1880.01.26
1.444 στίχοι · 11.623 λέξεις · 194 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 59
τῆς 26 Ἰανουαρίου 1880.
(Σάββατον.)
Ὥρα 2 μ. μ.
Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐνεκρίθησαν.
§1ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν Νομοσχέδιον καὶ δύω ἐκθέσεις τῆς ἱερᾶς Συνόδου, τὰς ὁποίας ὑπέβαλεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῶν Μοναστηρίων, περὶ τοῦ ὁποίου ἔκαμε λόγον ὁ κ. Τρικούπης.
§2Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Νὰ τυπωθῶσι, κύριε πρόεδρε, διὰ νὰ μορφώσωμεν μίαν γνώμην ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγκρίνει ἡ Βουλὴ νὰ τυπωθῶσι;
§4ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§5ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν.) Κύριοι Βουλευταὶ, τὸ ἄρθρον 84 τοῦ νόμου περὶ ναυτικῆς στρατολογίας καθ’ ὅσον ἀφορᾶ τοὺς ἐν τῷ Μητρώῳ ἐργάτας θαλάσσης, οἱ ὁποῖοι εἶναι δεκτοὶ ὑπὸ ὅρον ἓξ μηνῶν κατατάξεως ἐν τῷ στρατῷ τῆς θαλάσσης, ἀφίνει ἓν κενὸν, διότι δὲν προσδιορίζονται τὰ προσόντα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δυνάμει τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ δύνανται νὰ κατατάσσωνται ὡς ἐθελονταὶ ἐπὶ ἓξ μῆνας, ἐπὶ πληρωμῇ τῶν 500 δραχμῶν. Ἑπομένως παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ ν’ ἀντικαταστήσῃ καὶ τροποποιήσῃ τὸ ἄρθρ. 84 τοῦ ΨΙΣΓʹ. νόμου ὡς ἑξῆς: «Τὸ ἄρθρον 84...............» Ἐπειδὴ δὲ εἶναι ἀναγκαῖον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ τὸ παραπέμψῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον, ἅμα τυπωθῇ βεβαίως.
§6ΠΟΛΛΟΙ. Ἅμα τυπωθῇ, νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά· ἅμα τυπωθῇ λοιπὸν, θὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§8ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἐπειδὴ, κύριοι, κατὰ τὸν νέον περὶ ναυτολογίας καὶ στρατολογίας νόμον λαμβάνει ἐντὸς βραχέων χρονικῶν διαστημάτων ἡ ναυτικὴ ὑπηρεσία ὁλονὲν νέα πρόσωπα στερούμενα προδήλως τῶν οὐσιωδῶν προσόντων τῆς πείρας, ἥτις ἀπεθησαυρίζετο κατὰ τὸν παλαιὸν νόμον, ἕπεται, ὅτι θέλουν παρουσιάζει οἱ εἰς τὸ ἑξῆς ἐν τῷ στόλῳ ὑπηρετοῦντες μίαν μείωσιν ἱκανότητος, ἐὰν ἐξακολουθῇ νὰ ἐφαρμόζηται ἡ διάταξις ἐκείνη, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐκ τῶν ὑπαξιωματικῶν οἱ μὲν κελευσταὶ, φθάσαντες εἰς τὸ 42 ἔτος τῆς ἡλικίας των, δὲν ἀνακατατάσσονται, οἱ δὲ ὑποκελευσταὶ μέχρι τοῦ 35, οἱ δίοποι μέχρι τοῦ 28, ἐφ’ ὅσον, λέγω, ἡ πεῖρα τοῦτο ἀπέδειξε, καὶ περὶ τούτου ἀνήκει εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην του· ἐγὼ φρονῶ ὅμως, ὅτι στερεῖται εἰδικότητος ὁ στόλος ἐὰν τοῦτο συμβῇ, καθόσον ὀφείλετε νὰ γνωρίζετε, ὅτι οἱ ὑπαξιωματικοὶ αὐτοὶ εἶναι οἱ πατέρες, εἴτε αἱ μητέρες καὶ τοῦ πληρώματος καὶ τοῦ πλοίου. Κατὰ τὸν νέον δὲ νόμον αὐτοὶ, ἄπειροι ὄντες, ἐὰν ἔρχωνται καὶ παρέρχωνται ὀλιγοχρονίως εἰς ὑπηρεσίαν, θέλει ἐπέλθει μία κατάστασις χαλαρὰ καὶ θ’ ἀπαντᾶται χωλότης ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι καλὸν εἶναι νὰ παραταθῇ ἡ προθεσμία τῆς ἀνακατατάξεως, διὰ μὲν τὸν κελευστὴν μέχρι τοῦ 52 ἔτους· διὰ δὲ τὸν ὑποκελευστὴν μέχρι τοῦ 45, καὶ διὰ τοὺς διόπους μέχρι τοῦ 38.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Φέρετε τὴν τροπολογίαν σας.
§10ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Τὸ λέγω εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν ἔλθῃ τὸ ζήτημα, τότε τὰ λέγετε.
§12ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑπέβαλε πρότασιν περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ· λοιπὸν ἐγὼ φέρω αὐτὴν τὴν τροπολογίαν.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὑποβάλλει κατάστασιν τῶν χωροφυλάκων.
§14ΒΑΛΤΙΝΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.) Αὐτὴ ἡ κατάστασις τῶν χωροφυλάκων ὑποβάλλεται συνεπείᾳ τῆς ἐπερωτήσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Τρικούπης.
§15ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποβάλλω πρότασιν περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας περὶ συνοικισμοῦ τῶν Κορινθίων.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ.
§17ΠΕΤΟΥΣΗΣ. Ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεώς μου, κ. Πρόεδρε, ὅσον ἀφορᾷ τὴν διαχείρισιν τῆς ἁλικῆς Δομβραίνης, ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς εὐηρεστήθη νὰ καταθέσῃ εἰς τὸ Προεδρεῖον τὰ ἔγγραφα τ’ ἀφορῶντα αὐτήν. Ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ λάβω τὸν λόγον σήμερον, ἢ νὰ ὁρισθῇ μία ἄλλη ἡμέρα, καθόσον δὲν εἶναι ἐδῶ καὶ ὁ κ. Δηλιγιάννης.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν ἐρχομένην Δευτέραν.
§19ΠΕΤΟΥΣΗΣ. Νὰ διατάξητε ὅμως, κύριε Πρόεδρε, τὸ γραφεῖον νὰ κρατήσῃ τὰ ἔγγραφα αὐτά.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου περὶ χορηγίας πιστώσεως πρὸς πληρωμὴν τῶν ἐξόδων τοῦ μηνὸς Φεβρουαρίου τοῦ 1880. Νομίζω, ὅτι, ἐὰν ἐγκρίνῃ ἡ Βουλὴ, ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ ἡ πρώτη ἀνάγνωσις· ἐν τῷ μεταξὺ δὲ θέλει τυπωθῆ ἡ ἔκθεσις καὶ θέλει διανεμηθῆ.
§21ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, νὰ γείνῃ ἡ πρώτη ἀνάγνωσις. Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὴν ἐντολὴν, κύριοι, τὴν ὁποίαν ἔλαβον χθὲς παρὰ τῆς Βουλῆς, παρεκάλεσα πέντε ἀξιοτίμους συναδέλφους, τοὺς κ. κ. Κορωναῖον, Μποῦτον, Σαράβαν, Φλωριᾶν καὶ Ζηνόπουλον, καὶ ἐξήτασα μετ’ αὐτῶν τὸ νομοσχέδιον περὶ κληρωτῶν. Μετὰ πολλὴν δὲ μελέτην κατελήξαμεν εἰς τὸ ἑξῆς συμπέρασμα· ὅπου δὲν ἐγένοντο ἕως τώρα αἱ κληρώσεις τῶν προηγουμένων ἐτῶν, νὰ ἐνεργηθῶσιν αὗται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν παλαιῶν νόμων, καὶ νὰ τηρηθῶσιν ἅπασαι αἱ διατάξεις τῶν νόμων ἐκείνων καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐξέτασιν, τὰς ἐξαιρέσεις, τὴν ἀντικατάστασιν, τὴν κατάταξιν κτλ. Μίαν μόνην ἐξαίρεσιν παρεδέχθημεν ὡς πρὸς τὸν χρόνον τῆς θητείας, ὁ ὁποῖος ἐνομίσαμεν, ὅτι πρέπει νὰ τροποποιηθῇ συμφώνως πρὸς τὸν νεώτερον περὶ στρατολογίας νόμον, καθόσον κατὰ τοῦτον ἡ ὑποχρέωσις αὕτη εἶναι ἐλαφροτέρα ἀπὸ τὰς ὑποχρεώσεις τῶν παλαιῶν νόμων. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἐπιλαχόντας, ἐμείναμεν σύμφωνοι νὰ μὴ γείνῃ διόλου λόγος εἰς τὸ νομοσχέδιον, διότι ἐπεκράτησεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἡ ἰδέα, ὅτι ἐπιλαχόντες πρέπει νὰ θεωρῶνται ὅλοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὴν κλήρωσιν λαμβάνουσιν ἀριθμὸν ἀνώτερον τοῦ ἀριθμ. τῶν στρατευσίμων, τοὺς ὁποίους ἕκαστος δῆμος εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ δίδῃ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἐὰν παραδεχθῶμεν ν’ ἀπαλλάσσωνται οἱ ἐπιλαχόντες, ἐπειδὴ, καθὼς γνωρίζετε, συμβαίνει εἴς τινας δήμους νὰ ἐξαιρῶνται διὰ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον λόγον πολλοὶ, θέλει ἐπέλθει τὸ ἄτοπον, ὥστε ἀπὸ πολλοὺς δήμους νὰ μὴ ἔλθῃ κανείς· διὰ τοῦτο ἐνομίσαμεν, ὅτι εἶναι ἀρκετὴ ἡ ἀπαλλαγὴ, ἡ ὁποία εἶναι ἀναγεγραμμένη εἰς τὸν γενικὸν νόμον περὶ στρατολογίας, καὶ ἡ ὁποία ἀπαλλάσσει τοὺς ἐπιλαχόντας μέχρι τοῦ 1876. Περὶ δὲ τῶν λοιπῶν ἐπιλαχόντων ἐστοχάσθημεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γείνῃ οὐδεὶς λόγος, διὰ νὰ ὑποχρεωθῶσιν ὅλοι νὰ ὑπηρετήσωσι κατὰ τὰς διατάξεις τῶν κειμένων νόμων. Τοιουτοτρόπως τὸ νομοσχέδιον περιωρίσθη εἰς δύω μόνον ἄρθρα, τὰ ὁποῖα, παρακαλῶ, ν’ ἀκούσητε. (Ἀναγινώσκονται.)
§23ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Κατ’ αὐτὴν τὴν παραπομπὴν, κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι ἠμποροῦν νὰ ὑπηρετήσουν καὶ ἕξ μῆνας.
§24ΤΙΝΕΣ. Ὄχι· τρία ἔτη.
§25ΚΑΡΥΣΤΙΝΑΚΗΣ. Ἐπιλαχόντες λέγονται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὑποχρεοῦνται νὰ ὑπηρετήσωσιν ἐπὶ ἀμοιβῇ τῶν 500 δραχμῶν, εἴτε ἀπὸ τὰ κέρδη τῶν Τραπεζῶν (θόρυβος). Εἶναι δίκαιον οἱ ἐπιλαχόντες νὰ ἦναι ὑπόχρεοι;
§26ΒΑΛΤΙΝΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ, οἱ ἀντικαταστάται θὰ λαμβάνωνται ἐκ τοῦ στρατοῦ;
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅπως λέγουν οἱ κείμενοι νόμοι.
§28ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ λέγω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον προβαίνομεν ἀπὸ ἐξαιρέσεως εἰς ἐξαίρεσιν· μερικοὶ ἦσαν ὑποχρεωμένοι νὰ ὑπάγουν κληροῦχοι, δὲν ἐπῆγαν, τώρα λοιπὸν ἀπαλλάσσονται· ἦσαν μερικοὶ νὰ ὑπάγουν ἔφεδροι, δὲν ἐπῆγαν, καταργεῖται ἡ ἐφεδρεία, ἀπηλλάχθησαν· ἦσαν μερικοὶ νὰ ὑπάγουν ἐθνοφύλακες, δὲν ἐπῆγαν, κατηργήθη ὁ νόμος περὶ ἐθνοφυλακῆς, ἀπηλλάχθησαν. Τώρα λοιπὸν διὰ τοὺς ἐπιλαχόντας διατί νὰ κάμωμεν αὐτὴν τὴν ἐξαίρεσιν καὶ νὰ ὑποχρεώσωμεν ὅλους τοὺς ἐπιλαχόντας τῶν ἐτῶν 1877, 1878 καὶ 1879; Πρέπει νὰ θέσωμεν ἕνα ὅρον, διότι ὅλοι γνωρίζετε ποῖα ἀδικήματα συμβαίνουν εἰς τὰ Στρατολογικὰ Συμβούλια καὶ εἰς τὰς Στρατολογικὰς ἀρχάς. Εἶναι καλὸν, νομίζω, νὰ προσδιορίσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐπιλαχόντων· εἷς δῆμος εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ δώσῃ 10 κληρούχους, ἄλλοι 10 εἶναι οἱ ἐπιλαχόντες· ν’ ἀρκεσθῶμεν λοιπὸν εἰς τὸν ἀριθμὸν αὐτὸν, καὶ νὰ ὑποχρεώσωμεν τὰ Στρατολογικὰ Συμβούλια νὰ μὴ ἐπεμβαίνουν.
§29Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Αὐτὰ δὲν πρέπει νὰ λέγωνται.
§30ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν πρέπει νὰ φθάσωμεν μέχρι τῶν 100;
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κοριζῆς ὑποβάλλει πρότασιν νόμου περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 80 τοῦ περὶ Στρατολογίας ΨΙΣΤʹ. Νόμου.
§32ΖΑΪΜΗΣ. Τὸ περὶ ἐνόρκων, κύριε Πρόεδρε.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἔλθῃ κατὰ τὴν σειρὰν τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§34ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἡ πρότασις, κύριε Πρόεδρε, τοῦ κ. Δρόσου, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ συνοικισμοὶ ἐκλέγουν Βουλευτὴν, ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ προηγηθῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, παρελείφθη ἀπὸ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§35ΔΡΟΣΟΣ. Δὲν ἔλαβε σειρὰν ἀκόμη.
§36ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Παρεξετράπη ἡ συζήτησις εἰς ἄλλα ἀντικείμενα, ἐνῷ κατὰ προτίμησιν ἔπρεπε νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν αὐτὴ ἡ πρότασις περὶ τοῦ ἐκλογικοῦ δικαιώματος τοῦ συνοικισμοῦ Ἀδάμαντος.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ ἡ πρότασις τοῦ κ. Δρόσου δὲν ἐτυπώθη, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ τυπωθῇ, καὶ τότε νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§38ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ. Αὐτὴ ἡ πρότασις δὲν δύναται πλέον νὰ συζητηθῇ, ἀφοῦ χθὲς ἡ Βουλὴ ἀπέῤῥιψε τὴν ἀρχήν.
§39ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Κύριοι, τὸ ἀντικείμενον, περὶ τοῦ ὁποίου εἰσήχθη ἡ πρότασις αὕτη, δὲν εἶναι ἀντικείμενον ἕωλον· αὐτὸ ὑπῆρξε πρὸ καὶ ἀπὸ τῆς καταρτίσεως τοῦ Σώματος ὑπὸ σκέψιν, καὶ δεύτερον κατὰ τὰς ἐξελέγξεις τῶν ἐκλογῶν ἔλαβε καὶ αὐτὸ τὴν προδικασίαν του· ἑπομένως μένει εἰσέτι ἐκκρεμὴς ἡ ἐπ’ αὐτοῦ ἀπόφασις, ἀφοῦ ἡ ἐπιτροπὴ ἡ ἐξελεγκτικὴ τῆς ἐκλογῆς τῆς Ἐπαρχίας Μήλου ἀνέθεσεν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἐπ’ αὐτοῦ ἀπόφασιν. Λοιπὸν ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία ἦτον ἐκκρεμὴς εἰς τὸ Τμῆμα, ἐπανῆλθεν ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου διὰ προτάσεως, ἡ ὁποία εἶχεν αὐτὴν τὴν βάσιν. Ἐπειδὴ ὑπάρχει νόμος, κατὰ τὸν ὁποῖον οἱ συνοικισμοὶ ἐκλέγουν Βουλευτὴν, ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ ἐὰν ὑπάρχῃ τὸ προσὸν τοῦ πληθυσμοῦ κτλ. Ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ ἤθελε φρονήσει, ὅτι δὲν ὑπάρχει τὸ προσὸν τοῦ πληθυσμοῦ, ὀφείλει νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἀπογραφὴν πρὸς ἐξακρίβωσιν τοῦ πληθυσμοῦ. Ἀπὸ τῆς πορείας ἐκείνης, ἀπὸ τῆς συζητήσεως ἐκείνης τοῦ Νόμου παρεξέκλινεν ἡ Βουλὴ χθὲς, διὰ προτάσεως Νόμου τροποποιοῦντος τόν ὑπάρχοντα Νόμον, καὶ ἀπεῤῥίφθη ἡ πρότασις περὶ τροποποιήσεως τοῦ ὑφισταμένου Νόμου. Ἄρα ἐπανερχόμεθα εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ὑφισταμένου Νόμου, εἰς τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν εἰσήγαγεν ὁ κ. Δρόσος, καὶ τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζω ἐγώ. Ἡ Βουλὴ πρέπει ν’ ἀποφανθῇ ἐὰν ὁ συνοικισμὸς τοῦ Ἀδάμαντος ἔχῃ τὸ δικαίωμα ἢ ὄχι νὰ προτείνῃ Βουλευτήν.
§40ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Νὰ τυπωθῇ πρῶτον ἡ πρότασις, καὶ τότε θὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§41ΔΡΟΣΟΣ. Ἡ πρότασίς μου, κύριε Πρόεδρε, εἶναι αὐτοτελὴς καὶ ἀνεξάρτητος τοῦ χθὲς συζητηθέντος καὶ ἀποφασισθέντος ζητήματος. Λοιπὸν ἐννοῶ, ὅτι θὰ λάβῃ τὴν σειράν της, ὅτι θὰ τυπωθῇ, θὰ διανεμηθῇ, θὰ μελετηθῇ, καὶ τότε θὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§42ΠΟΛΛΟΙ. Λοιπὸν, κύριε Πρόεδρε, ἀφοῦ τυπωθῇ, θὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§43ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διάφοροι Βουλευταὶ ὑποβάλλουσι τροπολογίαν τοῦ Νόμου τοῦ φορολογικοῦ, κατὰ τὸ περὶ ῥητίνης κεφάλαιον, μετ’ ἐκθέσεως αἰτιολογικῆς. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ὑποβάλῃ τὸν ἤδη ἐν τῷ Ὑπουργείῳ συντεταγμένον πίνακα, ὅστις καταδεικνύει ποῖαι ἦσαν αἱ ἀγοραῖαι τιμαὶ τῆς ῥητίνης κατ’ ἐπαρχίας ἐπὶ τὰ δέκα τελευταῖα ἔτη, κατὰ τὰ πρωτόκολλα τὰ ἐπίσημα.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τυπωθῇ.
§45ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.) Κατά τινα τῶν παρελθουσῶν συνεδριάσεων, κύριοι, ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Μεσολογγίου ἀπῄτησε νὰ ὑποβληθῇ ἀναλυτικὴ κατάστασις τῶν διαφόρων κεφαλαίων, κατ’ ἄρθρον καὶ ἐδάφιον τοῦ ἀπολογισμοῦ τῶν τριῶν τελευταίων ἐτῶν, συγκριτικῶς πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν, τὸν ὑποβληθέντα εἰς τὴν Βουλὴν, διὰ τὸ ἔτος 1880. Τὴν κατάστασιν ταύτην ὑποβάλλω σήμερον εἰς τὴν Βουλὴν, ἥτις ἐκπληροῖ τὴν ἀπαίτησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Μεσολογγίου, συμπεριλαμβάνουσα καὶ τὸ πρὸ τῆς τριετίας τελευταῖον ἔτος, ἤτοι τὸ 1876. Ἐν τῇ καταστάσει ταύτῃ ἀναφέρονται τὰ προϋπολογισθέντα, βεβαιωθέντα καὶ εἰσπραχθέντα ὅλων ἐν γένει τῶν κεφαλαίων τοῦ προϋπολογισμοῦ, κατ’ ἄρθρον καὶ ἐδάφιον.
§46ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀπολογισμοῦ.
§47ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκτὸς τῆς προσωρινῆς καταστάσεως, τὴν ὁποίαν ἐζητήσατε, κύριε Τρικούπη, διὰ τὸ 1879, ἐζητήσατε καὶ ἀναλυτικὴν κατάστασιν τῶν τριῶν τελευταίων ἐτῶν κλπ.
§48ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοῦ 1879. Εἶναι λοιπὸν ἀπολογισμός.
§49ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴπατε, ὅτι εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τὸν ὑποβληθέντα δὲν σημειοῦνται κατ’ ἐδάφιον καὶ ἄρθρον τὰ ἔσοδα τῶν παρελθόντων ἐτῶν.
§50ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μάλιστα, ἀλλὰ ἐξ ἀπολογισμοῦ.
§51ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως ἡ κατάστασις περιέχει τὰ προϋπολογισθέντα, βεβαιωθέντα καὶ εἰσπραχθέντα.
§52ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὥστε τοῦ ἀπολογισμοῦ.
§53ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1880. Ἐν τῇ καταστάσει αὐτῇ δὲν ἀναλύεται μόνον κατ’ ἐδάφιον τὸ 8ον ἄρθρον τοῦ 4ου κεφαλαίου.
§54ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Περὶ τίνος ἀφορᾷ αὐτὸ τὸ 8ον ἄρθρον;
§55ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφορᾷ τὰ περιβόλια καὶ ἄλλα κτήματα, διότι τὰ παραστατικὰ ἔγγραφα, ἐκ τῶν ὁποίων θὰ ἐξακριβωθῇ ἡ κατ’ ἐδάφιον πρόσοδος, συγκεντρόνονται μόλις περὶ τὸ τέλος τῆς χρήσεως. Πληροφορῶ μόνον τὴν Βουλήν, ὅτι τὸ διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου προϋπολογισθὲν ποσὸν διὰ τὸ 1879 συνίσταται εἰς δραχ. 108,000 περίπου, ἐβεβαιώθησαν δὲ μέχρι τέλους τοῦ ἔτους 111,000 δραχμῶν περίπου. Ἐπίσης δὲν ἐμπεριλαμβάνεται κατ’ ἐδάφιον καὶ ἡ πρόσοδος τοῦ 9ου ἄρθρου τοῦ 6ου κεφαλαίου, τὸ ὁποῖον περιλαμβάνει τὰ τυχηρὰ εἰσοδήματα, καὶ τὸ ποσὸν τοῦ ὁποίου προϋπελογίσθη εἰς δραχμὰς 457,000 περίπου, ἐβεβαιώθησαν δὲ μέχρι τέλους Δεκεμβρίου 564,000 περίπου δραχμῶν. Ἡ κατάστασις αὕτη πρέπει νὰ τυπωθῇ, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ διατάξῃ τὴν τύπωσιν αὐτῆς, ὑπὸ τὴν ἐπιμέλειαν τοῦ γενικοῦ Λογιστηρίου, διὰ νὰ μὴ συμβῶσι λάθη. Ἐπιφυλάττομαι δὲ νὰ ὑποβάλω τὴν προσωρινὴν κατάστασιν τοῦ 1879 εἰς τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν. Ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Σύρου κ. Δούμας ἐζήτησε νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν κατάστασις τῶν προϋπολογισθέντων ἐσόδων διὰ τὸ ἔτος 1880 τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, ὡς καὶ τῶν κεφαλαίων, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσι διαθέσιμα μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου τοῦ 1879. Ὑποβάλλω τὴν κατάστασιν ταύτην, ἐκ τῆς ὁποίας θέλει πληροφορηθῇ ἡ Βουλή, ὅτι τὰ μὲν προϋπολογισθέντα ἔσοδα διὰ τὸ ἔτος 1880 ἀναβαίνουσιν εἰς 3,386,390, τὰ δὲ κεφάλαια τῆς ὁδοποιΐας κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου συνίσταντο εἰς 2,624,630 καὶ 62|00. Ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Λεβαδείας εἰς μίαν τῶν παρελθουσῶν συνεδριάσεων ἐζήτησε πληροφορίας περὶ τῆς καταστάσεως, ἐν ᾗ εὑρίσκεται ἡ ἐργασία τῆς ἀποξηράνσεως καὶ τῆς ἀρδεύσεως τοῦ Βοιωτικοῦ πεδίου, ὡς καὶ περὶ τῆς διαχαραχθείσης ζώνης τῆς Κωπαΐδος λίμνης. Αἱ πληροφορίαι αὗται ἐκτίθενται ἐν εἰδικῇ ἐκθέσει τοῦ ἁρμοδίου ὑπαλλήλου, ἤγουν τοῦ προϊσταμένου τοῦ γεωμετρικοῦ τμήματος κ. Στεργίου, τὴν ὁποίαν καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον, καὶ ἐξ ἧς θέλει μάθει καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς Λεβαδείας καὶ ἡ Βουλή, πρῶτον, ὅτι μέχρι τοῦδε ἐξετελέσθη ἡ διάταξις τοῦ ἑβδόμου ἄρθρου τοῦ σχετικοῦ νόμου, δηλαδὴ συνετάχθη ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἀπαιτουμένων δαπανῶν διὰ τὴν ἀποξήρανσιν καὶ ἄρδευσιν· τὸ ποσὸν δὲ, τὸ ὁποῖον προϋπολογίζει ὁ Νομομηχανικὸς κ. Σούλης, τῆς δαπάνης ταύτης, συνίσταται ἐξ 1,700,000 δραχμῶν· δεύτερον, ὅτι παρεκλήθη ὁ Νομομηχανικὸς οὗτος νὰ ἐπιστατήσῃ εἰς τὴν ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν θὰ ἐνεργήσουν ἓξ γεωμέτραι, ἐπὶ τούτῳ στελλόμενοι ἐπιτοπίως· διὰ τὴν χωροστάθμησιν καὶ καταμέτρησιν τοῦ Βοιωτικοῦ πεδίου, ἐντὸς τοῦ ὁποίου θέλουσι γείνει αἱ ἐργασίαι αὗται τῆς ἀποξηράνσεως καὶ ἀρδεύσεως, συντάσσοντες τ’ ἀπαιτούμενα διαγράμματα· καὶ τρίτον, ὅτι πρὸς ἀκριβεστέραν καὶ ἐπιστημονικωτέραν διεύθυνσιν τοῦ σπουδαίου τούτου ἔργου παρεκλήθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ ζητήσῃ ἐκ Γαλλίας εἰδικὸν ὑδραυλικὸν μὲ ἀνάλογον ἀποζημίωσιν, ἐπὶ τῷ σκοπῷ τούτῳ. Καταθέτω πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τὴν ἔκθεσιν ταύτην τοῦ κ. Στεργίου, διὰ νὰ λάβῃ γνῶσιν καὶ ὁ κ. Μπουφίδης καὶ πᾶς ἄλλοι τῶν κυρίων βουλευτῶν, ἂν ἐπιθυμῇ. Ἐν αὐτῇ ἀναφέρονται καὶ τὰ περὶ τῆς διαχαραχθείσης ζώνης τῆς Κωπαΐδος λίμνης. Κατά τινα διάταξιν τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ νόμου περὶ ἐπιτηδευμάτων τοῦ 1867 «τὰ ἐπιτηδεύματα ὅσα δὲν ἀναφέρονται εἰς τὰ τιμολόγια, καὶ δὲν περιλαμβάνονται εἰς τὰς διὰ τοῦ προηγουμένου ἄρθρου καθιερωθείσας ἐξαιρέσεις, ὑποβάλλονται ὡσαύτως εἰς φόρον, κατατασσόμενα εἰς μίαν τῶν τριῶν κατηγοριῶν, ὑπὸ φόρον ὁριζόμενον διὰ σχετικὸν εἶδος ἐπιτηδεύματος, δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἐκδιδομένης ἐπὶ γνωμοδοτήσει τῆς Διοικητικῆς ἀρχῆς καὶ τοῦ Οἰκονομικοῦ ἐφόρου. Κατὰ τριετίαν πίναξ τῶν οὕτω προστεθέντων ἐπιτηδευμάτων ὑποβάλλεται εἰς τὴν Νομοθετικὴν ἐπιψήφισιν.» Μέχρι τοῦδε ἀγνοῶ διὰ ποῖον λόγον δὲν ἐξετελέσθη ἡ διάταξις αὕτη τοῦ εἰρημένου ἄρθρου 8 τοῦ νόμου περὶ ἐπιτηδευμάτων τοῦ 1867. Τὴν ἔλλειψιν ταύτην ἀναπληροῖ τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλω μετὰ συντόμου αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως (τὸ καταθέτει ἐπὶ τοῦ προεδρείου). Κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ κατὰ τὸ 1877 ψηφισθέντος νόμου περὶ ἐπιτηδευμάτων ἀνεφύησαν δυσκολίαι ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ δημοσίου καὶ ἐπὶ βλάβῃ τῶν συμφερόντων τῶν ἐπιτηδευματιῶν. Ἐκ τῆς πείρας καὶ τῆς ὑπηρεσίας ὁδηγούμενος, συνέταξα νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου αἴρονται αἱ δυσκολίαι αὗται κατὰ τὸ δυνατὸν, εὐκολύνεται ἡ ὑπηρεσία, καὶ ἀσφαλίζονται τὰ συμφέροντα τοῦ τε δημοσίου καὶ τῶν ἐπιτηδευματιῶν. Τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο συνοδεύεται μετ’ ἐκθέσεως αἰτιολογικῆς. Συνιστῶ τὴν ταχεῖαν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ. (Τὸ καταθέτει εἰς τὸ προεδρεῖον.)
§56ΦΙΛΗΜΩΝ. Πρὸ ἡμερῶν δεκαπέντε ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκθεσιν περὶ τῆς Βιβλιοθήκης αὐτῆς. Ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ λογιστικοῦ, ἥτις ἔπρεπε νὰ τὴν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, δὲν ἠξεύρω ἐὰν εἰργάσθη ἐπ’ αὐτῆς. Ἐπειδὴ ὅμως, καθὼς ὅλοι γνωρίζετε, αἱ ἀνάγκαι τῆς Βιβλιοθήκης εἶναι κατεπείγουσαι, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ἐὰν μέχρι τῆς Δευτέρας δὲν φέρῃ τὴν ἔκθεσιν ἡ Ἐπιτροπή, νὰ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι, ὅταν ἐψηφίσθη ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς, παρελείφθησαν τὰ ἔξοδα τῆς Βιβλιοθήκης, διότι ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ ἡ ἔκθεσις τοῦ Ἐφόρου. Τὴν Ἐπιτροπὴν προσεκάλεσα ἐπανειλημμένως, ὅταν εἰσήχθη ἡ πρότασις, ἀλλὰ δὲν εἰργάσθη ἕως τώρα· θὰ τὴν παρακαλέσω καὶ σήμερον, καὶ ἂν ἕως τὴν Δευτέραν δὲν φέρῃ τὴν ἔκθεσιν, τότε θέλω φέρει τὸ ἀντικείμενον εἰς τὴν Βουλήν. Ἔχομεν ἤδη τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ Νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τῆς συμβάσεως περὶ τοῦ λιμένος Πατρῶν.
§58ΡΟΥΦΟΣ. Ἐπιθύμουν νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ καὶ νὰ δώσω ἐξηγήσεις τινάς, συνδεομένας μετὰ τῶν ἐνεργειῶν τοῦ ἐπιτετραμμένου τὴν σχεδίασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ἐπιτήρησιν περὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων. Τοῦτο θέλω κάμει κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου τούτου, ἵνα διαχυθῇ φῶς ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἡ ὁποία παρουσιάσθη εἰς τὰ ὄμματα τοῦ κοινοῦ ὑπὸ διαφόρους ἐπόψεις. Διὰ τοῦτο, κύριε Πρόεδρε, ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὁμιλήσω κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν, ἢ ἐὰν ἡ Βουλὴ θέλῃ νὰ συνδέσῃ τὰ ἀντικείμενα ταῦτα μὲ τὴν ἐπερώτησιν περὶ τῆς ἀπὸ Πατρῶν εἰς Καλάβρυτα ὁδοῦ, τότε εἴτε κατὰ τὴν μίαν, εἴτε κατὰ τὴν ἄλλην συζήτησιν, θέλω λάβει τὸν λόγον.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν δύο Νομοσχέδια, τὸ Νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ τὸ συνταχθὲν ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπήν. Ἀναγινώσκεται τὸ Νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως (ἀναγινώσκεται). Κατὰ τὴν γνώμην τῆς Ἐπιτροπῆς δὲν πρέπει νὰ κυρωθῇ διὰ νόμου ὁλόκληρος ἡ σύμβασις, ἀλλὰ μόνον τὸ ἄρθρον 40, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει ὑποχρέωσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν· ἑπομένως τροποποιεῖ τὸ Νομοσχέδιον κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον (ἀναγινώσκεται).
§60ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπιφυλάσσομαι κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν νὰ ἀναπτύξω τὸ ζήτημα. Γίνεται δεκτὸν τὸ Νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς πρώτην συζήτησιν.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις τῆς προτάσεως περὶ διορισμοῦ ἐπιτροπῆς πρὸς ἀναθεώρησιν τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς· ὑπεβλήθη ἀπὸ τοὺς κ. κ. Φιλήμονα καὶ Ῥοντήρην.
§62ΦΙΛΗΜΩΝ. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη ἀναπτύξεως.
§63ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει).
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§65ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παραδέχεται. Συζήτησις τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς περὶ τῆς ὀφειλομένης ἀποζημιώσεως εἰς τρεῖς Βουλευτάς.
§67ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει).
§68ΤΙΝΕΣ. Εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν ὑπάρχουν καὶ ἄλλοι. (Θόρυβος.)
§69ΦΙΛΗΜΩΝ. Δὲν ἀμφισβητῶ, κύριοι Βουλευταὶ, τὸ συμπέρασμα τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους φέρει πρὸς ὑποστήριξιν αὐτῆς, διὰ τὴν ἀποζημίωσιν τῶν τριῶν Βουλευτῶν. Ἀλλὰ ὀφείλω καὶ πάλιν νὰ ὑπομνήσω, ὅτι ὑπάρχουν καὶ ἄλλοι δικαιούμενοι εἰς ἀποζημίωσιν ὁμοίαν, καὶ τοιοῦτοι εἰσὶν οἱ Βουλευταὶ Λευκάδος. Ὅλοι γνωρίζετε τὸ ἱστορικὸν τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς. Ἠξεύρετε, ὅτι ἡ ἐκλογὴ Λευκάδος κατὰ τὸ 1875 ἠκυρώθη, ἐπανελήφθη δὲ μετά τινας ἡμέρας. Οἱ ἐκλεχθέντες κατὰ τὴν πρώτην ἐκλογὴν ἐξελέχθησαν καὶ κατὰ τὴν δευτέραν. Ἦλθον εἰς τὰς Ἀθήνας, τὸ Τμῆμα ἐξήλεγξε τὴν ἐκλογήν των, ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν του ἐπικυρωτικὴν, ἀπέμεινε δὲ νὰ ὁρκισθῶσιν οἱ Βουλευταὶ ἁπλῶς, ἀλλὰ ἡ συνεδρίασις δὲν συνετελέσθη, καὶ ἡ Σύνοδος τῆς Βουλῆς ἔληξεν. Εἰς τὴν ἑπομένην Σύνοδον ὡρκίσθησαν. Οὐδεὶς, νομίζω, δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι αὐτοὶ ὑπῆρξαν Βουλευταὶ νόμιμοι. Αὐτοὶ ἦσαν Βουλευταὶ, καὶ ἐξεπλήρωσαν τὸ πρῶτον καθῆκον νὰ ἔλθουν εἰς Ἀθήνας, ὑπεβλήθησαν εἰς ἔξοδα καὶ δαπάνας, ἀλλ’ ἐκ λόγων ἀνεξαρτήτων τῆς θελήσεώς των δὲν ἠδυνήθησαν νὰ ὁρκισθῶσι καὶ μετάσχωσι τῶν τακτικῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Τοῦτο ὅμως δὲν δύναται νὰ τοὺς ἐπιβαρύνῃ. Ὑπάρχει δὲ καὶ γνωμοδότησις περὶ τοῦ ζητήματος τούτου διακεκριμένων νομομαθῶν, σύμφωνος πρὸς τὴν ἰδέαν, ἣν ὑποστηρίζω. Στηρίζονται δὲ οὗτοι οὐ μόνον εἰς τὴν λογικὴν καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου, διότι ἡ ἀποζημίωσις δὲν εἶναι μισθὸς, ἀλλὰ ἀποζημίωσις διὰ τὰς δαπάνας, ἃς ὑφίστανται οἱ Βουλευταὶ ἐρχόμενοι εἰς τὰς Ἀθήνας, ἐφ’ ὅσον εἶναι βέβαιον, ὅτι ὁ Βουλευτὴς ὑπέστη δαπάνας. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἡ γνωμοδότησις ἀναφέρει καὶ τὰ συμβαίνοντα ἐν ἄλλοις Κράτεσιν. Καὶ ἐκεῖ παραδέχονται, ὅτι ἡ ἰδιότης τοῦ Βουλευτοῦ ἄρχεται ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐκλεχθῆ, ἡ δὲ ἐκπλήρωσις τοῦ καθήκοντός του ἄρχεται ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης, καθ’ ἣν ἐγκαταλείπει τὴν οἰκίαν του καὶ πορεύεται εἰς τὴν πόλιν, ἐν ᾗ συνεδριάζει ἡ Βουλή. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι οἱ Βουλευταὶ Λευκάδος ἔχουν δικαίωμα εἰς τὴν ἀποζημίωσιν. Νομομαθεῖς ὑπογράψαντες τὴν ἔκθεσιν, περὶ ἧς ὡμίλησα, εἶναι οἱ κ. κ. Κόκκινος, Ψαῤῥᾶς καὶ Παπαῤῥηγόπουλος.
§70ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Ὑποθέτετε, ὅτι δὲν ὑπάγεται εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν καὶ ὁ Βουλευτὴς Σκοπέλου, ὅστις ἦλθεν;
§71ΦΙΛΗΜΩΝ. Δὲν ἀμφισβητῶ καὶ τοῦτο. Ἐφ’ ὅσον, κύριοι, βεβαιοῦται, ὅτι ἡ ἐκπλήρωσις τοῦ Βουλευτικοῦ καθήκοντος δὲν προέρχεται ἐκ σφάλματος τοῦ Βουλευτοῦ, ἀλλ’ ἐξ ἀνεξαρτήτων τῆς θελήσεώς του αἰτίων, τότε δικαιοῦται εἰς τὴν ἀποζημίωσιν. Προτείνω καὶ οἱ Βουλευταὶ Λευκάδος νὰ λάβωσι τὴν ἀποζημίωσίν των.
§72ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Καὶ ἐγὼ ὑπάγομαι εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν, ἀλλὰ δὲν δέχομαι.
§73ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κατ’ οὐσίαν εἶμαι σύμφωνος μετὰ τοῦ κ. Φιλήμονος· τῷ ὄντι, ἀφοῦ ἐξελέγησαν, ἦλθον εἰς Ἀθήνας, καὶ δὲν ἐπρόφθασαν νὰ εἰσέλθουν, διότι ἡ Βουλὴ διελύθη, εἶναι δίκαιον νὰ λάβωσι τὰ ἔξοδα τῆς ὁδοιπορίας των. Ἀλλὰ αὐτοὶ μόνον εἶναι; εἶναι καὶ ἄλλοι. Γνωρίζω, ὅτι εἶναι ὁ κ. Κανελλόπουλος, καὶ δὲν ἠξεύρω ποῖος ἄλλος εἶναι ἀπὸ τὴν Ὀλυμπίαν, ὁ κ. Μποῦτος, καὶ οἱ Βουλευταὶ τῆς Ἐπαρχίας Ἠλείας τοῦ 1872.
§74ΤΙΝΕΣ. Αὐτὰ παρεγράφησαν.
§75ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔστω, αὐτὰ παρεγράφησαν. Ἀλλὰ τέλος πάντων, κύριε Πρόεδρε, ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφασίσῃ μόνον περὶ τῶν προσώπων διὰ τὰ ὁποῖα ἐγνωμοδότησεν ἡ Ἐπιτροπὴ, τὰ δὲ ἄλλα νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ λογιστικοῦ.
§76ΚΑΡΔΑΡΑΣ. Κατὰ τὸ 1872 ἀπεδήμουν εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν καὶ ἐκίνησα νὰ ἔλθω, διότι εἶχεν ἀνοίξει ἡ Βουλή. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἔμεινα 15 ἡμέρας εἰς τὸ λοιμοκαθαρτήριον, δὲν ἐπρόφθασα, διότι διελύθη τὸ Κοινοβούλιον, καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν ἐπληρώθην.
§77ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Κύριοι, ὑπάρχει καὶ μία ἀναφορὰ τοῦ πρώην Βουλευτοῦ Νικολ. Ἀποστόλη περὶ τῆς ἀποζημιώσεώς του διὰ τὴν ἔκτακτον Σύνοδον τοῦ 1875. Ὁ κ. Ν. Ἀποστόλης προσῆλθεν εἰς τὴν ἔκτακτον Σύνοδον. Διὰ ν’ ἀποτελεσθῇ ἀπαρτία, διὰ νὰ προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὰ ἔργα της, μετέσχε καὶ τῆς πρώτης συνεδριάσεως, τῆς λεγομένης Βασιλείου συνεδριάσεως. Ἀλλ’ αὕτη εἶχε καί τινας ἄλλους ἐνισταμένους εἰς ὅ,τι ἡ Βουλὴ ἐκείνη ἀπεφάνθη, ὅτι ἡ ἀπαρτία ἀπαρτίζεται ἀπὸ 85, ὥστε καὶ αὐτὸς ἐξῆλθεν ἐκ τῆς Βουλῆς. Ἡ Βουλὴ τότε, ὡς ἀπέμεινεν, ἀπεφάσισε νὰ μὴ πληρωθῶμεν ἡμεῖς, διότι δὲν ἐξεπληρώσαμεν τὸ καθῆκόν μας, μὴ συμπράξαντες εἰς αὐτὴν τὴν ἀπαρτίαν, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἐθεωρήσαμεν παράνομον. Τώρα ἀφίνω τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἐγεννήθησαν· οὐχ’ ἧττον γεγονὸς εἶναι, ὅτι εἰς τὴν Σύνοδον ἐκείνην προσῆλθεν ὁ Ν. Ἀποστόλης, ὅτι οἱ ἄλλοι πάντες ἐπληρώθησαν ὅσοι ἔμειναν καὶ ὅσοι κατεκρίθησαν ὅτι παρέβησαν τὸ Σύνταγμα, εἴτε δικαίως εἴτε ἀδίκως· τὸ ζήτημα εἶναι, ὅτι ὁ Ν. Ἀποστόλης καί τινες ἄλλοι ἔμειναν ἀπλήρωτοι. Ὑπάρχει λοιπὸν μία ἀναφορὰ, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ὤφειλε νὰ φέρῃ πρότασιν ἐπ’ αὐτῆς. Εἰς αὐτὴν τὴν κατηγορίαν ὑπάρχω καὶ ἐγώ· ἐγὼ ἐκίνησα ἀγωγὴν (καὶ αὐτὸ θέλω νὰ τὸ ἀκούσῃ ἡ Βουλή) ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, καὶ ἐκέρδησα ἐνώπιον τοῦ Πρωτοδικείου· τὸ Πρωτοδικεῖον ἐθεώρησεν, ὅτι αἱ ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς ἐκείνης ἦσαν ἰσχυραί· ἀπεφάσισεν ἡ Βουλὴ ἐκείνη νὰ πληρωθῶσιν οἱ Βουλευταὶ οἱ προσελθόντες, πρέπει νὰ πληρωθῶσι· καὶ αὐτὴν τὴν θεωρίαν παρεδέξατο καὶ τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ δι’ αὐτὸ δὲν κατεδίωξε τοὺς Βουλευτὰς τοὺς προσελθόντας καὶ πληρωθέντας, δι’ ἀγωγῆς ἀχρεωστήτου· διότι ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, καίτοι παράνομος, δὲν ἠδύνατο παρὰ νὰ ἐκτελεσθῇ. Ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον ἔκαμεν ἔφεσιν, καὶ εἰς τὸ Ἐφετεῖον ἐνικήθην. Καὶ διατί ἐνικήθην εἰς τὸ Ἐφετεῖον ἐγώ; τὸ Ἐφετεῖον παρεδέξατο, ὅτι οἱ προσελθόντες εἰς τὸν καταρτισμὸν τῆς ἀπαρτίας, ἐκεῖνοι δι’ αὐτῆς τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς δικαιοῦνται νὰ λάβωσι, πλὴν τοῦ Ῥοντήρη. Λοιπὸν ὁ Ν. Ἀποστόλης δὲν ὑπάγεται εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν. Πλὴν τοῦ Ῥοντήρη, διατί; τὸ Ἐφετεῖον παρεδέξατο, ὅτι ἐπειδὴ εἰμὶ κάτοικος ἐδῶ, δὲν εἶχον δίκαιον. Ἀλλ’ αὐτὸ δὲν ἐφαρμόζεται καὶ διὰ τοὺς ἄλλους.
§78Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἦλθεν ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ λογιστικοῦ ἡ ἀφορῶσα εἰς τὴν ἀπαίτησιν τριῶν συναδέλφων προσελθόντων κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον καὶ μὴ ἀποζημιωθέντων. Τοῦτο εἶναι ὁμολογούμενον, διότι ὅλοι οἱ Βουλευταὶ, οἱ ὁποῖοι ἀπετέλουν καὶ τότε μέρος εἰς τὴν Βουλὴν, τὸ γνωρίζουν, ὡς καὶ ὁ τότε Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος, πρὸς τὸν ὁποῖον ἀπευθύνθησαν διὰ νὰ πληρωθῶσι, καὶ δὲν ἠδύνατο, δὲν ἠξεύρω διὰ ποῖον λόγον, νὰ τοὺς πληρώσῃ. Οὕτως ἔχει τὸ πρᾶγμα, κύριε Παπαμιχαλόπουλε;
§79ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κατόπιν σᾶς λέγω.
§80ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τώρα πῶς τὰ ζητήματα τὰ λελυμένα ὑποβάλλονται πάλιν; Τὰ ζητήματα ταῦτα κύριοι, ἐπανειλημμένως ἦλθον εἰς τὰς Βουλὰς τὰς μόνας καταλλήλους νὰ λύσωσιν αὐτά, διότι εἰς ἐκείνας τὰς Βουλὰς ἦσαν ἀπαιτήσεις, καὶ ἐκεῖναι τὰς ἀπέῤῥιψαν. Λοιπὸν τί ἐπαναλαμβάνονται, αὗται; εἶναι ἐντελῶς περιττὸν νὰ ἐπαναλαμβάνωνται, διότι αὗται ἀπεῤῥίφθησαν παρὰ τῶν ἁρμοδίων Βουλῶν, καὶ δὲν εἶναι δίκαιον πλέον νὰ ἐπαναλαμβάνωνται· ἠμπορεῖ νὰ ἦναι δεδικαιολογημέναι αἱ ἀξιώσεις των, ἀλλὰ δύνανται, ὅπως ἔκαμε καὶ ὁ κ. Ῥοντήρης, νὰ κινήσωσιν ἀγωγὴν κατὰ τοῦ Δημοσίου καὶ νὰ πληρωθοῦν. Καθ’ ὅσον δὲ ἀφορᾷ τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Καρδαρᾶς διὰ τὸ 1872, ἂς μοῦ ἐπιτρέψῃ νὰ τοῦ κάμω τὴν παρατήρησιν, πρῶτον δὲν εἶναι ἁρμοδία ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφανθῇ τί ἐγένετο κατὰ τὸ 1872, ἀλλὰ καὶ ἂν ἀποφανθῇ ἀκόμη, κατὰ τὸν νόμον περὶ τοῦ Δημοσίου λογιστικοῦ, ὅταν παρέλθῃ πενταετία, τὸ δικαίωμα παραγράφεται. Ἀκόμη δὲ λέγω καὶ εἰς τὸν κ. Ῥοντήρην, πῶς ἤθελε πληρώσει τὸ δημόσιον, ὅταν ἡ Βουλὴ δὲν ἐψήφισε προϋπολογισμὸν, ὅ,τι ἀνήκει εἰς ἕκαστον Βουλευτὴ διὰ τὴν ἔκτακτον Σύνοδον τοῦ 1875. Προϋπολογισμὸς δὲν ὑπῆρχεν, ἑπομένως τίς τῶν Ὑπουργῶν ἤθελε δυνηθῆ νὰ πληρώσῃ; Ἡ Βουλὴ ἐκείνη ἀπεφάσισεν, ἀλλὰ μετὰ τὴν ἀπόφασιν ὅτι ἡ Βουλὴ ἐκείνη δὲν εἶχε κῦρος, ἕπεται, ὅτι οὔτε προϋπολογισμὸς οὔτε ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ὑπῆρχε, διὰ νὰ ἴδωμεν τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον ὀφείλεται εἰς ἕκαστον. Λοιπὸν, νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ συγχέωμεν τὰ ζητήματα, καὶ ὅταν παρουσιάζηται ζήτημά τι, νὰ μὴ τὸ συγχέωμεν μὲ ἄλλα.
§81ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Προκαλούμενος, ὀφείλω νὰ σᾶς πληροφορήσω, ὅτι ἡ λῆξις τῆς ἐκτάκτου Συνόδου ἐγένετο τὴν 14 Ἰουλίου, ἡμέραν Σάββατον ὅτι τὴν 15 Ἰουλίου, ἡμέραν Κυριακὴν, μὲ τὸ ἀτμόπλοιον τῆς Σύρου ἔφθασεν ἐνταῦθα ὁ κ. Νομικὸς Βουλευτὴς Θήρας· ὅτι τὴν αὐτὴν ἡμέραν διὰ τοῦ ἀτμοπλοίου τοῦ Κορινθιακοῦ Κόλπου ἦλθον οἱ Βουλευταὶ Κοσσονάκος καὶ Στράτος, τὴν 16 δὲ Ἰουλίου, ἡμέραν Δευτέραν, ἐνεφανίσθησαν εἰς ἐμὲ καὶ ἐζήτησαν νὰ πληρωθῶσι τὴν ἀποζημίωσίν των, ἀλλὰ δὲν παρεδέχθην τὴν πρότασίν των, διότι ἐγὼ δὲν ἤμην πλέον Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, καὶ διότι αὐτοὶ δὲν εἶχον λάβει μέρος εἰς τὰς ὀλίγας συνεδριάσεις τῆς ἐκτάκτου Συνόδου.
§82ΡΟΥΦΟΣ. Κύριοι, φρονῶ, ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ πληρωθῶσιν οἱ Βουλευταὶ οἱ ἐν τῇ ἐκθέσει, ἀλλ’ ἐπίσης εἶναι δίκαιον νὰ πληρωθῶσι καὶ οἱ Βουλευταὶ Λευκάδος, διότι ἡ ἐκλογὴ ἠκυρώθη, διετάχθη ἐπανάληψις τῆς ἐκλογῆς, αὕτη δὲ ἐγένετο ἐπὶ παρουσίᾳ ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς, ἐπανῆλθον οἱ Βουλευταὶ ἐνταῦθα, εὗρον τὴν Βουλὴν μὴ συνεδριάζουσαν, παρῆλθον δὲ 40 ἡ μέχρι, καὶ δὲν ἐγένετο ἀπαρτία. Εἶναι λοιπὸν ἄδικον νὰ μὴ πληρωθοῦν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἦλθον πρὸ 40 ἡμερῶν καὶ ἀπαρτία δὲν ἠδύνατο νὰ γείνῃ, ἐνῷ ἤρχοντο καθ’ ἑκάστην εἰς τὴν Βουλὴν· ἐπίσης εἶναι δίκαιον νὰ πληρωθῇ καὶ ὁ κ. Ν. Ἀποστόλης. Τοῦτο μόνον γνωρίζω, ὅτι ἐν γένει ἐπεκράτησεν εἰς τὴν Βουλὴν ἡ γνώμη, ὅτι δικαιοῦνται νὰ πληρωθῶσιν εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν ὑπάγεται καὶ ὁ κ. Ἐπιφανίου. Διὰ τοῦτο λοιπὸν εἶναι δίκαιον νὰ μὴ ἀρνηθῶμεν τὴν πληρωμὴν, διότι πρόκειται περὶ δικαιωμάτων, ὁ δὲ κ. Ῥοντήρης, ὡς σᾶς εἶπεν, ἔχασε, διότι κακῶς εἰσήγαγε τὴν αἴτησιν· οἱ Βουλευταὶ λοιπὸν οἱ παρουσιαζόμενοι σήμερον βεβαίως δικαιοῦνται εἰς τὴν ἀποζημίωσιν, ἀλλὰ πολὺ περισσότερον οἱ Βουλευταὶ Λευκάδος, ὁ κ. Ν. Ἀποστόλης, καὶ ἴσως καὶ ὁ Κ. Ἐπιφανίου.
§83ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἄλλοτε ἐγένετο λόγος εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ περὶ ἐμοῦ μόνον. Τότε δὲ ἦλθε τὸ ζήτημα τῆς ἀποζημιώσεως ἐμοῦ ἀναμεμιγμένως μετὰ τῶν ἀποστάντων Βουλευτῶν. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι δὲν δικαιοῦνται οἱ ἀποστάντες· ἐγὼ ὅμως προσῆλθον εἰς τὴν ἀπαρτίαν· ἀλλ’ εἶχον τοιαύτην τύχην, καὶ ἀπεῤῥίφθη. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐφετείου, ἐπιφυλάσσομαι αὔριον νὰ τὴν φέρω καὶ νὰ τὴν ἀναγνώσω, διότι ἡ ἀπόφασις αὕτη δὲν ἀποδέχεται ἀκύρωσιν τῶν πράξεων τῆς Βουλῆς ἐκείνης. Διὰ τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς ἐγεννήθη ἰδιωτικὸν δικαίωμα ἀστικὸν, καὶ δὲν δύναται οὐδὲ διὰ νόμου νὰ καταργηθῇ.
§84Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ προσέξῃ εἰς τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ἐνώπιόν της συζητούμενον. Φρονῶ καὶ ἐγώ, ὅτι εἶναι δίκαιον ν’ ἀποζημιωθῶσιν οἱ τρεῖς Βουλευταί, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὴν αἴτησίν των· ἀλλὰ εἰς αὐτὸ τὸ σημερινὸν θέμα ἐπισυνάπτεται ἓν ἄλλο θέμα τῶν Βουλευτῶν Λευκάδος. Ἐγὼ κάμνω τὴν αἴτησιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νὰ συμπεριληφθῶσι καὶ οἱ δύω Ἰακωβάτοι, διὰ τὸν αὐτὸν λόγον καὶ ἀκόμη ἰσχυρότερον. Εἰς τὰ 1866 ἔγεινεν ἡ πρώτη Σύνοδος ἡ ἔκτακτος τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία διήρκεσε μόνον ἓξ ἡμέρας· ἐγὼ παρευρέθην, καὶ ὅταν ἐτελείωσεν ἐζήτησα τὴν ἀποζημίωσίν μου. Ἀλλ’ ἐπειδὴ τότε ἡ Βουλὴ εἶχε διάφορον γνώμην, τῶν μὲν λεγόντων, ὅτι 500 δραχμαὶ ὀφείλονται εἰς ἀποζημίωσιν ὁδοιπορικῶν ἐξόδων, τῶν δὲ ὑποστηριζόντων, ὅτι 1500 δραχμαὶ ὀφείλονται, μοῦ εἶπε τότε ὁ Ταμίας τῆς Βουλῆς, λάβε τὰς 500, καὶ ὅταν ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ περὶ ἀποζημιώσεως τῶν ὁδοιπορικῶν ἐξόδων τῶν Βουλευτῶν, νὰ σοῦ στείλωμεν καὶ τὸ ὑπόλοιπον. Ἔλαβον τὰς 500 καὶ ἀνεχώρησα· ἀκολούθως ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε ὅτι 1500 δραχμαὶ ὀφείλονται ὡς ἀποζημίωσις διὰ τὴν ἔκτακτον Σύνοδον. Ἐγὼ τὸ ὑπόλοιπον δὲν τὸ ἔλαβον.
§85ΣΑΡΑΒΑΣ. Αὐτὴ εἶναι δικαιοτάτη ἀπαίτησις καὶ ἀναμφισβήτητος.
§86ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἐπεθύμουν νὰ φέρω τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ ἀφοῦ ἤκουσα, ὅτι καὶ ἄλλοι θὰ ὑποβάλουν τοιαύτην αἴτησιν, ἐφρόντισα νὰ λάβω τὰς ἀποδείξεις τῶν παραλαβῶν, τὰς ὁποίας ἐγὼ ἐξέδωκα. Ἐρευνῶν εἰς τὸ κεντρικὸν Ταμεῖον, εὗρον ἓν ἔνταλμα εἰς ὄφελός μου 500 δραχμῶν, διὰ τὴν ἔκτακτον Σύνοδον τοῦ 1866, ἀλλὰ δὲν εἶναι 500 μόνον δραχμαί, ἀλλὰ 1000, διότι, 500 ἔλαβον, ἑπομένως ὀφείλονται ἕτεραι 1000· ἰδοὺ τὸ ἔνταλμα. Ἑπομένως, ἐὰν συμπεριληφθῶσιν οἱ Βουλευταὶ Λευκάδος, ἐπιθυμῶ νὰ συμπεριληφθοῦν καὶ οἱ δύω Ἰακωβάτοι.
§87ΚΑΤΡΙΒΑΝΟΣ. Ἐδῶ ἀναμιγνύονται ζητήματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔφερεν ἡ ἁρμοδία ἐπιτροπή· ἔρχεται ὁ εἷς καὶ λέγει, ἐγὼ ἔχω νὰ λάβω, ὁ ἄλλος, ὅτι ἔχει νὰ λάβῃ. Δὲν ἀμφισβητῶ τὰ δικαιά των, ἀλλὰ ὑποστηρίζω, ὅτι πρέπει νὰ διέλθωσιν αἱ αἰτήσεις των διὰ τῆς ὁδοῦ, δι’ ἧς ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ λάβῃ γνῶσιν.
§88ΡΟΥΦΟΣ. Καὶ πάλιν θὰ ἐπαναλάβω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι ἂν ἦναι δίκαιον ν’ ἀποζημιωθῶσιν οἱ Βουλευταί, οἱ ὁποῖοι ἦλθον τὴν τελευταίαν ἡμέραν τῆς Συνόδου καὶ δὲν ἔλαβον μέρος, εἶναι πολὺ δικαιότερον οἱ Βουλευταὶ Λευκάδος, οἱ ὁποῖοι ἦλθον ἐνταῦθα καὶ παρέμειναν ἐπὶ 40 ἢ 50 ἡμέρας.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐν πρώτοις θὰ ζητήσω τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς προτάσεως τῆς ἐπιτροπῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ζητεῖται νὰ προστεθῇ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς τοῦ τρέχοντος ἔτους ὑπὸ ἴδιον Κεφάλαιον τὸ ποσὸν 4,500 δραχμῶν, διὰ νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς πληρωμὴν τῆς ἀποζημιώσεως τῶν τριῶν Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι προσῆλθον μὲν, ἀλλὰ δὲν ἐπρόφθασαν νὰ λάβωσι μέρος εἰς τὰς ἐργασίας τῆς ἐκτάκτου Συνόδου.
§90ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Προτείνω τὴν ἀναβολήν.
§91ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Προτείνω ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ περὶ τῶν τριῶν Βουλευτῶν, διὰ τοὺς ὁποίους ἡ ἐπιτροπὴ ἐνέκρινε νὰ λάβωσι τὰς ἀποζημιώσεις των, διὰ δὲ τὰς ἄλλας ἀπαιτήσεις προτείνω νὰ παραπεμφθοῦν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ὅλαι.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθὼς ἠκούσατε, ὑπάρχουν αἰτήσεις Βουλευτῶν περὶ τοιούτων ἀποζημιώσεων· αἱ ἀπαιτήσεις τῶν Βουλευτῶν τούτων ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ λογιστικοῦ, ἡ ὁποία δὲν παρουσίασεν ἕως αὐτὴν τὴν στιγμὴν οὐδεμίαν ἔκθεσιν. Ἐκτὸς τούτου παρατηρῶ σήμερον, ὅτι γίνονται αἰτήσεις καὶ ἀπὸ ἄλλους Βουλευτάς· παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφασίσῃ τί θέλει νὰ γείνῃ, ἐπιθυμεῖ ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις ὅλων τῶν αἰτήσεων τούτων, συμπεριλαμβανομένης καὶ τῆς αἰτήσεως ἐκείνης, διὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἐπιτροπὴ ὑπέβαλεν ἔκθεσιν;
§93ΡΩΜΑΣ. Ὑπάρχει καὶ μία ἄλλη αἴτησις δύω Ζακυνθίων Βουλευτῶν, τῶν κυρίων Βάρκα καὶ Σούλη. Οἱ δύω αὐτοὶ Βουλευταὶ δὲν ἔλαβον οὐδεμίαν ἀποζημίωσιν, ἐνῷ οἱ ἄλλοι Βουλευταὶ τῆς Ζακύνθου, οἱ ὁποῖοι ὑπάγονται εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν, ἔλαβον τὴν ἀποζημίωσίν των, τὴν ὁποίαν δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ μὴ λάβουν καὶ αὐτοί. Ζητῶ λοιπὸν τὴν ἀναβολὴν, διὰ νὰ ληφθῇ πρόνοια καὶ περὶ αὐτῶν. Ἄλλως, ἂς ἐπιστρέψουν καὶ ἐκεῖνοι ὅ,τι παρανόμως ἔλαβον.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπόν, καθὼς ἠκούσατε, ἐπροτάθη ἡ γενικὴ ἀναβολή· ἀλλὰ τινὲς προτείνουν τὴν διαίρεσιν.
§95Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πῶς εἶναι δυνατόν, κύριοι, νὰ ψηφίσωμεν περὶ ὅλων τῶν προτάσεων, αἵτινες ἔρχονται διὰ μιᾶς ψηφοφορίας· ὁ εἷς ἔχει δίκαιον, ὁ ἄλλος δὲν ἔχει. Διὰ νὰ εὐκολύνωμεν λοιπὸν τὸ ζήτημα, τὰ περιτυλίσσομεν ὅλα, καὶ ἢ νὰ τὰ ὑπερψηφίσωμεν ἢ νὰ τὰ καταψηφίσωμεν ὅλα· αὐτὸ δὲν εἶναι ζήτημα. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι οἱ κύριοι Ἰακωβάτοι πρέπει νὰ πληρωθοῦν, καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη μάλιστα νὰ γείνῃ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, ἀφοῦ ἔχουν γραμμάτια παρακαταθήκης εἰς τὰς χεῖράς των· καθ’ ὅσον δὲ ἀφορᾷ τοὺς τρεῖς Βουλευτάς, τὸν Νομικὸν, Κοσονάκον καὶ Στράτον, εἴτε ἀποφασίσετε εἴτε δὲν ἀποφασίσετε, αὐτοὶ δικαιοῦνται νὰ προστρέξουν εἰς τὰ δικαστήρια καὶ νὰ πληρωθοῦν. Λέγω λοιπὸν, ὅτι τὰ ζητήματα πρέπει νὰ ψηφισθοῦν χωριστά. Τὰ δὲ ζητήματα τὰ ἄλλα, τὰ ὁποῖα ἐπροτάθησαν πρὸς ψηφοφορίαν, τὸ μὲν, διότι τινὰ τῶν ζητημάτων τούτων ἀπεῤῥίφθησαν ἄλλοτε, τὸ δὲ, διότι δὲν ὑπάρχει ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ λογιστικοῦ, πῶς θὰ ψηφίσητε; Ἀναγκαίως λοιπὸν ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα εἶναι ὥριμα, θ’ ἀποφανθῇ, τὰ δὲ ἄλλα θὰ παραπεμφθῶσιν εἰς τὴν λογιστικὴν ἐπιτροπήν, διὰ νὰ φέρῃ τὴν ἔκθεσίν της.
§96ΡΟΥΦΟΣ. Ἀπ’ ἀρχῆς, κύριοι, δὲν ἤμην ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς, διότι ἐνόμισα, ὅτι τὸ ζήτημα, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς τρεῖς Βουλευτὰς ἐκ Λευκάδος, εἶναι ζήτημα λελυμένον. Ὅταν λοιπὸν ἤδη προτείνητε τὴν ἔνστασιν, ὅτι τὸ ζήτημα δὲν εἶναι καθαρισμένον καὶ ὡς πρὸς τοὺς Βουλευτὰς Λευκάδος, διότι δὲν ἔφερεν ὡς πρὸς αὐτοὺς ἔκθεσιν ἡ ἐπιτροπή, δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐπιμένω, ὥστε ὅλαι αἱ αἰτήσεις νὰ παραπεμφθοῦν· δὲν πρέπει νὰ γείνῃ ἐξαίρεσις διὰ τοὺς μὲν καὶ ν’ ἀδικῶνται οἱ ἄλλοι. Ὥστε προτείνω ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις δι’ ὅλους.
§97ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Οἱ Βουλευταὶ τῆς Λευκάδος δικαιοῦνται καλλίτερον ἀπὸ τοὺς Βουλευτὰς, τοὺς ὁποίους ὁ κ. Πετιμεζᾶς ἔρχεται νὰ ὑπερασπίσῃ, διότι αὐτοὶ δὲν ἐξετέλεσαν τὸ καθῆκόν των καθὼς λέγει τὸ Σύνταγμα· τὰ κομματικὰ πρέπει νὰ λείψουν ἀπ’ ἐδῶ πέρα.
§98Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Θὰ κάμω τὴν παρατήρησιν εἰς τὸν ἀξιότιμον προλαλήσαντα, ὅταν ὁμιλῇ, νὰ ὁμιλῇ μετ’ εὐλαβείας, χάριν αὐτοῦ, ὄχι χάριν ἐμοῦ· ὅ,τι ἐγὼ ὑποστηρίζω εἶναι νόμιμον, εἶναι δίκαιον, εἶναι ὀρθὸν, τὸν δὲ νόμον αὐτὸς οὔτε τὸν ἀνέγνωσε.
§99ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Τὸν ἀνέγνωσα καλλίτερα ἀπὸ σᾶς.
§100Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ νόμος λέγει, ὅτι διὰ τὴν ἔκτακτον Σύνοδον οἱ Βουλευταὶ λαμβάνουν ἔξοδα ἀνόδου καὶ ἐπανόδου.
§101ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Ὅταν ἐκπληρώσουν τὰ καθήκοντά των.
§102Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸ Σύνταγμα λέγει, ὅτι ὁ Βουλευτὴς λαμβάνει δι’ ἀποζημίωσιν 2,000 δραχμὰς δι’ ἑκάστην Σύνοδον, ὅταν ἐκπληρώσῃ τὰ καθήκοντά του. Χωρίζεται λοιπὸν ἡ μία περίστασις ἀπὸ τὴν ἄλλην τῆς ἐκτάκτου Συνόδου. Οἱ Βουλευταὶ κατὰ τὴν ἔκτακτον Σύνοδον προσεκλήθησαν νὰ ἔλθουν, νομίζω, εἰς τὰς 10, αὐτοὶ δὲ ἀνεχώρησαν καὶ ἔφθασαν ἐδῶ τὴν 15, ὅτε εὗρον τὴν λῆξιν τῆς Συνόδου, καὶ ἐπανῆλθον εἰς τὰς πατρίδας των· αὐτοὶ ἐξεπλήρωσαν τὸ καθῆκόν των, καὶ πρέπει νὰ πληρωθοῦν καθὼς ἐπληρώθησαν καὶ ὅλοι οἱ ἄλλοι.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις καὶ ἐπὶ τῆς προτάσεως τῆς ἐπιτροπῆς, μέχρις οὗ ἔλθῃ ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἐπὶ τῶν λοιπῶν νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πολλοί.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἔχομεν τὸ περὶ ἀκατασχέτου τῆς Βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως.
§104ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Φρονῶ ὅτι καὶ τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο πρέπει ν’ ἀναβληθῇ· εἶναι ἓν Νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ προσωπικότητα καὶ ἐν γένει τοῦ Κοινοβουλίου καὶ ἐν μέρει τῶν Βουλευτῶν, καὶ ἑπομένως φρονῶ, ὅτι, δι’ ἀτομικόν μας συμφέρον καὶ διὰ τὸ συμφέρον τῆς πολιτείας καὶ τῶν συνταγματικῶν θεσμῶν, πρέπει τὸ τοιοῦτον Νομοσχέδιον ν’ ἀποσυρθῇ, καὶ ἂς εἰσαχθῇ εἰς ἄλλους χρόνους, τὸ ὁποῖον ἀπεύχομαι.
§105ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Εὐτυχῶς δὲν ὑπόκειμαι εἰς τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος Νομοσχεδίου, διότι καὶ καμμίαν δὲν ὑπέστην κατάσχεσιν, εἴτε ὡς ὑπάλληλος, εἴτε ὡς Βουλευτής. Ἡ πρότασις αὕτη παρουσιάσθη καὶ πρὸ τοῦ 1862, ὅτε καὶ τὸ πολίτευμα τοῦ 1844 ἔλεγεν ἀποζημίωσιν, καὶ οὐχὶ μισθόν.
§106ΤΙΝΕΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἀκούομεν τίποτε.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριοι, νὰ καθήσητε, διότι ἄλλως θ’ ἀναγκασθῶ νὰ διακόψω τὴν συνεδρίασιν.
§108ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἀπὸ τοῦ 1844 ἐνεργήθη κατάσχεσις ἐπὶ ὅλης τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως, τὰ δὲ δικαστήρια εἶπον, ὅτι ἡ ἀποζημίωσις αὕτη ἐξομοιοῦται περίπου μὲ τὴν ἀποζημίωσιν τῶν ὑπαλλήλων, καὶ διὰ τοῦτο ἐπέτρεψαν κατάσχεσιν ἐπὶ τοῦ ¼ μόνον, καὶ οὕτως ἐγίνετο μέχρι τοῦ 1862. Τὸ πολίτευμα τοῦ 1864 λέγει πάλιν ἀποζημίωσιν, καὶ ἐγένετο κατάσχεσις ἐπὶ ὅλης τῆς ἀποζημιώσεως, καὶ τὰ δικαστήρια ὑπεστήριξαν, ὅτι δὲν ὑπάγεται εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν τῆς μισθοδοσίας τῶν ἄλλων ὑπαλλήλων· κακῶς δὲ παρεδέχθησαν τὴν κατάσχεσιν ἐπὶ τοῦ ὅλου τὰ δικαστήρια, ἵνα μὴ εἴπω μοχθηρῶς, διότι δυστυχῶς ὁ ἀποδιοπομπαῖος τράγος ἀπέναντι τῶν ὑπαλλήλων εἶναι Βουλευτής· διότι ἡ ἀποζημίωσις αὕτη πρὸς τὸν Βουλευτὴν ἢ εἶναι ἀποζημίωσις ἐλεύσεως καὶ ἐπανόδου, καὶ τότε δὲν πρέπει νὰ γείνῃ καμμία κατάσχεσις, καθόσον στερεῖ τὰ μέσα νὰ ἔλθῃ καὶ ἐκτελέσῃ τὰ καθήκοντά του, διότι ἡ τύχη τὸν ἐστέρησε περιουσίας χωρὶς νὰ τὸν στερήσῃ καὶ τῆς ὑπολήψεως τῶν συμπολιτῶν του, ἢ τῷ χορηγεῖται ὡς ἓν δῶρον διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων τοῦ Βουλευτοῦ, καὶ τότε εἶναι μὲν κατασχετέα, ἀλλ’ εἶναι ἀνάξιον νὰ λαμβάνῃ ὁ Βουλευτὴς δῶρον, διότι ἐξετέλεσεν ἓν καθῆκον, ἢ εἶναι ἀποζημίωσίς τις, ὁποία δίδεται εἰς πάντας τοὺς ὑπηρετοῦντας τὴν πολιτείαν, καὶ τότε πρέπει νὰ ὑπαχθῇ ὡς πρὸς τὴν κατάσχεσιν εἰς τὰς γενικὰς διατάξεις τῶν κατασχέσεων ἐπὶ τῶν μισθῶν τῶν ὑπαλλήλων, ἤτοι τὸ ¼. Κατὰ τὸ 1868 ὑπεβλήθη ἡ αὐτὴ πρότασις καὶ ἐπεψηφίσθη, ἀλλ’ ἡ ἀνικανότης τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης δὲν κατώρθωσε νὰ ἐπικυρωθῇ. Διὰ τοῦτο προτείνω νὰ μὴ γείνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις περὶ ἀναβολῆς, ἀλλὰ νὰ ἐπιψηφισθῇ τὸ Νομοσχέδιον· τὸ πολὺ ἠμποροῦμεν νὰ περιορίσωμεν, ὅπως καὶ εἰς τὰς ἄλλας ἀμοιβὰς τῶν ὑπηρετούντων τὸ ἔθνος, τὴν κατάσχεσιν εἰς τὸ τέταρτον, καὶ τοιαύτην φέρω τροπολογίαν.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προτείνεται πρῶτον ἡ ἀναβολὴ τῆς συζητήσεως τῆς προτάσεως ἐπ’ ἀόριστον. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν, παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι.) Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τῆς προτάσεως, παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Πρότασις νόμου περὶ ἀποκαταστάσεως εἰς τὰ πολιτικὰ αὑτῶν δικαιώματα τῶν καταδικασθέντων Ζώτου, Βουδούρη καὶ Ἀντζουλίνου. (Ἀναγινώσκεται ἡ πρότασις.)
§110Ι. ΖΕΡΒΑΣ. Εἶμαι ὑπὲρ τοῦ Νομοσχεδίου αὐτοῦ, διότι τὸ εὑρίσκω καὶ νόμιμον καὶ δίκαιον. Ὁ ἐκλογικὸς νόμος, ὁ ὁποῖος ἐπέβαλε στέρησιν προσωρινὴν τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων, δὲν ἐνόει νὰ καταδικάσῃ εἰς πολιτικὸν θάνατον, ὁ ὁποῖος ῥητῶς μάλιστα εἶναι κατηργημένος. Μίαν προσθήκην ἔχω νὰ κάμω, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ τὴν δεχθῇ, διότι πρόκειται περὶ προσώπου εὑρισκομένου εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν, καὶ ἴσως καὶ εἰς καλλιτέραν. Κατὰ τὸ 1874 ἐν τῇ πρώτῃ παραφορᾷ τῶν δικαστηρίων κατὰ τὴν ἐκδίκασιν τῶν κατὰ τὸ ἔτος 1874 ἐκλογικῶν παραβάσεων καὶ τὴν συνεπείᾳ τούτου αὐστηρὰν ἐφαρμογὴν τῶν ποινικῶν διατάξεων τοῦ νόμου, κατεδικάσθη ἀπὸ τὸ πλημμελειοδικεῖον Ναυπλίου ὁ ἀνθυπασπιστὴς Εὐθύμιος Μήλας, ἐπὶ 25ετίαν ἐντίμως ὑπηρετήσας τὴν πατρίδα, εἰς 6 μηνῶν φυλάκισιν καὶ πενταετῆ στέρησιν τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων, καὶ μετὰ ταῦτα τῷ ἀπενεμήθη χάρις διὰ τὸ ὑπόλοιπον τῆς ποινῆς, κατὰ πρότασιν τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν καὶ τοῦ δικαστηρίου, νομίζω, διότι ἡ καταδίκη του ἐθεωρήθη ὡς ἄδικος, στηριχθεῖσα εἰς μαρτυρίας ἐμπαθεῖς, ἕνεκα τῶν ἐκλογικῶν παθῶν, τὰ ὁποῖα ἦσαν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐξημμένα.
§111ΣΑΡΑΒΑΣ. Φρονεῖτε, ὅτι ἔχει ἁρμοδιότητα ἡ Βουλὴ νὰ λύῃ τοιαῦτα ζητήματα;
§112ΖΕΡΒΑΣ. Μάλιστα, διότι πρόκειται περὶ ἑρμηνείας τοῦ νόμου. Παρακαλῶ νὰ προστεθῇ εἰς τὸ νομοσχέδιον καὶ ὁ Εὐθύμιος Μήλας ἀνθυπασπιστὴς, καταδικασθεὶς διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 1691 τοῦ 1874 ἀποφάσεως τῶν ἐν Ναυπλίῳ πλημμελειοδικῶν.
§113ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἡ ἄλλη πρότασις ἐστάλη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, καὶ πρέπει καὶ αὐτὴ νὰ σταλῇ ἐκεῖ.
§114ΣΑΡΑΒΑΣ. Λυποῦμαι πολὺ, βλέπων τινὰς νὰ μὴ φείδωνται τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ νὰ ἔρχωνται νὰ τὴν ἀπασχολοῦν αἰωνίως μὲ προσωπικὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα πολὺ τὴν καταβιβάζουν. Πλησιάζει ἡ Βουλὴ νὰ καταντήσῃ Σῶμα, τὸ ὁποῖον δὲν κάμνει ἄλλο, παρὰ νὰ σκέπτηται περὶ συμφερόντων ὅλως ἀτομικῶν.
§115ΦΩΤΗΛΑΣ. Σεῖς πρῶτος περὶ τοῦ Δεληγεώργη.
§116Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἀφήσατε τοὐλάχιστον τὸν μακαρίτην νὰ ἡσυχάσῃ ἐν τῷ τάφῳ.
§117ΣΑΡΑΒΑΣ. Καὶ δὲν μᾶς φθάνουν τὰ ἄλλα προσωπικὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα καθ’ ἡμέραν ὑποβάλλονται εἰς τὴν Βουλὴν διὰ νὰ περιβληθῶσι τὸ κῦρός της, ἀλλὰ προέβημεν περαιτέρω· θέλομεν ἀκόμη ν’ ἀναμιχθῶμεν καὶ εἰς ἀντικείμενα, εἰς τὰ ὁποῖα ἡ Βουλὴ οὐδεμίαν ἔχει ἁρμοδιότητα· θὰ καταντήσωμεν μίαν ἡμέραν νὰ φέρωμεν Νομοσχέδιον, διὰ νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἡ Βουλὴ διορίζει τὸν δεῖνα Νομάρχην, καὶ ἐκεῖνο, διὰ τὸ ὁποῖον κατηγοροῦν τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐνεργεῖ κατ’ ἄτομον, ὅτι τουτέστιν ἕκαστος τῶν Βουλευτῶν ἐπεμβαίνει εἰς τὴν διοίκησιν, αὐτὸ θέλουν σήμερον νὰ τὸ γενικεύσουν, καὶ νὰ τὸ ἀναλάβῃ ἡ Βουλὴ ὡς Σῶμα! Οἱ κύριοι, οἱ ὁποῖοι ὑπέβαλον τὴν πρότασιν αὐτὴν, ἀμφιβάλλω ἂν ἐσκέφθησαν πρότερον περὶ τίνος πρόκειται. Ποῦ ἠκούσθη, ἐρωτῶ, ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα ὁ θεμελιώδης νόμος ἔχει ἀναθέσει εἰς ὡρισμένην ἐξουσίαν, ἄλλην παρὰ τὴν νομοθετικὴν, νὰ τὰ ἀναλαμβάνῃ ἡ Βουλή; Ἢ μὴ νομίζετε, ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία τῆς Βουλῆς εἶναι τόσον ἀπεριόριστος, ὥστε δὲν ἔχει ὅριον τὴν διάκρισιν τῶν ἐξουσιῶν, ὡς τὴν καθορίζει τὸ πολίτευμα, καὶ γενικάς τινας ἀρχάς; Νομίζετε, ὅτι εἴμεθα τόσον παντοδύναμοι, ὥστε δυνάμεθα νὰ ἐκτείνωμεν τὴν ἐξουσίαν μας ἐφ’ ὅλων ἀδιακρίτως τῶν ἀντικειμένων, καὶ δὲν ἐπιβάλλονται εἰς τὴν ἐνάσκησιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας μας περιορισμοί; Καὶ οἱ πρῶτοι περιορισμοὶ εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀφορῶσιν εἰς τὴν διάκρισιν τῶν ἐξουσιῶν. Ἡ χάρις δὲν ἀπονέμεται εἰμὴ ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας.
§118ΤΙΝΕΣ. Δὲν πρόκειται περὶ χάριτος.
§119ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἔχετε πολὺ ἐσφαλμένην ἰδέαν, ἐὰν νομίζητε, ὅτι ἡ ἄφεσις τῶν συνεπειῶν τῆς ποινῆς δὲν εἶναι συμπλήρωσις τῆς χάριτος. Ὁ θεμελιώδης νόμος ὁρίζει τίς ἀπονέμει τὴν χάριν, καὶ ἡ ποινικὴ δικονομία κατὰ τίνα τρόπον αἱ συνέπειαι τῆς ποινῆς δύνανται ν’ ἀναιρεθῶσιν εἴτε διὰ τῆς χάριτος, εἴτε διὰ τῆς ἀποκαταστάσεως. Ἐν τῇ πρακτικῇ πολλάκις ἐγένετο δεκτὸν, ὅτι τὸ διάταγμα τῆς χάριτος δύναται νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν ἐνέργειάν του καὶ ἐπὶ τῶν συνεπειῶν τῆς ποινῆς, ὁπόταν τοῦτο ῥητῶς ἐν αὐτῷ ἀναφέρηται. Ἐπίσης τὸ διάταγμα τῆς ἀποκαταστάσεως, ἥτις ἀναιρεῖ ἐπὶ τὸ μέλλον τὰς συνεπείας τῆς ποινῆς, ἡ Κυβέρνησις τὸ ἐκδίδει μετὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν προαπαιτουμένων διατυπώσεων. Θέλετε ἄλλας διατάξεις πλέον σαφεστέρας, αἱ ὁποῖαι νὰ σᾶς καταδεικνύωσιν, ὅτι τὸ τῆς ἀναιρέσεως τῶν συνεπειῶν μιᾶς ποινῆς ἀνήκει εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἀρχήν; Καὶ νομίζετε, ὅτι δύναται ἡ Βουλὴ αὐτὸ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον καὶ τὸ Σύνταγμα καὶ αἱ κείμεναι διατάξεις ἀπένειμαν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἀρχὴν, νὰ τὸ οἰκειοποιηθῇ αὐτή; Προτείνω λοιπὸν τὸ ἀπαράδεκτον τῆς προκειμένης προτάσεως, μολονότι κατ’ ἀρχὴν ἐπιθυμῶ τοῦ ἀπαραδέκτου νὰ μὴ γίνεται συχνὴ χρῆσις. (Θόρυβος.) Ἐπειδὴ δὲ, κύριοι, ὅταν τις ἔχῃ τὴν ἀτυχίαν νὰ προσβάλῃ συμφέροντα ἀτομικὰ, παρεξηγεῖται συνήθως, ὀφείλω νὰ προσθέσω, ὅτι, ἂν ἐπρόκειτο νὰ ληφθῇ ἐπιεικές τι μέτρον ὡς πρὸς τὰ πρόσωπα, περὶ ὧν διὰ τῆς συζητουμένης προτάσεως πρόκειται, ἐγὼ δὲν θὰ εἶχον δυσκολίαν νὰ δώσω τὴν συγκατάθεσίν μου. Ἐκεῖνο ὅμως, τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ κηδώμεθα, εἶναι ἡ ἀξιοπρέπεια τῆς Βουλῆς καὶ ἡ μὴ ἀνάμιξις αὐτῆς εἰς ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐκτὸς τῆς ἁρμοδιότητός της, διότι τὸ φοβερώτερο πάντων εἶναι ἡ σύγχυσις τῶν ἐξουσιῶν.
§120ΡΙΚΑΚΗΣ. Λυποῦμαι, κύριοι, διότι τοιαύτη ὑπόθεσις ἐξελήφθη ὑπὸ ἐσφαλμένην ἔποψιν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου φίλου μου κ. Σαράβα, καὶ παρεστάθη ὑπὸ τὰς ἐντυπώσεις ἐκείνας, τῶν ὁποίων δὲν εἶναι ἀξία. Νομίζω, ὅτι ἡ πλέον εὐχάριστος θέσις ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἔχει τὸ δικαίωμα ἐκ τῶν κειμένων Νόμων νὰ μετριάζῃ τὰς ποινάς, τὰς ὁποίας αἱ δικαστικαὶ ἀποφάσεις ἐπιβάλλουσιν, εἶναι ὁσάκις εὑρίσκει λόγον νὰ ἐξασκήσῃ τὸ προνόμιόν του τοῦτο, καὶ ἀντὶ ν’ ἀγανακτῇ, νομίζω, ὅτι ἤθελεν αἰσθανθῆ τὴν γλυκεῖαν εὐχαρίστησιν, ὅταν ἠδυνήθη νὰ ἐξασκήσῃ τὸ δικαίωμά του τοῦτο, καὶ ἀπορῶ πῶς ὁ κ. Σαράβας ἐσύγχυσε τὰ περὶ ἀποκαταστάσεως μὲ τὸ προκείμενον ζήτημα, τὸ ὁποῖον εἶναι ὅλως διόλου χωριστὸν καὶ μεμονωμένον. Ὁ Ἐκλογικὸς Νόμος λέγει, ὅτι ὁ ἐπεμβαίνων εἰς τὰς ἐκλογὰς τιμωρεῖται μὲ φυλάκισιν καὶ μὲ στέρησιν τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων. Τὸ Στέμμα εἶναι ἡ μία ἐξουσία, ἡ ὁποία ἔρχεται καὶ μετριάζει τὴν πρώτην ποινὴν, τὸ δεύτερον εἶναι ἐπὶ ὡρισμένον χρόνον στέρησις τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων, ἡ ὁποία θὰ λήξῃ αὐτοδικαίως μετὰ τὸ πέρας τοῦ ὡρισμένου χρόνου. Εἰς αὐτὴν δὲν ἀπαιτεῖται οὐδεμία ἀποκατάστασις, οὐδὲν Β. Διάταγμα, ἀλλὰ μόνον ἡ παρέλευσις τοῦ χρόνου. Ἤδη ἡ Νομοθετικὴ ἐξουσία δύναται διὰ Νόμου νὰ τροποποιήσῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἀπεφάσισεν· οὐδεὶς δύναται νὰ διαμφισβητήσῃ τοῦτο. Ἀλλ’ ἐνταῦθα πρόκειται περὶ ἐκτιμήσεως πραγματικοῦ γεγονότος, εἰς τὸ ὁποῖον ἡ Νομοθετικὴ ἐξουσία ἔχει ἀπεριόριστον ἐξουσίαν. Τώρα ἔρχομαι εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῶν λόγων, καὶ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω ὀλίγας λέξεις. Οἱ τρεῖς αὐτοὶ ὑπάλληλοι ἐθεωρήθησαν ὑπὸ τοῦ δικαστηρίου ὑπαίτιοι ἐκλογικῆς παραβάσεως· οὐδεὶς ἐννοεῖ νὰ ὑπερασπισθῇ τὴν πρᾶξιν· δὲν πρόκειται σήμερον ν’ ἀποφανθῶμεν ἂν ἦναι ἔνοχοι ἢ οὒ τῆς ἀποδοθείσης πράξεως, διότι ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἀπεφάσισεν. Ἀλλὰ λόγοι, κύριοι, τοὺς ὁποίους δὲν ἁρμόζει ἐνταῦθα νὰ ἐπαναλάβω, λόγοι, τοὺς ὁποίους πᾶς Βουλευτὴς ἐννοεῖ, ἐθεωρήθησαν ἱκανοὶ, ὅτι δύνανται νὰ συνηγορήσουν ὑπὲρ τῆς τύχης τῶν τριῶν αὐτῶν ὑπαλλήλων, ὡς ἐκ τῶν περιστάσεων, εἰς ἃς συνήργησαν, ὡς ἐκ τῶν εἰδικῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα συνέτρεξαν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην· λόγοι τοιοῦτοι ὑπηγόρευσαν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ χαρίσῃ τὴν ποινὴν, τὴν ὁποίαν ἡ δικαστικὴ ἐπέβαλε. Μένει, κύριοι, τὸ ἕτερον μέρος τῆς ἀποφάσεως, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ βαρύτερον, τὸ μᾶλλον καταστρεπτικὸν εἰς τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς, καὶ περὶ αὐτοῦ ζητεῖται σήμερον ἡ ψῆφος ἡμῶν· ἂν ἡ Βουλὴ ἁρμόζῃ νὰ συμπράξῃ εἰς τὴν κατάργησιν νόμου, δι’ οὗ ν’ ἀπαλλαχθῶσι καὶ τῶν συνεπειῶν, τὰς ὁποίας ἡ δικαστικὴ ἀπόφασις ἐπέβαλεν, ἐπικαλοῦμαι τὴν συνείδησίν σας. Νομίζω, ὅτι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ὑπηγόρευσαν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν τὴν πλήρη χάριν, εἶναι ἱκανοὶ νὰ συνηγορήσωσιν ὑπὲρ τῆς παραδοχῆς τῆς προκειμένης προτάσεως ὡς πρὸς τὰς συνεπείας. Ἐγὼ ἐν πλήρει συνειδήσει πείθομαι πληρέστατα, καὶ συνηγορῶ ὑπὲρ τῆς παραδοχῆς τῆς προτάσεως.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προτείνεται ἔνστασις ἀπαραδέκτου. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν· οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἀπαράδεκτον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§122ΑΡ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Παρακαλῶ νὰ σημειωθῇ, ὅτι εἶμαι ὑπὲρ τοῦ ἀπαραδέκτου.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν περὶ τῆς ἀρχῆς.
§124ΣΑΡΑΒΑΣ. Κάμνω τὴν παρατήρησιν, ὅτι ἐπὶ τοιούτου ζητήματος συγχύσεως τῶν ἐξουσιῶν, ἡ Κυβέρνησις ἔπρεπε νὰ ἐκφράσῃ γνώμην.
§125ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν.
§126ΡΑΛΛΗΣ. Οἱ εἰσαγαγόντες τὸ νομοσχέδιον ἐννοοῦν καὶ διὰ τὸ παρελθόν; ἐννοοῦν νὰ λάβουν τὰς ἀποδοχάς των; διότι αὐτοὶ δὲν λαμβάνουν μισθόν.
§127ΡΙΚΑΚΗΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§128ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κάμνω τὴν παρατήρησιν, καὶ ἔχω πρότασιν, ὅπως οὐ μόνον ὁ Νόμος μὴ ἀποβλέπῃ τὸ παρελθὸν, ἀλλ’ ὅπως μὴ ἐπιφέρῃ καὶ βλάβην εἰς τὰ δικαιώματα τρίτων ἢ εἰς τὸ Δημόσιον.
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν.
§130ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν πρέπει νὰ γείνῃ μυστικὴ ψηφοφορία, διότι ἀφορᾷ πρόσωπα ὀνομαστὶ ἀναφερόμενα.
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θέλομεν τέσταρας κάλπας.
§132ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὅλους μαζῆ.
§133ΤΑΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δύναται νὰ διαιρεθῇ, διότι στηρίζεται ἐπὶ μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς ἀρχῆς τὸ ζήτημα τῶν τριῶν.
§134ΦΙΛΗΜΩΝ. Καὶ ὅταν πρόκηται περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς διάφορα πρόσωπα, συμπεριλαμβανόμενα ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ Νομοσχεδίου, μία κάλπη τίθεται.
§135ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀπορῶ πῶς γίνεται τοιαύτη πρότασις. Ἀπορῶ, ὅταν πρόκηται περὶ προσώπων, πῶς ζητεῖτε διὰ μιᾶς κάλπης νὰ γείνῃ ψηφοφορία διὰ τρία πρόσωπα· ἤδη μάλιστα ζητεῖται καὶ διὰ τέταρτον. Τοῦτο δὲν ἐννοῶ τοὐλάχιστον ἐγὼ, διότι ἐγὼ θέλω νὰ δώσω τὴν ἀποκατάστασιν εἰς τὸν ἕνα, ἀλλὰ δὲν θέλω εἰς τὸν ἄλλον.
§136ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ἠμπορεῖτε.
§137ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ ἐγὼ σᾶς λέγω, ὅτι κανεὶς δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ διαθέσῃ οὔτε τὴν ψῆφόν μου, οὔτε τὴν συνείδησίν μου. Εἶναι περίεργον δὲ νὰ ἐπιμένητε, ὅτι πρέπει νὰ ἔλθῃ μία κάλπη· ἕκαστον ζήτημα εἶναι χωριστὸν, ἐγὼ θέλω νὰ δώσω χάριν εἰς τὸν Α, καὶ ὄχι εἰς τὸν Β. Πρὸς τί νὰ μὴ τεθῶσι χωρισταὶ κάλπαι;
§138ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Εἰς ἓν ζήτημα ἔχει δίκαιον ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας· δὲν ἔχει ὅμως δίκαιον ν’ ἀπαιτῇ δι’ ἕκαστον πρόσωπον ἰδίαν κάλπην· ἔχει δίκαιον ν’ ἀπαιτῇ μίαν κάλπην διὰ τοὺς τρεῖς, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὴν αὐτὴν κατηγορίαν καὶ τὴν αὐτὴν ἀπόφασιν, καὶ μίαν ἄλλην διὰ τὸν τέταρτον, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἄλλην κατηγορίαν καὶ ἄλλην ἀπόφασιν. Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ Νομοσχεδίου δύναται νὰ τεθῇ καὶ μία μόνον κάλπη.
§139ΖΕΡΒΑΣ. Πρόκειται ἐνταῦθα, κύριοι, μόνον περὶ ἑρμηνείας τοῦ ἐκλογικοῦ Νόμου. (Θόρυβος.)
§140ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, θ’ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Συνοδινὸν, ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ Νομικός. Ὁ κ. Συνοδινὸς καὶ ὁ κ. Ῥικάκης ὑπεστήριξαν, ὅτι τὸ ἓν δικαίωμα ἀνήκει εἰς τὴ ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, καὶ τὸ ἄλλο, τὸ τῆς ἀποκαταστάσεως, πρέπει νὰ γείνῃ νομοθετικῶς· ἐχώρισαν λοιπὸν τὰ δικαιώματα τῆς μιᾶς ἀπὸ τῆς ἄλλης ἐξουσίας. Θὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Συνοδινὸν, δὲν συνέπεσε κατὰ τὸ διάστημα τοῦ δικηγορικοῦ του βίου ν’ ἀπαντήσῃ πολλοὺς καταδικασθέντας διὰ μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς ἀποφάσεως, καὶ ἐν τούτοις ἡ χάρις νὰ δοθῇ εἰς τὸν ἕνα, καὶ εἰς τὸν ἄλλον ὄχι; Εἶναι ὑπόχρεως λοιπὸν τότε ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία νὰ δώσῃ ἐπίσης εἰς ὅλους χάριν; Ὄχι· εἰς τὸ αὐτὸ συμπέρασμα φθάνομεν καὶ ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἔχομεν κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ κ. Ῥικάκη τὸ δικαίωμα διὰ Νόμου νὰ δώσωμεν τὴν ἀποκατάστασιν. Ἠμποροῦμεν λοιπὸν διὰ μιᾶς ψηφοφορίας ν’ ἀποφανθῶμεν περὶ τριῶν προσώπων, ἐκπληρούντων διάφορα καθήκοντα κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῆς ἐκλογῆς; Ὄχι· διότι, κύριοι, ἐγὼ ἴσως θέλω νὰ ἦμαι αὐστηρότερος τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ πεζικοῦ Στρατοῦ, ἄλλος εἰς τὸν Μοίραρχον, ἄλλος εἰς τὸν Νομάρχην, ὁ ὁποῖος κατέχει τόσον ὑψηλὴν θέσιν καὶ παρέβη τὸ καθῆκόν του· δύνανται νὰ ὑπάρχουν καὶ ἄλλοι λόγοι, ὅτι ὁ Νομάρχης κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔχω ἐγὼ, ἕνεκα τῆς κοινωνικῆς του θέσεως νὰ παρέσυρε τοὺς ἄλλους δύω, καὶ ἐγένοντο θύματα τῶν παρακινήσεων τοῦ Νομάρχου. Πῶς λοιπὸν νὰ ψηφίσω ἐγὼ ὑπὲρ τῶν τριῶν, ὅταν τὸ ζήτημα ψηφοφορῆται σύνθετον;
§141ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Ὁ κ. Πετιμεζᾶς νομίζει, ὅτι ἡ Βουλὴ πρόκειται νὰ μεταβληθῇ εἰς δικαστήριον, νὰ δικάσῃ τρεῖς ἀνθρώπους, καὶ νὰ κηρύξῃ ἔνοχον τὸν ἕνα καὶ τὸν ἄλλον ἀθῶον. Ἀλλ’ ἐὰν ἐκδώσωμεν τοιαύτην ἀπόφασιν ἀντιφατικὴν, κινδυνεύομεν νὰ κατακριθῶμεν, διότι θὰ ἐκδώσωμεν δύω ἀντιφατικὰς ἀποφάσεις, ἐνῷ δὲν διατρέχομεν τὸν κίνδυνον αὐτὸν, ἂν παραδεχθῶμεν τὴν μίαν ψηφοφορίαν.
§142ΡΙΚΑΚΗΣ. Τὸ ζήτημα λύεται κατ’ ἀναλογίαν τῆς φανερᾶς ψηφοφορίας. Ἐπὶ ταύτης πᾶς τις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ χωρίσῃ τὸ ζήτημα διὰ τὸν Α ἢ τὸν Β ἑπομένως καὶ ἐπὶ τῆς μυστικῆς ψηφοφορίας πρέπει νὰ γείνῃ ἡ ψηφοφορία χωριστὰ δι’ ἕνα ἕκαστον.
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πιστεύω νὰ ἐπιμένῃ κανεὶς, ὅτι τὸ ζήτημα δὲν εἶναι σύνθετον· πρέπει λοιπὸν νὰ ἔχωμεν 4 κάλπας, πρέπει νὰ κατατεθῇ ἡ τροπολογία τοῦ κ. Δραγούμη, ἡ τροπολογία τοῦ κ. Ζέρβα, νὰ τυπωθῶσιν, ὅπως ἠξεύρῃ ἡ Βουλὴ τί θὰ ψηφίσῃ, διότι ἐπὶ μυστικῆς ψηφοφορίας, μὴ λησμονῆτε, ὅτι δὲν γίνεται χωριστὰ ψηφοφορία ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν καθέκαστα καὶ τοῦ συνόλου.
§144ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρατηρῶ, ὅτι ἡ τροπολογία μου, ἀκριβῶς εἰπεῖν, δὲν εἶναι τροπολογία, ἀλλ’ ἁπλῆ διασάφησις, διότι ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι οἱ ὑπογράψαντες αὐτὸ ἐννοοῦσιν ἐπὶ τὸ μέλλον ν’ ἀποδώσωσι τὰ δικαιώματα εἰς τοὺς τρεῖς αὐτοὺς καταδικασθέντας· ἑπομένως ἀρκεῖ καὶ ἂν ἁπλῶς σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ, ὅτι τοῦτο ἐννοεῖ ἡ Βουλή.
§145ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§146ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Προστιθεμένου καὶ ὅτι δὲν δύνανται νὰ παραβλαφθῶσι δικαιώματα οὔτε τρίτων, οὔτε τοῦ δημοσίου.
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζει ἡ Βουλὴ, ὅτι ἀρκεῖ τοῦτο νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικά;
§148ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§149ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Βεβαίως, κύριοι, θὰ θαυμάσητε, ὅτι, ἐνῷ ὑπέγραψα εἰς τὴν πρότασιν, σήμερον ἀναβαίνω τὸ βῆμα, ὅπως ὑποβάλω πρότασιν ἀπαραδέκτου.
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν ἀπέῤῥιψεν ἡ Βουλὴ προηγουμένως.
§151ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Θὰ ὁμιλήσω κατὰ τῆς ἀρχῆς.
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐτελείωσεν ἡ συζήτησις· εἴμεθα εἰς τὴν ψηφοφορίαν.
§153ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Πῶς εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλὴ νὰ παραδεχθῇ τὸ Νομοσχέδιον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἀντιβαίνει εἰς τὸ ἄρθρον 29 τοῦ Συντάγματος; Ἀκούσατε τί λέγει (ἀναγινώσκει τὸ ἄρθρον).
§154ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ περίστασις.
§155ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν εἶναι ὠφέλεια προσώπου ἐδῶ;
§156ΡΙΚΑΚΗΣ. Πρόκειται ν’ ἀποδώσωμεν ἀποκατάστασιν.
§157ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ παρατηρῶ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι διὰ τῆς πράξεώς της ταύτης ἡ Βουλὴ κάμνει ὑπέρβασιν καθήκοντος, ψηφίζουσα νόμους ἔχοντας ὀπισθοδρομικὴν δύναμιν.
§158ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ἔχει ὀπισθενεργὸν δύναμιν.
§159Θ. ΖΕΡΒΟΣ. Ἐπειδὴ, κύριοι, ὑπέγραψα τὴν πρότασιν ταύτην, ὀφείλω νὰ τὴν ὑπερασπίσω. Ἴδιον τοῦ ἀνθρώπου τὸ ἁμαρτάνειν, καὶ τοῦ Θεοῦ τὸ συγχωρεῖν. Ἐὰν αὐτοὶ ἡμάρτησαν, καὶ οἱ τέσσαρες ζητοῦν ἤδη τὸ ἔλεος ἀπὸ τὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ Ἔθνους. Καὶ ἡμεῖς, κύριοι, παρανόμως εἰσηγάγομεν τὸν κ. Ζαΐμην. Ἀλλὰ εἴμεθα σῶμα ὁρκωτικὸν, καὶ τὸ σῶμα τὸ ὁρκωτικὸν κρίνει κατὰ συνείδησιν, καὶ διὰ τοῦτο εἴπομεν, ὅτι ἐκαλπονοθεύθη ἡ κάλπη τοῦ κ. Ζαΐμη.
§160ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὥστε δὲν εἰσῆλθε παρανόμως.
§161Θ. ΖΕΡΒΟΣ. Διὰ τοῦτο αὐτοὶ οἱ τέσσαρες πρέπει νὰ ἱκανοποιηθοῦν διὰ μιᾶς κάλπης.
§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ψηφοφορία θὰ γείνῃ τὴν Δευτέραν, διὰ νὰ ἑτοιμάσωμεν κάλπας. Ἄλλο ἀντικείμενον εἶναι ἡ πρώτη συζήτησις τοῦ Νομοσχεδίου περὶ ἀγορᾶς οἰκίας διὰ τὴν ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείαν.
§163ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Κύριοι, φρονῶ, ὅτι εἰς τὴν κρίσιμον κατάστασιν τὴν οἰκονομικὴν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται σήμερον ἡ πατρίς μας, πρέπει τὸ Νομοσχέδιον αὐτὸ ν’ ἀναβληθῇ μετὰ τὸν προϋπολογισμὸν, διὰ νὰ ἴδωμεν ποία θὰ ἦναι ἡ κατάστασις τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, καὶ ἂν δυνηθῶμεν νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς μᾶλλον κατεπειγούσας ἀνάγκας τοῦ προϋπολογισμοῦ. Διότι, ὡς παρετήρησα, θὰ πληρώνωμεν τόκους διὰ 400 χιλ. δραχμὰς, οἵτινες εἶναι ἀσυγκρίτως πολὺ ἀνώτεροι τοῦ ἐνοικίου, τὸ ὁποῖον πληρόνομεν, καὶ κατὰ συνέπειαν ἡ ἀγορὰ αὕτη δὲν εἶναι συμφέρουσα εἰς τὸ Ἔθνος. Μετὰ τὸν προϋπολογισμὸν ἂς ἀναβληθῇ, καὶ ἂν εὑρίσκηται εἰς κατάστασιν τὸ Ἔθνος, τὴν ἀγοράζομεν.
§164ΡΙΚΑΚΗΣ. Κύριοι, ὅταν ὑπεβλήθη εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τὸ Νομοσχέδιον, ὀφείλω νὰ σᾶς ὁμολογήσω, ὅτι, ἅμα ἤκουσα αὔξησιν δαπανῶν, προδιετέθην ἐναντίον αὐτοῦ χάριν οἰκονομικῶν λόγων. Ἀλλὰ, κύριοι, παρετηρήσαμεν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ πρῶτον, ὅτι διὰ λόγους ὄχι μόνον οἰκονομικούς, ἀλλὰ καὶ πολιτικοὺς, συμφέρει εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀφοῦ ὅλα τὰ ἄλλα Κράτη ἔχουσιν ἰδιόκτητα μέγαρα ἐν Κωνσταντινουπόλει, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὑψοῦται ἡ ἐθνικὴ σημαία τοῦ Κράτους ἐκείνου, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκει τὸ οἰκοδόμημα, παρὰ πᾶν ἄλλο Κράτος δικαιοῦται καὶ συμφέρει ἡ Ἑλλὰς νὰ ἔχῃ μίαν ἰδιοκτησίαν, ἐπὶ τῆς ὁποίας νὰ ὑψοῦται ἡ Ἑλληνικὴ σημαία. 40 χιλιάδες δραχμαὶ, τὰς ὁποίας θὰ πληρώνωμεν κατ’ ἔτος ἐπὶ 10 ἔτη, θὰ ὑπηρετήσωσι συμφέροντα πολὺ μεγαλείτερα. Ἑπομένως, κύριοι, ἀπέναντι αὐτοῦ ἰδίως τοῦ λόγου ἐθεωρήσαμεν, ὅτι ἡ δαπάνη αὕτη πρῶτον εἶναι πολὺ μικρὰ, καὶ ἔπειτα φέρει ὠφέλειαν εἰς τὸ Κράτος. Νομίζω, λοιπὸν, ὅτι, ἀφοῦ ὁμολογουμένως ἡ οἰκία, τὴν ὁποίαν ἀγοράζομεν, εἶναι διπλασίας ἀξίας, ἀφοῦ παρουσιάζεται εὐκαιρία, τὴν ὁποίαν ἄλλοτε δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ εὕρωμεν, ἀφοῦ, λέγω, γενικώτερα μᾶς ἐπιβάλλουσι συμφέροντα νὰ ἀποκτήσωμεν καὶ ἡμεῖς μίαν γωνίαν ἐν Κωνσταντινουπόλει, νομίζω, ὅτι ἡ μικρὰ αὕτη θυσία δύναται νὰ γείνῃ δικαίως καὶ ἐπωφελῶς.
§165ΦΙΛΗΜΩΝ. Δὲν ἐπίστευον, κύριοι, ὅτι ἤθελε παρουσιασθῇ σπουδαία ἀντίῤῥησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἐὰν νομίζητε, ὅτι ἡ ἀξιοπρεπὴς ἀντιπροσώπευσις τῆς Ἑλλάδος κατὰ τὴν Ἀνατολὴν εἶναι ζήτημα, ὅπερ δυνάμεθα νὰ παρέλθωμεν ἀβρόχοις ποσὶ καὶ ἀπαρατήρητον, πλανᾶσθε εἰς ἄκρον. Εὑρισκόμεθα καὶ ζῶμεν ἐν τῇ Ἀνατολῇ, ζῶμεν δηλ. ἐν χώραις, αἵτινες εἰς τὴν ἐξωτερικὴν ἐπίδειξιν δίδουσι σημασίαν μεγάλην. Πρέπει ἐπίσης νὰ συλλογισθῆτε, ὅτι ὁ πρέσβυς τῆς Ἑλλάδος ἐν Κωνσταντινουπόλει δὲν εἶναι ὁ ἀντιπρόσωπος, εἰς ὃν ἀποβλέπουσιν αἱ μόναι 20 ἢ 30,000 τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων, ἀλλ’ ἐκεῖνος, εἰς ὃν ἀποβλέπουσι 300,000 τῶν Ἑλλήνων τῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει, ἀπὸ τοῦ τελευταίου μέχρι τοῦ ἀνωτάτου. Ἐν Κωνσταντινουπόλει καὶ αὐτὰ τὰ μικρότατα Κράτη, ἅτινα δὲν ἔχουσι τόσῳ μεγάλα συμφέροντα καὶ τόσους ὑπηκόους ὅσους ἡμεῖς, τὰ βλέπομεν ἔχοντα καταστήματα ἴδια διὰ τὰς πρεσβείας των, καὶ ἀξιοπρεπῆ τὴν παράστασιν τῶν ἀντιπροσώπων των. Ὁ πρέσβυς ὅμως ἡμῶν στερεῖται ὅλως τῆς τοιαύτης παραστάσεως, τῆς τοιαύτης ἰδίας κατοικίας, ὑπ’ ἐνοίκιον μεταβαίνων ἀπὸ οἰκίας εἰς οἰκίαν, μὴ δυνάμενος νὰ φιλοξενήσῃ τὸν ἔσχατον τῶν ὑπαλλήλων τῆς Τουρκίας, ἢ εἴς τινα τῶν ἄλλων συναδέλφων του ν’ ἀνταποδώσῃ τὰς ὀφειλομένας περιποιήσεις. Τὸ τοιοῦτον ταπεινοῖ τὸ φρόνημα περὶ ἡμῶν. Ταῦτα ἀρκοῦσιν ἐπὶ τοῦ παρόντος, ὅσῳ ἀφορᾷ εἰς τὴν ἀξιοπρεπῆ ἀντιπροσώπευσιν τοῦ ἔθνους. Καθ’ ὅσον δὲ ἀφορᾷ τὴν ἀγορὰν αὐτὴν, θὰ σᾶς δώσω πληροφορίας τινὰς, ἃς ἔλαβον ἐν Κωνσταντινουπόλει ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως. Ἡ οἰκία αὕτη ἔχει ἀξίαν ὑπὲρ τὸ ἑκατομμύριον, διότι ἐν Κωνσταντινουπόλει ὅλαι αἱ οἰκίαι καὶ τὰ οἰκόπεδα ὑπερτιμῶνται. Εἶναι δὲ οἰκία ἀξιοπρεπὴς, πωλουμένη δὲ εἰς ἡμᾶς ἀντὶ 400,000 δραχμῶν, δύναται νὰ θεωρηθῇ, ὅτι εἶναι δῶρον ἐκ μέρους τοῦ ἰδιοκτήτου, πράγματι δωρεὰ, μάλιστα μετὰ τῶν ἐπίπλων, ἅτινα εἶναι πολυτελῆ, καὶ τῆς ἐκκλησίας, ἥτις ἐπίσης μεγάλην ἔχει ἀξίαν. Περατῶν δὲ τὰς ὀλίγας λέξεις ταύτας, ἐπαναλαμβάνω ὅ,τι εἶπον πρὸ ἡμερῶν· ἢ πρέπει νὰ καταργήσητε καὶ τὰς Πρεσβείας καὶ τὰ Προξενεῖα τὰ ἐν τῇ Ἀνατολῇ, ἢ πρέπει νὰ περιβάλητε τὴν ἐν τῇ Τουρκίᾳ ἀντιπροσωπείαν ἡμῶν μὲ ἀξιοπρεπῆ παράστασιν. Μὴ λησμονῆτε πρὸς τίνα Κυβέρνησιν ἔχομεν διαρκεῖς σχέσεις, καὶ πόσον ἡ ἐξωτερικὴ παράστασις ἀσκεῖ βαρύτητα καὶ ἐπιῤῥοὴν εἰς αὐτήν. Ἐὰν δὲ δὲν ἦτο πρέσβυς ὁ κ. Κουντουριώτης, ὅστις καὶ ὡς ἐκ τοῦ ὀνόματος καὶ ὡς ἐκ τῆς ἰδιαιτέρας του θέσεως τηρεῖ τὴν δέουσαν ἀξιοπρέπειαν τῆς Ἑλληνικῆς Πρεσβείας, καί τοι ὑποβαλλόμενος πρὸς τοῦτο εἰς χρέη καὶ εἰς ἄλλα βάρη, ἀπέναντι τοῦ σχετικῶς μικροῦ μισθοῦ, ὃν λαμβάνει πιστεύσατε, ὅτι ἔτι μᾶλλον θὰ ἦτο τεταπεινωμένη ἡ ἀξιοπρέπεια τῆς Ἑλλάδος.
§166Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριοι, δὲν ἀρνεῖται κανείς, ὅτι ἡ ἀντιπροσώπευσις τῆς Ἑλλάδος ἐν τῷ ἐξωτερικῷ πρέπει νὰ παρέχῃ γόητρον, ἰδίως πρὸς τὰ μέρη τῆς Ἀνατολῆς, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ ἐκπληρώσῃ τὸν προορισμόν της. Δὲν ἀρνεῖταί τις, ὅτι ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος οἰκία παρέχει πολλὰ τὰ πλεονεκτήματα εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, διότι πράγματι δι’ ἑνὸς ποσοῦ, σχετικῶς μικροῦ πρὸς τὴν ἀξίαν τῆς οἰκοδομῆς, πρόκειται τὸ Κράτος νὰ ἀποκτήσῃ μίαν ἔκτασιν ἐν Κωνσταντινουπόλει, ὅπως ἔχῃ Ἑλληνικὴν Πρεσβείαν. Ἀλλὰ καὶ μὲ ὅλην τὴν ἐπιθυμίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Βουλὴ, ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ν’ ἀντιπροσωπεύηται ἡ Ἑλλὰς ἀξιοπρεπῶς, δυστυχῶς ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ τόπου εἶναι τοιαύτη, ὥστε δὲν δύναται νὰ πράξῃ τοῦτο. Ὅταν πρόκηται νὰ ἐκποιήσῃ τὰ μοναστηριακὰ κτήματα, εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν τὰ ἱερὰ πρόκειται νὰ τεθῶσιν εἰς δημοπρασίαν, νὰ ἔρχηται ἡ Κυβέρνησις νὰ ζητῇ ν’ ἀγοράσωμεν οἰκίαν, δὲν τὸ θεωρῶ ὀρθὸν, καὶ θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ ἀναβάλωμεν τὸ ζήτημα, διότι ἡ ἐξωτερικὴ παράστασις τῆς Ἑλλάδος κατ’ οὐδὲν θέλει συντελέσει, ὅταν τὰ οἰκονομικὰ μέσα τοῦ τόπου εἶναι τοιαῦτα, ὥστε νὰ θέσωμεν ἀνθρώπους, ἐπὶ πολλὰ ἔτη ὑπηρετοῦντας, εἰς τοὺς δρόμους. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι εἶναι πρέπον νὰ ἀναβληθῇ τοῦτο μετὰ τὸν προϋπολογισμόν.
§167Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν συμφωνῶ ποσῶς μὲ τὸν προλαλήσαντα. Εἶμαι καὶ ἐγὼ ὑπὲρ τῶν οἰκονομιῶν, ἀλλ’ ὅταν προτείνεται ἡ ἀναβολὴ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἰδίως τῆς συμβάσεως τῆς συναφθείσης διὰ τὴν ἐν Κωνσταντινουπόλει οἰκίαν, ὅπως χρησιμεύσῃ ὡς Μέγαρον τῆς Πρεσβείας, αὐτὸ δὲν εἶναι οἰκονομία. Δὲν εἶναι οἰκονομία, κ. πρόεδρε, διότι ἡ οἰκονομία πρέπει νὰ γίνεται ἐκεῖ ὅπου δὲν προσβάλλεται καὶ αὐτὴ ἡ οἰκονομία, καὶ ἡ ἀξιοπρέπεια καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου ἀφ’ ἑτέρου. Διὰ τῆς συμβάσεως αὐτῆς εἴμεθα ὑπόχρεοι, νομίζω, ἐπὶ 10 ἔτη νὰ πληρώνωμεν ἀνὰ 40 χιλ. δραχμὰς, ὅπως ἀποτίσωμεν τὸ χρέος πρὸς τὸν ἰδιοκτήτην. Ποία εἶναι ἡ δαπάνη, ἡ ὁποία προστίθεται εἰς τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἔχομεν σήμερον διὰ τὰ ἐνοίκια τῆς Πρεσβείας; Ἐλαχίστη. Καὶ θέλομεν νὰ φέρωμεν τὴν οἰκονομίαν ἐπὶ μιᾶς ἐλαχίστης δαπάνης, ἡ ὁποία θέλει μᾶς χρησιμεύσει, ὅπως παρασταθῶμεν καὶ ἡμεῖς διὰ τοῦ πρέσβεώς μας ἐν Κωνσταντινουπόλει ὡς ἔθνος τῷ ὄντι ἀνεξάρτητον. Ἄλλως, κ. Πρόεδρε, δὲν λέγω καὶ ἐγὼ τὸ ἐναντίον, δὲν λέγω, ὅτι αἱ συμβάσεις ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως πρέπει πάντοτε τυφλοῖς ὄμμασι νὰ κυρῶνται· ἀλλὰ ὑπάρχουν καὶ συμβάσεις τινὲς, ὡς ἡ παροῦσα, ἡ ὁποία δὲν προσβάλλει κατὰ τὴν κρίσιν μου, ὡς εἶπον, τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου, οὔτε ὑποβάλλει τὸν τόπον εἰς μεγάλας θυσίας, ὅπως γείνῃ λόγος περὶ τῆς οἰκίας αὐτῆς, διότι ἡ οἰκονομία αὕτη δὲν πιστεύω νὰ ἦναι ἀνωτέρα τῶν 20,000 δραχμῶν κατ’ ἔτος. Ἡ Πρεσβεία ἄλλοτε ἦτο εἰς ὑπόγειον καὶ Ξενοδοχεῖον. Λέγω λοιπὸν, ἡ δαπάνη, τὴν ὁποίαν θὰ ἀναγκασθῇ νὰ κάμῃ τὸ ἔθνος διὰ τὴν ἀγορὰν τοῦ Μεγάρου ἐν Κωνσταντινουπόλει, δὲν εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ τὸ ὑποβάλωμεν εἰς συζήτησιν οἰκονομικὴν, ἀφοῦ ἅπαξ ἐγένετο ἡ σύμβασις καὶ ἡ ἀγορὰ εἶναι εἰς μετριωτάτην τιμὴν, διότι καὶ ἐγὼ εἶδον τὴν Κωνσταντινούπολιν καὶ ἠξεύρω ποίαν ἀξίαν ἔχουν τὰ οἰκόπεδα. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ἡ σύμβασις πρέπει νὰ κυρωθῇ.
§168ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.) Μετὰ τὰ λεχθέντα, κύριοι, ὑπὸ τῶν ἐντίμων ἀγορευσάντων ὑπὲρ τῆς παραδοχῆς τῆς περὶ ἧς πρόκειται συμβάσεως, δὲν ἔχω νὰ εἴπω ἢ ὀλίγα τινά. Καὶ πρῶτον ἡ ἀναβολὴ, τὴν ὁποίαν ἐπρότειναν ὁ κ. Μαυρομιχάλης καὶ ὁ κ. Δουζίνας, ἰσοδυναμεῖ μὲ τὴν ὁλοσχερῆ ἀπόῤῥιψιν τῆς συμβάσεως, διότι ἐντὸς αὐτῆς ὑπάρχει ὁ ὅρος, ὅτι, ἂν ἐντὸς τῆς παρούσης Συνόδου δὲν κυρωθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἡ σύμβασις, θεωρεῖται αὐτοδικαίως ἄκυρος. Ἐὰν λοιπὸν ἡ Βουλὴ δὲν κυρώσῃ τὴν σύμβασιν ἢ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν αὐτῆς, εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτό. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν οὐσίαν τοῦ πράγματος, παρατηρῶ, ὅτι τῷ ὄντι εἶναι πολύτιμον ἀπόκτημα διὰ τὸ Δημόσιον καὶ τὸ Ἔθνος ἡ ἀγορὰ τοῦ Μεγάρου τούτου ἐν Κωνσταντινουπόλει, καὶ διὰ τὸν ἠθικὸν λόγον καὶ διὰ τὴν ἀξίαν τοῦ κτήματος. Ἡ Πρεσβεία ἐν Κωνσταντινουπόλει, ὅπως σᾶς εἶπον οἱ προαγορεύσαντες, ἕνεκα τοῦ γλίσχρου ἐνοικίου ὅπερ πληρώνει, μετατίθεται ἀπὸ τοῦ ἑνὸς εἰς τὸ ἕτερον πενιχρὸν οἴκημα.
§169ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ποῖος πληρώνει τὸ ἐνοίκιον, τὸ Δημόσιον ἢ ὁ Πρέσβυς;
§170ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι, διότι δὲν ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ τὸ ἐξετάσω· θὰ παρατηρήσω τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ θὰ σᾶς πληροφορήσω.
§171ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἐὰν τὸ πληρώνῃ ὁ Πρέσβυς ἐκ τῆς ἀποζημιώσεώς του, τότε πιστεύω, ὅτι θ’ ἀφαιρεθῇ τὸ ποσὸν τοῦ ἐνοικίου.
§172ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ζήτημα τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐὰν νομίζῃ ἡ Βουλὴ, ὅτι ἡ ἀντιμισθία τοῦ Πρέσβεως εἶναι ὑπερβολικὴ, ἠμπορεῖ νὰ τὴν ἐλαττώσῃ. Εἶναι ἀνάγκη λοιπὸν ἡ Πρεσβεία ἐν Κωνσταντινουπόλει νὰ ἔχῃ οἴκημα ἀξιοπρεπὲς, νὰ δύναται νὰ εὑρίσκῃ ἕκαστος τὸν Πρέσβυν, καὶ νὰ δύναται νὰ δέχηται καὶ διακρίνηται αὐτὸς ὡς ἀντιπροσωπεύων ὄχι τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ τὸν Ἑλληνισμόν. Ἀλλὰ πλὴν τοῦ ἠθικοῦ τούτου λόγου, εἶναι καὶ τὸ συμφέρον αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ τὸ συνηγοροῦν ὑπὲρ τῆς ἀποκτήσεως τῆς προκειμένης οἰκίας. Ὁ Πρέσβυς δι’ ἐγγράφου του πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν βεβαιοῖ, ὅτι ἡ ἀξία τῆς οἰκίας ὑπερβαίνει τὰς 700,000 μετὰ τῶν ἐν αὐτῇ ἐπίπλων. Πλὴν δὲ τούτου, ὁ ἰδιοκτήτης τῆς οἰκίας κ. Κωνσταντινίδης μετὰ τὸ τέλος τῆς ἀγορᾶς δωρεῖται πολύτιμα καὶ μεγάλης ἀξίας πράγματα εἰς τὸ ἑλληνικὸν δημόσιον, καθὰ ὁ ἐν Κωνσταντινουπόλει ἡμέτερος Πρέσβυς ἀνέφερεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ ἰδοὺ τὶ αὐτολεξεὶ γράφει: «Ἐκτὸς δὲ τούτων, ὁ κ. Κωνσταντινίδης μετὰ τὴν τελείωσιν τῆς ἀγορᾶς δωρεῖται εἰς τὸ Δημόσιον, ἵνα μείνωσιν ὡς προὶξ ἀναφαίρετος τοῦ παρεκκλησίου, ἕτερα ἱερὰ σκεύη καὶ ἄμφια πολλὰ, ἀληθῶς πλούσια καὶ βαρύτιμα, ὧν ἡ ἀγορὰ ἐστοίχισεν αὐτῷ μέγα βεβαίως χρηματικὸν ποσὸν, καὶ νομίζω, ὅτι διὰ τὸ οἰκόπεδον, τὴν οἰκοδομὴν, τὰ ἔπιπλα, τὸ παρεκκλήσιον, τὰ ἱερὰ ἐξ ἀργύρου σκεύη καὶ τὰ ποικίλα χρυσοΰφαντα ἄμφια, δὲν ἔχει δαπανήσει ἧττον τῶν ἑξακοσίων ἢ ἑπτακοσίων χιλιάδων φράγκων, ὅσα ἀρχῆθεν ἐζήτει. Ἀλλ’ εἰμὶ πεπεισμένος, ὅτι, ἐκτὸς τῶν ἀνωτέρω ὑποδειχθέντων λόγων, τὸ αἴτιον, ὅπερ πρὸ παντὸς ἄλλου κινεῖ αὐτὸν εἰς τὸ νὰ συγκαταβῇ σήμερον εἰς τὸ ἥμισυ τῆς τιμῆς, εἶναι ἡ εὐγενὴς φιλοτιμία τοῦ νὰ μὴ περιέλθῃ τὸ μέγαρον αὐτοῦ (ὅπως ὁ ἴδιος τὸ ἀποκαλεῖ) εἰς τὸν τυχόντα ἰδιώτην. Καὶ τῷ ὄντι μετὰ τὴν ἐντεῦθεν ἀναχώρησίν του μόνος ὁ ἐν μακαρίᾳ τῇ λήξει Πατριάρχης Ἱεροσολύμων Κύριλλος ἐνῴκησεν, ἔπειτα δὲ, ἀφοῦ ἔμεινε κλειστὸν, τὸ παρεχώρησεν εἰς ἐμέ, ἀπεποιήθη ὅμως νὰ τὸ ἐκμισθώσῃ εἰς ἰδιώτας, καίπερ αἱ προσφοραὶ δὲν ἔλειψαν αὐτῷ. Καὶ ἐνῷ ἕτεροι ἔδιδον μεῖζον ἐνοίκιον, προετίμησε νὰ γείνῃ Ἑλληνικὴ Πρεσβεία, ἀντὶ ἐνοικίου μισθώματος πολλῷ μικροτέρου.» Ἐκτὸς λοιπὸν τῆς ἀξίας τοῦ οἰκοδομήματος, ἥτις συνίσταται εἰς 700,000 φράγκα, ὁ ἰδιοκτήτης δωρεῖται εἰς τὸ Δημόσιον τὸ Ἑλληνικὸν πολύτιμα πράγματα εὑρισκόμενα ἐν τῷ παρεκκλησίῳ, τῷ ἐντὸς τῆς περιφερείας τοῦ Μεγάρου, μεγάλης ἀξίας. Θὰ πληρώσωμεν τὸ τίμημα ἐντὸς 10 ἐτῶν, ἀνὰ 40 χιλιάδας φρ. τόκον δὲ 4 τοῖς ἑκατόν. Ἐὰν ὅμως ἡ Κυβέρνησις ἡ Ἑλληνικὴ θελήσῃ νὰ πληρώσῃ τὸ τίμημα ἐντὸς τοῦ 1880, τότε ὁ ἰδιοκτήτης συγκατατίθεται νὰ λάβῃ μόνον 340 χιλιάδας, ὃ ἐστὶν ἀφαιρεῖται ποσὸν ἐξ 60 χιλιάδων φρ. ἐκ τοῦ ὁλικοῦ τιμήματος τῶν 400,000.
§173ΡΑΛΛΗΣ. Ἠμπορεῖτε νὰ μοῦ εἰπῆτε τὴν διαφορὰν, ἐὰν καταβληθῶσιν αἱ 340 χιλιάδες ἐκ τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων, καὶ ἂν ἦναι συμφερώτερον τοῦτο;
§174ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸς εἶναι ὑπολογισμός, τὸν ὁποῖον δὲν ἔκαμα, ἀλλὰ τὸν ὁποῖον δυνάμεθα νὰ κάμωμεν· νομίζω, ὅμως, ὅτι εἶναι συμφερώτερον νὰ πληρώσωμεν τὰ χρήματα εἰς 10 δόσεις μὲ 4%. Ἀπαντῶ ἤδη εἰς τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Καράπαυλος. Ἀφοῦ ἔλαβα τὸν προϋπολογισμὸν ἀνὰ χεῖρας, παρατηρῶ ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅτι τὸ ἐνοίκιον τῆς ἐξοχικῆς οἰκίας τῆς Πρεσβείας καὶ τὰ ἔξοδα τοῦ γραφείου αὐτῆς, ἐπὶ ἀποδόσει λογαριασμοῦ, πληρόνονται ἀπὸ τὸ Δημόσιον ταμεῖον καὶ εἶναι προσδιωρισμέναι ἐτησίως 8 χιλιάδες δραχμαί. Ἀλλὰ πλὴν τούτου πληρώνομεν ἐνοίκιον καὶ διὰ τὸ ἐμπορικὸν γραφεῖον, τὸ ὁποῖον δύναται, ἴσως νὰ τοποθετηθῇ ἐκεῖ.
§175ΦΙΛΗΜΩΝ. Δὲν δύναται....
§176ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ μέγαρον εἶναι τοιοῦτον, ὥστε καὶ διὰ τὴν Πρεσβείαν καὶ διὰ τὸ ἐμπορικὸν γραφεῖον νὰ ἐπαρκέσῃ.
§177ΦΙΛΗΜΩΝ. Δὲν μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι ἀκριβὲς αὐτό· δὲν ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ.
§178ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν ἠμπορῇ νὰ γείνῃ, θὰ προκύψῃ οἰκονομία καὶ ἐκ τούτου.
§179ΨΥΛΛΑΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἐνοίκιον τῆς ἐξοχικῆς οἰκίας· ἡ Πρεσβεία ὅμως ἡ ἐν Σταυροδρομίῳ πληρώνεται ἀπὸ τὸν Πρέσβυν.
§180ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν δευτέραν ἢ τρίτην συζήτησιν ὑπόσχομαι νὰ παρουσιάσω εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας διὰ τὰ πληρωνόμενα ἐνοίκια, καὶ ἀκριβῆ ὑπολογισμὸν περὶ τοῦ συμφερωτέρου τρόπου τῆς ἐξοφλήσεως τῆς ἀγορᾶς, ἂν δηλαδὴ συμφέρῃ νὰ ἐξοφληθῇ ἐντὸς τοῦ 1880 μὲ τὴν ἔκπτωσιν τῶν 60,000 φράγκων, ἢ ἂν συμφέρῃ νὰ ἐξοφληθῇ εἰς δέκα ἐτησίας δόσεις, ἐπὶ ἐτησίῳ τόκῳ 4%.
§181ΚΑΡΔΑΡΑΣ. Ὑποστηρίζω τὴν ἀγορὰν τοῦ οἰκήματος τούτου· τὸ γνωρίζω, πραγματικῶς δὲ ἔχει ἀξίαν 1,000,000 δραχμῶν.
§182ΠΕΤΟΥΣΗΣ. Βεβαίως, κύριοι, οὐδεὶς δύναται ν’ ἀρνηθῇ τὴν ἀνάγκην τοῦ μέτρου τούτου, ὅταν δυνάμεθα νὰ πραγματοποιήσωμεν αὐτὸ ἀξιοπρεπῶς. Ἀλλὰ δὲν συμμερίζομαι τὴν ἰδέαν ἐκείνων, οἵτινες νομίζουσιν, ὅτι διὰ μιᾶς ἀγορᾶς οἰκίας ἐν Κωνσταντινουπόλου θ’ ἀντιπροσωπευθῶμεν ἐπαρκῶς. Τοῦτο ἤθελεν εἶσθαι ἔλεγχος ὑβριστικὸς διὰ τὸν Ἑλληνισμόν.
§183ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν τὸ εἶπεν αὐτὸ κανεὶς, κ. Πετούση.
§184ΠΕΤΟΥΣΗΣ. Καὶ ὁ ἐλεύθερος Ἕλλην καὶ ὁ δοῦλος θέλουν τὸν Ἕλληνα πρέσβυν ἀξιοπρεπῆ, αὐτὸν καθ’ ἑαυτὸν, θέλουν τὴν Κυβέρνησιν τὴν Ἑλληνικὴν καὶ τὸ Ἔθνος τὸ Ἑλληνικὸν, δυνάμενον νὰ παρασταθῇ ἐνώπιον τῶν ἄλλων ἐθνῶν ὑπὸ ἔποψιν ἀξιοπρεπείας οἰκονομικῆς, πολιτικῆς καὶ διοικητικῆς· εἶμαι ὅμως πάντοτε, ὡς σᾶς προεῖπον, ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς, ἂν δυνάμεθα διὰ τρόπου, ὅστις δὲν παραβλάπτει τὰ δημόσια, καὶ μοὶ φαίνεται, ὅτι ὁ προτεινόμενος τρόπος εἶναι εὐκταῖος. Ἀλλὰ θεωρῶ, ὅτι καθῆκον ἔχει ἡ Βουλὴ νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τὰς δεούσας πληροφορίας περὶ τοῦ εἴδους τοῦ οἰκοδομήματος, τῆς ἐκτάσεως καὶ τῆς ἐν γένει καταστάσεως αὐτοῦ, διότι, ὅταν πρόκηται νὰ πληρώσωμεν 500 χιλιάδας δραχμῶν, ἀνάγκη νὰ ἐξετάσωμεν τὴν οἰκίαν, ἣν πρόκειται ν’ ἀγοράσωμεν, καὶ νὰ ἰδῶμεν ἂν ἀντιπροσωπεύῃ αὐτὴν τὴν τιμήν.
§185ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλαι αἱ πληροφορίαι, αἱ ὁποῖαι ζητοῦνται, περιέχονται εἰς τὴν ἔκθεσιν καὶ τὴν σύμβασιν. Περιπλέον δὲ, ὡς πρὸς τὸ οἴκημα, εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς εἶναι κατατεθειμένον τὸ διάγραμμα αὐτοῦ.
§186ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Συμφωνῶ πληρέστατα πρὸς ὅσα εἶπεν ὁ ἔντιμος συνάδελφός μας κ. Φιλήμων. Ἐὰν θέλωμεν νὰ ἔχωμεν Πρεσβείαν εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν, πρέπει νὰ φροντίσωμεν, ὅπως αὕτη ἔχῃ οἶκον ἀξιοπρεπῆ, δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι ἡ Πρεσβεία αὕτη εὑρίσκεται ἐν τῷ μέσῳ λαῶν Ἀνατολικῶν, καὶ οἱ Ἀνατολικοὶ λαοὶ ἀποβλέπουν καὶ εἰς τὴν ἐξωτερικὴν παράστασιν· δὲν ἀρκεῖ μόνον ὁ Πρέσβυς νὰ ἦναι ἀξιοπρεπὴς, πρέπει νὰ τὸν βλέπουν περιβεβλημένον καὶ μὲ τὴν ἐξωτερικὴν λαμπρότητα ἐκείνην, μεθ’ ἧς εἰσὶ συνειθισμένοι νὰ βλέπουν περιβεβλημένους τοὺς ἀρχηγοὺς αὑτῶν. Τὸ ἐν λόγῳ οἴκημα θεωρῶ καταλληλότατον διὰ Πρεσβείαν· πρὸ ὀκτὼ ἐτῶν ἤκουσα, ὅτι προσεφέρθη δι’ αὐτὸ τὸ ποσὸν 26 χιλ. λιρῶν Ὀθωμανικῶν εἰς τὸν ἰδιοκτήτην, ἐκτὸς τῶν ἐπίπλων, καὶ οὗτος ἠρνήθη νὰ τὸ ἐκποιήσῃ· ὑπελογίζετο δὲ ἡ ἀξία αὐτοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει περὶ τὰς 30 χιλ. λιρῶν ὀθωμανικῶν, ἤτοι 700 χιλ. φράγκα περίπου. Ἔκτοτε ὅμως τὰ κτήματα ἐν Κωνσταντινουπόλει ὑπετιμήθησαν, καὶ ὑποθέτω, ὅτι οὗτος εἶναι εἷς τῶν λόγων, δι’ οὓς ὁ ἰδιοκτήτης σήμερον συγκατατίθεται νὰ τὸ δώσῃ εἰς μικροτέραν τιμήν. Πρὶν ὅμως προβῶμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Νομοσχεδίου, ἤθελον ἐρωτήσει τὴν Κυβέρνησιν ἄν ποτε ἀπεπειράθη νὰ κάμῃ ἀνταλλαγὴν μετὰ τῆς Ὀθωμανικῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἔπραξαν ἕτεραι Κυβερνήσεις. Ἡ Γερμανία λ. χ. ἔλαβεν ἓν μέγα οἰκόπεδον ἐν Πέρᾳ, ἐφ’ οὗ ᾠκοδόμησε δι’ ἐξόδων αὑτῆς λαμπρὸν μέγαρον· ἡ δὲ Ἰταλικὴ Κυβέρνησις ἔλαβε παρὰ τῆς Πύλης δύω τοιαῦτα οἰκήματα, ἓν ἐν Πέρᾳ καὶ ἓν ἐν Θεραπείοις, ἀμφότερα, νομίζω, ἀξίας 40 χιλ. λιρῶν, ἀντὶ τῶν ὁποίων ἔδωκεν εἰς τὴν Πρεσβείαν τὴν Ὀθωμανικὴν ἓν μέγαρον ἐν Ῥώμῃ. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι δὲν θὰ ἦτο ἀλυσιτελὲς νὰ ζητήσῃ τοιαύτην ἀνταλλαγὴν καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις.
§187ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχομεν τί νὰ δώσωμεν ἡμεῖς.
§188ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Ἕν οἰκόπεδον τοὐλάχιστον....
§189ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχομεν οὔτε οἰκόπεδον.
§190ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θεωρῶ ἀναγκαίαν τὴν ἀγορὰν τῆς ῥηθείσης οἰκίας, καὶ φρονῶ, ὅτι τὸ Δημόσιον θὰ κάμῃ ἀγορὰν λίαν συμφέρουσαν.
§191ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ὁρίσωμεν ἀκριβῶς τὸ ποσὸν, διὰ τὸ ὁποῖον θέλομεν λάβει ὑποχρέωσιν ἐτησίαν, διότι, κατὰ τὴν σύμβασιν, ὑποθέτουσιν οἱ πλεῖστοι, ὅτι θὰ ἤμεθα ὑπόχρεοι νὰ πληρώνωμεν 40,000 δραχμὰς κατ’ ἔτος, καὶ ἂν οὕτως ἔχῃ, τὸ ποσὸν εἶναι ἀρκετὰ σπουδαῖον, ἵνα τὸ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ἐν ταῖς παρούσαις περιστάσεσι, καίτοι σπουδαιοτάτη εἶναι καὶ ἡ ἀνάγκη, τὴν ὁποίαν διὰ τοῦ ποσοῦ τούτου θέλομεν ἱκανοποιήσει. Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ ἀνάγκη τοσαύτης ἐτησίας δαπάνης. Τὸ κατ’ ἐμὲ, τὸ ἐτήσιον ποσὸν τῆς δαπάνης θὰ ἦναι πολὺ μικρότερον. Κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς, οὓς ἔκαμα ἐκ τοῦ προχείρου, συμφέρει εἰς τὸ Δημόσιον νὰ ἐκλέξῃ, καθ’ ὃ ἔχει δικαίωμα ἐκ τῆς συμβάσεως, τὴν πληρωμὴν ἐφάπαξ τῶν 340 χιλ. δραχμῶν, ἀντὶ τῆς πληρωμῆς τῆς ἐτησίας τῶν 40 χιλιάδων, πρὸς ἀπότισιν ἐντὸς δεκαετίας ὁλικοῦ ποσοῦ 400 χιλ. δραχμῶν μετὰ τοῦ τόκου αὐτῶν πρὸς 4%. Ἂν παραδεχθῆτε τὸ σύστημα τοῦτο, θὰ πληρώσητε τόκον 27 χιλ. δραχμὰς κατ’ ἔτος ἀπέναντι δανείου 340 χιλ. δραχμῶν πρὸς 8%. Ἀλλ’ ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου πρέπει νὰ γείνῃ ἀφαίρεσις, καὶ πολὺ ὀρθῶς ὁ Βουλευτὴς Πυλίας ἠρώτησεν ἂν ὁ πρεσβευτὴς ὁ ἐν Κωνσταντινουπόλει πληρόνῃ ἤδη ἐξ ἰδίων του τὸ ἐνοίκιον, ἢ ἂν τὸ ἐνοίκιον πληρόνεται ἤδη ἐκ δημοσίων χρημάτων. Τὸ ἐνοίκιον πληρόνει σήμερον ὁ πρεσβευτὴς ἐξ ἰδίων, τὰ δὲ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ σημειούμενα δὲν ἀφορῶσιν εἰς τὸ ἐνοίκιον τῆς κατὰ τὸ Σταυροδρόμιον οἰκίας, ἀφορῶσιν εἰς τὸ ἐνοίκιον τῆς οἰκίας τῆς κατὰ τὸν Βόσπορον, καὶ τοῦτο δὲ τὸ ἐνοίκιον μέχρι τοῦδε δὲν ἐπληρόνετο ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ πρόκειται ἤδη πρῶτον νὰ ψηφισθῇ τὸ μέτρον τοῦτο, περὶ οὗ εἰσέτι ἡ Βουλὴ δὲν ἀπεφάνθη· ὥστε σήμερον ὁ πρεσβευτὴς ὀφείλει νὰ πληρόνῃ καὶ τὸ ἐνοίκιον τῆς οἰκίας τοῦ Σταυροδρομίου καὶ τὸ ἐνοίκιον τῆς οἰκίας τοῦ Βοσπόρου. Ἐὰν δὲ τὸ Δημόσιον ἀποφασίσῃ νὰ ἀγοράσῃ ὑπὲρ τῆς Πρεσβείας οἴκημα ἐν Σταυροδρομίῳ, δὲν εἶναι βεβαίως δίκαιον, ὅπως ὅλον τὸ ποσὸν, ὅπερ θέλει ἐπιβαρύνει ἐτησίως τὸ Δημόσιον, καταλογισθῇ εἰς τὸν πρεσβευτὴν ἀτομικῶς, διότι τὸ Κράτος ἀποφασίζει νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀγορὰν χάριν συμφέροντος ἐθνικοῦ· ἀλλ’ οὐδὲ πάλιν νομίζω, ὅτι πρόκειται ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ ν’ αὐξήσωμεν τὸν μισθὸν τοῦ πρεσβευτοῦ, ἀπαλλάττοντες αὐτὸν ἀπὸ βάρους, τὸ ὁποῖον μέχρι τοῦδε εἶχε. Δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι ὁ μισθὸς τοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβευτοῦ δὲν εἶναι ἐπαρκὴς, ἀλλὰ σήμερον δὲν εἶναι ὁ πρὸς αὔξησιν τοῦ μισθοῦ κατάλληλος χρόνος· σήμερον νομίζω, ὅτι καὶ ὁ πρεσβευτὴς ὁ ἐν Κων|πόλει δύναται νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὸν γενικὸν κανόνα, εἰς ὃν θέλομεν ὑποβάλει τοὺς ὑπηρετοῦντας τὸ Κράτος χάριν οἰκονομιῶν. Ἀλλὰ πρὸς τοῦτο δυνάμεθα, ψηφίζοντες τὸν νόμον, νὰ λάβωμεν πρόνοιαν, ὅπως ἐκ τοῦ νόμου μὴ γείνῃ αὔξησις τοῦ ἐπιδόματός του. Ἤδη ὁ πρεσβευτὴς κατοικεῖ αὐτὴν ταύτην τὴν οἰκίαν, τὴν ὁποίαν πρόκειται ν’ ἀγοράσῃ τὸ δημόσιον, πληρόνει δ’ ἐνοίκιον κατὰ χάριν ἠλαττωμένον εἰς 350 λίρας, τουτέστιν εἰς 9 ἕως 10 χιλ. δρ. Ὅταν ἀφαιρέσητε τὸ ποσὸν τοῦτο ἀπὸ τοῦ ποσοῦ τῶν 27,000, τὸ ὁποῖον θέλει ἐπιβαρύνει τὸ Δημόσιον κατὰ τὴν σύμβασιν, περιορίζεται τὸ ποσὸν τῆς ἐτησίας δαπάνης τοῦ Δημοσίου, χάριν τῆς ἐκτελέσεως τῆς συμβάσεως ταύτης, περίπου εἰ, 17,000. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι δὲν πρόκειται εἰμὴ περὶ ἐτησίας δαπάνης 17,000 δραχμῶν, ἂν ἡ Κυβέρνησις παραδέχηται τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασα, τῆς ἐφ’ ἅπαξ πληρωμῆς τοῦ ἐκ 340,000 δραχμῶν ἀντιτίμου καὶ τῆς ἀφαιρέσεως ἀπὸ τοῦ μισθοῦ, ὃν λαμβάνει ὁ Πρεσβευτὴς, τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον τὸν ἐπιβαρύνει ἤδη λόγῳ τοῦ ἐνοικίου, καὶ ὅταν οὕτω κανονισθῇ ἡ πληρωμὴ, νομίζω, ὅτι οὐδεμία θὰ ὑπάρχῃ ἀντίῤῥησις πρὸς ἐπιψήφισιν τῆς συμβάσεως.
§192ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΔΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν συμφέροντα τρόπον τῆς πληρωμῆς τοῦ τιμήματος, ἂν ἐγκριθῇ ἡ σύμβασις, θὰ ἐκθέσω τὴν γνώμην μου κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν. Ὡς πρὸς τὸ δεύτερον ζήτημα, ὅπερ ὑπέβαλεν ὁ κ. Τρικούπης, τῆς ἐλαττώσεως δηλαδὴ τῆς Πρεσβευτικῆς ἀποζημιώσεως πρὸς ἀντικατάστασιν τοῦ ἐνοικίου, ὅπερ πληρώνει ἤδη ὁ Πρέσβυς, τὸ ζήτημα τοῦτο, καθὼς εἶπον καὶ πρὸ ὀλίγου ἀγορεύων, εἶναι ζήτημα, ὅπερ μέλλει νὰ ἐξετασθῇ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἀλλὰ πλὴν τούτου πρέπει νὰ ἦναι παρὼν καὶ ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, διὰ νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην του· πάντοτε ὅμως ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι τὸ ζήτημα θὰ ἐξετασθῇ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Πρέπει δὲ νὰ χωρίσωμεν τὸ ζήτημα τῆς ἀγορᾶς τοῦ οἴκου ἀπὸ τὸ ζήτημα τῆς ἀποζημιώσεως τοῦ ἡμετέρου πρεσθευτοῦ, θὰ ἐξετασθῇ δηλ. χωριστὰ τὸ ζήτημα τῆς ἀγορᾶς, περὶ ἧς πρόκειται, καὶ χωριστὰ τὸ ζήτημα τῆς ἐλαττώσεως ἢ μὴ ἐλαττώσεως τῆς ἀντιμισθίας τοῦ Πρεσβευτοῦ, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν τοῦ ἐνοικίου, ὅπερ πληρόνει μέχρι τοῦδε. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι ἀπαιτεῖται καὶ ἡ γνώμη τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν. Πρόκειται δὲ σήμερον περὶ τῆς πρώτης συζητήσεως τοῦ Νομοσχεδίου, ὅπερ θὰ ἐξετασθῇ ἀκριβέστερον κατὰ τὴν δευτέραν καὶ τρίτην συζήτησιν αὐτοῦ.
§193ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Χαίρω πολὺ, διότι ἡ συζήτησις ἀπέδειξεν, ὅτι ἡ ἀναβολὴ εἶναι λίαν ἀναγκαία. Ἡ ἀνάπτυξις, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Τρικούπης, ἀπέδειξεν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη τὸ ζήτημα αὐτὸ ν’ ἀναβληθῇ μέχρι τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι τότε θέλομεν ἰδεῖ ποῖαι εἶναι αἱ ἀποδοχαὶ τοῦ πρέσβεως, μὲ τί ἐπιβαρύνεται ὡς ἐνοίκιον, τί δυνάμεθα ν’ ἀφαιρέσωμεν ἐξ ἐκείνων, καὶ τί δυνάμεθα νὰ πληρώσωμεν πρὸς ἀγορὰν τῆς οἰκίας. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν λέγει, ὅτι τὸ ζήτημα δύναται νὰ χωρισθῇ· τοὐναντίον τὰ ζητήματα εἶναι συναφῆ, καὶ πρέπει νὰ τὰ ἑνώσωμεν. Διὰ νὰ ἀνεύρωμεν δὲ ἂν πρέπῃ νὰ ἀγοράσωμεν τὴν οἰκίαν ἢ ὄχι, πρέπει νὰ περιμένωμεν τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ, κύριοι, τὸ ζήτημα τῆς ἀναβολῆς εἶναι ἀναγκαῖον καὶ διὰ πολὺ ὑψηλοτέρους λόγους. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν παρουσίασεν ἕνα ὁριστικὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, καὶ εἶπεν, ὅτι ἐγὼ, κύριοι, ἐννοῶ τὴν Ἑλλάδα, ὅτι εἶναι ἔθνος ἀξιοπρεπὲς, ὅταν δύναται νὰ ἔχῃ στρατὸν 28 χιλιάδας. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εἶπε: τότε δύναμαι νὰ θεωρήσω, ὅτι ἡ Ἑλλὰς παρίσταται εἰς τὸν ἔξω κόσμον ἀξιοπρεπῶς, ὅταν δύναμαι νὰ ἔχω εἰς ἐνέργειαν στόλον τοὐλάχιστον 15 πλοίων· ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν, ἐννοεῖτε, δικαιολογεῖται καὶ ἡ ἀγορὰ τῆς οἰκίας καὶ ἡ θυσία τῶν 400 χιλιάδων δραχμῶν. Ἀλλὰ διατί εἴπομεν εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν: ἀνάβαλε τὰ σχέδιά σου, ὡς καὶ εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν; διατί τὰ κάμνομεν αὐτὰ καὶ διατί οἱ ὑπουργοὶ ὑποκύπτουν εἰς θυσίας; Διότι αἰσθανόμεθα, ὅτι εἴμεθα ὑπὸ τὸ κράτος ἑνὸς κολοσσιαίου ἐλλείμματος, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ καλύψωμεν. Λοιπὸν ἐγώ, κύριοι, ἐπιμένω, ὅτι τὸ ζήτημα πρέπει ν’ ἀναβληθῇ μέχρις οὗ συζητήσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ὑπουργείου τῶν ἐξωτερικῶν, διότι τότε θὰ ἴδωμεν ἂν συμφέρῃ ν’ ἀγοράσωμεν ἤδη τὴν οἰκίαν ταύτην, τότε θὰ προτείνωμεν πολλὰς ἄλλας οἰκονομίας, θὰ προτείνωμεν καταργήσεις Πρεσβειῶν, καὶ τότε θὰ σᾶς εἴπωμεν: ἀγοράσατε τὴν οἰκίαν.
§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύττω περατωμένην τὴν συζήτησιν. Ἡ πρότασις τῆς ἀναβολῆς ὑποστηρίζεται; (Ἐγείρονται πολλοί.) Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι.) Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Γίνεται δι’ ἀναστάσεως δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 6 μ. μ.)