1880.01.21
2.328 στίχοι · 19.180 λέξεις · 138 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 54
τῆς 21 Ἰανουαρίου 1880.
(Δευτέρα.)
Ὥρα 2. μ. μ.
Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐνεκρίθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κάτοικοι τοῦ δήμου Ἀλέας τῆς Ἐπαρχίας Ἄργους ἐξαιτοῦνται τὴν ἐλάττωσιν τῆς ἐκτιμήσεως τῶν ὑπ’ αὐτῶν δηλωθεισῶν ἐθνικῶν γαιῶν ἐν Σκοτεινῇ. Θὰ παραπεμφθῇ ἡ αἴτησίς των εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν. Ὁ Βουλευτὴς κ. Νικολόπουλος ὑποβάλλει πρότασιν νόμου περὶ τροποποιήσεως τοῦ Νόμου τοῦ ἀκυρώσαντος τὸ ἄρθρον 596 τῆς Πολ. Δικονομίας. Θὰ τυπωθῇ.
§2ΤΖΑΝΕΣ. Πολλὰς, κύριοι, χιλιάδας δραχμῶν πληρώνει τὸ δημόσιον διὰ τὰς ἐκκρεμεῖς δίκας, τὰς ὁποίας ἔχει μετὰ τῶν ἰδιωτῶν ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν. Εἰς τὴν Ἐπαρχίαν Καλαμῶν, ἣν ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀντιπροσωπεύω, ὑπάρχουν τοιαῦται δίκαι πλεῖσται ὅσαι ἐκκρεμεῖς, καὶ κατὰ τὸν Νόμον περὶ φυτειῶν καὶ ἐθνικῶν γαιῶν προέκυψαν τοιαῦται ἔριδες μεταξὺ τῶν ἰδιωτῶν καὶ τοῦ Δημοσίου, αἵτινες εἶναι ἀδύνατον νὰ λυθῶσιν. Οἱ ἀλλεπαλλήλως δημοσιευθέντες καὶ ἐκδοθέντες νόμοι περὶ τούτου, κατ’ ἐμὲ, δὲν ἐπέφερον οὐδεμίαν θεραπείαν ὡς πρὸς τὸ ἀντικείμενον τοῦτο· χωρία ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ Καλαμῶν διαμφισβητοῦνται, καὶ ἕνεκα τούτου ἡ ἀμφισβήτησις διαιωνίζεται ἐν τοῖς δικαστηρίοις. Πάντες γνωρίζετε πόσον σκολιὰ εἶναι ἡ ὁδὸς τῶν δικαστηρίων. Εἰσάγω πρότασιν ὡς πρὸς τὴν Ἐπαρχίαν Καλαμῶν, καὶ εὔχομαι, ἵνα οἱ κύριοι συνάδελφοί μου Βουλευταὶ τῶν ἄλλων Ἐπαρχιῶν εἰσαγάγωσι τοιαύτας ὡς πρὸς τὰς Ἐπαρχίας, τὰς ὁποίας ἀντιπροσωπεύουν, διὰ τῆς ὁποίας προτάσεώς μου ὑποθέτω, ὅτι ἐπιφέρω θεραπείαν τινὰ, χωρὶς τὸ δημόσιον νὰ ὑποστῇ οὐδεμίαν δαπάνην καὶ οὐδεμίαν ζημίαν. Ἀπεναντίας φρονῶ, ὅτι διὰ τῆς προτάσεώς μου ἡ Ἐπαρχία Καλαμῶν θ’ ἀπαλλαγῇ ἐκ τοῦ κακοῦ τούτου. Ἀναφέρω δύω μόνον χωρία, ἕν, τὸ κατὰ τὸν δῆμον Ἄριος, τὸ ὁποῖον ὀνομάζεται Μπισμπάρδι, καὶ ἕτερον τῆς Θουρίας, τὸ ὁποῖον ὀνομάζεται Ἀντικάλαμος, ἐν οἷς κεῖνται κτήματα, τὰ ὁποῖα κατέχουν καὶ νέμονται ὡς κύριοι οἱ κάτοικοι πρὸ αἰώνων. Τὸ δημόσιον ὅμως, δὲν ἠξεύρω ποῦ καὶ πῶς πεισθὲν, ἤγειρεν ἀπείρους ἀγωγὰς, διὰ τὰς ὁποίας πληρώνει χιλιάδας δραχμῶν. Καὶ τὸ χείριστον πάντων εἶναι τὸ ἑξῆς, ὅτι οἱ ἐνοικιασταὶ, ὠφελούμενοι ἐκ τῶν ἀτελειῶν τοῦ περὶ φυτειῶν καὶ ἀσκεπῶν γαιῶν Νόμου, κατέστησαν μάστιγες· θέλουν, οὕτως εἰπεῖν, νὰ ὑποβάλουν ὅλας τὰς ἰδιοκτησίας ὅλων τῶν ἰδιωτῶν εἰς τὴν κατηγορίαν ἐκείνην. Θὰ τυπωθῇ ἡ πρότασίς μου, καὶ θέλετε τὴν ἰδεῖ, καὶ πιστεύω, ὅτι ὡς πρὸς τὸ ἀντικείμενον τοῦτο διὰ τὴν Ἐπαρχίαν Καλαμῶν θέλει ἐπέλθει τελεία θεραπεία. Ἐδημοσιεύθη ἡ πρότασίς μου περὶ τῆς ὑπὸ τῶν Ἐφετῶν ἐκδικάσεως τῶν αὐτουργῶν, συναιτίων καὶ συνεργῶν τῶν κακουργημάτων τῆς ἀνθρωποκτονίας, ἤτοι τοῦ φόνου, τῆς ἀναιρέσεως κλπ. Φρονῶ, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι ἡ πρότασίς μου αὕτη καλὸν εἶναι νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, διὰ νὰ ἔχωμεν μίαν γνώμην τοῦ ἀνωτάτου Δικαστηρίου τοῦ Κράτους.
§3ΤΙΝΕΣ. Εἰς τὴν Ἐπιτροπήν.
§4ΤΖΑΝΕΣ. Ἀπό τινος, κύριοι, εἰς τὰς σχολὰς τοῦ Πανεπιστημίου προέκυψαν ἀνωμαλίαι τινὲς, ἕνεκα τῶν ὁποίων οἱ νέοι περιῆλθον εἴς τινα ἀπορίαν, ἐκ τῆς ὁποίας ζητοῦσι τὸ μέσον νὰ ἐξέλθωσι. Καὶ ἄλλοτε ἀπηύθυναν εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰν, ἀπαιτοῦντες τὴν θεραπείαν πολλῶν ἀτόπων, καὶ ὑποθέτουν, ὅτι ἀπευθύνονται πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους. Οἱ τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς νέοι ἀπηύθυναν παράπονα πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, διὰ τῶν ὁποίων ἐξέθηκαν, ὅτι, ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἐξεταζόμενοι βλέπουσι τὰς θύρας κεκλεισμένας, ὅπερ ἀντίκειται εἰς ῥητὸν Νόμον.....
§5ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παραβιάζεται καὶ πάλιν ὁ Κανονισμός. Κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 34 τοῦ Κανονισμοῦ «Πᾶσα πρότασις Βουλευτοῦ ἢ Ὑπουργοῦ παραδίδεται εἰς τὸ Προεδρεῖον ἔγγραφος καὶ ἰδιοχείρως παρὰ τοῦ εἰσάγοντος αὐτὴν ὑπογεγραμμένη καταχωρίζεται εἰς ἰδιαίτερον βιβλίον, ἀριθμουμένη καθ’ ἣν εἰσάγεται χρονολογικὴν τάξιν, ἀνακοινοῦται εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ Προέδρου κατὰ τὸ 21 ἄρθρον, τυποῦται καὶ διανέμεται εἰς τοὺς Βουλευτάς» Νομίζω λοιπόν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται κατὰ τὸν Κανονισμὸν νὰ γίνεται ἡ ὑποβολὴ τῶν προτάσεων κατὰ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν γίνεται ταύτην τὴν στιγμήν, διότι οὕτως ἀπόλλυται ὁ χρόνος, καὶ ἀποτρεπόμεθα ἀπὸ τὰ κύρια ἀντικείμενα τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Ὁ κ. Βουλευτὴς ὀφείλει ν’ ἀνακοινώσῃ τὴν πρότασίν του κατὰ τὸν Κανονισμόν.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὡς γνωρίζετε, πᾶσα πρότασις καὶ πᾶν νομοσχέδιον πρέπει νὰ συνοδεύηται ἀπὸ αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν. Ἀλλ’ ἀπό τινων ἐτῶν πολλοὶ τῶν εἰσαγόντων τοιαύτας προτάσεις Ὑπουργῶν ἢ Βουλευτῶν, ἀντὶ νὰ ὑποβάλλωσιν ἐγγράφους ἐκθέσεις, εἴθισται ν’ ἀνακοινῶσι προεισαγωγικῶς ἀπὸ τοῦ βήματος τοὺς λόγους, οἵτινες ὑπαγορεύουσι τὴν ὑποβολὴν τῶν προτάσεών των. Αὐτὸ ἀντιβαίνει βεβαίως εἰς τὸν Κανονισμόν, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι, ἀφοῦ δὲν ὑποβάλλουσι γραπτὴν ἔκθεσιν, καλὸν εἶναι νὰ γίνεται μία προφορικὴ ἔκθεσις.
§7ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Αἱ παρατηρήσεις, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ συνοδεύουν τὰ νομοσχέδια, εἶναι παρατηρήσεις, αἱ ὁποῖαι δέον νὰ ὑποβάλλωνται κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς προτάσεως· αἱ προεισαγωγικαὶ δὲ ἀγορεύσεις, αἱ ὁποῖαι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον δὲν φέρουν τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ νὰ φωτίζηται ἡ Βουλή, εἶναι ὅλως διόλου ἄσκοποι, τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ, καὶ ἂν αἱ προεισαγωγικαὶ αὐταὶ ἀγορεύσεις ἔχωσί τινα ἀξίαν, ἡ Βουλὴ δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὰς ἐνθυμῆται κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν προτάσεων. Ὅθεν δέον αἱ προτάσεις νὰ ὑποβάλλωνται κατὰ τὸν Κανονισμόν.
§8Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Οἱ ὑποβάλλοντες αὐτοὺς τοὺς νόμους καὶ αὐτὰς τὰς προτάσεις τὰς ὑποβάλλουν μᾶλλον διὰ τῶν προεισαγωγικῶν λόγων· ἄλλως καμμίαν ἔννοιαν δὲν ἔχουν, ὅταν τοὺς ἐμποδίσωμεν τὸν προεισαγωγικὸν λόγον.
§9ΤΖΑΝΕΣ. Ὁ ἐξ Αἰγιαλείας κ. Βουλευτὴς ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τὴν ὑπομονὴν ν’ ἀκούσῃ τί θὰ εἴπω· καὶ ἀπορῶ πῶς, ἀφ’ οὗ τὸν κοσμοῦσι πᾶσαι αἱ βουλευτικαὶ ἀρεταί, τὸν χαρακτηρίζει ἐν τούτοις ἡ βία· μὲ δύο λέξεις, ἠθέλησα νὰ ὑποβάλω μίαν ἀναφοράν.....
§10ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Αἱ ἀναφοραὶ παραπέμπονται εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν.
§11ΤΖΑΝΕΣ. Ἤθελον εἰπεῖ καὶ λέγω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἐφρόντισεν, ὡς ἔμαθον, νὰ θεραπεύσῃ τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον ἐγίνετο εἰς τὴν Φιλοσοφικὴν Σχολήν. Ἤδη ἐνεχειρίσθη πρὸς ἐμὲ μία ἀναφορὰ ἐκ μέρους τῶν φοιτητῶν τῆς Φαρμακευτικῆς Σχολῆς, παραπονουμένων, ὅτι ἡ Σχολὴ ἐκείνη περιπίπτει εἰς ἄτοπα. Τί θέλετε νὰ κάμουν οἱ νέοι οὗτοι; ποῦ θέλετε νὰ ἀναφερθῶσι; Τὴν ἀναφοράν των λοιπὸν ταύτην καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιτρέψῃ νὰ σταλῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας, καὶ οὕτω νὰ παύσωσι νὰ γίνωνται τὰ ἄτοπα ταῦτα.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει παραπεμφθῆ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν.
§13ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§14ΤΖΑΝΕΣ. Τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπηρώτησα προχθὲς περὶ τῶν κληρούχων τῶν παρελθουσῶν ἀπογραφῶν. Ἤδη ἐπερωτῶ καὶ πάλιν τοῦτον πῶς ἐννοεῖ νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν Νόμον, διότι ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν ἔχομεν παραστάσεις σπουδαίας· ἐνῷ ὑποχρεοῦνται νὰ κατατάσσωνται καὶ ὑπηρετῶσιν ἐν τῷ στρατῷ, δὲν τοῖς ἐπιτρέπεται ἡ ἀντικατάστασις.
§15ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ εἶναι τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν.
§16ΒΑΛΤΙΝΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.) Κ. Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ μοὶ δοθῇ ὁ λόγος.
§17ΠΟΛΛΟΙ. Ἀφήσατε, κ. Ὑπουργέ, ἀπαντᾶτε αὔριον.
§18ΡΟΥΦΟΣ. Ὑποβάλλω ἀναφορὰν τοῦ Γεωργίου Ἕλληνος, ὅστις, λαβὼν μέρος εἰς τὴν τελευταίαν ἐπανάστασιν τῆς Θεσσαλίας κατὰ τὰς ἐν Πλατάνῳ καὶ Ἀγυιᾷ μάχας, καὶ πληγωθεὶς κατὰ τὸν δεξιὸν βραχίονα καὶ τὴν ὠμοπλάτην καιρίως, κατέστη ἤδη ἀνίκανος πρὸς ἐργασίαν, μὴ δυνάμενος νὰ ἐργασθῇ. Ἡ αἴτησίς του αὕτη συνδέεται μὲ πιστοποιητικά, ἐκ τῶν ὁποίων ἀποδεικνύονται αἱ ὑπηρεσίαι, τὰς ὁποίας προσέφερε, καὶ ἡ πρὸς ἐργασίαν ἀνικανότης του ὡς ἐκ τῶν τραυμάτων του. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ τὴν ἀναφοράν του ταύτην εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
§19ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§20ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἐν ἔτει 1876 ἡ Βουλὴ ἐψήφισε Νόμον περὶ ἀπαγορεύσεως τῶν ποιμνίων εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ Λεκανοπεδίου τῶν Ἀθηνῶν. Ἡ προθεσμία τοῦ Νόμου αὐτοῦ ἔληξεν ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου 1880. Οἱ Βουλευταὶ Ἀττικῆς ὑποβάλλομεν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ζητοῦμεν παράτασιν ἐπὶ πέντε ἔτη τοῦ αὐτοῦ Νόμου, μὲ τὴν διαφοράν, ὅτι προτείνομεν νὰ καταργηθῇ τὸ βʹ. ἄρθρον τοῦ Νόμου, διότι ἐξουδετέρου τὴν οἰκονομίαν καὶ τὸν σκοπὸν αὐτοῦ. Παρακαλῶ δὲ, ἵνα ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπεξεργασθῇ τοῦτο τὸ ταχύτερον, διότι, ὡς παρετήρησα, ἡ ἰσχὺς τοῦ Νόμου ἔληξε, πολλὰ δὲ ὑφίστανται δεινὰ τὰ κτήματα τῶν Ἀθηνῶν ἐκ τῆς ἀργίας τῶν ἀπαγορευτικῶν διατάξεων τοῦ Νόμου.
§21ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὑποβάλλω, κύριοι, εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον κατὰ τῆς τυποκλοπίας, τὸ ὁποῖον συνοδεύεται ὑπὸ ἐκθέσεως.
§22ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Κύριοι, εἰς τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν ὁ ἄρτι ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, πρώην δὲ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός...
§23ΤΙΝΕΣ. Ἄρτι;
§24ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Περὶ τὰ μόρια εἰδικότητα δὲν ἔχω. Προέθετο ἓν κοινὸν διαγώνισμα, ὑπέβαλε διαγωνισμὸν εἰς πάντας ἡμᾶς τοὺς ἐνταῦθα βουλευομένους περὶ τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ προϋπολογισμοῦ· προσέθετο δὲ καὶ περίδοσιν, στοίχημα, ὅτι προσφέρει ἑαυτὸν εἰς ὑπηρεσίαν τῷ τοῦτο κατορθώσοντι. Καὶ περὶ μὲν τῆς περιδόσεως δὲν κάμνω λόγον· ὅσον δὲ περὶ τῆς προκλήσεώς του εἰς ἀπόδειξιν καὶ ὑποστήριξιν τοῦ ἰσοζυγίου καὶ παράστασιν τῆς δυναμικότητός του, τοῦτο ἔρχομαι δι’ ὀλίγων νὰ παραστήσω καὶ ν’ ἀποδείξω.
§25ΤΙΝΕΣ. Δὲν εἶναι καιρὸς περὶ τούτου.
§26ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἰδοὺ διατὶ εἶναι καιρός. (Θόρυβος.)
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Δουζίνα, ἔχετε πρότασιν νὰ ὑποβάλετε;
§28ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Μάλιστα. Ὑπάρχει ὑποβεβλημένος ὁ προϋπολογισμὸς, καὶ ἐνδέχεται ἡ Κυβέρνησις ἐκ τῶν λεχθησομένων σήμερον νὰ λάβῃ πληροφορίαν τινὰ πρὸς κατάρτισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἰσοσκελοῦς, διότι διεδόθη καὶ ἐπληροφορήθημεν σχεδὸν ἅπαντες, ὅτι ἡ Κυβέρνησις σκέπτεται νὰ κάμῃ οἰκονομίας εἰς τὸν προϋπολογισμόν· ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν τῶν πληροφοριῶν, ὅπως κατορθωθῇ νὰ ἐπέλθῃ ἡ ποθητὴ ἡμέρα τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἠθέλησα νὰ δώσω τὸ κατὰ δύναμιν μίαν ἐξήγησιν.
§29ΤΙΝΕΣ. Εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τὸ κάμνετε.
§30ΚΑΤΣΙΚΟΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Δουζίνας ἂς τὰ εἴπῃ αὐτὰ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§31ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1878 ἦτο 42,789,000 ἔσοδα καὶ 41,132.000 ἔξοδα, ὥστε ὑπῆρχε πλεόνασμα 1½ ἑκατομμύριον. Ὁ προϋπολογισμὸς λοιπὸν κατὰ τὸ 1878 παρουσίαζε πλεόνασμα, δηλαδὴ μίαν κατάστασιν ἐθνικὴν οἰκονομικῶς πολὺ εὐχάριστον. Ποῖος δὲ ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἐφεξῆς ὁ προϋπολογισμὸς ἐγένετο ἑτεροσκελής; εἶναι τὰ ὑπέρογκα ἔξοδα, οἱ ἔκτακτοι προϋπολογισμοὶ τῶν δύο Ὑπουργείων τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν.
§32Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Πάλιν διὰ τὸν Πόρον!
§33ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ὁ Πόρος, καταστραφεὶς εἰς τὸ 31, ἐπροικοδότησε τὴν Ἑλλάδα μὲ ἐλευθερίας, καὶ σήμερον ὑπὸ τὰς αὐτὰς ἀρχὰς ἔρχεται νὰ κτυπήσῃ τὰς καταχρήσεις. Εἴχομεν λοιπὸν τὸν προϋπολογισμὸν τοιοῦτον. Αἱ ἔκτακτοι περιστάσεις παρῆλθον πλέον, καὶ φρονῶ, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν ὁμαλὴν πορείαν. Εἴχομεν πλεόνασμα εἰς τὰ 1878 (Θόρυβος)· ἤδη ἔχομεν καὶ τὰ νομοσχέδια, ἐκ τῶν ὁποίων θέλομεν πορισθῆ περίσευμα 3,700,000 δραχμῶν, φθάνομεν λοιπὸν εἰς ἕνα προϋπολογισμόν, ὅστις θέλει ἔχει πλεόνασμα ἐξ 9,000,000. (Θόρυβος.) Ταῦτα ἐθεώρησα καλὸν νὰ εἴπω ἐνώπιον καὶ τοῦ Ἔθνους καὶ τῆς ἀντιπροσωπείας του, ὀφείλων νὰ ἐκπληρώσω τὸ καθῆκόν μου. (Θόρυβος.) Φρονῶ, ὅτι ἔκτακτοι περιστάσεις δὲν ὑπάρχουν πλέον· ἐὰν θελήσωμεν νὰ ἐξυπηρετήσωμεν τὸ πνεῦμα τοῦ ἰδανικοῦ τοῦ ἑλληνισμοῦ διὰ τῆς πολεμικῆς πολιτικῆς, θὰ ἐπιβάλωμεν εἰς τὸ Ἔθνος καὶ ἀκόμη νέας θυσίας σπουδαίας, αἵτινες εἰς οὐδὲν θὰ ἀπολήξουν· διότι ἐγὼ παραδέχομαι πρὸς στιγμήν, ὅτι ἐδαπανήσατε τόσα, ὥστε νὰ ἔχῃ τὸ Ἔθνος 50,000 στρατὸν τῆς ξηρᾶς, 3 θωρηκτὰ, ἀλλὰ καὶ οὕτω σᾶς διαβεβαιῶ, ὅτι δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ ὑπερκερατίσῃ οὔτε ὁ στόλος τὸν Καφηρέα οὔτε ὁ στρατὸς νὰ ὑπερβῇ τὰ μεθόρια, ἐνόσῳ δὲν ἔχετε συμμαχίας. Προχωρῶ ἐπὶ πλέον· ὑποθέτω 200,000 στρατὸν εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ 10 θωρηκτὰ, ἀλλὰ καὶ πάλιν, ἐὰν ἐξέλθῃ ἡ Ἑλλὰς εἰς τὸν ἀγῶνα ἄνευ συμμαχιῶν καὶ συμπαθειῶν τῆς Εὐρώπης, θέλει ὀπισθοδρομήσει (Θόρυβος), ἔστω καὶ ἐὰν εἰς αὐτὸν τὸν Ἅγιον Στέφανον ἤθελε κατορθώσῃ νὰ στρατοπεδεύσῃ, διότι ἢ ὁ ἴδιος δάκτυλος ὁ τὴν Ῥωσσίαν τρέψας εἰς ὑποχώρησιν, ἢ ἄλλος ἤθελε σᾶς ἀναγκάσει εἰς ὁμοίαν ὑποχώρησιν. Ἄλλος λοιπὸν εἶναι ὁ τρόπος τῆς ἐπιτεύξεως τοῦ Ἑλληνικοῦ πόθου, καὶ περὶ τούτου ἐν δέοντι γενήσεται λόγος· πολλοὺς δὲ ἀνὰ στόμα φέροντας τὸν Ἑλληνισμὸν ἀπέδειξαν τὰ πράγματα Ἐφιάλτας.
§34ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Μεταξὺ τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν εἶναι καὶ τὸ ἀφορῶν τὴν γεωργικὴν ἐκπαίδευσιν. Πιστεύω, ὅτι πρέπει νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἄνευ δαπάνης τοῦ δημοσίου ταμείου, καὶ μόνον διὰ τοῦ Τριανταφυλλείου κληροδοτήματος πρόκειται νὰ συστηθῶσιν εἰς ἕκαστον Νομὸν γεωργικὰ σχολεῖα. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ δεχθῇ ὅπως ἐγγραφῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ νὰ συζητηθῇ ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον.
§35ΖΑΪΜΗΣ. Τόσῳ σπουδαῖον νομοσχέδιον....
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει νὰ τεθῇ μία προθεσμία εἰς τὴν Ἐπιτροπήν.
§37ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Τότε ἂς σταλῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν, ἀλλὰ νὰ τεθῇ μία προθεσμία.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι πέντε ἡμερῶν προθεσμία ἀρκεῖ, διὰ νὰ φέρῃ ἡ Ἐπιτροπὴ τὴν ἔκθεσίν της.
§39ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§40ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἐπειδὴ εἶναι σπουδαῖον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κ. Πρόεδρε, νὰ συστηθῇ εἰδικὴ Ἐπιτροπὴ ἐξ εἰδικῶν ἀνδρῶν, ἵνα τὸ ἐπεξεργασθῇ.
§41ΤΙΝΕΣ. Μήπως ἡ ὑπάρχουσα Ἐπιτροπὴ δὲν εἶναι εἰδική;
§42ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ καὶ ἐγὼ τὴν ἁρμοδίαν Ἐπιτροπὴν νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν ἐξέτασιν τοῦ περὶ ζωοκλοπῆς νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἐπίσης εἶναι ἀναγκαῖον καὶ σπουδαιότατον.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶχεν ὑποβληθῆ ἀπὸ τὸν κ. Ῥοντήρην μία τροπολογία, ἡ ὁποία, ὡς ἔμαθον, ἀπωλέσθη. Παρεκλήθη ὁ κ. Ῥοντήρης νὰ ὑποβάλῃ τὴν τροπολογίαν του ταύτην ἐκ νέου.
§44ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἔδωκα εἰς τὸ γραφεῖον νέον ἀντίγραφον τῆς τροπολογίας μου, καὶ ἐστάλη εἰς τύπωσιν.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλω καλέσει τὰς ἐπιτροπὰς, διότι ἐργάζονται δύο Ἐπιτροπαὶ, ἵνα ἐργασθῶσιν. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· πρῶτον ἀντικείμενον εἶναι ἡ δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ διαθέσεως 2½ ἑκατομμυρίων φράγκ. ἐκ τοῦ δανείου τῶν 60,000,000.
§46ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Πρὶν προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ τροποποιηθὲν δασμολόγιον, τὸ ὁποῖον συνοδεύεται μετ’ ἐπεξηγηματικοῦ πίνακος περὶ τῶν ἐπενεχθεισῶν μεταβολῶν καὶ μετὰ συντόμου αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως (τὸ καταθέτει εἰς τὸ Προεδρεῖον). Συγχρόνως νομίζω ἀναγκαῖον νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν, ἀπαντῶν εἰς τὴν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμε κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Μεσολογγίου, ἢ τὴν παρατήρησιν μᾶλλον περὶ τῆς δυνάμεως τῆς ἐν ἐνεργείᾳ φάλαγγος, ὅτι τὰ πράγματα δὲν ἐξετέθησαν ἀκριβῶς παρὰ τοῦ κ. Τρικούπη, οὐχὶ βεβαίως ἐκ προθέσεως. Ὡς παρετηρήσατε, ἐν τῷ προϋπολογισμῷ εἶναι δύο κατηγορίαι φαλαγγιτῶν, φαλαγγῖται διεπόμενοι ἀπὸ τὸν Νόμον τοῦ 1867, καὶ φαλαγγῖται διεπόμενοι ἀπὸ προγενέστερον Νόμον, τὸν Νόμον τοῦ 1856. Καὶ κατὰ μὲν τὸν Νόμον τοῦ 1867 ἡ δύναμις τῆς ἐν ἐνεργείᾳ φάλαγγος ὁρίζεται εἰς 156 ἄνδρας, ἀλλ’ ἀντὶ τοῦ ἀριθμοῦ τούτου, ἔχομεν ἤδη ἐν ἐνεργείᾳ μόνον 146 ἄνδρας, ἤτοι ἔλαττον κατὰ 10. Οἱ 29 φαλαγγῖται, οἵτινες σημειοῦνται ἰδιαιτέρως ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ὡς διεπόμενοι ἀπὸ τὸν Νόμον τοῦ 1856, οὗτοι δὲν συγκατελέχθησαν εἰς τὴν ἐνεργὸν φάλαγγα τοῦ 1867, ἀλλὰ διέπονται ὑπὸ τῆς εἰδικῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ Νόμου ἐκείνου, τοῦ ἔτους δηλονότι 1856· τοιοῦτοι δὲ εἰσὶν 29 ἄτομα, τὰ ὁποῖα λαμβάνουν περίθαλψιν ὅπως τὴν κανονίζει τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο τοῦ σχετικοῦ Νόμου. Ἑπομένως ἔχομεν δυνάμει μὲν τοῦ Νόμου τοῦ 1867, 146 φαλαγγίτας ἐν ἐνεργείᾳ, δηλαδὴ κατὰ 10 ἐπὶ ἔλαττον, δυνάμει δὲ τοῦ Νόμου τοῦ 1856, ἔχομεν 29, οἵτινες, ὡς εἶπον, λαμβάνουν περίθαλψιν ἀνερχομένην εἰς δραχμὰς 14,155 καὶ 20|00.
§47ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὑπεβάλατε πίνακα περὶ τοῦ ποσοῦ τῆς περιθάλψεως, τὸ ὁποῖον λαμβάνει ἕκαστος;
§48ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτῶν τῶν 29 ἀνδρῶν; Μάλιστα. Ἰδοὺ ὁ κατάλογος μὲ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον λαμβάνει ἕκαστος· π. χ. Ἀναγνώστης Λογοθετόπουλος, λαμβάνει περίθαλψιν δραχμὰς τόσας, καὶ οὕτως ἐφεξῆς. (Καταθέτει τὸν πίνακα εἰς τὸ Προεδρεῖον.) Νὰ τυπωθῇ, κ. Πρόεδρε.
§49ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν, κ. Ὑπουργέ.....
§50ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ θὰ ἐξετάσω καὶ θὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν, διότι ἀποδίδω ἀξίαν εἰς τὴν παρατήρησιν ταύτην τοῦ κ. Δημητρακάκη, προκειμένου περὶ τῶν λειψάνων τοῦ ἱεροῦ ἀγῶνος.
§51ΜΥΚΩΝΙΟΣ. 140 εἶναι ἀκόμη προικοδοτημένοι.
§52ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τῷ 1877 ἐψηφίσθη Νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπεβλήθη φόρος 2% ἐπὶ τῶν καθαρῶν κερδῶν τῶν ἀνωνύμων μετοχικῶν ἑταιριῶν. Δυστυχῶς ὁ φόρος οὗτος, ὅστις εἰσπράττεται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δημοσιευομένων ἰσολογισμῶν, δὲν κατορθώθη νὰ εἰσπραχθῇ ἀπὸ τὰ πρακτορεῖα, τὰ ὁποῖα διαμένουσιν ἐνταῦθα καὶ τὰ ὁποῖα ἀντιπροσωπεύουσιν ἑταιρίας, τῶν ὁποίων ἡ ἕδρα εἶναι ἐν τῷ ἐξωτερικῷ. Διὰ νὰ ἀναγκασθῶσι καὶ τὰ πρακτορεῖα αὐτὰ νὰ δημοσιεύωσι τοὺς ἰσολογισμούς των, δυνάμει τῶν ὁποίων θὰ ἐνεργῆται ἡ εἴσπραξις τοῦ φόρου, ὑποβάλλω νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν, διὰ τοῦ ὁποίου χορηγεῖται τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ τιμωρῇ διὰ χρηματικῆς ποινῆς δραχμῶν 500 ἕως 1,000 τοὺς πράκτορας ἐκείνους, οἵτινες ἀρνοῦνται τὴν ἔγκαιρον δημοσίευσιν τῶν ἰσολογισμῶν των. Συνοδεύεται καὶ ὑπὸ ἐκθέσεως αἰτιολογικῆς, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἐκτίθενται συνοπτικῶς οἱ λόγοι οἱ ὑπαγορεύοντες τὸ νομοθέτημα τοῦτο. Ἐπιλαμβάνομαι ἤδη, κύριοι, τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς διαθέσεως τῶν 2½ ἑκατομμυρίων φράγκων, καὶ ἐπειδὴ πρόκειται νὰ δώσω εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας περὶ τοῦ πραγματοποιηθέντος καὶ τοῦ διατεθέντος δανείου τῶν 60,000,000, ἐφ’ ὅσον ἐπραγματοποιήθη καὶ διετέθη, παρακαλῶ νὰ μὴ μὲ διακόπτητε, διὰ νὰ ἀκουσθῶ καὶ ἐννοηθῶ, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ἀριθμῶν, ὡς εἶπον. Ἡ ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ἐπιτροπή, ἐπεξεργασθεῖσα τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, πρὸς τοῖς ἄλλοις, ἐξέφρασε τὴν ἐπιθυμίαν νὰ μάθῃ πρῶτον τὸν τρόπον, διὰ τοῦ ὁποίου διανοεῖται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν τοῦ χαρτονομίσματος, ἢ τούτου μὴ ὄντος κατορθωτοῦ, τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐννοεῖ νὰ διαθέτῃ ἐπωφελέστερον τὸ πραγματοποιηθὲν δάνειον τῶν 60,000,000. Καὶ καθ’ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, νομίζω, ὅτι εἶναι περιττὴ πᾶσα ἄλλη ἐξήγησις· τὸ ζήτημα τοῦτο συνεζητήθη διὰ μακρῶν κατὰ τὴν πολιτικὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον, καὶ ἀπεδείχθη τότε, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία τῶν τραπεζικῶν γραμματίων. Καὶ δὲν εἶναι δυνατόν, πρῶτον, διότι δὲν ἐπραγματοποιήθη ὁλόκληρον τὸ δάνειον, καὶ δεύτερον, διότι ἡ Κυβέρνησις εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ διαθέσῃ ἐκ τοῦ δανείου τούτου, δι’ ἄλλας ἀνάγκας τοῦ Κράτους, δραχ. 6,500,000. Τὸ χρέος μας πρὸς τὴν ἐθνικὴν τράπεζαν συνίστατο εἰς 38,471,824 καὶ 89|00 μετὰ τοῦ τόκου, τὸ δὲ πρὸς τὴν Ἰονικὴν, ἐπίσης μετὰ τοῦ τόκου, εἰς 6,174,351 2|00. Ἑπομένως ἀμφοτέρων τῶν τραπεζῶν εἰς 44,646,175 91|00. Εἴχομεν λοιπὸν ἀνάγκην χρημάτων 41 ἑκατομμυρίων καὶ ἡμίσεως, ὅπως δυνηθῶμεν νὰ πληρώσωμεν τὰ χρέη μας πρὸς τὰς τραπέζας, καὶ τοιουτοτρόπως ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία τοῦ χαρτονομίσματος. Ἀλλ’ ἀντὶ τοῦ ποσοῦ τούτου, εἰσεπράξαμεν μέχρι τοῦδε ἀπὸ τὸ δάνειον τῶν 60,000,000, μόνον 38,783,669 καὶ 31|00, τουτέστιν ἔλαττον τοῦ ἀπαιτουμένου ποσοῦ διὰ τὴν ἐξόφλησιν τῶν χρεῶν μας πρὸς ἀμφοτέρας τὰς τραπέζας κατὰ 6 ἑκατομμύρια δραχμῶν. Ἰδοὺ εἷς λόγος κωλύων τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, τουτέστιν ἡ μὴ δυνατὴ πληρωμὴ τῶν χρεῶν μας πρὸς ἀμφοτέρας τὰς τραπέζας. Ἀλλ’ ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν 38,783,669 34|00 ἡ Κυβέρνησις ἔλαβε δι’ ἄλλας ἀνάγκας, ὡς προεῖπον, τοῦ Κράτους καὶ δι’ ἐξαγορὰν ἐντόκων γραμματίων, 6 καὶ ½ ἑκατομμύρια· ἑπομένως ὑπελείφθη ποσὸν 32 ἑκατομμ. 280,000 περίπου ἐκ τῶν εἰσπραχθέντων χρημάτων, καὶ διὰ τοῦ ποσοῦ τούτου, ἐπαναλαμβάνω, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξοφληθῶσι τὰ χρέη πρὸς τὰς τραπέζας, ὅπως ἄρωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Λοιπὸν περὶ ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ, ὡς ἔχουσι τὰ πράγματα σήμερον, λόγος, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κατορθωθῇ αὕτη. Διὰ νὰ πληροφορηθῇ ἡ Βουλὴ ἐν λεπτομερείᾳ, μολονότι ὑπεβλήθη τοιοῦτος πίναξ ἀπὸ τὸν προκάτοχόν μου καὶ ἤδη συνάδελφόν μου κύριον Δηλιγιάννην, διὰ νὰ πληροφορηθῇ, λέγω, ἡ Βουλὴ ἐν λεπτομερείᾳ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν καὶ ἐφ’ ὅσον ἐπραγματοποιήθη τὸ δάνειον τῶν ἑξήκοντα ἑκατομμυρίων, καὶ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν καὶ ἐφ’ ὅσον διετέθη, ὑποβάλλω λεπτομερῆ κατάστασιν μέχρι τέλους Δεκεμβρίου 1879, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἐκτίθεται ἀκριβῶς πᾶν ὅ,τι δύναται νὰ ἐπιθυμήσῃ ἡ Βουλὴ καὶ ἕκαστος τῶν κυρίων Βουλευτῶν νὰ μάθῃ. Ὡς γνωστὸν, μέρος τοῦ δανείου τούτου δὲν ἐπραγματοποιήθη· ἀλλὰ καὶ ἂν πραγματοποιηθῇ τὸ ὑπόλοιπον τοῦ δανείου ἐξ εἰκοσιτεσσάρων χιλιάδων μετοχῶν, τὸ προϊόν τοῦ ὁποίου δὲν θὰ ὑπερβῇ ἢ κατὰ μικρὸν θὰ ὑπερβῇ τὰ δέκα ἑκατομμύρια δραχμῶν, πάλιν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἄρωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, καὶ ἂν ἀκόμη διαθέσωμεν πρὸς πληρωμὴν τῶν πρὸς τὰς τραπέζας χρεῶν μας τὸ ποσὸν, ὅπερ εὑρίσκεται κατατεθειμένον ἤδη ἐν τῇ τραπέζῃ, καὶ τὸ ὁποῖον ἀνέρχεται εἰς 4,561,000· ἐκ τοῦ ποσοῦ δὲ τούτου, ὡς γνωρίζετε ἤδη, ζητοῦμεν νὰ λάβωμεν τὰ 2,500,000. Δὲν εἶναι δυνατὸν, λέγω, νὰ ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, καὶ ἂν πραγματοποιηθῇ τὸ ὑπόλοιπον δάνειον, διότι εἰς ἀμφοτέρας τὰς τραπέζας ὠφείλομεν τὴν 31 Δεκεμβρίου 1879, 16,327,133: 28|00· καθόσον ἀπέναντι τοῦ χρέους μας πρὸς τὴν ἐθνικὴν τράπεζαν, ἀνερχομένου εἰς 38,471,824 καὶ 89|00, ἐπληρώσαμεν μέχρι 31 Ὀκτωβρίου 26,213,314 καὶ 76|00, ἑπομένως τὴν 31 Ὀκτωβρίου ὑπελείφθη ὡς ὀφειλόμενον ὑπόλοιπον 12,228,510 καὶ 13|00. Ἀλλ’ ἀπὸ τῆς 1 Νοεμβρίου μέχρι 31 Δεκεμβρίου, ἐπληρώσαμεν εἰς αὐτὴν δραχ. 714,053, καὶ 78|00, καὶ τοιουτοτρόπως τὸ χρέος μας ἠλαττώθη εἰς 11,514,456,35%. Ἂν προσθέσωμεν δὲ εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο καὶ τὸν τόκον τῆς βʹ. ἑξαμηνίας ἐκ δραχμῶν 70,990 καὶ 14|00, τὸ ὁλικὸν ποσὸν τοῦ πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν χρέους μας συμποσοῦται εἰς 11,585,416: 49|00. Ὀφείλομεν δὲ καὶ πρὸς τὴν Ἰονικὴν Τράπεζαν, πρὸς ἐντελῆ ἐξόφλησιν τοῦ ἐκ δραχ. ἓξ ἑκατομμυρίων χρέους, δραχ. 4,708,746 καὶ 18%, προστιθεμένου δὲ καὶ τοῦ τόκου τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο, ἀνερχομένου εἰς 32,940,61|00, συμποσοῦται τὸ χρέος μας πρὸς τὴν Ἰονικὴν Τράπεζαν εἰς δρ. 4,741,686 καὶ 79|00. Ἀμφοτέρων δὲ τῶν Τραπεζῶν τὸ χρέος μας συνίσταται εἰς 16,327,133:28|00. Ὥστε, καὶ ἂν πραγματοποιηθῇ τὸ ὑπόλοιπον τοῦ δανείου τῶν 24 χιλιάδων μετοχῶν, ἐκ τοῦ ὁποίου θὰ εἰσπράξωμεν, κατὰ μέσον ὅρον, ὡς εἶπον ἤδη, 10 ἑκατομμύρια περίπου, ὑπολογιζομένης ἑκάστης μετοχῆς πρὸς 375 φράγκα, καὶ ἂν εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν 10 ἑκατομμυρίων προστεθῇ τὸ ποσὸν, ὅπερ εὑρίσκεται κατατεθειμένον εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἐκ δραχμῶν 4,561,000, πάλιν θὰ ἔχωμεν 11,564,000, ἤτοι ἔλαττον τοῦ χρέους, τὸ ὁποῖον ὀφείλομεν εἰς ἀμφοτέρας τὰς Τραπέζας, κατὰ 2 περίπου ἑκατομμύρια. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διατεθῇ ὅλον τὸ ποσὸν τῶν 4,561,000 δραχμῶν, ἅτινα εὑρίσκονται εἰς τὴν Τράπεζαν τὴν Ἐθνικὴν, πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, διότι ἐξ αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ ζητοῦμεν νὰ λάβωμεν 2,500,000, ὅπως θεραπεύσωμεν τὰς μᾶλλον κατεπειγούσας ἀνάγκας τοῦ Κράτους. Ἄρα περὶ ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σκεφθῇ σήμερον οὔτε ἡ Βουλὴ, οὔτε ἡ Κυβέρνησις. Καταθέτω τὴν κατάστασιν ταύτην εἰς τὸ προεδρεῖον, ἥτις παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτάς· ἐπίσης παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ καὶ ἡ κατάστασις αὕτη τῆς κινήσεως τῶν χρεῶν μας πρὸς ἀμφοτέρας τὰς Τραπέζας. (Καταθέτει ἀμφοτέρας τὰς καταστάσεις.) Δὲν ὑπολείπεται λοιπὸν εἰς ἐμὲ ἢ νὰ ὑποδείξω εἰς τὴν Βουλὴν τὸν τρόπον, καθ’ ὃν σκέπτεται ἡ Κυβέρνησις νὰ διαθέσῃ καὶ χρησιμοποιήσῃ τὰ ἐκ τοῦ δανείου τῶν 60,000,000 εἰσπραχθέντα χρήματα. Τὰ χρήματα ταῦτα ἐπληρώθησαν ἤδη κατὰ τὸ πλεῖστον εἰς ἀμφοτέρας τὰς τραπέζας ἀπέναντι τοῦ χρέους, τὸ ὁποῖον ὀφείλομεν πρὸς αὐτάς· ἀλλ’ ἐσκέφθημεν, ὅτι συμφέρον εἶναι νὰ ἐλαττώσωμεν τὴν κυκλοφορίαν τῶν ἐντόκων γραμματίων, διὰ τὰ ὁποῖα πληρόνομεν, ὡς γνωστόν, τόκον 8 τοῖς ἑκατόν, λαμβάνοντες ἓν μέρος ἐκ τῶν χρημάτων τῶν πληρωθέντων εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἀπέναντι τοῦ πρὸς αὐτὴν χρέους μας, καὶ διαθέτοντες αὐτὸ πρὸς ἐξαγορὰν τοιούτων ἐντόκων γραμματίων. Πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω σχέδιον νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου ζητοῦμεν τὴν ἄδειαν, πρῶτον ἵνα λάβωμεν ἐκ τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα ἐπληρώσαμεν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἀπέναντι τοῦ πρὸς αὐτὴν χρέους μας, ἓξ ἑκατομμύρια, ὅπως ἐξαγοράσωμεν ἔντοκα γραμμάτια, καὶ δεύτερον νὰ περιορίσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐντόκων γραμματίων ἀπὸ 12 ἑκατομμύρια εἰς 6· διὰ τοῦ μέτρου τούτου πρὸς τοῖς ἄλλοις θὰ ἐπέλθῃ καὶ οἰκονομία εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους κατὰ 480 χιλιάδας περίπου, ὡς ἐκ τῆς διαφορᾶς τοῦ τόκου καὶ τῆς ἐλαττώσεως αὐτοῦ διὰ τὰ ὑπόλοιπα ἔντοκα γραμμάτια ἐξ 6,000,000 δραχ. ἀπὸ 8 εἰς 7 ἐπὶ τοῖς ἑκατόν. Τ’ ἄλλα χρήματα θὰ λογισθῶσιν ὡς πληρωθέντα ἀπέναντι τῶν πρὸς τὴν Ἐθνικὴν καὶ Ἰονικὴν Τράπεζαν χρεῶν μας. Οὐδεμίαν ἄλλην διάθεσιν ἐπὶ τοῦ παρόντος σκεπτόμεθα νὰ κάμωμεν, καὶ οὔτε δυνάμεθα νὰ πράξωμεν τοιοῦτόν τι ἄνευ νομοθετικῆς ἀδείας. Ἀλλὰ συγχρόνως ἡ Κυβέρνησις σκέπτεται νὰ πραγματοποιήσῃ καὶ τὰς ὑπολοίπους μετοχὰς ἐξ 24,000, οὐχὶ ὅπως πληρωθῇ τὸ ἐξ αὐτῶν εἰσπραχθησόμενον ποσὸν εἰς τὰς τραπέζας ἀπέναντι τοῦ χρέους τὸ ὁποῖον ὀφείλομεν πρὸς αὐτάς, ἀλλὰ διὰ νὰ δανείσωμεν τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας ὀκτὼ ἑκατομμύρια δραχμῶν, ἐπὶ τόκῳ ὀκτὼ τοῖς ἑκατὸν καὶ ἐπὶ χρεωλύτρῳ 1½ τοῖς ἑκατὸν, ὅπως τὸ ταμεῖον τοῦτο ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας ἔχει διὰ τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας, κατασκευὴν ὁδῶν κτλ. Ἄν κατορθώσωμεν νὰ πραγματοποιήσωμεν τὰς ὁμολογίας ταύτας, θέλομεν λάβει, ὡς σᾶς εἶπον, 10,000,000 ἴσως καὶ πλέον δραχμάς, θὰ ἐπιβαρυνθῶμεν ὅμως διὰ τοῦ τόκου καὶ τοῦ χρεωλυσίου αὐτῶν ἀνερχομένου εἰς δραχμὰς 893,760 καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο σημειοῦται εἰς τὸν ὑποβληθέντα προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους, δηλ. εἰς τοὺς τόκους τοῦ δημοσίου χρέους. Ἀλλ’ ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου τῶν 10,000,000 θὰ δανείσωμεν, ὡς προεῖπον, τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας 8 ἑκατομμύρια, καὶ θὰ λαμβάνωμεν ἀπ’ αὐτὸ ἐτησίως διὰ τόκον καὶ χρεώλυτρον 1,000,000 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον θὰ σημειωθῇ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους ὡς ἔσοδον· ἑπομένως τὰ ἔσοδα θὰ αὐξηθῶσι κατὰ ἓν ἑκατομμύριον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Διὰ τῶν ὑπολοίπων 2,000,000 θὰ ἐξαγοράσωμεν ἐπίσης ἔντοκα γραμμάτια, ὅπως περιορίσωμεν τὸν ἀριθμὸν αὐτῶν ἀπὸ 6,000,000 εἰς 4,000,000, καὶ ὠφεληθῶμεν τὴν διαφορὰν τοῦ τόκου ἐξ 140,000 δραχ. Διὰ τῆς ἐξαγορᾶς δὲ ταύτης καὶ τοῦ δανείου τῶν 8 ἑκατομμυρίων εἰς τὴν ὁδοποιΐαν δὲν θὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ προϋπολογισμὸς μὲ τὸν τόκον καὶ τὸ χρεωλύσιον, τὰ ὁποῖα θὰ πληρώνωμεν ἐπὶ τῇ πραγματοποιήσει καὶ τῶν 24,000 ὁμολογιῶν. Αὐτὸ εἶναι τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον προτίθεται ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς μὴ πραγματοποιηθείσας ὁμολογίας, καὶ τὸ ὁποῖον ἐκθέτομεν ἀπὸ τοῦδε εἰς τὴν Βουλὴν· θέλομεν δὲ ὑποβάλει καὶ τὸ προσῆκον νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἐπιτραπῇ τῇ Κυβερνήσει νὰ δανείσῃ τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, καὶ περιπλέον νὰ ἐξαγοράσῃ ἔντοκα γραμμάτια ἀξίας 2,000,000 δραχμῶν.
§53ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Καθ’ ἃ ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ ἐδήλωσεν, ἐκ τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου τῶν 60,000,000 δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Ἐπιθυμῶ νὰ γνωρίζωμεν ἂν ἡ Κυβέρνησις σκέπτηται νὰ λάβῃ ἕτερόν τι μέτρον περὶ ἄρσεως αὐτῆς, καθόσον ἡ δήλωσις τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ μοὶ φαίνεται, ὅτι θὰ ἔχῃ κακὰς συνεπείας διὰ τὸ κοινόν.
§54ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅτε θὰ προτείνωμεν μέτρα ἀνάλογα πρὸς κάλυψιν τοῦ ἐλλείμματος, τότε θὰ ὑποβάλωμεν ἴσως καὶ κατάλληλόν τι μέτρον περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν δύναται νὰ κατασταθῇ δυνατὴ ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας.
§55ΡΟΥΦΟΣ. Ἐπειδὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐβεβαίωσε τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις σκέπτεται νὰ δανείσῃ τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας 8,000,000, πρόκειται δὲ νὰ ἐπιστραφῶσι καὶ τὰ ὀφειλόμενα εἰς αὐτὸ, ἑπομένως τὰ δοθησόμενα θὰ ὑπερβοῦν τὰ 10,000,000, θὰ παρακαλέσω συγχρόνως τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ πρόνοιαν, ὅπως ὑποβάλῃ νομοσχέδιον δυνάμενον ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς ὁδοποιΐας, νὰ μεταβληθῇ ὁ ὑπάρχων νόμος, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἔχωμεν ὁδούς. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον εἰς δευτέραν συζήτησιν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον.)
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποβάλλεται ἀναφορὰ τοῦ Χρήστου Χρηστέα Λάκωνος περὶ τῆς καταστάσεως τῆς ἐκκλησίας. Θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν.
§57ΦΙΛΗΜΩΝ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ ὑποβάλῃ ἀκριβῆ σημείωσιν περὶ τῆς διαχειρίσεως τῶν εἰσοδημάτων τοῦ Βαρβακείου κληροδοτήματος. Γνωρίζετε, ὅτι τὸ κληροδότημα αὐτὸ ἀποφέρει ἐτήσιον εἰσόδημα περὶ τὰς 130 χιλιάδας δραχμάς. Ἐπιθυμῶ νὰ γνωρίσω ὁποία χρῆσις ἐγένετο τῶν χρημάτων αὐτῶν, πιστεύω δὲ, ὅτι ἡ πληροφορία αὕτη δὲν θὰ ἦναι ἀλυσιτελὴς, διότι μετ’ ἄλλων βουλευτῶν σκεπτόμεθα περὶ καταλληλοτέρας χρήσεως τῶν ἐκ τῶν κληροδοτημάτων εἰσοδημάτων.
§58ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως). Ἡ Βουλὴ ἐζήτησε πρό τινων ἡμερῶν ἀκριβῆ σημείωσιν τῶν δαπανῶν τῶν κληροδοτημάτων ἀπὸ τοῦ 1873 καὶ ἐντεῦθεν. Παρήγγειλα αὐθημερὸν νὰ γείνῃ ἡ ἐργασία αὐτὴ, ἀλλὰ δυστυχῶς εἶναι πολύπλοκος καὶ θὰ βραδύνῃ ὀλίγον, ἐὰν θέλητε νὰ ἔχητε σημείωσιν ἀκριβῆ ἀπὸ τοῦ 1870, ὅτε εἶχον τὴν τιμὴν καὶ πάλιν νὰ διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, καὶ ὅτε ὁ τότε ἀξιότιμος πρόεδρος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου κ. Λεβίδης κατέγεινε καὶ ὑπέβαλεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον μίαν πολὺ δικαιολογημένην καὶ ἀνεπτυγμένην ἔκθεσιν, δὲν ἠξεύρω δὲ ἂν ἡ Βουλὴ ἔχῃ γνῶσιν αὐτῆς· τότε εἶχε δημοσιευθῆ καὶ εἶχον ἀποσταλῆ πολλὰ ἀντίτυπα εἰς τὴν Βουλήν. Ἂν ἐννοῇ λοιπὸν ὁ κ. Φιλήμων νὰ τῷ φέρω ἔκθεσιν ἀπὸ τοῦ 1870, ἤτοι τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἐξηγήθησαν διὰ τῆς ἐκθέσεως αὐτῆς, πρέπει νὰ περιμείνῃ ὀλίγον, διότι ἡ ἐργασία εἶναι ἐκτεταμένη καὶ πολύπλοκος, καὶ θὰ παρέλθουν πολλαὶ ἡμέραι, ἂν καὶ ὁ ὑπάλληλος ἐργάζεται νυχθημερόν.
§59ΦΙΛΗΜΩΝ. Τῶν τελευταίων δύω ἐτῶν μόνον.
§60ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Λοιπὸν ἐγὼ θὰ φέρω ἀπὸ τοῦ 1873 καὶ ἐντεῦθεν.
§61ΒΑΛΤΙΝΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.) Ὁ κύριος Τρικούπης ᾐτήσατο πληροφορίας περὶ τοῦ πόσοι εὔζωνοι εὑρίσκονται ἐν ὑπηρεσίᾳ· ἐκ τῆς ὑπηρεσίας γνωρίζω, ὅτι εὑρίσκονται σήμερον 2,583. Ἐὰν ἡ ἐρώτησις αὕτη, πιστεύω, ἐγένετο ἐπὶ τῷ σκοπῷ νὰ μάθῃ ὁ κ. Τρικούπης τί ὑπερβαίνει ἡ δύναμις αὕτη τὸν προϋπολογισμόν, τὸ πρᾶγμα εἶναι εὐκολώτατον. Ἀπὸ τοῦ νόμου τῆς μεταβατικῆς ἐθνοφυλακῆς, ὅστις κατηργήθη ἤδη, αἱ τάξεις τοῦ στρατοῦ εὑρίσκοντο λίαν ἠραιωμέναι· ἑπομένως δὲν ἠδυνάμην ἄνευ μεγάλης εὐθύνης νὰ μὴ διατηρήσω εἰς τὰ ὅπλα ἐπί τινα χρόνον μέχρις ὅτου ἀποκτήσωμεν ἄλλους στρατιώτας, τοὺς εὐζώνους τούτους, διότι, ἐὰν ἔπραττον ἄλλως, ὤφειλον νὰ ἀπομακρύνω ἀπὸ τὰς Ἀθήνας τὸν στρατὸν καὶ νὰ πέμψω αὐτὸν εἰς τὰ μεθόρια. Περὶ τῶν πληροφοριῶν, ἃς ᾐτήσατο ὁ κ. Τρικούπης, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν χωροφυλακήν, τοὺς ἐκτάκτους ἐφέδρους καὶ τοὺς μεταβατικοὺς ἐθνοφύλακας, διέταξα τὰ δέοντα, ἅμα δὲ λάβω τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας, θέλω τὰς ἀνακοινώσει.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν τὴν ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς προτάσεως περὶ καταδιώξεως τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ κ. Πετιμεζᾶ.
§63Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Παρακαλῶ ὑμᾶς, κύριοι, νὰ εὐαρεστηθῆτε νὰ μὴ μὲ διακόπτητε, διὰ νὰ τελειώσω συντόμως τὴν ἀγόρευσίν μου. Μὴ περιμένετε, μήτε προλόγους μήτε ἐπιλόγους παρ’ ἐμοῦ σήμερον, μὴ περιμένετε μήτε πλαγίας σκέψεις ἢ οὐδένα λόγον· πρέπει νὰ μὴ μὲ παρεξηγήσετε, ὅτι ἀποβλέπω εἰς πρόσωπα ἢ εἰς διαστροφὴν πραγμάτων, διότι τίποτε ἀπ’ αὐτὰ δὲν ἔχω εἰς τὰς σκέψεις μου· ἁπλῶς μόνον καὶ καθαρῶς θέλω ἐξηγήσει τὰ πράγματα. Διὰ τοῦτο εἰσέρχομαι ἀμέσως εἰς αὐτά. Πρῶτον ἡ πρότασις τοῦ νὰ σχηματισθῇ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπή, διὰ νὰ ἀνακρίνῃ τὰ πραγματικὰ ἀντικείμενα περὶ ἀρβυλῶν καὶ διπυρίτου, δὲν ἀντίκειται εἰς τὰ φρονήματά μου, διότι τοιαύτη ἀπόφασις θέλει χύσει φῶς, ὅπερ ἐμὲ θέλει ὠφελήσει. Ἀρχίζω λοιπὸν ἀπὸ τὰς ἀρβύλας ὅθεν ἤρχισε καὶ ὁ ἔντιμος κ. Βουλπιώτης. Ἡ πρώτη παρατήρησις, ἥτις ἐγένετο, ἦτον ἡ ἑξῆς· μολονότι, εἶπεν ὁ κ. Βουλπιώτης, εἶχον παραγγελθῆ 10,000 ζευγῶν ἀρβυλῶν ἀπὸ τὸν προκάτοχόν μου, παρήγγειλα καὶ ἐγὼ ἄλλας 10,000, καὶ τὴν παραγγελίαν αὐτὴν τὴν ἔκαμα ὅτε ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως εἶχε τραπῆ εἰς εἰρηνικὴν ὁδὸν, καὶ δὲν παρίστατο πλέον ἀνάγκη ἀρβυλῶν. Εἰς τοῦτον ἀπαντῶ ἀμέσως· ὅταν ἦλθον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, μετ’ ὀλίγας ἡμέρας διέταξα τὸν στρατὸν νὰ ἐξέλθῃ εἰς Θεσσαλίαν· ὁ στρατὸς ἀνέβαινε τότε εἰς 20,000· μετὰ τὴν ἐπάνοδον τοῦ στρατοῦ, ὅταν ἐγὼ μετέβην εἰς τὴν Λαμίαν πρὸς ἐπιθεώρησιν αὐτοῦ, ὅλαι αἱ ἀρβύλαι, αἱ παλαιαὶ, εἶχον ἐξαντληθῆ καὶ εὗρον τὸν ἐπανελθόντα στρατὸν ἀνυπόδητον· ἑπομένως ἦτο ἀνάγκη ἀρβυλῶν, καὶ καλῶς ἐπρονόησα περὶ προμηθείας. Δὲν εἶναι δὲ ἀληθές, ὅτι εἶχε τραπῆ ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως εἰς εἰρηνικὴν, καὶ ἡ ἀπόδειξις εἶναι φανερὰ, διότι ἐνῷ ἐγὼ παρέλαβον 20 χιλ. στρατοῦ, μετὰ τρεῖς ἢ τέσσαρας μῆνας ἀνεβίβασα αὐτὸν εἰς 34–35 χιλ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς γνωρίζει τὰ περὶ τούτων ἀκριβῶς. Λοιπὸν ὅτε ἐγὼ ἀπὸ 20,000 ἀνεβίβασα τὸν στρατὸν εἰς 34,000, ἔπρεπε νὰ φροντίσω, καὶ ἦτο τὸ πρώτιστον τῶν καθηκόντων μου, περὶ ὅλων τῶν μέσων, ὅπως καταστήσω ἕτοιμον τὸν στρατὸν πρὸς νέαν ἐκστρατείαν, διότι, κύριοι, καὶ μετὰ τὴν ἐπάνοδον τοῦ στρατοῦ ἐκ τοῦ Δομοκοῦ, δὲν ἔπαυσεν ἡ ἰδέα τῆς κυβερνήσεως, ὅτι ἔπρεπε νὰ εἴμεθα ἕτοιμοι διὰ δευτέραν ἐκστρατείαν εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Τοιαῦται ἦσαν αἱ περιστάσεις, ὅτε ἔλαβον ἐπιστολὴν ἀπὸ τὸν κ. Γοδιλιῶ, δι’ ἧς μοὶ ἔλεγεν ὅτι εἰς τὸ κατάστημά του, ἐκτὸς τῆς παραγγελίας ἣν εἶχε κάμει εἰς αὐτὸν ἡ ἑλληνικὴ κυβέρνησις, εἶχε καὶ ἑτέρας 10,000 ἀρβυλῶν, αἱ ὁποῖαι εἶχον περισσεύσει ἀπὸ τὴν προμήθειαν, ἣν εἶχε κάμει διὰ τὸν ἰταλικὸν στρατὸν ἡ ἰταλικὴ κυβέρνησις. Ἐπειδὴ δὲ τὸ πρᾶγμα ἦτο ἕτοιμον καὶ καλὸν, καὶ αὐτὸς ἤθελε νὰ τὸ ἐκποιήσῃ ὡς περισσεῦον, διὰ τοῦτο προσέφερεν αὐτὸ ἀντὶ τῆς τιμῆς, εἰς ἣν ἠθέλομεν ἀγοράσει τὰς ἄλλας ἀρβύλας, τουτέστιν ἀντὶ 9 καὶ 30|00 φρ. φέρω εἰς τὴν τιμὴν τῶν 8 φράγκων μόνον, δηλ. εἰς σπουδαίαν ἔκπτωσιν. Κύριοι, τὸ κατάστημα τοῦ Γοδιλιὼ, ὡς πληροφοροῦμαι, εἶναι μέγα καὶ λαμπρὸν κατάστημα· αὐτὸ κάμνει τὰς προμηθείας ὄχι μόνον τοῦ γαλλικοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ καὶ τοῦ ἰταλικοῦ καὶ ἄλλων Κρατῶν· τοιοῦτον κατάστημα δὲν ἠδύνατο νὰ ψευσθῇ, ὅπως ἀντὶ τῆς τιμῆς καὶ ὑπολήψεως αὐτοῦ κερδίσῃ 2–3 χιλιάδ. φράγκων. Ἔχων λοιπὸν ὑπ’ ὄψιν μου τὴν πρότασιν ταύτην καὶ τὴν ἀνάγκην τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ, παρεκάλεσα τὴν πρεσβείαν τῶν Παρισίων νὰ προμηθεύσῃ τὰς 10,000 ἀρβύλας, καὶ ἡ πρεσβεία τὰς ἐπρομήθευσε κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου τοῦ Κράτους, διότι ἡ πρεσβεία εἶναι ἑλληνικὸν ὑπουργεῖον ἐν Παρισίοις· ἑπομένως αὐτὴ εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ ἐνεργῇ κατὰ τὰ διατεταγμένα ἐν τῇ πολιτείᾳ καὶ τοῖς νόμοις, διότι αὐτὴ εἶναι ἐντεταλμένη νὰ φροντίζῃ περὶ ὅλων τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους ἐν Γαλλίᾳ. Ὁ κ. Βουλπιώτης εἶπεν, ὅτι ἡ πρεσβεία ἐπρομήθευσε τὰς ἀρβύλας, ἀλλὰ ἄνευ ἐλέγχου. Κύριοι, ὁ ἔλεγχος ἐν Παρισίοις ἐγένετο, καὶ ἐγένετο διὰ τῶν πραγματογνωμόνων, τοὺς ὁποίους ἡ γαλλικὴ κυβέρνησις ἔχει διωρισμένους διὰ νὰ ἐλέγχωσι καὶ παραλαμβάνωσιν ὅλας τὰς προμηθείας διὰ τὰ δερμάτινα εἴδη τοῦ γαλλικοῦ στρατοῦ. Εἶναι δυνατὸν, κύριοι, νὰ ἦναι ἄλλοι ἐμπειρότεροι πραγματογνώμονες εἰς τὸ εἶδος τοῦτο, ἀπὸ τοὺς πραγματογνώμονας τοῦ μεγάλου γαλλικοῦ στρατοῦ; Ὑπάρχει ἐν Ἑλλάδι ἄνθρωπος, ὅστις ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ, ὅτι εἶναι καλλίτερος ἀπὸ τὸν Delâge καὶ τοὺς ἄλλους πραγματογνώμονας, οἵτινες ἐπεφορτίσθησαν νὰ ἐκλέξωσι καὶ παραλάβωσι τὰς 10,000 ἀρβύλας, ἃς ἐγὼ παρήγγειλα; Ἡ Πρεσβεία λοιπὸν παρέλαβε διὰ τοῦ Delâge καὶ τῶν ἄλλων πραγματογνωμόνων τὰς ἀρβύλας, ἃς ἐγὼ παρήγγειλα· διὰ δὲ τῶν αὐτῶν προσώπων καὶ διὰ τοῦ αὐτοῦ τρόπου καὶ ἐλέγχου παρέλαβεν ἡ Πρεσβεία καὶ τὰ ὑποδήματα τῆς πρώτης παραγγελίας τῆς διαταχθείσης ὑπὸ τοῦ προκατόχου μου. Πῶς λοιπὸν ἰσχυρίσθησαν οἱ κατήγοροι, ὅτι αἱ τῆς πρώτης παραγγελίας ἀρβύλαι παρελήφθησαν δι’ ἐλέγχου, αἱ δὲ τῆς δευτέρας ἄνευ ἐλέγχου; Πῶς ἁπλούστερον καὶ βεβαιότερον δύναμαι νὰ σᾶς πείσω, παρὰ, κύριοι, ἀναγινώσκων πρὸς ὑμᾶς καὶ τὰ πρωτόκολλα τῆς μιᾶς καὶ τῆς ἄλλης παραλαβῆς, εἰς τὰ ὁποῖα θέλετε παρατηρήσει τὴν περίεργον σύμπτωσιν, ὅτι τὸ ἐμπεριεχόμενον αὐτῶν δὲν διαφέρει οὐδὲ κατὰ τόνον καὶ ὑποστιγμὴν τὸ μὲν τοῦ δέ; Ἀκούσατε (ἀναγινώσκει). Αὐτὸ εἶναι τὸ πρωτόκολλον τῆς παραλαβῆς τῆς πρώτης παραγγελίας τοῦ κ. Ζυμβρακάκη. Ἀκούσατε καὶ τὸ δεύτερον τῆς ἰδικῆς μου παραγγελίας. Ἀναγινώσκει. Δὲν εἶναι ἤδη φανερὰ καὶ καθαρὰ ἀποδεδειγμένον, ὅτι παρελήφθησαν αἱ τῆς πρώτης παραγγελίας ἀρβύλαι ὡς παρελήφθησαν καὶ αἱ τῆς δευτέρας; Δὲν εἶναι φανερὸν, ὅτι ὁ αὐτὸς ἔλεγχος περιέλαβε καὶ τὰς μὲν καὶ τὰς δέ; δηλαδὴ δὲν εἶναι φανερὸν, ὅτι διὰ τῶν αὐτῶν πραγματογνωμόνων ἐξηλέγχθησαν ἀμφότεραι αἱ παραγγελίαι; Πῶς λοιπὸν ἰσχυρίζεσθε, ὅτι δὲν παρελήφθησαν καὶ δὲν ἐξηλέγχθησαν αἱ ἀρβύλαι τῆς ἰδικῆς μου παραγγελίας, ἀφοῦ ἐνώπιόν σας ἔχετε ἐπίσημα ἔγγραφα τῆς Πρεσβείας φέροντα εὐτυχῶς ἀκόμη καὶ τὴν αὐτὴν ἡμερομηνίαν 2(14 Μαρτίου, καὶ ἐξεύρετε διατί ἰσχυρίζομαι, ὅτι παρελαμβάνοντο σχεδὸν ταὐτοχρόνως; διότι κατὰ τὸ φυλλάδιον αἱ ἀρβύλαι τῆς πρώτης παραγγελίας, δηλ. τῶν 9 καὶ 30)00 φράγκων, παρελήφθησαν εἰς τὰς 8, 9, 10 μέχρι τῆς 20 Φεβρουαρίου, ἡ δὲ παραλαβὴ τῶν ἀρβυλῶν τῆς ἰδικῆς μου παραγγελίας ἠκολούθησε τὴν 21, 22, 28 τοῦ αὐτοῦ μηνός. Οἱ κατήγοροι, μὴ γνωρίζοντες τὴν οἰκονομικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ στρατοῦ, λέγουσιν, ὅτι εἰς Πειραιᾶ παρελήφθησαν αἱ ἀρβύλαι ἀριθμητικῶς. Μάλιστα, λέγω, ἀριθμητικῶς παρελήφθησαν καὶ αἱ δύο παραγγελίαι, διότι ὅσα εἴδη παραλαμβάνουν αἱ Πρεσβεῖαι ἐν τῷ ἐξωτερικῷ δὲν ὑποβάλλονται πλέον εἰς δεύτερον ἔλεγχον, διότι τοιοῦτος ἔλεγχος δὲν δύναται νὰ ἔχῃ καμμίαν πρακτικὴν ἀξίαν, διότι ἡ παραλαβὴ εἶναι ὑποχρεωτικὴ διὰ τὸ δημόσιον, ἀφ’ οὗ ἅπαξ αὕτη γείνῃ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ διὰ τοῦ πρεσβευτοῦ τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλ’ ἐνταῦθα πρέπει νὰ προσθέσω, ὅτι διὰ τῆς ἐδικῆς μου παραγγελίας τὸ δημόσιον ὠφελήθη τὴν διαφορὰν μεταξὺ τῶν φράγκων 9,30 0)0 τῆς πρώτης παραγγελίας καὶ τῶν 8 φράγκων τῆς ἰδικῆς μου, τοὐτέστι 13,000 φράγκων. Ἀφαιρουμένης δὲ τῆς δαπάνης τῆς μετακομίσεως ἀπὸ Παρισίων εἰς Μασσαλίαν, δι’ ἔξοδα μεγάλης ταχύτητος, τοὐτέστι 2,000 ὡς ἔγγιστα φράγκων, ἡ καθαρὰ τοῦ δημοσίου ὠφέλεια ἀναβαίνει ἄνευ ἀντιλογίας εἰς 11,000 φράγκων. Ἐνθυμήθην, ὅτι πρέπει νὰ προσθέσω καὶ κάτι τι, τὸ ἑξῆς. Πέρυσιν, ὅτε ἐγίνετο λόγος περὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου, ἀνέγνωσα εἰς τὴν Βουλὴν ἐπιστολὴν τοῦ λοχαγοῦ Σαπουντζάκη. Ὁ κ. Σαπουντζάκης διὰ τῆς ἐπιστολῆς ἐκείνης μὲ συνεχάρη διὰ τὰς λαμπρὰς προμηθείας ὅσας ἔκαμα διὰ τὸν στρατόν, καὶ προσθέτει, ὅτι πρέπει εἰς ὅλα νὰ ἐνοπλίσω τὸν στρατόν. Τὴν ἐπιστολὴν αὐτὴν παρέδωσα εἰς τὸν κ. Δημητριάδην, ὁ ὁποῖος ἦτο εἰσηγητὴς, ἀλλὰ τὰ ἔγγραφα αὐτὰ δυστυχῶς ἀπωλέσθησαν.
§64ΤΙΝΕΣ. Τὰ ἐνθυμούμεθα.
§65ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Διὰ τῆς ἐπιστολῆς ἐκείνης ἀπεδεικνύετο ἄνευ ἀντιλογίας, ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς ἐκεῖνος εἶδε τὰς ἀρβύλας καὶ συνέπραττεν εἰς τὴν παραλαβὴν, διότι ἡ ἐπιστολὴ εὐτυχῶς εἶχε τὴν αὐτὴν ἡμερομηνίαν μὲ τὰ πρωτόκολλα τῆς παραλαβῆς τῶν ἀρβυλῶν, 2)14 Φεβρουαρίου, ὥστε καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ ἦσαν παρόντες κατὰ τὴν παραλαβὴν ὁμοῦ μὲ τοὺς πραγματογνώμονας τοῦ γαλλικοῦ στρατοῦ, οὓς εἶχεν ἡ Ἑλληνικὴ Πρεσβεία διὰ τὴν παραλαβὴν τῶν εἰδῶν. Ὁ κ. Σαπουντζάκης, νῦν ὑποστράτηγος καὶ διάδοχός μου, ἅμα ἀνελθὼν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἐσχημάτισεν ἐπιτροπὴν, ὅπως ἐξετάσῃ τὰς ἀρβύλας, ἐνῷ πρὸς τοῦτο δὲν εἶχεν οὐδὲν δικαίωμα αὐτὸς, καὶ ἡ πρᾶξίς του δὲν ἦτο λογικὴ, διότι αἱ ἀρβύλαι εἶχον νομίμως παραληφθῇ. Ἀλλὰ διὰ ταῦτα τὸν εὐχαριστῶ, διότι ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς 15 τάγματα τοῦ πεζικοῦ καὶ εἰς 20,000 ἄνδρας νὰ ἀναφέρωσιν, ὅτι ἦσαν λίαν εὐχαριστημένοι ἀπὸ τὰ εἴδη ὅσα ἐπρομήθευσα, ὀνομάσαντες τὰς ἀρβύλας τῆς ἰδικῆς μου προμηθείας, Γκρὰ, δηλ. λαμπρὰς, σημαντικὰς δὲ ὡς τὰ ὅπλα Γκρά. Ν’ ἀναγνώσω τὰ ἔγγραφα;
§66ΠΟΛΛΟΙ. Τὰ εἴδαμεν.
§67Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐπειδὴ δὲ ὁ ἱματισμὸς τοῦ στρατοῦ δὲν ἐπιβαρύνει τὸ δημόσιον, διότι τὰ εἴδη τοῦ ἱματισμοῦ πληρόνονται ἀπὸ τὸν μισθὸν τῶν ἀνδρῶν, καὶ ἐπειδὴ οὐδὲν παράπονον προέκυψεν, ἀλλ’ εὐχαρίστησις, καὶ ἀπόδειξις αἱ ἀναφοραὶ ὅλων τῶν ταγμάτων, ἄρα ἡ προμήθεια γενικῶς ὑπῆρξεν ἐπιτυχὴς καὶ ἀρίστη. Ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει ἤθελεν ὑποχρεωθῆ νὰ ἀναφέρῃ, ὅτι ἐζημιώθη τὸ δημόσιον ἀπὸ τὰς προμηθείας, διότι δὲν ἠγοράσθησαν παρὰ τοῦ στρατοῦ καὶ μένουσιν εἰς ἀποθήκας· ἑπομένως ἤθελον παρακαλέσει νὰ χορηγήσητε πίστωσιν, καὶ διατάξει ἀνάκρισιν, ὅπως βεβαιώσῃ τὴν ζημίαν τοῦ δημοσίου. Ἀλλὰ τοιοῦτόν τι ἐγένετο; ὄχι. Παράπονα ἐκ τοῦ στρατοῦ ὑπῆρξαν; ὄχι. Αἱ ἀρβύλαι λοιπὸν ἠγοράσθησαν παρὰ τῶν ἀνδρῶν, καὶ ἡ προκαταβολὴ τῶν 80,000 φράγκων τοῦ δημοσίου κεῖται πρὸ πολλοῦ εἰς τὸ ταμεῖον τοῦ Κράτους. Μεταβαίνω νῦν εἰς τὸ δεύτερον ζήτημα τὴν προμήθειαν δηλ. τοῦ διπυρίτου, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ προσέχῃ, διὰ νὰ ἐννοήσῃ ἀκριβῶς τὰ διατρέξαντα καὶ φωτισθῇ ἀσφαλῶς. Ὅπως σᾶς προεῖπον ἀνωτέρω, ἡ Κυβέρνησις εἶχε τὴν ἰδέαν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἦναι ἑτοίμη πρὸς δευτέραν ἐκστρατείαν εἰς τὰς ὁμόρους ἐπαρχίας. Καὶ ἐν ᾧ συνεζητεῖτο τὸ ἀντικείμενον τοῦτο εἰς τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον, ἐγώ, ἔχων ὑπ’ ὄψιν τὰς ἐλλείψεις τῆς πρώτης ἐκστρατείας, παρετήρησα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι πρὸ παντὸς εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔχῃ ὁ στρατὸς εἰς τὴν ἐξουσίαν αὐτοῦ ἄρτον 20 ἡμερῶν τοὐλάχιστον, διότι δρόμοι δὲν ὑπάρχουν, ὅπως ὁ ἄρτος δι’ ἁμαξῶν ἀκολουθῇ τὸν στρατὸν, ἐὰν αὖθις κινηθῇ, οὐδὲ ἀρτοποιοὺς καὶ κλιβάνους κινητοὺς ἔχομεν· εἰς δὲ τὸ ἐξωτερικὸν δὲν ἠλπίζομεν τίποτε νὰ ἐπιτύχωμεν, ἕνεκα τῆς ἐπαναστάσεως καὶ τῶν ἐξ αὐτῆς καταστροφῶν. Τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον τότε ἀποφασίζει καὶ μοὶ δίδει ἔγγραφον πληρεξουσιότητα ὅπως προμηθευθῶ 15,000 στατῆρας διπυρίτου, ἄνευ δημοπρασίας καὶ δι’ ἀμέσου συμφωνίας. Ἠδυνάμην λοιπὸν, ἕνεκα τοῦ μεγάλου δικαιώματος, ὅπερ μοὶ παρεχώρησεν ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν εἶχον ἰδιοτελεῖς σκοποὺς, νὰ καλέσω ὅποιον δήποτε ἐργολάβον νὰ ἀναθέσω εἰς αὐτὸν τὴν προμήθειαν διὰ μιᾶς ἁπλῆς διαταγῆς καὶ νὰ ὠφεληθῶ ὅ,τι ἤθελον, διότι σεῖς τοῦτο θέλετε νὰ εἴπητε, καὶ δὲν τολμᾶτε· ἀλλ’ ἐγὼ ἐνόησα τὰς ἀνεργείας τῶν ἐχθρῶν μου, καὶ ἔφερον τὴν προμήθειαν εἰς τὴν δημοπρασίαν. Ἐδιδάχθην δὲ παρὰ τῶν ἀρτοποιῶν καὶ ἀλευροποιῶν τοῦ Πειραιῶς καὶ τῆς Σύρου, διότι οὗτοι, μαθόντες τὰ περὶ προμηθείας τοῦ διπυρίτου, μετὰ 24 ὥρας περιεκύκλωσαν τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ παρουσιαζόμενοι διὰ χιλίων περιστροφῶν, μοὶ ὑπεδείκνυον ὠφελείας. Ἐγὼ ὅμως, μεταβὰς εἰς τὸν ἔντιμον πρόεδρον τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου, διηγήθην πρὸς αὐτὸν τὰ διατρέχοντα, οὗτος δὲ ἄνευ δισταγμοῦ μοὶ λέγει: δημοπρασίαν. Ἀφήσας δὲ κατὰ μέρος τὸ πρακτικὸν τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου, ἐξέδωκα αὐθημερὸν τὴν περὶ δημοπρασίας διαταγήν· ὁ τελευταῖος μειοδότης προσέφερε 42 φρ. κατὰ στατῆρα, ἀλλ’ ἀμέσως ἄλλος, ἢ ὁ ἴδιος, δὲν ἐνθυμοῦμαι, μειοδότης προσέφερε δι’ ἀναφορᾶς του 41 φρ. Ἠκύρωσα ἀμέσως τὰ πρακτικὰ καὶ διέταξα νέαν δημοπρασίαν, πάλιν δὲ μειοδότης φαίνεται ὁ Δαρμῖγος πρὸς 37,50. Τότε σύμφωνα μὲ τοὺς ὅρους τῆς δημοπρασίας περιέμενα 3 ἡμέρας νέαν προσφοράν, τὴν δὲ τρίτην ἡμέραν παρουσιάζει ὁ Α. Λάμπρος ἀναφορὰν, δι’ ἧς προσεφέρετο νὰ προμηθεύσῃ τὸν διπυρίτην, ἀντὶ 37,50, διὰ 37,25. Κατὰ τὸν αὐτὸν χρόνον, νομίζω, παρουσιάζει ἀναφορὰν ἕνας κύριος Σταματόπουλος ἐκ Πειραιῶς, ὃν δὲν εἶδον προσωπικῶς, καὶ προσφέρει τιμὴν κατωτέραν μὲν, ἀλλ’ ἐζήτει νὰ παραδώσῃ τὸν διπυρίτην εἰς Τριέστην εἰς τὸν ἐκεῖ πρόξενον, νὰ πληρώνηται τὸ ἀντίτιμον εἰς Τριέστην, ὁ δὲ διπυρίτης νὰ μὴν ἐμπεριέχῃ ἀλλὰ μόνον ἄχνην, καὶ νὰ παραδώσῃ αὐτὸν μετὰ 3 μῆνας, δηλαδὴ ἀπῄτει ὅπως ὅλοι οἱ ὅροι ἀνατραποῦν· δὲν μοὶ ἦτο ἐπιτετραμμένον ὅμως νὰ δεχθῶ τοιαύτας προτάσεις ἀνοήτους, καὶ τὰς ἀπέῤῥιψα. Προχθὲς ὁ ἔντιμος κ. Βουλπιώτης, ἀγορεύων, εἶπεν, ὅτι οὗτος προσέφερε 34 φρ. ἀντὶ 37,25, ὅτι ἐὰν παραδεχόμην τὰς προτάσεις, θὰ ἐγίνετο οἰκονομία ἐξ 120,000 φρ. Ἐγὼ ἀπαντῶ, ὅτι ἠμποροῦσα νὰ κάμω 200,000 προμηθεύων κακῆς ποιότητος διπυρίτην, διότι ὁ διπυρίτης ἔχει διαφόρους τιμὰς κατὰ τὴν ποιότητα αὐτοῦ· εἶτα δὲ μεταβάλλοντες ἀπὸ 20 δρ. μέχρι 50 τὰ παξιμαδάκια, ἅπερ βρέχετε εἰς τὸν καφέ σας, ἔχουν 6 φρ. τὴν ὀκά. Ἐὰν ἐδεχόμην λοιπὸν κατωτέρας ποιότητος διπυρίτην, βεβαίως θὰ ἦτο καὶ οἰκονομικώτερος, ἄχρηστος ὅμως διὰ τὴν διατροφὴν τοῦ στρατοῦ. Ἰδοὺ ὁ λόγος, δι’ ὃν ἐπεκύρωσα τὴν προσφορὰν τοῦ Λάμπρου καὶ ἔπεμψα τὰς περὶ τούτου διαταγὰς εἰς τὸ Φρουραρχεῖον Ἀθηνῶν, ὅπως συντάξῃ τὰ ἀπαιτούμενα συμβόλαια. Ἀλλὰ τὸ φρουραρχεῖον εἶχε τὴν συνήθειαν, ἅμα ἐλάμβανεν ἐγκριτικὰ δημοπρασίας ἔγγραφα, νὰ καλῇ τοὺς ἐργολάβους πρὸς αὐτὸ, καὶ ἀντὶ κοινοποιήσεως τῶν ἐγγράφων, νὰ ὑποχρεοῖ αὐτοὺς αὐθημερὸν νὰ γράφωσιν ἰδιοχείρως ἐπὶ τῆς ἐγκριτικῆς διαταγῆς: «ἔλαβον γνῶσιν καὶ δέχομαι ἢ μὴ τοὺς ὅρους.» Ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ ἔγγραφον τοῦ φρουραρχείου, τὸ ὁποῖον ῥητῶς ὁμολογεῖ τὴν περίστασιν ταύτην. Ἀκούσατε τὸ ἔγγραφον (ἀναγινώσκει). Ἀλλ’ ἐν ᾧ τὸ φρουραρχεῖον ἔπραττε κατὰ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ συνήθειαν, ὡς ἀνωτέρω, μοὶ ἐγένοντο παρατηρήσεις, ὅτι ἡ δημοπρασία, τὴν ὁποίαν ἐγὼ κατεκύρωσα ἐπ’ ὀνόματι τοῦ τελευταίου μειοδότου Λάμπρου, δὲν ἔσχεν ὅλα τὰ στοιχεῖα τοῦ νόμου. Ἐγὼ ἐξεπλάγην, διότι, ὡς γνωρίζετε, δὲν εἶμαι κάτοχος τῆς νομικῆς ἐπιστήμης, ὅπως ἄλλοι ἐνταῦθα κατέχουσιν αὐτὴν, φοβηθεὶς δὲ ἔσπευσα ν’ ἀνακαλέσω τὴν ἐγκρίνουσαν τὴν δημοπρασίαν διαταγὴν, διατάττω δὲ νέαν δημοπρασίαν· ἡ δὲ πρᾶξίς μου αὕτη δὲν ἀποδεικνύει πρόθεσιν πρὸς βλάβην τῶν συμφερόντων τοῦ δημοσίου. Ὁ ἐργολάβος ὅμως, μαθὼν ταῦτα, ἀπηύθυνεν ἀναφορὰν εἰς τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον, δι’ ἧς παρεπονεῖτο, ὅτι ἡ ὡς παράνομος ἀκυρωθεῖσα δημοπρασία ἦτο νόμιμος, καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ κυρωθῇ εἰς αὐτόν. Τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον, λαβὸν τὴν ἀναφορὰν, ἐκάλεσε παρ’ αὐτῷ τὸν νομικὸν τοῦ Κράτους σύμβουλον κ. Ταταράκην καὶ ἐζήτησε τὴν γνώμην αὐτοῦ· ὁ κ. Ταταράκης ἔδωκε γνώμην ὑπὲρ τῆς ἀπαιτήσεως τοῦ ἐργολάβου αὐτοῦ, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἐπείσθην εἰς τὴν γνώμην τοῦ κ. Ταταράκη, καὶ εἶπον αὐτῷ: σὲ ὑπολήπτομαι μεγάλως, ἀλλὰ δὲν πείθομαι εἰς μόνην τὴν γνώμην σου, φοβούμενος μὴ σφάλωμεν. Λοιπὸν, μοὶ εἶπεν ὁ κύριος Ταταράκης, νὰ καλέσωμεν εἰς γνωμοδοτικὸν συμβούλιον καὶ τοὺς καθηγητὰς τῆς νομικῆς σχολῆς, ὧν ἡ γνώμη εἶναι ἐπισημοτάτη αὐθεντία· ἐδέχθην τοῦτο καὶ παρεκάλεσα αὐτὸν νὰ συγκαλέσῃ τὸ Συμβούλιον, οὗτος δὲ ἐκάλεσε τὸν ἔντιμον Βουλευτὴν καὶ τότε καθηγητὴν κ. Καλλιγᾶν, τὸν κ. Παπαῤῥηγόπουλον καὶ τὸν κ. Οἰκονομίδην. Ἐπειδὴ δὲ ὁ κ. Ταταράκης ἐγνώριζεν ὅλα τὰ διατρέξαντα, ὡς προεῖπον, διέταξα νὰ παραδοθῶσιν εἰς αὐτὸν τὰ ἔγγραφα, οὗτος δὲ νὰ κάμῃ τὴν εἰσήγησιν καὶ θέσῃ τὰ θέματα. Ἡ Νομικὴ Σχολὴ ἀπεφάσισεν, ὅτι ἡ δημοπρασία ἐγένετο καὶ κατὰ τύπους καὶ κατὰ τὸν νόμον πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ δημοσίου, καὶ ἑπομένως, ὅτι πρέπει νὰ ἐπικυρωθῇ ὑπὲρ τοῦ τελευταίου μειοδότου· ἐγὼ δὲ, σεβασθεὶς τὴν ἀπόφασιν τῶν σοφῶν καθηγητῶν, διέταξα τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῆς. Ἰδοὺ πῶς προῆλθε τὸ ἀντιφατικὸν τῶν διαταγῶν μου, δι’ ὅπερ μὲ κατηγοροῦσιν. Ὁ κ. Βουλπιώτης, ἀγορεύων κατ’ ἐμοῦ, δὲν ἠρνήθη, ὅτι ἡ γνώμη τῶν καθηγητῶν εἶναι μεγίστη αὐθεντία, καὶ ἀληθῶς εἶναι τοιαύτη· καὶ ὅμως δὲν παύομεν κακίζοντες τὴν ἐνέργειαν τῆς δημοπρασίας, ἣν ἐσφράγισεν ἡ διαταγὴ τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ἡ αὐθεντία τῶν σοφῶν καθηγητῶν καὶ διδασκάλων τοῦ Ἔθνους, οἱ ὁποῖοι, διὰ νὰ μεταχειρισθῶ τὸ κοινὸν λόγιον, εἶναι οἱ Νομοκράτορες. Ὑπὸ τὴν αὐθεντίαν τῆς πράξεως ἐκάλυψα τὴν εὐθύνην μου, ὡς Ὑπουργὸς, ὑπὸ αὐθεντικὴν σφραγῖδα τῆς Νομικῆς Σχολῆς καὶ τὴν διαταγὴν τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου· ἐδῶ δὲ παύει καὶ πᾶσα ἡ ἐνέργεια καὶ πᾶσα ἡ εὐθύνη τοῦ Ὑπουργοῦ, ἄρχεται δὲ ἡ ἐνέργεια τῆς ὑπευθύνου ἐπιτροπῆς. Ἀλλ’ ἐγὼ δέχομαι τὴν εὐθύνην διὰ τὰς πράξεις τῆς ἐντίμου ἐπιτροπῆς, ἥτις μετὰ ζήλου ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν της. Τὸ πρῶτον στάδιον λοιπὸν τῆς προμηθείας τοῦ διπυρίτου εἶναι τετελεσμένον. Βλέπετε κενόν τι, ὅπως συμπληρώσω αὐτό; βεβαίως ὄχι. Τὸ δεύτερον στάδιον ἦτο βεβαίως ἡ σύστασις τῆς πρὸς παραλαβὴν ἐπιτροπῆς κατὰ τὸ συμβόλαιον. Ἐγὼ ὡς Ὑπουργὸς καὶ κατὰ τὸ δικαίωμα, ὅπερ εἶχον, ἐσύστησα τὴν ἐπιτροπὴν, παρέδωσα εἰς αὐτὴν τὸ συμβόλαιον, καὶ διέταξα αὐτὴν νὰ προβῇ εἰς τὴν παραλαβὴν κατὰ τὰς διατάξεις, ὑπὸ τὴν εὐθύνην αὐτῆς, διότι αἱ ἐπιτροπαὶ εἶναι ὑπεύθυνοι διὰ τὰ ἔργα αὐτῶν κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου. Ἡ ἐπιτροπὴ ἣν ἐσύστησα συνεκροτήθη ἀπὸ τοὺς καλλιτέρους ἀξιωματικούς, τοὺς ὁποίους τότε τουλάχιστον εἶχον ἐν Ἀθήναις, οὗτοι δὲ ἦσαν πρῶτον ὁ ἀντισυνταγματάρχης Ζιμβρακάκης τῶν γενικῶν ἐπιτελῶν, σπουδάσας ἐνταῦθα καὶ ἐν Εὐρώπῃ, ὑπηρετήσας εἰς τὸν γαλλικὸν στρατὸν, διευθυντὴς δὲ τῆς στρατιωτικῆς σχολῆς σήμερον· τοῦτον διώρισα πρόεδρον. Δεύτερος εἶναι ὁ κ. Τ. Βάσσος, ὑπασπιστὴς τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως, καὶ τρίτος οἰκονομικὸς ἐπιθεωρητὴς, ὅστις ὑποχρεωτικῶς ἔπρεπε ν’ ἀποτελῇ μέρος, καὶ ὁ ὁποῖος κατ’ εὐτυχίαν ἔτυχε νὰ ἦναι φίλος τοῦ ἀειμνήστου Δεληγεώργη. Ἡ Ἐπιτροπὴ, παραλαβοῦσα τὸ συμβόλαιον, μετέβη εἰς Πειραιᾶ καὶ ἤρξατο τῆς παραλαβῆς. Τὴν πρώτην ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἤρχισε τὴν παραλαβὴν, ὑποβάλλει ἀμέσως τὸ πρωτόκολλον τῆς παραλαβῆς, ἀλλὰ δι’ αὐτοῦ ἐζήτει τὴν ἄδειαν νὰ προσλάβῃ ἐμπειροτέχνας ἢ πραγματογνώμονας, διότι, ὡς ἀνέφερε, τὸ πρᾶγμα ἦτο λίαν καλὸν, ἐξέφραζεν ὅμως ἀμφιβολίας ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν τῆς ὕλης, καὶ ἐγὼ βεβαίως ἔδωκα τὴν ἄδειαν προφορικῶς, καὶ οἱ πραγματογνώμονες παρελήφθησαν ἀμέσως, ὅπως ἀνέφερε περὶ τούτου ὁ πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς κ. Ι. Ζιμβρακάκης. Οἱ κατήγοροι ὅμως, ἔχοντες ἐνώπιον αὐτῶν τὴν ἀναφορὰν τοῦ προέδρου, ἐνόμισαν ὅτι ἐπέτυχον σκοπὸν ὅπως στηρίξωσι κατ’ ἐμοῦ φοβερὰν κατηγορίαν, λέγοντες, ὅτι ἐγὼ δὲν ἐπέτρεψα νὰ λάβῃ πραγματογνώμονας ἡ ἐπιτροπὴ, ἐνῷ ῥητῶς ὁ πρόεδρος ἀνέφερε τὸ ἐναντίον ἀκριβῶς, μὲ μόνην τὴν παρατήρησιν, ὅτι ἔδωσα τὴν διαταγὴν προφορικῶς, ὡς ἐνθυμοῦμαι, εἰς ἓν ἐκ τῶν τριῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς. Ἀναγινώσκει. Ἡ ἐπιτροπὴ καὶ ἄνευ τῆς προφορικῆς διαταγῆς μου ἦτο ὑπόχρεως ἐκ τοῦ ἑαυτῆς καθήκοντος νὰ παραλάβῃ πραγματογνώμονας, καὶ τοὺς παρέλαβεν, ἀλλὰ δὲν ὠφελήθη τίποτε ἐξ αὐτῶν, διότι ἐκεῖνοι διῃρέθησαν εἰς δύο ὡς πρὸς τὴν ποιότητα κατὰ τὰ ἴδια αὑτῶν συμφέροντα. Ἡ ἐπιτροπὴ λοιπὸν δὲν ἠδύνατο νὰ φωτισθῇ παρ’ αὐτῶν, καὶ διὰ τοῦτο ὁ πρόεδρος αὐτῆς ἀνέφερεν ὅσα λέγει ἡ ἀνωτέρω ἀναφορὰ αὐτῆς· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐν τῇ Βουλῇ ἐγεννήθησαν δισταγμοὶ, διότι ἡ ἀναφορὰ τοῦ κ. Ζιμβρακάκη δὲν ἐξηγεῖ καθαρῶς τὴν πρόσληψιν τῶν πραγματογνωμόνων, παρεκάλεσα αὐτὸν δι’ ἐπιστολῆς νὰ μοὶ εἴπῃ, ἂν ἐγὼ διέταξα καὶ παρέλαβον τοὺς πραγματογνώμονας, ἢ οἴκοθεν ἡ ἐπιτροπὴ παρέλαβεν αὐτούς. Ἰδοὺ τί μοὶ γράφει: «Ἐν Πειραιεῖ, 13 Ἰουνίου. Ἀπαντῶν εἰς τὴν ἐπιστολήν σας,» διὰ τῆς δευτέρας αὐτῆς ἐπιστολῆς, ἥτις ἀνωτέρω ἀναφέρεται... Πῶς λέγουσι λοιπὸν οἱ κατήγοροι, ὅτι δὲν προσελάβομεν πραγματογνώμονας, ἀπέναντι τοιούτων σοβαρῶν καὶ ἐπισήμων ἀποδείξεων, τοῦτο ἀφίνω νὰ ἐκτιμήσῃ ὁ κόσμος καὶ ὑμεῖς. Ἀλλὰ τὴν ἑπομένην ἡ ἐπιτροπὴ, παραστᾶσα εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, εἶπεν, ὅτι οὐ μόνον εἶναι κατάλληλος ὁ διπυρίτης, ἀλλ’ ὅτι, ἐὰν θέλωσι νὰ ἀγοράσωσι καὶ ἄλλον, ἔπρεπε νὰ λάβωσι τῆς αὐτῆς ποιότητος. Ἡ ἀντίδρασις ὅμως δὲν ἐσταμάτησε, διότι τὴν ἑπομένην ἡμέραν ἦλθεν ἐκ Πειραιῶς ἄνθρωπος, ὅστις ἐπροστάτευε δύο καταστήματα ἀλευροποιῶν· οὗτος λαβὼν τεμάχιά τινα τῆς χειροτέρας γαλέτας, ἡ ὁποία εὑρέθη εἰς τὰς ἀποθήκας του, καὶ τεμάχια τῆς καλλιτέρας, ὅσην ἐπέτυχεν, ἐντοπίου, ἐξέθηκεν αὐτὴν εἰς ὅλα τὰ φαρμακεῖα, ὅπως διεγείρῃ τὴν κοινὴν γνώμην κατ’ ἐμοῦ, καὶ ἐπέτυχεν ἀληθῶς τοῦ σκοποῦ του. Ὁ ἄνθρωπος οὗτος εἶναι σήμερον βουλευτής. Εἶναι λίαν ἔντιμος, δὲν μοὶ ἔδωκεν ὅμως τὴν ἄδειαν νὰ τὸν ὀνομάσω καὶ δὲν τὸν ὀνομάζω· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἔτυχε νὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ὁμιλίαν αὐτὴν ὁ λίαν ἔντιμος συνάδελφός μας κ. Ζάνος, δὲν θὰ ἀρνηθῇ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Ἀκούετε; Ἰδοὺ, κύριοι, ποία ἐνέργεια ἐγίνετο πρὸς συκοφαντίαν ἐμοῦ οὐχὶ ἐκ πολιτικῶν λόγων μόνον, ἀλλὰ καὶ ἐκ συμφερόντων τῶν ἐν Πειραιεῖ πολλῶν κερδοσκόπων, καὶ ἐξηγέρθη ἀληθῶς τὸ δημόσιον φρόνημα, ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργὸς ἄνευ ἀναβολῆς μὲ ἐκάλεσεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν ἐσωτερικῶν· ἔτυχε μάλιστα παρὼν ὁ ἔντιμος φίλος μου κ. Θερμογιάννης, ἀνήκων νῦν εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν. Μοὶ εἶπε δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ὁ κόσμος κατακραυγάζει διὰ τὴν ποιότητα τοῦ διπυρίτου, καὶ μὲ ἠρώτησε τί γνωρίζω. Ἐγὼ ἀμέσως τοῦ ὑπέδειξα τὰ ἔγγραφα τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τοῦ προέδρου, εἶπον δὲ, μὴ ταράττεσθε, κ. πρωθυπουργὲ, τὸ πρᾶγμα εἶναι ἁπλούστατον καὶ εὔκολον· νὰ διατάξω τέσσαρας ἢ πέντε ἀνωτέρους ἀξιωματικοὺς, ἕνα δικαστὴν καὶ ἕνα οἰκονομικὸν ὑπάλληλον, νὰ δώσωμεν εἰς αὐτοὺς πᾶσαν ἐξουσίαν νὰ ἐξετάσωσι καὶ τὴν ἐπιτροπὴν καὶ τὸν διπυρίτην, καὶ ν’ ἀποφασίσωσιν ὅ,τι συμφέρει. Ἀλλ’ ὁ κ. πρωθυπουργὸς μοὶ λέγει, ὅτι εἶναι ἄδικον νὰ ὑποβάλωμεν τρεῖς ἐντίμους ἀξιωματικοὺς εἰς τοιαύτην αὐστηρὰν ἐξέλεγξιν ἄνευ ἀποδεδειγμένης αἰτίας· διατάξατε νὰ ἔλθῃ ἡ ἐπιτροπὴ πρὸς ἐμὲ, ὅπως ἐγὼ αὐτὸς ἀντιληφθῶ καὶ φροντίσω περὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς. Ἐχάρην, καὶ ὑπακούσας, διέταξα ἀμέσως τὴν ἐπιτροπὴν νὰ παρουσιασθῇ καὶ λάβῃ τὰς διαταγὰς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ ἐχάρην, διότι ὁ ὑπεύθυνος ἀρχηγὸς τῆς κυβερνήσεως καὶ προϊστάμενός μου ἀνέλαβεν ὁ ἴδιος νὰ ἐξετάσῃ τὴν ἐπιτροπὴν, καὶ τὰ πράγματα ἀμέσως ἐσταμάτησαν πᾶσαν ἐνέργειαν. Αὐτὰ σᾶς τὰ εἶπα πέρυσιν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς· ἀκούσατέ τα καὶ νῦν (ἀναγινώσκει).
§68ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Καθ’ ἣν στιγμὴν παρεδίδετο ὁ διπυρίτης ἄρτος ἠγέρθησαν τῷ ὄντι παράπονα κατὰ τῆς ποιότητος αὐτοῦ· ἐγὼ ὡμίλησα πρὸς τὸν κ. Πετιμεζᾶν πολλάκις, αὐτὸς δὲ μοὶ εἶπεν, ὅτι ἐπὶ τούτῳ διώρισεν ἐπιτροπὴν πρὸς ἐξέτασιν, ἡ ἐπιτροπὴ δ’ αὕτη, εὑροῦσα αὐτὸν καλὸν, τὸν παρεδέχθη· ἄλλως ἤθελε τὸν ἀποῤῥίψει. Ἡ ἐπιτροπὴ συνέκειτο ἀπὸ τὸν κ. Βάσσον, ἀπὸ τὸν κ. Ζιμβρακάκην καὶ ἀπὸ τὸν κ. Βλαχόπουλον· τοὺς κυρίους αὐτοὺς προσεκάλεσα εἰς τὴν οἰκίαν μου, ἀνέφερα αὐτοῖς τὰς διαδόσεις, τοὺς παρεκάλεσα δὲ νὰ μοὶ δώσωσι τὰς δεούσας πληροφορίας. Οἱ κύριοι μοὶ εἶπον, ὅτι τὰ λεγόμενα ἦσαν συκοφαντίαι, ὅτι τὸν ἄρτον αὐτοὶ εὑρίσκουσι καλὸν, γλυκὺν καὶ κατάλληλον εἰς τροφήν· μοὶ εἶπον μάλιστα, ὅτι ἔχει καὶ ἓν πλεονέκτημα, βρεχόμενος, νὰ μὴ μουσκεύῃ (γέλως). Νομίζουν, οἱ γελῶντες, ὅτι κατορθώνουν τίποτε; Οἱ γελῶντες, ὅταν δὲν στηρίζωνται ἐπὶ γελοίων, ἠξεύρετε πῶς ὀνομάζονται: Τὸ ἠξεύρετε. Λοιπὸν εἰδικοὶ ἄνθρωποι, μὴ ἔχοντες οὐδεμίαν σχέσιν μὲ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἀνώτεροι ἀξιωματικοὶ, ἀνωτέρας περιωπῆς, μοὶ ἔδωκαν τὰς πληροφορίας αὐτάς· μοὶ εἶπον δὲ, ὅτι θέλομεν κάμει καλῶς ν’ ἀγοράσωμεν καὶ ἄλλον τοιοῦτον διπυρίτην ἄρτον. Ἰδοὺ διατί τότε δὲν ἐγένετο οὐδεμία ἀντίθετος ἐνέργεια.» Διατί γελᾶτε σεῖς ἐκεῖ; Τὸ αὐτὸ ἐπράξατε καὶ πέρυσι, ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργὸς σᾶς εἶπε τότε: γνωρίζετε πῶς ὀνομάζονται οἱ γελῶντες ὅταν δὲν ὑπάρχῃ γελοῖόν τι. Τὰ ἐπαναλαμβάνω καὶ ἐγὼ τώρα πρὸς διδασκαλίαν καὶ ὁδηγίαν σας. Δὲν εἶναι δὲ τόσον εὔκολον νὰ ἀντικρύσῃ τις τὸν Ζιμβρακάκην καὶ τὸν Βάσσον καὶ τὸν Βλαχόπουλον κατὰ τὴν τιμιότητα καὶ ἱκανότητα. Δὲν εἶναι εὔκολον, λέγω, εἰς καθένα ν’ ἀτενίσῃ εἰς τὸ μέτωπον αὐτῶν, καὶ μάλιστα τινὲς ἐξ ὑμῶν. Ἐπανέρχομαι. Ἰδοὺ διατὶ δὲν ἐγένετο οὐδεμία ἐνέργεια, ὡς σᾶς εἶπεν ὁ Πρωθυπουργὸς, δηλ. ἰδοὺ διατὶ δὲν ἐσχηματίσθη δευτέρα ἐπιτροπὴ, τὴν ὁποίαν ἐγὼ εἶχον προτείνει· διότι ἡ ἐγγύησις καὶ ἡ εὐθύνη τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἦτον ἡ μεγίστη πάσης ἄλλης. Κύριοι, τὰ δύω στάδια τῆς προμηθείας μου τελειώνουσιν ἐδῶ· ἡ δημοπρασία ἐτελείωσε τῇ ἀποφάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ διὰ τῆς αὐθεντικῆς γνώμης τῶν καθηγητῶν. Ἡ παραλαβὴ ἐγένετο ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς κατὰ τὰς διαταγὰς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὥστε μόνος μου οὐδὲν ἔπραξα, ἡ ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως ἦτο πάντοτε ἐνεργὸς, ἱσταμένη μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ὁ Πρωθυπουργός, κύριοι, εἶναι ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἐγὼ καλῶς ἔπραξα ὑπακούσας εἰς τὰς διαταγὰς αὐτοῦ, διότι, ὅταν μετ’ ὀλίγον ἠθέλησα νὰ ἐνεργήσω προβιβασμοὺς ἐναντίον τῆς γνώμης του, ὡς ἀληθῶς ἐνήργησα τοιούτους, μὲ ὑπεχρέωσε νὰ παραιτηθῶ, καὶ παρῃτήθην· ἄλλως θὰ ἤμην μέχρι σήμερον Ὑπουργός. Ἤδη ἐρωτῶ τοὺς κατηγόρους, τί παρέλειψα ἐγὼ πρὸς ζημίαν τῶν συμφερόντων τοῦ δημοσίου, ἢ ὑπὸ ποίαν πρόθεσιν ἔβλαψα αὐτά; Ἀναφέρομαι εἰς τὴν συνείδησίν σας. Ἴσως ὑπάρχουσί τινες ἔχοντες κατ’ ἐμοῦ παράπονα, ἀλλ’ εἶναι ὀλίγοι, οἱ λοιποὶ ἐμφορεῖσθε ἀπὸ τὴν ἰδέαν· ἐξετάσατε ἂν περιεφρούρησα τὰ δημόσια συμφέροντα καλῶς. Δὲν πιστεύω, ὅτι ἡ κατ’ ἐμοῦ πάλη μετετράπη εἰς προσωπικήν· τοιαύτην πεποίθησιν ἔχω, καὶ τὴν διακηρύττω πρὸς τιμὴν τοῦ ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου, καὶ ἐλπίζω ὅτι δὲν πλανῶμαι ἴσως. Ὡς τρίτην αἴτησιν ἔχει τὸ κατηγορητήριον, ὅτι ἀπέστειλα διπυρίτην εἰς Κρήτην ἄνευ λόγου καὶ ἄνευ τακτικῆς παραλαβῆς· ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθὲς παντάπασιν. Διότι ποίαν ἀνάγκην εἶχον ἐγὼ νὰ στείλω διπυρίτην εἰς Κρήτην ὡς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἀφοῦ οὐδὲ τάγματα εἶχον ἐκεῖ οὔτε Χωροφυλακὴν οὐδὲ καμμίαν ἄλλην στρατιωτικὴν δύναμιν; Ὡς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἤμην βοηθὸς τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν διηύθυνεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ὁ ὁποῖος διευθύνει καὶ τώρα αὐτὴν ὡς Πρωθυπουργός. Ἡ Κρητικὴ ἐπιτροπὴ, συγκειμένη μόνον ἀπὸ τὸν κ. Ῥενιέρην, ἐζήτησε 5,000 στατῆρας διπυρίτου διὰ τὴν Κρήτην· ἡ Κυβέρνησις μὲ διέταξε νὰ ἐκτελέσω τὴν αἴτησιν τοῦ κ. Ῥενιέρη, καὶ ἐγὼ ἐξετέλεσα αὐτὴν, ὅτε ὁ κ. Ῥενιέρης εἰργάζετο μόνος καὶ οἱ περὶ αὐτὸν ἄλλοι Κρητικοὶ ἦσαν ἁπλᾶ καὶ παθητικὰ αὐτοῦ ὄργανα. Εἰς τὸν κ. Ῥενιέρην παρεδόθησαν 5,000 στατῆρες διπυρίτου· ἀλλὰ διὰ νὰ πληρωθῇ ὁ σκοπὸς, ὁ διπυρίτης ἔπρεπε ταχέως ν’ ἀποσταλῇ ὅθεν ἔδει. Ἐγὼ δὲ, ὅπως εὐκολύνω τὴν ἀποστολὴν, διέταξα τὴν ἐπιτροπὴν νὰ παραλάβῃ τὰς 5,000 στατῆρας ἐντὸς τῶν φορτηγίδων καὶ ἐπιβιβάσῃ αὐτὰς εἰς τὸ ἐπὶ τούτῳ ἀτμόπλοιον ἅμα ὡς καταπλεύσῃ εἰς τὸν λιμένα Πειραιῶς. Οὕτω καὶ ἐγένετο. Ἀλλ’ οἱ μὴ γνωρίζοντες ὅλα τὰ πράγματα, διατελέγουν νὰ διατάξω νὰ παραληφθῇ καὶ φορτωθῇ ἀπὸ τὰς φορτηγίδας, χωρὶς νὰ ἐξέλθῃ εἰς τὴν ξηράν; Ἠξεύρετε, κύριοι, ὅτι 5,000 στατῆρες διὰ νὰ ἐκφορτωθῶσι καὶ φορτωθῶσι πάλιν εἰς τὰς φορτηγίδας, καὶ ἀπὸ αὐτὰς πάλιν νὰ μεταφερθῶσιν εἰς τὰ ἀτμόπλοια, πρῶτον ἔπρεπε νὰ πληρώσωμεν μίαν δραχμὴν δι’ ἕκαστον στατῆρα, δηλαδὴ 5,000 δραχ. δεύτερον ἤθελε τριβῆ ὁ διπυρίτης. Ἀλλὰ πρὸς τί νὰ δαπανήσῃ τὸ δημόσιον 5,000, νὰ καταστραφῇ δὲ καὶ τὸ πρᾶγμα; Ἰδού εἶπον εἰς τὴν ἐπιτροπὴν νὰ παραλάβῃ τὸν διπυρίτην εἰς τὰς φορτηγίδας καὶ ἀπὸ ἐκεῖ νὰ τὸν ἐπιβιβάσῃ εἰς τὸ ἀτμόπλοιον ἅμα φθάσῃ. Ἐπειδὴ δὲ ἡ ἐπιτροπὴ παρετήρησεν, ὅτι ὁ ἐργολάβος ἐπλήρωνε ναῦλον διὰ τὰς φορτηγίδας, διέταξα ν’ ἀποζημιωθῇ εἰς βάρος τοῦ δημοσίου ἀνὰ 20 δραχ. δι’ ἑκάστην φορτηγίδα μέχρι τῆς ἐπιβιβάσεως, ἥτις εὐτυχῶς ἐγένετο. Τὴν ἐπιοῦσαν οἱ κατήγοροι εἶπον, ὅτι ἡ σταλεῖσα γαλέττα εἰς Κρήτην ἦτον ἄχρηστος, καὶ ὅτι μόνον οἱ σάκκοι ἐχρησίμευσαν. Ἀλλ’ ἐὰν ταῦτα ἦσαν ἀληθῆ, τὸ πρῶτον παράπονον ἤθελεν ἀπευθυνθῆ κατὰ φυσικὸν λόγον εἰς τόν πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ τοιοῦτο παράπονον δὲν ἐγένετο· ἀλήθεια, κ. Πρωθυπουργέ; Βλέπετε. Κατὰ δεύτερον λόγον ὁ κ. Ῥενιέρης ἤθελε παραπονεθῆ, ἀλλὰ τοιοῦτον δὲν ἐγένετο. Ἀλλὰ πῶς τάχα αὐτοὶ οἱ 5,000 στατῆρες εὑρέθησαν τόσον κακοὶ, οἱ δὲ λοιποὶ, αἱ ὁποῖαι ἔμειναν ἐδῶ, καλαί; Βλέπετε, ὅτι ὅλαι αἱ κατηγορίαι εἰσὶν ἀνυπόστατοι, καί τινες τῶν συνταξάντων τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τῶν ὑπογραψάντων τὴν κατηγορίαν, ἐὰν εἶχον ὅλα τὰ ἔγγραφα ὑπ’ ὄψιν, καὶ ἐγνώριζον τὰ πράγματα, δὲν ἤθελον προβῆ εἰς τὴν ὑπογραφὴν αὐτῶν. Δὲν παραπονοῦμαι κατ’ οὐδενός, διότι μόνον τὰ γραΐδια παραπονοῦνται, ἀλλὰ λαλῶ μόνον τὴν ἀλήθειαν. Τετάρτη αἰτίασις εἶναι, ὅτι δὲν εἶχον κηρύξει τὸν Λάμπρον ἔκπτωτον. Ἀλλ’ οἱ κατήγοροι δὲν εἶχον δυστυχῶς ὑπ’ ὄψιν τὰ ἔγγραφα, ἅτινα δὲν εὑρίσκοντο ἐνώπιον αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐγὼ ἀναπληρῶ τὰ κενά. Τὸν Λάμπρον ἐγὼ ἐκήρυξα ἔκπτωτον κατὰ διαταγὴν τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις ἦτο αὐστηρότατος εἰς ὅλα ἐναντίον αὐτοῦ, ὡς ἤμην καὶ ἐγώ. Ἐγὼ τοῦ ἠκύρωσα τὴν δημοπρασίαν καὶ τὸν ἐζημίωσα καὶ ἄλλως. Ἀκούσατε. Ἐζήτησε νὰ προμηθεύσῃ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ στρατοῦ 100 ἵππους. Τὸ ἐδέχθην· συνέταξα μετ’ αὐτοῦ συμβόλαιον αὐστηρότατον, διότι ἔλεγεν, ὅτι, ἐναντίον τῶν διαταγῶν τῆς Πύλης, δι’ Ἄγγλων καὶ Γάλλων ἠδύνατο νὰ ἐνεργήσῃ τὴν προμήθειαν. Ἐπειδὴ ὑπέθετον, ὅτι ἤθελε νὰ μᾶς ἀπατᾷ, συνέταξα συμβόλαιον δι’ ὅρων αὐστηροτάτων. Οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ Ὑπουργείου μοὶ εἶπον, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ εὕρῃ αὐτὸς τοιούτους ἵππους· οἱ ἵπποι τῆς Μικρᾶς Ἀσίας δὲν ἔχουν τοιαῦτα προτερήματα. Ἐγὼ εἶπον: τί μὲ μέλλει; ἀφοῦ αὐτὸς ἀναδέχεται, πᾶσα ἀποτυχία εἶναι διὰ λογαριασμόν του. Τῳόντι ἔφερε τοὺς ἑκατὸν ἵππους, ἐγὼ δὲ ἐσχημάτισα ἐπιτροπὴν, τὴν ὁποίαν διέταξα νὰ συμμορφωθῇ αὐστηρῶς μὲ τὸ συμβόλαιον. Ἐκ τῶν ἑκατὸν ἐξελέχθησαν μόνον 14· οἱ ἄλλοι ἀπεῤῥίφθησαν, καὶ ὑπέστη μεγάλας ζημίας ὁ Λάμπρος, ἐξοδεύων νὰ τοὺς τρέφῃ ἐπὶ τέσσαρας ἢ πέντε μῆνας· ὅλαι αἱ παρακλήσεις του ἀπέβησαν μάταιαι, καὶ μόνον ἀφοῦ παρῃτήθη, ὁ διάδοχός μου κ. Μπούμπουλης, καλῶς ποιῶν, τοὺς ἠγόρασε, διότι οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ ἱππικοῦ ἐπανειλημμένως ἀνέφερον, ὅτι οἱ ἀποῤῥιφθέντες ἵπποι, καίτοι μὴ ἔχοντες τὸ ἀνάστημα, οὐχ ἧττον ἦσαν ἄριστοι, ἐνῷ ἐγὼ τοὺς ἀπέῤῥιψα. Πόσα δὲ δὲν εἶπον καὶ πόσας συκοφαντίας δὲν ἔγραψαν αἱ ἐφημερίδες, καὶ ἐνῷ ἐγὼ ἐκτύπησα παντοῦ τὸν ἐργολάβον Λάμπρον, ἐν τούτοις κατώρθωσεν ἡ ῥαδιουργία νὰ πιστεύσῃ ὁ κόσμος, ὅτι ἐγὼ εὐνοοῦσα δῆθεν αὐτόν. Τώρα, σᾶς ἐρωτῶ, ἐνήργησα τίποτε μόνος μου; ἢ ἐνήργησα τὰ πάντα ὑπὸ τὰς διαταγὰς καὶ τὴν ἐπίβλεψιν τῆς Κυβερνήσεως, ὡς ἀποδεικνύουν τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα· καὶ ὅμως μὲ ἀπομονώσατε, ἐλπίζοντες νὰ νικήσητε. Ἀλλ’ ἡ ἀλήθεια δὲν νικᾶται. Ἄλλη αἰτίασις εἶναι, ὅτι ἐγὼ ἐδέχθην συναλλάγματα ὡς ἐγγύησιν, τὰ ὁποῖα δὲν εἶχον ἀξίαν. Ἀλλὰ ταῦτα ἀναιροῦνται ἀπὸ τὰς διαταγάς μου πρὸς τὸ φρουραρχεῖον, τὰς ὁποίας σᾶς ἀνέγνωσα καὶ ἄλλοτε. Ἀλλὰ, κύριοι, τί ἠθέλετε κατακραυγάσει ἐναντίον μου, ἐὰν ἀληθῶς ἔσφαλα εἴς τι· εὑρέθην Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ τὸ λέγω οὐχὶ νὰ καυχηθῶ, ἀλλ’ ὡς γεγονὸς, εἰς περιστάσεις τοιαύτας· ἐπὶ πέντε μῆνας δὲν ἐκοιμήθην εἰς τὴν κλίνην μου, ἀσθενὴς ὑπέγραφα πεντακόσια ἔγγραφα καθ’ ἑκάστην ἡμέραν, τὴν νύκτα δὲ ἐτήρουν τὰ τηλεγραφήματα, διότι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις τότε εἶχε καθήκοντα ὑψηλὰ καὶ γενικὰ, πάντα δὲ ἔκτακτα νὰ ἐπιτελέσῃ, καὶ ὅλος ὁ Ἑλληνισμὸς ἦτον εἰς βάρος αὐτῆς. Ἔπρεπε νὰ φροντίζω περὶ ἱερῶν ἀναγκῶν, καὶ ἠξεύρετε ἕως ποῦ ἐξετείνοντο αἱ ἐνέργειαι, ἐφ’ ὅλην τὴν Ἑλληνικὴν φυλήν. Νυχθημερὸν ἐλάμβανον ἄπειρα τηλεγραφήματα ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη, καὶ ἔπρεπε νὰ εἴμεθα ἕτοιμοι, ὅπως κενώσωμεν ὅλας τὰς ἀποθήκας τὴν ἡμέραν, καὶ τὸ ἑσπέρας νὰ πληρῶμεν αὐτάς. Ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τῶν συναδέλφων μου, ἐὰν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἦτο στρατόπεδον μᾶλλον· αἱ Ἀθῆναι εἶχον πλημμυρήσει ἀπὸ χιλιάδας ἀνθρώπων, ἐλθόντων ἔξωθεν, περὶ ὧν ἔπρεπε νὰ φροντίσωμεν, σώζοντες τὴν πόλιν. Ἄλλη φροντὶς ἦτον ἡ ἐσωτερικὴ τάξις, ἥτις εἰς οὐδὲν σημεῖον διεταράχθη, καὶ πολλάκις ἔλεγον πῶς τόσαι χιλιάδες στρατοῦ δὲν δίδουσιν οὐδεμίαν ἀφορμὴν παραπόνου. Κύριοι Ὑπουργοί, συνάδελφοι τότε, σᾶς προκαλῶ νὰ εἴπητε ἐὰν δὲν σᾶς ἠρώτησα εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἐὰν ἔχητε κανὲν παράπονον ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν, διότι εἰς ἐμὲ τοιοῦτον δὲν ἐγένετο, καὶ δὲν μὲ εἴπατε ἀληθῶς, δὲν ἔχετε κανὲν παράπονον; Ὑπὸ τοιούτους κόπους πιθανὸν νὰ ἐδεχόμην καὶ συναλλάγματα;!! ὄχι τόσον ἀσφαλῆ, ἐξαπατηθεὶς, καὶ ὁ Ὑπουργὸς εἶναι ἄνθρωπος καὶ ἠδύνατο, τὸ ἐπαναλέγω, νὰ σφάλῃ. Ἐγὼ ὅμως δὲν ἔσφαλα, ὄχι· τὰ συναλλάγματα εἶχον πλήρη τὴν ἀξίαν αὐτῶν, καὶ οὐδεὶς ἐτόλμα νὰ μὲ ἀτενίσῃ πρὸς βλάβην τῶν δημοσίων συμφερόντων, τὰ συναλλάγματα ἦσαν χρυσός. Καὶ ἂν μετ’ ὀλίγον τὰ κατέσχον, τοῦτο ἀποδεικνύει τὴν ἀξίαν αὐτῶν· ἄλλως πρὸς τί νὰ τὰ κατάσχουν; Ἀλλὰ καὶ ἂν ἦσαν λίραις, δὲν ἠμποροῦσαν νὰ τὰ κατάσχουν; Διατί τὰ κατέσχον; διότι εἶχον ἀξίαν. Ἀπόδειξις τούτου, ὅτι ὁ ἐργολάβος ἀντικατέστησεν αὐτὰ δι’ ἐθνικῶν χρεωγράφων, καὶ εἰς τοῦτο θὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Φιλήμονος. Κύριε Φιλήμων, διὰ τὸν δημοτικὸν φόρον δὲν ἐλάβετε 30,000 ἐθνικὰ χρεώγραφα; εἶναι ἀληθὲς τοῦτο;
§69ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἕν μέρος.
§70ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ποία καλλιτέρα ἐγγύησις δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀπὸ τὰ χρεώγραφα; Τί ἔχετε λοιπὸν νὰ ἐξετάσητε καὶ ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ἀφοῦ τὰ πάντα φέρουν τὸ κῦρος τὸ πλέον ἐπίσημον; Ἐγὼ σᾶς ὁμιλῶ μεθ’ ὅλης τῆς εἰλικρινείας, καὶ νομίζω, ὅτι δὲν θὰ μὲ μεμφθῆτε δι’ αὐτό.
§71ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Δυνάμει τοῦ νέου νόμου, τὸ Δημόσιον ἐκεῖ ἔχει μεγαλειτέραν ἐγγύησιν.
§72ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τί σᾶς εἶπε καὶ ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος περὶ αὐτοῦ;
§73ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀντὶ πάσης ἄλλης ἐγγυήσεως, προτιμότερα εἶναι αὐτά.
§74Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι, θὰ εἴπω μίαν γνώμην, ἀλλὰ σᾶς ὁμολογῶ ὡς τίμιος ἄνθρωπος, ὅτι δὲν θέλω νὰ ψέξω οὐδένα. Φρονῶ, κύριοι, ὅτι ἔπρεπε νὰ πράξῃ τὸ Κοινοβούλιον εἰς τὴν περίστασιν αὐτὴν τὸ ἑξῆς. Ἔπρεπε νὰ διδάξῃ τὴν ζέσιν, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον, προκειμένου περὶ ἐλέγχου, δὲν φείδεται τὸν Ὑπουργὸν, οὐδὲ τῆς διανοίας αὐτοῦ, διότι καὶ τὴν διάνοιαν τὴν ἐμὴν ἐθέσατε ὑπὸ ἔλεγχον· ἀλλὰ πρέπει συγχρόνως νὰ διδάξητε, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον εἰξεύρει νὰ ἦναι αὐστηρόν, ἀλλ’ εἰξεύρει νὰ ἦναι καὶ δίκαιον (καὶ τοῦτο λέγων, δὲν ἐννοῶ, ὅτι ὑπάρχει ἢ ὑπῆρξε προσωπικὴ πρόθεσις κατ’ ἐμοῦ, διότι καὶ ἂν ὑπάρχῃ ἐγὼ δὲν θέλω νὰ τὴν γνωρίζω) καὶ ὅτι ἅμα τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον συνήντησε τὴν ἀλήθειαν ἀντὶ τῆς πλάνης, οὐδόλως ἐδίστασε νὰ ἀποδεχθῇ αὐτήν. Αὐτά, κύριοι, δὲν τὰ λέγω δι’ ἐμέ, ἀλλὰ διὰ τὴν τιμὴν τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τῆς πατρίδος. Σᾶς ὑπεσχέθην, ὅτι δὲν θὰ ὁμιλήσω πολλά, καὶ δὲν θέλω προσθέσει τίποτε, ἐκτὸς ἐάν τις τῶν κ.κ. Βουλευτῶν μὲ προκαλέσῃ, ἢ θελήσῃ νὰ μὲ ἐρωτήσῃ τίποτε πρὸς πληροφορίαν αὐτοῦ· τότε δὲν θὰ διστάσω νὰ τοῦ τὴν δώσω ἀμέσως. Πρὶν ὅμως καταβῶ ἀπὸ τὸ βῆμα, κηρύττω τὸ ἑξῆς· 1ον εὐχαριστῶ τὴν Βουλὴν, ἥτις ἐσύστησε πέρυσι τὴν Ἐπιτροπὴν, διότι ἔδωκε δι’ ἑαυτῆς τὸ μέσον τῆς ἐξελέγξεως· 2ον εὐχαριστῶ τὴν Ἐπιτροπὴν, διότι εἰργάσθη μετ’ ἐπιμελείας ἐπ’ αὐτῆς τὴν ὑποθέσεως, καὶ 3ον εὐχαριστῶ καὶ ἐκείνους, οἵτινες συνέταξαν τὴν πρότασιν περὶ ἀνακρίσεως, διότι μοὶ ἔδωκαν τὰ μέσα νὰ ἀποδείξω ἔτι μᾶλλον τὴν ἀλήθειαν καὶ νὰ καταπολεμήσω τὴν συκοφαντίαν. Ἐὰν δὲ ἡ Βουλὴ ἐπιθυμῇ νὰ συστήσῃ καὶ ἀνακριτικὴν Ἐπιτροπὴν, ἔτι μᾶλλον θέλει μὲ εὐχαριστήσει, διότι θέλω ἐξέλθει τοῦ σκληροῦ ἀγῶνος λαμπρότερος.
§75Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν γνωρίζω, κύριοι, ἂν αἱ περιπλανήσεις τοῦ κ. Σ. Πετιμεζᾶ κατώρθωσαν νὰ μειώσωσι παρ’ ὑμῖν τὴν ἐντύπωσιν τὴν προξενηθεῖσαν ἀπὸ τὴν εὔγλωττον τοῦ ἐντίμου Βουλευτοῦ Εὐρυτανίας ὁμιλίαν. Ἐν τῷ πνεύματί μου μένει αὕτη ἀκεραία, διὰ τοῦτο δὲ ἤθελον θεωρήσει καὶ περιττὸν ν’ ἀπαντήσω εἰς ὅλα ἐκεῖνα τὰ ἀκατανόητα ἐπιχειρήματα, ἅτινα ἐξηνέχθησαν πρὸ ὀλίγου ἐνώπιον ὑμῶν. Πράγματι τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ κ. Σ. Πετιμεζᾶ εἶναι ἀνάξια ἀντικρούσεως, ἓν δὲ μόνον δὲν ἀνέμενον κατὰ τὴν ὁμιλίαν του, τὴν ἀπάθειαν τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως, μεθ’ ἧς κατεδέχθησαν νὰ καταστῶσι ψευδομάρτυρες ὅλων τῶν ψευδῶν, τὰ ὁποῖα αὐτὸς ἐπεκαλέσθη. Ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Πετιμεζᾶς ἐπιστολὴν τοῦ ἀξιωματικοῦ κ. Σαπουντζάκη, ἣν εἶπεν, ὅτι ἀνέγνωσεν ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργείου καὶ ἐνώπιον ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς, καὶ οἱ Ὑπουργοὶ ἔνευσαν διὰ τῆς κεφαλῆς, πρόθυμοι νὰ μαρτυρήσωσιν, ὅτι πράγματι ἀνεγνώσθη ἡ ἐπιστολή. Ἡ ἐπιστολὴ αὕτη προσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλ’ οὐδέποτε ἀνεγνώσθη, δὲν περιελάμβανε δὲ οὐδὲν συγχαρητήριον πρὸς τὸν πρώην Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τὰς προμηθείας του, ἀλλ’ ἁπλῶς εὐχαρίστει αὐτὸν διὰ τὴν προαγωγὴν τοῦ κ. Σαπουντζάκη. Ἰδοὺ πράγματι τί λέγω τὴν 31 Ὀκτωβρίου 1878, ἀπαντῶν εἰς τὸν κ. Σ. Πετιμεζᾶν, τοῦ ὁποίου τὴν τότε ἀγόρευσιν δὲν δύναμαι νὰ ἐπικαλεσθῶ, διότι τὰ στενογραφημένα πρακτικὰ περιλαμβάνουν ἁπλῶς τὴν μνείαν «ὅρα παράρτημα», μηδέποτε ἐκτυπωθὲν, διότι εἶχε τὴν φροντίδα ὁ κ. Πετιμεζᾶς νὰ λάβῃ μὲν τὴν ἀγόρευσίν του, οὐδέποτε δὲ νὰ τὴν ἐπιστρέψῃ, ὅπως μὴ ἦναι δυνατὸν νὰ δημοσιευθῇ. Ἰδοὺ τί ἔλεγον· «Ἐγὼ μετεχειρίσθην τὰ δημόσια ἔγγραφα πρὸς ὑποστήριξιν τῶν ἰσχυρισμῶν μου· ἦλθον ἐδῶ, τὰ ἀνέγνωσα ἐνώπιόν σας καὶ ἐνώπιον ὅλου τοῦ ἀκροατηρίου, χωρὶς νὰ προσθέσω λέξιν ἰδίαν, καὶ ἐνθυμεῖσθε τὴν ἐντύπωσιν τὴν ὁποίαν ἔκαμον. Σᾶς ἔφερε δ’ ἐκεῖνος πρὸς ἀντίκρουσιν αὐτῶν ἔγγραφα ὅλως ξένα πρὸς τὰς προμηθείας· σᾶς ἔφερεν ἰδιαιτέρας ἐπιστολὰς, αἱ ὁποῖαι προεκλήθησαν παρ’ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου, διότι ἡ ἐπιστολὴ αὕτη, τὴν ὁποίαν σᾶς ἀνέφερεν, εἶναι ἀπάντησις τοῦ κ. Σαπουντζάκη, καθ’ ὃν καιρὸν τῷ ἀνηγγέλθη ὁ προβιβασμός του. Ἀλλὰ μετ’ αὐτὴν ἐπῆλθον αἱ προμήθειαι, καὶ τὸ ἀληθῶς βάναυσον τηλεγράφημα, δι’ οὗ ἀνεκλήθη ἐκ Παρισίων. Τοιούτων δ’ ἐγγράφων ἔρχεται νὰ κάμῃ χρῆσιν ἐνώπιόν σας, καὶ θεωρῶν ὑμᾶς παιδία, θέλει δι’ αὐτῶν νὰ καταστρέψῃ τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα. «Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καταθέτω τὴν ἐπιστολὴν εἰς τὸ Προεδρεῖον.» «ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ Σαπουντζάκης εἶναι ἐκεῖ (δεικνύει τὸ θεωρεῖον τῶν ἀξιωματικῶν), καὶ θὰ τὸν προκαλέσω νὰ σᾶς ἀπαντήσῃ, ἐὰν τοιαύτη δὲν ἦναι ἡ ἐπιστολή του». Τοιαύτη ἦτο λοιπὸν ἡ ἐπιστολὴ, ἣν προσήγαγεν ὁ κ. Πετιμεζᾶς καὶ ὑπέβαλε τότε εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ὡς πρὸς ἣν οἱ κ.κ. Ὑπουργοὶ κατεδέχθησαν νὰ παραστῶσι ψευδομάρτυρες. Γνωρίζετε, κύριοι, ὁλόκληρον τὸ ἱστορικὸν τῶν δύο προμηθειῶν καὶ ἐκ τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἐκ τῆς εὐγλώττου ἀγορεύσεως τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Εὐρυτανίας. Γνωρίζετε ἐπίσης, ὅτι ζημία εἰς οὐσιώδη τοῦ Κράτους συμφέροντα ἐπῆλθε κατ’ ἀμφοτέρας τὰς προμηθείας. Ἐὰν δὲ ὑπῆρξεν ἀμφιβολία τις ὡς πρὸς τὴν ζημίαν, τὴν προελθοῦσαν ἐκ τῶν ἀρβυλῶν, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὴν ἀπὸ σκοποῦ ἀνάμιξιν δύω προμηθειῶν. Καὶ ἐὰν τὰ τεχνικὰ ἐπιχειρήματα τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Εὐρυτανίας τὰ ἐκ τῆς παραβολῆς τῶν ἐγγράφων τῆς προσφορᾶς πρὸς τὰς διαφόρους ἐκθέσεις δὲν σᾶς ἔπεισαν, δὲν ἔχετε ἢ νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὴν περὶ τῆς πρώτης προμηθείας συμφωνίαν, τὴν γενομένην μεταξὺ τῆς ἐν Παρισίοις Πρεσβείας καὶ τοῦ Godillot, δι’ ἧς τοσοῦτον συνετῶς περιεφρουρήθησαν τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, νὰ τὴν παραβάλητε πρὸς τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐγένετο ἡ δευτέρα, ὅπως πεισθῆτε, ὅτι αἱ μὲν πρῶται ἦσαν κάλλισται, στερεώταται καὶ ὑπέρτεραι τοῦ ἑλληνικοῦ προτύπου, αἱ δὲ τελευταῖαι πανάθλιαι, καὶ ταύτας αἱ διάφοροι ἐπιτροπαὶ δὲν ἠδυνήθησαν ἢ νὰ χαρακτηρίσωσιν ὡς ἀχρήστους. Προσέθηκεν ὅμως ὁ κ. Σ. Πετιμεζᾶς, ὅτι ἐκ τῆς προμηθείας τῶν ἀρβυλῶν οὐδὲν συμφέρον τοῦ Κράτους παρεβλάβη, οὐδεμίαν ζημίαν ὑπέστη τὸ Δημόσιον, καὶ ἐτόλμησε νὰ ἐκφέρῃ ἐνώπιον ὑμῶν τὸ ἐπιχείρημα, ὅπερ ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ λίαν ὀρθῶς ἐχαρακτηρίσθη ὡς κυνισμὸς, ἐτόλμησε νὰ εἴπῃ, ὅτι οἱ ἄνδρες κατέβαλον ἤδη εἰς τὸ Δημόσιον τὸ τίμημα, τὸ Δημόσιον οὐδεμίαν ὑπέστη ζημίαν, διότι οἱ στρατιῶται πληρώνουσι τὴν τιμὴν τῶν ἀρβυλῶν, μάλιστα αὐτῶν, αἵτινες ἐπὶ ὀκτὼ ἡμέρας δὲν ἠδύναντο νὰ διατηρηθῶσιν· ἀλλὰ καὶ τοῦτο δὲν εἶναι κἂν ἀληθὲς, διότι ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς ἐπιτροπῆς, περὶ τὸ τέλος τῆς 6ης σελίδος, θέλετε εὕρει τὰ ἑξῆς: «Κατὰ δὲ τὴν ἐπίσημον πληροφορίαν, ἣν ἔλαβεν ἡ ἐπιτροπή, ὑπάρχουσιν εἰσέτι ἐν μὲν τῷ ἐπιμελητηρίῳ τῆς Ἀνατολικῆς Ἑλλάδος 5,107 ζεύγη, ἐν δὲ τῷ τῆς Δυτικῆς 1261, καὶ ἐν τούτοις καὶ τὸ ἀρχηγεῖον τοῦ στρατοῦ τῆς Δυτικῆς Ἑλλάδος ἀναφέρει τῇ 11 Ἰουλίου 1878, διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 7,567 ἐγγράφου του, προσηρτημένου τῇ παρούσῃ, ὅτι οἱ ἄνδρες καὶ κατὰ τὸν Ἰούλιον ε. ε. τῶν στρατοπέδων ἐκείνων ἔμενον ἀνυπόδυτοι, ἐνῷ ὑπῆρχε κατὰ τὴν ῥηθεῖσαν πληροφορίαν μεγάλη παρακαταθήκη ἀρβυλῶν.» Πῶς λοιπὸν οἱ ἄνδρες ἐπλήρωσαν τὴν τιμὴν αὐτῶν, ἀφ’ οὗ εὑρίσκονται ἐν ταῖς ἀποθήκαις τοῦ Δημοσίου; Οἱ στρατιῶται δὲν ἠθέλησαν νὰ δεχθῶσι τὰς ἀρβύλας ταύτας, καὶ διὰ τοῦτο ἔμειναν εἰς τὰς ἀποθήκας· ὥστε τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο, ἐπαναλαμβάνω, οὐ μόνον ἀποδεικνύει κυνισμόν, ἀλλ’ εἶναι καὶ ψευδέστατον αὐτὸ καθ’ ἑαυτό. Οὐδὲν λοιπὸν ἔχω νὰ εἴπω περιπλέον, ὡς πρὸς τὸ ἱστορικὸν τῶν δύω προμηθειῶν, οὐδὲ ὡς πρὸς τὴν ἐπελθοῦσαν ζημίαν εἰς τὸ Δημόσιον, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ προσθέσω ὀλίγα τινὰ πρὸς ἀπόδειξιν τῆς προθέσεως, ἣν ὁ περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν νόμος θεωρεῖ ὡς στοιχεῖον ἀναγκαῖον, ὅπως ἡ ζημία τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους καταστῇ ἀξιόποινος. Ὁ κ. Βουλπιώτης ἐξέφρασε λίαν δικαιολογημένως τὴν ἀπορίαν του, κατὰ τὴν συνεδρίασιν τοῦ Σαββάτου, πῶς, ἐνῷ πρὸ 8 μόλις ἡμερῶν ὁ Godillot εἶχε συνομολογήσει συμφωνίαν μετὰ τῆς ἐν Παρισίοις Πρεσβείας περὶ προμηθείας 10.000 ἀρβυλῶν, μετὰ 8 ἡμέρας, καὶ πρὶν ἢ ἐκτελέσῃ τὴν προμήθειαν ταύτην, ἀπευθύνεται διὰ δέκα ἄλλας χιλιάδας ἀρβυλῶν, ὄχι πρὸς τὴν Πρεσβείαν, πρὸς ἣν πρὸ ὀλίγου συνεβλήθη, ὄχι πρὸς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοὺς ἐπιτετραμμένους τὴν ἐπιτήρησιν τῶν προμηθειῶν, ἀλλ’ ἀπ’ εὐθείας πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον. Ἐγὼ δὲ θαυμάζω πῶς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ὀκτὼ ἡμέρας μετὰ τὴν σύναψιν τῆς συμφωνίας περὶ τῆς πρώτης προμηθείας, δὲν ἀπευθύνεται πρὸς τὴν Πρεσβείαν, ἢ πρὸς τὸν ἀξιωματικὸν, ὃν αὐτὸ εἶχεν ἐπίτηδες ἀποστείλει πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἐπιτηρήσεως τῶν προμηθειῶν, ἀλλ’ ἀπευθύνεται ἀπ’ εὐθείας πρὸς τὸν ἐργολάβον. Καὶ τοῦτο ἀποτελεῖ, κύριοι, τὸ πρῶτον τεκμήριον περὶ τοῦ ὅτι εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην κἄτι τι κρύπτεται. Μετὰ τοῦτο ὅμως ἔρχεται ὁ τρόπος τῆς παραλαβῆς. Ἐξέλεγξις ἐγένετο ἐν Ἀθήναις; Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι δὲν ἔλαβε χώραν ἐνταῦθα τοιαύτη, διότι μόνον ἀριθμητικὴ παραλαβὴ ἐγένετο. Ἀλλὰ ἐγένετο ἐν Παρισίοις; Πράγματι ἔφερεν ὁ κ. Πετιμεζᾶς δύω ἔγγραφα, ἐξ ὧν προκύπτει, ὅτι ὁ πραγματογνώμων Delage εἶχεν εὑρεθῆ ἀρκετὰ ἐγκαίρως ἐκεῖ, ὅπως ἐξελέγξῃ καὶ παραλάβῃ καὶ τὰς ἀρβύλας τῆς δευτέρας προμηθείας. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλπιώτης τὸν ἠρώτησε, καὶ ἐγὼ πρὸ αὐτοῦ, ἐπὶ τῇ βάσει τίνος συμφωνίας καὶ ἐπὶ τίνι δείγματι ἔκαμε τὴν παραλαβήν; καὶ οὐδὲν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου ἀπήντησεν ὁ κ. Πετιμεζᾶς. Ἀκριβῶς δὲ καὶ ἡ ἐξέλεγξις καὶ ἡ παραλαβὴ (τῶν ἀρβυλῶν τούτων) ἐκ μέρους τοῦ Delage ἀποδεικνύει, ὅτι ὑπῆρξε δόλος. Ὁ Delage δὲν εἶχεν ἐντολὴν, δὲν ἦτον ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἑπομένως ἄλλο συμφέρον παρὰ τὸ τοῦ δημοσίου τὸν ἔφερεν εἰς τὸ νὰ παραλάβῃ τὰς ἀρβύλας. Ὁ Delage ἐκ τούτου προκύπτει, ὅτι ἦτο ἢ ἀδιάφορος, ἀποβλέπων μόνον εἰς τὸ νὰ λάβῃ τὸ δικαίωμά του, ἢ συνεταῖρος τοῦ Codillot. Μὴ σᾶς ἐκπλήττῃ δὲ, κύριοι, ὁ τίτλος τοῦ πραγματογνώμονος τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως, διότι ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις ἔχει χιλίους τοιούτους καὶ καλοὺς καὶ κακοὺς, καὶ ἀπόδειξις αἱ καταχρήσεις, αἵτινες συνέβησαν κατὰ τὸ 1870 εἰς τὸν γαλλικὸν στρατόν. Ἀλλ’ εἴτε καλοὶ εἴτε κακοὶ, οὐδένα δημόσιον χαρακτῆρα φέρουσι, προσλαμβάνονται δ’ ἑκάστοτε. Καὶ ἐν τούτοις ὁ Delage προέβη εἰς τὴν ἐξέλεγξιν ἄνευ ἐντολῆς. Ἀμφιβάλλετε λοιπὸν, ὅτι ἦτον ἢ ἀδιάφορος ἢ συνεταῖρος τοῦ Codillot καὶ τῶν συνεταίρων αὐτοῦ;
§76Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς εἴπω δύω λέξεις; Τὰς παρέλαβεν ἡ Πρεσβεία.
§77Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ Πρεσβεία δὲν τὰς παρέλαβε, καὶ διαμαρτύρεται, διότι σᾶς λέγει «ὁ ὧδε συνημμένος ἐκ φρ. 2,530.20 λογαριασμὸς, ἐπικυρωθεὶς ὑπὸ τοῦ πραγματογνώμονος τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως κ. Delage, ἐξελέγξαντος καὶ παραλαβόντος τ’ ἀνωτέρω εἴδη....» δηλ. ἡ Πρεσβεία σᾶς λέγει, δὲν παραλαμβάνω ἐγὼ, διότι δὲν ἔχω ἐντολήν.
§78Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Αὐτὸ τὸ ἴδιον λέγει καὶ εἰς τὴν ἄλλην προμήθειαν. Τί εἶναι αὐτὰ ὅπου λέγετε;
§79Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἀλλὰ, κύριοι, μόνον τὰ δύω ταῦτα τεκμήρια ὑπάρχουν περὶ τῆς προθέσεως ἐκ μέρους τοῦ ἐντειλαμένου τὴν προμήθειαν τῶν ἀρβυλῶν; Κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 2 Ὀκτωβρίου 1878, τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν κατὰ πρῶτον ἐγὼ ἐζήτησα τὴν κατάθεσιν τῶν σχετικῶν ἐγγράφων πρὸς τὰς δύω προμηθείας, ὁ κ. Πετιμεζᾶς, ὅστις πρὸ ὀλίγου σᾶς ἀνέπτυξε μετὰ τοσαύτης εὐγλωττίας πόσον ἐξησφάλισε τὰ δημόσια συμφέροντα, λέγει· «Μοῦ κατηγοροῦν, ὅτι ἠγόρασα παπούτσια χάρτινα· οὔτε ἓν ζευγάρι ἠγόρασα. Αὐτὰ ἠγοράσθησαν ἀπὸ τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν.» Θέλετε εὕρει τοῦτο ἐν σελίδι 79 τῶν πρακτικῶν τῆς Δʹ. Συνόδου τῆς Ζʹ. Περιόδου.
§80Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἶναι ἔγκλημα, διότι δὲν τὸ ἐνθυμούμην αὐτὴν τὴν στιγμήν; Αὐτὸ εἶναι ὑπὲρ ἐμοῦ μάλιστα.
§81ΡΑΛΛΗΣ. Μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἐπανέρχεται ἡ ὑπόθεσις δι’ ἐπερωτήσεως τοῦ πρώην Βουλευτοῦ Σύρου κ. Σούτσου, καὶ ἐπὶ παρατηρήσεως τοῦ κ. Δούμα ἀπαντᾶ ὁ κ. Πετιμεζᾶς (σελ. 254). «Ἐγὼ, κ. Δούμα, μήτε ἓν ζευγάρι ὑποδήματα ἐπρομήθευσα εἰς τὸν στρατὸν, καὶ δὲν πρέπει ν’ ἀμφιβάλητε ὅταν τόσον ἐπισήμως σᾶς τὸ βεβαιώνω, τὰ δὲ σανδάλια ἠγοράσθησαν κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ συμβολαίου τοῦ συνταχθέντος ὑπὸ τῆς οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως.» Δευτέρα ἄρνησις. Κατὰ τὴν αὐτὴν συνεδρίασιν τῆς 27 Ὀκτωβρίου ζητῶ τὸ ἀπολεσθὲν ἔγγραφον, ἐν σελίδι δὲ 256 θέλετε εὕρει τὸν ἑξῆς διάλογον μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ κ. Σ. Πετιμεζᾶ. «Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐπιμένεις τῳόντι, ὅτι ἠγοράσθησαν καὶ ἦλθον ἐδῶ 10,000 ζεύγη ὑποδημάτων; «ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ παραίτησίς σας προῆλθεν ἐκ τούτου· τί κάθεσαι καὶ λές; Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Σὺ τί κάθεσαι καὶ λές; Σοῦ λέγω, ὅτι κανὲν ζευγάρι παπούτσια δὲν ἐπρομήθευσα ἐγὼ εἰς τὸν στρατόν.» Μετὰ δὲ τὰς ἐπανειλημμένας καὶ κατηγορηματικὰς ταύτας ἀρνήσεις ἐκ μέρους τοῦ πρώην ὑπουργοῦ τῶν στρατιωτικῶν, ἔρχεται ἡ ὑπεξαίρεσις δημοσίων ἐγγράφων, ὅπως ἀποδείξῃ, ὅτι δὲν ἦσαν αἱ ἀρνήσεις ἀποτέλεσμα λήθης. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὑπεξηρέθησαν ἔγγραφα; Τὴν ἀπόδειξιν ἔχω πρόχειρον. Ἐν σελίδι 255, εἰς τὸ τέλος, λέγω: «Κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔλαβον ἀπὸ τοὺς περὶ τὸν πρώην ὑπουργὸν τῶν στρατιωτικῶν, γνωρίζω, ὅτι ἡ ἔκθεσις τῆς ἐν Παρισίοις Πρεσβείας, ἡ ἀφορῶσα εἰς τὰ ὑποδήματα τὰ προμηθευθέντα ἀπὸ τὸν ποτὲ ὑπουργὸν τῶν στρατιωτικῶν κ. Πετιμεζᾶν, δὲν εὑρίσκεται εἰς τὰ ἀρχεῖα τοῦ ὑπουργείου τῶν στρατιωτικῶν, ἴσως ὅμως εὑρίσκεται εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν ἐξωτερικῶν.» Ἐν σελ. 264 ἐπαναλαμβάνω: «Ταῦτα ἐκ τῆς δικογραφίας τῆς σχετικῆς πρὸς τὰς ἀρβύλας. Πρὶν ἢ ὅμως μεταβῶ εἰς τὴν ἑτέραν, θὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἔχω ἓν παράπονον κατὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν ἐξωτερικῶν, ὅτι δὲν ἠθέλησε νὰ ἐρευνήσῃ ἂν ὑπάρχῃ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν ἐξωτερικῶν, ἂν οὐχὶ αὐτὴ ἡ ἔκθεσις, τοὐλάχιστον ἐν τῷ πρωτοκόλλῳ σημείωσις τῆς ἐκθέσεως τῆς Πρεσβείας τῆς σχετικῆς πρὸς τὰς ἀρβύλας αὐτάς. Εἶμαι δὲ βέβαιος, καὶ γνωρίζω, δύναμαι νὰ εἴπω, αὐθεντικῶς, ὅτι ἐστάλη ἡ ἔκθεσις, ὁ δὲ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, συμφώνως μὲ τὸ καθῆκόν του, ὡς ἐδήλωσε χθὲς, ἔπεμψε καὶ ταύτην εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν στρατιωτικῶν, ἀλλ’ ἐγένετο βεβαίως ἀφανὴς, ἀφοῦ δὲν εὑρέθη αὐτόθι. Θὰ παρακαλέσω δὲ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν ἐξωτερικῶν, ἂν ἦναι δυνατὸν, νὰ μᾶς πληροφορήσῃ, ἂν κατεχωρίσθη τοιαύτη ἔκθεσις εἰς τὸ πρωτόκολλον τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν».
§82Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε πρόεδρε τῆς Βουλῆς, δὲν εἴχετε τὸ τηλεγράφημα αὐτὸ, δὲν τὸ ἔδωκε πέρυσιν ὁ Ὑπουργός;
§83ΡΑΛΛΗΣ. Ἐν σελ. 267 ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Δηλιγιάννης ἀπαντᾷ· «Ἐκτελῶν τὴν ἐπιθυμίαν, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ ἐξήνεγκε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν, ἠσχολήθην χθὲς ἀποκλειστικῶς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν ν’ ἀνερευνήσω διὰ τῶν ἁρμοδίων ὑπαλλήλων τὸ ἀρχεῖον τοῦ Ὑπουργείου, καὶ ἀνεῦρω ὅλα τὰ ἔγγραφα τὰ συναφῆ μετὰ τῶν ἐν Παρισίοις ἐκτελεσθεισῶν παραγγελιῶν. Εὗρον πληθὺν ἐγγράφων, ἀλλὰ καὶ πληθὺς ὑπῆρχε παραγγελιῶν. Ὑπάρχουν παραγγελίαι..... Ἔγγραφα ὅμως περὶ ὑποδημάτων ἢ ἀρβυλῶν δὲν εὗρον ἢ τρία, ἅτινα ἐστάλησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, τὸ μὲν κατὰ μῆνα Ἀπρίλιον, τὸ δὲ κατὰ Μάϊον, καὶ τὸ τρίτον κατὰ μῆνα Ἰούνιον.» Ὁ κ. Πετιμεζᾶς ἔλαβε τὴν παραίτησίν του ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τὴν 23 Ἰουνίου. Ἀπεστάλησαν λοιπὸν ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν εἰς τὸ τῶν Στρατιωτικῶν τὰ ἔγγραφα. Ἔρχεται δὲ ὁ προσωρινὸς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μᾶς βεβαιώσῃ τί ἐγένοντο τὰ ἔγγραφα ταῦτα. Τὴν βεβαίωσίν του εὑρίσκετε ἐν σελ. 293. «Μπούμπουλης. Ὁ κ. Μαυρομιχάλης καὶ ὁ κ. Σοῦτσος ᾐτήσαντο νὰ κατατεθῶσιν ἔγγραφά τινα ὡς πρὸς τὸ δίπυρον καὶ τὰς ἀρβύλας, καὶ ἄλλα τινά, ὡς πρὸς τὰ τσαρούχια, νομίζω. Ὅλα αὐτὰ τὰ ἔγγραφα καταθέτω. «Χθὲς ἐγένετο λόγος περὶ τῶν τριῶν ἐκείνων ἐγγράφων τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἐν Παρισίοις πρέσβεως περὶ τῶν παπουτσιῶν. Ἠρεύνησα εἰς τὸ γραφεῖον ὅλα τὰ ἀρχεῖα, καὶ μέχρι τῆς 10 π. μ. ἐπείσθην, ὅτι δὲν ὑπῆρχον· δὲν ἠρκέσθην δὲ εἰς τὴν προφορικὴν πληροφορίαν τῶν ὑπαλλήλων, ἀλλ’ ἐζήτησα ἀπὸ τὸν διαχειριζόμενον τὸ ἀρχεῖον νὰ μοὶ δώσῃ περὶ τούτου ἔγγραφον (ἀναγινώσκει αὐτό). Κατόπιν λέγει «Ἔγραψα λοιπὸν κατεπειγόντως εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, ἵνα τηλεγραφικῶς διατάξῃ τὴν Πρεσβείαν νὰ μᾶς ἀποστείλῃ τὰ τρία ταῦτα ἔγγραφα.» Ἐγείρεται δὲ πάταγος ἐν τῇ Βουλῇ. «Βαλέττας. Διατί δὲν διετάξατε ἀνακρίσεις;» «Μπούμπουλης. Οὐδεὶς τῶν ὑπαλλήλων γινώσκει περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ὥστε νὰ διατάξω ἀνακρίσεις, ἵνα εὕρω τὸν ἔνοχον καὶ τὸν τιμωρήσω· δὲν εἶναι σημειωμένα, ὅτι παρεδόθησαν.» Λοιπὸν τὰ ἔγγραφα τὰ 3 τῆς ἐν Παρισίοις Πρεσβείας ἐξῆλθον ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ εἶναι κατακεχωρισμένα αὐτόθι, ἀλλ’ οὐδέποτε ἔφθασαν εἰς τὸ πρωτόκολλον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ἡ ἀλληλογραφία τῶν Ὑπουργείων γίνεται διὰ τῶν κλητήρων, ἀπ’ εὐθείας δὲ πρὸς τὸν Ὑπουργὸν ἢ τὸν γενικὸν γραμματέα. Ἐντεῦθεν ἢ ὁ κλητὴρ ὁ κομίσας τὰ ἔγγραφα ὑπεξήρεσεν αὐτὰ, ἢ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, εἰς χεῖρας τοῦ ὁποίου ἔφθασαν, χωρὶς ποτὲ νὰ φθάσωσι νὰ καταχωρισθῶσιν εἰς τὸ πρωτόκολλον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐὰν τὰ τεκμήρια ταῦτα δὲν ἀρκοῦν νὰ σᾶς πείσουν περὶ τῆς ἐκ προθέσεως βλάβης τῶν δημοσίων συμφερόντων, ἐγὼ δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ σᾶς πείσω ἄλλως. Μὴ περιμένητε ἐκ μέρους οἱουδήποτε Ὑπουργοῦ νὰ ὑπογράψῃ συμβόλαιον, δι’ οὗ νὰ ὁμολογῇ, ὅτι ἐκ προθέσεως ἔβλαψε τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου. Ὁ Ὑπουργὸς δὲ, ὅστις ἤθελεν ὑπογράψει τοιοῦτα συμβόλαιον, δὲν εἶναι ἄξιος καταδιώξεως, διότι δικαίως ἤθελεν ἐπικαλεσθῆ ὑπὲρ ἑαυτοῦ τὸ ἀκαταλόγιστον. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ προμήθεια ἐγένετο ἐν Παρισίοις, ὅτι ἐν Ἀθήναις προσεπάθησαν νὰ ἐξαφανίσωσι καὶ τὰ ἴχνη αὐτῆς, καὶ θέλετε θεωρήσει ἀρκοῦντα τὰ τεκμήρια, ἅτινα ἀνέπτυξα ὑμῖν πρὸς τὴν ἀπόδειξιν τῆς προθέσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν εἰς καταστροφὴν τῶν συμφερόντων τοῦ δημοσίου. Μεταβαίνω εἰς τὸν διπυρίτην. Ἐκεῖ ἡ πρόθεσις, κύριοι, εἶναι κατάδηλος. Δὲν ἔχετε παρὰ νὰ λάβητε τὰ γεγονότα, ὡς τὰ γνωρίζετε, ἁπλῶς νὰ τὰ συσχετίσητε, καὶ θέλετε εὕρει, ὅτι ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς, καθ’ ἣν ἤρξατο ἡ ἐνέργεια διὰ τὴν προμήθειαν τοῦ διπυρίτου, συνελήφθη καὶ ἡ ἰδέα τῆς καταστροφῆς τῶν συμφερόντων τοῦ δημοσίου. Μετὰ τὴν πρώτην προσφορὰν καὶ μετὰ τὴν πρώτην δημοπρασίαν, ἥτις κατέληξεν ὑπὲρ τοῦ Ἀθανασίου Λάμπρου ἀντὶ δραχμῶν 42 τὸν στατῆρα, γνωρίζετε, ὅτι ἀμέσως καὶ ἐντὸς τῆς ὁρισθείσης προθεσμίας ὁ Δαμῆγος προσεφέρθη εἰς τὴν ἀνάληψιν τῆς προμηθείας ταύτης ἀντὶ 41 δραχμῶν τὸν στατῆρα. Ἐντεῦθεν ἦτον ἀδύνατον νὰ κατακυρωθῇ ἐν ὀνόματι τοῦ εὐνοουμένου ὁ διπυρίτης. Ἐπέρχεται ἀνάγκη δευτέρας δημοπρασίας, ἀλλὰ κατὰ ταύτην ἠδύνατο νὰ γεννηθῇ διπλοῦς κίνδυνος, ὁ κίνδυνος μὴ προσέλθουν πολλοὶ εἰς τὸν συναγωνισμὸν, καὶ ἐντεῦθεν φθάσῃ ὁ διπυρίτης εἰς τὴν ἀληθῆ αὐτοῦ ἀξίαν, ὁ κίνδυνος μὴ ἡττηθῇ ὁ εὐνοούμενος· καὶ τοὺς δύω αὐτοὺς κινδύνους ἔπρεπεν ὁπωσδήποτε νὰ τοὺς ἀποσοβήσωσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὴν πρόθεσιν νὰ καταδολιευθῶσι τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου· πῶς δὲ ἐγένετο τοῦτο; τὰ πράγματα σᾶς τὸ ἐξηγοῦν, καὶ μόνον δι’ αὐτῆς τῆς ἐξηγήσεως δύνασθε νὰ φθάσητε εἰς κατάληψιν τῶν γεγονότων. Σᾶς εἶπεν ὁ κ. Βουλπιώτης, ὅτι προεκηρύχθη δημοπρασία διὰ τὴν 5, 6 καὶ 7, καὶ ἐν τούτοις ἔλαβε χώραν τὴν 3, 4 καὶ 5. Καὶ διατί; διότι ἐπρόκειτο ν’ ἀποφύγωμεν τὸν πρῶτον κίνδυνον, τῆς συῤῥοῆς συναγωνισθησομένων· διότι οὗτοι ἤθελον ἔχει ὑπ’ ὄψιν των, ὅτι ἔχουν ἀκόμη δύω ἡμέρας, ὅπως προσέλθωσιν εἰς τὸν συναγωνισμὸν καὶ πλειοδοτήσωσιν. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, δι’ ὃν κατ’ ἄλλας ἡμέρας ἐνηργήθη. Ἀλλ’ ὑπῆρχε καὶ δεύτερος κίνδυνος, μὴ ἡττηθῇ ὁ εὐνοούμενος, πρὸς ἀποφυγὴν δὲ καὶ τούτου, ἐτέθη ἡ ρήτρα, τὴν ὁποίαν γνωρίζετε ἤδη, ἐν τῷ ἐγγράφῳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἐν τῇ διακηρύξει τοῦ φρουραρχείου, ὅτι πρόκειται περὶ τελειωτικῆς δημοπρασίας, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Ὑπουργὸς εἶναι ἐλεύθερος εἴτε νὰ ἀναμείνῃ νέας προσφορὰς, εἴτε νὰ μὴ ἀναμείνῃ, τὰς δὲ νέας αὐτὰς προσφορὰς νὰ τὰς δεχθῇ ἢ νὰ τὰς ἀποῤῥίψῃ. Καὶ ἡ ρήτρα αὕτη ἐσκόπει ἐν περιπτώσει μὲν νίκης τοῦ Λάμπρου νὰ κατακυρωθῇ εἰς αὐτὸν ἀμέσως ἡ προμήθεια, ἐν περιπτώσει δὲ ἥττης νὰ γείνῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔγεινεν. Ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν ρήτραν ταύτην νέα παρουσιάσθη δυσκολία· οἱ ὅροι τῶν συμφωνιῶν περιελάμβανον ρητὴν διάταξιν περὶ καταθέσεως ἐγγυήσεως ἐκ δραχμῶν 50 χιλιάδων πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν συμφερόντων τοῦ δημοσίου. Ἔπρεπε καὶ ἡ διάταξις αὕτη νὰ καταστραφῇ, διότι χρήματα δὲν ὑπῆρχον τότε. Λοιπὸν χάρτης ἄγραφος ἐθεωρήθη παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ ὡς χρυσὸς, καὶ χωρὶς νὰ ἐξετασθῇ ἐὰν ὑπῆρχεν ὑπογραφή τις ἐπὶ τοῦ χάρτου αὐτοῦ, καὶ ὁποία ἡ ὑπογραφὴ αὕτη, διατάσσεται τὸ Φρουραρχεῖον ὅπως δεχθῇ τὰς συναλλαγματικὰς ταύτας ἀντὶ μετρητῶν, διότι καὶ αἱ συναλλαγματικαὶ ἀντιπροσωπεύουν μετρητά. Τότε πλέον ὅλαι αἱ δυσκολίαι ὑπερεπηδήθησαν· ὁ συναγωνισμὸς πρόκειται νὰ γείνῃ μετά τινας ἡμέρας, κατέρχεται δὲ εἰς αὐτὸν ὁ Λάμπρος μὲ γεραῖς τῆς πλάταις. Ὁ Δαμῆγος προσῆλθεν εἰς τὸν συναγωνισμόν· δὲν ἠπατήθη ἐκ τοῦ ὅτι ἀντὶ τῆς 5ης, 6ης καὶ 7ης, ἐνηργήθη τὴν 3ην, 4ην καὶ 5ην, καὶ ἐν ὀνόματι αὐτοῦ κατεκυρώθη ὁ διπυρίτης ἀντὶ δραχ. 37,50 τὸν στατῆρα. Ἦτο περίστασις τῆς ἐφαρμογῆς τῆς ρήτρας, τὴν ὁποίαν γνωρίζετε, τοῦ ἐγγράφου τοῦ φρουράρχου. Διὰ μιᾶς ἀναφορᾶς, ἡ ὁποία κατὰ τὴν βεβαίωσιν τῆς ἐπιτροπῆς (σελ. 8 ἐκθέσεως) δὲν εὑρέθη καταχωρισμένη εἰς τὸ πρωτόκολλον τοῦ Ὑπουργείου, προσφέρεται ἀμέσως ὁ Λάμπρου νὰ λάβῃ πρὸς δραχ. 37 καὶ 25 τὴν προμήθειαν, ἡ ὁποία κατεκυρώθη εἰς τὸν Δαμῆγον ἀντὶ δραχ. 37 καὶ 50, καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τοῦ πρώτου ἐγγράφου του, ὑπ’ ἀρ. 9734, διατάσσει τὸ Φρουραρχεῖον, ὅπως προβῇ εἰς τὴν σύναψιν τοῦ συμβολαίου μεταξὺ δημοσίου καὶ Λάμπρου. Ἀλλὰ οἱ ἐνδιαφερόμενοι ἦσαν ἐκεῖ, ὁ Δαμῆγος εἶχε μειοδοτήσει, γεννᾶται σκάνδαλον, καὶ τοῦτο ἔρχεται εἰς τὰ ὦτα τοῦ προέδρου τῆς κυβερνήσεως, καὶ προσκαλεῖται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν παρὰ τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ζητεῖται δὲ παρ’ αὐτοῦ ἐξήγησις τῶν πεπραγμένων· ἂν δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν εἶχε τὴν ἀγαθότητα νὰ ἦναι τόσῳ ἐπιλήσμων, ἤθελε μᾶς ἐκθέσει πῶς ὁ κ. Πετιμεζᾶς ἐπείσθη νὰ ἐκδώσῃ τὸ δεύτερον ὑπ’ ἀριθ. 9,731 ἔγγραφον μετὰ δύω ἡμέρας ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ πρώτου, διὰ τοῦ ὁποίου ἠκύρου ἐκ δευτέρου τὰ πρακτικὰ τῆς μειοδοσίας, μηδ’ ἐλάμβανε κἂν ὑπ’ ὄψιν τὸ πρῶτον ἔγγραφον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπετάσσετο τὸ φρουραρχεῖον νὰ προβῇ εἰς τὴν σύναψιν τοῦ συμβολαίου, διέτασσε δὲ νὰ γείνῃ ἡ δημοπρασία κατὰ τὴν 16, 17 καὶ 18 Μαρτίου. Ἀλλ’ οὕτως ἡ λεία μᾶς ἐκφεύγει ἐκ τῶν χειρῶν, ὁ συναγωνισμὸς νέους θὰ φέρῃ κινδύνους, καὶ τότε ἓν μένει, ὅπως διασώσωμεν αὐτήν, ν’ ἀποκτήσωμεν ἐκ τοῦ πρώτου συναγωνισμοῦ δικαιώματα· καὶ πῶς ἀπέκτησαν διὰ τῆς προσθήκης ἐν τῷ ἐγγράφῳ τοῦ φρουραρχείου τῆς φράσεως «ἔλαβον γνῶσιν καὶ ἀποδέχομαι τὴν ἔγκρισιν». Τὰ ἀπέκτησαν δι’ ἐγκλήματος, καὶ τοῦτο τὸ καταπροδίδει αὐτὴ ἡ ἐγγραφεῖσα ἔκφρασις. Ὑπάρχει μία προσφορὰ, ἐπῆλθεν ἐπ’ αὐτῆς μία ἔγκρισις τί σημαίνει ἀποδέχομαι τὴν ἔγκρισιν; δὲν σημαίνει τίποτε, διότι διὰ τῆς ἐγκρίσεως ἐπῆλθεν ἀποδοχὴ τῆς προσφορᾶς, καὶ κατηρτίσθη τὸ συνάλλαγμα. Σημαίνει ὅμως, ὅτι φοβοῦμαι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἤδη εἶχεν ἐπέλθει τότε, ὅτι θὰ ἀνακληθῇ ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τὸ ἔγγραφον τῆς ἐγκρίσεως, ὅτι θὰ ἐπέλθῃ νέος συναγωνισμός· ἐντεῦθεν θέλω νὰ ὑπάρχῃ ἐν τῷ ἐγγράφῳ αὐτῷ, ἐν τῷ ὁποίῳ ἐγκρίνεται ἐν ὀνόματί μου ἡ προμήθεια τοῦ διπυρίτου, νὰ ὑπάρχῃ ἡ βεβαίωσις, ὅτι ἔλαβον γνῶσιν τῆς ἐγκρίσεως. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ κ. Πετιμεζᾶς προσήγαγε πρὸ 4 ἢ 5 ἡμερῶν τρία ἔγγραφα τοῦ φρουραρχείου, διὰ τῶν ὁποίων πιστοποιεῖται, ὅτι συνήθως οὕτω λαμβάνουσι γνῶσιν οἱ ἐνδιαφερόμενοι τῶν ἐγκρίσεων τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Βεβαιῶ, κύριοι, ὅτι ψευδῶς πιστοποιεῖ ὁ ὑπάλληλος τοῦ Φρουραρχείου· τὸ δὲ ψεῦδος τῆς πιστοποιήσεως ἐξ ἐγγράφου αὐτοῦ τοῦ Φρουραρχείου θέλω ἀποδείξει, τὸ ὁποῖον θέλει σᾶς εἴπει ἴσως καὶ ποῦ ἐτελέσθη τὸ ἔγκλημα τῆς ἐγγραφῆς ἐν τῷ δημοσίῳ ἐγγράφῳ τῆς φράσεως «ἔλαβον γνῶσιν». Δὲν εἶναι δὲ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον προεκάλεσα τώρα ἐγὼ, εἶναι ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ἐν αὐτῇ τῇ ἐκθέσει τῆς ἐπιτροπῆς εἰς σελ. 70, φέρον ἀριθ. 17047, καὶ λέγει ἐν τῇ τρίτῃ §: «Πρὸ τῆς παραλαβῆς τῆς ὑπ’ ἀριθ. 9734 διαταγῆς, ληφθείσης τὴν 11 Μαρτίου ε. ε., εἶχε λάβει τὸ Φρουραρχεῖον ἑτέραν ἐγκρίνουσαν τὴν χορήγησιν 15,000 στατήρων διπύρου ἄρτου ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Ἀθ. Λάμπρου πρὸς δραχμὰς 37 25|00 τὸν στατῆρα, καὶ ἐνῷ ἀφ’ ἑσπέρας εἶχε δοθῆ ἡ ἐγκριτικὴ αὕτη διαταγὴ μετὰ τῶν πρακτικῶν τῆς δημοπρασίας καὶ λοιπῶν σχετικῶν ἐγγράφων εἰς τὸν συμβολαιογράφον Ἠλίαν Γλυκοφρύδην πρὸς σύνταξιν τοῦ ἀπαιτουμένου συμφωνητικοῦ, τὴν ἐπιοῦσαν λίαν πρωΐ, κατὰ διαταγὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ Πρόεδρος τῆς οἰκονομικῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Φρουραρχείου παρέλαβεν ἐκ τοῦ Συμβολαιογράφου Γλυκοφρύδου τὴν διαταγὴν μεθ’ ὅλων τῶν σχετικῶν ἐγγράφων, καὶ μεταβὰς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν παρέδωκεν αὐτήν τε καὶ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα εἰς χεῖρας τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἀντισυνταγματάρχου κ. Σωτ. Πετιμεζᾶ· ἐπὶ τῆς διαταγῆς δὲ ταύτης ὑπάρχει ἡ ὑπὸ τοῦ Ἀθ. Λάμπρου ὑπογεγραμμένη σημείωσις «ἔλαβον γνῶσιν». Ἰδοὺ ποῦ ἐτελέσθη τὸ ἔγκλημα, καὶ ἰδοὺ ἐπίσημος ἀπόδειξις αὐτοῦ. Τί σημαίνουν δὲ ἐνώπιον τοῦ ἐγγράφου τούτου τὰ πιστοποιητικὰ, τὰ ὁποῖα μᾶς ἔφερε σήμερον ἢ χθὲς ὁ κ. Πετιμεζᾶς; Ἀφοῦ ἐτελέσθη τὸ ἔγκλημα, τί ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ; ἐπρόκειτο νὰ νομιμοποιηθῇ. Ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀναφέρεται πρὸς τὸν πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῷ λέγει: ἐγὼ ἐξετέλεσα τὴν διαταγήν σου, διέταξα τὸ φρουραρχεῖον νὰ ἐκθέσῃ ἐκ νέου τὸν διπυρίτην εἰς πλειστηριασμὸν, ἀλλ’ ἰδοὺ τί συνέβη· ἐπὶ τοῦ ἐγγράφου, διὰ τοῦ ὁποίου ἐνέκρινον τὴν πρώτην δημοπρασίαν, ἐνέγραψεν ἰδίᾳ χειρὶ ὁ Λάμπρου «ἔλαβον γνῶσιν τῆς ἐγκρίσεως καὶ ἀποδέχομαι.» Λοιπὸν ἀπέκτησε δικαιώματα· ἂς προσέξωμεν μὴ ἐκθέσωμεν τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου. Καὶ τότε ὁ κ. πρωθυπουργὸς διατάσσει, ὅπως ἐξετασθῇ ἂν πράγματι ἐγεννήθησαν δικαιώματα ὑπὲρ τοῦ Λάμπρου διὰ τῆς ἐγγραφῆς του περὶ τῆς ἀποδοχῆς τῆς ἐγκρίσεως ἐπὶ τοῦ ἐγγράφου τοῦ ὑπουργείου, προσκαλεῖται δὲ δικηγορικὸν συμβούλιον, εἰς τὸ ὁποῖον τίθενται δύο ζητήματα, τὸ μὲν, ἂν ἀπέκτησε δικαίωμα ὁ Λάμπρου, τὸ δὲ, ἂν καλῶς ἐνηργήθη ὁ πλειστηριασμὸς ὡς ἐνηργήθη, δηλ. ἐὰν ἦν σύμφωνος μὲ τὸ νόμον ἡ ρήτρα ἐκείνη, διὰ τῆς ὁποίας ἐπεφυλάσσετο εἰς ἑαυτὸν ὁ ὑπουργὸς τὸ δικαίωμα νὰ ἐγκρίνῃ, ἢ νὰ μὴ ἐγκρίνῃ νέας προσφορᾶς. Καὶ τὸ δικηγορικὸν συμβούλιον, τὸ ὁποῖον πραγματικῶς συνέκειτο ἀπὸ ἄνδρας, ὧν ἡ γνώμη φέρει αὐθεντίαν, προκειμένου περὶ νομικῶν ζητημάτων, ἀπεφάνθη, ὅτι ὁ Ἀθανάσιος Λάμπρου ἀπέκτησε δικαίωμα διὰ τῆς ἐγγραφῆς εἰς τὸ ἔγγραφον τοῦ φρουραρχείου τῆς φράσεως, τὴν ὁποίαν γνωρίζετε. Ἀπεφάνθη δὲ περιπλέον, ὅτι καλῶς ἐνηργήθη ὁ πλειστηριασμὸς καὶ συμφώνως μὲ τὸν περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμον ἡμῶν. Τὸ πρῶτον δὲν δύναταί τις νὰ ἀμφισβητήσῃ. Ἂν εἶχον βεβαίως ὑπ’ ὄψιν των οἱ σύμβουλοι οἱ προσκληθέντες πρὸς γνωμοδότησιν τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἔλαβε γνῶσιν ὁ Λάμπρου τῆς ἐγκρίσεως, ἤθελον ἀποφανθῆ, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν ἐκ τοῦ ἰδίου του δόλου νὰ παραγάγῃ δικαιώματα. Ἀλλ’ ἐνόμιζον, ὅτι κοινοποίησις ἐγένετο αὐτῷ καὶ καλῇ τῇ πίστει ἔλαβε γνῶσιν τῆς ἐγκρίσεως, καὶ ἀπεφάνθησαν λίαν ὀρθῶς, ὅτι ὁ Ἀθανάσιος Λάμπρου ἀπέκτησε δικαιώματα. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα ὅμως τὸ δεύτερον, νομίζω, ὅτι ἐπλανήθησαν, καὶ ἠδυνάμην νὰ τὸ ἀποδείξω, ἐὰν ἐπρόκειτο σήμερον νὰ λύσωμεν νομικὸν ζήτημα, διότι ὅταν τὸ 34 ἄρθρον τοῦ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμου ὁρίζῃ, ὅτι πᾶσα προμήθεια τοῦ δημοσίου γίνεται διὰ δημοσίου συναγωνισμοῦ, ἐννοεῖ συναγωνισμὸν κατ’ ἀντιμωλίαν, καὶ ὄχι ἐρήμην τινῶν ἐκ τῶν συναγωνισθέντων, ὡς ὁ προκείμενος ἐγένετο, ἐν τύπῳ δημοσίῳ, ἐν τῇ πλατείᾳ τῶν δημοπρασιῶν, καὶ οὐχὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ μονομερῶς. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε, κύριοι, οἱ σύμβουλοι τοῦ ὑπουργείου τῶν οἰκονομικῶν ἐπλανήθησαν, ἐπλανήθησαν δὲ, διότι εἶχον ὑπ’ ὄψιν των, ὅτι ὠφελήθη διὰ τῆς παρατάσεως ταύτης, ὡς τὴν ὠνόμασαν, τοῦ συναγωνισμοῦ ἐν τῇ αἰθούσῃ τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τὸ δημόσιον 25 λεπτὰ κατὰ στατῆρα, δὲν ἦτο δὲ δυνατὸν νὰ γνωρίζουν ἐκεῖνοι ἔκτοτε ὅλα ὅσα ἡμεῖς σήμερον γνωρίζομεν. Ἀλλ’ ἡ γνωμοδότησις αὕτη τῶν συμβούλων ἀπήλλαξε τῆς εὐθύνης τὸν κ. Πετιμεζᾶν; Ἐκεῖνοι ἐκλήθησαν ν’ ἀποφανθῶσι περὶ ὡρισμένων νομικῶν ζητημάτων. Τίνα σχέσιν ἔχει ἡ γνώμη αὐτῶν πρὸς τὴν εὐθύνην τοῦ κ. Πετιμεζᾶ, ὅταν μάλιστα αὕτη παράγεται ἐξ ἐγκλήματος, τὸ ὁποῖον ῥητῶς ἀποδίδεται ὡς τῇ συμπράξει καὶ συνενοχῇ αὐτοῦ τελεσθέν; Ἐνεκρίθη ὁπωσδήποτε ἐν ὀνόματι τοῦ Λάμπρου ἡ προμήθεια τοῦ διπυρίτου τῶν 15,000 στατήρων· βλέπετε δὲ, ὅτι διὰ τῶν συλλογισμῶν, τοὺς ὁποίους κάμνω, διὰ τῆς συσχετίσεως τῶν γεγονότων, ἀφ’ ἑνὸς μὲν πάντα ταῦτα τὰ γεγονότα ὡς ἔλαβον χώραν, καὶ τὰ ὁποῖα εἰς τὰ ὄμματα ἐκείνου, ὅστις τὰ λαμβάνει ἓν πρὸς ἓν, φαίνονται ἀνεξήγητα, ἐξηγοῦνται, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἡ πρόθεσις τοῦ κ. Πετιμεζᾶ, ὅπως δώσῃ εἰς τὸν κ. Λάμπρου τὴν προμήθειαν ταύτην, προκύπτει πλήρης. Ὁ κ. Πετιμεζᾶς διατείνεται, ὅτι εἶχεν ἄδειαν τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου, ὅπως κάμῃ τὴν προμήθειαν ἄνευ συναγωνισμοῦ. Τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον τῷ ἐπέτρεψε νὰ κάμῃ τὴν προμήθειαν ἄνευ συναγωνισμοῦ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ὅμως, οὐχὶ δὲ δι’ ἐργολάβων τοῦ ἐσωτερικοῦ, τοὺς ὁποίους ἠδύνατο, ὡς εἶπε, νὰ καλέσῃ κατὰ βούλησιν, καὶ νὰ ἐπιβάλῃ αὐτοῖς οἱουσδήποτε ὅρους καὶ οἱονδήποτε δεῖγμα.
§84Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐφέραμεν ἀπὸ τὸ ἐξωτερικὸν εἶναι.
§85ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον σᾶς ἔδωκε τὴν ἄδειαν νὰ κάμητε τὴν προμήθειαν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, μὲ προμηθευτὰς ξένους, εὑρισκομένους ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, οὐχὶ μὲ προμηθευτὰς, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται ἐδῶ, ἐγχωρίους· ἅμα δὲ ἀπεφασίσατε νὰ κάμητε τὴν προμήθειαν ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, ἔπρεπε νὰ συμμορφωθῆτε μὲ τὰς διατάξεις τοῦ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμου. Γνωρίζετε, κύριοι, ὅτι εἰς τὸ συνταχθὲν ὑπ’ ἀριθ. 21140 συμβόλαιον τοῦ συμβολαιογράφου Γλυκοφρύδου, περὶ τῆς προμηθείας τοῦ διπυρίτου, ἐτέθη ἐν ἄρθρῳ 2 αὐτοῦ ῥητὴ προθεσμία, ἐντὸς τῆς ὁποίας ἔπρεπε νὰ λάβῃ χώραν ἡ παράδοσις. «2) Ἡ παράδοσις τοῦ ποσοῦ τῶν 15,000 στατήρων ἐνεργηθήσεται εἰς τὰς ἀποθήκας τοῦ τελωνείου Πειραιῶς ὑπὸ διαμετακόμισιν, περατωθήσεται δὲ ἐντὸς 30 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς σήμερον εἰς τρεῖς ἴσας δόσεις, ἐξ ὧν ἡ μὲν πρώτη ἐντὸς 15 ἡμερῶν, ἡ δευτέρα μετὰ 22, καὶ ἡ τρίτη, ἡ τελευταία, ἐντὸς 30 ἡμερῶν». Ἐν τέλει τῆς ἐκθέσεως, εἰς τὰς σελίδας 71 καὶ 72, ἔχετε τὰ πρωτόκολλα παραλαβῆς τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις διωρίσθη, κατὰ τὸ ἐν σελ. 55 ἔγγραφον, τὴν 13 Ἀπριλίου, ἐνῷ τὴν 15 Ἀπριλίου ὤφειλε νὰ τελειώσῃ ἡ παράδοσις. Ἡ ἐπιτροπὴ διωρίσθη λοιπὸν τὴν παραμονὴν τῆς ἐκπνεύσεως τῆς προθεσμίας πρὸς παράδοσιν τοῦ ὅλου ποσοῦ τοῦ διπυρίτου. Σημειώσατε δὲ, κύριοι, ὅτι οἱ ἐνδιαφερόμενοι δὲν ἐσίγων, ἐκραύγαζον, καὶ ὁ τύπος ἐκραύγαζε. Ἔχω ἐδῶ ὁλόκληρον τὴν σειρὰν τῶν φύλλων ἐκείνων, καὶ τῶν πλείστων ὑπουργικῶν, ἐν τοῖς ὁποίοις καθ’ ἡμέραν ὑπῆρχον διαμαρτυρήσεις, εἴτε διὰ τὴν βραδεῖαν παράδοσιν τοῦ διπυρίτου, εἴτε διὰ τὴν ἀθλίαν καὶ κακὴν ποιότητα αὐτοῦ. Τὴν 1 Ἀπριλίου 1878 ἡ «Καρτερία», φύλλον καθαρῶς ὑπουργικὸν, γράφει: «Ἡ μετὰ τόσης σπουδῆς ἐπιδιωχθεῖσα διὰ τῶν ὅρων τῶν συμφωνιῶν παράδοσις τῆς ἐκ 5,000 στατήρων πρώτης δόσεως τοῦ διπυρίτου ἐντὸς 15 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς καταρτίσεως τοῦ συμβολαίου ὤφειλε νὰ γείνῃ χθὲς, ἀλλ’ ὡς καλῶς εἴμεθα πληροφορημένοι, δὲν ἐγένετο. Μεθ’ ὅσα ἐπὶ τῆς σκανδαλώδους ταύτης ὑποθέσεως ἐγράψαμεν, καὶ μετὰ τὴν περίπτωσιν ταύτην, ἀναμένομεν νὰ ἴδωμεν ἂν καὶ κατὰ πόσον θὰ ἐφαρμοσθῶσι κατὰ τοῦ ἐργολάβου αἱ παρομαρτοῦσαι τῇ παραβάσει ταύτῃ συνέπειαι». Ἡ «Ἐθνικὴ Φωνὴ» ὁλόκληρον ἄρθρον περιλαμβάνει τὴν 15 Ἀπριλίου, ὡς πρὸς τὸν παραγγελθέντα διπυρίτην, μεταξὺ δ’ ἄλλων γράφει: «Πληροφοροῦμεν τὸν κ. πρόεδρον τῆς κυβερνήσεως καὶ τοὺς κκ. ὑπουργοὺς, ὅτι σήμερον ἐπὶ τοῦ ἰταλικοῦ ἀτμοπλοίου Φλόριο φθάνουσιν εἰς Πειραιᾶ 500 καντάρια γαλέτα τοῦ ἐν Βενετίᾳ μηχανικοῦ ἀρτοποιείου, ἀπέναντι τῆς ἐκ 5,000 κανταρίων πρώτης δόσεως, παραδοτέας τὴν 29 Μαρτίου 1878, ἀπὸ τοὺς ἐργολάβους Λάμπρον, Λαμπίκην τὸν ἐμποροῤῥάπτην, Πίκεριγκ καὶ Σαν, εἰς οὓς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἄνευ δημοπρασίας, ἐναντίον τοῦ νόμου καὶ ῥητῆς πράξεως τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου, παρεχώρησε τὴν προμήθειαν 15,000 κανταρίων.» «Κατὰ τὸ συμβόλαιον ὁ ἐργολάβος ὤφειλε νὰ παραδώσῃ ἐν τῷ τελωνείῳ Πειραιῶς τὴν 29 Μαρτίου ε.ε. πέντε χιλιάδες καντάρια, τὴν 6 Ἀπριλίου ε.ε. ἕτερα 5,000 καὶ τὴν 14 Ἀπριλίου ε.ε. 5,000, ἐπὶ ποινῇ διαῤῥήξεως τοῦ συμβολαίου καὶ καταλογισμοῦ εἰς ὄφελος τοῦ δημοσίου τῆς κατατεθειμένης ἐγγυήσεως. Ἀπέναντι τούτων σήμερον, μετὰ τὴν λῆξιν τῆς προθεσμίας καὶ τῆς τελευταίας δόσεως, παρουσιάζει μόλις τὸ ἓν δέκατον τῆς πρώτης δόσεως, χωρὶς ἔκπτωτος νὰ κηρυχθῇ, οὔτε ἡ ἐγγύησις νὰ περιέλθῃ εἰς τὸ δημόσιον....» Ὁ «Λαὸς» τῆς 30 Μαρτίου 1878. «Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐνέκρινε τὴν προμήθειαν τοῦ διπυρίτου ἄρτου εἰς τὸν κ. Λάμπρου ἄνευ δημοπρασίας, διότι ἦτο κατεπείγουσα ἀνάγκη, ὡς ὁ ἴδιος διισχυρίσθη, καὶ οὕτως ἀπέκλεισε τοῦ συναγωνισμοῦ τοὺς ἐνδιαφερομένους. Κατὰ τοὺς ὅρους τῆς διακηρύξεως μετὰ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ συμβολαίου ὀφείλει ὁ προμηθευτὴς τοῦ ἄρτου, ἵνα ἐντὸς 15 ἡμερῶν φέρῃ ἐξ Εὐρώπης 5,000 στατῆρας, ἐντὸς 22 ἡμερῶν ἑτέρας 5 χιλ, καὶ ἐντὸς μηνὸς τὰς ὑπολοίπους 5 χιλ.· ἂν δὲ εἰς τὰς ταχθείσας ταύτας προθεσμίας δὲν πραγματοποιήσῃ τοὺς ὅρους τῆς διακηρύξεως, κηρύσσεται ἔκπτωτος ὁ ἐργολάβος.» «Τὴν 14 λήγοντος μηνὸς ὑπεγράφη παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ τοῦ Λάμπρου τὸ συμβόλαιον· κατὰ τοὺς ὅρους ἔπρεπεν αἱ 5 χιλ. νὰ παραδοθῶσι χθὲς, διότι σήμερον ὁ μὴν ἔχει 30. Εἰς τὸ τελωνεῖον Πειραιῶς, εἰς ὃ μετέβην καὶ ἐξήτασα, δὲν παρουσιάσθη ὁ διπυρίτης, ἄρα ὁ κ. Ὑπουργὸς κηρύσσει σήμερον τὸν Λάμπρον ἔκπτωτον. Παρακαλεῖται ἑπομένως νὰ φωτίσῃ τὸ κοινὸν περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, διότι, ἐν ἀδιαφορίᾳ, θ’ ἀναγκασθῶμεν νὰ γράψωμεν ἐν ἐκτάσει τὰ καθέκαστα.... Πρόκειται νὰ ἐπέλθῃ συναγωνισμὸς, καθ’ ὃν τὸ δημόσιον θέλει ὠφεληθῆ πολλὰς μυριάδας δραχμῶν.» Καὶ οὕτως ἐξακολουθεῖ, κύριοι, ἡ διαμαρτύρησις καὶ τοῦ τύπου καὶ τῶν ἐνδιαφερομένων μέχρι τέλους τῆς προμηθείας καὶ μέχρι τέλους τῆς παραδόσεως τοῦ ὅλου ποσοῦ, ἥτις κατὰ τὰ πρωτόκολλα παραλαβῆς ἔλαβε χώραν τὴν 2 Ἰουνίου, ἀντὶ τῆς 15 Ἀπριλίου. Ἀλλ’ ὁ κ. Πετιμεζᾶς σᾶς λέγει: ἐγὼ ἐκήρυξα ἔκπτωτον τὸν ἐργολάβον, καὶ σᾶς ἔφερε μάλιστα πρὸς ἀπόδειξιν δύο ἔγγραφα χρονολογημένα ἀμφότερα ἀπὸ 22 Ἀπριλίου 1878. Τὰ ἔγγραφα δὲ ταῦτα εἶναι τὸ ἓν τοῦ Προέδρου τῆς ἐπὶ τῆς ἐπιθεωρήσεως τοῦ διπυρίτου ἐπιτροπῆς, καὶ τὸ ἕτερον ἀποδεικτικὸν ἐπιδόσεως διαμαρτυρήσεως. Πράγματι, κύριοι, τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, σκανδαλισθὲν ἐξ ὅσων ἔγραφεν ὁ τύπος τότε, διέταξε τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ κηρύξῃ τὸν ἐργολάβον ἔκπτωτον, καὶ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν προσεποιήθη, ὅτι θὰ ὑπακούσῃ, ἀλλὰ δὲν ὑπήκουσεν· εἰς τὴν διαταγὴν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Τὰ ἔγγραφα ταῦτα, τὰ ὁποῖα προσάγει, δὲν ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ἐκηρύχθη ἔκπτωτος ὁ ἐργολάβος, ἀλλ’ ὅτι ἀπειλεῖται νὰ κηρυχθῇ ἔκπτωτος. Ὅτι δὲ δὲν ἐκηρύχθη ἔκπτωτος τὴν 22 Ἀπριλίου, θέλετε μεγαλειτέραν ἀπόδειξιν ἀπὸ τὰ πρωτόκολλα τῆς παραλαβῆς, τὰ ὁποῖα φέρουν ἡμερομηνίαν τῆς 2 καὶ 9 Μαΐου, καὶ 2 Ἰουνίου; Ὁ κ. Πετιμεζᾶς προσέθεσεν. «Ἐγὼ ἐβασάνισα καὶ ἐτιμώρησα τὸν Λάμπρον, δὲν παρέλαβον καὶ τοὺς ἵππους, τοὺς ὁποίους εἶχε φέρει.» Δὲν τοὺς παρέλαβε, διότι ἡ ἐπιτροπὴ, προεδρευομένη ἀπὸ τὸν ἐπιμελητὴν κ. Ῥάλλην, ἀπεφάνθη, ὅτι ἦσαν ἐντελῶς ἄχρηστοι. Μετὰ δὲ τὴν γνωμοδότησιν ταύτην διατάττει νὰ ἐπιθεωρηθῶσιν ἐκ νέου οἱ ἵπποι, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ λέγει, τί νὰ θεωρήσω ἐκ νέου, εἶναι ἄχρηστοι. Καὶ διὰ τοῦτο καυχᾶται ὁ κ. Πετιμεζᾶς, καθὼς καυχᾶται, ὅτι ἐκήρυξε τὸν ἐργολάβον ἔκπτωτον, ἐνῷ γνωρίζετε ἤδη, ὅτι τὸν ἐκήρυξεν ἔκπτωτον τὴν 22 Ἀπριλίου, παρέλαβε δ’ ἡ ἐπιτροπὴ δίπυρον τὴν 2 Ἰουνίου, καθὼς καυχᾶται, ὅτι μεταβὰς εἰς Λαμίαν τὸν Ἀπρίλιον εἶδεν, ὅτι ὁ στρατὸς εἶχεν ἀνάγκην ἀρβυλῶν, καὶ ἔκαμε τὴν γνωστὴν παραγγελίαν.
§86Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐπῆγα τὸν Φεβρουάριον.
§87ΡΑΛΛΗΣ. Πρὶν διατάξητε τὴν παραγγελίαν;
§88ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὴν εἰκοστὴν Φεβρουαρίου ἐπῆγεν εἰς Λαμίαν.
§89ΡΑΛΛΗΣ. Ἐν τούτοις ὁ κ. Πετιμεζᾶς εἶπε πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἐπῆγεν εἰς τὴν Λαμίαν, καὶ ἰδὼν τὴν ἀνάγκην τοῦ στρατοῦ, ἔκαμε τὴν παραγγελίαν τῶν ἀρβυλῶν τὴν 6 Φεβρουαρίου.
§90Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγώ;
§91ΡΑΛΛΗΣ. Διατάξατε, κ. πρόεδρε, νὰ φέρουν ἀπὸ τὸ στενογραφικὸν γραφεῖον τὴν ἀρχὴν τοῦ λόγου τοῦ κ. Πετιμεζᾶ.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἀντεγράφη εἰσέτι.
§93ΡΑΛΛΗΣ. Λοιπὸν καυχᾶται, ὅτι ἐκήρυξεν ἔκπτωτον τὸν ἐργολάβον.
§94Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὰ ὅπλα δὲν παρελήφθησαν, ἀφοῦ ἐκηρύχθη ἔκπτωτος ὁ ἐργολάβος;
§95ΡΑΛΛΗΣ. Ναὶ, δύναται νὰ γείνῃ τοῦτο, ἀλλὰ πρέπει νὰ πληρώσῃ ὁ ἐργολάβος τὴν ποινικὴν ῥήτραν.
§96Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὰ ὅπλα δὲν τὰ παρέλαβον, ἀφοῦ ἐκήρυξαν ἔκπτωτον τὸν ἐργολάβον;
§97ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ ποινικὴ ῥήτρα τῶν 50,000 δραχμῶν εἰσῆλθεν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον;
§98Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ παρῃτήθην.
§99ΡΑΛΛΗΣ. Παρῃτήθητε τὴν 23 Ἰουνίου, καὶ ἰδοὺ ἡ ἰδία σας ὁμολογία· σελ. 107, στήλη 1η στενογραφημένων πρακτικῶν. «Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὡς γνωστὸν, παρῃτήθην τοῦ Ὑπουργείου, καὶ ἡ παραίτησίς μου ἐγένετο δεκτὴ τὴν 23 τοῦ παρελθόντος Ἰουνίου....» Ἐν τούτοις, κατὰ τὰ πρωτόκολλα τὰ ἐν τῇ ἐκθέσει, τὴν 2αν Ἰουνίου ἔληξεν ἡ παράδοσις τῆς γαλέτας, οὐδέποτε δὲ περιῆλθεν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἡ ποινικὴ ῥήτρα. Ὅτι δὲ δὲν ἠθέλησε κἂν νὰ τὸν κηρύξῃ ἔκπτωτον, προκύπτει ἐκ τῆς διαδικασίας, ἣν διαγράφει τὸ συμβόλαιον ὡς πρὸς τὴν ἔκπτωσιν. Δὲν ἐπέρχεται δι’ ἐπιδόσεως μιᾶς διαμαρτυρήσεως ἐκ μέρους τοῦ προέδρου τῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλ’ ὅλως διαφόρως. «7. Ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ὁ ἐργολάβος ἢ δὲν παραδώσῃ ἐγκαίρως τὸ συμφωνηθὲν ποσὸν ἢ ὁ παραδοθησόμενος ἄρτος, εὑρεθεὶς κακῆς ποιότητος καὶ ἀποῤῥιφθεὶς, δὲν ἀντικατασταθῇ ἐντὸς τῆς ἀνωτέρω ταχθείσης προθεσμίας, καὶ ἐν γένει διὰ πᾶσαν μὴ ἐκπλήρωσιν ἀκριβῆ τῶν ὑποχρεώσεων του, τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἐκτιμῶν τὰς περιστάσεις, ἀποφασίζει ὁριστικῶς ἢ νὰ χορηγήσῃ αὐτῷ ὀλιγοήμερον παράτασιν προθεσμίας, ἢ νὰ κηρύξῃ αὐτὸν τὸν ἐργολάβον ἔκπτωτον, καὶ τότε τὸ μὲν ποσὸν τῆς ἐγγυοδοσίας περιέρχεται ὁλόκληρον εἰς ὄφελος τοῦ Δημοσίου ἄνευ τινὸς δικαστικῆς διατυπώσεως, θεωρουμένης ὁριστικῆς καὶ ἀμετακλήτου τῆς ἀποφάσεως τοῦ ὑπουργείου, ὁ δὲ ἐργολάβος ἢ ὁ ἐγγυητής του οὐδὲν δικαίωμα ἔχουσι νὰ προσφύγωσιν εἰς τὰ δικαστήρια.» Λοιπὸν ἔπρεπε νὰ ὑπάρξῃ ἀπόφασις ἐκ μέρους τοῦ ὑπουργείου, διὰ νὰ κηρυχθῇ ἔκπτωτος, ἀλλ’ ἡ ἀπόφασις αὕτη οὐδέποτε ἐπῆλθε, καὶ ἀπόδειξις εἶναι, ὅτι τὴν 2 Ἰουνίου ἐξακολουθεῖ ἡ παράδοσις τῆς γαλέτας ἐναντίον τῶν διαμαρτυρήσεων τοῦ τύπου καὶ ὁλοκλήρου τῆς κοινῆς γνώμης, διότι πλέον τότε, ἕνεκα τῆς ποιότητος τοῦ διπυρίτου, δὲν ἐνδιεφέροντο μόνον οἱ συναγωνισθέντες καὶ ὀλίγα ὄργανα τοῦ τύπου, ἀλλ’ ὁλόκληρος ὁ τόπος. Πῶς δὲ ἔλαβε χώραν ἡ παράδοσις; Εἶπον· τὴν 13 Ἀπριλίου, τὴν παραμονὴν τῆς λήξεως τῆς προθεσμίας, ἐντὸς τῆς ὁποίας ὤφειλε νὰ ἐνεργηθῇ ἡ παράδοσις, διορίζεται ἡ ἐπιτροπὴ τῆς παραλαβῆς, συνέρχεται δὲ τὴν 19 Ἀπριλίου, δηλ. 4 ἡμέρας μετὰ τὴν λῆξιν τῆς προθεσμίας· καὶ τί ἀποφαίνεται; «2) Ὅτι, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ποιότητα καὶ τὰ πλήρη συστατικὰ τοῦ διπύρου ἄρτου, ἡ ἐπιτροπὴ, μὴ τυγχάνουσα κάτοχος, ἵνα διαγνώσῃ σαφῶς αὐτὸν, δέον εἰς ταύτην νὰ συμπεριληφθῶσιν ἄτομά τινα, δυνάμενα νὰ γινώσκωσι ταῦτα ὡς ἐκ τῆς χρήσεως ἢ τοῦ ἐπαγγέλματός των· καθ’ ὅσον δὲ ἀφορᾷ τὴν ὀσμὴν καὶ γεῦσιν τοῦ διπύρου, οὗτος φαίνεται αὐτῇ καλός.» «3) Παρετήρησε δὲ προσέτι, ὅτι, ἀντὶ τῶν εἰς τοὺς ὅρους τοῦ συμφωνητικοῦ διαλαμβανομένων δέκα τεμαχίων τὴν ὀκὰν, ἀναλογοῦν ἓξ......» Ἐν δὲ τῇ ἐκθέσει δὲν ὑπάρχει μειοψηφία καὶ πλειοψηφία, ἀλλ’ ὁλόκληρος ἡ ἐπιτροπὴ, συγκειμένη ἐκ τῶν κκ. Ι. Ζιμβρακάκη, Βλαχοπούλου καὶ Τ. Βάσσου, ἀποφαίνεται, ὅτι: «Εἰς τὸ σεβαστὸν Ὑπουργεῖον ἀπόκειται, εὐαρεστούμενον, ἢ νὰ προσθέσῃ ἄτομόν τι παρ’ ἡμῖν, κάτοχον τῆς τέχνης τοῦ ἀρτοποιοῦ, πρὸς διάγνωσιν τῶν οὐσιῶν, ἐξ ὧν ὁ δίπυρος οὗτος ἄρτος εἶναι κατεσκευασμένος, ἢ ἰδίως διορίσῃ πραγματογνώμονα πρὸς ἐξέτασιν, καὶ οὕτω μετὰ τοῦτο προχωρήσωμεν εἰς τὴν παραλαβὴν αὐτοῦ». Καὶ εἶναι ἀληθές, ὅτι ὁ πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς διὰ τοῦ ἐγγράφου, διὰ τοῦ ὁποίου ἀποστέλλει τὴν ἔκθεσιν ταύτην, φέρει τροποποιήσεις τινάς, ἀλλὰ τοῦτο δὲν μεταβάλλει τὴν πρᾶξιν τῆς Ἐπιτροπῆς, δὲν εἶναι γνώμη τοῦ προέδρου τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀλλ’ ἀτομικὴ τοῦ κ. Ζιμβρακάκη. Ἐὰν δὲ τὴν γνώμην ταύτην ἤθελεν ἐξετάσει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν μὲ τοὺς κανόνας τῆς κοινοτέρας λογικῆς, ἤθελεν ἴδει, ὅτι δὲν στηρίζεται οὐδ’ ἐπὶ τῆς ἐλαφροτέρας κρίσεως, διότι τί λέγει ὁ κ. Ζιμβρακάκης; «Ἐὰν δὲ ἐπικρατήσῃ ἡ ἰδέα, ὅτι ὁ δίπυρος οὗτος ἄρτος περιλαμβάνει καὶ ποσότητα ἀλεύρου ἐκ γεωμήλων, τὸ τοιοῦτον, ἂν καὶ ἀπίθανον, διότι ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς δαπάνης στοιχίζει περισσότερον, οὐχ’ ἧττον ἔχει ἅπαντα τὰ προσόντα τῆς ὑγιοῦς, θρεπτικῆς καὶ καλῆς γεύσεως τροφῆς.» Τοῦτο καὶ μόνον ἤρκει δι’ ἕνα ἀμερόληπτον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως μὴ λάβῃ ποσῶς ὑπ’ ὄψιν τὴν γνώμην τοῦ κ. Ζιμβρακάκη, καὶ ἐὰν δὲν ἦτο καθαρῶς ἀτομική, καὶ διατάξῃ τὴν πρόσληψιν ἐμπειροτεχνῶν. Ἀλλ’ ἦτο αὐτὸ καὶ μόνον; ὁλόκληρος ὁ τύπος ἐβόα· ἑκάστη δόσις κατεκρίνετο. Καὶ ἰδού τινα ἐκ τῶν τότε γραφέντων. «Γράφουσιν ἡμῖν ἐκ Πειραιῶς, ὅτι ἀφίκοντο εἰσέτι 830 σάκκοι γαλέτας ἐκ Τεργέστης διὰ τὸν στρατὸν, ὧν τὸ ποιὸν εἶναι πανάθλιον.»
§100Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ποῖος τὸ γράφει αὐτό;
§101ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ Καρτερία τῆς 29 Ἀπριλίου, ὄργανον ὑπουργικόν. Ἡ Καρτερία τῆς 1 Μαΐου: «Συνιστῶμεν εἰς τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον πολλὴν προσοχὴν ἐπὶ τῆς γαλέτας, ἣν μεταφέρει ἐνταῦθα διὰ τὸν στρατὸν ὁ ἐργολάβος Λάμπρος. Εἶναι ἀθλία ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν: ξυνή, ἄνοστη, κακορίζικη καὶ ἐντελῶς ἄχρηστος πρὸς διατροφὴν ὄντων ἀνθρωπίνων· καὶ ζῶα, ἂν φάγωσιν ἐξ αὐτῆς, θ’ ἀσθενήσωσιν. Ἐπάναγκες διὰ τοῦτο νὰ διορισθῇ ἐπιτροπὴ, ἀποτελουμένη ἐκ πολλῶν καὶ ἐντίμων προσώπων, ὅπως ἐξετάσῃ αὐτὴν καὶ τὴν καταλογίσῃ εἰς βάρος τοῦ προμηθευτοῦ, ἐὰν εὕρῃ αὐτὴν κακῆς ποιότητος.» Ἡ Ἐθνικὴ Φωνὴ τῆς 6 Μαΐου: «Ἐπειδὴ πολλὰ περὶ τῆς πολυθρυλήτου γαλέτας τοῦ ὑπουργείου τῶν στρατιωτικῶν ἐγράφησαν καὶ ἐκ τῆς ἀντιλήψεως δύναται πᾶς τις νὰ πεισθῇ, ὅτι αὕτη οὐ μόνον ἀδιάλυτος ἐν τῷ ὕδατι εἶναι, ἀλλ’ οὐδὲ φαγώσιμος καὶ ὑπὸ τῶν χοίρων αὐτῶν, περιέχουσα φυτικὰς οὐσίας καὶ πᾶν ἄλλο ἢ ἄλευρον, διὰ νὰ μὴ ἀποδοθῇ πνεῦμα ἀντιπολιτεύσεως, ἢ κατὰ τὸν Θ. Γ. φθόνος, καλοῦνται οἱ βουλόμενοι νὰ ἴδωσιν ἰδίοις ὄμμασι ταύτην, τῆς ὁποίας δείγματα ὑπάρχουσιν ἐν τῷ γραφείῳ τῆς «Ἐθνικῆς Φωνῆς», ἐν τῷ ἐμπορικῷ καταστήματι ἀντικρὺ τῆς Ὡραίας Ἑλλάδος τοῦ κ. Ἰγγλέζη, ἐν τῷ παντοπωλείῳ Κούζη, ἐν τῷ φαρμακείῳ Βαρούχα, ὑπὸ τὴν μεγάλην οἰκίαν Μελᾶ, καὶ ἐν τῷ καφενείῳ Τσόχα. Ὑπάρχουσι δὲ καὶ δείγματα τῆς ἐντοπίου γαλέτας τῆς προσφερθείσης κατὰ 2½ φράγκα τὸ καντάριον ὀλιγώτερον». Ἔλθετε, ἴδετε καὶ κρίνατε!» Τὸ «Μέλλον» τῆς 6 Μαΐου ἔχει ὁλόκληρον ἄρθρον σχοινοτενὲς περὶ γαλέτας, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀδύνατον νὰ σᾶς ἀναγνώσω. Ἡ «Ἐθνικὴ Φωνὴ» τῆς 13 Μαΐου ἐπαναλαμβάνει τὰ αὐτά. Τὴν 15 Μαΐου ἔρχεται εἷς ἐνδιαφερόμενος, ὅστις, ἐπειδὴ κατόπιν ὅλων αὐτῶν τῶν κραυγῶν ἠναγκάσθη τὸ Ὑπουργεῖον νὰ δημοσιεύσῃ τὸ πρωτόκολλον τῆς ἐπιτροπῆς, γράφει εἰς τὴν «Φωνήν». «Ἡ δημοσίευσις τοῦ πρωτοκόλλου τῆς ἐπιτροπῆς περὶ παραλαβῆς τοῦ διπυρίτου ἄρτου ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν οὐδόλως ὠφελεῖ αὐτὸ, οὐδὲ τὸν προμηθευτὴν, διότι αὐτὸ τὸ πρωτόκολλον ἐπιβεβαιοῖ ὅσα ἐγράφησαν εἰς τὰς ἐφημερίδας καὶ ὅσα ἐξεφράσθησαν ἐκ μέρους τῶν εἰδημόνων ἀρτοποιῶν ἐν Σύρῳ καὶ ἐν Πειραιεῖ, ὅτι δηλ. τυγχάνει χειρίστης ποιότητος, καὶ πολλὰ ἄλλα, ἅτινα ἐπιφυλασσόμεθα ἄλλοτε. Ποιούμεθα δ’ ἤδη πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τὴν ἑξῆς ἐρώτησιν.» «Ἀφοῦ διὰ τοῦ πρωτοκόλλου ἡ ἐπιτροπὴ λέγει, ὅτι, ὡς πρὸς τὴν ποιότητα τοῦ διπυρίτου ἄρτου, μὴ τυγχάνουσα κάτοχος νὰ διαγνώσῃ, δέον νὰ συμπεριληφθῶσιν ἄτομα, δυνάμενα νὰ γινώσκωσι τὴν ποιότητα, ὡς ἐκ τοῦ ἐπαγγέλματός των, τί ἀπέγεινε λοιπόν; διωρίσθησαν πραγματογνώμονες, ὅπως ῥητῶς ἡ ἐπιτροπὴ ἀπῄτει τοῦτο; ἡ παραλαβὴ ἐγένετο κατὰ γνωμοδότησιν τούτων; ἢ μετέβαλεν ἡ ἐπιτροπὴ γνώμην, ἢ, ὅπερ καὶ τὸ σπουδαιότερον, τὴν διέταξε τὸ Ὑπουργεῖον νὰ προβῇ εἰς τὴν παραλαβὴν, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἀπήλλαξε τῆς εὐθύνης τὴν ἐπιτροπήν;» Καὶ αὐτὸ τοῦτο ἔρχομαι ἀκριβῶς νὰ ἐρωτήσω καὶ ἐγώ. Ὁ κ. Πετιμεζᾶς εἶπεν· ἡ ἐπιτροπὴ προσέλαβε πραγματογνώμονας, προσέλαβεν ἀρτοποιοὺς, καὶ εἰς ἀπόδειξιν φέρει μίαν ἐπιστολὴν ἰδιωτικήν. Σᾶς παρακαλῶ δὲ νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, πῶς ἦλθεν αὕτη ἡ ἰδιωτικὴ ἐπιστολὴ, διότι ὅταν πρόκηται περὶ δικαστικῆς ὑποθέσεως, ὅλα πρέπει νὰ λαμβάνῃ τις ὑπ’ ὄψιν καὶ ἐξετάζῃ, καθότι καὶ τὸ ἐλάχιστον δύναται νὰ ἔχῃ μεγάλην σπουδαιότητα. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 9 Ἰανουαρίου ὁ κ. Πετιμεζᾶς σᾶς λέγει· «Κύριοι, προχθὲς ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς κ. Ῥάλλης εἶχε προτείνει ὡς ἡμέραν συζητήσεως τὴν Δευτέραν· ἐγὼ παρεκάλεσα τὴν Βουλὴν νὰ προσδιορίσῃ τὴν Παρασκευήν· χθὲς δὲν ἐγένετο συνεδρίασις· ἀλλὰ πληροφορῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι μοῦ λείπουν δύο ἔγγραφα οὐσιώδη, τὰ ὁποῖα μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης, μεθ’ ὅλους τοὺς κόπους, τοὺς ὁποίους κατέβαλον, δὲν ἠμπόρεσα νὰ τὰ εὕρω· ἀλλ’ εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι θὰ τὰ εὕρω, διότι ἐσυγχύσθησαν ἐντὸς τῶν διαφόρων φακέλλων τῶν διαφόρων χρήσεων. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν διὰ τὴν προσεχῆ Δευτέραν, διὰ νὰ εὕρω τὰ μέσα, ὅπως σᾶς φωτίσω.» Κατὰ δὲ τὴν συνεδρίασιν τῆς 14 Ἰανουαρίου ὁ κ. Πετιμεζᾶς λέγει· «Κύριε Πρόεδρε, ὑποβάλλω τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον εἶχον εἰπῆ, ὅτι θὰ ὑποβάλω.» Καὶ τὸ ἔγγραφον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον δὲν ἠδυνήθη νὰ εὕρῃ εἰς τοὺς φακέλλους τοῦ Ὑπουργείου, εἶναι ἡ ἐπιστολὴ τοῦ κ. Ζιμβρακάκη τῆς 13 Ἰανουαρίου 1880.
§102Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὄχι δὰ, εἶναι τὰ περὶ ἐκπτώσεως τοῦ Λάμπρου.
§103ΡΑΛΛΗΣ. Λάθος ἔχετε· ταῦτα κατετέθησαν ἐν ἀρχῇ τῆς συνεδριάσεως τῆς 9 Ἰανουαρίου, καὶ ἰδοὺ ἡ ἀγόρευσίς σας. «Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι, εἰς τὸ κατηγορητήριον τὸ ὑποβληθὲν εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφέρεται, ὅτι δὲν ἐκήρυξα ἔκπτωτον τὸν ἐργολάβον τοῦ διπυρίτου Λάμπρον, κατὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Πρὸς ἀπόδειξιν τοῦ ἐναντίου, καταθέτω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ σχετικὰ ἐπίσημα ἔγγραφα καὶ τὸ ἐπιδοτήριον τοῦ δικαστικοῦ κλητῆρος, ὅστις τῇ ἐντολῇ τοῦ προέδρου τῆς ἐπιτροπῆς ἐπέδωκε τὴν διαταγὴν τοῦ Ὑπουργείου, δι’ ἧς ὁ χορηγητὴς τοῦ διπυρίτου ἐκηρύχθη ἔκπτωτος.» Καὶ τί λέγει ἡ ἐπιστολὴ τοῦ κ. Ζιμβρακάκη; «Ἀπαντῶν εἰς τὴν σημερινὴν ἐπιστολήν σας, λέγω, ὅτι ἐπειδὴ τὴν ἀναφορὰν τῆς ἐπιτροπῆς περὶ τῆς παραλαβῆς τῆς γαλέτας διηύθυνα διὰ τοῦ ταγματάρχου κ. Βάσσου πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, πολὺ πιθανὸν νὰ διετάξατε νὰ προσλάβωμεν κατὰ τὴν ἐπιθεώρησιν αὐτὴν πραγματογνώμονας· ἐγὼ ὅμως δὲν ἐνθυμοῦμαι. Ὁ κ. Πετιμεζᾶς τὸν ἐρωτᾷ, «μήπως ἐνθυμεῖσαι ἐὰν σᾶς διέταξα νὰ προσλάβετε πραγματογνώμονας;» καὶ ὁ κ. Ζιμβρακάκης ἀπαντᾷ, «δὲν ἐνθυμοῦμαι.» Τί φυσικώτερον; Ἐξακολουθεῖ δὲ ἡ ἐπιστολή· «οὐχ ἧττον ἡμεῖς προσελάβαμεν εἰδήμονας ἀρτοποιοὺς, οἵτινες εὑρέθησαν ἀσύμφωνοι, διότι τινὲς ἔλεγον ὅτι εἶναι σύμφωνος τῷ δείγματι, τινὲς δὲ, ὅτι εἶναι κατωτέρας ποιότητος.» Καὶ τοῦτο λέγει καὶ ἐν τῇ ἐκθέσει του, καὶ συνεπείᾳ αὐτῆς τῆς προσλήψεως τῶν ἀρτοποιῶν, ἡ ὁποία δὲν εἶχεν ἐπίσημον χαρακτῆρα, ἐγένετο ἡ ἔκθεσις. Καὶ μέχρις ἐδῶ λέγει τὴν ἀλήθειαν ὁ κ. Ζιμβρακάκης, ἀλλὰ σφάλλει εἰς ὅσα κατόπιν γράφει· «ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ ἐκ ΣΥΜΦΩΝΟΥ εὑροῦσα αὐτὴν πολὺ καλῆς ποιότητος καὶ ἄνευ ξένων οὐσιῶν, καὶ τοῦτο ὡμολογήθη ἀπὸ πάντα γευθέντα αὐτὴν, τὴν παρελάβομεν.» Τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές, διότι γνωρίζομεν τὸ ἐναντίον ἐξ ὅλων τῶν ἐκθέσεων, ἐξ αὐτῆς τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία δὲν ἠθέλησε νὰ παραλάβῃ τὸν διπυρίτην, ἐξ αὐτοῦ τοῦ ἀτομικοῦ ἐγγράφου τοῦ κ. Ζιμβρακάκη, ὁ ὁποῖος τότε, τὴν 19 Ἀπριλίου 1878, δηλ. σχεδὸν πρὸ δύο ἐτῶν, ἔγραφεν, ὅτι διστάζει ἡ ἐπιτροπὴ νὰ παραλάβῃ τὸν διπυρίτην, διότι λέγει, ὅτι ὑπάρχει πατάτα ἐντὸς αὐτοῦ, οὐδὲ δύναται νὰ δικαιολογήσῃ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν διετάχθη νὰ γείνῃ ἡ παραλαβὴ τοῦ διπύρου. Ἔχω ἀνάγκην νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἐθαύμασα, ὅταν πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Πετιμεζᾶς ἔλεγεν, ὅτι ὑπάρχει γαλέτα, ἥτις κοστίζει 20, 30, 40 καὶ 50 δραχ. καὶ ὅτι τὰ παξιμαδάκια κοστίζουν 6 φράγ. ἡ ὀκᾶ. Γαλέτα, ἥτις δὲν κατωρθώθη νὰ πωληθῇ πρὸς 8 λεπτά, ἥτις ὡς ἐπιβλαβὴς τροφὴ ἐθεωρήθη καὶ δι’ αὐτοὺς τοὺς χοίρους, αὐτὴν τὴν γαλέταν, σᾶς λέγει, πρέπει νὰ ἦσθε εὐτυχεῖς, ὅτι σᾶς τὴν ἐπρομήθευσε πρὸς 37 δραχ. τὸν στατῆρα, προσθέτων μάλιστα, ὅτι ἔπρεπε νὰ προμηθευθῶμεν καὶ ἄλλην, διὰ νὰ πληρώνωμεν ἐνοίκια ἀποθηκῶν καὶ ἀχθοφόρους, διὰ νὰ τὴν ῥίπτουν εἰς τὴν θάλασσαν.
§104Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τί λέγει ὁ Ζιμβρακάκης; διατί ἐπίκρισε; διάβασε τὸ γράμμα.
§105Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ τὸ μάθω ἀπὸ τὸν κ. Ζιμβρακάκην, τὸ εἴπατε σεῖς· «ἐπίκρισε, διότι ἔμεινε 4 μῆνας εἰς τὰς ἀποθήκας.» Ἀλλὰ δὲν ἔμεινε 4 μῆνας, διότι ἡ παράδοσις ἐγένετο τὴν 2 Ἰουνίου, τὴν 9 δὲ Ἰουλίου συνέρχονται τὰ σώματα καὶ αἱ ἐπιτροπαὶ καὶ ἀποφαίνονται, ὅτι ὄχι μόνον εἶναι πικρὰ, ἀλλὰ περιλαμβάνει καὶ δηλητηριώδεις οὐσίας, καὶ ἄλευρα ἐφθαρμένα, ἐντεῦθεν δ’ ἦτο πικρὰ ἀπ’ ἀρχῆς. Καὶ τοῦτο κατέθεσεν ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς ὁ κ. Βλαχόπουλος· ὅτι δὲ ἀντιστρόφως ἀντελήφθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅσα τῷ ἐξέθηκαν τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, ἀπόδειξις εἶναι, ὅτι ἐθεώρησεν ὡς προσὸν τὸ ἀδιάβροχον.
§106ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἔτσι μοῦ εἶπον.
§107ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ λέγω δὲ, διότι θέλω νὰ ἐκδικηθῶ τὸν κ. Πρόεδρον, καθόσον δὲν ἠρκέσθη νὰ βεβαιώσῃ πράγματα, τὰ ὁποῖα εἶχεν ὅλως διαφόρως ἐκθέσει ἓν πρακτικὸν τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, διότι εἷς ἐκ τῶν λόγων, διὰ τοὺς ὁποίους διετάσσετο ἡ ἐκποίησις τῆς γαλέτας τὴν 7 Ὀκτωβρίου, ἦτο καὶ τὸ ὅτι ἦτο ἀδιάβροχος, ἀλλὰ μὲ ὠνόμασε καὶ μωρὸν, ὡς πάντας τοὺς καγχάσαντας, καθὼς καὶ πρὸ ὀλίγου, διότι ἐθεώρει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὡς προσὸν τὸ ἀδιάβροχον τῆς γαλέτας. (Ἱλαρότης.)
§108ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ μ’ ὅλα ταῦτα λέγει ὁ κ. Μπούμπουλης, ὅτι εἶναι προσόν. Ἑπομένως τί σοῦ πταίω ἐγώ;
§109ΡΑΛΛΗΣ. Ἀλλ’ ἅμα φάγετε ἓν παξιμάδι, ἡ πρώτη λέξις θὰ προφέρετε, θὰ ἦναι «τί καλὰ ποῦ μουσκεύει». Φαίνεται ὅμως ὅτι καὶ ὑμεῖς καὶ ὁ κ. Μπούμπουλης δὲν ἔχετε δόντια διὰ νὰ φάγετε γαλέτα (ἱλαρότης) Νομίζω, ὅτι εἶναι περιττὰ πλειότερα πρὸς ἀπόδειξιν τῆς προθέσεως ἐκ μέρους τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν εἰς καταστροφὴν τῶν συμφερόντων τοῦ δημοσίου καὶ κατὰ τὴν προμήθειαν ταύτην. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἐφθάσαμεν εἰς τοὺς λόγους τοῦ κ. προέδρου τῆς κυβερνήσεως, ὀφείλω νὰ σᾶς ὑπομνήσω μίαν ὁμιλίαν του, ἥτις ἔχει σχέσιν πρὸς τὴν πρόθεσιν τοῦ ποτὲ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ παραβλάψῃ τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου κατὰ τὴν προμήθειαν τῶν ἀρβυλῶν. Τὴν 9 ἱσταμένου Ἰανουαρίου ὁ κ. Πρωθυπουργὸς σᾶς εἶπε: «Κύριοι, κατ’ ἐπανάληψιν ὁ κ. Βρατσάνος ἐζήτησε πληροφορίας περὶ τῆς ἀνακρίσεως, τῆς ἐνεργουμένης συνεπείᾳ συναλλαγματικῆς τινος ἐκ 37,000 δραχμῶν, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ πληρωθῇ καὶ ἀφορᾷ τὸν ἀξιωματικόν.... Καθ’ ἃς ἔλαβον σήμερον πληροφορίας, ταύτην τὴν στιγμήν, ἀπὸ τὸν εἰσαγγελέα, ἡ στρατιωτικὴ ἀρχὴ ἐζήτησε νὰ γείνῃ ἀνάκρισις ἅμα διεδόθη αὐτὴ ἡ φήμη, διότι ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἀπέβλεπεν ἕνα ἀξιωματικόν, καὶ ἐζήτησε νὰ διευκρινισθῇ ἡ ὑπόθεσις αὕτη, ὅπως μὴ προσβάλληται ἡ ὑπόληψις αὐτοῦ· ἡ ἀνάκρισις κατὰ συνέπεια προσεκάλεσε τὸν......, τὸν ὁποῖον ἀπέβλεπεν ἡ συναλλαγματικὴ αὕτη· οὗτος δὲ ἐξετασθείς, εἶπεν, ὅτι ἔλαβεν αὐτὰ τὰ χρήματα, διότι τὰ εἶχε παρακαταθέσει εἰς Τράπεζαν Γαλλικήν. Ἡ ἀνάκρισις, ἡ ὁποία δὲν ἠδυνήθη νὰ πληροφορηθῇ περισσότερόν τι ἀπὸ τὸν κ......., ἀπηυθύνθη πρὸς τὴν Τράπεζαν καὶ ἐζήτησε νὰ μάθῃ ἂν τῷ ὄντι ὁ κ....... ἢ ἄλλος τις παρακατέθεσεν αὐτὰ τὰ χρήματα.....» Πρέπει νὰ γνωρίζητε τίς εἶναι ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος. Εἶναι ἐκεῖνος, εἰς τὸν ὁποῖον εἶχεν ἀνατεθῆ τὸ τμῆμα τῶν προμηθειῶν κατὰ τὸ διάστημα, καθ’ ὃ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἦτον ὁ κ. Πετιμεζᾶς. Ἀμέσως δὲ μετὰ τὴν παραίτησιν τοῦ κ. Πετιμεζᾶ, ὁ ἐν λόγῳ ἀξιωματικὸς ἐζήτησε τὴν εἰς ἀποστρατείαν μετάθεσίν του......
§110Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν εἶχον ἐγὼ κανένα ἀξιωματικὸν ἐπὶ τῶν προμηθειῶν, εἰργάζοντο τὰ τμήματα.
§111ΡΑΛΛΗΣ. Ὅταν δὲ καλῆται εἰς τὴν ἀνάκρισιν, φοβεῖται μὴ τὰ ἐμπορικά του συμφέροντα καταστραφῶσι, καὶ κρύπτει ἀπὸ τὸν εἰσαγγελέα, ὅστις κρατεῖ εἰς χεῖράς του τὴν τιμήν του, τὴν προέλευσιν τῶν χρημάτων αὐτῶν. Νομίζω, ὅτι οἱ λόγοι τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἔχουσι σχέσιν πρὸς τὴν προμήθειαν τῶν ἀρβυλῶν. Δὲν βλέπετε τὰ ἀργύρια τῶν 10,000 ἐκείνων ἐλεεινῶν ζευγῶν;
§112Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πρέπει νὰ ἀποδεικνύῃς ὅ,τι λέγεις· ἄλλως εἶναι συκοφαντία.
§113ΡΑΛΛΗΣ. Ταῦτα εἶχον, κύριοι, νὰ προσθέσω εἰς ὅσα ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Εὐρυτανίας ἐξέθηκεν ἡμῖν τὸ παρελθὸν Σάββατον, ἴσως καὶ περισσά. Ὡς πρὸς ἓν δὲ καὶ μόνον δὲν συμφωνῶ μετ’ αὐτοῦ, ὡς πρὸς τὴν ἔννοιαν τῆς ψήφου, ἣν μετ’ ὀλίγον καλεῖσθε νὰ δώσητε. Ἦτο καλὸν ἴσως νὰ μὴ φθάσῃ ἡ ὑπόθεσις εἰς ὃ σήμερον ἔφθασε σημεῖον, ἐὰν δ’ ἔφθασεν, ἐγὼ δὲν εἶμαι ὑπαίτιος· ἀλλ’ ἀφοῦ ἔφθασε, δὲν δυνάμεθα πλέον νὰ ὑποχωρήσωμεν. Μὴ πλανώμεθα, δὲν πρόκειται νὰ διαχυθῇ πλειότερον φῶς ἐπὶ τὴν ἐλεεινὴν ταύτην ὑπόθεσιν· τὸ ἤδη διαχυθὲν εἶναι ἱκανὸν νὰ διαφωτίσῃ τὴν συνείδησιν παντὸς ἀμερολήπτου δικαστοῦ, ὡς πρός τε τὴν νόσφισιν τοῦ δημοσίου πλούτου καὶ ὡς πρὸς τοὺς ἐνόχους. Πρόκειται νὰ διατάξητε ἀνάκρισιν κατ’ ἀνωτάτου μάλιστα λειτουργοῦ τοῦ Κράτους· ἐὰν δὲ ἡ ἰδιότης αὕτη τοῦ καταγγελλομένου ἐπιβάλλῃ ὑμῖν τὸ καθῆκον τῆς ὅλως ἀμερολήπτου κρίσεως ἐπιβάλλει ὅμως καὶ ἕτερον, τὸ τῆς αὐστηρᾶς ἀποφάσεως. Στρέψατε τοὺς ὀφθαλμοὺς ὑμῶν πρὸς οἱονδήποτε κλάδον τῆς διοικήσεως, καὶ θέλετε ἰδεῖ εἰς ἅπαντας τὰς βδέλλας τῆς καταχρήσεως ἐκμυζώσας τὸν δημόσιον πλοῦτον τὸ αἷμα τοῦτο τοῦ λαοῦ. Πατάξατε λοιπὸν διὰ τῆς ψήφου ὑμῶν τὴν κατάχρησιν, χάριν αὐτοῦ, τὸν ὁποῖον ἐκπροσωπεῖτε. Ἐὰν δὲ δὲν αἰσθάνησθε ἐκ τῆς ἐντολῆς σας τὸ καθῆκον τοῦτο, πράξατέ το τουλάχιστον ἐξ αἰσθήματος ἰδιοσυντηρήσεως, διότι μετὰ τῆς προτάσεως ταύτης θέλει καταπέσει καὶ τὸ κῦρος τῆς Βουλῆς.
§114ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν θὰ ἀσχοληθῶ εἰς τὸ πραγματικὸν μέρος, διότι νομίζω, ὅτι μετὰ τὰ λεχθέντα εἶναι ἔργον ἐκτιμήσεως, οὔτε θέλω νὰ ἐπικρίνω τὸν προαγορεύσαντα Βουλευτὴν Ἀττικῆς, οὔτε ν’ ἀναλύσω τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ὑπὲρ ἢ κατὰ ἀνεπτύχθησαν, ἀλλ’ ἀναγκάζομαι καὶ πάλιν, ὅπως καὶ ἄλλοτε, νὰ εἴπω δύω λέξεις ὑπὲρ τοῦ νόμου. Ἡ Βουλὴ βεβαίως, ἡ ὁποία περιβάλλεται δικαστικὰ καθήκοντα, παρὰ πᾶσαν ἄλλην δικαστικὴν ἐξουσίαν, ἔχει καθῆκον νὰ ἐφαρμόζῃ τὸν νόμον ἀπταίστως. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἤθελον παραλείψει ἓν καθῆκον, ἐὰν δὲν ὑπέβαλον εἰς τὴν ἐκτίμησιν αὐτῆς τὰς σκέψεις μου, ἃς ἀρύομαι ἐκ τοῦ γράμματος τοῦ νόμου. Τὸ κατηγορητήριον, κύριοι, ἀναφέρει, ὅτι κατὰ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν νόμου, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, χωρὶς νὰ παραβιάσῃ ῥητὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος ἢ τῶν νόμων, ἔβλαψεν ἐκ προθέσεως τὰ συμφέροντα τῆς Ἐπικρατείας. Ἡ παράβασις αὕτη εἶναι παράβασις, ἧς μόνος ὁ Ὑπουργὸς δύναται νὰ θεωρηθῇ ὑπαίτιος ὡς αὐτουργός· ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὰ πραγματικὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα περιλαμβάνονται ἐν τῷ κατηγορητηρίῳ ποῖα εἶναι; Ὅτι αἱ ἀρβύλαι καὶ ἡ γαλέτα δὲν ἦσαν σύμφωνοι μὲ τοὺς ὅρους τῆς δημοπρασίας καὶ τοῦ συμβολαίου, ἀλλ’ ἦσαν κακῆς ποιότητος, ὡς ἐκ τούτου δὲ ἐβλάφθη τὸ δημόσιον συμφέρον. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἐξαγόμενον τῶν πραγματικῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα ἐκτίθενται ἐν τῷ κατηγορητηρίῳ, καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ ἰσχυρότερος λόγος τῆς κατηγορίας· διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι, ἐὰν τὰ γεγονότα εἰσὶν ἀληθῆ, δὲν ὑπάρχει βλάβη τοῦ δημοσίου ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ, οἵαν ἐννοεῖ ὁ Νόμος περὶ εὐθύνης, ἀλλ’ ὑπάρχει ἑτέρα ἀξιόποινος πρᾶξις, ἧς ἄλλος εἶναι ὁ αὐτουργὸς, καὶ ἀπορῶ πῶς μέχρι τοῦδε δὲν κατεδιώχθη. Πρὸ πολλοῦ αἰτιῶνται τὴν κακὴν ποιότητα τοῦ διπυρίτου καὶ τῶν ἀρβυλῶν, καὶ ὅμως ἡ ἁρμοδία ἀρχὴ δὲν κατώρθωσε νὰ ἐξετάσῃ ἐὰν κεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀνεδέχθησαν νὰ ὑπηρετήσωσι τὸ δημόσιον ἐπὶ ἀμοιβῇ καὶ ὠφελείᾳ, ἐπεβουλεύθησαν ἀληθῶς τὰ συμφέροντά του. Τὸ ἄρθρον 441 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου λέγει, ὅτι τιμωρεῖται μὲ εἱρκτὴν, ὅστις καθ’ ἑαυτὸν, ἢ ὡς μέλος Ἑταιρίας τινὸς, λαμβάνων μέρος εἰς προμηθείας ἢ ἐργολαβίας ὁποιουδήποτε εἴδους διὰ λογαριασμὸν τοῦ στρατοῦ, παραβιάσει τὰς ὑποχρεώσεις του· ἑπομένως ὁ ἐργολάβος ἔπρεπε νὰ θεωρηθῇ αὐτουργὸς καὶ ἔπρεπε νὰ καταδιωχθῇ, ἐὰν ἐξετέλεσε πράγματι τὸ ἔγκλημα. Ἀντὶ νὰ ζητῶμεν διὰ πλαγίων μέσων καὶ Ἐπιτροπῶν νὰ εὕρωμεν τὴν ἀλήθειαν, ἔπρεπε νὰ ζητῶμεν τὴν καταδίωξιν, ὅπου πράγματι ἠδύνατο νὰ ὑπάρχῃ· ἑπομένως ἡ πρᾶξις δὲν εἶναι παραβίασις τοῦ περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν Νόμου, ἀλλ’ ἐὰν κατὰ τὴν τακτικὴν ἀνάκρισιν, ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ ἐνεργηθῇ, ἤθελε προκύψει συναιτιότης ἢ συνέργεια καὶ προσώπων, τὰ ὁποῖα ὑπάγονται εἰς εἰδικὴν ἁρμοδιότητα, τότε ἡ Βουλὴ ἤθελε προσκληθῆ νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς διατυπώσεις τοῦ περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν Νόμου. Ὅπως τὸ κατηγορητήριον διετύπωσε τὰ γεγονότα, ὁρίζονται πράξεις ῥηταὶ, μὴ προβλεπόμενοι ὑπὸ τοῦ Νόμου περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν, ὥστε ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ προβῇ εἰς σύστασιν ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ μόνον νὰ προβῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· δυνάμεθα δὲ ν’ ἀναθέσωμεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ προκαλέσῃ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ Νόμου καὶ τὴν καταδίωξιν τοῦ ἐγκλήματος ὅπου ὑφίσταται, ἐὰν δὲ προκύψῃ συναιτιότης τοῦ Ὑπουργοῦ, νὰ ζητηθῇ ἡ ἐνέργεια τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς εἰδικῆς ταύτης περιστάσεως. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου, καὶ ἑπομένως προτείνω, ὅπως εἶναι διατετυπωμένον τὸ κατηγορητήριον, νὰ μεταβῶμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§115ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, κατὰ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ Νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, κατηγορεῖται Ὑπουργὸς ἐνώπιον τοῦ Εἰδικοῦ Δικαστηρίου, ἐὰν κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἑαυτοῦ καθηκόντων 1) παρεβίασε ποινικήν τινα τῶν κειμένων νόμων διάταξιν. 2) Χωρὶς νὰ παραβιάσῃ ῥητὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος ἢ τοῦ Νόμου κλπ. ἔβλαψεν ἐκ προθέσεως ἢ παραλείψεως τὰ συμφέροντα τῆς ἐπικρατείας. Ἡ ἔνστασις τοῦ ἀπαραδέκτου τοῦ κ. Ῥικάκη στηρίζεται εἰς τὸ ὅτι πρόκειται περὶ ἀξιοποίνου πράξεως, ἡ ὁποία προβλέπεται ὑπὸ τοῦ ποινικοῦ Νόμου, καὶ ἡ ὁποία δὲν δύναται νὰ τιμωρηθῇ, παρὰ καθ’ ὅσον καταδιώκεται ὁ αὐτουργὸς, διότι ὁ Ὑπουργὸς ἔρχεται ὡς συνεργός. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ῥικάκης ἔσπευσεν εἰς τὴν ὑποβολὴν τῆς προτάσεώς του, διότι ἐλησμόνησεν ἐντελῶς ὅτι τὸ ἄρθρον 441 τοῦ ποινικοῦ Νόμου δὲν ἔχει ἐφαρμογὴν, ἀλλὰ τὸ 464, ὅπερ ἄλλως καὶ αὐτὸ δὲν ἰσχύει, προκειμένου περὶ στρατιωτικῶν, ἅτε ἀντικατασταθὲν ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 252, ἐδαφίου 4, τοῦ Στρατιωτικοῦ ποινικοῦ Νόμου.
§116ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὁ Ὑπουργὸς εἶναι πολιτικὸν πρόσωπον, δὲν εἶναι στρατιωτικόν.
§117ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ ἄρθρον 252 τοῦ στρατιωτικοῦ νόμου λέγει «τιμωρεῖται μὲ πρόσκαιρα δεσμὰ πᾶς στρατιωτικός, στρατιωτικὸς διαχειριστὴς, καὶ πᾶς ἀνήκων εἰς τὴν στρατιωτικὴν οἰκονομίαν... ἐδάφιον δʹ, ὅστις λαμβάνει ἀμέσως ἢ ἐμμέσως ὁποιονδήποτε ὄφελος εἰς πράξεις, κατακυρώσεις, ἐργολαβίας ἢ ἄλλας ἐπιχειρήσεις, τῶν ὁποίων ἔχει καθ’ ὁλοκληρίαν ἢ ἐν μέρει τὴν διοίκησιν, διαχείρισιν, ἐπιτήρησιν, ἐξέλεγξιν, ἢ τῶν ὁποίων εἶναι ὁ διατάκτης». Τὸ ἄρθρον δηλαδὴ τοῦτο ἐτροποποίησε τὰς διατάξεις τοῦ 464 ἄρθρου τοῦ κοινοῦ ποινικοῦ νόμου, περὶ συμμετοχῆς εἰς πράγματα ἀσυμβίβαστα πρὸς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν, καὶ ὑπέβαλε τὸν στρατιωτικὸν εἰς ἐξαιρετικὴν ποινὴν τὴν ὁποίαν διαγράφει· ὥστε, ἂν θεωρηθῇ ὅτι τὸ κατηγορητήριον ἀποβλέπει πρᾶξιν τιμωρουμένην ὑπὸ ποινικοῦ νόμου, ἡ πρᾶξις περὶ ἧς πρόκειται δὲν ὑπάγεται εἰς τὸ ἄρθρον 441 τοῦ κοινοῦ Π. Νόμου, ἀλλ’ εἰς τὸ 252 ἄρθρον τοῦ στρατιωτικοῦ Π. Νόμου, καὶ δύναται ἀνεξαρτήτως πάσης ἐρεύνης περὶ τῶν προμηθευτῶν, ἡ καταδίωξις νὰ γείνῃ ἐναντίον παντὸς στρατιωτικοῦ, παραβάντος αὐτὸ, στρατιωτικὸς δὲ ἦτο καὶ ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.
§118Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ εἶμαι Ὑπουργὸς, δὲν εἶμαι συνταγματάρχης.
§119ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀλλὰ τὸ κατηγορητήριον δὲν κατηγορεῖ τὸν πρώην Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν διὰ παράβασιν τοῦ κοινοῦ ἢ τοῦ στρατιωτικοῦ νόμου· κατηγορεῖ τὸν Ὑπουργὸν κατὰ τὸ ἐδάφιον 2 τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν νόμου, κατηγορεῖ δηλαδὴ αὐτὸν ὅτι, χωρὶς νὰ παραβιάσῃ ῥητὴν διάταξιν τοῦ ποινικοῦ νόμου, ἐνήργησε πράξεις, αἱ ὁποῖαι ἔβλαψαν τὰ συμφέροντα τῆς Ἐπικρατείας. Νομίζω δὲ ὅτι, οὕτως ἐχούσης τῆς κατηγορίας, δὲν χωρεῖ τὸ ἀπαράδεκτον, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ῥικάκης ἐστήριξεν ἐπὶ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 441 τοῦ ποινικοῦ νόμου, διότι ἡ πρᾶξις ἡ ἀποδιδομένη εἰς τὸν πρώην Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὡς διατυποῦται, δὲν προβλέπεται οὔτε ὑπὸ τοῦ κοινοῦ ποινικοῦ νόμου, οὔτε ὑπὸ τοῦ στρατιωτικοῦ, ἀλλ’ ὑπὸ τοῦ ἐδαφ. 2 τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν νόμου, καθ’ ὃ δύναται νὰ γείνῃ κατηγορία, καὶ ἂν δὲν ὑπάρχῃ παραβίασις τοῦ κοινοῦ ἢ τοῦ στρατιωτικοῦ ποινικοῦ νόμου.
§120ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Λυποῦμαι, κύριοι, ἀναγκαζόμενος νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένου· ἀλλὰ τὰ μεγάλα συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἡ τιμὴ τῆς Βουλῆς, ἡ τιμὴ καὶ ἡ ὕπαρξις αὐτὴ τοῦ στρατοῦ μὲ ἀναγκάζουσι· πρὸς δὲ τούτοις, διότι καὶ αὐτὸς ὁ κ. Πετιμεζᾶς μὲ ἐπροκάλεσεν, ἐξαίρων με εἰς τὴν ὁμιλίαν, ἣν ἔκαμε πρό τινων ἡμερῶν μεταξὺ τοσούτων ἄλλων, συνυπογραψάντων τὸ κατηγορητήριον καὶ τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς· ἀλλὰ μεταξὺ τούτων ὑπῆρχον καὶ οἱ ὁμοφρονοῦντες πρὸς τὸν κ. Πετιμεζᾶν, πλὴν καὶ οὗτοι δὲν ἀπέβλεψαν εἰς ἄλλο τι ἢ εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος. Καὶ τῷ ὄντι εἰς τὴν ἐπιτροπήν σας οὐδεμία ἀνεφύη διαφωνία· αὕτη εἰργάσθη οὐχὶ μετὰ ζήλου, ἀλλὰ μετὰ τῆς συναισθήσεως τῆς ἐκπληρώσεως ἑνὸς πικροῦ καθήκοντος, καὶ εἰργάσθη ἀπαθῶς καὶ ἀταράχως καὶ ὡς ἐμπρέπει εἰς ἄνδρας, εἰς οὓς ἀνετέθη ἡ ἀνεύρεσις τῆς ἀληθείας. Δὲν πταίει λοιπὸν οὔτε ἡ ἐπιτροπή, οὔτε τὸ κατηγορητήριον, οὔτε οὐδεὶς τῶν ὑπογραψάντων ἐν αὐτοῖς· πταίουσι τὰ πράγματα, πταίει ἡ ἐξέγερσις τῆς κοινῆς συνειδήσεως, ὡς ὁ ἴδιος κ. Πετιμεζᾶς πρὸ ὀλίγου εἶπε, πταίει ἡ ἐξεγερθεῖσα φωνὴ ἐκ μέρους τοῦ στρατοῦ κατὰ τῶν τοιούτων προμηθειῶν.
§121Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τοῦ στρατοῦ; Αὐτὸ δὲν εἶναι ἀληθές.
§122ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Δὲν ἀπαντῶ, διότι πρέπει νὰ ὑποχωρῶμεν ἡμεῖς οἱ ἄλλοι, ἕνεκα τῆς θέσεώς σου.
§123Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νὰ μὲ συγχωρήσῃς σύ, διότι δὲν σοῦ ἔδωκα 400,000 δραχμὰς νὰ ὑπάγῃς εἰς τὴν Θεσσαλίαν μὲ δύω τάγματα.
§124ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Πταίουν αἱ ἀποδείξεις τῶν ἐπιτροπῶν, αἱ ὁποῖαι ἐκλήθησαν νὰ μαρτυρήσουν περὶ τῆς ποιότητος τῶν προμηθειῶν, πταίουν ἐπὶ τέλους τὰ δεινὰ, τὰ ὁποῖα ἔμελλον νὰ παρακολουθήσουν, ἂν ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς ἔμελλε νὰ ἐνεργήσῃ. Ἐνῷ, κύριοι, ἡτοιμάζετο ὁ στρατὸς νὰ ἐνεργήσῃ ὡς ἐν πολέμῳ, ἐνῷ οἱ στρατιῶται ἐνθουσιῶντες ἐβάδιζον, ἵνα προσφέρωσι τὴν ζωήν των ὑπὲρ πατρίδος, ὁ ἄρτος αὐτῶν ἐνοθεύετο, καὶ ἔμελλον νὰ κατασταθῶσιν ἀνίκανοι πρὶν ἔτι ἀντιμετωπίσωσι τὸν ἐχθρόν. Ἡ ὑπόδησις αὐτῶν ἦτο τοιαύτη, ὥστε ἢ ἔπρεπε νὰ μένουν ἀκίνητοι, ἢ ἂν ἐκινοῦντο, ἔμελλον νὰ μὴ φθάσωσιν ὅπου τὸ καθῆκον καὶ ὁ ζῆλος αὐτῶν τοὺς ἐκάλει· οἱ δὲ ἀναλαβόντες τὰς προμηθείας ταύτας ἐμπορεύοντο τὴν ζωὴν τοῦ στρατιώτου ἢ ἐκερδοσκόπουν ἐπὶ τῶν ἀτυχημάτων τῆς πατρίδος. Ἰδοὺ, κύριοι, ὁποῖαι ἦσαν αἱ συνέπειαι τῶν τοιούτων ἐνεργειῶν. Θὰ θελήσῃ ἡ Βουλὴ νὰ παρασιωπήσῃ ταῦτα; Θὰ θελήσῃ διὰ τῆς ἀτιμωρησίας νὰ ἐπιτρέψῃ ὅπως ἐπαναληφθῶσιν αἱ ἀπαίσιαι αὗται πράξεις; Ἂς κρίνῃ ἡ Βουλή. Ὁ ἔνοχος δὲν εἶναι γνωστός· ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπή σας ἀνεῦρεν ἐνοχὴν, καὶ τὴν πρόληψιν καθ’ ἑνὸς τῶν μελῶν σας. Εὔχομαι, ὅπως μὴ ἀποδειχθῇ οὐδεὶς ἔνοχος· ἀλλὰ τοῦτο πρέπει νὰ ἐξακριβωθῇ διὰ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα ὁ Νόμος ὁρίζει. Ἡ τιμή σας, ἡ τιμὴ τοῦ στρατοῦ, ἡ τιμὴ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου τὸ ἀπαιτεῖ.
§125Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Περὶ τῆς ἰδικῆς σου τιμῆς νὰ φροντίζῃς, οὐχὶ περὶ τῆς ἰδικῆς μου. Δὲν εἶναι ἐδῶ ἡ Κρήτη.
§126ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Ἐὰν ταῦτα μένωσιν ἀνεξέλεγκτα, πᾶσα ἐπὶ τοὺς ἄρχοντας αὐτοῦ ἐμπιστοσύνη, ἧς ἄνευ οὐδὲν κατορθωτὸν, θέλει ἐκλείψει ἐκ τοῦ στρατοῦ. Ὁ στρατιώτης, βαδίζων πρὸς τὸν ἐχθρὸν, θὰ σκέπτηται ἐν ἑαυτῷ: τάχα θὰ εὕρω ἄρτον, διὰ ν’ ἀναπληρώσω τὰς ἐξαντληθείσας δυνάμεις μου; Θὰ εὕρω ὑπόδησιν διὰ νὰ καλύψω τοὺς γυμνοὺς πόδας μου; Αὐταὶ εἶναι αἱ σκέψεις τὰς ὁποίας θὰ κάμῃ ὁ Στρατός. Λοιπόν, κύριοι, αὐτὰ τὰ μέγιστα συμφέροντα τοῦ Κράτους ἀπαιτοῦσιν, ὅπως ταῦτα μὴ μένωσι κεκρυμμένα.
§127ΚΑΤΣΑΝΔΡΗΣ. Κατὰ τὸν νόμον περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν, ἡμεῖς ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν τὸ κατηγορητήριον, τὸ ὁποῖον ἂν εὕρῃ βάσιμον ἡ Βουλὴ, προβαίνει εἰς μυστικὴν ψηφοφορίαν· ἑπομένως τὸ ἀπαράδεκτον τοῦ κυρίου Ῥικάκη δὲν ἔχει λόγον, διότι τὸ κατηγορητήριον περιλαμβάνει πράξεις ῥητὰς, τὰς ὁποίας παρέβη ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.
§128ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἐπρότεινα τὸ ἀπαράδεκτον, ἀλλ’ ὡς ἐπιχείρημα, ἵνα ὑποστηρίξω ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ παραδεχθῇ τὴν μίαν τῶν δύω προτάσεων.
§129ΦΩΤΗΛΑΣ. Ὁ κ. Ῥικάκης εἶπεν, ὅτι ὑπάρχουν δύω περιπτώσεις, καθ’ ἃς δύναται νὰ κατηγορηθῇ ὁ ὑπουργός. Ἡ πρώτη περίπτωσις εἶναι, ὅταν παραβιάσῃ ποινικήν τινα τῶν κειμένων νόμων διάταξιν, ἡ δευτέρα, ὅταν δὲν παρεβίασε μὲν διάταξιν τοῦ Συντάγματος ἢ τοῦ νόμου, ἔβλαψεν ὅμως ἐκ προθέσεως διὰ πράξεως ἢ παραλείψεως τὰ συμφέροντα τῆς ἐπικρατείας. Τὰ πράγματα εἶναι τοιαῦτα, ὥστε ἐν τῷ κατηγορητηρίῳ καταφαίνεται, ὅτι ὑπάρχει παραβίασις τοῦ πρώτου ἐδαφίου. Ἡ Βουλὴ λοιπὸν δὲν δύναται νὰ κατηγορήσῃ τὸν ὑπουργὸν διὰ παραβίασιν τοῦ δευτέρου ἐδαφίου. Ἐπειδὴ δὲ ἐγείρεται τοιοῦτον ζήτημα, ἐπειδὴ ἐγείρεται δεύτερον ζήτημα, ὁ ὑπάρχων ποινικὸς νόμος προβλέπει αὐτὴν τὴν πρᾶξιν, ἢ ὁ στρατιωτικός; Νομίζω, ὅτι τὰ δύω ταῦτα σπουδαιότατα ζητήματα πρέπει νὰ μελετηθῶσιν ἀπὸ τὰ σπουδαῖα μέλη τῆς Βουλῆς, καὶ νὰ μᾶς φέρωσι γνώμην ὡρισμένην.
§130ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν πρόκειται σήμερον νὰ κατηγορήσωμεν, ἀλλὰ νὰ ἐξετάσωμεν ἐὰν πρέπῃ νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἀνάκρισιν.
§131ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἐν τούτοις ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἐγκλητηρίου, τὸ ὁποῖον σήμερον συνετάχθη, θέλει προχωρήσει ἡ ὅλη διαδικασία. Ἐπειδὴ ἐγεννήθη αὐτὸ τὸ νομικὸν ζήτημα, ζητῶ ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις, ὅπως προχωρήσωμεν σύμφωνα μὲ τὸν νόμον.
§132ΡΑΛΛΗΣ. Πρὸ παντὸς, κύριοι, ἔχει δικαίωμα νὰ ἐκφέρῃ γνώμην ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἀναβολῆς ὁ ἐνδιαφερόμενος, αὐτὸς δὲ εἶναι ὁ κ. Πετιμεζᾶς, ὡς ἐγκαλούμενος, καὶ δὲν ἠξεύρω κατὰ πόσον ἤθελε συγκατατεθῆ νὰ ψηφοφορηθῇ καὶ ἡ πρότασις τοῦ κ. Ῥικάκη, καθότι διὰ τῆς προτάσεως αὐτῆς δὲν λύεται τὸ ζήτημα, διότι δύναται νὰ ἀποῤῥιφθῇ ἡ πρότασις τῆς προανακρίσεως ὡς ἀπαράδεκτος, ἀλλὰ τοῦτο δὲν σημαίνει, ὅτι τὴν ἐπιοῦσαν τὰ αὐτὰ θέματα δὲν δύνανται νὰ διατυπωθῶσιν εἰς νέαν πρότασιν, ἐν ᾗ νὰ περιληφθῇ καὶ ἡ πρώτη παράγραφος τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν νόμου, ἡ παράγραφος ἐκείνη, ἥτις χαρακτηρίζει τὴν πρᾶξιν οὐχὶ πλέον ὡς πολιτικὸν ἀδίκημα, ἀλλ’ ὡς κοινὸν ἔγκλημα τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Αὐτὸ τὸ ἀπαράδεκτον, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν τὸ ἐγκλητήριον ἤθελε συνταχθῆ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς προτάσεως περὶ προανακρίσεως, θὰ ἠδύνατο ἴσως νὰ προταθῇ ἐνώπιον τοῦ εἰδικοῦ δικαστηρίου. Διὰ τῶν ἄρθρων 11 καὶ 12 τοῦ περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν νόμου ὁρίζονται τὰ ἀναγκαῖα στοιχεῖα πρὸς τὸ παραδεκτὸν τῆς προτάσεως περὶ προανακρίσεως.
§133Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ λέγω νὰ προβῶμεν.
§134ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Πετιμεζᾶς ἔχει συμφέρον εἰς τὸ νὰ προβῶμεν.
§135ΦΩΤΗΛΑΣ. Πρόκειται περὶ δημοσίου συμφέροντος, οὐχὶ περὶ τοῦ συμφέροντος τοῦ κ. Πετιμεζᾶ.
§136ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ δὲ πρότασις τοῦ ἀπαραδέκτου, ὡς τὴν διετύπωσεν ὁ κ. Ῥικάκης καὶ ὡς τὴν ὑπεστήριξεν ὁ κ. Φωτήλας, οὐ μόνον εἶναι ἀντίθετος πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ κ. Πετιμεζᾶ, ἀλλὰ δὲν δύναται ν’ ἀντιταχθῇ ἐνταῦθα, διότι δὲν θὰ συζητήσωμεν ἤδη τὸ νομικῶς ἀπαράδεκτον τῆς προτάσεως περὶ προανακρίσεως, ἀλλὰ τὸ ἀπαράδεκτον κατὰ τύπους καὶ τοὺς ὁρισμοὺς τῶν ἄρθρων 11 καὶ 12.
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἄλλος ἐγγεγραμμένος· ἑπομένως κηρύττω ἀποπερατωμένην τὴν συζήτησιν. Κατὰ τὸ ἄρθρ. 13 τοῦ περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν νόμου, ἡ Βουλὴ θ’ ἀποφανθῇ διὰ μυστικῆς διὰ σφαιριδίων ψηφοφορίας, ἐὰν μεταβαίνῃ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἢ ἂν διατάσσῃ προανάκρισιν. Ὅσοι θέλουσι τὸ πρῶτον, νὰ μεταβῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, θέλουσι ῥίψει τὸ σφαιρίδιον εἰς τὸ Ναὶ, ὅσοι δὲ τὸ δεύτερον, ἤτοι νὰ διαταχθῇ προανάκρισις, θέλουσι ῥίψει τὸ σφαιρίδιον εἰς τὸ Ὄχι. Οἱ Ἀντιπρόεδροι κ. κ. Μποῦτος καὶ Κατσικογιάννης παρακαλοῦνται νὰ ἐπιτηρήσωσι κατὰ τὴν ψηφοφορίαν. Γίνεται μυστικὴ διὰ σφαιριδίων ψηφοφορία, εἶτα δὲ ἡ διαλογή.
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 162, εὑρέθησαν δὲ σφαιρίδια 68 μὲν εἰς τὸ Ναὶ, καὶ 94 εἰς τὸ Ὄχι. Ἑπομένως ἡ Βουλὴ ἀπέῤῥιψε τὴν πρότασιν τῆς μεταβάσεως εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, παρεδέχθη δὲ νὰ γείνῃ προανάκρισις. Αὔριον θὰ ἐκλεχθῇ ἡ δωδεκαμελὴς ἐπιτροπὴ κατὰ τὸν περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν νόμον. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 7, 25|60.)