1880.01.24
1,490 rows · 12,065 words · 120 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 57
τῆς 24 Ἰανουαρίου 1880.
(Πέμπτη.)
Ὥρα 2 μ. μ.
Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας καὶ ἐνεκρίθησαν.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Βουλευτὴς κ. Σκουζὲς ὑποβάλλει πρότασιν Νόμου περὶ ὑποτροφιῶν. Θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπήν. Ὁ ἐκ Θετταλομαγνησίας πρόσφυξ Πάτροκλος Παλαμηδᾶς ζητεῖ μηνιαίαν βοήθειαν, ὁ δὲ Ἰωάννης Βλαχόπουλος ζητεῖ δημοσίαν θέσιν. Νομίζω, ὅτι ἀμφότεραι αἱ ἀναφοραὶ αὗται καλὸν νὰ παραπεμφθοῦν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως παρεπέμφθησαν καὶ ἄλλαι, διὰ νὰ λάβῃ τὸ Ὑπουργεῖον πρόνοιαν περὶ τῶν ἀναφερομένων. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ καθηγητὴς κ. Γ. Δούκας προσφέρεται νὰ διδάξῃ, ἐπὶ ἑνὶ καὶ μόνῳ μισθῷ 300 δραχμῶν, τὴν Ἀγγλικὴν, Γαλλικὴν καὶ Ἰταλικὴν εἰς τὰ ἐν Ἀθήναις Γυμνάσια. Θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν. Ἡ χήρα Ζήση Δημητρίου ζητεῖ μηνιαίαν σύνταξιν. Θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἡ ἀναφορά της. Παρακαλῶ ὅμως τὸν κ. Πρόεδρον τῆς ἐπιτροπῆς τῶν ἀναφορῶν νὰ συγκαλέσῃ τὰ μέλη αὐτῆς, διὰ νὰ ἐργασθῶσι, διότι πολλαὶ ἀναφοραὶ εὑρίσκονται εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς, καὶ δὲν ἔγεινε καμμία ἐργασία ἐπ’ αὐτῶν.
§4ΚΑΡΔΑΡΑΣ. Πολλάκις συνεκάλεσα τὴν ἐπιτροπὴν, ἀλλὰ δὲν συνέρχεται.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς τῶν ἀναφορῶν, ὁσάκις προσκαλοῦνται ἀπὸ τὸν ἁρμόδιον Πρόεδρον, νὰ συνέρχωνται, διότι νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι πρέπον νὰ μὴ ἐξετάζωνται αἱ ἀναφοραὶ, αἱ ὑποβαλλόμεναι εἰς τὸ Κοινοβούλιον. Παρακαλῶ λοιπὸν κατ’ ἐπανάληψιν τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς τῶν ἀναφορῶν, ἵνα συνέρχωνται, ὁσάκις καλοῦνται ἀπὸ τὸν Πρόεδρον. Σήμερον εἰδοποίησα ἐγγράφως τὰ μέλη τῆς ἐκλεχθείσης ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς περὶ τῆς ἐκλογῆς των. Παρακαλῶ δὲ αὐτὰ νὰ συνέλθωσιν αὔριον κατὰ τὴν 10ην ὥραν Π. Μ. διὰ νὰ κανονίσουν τὸν τρόπον τῆς ἐργασίας των. Ὁ κ. Γεωργαντᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§6ΦΙΛΗΜΩΝ. Κύριε Πρόεδρε, ὑπέβαλον νομοσχέδιον περὶ λειβαδίων. Τί γίνεται;
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη ἔκθεσις, καὶ ἅμα τυπωθῇ αὕτη, θὰ ἐγγραφῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§8ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, δὲν ἤθελον λάβει τὸν λόγον, ἐὰν χθὲς δὲν προεκαλούμην ὑπὸ τοῦ κ. Βαλασοπούλου, ὅστις κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν τῶν πολλῶν καὶ διαφόρων οἰκονομολογικῶν αὐτοῦ νομοσχεδίων ἐζήτησε τὴν ἐλάττωσιν τοῦ στρατοῦ. Κύριοι, τὰ ἔθνη, ἵνα εὐημερήσωσι καὶ φθάσωσιν εἰς τὸν ἀληθῆ αὐτῶν προορισμὸν, ὦσι δὲ σεβαστὰ παρὰ τοῖς ὁμόροις αὐτῶν, ἀνεχώρησαν πάντοτε ἀπὸ ἑνὸς σημείου βεβαίου καὶ σταθεροῦ. Τὸ σημεῖον δὲ τοῦτο εἶναι, ὡς ἡ ἀλάνθαστος ἱστορία τῶν ἐθνῶν μᾶς διδάσκει, ὁ μόνιμος αὐτῶν τακτικὸς στρατός· διὰ τῆς ὑπάρξεως, καὶ μόνης τῆς ὑπάρξεως τοῦ ἰσχυροτάτου καὶ ἀγρύπνου τούτου φρουροῦ, ὄχι μόνον οἱ νόμοι παντὸς Κράτους καθίστανται σεβαστοί, ὄχι μόνον ἡ ἐξασφάλισις τῆς τιμῆς καὶ τῆς ἰδιοκτησίας τοῦ ἀτόμου εὑρίσκει τὴν πλήρη καὶ βεβαίαν αὐτῆς ὑποστήριξιν, ὄχι μόνον, λέγω, ἡ εἰρήνη πάσης πολιτείας παγιοῦται, καὶ δι’ αὐτῆς τὸ ἐμπόριον καὶ ἡ βιομηχανία ἀναπτύσσονται, καὶ συνεπῶς ἡ παραγωγὴ τοῦ δημοσίου πλούτου αὐξάνει, ἀλλὰ καὶ τὸ ἔθνος, εἰς ὃ ἀνήκει ἡ ἐθνικὴ αὕτη δύναμις, καθίσταται φοβερὸν, ἅμα δὲ καὶ σεβαστὸν εἰς πάντα πολέμιον, ἅτε ἐνδοιάζοντα νὰ προσβάλῃ αὐτό.
§9ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κύριε Γεωργαντᾶ. Ἐγὼ δὲν προσέβαλον χθὲς τὸν στρατὸν, οὔτε ψέγει κανεὶ, τὸν Ἡρακλέα.
§10ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Μετὰ τὴν προεισαγωγὴν τῶν ὑποβληθέντων νομοσχεδίων, εἴπατε νὰ ἐφαρμοσθῇ λόγῳ οἰκονομίας ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1877· κατὰ συνέπειαν, κ. Βαλασόπουλε, ἐπειδὴ διὰ τῆς ἐφαρμογῆς ταύτης ζητεῖτε τὴν κατάργησιν τοῦ στρατοῦ, ὀφείλω σήμερον νὰ ὁμιλήσω.
§11ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι (θόρυβος).
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τίνος, κ. Γεωργαντᾶ, θὰ ὁμιλήσητε;
§13ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ χαρίσῃ ὀλίγας στιγμὰς (θόρυβος), ἵνα καὶ ὡς ἀντιπρόσωπος ἐπαρχίας καὶ ὡς τελευταῖος ἀξιωματικὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, ἐξετάσω ὁποίαν πρόνοιαν ἔλαβον οἱ κατὰ καιροὺς διέποντες τὴν τύχην τῶν πραγμάτων τῆς ἡμετέρας πολιτείας, ὁποίαν, λέγω, πρόνοιαν ἔλαβον περὶ τοῦ ἰσχυροῦ καὶ ἀγρύπνου τούτου φρουροῦ τῶν δικαιωμάτων μας.
§14ΤΙΝΕΣ. Δὲν πρόκειται συζήτησις περὶ αὐτοῦ (θόρυβος).
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἐκτὸς τοῦ προκειμένου· ἀφήσατε νὰ ἔλθῃ ἡ κατάλληλος ὥρα νὰ τὸ εἴπητε, καὶ τότε θὰ ἀκουσθῆτε (θόρυβος).
§16ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἀφοῦ ὁ κ. Βαλασόπουλος κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν τῶν διαφόρων καὶ ποικίλων οἰκονομολογικῶν αὐτοῦ νομοσχεδίων ἠθέλησε νὰ ζητήσῃ πλαγίως τὴν κατάργησιν τοῦ στρατοῦ (θόρυβος), κ. πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ ἐπιβάλητε ἡσυχίαν.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πῶς νὰ σᾶς προστατεύσω, κ. Γεωργαντᾶ, ἀφοῦ βλέπετε, ὅτι δὲν θέλουν νὰ σᾶς ἀκούσουν.
§18ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μὲ ἀκούσῃ (θόρυβος).
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, κύριοι, παρακαλῶ· δὲν θὰ τελειώσωμεν ποτέ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον.
§20ΠΟΛΛΟΙ. Ἐξακολουθήσατε, κ. Γεωργαντᾶ.
§21ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἡ ἰσχυρὰ καὶ ἀναγκαιοτάτη αὕτη δύναμις, ἀντὶ ὁσημέραι ἀπὸ τῆς ἱδρύσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ βασιλείου νὰ ἰσχυροποιηθῇ, ἀντὶ νὰ βελτιωθῇ ἡ κατάστασις αὐτῆς, ἀπεναντίας, ὡς μὴ ὤφειλεν, ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν ἐπὶ τὰ χείρω ἐχώρει. Ἀφ’ ἧς, λέγω, ἐποχῆς οἱ πατέρες ἡμῶν, οἱ ἥρωες μαχηταὶ τοῦ 1821, παρέδωκαν εἰς ἡμᾶς, τοὺς λεγομένους σήμερον ἠθικοπολιτικῶς ἀνεπτυγμένους καὶ εὐπαιδεύτους, τήν τε πολιτείαν καὶ τὰ ὅπλα, ὁ στρατὸς οὐδέποτε διωργανώθη κατὰ τοὺς κανόνας τῆς τακτικῆς καὶ πολεμικῆς τέχνης, καὶ συνεπῶς οὐδέποτε ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν του, οὐδὲ ἔφθασεν εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρὸ πολλοῦ πάντες ἐπιδιώκωμεν, ἤτοι εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ ἀληθοῦς αὐτοῦ προορισμοῦ· ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, λέγω, ἐκείνης, ἀφ’ ἧς οἱ μαχηταὶ τοῦ ἀγῶνος, ἐκ τῶν ὁποίων τινὲς δὲν ἠδυνήθησαν ἢ δὲν κατώρθωσαν νὰ δρέψωσι τοὺς καρποὺς τῆς δόξης των καὶ τῆς ἐλευθερίας, ἄλλοι δὲ δὲν ἐδικαιώθησαν, συμφώνως πρὸς τοὺς ἀγῶνας, τοὺς ὁποίους προσέφερον τῇ ἡμετέρᾳ πατρίδι, καὶ εὐάριθμοί τινες, ὡς μὴ ὤφειλε, τείνουσι χεῖρα ἐπαίτου· ἐὰν ἡ Βουλὴ μοὶ ἐπιτρέψῃ, θέλω φέρει δύω ἢ τρία παραδείγματα, ἵνα πεισθῇ περὶ τούτου. Ὁ ἀγωνιστὴς τῆς ἰδιαιτέρας ἐμοῦ πατρίδος Θεόδωρος Τριγκούνης ὑπῆρξε χιλίαρχος καθ’ ὅλον τὸν ἀγῶνα καὶ ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τοῦ ἀειμνήστου Κυβερνήτου, σήμερον δὲ δὲν εἶναι ἢ ὑπολοχαγὸς τῆς φάλαγγος, ὁ Ἰωάννης Φλέσσας, καθ’ ὅλον τὸν ἀγῶνα ὁπλαρχηγὸς, σήμερον ὑπολοχαγὸς τῆς φάλαγγος, ὁ Νικόλαος Φαντρίδης, διοικητὴς Σώματος καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τοῦ ἀγῶνος πεντακοσίων ἡρώων μαχητῶν Κρητῶν τὸ 1825, σήμερον δὲν ἠξιώθη οὔτε κἂν τῆς τιμῆς τοῦ βαθμοῦ τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ. Ὅθεν παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τοῦ πολέμου νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ αὐτῶν, καὶ τὴν Βουλὴν ἐπίσης νὰ δικαιώσῃ τοὺς μὴ δικαιωθέντας ἄχρι τοῦδε. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, λέγω, ἐκείνης παρ’ ἡμῖν οἱ μέχρι τοῦδε διέποντες τὴν τύχην τῆς ἡμετέρας πατρίδος, ἀντὶ νὰ στρέψωσι τὴν προσοχήν των ἐπὶ τῆς ἐθνικῆς ταύτης δυνάμεως καὶ ζητήσωσι παντὶ σθένει ὄχι μόνον τὴν ὕπαρξιν, ἀλλὰ καὶ τὴν σπουδαίαν αὔξησίν της διὰ πάσης θυσίας, καὶ διότι ὁ πολέμιος ἡμῶν ἦτο ἰσχυρὸς, ὄχι διότι τὰ ὅρια τῆς Ἑλλάδος δὲν εἶναι ἀσφαλῆ καὶ ἀμυντικὰ, ἀλλὰ διὰ τὴν πρόοδον τῆς τε Ἑλλάδος καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, διὰ τὸ πατροπαράδοτον καὶ πατρόνομον παντὸς Ἕλληνος γλυκὺ ὄνειρον τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν κληρονομίας· ἀντὶ λέγω νὰ πράξωσι ταῦτα πάντα, ἔστρεφον τὴν προσοχήν των εἰς ἀντικείμενα ὅλως ἀτομικὰ, ὅλως δευτερεύοντα, ὅλως παραμελοῦντες οὕτω τὴν πρόοδον τοῦ Ἔθνους. Πᾶσα κατὰ καιροὺς ὑπάρξασα ἀντιπολίτευσις ἐν τῷ νομοθετικῷ ἡμῶν Σώματι, εἰς μόνην τὴν ἐλάττωσιν καὶ χαλάρωσιν ἢ καὶ κατάργησιν τοῦ στρατοῦ ἐζήτει πάντοτε τὴν οἰκονομίαν τοῦ Ἔθνους. Οἱ πολιτικοὶ λεγόμενοι ἄνδρες τοῦ ἡμετέρου Ἔθνους, ὡς καὶ οἱ πολιτευόμενοι, δὲν ἐνόησαν ἴσως ἢ δὲν ἐφρόντισαν νὰ μάθωσιν, ὅτι ἡ ὕπαρξις μονίμου καὶ τακτικοῦ στρατοῦ ἦτο, εἶναι καὶ ἔσται τὸ ἀληθὲς, τὸ βέβαιον καὶ τὸ ἰσχυρότερον σημεῖον τῆς προόδου καὶ τῆς εὐημερίας τοῦ τε Ἔθνους καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ· καὶ πολλοὶ τῶν πολιτικῶν μας δυστυχῶς, θέλοντες νὰ δημοκοπήσουν, ἐδημηγόρουν ὑπὲρ τῆς διαλύσεως τοῦ στρατοῦ.
§22Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Πότε;
§23ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Καὶ τοσοῦτον αὐτὸ εἶναι ἀληθὲς, ὥστε, ἐνῷ κατὰ τὸ 1866, ὅτε ὁ ἡρωϊκὸς λαὸς τῆς Κρήτης ὕψωσε τὴν φωνὴν αὐτοῦ κατὰ τοῦ κατακτητοῦ της, καὶ ἐμάχετο ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως αὐτοῦ μετὰ τῆς μητρὸς Ἑλλάδος, καὶ ὅτε ἅπαντες ὤφειλον νὰ ζητήσωσι τὴν αὔξησιν τοῦ στρατοῦ, τινὲς τῶν πολιτικῶν μας ἐφώναζον κατὰ τῆς Κυβερνήσεως (ψαλίδι), ζητοῦντες, ὅπως αὕτη ἐπιφέρῃ τὰς μεγαλειτέρας οἰκονομίας ἐπὶ τοῦ στρατοῦ· τοῦτο ὑπάρχει εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, κ. Δημητριάδη. Εἷς δ’ ἐκ τῶν μεγάλων τότε πολιτικῶν μας ἦτο καὶ ὁ μακαρίτης Χρηστίδης, ὡσεὶ ἐπρόκειτο περὶ στρατοῦ συγκειμένου ἐκ στοιχείων ἑτερογενῶν, ἐπαρκούμενοι μόνον, ὡς φαίνεται, εἰς διατήρησιν τῶν λειτουργῶν τῆς Θέμιδος, τοῦ Λογίου Ἑρμοῦ, τῆς Δήμητρος καὶ τῶν παραπλησίων τούτοις. Σήμερον ὅμως ἢ μᾶλλον πρὸ δύο ἐτῶν, καθόσον καὶ ἡ σήμερον κατάστασις, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ἡ πολιτεία, εἶναι ἡ αὐτὴ, ὅτε παρουσιάσθη ἡ ἀνάγκη τῆς ὑπάρξεως τῆς ἐθνικῆς ταύτης δυνάμεως, ὅτε προσεβάλλοντο τὰ διεθνῆ καὶ νόμιμα δικαιώματα τοῦ Κράτους, ὅτε ἡ πολιτεία εἶχεν ἀπόλυτον ἀνάγκην τοῦ ἐθνικοῦ τούτου προμαχῶνος, τὸ Ἔθνος καὶ ἡ Κυβέρνησις προσέτρεξε πρὸς κατάρτισιν τούτου διὰ μεγάλων καὶ ἐκτάκτων δαπανῶν εἰς ἐπίτευξιν ἐκείνου, ὅπερ πρὸ πολλοῦ ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν, εἰ ἐπ’ ὀλίγον ἐφροντίζομεν. Διότι ἀληθῶς, κύριοι, ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν 50 τουλάχιστον χιλιάδας στρατοῦ, ἐὰν ὁ στρατὸς ἡμῶν ἦτο καλῶς διωργανωμένος, τὸ ἥμισυ τοῦ ὁποίου ἐν εἰρήνῃ μὲν, ἠδυνάμεθα νὰ τηρῶμεν ἐπ’ ἀδείᾳ, ἐν ἀνάγκῃ δὲ, ἱκανὸν πρὸς ἀπόκρουσιν τῶν πολεμίων. Ἀλλ’ ἀτυχῶς οὐδεὶς τῶν ἐφ’ ἡμῶν, οὐδὲ τῶν πρὸ ἡμῶν ἠθέλησε νὰ πεισθῇ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ὤφειλεν, ἀφ’ ἧς συνεστήθη εἰς ἔθνος ἀνεξάρτητον, νὰ φροντίζῃ ὅλαις δυνάμεσι καὶ διὰ πάσης θυσίας νὰ διοργανωθῇ ὁλόκληρος στρατιωτικῶς, ὅσον μικρὸν ἔθνος καὶ ἂν ἦτο· καὶ τοσοῦτον αὐτὸ ἦτο ἀπαραίτητον καὶ λίαν ἐπωφελὲς διὰ τὴν εὐημερίαν του, ὥστε ἂς στρέψωμεν ἓν βλέμμα παλινδρομικὸν ἐπὶ τῆς Πρωτσίας. Ἡ Πρωσσία, κύριοι, ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ἱδρύθη εἰς Βασίλειον, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ αὐτοκράτορος Λεοπόλδου, ἡ Πρωσσία, λέγω, κατὰ τὸ 1701 παρίσταται ἐνώπιον ἡμῶν ἔθνος μικρόν, νοῆμον, δραστήριον, ἐνεργητικόν, πολεμικόν, στενοχωρούμενον ἐπὶ μικροῦ ἐδάφους, περιστοιχισμένον δὲ ὑπὸ γειτόνων ἰσχυρῶν, μεθ’ ὧν εὑρίσκετο ἀκαταπαύστως εἰς πάλην, καὶ τέλος τὸ ἔθνος ἐκεῖνο ὑπὸ τοιαύτην ὂν κατάστασιν ἐνόησεν, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ ἢ διοργανούμενον στρατιωτικῶς. Τὴν ἰδέαν δὲ ταύτην ἐνέπνευσεν αὐτῷ ὁ Φριδερῖκος Γουλιέλμος ὁ πρῶτος, ἣν ἐγκολπωθεὶς καὶ ὁ διάδοχος αὐτοῦ Γουλιέλμος ὁ δεύτερος μετὰ μείζονος ἐνεργείας καὶ δραστηριότητος, ἠδυνήθη ν’ αὐξήσῃ τὸ ἐκ τῆς Σελασσίας καὶ μέρος τῆς Πολωνίας Βασίλειον αὑτοῦ, ὅπερ μικρὸν καὶ κατ’ ὀλίγον κατέστη ἓν τῶν μᾶλλον στρατιωτικῶν ἐθνῶν, καὶ ἡ Πρωσσία κατατάσσεται σήμερον μεταξὺ τῶν μεγαλειτέρων δυνάμεων τῆς Εὐρώπης. Ἆρα ἡ Ἑλλὰς δὲν ὤφειλε νὰ ἔχῃ μόνιμον καὶ τακτικὸν στρατόν; ἡ Ἑλλὰς δὲν ὀφείλει ἢ δὲν ὤφειλε νὰ διοργανωθῇ στρατιωτικῶς; ἡ Ἑλλὰς ὤφειλε νὰ ἔχῃ στρατόν, καὶ οὐχὶ στρατὸν ἐπαρκῆ μόνον διὰ τὴν ἐσωτερικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους, ἀλλὰ στρατὸν ἀνταποκρινόμενον εἰς τὴν ὑψηλὴν ἀποστολὴν αὐτοῦ. Ἡ Ἑλλὰς, κύριοι, ὡς ἐκ τῆς τοπογραφικῆς θέσεως αὐτῆς, ὡς ἐκ τῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν ἔχει ἀπέναντι τοῦ ὅλου ἑλληνισμοῦ, θέσεως, τὴν ὁποίαν οἱ ἱκανώτεροι τῶν πολιτῶν μας ὠνόμασαν κεφαλὴν τοῦ ἑλληνισμοῦ, ὄχι μόνον ὀφείλει, ἀλλὰ καὶ καθῆκον ἔχει νὰ συντηρῇ ἐν ἰσχύϊ τὴν στρατιωτικὴν αὑτῆς δύναμιν, καὶ νὰ διοργανωθῇ ὁλόκληρος στρατιωτικῶς. Σήμερον, κύριοι, ἀπεδείχθη, ὅτι ἡ τέχνη εἶναι ἀνωτέρα πάσης ἀνδρείας, ὅσον καὶ ἂν αὕτη προέρχεται ἐξ εἰλικρινοῦς ἀποφάσεως καὶ πληρεστάτης ἀφοσιώσεως τοῦ πρὸς τὴν Πατρίδα μεγάλου καὶ ἀπεράντου αἰσθήματος παντὸς Ἕλληνος. Καὶ ὅτι τοῦτο εἶναι ἀληθὲς, ἂς λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν ἱστορίαν τῆς ἀνεξαρτησίας τοῦ μικροῦ καὶ περιωρισμένου τούτου μέρους τοῦ ἑλληνισμοῦ. Ἔτη πολλὰ ἐπάλαιον καρτερικῶς οἱ πατέρες ἡμῶν καὶ ὀλίγον πρὸ τῆς παντελοῦς ἐξοντώσεως αὐτῶν, ἡ Διπλωματία ἐκάμφθη νὰ ἐπεμβῇ καὶ νὰ ἱδρύσῃ τὸ μικρὸν τοῦτο Βασίλειον. Εἶναι ὀλεθρία ἡ ἰδέα νὰ φρονῇ τις, ὅτι ὁ λοιπὸς Ἑλληνισμὸς θ’ ἀποτινάξῃ τὸν ζυγὸν αὑτοῦ, θὰ ἀπελευθερωθῇ τῆς ἀφορήτου δουλείας διὰ μόνης τῆς Διπλωματικῆς ὁδοῦ — δι’ ἀγώνων καὶ θυσιῶν κατορθοῦται τοῦτο. Οἱ Διπλωμάται τῆς Εὐρώπης σήμερον δὲν χαρίζουσι τίποτε. Αἱ Εὐρωπαϊκαὶ δυνάμεις δὲν φροντίζουν περὶ τῶν συμφερόντων τῶν ἄλλων, ἀλλ’ ἑκάστη τούτων φροντίζει ὑπὲρ τῶν ἰδίων συμφερόντων. Ἑκάστη φροντίζει ὅπως εἰμπορεῖ, ἵνα ἐξασφαλίσῃ τὰ συμφέροντα αὑτῆς ἀπὸ τοῦ ἐπαπειλοῦντος μεγάλου κινδύνου ὁλόκληρον τὴν Εὐρώπην. Ὑπάρχουσι τῷ ὄντι Εὐρωπαϊκαί τινες Δυνάμεις μεριμνῶσαι περὶ ἡμῶν, ἀλλ’ εἶναι πλάνη ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι φρονοῦσιν, ὅτι, ἅμα θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα, ἡ δεῖνα ἢ ἡ δεῖνα Δύναμις θέλει μᾶς μεταφέρει ἐκεῖ ὅπου ἐπιθυμοῦμεν· τοῦτο κατορθοῦται μόνον διὰ τῆς ἐθνικῆς δυνάμεως, δι’ ἀγώνων καὶ θυσιῶν, καὶ θυσιῶν μεγάλων, καὶ ὄχι διὰ τῆς ἀρωγῆς τῶν ξένων Εὐρωπαϊκῶν Δυνάμεων. Εἶναι λοιπὸν ἀνάγκη, καὶ ἀνάγκη ἀπαραίτητος, ἵνα ἡ Ἑλλὰς ὄχι μόνον διατηρῇ μόνιμον στρατὸν, ἀλλ’ ὁλόκληρος διοργανωθῇ στρατιωτικῶς. Ὃς τις, κύριοι, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ ἔκφρασις, φρονεῖ τἀναντία, οὗτος διαφωνεῖ πρὸς τὴν μεγάλην ἰδέαν τοῦ ἔθνους, ὅστις, λέγω, φρονεῖ τἀναντία, δὲν ἐπιζητεῖ εἰμὴ τὸν ἀποχωρισμὸν τῆς κεφαλῆς τοῦ ἑλληνισμοῦ ἀπὸ τοῦ κυρίου καὶ φυσικοῦ σώματος αὐτοῦ. Εἶναι ἀληθὲς, κύριοι, ὅτι οἱ πόροι τοῦ ἡμετέρου Κράτους δὲν ἀνταποκρίνονται εἰς τὴν ἰδέαν αὐτὴν τῆς ὑπάρξεως μεγάλου καὶ μονίμου στρατοῦ, ἀλλ’ εἶναι ἐπίσης ἀληθὲς, ὅτι τὸ Ἔθνος ὅσον ἄπορον, ὅσον μικρὸν καὶ ἂν ἦναι, ἔχει καθῆκον νὰ συντηρῇ μόνιμον στρατὸν, διότι ἔχει νὰ ἐκτελέσῃ τὴν εὐχὴν τῶν πατέρων μας, καὶ νὰ φέρῃ εἰς πέρας τὸ μέγα ἔργον αὐτῶν. Ἔχει καθῆκον διὰ συστήματος καταλλήλου καὶ ἐκ τῶν ἐνόντων, ὄχι μόνον νὰ ἔχῃ τοιοῦτον στρατὸν, ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρον τὸ ἔθνος, ὡς εἶπον, νὰ διοργανωθῇ στρατιωτικῶς. Ἴσως τις, κύριοι, ἐξ ὑμῶν μὲ ἐρωτήσῃ, ὅτι πάντα ταῦτα εἶναι καλὰ καὶ ὅτι δι’ αὐτῶν δυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκομεν, ἀλλὰ διὰ ποίων μέσων; Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ, ἐπειδὴ σήμερον δὲν συζητοῦμεν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως κατὰ τὴν συζήτησιν αὐτοῦ ἐκτενέστερον ἐκθέσω καὶ καταδείξω τὰ μέσα τῆς συντηρήσεως στρατοῦ. Σήμερον, ἐπειδὴ προεκλήθην, ἀνέπτυξα θεωρητικῶς μόνον τὴν ἀνάγκην τῆς ὑπάρξεως ἐθνικῆς δυνάμεως, διὰ ν’ ἀντικρούσω τὴν ἰδέαν τοῦ κ. Βαλασοπούλου, ὅστις ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐζήτησε τὴν ἐφαρμογὴν τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ τοῦ 1877· καὶ διὰ τῆς ἰδέας του αὐτῆς δὲν ζητεῖ εἰμὴ τὴν κατάργησιν τοῦ ἡμίσεος τῆς δυνάμεως αὐτῆς. Θέλω μόνον νὰ ὁμιλήσω κατ’ ἐκείνου, ὅστις ἠθέλησε νὰ ὑποβάλῃ πλεῖστα οἰκονομικὰ νομοσχέδια καὶ νὰ παρουσιασθῇ ὡς οἰκονομολόγος. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τῷ εἴπω, ὅτι οἰκονομολόγος δὲν λέγεται ἐκεῖνος, ὅστις ἔρχεται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ ζητῇ τὴν οἰκονομίαν τοῦ ἔθνους ἐπὶ τοῦ στρατοῦ, οἰκονομολόγος δὲν λέγεται ἐκεῖνος, ὅστις ζητεῖ διὰ τῆς καταργήσεως τῶν θέσεων νὰ ἐξοικονομήσῃ τὰς ἀνάγκας τῆς πολιτείας, ἀλλ’ οἰκονομολόγος λέγεται ἐκεῖνος ὁ πολιτικός, ὅστις ἐξευρίσκει μέσα καὶ πόρους, ὄχι μόνον πρὸς συντήρησιν τοῦ ὑπάρχοντος, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν εὐημερίαν τοῦ λαοῦ, αὐτὸς καὶ μόνος λέγεται οἰκονομολόγος, πᾶς δὲ ἄλλος, ὅστις διὰ μέσων πλαγίων θέλει νὰ καταδείξῃ εἴς τε τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὸ Ἔθνος μέσα, ἅτινα δὲν συμφέρουσιν εἰς αὐτὸ, οὔτε καμμίαν οἰκονομίαν πραγματικὴν φέρουσιν, αὐτὸς φενακίζει ἢ δημοκοπεῖ. Τὸ ζήτημα, κύριοι, τὸ πραγματικὸν περὶ στρατοῦ, ὁποῖον δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ καθ’ ὁλοκληρίαν ἐν τῇ πολιτείᾳ, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ, νὰ τὸ πραγματευθῶ καθ’ ἣν ὥραν θέλει συζητηθῆ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν.
§24ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Διαμαρτύρομαι δι’ ὅσα εἶπεν ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Ἄργους, διότι μὲ παρεξήγησεν. Ἔχω καὶ ἐγὼ πατριωτισμὸν ἐν τοῖς ἐλαχίστοις, καὶ ἐπιθυμῶ τὴν δόξαν καὶ τὸ μεγαλεῖον τοῦ Ἔθνους, ἐπιθυμῶ στρατὸν μέγαν καὶ ἰσχυρόν. Δὲν εἶμαι, κύριοι, οἰκονομολόγος· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἔκαμα μερικὰς μελέτας, ἔφερα ἐνταῦθα τὸ πόρισμα αὐτῶν, θὰ γνωρίζω δὲ χάριν εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν Ἄργους ἂν αὐτὸς ἐξεύρῃ τοὺς πόρους, ὥστε νὰ σχηματίσῃ στρατὸν 50 καὶ 100 χιλιάδων, καὶ θὰ ἦμαι ὑπὲρ αὐτοῦ.
§25ΒΑΛΤΙΝΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.) Ὁ Βουλευτὴς κ. Συνοδινὸς πρό τινων ἡμερῶν ἐπηρώτησε, πῶς συμβαίνει ἀπὸ τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ ν’ ἀπομακρύνωνται ἐπανειλημμένως εἰς τὰς ἑστίας των οἱ ἔχοντες νὰ ὑπηρετήσουν ὀλιγώτερον χρόνον, παραμένουσι δὲ ὑπὸ τὰς σημαίας οἱ ὑπηρετήσαντες ἐπὶ τρία ἔτη. Ἡ ἐξήγησις εἶναι ἁπλουστάτη· τὸ ἄρθρον 115 τοῦ στρατολογικοῦ Νόμου ῥητῶς λέγει, ὅσοι κατὰ τὴν πρώτην ἐφαρμογὴν τοῦ Νόμου ἐκείνου εὑρεθῶσιν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, ὑποχρεοῦνται νὰ ἐκπληρώσωσι τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν ἀνέλαβον. Κατὰ σύμπτωσιν λοιπὸν, ὅσοι ὑπηρετοῦσι δύο καὶ ἥμισυ ἔτη, δύο καὶ ἐννέα μῆνας, δύο καὶ ἕνδεκα μῆνας, κατὰ τὴν πρώτην Ἰανουαρίου ἀναχωροῦσιν ἀπὸ τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ καὶ μεταβαίνουσιν εἰς τὴν ἐφεδρείαν· ὅσοι δὲ συνέπεσε νὰ διανύωσιν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ μέρος τοῦ ἔτους τοῦ πρώτου τῆς ἐφεδρείας, ἀτυχῶς εἶναι καταδικασμένοι νὰ διανύσωσι καὶ τὸ ὑπόλοιπον· αὐτὸ λέγει ὁ Νόμος. Διοικητικῶς ἐγὼ εὐκολύνω τοῦτο· ἐπειδὴ εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἐπαναφέρω τὴν δύναμιν τοῦ στρατοῦ εἰς ἄλλον ἀριθμόν, ἀποστέλλω εἰς ἄδειαν τινάς, καὶ κατὰ προτίμησιν παραγγέλλω πάντοτε ν’ ἀποστέλλωνται οἱ διανύοντες τῆς ἐφεδρείας τὸ ἔτος· ἀτυχῶς ὅμως ὁ Νόμος ἔχει αὐτό, τὸ ὁποῖον εἶναι σκληρόν.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Βουλευτὴς κ. Σταμούλης ὑποβάλλει πρότασιν νόμου, προσθήκην εἰς τὸν νόμον περὶ ἐκτιμήσεως τοῦ ἐλαιοκάρπου Κερκύρας. Ὁ περὶ τὸ τέλος τῆς τελευταίας Βουλευτικῆς περιόδου ἐκλεχθεὶς Βουλευτὴς Σκοπέλου Κ. Ἐπιφανίου ζητεῖ τὴν πληρωμὴν τοῦ ἐπιδόματός του. Θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Ὑπεβλήθη ἀναφορά, φέρουσα ὑπογραφὰς 4,530, δι’ ἧς ζητεῖται παρὰ τῆς Βουλῆς αὐθεντικὴ ἑρμηνεία τῶν ἄρθρων 5, 7, 11, 14 καὶ 16 τοῦ Συντάγματος. Θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν.
§27ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὡς ὀρθῶς πρὸ ὀλίγου παρετηρήσατε, ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν ἀναφορῶν παρημέλησε μέχρι τοῦδε τὸ καθῆκόν της, καὶ δὲν συνῆλθεν, ἵνα μελετήσῃ πολλὰς ἀναφορὰς πολιτῶν, δι’ ὧν παραπονοῦνται ἐπὶ διαφόρων ἀντικειμένων. Ἐπειδὴ ἡ προκειμένη ἀναφορὰ εἶναι σπουδαία, καί διὰ τὸ ἀντικείμενον αὐτῆς, καὶ διὰ τὸν ἀριθ. τῶν ὑπογραψάντων, οἵτινες ἀνέρχονται εἰς 5 χιλ. σχεδὸν πολίτας, παρακαλῶ τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπήν, εἰς ἣν θὰ παραπεμφθῇ, ὅπως συνέλθῃ ταχέως καὶ φέρῃ τὸ πόρισμα τῆς μελέτης της ἐντὸς βραχυτάτου χρόνου, καὶ εἰ δυνατόν, ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν.
§28ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη πρέπει νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Δικαιοσύνης. Δὲν ζητεῖταί τι παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ζητεῖται ἑρμηνεία τοῦ Συντάγματος, καὶ νομίζω, ὅτι ἁρμοδιωτέρα εἶναι ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς Δικαιοσύνης.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Δικαιοσύνης;
§30Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὅταν ἀναγκάζωνται οἱ πολῖται νὰ ἀναφέρωνται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, σημαίνει, ὅτι τὰ παράπονά των ἐξέπνευσαν ἐνώπιον τῶν ἄλλων ἀρχῶν, διότι πρὸς τί νὰ ἀπευθύνωνται εἰς τὴν Βουλήν, ὅταν τὰ εὔλογα παράπονά των θεραπεύωνται ἀπὸ τὴν Κεντρικὴν Ἀρχήν; Ἀπευθυνόμενοι εἰς τὴν Βουλὴν οἱ πολῖται, δηλοῦσιν, ὅτι τὰ παράπονα αὑτῶν κατεφρονήθησαν καὶ ἐτάφησαν εἰς τὰ γραφεῖα· ἑπομένως δὲν πρέπει τώρα νὰ τὰ στείλωμεν εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, διότι καὶ ἐκεῖθεν δὲν θὰ ἐξέλθουν ποτέ. Εἶμαι τῆς γνώμης νὰ ἐπιληφθῇ ἀπ’ εὐθείας ἡ Βουλή.
§31ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι πρωτοπαρουσίαστον πρᾶγμα εἰς τὴν Βουλὴν, ἀναφορὰ μὲ 4,000 ὑπογραφὰς, καὶ νομίζω, ὅτι ἀξίζει τὸν κόπον ν’ ἀναγνωσθῇ.
§32ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἶναι ὄντως περίεργον, ὅτι εἰς τὴν Βουλὴν, τοὐλάχιστον ἐφ’ ὅσον ἐγὼ ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀντιπροσωπεύω τὴν Ἐπαρχίαν μου, ἀναφορὰ φέρουσα ὑπογραφὰς σχεδὸν πεντακισχιλίας δὲν παρουσιάσθη. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη πρέπει νὰ ἔχῃ κἄτι τι σπουδαῖον. Τὸ ν’ ἀποσταλῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν, διαγράφει βεβαίως ὁ Κανονισμός· ἀλλ’ ἂς ὁμολογήσωμεν μίαν ἀλήθειαν. Αἱ Ἐπιτροπαὶ εἰς τὴν Βουλὴν δὲν εἶναι παρὰ μία πολυτέλεια, διότι δὲν ἐκπληροῦσι τὸ καθῆκόν των. Ἄπειροι ἀναφοραὶ παρουσιάσθησαν ἐπὶ τῆς Συνόδου αὐτῆς εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ εἰς οὐδεμίαν ἔφερεν ἡ Ἐπιτροπὴ ἔκθεσιν. Τοῦτο ἀποδεικνύει τὴν μεγάλην ἀκηδίαν ἡμῶν τῶν Ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους εἰς ἓν τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἀνέγραψε τὸ δημόσιον δίκαιον τῆς Ἑλλάδος, εἰς τὸ δικαίωμα τοῦ ἀναφέρεσθαι. Ἂν καὶ ἡ ἀναφορὰ αὕτη ἀκολουθήσῃ τὸν ἴδιον δρόμον τῶν λοιπῶν, εἶναι αὐτὸ, ὡς νὰ τὴν ἀποῤῥίψωμεν ἀπὸ τοῦδε. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι εἶναι δίκαιον ἡ ἀναφορὰ ν’ ἀναγνωσθῇ, καὶ ἂν μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν αὐτῆς ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ ν’ ἀποσταλῇ εἴτε εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν, εἴτε εἰς ἄλλην τινὰ, πρέπει συνάμα νὰ ὁρισθῇ καὶ προθεσμία, ἐντὸς τῆς ὁποίας νὰ ἔλθῃ τὸ πόρισμα τῆς μελέτης αὐτῶν.
§33ΓΡΥΠΑΡΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, κύριοι, κατάλληλον, ἐπειδὴ ἡ ἀναφορὰ ἔχει ἀνάγκην προεξεργασίας, νὰ σταλῇ εἰς εἰδικὴν Ἐπιτροπὴν, ἥτις νὰ φέρῃ μετὰ πέντε ἢ ἓξ ἡμέρας τὴν ἔκθεσίν της.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ νὰ ἤμεθα σύμφωνοι μὲ τὸν Κανονισμὸν, ὀρθὸν εἶνε νὰ παραπεμφθῇ ἡ ἀναφορὰ εἰς μίαν τῶν Ἐπιτροπῶν, εἴτε τῆς Δικαιοσύνης, εἴτε τῶν ἀναφορῶν, ἡ ὁποία νὰ φέρῃ τὴν ἔκθεσίν της ἐντὸς 3 ἢ 4 ἡμερῶν.
§35ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§36Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι, κύριοι, ὑποχρεωμένος νὰ κάμω μικρὰν παράκλησιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, κατόπιν μάλιστα παρατηρήσεων, τὰς ὁποίας ἔλαμεν ἐπαρχιακὴ ἐφημερὶς κατὰ τῶν Βουλευτῶν Εὐρυτανίας, οὐχὶ ἴσως ἀδίκως, ὡς μὴ μεριμνώντων περὶ τῆς ἐπαρχίας Εὐρυτανίας, ὡς πρὸς τὴν ἀξιοδάκρυτον κατάστασιν, εἰς ἣν περιῆλθε. Εἰς τὴν ὅμορον, κύριοι, Εὐρυτανίαν, ἡ ὁποία ἀποτελεῖται ἀπὸ ἐννέα μεγάλους δήμους, πλὴν τῶν ἐλλείψεων καὶ τῶν δεινῶν, τὰ ὁποῖα, ὡς γνωστὸν, ἔπασχε περισσότερον πάσης ἄλλης, ἐπῆλθε τελευταῖον καὶ ὁ χειμὼν, ὅστις περιήγαγε τοὺς κατοίκους εἰς ἀληθῆ ἀπόγνωσιν. Ὅταν ἐπανέλθῃ συγκοινωνία τις καὶ παύσῃ ὁ πολὺς χειμὼν, ὁλόκληρα χωρία ἴσως θὰ ἐκχωθῶσιν ἐκ τῆς χιόνος. Δὲν θέλω νὰ ἐπικαλεσθῶ ἐξαιρετικήν τινα μέριμναν καὶ περίθαλψιν τῶν κατοίκων ἕνεκα τοῦ χειμῶνος· ἂς φροντίσουν, ἔστω, αὐτοὶ οὗτοι ν’ ἀνακουφισθῶσιν ἐκ τῶν δεινῶν των ὁπωσδήποτε. Ἀλλὰ προστίθεται ἄλλο κακὸν, εἰς τὸ ὁποῖον ἡ διοίκησις κάπως δύναται νὰ μεριμνήσῃ, τὸ κακὸν τῆς ἐλλείψεως παντὸς ἴχνους συγκοινωνίας, οὐχὶ τῆς ἐλλείψεως συγκοινωνίας, ἀπὸ τὴν ὁποίαν πάσχουν αἱ ἄλλαι ἐπαρχίαι, ἀλλὰ παντελοῦς στερήσεως, διότι αὐτὴ ἡ ἐπαρχία ὑποχρεοῦται εἰς τὰ φυσικῶς καὶ ἀπολύτως ἀδύνατα· ὑποχρεοῦνται οἱ κάτοικοι τῆς ἐπαρχίας νὰ μεταβαίνωσιν εἰς τὸ Μεσολόγγιον, τὴν πρωτεύουσαν τοῦ νομοῦ, τὸ ὁποῖον εἶναι φυσικῶς καὶ ἀπολύτως ἀδύνατον, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν, καὶ μὲ κίνδυνον ἔτι τῆς ζωῆς νὰ μεταβῇ ἄνθρωπος πεζὸς ἀπὸ τῆς Εὐρυτανίας εἰς τὸ Μεσολόγγιον.
§37ΦΩΤΗΛΑΣ. Τὸ αὐτὸ καὶ εἰς τὰ Καλάβρυτα.
§38Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Μόνον ὅσοι μετέβησαν εἰς τὴν Εὐρυτανίαν ἠδυνήθησαν ν’ ἀντιληφθῶσι μετὰ φρίκης τῆς καταστάσεως τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης. Τὰ Καλάβρυτα θὰ ἦναι Βέλγιον ἀπέναντι τῆς Εὐρυτανίας. Δὲν θὰ ἐπικαλεσθῶ οὔτε τὴν φιλοπατρίαν σας, οὔτε τὴν δικαιοσύνην, διότι δὲν θέλω νὰ δείξω, ὅτι περιποιοῦμαι τὴν ἐπαρχίαν. Θὰ ἐπικαλεσθῶ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν φιλανθρωπίαν, ἢ μᾶλλον, κύριοι, θὰ ζητήσω τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμον. Πρὸ ὀλίγων ἐτῶν εἶχεν ἀποφασισθῆ νὰ γείνῃ εἷς δρόμος ἀπὸ τῆς Εὐρυτανίας εἰς τὸ Μεσολόγγιον, ἵνα δύνανται οἱ ἄνθρωποι, ἄνευ κινδύνου τῆς ὑπάρξεώς των, νὰ μεταβαίνωσι τοὐλάχιστον πεζῇ, εἶχε δὲ γείνει καὶ μία γέφυρα, ἀλλὰ καὶ ὁ δρόμος καὶ ἡ γέφυρα κατεστράφησαν. Καὶ διατί κατεστράφη ὁ δρόμος; Τοῦτο εἶναι τὸ θλιβερώτερον· κατεστράφη, διότι ἔλειπεν εἷς ἐργάτης, ὁ ὁποῖος νὰ παραμερίζῃ τοὺς χάλυκας, διότι ἡ ἰδιότης τοῦ ἐδάφους εἶναι τοιαύτη, ὥστε, ὅταν δὲν παραμερίζωνται οἱ χάλυκες, καταστρέφεται ἐπὶ τέλους ἡ ὁδός. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὲ πληροφορήσῃ, ἐλήφθη καμμία πρόνοια περὶ κατασκευῆς τῆς ὁδοῦ ταύτης, μεταξὺ Εὐρυτανίας καὶ Μεσολογγίου; Μετέβην καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ παρεκάλεσα τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι πάνυ εὐγενῶς καὶ προθύμως ἐκάλεσε τὸν τμηματάρχην, καὶ ἀμέσως ἐπέβαλεν εἰς αὐτὸν νὰ λάβῃ πρόνοιαν. Ἤδη κάμνω ἁπλῆν ὑπόμνησιν, διότι ἡ Κυβέρνησις ἔχω πεποίθησιν, ὅτι θέλει μεριμνήσει· παρακαλῶ δὲ νὰ μᾶς φέρῃ πληροφορίας, εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται ἡ ὑπόθεσις τῆς ὁδοῦ ταύτης, διότι ἡ Εὐρυτανία εὑρίσκεται εἰς ἀληθῆ ἀποκλεισμόν, καὶ ὑβριζόμεθα σχεδὸν εἰς μίαν ἐφημερίδα τοῦ Μεσολογγίου ἡμεῖς οἱ Βουλευταὶ, διατὶ δὲν ὑψοῦμεν φωνὴν περὶ τῆς ἀξιοδακρύτου καταστάσεως τῆς ἐπαρχίας μας. Ἐπεθύμουν νὰ κάμω καὶ ἄλλην παράκλησιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ἐπεθύμουν νὰ μὴ παρεξηγηθῶ. Ἐπιθυμῶ γενικῶς νὰ συστήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως συστήσῃ εἰς τοὺς ὑπ’ αὐτὴν ὑπαλλήλους κἄπως νὰ προσέχωσι περισσότερον εἰς τὰ τῆς διοικήσεως. Εἶναι, κύριοι, φοβερὸν πρᾶγμα ν’ ἀναγκάζηται ὁ Βουλευτὴς ἀδιακόπως νὰ παρουσιάζῃ δι’ ἀναφορῶν παράπονα εἰς τὴν Κυβέρνησιν κατὰ διαφόρων ὑπαλλήλων. Εἰδικῶς δὲ παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ συστήσῃ εἰς τὸν ἔπαρχον τῆς Εὐρυτανίας νὰ μὴ ὑποθέτῃ, ὅτι καθῆκον αὐτοῦ εἶναι νὰ ὑπηρετῇ ἄτομα. Σᾶς ἀναφέρω δὲ καὶ ὡρισμένας περιστάσεις. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἠναγκάσθην νὰ δώσω ἀναφορὰν, διότι συνέλαβεν ἕνα ὡς κληροῦχον, Κοκόβταν, ἐξ ἑνὸς χωρίου Φραγκίστα, ἐνῷ δὲν ἦτον εἰς ὑποχρεωτικὴν σειράν· τὸν ἀπήγαγεν ἀπὸ τὸ χωρίον του εἰς τὸ Καρπενήσιον, καὶ ἐκεῖ τὸν ἀπέλυσεν. Εἶναι, κύριοι, φοβερὸν πρᾶγμα τὸ νὰ σύρηται εἷς πολίτης ἀπὸ τὸ χωρίον του, ν’ ἀπάγηται μίαν ἡμέραν μακρὰν, καὶ κατόπιν ν’ ἀπολύηται. Δύναμαι νὰ φέρω καὶ ἄλλα παραδείγματα· ἀλλ’ εὐλαβοῦμαι τὴν Βουλὴν, καὶ δὲν θέλω νὰ ἔλθω εἰς λεπτομερείας. Κάμνω ἑτέραν ἐπερώτησιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ παρακαλῶ νὰ μοὶ δώσῃ μίαν ἐξήγησιν. Ὑπάρχει εἷς λόχος εἰς ἓν χωρίον ἑνὸς δήμου, ὁ ὁποῖος ἐστάλη ἐκεῖ ἀπὸ τὴν πρωτεύουσαν, ὅστις ἐξ ἀνάγκης κατεπίεζεν ἐκεῖ τὸ χωρίον, καὶ οἱ κάτοικοι γογγύζουσι, διότι ἐξῆλθαν καὶ ἀπὸ τὰς καλύβας των, παρεξηγεῖται δὲ καὶ ἡ Κυβέρνησις, διότι ὑποτίθεται, ὅτι τοῦτο γίνεται πρὸς καταπίεσιν τοῦ χωρίου· ὑπῆρχε δὲ καὶ λόγος, διότι ἐκεῖνο τὸ χωρίον τοῦ δήμου Ἀγραίων τῆς Εὐρυτανίας ἔσχε τὴν ἰδιοτροπίαν νὰ ὑποστηρίξῃ ἐκθύμως τὸ ἑνιαῖον τῆς ψήφου, τοῦ ὁποίου ἐγένετο μεγάλη χρῆσις ἐν Εὐρυτανίᾳ κατὰ τὰς τελευταίας ἐκλογὰς, καὶ ἐθεωρήθη, ὅτι ἦτον ἀνάγκη μιᾶς τιμωρίας τοῦ χωρίου· τοῦτο δὲ δίδει χώραν εἰς παρεξηγήσεις, ἕνεκα τῶν ὁποίων καὶ ἡ Κυβέρνησις ἀδικεῖται ἴσως.
§39ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ὁ κ. Χατζόπουλος ἐνθυμεῖται, ὅτι ἐπεσκέφθη τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ὡμίλησε περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Σᾶς εἶπον, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία ἐνόμισε καλὸν νὰ μετατεθῇ ὁ λόχος εἰς τὸ χωρίον ἐκεῖνο, καὶ ὅτι ἤθελον ζητήσει ἀπὸ τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν καλλιτέρας πληροφορίας. Ἂν ἠθέλατε ἐπανέλθει, θὰ ἐμανθάνετε, ὅτι ἐδόθη διαταγὴ εἰς τὸν κ. Λιακόπουλον νὰ ἐξενέγκῃ γνώμην ἀνεξαρτήτως πάσης πολιτικῆς μερίμνης.
§40ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ· ἐγὼ ἁπλῶς ἔκαμα λόγον, ὅπως σᾶς ὑπενθυμίσω τὸ πρᾶγμα.
§41ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἀπευθύνω πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἰδίᾳ πρὸς τὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν, τὴν ἐπερώτησιν, ὁποία τις εἶναι ἡ στάσις τοῦ Ἐξωτερικοῦ ζητήματος. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅπως μὴ ἀντιτάξῃ εἰς τὴν ἐπερώτησίν μου τὴν τοῦ ἀπαραδέκτου ἔνστασιν. Καιρὸς, ὅπως ὁ τόπος μάθῃ τὴν ὅλην ἀλήθειαν, γυμνὴν τὴν ἀλήθειαν, ὅπως, φωτιζόμενος ἐξ αὐτῆς, σκεφθῇ περὶ τῆς ἐν τῷ μέλλοντι πορείας αὐτοῦ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν καὶ τοὺς ἐν αὐτῇ ἀρχηγοὺς κομμάτων, πάντα Βουλευτὴν, ὅπως μετὰ τὴν εἰς τὴν ἐπερώτησιν ἀπάντησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, προβῶσιν εἰς γενικὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, τοῦ ἐπὶ πᾶσι τοῖς ἄλλοις πρωτεύοντος, ἐξετάζοντες αὐτὸ ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις, σχετικῶς πρὸς τὰς ἐκ τοῦ παρελθόντος καὶ τῶν πεπραγμένων ὑποχρεώσεις τοῦ τόπου, σχετικῶς πρὸς τὴν κατάστασιν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν διατελεῖ ὁ τόπος, καὶ τὰ μέσα αὐτοῦ, σχετικῶς πρὸς τὰς περιστάσεις τῆς Ἀνατολῆς, σχετικῶς πρὸς τὰς περὶ τῶν πραγμάτων τῆς Ἀνατολῆς σκέψεις τῶν Εὐρωπαϊκῶν Δυνάμεων. Ἄγομαι δὲ εἰς τὴν ἐπερώτησιν ταύτην ἐκ τῆς ἐλπίδος, ὅτι ἐκ τῆς περὶ αὐτῆς συζητήσεως δυνατὸν νὰ προκύψῃ τὸ φῶς, ὅπερ θὰ καθοδηγήσῃ τὴν Βουλὴν εἰς τὰς σκέψεις καὶ ἀποφάσεις αὐτῆς περὶ τῶν Νομοθετικῶν αὐτῆς καθηκόντων ἐν ταῖς παρούσαις περιστάσεσι, περὶ τοῦ ἐκ τῶν πρωτευόντων ζητήματος, τοῦ οἰκονομικοῦ, περὶ τοῦ κυβερνητικοῦ, τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν κομμάτων καὶ πάντα Βουλευτὴν, εἰς τὴν πολιτείαν, ἣν ἐπιβάλλουσιν αὐτοῖς οἱ καιροὶ, τὸν λαὸν τῆς Ἑλλάδος, εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῶν λόγων, διὰ τοὺς ὁποίους οἱ κυβερνῶντες αὐτὸν τρέπονται τὴν μίαν ἢ τὴν ἄλλην ὁδὸν, ὅπως οὗτος πειθόμενος περὶ τοῦ ὀρθοῦ αὐτῶν, παράσχῃ τὴν συνδρομήν του. Ἔχομεν καὶ δὲν ἔχομεν Κυβέρνησιν, σύγχυσις ἐπικρατεῖ ἰδεῶν καὶ γλωσσῶν ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ· τὸ ἀναποφάσιστον κατὰ τοὺς παρελθόντας καιροὺς ἔβλαψε σπουδαίως τὸν τόπον. Αἱ περιστάσεις ἐπιβάλλουσιν εἴπερ ποτε πολιτικὴν ἀποφασιστικὴν, μέτρα γενναῖα, ἀνδρικά. Παρακαλῶ, τὴν Βουλὴν, ὅπως ὁρίσῃ ἡμέραν, εἰς ἀπάντησιν καὶ συζήτησιν τῆς ἐπερωτήσεώς μου, τὴν ἐρχομένην Πέμπτην.
§42ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐν πρώτοις θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ δοθῇ ἡ ἄδεια ὅπως ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ὁ περὶ πολιτικῶν μηχανικῶν νόμος, καθ’ ὅσον δὲν ἀρκεῖ νὰ δημοσιεύηται διὰ τοῦ τύπου, καὶ νὰ γίνεται λόγος εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τροποποιήσεως ἑνὸς νόμου ἢ προσθήκης ἄρθρου τινός, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐγγράφηται εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ὅταν ἡ ἀνάγκη ἦναι ἐπαισθητή.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεπέμφθη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἥτις θ’ ἀποστείλῃ τὴν ἔκθεσιν της, καὶ τότε θὰ ἐγγραφῇ.
§44ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Προτίθεμαι, κύριοι, νὰ κάμω ἐπερώτησιν εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν, ὅπως εἰς τὸ μέλλον τεθῇ φραγμὸς εἰς τὰς λαμβανούσας χώραν καταχρήσεις ἐκ μέρους τῶν ἀξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς τῶν διαφόρων Μοιρῶν τοῦ Κράτους. Λαμβάνω δὲ ἀφορμὴν, καθόσον σκάνδαλα τινὰ οὐ μόνον ἔλαβον χώραν εἰς τὸν νομόν Εὐβοίας, καὶ ἀμέσως δὲν ἐπῆλθεν ἡ πρέπουσα τιμωρία, ἀλλὰ λαμβάνουν ἐπίτασιν ταῦτα ὁσημέραι, καὶ ἐγένοντο πράγματι ἀφορμαὶ δυσαρεσκείας ἐκ μέρους τῶν ἄλλων Μοιράρχων, τὸ τοιοῦτον δὲ καταβιβάζει τὸ ἀξίωμα τοῦ ἀξιωματικοῦ καὶ τοῦ Μοιράρχου, καθὼς καὶ τὴν κεντρικὴν ὑπηρεσίαν χαλαρόνει.
§45ΒΑΛΤΙΝΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.) Χάριν τῆς τιμῆς τοῦ στρατοῦ, ὀφείλετε νὰ κατονομάσητε τὸν μοίραρχον.
§46ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τὴν τιμὴν τοῦ στρατοῦ τὴν σέβομαι περισσότερον ἀπὸ ὑμᾶς· ὁ τοιοῦτος δὲ μοίραρχος εἶναι ὁ Κρικελλόπουλος.
§47ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Πρέπει νὰ τιμωρῶνται οἱ παραβαίνοντες τὸ καθῆκόν των, χάριν τῆς τιμῆς τοῦ στρατοῦ.
§48ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Χαίρω, κύριε Ὑπουργὲ, διότι συμφωνοῦμεν. Κατηγορήθη ὁ ἀνωτέρω μοίραρχος, ὀνόματι Κρικελλόπουλος, ὅτι ἠπάτησε τὰς ἀνωτέρας του ἀρχάς, διὰ τὴν ἑξῆς πρᾶξιν. Ἐβεβαίωσε δηλ., ὅτι λοχίας τις ἐπληγώθη λαβὼν μέρος εἰς καταδίωξιν φυγοδίκων. Τὸ Ὑπουργεῖον, ἕνεκα τῶν ἐπανειλημμένων ἐκθέσεων, ἐξέδωκεν ἔνταλμα πεντακοσίων δραχμῶν, ἀλλὰ κατόπιν ἀνεκαλύφθη, ὅτι ἡ τοιαύτη πρᾶξις δὲν ἐγένετο. Τὸ Ὑπουργεῖον διὰ τοῦ Εἰσηγητοῦ, τὸν ὁποῖον ἔστειλεν, ἀνεκάλυψε τοῦτο. Ἐκτὸς δὲ τούτου ἐζήτησεν ὅπως πληρωθῇ ὁ αὐτὸς Μοίραρχος διὰ μετάβασίν του ὡς ἀνακριτοῦ εἰς διαφόρους Δήμους, ἐνῷ δὲν μετέβη, καὶ ἀπόδειξις ὅτι δὲν μετέβη εἶναι, ὅτι ὑπάρχουσιν ἔγγραφα τῶν ἡμερομηνιῶν ἐκείνων, καθ’ ἃς λέγει ὅτι μετέβη εἰς τοὺς διαφόρους Δήμους, τὰ ὁποῖα ἔχει ὁ ἴδιος ὑπογράψει, καὶ ἐζήτησε νὰ πληρωθῇ χρήματα, ἐνῷ οὐδόλως μετέβη νὰ ἐνεργήσῃ πράξεις ἀνακριτικάς. Τοῦτο ἐγέννησε καὶ σκάνδαλα εἰς τὴν Μοιραρχίαν Χαλκίδος μεταξὺ Ὑπομοιράρχου καὶ Ἀντιμοιράρχου, καὶ ἐπῆλθεν ὡς ἐκ τούτου χαλάρωσίς τις εἰς τὴν διοίκησιν τῆς Μοιραρχίας. Μέχρι τοῦδε δὲν ἔλαβον τὸν λόγον καὶ δὲν ἤθελον νὰ φέρω τὰ σκάνδαλα ταῦτα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶδον, ὅτι ἐξακολουθεῖ ἡ ἀνωμαλία, ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ παρατηρήσω, ὅτι καταπίπτει ἡ ἀξιοπρέπεια τῶν ἀξιωματικῶν αὐτῶν, καὶ νὰ ἐρωτήσω ὁποία θεραπεία ἢ ὁποία μέτρα ἔλαβον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου.
§49ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὡς πρὸς τὸ πρῶτον ζήτημα εἰργάσθη ὅσον ἀνῆκεν εἰς αὐτόν, ἡ δὲ ὑπόθεσις παρεπέμφθη εἰς τὰ κοινὰ Δικαστήρια· δὲν ἀνήκει εἰς τὴν Στρατιωτικὴν δικαιοσύνην. Ὡς πρὸς τὸ δεύτερον, αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν δύναμαι νὰ δώσω ἀπάντησιν ποῦ εὑρίσκεται αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέβαλεν Ἐκθέσεις ἐπὶ διαφόρων Νομοσχεδίων. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῇ.
§51ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.) Ὁ μὴν Ἰανουάριος ἐγγίζει εἰς τὸ τέρμα αὐτοῦ, καὶ ἡ Βουλὴ δὲν ἐπελήφθη τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους· ἑπομένως εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθημεν καὶ πρὸ μηνός, νὰ προκαλέσωμεν πίστωσιν διὰ τὰς δαπάνας τοῦ μηνὸς Φεβρουαρίου, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ εἰσαχθέντος εἰς τὴν Βουλὴν προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους. Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν Νομοσχέδιον πιστώσεως τοιαύτης, καὶ παρακαλῶ αὐτὴν νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν συζήτησιν τοῦ Νομοσχεδίου τούτου, ἀφοῦ ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της, ἵνα κατορθωθῇ ἡ ἐπιψήφισις πρὸ τῆς λήξεως τοῦ παρόντος μηνὸς, καθόσον πρόκειται οὐ μόνον περὶ τῶν δαπανῶν τοῦ μηνὸς Φεβρουαρίου, ἀλλὰ καὶ περὶ τῆς εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων τῶν ἐγγεγραμμένων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἰσχυόντων νόμων, καὶ τῶν ὁποίων ἡ εἴσπραξις θ’ ἀνασταλῇ, ἐὰν δὲν ἐπιψηφισθῇ τὸ ὑποβαλλόμενον Νομοσχέδιον. Συγχρόνως ὑποβάλλω ἕτερον Νομοσχέδιον περὶ νομιμοποιήσεως δαπανῶν τινων ἐγγεγραμμένων ἐν τῷ ὑποβληθέντι προϋπολογισμῷ, πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν νόμων περὶ γαιῶν καὶ φυτειῶν, καὶ διὰ τὴν διαφύλαξιν καὶ ἐπιτήρησιν τῶν ἐν Πειραιεῖ καὶ ἐν Ἀθήναις Ἐθνικῶν κτημάτων, καὶ ἰδίως τῶν οἰκοπέδων.
§52ΔΟΥΜΑΣ. Πότε ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ θὰ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της; Σιγὰ σιγὰ θὰ δίδωμεν πιστώσεις διὰ τὸν ἕνα καὶ τὸν ἄλλον μῆνα, καὶ οὕτω δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ φέρωμεν οἰκονομίας.
§53ΤΖΑΝΕΣ. Ἀπὸ τὰ 62 πολλοὶ τῶν Δήμων δὲν ὑπέβαλον ἀπολογισμούς. Φρονῶ, ὅτι ἡ δημοτικὴ περιουσία εἶναι ἀντικείμενον τῆς μερίμνης τῆς Βουλῆς, διότι συνεισφέρει, οὕτως εἰπεῖν, εἰς τὴν ὅλην συντήρησιν τοῦ Κράτους. Πιστεύω, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιτάξῃ εἰς τοὺς Δημάρχους τῶν Δήμων, οἵτινες δὲν ὑπέβαλον τοὺς ἀπολογισμούς, νὰ τοὺς ὑποβάλουν.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν τοῦ Νομοσχεδίου περὶ τῶν κληρούχων τοῦ 1879.
§55ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἔχω ἀνάγκην λίαν συντόμως νὰ δώσω μερικὰς διασαφήσεις, διότι προχθὲς ἐλέχθη, ὅτι ἡμεῖς παρεβιάσαμεν τὸν νόμον. Ἰδοὺ, κύριοι, ποῦ ἐστηρίξαμεν τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν εἴχομεν περὶ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Νόμου. Τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νέου νόμου λέγει «ἡ ἀντικατάστασις ἀπαγορεύεται». Τὸ δὲ ἄρθρον 123 λέγει «πᾶσαι αἱ διατάξεις τῶν περὶ ἀπογραφῆς......» Κατὰ τὴν διάταξιν αὐτὴν οἱ νόμοι ἐκεῖνοι ἐντελῶς καταργοῦνται, καὶ ὅτι αὐτὴ ἦτον ἡ ἰδέα τοῦ νομοθέτου, ἀπόδειξις, ὅτι τὴν ὑποχρέωσιν τῶν νεοσυλλέκτων τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐνέγραψεν εἰς ἄλλο ἄρθρον ἐντὸς τοῦ νόμου αὐτοῦ· ἑπομένως, κατὰ τὴν ἰδέαν μου, αἱ ὑποχρεώσεις τῶν νεοσυλλέκτων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐπαρουσιάσθησαν νὰ ἐκτελέσωσι τὰ χρέη των, κανονίζονται ἀπὸ ἰδιαιτέρας διατάξεις τοῦ νόμου αὐτοῦ. Καὶ πρῶτον ἡ διάταξις 116 ἰδοὺ τί λέγει: «κληροῦχοι καθυστεροῦντες μέχρι τοῦ 76.....» Οἱ νεοσύλλεκτοι, καθ’ ἡμᾶς, τῆς κατηγορίας αὐτῆς χρεωστοῦν νὰ ὑπηρετήσουν προσωπικῶς· κατὰ τὸν νόμον, ἐὰν δὲν ὑπηρέτησαν προσωπικῶς, δὲν δύνανται νὰ ἐκπληρώσουν καὶ τὰς ἄλλας ὑποχρεώσεις. Αὐτὴ εἶναι συνέπεια τῆς προσωπικῆς ὑπηρεσίας τῆς τριετοῦς. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ὑπάρχει τὸ ἄρθρον 119 «Οἱ δυνάμει τῶν προηγουμένων περὶ στρατολογίας.....» Οἱ κληρωτοὶ οἱ προσενεγκόντες, εἴπομεν ἡμεῖς, οὐχὶ οἱ προσάγοντες ἤδη, ἀλλ’ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κληρωθέντες δὲν παρουσιάσθησαν, οὔτε παρουσίασαν ἀντικαταστάτας· ἂν ἐπρόκειτο περὶ κληρούχων, οἱ ὁποῖοι τώρα καλοῦνται καὶ τώρα πρόκειται νὰ ἐκτελέσωσι τὰς ὑποχρεώσεις των, αὐτοὶ ἠδύναντο νὰ εἴπουν ἡμεῖς ἤδη καλούμεθα, καὶ διὰ τοῦτο ἤδη καλούμενοι, παρουσιάζομεν ἀντικαταστάτας· ἀλλ’ οἱ κληροῦχοι, οἵτινες πρὸ πολλοῦ ὄντες ὑπόχρεοι, οὔτε παρουσιάσθησαν οὔτε ἀντικατεστάθησαν, ἐνομίσαμεν, ὅτι εἶναι προσωπικῶς ὑπόχρεοι. Καὶ ὅμως ἐγκαίρως ὑπεβάλομεν τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔχει ὑπ’ ὄψιν της ἡ Βουλὴ καὶ τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ συζητήσῃ. Εἰς αὐτὸ θέλει λυθῆ τὸ ζήτημα, ἂν τῳόντι οἱ καθυστεροῦντες κληροῦχοι τῶν παρελθόντων ἐτῶν ὀφείλωσι νὰ ὑπηρετήσωσι τρία ἔτη ἢ ἓν ἔτος, δεύτερον, ἂν ὀφείλωσι νὰ ὑπηρετήσωσι προσωπικῶς ἢ δι’ ἀντικαταστάτου. Μὴ λησμονῆτε, κύριοι, ὅτι ὁ σκοπὸς τοῦ Νόμου αὐτοῦ ἦτο τὸ νὰ ἐκγυμνασθῇ ὅλος ὁ ἑλληνικὸς λαὸς εἰς τὰ ὅπλα· διὰ τοῦτο καθιερώσαμεν τὴν προσωπικὴν ὑπηρεσίαν, οὐχὶ τὴν δι’ ἀντικαταστάτου, καὶ ἑπομένως δὲν πρέπει ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐξετέλεσαν τὸ καθῆκόν των, νὰ τύχωσι τῆς ἐπιεικείας ἡμῶν.
§56ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Εἰς ἓν μέρος, ὅπου εἶχον νὰ παρατηρήσω ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὁ κ. πρωθυπουργὸς μὲ προέλαβε. Παρατηρῶ, ὅτι ἡ ὑφὴ τοῦ νομοσχεδίου πρέπει νὰ τροποποιηθῇ. Ἀναγινώσκω ἓν πρὸς ἓν τὰ ἄρθρα, ἵνα κάμω ἐπ’ αὐτῶν τὰς παρατηρήσεις. «Ἄρθρον 1. Ἐν οἷς δήμοις δὲν ἐνηργήθησαν κληρώσεις στρατευσίμων τινὸς τῶν κατὰ τὴν τελευταίαν πενταετίαν μέχρι τοῦ ἔτους 1879, συμπεριλαμβανομένου, ἀπογραφῶν, ἐνεργηθήσονται κατὰ τὰς διατάξεις τῶν ἀπὸ 28 Νοεμβρίου 1837 καὶ 18 Ἰανουαρίου 1838 νόμων περὶ ἀπογραφῆς.» Ἄν δὲν ὑπῆρχεν ἡ διαταγὴ, τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν ὁ κ. πρόεδρος τοῦ ὑπουργείου, δὲν ἠδυνάμην νὰ εἴπω τίποτε· ἀλλὰ τοῦτο ὁρίζεται εἰς τὸν νόμον, ὅτι τουτέστι δὲν δύναται νὰ γείνῃ κατὰ τὸν νόμον τοῦ 37, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸν νέον νόμον πρέπει νὰ τροποποιηθῇ. «Ἄρθρον 2. Οἱ κατὰ τὸ ἄρθρον 9 τοῦ ἀπὸ 28 Νοεμβρίου 1837 νόμου καὶ τὸν ἀπὸ 1 Νοεμβρίου 1851 νόμον περὶ στρατολογίας καὶ ναυτολογίας ἐπιλαχόντες κληρωτοὶ τῶν μέρχι τοῦ 1879 ἀπογραφῶν ἀπαλλάσσονται ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1880 τῆς πρὸς στρατείαν ὑποχρεώσεως.» Ὁ νέος νόμος, θέλων ν’ ἀπαλλάξῃ τὴν νέαν κατάστασιν τῶν πραγμάτων ἀπὸ μίαν ἀνωμαλίαν, ἀπήλλαξε τοὺς ἐπιλαχόντας τῆς ὑποχρεώσεως νὰ ὑπηρετήσουν. Τοῦτο δὲν ἔχει τι τὸ κακὸν, ὥστε καὶ τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἤθελεν εἶσθαι αὐτοτελὲς, ἂν ὁ νόμος δὲν περιελάμβανε καὶ περὶ αὐτοῦ. «Ἄρθρον 3. Ὁ χρόνος τῆς ἐν τῷ στρατῷ ἐνεργοῦ ὑπηρεσίας τῶν καθυστερούντων κληρωτῶν μέχρι τοῦ 1879 κανονίζεται κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἀπὸ 27 Νοεμβρίου 1878 νόμου.» Καὶ αὐτὸ κανονίζεται ἀπὸ τὸν νόμον. Ὁ χρόνος εἶναι ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον κανονίζει ὁ νόμος· ἐνταῦθα ὅμως ὑπάρχει μία ἀντίφασις, ὁ νόμος περὶ στρατολογίας λέγει, ὅτι μέχρι τοῦ 76 θὰ ὑπηρετήσουν ἕν ἔτος.
§57ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅσοι ἐπαρουσιάσθησαν, οὐχὶ ὅλοι· ὅσοι δὲν ἐπαρουσιάσθησαν, θὰ ὑπηρετήσουν τρία ἔτη.
§58ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Καὶ τὸ τελευταῖον ἄρθρον τοῦ νόμου ἀντίκειται......
§59ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὸς ὁ νόμος πρόκειται νὰ κανονίσῃ τὸ παρελθόν. (Θόρυβος.)
§60ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Ὡς πρὸς τὸ 76 λέγω, ὅτι πρέπει νὰ συμφωνήσωμεν. Θὰ παρατηρήσω καὶ ἕτερόν τι· εἰς τὰ 76 ἐξεδόθη μία ὑπουργικὴ διαταγὴ, δι’ ἧς ὡρίζετο εἷς ἐργολάβος τῶν κληρούχων. Ἡ διαταγὴ ἔλεγεν, ὅτι ἠδύνατο πᾶς τις κληροῦχος, ὅστις ἐπεθύμει ν’ ἀντικατασταθῇ, νὰ δώσῃ εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ἐπαρχίας του τὴν ἀντικατάστασιν εἰς χρήματα, τὴν ὁποίαν ὥριζεν εἰς 600 δραχμὰς, διὰ νὰ παραδοθοῦν εἰς ἕνα ἐργολάβον, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα δὲν ἐνθυμοῦμαι, καὶ αὐτὸς ἤθελε φροντίσει. Τώρα μεταξὺ αὐτῶν τῶν ἐπιλαχόντων δύνανται νὰ ἦνέ τινες, οἱ ὁποῖοι ἐπλήρωσαν· ὁ ἐργολάβος ἐξετέλεσε τὰς ὑποχρεώσεις του; ἐγὼ γνωρίζω ἀπό τινας καθυστεροῦντας, ὅτι δὲν τὰς ἐξετέλεσε. Δι’ αὐτοῦ λοιπὸν τοῦ νόμου αὐτοὶ ἀπαλλάσσονται τῶν ὑποχρεώσεών των.....
§61ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄχι, δὲν ἀπαλλάσσονται, θὰ πληρώσουν τὰ χρήματα.
§62ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Σήμερον εἶναι διετὴς ὑπηρεσία ἢ ἑξάμηνος ὑπηρεσία· λοιπὸν αὐτοὶ ἠμπορεῖ νὰ ἦνε μεταξὺ τῶν ἐπιλαχόντων.
§63ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Οἱ ἐπιλαχόντες ἀπαλλάσσονται.
§64ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Ἠμπορεῖ νὰ ἦνέ τις τῶν ἐπιλαχόντων, ὅστις ἠναγκάσθη νὰ ἀντικαταστήσῃ ἑαυτὸν, καὶ αὐτὸς ἐπλήρωσε.
§65ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπόκειται εἰς τὰς διατάξεις αὐτοῦ τοῦ νόμου.
§66ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Ἐπλήρωσε.
§67ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Λαμβάνει τὰ χρήματα ὀπίσω.
§68ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Ἀπὸ τίνα;
§69ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀπὸ τὸν ἐργολάβον.
§70ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Ποῦ θὰ τὸν εὕρῃ; Ἔπρεπεν ἀπὸ τότε ὁ ἐργολάβος νὰ ἐκτελέσῃ τὰς ὑποχεώσεις του, καὶ ἐπέρασαν 4 ἔτη, καὶ δὲν τὰς ἐξεπλήρωσε.
§71ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Πῶς ἀφοῦ δὲν ἐπλήρωσε χρήματα;....
§72ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Ἡ ὑπηρεσία ὡρίσθη εἰς ἕν ἔτος, ὡρίσθη δὲ ὅσοι θέλουν νὰ ἀντικαταστήσουν, διὰ νὰ μὴ ἔχουν ἐνοχλήσεις νὰ μεταβαίνουν εἰς τὰ Σώματα καὶ ἔπειτα νὰ ἀντικαθίστανται, νὰ δίδουν τὰ χρήματα εἰς τὸ ταμεῖον, ὁ δὲ ἐργολάβος νὰ ὑποχρεοῦται νὰ δώσῃ τὸν νεοσύλλεκτον.
§73ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Καὶ δὲν ἔδωσε τοὺς νεοσυλλέκτους;
§74ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Δὲν ἔδωσε. Λοιπὸν ἐπειδὴ ὁ νόμος ἀπαλλάσσει τούτους, ἀπαλλάσσει καὶ τὸν ἐργολάβον νὰ ἀντικαταστήσῃ αὐτούς. Ἀλλ’ αὐτοὶ, οἵτινες ἐπλήρωσαν, τί θὰ κάμουν;
§75ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ μελετήσωμεν αὐτὸ τὸ ζήτημα.
§76ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἡ τελευταία, κύριοι, ἐρώτησις τοῦ κ. Κορωναίου δὲν δύναται νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, εἶναι δὲ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ἐξετάσῃ, διότι νομίζω, ὅτι, ἐὰν ὁ ἐργολάβος κατεχράσθη, εἶναι ὑπεύθυνος καὶ δικαστικῶς καὶ διοικητικῶς· ἑπομένως φρονῶ, ὅτι δὲν ὑπάρχει ζήτημα διὰ τὰς παραλείψεις τοῦ ἐργολάβου. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, εἶναι τὸ διάστημα τῆς ὑποχρεώσεως καὶ ἡ ἀντικατάστασις. Δὲν συμφωνῶ μὲ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀπογραφὴν τοῦ 1880, καὶ διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ ἐφαρμοσθῶσιν ὡς πρὸς τὴν ἀντικατάστασιν αἱ διατάξεις τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας τοῦ 1837. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς σᾶς ἀνέφερε δύω διατάξεις, καθ’ ἃς δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἀντικατάστασις· οἱ προηγούμενοι νόμοι θεωροῦνται κατηργημένοι, ἀλλὰ ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ νέου νόμου, διότι οἱ ὑπηρετήσαντες μέχρι τοῦ 1879 δὲν ὑπάγονται εἰς τὰς διατάξεις αὐτοῦ. Ὅλαι αὐταὶ αἱ διατάξεις εἰσὶ λογικαί, ἀλλὰ πρέπει νὰ θέσωμεν τὴν ἑξῆς ἀρχήν· ἐὰν παραδεχθῶμεν, ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1880 ἐφαρμόζεται καὶ εἰς τοὺς παρελθόντας, τότε πρέπει νὰ τὸν ἐφαρμόσωμεν ὡς πρὸς ὅλας τὰς διατάξεις. Ὁ νόμος λέγει ῥητῶς, ὅτι πάντες ὑποχρεοῦνται νὰ ὑπηρετῶσιν ἀπὸ τὸ 21 ἕως τὸ 40. Ἐπειδὴ δὲ, νομίζω, ὅτι ὁ νόμος δὲν ἠμπορεῖ νὰ διαιρεθῇ, ἀνάγκη νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι ἀντικαθίστανται οἱ νεοσύλλεκτοι οἱ μεταξὺ τῶν 18 ἕως 24, διότι δὲν ἠμπορεῖτε νὰ τοὺς ὑποχρεώσητε διὰ διατάξεως νεωτέρας· ἑπομένως δὲν μένει οὐδεμία ἀμφιβολία, ὅτι ὁ νόμος ἠθέλησε νὰ κανονίσῃ διὰ διατάξεώς τινος τὸ μέλλον τῆς ὑπηρεσίας. Τώρα ἔρχεται τὸ ζήτημα, ἂν πρέπῃ νὰ ἐφαρμόσωμεν τὴν ἀντικατάστασιν. Λέγω, ὅτι αἱ διατάξεις τῶν κειμένων νόμων, εἶναι ἐν ἰσχύϊ, διότι ὁ νόμος δὲν κατηργήθη, καὶ διότι καθ’ ὅλας τὰς γενικὰς διατάξεις δὲν δύναται νὰ στερηθῇ τις κεκτημένου δικαιώματος, καὶ ἀφοῦ δὲν ὑπηρετεῖ αὐτοπροσώπως εἰ μὴ μέχρι τοῦ 21 ἔτους, νὰ ὑποχρεώσωμεν καὶ τὰς μεγαλειτέρας ἡλικίας, καὶ νὰ ὑπάρξῃ αὐστηρότερος ὁ νόμος καὶ περὶ ἐκείνων διὰ τοὺς ὁποίους ὁ νόμος τοῦ 1880 ῥητῶς προέβλεψε. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ· ὥστε νὰ ἐφαρμόζωνται αἱ διατάξεις τοῦ νόμου τοῦ 1837 ὡς πρὸς τούτους. Τώρα μένει, κύριοι, ἓν ἄλλο ν’ ἀποφασίσωμεν. Τὸ ἄρθρον τὸ τελευταῖον, λέγει, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τῶν στρατευσίμων κτλ. Ἐπειδὴ ὁ νόμος τοῦ 1878 ὁμιλεῖ περὶ ὑπηρεσίας ἐνιαυσίας, εἰς ἄλλας δὲ διατάξεις περὶ τριετοῦς ὑπηρεσίας, καί τινες συνάδελφοι μοὶ ἐξήγησαν τὴν ἀπορίαν αὐτήν, ἐπιθυμῶ καὶ ἐγὼ νὰ μάθω τί ἐννοεῖ ὁ νόμος. Πρὸς ἀποφυγὴν πάσης ὑπονοίας φρονῶ, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ προσθέσωμεν «κατὰ τὸ ἄρθρον 116 τοῦ νόμου τοῦ 1878.» δηλ. οἱ προσερχόμενοι ἐντὸς τοῦ ἔτους, θὰ ὑπηρετῶσιν ἓν ἔτος.
§77ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ 1878, παρῆλθε τὸ ἔτος.
§78ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὁ νόμος λέγει ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου· ἑπομένως, ἀφοῦ σήμερον ψηφίζεται, ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως ἄρχεται ἡ ἰσχύς του.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὶν ζητήσω τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ὀφείλω νὰ ὑπομνήσω, ὅτι ὑπάρχει πρότασις, ἥτις ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ Βουλευτοῦ κ. Κόταρη, αὐτοτελής, ἥτις εἶναι πράγματι μετατροπὴ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου (τὴν ἀναγινώσκει). Ἐὰν γείνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία αὕτη, τότε τὸ νομοσχέδιον εἶναι περιττόν. Πρῶτον λοιπὸν ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου ἐν γένει. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Κόταρη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ἄρθρον 1.
§80ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἀντὶ «συμπεριλαμβανομένου», πρέπει νὰ προστεθῇ «συμπεριλαμβανομένου καὶ τούτου».
§81ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς ὅλα τὰ ἄρθρα θὰ προστίθεται «συμπεριλαμβανομένου.» Οἱ παραδεχόμενοι τὸ 1 ἄρθρον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 3.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ῥικάκης προτείνει τροπολογίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν μετὰ τὰς λέξεις «κατὰ τὰς διατάξεις», νὰ προστεθῇ «τὸ ἄρθρον 116 τοῦ νόμου.»
§85ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὸ, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, ἔχει καὶ τοῦτο τὸ κακόν· ὅτι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δὶς παρέβησαν τὸν νόμον, αὐτοὶ ἀμείβονται.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν εἰς τὴν γʹ συζήτησιν.
§87ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὑποστηρίζω τὴν τροπολογίαν. Ἀλλὰ παρατηρῶ, ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἶναι ἀνάγκη νὰ γείνῃ ἡ ἑξῆς διασάφησις: τὶ γίνονται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν συλλαμβάνονται κατὰ τὸ ἔτος, ἀλλὰ προσέρχονται; διότι περὶ τούτων οὐδὲν λέγει τὸ ἄρθρον 116 τοῦ νόμου τοῦ 1878.
§88ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἀφοῦ ἅπαξ δώσωμεν προθεσμίαν ἑνὸς ἔτους.....
§89ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν παραδεχθῶμεν τὴν τροπολογίαν, τότε οἱ μὴ παραβάντες τὸν νόμον, αὐτοὶ βασανίζονται, καὶ οἱ ἄλλοι ἀμείβονται.
§90ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἐὰν παραδεχθῶμεν τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Ῥικάκη, τότε διατί νὰ ἐπιτρέψωμεν τὴν ἀντικατάστασιν; Ἡ ἀντικατάστασις ἀντίκειται ἐντελῶς εἰς τὴν νέαν τροπολογίαν, διότι, ἐὰν ἐπιτρέψωμεν εἰς τοὺς καθυστεροῦντας κληρούχους, οἵτινες ἔχουσιν ὑπιχρέωσιν τριῶν ἐτῶν, καίτοι καθυστερήσαντες, νὰ ὑπηρετήσωσιν ἓν ἔτος, πῶς θέλετε καὶ τὸ ἔτος αὐτὸ νὰ τὸ ὑπηρετήσωσι δι’ ἀντικαταστάσεως;
§91ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Μήπως οἱ ἄλλοι δὲν προσέφεραν ἀντικαταστάτας; Προσέφεραν ἀντικαταστάτας δι’ ἓν ἔτος.
§92ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Τὸ ἄτοπον εἶναι πάντοτε ἄτοπον· ὁ λόγος εἶναι, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιβάλωμεν ὑποχρέωσιν εἰς κληρούχους, οἵτινες προέρχονται ἀπὸ προηγούμενα ἔτη, ἀλλ’ αὐτοὶ πρέπει νὰ ὑπηρετήσουν αὐτοπροσώπως, καὶ οὐχὶ δι’ ἀντικαταστάσεως.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα πρόκειται νὰ ἀποφασισθῇ ἂν πρέπῃ νὰ προστεθῇ τὸ «τοῦ ἄρθρου 116».
§94ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ τὸ θεωρῶ ἄδικον, τοὐλάχιστον ὡς πρὸς τοὺς μὴ παρουσιασθέντας μέχρι τοῦ 1876.
§95ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν προστεθῇ «κατὰ τὸ ἄρθρον 116,» νομίζω, ὅτι τὸ ἄρθρον 3 εἶναι τόσον γενικὸν, ὥστε παραβλάπτονται τὰ ἐκ τοῦ ἄρθρου ἐκείνου πηγάζοντα δικαιώματα τῶν ἀνηκόντων εἰς τὰς μέχρι τοῦ 1876 ἀπογραφάς.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν νὰ σημειώσωμεν τὰ τρία ἔτη 77, 78, καὶ 79....
§97ΡΙΚΑΚΗΣ. Κύριοι, ἐὰν ζητήσωμεν νὰ προσπαθήσωμεν νὰ εὕρωμεν τὸ ἀπολύτως δίκαιον, δὲν θὰ τὸ εὕρωμεν. Σᾶς ἐρωτῶ, εἶναι δίκαιον εἰς νὰ ὑπηρετήσῃ τρία ἔτη, ἀφοῦ ὁ ἄλλος, ὅστις δὲν προσῆλθε, θὰ ὑπηρετήσῃ ἕν; Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι τὸ δίκαιον ἀπολύτως εἶναι ἀδύνατον. Ἐπειδὴ πρόκειται τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ νὰ συμπληρώσωμεν ἀπὸ μίαν ἡλικίαν, βεβαίως ὁ νόμος θὰ περιέχῃ ἐξ ἅπαντος διατάξεις αὐθαιρέτους καὶ ἀδίκους καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι θὰ γείνουν ἀδικήματα, ἀλλὰ βεβαίως εἰς τοιαύτας περιστάσεις πρέπει νὰ ἦνέ τις ἀποφασιστικός.
§98ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Κύριε Ῥικάκη, ἐνοεῖτε, ὅτι μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον οἱ κληροῦχοι τοῦ 1879, προσερχόμενοι ἢ καὶ συλλαμβανόμενοι ἐντὸς τοῦ ἔτους, θὰ ὑπηρετήσουν ἕν μόνον ἔτος;
§99ΡΙΚΑΚΗΣ. Μάλιστα.
§100ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Τότε εἰς τὰ 1881 δὲν θὰ ἔχητε εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ τὴν κλήρωσιν τοῦ 1879.
§101ΡΙΚΑΚΗΣ. Βέβαια.
§102ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, προσέξατε καλῶς, διότι, διὰ τῆς ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν τῶν πταισάντων, θὰ ἀδικήσητε τοὺς ἀθώους. Ἐὰν τῷ ὄντι ἓν ἔτος κρατήσητε τούτους εἰς τὸν στρατὸν, θὰ ἦσθε ἠναγκασμένοι εἰς τὰ 1882 νὰ κρατήσητε πλείονας ἐκ τῶν νεοσυλλέκτων τοῦ νέου Νόμου, ἐνῷ ὁ σκοπὸς εἶναι νὰ μένωσιν ὅσῳ τὸ δυνατὸν ὀλιγώτερον οἱ ἑξάμηνον ὑπηρετήσαντες, διὰ νὰ γυμνασθῶσι πλείονες καὶ ἄνευ βάρους· ὅλοι οἱ κληρωτοὶ τοῦ 79 καὶ 78 θὰ φύγουν τὸ 1881, ἑπομένως ὁ στρατὸς θὰ μείνῃ μὲ τοὺς νεοσυλλέκτους τοῦ 1880 μόνον· δὲν θὰ ἔχωμεν ἑπομένως τὸν ἀπαιτούμενον ἀριθμὸν, τὰ 2|4, κατὰ τοῦ Νόμου τὸν σκοπὸν, ἔπρεπε νὰ ὑπηρετήσωσιν ἕξ μῆνας, ἀλλ’ ἤδη, ἂν δεχθῆτε τὸ προτεινόμενον, θὰ ἔχητε ἀνάγκην νὰ κρατήσητε περισσοτέρους, ἢ νὰ κρατήσητε ὅλους, ὁ δὲ νέος Νόμος θ’ ἀποβῇ ὀχληρὸς καὶ ἐπιβλαβής. Λάβετε αὐτὸ ὑπ’ ὄψιν, καὶ ἀποφασίσατε.
§103ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Συμφωνῶ μετὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, πλὴν παρατηρῶ ὅτι, ὅπως εἶναι συντεταγμένον τὸ ἄρθρον, δὲν λύει τὸ ζήτημα, διότι τὸ ἄρθρον τοῦτο παραπέμπει εἰς διατάξεις τοῦ τελευταίου περὶ ἀπογραφῆς νόμου. Ἀλλ’ ὁ νόμος ἐκεῖνος ἔχει διατάξεις περὶ τριετοῦς ὑπηρεσίας καὶ περὶ ἑξαμήνου ὑπηρεσίας...
§104ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡμεῖς εἴχομεν ὑπ’ ὄψιν τὴν διάταξιν, τὴν ὁποίαν σᾶς ἀνέγνωσα, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ μὴ παρουσιασθέντες πρέπει νὰ ὑπηρετήσωσι τρία ἔτη· δυνάμεθα ὅμως νὰ τὸ διορθώσωμεν.
§105ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀντὶ τῶν λέξεων «κατὰ τὰς διατάξεις», πρέπει νὰ εἴπωμεν «κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 61,» τὸ ὁποῖον καθορίζει τὴν τριετῆ ὑπηρεσίαν, ἐνῷ τὸ ἄρθρον 62 κανονίζει τὴν ἑξάμηνον ὑπηρεσίαν.
§106ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἀντὶ τοῦ «μέχρι τοῦ 1879», πρέπει νὰ τεθῇ «τοῦ 77, 78, καὶ 79», καὶ πρέπει νὰ προσθέσωμεν καὶ τὸ «κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 61». Ἀλλὰ δευτέρα συζήτησις εἶναι. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3 ὅπως ἐτροπολογήθη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πλεῖστοι.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ῥικάκης προτείνει μετὰ τὰς λέξεις «τῶν τάξεων» νὰ προστεθῇ ἡ λέξις «ἀντικατάστασις.» Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4, μὲ τὴν προσθήκην ταύτην, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πλεῖστοι.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πλεῖστοι.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἔχομεν ἤδη τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως περὶ τῆς ὁδοῦ ἀπὸ Πατρῶν εἰς Καλάβρυτα.
§109ΡΟΥΦΟΣ. Ἐπειδὴ δὲν ἦλθον τὰ ἔγγραφα, παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις.
§110ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἅμα λάβῃ τὴν ἔκθεσιν τοῦ Μηχανικοῦ, ὁ ὁποῖος ἀπεστάλη, νὰ τὴν ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλήν.
§111ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μάλιστα.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν ἤδη τὴν τρίτην συζήτησιν περὶ κυρώσεως τοῦ Διατάγματος τοῦ μεταβάλλοντος τὴν σύμβασιν περὶ τῶν παλαιῶν δανείων. Ὁ κ. Ῥικάκης ἔχει τὸν λόγον.
§113ΡΙΚΑΚΗΣ. Προκειμένου, κύριοι, περὶ τῆς τρίτης ἀναγνώσεως τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τοῦ Διατάγματος, διὰ τοῦ ὁποίου ἐτροποποιήθη τὸ ἄρθρον 18 τῆς συμβάσεως περὶ τῶν παλαιῶν δανείων, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἀπηλλάγησαν οἱ δανεισταὶ τῆς ὑποχρεώσεως, ἵνα ἐντὸς δύο μηνῶν ἀναγράψωσιν εἰς τὸ χρηματιστήριον τὰ Ἑλληνικὰ χρεώγραφα, ἀναγκάζομαι νὰ λάβω τὸν λόγον, καθόσον εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὸ Κοινοβούλιον παρατηρήσεις τινὰς καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς συμβάσεως ἐκείνης, παρατηρήσεις, αἱ ὁποῖαι δυστυχῶς ἐκ τῶν μεταγενεστέρων κατὰ μέγα μέρος ἐπηλήθευσαν. Τὸ περὶ παλαιῶν δανείων, κύριοι, τὰ ὁποῖα συνωμολογήθησαν κατὰ τὸν ἀγῶνα, ζήτημα ἀπησχόλησε πρὸ πολλοῦ τὰς Ἑλληνικὰς Κυβερνήσεις, καὶ ἀπὸ τῆς πρώτης βασιλείας ἐπανειλημμένως τὸ ζήτημα τοῦτο συνεζητήθη καὶ δι’ ἐξωτερικῆς ἐνεργείας προεκλήθη ἡ ὁριστικὴ αὐτοῦ λύσις, ἀλλὰ τὸ ἔθνος, πάντοτε ἔχον ὑπ’ ὄψιν λόγους ἰσχυρούς, ἔχον ὑπ’ ὄψιν συμφέροντα ἐθνικά, ἔχον ὑπ’ ὄψιν ὑποχρεώσεις, ἃς ὤφειλε νὰ τηρήσῃ, ἠθέλησε ν’ ἀναβάλῃ τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τούτου. Εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐνόμιζον, ὅτι ἔπρεπε νὰ δοθῇ τέλος εἰς τὸ ζήτημα αὐτό· συνηγόρησα δὲ πάντοτε ὑπὲρ τῆς ἰδέας, ὅτι, ὅταν δοθῇ μία εὐκαιρία κατάλληλος, ἐκ τῆς ὁποίας δύναται ἡ Ἑλλὰς νὰ τακτοποιήσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο διὰ τρόπου περιορίζοντος ὁπωσδήποτε τὰς ἀπαιτήσεις τῶν δανειστῶν, εἶναι προτιμότερον νὰ ὑποβληθῶμεν εἰς τοιαύτην λύσιν, χάριν τοὐλάχιστον τοῦ ἐθνικοῦ συμφέροντος, ὅπως ἀποφύγωμεν τὰς καθημερινὰς αἰτιάσεις τῆς κακῆς πίστεως. Δὲν ἐνόησα ὅμως ποτὲ, ἐν ὀνόματι δῆθεν τῆς καλῆς πίστεως καὶ τῆς ἐθνικῆς ἀξιοπρεπείας ν’ ἀναλάβωμεν, κατὰ τὰς δυστυχεῖς ταύτας περιστάσεις μας, σπουδαίας ὑποχρεώσεις, χωρὶς τοὐλάχιστον νὰ ἐπανορθώσωμεν τὴν ἐθνικὴν πίστιν, ἣν ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη καιρίως ἐπλήγωσαν. Τοιαύτην λύσιν ποτέ, κύριοι, δὲν τὴν ἐπεθύμησα, τοιαύτην λύσιν οὐδὲ σήμερον ἀνέχομαι, καὶ ἂν τὸ Κοινοβούλιον, ὅπερ προβλέπω, δεχθῇ τὴν ψήφισιν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, ἐπιθυμῶ ν’ ἀναγραφῇ ἐν τοῖς πρακτικοῖς ἡ γνώμη μου, ὅπως μένῃ ἡ διαμαρτύρησις κατὰ τῆς τοιαύτης ἀποφάσεως. Οἱ κάτοχοι ὁμολογιῶν ἀπὸ τοῦ 1870 ἦλθον καὶ διεπραγματεύθησαν μετὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως· κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἀνεδέχθησαν, μεταξὺ τῶν ἄλλων, καὶ τὸν ὅρον τοῦ νὰ εἰσάξωσιν εἰς τὰ Ἀγγλικὰ χρηματιστήρια τὰ χρεώγραφα τῆς Ἑλλάδος. Αὐτὴ ἦτο ἡ μόνη ἀποζημίωσις, τὴν ὁποίαν ἡ Ἑλλὰς ἐλάμβανεν ἀπέναντι τῆς ἀναγνωρίσεως μιᾶς ὀφειλῆς 2,500,000 λιρῶν· ἦτο μία παρηγορία, ἦτο μία ἱκανοποίησις, ἦτο μία ἀναγνώρισις τῆς Ἑλληνικῆς πίστεως ἐν τοῖς χρηματιστηρίοις ἐκείνοις, ὅθεν ἐπὶ πολλὰ ἔτη μέχρι σήμερον ἔμενον ἀποκεκλεισμένα τὰ Ἑλληνικὰ χρεώγραφα. Οἱ κάτοχοι λοιπὸν εἶπον: ἡμεῖς, οἵτινες κατέχομεν μέρος τῶν ὁμολογιῶν τούτων, διότι γνωρίζετε, ὅτι τὸ ἄλλο μέρος εὑρίσκεται εἰς ἄλλας χεῖρας, ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι θέλομεν νὰ τακτοποιήσωμεν τὸ μέρος τῶν δανείων, τὸ ὁποῖον κατέχομεν, ἀναδεχόμεθα νὰ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τοῦ μέσου τὸ πρόσκομμα, τὸ ὁποῖον μέχρι τοῦδε ὑπῆρχεν εἰς τὴν ἀναγνώρισιν τῆς ἐθνικῆς πίστεως, καὶ ἀναδεχόμεθα τὴν ὑποχρέωσιν ἐντὸς δύω μηνῶν νὰ ἀνοίξωμεν τὰς πύλας τοῦ Χρηματιστηρίου τῆς Ἀγγλίας εἰς τὰ Ἑλληνικὰ χρεώγραφα, ἄλλως, ἡ σύμβασις εἶναι αὐτοδικαίως ἄκυρος· τὸ ἀνεδέχθησαν κατὰ τὸ 1870, τὸ ἀνεδέχθησαν τελευταῖον τὸ 1878, καὶ ὑπάρχει ῥητὸν ἄρθρον τῆς συμβάσεως, τὸ 18, τὸ ὁποῖον ῥητῶς διατυπώνει τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην τῶν κατόχων τῶν ὁμολογιῶν. Συνεπείᾳ τούτου ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐξεπλήρωσεν ὅλας τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἀνέλαβεν· ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐξεπλήρωσεν ὅλας τὰς διατυπώσεις, αἱ ὁποῖαι ἀπῃτοῦντο· ὅταν δὲ ἦλθεν ἡ στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔμελλε νὰ πραγματοποιηθῇ ἡ ὑποχρέωσις τῶν κυρίων τούτων, ἤρχισαν αἱ δυσκολίαι, ἡ ἀνταλλαγὴ διαφόρων ἐγγράφων, καὶ αἱ παραστάσεις τῆς ἐπικειμένης μεγάλης συμφορᾶς τοῦ νὰ δυσφημισθῇ ἡ Ἑλλάς, ἂν δὲν δοθῶσιν εἰς αὐτοὺς αἱ ὁμολογίαι, χωρὶς νὰ μᾶς ἀνοίξωσι τὰ Χρηματιστήρια· καὶ ὅταν, κύριοι, ἐζήτουν τοῦτο, τί ἔλεγον; ἐνόσῳ, ἔλεγον, δὲν ἔχομεν ὁμολογίας νέας διὰ νὰ τὰς θέσωμεν εἰς κυκλοφορίαν καὶ τὰς ἐγγράψωμεν εἰς τὸ Χρηματιστήριον, δὲν μᾶς εἶναι δυνατὴ ἡ ἐκτέλεσις τῆς ὑποχρεώσεως ταύτης· τοῦτο δὲ δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι μόνον ἐκεῖναι αἱ ἀξίαι ἐγγράφονται, αἱ ὁποῖαι προηγουμένως ἐκυκλοφόρησαν· γνωρίζετε μάλιστα, ὅτι τὸ ἑλληνικὸν δάνειον ἐνεγράφη ἐν Παρισίοις, πρὶν ἐκδοθῶσιν αἱ ὁμολογίαι, μόλαταῦτα ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ὑπεβλήθη καὶ εἰς τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην. Ὅταν λοιπὸν οἱ κύριοι ἤρχισαν νὰ ζητῶσι τὴν μεταβολὴν τοῦ ἄρθρου 18, ἔγραψαν ἐπανειλημμένως πρὸς τὴν κυβέρνησιν, ὑποσχόμενοι, ὅτι ἅμα τοῖς δοθῶσιν αἱ ὁμολογίαι, θὰ ἐπιτραπῇ ἡ ἐγγραφὴ αὐτῶν. Ἐπιτρέψατέ μοι δὲ νὰ σᾶς ἀναγνώσω ὀλίγας περικοπὰς, διὰ νὰ ἰδῆτε μὲ ποῖον πνεῦμα ἐφέρθησαν, ἵνα φθάσωσιν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ νὰ παραλάβωσι τοὺς τίτλους, πρῶτον νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ τηλεγράφημα τοῦ κ. Γενναδίου πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν ἀπὸ 21 Ἰουνίου 1879: «συνιστῶμεν τὴν ἔγκρισιν σχεδίου τηλεγραφικῶς ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου προταθέντος, ὡς τοῦ μόνου δυναμένου νὰ σώσῃ τὴν Ἑλληνικὴν πίστιν, τόσον ἀναγκαίαν εἰς τὰς ἐνεστώσας πολιτικὰς περιστάσεις· ἄλλως τε διὰ τοῦ σχεδίου τούτου θέλομεν ἐπιτύχει τῆς ἀναγραφῆς πρὶν ἢ ἡ Βουλὴ συνέλθῃ, αὐτὴ δὲ αὕτη ἡ ἐπέκτασις δικαιολογεῖται καθ’ ἑαυτήν.» Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι, ὅτι κατὰ τὰς διαβεβαιώσεις, τὰς ὁποίας οἱ κάτοχοι τότε ἔδιδον εἰς τὸν κ. Γεννάδιον, ἅμα ἐπρόκειτο νὰ ληφθοῦν αἱ ὁμολογίαι, ἡ ἐγγραφὴ ἤθελε γείνει ἀμέσως. Τὸ συμβούλιον τηλεγραφεῖ πρὸς τὸν Βασιλέα τὴν 24 Ἰουλίου 1879, ὃν παρακαλοῦσι νὰ ἐνεργήσῃ καὶ δοθῇ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἡ ἄδεια νὰ προβῶσιν εἰς τὴν μετατροπὴν, καὶ τὴν ἔκδοσιν τῶν νέων ὁμολογιῶν καὶ νὰ διαταχθῇ τηλεγραφικῶς ἡ διὰ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης καταβολὴ τῶν ἓξ χιλιάδων λιρῶν, διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ πρώτου τοκομεριδίου. Ἀπολήγει δὲ τὸ τηλεγράφημα ὡς ἑξῆς: «Διὰ τῶν μέσων τούτων πέποιθα, ὅτι θέλει ἀρθῆ τὸ διὰ τὴν λίαν ἐπιθυμητὴν ἀναγραφὴν κώλυμα, καὶ ὅτι ἡ πίστις τῆς Ἑλλάδος θέλει ἑδραιωθῆ ἐν τῷ Ἀγγλικῷ χρηματιστηρίῳ, ἐπιδρῶσα διὰ τοῦ μέσου τούτου λίαν ἐνεργητικῶς ἐφ’ ὅλων τῶν ἄλλων συμφερόντων αὐτῆς.» Βλέπετε λοιπὸν ἐπισήμους διαβεβαιώσεις πρὸς τὴν Α. Μ. διὰ τῶν ὁποίων παρακαλοῦσι νὰ συντελέσῃ, ὅπως ἐπιτραπῇ ἡ ἀνταλλαγὴ τῶν παλαιῶν ὁμολογιῶν, ἄνευ τῆς ἐκπληρώσεως τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ ἄρθρου 18. Ὁ ἴδιος Πρόεδρος τοῦ Συμβουλίου γράφῃ πρὸς τὸ χρηματιστήριον τὴν 15 Ἰουλίου 1879 καὶ παρακαλεῖ νὰ ἀναθεωρηθῇ ἡ ὑπόθεσις καὶ ἐπιτραπῇ ἡ ἀναγραφή. Ἐν τῇ ἐπιστολῇ δὲ ταύτῃ λέγει, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις οὐδεμίαν ἀποδίδει ἀξίαν εἰς τὸ 18 ἄρθρον, καὶ ὅτι τοῦτο παρεισέφρυσεν εἰς τὴν σύμβασιν ἐκ προηγουμένης συμβάσεως, καὶ οὐχὶ καθ’ ὑπαγόρευσιν αὐτῆς. Καὶ δύναται νὰ πιστευθῇ, ὅτι ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ἐτέθη ἐπὶ ποινῇ ἀκυρότητος τῆς συμβάσεως, καὶ τὸ ὁποῖον ἐθεωρήθη ὡς βάσις διαπραγματεύσεων, ἡ Κυβέρνησις ἡ Ἑλληνικὴ δὲν τὸ θεωρεῖ σπουδαῖον, καὶ ὅτι κατὰ λάθος παρεισέφρυσεν; Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ χρηματιστηρίου ὅμως καὶ πάλιν ἀπεφάσισεν, ὅτι μετὰ ἐπισταμένην ἐξέτασιν τῶν γεγονότων καὶ ἐπιχειρημάτων, ἀδυνατεῖ νὰ ἀπομακρυνθῇ τῆς ἀπὸ 2 Ἰουλίου ἀποφάσεώς της, καθ’ ἣν ἠρνήθη νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν περὶ ἀναγραφῆς αἴτησιν. Τοιουτοτρόπως βλέπετε, ὅτι ἐπανειλημμένως τὸ χρηματιστήριον ἀπέῤῥιψε τὴν ἐγγραφὴν τῶν Ἑλληνικῶν χρεωγράφων. Μολαταῦτα ὁ κ. Γεννάδιος ἔχων τὴν πεποίθησιν καὶ τὴν βεβαιότητα, ὅτι, ἐὰν ἐκπληρώσωμεν τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν ἐζήτουν παρ’ ἡμῶν, ἤτοι νὰ ἐκδώσωμεν τὰς νέας ὁμολογίας καὶ νὰ πέμψωμεν προσέτι εἰς τὴν Ἀγγλίαν 6,000 λίρας, πρὸς πληρωμὴν τοῦ πρώτου τοκομεριδίου, ἐπαναλαμβάνει τὴν αἴτησιν, καὶ προτρέπει τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀποστείλῃ τὰς νέας ὁμολογίας, πρὶν ἀνοιχθῶσι τὰ χρηματιστήρια· (ἀναγινώσκει τὸ ἀπὸ 19)31 Αὐγούστου 1879 ἔγγραφον τοῦ κ. Γενναδίου πρὸς τὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπουργόν.) Ἐκ τοῦ ἐγγράφου τούτου παρατηρεῖτε, ὅτι ἐγένοντο ἐπανειλημμέναι προσπάθειαι, καὶ ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔλαβε μέρος καὶ ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος, ἀντεστάθησαν οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν Ὁλλανδῶν τῶν κατόχων τοῦ μεγαλειτέρου ἀριθμοῦ ὁμολογιῶν. Τώρα τὸ γεγονὸς, ὅτι τὴν πρώτην ἡμέραν ἐφάνησαν ἀποκλίνοντες ὑπὲρ ἡμῶν καὶ ἤθελον τὴν παραδοχὴν, καὶ τὴν ἄλλην ἡμέραν ἐφάνησαν, ὅτι δὲν δέχονται, ἐξηγήσατέ το ὅπως θέλετε· τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι τὸ χρηματιστήριον ἀπέῤῥιψε τὴν αἴτησιν. Διὰ τοῦ ἰδίου ἐγγράφου ὁ κ. Γεννάδιος ἀπολήγει εἰς τὸ ἑξῆς: «Εἰ καὶ ἡ ἐπιτυχία ἡμῶν εἶναι περίπου βεβαία, δὲν ἐκάμαμεν εἰσέτι νέον παρὰ τῷ χρηματιστηρίῳ διάβημα, ὅπως ἐκπληρώσωμεν πρῶτον καὶ τὴν διατύπωσιν τῆς κληρώσεως, ἵνα μή τις φέρῃ τὴν ἔλλειψιν αὐτῆς ὡς ἐπιχείρημα καθ’ ἡμῶν.» Ἡ Κυβέρνησις προέβη εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς αἰτήσεως ταύτης· δὲν θέλω τώρα νὰ ἐξετάσω ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς ἔπραξε, διότι δυστυχῶς εἶναι γεγονὸς τετελεσμένον· ἔπεμψε τὰς νέας ὁμολογίας, ἔπεμψε τὰ χρήματα πρὸς πληρωμὴν τοῦ τοκομεριδίου, διότι ἐπίστευσεν, ὅτι τὰ ἐκτιθέμενα διὰ τῶν ἀναφορῶν αὐτῶν παρὰ τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν κατόχων ἦσαν βάσιμα καὶ ἀκριβῆ, καὶ ὅτι ἑπομένως δὲν ἤθελον ὑπολείπεσθαι εἰμὴ ἡ ἐκτέλεσις τῆς διατυπώσεως ταύτης, ὅπως ἐπιτύχωμεν τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ 18 ἄρθρου. Αἱ νέαι ὁμολογίαι εἰσήχθησαν εἰς τὰς ἀγορὰς τοῦ Λονδίνου, εἴδετε μάλιστα, ὅτι αἱ νέαι ὁμολογίαι ἔχουσι καὶ ὑπερτίμησίν τινα, ὥστε κατέστησαν ἀντικείμενον συναλλαγῆς· ἡ ὑποχρέωσις τῆς πληρωμῆς τοῦ τοκομεριδίου ἐξετελέσθη, τὰς ὑποχρεώσεις της ἡ Ἑλλὰς καθ’ ὁλοκληρίαν ἐξεπλήρωσε καὶ περιπλέον κἄτι τι, διότι, ἐνῷ δὲν ὤφειλε νὰ δώσῃ τοὺς τίτλους πρὸ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ 18 ἄρθρου, μ’ ὅλα ταῦτα καὶ τοὺς τίτλους ἔδωκε καὶ τοκομερίδιον ἐπλήρωσε. Θὰ μὲ ἐρωτήσετε: ἐξετελέσθη σήμερον ἐκ μέρους τῶν κατόχων αὐτὴ ἡ ὑποχρέωσις; ὄχι, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν, κύριοι, νὰ σκεπτώμεθα σπουδαίως, ὅτι ἡ ἐκτέλεσις τῆς ὑποχρεώσεως αὕτη καθίσταται ἀπολύτως ἀναγκαία πρὸς τὸ κῦρος τῆς συμβάσεως, διότι οἱ κάτοχοι σᾶς λέγουν, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν τὸ ἐθεώρησε σποδαῖον τὸ ἄρθρον αὐτὸ, ἀλλ’ ὅτι παρεισέφρυσεν ἀπὸ παλαιὰν σύμβασιν ὁ ὅρος αὐτὸς, καὶ δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν διὰ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν· λοιπὸν ὑπὸ τὸ κράτος τοιούτων ἰδεῶν ἐννοεῖται, ὅτι ποτὲ δὲν ἐσκέφθησαν σπουδαίως πῶς δύνανται νὰ ἐκτελέσωσι τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην. Ἐκ τοῦ τελευταίου ἐγγράφου τοῦ ἐπιτετραμμένου ἡμῶν, ὅπερ κατετέθη εἰς τὸ Προεδρεῖον ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρατηρεῖτε διὰ τίνος τρόπου ἀναιροῦνται ἅπασαι αἱ προηγούμεναι ὑποσχέσεις, καὶ ὅτι ἐλπίζεται μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ παρόντος νομοσχεδίου ἡ ἀναγραφὴ τῶν νέων ὁμολογιῶν αὐτοῦ τοῦ δανείου, διότι ἄμεσον εἰς τοῦτο συμφέρον ἔχουσιν αὐτοὶ οἱ κάτοχοι καὶ ὅτι μόνη ἡ μὴ μέχρι τοῦδε κύρωσις τοῦ ἐκδοθέντος διατάγματος φέρει τὸ κώλυμα. Τώρα, κύριοι, ἂς σκεφθῶμεν καὶ ἂς ἐξετάσωμεν· ὁ λόγος αὐτὸς ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ βάσιμος; Νομίζετε, κύριοι, ὅτι ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις ἀνέλαβεν ὑποχρεώσεις, ἀφοῦ κηρύσσεται ὀφειλέτης τοῦ ποσοῦ, ὅτι εἶναι βάσιμος ὁ λόγος, ὅτι τὸ χρηματιστήριον εἶχε δικαίωμα ἢ λόγον νὰ φοβηθῇ, ὅτι, ἐὰν δὲν κυρωθῇ τὸ Διάταγμα θὰ ὀπισθοδρομήσωμεν; Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀληθὴς ὁ λόγος οὗτος τῆς μὴ ἐγγραφῆς. Ὅταν εἰς τὸ τελευταῖον ἔγγραφον βλέπητε, ὅτι γίνεται λόγος περὶ τῶν νέων ὁμολογιῶν, περὶ τῶν ὁποίων αὐτοὶ οἱ κάτοχοι, οἱ ἔχοντες μεγαλείτερον συμφέρον θὰ φροντίσωσι νὰ μὴ ζημιωθῶσι, δὲν πρέπει, κύριοι, νὰ γνωρίζωμεν, ὅτι ἀπὸ τό συμφέρον τῶν κατόχων τῶν ὁμολογιῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὸ συμφέρον καὶ τὴν δύναμιν διὰ τὰς ἰδικάς των ὁμολογίας νὰ φροντίσωσιν, ὅτι ἀπὸ τούτους διὰ τὰ ἄλλα ἑλληνικὰ χρεώγραφα δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν οὐδεμίαν ἐλπίδα, κατὰ τὸ ἔγγραφον αὐτοῦ τοῦ κ. Γενναδίου; Ἐνῷ λοιπὸν, κύριοι, ἐρχόμεθα νὰ κυρώσωμεν τὸ Διάταγμα διὰ νόμου, καὶ νὰ ἐκπληρώσωμεν οὕτω καὶ τὴν τελευταίαν ὑποχρέωσιν, ἣν παρ’ ἡμῶν ζητοῦσι, ἔχομεν καθῆκον νὰ διαμαρτυρηθῶμεν καὶ νὰ διακηρύξωμεν, ὅτι οἱ μεθ’ ἡμῶν συμβληθέντες δὲν ἐτήρησαν τὰς ὑποχρεώσεις των τοῦ νὰ εἰσαγάγωσι τὰ ἑλληνικὰ χρεώγραφα εἰς τὸ χρηματιστήριον. Ἔχομεν καθῆκον νὰ εἴπωμεν, ὅτι, ἐὰν δὲν ἦναι ὑπεύθυνοι ἀπέναντι νόμου νομικῶς, ἠθικῶς ὅμως εἶναι ὑπεύθυνοι νὰ ἀνοίξωσι τὰ χρηματιστήρια τῆς Ἀγγλίας εἰς ὅλα τὰ χρεώγραφα τὰ ἑλληνικά. Συμπεραίνω λοιπὸν, ἐπειδὴ θεωρῶ, ὅτι οὔτε ἡ Ἑλλὰς εἰς οὐδὲν καθυστέρησε, καὶ ἑπομένως οὔτε ἡ ὑπόληψις οὔτε ἡ πίστις αὐτῆς προσβάλλεται, ἀλλ’ ἀπεναντίας ἐξεπλήρωσε πλείονα τῶν ὑποχρεώσεών της, νομίζω, ὅτι ὑπηρετῶ τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους, κηρυττόμενος ἐναντίος τῆς ἀρχῆς τοῦ παρόντος νομοσχεδίου.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μεσσηνέζης.
§115ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἐκάκισα τὸν νόμον περὶ ἀναγνωρίσεως τῶν παλαιῶν δανείων, διὰ τὸν λόγον, ὅτι ἐγένετο ἐν οὐ δέοντι. Ἡ ἐποχὴ, καθ’ ἣν ἀνεγνωρίσθησαν τὰ παλαιὰ δάνεια, ἦτον ἐποχὴ, καθ’ ἣν ἔπρεπε νὰ λαμβάνηται πρόνοια περὶ ἐξευρέσεως μέσων πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων ἡμῶν πρὸς τὸν ἑλληνισμὸν, καὶ οὐχὶ ἀναγνωρίσεως παλαιῶν δανείων. Κακίζω αὐτόν, διότι μετὰ τὴν ἀναγνώρισιν δὲν ἐγένετο ἡ σκέψις, ὅπως ἐξευρεθῶσι καὶ τὰ μέσα, δι’ ὧν ἤθελε καλυφθῆ ἡ νέα δαπάνη, διὰ τῆς ὁποίας ἐπεβαρύνετο ὁ προϋπολογισμός. Κακίζω τὴν πρότασιν, ἥτις ὑποβάλλεται, μόνον διὰ τὸν τύπον καθ’ ὃν γίνεται, οὐχὶ δὲ κατ’ οὐσίαν. Διετέλουν μέλος τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ὅτε κατὰ πρῶτον εἰσήχθη ἐν Ἑλλάδι τὸ σύστημα τῆς διὰ Β. Διαταγμάτων νομοθετήσεως. Τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας τότε κατεδίκασε τὰ Διατάγματα τὰ νομοθετικὰ, καὶ ἐξέφρασε τὴν εὐχὴν, ὅπως ἡ Κυβέρνησις μὴ καταφύγῃ εἰς τὸ μέλλον εἰς τοιαῦτα μέτρα νομοθετικά. Δυστυχῶς, κύριοι, ὁ βίος ἡμῶν ἔκτοτε ὁ κοινοβουλευτικὸς ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ εὐχὴ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, μακρὰν τοῦ νὰ πραγματοποιηθῇ, δὲν ἐλήφθη παντάπασιν ὑπ’ ὄψιν, καὶ τὸ νομοθετεῖν διὰ Βασ. Διαταγμάτων κατέστη τὸ κοινὸν ἐν Ἑλλάδι νομοθετικὸν σύστημα. Κατ’ οὐσίαν, κύριοι, ἡ κατάργησις τῆς διατάξεως ἐκείνης εἶναι σύμφωνος πρὸς τὴν ἀξιοπρέπειαν τὴν ἐθνικὴν, σύμφωνος πρὸς τὸ δίκαιον. Ἡ ὀφειλὴ ἡ ἐκ τῶν παλαιῶν δανείων εἶναι ὀφειλὴ τιμῆς, εἶναι ἡ ἱερωτέρα τῶν ὀφειλῶν, διότι τὰ δάνεια ἐκεῖνα ὑπῆρξαν ἡ πρώτη ἀναγνώρισις τοῦ ἀγῶνος τοῦ Ἔθνους ἡμῶν, ὑπῆρξαν ἡ πρώτη ἀναγνώρισις τῆς ἀνακαινίσεως τῆς Ἑλλάδος. Τὴν ἀναγνώρισιν τῶν δανείων ἐκείνων δὲν νομίζω ὅτι ἡ Ἑλλὰς ὤφειλε νὰ ἐξαρτήσῃ ἐξ οἱουδήποτε ὅρου. Ὤφειλεν, ἀνεξαρτήτως παντὸς ὅρου, πάσης ὑποσχέσεως, ἀφοῦ ἐθεώρησεν, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῇ ἐπιτρέπει τὴν ἀναγνώρισιν, ὤφειλε νὰ προβῇ εἰς αὐτὴν ἁπλῶς καὶ καθαρῶς. Δὲν κακίζω λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν, διότι παρεδέχθη τὴν γνώμην τῶν ἐπιτετραμμένων καὶ προέβη εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ ὅρου. Ἡ Ἑλλὰς ἔπραξεν ὅ,τι ὤφειλε νὰ πράξῃ, ἀναγνωρίσασα τὰ δάνεια· πράττει ὅ,τι ὀφείλει νὰ πράξῃ κηρύττουσα ἤδη, ὅτι παρ’ οὐδενὸς ὅρου ἐξαρτᾷ τὴν ἀναγνώρισιν ταύτην· τὰ περαιτέρω ἀνήκουν εἰς τοὺς κατόχους τῶν παλαιῶν δανείων, εἰς ἐκείνους, οἵτινες προέβησαν εἰς τὴν ὑπόσχεσιν· εἰς τὴν Ἀγγλίαν ἀνήκει ἤδη νὰ σκεφθῇ καὶ ἀποφασίσῃ, ἐὰν ἐπιτρέπηται νὰ διατελῇ ἡ Ἑλλὰς καὶ μετὰ τὴν ἀναγνώρισιν τῶν παλαιῶν δανείων ὑπὸ οἰκονομικὴν προγραφὴν, ὑπὸ ὁποίαν δὲν διατελεῖ ἡ εἰς πλήρη χρεωκοπίαν περιελθοῦσα Τουρκία. Τοῦτο ἔστω, ἐὰν συμβῇ, πρὸς τιμὴν τῆς Ἀγγλικῆς κοινωνίας, ἀλλὰ τοῦτο δὲν δύναται νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν παρὰ τοῦ Κοινοβουλίου τῆς Ἑλλάδος, ὅπως ἀποφανθῇ τοῦτο, ὅτι κακῶς ἐγένετο ἡ κατάργησις τοῦ ὅρου ἐκείνου.
§116ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν). Λυποῦμαι, διότι δὲν εἶμαι ἐντελῶς ὑγιὴς καὶ δὲν δύναμαι διὰ τοῦτο ν’ ἀγορεύσω διὰ μακρῶν· θέλω ὅμως εἰπεῖ ὀλίγας λέξεις πρὸς ἀπάντησιν τῶν λεχθέντων παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Πατρῶν, οὐχὶ ἐκ τῆς ἐπιθυμίας ν’ ἀγορεύσω ὑπὲρ τῶν κατόχων τῶν ἑλληνικῶν χρεωγράφων, οὐδ’ ἐκ τῆς προαιρέσεως νὰ καταδείξω εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ὅτι παρέλιπον τὰς ὑποχρεώσεις των μεμελετημένως εἴτε αὐτοὶ, εἴτε ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουσι τὰ συμφέροντα αὐτῶν. Σκοπῶ μόνον νὰ παρατηρήσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ μηχανισμὸς, τὸν ὁποῖον ἡ σύμβασις περὶ τακτοποιήσεως τῶν παλαιῶν δανείων ἀνέγραψεν ὑπῆρξε τοιοῦτος ὥστε παρενέβαλε τὴν δυσκολίαν τὴν προταθεῖσαν παρὰ τῶν κατόχων καὶ παρὰ τοῦ συμβουλίου ἐπὶ τῆς μετατροπῆς τῶν παλαιῶν δανείων. Καθ’ ἣν στιγμὴν προετάθη ἡ δυσκολία, τὴν ὁποίαν ὁ μηχανισμὸς τῆς συμβάσεως, ὡς εἶπον, παρεῖχεν, ἡ Κυβέρνησις εὑρέθη εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται καὶ ἡ Βουλὴ σήμερον. Ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιμείνῃ μὴ ἐπιτρέπουσα τὴν ἀλλαγὴν τῶν παλαιῶν τίτλων πρὸς τοὺς νέους, ἵνα προηγουμένως γένηται ἡ ἀναγραφὴ τῶν ἑλληνικῶν ἀξιῶν ἐν τῷ χρηματιστηρίῳ, ὅπερ δὲν ἠδύνατο νὰ γείνῃ ἕνεκα τοῦ μηχανισμοῦ τῆς συμβάσεως περὶ οὗ ἀνέφερον. Ἀλλὰ τότε ἡ Κυβέρνησις ἤθελε ματαιώσει τὴν μετατροπὴν καὶ ἀναιρέσῃ τὸν σκοπὸν τῆς συμβάσεως καὶ τοῦ κυρώσαντος αὐτὴν νόμου. Ἢ ὤφειλε νὰ μὴ ἐπιμείνῃ, ζητοῦσα τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἄρθρου 18 τῆς συμβάσεως, νὰ προβῇ δὲ εἰς τὴν ἀνταλλαγὴν τῶν τίτλων; Ἀλλὰ τότε εἶχεν ἀνάγκην τῆς πρὸς τοῦτο ἀδείας τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Αἰγίου ἐξήτασε τὸ ζήτημα ὑπὸ τὴν κρείττονα τῷ ὄντι ἔποψιν αὑτοῦ· καὶ ἐγὼ διέπομαι ὑπὸ τῶν αὐτῶν ἰδεῶν καὶ ἂν ἐπρόκειτο περὶ τῶν ἐμαυτοῦ πραγμάτων ἤθελον ἐπιμείνει εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών μου μὴ ἐξαρτῶν αὐτὴν ἀπ’ οὐδενὸς ὅρου. Ἡ Κυβέρνησις ὅμως διεχειρίζετο ἀλλότρια, καὶ ὤφειλε νὰ ἐκπληρώσῃ τὴν διάταξιν τῆς συμβάσεως· δὲν ἠμπορῶ δὲ νὰ σᾶς κρύψω, ὅτι εὑρέθη εἰς ἀμηχανίαν, ἐὰν ἔπρεπε νὰ ἐπιμείνῃ νὰ ἐκτελεσθῇ ὁ ὅρος, καὶ ἑπομένως νὰ μὴ ἐκπληρωθῇ ἡ σύμβασις, ὅτε οἱ κάτοχοι τῶν ἑλληνικῶν χρεωγράφων, καὶ ὅσοι ἤθελον πεισθῆ ὑπ’ αὐτῶν, ἤθελον εὐλόγως ἰσχυρισθῆ, ὅτι ἕνεκα τῆς ἐπιμονῆς τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐναυάγησεν ἡ ἐκτέλεσις τῆς συμβάσεως· ἢ ἐὰν ἔπρεπε νὰ ἐνδώσῃ καὶ ζητήσῃ τὴν ἄδειαν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Αὐτὴ ἦτον ἡ θέσις τῆς ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὸν Ἰούλιον τοῦ παρελθόντος ἔτους. Τοῦ συμβουλίου ἐπὶ τῆς μετατροπῆς τῶν παλαιῶν δανείων, μετέχουσι δύω ἄνδρες ὡς ἀντιπρόσωποι τῆς ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Ὁ ἐπιτετραμμένος τὴν ἑλληνικὴν Πρεσβείαν, καὶ ἓν ἄλλο μέλος, ὁ κ. Βαλλιέρης. Ἡ ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εἶχε καθῆκον νὰ πεισθῇ ἐκ τῶν παραστάσεων τοῦ συμβουλίου, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἥδρευον τὰ εἰρημένα δύω μέλη, καὶ ν’ ἀποδεχθῇ τὰς παραστάσεις αὐτῶν ὡς ἀληθεῖς, ἑπομένως παρεδέχθη ὡς ἀναπόφευκτον τὴν πρᾶξιν. Δὲν ἔχομεν δὲ καμμίαν ἀφορμὴν διὰ νὰ ὑπολάβωμεν, ὅτι τὰ δύω μέλη, τὰ ἀντιπροσωπεύοντα τὴν ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ἤθελον σιωπήσει, ἐὰν ἔβλεπον, ὅτι παραβλάπτονται τὰ συμφέροντα τοῦ ἑλληνικοῦ ταμείου, ἢ δὲν ἤθελον παραστήσει τοῦτο εἰς τὴν ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ἵνα μὴ προβῶμεν εἰς πρᾶξιν ἐπιζήμιον Ἡ ἑλληνικὴ Κυβέρνησις κατὰ τὸν Ἰούλιον, ὅτε συνῆλθεν ἡ Βουλή, εἰσήγαγεν ἑπομένως διὰ τοὺς ἀνωτέρω λόγους Νομοσχέδιον, ζητοῦσα τὴν συναίνεσιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ἵνα, κατὰ τὴν γνώμην τοῦ ἐπὶ τῆς μετατροπῆς συμβουλίου, μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς περὶ ἧς εἴρηται διατάξεως. Δυστυχῶς τὸ Νομοσχέδιον δὲν ἐγένετο δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ, ἕνεκα τῆς ἐπελθούσης λήξεως τῆς ἐκτάκτου Συνόδου· ἡ δὲ Κυβέρνησις, κατὰ τὴν ἐπιοῦσαν τῆς λήξεως τῆς Συνόδου ἐκείνης, εὑρέθη εἰς τὴν αὐτὴν ἀμηχανίαν, εἰς ἣν εὑρέθη καὶ πρίν. Ἡ Κυβέρνησις τότε σύνοιδεν ἐν ἑαυτῇ ὅλην τὴν δειλίαν, τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ ἔχῃ, διὰ ν’ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην, ὤφειλε δὲ νὰ ἐκλέξῃ ἢ νὰ ἐπικριθῇ ὡς γενομένη ὑπαιτία τῆς καταστροφῆς τοῦ ἔργου, καὶ ἀληθῶς ἐὰν ἐναντιοῦτο νὰ ἐνδώσῃ, ἤθελε κληθῆ ἐνώπιον ἡμῶν νὰ δώσῃ λόγον, διότι δὲν εἶχε τὸ ἀναγκαῖον θάῤῥος, διὰ νὰ πράξῃ ὅ,τι ἔπρεπε διὰ νὰ προλάβῃ τὴν ματαίωσιν τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἀνέγραψεν ἐν τῇ συμβάσει· διὰ τοῦτο προέβη εἰς τὴν πρόκλησιν τοῦ περὶ οὗ πρόκειται διατάγματος. Δὲν διαφωνῶ παντάπασι πρὸς τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Αἰγίου περὶ τῶν δικαιωμάτων τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας. Ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ νομοθετῇ, ἀλλὰ νὰ ἐκτελῇ τοὺς νόμους, καὶ ὀφείλει νὰ τοὺς ἐκτελῇ· ἀλλὰ παρουσιάζονται περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, ἐὰν δὲν ἔχῃ τὸ θάῤῥος νὰ πράξῃ ὅ,τι ἀπαιτεῖται, ἤθελεν ἐπέλθει ζημία μεγίστη, καὶ τότε ἤθελε ζητηθῆ λόγος παρ’ αὐτῆς διατί νὰ μὴ πράξῃ ὅ,τι δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ πράξῃ· διὰ τοῦτο ἐλάβομεν τὸ θάῤῥος. Ἡ πρᾶξις τὴν ὁποίαν ἀπετέλεσε τὸ διάταγμα τῆς 16 Ἰουλίου εἶναι πρᾶξις ἔκρυθμος, δὲν εἶναι πρᾶξις τήν ὁποίαν εἴχομεν δικαίωμα νὰ πράξωμεν, καὶ διὰ τοῦτο μόλις συνῆλθεν ἡ ἀντιπροσωπεία, προσήλθομεν ζητοῦντες τὴν συγγνώμην αὐτῆς, διότι ἠναγκάσθημεν νὰ πράξωμεν ὅ,τι δὲν εἴχομεν δικαίωμα νὰ πράξωμεν. Ἀλλὰ διατί ἐπράξαμεν ὅ,τι δὲν εἴχομεν δικαίωμα νὰ πράξωμεν; διότι ἐνομίζαμεν, ὅτι, ἂν δὲν τὸ πράξωμεν, ἠθέλομεν ζημιώσει τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, καὶ ἑπομένως ἠθέλομεν ἀναλάβει μεγάλην εὐθύνην ἀπέναντι ἡμῶν. Εἴχομεν τὴν συνείδησιν τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους ὡς καὶ τὴν συνείδησιν τῆς εὐθύνης ἡμῶν, διότι ἠπειλοῦντο τὰ δημόσια συμφέροντα καὶ διὰ τοῦτο ὑπεκύψαμεν εἰς ἀνάγκην ὑπερτέραν, ἀποφασίσαντες νὰ πράξωμεν ὅ,τι δὲν εἴχομεν ἐξουσίαν νὰ πράξωμεν, ἵνα σώσωμεν τὰ ἐμπιστευμένα ἡμῖν συμφέροντα τοῦ δημοσίου. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν παρέστησεν, ὅτι ἡ τελευταία ἔκθεσις τοῦ ἐπιτετραμμένου τῆς Ἑλλάδος κατέδειξεν αὐτῷ κινδύνους, τοὺς ὁποίους διατρέχομεν, διότι ὁ κ. Γεννάδιος ἀναφέρει, ὅτι μετὰ τὴν κύρωσιν τοῦ Διατάγματος, τὸ ὁποῖον καθ’ ὑπέρβασιν τῆς ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν εἴχομεν, προὐκαλέσαμεν, τοῦ ὁποίου τὴν κύρωσιν ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ἤδη ζητοῦμεν, θέλουσι γείνει δεκτὰ ἐν τῷ χρηματιστηρίῳ τὰ νέα ἑλληνικὰ χρεώγραφα. Νομίζω, ὅτι οἱ φόβοι τοῦ κ. Ῥικάκη δὲν εἶναι βάσιμοι, ἤτοι ὅτι ἐν τῷ χρηματιστηρίῳ τοῦ Λονδίνου θέλει ἐπιτραπῆ ἡ ἀναγραφὴ μόνων τῶν πρὸς ἀντικατάστασιν τῶν παλαιῶν τίτλων διανεμηθέντων νέων τίτλων, καὶ ὅτι δὲν θέλουσι γείνει δεκτὰ ἐν γένει ὅλα τὰ ἑλληνικὰ χρεώγραφα. Ὁ κ. Γεννάδιος, ὁμιλῶν περὶ τῶν νέων χρεωγράφων, τὰ ὁποῖα ἐξεδόθησαν, περὶ αὐτῶν μόνον ὤφειλε νὰ πραγματευθῇ, διότι τὸ χρηματιστήριον εἶχεν ἀποκλείσει τὴν ἀναγραφὴν τῶν ἑλληνικῶν ἀξιῶν ἕνεκα τῶν δανείων 1824 καὶ 1825. Καὶ ἐπειδὴ αἰτία ἦσαν τὰ χρεώγραφα τοῦ δανείου τούτου, διὰ τοῦτο ἀναφέρει, ὅτι, ἐπειδὴ τὰ παλαιὰ ἀντικατεστάθησαν διὰ τῶν νέων, ταῦτα θέλουσιν ἀναγραφῆ μετὰ τὴν κύρωσιν τοῦ Διατάγματος. Ἀλλὰ διὰ τούτου δὲν ὑποθέτω, ὅτι ἐνόει, ὅτι δὲν θέλει ἐπιτραπῆ ἡ ἀναγραφὴ πάσης ἑλληνικῆς ἀξίας. Νομίζω λοιπόν, ὅτι ὁ φόβος τοῦ κ. Ῥικάκη δὲν εἶναι βάσιμος. Τὸ ζήτημα μοὶ φαίνεται, ὅτι δέον νὰ ἐξετασθῇ ὑπὸ δύω ἀπόψεις· ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν Βουλευτὴς ἀνέφερε· πρέπει ἢ δὲν πρέπει νὰ κυρωθῇ τὸ Διάταγμα. Διατεινόμεθα ὅτι πρέπει νὰ κυρωθῇ, διότι διὰ τῆς παραχωρήσεως, τὴν ὁποίαν τὸ Διάταγμα ἐνέκρινεν, ἐξυπηρετήθησαν τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Ἐὰν ἔχῃ ἡ Βουλὴ τὴν δευτέραν γνώμην, βεβαίως ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δὲν θέλει κυρώσει τὸ διάταγμα· ἐὰν δ’ ἔχῃ τὴν γνώμην, ὅτι δὲν ἐπῆλθε ζημία, ἀλλ’ ὅτι ἐξυπηρετήθη ὁ σκοπὸς, τὸν ὁποῖον διὰ τῆς συμβάσεως ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἐπεδίωκε, νομίζω, ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία εἶναι δίκαιον καὶ προσῆκον ἵνα κυρώσῃ τὸ διάταγμα. Ἡ δευτέρα ἄποψις, ὑφ’ ἣν δέον νὰ ἐξετασθῇ ἡ ὑπόθεσις, εἶναι ἐκείνη ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἐξήτασε τὸ ζήτημα ὁ Βουλευτὴς ἐξ Αἰγίου. Νομίζω, ὅτι μετὰ τὴν ἐξήγησιν, τὴν ὁποίαν ἔφερε ἐπὶ τῶν λόγων τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Αἰγίου, ὁ κ. Μεσσηνέζης δὲν θέλει ἐπιμείνει εἰς τὴν ἑαυτοῦ γνώμην, διότι οὐδεὶς ὑπάρχει κίνδυνος τῶν θεσμῶν, ἐφ’ οὗ ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία ὑπερβᾶσα τὰ ὅρια, τὰ ὁποῖα οἱ θεσμοὶ διέγραψαν εἰς αὐτὴν ἕνεκα τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους, προσέρχεται ζητοῦσα ἐπὶ τούτῳ τὴν συγγνώμην τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας,
§117ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Δὲν μὲ φέρει, κύριοι, εἰς τὸ βῆμα τοῦτο ἡ μεγαλειότης ἢ ἡ μικρότης τοῦ δικαίου, περὶ τοῦ ὁποίου σκεπτόμεθα, διότι καὶ τὸ μικρότερον τῶν δικαίων εἶναι ἄξιον νὰ μελετηθῇ. Ἀλλὰ μὲ φέρει τὸ λίαν στρογγύλον ποσόν, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην· 2,500,000 δραχμῶν, τὰ ὁποῖα κατ’ ἔτος θὰ ἐπιβαρύνουν τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, καὶ εἶναι ἀναπόφευκτον νὰ ἐξετάσωμεν ἂν νομίμως τοῦτο πρέπῃ. Ἐννοῶ, κύριοι, τοὺς διθυράμβους τῶν ἐλλειμμάτων τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐννοῶ τὴν εὐλάβειαν πρὸς τοὺς ἀσθενεῖς πόρους τοῦ πένητος φορολογουμένου, ἀλλ’ ὅταν πρόκηται δι’ ἑνὸς Βασιλικοῦ Διατάγματος 2½ ὁλόκληρα ἑκατομμύρια νὰ κανονίζωνται οὕτως ἢ ἄλλως, δὲν ἐννοῶ, κύριοι, διατί ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ δὲν εἶναι σύμπασα ἡ Βουλὴ παροῦσα. Ἂν πρόκηται νὰ ἐπιτιμήσωμεν ἢ νὰ ῥίψωμεν ἓν Ὑπουργεῖον, αἱ ἕδραι τῆς αἰθούσης συμπυκνοῦνται· ὅταν ὅμως πρόκηται περὶ 2,500,000 δραχμῶν, τότε χαλαρότης κατὰ τὴν συζήτησιν, καὶ ἂν ἀντελήφθην καλῶς, ὅταν ὡμίλει ὁ κ. Ῥικάκης, λυποῦμαι, διότι οὔτε ἡ ἀνήκουσα προσοχὴ ἐδίδετο εἰς τοὺς λόγους αὐτοῦ. Εἶπον λοιπὸν, ὅτι μὲ φέρει εἰς τὸ βῆμα τοῦτο καὶ ἡ συναίσθησις τοῦ δικαίου, καὶ ἡ συναίσθησις τοῦ σπουδαίου συμφέροντος, διότι ἐπαναλέγω, ὅτι πρόκειται περὶ 2,500,000 δραχμῶν εἰς περίστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ οἰκονομικὰ τῆς Ἐπικρατείας εἶναι εἰς ἀθλιεστάτην κατάστασιν. Πολλὰ, κύριοι, ἐλέχθησαν περὶ τῆς ἱερότητος τῶν δανείων τοῦ 1824 καὶ 1825· ἂν τῳόντι ὑπάρχουν ἱερώτερα δάνεια, δὲν γνωρίζω ἢ τὰ δάνεια ταῦτα. Τὰ δάνεια, κύριοι, ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα μᾶς ἔδωκαν χεῖρα βοηθείας κατὰ τὸν ἱερὸν ἀγῶνα, τὰ ὁποῖα μᾶς συνέδεσαν πρὸς τὴν Εὐρώπην κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν οὐδένα σύνδεσμον εἴχομεν πρὸς αὐτὴν, εἶναι τῳόντι χρήματα ἱερὰ, καὶ εἰς ὅλας τὰς περιστάσεις τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος τὰ ἀνεγνώρισεν ὡς τοιαῦτα. Αὐτὸ εἶναι ἡ βάσις, ἀλλὰ δὲν πρόκειται νὰ ὁμιλήσωμεν περὶ τῆς βάσεως, πρόκειται νὰ ὁμιλήσωμεν περὶ τῆς ἐκτελέσεως. Διὰ τοῦτο, κύριοι, ἐπὶ τῇ μεγάλῃ τῳόντι ἱερότητι τῆς βάσεως ταύτης δὲν ἐνόουν τινὲς ἐκ τῶν ἐντίμων συναδέλφων (τινὰς τῶν ὁποίων δὲν βλέπω ἐδῶ), δὲν ἐνόουν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Βασιλικοῦ λόγου πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ γράφηται ἐν αὐτῷ, ὅτι πρόκειται περὶ θυσιῶν. Ὁ ὀφειλέτης, ὁ συνειδὼς τὴν ἱερότητα τοῦ χρέους του, δὲν ποιεῖ θυσίας, ἀλλ’ ἐκτελεῖ ὑποχρεώσεις. Πρέπει, κύριοι, νὰ σημειώσω καὶ μίαν ἄλλην παρατήρησιν, ὅτι ὑπολαμβάνων ὡς ἀγαθώτατον σύμπτωμα τῶν παρόντων χρόνων μεταξὺ τόσων κακῶν, ὅτι ἐν ταῖς ψυχαῖς ὅλων ἡμῶν ἐδῶ εἶναι ἡ ἀναγνώρισις τῆς ἐθνικῆς ἀνάγκης περὶ τακτοποιήσεως τῶν ἐθνικῶν δανείων τοῦ 1824 καὶ 1825. Βλέπετε, εἶμαι ἐντελῶς δίκαιος. Ἀλλ’ ἐπανέρχομαι εἰς τὸ προρηθέν· δὲν πρόκειται περὶ τῆς βάσεως, ἀλλὰ περὶ τῆς ἐκτελέσεως. Καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐκτέλεσιν, θέλει μοὶ ἐπιτρέψει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ οἱ συνάδελφοί του νὰ ἐκθέσω τὰς ἰδέας μου μὲ ὅλην τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ἤκουσα χθὲς, ὅτι πρόκειται περὶ μεμονωμένης γνώμης, διότι, κύριε Κουμουνδοῦρε, ὑπάρχουν μεμονωμέναι τινὲς γνῶμαι, τὰς ὁποίας, ἐὰν εἴχατε ἐλαστικὴν τὴν προσοχὴν, ἠθέλατε ἀνακαλύψει κατὰ τὴν προχθεσινὴν μυστικὴν ψηφοφορίαν περὶ τοῦ συναδέλφου ὑμῶν κ. Πετιμεζᾶ. Τὸ μέλλον ἀνήκει εἰς τὰς μεμονωμένας γνώμας· δὲν ἀνήκει εἰς τὰς γνώμας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι δένονται εἰς κομβολόγια. Καὶ θέλετε ἰδεῖ, ὅταν ἔλθῃ ἡ σειρὰ τῶν μυστικῶν ψηφοφοριῶν, πόσον κακοὺς ὑπολογισμοὺς ἐκάματε καὶ σεῖς καὶ ὅστις ἄλλος. Λοιπὸν μὲ αὐτὸ τὸ κῦρος τῆς μεμονωμένης γνώμης, μὲ αὐτὸ τὸ κῦρος ἔρχομαι νὰ ὁμιλήσω αὐτὴν τὴν στιγμήν. Μία, κύριοι, ἐκ τῶν μεγαλειτέρων τῆς δημοσιονομίας Ἀρχῶν εἶναι ἡ ἐκλογὴ τῆς ἐπιτηδείας ἐποχῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν δύναται νὰ γείνῃ ἡ μετατροπὴ τῶν δανείων. Πᾶσα ἐποχὴ δὲν εἶναι κατάλληλος εἰς δανείων μετατροπήν. Ὅταν τὰ οἰκονομικὰ τῆς ἐπικρατείας εὑρίσκωνται εἰς ἀνθηρὰν κατάστασιν, ὅταν δὲν τρέχῃ τὸν κίνδυνον νὰ στερήσῃ τοὺς πόρους αὑτῆς, τὰς πρώτας πηγὰς τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου, ὅταν δὲν ζῇ τὸ Κράτος ἀδιακόπως ὑπὸ τὸ βάρος ἀλλεπαλλήλων ἐλλειμμάτων, τότε παρίσταται ἡ εὐκαιρία τῆς μετατροπῆς τῶν παλαιῶν δανείων· εἶναι ἡ προσφορωτέρα τότε ἐποχή. Ἀλλ’ ἡ ἐποχὴ τοῦ 1878, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐξεδόθη ὁ νόμος, δὲν ἦτον ἐποχὴ τοιαύτη. Ἐννοῶ τὶ δύναται νὰ ἀντείπῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἀκριβῶς ἐκείνην τὴν ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἠγωνιζόμεθα περὶ τῆς πίστεως τοῦ καθόλου Ἑλληνισμοῦ, ἐπιτηδειότατον ἦτο τέχνασμα νὰ παρουσιάσωμεν εἰς τὴν εὐρωπαϊκὴν τῶν χρημάτων ἀγορὰν καὶ τὴν μεγάλην προθυμίαν μας εἰς τὴν τακτοποίησιν τῶν παλαιῶν μας δανείων. Καὶ δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι τοῦτο ἠδύνατο τῷ ὄντι νὰ ληφθῇ σπουδαίως ὑπ’ ὄψιν, καὶ ἐλήφθη, καὶ ὁ νόμος κατεσκευάσθη, ἐπικυρῶν τὴν σύμβασιν, ἡ ὁποία εἶχε προηγηθῆ. Ἀλλ’ ἐν τῇ συμβάσει τοῦ 1878 ὑπῆρχεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἴδομεν ἄλλοτε ἐν τῇ συμβάσει τοῦ 1867, κατὰ τὴν ὁποίαν ὅρος ἀπαρέγκλιτος ἐτίθετο ἵνα πρῶτον παραδεχθῇ τὸ Χρηματιστήριον τοῦ Λονδίνου τὰς Ἑλληνικὰς ἀξίας, καὶ κατόπιν νὰ ἐκδοθῶσιν αἱ νέαι μετοχαί, αἱ πρὸς μετατροπὴν τῶν δανείων ἀναγκαῖαι. Ἐξεταστέον νῦν ἂν τὸ συμβόλαιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον μεταξὺ τῶν κοινοτέρων ἰδιωτῶν ἤθελεν εἶσθαι νόμος ἀπαράβατος, ὄπισθεν τοῦ ὁποίου πολλὰ συμφέροντα νόμιμα ἠδύναντο νὰ ἐνασκηθοῦν καὶ ἰσχυρωθοῦν, ἂς ἴδωμεν ἂν αὐτὸ τὸ συμβόλαιον ἐξετελέσθη μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῶν δανειστῶν μας, δὲν ἐξετελέσθη. Δὲν ἐξετελέσθη δὲ, κύριοι, διὰ τρόπου, ὅστις, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ τῇ παρατηρήσω, ὅτι ἀδικεῖ τὴν εὐφυΐαν της. Δὲν ἔχω σκοπὸν ν’ ἀναγνώσω τὰ μεγάλα τεμάχια ἐκ τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσιν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος, ἀλλ’ ἀρκεῖ νὰ λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ νὰ σταματήσῃ τὴν προσοχήν του εἰς δύω μόνον μέρη. Θέλετε ἰδεῖ, ὅτι σκέπτετε τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ὅπως ὁ τελευταῖος τῶν συγκλητικῶν τῆς Ῥώμης, ὁ τελευταῖος Βουλευτὴς τῆς Σπάρτης εἰς τοὺς ἀρχαίους χρόνους δὲν ἤθελε ποτὲ καταδεχθῆ νὰ συλλογισθῇ. Ἀκούσατε’ εἶναι ἐπίσημον ἔγγραφον. Τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἐν τῇ ἀποφάσει αὐτοῦ εἶναι, λέγει, ἐνώπιον τοῦ ἑξῆς διλήμματος· ἐπειδὴ «πολλαὶ προβλέπονται περιττῆς ἀνταλλαγῆς τῶν νέων τίτλων περιπλοκαὶ καὶ πολλοὶ κίνδυνοι» (ἐδῶ ἐφιστῶ τὴν προσοχήν σας) «ἐνῷ, ἂν οἱ τίτλοι ἐξεδίδοντο ἀμέσως καὶ ἐπληρώνετο τὸ πρῶτον τοκομερίδιον ἐμπροθέσμως, τὸ χρηματιστήριον θὰ ἀνέγραφεν ἀμέσως τὰς νέας ὁμολογίας». Αὐτὴ εἶναι δικαιολογία, τὴν ὁποίαν λαμβάνει ἡ Κυβέρνησις ἐκ τοῦ Ἐπιτετραμμένου αὐτῆς, ἀλλ’ εἶναι δικαιολογία, τὴν ὁποίαν υἱοθετεῖ. Ἂς σταματήσωμεν, κύριοι Βουλευταὶ, εἰς τὴν ἀνάλυσιν αὐτῆς. Ἔρχεται ὁ δικαιοῦχος καὶ λέγει: δὲν ζητῶ τὸ δικαίωμά μου, καὶ τῷ ἀπαντᾷ ὁ ἀντίδικος μὴ ζητῇς τὸ δικαίωμά σου, πλήρωσέ με πρῶτον καὶ κατόπιν βλέπομεν. Δὲν ἠξεύρω, κύριοι, ἂν ἐξήγησα καλῶς τὴν ἰδέαν μου. Δεύτερος τρόπος χαρακτηριστικὸς, ὁ ὁποῖος ἐπίσης ἀδικεῖ τὴν εὐφυΐαν τῆς κυβερνήσεως, εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κινεῖ ὁ ξένος συμβαλλόμενος πρὸς τὸν νεανίσκον, τὸν παῖδα, τὸν ὁποῖον θέλει νὰ ἀπατήσῃ. Λέγουν οἱ ξένοι δότε μας τὰς νέας ὁμολογίας, καὶ μὴ ἀμφιβάλετε, κύριοι τῆς Ἑλλάδος Ὑπουργοὶ, ὅτι θέλει ἐγκριθῆ ὑπὸ τοῦ Χρηματιστηρίου τοῦ Λονδίνου κατόπιν ἡ ἐγγραφὴ τῶν τίτλων τῆς Κυβερνήσεώς σας. Καὶ ἡ ἡμετέρα Κυβέρνησις πιστεύει, καὶ πιστεύουσα ἐκδίδει τὰς νέας ὁμολογίας, καὶ ἐκδίδουσα τὰς νέας ὁμολογίας μᾶς θέτει εἰς τὸ δίλημμα, τὸ ὁποῖον ὀρθῶς παρετηρήθη προηγουμένως, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν πλέον ἀπατηθέντες νὰ ἀποσύρωμεν τὰς νέας ὁμολογίας ἀπὸ τὰς χεῖρας τῶν κομιστῶν, χωρὶς νὰ ἀτιμάσωμεν διὰ τελευταίαν φορὰν τὴν Ἑλλάδα. Καὶ, κύριοι, φθάνομεν εἰς τὴν τοιαύτην λύσιν τοῦ ζητήματος τῶν δανείων τοῦ 1824 καὶ 1825 ἐπὶ τῇ βάσει δύω σοφισμάτων, τὰ ὁποῖα ἐπίσης λυποῦμαι, ὅτι διέφυγον τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ πρῶτον σόρισμα ὑπεδείχθη πρὸ ὀλίγου ὑπὸ τοῦ κ. Ῥικάκη· εἶναι καλὸν νὰ τὸ ἀκούσητε δευτέραν φοράν, θὰ τὸ ἀκούσητε ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν. Πῶς, λέγουν, δύναται νὰ ἐκτελεσθῇ ὁ ὅρος τῆς συμβάσεως περὶ ἐγγραφῆς τῶν ἀξιῶν τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸ Χρηματιστήριον, ἀφοῦ δὲν ἔχομεν τοὺς νέους τίτλους; Αὐτὸς ὁ λόγος εἶναι, κύριοι, ἁρμόζων εἰς πολυμήχανον ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος ἔχει ἐνώπιόν του ἄπειρον νεανίαν· δός μοι, τῷ λέγει, τὰς νέας ἀξίας, καὶ κατόπιν σοῦ ἀνοίγω τὰς πύλας τοῦ Χρηματιστηρίου, διότι ἄλλως ποῦ εἶναι οἱ τίτλοι, τοὺς ὁποίους θὰ ἐγγράψω; Καὶ ἐνταῦθα παρίσταται πάλιν μία νέα περίπτωσις, διὰ νὰ λυπηθῇ τις διὰ τὴν χαλαρότητα, τὴν ὁποίαν ἔδειξεν ἡ Κυβέρνησίς μας περὶ τὸ διαγνωστικὸν, τὸ ὁποῖον συνήθως τὴν διακρίνει. Ἡ σύμβασις δὲν ὁμιλεῖ περὶ τῶν τίτλων τῶν δανείων τοῦ 1821 καὶ 1825, ὁ νόμος δὲν ὁμιλεῖ περὶ τῶν τίτλων τῶν δανείων τοῦ 1824 καὶ 1825· ἀλλὰ πρόκειται καθαρῶς περὶ ὅλων τῶν ἀξιῶν, περὶ ὅλων τῶν τίτλων παλαιῶν καὶ νέων καὶ κατασκευάζουν, κύριοι, οἱ Ἄγγλοι ὁμολογιούχοι, οἱ ὁποῖοι δὲν φέρουν τὴν κεφαλὴν ἐπὶ τῶν ὤμων πρὸς στολισμόν, κατασκευάζουν ἕν σόφισμα πρὸς τοὺς διοικοῦντας τὰ ἡμέτερα πράγματα, ὅτι δὲν ἔχομεν τίτλους νὰ ἐγγράψωμεν εἰς τὸ Χρηματιστήριον, ἐννοοῦντες, ὅτι πρόκειται περὶ νέων τίτλων, ἐνῷ ἡ σύμβασις ἐσκόπει περὶ ὅλων τῶν τίτλων, καὶ τῶν νέων δανείων καὶ τῶν παλαιῶν δανείων. Δεύτερον σόφισμα εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἡ βία τῶν περιστάσεων δημιουργεῖ, διότι τὸ πρῶτον ἄτοπον φέρει δεύτερον ἄτοπον· εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον προεῖπον. Ἀφοῦ διενείματε πλέον τοὺς νέους τίτλους, ποῦ καιρὸς νὰ διορθώσητε τὸ κακὸν, χωρὶς νὰ προσβάλητε τὴν πατρίδα; Αὐταὶ εἶναι, κύριοι, αἱ παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἐσκόπουν νὰ ὑποβάλω κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Νομοσχεδίου τούτου. Μετὰ τὴν ἀνάγκην, εἰς τὴν ὁποίαν διατελοῦμεν, νὰ τὸ ψηφίσωμεν, διότι δὲν δυνάμεθα πλέον ν’ ἀποσύρωμεν τοὺς τίτλους, οἱ ὁποῖοι κυκλοφοροῦν, ἔρχεται, κύριοι, τὸ παράπονον, τὸ ὁποῖον πρέπει ν’ ἀκουσθῇ, ἔστω, κύριε Κουμουνδοῦρε, καὶ ἀπὸ μεμονωμένην φωνὴν, ὅτι δὲν ἐξετελέσατε καλῶς τὴν ἐθνικὴν σύμβασιν.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος εἶναι ἐγγεγραμμένος. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ Νομοσχεδίου νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πολλοί.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Εἶτα γίνεται δεκτὸν κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον.)
§119Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἐκτὸς ἡμῶν τῶν Ἰακωβάτων, κύριε Πρόεδρε.
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Νομοσχέδιον περὶ ἀρχαιοτήτων. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 6 μ. μ.)