1880.01.22
1,128 rows · 9,046 words · 109 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 55
τῆς 22 Ἰανουαρίου 1880.
(Τρίτη.)
Ὥρα 2¾ μ. μ.
Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας καὶ ἐνεκρίθησαν.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Βουλευτὴς Ἠλείας κ. Στεφανόπουλος ὑποβάλλει Νομοσχέδιον περὶ Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως. Θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ. Ὁ ἀπόστρατος συνταγματάρχης τοῦ πυροβολικοῦ Παναγιωτόπουλος ἐξαιτεῖται τὴν ἐπάνοδόν του εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν. Ὁ Ἰωάννης Δαμιράλης ἐξαιτεῖται νὰ ἀναγνωρισθῇ ὁ υἱός του ὡς βαθμοφόρος τοῦ πολεμικοῦ Ναυτικοῦ· Θὰ σταλῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν. Ὁ Παναγιώτης Παππᾶς ζητεῖ περίθαλψιν διὰ τὰς πρὸς τὸν ἀγῶνα ἐκδουλεύσεις του. Θὰ σταλῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν.
§2ΡΟΥΦΟΣ. Κύριοι χθὲς ὑπέβαλον ἀναφορὰν τοῦ Γεωργίου Ἕλληνος, ἀγωνισθέντος κατὰ τὴν ἐπανάστασιν τῆς Θεσσαλίας, πληγωθέντος καὶ ἤδη ἀνικάνου ὄντος, τὴν ἀναφορὰν δὲ αὐτὴν συνέστησα ὅπως παραπεμφθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα τοῦτο λάβῃ πρόνοιαν περὶ ἀνθρώπου παθόντος εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς πατρίδος. Πληροφοροῦμαι ἤδη, διότι δὲν ἤμην ἐδῶ τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ, ὅτι ἡ ἀναφορὰ αὕτη παρεπέμφθη εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν, ὅπως χθὲς ἀπεδέχθη, νὰ παραπέμψῃ τὴν ἀναφορὰν αὐτὴν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν μετὰ συστάσεως.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται ἡ Βουλή;
§4ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§5Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον τῆς Βουλῆς ἐψηφίσθη εἷς νόμος περὶ πολιτικῶν μηχανικῶν, ἀλλ’ ὁ νόμος οὗτος ἐφάνη κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν του κατά τι προσκόπτων. Προσέκοψε δὲ, διότι δὲν ἔδιδε τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς σπουδάσαντας ἐν Εὐρώπῃ, ἰδίως ἐν Γαλλίᾳ καὶ Γερμανίᾳ, νὰ γίνωνται μηχανικοὶ ά. τάξεως, ἀλλὰ ἀπῄτει νὰ ἔχωσι δώσει τὰς ἐξετάσεις τοῦ Κράτους, λεγομένας, ἐν Γαλλίᾳ καὶ Γερμανίᾳ. Αἱ ἐξετάσεις τοῦ Κράτους, τὰς ὁποίας ὁ νομοθέτης ἠθέλησε νὰ ἐφαρμόσῃ ἐν Ἑλλάδι, εἶναι διάφοροι ἀπὸ τὰ λεγόμενα διπλώματα, διότι ἐξετάσεις τοῦ Κράτους δίδουν εἰς τὴν Γερμανίαν καὶ Γαλλίαν ὅσοι προτίθενται νὰ ὑπηρετήσωσι τὸ Κράτος ὡς ὑπάλληλοι ἐγχώριοι· εἶναι κατὰ τὴν νομικὴν ἐπιστήμην ὅπως οἱ δίδοντες τὰς ἐξετάσεις ἐνταῦθα ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἐνῷ οἱ σπουδάζοντες εἰς διαφώτισιν τῶν γνώσεών των δὲν εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι σπουδάζουσιν ὅπως ἐκμάθωσι τὴν ἐπιστήμην, ἀλλ’ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι πλουτίζουσι τὰς γνώσεις των, καὶ τοιοῦτοι εἶναι ὁ κ. Ἔσλεν, ὁ ἐξάδελφός μου Ἀντώνιος Πετσάλης, καί τινες ἄλλοι. Οἱ ἄνθρωποι οὗτοι ἐσπούδασαν ἐπὶ δεκαετίαν ἐν Γερμανίᾳ καὶ Γαλλίᾳ, ὅπου διωρίσθησαν εἰς διαφόρους θέσεις, καὶ ἔχουσιν ὡς ἐκ τούτου πρακτικὰς γνώσεις, καὶ ἐν τούτοις περιφέρονται εἰς τὰς ἀγυιὰς τῶν Ἀθηνῶν χωρὶς νὰ δύνανται νὰ βοηθήσωσιν ὡς πρὸς τὰ μηχανικὰ διὰ τῶν γνώσεών των τὴν πατρίδα των. Διὰ τοῦτο, συνεννοηθεὶς μετὰ τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ, φέρω σχέδιον νόμου, τὸ ὁποῖον νὰ προστεθῇ εἰς τὸν νόμον, ὡς ἄρθρον ἕκτον, περὶ πολιτικῶν μηχανικῶν, καὶ δυνάμει τοῦ ὁποίου νὰ δύναται ὁ ὑπουργὸς νὰ διορίζῃ τοὺς τοιούτους. Οὐχ’ ἧττον, ἐπιθυμῶν νὰ κλείσω τὰς θύρας εἰς τὴν ἡμιμάθειαν καὶ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐσπούδασαν ἐν Εὐρώπῃ, ὅπως ἐμπρέπει εἰς τοιούτους μηχανικούς, καὶ οἵτινες δὲν ἔχουσι τὴν ἀπαιτουμένην πεῖραν, περιώρισα τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλω εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς Βουλῆς, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ τὸ δεχθῇ, ἐπειδὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐζήτησεν ἐξ Εὐρώπης τοιούτους μηχανικούς, οἵτινες δὲν ἠθέλησαν νὰ ἔλθωσι μ’ ὅλον ὅτι τοῖς προσέφερε 3.000 δραχμὰς κατὰ μῆνα. Τὴν ἄρνησίν των ἐστήριξαν εἰς τὴν ὑποστήριξιν ἧς τυγχάνουσιν ἐν Εὐρώπῃ ἐκ τῆς Κυβερνήσεως, ἐνῷ συμβαίνει τοὐναντίον εἰς τὴν Ἑλλάδα· ἔχομεν ἐπιστήμονας ἱκανοὺς, καὶ τοὺς ἀφίνομεν νὰ μεταβαίνωσιν εἰς ἄλλα μέρη.
§6ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
§7ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τὸ καταθέτω λοιπὸν εἰς τὸ Προεδρεῖον, διὰ νὰ τυπωθῇ.
§8ΚΟΤΑΡΗΣ. Καθυποβάλλω, κύριοι, τὸ περὶ καθυστερουμένων κληρούχων νομοσχέδιον. Παρακαλῶ δὲ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπιτρέψῃ διὰ διατάγματος τὴν καθ’ ὅλον τὸ θέρος ὑλοτομίαν, καὶ νὰ μᾶς εἴπῃ ἂν ἀνεκαλύφθη τι διὰ τὴν ἀπώλειαν τοῦ Ι. Σκούρα.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τινὲς Βουλευταὶ ὑποβάλλουσι πρότασιν περὶ λειβαδίων. Θὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ.
§10Α. ΡΟΥΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου πρὸ 20 περίπου ἡμερῶν ἐργάζεται. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ μᾶς φέρῃ νομοσχέδιον.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς δύναται νὰ δώσῃ καμμίαν πληροφορίαν;
§12ΖΑΪΜΗΣ. Ἡ ἐπιτροπή, κύριε Πρόεδρε, διῃρέθη ὡς πρὸς τὸ ............. παρεδέχθη τὸ ἑνιαῖον τῆς ψήφου. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦτο συνδέεται στενῶς μὲ τὴν κατασκευὴν τῆς κάλπης. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ζηνόπουλον, ὅστις ἀνέλαβε τὰ περὶ τούτου, νὰ παραγγείλῃ μίαν κάλπην, καὶ ἅμα ἔλθῃ αὕτη, ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς θὰ φέρῃ τὸ νομοσχέδιον.
§13ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.) Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ δανείου 8,000,000 εἰς τὴν ἐθνικὴν ὁδοποιΐαν κτλ. Ἐπίσης νομοσχέδιον περὶ συστάσεως γεωργικῆς καὶ κτηματικῆς τραπέζης, δι’ οὗ ζητεῖται ἡ κύρωσις τῆς συμβάσεως τῆς συνομολογηθείσης μεταξὺ τῆς κυβερνήσεως καὶ τοῦ κ. Βλαστοῦ δι’ ἑαυτὸν καὶ τὴν ἐν Κωνσταντινουπόλει τράπεζαν.
§14ΤΙΝΕΣ. Νὰ θεωρηθῇ κατεπεῖγον αὐτό.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ, καὶ τότε ἀποφασίζετε περὶ τοῦ κατεπείγοντος.
§16ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποβάλλω ἕτερον νομοσχέδιον περὶ χρηματικῆς ἀποζημιώσεως τῶν ἐνεργούντων καταμέτρησιν δασῶν.....
§17ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Ὑποβάλλω, κύριοι, εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου καὶ προσωπικοῦ τοῦ γραφείου. Ἐπίσης νομοσχέδιον περὶ τῆς περιουσίας τοῦ Πανεπιστημίου, καὶ ἕτερον περὶ ἀριθμοῦ τῶν Γυμνασίων καὶ ἑλληνικῶν Σχολείων, καὶ καθηγητῶν καὶ διδασκάλων ἐν αὐτοῖς. Ὡσαύτως νομοσχέδιον περὶ βαθμοῦ τοῦ γενικοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῶν δημοτικῶν σχολείων καὶ ἕτερον περὶ αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας μετὰ πενταετίαν τῶν καθηγητῶν.
§18ΔΟΥΜΑΣ. Ἀναφορικῶς, κύριοι, τοῦ Νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, περὶ δανείου εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας 8,000,000, παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μᾶς φέρῃ τὴν κατάστασιν τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, τί τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας ἔχει εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, πόσα καθυστερεῖ τὸ δημόσιον εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας. Ἐκτὸς τούτου, 3,200,000 δραχμῶν φέρονται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ εἰσπράξεις ὁδοποιΐας αὐτὰ εἶναι τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας ἔχει ἀπὸ τὰς διαφόρους πηγάς. Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μᾶς δώσῃ πληροφορίας ποῖον εἶναι τὸ εἰσόδημα ἐξ ἑκάστης πηγῆς, ὅπως, συγκρίνοντες αὐτὰ μὲ τὰς εἰσπράξεις τοῦ Δημοσίου ἐκ τῶν ἰδίων κεφαλαίων, ἴδωμεν τὴν ἀναλογίαν των. Ζητῶ τὰς πληροφορίας αὐτὰς, διότι, ἐὰν σήμερον εἰσπράττωνται 3,200,000 ὑπὲρ τῆς ὁδοποιΐας, τὸ δὲ Δημόσιον καθυστερεῖ εἰς τὸ ταμεῖόν της ἕτερα ποσά, νομίζω, ὅτι τὸ ποσὸν τῶν 8,000,000, ὅπερ τὸ Νομοσχέδιον προτείνει νὰ διατεθῇ ὑπὲρ τῆς ὁδοποιΐας, εἶναι ὑπέρογκον. Δὲν λέγω, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ ἐξοδεύσῃ διὰ δημόσια ἔργα καὶ ὁδοὺς καὶ 10 καὶ 20 ἑκατομμύρια, ἀλλ’ εἰς τὰς σημερινὰς περιστάσεις ἀναλόγως καὶ μετὰ φειδοῦς πρέπει νὰ διατίθενται τὰ χρήματα.
§19ΤΙΝΕΣ. Εἰς τὴν συζήτησιν τὰ λέγετε αὐτά.
§20ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Θέλω νὰ κάμω μερικὰς παρατηρήσεις, συνάμα δὲ καὶ ἐρωτήσεις πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς ὑποβολῆς τοῦ Νομοσχεδίου περὶ γεωργικῆς καὶ κτηματικῆς Τραπέζης. Τὴν εὐκαιρίαν ταύτην δὲν θέλω νὰ διαφύγω διὰ λόγους δημοσίου συμφέροντος, διότι ἐπιθυμῶ νὰ γείνῃ γνωστὸν εἰς τὰς ἑταιρίας ἐκείνας, ὡς καὶ εἰς τοὺς κεφαλαιούχους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν κάμει προτάσεις τοιαύτας ἢ παραπλησίας μὲ ἐκείνας, τὰς ὁποίας παρουσιάζει σήμερον ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ παρόντος Νομοσχεδίου, διὰ νὰ ὦσιν εἰς θέσιν ὅπως, ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις καὶ ἀναπτυχθῶσι τὰ περὶ τῆς συμβάσεως ταύτης, ὑποβάλωσι καί αὐτοὶ διὰ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς νέους ὅρους προσφορωτέρους. Προβαίνω δὲ εἰς τὴν σημείωσιν ταύτην τῶν λόγων μου, διότι, ὡς ἤκουσα, ὁ τόκος, ὅστις προσδιορίζεται διὰ τὴν γεωργικὴν καὶ κτηματικὴν Τράπεζαν, εἶναι 9% μὲ τὸ χρεωλύσιον.
§21ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. 8% κατ’ ἀνώτερον λόγον.
§22ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἤκουσα, ὅτι ἀναβιβάζεται εἰς 9%.
§23ΡΟΥΦΟΣ. 9% εἶναι· μάλιστα, ἔχετε δίκαιον.
§24ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐὰν λοιπὸν στηρίζηται ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ τόκου, μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι ἀσύμφορος ἡ παρουσιαζομένη σύμβασις, διότι οὐδόλως θέλει ὠφελήσει τοὺς κτηματίας καὶ τοὺς μικροὺς γεωργούς. Ἐπεθύμουν δὲ νὰ μάθω ἐὰν καὶ ἄλλοι κεφαλαιοῦχοι προσέφερον εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοὺς αὐτοὺς ὅρους ἢ καὶ ὠφελιμωτέρους, καὶ ἂν ἡ Κυβέρνησις δὲν τοὺς ἐδέχθη καὶ διὰ ποίους λόγους.
§25ΒΑΛΤΙΝΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Χθὲς κύριοι, εἷς τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἐζήτησε τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, ἐὰν ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ ἔτους ἐπαύσατο τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον εἶχον νὰ ἀντικαθιστῶσιν ἑαυτοὺς οἱ κληροῦχοι. Ἤθελον παρακαλέσει τὴν Βουλὴν νὰ προσδιορίσῃ μίαν ἡμέραν, οἵαν δήποτε, ὅπως ἐκφέρῃ τὴν γνώμην της, διότι πρόκειται περὶ ἑρμηνείας Νόμου. Καὶ τοῦτο, διότι ἐγὼ εὗρον ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ Νόμῳ, ὅστις ἤρξατο ἰσχύων ἀπὸ τῆς 1ης Ἰανουαρίου, ὅτι ἡ ἀντικατάστασις καταργεῖται. Ἑπομένως ἦλθον πολλοὶ τῶν κυρίων Βουλευτῶν καὶ μὲ ἠρώτησαν, καὶ ἐγὼ εἶπον ἂς κανονίσῃ ἡ Βουλή, ὅπως θέλει, τὸ ἀντικείμενον τοῦτο.
§26ΤΙΝΕΣ. Τὸ Σάββατον, κ. Πρόεδρε, νὰ προσδιορισθῇ ἡ ἡμέρα.
§27ΡΙΚΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι πᾶς νόμος ἰσχύει καὶ ἐφαρμόζεται ἀδιακρίτως, καὶ πᾶς νόμος καθιεροῖ ὑποχρεώσεις καὶ δικαιώματα, κανεὶς δὲ δὲν δύναται νὰ ἐκτελέσῃ τὸν νόμον ὡς πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις, καὶ ἀφαιρέσῃ τὰ δικαιώματα, καὶ τἀνάπαλιν. Ὁ τελευταῖος νόμος καταργεῖ τὴν ἀντικατάστασιν ἔχων ὑπ’ ὄψιν τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἡ Βουλὴ ἠθέλησε νὰ ψηφίσῃ τὸν νόμον τοῦτον (θόρυβος.) Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἐπίσημος ἑρμηνεία εἶναι περιττὴ, καὶ ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἀναγνωρίζῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἀντικαταστάσεως τῶν κληρούχων.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν νὰ προσδιορίσῃ ἡ Βουλὴ ἡμέραν νὰ γείνῃ συζήτησις περὶ τούτου.
§29ΖΑΪΜΗΣ. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν προκαλῇ συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, παρατηρῶ εἰς αὐτὸν, ὅτι οἱανδήποτε πρότασιν θέλῃ, δύναται νὰ τὴν κάμῃ μόνος του, καὶ τότε ἡ Βουλὴ ἐκ τῆς συζητήσεως δύναται νὰ ἀποφασίσῃ. Ἐὰν πρόκηται περὶ ἐπισήμου ἑρμηνείας, τοῦτο μόνον διὰ νέου νόμου δύναται νὰ γείνῃ.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, διατυπώσατε τὴν πρότασίν σας. Ἠκούσατε, κύριοι, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ζητεῖ νὰ προσδιορίσῃ ἡ Βουλὴ ἡμέραν.
§31ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ἀδιάφορον καὶ τώρα.
§32ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐζητήθησαν πληροφορίαι νὰ ἀπαντήσωμεν κατὰ τίνα τρόπον ἐφαρμόζομεν τὸν παλαιὸν περὶ νεοσυλλέκτων νόμον, ἐὰν ἔχουν τὸ δικαίωμα τῆς ἀντικαταστάσεως· ἡμεῖς νομίζομεν ὅτι ὄχι· αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μας, ὅτι οἱ νεοσύλλεκτοι οἱ καθυστερήσαντες πρέπει νὰ παρουσιασθῶσι καὶ ὑπηρετήσωσιν αὐτοπροσώπως.
§33ΤΖΑΝΕΣ. Ἐγὼ εἶμαι ὁ ἐπερωτήσας τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν· δικαιοῦται ὁ κ. Ῥικάκης λέγων, ὅτι δὲν ἐπιβάλλονται ὑποχρεώσεις ἄνευ δικαιωμάτων. Ἡ κυβέρνησις κατὰ τὸν παλαιὸν νόμον συλλαμβάνει τοὺς κληρούχους, καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ζητεῖ νὰ προσδιορισθῇ ἡμέρα διὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἀντικειμένου τούτου.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπέσυρε τὴν πρότασιν αὐτήν.
§35ΤΖΑΝΕΣ. Πολὺ καλά· ἂς συζητηθῇ λοιπὸν σήμερον.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Φέρετε ἐπερώτησιν λοιπὸν, ὅτι ἡ ἑρμηνεία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δὲν εἶναι ὀρθή;
§37ΤΖΑΝΕΣ. Ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ φέρῃ πρότασιν τροποποιοῦσαν τὸ ἄρθρον τοῦ νόμου ἐκείνου τοῦ 1880, καθ’ ὃ δὲν ἐπιτρέπεται ἀντικατάστασις· ἐὰν ἐννοῇ νὰ ὑπαγάγῃ καὶ τοὺς κληρούχους τῶν παρελθόντων ἐτῶν, κατὰ τὸν παρελθόντα νόμον, εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νέου νόμου.....
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ εἶπε.
§39ΤΖΑΝΕΣ. Ἄλλως πρέπει νὰ διατάξῃ ν’ ἀνασταλῇ ἡ καταδίωξις τῶν κληρούχων μέχρις οὗ ἐπέλθῃ ἡ θεραπεία, διότι ἡ καταδίωξις συνεπάγεται ζημίας καὶ προσβολὴν κατὰ τῶν δικαιωμάτων τῶν συμπολιτῶν μας. Δὲν δύναται ἡ κυβέρνησις νὰ καταδιώκῃ τοὺς κληρούχους, μὴ ἔχουσα νόμον· ὅταν ἐκάλεσε τὸν σύμβουλον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν κ. Ταταράκην, οὗτος εἶπεν, ὅτι νομίζει ὀρθόν, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ νόμου δὲν ἔχουν ὀπισθενεργὸν δύναμιν, ἀλλ’ ἀποβλέπουν τὰς εἰς τὸν νόμον τοῦτον ἀναγομένας περιστάσεις. Ἐρωτηθεὶς δὲ περὶ τῶν κληρούχων τῶν παρελθόντων ἐτῶν, ἀπήντησεν, ὅτι δύνανται νὰ συλλαμβάνωνται, καὶ ἐδῶ ἔμεινε τὸ ζήτημα. Δὲν ἠρωτήθη ὁ κ. Ταταράκης ἐὰν οἱ προσκαλούμενοι νὰ ὑπηρετήσωσιν ἔχουν τὸ δικαίωμα ἀντικαταστάσεως· ὡς πρὸς τοῦτο δὲ πολὺ καλὰ σᾶς εἶπεν ὁ κ. Ῥικάκης, ὅτι δὲν ἐννοοῦνται ὑποχρεώσεις ἄνευ δικαιωμάτων. Ἡ κυβέρνησις λοιπὸν ὀφείλει νὰ διατάξῃ ἀναστολὴν τῆς συλλήψεως τῶν κληρούχων, καὶ πρέπῃ νὰ λάβῃ τὴν καλωσύνην νὰ φέρῃ πρότασιν τοῦ νόμου τοῦ 1880.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν κάμνετε πρότασιν ἢ ἐπερώτησιν;
§41ΤΖΑΝΕΣ. Ἐπερώτησιν κάμνω.
§42ΡΟΥΦΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν ἔδωκε τὸ Ὑπουργεῖον εἰς τὸν νόμον αὐτὸν, δὲν εἶναι οὔτε δικαία, οὔτε νομική...
§43ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τί πράττομεν τώρα, κ. Πρόεδρε;
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπερώτησις γίνεται, δὲν διατυποῦται ὅμως καθαρά.
§45ΡΟΥΦΟΣ. Διότι αὐτοὶ εἶναι ὑποχρεωμένοι κατὰ τὸν νόμον νὰ ὑπηρετήσουν εἴτε προσωπικῶς, εἴτε δι’ ἀντικαταστάσεως, δὲν δύνασθε δὲ σήμερον νὰ τοῖς εἴπητε, ὅτι εἶσθε ὑποχρεωμένοι προσωπικῶς νὰ ὑπηρετήσητε. Δίκαιον εἶναι, ὅταν ἔχουν τὸ δικαίωμα, μέχρι τοῦ τέλους τοῦ 1879, τῆς ἀντικαταστάσεως, νὰ τὸ ἔχουν καὶ κατὰ τὸ 1880· διὰ τοῦτο πρέπει νὰ προσέξῃ πολὺ ἡ Βουλή· θὰ ἦναι ἡ μεγαλειτέρα τῶν ἀδικιῶν, ἐὰν ἀποφασίσῃ, ὥστε οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ὑπηρετήσωσιν, ἀφοῦ ὑπαγόμενοι εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν δὲν ἔχουν τὴν ὑποχρέωσιν αὐτήν. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἑρμηνείαν αὐτήν· ἀλλὰ πρέπει νὰ παραδεχθῇ, ὥστε οἱ ὑπαγόμενοι εἰς τὰς ὑποχρεώσεις τῆς ἀπογραφῆς μέχρι τοῦ 1880 ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ἀντικατασταθοῦν.
§46ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πρέπει, κύριε Πρόεδρε, νὰ γείνῃ πρότασις νόμου, διότι ἡ Κυβέρνησις, ὅπως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ἔχει ὡρισμένην γνώμην, ἀντίθετον τῆς πρὸ μικροῦ ἐκφρασθείσης, ἡ δὲ Κυβέρνησις ὑπὸ τοῦ νόμου καλεῖται, ἵνα ἐκτελέσῃ τοὺς νόμους. Ἔχω καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην, ἣν πάντες ἐν τῇ Βουλῇ, πλὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, φαίνονται ἀσπαζόμενοι, νομίζω δὲ, ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ ἐναντία γνώμη· νομίζω, ὅτι εἶναι φανερόν, ὅτι ὁ νόμος ὁ περὶ τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1880 δὲν δύναται νὰ ἐπεκταθῇ ἀναδρομικῶς εἰς τὰς ὑποχρεώσεις, αἵτινες ἐγεννήθησαν πρὸ τοῦ 1880. Ἀλλ’ ἂν ἔχῃ τὴν ἐναντίαν γνώμην ἡ Κυβέρνησις, πρέπει, ὅπως ἐπικρατήσῃ ἡ ἡμετέρα, νὰ ψηφισθῇ παρὰ τῆς Βουλῆς ἑρμηνευτικὸς νόμος. Ἑπομένως, κύριε Πρόεδρε, ἡ πρότασις αὕτη πρέπει σήμερον νὰ γείνῃ ὑπὸ τύπον σχεδίου νόμου, ὅπως περιληφθῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ὑποβληθῇ ἐγγράφως τοιαύτη πρότασις, καὶ τότε.
§48ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἡμεῖς ἔχομεν τὸν νόμον· ἡ πρότασις νὰ ὑποβληθῇ.
§49ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ἔδωκεν εἰς τὸν νόμον αὐτὸν, εἶναι ἄδικος, διότι ἡ κλήρωσις τῶν κληρούχων ἐγένετο περὶ τὰ τέλη Δεκεμβρίου, πολλοὶ δὲ κληρωθέντες ἀποδημοῦσιν εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1856 πρέπει νὰ εἰδοποιηθοῦν αὐτοί, καὶ ἐὰν μετὰ τρεῖς μῆνας δὲν ἔλθουν νὰ ὑπηρετήσουν, τότε κηρύσσονται δραπέται, καὶ ἔρχονται οἱ ἐπιλαχόντες· οὗτοι θέλουν νὰ πληρώσουν. Εἶναι δίκαιον λοιπὸν νὰ τοὺς στερήσωμεν αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους νὰ μὴ ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ἀντικατασταθοῦν; εἶναι ἀδικώτατον αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, κύριε πρόεδρε.
§50ΡΙΚΑΚΗΣ. Πρόκειται νὰ ἐκτελεσθῇ νόμος· ὁ ὑπουργὸς λέγει ἐκτελῶ τὸν νόμον καὶ ἑρμηνεύω αὐτὸν οὕτως. Ἐγὼ θεωρῶ, ὅτι ἡ τοιαύτη ἐκτέλεσις εἶναι παραβίασις αὐτοῦ τοῦ νόμου, καὶ προκειμένου περὶ παραβιάσεως τοῦ νόμου, ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ διαμαρτυρηθῶ. Τὸ ζήτημα λοιπὸν τὸ φέρω οὕτω· δὲν κάμνω ἐπερώτησιν· δὲν ἔχει ἡ Κυβέρνησις τὸ δικαίωμα νὰ συλλάβῃ κληροῦχον, χωρὶς νὰ τῷ χορηγήσῃ ὅλα τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ὁ νόμος τῷ χορηγεῖ· τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαῖον καὶ ὑπὸ νομικὴν ἔποψιν καὶ ὑπὸ πρακτικὴν, διότι θὰ ἔχῃ συνεπείας ἐπιβλαβεστάτας. Λοιπὸν συλλογισθῆτε, ὅτι πρόκειται περὶ τοῦ σημαντικωτέρου φόρου, τὸν ὁποῖον ὁ λαὸς προσφέρει εἰς τὴν πατρίδα. Πρόκειται νὰ κανονίσωμεν τὰς ὑποχρεώσεις αὐτοῦ, χωρὶς νὰ παραβιάσωμεν τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς τῷ παρεχωρήσαμεν. Τί λέγει ὁ νόμος τῆς ἀπογραφῆς; ἡ κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ συλλαμβάνῃ τοὺς ἔχοντας ἡλικίαν ἀπὸ 18 ἕως 24 ἐτῶν, εἰς τοὺς ὁποίους ὅμως δίδει τὸ δικαίωμα τῆς ἀντικαταστάσεως· ὁ νόμος τοῦ 1880 ὁρίζει μίαν ἡλικίαν καὶ ἀπαιτεῖ αὐτοπρόσωπον ὑπηρεσίαν. Πῶς δύνασθε νὰ συλλάβητε τοὺς ὑποχρέους διὰ τοῦ παλαιοῦ νόμου, χωρὶς νὰ τοῖς δώσητε τὸ δικαίωμα, τὸ εὐεργέτημα, τὸ ὁποῖον ὁ νόμο ἐκεῖνος τοῖς χορηγεῖ; συλλαμβάνεται εἷς κληροῦχος δυνάμει ἑνὸς νόμου, δυνάμει τοῦ ἰδίου νόμου ζητεῖ νὰ ἀντικατασταθῇ. Νομίζω λοιπόν, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαιότατον, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ σκεφθῇ περὶ τούτου, διότι εἶναι παραβίασις νόμου.
§51ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἀλλ’ ἡ ἑρμηνεία τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι ὑποχρεωτικὴ διὰ τὴν κυβέρνησιν.
§52ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἡ κυβέρνησις παρακαλεῖται νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὅσα εἴπομεν καὶ νὰ ἀπαντήσῃ.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προσδιορίζεται λοιπὸν ἡ Πέμπτη, ἂν ἐγκρίνῃ ἡ Βουλή, διὰ νὰ ἀπαντήσῃ ἡ κυβέρνησις ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου.
§54ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ νὰ ἀναβληθῇ ἡ καταδίωξις τῶν κληρούχων.
§55ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Προκειμένου περὶ στρατιωτικῶν, θὰ παρακαλέσω τὸν ὑπουργὸν τῶν στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ποῦ στηριχθεὶς ἀπολύει τοὺς στρατιώτας ἐκείνους, οἵτινες ὑπηρέτησαν ἐπὶ τρία μόνον ἔτη, καὶ δὲν ἀπολύει ἐκείνους, οἵτινες ὑπηρέτησαν τρία καὶ ἥμισυ ἔτη; Τοῦτο εἶναι ἀδικώτατον.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κάτοικοι Φθιώτιδος ὑποβάλλουν ἀναφορὰν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ καπνοῦ θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν οἰκονομικῶν. Πρῶτον ἀντικείμενον ἔχομεν τὴν γʹ. συζήτησιν περὶ διαθέσεως τῶν 2,500,000 ἐκ τῶν 60 ἑκατ.
§57ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν ἤθελον λάβει τὸν λόγον, κύριοι, ἐὰν τὸ νομοσχέδιον δὲν συνεδέετο στενῶς μὲ ἓν μέγα ζήτημα, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον ἀπησχόλησε τὴν Βουλήν. Καθ’ ἣν στιγμὴν τὸ Κράτος εὑρίσκετο εἰς σπουδαιοτέρας οἰκονομικὰς δυσχερείας, καθ’ ἣν στιγμὴν τὸ Κράτος καὶ ὁ προϋπολογισμὸς εἶχον ἐπιβαρυνθῆ μὲ ποσὰ σπουδαῖα, πρὸς ἀπότισιν τόκων νέων δανείων, καθ’ ἣν στιγμὴν πανταχόθεν ἠκούετο φωνὴ, ὅτι ὁ τόπος δὲν ἠδύνατο νὰ ὑποφέρῃ πλέον νέα βάρη, ἐζήτει δὲ νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς μίαν κανονικὴν κατάστασιν, ἡ Κυβέρνησις εἰσήξε νόμον περὶ δανείου 60,000,000 καὶ ὡς ἰσχυρὸς λόγος καὶ ἐπιχείρημα, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου οἱ πλεῖστοι ἐξ ἡμῶν συνηγορήσαμεν, ἦτο ὅτι διὰ τοῦ δανείου αὐτοῦ πρόκειται νὰ ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος ὑπεβλήθη πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ νέου τούτου δανείου, αἱ ἐπαγγελίαι, τὰς ὁποίας ἡ κυβέρνησις ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου προσέφερεν, αἱ ὑποσχέσεις, τὰς ὁποίας πάντες ἡμεῖς ἐδώσαμεν εἰς τὰς ἐπαρχίας, ὅτι διὰ τοῦ δανείου αὐτοῦ πρόκειται μὲν τὸ Κράτος νὰ ὑποστῇ μεγαλείτερον βάρος, ἀλλ’ ἐμμέσως θέλει ὠφεληθῇ, διότι θέλει ἀνακουφισθῆ ἀπὸ τὸ βάρος τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἤρκεσαν ὥστε ὁ τόπος νὰ ὑποστῇ τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην χωρὶς νὰ γογγύσῃ. Ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι, ἐπανελθόντες εἰς τὰς ἐπαρχίας μας, δὲν εἴχομεν οὐδὲν ἄλλο ἐπιχείρημα πρὸς δικαιολόγησιν τῆς τελευταίας ἐκείνης ψήφου μας, ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἀνεπτύσσομεν τὰ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἡμεῖς σήμερον προκαλούμεθα νὰ καταστρέψωμεν ὅλας ἐκείνας τὰς ὑποσχέσεις, καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου κηρύσσεται, ὅτι, ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἦτο χίμαιρα, τὰ δὲ χρήματα τὰ εἰσπραχθέντα ἐκ τοῦ δανείου τῶν 60,000,000 πρέπει νὰ τὰ μεταχειρισθῶμεν δι’ ἄλλους σκοπούς. Δὲν δύναμαι, κύριοι, ἀπέναντι μιᾶς τόσον ἀποτόμου μεταβολῆς συστήματος, ἀπέναντι τῆς εὐκολίας, μὲ τὴν ὁποίαν αἱ ἰδέαι μεταβάλλονται, αἱ ὑποσχέσεις ἀνακαλοῦνται, δὲν δύναμαι κατ’ ἀρχὴν νὰ παραδεχθῶ σύστημα, τὸ ὁποῖον θεωρῶ ἐπιβλαβέστατον. Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν, κύριοι, εἶναι πραγματικῶς ἀνέφικτος ἡ κατάργησις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας; Τὰ 16,000,000, τῶν ὁποίων μένομεν ὀφειλέται εἰς τὰς Τραπέζας, εἶναι ποσὸν, τὸ ὁποῖον δὲν δυνάμεθα κατ’ οὐδένα τρόπον νὰ οἰκονομήσωμεν, εἶναι ποσὸν, χάριν τοῦ ὁποίου πρέπει ὁ τόπος διὰ παντὸς νὰ ὑποστῇ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, καὶ λέγω διὰ παντὸς, διότι, ἂν τὸ δάνειον αὐτὸ τοποθετηθῇ ὅπως ἡ Κυβέρνησις προτείνει, οὐδεμία περίστασις θὰ παρουσιασθῇ διὰ νὰ ἄρωμεν αὐτὴν τὴν μάστιγα τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας· εἶναι, λέγω, ἀδύνατος ἡ ἄρσις αὐτῆς; Δὲν ὑπάρχουν τὰ μέσα, δὲν ὑπάρχει ὁ τρόπος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ στενοχωρηθῶμεν καὶ νὰ στενοχωρήσωμεν, ὥστε νὰ κατορθώσωμεν νὰ ἐκπληρώσωμεν μίαν ὑποχρέωσιν, ἣν ἀνελάβομεν; Ὅπως ἠκούσατε, κύριοι, τὰ ὀφειλόμενα εἰς τὰς τραπέζας εἶναι 16,000,000, αἱ 24,000 ὁμολογίαι, αἵτινες εἶναι ἀνεκποίητοι, ἀντιπροσωπεύουσιν 9,500,000, μένει 1,500,000 διαθέσιμον εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἀφοῦ ἀφαιρέσωμεν τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις ἔλαβε καὶ θέλει νὰ λάβῃ· κατὰ συνέπειαν ἔχομεν 11,000,000, τὰ ὁποῖα δυνάμεθα νὰ διαθέσωμεν εἰσέτι πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ οὕτω θέλει μείνει ὀφειλόμενον καθυστέρημα 5,000,000. Καὶ πρῶτον, κύριοι, ὡς πρὸς τὴν πώλησιν τῶν 24,000 ὁμολογιῶν, ὄχι μόνον θεωρῶ αὐτὴν εὐκολωτέραν ἀπὸ τὴν πρώτην πραγματοποίησιν τοῦ δανείου, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δύναται καὶ συμφερώτερον νὰ τὰς διαθέσῃ σήμερον, διότι εἰς ποίαν τιμὴν διετέθησαν τότε; εἰς τὴν τιμὴν τῶν 362½, διότι, ἀφοῦ ἀφαιρέσητε τὰ βάρη, μὲ τὰ ὁποῖα ἐπεβαρύνθη τὸ δάνειον, καθαρίζουν δι’ ἑκάστην μετοχὴν 362½ φράγκα. Πόσον τιμᾶται σήμερον εἰς τὸ χρηματιστήριον τῶν Παρισίων ἑκάστη μετοχή; 378. Ἔχομεν λοιπὸν διαφορὰν πλέον τῆς τιμῆς τῆς πρώτης σημαντικήν· καὶ ὅταν τὸ δάνειον εὑρίσκεται εἰς τοιαύτην κατάστασιν, καὶ ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις δύναται σήμερον ἐλευθέρως νὰ διαθέσῃ τὰς ὑπολοίπους μετοχὰς, διότι ἡ προθεσμία τῆς συμβάσεως ἐκείνης ἔληξε, νομίζετε, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ πραγματοποιήσωμεν, ἐὰν θέλωμεν, καὶ τὰς λοιπὰς 24,000 ὁμολογίας; Ἐγὼ νομίζω, ὅτι τοὐλάχιστον πρὸς 380 δυνάμεθα νὰ τὰς πραγματοποιήσωμεν, ὅτε θέλομεν ἔχει 9,500,000. Ποῖον θὰ ἦναι τὸ ὑπόλοιπον τότε, τὸ ὁποῖον θὰ ὀφείλεται εἰς τὰς δύω Τραπέζας; Νομίζετε, ὅτι, ἐὰν εἴπωμεν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ὅτι θὰ τῇ ὀφείλομεν 3,000,000 εἰσέτι, θὰ ἀρνηθῇ τὴν ἄρσιν; ὅταν πρόκηται νὰ συνεννοηθῶμεν μὲ κατάστημα, τοῦ ὁποίου τὰ συμφέροντα συνδέονται στενῶς μὲ δικαιώματα καὶ ὑποχρεώσεις ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως, κατάστημα, τὸ ὁποῖον δὲν θέλει νὰ κερδοσκοπήσῃ καὶ νὰ φέρῃ τὴν χρεωκοπίαν εἰς τὸν τόπον, εὔκολον εἶναι, νομίζω, νὰ ὑποχωρήσῃ. Ἡ δυσκολία ἡ μεγάλη διὰ τὰς Τραπέζας προέρχεται ἐκ τοῦ φόβου μὴ εὑρεθῶσιν ἐκτεθειμέναι μὲ χαρτονόμισμα περισσότερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἀναλογεῖ εἰς τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τῶν ἐργασιῶν των, καὶ τὸ ὁποῖον ἀνταποκρίνεται εἰς τὸ ἀποθεματικὸν τὸ ὁποῖον ὑπάρχει εἰς τὰ ταμεῖά των. Ἀλλ’ ἐγὼ ἀποδεικνύω ἐκ τῶν ἰσολογισμῶν τῶν ἰδίων, ὅτι δὲν θὰ εὑρεθῶσιν ἐκτεθειμέναι εἰς αὐτὸν τὸν κίνδυνον· ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἔχει ἤδη εἰς κυκλοφορίαν 51,000,000 χαρτονόμισμα, πρὸ δὲ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἡ Τράπεζα εἶχε συνήθως εἰς κυκλοφορίαν 45,000,000. Τὸ πλεόνασμα λοιπὸν τοῦ χαρτονομίσματος ἀπὸ τῆς πρώτης ἐποχῆς μέχρι τῆς παρούσης εἶναι 6,000,000, καὶ ἐὰν πληρώσωμεν ἀπὸ τὰ 11,000,000, τὰ ὁποῖα θὰ εἰσπράξωμεν, τὰ 6,000,000 εἰς τὴν Τράπεζαν, καὶ τὴν φέρωμεν εἰς τὸ πρῶτον σημεῖον τοῦ ποσοῦ τοῦ χαρτονομίσματος, τὸ ὁποῖον εἶχεν εἰς κυκλοφορίαν, καὶ ἀφοῦ εἰς τὸ ἀποθεματικὸν ἔχει ἤδη τὸ μεταλλικόν, τὸ ὁποῖον τῇ ἐδώσαμεν καὶ τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖ ὁ καταστατικὸς τῆς Τραπέζης νόμος, δύνασθε νὰ μὴ παραδεχθῆτε, ὅτι ἡ Τράπεζα δὲν ἔχει οὐδεμίαν δυσκολίαν νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἔχουσα νὰ λαμβάνῃ τὸ ὑπόλοιπον τῶν 3,000,000, τῶν ὁποίων θὰ μείνῃ ἡ Κυβέρνησις ὀφειλέτις; Δύναται νὰ μοὶ ἀντιτάξῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἡ Τράπεζα δὲν θέλει εἶναι κυρία, ἀλλὰ πρέπει νὰ σκεφθῇ τί θὰ κάμῃ διὰ τὴν μάστιγα αὐτήν· καὶ ὅταν θὰ σκεφθῇ ἡ Κυβέρνησις, θὰ σκεφθῇ καὶ ἡ Τράπεζα ποῖα εἶναι τὰ μέσα τὸ ὁποῖα θὰ μεταχειρισθῶμεν. Τὸ Κράτος ἔχει πόρους, ἔχει διάφορα μέσα οἰκονομικά, ὅπως ἐξέλθωμεν ἀπὸ τὴν δύσκολον θέσιν, εἰς ἣν εὑρισκόμεθα· ὅλα αὐτὰ τὰ μέσα δύνανται νὰ τὰ ἐκτιμήσωσιν ἐκεῖνοι, τῶν ὁποίων τὰ συμφέροντα συνδέονται στενῶς μὲ τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου. Ἀντὶ λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποβάλλῃ Νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐλαττόνει τὸ ποσὸν πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἀντὶ νὰ ἀπελπίζῃ τὴν κοινωνίαν, τὴν παρακαλῶ νὰ προχωρήσῃ εἰς συνεννοήσεις μετὰ τῶν Τραπεζῶν καὶ νὰ προσπαθήσῃ νὰ πραγματοποιήσῃ τὰς λοιπὰς ὁμολογίας καὶ νὰ φθάσῃ εἰς τὸ ὡρισμένον ἀποτέλεσμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἐγὼ θέλω ἐπιμείνει μέχρι τέλους.
§58ΚΑΡΑΛΗΣ. Μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ῥικάκη θέλω ἐξετάσει ἁπλῶς τὸ ζήτημα, ἂν δυνάμεθα, μὴ παραβαίνοντες καὶ μὴ προσβάλλοντες κεκτημένα δικαιώματα, νὰ ψηφίσωμεν σήμερον τὸ προκείμενον νομοσχέδιον περὶ τῆς πιστώσεως τῶν 2½,000,000. Πάντες ἐνθυμούμεθα τὰς μακρὰς ἀγορεύσεις, αἵτινες ἐγένοντο κατὰ τὴν 14 τρέχοντος μηνός, ὅτε ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπαρουσίασεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸ ὑπὸ συζήτησιν Νομοσχέδιον. Τὸ Νομοσχέδιον ἐκεῖνο μετὰ μακρὰν συζήτησιν παρεπέμφθη εἰς τὴν ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ἐπιτροπήν, ἡ δὲ ἐπιτροπή, ἐξετάσασα αὐτὸ καὶ συντάξασα τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς, τὴν ὑπέβαλεν ἐνώπιον ἡμῶν. Τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο πρόκειται σήμερον νὰ ψηφισθῇ εἰς γʹ ἀνάγνωσιν. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτῆς ὁμολογεῖ, ὅτι, ψηφιζομένου τοῦ Νομοσχεδίου τούτου, θέλομεν δώσει 2,500,000 ἐκ τῶν 60,000,000, καὶ ὅτι, διὰ τῆς παροχῆς τούτων, θέλομεν φέρει ἀνυπέρβλητα προσκόμματα πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας· ἐκφράζει ὅμως καὶ δισταγμούς τινάς, καθόσον ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς δὲν συνώδευσε τὸ εἰρημένον Νομοσχέδιον μετὰ τῆς ἀναγκαίας αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως. Μετὰ τὴν χθεσινὴν ὅμως ἀγόρευσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις μᾶς ἐβεβαίωσεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, προκληθεὶς ἐκ τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία εἶναι ἀδύνατον συντόμως νὰ ἀρθῇ, καὶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις τὸ πραγματοποιηθὲν μέρος τοῦ δανείου θέλει μεταχειρισθῆ διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου, γεννᾶται τὸ ζήτημα, ὅπερ προτίθεμαι νὰ ἐξετάσω, ἐὰν δηλαδὴ ὁ νόμος οὗτος ἀντίκηται πρὸς τὸν νόμον τὸν παρὰ τῆς Βουλῆς ψηφισθέντα τῶν 60,000,000 καὶ κατὰ πόσον ἀντίκειται, καὶ ἂν προσβάλλωμεν κεκτημένα δικαιώματα, ἀποκτηθέντα ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου τῶν 60 ἑκατομμυρίων. Διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου ἐψηφίσαμεν, ὅπως διὰ τῶν χρημάτων τοῦ δανείου πληρώσωμεν τὸ χρέος ἡμῶν πρὸς τὰς Τραπέζας καὶ ἄρωμεν οὕτω τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Τοῦτο καὶ ἐν ἀρχῇ τοῦ νόμου μνημονεύεται καὶ ἐν ἄρθρῳ 12 ἐπαναλαμβάνεται. Κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο τὰ ἐκ τοῦ δανείου εἰσπραττόμενα χρήματα ὀφείλομεν νὰ καταθέτωμεν εἰς τὰς Τραπέζας, πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Οὐδόλως ἀγνοῶ καὶ οὐδεὶς βεβαίως ἐξ ὑμῶν ἀγνοεῖ, ὅτι διὰ μεταγενεστέρου νόμου, οἱουδήποτε, δυνάμεθα νὰ τροποποιήσωμεν προϋπάρχοντα νόμον, ἀλλὰ βεβαίως οὐδεὶς ἀγνοεῖ οὐδὲ ὀφείλει ν’ ἀγνοῇ, ὅτι διὰ νεωτέρου νόμου δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς νὰ μεταβάλωμεν ἢ νὰ προσβάλωμεν δικαιώματα κεκτημένα διὰ προγενεστέρου νόμου. Ἤδη λοιπὸν πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν προσβάλλωνται τοιαῦτα κεκτημένα δικαιώματα τρίτων. Φρονῶ, ὅτι προσβάλλονται. Κατὰ τὸν νόμον τοῦ δανείου τῶν 60,000,000 ἔχομεν ὅρους, τοὺς ὁποίους ὀφείλομεν νὰ σεβασθῶμεν. Δὲν δυνάμεθα ἑπομένως νὰ μεταβάλωμεν οὔτε τὸν τόκον τὸν συνομολογηθέντα, οὔτε τὸ ποσὸν τὸ ὁρισθὲν διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν κληρωθησομένων ὁμολογιῶν, οὔτε τὰς ἐγγυήσεις τὰς ὁποίας ἀνελάβομεν ἀπέναντι τῶν ὁμολογιούχων, ὑπεγγυάσαντες τὸν φόρον τοῦ χαρτοσήμου, οὔτε τὴν χρῆσιν τοῦ δανείου νὰ μετατρέψωμεν. Πρὸς ἀκριβῆ κατανόησιν τῶν εἰρημένων, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ φέρω τὸ ἀκόλουθον παράδειγμα. Ὑποθέσατε ἔμπορον μεταβαίνοντα παρά τινι τραπεζίτῃ καὶ ζητοῦντα δάνειον. Ὑποθέσατε, ὅτι κατὰ τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου τούτου ὁ δίδων τὰ χρήματα ζητεῖ παρὰ τοῦ λαμβάνοντος αὐτὰ νὰ ὁρίσῃ ἐκ τῶν προτέρων τίνα χρῆσιν θέλει κάμει τῶν χρημάτων, ἅτινα θέλει λάβει λόγῳ δανείου. Φρονεῖτε, ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς τὸν τοιοῦτον ὀφειλέτην νὰ μεταβάλῃ τὴν χρῆσιν καὶ νὰ μεταχειρισθῇ τὰ χρήματα ταῦτα εἰς ἄλλας ἀνάγκας αὑτοῦ; Ἐὰν δὲ πράξῃ τοῦτο, ὁ δανειστὴς δὲν δικαιοῦται νὰ ἐξαναστῇ κατὰ τοῦ τοιούτου ὀφειλέτου, διότι τὸν ἠπάτησεν; Ἀπαραλλάκτως καὶ ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ μεταβάλωμεν τὸν σκοπὸν, δι’ ὃν ἐψηφίσαμεν τὸν νόμον, καθ’ ὅσον ἀνελάβομεν ὑποχρεώσεις ἀπέναντι τῶν ὁμολογιούχων.
§59ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Μετεβλήθη πρὸ καιροῦ ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου.
§60ΚΑΡΑΛΗΣ. Ἐκ τούτου δὲν ἕπεται, ὅτι θὰ ἐξακολουθῶμεν νὰ παραβιάζωμεν τὸν νόμον, καθόσον θὰ ἐλαττώσωμεν τὴν πίστιν ἡμῶν.
§61ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Τοὺς ὅρους δὲν ἐπέβαλον οἱ δανεισταί.
§62ΚΑΡΑΛΗΣ. Ἀληθῶς. Ἀλλ’ ἡμεῖς διὰ τοῦ νόμου ἐδέχθημεν τὰς τοιαύτας ὑποχρεώσεις, καὶ δὲν μᾶς εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ μεταβάλωμεν τὸν σκοπὸν, δι’ ὃν ἐψηφίσαμεν τὸ δάνειον τῶν 60 ἑκατομμυρίων. Φρονῶ ἑπομένως, ὅτι ψηφίζοντες τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο περὶ διαθέσεως τῶν δύω καὶ ἡμίσεως ἑκατομμυρίων, προσβάλλομεν ἄντικρυς τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἀνελάβομεν ἀπέναντι τῶν δανειστῶν μας, καὶ τάχιον ἢ βράδιον οὐδεὶς θέλει δίδει πίστιν εἰς τὰ παρ’ ἡμῶν ψηφιζόμενα, ἀφοῦ διὰ μεταγενεστέρων νόμων προσβάλλομεν κεκτημένα δικαιώματα τρίτων καὶ καταστρέφομεν ὅσα προηγουμένως ἐψηφίσαμεν.
§63ΦΙΛΗΜΩΝ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτε κατ’ ἀρχὰς ὑπέβαλε τὸ Νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖ τὰ 2½ ἑκατομμύρια, ἐχαρακτήρισεν αὐτὸ ἁπλῶς ὡς ζήτημα χρηματιστικόν. Ἡ Κυβέρνησις, εἶπεν, εὑρίσκεται εἰς δυσχερείας οἰκονομικάς, δὲν ἔχει χρήματα «εὑρίσκονται εἰς ἓν μέρος χρήματα, ζητῶ τὴν ἄδειαν ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ τὰ λάβω.» Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Καλαβρύτων, διαδεχθεὶς τὸν Ὑπουργὸν ἐπὶ τὸ βῆμα, ἐχαρακτήρισε τὸ ζήτημα ὡς ζήτημα πολιτικὸν, ἢ μᾶλλον ὡς ζήτημα ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Δὲν ἀμφισβητῶ τὸν δεύτερον χαρακτηρισμὸν τοῦτον, ὡς καὶ τὸν πρῶτον. Ἀληθῶς ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἀνάγκην χρημάτων· ἀληθὲς ἐπίσης, ὅτι ὅταν εἰς μίαν Κυβέρνησιν γίνωνται λεπτολόγοι παρατηρήσεις, τὸ τοιοῦτον δεικνύει ἔλλειψιν ἐμπιστοσύνης. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦτο, παρὰ τὸν χρηματιστικὸν καὶ τὸν Ὑπουργικὸν χαρακτῆρα, φέρει σπουδαιότερον χαρακτῆρα, τὸν οἰκονομικόν· διότι ἐπάγεται δεινὸν τραῦμα κατὰ τῆς δημοσίας πίστεως τῆς Ἑλλάδος. Δὲν ἀγνοεῖτε, κύριοι, ὅτι τὰ δημόσια δάνεια ἐθεωρήθησαν ὡς δάνεια τιμῆς, ἀνήκοντα εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν φυσικῶν ἐνοχῶν. Καὶ εἶναι ἀκριβὲς τοῦτο. Τὰ δάνεια, ἅτινα συνομολογεῖ τὸ Κράτος, δὲν ὁμοιάζουν πρὸς τὰ δάνεια, ἅτινα συνάπτουσιν οἱ ἰδιῶται. Εἰς τὰ δάνεια τὰ δεύτερα αἱ ἐγγυήσεις πᾶσαι εἶναι ὑπὲρ τοῦ δανειστοῦ· εἰς τὰ δάνεια, ἅτινα συνομολογοῦσι τὰ Κράτη, τὰ δικαιώματα, αἱ ἐγγυήσεις καὶ τὰ προνόμια εἶναι ὑπὲρ τοῦ Κράτους. Διότι τὸ Κράτος δύναται, μεταβάλλον τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ἐξέδωκε καὶ συνωμολόγησε τὸ δάνειον, νὰ μεταβάλῃ τὴν φύσιν καὶ τὴν χρῆσιν αὐτοῦ. Ἐπίσης οὐδὲν μέσον καταναγκασμοῦ ὑπάρχει εἰς τὸν δανειστὴν κατὰ τοῦ Κράτους, πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών του ἢ πρὸς τήρησιν τῶν ὑποσχέσεών του. Ἀλλ’ οὐχ ἧττον, διότι ἀκριβῶς ἔχει ὅλα τὰ δικαιώματα τὸ Κράτος, διὰ τοῦτο τὰ δάνεια τὰ δημόσια εἶναι δάνεια τιμῆς, ὑποχρεοῦντα τὰ Κράτη καὶ τὰς Κυβερνήσεις ἰσχυρότερον ἢ ἐὰν ἐστηρίζοντο εἰς συμβόλαια, παρέχοντα ἴσα δικαιώματα ἢ καὶ ἀνώτερα εἰς τὸν δανείζοντα. Αἱ Κυβερνήσεις, ὡς γνωρίζετε ἐπίσης, τὰ δάνεια ἐπιτυγχάνουσι καὶ ὡς ἐκ τοῦ σκοποῦ, δι’ ὃν συνομολογοῦσι ταῦτα. Δὲν εἶναι μόνον αἱ ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας παρέχουσιν αἱ Κυβερνήσεις, αἵτινες συντελοῦν εἰς τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ δανείου· εἶναι καὶ ὁ σκοπὸς αὐτοῦ. Δάνειον διὰ δημόσια ἔργα, δάνειον δι’ οἰκονομικοὺς σκοποὺς, ἔχει δεδομένα ἐπιτυχίας ἰσχυροτέρας, ἢ δάνειον γινόμενον ἐπὶ πολεμικῷ σκοπῷ ἢ διὰ τὴν θεραπείαν ἁπλῶς κυβερνητικῶν ἀναγκῶν. Ἡ ἱστορία τῶν δανείων ἀπέδειξε τοῦτο. Ἰσχυρότατα Κράτη, ἔχοντα πίστιν μεγάλην, ἠθέλησαν νὰ συνομολογήσωσι δάνεια ἐν καιρῷ πολέμου, καὶ μ’ ὅλον τοῦτο ἀπέτυχον· ἄλλα δὲ Κράτη, μὴ ἔχοντα τόσῳ μεγάλην πίστιν, ἀλλὰ θελήσαντα νὰ ἐκδώσωσι δάνεια διὰ δημοσίους ἢ οἰκονομικοὺς ἄλλους λόγους, ἐπέτυχον. Καὶ ὁ λόγος εἶναι ἁπλούστατος· ὅστις δανείζει εἰς ἓν Κράτος, ὅπως τοῦτο πολεμήσῃ, δὲν λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν τοὺς οἰκονομικοὺς ὅρους, οὔτε τὸ συμφέρον του, ἀλλ’ ὁδηγεῖται ἀπ’ ἀνωτέρους λόγους. Πολλάκις δὲ καὶ τὸ αἴσθημα ἢ πολιτικοὶ λόγοι εἶναι οἱ λόγοι, οἵτινες κανονίζουν τὴν ἐπιτυχίαν τῶν τοιούτων δανείων, ἤτοι λόγοι ἀνεξάρτητοι ὅλως τῆς δημοσίας πίστεως τοῦ Κράτους. Ὁποίας φύσεως εἶνε τὸ δάνειον τῶν 60,0. 0,000; Τὸ δάνειον αὐτὸ δὲν ἦτο δάνειον καταναγκαστικόν, δὲν ἦτο δάνειον πατριωτικὸν, ἦτο δάνειον κοινόν, οὗ ἡ ἐπιτυχία ἐστηρίζετο ἁπλῶς ἐπὶ τοῦ συμφέροντος. Ἐζητήσαμεν νὰ ἐρεθίσωμεν τὸ συμφέρον τῶν κεφαλαιούχων, ὅπως λάβωμεν χρήματα. Πρὸς τοῦτο δὲ ὡρίσαμεν καὶ τὸν σκοπὸν τοῦ δανείου. Καὶ, νομίζω, δὲν εἶναι ἀκριβὴς ἡ ἰδέα τινῶν, ὅτι ὁ νόμος ἐκεῖνος κανονίζει ἁπλῶς τὰς σχέσεις τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ τὰς ὑποχρεώσεις ἡμῶν πρὸς τὴν Βουλὴν, οὐχὶ δὲ ὅτι δὲν κανονίζει καὶ ὁρίζει τὰς σχέσεις τοῦ Κράτους ἀπέναντι τῶν δανειστῶν του. Ὅστις δανείζει εἰς ἓν Κράτος, ἐπὶ σκοπῷ βιομηχανικῷ, ἢ ἐπὶ σκοπῷ βελτιώσεως τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως ἑνὸς Τόπου, γινώσκει, ὅτι δανείζει ἐπὶ σκοπῷ, προωρισμένῳ νὰ βελτιώσῃ καὶ ἀναπτύξῃ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους, γινώσκει, ὅτι τοποθετεῖ ἀσφαλῶς τὰ χρήματά του· καὶ διὰ τοῦτο τὰ δίδει. Ἐρωτῶ ἤδη, μετατρέποντες τὸν σκοπὸν τοῦ δανείου αὐτοῦ, τί πράττομεν; Ἀρνούμεθα τὰς ὑποσχέσεις ἡμῶν, δι’ ὧν οἱ δανείσαντες ἡμᾶς μᾶς ἐδάνεισαν, τραυματίζομεν καιρίως τὴν πίστιν ἡμῶν. Νομίζω δὲ, ὅτι εἰς καιρὸν, καθ’ ὃν ὀφείλομεν νὰ στερεώσωμεν πρὸ παντὸς τὴν δημοσίαν πίστιν ἡμῶν, δὲν πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς πρᾶξιν, ἥτις τὴν ἀνατρέπει ἐκ θεμελίων. Ὅτε πέρυσιν ἐψηφίσαμεν τὴν ἀναγνώρισιν τῶν παλαιῶν δανείων, κύριον λόγον εἴχομεν τὴν ἀνάστασιν τῆς δημοσίας πίστεως. Ἀνέγνωμεν δὲ καὶ εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, ὅτι αὕτη ἀνέστη διὰ τούτου. Ἀλλ’ ἡ δημοσία πίστις ἑνὸς Κράτους δὲν ἀνεγείρεται διὰ μιᾶς μόνης πράξεως, ὅταν κατέπεσεν εἰς οἷον εὑρίσκεται παρ’ ἡμῖν σημεῖον· ἀπαιτεῖται σύστημα ὁλόκληρον οἰκονομικόν. Ἡ πρότασις, ὅπως λάβωμεν χρήματα καὶ πάλιν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 60,000,000, πέποιθα, ὅτι θὰ τραυματίσῃ τὴν δημοσίαν πίστιν τῆς Ἑλλάδος, καὶ διὰ τοῦτο κατ’ ἀρχὴν τὴν ἀποκρούω. Γνωρίζω, ὅτι ἡ ἰδέα αὕτη δὲν δύναται νὰ τύχῃ τῆς κυρώσεως τῆς πλειοψηφίας, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ λέγωνται ἰδέαι τινὲς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀδιάφορον δὲ, ἐὰν αὗται τυγχάνωσι τῆς ἐπικυρώσεως τῆς ψήφου ὑμῶν ἢ οὔ.
§64ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.) Πῶς ἐννοεῖτε νὰ οἰκονομηθῶσιν αἱ ἀνάγκαι τοῦ Κράτους;
§65ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὅταν τὸ δάνειον συνωμολογήθη πρὸς 362½, καὶ σήμερον ἔχει 25 φράγκα ὑπερτίμησιν...
§66Τ. ΦΙΛΗΜΩΝ. Τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα συνομολογοῦνται ἀποκλειστικῶς ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ συμφέροντος τῶν δανειζόντων, τοιαύτην ἔχουν τύχην, ἀλλ’ ἀκριβῶς διὰ τοῦτο ὑπάρχει ἐλπὶς, ἐὰν ζητήσωμεν νέον δάνειον διὰ δημόσια ἔργα ἢ ἄλλα τοιαῦτα, νὰ ἐπιτύχωμεν τοῦτο ὑπὸ κρείττονας ὅρους. Ἀλλὰ σήμερον, ἀποτρεπομένου τοῦ σχεδίου τοῦ δανείου, θὰ ἐπέλθῃ ἡ ὑποτίμησις τῶν μετοχῶν.
§67ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ἀπηντήσατε πῶς θὰ οἰκονομήσωμεν τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους.
§68ΦΙΛΗΜΩΝ. Μία Κυβέρνησις δὲν πρέπει νὰ περιμένῃ τὴν τελευταίαν ὥραν, ὅπως ἐκθέτῃ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Τόπου, οἵα εἶναι, καὶ δὲν πρέπει νὰ φέρῃ τὴν Βουλὴν εἰς τοιαύτην δύσκολον θέσιν.
§69ΔΟΥΜΑΣ. Ὅταν παρουσιάσθη ὁ νόμος τοῦ δανείου τῶν 60,000,000, καθὼς καὶ ὁ ἀναγνωρίζων τὰ δάνεια τῶν 24 καὶ 25, κατεψήφισα καὶ τὸν ἕνα καὶ τὸν ἄλλον, διότι ἐθεώρησα αὐτοὺς ὡς παρακαίρους, διότι ἐπρόκειτο νὰ βαρύνωμεν τὸ Δημόσιον ταμεῖον μὲ πλέον τῶν 6,000,000 δραχμῶν, ὅτε ἐφαίνετο πλέον ἡ δυσχερὴς οἰκονομικὴ θέσις μας. Ἐκτὸς τούτου εἶχον καὶ τὴν πεποίθησιν, ὅτι δὲν ἐπεδιώκετο κατὰ 80% ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας διὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου. Ἐκτὸς ὀλίγων ἀθώων, οἱ ἄλλοι ἐγνώριζον, ὅτι ὁ νόμος ἐψηφίζετο μόνον διὰ νὰ ἔχωμεν τὰ ἀναγκαιοῦντα χρήματα διὰ τὰς ἐκτάκτους περιστάσεις, κατόπιν δὲ ἤρχετο ἡ ἰδέα τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἀλλ’ ἦτο δυνατὸν νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι θὰ περισσεύσουν καὶ δι’ αὐτὴν χρήματα, ὅταν ἔκτοτε, ὅπως ἔλεγον εἰς τὴν ὁμιλίαν μου τοῦ Ἰανουαρίου τοῦ 1879, ἐγνωρίζομεν, ὅτι τὰ ἐλλείμματα θὰ ὑπερβοῦν τὰ 15, 000,000; Ἐκ τοῦ δανείου θὰ εἰσεπράττοντο μόνον 48 ἢ 49 ἑκατομμύρια, ὠφείλομεν δὲ εἰς τὰς Τραπέζας 45, μετὰ δὲ τοῦ ἐλλείμματος, ὅπερ ἀνήρχετο εἰς 15 ἑκατομμύρια, εἴχομεν ὀφειλόμενον 60,000,000. Πόθεν θὰ ἐλαμβάνομεν τὸ περιπλέον; Ὅλοι αὐτοὶ οἱ λόγοι μὲ ἔπειθον ἔκτοτε, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ψηφίσωμεν τὸ δάνειον. Οὐχ ἧττον ἡ Βουλὴ τὸ ἐψήφισε, σήμερον δὲ, ἐπειδὴ δὲν ἐπαρκεῖ, ὡς ἐκ τῶν ἐλλειμμάτων, καὶ εἰς τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ζητοῦμεν νὰ κάμωμεν ἄλλην χρῆσιν, καὶ δὲν δυνάμεθα παρὰ νὰ ὑποκύψωμεν. Ὅλη ἡ θεωρία περὶ δανείων, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν ὁ κ. Φιλήμων, εἶναι ἀξιολογωτάτη. Ἀλλ’ ὅσον ὁ κ. Φιλήμων ἀντιπροσωπεύει τὰς Ἀθήνας καὶ τὸν Πειραιᾶ, τόσον καὶ ἐγὼ ἀντιπροσωπεύω Ἐπαρχίαν ἐμπορικὴν, καὶ ἐπιθυμῶ τὴν ἄρσιν· ἀλλὰ καὶ σεῖς πάντες τὴν ἐπιθυμεῖτε, διότι, ἐὰν αἱ Ἐπαρχίαι ἡμῶν ἐνδιαφέρωνται σπουδαίως διὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, αἱ περιέχουσαι πόλεις ἐμπορικάς, οὐχ ἧττον ὅλη ἡ Ἑλλὰς ἐνδιαφέρεται, διότι δι’ αὐτῆς θὰ ἐπέλθῃ εὐθηνία εἰς ὅλα τὰ εἰσαγόμενα ἐμπορεύματα. Ἀλλ’ εἶναι τοῦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ σήμερον; Ὁ κ. Τρικούπης ἀνέπτυξεν ἐν συντόμῳ τὰ τοῦ ἐλλείμματος τοῦ 1879, καὶ τὸ ἀνεβίβασεν εἰς 18,000,000.
§70ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι τοῦ 1879, ἀλλὰ τοῦ 1880, κατὰ τὸν ὑποβληθέντα προϋπολογισμόν.
§71ΔΟΥΜΑΣ. Τότε ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν εἰς πόσον ὑπολογίζει τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1879; εἰς 12,000,000 τοὐλάχιστον, ὑποθέτω, διότι εἶναι καὶ πιστώσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν παρουσιάσθησαν· ἐγὼ τοὐλάχιστον γνωρίζω μίαν τοιαύτην 1,000,000. Λοιπὸν τὰ ἐλλείμματα αὐτὰ ἀναβαίνουσι συγκαταβατικῶς εἰς 25 ἑκατομμύρια. Πόθεν θέλετε ὅλα αὐτὰ νὰ τὰ οἰκονομήσητε; Ἐὰν ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, καὶ συμφωνῶ πρὸς στιγμὴν μὲ τὸν κ. Ῥικάκην νὰ ζητήσωμεν ἀπὸ τὴν Τράπεζαν τὰ 5,000,000 καὶ νὰ τὰ λάβωμεν, τί θὰ γείνῃ; μετὰ 24 ὥρας θὰ ὑποβληθῇ νομοσχέδιον περὶ ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, διότι εἶναι μέτρον, τὸ ὁποῖον δὲν δυνάμεθα ν’ ἀποφύγωμεν ὡς ἐκ τῶν ἐλλειμμάτων. Ἐὰν θέλετε χάριν ἱπποτισμοῦ ν’ ἄρωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἐπειδὴ ἐψηφίσθη τὸ δάνειον πρὸς τοῦτο, νομίζω, ὅτι τοῦτο θὰ θεωρηθῇ ὡς ἐμπαιγμὸς, τὰ δὲ ἔθνη πρέπει νὰ σπουδαιολογῶσιν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σήμερον πρέπει νὰ ἐπιδιώξωμεν καὶ συμπολίτευσις καὶ ἀντιπολίτευσις, εἶναι ἡ ὅσον τὸ δυνατὸν καλὴ χρῆσις τοῦ δανείου ἢ δι’ ἐξόφλησιν χρεῶν ἢ δι’ ἔργα παραγωγικὰ, τὸ δὲ ὑπόλοιπον νὰ μένῃ παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ διὰ τὰς ἐκτάκτους ἀνάγκας μέχρις ὅτου παρέλθῃ ἡ κρίσιμος θέσις, εἰς ἣν διατελοῦμεν. Ἂς εὐχώμεθα δὲ νὰ μὴ λάβωμεν ἀνάγκην αὐτοῦ, ὅπως κατόπιν μείνῃ διὰ τὸν προορισμὸν, δι’ ὃν συνωμολογήθη.
§72ΦΙΛΗΜΩΝ. Παραδέχομαι πληρέστατα αὐτό. Ἀλλ’ ὁρμᾶσθε ἐκ τῆς ἰδέας, ὅτι τὸ ἔλλειμμα εἶναι ἀναπόφευκτον, καὶ δὲν δύναται νὰ ἐλαττωθῇ, ὅπως μὴ ἀναγκασθῶμεν νὰ καταφύγωμεν εἰς τὰ μέσα αὐτά.
§73ΔΟΥΜΑΣ. Εἶμαι σύμφωνος διὰ τὸ 1880. Ἀλλὰ ἀπέναντι τοῦ δανείου τὸ 1879 ὀφείλει 9 ἑκατομμύρια, καὶ ἔχομεν καὶ ἄλλας πιστώσεις ἀκόμη.
§74ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1879 ἐδόθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν δάνειον 5 ἑκατομμυρίων ἐκ μέρους τῶν Τραπεζῶν. Πλὴν αὐτοῦ ἐδόθη ἕτερον δάνειον 5 ἑκατομμυρίων, τῶν ἐντόκων γραμματίων, καὶ 5, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις.
§75ΔΟΥΜΑΣ. Αὐτὰ ἦτο διὰ τὸ 1877 καὶ 1878. Σήμερον ἐλήφθησαν 9 ἑκατομμύρια ἐκ τοῦ δανείου πρὸς πληρωμὴν διαφόρων πιστώσεων; Ἐλήφθησαν· μὴ ἀναμιγνύετε τὰ ἄλλα. Δὲν ἔχομεν λοιπὸν ἀνάγκην μόνον 5 ἑκατομμυρίων, ἀλλὰ 9 καὶ πλέον, μὴ ὑπολογιζομένου εἰς ταῦτα τοῦ ἐλλείμματος τοῦ 1880.
§76ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Κύριοι, ἐξ ὅσων γνωρίζομεν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐκ τῶν συζητήσεων, βεβαίως δὲν δύναταί τις ν’ ἀμφιβάλῃ, ὅτι δὲν ὑπάρχουν σήμερον τὰ μέσα πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἐνῷ ὑπάρχει ἄφευκτος ἀνάγκη χρημάτων πρὸς θεραπείαν τῆς ἐλλείψεως τοῦ Ταμείου. Εἶναι λοιπὸν ἑπόμενον, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, ὅπως προτείνεται παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, θέλει ἐπιψηφισθῆ, ἀλλὰ ἐρωτᾶται, ἐὰν πρέπει νὰ ἐκφράσωμεν γνώμην καὶ νὰ ἐξηγήσωμεν ἰδέας ἐν γένει περὶ τῆς καταστάσεως, ἡ ὁποία προπαρασκευάζεται καὶ ἐπίφοβος φαίνεται εἰς τὸ μέλλον. Ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία εἶναι κακὸν ἀναπόφευκτον, ἀλλ’ εἶναι κακὸν, τὸ ὁποῖον μετριάζεται, ὅταν ἦναι παροδικὸν, καὶ ὡς τοιοῦτον ἐθεωρεῖτο μέχρι τοῦδε. Σήμερον τὸ ζήτημα αὐξάνει κατὰ τὴν σπουδαιότητα, διότι πρόκειται κατὰ τὸ πνεῦμα, τὸ ὁποῖον ἐξήγησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ μονιμοποιήσωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, νὰ τὴν μονιμοποιήσωμεν δὲ συνεπείᾳ διαφόρων προτάσεων, τὰς ὁποίας ἀνήγγειλε, καὶ διότι προβαίνομεν καθ’ ἡμέραν ἔχοντες ἀνάγκην νέων ἐπικουριῶν καὶ νέων πόρων, τοὺς ὁποίους δὲν δυνάμεθα ἄλλως νὰ δημιουργήσωμεν, εἰμὴ διὰ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας· λέγω, ὅτι ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, μονιμοποιουμένη ἐν Ἑλλάδι, παρίσταται ὑπὸ τὸ σχῆμα τὸ πλέον ἐπίφοβον, διότι προστίθεται σήμερον εἰς τὸ κακὸν τοῦτο καὶ ἄλλο τι, τὸ ὁποῖον ἐπιβαρύνει τὴν ἀνώμαλον κατάστασιν. Τί ἐπέρχεται ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας; Δι’ αὐτῆς εἰσάγεται ἓν σημεῖον παραστατικὸν τοῦ νομίσματος ἰδανικὸν, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται καὶ εἶναι κατ’ ἀνάγκην δεκτόν· ὡς τοιοῦτον εἶναι δάνειον βεβαιωμένον. Βεβαίως γραμμάτια τραπεζικὰ κυκλοφοροῦν πάντοτε, ἀλλὰ κυκλοφοροῦν ἐλευθέρως, μὴ ὄντα ὑποχρεωτικὰ, καὶ μόνον, ὡς ἐκ τῶν συναλλαγῶν, ἐφ’ ὅσον αἱ συναλλαγαὶ δέχονται αὐτά· Ὅταν ὅμως ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία παρέχῃ αὐτὰ ὡς μέσα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ταμείου εἰς τὸ Δημόσιον, δι’ αὐτοῦ αὐξάνει καθ’ ἡμέραν τὸ κυκλοφοροῦν ποσὸν, αὐτὸ δὲ τὸ πρόσθετον ποσὸν ἀποκρούεται καὶ συγχρόνως συντελεῖ εἰς τὸ νὰ φυγαδεύηται τὸ νόμισμα τὸ ὁποῖον ἀντικαθιστᾷ. Τὴν φυγάδευσιν τοῦ νομίσματος ἐπακολουθεῖ ἡ ὑπερτίμησις αὐτοῦ, δι’ αὐτῆς τῆς ὑπερτιμήσεως ὅμως τί ἄλλο γίνεται, εἰμὴ ἐπιβάλλεται φορολογία ἐπὶ παντὸς κατόχου τοῦ ἀναγκαστικοῦ νομίσματος, ὅστις δὲν δύναται νὰ πράξῃ ἄλλως, ἢ νὰ τὸ δεχθῇ εἰς τὰς συναλλαγάς του, καὶ νὰ ὑποστῇ τὴν ζημίαν! Αὐτὴ ἡ φορολογία εἶναι ἐπαχθεστέρα ὅλων, διότι δὲν εἶναι φόρος, ὅστις εἰσέρχεται εἰς τὸ Δημόσιον ταμεῖον, εἶναι φόρος ἐπὶ βλάβῃ τοῦ φορολογουμένου, χωρὶς νὰ ἦναι ἐπ’ ὠφελείᾳ τοῦ Δημοσίου. Δυνάμεθα νὰ ἐπιβάλωμεν ἄλλους φόρους, ἐπίσης ἐπαχθεῖς, ἀλλ’ αὐτοὶ τοὐλάχιστον εἰσέρχονται εἰς τὸ Δημόσιον ταμεῖον, καὶ κατὰ τοσοῦτον ἀνακουφίζουν τὸν φορολογούμενον ἀπὸ ἄλλα βάρη· αὐτὸς ὁ φόρος ὅμως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας δὲν ἀνακουφίζει, προσθέτει δὲ βάρος καὶ εἰς αὐτὸ τὸ ταμεῖον, διότι καὶ τὸ Δημόσιον ταμεῖον ἔχει ἀνάγκην μεταλλικοῦ νομίσματος διὰ πολλὰς αἰτίας, διὰ προμηθείας ἐξωτερικὰς, διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου πρὸς ἀπότισιν τῶν τόκων. Ἐτησίως ἔχομεν ἀνάγκην τοὐλάχιστον 3,000,000, διὰ τὸ νέον δάνειον μέχρι τοῦδε, ἐὰν δὲν διαθέσωμεν καὶ τὰς ὑπολοίπους ὁμολογίας· ἔχομεν ἀνάγκην καὶ διὰ τὴν τακτοποίησιν τῶν παλαιῶν δανείων περίπου δύω ἑκατομμυρίων· ἔχομεν λοιπὸν ἀνάγκην πέντε ἑκατομμυρίων χρυσοῦ νομίσματος κατ’ ἔτος, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ εὕρωμεν εἰς τὴν ἀγορὰν, καὶ ἐκεῖ πρέπει νὰ κατέλθῃ τὸ Δημόσιον, συναγωνιζόμενον μετὰ παντὸς ἰδιώτου, διὰ νὰ ἀνεύρῃ αὐτὸ τὸ ποσόν. Ἐκ τούτου λοιπὸν προβλέπεται, ὅτι, ἂν ἐξακολουθήσωμεν αὐτὴν τὴν κατάστασιν, ἂν μονιμοποιήσωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, διὰ τῆς μονιμοποιήσεως ταύτας θέλομεν προχωρήσει ἐπαυξάνοντες τὸ ποσὸν τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ γραμματίων. Βλέπετε, ὅτι τοῦτο προτείνεται, διότι, ὡς ἠκούσατε παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, προτίθεται νὰ ζητήσῃ νέον δάνειον παρὰ τῶν Τραπεζῶν, διὰ νὰ ἀποσύρῃ ἓξ ἑκατομμυρίων ἔντοκα γραμμάτια, ὥστε νὰ περιορισθοῦν εἰς μόνον ἓξ, καὶ τοιουτοτρόπως νὰ προσθέσῃ εἰς τὴν κυκλοφορίαν ἀντ’ αὐτῶν 6,000,000 τραπεζικὰ γραμμάτια· ἔχομεν δὲ καὶ τὸ ἔλλειμμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ πάλιν θέλομεν καταφύγει εἰς δάνειον, φέροντες εἰς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν νέον ποσὸν γραμματίων. Θέλομεν λοιπὸν διὰ δύο ὁδῶν μετὰ διπλασίας ταχύτητος βαδίσει πρὸς τὸν αὐτὸν κρημνὸν, ἐξ ἑνὸς μὲν, διότι αὐξάνομεν τὸ ποσὸν τῆς κυκλοφορίας τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, ἐξ ἄλλου δὲ διότι εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην ἐξαγωγῆς μεταλλικοῦ, ἐνῷ γνωρίζομεν ὅτι αἱ πηγαὶ, δι’ ὧν εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἑλλάδα τὸ μεταλλικὸν εἶναι περιωρισμέναι καὶ εἰς ὡρισμένον διάστημα χρόνου, εἶναι ἑπομένως πηγαὶ, αἱ ὁποῖαι δὲν παρέχουν τὸ ποσὸν, τοῦ ὁποίου ἔχομεν ἀνάγκην. Μέλλομεν τοιουτοτρόπως νὰ βαδίζωμεν ἀδιακόπως πρὸς τὴν ὑπερτίμησιν τοῦ νομίσματος, πρὸς αὔξησιν τῆς φορολογίας, ἥτις μέλλει νὰ ἐπιπέσῃ ὄχι μόνον εἰς τὸν ἰδιώτην, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ δημόσιον. Τὰ βάρη δὲ τοῦ δανείου τούτου, τὸ ὁποῖον συνωμολογήσαμεν πρὸς 6%, καὶ νομίζομεν, ὅτι πληρόνομεν ἐπὶ τῆς πραγματικῆς ἀξίας 8%, μέλλουν νὰ λάβουν νέαν προσθήκην, ὥστε τὸ 6%, τὸ ὀνομαστικὸν, καὶ τὸ 8%, τὸ πραγματικὸν, θὰ γείνῃ 7, 8 καὶ 10, ἀναλόγως τῆς προόδου, πρὸς ἣν βαδίζει ἡ ὑπερτίμησις, συνεπείᾳ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Αὐτὰ νομίζω, ὅτι εἶναι μαθηματικαὶ ἀλήθειαι ἀποδεικνύουσαι τὰς ζημίας, τὰς ὁποίας δὲν δύναταί τις ἐν τούτοις νὰ καταπολεμήσῃ ὡς ἐκ τῆς καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν περιήλθομεν, διότι, ὅπως παρετήρησα, δὲν ἀμφισβητεῖται, ὅτι δὲν ἔχομεν σήμερον τὰ ἀναγκαῖα ποσὰ διὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἀλλὰ τάχα, διότι σήμερον δὲν ἔχομεν τὰ μέσα, δὲν ἔπρεπεν, ἀντὶ νὰ βαδίζωμεν ταχύτερον πρὸς τὸν κρημνὸν καὶ πρὸς τὴν ἐπαύξησιν τοῦ κακοῦ, νὰ ἀναστείλωμεν τὸ βῆμα; Ἀντὶ τούτου δὲν ἔπρεπε νὰ σκεφθῶμεν ὅπως διὰ παντὸς τρόπου ἐλαττώσωμεν καὶ περιστείλωμεν τὸ καλὸν, τοὐλάχιστον διατηροῦντες τὴν ἐλπίδα τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας; Ἴσως δυνάμεθα νὰ πράξωμεν τοῦτο, ἐὰν δὲν καταστρέψωμεν τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἔχομεν πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἓν ἐκ τῶν μέσων εἶναι τὸ ὑπόλοιπον τοῦ δανείου, περὶ τοῦ ὁποίου, ὡς ἠκούσατε, γίνεται πρότασις νὰ διατεθῇ διὰ τὴν ὁδοποιΐαν. Αὐτὸ καὶ μόνον τὸ νὰ ὑπάρχῃ μία ἐλπὶς εἰς τὴν κοινὴν γνώμην, ὅτι δὲν ἐξέλιπον ὅλαι αἱ πιθανότητες, νομίζω, ὅτι ἐπενεργεῖ ἐπὶ τῆς διατιμήσεως τῶν νομισμάτων καὶ ἐπὶ τῆς ἀξίας, τὴν ὁποίαν ἔχουν εἰς τὴν ἀγοράν. Ὅταν γνωρίζῃ τις ὅτι οὐδὲν μέσον ὑπάρχει κατὰ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, σχηματίζεται ἡ βεβαιότης, ὅτι τὸ μεταλλικὸν νόμισμα παρεπιδημεῖ ὡς ἐμπόρευμα, τοῦ ὁποίου καθ’ ἡμέραν αὐξάνει ἡ ἀξία, ὅσον αὐξάνει καὶ ἡ ζήτησις. Μόνη ἡ πιθανότης διατηρεῖ μετέωρα τὰ πνεύματα καὶ συντελεῖ ὥστε νὰ μὴ προβαίνῃ ἀπεριορίστως ἡ ὑπερτίμησις. Παραδέχομαι, ὅτι δὲν ἀρκεῖ μόνος αὐτὸς ὁ λόγος, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς συντελεῖ. Ὅταν ἦναι ἐνδεχόμενον, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν γίνεται σήμερον, νὰ πραγματοποιηθῇ βραδύτερον, ἔστω καὶ μετὰ καιρόν, δὲν ἀφαιρεῖται πᾶσα προσδοκία, ὥστε ὁ κάτοχος τοῦ νομίσματος μετριάζει τὰς ἀξιώσεις του. Ἀλλὰ προσέτι, ἐὰν θελήσωμεν νὰ δώσωμεν ὅλον αὐτὸ τὸ ποσὸν τοῦ μὴ πραγματοποιηθέντος δανείου εἰς τὴν ὁδοποιΐαν, τί θὰ συμβῇ; Ἡ ὁδοποιΐα δὲν δύναται νὰ τὸ ἐπασχολήσῃ ἀμέσως· θέλομεν λοιπὸν ἐπιβαρύνει τὸ Κράτος ἀπὸ τοῦδε μὲ ζημίαν μεγάλην, θέλομεν αὐξήσει τὸ ποσὸν τὸ ἀποδοτέον κατ’ ἔτος διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ τοκολυσίου, θέλομεν αὐξήσει τὸ ποσὸν τοῦ μεταλλικοῦ, τοῦ ὁποίου ἔχομεν ἀνάγκην πρὸς ἐκπλήρωσιν αὐτῆς τῆς ὑποχρεώσεως, καὶ ἐν τούτοις τὰ χρήματα θέλουν μείνει ἀργὰ, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἤδη συμβαίνει ἐπὶ τῶν 6 ἢ 8 ἑκατομμυρίων, ὅσα ἔμενον μέχρι τοῦδε παρὰ τῇ Τραπέζῃ, καὶ ἐκ τούτου ἐπῆλθε ζημία σπουδαία σχετικῶς πρὸς τὴν κατάστασίν μας. Δύναταί τις νὰ εἴπῃ, τί εἶναι διὰ τὸ δημόσιον 10 ἢ 20 ἢ 100 χιλ. δραχ.; εἶναι μέγιστον ποσὸν δι’ ἓν Κράτος, τὸ ὁποῖον ἔφθασεν εἰς τοιαύτην ἀνισοῤῥοπίαν καὶ τὸ ὁποῖον πανταχόθεν ζητεῖ νὰ ἐμφράξῃ, οὕτως εἰπεῖν, τὰς διεξόδους τῶν χρημάτων. Λέγω δὲ, ὅτι καὶ δι’ ἄλλην αἰτίαν ἔπρεπε τοὐλάχιστον νὰ μὴ προβῶμεν ταχέως εἰς τὴν διάθεσιν τῶν χρημάτων διὰ τὴν ὁδοποιΐαν. Οὐδεὶς φέρει ἀντίῤῥησιν, ὅτι ἡ παραγωγικοτέρα χρῆσις εἶναι ἡ τῆς ὁδοποιΐας· ἀλλὰ δὲν ἔπρεπε τοὐλάχιστον νὰ σκεφθῶμεν, ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν πολὺ ὠφελιμοτέραν χρῆσιν ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου, ἐὰν εὑρεθῶμεν εἰς θέσιν νὰ κατασκευάσωμεν σιδηροδρόμους, συνδέοντας ἡμᾶς μὲ τὸ σύμπλεγμα τῶν σιδηροδρόμων τῆς Εὐρώπης καὶ τὰ κέντρα τῆς παραγωγῆς.
§77ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν πρόκειται σήμερον περὶ ὁδοποιΐας.
§78ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἀλλὰ τὸ συνεδέσατε, ἐξηγήσαντες τὴν χρῆσιν τοῦ ὑπολοίπου δανείου, καὶ πρόκειται μάλιστα περὶ τῆς πιστώσεως, τὴν ὁποίαν ζητεῖτε νὰ ἐξετάσωμεν ὑπὸ τὴν ἔποψιν, ἐὰν αὕτη δὲν φέρῃ πρόσκομμα εἰς τὴν μέλλουσαν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἐὰν λοιπὸν παραδέχεσθε, ὅτι κάλλιον εἶναι νὰ μὴ γείνῃ ἄλλη χρῆσις τοῦ ὑπολοίπου τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου, καὶ νὰ μένῃ μετέωρον τὸ ζήτημα, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι, ὅτι ἴσως γείνῃ ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, τότε βεβαίως δὲν διαφωνοῦμεν.
§79ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ γείνῃ συζήτησις χωριστὴ περὶ τῶν 6,000,000 διὰ τὴν ἐξαγορὰν τῶν ἐντόκων γραμματίων, χωριστὴ διὰ τὰ 8,000,000 διὰ τὴν ὁδοποιΐαν. Ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν θεωρήσῃ αὐτὰ τὰ μέτρα ὡς συμφέροντα, ὡς πιστεύομεν, καὶ ἡμεῖς δὲν ἔχομεν δυσκολίαν νὰ συμφωνήσωμεν. Σήμερον τὸ ὑπάρχον ζήτημα δὲν προδικάζει τὰ ζητήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐξετασθῶσιν ὅλως διόλου αὐτοτελῶς καὶ ἀνεξαρτήτως τοῦ προκειμένου.
§80ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τὸ ἐννοῶ, ὅτι δὲν προδικάζει, καὶ ἐλπίζω, ὅτι δὲν τὸ προδικάζει· παρατηρῶ ὅμως, ὅτι μικρὸν κατὰ μικρὸν φθείρομεν τὸ δάνειον πάντοτε ἐπὶ τῷ λόγῳ τῆς ἀνάγκης, κατόπιν δὲ ἐπέρχεται ἄλλη ἀνάγκη, ἐνῷ οὐδέποτε ἐξετάζομεν ἐν συνόλῳ κατὰ πόσον συντελεῖ ἕκαστον μέτρον εἰς τὴν ὅλην κατάστασιν. Τοιουτοτρόπως εὑρισκόμεθα πάντοτε κατόπιν ἑορτῆς ἐνώπιον τῶν τετελεσμένων πραγμάτων, καὶ τότε λέγομεν· δὲν ὑπάρχει ἄλλο μέσον, δὲν δυνάμεθα νὰ πράξωμεν ἄλλο τι, εἰ μὴ νὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν φορὰν τῶν τετελεσμένων. Ἀντὶ λοιπὸν νὰ σχηματίσωμεν σχέδιον γενικὸν, καὶ δι’ αὐτοῦ νὰ διευθετήσωμεν τὴν γενικὴν κατάστασιν, αὐτὴ ἡ κατάστασις βαδίζει, οὕτως εἰπεῖν, ἐνστιγματωδῶς. Οὕτως ἔγεινε πρῶτον ἡ χρῆσις 2,000,000, διὰ νὰ ἀποσύρωμεν τὰ ἔντοκα γραμμάτια, ἔγεινεν ἔπειτα ἡ χρῆσις τῶν 3,000,000 διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ 1879, μετ’ αὐτὴν ἐπῆλθεν ἄλλη χρῆσις τοῦ 1½ ἑκατομμυρίου, τώρα δὲ προστίθενται αὐτὰ τὰ 2½, καὶ τοιουτοτρόπως τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ ἐπαρκέσῃ, ἐξηντλήθη. Ἦσαν 44 ἑκατομμύρια τὰ χρέη πρὸς τὰς Τραπέζας, ἐπραγματοποιήσατε 38, ἔχετε εἰς χεῖράς σας ὁμολογίας 10 ἑκατομμυρίων. Ἐν ᾧ ἔχετε λοιπὸν 48 ἑκατομμύρια, 4 περισσότερον παρ’ ὅ,τι ἦτο ἀναγκαῖον διὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, μικρὸν κατὰ μικρὸν, λέγοντες πάντοτε· ἀφήσατε καὶ ἔπειτα βλέπομεν, περιήλθετε εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον. Διότι οὐδὲν ὑπῆρξε γενικὸν σχέδιον, ἐπῆλθεν αὐτὴ ἡ ἐξάντλησις ἀνεπαισθήτως, ἤδη δὲ εὑρισκόμεθα εἰς τὸν πυθμένα, χωρὶς νὰ ἐξεύρῃ τις πῶς ἐφθάσαμεν. Ὅπως ἐξηγήσω τὴν βλάβην, ἀρκεῖ ν’ ἀναφέρω τὸ ἑξῆς παράδειγμα ἐκ τῆς ἀγγλικῆς ἱστορίας. Ἐν Ἀγγλίᾳ, ὅτε πρώτην φορὰν εἰσήχθη ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ἐνόμισεν ὁ μέγας Πὶτ, ὅτι εὗρε βουνὸν χρυσοῦ. Ἀλλ’ ἐν τούτοις διήρκεσεν ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ἐπὶ 24 ἔτη, καὶ ἀφῆκε πικροτάτας ἀναμνήσεις· ποῦ δ’ ἔφθασεν ἡ ὑποτίμησις; εἰς τὸ 30%. Εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἐγένοντο ὅλαι αἱ μεγάλαι ἐφευρέσεις, αἱ ὁποῖαι ἔφερον τὸν πλοῦτον ἐν Ἀγγλίᾳ, διότι τότε ἐφηρμόσθη ὁ ἀτμὸς ὡς δύναμις κινήσεως τῶν μηχανῶν, τότε ἀνεπτύχθησαν τὰ κλωστήρια, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ἔφερεν ὑποτίμησιν τῶν γραμματίων τῆς Τραπέζης μέχρι 30%. Ἀφαιρέσατε ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα τὴν πιθανότητα τοιούτων παραγωγικῶν ἐφευρέσεων, δι’ ὧν ἀναπτύσσεται ἡ βιομηχανία, καὶ ὑπολογίσατε τὸ μέγεθος τοῦ κακοῦ· νομίζετε ὅτι μόνον μέχρι 30% θὰ φθάσῃ ἡ ὑποτίμησις, ἡ ὁποία προσδοκᾶται, ἂν μονιμοποιήσητε τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν; Μέχρι τοῦδε τίποτε δὲν εἶδον, τὸ ὁποῖον νὰ ἐνθαῤῥύνῃ, ὅτι γίνεται σκέψις πρὸς ταχεῖαν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἐφέρατε διαδοχικῶς ἀντιθέτους προτάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐξ ἐναντίας δεικνύουσιν ὅτι, οὕτως εἰπεῖν, ἐπράξατε ὅ,τι οἱ ὀπαδοὶ τοῦ Αἰνείου, οἵτινες ὅταν ἔφθασαν εἰς τὴν Ἰταλίαν ἔκαυσαν τὰ πλοῖά των· οὕτω καὶ ὑμεῖς ἐξηντλήσατε τὰ πάντα. Ἔχετε τὸ ὑπόλοιπον τοῦ δανείου, τὸ διαθέτετε καὶ αὐτὸ διὰ τὴν ὁδοποιΐαν· προβαίνετε καὶ περαιτέρω· διότι ἔχετε ἔντοκα γραμμάτια, ἀντ’ αὐτῶν συνομολογεῖτε νέον δάνειον, καὶ αὐξάνετε τὸ ποσὸν τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ γραμματίων, ἀντὶ νὰ ἐξακολουθήσητε ἀπόδοσιν πρὸς περιστολὴν αὐτῶν. Οὕτω προχωροῦμεν βαθύτερον, καὶ πάντοτε βαθύτερον ἕως οὗ φθάσωμεν ἐκεῖ, ὅθεν εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξέλθωμεν· βαδίζομεν τὴν ὁδὸν, ἡ ὁποία μᾶς φέρει εἰς τὴν μονιμοποίησιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἐνῷ εὑρισκόμεθα συγχρόνως ὑπὸ τὸ κράτος βαρυτάτων ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας δὲν εἴχομεν ὅτε κατὰ πρῶτον ἐγένετο δεκτὴ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Αὕτη εἰσήχθη εἰς τὰ 1877· τότε δὲν εἴχετε ἀνάγκην πολλοῦ χρυσοῦ, διὰ νὰ στείλητε εἰς τὸ ἐξωτερικόν.
§81ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε εἴχομεν ἀνάγκην διὰ τὰς προμηθείας.
§82ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Εἴχατε ἀνάγκην ἑνὸς ἑκατομμυρίου.
§83ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θέλομεν σᾶς εἰπεῖ τί σκεπτόμεθα, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἤδη ἡ συζήτησις· δὲν εἶναι τὰ πράγματα ὡς τὰ νομίζετε.
§84ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ προκαλέσω τὰς σκέψεις σας, διότι χθὲς, ὅτε ὁ κ. Σκουλούδης παρετήρησεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι θέλει ταραχθῆ τὸ κοινὸν, ἐὰν ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία μείνῃ, ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις σκέπτεται. Παραβάλλω ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα προτείνει, κατόπιν τῶν ἐξηγήσεων ἐπὶ τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς τῶν οἰκονομικῶν ὡς πρὸς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, καὶ βλέπω, ὅτι ἐξ ἐναντίας βαδίζει πρὸς εὕρεσιν τοιούτων πόρων, διὰ νὰ καλύψῃ τὸ ἔλλειμμα. Αὐτὸ τὸ νέον ποσὸν, τὸ ὁποῖον ζητεῖ ἀπὸ τὴν τράπεζαν, ἵνα ἀντικαταστήσῃ ἔντοκα γραμμάτια, θέλει εἶναι πηγὴ νέας χρεώσεως τοῦ δημοσίου. Ἐξ ἑνὸς μέρους θέλει δανεισθῆ ἀπὸ τὴν τράπεζαν, διὰ ν’ ἀντικαταστήσῃ ἔντοκα γραμμάτια, καὶ ἀφ’ ἑτέρου θέλει φέρει πρότασιν περὶ ἐκδόσεως νέων ἐντόκων γραμματίων. Ἀφ’ ἑνὸς μέρους θέλετε νὰ φέρητε χρήματα διὰ τὴν ὁδοποιΐαν, καὶ ἀφ’ ἑτέρου θέλετε κρατεῖ αὐτὰ διὰ τὰς δημοσίας ἀνάγκας, καὶ θέλετε χρεωστεῖ εἰς τὴν ὁδοποιΐαν. Βαδίζετε μετὰ τοσαύτης ταχύτητος, ὥστε ἂν δὲν ἐπέλθῃ τι, τὸ ὁποῖον ν’ ἀναχαιτίσῃ αὐτὴν τὴν πορείαν, παρασκευάζετε μέγιστον δυστύχημα, καὶ δυστύχημα ἀνεπανόρθωτον.
§85ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.) Λυποῦμαι, κύριοι, εὑρισκόμενος εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ παρατηρήσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι τίποτε νεώτερον δὲν ἐλέχθη σήμερον ἀπὸ τοὺς ἐντίμους προαγορεύσαντας· τὰ λεχθέντα ἦσαν ἁπλῆ ἐπανάληψις τῶν πολλάκις ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου λεχθέντων, εἰς τὰ ὁποῖα ἐδόθη ἡ προσήκουσα ἀπάντησις ἐν καιρῷ. Ἂν ἐπρόκειτο σήμερον νὰ συζητήσωμεν εἰδικῶς τὸ ζήτημα περὶ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, τότε ἠδυνάμην νὰ παρακαλέσω τοὺς ἀγορεύσαντας νὰ ἐκθέσωσι τὴν γνώμην των, ἤθελον δὲ καὶ ἐγὼ ἐκθέσει τὴν ἐμὴν γνώμην, ἴσως δὲ καὶ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ σήμερον δὲν πρόκειται, κύριοι, περὶ τούτου· πρόκειται περὶ ζητήματος συγκεκριμένου, περὶ ζητήματος χρηματολογικοῦ, πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν τοῦ Ταμείου· ζητοῦμεν τὴν ἄδειαν, ὡς πολλάκις εἶπον προκαλούμενος ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, νὰ λάβωμεν χρήματα ἀπὸ τὸ δάνειον τῶν 60 ἑκατομμυρίων, ὅπως θεραπεύσωμεν τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, ἐπὶ τούτου δὲ καὶ ζητοῦμεν τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς· ἀπορῶ δὲ διατί γίνεται ἤδη τοσαύτη συζήτησις. Πρὸ μηνὸς ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν ὅμοιον μέτρον περὶ διαθέσεως ἑνὸς καὶ ἡμίσεως ἑκατομμυρίου ἐκ τῶν χρημάτων τοῦ ἰδίου δανείου πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους, καὶ ἡ Βουλὴ ἐπεψήφισε τὴν πρότασιν ἐκείνην ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Ἆρά γε τὰ πράγματα μετεβλήθησαν ἔκτοτε; ἐβελτιώθη ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ τόπου; Βεβαίως ὄχι. Ἴσως δύναταί τις νὰ εἴπῃ ἀλανθάστως, ὅτι καὶ ἐχειροτέρευσε, διότι αἱ εἰσπράξεις κατὰ τὴν παροῦσαν ἐποχὴν τοῦ χειμῶνος ἐσταμάτησαν, ἐσταμάτησαν δὲ καὶ δι’ ἕτερον λόγον, διότι ἐμεσολάβησαν αἱ ἐκλογαὶ τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμβούλων τοῦ Κράτους, καθ’ ἃς ἀνεστάλησαν αἱ εἰσπράξεις τῶν δημοσίων ἐσόδων κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Νόμου περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν. Δὲν ἐννοῶ λοιπὸν πρὸς τί ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς τοιαύτης προτάσεως τῆς Κυβερνήσεως. Νομίζω δὲ, ὅτι ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις ὡς πρὸς τὴν διάθεσιν 6 ἑκατομμυρίων διὰ τὴν ἐξαγορὰν ἐντόκων γραμματίων καὶ ὡς πρὸς τὸ δάνειον τῶν ὀκτὼ ἑκατομμυρίων εἰς τὴν ὁδοποιΐαν, πρέπει ν’ ἀναβληθῇ, ὅπως γείνῃ κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν σχετικῶν Νομοσχεδίων· ἐὰν τότε πεισθῶμεν, ὅτι τὰ μέτρα ταῦτα δὲν εἶναι τὰ λυσιτελέστερα, τὰ καταλληλότερα καὶ ἐπωφελέστερα ὡς πρὸς τὴν διάθεσιν τοῦ μέρους τούτου τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων, δυνάμεθα καὶ ἡμεῖς εὐκόλως νὰ ὑποκύψωμεν εἰς τὰς ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς. Ἤδη παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐγκρίνῃ τὸ Νομοσχέδιον, ὅπως λάβῃ ἡ Κυβέρνησις τὰ δύω καὶ ἥμισυ ἑκατομμύρια, καὶ κάμωμεν τὰς ἀναγκαίας πληρωμάς. Τοῦτο δὲ προτείνομεν καὶ χάριν τῆς δημοσίας πίστεως, τὴν ὁποίαν ἀντέταξαν οἱ προαγορεύσαντες κατὰ τοῦ μέτρου τούτου, διότι πρόκειται νὰ ἱκανοποιήσωμεν ἀπαιτήσεις τοιαύτας, ἡ μὴ ἱκανοποίησις τῶν ὁποίων διασύρει τὴν δημοσίαν πίστιν, ὥστε ὁ λόγος τῆς δημοσίας πίστεως συνηγορεῖ ὑπὲρ τοῦ μέτρου ἡμῶν καὶ οὐχὶ κατὰ τοῦ μέτρου. Τὰς ὀλίγας ταύτας παρατηρήσεις εἶχον νὰ ὑποβάλω, ἐπιφυλασσόμενος ἐν καιρῷ νὰ συζητήσω τὸ ζήτημα τοῦ δανείου τῆς ὁδοποιΐας καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἐξαγορᾶς τῶν ἐντόκων γραμματίων διὰ τῶν χρημάτων τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων. Γίνεται δι’ ἀναστάσεως δεκτὸν τὸ Νομοσχέδιον.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ὑπέβαλε τὰ διατάγματα περὶ διορισμοῦ τῶν ὑποτρόφων. Θὰ κατατεθῶσιν εἰς τὸ γραφεῖον, καὶ ἕκαστος τῶν κ.κ. Βουλευτῶν δύναται νὰ λάβῃ γνῶσιν αὐτῶν. Δεύτερον ἀντικείμενον εἶναι ἡ ἐκλογὴ δωδεκαμελοῦς ἐπιτροπῆς, συνεπείᾳ τῆς γενομένης χθὲς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς. Κατὰ τὸν νόμον περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν, διορίζεται δωδεκαμελὴς ἐπιτροπὴ πρὸς ἐνέργειαν τῆς προανακρίσεως· ἀλλ’ ὁ νόμος δὲν διαλαμβάνει κατὰ ποῖον τρόπον ἐκλέγεται. Νομίζω, ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πρέπει νὰ καταφύγωμεν εἰς τὸν Κανονισμόν, νὰ κάμωμεν ἐκλογὴν διὰ ψηφοδελτίου, διαλαμβάνοντος τὰ ⅔ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μελῶν αὐτῆς.
§87ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἡ διάταξις εἶναι ἐξαιρετικὴ, καὶ ἑπομένως ἕκαστον τῶν ψηφοδελτίων πρέπει νὰ ἦναι πλῆρες.
§88ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἐπὶ τῆς προκειμένης ἐκλογῆς νομίζω, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ τοῦ νὰ περιέχῃ τὸ ψηφοδέλτιον τὰ ⅔ τῶν ὀνομάτων, διότι κατὰ τὸν Κανονισμὸν ἐκλέγονται μόνον αἱ Ἐπιτροπαὶ, ἃς διαγράφει ὁ Κανονισμός. Δεύτερον, δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπεκτείνωμεν τὴν διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ ἐπὶ περιπτώσεως, τὴν ὁποίαν οὗτος δὲν διαλαμβάνει. Ὁ γενικὸς κανὼν εἶναι, ὅτι ἡ πλειοψηφία ἀποφασίζει.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γίνεται πρότασις τὰ ψηφοδέλτια νὰ περιέχωσι τὸν ὅλον ἀριθμὸν τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§90ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι. Γίνεται μυστικὴ διὰ ψηφοδελτίων ψηφοφορία.
§91ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι ἀληθὲς, κ. Πρόεδρε, ὅτι ὁ κ. Σ. Πετιμεζᾶς ἔλαβε μέρος εἰς τὴν ψηφοφορίαν;
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§93ΡΑΛΛΗΣ. Τότε θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ ἄρθρον 13 τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ καταγγελλόμενος Ὑπουργὸς δὲν μετέχει τῆς μυστικῆς ψηφοφορίας κατὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς ἐὰν θέλῃ νὰ μεταβῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἢ νὰ διατάξῃ προανάκρισιν.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔλαβε χθὲς μέρος.
§95ΡΑΛΛΗΣ. Ἔρχεται σήμερον καὶ λαμβάνει μέρος εἰς τὴν ψηφοφορίαν, οὐχὶ δὲ μόνον κατὰ παράβασιν τῶν κανόνων πάσης ἁβροφροσύνης, ἀλλὰ κατὰ παράβασιν καὶ τῆς κοινοτέρας φιλοτιμίας. Ὅταν δὲ τὸ 14 ἄρθρον ἕπεται τοῦ 13, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπάρχει αὐτὴ ἡ ἀπαγόρευσις, νομίζω, ὅτι ὁ κ. Πετιμεζᾶς δὲν ἠδύνατο νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν ψηφοφορίαν καὶ ἐκ τοῦ νόμου, καὶ ἵνα πεισθῆτε, ὅτι ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν δίδω, εἶναι ἀληθής, δὲν ἔχετε παρὰ ν’ ἀναγνώσητε τὸ 20 ἄρθρον, ὅπερ δὲν περιλαμβάνει τὴν ἀπαγόρευσιν τοῦ 13ου, λέγει δ’ ἁπλῶς: «Μετὰ τὸ πέρας τῆς γενικῆς συζητήσεως, ἡ ἐπὶ τῆς προτάσεως τῆς ἐπιτροπῆς ψηφοφορία γίνεται μυστικὴ καὶ ἰδιαιτέρα ἐφ’ ἑκάστου κεφαλαίου αὐτῆς.» Ἀφοῦ δὲ, προκειμένου περὶ τῆς κατηγορίας, δὲν ἔχομεν τὴν ἀπαγόρευσιν τοῦ ἄρθρου 13, εἶναι δὲ ἄτοπον νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι δύναται νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν ψηφοφορίαν αὐτῆς ὁ καθ’ οὗ ἡ πρότασις, ἕπεται, ὅτι δὲν δύναται νὰ λάβῃ μέρος καὶ εἰς τὴν ψηφοφορίαν τῆς ἐκλογῆς τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς προανακρίσεως, τῆς ἀπαγορεύσεως τοῦ ἄρθρου 13 κυριευούσης τῆς ὅλης ἐνώπιον τῆς Βουλῆς διαδικασίας. Θὰ ἦτο δὲ καταπληκτικὸν ὁ καταγγελλόμενος νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἐκλέγῃ τοὺς ἀνακριτὰς αὐτοῦ, ὅπως καλύψῃ τὰ αἴσχη του, κατόπιν δὲ ν’ ἀποφαίνηται καὶ ἐπὶ τῆς καθ’ ἑαυτοῦ κατηγορίας, καὶ νὰ ἐκλέγῃ καὶ τοὺς κατηγόρους του, διότι καὶ τὸ ἄρθρον 21 δὲν ἐπαναλαμβάνει τὴν ἀπαγόρευσιν τοῦ ἄρθρου 13. Κατ’ ἀρχὴν νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ καθιερώσωμεν τοιοῦτό τι. Ἐκεῖνος, καθ’ οὗ ἡ Βουλὴ ἐξέφρασεν ὑπονοίας καὶ τὸν παρέπεμψεν εἰς προανάκρισιν, δὲν δύναται νὰ μετέχῃ πλέον τῶν ἐργασιῶν, αἵτινες σχετίζονται μὲ τὴν εὐθύνην, δι’ ἣν καλεῖται νὰ δώσῃ λόγον.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Προεδρεῖον ἐπέτρεψεν εἰς τὸν κ. Πετιμεζᾶν, νὰ ψηφοφορήσῃ, διότι τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο, τὸ διαλαμβάνον περὶ τῆς ἐκλογῆς τῆς Ἐπιτροπῆς, δὲν ἀπαγορεύει εἰς τὸν Ὑπουργὸν καθ’ οὗ διετάχθη ἡ προανάκρισις, νὰ δώσῃ ψῆφον.
§97ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Μετὰ τὴν διαλογὴν τὸ συζητοῦμεν.
§98ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Πρέπει νὰ λύσῃ ἀπὸ τοῦδε ἡ Βουλὴ τὸ ζήτημα, διότι πιθανὸν νὰ ἐπηρεάζηται τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ψηφοφορίας. Φέρω πρότασιν, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μὴ προβῇ.
§99ΚΑΤΣΑΝΔΡΗΣ. Εἶμαι πληρέστατα σύμφωνος μὲ τὸν κ. Ῥάλλην, ὅτι δὲν ἠδύνατο ὁ κ. Πετιμεζᾶς νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν ψηφοφορίαν, διότι, κατὰ γενικὸν κανόνα, ὁ κατηγορούμενος δὲν δύναται νὰ ἐκλέξῃ τὸ δικαστήριόν του· ὁπωσδήποτε ὅμως πρέπει ἀπὸ τοῦδε νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα πρὸ τῆς διαλογῆς, διότι δὲν πρόκειται μόνον διὰ τὴν σημερινὴν περίστασιν, πιθανὸν αὔριον ἕξ ἢ ἑπτὰ Ὑπουργοὶ νὰ παρουσιασθῶσιν, ὥστε ν’ ἀλλοιοῦται τὸ ἀποτέλεσμα διὰ τῆς ψήφου των (Θόρυβος). Μὴ σᾶς φαίνεται παράδοξον· ὁπωσδήποτε, κύριοι, πρέπει ἀπὸ τοῦδε ν’ ἀκυρώσωμεν τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ νὰ προβῶμεν εἰς νέαν ἐκλογήν.
§100ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐγὼ δὲν θέλω ν’ ἀναμιχθῶ εἰς τὸ ζήτημα τὸ Νομικὸν, ἀλλὰ λέγω, ὅτι δὲν πρέπει ἐκ προιμίων νὰ θεωρήσωμεν τὴν ἐκλογὴν ἄκυρον, εἰμὴ καθ’ ὅσον ἤθελε φανῆ, ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα ἐπηρεάζεται διὰ τῆς ψήφου τοῦ Κ. Πετιμεζᾶ, ἡ ὁποία ἐκ προοιμίων εἶναι γνωστὸν ποῦ ἐδόθη.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πρόκειται ν’ ἀκυρώσωμεν τὴν ἐκλογὴν, οὐδὲ προτείνεται ἡ ἀκύρωσις. Τὸ ζήτημα εἶναι ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἐψηφοφόρησεν ὁ κ. Πετιμεζᾶς.
§102ΡΑΛΛΗΣ. Νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα κατ’ ἀρχήν.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂν ἡ Βουλὴ παραδέχεται, ὅτι κακῶς ἐψήφισεν ὁ κ. Πετιμεζᾶς, καὶ τὸ ἀποτέλεσμα ἐπηρεάζεται ἐκ τῆς μιᾶς ψήφου, τότε θ’ ἀκυρωθῇ ἡ ἐκλογή· ἂν δὲν ἐπηρεάζηται, τότε δὲν ἀκυροῦται.
§104ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§105ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κατὰ τοὺς κανόνας τῆς Νομικῆς ἐπιστήμης δὲν ἔπρεπεν ὁ κ. Πετιμεζᾶς νὰ ψηφίσῃ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐγένετο ἡ παρατήρησις, καλὸν εἶναι νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἐννοεῖ, ὅτι ὀφείλει ὁ κ. Πετιμεζᾶς νὰ ψηφοφορῇ.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις, ὅτι κακῶς ἐψήφισεν ὁ κ. Πετιμεζᾶς, καὶ ὅτι δὲν δύναται τοῦ λοιποῦ νὰ λαμβάνῃ μέρος εἰς τὰς ψηφοφορίας τὰς ἀφορώσας τὴν κατ’ αὐτοῦ κατηγορίαν. Γίνεται ἡ διαλογή.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ψηφοφορησάντων ἐν ὅλῳ 159, ἐξελέχθησαν μέλη τῆς ἐπιτροπῆς οἱ κ.κ. Ἰω. Γ. Μαυρομιχάλης, διὰ ψήφων 158, Δ. Ῥάλλης, δι’ 88, Συνοδινὸς, Α. Δημητριάδης καὶ Σαράβας, διὰ ψήφων 87 ἕκαστος, Ἀντ. Μαυρομιχάλης, Δραγούμης, Γρυπάρης καὶ Μίλησης, διὰ ψήφων 86 ἕκαστος, Ῥοντήρης, Ταμπακόπουλος καὶ Φλωριᾶς; διὰ ψήφων 84 ἕκαστος. Πρῶτος ἐπιλαχὼν εἶναι ὁ κ. Κρεστενίτης, διὰ ψήφων 76. Ἑπομένως ἡ μία ψῆφος δὲν ἀλλοιοῖ τὸ ἀποτέλεσμα. Ἐπειδὴ παρῆλθεν ἡ ὥρα, εἶναι καλὸν, νομίζω, νὰ διαλύσωμεν τὴν συνεδρίασιν.
§108ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα κύριε Πρόεδρε.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (ὥρᾳ 6. μ. μ.)