισιν ἀντικείμενον. Τί εἴμεθα ἡμεῖς;
§78ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Οὔτε ἡμεῖς θὰ ἀρνηθῶμεν πᾶν ὅ,τι ἔχει σχέσιν’ ἄλλως, ἂς τὸ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ, καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει οὐδεμίαν δυσκολίαν. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τοῦτο ἤθελεν εἶναι ἄτοπον, διότι αἱ εἰς τὰς χεῖρας τῶν ἀνακριτῶν εὑρισκόμεναι δικογραφίαι, διεξαγόμεναι ὑπὸ τὸν νόμον τῆς μυστικότητος, περιέρχονται εἰς γνῶσιν μόνον τῶν ἁρμοδίων ὑπαλλήλων.
§79ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ οὐδεμία διαφωνία, διότι ἐγὼ ἐννοῶ, καὶ πρὸς τοῦτο βεβαίως δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις, ὅτι ἡ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπὴ ὀφείλει νὰ προσδιορίζῃ πρὸς τὰς δικαστικὰς ἀρχὰς τὰ ἔγγραφα, τῶν ὁποίων ἔχει ἀνάγκην ὡς σχετικῶν πρὸς τὴν ὑπόθεσιν, ἑπομένως ὅτι ἀνήκει εἰς τὴν ἀνακριτικὴν ἐπιτροπὴν νὰ ζητῇ τὰ ἔγγραφα καὶ νὰ προσδιορίζῃ αὐτὰ, ὥστε νὰ ἠξεύρουν αἱ ἀρχαὶ τί πρόκειται νὰ πράξωσι.
§80ΡΑΛΛΗΣ. Ἀπαντῶν εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, τὸν παρακαλῶ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν πῶς ἡ ἐξεταστικὴ ἐπιτροπὴ ἔλαβε γνῶσιν τῆς ὑπάρξεως τῆς δικογραφίας, ἣν ἐζήτησεν ἀπὸ τὸν κ. Εἰσαγγελέα. Ἔλαβε γνῶσιν ἐκ τῆς ἀγορεύσεως αὐτοῦ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ· πῶς θέλετε δὲ σήμερον, ἀφοῦ δὲν γνωρίζομεν ἄλλο τι, νὰ ὁρίσωμεν καὶ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται ἐν αὐτῇ; τοῦτο εἶναι ἀδύνατον. Ὡς πρὸς δὲ τὰς θεωρίας τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, εἶναι καταπληκτικαὶ, προφερόμεναι μάλιστα παρὰ Ὑπουργοῦ Δικαιοσύνης· διότι σᾶς λέγει, πᾶσαν πληροφορίαν, ἣν θέλετε ζητήσει πρὸς τὴν ἀνάκρισιν, τὴν ὁποίαν ἐνετάλητε νὰ ἐνεργήσητε, ὀφείλετε νὰ τὴν ὑποβάλητε εἰς τὴν ἔγκρισιν τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Πλημμελειοδικῶν, ὅστις κατὰ ῥητὴν διάταξιν τοῦ περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν νόμου εὑρίσκεται ὑπὸ τὰς διαταγὰς τῆς ἐπιτροπῆς. Περιέργως δὲ δὲν ἐννοεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι, ἀνακοινουμένων τῶν ἐκκρεμῶν ἀνακρίσεων εἰς τὴν ἀνακριτικὴν ἐπιτροπὴν τῆς Βουλῆς, δὲν παραβιάζεται ἡ μυστικότης τῆς ἀνακρίσεως.
§81ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἐπαναλέγω, διότι παρεξηγήθην, ὅτι δὲ παρεξηγήθην τὸ κατέδειξεν ὁ προλαλήσας· ἐπαναλέγω, ὅτι ἔκαμα καὶ ἐξακολουθῶ νὰ κάμνω τὴν διάκρισιν μεταξὺ ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, ἐχούσης ἓν ὡρισμένον ἀντικείμενον, καὶ περὶ ἀνακριτῶν ἐν γένει περιβεβλημένων δύναμιν κατὰ τὸν ἰσχύοντα ποιν. Νόμον. Σεῖς οἱ ἴδιοι παραδέχεσθε, ὅτι δὲν δύνασθε ν’ ἀπαιτήσητε, εἰμὴ ἐκείνας τὰς δικογραφίας, αἱ ὁποῖαι ἔχουν σχέσιν μὲ τὴν διεξαγομένην ὑπόθεσιν· ἐπὶ τούτου εἴμεθα πληρέστατα σύμφωνοι, καὶ αἱ θεωρίαι ὑμῶν μὲ τὰς ἰδικάς μου συμβαδίζουσιν, ἑπομένως ἐὰν ἦναι ἐσφαλμέναι αἱ ἰδικαί μου, θὰ ἦναι καὶ αἱ ἰδικαί σας. Σεῖς ἀνεγνωρίσατε καὶ ἀναγνωρίζετε, ὅτι τὰς δικογραφίας ἐκείνας μόνον ἀπαιτεῖτε (τὰς ἀνακριτικὰς πάντοτε), αἱ ὁποῖαι ἔχουν σχέσιν μὲ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, καὶ εἴμεθα σύμφωνοι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει.
§82ΣΑΡΑΒΑΣ. Δὲν ἐννοοῦμεν νὰ ταχθῶμεν ὑπὸ τὸν ἔλεγχον οὐδενὸς Εἰσαγγελέως.
§83ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Δὲν ἐννοῶ νὰ σᾶς ὑποβάλω ὑπὸ ἔλεγχον, δι’ ὃ καὶ ἡ διαταγὴ ἐδόθη ἵνα διαβιβασθῇ πρὸς ὑμᾶς ἡ δικογραφία αὐτὴ, ἀφοῦ ἔχει σχέσιν μὲ τὴν ὑπόθεσιν, διότι σεῖς τὸ ἐθέσατε, νὰ δοθῇ δικογραφία, διότι ἔχει σχέσιν μὲ τὴν ὑπόθεσιν. Οὕτως ἐγράφη ἡ αἴτησίς σας, ἡ δὲ ἀπάντησις ἐπὶ τοῦ ἐγγράφου τοῦ Εἰσαγγελέως εἶναι νὰ δοθῇ ἡ δικογραφία, ἀφοῦ ἔχει σχέσιν μὲ τὴν διεξαγομένην ὑπόθεσιν.
§84ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἐξηγήθην τόσον σαφῶς, ὥστε ἀπορῶ, πῶς μετὰ τὴν σαφῆ ἐξήγησίν μου ἐξακολουθεῖ αὐτὴ ἡ συζήτησις. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτῆς τῆς περιπτώσεως, πρόκειται νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον ἐν τῷ μέλλοντι, καὶ ὅταν ἀποταθῶμεν εἰς ἄλλας ἀρχὰς, ν’ ἀπαντηθῇ ἡ αὐτὴ δυσκολία, καὶ νὰ παρεμβληθῶσι προσκόμματα εἰς τὴν πορείαν τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς. Ἡ ἐπιτροπὴ θέτει καθαρῶς τὸ ζήτημα, δὲν ἐννοεῖ ὡς πρὸς τὴν κρίσιν της, ἂν αἱ δεῖναι πληροφορίαι χρησιμεύωσιν εἰς τὴν ἀνάκρισιν, ἂν συντελῶσιν εἰς τὴν ἀνακάλυψιν τῆς ἀληθείας ἢ μὴ, δὲν ἐννοεῖ νὰ ἔχῃ ἄλλον κριτὴν εἰμὴ τὸν ἑαυτόν της, τὴν κρίσιν της, δι’ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ζητήσῃ ἀπὸ Ἀρχὰς ἢ ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον· ἂν τὸ ἔγγραφον τοῦτο ἦναι ἀναγκαῖον, δὲν ἐννοεῖ νὰ τὸ ὑποβάλῃ εἰς ἄλλου τὴν κρίσιν παρὰ εἰς τὴν συνείδησίν της. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης λέγει «ἂν τοῦτο χρησιμεύῃ εἰς τὴν ἀνάκρισιν,» ἀλλὰ τοῦτο, αὐτὴ ἡ κρίσις ἂν χρησιμεύῃ, ἀνήκει εἰς ἡμᾶς, ὄχι εἰς τὸν Ὑπουργὸν, οὐδὲ εἰς τὰς ὑποδεεστέρας Ἀρχὰς, ἀλλὰ ἐπιθυμοῦμεν πᾶν ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ζητοῦμεν ἀπὸ τὰς διαφόρους ἀνακριτικὰς ἀρχάς· ἂν ἦναι χρήσιμον ἢ μὴ, αὐτὸ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν συνείδησίν μας.
§85ΦΩΤΗΛΑΣ. Κύριοι, μοὶ φαίνεται περίεργος ἡ πρότασις τοῦ κ. Σαράβα. Ὁ κ. Σαράβας ζητεῖ νὰ καθιερώσῃ ἡ Βουλὴ μίαν γενικὴν ἀρχὴν, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ εἶναι ἐλευθέρα νὰ ζητήσῃ πᾶσαν πληροφορίαν καὶ πᾶν ἔγγραφον. Τὰ δικαιώματα τῆς Ἐπιτροπῆς ὁρίζονται ἀπὸ τὸν Νόμον περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν· εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν χορηγοῦνται τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔχει ὁ παρὰ Πρωτοδίκαις Εἰσαγγελεὺς, δὲν ἔχει ἀνάγκην ἡ Βουλὴ νὰ κανονίσῃ ποῖα εἰδικῶς εἶναι τὰ δικαιώματα τῆς ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἡ Ἐπιτροπὴ παραπονεῖται, ὅτι ἀρνοῦνται αἱ ἀρχαὶ ἢ οἱ ὑπάλληλοι τὰ μέσα, ἅτινα χορηγεῖ αὐτοῖς ὁ Νόμος περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν; Δὲν παραπονεῖται διὰ τοῦτο ἡ Ἐπιτροπή· λέγει, ἐννοοῦμεν νὰ μᾶς εἴπῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι εἴμεθα ἐλεύθεροι περὶ τὴν λῆψιν ἐγγράφων οἱωνδήποτε, ὅτι εἴμεθα ἐλεύθεροι νὰ ζητήσωμεν ταῦτα, ἢ ὡς καὶ πᾶν ὅ,τι σχετίζεται μὲ τὴν ἀνάκρισιν τῆς προκειμένης ὑποθέσεως. Ἡ Βουλὴ δὲν πρόκειται ἤδη νὰ καθιερώσῃ γενικὴν ἀρχήν· αὕτη καθιερώθη ἐκ τοῦ Νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν. Ἤδη παραπονεῖται ἡ Ἐπιτροπὴ, ὅτι ἐζήτησεν ἄλλην δικογραφίαν, ἡ ὁποία ὑφίσταται ἐκκρεμὴς εἰς τὸ ἐνταῦθα ἀνακριτικὸν γραφεῖον. Ἡ Ποιν. Δικονομία κανονίζει πότε ὁ παρὰ Πρωτοδίκαις Εἰσαγγελεὺς δύναται νὰ ζητήσῃ ἔγγραφα, καὶ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν δύναται νὰ τὰ ζητήσῃ· ὑφισταμένης ἀνακρίσεώς τινος ἐκκρεμοῦς, ὁ παρὰ Πρωτοδίκαις Εἰσαγγελεὺς δύναται νὰ ζητήσῃ τὴν δικογραφίαν, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ λάβῃ γνῶσιν νὰ παρασταθῇ εἰς πᾶσαν ἀνακριτικὴν πρᾶξιν, δὲν ἔχει ὅμως τὸ δικαίωμα, ὑφισταμένης ἐκκρεμοῦς ἀνακρίσεως, νὰ ζητήσῃ τὴν δικογραφίαν καὶ νὰ τὴν λάβῃ εἰς τὸ γραφεῖόν του ἀναιτιολογήτως· ἂν δὲ, ὑφισταμένης ἐκκρεμοῦς ἀνακρίσεως, δὲν ἔχῃ ὁ Εἰσαγγελεὺς τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ δικογραφίαν τινά, πολὺ περισσότερον δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ ἐκκρεμῆ δικογραφίαν περὶ ἄλλου ἀντικειμένου ἡ ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπή. Ἡ Ἐπιτροπὴ δύναται νὰ μεταβῇ εἰς τὸ ἀνακριτικὸν γραφεῖον καὶ δικαιοῦται νὰ λάβῃ γνῶσιν ὅλων τῶν ἐχόντων σχέσιν πρὸς τὴν ἀνάκρισιν ἐγγράφων· ὥστε ἡ πρότασις τῆς Ἐπιτροπῆς, νομίζω, ὅτι δὲν ἔχει σκοπὸν, διότι ὁ Νόμος περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν κανονίζει ποῖα εἶναι τὰ δικαιώματα τῆς ἐπιτροπῆς, τὰ δικαιώματα τῶν παρὰ πρωτοδίκαις εἰσαγγελέων, ὥστε δὲν παρίσταται ἀνάγκη νὰ καθιερώσῃ ἡ Βουλὴ γενικὴν ἀρχὴν περὶ τῆς ἐξουσίας, ἣν ἔχει ἡ ἐπιτροπή, καθιερωθείσης ταύτης ἐν τῷ νόμῳ.
§86ΣΑΡΑΒΑΣ. Τιμωρεῖται καὶ πειθαρχικῶς ἡ ἐπιτροπὴ ἀπὸ τὸν εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν;
§87ΦΩΤΗΛΑΣ. Δὲν πρόκειται νὰ λύσωμεν ἀκαδημαϊκὰ ζητήματα, ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ καθιερώσῃ ἀρχήν. Ἀφοῦ ὑπάρχει ὁ περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν νόμος, δὲν δύνασθε νὰ ζητήσητε περισσότερα δικαιώματα ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναγεγραμμένα ἐν τῷ νόμῳ, δὲν δύνασθε νὰ ἔρχησθε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ νὰ λέγητε πρὸς αὐτήν: θέλομεν τὴν καθιέρωσιν γενικῶν ἀρχῶν.
§88ΣΑΡΑΒΑΣ. Τὰ ἰδικά σου καθήκοντα νὰ μάθῃς καλλίτερα νὰ ἐκτελῇς.
§89ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Γνωστὸν ἦτο, κύριε Πρόεδρε, καὶ ἐκ τῆς ἀπὸ ἑνὸς καὶ πλέον ἔτους ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ συζητήσεως, καὶ ἐκ τῆς περὶ τῶν ἀρβυλῶν καὶ τοῦ διπυρίτου συζητήσεως τῆς Βουλῆς, καὶ ἐκ δηλώσεως αὐτοῦ τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργείου, ὅτι ὑπάρχει ἐκκρεμὴς ἀνάκρισις, ἔχουσα σχέσιν πρὸς τὴν ὑπόθεσιν τῶν ἀρβυλῶν καὶ τοῦ διπυρίτου. Ἡ ἐπιτροπὴ λοιπὸν ἐκάλεσεν ἀμέσως τὸν εἰσαγγελέα τῶν πρωτοδικῶν, διὰ νὰ λάβῃ περισσοτέρας πληροφορίας. Ὁ κ. εἰσαγγελεὺς ἐν τῇ προφορικῇ αὐτοῦ ἀπαντήσει διεβεβαίωσεν ἡμᾶς, ὅτι ὑπάρχει σχέσις, κατὰ τὴν κρίσιν αὐτοῦ, μεταξὺ τῆς δικογραφίας ἐκείνης καὶ τῆς ὑποθέσεως τῶν ἀρβυλῶν. Κατόπιν ἐζητήσαμεν παρ’ αὐτοῦ νὰ παραδώσῃ ἡμῖν τὴν δικογραφίαν, καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀντιῤῥήσεως συνήνεσε, προσδιορισθείσης μάλιστα καὶ τῆς ὥρας τῆς παραδόσεως. Ἀλλὰ ὁ εἰσηγητὴς μάτην περιέμενε τὴν δικογραφίαν τὴν ἐπιοῦσαν, Κυριακὴν, εἶχε δὲ παρέλθει καὶ ἡ μεσημβρία, ὅτε τὴν 3ην μ. μ. ὁ εἰσαγγελεύς, συναντήσας καθ’ ὁδὸν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς ἐπιτροπῆς, τὸν κ. Γρυπάρην καὶ ἐμὲ, καὶ ἐρωτηθεὶς περὶ τῆς βραδύτητος, εἶπεν, ὅτι δὲν ἔπεμψε τὴν δικογραφίαν, διότι ὁ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς, εἰς ὃν ἀνέφερε τὸ πρᾶγμα, παρήγγειλε ν’ ἀναβάλῃ τὴν παράδοσιν, μέχρις οὗ σκεφθεὶς δώσῃ νεωτέρας διαταγάς. Σήμερον δὲ συνελθόντες ἐδώκαμεν νέαν προθεσμίαν εἰς τὸν κ. εἰσαγγελέα, ζητήσαντες ἐπιτακτικῶς τὴν δικογραφίαν μέχρι τῆς 4 μ. μ. ὥρας, ἀλλὰ ταύτης παρελθούσης ἤδη, ἡ δικογραφία δὲν παρεδόθη. Ἀνάγκη λοιπὸν σήμερον δι’ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς νὰ ἐμπεδωθῇ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον δυνάμει τοῦ νόμου ἔχει ἡ ἐπιτροπὴ νὰ ἐνεργῇ κυριαρχικῶς κατὰ τὴν ἰδίαν ἑαυτῆς κρίσιν πᾶσαν πρᾶξιν, ἔχουσαν σχέσιν πρὸς τὴν ἀνάκρισιν, εἰσερχομένη ἐν ἀνάγκῃ σύσσωμος καὶ εἰς αὐτὰ τὰ ἀρχεῖα τῶν Ὑπουργείων πρὸς ἐνέργειαν ἐρευνῶν. Κύριε Πρόεδρε, ἐν Γαλλίᾳ τὸ ζήτημα τοῦτο ἐγεννήθη καὶ κατὰ τὸ 1818 καὶ μετὰ τὸ 1870. Κατὰ τὸ 1848, προκειμένου περὶ τῆς στάσεως τοῦ Ἰουνίου, διωρίσθη ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως τότε ἐπιτροπὴ ἐξεταστικὴ ἁπλῶς, καὶ οὐχὶ ἀνακριτικὴ ὡς ἡ ἡμετέρα, ἥτις ἠθέλησε πρὸς ἐκτίμησιν τῶν πραγμάτων νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς δικογραφίας, τὰς ἐν τῇ ἀνακρίσει, καὶ οἱ ἀνακριταὶ καὶ οἱ εἰσαγγελεῖς ὑπήκουσαν ἀμέσως καὶ προσήγαγον τοὺς φακέλλους τῆς μυστικῆς ἀνακρίσεως, ὄχι εἰς ἀνακριτικὴν, ἐπαναλέγω, ἀλλ’ εἰς ἐξεταστικὴν ἁπλῶς ἐπιτροπήν. Τοῦτ’ αὐτὸ δ’ ἐπανελήφθη καὶ μετὰ τὸ 1870, ὅτε ἡ ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως διορισθεῖσα ἐξεταστικὴ τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως τῆς ἐθνικῆς ἀμύνης ἐπιτροπὴ ἐζήτησε τὴν ἀνακοίνωσιν δικογραφιῶν τῆς καὶ ἐν Γαλλίᾳ μυστικῆς ἀνακρίσεως. Ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν σήμερον πολὺ μείζων εἶναι ὁ λόγος, ὅπως παραδοθῇ ἡ ζητηθεῖσα δικογραφία, διότι πρόκειται περὶ ἐπιτροπῆς ἀνακριτικῆς, ἥτις ἔχει πάντα τὰ καθήκοντα καὶ τὰ δικαιώματα τῆς ἀνακρίσεως.
§90ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Παρατηρῶ εἰς τὸ μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι πᾶν ὅ,τι ἔλαβε χώραν μεταξὺ αὐτῆς καὶ τοῦ κ. εἰσαγγελέως δὲν μοὶ ἦτο γνωστόν· ὁ κ. εἰσαγγελεὺς ἁπλῶς μοὶ ἀνέφερεν, ὅτι ζητεῖται ἡ δικογραφία αὐτή. Ἐὰν βεβαίως τὸ ἔγγραφον τοῦ κ. εἰσαγγελέως ἤθελεν ὑποβληθῆ ἀπὸ τὸ Σάββατο, ἀμέσως ἤθελον πράξει ὅ,τι ἔπραξα σήμερον. Ἀτόπως λοιπὸν, νομίζω, φαντάζεται ἡ ἐπιτροπή, ὅτι παρενεβλήθη πρόσκομμα ὡς πρὸς τὴν παράδοσιν τῆς δικογραφίας αὐτῆς, διότι ἡ Κυβέρνησις εἶναι πρόθυμος νὰ ὑποβληθῇ εἰς πᾶσαν αἴτησιν, ἀρκεῖ νὰ μὴ ἀναφυῇ ἄτοπον ἐξ ὅσων προηγουμένως ἀνέφερον.
§91ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Εἶμαι μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, δὲν ἤμην ἐν τῇ συνεδριάσει ἐκείνῃ, συντάσσομαι ὅμως μετὰ τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς. Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ἐκπληροῖ ἀνακριτικὰ καθήκοντα, καὶ ἡ μυστικότης τῆς ἀνακρίσεως δὲν εἶναι βεβαίως πρόσκομμα· ἡ ἐπιτροπὴ δύναται νὰ λάβῃ γνῶσιν τῶν ἐγγράφων, ἀμφιβάλλω ὅμως, ἐὰν ὁ ἀνακριτὴς, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀνεξάρτητος καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ εἶναι ἰσόβαθμος σχεδὸν, ἦναι ὑπόχρεως νὰ στείλῃ τὴν δικογραφίαν. Ἀναγνωρίζω, ὅτι πρέπει νὰ παράσχῃ πᾶσαν εὐκολίαν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ ὅτι πρέπει νὰ στείλῃ ἀντίγραφα, ἀλλ’ ἀμφιβάλλω, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἔχῃ δικαίωμα νὰ διακόψῃ μίαν ἀνάκρισιν διὰ τῆς ἀφαιρέσεως μιᾶς δικογραφίας. Τὸ Κράτος ἔχει δικαιώματά τινα ἐπὶ τῆς ἀνακρίσεως, ἀλλὰ καὶ ὁ κατηγορούμενος ἔχει δικαιώματά τινα νὰ σπεύδῃ νὰ περαιωθῇ ἡ ἀνάκρισις. Λοιπὸν ἐκεῖ μόνον εὑρίσκω τὸ πρόσκομμα. Ἀλλ’ αὐτὸ δὲν εἶναι σπουδαῖον· ἠδύνατο καὶ ἡ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπὴ νὰ εἴπῃ, θέλω τὴν δικογραφίαν διὰ 2 ἢ 3 ἡμέρας, ἠδύνατο καὶ ἡ ἀνάκρισις νὰ εἴπῃ, ἡ δικογραφία αὐτὴ μοὶ εἶναι ἀναγκαία, διότι ἡ τύχη τοῦ τυχὸν προφυλακισθέντος κατηγορουμένου εἶναι ἐκκρεμής· δύναμαι νὰ στείλω ἀντίγραφον. Ἀλλὰ τοιοῦτόν τι δὲν ἔλαβε χώραν. Ἔλαβον τὸν λόγον πρῶτον μὲν διὰ νὰ δώσω τὴν συναίνεσίν μου εἰς τὴν αἴτησιν τῆς ἐπιτροπῆς, δεύτερον δὲ διὰ νὰ ἐξηγήσω καὶ τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖ νὰ παρουσιασθῇ, χωρὶς νὰ ἐπιμείνω πάλιν νὰ εἴπω, ὅτι τῷ ὄντι ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς δὲν δύναται νὰ ἀφαιρέσῃ τὴν δικογραφίαν ἀπὸ τὴν ἀνάκρισιν. Μὲ τοῦτο θέλω νὰ ὑποστηρίξω καὶ τὴν ἀκριβολογίαν τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ τοῦ εἰσαγγελέως, καὶ τοῦ ἀνακριτοῦ. Πολλάκις αἰσθάνεταί τις ἓν κενὸν, καὶ δὲν δύναται νὰ τὸ διασαφήσῃ. Λοιπὸν δὲν βλέπω νὰ ἔλαβε χώραν κακὴ πίστις ἐξ οὐδετέρων τῶν μερῶν.
§92ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ἡ γνώμη τοῦ κ. Ῥοντήρη, ἣν βεβαίως ἀξία νὰ συζητηθῇ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν προσῆλθεν εἰς δύο συνεδριάσεις, οὐδὲ τὴν ὑπέβαλε. Δὲν εἶναι ὅμως ἡ ἐκκρεμότης τῆς ἀνακρίσεως, ἥτις ἐκώλυσε τὸν εἰσαγγελέα τοῦ νὰ παραδώσῃ τὴν δικογραφίαν, διότι ἡ ἀνάκρισις ἐκείνη εἶναι διακεκομμένη πρὸ 2 ἐτῶν. Εἶναι ἄλλοι λόγοι καθαρῶς διοικητικοὶ, διότι ἐνόμισεν, ὅτι ὤφειλε νὰ λάβῃ τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἡμεῖς δὲ ἀκριβῶς αὐτὸ δὲν ἀναγνωρίζομεν. Δὲν ἀναγνωρίζομεν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς δύναται νὰ δώσῃ ἐντολὴν εἰς οἱονδήποτε ὄργανόν του νὰ ἐξελέγξῃ τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς, δηλαδὴ ν’ ἀποφανθῇ ἐὰν τὸ δεῖνα ἔγγραφον ἔχῃ σχέσιν πρὸς τὴν ἀνάκρισιν, τὴν ὁποίαν ἐνεργοῦμεν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἔχει ἓν ὅριον ἡ κυριαρχία τῆς ἐπιτροπῆς, τὸ ὅριον δὲ τοῦτο εἶναι, ὅτι ὀφείλει νὰ ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις ἐπὶ ἑνὸς καὶ μόνου ἀντικειμένου. Καὶ εἶναι ἀληθὲς, ὅτι τοῦτο εἶναι τὸ ὅριον τῆς δικαιοδοσίας τῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ τὴν εὐθύνην διὰ τὴν ὑπέρβασιν δὲν φέρει ἡ ἐπιτροπὴ μήτε ἀπέναντι τοῦ ὑπουργοῦ, μήτε ἀπέναντι τοῦ εἰσαγγελέως, ἀλλὰ μόνον ἀπέναντι τῆς Βουλῆς.
§93ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Δὲν ἤμην τῷ ὄντι εἰς τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην, διότι ἠγνόουν, ὅτι θὰ γείνῃ, ἀλλὰ καὶ ἐγὼ παρεκίνησα τὸν εἰσαγγελέα νὰ στείλῃ τὴν δικογραφίαν.
§94ΦΙΛΗΜΩΝ. Πολὺ σπουδαιότερον μοὶ φαίνεται τὸ ῥηθὲν παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι δὲν ἔλαβε γνῶσιν τῆς ἀπαντήσεως τοῦ κ. εἰσαγγελέως, καὶ ὅτι ὁ εἰσαγγελεὺς ἀνεκοίνωσεν αὐτῷ τὰς προσκλήσεις τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ ἐζήτησε τὴν ἄδειάν του, ὅπως ἐνεργήσῃ ἢ μὴ κατὰ τὰς ἀπαιτήσεις αὐτῆς. Λοιπὸν ἑκάστοτε, ὅταν ἡ Ἐπιτροπὴ ἀπευθύνηται εἰς τοὺς εἰσαγγελεῖς, εἶναι οὗτοι ὑπόχρεοι νὰ ζητῶσι τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ;
§95ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§96ΦΙΛΗΜΩΝ. Βεβαίως δὲν εἶναι ὑπόχρεοι, τόσῳ δὲ μᾶλλον, καθ’ ὅσον ὁ νόμος ῥητῶς δίδει εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν αὐτὴν θέσιν ἀνωτέραν τῆς τῶν εἰσαγγελέων. Ἡ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς, «ἔχει ὁ νόμος (ἄρθρον 16), «δύναται εἴτε νὰ ἀναθέσῃ θεὶς ἓν τῶν μελῶν αὐτῆς, ἢ νὰ παραγγείλῃ εἰς τὸν παρ’ δ’ Ἐφέταις ἢ παρὰ Πρωτοδίκαις εἰσαγγελέα τὴν ἐνέργειαν ἀνακριτικῶν πράξεων». Καταδήλως ἐκ τούτου προκύπτει, ὅτι ὁλόκληρον τὴν εἰσαγγελικὴν ἀρχὴν ὁ νόμος περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν τίθησιν ὑπὸ τὰς διαταγὰς τῆς ἐπιτροπῆς αὐτῆς. Καὶ ὀρθῶς· ὡς εἶναι ἔκτακτος ὁ περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν νόμος, δὲν ἠδύνατο νὰ μὴ παράσχῃ εἰς τὴν ἀνακριτικὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Βουλῆς ἔκτακτον θέσιν, καὶ νὰ μὴ ὁρίσῃ ὑπὲρ αὐτῆς τὴν ὑποταγὴν τῶν τακτικῶν Εἰσαγγελικῶν Ἀρχῶν. Ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη ἄλλως τε, ἀληθῶς κατὰ τὸ ἄρθρον 15 τοῦ περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν νόμου, ἔχει τὰ καθήκοντα καὶ τὰ δικαιώματα τοῦ παρὰ Πλημμελειοδίκαις Εἰσαγγελέως, ἀλλ’ ἐντολὴν συνάμα ἔχει «νὰ συλλέξῃ τὰς ἀπαιτουμένας ἐνδείξεις, ὅπως ἀποφανθῇ ἡ Βουλή, ἂν πρέπῃ νὰ κατηγορήσῃ ἢ μή.» Ὅπως ἐκπληρώσῃ τὸ μέγα καὶ σπουδαῖον ἔργον τοῦτο, ἡ Ἐπιτροπὴ πρέπει αὐτὴ νὰ ἦναι κυρία ἀπόλυτος εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῆς ἀξίας τῶν ἐνδείξεων, οὐδὲ εἰς τὴν εἰσαγγελικὴν Ἀρχὴν ἀπόκειται νὰ χαρακτηρίσῃ ἂν πληροφορία τις ἢ ἀνάκρισις ἔχῃ σχέσιν πρὸς τὴν ὑπόθεσιν, ἣν ἐρευνᾷ ἡ Ἐπιτροπή. Ἐντεῦθεν ἕπεται, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς ὀφείλει, ἄνευ ἐρεύνης οἱασδήποτε καὶ ἄνευ ἐνστάσεως ἢ ὅρου, νὰ παραδώσῃ τῇ Ἐπιτροπῇ ὅ,τι ἂν αὕτη ἤθελε ζητήσει ἀπ’ αὐτοῦ. Ἀλλὰ πάλιν ἐπανέρχομαι εἰς ὅ,τι νομίζω, ὅτι εἶναι τὸ σπουδαιότερον, ἐὰν ὁ Εἰσαγγελεὺς ἦναι ὑπόχρεως ἑκάστοτε νὰ ἀναφέρηται εἰς τὸν Ὑπουργόν, καὶ ἡ ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργοῦ νὰ ῥυθμίζῃ τὴν διαγωγὴν αὐτοῦ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι, ἐὰν ἀποδεχθῶμεν τοῦτο, ὡς ὀρθόν, τότε ἀφίνομεν εἰς τοῦ Ὑπουργοῦ τὴν προαίρεσιν τὴν διεύθυνσιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἐπιτροπῆς, καθιστῶμεν δ’ αὐτὴν ὑπάλληλον αὐτῷ Ἀρχήν. Τοῦτο ὅμως ἀντίκειται καὶ εἰς τὸ γράμμα καὶ εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν Νόμου.
§97ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ Εἰσαγγελεὺς αὐθορμήτως μὲ ἠρώτησε, δὲν ἐζήτησα ἐγὼ νὰ ἀναφερθῇ εἰς ἐμέ.
§98Ι. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Τὰ ἔγγραφα παρεδίδοντο ἐκεῖ....
§99ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι ὅ,τι καὶ ἂν συνέβη, συνέβη οὐχὶ ἐκ παραλείψεως καθήκοντος, ἀλλ’ ἐξ ἐλλείψεως πείρας ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἐγὼ ἔτυχον ὡς μέλος ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς εἰς μίαν ἄλλην ὁμοίας φύσεως ὑπόθεσιν. Τότε ὁ ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης ἐξέδωκεν ἐγκύκλιον πρὸς τὰς δικαστικὰς ἀρχὰς, καὶ τὰς ἔθεσεν ὑπὸ τὰς διαταγάς, οὕτως εἰπεῖν, τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης, καὶ ἡμεῖς πολλάκις ἐξενυκτήσαμεν εἰς τὰ τηλεγραφεῖα συνεννοούμενοι περὶ τῶν ἀνακρίσεων μετὰ τῶν εἰσαγγελέων, καὶ οὐδὲν πρόσκομμα παρενέβη ποτέ. Τοιαύτη λοιπὸν ἐγκύκλιος, ἐὰν δὲν ἔγεινε, δέον νὰ γείνῃ, διὰ νὰ λείψουν εἰς τὸ μέλλον τὰ τοιαῦτα παράπονα καὶ προσκόμματα, διότι αἱ ἐνέργειαι τῆς ἐπιτροπῆς δὲν δύνανται νὰ ὑποβληθῶσιν ὑπὸ τὸν ἔλεγχον οὐδενὸς ὑπαλλήλου. Κατὰ τοὺς ποινικολόγους μάλιστα αἱ ἀνακρίσεις ἢ οἱ ὑπάλληλοι τῶν ἀνακρίσεων εἶναι ἀδιαίρετοι, δὲν εἶναι δὲ ἀληθές, ὅτι ὁ ἀνακριτὴς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μὴ παραδώσῃ τὴν δικογραφίαν μιᾶς ὑποθέσεως, διότι, κατὰ τὴν γνώμην του, δὲν εἶναι αὕτη συναφὴς μὲ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ζητεῖ ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς. Ἠμπορεῖ ἡ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπὴ νὰ ἦναι κατὰ τὸν Νόμον ὁμοία μὲ τοὺς εἰσαγγελεῖς, ἀλλ’ ἕνεκα τῆς κυριαρχίας τοῦ λαοῦ, ἣν ἀντιπροσωπεύουσι τὰ μέλη τὰ παρὰ τῆς Βουλῆς διορισθέντα, καὶ τῆς προσβαλλομένης ἀξιοπρεπείας τῆς Βουλῆς, ἡ ἐπιτροπὴ ἡ ἀνακριτικὴ αὕτη εἶναι ἀνωτέρα, καὶ θαυμάζω πῶς ἐγένετο συζήτησις ἐπὶ τοιούτου γνωστοῦ ἀντικειμένου.
§100ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὅτε ἐσυστήθη ἡ ἐπιτροπή, περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησεν ὁ προλαλήσας, δὲν εἶχε ψηφισθῆ εἰσέτι ὁ περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν νόμος, καὶ ἑπομένως δὲν εἶχον κανονισθῆ ἀκόμη τὰ δικαιώματα τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς. Τότε κατ’ ἀναλογίαν προέβη ἡ Βουλή, καὶ κατ’ ἀναλογίαν, στηριζομένη εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ἐκανόνισε τὰ δικαιώματα τῆς ἐπιτροπῆς. Σήμερον ὅμως δὲν εὑρισκόμεθα εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν, διότι ἔχομεν ῥητὸν νόμον κανονίζοντα τὰ καθήκοντα καὶ δικαιώματα τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ δυνάμει αὐτοῦ, δύναται ἡ ἐπιτροπὴ νὰ προβῇ, χωρὶς νὰ ἔχῃ ἀνάγκην νὰ προστρέξῃ οὔτε εἰς τὴν Βουλήν, οὔτε εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Δὲν δύναται λοιπὸν κατὰ τὴν δευτέραν ταύτην περίστασιν νὰ ἐφαρμόσῃ ὁ προλαλήσας ὅ,τι καὶ εἰς τὴν πρώτην, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νομίζω, ὅτι ἡ πεῖρά του τὸν ἐλάνθασε.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι μετὰ τὰς ἐξηγήσεις αὐτὰς δὲν ὑπάρχει πλέον ζήτημα.
§102ΣΑΡΑΒΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ζήτημα ἐτέθη καθαρῶς. Ἐὰν συμφωνῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἔχει καλῶς· ἐὰν διαφωνῇ, τότε πρέπει νὰ ὁρισθῇ. Τὸ ζήτημα εἶναι ἐὰν ἡ ἐπιτροπὴ δύναται νὰ λάβῃ οἱαδήποτε ἔγγραφα, χωρὶς νὰ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν κρίσιν τῶν ὑπαλλήλων.
§103ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει διαφωνία.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν διαφωνοῦσιν οἱ κ.κ. Ὑπουργοί. Τρίτη συζήτησις τοῦ Νομοσχεδίου περὶ κληρούχων τῶν παρελθόντων ἐτῶν.
§105ΚΟΤΑΡΗΣ. Ὀλίγας παρατηρήσεις θὰ φέρω ὡς πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν Νομοσχέδιον, διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους. Διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ διατάσσεται, εἰς τοὺς δήμους κατὰ τοὺς ὁποίους δὲν ἐνηργήθησαν κληρώσεις, νὰ διαταχθῶσι τώρα. Ποῖοι ἄνδρες θὰ ὑπαχθῶσιν εἰς κλήρωσιν, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὴν σχετικὴν ἀπογραφὴν εἶχον τὴν στρατεύσιμον ἡλικίαν, ἢ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἤδη στρατεύσιμον ἡλικίαν; Φρονῶ, ὅτι ἐνεργηθησομένων ἤδη κληρώσεων ἤθελε συμβῆ ἄδικον, διότι ἐκεῖνοι οἱ τῶν παρελθόντων ἐτῶν κληρώσιμοι εἶναι ἤδη ὑπερήλικες, εἶναι 28 – 30 ἐτῶν, καὶ δὲν πρέπει νὰ κληρωθῶσιν· οἱ δὲ νῦν ἔχοντες τὴν ἡλικίαν ἄδικον ἐπίσης νὰ ἐκπληρώσωσι τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην. Κατ’ ἐμὲ ἡ τοιαύτη περίστασις θεωρεῖται μία συναλλαγή, ἡ ὁποία παρεγράφη, ὡς πρὸς τοὺς δήμους κατὰ τοὺς ὁποίους δὲν ἐνηργήθησαν κληρώσεις.
§106ΤΙΝΕΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἀκούομεν τίποτε· νὰ γείνῃ ἡσυχία.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριοι, νὰ καθήσητε, διὰ ν’ ἀκουώμεθα.
§108ΚΟΤΑΡΗΣ. Διὰ τοὺς λόγους τούτους φοβοῦμαι, ὅτι, τιθεμένου εἰς ἐφαρμογὴν τοῦ τοιούτου Νόμου, θὰ συμβῶσι πολλὰ ἄτοπα καὶ θὰ ἐγερθῶσι πλεῖστα ὅσα δίκαια παράπονα, καὶ ἑπομένως προτείνω νὰ μὴ νομιμοποιηθῇ ἡ διάταξις αὕτη. Ἔρχομαι εἰς τὸ ζήτημα τῶν καθυστερούντων κληρούχων. Φέρω, κύριοι, τὴν τροποποίησιν, ὥστε εἰς τὴν διάταξιν νὰ μὴ ὑπαχθῶσι καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔρχονται εἰς τὴν ὑποχρέωσιν ἕνεκα τῆς δραπετεύσεως τῶν ὑποχρέων κληρούχων. Ὅπως σᾶς προεῖπον, κύριοι, προλαβόντως, ὅτε πρῶτος ἔκαμον τοιαύτην πρότασιν, ἡ στρατολογία διεξάγεται πάντοτε, καὶ δὲν πιστεύω οὐδεὶς νὰ τὸ ἀρνηθῇ, ὡς γνωρίζετε, ὑπὸ τὸ κράτος συμπαθειῶν καὶ ἀντιπαθειῶν, καὶ πλεῖστοι δὲν προσῆλθον νὰ ὑπηρετήσωσιν, οὐχὶ διότι δὲν σέβονται τοὺς Νόμους τῆς πολιτείας, ἀλλὰ διότι θεωροῦν αὐτοὺς ἠδικημένους. Ὅταν βλέπω τὸ ἰδικόν μου παιδὶ νὰ ἦναι ἐντὸς τῆς ὑποχρεώσεως, τὸ δὲ ἰδικόν σου ἐκτός, καὶ νὰ καυχᾶται μάλιστα, λέγον: ζήτω ὁ Δήμαρχος, ὁ Ἔπαρχος κλπ. καὶ κατὰ συνέπειαν παροργίζωμαι, ποία θὰ ἦναι ἡ θέσις μου; Πολλοὶ νέοι, ἕνεκα τῶν τοιούτων μεροληπτικῶν ἐνεργειῶν, θεωροῦντες ἑαυτοὺς προφανῶς ἀδικουμένους, ἐπροτίμησαν νὰ ἐπιδοθῶσι καὶ ἐπεδόθησαν εἰς τὸν ληστρικὸν βίον, καὶ ἄλλοι ἔφυγον εἰς τὸ Ἐξωτερικόν. Διὰ ταῦτα ὑποβάλλω τὴν σύντομον πρότασιν, δι’ ἧς νὰ τροποποιηθῇ ὁ Νόμος, ἔχουσαν οὕτω «νὰ ἀπαλλάσσωνται τῆς πρὸς στρατείαν ὑποχρεώσεως ὅλοι οἱ μέχρι τοῦ 1878 ἔτους, καὶ τούτου συμπεριλαμβανομένου, καταζητούμενοι κληροῦχοι ὡς ἐπιλαχόντες. (Θόρυβος.)
§109ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, κατ’ ἀρχὴν ἤμην καὶ εἶμαι ἐναντίος τῶν ἐνεργητικῶν νόμων, διότι φρονῶ ἐν πεποιθήσει, ὅτι ἡ πολιτεία πρέπει νὰ διδάσκῃ τὴν ἠθικὴν καὶ νὰ δίδῃ τὸ παράδειγμα τῆς εὐλαβείας πρὸς τοὺς νόμους. Ἐὰν, κύριοι, προῆλθεν ἔκρυθμόν τι εἰς τὰ οἰκονομικὰ, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τοὺς κατ’ εὐφημισμὸν ἐνεργητικοὺς νόμους· ἐκ τούτων προῆλθον αἱ μεγάλαι καθυστερήσεις καὶ ἁρπαγαὶ τῆς δημοσίας περιουσίας· διότι δυστυχῶς ἐδιδάξαμεν διὰ τῶν λεγομένων ἐνεργητικῶν νόμων τοὺς κατοίκους, ὅτι, ὅταν διὰ διαφόρων μέσων δολιεύωνται καὶ ὑπεκφεύγωσι τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ νόμου, θέλει ἔλθει ἐποχὴ ν’ ἀμειφθῶσι διὰ τὴν τοιαύτην διαγωγήν των, ἀπαλλαττόμενοι τῆς ὑποχρεώσεώς των ἢ μεγάλως διευκολυνόμενοι. Τοιαῦτα φρονῶν, ἐννοεῖτε, ὅτι, ἤθελον εἶσθαι σύμφωνος πληρέστατα μὲ τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν περὶ τῶν ἐπιλαχόντων καθιεροῖ τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς, ἂν δὲν ἐπρόκητο νὰ ἐπέλθῃ ἄλλο ἀδίκημα εἰς αὐτοὺς τοὺς ἐπιλαχόντας. Ὅλοι, κύριοι, εἶσθε μάρτυρες ὁποῖα ὄργια ἔπραξαν τὰ ἐπαρχιακὰ στρατολογικὰ Συμβούλια, ὅλοι εἶσθε μάρτυρες ποῖαι ἀγοροπωλησίαι ἐγένοντο, ὅλοι εἶσθε μάρτυρες, ὅτι ἐξ αἰτίας αὐτῶν τῶν ἀπροκαλύπτων καταχρήσεων καὶ ὁ νόμος τῆς ἐφεδρείας κατέπεσεν. Ἀπέναντι λοιπὸν τοιαύτης καταστάσεως, τί σᾶς προτείνουν σήμερον; Νὰ καταδιώξητε τοὺς ἐπιλαχόντας, διότι αἱ προστασίαι, αἱ δωροδοκίαι, ὁ ἐπαρχιακὸς φατριασμὸς κατώρθωσαν νὰ ἐξαιρέσωσιν ἄνδρας ἱκανοὺς, καὶ νὰ ἐπέλθῃ ἡ ὑποχρέωσις εἰς τοὺς ἐπιλαχόντας, ἐξ οὗ προέρχεται μεγαλείτερον κακόν. Γνωρίζω, κύριοι, ὅτι ἔν τινι δήμῳ, ὅστις ὤφειλε νὰ δώσῃ 10 κληρούχους, ἔφθασε σήμερον ἡ ὑποχρέωσις εἰς τὸν ἀριθμὸν 80 τῶν ἐπιλαχόντων, χωρὶς νὰ συμπληρωθῇ ἡ μερίς· εἴς τινα δὲ μέρη ἐξηντλήθη ὁ κατάλογος. Ταῦτα χρεωστοῦνται εἰς τὴν διαγωγὴν τῶν ἐπαρχιακῶν στρατολογικῶν συμβουλίων, καὶ εἶχε δίκαιον ὁ συνάδελφος κ. Ἀθ. Πετιμεζᾶς, ὅτε πέρυσι κατεξανέστη κατ’ αὐτῶν καὶ ἐπρότεινε τὴν κατάργησίν των. Ἀλλὰ τί ζητῶ ἀλλαχοῦ τὰς ἀποδείξεις τῶν παρανόμων ἐξαιρέσεων; Αὐτὸς ὁ κύριος πρωθυπουργὸς μᾶς εἶπε πέρυσιν ἐν εἰλικρινείᾳ καὶ ἐν τῇ ἀγανακτήσει του, ὅτι τὰ ἐπαρχιακὰ στρατολογικὰ Συμβούλια κατέστησαν σωματεμπορεῖα, τῶν ὁποίων τὴν διαγωγὴν δὲν ἠδυνήθη νὰ περιστείλῃ. Ὅταν τόσον ἐπισήμως, τόσον πανηγυρικῶς βεβαιῶνται, ὅτι αἱ ἐξαιρέσεις ἐγένοντο κακῶς καὶ ὅτι ἦσαν ἐν μέρει ἀπόῤῥοια τοῦ φατριασμοῦ τοῦ ἐπαρχιακοῦ καὶ τῆς ἐν μέρει ἀξιοποίνου διαγωγῆς τῶν στρατολογικῶν συμβουλίων, δυνάμεθα σήμερον δικαίως νὰ ὑποχρεώσωμεν τοὺς ἐπιλαχόντας, νὰ ἀναπληρώσωσι τοὺς κακῶς καὶ ἐναντίον τοῦ δικαίου ἐξαιρεθέντας ὑποχρέους κληρούχους; Τί ἐστὶν ἐπιλαχών; Ὅστις γνωρίζει ὀλίγα μόνον στοιχεῖα τῆς γλώσσης, γινώσκει, ὅτι ἐπιλαχὼν λέγεται ὁ ἐρχόμενος μετὰ τὸν ὑποχρεωτικὸν κλῆρον. Αὐτὴν τὴν διάκρισιν ἔκαμε πάντοτε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ τῆς ἐπισήμου ἀλληλογραφίας αὐτοῦ καὶ διὰ τῶν ἀποφάσεών του. Δυστυχῶς ὅμως τὰ πάντα ἐστρεβλώθησαν νῦν, καὶ ἐκ τούτου εὑρισκόμεθα εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν. Δὲν παραγνωρίζω, κύριοι, ὅτι κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1838 ὁ ἐπιλαχὼν ὀφείλει νὰ στρατολογηθῇ, εἰς συμπλήρωσιν τῆς θέσεως ἄλλου, νομίμως ἀπαλλαγέντος τῆς στρατεύσεως· ὅταν ὅμως ἄνδρες ζωηροὶ, ἀκμαῖοι, ἱκανοὶ καθ’ ὅλα, ἐξαιρῶνται ὑπὸ τῶν στρατολογικῶν συμβουλίων κακῶς, διὰ δωροδοκίας, διὰ τοῦ φατριασμοῦ κτλ. μὲ ποίαν συνείδησιν θέλετε ὑποχρεώσει τοὺς ἐπιλαχόντας νὰ στρατεύσωσιν ἀντ’ αὐτῶν; Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, μὲ ὁποῖον ζῆλον, μὲ ὁποίαν προθυμίαν προσῆλθον κατ’ ἀρχὰς οἱ ἔφεδροι εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ. Ὁ περὶ ἐφέδρων θεσμὸς ἐλειτούργει θαυμασίως τὸ πρῶτον. Δυστυχῶς ὅμως, ὅτε ἀνεμίχθησαν τὰ ἐπαρχιακὰ στρατολογικὰ συμβούλια ἐναντίον τοῦ νόμου εἰς τὰς ἐξαιρέσεις τῶν ἐφέδρων, τότε κατέπεσεν εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν ὁ θεσμὸς οὗτος· διότι σκανδαλωδέστατοι διὰ τοῦ φατριασμοῦ καὶ τῶν δωροδοκιῶν ἐγένοντο ἐξαιρέσεις ὑπὸ τῶν ἐπαρχιακῶν στρατολογικῶν συμβουλίων. Ἐξηροῦντο ἢ ἔμενον ἀκαταζήτητοι οἱ ἔφεδροι οἱ εὐνοούμενοι, οἱ φίλοι τῆς ἰσχυούσης ἐπαρχιακῆς μερίδος ἢ οἱ πρὸς ταύτην προσερχόμενοι, τοὐναντίον δὲ ἀπεστέλλοντο εἰς τὸν στρατὸν οἱ τῆς ἀντιθέτου μερίδος, καί τοι νομίμους ἔχοντες λόγους ἐξαιρέσεως. Ἐκτὸς τούτου καὶ αὐτὰ τὰ ἐπαρχιακὰ στρατολογικὰ συμβούλια εἰς πολλὰ μέρη ὥρισαν τιμολόγιον τῶν ἐξαιρέσεων. Δὲν ἤρκεσαν ταῦτα, ἀλλὰ καὶ ὅσοι φίλοι τῆς ἰσχυούσης μερίδος ἀπεστέλλοντο τυχὸν εἰς τὸν στρατὸν ὡς ἔφεδροι, ἐπανέκαμπτον τάχιστα εἰς τὰς ἑστίας των δι’ ἀπεριορίστων ἀδειῶν, ἐν ᾧ οἱ τῆς ἀντιθέτου μερίδος ἔμενον εἰς τὰς τάξεις των ἐπὶ 10, 15 καὶ 17 μῆνας. Τοιαῦτα προφανέστατα καὶ σκανδαλωδέστατα ἀδικήματα κατέῤῥιψαν εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν τὸν κάλλιστον θεσμὸν τῆς ἐφεδρείας, τὸν ὁποῖον ἔφερε τὸ ὑπουργεῖον τοῦ ἀειμνήστου Δεληγεώργη, τοῦ ὁποίου εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀποτελῶ μέρος. Τοσαύτη ἐκ τῶν ἀδικημάτων ἐγεννήθη ἀγανάκτησις, ὥστε καὶ ἐγὼ αὐτὸς, ὅστις ὡς ὑπουργὸς συνεμεριζόμην καὶ ὑπεστήριξα τὰς διατάξεις τοῦ θεσμοῦ τῆς ἐφεδρείας, ἐψήφισα περὶ τῆς καταργήσεώς του, ὡς ἐψήφισαν καὶ ὅλοι οἱ ἐπὶ τῆς Πρωθυπουργίας τοῦ κυρίου Δεληγεώργη, ὑποστηρίξαντες τὴν ἐπιψήφισίν του. Τοιαῦτα καὶ τοσαῦτα ἐπήνεγκεν ἀδικήματα ἡ διαγωγὴ τῶν ἐπαρχιακῶν στρατολογικῶν συμβουλίων! Ἕνεκα τῶν λόγων τούτων, κύριοι, ἐνῷ εἶμαι τῆς ἀρχῆς τοῦ νὰ καταδιώκωνται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι διὰ δολίων μέσων ὑπεκφεύγουσι τὰς ὑπὸ τοῦ νόμου ἐπιβαλλομένας ὑποχρεώσεις, εἶμαι ἠναγκασμένος σήμερον νὰ ἔλθω εἰς ὑπεράσπισιν τῶν ἐπιλαχόντων, διότι ἀδίκως θέλουσι ζητηθῆ, καὶ διὰ τῆς καταζητήσεώς των θέλει ἀνοίξει νέον στάδιον φατριασμοῦ, πιέσεως καὶ σωματεμπορείας. Εἷς λόγος φαίνεται ἰσχυρὸς, ὅτι ὀφείλουσιν οἱ ἔχοντες ὡρισμένην ὑπὸ τοῦ νόμου ἡλικίαν νὰ ἐξασκηθῶσιν εἰς τὰ ὅπλα, καὶ ὅτι ἑπομένως δὲν πρέπει νὰ ἀπαλλαγῶσιν οἱ ἐπιλαχόντες. Κατὰ τοῦ τοιούτου ἰσχυρισμοῦ ἀπαντῶ, ὅτι οἱ ἐπιλαχόντες ἀπαλλαττόμενοι τῆς τοῦ ἐπιλαχόντος ὑποχρεώσεως, δὲν θέλουσιν ἀποφύγει τὴν στρατιωτικὴν ἐκγύμνασίν των, διότι ὑποχρεοῦνται πρὸς τοῦτο ἀπὸ τοῦ περὶ ἀπογραφῆς νόμου τοῦ 1878, ὅστις προνοεῖ καὶ περὶ τῶν κληρούχων τῶν εἰς τὸν στρατὸν ὑπηρετησάντων δι’ ἀντικαταστάτου. Διὰ τοῦ ἄρθρου 116 τοῦ νόμου τούτου ῥητῶς ὁρίζεται «ὅτι ὅσοι ὑπηρέτησαν εἰς τὸν στρατὸν δι’ ἀντικαταστάτου, ὀφείλουσι καὶ οὗτοι νὰ ὑπηρετήσουν ἓν ἔτος εἰς τὴν ἐνεργὸν ἐφεδρείαν, ὥστε καὶ περὶ αὐτῶν ἐφρόντισεν ὁ νόμος. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ περιορισθῶμεν εἰς μόνην τὴν σύλληψιν τῶν ὑποχρέων κληρούχων, τοὺς ἐπιλαχόντας δὲ νὰ ἐξαιρέσωμεν τῆς ὑποχρεώσεως, ἵνα μὴ ἀνοίξωμεν νέας πληγάς.
§110ΚΑΡΥΣΤΙΝΑΚΗΣ. Κύριοι, ἐγὼ εἶχον ὑποβάλει τὴν ἑξῆς τροπολογίαν (ἀναγινώσκει). Ὁ κ. Ἀντωνόπουλος ὑποβάλλει ἄλλην, ἡ ὁποία ἀφορᾷ τοὺς ἐπιλαχόντας, οἱ ὁποῖοι ἔρχονται μετὰ τὴν ἐξαίρεσιν τῶν ὑποχρέων κληρούχων. Ἀλλ’ ἤδη μετὰ τὰς ἐξαιρέσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο, ἡ ὑποχρέωσις προέβη μέχρι τοῦ 40 ἢ τοῦ 50. Πρόκειται ν’ ἀπαλλάξωμεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔρχονται κατὰ τὸν Νόμον τοῦ 1851 πρὸς ἀναπλήρωσιν τῶν δραπετευσάντων κληρούχων. Ἂν δὲν τοὺς ἀπαλλάξωμεν, οἱ Δῆμοι θὰ χρεοκοπήσωσι, διότι οἱ ἐπιλαχόντες δικαιοῦνται κατὰ τὸν Νόμον νὰ λαμβάνωσιν ἀπὸ τοὺς Δήμους 500 δραχμὰς ἕκαστος. (Θόρυβος). Φρονῶ ἐπίσης καλὸν, ἂν αὐτοὶ οἱ δραπέται ἔλθωσι καὶ ἐξαιρεθῶσι δι’ οἰκογενειακοὺς λόγους, ἢ δι’ ἀνικανότητα, ἢ καὶ ἄν τινες τούτων ἀποβιώσωσι νὰ μὴ ἀναπληρῶσιν αὐτοὺς τοὺς ὁπωσδήποτε ἐξαιρεθέντας καταζητηθῶσιν οἱ ἐπιλαχόντες. Ὅσοι λοιπὸν ἀπὸ σήμερον εἶναι εἰς τὴν θέσιν τῶν ἐπιλαχόντων, νὰ μὴ δύνανται νὰ καταζητηθῶσι, διότι ἐνδέχεται νὰ ἔλθουν οἱ δραπετεύσαντες. Καθόσον ἀφορᾷ τὸ 79, τῳόντι τὰ Στρατολογικὰ Συμβούλια θὰ κάμουν ὅσα ἀδικήματα ἔκαμον καὶ ἄλλοτε· διὰ τοῦτο ἐνόμισα καλὸν νὰ εἰδοποιῆται ὁ κατόπιν νὰ φέρῃ ἰατρὸν τῆς ἐμπιστοσύνης του, ὁ ὁποῖος νὰ παρίσταται εἰς τὴν ἐξέτασιν. (Θόρυβος).
§111ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὀλίγας λέξεις, κύριοι, διὰ νὰ γνωρίζωμεν τί θὰ ψηφίσωμεν. Πρῶτον, κύριοι, δὲν πιστεύω ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῶν κληρούχων νὰ συνέβησαν τόσον μεγάλα ἄτοπα, διότι οἱ κληροῦχοι ὑποβάλλονται εἰς τόσας ἐρεύνας ἀπὸ τρία συμβούλια, καὶ δὲν πιστεύω, ὅτι ὑπῆρχε τόσος φατριασμὸς καὶ διαφθορὰ εἰς τὸ ἀνώτατον ἀναθεωρητικὸν συμβούλιον. Πολλὰ συνέβησαν καὶ ἐξ αἰτίας τῆς κακῆς συντάξεως τῶν καταλόγων, οὔτε δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ἡ σύνταξις τῶν καταλόγων ἦτον ἄκρας τελειότητος. Πολλοὶ ἐξαιροῦνται, κύριοι, δι’ ἀνικανότητα, ἢ ὡς ὑπερήλικες, ὡς μὴ δυνάμενοι νὰ ὑπηρετήσωσιν, ὥστε ἡ καταφυγὴ εἰς τοὺς τελευταίους ἀριθμοὺς δὲν προέρχεται ἐξ ὑπαιτιότητος τῶν ἐξεταζόντων συμβουλίων μόνον, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς καταστάσεως αὐτῶν τῶν κληρούχων. Λοιπὸν τὸ ἄτοπον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἐξώγκωσαν τόσον διὰ ν’ ἀπαλλάξουν τοὺς ἐπιλαχόντας, δὲν εἶναι ἀκριβές. Ἀλλὰ, κύριοι, ὑποθέσατε, ὅτι ὁ νέος νόμος ὁ περὶ στρατολογίας δὲν ἤρχετο, οἱ δὲ ἐπιλαχόντες ἦσαν ὑπόχρεοι νὰ ὑπηρετήσουν· δὲν τοὺς ἐπιβάλλομεν νέαν ὑποχρέωσιν τώρα, ἀλλ’ ἤδη πρόκειται νὰ τοὺς ἀπαλλάξωμεν ἀπὸ αὐτὴν τὴν ὑποχρέωσιν, εἰς ἣν ὑπόκεινται. Ἐὰν δεχθῶμεν τοῦτο, θὰ ἐπιβαρύνωμεν τοὺς νέους νεοσυλλέκτους, καὶ μάλιστα ἐὰν δεχθῆτε τὸ σύστημα ὅπως τὸ προτείνουν ἤδη, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον τὸ βάρος τῶν στρατευσίμων τὸ ἐπιβαρύνον τοὺς ἐπιλαχόντας θέλει ἐπιβαρύνει τοὺς νεοσυλλέκτους, διότι ἄλλως θὰ μείνωμεν ἄνευ στρατιωτῶν, καὶ οὕτω αὐτοὶ, οἵτινες ἔπρεπε νὰ ὑπηρετήσωσιν ἕξ μῆνας, θὰ ὑπηρετήσουν 2 ἔτη, διότι θέλετε ν’ ἀπαλλάξητε, ὡς εἴρηται, τοὺς ὑποχρέους νὰ ὑπηρετήσωσι, καὶ τὸ βάρος θέλετε τὸ ἐπιῤῥίψει εἰς τοὺς νέους. Κύριοι, αὐτὴ εἶναι ἡ συνέπεια, εἰς τὴν ὁποίαν θέλετε φθάσει.
§112ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Εἶναι φανερὰ ἀδικία.
§113ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄχι μόνον εἶναι, κύριοι, φανερὰ ἀδικία, ἀλλὰ ἀποδεικνυόμεθα ὡς ψευδόμενοι, ὅπως ἐξαπατήσωμεν τὴν κοινωνίαν. Σᾶς ἐρωτῶ, ὅταν ἐψηφίσαμεν τὸν νέον νόμον, εἴπομεν, ὅτι δὲν σκοπεύομεν νὰ κρατήσωμεν ὅλην τὴν ἡλικίαν δύω ἔτη. Ἔχομεν ἀνάγκην, εἴπομεν, νὰ κρατήσωμεν ἐκείνους, οἵτινες ἀναγκαιοῦσι διὰ τὸν στρατὸν, οἱ ἄλλοι δὲ τὸ πλεῖστον μέρος δὲν θέλουσιν ὑπηρετήσει ἕξ μῆνας. Ἡμεῖς τότε ἐκάμαμεν τὸν νόμον, ἀπὸ τὴν εἰλικρινῆ ἐφαρμογὴν τοῦ ὁποίου ἐλπίζομεν τὸ ἀγαθὸν τῆς γενικῆς τοῦ ἔθνους ἐκγυμνάσεως, καὶ ὅταν ὁ νόμος αὐτὸς εἰς τὴν πρώτην αὐτοῦ ἐφαρμογὴν ἀποτύχῃ, διότι θὰ ὑποχρεώσωμεν ἅπασαν τὴν ἡλικίαν νὰ ὑπηρετήσῃ δύω ἔτη, τότε θέλομεν διεγείρει τὴν ἀντιπάθειαν καὶ δυσπιστίαν κατὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ. Εἶναι ἄδικον νὰ λάβωμεν ὅλην τὴν ἡλικίαν καὶ νὰ ἐπιβάλωμεν βαρείας ὑποχρεώσεις, χάριν τῶν παραβιασάντων αὐτάς. Νομίζω λοιπόν, κύριοι, ὅτι, ἐὰν τῷ ὄντι ἐννοοῦν ὡς ἐπιλαχόντας ὅλους τοὺς μετὰ τὸν ὑποχρεωτικὸν ἀριθμὸν καλουμένους, πρέπει νὰ δεχθῆτε τὴν τροποποίησιν, ὅπως τὴν ἔκαμεν ἡ ἐπιτροπή. Ἐὰν ὅμως ἐννοῆτε, ὅπως τοὺς ἐννοοῦμεν ἡμεῖς, τότε νὰ παραδεχθῆτε τὸ Νομοσχέδιον. Ἐπαναλαμβάνω, κύριοι, ἐὰν δεχθῆτε τοὺς ἐπιλαχόντας κατὰ τὴν ἐξήγησιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκαν εἰς τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζουσιν οἱ ἀντίθετοι, θέλετε κενώσει τὸν στρατὸν ἀπὸ τοὺς στρατιώτας καὶ θέλετε ἐπιβάλει τὴν ὑποχρέωσιν εἰς τοὺς κατὰ τὸν νέον νόμον ὑποχρέους.
§114ΚΟΤΑΡΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου ἔγειναν τακτικαὶ αἱ κληρώσεις τῶν κληρούχων· οὔτε ἀδελφὸν, οὔτε ἐξάδελφον ἔχω ἐπιλαχόντα, ἠξεύρω ὅμως, ὅτι εἰς πολλὰς ἐπαρχίας ὑπάρχουν φυγόστρατοι· τὴν αἰτίαν ὅμως δὲν τὴν λέγω, ἐπειδὴ ἕκαστος εἶναι κύριος νὰ ψηφίσῃ ὅπως θέλει· ἤθελον νὰ προτείνω τι εἰς ἀπόδειξιν, ἀλλὰ παραιτοῦμαι χάριν σεβασμοῦ.
§115ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, γνωρίζετε ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ περὶ ἐφεδρείας νόμου, ἐπειδὴ πολὺς ἀριθμὸς ἐφέδρων εἰσήρχετο, νεοσύλλεκτοι καθυστέρησαν περισσότεροι, διότι δὲν ἠδύναντο νὰ τηρηθῶσιν ὅλοι, καὶ διὰ τοῦτο παρατηρεῖτε, ὅτι κατὰ τὸ 1878 καὶ 1879 καθυστεροῦντες ἦσαν περισσότεροι· διὰ τοῦτο αἱ κληρώσεις εἰς πολλὰ μέρη δὲν ἐγένοντο, ὡς πληροφοροῦμαι, τὸ 1878 καὶ 1879.
§116ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλω ἀπαντήσει εἰς τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως εἰπόντα, ὅτι αἱ ἐξαιρέσεις τῶν κληρούχων δὲν προῆλθον ἐκ καταχρήσεως, ἀλλ’ ἐγένοντο νομίμως λόγῳ ἡλικίας καὶ ἀνικανότητος. Ἄς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἔντιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ τῷ παρατηρήσω, ὅτι, ἐὰν οὕτως εἶχε τὸ πρᾶγμα, ἤθελον λυπηθῆ ἀπὸ καρδίας διὰ τὴν πατρίδα μου· ἤθελον λυπηθῆ καιρίως, ὅτι μεταξὺ 80 νέων σημειωμένων ἐν κληρωτικῷ καταλόγῳ δήμου τινὸς δὲν εὑρέθησαν ἱκανοὶ πρὸς στράτευσιν δέκα, οὓς ὤφειλε νὰ χορηγήσῃ τῷ στρατῷ. Εἶναι λυπηρὰ ἡ κατάστασίς μας, ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι ἐπὶ τοσοῦτον ἐξεφυλίσθη καὶ κατέπεσεν ἡ γενεὰ ἡ Ἑλληνική.
§117ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ ζήτημα προέρχεται ἀπὸ τοὺς Δημάρχους. Εἴπατέ μας παραδείγματα.
§118Σ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ φέρω εἰδικὰ παραδείγματα. Εἰς πολλοὺς δήμους συνέβη τοῦτο· ὅλοι εἶσθε ἀπὸ ἐπαρχίας καὶ ὅλοι γνωρίζετε πόσον κακὸν ἔπραξαν τὰ ἐπαρχιακὰ στρατολογικὰ συμβούλια, πολλῶν τῶν ὁποίων ἡ διαγωγὴ χαρακτηρίζει φατριασμὸν ἐπαρχιακὸν, καὶ διαφόρου εἴδους καταχρήσεις.
§119ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἰς ἕνα Δῆμον ὁ Δήμαρχος συνέταξε τὸν στρατολογικὸν κατάλογον ἀπὸ ὑπερήλικας καὶ ἀνήλικας.
§120Σ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν, κύριοι, πιστοποιῆται τοσοῦτον πανηγυρικῶς ἐνταῦθα, ὅτι Δήμαρχοι συντάσσουσι ψευδεῖς ἐκλογικοὺς καταλόγους, τότε ὀφείλω νὰ ἐρωτήσω τί ἔπραξεν ὁ Ἔπαρχος, ὁ Νομάρχης, ἢ τέλος αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις κατὰ τῶν τοιούτων Δημάρχων;
§121ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τί νὰ τοὺς κάμῃ;
§122Σ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ τοὺς τιμωρήσῃ ἐντὸς τῶν καθηκόντων της, ἢ καὶ νὰ τοὺς καταγγείλῃ ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης· εἶναι ἀξιολύπητος, κύριοι, ἡ κατάστασις αὕτη. Τοιαύτη ἐπίσημος ἀναγνώρισις τοῦ κακοῦ καὶ ὁμολογουμένη παράλειψις τῆς περιστολῆς αὐτοῦ διὰ τῆς καταδιώξεως τῶν ἐγκληματούντων ὑπαλλήλων ἐμφαίνει, ὅτι δὲν ὑφίσταται διοίκησις ἐπαρχιακὴ, καὶ ὅτι παραλυσία κατέλαβε τὸν διοικητικὸν κλάδον.
§123ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτὸ γίνεται ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, ὄχι σήμερον μόνον.
§124Σ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ, κύριοι, εἶχον νὰ εἴπω· ὅσον δὲ ἀφορᾷ τὸν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ προταθέντα λόγον, ὅτι, ἀπαλλάττοντες τοὺς ἐπιλαχόντας, δὲν θέλομεν δυνηθῆ νὰ ἀναπληρώσωμεν τὰ ἐκ τῆς ἀπαλλαγῆς τῶν ἐπιλαχόντων κενὰ τοῦ στρατοῦ, ἀπαντῶ, ὅτι κατὰ τὸν νόμον τῆς γενικῆς στρατολογίας θέλομεν ἔχει ἐφέτος τὸ πρῶτον μέρος τῆς κληρωσίμου ἡλικίας, τουτέστιν ἐκείνους, οἵτινες θέλουσιν ὑπηρετήσει τρία ἔτη, καὶ μετὰ ταῦτα θέλουσι μεταβῆ εἰς τὴν τακτικὴν ἐφεδρείαν· ἔχομεν δὲ συγχρόνως καὶ τὴν δευτέραν σειράν, ἥτις θέλει ὑπηρετήσει ἐφ’ ὅσον εἶναι ἀνάγκη, κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὥστε δὲν θὰ μένωσι κεναὶ αἱ τάξεις τοῦ στρατοῦ. Ἄλλως δὲ καὶ αὐτὴ ἡ ἀπαλλαγὴ τῶν ἐπιλαχόντων, ὑπὲρ ἧς συνηγορῶ, δὲν θέλει κενώσει τὸν στρατὸν, διότι οἱ δυνάμει τοῦ περὶ στρατολογίας νόμου τοῦ 1838 ὑπηρετοῦντες δὲν θέλουν ἀπολυθῆ ἀμέσως, καθόσον οἱ κληροῦχοι τοῦ 1876–77 κλπ. δὲν κατετάχθησαν κατ’ αὐτὰ τὰ ἔτη, ἀλλὰ κατὰ διαφόρους μῆνας τῶν ἀκολούθων ἐτῶν. Ἑπομένως θέλουσι μένει ἐν τῷ στρατῷ καὶ κατὰ τὸ 1880 καὶ κατὰ τὸ 1881.
§125Γ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Μίαν διασάφησιν θὰ ζητήσω, ὡς πρὸς τὸ δικαίωμα τῆς ἀντικαταστάσεως, ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἀπὸ τὴν ἐπιτροπὴν, ἐὰν εἰς τὸ δικαίωμα τῆς ἀντικαταστάσεως, ὅπερ ἐσημειώθη εἰς τὸν Νόμον, ὅπως καὶ πρότερον, θὰ ὑπάγωνται καὶ οἱ ὑπαξιωματικοί; διότι ὁ Νόμος ὁ νέος ῥητῶς ἀπηγόρευσε τὴν τοιαύτην ἀντικατάστασιν.
§126ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, κύριοι, ἐνόμιζον, εἶναι ἀτομικὴ ἰδέα αὐτὴ, ὅτι ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου 1880 δὲν θὰ ἐπιτρέπηται πλέον νὰ ὑπάρχῃ ἀντικατάστασις. Σήμερον ὑπάρχει νέα πρότασις διὰ τοὺς καταζητουμένους μέχρι τοῦ τέλους τοῦ 1879. Περὶ αὐτοῦ ἐρώτησα τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, καὶ μοὶ εἶπεν, ὅτι θὰ ἐπιτρέπηται ν’ ἀντικατασταθῶσιν ἐκ στρατιωτῶν εὑρισκομένων εἰς τὰς τάξεις των, ὅπως καὶ πρὶν, εἴτε ὑπαξιωματικοὶ εἶναι εἴτε στρατιῶται.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶπον, ὅτι ἡ ἀντικατάστασις ἐπιτρέπεται, δὲν εἶπον ὅμως εἴτε ἀπὸ ὑπαξιωματικοὺς, εἴτε ἀπὸ στρατιώτας.
§128ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Φυσικὴ συνέπεια εἶναι.
§129ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Εἶναι ἄδικον νὰ ζημιωθοῦν οἱ ἐπιλαχόντες κληροῦχοι, καὶ νὰ μὴ καταζητῶνται οἱ δραπέται. Ὁμιλῶ διὰ τὴν Ἐπαρχίαν μου· ὅλοι οἱ κάτοικοι τῆς Νάξου εὑρίσκονται εἰς Βρουύλα τῆς Σμύρνης, τὴν ὁποίαν κατέστησαν Ἐπαρχίαν Ναξιακήν· ὅλοι οἱ κληροῦχοι, οἱ φυγόδικοι καὶ ἐνταλματίαι φεύγουν καὶ πηγαίνουν εἰς τὰ Βρουύλα τῆς Σμύρνης, καὶ καταντᾷ ἀπὸ τοὺς 7, ὅπου δίδει ὁ Δῆμος, νὰ φθάσουν εἰς τὸν ἀριθμὸν 36 καὶ 37. Τοῦτο λέγω διὰ τοὺς ἐπιλαχόντας, οὐχὶ διὰ τοὺς κληρωτούς· αὐτὸ λοιπὸν εἶναι ἄδικον, αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους νὰ τοὺς ὑποχρεώσωμεν, διότι οἱ ἄλλοι δὲν ἔρχονται ἀπὸ τὰ Βρουύλα, αὐτοὶ λοιπὸν πρέπει νὰ ἐξαιρεθοῦν.
§130ΤΙΝΕΣ. Αὐτοὶ ἐξαιροῦνται.
§131ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν ὅτι, ὅστις καταταχθῇ, θὰ ἐνδυθῇ, καὶ θὰ χάσῃ τὸ Δημόσιον 100 δραχμὰς, ἐὰν τὸν στρατιώτην, τὸν ὁποῖον θ’ ἀντικαταστήσῃ, τὸν ἀπαλλάξητε, διότι τὰ ἔξοδα θὰ ἐπιβαρύνουν τὸ Δημόσιον, διότι οἱ Δῆμοι εἶναι πτωχοὶ καὶ δὲν δύνανται νὰ πληρώσουν. Λοιπὸν ὅσοι δὲν ὑπηρέτησαν μέχρι σήμερον νὰ ὑποχρεωθῶσι.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ Νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πλεῖστοι.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Θ’ ἀναγνωσθῇ τὸ 1 ἄρθρον ὅπως συνετάχθη ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν, καὶ παρακαλῶ, προσέξατε.
§133ΤΙΝΕΣ. Τὸ «πενταετίαν» νὰ γείνῃ «διετίαν.»
§134ΕΤΕΡΟΙ. Τῶν ἐτῶν 1878 καὶ 1879.
§135ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει τὸ 1 ἄρθρον ὅπως συνετάχθη ἀπὸ τὴν ἐπιτροπὴν καὶ ἐτροποποιήθη.)
§136Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἔχων ὑπ’ ὄψιν τὸν Στρατολογικὸν νόμον τοῦ 1880 καὶ τὴν ἀπόῤῥιψιν τῆς ἀντικαταστάσεως ὡς πρὸς τὰς καθυστερούσας ἀπογραφάς, πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τοὺς περιορισμοὺς, τοὺς ὁποίους θέτει ὁ νόμος ὡς πρὸς τοὺς ὑπαξιωματικοὺς, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν νέαν ἀνακατάταξιν. Εἰς τὸν Νόμον αὐτὸν, ἐὰν δὲν μὲ λανθάνῃ ἡ μνήμη, ῥητῶς ἀπαιτοῦνται προσόντα καὶ ἰδίως τῆς ἡλικίας, διὰ νὰ δύναταί τις νὰ ὑπηρετήσῃ. Κατὰ συνέπειαν πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν διάταξιν αὐτὴν, ἵνα μὴ ὡς ἐκ τῆς ἡλικίας δὲν δύναταί τις νὰ ὑπηρετήσῃ ἐπὶ πλέον. Γίνονται δι’ ἀναστάσεως δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2.
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καρυστινάκης προτείνει τὴν ἑξῆς προσθήκην εἰς τὴν τροπολογίαν, ἣν ἐπρότεινεν ὡς ἄρθρον 3: «Οἱ ἀνωτέρω ἐπιλαχόντες μέχρι τοῦ ἔτους 1879, συμπεριλαμβανομένου, δὲν ὑπάγονται εἰς στράτευσιν, καὶ ἂν ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε στρατευθέντων ἤθελον ἐξέλθει τινὲς δι’ οἱονδήποτε λόγον ἢ ἤθελον ἀποβιώσει.»
§138ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Δὲν ἔχει ἀξίαν, εἶναι περιττὸν αὐτό· αὐτοὶ θεωροῦνται ὡς κληροῦχοι τακτικοί.
§139ΚΑΡΥΣΤΙΝΑΚΗΣ. Ἡ προσθήκη ἀφορᾷ τοὺς ἐπιλαχόντας, οἵτινες εἶναι σήμερον, καὶ θέλομεν νὰ καταδιωχθοῦν οἱ δραπέται. Ἐὰν αὔριον ἔλθῃ αὐτὸς, καὶ εἴτε διότι κατέστη ἀνίκανος ἢ δι’ οἰκογενειακοὺς λόγους, ἤτοι κατέστη μονογενὴς κλπ. ἀφαιρέσωμεν τὸ νὰ δύναται νὰ ἐξαιρεθῇ. Πρέπει λοιπὸν νὰ μείνῃ τοῦτο, καὶ ἐπειδὴ οἱ ἐπιλαχόντες δὲν ἔχουν ὑποχρέωσιν, αὐτοὶ νὰ ἦναι ὑπόχρεοι.
§140ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ὑποθέτω, ἐὰν ἐνόησα καλῶς, ὅτι ὁ προλαλήσας θέλει νὰ εἴπῃ τὸ ἑξῆς· ἐὰν π. χ. οἱ ὑπόχρεοι τοῦ 1879 ὅλοι δραπετεύσουν, κατόπιν αὐτοὶ νὰ μὴ ἐξαιρῶνται.
§141ΤΙΝΕΣ. Ὄχι.
§142ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι οἱ λόγοι τῆς ἀπαλλαγῆς ἐξετάζονται ἤδη, ἐνῷ ἤδη δὲν ἀρχίζει ὁ χρόνος τῆς ὑποχρεώσεως. Ἐὰν ἔχουν λόγον ἀπαλλαγῆς ὅτε κατέστησαν ὑπόχρεοι, ἔχει καλῶς· ἀλλ’ ἐάν τινες ἔγειναν ὀρφανοὶ ἢ συνέβη ἄλλη οἰκογενειακὴ αἰτία, δὲν ὑπάρχει λόγος ἱκανὸς ν’ ἀπαλλαγῶσι.
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Στεφανοπούλου εἶναι ἀπωτέρα.
§144ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς πρὸς τοὺς ἐπιλαχόντας ἐξέφρασα ἰδέαν τοῦ νὰ λάβωμεν τὸ διπλάσιον, ἀλλὰ παραιτοῦμαι αὐτοῦ, διότι βλέπω, ὅτι δὲν συμφωνεῖτε. Ἕν ἄλλο ἔχω τώρα σχετικὸν νὰ καταθέσω, μίαν τροπολογίαν αὐτοτελῆ.
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κόταρης καὶ ὁ κ. Σ. Ἀντωνόπουλος ἔχουν πρότασιν, ὅτι ἐπιλαχόντες εἶναι οἱ ἐκτὸς τοῦ ἀνωτέρου ἀριθμοῦ τοῦ ὑποχρεωτικοῦ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς τροπολογίας αὐτῆς. Οἱ παραδεχόμενοι ν’ ἀπαλλάσσωνται πάσης ὑποχρεώσεως οἱ ἐκτὸς τοῦ ἀνωτέρου ἀριθμοῦ τοῦ ὑποχρεωτικοῦ τῶν στρατευσίμων δι’ ἕκαστον Δῆμον νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι.) Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Καρυστινάκη, ἤτοι τὸ 1ον μέρος, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πλεῖστοι.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν προσθήκην, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Καρυστινάκης....
§146ΤΙΝΕΣ. Μέχρι τοῦ 1878 νὰ βάλετε.
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ γείνῃ «οἱ ἀνωτέρω ἐπιλαχόντες μέχρι τοῦ ἔτους 1878 συμπεριλαμβανομένου δὲν ὑπάγονται εἰς στράτευσιν καὶ ἐὰν ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε στρατευθέντων ἤθελον ἐξέλθει τινὲς δι’ οἱονδήποτε λόγον, ἢ ἤθελον ἀποβιώσει.» Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πλεῖστοι.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Θ’ ἀποτελέσῃ ἄρθρον 3 ἡ τροπολογία τοῦ κ. Καρυστινάκη.
§148ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς παρετήρησα ἕνα πίνακα τῶν καθυστερούντων, τὸν ὁποῖον διηύθυνε τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ εἶδον, ὅτι ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν ἀνέρχεται εἰς 5,200 καὶ πλέον. Βλέπετε, ὅτι εἶναι εἷς ἀριθμὸς πολὺ σπουδαῖος· νομίζω δὲ, ὅτι εἶναι καλὸν, ἐπειδὴ ἐπαναφέρονται τὰ στρατολογικὰ συμβούλια, νὰ θέσωμεν μίαν ἐγγύησιν καὶ περιορίσωμεν τὰς ἀγοραπωλησίας καὶ λοιπὰ συμβαίνοντα. Πρὸς τοῦτο ὑποβάλλω τροπολογίαν τὴν ἑξῆς· «Κληροῦχοι, οἵτινες ἤθελον ὑποστῆ ζημίαν τινά......» Θὰ προσέχουν τοῦ λοιποῦ νὰ μὴ ἐξαιροῦν τοὺς κληρούχους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἱκανοί· θὰ κατασταθοῦν προσεκτικώτεροι.
§149ΒΑΡΟΤΣΗΣ. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Στεφανοπούλου δὲν δύναται νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, διότι ἀντὶ καλοῦ ἐνδεχόμενον νὰ ἐπέλθῃ κακόν. Ὁ ἰατρὸς, ἐπίσης καὶ τὰ ἄλλα μέλη τοῦ Στρατολογικοῦ Συμβουλίου, ἐνδεχόμενον νὰ ἐξαιρέσωσιν ἕνα κληροῦχον διὰ σωματικὴν βλάβην· τώρα μετὰ ἕξ μῆνας, ὅτε θὰ ἀμφισβητηθῇ αὐτὴ ἡ ἀπόφασις τοῦ Στρατολογικοῦ Συμβουλίου, πῶς θὰ ἐξαχθῇ ἂν τότε αὐτὸς ἔπασχε;
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι ὡς τέταρτον ἄρθρον τὴν πρότασιν τοῦ κ. Στεφανοπούλου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι.) Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. (Εἶτα γίνεται δεκτὸν τὸ σύνολον τοῦ Νομοσχεδίου.)
§151ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Ὑποβάλλω Νομοσχέδιον περὶ τῆς ἐγγονῆς τοῦ ἀειμνήστου Βαρβάκη.
§152ΤΙΝΕΣ. Νὰ γείνῃ ἡ ψηφοφορία περὶ Ἀντζουλίνου κλπ.
§153ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, ὅτι ἡ ψηφοφορία πρέπει ν’ ἀναβληθῇ, διότι πολλοὶ ἐξ ὑμῶν θέλετε ν’ ἀκούσητε καὶ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν εἴμεθα ἐντελῶς σύμφωνοι μὲ τὸ Νομοσχέδιον, ὅπως παρουσιάσθη, ἑπομένως πρέπει ν’ ἀναβληθῇ.
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομοσχέδιον περὶ τοῦ λιμένος Πατρῶν.
§155ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Θέλω νὰ ὁμιλήσω, ἀλλὰ δὲν εἶμαι εἰς κατάστασιν, δὲν πρόκειται δ’ ἐνταῦθα περὶ παρωνυχίδος. Παρακαλῶ λοιπὸν ν’ ἀναβληθῇ.
§156ΤΙΝΕΣ. Αὔριον, αὔριον. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 6½ μ. μ.