1880.01.19
1,722 rows · 13,977 words · 83 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 53
τῆς 19 Ἰανουαρίου 1880.
(Σάββατον.)
Ὥρα 2 μ. μ.
Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐνεκρίθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἑταιρία τις, ἐπονομαζομένη «ὁ Ξυλουργός», ζητεῖ νὰ ἐπιβληθῇ ἀνώτερος δασμὸς ἐπὶ τῆς ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαγομένης κατειργασμένης ξυλείας εἰς ἔπιπλα καὶ κουφώματα. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη θέλει παραπεμφθῆ εἰς τὴν ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν ἐπιτροπήν. Κάτοικοί τινες ἐκ Πατρῶν τηλεγραφικῶς ἀναφέρουσιν, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβῆ τὰ διαδοθέντα ὑπὸ τοῦ Μηχανικοῦ περὶ τῆς κατασκευῆς τῆς ὁδοῦ Καλαβρύτων. Θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ τηλεγράφημα κατὰ τὴν συζήτησιν περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Ὁ δήμαρχος Ἐχίνου ὑποβάλλει τηλεγράφημα, διὰ τοῦ ὁποίου ἀναφέρει, ὅτι οἱ δημόται αὐτοῦ παραπονοῦνται διὰ τὸ νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ. Θέλει παραπεμφθῆ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν Οἰκονομικῶν. Οἱ Βουλευταὶ Λευκάδος Ε. Βαλαωρίτης καὶ Σέρβος καὶ ὁ Ἔφορος τοῦ Βουλευτηρίου, ὡς ἐκδοχεὺς τῶν δικαιωμάτων τοῦ Βουλευτοῦ Γ. Μαχαιρᾶ, παραχωρήσαντος τὴν ἀποζημίωσίν του ἐπ’ ὠφελείᾳ τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς, ζητοῦσι τὴν πληρωμὴν καθυστερουμένης εἰς αὐτοὺς ἀποζημιώσεως. Θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ λογιστικοῦ ἐπιτροπήν. Ἡ ἐπιτροπὴ τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ διαθέσεως 2,500,000 ἐκ τοῦ δανείου τῶν 6,000,000. Θέλει τυπωθῆ. Ὁ κύριος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔχει τὸν λόγον.
§2ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Κύριοι, μετὰ τὴν παραίτησιν ἡμῶν προσεκλήθη ὁ κ. Τρικούπης, εἰς τὸν ὁποῖον ὁ Βασιλεὺς ἀνέθεσε τὸν σχηματισμὸν ὑπουργείου. Ὁ κ. Τρικούπης ἠρνήθη, θέλει δὲ σᾶς ἐξηγήσει βεβαίως αὐτὸς τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἠρνήθη νὰ σχηματίσῃ ὑπουργεῖον· διϊσχυρίσθη, ὡς ἤκουσα, ὅτι δὲν ἦτο ὑπόχρεως νὰ σχηματίσῃ ὑπουργεῖον, καὶ δεύτερον, ὅτι δὲν ἔχει πλειονοψηφίαν. Ὁ Βασιλεὺς ἐν τούτοις, μετὰ τὴν ῥητὴν αὐτὴν ἄρνησιν, μᾶς παρήγγειλε νὰ ἐξακολουθήσωμεν μένοντες εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἡμεῖς δὲ ἐνομίσαμεν καθῆκον ἡμῶν νὰ πράξωμεν τοῦτο, καὶ τοῦτο ἔρχομαι νὰ ἀναγγείλω εἰς τὴν Βουλήν.
§3ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μεθ’ ὅσα εἶχον εἰπεῖ, συζητουμένου τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ ἐγένετο ἀφορμὴ εἰς τὴν ὑπουργικὴν κρίσιν, νομίζω, ὅτι ὀλίγα ἔχω νὰ προσθέσω, ἵνα ἐξηγήσω πρὸς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἐθεώρησα, ὅτι δὲν εἶχεν ἡ ἀντιπολίτευσις τὴν ὑποχρέωσιν νὰ σχηματίσῃ ὑπουργεῖον, τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἐθεώρησα τοῦτο καὶ ἐγὼ ὅπως τὸ ἐθεώρησε καὶ ἡ ἀντιπολίτευσις. Ἡ πρότασις ἡ δοῦσα ἀφορμὴν εἰς τὴν ὑπουργικὴν κρίσιν ἐχαρακτηρίσθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὡς πρότασις ἐμπιστοσύνης, καὶ ἡ Κυβέρνησις εἶχεν ἀπαίτησιν παρὰ τῆς Βουλῆς ἵνα μὴ παραπέμψῃ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπὴν, εἰποῦσα, ὅτι ἡ τοιαύτη παραπομπὴ θὰ ἐθεωρεῖτο παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ὡς λόγος, ὅπως ἀποχωρήσῃ τῶν πραγμάτων. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἀντιπολίτευσις ἔχει τὸ δικαίωμα, προκειμένου περὶ ζητημάτων ἐμπιστοσύνης, ν’ ἀποφαίνηται καὶ αὐτὴ γνώμην περὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ, καὶ ἔχει τὸ δικαίωμα, ἐπὶ τῆς γνώμης αὐτῆς στηριζομένη, νὰ ἐργάζηται κατόπιν, ὅταν ἐπέρχωνται αἱ συνέπειαι τῆς ψήφου ἐπὶ τῶν ζητημάτων ἐκείνων. Δὲν δυνάμεθα νὰ ἀναγνωρίσωμεν τὸ δικαίωμα εἰς τὰς Κυβερνήσεις αὐταὶ νὰ δίδωσι τὸν χαρακτηρισμὸν εἰς τὰ ζητήματα τῆς ἐμπιστοσύνης, καὶ νὰ ἀπαιτῶσι κατόπιν παρὰ τῆς ἀντιπολιτεύσεως νὰ ἀναδέχηται τὰς ὑποχρεώσεις, αἵτινες εἶναι αἱ συνέπειαι τοῦ τοιούτου χαρακτηρισμοῦ. Ὁ χαρακτηρισμὸς τῶν ζητημάτων ἢ ἔγκειται εἰς τὴν φύσιν αὐτῶν τούτων τῶν ζητημάτων, ἢ δίδεται ἐκ κοινῆς συνεννοήσεως τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα, περὶ οὗ πρόκειται, ἐκ τῆς φύσεως αὐτοῦ οὐδὲν εἶχε τὸ κυβερνητικόν· συνεννόησις δὲ τῆς Βουλῆς οὐ μόνον δὲν ὑπῆρξεν, ἀλλὰ τοὐναντίον ὑπῆρξε παρὰ τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἔγκαιρος διαμαρτυρία κατὰ τοῦ χαρακτηρισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἠθέλησε νὰ δώσῃ εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἡ ἀντιπολίτευσις εἶπε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι οὐδόλως δύναται ν’ ἀναγνωρίσῃ εἰς αὐτὴν τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ συνδέσῃ τὴν πρότασιν περὶ παραπομπῆς τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπὴν πρὸς ζήτημα κυβερνητικόν, διότι ἐθεώρει, ὅτι ὁ συνδυασμὸς οὗτος ἀφῄρει ἀπὸ τῆς ἀντιπολιτεύσεως τὴν ἐνάσκησιν τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἀνήκουσιν εἰς αὐτήν. Ἑπομένως, ὅταν ἐπῆλθεν ἡ παραίτησις τοῦ Ὑπουργείου ἕνεκα τοῦ ζητήματος, ἡ ἀντιπολίτευσις, ἐπιμένουσα εἰς τὴν ἀρχικῶς ἐκφρασθεῖσαν παρ’ αὐτῆς γνώμην, ὤφειλε νὰ μὴ ἀναδεχθῇ τὴν ἐξουσίαν, ἵνα μὴ ἐπιτραπῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, συνδέουσαν ζητήματα προνομίων τῆς ἀντιπολιτεύσεως πρὸς ζητήματα κυβερνητικὰ, νὰ περιορίζῃ τοιουτοτρόπως τὴν ἐλευθέραν τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἐνέργειαν. Καὶ ταῦτα μὲν ὡς πρὸς τὴν ὑποχρέωσιν τῆς ἀντιπολιτεύσεως τοῦ νὰ δεχθῇ τὴν προσφερομένην εἰς αὐτὴν Κυβέρνησιν, ἐπὶ τῇ παραιτήσει τῶν νῦν Ὑπουργῶν. Ἀλλ’ ὑπῆρχον καὶ λόγοι ἄλλοι καὶ οὐσιαστικοὶ καὶ τυπικοί, δι’ οὓς ἡ ἀντιπολίτευσις μετὰ τὴν ψηφοφορίαν τῆς παρελθούσης Τρίτης ὤφειλε νὰ μὴ ἀποδεχθῇ τὴν Κυβέρνησιν, ἔχουσα τὸ δικαίωμα νὰ μὴ ἀποδεχθῇ αὐτήν. Ἡ Βουλὴ αὕτη εἶναι Βουλὴ νέα· ἐν ταύτῃ εἰσέτι δὲν συνεζητήθησαν τὰ πολιτικὰ ἐκεῖνα ζητήματα περὶ τῆς κυβερνητικῆς πορείας τοῦ Κράτους, ἐπὶ τῶν ὁποίων συντάσσονται τὰ βουλευτικὰ κόμματα. Τὰ βουλευτικὰ κόμματα συντάσσονται περὶ ἰδέας, συντάσσονται πρὸς ἐξυπηρέτησιν ὡρισμένης πολιτικῆς. Ἀλλὰ περὶ πολιτικῆς ἐξυπηρετηθησομένης οὐδεὶς ἐγένετο ἔτι λόγος ἐν τῇ Βουλῇ, διότι ἡ συζήτησις ἡ πολιτικὴ, ἥτις ἐγένετο ἐν τῇ Βουλῇ, ἀφώρα πᾶσα εἰς τὸ παρελθόν· ἀφώρα δ’ εἰς τὸ παρελθὸν κατὰ ῥητὴν ἀπαίτησιν τοῦ ὑπουργείου. Τὸ ὑπουργεῖον ἠνάγκασε καὶ ἡμᾶς νὰ περιορίσωμεν τὴν συζήτησιν εἰς τὸ παρελθὸν, διότι ἄνευ τῆς πρωτοβουλίας αὐτοῦ δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπεκταθῇ ἡ συζήτησις εἰς τὸ μέλλον. Ἑπομένως δὲν ὑφίσταται ἤδη ἡ δέουσα σύνταξις τῶν κομμάτων τῆς Βουλῆς, καὶ τοιαύτη σύνταξις δὲν θέλει ὑπάρξει, εἰμὴ ἀφοῦ συζητηθῶσιν ἐν τῇ Βουλῇ τὰ τῆς πολιτικῆς τοῦ μέλλοντος· ἡ δὲ συζήτησις αὕτη θέλει γείνει ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ἐπὶ τῶν συναφῶν πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν στρατιωτικῶν καὶ οἰκονομικῶν νομοσχεδίων. Ὅταν ἡ συζήτησις ἐκείνη γείνῃ πλήρης ἐν τῇ Βουλῇ, τότε εἴτε ὡς πόρισμα τῆς συζητήσεως, ἐὰν ἐπέλθῃ ἡ ψηφοφορία, εἴτε καὶ ἂν ἐπέλθῃ ἡ ψηφοφορία ἐπὶ εἰδικοῦ ζητήματος ἀποδεικνύοντος τὴν ἀντιπολίτευσιν ὑπερτεροῦσαν τοῦ ἀριθμοῦ τῆς συμπολιτεύσεως, τότε δύναται καταλλήλως καὶ ὠφελίμως εἰς τὸ Κράτος νὰ ἐπέλθῃ ὑπουργικὴ μεταβολή· διότι ἡ ὑπουργικὴ μεταβολὴ θὰ εἶχε τότε ἔννοιαν ἄσχετον πρὸς τοὺς ἀριθμοὺς καὶ ὑπερτέραν τῆς ἐννοίας τῶν ἀριθμῶν. Ἡ ὑπουργικὴ μεταβολή, ἡ ἐπερχομένη ὑπὸ τοιούτους ὅρους, εἶναι μεταβολὴ συνδυάζουσα τὴν νέαν πρὸς τὴν προηγουμένην Κυβέρνησιν διὰ τῆς ἀντιθέσεως προγραμμάτων γνωστῶν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν, γνωστῶν καὶ εἰς τὸ ἔθνος, γνωστῶν καὶ εἰς τὸν Βασιλέα. Ἐνῷ, ὅπως παρίστατο ἤδη διὰ τῆς παραιτήσεως τῆς Κυβερνήσεως ἡ ὑπουργικὴ μεταβολὴ, ἐπερχομένη ἄνευ ψήφου τῆς Βουλῆς περὶ προγράμματος, θ’ ἀνήρχοντο εἰς τὴν ἐξουσίαν νέα πρόσωπα, ἵνα ὑπηρετήσωσι πρόγραμμα ἄγνωστον εἰς τὴν Βουλὴν, ἄγνωστον εἰς τὸ κοινὸν, ἄγνωστον εἰς τὸν Βασιλέα. Παροδικῶς ἡ ἀντιπολίτευσις εἶχε γνωστοποιήσει εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἀσπάζεται τὰς οἰκονομίας, ὅτι ἐπιδιώκει τὸ ἰσοζύγιον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ὅτι δὲν ἀποδέχεται τὸν περιορισμὸν τῶν δαπανῶν ἐκείνων, αἵτινες εἶναι ἀναγκαῖαι, ὅπως ἡ Ἑλλὰς ἐκπληρώσῃ τὴν ἀποστολὴν αὑτῆς ἐν τῇ Ἀνατολῇ. Ἀλλὰ ταῦτα δὲν ἀποτελοῦσι πολιτικὴν· ἡ πολιτικὴ ἡ πρακτικὴ, ἡ πολιτικὴ ἡ κοινοβουλευτικὴ, δὲν ἀφορᾷ εἰς τοὺς σκοποὺς, διότι περὶ τῶν σκοπῶν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ὑπάρχει ὁμοφωνία ἐν τῇ Βουλῇ, ἀλλ’ ἀφορᾷ εἰς τοὺς τρόπους δι’ ὧν ἐπιδιώκονται οἱ σκοποί. Περὶ τὴν διαφορὰν τῶν τρόπων συντάσσονται τὰ κόμματα, καὶ περὶ τοὺς τρόπους, δι’ ὧν θέλομεν ἐπιτύχει τὸ ἰσοζύγιον οἱ ἐπιζητοῦντες αὐτὸ, περὶ τοὺς τρόπους, δι’ ὧν θέλομεν κατορθώσει, ὅπως βελτιωθῇ ἡ θέσις τῆς Ἑλλάδος ἐν τῇ Ἀνατολῇ διὰ συντάξεως στρατιωτικῆς τῆς χώρας, συνδυαζομένης πρὸς τὰς οἰκονομικὰ αὐτῆς ἀνάγκας. Περὶ τῶν τρόπων τούτων ἡ Βουλὴ οὐδὲν ἤκουσε, καὶ οὐδὲν ἤκουσαν οἱ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἐπανειλημμένως οἱ περὶ τὴν Κυβέρνησιν διὰ τῶν δημοσιογραφικῶν αὐτῆς ὀργάνων ἐβεβαίωσαν, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις οὐδὲν εἶπε περὶ τῶν τρόπων, δι’ ὧν ἤθελεν ἐπιτύχει τῆς πραγματοποιήσεως τῶν σκοπῶν, οὓς ἐκήρυξεν, ὅτι ἐπιδιώκει· ἐβεβαίωσαν μάλιστα, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν δύναται νὰ ἐπιτύχῃ ὅσων ἐσκόπει. Ἐὰν ἀπέναντι τοιαύτης καταγγελίας τῶν περὶ τὴν Κυβέρνησιν ἡ ἀντιπολίτευσις ἀνελάμβανε τὴν ἐξουσίαν, ἤθελεν ἐκτεθῆ εἰς τὴν ἀληθῆ κατηγορίαν, ὅτι ἀνελάμβανεν αὐτὴν συνεπεία τυχαίου συμβάντος ἐν τῇ Βουλῇ, ἀσχέτου πρὸς τὰ πολιτικὰ ζητήματα, καὶ μὴ παρέχουσα ἐπομένως εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ ἠθικὸν κῦρος, τὸ ὁποῖον θέλει φέρει εἰς αὐτήν, ὅταν ἔλθῃ ὡς ἐκπροσωποῦσα πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, πλειονοψηφίαν οὐχὶ ὑπὲρ τῶν προσώπων, ἅτινα ἀναλαμβάνουσι τὴν ἐξουσίαν, ἀλλ’ ὑπὲρ τοῦ προγράμματος αὐτῶν. Ἡ ἐποχὴ, τὴν ὁποίαν διανύομεν ἤδη, ἡ πολιτική, τὴν ὁποίαν πρόκειται ἡ Βουλὴ νὰ καταρτίσῃ, δὲν εἶναι πολιτικὴ τυχαία, δὲν εἶναι ἐποχὴ ἐκ τῶν συνήθων. Δὲν πρόκειται ἡ νέα Κυβέρνησις, ἀνερχομένη εἰς τὴν ἐξουσίαν, ν’ ἀκολουθήσῃ τὴν ὁδὸν, ἣν ἠκολούθουν αἱ προκάτοχοι αὐτῆς μετὰ μόνων τῶν παραλλαγῶν, ἃς ἐπάγεται ἡ διαφορὰ τῶν προσώπων. Ἐπηγγείλατο ἡ ἀντιπολίτευσις καὶ ἐπαγγέλλεται, ὅτι θέλει φέρει μεταβολὴν συστήματος ὡς πρὸς τὰ διοικητικὰ, ὡς πρὸς τὰ οἰκονομικὰ, ὡς πρὸς τὰ στρατιωτικά. Τοιαῦται δὲ μεταβολαὶ συστήματος πρέπει νὰ ἔχωσιν εὐρεῖαν τὴν βάσιν περὶ τὴν ἐκτέλεσιν, διότι δὲν δύναται ἡ ἐκτέλεσις αὕτη νὰ ἐπιτύχῃ ἐπὶ τῆς στενῆς βάσεως ἀριθμητικῆς μόνης πλειονοψηφίας ἐν τῇ Βουλῇ· πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ ἠθικὸν κῦρος, τὸ ἐκ τῆς ἐκπεφρασμένης γνώμης τοῦ ἔθνους διὰ τῆς ἀντιπροσωπείας αὐτοῦ, πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ ἠθικὸν κῦρος τὸ ἐκ τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Βασιλέως, διδομένης εἰς τοὺς πλειονοψηφοῦντας ἐν τῇ Βουλῇ εἰς τοὺς πλειονοψηφοῦντας ὡς πρὸς τὸ πρόγραμμα αὐτῶν, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἦναι γνωστὸν ἐκ τῶν προτέρων εἰς τὸν δίδοντα τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτοῦ ἡγεμόνα· Ὀφείλει δὲ ἐκτὸς τοῦ ἠθικοῦ κύρους νὰ ἔχῃ καὶ ὑλικὸν κῦρος διὰ πλειονότητος ἀναμφισβητήτου· ἡ δὲ πλειονοψηφία ἐπὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἐπροκάλεσε τὴν ὑπουργικὴν κρίσιν, δὲν ἦτο πλειονοψηφία ἀναμφισβήτητος. Βέβαιον εἶναι, ὅτι ἐκ τῶν ἀριθμῶν ἐπῆλθεν ἡ ἧττα ἡ κυβερνητικὴ, τουτέστιν ἐκ τῶν ἀριθμῶν ἔπεσεν ἡ πρότασις τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ τί ἐδείκνυον οἱ ἀριθμοὶ ὡς πρὸς τὴν σχετικὴν δύναμιν τῆς ἀντιπολιτεύσεως καὶ τῆς Κυβερνήσεως; 79 ψήφους ἔλαβεν ἡ πρότασις τῆς ἀντιπολιτεύσεως, δηλαδὴ περίπου τὸν ἀριθμὸν ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον εἶχεν ἡ ἀντιπολίτευσις κατὰ τὴν ψηφοφορίαν ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον, καθ’ ἣν ἡττήθη. Ἀλλὰ πῶς, ἐνῷ κατὰ τὴν ψηφοφορίαν ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον ἡ ἀντιπολίτευσις διὰ ψήφων περίπου τοσούτων εὑρέθη ἐν μειονότητι, πῶς ἤδη εὑρέθη ἐν πλειονότητι; Κατὰ τὴν ψηφοφορίαν ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον 71 εἶχον ψηφοφορήσει ὑπὲρ τῆς προτάσεως τῆς ἀντιπολιτεύσεως, τουτέστιν ὑπὲρ τῆς ἀποῤῥίψεως τῆς κυβερνητικῆς προτάσεως, καὶ 6 εἶχον ἀρνηθῆ ψῆφον, οἵτινες ἤδη ἐψήφισαν μετὰ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ὥστε οἱ ἀριθμοὶ ἦσαν σχεδὸν οἱ αὐτοὶ, καὶ ἐν τούτοις εἴχομεν ἡττηθῆ τότε, καὶ ἤδη νικῶμεν. Πῶς συνέβη τοῦτο; Συνέβη, διότι κατὰ τὴν ψηφοφορίαν ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον, οἱ ἀριθμοὶ οἱ κυβερνητικοὶ ἦσαν 99, ἐνῷ τὴν Τρίτην οἱ ἀριθμοὶ οἱ κυβερνητικοὶ ἦσαν 73. Τί ἐνέφαινεν ἡ διαφορὰ αὕτη; Ἐνέφαινεν, ὅτι ἡ περιστολὴ τῶν ψήφων τῆς Κυβερνήσεως ηὔξησε τὸν ἀριθμὸν τῶν ψήφων τῆς ἀντιπολιτεύσεως; Ἴσως· ἀλλ’ εἴχομεν τὴν ἀπόδειξιν τούτου; ἐπετρέπετο δὲ νὰ σχηματίσωμεν Κυβέρνησιν, ἵνα δοκιμάσωμεν ἐν Κυβερνήσει τί ἐνόουν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀπέσχον τῆς τελευταίας ψηφοφορίας; Ἆρα ἐνόουν, ὅτι κατακρίνουσι σήμερον τὴν Κυβέρνησιν ὡς πρὸς τὴν πολιτικὴν αὐτῆς ἐν τῷ μέλλοντι, καὶ διὰ τοῦτο ἤδη δὲν συντάσσονται μετ’ αὐτῆς; Ἢ ὑπῆρχον μεταξὺ αὐτῶν οἱ μὴ ψηφοφορήσαντες διὰ λόγους ἀσχέτους ὅλως πρὸς τὴν πολιτικὴν τῆς ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ἀφορῶντας εἰς μεταβολὰς, τὰς ὁποίας ἐπιζητοῦσιν ἐν αὐτῷ τῷ καταρτισμῷ τῆς Κυβερνήσεως, χάριν ἰδεῶν τοῦ κόμματος τοῦ ἀποτελοῦντος τὴν συμπολίτευσιν; Πρὶν ἢ βεβαιωθῶμεν περὶ τούτων, ἠδυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν, ὅτι ἡ ἔλλειψις δυνάμεως τῆς Κυβερνήσεως ἦτο δύναμις τῆς ἀντιπολιτεύσεως; ὅτι δὲν ἦσαν λόγοι προερχόμενοι ἐκ τῆς τελευταίας ὑπουργικῆς μεταῤῥυθμίσεως, οἵτινες ἐπήνεγκον τὴν ὑπουργικὴν μειονότητα, καὶ ὅτι εὐθὺς, ὡς ἐσχηματίζετο νέα Κυβέρνησις, δὲν ἤθελον ἐπανέλθει εἰς τὰς τάξεις αὐτῶν ἐκεῖνοι, οἵτινες ἔλειψαν εἰς τὴν μερίδα τὴν τέως συμπολιτευομένην, διότι οὕτως ἦτο κατηρτισμένη ἡ Κυβέρνησις; Ὠφείλομεν ἡμεῖς νὰ δεχθῶμεν τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα γείνῃ ἡ δοκιμασία αὕτη; Ἐὰν προέκειτο περὶ ἡμῶν αὐτῶν, ἠδυνάμεθα νὰ προσφέρωμεν εἰς τὴν συμπολίτευσιν τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην. Ἀλλ’ ἆρα τὸ ἔθνος δὲν διεφέρετο εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο; Ἡ ὑπουργικὴ μεταβολὴ ἡ δοκιμαστικὴ ἠδύνατο νὰ γείνῃ ἐπωφελῶς εἰς τὸ ἔθνος; Καὶ δὲν θὰ ἐβλάπτετο τὸ ἔθνος ἐκ σχηματισμοῦ Κυβερνήσεως ὀλιγοημέρου καὶ ἐκ πτώσεως τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἵνα ἐπανέλθῃ πάλιν ἡ πρώτη Κυβέρνησις; Καὶ δὲν θὰ ἐβλάπτετο τὸ ἔθνος, ἐὰν ἐγίνετο ἀρχὴ ἐκτελέσεως μεταβολῆς πολιτικοῦ συστήματος, ὁποῖον πρὸ ὀλίγου ἀνέφερα, ἀρχὴ ἐκτελέσεως, ἥτις διὰ τὸ βραχὺ τοῦ χρόνου οὐδένα θὰ ἠδύνατο νὰ φέρῃ τῶν καρπῶν αὐτῆς; Πᾶσα μεταβολὴ, καθὸ μεταβολὴ, εἶναι ἐπιζήμιος· ἀλλ’ αἱ καλαὶ μεταβολαὶ ἀντισηκόνουσι τὴν ζημίαν, φέρουσαι διὰ τοῦ χρόνου τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον δι’ αὐτῶν ἐπιδιώκεται. Ἐὰν δ’ ἐδεχόμεθα τὴν ἐξουσίαν, ἵνα ἐγκαινίσωμεν νέον σύστημα ἄνευ τοῦ ἀναγκαίου χρόνου, ὅπως τὸ νέον τοῦτο σύστημα φέρῃ τὰ ἀγαθά του, θὰ εἴχομεν ὅλα τὰ κακὰ τῆς μεταβολῆς, καὶ οὐδὲν τῶν καλῶν, ἅτινα ἐπαγγέλλεται τὸ σύστημα. Ὠφείλομεν ἄρα νὰ μὴ δεχθῶμεν τὴν ἐξουσίαν ὑπὸ τοιούτους ὅρους, διότι καὶ ἀριθμητικῶς ἠγνοοῦμεν, ἐὰν διετελοῦμεν πράγματι ἐν πλειονοψηφίᾳ. Εἴχομεν ὑπὲρ ἡμῶν τὸ τεκμήριον τῆς πλειονότητος, ἀλλὰ καὶ αὐτὸ τὸ τεκμήριον ἔπιπτε, διότι, καθ’ ἡμᾶς, τὸ ζήτημα δὲν ἦτο ζήτημα ἐμπιστοσύνης, καὶ ἑπομένως οἱ ὑπουργοὶ, οἱ μὴ ψηφοφορήσαντες, ὤφειλον νὰ λογισθῶσιν ἐν τῷ ἀριθμῷ τῆς συμπολιτεύσεως. Ὁπωσδήποτε ἄρα, ἐξεταζομένου τοῦ πράγματος ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν ἀριθμῶν, δὲν εἴχομεν τὴν δύναμιν ἐκείνην, ἥτις ἦτο ἱκανὴ πρὸς ὑποστήριξιν πολιτικῆς νέας, πολιτικῆς, ἥτις θὰ ἔφερεν ἀνατροπὴν τοῦ μέχρι τοῦδε διοικητικοῦ καὶ οἰκονομικοῦ καθεστῶτος. Δὲν εἴχομεν δὲ καὶ τὴν ἠθικὴν δύναμιν τὴν ἐκ τῆς ἀποδείξεως, ὅτι ἡ δοθεῖσα ψῆφος παρὰ τῆς Βουλῆς ἦτο ψῆφος δεδομένη εἰς τὸ πρόγραμμα ἡμῶν. Διὰ ταῦτα ἐνομίσαμεν, ὅτι ὠφείλομεν νὰ μὴ δεχθῶμεν τὴν ἐξουσίαν ἤδη, ἀλλ’ ὠφείλομεν νὰ ἀπαιτήσωμεν, ὅσον ἐν ἡμῖν ἔκειτο, παρὰ τῶν νῦν κυβερνώντων, νὰ ἐξακολουθῶσι κυβερνῶντες, ἕως οὗ παράσχωσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν εὐκαιρίαν, ἵνα συνταχθῇ περὶ πολιτικὸν πρόγραμμα, ἵνα γνωρίσῃ τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ὁποίας τὸ σύστημα εἶναι γνωστὸν ἀτελῶς, καὶ ἵνα γνωρίσῃ τὸ πρόγραμμα τῆς ἀντιπολιτεύσεως, τῆς ὁποίας τὸ σύστημα εἶναι ἐντελῶς ἄγνωστον, καὶ ὅταν περὶ τούτων ἀποφανθῇ, τότε νὰ ἐπέλθῃ ἡ κυβερνητικὴ ἀποκατάστασις, εἴτε διὰ τῆς ὑποστηρίξεως τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἀποφανθῇ ὑπὲρ τοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως ταύτης, εἴτε διὰ τῆς ἀντικαταστάσεως αὐτῆς ὑπὸ Κυβερνήσεως τῆς νῦν ἀντιπολιτεύσεως, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἀποφανθῇ ὑπὲρ τοῦ προγράμματος τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Ἀλλ’ ἵνα κατορθωθῶσι ταῦτα, καὶ πιστεύω, ὅτι ἵνα κατορθωθῶσι ταῦτα ἐδέχθη ὁ κ. πρωθυπουργὸς νὰ ἐξακολουθήσῃ ἐν τῇ Κυβερνήσει, πρέπει καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἀτυχῶς τοσοῦτον ἐβράδυνεν ἵνα ἐκτελέσῃ μέχρι τοῦδε. Ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ καταστήσῃ ἐφικτὴν τὴν ἐνέργειαν τῆς ἀντιπολιτεύσεως καὶ τὴν ἐνέργειαν τῆς Βουλῆς ὡς πρὸς τ’ ἀφορῶντα εἰς τὰ οἰκονομικὰ καὶ εἰς τὰ στρατιωτικὰ μέτρα· ὀφείλει νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἁπάσας τὰς αἰτηθείσας πληροφορίας, ὀφείλει δὲ πρὸ πάντων νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἀφορῶντα εἰς τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὑπεσχέθη, ὅτι θέλει ὑποβάλει. Ἐξέθηκεν ἡ Κυβέρνησις τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ τὸ ἔλλειμμα ὑπεσχέθη, ὅτι ἤθελε καλύψει ἢ ἐλαττώσει διὰ νόμων τινῶν, ἄλλων μὲν ἑτοίμων, ὡς εἶπεν, ἄλλων δὲ ἑτοιμαζομένων. Εἷς τῶν νόμων, δι’ ὧν ἡ κυβέρνησις ἐπηγγέλλετο, ὅτι ἤθελεν ἐλαττώσει τὸ ἔλλειμμα, ἦτο ὁ περὶ φορολογίας τῶν καπνῶν, καὶ τὸ περὶ τούτου νομοσχέδιον ὑπεβλήθη· ὑπεσχέθη ὅμως, ὅτι ἤθελε συντελέσει εἰς τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ἐλλείμματος καὶ διὰ νέου δασμολογίου, εἰποῦσα, ὅτι ἦτο ἕτοιμον τὸ περὶ τούτου νομοσχέδιον, ὅπερ θὰ ὑπεβάλλετο εἰς τὴν Βουλήν· ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον εἰσέτι δὲν ὑπεβλήθη, κατὰ δὲ τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ κ. ὑπουργοῦ, ἐκ τοῦ νομοσχεδίου τούτου προσδοκᾶται αὔξησις τῶν πόρων τοῦ Κράτους κατὰ 1,700,000 δραχμάς. Ὑπεσχέθη προσέτι ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς, ὅτι ἤθελεν εἰσαγάγει καὶ ἄλλα σχέδια περὶ πόρων, δι’ ὧν ἤθελεν ἐλαττώσει τὸ ἔλλειμμα. Ἀπόλυτος ἀνάγκη εἶναι, πρὶν ἢ ἐπιληφθῶμεν τοῦ ζητήματος τοῦ προϋπολογισμοῦ, νὰ εὐαρεστηθῇ ἡ κυβέρνησις νὰ ἀνακοινώσῃ ταῦτα, ἅτινα ὑπεσχέθη εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἤθελεν ἀνακοινώσει εἰς αὐτήν, ἢ ἂν μετέβαλε γνώμην, νὰ εἴπῃ, ὅτι μετέβαλε γνώμην, ἵνα δυνηθῇ ἡ ἀντιπολίτευσις νὰ ἐργασθῇ ἐπὶ ὡρισμένου κυβερνητικοῦ σχεδίου. Τὸ σχέδιον τῆς ἀντιπολιτεύσεως ὀφείλει πάντοτε ν’ ἀνταποκρίνηται πρὸς τὸ σχέδιον τῆς κυβερνήσεως· ἄλλως δὲν ἔχει πρακτικὸν σκοπὸν, καὶ δὲν δύναται ἡ ἀντιπολίτευσις νὰ διατυπώσῃ πλῆρες σχέδιον, ἐνόσῳ αἱ προτάσεις τῆς Κυβερνήσεως διατελοῦσιν ἡμιτελεῖς, ὅπως σήμερον ἔχουσιν. Εἶναι ἀνάγκη συνταγματικὴ ὅπως ἡ Κυβέρνησις ὑποβάλῃ τοὺς νόμους, ἐφ’ ὧν στηρίζεται ὁ προϋπολογισμός· διότι ὑπέβαλεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν ὑπουργὸς νομοσχέδιον περὶ στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Κράτους, νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται εἰς πλήρη ἀντίφασιν πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν, νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον οὐδὲ δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ, διότι οὐδεμίαν ἔχει συνάφειαν οὐ μόνον πρὸς τὸν παρ’ αὐτῆς ταύτης τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθέντα προϋπολογισμὸν, ἀλλ’ οὐδὲ καὶ πρὸς τοὺς νόμους τοὺς ἤδη ἐψηφισμένους. Ὑπέβαλεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν ὑπουργὸς νομοσχέδιον περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐφαρμοσθῇ, ἐνόσῳ ἰσχύει ὁ νόμος περὶ ἀπογραφῆς, τὸν ὁποῖον πέρυσιν ἐψηφίσαμεν. Κατὰ τὸν νόμον ἐκεῖνον εἶναι ἀδύνατον νὰ ἔχωμεν ἐν εἰρήνῃ στρατὸν ἐνεργὸν 26,000 ἀνδρῶν· ὁ νόμος ἐκεῖνος λέγει πόσους ἄνδρας δυνάμεθα νὰ στρατολογήσωμεν κατ’ ἔτος καὶ ἐπὶ τίνι θητείᾳ. Κατὰ δὲ τὸν νόμον ἐκεῖνον καὶ τὴν ἀπογραφὴν τοῦ πληθυσμοῦ τῆς Ἑλλάδος, ἡ Ἑλλὰς, καὶ μὴ πιεζομένη ὑπὸ τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος, δὲν δύναται νὰ δώσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀνδρῶν, τὸν ὁποῖον ὁ κ. ὑπουργὸς ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον ἐν τῷ καταρτισμῷ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. Ζητοῦμεν νὰ ὑποβληθῇ ὡς πρὸς τὰ στρατιωτικὰ ὁ νόμος, ἐφ’ οὗ ὁ προϋπολογισμὸς συνετάχθη, νόμος, ὁ ὁποῖος νὰ ἦναι αὐτόχρημα αὐτὸς ὁ προϋπολογισμὸς, ἀλλ’ ὁ προϋπολογισμὸς ὅπως ὤφειλε νὰ ἦναι συντεταγμένος ἐν νόμῳ. Ποίαν ἔννοιαν ἔχει νόμος εἰσαγόμενος συνάμα μετὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ περιέχων διατάξεις, τὰς ὁποίας δὲν εὑρίσκομεν ἐπαναλαμβανομένας ἐν τῷ προϋπολογισμῷ; ποίαν ἔννοιαν ἔχει προϋπολογισμὸς, εἰσαγόμενος μετὰ τοῦ νόμου, καὶ περιέχων πιστώσεις, περὶ τῶν ὁποίων δὲν εὑρίσκομεν διατάξεις ἐν τῷ νόμῳ; Ὁ προϋπολογισμὸς δὲν δύναται νομίμως νὰ ψηφισθῇ, εἰμὴ ἐφ’ ὅσον εἶναι ἡ πραγματοποίησις νόμου διὰ τὸ ἔτος, εἰς τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ· ὤφειλε λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποβάλῃ πρότασιν νόμου, ἐφ’ οὗ δέον νὰ στηρίζηται ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ὑπουργείου τῶν στρατιωτικῶν· ὤφειλε προσέτι καὶ ὡς πρὸς τοὺς λοιποὺς κλάδους τῆς ὑπηρεσίας νὰ ὑποβάλῃ σχέδια τῶν νόμων, οἱ ὁποῖοι ἐλλείπουσιν ἀπὸ ἐτῶν καὶ ὧν ἄνευ ψηφίζονται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ πιστώσεις πλημμελῶς καὶ ἀντισυνταγματικῶς. Κατὰ τὴν τελευταίαν τακτικὴν σύνοδον τῆς παρελθούσης Περιόδου, παρέστησεν ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴ πρὸς τὴν κυβέρνησιν, ὅτι πλημμελὲς ἦτο τὸ σύστημα τὸ ἐπικρατοῦν τοῦ νὰ ψηφίζωνται πιστώσεις ἐν τῷ προϋπολογισμῷ μὴ στηριζόμεναι ἐπὶ νόμου, καὶ ἀπῄτησε παρὰ τῆς κυβερνήσεως, ὅπως, πρὶν ἢ ἐπιληφθῇ ἡ βουλὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἰσαχθῶσιν οἱ νόμοι. Ἡ Κυβέρνησις τότε ἐδικαιολογήθη, λέγουσα, ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ὁ ὑλικὸς καιρὸς, ἵνα εἰσαχθῶσι πάντα τὰ νομοσχέδια, εἰσήγαγεν ὅμως τινὰ, ἐπηγγείλατο δὲ, ὅτι πρὸ τοῦ προσεχοῦς προϋπολογισμοῦ ἤθελον παρασκευασθῆ πάντα τ’ ἄλλα. Ἡ ἀντιπολίτευσις παρέστησεν, ὅτι καὶ τότε ἠδύναντο νὰ εἰσαχθῶσι πάντα τὰ νομοσχέδια, ἀλλὰ δὲν εἰσηκούσθη. Οὐδεμία ὅμως ὑπῆρχε δικαιολόγησις τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος, δηλαδὴ μετὰ παρέλευσιν πλέον τοῦ ἔτους, ἄνευ τῆς προτάσεως τῶν νόμων, ἐφ’ ὧν δέον νὰ στηρίζωνται αἱ πιστώσεις. Ἀπαιτοῦμεν λοιπὸν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως νὰ εἰσαγάγῃ τὰ σχέδια τῶν νόμων, τοὺς ὁποίους ὤφειλε νὰ ἔχῃ εἰσηγμένους πρὸ τῆς ἐποχῆς ταύτης, καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων δέον νὰ στηρίζηται ὁ προϋπολογισμός. Ζητοῦμεν προσέτι παρὰ τῆς κυβερνήσεως νὰ παρουσιάσῃ εἰς τὴν βουλὴν τὸ ταχύτερον τὰς πληροφορίας, ὧν ἄνευ δὲν δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐσκεμμένως. Βεβαίως, ὅταν πιεζώμεθα ὑπὸ τοῦ χρόνου, ὅταν πιεζώμεθα ὑπὸ τῆς ἀνάγκης, ψηφίζομεν τὸν προϋπολογισμὸν καὶ ἄνευ τῶν στοιχείων ἐκείνων. Ἀλλ’ εἶναι πρέπον ἡ Κυβέρνησις νὰ δημιουργῇ τὴν ἀνάγκην, ἵνα ἡ Βουλὴ ψηφίζῃ τὸν προϋπολογισμὸν ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ τί ψηφίζει! Διότι ἐν ἀγνοίᾳ ψηφίζεται ὁ προϋπολογισμὸς, ὁσάκις δὲν γινώσκουσιν οἱ ψηφίζοντες ποῖα εἶναι τ’ ἀποτελέσματα τῶν παρελθόντων προϋπολογισμῶν. Τὰ παρουσιασθέντα στοιχεῖα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως εἶναι τοσοῦτον ἀτελῆ, ὥστε εἶναι παντάπασιν ἄχρηστα. Εἰσάγων τὸν προϋπολογισμὸν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς, εἶχεν εἰπεῖ, ὅτι ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα ἐστηρίχθη ἐπὶ τοῦ μέσου ὅρου τῶν τελευταίων τριῶν ἐτῶν· ἐξήτασα τὸν μέσον τοῦτον ὅρον.....
§4Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Προκαλεῖτε συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι χρήζουν ἀπαντήσεως. Ἐνῷ ἡ συζήτησις ἔπρεπε νὰ περιστραφῇ ἀλλοῦ, αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγετε, θὰ μὲ ἀναγκάσῃ νὰ λάβω τὸν λόγον.
§5ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι τρομερὸν πρᾶγμα ν’ ἀναγκασθῆτε νὰ λάβητε τὸν λόγον, ἀλλὰ θὰ ὑποκύψωμεν.
§6ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παραβαίνεται ἡ τάξις τῶν συζητήσεων· περὶ τούτου πρόκειται.
§7ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἐστήριξε τοὺς ὑπολογισμοὺς αὑτοῦ περὶ τὸν προσδιορισμὸν τῶν ἐσόδων τοῦ ἔτους 1880 εἰς τὸν μέσον ὅρον τῆς τελευταίας τριετίας· τοῦτο εὕρηται ἐν τῇ δημοσιευθείσῃ ἀγορεύσει του. Ἤθελον ἑπομένως, ἐργαζόμενος περὶ τούτου, νὰ ἐξετάσω ὁποῖος ὑπῆρξεν ὁ μέσος ὅρος, ἵνα ἴδω ἂν ἀκριβῶς ἐγένοντο οἱ ὑπολογισμοί· μὲ εἶχε δὲ ἀπαλλάξει αὐτὸς ὁ κύριος Ὑπουργὸς τοῦ κόπου τούτου, διότι εἰς τοὺς ὑποβληθέντας πίνακας εἶχε σημειώσει καὶ τὸν μέσον ὅρον. Εὐθὺς ὅμως ὡς διὰ τῆς δημοσιότητος καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐγνώσθησαν αἱ σκέψεις, τὰς ὁποίας ἡ ἀντιπολίτευσις ἐποιεῖτο ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὑπολογισμῶν ἐκείνων, καὶ ἀμέσως οἱ περὶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν διέψευσαν, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς συνετάχθη ἐπὶ τοῦ μέσου ὅρου τῶν τριῶν τελευταίων ἐτῶν. Ὁ μέσος ὅρος τῶν τριῶν τελευταίων ἐτῶν ἐλαμβάνετο παρ’ αὐτῶν ὡς βάσις, ὅπου συνέφερεν, ὅπου δὲ δὲν συνέφερεν, ἐλαμβάνοντο τὰ ἀποτελέσματα τοῦ 1879. Ταῦτα δὲν εἶχεν εἰπεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἀλλὰ καὶ ταῦτα δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν, διότι τὴν ἀλήθειαν θέλομεν νὰ εὕρωμεν, καὶ ἂν ἔσφαλεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ὑπουργὸς ἐν τῇ ἐκθέσει του, συναινοῦμεν εἰς τὴν ἐπανόρθωσιν. Θέλομεν ὅμως καὶ ἡμεῖς, ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν, νὰ μελετήσωμεν ἐπὶ τῶν πινάκων, ἵνα ἐξακριβώσωμεν ποῖα εἶνε τὰ ἀποτελέσματα τοῦ 1879. Ὅπως ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν ἐν τῷ πρέποντι μέτρῳ κανονίσωμεν τὰ προσδοκώμενα ἔσοδα κατὰ τὸ 1880, πρέπει νὰ γνωρίζωμεν ὁποῖα ἦσαν τὰ ἔσοδα κατὰ τὸ 1879· ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰσέτι δὲν ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς πίνακας τοὺς ὁποίους ἐζητήσαμεν.
§8ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἔχετε λάθος’ τὰ ἔσοδα περιέχονται εἰς τὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργός.
§9ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὰ ἔσοδα τοῦ 1879, τὰ ὁποῖα περιέχει ἡ κατάστασις αὕτη, εἰς ἣν μὲ παραπέμπει ὁ κ. Ὑπουργὸς, περιέχουσι μόνον τὰ ἄρθρα τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὰ δὲ ἄρθρα εἶναι ἐντελῶς περιττὰ, ἐὰν πρόκηται νὰ ἐπιχειρήσωμεν ἐξελέγξεις, οἵας ἀνέφερον’ καὶ ἐν παραδείγματι. Ἐῤῥέθη, ὅτι κατὰ τὸ 1879 ἐπῆλθεν αὔξησις πλέον τοῦ ἑκατομμυρίου καὶ ἕως δύο ἑκατομμύρια εἰς τὰς δόσεις τὰς καταβαλλομένας ἀπέναντι τῶν δηλωθεισῶν ἐθνικῶν γαιῶν, καὶ ἵνα δυνηθῶμεν νὰ κρίνωμεν ἂν ἡ αὔξησις θέλῃ παρουσιασθῆ καὶ κατὰ τὸ 1880, πρέπει νὰ ἠξεύρωμεν ἂν αὕτη ἐπῆλθεν ἐκ πληρωμῶν ἀναγομένων εἰς δόσεις τοῦ 1879 μόνον, ἢ προῆλθε, διότι νόμος ψηφισθεὶς προσφάτως παρεκίνησε πάντας τοὺς καθυστεροῦντας τὰς δόσεις ἕως τῆς ἐποχῆς ἐκείνης νὰ πληρώσωσι κατὰ τὸ 1879 τὰ ὀφειλόμενα διὰ τὸ 1878, διὰ τὸ 1877, καὶ δι’ ἄλλα προηγούμενα ἔτη.
§10ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τοιοῦτος νόμος δὲν ἐψηφίσθη.
§11ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶχε ψηφισθῆ νόμος κατὰ τὸ 1878, κανονίζων τὸν τρόπον τῆς πληρωμῆς τῶν δόσεων· ἑπομένως ἔκτοτε ὅσοι δὲν κατέβαλον τὰς ὀφειλομένας δόσεις ἐφοβήθησαν, ὅτι ἤθελον στερηθῆ τοῦ δικαιώματος αὑτῶν, διὸ καὶ ἔσπευσαν νὰ καταβάλωσιν αὐτάς. Εἶναι ἀνάγκη προσέτι νὰ γινώσκωμεν κατὰ πόσον ἡ αὔξησις τῶν πληρωμῶν ἀπέναντι τῶν δόσεων τούτων ἠλάττωσε τὰς εἰσπράξεις τοῦ δημοσίου ἐκ δικαιωμάτων ἐπικαρπίας. Ταύτας δὲν δυνάμεθα νὰ γνωρίζωμεν, διότι τὸ ἄρθρον, ἐν τῷ ὁποίῳ περιέχονται, εἶναι ἄρθρον γενικὸν, περιλαμβάνον ἄνευ διακρίσεως τοὺς ἐγγείους φόρους ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν ὁμοῦ μετὰ τῶν ἄλλων ἐγγείων φόρων. Ἐζήτησα παρὰ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ὑποβάλῃ τοὺς λεπτομερεῖς πίνακας τῶν ἀπολογισμῶν....
§12ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλουσιν ὑποβληθῆ.
§13ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ. Ἀλλ’ ἐν ὅσῳ δὲν ὑποβληθῶσι, δὲν δύνασθε νὰ παριστᾶτε τὴν ὑποβληθεῖσαν κατάστασιν ὡς ἐπαρκῆ· οὐδὲ δύναται νὰ γείνῃ ἐργασία τις βάσιμος περὶ ἐξελέγξεως τῶν ὑπολογισμῶν, ἐν ὅσῳ δὲν ἔχομεν τὸν ἀπολογισμὸν κατὰ ἐδάφια. Ζητῶ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ὑποβάλῃ πάντα ταῦτα, ὅσα μέχρι τοῦδε ἐζήτησα· πρὸς δὲ τούτοις, ὡς πρὸς τὰ οἰκονομικὰ, ζητῶ νὰ ὑποβάλῃ καὶ τὴν προσωρινὴν κατάστασιν τοῦ 1879 μέχρι τέλους τοῦ ἔτους, διότι μᾶς ἐλλείπουσιν οἱ δύο τελευταῖοι μῆνες, καὶ νὰ συμπληρώσῃ τοὺς πίνακας τοὺς ὁποίους ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέβαλε συνάμα μετὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἶχε δὲ ὑποβάλει καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Β. λόγον. Εἰς τοὺς πίνακας ἐκείνους περιέλαβε μόνον τοὺς ἀπολογισμοὺς τῶν τακτικῶν ἐξόδων, οὐχὶ δὲ καὶ τοὺς τῶν ἐκτάκτων, καὶ διὰ τοῦτο ἐνθυμεῖσθε ἴσως, ὅτι τότε ἔκαμα τὴν παρατήρησιν, ὅτι ἠναγκάζετο ὁ ὑπουργὸς νὰ σημειώσῃ εἰς τοὺς πίνακας, ὅτι κατὰ τὰ ἔτη 1876, 1877 καὶ 1878 οὐδὲν ἐπραγματοποιήθη δάνειον, διότι μὴ δίδων ἀπολογισμὸν τῶν ἐξόδων, ἦτο ἠναγκασμένος νὰ παραλείψῃ τὰ δάνεια, ἵνα ὑπάρξῃ ἰσοζύγιον ἐν τοῖς πίναξι. Ζητῶ λοιπὸν καὶ πίνακα λεπτομερείας τῶν ἐκτάκτων ἐξόδων τῶν παρελθόντων ἐτῶν. Ὡς πρὸς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν, παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ συμπληρώσῃ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας, εἰς ἀπάντησιν ἐπερωτήσεώς μου ἔδωκε πρό τινων ἡμερῶν, ὅτε εἶπεν, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑπηρετησάντων ὡς ἐκτάκτων ἐφέδρων καὶ μεταβατικῶν ἐθνοφυλάκων ἀνέρχεται εἰς 17,000 ἄνδρας.
§14ΒΑΛΤΙΝΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν.) Ὑπηρετησάντων ἐπὶ ἕξ μῆνας.
§15ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοῦτο θέλω νὰ μάθω. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ὑποβάλῃ πίνακας ἀκριβεῖς περὶ τοῦ χρόνου τῆς ὑπηρεσίας τῶν καταταχθέντων ὡς ἐκτάκτων ἐφέδρων καὶ μεταβατικῶν ἐθνοφυλάκων. Τούτου εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη, ἵνα δυνηθῶμεν ἐν γνώσει νὰ προβῶμεν εἰς τὰ τῆς στρατιωτικῆς ὀργανώσεως τοῦ Κράτους· εἶναι ἀνάγκη νὰ γινώσκωμεν πόσους ἄνδρας ἔχομεν ἐκγεγυμνασμένους, καὶ τίς ὁ βαθμὸς τῆς ἀσκήσεως ἑκάστου.
§16ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Θ’ ἀποταθῶ εἰς τὰ Σώματα, διὰ νὰ μοὶ στείλουν πληροφορίας.
§17ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εὐχαριστῶ.— Ζητῶ προσέτι ὅπως ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς εὐαρεστηθῇ νὰ μοὶ δώσῃ πληροφορίας, τὰς ὁποίας πρὸ πολλῶν ἡμερῶν ἐζήτησα καὶ τὰς ὁποίας ὑπεσχέθη, ὅτι ἤθελε δώσει, περὶ τῶν καταταχθέντων κληρούχων κατὰ τὴν τελευταίαν πενταετίαν, καὶ περὶ τῶν καθυστερούντων κληρούχων ἑκάστου ἔτους.
§18ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἔλαβον εἰσέτι τὰ ἔγγραφα.
§19ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοῦτο συνέχεται στενότατα μετὰ τοῦ στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ. Ζητῶ πρὸς τούτοις τὸ ἑξῆς· πόσοι ἄνδρες εἶναι σήμερον κατατεταγμένοι εἰς τὴν χωροφυλακὴν, καὶ πόσοι ἐξ αὐτῶν ἔχουσι τὰ κατὰ τὸν ὀργανισμὸν αὐτῆς ἀπαιτούμενα προσόντα, καὶ πόσοι δὲν ἔχουσιν αὐτά. Γνωρίζετε, ὅτι κατὰ τὸν ὀργανισμὸν τῆς χωροφυλακῆς δὲν ἐπιτρέπεται ἡ κατάταξις ἄλλων, παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀπελύθησαν ἐκ τοῦ στρατοῦ μετὰ πλήρη ὑπηρεσίαν ἐν αὐτῷ καὶ μὲ ἄφεσιν ἐξαίρετον. Εἶναι δὲ γνωστόν, ὅτι ἐν τῇ χωροφυλακῇ δὲν ἔχουσι πάντες τὰ προσόντα τοῦ ὀργανισμοῦ.
§20ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Κατὰ τὸν τελευταῖον νόμον ἀρκεῖ νὰ ὑπηρέτησαν ἕξ μῆνας.
§21ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κατόπιν τοῦ ὀργανισμοῦ ἐπῆλθον διατάγματα, κατὰ τὰ ὁποῖα ἐπετρέπετο νὰ κατατάσσωνται εἰς τὴν χωροφυλακὴν ἄνδρες μὴ ἔχοντες τὰ προσόντα ταῦτα. Ἐπῆλθε δὲ καὶ νόμος, ὁ ὁποῖος ἔδωκεν ὡς πρός τινα τῶν προσόντων ἄδειαν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν εὐρυτέραν· ὑποθέτω ὅμως, ὅτι καὶ πέραν τῶν ἐπιτρεπομένων ὑπὸ τοῦ νόμου καὶ τῶν διαταγμάτων ἐγένετο κατάταξις ἄνευ τῶν ἀρχικῶν προσόντων. Ἀλλὰ δὲν ζητῶ πρὸς σκοπὸν ἐλέγχου τῆς Κυβερνήσεως τὰς πληροφορίας διότι τοῦτο ἐγένετο ἐκ παραπτωμάτων τῆς ὑπηρεσίας, ἂν ἐγένετο· τὸ ζητῶ πρὸς σκοπὸν ἐξακριβώσεως τοῦ εἴδους τῆς δυνάμεως τῆς χωροφυλακῆς. Ἐν τῷ νόμῳ περὶ χωροφυλακῆς, τὸν ὁποῖον θὰ ψηφίσωμεν, φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ περιλάβωμεν διατάξεις αὐστηροτέρας, καθ’ ἃς νὰ μὴ ἐπιτρέπηται ἡ κατάταξις εἰμὴ μόνον εἰς τοὺς ἔχοντας τὰ ἀρχικὰ προσόντα· θέλομεν ἄρα νὰ ἠξεύρωμεν πόσοι εἶναι οἱ ἔχοντες τὰ προσόντα, ὡς πληροφορίαν καταστατικὴν, κατὰ τὸν ἀρχικὸν ὀργανισμὸν, κατὰ τὰ διατάγματα καὶ κατὰ τὸν τελευταῖον νόμον. Ἐπίσης παρακαλῶ νὰ ὑποβληθῶσι πληροφορίαι περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μελῶν τῆς ἐν ἐνεργείᾳ φάλαγγος, διότι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ παρατηρῶ, ὅτι ὁ ἀριθμὸς εἶναι ἀνώτερος τῶν ἐν τῷ νόμῳ τοῦ 1867 ἀναγεγραμμένων· τοῦτο ἀπαιτεῖ διασάφησιν, καθόσον οἱ ἀριθμοὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν παρέχουσιν ἀρκοῦσαν ἐξήγησιν. Παρακαλῶ ὡσαύτως τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ὑποβάλῃ πίνακα τῶν κατατεταγμένων ἐν τοῖς εὐζωνικοῖς τάγμασιν. Αὐταὶ εἶναι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας εἰδικῶς ζητοῦμεν παρὰ τῶν κκ. Ὑπουργῶν. Γνωρίζουσιν ὅμως οἱ κκ. Ὑπουργοὶ, ὅτι κατὰ τὸν λογιστικὸν νόμον ὀφείλουσι νὰ ὑποβάλωσιν εἰς τὴν Βουλὴν πολλὰς ἄλλας πληροφορίας, τὰς ὁποίας βεβαίως δὲν θέλουσι παραλείψει νὰ ὑποβάλωσιν, ἀλλὰ παρακαλῶ αὐτοὺς νὰ πράξωσι τοῦτο τὸ ταχύτερον, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐργασίαν ἡμῶν, διότι φρονῶ, ὅτι πρέπει διὰ παντὸς μέσου νὰ ἀποφεύγωμεν ζητήματα προκαλοῦντα ὑπουργικὰς κρίσεις, ἕως οὗ φθάσωμεν εἰς τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν δυνάμεθα καταλλήλως νὰ ἐπιληφθῶμεν γενικῆς συζητήσεως περὶ τῆς πολιτικῆς τοῦ Κράτους ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὀφείλομεν ὡς πρὸς τοῦτο νὰ ὑποστῶμεν πᾶσαν εὔλογον θυσίαν, ἀλλ’ ὀφείλομεν συνάμα νὰ ἀπαιτήσωμεν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα συντελέσῃ ὅπως ταχέως φθάσωμεν εἰς τὴν γενικὴν ταύτην συζήτησιν· διότι βεβαίως δὲν ἔχομεν σκοπὸν χάριν τούτου, τουτέστιν ὅπως μὴ προκαλέσωμεν διὰ προώρου κρίσεως μελλούσας περιπλοκὰς, νὰ ὑποκύψωμεν εἰς ἀπαιτήσεις αὐθαιρέτους. Ἂν ἡ Κυβέρνησις, ἀναβάλλουσα τὴν προσαγωγὴν τῶν πληροφοριῶν τούτων, ἤθελεν ἐξαναγκάσει ἡμᾶς ὅπως ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἤθελε δὲ ταὐτοχρόνως ἀποπειραθῇ ἵνα ἐκβιάσῃ τὴν ἐν τῷ μεταξὺ ψήφισιν ἄλλων μέτρων, παριστῶσα αὐτὰ ὡς μέτρα κυβερνητικὰ καὶ ὡς ἐπαγόμενα τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης, πρὶν ἢ δώσωμεν τοιαύτην ψῆφον, θὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τὴν γενικὴν περὶ τῆς πολιτικῆς τοῦ Κράτους, θὰ προβῶμεν ὅμως προώρως καὶ ἀνέτοιμοι, τὴν δὲ εὐθύνην τοῦ ἀνετοίμου θέλει φέρει ἡ Κυβέρνησις.
§22ΒΑΛΤΙΝΟΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν.) Ὡς πρὸς τοὺς ἐκτάκτους ἐφέδρους καὶ μεταβατικοὺς ἐθνοφύλακας, μετὰ λύπης παρατηρῶ, ὅτι θὰ προκύψῃ ἀργοπορία τις, διότι πρέπει νὰ μᾶς ἔλθωσι πληροφορίαι.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατέθηκε δύω νομοσχέδια περὶ ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων διὰ τὸ 1879.
§24Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν.) Ὅσον καὶ ἂν μὲ ἐνδιαφέρῃ ὡς μέλος τοῦ Κοινοβουλίου ἡ ἐξέτασις τῆς πολιτείας τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, κληθέντος νὰ σχηματίσῃ Κυβέρνησιν καὶ μὴ σχηματίσαντος αὐτὴν, ὅσον καὶ ἂν μὲ ἐνδιαφέρῃ ἡ ἐξέτασις αὕτη καὶ ὡς μέλος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν εἶχον παντάπασι τὴν διάθεσιν νὰ ἐπιχειρήσω οἱανδήποτε ἐξέτασιν τῆς πολιτείας αὐτοῦ, διότι ἐνόμιζον, ὅτι ἤθελον οὕτω συντελέσει εἰς τὴν παρεκτροπὴν τῆς Βουλῆς ἀπὸ τῶν ἔργων αὑτῆς· ἐνόμιζον ἄλλως, ὅτι αἱ παρατηρήσεις ἐμοῦ ἤθελον ὀλίγον συντελέσει, ἵνα διαφωτισθῶσι ζητήματα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἱκανῶς καταληπτὰ, καὶ ἕκαστος δύναται νὰ ἐξετάσῃ καὶ μελετήσῃ ἐπ’ αὐτῶν. Ἀναγκάζομαι ὅμως νὰ λάβω τὸν λόγον οὐχὶ διὰ τοῦτο, ἀλλὰ διὰ νὰ φέρω παρατηρήσεις τινὰς ἐπὶ τοῦ τελευταίου μέρους τῆς ὁμιλίας αὐτοῦ, τοῦ ἀφορῶντος προσωπικῶς ἐμὲ, οὐχὶ ἐξ ἐπιθυμίας νὰ ἐλαττώσω τὸ εἰρωνικὸν ἅλας τῆς γλώσσης τοῦ Βουλευτοῦ Μεσολογγίου, ἀλλ’ ἐξ ἐπιθυμίας ν’ ἀποδείξω καὶ εἰς αὐτὸν καὶ εἰς ὑμᾶς, ὅτι ὁ τρόπος οὗτος τῆς συζητήσεως ἀποτρέπει ἀληθῶς ἡμᾶς ἀπὸ τῆς διαφωτίσεως τῶν πραγμάτων. Καὶ ἀληθῶς, ἀναβὰς ἐπὶ τὸ βῆμα, διὰ νὰ δώσῃ λόγον τῆς πολιτείας αὑτοῦ ἐπὶ τῆς ἐντολῆς, ἡ ὁποία τῷ ἀνετέθη ὑπὸ τοῦ Στέμματος πρὸς σχηματισμὸν Κυβερνήσεως, ἔκρινε πρόσφορον νὰ παραστήσῃ, ὅτι ὁ πίναξ, τὸν ὁποῖον μετὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ εἰσήγαγον καὶ διὰ τοῦ ὁποίου παρίστων κατ’ ἄρθρον καὶ κεφάλαιον τοῦ προϋπολογισμοῦ τὸν μέσον ὅρον τῶν βεβαιωθέντων ἐσόδων κατὰ τὰ τελευταῖα τρία ἔτη, ὅτι δὲν ἦτο ἀκριβὴς, καὶ δὲν ἠδύνατο ἑπομένως νὰ παράσχῃ αὐτῷ τὰ φῶτα, τῶν ὁποίων εἶχεν ἀνάγκην. Εἶναι ἡ δευτέρα φορὰ, καθ’ ἣν ὁμιλεῖ ἐν τῇ Βουλῇ περὶ τοῦ πίνακος τούτου, καὶ οὐ μόνον ἐν τῷ βουλευτηρίῳ, ἀλλὰ καὶ ἐκτὸς οἱ συμμεριζόμενοι τὰς γνώμας αὐτοῦ ἔσπευσαν νὰ καταγγείλωσι τὰς ἀτελείας τοῦ πίνακος τούτου. Ὁ κ. Βουλευτὴς Μεσολογγίου εἶχε πλῆρες δικαίωμα νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, τὸν ἐμὸν διάδοχον, νὰ φέρῃ ἀνάλυσιν τῶν βεβαιωθέντων ἐσόδων κατὰ παράγραφον ἑκάστου τῶν ἄρθρων τοῦ προϋπολογισμοῦ, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ ἐννοήσῃ ὅ,τι δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐννοήσῃ· ἀλλ’ εἶναι ἀδικαιολόγητος, ἐπικρίνων ὡς ψευδῆ καὶ πεπλανημένον τὸν πίνακα, διότι παρουσιάζει οὐχὶ κατ’ ἐδάφιον καὶ παράγραφον, ἀλλὰ κατ’ ἄρθρον καὶ κεφάλαιον τὰ βεβαιωθέντα ποσά. Εἰμὶ δὲ βέβαιος, ὅτι, ὅταν φέρῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὸν πίνακα τῶν βεβαιωθέντων ἐσόδων κατὰ τὰ τελευταῖα τρία ἔτη ἀναλελυμένον κατὰ παράγραφον καὶ ἐδάφιον, ἐὰν δυνηθῇ νὰ ἐννοήσῃ κἄν τότε αὐτὸν ὁ προαγορεύσας, θέλει ὁμολογήσει, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων συνετάχθη ἀκριβῶς ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μέσου ὅρου, πλὴν ὅπου τοῦτο δὲν ἦγεν ἡμᾶς εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἀληθῶν ποσῶν. Μοὶ φαίνεται δὲ ἀναγκαία δι’ αὐτὸν ἡ διδασκαλία, ὅτι ὁ μέσος ὅρος τῶν βεβαιωθέντων κατὰ τὰ τρία τελευταῖα ἔτη ἦτο ἀναγκαία βάσις πρὸς προσδιορισμὸν τοῦ πιθανοῦ ἐσόδου, τὸ ὁποῖον ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων ἔπρεπε νὰ περιλαμβάνῃ, ἀλλ’ ὅτι ἤθελεν εἶσθαι ἐσφαλμένος ὁ προϋπολογισμὸς, ἂν ἐστηρίζετο ἀπαρεγκλίτως ἐπὶ τοῦ μέσου ὅρου, καὶ ὅταν οὗτος δὲν ἤθελεν ἀγάγει ἡμᾶς εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ πιθανῶς βεβαιωθησομένου ποσοῦ. Φέρω ἓν παράδειγμα, ὅπως σᾶς ἀποδείξω πόσον δὲν ἐνόησε τὸν μέσον ὅρον ὡς βάσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων ὁ βουλευτὴς Μεσολογγίου. Ἡ ἐλαιοφορία δὲν εἶναι τακτικὴ, εἶναι παροδική. Ἓν ἔτος ἔχομεν ἐλαιοφορίαν, καὶ τὸ ἑπόμενον δὲν ἔχομεν· ὁ μέσος ὅρος τῶν βεβαιωθέντων ἐσόδων ἐκ τῆς προσόδου τοῦ ἐλαίου κατὰ τὰ τελευταῖα τρία ἔτη δὲν ἔπρεπε νὰ χρησιμεύσῃ ὡς βάσις· ἤθελε δ’ εἶσθαι πεπλανημένος ὁ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μέσου ὅρου προϋπολογισμὸς τοῦ ἐσόδου ἐκ τοῦ ἐλαίου, διότι ἐκ τῶν τριῶν τελευταίων ἐτῶν τὰ μὲν δύο δὲν ἦσαν ἔτη ἐλαιοκαρπίας, ἓν δὲ μόνον ἦτο ἐλαιοφόρον. Ἐὰν ὁ Βουλευτὴς Μεσολογγίου ἐζήτει ἁπλῶς παρὰ τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ τὴν κατὰ ἐδάφιον καὶ παράγραφον ἀνάλυσιν τοῦ εἰσαχθέντος παρ’ ἐμοῦ πίνακος τῶν βεβαιωθέντων κατὰ τὰ τελευταῖα τρία ἔτη ἐσόδων, καὶ δὲν ἐπέκρινε τὸν συνταχθέντα προϋπολογισμὸν, ὡς μὴ συνταχθέντα ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μέσου ὅρου, ἤθελεν ἀπαλλάξει καὶ ἐμὲ τῆς ἀνάγκης νὰ εἴπω αὐτῷ ὅσα ἀνωτέρω εἶπον, καὶ τὰ ὁποῖα εἰσὶ γνωστὰ εἰς πάντας, πλὴν δυστυχῶς αὐτοῦ. Καὶ ἀληθῶς ἀσχολεῖται μετ’ ἐπιμονῆς ὁ Βουλευτὴς Μεσολογγίου, ἀλλὰ, φαίνεται, δὲν τῷ εἶναι εὔκολον νὰ κατέχῃ πάσας τὰς λεπτομερείας, αἵτινες συντελοῦσι πρὸς διαφωτισμὸν τῶν πραγμάτων, καὶ διὰ τοῦτο νομίζει, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων δὲν ἐστηρίχθη ἐπὶ τοῦ μέσου ὅρου. Δὲν περιωρίσθη εἰς τὴν ἐπίκρισιν μόνον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων, ὡς μὴ συνταχθέντος ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μέσου ὅρου, ἀλλ’ ὡμίλησε καὶ περὶ ἄλλων, περὶ τῶν ὁποίων δὲν εἶναι ἡ ὥρα νὰ συζητήσωμεν. Κατὰ τὴν ὥραν τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ θέλω λάβει τὴν εὐκαιρίαν νὰ καταδείξω αὐτῷ, ὅτι καὶ ἄλλα συναφῆ μετ’ αὐτοῦ δὲν ἐνόησεν ἀρκούντως. Ὀφείλω ὅμως καὶ ἀπὸ τοῦδε νὰ τῷ ἐξηγήσω περὶ τοῦ πίνακος τῶν ἐλλειμμάτων, διὰ τὸν ὁποῖον ὑπέλαβεν, ὅτι εἰσήχθη παρ’ ἐμοῦ, διότι μοὶ ἐπεβάλλετο τὸ καθῆκον νὰ εἰσαγάγω αὐτὸν μετὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅτι καὶ τὰ περὶ αὐτοῦ δὲν ἔχουσιν οὕτω. Δὲν ὤφειλον νὰ εἰσαγάγω πίνακα τῶν ἐλλειμμάτων τῶν παρελθόντων ἐτῶν, οὐδ’ ἦτο ἀναγκαῖον στοιχεῖον ὁ πίναξ οὗτος, ἵνα συνταχθῇ μετὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ πρὸς διαφωτισμὸν ὑμῶν. Τὸν πίνακα τῶν ἐλλειμμάτων ἔφερα ἐγὼ ἐξ ἐμαυτοῦ, ἵνα σᾶς παρακαλέσω νὰ φωτισθῆτε ἐξ αὐτοῦ, καὶ ἀχθῆτε εἰς τὸ ἀληθὲς συμπέρασμα περὶ τῆς παρούσης οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους. Ἐπειδὴ δὲ ὁ σκοπὸς, δι’ ὃν συνετάχθη, ἦτο ὅλως διαφορετικὸς ἀπὸ ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ὁ κ. βουλευτὴς Μεσολογγίου ἀνεζήτει ἐν αὐτῷ, διὰ τοῦτο ὁ πίναξ ἐθεωρήθη παρ’ αὐτοῦ ἀτελής. Δὲν συνετάχθη ὁ πίναξ, ἵνα σᾶς παραστήσῃ τὰ οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα ἐκ τῶν κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἕνεκα τῶν παρασκευῶν ἐκτάκτων ἐξόδων, καὶ διὰ τοῦτο δὲν περιέλαβεν οὐδὲ τῶν ἐκτάκτων ἐσόδων, οὐδὲ τῶν ἐκτάκτων ἐξόδων τῶν ἐτῶν 1877 καὶ 1878 τοὺς προϋπολογισμούς· ἀλλὰ συνετάχθη, ἵνα σᾶς παραστήσῃ, ὅτι πάντες καθ’ ὅλα τὰ ἀπὸ τοῦ 1861 ἔτη οἱ τακτικοὶ προϋπολογισμοὶ κατέλιπον ἔλλειμμα, καὶ οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν ὑπῆρξεν ἰσοσκελής. Ἐγὼ δὲν δύναμαι παρὰ νὰ χαρῶ, ἀκούων τὰς ἐπαγγελίας ἐκείνου, ὁ ὁποῖος νομίζει, ὅτι δύναται νὰ λαλῇ ἐν ὀνόματι τῆς ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ὅστις πρὸ μικροῦ ἠγόρευσε διερμηνεύων τὸ φρόνημα αὐτῆς· δὲν δύναμαι, λέγω, παρὰ νὰ χαρῶ, ἀκούων αὐτὸν ἐπαγγελλόμενον πρόγραμμα διοικητικῶν ἀναμορφώσεων καὶ οἰκονομικῆς παλιγγενεσίας, συνεπείᾳ τῆς ὁποίας θέλει δυνηθῆ νὰ παρουσιάσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀποκατάστασιν ἰσοζυγίου ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Ἔχω δὲ συμφέρον νὰ χαρῶ καὶ καθῆκον ὡς πολίτης, διότι ἡ ἀποκατάστασις ἀληθοῦς ἰσοζυγίου ἐν τῷ προϋπολογισμῷ εἶναι ἡ πρώτη βάσις τῆς οἰκονομικῆς εὐεξίας τοῦ Κράτους. Εἶπον ἀληθὲς ἰσοζύγιον, διότι πολλοὶ προϋπολογισμοὶ εἰσήχθησαν φέροντες τὸν τύπον τοῦ ἰσοζυγίου, ἀλλ’ ἡ ἐφαρμογὴ αὐτῶν ἀπέδειξε τὸ ἐναντίον. Ἐφ’ ὅσον ὅμως ἡ μικρὰ τῶν δημοσίων πραγμάτων καὶ τῶν ἀναγκῶν τοῦ τόπου πεῖρα μὲ ὁδηγεῖ, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἔχω δισταγμοὺς, ὅτι θέλω ἰδεῖ τὴν χαρμόσυνον ταύτην ἡμέραν ἐντὸς τοῦ ἔτους τούτου. Ἐὰν δὲ ὁ βουλευτὴς Μεσολογγίου, ὁ ὁποῖος ἐγκύπτει πολὺ εἰς τὴν μελέτην τῶν δημοσίων πραγμάτων, εἶχεν ἀνάλογον εὐκολίαν εἰς τὴν ἀντίληψιν ὅλων τῶν λεπτομερειῶν, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦσι τὰς γενικὰς καὶ τὰς εἰδικὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, νομίζω, ὅτι ἤθελε διστάσει νὰ δώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἐπαγγελίαν ταύτην. Ἐγὼ ἀποδέχομαι αὐτὴν, καὶ ἂν ἤθελον πεισθῆ, ὅτι τὸ πρόγραμμα τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἤθελε μᾶς φέρει εἰς τὸ ἀληθὲς ἰσοζύγιον, ἤθελον πρῶτος συντελέσῃ πρὸς ὑποστήριξιν αὐτῶν καὶ ἐφαρμογὴν ἐν τῷ τόπῳ. Ἔχω ἀληθῶς κατὰ δυστυχίαν δυσκολίαν νὰ πιστεύσω, ὅτι κατὰ τοῦτο τὸ ἔτος ἤθελεν εἶσθαι δυνατὸν νὰ εἰσαχθῶσιν οἰκονομικὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα νὰ ἐπιφέρωσιν ἀληθὲς καὶ βέβαιον τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ. Δὲν ἐπιθυμῶ δὲ νὰ ἀξιώσω παρ’ οὐδενὸς οὐδὲν ἄλλο ὡς ἀντάλλαγμα, ἵνα ὑποσχεθῶ, ὅτι ὡς Βουλευτὴς ὄχι ἐπὶ ἓν ἔτος, τὸ παρὸν, ἀλλὰ ἐπὶ πλείονα θέλω παράσχει τὴν συνδρομήν μου εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις ἤθελε κατορθώσει νὰ φέρῃ τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐντὸς τοῦ 1880. Κατ’ ἄλλην ἐποχὴν καὶ κατ’ ἄλλους χρόνους ἤκουσα ἐπαγγελίας τοιαύτας· ἀλλ’ ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατόπιν κατέδειξα ὡς πόῤῥω ἀπέχοντα τῆς ἀληθείας τὰ τότε ἐπαγγελθέντα, καὶ τὰ πράγματα ἀπέδειξαν, ὅτι ἐγὼ τότε ἔλεγον τὴν ἀλήθειαν. Δὲν θέλω νὰ παραστήσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὑπάρχει που κακὴ προαίρεσις, καὶ ὅτι αἱ ἐπαγγελίαι εἶναι πόρισμα κακῆς προαιρέσεως· φρονῶ ὅμως, ὅτι αἱ ἐπαγγελίαι εἶναι πόρισμα ἀγνοίας ἢ μὴ προσηκούσης ἐκ πλάνης ἀντιλήψεως τῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν πρόκειται σήμερον· θέλει ἔλθει ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ θέλουσιν ἀναπτύξει τὰ προγράμματά των πάντες, καὶ ἡ Βουλὴ θέλει εἶσθαι εἰς θέσιν ν’ ἀκολουθήσῃ τὸ πρόγραμμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἤθελεν εἶσθαι σύμφωνον μὲ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν ὑπέβαλε καταστάσεις περὶ τοῦ ὑλικοῦ κτλ. Θὰ κατατεθῶσιν εἰς τὸ γραφεῖον, καὶ ὅστις τῶν κ. κ. βουλευτῶν θέλῃ, δύναται νὰ λάβῃ γνῶσιν αὐτῶν. Ὁ κ. Δουζίνας ἔχει τὸν λόγον.
§26ΦΙΛΗΜΩΝ. Κύριε πρόεδρε, πρὸ ἡμερῶν ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκθεσιν περὶ τῆς Βιβλιοθήκης. Παρακαλῶ νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ λογιστικοῦ, ἥτις νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της, διότι εἶναι λίαν ἐπείγουσαι αἱ ἀνάγκαι τῆς Βιβλιοθήκης.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προσεκλήθη ἡ ἐπιτροπὴ νὰ συνέλθῃ, ὁ δὲ κ. πρόεδρος αὐτῆς παρακαλεῖται νὰ καλέσῃ τὰ μέλη.
§28ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Λαμβάνω τὸν λόγον, κύριοι, ἵνα δώσω τὴν εὐκαιρίαν ἐκ τῶν τελευταίων γεγονότων, καὶ ληφθῶσι δύο σημειώσεις ἐπὶ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ βίου τῆς πατρίδος μας διὰ τὰ δύο συμβαλλόμενα μέρη· μία σημείωσις διὰ τὸ ἔθνος, καὶ ἄλλη σημείωσις διὰ τὸν ἐντολοδόχον τὸν ἐξασκοῦντα τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, διὰ τὸν βασιλέα. Ἡ μία σημείωσις, ἡ ἀφορῶσα τὸ ἔθνος, εἶναι σημείωσις, ἥτις ὀφείλει νὰ συγκεντρώσῃ τὴν προσοχὴν ὅλων ἡμῶν εἰς τὴν ἀνωμαλίαν τὴν ἀπαντωμένην εἰς τὴν λειτουργίαν τοῦ συνταγματικοῦ μηχανισμοῦ· ἡ σημείωσις ἡ ἀφορῶσα τὸν Βασιλέα εἶναι μία φιλοσοφικὴ κρίσις ἐπὶ τῆς ὄψεως τοῦ Κοινοβουλίου, ἥτις πληροφορεῖ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκεται κοινοβουλευτικῶς εἰς μίαν μεταβατικὴν στάσιν, ἢ στάσιν, ἥτις δεικνύει πρόοδον εἰς τελειοτέραν διαχείρισιν τοῦ πολιτικοῦ μηχανισμοῦ — ἐννοῶ τὴν κατάταξιν τῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ ἑπομένως τὴν ταξινόμησιν τῆς ἀντιπροσωπείας οὐχὶ εἰς προσωπικὴν συμπολίτευσιν καὶ προσωπικὴν ἀντιπολίτευσιν, ἀλλὰ εἰς συμπολίτευσιν καὶ ἀντιπολίτευσιν πραγματικήν. Ἐννοῶ, κύριοι, διὰ τῆς διαφορᾶς τῶν σημειώσεων τὸ ἑξῆς: ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, ἐκτιμῶσα τὴν πλειονοψηφίαν ἢ τὴν μειονοψηφίαν, ὀφείλει νὰ μὴ παραβλέψῃ τὴν ὀξυδερκῆ παρατήρησιν, ὅτι ἡ πλειοψηφία ἢ μειοψηφία συγκεντροῦται καὶ ὑπάγεται οὐχὶ εἰς ἐπιβολὴν προσωπικὴν, ἀλλ’ εἰς ἰδέας, ἰδέας, περὶ τῶν ὁποίων καὶ ὁ κ. Τρικούπης εἶπεν ὅτι, ὅταν αἱ ἰδέαι πραγματοποιηθῶσι καὶ περὶ τὰς ἰδέας συγκεντρωθοῦν οἱ ἀντιπρόσωποι, τότε θέλει φανῆ ποία εἶναι ἡ διάνοια τοῦ ἔθνους ὡς πρὸς τὴν διοίκησιν αὐτοῦ. Κατὰ συνέπειαν, ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν τῶν δύο παρατηρήσεων νομίζω, ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς ἕνα συνταγματικὸν σολοικισμόν, βλέποντες σήμερον ἐνώπιόν μας Κυβέρνησιν, ἥτις μετά τινα ψηφοφορίαν ἀπεδείχθη μειονοψηφοῦσα, — σήμερον δὲ, συνεπείᾳ οὐχὶ ἰδέας τινὸς, ἔρχεται, ὅπως παραστήσῃ τὴν πλειοψηφίαν. Τὰ συμπεράσματα ταῦτα, κύριοι, ὤφειλον νὰ μὴ διαφύγουν τὴν ὑμετέραν ὀξυδέρκειαν, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἐθεώρησα καλὸν, ὅτι ὤφειλον νὰ δικαιολογήσω καὶ τὴν ἐμαυτοῦ παράστασιν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ καὶ τὴν εἰς τὸ μέλλον διαγωγήν μου.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρῶτον ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως εἶναι ἡ συζήτησις τῆς προτάσεως περὶ καταδιώξεως τοῦ πρώην ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν κ. Σ. Πετιμεζᾶ.
§30ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.) Ἀφοῦ ὑπεβλήθη ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τῶν 2,500,000, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν κατὰ τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν, καὶ κατὰ τὴν ἑπομένην συζήτησιν δύναμαι νὰ φέρω τὰς ζητηθείσας πληροφορίας.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινεῖ ἡ Βουλή;
§32ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα. Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον.
§33Δ. ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Κύριοι, εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἐκλεχθῶ μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνετέθη ὑπὸ τῆς προκατόχου Βουλῆς ἡ πρόχειρος ἐξέτασις τῶν κατὰ τὴν προμήθειαν καὶ παραλαβὴν τῶν ἀρβυλῶν καὶ τοῦ διπυρίτου, προχθὲς δὲ μετ’ ἄλλων συναδέλφων ὑπέγραψα καὶ τὴν ὑπὸ συζήτησιν πρότασιν περὶ τοῦ ὅτι ὑπάρχει ἀφορμὴ νὰ ἐνεργηθῇ διὰ τὰς προμηθείας ταύτας προανάκρισις κατὰ τοῦ πρώην ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν κ. Σ. Πετιμεζᾶ, ἀφοῦ οὗτος ἐξ ἰδίας ἑαυτοῦ πρωτοβουλίας ἐθεώρησε καλὸν νὰ ἐπαναφέρῃ τὰ ζητήματα ταῦτα ὑπὸ τὴν ὑμετέραν ἐξέτασιν καὶ ἀπόφασιν. Ἔχω ἄρα καθῆκον νὰ ἐξηγήσω εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους, οἵτινες μὲ ἔπεισαν, καὶ τότε μὲν νὰ ἐκφέρω οἵαν ἐξέφερεν ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη γνώμην καὶ σήμερον δὲ νὰ προτείνω τὴν ἐνέργειαν προανακρίσεως περὶ τῶν κατὰ τὰς προμηθείας ταύτας. Ὁ κ. Σ. Πετιμεζᾶς ἐκλήθη εἰς τὴν διεύθυνσιν τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ τὰ μέσα Ἰανουαρίου τοῦ 1878, ἀντικατεστάθη δὲ εἰς αὐτὴν κατὰ τὰ μέσα ἢ τὰ τέλη Ἰουνίου. Κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ὑπουργείας του ταύτης ἐπεχείρησε πολλὰς καὶ πολυειδεῖς προμηθείας ἐκ τῶν πρὸς παρασκευὴν τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων τοῦ τόπου, συνεχίσας οὕτω τὰς τοιαύτας ἐνεργείας τῆς τε οἰκουμενικῆς καὶ τῆς προκατόχου αὐτῆς Κυβερνήσεως. Ἀπὸ τοῦ Μαρτίου δὲ μέχρι τῆς ἀντικαταστάσεως τοῦ κυρίου Πετιμεζᾶ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ὁ τύπος ὁ ἐγχώριος, καὶ φύλλα μάλιστα φιλικῶς διακείμενα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, τῆς ὁποίας ὁ κύριος Πετιμεζᾶς ἦτο μέλος, εἶχον μετὰ μεγάλης δριμύτητος ἐπικρίνει καὶ κατακρίνει τινὰς ἐκ τῶν προμηθειῶν τούτων, ἰδίως δὲ τὰς προμηθείας τῶν ἀρβυλῶν καὶ τοῦ διπυρίτου, καί τινα μάλιστα τῶν δημοσιογραφικῶν τούτων φύλλων εἶχον ἐκφράσει ὑπονοίας καταχρήσεων, ἢ τουλάχιστον ἀμφιβολίας περὶ τῆς προσηκούσης περιφρουρήσεως τῶν δημοσίων συμφερόντων κατὰ τὰς προμηθείας ταύτας. Ἡ Βουλὴ τότε ἐσχόλαζεν. Ἐνθυμοῦμαι δὲ, ὅτι, εὑρισκόμενος τότε ἐν Μεσολογγίῳ, μετὰ λύπης μεγάλης, ἣν ᾐσθανόμην καὶ ὡς Ἕλλην καὶ ὡς φίλος τοῦ κ. Πετιμεζᾶ, ἀνέγνων ἐν ἐφημερίδι ὑποστηριζούσῃ τὴν Κυβέρνησιν, τῆς ὁποίας ὁ κ. Πετιμεζᾶς ἀπετέλει μέρος, ἀποκαλύψεις σπουδαιοτάτας, ἀποτελούσας οὐχὶ πλέον ἐπίκρισιν ἢ κατάκρισιν τῶν προμηθειῶν, ἀλλὰ καταγγελίαν ὡρισμένων πράξεων ἐπιβουλῆς τῶν δημοσίων συμφερόντων κατὰ τὰς προμηθείας ταύτας. Πρὸς τὰς ἀποκαλύψεις ἐκείνας ὁμολογῶ, ὅτι καὶ τότε ἐδυσπίστησα καὶ σήμερον ἀκόμη ἐξακολουθῶ δυσπιστῶν. Μετὰ δύο μῆνας ἡ Βουλὴ συνῆλθε. Κατὰ τὴν ἐποχὴν δὲ ἐκείνην ἡ τοιαύτη τοῦ τύπου ἐνέργεια εἶχε ζωηρῶς ἐξεγείρει τὴν κοινὴν συνείδησιν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, καὶ κατέστησεν ὥριμον τὴν ἰδέαν περὶ ἀνάγκης ἐλέγχου τῶν κατὰ τὰς προμηθείας ἐκείνας λαβόντων χώραν, οὕτω δὲ κατέστησεν ἐπιτακτικώτερον τὸ καθῆκον καὶ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἄλλως καὶ ἀφ’ ἑαυτῆς ἔχει ἡ Βουλὴ τοῦ νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἐξελέγξεως τῶν κατὰ τὰς προμηθείας συμβάντων. Ἐζητήθησαν λοιπὸν παρὰ διαφόρων καὶ ἐδόθησαν πληροφορίαι διάφοροι, μεθ’ ἃς ἡ Βουλὴ ἐθεώρησεν ἐπάναγκες νὰ προβῇ, καὶ προέβη, καθ’ ὃ ἔχει ἐκ τοῦ Συντάγματος δικαίωμα, εἰς ἐκλογὴν ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη, ὡς ἐκ τοῦ χαρακτῆρος καὶ τῆς ἀποστολῆς αὐτῆς, εἶχε δικαιοδοσίας κύκλον πολὺ στενὸν, ἡ δὲ ἐνέργεια αὐτῆς κυρίως ἦτον ἐξώδικος. Τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς διετυπώθη εἰς ἔκθεσιν, ἥτις διανεμηθεῖσα, εἶναι ἤδη εἰς χεῖρας ὑμῶν. Μετά τινων δὲ συμπληρώσεων θέλω ἐπαναλάβει ἤδη τὴν ἱστορίαν τῶν διατρεξάντων, καὶ ἄρχομαι ἀπὸ τῆς προμηθείας τῶν ἀρβυλῶν. Κατὰ τὴν 30 Ἰανουαρίου 1878, ἐπὶ τῇ βάσει διαταγῆς τοῦ προκατόχου τοῦ κ. Πετιμεζᾶ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἡ ἐν Παρισίοις ἑλληνικὴ πρεσβεία συνῆψε συμβόλαιον μετὰ τοῦ ἐκεῖ βιομηχάνου Ἀλεξ. Γοδιλιὼ περὶ προμηθείας 10,000 ζευγῶν ἀρβυλῶν παραδοθησομένων ἐντὸς ἑνὸς μηνός. Τὸ περὶ τῆς συμφωνίας ταύτης ἔγγραφον, κατακεχωρισμένον εἰς τὸ φυλλάδιον τῆς ἐπιτροπῆς μαρτυρεῖ, ὅτι εἶχε τότε ληφθῆ ἀξιεπαίνως πᾶσα πρόνοια καὶ φροντὶς πρὸς περιφρούρησιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ δημοσίου καὶ πρὸς ἐξασφάλισιν αὐτῶν. Ἐν τῷ συμβολαίῳ ἐκείνῳ βλέπετε συμφωνίας λεπτομερεῖς περὶ πάντων, βλέπετε ἀναγεγραμμένα τὰ ἀπαιτούμενα διαγράμματα τῆς κατασκευῆς τῶν ἀρβυλῶν, βλέπετε ἐπιβαλλόμενον εἰς τὸν ἐργολάβον τὸ καθῆκον τοῦ νὰ δεχθῇ κατὰ μὲν τὴν διάρκειαν τῆς κατασκευῆς τὴν ἐπιτήρησιν καὶ τὴν ἐποπτείαν ἐπιστημόνων ἀξιωματικῶν, ἐπίτηδες προαπεσταλμένων ἐκεῖσε πρὸς ἐπιτήρησιν τῆς τε ἐργασίας καὶ τοῦ ὑλικοῦ, κατὰ δὲ τὴν παράδοσιν τὴν παρ’ αὐτῶν ἐξέλεγξιν ἑκάστου ζεύγους, καὶ τέλος ὅτι ὁ βιομήχανος ἐκεῖνος ὑποβάλλεται εἰς πάντας τοὺς ὅρους συμφωνιῶν τοὺς νῦν διέποντας ἐν Γαλλίᾳ τὰς πρὸς τὴν Γαλλικὴν Κυβέρνησιν γινομένας παραδόσεις, τόσῳ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ χρησιμοποιηθησομένου ὑλικοῦ, ὅσῳ καὶ ὑπὸ τὴν τῆς κατασκευῆς. Τὸ Συμβόλαιον τοῦτο ἅμα συνταχθὲν ἐστάλη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπερ καὶ ἄνευ τοῦ συμβολαίου τούτου εἶχε πλήρη γνῶσιν τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἀπ’ ἀρχῆς εἶχον ἐνεργηθῆ πᾶσαι αἱ διαπραγματεύσεις αἱ ἀναγόμεναι εἰς τὰς ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ προμηθείας. Ἐνῷ ἡ ἐργασία πρὸς περάτωσιν τῆς προμηθείας ταύτης προεχώρει, ὁ ἐργοστασιάρχης ἐκεῖνος, ἄνευ οὐδεμιᾶς μεσολαβήσεως τῆς ἐν Παρισίοις πρεσβείας, ἄνευ οὐδεμιᾶς γνώσεως τῶν ἐκεῖ ἐπίτηδες ἀπεσταλμένων ἀξιωματικῶν, οἵτινες παρ’ αὐτῷ τῷ ἰδίῳ ἐπετήρουν τὴν κατασκευὴν τῶν εἰρημένων ἀρβυλῶν, διηύθυνε πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἔγγραφον τῆς 8 Φεβρουαρίου, δηλονότι ἔγγραφον συντεταγμένον μίαν ἑβδομάδα μετὰ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ἀνωτέρω συμφωνητικοῦ περὶ τῆς χορηγίας τῶν πρώτων 10,000 ζευγῶν ἀρβυλῶν, διὰ τοῦ ὁποίου ἐγγράφου ὑποθέτει ὁ ἐργοστασιάρχης, ὅτι πιθανὸν νὰ εὑρίσκηται εἰς κατεπειγούσας ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀνάγκας, ὁμολογεῖ μὲν ὅτι ἔχει ὑπὸ δραστηρίαν ἐνέργειαν τὴν προμήθειαν τῶν πρώτων 10,000 ζευγῶν, προσφέρεται δὲ νὰ προμηθεύσῃ καὶ παραδώσῃ ἀμέσως ἑτέρας 10,000 ζευγῶν, ἅπερ ἔχει ἤδη ἕτοιμα ἐν ταῖς ἀποθήκαις αὑτοῦ, ἀντὶ τιμήματος κατωτέρου. Αἱ πρῶται εἶχον συμφωνηθῆ πρὸς φρ. 9 καὶ 30/00 κατὰ ζεῦγος, τὰς δευτέρας δὲ ταύτας προσφέρει πρὸς 8 μόνον φράγκα. Ἀργότερα θέλω ἀποδείξει ὑμῖν, ὅτι καὶ ἡ διαφορὰ αὕτη τῆς τιμῆς δὲν εἶναι ὁλοκλήρως ἀληθής.
§34Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐπειδὴ ἐλάβετε μέρος εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, θέλω νὰ σᾶς ἐρωτήσω ἐὰν ἡ προμήθεια τῶν ἀρβυλῶν ὑπὸ τοῦ κ. Ζιμβρακάκη ἐγένετο ἐν γνώσει τῆς οἰκουμενικῆς, ἢ ἐν ἀγνοίᾳ αὐτῆς.
§35ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν ἀπησχόλησε τὴν ἐπιτροπὴν, διότι δὲν συνεδέετο ἀμέσως πρὸς τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον εἶχεν αὕτη ἀναλάβει.
§36ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ εἶχον γνῶσιν καὶ τὰ λοιπὰ μέλη.
§37ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Τοῦτο μόνον γνωρίζω, ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κ. Ζιμβρακάκης, ἀναγνωρίσας τὴν ἀνάγκην, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἡ ὑπηρεσία, ἀπετάθη δι’ ἐκτενοῦς αὐτοῦ ἐγγράφου πρὸς τὴν πρεσβείαν, ὅπως γείνῃ ἡ προμήθεια αὕτη.
§38Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐπιθυμῶ, ἐπειδὴ ἔχομεν μέλη τῆς κυβερνήσεως τῆς ἐνεστώσης, ἅτινα ἀπετέλουν μέρος καὶ τῆς οἰκουμενικῆς, νὰ μᾶς εἴπουν οἱ παρόντες ὑπουργοὶ, ἐνθυμοῦνται ἐὰν ἐν γνώσει τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου ἐγένετο ἡ προμήθεια;
§39ΤΙΝΕΣ. Καὶ ἐκ τῆς ἀντιπολιτεύσεως εἶχον μέρος εἰς τὴν οἰκουμενικήν.
§40Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἀφοῦ δὲν ἐγένετο ἀντίῤῥησις, θὰ εἴπῃ, ὅτι εἶχον γνῶσιν.
§41ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐν γνώσει ἤμην βεβαίως ἐγὼ, διότι ἡ πρεσβεία ἔστελλε τὰ ἔγγραφα πρὸς ἐμὲ, ὥστε ἀνεγίνωσκον τὰ πάντα· ἐὰν δὲ οἱ ἄλλοι εἶχον γνῶσιν, ἐγὼ δὲν τὸ γινώσκω, διότι ἐγὼ ὡς Ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν τὰ ἐγίνωσκον.
§42Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἡ ἐρώτησίς μου ἀπέβλεπεν εἰς τὸ ἑξῆς. Ὅτι ἐγὼ πρὸ τῆς οἰκουμενικῆς ὡς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τίποτε δὲν ἐνήργουν ἄνευ συναινέσεως τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου, διότι ἤθελον τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον νὰ τὸ ἔχω συνυπεύθυνον ὄχι μόνον κατὰ τύπους, ἀλλὰ καὶ κατ’ οὐσίαν. Θέλω νὰ μάθω, ἐὰν ὁ κ. Ζιμβρακάκης ἐνήργησε τὴν προμήθειαν ταύτην ζητήσας τὴν ἄδειαν τοῦ Ὑπουργικοῦ συμβουλίου. Καὶ τοῦτο τὸ λέγω, διότι φρονῶ, ὅτι καὶ ἡ πρώτη προμήθεια δὲν ὤφειλε νὰ λάβῃ χώραν. Φρονῶ δὲ, ὅτι καὶ λόγοι ὑπηρεσίας δὲν ἐπροκάλεσαν καὶ τὴν πρώτην προμήθειαν, διότι ὁσάκις πρόκειται ὁ στρατὸς νὰ κινηθῇ, ἔχει ἀνάγκην μᾶλλον ἐγχωρίων ὑποδημάτων καὶ ὑφασμάτων, παρὰ ξένων.
§43ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Τὸ ἔγγραφον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ὁ ἐργοστασιάρχης ἐκεῖνος ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας ἀπηύθυνεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τὸ ὁποῖον ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐξακριβώσῃ ἐὰν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον περιῆλθεν ἀμέσως διὰ τοῦ ταχυδρομείου ἢ ἐὰν ἐνεχειρίσθη παρά τινος πρὸς τὸν ὁποῖον τυχὸν διηυθύνετο, διότι μετ’ αὐτοῦ ἀπεστέλλοντο καὶ ὡς δεῖγμα δύω ζεύγη ἀρβυλῶν, τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο φέρει ἡμερομηνίαν 8 Φεβρουαρίου, περιῆλθεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν τὴν 2|14 Φεβρουαρίου, καὶ τὴν 6|18 Φεβρουαρίου ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἄνευ οὐδεμιᾶς περαιτέρω ἐρεύνης, ἀπεδέξατο τὴν προσφορὰν ταύτην καὶ ἐτηλεγράφησε πρὸς μὲν τὸν ἐργοστασιάρχην τὰ ἑξῆς· «Παραδεχόμεθα τὴν προσφορὰν ὑμῶν τῶν 10,000 ζευγῶν ἀρβυλῶν, πρὸς 8 φράγκα Παραγγέλλεσθε, ὅπως ἀποστείλητε ταῦτα διὰ μεγάλης ταχύτητος. Ἡ πρεσβεία θέλει πληρώσει. Ἀθῆναι, 6 Φεβρουαρίου 1878.
»Ὁ Ὑπουργὸς
»ΣΩΤ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ»
Ὑπὸ τὴν αὐτὴν δὲ ἡμερομηνίαν τηλεγραφεῖ καὶ πρὸς τὴν ἐν Παρισίοις πρεσβείαν αὐτὰς τὰς λέξεις· «Παραγγέλλεσθε νὰ πληρώσητε πρὸς τὸν Γοδιλιὼ τὴν ἀξίαν 10,000 ζευγῶν ἀρβυλῶν, πρὸς 8 φράγκα.» Ἐκ τῆς παραβολῆς τῶν χρονολογιῶν τούτων, τῆς 30 Ἰανουαρίου, καθ’ ἣν συνήφθη ἡ πρώτη συμφωνία περὶ τῶν 10,000 ἀρβυλῶν, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν συνθηκῶν καὶ τῶν ὅρων τοὺς ὁποίους σᾶς ἀνέφερον, καὶ τῆς 8 Φεβρουαρίου, καθ’ ἣν ὁ Γοδιλιὼ ἀπετάθη πρὸς τὸν ὑπουργὸν διὰ τοῦ ῥηθέντος ἐγγράφου του, ἡ ἐπιτροπὴ ἐθεώρησε κατάδηλον ὅτι, ὅταν ἡ πρεσβεία διεπραγματεύετο μὲ τὸν Γοδιλιὼ τὴν πρώτην συμφωνίαν, ἐν τοῖς καταστήμασιν αὐτοῦ ἀναμφιβόλως ὑπῆρχον τὰ 10,000 ζεύγη ἀρβυλῶν, τὰ ὁποῖα μετὰ 8 ἡμέρας προσέφερεν. Ἐκ τοῦ ὅτι δὲ ὑπαρχόντων ἀναμφισβητήτως τότε ἐν ταῖς ἀποθήκαις τῶν 10,000 τούτων ζευγῶν εὐθηνοτέρων ὑποδημάτων, καὶ ὑφισταμένης ὁμολογουμένως καὶ φυσικῶς μείζονος καὶ κατεπειγοτέρας τῆς ἀνάγκης τῆς ὑπηρεσίας κατὰ τὸν Ἰανουάριον παρὰ κατὰ τὸν Φεβρουάριον, ἡ πρεσβεία καὶ οἱ παρ’ αὐτῇ ἐπίτηδες ὡρισμένοι ἀξιωματικοὶ προέβησαν εἰς συμφωνίαν περὶ προμηθείας ἄλλων ἀρβυλῶν, διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν ὁποίων ὑπεχρεώθησαν νὰ δώσωσι προθεσμίαν μηνὸς, ἡ ἐπιτροπὴ ἐθεώρησεν ἐπαρκῶς ἐνδεδειγμένον, ὅτι ἡ πρεσβεία καὶ οἱ παρ’ αὐτῇ ἀξιωματικοὶ εἶχον θεωρήσει ἀπαράδεκτον τὸ ποσὸν αὐτὸ τῶν ἀρβυλῶν τῶν ἐν ταῖς ἀποθήκαις τοῦ Γοδιλιὼ εὑρισκομένων. Ἐκ τούτου δὲ ἐξήγησε καὶ τὴν προσοχὴν, τὴν ὁποίαν κατέβαλεν ὁ ἐργοστασιάρχης νὰ μὴ λάβῃ γνῶσιν ἡ πρεσβεία τῆς προσφορᾶς αὐτοῦ, διότι ἂν ἦτο ἀληθὲς, ὅτι τὴν προσφορὰν ταύτην αὐτὸς ἔκαμνεν ἐξ ἰδίας ἀξιεπαίνου καὶ φιλελληνικῆς πρωτοβουλίας, διὰ νὰ ἐξοικονομήσῃ ἀγνώστους αὐτῷ κατεπειγούσας τοῦ ὑπουργείου ἀνάγκας, εὐκολώτερον καὶ εὐθύτερον ἦτον εἰς αὐτὸν νὰ ζητήσῃ ἀμέσως ἀπὸ τὴν πρεσβείαν πληροφορίας, νὰ ὑποβάλῃ εἰς αὐτὴν τὰς προτάσεις του, ἢ νὰ ἐπιφορτίσῃ αὐτὴν νὰ συνεννοηθῇ τηλεγραφικῶς μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις συνεννόησις θὰ ἐγίνετο πολὺ ταχύτερον ἀπὸ τὴν ταχυδρομικῶς παρ’ αὐτοῦ ἐπιχειρηθεῖσαν. Τῆς δευτέρας δὲ ταύτης προμηθείας ἀρβυλῶν φαίνεται, ὅτι πράγματι δὲν εἶχεν ἡ Κυβέρνησις ἀνάγκην ἐπικειμένην, διότι ἡ ἐπιτροπὴ δὲν εὗρεν οὐδεμίαν ἐργασίαν προπαρασκευάζουσαν τὴν μελέτην περὶ νέας τοιαύτης προμηθείας. Ἡ προκειμένη λοιπὸν τοῦ ἐργοστασιάρχου πρωτοβουλία καὶ ἐνέργεια, ἡ ἀποφυγὴ αὐτοῦ τοῦ νὰ ἀποταθῇ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τῆς Πρεσβείας, καὶ ἡ ἄμεσος τῶν προτάσεών του ἄνευ οὐδεμιᾶς περαιτέρω ἐρεύνης ἀποδοχὴ, ἐθεωρήθησαν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ὡς σημεῖα ἄξια προσοχῆς τινος.
§44Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἄπειροι προσφοραὶ ἐγένοντο κατ’ εὐθεῖαν εἰς τὰ Ὑπουργεῖα.
§45ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἐν τῇ ἐπιτροπῇ εἴχομεν πληροφορίας, ὅτι ἀπὸ τῆς προκατόχου τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως, καθ’ ἣν ἤρχισαν συντόνως ἐνεργούμεναι αἱ προπαρασκευαὶ, τῆς Κυβερνήσεως δηλονότι, ἧς προΐστατο ὁ ἀείμνηστος Βουλευτὴς Μεσολογγίου καὶ πολιτικὸς ἀρχηγός μου, εἶχε καθιερωθῆ ἀρχὴ, ἥτις, ὡς ἐμάθομεν, ἐτηρήθη ἀπαραβάτως καὶ παρὰ τῶν διαδόχων Κυβερνήσεων καὶ παρ’ αὐτοῦ τοῦ κ. Πετιμεζᾶ κατὰ τὴν ἐνέργειαν ἄλλων προμηθειῶν, καθ’ ἣν ἀρχὴν πᾶσα ἐν τῷ ἐξωτερικῷ διαπραγμάτευσις καὶ προμήθεια ἐνηργεῖτο διὰ τῆς ἁρμοδίας Πρεσβείας καὶ τῶν ἐπίτηδες ἐκεῖ ἀπεσταλμένων εἰδημόνων ἀξιωματικῶν. Ἐπειδὴ δὲ πολλὰ καὶ τότε καὶ ἀργότερα εἶχον λεχθῆ περὶ διαστάσεώς τινος ἐμφιλοχωρησάσης τότε εἰς τὰς σχέσεις τῆς Πρεσβείας πρὸς τὸ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργεῖον, καὶ ἐπειδὴ καὶ ἐν τῇ Βουλῇ πολλαὶ ἐγένοντο ἐπερωτήσεις περὶ τοῦ ζητήματος τούτου καὶ περὶ τηλεγραφικῶν καταγγελιῶν, γενομένων ἐκ μέρους τῆς Πρεσβείας πρὸς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργεῖον διὰ τὰς προμηθείας τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργείου, ἡ ἐπιτροπὴ ἐν ὅλῃ τῇ στενότητι τοῦ κύκλου τῆς δικαιοδοσίας αὐτῆς ἔχει φροντίσει νὰ ἀνεύρῃ καὶ περὶ τούτου τὴν ἀλήθειαν, ἐφ’ ὅσον τοῦτο ἐσχετίζετο μὲ τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς ἐπιτροπῆς εἶχον ὑποβληθῆ. Καὶ δὲν ἠδυνήθη μὲν ἡ ἐπιτροπὴ νὰ ἀνεύρῃ ἐπακριβῶς τὴν ὅλην ἱστορίαν τοῦ ἐπεισοδίου τούτου, πληροφορεῖ ὅμως δι’ ἐμοῦ τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ τί αὐτὴ ἐν τῇ μελέτῃ τῶν ὑποβληθέντων εἰς αὐτὴν ἐγγράφων ἀντελήφθη ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἐν τῇ ἐκθέσει δὲν γίνεται περὶ τούτου λόγος, διότι ἐνομίσαμεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ περιληφθῇ εἰς αὐτὴν πᾶν ὅ,τι ἢ πόῤῥωθεν μόνον ἐσχετίζετο πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικείμενον, ἢ δὲν ἐξηκριβώθη ἐπαρκῶς ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς. Εὕρομεν λοιπὸν τότε, ὅτι ἀπὸ τῆς 7 Ἀπριλίου 1878 ὁ τύπος ὁ ἐγχώριος εἶχε δημοσιεύσει, ὅτι ἡ Πρεσβεία ἡ ἐν Παρισίοις εἶχε καταγγείλει εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν ἐξωτερικῶν μυστηριώδεις συμφωνίας ἐπί τινων προμηθειῶν τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐφροντίσαμεν νὰ ἀνεύρωμεν ἂν τὰ παρὰ πολλῶν ἐφημερίδων δημοσιευθέντα περὶ τούτου ἀνῃρέθησαν, καὶ εὕρομεν μόνον, ὅτι μετὰ 4 ἡμέρας ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως, τουτέστιν 11 Ἀπριλίου, τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἐδημοσίευσεν ἐπίσημόν τινα διάψευσιν. Ἐκ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν ἠδυνήθημεν νὰ ἀνεύρωμεν οὐδεμίαν διάψευσιν, καίτοι αἱ ἐφημερίδες, αἱ ὁποῖαι εἶχον δημοσιεύσει τὰ τοιαῦτα, μετὰ τὴν δημοσιευθεῖσαν διάψευσιν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἐπέμενον προκαλοῦσαι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ὡς τὸ μόνον ἁρμόδιον νὰ διαψεύσῃ. Ἡ διάψευσις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν φέρει ἡμερομηνίαν 11 Ἀπριλίου, καὶ ἐδημοσιεύθη τὴν ἰδίαν ἡμέραν εἰς τὸ «Ἐθνικὸν Πνεῦμα» καὶ εἰς τὸν «Τηλέγραφον», διελάμβανε δὲ, ὅτι «ὅσα γράφουσιν ἐφημερίδες τινὲς περὶ δῆθεν καταγγελίας τοῦ ἐν Παρισίοις Ἐπιτετραμμένου περὶ μυστηριωδῶν συμφωνιῶν γενομένων ἐπί τινων προμηθειῶν εἰσιν ἐντελῶς ἀνυπόστατα». Ἐκ τῆς μελέτης τῶν ἐγγράφων τῶν ἐπισήμων, τὰ ὁποῖα μᾶς εἶχεν ἀποστείλει τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἐνόμισεν ἡ ἐπιτροπή, ὅτι τὰ παράπονα τῶν ἐφημερίδων πιθανὸν μὲν νὰ ἦσαν ἐξωγκωμένα, δὲν ἦσαν ὅμως καὶ ἐντελῶς ἀβάσιμα, διότι μεταξὺ τῶν ἐγγράφων ἐκείνων ὑπάρχει ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν τῆς 7 Ἀπριλίου, τῆς ἡμέρας δηλαδὴ ἐκείνης, καθ’ ἣν κατὰ πρῶτον ὁ τύπος εἶχεν ἀναφέρει τὰ περὶ καταγγελίας μυστηριωδῶν συμφωνιῶν ἐκ μέρους τῆς ἐν Παρισίοις Πρεσβείας, διὰ τοῦ ὁποίου αὐτοῦ ἐγγράφου τῆς 7 Ἀπριλίου ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ζητεῖ ἀπὸ τὸν συνάδελφον αὑτοῦ Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ τιμωρήσῃ τὸν ἐν Παρισίοις Ἐπιτετραμμένον, διὰ τὸ ἀπότομον ὕφος του, καὶ νὰ ἀναγγείλῃ εἰς αὐτὸν τὴν περὶ τούτου ἀπόφασίν του. Δὲν εὕρομεν τὴν ἀπάντησιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἡ ἔλλειψις αὕτη καὶ ἡ μὴ διάψευσις εἰς τὰ ὑπὸ τοῦ τύπου γραφέντα ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν μᾶς ἐνεποίησε κακὴν ἐντύπωσιν. Νομίζω δὲ, ὅτι καὶ τώρα δὲν εἶναι ἀργὰ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ὁ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Ὑπουργὸς τί ἐνήργησεν ἐπὶ τοῦ ἐγγράφου τούτου τοῦ συναδέλφου του, ἂν ἐτιμώρησε δηλαδὴ τὸν ἐν Παρισίοις Ἐπιτετραμμένον, καὶ ποία εἶναι ἡ αἰτία, διὰ τὴν ὁποίαν ἐζητήθη ἡ τιμωρία του.
§46Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Θέλετε νὰ σᾶς τὸ εἴπω ἐγώ; ἡ μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τῆς Πρεσβείας διένεξις εἶναι ἡ ἑξῆς· ἐγὼ συνέλαβον τὴν ἰδέαν νὰ ὑποδέσω τὸν στρατὸν κατὰ τὸ Πρωσσικὸν σύστημα, δηλ. μὲ ὑποδήματα μέχρι τοῦ γόνατος, ὅπως φέρουν σήμερον οἱ εὐρωπαϊκοὶ στρατοὶ, καὶ ἐτηλεγράφησα πρὸς τὴν Πρεσβείαν νὰ ἐξετάσῃ, ἂν ἠμπορῇ, νὰ ἀγοράσῃ 20,000 ὑποδήματα τοῦ Πρωσσικοῦ συστήματος· τὸ ἑσπέρας τῆς ἰδίας ἡμέρας ἐτηλεγράφησα εἰς τὴν Πρεσβείαν, καὶ εἶπον μὴ προβῇς εἰς οὐδεμίαν συμφωνίαν παρὰ μόνον πληροφορίας νὰ μοῦ δώσῃς· ἡ ἄλλη ἡμέρα ἦτον ἡ Κυριακὴ, δὲν ἠδύνατο λοιπὸν νὰ κλεισθῇ συμβόλαιον. Μοῦ ἀπαντᾷ ὁ Πρέσβυς, καὶ λέγει, ἐπειδὴ δὲν ἐκλείσαμεν τὸ συμβόλαιον, ὅταν ἔλαβον τὸ τηλεγράφημα, ἀλλ’ ὡμίλησα μετὰ τοῦ ἐργοστασιάρχου, δὲν ἠμπορῶ δὲ τώρα πλέον νὰ μὴ κλείσω συμβόλαιον, ἀφοῦ ἔδωκα τὸν λόγον μου. Τῷ ἀπαντῶ, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν ἔχει οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν νὰ ἱκανοποιήσῃ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους σὺ ἔδωκες, ἀφοῦ δὲν συνετάχθη συμβόλαιον· καὶ ἐπειδὴ ὁ πρέσβυς εἶπεν, ὅτι τὸν ἐξέθεσα νὰ δώσῃ τὸν λόγον του, καὶ ἐπέῤῥιπτε μίαν μομφὴν πρὸς ἐμὲ, διὰ τοῦτο ἔγραψα πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν ἐξωτερικῶν αὐτὸ τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ὅμως ἐννοεῖτε, ὅτι δὲν ἠμποροῦσε νὰ ἔχῃ καμμίαν σημασίαν, διότι ἦτον ἁπλῆ παρατήρησις· ἐπ’ αὐτοῦ δὲ τοῦ ἀντικειμένου τῶν 20,000 ὑποδημάτων εἶναι τὸ τηλεγράφημα τὸ μεμακρυσμένον περὶ τοῦ ὁποίου ἐγένετο λόγος, ὅτι τὸ ὑπεξῄρεσα καὶ περὶ τοῦ ὁποίου παρεκάλεσα πέρυσι τὸν Ὑπουργὸν τὸν ποριτιωτικῶν νὰ φέρῃ ἀντίγραφον, καὶ τὸ ἔφερε, καὶ τὸ κατέθεσεν εἰς τὰ ἔγγραφα τῆς ἐπιτροπῆς. Ἀλλὰ ποῦ εἶναι αὐτὰ τὰ ἔγγραφα τῆς ἐπιτροπῆς;
§47ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ὑποθέτω.
§48Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Αὐτὰ εἶναι ἔγγραφα τῆς Βουλῆς.
§49ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἔλαβεν ἔγγραφα ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, τὰ ὁποῖα ἐπεστράφησαν εἰς αὐτό. Αὐτῶν τῶν ἐγγράφων ἡ ἐπιτροπὴ ἔλαβε γνῶσιν, δὲν εὗρε δὲ τὴν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἀπάντησιν τοῦ ὑπουργείου τῶν ἐξωτερικῶν.
§50ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν.) Ἂν μοὶ δοθῇ ὁ ἀριθμὸς καὶ ἡ ἡμερομηνία τοῦ ἐγγράφου, σᾶς πληροφορῶ ἀμέσως.
§51ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἡ χρονολογία εἶναι τῆς 7 Ἀπριλίου, ὁ δὲ ἀριθμὸς 14,632.
§52ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Αὐτὰ ἦσαν κρυπτογραφικά.
§53Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἦσαν κρυπτογραφικά· ἂν πρόκηται πάλιν περὶ νέας ἀναβολῆς, ἄλλο πρᾶγμα. Ἀλλὰ σοῦ λέγω, ὅτι αὐτὰ δὲν ἔχουν καμμίαν σχέσιν μὲ τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικείμενον· διότι ἐνταῦθα πρόκειται περὶ τοῦ ἂν ἦταν καλαὶ ἢ ὄχι αἱ ἀρβύλαι.
§54ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Καὶ δὲν ἀνεῦρε μὲν, ὡς εἶπον, ἡ ἐπιτροπὴ τὴν εἰς τὸ ἔγγραφον αὐτὸ ἀπάντησιν τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργείου· εὗρεν ὅμως δύω ἄλλα σχετικὰ μὲ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην τηλεγραφήματα, ἐκ τῶν ὁποίων τὸ μὲν φέρει ἡμερομηνίαν 12 Ἀπριλίου, καὶ ἀπευθυνόμενον ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν πρὸς τὴν ἐν Παρισίοις Πρεσβείαν, διατάσσει ν’ ἀναχωρήσῃ ἀμέσως ἐκ Παρισίων ὁ κ. Σαπουντσάκης, νὰ μὴν ἀναμιγνύηται εἰς τὰς διαχειρίσεις τῆς Πραισβείας, τὸ δὲ, φέρον ἡμερομηνίαν 13 Ἀπριλίου, ἀπευθύνετε παρὰ τῆς Πρεσβείας πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ παρακαλεῖ, ἕνεκα λόγων σπουδαιοτάτων, νὰ παραμείνῃ ἐκεῖ ὁ κ. Σαπουντσάκης· ἄλλως δηλοῖ, ὅτι ἡ Πρεσβεία ἀπεκδύεται πάσης εὐθύνης. Δὲν ἠδυνήθη περαιτέρω ἡ ἐπιτροπὴ νὰ ἐξακριβώσῃ ἂν ἡ αἴτησις αὕτη εἰσηκούσθη.
§55Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ κ. Σαπουντσάκης ἤθελε νὰ μείνῃ εἰς τὸ Παρίσι, καὶ ἐγὼ δὲν ἤθελον· ἡ Πρεσβεία τὸν ὑπερησπίζετο, διὰ νὰ μείνῃ. Ἰδοὺ τὸ ὅλον.
§56ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἐπανέρχομαι εἰς τὸ ζήτημα τῆς προμηθείας τῶν ἀρβυλῶν. Εἶπον, ὅτι ἐνεποίησεν ἀπορίαν καὶ αἴσθησιν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἡ πρωτοβουλία τοῦ ἐργοστασιάρχου ἐκείνου τοῦ ν’ ἀπευθυνθῇ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν· ἐκτιμήσασα δὲ ἡ ἐπιτροπὴ καὶ τὸν λόγον ἐπὶ τὸν ὁποῖον τὴν πρωτοβουλίαν του ἐκείνην ἐστήριξε, τὸν τῆς κατεπειγότητος, εὑρῆκεν αὐτὸν μὴ ἀληθῆ. Ἐν τοσούτῳ αἱ ἀρβύλαι ἐκεῖναι ἠγοράσθησαν χωρὶς νὰ μεσολαβήσῃ συμφωνία, ἄνευ ὅρων, ἄνευ Διαγράμματος, ἄνευ ἐπιτηρήσεως κατὰ τὴν κατασκευὴν, ἄνευ ἐλέγχου κατὰ τὴν παραλαβὴν, συνέβη δηλαδὴ ἀκριβῶς τὸ ἐναντίον τοῦ ὅ,τι εἶχε γείνει διὰ τὴν ἄλλην παραγγελίαν τὴν προγενεστέραν· πρὸς ἀπόδειξιν ὅτι ἐγένετο ἔλεγχος, ὁ κ. Πετιμεζᾶς κατέθηκε προχθὲς εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς δύω ἔγγραφα, διὰ τῶν ὁποίων ἡ Πρεσβεία ἀποστέλλουσα τοὺς λογαριασμοὺς τοῦ πραγματογνώμονος Delâge, τοῦ παραλαβόντος καὶ τὰς ἀρβύλας τῆς δευτέρας προμηθείας, βεβαιοῖ, ὅτι καὶ αὐταὶ παρελήφθησαν καὶ ἐξηλέγχθησαν ὑπὸ τοῦ πραγματογνώμονος ἐκείνου. Ὡς εἶπον πρότερον, τὸ Ὑπουργεῖον ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐκτάκτων προμηθειῶν εἶχεν ὁρίσει ἐπίτηδες ἀξιωματικοὺς ἐν Παρισίοις, ὡς ἐκ περισσοῦ ὅμως εἶχεν ἐπιτρέψει εἰς τὴν Πρεσβείαν νὰ παραλαμβάνῃ καὶ τοὺς παρὰ τῇ Γαλλικῇ Κυβερνήσει χρησίμους πραγματογνώμονας· ἐπὶ τῆς ἐξελέγξεως εἰδῶν δερματίνων ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις μετεχειρίζετο τὸν κ. Delâge, αὐτὸν δὲ παρέλαβε καὶ ἡ Πρεσβεία. Λέγω ὅμως καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ προμήθεια καὶ ἡ παραλαβὴ τῶν δευτέρων ἀρβυλῶν ἐγένετο ἄνευ ἐλέγχου οὐδενός, τὰ δὲ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Πετιμεζᾶς κατέθηκε πρὸς ἀπόδειξιν τοῦ ἐναντίου, δὲν ἀποτελοῦσιν ἀνακάλυψιν πολὺ σπουδαίαν, οὔτε εἶναι ἀληθὲς τὸ παρ’ αὐτοῦ λεχθὲν, ὅτι διέφυγον ταῦτα τὴν προσοχὴν τῆς ἐπιτροπῆς, διότι τὸ περιεχόμενον αὐτῶν, τὸ ἀναφέρει ἀκριβῶς ἡ ἐπιτροπὴ εἰς τὴν ἔκθεσίν της. Τὸ ζήτημα ὅμως δὲν εἶναι ἂν παρελήφθησαν, ἀλλ’ ἂν ἐξηλέγχθησαν, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ λέγει, ὅτι ἐξέλεγξις δὲν ἐγένετο, καὶ δὲν ἐγένετο, διότι δὲν ὑπῆρχεν ὅρος συγκρίσεως, πρὸς τὸν ὁποῖον νὰ γείνῃ ἡ ἐξέλεγξις· συμβόλαιον δὲν ὑπῆρχε, διάγραμμα δὲν ὑπῆρχε, δεῖγμα δὲν ὑπῆρχε, διότι ἔχομεν ἐπίσημον πληροφορίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι τὰ σταλέντα ἐνταῦθα δύω ζεύγη δειγμάτων δὲν ἀπεστάλησαν εἰς Παρισίους, ἀλληλογραφία ἄλλη πλὴν τῆς διαμοιβῆς τῶν τηλεγραφημάτων ἐκείνων τῶν δύω δὲν ἔλαβε χώραν μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, τῆς Πρεσβείας καὶ τοῦ ἐργοστασιάρχου. Πῶς ἦτο λοιπὸν δυνατὸν νὰ γείνῃ ἐξέλεγξις; Πρὸς τί ἤθελε γείνει ἡ παραβολή;
§57Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡ Πρεσβεία εἶναι Ὑπουργεῖον τῆς Ἑλλάδος· ἐκείνη ὀφείλει νὰ παραλαμβάνῃ τὰ πράγματα, κατὰ τοὺς κανόνας τοὺς παραδεδεγμένους.
§58ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Διὰ τοῦ τηλεγραφήματός σας οὔτε κἂν παρηγγέλλετο ἡ Πρεσβεία νὰ παραλάβῃ, ἀλλ’ ἁπλῶς νὰ πληρώσῃ, οὐδὲ ὁ ἐργολάβος παρηγγέλλετο νὰ παραδώσῃ, ἀλλ’ ἁπλῶς ν’ ἀποστείλῃ. Σημειώσατε δὲ, ὅτι αὐτὰ τὰ 10,000 ζεύγη τῶν ἀρβυλῶν τῆς δευτέρας προμηθείας παρεδόθησαν μετὰ τὸ πέρας τῆς παραδόσεως τῶν τῆς πρώτης προμηθείας, καὶ ἑπομένως δὲν συνετέλεσαν παντάπασιν εἰς τὴν ἐξοικονόμησιν κατεπειγούσης τινὸς ἀνάγκης· ἦλθον δὲ ἐνταῦθα καὶ αἱ δύω προμήθειαι σχεδὸν ἀναμὶξ, ἐγένετο δὲ ἀδιακρίτως ἡ χρῆσις καὶ ἡ διανομή· μετὰ τὴν διανομὴν καὶ τὴν χρῆσιν κατεδείχθη, κατὰ τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς, τὴν ὁποίαν ἐπιμένω καὶ ἐγὼ ἔχων, ὅτι τὰ ὑποδήματα ἐκεῖνα τῆς δευτέρας προμηθείας, τὰ διὰ τοταύτης προθυμίας ἀγορασθέντα, ἦσαν σχεδὸν ἄχρηστα. Δὲν ἀγνοοῦμεν, ὅτι ὑπάρχουν ἐκθέσεις διοικητῶν ταγμάτων, οἱ ὁποῖοι βεβαιοῦν, ὅτι τὰ ὑποδήματα, τὰ ὁποῖα πρὸς αὐτοὺς ἀπεστάλησαν, ἐδείχθησαν χρήσιμα καὶ κατάλληλα, ἀλλὰ φρονοῦμεν καὶ πειθόμεθα, ὅτι ταῦτα ἦσαν ἐκ τῶν τῆς πρώτης προμηθείας. Τὴν γνώμην δὲ καὶ τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὰ καλὰ ὑποδήματα ἦσαν τὰ τῆς πρώτης προμηθείας, τὰ δὲ κακὰ καὶ ἄχρηστα τῆς δευτέρας, δὲν ἐσχηματίσαμεν ἐξ ἐνστίκτου, ἀλλὰ λαβόντες ὑπ’ ὄψιν τὸ ἔγγραφον, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ Γοδιλλιὼ προσέφερε τὴν δευτέραν ταύτην προμήθειαν καὶ τὰς ἐκθέσεις τῶν ἐμπειροτεχνῶν, οἱ ὁποῖοι καταδεικνύουσι τὰς ἀτελείας τῶν ἀρβυλῶν. Ὁ Γοδιλλιὼ διὰ τοῦ ἐγγράφου του, διὰ τοῦ ὁποίου προσέφερε τὴν δευτέραν ταύτην προμήθειαν, ἐπαινῶν ὅσῳ τὸ δυνατὸν τὰς ἐν ταῖς ἀποθήκαις αὑτοῦ εὑρισκομένας ἑτοίμους ταύτας ἀρβύλας, ἀνομολογεῖ, ὅτι ὑφίσταται διαφορά τις μεταξὺ αὐτῶν καὶ τῶν ἄλλων κατὰ τὴν τοποθέτησιν τοῦ ἐρείσματος τῆς πτέρνης· καὶ αἱ ἐκθέσεις δὲ τῶν ἐπιτροπῶν, εἰς τὰς ὁποίας ἀνετέθη ἡ ἐξέτασις τῶν ἀρβυλῶν, βεβαιοῦσιν, ὅτι τὰς πλημμελείας τῆς κατασκευῆς αὐτῶν ἀνευρίσκουν ἀκριβῶς εἰς τὸ πέλμα καὶ τὸ ὑποπτέρνιον. Αὐτὰ τὰ δύω στοιχεῖα, συνδυαζόμενα πρὸς τὸ ὅτι ἡ Πρεσβεία κατὰ τὴν πρώτην προμήθειαν δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὰς ἀρβύλας ταύτας ἐν ταῖς ἀποθήκαις οὔσας, καὶ πρὸς τὸ ὅτι αὗται προσεφέρθησαν εἰς τιμὴν κατωτέραν, ἔπεισαν τὴν ἐπιτροπὴν, ὅτι αἱ ἀκατάλληλοι θεωρηθεῖσαι ἀρβύλαι εἶναι αὗται ἐκεῖναι τῆς δευτέρας προμηθείας.
§59ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἦσαν καὶ εὐθηνότεραι.
§60Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὰ καλλίτερα ἦσαν τὰ ἰδικά μου· τώρα θὰ τὸ ἀποδείξω διὰ πραγμάτων.
§61ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἡ διαφορά τῆς ἀξίας, ὡς ἐν ἀρχῇ εἶπον, εἶναι μόνον φαινομενική. Φαίνεται οὖσα ἑνὸς φράγκου καὶ 30%, πράγματι δὲ εἶναι μόνον 89 0|0, διότι αἱ πρῶται 10,000 ζευγῶν ἠγοράσθησαν πρὸς φράγκα 9,30· δι’ αὐτὰ ἐπληρώθησαν 93,000 φράγκα. Διὰ τὰ δεύτερα δὲ, τὰ ὁποῖα φαίνονται ἀγορασθέντα πρὸς 8 δραχμὰς τὸ ζεῦγος, ἐπληρώθησαν οὐχὶ 80,000 φράγκα ἀλλ’ 84,148:40 0|0· ἡ διαφορὰ ἑπομένως, ἀντὶ νὰ ἦναι 13,000 φράγκα ὅπως ἔπρεπε νὰ ἦναι, εἶναι μόνον 8,858,60 δηλαδὴ κατὰ 89 περίπου ἑκατοστὰ κατὰ ζεῦγος. Τοῦτο προέρχεται ἐκ τοῦ ὅτι εἰς τὴν πρώτην προμήθειαν ὑπελογίσθη καὶ τὸ ἔξοδον τῆς μεταφορᾶς διὰ μεγάλης ταχύτητος, ἐνῷ εἰς τὴν δευτέραν ἐδαπανήθη ἡ διαφορὰ αὕτη τοῦ ποσοῦ διὰ τὴν μεταφοράν. Καὶ ταῦτα μὲν περὶ ἀρβυλῶν. Ἄρχεται ἤδη ἡ ἱστορία τοῦ διπυρίτου. Παρουσιάσθη ἡ ἀνάγκη προμηθείας 15,000 στατήρων διπυρίτου. Τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἐπέτρεψεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ κάμῃ τὴν προμήθειαν ταύτην ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ ἄνευ δημοσίου συναγωνισμοῦ, ἐπὶ τιμῇ μὴ ὑπερβαινούσῃ τὰς μέχρι τοῦδε διὰ δημοσίου συναγωνισμοῦ προσφερθείσας· ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς διέταξε νὰ γείνῃ ἐνταῦθα μειοδοτικὴ δημοπρασία. Ἐγένετο λοιπὸν πρώτη μειοδοσία, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀνεδείχθη μειοδότης τελευταῖος ὁ Ἀθανάσιος Λάμπρου διὰ δραχμὰς 42. Ὁ Α. Λάμπρου εἶναι πρόσωπον τὸ ὁποῖον συνηλλάχθη καὶ δι’ ἄλλας προμηθείας μὲ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ἐπικαλεῖται τὰ δικαιώματά του ταῦτα διά τινος ἀναφορᾶς, ζητῶν νὰ προτιμηθῇ. Ἡ δημοπρασία αὕτη ἠκυρώθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, διότι ἄλλος τις, ὁ Δαμίγος, ἔκαμεν ὕστερον προσφορὰν ἐλάσσονα, 41 φρ. κατὰ στατῆρα. Διατάσσεται λοιπὸν νέα δημοπρασία διὰ τὴν 5, 6 καὶ 7 Μαρτίου, διατάσσεται δὲ συγχρόνως καὶ μεταβολή τις ἐπὶ τῶν προκεκηρυγμένων ὅρων, ἡ ὁποία συνίσταται εἰς τὰ ἑξῆς δύο κεφάλαια: πρῶτον νὰ κατατεθῇ ἐγγύησις 50,000 δραχ. ἀπὸ πάντα συναγωνισθησόμενον, εἴτε εἰς μετρητὰ, εἴτε εἰς μετοχὰς τῆς ἐθνικῆς τραπέζης, εἴτε καὶ ἐπιταγὰς δεκτὰς παρὰ τῆς ἐθνικῆς τραπέζης, νὰ ἀποκλεισθῇ δὲ τοῦ συναγωνισμοῦ πᾶς μὴ καταβαλὼν τοιαύτην ἐγγύησιν· δεύτερον, ὁ Ὑπουργὸς ἐπεφύλαξεν εἰς ἑαυτὸν τὸ δικαίωμα νὰ δεχθῇ ἢ νὰ ἀποῤῥίψῃ πᾶσαν μεταγενεστέραν προσφορὰν μετὰ τὸ πέρας τῆς δημοπρασίας. Δὲν θέλω νὰ συζητήσω, ἐὰν ἦναι σύνηθες τὸ νὰ τίθεται τοιοῦτος τις ὅρος, ἢ ἐὰν τὸ σύνηθες ἦναι, ἑκάστη δημοπρασία νὰ προκηρύσσεται εἴτε ὡς δημοπρασία ὑπὸ ἔγκρισιν, εἴτε ὡς τελειωτικὴ, οὔτε θέλω νὰ ἐξετάσω, ἐὰν ἡ ἐπιφύλαξις αὕτη, ἡ ὁπωσδήποτε γενομένη, σημαίνει, ὅτι ἠδύνατο Ὑπουργὸς κατὰ τὸ πέρας τῆς μειοδοσίας, γενομένης νέας κατωτέρας προσφορᾶς, νὰ δεχθῇ αὐτὴν ἀμέσως ἄνευ νέου συναγωνισμοῦ, ἢ ἐὰν ἐσήμαινεν, ὅτι ἦτο ἐλεύθερος ἢ νὰ δεχθῇ τὴν προσφορὰν καὶ νὰ διατάξῃ νέαν δημοπρασίαν, ἢ νὰ τὴν ἀποῤῥίψῃ καὶ νὰ κυρώσῃ τὴν δημοπρασίαν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς τελευταίας ἐν τῷ συναγωνισμῷ τιμῆς. Ἐν ᾧ λοιπὸν ἡ δημοπρασία διὰ τοῦ ἐγγράφου αὐτοῦ διετάχθη νὰ ἐνεργηθῇ τὴν 5, 6 καὶ 7 Μαρτίου, παραδόξως ἐνεργεῖται οὐχὶ κατὰ τὰς ὡρισμένας ἡμέρας, ἀλλὰ τὴν 3, 4 καὶ 5 Μαρτίου· τὴν αἰτίαν τῆς μεταβολῆς ταύτης δὲν ἠδυνήθη ἡ ἐπιτροπὴ νὰ ἐξακριβώσῃ. Ἐπερατώθη ἡ μειοδοσία κατὰ τὴν 5 Μαρτίου, καθ’ ἣν ἔπρεπε νὰ ἀρχίσῃ, καὶ κατ’ αὐτὴν τελευταῖος μειοδότης ἐδείχθη ὁ Δαμίγος, ἀντὶ δραχ. 37,50. Τὴν αὐτὴν ἡμέραν ὁ Ἀθ. Λάμπρου ὑπέβαλεν ἀναφοράν τινα πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, διὰ τῆς ὁποίας παριστᾷ, ὅτι εἰς αὐτὸν μειοῦντα τὸ τίμημα κατὰ 25 λεπτὰ τὸν στατῆρα εἶναι δίκαιον καὶ πρέπον νὰ κατακυρωθῇ ἡ προμήθεια αὕτη, πρὸς τοῦτο δὲ ἐπεκαλεῖτο τὸ παρελθὸν αὐτοῦ πρὸς τὰς προμηθείας, κατέκρινε τοὺς ἀντιπάλους αὐτοῦ ὡς φερεοίκους καὶ ἀφερεγγύους, καὶ προσέθετεν, ὅτι ἡ πρὸς αὐτὸν κατακύρωσις ἔσται εὐεργέτημα διὰ τὸ δημόσιον καὶ διὰ τὴν κοινωνίαν (ὅρα φυλ. ἐπιτρ. σελ. 41). Τὸ ἔγγραφον αὐτὸ ἐφάνη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν περίεργον κατὰ τὸ ὕφος αὐτοῦ. Ἡ περιέργεια δὲ αὕτη τῆς ἐπιτροπῆς μετεβλήθη εἰς ἀπορίαν, ὅταν ἔλαβε γνῶσιν διαδικασίας τινὸς λαβούσης χώραν μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ὡς πρὸς τὴν καταβολὴν τῆς ἐγγυήσεως. Τὰ περὶ τὴν ἐγγύησιν ταύτην λαβόντα χώραν δηλῶ, ὅτι οὔτε ἡ ἐπιτροπὴ οὔτε κανεὶς ἐκ τῶν ὑπογραψάντων τὴν περὶ προανακρίσεως πρότασιν ἐννοεῖ νὰ χαρακτηρίσῃ ὡς κεφάλαιον κατηγορίας· ἐννοοῦμεν ὅμως νὰ τὰ σημειώσωμεν ὡς στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἐπὶ τῆς προτάσεώς μας ἀπόφασίν της, καὶ οἱ μέλλοντες νὰ ἐξετάσωσι τὴν ὑπόθεσιν περαιτέρω, ἐὰν διαταχθῇ προανάκρισις. Κατὰ τοὺς ὅρους τῶν συμφωνιῶν ἡ ἐγγύησις ἔπρεπε πάντως νὰ κατατεθῇ εἴτε εἰς μετρητά, εἴτε εἰς μετοχὰς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, εἴτε εἰς ἐπιταγὰς δεκτὰς ὑπ’ αὐτῆς. Ὁ Ἀθ. Λάμπρου δὲν εἶχεν οὐδὲν ἐκ τῶν τριῶν αὐτῶν εἰδῶν ἐγγυήσεως νὰ καταθέσῃ, καὶ κατὰ τοὺς ὅρους τῆς δημοπρασίας δὲν ἠδύνατο νὰ συναγωνισθῇ. Ἐφωδιάσθη λοιπὸν μὲ συναλλαγματικάς τινας ἀγνώστων ὑπογραφῶν, καὶ ἐπορεύθη εἰς τὸν ταμίαν τοῦ φρουραρχείου, ζητῶν νὰ δεχθῇ τὰς συναλλαγματικὰς ἐκείνας ὡς ἐγγύησιν. Ὁ ταμίας τοῦ φρουραρχείου ἐπέδειξεν εἰς αὐτὸν τὴν διαταγὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τὴν ἀναγράφουσαν τοὺς ὅρους, καὶ ἠρνήθη νὰ δεχθῇ πᾶσαν ἄλλην ἐγγύησιν. Μετὰ τὴν ἄρνησιν ταύτην ὁ Ἀθ. Λάμπρου ἀπηυθύνθη πρὸς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν δι’ ἀναφορᾶς του ἀχρονολογήτου, καταχωρουμένης ἐν τῇ 49 σελίδι τῆς ἐκθέσεως, διὰ τῆς ὁποίας λέγει τὰ ἑξῆς: «........ Ἐπειδὴ ἂν καὶ εἰς τὴν ρήτραν τῶν ἐπιταγῶν ὑπάγωνται καὶ τὰ συναλλάγματα ἐπὶ Λονδίνου, ἀντιπροσωπεύοντα ἀξίαν χρυσοῦ πραγματικὴν, οὐχ ἧττον ὁ κ. ταμίας τοῦ φρουραρχείου δὲν δέχεται χωρὶς ὡρισμένως νὰ διαταχθῇ περὶ τούτου ὑπὸ τοῦ κ. ὑπουργοῦ. Ἐπειδὴ θέλω νὰ κάμω τὴν κατάθεσιν ταύτην σήμερον εἰς συναλλάγματα Λονδίνου, ἀντιπροσωπεύοντα χρυσὸν, ὥστε νὰ φανῶ μειοδότης κατὰ τὴν δημοπρασίαν. Διὰ ταῦτα σᾶς παρακαλῶ, ὅπως διατάξητε, εἴτε ἐπισήμως, εἴτε ἡμιεπισήμως τὸν κ. ταμίαν εἰς συναλλάγματα εἰς Λονδῖνον νὰ δεχθῇ τὴν ἐγγύησιν, ἀποδεδεγμένα συντομοπρόθεσμα.»
Εὐπειθέστατος
ΑΘ. ΛΑΜΠΡΟΥ.»
Ὑπώπτευεν, ὡς βλέπετε, ὁ ἄνθρωπος, ὅτι θὰ ἦτο ἴσως δύσκολον ἐπισήμως νὰ διαταχθῇ ἡ ὑπὲρ αὐτοῦ παραβίασις τῶν κεκηρυγμένων ὅρων τῆς μειοδοσίας, καὶ διὰ τοῦτο ἐζήτει, ἔστω καὶ ἡμιεπισήμως, νὰ γείνῃ ἡ διαταγή. Ἐν τῷ ἐγγράφῳ αὐτῷ δὲν ἀναφέρεται τίνων ὑπογραφῶν συναλλαγματικαί εἰσι, καὶ κυρίως, ἐὰν αὗται ἦσαν δεκταὶ παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἡ ἀποδοχὴ τῆς ὁποίας ἦτον ὅρος sine qua non τοῦ παραδεκτοῦ τῆς ἐγγυήσεως, καὶ τούτου μὴ ὑπάρχοντος, αὐτὸς ὁ κύριος δὲν ἠδύνατο νὰ γείνῃ δεκτὸς εἰς συναγωνισμόν. Ἐπὶ τοῦ ἐγγράφου αὐτοῦ, τοῦ τόσον ἀορίστου, ὑπάρχει παρακάτω τὸ ὑπ’ ἀριθ, 8,689 τῆς 1 Μαρτίου ἐπίσημον ἔγγραφον τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν πρὸς τὸ φρουραρχεῖον Ἀθηνῶν, διὰ τοῦ ὁποίου διατάσσεται «νὰ δεχθῇ ὡς ἐγγυοδοσίαν καὶ συναλλάγματα ἐμπορικὰ φράγκων ἢ λιρῶν, καθ’ ὅσον καὶ ταῦτα ἐπέχουσι τόπον καὶ εἶναι μετρητὰ χρήματα.»
§62ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Ποῖος ἦτο ὁ ἐκδώσας τὰ συναλλάγματα;
§63ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἐγνώσθη, ὅτι ἔφερον τὴν ὑπογραφὴν ἑνὸς Πίκεριγγ, καὶ ὅτι ἔπειτα κατεσχέθησαν καὶ ἐκινήθη ἀγωγή. Ἡ διαταγὴ αὕτη ἐστάλη εἰς τὸ φρουραρχεῖον, καὶ τοῦτο ὑπακοῦον εἰς αὐτήν, ἐδέχθη τὰ γραμμάτια ἐκεῖνα τὰ ἀγνώστων ὑπογραφῶν ἀντὶ ἐγγυήσεως 50,000 φράγκων. Ὅταν ἐτελείωσεν ἡ ὑπόθεσις καὶ κατεκυρώθη εἰς αὐτὸν, εὗρε τὸ μέσον νὰ ἀντικαταστήσῃ τὴν ἐγγύησιν, ἀφοῦ μάλιστα κατεσχέθησαν αἱ συναλλαγματικαί.
§64ΚΑΤΣΑΝΔΡΗΣ. Ποῖος διέταξε τὴν κατάσχεσιν;
§65ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι· ἡμεῖς ἠρκέσθημεν νὰ ἐξακριβώσωμεν, ὅτι παρεδέχθησαν συναλλαγματικὰς ἀγνώστων ὑπογραφῶν. Τῇ τρίτῃ Ἀπριλίου εὐπορήσας χρημάτων (διότι μετὰ τὴν κατακύρωσιν ἠδυνήθη νὰ εὕρῃ συντρόφους, οἱ ὁποῖοι κατέβαλον τὰ χρήματα, ὡς περὶ τούτου ἐβεβαίωσεν ἡμᾶς ὁ ἐν Πειραιεῖ ἔμπορος κ. Σταμόπουλος, ὅστις μετὰ τὴν δημοπρασίαν ἔγεινε συνεταῖρος καὶ κατέβαλε τὰ χρήματα πρὸς ἀντικατάστασιν τῶν κατασχεθεισῶν συναλλαγματικῶν) διὰ δευτέρας αἰτήσεώς του παρακαλεῖ τὸ Ὑπουργεῖον νὰ διατάξῃ τὴν ἀντικατάστασιν τῶν συναλλαγματικῶν ἐκείνων διὰ χρεωγράφων τοῦ ἐθνικοῦ δανείου ἢ διὰ συναλλαγματικῶν, τῶν ὁποίων ὅμως δὲν εἶχε πλέον συμφέρον νὰ κρύψῃ τὰς ὑπογραφὰς, ἀλλὰ τὰς ἀναφέρει, διότι ἦσαν ὑπογραφαὶ ἀναμφισβητήτου φερεγγυότητος Λέγει λοιπὸν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ὅτι, ἐπειδὴ αἱ συναλλαγματικαί, τὰς ὁποίας κατέθεσα, κατεσχέθησαν καὶ πλησιάζουν νὰ λήξουν, παρακαλῶ νὰ ἐπιτρέψητε τὴν ἀντικατάστασιν αὐτῶν εἴτε δι’ ἐθνικῶν χρεωγράφων, εἴτε διὰ συναλλαγμάτων φερόντων ὑπογραφὰς Σκουζὲ, Ῥοδοκανάκη, Σκαραμαγκᾶ κλπ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὁ ὁποῖος, ὅπως σᾶς εἶπον, τὴν παραμονὴν τῆς μειοδοσίας εἶχε διατάξει τὸ φρουραρχεῖον νὰ δεχθῇ τὰς ἀγνώστων ὑπογραφῶν συναλλαγματικάς, σήμερον, τὴν 3 Ἀπριλίου, δὲν δέχεται τὰ συναλλάγματα τὰ φέροντα τὰς ὑπογραφὰς Ῥοδοκανάκη, Νικολαΐδη, Σκαραμαγκᾶ, Σκουζὲ, ἀλλὰ διατάσσει τὸ φρουραρχεῖον νὰ δεχθῇ χρεώγραφα ἐθνικά.
§66Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὅλα αὐτά, κ. Βουλπιώτη, ἀντιβαίνουν εἰς τοὺς κανονισμούς; γεννοῦν καμμίαν ζημίαν;
§67ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Οὐχί. Προέλαβον νὰ δηλώσω καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν ὑφίσταται τοιαύτη κατηγορία· ἀλλ’ ἐπειδή, κ. Πετιμεζᾶ, προχθὲς καὶ πρότερον κατ’ ἐπανάληψιν εἴχετε τὴν καλωσύνην προσωπικῶς δι’ ἐμὲ νὰ ἐκφράσητε τὴν ἀπορίαν, ὑμῶν, πῶς καὶ ἐγὼ ὑπέγραψα καὶ τὴν γνωμοδότησιν τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τὸ κατηγορητήριον, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον, σᾶς βεβαιῶ, τὸ ἔκαμον μετὰ πολλῆς μου λύπης, διότι δὲν ἐνόμισα, ὅτι ἦτο ἐπιτετραμμένον εἰς ἐμὲ οὔτε νὰ γνωμοδοτήσω ἄλλως εἰς τὴν ἐπιτροπὴν οὔτε νὰ μὴ ὑπογράψω εἰς τὸ κατηγορητήριον· μοὶ ἐπιβάλλετε διὰ τῶν προκλήσεών σας τὸ καθῆκον νὰ ἐξηγήσω λεπτομερῶς τοὺς λόγους, οἵτινες μὲ ἔπεισαν νὰ προτείνω τὴν προανάκρισιν τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἡ δὲ ἱστορία τῆς ἐγγυοδοσίας, συνδυαζομένη πρὸς τὰ προηγούμενα καὶ πρὸς τὰ μετέπειτα, εἶναι εἷς ἐκ τῶν λόγων, οἵτινες κατήρτισαν τὴν πεποίθησίν μου. Σᾶς βεβαιῶ δὲ εἰλικρινῶς, ὅτι θέλω χαρῆ, ὅσον καὶ ὑμεῖς, ἐὰν ἀποδειχθῇ, ὅτι ὅλα ταῦτα δὲν σᾶς βαρύνουν, ὅτι ἦσαν ἀποτέλεσμα συμπτώσεων ἀτυχῶν, καὶ ἐκλείψῃ οὕτω πᾶσα καθ’ ὑμῶν ὑποψία καὶ πᾶσα ὑπόνοια, ὅτι εὑρέθησαν ὑπουργοὶ τῆς πατρίδος μου, οἱ ὁποῖοι διεχειρίσθησαν ἀνευλαβῶς καὶ ἐπιζημίως διὰ τὸ ἔθνος τοιαῦτα ζητήματα καὶ ἐν τοιαύταις μάλιστα περιστάσεσιν. Εὐχαριστοῦμαι νὰ ἐλπίζω ὅτι πολλὰ ἴσως τούτων ἐπῆλθον ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ κ. Πετιμεζᾶ, ἔχων δὲ τὴν ἰδέαν, ὅτι πρέπει καὶ ὑπὲρ αὐτοῦ ἡ ὑπόθεσις νὰ ἐρευνηθῇ περισσότερον, δὲν θεωρῶ, ὅτι εἶναι ἀδύνατον καὶ ἄλλοι νὰ ἦναι αἴτιοι αὐτῶν τῶν πραγμάτων. Τὴν 6 Μαρτίου ἔφθασαν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτιωτικῶν τὰ ἔγγραφα περὶ τῆς δευτέρας ταύτης μειοδοσίας, εἰς τὴν ὁποίαν ὁ Α. Λάμπρου προσεφέρετο νὰ προτιμηθῇ ἀπὸ τὸν Δομίγον, ἀντὶ διαφορᾶς 25 λεπτ. κατὰ στατῆρα. Ἔμενεν ἡ ὑπόθεσις μέχρι τῆς 8 ἐκκρεμής. Καθ’ ὅλας αὐτὰς τὰς ἡμέρας ἐγένοντο προσφοραὶ ἀλλεπάλληλοι παρ’ ἄλλων βιομηχάνων, οἱ ὁποῖοι προσεφέροντο νὰ μειώσουν τὸ τίμημα, ἀλλὰ νὰ μεταβληθοῦν εἰς ἐπουσιώδη, κατὰ τὴν ἰδέαν μου, κεφάλαια, ὅροι τινές. Τὴν 8 ὅμως Μαρτίου διὰ μιᾶς διαταγῆς φερούσης ἀριθμὸν 9,734 ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀποῤῥίπτει ὅλας τὰς ἄλλας προσφοράς, δέχεται τὴν προσφορὰν τοῦ Ἀθ. Λάμπρου, ὡς ἐπωφελεστέραν, δὲν διατάσσει συναγωνισμὸν ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς, καὶ διατάσσει τὸ φρουραρχεῖον νὰ συνάψῃ μετ’ αὐτοῦ συμβόλαιον ἐπὶ τῇ τιμῇ τῶν 37, 25 κατὰ στατῆρα διὰ τὴν προμήθειαν τῶν 15,000 στατήρων. Τὸ ἔγγραφον αὐτὸ τῆς 8 Μαρτίου στέλλεται παραχρῆμα εἰς τὸ φρουραρχεῖον, ἐντὸς δὲ τῆς ἰδίας ἡμέρας φαίνεται λαμβάνων γνῶσιν αὐτοῦ καὶ ὁ Ἀθ. Λάμπρος. Εἰς τοὺς συντάξαντας τὸ κατηγορητήριον ἔκαμεν αἴσθησιν ὁ τρόπος οὗτος τῆς γνωστοποιήσεως τῆς ἀποφάσεως τοῦ ὑπουργοῦ εἰς τὸν ἐργολάβον, εἰς ἀντίκρουσιν δὲ τοῦ ἐκ τούτου ἐπιχειρήματός των ὁ κ. Πετιμεζᾶς κατέθηκε μίαν πληροφορίαν τοῦ φρουραρχείου, κατὰ τὴν ὁποίαν συνήθως αἱ πρὸς τοὺς ἐργολάβους γνωστοποιήσεις, κατὰ τοιοῦτον τρόπον γίνονται. Δὲν ἀμφισβητῶ τοῦτο, οὔτε μειοῖ τοῦτο τὴν ἀξίαν τῶν λοιπῶν ἐν τῇ ἐκθέσει ἐπιχειρημάτων· ἐνθυμοῦμαι ὅμως ὅτι εἰς τὰ ὑποβληθέντα τῇ ἐπιτροπῇ ἔγγραφα, εἴδομεν ἄλλας ὁμοίας φύσεως κοινοποιήσεις, γενομένας διὰ τῶν δημάρχων ἢ τῆς ἀστυνομίας. Ἐνῷ δὲ τὴν 8 Μαρτίου αὐτὸς ἔλαβε γνῶσιν τοῦ ἐγγράφου τούτου, τὴν 10 Μαρτίου ἄλλη διαταγὴ τοῦ ὑπουργείου, τοῦ αὐτοῦ ἀριθμοῦ 9734 χρονολογίας δὲ μεταγενεστέρας, διατάσσει νὰ ἐνεργηθῇ νέα δημοπρασία κατὰ τὴν 17, 18, καὶ 19 Μαρτίου. Ἡ διαταγὴ στέλλεται πρὸς τὸ φρουραρχεῖον, τὸ δὲ φρουραρχεῖον τὴν ἀπέστειλεν πρὸς δημοσίευσιν εἰς τὰς ἐφημερίδας. Ἐδόθη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ὁ «Νεολόγος,» ὅπου εἶχε δημοσιευθῆ ἡ διαταγή. Μετὰ τὴν διαταγὴν ὅμως ταύτην, ἄλλη διαταγὴ τῆς 14 Μαρτίου πρὸς τὸ φρουραρχεῖον διέτασσεν αὐτὸ ν’ ἀνακαλέσῃ τὴν γνωστοποιηθεῖσαν καὶ προκηρυχθεῖσαν μειοδοσίαν, καὶ κατακυρώσῃ τὴν προμήθειαν ἄνευ περαιτέρω συναγωνισμοῦ εἰς τὸν Ἀθ. Λάμπρου, ἐπὶ τῷ τιμήματι τῶν 37, καὶ 25, διότι ὁ Ἀθ. Λάμπρου δι’ ἀναφορᾶς του πρὸς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἠπείλει, ὅτι ἤθελεν ἐγείρει ἀξιώσεις κατὰ τοῦ δημοσίου γεννηθείσας αὐτῷ ἐκ τοῦ ὅτι ἔλαβε γνῶσιν τῆς πρώτης διαταγῆς. Τὴν ἀναφορὰν ταύτην τὴν τόσον σημαντικὴν ἡ ἐπιτροπὴ δὲν κατώρθωσε ν’ ἀνεύρῃ μεταξὺ ὅλων τῶν ἀπείρων φακέλλων τῶν ἐγγράφων, οἱ ὁποῖοι ἐδόθησαν αὐτῇ.
§68Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὰ ἔγγραφα πρὸς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον δὲν εὑρίσκονται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν.
§69ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Μὴ εὑροῦσα τὸ δικαιολογητικὸν αὐτὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἀναντιῤῥήτως διηυθύνθη παρὰ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἡ ἐπιτροπὴ κατέφυγεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, διευθυνόμενον τότε προσωρινῶς παρὰ τοῦ κ. Μπούμπουλη, καὶ παρεκάλεσε νὰ διαφωτίσῃ αὐτὴν περὶ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης καὶ τῆς ἐπ’ αὐτῆς ἐνεργείας τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον ἀπήντησεν, ὅτι παρ’ αὐτῷ δὲν ὑπάρχουσι τοιαῦτα ἔγγραφα.
§70Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀφοῦ δὲν ἐστάλη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, πῶς ἠθέλατε νὰ ὑπάρχῃ;
§71ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Διατελοῦμεν λοιπὸν ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ περιεχομένου τῆς ἀναφορᾶς ἐκείνης, τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν τὸ ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἐσκέφθη, καὶ τοῦ τί ἀπεφάσισε. Δὲν εἶναι δὲ ἴσως καὶ τώρα πάρωρον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ μᾶς πληροφορήσῃ ἂν ὑπάρχῃ τοιαύτη ἀναφορὰ καὶ τί ἐπ’ αὐτῆς ἀπεφάσισε τὸ ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἐγγράφου αὐτοῦ τῆς 14 Μαρτίου ἡ οἰκονομικὴ ἐπιτροπὴ τοῦ Φρουραρχείου συνῆψε μετὰ τοῦ ἐργολάβου τὸ γνωστὸν συμβόλαιον (θόρυβος). Ὁ κ. Πετιμεζᾶς μοὶ ὑπομιμνήσκει, ὅτι ἐλησμόνησα νὰ ποιήσω λόγον περὶ τῆς γνωμοδοτήσεως τῶν νομικῶν, ἥτις προεκλήθη παρ’ αὐτοῦ ἢ παρὰ τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Τὴν γνωμοδότησιν ταύτην ἔχομεν ἤδη δημοσιεύσει εἰς τὸ φυλλάδιον· φέρει τὰς ὑπογραφὰς ἀνδρῶν, οἵτινες ἀποτελοῦσιν ὁμολογουμένως αὐθεντίαν ἐν τῇ καθ’ ἡμᾶς νομικῇ ἐπιστήμῃ, οὐδόλως ὅμως μειοῖ τὴν εὐθύνην τῶν τοιουτοτρόπως ἐνεργησάντων τὴν προκειμένην προμήθειαν. Εἰς τὸ συνταχθὲν συμβόλαιον βλέπετε, ὅτι ὁ παραδοθησόμενος διπυρίτης πρέπει νὰ ἦναι ἐκ σίτου καθαροῦ, ἀμιγὴς παντὸς ἑτερογενοῦς στοιχείου, ἐκ τοῦ ἀλεύρου τοῦ ὁποίου νὰ μὴν ἐξήχθη οὔτε ἡ σεμίδαλις, οὔτε ἡ ἄχνη, καλῶς ζυμωμένος καὶ ἑψημένος, ἄνευ ἐλαχίστης ὀσμῆς ἢ κακῆς γεύσεως, διατηρήσιμος ἐν καλῇ καταστάσει, καὶ μὴ ὑποκείμενος εἰς βλάβην ἐξ εὐρῶτος. Ἡ παράδοσις αὐτοῦ συνεφωνήθη νὰ γείνῃ ἐντὸς μηνὸς ἀπὸ τοῦ συμβολαίου εἰς τρεῖς ἀκριβῶς ὡρισμένας δόσεις καὶ ὑπὸ τὴν προηγουμένην ἐξέλεγξιν ἐπιτροπῆς διοριζομένης ὑπὸ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ δικαιουμένης νὰ ἀποῤῥίπτῃ αὐτόν, ἐὰν εὑρεθῇ μὴ σύμφωνος πρὸς τοὺς ῥηθέντας ὅρους τοῦ συμβολαίου. Κανονίζεται πραγματογνωμοσύνη ἀνέκκλητος διὰ πᾶσαν μεταξὺ ἐργολάβου καὶ ἐπιτροπῆς διένεξιν, καὶ ἀναγνωρίζεται εἰς τὸν ὑπουργὸν τὸ δικαίωμα, ἐν περιπτώσει μὴ ἐγκαίρου παραδόσεως τῶν συμφωνηθέντων ποσῶν, ἢ νὰ χορηγῇ ὀλιγοήμερον προθεσμίαν ἢ νὰ κηρύττῃ τὸν ἐργολάβον ἔκπτωτον, ὅτε ἡ ἐγγυοδοσία περιέρχεται εἰς τὸ δημόσιον, χωρὶς ὁ ἐργολάβος νὰ δύναται οὔτε εἰς τὰ δικαστήρια νὰ προσφύγῃ. Τὸ συμβόλαιον τοῦτο συνετάχθη καὶ ὑπεγράφη τῇ 15 Μαρτίου, καὶ δι’ αὐτοῦ περατοῦται ἡ ἱστορία τῆς προμηθείας, ἐφεξῆς δὲ ὑπολείπονται τὰ τῆς παραδόσεως καὶ τῆς ἐν γένει ἐκτελέσεως τοῦ συμβολαίου. Κατὰ τὸ συμβόλαιον ἡ πρώτη δόσις ἔπρεπε νὰ παραδοθῇ τὴν 30 Μαρτίου· ἄλλως δέ, ἡ ἔπρεπε νὰ δοθῇ ὀλιγοήμερος προθεσμία, ἢ νὰ κηρυχθῇ ἔκπτωτος ὁ ἐργολάβος καὶ νὰ περιέλθῃ εἰς τὸ δημόσιον ἡ ἐκ 50,000 δραχ. ἐγγύησις. Ἡ πρώτη ἐν τούτοις δόσις δὲν παρεδόθη κατὰ τὸ συμβόλαιον· ἡ δευτέρα δόσις ἔπρεπε νὰ παραδοθῇ τὴν 8 Ἀπριλίου, καὶ δὲν παρεδόθη, ἡ τρίτη δόσις ἔμεινε νὰ παραδοθῇ τὴν 15 Ἀπριλίου, ὅτε ἔπρεπε νὰ τελειώσῃ ἡ τοῦ ὅλου παράδοσις, καὶ δὲν παρεδόθη· ἑπομένως καθ’ ἣν ἡμέραν ἔπρεπε νὰ ἦναι παραδεδομένον ὅλον τὸ ποσὸν, δὲν εἶχεν ἀρχίσει ἡ παράδοσις οὔτε τῆς πρώτης δόσεως, καὶ ἐν τούτοις ὁ ὑπουργὸς οὐδόλως ἤσκησε τὰ ἐν τῷ συμβολαίῳ δικαιώματά του. Ἐζητήσαμεν νὰ ἀνεύρωμεν τὰς αἰτίας, διὰ τὰς ὁποίας κατέστη οὕτως ἀργὸν τὸ δικαίωμα τοῦτο τοῦ ὑπουργοῦ, ἐξετάσαμεν νὰ μάθωμεν μὴ τυχὸν ὁ ἐργολάβος δι’ ἀναφορᾶς του ἐζήτησε, στηριζόμενος εἰς λόγους εὐλόγους, ἀναβολὴν, ἥτις ἐπιεικῶς νὰ τῷ παρεχωρήθη, ἀλλ’ οὐδὲν εὕρομεν, οὔτε αἴτησιν τοῦ ἐργολάβου περὶ ἀναβολῆς, οὐδὲ ἀπόφασιν τοῦ ὑπουργείου δεχομένην τοιαύτην αἴτησιν. Μένει λοιπὸν ἄπορον εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, διατί κατηργήθη οὕτω τὸ ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ἀποκτηθὲν δικαίωμα ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τῆς ἐγγυήσεως. Ἐπειδὴ δὲ ἐν τῇ προμηθείᾳ ταύτῃ εἶχεν ἀναπτυχθῆ εὐρὺς συναγωνισμὸς, ὅλοι οἱ συναγωνισθέντες καὶ ἀποτυχόντες διὰ τῆς προτιμήσεως τοῦ Λάμπρου, εἶχον συντόνως προσηλώσει τὴν προσοχὴν αὐτῶν ἐπὶ τῆς πορείας τῆς ἐκτελέσεως τοῦ συμβολαίου, διὸ τὴν 30 Μαρτίου, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ ἡ πρώτη παράδοσις, οἱ ἐνδιαφερόμενοι ἐδημοσίευσαν εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι ἐπέστη, κατὰ τὸ συμβόλαιον ἡ ἡμέρα τῆς παραδόσεως τῆς πρώτης δόσεως, ἀλλ’ οὔτε ἦλθεν ἀκόμη ἐξ Εὐρώπης τὸ πρᾶγμα, καὶ προεκάλουν τὸ Ὑπουργεῖον εἰς τὴν πρέπουσαν ἐνέργειαν. Τὴν 7 Ἀπριλίου, ὅτε ἔπρεπε νὰ γείνῃ ἡ καταβολὴ τῆς δευτέρας δόσεως, πάλιν ἐδημοσίευσαν τὰ αὐτὰ, ἔχω δὲ σημειωμένους τοὺς ἀριθμοὺς τῶν ἐφημερίδων, εἰς ἃς ἐγένοντο αἱ δημοσιεύσεις. Τὴν 15 Ἀπριλίου, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ ἡ παράδοσις τοῦ ὑπολοίπου, πάλιν ἐπανελήφθησαν ταῦτα, ἀλλὰ ματαίως. Ἀντὶ δὲ τὴν 15 Ἀπριλίου νὰ ἦναι, ὡς προεῖπον, τελειωμένη ἡ παράδοσις τοῦ ὅλου ποσοῦ, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπρόκειτο νὰ ἐξυπηρετηθῶσι κατεπείγουσαι καὶ ἐγνωσμέναι ἀνάγκαι, ὅπως λέγει τὸ πρὸς τὸ φρουραρχεῖον ἔγγραφον τοῦ ὑπουργείου, αὕτη οὔτε κἄν εἶχεν ἀρχίσει. Ἤρξατο μόλις τὴν 22 Ἀπριλίου καὶ ἐτελείωσε τὴν 2 Ἰουνίου. Πρὶν ἔλθω δὲ ἤδη εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς ποιότητος τοῦ διπυρίτου, ὀφείλω νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν, ὅτι, ἐξ ὅσων ἡμεῖς ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἀντελήφθημεν, κατὰ τὸ διάστημα ἐκεῖνο τῶν 4 ἡμερῶν, καθ’ ὃ ἦτο ἐκκρεμὴς παρὰ τῷ ὑπουργείῳ ἡ τελευταία μειοδοσία, καὶ πρὶν ἐγκριθῇ ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Λάμπρου, εἶχον ὑποβληθῆ αἱ ἑξῆς συμφερώτεραι προτάσεις. Πρῶτον, ὁ ἐν Πειραιεῖ ἔμπορος Σταμόπουλος προσεφέρθη νὰ προμηθεύσῃ τὸν διπυρίτην ἀντὶ δραχ. 34 καὶ 50 τὸν στατῆρα, ἡ δὲ διαφορὰ μέχρι τῶν 37 καὶ 25 ἐπὶ τοῦ ὅλου ποσοῦ εἶναι περίπου 41,000 δραχ. Μετὰ τοῦτον προσεφέρθη ὁ Πομπήϊος Σακάνης νὰ προμηθεύσῃ διπυρίτην ἀπὸ τὸν ἐν χρήσει ἐν τῷ Αὐστριακῷ στρατῷ, ὁ ὁποῖος καί τοι πολὺ ὑπερτέρας ποιότητος, μετὰ τῶν ἐξόδων τῆς μεταφορᾶς ἤθελε κοστίσει μόνον δραχ. 26, δηλαδὴ ἤθελε προκύψει διαφορὰ μέχρι τῶν 37 καὶ 25, δραχ. 120,000. Ἐξηκρίβωσε δὲ ἡ Ἐπιτροπὴ, ὅτι κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν, ὅτε ἐγένετο ἡ προμήθεια αὕτη, ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν Κρητῶν ἐπρομήθευσε διπυρίτην ἄριστον πρὸς δραχ. 30 τὸν στατῆρα· εἰς τὴν αὐτὴν δὲ τιμὴν τῶν 30 δραχμῶν ὀλίγας ἡμέρας πρὶν ἀναλάβῃ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ὁ κ. Πετιμεζᾶς, εἶχε κάμει ὁ προκάτοχος αὐτοῦ κ. Ζυμβρακάκης προμήθειαν ἀρίστου διπυρίτου, ἡ διαφορὰ δὲ τῶν 30 ἀπὸ τῶν 37:25% εἶναι περίπου 115,000. Ἐπὶ πᾶσι δὲ τούτοις ὁ πρώην Ὑπουργὸς κ. Χαράλαμπος Ζυμβρακάκης ἐβεβαίωσε τὴν Ἐπιτροπὴν, ὅτι γινομένης διαπραγματεύσεως ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας, αὐτὸς ὁ Ἀθανάσιος Λάμπρου προσεφέρθη ν’ ἀναλάβῃ τὴν προμήθειαν οἱουδήποτε ποσοῦ διπυρίτου, πρὸς δραχμὰς 28 τὸν στατῆρα· ἡ δὲ διαφορὰ μεταξὺ τῶν 28 καὶ τῶν 37 καὶ 25 εἶναι περίπου 136,000 δραχ. Ἐβεβαίωσε προσέτι ὁ κ. Ζυμβρακάκης τὴν Ἐπιτροπὴν, ὅτι τὴν αἴτησιν ταύτην τῆς προσφορᾶς του ὁ Λάμπρος διετύπωσε δι’ ἀναφορᾶς, ἥτις κατεχωρίσθη εἰς τὸ πρωτόκολλον, ὅτε αὐτὸς ἦτον Ὑπουργὸς, καὶ ὅτι ἀργώτερα τὴν ἐζήτησε, καὶ δὲν τὴν εὗρεν, ἐξωδίκως δὲ ἔμαθεν, ὅτι ἐκείνην τὴν ἰδίαν πορουσίασεν ὕστερον, μεταβαλὼν τὸ 28 εἰς 37 καὶ 25.
§72Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Αὐτὰ εἶναι ψεύματα, διότι τὰ ἔγγραφα εἶναι ἐδῶ.
§73ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ εὔχεται νὰ ἀποδειχθῶσιν ἀνακριβῆ· αὐτὰ ὅμως οὕτως ὑπεβλήθησαν εἰς αὐτὴν παρὰ τοῦ κ. Ζυμβρακάκη, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν ἐσχημάτισε μίαν γνώμην. Ἐξετελέσθη ὅμως τὸ συμβόλαιον ὡς πρὸς τὴν ποιότητα τοῦ διπυρίτου; Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ συμβολαίου, ὥρισεν ἐπιτροπὴν, εἰς ἣν ἀνέθηκε τὰ τῆς παραλαβῆς, ἀφοῦ συγκρίνει τὸν διπυρίτην πρὸς τοὺς ὅρους τοῦ συμβολαίου. Ἡ Ἐπιτροπὴ συνεδρίασεν εἰς Πειραιᾶ, ὅπου ὑπεβλήθη εἰς αὐτὴν μέρος τοῦ διπυρίτου. Ἔχετε βεβαίως ὅλοι ἀναγνώσει κατ’ ἐπανάληψιν τὸ ἔγγραφον, δι’ οὗ ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη ἀνήγγειλεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐργασιῶν της. Διὰ τοῦ ἐγγράφου ἐκείνου δὲν ἐνέκρινε τὸν διπυρίτην· δὲν βεβαιοῖ, ὅτι εἶναι σύμφωνος μὲ τοὺς ὅρους τοῦ συμβολαίου, καταδεικνύει μάλιστα ἐξωτερικάς τινας ἐλλείψεις ὡς πρὸς τὸ βάρος καὶ τὸ μέγεθος τῶν τεμαχίων, ἀρνεῖται δὲ νὰ γνωματεύσῃ ὡς πρὸς τὴν ἐσωτερικὴν σύστασιν καὶ ἀξίαν, καὶ κατὰ πόσον αὕτη συμφωνεῖ πρὸς τοὺς ὅρους τοῦ συμβολαίου, διότι ὁμολογεῖ, ὅτι ἐστερεῖτο τῶν ἀπαιτουμένων πρὸς τοῦτο εἰδικῶν γνώσεων. Τὸ ἔγγραφον τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας, εἰς οὐδένα δὲ ἐπιτρέπεται νὰ εἴπῃ ὅτι ἀποτελεῖ ἔγκρισιν. Τί ἔπρεπε μετὰ τὸ ἔγραφον τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης νὰ γείνῃ; νὰ συμπληρωθῇ, ὅπως αὐτὴ ἐζήτει, δι’ ἐμπειροτεχνῶν, ἢ νὰ ἀντικατασταθῇ, οὐδέποτε ὅμως νὰ διαταχθῇ ἡ παραλαβή, διότι ἡ τοιαύτη παραλαβὴ ἤθελεν εἶσθαι παραλαβὴ ἄνευ ἐξελέγξεως, κατὰ παράβασιν τοῦ συμβολαίου. Ἐν τούτοις ὅ,τι δὲν ἐπετρέπετο νὰ γίνῃ, ἐκεῖνο ἐγένετο ἀντιθέτως πρὸς τὴν γνωμοδότησιν ταύτην τῆς ἐπιτροπῆς· ἔγγραφον ἕτερον τοῦ προέδρου αὐτῆς ὑπὸ τὴν αὐτὴν χρονολογίαν, ὅπερ ἀπέστειλε μετὰ τῆς ἐκθέσεως εἰς ἣν καὶ αὐτὸς εἶναι ὑπογεγραμμένος, συνηγορεῖ ὑπὲρ τοῦ διπυρίτου, οὐχὶ ὡς συμφώνου πρὸς τοὺς ὅρους τοῦ συμβολαίου, ἀλλ’ ὡς ἔχοντος ἁπάσας τὰς ἰδιότητας καλῆς ποιότητος καὶ δυνατῆς συντηρήσεως. Δὲν ἐθεωρήσαμεν χρέος ἡμῶν νὰ ἐνδιατρίψωμεν πολὺ εἰς τὴν περίεργον ταύτην ἀντίφασιν τῶν γνωμῶν, ἃς ὁ πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς κατὰ τὴν αὐτὴν ἡμέραν ἐν δυσὶν ἐγγράφοις ἐκφέρει, διότι τὴν γνωμοδότησιν αὐτοῦ τὴν προσωπικὴν ἐθεωρήσαμεν ὡς ἄμοιρον πάσης σημασίας, ἀφ’ οὗ τὸ συμβόλαιον οὐδαμοῦ ἀναφέρει γνώμην προέδρου, ἀλλὰ ἀπαιτεῖ ἔγκρισιν ἐπιτροπῆς· ἡμεῖς δὲ εἴχομεν ἐνώπιόν μας ἔκθεσιν ἐπιτροπῆς μὴ ἐγκρίνουσαν, φέρουσαν δὲ καὶ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ προέδρου αὐτῆς. Μετὰ τοῦτο διετάχθη παραδόξως ἄνευ περαιτέρω ἐξελέγξεως ἡ παραλαβὴ τοῦ διπυρίτου, κατὰ προφανῆ παράβασιν τῶν ὅρων τοῦ συμβολαίου καὶ πρὸς βλάβην τῶν δημοσίων συμφερόντων, διότι ἐπεφόρτισε τὸ Δημόσιον μὲ τὸ μέγα βάρος 15,000 στατήρων διπυρίτου ἀχρήστου, ἐπιβλαβοῦς εἰς τὴν ὑγείαν καὶ τῶν κτηνῶν ἀκόμη, ὥς τινες εἶπον. Δὲν πιστεύω, ὅτι θὰ συνηγορήσῃ τις σπουδαίως ὑπὲρ τῆς καλῆς ποιότητος τοῦ διπυρίτου ἐκείνου, καὶ θεωρῶ ματαίαν τὴν ἀπόδειξιν τῆς κακῆς ποιότητος, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ὀφείλω νὰ σημειώσω τοὺς κυριωτέρους λόγους, ἐκ τῶν ὁποίων ἡ Ἐπιτροπὴ ἐσχημάτισε τὴν πεποίθησίν της περὶ τῆς κακῆς αὐτοῦ ποιότητος. Οἱ λόγοι εἶναι: 1. Αἱ ἐκθέσεις τῶν σχηματισθεισῶν Ἐπιτροπῶν ἐξ ἐμπείρων ἀξιωματικῶν καὶ ἄλλων ἐπιστημόνων, οἵτινες προέβησαν καὶ εἰς χημικὰς ἀναλύσεις, καὶ εὗρον, ὅτι ὁ διπυρίτης ἀσύμφωνος εἰς τὰ πλεῖστα πρὸς τοὺς ὅρους τοῦ συμβολαίου, περιεῖχε διαφόρους ξένας ἑτερογενεῖς οὐσίας, ἄλευρον ὀσπρίων, καὶ ὡς τοιοῦτος ἐκρίθη κατὰ τὸ πλεῖστον ἐπιβλαβὴς εἰς τὴν ὑγείαν. 2. αἱ πληροφορίαι τῆς Κρητικῆς Ἐπιτροπῆς, τὰ μέλη τῆς ὁποίας ἐξέθεσαν ἐνώπιον ἡμῶν, ὅτι ὅταν ἔστειλαν τὸν ἄρτον αὐτὸν εἰς Κρήτην, ἔκαμε χειρίστην ἐντύπωσιν· καὶ ἐν ἀρχῇ μὲν εἴς τινας Ἐπαρχίας, λόγῳ τῆς ἀκαθέκτου πείνης, ὑπὸ τῆς ὁποίας κατείχοντο, ἐγένετο χρῆσις αὐτοῦ, εἰς τὰς πλειοτέρας ὅμως Ἐπαρχίας ἀπεῤῥίφθη, καὶ ὅτι ἠρκοῦντο νὰ λαμβάνουν μόνον τοὺς σάκκους τοῦ διπυρίτου πρὸς ἐνδυμασίαν αὐτῶν, τὸν δὲ διπυρίτην ἀπέῤῥιπτον. Ἡ πληροφορία μέλους τινὸς τῆς ἐπιτροπῆς τῶν Κρητῶν, τὸ ὁποῖον ἐνώπιόν μας ἐβεβαίωσεν ὅτι, ὅτε διετάχθη νὰ γείνῃ παράδοσις ποσοῦ τινος, αὐτὸς δ’ ἐπεφορτίσθη νὰ τὸ παραλάβῃ, ἰδὼν τὴν οἰκτρὰν κατάστασιν τοῦ πράγματος, ἤρχισε νὰ κάμῃ παρατηρήσεις, ὁ δὲ ἀντιπρόσωπος τοῦ ἐργολάβου ἀπεπειράθη νὰ τὸν δωροδοκήσῃ, προσφέρων χιλίας δραχμάς· 4 καὶ τελευταῖον ἡ πρᾶξις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, διὰ τῆς ὁποίας οἱ συνάδελφοι τοῦ κ. Πετιμεζᾶ, ἀποδεχόμενοι τὰς γνώμας τῶν ἐπιτροπῶν καὶ τὴν εἰσήγησιν τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ, διέταξαν νὰ ἐκποιηθῇ ὅλον τὸ ὑπολειφθὲν μέγα ποσὸν, ὡς ἄχρηστον καὶ ἐπιβλαβές. Ὅλοι δὲ ὑμεῖς εἶσθε μάρτυρες τῶν κραυγῶν καὶ τῶν ἀρῶν, τὰς ὁποίας μετὰ τὴν ἐκποίησιν τοῦ διπυρίτου αἱ ἐπαρχίαι, εἰς ἃς ἐξεποιήθη, ἐξήνεγκον καθ’ ὅλων ἡμῶν διὰ τὴν τοιαύτην χρησιμοποίησιν τῶν πόρων, τοὺς ὁποίους ἐν μεγάλῃ στενοχωρίᾳ ἐκ τοῦ ὑστερήματος καὶ δι’ ἐκτάκτους καὶ μεγάλους σκοποὺς οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι προσήνεγκον. Ὁ τύπος, ὁ ὁποῖος, ὡς ἐν ἀρχῇ εἶπον, ἠκολούθει τὴν ἐκτέλεσιν τῶν προμηθειῶν τούτων ἀπὸ τῆς ἀρχῆς μέχρι τέλους, ὕψωσε φωνὴν καὶ κατὰ τὴν παραλαβὴν τοῦ διπυρίτου, καταδείξας τὴν κακήν του ποιότητα καὶ τὴν ἔλλειψιν τῆς συμπεφωνημένης ἐξελέγξεως. Ὀλίγας μόνον ἡμέρας μετὰ τὴν ἕναρξιν τῆς παραλαβῆς, τουτέστι τὴν 7 Μαΐου, τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἠξίωσε νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὰς διαμαρτυρίας ταύτας. Ἡ ἀπάντησις αὕτη, δημοσιευθεῖσα εἰς τὸν ἀριθμὸν 1015 τοῦ «Ἐθνικοῦ Πνεύματος» καὶ εἰς τὸν ἀρ. 628 τοῦ Τηλεγράφου, διελάμβανε τὰ ἑξῆς. «Ὅσα περὶ διπυρίτου ἄρτου γράφονται εἰσὶν ἀνυπόστατα, διότι ἐπιτροπὴ, συγκειμένη ὑπὸ τοῦ ἀντισυνταγματάρχου τῶν γενικῶν ἐπιτελῶν καὶ διοικητοῦ τῆς στρατ. σχολῆς Ἰω. Ζιμβρακάκη, τοῦ ταγματάρχου καὶ διαγγελέως τῆς Α. Μ. Τιμ. Βάσου, καὶ τοῦ ὑποεπιμελητοῦ καὶ οἰκονομικοῦ ἐπιθεωρητοῦ Ἰω. Βλαχοπούλου, ἐπιθεωρήσασα τὸν διπυρίτην ἄρτον, ὑπέβαλε πρωτόκολλον περὶ τῆς καλλίστης αὐτοῦ ποιότητος, καὶ συνεπῶς διετάχθη ἡ παραλαβή του.» Ἐν Ἀθήναις, τὴν 7 Μαΐου 1878. «Ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν.» Μετὰ τὰ ῥηθέντα εἶσθε εἰς θέσιν νὰ κρίνητε κατὰ πόσον ἡ ἐπίσημος αὕτη πιστοποίησις τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι ἀκριβὴς καὶ σύμφωνος πρὸς τὰ πράγματα.
§74Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Διατί λέγετε μισὰ τὰ πράγματα;
§75ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Εἶδον καὶ μίαν προχθεσινὴν ἐπιστολὴν τοῦ Προέδρου τῆς Ἐπιτροπῆς πρὸς τὸν πρώην Ὑπουργὸν κ. Πετιμεζᾶν· ἡ ἐπιστολὴ ἐκείνη οὐδὲν ἄλλο βεβαιοῖ, εἰμὴ ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ ὁμοφώνως ἐνέκρινε τὸν διπυρίτην. Ἂν τοῦτο ἦναι ἀληθές, κρίνατε ὑμεῖς οἱ ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὴν ἔκθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς ἐκείνης. Ἐνθυμοῦμαι δὲ ὡς ἐκ περισσοῦ, ὅτι τὸ μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς, ὁ κ. Βλαχόπουλος, ἐβεβαίωσεν ἡμᾶς, ὅτι ὁ διπυρίτης εἶχε καὶ πικρίαν τινὰ, ἣν δὲν ἐμνημόνευσαν ἐν τῇ ἐκθέσει, καὶ ὅτι προσκληθείσης τῆς Ἐπιτροπῆς παρὰ τοῦ Πρωθυπουργοῦ, αὐτὸς ὑπεστήριξε καὶ τότε τὴν κοινὴν τῆς Ἐπιτροπῆς γνωμοδότησιν, ὁ δὲ Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς ἔλεγεν, ὅτι ὁ διπυρίτης ἦτο καλός.
§76ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δέν εἶπεν αὐτὰ εἰς ἐμέ.
§77ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἐγὼ σᾶς λέγω, ὅτι εἶπεν αὐτὰ εἰς ἡμᾶς.
§78Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἶναι γεγραμμένα εἰς τὸ φυλλάδιον τῆς Ἐπιτροπῆς.
§79ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ὡμίλησα ἤδη περὶ αὐτῆς.
§80Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀλλὰ εἰς τὴν αὐτὴν ἐπιστολὴν ἀναφέρεται, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ ἐνέκρινε τὸν ἄρτον αὐτὸν ὡς καλὸν, ἀφοῦ τὸν ἐξέτασαν δύω πραγματογνώμονες· εἶναι εἰς τὸ φυλλάδιον, ναὶ ἢ ὄχι;
§81ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Τοῦτο δὲν περιέχεται εἰς τὸ φυλλάδιον. Αὐτοὶ εἶναι, οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι μὲ ἔπεισαν καὶ ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ νὰ ἐκφέρω τὴν γνώμην ἣν αὕτη ἐξήνεγκε, καὶ εἰς τὴν περὶ προανακρίσεως πρότασιν νὰ ὑπογράψω. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ καὶ μεθ’ ὅλα ὅσα εἶπον δὲν ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε ἐρευνῶν εἶναι καταδεδειγμένη ἡ ἐνοχὴ τινός, ἀλλὰ καὶ δὲν φρονῶ, ὅτι ὅλα ταῦτα ἀποδεικνύουσιν ὡς καλῶς καὶ ἀζημίως διὰ τὸ ἔθνος διεξαχθείσας τὰς περὶ ὧν πρόκειται προμηθείας. Θεωρῶ, ὅτι εἶναι ἀνάγκη πληρεστέρας τινὸς τῶν ζητημάτων τούτων ἐρεύνης, καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς τοιαύτης πληρεστέρας ἐρεύνης, προτείνω μετ’ ἄλλων ἐντίμων συναδέλφων τὴν ἐνέργειαν προανακρίσεως. Ἐκ τῆς τοιαύτης προανακρίσεως ἓν ἐκ τῶν δύω θέλει προκύψει· ἢ, ὅπερ εὔχομαι, θέλει ἀποδειχθῆ, ὅτι αἱ προμήθειαι αὗται ἐνηργήθησαν μετὰ τῆς ἀπαιτουμένης προνοίας καὶ εὐλαβείας πρὸς τὰ δημόσια συμφέροντα, ὅτε θέλω χαρῆ ὑπερμέτρως, ὅτι συνετέλεσα τὸ ἐπ’ ἐμοὶ εἰς τὸ νὰ ἐκλείψῃ πᾶσα κατὰ τοῦ φίλου μου κ. Πετιμεζᾶ ὑπόνοια, παραχθεῖσα, ὡς προεῖπον, ἐξ ἀτυχῶν ἴσως συμπτώσεων, ἢ θέλει ἀποδειχθῆ, ὅτι ἡ ὑπόθεσις εἶναι ἀξία παραπομπῆς εἰς τὸ εἰδικὸν δικαστήριον· ἀλλὰ καὶ τότε θέλομεν ἔχει τὴν συνείδησιν ἡμῶν ἥσυχον, ὅτι ἐξεπληρώσαμεν πρεπόντως τὸ ἡμέτερον καθῆκον ἐπὶ ζητημάτων τόσῳ σπουδαίων καὶ σοβαρῶν, ἀφορώντων εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ ἱερωτέρου χρήματος, τοῦ ὡρισμένου πρὸς τοὺς γνωστοὺς ἐκείνους εἰδικοὺς σκοποὺς, οἵτινες ἀῤῥήκτως συνδέονται μὲ τὴν τιμὴν τῆς πατρίδος.
§82Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τελειώσωμεν ἀπόψε, ὥστε τὴν Δευτέραν.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὴν Δευτέραν. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 6½ μ. μ.).