Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος Η · Σύνοδος Α› Συνεδρίαση 51

1880.01.14

2.378 στίχοι · 18.817 λέξεις · 1 πίνακας · 143 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1880.01.14
Προεδρεία
Σ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΥ
Περίοδος
Η
Σύνοδος
Α
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ, ΤΟΜΟΣ Β (1880)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 51

τῆς 14 Ἰανουαρίου 1880.

(Δευτέρα.)

Ὥρᾳ 2¼ μ. μ.

Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐνεκρίθησαν.

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Δικαιοσύνης ὑπέβαλεν ἐκθέσεις ἐπὶ τῶν προτάσεων· 1) περὶ ἀκατασχέτου τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως καὶ 2) περὶ ἀποκαταστάσεως εἰς τὰ πολιτικά των δικαιώματα τῶν ἀξιωματικῶν Ἀντζουλίνου καὶ Βουδούρη, καὶ τοῦ πρώην νομάρχου Ζώτου. Θὰ τυπωθῶσι. Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ λογιστικοῦ ὑποβάλλει ἔκθεσιν περὶ καθυστερουμένης ἀποζημιώσεως εἰς τρεῖς Βουλευτάς. Θὰ τυπωθῇ. Ὁ κ. Φιλήμων ὑποβάλλει πρότασιν περὶ μεταβολῆς τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ νόμου περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Θὰ τυπωθῇ. Ὁ κ. Μπασδέκης ζητεῖ δι’ ἀναφορᾶς του αὔξησιν τῆς συντάξεώς του. Θὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν ἐπιτροπήν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὑποβάλλει ἔγγραφα σχετικὰ μὲ τὴν ἐπερώτησιν τοῦ Βουλευτοῦ Δωρίδος κ. Κόταρη. Θὰ κατατεθῶσιν εἰς τὸ γραφεῖον, καὶ πᾶς τῶν κ. κ. Βουλευτῶν δύναται νὰ λάβῃ γνῶσιν. Ὁ κ. Γ. Ξενουδάκης, ὡς ἀντιπρόσωπος τῶν Κρητῶν, παραπονεῖται, ὅτι αἱ ἀναφοραί του δὲν ἀνεγνώσθησαν εἰς τὴν Βουλήν. Ὅταν συζητηθῇ τὸ Νομοσχέδιον, αἱ ἀναφοραὶ αὗται θὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν. Ὁ δήμαρχος Μινώας ὑποβάλλει ψήφισμα τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου, δι’ οὗ ἐξαιτεῖται νὰ δοθῇ δικαίωμα εἰς τοὺς ἐκεῖ Κρῆτας νὰ ἐκλέξωσιν ἴδιον Βουλευτήν. Νομίζω, ὅτι καὶ τοῦτο δύναται νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ σχετικοῦ Νομοσχεδίου. Πολλοὶ κάτοικοι τοῦ χωρίου Σουδενῶν ἐξαιτοῦνται τὴν διατήρησιν τῶν Μονῶν «Ἁγίας Λαύρας» καὶ «Μεγάλου Σπηλαίου». Ἕτεροι δὲ τοῦ δήμου Φαλάνθου τῆς Μαντινείας ζητοῦν τὴν διατήρησιν τῆς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου. Θὰ σταλῶσιν ἀμφότεραι αἱ ἀναφοραὶ αὗται εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν. Τὰ μέλη τῆς Φιλαρμονικῆς Ἑταιρίας ὑποβάλλουν ἀναφορὰν περὶ ἐκδόσεως λαχείου καὶ ἀπαλλαγῆς των ἐκ τῶν νενομισμένων φόρων καὶ τελῶν. Θὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν. Ὁ Βουλευτὴς κ. Σταμούλης ὑποβάλλει Νομοσχέδιον περὶ φόρου τῶν δήμων τῶν ἐπαρχιῶν Ὄρους καὶ Μέσης. Θὰ τυπωθῇ. Ὁ Πρόεδρος τοῦ κομητάτου τῶν κατόχων τῶν παλαιῶν δανείων ἐν Ὁλλανδίᾳ μοὶ ἐπιστέλλει, ὅτι κατὰ τὸν παρελθόντα Νοέμβριον ὑπέβαλεν ὑπόμνημα περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου εἰς τὸν προκάτοχον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ δὲν τῷ ἐδόθη καμμία ἀπάντησις εἰς τὴν ἐπιστολήν του. Ἐξετάσας, εὗρον ὅτι εἶναι ὑποβεβλημένον τῳόντι τοιοῦτον ὑπόμνημα, τὸ ὁποῖον κατατίθεται εἰς τὸ γραφεῖον, καὶ ἕκαστος τῶν κ. κ. Βουλευτῶν δύναται νὰ λάβῃ γνῶσιν αὐτοῦ.

§2ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Κύριοι, ἐδημοσιεύθη ὁ κατάλογος τῶν ὑποτρόφων. Δὲν ἠξεύρω ποίαν κρίσιν ἔκαμον οἱ ἄλλοι ἐπὶ τῶν ἐγγεγραμμένων ὀνομάτων· κατ’ ἐμὲ δὲν ἀνταποκρίνονται εἰς τὸν σκοπόν, διὰ τὸν ὁποῖον ἀποφασίζεται ἢ εἶναι ἀποφασισμένον πρὸ πολλοῦ ἓν τοιοῦτον ἔξοδον εἰς τὸ Κράτος. Ἐπειδὴ ὅμως ἔχομεν ἄλλον ἀντικείμενον ὑπὸ συζήτησιν καὶ δὲν ἠμποροῦμεν δι’ ἐπερωτήσεων νὰ φέρωμεν συζήτησιν, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ὁρίσῃ μίαν ἡμέραν, διὰ νὰ φέρωμεν αὐτὸ τὸ ζήτημα εἰς συζήτησιν, καθόσον παρετήρησα, ὅτι ἡ ἁπλῆ δημοσίευσις τῶν ὀνομάτων οὔτε τοὺς ὑπουργοὺς ἔκαμε νὰ ἐντρέπωνται νὰ κάμουν τοιούτους διορισμοὺς, οὔτε αὐτοὺς, οἱ ὁποῖοι ἐπιζητοῦσιν, ἐνῷ δὲν εἶναι οἱ ἁρμόδιοι νὰ διορίζωνται ὑπότροφοι, τοὺς κάμνουν νὰ ἐντρέπωνται. Λοιπὸν πρέπει νὰ φέρωμεν τὸ ζήτημα εἰς τακτικὴν συζήτησιν, διὰ νὰ ἐξέλθῃ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς περὶ τούτου· ποία ἡμέραν προσδιορίζει ἡ Βουλή;

§3ΠΟΛΛΟΙ. Τὸ Σάββατον.

§4ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, τὸ ὑπουργεῖον νὰ προσαγάγῃ καὶ τὰ διατάγματα τῶν διορισμῶν, καὶ μετὰ τὴν προσαγωγὴν τῶν διαταγμάτων, νὰ ὁρισθῇ ἡ ἑπομένη ἡμέρα.

§5ΣΑΡΑΒΑΣ. Θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ συμπληρώσῃ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔδωκε διὰ τοὺς καταλόγου, τοὺς ὁποίους κατέθεσεν εἰς τὸ Προεδρεῖον· οὐχ ἧττον, καθὰ καὶ ὁ νόμος περὶ δημοσίου λογιστικοῦ διατάσσει, πρέπει νὰ μᾶς εἴπῃ τὴν αἰτίαν, διὰ τὴν ὁποίαν οἱ διορισθέντες ὑπότροφοι ἐκρίθησαν ἄξιοι τῆς ἰδιαιτέρας αὐτῆς προσοχῆς. Αὐτὸ τὸ λέγει ὁ νόμος περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, καὶ τὸ γνωρίζει καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Καὶ μολαταῦτα εἰς τὸν κατάλογον, ἐκτὸς τῶν προσώπων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐγένοντο ὑπότροφοι συνεπείᾳ διαγωνισμοῦ, περὶ τῶν ἄλλων οὐδεμία μνεία γίνεται. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ συμπληρώσῃ τὰς πληροφορίας του.

§6ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας θέλω λάβει ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον, θέλω δώσει καὶ ἐγὼ τὰς ἀπαιτουμένας πληροφορίας. Ὅσον ὅμως ἀφορᾷ τὰ διατάγματα, δὲν ἐννοῶ ποῖα διατάγματα.

§7ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ τί ἐννοοῦμεν, κ. Ὑπουργέ· τὰ διατάγματα, δυνάμει τῶν ὁποίων διωρίσθησαν ὑπότροφοι, περιέχουν καὶ τὸν λόγον, δι’ ὃν διωρίσθησαν, δι’ ἐξόχους ὑπηρεσίας εἰς τὴν πατρίδα, ἢ δι’ οἱονδήποτε ἄλλον λόγον.

§8ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Τὰ διατάγματα δὲν περιέχουν κανένα λόγον.

§9ΣΑΡΑΒΑΣ. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ζητοῦμεν, τὸ ζητοῦμεν πρὸς ἐκτέλεσιν ῥητοῦ νόμου· ὁ νόμος διατάσσει τὸν Ὑπουργὸν νὰ σημειοῖ εἰς τὸν κατάλογον, τὸν ὁποῖον εἶναι ὑπόχρεως νὰ παρουσιάζῃ εἰς τὴν Βουλὴν, τὴν αἰτίαν, διὰ τὴν ὁποίαν διορίζει ὑποτρόφους. Ἐγὼ τὴν ἐπερώτησίν μου δὲν τὴν περιώρισα, κ. ὑπουργὲ, εἰς τὴν διαχείρισιν τὴν ὑμετέραν, ἀλλὰ μέχρι τῆς ἐποχῆς τοῦ 1875. Λοιπὸν ὁ κατάλογος, τὸν ὁποῖον ἐζητήσαμεν νὰ παρουσιάσητε, ἐζητήσαμεν νὰ περιέχῃ τὴν αἰτίαν, διὰ τὴν ὁποίαν οἱ διορισθέντες ἐκρίθησαν ἄξιοι τῆς ἰδιαιτέρας μερίμνης τῆς Κυβερνήσεως· τώρα, ἐν τῷ καταλόγῳ, τὸν ὁποῖον ὑπεβάλετε, δὲν σημειοῦται ἡ αἰτία. Ὁ ἀξιότιμος Κύριος Στεφανόπουλος πολὺ καλὰ σᾶς εἶπεν, ὅτι, ἀφοῦ δὲν σημειώνετε τὴν αἰτίαν, ἡ αἰτία θὰ ἐμπεριέχεται εἰς τὸ διάταγμα ἢ εἰς τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν τὴν συνοδεύουσαν τὸ διάταγμα· πρέπει νὰ παρουσιάσητε τὰς αἰτιολογικὰς ἐκθέσεις τῶν διαταγμάτων.

§10ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν παρελθοῦσαν κατάστασιν περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, δὲν εἶμαι τώρα εἰς θέσιν νὰ σᾶς εἴπω· θέλω φροντίσει νὰ λάβω τὰς ἀπαιτουμένας πληροφορίας, καὶ θέλω δώσει πᾶσαν πληροφορίαν εἰς τὴν Βουλήν. Ὅσον ἀφορᾷ ἐμὲ, τοὺς ὑποτρόφους τοὺς ὁποίους ἔκαμα ἐγὼ, εἶμαι ἕτοιμος εἰς πᾶσαν ὥραν νὰ μοῦ ζητήσητε πᾶσαν πληροφορίαν, καὶ νὰ σᾶς εἴπω ποῦ ἐστηρίξαμεν τὸν διορισμόν των.

§11ΣΑΡΑΒΑΣ. Πρόκειται περὶ τῶν ὑποτρόφων τῶν ἐμπεριεχομένων εἰς τὸν κατάλογον, ποῖοι δὲ τοὺς διώρισαν ἀδιαφοροῦμεν.

§12ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὁ κύριος Πρόεδρος μᾶς εἰδοποίησε νὰ στείλωμεν κατάστασιν τῶν προσφύγων, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὸ ἄρθρον 10 τοῦ προϋπολογισμοῦ περιλαμβάνονται εἰς βοήθειάν τινα. Ἐὰν πρόκηται νὰ σημειώσωμεν τοὺς λαμβάνοντας μηνιαῖον βοήθημα, εἶναι εὐκολώτατον· ἐὰν πρόκηται νὰ σημειώσωμεν ὅλα τὰ ὀνόματα ὅλων τῶν προσφύγων, τότε πρέπει νὰ περιμένῃ ἡ Βουλή, διότι πρέπει νὰ γράψωμεν εἰς ὅλας τὰς Ἐπαρχίας. Τοῦτο τὸ ἀναφέρω, διὰ νὰ μὴ παρεξηγῆται ἡ ἀναβολή.

§13ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.) Καταθέτω τὸ ἔγγραφον περὶ τῶν παλαιῶν δανείων, τοῦ ὁποίου τὴν κατάθεσιν ἀπῄτησε προχθὲς ὁ κ. Ῥικάκης.

§14ΦΛΕΣΣΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ φροντίσῃ νὰ ὑποβάλῃ πίνακα τῆς περιουσίας τοῦ Πανεπιστημίου καὶ τῶν ἐτησίων εἰσοδημάτων αὐτοῦ, πρὸς δὲ τῶν ἐτησίων κληροδοτημάτων αὐτοῦ, καὶ ἰδίως ποῦ εἶναι κατατεθειμένα τὰ κεφάλαια αὐτὰ τοῦ Πανεπιστημίου.

§15ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τί γίνεται περὶ τῶν διαταγμάτων; Πρέπει νὰ ἔλθουν.

§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιμένετε ὕστερον ἀπὸ ὅσα ἐλέχθησαν;

§17ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Μάλιστα.

§18ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν.) Ὅσον ἀφορᾷ τὸ παρελθὸν, θὰ φροντίσω νὰ ἐξετάσω καὶ θὰ φέρω εἰς τὴν Βουλὴν πᾶσαν πληροφορίαν. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν ἡμετέραν διαχείρισιν, εἶμαι ἕτοιμος νὰ δώσω πᾶσαν πληροφορίαν καὶ πάντα λόγον.

§19ΤΙΝΕΣ. Κατ’ ὄνομα.

§20ΡΟΥΦΟΣ. Κατὰ τὸ 1877 ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας εἶχεν ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὰ διατάγματα καὶ πλήρη κατάστασιν ὑποτρόφων. Αὐτὰ εἶναι τυπωμένα, καὶ εὑρίσκονται μέχρι τοῦ Ἰουλίου 1877.

§21ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Ἔγεινε καὶ λόγος περὶ αὐτῶν τότε εἰς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ Ὑπουργοῦ κ. Μίληση.

§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἤκουσε καὶ θέλει πράξει συμφώνως.

§23ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Ὑποβάλλω, κύριοι, Νομοσχέδιον περὶ ἐκλογῆς τῶν ἀστυνόμων. Κατὰ τὸ προτεινόμενον Νομοσχέδιον ἐν τοῖς δήμοις Αης, Βας καὶ Γης τάξεως ἐκλέγονται κατὰ τετραετίαν διὰ σχετικῆς πλειονοψηφίας οἱ ἀστυνόμοι ὑπὸ περιωρισμένου ἐκλογικοῦ συλλόγου, συγκειμένου ἐκ τῶν μελῶν τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου, τῶν ὑπηρετησάντων προηγουμένως ὡς δημοτικῶν συμβούλων, ὡς ἐπαρχιακῶν συμβούλων, ὡς ἐνόρκων, ὡς βουλευτῶν, ὡς πληρεξουσίων, ὡς δημάρχων καὶ δημαρχικῶν παρέδρων, καὶ τῶν φερόντων δίπλωμα τοῦ Πανεπιστημίου. Περὶ τῶν ἄλλων διατάξεων θεωρῶ περιττὸν νὰ κάμω ἤδη λόγον. Τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ προσθέσω, εἶναι, ὅτι ὑπάρχει καὶ διάταξις ἐν τῷ ὑπ’ ἐμοῦ ὑποβαλλομένῳ νομοσχεδίῳ, καθ’ ἣν, ἐπὶ τῇ αἰτήσει τοῦ νομάρχου ἢ τοῦ δημάρχου, δύναται τὸ δικαστήριον τῶν πρωτοδικῶν, τὸ ἁρμόδιον, νὰ ἀπολύσῃ τὸν ἀστυνόμον, ἐὰν φανῇ παραβὰς προφανῶς τὰ ἀστυνομικά του καθήκοντα. Ὑποβάλλω καὶ δύο ἄλλα Νομοσχέδια συνημμένα. Κατὰ τὰ νομοσχέδια δὲ ταῦτα ἀνυψοῦται ἡ θέσις τοῦ ἐπαρχιακοῦ Συμβούλου, διότι ὁρίζονται σπουδαῖα τὰ προσόντα τῆς θέσεως ταύτης, εἰς δὲ τὸ ἐπαρχιακὸν συμβούλιον ἀνατίθενται τὰ ἐπὶ τῶν ἀποφάσεων τῶν δημοτικῶν συμβουλίων δικαιώματα τῆς κεντρικῆς ἀρχῆς καὶ τῶν διοικητικῶν ἀρχῶν· δηλονότι, καθὼς σήμερον αἱ ἀποφάσεις τῶν δημοτικῶν συμβουλίων περὶ σπουδαίων ζητημάτων δὲν ἔχουσι κῦρος ἄνευ τῆς ἐγκρίσεως τοῦ Νομάρχου ἢ, κατ’ ἔφεσιν, τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, δὲν ἔχουσι κῦρος ἐφεξῆς ἄνευ τῆς ἐγκρίσεως τοῦ ἁρμοδίου ἐπαρχιακοῦ συμβουλίου. Συνοδεύονται καὶ τὰ δύο ταῦτα νομοσχέδια δι’ ἐκτενοῦς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως. Ὑποβάλλω ἕτερον Νομοσχέδιον περὶ μεταβολῆς τοῦ ὁρκωτικοῦ συστήματος. Ὁ φίλος μου κ. Τζάνες, τοῦ ὁποίου ἐκτιμῶ τὸν ὑπὲρ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας καὶ ἐθνικῆς προόδου ἔνθερμον ζῆλον, ὑπέβαλε πρό τινων ἡμερῶν Νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀφαιροῦνται αἱ σπουδαιότεραι τῶν ἐγκληματικῶν ὑποθέσεων ἀπὸ τῶν Κακουργιοδικείων καὶ ἀνατίθενται εἰς τὰ Ἐφετεῖα. Τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο θεωρῶ καὶ ἄτοπον καὶ μὴ συνταγματικόν, δι’ οὓς λόγους ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἐκθέσω κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ κατάστασις τῶν Κακουργιοδικείων εἶναι ὄντως οἰκτρά, ὑποβάλλω ἐξ ἑνὸς μὲν Νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου καταρτίζονται ἄλλως τὰ ὁρκωτικὰ δικαστήρια, τασσομένων σπουδαιοτέρων προσόντων, δι’ ἄλλου δὲ Νομοσχεδίου μεταβάλλονται ἐπὶ τὸ ἐλαφρότερον αἱ ἐν τῷ ποινικῷ νόμῳ ποιναὶ ὑπεράγαν αὐστηραί, ἕνεκα τῶν ὁποίων πολλάκις φυσικῶς οἱ ἔνορκοι εὑρίσκονται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐκφέρωσι ψευδεῖς ἐτυμηγορίας. Καὶ τοῦτο τὸ νομοσχέδιον συνοδεύεται διὰ τῆς προσηκούσης αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως.

§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε, κύριοι, παρακαλῶ.

§25ΚΑΡΑΛΗΣ. Πολλὰ καὶ δίκαια παράπονα ἔχουσιν ἐν Σύρῳ, ἕνεκα τῆς ἀποφάσεως, τὴν ὁποίαν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα καὶ ἡ Πιστωτικὴ ἔκαμαν καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀντικατάστασιν τῶν προσωρινῶν τίτλων διὰ τῶν ὁριστικῶν τῶν 60 ἑκατομμυρίων· ἐνῷ τὸ Escompte de Paris ἔστειλεν εἰς διαφόρους πόλεις τοὺς ὁριστικοὺς τίτλους, εἰς τὰς πόλεις ἐκείνας, εἰς ἃς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντικαταστήσωσι τοὺς προσωρινοὺς τίτλους διὰ τῶν ὁριστικῶν, ὑποχρεοῦνται νὰ στείλωσιν ἐνταῦθα τοὺς προσωρινοὺς, ὅπως ἀντικαταστήσωσιν αὐτοὺς διὰ τῶν ὁριστικῶν· ἑπομένως ἡ ἐν Ἑρμουπόλει τάξις, ἡ κατέχουσα τίτλους τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων, παρεκάλεσεν ἐμὲ, ἵνα συστήσω εἰς τοὺς ἁρμοδίους, ὅπως μεταβάλωσι τὴν ἀπόφασιν ταύτην καὶ πέμψωσι τοὺς τίτλους των, διὰ νὰ γείνῃ ἡ ἀντικατάστασις. Ἐπίσης δὲ δι’ ἐμοῦ παρακαλοῦν τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν, ἵνα συστήσῃ εἰς τὰς τελωνιακὰς ἀρχὰς, ὅπως πέμπωσιν ἐγκαίρως τὰς διαφόρους λυσεγγυήσεις, ἕνεκα τῆς βραδύτητος τῶν ὁποίων ἐπέρχεται σπουδαία ζημία εἰς τοὺς ἐμπόρους, οἱ ὁποῖοι καταδικάζονται κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1861 περὶ λυσεγγυήσεως· οἱ ἔμποροι, ὅταν θέλωσι νὰ στείλωσιν ἀπὸ μίαν πόλιν εἰς ἄλλην ἐμπορεύματα, δίδουσι καὶ ἐγγύησιν ἐπὶ χαρτοσήμου, καὶ ὑποχρεοῦνται ἐντὸς δύο μηνῶν νὰ προσάξωσι τὴν λυσεγγύησιν· ἄλλως εἶναι ὑπόχρεοι νὰ πληρώσουν εἰς τὸ ταμεῖον τὸν τελωνιακὸν δασμόν. Δυστυχῶς οἱ διάφοροι τελῶναι παρέλειψαν νὰ πέμψουν ἐν καιρῷ τὰς λυσεγγυήσεις. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα συστήσῃ εἰς τοὺς τελώνας νὰ πέμπωσιν ἐν καιρῷ τὰς λυσεγγυήσεις.

§26ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν.) Καὶ εἰς ἐμὲ παρεδόθη χθὲς, κύριοι, ἀναφορὰ ὑπογεγραμμένη ἐκ μέρους τῶν κυρίων κατόχων τῶν προσωρινῶν τίτλων τοῦ δανείου τῶν 60,000,000, διὰ τῆς ὁποίας ζητοῦν νὰ σταλῶσιν εἰς Σῦρον οἱ ὁριστικοὶ τίτλοι πρὸς ἀνταλλαγὴν τῶν προσωρινῶν. Αἱ Τράπεζαι, ἥ τε Ἐθνικὴ καὶ Πιστωτικὴ, εἰς τὰς ὁποίας εἶναι ἀνατεθειμένη ἡ ἐκτέλεσις τῆς ἐργασίας ταύτης, ἀπήτησαν ἀπὸ τοὺς κατόχους τῶν τοιούτων ὁμολογιῶν νὰ ἀναδεχθῶσιν αὐτοὶ οὗτοι ὑπ’ εὐθύνην των τὴν εἰς Σῦρον ἀποστολὴν τῶν ὁριστικῶν τίτλων· ἀλλ’ οἱ κατέχοντες τοὺς προσωρινοὺς τίτλους, διὰ τῆς ἀναφορᾶς, τὴν ὁποίαν μοὶ παρέδωκαν, ἀξιοῦσιν, ἵνα οἱ τίτλοι οὗτοι ἀποσταλῶσιν ὑπ’ εὐθύνην τῶν τραπεζῶν εἰς Σῦρον. Μολονότι οὐδὲν δικαίωμα ἔχω νὰ παρέμβω εἰς τὴν διαφωνίαν ταύτην, εἰς τὴν διένεξιν ταύτην μεταξὺ τῶν Τραπεζῶν καὶ τῶν κατόχων τῶν προσωρινῶν τίτλων, οὐδὲν ἧττον παρεκάλεσα τὰς Τραπέζας, εἰ δυνατὸν, νὰ ἄρωσι τὸ πρόσκομμα τοῦτο, καὶ νὰ πέμψωσιν εἰς Σῦρον τοὺς ὁριστικοὺς τίτλους τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ εἶμαι ἐντελῶς βέβαιος, ὅτι οὐδένα κίνδυνον πρόκειται νὰ διατρέξωσι κατὰ τὸ μικρὸν τοῦτο διάστημα. Ἐὰν αἱ Τράπεζαι συγκατατεθῶσι, θὰ εὐχαριστηθῶ καὶ ἐγὼ, ὅπως καὶ ὁ ἔντιμος κ. Καράλης. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἑτέραν παρατήρησιν τοῦ κ. Καράλη, θὰ καταστήσω προσεκτικοὺς τοὺς τελώνας καὶ ὑποτελώνας τῶν διαφόρων μερῶν εἰς τὴν ἔγκαιρον καὶ ταχεῖαν ἀποστολὴν τῶν λυσεγγυήσεων εἰς τὸ τελωνεῖον Σύρου, διότι ἀληθῶς λαμβάνουσι χώραν ἀδικήματα, ἕνεκα τῶν ὁποίων ὁ κ. Καράλης πολὺ ὀρθῶς παραπονεῖται ἐνταῦθα κατὰ τῶν τελωνιακῶν ἀρχῶν.

§27ΚΟΤΑΡΗΣ. Εἶμαι εἰς θέσιν, κύριοι, νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν καὶ τὴν παρακαθημένην Κυβέρνησιν, ὅτι ἡ ἐνταῦθα κατωτέρα κοινωνικὴ τάξις πάσχει σπουδαίως ἕνεκα τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ ἄρτου. Ἅμα ὡς ἐπέρχεται ἡ πρωΐα, οἱ ἀτυχεῖς συμπολῖταί μας, οἱ πτωχοὶ οἰκογενειάρχαι σπεύδουν νὰ προλάβουν τὰ κεντρικώτερα μέρη διὰ νὰ ἀγοράσουν τὴν κουραμάναν. Ἠξεύρετε, κύριοι, ὅτι ἡ ἐργατικὴ τάξις σήμερον εὑρίσκεται εἰς δυστυχῆ θέσιν, διότι τὰ ἡμερομίσθια εἶναι μικρὰ ἕνεκα τῆς σημερινῆς καταστάσεως τῶν πραγμάτων. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν νὰ μεριμνήσῃ σπουδαίως πρὸς ἀνακούφισιν τῶν δυστυχῶν καὶ πτωχῶν συμπολιτῶν μας, καὶ παρακαλῶ πρὸς τούτοις, ἵνα εὐαρεστηθῇ καὶ μᾶς γνωστοποιήσῃ τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐνεργειῶν της.

§28ΤΙΝΕΣ. Τί νὰ κάμῃ;

§29ΚΟΤΑΡΗΣ. Νὰ φροντίσῃ ὅσον εἶναι δυνατὸν περὶ τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ ἄρτου. (Θόρυβος.) Ἐγώ, κύριοι, γνωρίζω καὶ ἤκουσα καὶ ἀπὸ τοὺς ἐνταῦθα καὶ ἀπὸ τὴν Ἐπαρχίαν μου, ὅτι ὁ λαὸς εἶναι ἐντελῶς ἀπηλπισμένος ἀπὸ τὴν σημερινὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων.

§30ΤΙΝΕΣ. Καλὰ, καλά.

§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί ἐπερώτησιν ἔχετε;

§32ΚΟΤΑΡΗΣ. Δὲν ἔχω ἐπερώτησιν, κ. Πρόεδρε· θὰ κάμω πρότασιν. (Θόρυβος.) Σᾶς παρακαλῶ, κύριοι, ὅταν ἦλθον ἀπὸ τὴν Ἐπαρχίαν μου, μετ’ ὀλίγας ἡμέρας....

§33ΝΙΚΟΚΑΒΟΥΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρλάτες νὰ κάμωμεν ἀπὸ τὸ βῆμα;

§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ὑποβάλῃ πρότασιν.

§35ΝΙΚΟΚΑΒΟΥΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ, μίαν στιγμήν· ὁσάκις καταλαμβάνει τὸ βῆμα ἕνας Βουλευτὴς, ὀφείλει νὰ ὑποβάλλῃ πρότασιν, καὶ ὄχι νὰ ἔρχηται νὰ λέγῃ παραμύθια.

§36ΚΟΤΑΡΗΣ. Ὅταν ἦλθον, κύριοι, ἀπὸ τὴν Ἐπαρχίαν μου ἐδῶ, ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ ἐπισκεφθῶ τὸν κ. Πρωθυπουργόν· μεταξὺ τῆς συντόμου ὁμιλίας μου τῷ παρέστησα τὴν κατάστασιν τῆς Ἐπαρχίας μου, ὅσον ἀφορᾷ τὴν δημοσίαν τάξιν.

§37ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μοῦ εἴπατε νὰ φύγουν οἱ στρατιωτικοί.

§38ΚΟΤΑΡΗΣ. Ὄχι νὰ φύγουν, κ. Πρωθυπουργέ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, κύριοι, πράγματι μὲ ἤκουσε μετ’ εὐχαριστήσεως, ἀλλ’ ἔκτοτε δὲν ἔσχε τὴν καλωσύνην νὰ μὲ ἐρωτήσῃ εἴτε ὡς ἀντιπρόσωπον, εἴτε ὡς ἰδιώτην, καὶ νὰ μοῦ εἴπῃ τί σκέπτεται περὶ διορθώσεως αὐτῶν τῶν πραγμάτων, διότι, κύριοι, δὲν ὁρίζει κανεὶς σήμερον οὔτε πρόβατον, οὔτε τίποτε. (Θόρυβος.) Ἔλαβον μίαν ἐπιστολὴν, παρουσιάσθην εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, τῷ ἀνέγνωσα αὐτολεξεὶ τὴν ἐπιστολὴν, ὁ κ. Ὑπουργὸς μοῦ εἶπεν, ὅτι αὐτὸ τὸ λεκτικὸν εἶναι ἀπὸ τὰ συνειθισμένα· δὲν εἶναι ἀπὸ τὰ συνειθισμένα, κ. Ὑπουργέ, παρεκάλεσα περὶ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου καὶ τὸν κ. Πρωθυπουργόν, καὶ παρακαλῶ καὶ ὑμᾶς νὰ σκεφθῆτε πῶς νὰ ἠμπορέσωμεν, ὥστε νὰ βελτιωθῇ αὐτὴ ἡ κατάστασις τοῦ τόπου. Μάλιστα, μοῦ εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, θὰ συνεννοηθῶ, καὶ ἐγὼ ἔπαυσα ἔκτοτε νὰ τὸν παρακαλῶ, μήπως παρεξηγηθῶ ἀπὸ ἰδιοτέλειαν, ὅτι δῆθεν ἔχω σκοποὺς ἰδιοτελεῖς ἐγώ, καίτοι ἐνδιαφέρομαι ἐγώ. Ἀκούσατε τί μοῦ γράφουν ἀπὸ τὸν τόπον μου. Κύριε Κόταρη, γνωρίζετε, ὅτι πρὸ καιροῦ δὲν ἔχομεν ἀσφάλειαν ἰδιοκτησίας καὶ πάσης κινητῆς καὶ ἀκινήτου περιουσίας καὶ ὅτι ἡ ἀπελπιστικὴ κατάστασις προέρχεται ἀπὸ τὴν ἀδράνειαν καὶ ἀπὸ τὴν μεροληπτικὴν ἐνέργειαν τῶν ὀργάνων τῆς ἐξουσίας, διότι αἱ πολιτικαὶ ἀρχαὶ καὶ τὰ στρατιωτικὰ ἀποσπάσματα ἐργάζονται ὑπὸ τὰς ἐμπνεύσεις τῶν κομματαρχῶν τῆς φατρίας. Ὁ εἰρηνοδίκης Δωρίδος θεωρεῖται ὡς ὁ μεγαλείτερος καταστροφεὺς τῶν συμφερόντων μας· παραλείπω νὰ ὀνομάσω τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἐργάζονται οὕτω πως (θόρυβος).

§39ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ. Διατί δὲν παραγγέλλετε εἰς τοὺς φυγοδικοῦντας συγγενεῖς σας νὰ προσέλθουν; (θόρυβος).

§40ΚΟΤΑΡΗΣ. Δύναμαι νὰ ἔχω συμφέρον νὰ φυγοδικῶσιν οἱ συγγενεῖς μου, ἀλλ’ ἡ ἐξουσία ὀφείλει νὰ τοὺς συλλάβῃ.

§41ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Σεῖς ἔχετε συμφέρον νὰ γλυτώσουν οἱ φυγόδικοι.

§42ΚΟΤΑΡΗΣ. Ὄχι· οἱ φυγόδικοι νὰ συλληφθοῦν.

§43ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Τοὺς κρύπτεις ἐσὺ (θόρυβος καὶ διακοπαί).

§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συντόμως, κ. Κόταρη, εἰπέτε τὴν πρότασίν σας.

§45ΚΟΤΑΡΗΣ. Ἀφοῦ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κατέθεσε τὰ ἔγγραφα, παρακαλῶ τὸν Πρόεδρον νὰ προσδιορίσῃ ἡμέραν, καθ’ ἣν ν’ ἀναπτύξω τὸ ζήτημα τοῦτο· ἤδη παραιτοῦμαι. Ἔρχομαι εἰς ἄλλο ζήτημα. Εἰξεύρετε, κύριοι, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν καθυστερούντων κληρούχων ἀποτελεῖ ὁμάδα φυγοδίκων, τῶν ὁποίων ἡ καθυστέρησις ἀπασχολεῖ καὶ τὴν ἐκτελεστικὴν καὶ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Τοῦτο, κύριοι, προέρχεται, δὲν δύναμαι δὲ νὰ τὸ ἀρνηθῶ, ἀλλ’ ὀφείλω καὶ νὰ τὸ ὁμολογήσω, οὐχὶ διότι οἱ συμπολῖταί μας δὲν σέβονται τὸν νόμον, ἀλλὰ διότι ἡμεῖς γινόμεθα αἴτιοι τῆς καταστάσεως ταύτης. Δὲν ἐξεύρω τίς ἐξ ἡμῶν δύναται ν’ ἀρνηθῇ, ὅτι κατετάχθησαν εἰς τὸν στρατὸν οἱ μὴ ἔχοντες προστάτας καὶ ὅσοι δὲν ἐξηρέθησαν παρ’ ἡμῶν τῶν πολιτευομένων.

§46Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Δὲν τὸ δέχομαι αὐτό.

§47ΚΟΤΑΡΗΣ. Τὸ δέχομαι ἐγώ· ἐγὼ ἐνοχοποιῶ τὸν ἑαυτόν μου. Προτείνω λοιπὸν, ὅτι, ἀφοῦ ὁ νέος νόμος περὶ στρατολογίας τίθεται εἰς ἐφαρμογὴν, νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον πρὸς θεραπείαν τοῦ κακοῦ τούτου καὶ ν’ ἀπαλλάξωμεν τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς, ἢ νὰ ὑποχρεωθῶσι μόνον νὰ ἐξυπηρετήσωσιν ἓν ἔτος. Ἐπιφυλάσσομαι περὶ τούτου νὰ φέρω πρότασιν.

§48ΤΖΑΝΕΣ. Ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου περὶ γενικῆς στρατολογίας κατὰ τὸ ἔτος 1880, εἰς τὸ ὁποῖον εἰσήλθομεν, φαίνεται, ὅτι ἀφίνει ὄπισθέν της ἓν κενόν. Ἡ ἀπογραφὴ τοῦ 1876, 1877, 1878 καὶ 1879 ἀφῆκεν ὄπισθέν της κληρούχους, περὶ τῶν ὁποίων σήμερον δὲν εἰξεύρομεν τί πρέπει νὰ γείνῃ. Ἔμαθον, ὅτι ὁ ἁρμόδιος κ. ὑπουργὸς ἐκάλεσε τὸν κ. σύμβουλον τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἠρώτησεν ἂν δύναται ἡ κυβέρνησις νὰ καταδιώξῃ τοὺς κληρούχους ἐκείνους, ἂν δύναται νὰ τοὺς κατατάξῃ, καὶ εἰς ποίαν ἐπιτροπὴν νὰ τοὺς ὑπαγάγῃ πρὸς ἐπιθεώρησιν. Τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαῖον, διότι ὁ κ. Σύμβουλος ἀποφαίνεται, ὅτι διὰ τοὺς κληρούχους τῶν ἀπογραφῶν ἐκείνων ἁρμόδιαι εἶναι αἱ ἐπιτροπαὶ κατὰ τὸν παλαιὸν νόμον, διότι δὲν κατηργήθησαν, καὶ ὄντως, ὡς ἔμαθον, ἡ Κυβέρνησις διέταξε τὴν καταδίωξιν καὶ τὴν ἐπιθεώρησιν εἰς τὰς ἐπιτροπὰς ἐκείνας. Ἤδη ὅμως γεννᾶται ἕτερον ζήτημα. Τοῦτο εἶναι ὑποχρέωσις, εἰς τὴν ὁποίαν ὑποβάλλονται οἱ συμπολῖται ἡμῶν ἐκ παλαιᾶς ὑποχρεώσεως, ἀλλ’ εἰς τὴν ὑποχρέωσιν γεννᾶται καὶ ἕν δικαίωμα, καὶ πρέπει νὰ μάθωμεν ἂν πρέπῃ ν’ ἀποφανθῶμεν ἡμεῖς, ὅτι ἀπωλέσθη τὸ δικαίωμα τοῦτο, δηλαδὴ ἂν ὑποχρεοῦνται νὰ ὑπηρετῶσι, δύνανται καὶ νὰ φέρωσιν ἀντικαταστάτας πληρώνοντες, διότι αὐτὸ εἶναι τὸ δικαίωμα, ὅπερ ζητοῦμεν ν’ ἀναγνωρισθῇ, καὶ πιστεύω, ὅτι εἶναι βάσιμον καὶ ἀληθὲς, διότι δὲν διαιροῦνται τὰ δικαιώματα καὶ αἱ ὑποχρεώσεις, ἀλλὰ συμβαδίζουσι, καθόσον ἂν πολίτης ἔχῃ τὴν ὑποχρέωσιν, ἔχει καὶ τὸ δικαίωμα. Ἐγεννήθη ὅμως ἀπορία εἰς τὸν νοῦν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ εἰς τὰς Ἐπαρχίας δὲν ἐπιτρέπει τὸ δικαίωμα τῆς ἀντικαταστάσεως. Καλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφανθῇ (καὶ δὲν ἀπαιτεῖται πρότασις, ἡ ἀπόφασις πρέπει νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ) ἂν οἱ πολῖται ὑποχρεῶνται νὰ ὑπηρετήσωσιν ὡς στρατιῶται εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ διὰ τὰς ἀπογραφὰς, περὶ ὧν εἴρηται, καὶ ἂν ἔχωσι τὴν ὑποχρέωσιν μόνην, δὲν ἔχουσι δὲ καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἀντικαταστάσεως.

§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Φέρετε πρότασιν· ἀφῃρημέναι προτάσεις δὲν λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν.

§50Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Ὁ κ. Τζάνες ἐξέφερε τὴν ἑξῆς ἰδέαν· εἶπεν ὅτι, δυνάμει τοῦ τελευταίου νόμου περὶ στρατολογίας, οἱ κληρούμενοι στεροῦνται τοῦ δικαιώματος τῆς ἀντικαταστάσεως. Τοῦτο δὲ προέρχεται ἐκ ῥητῆς διατάξεως τοῦ τελευταίου νόμου, ἡ ὁποία εἶναι πλημμελὴς, διότι δίδει εἰς τὸν νόμον ὀπισθενεργὸν δύναμιν· διὰ τοῦτο συμφωνῶ μετὰ τοῦ κ. Τζάνε, καὶ λέγω ὅτι πρέπει νὰ ἔλθῃ τροποποίησις τοῦ νόμου.

§51ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν εἶναι ὑποβεβλημέναι πλεῖσται αἰτήσεις, αἱ ὁποῖαι, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν, διότι ἄλλως τοῦτο ἰσοδυναμεῖ πρὸς σιωπηρὰν κατάργησιν τοῦ δικαιώματος τοῦ ἀναφέρεσθαι. Ἤθελον λοιπὸν παρακαλέσει, ὅπως ἡ Ἐπιτροπὴ προσκληθῇ νὰ συνέλθῃ· ἂν ὅμως ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν σκοπῇ νὰ ἐργασθῇ, νὰ ἔλθωσιν αἱ ἀναφοραὶ ἀπευθείας εἰς τὴν Βουλὴν καὶ παραπεμφθῶσιν εἰς τὰ ἁρμόδια ὑπουργεῖα, εἴ τε ὅπου δεῖ· καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ὑπάρχουσι πολλαὶ ἀναφοραὶ ἄξιαι τῆς προσοχῆς τῆς Βουλῆς. Ἐγὼ ἤθελον ὁμιλήσει περὶ μιᾶς ἀφορώσης τὸ Ἐργαστήριον τῶν Ἀπόρων γυναικῶν, ἱδρύματος, τὸ ὁποῖον εἶναι ἄξιον πάσης προστασίας.

§52ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν ὁμιλεῖτε περὶ τούτου.

§53ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Ἂν ἡ Βουλὴ δὲν ἔχῃ ἀντίῤῥησιν, συμφωνῶ μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἤθελον παρακαλέσει νὰ παραπεμφθῇ ἡ εἰρημένη ἀναφορὰ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ.

§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν ἀναφορῶν νὰ συνέλθωσι καὶ ἐργασθῶσι.

§55ΤΖΑΝΕΣ. Πρὸς συμπλήρωσιν τῆς ἰδέας, τὴν ὁποίαν ἐξήνεγκον πρὸ ὀλίγου, θὰ ἐπερωτήσω τὴν Κυβέρνησιν. Ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν λοιπὸν πῶς ἐννοεῖ νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν Νόμον τοῦ 1880, ἐννοεῖ ὑποχρέους τοὺς κληρωθέντας κατὰ τὸν Νόμον τοῦ παρελθόντος ἔτους ἄνευ τῶν δικαιωμάτων των;

§56ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θέλω σᾶς εἴπει αὔριον.

§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐζήτησε τὸν λόγον.

§58ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.) Κύριοι Βουλευταὶ, κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν Νόμου, δι’ οὗ ἐζήτουν τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς νὰ λάβω ἀπὸ τὰ χρήματα, ἅτινα εἶναι κατατεθειμένα εἰς τὸ ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐκ τῶν εἰσπράξεων τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων, 2,500,000 δραχμῶν, διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν δαπανῶν τοῦ μηνὸς Ἰανουαρίου, περὶ τῶν ὁποίων ἐλάβομεν ἤδη τὴν ἄδειαν τῆς Νομοθετικῆς ἐξουσίας, δι’ εἰδικῆς πιστώσεως. Δὲν δύναμαι ν’ ἀποκρύψω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ Δημόσιον ταμεῖον διατελεῖ ἐν πλήρει χρηματικῇ ἀνεχείᾳ, οὐδ’ ἐλπίζω κατὰ τὴν παροῦσαν ἐποχὴν νὰ ἐπαρκέσωμεν διὰ τῶν κανονικῶν εἰσπράξεων τῶν δημοσίων ἐσόδων εἰς τὰς μᾶλλον κατεπειγούσας ἀνάγκας τοῦ Κράτους. Καὶ οὐ μόνον ἔχομεν ἀνάγκην νὰ πληρώσωμεν τὰς δαπάνας τοῦ Ἰανουαρίου μηνὸς, καθ’ ἣν ἐλάβομεν ἄδειαν τῆς Νομοθετικῆς ἐξουσίας, 4,500,000 δραχμῶν καὶ ἐπέκεινα, ἤτοι τὸ δωδεκατημόριον τοῦ εἰς τὴν Βουλὴν ὑποβληθέντος προϋπολογισμοῦ, ἀλλ’ ὀφείλομεν προσέτι νὰ πληρώσωμεν μέγιστον χρηματικὸν ποσὸν καὶ διὰ τὰς δαπάνας τοῦ Νοεμβρίου καὶ Δεκεμβρίου τοῦ λήξαντος ἔτους: Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ζητοῦμεν τὰ χρήματα πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν, τὰς ὁποίας προβλέπει ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1880, ἀλλὰ δι’ αὐτῶν τῶν χρημάτων θὰ δυνηθῶμεν νὰ θεραπεύσωμεν καὶ τὰς μᾶλλον κατεπειγούσας πληρωμὰς καὶ τῶν δύω προηγουμένων μηνῶν, ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἀντικαταστάσεως αὐτῶν ἐκ τῶν εἰσπράξεων τῆς χρήσεως τοῦ 1879, ἥτις, ὡς γνωστὸν, λήγει μετὰ δέκα μῆνας. Δὲν ζητοῦμεν, κύριοι, πίστωσιν δαπάνης, περὶ τῆς χρησιμότητος τῆς ὁποίας δύναται νὰ ὑπάρξῃ διαφωνία μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν, ἀλλὰ ζητοῦμεν χρήματα νὰ πληρώσωμεν δαπάνας, τὰς ὁποίας ὀφείλομεν νὰ πληρώσωμεν, καὶ τῶν ὁποίων τὴν πληρωμὴν δὲν δυνάμεθα ν’ ἀναβάλωμεν. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ συζητήσωμεν πίστωσιν περὶ δαπάνης τοιαύτης, οἵας ἐμνήσθην, ἠδύνατο νὰ ἐγερθῇ συζήτησις, διότι ἡμεῖς μὲν θὰ ἰσχυριζώμεθα, ὅτι ἡ δαπάνη εἶναι ἀναγκαία, μέρος δὲ τῆς Βουλῆς θὰ ἰσχυρίζετο, ἴσως, τὸ ἐναντίον. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου πρόκειται ἁπλῶς περὶ προμηθείας χρημάτων ὡς ἐκ τῆς ἀνεχείας τοῦ Δημοσίου Ταμείου ἔχομεν ὑποχρεώσεις νὰ ἐκπληρώσωμεν ὡς Κυβέρνησις, καὶ σᾶς λέγομεν, ὅτι δὲν ἔχομεν χρήματα καὶ οὔτε ἐλπίζομεν νὰ εἰσπράξωμεν ἐντὸς βραχέος χρόνου τόσα, ὅσα ἀπαιτοῦνται διὰ τὰς δαπάνας τῶν δύο τελευταίων μηνῶν, συμπεριλαμβανομένου καὶ τοῦ παρόντος. Καὶ ὅστις ἄλλος ἤθελε κατέχει τὰς ἕδρας, τὰς ὁποίας κατέχομεν ἡμεῖς, καὶ εὑρίσκετο ἀπέναντι τοιαύτης χρηματικῆς καταστάσεως τοῦ ταμείου, ἤθελε πράξει ἀναντιῤῥήτως καὶ ἀναμφισβητήτως αὐτὸ, τὸ ὁποῖον καὶ ἡμεῖς σήμερον ζητοῦμεν, καὶ ἂν ἄλλοι μᾶς διαδεχθῶσιν αὔριον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τὸ πρῶτον ἔργον, τὸ ὁποῖον θὰ ὑποβάλωσιν εἰς τὴν Βουλὴν, εἶναι αὐτὸ τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ὑποβάλλομεν καὶ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ὁποίου ζητοῦμεν κατεπειγόντως. Παρακαλῶ διὰ ταῦτα τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιληφθῇ τῆς συζητήσεως τοῦ Νομοσχεδίου καὶ νὰ ἐγκρίνῃ αὐτὸ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, ὥστε νὰ κατασταθῇ ἐφικτὴ ἡ ἐπιψήφισις καὶ ἡ κύρωσις αὐτοῦ ἐντὸς τῆς παρούσης ἑβδομάδος, πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων τῆς Κυβερνήσεως καὶ πρὸς ἀποφυγὴν δυσκρέστων συνεπειῶν. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ ἐρωτήσῃ τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς προτάσεώς μου ταύτης.

§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖται ἡ μεταβολὴ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ὅπως προηγηθῇ τὸ Νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργός. Ἡ πρότασις δὲν ἀμφιβάλλω ὑποστηρίζεται ἀπὸ δέκα.

§60ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.

§61ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ, κύριοι, ἐνίσταμαι κατὰ τῆς μεταβολῆς τῆς ἡμερησίας διατάξεως, καὶ, ὡς γνωστόν, κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν, ὅτε ὑπεβλήθη τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος Νομοσχέδιον, εἶχον φέρει τὴν αὐτὴν ἔνστασιν, καὶ εἶχον παρατηρήσει, ὅτι ἔδει ἐν πάσῃ περιπτώσει ν’ ἀποσταλῇ εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπήν, ἵνα, συνάμα μετὰ τῆς γνωμοδοτήσεως τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης, ἐπιληφθῶμεν τῆς διασκέψεως περὶ αὐτοῦ. Νομίζω, ὅτι τοιοῦτο Νομοσχέδιον δὲν πρέπει νὰ συζητήσῃ ἡ Βουλὴ ἄνευ προεπεξεργασίας τῆς ἐπιτροπῆς, διότι ὑπάρχει ἐργασία προκαταρκτική, ὑπάρχουσι πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ λάβῃ, εἰμὴ διὰ τοῦ ὀργάνου τῆς ἐπιτροπῆς αὐτῆς. Ἰδίως ἔχει ἀνάγκην ἡ Βουλὴ τῆς προεπεξεργασίας, ὅταν τὰ Νομοσχέδια ὑποβάλλωνται ἄνευ αἰτιολογικῶν ἐκθέσεων καὶ ἄνευ εἰσαγωγικῶν ἀγορεύσεων, διὰ τῶν ὁποίων νὰ διαφωτίζηται περὶ τῶν ἀναγκῶν, εἰς ἃς ἀνταποκρίνονται.

§62ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς εἶπον, τὸ πρᾶγμα εἶναι ἁπλοῦν, δὲν ἔχομεν χρήματα.

§63ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς παρατηρεῖ, ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι ἁπλοῦν, δὲν ἔχει χρήματα· ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἀντικείμενον τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ, ἵνα πείσῃ ἑαυτὴν, ἂν ἀληθῶς δὲν ἔχητε χρήματα καὶ τίς ὁ λόγος, δι’ ὃν δὲν ἔχετε (θόρυβος)· καὶ ἡ φράσις αὕτη «δὲν ἔχομεν χρήματα» δὲν εἶναι ἁπλῆ, ὡς παρετήρησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, διότι δύναται τὸ ταμεῖον νὰ ἦναι κενὸν, καὶ ἐν τούτοις νὰ μὴ ἔχῃ ἡ Κυβέρνησις ἀνάγκην τῆς ἀδείας, περὶ ἧς πρόκειται, διότι δύναται νὰ ἔχῃ εἰσπράξεις ἱκανὰς, δι’ ὧν νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ μηνὸς τούτου καὶ τοῦ ἑπομένου· δύναται δὲ νὰ ἔχῃ μεταλλικὸν εἰς τὸ ταμεῖον, καὶ ὅμως νὰ ἔχῃ ὑποχρεώσεις ἀνωτέρας. Ἀλλὰ πῶς δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς ἀπόφασιν στηριζομένην ἐπὶ τῆς γνώσεως τῆς καταστάσεως τοῦ ταμείου, ὅταν οἱ κ. κ. Ὑπουργοὶ δὲν ηὐδόκησαν, καίπερ ἐπανειλημμένως προσκληθέντες, νὰ ὑποβάλωσιν εἰς τὴν Βουλὴν πίνακας τῆς ταμιακῆς καταστάσεως; Οὐδεμίαν γνῶσιν ἔχομεν τῆς καταστάσεως τῶν ταμείων· ἔχουσιν ἢ δὲν ἔχουσι χρήματα, καὶ πόσα ἔχουσι· ποῖαι αἱ ὑποχρεώσεις τῶν ταμείων, αἱ ὑποχρεώσεις αἱ ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ αἱ ὑποχρεώσεις αἱ ἀνεξάρτητοι τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι, ὡς γινώσκετε, τὸ ταμεῖον ἔχει καὶ λογαριασμούς, οἵτινες δὲν περιλαμβάνονται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, τὰς ἐγγυοδοσίας, τὰς παρακαταθήκας καὶ ἄλλα, περὶ ὧν οὐδεμία ἐγένετο μνεία ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, οὔτε ἐν τοῖς ἐσόδοις οὔτε ἐν τοῖς ἐξόδοις. Περὶ τούτων ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ φωτίσῃ τὴν Βουλὴν εὐθὺς ἀρχομένων τῶν ἐργασιῶν της, καὶ ὀφείλει νὰ μᾶς φωτίζῃ προεισαγωγικῶς ὅταν πρόκηται νὰ ἐπιληφθῶμεν οἰκονομικῶν Νομοσχεδίων. Ἀλλ’ οὐδὲν τούτων ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν. Δὲν ὑπέβαλε κἂν εἰς τὴν Βουλήν τὴν στοιχειώδη ἐκείνην πληροφορίαν τῶν προσωρινῶν καταστάσεων τῆς χρήσεως τοῦ 1879 ἕως τέλους τοῦ ἔτους. Προκληθεὶς ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον, ὑπέβαλε τότε προσωρινὴν κατάστασιν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1879 μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἀλλὰ περὶ τοῦ Νοεμβρίου καὶ Δεκεμβρίου οὐδὲν γινώσκομεν· γινώσκομεν μόνον ἐξ ὑπολογισμῶν ὁποία εἶναι ἡ πιθανὴ κατάστασις αὐτῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑπέβαλε Νομοσχέδιον, ἐν ᾧ ῥητῶς λέγει· «ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα πρὸς θεραπείαν τῶν κατὰ τὸ 1880 ἀναγκῶν διαθέσῃ κτλ·» ἀλλ’ ἐν τῇ ἀγορεύσει αὐτοῦ εἶπεν, ὅτι δὲν πρόκειται ἀποκλειστικῶς περὶ τῶν ἀναγκῶν τοῦ 1880, ἀλλὰ πρόκειται καὶ περὶ τῶν ἀναγκῶν τῶν μηνῶν Νοεμβρίου καὶ Δεκεμβρίου τοῦ λήξαντος ἔτους. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀντιπολιτεύεται τὸ Νομοσχέδιόν του καὶ τὸ διαψεύδει· τὸ δὲ Νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον κατ’ αὐτὸν περιέχει ἄντικρυς ψεῦδος, ἀπαιτεῖ, ἵνα ψηφίσωμεν ἄνευ προεπεξεργασίας τῆς ἐπιτροπῆς. Δὲν ὁμιλῶ περὶ πράγματος ἀγνώστου, ἀλλ’ ὁμιλῶ περὶ τούτου, τὸ ὁποῖον εἶπε πρὸ 5 λεπτῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Καὶ ἆρα εἶναι ἀδιάφορον, ἂν τὰ χρήματα ταῦτα θέλωσι διατεθῆ δι’ ἀνάγκας τοῦ 1879 ἢ δι’ ἀνάγκας τοῦ 1880; Ἂν τὰ χρήματα διατεθῶσι δι’ ἀνάγκας τοῦ 79, θὰ ἔχωμεν μετὰ δέκα ἡμέρας ἄλλην αἴτησιν διὰ ποσὸν πολλαπλάσιον. Ἠσχολήθην εἰς ὑπολογισμούς, ἵνα εὕρω ποῖαι αἱ ἀνάγκαι τοῦ Ὑπουργείου. Ἂν καὶ δὲν ὑπέβαλε τὸ Ὑπουργεῖον τὴν πραγματικὴν κατάστασιν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1879 μέχρι τέλους τοῦ ἔτους, ὑπέβαλεν ὅμως σημείωσιν περὶ τῶν πιθανῶν εἰσπράξεων κατὰ τοὺς δύο τελευταίους μῆνας, κατὰ τοὺς πίνακας δὲ τούτους θὰ ἔχῃ ἀνάγκην τὸ Ὑπουργεῖον διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1879 οὐχὶ 2½ ἑκατομμυρίων, τουτέστιν ὁλοκλήρου τῆς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ πιστώσεως, ἀλλὰ τοὐλάχιστον 5,000,000. Εἶπε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι θέλουσι μὲν διατεθῆ τὰ δύο ἥμισυ ἑκατομμύρια καὶ ἀπέναντι τῆς χρήσεως τοῦ 1879, ἀλλὰ θέλουσιν ἀποδοθῆ κατόπιν ἐκ τῶν εἰσπράξεων τῆς χρήσεως τοῦ 1879, αἵτινες θὰ πραγματοποιηθῶσι μέχρι τῆς 31 Ὀκτωβρίου 1880. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς παρέλειψε νὰ προσθέσῃ, ὅτι μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης τὸ δημόσιον δὲν πρόκειται νὰ εἰσπράξῃ μόνον εἰς λογαριασμὸν τῆς χρήσεως τοῦ 1879, ἀλλὰ πρόκειται καὶ νὰ δαπανήσῃ εἰς λογαριασμὸν τῆς αὐτῆς χρήσεως, τὰ δὲ εἰσπρακτέα εἰς λογαριασμὸν τοῦ 1879 ἀνέρχονται κατὰ τοὺς πίνακας τοῦ Ὑπουργείου, οἵτινες διὰ τοὺς δύο μῆνας στηρίζονται ἐπὶ πιθανοτήτων, εἰς 5,181,680, ἐνῷ τὰ πληρωτέα ἀνέρχονται εἰς 19,934,816. Ταῦτα λέγουσιν οἱ πίνακες.

§64ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχουσιν οἱ ἔκτακτοι πόροι τοῦ δανείου τῶν 5 ἑκατομμυρίων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τῶν 4,500,000 τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων....

§65ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἐννοῶ ποῦ στηρίζετε τὴν παρατήρησίν σας. Ἐγὼ λέγω, ὅτι ἐβεβαιώσατε, ὅτι δὲν ἔχει λεπτὸν τὸ ταμεῖον, καὶ προσθέτω, ὅτι δὲν θὰ εἰσπράξητε εἰς λογαριασμὸν τοῦ 1879 εἰμὴ 5,484,000, ἐνῷ ἔχετε νὰ δαπανήσητε 19,934,000. Ταῦτα λέγουσιν οἱ πίνακες, καὶ ἐνῷ δὲν ἔχετε ἐν τοῖς ταμείοις τίποτε, τί μὲ ὠφελεῖ νὰ μάθω ποίους πόρους ἐλάβετε. Ἂν ἡ τράπεζα δὲν εἶχε πληρώσει τὰ 5 ἑκατομ. ἂν δὲν εἴχετε πραγματοποιήσει τὰ 5 ἑκατομ. ἐξ ἐντόκων γραμματίων, θὰ ἠδύνασθε νὰ ὠφεληθῆτε ἐκ τῆς παρατηρήσεως, ὅτι δὲν περιλαμβάνονται οἱ πόροι οὗτοι ἐν τῷ πίνακι· ἀλλ’ ἀφοῦ ἐδαπανήσατε τὰ ἐκ τῶν πόρων ἐκείνων εἰσπραχθέντα καὶ ὀφείλετε ἔτι 19,934,000, καὶ δὲν ἔχετε νὰ λάβητε εἰμὴ 5,484,000, μόνη ἡ διαφορὰ ὅσων ἔχετε νὰ λάβητε πρὸς ὅσα ὀφείλετε νὰ δώσητε σχετίζεται πρὸς τὸ προκείμενον. Ἀλλὰ τὰ 19,934,000, ὁμολογῶ, ὅτι πρέπει νὰ ἐλαττωθῶσι κατά τι, καὶ θὰ εἴπω κατὰ τί πρέπει νὰ ἐλαττωθῶσι· δὲν θὰ ἐλαττωθῶσι διὰ τῶν πόρων, τοὺς ὁποίους ἀνέφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, διότι τὰ ἐκ τῶν πόρων ἐδαπανήθησαν· θὰ ἐλαττωθῶσι, κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ τέως ὑπουργοῦ τῶν οἰκονομικῶν, διὰ τῶν πιστώσεων, αἱ ὁποῖαι ἐκ τυχαίων περιστάσεων δὲν ἐπραγματοποιήθησαν· τοιαῦται δὲ εἶναι αἱ ἀπέναντι τῶν τόκων καὶ τοῦ χρεωλυσίου τοῦ δανείου τῶν 60,000,000, ἐφ’ ὅσον τὸ δάνειον δὲν διετέθη ὁλόκληρον ἢ διετέθη βραδέως, καὶ αἱ πιστώσεις, αἵτινες εἶχον καταχωρισθῆ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν μετατραπέντων δανείων τοῦ 1824 καὶ 1825, ἐφ’ ὅσον ἡ μετατροπὴ ἐβράδυνε, καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν ὀφείλει τὸ δημόσιον ὁλόκληρον τὴν δόσιν, τὴν ὁποίαν ἐνεγράψαμεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Πάντα δὲ ταῦτα τὰ ἐκ τῶν δύο τούτων πιστώσεων καὶ ὅσα ἐξ ἄλλων πιστώσεων ἀνέφερεν ὁ τέως ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀνέρχονται κατ’ αὐτὸν εἰς 5,377,000 δραχμῶν. Ἐὰν ἀφαιρέσωμεν ταῦτα ἀπὸ τῶν 19,934,000 δραχμῶν, ἔχομεν ὀφειλόμενα κατὰ τὸ ἔτος 1880 ἀπέναντι τῆς χρήσεως τοῦ 1879 14,556,000, ἀφαιρουμένων δ’ ἐξ αὐτῶν τῶν εἰσπρακτέων, μένουσιν 9,072,000 δραχμῶν. Εἰς ταῦτα ὅμως πρέπει νὰ προσθέσωμεν τὰς πιστώσεις, τὰς ὁποίας ὁ κύριος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸς ὑπέβαλεν ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1879 κατόπιν τῆς ἀγορεύσεως αὐτοῦ καὶ αἵτινες δὲν περιλαμβάνονται ἐντὸς τῶν ἀριθμῶν τοὺς ὁποίους ἐν τῇ ἀγορεύσει του εἶχεν ὑπ’ ὄψιν, ἀνέρχονται δὲ εἰς 450,000 δραχμῶν. Εἶναι ἄρα τὸ ὅλον ποσὸν τῶν πληρωτέων κατὰ τὸ 1880 ἀπέναντι τῆς χρήσεως τοῦ 1879, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν εἰσπρακτέων, ἤτοι τὸ ὅλον ποσὸν τοῦ πλεονάσματος, 9,522,000 δραχμῶν. Ἀπέναντι τούτων δὲν ἔχομεν νὰ καταλογίσωμεν τοὺς πόρους, τοὺς ὁποίους ἀνέφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀφοῦ οὗτοι ἐξηντλήθησαν, ἔχομεν μόνον νὰ καταλογίσωμεν τὰ εἰσπρακτέα, ἐξ ὧν ὅμως ἀφαιρετέον πάλιν τὸ σύνηθες καθυστέρημα. Ὑπερέβη τὰς προσδοκίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν τὸ ἀναγκαιοῦν δάνειον εἰς πληρωμὴν τῶν ὀφειλῶν τοῦ 1879· 3,000,000 ἔλαβε τὸ Ὑπουργεῖον διὰ Β. Διατάγματος ἀπὸ τῶν εἰσπραχθέντων ἐκ τοῦ δανείου τῶν 60,000,000 τῶν κατατεθειμένων ἐν τῇ Τραπέζῃ, ἔλαβεν ἔτι ἓν καὶ ἥμισυ ἑκατομμύριον, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσαμεν, καὶ δὲν ἤρκεσαν ταῦτα, διότι τὸ ταμεῖον εἶναι κενὸν, ὀφείλομεν δὲ νὰ λάβωμεν 5 ἔτι ἑκατομμύρια ἐκ τοῦ δανείου τῶν 60,000,000, ἵνα καλύψωμεν τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1879, καὶ ἴσως δύο ἥμισυ ἔτι ἑκατομμύρια ἀπέναντι τοῦ καθυστερήματος τῶν εἰσπράξεων. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι πλέον τοῦ διπλασίου τοῦ σήμερον αἰτουμένου ποσοῦ θὰ χρειασθῇ διὰ τὸ ἔλλειμμα τοῦ ἔτους 1879. Ὅταν δὲ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰς παρατηρήσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν περὶ τῶν ἀναγκῶν τοῦ Ἰανουαρίου τοῦ 1880 καὶ περὶ τοῦ ἐλλείμματος, τὸ ὁποῖον αἱ εἰσπράξεις τοῦ μηνὸς τούτου θέλουσιν ἀφήσει, καὶ τὴν διαφορὰν τῶν ἐξόδων πρὸς τὰ ἔσοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους τούτου, θέλομεν πεισθῆ, ὅτι ἐκτὸς τῶν 2½ ἑκατομμυρίων, ἅτινα διὰ τοῦ νομοσχεδίου ζητοῦνται, καὶ ἑτέρων 2½ ἑκατομμυρίων ἀπέναντι τοῦ ἐλλείμματος τοῦ 1879, θέλει ληφθῆ ἀλληλοδιαδόχως ἐκ τῶν εἰσπράξεων τοῦ δανείου τῶν 60,000,000 τὸ τελικὸν καθυστέρημα τοῦ 1879 καὶ ὁλόκληρον τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1880. Παρετήρησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν ἤδη τὰς ὑποχρεώσεις, ὧν ἕνεκα ζητοῦνται τὰ 2½ ἑκατομμύρια, διότι αὗται ὑπάρχουσιν ἐψηφισμέναι, ἀλλὰ πρόκειται μόνον νὰ προσδιορίσωμεν διὰ τίνος τρόπου θέλουσιν ἱκανοποιηθῆ αἱ ὑποχρεώσεις, διὰ τίνος τρόπου θέλει δυνηθῆ τὸ δημόσιον νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς πληρωμὰς, τὰς ὁποίας συναινέσει τῆς Βουλῆς ἀνεδέχθη καὶ τὰς ὁποίας δὲν δύναται ν’ ἀρνηθῇ. Καὶ πρῶτον δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ Βουλὴ συνῄνεσεν εἰς ὅλας τὰς πληρωμὰς. Ἐγένοντο ἔξοδα καὶ ἀνεδέχθη ἡ κυβέρνησις ὑποχρεώσεις ἑκατομμυρίων, περὶ τῶν ὁποίων δὲν ἀπεφάνθη. Ἀλλὰ πλὴν τούτου ἡ Βουλὴ πρέπει ἐν γνώσει νὰ ἀποφανθῇ περὶ τῆς πηγῆς, ἐξ ἧς θ’ ἀρυσθῇ τὰ πρὸς πραγματοποίησιν τῶν πληρωμῶν κεφάλαια. Πόσα ἑκατομμύρια ἐδαπάνησεν ἡ κυβέρνησις ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς καὶ ἄνευ ἀδείας αὐτῆς διὰ Β. διαταγμάτων ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1879; Ἐζητήθησαν προσέτι διὰ νομοσχεδίων περὶ πιστώσεων παρὰ τῆς Βουλῆς ἐγκρίσεις δαπανῶν πρωτοφανεῖς, διότι κατὰ τὸ 1880 ζητεῖται παρὰ τῆς Βουλῆς ἔγκρισις ὅπως ἐπιτραπῇ εἰς τὴν κυβέρνησιν, ἵνα δαπανήσῃ ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1879. Ἐὰν αἱ δαπάναι εἶχον γίνει διὰ Β. διαταγμάτων, καίτοι ἄτοπος, δὲν θὰ ἦτο ὅμως κατὰ τύπους ἀνακόλουθος ἡ αἴτησις τῆς ἐγκρίσεως τοῦ διατάγματος. Ἀλλ’ ὅταν ζητῶμεν σήμερον τὴν ἄδειαν νὰ πραγματοποιήσωμεν δαπάνην μήπω γενομένην διὰ τὸ 1879, ἀφοῦ τὸ ἔτος ἐκεῖνο παρῆλθε καὶ ἔχομεν λογιστικὸν νόμον μὴ ἐπιτρέποντα δαπάνην διὰ τὸ 1879, πραγματοποιουμένην κατὰ τὸ ἐπιὸν ἔτος, ἤτοι κατὰ τὸ ἔτος εἰς τὸ ὁποῖον εὑρισκόμεθα, ἀπορῶ πῶς τοιαύτην ἔγκρισιν ἠδύνατο νὰ προτείνῃ ἡ κυβέρνησις εἰς τὴν Βουλὴν καὶ πῶς θεωρεῖ ἁπλοῦν τύπον τὴν αἴτησιν χρημάτων, ἵνα ἀνταποκριθῇ πρὸς τοιαύτας δαπάνας ἀντιστρατευομένας πρὸς τὰς οἰκονομικὰς ἀρχὰς, αἱ ὁποῖαι μᾶς διέπουσι, δαπάνας, αἱ ὁποῖαι ἀνατρέπουσιν ἄρδην τὸν λογιστικὸν νόμον. Λέγουσιν οἱ ὑπουργοὶ, ὅτι οὐδὲν ἄλλο πρόκειται νὰ κανονίσῃ ἡ Βουλὴ ἢ τὴν ἐξόφλησιν δαπάνης, ἥτις κατ’ ἀρχὴν ἐκανονίσθη πρότερον. Τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις σήμερον εἶναι 2½ ἑκατομμύρια, τὰ ποσὰ δὲ τὰ ὁποῖα ἐδαπάνησεν ἄνευ ἀδείας τῆς Βουλῆς, δυνάμει Β. Διαταγμάτων ἢ ἄνευ Διαταγμάτων, ὑπερβαίνουσι τὰ 2½ ἑκατομμύρια· ἑπομένως πρόκειται νὰ δώσωμεν τὰ μέσα εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἵνα πραγματοποιήσῃ δαπάνας, περὶ τῶν ὁποίων δὲν ἀπεφάνθημεν καὶ περὶ ὧν προδικάζει ἐν μέρει τὸ Νομοσχέδιον, διότι, ψηφιζομένου αὐτοῦ, θέλει καταστῆ ἀναπόδραστος κατόπιν ἡ ἀνάγκη τῆς ψηφίσεως τῶν πιστώσεων.

§66ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ πιστώσεις ἐπληρώθησαν.

§67ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπληρώθησαν, ἀλλὰ δὲν ἐπληρώθησαν τῇ συναινέσει τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ὑπ’ εὐθύνην ὑμῶν, καὶ ἐὰν δὲν τὰς ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ, ὑμεῖς εἶσθε οἱ πληρώσοντες. Τὸ ζήτημα εἶναι ἂν πρέπῃ ὑμεῖς νὰ ἦσθε οἱ πληρώσοντες ἢ τὸ Ἔθνος. Καὶ πρὶν ἢ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ περὶ τούτου, λέγετε, ὅτι πάντα ταῦτα εἶναι τυπικά. Τοιαῦται πράξεις τῆς Κυβερνήσεως δὲν δύνανται νὰ κανονίζωνται οὕτω, διότι ἐὰν ἡ Βουλὴ παραδεχθῇ ταύτας ὡς ἁπλοῦν τύπον καὶ ἄνευ οὐσιαστικοῦ ἐλέγχου, παραιτεῖται τοῦ κυριωτέρου αὐτῆς δικαιώματος, διότι διὰ τῆς ψηφίσεως ἢ τῆς ἀρνήσεως τῶν πιστώσεων δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιβάλληται εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ διέπῃ τὴν πολιτικὴν τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ, κύριοι, νὰ παρέμβω εἰς ζήτημα δημοσίας τάξεως. Ἐὰν δὲν ὑπάρχωσι τὰ ἀναγκαῖα μέσα διὰ τὸν στρατὸν, πρέπει νὰ ψηφίσωμεν τὴν πίστωσιν, ὅπερ ἐγένετο καὶ πρὸ ὀλίγου καιροῦ, ὅτε ἔφερεν ἡ Κυβέρνησις αἴτησιν ἀδείας, ὅπως λάβῃ ἐκ τῶν εἰσπράξεων τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων 1½ ἑκατομμύριον. Ἔχετε τοιοῦτον λόγον; εἴπατέ τον, καὶ τότε οἱ πάντες θέλομεν ἀναγκασθῆ νὰ ψηφίσωμεν. Ἀλλ’ ἤδη ἐγένετο ἡ παρατήρησις ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν ἐν τῷ ταμείῳ χρήματα πρὸς πληρωμὴν τοῦ στρατοῦ, διότι τοῦτο εἶναι ζήτημα τάξεως, καὶ ἀπέναντι αὐτοῦ οἱ πάντες ὀφείλομεν νὰ ὑποκύψωμεν, διότι οὐδὲν ὠφελοῦσιν αἱ οἰκονομίαι, ἂν δι’ αὐτῶν φέρωμεν ἀνατροπάς. Ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον δὲν μᾶς εἶπε τοῦτο. Ἐὰν μᾶς ἔλεγε τοιοῦτόν τι, ἠθέλομεν ἐξετάσει κατὰ πόσον ἡ αἴτησις εἶναι δημοσίας τάξεως. Ἐνόσῳ ὅμως δὲν λέγει, ὅτι εἶναι δημοσίας τάξεως, ὀφείλει νὰ ὑποβάλῃ τὴν πρότασιν εἰς τοὺς γενικοὺς κανόνας, ἡμεῖς δὲ, ἵνα ἀποφανθῶμεν περὶ τῆς ἀδείας ταύτης, πρέπει νὰ λάβωμεν πλήρη γνῶσιν τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως, πλήρη γνῶσιν τῶν ὀφειλῶν καὶ τῶν πιστώσεων τοῦ δημοσίου ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1879, καὶ προσέτι πλήρη γνῶσιν τῆς ταμιακῆς καταστάσεως, καὶ τότε ν’ ἀποφανθῶμεν, ἂν δυνάμεθα ἢ μὴ νὰ χορηγήσωμεν τὴν ἄδειαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως λάβῃ χρήματα καὶ πληρώσῃ. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐξετάσεως ταύτης μᾶς πείσῃ, ὅτι ὀφείλομεν ν’ ἀναγνωρίσωμεν τὰς δαπάνας ταύτας, ἕπεται ὅτι πρέπει καὶ νὰ τὰς κανονίσωμεν, καθ’ ὃν τρόπον καθιεροῖ τὸ Νομοσχέδιον; Τὸ Νομοσχέδιον λέγει, ὅτι τὰ 2½ ἑκατομμύρια θέλουσι ληφθῆ ἐκ τῶν εἰσπράξεων τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων τῶν κατατεθειμένων ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ. Νομίζετε, ὅτι τοῦτο παραδεχόμενοι, παραδεχόμεθα πρᾶξιν τυπικήν; Λύομεν ἀμέσως, κύριοι, τὸ ζήτημα τῆς διαθέσεως τῶν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατ. εἰσπραχθέντων χρημάτων, καὶ ἀποφατικῶς τὸ ζήτημα τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας....

§68ΔΟΥΜΑΣ. Εἶναι λελυμένον ἤδη.

§69ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πλὴν τῶν 3 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν δυνάμει Β. Διατάγματος καὶ ἐδαπανήθησαν, ὡς καὶ τοῦ ἑνὸς καὶ ἡμίσεως ἑκατομμυρίου, ὅπερ ἐσχάτως ἐψηφίσαμεν, ὑπάρχουσιν ἐναπολειφθέντα ἀρκετά, ὅπως ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ἐὰν περιορισθῶμεν εἰς τὰς λογιστικὰς πράξεις· ἄλλο ζήτημα εἶναι ἂν δυνάμεθα νὰ ἄρωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ὅπως σήμερον ἔχουσι τὰ τοῦ δανείου, ἄνευ ζημίας τοῦ τόπου, καὶ τοῦτο θέλομεν συζητήσει ἐν καιρῷ. Ἀλλ’ ἐὰν διαθέσωμεν τὰ 2½ ἑκατομμύρια, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ἐκ τῶν χρημάτων ἐκείνων, ἤτοι ἐκ τῶν εἰσπράξεων τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων, τότε, ὡς παρατηρεῖ ὁ κ. Βουλευτὴς Σύρου, εἶναι ἀδύνατον νὰ γείνῃ ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ λογιστικῶς, διότι δὲν θὰ ὑπάρχῃ οὐδὲ ἀριθμητικῶς ἀρκετὸν ποσὸν πρὸς τὴν ἀπότισιν τῶν δανείων, ἐξ ὧν ἐξήρτηται ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία· ἑπομένως λύομεν τὸ μέγα ζήτημα τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, οὐχὶ ἐν ἐπιγνώσει, ἀλλὰ διὰ τῆς ἀποφάσεως, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν προτείνει, ἀσχέτως ὅλως πρὸς τὰ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἤθελον ἔχει ἄλλως τὰ περὶ τούτου, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς ὑπεσχέθη πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, εἶχεν ὑποβάλει ἤδη εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἰδέας τῆς Κυβερνήσεως περὶ τοῦ τρόπου τῆς διαθέσεως τῶν εἰσπραχθέντων ἐκ τοῦ δανείου τῶν 60,000,000 καὶ περὶ τοῦ πρακτέου ὡς πρὸς τὰς 24,000 ὁμολογίας, αἱ ὁποῖαι εἰσέτι δὲν ἐπραγματοποιήθησαν, καὶ ταύτας τὰς ἰδέας ὤφειλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλήν, πρὶν ζητήσῃ τὴν ἔγκρισιν τῆς πιστώσεως. Ἡ ἐπιτροπή, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι θέλετε παραπέμψει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὀφείλει νὰ γνωρίσῃ ὁποία ἡ χρῆσις τῶν ἐκ τοῦ δανείου χρημάτων, τὴν ὁποίαν ἔχει ὑπ’ ὄψιν ἡ Κυβέρνησις, ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ ὁποίαν χρῆσιν θεωρεῖ αὐτὴ ἡ ἐπιτροπὴ πρέπουσαν, ἵνα ἴδῃ ἐὰν συμβιβάζηται πρὸς τὴν γνώμην αὐτῆς περὶ τούτου ἡ παραχώρησις εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῶν ζητουμένων 2½ ἑκατομμυρίων. Ἂν τυχὸν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἢ ἐν τῇ Βουλῇ ὑπάρχωσιν οἱ φρονοῦντες, ὅτι δύναται νὰ ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, εἶναι δ’ οὗτοι διατεθειμένοι ἵνα παραχωρήσωσι τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν 2½ ἑκατομμυρίων, ὀφείλουσι νὰ ἐξεύρωσιν αὐτὰ ἀλλαχοῦ· ἀλλ’ ἡ περὶ τούτου ἐκτίμησις προαπαιτεῖ τὴν ἐξέτασιν ἐν συνόλῳ τοῦ ζητήματος τῆς διαθέσεως τῶν ἐκ τοῦ δανείου χρημάτων. Ἑπομένως παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἀφ’ ἑνός, ἵνα εὐαρεστηθῇ νὰ ἐκπληρώσῃ τὴν ὑπόσχεσιν, ἣν ἔδωκε πρὸς τὴν Βουλήν, καὶ ὑποβάλῃ τὰς ἰδέας αὐτοῦ ἢ τὸ Νομοσχέδιον αὐτοῦ περὶ τοῦ τρόπου τῆς διαθέσεως τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων· ἀφ’ ἑτέρου δὲ προτείνω εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως παραπεμφθῇ τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο περὶ τῶν 2½ ἑκατομμυρίων εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ἵνα ἡ ἐπιτροπὴ λάβῃ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὅλας τὰς πληροφορίας, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀναγκαῖαι, ὅπως ἐκτιμηθῇ ἡ ἀνάγκη τῆς χορηγήσεως τῶν χρημάτων καὶ ἐκτιμηθῇ ὁ τρόπος τῆς χορηγήσεως αὐτῶν. Ἀφοῦ δὲ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας λάβωμεν παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς τὴν ἔκθεσιν, θέλομεν δυνηθῆ νὰ προβῶμεν καὶ ἡμεῖς εἰς τὴν συζήτησιν ἐν κατοχῇ τῶν ἀπαιτουμένων, ὅπως ἀποφανθῶμεν. Βεβαίως, ἕως τότε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θέλει ὑποβάλει τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας πρὸ ἡμερῶν ἐζητήσαμεν καὶ τὰς ὁποίας ἀπορῶ, ὅτι δὲν ὑπέβαλεν ἔτι, καὶ ἰδίως τὰς λεπτομερεῖς πληροφορίας περὶ τῆς προσωρινῆς καταστάσεως τῆς χρήσεως τοῦ 1879 μέχρι τέλους τοῦ ἔτους. Ἂν προβῶμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Νομοσχεδίου τούτου ἐν ἀγνοίᾳ τῶν πρώτων στοιχείων, ἐφ’ ὧν τοιαῦτα νομοσχέδια στηρίζονται καὶ ὧν ἡ ἐξέτασις εἶναι ἀναγκαία εἰς κατανόησιν αὐτῶν, ἂν ἀποφασίζωμεν περὶ τοιούτων ἀντικειμένων τυπικῶς, παραγνωρίζομεν τὸ καθῆκον ἡμῶν καὶ παραιτοῦμεν τὴν ἰσχὺν ἣν κέκτηται ἡ Βουλή, ὅπως διὰ τῶν πιστώσεων καὶ τῶν χρηματικῶν χορηγήσεων ἐπιβάλληται εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ κανονίζῃ τὴν πολιτικὴν αὐτῆς.

§70Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑποβάλλω τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον εἶχον εἰπεῖ, ὅτι θὰ ὑποβάλω.

§71ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.) Δὲν ἤμην, κύριοι Βουλευταί, προπαρεσκευασμένος ν’ ἀκολουθήσω τὴν συζήτησιν ταύτην, τὴν ὁποίαν ὁ προαγορεύσας ἤγειρεν Ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Μεσολογγίου διὰ τῆς μακρᾶς ἀγορεύσεώς του μὲ προεκάλεσεν ἐπὶ ζητήματος ὅλως διόλου ἀσχέτου πρὸς τὸ ὑπὸ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικείμενον. Ἐνόμιζον καὶ νομίζω ἀκόμη, ὅτι τὸ ζήτημα περὶ οὗ πρόκειται εἶναι ἁπλοῦν, εἶναι ζήτημα χρηματολογικόν, εἶναι ζήτημα καταστάσεως τοῦ δημοσίου ταμείου. Μᾶς ἐδώκατε τὴν ἄδειαν νὰ δαπανήσωμεν διὰ τὸν Ἰανουάριον τὸ 1|12 τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸ ὁποῖον ἀνέρχεται εἰς 4½ ἑκατομμύρια καὶ ἐπέκεινα, καὶ ἡμεῖς παρουσιαζόμεθα καὶ σᾶς λέγομεν ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ· δὲν ἔχομεν χρήματα νὰ πληρώσωμεν τὸ ποσὸν τοῦτο, τὸ ὁποῖον σεῖς μᾶς ἐπετρέψατε νὰ δαπανήσωμεν. Τί ἁπλούστερον, τί λογικώτερον τούτου; Ἀλλ’ ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Μεσολογγίου σᾶς λέγει, ὅτι, διὰ νὰ δώσητε τὴν ἄδειαν ταύτην, πρέπει νὰ μάθητε προηγουμένως ποία ἡ κατάστασις τῶν εἰσπράξεων καὶ τῶν δαπανῶν τοῦ 1879, πρέπει νὰ λάβητε πλήρη γνῶσιν τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους, διὰ νὰ ἐπιτρέψητε τί; νὰ ἐπιτρέψατε εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ χρήματα, τῶν ὁποίων τὴν δαπάνην ἐπετρέψατε ἤδη σεῖς. Καὶ τίνα σχέσιν, κύριοι, ἔχει ἡ συζήτησις, τὴν ὁποίαν προεκάλεσεν ὁ κ. Τρικούπης, μὲ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον; Ὁ κ. Τρικούπης εἶπεν ὅτι δὲν ἀναγνωρίζει ἄλλον λόγον, δικαιολογοῦντα τὸ παρ’ ἡμῶν προτεινόμενον μέτρον, εἰμὴ μόνον τὸν τῆς δημοσίας τάξεως. Ἐκ τούτου λοιπὸν ἕπεται, ὅτι πρέπει ν’ ἀρνηθῇ ἡ Βουλὴ τὰ μέσα τῆς ὑπάρξεως καὶ τῆς συντηρήσεως τῆς Κυβερνήσεως; Πρέπει λοιπὸν ν’ ἀρνηθῇ τις εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων δύναται νὰ τηρήσῃ τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ τὴν πίστιν τοῦ δημοσίου; Ἐγὼ ἐρωτῶ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Μεσολογγίου νὰ μοὶ εἴπῃ, τί ἤθελε κάμει οὗτος, ἐὰν ἀμέσως αὔριον προσεκαλεῖτο εἰς τὴν Κυβέρνησιν, εἶχε δὲ ἐνώπιόν του τὴν κατάστασιν ταύτην τοῦ ταμείου καὶ τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἔχει ἡ Κυβέρνησις τοῦ Κράτους νὰ ἐκπληρώσῃ οὐ μόνον χάριν τῆς δημοσίας τάξεως, ἀλλὰ καὶ τῆς δημοσίας πίστεως; Τί ἄλλο ἤθελε πράξει παρὰ αὐτὸ τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ζητοῦμεν σήμερον;

§72ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καμμίαν πρᾶξιν ἀπὸ ἐκείνας, τὰς ὁποίας σεῖς ἀνελάβετε.

§73ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.) Ἐὰν ἔχῃ τὴν ὑπεράνθρωπον δύναμιν νὰ διοικήσῃ τὸν τόπον ἄνευ χρημάτων, καὶ νὰ μὴ πληρώσῃ παραδ. χάριν διὰ τὸν μῆνα Ἰανουάριον εἰς χρήματα 4,500,000 δραχμῶν, ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μὴ σκεφθῇ παντάπασι περὶ ἄλλου τινὸς ζητήματος, ἀλλὰ νὰ παρακαλέσῃ τὸν κύριον Τρικούπην ν’ ἀναλάβῃ τὰς ἡνίας τῆς Κυβερνήσεως. Τὸν πληροφορῶ ὅμως, ὅτι καὶ αὐτὸς ἤθελε πράξει αὐτὸ τοῦτο, τὸ ὁποῖον καὶ ἡμεῖς πράττομεν· διατί; διότι τὸ ταμεῖον δὲν ἔχει χρήματα, καὶ ἄνευ χρημάτων αἱ ἀνάγκαι καὶ αἱ χρηματικαὶ πληρωμαὶ δὲν θεραπεύονται. Σεῖς, κύριοι, θέλετε νὰ κρύψωμεν τὴν ἀλήθειαν; καὶ διατί νὰ μὴ σᾶς εἴπωμεν αὐτὴν, ὅταν μᾶς ζητοῦσι χρήματα ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν; Δὲν πρόκειται, κύριοι, νὰ θεραπεύσωμεν μόνον τὰς ἀνάγκας τοῦ στρατοῦ, οὔτε εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ στρατὸς εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ κλονίσῃ τὴν τάξιν, ἂν δὲν πληρωθῇ ἐγκαίρως, διότι ὁ στρατὸς ἡμῶν οὐδέποτε θὰ ὑποπέσῃ εἰς τοιαῦτα ἀτοπήματα.

§74ΦΙΛΗΜΩΝ. Δὲν πιστεύω καὶ ἐγὼ ποτὲ, ὅτι ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς θὰ προβῇ εἰς ἀτόπημα διὰ 10 ἢ 15 ἡμέρας.

§75ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ, πλὴν τῆς πληρωμῆς τοῦ στρατοῦ, ἔχει καὶ ἄλλας ἀνάγκας λίαν ἐπειγούσας τὸ Κράτος, ἡ μὴ ἔγκαιρος πληρωμὴ τῶν ὁποίων δύναται νὰ κλονίσῃ τὴν δημοσίαν πίστιν, καὶ αὐτὸ σπεύδει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀποσοβήσῃ διὰ τοῦ μέτρου τὸ ὁποῖον προτείνει εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ μᾶς λέγει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, διατί δὲν ἐξεθέσαμεν τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου; Σᾶς εἴπομεν καὶ σᾶς λέγομεν ὅτι δὲν ἔχομεν χρήματα, καὶ τοῦτο τὸ λέγομεν ἐπισήμως ὡς Κυβέρνησις· ποίαν ἄλλην πληροφορίαν θέλετε; Κύριοι, ὅταν ἡ Κυβέρνησις σᾶς λέγῃ, ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δαπανήσω 4,500,000 διὰ τὸν Ἰανουάριον, ἀλλὰ τὸ ταμεῖον δὲν ἔχει χρήματα, ποίαν ἄλλην πληροφορίαν θέλετε; Τὴν 31 Δεκεμβρίου 1879 ὑπῆρχον εἰς ὅλα τὰ ταμεῖα τοῦ Κράτους δραχ. 903,407 καὶ 79 ο)ο, ἐξ ὧν τὰ ἐπαρχιακὰ ταμεῖα ὤφειλον ν’ ἀποτίσωσιν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν διὰ τὴν ὁδοποιΐαν καὶ διὰ τὰς εἰσπράξεις τοῦ χαρτοσήμου, αἵτινες, ὡς γνωστόν, εἰσὶ προσδιωρισμέναι διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου τῶν 60,000,000, ὤφειλον, λέγω, νὰ ἀποτίσωσι 263,360· ἑπομένως ἔμεινεν ὑπόλοιπον ἐν τοῖς ταμείοις δραχ. 640,047 9|00 τὴν 31 Δεκεμβρίου 1879.

§76ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ κατάστασις αὕτη περιέχει σημείωσιν καὶ τῶν ἄλλων ὀφειλῶν τῶν ταμείων;

§77ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὕτη εἶναι ἡ κατάστασις ἐν γένει τῶν ταμείων τοῦ Κράτους· ἑπομένως εἰς αὐτὴν περιλαμβάνονται καὶ αἱ παρακαταθῆκαι, αἱ ἐγγυοδοσίαι κλπ.

§78ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπειδὴ πρόκειται περὶ τῆς καταστάσεως τὴν ὁποίαν θέλετε μᾶς ὑποβάλει, σᾶς παρακαλῶ νὰ περιλάβητε καὶ τὰς τοῦ ταμείου τὰς ἀνεξαρτήτους τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι τὰς ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τὰς γνωρίζομεν, ἐνῷ αὐτὰς δὲν δυνάμεθα νὰ τὰς γνωρίζωμεν, ἐὰν δὲν ἔχωμεν ἰδιαιτέραν σημείωσιν.

§79ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἦναι δυνατὸν νὰ γείνῃ τοῦτο, θὰ τὸ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν εὐχαρίστως. Ἀλλ’ ἡ κατάστασις τοῦ ταμείου ἐν γένει ἦτον αὐτὴ τὴν ὁποίαν πρὸ μικροῦ ἐξέθηκα πρὸς ὑμᾶς, καὶ περὶ τῆς ὁποίας ὑποβάλλω κατάστασιν εἰς τὸ προεδρεῖον, ἥτις, παρακαλῶ, νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ εἰς τοὺς κ.κ. Βουλευτάς. Ἀλλὰ πλὴν τῶν 263, 360 τῶν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν διὰ τὴν ὁδοποιΐαν καὶ ἐκ τῆς εἰσπράξεως τοῦ χαρτοσήμου ὀφειλομένων ὑπὸ τῶν ἐπαρχιακῶν ταμείων, τὸ κεντρικὸν ταμεῖον ὤφειλεν ἐπίσης εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἐξ εἰσπράξεων χαρτοσήμου καὶ διὰ τὴν ὁδοποιΐαν πλέον τῶν 500,000· ὥστε ὅλον τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον σημειοῦται ὡς εὑρεθὲν ἐν τοῖς ταμείοις τὴν 31 8βρίου 1879, ἦτο σχεδὸν ἰδανικόν. Ἀλλ’ ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Μεσολογγίου, διὰ νὰ πείσῃ τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ χορηγήσῃ ἄδειαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ λάβῃ αὐτὰ τὰ χρήματα πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν τοῦ Ἰανουαρίου καὶ τῶν δύο τελευταίων μηνῶν τοῦ 1879, ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἀποδόσεώς των ὅσα ἤθελον χρησιμεύσει διὰ τὰς δαπάνας τοῦ Νοεμβρίου καὶ Δεκεμβρίου 1879, ἐκ τῶν εἰσπράξεων τῆς αὐτῆς χρήσεως, ἐπεκαλέσθη τὴν προσωρινὴν κατάστασιν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ 1879 μέχρι τῆς 31 8βρίου ἰδίου ἔτους, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ ἔντιμος προκάτοχός μου, ἐκ τῆς ὁποίας δῆθεν ἀποδεικνύεται κατ’ αὐτὸν, ὅτι τὰ ὀφειλόμενα διὰ τὸ 1879 εἶναι πολὺ ὑπέρτερα τῶν πιθανῶν εἰσπράξεων, αἵτινες δύνανται νὰ πραγματοποιηθῶσιν ἐντὸς τῆς χρήσεως τοῦ 1879, ἤτοι μέχρι τοῦ Ὀκτωβρίου 1880, καὶ ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀντικατασταθῶσιν ἐκ τῶν εἰσπράξεων τούτων ὅσα χρήματα ἐκ τῶν δραχ. 2,500,000 δαπανηθῶσι δι’ ἀνάγκας τοῦ 1879. Δὲν ἐμελέτησα, κύριοι, τὸ ζήτημα ἀκριβῶς, καὶ ὡς σᾶς εἶπον καὶ ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου, δὲν ἤμην παρεσκευασμένος διὰ τοιαύτην συζήτησιν, διότι πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἀναλαβὼν τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μελετήσω ὅλα τὰ ἀντικείμενα καὶ ἐγκύψω εἰς ὅλα τὰ ζητήματα· ἀλλὰ μ’ ὅλα ταῦτα ἐκ τοῦ προχείρου πληροφορῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐκ τῆς προσωρινῆς καταστάσεως τῆς χρήσεως τοῦ 1879, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν εἰς αὐτὴν ὁ τέως Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, προϋπελογίσθησαν ἔσοδα μὲν 45,808,442 36|00, ἔξοδα δὲ 60,078,760 ὅτι ἐκ τῶν προϋπολογισθέντων ἐσόδων ἐβεβαιώθησαν μέχρι 31 Ὀκτωβρίου 36,668,262 καὶ 60|00, καὶ ὅτι εἶναι πιθανὸν νὰ βεβαιωθῶσι μέχρι τέλους τοῦ ἔτους 8,728,800, τουτέστιν ἐν ὅλῳ 45,397,062 καὶ 60|00 ἤτοι ποσὸν ὀλιγώτερον τοῦ προϋπολογισθέντος κατὰ 410,000 δρ. περίπου· ὅτι ἐκ τῶν βεβαιωθέντων εἰσεπράχθησαν μέχρι 31 Ὀκτωβρίου 32,028,797 96|00, καὶ ἐδαπανήθησαν δραχ. 30,843,211, ἤτοι ὀλιγώτερον κατὰ 1,200,000 περίπου τῶν εἰσπραχθέντων· ὅτι μέχρι τέλους Δεκεμβρίου 1879 εἶναι πιθανὸν νὰ εἰσπραχθῶσιν ἐκ τῶν βεβαιωθέντων 7,883,583 δραχ. καὶ μέχρι τέλους τῆς χρήσεως τοῦ 1879 ἕτερα 5,184,680, ἑπομένως τὸ ὁλικὸν ποσὸν τῶν εἰσπράξεων, κατὰ πᾶσαν πιθανότητα, μέχρι τέλους τῆς χρήσεως θέλει φθάσει τὸ ποσὸν τῶν βεβαιωθέντων φόρων, διότι ἡ Κυβέρνησις προτίθεται νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν μέτρα ἐξασφαλίζοντα τὴν ἀκριβῆ καὶ ἔγκαιρον εἴσπραξιν τῶν δημοσίων ἐσόδων. Σᾶς εἶπον, ὅτι κατὰ τὴν εἰρημένην ὑπὸ τοῦ ἐντίμου προκατόχου μου ὑποβληθεῖσαν προσωρινὴν κατάστασιν τὰ προϋπολογισθέντα ἔξοδα εἶναι δρ. 60,078,760, ἐχορηγήθησαν δὲ πιστώσεις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1879 δι’ εἰδικῶν νόμων καὶ διαταγμάτων, καὶ ζητοῦνται ἤδη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, μήπω ψηφισθεῖσαι εἰσέτι, ἐν ὅλῳ δραχ. 2,589,293, καὶ προσέτι ὀφείλονται διὰ τὸ 1878 δρ., 51,443 81|00, τὰ ποσὰ δὲ ταῦτα θὰ ἀποτελέσωσι μετὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν 62,722,496 85|00· ὅτι ἐπληρώθησαν μέχρι τῆς 31 Ὀκτωβρίου 30,843,211 καὶ εἶναι πιθανὸν νὰ πληρωθῶσι μέχρι τέλους τοῦ ἔτους 1879 ἕτερα 12,172,111 δραχμῶν, τὸ ὅλον τῶν ἐντὸς τοῦ ἔτους 1879 πληρωθησομένων 43,000,000 περίπου. Ἑπομένως ὑπολείπονται κατὰ τὴν κατάστασιν ταύτην πρὸς ἀποπληρωμὴν τῶν δαπανῶν κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν καὶ τὰς ληφθείσας πιστώσεις καὶ τὰς αἰτουμένας ἤδη, τῷ ὄντι, ὡς εἶπεν ὁ κ. Τρικούπης, δρ. 19.931,846. Ἀλλ’ ὁ ἔντιμος προκάτοχός μου σᾶς εἶπε κατὰ τὴν πολιτικὴν συζήτησιν, ὅτι πολλῶν πιστώσεων οὔτε ἔγεινεν, οὔτε πρόκειται νὰ γείνῃ χρῆσις, ἑπομένως τὸ ποσὸν τῶν 19,900,000 θὰ ἐλαττωθῇ ἴσως εἰς 13,000,000 περίπου. Ἐλησμόνησεν, ὅμως, κύριοι, ὁ ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς, μολονότι ἀγορεύοντα τὸν διέκοψα καὶ τοῦ ὑπενθύμισα τοῦτο, ὅτι πλὴν τῶν τακτικῶν αὐτῶν ἐσόδων, ἡ Κυβέρνησις μετεχειρίσθη διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν δαπανῶν πρὸς κάλυψιν τοῦ ἐλλείμματος τοῦ 1879 καὶ ἐκτάκτους πόρους, οἱ ὁποῖοι δὲν φαίνονται σημειωμένοι εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν. Τί ἔγειναν π. χ. τὰ 5,000,000, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις ἐντὸς τοῦ 1879 ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ; εἰς τί ἐχρησίμευσαν τὰ 5,000,000, τῶν προσθέτων ἐντόκων γραμματίων, ὡς καὶ τὰ 4½ ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τὸ δάνειον τῶν 60 ἑκατομμυρίων; καὶ ἐδῶ πλανᾶται ὁ κ. Τρικούπης, διότι τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1879 σχεδὸν ἐκαλύφθη διὰ τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα, ὡς εἶπον, ἐλήφθησαν ἤδη ἀπὸ τὸ δάνειον τῶν 60 ἑκατομμυρίων, ἀπὸ τὸ δάνειον τῶν 5,000,000 παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ, καὶ ἀπὸ τὴν αὔξησιν τῶν ἐντόκων γραμματίων κατὰ 5,000,000, καὶ λέγω σχεδὸν ἐκαλύφθη τὸ ἔλλειμμα, μολονότι αὐτὸ εἶναι πολὺ κατώτερον τῶν ἀνωτέρω ἐκτάκτων πόρων ἀνερχομένων εἰς 14,500,000 δραχμῶν, διότι ἐξ αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ ἐπληρώθησαν καὶ δαπάναι τοῦ 1878, διὰ παραγγελίας προμηθειῶν κλπ. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται, κύριοι, σήμερον νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν λογοδοσίαν περὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1879, οὔτε νὰ ἐξετάσωμεν καὶ συζητήσωμεν τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους· ἐν παρέργῳ καὶ προχείρως εἶπον αὐτὰ πρὸς τὴν Βουλὴν, διὰ νὰ τὴν καθησυχάσω ἀπέναντι τοῦ φόβου, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Τρικούπης ἐξέφερε περὶ τοῦ καταπληκτικοῦ ἐλλείμματος καὶ τῆς ἀμηχανίας, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ εὑρεθῶμεν δῆθεν ὡς πρὸς τὴν πληρωμὴν ὑποχρεώσεων μὴ ὑφισταμένων διὰ τὸ 1879· θὰ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ἐκεῖ θὰ ἀποδειχθῇ ἐὰν τὰ λεγόμενα ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη ἦναι ἀκριβῆ ἢ ὄχι. Σήμερον ὅμως, ἐπαναλαμβάνω, οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει τοῦτο μὲ τὸ προκείμενον ζήτημα τὸ ἁπλῶς χρηματολογικὸν καὶ τυπικὸν, τοῦ ὁποίου τὴν συζήτησιν καὶ ἔγκρισιν ὑπεβάλομεν εἰς τὴν Βουλήν, τουτέστι τὴν χορήγησιν χρημάτων πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους· καὶ βεβαίως ἡ θέσις μας θὰ ἦτο δυσχερὴς, ἐὰν δὲν ὑπῆρχον χρήματα πρόχειρα· ἀλλ’ εὐτυχῶς σήμερον χρήματα ὑπάρχουσι, καὶ δι’ αὐτῶν δυνάμεθα νὰ οἰκονομήσωμεν τὰς ἀνάγκας μας. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ συζήτησις τὴν ὁποίαν ἐπροκάλεσεν ὁ ἐκ Μεσολογγίου ἔντιμος βουλευτὴς, εἶναι ἄσχετος, μὲ τὸ προκείμενον ζήτημα· εἶναι συζήτησις, ἡ ὁποία ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τὸ συζητούμενον ἀντικείμενον περὶ τῆς λήψεως τῶν 2,500,000 ἐκ τῶν εἰσπράξεων τοῦ δανείου τῶν 60,000,000, διὰ τὰς δαπάνας τοῦ Ἰανουαρίου, τὰς ὁποίας σεῖς ἐνεκρίνατε, καὶ τῶν ὁποίων τὴν πληρωμὴν ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ κάμωμεν, διὰ τὴν ἔλλειψιν χρημάτων. Δὲν ἐννοοῦμεν, ὅτι διὰ τοῦ Νομοσχεδίου τούτου θὰ προδικάσωμεν τὸ ζήτημα τῆς διαθέσεως τῶν χρημάτων τοῦ δανείου τῶν 60,000,000· ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐδήλωσεν, εἰς ἄλλην προγενεστέραν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο θὰ συζητηθῇ καὶ θὰ νομοθετηθῇ διὰ τρόπου τοιούτου, ὥστε νὰ μὴ μείνῃ οὐδεμία ἀμφιβολία εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ δύναται νὰ κάμῃ οἱανδήποτε θέλει χρῆσιν τῶν χρημάτων τοῦ δανείου· τοῦτο θὰ κανονισθῇ δι’ εἰδικοῦ νομοθετήματος, διὰ χωριστῆς συζητήσεως· ἀλλὰ σήμερον ἔχομεν ἀνάγκην χρημάτων, καὶ ἂν δὲν μᾶς δώσητε χρήματα, δὲν δυνάμεθα νὰ θεραπεύσωμεν τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει δὲν δυνάμεθα ν’ ἀναδεχθῶμεν καὶ τὴν εὐθύνην. Ὅλα δὲ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Τρικούπης εἶναι ἄσχετα, τὸ ἐπαναλαμβάνω, μὲ τὸ προκείμενον ζήτημα, καὶ δὲν δύνανται νὰ ἐξετασθῶσι σχετικῶς μὲ τὸ νομοσχέδιον τῶν 2,500,000, τὰ ὁποῖα ζητοῦμεν νὰ λάβωμεν.

§80ΔΟΥΜΑΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς κατέληξε τὸν λόγον εἰπὼν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις φροντίζει νὰ φέρῃ Νομοσχέδιον περὶ χρήσεως τοῦ δανείου τῶν 60,000,000. Τὰ αὐτὰ μᾶς εἶπε καὶ ὁ κ. Δηλιγιάννης καὶ ὁ κ. πρωθυπουργὸς κατὰ τὴν πολιτικὴν συζήτησιν. Ἐν τούτοις τὸ Νομοσχέδιον δὲν παρουσιάζεται, παρουσιάζονται ὅμως Νομοσχέδια, διὰ τῶν ὁποίων βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον δαπανῶμεν τὸ δάνειον τῶν 60 ἑκατομμυρίων, ὅπερ ἐψηφίσθη διὰ τὴν πραγματοποίησιν τοῦ μύθου τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, τὸ κατασπαταλῶμεν, χωρὶς νὰ ζητῶμεν νὰ ὠφεληθῶμεν τοὐλάχιστον ἐκ τῶν χρημάτων αὐτῶν. Πραγματοποιήσαντες τὸ δάνειον, ἐπεβαρύναμεν τὸν προϋπολογισμὸν μὲ 4,000,000 φρ., διότι, ἂν σήμερον δὲν ἦναι τὸ ὅλον πραγματοποιημένον, ἐντὸς ὀλίγου θὰ τὸ πραγματοποιήσουν. Ἡ Κυβέρνησις δύναται, ἐὰν μεριμνᾷ σπουδαίως, νὰ παραδεχθῇ σύστημα, διὰ τοῦ ὁποίου καὶ τὰς ἀνάγκας ἡμῶν θὰ οἰκονομήσωμεν καὶ τὸν προϋπολογισμὸν θὰ ἐλαφρύνωμεν, ἀδιαφορεῖ ὅμως καὶ ζητεῖ καθημερινῶς ποσὰ διὰ τὴν συντήρησίν της τὴν ἰδέαν τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας νὰ τὴν ἀποβάλητε, εἶναι ἀδύνατον νὰ πραγματοποιηθῇ ἄνευ νέων βαρῶν. Ὅπως κατορθωθῇ δὲ, εἶναι ἀνάγκη καὶ ἄλλου δανείου, διότι καὶ τὸ ὑπόλοιπον τοῦ δανείου ἂν πραγματοποιηθῇ, πάλιν δὲν θὰ κατορθωθῇ ἡ ἄρσις, διότι μένομεν ἔχοντες ἀπέναντί μας τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1879 καὶ ὅλον τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1880. Λοιπὸν ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἕνεκεν τῶν ἐλλειμμάτων αὐτῶν, ἄνευ νέου δανείου ἐκ 10 ἑκατομμυρίων πραγματικοῦ, ἤτοι 13 ἢ 14 ἑκατομμυρίων ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου τοὐλάχιστον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ, καὶ ἂν ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἀρκεσθῇ νὰ σᾶς εἴπῃ «ἡσυχάσατε, τὰ εὑρίσκω», θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὴ τὸν πιστεύσητε, δὲν θὰ τὰ εὕρῃ. Λοιπὸν ἀντὶ νὰ συζητῶμεν Νομοσχέδια, διὰ τῶν ὁποίων ῥοκανίζουν τὸ δάνειον ὀλίγον κατ’ ὀλίγον, εἶναι προτιμότερον ἡ κυβέρνησις νὰ ἀποσύρῃ τὸ Νομοσχέδιον αὐτὸ, καὶ νὰ μᾶς φέρῃ τὸ ἕτερον, τὸ ὁποῖον μᾶς ὑπεσχέθη καὶ σήμερον ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸς, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ φροντίσωμεν νὰ ὁρισθῶσιν ὁριστικῶς τὰ τῆς χρήσεως τοῦ δανείου. Ἂν λάβωμεν σύντονα μέτρα, θὰ ἔχωμεν οἰκονομίαν διὰ τῆς χρήσεως τῶν χρημάτων αὐτῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ 1 ἑκατομμύριον δραχ. Διὰ τοῦτο, κύριοι, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ τὸ ἀποσύρῃ· διὰ νέου δὲ Νομοσχεδίου νῦν νὰ φροντίσωμεν νὰ διατεθῶσι τὰ χρήματα ταῦτα οὕτως, ὥστε, ἀφοῦ μένει ἡ καταναγκαστικὴ κυκλοφορία, νὰ ἐλαφρύνωμεν τοὐλάχιστον τὸν προϋπολογισμὸν, ὡς εἶπον, καὶ οὕτως ὀλιγωτέρους φόρους βιασθῶμεν νὰ ψηφίσωμεν. Δὲν πρόκειται νὰ ἀρνηθῶμεν χρήματα εἰς τὴν κυβέρνησιν, διότι, οἱοσδήποτε διοικήσει, θὰ ζητήσῃ τὰ χρήματα αὐτά· ἐξ ἐναντίας μάλιστα πρέπει νὰ δώσωμεν καὶ τὴν προκαταβολὴν αὐτὴν, διότι ἀπαλλάσσομεν τὸ δημόσιον ἀπὸ ἄλλα βάρη. Ἕνεκα τῆς μὴ ἐγκαίρου ἐκπληρώσεως τῶν ὑποχρεώσεών του, τὸ δημόσιον ὑποχρεοῦται ἤδη εἰς πληρωμὴν τόκων. Ὀφείλει ὅμως ἡ κυβέρνησις συγχρόνως νὰ μᾶς ἐξάξῃ ἐκ τῆς ἀβεβαιότητος, φέρουσα τὸ ὑποσχεθὲν Νομοσχέδιον περὶ τῆς χρήσεως τῶν εἰσπραχθέντων ἀπὸ τὸ δάνειον τῶν 60 ἑκατομμυρίων, διότι ἄλλως, ἄνευ οὐδενὸς φραγμοῦ βαθμηδὸν θὰ τὸ κατασπαταλήσωμεν.

§81ΖΑΪΜΗΣ. Ὁ τελευταῖος λόγος τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τοῦ ἀξιοτίμου φίλου μου κ. Παπαμιχαλοπούλου, μὲ ἔκαμε νὰ μετανοήσω, διότι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον δὲν ἐπραγματοποίησα ὅ,τι εἶχον εἰπεῖ εἰς τὸν κ. πρωθυπουργόν, τουτέστι δὲν ἀπέσχον τῆς Βουλῆς μετά τινων φίλων μου, ἵνα μὴ γείνῃ ἀπαρτία καὶ μὴ ἐπιψηφισθῇ τὸ δάνειον τῶν 60,000,000, διότι, ἂν δὲν ἐψηφίζετο, ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἤθελε μᾶς εἴπει σήμερον, χρήματα ἔχομεν εὐτυχῶς, δὲν ἤθελεν ὑπάρχει αὐτὸ τὸ καταφύγιον τῶν 60,000,000, καὶ ἠθέλομεν ἀποφύγει ὅλας αὐτὰς τὰς συζητήσεις. Ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν τὸ ἔπραξα, διότι βεβαίως ἡ ἀποχὴ ἀπὸ τῶν συνεδριάσεων εἶναι πρᾶξις ἄτοπος καὶ ἀντικοινοβουλευτική’ μὅλα ταῦτα, ὅταν τὸ κακὸν πλεονάζῃ, βεβαίως χρειάζονται καὶ ἔκτακτα μέτρα, διότι, καθὼς ἤθελεν εἴπει ὁ κ. Τζάνες, in extremis malis, extrema remedia. Ἀλλὰ τὸ δάνειον ἐκεῖνο ἐψηφίσθη, καὶ ὄχι μόνον τὸ δάνειον ἐπεψηφίσθη, ἀλλ’ ἐπεψηφίσαμεν καὶ προϋπολογισμὸν παρουσιάζοντα ἔλλειμμα 14 ἑκατομμυρίων. Ἂν δὲν ἀπετέλουν μέρος τῆς παρελθούσης Βουλῆς, σᾶς λέγω εἰλικρινῶς, ὅτι ἤθελον καταψηφίσει καθαρῶς κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον παρουσίασεν ἡ κυβέρνησις’ ἀλλ’ ἔλαβον τὴν ἀφροσύνην, ὁμιλῶ κύριοι, μόνον περὶ τοῦ ἑαυτοῦ μου, νὰ δώσω ψῆφον ὑπὲρ προϋπολογισμοῦ παρουσιάζοντος ἔλλειμμα 14 ἑκατομμυρίων, καὶ ἔπρεπε νὰ ἐννοήσω, ὅτι ἤθελεν ἔλθει στιγμή, καθ’ ἣν ὤφειλον νὰ χορηγήσω τὰ μέσα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα καλύψῃ τὸ ἔλλειμμα τοῦτο. Ἕνεκεν τούτου, ἔχων τὴν εὐθύνην ἐν μέρει τῆς ἐπιψηφίσεως τοσούτου προϋπολογισμοῦ, δὲν δύναμαι νὰ ἀρνηθῶ κατ’ ἀρχὴν τὰ μέσα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διὰ τοῦ ὁποίου ζητοῦνται νὰ καταβληθῶσι 2 ἑκατομμύρια 500 χιλιάδες ἐκ τῶν εἰσπράξεων τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων, εἶναι συνέπεια τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἡ Βουλὴ τῆς παρελθούσης περιόδου ἐπεψήφισεν, ἀλλὰ κατ’ ἀρχὴν οὐδεὶς ἀντετάχθη κατὰ τῆς χορηγήσεως ταύτης, οὐδὲ ὁ πρῶτον λαλήσας ἀξιότιμος Βουλευτὴς Μεσολογγίου ὑπεστήριξε μόνον, ὅτι δὲν πρέπει νὰ χορηγηθῇ τὸ νέον αὐτὸ δάνειον πρὸς τὴν Κυβέρνησιν’ ὁ κ. Τρικούπης ὑπεστήριξε μόνον, ὅτι πρέπει τὸ νομοσχέδιον νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν, διὰ νὰ βασανισθῇ ἐκτενέστερον, διὰ νὰ λάβῃ αὕτη ὑπ’ ὄψιν διάφορα ζητήματα καὶ ζητήσῃ διαφόρους πληροφορίας, αἱ ὁποῖαι ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει δὲν δύνανται νὰ δοθῶσι. Συμμερίζομαι, κύριοι, πληρέστατα τὴν γνώμην τοῦ κ. Τρικούπη, ἂν ὄχι διὰ τοὺς αὐτοὺς λόγους, δι’ οὓς ὁ κ. Τρικούπης ὑπεστήριξεν αὐτήν, ἀλλὰ δι’ ἄλλους λόγους. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον σᾶς προτείνεται νὰ λάβητε 2 καὶ ἥμισυ ἑκατομ. ἐκ τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων’ τὸ δάνειον τοῦτο, ὡς πάντες γινώσκετε, συνήφθη πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας’ ἀλλὰ τὸ δάνειον δὲν ἐκαλύφθη ὅλον, ἐκαλύφθη τοσοῦτον, ὅσον δὲν ἤρκει διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ἐπεδίωκεν ὁ νόμος’ κατὰ τὸν καταρτισθέντα πίνακα ὑπὸ τοῦ πρώην ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τὰ μέχρι τοῦδε εἰσπραχθέντα ἐκ τοῦ δανείου ἀνέρχονται εἰς 33,000,000. Ἐκ τούτων, κύριοι, μέχρι τοῦδε ἐλήφθησαν 3 000,000 ἐν τῇ ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς, διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ δημοσίου, 2,000,000 πρὸς ἐξαργύρωσιν ἐντόκων γραμματίων, γίνονται 5,000,000· ἐχορηγήσαμεν 1,500,000, γίνονται 6,500,000· μᾶς ζητοῦν σήμερον 2 καὶ ἥμισυ ἑκατομμύρια, καὶ ἀποτελεῖται τὸ ποσὸν τῶν 9,000,000· ἂν δὲ τὰ 9 ἑκατομμύρια ἀφαιρέσητε ἀπὸ τὰ 38 ἑκατομμύρια, θέλετε φθάσει εἰς τὰ 29. Ἡ ἄρσις λοιπὸν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἄνευ νέου δανείου εἴκοσι καὶ περισσοτέρων ἑκατομμυρίων, δὲν δύναται νὰ γείνῃ, τοὐλάχιστον κατὰ τὰ φαινόμενα. Ἀλλ’ ἡ κυβέρνησις, ἡ ὁποία βεβαίως ἔπρεπε νὰ ἔχῃ κατηρτισμένον σχέδιον περὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἡ κυβέρνησις μέχρι τοῦδε οὐδεμίαν γνώμην, οὐδεμίαν πρότασιν ἔφερεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς· καὶ ἂν ἦτο κυβέρνησις, ἡ ὁποία πρὸ ἑνὸς ἢ δύω μηνῶν ἦλθεν εἰς τὰ πράγματα, βεβαίως δὲν ἤθελον ἔχει τοιαύτην ἀπαίτησιν· ἀλλὰ κυβέρνησις, ἥτις κυβερνᾷ πρὸ 2 ἐτῶν καὶ μερικῶν ἡμερῶν, ἔπρεπε νὰ ἔχῃ κατηρτισμένον σχέδιον περὶ τοῦ σπουδαιοτάτου ζητήματος τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Τί ζητοῦμεν λοιπόν, κύριοι; δὲν ἀρνούμεθα τὴν πίστωσιν, τὸ κατ’ ἐμὲ τοὐλάχιστον· ἀλλ’ ἐπιθυμῶ τὸ νομοσχέδιον νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν, νὰ ἐξετασθῇ καὶ βασανισθῇ ἐκεῖ, νὰ προσκληθῶσιν οἱ κύριοι ὑπουργοὶ ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς, νὰ δώσωσι τὰς ἐξηγήσεις των περὶ τοῦ σχεδίου των πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας· καὶ ὅταν, κύριοι, ἡ ἐπιτροπὴ λάβῃ τὰς πληροφορίας ταύτας, τότε θέλομεν εἶσθαι καὶ ἡμεῖς εἰς θέσιν καλλιτέραν ν’ ἀποφασίσωμεν περὶ τῶν δύο καὶ ἥμισυ ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα αἰτεῖ. Καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, εἶναι ζήτημα κατεπεῖγον, ζήτημα σπουδαιότατον, τὸ ὁποῖον πρέπει οὕτως ἢ ἄλλως νὰ λυθῇ. Σήμερον ἡ ἑλληνικὴ κοινωνία ἀγνοεῖ ἂν θὰ ζήσῃ ὑπὸ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, καὶ ἀγνοεῖ ἂν θὰ ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ἢ ὄχι· οὐδὲν δὲ εἶναι τόσον βλαπτικὸν καὶ ἐπικίνδυνον διὰ τὰ συμφέροντα τῆς κοινωνίας, ὅσον ἡ ἀβεβαιότης· ἡ ἀβεβαιότης κλονίζει τὸ ἐμπόριον, ἐπηρεάζει τὰς συναλλαγάς. Ἐπιζητῶ λοιπὸν νὰ ἐκβιάσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ἓν μέτρον περὶ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, διὰ τῆς προτάσεως τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζω. Τὴν πίστωσιν δὲν τὴν ἀρνοῦμαι, οὐδ’ εἶχον σκοπὸν ν’ ἀρνηθῶ αὐτήν· δὲν φοβοῦμαι τὴν διατάραξιν τῆς δημοσίας τάξεως, ἀλλ’ ἐπιθυμῶ τὸ δημόσιον τῆς Ἑλλάδος, ὅσον εἶναι δυνατόν, νὰ διατηρῇ τὴν πίστιν του. Ἂν δὲ καὶ ὁ Βασιλικὸς λόγος μᾶς ἐβεβαίωσεν, ὅτι ἐκρατύνθη ἡ πίστις, ἐγὼ ὅμως, καὶ μετὰ τὴν ἐπίσημον αὐτὴν διακήρυξιν, μεγάλας ἔχω ἀμφιβολίας ὅτι ἐκρατύνθη αὕτη, ὅταν βλέπω τὰς θύρας τῶν ταμείων κεκλεισμένας. Ἐπιθυμῶ λοιπὸν νὰ μὴ ἀρνηθῶ τὴν πίστωσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διὰ νὰ μὴ κλονίσω ἔτι περισσότερον αὐτὴν τὴν ἀρκετὰ κλονιζομένην πίστιν τοῦ δημοσίου· ἀλλ’ ἐπειδή, πρὶν δώσω τὴν ψῆφόν μου, ἐπιθυμῶ νὰ ἦμαι εἰς γνῶσιν ὅλων τῶν σχεδίων τῆς Κυβερνήσεως, τὰ ὁποῖα δὲν τὰ γνωρίζομεν καὶ τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτεθῶσιν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν, ὅτι δὲν ἔχομεν χρήματα. Κύριοι, τὸ ἀναγνωρίζω πῶς δὲν ἔχουν χρήματα, καὶ ἔχουν ἀνάγκην μέχρι τοῦ τέλους τῆς ἑβδομάδος νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον· ἀλλὰ καὶ ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζω, δὲν ἀντιστρατεύεται πρὸς ὅσα εἶπεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διότι, ἂν ἡ Βουλὴ σήμερον παραπέμψῃ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ἡ ἐπιτροπὴ ἔχει καιρὸν καὶ σήμερον καὶ αὔριον καὶ τὴν Τετάρτην νὰ σκεφθῇ, καὶ νὰ φέρῃ τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς τὴν Πέμπτην, ὥστε τὴν Πέμπτην, Παρασκευὴν καὶ Σάββατον δύναται νὰ προβῇ εἰς τὴν ὁριστικὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Δὲν βλέπω λοιπὸν τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον θέλομεν σήμερον νὰ ὑποχρεώσωμεν τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συνάπτεται μὲ τὰ συμφέροντα τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας, νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ἅπτεται τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος τοῦ μέλλοντος, νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύει τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου ἀθλίαν· ἀναβολὴ δὲ τεσσάρων ἡμερῶν δὲν δύναται νὰ ἐκθέσῃ οὔτε τὴν πίστιν τοῦ δημοσίου, οὔτε νὰ κλονίσῃ τὴν δημοσίαν τάξιν, οὔτε νὰ φέρῃ στενοχωρίαν τινά. Ὑποστηρίζω λοιπὸν τὴν παραπομπὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν οἰκονομικῶν.

§82ΡΙΚΑΚΗΣ. Εἶναι φυσικόν, κύριοι, ἅμα εἰσήχθη Νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὁπωσδήποτε ἐφάπτεται τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεώς μας, εἶναι φυσικόν, λέγω, νὰ γεννῶνται συζητήσεις σπουδαῖαι καὶ παρατεταμέναι, ὡς ἡ προκειμένη· δὲν πρόκειται μόνον περὶ τοῦ ἂν τὸ Νομοσχέδιον πρέπῃ νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν· κατ’ οὐσίαν ἡ συζήτησις ἀποβλέπει εἰς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν, κατάστασιν, τὴν ὁποίαν δὲν δυνάμεθα νὰ ἀποφύγωμεν, καὶ συζήτησιν, ἡ ὁποία εἶναι ἀναγκαίως συνδεδεμένη μὲ πᾶν ζήτημα οἰκονομικὸν, καὶ πᾶσαν πρότασιν ἡ ὁποία θέλει ὑποβληθῆ εἰς τὴν Βουλήν. Δὲν ἐννοοῦμεν, κύριοι, ποία εἶναι ἡ ἀλήθεια; δὲν ἐννοοῦμεν, ὅτι καὶ τὸ παρελθὸν ἀφίνει μέρος κενὸν καὶ τὸ μέλλον θ’ ἀφήσῃ μεγαλείτερον; διατὶ λοιπὸν νὰ προσπαθῶμεν διὰ προσωρινῶν μέτρων νὰ θεραπεύσωμεν πληγὰς, αἱ ὁποῖαι δὲν θεραπεύονται οὕτως: ἂν μέχρι τοῦ Σαββάτου οἰκονομηθῶμεν, τὴν Δευτέραν θὰ μᾶς λείψῃ ὁ ἄρτος· καὶ διὰ τὴν κατάστασιν, κύριοι, αὐτὴν πάντες εὐθυνόμεθα. Τὸ Κράτος δὲν ἀνήκει εἰς τὴν Κυβέρνησιν· ὅλοι ἀποτελοῦμεν μέρος αὐτοῦ, καὶ ὅλοι ἔχομεν συμφέρον καὶ καθῆκον νὰ σκεφθῶμεν ποῖα μέτρα πρέπει νὰ λάβωμεν περὶ τῆς παρούσης καὶ τῆς μελλούσης καταστάσεώς μας, ἡ ὁποία εἶναι ἀπελπιστική. Ἠκούσατε, ὅτι ἔχουσι κενὰ τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου καὶ Νοεμβρίου, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ ὁρίσωσιν, ἀλλὰ σᾶς λέγουσι, «δώσατέ μας πρόχειρα ἑκατομμύρια, διὰ νὰ οἰκονομηθῶμεν σήμερον.» Αὐτὰ ἀποδεικνύουσιν ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος δὲν ἠξεύρει οὔτε ποῦ εὑρίσκεται, οὔτε τί δαπανᾷ, οὔτε μεριμνᾷ τί τέξεται ἡ ἐπιοῦσα· καὶ εἰς τοιαύτην κατάστασιν δὲν σκεπτόμεθα τί νὰ κάμωμεν, ἀλλὰ φιλονεικοῦμεν ἁπλῶς, ἐὰν πρέπῃ ἡ πρότασις νὰ σταλῇ ἢ ὄχι εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Τὰ χρήματα αὐτὰ εἶναι παρακαταθήκη, ἑπομένως δὲν εἶναι ταμιακὴ ὑπηρεσία, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός, καὶ πρόκειται νὰ θέσωμεν χεῖρα ἐπὶ τῆς ἱερᾶς ταύτης παρακαταθήκης, τὴν ὁποίαν δι’ ὡρισμένας ἀνάγκας ἐνεπιστεύθη ὁ νόμος. Δύναμαι νὰ ἀνοίγω τὸ κιβώτιον τὸ ἰδικόν μου καὶ ἔχω πλήρη ἐλευθερίαν νὰ διαθέτω τὰ χρήματά μου ὅπως θέλω, τὰ ξένα ὅμως μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ ἐγγίζω μόνον, ἐὰν ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος μοὶ τὰ ἐνεπιστεύθη, μοὶ δώσῃ τὴν ἄδειαν. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι πλέον ταμιακὴ ὑπηρεσία, εἶναι ζήτημα ὑψηλότερον, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ διατυπωθῇ δι’ ἄλλου τρόπου. Λοιπὸν ἔχομεν ἀνάγκην ἐν ὀλίγοις τὰ χρήματα τῶν δανείων νὰ τὰ μεταχειρισθῶμεν διὰ τὰς καθημερινὰς ἀνάγκας. Εἶναι μία ἀλήθεια, διὰ τὴν ὁποίαν, ἐπαναλέγω, δὲν πταίει κανείς. Ὅταν πέρυσιν ἐψηφίζαμεν δαπάνας περιττὰς καὶ ματαίας, ἔπρεπε νὰ συλλογιζώμεθα τὰς συνεπείας· ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτε ἐψηφίζαμεν τὸν προϋπολογισμὸν πέρυσιν, ὅτι θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὰς ἀνάγκας αὐτάς. Τί θέλετε σήμερον νὰ κάμωμεν; πόρους τακτικοὺς δὲν ἔχομεν· μένει τὸ δάνειον, πρέπει νὰ σκεφθῶμεν ἐὰν τοῦ δανείου τούτου τὸν προορισμὸν πρέπῃ νὰ τὸν μεταβάλωμεν. Ἐὰν συμφέρῃ καὶ ἤμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην, πρέπει νὰ τὸ κάμωμεν, ἀλλὰ νὰ τὸ κάμωμεν, ἀφοῦ ἀπαλλαχθῶμεν μιᾶς ὑποχρεώσεως ὑφισταμένης, διὰ τῆς μεταβολῆς τοῦ νόμου. Τὸ σημερινὸν λοιπὸν ζήτημα συνδέεται, πρὸς ἓν μέγα ζήτημα τὸ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ πρέπει ἀπὸ τοῦδε νὰ τὸ λύσωμεν, ὅπως κανονίσωμεν τὰς μελλούσας δαπάνας μας, νὰ ἴδωμεν ποία εἶναι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις, τί ὀφείλομεν, ποῖα τὰ μέσα μας, ἢ ἂν πρέπῃ πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών μας νὰ μεταχειρισθῶμεν τὰ χρήματα τοῦ δανείου τούτου δὲ γενομένου, νὰ μεταβάλωμεν τὸν νόμον. Διὰ δὲ τὸ ζήτημα τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας νὰ σκεφθῶμεν, καὶ νὰ ἀποφασίσωμεν ῥητῶς, διότι τοῦτο ἀποβλέπει ὁλόκληρον τὴν κοινωνίαν, ἡ ὁποία θὰ κανονίσῃ τὰς σχέσεις καὶ τὰ συμφέροντά της ἀναλόγως τῶν ἀποφάσεών μας. Λοιπόν, ἀντὶ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον καὶ ἐν κρυπτῷ, οὕτως εἰπεῖν νὰ δαπανῶμεν τὰ χρήματα, ἡ εἰλικρίνεια ἀπαιτεῖ νὰ εἴπωμεν καθαρῶς ποῖα εἶναι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα θὰ λάβωμεν ὡς πρὸς τὴν διάθεσιν αὐτὴν τῶν χρημάτων, διότι ἐὰν σήμερον ψηφίσωμεν αὐτὸ τὸ Νομοσχέδιον, τὴν προσεχῆ ἑβδομάδα θὰ εὑρεθῶμεν εἰς ὁμοίας περιστάσεις.

§83ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τότε δὲν δίδομεν ἄλλα.

§84ΡΙΚΑΚΗΣ. Καὶ τί θὰ κάμητε; θὰ δώσητε· ἐγὼ πρῶτος θὰ δώσω, ἐὰν ὑπάρχῃ ἀνάγκη. Καταλήγων τὸν λόγον, συμφωνῶ μὲ τὴν γνώμην, ὅτι τὸ Νομοσχέδιον πρέπει νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἰδίως διότι ἡ ἐπιτροπὴ πρέπει νὰ λάβῃ τὴν ἐντολὴν, συνεννοουμένη μὲ τὴν κυβέρνησιν, νὰ θέσῃ ὡς βάσιν, ποία θὰ ἦναι ἡ μέλλουσα τύχη καὶ ἡ χρῆσις τοῦ δανείου αὐτοῦ, καὶ συμφώνως μὲ τὴν βάσιν αὐτὴν, νὰ δικαιολογήσωμεν τὴν μέλλουσαν οἰκονομικὴν πορείαν μας.

§85ΑΡΙΣΤ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Κύριοι, τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἠγέρθη σήμερον περὶ τῶν 2½ ἑκατομμυρίων, εἶναι ζήτημα λίαν ἐνδεικτικόν. Ἡ οἰκονομικὴ καταστροφὴ, τὴν ὁποίαν θεωρητικοὶ ἄνδρες πρό τινος χρόνου διέβλεπον, σήμερον προσβάλλει τὴν φυσιογνωμίαν της. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐξέλαβεν, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι χρηματολογικόν. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τὸν βεβαιώσω, ὅτι ἀπατᾶται. Τὸ ζήτημα εἶναι πολιτικόν, διότι ἐντὸς αὐτοῦ περιέχει τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον εἰς τὸ ἑξῆς δύναται νὰ διοικηθῇ ἡ Ἑλλάς. Ἐκεῖνα τὰ μικρὰ μέσα, ἐκεῖναι αἱ μικραὶ εὐκολίαι, διὰ τῶν ὁποίων διεξάγονται αἱ δυσχέρειαι, δὲν εἶναι πλέον τῶν σημερινῶν καιρῶν. Ἐὰν οἱ λόγοι οὗτοι δὲν κινήσουν τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ καταστροφὴ θὰ προβάλῃ καὶ ἄλλην μίαν φορὰν τὸ πρόσωπόν της, καὶ ἐὰν καὶ τότε δὲν τὴν πιστεύσητε, θὰ προβάλῃ καὶ τρίτην φορὰν, καὶ ἐπὶ τέλους θὰ ἐκτείνῃ τὸν βραχίονά της. Εἶναι δὲ πολιτικὸν τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι δὲν πρέπει νὰ λανθάνῃ διόλου τοὺς ἐντίμους κυρίους, οἱ ὁποῖοι κατέχουν τὰ ὑπουργικὰ ἑδώλια, ὅτι ἀπαιτοῦμεν νὰ διέλθῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐκ τῆς ἐπιτροπῆς, διότι δὲν ἔχομεν ἐμπιστοσύνην εἰς αὐτούς. Ἐννοῶ δὲ ἐγὼ, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχω τὴν ἀξίωσιν, καθὼς εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ διοικήσω, ὅπως προεκάλεσε τὸν κύριον Τρικούπην νὰ ἀποφανθῇ, ἐὰν δύναται νὰ διοικήσῃ τὴν Ἑλλάδα, οὕτω πως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, ἰσχυρίζομαι ἐγὼ, ὅτι ἀπαιτῶ νὰ εἰσέλθῃ ἡ ἐπιτροπὴ εἰς τὰ ἐνδόμυχα τῆς διοικήσεως· ἐννοῶ τὴν ἐπιτροπὴν ὡς πρόσκοπον, ὅστις θὰ ἀποκαλύψῃ ὅλον αὐτὸ τὸ κρύφιον τῆς πολιτικῆς δρᾶμα, τὸ ὁποῖον ὑπὸ τὴν σκέπην λυμαίνεται τὰ κοινὰ, διὰ νὰ σώσωμεν τὴν πατρίδα, ἐὰν ὑπάρχῃ ἀκόμη καιρός. Ἤκουσα, κύριοι, πολὺς λόγος νὰ γίνεται περὶ ἰδεῶν, τὰς ὁποίας ὀφείλει δῆθεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ διατυπώσῃ ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου. Ἀλλ’ ἐγὼ, ὁ ὁποῖος εἶμαι νέος πολιτικός, νομίζω, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι τοῦτο καθαρὰ ματαιοπονία. Ὁποίας ἰδέας θέλετε ἀπὸ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ διατυπώσῃ περὶ τῆς χρήσεως τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων; Ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἄνθρωπος διακεκριμένος ἐν τῇ πολιτικῇ ἐμπειρίᾳ, γνωρίζει, ὅτι δὲν ὑπολείπονται πλέον μετὰ τὴν χρῆσιν τῶν 2½ ἑκατομμυρίων παρὰ 900 χιλ. δραχμαί. Ἤθελε δὲ εἶσθαι ἀνάξιον τοῦ Πρωθυπουργικοῦ ἀξιώματος, νὰ διατυπώσῃ οἱονεὶ πρόγραμμα περὶ διαθέσεως 900 ψωραλέων χιλ. δραχμῶν.

§86ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μένουν ἄλλα δύο.

§87ΑΡ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Ὄχι. Κατὰ τὸν τελευταῖον ἰσολογισμὸν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, δὲν εἶναι εἰς τὸ ταμεῖον αὐτῆς μεταλλικὸν ἐκ τοῦ δανείου τούτου εἰς χρῆσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν εἰμὴ 3,440,000.

§88ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβές.

§89ΔΟΥΜΑΣ. Ἐκ τῶν εἰσπράξεων τοῦ δανείου κατετέθησαν ἀπέναντι τῶν ὀφειλομένων εἰς τὰς Τραπέζας, διὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, 25,000,000. Λοιπὸν πρόκειται περὶ τῆς χρήσεως τῶν χρημάτων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα ἀποφέρουσιν εἰς τὸ Δημόσιον 1%.

§90ΑΡ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκεται, καθὼς εἶπέ τις, νομίζω, in extremis. Ἡ Κυβέρνησις τῷ ὄντι ἔχει ἀπόλυτον ἀνάγκην τῶν 2½ τούτων ἑκατομμυρίων. Ἀλλὰ πρὶν ἢ δώσωμεν ἡμεῖς τὴν ἀπόλυτον διαχείρισιν αὐτῶν, ἐννοοῦμεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἦναι προϊόν τῆς πεποιθήσεώς μας. Εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ὑπάρχουσαν δὲν ἔχομεν ἐμπιστοσύνην, δὲν δίδομεν εἰς αὐτὴν τὴν διαχείρισιν τοῦ ἱεροῦ αὐτοῦ χρήματος τοῦ λαοῦ, τὸ ὁποῖον κατεσκευάσθη διὰ τὴν χρησιμωτάτην τῶν ὑποθέσεων, ἀφ’ ἑνὸς τὴν ἐλευθερίαν τῆς συναλλαγῆς διὰ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἀφ’ ἑτέρου διὰ τὴν ὁδοποιΐαν, ἥτις ἀποτελεῖ τὸ σπουδαιότατον τῆς ἐσωτερικῆς Ἑλλάδος ζήτημα. Ἔχομεν ἀνάγκην τὴν διαχείρισιν ταύτην νὰ ἐκτελέσῃ ἄλλη Κυβέρνησις. Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα. Ἀλλ’ εὑρέθη ἓν ἐπιχείρημα, διὰ νὰ συντρίψουν, ὅπως ὑπέθεσάν τινες, τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον κατ’ ἐμὲ δὲν εἶναι σπουδαῖον. Ζητεῖς, τῷ εἶπον, χρήματα δι’ ἀνάγκας τοῦ 1879, ἐνῷ εἰς τὸ νομοσχέδιόν σου ὁμιλεῖς περὶ ἀναγκῶν τοῦ 1880. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατελήφθη, νομίζω, ἐξαίφνης, καὶ καθὼς εἶπεν, ἀνάγκην ἔχει νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα. Γνώρισμα τοῦτο διοικητικῆς εὐχερείας.

§91ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι τὸ ζήτημα αὐτὸ νὰ μελετήσω, ἀλλὰ τὸ ζήτημα τῆς γενικῆς συζητήσεως. Εἶπον, ὅτι τὰ χρήματα τὰ ζητοῦμεν διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Ἰανουαρίου τοῦ 1880, ἐνδέχεται ἐξ αὐτῶν νὰ χρησιμεύσουν καὶ διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Δεκεμβρίου 1879, ἀλλὰ αὐτὰ θὰ ἀντικατασταθῶσιν ἀπὸ τὰς εἰσπράξεις τῆς χρήσεως τοῦ 1879. Αὐτὸ εἶπον· δὲν εἶχον ἀνάγκην μελέτης αὐτοῦ τοῦ ζητήματος.

§92ΑΡ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Ἡ ἐνεστῶσα οἰκονομικὴ θέσις τῆς ἐπικρατείας ἔχει τὴν ἱστορίαν αὐτῆς. Χωρὶς νὰ ἔχω σκοπὸν νὰ εἰσέλθω εἰς αὐτήν, δὲν δύναμαι νὰ μὴ κάμω λόγον περὶ τῶν ἰδεῶν, τὰς ὁποίας ἤκουσα πρὸ ὀλίγου ἀπὸ τὸν ἔντιμον συνάδελφόν μου, τὸν κ. Ζαΐμην. Ὁ κ. Ζαΐμης εἶπε πρᾶγμα, διὰ τὸ ὁποῖον, νομίζω, τὸ κοινοβούλιον ἠδύνατο νὰ διαμαρτυρηθῇ, ὅτι ἔσχε τὴν ἀφροσύνην ὁ κ. Ζαΐμης, ὁ ὁποῖος διακρίνεται διὰ τὴν φρόνησίν του, νὰ ψηφίσῃ τὸ περὶ οὗ πρόκειται δάνειον. Ὁ κ. Ζαΐμης ὑπεστήριξεν, ὅτι ἠδύνατο τότε νὰ παραλύσῃ τὴν ἐργασίαν τοῦ κοινοβουλίου, ἀποχωρῶν μετά τινων φίλων του, καὶ μετανοεῖ, λέγει, ὅτι δὲν τὸ ἔπραξεν, ὅπως μὴ κατασκευασθῇ τὸ ἔλλειμμα περὶ τοῦ ὁποίου σήμερον ὁ λόγος. Ἀλλὰ, κύριοι, δὲν ἐννοῶ πῶς εἶναι δυνατὸν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ λέγωνται τοιαῦτα ἐπιχειρήματα. Ἡ ἀφροσύνη, τὴν ὁποίαν εἷς πολιτικὸς ἀπὸ τοῦ βήματος ῥίπτει κατὰ πρόσωπον τῶν συναδέλφων του, εἶναι ἀφροσύνη ἄτοπος, ἡ ὁποία δὲν δικαιολογεῖται. Ἆρά γε διὰ τοῦτο στέλλει ὁ λαὸς τοὺς ἀντιπροσώπους αὐτοῦ, ὅπως ἐν γνώσει πράττουν τοιαύτας ἀφροσύνας;

§93ΤΙΝΕΣ. Περὶ ἑαυτοῦ ὡμίλησε.

§94ΑΡ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Ναί, περὶ ἑαυτοῦ. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὅταν ὁμιλῇ τις περὶ ἑαυτοῦ, πρέπει νὰ σέβηται τὸ βῆμα, ἐκ τοῦ ὁποίου ὁμιλεῖ. Ὁ ἔντιμος συνάδελφός μου διϊσχυρίζεται ὅτι, ἐπειδὴ ἐψήφισε τότε, ἔχει τὴν εὐθύνην νὰ ψηφίσῃ καὶ τώρα τὰς συνεπείας. Αὐτὸ εἶναι δεύτερος πολιτικὸς σολοικισμός. Ὅταν τὰ πράγματα ἀποδεικνύωσιν εἰς τὸν πολιτικόν, ὅτι ἔσφαλεν εἰς μίαν ἐποχήν, ἔχει καθῆκον νὰ ὑποχωρήσῃ εἰς ἑτέραν, καὶ νὰ μὴ ἐξακολουθήσῃ τὴν πολιτικὴν τοῦ σφάλματος. Ὥστε, κύριοι, συνοψίζων τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, προτείνω ὅπως ἀποσταλῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἵνα ἐξετάσῃ ἐὰν ὑπάρχουν σημεῖα κινδύνου, καὶ νὰ μᾶς δώσῃ τὴν προειδοποίησιν.

§95ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Πρὶν ἢ ἀκούσω τὸν κ. Οἰκονόμου, ἔλεγον κατ’ ἐμαυτόν: σπουδαίως τῷ ὄντι τὸ ζήτημα, περὶ οὗ πρόκειται, συζητεῖται ὡς ζήτημα οἰκονομικόν, ἔχον σχέσιν πρὸς τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως ἡμῶν, ἢ εἶναι ἐκ τῶν μικρῶν ἐκείνων ἐπιχειρημάτων, δι’ ὧν θέλουν ν’ ἀποκρύψωσι τὸν ἀληθῆ σκοπὸν τῆς συζητήσεως; Ζήτημα, ἀφορῶν εἰς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου, συζητεῖται ἐν καιρῷ τῆς συζητήσεως πιστώσεων, ἢ ὅταν συζητῆται ὁ προϋπολογισμός. Τότε ἡ Βουλὴ ἐξετάζει, ἐὰν ὅ,τι ζητεῖται, πρέπῃ νὰ δοθῇ, ἐὰν τὰ μέσα τοῦ Κράτους ἐξαρκῶσιν, ἐὰν αἱ ἀνάγκαι ἦναι τοιαῦται, ὥστε πρέπει νὰ ὑποκύψῃ τὸ Δημόσιον εἰς τὰ αἰτούμενα βάρη, ἐὰν ὁ σκοπὸς ἦναι ἀγαθὸς καὶ ὠφέλιμος. Πλὴν, ὅταν ὅλα αὐτὰ παρῆλθον, ὅταν αἱ ἀνάγκαι ἀνεγνωρίσθησαν, ὅταν ἡ ὑπηρεσία ἐξετελέσθη, καὶ τὰ ὀφειλόμενα ζητῶνται ὑποχρεωτικῶς, νὰ λέγητε ὑμεῖς: δὲν σᾶς δίδομεν χρήματα, ἀφοῦ ἐλάβομεν τὴν πίστωσιν, καὶ θέλετε ἤδη νὰ ἐξετάσητε, τί; εἶναι πρόφασις, ἵνα καλύψητε τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον εἰλικρινῶς καὶ ἐντίμως ὡμολόγησεν ὁ κ. Οἰκονόμου.

§96Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.

§97ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ τί εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα σᾶς εἶπον, ὅτι θέλουν νὰ ἀποκαλύψωσιν; Εὑρισκόμεθα εἰς τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1880. Εἰσπράξεις δὲν ἔχομεν, ὑποχρεώσεις ὅμως ἔχομεν, χρήματα δὲν ἔχομεν, καὶ οὐχὶ ἀπὸ σήμερον, ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ 1861, ἀφ’ ὅτου ἄρχονται τὰ ἐλλείμματα καὶ πρέπει νὰ πληρώσωμεν ἐν τούτοις, διότι ὀφείλομεν, διότι μᾶς ἐπετρέψατε ν’ ἀναλάβωμεν ὑποχρεώσεις. Λέγετε ἤδη πρέπει νὰ ἐρευνήσωμεν, διότι θὰ ἐξαγάγωμεν ἐκ τῆς συζητήσεως συμπεράσματα περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ τόπου, ἐνῷ μετ’ ὀλίγον συζητεῖται ὁ προϋπολογισμός, ὅτε ὅλα θὰ συζητηθῶσι τὰ ζητήματα. Καὶ τί θὰ ἐξαγάγητε σήμερον; Ἰδοὺ διατί τῷ ὄντι δὲν μοὶ ἐφάνη σπουδαῖον τὸ ζήτημα, ὅπως τὸ ἔθεσαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, οὔτε ἄξιον προσοχῆς ἢ λόγου, διότι τὰς ὑποχρεώσεις μας δὲν δύνασθε διὰ τῆς συζητήσεως νὰ μεταβάλητε· δὲν θὰ πληρώσητε τοὺς στρατιώτας, τοὺς ὑπαλλήλους κλπ; Ἐὰν εὕρητε μέθοδον, ὥστε νὰ ἔχητε προϋπολογισμόν, ὑπηρεσίαν, πιστώσεις, χωρὶς νὰ πληρώνητε, χωρὶς χρήματα, τότε ἔχει ἀξίαν ἡ σημερινὴ συζήτησις. Ἐὰν ὅμως αὐτὸ δὲν δύνασθε νὰ πράξητε, τί σημαίνουσιν ὅλαι αὐταὶ αἱ ἔριδες; Κύριοι, χρήματα τ’ ἀναγκαῖα δὲν ἔχομεν ἀπὸ τὸ 1861, διότι, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἔχομεν ἔλλειμμα, σημαίνει, ὅτι δὲν ἔχομεν χρήματα. Μέχρι δὲ τοῦ 1877 τὸ ἔλλειμμα ἀνῆλθεν εἰς 80 ἴσως ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἐπιβαρύνουσι τὸν προϋπολογισμόν. Τώρα στερούμεθα χρημάτων, κ. Οἰκονόμου, ἢ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης; Καὶ ἀνελάβομεν πολλάκις ὑποχρεώσεις καὶ ἐπεβαρύναμεν τὸ δημόσιον ταμεῖον διὰ δανείων, ἅτινα φέρουσι τόκους καὶ χρεωλύσια, χωρὶς νὰ ἐπιτύχωμεν τοῦ ἐπιζητουμένου ἀποτελέσματος, ἐπιτρέψατέ μοι τὴν φράσιν, χωρὶς ὠφελείας οὐσιώδους, διότι ἐξ ἀρχῆς δὲν ἠκολουθήσαμεν ἓν σύστημα, μίαν πολιτικὴν μόνιμον καὶ συνεχῆ. Ἡ Ἑλλὰς ἔχει δύο ἀνάγκας πρωτίστας, τὴν μεγίστην τῆς ἐσωτερικῆς βελτιώσεως, καὶ ἑτέραν τῆς ἀναπτύξεως τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν δυνάμεων· ταύτην τῇ ἐπιβάλλει ἡ θέσις της ἀναγκαίως καὶ ἀναποφεύκτως, τὸ συμφέρον της καὶ τὰ αἰσθήματά της, ἀλλ’ εἴτε ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως τῶν μέσων μας, εἴτε ἐκ κακῆς ἐκτιμήσεως τῶν πραγμάτων, εἴτε ἐκ κακῶν συμβουλῶν, ἐπροσέξαμεν εἰς τὴν μίαν μόνον, καὶ παρημελήσαμεν τὴν ἑτέραν. Διὰ τοῦτο, ὅτε ὁ καιρὸς ἐπῆλθεν, ὅτε αἱ σπουδαῖαι περιστάσεις ἐπέστησαν, εὑρέθημεν ἐντελῶς ἀνέτοιμοι καὶ ἀνίκανοι, καὶ ἐνεργήσαμεν τότε σπασμωδικῶς καὶ βεβιασμένως. Ἕνεκα τούτου, κατὰ τὰς διαφόρους αὐτὰς περιστάσεις τελειόνομεν μὲ ἔλλειμμα καταπληκτικόν· καὶ ἀπορῶ διατί ὁ ἔντιμος κ. Ζαΐμης τρομάζει διὰ τὸ παρὸν μόνον, ἐνῷ εἰς τὰ 67 τὸ ἔλλειμμα ἀνεβιβάσθη εἰς 7,000,000, καὶ εἰς τὰ 69, ὅτε ἐκυβέρνα αὐτός, εἰς 11,000,000. Καὶ εἶναι οἰκονομικὴ κατάστασις ἀξιοθρήνητος ἡ παροῦσα μόνον, ὅτε τὸ ἔλλειμμα ἀναβαίνει εἰς 6,000,000; Ἄν ἦναι ἀξιοθρήνητος, εἶναι πρὸ πολλοῦ, καὶ εἶναι μᾶλλον, οὐχὶ διότι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις εὑρίσκεται τοιαύτη, ἀλλ’ εἶναι, διότι τὰ βάρη καὶ τὰ ἔξοδα δὲν ἐχρησίμευσαν ὅπως ἔδει. Ἤθελον νὰ ἐρωτήσω, διατί τὸ 69, ἀφοῦ ὀλιγωτέρας ὑπέστη ὑποχρεώσεις ἢ τὸ 79, διότι τότε δὲν ἐπρομηθεύθημεν οὔτε ὑλικόν, οὔτε στρατὸν πλείονα ὑπεχρεώθη νὰ διατηρήσῃ, οὔτε πλοῖα, διατί τότε εὑρέθη ὁ προϋπολογισμὸς μὲ περισσότερον ἔλλειμμα; Καὶ δὲν λέγω τοῦτο δι’ ἄλλον σκοπόν, εἰμὴ ἵν’ ἀποδείξω, ὅτι τὸ ἔλλειμμα δὲν πρέπει ν’ ἀποδίδηται εἰς κακὴν διαχείρισιν, ἀλλ’ εἰς τὰς περιστάσεις. Ἄν τὸ 69 εὑρέθη εἰς ἔλλειμμα τοιοῦτον, τὸ 80 ἦτο ἠναγκασμένον νὰ ὑποστῇ περισσότερα βάρη. Τὸ ἔλλειμμα λοιπόν, κύριοι, ἤρξατο ἀπὸ τὰ 61, ἐξηκολούθησεν εἰς τὰ ἑπόμενα ἔτη, ἤρξατο δὲ ἐλαττούμενον ἀπὸ τοῦ 71 μέχρι τοῦ 75. Ὅτε ἐῤῥίφθη τὸ πρῶτον πυροβόλον ἐν Ἑρζεγοβίνῃ, καθ’ ἡμᾶς ἦτο μακρὰν ὁ κίνδυνος τότε, καὶ ἐνομίζομεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔπρεπε νὰ ἡσυχάζῃ, καὶ ὅτι δὲν ἦτο καιρὸς νὰ λάβῃ μέρος. Ἐνθυμεῖσθε δὲ ὁπόση κατακραυγὴ ἠγέρθη τότε ἐναντίον μας εἰς τὴν Βουλήν, διότι συνεβουλεύσαμεν τὴν οὐδετερότητα. Ἀλλά, κύριοι, πρὸς τὴν πολιτικὴν αὐτὴν συνεμορφώθημεν, ἐν ὅσῳ ἡ ἀνάγκη δὲν παρουσιάζετο πλησίον ἡμῶν. Ἅμα ὅμως ὡς παρουσιάσθη ἡ ἀνάγκη, ἐσπεύσαμεν νὰ ζητήσωμεν ἀπὸ τὴν Βουλὴν τὰ μέσα, ὅπως προετοιμάσωμεν τὸ ἔθνος, καὶ ἂν ἐνθυμῆσθε, ὁ πρόεδρος ἡμῶν ὡς ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὑπέβαλε τότε εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν νόμου, δι’ οὗ ἐζητοῦμεν δάνειον 50,000,000, καὶ ἓν ἕτερον ἐκ 10,000,000, ἵνα παρασκευασθῶμεν καὶ εὑρεθῶμεν ἕτοιμοι, ὅταν αἱ περιστάσεις ἐπέλθωσιν. Ἡ Βουλὴ μᾶς ἠρνήθη τὴν συνδρομήν της, καὶ ἡ ἀντιπολίτευσις μᾶς παρέλυσε, προτείνουσα ἐλλείψεις ἐπιστημονικῆς συντάξεως τοῦ νομοσχεδίου, παρεμβάσεις ἐπιτροπῶν, ἐλέγχους, ἐρεύνας καὶ ἀνεπάρκειαν τοῦ ὑπουργείου, καὶ οὕτω παρῆλθεν ὁ καιρός, μέχρις οὗ οἱ τὰς δυσκολίας αὐτὰς παρουσιάζοντες, ἐλθόντες εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τὴν Οἰκουμενικήν, παρεδέχθησαν τὸ ἴδιον πρόγραμμα τοῦ Ὑπουργείου. Ἀπὸ τῆς Οἰκουμενικῆς λοιπὸν ἔπρεπε ν’ ἀρχίσῃ ἡ μετάνοια τοῦ κ. Ζαΐμη, διότι τῆς Οἰκουμενικῆς ἔργα εἶναι ἡ κατάστασις αὐτή, ἂν ὑπάρχῃ κακὴ ἡ κατάστασις τῶν οἰκονομικῶν.

§98ΖΑΪΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.

§99ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγώ, κύριοι, ἤμην καὶ εἶμαι καὶ ἔσομαι ὑπὲρ τοῦ ἐπωφελοῦς καὶ ὀρθοῦ τῶν δαπανῶν, τὰς ὁποίας ἐτέλεσεν ἡ οἰκουμενική. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἡ Οἰκουμενικὴ ἐξετέλεσε πληρέστατα τὸ χρέος της, φροντίζουσα ὑπὲρ τῆς παρασκευῆς τοῦ τόπου, καὶ ὅτι ἐδαπάνησε λίαν καλῶς τὰ χρήματα. Ἐνθυμοῦμαι, κύριοι, τὴν ἀγωνίαν, τὴν ὁποίαν εἴχομεν καὶ τότε πάλιν πῶς νὰ οἰκονομήσωμεν ὑλικόν, πῶς νὰ οἰκονομήσωμεν ὅπλα, καὶ ἐνθυμοῦμαι μετὰ ποίας σπουδῆς ἐζητήσαμεν ν’ ἀγοράσωμεν πλοῖα καὶ μὴ ἐντελῶς τυχὸν καλά, ἤρκει μόνον νὰ ἐχορήγουν ἐγγυήσεις στερεότητός τινος. Ἀλλὰ κατὰ δυστυχίαν αἱ παρασκευαὶ τῆς Οἰκουμενικῆς, δηλαδὴ ὅλων ἡμῶν, ἐπερατώθησαν κατόπιν ἑορτῆς, ὥστε καὶ ἂν ἡ Ἑλλὰς ἤθελε νὰ παρασταθῇ εἰς τὸν ἀγῶνα, δὲν ἦτο κατὰ τὴν γνώμην πολλῶν, ὡς ἔπρεπε παρεσκευασμένη. Τὴν γνώμην αὐτὴν δὲν τὴν παραδέχομαι ἐγώ, ἀλλὰ πολλοὶ σπουδαιότατοι ἄνδρες ἐνόμιζον, ὅτι αἱ παρασκευαὶ τῆς Οἰκουμενικῆς δὲν ἦσαν ἀνάλογοι πρὸς τὰς περιστάσεις, ἑπομένως ἡ Ἑλλὰς μὲ τὰς παρασκευὰς ταύτας δὲν ἦτον εἰς κατάστασιν νὰ ἐργασθῇ, καὶ οὕτω καὶ τὸ νέον αὐτὸ οἰκονομικὸν βάρος δὲν ἐχρησίμευσε πρὸς τὸν σκοπόν, ἂν εἴχομεν σκοπὸν ἐνεργείας· ἐχρησίμευσεν ὅμως, ἵνα προμηθευθῶμεν ὑλικὸν πολύτιμον διὰ τὸν τόπον, καὶ διὰ τοῦτο ἐγὼ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ συγχαίρωμεν ἑαυτοὺς, διότι τῳόντι ἀνεδέχθημεν μὲν βάρη, ἀλλὰ δὲν εὑρισκόμεθα εἰς γυμνότητα καὶ στέρησιν, ὡς πρότερον. Κύριοι, ἐπαναλαμβάνω, τὸ σύστημα αὐτὸ τοῦ νὰ μὴ ἐξακολουθῶμεν πολιτικήν, ἡ ὁποία σκοπὸν ἔχει νὰ ἐνισχύσῃ κανονικῶς τὰς ἐθνικὰς ἡμῶν δυνάμεις, ὅπως μὴ ἐπιβάλωμεν ὀλίγον κατ’ ὀλίγον βάρη χρηματικά, μᾶς ἔφερεν εἰς τὴν θέσιν τοῦ νὰ εὑρεθῇ ἀνέτοιμος ἡ Ἑλλὰς ἐν καιρῷ τῷ δέοντι. Εἰργάσθημεν ἀληθῶς, ὅτε παρουσιάζετο ἀνάγκη, καὶ ἡ ἐνέργεια ἡμῶν ἦτο πυρετώδης, ἀλλ’ ὁ καιρὸς παρήρχετο, καὶ οὕτως ἐπεβάλωμεν διὰ μιᾶς βάρη μεγάλα, ἅτινα μᾶς πιέζουσι. Διὰ τοῦτο οὐ μόνον ἡμεῖς, ἀλλὰ τὸ ἔθνος ὁμοφώνως ἐν τῇ παρελθούσῃ Βουλῇ ἀπήτησε ν’ ἀλλάξῃ πολιτικὴν ἡ Ἑλλάς, νὰ ἐγκαταλείψῃ τὸ ἀτελὲς καὶ μονομερὲς σύστημα, νὰ συνδέσῃ δὲ τὰ δύω συστήματα καὶ νὰ θεραπεύσῃ τὰς δύω ἀνάγκας, νὰ μὴ ἀπομακρυνθῇ μὲν ἀπὸ τὴν ἰδέαν τῆς ἐσωτερικῆς ἀναπτύξεως, ἀλλὰ καὶ νὰ μὴ ἐγκαταλίπῃ τὸ σύστημα τῆς ἐνισχύσεως τῶν ἐθνικῶν δυνάμεων. Παρουσιάσαμεν ἑπομένως τὸ περὶ στρατολογίας Νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον παρεδέχθη, ὥστε ἑκάστη ὁλόκληρος ἡλικία τοῦ 21 ἔτους νὰ προσέρχηται εἰς τὰ ὅπλα καὶ νὰ γυμνάζηται. Ἐστὲ δὲ βέβαιοι, ὅτι ἐντὸς ὀλίγου ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος, ἂν δὲν καταργηθῇ, θέλει ἐφαρμοσθῆ ἀφεύκτως, θέλει αὐξήσει βεβαίως τὰ ἔξοδα χάριν τῆς ἐκγυμνάσεως τῶν ἀνδρῶν, ἀλλὰ τοῦτο ἀπαιτεῖ τὸ ἔθνος, τοῦτο ἀπαιτεῖ ἡ κατάστασις τῆς Ἑλλάδος, τὸ ἀπαιτεῖ ἡ θέσις μας, τὸ ἀπαιτοῦσιν αἱ ἱεραὶ ὑποχρεώσεις μας, τὸ ἀπαιτεῖ τὸ μέλλον μας, καὶ ἂν θέλωμεν νὰ σώσωμεν ἑαυτοὺς καὶ τὴν φυλήν μας, πρέπει νὰ γείνωμεν ἅπαντες στρατιῶται. Δὲν πρέπει νὰ μείνωμεν ὑποδεέστεροι τῶν ἄλλων φυλῶν, αἱ ὁποῖαι δὲν ἠμέλησαν τοῦ οὐσιώδους αὐτοῦ καθήκοντος. Τὸ ἔθνος, κύριοι, ἀπῄτησε πρὸς δε, ὥστε ὁ στρατὸς του νὰ ὀργανωθῇ οὕτως, ὥστε, ὅταν ἡ ἀνάγκη παρουσιασθῇ, νὰ ἦναι εἰς κατάστασιν ἡ Ἑλλὰς νὰ πολλαπλασιάσῃ αὐτὸν ἄνευ δυσκολίας. Καὶ ἐνθυμοῦμαι τὴν φράσιν τοῦ κ. Τρικούπη, ὅτε κατὰ τὸ παρελθὸν συνεζητοῦμεν τὰ περὶ τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ. Εἶπεν ὁ κ. Τρικούπης, τότε καὶ δικαίως· «ἐννοοῦμεν ὡς δύναμιν ἐν εἰρήνῃ τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ τὰς 18,000, καὶ δεχόμεθα καὶ τοὺς προβιβασμοὺς τοὺς ἀναγκαίους, ὅπως χρησιμεύσῃ ὁ στρατὸς οὗτος ὡς πυρὴν μεγάλης στρατιωτικῆς δυνάμεως τοῦ τόπου.» Κύριοι, δὲν εἰσέρχομαι σήμερον εἰς λεπτομερείας, οὔτε πρόκειται νὰ λύσητε τὸ ζήτημα τῶν λεπτομερειῶν· αὐτὰ θέλουσιν ἐξετασθῆ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ· λέγω μόνον, ὅτι τὸ Ἔθνος ἤθελε καὶ θέλει νὰ ἔχῃ τοῦ λοιποῦ στρατὸν οὐ μόνον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν, ἀλλὰ ὡς πυρῆνα δυνάμενον ἐν ἀνάγκῃ νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς ἀνάπτυξιν μεγάλου στρατοῦ· θέλει νὰ γυμνασθῇ στρατιωτικῶς ὅλον, θέλει πλοῖα, διότι οὕτω δύναται ἡ Ἑλλὰς νὰ ἐνεργήσῃ ἐλευθέρως, καὶ τὴν γνώμην ταύτην ἀκολουθοῦμεν ἐν πεποιθήσει, διότι τὴν παρεδέχθημεν ἐκ πεποιθήσεως καὶ ἀφοῦ τὴν πολιτικὴν ταύτην ἀπεδέχθη τὸ Ἔθνος ὡς πολιτικήν του, καὶ ἀφοῦ ἔτι δὲν γνωρίζομεν τί θέλει μᾶς ἀπαιτηθῆ διὰ τὸ ζήτημα, ἑπόμενον εἶναι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις νὰ ἐξακολουθήσῃ κατ’ ὀλίγον καὶ ἀναλόγως βελτιουμένη, καὶ νὰ ἐπιβαρύνηται ὁ προϋπολογισμός. Λοιπὸν ἡ κατάστασις αὕτη ὡς πρὸς τὸ παρελθὸν εἶναι συνέπεια τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ὅλοι ἡμεῖς ἐνεργήσαμεν καὶ ἀπεδέχθημεν. Τὰ χρέη, τὰ ὁποῖα ἐπιβαρύνουσι τὸ Δημόσιον ταμεῖον, εἶναι χρέη, τὰ ὁποῖα ὅλαι αἱ μερίδες ἐπέβαλον εἰς τὸ Ἔθνος, διότι ὅλαι αἱ μερίδες εἰργάσθησαν ἐν τῇ οἰκουμενικῇ καὶ ὅλαι παρεδέχθησαν τὸ σύστημα τοῦτο. Δὲν εἶναι λοιπὸν ὡς πρὸς τὸ παρελθὸν ἔλλειψις ἡμῶν μόνων, ἀλλὰ τῆς ἐν γένει καὶ πρὸ πολλοῦ καταστάσεως τοῦ τόπου καὶ τῶν τελευταίων μέτρων. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν τὸν πίνακα περὶ ἐλλειμμάτων, καὶ θέλετε ἰδεῖ, ὅτι τὰ ἐλλείμματα τὰ μέχρι τοῦ 1867 ἀνέβαινον εἰς πολλά, ὡς εἶπον, ἑκατομμύρια. Τὰ ἐλλείμματα δὲ ταῦτα ἐκαλύπτοντο διὰ δανείων, καὶ τὰ δάνεια ἐπιβαρύνουσι τὸν προϋπολογισμὸν μὲ τοὺς τόκους, οἱ δὲ τόκοι ἐπηρεάζουσι τὰ οἰκονομικά. Τὴν κατάστασιν ταύτην δὲν ἐπλάσαμεν λοιπὸν ἡμεῖς, τὴν ἔπλασε τὸ ἔθνος, τὴν ἔπλασαν ὅλαι αἱ μερίδες, τὴν ἔπλασαν αἱ περιστάσεις’ ἡμεῖς ἐκτελοῦμεν τὴν γενικὴν ἀπόφασιν. Κατὰ δυστυχίαν οἱ ἐκτελοῦντες ὑπόκεινται εἰς τὴν μείζονα εὐθύνην· κατ’ αὐτῶν αἱ μομφαὶ ἀπευθύνονται, διότι ἐφαρμόζουσι τὰ ἐπαχθῆ μέτρα. Οἱ ἐπικρίνοντες λησμονοῦσι τὴν ἀλήθειαν, καὶ πόθεν πηγάζουσι τὰ κακά, ἀπὸ τὰ ὁποῖα πάσχουσι, τὰ ἀποδίδουσι δὲ εἰς τοὺς ἐκτελοῦντας. Ἠξεύρετε πότε ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ μᾶς μεμφθῆτε καὶ νὰ μᾶς ἐπικρίνητε; Ὅταν κακῶς ἐκτελοῦμεν ὅ,τι ἐπεφορτίσθημεν νὰ ἐκτελέσωμεν, ὅταν παραβιάζηται ὁ προϋπολογισμός, ὅταν τῶν πιστώσεων ποιοῦμεν ἄσκοπον, κακὴν καὶ ἀνωφελῆ χρῆσιν. Ὅταν ὅμως ἐνεργῶμεν ἐντὸς τῶν ὁρισθεισῶν πιστώσεων, ὅταν μάλιστα, ὡς θέλει δείξει ὁ προϋπολογισμός, περιωρίσαμεν καὶ τὰ ἔξοδα περισσότερον ἢ ὅσον ἠλπίζετε, τότε, κύριοι, δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ μᾶς μέμφησθε διὰ τὸ ἔλλειμμα. Ἐγὼ δὲ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν λυποῦμαι διὰ τὸ ἔλλειμμα, διότι ἡ δαπάνη ἐγένετο ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῆς πατρίδος, ὑπὲρ καλοῦ σκοποῦ. Ἰδοὺ λοιπόν, κύριοι, ἐν ὀλίγοις ποία εἶναι ἡ οἰκονομικὴ ἱστορία τοῦ παρελθόντος. Τὴν ἐξέθεσα, ὅπως μὴ ἀποδίδητε εἰς ἡμᾶς, ὄχι ὑμεῖς, διότι ὑμεῖς γνωρίζετε τὰ πράγματα, ἀλλ’ ἵνα μὴ πιστεύῃ ὁ ἁπλοῦς κόσμος καὶ ἡ κοινωνία εἰς τὰς ψευδεῖς καὶ ἀναισχύντους ἐκείνας διαδόσεις, αἵτινες θέλουν νὰ παραστήσουν ἡμᾶς ὡς ἀφορμὴν τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως. Ἀναδεχόμεθα πᾶσαν ἐξέτασιν διὰ τὴν χρῆσιν τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα μᾶς ἐχορηγήσατε· ἀλλ’ ἂν τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἐδαπανήθησαν σύμφωνα μὲ τὸν προϋπολογισμὸν καὶ τὰς ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς, ἦναι πολλά, δὲν εἴμεθα ἡμεῖς ὑπεύθυνοι· ἐξετελέσαμεν τὰς διαταγὰς καὶ ὑμῶν καὶ τοῦ Ἔθνους. Ὡς πρὸς τὸ μέλλον, κύριοι, ὀλίγα θὰ εἴπω. Ἡμεῖς θέλομεν στρατὸν καὶ πλοῖα οὐχὶ διὰ τὴν κοινὴν ὑπηρεσίαν μόνον, ἀλλ’ ὡς δύναμιν, ἵνα συντελέσῃ πρὸς τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον αἱ περιστάσεις καὶ ἡ θέσις ἡμῶν ἐπιβάλλουσιν. Ὁμιλοῦμεν περὶ τῶν πέριξ ἡμῶν γενομένων, καὶ λησμονοῦμεν, ὅτι οἱ πέριξ ἡμῶν ἑτοιμάζονται καὶ σκέπτονται τίνι τρόπῳ δύνανται νὰ καταστήσουν ἑαυτοὺς χρησίμους καὶ ἱκανοὺς νὰ ὑποστηρίξωσι τὴν τιμήν των καὶ τὰ συμφέροντά των. Ἡμεῖς, οἵτινες ἔχομεν τὴν μεγίστην καὶ δικαίαν ἀξίωσιν ἐν τῇ Ἀνατολῇ, λησμονοῦμεν τί πρέπει νὰ πράξωμεν καὶ παρατρέχομεν τὰ οὐσιώδη. Δὲν ἐπείσθημεν, ὅτι τὰ ἀλφαβητάρια καὶ τὰ καλαμάρια δὲν ἀρκοῦσι μόνα, καὶ δὲν ἐλάβομεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἄλλοι λαοὶ φρονιμώτερον ἡμῶν ἐνεργήσαντες, ἀπολαμβάνουν τοὺς καρποὺς τῆς φρονήσεώς των· ἡμεῖς δὲ ἀκόμη περιμένομεν.

§100ΦΙΛΗΜΩΝ. Ποῖοι εἶναι αὐτοί;

§101ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Οἱ Σέρβοι καὶ λοιποί.

§102ΦΙΛΗΜΩΝ. Εἶναι τῆς φρονήσεώς των τὸ ἀποτέλεσμα;

§103ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ναὶ, διότι, ὅταν εὑρέθησαν εἰς τὴν ἀνάγκην, ἠδυνήθησαν νὰ παρουσιασθῶσιν ὁπωσοῦν ἕτοιμοι.

§104ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἂς ἔλειπεν ἡ Ῥωσσία καὶ τοῦ Ἰγνατιὲφ ἡ πολιτικὴ, καὶ ἠθέλατε ἰδεῖ ἂν ἦσαν ἱκανοὶ ν’ ἀντιπαραταχθῶσιν εἰς τὴν Τουρκίαν. Αὐτὰ, τὰ ὁποῖα λέγετε, εἶναι προσβλητικὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, διότι αὐτοὶ δὲν ἔκαμον τίποτε.

§105ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Φιλήμων, μὴ παρεξηγῆτε τοὺς λόγους μου· δὲν λέγω, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος εἶναι κατώτερον· ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις εἶναι ἀνώτερον· λέγω μόνον, ὅτι δὲν ἐφρόντισε ν’ ἀναπτύξῃ καὶ νὰ διοργανώσῃ τὰς δυνάμεις του, διότι τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, ἐντὸς τοῦ ὁποίου συμπεριλαμβάνομαι καὶ ἐγὼ — δὲν ἐξαιρῶ ἐμαυτὸν, — ἀφωσιώθη εἰς τὴν ἐσωτερικὴν ὑλικὴν καὶ ἠθικὴν μόνον ἀνάπτυξιν, καὶ ἐνόμισεν, ὅτι αὐτὴ ἀρκεῖ, καὶ ἐλησμόνησε τὰς στρατιωτικὰς δυνάμεις. Ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι λάθος, ἕνεκα τοῦ ὁποίου δὲν ἐνήργησεν ἐν καιρῷ, καὶ ὑπερίσχυσεν ἡ ἀντίθετος ἐνέργεια· δὲν ἐξαιρῶ ἐμαυτόν.

§106ΦΙΛΗΜΩΝ. Τοῦτο παρατηρῶ, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θεωρεῖτε ὡς ἔργον αὐτῶν τῶν λαῶν, εἶναι ἔργον μιᾶς μεγάλης Δυνάμεως.

§107ΑΡ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Εἶναι ἔργα τῶν ἀνδρείων λαῶν (θόρυβος).

§108ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἶμαι ὑπόχρεως νὰ ὑποβάλω ἀπὸ τοῦ βήματος ἱστορικὰς μελέτας, οὔτε νὰ ἐξετάσω τὴν ἐσωτερικὴν κατάστασιν καὶ τὸν διοργανισμὸν τῶν ἄλλων λαῶν· παραιτοῦμαι τούτου, καὶ οὕτω ἀπαντῶ. Λοιπὸν, κύριοι, ὅσοι θέλετε ν’ ἀκολουθήσητε αὐτὴν τὴν πολιτικὴν, δὲν δύνασθε νὰ εἴπητε: κάτω ὁ στρατὸς, κάτω τὰ πλοῖα. Ἡμεῖς ἀκολουθοῦμεν ἀντίθετον πολιτικήν· νομίζομεν δὲ, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ καλύψωμεν διὰ μιᾶς καὶ ἄνευ θυσιῶν τὸ ἔλλειμμα, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἐργασθῶμεν ἄνευ χρημάτων. Τὸ ἔλλειμμα, κατ’ ἐμὲ, εἶναι παροδικὸν, διότι ἔχω πεποίθησιν ἀκλόνητον, ὅτι τὸ ζήτημα τὸ ἐξωτερικὸν θὰ λυθῇ, καὶ ὅταν λυθῇ, τὸ ἔλλειμμα θέλει ἐκλείψει μόνον (θόρυβος). Ἡμεῖς, ἐπαναλαμβάνω, δὲν δυνάμεθα, δὲν εἴμεθα εἰς κατάστασιν νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα τὸ οἰκονομικὸν ἄνευ θυσιῶν καὶ ἀμέσως. Ὅστις εἶναι ἱκανὸς, ἂς ἔλθῃ· ἡμεῖς θέλομεν τὸν ὑποστηρίξει, ὅταν αὐτὸ τὸ θαῦμα κατορθώσῃ. Ὅταν δύναται νὰ ζήσῃ ἄνευ χρημάτων, θέλομεν τὸν θαυμάσει. Ἡμεῖς οὔτε ἐπιλαμβανόμεθα, οὔτε δεχόμεθα νὰ ἐκτελέσωμεν τοιαῦτα θαύματα. Ἐπαναλαμβάνω δὲ, ὅτι ὅλα τὰ ζητήματα, τὰ περὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, τὰ περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τὰ λοιπὰ θέλουσι συζητηθῆ ἐν τῇ συζητήσει τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἤδη σᾶς ἐξηγῶ ἀφῃρημένως τὴν ἀρχὴν ὡς ἀρχὴν, τὴν ἰδέαν μας ὡς ἰδέαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐπιμένομεν· θέλομεν διοργανισμὸν στρατοῦ τοιοῦτον, ὥστε τὸ ἔθνος ὅλον ὀλίγον κατ’ ὀλίγον νὰ γυμνασθῇ καὶ νὰ δύναται ἐν ἀνάγκῃ νὰ λάβῃ τὰ ὅπλα καὶ ν’ ἀγωνισθῇ συντεταγμένως. Διατί θέλετε νὰ πέμψητε εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὸν προκείμενον νόμον; Τί νὰ πράξῃ ἡ ἐπιτροπή; Ἡμεῖς δὲν δεχόμεθα τοῦτο, καὶ τὸν λόγον εἶπεν ὁ κ. Οἰκονόμου. Τὸ σύστημα αὐτὸ δὲν τὸ δεχόμεθα, διότι πρὸ χρόνου ἐφαρμοσθὲν, οὐδὲν ἔφερεν ἄλλο ἀποτέλεσμα ἢ τὴν παραλυσίαν. Αὐτὸ τὸ σύστημα καὶ πάλιν παρουσιάζεται μὲ τὸν αὐτὸν σκοπόν· δὲν τὸ δεχόμεθα, διότι εἶναι προϊὸν τῆς ἰδέας, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν χαίρει τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς, καὶ διὰ τοῦτο διεδόθη, ὅτι ἡ Κυβέρνησις κλονίζεται, διότι ἡ Βουλὴ δὲν δέχεται τὸ σύστημά της· ἡ ἀμφιβολία αὕτη ἐξασθενίζει τὴν Κυβέρνησιν καὶ βλάπτει πολὺ καὶ σπουδαίως τὴν καλὴν διεξαγωγὴν τοῦ ζητήματος τοῦ μέλλοντος· ἡμεῖς τοιαύτην Κυβέρνησιν δὲν δεχόμεθα. Ὀφείλει λοιπὸν ἡ Βουλὴ νὰ εἴπῃ καθαρῶς σήμερον τί φρονεῖ· παραδέχεται νὰ ἐξακολουθήσῃ ἢ ὄχι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις; οὕτω θὰ λείψωσιν αἱ διαδόσεις.

§109ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Εἶσθε ὑπὲρ τῶν οἰκονομιῶν.

§110ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἴμεθα ὑπὲρ τῶν οἰκονομιῶν, ἀλλ’ ὑπὸ τοὺς κανόνας καὶ τοὺς ὅρους, οὓς ἐξέθεσα. Εἶναι, ἐπαναλέγω, μάταιον νὰ στείλωμεν τὸ Νομοσχέδιον εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Τί νὰ ἐξετάσῃ ἡ ἐπιτροπή; Ἐπεθύμουν νὰ μάθω, θὰ θέσῃ ζήτημα οἰκονομικὸν νέον; Θὰ λύσῃ οἰκονομικὰς θεωρίας; Θὰ θέσῃ κανόνας νέους; ἀλλ’ αὐτὰ βεβαίως δὲν θὰ τὰ κάμῃ σήμερον. Μᾶς ἐδώκατε τὴν ἄδειαν νὰ ἐξοδεύσωμεν· δότε μας καὶ τὰ χρήματα. Τί θὰ κάμῃ ἡ ἐπιτροπή; Θὰ ἐξετάσῃ ἐὰν ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία θ’ ἀρθῇ ἢ ὄχι; Ἀλλὰ πρῶτον, κύριοι, σεῖς πρέπει νὰ ἐξετάσητε πῶς θὰ ζήσωμεν, καὶ ὕστερον, ἐὰν θ’ ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία· διότι αὕτη θ’ ἀρθῇ, ὅταν ἐξασφαλίσωμεν τὴν ὕπαρξίν μας· ὅταν ὅμως ἔχωμεν ὑποχρεώσεις καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ τὰς ἐκπληρώσωμεν, τί νομίζουσιν, ὅτι δύναται νὰ πράξῃ ἡ ἐπιτροπὴ περὶ ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας; Καὶ ἔχομεν, κύριοι, τῷ ὄντι πρότασιν νὰ ὑποβάλωμεν διὰ τὰ 12,000,000, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπραγματοποίητα, καθὼς καὶ διὰ τὰ εἰς τὰς τραπέζας δοθέντα. Δὲν πρέπει νὰ ζήσῃ ἡ Κυβέρνησις; Ἰδοὺ περὶ τίνος πρόκειται. Λοιπὸν εἶναι, κύριοι, ἄσκοπον νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὸ νομοσχέδιον· αἱ ἀνάγκαι εἰσὶ κατεπείγουσαι· γνωρίζομεν πρὸς δὲ καλῶ, ὅτι, ἂν σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν, αὕτη δὲν θὰ τελειώσῃ ποτέ. Ἡμεῖς δὲ, οἵτινες γνωρίζομεν τὰς ἀνάγκας, θέλομεν νὰ προφυλάξωμεν τὴν ὑπόληψιν τοῦ τόπου Νομίζομεν, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἀναβληθῇ οὔτε στιγμὴν ἡ ἐκπλήρωσις τῶν ὑποχρεώσεων αὐτῶν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφασίσῃ, ὥστε ν’ ἀρχίσῃ ἀμέσως ἡ συζήτησις, καὶ ἐν τῇ συζητήσει ἂς προτείνωσιν ὅσας θέλουσι παρατηρήσεις. Εἰς αὐτὰς θέλομεν ἀπαντήσει· νὰ σταλῇ ὅμως εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, διὰ νὰ παρέλθῃ καιρὸς, δὲν δυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν. Ἐνώπιον αὐτῆς εἶναι καὶ ἄλλαι πιστώσεις κατεπείγουσαι, ἀλλ’ οὔτε εἰσῆλθεν ἔτι εἰς τὴν ἐξέτασιν αὐτῶν. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν κατ’ ἐπανάληψιν ν’ ἀρχίσῃ ἀμέσως τὴν συζήτησιν. Ἐὰν δὲ ἡ Βουλὴ δὲν πράξῃ τοῦτο, λέγομεν μετὰ πάσης παῤῥησίας, ὅτι ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ φέρωμεν τὸ βάρος τῆς Κυβερνήσεως τοῦ τόπου.

§111ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μὲ φέρουσιν εἰς τὸ βῆμα αἱ τελευταῖαι παρατηρήσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διότι δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις νὰ πιέζῃ τὴν Βουλήν. Ἐὰν ἡμεῖς εἴχομεν φέρει ζήτημα ἐμπιστοσύνης, καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως ἦτο νὰ δεχθῇ τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης· ἡμεῖς ὅμως δὲν ἠθελήσαμεν νὰ φέρωμεν τοιοῦτον ζήτημα. Θὰ τὸ φέρωμεν, ἀλλὰ θὰ τὸ φέρωμεν κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην, καθ’ ἣν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ τὸ λύσῃ πρεπόντως. Θὰ τὸ φέρωμεν, ὅταν προηγηθῇ ἡ συζήτησις, ἥτις θέλει διαφωτίσει πάντας περὶ τῆς ἐννοίας τῆς ψήφου ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἐμπιστοσύνης. Ἡμεῖς οὐδὲν εἴπομεν περὶ τῆς πολιτικῆς, οὐδὲν περὶ τοῦ παρελθόντος, οὐδὲν περὶ τοῦ μέλλοντος, οὐδ’ εἴχομεν σκοπὸν ἐπὶ ζητήματος, πρὸς ὃ δὲν σχετίζεται ἡ τοιαύτη ἐξέτασις, νὰ ἀναπτύξωμεν πολιτικὸν καὶ οἰκονομικὸν πρόγραμμα. Θὰ ἦτον ὅλως ἄτοπον νὰ παρακολουθήσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν εἰς τὴν ἐξέτασιν αὐτοῦ περὶ τῆς πολιτικῆς τοῦ 1867, τῆς πολιτικῆς τῆς Οἰκουμενικῆς καὶ τῆς πολιτικῆς, ἣν αὐτὸς προτίθεται ν’ ἀκολουθήσῃ. Θὰ ἦτον ὅλως ἄτοπον νὰ παρακολουθήσω αὐτὸν τώρα. Ἐὰν δὲ ἠθέλομεν ἐπιληφθῆ τοῦ ζητήματος τῆς ἐμπιστοσύνης, κατὰ τὴν πρόκλησιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἡ συζήτησις ἤθελε παραταθῆ ἐπὶ δέκα πέντε τοὐλάχιστον ἡμέρας, καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅστις διατείνεται, ὅτι ἔχει ἀπόλυτον ἀνάγκην τῶν χρημάτων τούτων ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν, ἤτοι ὅσων ἀπαιτεῖ ἡ κατὰ τὰς τρεῖς ἡμέρας συζήτησις, θὰ ἔβλεπε παρατεινομένην ἐπ’ ἄπειρον τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Ὁ κ. πρωθυπουργός, προκαλῶν ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν ἔχει ὅσην λέγει ἀνάγκην τῶν χρημάτων τούτων, διότι, ἐὰν ἠθέλομεν ἀποδεχθῆ τὴν πρόκλησίν του, ἠθέλομεν φθάσει εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Νομοσχεδίου οὐχὶ βεβαίως πρὸ τῆς παρελεύσεως 15 ἡμερῶν, ἐνῷ κατὰ τὴν ἡμετέραν πρότασιν πρόκειται περὶ τριημέρου ἀναβολῆς. Τί ἐζητήσαμεν ἡμεῖς παρὰ τῶν κυρίων Ὑπουργῶν; Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἴχομεν τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον ἵνα ζητήσωμεν. Ἔχομεν τὸ δικαίωμα ἐκ τοῦ Συντάγματος, ἔχομεν τὸ δικαίωμα ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ ἡμῶν, ἔχομεν τὸ δικαίωμα ἐκ τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐθίμων, καὶ οὐδέποτε ἡ πλειονοψηφία ἢ ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει ν’ ἀρνῆται τοιαύτας αἰτήσεις τῆς ἀντιπολιτεύσεως· οὐδέποτε μάλιστα αὕτη ὀφείλει νὰ πιέζῃ τὴν ἀντιπολίτευσιν ὡς πρὸς τοιαύτας αἰτήσεις, προτάττουσα τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης καὶ ἐξαρτῶσα ἐξ αὐτοῦ τὴν ἀπόῤῥιψιν τῆς γνώμης τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Ὅταν ἡ ἀντιπολίτευσις λέγῃ· «ἔχω ἀνάγκην πληροφοριῶν, ἔχω ἀνάγκην ἐξετάσεως τοῦ Νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον μοὶ προτείνεται, ἐν ἐπιτροπῇ, διότι ὁ χαρακτὴρ τοῦ Νομοσχεδίου εἶναι τοιοῦτος, ὥστε ἐν ἐπιτροπῇ δύναται νὰ γείνῃ πρεπόντως ἡ ἐξέτασις,» καὶ τὸ Σύνταγμα καὶ ὁ Κανονισμὸς ἡμῶν καὶ τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα ἐπιτάττουσιν, ὅπως μὴ ἀρνηθῇ τὴν τοιαύτην αἴτησιν τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἡ πλειονοψηφία ἢ ἡ Κυβέρνησις. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἀρνεῖται τὴν αἴτησιν ταύτην τῆς ἀντιπολιτεύσεως καὶ θέτει ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ἵνα ἀποφύγῃ τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος τούτου καὶ πιέσῃ οὕτω τὴν ἀντιπολίτευσιν, Ἡμεῖς τοιοῦτο ζήτημα δὲν ἐθέσαμεν, καὶ ἀπαιτοῦμεν καὶ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο.

§112ΤΙΝΕΣ. Τὸ ἔφερεν ὁ κ. Οἰκονόμου.

§113ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀπαιτοῦμεν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῷ δικαιώματι, τὸ ὁποῖον ἔχομεν, ἵνα διατυπώσωμεν τοιαύτην ἀπαίτησιν, νὰ ἐπιτρέψῃ, ὅπως διατρέξῃ τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο τὰ στάδια, ἅτινα τὰ καθιερωμένα ἔθιμα ὑπαγορεύουσιν. Ἀνέπτυξα ἐν τῇ προτέρᾳ μου ἀγορεύσει τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο ἐν ἐπιτροπῇ. Οἱ λόγοι μου οὐδεμίαν περιεῖχον πολιτικὴν ἔννοιαν, οὐδόλως ἔθιγον τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης, οὐδεμίαν ἄλλην πρόθεσιν εἶχον ἢ τὴν πρόκλησιν πληροφοριῶν, καὶ μόνον τὰ συμπεράσματα, ἅτινα ἐκ τῶν πληροφοριῶν θέλουσι προκύψει...

§114ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἶσθε μόνον σεῖς, ὁ ὁποῖος ὡμιλήσατε.

§115ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐὰν αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ζητοῦμεν, ἄγωσιν εἰς συμπεράσματα, ἅτινα νὰ συνδέωνται πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης, τότε βεβαίως δυνάμεθα νὰ θέσωμεν τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης· ἤδη ὅμως οὐδόλως πρόκειται περὶ ζητήματος ἐμπιστοσύνης, ὅταν σᾶς λέγωμεν ἁπλῶς νὰ μᾶς φωτίσητε περὶ τῆς οἰκονομικῆς καὶ τῆς ταμιακῆς καταστάσεως, ὥστε ἐν γνώσει καὶ τῇ συνδρομῇ τῆς ἐπιτροπῆς ν’ ἀποφανθῶμεν περὶ τοῦ ζητήματος. Ἡμεῖς οὔτε ἐφέραμεν, οὔτε ἀποδεχόμεθα τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης, διότι δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν ν’ ἀποφανθῶμεν, ἐνόσῳ δὲν γνωρίζομεν τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν, τὴν ταμιακὴν κατάστασιν καὶ πάντα τὰ συνδεόμενα πρὸς τὴν πίστωσιν ταύτην. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός, ἀπαντῶν πρός με, ἔφερε πίνακας, οἵτινες ἦσαν ἀναγκαιότατοι ἐπὶ τοῦ συζητουμένου θέματος. Τῶν πινάκων τούτων ἔχομεν ἀνάγκην νὰ λάβωμεν γνῶσιν, ὅπως ἀποφανθῶμεν. Δὲν δύνασθε νὰ ζητῆτε παρὰ τῆς ἀντιπολιτεύσεως ν’ ἀποφανθῇ, χωρὶς νὰ λάβῃ γνῶσιν τῶν πινάκων τούτων. Βεβαίως ἡ πλειονοψηφία δύναται νὰ πράξῃ ὅ,τι θέλει, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ πιέζῃ τὴν ἀντιπολίτευσιν ὅταν αὕτη ζητῇ ὅ,τι ἔχει δικαίωμα νὰ ζητῇ. Ἡ συμπολίτευσις σκεπτομένη, ὅτι θὰ ἦναι ἄλλοτε ἀντιπολίτευσις καὶ ὅτι ἡ ἀκεραιότης τοῦ Σώματος ἀπαιτεῖ ἵνα τὰ δικαιώματα τῶν Βουλευτῶν τηρῶνται ἀμείωτα, δὲν πρέπει ἐπὶ τοιούτων αἰτήσεων ν’ ἀποφαίνηται κομματικῶς, ἐπιτρέπουσα ἵνα ἡ ἀντιπολίτευσις ἀποστερῆται τῶν δικαιωμάτων αὐτῆς. Εἶπεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου λόγους, δι’ ὧν ἠθέλησε νὰ δώσῃ ἀλλοῖον χαρακτῆρα εἰς ὅ,τι ἡμεῖς ἐζητήσαμεν. Παρατηρῶ δὲ, ὅτι οὐδένα ἤκουσα ἀπαιτήσαντα πληροφορίας συνδεομένας πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης, οὐδένα ἤκουσα ἀναπτύξαντα τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης. Αἱ πληροφορίαι, αἵτινες ἐζητήθησαν, χρησιμεύουσιν ἅπασαι ὡς ὁδηγὸς τῆς ἐπιτροπῆς περὶ τὴν ἐκτίμησιν τῆς ἀνάγκης, ἥτις προὐκάλεσε τὸ νομοσχέδιον. Ἀφοῦ περιωρίσθημεν εἰς ἀπαίτησιν πραγμάτων τυπικῶν, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ ἐκτελέσῃ, ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἀδικαιολόγητος, ἀποδίδουσα εἰς ἡμᾶς, ἐπὶ τῇ προφάσει προκλήσεως ζητήματος ἐμπιστοσύνης, ἰδέας, ἃς οὔτε οἱ λόγοι, οὔτε αἱ πράξεις ἡμῶν τῇ ἔδωκαν αἰτίαν ἵνα μᾶς ἀποδίδῃ. Εἶναι δυνατὸν, κύριοι, σήμερον, ὅτε πάντες μεριμνῶμεν περὶ τῆς μελλούσης θέσεως τῆς Ἑλλάδος ἐν τῇ Ἀνατολῇ καὶ περὶ τοῦ τρόπου, ὅπως κάλλιον παρασταθῶμεν ἀπέναντι τῶν ἄλλων ἐν αὐτῇ λαῶν, ἐπιτρέπεται ν’ ἀποδίδηται εἰς ἡμᾶς ἢ εἰς ἄλλους ἡ ἰδέα, ὅτι δὲν θέλομεν νὰ παρασκευάζηται ἡ θέσις τῆς Ἑλλάδος, ὁποία πρέπει νὰ ἦναι; Ἂν παραδεχθῆτε ἵνα τεθῇ ζήτημα ἐμπιστοσύνης, δὲν δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ ἐπιτρέψωμεν ὅπως προβῶμεν εἰς ψηφοφορίαν, πρὶν ἢ ἀπαντήσωμεν εἰς τοιαύτας κατηγορίας. Τὰς ἰδέας ἡμῶν ὀφείλομεν ν’ ἀνακοινώσωμεν εἰς τὴν Βουλὴν εὐρύτατα, καὶ ἂν ἤδη τίθεται τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης, ἤδη ὀφείλομεν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν τοιαύτην ἀνάπτυξιν. Ἀλλ’ εἶναι ἤδη ἡ πρέπουσα στιγμή; Ἐὰν ἀπαντήσωμεν τώρα, ἐὰν τώρα ἀναπτυχθῶμεν, μόλις μετὰ 15 ἡμέρας θέλομεν ἔλθει εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Νομοσχεδίου, διότι ἕκαστος θὰ θελήσῃ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ψῆφόν του· ἀλλὰ τὸ Νομοσχέδιον, καθ’ ὑμᾶς, εἶναι κατεπεῖγον, δὲν ἐπιτρέπετε ὀλίγων ἡμερῶν ἐξέτασιν αὐτοῦ ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς· ἂν ἄρα συνδέητε ἤδη τὴν ψήφισιν αὐτοῦ πρὸς ζήτημα ἐμπιστοσύνης, προκαλεῖτε ὑμεῖς τὴν ἀναβολὴν, ἀντιστρατεύεσθε πρὸς τὸ κατεπεῖγον, καὶ ἀποδεικνύετε, ὅτι δὲν ἔχετε ἀνάγκην τοῦ Νομοσχεδίου.

§116ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Οὐδεὶς ἀρνεῖται, κύριοι, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις ἡ παροῦσα δὲν εἶναι τῶν τελευταίων ἐτῶν. Ἐκ τῆς καταστάσεως τῶν ἐλλειμμάτων ἑκάστου ἔτους βλέπομεν, ὅτι ἡ κατάστασις αὕτη ἄρχεται ἀπὸ τοῦ 1861 σύμφωνα μὲ τὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. πρώην Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Κατ’ ἔτος βλέπομεν, ὅτι ἔχομεν ἐλλείμματα, καὶ κατὰ ἄλλην λεπτομερῆ συζήτησιν θέλομεν ἴδει κατὰ πόσον δικαιολογοῦνται τὰ ἐλλείμματα. Ἑπομένως, κύριοι, δὲν ἤθελον λάβει τὸν λόγον καθόλου, ἐὰν ἐκ τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργείου δὲν ἔβλεπον, ὅτι δὲν ἐλπίζομεν καὶ εἰς τὸ μέλλον νὰ φροντίσωμεν περὶ τοῦ περιορισμοῦ τῶν ἐλλειμμάτων, διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς θὰ ἐξακολουθῇ νὰ ἦναι ἐν τοῖς ὅπλοις.

§117ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἶπον αὐτά.

§118ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Θὰ εἴπω ὅ,τι εἴπετε. Εἴπατε, ὅτι ἡ κατάστασις τοῦ ἔθνους, αἱ ὑποχρεώσεις αὐτοῦ ἀπαιτοῦν νὰ εὑρίσκηται πάντοτε εἰς τὰ ὅπλα. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι εἴμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἤμεθα διαρκῶς εἰς προπαρασκευάς. Δὲν ἠξεύρω, ἐὰν τοῦτο ἦναι ὀρθόν· ἓν μόνον λέγω, ὅτι, ἐὰν αἱ ἐνέργειαι τῶν προπαρασκευῶν εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐγίνοντο ὅπως καὶ εἰς τὰ ἄλλα Κράτη, θὰ εἶχε καλῶς. Δυστυχῶς εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν γίνεται ὅπως εἰς τὰ ἄλλα Κράτη. Εἰς τὴν Ἑλλάδα προπαρασκευαὶ θὰ εἴπῃ προαγωγὴ προσώπων. Οἱ ὀργανισμοὶ τοῦ στρατοῦ ὅλων τῶν ἐθνῶν ἀναπτύσσουν τὴν δραστηριότητα τῶν διευθυνόντων τοῦτον ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν. Ἐν καιρῷ εἰρήνης ὁ λόχος εἶναι ἀπὸ 100 ἕως 120 στρατιώτας, ἐν δὲ καιρῷ πολέμου ἀναβαίνει εἰς 180–200, χωρὶς νὰ προστεθῇ οὔτε εἷς ὑπαξιωματικὸς ἢ ἀξιωματικός· ἐδῶ ὅμως· ὅταν εἴπωμεν, ὅτι θέλομεν ὀλίγους στρατιώτας προσωρινῶς καὶ διὰ πέντε ἡμέρας, πρέπει νὰ προσθέσωμεν καὶ δι’ αὐτὰς τὰς πέντε ἡμέρας τοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ ὑπαξιωματικούς. Διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1877 προσδιωρίσθη δύναμις ὄχι ἐν καιρῷ πολέμου, ἀλλ’ ὡς ἐν καιρῷ προπαρασκευῶν, καὶ ἀμέσως ἐδιπλασιάσθησαν οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ ὑπαξιωματικοί. Κατὰ τὰ 1864, ὅτε ἕνεκα τῆς ἀνωμαλίας τοῦ 1862 καὶ 1863 εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀναβιβάσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀνθυπασπιστῶν εἰς 700 καὶ ἄλλους τόσους κατωτέρους ὑπαξιωματικούς, μ’ ὅλα ταῦτα ἡ τακτοποίησις τοῦ στρατοῦ ἡ κατὰ τὸ 1864 δὲν ἀφῆκεν ὑπεραρίθμους εἰμὴ 300 περίπου ὑπαξιωματικούς, καὶ ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦ νὰ ἀναπληρῶνται αἱ κενούμεναι θέσεις ἀπὸ τοὺς ὑπεραρίθμους, οἱ δὲ ἐν ἐνεργείᾳ ὑπαξιωματικοὶ ἦσαν τότε περὶ τοὺς 800. Μετὰ τὸ 1864 μετὰ τοσαῦτα ἔτη ἔγειναν πλῆθος προβιβασμῶν, καὶ ἐν τούτοις, ἐνῷ τώρα ἔχομεν ἐν ἐνεργείᾳ διπλασίους, ἤτοι 1600 ὑπαξιωματικούς, οἱ ὑπεράριθμοι ὄχι μόνον δὲν ἐξέλιπον, ἀλλ’ ἀναβαίνουσιν εἰς 460, ὅ ἐστὶν ἐδιπλασιάσθησαν. «Καλὰ εἶναι τὰ μακρομάνικα, ἀλλὰ τὰ φοροῦν οἱ δεσποτάδες»· λέγει ἡ κοινὴ παροιμία, κύριοι Ὑπουργοί· καλὸν εἶναι νὰ ἔχωμεν συντάγματα στρατιωτικά, μεραρχίας, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχωμεν καὶ χρήματα. Δὲν ἐπιθυμῶ, κύριοι Ὑπουργοί, νὰ ἴδω τὸν στρατόν μας μὲ μπαλωμένα ἐνδύματα καὶ ἄνευ ὑποδημάτων, ὅπως εἶδον τοῦτο ἐν Σούρπῃ εἰς τὸν τουρκικὸν στρατόν. Ἐὰν δὲ θέλετε, κ. Πρόεδρε τοῦ Ὑπουργείου, νὰ μὴ ἴδητε τοιοῦτόν τι εἰς τὸν στρατόν μας, μὴ προχωρῆτε πλέον εἰς τὸ σχέδιόν σας. Ἐμνημονεύσατε τί ἔκαμον οἱ Βούλγαροι καὶ τί οἱ Ῥωμοῦνοι· (ἀφίνω, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ παραβάλητε τοὺς Ἕλληνας μὲ τοὺς Βουλγάρους, οἵτινες, καί τοι παραληφθέντες ὑπὸ τοιούτου ἰσχυροῦ συμμάχου, μόλις 10,000 κατετάχθησαν εἰς τὸν στρατὸν, καὶ οὗτοι ἐλειποτάκτησαν μὲ τὰ ὁποῖα τοῖς ἐδόθησαν ὅπλα, ἅπερ ἐπώλησαν εἰς τοὺς Τούρκους)· ὅσον δὲ διὰ τοὺς Ῥουμούνους πρώτην δὰ φορὰν παρουσιάσθησαν εἰς πόλεμον μὲ 50,000 στρατοῦ, ἀφοῦ ὑπεστηρίζοντο ἀπὸ 400,000 συμμαχικοῦ στρατοῦ, ὁποῖος ὁ ῥωσσικός, ὅστις τοῖς ἐχορήγει καὶ τὰς δαπάνας καὶ τὰ ὅπλα. Ἡ Σερβία ὅμως, ἡ ὁποία ὁμολογουμένως ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ἐργάζεται ὑπὲρ τοῦ μεγαλείου της, εἴδατε τί κατώρθωσε κατὰ τὸ 1876 καὶ 1877· οἱ Σέρβοι εἶχον ἑτοιμοπολέμους στρατιώτας 67,000 εἰς τὰ ὅπλα, διηνεκῶς δὲ πολεμοῦντας 28,000, εἰς τρία σώματα διῃρημένους, καὶ ἐν τούτοις καὶ τὰ τρία αὐτὰ σώματα διῳκοῦντο ἀπὸ τρεῖς συνταγματάρχας· οὔτε ἕνα ὑποστράτηγον δὲν εἶχον, καὶ μόλις μετὰ ἕνα τοιοῦτον αἱματηρὸν πόλεμον, εἰς τὸν ὁποῖον ἐτάφη εἰς τὸ πεδίον τῆς τιμῆς τὸ τρίτον τοῦ στρατοῦ αὐτοῦ, προεβιβάσθησαν οἱ δύο μόνον τῶν τριῶν τούτων συνταγματαρχῶν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ στρατηγοῦ, καὶ ἐδῶ ὁ κ. ὑπουργὸς προεβίβασεν ἕνα στρατηγὸν ὡς ἀρχηγὸν τῆς πρωτευούσης, ἄλλον εἰς τὴν δυτικὴν Ἑλλάδα καὶ ἄλλον εἰς τὴν ἀνατολικήν. Αὐτὸ θὰ εἴπῃ προπαρασκευαὶ ἐν τῇ Ἑλλάδι. Λοιπόν, κ. πρόεδρε, καλὸν εἶναι νὰ προπαρασκευάζηται ἡ Ἑλλάς, ἀλλ’ ἀναλόγως τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως, διότι ἐφθάσαμεν εἰς κρίσιν οἰκονομικὴν σπουδαίαν. Ἡμεῖς δὲν ἐθέσαμεν ζήτημα ἐμπιστοσύνης, διότι, καὶ ἂν εἷς μόνος, ὁ κ. Οἰκονόμου, τὸ ἔφερε, τοῦτο δὲν σημαίνει, διότι ἕκαστος ἀντιπροσωπεύει τὰς ἰδέας του, καὶ φρονῶ, ὅτι τοῦτο φρονοῦν (δεικνύει τὴν πτέρυγα τῆς ἀντιπολιτεύσεως).

§119ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.

§120ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Λοιπὸν δὲν εἶναι ζήτημα ἐμπιστοσύνης· θέλομεν νὰ μάθωμεν ἐὰν τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἔχομεν παρακατατεθειμένα, θὰ λάβουν τὴν χρῆσιν, τὴν ὁποίαν διαλαμβάνει ὁ νόμος, δυνάμει τοῦ ὁποίου ἐδανείσθημεν, διότι σᾶς λέγω, κ. πρόεδρε, ὅτι δὲν θὰ παρέλθουν πολλὰ ἔτη, καὶ τὰ χαρτιὰ τῆς Τραπέζης θὰ καταπέσουν, ὅπως καὶ οἱ φοίνικες τοῦ ἀοιδίμου Κυβερνήτου· ἀλλ’ ὁ μέγας οὗτος ἀνὴρ δὲν ἐδανείζετο, οὔτε εἶχε προϋπολογισμὸν σαράντα ἑκατομμυρίων. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους φρονῶ, ὅτι πρέπει ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ μίαν ἢ δύο ἡμέρας, ἕως ὅτου σκεφθῶμεν καὶ ἡμεῖς, καὶ μᾶς εἴπῃ καὶ ἡ Κυβέρνησις ὅ,τι θέλομεν νὰ μάθωμεν περὶ τῶν ληπτέων μέτρων διὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας τοῦ χαρτίου τῶν Τραπεζῶν.

§121ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τοῦτο σᾶς τὸ εἴπομεν.

§122ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Δὲν πρέπει νὰ δεχθῆτε τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης, διότι τὸ εἶπεν ὁ κ. Οἰκονόμου, καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ στενοχωρηθῇ ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας.

§123ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ θέτομεν ἡμεῖς ζήτημα ἐμπιστοσύνης.

§124Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Ἐὰν, κύριοι, ἡ σημερινὴ συζήτησις ἐλάμβανε χώραν, καθ’ ἣν ἐποχὴν, πρὸ δέκα ἢ δεκαπέντε ἡμερῶν, ἡ Κυβέρνησις ἐζήτησε παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν ἄδειαν νὰ δαπανήσῃ διὰ τοὺς μῆνας Ἰανουάριον καὶ Φεβρουάριον τὸ ἑκτημόριον τοῦ προϋπολογισμοῦ, τότε βεβαίως οὐδ’ ἐγὼ, οὐδ’ ἄλλος τις ἠθέλομεν ἀπορήσει διὰ τοῦτο, καθόσον τὸ πρᾶγμα ἤθελεν εἶσθαι φυσικώτατον καὶ ἡ ἐξήγησις ἁπλουστάτη, διότι θὰ καθίστατο φανερὸν ὅτι, ὑπαρχούσης διαφορᾶς σκέψεων ὡς πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ ἀντιπολιτεύσεως, ἡ ἀντιπολίτευσις ἐν τῷ δικαιώματι αὐτῆς ἀρνεῖται πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἢ δὲν συμφωνεῖ μετ’ αὐτῆς καὶ ὡς πρὸς ὡρισμένας δαπάνας. Τοῦτο ὅμως δὲν ἐγένετο τότε· τοιαύτη τις συζήτησις ἢ ἀμφισβήτησις δὲν ἠγέρθη· ἡ συζήτησις τότε περιεστράφη μόνον εἰς τὸ νὰ μὴ δοθῇ τὸ ἑκτημόριον, ἀλλὰ τὸ δωδεκατημόριον τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ μόνον διὰ τὸν μῆνα Ἰανουάριον. Ἡ Κυβέρνησις ἀπεδέξατο τὴν τοιαύτην τροποποίησιν, ἡ δὲ Βουλὴ τὴν ἐψήφισε, συμψηφιζούσης καὶ τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Ὅταν λοιπὸν διὰ τῆς ψήφου μας ἐνεκρίναμεν τὴν τοιαύτην δαπάνην, ὅταν διὰ τούτου ἐνεκρίναμεν καὶ ἐπεβάλομεν, οὕτως εἰπεῖν, εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ δαπανήσῃ τὸ ποσὸν αὐτὸ διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, δυνάμεθα σήμερον, χωρὶς νὰ ἐξέλθωμεν τῆς καλῆς πίστεως, δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι δὲν χορηγοῦμεν αὐτῇ τὰ μέσα πρὸς πληρωμὴν δαπάνης, ἣν ἡμεῖς αὐτοὶ πρὸ ἡμερῶν μόνον ἀνεγνωρίσαμεν; Φρονῶ λοιπὸν, κύριοι, ὅτι ἡ σημερινὴ συζήτησις εἶνε ἄκαιρος καὶ ὅτι δὲν ἔχομεν οὔτε τὸ δικαίωμα, χωρὶς, ἐπαναλαμβάνω, νὰ ἐξέλθωμεν τῆς καλῆς πίστεως, νὰ ἀρνηθῶμεν τὴν πληρωμὴν ὀφειλῆς, ἣν ἡ ψῆφός μας ἐδημιούργησεν. Ἀλλὰ δὲν θέλομεν, ἰσχυρίζονται, νὰ ληφθῇ τὸ ποσὸν ἐκ τῶν χρημάτων τοῦ δανείου τῶν 60,000,000· ἐγὼ ὅμως σᾶς ἐρωτῶ, πόθεν θέλετε νὰ ληφθῇ τὸ τοιοῦτον χρῆμα; Μήπως ὅτε ἐψηφίζομεν τὴν δαπάνην διετελοῦμεν ἐν ἀγνοίᾳ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ ταμείου, μὴ τάχα δὲν ἐγνωρίζομεν, ὅτι χρήματα δὲν ὑπῆρχον διαθέσιμα; Καὶ ὅταν ἐν πληρεστάτῃ γνώσει τῆς καταστάσεως τοῦ ταμείου ἐλέγομεν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, δαπάνησον τὰ 4½ ἑκατομμύρια, τί ἄλλο ἐπράττομεν ἢ ἐπεβάλλομεν αὐτῇ νὰ δανεισθῇ; Καὶ ἐὰν τὰ χρήματα, ἅτινα εὑρίσκονται σήμερον ἐν τῇ Τραπέζῃ, δὲν ὑπῆρχον, τί ἄλλο θὰ ἔπραττεν ἡ Κυβέρνησις, ἢ νὰ ὑποβάλῃ ἡμῖν νόμον πρὸς συνομολόγησιν δανείου, τότε δὲ ἡμεῖς βεβαίως θὰ ἐψηφίζομεν τὸν τοιοῦτον νόμον ἐξ ἀνάγκης. Οὕτω λοιπὸν τιθεμένου τοῦ ζητήματος, ἐὰν σήμερον ἀρνούμεθα τὴν ἄδειαν νὰ λάβῃ τὰ χρήματα ἐκ τῶν παρὰ τῇ Τραπέζῃ παρακατατεθειμένων ἐκ τοῦ δανείου, εἶνε τὸ ἴδιον ὡς ἂν ἐλέγομεν εἴς τινα, δαπάνησον ἐκ τοῦ δεξιοῦ θυλακίου σου, ἀλλ’ οὐχὶ ἐκ τοῦ ἀριστεροῦ. Τοιαύτη ὅμως σκέψις, κύριοι, εἶναι σκέψις σπουδαία, εἶνε σκέψις ἀξία σοβαρᾶς συζητήσεως; ἀλλ’ ὄχι δὲν εἶνε μόνον τοῦτο. Τὸ νομοσχέδιον, διατείνονται, εἶνε ἀνάγκη νὰ παραπεμφθῇ πρὸς τὴν ἐπιτροπήν, νὰ ἐξετασθῇ, νὰ βασανισθῇ, καὶ τότε νὰ μᾶς ὑποβληθῇ πρὸς συζήτησιν. Τοῦτο, κραυγάζουσιν, ἀπαιτεῖ ὁ Κανονισμὸς, τὸ Σύνταγμα, τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα; καὶ τόσαι ἄλλαι πομπώδεις ἐκφράσεις. Κύριοι, ἀφήσωμεν πλέον κατὰ μέρος τὰς δημοκοπίας καὶ τὰς ἐπιδείξεις ἀκαίρου πατριωτισμοῦ, διότι χάρις τῷ Θεῷ, ὅλοι γνωριζόμεθα. Δὲν παραβιάζεται ὁ Κανονισμὸς, δὲν ἀθετεῖται τὸ Σύνταγμα, δὲν παραγνωρίζονται τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα. Λάβετε ἁπλῶς ὑπ’ ὄψιν σας τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ, ὃν ἐπικαλεῖσθε, ἀνάγνωτε τὰ ἄρθρα 34 καὶ 36 αὐτοῦ, ἀναμνήσθητε τοῦ πάντοτε συμβαίνοντος ὁσάκις πρόκειται περὶ ἐπείγοντος νόμου, καὶ ἀφήσατε, ἐπαναλαμβάνω, τὰς ἀκαίρους δημοκοπίας. Δὲν ἔχουσι λοιπὸν δίκαιον οἱ ἀρνούμενοι ἢ ἀντιστρατευόμενοι κατὰ τοῦ κατεπείγοντος τῆς ἐπιψηφίσεως τῆς ἐν λόγῳ πιστώσεως, καὶ μεθ’ ὅσα προεξέθηκα, ὅ,τι καὶ ἂν εἴπωσι, δὲν δύνανται νὰ ἀποφύγωσι τὴν θέσιν ζητήματος ἐμπιστοσύνης, ὅπερ ἀνεπιφυλάκτως καὶ μετὰ παῤῥησίας ἔθηκεν ἓν τῶν ἀξιοτίμων μελῶν τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ὁ κ. Οἰκονόμου, καὶ τὸ ὁποῖον μετὰ θάῤῥους ἀπεδέξατο ἡ Κυβέρνησις. Ἄλλως τε καὶ αὐτὸς ὁ ἀξιότιμος κ. Τρικούπης διὰ τῆς ἀγορεύσεώς του ἢ μᾶλλον διὰ τῶν ἐξηγήσεών του κατέστησε τὸ ζήτημα ζήτημα ἐμπιστοσύνης, καθόσον ὁ ἴδιος ἰσχυρίσθη καὶ ὁ ἴδιος ὑπεστήριξεν, ὅτι ἤθελεν ἐπιψηφίσει τὸ κατεπεῖγον, ἂν ἡ Κυβέρνησις προέτασσε τὸ ζήτημα τῆς σαλευομένης τάξεως. Ἂν ὅμως δὲν προτάσσηται (καὶ οὐδέποτε δύναται νὰ προταθῇ ὑπὸ Κυβερνήσεως Ἑλληνικῆς, προκειμένου περὶ ἑλληνικοῦ στρατοῦ), ἂν, λέγω, δὲν προτάσσηται ζήτημα δημοσίας τάξεως, προτάσσεται ὅμως ἀναντιῤῥήτως ζήτημα δημοσίας πίστεως, ἥτις βεβαίως καὶ θὰ ἐκινδύνευε καὶ θὰ ἐσάλευεν, ἐὰν τὸ δημόσιον ἠρνεῖτο ἢ ἠδυνάτει νὰ ἐκπληρώσῃ ὑποχρεώσεις γεννηθείσας καὶ δημιουργηθείσας κατόπιν ἀποφάσεως, κατόπιν ἐγκρίσεως τοῦ Κοινοβουλίου τῆς δαπάνης τῶν 4½ ἑκατομμυρίων, διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους κατὰ τὸν μῆνα Ἰανουάριον. Ὅταν λοιπὸν ἀρνούμεθα εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰ μέσα πρὸς ἐκπλήρωσιν ὑποχρεώσεων δημοσίας πίστεως, ἀρνούμεθα ἀπολύτως ἐμπιστοσύνην εἰς Κυβέρνησιν, τὴν ὁποίαν ἐν τούτοις πρὸ μηνὸς μόλις, τεθέντος τοιούτου ζητήματος, ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία περιέβαλε διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης της. Ἐκ τῆς ἀθετήσεως δὲ μόνης τῆς δημοσίας πίστεως ἠδύνατο νὰ προκληθῇ ζήτημα δημοσίας τάξεως, καὶ οὐχὶ ἐκ τῆς ἀναβολῆς τῆς πληρωμῆς τοῦ στρατοῦ, ὡς ἰσχυρίσθη ὁ κ. Τρικούπης, ὅστις οὐδόλως ἐδικαιοῦτο νὰ θέση εἰς ἀμφισβήτησιν τὰ αἰσθήματα καὶ τὰς διαθέσεις τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ.

§125ΠΟΛΛΟΙ. Ἆ! Ἆ! Ἆ!

§126ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν τὸ εἶπον αὐτό.

§127ΣΤΑΪΚΟΣ. Εἴπατε, ὅτι δὲν ἦτο ἄξιον νὰ ἐπισπεύσωμεν τὴν συζήτησιν τῆς πιστώσεως, ἀφοῦ δὲν ἐβλέπετε σαλευομένην τὴν δημοσίαν τάξιν, ἥτις θὰ ἐσαλεύετο, ἂν δὲν ἐπληρώνετο ὁ στρατός, δηλαδὴ οἱ μίσθαρνοι, οἱ Ἑλβετοί...

§128ΠΟΛΛΟΙ. Ἆ! ὄχι, ὄχι. Ἀγαπῶμεν ὅλοι τὸν στρατόν.

§129ΣΤΑΪΚΟΣ. Χάριν τοῦ κ. Τρικούπη, τοῦ ὁποίου καὶ τὰ αἰσθήματα καὶ τὰς περὶ τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ διαθέσεις γινώσκω καλλίτερον ὀψίμων τινῶν φίλων του, φρονῶ, ὅτι ἡ φράσις του ἐκείνη δὲν ἦτο οὔτε μεμελετημένη, οὐδ’ ἐῤῥέθη, ἵνα θίξῃ τοῦ στρατοῦ τὴν φιλοτιμίαν· σειρὰ ἄλλων ἰδεῶν καὶ ἁπλῆ ῥύμη τοῦ λόγου τὸν ἤγαγεν εἰς τὴν ἔκφρασιν ἐκείνην, ἥτις ἐν τούτοις ἐῤῥέθη, καὶ ἅπαξ ῥηθεῖσαν, ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ μὴ ἀντικρούσω καὶ ἀποκρούσω. Διότι, κύριοι, πρὶν ἢ λίαν ἀνεπιφυλάκτως ῥίπτωσί τινες τοιαύτας κατὰ τοῦ στρατοῦ μομφὰς, δέον νὰ μάθωσιν ὅτι, ὁσάκις δυσχερεῖς ἐθνικαὶ περιστάσεις παρουσιάσθησαν, ὁ στρατὸς αὐτὸς, τοῦ ὁποίου ὁ μισθὸς δὲν εἶναι μισθὸς ἀποταμιεύσεως, ἀλλὰ μισθὸς συντηρήσεως, ὁ στρατὸς, λέγω, αὐτὸς καὶ τῆς συντηρήσεώς του τὸν μισθὸν προσήνεγκεν ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου, ζητήσας ἐπισήμως διὰ τῶν σωματαρχῶν του τροφὴν μόνον ὡς ἀντάλλαγμα τοῦ προσφερομένου διὰ πᾶσαν ἀνάγκην αἵματός του. Ἐπειδὴ ὅμως, κύριοι, ὁ λόγος ἦλθε περὶ στρατοῦ, καὶ ἐπειδὴ καὶ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, προοιμιαζόμενος τὰ τῆς μελλούσης πολιτικῆς του καὶ δίδων οἱονεὶ ἐξήγησιν τοῦ προγράμματός του, ὡς πρὸς τὴν σύνταξιν τῶν ἐθνικῶν δυνάμεων, παρέσχε τὴν εὐκαιρίαν εἰς τὸν κ. Δημητρακάκην, ὃν διεδέχθην ἐπὶ τοῦ βήματος, νὰ ἐκτυλίξῃ τὰς μεγάλας στρατιωτικὰς γνώσεις του, πρὶν ἢ καταλήξω τὸν λόγον, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω ὀλίγας μόνον λέξεις ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ, ὅπερ ἐν δέοντι εὐρέως θὰ ἀναπτυχθῇ ἐνώπιόν σας καὶ θὰ ἐξετασθῇ παρ’ ὑμῶν. Δύο λοιπὸν λέξεις, διὰ νὰ συγχαρῶ τὸν κ. Δημητρακάκην, ὃν ἀπὸ τῆς παιδικῆς μου ἡλικίας ἤκουον, μεσήλικα τότε καὶ νῦν ζωηρὸν νέον, ἀποκαλούμενον στρατηγὸν, χωρὶς νὰ γνωρίζω τὴν αἰτίαν. Τὴν ἐξήγησιν ἔλαβον σήμερον, ὅτε ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ ἔδωκε δείγματα τῆς μεγάλης περὶ τὰ στρατιωτικὰ δεινότητός του, δικαιώσας πληρέστατα τὴν ἐπωνυμίαν τοῦ στρατηγοῦ!! (ἱλαρότης) Ἂς μάθῃ λοιπὸν ὁ κ. Δημητρακάκης καὶ οἱ μετ’ αὐτοῦ ἀγνοοῦντες τοῦτο, ὅτι, ἂν θέλητε νὰ ἔχητε στρατὸν, οὐδ’ ὁ περυσινὸς προϋπολογισμὸς, οὐδ’ ὁ νῦν ὑποβαλλόμενος εἶναι ἐπαρκής. Ἕν ἐκ τῶν δύο, κύριοι, ὀφείλετε νὰ παραδεχθῆτε, καὶ νὰ τὸ παραδεχθῆτε ἄνευ δισταγμοῦ, ἄνευ ἀναβολῆς: Ἢ ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἀποβλέπει εἰς μέλλον καὶ ὀνειρεύεται ἐθνικὸν μεγαλεῖον, ἢ ὅτι, ἀποβλέπουσα μόνον εἰς τὴν συντήρησιν τοῦ ὑπάρχοντος, μένει εὐχαριστημένη εἰς τοῦτο, ζῶσα τὴν φυτικὴν ζωὴν τοῦ ἄνευ φιλοδοξίας καὶ ἀέργου εὐπόρου ἀνθρώπου. Ἐν τῇ δευτέρᾳ περιπτώσει, κύριοι, πᾶσα περὶ στρατοῦ δαπάνη εἶναι ματαία, ἐπιζήμιος καὶ ἄσκοπος· καὶ ἀνάγκη ἑπομένως ἐντελοῦς καὶ ὁλοσχεροῦς τοῦ στρατοῦ διαλύσεως, τηρουμένης μόνον τῆς διὰ τὰς διαφόρους ὑπηρεσίας ἀναγκαιούσης χωροφυλακῆς. Ἐν τῇ ἐναντίᾳ ὅμως περιπτώσει, καθ’ ἣν ἡ Ἑλλὰς ἀξιοῖ νὰ ἔχῃ θέσιν ἔθνους ἔχοντος ἱστορίαν καὶ παραδόσεις, καὶ ὀνειρευομένου ἢ ἐπιδιώκοντος μέλλον, καὶ ἐγὼ μετὰ τῆς ἰδέας ταύτης πληρέστατα συντάσσομαι, ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ λέγω, ἡ Ἑλλὰς πρέπει νὰ ἔχῃ στρατὸν, καὶ μολονότι σέβομαι τὰς πεποιθήσεις τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, τῶν ἀξιούντων, ὅτι ἡ ἐθνικὴ ἀποκατάστασις δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ διὰ τῆς γενικεύσεως τῆς παιδείας καὶ διὰ τῆς ἀναπτύξεως τῶν παραγωγικῶν Ἐθνικῶν πόρων καὶ τῆς βιομηχανίας, ὑπενθυμίζω ὅμως εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Φιλήμονα τὸ σοφώτατον λόγιον τοῦ σοφοῦ Déméstre· «ἂν ἡ εἰρήνη ἦναι τὸ ὄνειρον τῶν σοφῶν, ὁ πόλεμος εἶναι ἱστορία τῶν ἀνθρώπων.» Ἡ συντήρησις λοιπὸν στρατοῦ πρὸς ἐθνικοὺς σκοποὺς ἀπαιτεῖ δαπάνας, καὶ ἵνα κάλλιον ἐννοήσητε τοῦτο, σᾶς γνωστοποιῶ, ὅτι τὸ οἰκονομικώτερον ἔθνος στρατιωτικῶς εἶναι ἡ Ἑλβετία, καὶ ἐν τούτοις ἡ Ἑλβετία, ἔχουσα πληθυσμὸν δύω ἑκατομμυρίων ψυχῶν καὶ προϋπολογισμὸν τεσσαράκοντα ἑκατομμυρίων φράγκων, μὴ ἔχουσα δὲ μέλλον, οὐδὲ σκοποὺς ἐξωτερικῶν πολέμων, ἀλλὰ μόνον πρὸς διατήρησιν τῆς ἀνεξαρτησίας της μεριμνῶσα, δαπανᾷ ὑπὲρ τῆς στρατιωτικῆς τῆς ὑπηρεσίας 18,000,000 κατ’ ἔτος. Ἡ δὲ Πρωσσία, ἣν λίαν ἐλαφρῶς τινες φέρουσι πάντοτε ὡς παράδειγμα, ὅτε τὸ πρῶτον ἐπὶ Φρειδερίκου Γουλιέλμου διενοήθη νὰ καταστήσῃ μόνιμον στρατὸν, ὁ προϋπολογισμός της ἀνήρχετο εἰς τέσσαρα καὶ ἥμισυ ἑκατομμύρια φράγκων, ἡ δὲ διὰ μόνον τὸν στρατὸν ἀναγκαιοῦσα δαπάνη ἀνέβαινεν εἰς τρία ἑκατομμύρια καὶ 800,000 φράγκων. Προβαίνουσα δὲ ἀναλόγως τῆς βαθμιαίας ἀναπτύξεώς της, ἔφθασε νὰ δαπανᾷ μέχρι τοῦ 1870, πρὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ Γαλλο–Πρωσσικοῦ πολέμου, μέχρι τῶν 43½ τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ της, δηλαδὴ τὸ ἥμισυ αὐτοῦ. Οὕτω, κύριοι, σχηματίζονται καὶ οὕτω συντηροῦνται στρατοὶ, ἀνάλογοι τῆς ὀνομασίας των καὶ τῆς ἀποστολῆς των.

§130ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἡ Ἑλβετία, ἔχουσα μέγιστον στρατὸν, ἔχει ἕνα μόνον στρατηγὸν, ὄχι 12· τὰ Σώματα τὰ διοικοῦν συνταγματάρχαι. Ὅταν δὲ ἔλθῃ τὸ στρατιωτικὸν ζήτημα, τότε θὰ ἰδῆτε, ὅτι εἶμαι πολὺ στρατιωτικώτερος ὑμῶν, θέλω δηλαδὴ ὅλην τὴν Ἑλλάδα ἔνοπλον.

§131ΣΤΑΪΚΟΣ. Εἴθε, καὶ ἐγὼ ἀπὸ τοῦδε σᾶς βεβαιῶ, ὅτι θὰ ἦμαι ὁ πρῶτος, ὅστις θὰ σᾶς συγχαρῶ.

§132ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὀλίγας λέξεις, πρὸς δικαιολόγησιν τῆς ψήφου μου. Δὲν δύναμαι ὅμως νὰ ἀποφύγω μίαν παρατήρησιν, τὴν ἑπομένην, ὅτι ὅλα τὰ Κοινοβούλια, ὅταν τοὺς λείψῃ ἡ διεύθυνσις, πρῶτον τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς καὶ δεύτερον τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ὀφείλει νὰ διευθύνῃ τὰς συζητήσεις, καταντῶσι νὰ μὴ ἠξεύρωσι τί ἔχουσιν ἐνώπιόν των· τὸ ἐπανελάβομεν πολλάκις εἰς τὴν Σύνοδον ταύτην, καὶ εἰς τοῦτο ἔπρεπε νὰ προσέξῃ ὁ ἔντιμος προαγορεύσας πρὶν ἢ παραπονεθῇ, ὅτι τὸ βῆμα τοῦτο μετεβλήθη εἰς βῆμα Πταισματοδικείου. Κατὰ τὴν σημερινὴν συζήτησιν, κατὰ τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ ἀποφασίσωμεν ἂν θὰ δώσωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἄδειαν νὰ λάβῃ 2,500,000 ἀπὸ τὸ δάνειον τῶν 60,000,000, ἀναβαίνει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ ἀντὶ νὰ μᾶς διευκολύνῃ νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ συμπέρασμα, μᾶς ἔφερε τὴν ἱστορίαν ὅλης τῆς Ἑλλάδος, τὴν οἰκονομικὴν, τὴν στρατιωτικὴν, τὴν πολιτικὴν, θέλει νὰ μᾶς ἐξηγήσῃ πόθεν τὸ ἔλλειμμα, θέλει νὰ μᾶς ἐξηγήσῃ τὴν πολιτικὴν τὴν ὁποίαν ἠκολούθησε τὴν σταθεράν.

§133ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Εἶπον, ὅτι τὸ Ἔθνος δὲν ἠκολούθησε μίαν σταθερὰν πολιτικήν· συμπεριέλαβον καὶ ἐμαυτόν.

§134ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν θέλω νὰ συζητήσω αὐτὸ, ἀλλὰ νὰ εἴπω ὅτι, ἐνῷ συζητοῦμεν αὐτὸ τὸ ἁπλούστατον θέμα, σεῖς ἠθελήσατε νὰ συνδέσητε αὐτὸ μὲ τὴν ὅλην ἱστορίαν τῆς Ἑλλάδος, καὶ νὰ μᾶς παρουσιάζητε ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ἐνῷ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, ὡς εἶπεν ὁ κ. Στάϊκος, ἐφέρετε πολιτικὸν ζήτημα· ἂν δὲ πάλιν σεῖς σήμερον φέρετε τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης, τίς σᾶς πταίει; Σήμερον μᾶς ζητεῖτε νὰ σᾶς δώσωμεν 2,500,000 ἀπὸ τὸ δάνειον τῶν 60,000,000, τὰ ὁποῖα ἐνόσῳ ὑπάρχουν ἐκεῖ, ἔχομεν, ἂν ὄχι τὴν βεβαιότητα, ἀλλὰ τὴν μεγίστην πιθανότητα, ὅτι ἔχομεν ἐκεῖ ἓν μέσον ἵνα ἄρωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν· σεῖς ὅμως μᾶς προτείνετε νὰ τὰ μεταχειρισθῶμεν εἰς τὰς τακτικὰς ἀνάγκας τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὀφείλομεν νὰ πράξωμεν τοῦτο, χωρὶς νὰ τὸ ἐξετάσωμεν; ἐδώσαμεν τὴν ἄδειαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐξοδεύσῃ κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1880, πρὶν ἢ τὸν ἴδωμεν, ἀλλὰ διὰ τοῦτο δὲν ὁμολογεῖ χάριτας. Τὴν τελευταίαν ἡμέραν ἔφερεν ἡ Κυβέρνησις τὸν προϋπολογισμόν. Ἡ ἀντιπολίτευσις, διὰ νὰ μὴ φέρῃ οὐδὲν πρόσκομμα εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους, εἶπε «μολονότι ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὸν προϋπολογισμὸν τοῦτον δὲν θὰ τὸν δεχθῶ· οὐδὲν ἧττον, διὰ νὰ μὴ φέρω πρόσκομμα εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, σοῦ δίδω τὴν ἄδειαν νὰ ἐξοδεύσῃς ἓν δωδεκατημόριον διὰ τὸν μῆνα Ἰανουάριον, ἀντὶ, λέγω, νὰ ὁμολογήσῃ χάριτας δι’ αὐτὸ, μᾶς ἐπιπλήττει, καὶ τὴν ψῆφόν μας αὐτὴν θέλει νὰ τὴν θεωρήσῃ ὡς προϋποχρεωτικὴν διὰ τὸν προϋπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον ἀκόμη δὲν εἴδομεν καὶ δὲν ἐξετάσαμεν.

§135ΣΤΑΙΚΟΣ. Δὲν ἐννοῶ, ὅτι ἡ σημερινὴ ψῆφός μου μὲ προϋποχρεοῖ διὰ τὴν ψήφισιν τοῦ ὅλου προϋπολογισμοῦ.

§136ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Πολὺ καλά. Δὲν ἀρνούμεθα, κύριοι, νὰ δώσωμεν τὴν ἄδειαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ λέγομεν, ὅτι θέλομεν νὰ σκεφθῶμεν καὶ ἐξετάσωμεν. Ἤκουσα τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν λέγοντα, ὅτι εὐτυχῶς ὑπάρχουν χρήματα· τίς ἡ ἀνάγκη νὰ σκεφθῆτε; δώσατέ μας αὐτὰ τὰ ἕτοιμα χρήματα. Μάλιστα, χρήματα ὑπάρχουν· ἀλλ’ εἶναι ἐκεῖ, διὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ σκεφθῶμεν ἂν πρέπῃ νὰ τὴν ἄρωμεν, καὶ πρέπει νὰ τὴν ἄρωμεν ἴσα ἴσα δι’ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τὸ μέλλον μας· ὀφείλομεν νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, διότι τοῦτο μᾶς ἐγγυᾶται, ὅτι θὰ ἔχωμεν ἐν πάσῃ περιπτώσει 40,000,000 ἀπὸ τὰς τραπέζας εἰς τὴν διάθεσίν μας, ἐνῷ, ἂν ἀφήσωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, τότε ὅσα λέγομεν περὶ τοῦ ὅτι ἐν ὥρᾳ ἀνάγκης πρέπει νὰ εὑρεθῶμεν ἕτοιμοι, εἶναι τίποτε, διότι μὴ ἀπατᾶσθε, ἂν μείνωμεν μὲ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν καὶ μὲ τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα ἔχομεν, μὴ ἀπατᾶσθε, ὅτι θὰ ἠμπορέσωμεν ποτὲ νὰ πραγματοποιήσωμεν νέον δάνειον. Τί ζητοῦμεν λοιπὸν ἡμεῖς; σᾶς λέγομεν, νὰ μὴ ψηφίσωμεν τὴν πίστωσιν; ὄχι ἀλλὰ, καίτοι εἰς τὴν περίστασιν ταύτην σκέπτομαι ὡς συμπολιτευόμενος, τί εἴπομεν; Δὲν σᾶς ἀρνούμεθα τὰ χρήματα, ἀλλὰ πρὶν ἢ ἀποφασίσωμεν νὰ λάβητε τὰ 2,500,000, δώσατέ μας καιρὸν νὰ σκεφθῶμεν, ἵνα εἴπωμεν κατόπιν εἰς τοὺς ἐντολεῖς μας: ἦτον ἡ ἀνάγκη ἀναπόφευκτος, πρὶν δὲ ἀποφασίσω, τὴν ἐμελέτησα, τὴν ἐξέτασα προσεκτικῶς, ἔκραξα ἐνώπιόν μου τοὺς ὑπουργοὺς, καὶ εἶδον, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ διαφορετικά. Ἀλλὰ σεῖς ἔρχεσθε καὶ μᾶς λέγετε, χωρὶς νὰ ἀνοίξητε τὸ στόμα, ψηφίσατέ το, διότι ἄλλως θέτω ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Δὲν ἠξεύρω ἂν τοῦτο ἦναι δικαίωμα κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἀξιοῖ ὅτι εἶναι κοινοβουλευτικὴ καὶ σέβεται ἑαυτήν. Θέλετε νὰ καταστρέψετε ἐντελῶς τὸν νόμον ἐκεῖνον περὶ ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἀλλὰ δώσατέ μας καιρὸν νὰ σκεφθῶμεν. Ἡ ἐπιτροπὴ μετὰ 2–3 ἡμέρας θὰ ἐπεξεργασθῇ τὸ νομοσχέδιον, ἐκεῖ ὅμως, ὅπου θέτει τὸ ζήτημα ὁ κ. πρωθυπουργὸς διὰ νὰ ἐξετάσωμεν τὸ παρελθὸν καὶ τὸ μέλλον, ἡ συζήτησις αὕτη θὰ διαρκέσῃ 15 καὶ πλέον ἡμέρας. Λοιπὸν καλῶς εἶπεν ὁ κ. Τρικούπης, ἂν θέλετε ταχεῖαν τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, παραπέμψατέ το εἰς τὴν ἐπιτροπήν· ἄλλως δὲν θὰ λάβητε εἰμὴ μετὰ 20 ἡμέρας. Αὐτὰ τὰ ὀλίγα εἶχον νὰ εἴπω πρὸς δικαιολόγησιν τῆς ψήφου μου, ὅπως μείνῃ ἥσυχος ἡ συνείδησίς μου, ὅτι δὲν εἴμεθα ἡμεῖς οἱ αἴτιοι τῶν οἱωνδήποτε ἀποτελεσμάτων τῆς σημερινῆς ψήφου, ἣν προκαλεῖ ὁ Πρωθυπουργός.

§137ΑΡ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Παρετήρησα, κύριοι, ὅτι ἐτάραξέ τινας διανοίας τὸ ὑποφαῖνον κάπως πρὸ ὀλίγης ὥρας ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Ὅτι ἐγὼ εἶμαι ἀντιπολιτευόμενος, νομίζω, περὶ τούτου δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς ὁ ἀμφιβάλλων· ὅτι ὅμως, κύριοι, ἐννοῶ τὴν ἀντιπολιτευτικὴν πορείαν κατά τινα τρόπον ἰδιαίτερον, νομίζω, ὅτι ἔχω χρέος νὰ τὸ ἐκθέσω ἐδῶ αὐτὴν τὴν στιγμήν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν ἐννοῶ ποτὲ, κύριοι, εἶναι ἡ αὐτοκρατορία, τὴν ὁποίαν ἀξιοῦσι τινὲς ἐδῶ· εἰς οὐδένα ἀναγνωρίζω αὐτοκρατορίαν. (Εὖγε, εὖγε, ἐκ τῆς αἰθούσης.) Δύνανται νὰ δυσαρεστηθῶσιν ὅσοι θέλουν, καὶ φίλοι μου καὶ ἀδελφοί μου. Ἀλλ’ ἐπαναλέγω, αὐτοκρατορίαν δὲν ἀναγνωρίζω οὐδαμοῦ, οὔτε ἐδῶ οὔτε ἔξω ἀπ’ ἐδῶ (εὖγε, εὖγε). Ὁμιλῶν δὲ πρὸς τοὺς ὑπουργοὺς, διακηρύττω πρὸς αὐτοὺς ἐν πληρεστάτῃ συναισθήσει τοῦ λόγου μου, ὅτι ἤθελον τελείως εὐχαριστηθῆ, ἂν μὴ ὑπῆρχον εἰς τὰ ἑδώλια τὰ ὑπουργικὰ ὄχι 24 ὥρας, ἀλλ’ οὔτε δύο ὥρας. Δύναμαι νὰ διακηρύξω πρὸς αὐτοὺς τοὺς κυρίους, ὅτι εἶναι ἔργον συνειδήσεως καὶ εὐφυΐας, ὁποίαν ἔχουσιν, εἶναι ἔργον συνειδήσεως καὶ εὐφυΐας νὰ ὁμολογήσουν αὐτὴν τὴν στιγμήν, ὅτι ὁ ἀγὼν δὲν γίνεται διὰ τὰ μάτια τῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ διότι δὲν ἔχομεν εἰς αὐτοὺς ἐμπιστοσύνην (ἐπιδοκιμασίαι). Ὅστις δὲν θέλει, δύναται νὰ μὴ ἀκούῃ. Ἀλλ’ ἡ φωνὴ δὲν θέλει λείψει ποτὲ εἰς ὑπεράσπισιν τοῦ δικαίου καὶ τῆς ἀληθείας. Ὅταν εἶπον, ὅτι εἶμαι καθαρὸς ἀντιπολιτευόμενος, εἶπον ὅ,τι λέγω αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐντὸς ἐμαυτοῦ. Ἡ ἀντιπολίτευσις μοὶ ἐφάνη δηλαδὴ εἴς τινα πρόσωπα προὐχοντικὰ δεικνύουσα δειλίαν.

§138ΡΑΛΛΗΣ. Σὺ εἶσαι γενναῖος.

§139ΑΡ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Εἶμαι, λέγεις, γενναῖος. Μάλιστα, καθὼς ὅλοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν θέλουν νὰ γείνουν ὑπουργοί.

§140ΡΑΛΛΗΣ. Γενναῖος χωρὶς μυαλό.

§141ΑΡ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Εἶμαι, λέγεις, γενναῖος. Μάθε ὅμως, ὅτι ἂν μὲ διακόψῃς καὶ ἄλλην φοράν, θὰ παραγγείλω εἰς τὸν κλητῆρα νὰ σοῦ ἀγοράσῃ μίαν σβοῦραν, διὰ νὰ σοῦ τὴν κτυπᾷ, ὅπως μὴ διακόπτῃς (ἱλαρότης). Εἶναι λοιπὸν ἔργον εὐφυΐας καὶ συνειδήσεως, ἔλεγον πρὸς τοὺς ὑπουργοὺς, ἂν οἱ κύριοι οὗτοι ἐννοοῦν, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἁπλοῦ σήμερον τύπου. Ἂν δύναμαι δὲ νὰ συνοψίσω ἐν ὀλίγαις λέξεσι τὸ νόημα, τὸ ὁποῖον ἐμφαίνεται ἐκ τῆς ὅλης συζητήσεως, τὸ κύριον πνεῦμα αὐτῆς εἶναι, ὅτι εἴτε δώσετε χρήματα εἰς τὴν κυβέρνησιν, εἴτε δὲν δώσετε, ματαιοπονεῖτε. Τὸ πᾶν εἶναι ἡ ἀλλαγή. Αὐτὴ εἶναι ἡ οὐσία τῶν διαμειφθέντων λόγων, αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια. Τώρα νομίζουν τινὲς, ὅτι δύναται ἡ ἀλήθεια αὐτὴ νὰ ὠφελῇ τοὺς κυρίους τῆς δεξιᾶς πτέρυγος. Ἂν ἦναι ἰσχυρότεροι, θέλομεν κλίνει τὴν κεφαλήν, πλὴν θέλομεν τὴν ἐγείρει εὐθὺς ἀμέσως. Καὶ θέλομεν συνηθίσει νὰ νικώμεθα, διὰ νὰ μάθωμεν νὰ νικῶμεν. Καὶ θέλομεν νικήσει ὄχι ὡς οἱ Πάρθοι· ἀγωνιζόμεθα κατὰ μέτωπον. Αὐτὴ εἶναι ἡ τελευταία ὁμιλία, τὴν ὁποίαν χρεωστῶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ κάμω ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος.

§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχουν ἄλλοι ἐγγεγραμμένοι· ἑπομένως κηρύσσω ἀποπερατωμένην τὴν συζήτησιν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. Γίνεται ἡ ψηφοφορία, εἶτα δὲ ἡ διαλογή.

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Λεωνίδας Μελετόπουλος ΟΔ. Γρίβας
Ἰωάν. Μεσσηνέζης ΟΓ. Γεροθανάσης Ν
Παντολ. Λογιωτατίδης Χρ. Κατσικογιάννης Ν
Λεωνίδ. Καρυστινάκης ΟΒασίλ. Νικολόπουλος Ο
Νικόλ. Μαυροκορδάτος ΟΚ. Πλαπούτας
Μιχαὴλ Δ. Καΐρης ΟἸωάννης Ῥοϊλός Ν
Γεώργ. Τσώκρης Γεώργ. Μπούκουρας
Ἄγγελος Γεωργαντᾶς ΝΘεόδ. Δηλιγιάννης
Γεώρ. Παππαλεξόπουλος ΝΚωνστ. Μαντζουράνης
Ἀνδρ. Ψύλλας Κ. Κοσσονάκος Ο
Δημήτρ. Ῥάλλης ΟΠ. Πετροπουλάκης Ν
Δημήτρ. Ν. Καλλιφρονᾶς ΟἸωάν. Ἀνδρίτσος Ν
Τιμολέων Φιλήμων ΟΚ. Ἀναγνωστόπουλος Ο
Παῦλος Καλλιγᾶς ΟἸωάν. Γ. Κότταρης Ο
Δημήτρ. Μ. Καλλιφρονᾶς ΟΝ. Παπαμιχαλόπουλος
Ἀλέξανδρ. Γ. Σιούζες ΝΝικόλ. Θ. Ῥίτσος Ν
Ἀθανάσιος Κατσανδρῆς ΝἸω. Καπιτσίνης Ο
Βλάσης Βαλτινός Γ. Μίλησης Ο
Ἀθανάσιος Ἴσκος ΝἸω. Κ. Ζέρβας Ν
Γεώργ. Ζηνόπουλος ΝἈναστ. Κορφιωτάκης
Δημ. Χατζόπουλος ΟΔημήτρ. Δημητρακάκης Ο
Δ. Βουλπιώτης ΟΔημήτρ. Μελετόπουλος Ο
Σπ. Καραϊσκάκης ΟΓ. Λάππας
Σπυρ. Ῥώμας Ἀναστ. Κουτσοπέταλος
Κ. Λομβάρδος ΟΝικόλ. Μπουφίδης Ο
Ἀναστ. Λούντζης ΟΣ. Βαλαωρίτης Ν
Ἰω. Νέγκας ΟΞενοφῶν Βαλαωρίτης Ν
Ἰωάν. Βοῦλτσος ΝΓερ. Σέρβος Ο
Γεώργ. Κρεστενίτης ΟΔημήτρ. Τσαμόπουλος Ν
Χαρ. Στεφανόπουλος ΟἈριστ. Ῥούκης Ο
Αὐγ. Πετραλιᾶς ΝΔημ. Παπαλουκᾶς
Ἀνδρ. Αὐγερινὸς Χ. Χριστόπουλος
Γ. Παππακυριακόπουλος ΟἈλέξ. Πετρινὸς Ο
Θεμ. Δαραλέξης ΝἈναστ. Σεχιώτης
Σπυρ. Κουκούλεζας Ἰω. Ταμπακόπουλος Ν
Γώργ. Πετούσης ΟΚωνστ. Ῥεβελιώτης
Παναγ. Οἰκονόμου Ἀριστ. Σακελλαρόπουλος
Πέτρος Α. Ζάνος ΝἩλίας Κοσσονάκος Ο
Νικόλ. Νομικός Ἀθαν Κατριβάνος Ν
Νικήτας Δ. Συνοδινός ΝΒασίλ, Βούτουνας Ν
Δημοσθένης Στάϊκος ΝΣτέφανος Δραγούμης Ο
Κωνστ. Πεταλᾶς ΝΔημήτρ. Πάγκαλος Ν
Ἀριστ. Οἰκονόμου ΟΓεώρ. Σταμούλης Ο
Ἀλέξ. Φωτήλας ΝΣπ. Ζερβός Ν
Ἀθαν. Γ. Πετιμεζᾶς ΟΘεόδ. Ζερβός Ν
Σωτ. Ν. Πετιμεζᾶς ΝΧαρίλ. Τρικούπης Ο
Θρ. Ζαΐμης ΟΝικόλ. Μακρῆς Ν
Περικλ. Γ. Πεῤῥωτής Γεώρ. Τσάλας Ο
Κωνστ. Ἰω. Φλέσσας ΟἈλέξ. Κουμουνδοῦρος
Δημ. Τζάννες ΝΚωνστ. Α. Κουμουνδοῦρος Ν
Δημ. Κάρτσωνας ΝΠερικλῆς Μποῦτος Ν
Ἀντών. Χατζηνικολῆς ΝΣπήλ. Ἀντωνόπουλος Ο
Ἀλέξ. Ἀντωνιάδης ΟΓ. Προβελέγιος Ν
Γεώρ. Καραβᾶς Δημ. Κυριακίδης Ν
Ἰωάν. Πεζᾶς Ἐλευθ. Μυκώνιος Ν
Γεώρ. Παππαγεωργίου Κωνστ. Κρίσπης Ν
Ἀνδρ. Ἱερομνήμων ΝΜιλτιάδης Βαρότσης Ν
Στυλιανός Βάλληνδας Ν. Γ. Καλαντζόπουλος
Νικόλ. Βασιλάκης ΟΓεώρ. Σισμάνης Ν
Ἀντών. Παλατιανός ΟἈθ. Ῥοντήρης Ν
Ἰάκωβος Πολυλᾶς ΟΚωνστ. Φαρμακόπουλος
Ἀναστ. Δημητριάδης Κ. Εὐθυμιόπουλος
Δημήτρ. Σταυρόπουλος Ἀλέξ. Πετσάλης Ο
Σπυρ. Α. Νοταρᾶς ΝΤηλέμαχος Ῥούκης Ν
Ἰω. Δεληγιάννης Κυριακ. Μαυρομιχάλης Ο
Ἀνδρ. Νοταρᾶς Δημήτριος Σαράβας Ο
Ν. Βαλσαμάκης Ἀντ. Μαυρομιχάλης Ο
Π. Βενιεράτος ΝἸω. Γερ. Μαυρομιχάλης Ν
Σπ. Μοντεσάντος ΟἈσημ. Χριστόπουλος Ο
Δ. Μηλιαρέσης ΝΝ. Λαμπρούλιας Ν
Σπυρ. Κοντολέων ΝΖ. Α. Ζαρειφόπουλος Ν
Π. Κορωναίος ΟἈναστ. Δ. Νικοκάβουρας Ν
Στυλ. Κασιμάτης Π. Κωσταντᾶς Ν
Θεόδ. Θερμογιάννης ΟΘεόφιλος Π. Προβατᾶς
Ἀντών. Καρδαρᾶς ΝΓεώργ. Ἰακωβάτος Ο
Δημήτρ. Σταματόπουλος ΝΧαράλ. Ἰακωβάτος Ο
Θ. Καλλίτσης ἢ ΜαρούληςΟΝικόλ. Ἰακωβάτος Ο
Ἰωάν. Βαλασσόπουλος ΟΝικόλ. Κάγκας Ν
Νικήτ. Βαρβιτσιώτης ΝΕύθ. Κεχαγιᾶς
Ἀριστ. Τζιβανόπουλος ΝΠ. Τσαμάλας ἢ Παπακώστας
Α. Σιμόπουλος ΟΝικόλ. Δρόσος Ο
Λ. Καραλίβανος Σωτήρ. Σωτηρόπουλος Ν
Γ. Ῥοῦφος ΝΘ. Μ. Ἀναστασόπουλος Ν
Α. Ῥικάκης ΟΚανάρης Γιαλιᾶς Ν
Ἀριστομ. Κοντογούρης ΟΓεώρ. Πατρίδης
Δ. Πατρινός Γεώρ. Στάϊκος Ο
Περικλῆς Καλαμογδάρτης ΟἸωάν. Μεγαπάνος Ν
Νικόλ. Κουμανιώτης ΟΓ. Σ. Κοριζῆς
Νικ. Καράπαυλος Χριστόδ. Δ. Δουζίνας Ο
Δημήτρ. Τριγγέτας ΟΓεώρ. Δ. Βούλγαρης Ο
Ἀθ. Μισυρλῆς Ἐπαμ. Α. Κριεζῆς
Εὐάγ. Ἀντύπας Θεόδ. Ν. Γκίκας Ο
Γ. Φλωριᾶς ΝΛεωνίδας Τράκας Ο
Ἀναστ. Ζερβός Ἀθανάσιος Χατζόπουλος Ν
Μιχαὴλ Σκαβέντζος Κωνστ. Χατζῖσκος Ν
Γεώργ. Κ. Ῥεμπάκης Δημήτρ. Ζουλούμης Ο
Παντελής Μπούμπουλης Νικ. Εὐαγ. Κοντογιάννης Ο
Γεώρ. Λεωνίδας ΝἈλέξ. Οἰκονόμου
Ἰωάν. Γρυπάρης ΟΘεόδ. Φλογαΐτης Ο
Παντιᾶς Καράλης ΟΒασίλ. Βουδούρης Ο
Στέφανος Σκουλούδης ΟΜιχαὴλ Ἀβέρωφ Ν
Ἰω. Δούμας ΟΚωνστ. Ν. Παππανικολῆς Ν
Ἰω. Ζαλλώνης Δημοσθ. Βρατσάνος Ν
Γρηγ. Μαυρομαρᾶς Ο

§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν 152, ἐξ ὧν 73 εἶπον Ναὶ, 79 εἶπον Ὄχι· ἑπομένως ἡ πρότασις ἀπεῤῥίφθη. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 7 μ. μ.)

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 51
2τῆς 14 Ἰανουαρίου 1880.
3(Δευτέρα.)
4Ὥρᾳ 2¼ μ. μ.
5Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς
6προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐνεκρίθησαν.
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Δικαιοσύνης ὑπέβαλεν ἐκθέ-
8σεις ἐπὶ τῶν προτάσεων· 1) περὶ ἀκατασχέτου τῆς βουλευτι-
9κῆς ἀποζημιώσεως καὶ 2) περὶ ἀποκαταστάσεως εἰς τὰ πο-
10λιτικά των δικαιώματα τῶν ἀξιωματικῶν Ἀντζουλίνου καὶ
11Βουδούρη, καὶ τοῦ πρώην νομάρχου Ζώτου. Θὰ τυπωθῶσι.
12Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ λογιστικοῦ ὑποβάλλει ἔκθεσιν περὶ καθυ-
13στερουμένης ἀποζημιώσεως εἰς τρεῖς Βουλευτάς. Θὰ τυπωθῇ.
14Ὁ κ. Φιλήμων ὑποβάλλει πρότασιν περὶ μεταβολῆς τοῦ
15ἄρθρου 6 τοῦ νόμου περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλή-
16λων. Θὰ τυπωθῇ.
17Ὁ κ. Μπασδέκης ζητεῖ δι’ ἀναφορᾶς του αὔξησιν τῆς συν-
18τάξεώς του. Θὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν ἐπιτροπήν.
19Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὑποβάλλει ἔγγραφα
20σχετικὰ μὲ τὴν ἐπερώτησιν τοῦ Βουλευτοῦ Δωρίδος κ. Κότα-
21ρη. Θὰ κατατεθῶσιν εἰς τὸ γραφεῖον, καὶ πᾶς τῶν κ. κ. Βουλευ-
22τῶν δύναται νὰ λάβῃ γνῶσιν.
23Ὁ κ. Γ. Ξενουδάκης, ὡς ἀντιπρόσωπος τῶν Κρητῶν, παρα-
24πονεῖται, ὅτι αἱ ἀναφοραί του δὲν ἀνεγνώσθησαν εἰς τὴν Βου-
25λήν. Ὅταν συζητηθῇ τὸ Νομοσχέδιον, αἱ ἀναφοραὶ αὗται θὰ
26ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν.
27Ὁ δήμαρχος Μινώας ὑποβάλλει ψήφισμα τοῦ δημοτικοῦ συμ-
28βουλίου, δι’ οὗ ἐξαιτεῖται νὰ δοθῇ δικαίωμα εἰς τοὺς ἐκεῖ
29Κρῆτας νὰ ἐκλέξωσιν ἴδιον Βουλευτήν. Νομίζω, ὅτι καὶ τοῦτο
30δύναται νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ σχετι-
31κοῦ Νομοσχεδίου.
32Πολλοὶ κάτοικοι τοῦ χωρίου Σουδενῶν ἐξαιτοῦνται τὴν
33διατήρησιν τῶν Μονῶν «Ἁγίας Λαύρας» καὶ «Μεγάλου Σπη-
34λαίου». Ἕτεροι δὲ τοῦ δήμου Φαλάνθου τῆς Μαντινείας ζητοῦν
35τὴν διατήρησιν τῆς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου. Θὰ στα-
36λῶσιν ἀμφότεραι αἱ ἀναφοραὶ αὗται εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν
37ἀναφορῶν.
38Τὰ μέλη τῆς Φιλαρμονικῆς Ἑταιρίας ὑποβάλλουν ἀνα-
39φορὰν περὶ ἐκδόσεως λαχείου καὶ ἀπαλλαγῆς των ἐκ τῶν νε-
40νομισμένων φόρων καὶ τελῶν. Θὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν
41τῶν ἀναφορῶν.
42Ὁ Βουλευτὴς κ. Σταμούλης ὑποβάλλει Νομοσχέδιον περὶ
43φόρου τῶν δήμων τῶν ἐπαρχιῶν Ὄρους καὶ Μέσης. Θὰ τυ-
44πωθῇ.
45Ὁ Πρόεδρος τοῦ κομητάτου τῶν κατόχων τῶν παλαιῶν
46δανείων ἐν Ὁλλανδίᾳ μοὶ ἐπιστέλλει, ὅτι κατὰ τὸν παρελ-
47θόντα Νοέμβριον ὑπέβαλεν ὑπόμνημα περὶ τοῦ ἀντικειμένου
48τούτου εἰς τὸν προκάτοχον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ δὲν
49τῷ ἐδόθη καμμία ἀπάντησις εἰς τὴν ἐπιστολήν του. Ἐξετά-
50σας, εὗρον ὅτι εἶναι ὑποβεβλημένον τῳόντι τοιοῦτον ὑπό-
51μνημα, τὸ ὁποῖον κατατίθεται εἰς τὸ γραφεῖον, καὶ ἕκαστος
52τῶν κ. κ. Βουλευτῶν δύναται νὰ λάβῃ γνῶσιν αὐτοῦ.
53§2ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Κύριοι, ἐδημοσιεύθη ὁ κατάλογος τῶν ὑπο-
54τρόφων. Δὲν ἠξεύρω ποίαν κρίσιν ἔκαμον οἱ ἄλλοι ἐπὶ τῶν ἐγγε-
55γραμμένων ὀνομάτων· κατ’ ἐμὲ δὲν ἀνταποκρίνονται εἰς τὸν
56σκοπόν, διὰ τὸν ὁποῖον ἀποφασίζεται ἢ εἶναι ἀποφασισμένον πρὸ
57πολλοῦ ἓν τοιοῦτον ἔξοδον εἰς τὸ Κράτος. Ἐπειδὴ ὅμως ἔχο-
58μεν ἄλλον ἀντικείμενον ὑπὸ συζήτησιν καὶ δὲν ἠμποροῦμεν δι’
59ἐπερωτήσεων νὰ φέρωμεν συζήτησιν, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ
60ὁρίσῃ μίαν ἡμέραν, διὰ νὰ φέρωμεν αὐτὸ τὸ ζήτημα εἰς συζή-
61τησιν, καθόσον παρετήρησα, ὅτι ἡ ἁπλῆ δημοσίευσις τῶν
62ὀνομάτων οὔτε τοὺς ὑπουργοὺς ἔκαμε νὰ ἐντρέπωνται νὰ κά-
63μουν τοιούτους διορισμοὺς, οὔτε αὐτοὺς, οἱ ὁποῖοι ἐπιζητοῦσιν, ἐνῷ
64δὲν εἶναι οἱ ἁρμόδιοι νὰ διορίζωνται ὑπότροφοι, τοὺς κάμνουν
65νὰ ἐντρέπωνται. Λοιπὸν πρέπει νὰ φέρωμεν τὸ ζήτημα εἰς τα-
66κτικὴν συζήτησιν, διὰ νὰ ἐξέλθῃ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς περὶ
67τούτου· ποία ἡμέραν προσδιορίζει ἡ Βουλή;
68§3ΠΟΛΛΟΙ. Τὸ Σάββατον.
69§4ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, τὸ ὑπουργεῖον νὰ
70προσαγάγῃ καὶ τὰ διατάγματα τῶν διορισμῶν, καὶ μετὰ τὴν
71προσαγωγὴν τῶν διαταγμάτων, νὰ ὁρισθῇ ἡ ἑπομένη ἡμέρα.
72§5ΣΑΡΑΒΑΣ. Θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ
73συμπληρώσῃ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔδωκε διὰ τοὺς κα-
74ταλόγου, τοὺς ὁποίους κατέθεσεν εἰς τὸ Προεδρεῖον· οὐχ ἧττον,
75καθὰ καὶ ὁ νόμος περὶ δημοσίου λογιστικοῦ διατάσσει, πρέπει
76νὰ μᾶς εἴπῃ τὴν αἰτίαν, διὰ τὴν ὁποίαν οἱ διορισθέντες ὑπό-
77τροφοι ἐκρίθησαν ἄξιοι τῆς ἰδιαιτέρας αὐτῆς προσοχῆς.
78Αὐτὸ τὸ λέγει ὁ νόμος περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, καὶ τὸ γνω-
79ρίζει καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Καὶ μολα-
80ταῦτα εἰς τὸν κατάλογον, ἐκτὸς τῶν προσώπων ἐκείνων, τὰ
81ὁποῖα ἐγένοντο ὑπότροφοι συνεπείᾳ διαγωνισμοῦ, περὶ τῶν ἄλ-
82λων οὐδεμία μνεία γίνεται. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουρ-
83γὸν νὰ συμπληρώσῃ τὰς πληροφορίας του.
84§6ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Κατὰ τὰς πληρο-
85φορίας, τὰς ὁποίας θέλω λάβει ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον, θέλω
86δώσει καὶ ἐγὼ τὰς ἀπαιτουμένας πληροφορίας. Ὅσον ὅμως
87ἀφορᾷ τὰ διατάγματα, δὲν ἐννοῶ ποῖα διατάγματα.
88§7ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ τί ἐννοοῦμεν, κ. Ὑπουργέ· τὰ
89διατάγματα, δυνάμει τῶν ὁποίων διωρίσθησαν ὑπότροφοι, πε-
90ριέχουν καὶ τὸν λόγον, δι’ ὃν διωρίσθησαν, δι’ ἐξόχους ὑπη-
91ρεσίας εἰς τὴν πατρίδα, ἢ δι’ οἱονδήποτε ἄλλον λόγον.
92§8ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Τὰ διατάγματα δὲν περιέχουν κανένα λόγον.
93§9ΣΑΡΑΒΑΣ. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ζητοῦμεν, τὸ ζητοῦμεν πρὸς ἐκτέ-
94λεσιν ῥητοῦ νόμου· ὁ νόμος διατάσσει τὸν Ὑπουργὸν νὰ σημειοῖ
95εἰς τὸν κατάλογον, τὸν ὁποῖον εἶναι ὑπόχρεως νὰ παρουσιάζῃ εἰς
96τὴν Βουλὴν, τὴν αἰτίαν, διὰ τὴν ὁποίαν διορίζει ὑποτρόφους.
97Ἐγὼ τὴν ἐπερώτησίν μου δὲν τὴν περιώρισα, κ. ὑπουργὲ, εἰς τὴν
98διαχείρισιν τὴν ὑμετέραν, ἀλλὰ μέχρι τῆς ἐποχῆς τοῦ 1875.
99Λοιπὸν ὁ κατάλογος, τὸν ὁποῖον ἐζητήσαμεν νὰ παρουσιάσητε,
100ἐζητήσαμεν νὰ περιέχῃ τὴν αἰτίαν, διὰ τὴν ὁποίαν οἱ διορι-
101σθέντες ἐκρίθησαν ἄξιοι τῆς ἰδιαιτέρας μερίμνης τῆς Κυβερνή-
102σεως· τώρα, ἐν τῷ καταλόγῳ, τὸν ὁποῖον ὑπεβάλετε, δὲν ση-
103μειοῦται ἡ αἰτία. Ὁ ἀξιότιμος Κύριος Στεφανόπουλος πολὺ
104καλὰ σᾶς εἶπεν, ὅτι, ἀφοῦ δὲν σημειώνετε τὴν αἰτίαν, ἡ αἰτία
105θὰ ἐμπεριέχεται εἰς τὸ διάταγμα ἢ εἰς τὴν αἰτιολογικὴν ἔκ-
106θεσιν τὴν συνοδεύουσαν τὸ διάταγμα· πρέπει νὰ παρουσιάσητε
107τὰς αἰτιολογικὰς ἐκθέσεις τῶν διαταγμάτων.
108§10ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν παρελθοῦσαν κατάστασιν
109περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, δὲν εἶμαι τώρα εἰς θέσιν νὰ σᾶς
110εἴπω· θέλω φροντίσει νὰ λάβω τὰς ἀπαιτουμένας πληροφορίας,
111καὶ θέλω δώσει πᾶσαν πληροφορίαν εἰς τὴν Βουλήν. Ὅσον
112ἀφορᾷ ἐμὲ, τοὺς ὑποτρόφους τοὺς ὁποίους ἔκαμα ἐγὼ, εἶμαι
113ἕτοιμος εἰς πᾶσαν ὥραν νὰ μοῦ ζητήσητε πᾶσαν πληροφορίαν,
114καὶ νὰ σᾶς εἴπω ποῦ ἐστηρίξαμεν τὸν διορισμόν των.
115§11ΣΑΡΑΒΑΣ. Πρόκειται περὶ τῶν ὑποτρόφων τῶν ἐμπεριεχο-
116μένων εἰς τὸν κατάλογον, ποῖοι δὲ τοὺς διώρισαν ἀδιαφοροῦμεν.
117§12ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὁ κύριος Πρόεδρος
118μᾶς εἰδοποίησε νὰ στείλωμεν κατάστασιν τῶν προσφύγων, οἱ
119ὁποῖοι κατὰ τὸ ἄρθρον 10 τοῦ προϋπολογισμοῦ περιλαμβά-
120νονται εἰς βοήθειάν τινα. Ἐὰν πρόκηται νὰ σημειώσωμεν τοὺς
121λαμβάνοντας μηνιαῖον βοήθημα, εἶναι εὐκολώτατον· ἐὰν πρό-
122κηται νὰ σημειώσωμεν ὅλα τὰ ὀνόματα ὅλων τῶν προσφύ-
123γων, τότε πρέπει νὰ περιμένῃ ἡ Βουλή, διότι πρέπει νὰ γρά-
124ψωμεν εἰς ὅλας τὰς Ἐπαρχίας. Τοῦτο τὸ ἀναφέρω, διὰ νὰ μὴ
125παρεξηγῆται ἡ ἀναβολή.
126§13ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.)
127Καταθέτω τὸ ἔγγραφον περὶ τῶν παλαιῶν δανείων, τοῦ ὁποίου
128τὴν κατάθεσιν ἀπῄτησε προχθὲς ὁ κ. Ῥικάκης.
129§14ΦΛΕΣΣΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον ὑπουργὸν τῶν Ἐκ-
130κλησιαστικῶν νὰ φροντίσῃ νὰ ὑποβάλῃ πίνακα τῆς περιου-
131σίας τοῦ Πανεπιστημίου καὶ τῶν ἐτησίων εἰσοδημάτων αὐτοῦ,
132πρὸς δὲ τῶν ἐτησίων κληροδοτημάτων αὐτοῦ, καὶ ἰδίως ποῦ
133εἶναι κατατεθειμένα τὰ κεφάλαια αὐτὰ τοῦ Πανεπιστημίου.
134§15ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τί γίνεται περὶ τῶν διαταγμάτων;
135Πρέπει νὰ ἔλθουν.
136§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιμένετε ὕστερον ἀπὸ ὅσα ἐλέχθησαν;
137§17ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Μάλιστα.
138§18ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν.) Ὅσον
139ἀφορᾷ τὸ παρελθὸν, θὰ φροντίσω νὰ ἐξετάσω καὶ θὰ φέρω εἰς
140τὴν Βουλὴν πᾶσαν πληροφορίαν. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν ἡμετέραν
141διαχείρισιν, εἶμαι ἕτοιμος νὰ δώσω πᾶσαν πληροφορίαν καὶ
142πάντα λόγον.
143§19ΤΙΝΕΣ. Κατ’ ὄνομα.
144§20ΡΟΥΦΟΣ. Κατὰ τὸ 1877 ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Παι-
145δείας εἶχεν ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὰ διατάγματα
146καὶ πλήρη κατάστασιν ὑποτρόφων. Αὐτὰ εἶναι τυπωμένα, καὶ
147εὑρίσκονται μέχρι τοῦ Ἰουλίου 1877.
148§21ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Ἔγεινε καὶ λόγος περὶ αὐτῶν τότε εἰς τὴν
149Βουλὴν ἐπὶ τοῦ Ὑπουργοῦ κ. Μίληση.
150§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἤκουσε καὶ θέλει πράξει συμ-
151φώνως.
152§23ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Ὑποβάλλω, κύριοι, Νομοσχέδιον περὶ ἐκλο-
153γῆς τῶν ἀστυνόμων. Κατὰ τὸ προτεινόμενον Νομοσχέδιον ἐν
154τοῖς δήμοις Αης, Βας καὶ Γης τάξεως ἐκλέγονται κατὰ τε-
155τραετίαν διὰ σχετικῆς πλειονοψηφίας οἱ ἀστυνόμοι ὑπὸ περιω-
156ρισμένου ἐκλογικοῦ συλλόγου, συγκειμένου ἐκ τῶν μελῶν τοῦ
157δημοτικοῦ συμβουλίου, τῶν ὑπηρετησάντων προηγουμένως ὡς
158δημοτικῶν συμβούλων, ὡς ἐπαρχιακῶν συμβούλων, ὡς ἐνόρ-
159κων, ὡς βουλευτῶν, ὡς πληρεξουσίων, ὡς δημάρχων καὶ
160δημαρχικῶν παρέδρων, καὶ τῶν φερόντων δίπλωμα τοῦ Πανε-
161πιστημίου. Περὶ τῶν ἄλλων διατάξεων θεωρῶ περιττὸν νὰ
162κάμω ἤδη λόγον. Τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ
163προσθέσω, εἶναι, ὅτι ὑπάρχει καὶ διάταξις ἐν τῷ ὑπ’ ἐμοῦ ὑπο-
164βαλλομένῳ νομοσχεδίῳ, καθ’ ἣν, ἐπὶ τῇ αἰτήσει τοῦ νομάρχου
165ἢ τοῦ δημάρχου, δύναται τὸ δικαστήριον τῶν πρωτοδικῶν,
166τὸ ἁρμόδιον, νὰ ἀπολύσῃ τὸν ἀστυνόμον, ἐὰν φανῇ παραβὰς
167προφανῶς τὰ ἀστυνομικά του καθήκοντα.
168Ὑποβάλλω καὶ δύο ἄλλα Νομοσχέδια συνημμένα. Κατὰ
169τὰ νομοσχέδια δὲ ταῦτα ἀνυψοῦται ἡ θέσις τοῦ ἐπαρχιακοῦ
170Συμβούλου, διότι ὁρίζονται σπουδαῖα τὰ προσόντα τῆς θέσεως
171ταύτης, εἰς δὲ τὸ ἐπαρχιακὸν συμβούλιον ἀνατίθενται τὰ ἐπὶ
172τῶν ἀποφάσεων τῶν δημοτικῶν συμβουλίων δικαιώματα τῆς
173κεντρικῆς ἀρχῆς καὶ τῶν διοικητικῶν ἀρχῶν· δηλονότι, καθὼς
174σήμερον αἱ ἀποφάσεις τῶν δημοτικῶν συμβουλίων περὶ σπου-
175δαίων ζητημάτων δὲν ἔχουσι κῦρος ἄνευ τῆς ἐγκρίσεως τοῦ
176Νομάρχου ἢ, κατ’ ἔφεσιν, τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, δὲν
177ἔχουσι κῦρος ἐφεξῆς ἄνευ τῆς ἐγκρίσεως τοῦ ἁρμοδίου ἐπαρ-
178χιακοῦ συμβουλίου. Συνοδεύονται καὶ τὰ δύο ταῦτα νομοσχέ-
179δια δι’ ἐκτενοῦς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως.
180Ὑποβάλλω ἕτερον Νομοσχέδιον περὶ μεταβολῆς τοῦ ὁρκω-
181τικοῦ συστήματος. Ὁ φίλος μου κ. Τζάνες, τοῦ ὁποίου ἐκτιμῶ
182τὸν ὑπὲρ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας καὶ ἐθνικῆς προόδου ἔνθερμον
183ζῆλον, ὑπέβαλε πρό τινων ἡμερῶν Νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου
184ἀφαιροῦνται αἱ σπουδαιότεραι τῶν ἐγκληματικῶν ὑποθέσεων
185ἀπὸ τῶν Κακουργιοδικείων καὶ ἀνατίθενται εἰς τὰ Ἐφετεῖα.
186Τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο θεωρῶ καὶ ἄτοπον καὶ μὴ συνταγματι-
187κόν, δι’ οὓς λόγους ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἐκθέσω κατὰ τὴν συζή-
188τησιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ κατάστασις τῶν Κα-
189κουργιοδικείων εἶναι ὄντως οἰκτρά, ὑποβάλλω ἐξ ἑνὸς μὲν Νομο-
190σχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου καταρτίζονται ἄλλως τὰ ὁρκωτικὰ
191δικαστήρια, τασσομένων σπουδαιοτέρων προσόντων, δι’ ἄλλου
192δὲ Νομοσχεδίου μεταβάλλονται ἐπὶ τὸ ἐλαφρότερον αἱ ἐν τῷ
193ποινικῷ νόμῳ ποιναὶ ὑπεράγαν αὐστηραί, ἕνεκα τῶν ὁποίων
194πολλάκις φυσικῶς οἱ ἔνορκοι εὑρίσκονται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ
195ἐκφέρωσι ψευδεῖς ἐτυμηγορίας. Καὶ τοῦτο τὸ νομοσχέδιον συνο-
196δεύεται διὰ τῆς προσηκούσης αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως.
197§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε, κύριοι, παρακαλῶ.
198§25ΚΑΡΑΛΗΣ. Πολλὰ καὶ δίκαια παράπονα ἔχουσιν ἐν
199Σύρῳ, ἕνεκα τῆς ἀποφάσεως, τὴν ὁποίαν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα
200καὶ ἡ Πιστωτικὴ ἔκαμαν καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀντικατάστα-
201σιν τῶν προσωρινῶν τίτλων διὰ τῶν ὁριστικῶν τῶν 60 ἑκα-
202τομμυρίων· ἐνῷ τὸ Escompte de Paris ἔστειλεν εἰς διαφόρους
203πόλεις τοὺς ὁριστικοὺς τίτλους, εἰς τὰς πόλεις ἐκείνας, εἰς
204ἃς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντικαταστήσωσι τοὺς προσωρινοὺς τί-
205τλους διὰ τῶν ὁριστικῶν, ὑποχρεοῦνται νὰ στείλωσιν ἐνταῦθα
206τοὺς προσωρινοὺς, ὅπως ἀντικαταστήσωσιν αὐτοὺς διὰ τῶν ὁ-
207ριστικῶν· ἑπομένως ἡ ἐν Ἑρμουπόλει τάξις, ἡ κατέχουσα τί-
208τλους τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων, παρεκάλεσεν ἐμὲ, ἵνα
209συστήσω εἰς τοὺς ἁρμοδίους, ὅπως μεταβάλωσι τὴν ἀπόφασιν
210ταύτην καὶ πέμψωσι τοὺς τίτλους των, διὰ νὰ γείνῃ ἡ ἀν-
211τικατάστασις.
212Ἐπίσης δὲ δι’ ἐμοῦ παρακαλοῦν τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν,
213ἵνα συστήσῃ εἰς τὰς τελωνιακὰς ἀρχὰς, ὅπως πέμπωσιν ἐγ-
214καίρως τὰς διαφόρους λυσεγγυήσεις, ἕνεκα τῆς βραδύτητος τῶν
215ὁποίων ἐπέρχεται σπουδαία ζημία εἰς τοὺς ἐμπόρους, οἱ ὁποῖοι
216καταδικάζονται κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1861 περὶ λυσεγγυή-
217σεως· οἱ ἔμποροι, ὅταν θέλωσι νὰ στείλωσιν ἀπὸ μίαν πόλιν
218εἰς ἄλλην ἐμπορεύματα, δίδουσι καὶ ἐγγύησιν ἐπὶ χαρτοσήμου,
219καὶ ὑποχρεοῦνται ἐντὸς δύο μηνῶν νὰ προσάξωσι τὴν λυσεγγύ-
220ησιν· ἄλλως εἶναι ὑπόχρεοι νὰ πληρώσουν εἰς τὸ ταμεῖον τὸν
221τελωνιακὸν δασμόν. Δυστυχῶς οἱ διάφοροι τελῶναι παρέλειψαν
222νὰ πέμψουν ἐν καιρῷ τὰς λυσεγγυήσεις. Παρακαλῶ τὸν κ.
223Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα συστήσῃ εἰς τοὺς τελώνας
224νὰ πέμπωσιν ἐν καιρῷ τὰς λυσεγγυήσεις.
225§26ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν.) Καὶ
226εἰς ἐμὲ παρεδόθη χθὲς, κύριοι, ἀναφορὰ ὑπογεγραμμένη ἐκ μέρους
227τῶν κυρίων κατόχων τῶν προσωρινῶν τίτλων τοῦ δανείου τῶν
22860,000,000, διὰ τῆς ὁποίας ζητοῦν νὰ σταλῶσιν εἰς Σῦρον οἱ
229ὁριστικοὶ τίτλοι πρὸς ἀνταλλαγὴν τῶν προσωρινῶν. Αἱ Τράπεζαι,
230ἥ τε Ἐθνικὴ καὶ Πιστωτικὴ, εἰς τὰς ὁποίας εἶναι ἀνατεθειμένη
231ἡ ἐκτέλεσις τῆς ἐργασίας ταύτης, ἀπήτησαν ἀπὸ τοὺς κατό-
232χους τῶν τοιούτων ὁμολογιῶν νὰ ἀναδεχθῶσιν αὐτοὶ οὗτοι
233ὑπ’ εὐθύνην των τὴν εἰς Σῦρον ἀποστολὴν τῶν ὁριστικῶν τί-
234τλων· ἀλλ’ οἱ κατέχοντες τοὺς προσωρινοὺς τίτλους, διὰ τῆς
235ἀναφορᾶς, τὴν ὁποίαν μοὶ παρέδωκαν, ἀξιοῦσιν, ἵνα οἱ τίτλοι
236οὗτοι ἀποσταλῶσιν ὑπ’ εὐθύνην τῶν τραπεζῶν εἰς Σῦρον. Μο-
237λονότι οὐδὲν δικαίωμα ἔχω νὰ παρέμβω εἰς τὴν διαφωνίαν
238ταύτην, εἰς τὴν διένεξιν ταύτην μεταξὺ τῶν Τραπεζῶν καὶ
239τῶν κατόχων τῶν προσωρινῶν τίτλων, οὐδὲν ἧττον παρεκά-
240λεσα τὰς Τραπέζας, εἰ δυνατὸν, νὰ ἄρωσι τὸ πρόσκομμα τοῦ-
241το, καὶ νὰ πέμψωσιν εἰς Σῦρον τοὺς ὁριστικοὺς τίτλους το-
242σούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ εἶμαι ἐντελῶς βέβαιος, ὅτι οὐδένα
243κίνδυνον πρόκειται νὰ διατρέξωσι κατὰ τὸ μικρὸν τοῦτο διά-
244στημα. Ἐὰν αἱ Τράπεζαι συγκατατεθῶσι, θὰ εὐχαριστηθῶ
245καὶ ἐγὼ, ὅπως καὶ ὁ ἔντιμος κ. Καράλης.
246Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἑτέραν παρατήρησιν τοῦ κ. Καράλη,
247θὰ καταστήσω προσεκτικοὺς τοὺς τελώνας καὶ ὑποτελώνας
248τῶν διαφόρων μερῶν εἰς τὴν ἔγκαιρον καὶ ταχεῖαν ἀποστολὴν
249τῶν λυσεγγυήσεων εἰς τὸ τελωνεῖον Σύρου, διότι ἀληθῶς λαμ-
250βάνουσι χώραν ἀδικήματα, ἕνεκα τῶν ὁποίων ὁ κ. Καράλης
251πολὺ ὀρθῶς παραπονεῖται ἐνταῦθα κατὰ τῶν τελωνιακῶν ἀρχῶν.
252§27ΚΟΤΑΡΗΣ. Εἶμαι εἰς θέσιν, κύριοι, νὰ πληροφορήσω τὴν
253Βουλὴν καὶ τὴν παρακαθημένην Κυβέρνησιν, ὅτι ἡ ἐνταῦθα κα-
254τωτέρα κοινωνικὴ τάξις πάσχει σπουδαίως ἕνεκα τῆς ὑπερτι-
255μήσεως τοῦ ἄρτου. Ἅμα ὡς ἐπέρχεται ἡ πρωΐα, οἱ ἀτυχεῖς
256συμπολῖταί μας, οἱ πτωχοὶ οἰκογενειάρχαι σπεύδουν νὰ προλά-
257βουν τὰ κεντρικώτερα μέρη διὰ νὰ ἀγοράσουν τὴν κουραμάναν.
258Ἠξεύρετε, κύριοι, ὅτι ἡ ἐργατικὴ τάξις σήμερον εὑρίσκεται εἰς
259δυστυχῆ θέσιν, διότι τὰ ἡμερομίσθια εἶναι μικρὰ ἕνεκα τῆς ση-
260μερινῆς καταστάσεως τῶν πραγμάτων. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν
261Κυβέρνησιν νὰ μεριμνήσῃ σπουδαίως πρὸς ἀνακούφισιν τῶν δυ-
262στυχῶν καὶ πτωχῶν συμπολιτῶν μας, καὶ παρακαλῶ πρὸς
263τούτοις, ἵνα εὐαρεστηθῇ καὶ μᾶς γνωστοποιήσῃ τὸ ἀποτέλε-
264σμα τῶν ἐνεργειῶν της.
265§28ΤΙΝΕΣ. Τί νὰ κάμῃ;
266§29ΚΟΤΑΡΗΣ. Νὰ φροντίσῃ ὅσον εἶναι δυνατὸν περὶ τῆς
267ὑποτιμήσεως τοῦ ἄρτου. (Θόρυβος.) Ἐγώ, κύριοι, γνωρίζω
268καὶ ἤκουσα καὶ ἀπὸ τοὺς ἐνταῦθα καὶ ἀπὸ τὴν Ἐπαρχίαν
269μου, ὅτι ὁ λαὸς εἶναι ἐντελῶς ἀπηλπισμένος ἀπὸ τὴν σημερι-
270νὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων.
271§30ΤΙΝΕΣ. Καλὰ, καλά.
272§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί ἐπερώτησιν ἔχετε;
273§32ΚΟΤΑΡΗΣ. Δὲν ἔχω ἐπερώτησιν, κ. Πρόεδρε· θὰ κάμω
274πρότασιν. (Θόρυβος.) Σᾶς παρακαλῶ, κύριοι, ὅταν ἦλθον ἀπὸ
275τὴν Ἐπαρχίαν μου, μετ’ ὀλίγας ἡμέρας....
276§33ΝΙΚΟΚΑΒΟΥΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρλάτες νὰ κάμω-
277μεν ἀπὸ τὸ βῆμα;
278§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ὑποβάλῃ πρότασιν.
279§35ΝΙΚΟΚΑΒΟΥΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ, μίαν στιγ-
280μήν· ὁσάκις καταλαμβάνει τὸ βῆμα ἕνας Βουλευτὴς, ὀφείλει
281νὰ ὑποβάλλῃ πρότασιν, καὶ ὄχι νὰ ἔρχηται νὰ λέγῃ παραμύθια.
282§36ΚΟΤΑΡΗΣ. Ὅταν ἦλθον, κύριοι, ἀπὸ τὴν Ἐπαρχίαν μου
283ἐδῶ, ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ ἐπισκεφθῶ τὸν κ. Πρωθυπουρ-
284γόν· μεταξὺ τῆς συντόμου ὁμιλίας μου τῷ παρέστησα τὴν
285κατάστασιν τῆς Ἐπαρχίας μου, ὅσον ἀφορᾷ τὴν δημοσίαν τάξιν.
286§37ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μοῦ εἴπατε νὰ φύγουν οἱ στρατιωτικοί.
287§38ΚΟΤΑΡΗΣ. Ὄχι νὰ φύγουν, κ. Πρωθυπουργέ.
288Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, κύριοι, πράγματι μὲ ἤκουσε μετ’ εὐ-
289χαριστήσεως, ἀλλ’ ἔκτοτε δὲν ἔσχε τὴν καλωσύνην νὰ μὲ ἐρω-
290τήσῃ εἴτε ὡς ἀντιπρόσωπον, εἴτε ὡς ἰδιώτην, καὶ νὰ μοῦ εἴπῃ
291τί σκέπτεται περὶ διορθώσεως αὐτῶν τῶν πραγμάτων, διότι,
292κύριοι, δὲν ὁρίζει κανεὶς σήμερον οὔτε πρόβατον, οὔτε τίποτε.
293(Θόρυβος.) Ἔλαβον μίαν ἐπιστολὴν, παρουσιάσθην εἰς τὸν Ὑ-
294πουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, τῷ ἀνέγνωσα αὐτολεξεὶ τὴν ἐπιστο-
295λὴν, ὁ κ. Ὑπουργὸς μοῦ εἶπεν, ὅτι αὐτὸ τὸ λεκτικὸν εἶναι
296ἀπὸ τὰ συνειθισμένα· δὲν εἶναι ἀπὸ τὰ συνειθισμένα, κ. Ὑ-
297πουργέ, παρεκάλεσα περὶ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου καὶ τὸν κ.
298Πρωθυπουργόν, καὶ παρακαλῶ καὶ ὑμᾶς νὰ σκεφθῆτε πῶς νὰ
299ἠμπορέσωμεν, ὥστε νὰ βελτιωθῇ αὐτὴ ἡ κατάστασις τοῦ τό-
300που. Μάλιστα, μοῦ εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, θὰ συνεννοηθῶ,
301καὶ ἐγὼ ἔπαυσα ἔκτοτε νὰ τὸν παρακαλῶ, μήπως παρεξη-
302γηθῶ ἀπὸ ἰδιοτέλειαν, ὅτι δῆθεν ἔχω σκοποὺς ἰδιοτελεῖς ἐγώ,
303καίτοι ἐνδιαφέρομαι ἐγώ.
304Ἀκούσατε τί μοῦ γράφουν ἀπὸ τὸν τόπον μου. Κύριε Κό-
305ταρη, γνωρίζετε, ὅτι πρὸ καιροῦ δὲν ἔχομεν ἀσφάλειαν ἰδιο-
306κτησίας καὶ πάσης κινητῆς καὶ ἀκινήτου περιουσίας καὶ ὅτι ἡ
307ἀπελπιστικὴ κατάστασις προέρχεται ἀπὸ τὴν ἀδράνειαν καὶ
308ἀπὸ τὴν μεροληπτικὴν ἐνέργειαν τῶν ὀργάνων τῆς ἐξουσίας,
309διότι αἱ πολιτικαὶ ἀρχαὶ καὶ τὰ στρατιωτικὰ ἀποσπάσματα
310ἐργάζονται ὑπὸ τὰς ἐμπνεύσεις τῶν κομματαρχῶν τῆς φα-
311τρίας. Ὁ εἰρηνοδίκης Δωρίδος θεωρεῖται ὡς ὁ μεγαλείτερος
312καταστροφεὺς τῶν συμφερόντων μας· παραλείπω νὰ ὀνομάσω
313τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἐργάζονται οὕτω πως (θόρυβος).
314§39ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ. Διατί δὲν παραγγέλλετε εἰς τοὺς φυγοδι-
315κοῦντας συγγενεῖς σας νὰ προσέλθουν; (θόρυβος).
316§40ΚΟΤΑΡΗΣ. Δύναμαι νὰ ἔχω συμφέρον νὰ φυγοδικῶσιν οἱ
317συγγενεῖς μου, ἀλλ’ ἡ ἐξουσία ὀφείλει νὰ τοὺς συλλάβῃ.
318§41ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Σεῖς ἔχετε συμφέρον νὰ γλυτώσουν οἱ
319φυγόδικοι.
320§42ΚΟΤΑΡΗΣ. Ὄχι· οἱ φυγόδικοι νὰ συλληφθοῦν.
321§43ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Τοὺς κρύπτεις ἐσὺ (θόρυβος καὶ διακοπαί).
322§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συντόμως, κ. Κόταρη, εἰπέτε τὴν πρότασίν σας.
323§45ΚΟΤΑΡΗΣ. Ἀφοῦ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κατέθεσε
324τὰ ἔγγραφα, παρακαλῶ τὸν Πρόεδρον νὰ προσδιορίσῃ ἡμέραν,
325καθ’ ἣν ν’ ἀναπτύξω τὸ ζήτημα τοῦτο· ἤδη παραιτοῦμαι.
326Ἔρχομαι εἰς ἄλλο ζήτημα. Εἰξεύρετε, κύριοι, ὅτι ὁ ἀριθμὸς
327τῶν καθυστερούντων κληρούχων ἀποτελεῖ ὁμάδα φυγοδίκων,
328τῶν ὁποίων ἡ καθυστέρησις ἀπασχολεῖ καὶ τὴν ἐκτελεστικὴν
329καὶ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Τοῦτο, κύριοι, προέρχεται, δὲν
330δύναμαι δὲ νὰ τὸ ἀρνηθῶ, ἀλλ’ ὀφείλω καὶ νὰ τὸ ὁμολογήσω,
331οὐχὶ διότι οἱ συμπολῖταί μας δὲν σέβονται τὸν νόμον, ἀλλὰ
332διότι ἡμεῖς γινόμεθα αἴτιοι τῆς καταστάσεως ταύτης. Δὲν
333ἐξεύρω τίς ἐξ ἡμῶν δύναται ν’ ἀρνηθῇ, ὅτι κατετάχθησαν εἰς
334τὸν στρατὸν οἱ μὴ ἔχοντες προστάτας καὶ ὅσοι δὲν ἐξηρέθη-
335σαν παρ’ ἡμῶν τῶν πολιτευομένων.
336§46Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Δὲν τὸ δέχομαι αὐτό.
337§47ΚΟΤΑΡΗΣ. Τὸ δέχομαι ἐγώ· ἐγὼ ἐνοχοποιῶ τὸν ἑαυτόν
338μου. Προτείνω λοιπὸν, ὅτι, ἀφοῦ ὁ νέος νόμος περὶ στρατολο-
339γίας τίθεται εἰς ἐφαρμογὴν, νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον πρὸς θερα-
340πείαν τοῦ κακοῦ τούτου καὶ ν’ ἀπαλλάξωμεν τοὺς ἀνθρώπους
341αὐτοὺς, ἢ νὰ ὑποχρεωθῶσι μόνον νὰ ἐξυπηρετήσωσιν ἓν ἔτος.
342Ἐπιφυλάσσομαι περὶ τούτου νὰ φέρω πρότασιν.
343§48ΤΖΑΝΕΣ. Ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου περὶ γενικῆς στρατολο-
344γίας κατὰ τὸ ἔτος 1880, εἰς τὸ ὁποῖον εἰσήλθομεν, φαίνεται, ὅτι
345ἀφίνει ὄπισθέν της ἓν κενόν. Ἡ ἀπογραφὴ τοῦ 1876, 1877, 1878
346καὶ 1879 ἀφῆκεν ὄπισθέν της κληρούχους, περὶ τῶν ὁποίων σή-
347μερον δὲν εἰξεύρομεν τί πρέπει νὰ γείνῃ. Ἔμαθον, ὅτι ὁ ἁρμό-
348διος κ. ὑπουργὸς ἐκάλεσε τὸν κ. σύμβουλον τοῦ ὑπουργείου
349τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἠρώτησεν ἂν δύναται ἡ κυβέρνησις νὰ
350καταδιώξῃ τοὺς κληρούχους ἐκείνους, ἂν δύναται νὰ τοὺς
351κατατάξῃ, καὶ εἰς ποίαν ἐπιτροπὴν νὰ τοὺς ὑπαγάγῃ πρὸς
352ἐπιθεώρησιν. Τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαῖον, διότι ὁ κ. Σύμβου-
353λος ἀποφαίνεται, ὅτι διὰ τοὺς κληρούχους τῶν ἀπογραφῶν ἐκεί-
354νων ἁρμόδιαι εἶναι αἱ ἐπιτροπαὶ κατὰ τὸν παλαιὸν νόμον, διότι
355δὲν κατηργήθησαν, καὶ ὄντως, ὡς ἔμαθον, ἡ Κυβέρνησις διέταξε
356τὴν καταδίωξιν καὶ τὴν ἐπιθεώρησιν εἰς τὰς ἐπιτροπὰς ἐκείνας.
357Ἤδη ὅμως γεννᾶται ἕτερον ζήτημα. Τοῦτο εἶναι ὑποχρέωσις,
358εἰς τὴν ὁποίαν ὑποβάλλονται οἱ συμπολῖται ἡμῶν ἐκ παλαιᾶς
359ὑποχρεώσεως, ἀλλ’ εἰς τὴν ὑποχρέωσιν γεννᾶται καὶ ἕν δικαίωμα,
360καὶ πρέπει νὰ μάθωμεν ἂν πρέπῃ ν’ ἀποφανθῶμεν ἡμεῖς, ὅτι ἀπω-
361λέσθη τὸ δικαίωμα τοῦτο, δηλαδὴ ἂν ὑποχρεοῦνται νὰ ὑπηρετῶσι,
362δύνανται καὶ νὰ φέρωσιν ἀντικαταστάτας πληρώνοντες, διότι αὐτὸ
363εἶναι τὸ δικαίωμα, ὅπερ ζητοῦμεν ν’ ἀναγνωρισθῇ, καὶ πιστεύω,
364ὅτι εἶναι βάσιμον καὶ ἀληθὲς, διότι δὲν διαιροῦνται τὰ δικαιώ-
365ματα καὶ αἱ ὑποχρεώσεις, ἀλλὰ συμβαδίζουσι, καθόσον ἂν
366πολίτης ἔχῃ τὴν ὑποχρέωσιν, ἔχει καὶ τὸ δικαίωμα. Ἐγεν-
367νήθη ὅμως ἀπορία εἰς τὸν νοῦν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ εἰς τὰς
368Ἐπαρχίας δὲν ἐπιτρέπει τὸ δικαίωμα τῆς ἀντικαταστάσεως.
369Καλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφανθῇ (καὶ δὲν ἀπαιτεῖται
370πρότασις, ἡ ἀπόφασις πρέπει νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ)
371ἂν οἱ πολῖται ὑποχρεῶνται νὰ ὑπηρετήσωσιν ὡς στρατιῶται
372εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ διὰ τὰς ἀπογραφὰς, περὶ ὧν εἴρη-
373ται, καὶ ἂν ἔχωσι τὴν ὑποχρέωσιν μόνην, δὲν ἔχουσι δὲ καὶ τὸ
374δικαίωμα τῆς ἀντικαταστάσεως.
375§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Φέρετε πρότασιν· ἀφῃρημέναι προτάσεις δὲν
376λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν.
377§50Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Ὁ κ. Τζάνες ἐξέφερε τὴν ἑξῆς ἰδέαν· εἶπεν
378ὅτι, δυνάμει τοῦ τελευταίου νόμου περὶ στρατολογίας, οἱ
379κληρούμενοι στεροῦνται τοῦ δικαιώματος τῆς ἀντικαταστά-
380σεως. Τοῦτο δὲ προέρχεται ἐκ ῥητῆς διατάξεως τοῦ τελευταίου
381νόμου, ἡ ὁποία εἶναι πλημμελὴς, διότι δίδει εἰς τὸν νόμον
382ὀπισθενεργὸν δύναμιν· διὰ τοῦτο συμφωνῶ μετὰ τοῦ κ. Τζάνε,
383καὶ λέγω ὅτι πρέπει νὰ ἔλθῃ τροποποίησις τοῦ νόμου.
384§51ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν εἶ-
385ναι ὑποβεβλημέναι πλεῖσται αἰτήσεις, αἱ ὁποῖαι, νομίζω, ὅτι
386πρέπει νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν, διότι ἄλλως τοῦτο ἰσοδυναμεῖ
387πρὸς σιωπηρὰν κατάργησιν τοῦ δικαιώματος τοῦ ἀναφέρεσθαι.
388Ἤθελον λοιπὸν παρακαλέσει, ὅπως ἡ Ἐπιτροπὴ προσκληθῇ
389νὰ συνέλθῃ· ἂν ὅμως ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν σκοπῇ νὰ ἐργασθῇ,
390νὰ ἔλθωσιν αἱ ἀναφοραὶ ἀπευθείας εἰς τὴν Βουλὴν καὶ παρα-
391πεμφθῶσιν εἰς τὰ ἁρμόδια ὑπουργεῖα, εἴ τε ὅπου δεῖ· καὶ δὲν
392ἀμφιβάλλω, ὅτι ὑπάρχουσι πολλαὶ ἀναφοραὶ ἄξιαι τῆς προσο-
393χῆς τῆς Βουλῆς. Ἐγὼ ἤθελον ὁμιλήσει περὶ μιᾶς ἀφορώσης
394τὸ Ἐργαστήριον τῶν Ἀπόρων γυναικῶν, ἱδρύματος, τὸ ὁποῖον
395εἶναι ἄξιον πάσης προστασίας.
396§52ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν ὁμιλεῖτε
397περὶ τούτου.
398§53ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Ἂν ἡ Βουλὴ δὲν ἔχῃ ἀντίῤῥησιν,
399συμφωνῶ μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως,
400καὶ ἤθελον παρακαλέσει νὰ παραπεμφθῇ ἡ εἰρημένη ἀναφορὰ
401εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ.
402§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν ἀνα-
403φορῶν νὰ συνέλθωσι καὶ ἐργασθῶσι.
404§55ΤΖΑΝΕΣ. Πρὸς συμπλήρωσιν τῆς ἰδέας, τὴν ὁποίαν ἐξήνεγ-
405κον πρὸ ὀλίγου, θὰ ἐπερωτήσω τὴν Κυβέρνησιν. Ἐρωτῶ τὸν
406κ. Ὑπουργὸν λοιπὸν πῶς ἐννοεῖ νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν Νόμον τοῦ
4071880, ἐννοεῖ ὑποχρέους τοὺς κληρωθέντας κατὰ τὸν Νόμον
408τοῦ παρελθόντος ἔτους ἄνευ τῶν δικαιωμάτων των;
409§56ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θέλω σᾶς εἴπει αὔριον.
410§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὁ κ.
411Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐζήτησε τὸν λόγον.
412§58ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.) Κύ-
413ριοι Βουλευταὶ, κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν ὑπέβαλον εἰς
414τὴν Βουλὴν πρότασιν Νόμου, δι’ οὗ ἐζήτουν τὴν ἄδειαν
415τῆς Βουλῆς νὰ λάβω ἀπὸ τὰ χρήματα, ἅτινα εἶναι κατατε-
416θειμένα εἰς τὸ ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐκ τῶν εἰσπρά-
417ξεων τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων, 2,500,000 δραχμῶν,
418διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν δαπανῶν τοῦ μηνὸς Ἰανουαρίου, περὶ
419τῶν ὁποίων ἐλάβομεν ἤδη τὴν ἄδειαν τῆς Νομοθετικῆς ἐξου-
420σίας, δι’ εἰδικῆς πιστώσεως.
421Δὲν δύναμαι ν’ ἀποκρύψω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ Δημό-
422σιον ταμεῖον διατελεῖ ἐν πλήρει χρηματικῇ ἀνεχείᾳ, οὐδ’ ἐλ-
423πίζω κατὰ τὴν παροῦσαν ἐποχὴν νὰ ἐπαρκέσωμεν διὰ τῶν
424κανονικῶν εἰσπράξεων τῶν δημοσίων ἐσόδων εἰς τὰς μᾶλλον
425κατεπειγούσας ἀνάγκας τοῦ Κράτους. Καὶ οὐ μόνον ἔχομεν ἀνάγ-
426κην νὰ πληρώσωμεν τὰς δαπάνας τοῦ Ἰανουαρίου μηνὸς, καθ’
427ἣν ἐλάβομεν ἄδειαν τῆς Νομοθετικῆς ἐξουσίας, 4,500,000
428δραχμῶν καὶ ἐπέκεινα, ἤτοι τὸ δωδεκατημόριον τοῦ εἰς τὴν
429Βουλὴν ὑποβληθέντος προϋπολογισμοῦ, ἀλλ’ ὀφείλομεν προσέτι νὰ
430πληρώσωμεν μέγιστον χρηματικὸν ποσὸν καὶ διὰ τὰς δαπάνας
431τοῦ Νοεμβρίου καὶ Δεκεμβρίου τοῦ λήξαντος ἔτους: Εἶναι ἀλη-
432θὲς, ὅτι ζητοῦμεν τὰ χρήματα πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγ-
433κῶν, τὰς ὁποίας προβλέπει ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1880, ἀλ-
434λὰ δι’ αὐτῶν τῶν χρημάτων θὰ δυνηθῶμεν νὰ θεραπεύσω-
435μεν καὶ τὰς μᾶλλον κατεπειγούσας πληρωμὰς καὶ τῶν δύω
436προηγουμένων μηνῶν, ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἀντικαταστάσεως αὐ-
437τῶν ἐκ τῶν εἰσπράξεων τῆς χρήσεως τοῦ 1879, ἥτις, ὡς
438γνωστὸν, λήγει μετὰ δέκα μῆνας. Δὲν ζητοῦμεν, κύριοι, πί-
439στωσιν δαπάνης, περὶ τῆς χρησιμότητος τῆς ὁποίας δύ-
440ναται νὰ ὑπάρξῃ διαφωνία μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν, ἀλλὰ ζη-
441τοῦμεν χρήματα νὰ πληρώσωμεν δαπάνας, τὰς ὁποίας ὀφεί-
442λομεν νὰ πληρώσωμεν, καὶ τῶν ὁποίων τὴν πληρωμὴν δὲν
443δυνάμεθα ν’ ἀναβάλωμεν. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ συζητήσωμεν
444πίστωσιν περὶ δαπάνης τοιαύτης, οἵας ἐμνήσθην, ἠδύνατο
445νὰ ἐγερθῇ συζήτησις, διότι ἡμεῖς μὲν θὰ ἰσχυριζώμεθα,
446ὅτι ἡ δαπάνη εἶναι ἀναγκαία, μέρος δὲ τῆς Βουλῆς θὰ ἰσχυ-
447ρίζετο, ἴσως, τὸ ἐναντίον. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου πρόκειται ἁ-
448πλῶς περὶ προμηθείας χρημάτων ὡς ἐκ τῆς ἀνεχείας τοῦ Δη-
449μοσίου Ταμείου ἔχομεν ὑποχρεώσεις νὰ ἐκπληρώσωμεν ὡς Κυ-
450βέρνησις, καὶ σᾶς λέγομεν, ὅτι δὲν ἔχομεν χρήματα καὶ οὔτε ἐλ-
451πίζομεν νὰ εἰσπράξωμεν ἐντὸς βραχέος χρόνου τόσα, ὅσα ἀπαι-
452τοῦνται διὰ τὰς δαπάνας τῶν δύο τελευταίων μηνῶν, συμπε-
453ριλαμβανομένου καὶ τοῦ παρόντος. Καὶ ὅστις ἄλλος ἤθελε κατέ-
454χει τὰς ἕδρας, τὰς ὁποίας κατέχομεν ἡμεῖς, καὶ εὑρίσκετο
455ἀπέναντι τοιαύτης χρηματικῆς καταστάσεως τοῦ ταμείου, ἤ-
456θελε πράξει ἀναντιῤῥήτως καὶ ἀναμφισβητήτως αὐτὸ, τὸ ὁποῖον
457καὶ ἡμεῖς σήμερον ζητοῦμεν, καὶ ἂν ἄλλοι μᾶς διαδεχθῶσιν
458αὔριον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τὸ πρῶτον ἔργον, τὸ ὁποῖον θὰ ὑπο-
459βάλωσιν εἰς τὴν Βουλὴν, εἶναι αὐτὸ τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ὑπο-
460βάλλομεν καὶ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ὁποίου ζητοῦμεν κατεπειγόν-
461τως. Παρακαλῶ διὰ ταῦτα τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιληφθῇ τῆς συζη-
462τήσεως τοῦ Νομοσχεδίου καὶ νὰ ἐγκρίνῃ αὐτὸ εἰς πρώτην ἀ-
463νάγνωσιν, ὥστε νὰ κατασταθῇ ἐφικτὴ ἡ ἐπιψήφισις καὶ ἡ κύρωσις
464αὐτοῦ ἐντὸς τῆς παρούσης ἑβδομάδος, πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑ-
465ποχρεώσεων τῆς Κυβερνήσεως καὶ πρὸς ἀποφυγὴν δυσκρέστων
466συνεπειῶν. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ ἐρωτήσῃ τὴν Βουλὴν
467ἐπὶ τῆς προτάσεώς μου ταύτης.
468§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖται ἡ μεταβολὴ τῆς ἡμερησίας διατά-
469ξεως, ὅπως προηγηθῇ τὸ Νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ κ.
470Ὑπουργός. Ἡ πρότασις δὲν ἀμφιβάλλω ὑποστηρίζεται ἀπὸ δέκα.
471§60ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
472§61ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ, κύριοι, ἐνίσταμαι κατὰ τῆς μεταβο-
473λῆς τῆς ἡμερησίας διατάξεως, καὶ, ὡς γνωστόν, κατὰ τὴν
474προχθεσινὴν συνεδρίασιν, ὅτε ὑπεβλήθη τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος Νο-
475μοσχέδιον, εἶχον φέρει τὴν αὐτὴν ἔνστασιν, καὶ εἶχον παρατη-
476ρήσει, ὅτι ἔδει ἐν πάσῃ περιπτώσει ν’ ἀποσταλῇ εἰς τὴν ἁρμο-
477δίαν ἐπιτροπήν, ἵνα, συνάμα μετὰ τῆς γνωμοδοτήσεως τῆς ἐ-
478πιτροπῆς ἐκείνης, ἐπιληφθῶμεν τῆς διασκέψεως περὶ αὐτοῦ.
479Νομίζω, ὅτι τοιοῦτο Νομοσχέδιον δὲν πρέπει νὰ συζητήσῃ ἡ
480Βουλὴ ἄνευ προεπεξεργασίας τῆς ἐπιτροπῆς, διότι ὑπάρχει ἐρ-
481γασία προκαταρκτική, ὑπάρχουσι πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἡ
482Βουλὴ δὲν δύναται νὰ λάβῃ, εἰμὴ διὰ τοῦ ὀργάνου τῆς ἐπιτρο-
483πῆς αὐτῆς. Ἰδίως ἔχει ἀνάγκην ἡ Βουλὴ τῆς προεπεξεργασίας,
484ὅταν τὰ Νομοσχέδια ὑποβάλλωνται ἄνευ αἰτιολογικῶν ἐκθέ-
485σεων καὶ ἄνευ εἰσαγωγικῶν ἀγορεύσεων, διὰ τῶν ὁποίων νὰ
486διαφωτίζηται περὶ τῶν ἀναγκῶν, εἰς ἃς ἀνταποκρίνονται.
487§62ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς εἶπον, τὸ πρᾶγμα εἶναι ἁπλοῦν,
488δὲν ἔχομεν χρήματα.
489§63ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς παρατηρεῖ, ὅτι τὸ πρᾶγμα
490εἶναι ἁπλοῦν, δὲν ἔχει χρήματα· ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἀντικείμε-
491νον τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ, ἵνα πείσῃ ἑαυτὴν,
492ἂν ἀληθῶς δὲν ἔχητε χρήματα καὶ τίς ὁ λόγος, δι’ ὃν δὲν ἔ-
493χετε (θόρυβος)· καὶ ἡ φράσις αὕτη «δὲν ἔχομεν χρήματα» δὲν
494εἶναι ἁπλῆ, ὡς παρετήρησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, διότι δύναται τὸ
495ταμεῖον νὰ ἦναι κενὸν, καὶ ἐν τούτοις νὰ μὴ ἔχῃ ἡ Κυβέρνη-
496σις ἀνάγκην τῆς ἀδείας, περὶ ἧς πρόκειται, διότι δύναται νὰ
497ἔχῃ εἰσπράξεις ἱκανὰς, δι’ ὧν νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ
498μηνὸς τούτου καὶ τοῦ ἑπομένου· δύναται δὲ νὰ ἔχῃ μεταλλι-
499κὸν εἰς τὸ ταμεῖον, καὶ ὅμως νὰ ἔχῃ ὑποχρεώσεις ἀνωτέρας.
500Ἀλλὰ πῶς δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς ἀπόφασιν στηρι-
501ζομένην ἐπὶ τῆς γνώσεως τῆς καταστάσεως τοῦ ταμείου,
502ὅταν οἱ κ. κ. Ὑπουργοὶ δὲν ηὐδόκησαν, καίπερ ἐπανειλημ-
503μένως προσκληθέντες, νὰ ὑποβάλωσιν εἰς τὴν Βουλὴν πίνακας
504τῆς ταμιακῆς καταστάσεως; Οὐδεμίαν γνῶσιν ἔχομεν τῆς
505καταστάσεως τῶν ταμείων· ἔχουσιν ἢ δὲν ἔχουσι χρήματα,
506καὶ πόσα ἔχουσι· ποῖαι αἱ ὑποχρεώσεις τῶν ταμείων, αἱ ὑπο-
507χρεώσεις αἱ ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ αἱ ὑποχρεώσεις αἱ
508ἀνεξάρτητοι τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι, ὡς γινώσκετε, τὸ
509ταμεῖον ἔχει καὶ λογαριασμούς, οἵτινες δὲν περιλαμβάνονται
510ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, τὰς ἐγγυοδοσίας, τὰς παρακαταθήκας
511καὶ ἄλλα, περὶ ὧν οὐδεμία ἐγένετο μνεία ἐν τῷ προϋπολογι-
512σμῷ, οὔτε ἐν τοῖς ἐσόδοις οὔτε ἐν τοῖς ἐξόδοις. Περὶ τούτων
513ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ φωτίσῃ τὴν Βουλὴν εὐθὺς ἀρχομέ-
514νων τῶν ἐργασιῶν της, καὶ ὀφείλει νὰ μᾶς φωτίζῃ προεισαγω-
515γικῶς ὅταν πρόκηται νὰ ἐπιληφθῶμεν οἰκονομικῶν Νομοσχε-
516δίων. Ἀλλ’ οὐδὲν τούτων ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν. Δὲν ὑπέ-
517βαλε κἂν εἰς τὴν Βουλήν τὴν στοιχειώδη ἐκείνην πληροφο-
518ρίαν τῶν προσωρινῶν καταστάσεων τῆς χρήσεως τοῦ 1879
519ἕως τέλους τοῦ ἔτους.
520Προκληθεὶς ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς κατὰ τὴν
521συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον, ὑπέ-
522βαλε τότε προσωρινὴν κατάστασιν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων
523τῆς χρήσεως τοῦ 1879 μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἀλλὰ περὶ
524τοῦ Νοεμβρίου καὶ Δεκεμβρίου οὐδὲν γινώσκομεν· γινώσκομεν
525μόνον ἐξ ὑπολογισμῶν ὁποία εἶναι ἡ πιθανὴ κατάστασις
526αὐτῶν.
527Ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑπέβαλε Νομοσχέδιον, ἐν ᾧ ῥητῶς λέγει·
528«ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα πρὸς θεραπείαν τῶν
529κατὰ τὸ 1880 ἀναγκῶν διαθέσῃ κτλ·» ἀλλ’ ἐν τῇ ἀγο-
530ρεύσει αὐτοῦ εἶπεν, ὅτι δὲν πρόκειται ἀποκλειστικῶς περὶ
531τῶν ἀναγκῶν τοῦ 1880, ἀλλὰ πρόκειται καὶ περὶ τῶν ἀ-
532ναγκῶν τῶν μηνῶν Νοεμβρίου καὶ Δεκεμβρίου τοῦ λήξαν-
533τος ἔτους. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀντιπολιτεύεται
534τὸ Νομοσχέδιόν του καὶ τὸ διαψεύδει· τὸ δὲ Νομοσχέδιον τοῦτο,
535τὸ ὁποῖον κατ’ αὐτὸν περιέχει ἄντικρυς ψεῦδος, ἀπαιτεῖ, ἵνα
536ψηφίσωμεν ἄνευ προεπεξεργασίας τῆς ἐπιτροπῆς. Δὲν ὁμιλῶ
537περὶ πράγματος ἀγνώστου, ἀλλ’ ὁμιλῶ περὶ τούτου, τὸ ὁ-
538ποῖον εἶπε πρὸ 5 λεπτῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
539Καὶ ἆρα εἶναι ἀδιάφορον, ἂν τὰ χρήματα ταῦτα θέλωσι δια-
540τεθῆ δι’ ἀνάγκας τοῦ 1879 ἢ δι’ ἀνάγκας τοῦ 1880; Ἂν
541τὰ χρήματα διατεθῶσι δι’ ἀνάγκας τοῦ 79, θὰ ἔχωμεν
542μετὰ δέκα ἡμέρας ἄλλην αἴτησιν διὰ ποσὸν πολλαπλάσιον.
543Ἠσχολήθην εἰς ὑπολογισμούς, ἵνα εὕρω ποῖαι αἱ ἀνάγκαι τοῦ
544Ὑπουργείου. Ἂν καὶ δὲν ὑπέβαλε τὸ Ὑπουργεῖον τὴν πραγ-
545ματικὴν κατάστασιν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ
5461879 μέχρι τέλους τοῦ ἔτους, ὑπέβαλεν ὅμως σημείωσιν περὶ
547τῶν πιθανῶν εἰσπράξεων κατὰ τοὺς δύο τελευταίους μῆνας,
548κατὰ τοὺς πίνακας δὲ τούτους θὰ ἔχῃ ἀνάγκην τὸ Ὑπουρ-
549γεῖον διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1879 οὐχὶ 2½ ἑκατομμυρίων,
550τουτέστιν ὁλοκλήρου τῆς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ πιστώσεως, ἀλλὰ
551τοὐλάχιστον 5,000,000. Εἶπε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
552Οἰκονομικῶν, ὅτι θέλουσι μὲν διατεθῆ τὰ δύο ἥμισυ ἑκατομ-
553μύρια καὶ ἀπέναντι τῆς χρήσεως τοῦ 1879, ἀλλὰ θέλουσιν
554ἀποδοθῆ κατόπιν ἐκ τῶν εἰσπράξεων τῆς χρήσεως τοῦ 1879,
555αἵτινες θὰ πραγματοποιηθῶσι μέχρι τῆς 31 Ὀκτωβρίου 1880.
556Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς παρέλειψε νὰ προσθέσῃ, ὅτι μέχρι τῆς
557ἐποχῆς ἐκείνης τὸ δημόσιον δὲν πρόκειται νὰ εἰσπράξῃ μόνον
558εἰς λογαριασμὸν τῆς χρήσεως τοῦ 1879, ἀλλὰ πρόκειται καὶ
559νὰ δαπανήσῃ εἰς λογαριασμὸν τῆς αὐτῆς χρήσεως, τὰ δὲ εἰσ-
560πρακτέα εἰς λογαριασμὸν τοῦ 1879 ἀνέρχονται κατὰ τοὺς
561πίνακας τοῦ Ὑπουργείου, οἵτινες διὰ τοὺς δύο μῆνας στηρίζον-
562ται ἐπὶ πιθανοτήτων, εἰς 5,181,680, ἐνῷ τὰ πληρωτέα ἀνέρ-
563χονται εἰς 19,934,816. Ταῦτα λέγουσιν οἱ πίνακες.
564§64ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχουσιν οἱ ἔκτακτοι πόροι
565τοῦ δανείου τῶν 5 ἑκατομμυρίων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τῶν
5664,500,000 τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων....
567§65ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἐννοῶ ποῦ στηρίζετε τὴν παρα-
568τήρησίν σας. Ἐγὼ λέγω, ὅτι ἐβεβαιώσατε, ὅτι δὲν ἔχει
569λεπτὸν τὸ ταμεῖον, καὶ προσθέτω, ὅτι δὲν θὰ εἰσπράξητε
570εἰς λογαριασμὸν τοῦ 1879 εἰμὴ 5,484,000, ἐνῷ ἔχετε νὰ
571δαπανήσητε 19,934,000. Ταῦτα λέγουσιν οἱ πίνακες, καὶ ἐνῷ
572δὲν ἔχετε ἐν τοῖς ταμείοις τίποτε, τί μὲ ὠφελεῖ νὰ μάθω
573ποίους πόρους ἐλάβετε. Ἂν ἡ τράπεζα δὲν εἶχε πληρώσει τὰ
5745 ἑκατομ. ἂν δὲν εἴχετε πραγματοποιήσει τὰ 5 ἑκατομ. ἐξ
575ἐντόκων γραμματίων, θὰ ἠδύνασθε νὰ ὠφεληθῆτε ἐκ τῆς πα-
576ρατηρήσεως, ὅτι δὲν περιλαμβάνονται οἱ πόροι οὗτοι ἐν τῷ
577πίνακι· ἀλλ’ ἀφοῦ ἐδαπανήσατε τὰ ἐκ τῶν πόρων ἐκείνων εἰσ-
578πραχθέντα καὶ ὀφείλετε ἔτι 19,934,000, καὶ δὲν ἔχετε νὰ
579λάβητε εἰμὴ 5,484,000, μόνη ἡ διαφορὰ ὅσων ἔχετε νὰ λά-
580βητε πρὸς ὅσα ὀφείλετε νὰ δώσητε σχετίζεται πρὸς τὸ προ-
581κείμενον.
582Ἀλλὰ τὰ 19,934,000, ὁμολογῶ, ὅτι πρέπει νὰ ἐλαττω-
583θῶσι κατά τι, καὶ θὰ εἴπω κατὰ τί πρέπει νὰ ἐλαττωθῶσι·
584δὲν θὰ ἐλαττωθῶσι διὰ τῶν πόρων, τοὺς ὁποίους ἀνέφερεν ὁ
585κ. Ὑπουργὸς, διότι τὰ ἐκ τῶν πόρων ἐδαπανήθησαν· θὰ ἐλατ-
586τωθῶσι, κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ τέως ὑπουργοῦ τῶν οἰ-
587κονομικῶν, διὰ τῶν πιστώσεων, αἱ ὁποῖαι ἐκ τυχαίων περι-
588στάσεων δὲν ἐπραγματοποιήθησαν· τοιαῦται δὲ εἶναι αἱ ἀπέ-
589ναντι τῶν τόκων καὶ τοῦ χρεωλυσίου τοῦ δανείου τῶν 60,
590000,000, ἐφ’ ὅσον τὸ δάνειον δὲν διετέθη ὁλόκληρον ἢ διε-
591τέθη βραδέως, καὶ αἱ πιστώσεις, αἵτινες εἶχον καταχωρισθῆ
592ἐν τῷ προϋπολογισμῷ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν μετατραπέντων
593δανείων τοῦ 1824 καὶ 1825, ἐφ’ ὅσον ἡ μετατροπὴ ἐβράδυνε,
594καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν ὀφείλει τὸ δημόσιον ὁλόκληρον τὴν δό-
595σιν, τὴν ὁποίαν ἐνεγράψαμεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Πάντα
596δὲ ταῦτα τὰ ἐκ τῶν δύο τούτων πιστώσεων καὶ ὅσα ἐξ ἄλ-
597λων πιστώσεων ἀνέφερεν ὁ τέως ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀ-
598νέρχονται κατ’ αὐτὸν εἰς 5,377,000 δραχμῶν. Ἐὰν ἀφαι-
599ρέσωμεν ταῦτα ἀπὸ τῶν 19,934,000 δραχμῶν, ἔχομεν ὀφει-
600λόμενα κατὰ τὸ ἔτος 1880 ἀπέναντι τῆς χρήσεως τοῦ 1879
60114,556,000, ἀφαιρουμένων δ’ ἐξ αὐτῶν τῶν εἰσπρακτέων,
602μένουσιν 9,072,000 δραχμῶν. Εἰς ταῦτα ὅμως πρέπει νὰ
603προσθέσωμεν τὰς πιστώσεις, τὰς ὁποίας ὁ κύριος ἐπὶ
604τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸς ὑπέβαλεν ἐπὶ τῆς χρήσεως
605τοῦ 1879 κατόπιν τῆς ἀγορεύσεως αὐτοῦ καὶ αἵτινες
606δὲν περιλαμβάνονται ἐντὸς τῶν ἀριθμῶν τοὺς ὁποίους
607ἐν τῇ ἀγορεύσει του εἶχεν ὑπ’ ὄψιν, ἀνέρχονται δὲ εἰς 450,000
608δραχμῶν. Εἶναι ἄρα τὸ ὅλον ποσὸν τῶν πληρωτέων κατὰ τὸ
6091880 ἀπέναντι τῆς χρήσεως τοῦ 1879, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν
610τῶν εἰσπρακτέων, ἤτοι τὸ ὅλον ποσὸν τοῦ πλεονάσματος,
6119,522,000 δραχμῶν. Ἀπέναντι τούτων δὲν ἔχομεν νὰ κατα-
612λογίσωμεν τοὺς πόρους, τοὺς ὁποίους ἀνέφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς
613ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀφοῦ οὗτοι ἐξηντλήθησαν, ἔχομεν μόνον
614νὰ καταλογίσωμεν τὰ εἰσπρακτέα, ἐξ ὧν ὅμως ἀφαιρετέον
615πάλιν τὸ σύνηθες καθυστέρημα. Ὑπερέβη τὰς προσδοκίας τοῦ
616κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν τὸ ἀναγκαιοῦν δάνειον εἰς
617πληρωμὴν τῶν ὀφειλῶν τοῦ 1879· 3,000,000 ἔλαβε τὸ
618Ὑπουργεῖον διὰ Β. Διατάγματος ἀπὸ τῶν εἰσπραχθέντων ἐκ τοῦ
619δανείου τῶν 60,000,000 τῶν κατατεθειμένων ἐν τῇ Τραπέζῃ,
620ἔλαβεν ἔτι ἓν καὶ ἥμισυ ἑκατομμύριον, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσαμεν, καὶ
621δὲν ἤρκεσαν ταῦτα, διότι τὸ ταμεῖον εἶναι κενὸν, ὀφείλομεν δὲ
622νὰ λάβωμεν 5 ἔτι ἑκατομμύρια ἐκ τοῦ δανείου τῶν 60,000,
623000, ἵνα καλύψωμεν τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1879, καὶ ἴσως δύο
624ἥμισυ ἔτι ἑκατομμύρια ἀπέναντι τοῦ καθυστερήματος τῶν εἰσ-
625πράξεων. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι πλέον τοῦ διπλασίου τοῦ σήμερον
626αἰτουμένου ποσοῦ θὰ χρειασθῇ διὰ τὸ ἔλλειμμα τοῦ ἔτους 1879.
627Ὅταν δὲ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰς παρατηρήσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ
628ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν περὶ τῶν ἀναγκῶν τοῦ Ἰανουαρίου τοῦ
6291880 καὶ περὶ τοῦ ἐλλείμματος, τὸ ὁποῖον αἱ εἰσπράξεις τοῦ
630μηνὸς τούτου θέλουσιν ἀφήσει, καὶ τὴν διαφορὰν τῶν ἐξόδων
631πρὸς τὰ ἔσοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους τούτου, θέ-
632λομεν πεισθῆ, ὅτι ἐκτὸς τῶν 2½ ἑκατομμυρίων, ἅτινα
633διὰ τοῦ νομοσχεδίου ζητοῦνται, καὶ ἑτέρων 2½ ἑκατομ-
634μυρίων ἀπέναντι τοῦ ἐλλείμματος τοῦ 1879, θέλει ληφθῆ
635ἀλληλοδιαδόχως ἐκ τῶν εἰσπράξεων τοῦ δανείου τῶν
63660,000,000 τὸ τελικὸν καθυστέρημα τοῦ 1879 καὶ ὁλόκλη-
637ρον τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1880.
638Παρετήρησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ ψηφί-
639σωμεν ἤδη τὰς ὑποχρεώσεις, ὧν ἕνεκα ζητοῦνται τὰ 2½
640ἑκατομμύρια, διότι αὗται ὑπάρχουσιν ἐψηφισμέναι, ἀλλὰ πρό-
641κειται μόνον νὰ προσδιορίσωμεν διὰ τίνος τρόπου θέλουσιν
642ἱκανοποιηθῆ αἱ ὑποχρεώσεις, διὰ τίνος τρόπου θέλει δυνηθῆ τὸ
643δημόσιον νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς πληρωμὰς, τὰς ὁποίας συναι-
644νέσει τῆς Βουλῆς ἀνεδέχθη καὶ τὰς ὁποίας δὲν δύναται ν’
645ἀρνηθῇ.
646Καὶ πρῶτον δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ Βουλὴ συνῄνεσεν εἰς ὅ-
647λας τὰς πληρωμὰς. Ἐγένοντο ἔξοδα καὶ ἀνεδέχθη ἡ κυβέρνη-
648σις ὑποχρεώσεις ἑκατομμυρίων, περὶ τῶν ὁποίων δὲν ἀπεφάνθη.
649Ἀλλὰ πλὴν τούτου ἡ Βουλὴ πρέπει ἐν γνώσει νὰ ἀποφανθῇ
650περὶ τῆς πηγῆς, ἐξ ἧς θ’ ἀρυσθῇ τὰ πρὸς πραγματοποίησιν
651τῶν πληρωμῶν κεφάλαια. Πόσα ἑκατομμύρια ἐδαπάνησεν ἡ
652κυβέρνησις ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς καὶ ἄνευ ἀδείας αὐτῆς διὰ
653Β. διαταγμάτων ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1879; Ἐζητήθησαν
654προσέτι διὰ νομοσχεδίων περὶ πιστώσεων παρὰ τῆς Βουλῆς
655ἐγκρίσεις δαπανῶν πρωτοφανεῖς, διότι κατὰ τὸ 1880 ζητεῖται
656παρὰ τῆς Βουλῆς ἔγκρισις ὅπως ἐπιτραπῇ εἰς τὴν κυβέρνησιν,
657ἵνα δαπανήσῃ ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1879. Ἐὰν αἱ δαπάναι
658εἶχον γίνει διὰ Β. διαταγμάτων, καίτοι ἄτοπος, δὲν θὰ ἦτο
659ὅμως κατὰ τύπους ἀνακόλουθος ἡ αἴτησις τῆς ἐγκρίσεως τοῦ
660διατάγματος. Ἀλλ’ ὅταν ζητῶμεν σήμερον τὴν ἄδειαν νὰ
661πραγματοποιήσωμεν δαπάνην μήπω γενομένην διὰ τὸ 1879,
662ἀφοῦ τὸ ἔτος ἐκεῖνο παρῆλθε καὶ ἔχομεν λογιστικὸν νόμον μὴ
663ἐπιτρέποντα δαπάνην διὰ τὸ 1879, πραγματοποιουμένην
664κατὰ τὸ ἐπιὸν ἔτος, ἤτοι κατὰ τὸ ἔτος εἰς τὸ ὁποῖον εὑρι-
665σκόμεθα, ἀπορῶ πῶς τοιαύτην ἔγκρισιν ἠδύνατο νὰ προτείνῃ
666ἡ κυβέρνησις εἰς τὴν Βουλὴν καὶ πῶς θεωρεῖ ἁπλοῦν τύπον
667τὴν αἴτησιν χρημάτων, ἵνα ἀνταποκριθῇ πρὸς τοιαύτας
668δαπάνας ἀντιστρατευομένας πρὸς τὰς οἰκονομικὰς ἀρχὰς,
669αἱ ὁποῖαι μᾶς διέπουσι, δαπάνας, αἱ ὁποῖαι ἀνατρέπου-
670σιν ἄρδην τὸν λογιστικὸν νόμον. Λέγουσιν οἱ ὑ-
671πουργοὶ, ὅτι οὐδὲν ἄλλο πρόκειται νὰ κανονίσῃ ἡ Βουλὴ ἢ
672τὴν ἐξόφλησιν δαπάνης, ἥτις κατ’ ἀρχὴν ἐκανονίσθη πρότε-
673ρον. Τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις σήμερον εἶναι
6742½ ἑκατομμύρια, τὰ ποσὰ δὲ τὰ ὁποῖα ἐδαπάνησεν ἄνευ
675ἀδείας τῆς Βουλῆς, δυνάμει Β. Διαταγμάτων ἢ ἄνευ Διαταγ-
676μάτων, ὑπερβαίνουσι τὰ 2½ ἑκατομμύρια· ἑπομένως πρό-
677κειται νὰ δώσωμεν τὰ μέσα εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἵνα πραγμα-
678τοποιήσῃ δαπάνας, περὶ τῶν ὁποίων δὲν ἀπεφάνθημεν καὶ περὶ
679ὧν προδικάζει ἐν μέρει τὸ Νομοσχέδιον, διότι, ψηφιζομένου
680αὐτοῦ, θέλει καταστῆ ἀναπόδραστος κατόπιν ἡ ἀνάγκη τῆς
681ψηφίσεως τῶν πιστώσεων.
682§66ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ πιστώσεις ἐπληρώθησαν.
683§67ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπληρώθησαν, ἀλλὰ δὲν ἐπληρώθησαν τῇ
684συναινέσει τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ὑπ’ εὐθύνην ὑμῶν, καὶ ἐὰν
685δὲν τὰς ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ, ὑμεῖς εἶσθε οἱ πληρώσοντες. Τὸ
686ζήτημα εἶναι ἂν πρέπῃ ὑμεῖς νὰ ἦσθε οἱ πληρώσοντες ἢ τὸ
687Ἔθνος. Καὶ πρὶν ἢ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ περὶ τούτου, λέγετε, ὅτι
688πάντα ταῦτα εἶναι τυπικά. Τοιαῦται πράξεις τῆς Κυβερνήσεως
689δὲν δύνανται νὰ κανονίζωνται οὕτω, διότι ἐὰν ἡ Βουλὴ παρα-
690δεχθῇ ταύτας ὡς ἁπλοῦν τύπον καὶ ἄνευ οὐσιαστικοῦ ἐλέγχου,
691παραιτεῖται τοῦ κυριωτέρου αὐτῆς δικαιώματος, διότι διὰ τῆς
692ψηφίσεως ἢ τῆς ἀρνήσεως τῶν πιστώσεων δύναται ἡ Βουλὴ
693νὰ ἐπιβάλληται εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ διέπῃ τὴν πολι-
694τικὴν τοῦ Κράτους.
695Ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ, κύριοι, νὰ παρέμβω εἰς ζήτημα δημοσίας
696τάξεως. Ἐὰν δὲν ὑπάρχωσι τὰ ἀναγκαῖα μέσα διὰ τὸν στρα-
697τὸν, πρέπει νὰ ψηφίσωμεν τὴν πίστωσιν, ὅπερ ἐγένετο καὶ πρὸ
698ὀλίγου καιροῦ, ὅτε ἔφερεν ἡ Κυβέρνησις αἴτησιν ἀδείας, ὅπως
699λάβῃ ἐκ τῶν εἰσπράξεων τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομ-
700μυρίων 1½ ἑκατομμύριον. Ἔχετε τοιοῦτον λόγον; εἴπα-
701τέ τον, καὶ τότε οἱ πάντες θέλομεν ἀναγκασθῆ νὰ ψη-
702φίσωμεν. Ἀλλ’ ἤδη ἐγένετο ἡ παρατήρησις ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν
703ἐν τῷ ταμείῳ χρήματα πρὸς πληρωμὴν τοῦ στρατοῦ, διότι
704τοῦτο εἶναι ζήτημα τάξεως, καὶ ἀπέναντι αὐτοῦ οἱ πάντες ὀ-
705φείλομεν νὰ ὑποκύψωμεν, διότι οὐδὲν ὠφελοῦσιν αἱ οἰκονο-
706μίαι, ἂν δι’ αὐτῶν φέρωμεν ἀνατροπάς. Ἀλλὰ τὸ Ὑπουρ-
707γεῖον δὲν μᾶς εἶπε τοῦτο. Ἐὰν μᾶς ἔλεγε τοιοῦτόν τι, ἠθέ-
708λομεν ἐξετάσει κατὰ πόσον ἡ αἴτησις εἶναι δημοσίας τάξεως.
709Ἐνόσῳ ὅμως δὲν λέγει, ὅτι εἶναι δημοσίας τάξεως, ὀφείλει
710νὰ ὑποβάλῃ τὴν πρότασιν εἰς τοὺς γενικοὺς κανόνας, ἡμεῖς δὲ,
711ἵνα ἀποφανθῶμεν περὶ τῆς ἀδείας ταύτης, πρέπει νὰ λάβω-
712μεν πλήρη γνῶσιν τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως, πλήρη γνῶ-
713σιν τῶν ὀφειλῶν καὶ τῶν πιστώσεων τοῦ δημοσίου ἐκ τῆς
714χρήσεως τοῦ 1879, καὶ προσέτι πλήρη γνῶσιν τῆς ταμιακῆς
715καταστάσεως, καὶ τότε ν’ ἀποφανθῶμεν, ἂν δυνάμεθα ἢ μὴ
716νὰ χορηγήσωμεν τὴν ἄδειαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως
717λάβῃ χρήματα καὶ πληρώσῃ. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν τὸ ἀποτέ-
718λεσμα τῆς ἐξετάσεως ταύτης μᾶς πείσῃ, ὅτι ὀφείλομεν ν’
719ἀναγνωρίσωμεν τὰς δαπάνας ταύτας, ἕπεται ὅτι πρέπει καὶ
720νὰ τὰς κανονίσωμεν, καθ’ ὃν τρόπον καθιεροῖ τὸ Νομοσχέδιον;
721Τὸ Νομοσχέδιον λέγει, ὅτι τὰ 2½ ἑκατομμύρια θέλουσι λη-
722φθῆ ἐκ τῶν εἰσπράξεων τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων
723τῶν κατατεθειμένων ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ. Νομίζετε, ὅτι
724τοῦτο παραδεχόμενοι, παραδεχόμεθα πρᾶξιν τυπικήν; Λύομεν
725ἀμέσως, κύριοι, τὸ ζήτημα τῆς διαθέσεως τῶν ἐκ τοῦ δανείου
726τῶν 60 ἑκατ. εἰσπραχθέντων χρημάτων, καὶ ἀποφατικῶς τὸ
727ζήτημα τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας....
728§68ΔΟΥΜΑΣ. Εἶναι λελυμένον ἤδη.
729§69ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πλὴν τῶν 3 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα ἐλήφθη-
730σαν δυνάμει Β. Διατάγματος καὶ ἐδαπανήθησαν, ὡς καὶ τοῦ
731ἑνὸς καὶ ἡμίσεως ἑκατομμυρίου, ὅπερ ἐσχάτως ἐψηφίσαμεν,
732ὑπάρχουσιν ἐναπολειφθέντα ἀρκετά, ὅπως ἀρθῇ ἡ ἀναγκα-
733στικὴ κυκλοφορία, ἐὰν περιορισθῶμεν εἰς τὰς λογιστικὰς
734πράξεις· ἄλλο ζήτημα εἶναι ἂν δυνάμεθα νὰ ἄρωμεν τὴν
735ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ὅπως σήμερον ἔχουσι τὰ τοῦ
736δανείου, ἄνευ ζημίας τοῦ τόπου, καὶ τοῦτο θέλομεν συζητήσει
737ἐν καιρῷ. Ἀλλ’ ἐὰν διαθέσωμεν τὰ 2½ ἑκατομμύρια, κατὰ
738τὸ νομοσχέδιον, ἐκ τῶν χρημάτων ἐκείνων, ἤτοι ἐκ τῶν εἰσ-
739πράξεων τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων, τότε, ὡς πα-
740ρατηρεῖ ὁ κ. Βουλευτὴς Σύρου, εἶναι ἀδύνατον νὰ γείνῃ ἡ ἄρσις
741τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ λογιστικῶς, διότι δὲν θὰ
742ὑπάρχῃ οὐδὲ ἀριθμητικῶς ἀρκετὸν ποσὸν πρὸς τὴν ἀπότισιν
743τῶν δανείων, ἐξ ὧν ἐξήρτηται ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία·
744ἑπομένως λύομεν τὸ μέγα ζήτημα τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστι-
745κῆς κυκλοφορίας, οὐχὶ ἐν ἐπιγνώσει, ἀλλὰ διὰ τῆς ἀποφάσεως,
746τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν προτείνει, ἀσχέ-
747τως ὅλως πρὸς τὰ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἤθελον
748ἔχει ἄλλως τὰ περὶ τούτου, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονο-
749μικῶν, ὡς ὑπεσχέθη πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, εἶχεν ὑποβάλει ἤδη
750εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἰδέας τῆς Κυβερνήσεως περὶ τοῦ τρόπου
751τῆς διαθέσεως τῶν εἰσπραχθέντων ἐκ τοῦ δανείου τῶν 60,000,
752000 καὶ περὶ τοῦ πρακτέου ὡς πρὸς τὰς 24,000 ὁμολογίας, αἱ
753ὁποῖαι εἰσέτι δὲν ἐπραγματοποιήθησαν, καὶ ταύτας τὰς ἰδέας
754ὤφειλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλήν, πρὶν ζη-
755τήσῃ τὴν ἔγκρισιν τῆς πιστώσεως. Ἡ ἐπιτροπή, εἰς τὴν ὁποίαν
756δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι θέλετε παραπέμψει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο,
757ὀφείλει νὰ γνωρίσῃ ὁποία ἡ χρῆσις τῶν ἐκ τοῦ δανείου
758χρημάτων, τὴν ὁποίαν ἔχει ὑπ’ ὄψιν ἡ Κυβέρνησις, ὀφεί-
759λει νὰ ἐξετάσῃ ὁποίαν χρῆσιν θεωρεῖ αὐτὴ ἡ ἐπιτροπὴ πρέπου-
760σαν, ἵνα ἴδῃ ἐὰν συμβιβάζηται πρὸς τὴν γνώμην αὐτῆς περὶ
761τούτου ἡ παραχώρησις εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῶν ζητουμένων
7622½ ἑκατομμυρίων. Ἂν τυχὸν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἢ ἐν τῇ Βου-
763λῇ ὑπάρχωσιν οἱ φρονοῦντες, ὅτι δύναται νὰ ἀρθῇ ἡ ἀναγκα-
764στικὴ κυκλοφορία, εἶναι δ’ οὗτοι διατεθειμένοι ἵνα παραχωρή-
765σωσι τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν 2½ ἑκατομμυρίων, ὀφείλουσι νὰ
766ἐξεύρωσιν αὐτὰ ἀλλαχοῦ· ἀλλ’ ἡ περὶ τούτου ἐκτίμησις προα-
767παιτεῖ τὴν ἐξέτασιν ἐν συνόλῳ τοῦ ζητήματος τῆς διαθέσεως
768τῶν ἐκ τοῦ δανείου χρημάτων.
769Ἑπομένως παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἀφ’ ἑνός, ἵνα
770εὐαρεστηθῇ νὰ ἐκπληρώσῃ τὴν ὑπόσχεσιν, ἣν ἔδωκε πρὸς τὴν
771Βουλήν, καὶ ὑποβάλῃ τὰς ἰδέας αὐτοῦ ἢ τὸ Νομοσχέδιον αὐ-
772τοῦ περὶ τοῦ τρόπου τῆς διαθέσεως τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου
773τῶν 60 ἑκατομμυρίων· ἀφ’ ἑτέρου δὲ προτείνω εἰς τὴν Βου-
774λήν, ὅπως παραπεμφθῇ τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο περὶ τῶν 2½
775ἑκατομμυρίων εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ἵνα ἡ ἐπιτροπὴ λάβῃ παρὰ
776τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὅλας τὰς πληροφορίας, αἱ
777ὁποῖαι εἶναι ἀναγκαῖαι, ὅπως ἐκτιμηθῇ ἡ ἀνάγκη τῆς χορη-
778γήσεως τῶν χρημάτων καὶ ἐκτιμηθῇ ὁ τρόπος τῆς χορηγή-
779σεως αὐτῶν. Ἀφοῦ δὲ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας λάβωμεν παρὰ
780τῆς ἐπιτροπῆς τὴν ἔκθεσιν, θέλομεν δυνηθῆ νὰ προβῶμεν καὶ
781ἡμεῖς εἰς τὴν συζήτησιν ἐν κατοχῇ τῶν ἀπαιτουμένων, ὅπως
782ἀποφανθῶμεν. Βεβαίως, ἕως τότε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκο-
783νομικῶν θέλει ὑποβάλει τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας πρὸ ἡ-
784μερῶν ἐζητήσαμεν καὶ τὰς ὁποίας ἀπορῶ, ὅτι δὲν ὑπέβαλεν
785ἔτι, καὶ ἰδίως τὰς λεπτομερεῖς πληροφορίας περὶ τῆς προσω-
786ρινῆς καταστάσεως τῆς χρήσεως τοῦ 1879 μέχρι τέλους τοῦ
787ἔτους. Ἂν προβῶμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Νομοσχεδίου τού-
788του ἐν ἀγνοίᾳ τῶν πρώτων στοιχείων, ἐφ’ ὧν τοιαῦτα νομο-
789σχέδια στηρίζονται καὶ ὧν ἡ ἐξέτασις εἶναι ἀναγκαία εἰς κα-
790τανόησιν αὐτῶν, ἂν ἀποφασίζωμεν περὶ τοιούτων ἀντικειμέ-
791νων τυπικῶς, παραγνωρίζομεν τὸ καθῆκον ἡμῶν καὶ παραι-
792τοῦμεν τὴν ἰσχὺν ἣν κέκτηται ἡ Βουλή, ὅπως διὰ τῶν πι-
793στώσεων καὶ τῶν χρηματικῶν χορηγήσεων ἐπιβάλληται εἰς
794τὴν Κυβέρνησιν καὶ κανονίζῃ τὴν πολιτικὴν αὐτῆς.
795§70Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑποβάλλω τὸ ἔγγραφον,
796τὸ ὁποῖον εἶχον εἰπεῖ, ὅτι θὰ ὑποβάλω.
797§71ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.)
798Δὲν ἤμην, κύριοι Βουλευταί, προπαρεσκευασμένος ν’ ἀκολου-
799θήσω τὴν συζήτησιν ταύτην, τὴν ὁποίαν ὁ προαγορεύσας ἤγειρεν
800Ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Μεσολογγίου διὰ τῆς μακρᾶς ἀγορεύσεώς
801του μὲ προεκάλεσεν ἐπὶ ζητήματος ὅλως διόλου ἀσχέτου πρὸς
802τὸ ὑπὸ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικείμενον. Ἐνόμιζον καὶ νομίζω
803ἀκόμη, ὅτι τὸ ζήτημα περὶ οὗ πρόκειται εἶναι ἁπλοῦν, εἶναι
804ζήτημα χρηματολογικόν, εἶναι ζήτημα καταστάσεως τοῦ δη-
805μοσίου ταμείου. Μᾶς ἐδώκατε τὴν ἄδειαν νὰ δαπανήσωμεν
806διὰ τὸν Ἰανουάριον τὸ 1|12 τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸ ὁποῖον
807ἀνέρχεται εἰς 4½ ἑκατομμύρια καὶ ἐπέκεινα, καὶ ἡμεῖς πα-
808ρουσιαζόμεθα καὶ σᾶς λέγομεν ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ· δὲν ἔχομεν
809χρήματα νὰ πληρώσωμεν τὸ ποσὸν τοῦτο, τὸ ὁποῖον σεῖς μᾶς
810ἐπετρέψατε νὰ δαπανήσωμεν. Τί ἁπλούστερον, τί λογικώτερον
811τούτου; Ἀλλ’ ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Μεσολογγίου σᾶς λέγει, ὅτι,
812διὰ νὰ δώσητε τὴν ἄδειαν ταύτην, πρέπει νὰ μάθητε προηγου-
813μένως ποία ἡ κατάστασις τῶν εἰσπράξεων καὶ τῶν δαπανῶν
814τοῦ 1879, πρέπει νὰ λάβητε πλήρη γνῶσιν τῆς οἰκονομικῆς
815καταστάσεως τοῦ Κράτους, διὰ νὰ ἐπιτρέψητε τί; νὰ ἐπιτρέ-
816ψατε εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ χρήματα, τῶν ὁποίων τὴν
817δαπάνην ἐπετρέψατε ἤδη σεῖς. Καὶ τίνα σχέσιν, κύριοι, ἔχει ἡ
818συζήτησις, τὴν ὁποίαν προεκάλεσεν ὁ κ. Τρικούπης, μὲ τὸ ὑπὸ
819συζήτησιν νομοσχέδιον; Ὁ κ. Τρικούπης εἶπεν ὅτι δὲν ἀναγνω-
820ρίζει ἄλλον λόγον, δικαιολογοῦντα τὸ παρ’ ἡμῶν προτεινόμε-
821νον μέτρον, εἰμὴ μόνον τὸν τῆς δημοσίας τάξεως. Ἐκ τούτου
822λοιπὸν ἕπεται, ὅτι πρέπει ν’ ἀρνηθῇ ἡ Βουλὴ τὰ μέσα τῆς ὑ-
823πάρξεως καὶ τῆς συντηρήσεως τῆς Κυβερνήσεως; Πρέπει λοι-
824πὸν ν’ ἀρνηθῇ τις εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων
825δύναται νὰ τηρήσῃ τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ τὴν πίστιν τοῦ
826δημοσίου; Ἐγὼ ἐρωτῶ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Μεσολογγίου
827νὰ μοὶ εἴπῃ, τί ἤθελε κάμει οὗτος, ἐὰν ἀμέσως αὔριον προσεκα-
828λεῖτο εἰς τὴν Κυβέρνησιν, εἶχε δὲ ἐνώπιόν του τὴν κατάστασιν
829ταύτην τοῦ ταμείου καὶ τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἔχει ἡ
830Κυβέρνησις τοῦ Κράτους νὰ ἐκπληρώσῃ οὐ μόνον χάριν τῆς
831δημοσίας τάξεως, ἀλλὰ καὶ τῆς δημοσίας πίστεως; Τί ἄλλο
832ἤθελε πράξει παρὰ αὐτὸ τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ζητοῦμεν σή-
833μερον;
834§72ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καμμίαν πρᾶξιν ἀπὸ ἐκείνας, τὰς ὁποίας σεῖς
835ἀνελάβετε.
836§73ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.) Ἐὰν
837ἔχῃ τὴν ὑπεράνθρωπον δύναμιν νὰ διοικήσῃ τὸν τόπον ἄνευ χρη-
838μάτων, καὶ νὰ μὴ πληρώσῃ παραδ. χάριν διὰ τὸν μῆνα Ἰανουάριον
839εἰς χρήματα 4,500,000 δραχμῶν, ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Με-
840σολογγίου, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μὴ σκεφθῇ παντάπασι
841περὶ ἄλλου τινὸς ζητήματος, ἀλλὰ νὰ παρακαλέσῃ τὸν κύριον
842Τρικούπην ν’ ἀναλάβῃ τὰς ἡνίας τῆς Κυβερνήσεως. Τὸν πλη-
843ροφορῶ ὅμως, ὅτι καὶ αὐτὸς ἤθελε πράξει αὐτὸ τοῦτο, τὸ ὁποῖον
844καὶ ἡμεῖς πράττομεν· διατί; διότι τὸ ταμεῖον δὲν ἔχει χρή-
845ματα, καὶ ἄνευ χρημάτων αἱ ἀνάγκαι καὶ αἱ χρηματικαὶ
846πληρωμαὶ δὲν θεραπεύονται. Σεῖς, κύριοι, θέλετε νὰ κρύψωμεν
847τὴν ἀλήθειαν; καὶ διατί νὰ μὴ σᾶς εἴπωμεν αὐτὴν, ὅταν μᾶς ζη-
848τοῦσι χρήματα ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν; Δὲν πρόκειται, κύριοι, νὰ
849θεραπεύσωμεν μόνον τὰς ἀνάγκας τοῦ στρατοῦ, οὔτε εἶναι ἀλη-
850θὲς, ὅτι ὁ στρατὸς εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ κλονίσῃ τὴν τάξιν, ἂν δὲν
851πληρωθῇ ἐγκαίρως, διότι ὁ στρατὸς ἡμῶν οὐδέποτε θὰ ὑποπέσῃ
852εἰς τοιαῦτα ἀτοπήματα.
853§74ΦΙΛΗΜΩΝ. Δὲν πιστεύω καὶ ἐγὼ ποτὲ, ὅτι ὁ ἑλληνικὸς
854στρατὸς θὰ προβῇ εἰς ἀτόπημα διὰ 10 ἢ 15 ἡμέρας.
855§75ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ, πλὴν τῆς πληρωμῆς τοῦ
856στρατοῦ, ἔχει καὶ ἄλλας ἀνάγκας λίαν ἐπειγούσας τὸ Κράτος,
857ἡ μὴ ἔγκαιρος πληρωμὴ τῶν ὁποίων δύναται νὰ κλονίσῃ τὴν
858δημοσίαν πίστιν, καὶ αὐτὸ σπεύδει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀποσοβήσῃ
859διὰ τοῦ μέτρου τὸ ὁποῖον προτείνει εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ μᾶς
860λέγει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, διατί δὲν ἐξεθέσαμεν
861τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου; Σᾶς εἴπομεν καὶ σᾶς
862λέγομεν ὅτι δὲν ἔχομεν χρήματα, καὶ τοῦτο τὸ λέγομεν ἐπι-
863σήμως ὡς Κυβέρνησις· ποίαν ἄλλην πληροφορίαν θέλετε; Κύ-
864ριοι, ὅταν ἡ Κυβέρνησις σᾶς λέγῃ, ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ
865δαπανήσω 4,500,000 διὰ τὸν Ἰανουάριον, ἀλλὰ τὸ ταμεῖον
866δὲν ἔχει χρήματα, ποίαν ἄλλην πληροφορίαν θέλετε; Τὴν 31
867Δεκεμβρίου 1879 ὑπῆρχον εἰς ὅλα τὰ ταμεῖα τοῦ Κράτους
868δραχ. 903,407 καὶ 79 ο)ο, ἐξ ὧν τὰ ἐπαρχιακὰ ταμεῖα ὤφει-
869λον ν’ ἀποτίσωσιν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν διὰ τὴν ὁδοποι-
870ΐαν καὶ διὰ τὰς εἰσπράξεις τοῦ χαρτοσήμου, αἵτινες, ὡς γνω-
871στόν, εἰσὶ προσδιωρισμέναι διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου
872τῶν 60,000,000, ὤφειλον, λέγω, νὰ ἀποτίσωσι 263,360· ἑ-
873πομένως ἔμεινεν ὑπόλοιπον ἐν τοῖς ταμείοις δραχ. 640,047
8749|00 τὴν 31 Δεκεμβρίου 1879.
875§76ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ κατάστασις αὕτη περιέχει σημείωσιν καὶ
876τῶν ἄλλων ὀφειλῶν τῶν ταμείων;
877§77ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὕτη εἶναι ἡ κατάστασις ἐν
878γένει τῶν ταμείων τοῦ Κράτους· ἑπομένως εἰς αὐτὴν περι-
879λαμβάνονται καὶ αἱ παρακαταθῆκαι, αἱ ἐγγυοδοσίαι κλπ.
880§78ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπειδὴ πρόκειται περὶ τῆς καταστάσεως τὴν
881ὁποίαν θέλετε μᾶς ὑποβάλει, σᾶς παρακαλῶ νὰ περιλάβητε
882καὶ τὰς τοῦ ταμείου τὰς ἀνεξαρτήτους τοῦ προϋπολογισμοῦ,
883διότι τὰς ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τὰς γνωρίζομεν, ἐνῷ αὐτὰς
884δὲν δυνάμεθα νὰ τὰς γνωρίζωμεν, ἐὰν δὲν ἔχωμεν ἰδιαιτέραν
885σημείωσιν.
886§79ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἦναι δυνατὸν νὰ γείνῃ τοῦ-
887το, θὰ τὸ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν εὐχαρίστως.
888Ἀλλ’ ἡ κατάστασις τοῦ ταμείου ἐν γένει ἦτον αὐτὴ τὴν
889ὁποίαν πρὸ μικροῦ ἐξέθηκα πρὸς ὑμᾶς, καὶ περὶ τῆς ὁποίας
890ὑποβάλλω κατάστασιν εἰς τὸ προεδρεῖον, ἥτις, παρακαλῶ, νὰ
891τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ εἰς τοὺς κ.κ. Βουλευτάς.
892Ἀλλὰ πλὴν τῶν 263, 360 τῶν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν
893διὰ τὴν ὁδοποιΐαν καὶ ἐκ τῆς εἰσπράξεως τοῦ χαρτοσήμου
894ὀφειλομένων ὑπὸ τῶν ἐπαρχιακῶν ταμείων, τὸ κεντρικὸν τα-
895μεῖον ὤφειλεν ἐπίσης εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἐξ εἰσπράξεων
896χαρτοσήμου καὶ διὰ τὴν ὁδοποιΐαν πλέον τῶν 500,000· ὥστε
897ὅλον τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον σημειοῦται ὡς εὑρεθὲν ἐν τοῖς τα-
898μείοις τὴν 31 8βρίου 1879, ἦτο σχεδὸν ἰδανικόν. Ἀλλ’ ὁ ἔν-
899τιμος Βουλευτὴς Μεσολογγίου, διὰ νὰ πείσῃ τὴν Βουλὴν, ὅτι
900δὲν πρέπει νὰ χορηγήσῃ ἄδειαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ λάβῃ
901αὐτὰ τὰ χρήματα πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν τοῦ Ἰανουα-
902ρίου καὶ τῶν δύο τελευταίων μηνῶν τοῦ 1879, ὑπὸ τὸν ὅρον
903τῆς ἀποδόσεώς των ὅσα ἤθελον χρησιμεύσει διὰ τὰς δαπά-
904νας τοῦ Νοεμβρίου καὶ Δεκεμβρίου 1879, ἐκ τῶν εἰσπράξεων
905τῆς αὐτῆς χρήσεως, ἐπεκαλέσθη τὴν προσωρινὴν κατάστασιν
906τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ 1879 μέχρι τῆς 31 8βρίου ἰδίου
907ἔτους, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ ἔντιμος προκάτοχός μου, ἐκ τῆς
908ὁποίας δῆθεν ἀποδεικνύεται κατ’ αὐτὸν, ὅτι τὰ ὀφειλόμενα διὰ
909τὸ 1879 εἶναι πολὺ ὑπέρτερα τῶν πιθανῶν εἰσπράξεων, αἵτινες
910δύνανται νὰ πραγματοποιηθῶσιν ἐντὸς τῆς χρήσεως τοῦ 1879,
911ἤτοι μέχρι τοῦ Ὀκτωβρίου 1880, καὶ ἑπομένως δὲν εἶναι δυ-
912νατὸν ν’ ἀντικατασταθῶσιν ἐκ τῶν εἰσπράξεων τούτων ὅσα
913χρήματα ἐκ τῶν δραχ. 2,500,000 δαπανηθῶσι δι’ ἀνάγκας
914τοῦ 1879. Δὲν ἐμελέτησα, κύριοι, τὸ ζήτημα ἀκριβῶς, καὶ
915ὡς σᾶς εἶπον καὶ ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου, δὲν ἤμην παρεσκευα-
916σμένος διὰ τοιαύτην συζήτησιν, διότι πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἀνα-
917λαβὼν τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ
918μελετήσω ὅλα τὰ ἀντικείμενα καὶ ἐγκύψω εἰς ὅλα τὰ ζητή-
919ματα· ἀλλὰ μ’ ὅλα ταῦτα ἐκ τοῦ προχείρου πληροφορῶ τὴν
920Βουλὴν, ὅτι ἐκ τῆς προσωρινῆς καταστάσεως τῆς χρήσεως τοῦ
9211879, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν εἰς αὐτὴν ὁ τέως Ὑπουργὸς τῶν
922Οἰκονομικῶν, προϋπελογίσθησαν ἔσοδα μὲν 45,808,442 36|00,
923ἔξοδα δὲ 60,078,760 ὅτι ἐκ τῶν προϋπολογισθέντων ἐσόδων
924ἐβεβαιώθησαν μέχρι 31 Ὀκτωβρίου 36,668,262 καὶ 60|00,
925καὶ ὅτι εἶναι πιθανὸν νὰ βεβαιωθῶσι μέχρι τέλους τοῦ ἔτους
9268,728,800, τουτέστιν ἐν ὅλῳ 45,397,062 καὶ 60|00 ἤτοι
927ποσὸν ὀλιγώτερον τοῦ προϋπολογισθέντος κατὰ 410,000 δρ.
928περίπου· ὅτι ἐκ τῶν βεβαιωθέντων εἰσεπράχθησαν μέχρι 31
929Ὀκτωβρίου 32,028,797 96|00, καὶ ἐδαπανήθησαν δραχ.
93030,843,211, ἤτοι ὀλιγώτερον κατὰ 1,200,000 περίπου
931τῶν εἰσπραχθέντων· ὅτι μέχρι τέλους Δεκεμβρίου 1879 εἶναι
932πιθανὸν νὰ εἰσπραχθῶσιν ἐκ τῶν βεβαιωθέντων 7,883,583
933δραχ. καὶ μέχρι τέλους τῆς χρήσεως τοῦ 1879 ἕτερα 5,184,
934680, ἑπομένως τὸ ὁλικὸν ποσὸν τῶν εἰσπράξεων, κατὰ πᾶσαν
935πιθανότητα, μέχρι τέλους τῆς χρήσεως θέλει φθάσει τὸ ποσὸν
936τῶν βεβαιωθέντων φόρων, διότι ἡ Κυβέρνησις προτίθεται νὰ ὑπο-
937βάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν μέτρα ἐξασφαλίζοντα τὴν ἀκριβῆ καὶ
938ἔγκαιρον εἴσπραξιν τῶν δημοσίων ἐσόδων. Σᾶς εἶπον, ὅτι
939κατὰ τὴν εἰρημένην ὑπὸ τοῦ ἐντίμου προκατόχου μου ὑπο-
940βληθεῖσαν προσωρινὴν κατάστασιν τὰ προϋπολογισθέντα ἔξο-
941δα εἶναι δρ. 60,078,760, ἐχορηγήθησαν δὲ πιστώσεις ἐπὶ τοῦ
942προϋπολογισμοῦ τοῦ 1879 δι’ εἰδικῶν νόμων καὶ διαταγμά-
943των, καὶ ζητοῦνται ἤδη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, μήπω ψηφισθεῖσαι
944εἰσέτι, ἐν ὅλῳ δραχ. 2,589,293, καὶ προσέτι ὀφείλονται διὰ
945τὸ 1878 δρ., 51,443 81|00, τὰ ποσὰ δὲ ταῦτα θὰ ἀποτελέ-
946σωσι μετὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν 62,722,
947496 85|00· ὅτι ἐπληρώθησαν μέχρι τῆς 31 Ὀκτωβρίου 30,
948843,211 καὶ εἶναι πιθανὸν νὰ πληρωθῶσι μέχρι τέλους τοῦ
949ἔτους 1879 ἕτερα 12,172,111 δραχμῶν, τὸ ὅλον τῶν ἐν-
950τὸς τοῦ ἔτους 1879 πληρωθησομένων 43,000,000 περίπου.
951Ἑπομένως ὑπολείπονται κατὰ τὴν κατάστασιν ταύτην πρὸς
952ἀποπληρωμὴν τῶν δαπανῶν κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν καὶ
953τὰς ληφθείσας πιστώσεις καὶ τὰς αἰτουμένας ἤδη, τῷ ὄντι,
954ὡς εἶπεν ὁ κ. Τρικούπης, δρ. 19.931,846. Ἀλλ’ ὁ ἔντιμος
955προκάτοχός μου σᾶς εἶπε κατὰ τὴν πολιτικὴν συζήτησιν, ὅτι
956πολλῶν πιστώσεων οὔτε ἔγεινεν, οὔτε πρόκειται νὰ γείνῃ χρῆ-
957σις, ἑπομένως τὸ ποσὸν τῶν 19,900,000 θὰ ἐλαττωθῇ ἴσως
958εἰς 13,000,000 περίπου. Ἐλησμόνησεν, ὅμως, κύριοι, ὁ ἐκ
959Μεσολογγίου Βουλευτὴς, μολονότι ἀγορεύοντα τὸν διέκοψα
960καὶ τοῦ ὑπενθύμισα τοῦτο, ὅτι πλὴν τῶν τακτικῶν αὐτῶν
961ἐσόδων, ἡ Κυβέρνησις μετεχειρίσθη διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν
962δαπανῶν πρὸς κάλυψιν τοῦ ἐλλείμματος τοῦ 1879 καὶ ἐκτά-
963κτους πόρους, οἱ ὁποῖοι δὲν φαίνονται σημειωμένοι εἰς αὐτὴν
964τὴν κατάστασιν. Τί ἔγειναν π. χ. τὰ 5,000,000, τὰ ὁποῖα
965ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις ἐντὸς τοῦ 1879 ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν
966Τράπεζαν ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ; εἰς τί ἐχρησίμευσαν
967τὰ 5,000,000, τῶν προσθέτων ἐντόκων γραμματίων, ὡς καὶ
968τὰ 4½ ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ
969τὸ δάνειον τῶν 60 ἑκατομμυρίων; καὶ ἐδῶ πλανᾶται ὁ κ.
970Τρικούπης, διότι τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1879 σχεδὸν ἐκαλύφθη διὰ
971τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα, ὡς εἶπον, ἐλήφθησαν ἤδη ἀπὸ τὸ
972δάνειον τῶν 60 ἑκατομμυρίων, ἀπὸ τὸ δάνειον τῶν 5,000,000
973παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ, καὶ
974ἀπὸ τὴν αὔξησιν τῶν ἐντόκων γραμματίων κατὰ 5,000,000,
975καὶ λέγω σχεδὸν ἐκαλύφθη τὸ ἔλλειμμα, μολονότι αὐτὸ εἶ-
976ναι πολὺ κατώτερον τῶν ἀνωτέρω ἐκτάκτων πόρων ἀνερχο-
977μένων εἰς 14,500,000 δραχμῶν, διότι ἐξ αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ
978ἐπληρώθησαν καὶ δαπάναι τοῦ 1878, διὰ παραγγελίας προμη-
979θειῶν κλπ.
980Ἀλλὰ δὲν πρόκειται, κύριοι, σήμερον νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν
981Βουλὴν λογοδοσίαν περὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1879, οὔτε νὰ ἐξε-
982τάσωμεν καὶ συζητήσωμεν τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ
983Κράτους· ἐν παρέργῳ καὶ προχείρως εἶπον αὐτὰ πρὸς τὴν Βου-
984λὴν, διὰ νὰ τὴν καθησυχάσω ἀπέναντι τοῦ φόβου, τὸν ὁποῖον
985ὁ κ. Τρικούπης ἐξέφερε περὶ τοῦ καταπληκτικοῦ ἐλλείμματος
986καὶ τῆς ἀμηχανίας, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ εὑρεθῶμεν δῆθεν ὡς πρὸς
987τὴν πληρωμὴν ὑποχρεώσεων μὴ ὑφισταμένων διὰ τὸ 1879·
988θὰ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ
989προϋπολογισμοῦ, καὶ ἐκεῖ θὰ ἀποδειχθῇ ἐὰν τὰ λεγόμενα ὑπὸ
990τοῦ κ. Τρικούπη ἦναι ἀκριβῆ ἢ ὄχι. Σήμερον ὅμως, ἐπαναλαμβάνω,
991οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει τοῦτο μὲ τὸ προκείμενον ζήτημα τὸ ἁ-
992πλῶς χρηματολογικὸν καὶ τυπικὸν, τοῦ ὁποίου τὴν συζήτησιν
993καὶ ἔγκρισιν ὑπεβάλομεν εἰς τὴν Βουλήν, τουτέστι τὴν χορή-
994γησιν χρημάτων πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους·
995καὶ βεβαίως ἡ θέσις μας θὰ ἦτο δυσχερὴς, ἐὰν δὲν ὑπῆρχον
996χρήματα πρόχειρα· ἀλλ’ εὐτυχῶς σήμερον χρήματα ὑπάρχουσι,
997καὶ δι’ αὐτῶν δυνάμεθα νὰ οἰκονομήσωμεν τὰς ἀνάγκας μας.
998Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ συζήτησις τὴν ὁποίαν ἐπροκάλεσεν ὁ
999ἐκ Μεσολογγίου ἔντιμος βουλευτὴς, εἶναι ἄσχετος, μὲ τὸ προ-
1000κείμενον ζήτημα· εἶναι συζήτησις, ἡ ὁποία ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ
1001κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ δὲν ἔχει καμ-
1002μίαν σχέσιν μὲ τὸ συζητούμενον ἀντικείμενον περὶ τῆς λήψεως τῶν
10032,500,000 ἐκ τῶν εἰσπράξεων τοῦ δανείου τῶν 60,000,000,
1004διὰ τὰς δαπάνας τοῦ Ἰανουαρίου, τὰς ὁποίας σεῖς ἐνεκρίνατε,
1005καὶ τῶν ὁποίων τὴν πληρωμὴν ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ κάμω-
1006μεν, διὰ τὴν ἔλλειψιν χρημάτων. Δὲν ἐννοοῦμεν, ὅτι διὰ τοῦ
1007Νομοσχεδίου τούτου θὰ προδικάσωμεν τὸ ζήτημα τῆς διαθέ-
1008σεως τῶν χρημάτων τοῦ δανείου τῶν 60,000,000· ὁ κ. Πρω-
1009θυπουργὸς ἐδήλωσεν, εἰς ἄλλην προγενεστέραν συνεδρίασιν τῆς
1010Βουλῆς, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο θὰ συζητηθῇ καὶ θὰ νομοθετηθῇ
1011διὰ τρόπου τοιούτου, ὥστε νὰ μὴ μείνῃ οὐδεμία ἀμφιβολία εἰς
1012τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ δύναται νὰ κάμῃ οἱανδήποτε
1013θέλει χρῆσιν τῶν χρημάτων τοῦ δανείου· τοῦτο θὰ κανονισθῇ
1014δι’ εἰδικοῦ νομοθετήματος, διὰ χωριστῆς συζητήσεως· ἀλλὰ σή-
1015μερον ἔχομεν ἀνάγκην χρημάτων, καὶ ἂν δὲν μᾶς δώσητε χρή-
1016ματα, δὲν δυνάμεθα νὰ θεραπεύσωμεν τὰς ἀνάγκας τοῦ Κρά-
1017τους, ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει δὲν δυνάμεθα ν’ ἀναδεχθῶμεν
1018καὶ τὴν εὐθύνην. Ὅλα δὲ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Τρικούπης εἶναι ἄσχε-
1019τα, τὸ ἐπαναλαμβάνω, μὲ τὸ προκείμενον ζήτημα, καὶ δὲν
1020δύνανται νὰ ἐξετασθῶσι σχετικῶς μὲ τὸ νομοσχέδιον τῶν
10212,500,000, τὰ ὁποῖα ζητοῦμεν νὰ λάβωμεν.
1022§80ΔΟΥΜΑΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς κατέληξε
1023τὸν λόγον εἰπὼν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις φροντίζει νὰ φέρῃ Νομοσχέ-
1024διον περὶ χρήσεως τοῦ δανείου τῶν 60,000,000. Τὰ αὐτὰ
1025μᾶς εἶπε καὶ ὁ κ. Δηλιγιάννης καὶ ὁ κ. πρωθυπουργὸς κατὰ
1026τὴν πολιτικὴν συζήτησιν. Ἐν τούτοις τὸ Νομοσχέδιον δὲν πα-
1027ρουσιάζεται, παρουσιάζονται ὅμως Νομοσχέδια, διὰ τῶν ὁποίων
1028βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον δαπανῶμεν τὸ δάνειον τῶν 60
1029ἑκατομμυρίων, ὅπερ ἐψηφίσθη διὰ τὴν πραγματοποίησιν τοῦ μύθου
1030τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, τὸ κατασπαταλῶμεν,
1031χωρὶς νὰ ζητῶμεν νὰ ὠφεληθῶμεν τοὐλάχιστον ἐκ τῶν χρημά-
1032των αὐτῶν. Πραγματοποιήσαντες τὸ δάνειον, ἐπεβαρύναμεν τὸν
1033προϋπολογισμὸν μὲ 4,000,000 φρ., διότι, ἂν σήμερον δὲν ἦναι
1034τὸ ὅλον πραγματοποιημένον, ἐντὸς ὀλίγου θὰ τὸ πραγματο-
1035ποιήσουν. Ἡ Κυβέρνησις δύναται, ἐὰν μεριμνᾷ σπουδαίως, νὰ
1036παραδεχθῇ σύστημα, διὰ τοῦ ὁποίου καὶ τὰς ἀνάγκας ἡμῶν
1037θὰ οἰκονομήσωμεν καὶ τὸν προϋπολογισμὸν θὰ ἐλαφρύνωμεν,
1038ἀδιαφορεῖ ὅμως καὶ ζητεῖ καθημερινῶς ποσὰ διὰ τὴν συντή-
1039ρησίν της τὴν ἰδέαν τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφο-
1040ρίας νὰ τὴν ἀποβάλητε, εἶναι ἀδύνατον νὰ πραγματο-
1041ποιηθῇ ἄνευ νέων βαρῶν. Ὅπως κατορθωθῇ δὲ, εἶναι ἀ-
1042νάγκη καὶ ἄλλου δανείου, διότι καὶ τὸ ὑπόλοιπον τοῦ δανείου
1043ἂν πραγματοποιηθῇ, πάλιν δὲν θὰ κατορθωθῇ ἡ ἄρσις, διότι
1044μένομεν ἔχοντες ἀπέναντί μας τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1879 καὶ ὅλον
1045τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1880. Λοιπὸν ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυ-
1046κλοφορίας, ἕνεκεν τῶν ἐλλειμμάτων αὐτῶν, ἄνευ νέου δανείου ἐκ
104710 ἑκατομμυρίων πραγματικοῦ, ἤτοι 13 ἢ 14 ἑκατομμυρίων
1048ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου τοὐλάχιστον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γεί-
1049νῃ, καὶ ἂν ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἀρκεσθῇ νὰ σᾶς εἴπῃ «ἡσυχάσατε,
1050τὰ εὑρίσκω», θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὴ τὸν πιστεύσητε, δὲν
1051θὰ τὰ εὕρῃ.
1052Λοιπὸν ἀντὶ νὰ συζητῶμεν Νομοσχέδια, διὰ τῶν ὁποίων ῥο-
1053κανίζουν τὸ δάνειον ὀλίγον κατ’ ὀλίγον, εἶναι προτιμότερον ἡ
1054κυβέρνησις νὰ ἀποσύρῃ τὸ Νομοσχέδιον αὐτὸ, καὶ νὰ μᾶς φέρῃ
1055τὸ ἕτερον, τὸ ὁποῖον μᾶς ὑπεσχέθη καὶ σήμερον ὁ κ. ἐπὶ τῶν
1056Οἰκονομικῶν ὑπουργὸς, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ φροντίσωμεν νὰ ὁρι-
1057σθῶσιν ὁριστικῶς τὰ τῆς χρήσεως τοῦ δανείου. Ἂν λάβωμεν
1058σύντονα μέτρα, θὰ ἔχωμεν οἰκονομίαν διὰ τῆς χρήσεως τῶν
1059χρημάτων αὐτῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ 1 ἑκατομμύριον δραχ.
1060Διὰ τοῦτο, κύριοι, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ εἰς
1061τὴν Κυβέρνησιν νὰ τὸ ἀποσύρῃ· διὰ νέου δὲ Νομοσχεδίου νῦν
1062νὰ φροντίσωμεν νὰ διατεθῶσι τὰ χρήματα ταῦτα οὕτως, ὥστε,
1063ἀφοῦ μένει ἡ καταναγκαστικὴ κυκλοφορία, νὰ ἐλαφρύνωμεν
1064τοὐλάχιστον τὸν προϋπολογισμὸν, ὡς εἶπον, καὶ οὕτως ὀλιγω-
1065τέρους φόρους βιασθῶμεν νὰ ψηφίσωμεν. Δὲν πρόκειται νὰ ἀρ-
1066νηθῶμεν χρήματα εἰς τὴν κυβέρνησιν, διότι, οἱοσδήποτε διοική-
1067σει, θὰ ζητήσῃ τὰ χρήματα αὐτά· ἐξ ἐναντίας μάλιστα πρέ-
1068πει νὰ δώσωμεν καὶ τὴν προκαταβολὴν αὐτὴν, διότι ἀπαλ-
1069λάσσομεν τὸ δημόσιον ἀπὸ ἄλλα βάρη. Ἕνεκα τῆς μὴ ἐγ-
1070καίρου ἐκπληρώσεως τῶν ὑποχρεώσεών του, τὸ δημόσιον ὑπο-
1071χρεοῦται ἤδη εἰς πληρωμὴν τόκων. Ὀφείλει ὅμως ἡ κυβέρ-
1072νησις συγχρόνως νὰ μᾶς ἐξάξῃ ἐκ τῆς ἀβεβαιότητος, φέρουσα
1073τὸ ὑποσχεθὲν Νομοσχέδιον περὶ τῆς χρήσεως τῶν εἰσπραχθέν-
1074των ἀπὸ τὸ δάνειον τῶν 60 ἑκατομμυρίων, διότι ἄλλως,
1075ἄνευ οὐδενὸς φραγμοῦ βαθμηδὸν θὰ τὸ κατασπαταλήσωμεν.
1076§81ΖΑΪΜΗΣ. Ὁ τελευταῖος λόγος τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονο-
1077μικῶν, τοῦ ἀξιοτίμου φίλου μου κ. Παπαμιχαλοπούλου, μὲ
1078ἔκαμε νὰ μετανοήσω, διότι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον
1079δὲν ἐπραγματοποίησα ὅ,τι εἶχον εἰπεῖ εἰς τὸν κ. πρωθυπουρ-
1080γόν, τουτέστι δὲν ἀπέσχον τῆς Βουλῆς μετά τινων φίλων μου,
1081ἵνα μὴ γείνῃ ἀπαρτία καὶ μὴ ἐπιψηφισθῇ τὸ δάνειον τῶν
108260,000,000, διότι, ἂν δὲν ἐψηφίζετο, ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκο-
1083νομικῶν δὲν ἤθελε μᾶς εἴπει σήμερον, χρήματα ἔχομεν εὐτυ-
1084χῶς, δὲν ἤθελεν ὑπάρχει αὐτὸ τὸ καταφύγιον τῶν 60,000,000,
1085καὶ ἠθέλομεν ἀποφύγει ὅλας αὐτὰς τὰς συζητήσεις. Ἀλλὰ
1086δυστυχῶς δὲν τὸ ἔπραξα, διότι βεβαίως ἡ ἀποχὴ ἀπὸ τῶν
1087συνεδριάσεων εἶναι πρᾶξις ἄτοπος καὶ ἀντικοινοβουλευτική’
1088μὅλα ταῦτα, ὅταν τὸ κακὸν πλεονάζῃ, βεβαίως χρειάζονται
1089καὶ ἔκτακτα μέτρα, διότι, καθὼς ἤθελεν εἴπει ὁ κ. Τζάνες,
1090in extremis malis, extrema remedia.
1091Ἀλλὰ τὸ δάνειον ἐκεῖνο ἐψηφίσθη, καὶ ὄχι μόνον τὸ δάνειον
1092ἐπεψηφίσθη, ἀλλ’ ἐπεψηφίσαμεν καὶ προϋπολογισμὸν παρου-
1093σιάζοντα ἔλλειμμα 14 ἑκατομμυρίων. Ἂν δὲν ἀπετέλουν μέρος
1094τῆς παρελθούσης Βουλῆς, σᾶς λέγω εἰλικρινῶς, ὅτι ἤθελον κατα-
1095ψηφίσει καθαρῶς κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον παρουσίασεν
1096ἡ κυβέρνησις’ ἀλλ’ ἔλαβον τὴν ἀφροσύνην, ὁμιλῶ κύριοι, μό-
1097νον περὶ τοῦ ἑαυτοῦ μου, νὰ δώσω ψῆφον ὑπὲρ προϋπολογισμοῦ
1098παρουσιάζοντος ἔλλειμμα 14 ἑκατομμυρίων, καὶ ἔπρεπε νὰ ἐν-
1099νοήσω, ὅτι ἤθελεν ἔλθει στιγμή, καθ’ ἣν ὤφειλον νὰ χορηγήσω
1100τὰ μέσα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα καλύψῃ τὸ ἔλλειμμα τοῦτο.
1101Ἕνεκεν τούτου, ἔχων τὴν εὐθύνην ἐν μέρει τῆς ἐπιψηφίσεως το-
1102σούτου προϋπολογισμοῦ, δὲν δύναμαι νὰ ἀρνηθῶ κατ’ ἀρχὴν τὰ
1103μέσα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διὰ τοῦ
1104ὁποίου ζητοῦνται νὰ καταβληθῶσι 2 ἑκατομμύρια 500 χιλιά-
1105δες ἐκ τῶν εἰσπράξεων τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων, εἶ-
1106ναι συνέπεια τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἡ Βουλὴ τῆς πα-
1107ρελθούσης περιόδου ἐπεψήφισεν, ἀλλὰ κατ’ ἀρχὴν οὐδεὶς ἀντε-
1108τάχθη κατὰ τῆς χορηγήσεως ταύτης, οὐδὲ ὁ πρῶτον λαλήσας
1109ἀξιότιμος Βουλευτὴς Μεσολογγίου ὑπεστήριξε μόνον, ὅτι δὲν
1110πρέπει νὰ χορηγηθῇ τὸ νέον αὐτὸ δάνειον πρὸς τὴν Κυβέρνη-
1111σιν’ ὁ κ. Τρικούπης ὑπεστήριξε μόνον, ὅτι πρέπει τὸ νομοσχέ-
1112διον νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν, διὰ νὰ βασανισθῇ ἐκτε-
1113νέστερον, διὰ νὰ λάβῃ αὕτη ὑπ’ ὄψιν διάφορα ζητήματα καὶ
1114ζητήσῃ διαφόρους πληροφορίας, αἱ ὁποῖαι ἐν δημοσίᾳ συνεδριά-
1115σει δὲν δύνανται νὰ δοθῶσι. Συμμερίζομαι, κύριοι, πληρέστα-
1116τα τὴν γνώμην τοῦ κ. Τρικούπη, ἂν ὄχι διὰ τοὺς αὐτοὺς λό-
1117γους, δι’ οὓς ὁ κ. Τρικούπης ὑπεστήριξεν αὐτήν, ἀλλὰ δι’ ἄλ-
1118λους λόγους. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον σᾶς προτείνεται νὰ λάβητε
11192 καὶ ἥμισυ ἑκατομ. ἐκ τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων’
1120τὸ δάνειον τοῦτο, ὡς πάντες γινώσκετε, συνήφθη πρὸς ἄρσιν
1121τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας’ ἀλλὰ τὸ δάνειον δὲν ἐκαλύ-
1122φθη ὅλον, ἐκαλύφθη τοσοῦτον, ὅσον δὲν ἤρκει διὰ νὰ φθάσωμεν
1123εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ἐπεδίωκεν ὁ νόμος’ κατὰ τὸν κα-
1124ταρτισθέντα πίνακα ὑπὸ τοῦ πρώην ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομι-
1125κῶν τὰ μέχρι τοῦδε εἰσπραχθέντα ἐκ τοῦ δανείου ἀνέρχονται
1126εἰς 33,000,000. Ἐκ τούτων, κύριοι, μέχρι τοῦδε ἐλήφθησαν 3
1127000,000 ἐν τῇ ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς, διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ δη-
1128μοσίου, 2,000,000 πρὸς ἐξαργύρωσιν ἐντόκων γραμματίων,
1129γίνονται 5,000,000· ἐχορηγήσαμεν 1,500,000, γί-
1130νονται 6,500,000· μᾶς ζητοῦν σήμερον 2 καὶ ἥμι-
1131συ ἑκατομμύρια, καὶ ἀποτελεῖται τὸ ποσὸν τῶν 9,000,000·
1132ἂν δὲ τὰ 9 ἑκατομμύρια ἀφαιρέσητε ἀπὸ τὰ 38 ἑκατομ-
1133μύρια, θέλετε φθάσει εἰς τὰ 29. Ἡ ἄρσις λοιπὸν τῆς ἀνα-
1134γκαστικῆς κυκλοφορίας, ἄνευ νέου δανείου εἴκοσι καὶ περισ-
1135σοτέρων ἑκατομμυρίων, δὲν δύναται νὰ γείνῃ, τοὐλάχιστον κατὰ
1136τὰ φαινόμενα. Ἀλλ’ ἡ κυβέρνησις, ἡ ὁποία βεβαίως ἔπρεπε νὰ
1137ἔχῃ κατηρτισμένον σχέδιον περὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἀναγκα-
1138στικῆς κυκλοφορίας, ἡ κυβέρνησις μέχρι τοῦδε οὐδεμίαν γνώ-
1139μην, οὐδεμίαν πρότασιν ἔφερεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς· καὶ ἂν
1140ἦτο κυβέρνησις, ἡ ὁποία πρὸ ἑνὸς ἢ δύω μηνῶν ἦλθεν εἰς τὰ
1141πράγματα, βεβαίως δὲν ἤθελον ἔχει τοιαύτην ἀπαίτησιν· ἀλ-
1142λὰ κυβέρνησις, ἥτις κυβερνᾷ πρὸ 2 ἐτῶν καὶ μερικῶν ἡμερῶν,
1143ἔπρεπε νὰ ἔχῃ κατηρτισμένον σχέδιον περὶ τοῦ σπουδαιοτάτου
1144ζητήματος τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Τί ζητοῦμεν λοι-
1145πόν, κύριοι; δὲν ἀρνούμεθα τὴν πίστωσιν, τὸ κατ’ ἐμὲ τοὐ-
1146λάχιστον· ἀλλ’ ἐπιθυμῶ τὸ νομοσχέδιον νὰ παραπεμφθῇ εἰς
1147τὴν ἐπιτροπήν, νὰ ἐξετασθῇ καὶ βασανισθῇ ἐκεῖ, νὰ προσκλη-
1148θῶσιν οἱ κύριοι ὑπουργοὶ ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς, νὰ δώσωσι
1149τὰς ἐξηγήσεις των περὶ τοῦ σχεδίου των πρὸς ἄρσιν τῆς ἀνα-
1150γκαστικῆς κυκλοφορίας· καὶ ὅταν, κύριοι, ἡ ἐπιτροπὴ λάβῃ
1151τὰς πληροφορίας ταύτας, τότε θέλομεν εἶσθαι καὶ ἡμεῖς εἰς
1152θέσιν καλλιτέραν ν’ ἀποφασίσωμεν περὶ τῶν δύο καὶ ἥμισυ
1153ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα αἰτεῖ. Καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἀναγκαστικῆς
1154κυκλοφορίας, εἶναι ζήτημα κατεπεῖγον, ζήτημα σπουδαιότα-
1155τον, τὸ ὁποῖον πρέπει οὕτως ἢ ἄλλως νὰ λυθῇ. Σήμερον ἡ
1156ἑλληνικὴ κοινωνία ἀγνοεῖ ἂν θὰ ζήσῃ ὑπὸ τὴν ἀναγκαστι-
1157κὴν κυκλοφορίαν, καὶ ἀγνοεῖ ἂν θὰ ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλο-
1158φορία ἢ ὄχι· οὐδὲν δὲ εἶναι τόσον βλαπτικὸν καὶ ἐπικίνδυνον
1159διὰ τὰ συμφέροντα τῆς κοινωνίας, ὅσον ἡ ἀβεβαιότης· ἡ ἀβε-
1160βαιότης κλονίζει τὸ ἐμπόριον, ἐπηρεάζει τὰς συναλλαγάς. Ἐπι-
1161ζητῶ λοιπὸν νὰ ἐκβιάσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ἓν μέτρον
1162περὶ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, διὰ τῆς προτάσεως τὴν
1163ὁποίαν ὑποστηρίζω. Τὴν πίστωσιν δὲν τὴν ἀρνοῦμαι, οὐδ’ εἶχον
1164σκοπὸν ν’ ἀρνηθῶ αὐτήν· δὲν φοβοῦμαι τὴν διατάραξιν τῆς δη-
1165μοσίας τάξεως, ἀλλ’ ἐπιθυμῶ τὸ δημόσιον τῆς Ἑλλάδος, ὅσον
1166εἶναι δυνατόν, νὰ διατηρῇ τὴν πίστιν του. Ἂν δὲ καὶ ὁ Βασι-
1167λικὸς λόγος μᾶς ἐβεβαίωσεν, ὅτι ἐκρατύνθη ἡ πίστις, ἐγὼ ὅ-
1168μως, καὶ μετὰ τὴν ἐπίσημον αὐτὴν διακήρυξιν, μεγάλας ἔχω
1169ἀμφιβολίας ὅτι ἐκρατύνθη αὕτη, ὅταν βλέπω τὰς θύρας τῶν
1170ταμείων κεκλεισμένας. Ἐπιθυμῶ λοιπὸν νὰ μὴ ἀρνηθῶ τὴν πί-
1171στωσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διὰ νὰ μὴ κλονίσω ἔτι περισσότε-
1172ρον αὐτὴν τὴν ἀρκετὰ κλονιζομένην πίστιν τοῦ δημοσίου· ἀλλ’
1173ἐπειδή, πρὶν δώσω τὴν ψῆφόν μου, ἐπιθυμῶ νὰ ἦμαι εἰς γνῶσιν
1174ὅλων τῶν σχεδίων τῆς Κυβερνήσεως, τὰ ὁποῖα δὲν τὰ γνωρί-
1175ζομεν καὶ τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτεθῶσιν ἀπὸ τοῦ
1176βήματος τούτου. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν,
1177ὅτι δὲν ἔχομεν χρήματα. Κύριοι, τὸ ἀναγνωρίζω πῶς δὲν ἔχουν
1178χρήματα, καὶ ἔχουν ἀνάγκην μέχρι τοῦ τέλους τῆς ἑβδομάδος
1179νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον· ἀλλὰ καὶ ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν
1180ὑποστηρίζω, δὲν ἀντιστρατεύεται πρὸς ὅσα εἶπεν ὁ Ὑπουργὸς
1181τῶν Οἰκονομικῶν, διότι, ἂν ἡ Βουλὴ σήμερον παραπέμψῃ τὸ
1182νομοσχέδιον εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ἡ ἐπιτροπὴ ἔχει καιρὸν καὶ
1183σήμερον καὶ αὔριον καὶ τὴν Τετάρτην νὰ σκεφθῇ, καὶ νὰ φέρῃ
1184τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς τὴν Πέμπτην, ὥστε τὴν Πέμπτην, Παρα-
1185σκευὴν καὶ Σάββατον δύναται νὰ προβῇ εἰς τὴν ὁριστι-
1186κὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Δὲν βλέπω λοιπὸν τὸν λό-
1187γον, διὰ τὸν ὁποῖον θέλομεν σήμερον νὰ ὑποχρεώσωμεν
1188τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συνάπτε-
1189ται μὲ τὰ συμφέροντα τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας, νομοσχέ-
1190διον τὸ ὁποῖον ἅπτεται τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος τοῦ μέλ-
1191λοντος, νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύει τὴν οἰκονομικὴν
1192κατάστασιν τοῦ τόπου ἀθλίαν· ἀναβολὴ δὲ τεσσάρων ἡμερῶν
1193δὲν δύναται νὰ ἐκθέσῃ οὔτε τὴν πίστιν τοῦ δημοσίου, οὔτε νὰ
1194κλονίσῃ τὴν δημοσίαν τάξιν, οὔτε νὰ φέρῃ στενοχωρίαν τινά.
1195Ὑποστηρίζω λοιπὸν τὴν παραπομπὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὴν
1196ἐπιτροπὴν τῶν οἰκονομικῶν.
1197§82ΡΙΚΑΚΗΣ. Εἶναι φυσικόν, κύριοι, ἅμα εἰσήχθη Νομοσχέδιον,
1198τὸ ὁποῖον ὁπωσδήποτε ἐφάπτεται τῆς οἰκονομικῆς καταστά-
1199σεώς μας, εἶναι φυσικόν, λέγω, νὰ γεννῶνται συζητήσεις σπου-
1200δαῖαι καὶ παρατεταμέναι, ὡς ἡ προκειμένη· δὲν πρόκειται μό-
1201νον περὶ τοῦ ἂν τὸ Νομοσχέδιον πρέπῃ νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπι-
1202τροπὴν· κατ’ οὐσίαν ἡ συζήτησις ἀποβλέπει εἰς τὴν οἰκονο-
1203μικὴν κατάστασιν, κατάστασιν, τὴν ὁποίαν δὲν δυνάμεθα νὰ
1204ἀποφύγωμεν, καὶ συζήτησιν, ἡ ὁποία εἶναι ἀναγκαίως συνδεδε-
1205μένη μὲ πᾶν ζήτημα οἰκονομικὸν, καὶ πᾶσαν πρότασιν ἡ ὁ-
1206ποία θέλει ὑποβληθῆ εἰς τὴν Βουλήν. Δὲν ἐννοοῦμεν, κύριοι,
1207ποία εἶναι ἡ ἀλήθεια; δὲν ἐννοοῦμεν, ὅτι καὶ τὸ παρελθὸν ἀ-
1208φίνει μέρος κενὸν καὶ τὸ μέλλον θ’ ἀφήσῃ μεγαλείτερον; διατὶ
1209λοιπὸν νὰ προσπαθῶμεν διὰ προσωρινῶν μέτρων νὰ θεραπεύ-
1210σωμεν πληγὰς, αἱ ὁποῖαι δὲν θεραπεύονται οὕτως: ἂν μέχρι
1211τοῦ Σαββάτου οἰκονομηθῶμεν, τὴν Δευτέραν θὰ μᾶς λείψῃ ὁ
1212ἄρτος· καὶ διὰ τὴν κατάστασιν, κύριοι, αὐτὴν πάντες εὐθυ-
1213νόμεθα.
1214Τὸ Κράτος δὲν ἀνήκει εἰς τὴν Κυβέρνησιν· ὅλοι ἀποτελοῦμεν
1215μέρος αὐτοῦ, καὶ ὅλοι ἔχομεν συμφέρον καὶ καθῆκον νὰ σκε-
1216φθῶμεν ποῖα μέτρα πρέπει νὰ λάβωμεν περὶ τῆς παρούσης καὶ
1217τῆς μελλούσης καταστάσεώς μας, ἡ ὁποία εἶναι ἀπελπιστική.
1218Ἠκούσατε, ὅτι ἔχουσι κενὰ τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου καὶ Νοεμ-
1219βρίου, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ ὁρίσωσιν, ἀλλὰ σᾶς λέγουσι,
1220«δώσατέ μας πρόχειρα ἑκατομμύρια, διὰ νὰ οἰκονομηθῶμεν σή-
1221μερον.» Αὐτὰ ἀποδεικνύουσιν ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος δὲν ἠξεύρει
1222οὔτε ποῦ εὑρίσκεται, οὔτε τί δαπανᾷ, οὔτε μεριμνᾷ τί τέξεται
1223ἡ ἐπιοῦσα· καὶ εἰς τοιαύτην κατάστασιν δὲν σκεπτόμεθα τί νὰ
1224κάμωμεν, ἀλλὰ φιλονεικοῦμεν ἁπλῶς, ἐὰν πρέπῃ ἡ πρότασις
1225νὰ σταλῇ ἢ ὄχι εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Τὰ χρήματα αὐτὰ εἶναι
1226παρακαταθήκη, ἑπομένως δὲν εἶναι ταμιακὴ ὑπηρεσία, ὅπως
1227εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός, καὶ πρόκειται νὰ θέσωμεν χεῖρα ἐπὶ
1228τῆς ἱερᾶς ταύτης παρακαταθήκης, τὴν ὁποίαν δι’ ὡρισμένας
1229ἀνάγκας ἐνεπιστεύθη ὁ νόμος. Δύναμαι νὰ ἀνοίγω τὸ κιβώτιον τὸ
1230ἰδικόν μου καὶ ἔχω πλήρη ἐλευθερίαν νὰ διαθέτω τὰ χρήματά μου
1231ὅπως θέλω, τὰ ξένα ὅμως μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ ἐγγίζω μόνον,
1232ἐὰν ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος μοὶ τὰ ἐνεπιστεύθη, μοὶ δώσῃ τὴν ἄδειαν.
1233Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι πλέον ταμιακὴ ὑπηρεσία, εἶναι ζή-
1234τημα ὑψηλότερον, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ διατυπωθῇ δι’ ἄλλου
1235τρόπου.
1236Λοιπὸν ἔχομεν ἀνάγκην ἐν ὀλίγοις τὰ χρήματα τῶν δα-
1237νείων νὰ τὰ μεταχειρισθῶμεν διὰ τὰς καθημερινὰς ἀνάγκας.
1238Εἶναι μία ἀλήθεια, διὰ τὴν ὁποίαν, ἐπαναλέγω, δὲν πταίει κα-
1239νείς. Ὅταν πέρυσιν ἐψηφίζαμεν δαπάνας περιττὰς καὶ ματαίας,
1240ἔπρεπε νὰ συλλογιζώμεθα τὰς συνεπείας· ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν
1241ὑπ’ ὄψιν, ὅτε ἐψηφίζαμεν τὸν προϋπολογισμὸν πέρυσιν, ὅτι θὰ
1242εὑρεθῶμεν εἰς τὰς ἀνάγκας αὐτάς. Τί θέλετε σήμερον νὰ κά-
1243μωμεν; πόρους τακτικοὺς δὲν ἔχομεν· μένει τὸ δάνειον, πρέ-
1244πει νὰ σκεφθῶμεν ἐὰν τοῦ δανείου τούτου τὸν προορισμὸν
1245πρέπῃ νὰ τὸν μεταβάλωμεν. Ἐὰν συμφέρῃ καὶ ἤμεθα εἰς τὴν
1246ἀνάγκην, πρέπει νὰ τὸ κάμωμεν, ἀλλὰ νὰ τὸ κάμωμεν,
1247ἀφοῦ ἀπαλλαχθῶμεν μιᾶς ὑποχρεώσεως ὑφισταμένης, διὰ τῆς
1248μεταβολῆς τοῦ νόμου. Τὸ σημερινὸν λοιπὸν ζήτημα συνδέεται,
1249πρὸς ἓν μέγα ζήτημα τὸ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ
1250πρέπει ἀπὸ τοῦδε νὰ τὸ λύσωμεν, ὅπως κανονίσωμεν τὰς μελ-
1251λούσας δαπάνας μας, νὰ ἴδωμεν ποία εἶναι ἡ οἰκονομικὴ κα-
1252τάστασις, τί ὀφείλομεν, ποῖα τὰ μέσα μας, ἢ ἂν πρέπῃ πρὸς
1253ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών μας νὰ μεταχειρισθῶμεν τὰ
1254χρήματα τοῦ δανείου τούτου δὲ γενομένου, νὰ μεταβάλωμεν
1255τὸν νόμον. Διὰ δὲ τὸ ζήτημα τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας
1256νὰ σκεφθῶμεν, καὶ νὰ ἀποφασίσωμεν ῥητῶς, διότι τοῦτο ἀπο-
1257βλέπει ὁλόκληρον τὴν κοινωνίαν, ἡ ὁποία θὰ κανονίσῃ τὰς
1258σχέσεις καὶ τὰ συμφέροντά της ἀναλόγως τῶν ἀποφάσεών μας.
1259Λοιπόν, ἀντὶ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον καὶ ἐν κρυπτῷ, οὕτως εἰ-
1260πεῖν νὰ δαπανῶμεν τὰ χρήματα, ἡ εἰλικρίνεια ἀπαιτεῖ νὰ εἴ-
1261πωμεν καθαρῶς ποῖα εἶναι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα θὰ λάβωμεν
1262ὡς πρὸς τὴν διάθεσιν αὐτὴν τῶν χρημάτων, διότι ἐὰν σήμε-
1263ρον ψηφίσωμεν αὐτὸ τὸ Νομοσχέδιον, τὴν προσεχῆ ἑβδομάδα
1264θὰ εὑρεθῶμεν εἰς ὁμοίας περιστάσεις.
1265§83ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τότε δὲν δίδομεν ἄλλα.
1266§84ΡΙΚΑΚΗΣ. Καὶ τί θὰ κάμητε; θὰ δώσητε· ἐγὼ πρῶτος
1267θὰ δώσω, ἐὰν ὑπάρχῃ ἀνάγκη.
1268Καταλήγων τὸν λόγον, συμφωνῶ μὲ τὴν γνώμην, ὅτι τὸ
1269Νομοσχέδιον πρέπει νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἰδίως
1270διότι ἡ ἐπιτροπὴ πρέπει νὰ λάβῃ τὴν ἐντολὴν, συνεννοουμένη
1271μὲ τὴν κυβέρνησιν, νὰ θέσῃ ὡς βάσιν, ποία θὰ ἦναι ἡ μέλ-
1272λουσα τύχη καὶ ἡ χρῆσις τοῦ δανείου αὐτοῦ, καὶ συμφώνως
1273μὲ τὴν βάσιν αὐτὴν, νὰ δικαιολογήσωμεν τὴν μέλλουσαν οἰ-
1274κονομικὴν πορείαν μας.
1275§85ΑΡΙΣΤ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Κύριοι, τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἠγέρθη
1276σήμερον περὶ τῶν 2½ ἑκατομμυρίων, εἶναι ζήτημα λίαν ἐν-
1277δεικτικόν. Ἡ οἰκονομικὴ καταστροφὴ, τὴν ὁποίαν θεωρητικοὶ
1278ἄνδρες πρό τινος χρόνου διέβλεπον, σήμερον προσβάλλει τὴν φυ-
1279σιογνωμίαν της. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐξέλαβεν,
1280ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι χρηματολογικόν. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ
1281τὸν βεβαιώσω, ὅτι ἀπατᾶται. Τὸ ζήτημα εἶναι πολιτικόν,
1282διότι ἐντὸς αὐτοῦ περιέχει τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον εἰς τὸ
1283ἑξῆς δύναται νὰ διοικηθῇ ἡ Ἑλλάς. Ἐκεῖνα τὰ μικρὰ μέσα,
1284ἐκεῖναι αἱ μικραὶ εὐκολίαι, διὰ τῶν ὁποίων διεξάγονται αἱ
1285δυσχέρειαι, δὲν εἶναι πλέον τῶν σημερινῶν καιρῶν. Ἐὰν οἱ λό-
1286γοι οὗτοι δὲν κινήσουν τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, θέλετε ἰδεῖ,
1287ὅτι ἡ οἰκονομικὴ καταστροφὴ θὰ προβάλῃ καὶ ἄλλην μίαν
1288φορὰν τὸ πρόσωπόν της, καὶ ἐὰν καὶ τότε δὲν τὴν πιστεύσητε,
1289θὰ προβάλῃ καὶ τρίτην φορὰν, καὶ ἐπὶ τέλους θὰ ἐκτείνῃ τὸν
1290βραχίονά της. Εἶναι δὲ πολιτικὸν τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι δὲν
1291πρέπει νὰ λανθάνῃ διόλου τοὺς ἐντίμους κυρίους, οἱ ὁποῖοι κα-
1292τέχουν τὰ ὑπουργικὰ ἑδώλια, ὅτι ἀπαιτοῦμεν νὰ διέλθῃ τὸ
1293νομοσχέδιον τοῦτο ἐκ τῆς ἐπιτροπῆς, διότι δὲν ἔχομεν ἐμπι-
1294στοσύνην εἰς αὐτούς. Ἐννοῶ δὲ ἐγὼ, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχω τὴν
1295ἀξίωσιν, καθὼς εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ διοι-
1296κήσω, ὅπως προεκάλεσε τὸν κύριον Τρικούπην νὰ ἀποφανθῇ, ἐὰν
1297δύναται νὰ διοικήσῃ τὴν Ἑλλάδα, οὕτω πως ἐχόντων τῶν
1298πραγμάτων, ἰσχυρίζομαι ἐγὼ, ὅτι ἀπαιτῶ νὰ εἰσέλθῃ ἡ ἐπι-
1299τροπὴ εἰς τὰ ἐνδόμυχα τῆς διοικήσεως· ἐννοῶ τὴν ἐπιτροπὴν
1300ὡς πρόσκοπον, ὅστις θὰ ἀποκαλύψῃ ὅλον αὐτὸ τὸ κρύφιον τῆς
1301πολιτικῆς δρᾶμα, τὸ ὁποῖον ὑπὸ τὴν σκέπην λυμαίνεται τὰ
1302κοινὰ, διὰ νὰ σώσωμεν τὴν πατρίδα, ἐὰν ὑπάρχῃ ἀκόμη καιρός.
1303Ἤκουσα, κύριοι, πολὺς λόγος νὰ γίνεται περὶ ἰδεῶν, τὰς
1304ὁποίας ὀφείλει δῆθεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ διατυπώσῃ ἐνώ-
1305πιον τοῦ Κοινοβουλίου. Ἀλλ’ ἐγὼ, ὁ ὁποῖος εἶμαι νέος πολι-
1306τικός, νομίζω, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι τοῦτο καθαρὰ ματαιοπονία.
1307Ὁποίας ἰδέας θέλετε ἀπὸ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ διατυ-
1308πώσῃ περὶ τῆς χρήσεως τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων;
1309Ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἄνθρωπος διακεκριμένος ἐν τῇ πολιτικῇ
1310ἐμπειρίᾳ, γνωρίζει, ὅτι δὲν ὑπολείπονται πλέον μετὰ τὴν
1311χρῆσιν τῶν 2½ ἑκατομμυρίων παρὰ 900 χιλ. δραχμαί.
1312Ἤθελε δὲ εἶσθαι ἀνάξιον τοῦ Πρωθυπουργικοῦ ἀξιώματος, νὰ
1313διατυπώσῃ οἱονεὶ πρόγραμμα περὶ διαθέσεως 900 ψωραλέων
1314χιλ. δραχμῶν.
1315§86ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μένουν ἄλλα δύο.
1316§87ΑΡ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Ὄχι. Κατὰ τὸν τελευταῖον ἰσολογι-
1317σμὸν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, δὲν εἶναι εἰς τὸ ταμεῖον αὐτῆς
1318μεταλλικὸν ἐκ τοῦ δανείου τούτου εἰς χρῆσιν τοῦ Ὑπουργείου
1319τῶν Οἰκονομικῶν εἰμὴ 3,440,000.
1320§88ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβές.
1321§89ΔΟΥΜΑΣ. Ἐκ τῶν εἰσπράξεων τοῦ δανείου κατετέθησαν
1322ἀπέναντι τῶν ὀφειλομένων εἰς τὰς Τραπέζας, διὰ τὴν ἄρσιν
1323τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, 25,000,000. Λοιπὸν πρόκειται
1324περὶ τῆς χρήσεως τῶν χρημάτων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα ἀποφέ-
1325ρουσιν εἰς τὸ Δημόσιον 1%.
1326§90ΑΡ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκεται, καθὼς εἶπέ
1327τις, νομίζω, in extremis. Ἡ Κυβέρνησις τῷ ὄντι ἔχει ἀπό-
1328λυτον ἀνάγκην τῶν 2½ τούτων ἑκατομμυρίων. Ἀλλὰ πρὶν
1329ἢ δώσωμεν ἡμεῖς τὴν ἀπόλυτον διαχείρισιν αὐτῶν, ἐννοοῦμεν
1330ἡ Κυβέρνησις νὰ ἦναι προϊόν τῆς πεποιθήσεώς μας. Εἰς τὴν
1331Κυβέρνησιν τὴν ὑπάρχουσαν δὲν ἔχομεν ἐμπιστοσύνην, δὲν δί-
1332δομεν εἰς αὐτὴν τὴν διαχείρισιν τοῦ ἱεροῦ αὐτοῦ χρήματος
1333τοῦ λαοῦ, τὸ ὁποῖον κατεσκευάσθη διὰ τὴν χρησιμωτάτην
1334τῶν ὑποθέσεων, ἀφ’ ἑνὸς τὴν ἐλευθερίαν τῆς συναλλαγῆς διὰ
1335τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἀφ’ ἑτέρου διὰ
1336τὴν ὁδοποιΐαν, ἥτις ἀποτελεῖ τὸ σπουδαιότατον τῆς ἐσωτερι-
1337κῆς Ἑλλάδος ζήτημα. Ἔχομεν ἀνάγκην τὴν διαχείρισιν ταύ-
1338την νὰ ἐκτελέσῃ ἄλλη Κυβέρνησις. Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα.
1339Ἀλλ’ εὑρέθη ἓν ἐπιχείρημα, διὰ νὰ συντρίψουν, ὅπως ὑπέ-
1340θεσάν τινες, τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπιχείρημα, τὸ
1341ὁποῖον κατ’ ἐμὲ δὲν εἶναι σπουδαῖον. Ζητεῖς, τῷ εἶπον, χρή-
1342ματα δι’ ἀνάγκας τοῦ 1879, ἐνῷ εἰς τὸ νομοσχέδιόν σου ὁ-
1343μιλεῖς περὶ ἀναγκῶν τοῦ 1880. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονο-
1344μικῶν κατελήφθη, νομίζω, ἐξαίφνης, καὶ καθὼς εἶπεν, ἀνάγκην
1345ἔχει νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα. Γνώρισμα τοῦτο διοικητικῆς
1346εὐχερείας.
1347§91ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι τὸ ζήτημα αὐτὸ νὰ μελε-
1348τήσω, ἀλλὰ τὸ ζήτημα τῆς γενικῆς συζητήσεως. Εἶπον, ὅτι τὰ
1349χρήματα τὰ ζητοῦμεν διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Ἰανουαρίου τοῦ
13501880, ἐνδέχεται ἐξ αὐτῶν νὰ χρησιμεύσουν καὶ διὰ τὰς ἀ-
1351νάγκας τοῦ Δεκεμβρίου 1879, ἀλλὰ αὐτὰ θὰ ἀντικαταστα-
1352θῶσιν ἀπὸ τὰς εἰσπράξεις τῆς χρήσεως τοῦ 1879. Αὐτὸ εἶπον·
1353δὲν εἶχον ἀνάγκην μελέτης αὐτοῦ τοῦ ζητήματος.
1354§92ΑΡ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Ἡ ἐνεστῶσα οἰκονομικὴ θέσις τῆς ἐπι-
1355κρατείας ἔχει τὴν ἱστορίαν αὐτῆς. Χωρὶς νὰ ἔχω σκοπὸν νὰ
1356εἰσέλθω εἰς αὐτήν, δὲν δύναμαι νὰ μὴ κάμω λόγον περὶ τῶν
1357ἰδεῶν, τὰς ὁποίας ἤκουσα πρὸ ὀλίγου ἀπὸ τὸν ἔντιμον συνά-
1358δελφόν μου, τὸν κ. Ζαΐμην.
1359Ὁ κ. Ζαΐμης εἶπε πρᾶγμα, διὰ τὸ ὁποῖον, νομίζω, τὸ κοι-
1360νοβούλιον ἠδύνατο νὰ διαμαρτυρηθῇ, ὅτι ἔσχε τὴν ἀφροσύνην
1361ὁ κ. Ζαΐμης, ὁ ὁποῖος διακρίνεται διὰ τὴν φρόνησίν του, νὰ
1362ψηφίσῃ τὸ περὶ οὗ πρόκειται δάνειον. Ὁ κ. Ζαΐμης ὑπεστή-
1363ριξεν, ὅτι ἠδύνατο τότε νὰ παραλύσῃ τὴν ἐργασίαν τοῦ κοινο-
1364βουλίου, ἀποχωρῶν μετά τινων φίλων του, καὶ μετανοεῖ, λέγει,
1365ὅτι δὲν τὸ ἔπραξεν, ὅπως μὴ κατασκευασθῇ τὸ ἔλλειμμα περὶ
1366τοῦ ὁποίου σήμερον ὁ λόγος. Ἀλλὰ, κύριοι, δὲν ἐννοῶ πῶς
1367εἶναι δυνατὸν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ λέγωνται τοιαῦτα
1368ἐπιχειρήματα. Ἡ ἀφροσύνη, τὴν ὁποίαν εἷς πολιτικὸς ἀπὸ τοῦ
1369βήματος ῥίπτει κατὰ πρόσωπον τῶν συναδέλφων του, εἶναι ἀ-
1370φροσύνη ἄτοπος, ἡ ὁποία δὲν δικαιολογεῖται. Ἆρά γε διὰ τοῦ-
1371το στέλλει ὁ λαὸς τοὺς ἀντιπροσώπους αὐτοῦ, ὅπως ἐν γνώσει
1372πράττουν τοιαύτας ἀφροσύνας;
1373§93ΤΙΝΕΣ. Περὶ ἑαυτοῦ ὡμίλησε.
1374§94ΑΡ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Ναί, περὶ ἑαυτοῦ. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι
1375ὅταν ὁμιλῇ τις περὶ ἑαυτοῦ, πρέπει νὰ σέβηται τὸ βῆμα, ἐκ
1376τοῦ ὁποίου ὁμιλεῖ. Ὁ ἔντιμος συνάδελφός μου διϊσχυρίζεται ὅτι,
1377ἐπειδὴ ἐψήφισε τότε, ἔχει τὴν εὐθύνην νὰ ψηφίσῃ καὶ τώρα
1378τὰς συνεπείας. Αὐτὸ εἶναι δεύτερος πολιτικὸς σολοικισμός.
1379Ὅταν τὰ πράγματα ἀποδεικνύωσιν εἰς τὸν πολιτικόν, ὅτι
1380ἔσφαλεν εἰς μίαν ἐποχήν, ἔχει καθῆκον νὰ ὑποχωρήσῃ εἰς
1381ἑτέραν, καὶ νὰ μὴ ἐξακολουθήσῃ τὴν πολιτικὴν τοῦ σφάλμα-
1382τος. Ὥστε, κύριοι, συνοψίζων τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους ἔσχον
1383τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, προτείνω ὅπως
1384ἀποσταλῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἵνα ἐξετάσῃ ἐὰν
1385ὑπάρχουν σημεῖα κινδύνου, καὶ νὰ μᾶς δώσῃ τὴν προειδο-
1386ποίησιν.
1387§95ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Πρὶν ἢ ἀκούσω τὸν κ.
1388Οἰκονόμου, ἔλεγον κατ’ ἐμαυτόν: σπουδαίως τῷ ὄντι τὸ ζήτημα,
1389περὶ οὗ πρόκειται, συζητεῖται ὡς ζήτημα οἰκονομικόν, ἔχον σχέσιν
1390πρὸς τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως
1391ἡμῶν, ἢ εἶναι ἐκ τῶν μικρῶν ἐκείνων ἐπιχειρημάτων, δι’ ὧν
1392θέλουν ν’ ἀποκρύψωσι τὸν ἀληθῆ σκοπὸν τῆς συζητήσεως; Ζή-
1393τημα, ἀφορῶν εἰς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου,
1394συζητεῖται ἐν καιρῷ τῆς συζητήσεως πιστώσεων, ἢ ὅταν συ-
1395ζητῆται ὁ προϋπολογισμός. Τότε ἡ Βουλὴ ἐξετάζει, ἐὰν ὅ,τι
1396ζητεῖται, πρέπῃ νὰ δοθῇ, ἐὰν τὰ μέσα τοῦ Κράτους ἐξαρ-
1397κῶσιν, ἐὰν αἱ ἀνάγκαι ἦναι τοιαῦται, ὥστε πρέπει νὰ ὑπο-
1398κύψῃ τὸ Δημόσιον εἰς τὰ αἰτούμενα βάρη, ἐὰν ὁ σκοπὸς ἦναι
1399ἀγαθὸς καὶ ὠφέλιμος. Πλὴν, ὅταν ὅλα αὐτὰ παρῆλθον, ὅταν
1400αἱ ἀνάγκαι ἀνεγνωρίσθησαν, ὅταν ἡ ὑπηρεσία ἐξετελέσθη, καὶ
1401τὰ ὀφειλόμενα ζητῶνται ὑποχρεωτικῶς, νὰ λέγητε ὑμεῖς:
1402δὲν σᾶς δίδομεν χρήματα, ἀφοῦ ἐλάβομεν τὴν πίστωσιν, καὶ
1403θέλετε ἤδη νὰ ἐξετάσητε, τί; εἶναι πρόφασις, ἵνα καλύψητε
1404τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον εἰλικρινῶς καὶ ἐντίμως ὡμολόγησεν
1405ὁ κ. Οἰκονόμου.
1406§96Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
1407§97ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ τί εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα σᾶς
1408εἶπον, ὅτι θέλουν νὰ ἀποκαλύψωσιν; Εὑρισκόμεθα εἰς τὸν
1409Ἰανουάριον τοῦ 1880. Εἰσπράξεις δὲν ἔχομεν, ὑποχρεώσεις
1410ὅμως ἔχομεν, χρήματα δὲν ἔχομεν, καὶ οὐχὶ ἀπὸ σή-
1411μερον, ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ 1861, ἀφ’ ὅτου ἄρχονται τὰ ἐλλείμ-
1412ματα καὶ πρέπει νὰ πληρώσωμεν ἐν τούτοις, διότι ὀφείλο-
1413μεν, διότι μᾶς ἐπετρέψατε ν’ ἀναλάβωμεν ὑποχρεώσεις. Λέγε-
1414τε ἤδη πρέπει νὰ ἐρευνήσωμεν, διότι θὰ ἐξαγάγωμεν ἐκ τῆς
1415συζητήσεως συμπεράσματα περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως
1416τοῦ τόπου, ἐνῷ μετ’ ὀλίγον συζητεῖται ὁ προϋπολογισμός, ὅτε
1417ὅλα θὰ συζητηθῶσι τὰ ζητήματα. Καὶ τί θὰ ἐξαγάγητε σή-
1418μερον; Ἰδοὺ διατί τῷ ὄντι δὲν μοὶ ἐφάνη σπουδαῖον τὸ ζήτη-
1419μα, ὅπως τὸ ἔθεσαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, οὔτε ἄξιον προ-
1420σοχῆς ἢ λόγου, διότι τὰς ὑποχρεώσεις μας δὲν δύνασθε διὰ
1421τῆς συζητήσεως νὰ μεταβάλητε· δὲν θὰ πληρώσητε τοὺς στρα-
1422τιώτας, τοὺς ὑπαλλήλους κλπ; Ἐὰν εὕρητε μέθοδον, ὥστε
1423νὰ ἔχητε προϋπολογισμόν, ὑπηρεσίαν, πιστώσεις, χωρὶς νὰ πλη-
1424ρώνητε, χωρὶς χρήματα, τότε ἔχει ἀξίαν ἡ σημερινὴ συζή-
1425τησις. Ἐὰν ὅμως αὐτὸ δὲν δύνασθε νὰ πράξητε, τί σημαίνου-
1426σιν ὅλαι αὐταὶ αἱ ἔριδες;
1427Κύριοι, χρήματα τ’ ἀναγκαῖα δὲν ἔχομεν ἀπὸ τὸ 1861,
1428διότι, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἔχομεν ἔλλειμμα, σημαίνει, ὅτι δὲν ἔ-
1429χομεν χρήματα. Μέχρι δὲ τοῦ 1877 τὸ ἔλλειμμα ἀνῆλθεν εἰς
143080 ἴσως ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἐπιβαρύνουσι τὸν προϋπο-
1431λογισμόν. Τώρα στερούμεθα χρημάτων, κ. Οἰκονόμου, ἢ ἀπὸ
1432τῆς ἐποχῆς ἐκείνης; Καὶ ἀνελάβομεν πολλάκις ὑποχρεώσεις
1433καὶ ἐπεβαρύναμεν τὸ δημόσιον ταμεῖον διὰ δανείων, ἅτινα
1434φέρουσι τόκους καὶ χρεωλύσια, χωρὶς νὰ ἐπιτύχωμεν τοῦ ἐπι-
1435ζητουμένου ἀποτελέσματος, ἐπιτρέψατέ μοι τὴν φράσιν, χωρὶς
1436ὠφελείας οὐσιώδους, διότι ἐξ ἀρχῆς δὲν ἠκολουθήσαμεν ἓν σύ-
1437στημα, μίαν πολιτικὴν μόνιμον καὶ συνεχῆ.
1438Ἡ Ἑλλὰς ἔχει δύο ἀνάγκας πρωτίστας, τὴν μεγίστην τῆς
1439ἐσωτερικῆς βελτιώσεως, καὶ ἑτέραν τῆς ἀναπτύξεως τῶν στρα-
1440τιωτικῶν καὶ ναυτικῶν δυνάμεων· ταύτην τῇ ἐπιβάλλει ἡ θέ-
1441σις της ἀναγκαίως καὶ ἀναποφεύκτως, τὸ συμφέρον της καὶ τὰ
1442αἰσθήματά της, ἀλλ’ εἴτε ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως τῶν μέσων μας,
1443εἴτε ἐκ κακῆς ἐκτιμήσεως τῶν πραγμάτων, εἴτε ἐκ κακῶν
1444συμβουλῶν, ἐπροσέξαμεν εἰς τὴν μίαν μόνον, καὶ παρημελήσα-
1445μεν τὴν ἑτέραν. Διὰ τοῦτο, ὅτε ὁ καιρὸς ἐπῆλθεν, ὅτε αἱ σπου-
1446δαῖαι περιστάσεις ἐπέστησαν, εὑρέθημεν ἐντελῶς ἀνέτοιμοι καὶ
1447ἀνίκανοι, καὶ ἐνεργήσαμεν τότε σπασμωδικῶς καὶ βεβιασμένως.
1448Ἕνεκα τούτου, κατὰ τὰς διαφόρους αὐτὰς περιστάσεις τελειό-
1449νομεν μὲ ἔλλειμμα καταπληκτικόν· καὶ ἀπορῶ διατί ὁ ἔντι-
1450μος κ. Ζαΐμης τρομάζει διὰ τὸ παρὸν μόνον, ἐνῷ εἰς τὰ 67 τὸ
1451ἔλλειμμα ἀνεβιβάσθη εἰς 7,000,000, καὶ εἰς τὰ 69, ὅτε ἐκυβέρ-
1452να αὐτός, εἰς 11,000,000. Καὶ εἶναι οἰκονομικὴ κατάστασις
1453ἀξιοθρήνητος ἡ παροῦσα μόνον, ὅτε τὸ ἔλλειμμα ἀναβαίνει
1454εἰς 6,000,000; Ἄν ἦναι ἀξιοθρήνητος, εἶναι πρὸ πολλοῦ,
1455καὶ εἶναι μᾶλλον, οὐχὶ διότι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις εὑ-
1456ρίσκεται τοιαύτη, ἀλλ’ εἶναι, διότι τὰ βάρη καὶ τὰ ἔξοδα δὲν
1457ἐχρησίμευσαν ὅπως ἔδει. Ἤθελον νὰ ἐρωτήσω, διατί τὸ 69,
1458ἀφοῦ ὀλιγωτέρας ὑπέστη ὑποχρεώσεις ἢ τὸ 79, διότι τότε δὲν
1459ἐπρομηθεύθημεν οὔτε ὑλικόν, οὔτε στρατὸν πλείονα ὑπεχρεώθη
1460νὰ διατηρήσῃ, οὔτε πλοῖα, διατί τότε εὑρέθη ὁ προϋπολογι-
1461σμὸς μὲ περισσότερον ἔλλειμμα; Καὶ δὲν λέγω τοῦτο δι’ ἄλ-
1462λον σκοπόν, εἰμὴ ἵν’ ἀποδείξω, ὅτι τὸ ἔλλειμμα δὲν πρέπει
1463ν’ ἀποδίδηται εἰς κακὴν διαχείρισιν, ἀλλ’ εἰς τὰς περιστάσεις.
1464Ἄν τὸ 69 εὑρέθη εἰς ἔλλειμμα τοιοῦτον, τὸ 80 ἦτο ἠναγκα-
1465σμένον νὰ ὑποστῇ περισσότερα βάρη.
1466Τὸ ἔλλειμμα λοιπόν, κύριοι, ἤρξατο ἀπὸ τὰ 61, ἐξηκολού-
1467θησεν εἰς τὰ ἑπόμενα ἔτη, ἤρξατο δὲ ἐλαττούμενον ἀπὸ τοῦ
146871 μέχρι τοῦ 75. Ὅτε ἐῤῥίφθη τὸ πρῶτον πυροβόλον ἐν Ἑρ-
1469ζεγοβίνῃ, καθ’ ἡμᾶς ἦτο μακρὰν ὁ κίνδυνος τότε, καὶ ἐνομί-
1470ζομεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔπρεπε νὰ ἡσυχάζῃ, καὶ ὅτι δὲν ἦτο και-
1471ρὸς νὰ λάβῃ μέρος. Ἐνθυμεῖσθε δὲ ὁπόση κατακραυγὴ ἠγέρθη
1472τότε ἐναντίον μας εἰς τὴν Βουλήν, διότι συνεβουλεύσαμεν τὴν
1473οὐδετερότητα. Ἀλλά, κύριοι, πρὸς τὴν πολιτικὴν αὐτὴν συνε-
1474μορφώθημεν, ἐν ὅσῳ ἡ ἀνάγκη δὲν παρουσιάζετο πλησίον ἡμῶν.
1475Ἅμα ὅμως ὡς παρουσιάσθη ἡ ἀνάγκη, ἐσπεύσαμεν νὰ ζητή-
1476σωμεν ἀπὸ τὴν Βουλὴν τὰ μέσα, ὅπως προετοιμάσωμεν τὸ
1477ἔθνος, καὶ ἂν ἐνθυμῆσθε, ὁ πρόεδρος ἡμῶν ὡς ὑπουργὸς τῶν
1478Οἰκονομικῶν, ὑπέβαλε τότε εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν νόμου,
1479δι’ οὗ ἐζητοῦμεν δάνειον 50,000,000, καὶ ἓν ἕτερον ἐκ 10,
1480000,000, ἵνα παρασκευασθῶμεν καὶ εὑρεθῶμεν ἕτοιμοι, ὅταν
1481αἱ περιστάσεις ἐπέλθωσιν. Ἡ Βουλὴ μᾶς ἠρνήθη τὴν συνδρομήν
1482της, καὶ ἡ ἀντιπολίτευσις μᾶς παρέλυσε, προτείνουσα ἐλλείψεις
1483ἐπιστημονικῆς συντάξεως τοῦ νομοσχεδίου, παρεμβάσεις ἐπι-
1484τροπῶν, ἐλέγχους, ἐρεύνας καὶ ἀνεπάρκειαν τοῦ ὑπουργείου,
1485καὶ οὕτω παρῆλθεν ὁ καιρός, μέχρις οὗ οἱ τὰς δυσκολίας
1486αὐτὰς παρουσιάζοντες, ἐλθόντες εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τὴν Οἰκου-
1487μενικήν, παρεδέχθησαν τὸ ἴδιον πρόγραμμα τοῦ Ὑπουργείου.
1488Ἀπὸ τῆς Οἰκουμενικῆς λοιπὸν ἔπρεπε ν’ ἀρχίσῃ ἡ μετάνοια
1489τοῦ κ. Ζαΐμη, διότι τῆς Οἰκουμενικῆς ἔργα εἶναι ἡ κατάστασις
1490αὐτή, ἂν ὑπάρχῃ κακὴ ἡ κατάστασις τῶν οἰκονομικῶν.
1491§98ΖΑΪΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
1492§99ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγώ, κύριοι, ἤμην καὶ εἶμαι καὶ ἔσο-
1493μαι ὑπὲρ τοῦ ἐπωφελοῦς καὶ ὀρθοῦ τῶν δαπανῶν, τὰς ὁποίας
1494ἐτέλεσεν ἡ οἰκουμενική. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἡ Οἰκουμενικὴ
1495ἐξετέλεσε πληρέστατα τὸ χρέος της, φροντίζουσα ὑπὲρ τῆς
1496παρασκευῆς τοῦ τόπου, καὶ ὅτι ἐδαπάνησε λίαν καλῶς τὰ
1497χρήματα. Ἐνθυμοῦμαι, κύριοι, τὴν ἀγωνίαν, τὴν ὁποίαν εἴχο-
1498μεν καὶ τότε πάλιν πῶς νὰ οἰκονομήσωμεν ὑλικόν, πῶς νὰ οἰ-
1499κονομήσωμεν ὅπλα, καὶ ἐνθυμοῦμαι μετὰ ποίας σπουδῆς ἐζη-
1500τήσαμεν ν’ ἀγοράσωμεν πλοῖα καὶ μὴ ἐντελῶς τυχὸν καλά,
1501ἤρκει μόνον νὰ ἐχορήγουν ἐγγυήσεις στερεότητός τινος. Ἀλλὰ
1502κατὰ δυστυχίαν αἱ παρασκευαὶ τῆς Οἰκουμενικῆς, δηλαδὴ ὅλων
1503ἡμῶν, ἐπερατώθησαν κατόπιν ἑορτῆς, ὥστε καὶ ἂν ἡ Ἑλλὰς
1504ἤθελε νὰ παρασταθῇ εἰς τὸν ἀγῶνα, δὲν ἦτο κατὰ τὴν γνώ-
1505μην πολλῶν, ὡς ἔπρεπε παρεσκευασμένη. Τὴν γνώμην αὐτὴν
1506δὲν τὴν παραδέχομαι ἐγώ, ἀλλὰ πολλοὶ σπουδαιότατοι ἄν-
1507δρες ἐνόμιζον, ὅτι αἱ παρασκευαὶ τῆς Οἰκουμενικῆς δὲν ἦσαν
1508ἀνάλογοι πρὸς τὰς περιστάσεις, ἑπομένως ἡ Ἑλλὰς μὲ τὰς
1509παρασκευὰς ταύτας δὲν ἦτον εἰς κατάστασιν νὰ ἐργασθῇ, καὶ
1510οὕτω καὶ τὸ νέον αὐτὸ οἰκονομικὸν βάρος δὲν ἐχρησίμευσε
1511πρὸς τὸν σκοπόν, ἂν εἴχομεν σκοπὸν ἐνεργείας· ἐχρησίμευσεν
1512ὅμως, ἵνα προμηθευθῶμεν ὑλικὸν πολύτιμον διὰ τὸν τόπον, καὶ
1513διὰ τοῦτο ἐγὼ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ συγχαίρωμεν ἑαυτοὺς,
1514διότι τῳόντι ἀνεδέχθημεν μὲν βάρη, ἀλλὰ δὲν εὑρισκόμεθα εἰς
1515γυμνότητα καὶ στέρησιν, ὡς πρότερον.
1516Κύριοι, ἐπαναλαμβάνω, τὸ σύστημα αὐτὸ τοῦ νὰ μὴ ἐξα-
1517κολουθῶμεν πολιτικήν, ἡ ὁποία σκοπὸν ἔχει νὰ ἐνισχύσῃ κανο-
1518νικῶς τὰς ἐθνικὰς ἡμῶν δυνάμεις, ὅπως μὴ ἐπιβάλωμεν ὀλί-
1519γον κατ’ ὀλίγον βάρη χρηματικά, μᾶς ἔφερεν εἰς τὴν θέσιν τοῦ
1520νὰ εὑρεθῇ ἀνέτοιμος ἡ Ἑλλὰς ἐν καιρῷ τῷ δέοντι. Εἰργάσθημεν
1521ἀληθῶς, ὅτε παρουσιάζετο ἀνάγκη, καὶ ἡ ἐνέργεια ἡμῶν ἦτο
1522πυρετώδης, ἀλλ’ ὁ καιρὸς παρήρχετο, καὶ οὕτως ἐπεβάλωμεν
1523διὰ μιᾶς βάρη μεγάλα, ἅτινα μᾶς πιέζουσι. Διὰ τοῦτο οὐ μόνον
1524ἡμεῖς, ἀλλὰ τὸ ἔθνος ὁμοφώνως ἐν τῇ παρελθούσῃ Βουλῇ ἀπή-
1525τησε ν’ ἀλλάξῃ πολιτικὴν ἡ Ἑλλάς, νὰ ἐγκαταλείψῃ τὸ ἀτε-
1526λὲς καὶ μονομερὲς σύστημα, νὰ συνδέσῃ δὲ τὰ δύω συστήματα
1527καὶ νὰ θεραπεύσῃ τὰς δύω ἀνάγκας, νὰ μὴ ἀπομακρυνθῇ μὲν
1528ἀπὸ τὴν ἰδέαν τῆς ἐσωτερικῆς ἀναπτύξεως, ἀλλὰ καὶ νὰ μὴ
1529ἐγκαταλίπῃ τὸ σύστημα τῆς ἐνισχύσεως τῶν ἐθνικῶν δυνάμεων.
1530Παρουσιάσαμεν ἑπομένως τὸ περὶ στρατολογίας Νομοσχέδιον,
1531τὸ ὁποῖον παρεδέχθη, ὥστε ἑκάστη ὁλόκληρος ἡλικία τοῦ 21
1532ἔτους νὰ προσέρχηται εἰς τὰ ὅπλα καὶ νὰ γυμνάζηται. Ἐστὲ
1533δὲ βέβαιοι, ὅτι ἐντὸς ὀλίγου ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου αὐτοῦ,
1534ὁ ὁποῖος, ἂν δὲν καταργηθῇ, θέλει ἐφαρμοσθῆ ἀφεύκτως, θέλει
1535αὐξήσει βεβαίως τὰ ἔξοδα χάριν τῆς ἐκγυμνάσεως τῶν ἀνδρῶν,
1536ἀλλὰ τοῦτο ἀπαιτεῖ τὸ ἔθνος, τοῦτο ἀπαιτεῖ ἡ κατάστασις
1537τῆς Ἑλλάδος, τὸ ἀπαιτεῖ ἡ θέσις μας, τὸ ἀπαιτοῦσιν αἱ ἱεραὶ
1538ὑποχρεώσεις μας, τὸ ἀπαιτεῖ τὸ μέλλον μας, καὶ ἂν θέλωμεν
1539νὰ σώσωμεν ἑαυτοὺς καὶ τὴν φυλήν μας, πρέπει νὰ γείνωμεν ἅ-
1540παντες στρατιῶται. Δὲν πρέπει νὰ μείνωμεν ὑποδεέστεροι τῶν
1541ἄλλων φυλῶν, αἱ ὁποῖαι δὲν ἠμέλησαν τοῦ οὐσιώδους αὐτοῦ
1542καθήκοντος. Τὸ ἔθνος, κύριοι, ἀπῄτησε πρὸς δε, ὥστε ὁ στρατὸς
1543του νὰ ὀργανωθῇ οὕτως, ὥστε, ὅταν ἡ ἀνάγκη παρουσια-
1544σθῇ, νὰ ἦναι εἰς κατάστασιν ἡ Ἑλλὰς νὰ πολλαπλασιάσῃ αὐτὸν
1545ἄνευ δυσκολίας. Καὶ ἐνθυμοῦμαι τὴν φράσιν τοῦ κ. Τρικούπη,
1546ὅτε κατὰ τὸ παρελθὸν συνεζητοῦμεν τὰ περὶ τῆς δυνάμεως
1547τοῦ στρατοῦ. Εἶπεν ὁ κ. Τρικούπης, τότε καὶ δικαίως· «ἐν-
1548νοοῦμεν ὡς δύναμιν ἐν εἰρήνῃ τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ τὰς
154918,000, καὶ δεχόμεθα καὶ τοὺς προβιβασμοὺς τοὺς ἀναγ-
1550καίους, ὅπως χρησιμεύσῃ ὁ στρατὸς οὗτος ὡς πυρὴν μεγάλης
1551στρατιωτικῆς δυνάμεως τοῦ τόπου.»
1552Κύριοι, δὲν εἰσέρχομαι σήμερον εἰς λεπτομερείας, οὔτε πρό-
1553κειται νὰ λύσητε τὸ ζήτημα τῶν λεπτομερειῶν· αὐτὰ
1554θέλουσιν ἐξετασθῆ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ
1555καὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ· λέγω μόνον, ὅτι τὸ Ἔθνος
1556ἤθελε καὶ θέλει νὰ ἔχῃ τοῦ λοιποῦ στρατὸν οὐ μόνον διὰ
1557τὴν ὑπηρεσίαν, ἀλλὰ ὡς πυρῆνα δυνάμενον ἐν ἀνάγκῃ νὰ
1558χρησιμεύσῃ πρὸς ἀνάπτυξιν μεγάλου στρατοῦ· θέλει νὰ γυ-
1559μνασθῇ στρατιωτικῶς ὅλον, θέλει πλοῖα, διότι οὕτω δύνα-
1560ται ἡ Ἑλλὰς νὰ ἐνεργήσῃ ἐλευθέρως, καὶ τὴν γνώμην ταύτην
1561ἀκολουθοῦμεν ἐν πεποιθήσει, διότι τὴν παρεδέχθημεν ἐκ πε-
1562ποιθήσεως καὶ ἀφοῦ τὴν πολιτικὴν ταύτην ἀπεδέχθη τὸ
1563Ἔθνος ὡς πολιτικήν του, καὶ ἀφοῦ ἔτι δὲν γνωρίζομεν τί
1564θέλει μᾶς ἀπαιτηθῆ διὰ τὸ ζήτημα, ἑπόμενον εἶναι ἡ οἰκο-
1565νομικὴ κατάστασις νὰ ἐξακολουθήσῃ κατ’ ὀλίγον καὶ ἀνα-
1566λόγως βελτιουμένη, καὶ νὰ ἐπιβαρύνηται ὁ προϋπολογισμός.
1567Λοιπὸν ἡ κατάστασις αὕτη ὡς πρὸς τὸ παρελθὸν εἶναι συνέ-
1568πεια τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ὅλοι ἡμεῖς ἐνεργήσαμεν καὶ ἀπε-
1569δέχθημεν. Τὰ χρέη, τὰ ὁποῖα ἐπιβαρύνουσι τὸ Δημόσιον τα-
1570μεῖον, εἶναι χρέη, τὰ ὁποῖα ὅλαι αἱ μερίδες ἐπέβαλον εἰς τὸ
1571Ἔθνος, διότι ὅλαι αἱ μερίδες εἰργάσθησαν ἐν τῇ οἰκουμενικῇ
1572καὶ ὅλαι παρεδέχθησαν τὸ σύστημα τοῦτο. Δὲν εἶναι λοιπὸν
1573ὡς πρὸς τὸ παρελθὸν ἔλλειψις ἡμῶν μόνων, ἀλλὰ τῆς ἐν γέ-
1574νει καὶ πρὸ πολλοῦ καταστάσεως τοῦ τόπου καὶ τῶν τελευ-
1575ταίων μέτρων. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν τὸν πίνακα περὶ ἐλλειμ-
1576μάτων, καὶ θέλετε ἰδεῖ, ὅτι τὰ ἐλλείμματα τὰ μέχρι τοῦ
15771867 ἀνέβαινον εἰς πολλά, ὡς εἶπον, ἑκατομμύρια. Τὰ ἐλ-
1578λείμματα δὲ ταῦτα ἐκαλύπτοντο διὰ δανείων, καὶ τὰ δάνεια
1579ἐπιβαρύνουσι τὸν προϋπολογισμὸν μὲ τοὺς τόκους, οἱ δὲ τό-
1580κοι ἐπηρεάζουσι τὰ οἰκονομικά. Τὴν κατάστασιν ταύτην δὲν
1581ἐπλάσαμεν λοιπὸν ἡμεῖς, τὴν ἔπλασε τὸ ἔθνος, τὴν ἔ-
1582πλασαν ὅλαι αἱ μερίδες, τὴν ἔπλασαν αἱ περιστάσεις’ ἡ-
1583μεῖς ἐκτελοῦμεν τὴν γενικὴν ἀπόφασιν. Κατὰ δυστυ-
1584χίαν οἱ ἐκτελοῦντες ὑπόκεινται εἰς τὴν μείζονα εὐθύ-
1585νην· κατ’ αὐτῶν αἱ μομφαὶ ἀπευθύνονται, διότι ἐφαρμόζουσι
1586τὰ ἐπαχθῆ μέτρα. Οἱ ἐπικρίνοντες λησμονοῦσι τὴν ἀλήθειαν,
1587καὶ πόθεν πηγάζουσι τὰ κακά, ἀπὸ τὰ ὁποῖα πάσχουσι, τὰ
1588ἀποδίδουσι δὲ εἰς τοὺς ἐκτελοῦντας. Ἠξεύρετε πότε ἔχετε τὸ
1589δικαίωμα νὰ μᾶς μεμφθῆτε καὶ νὰ μᾶς ἐπικρίνητε; Ὅταν
1590κακῶς ἐκτελοῦμεν ὅ,τι ἐπεφορτίσθημεν νὰ ἐκτελέσωμεν, ὅταν
1591παραβιάζηται ὁ προϋπολογισμός, ὅταν τῶν πιστώσεων ποιοῦ-
1592μεν ἄσκοπον, κακὴν καὶ ἀνωφελῆ χρῆσιν. Ὅταν ὅμως ἐνερ-
1593γῶμεν ἐντὸς τῶν ὁρισθεισῶν πιστώσεων, ὅταν μάλιστα, ὡς
1594θέλει δείξει ὁ προϋπολογισμός, περιωρίσαμεν καὶ τὰ ἔξοδα
1595περισσότερον ἢ ὅσον ἠλπίζετε, τότε, κύριοι, δὲν ἔχετε δικαίωμα
1596νὰ μᾶς μέμφησθε διὰ τὸ ἔλλειμμα. Ἐγὼ δὲ ἐπαναλαμβάνω,
1597ὅτι δὲν λυποῦμαι διὰ τὸ ἔλλειμμα, διότι ἡ δαπάνη ἐγένετο
1598ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῆς πατρίδος, ὑπὲρ καλοῦ σκοποῦ.
1599Ἰδοὺ λοιπόν, κύριοι, ἐν ὀλίγοις ποία εἶναι ἡ οἰκονομικὴ
1600ἱστορία τοῦ παρελθόντος. Τὴν ἐξέθεσα, ὅπως μὴ ἀποδίδητε
1601εἰς ἡμᾶς, ὄχι ὑμεῖς, διότι ὑμεῖς γνωρίζετε τὰ πράγματα,
1602ἀλλ’ ἵνα μὴ πιστεύῃ ὁ ἁπλοῦς κόσμος καὶ ἡ κοινωνία εἰς τὰς
1603ψευδεῖς καὶ ἀναισχύντους ἐκείνας διαδόσεις, αἵτινες θέλουν νὰ
1604παραστήσουν ἡμᾶς ὡς ἀφορμὴν τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως.
1605Ἀναδεχόμεθα πᾶσαν ἐξέτασιν διὰ τὴν χρῆσιν τῶν χρημάτων,
1606τὰ ὁποῖα μᾶς ἐχορηγήσατε· ἀλλ’ ἂν τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα
1607ἐδαπανήθησαν σύμφωνα μὲ τὸν προϋπολογισμὸν καὶ τὰς ἀπο-
1608φάσεις τῆς Βουλῆς, ἦναι πολλά, δὲν εἴμεθα ἡμεῖς ὑπεύθυνοι·
1609ἐξετελέσαμεν τὰς διαταγὰς καὶ ὑμῶν καὶ τοῦ Ἔθνους.
1610Ὡς πρὸς τὸ μέλλον, κύριοι, ὀλίγα θὰ εἴπω. Ἡμεῖς θέλο-
1611μεν στρατὸν καὶ πλοῖα οὐχὶ διὰ τὴν κοινὴν ὑπηρεσίαν μό-
1612νον, ἀλλ’ ὡς δύναμιν, ἵνα συντελέσῃ πρὸς τὸν σκοπόν, τὸν ὁ-
1613ποῖον αἱ περιστάσεις καὶ ἡ θέσις ἡμῶν ἐπιβάλλουσιν. Ὁμιλοῦ-
1614μεν περὶ τῶν πέριξ ἡμῶν γενομένων, καὶ λησμονοῦμεν, ὅτι οἱ
1615πέριξ ἡμῶν ἑτοιμάζονται καὶ σκέπτονται τίνι τρόπῳ δύνανται
1616νὰ καταστήσουν ἑαυτοὺς χρησίμους καὶ ἱκανοὺς νὰ ὑποστηρί-
1617ξωσι τὴν τιμήν των καὶ τὰ συμφέροντά των. Ἡμεῖς, οἵτινες
1618ἔχομεν τὴν μεγίστην καὶ δικαίαν ἀξίωσιν ἐν τῇ Ἀνατολῇ,
1619λησμονοῦμεν τί πρέπει νὰ πράξωμεν καὶ παρατρέχομεν τὰ οὐ-
1620σιώδη. Δὲν ἐπείσθημεν, ὅτι τὰ ἀλφαβητάρια καὶ τὰ καλαμάρια
1621δὲν ἀρκοῦσι μόνα, καὶ δὲν ἐλάβομεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἄλλοι
1622λαοὶ φρονιμώτερον ἡμῶν ἐνεργήσαντες, ἀπολαμβάνουν τοὺς
1623καρποὺς τῆς φρονήσεώς των· ἡμεῖς δὲ ἀκόμη περιμένομεν.
1624§100ΦΙΛΗΜΩΝ. Ποῖοι εἶναι αὐτοί;
1625§101ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Οἱ Σέρβοι καὶ λοιποί.
1626§102ΦΙΛΗΜΩΝ. Εἶναι τῆς φρονήσεώς των τὸ ἀποτέλεσμα;
1627§103ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ναὶ, διότι, ὅταν εὑρέθησαν εἰς τὴν
1628ἀνάγκην, ἠδυνήθησαν νὰ παρουσιασθῶσιν ὁπωσοῦν ἕτοιμοι.
1629§104ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἂς ἔλειπεν ἡ Ῥωσσία καὶ τοῦ Ἰγνατιὲφ ἡ
1630πολιτικὴ, καὶ ἠθέλατε ἰδεῖ ἂν ἦσαν ἱκανοὶ ν’ ἀντιπαραταχθῶσιν
1631εἰς τὴν Τουρκίαν. Αὐτὰ, τὰ ὁποῖα λέγετε, εἶναι προσβλητικὰ
1632τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, διότι αὐτοὶ δὲν ἔκαμον τίποτε.
1633§105ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Φιλήμων, μὴ παρεξηγῆτε τοὺς
1634λόγους μου· δὲν λέγω, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος εἶναι κατώ-
1635τερον· ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις εἶναι ἀνώτερον· λέγω μόνον, ὅτι
1636δὲν ἐφρόντισε ν’ ἀναπτύξῃ καὶ νὰ διοργανώσῃ τὰς δυνάμεις
1637του, διότι τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, ἐντὸς τοῦ ὁποίου συμπεριλαμ-
1638βάνομαι καὶ ἐγὼ — δὲν ἐξαιρῶ ἐμαυτὸν, — ἀφωσιώθη εἰς
1639τὴν ἐσωτερικὴν ὑλικὴν καὶ ἠθικὴν μόνον ἀνάπτυξιν, καὶ ἐνό-
1640μισεν, ὅτι αὐτὴ ἀρκεῖ, καὶ ἐλησμόνησε τὰς στρατιωτικὰς δυ-
1641νάμεις. Ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι λάθος, ἕνεκα τοῦ ὁποίου δὲν ἐνήργη-
1642σεν ἐν καιρῷ, καὶ ὑπερίσχυσεν ἡ ἀντίθετος ἐνέργεια· δὲν ἐξαιρῶ
1643ἐμαυτόν.
1644§106ΦΙΛΗΜΩΝ. Τοῦτο παρατηρῶ, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θεωρεῖτε
1645ὡς ἔργον αὐτῶν τῶν λαῶν, εἶναι ἔργον μιᾶς μεγάλης Δυνάμεως.
1646§107ΑΡ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Εἶναι ἔργα τῶν ἀνδρείων λαῶν (θόρυβος).
1647§108ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἶμαι ὑπόχρεως νὰ ὑποβάλω ἀπὸ
1648τοῦ βήματος ἱστορικὰς μελέτας, οὔτε νὰ ἐξετάσω τὴν ἐσωτε-
1649ρικὴν κατάστασιν καὶ τὸν διοργανισμὸν τῶν ἄλλων λαῶν·
1650παραιτοῦμαι τούτου, καὶ οὕτω ἀπαντῶ.
1651Λοιπὸν, κύριοι, ὅσοι θέλετε ν’ ἀκολουθήσητε αὐτὴν τὴν πο-
1652λιτικὴν, δὲν δύνασθε νὰ εἴπητε: κάτω ὁ στρατὸς, κάτω τὰ
1653πλοῖα. Ἡμεῖς ἀκολουθοῦμεν ἀντίθετον πολιτικήν· νομίζομεν
1654δὲ, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ καλύψωμεν διὰ μιᾶς καὶ ἄνευ θυσιῶν
1655τὸ ἔλλειμμα, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἐργασθῶμεν ἄνευ χρημά-
1656των. Τὸ ἔλλειμμα, κατ’ ἐμὲ, εἶναι παροδικὸν, διότι ἔχω
1657πεποίθησιν ἀκλόνητον, ὅτι τὸ ζήτημα τὸ ἐξωτερικὸν θὰ λυθῇ,
1658καὶ ὅταν λυθῇ, τὸ ἔλλειμμα θέλει ἐκλείψει μόνον (θόρυβος).
1659Ἡμεῖς, ἐπαναλαμβάνω, δὲν δυνάμεθα, δὲν εἴμεθα εἰς κα-
1660τάστασιν νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα τὸ οἰκονομικὸν ἄνευ θυσιῶν
1661καὶ ἀμέσως. Ὅστις εἶναι ἱκανὸς, ἂς ἔλθῃ· ἡμεῖς θέλομεν τὸν
1662ὑποστηρίξει, ὅταν αὐτὸ τὸ θαῦμα κατορθώσῃ. Ὅταν δύναται
1663νὰ ζήσῃ ἄνευ χρημάτων, θέλομεν τὸν θαυμάσει. Ἡμεῖς οὔτε
1664ἐπιλαμβανόμεθα, οὔτε δεχόμεθα νὰ ἐκτελέσωμεν τοιαῦτα
1665θαύματα. Ἐπαναλαμβάνω δὲ, ὅτι ὅλα τὰ ζητήματα, τὰ
1666περὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, τὰ περὶ τοῦ προϋπολο-
1667γισμοῦ καὶ τὰ λοιπὰ θέλουσι συζητηθῆ ἐν τῇ συζητήσει
1668τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἤδη σᾶς ἐξηγῶ ἀφῃρημένως τὴν
1669ἀρχὴν ὡς ἀρχὴν, τὴν ἰδέαν μας ὡς ἰδέαν, εἰς τὴν ὁποίαν
1670ἐπιμένομεν· θέλομεν διοργανισμὸν στρατοῦ τοιοῦτον, ὥστε
1671τὸ ἔθνος ὅλον ὀλίγον κατ’ ὀλίγον νὰ γυμνασθῇ καὶ νὰ δύ-
1672ναται ἐν ἀνάγκῃ νὰ λάβῃ τὰ ὅπλα καὶ ν’ ἀγωνισθῇ συν-
1673τεταγμένως. Διατί θέλετε νὰ πέμψητε εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὸν
1674προκείμενον νόμον; Τί νὰ πράξῃ ἡ ἐπιτροπή; Ἡμεῖς δὲν δε-
1675χόμεθα τοῦτο, καὶ τὸν λόγον εἶπεν ὁ κ. Οἰκονόμου.
1676Τὸ σύστημα αὐτὸ δὲν τὸ δεχόμεθα, διότι πρὸ χρόνου ἐφαρ-
1677μοσθὲν, οὐδὲν ἔφερεν ἄλλο ἀποτέλεσμα ἢ τὴν παραλυσίαν.
1678Αὐτὸ τὸ σύστημα καὶ πάλιν παρουσιάζεται μὲ τὸν αὐτὸν σκο-
1679πόν· δὲν τὸ δεχόμεθα, διότι εἶναι προϊὸν τῆς ἰδέας, ὅτι ἡ Κυ-
1680βέρνησις δὲν χαίρει τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς, καὶ διὰ
1681τοῦτο διεδόθη, ὅτι ἡ Κυβέρνησις κλονίζεται, διότι ἡ Βουλὴ δὲν
1682δέχεται τὸ σύστημά της· ἡ ἀμφιβολία αὕτη ἐξασθενίζει τὴν
1683Κυβέρνησιν καὶ βλάπτει πολὺ καὶ σπουδαίως τὴν καλὴν διε-
1684ξαγωγὴν τοῦ ζητήματος τοῦ μέλλοντος· ἡμεῖς τοιαύτην Κυ-
1685βέρνησιν δὲν δεχόμεθα. Ὀφείλει λοιπὸν ἡ Βουλὴ νὰ εἴπῃ καθα-
1686ρῶς σήμερον τί φρονεῖ· παραδέχεται νὰ ἐξακολουθήσῃ ἢ ὄχι ἡ
1687παροῦσα Κυβέρνησις; οὕτω θὰ λείψωσιν αἱ διαδόσεις.
1688§109ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Εἶσθε ὑπὲρ τῶν οἰκονομιῶν.
1689§110ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἴμεθα ὑπὲρ τῶν οἰκονομιῶν, ἀλλ’ ὑπὸ
1690τοὺς κανόνας καὶ τοὺς ὅρους, οὓς ἐξέθεσα. Εἶναι, ἐπαναλέγω,
1691μάταιον νὰ στείλωμεν τὸ Νομοσχέδιον εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Τί
1692νὰ ἐξετάσῃ ἡ ἐπιτροπή; Ἐπεθύμουν νὰ μάθω, θὰ θέσῃ ζήτημα
1693οἰκονομικὸν νέον; Θὰ λύσῃ οἰκονομικὰς θεωρίας; Θὰ θέσῃ κανό-
1694νας νέους; ἀλλ’ αὐτὰ βεβαίως δὲν θὰ τὰ κάμῃ σήμερον. Μᾶς
1695ἐδώκατε τὴν ἄδειαν νὰ ἐξοδεύσωμεν· δότε μας καὶ τὰ
1696χρήματα. Τί θὰ κάμῃ ἡ ἐπιτροπή; Θὰ ἐξετάσῃ ἐὰν ἡ ἀναγκα-
1697στικὴ κυκλοφορία θ’ ἀρθῇ ἢ ὄχι; Ἀλλὰ πρῶτον, κύριοι, σεῖς
1698πρέπει νὰ ἐξετάσητε πῶς θὰ ζήσωμεν, καὶ ὕστερον, ἐὰν θ’ ἀρ-
1699θῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία· διότι αὕτη θ’ ἀρθῇ, ὅταν ἐξα-
1700σφαλίσωμεν τὴν ὕπαρξίν μας· ὅταν ὅμως ἔχωμεν ὑποχρεώσεις
1701καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ τὰς ἐκπληρώσωμεν, τί νομίζουσιν, ὅτι δύ-
1702ναται νὰ πράξῃ ἡ ἐπιτροπὴ περὶ ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας;
1703Καὶ ἔχομεν, κύριοι, τῷ ὄντι πρότασιν νὰ ὑποβάλωμεν διὰ τὰ
170412,000,000, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπραγματοποίητα, καθὼς καὶ
1705διὰ τὰ εἰς τὰς τραπέζας δοθέντα. Δὲν πρέπει νὰ ζήσῃ ἡ Κυ-
1706βέρνησις; Ἰδοὺ περὶ τίνος πρόκειται. Λοιπὸν εἶναι, κύριοι, ἄσκο-
1707πον νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὸ νομοσχέδιον· αἱ ἀνάγκαι
1708εἰσὶ κατεπείγουσαι· γνωρίζομεν πρὸς δὲ καλῶ, ὅτι, ἂν σταλῇ
1709εἰς τὴν ἐπιτροπήν, αὕτη δὲν θὰ τελειώσῃ ποτέ. Ἡμεῖς δὲ, οἵ-
1710τινες γνωρίζομεν τὰς ἀνάγκας, θέλομεν νὰ προφυλάξωμεν τὴν
1711ὑπόληψιν τοῦ τόπου Νομίζομεν, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἀναβληθῇ
1712οὔτε στιγμὴν ἡ ἐκπλήρωσις τῶν ὑποχρεώσεων αὐτῶν.
1713Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφασίσῃ, ὥστε ν’ ἀρχίσῃ
1714ἀμέσως ἡ συζήτησις, καὶ ἐν τῇ συζητήσει ἂς προτείνωσιν ὅσας
1715θέλουσι παρατηρήσεις. Εἰς αὐτὰς θέλομεν ἀπαντήσει· νὰ στα-
1716λῇ ὅμως εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, διὰ νὰ παρέλθῃ καιρὸς, δὲν δυνά-
1717μεθα νὰ δεχθῶμεν. Ἐνώπιον αὐτῆς εἶναι καὶ ἄλλαι πιστώσεις
1718κατεπείγουσαι, ἀλλ’ οὔτε εἰσῆλθεν ἔτι εἰς τὴν ἐξέτασιν αὐτῶν.
1719Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν κατ’ ἐπανάληψιν ν’ ἀρχίσῃ ἀμέσως τὴν
1720συζήτησιν. Ἐὰν δὲ ἡ Βουλὴ δὲν πράξῃ τοῦτο, λέγομεν μετὰ
1721πάσης παῤῥησίας, ὅτι ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ φέρωμεν τὸ βάρος
1722τῆς Κυβερνήσεως τοῦ τόπου.
1723§111ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μὲ φέρουσιν εἰς τὸ βῆμα αἱ τελευταῖαι παρα-
1724τηρήσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διότι δὲν δύναμαι νὰ παρα-
1725δεχθῶ, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις νὰ πιέζῃ τὴν Βου-
1726λήν. Ἐὰν ἡμεῖς εἴχομεν φέρει ζήτημα ἐμπιστοσύνης, καθῆκον
1727τῆς Κυβερνήσεως ἦτο νὰ δεχθῇ τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης·
1728ἡμεῖς ὅμως δὲν ἠθελήσαμεν νὰ φέρωμεν τοιοῦτον ζήτημα. Θὰ
1729τὸ φέρωμεν, ἀλλὰ θὰ τὸ φέρωμεν κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην,
1730καθ’ ἣν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ τὸ λύσῃ πρεπόντως. Θὰ τὸ φέ-
1731ρωμεν, ὅταν προηγηθῇ ἡ συζήτησις, ἥτις θέλει διαφωτίσει πάν-
1732τας περὶ τῆς ἐννοίας τῆς ψήφου ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἐμπι-
1733στοσύνης. Ἡμεῖς οὐδὲν εἴπομεν περὶ τῆς πολιτικῆς, οὐδὲν περὶ
1734τοῦ παρελθόντος, οὐδὲν περὶ τοῦ μέλλοντος, οὐδ’ εἴχομεν σκοπὸν
1735ἐπὶ ζητήματος, πρὸς ὃ δὲν σχετίζεται ἡ τοιαύτη ἐξέτασις, νὰ
1736ἀναπτύξωμεν πολιτικὸν καὶ οἰκονομικὸν πρόγραμμα. Θὰ ἦτον
1737ὅλως ἄτοπον νὰ παρακολουθήσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν εἰς τὴν
1738ἐξέτασιν αὐτοῦ περὶ τῆς πολιτικῆς τοῦ 1867, τῆς πολιτικῆς
1739τῆς Οἰκουμενικῆς καὶ τῆς πολιτικῆς, ἣν αὐτὸς προτίθεται ν’ ἀκο-
1740λουθήσῃ. Θὰ ἦτον ὅλως ἄτοπον νὰ παρακολουθήσω αὐτὸν τώρα.
1741Ἐὰν δὲ ἠθέλομεν ἐπιληφθῆ τοῦ ζητήματος τῆς ἐμπιστοσύνης,
1742κατὰ τὴν πρόκλησιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἡ συζήτησις
1743ἤθελε παραταθῆ ἐπὶ δέκα πέντε τοὐλάχιστον ἡμέρας, καὶ ὁ
1744κ. Πρωθυπουργός, ὅστις διατείνεται, ὅτι ἔχει ἀπόλυτον ἀνάγ-
1745κην τῶν χρημάτων τούτων ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν, ἤτοι ὅσων
1746ἀπαιτεῖ ἡ κατὰ τὰς τρεῖς ἡμέρας συζήτησις, θὰ ἔβλεπε παρα-
1747τεινομένην ἐπ’ ἄπειρον τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Ὁ κ.
1748πρωθυπουργός, προκαλῶν ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ἀποδεικνύει,
1749ὅτι δὲν ἔχει ὅσην λέγει ἀνάγκην τῶν χρημάτων τούτων, διότι,
1750ἐὰν ἠθέλομεν ἀποδεχθῆ τὴν πρόκλησίν του, ἠθέλομεν φθάσει
1751εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Νομοσχεδίου οὐχὶ βεβαίως πρὸ τῆς
1752παρελεύσεως 15 ἡμερῶν, ἐνῷ κατὰ τὴν ἡμετέραν πρότασιν
1753πρόκειται περὶ τριημέρου ἀναβολῆς. Τί ἐζητήσαμεν ἡμεῖς παρὰ
1754τῶν κυρίων Ὑπουργῶν; Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἴχομεν τὸ δικαίωμα
1755καὶ τὸ καθῆκον ἵνα ζητήσωμεν. Ἔχομεν τὸ δικαίωμα ἐκ τοῦ
1756Συντάγματος, ἔχομεν τὸ δικαίωμα ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ ἡμῶν,
1757ἔχομεν τὸ δικαίωμα ἐκ τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐθίμων, καὶ οὐ-
1758δέποτε ἡ πλειονοψηφία ἢ ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει ν’ ἀρνῆται τοιαύ-
1759τας αἰτήσεις τῆς ἀντιπολιτεύσεως· οὐδέποτε μάλιστα αὕτη
1760ὀφείλει νὰ πιέζῃ τὴν ἀντιπολίτευσιν ὡς πρὸς τοιαύτας αἰτήσεις,
1761προτάττουσα τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης καὶ ἐξαρτῶσα ἐξ
1762αὐτοῦ τὴν ἀπόῤῥιψιν τῆς γνώμης τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Ὅταν ἡ
1763ἀντιπολίτευσις λέγῃ· «ἔχω ἀνάγκην πληροφοριῶν, ἔχω ἀνάγκην
1764ἐξετάσεως τοῦ Νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον μοὶ προτείνεται, ἐν ἐπι-
1765τροπῇ, διότι ὁ χαρακτὴρ τοῦ Νομοσχεδίου εἶναι τοιοῦτος, ὥστε
1766ἐν ἐπιτροπῇ δύναται νὰ γείνῃ πρεπόντως ἡ ἐξέτασις,» καὶ τὸ
1767Σύνταγμα καὶ ὁ Κανονισμὸς ἡμῶν καὶ τὰ κοινοβουλευτικὰ
1768ἔθιμα ἐπιτάττουσιν, ὅπως μὴ ἀρνηθῇ τὴν τοιαύτην αἴτησιν τῆς
1769ἀντιπολιτεύσεως ἡ πλειονοψηφία ἢ ἡ Κυβέρνησις. Ἀλλ’ ἡ Κυ-
1770βέρνησις ἀρνεῖται τὴν αἴτησιν ταύτην τῆς ἀντιπολιτεύσεως
1771καὶ θέτει ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ἵνα ἀποφύγῃ τὴν ἐκπλήρωσιν
1772τοῦ καθήκοντος τούτου καὶ πιέσῃ οὕτω τὴν ἀντιπολίτευσιν,
1773Ἡμεῖς τοιοῦτο ζήτημα δὲν ἐθέσαμεν, καὶ ἀπαιτοῦμεν καὶ παρὰ
1774τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο.
1775§112ΤΙΝΕΣ. Τὸ ἔφερεν ὁ κ. Οἰκονόμου.
1776§113ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀπαιτοῦμεν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῷ
1777δικαιώματι, τὸ ὁποῖον ἔχομεν, ἵνα διατυπώσωμεν τοιαύτην
1778ἀπαίτησιν, νὰ ἐπιτρέψῃ, ὅπως διατρέξῃ τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο
1779τὰ στάδια, ἅτινα τὰ καθιερωμένα ἔθιμα ὑπαγορεύουσιν. Ἀνέ-
1780πτυξα ἐν τῇ προτέρᾳ μου ἀγορεύσει τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἐπι-
1781θυμοῦμεν νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο ἐν ἐπιτροπῇ. Οἱ λόγοι
1782μου οὐδεμίαν περιεῖχον πολιτικὴν ἔννοιαν, οὐδόλως ἔθιγον τὸ
1783ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης, οὐδεμίαν ἄλλην πρόθεσιν εἶχον ἢ
1784τὴν πρόκλησιν πληροφοριῶν, καὶ μόνον τὰ συμπεράσματα, ἅ-
1785τινα ἐκ τῶν πληροφοριῶν θέλουσι προκύψει...
1786§114ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἶσθε μόνον σεῖς, ὁ ὁποῖος ὡμι-
1787λήσατε.
1788§115ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐὰν αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ζητοῦμεν,
1789ἄγωσιν εἰς συμπεράσματα, ἅτινα νὰ συνδέωνται πρὸς τὸ ζή-
1790τημα τῆς ἐμπιστοσύνης, τότε βεβαίως δυνάμεθα νὰ θέσωμεν
1791τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης· ἤδη ὅμως οὐδόλως πρόκειται
1792περὶ ζητήματος ἐμπιστοσύνης, ὅταν σᾶς λέγωμεν ἁπλῶς νὰ
1793μᾶς φωτίσητε περὶ τῆς οἰκονομικῆς καὶ τῆς ταμιακῆς κατα-
1794στάσεως, ὥστε ἐν γνώσει καὶ τῇ συνδρομῇ τῆς ἐπιτροπῆς ν’ ἀ-
1795ποφανθῶμεν περὶ τοῦ ζητήματος.
1796Ἡμεῖς οὔτε ἐφέραμεν, οὔτε ἀποδεχόμεθα τὸ ζήτημα τῆς
1797ἐμπιστοσύνης, διότι δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν ν’ ἀποφανθῶμεν, ἐνόσῳ
1798δὲν γνωρίζομεν τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν, τὴν ταμιακὴν
1799κατάστασιν καὶ πάντα τὰ συνδεόμενα πρὸς τὴν πίστωσιν ταύ-
1800την. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός, ἀπαντῶν πρός με,
1801ἔφερε πίνακας, οἵτινες ἦσαν ἀναγκαιότατοι ἐπὶ τοῦ συζητουμέ-
1802νου θέματος. Τῶν πινάκων τούτων ἔχομεν ἀνάγκην νὰ λά-
1803βωμεν γνῶσιν, ὅπως ἀποφανθῶμεν. Δὲν δύνασθε νὰ ζητῆτε
1804παρὰ τῆς ἀντιπολιτεύσεως ν’ ἀποφανθῇ, χωρὶς νὰ λάβῃ γνῶσιν
1805τῶν πινάκων τούτων. Βεβαίως ἡ πλειονοψηφία δύναται νὰ
1806πράξῃ ὅ,τι θέλει, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ πιέζῃ τὴν ἀντιπολίτευσιν
1807ὅταν αὕτη ζητῇ ὅ,τι ἔχει δικαίωμα νὰ ζητῇ. Ἡ συμπο-
1808λίτευσις σκεπτομένη, ὅτι θὰ ἦναι ἄλλοτε ἀντιπολίτευσις καὶ
1809ὅτι ἡ ἀκεραιότης τοῦ Σώματος ἀπαιτεῖ ἵνα τὰ δικαιώματα
1810τῶν Βουλευτῶν τηρῶνται ἀμείωτα, δὲν πρέπει ἐπὶ τοιούτων
1811αἰτήσεων ν’ ἀποφαίνηται κομματικῶς, ἐπιτρέπουσα ἵνα ἡ ἀν-
1812τιπολίτευσις ἀποστερῆται τῶν δικαιωμάτων αὐτῆς.
1813Εἶπεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου λόγους,
1814δι’ ὧν ἠθέλησε νὰ δώσῃ ἀλλοῖον χαρακτῆρα εἰς ὅ,τι ἡμεῖς ἐζη-
1815τήσαμεν. Παρατηρῶ δὲ, ὅτι οὐδένα ἤκουσα ἀπαιτήσαντα πλη-
1816ροφορίας συνδεομένας πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης, οὐ-
1817δένα ἤκουσα ἀναπτύξαντα τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης. Αἱ
1818πληροφορίαι, αἵτινες ἐζητήθησαν, χρησιμεύουσιν ἅπασαι ὡς ὁ-
1819δηγὸς τῆς ἐπιτροπῆς περὶ τὴν ἐκτίμησιν τῆς ἀνάγκης, ἥτις προὐ-
1820κάλεσε τὸ νομοσχέδιον. Ἀφοῦ περιωρίσθημεν εἰς ἀπαίτησιν πραγ-
1821μάτων τυπικῶν, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ ἐκτελέσῃ, ἡ Κυ-
1822βέρνησις εἶναι ἀδικαιολόγητος, ἀποδίδουσα εἰς ἡμᾶς, ἐπὶ τῇ
1823προφάσει προκλήσεως ζητήματος ἐμπιστοσύνης, ἰδέας, ἃς οὔτε
1824οἱ λόγοι, οὔτε αἱ πράξεις ἡμῶν τῇ ἔδωκαν αἰτίαν ἵνα μᾶς ἀ-
1825ποδίδῃ.
1826Εἶναι δυνατὸν, κύριοι, σήμερον, ὅτε πάντες μεριμνῶμεν περὶ
1827τῆς μελλούσης θέσεως τῆς Ἑλλάδος ἐν τῇ Ἀνατολῇ καὶ περὶ
1828τοῦ τρόπου, ὅπως κάλλιον παρασταθῶμεν ἀπέναντι τῶν ἄλ-
1829λων ἐν αὐτῇ λαῶν, ἐπιτρέπεται ν’ ἀποδίδηται εἰς ἡμᾶς
1830ἢ εἰς ἄλλους ἡ ἰδέα, ὅτι δὲν θέλομεν νὰ παρασκευά-
1831ζηται ἡ θέσις τῆς Ἑλλάδος, ὁποία πρέπει νὰ ἦναι; Ἂν παρα-
1832δεχθῆτε ἵνα τεθῇ ζήτημα ἐμπιστοσύνης, δὲν δυνάμεθα ἡμεῖς
1833νὰ ἐπιτρέψωμεν ὅπως προβῶμεν εἰς ψηφοφορίαν, πρὶν ἢ ἀπαν-
1834τήσωμεν εἰς τοιαύτας κατηγορίας. Τὰς ἰδέας ἡμῶν ὀφείλομεν
1835ν’ ἀνακοινώσωμεν εἰς τὴν Βουλὴν εὐρύτατα, καὶ ἂν ἤδη τίθε-
1836ται τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης, ἤδη ὀφείλομεν νὰ προβῶ-
1837μεν εἰς τὴν τοιαύτην ἀνάπτυξιν. Ἀλλ’ εἶναι ἤδη ἡ πρέπουσα
1838στιγμή; Ἐὰν ἀπαντήσωμεν τώρα, ἐὰν τώρα ἀναπτυχθῶμεν,
1839μόλις μετὰ 15 ἡμέρας θέλομεν ἔλθει εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ
1840Νομοσχεδίου, διότι ἕκαστος θὰ θελήσῃ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν
1841ψῆφόν του· ἀλλὰ τὸ Νομοσχέδιον, καθ’ ὑμᾶς, εἶναι κατε-
1842πεῖγον, δὲν ἐπιτρέπετε ὀλίγων ἡμερῶν ἐξέτασιν αὐτοῦ ἐνώπιον
1843τῆς ἐπιτροπῆς· ἂν ἄρα συνδέητε ἤδη τὴν ψήφισιν αὐτοῦ πρὸς
1844ζήτημα ἐμπιστοσύνης, προκαλεῖτε ὑμεῖς τὴν ἀναβολὴν, ἀντι-
1845στρατεύεσθε πρὸς τὸ κατεπεῖγον, καὶ ἀποδεικνύετε, ὅτι δὲν
1846ἔχετε ἀνάγκην τοῦ Νομοσχεδίου.
1847§116ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Οὐδεὶς ἀρνεῖται, κύριοι, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ
1848κατάστασις ἡ παροῦσα δὲν εἶναι τῶν τελευταίων ἐτῶν. Ἐκ τῆς
1849καταστάσεως τῶν ἐλλειμμάτων ἑκάστου ἔτους βλέπομεν, ὅτι ἡ
1850κατάστασις αὕτη ἄρχεται ἀπὸ τοῦ 1861 σύμφωνα μὲ τὴν κατά-
1851στασιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. πρώην Ὑπουργὸς τῶν Οἰ-
1852κονομικῶν. Κατ’ ἔτος βλέπομεν, ὅτι ἔχομεν ἐλλείμματα, καὶ
1853κατὰ ἄλλην λεπτομερῆ συζήτησιν θέλομεν ἴδει κατὰ πόσον
1854δικαιολογοῦνται τὰ ἐλλείμματα. Ἑπομένως, κύριοι, δὲν ἤθε-
1855λον λάβει τὸν λόγον καθόλου, ἐὰν ἐκ τῆς ὁμιλίας τοῦ κ.
1856Προέδρου τοῦ Ὑπουργείου δὲν ἔβλεπον, ὅτι δὲν ἐλπίζομεν
1857καὶ εἰς τὸ μέλλον νὰ φροντίσωμεν περὶ τοῦ περιορισμοῦ τῶν ἐλ-
1858λειμμάτων, διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς θὰ
1859ἐξακολουθῇ νὰ ἦναι ἐν τοῖς ὅπλοις.
1860§117ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἶπον αὐτά.
1861§118ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Θὰ εἴπω ὅ,τι εἴπετε. Εἴπατε, ὅτι ἡ
1862κατάστασις τοῦ ἔθνους, αἱ ὑποχρεώσεις αὐτοῦ ἀπαιτοῦν νὰ εὑ-
1863ρίσκηται πάντοτε εἰς τὰ ὅπλα. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι εἴμεθα
1864εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἤμεθα διαρκῶς εἰς προπαρασκευάς. Δὲν
1865ἠξεύρω, ἐὰν τοῦτο ἦναι ὀρθόν· ἓν μόνον λέγω, ὅτι, ἐὰν αἱ ἐ-
1866νέργειαι τῶν προπαρασκευῶν εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐγίνοντο ὅπως
1867καὶ εἰς τὰ ἄλλα Κράτη, θὰ εἶχε καλῶς. Δυστυχῶς εἰς τὴν
1868Ἑλλάδα δὲν γίνεται ὅπως εἰς τὰ ἄλλα Κράτη. Εἰς τὴν Ἑλ-
1869λάδα προπαρασκευαὶ θὰ εἴπῃ προαγωγὴ προσώπων. Οἱ ὀργα-
1870νισμοὶ τοῦ στρατοῦ ὅλων τῶν ἐθνῶν ἀναπτύσσουν τὴν δρα-
1871στηριότητα τῶν διευθυνόντων τοῦτον ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν.
1872Ἐν καιρῷ εἰρήνης ὁ λόχος εἶναι ἀπὸ 100 ἕως 120 στρατιώ-
1873τας, ἐν δὲ καιρῷ πολέμου ἀναβαίνει εἰς 180–200, χωρὶς
1874νὰ προστεθῇ οὔτε εἷς ὑπαξιωματικὸς ἢ ἀξιωματικός· ἐδῶ ὅμως·
1875ὅταν εἴπωμεν, ὅτι θέλομεν ὀλίγους στρατιώτας προσωρινῶς καὶ
1876διὰ πέντε ἡμέρας, πρέπει νὰ προσθέσωμεν καὶ δι’ αὐτὰς τὰς
1877πέντε ἡμέρας τοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ ὑπαξιωματικούς. Διὰ
1878τοῦ νόμου τοῦ 1877 προσδιωρίσθη δύναμις ὄχι ἐν καιρῷ πο-
1879λέμου, ἀλλ’ ὡς ἐν καιρῷ προπαρασκευῶν, καὶ ἀμέσως ἐδιπλασιάσθη-
1880σαν οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ ὑπαξιωματικοί. Κατὰ τὰ 1864, ὅτε ἕνεκα
1881τῆς ἀνωμαλίας τοῦ 1862 καὶ 1863 εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην ἡ
1882Κυβέρνησις νὰ ἀναβιβάσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀνθυπασπιστῶν εἰς
1883700 καὶ ἄλλους τόσους κατωτέρους ὑπαξιωματικούς, μ’ ὅλα
1884ταῦτα ἡ τακτοποίησις τοῦ στρατοῦ ἡ κατὰ τὸ 1864 δὲν ἀφῆ-
1885κεν ὑπεραρίθμους εἰμὴ 300 περίπου ὑπαξιωματικούς, καὶ ὑπὸ
1886τὸν ὅρον τοῦ νὰ ἀναπληρῶνται αἱ κενούμεναι θέσεις ἀπὸ τοὺς
1887ὑπεραρίθμους, οἱ δὲ ἐν ἐνεργείᾳ ὑπαξιωματικοὶ ἦσαν τότε περὶ
1888τοὺς 800. Μετὰ τὸ 1864 μετὰ τοσαῦτα ἔτη ἔγειναν πλῆθος
1889προβιβασμῶν, καὶ ἐν τούτοις, ἐνῷ τώρα ἔχομεν ἐν ἐνεργείᾳ δι-
1890πλασίους, ἤτοι 1600 ὑπαξιωματικούς, οἱ ὑπεράριθμοι ὄχι μόνον
1891δὲν ἐξέλιπον, ἀλλ’ ἀναβαίνουσιν εἰς 460, ὅ ἐστὶν ἐδιπλασιά-
1892σθησαν. «Καλὰ εἶναι τὰ μακρομάνικα, ἀλλὰ τὰ φοροῦν οἱ δε-
1893σποτάδες»· λέγει ἡ κοινὴ παροιμία, κύριοι Ὑπουργοί· καλὸν
1894εἶναι νὰ ἔχωμεν συντάγματα στρατιωτικά, μεραρχίας, ἀλλὰ
1895πρέπει νὰ ἔχωμεν καὶ χρήματα. Δὲν ἐπιθυμῶ, κύριοι Ὑπουργοί,
1896νὰ ἴδω τὸν στρατόν μας μὲ μπαλωμένα ἐνδύματα καὶ ἄνευ
1897ὑποδημάτων, ὅπως εἶδον τοῦτο ἐν Σούρπῃ εἰς τὸν τουρκικὸν
1898στρατόν. Ἐὰν δὲ θέλετε, κ. Πρόεδρε τοῦ Ὑπουργείου, νὰ μὴ
1899ἴδητε τοιοῦτόν τι εἰς τὸν στρατόν μας, μὴ προχωρῆτε πλέον
1900εἰς τὸ σχέδιόν σας. Ἐμνημονεύσατε τί ἔκαμον οἱ Βούλγαροι
1901καὶ τί οἱ Ῥωμοῦνοι· (ἀφίνω, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ παραβάλητε
1902τοὺς Ἕλληνας μὲ τοὺς Βουλγάρους, οἵτινες, καί τοι παρα-
1903ληφθέντες ὑπὸ τοιούτου ἰσχυροῦ συμμάχου, μόλις 10,000 κα-
1904τετάχθησαν εἰς τὸν στρατὸν, καὶ οὗτοι ἐλειποτάκτησαν μὲ τὰ
1905ὁποῖα τοῖς ἐδόθησαν ὅπλα, ἅπερ ἐπώλησαν εἰς τοὺς Τούρκους)·
1906ὅσον δὲ διὰ τοὺς Ῥουμούνους πρώτην δὰ φορὰν παρουσιάσθησαν
1907εἰς πόλεμον μὲ 50,000 στρατοῦ, ἀφοῦ ὑπεστηρίζοντο ἀπὸ 400,
1908000 συμμαχικοῦ στρατοῦ, ὁποῖος ὁ ῥωσσικός, ὅστις τοῖς ἐχορήγει
1909καὶ τὰς δαπάνας καὶ τὰ ὅπλα. Ἡ Σερβία ὅμως, ἡ ὁποία ὁμολο-
1910γουμένως ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ἐργάζεται ὑπὲρ τοῦ μεγα-
1911λείου της, εἴδατε τί κατώρθωσε κατὰ τὸ 1876 καὶ 1877· οἱ
1912Σέρβοι εἶχον ἑτοιμοπολέμους στρατιώτας 67,000 εἰς τὰ ὅπλα,
1913διηνεκῶς δὲ πολεμοῦντας 28,000, εἰς τρία σώματα διῃρημένους,
1914καὶ ἐν τούτοις καὶ τὰ τρία αὐτὰ σώματα διῳκοῦντο ἀπὸ τρεῖς
1915συνταγματάρχας· οὔτε ἕνα ὑποστράτηγον δὲν εἶχον, καὶ μόλις
1916μετὰ ἕνα τοιοῦτον αἱματηρὸν πόλεμον, εἰς τὸν ὁποῖον ἐτάφη εἰς
1917τὸ πεδίον τῆς τιμῆς τὸ τρίτον τοῦ στρατοῦ αὐτοῦ, προεβιβά-
1918σθησαν οἱ δύο μόνον τῶν τριῶν τούτων συνταγματαρχῶν εἰς
1919τὸν βαθμὸν τοῦ στρατηγοῦ, καὶ ἐδῶ ὁ κ. ὑπουργὸς προεβίβασεν
1920ἕνα στρατηγὸν ὡς ἀρχηγὸν τῆς πρωτευούσης, ἄλλον εἰς τὴν
1921δυτικὴν Ἑλλάδα καὶ ἄλλον εἰς τὴν ἀνατολικήν. Αὐτὸ θὰ εἴπῃ
1922προπαρασκευαὶ ἐν τῇ Ἑλλάδι. Λοιπόν, κ. πρόεδρε, καλὸν εἶναι
1923νὰ προπαρασκευάζηται ἡ Ἑλλάς, ἀλλ’ ἀναλόγως τῆς οἰκονο-
1924μικῆς καταστάσεως, διότι ἐφθάσαμεν εἰς κρίσιν οἰκονομικὴν
1925σπουδαίαν. Ἡμεῖς δὲν ἐθέσαμεν ζήτημα ἐμπιστοσύνης, διότι,
1926καὶ ἂν εἷς μόνος, ὁ κ. Οἰκονόμου, τὸ ἔφερε, τοῦτο δὲν σημαίνει,
1927διότι ἕκαστος ἀντιπροσωπεύει τὰς ἰδέας του, καὶ φρονῶ, ὅτι
1928τοῦτο φρονοῦν (δεικνύει τὴν πτέρυγα τῆς ἀντιπολιτεύσεως).
1929§119ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
1930§120ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Λοιπὸν δὲν εἶναι ζήτημα ἐμπιστοσύνης·
1931θέλομεν νὰ μάθωμεν ἐὰν τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἔχομεν παρα-
1932κατατεθειμένα, θὰ λάβουν τὴν χρῆσιν, τὴν ὁποίαν διαλαμβάνει
1933ὁ νόμος, δυνάμει τοῦ ὁποίου ἐδανείσθημεν, διότι σᾶς λέγω, κ.
1934πρόεδρε, ὅτι δὲν θὰ παρέλθουν πολλὰ ἔτη, καὶ τὰ χαρτιὰ τῆς
1935Τραπέζης θὰ καταπέσουν, ὅπως καὶ οἱ φοίνικες τοῦ ἀοιδίμου
1936Κυβερνήτου· ἀλλ’ ὁ μέγας οὗτος ἀνὴρ δὲν ἐδανείζετο, οὔτε
1937εἶχε προϋπολογισμὸν σαράντα ἑκατομμυρίων. Δι’ ὅλους αὐτοὺς
1938τοὺς λόγους φρονῶ, ὅτι πρέπει ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ
1939μίαν ἢ δύο ἡμέρας, ἕως ὅτου σκεφθῶμεν καὶ ἡμεῖς, καὶ μᾶς εἴπῃ
1940καὶ ἡ Κυβέρνησις ὅ,τι θέλομεν νὰ μάθωμεν περὶ τῶν ληπτέων
1941μέτρων διὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας τοῦ χαρ-
1942τίου τῶν Τραπεζῶν.
1943§121ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τοῦτο σᾶς τὸ εἴπομεν.
1944§122ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Δὲν πρέπει νὰ δεχθῆτε τὸ ζήτημα τῆς
1945ἐμπιστοσύνης, διότι τὸ εἶπεν ὁ κ. Οἰκονόμου, καὶ ἡ Κυβέρνησις
1946δὲν θὰ στενοχωρηθῇ ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας.
1947§123ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ θέτομεν ἡμεῖς ζήτημα ἐμπιστοσύνης.
1948§124Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Ἐὰν, κύριοι, ἡ σημερινὴ συζήτησις ἐλάμβανε
1949χώραν, καθ’ ἣν ἐποχὴν, πρὸ δέκα ἢ δεκαπέντε ἡμερῶν, ἡ Κυ-
1950βέρνησις ἐζήτησε παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν ἄδειαν νὰ δαπανήσῃ
1951διὰ τοὺς μῆνας Ἰανουάριον καὶ Φεβρουάριον τὸ ἑκτημόριον τοῦ
1952προϋπολογισμοῦ, τότε βεβαίως οὐδ’ ἐγὼ, οὐδ’ ἄλλος τις ἠθέ-
1953λομεν ἀπορήσει διὰ τοῦτο, καθόσον τὸ πρᾶγμα ἤθελεν εἶσθαι
1954φυσικώτατον καὶ ἡ ἐξήγησις ἁπλουστάτη, διότι θὰ καθίστατο
1955φανερὸν ὅτι, ὑπαρχούσης διαφορᾶς σκέψεων ὡς πρὸς τὸν προϋ-
1956πολογισμὸν μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ ἀντιπολιτεύσεως, ἡ ἀντι-
1957πολίτευσις ἐν τῷ δικαιώματι αὐτῆς ἀρνεῖται πρὸς τὴν Κυβέρ-
1958νησιν ἢ δὲν συμφωνεῖ μετ’ αὐτῆς καὶ ὡς πρὸς ὡρισμένας δα-
1959πάνας. Τοῦτο ὅμως δὲν ἐγένετο τότε· τοιαύτη τις συζήτησις
1960ἢ ἀμφισβήτησις δὲν ἠγέρθη· ἡ συζήτησις τότε περιεστράφη μό-
1961νον εἰς τὸ νὰ μὴ δοθῇ τὸ ἑκτημόριον, ἀλλὰ τὸ δωδεκατημό-
1962ριον τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ μόνον διὰ τὸν μῆνα Ἰανουάριον.
1963Ἡ Κυβέρνησις ἀπεδέξατο τὴν τοιαύτην τροποποίησιν, ἡ δὲ
1964Βουλὴ τὴν ἐψήφισε, συμψηφιζούσης καὶ τῆς ἀντιπολιτεύσεως.
1965Ὅταν λοιπὸν διὰ τῆς ψήφου μας ἐνεκρίναμεν τὴν τοιαύτην δα-
1966πάνην, ὅταν διὰ τούτου ἐνεκρίναμεν καὶ ἐπεβάλομεν, οὕτως εἰ-
1967πεῖν, εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ δαπανήσῃ τὸ ποσὸν αὐτὸ διὰ τὰς
1968ἀνάγκας τοῦ Κράτους, δυνάμεθα σήμερον, χωρὶς νὰ ἐξέλθωμεν
1969τῆς καλῆς πίστεως, δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν,
1970ὅτι δὲν χορηγοῦμεν αὐτῇ τὰ μέσα πρὸς πληρωμὴν δαπάνης,
1971ἣν ἡμεῖς αὐτοὶ πρὸ ἡμερῶν μόνον ἀνεγνωρίσαμεν;
1972Φρονῶ λοιπὸν, κύριοι, ὅτι ἡ σημερινὴ συζήτησις εἶνε ἄκαιρος
1973καὶ ὅτι δὲν ἔχομεν οὔτε τὸ δικαίωμα, χωρὶς, ἐπαναλαμβάνω, νὰ
1974ἐξέλθωμεν τῆς καλῆς πίστεως, νὰ ἀρνηθῶμεν τὴν πληρωμὴν
1975ὀφειλῆς, ἣν ἡ ψῆφός μας ἐδημιούργησεν. Ἀλλὰ δὲν θέλομεν,
1976ἰσχυρίζονται, νὰ ληφθῇ τὸ ποσὸν ἐκ τῶν χρημάτων τοῦ δα-
1977νείου τῶν 60,000,000· ἐγὼ ὅμως σᾶς ἐρωτῶ, πόθεν θέλετε
1978νὰ ληφθῇ τὸ τοιοῦτον χρῆμα; Μήπως ὅτε ἐψηφίζομεν τὴν δα-
1979πάνην διετελοῦμεν ἐν ἀγνοίᾳ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ
1980ταμείου, μὴ τάχα δὲν ἐγνωρίζομεν, ὅτι χρήματα δὲν ὑπῆρχον
1981διαθέσιμα; Καὶ ὅταν ἐν πληρεστάτῃ γνώσει τῆς καταστάσεως
1982τοῦ ταμείου ἐλέγομεν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, δαπάνησον τὰ
19834½ ἑκατομμύρια, τί ἄλλο ἐπράττομεν ἢ ἐπεβάλλομεν αὐ-
1984τῇ νὰ δανεισθῇ; Καὶ ἐὰν τὰ χρήματα, ἅτινα εὑρίσκονται σήμε-
1985ρον ἐν τῇ Τραπέζῃ, δὲν ὑπῆρχον, τί ἄλλο θὰ ἔπραττεν ἡ Κυβέρ-
1986νησις, ἢ νὰ ὑποβάλῃ ἡμῖν νόμον πρὸς συνομολόγησιν δανείου,
1987τότε δὲ ἡμεῖς βεβαίως θὰ ἐψηφίζομεν τὸν τοιοῦτον νόμον ἐξ ἀ-
1988νάγκης. Οὕτω λοιπὸν τιθεμένου τοῦ ζητήματος, ἐὰν σήμερον ἀρ-
1989νούμεθα τὴν ἄδειαν νὰ λάβῃ τὰ χρήματα ἐκ τῶν παρὰ τῇ Τρα-
1990πέζῃ παρακατατεθειμένων ἐκ τοῦ δανείου, εἶνε τὸ ἴδιον ὡς
1991ἂν ἐλέγομεν εἴς τινα, δαπάνησον ἐκ τοῦ δεξιοῦ θυλακίου σου,
1992ἀλλ’ οὐχὶ ἐκ τοῦ ἀριστεροῦ. Τοιαύτη ὅμως σκέψις, κύριοι, εἶναι
1993σκέψις σπουδαία, εἶνε σκέψις ἀξία σοβαρᾶς συζητήσεως; ἀλλ’ ὄχι
1994δὲν εἶνε μόνον τοῦτο. Τὸ νομοσχέδιον, διατείνονται, εἶνε ἀ-
1995νάγκη νὰ παραπεμφθῇ πρὸς τὴν ἐπιτροπήν, νὰ ἐξετασθῇ, νὰ
1996βασανισθῇ, καὶ τότε νὰ μᾶς ὑποβληθῇ πρὸς συζήτησιν. Τοῦτο,
1997κραυγάζουσιν, ἀπαιτεῖ ὁ Κανονισμὸς, τὸ Σύνταγμα, τὰ κοινο-
1998βουλευτικὰ ἔθιμα; καὶ τόσαι ἄλλαι πομπώδεις ἐκφράσεις.
1999Κύριοι, ἀφήσωμεν πλέον κατὰ μέρος τὰς δημοκοπίας καὶ τὰς
2000ἐπιδείξεις ἀκαίρου πατριωτισμοῦ, διότι χάρις τῷ Θεῷ, ὅλοι
2001γνωριζόμεθα. Δὲν παραβιάζεται ὁ Κανονισμὸς, δὲν ἀθετεῖ-
2002ται τὸ Σύνταγμα, δὲν παραγνωρίζονται τὰ κοινοβουλευτικὰ
2003ἔθιμα. Λάβετε ἁπλῶς ὑπ’ ὄψιν σας τὰς διατάξεις τοῦ Κανονι-
2004σμοῦ, ὃν ἐπικαλεῖσθε, ἀνάγνωτε τὰ ἄρθρα 34 καὶ 36 αὐτοῦ,
2005ἀναμνήσθητε τοῦ πάντοτε συμβαίνοντος ὁσάκις πρόκειται περὶ
2006ἐπείγοντος νόμου, καὶ ἀφήσατε, ἐπαναλαμβάνω, τὰς ἀκαίρους
2007δημοκοπίας. Δὲν ἔχουσι λοιπὸν δίκαιον οἱ ἀρνούμενοι ἢ ἀντι-
2008στρατευόμενοι κατὰ τοῦ κατεπείγοντος τῆς ἐπιψηφίσεως τῆς
2009ἐν λόγῳ πιστώσεως, καὶ μεθ’ ὅσα προεξέθηκα, ὅ,τι καὶ ἂν εἴ-
2010πωσι, δὲν δύνανται νὰ ἀποφύγωσι τὴν θέσιν ζητήματος ἐμ-
2011πιστοσύνης, ὅπερ ἀνεπιφυλάκτως καὶ μετὰ παῤῥησίας ἔθηκεν
2012ἓν τῶν ἀξιοτίμων μελῶν τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ὁ κ. Οἰκονό-
2013μου, καὶ τὸ ὁποῖον μετὰ θάῤῥους ἀπεδέξατο ἡ Κυβέρνησις.
2014Ἄλλως τε καὶ αὐτὸς ὁ ἀξιότιμος κ. Τρικούπης διὰ τῆς
2015ἀγορεύσεώς του ἢ μᾶλλον διὰ τῶν ἐξηγήσεών του κατέστησε
2016τὸ ζήτημα ζήτημα ἐμπιστοσύνης, καθόσον ὁ ἴδιος ἰσχυρίσθη
2017καὶ ὁ ἴδιος ὑπεστήριξεν, ὅτι ἤθελεν ἐπιψηφίσει τὸ κατεπεῖγον,
2018ἂν ἡ Κυβέρνησις προέτασσε τὸ ζήτημα τῆς σαλευομένης τά-
2019ξεως. Ἂν ὅμως δὲν προτάσσηται (καὶ οὐδέποτε δύναται νὰ
2020προταθῇ ὑπὸ Κυβερνήσεως Ἑλληνικῆς, προκειμένου περὶ ἑλ-
2021ληνικοῦ στρατοῦ), ἂν, λέγω, δὲν προτάσσηται ζήτημα δημοσίας
2022τάξεως, προτάσσεται ὅμως ἀναντιῤῥήτως ζήτημα δημοσίας πί-
2023στεως, ἥτις βεβαίως καὶ θὰ ἐκινδύνευε καὶ θὰ ἐσάλευεν, ἐὰν τὸ
2024δημόσιον ἠρνεῖτο ἢ ἠδυνάτει νὰ ἐκπληρώσῃ ὑποχρεώσεις γεν-
2025νηθείσας καὶ δημιουργηθείσας κατόπιν ἀποφάσεως, κατόπιν ἐγ-
2026κρίσεως τοῦ Κοινοβουλίου τῆς δαπάνης τῶν 4½ ἑκατομμυρίων,
2027διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους κατὰ τὸν μῆνα Ἰανουάριον. Ὅταν
2028λοιπὸν ἀρνούμεθα εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰ μέσα πρὸς ἐκπλήρωσιν
2029ὑποχρεώσεων δημοσίας πίστεως, ἀρνούμεθα ἀπολύτως ἐμπιστο-
2030σύνην εἰς Κυβέρνησιν, τὴν ὁποίαν ἐν τούτοις πρὸ μηνὸς μόλις,
2031τεθέντος τοιούτου ζητήματος, ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία περιέβαλε
2032διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης της. Ἐκ τῆς ἀθετήσεως δὲ μόνης τῆς δη-
2033μοσίας πίστεως ἠδύνατο νὰ προκληθῇ ζήτημα δημοσίας τάξεως,
2034καὶ οὐχὶ ἐκ τῆς ἀναβολῆς τῆς πληρωμῆς τοῦ στρατοῦ, ὡς ἰ-
2035σχυρίσθη ὁ κ. Τρικούπης, ὅστις οὐδόλως ἐδικαιοῦτο νὰ θέση
2036εἰς ἀμφισβήτησιν τὰ αἰσθήματα καὶ τὰς διαθέσεις τοῦ ἑλλη-
2037νικοῦ στρατοῦ.
2038§125ΠΟΛΛΟΙ. Ἆ! Ἆ! Ἆ!
2039§126ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν τὸ εἶπον αὐτό.
2040§127ΣΤΑΪΚΟΣ. Εἴπατε, ὅτι δὲν ἦτο ἄξιον νὰ ἐπισπεύσωμεν
2041τὴν συζήτησιν τῆς πιστώσεως, ἀφοῦ δὲν ἐβλέπετε σαλευομέ-
2042νην τὴν δημοσίαν τάξιν, ἥτις θὰ ἐσαλεύετο, ἂν δὲν ἐπληρώ-
2043νετο ὁ στρατός, δηλαδὴ οἱ μίσθαρνοι, οἱ Ἑλβετοί...
2044§128ΠΟΛΛΟΙ. Ἆ! ὄχι, ὄχι. Ἀγαπῶμεν ὅλοι τὸν στρατόν.
2045§129ΣΤΑΪΚΟΣ. Χάριν τοῦ κ. Τρικούπη, τοῦ ὁποίου
2046καὶ τὰ αἰσθήματα καὶ τὰς περὶ τοῦ ἑλληνι-
2047κοῦ στρατοῦ διαθέσεις γινώσκω καλλίτερον ὀψίμων
2048τινῶν φίλων του, φρονῶ, ὅτι ἡ φράσις του ἐκείνη δὲν ἦτο
2049οὔτε μεμελετημένη, οὐδ’ ἐῤῥέθη, ἵνα θίξῃ τοῦ στρατοῦ τὴν
2050φιλοτιμίαν· σειρὰ ἄλλων ἰδεῶν καὶ ἁπλῆ ῥύμη τοῦ λόγου τὸν
2051ἤγαγεν εἰς τὴν ἔκφρασιν ἐκείνην, ἥτις ἐν τούτοις ἐῤῥέθη, καὶ ἅπαξ
2052ῥηθεῖσαν, ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ μὴ ἀντικρούσω καὶ ἀποκρούσω. Διότι,
2053κύριοι, πρὶν ἢ λίαν ἀνεπιφυλάκτως ῥίπτωσί τινες τοιαύτας κατὰ
2054τοῦ στρατοῦ μομφὰς, δέον νὰ μάθωσιν ὅτι, ὁσάκις δυσχερεῖς ἐθνι-
2055καὶ περιστάσεις παρουσιάσθησαν, ὁ στρατὸς αὐτὸς, τοῦ ὁποίου ὁ
2056μισθὸς δὲν εἶναι μισθὸς ἀποταμιεύσεως, ἀλλὰ μισθὸς συν-
2057τηρήσεως, ὁ στρατὸς, λέγω, αὐτὸς καὶ τῆς συντηρήσεώς του
2058τὸν μισθὸν προσήνεγκεν ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου, ζητήσας
2059ἐπισήμως διὰ τῶν σωματαρχῶν του τροφὴν μόνον ὡς ἀντάλ-
2060λαγμα τοῦ προσφερομένου διὰ πᾶσαν ἀνάγκην αἵματός του.
2061Ἐπειδὴ ὅμως, κύριοι, ὁ λόγος ἦλθε περὶ στρατοῦ, καὶ ἐπειδὴ
2062καὶ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, προοιμιαζόμενος τὰ
2063τῆς μελλούσης πολιτικῆς του καὶ δίδων οἱονεὶ ἐξήγησιν τοῦ προ-
2064γράμματός του, ὡς πρὸς τὴν σύνταξιν τῶν ἐθνικῶν δυνάμεων,
2065παρέσχε τὴν εὐκαιρίαν εἰς τὸν κ. Δημητρακάκην, ὃν διεδέχθην
2066ἐπὶ τοῦ βήματος, νὰ ἐκτυλίξῃ τὰς μεγάλας στρατιωτικὰς γνώ-
2067σεις του, πρὶν ἢ καταλήξω τὸν λόγον, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω
2068ὀλίγας μόνον λέξεις ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ, ὅπερ ἐν δέοντι εὐ-
2069ρέως θὰ ἀναπτυχθῇ ἐνώπιόν σας καὶ θὰ ἐξετασθῇ παρ’ ὑμῶν. Δύο
2070λοιπὸν λέξεις, διὰ νὰ συγχαρῶ τὸν κ. Δημητρακάκην, ὃν ἀπὸ
2071τῆς παιδικῆς μου ἡλικίας ἤκουον, μεσήλικα τότε καὶ νῦν ζωη-
2072ρὸν νέον, ἀποκαλούμενον στρατηγὸν, χωρὶς νὰ γνωρίζω τὴν αἰ-
2073τίαν. Τὴν ἐξήγησιν ἔλαβον σήμερον, ὅτε ἀπὸ τοῦ βήματος
2074αὐτοῦ ἔδωκε δείγματα τῆς μεγάλης περὶ τὰ στρατιωτικὰ δει-
2075νότητός του, δικαιώσας πληρέστατα τὴν ἐπωνυμίαν τοῦ στρα-
2076τηγοῦ!! (ἱλαρότης) Ἂς μάθῃ λοιπὸν ὁ κ. Δημητρακάκης
2077καὶ οἱ μετ’ αὐτοῦ ἀγνοοῦντες τοῦτο, ὅτι, ἂν θέλητε νὰ ἔχητε
2078στρατὸν, οὐδ’ ὁ περυσινὸς προϋπολογισμὸς, οὐδ’ ὁ νῦν ὑποβαλ-
2079λόμενος εἶναι ἐπαρκής. Ἕν ἐκ τῶν δύο, κύριοι, ὀφείλετε
2080νὰ παραδεχθῆτε, καὶ νὰ τὸ παραδεχθῆτε ἄνευ δισταγ-
2081μοῦ, ἄνευ ἀναβολῆς: Ἢ ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἀποβλέπει εἰς μέλλον
2082καὶ ὀνειρεύεται ἐθνικὸν μεγαλεῖον, ἢ ὅτι, ἀποβλέπουσα μόνον
2083εἰς τὴν συντήρησιν τοῦ ὑπάρχοντος, μένει εὐχαριστημένη εἰς
2084τοῦτο, ζῶσα τὴν φυτικὴν ζωὴν τοῦ ἄνευ φιλοδοξίας καὶ
2085ἀέργου εὐπόρου ἀνθρώπου. Ἐν τῇ δευτέρᾳ περιπτώσει, κύριοι,
2086πᾶσα περὶ στρατοῦ δαπάνη εἶναι ματαία, ἐπιζήμιος καὶ ἄσκο-
2087πος· καὶ ἀνάγκη ἑπομένως ἐντελοῦς καὶ ὁλοσχεροῦς τοῦ στρα-
2088τοῦ διαλύσεως, τηρουμένης μόνον τῆς διὰ τὰς διαφόρους ὑπη-
2089ρεσίας ἀναγκαιούσης χωροφυλακῆς. Ἐν τῇ ἐναντίᾳ ὅμως περι-
2090πτώσει, καθ’ ἣν ἡ Ἑλλὰς ἀξιοῖ νὰ ἔχῃ θέσιν ἔθνους ἔχοντος
2091ἱστορίαν καὶ παραδόσεις, καὶ ὀνειρευομένου ἢ ἐπιδιώκοντος
2092μέλλον, καὶ ἐγὼ μετὰ τῆς ἰδέας ταύτης πληρέστατα συντάσ-
2093σομαι, ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ λέγω, ἡ Ἑλλὰς πρέπει νὰ ἔχῃ
2094στρατὸν, καὶ μολονότι σέβομαι τὰς πεποιθήσεις τῶν ἀξιοτίμων
2095συναδέλφων, τῶν ἀξιούντων, ὅτι ἡ ἐθνικὴ ἀποκατάστασις
2096δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ διὰ τῆς γενικεύσεως τῆς παιδείας καὶ
2097διὰ τῆς ἀναπτύξεως τῶν παραγωγικῶν Ἐθνικῶν πόρων καὶ
2098τῆς βιομηχανίας, ὑπενθυμίζω ὅμως εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Φι-
2099λήμονα τὸ σοφώτατον λόγιον τοῦ σοφοῦ Déméstre· «ἂν ἡ
2100εἰρήνη ἦναι τὸ ὄνειρον τῶν σοφῶν, ὁ πόλεμος εἶναι ἱστορία
2101τῶν ἀνθρώπων.» Ἡ συντήρησις λοιπὸν στρατοῦ πρὸς ἐθνικοὺς
2102σκοποὺς ἀπαιτεῖ δαπάνας, καὶ ἵνα κάλλιον ἐννοήσητε τοῦτο,
2103σᾶς γνωστοποιῶ, ὅτι τὸ οἰκονομικώτερον ἔθνος στρατιωτικῶς
2104εἶναι ἡ Ἑλβετία, καὶ ἐν τούτοις ἡ Ἑλβετία, ἔχουσα πληθυ-
2105σμὸν δύω ἑκατομμυρίων ψυχῶν καὶ προϋπολογισμὸν τεσσαρά-
2106κοντα ἑκατομμυρίων φράγκων, μὴ ἔχουσα δὲ μέλλον, οὐδὲ
2107σκοποὺς ἐξωτερικῶν πολέμων, ἀλλὰ μόνον πρὸς διατήρησιν
2108τῆς ἀνεξαρτησίας της μεριμνῶσα, δαπανᾷ ὑπὲρ τῆς στρα-
2109τιωτικῆς τῆς ὑπηρεσίας 18,000,000 κατ’ ἔτος. Ἡ δὲ Πρωσ-
2110σία, ἣν λίαν ἐλαφρῶς τινες φέρουσι πάντοτε ὡς παράδειγμα,
2111ὅτε τὸ πρῶτον ἐπὶ Φρειδερίκου Γουλιέλμου διενοήθη νὰ κατα-
2112στήσῃ μόνιμον στρατὸν, ὁ προϋπολογισμός της ἀνήρχετο εἰς τέσ-
2113σαρα καὶ ἥμισυ ἑκατομμύρια φράγκων, ἡ δὲ διὰ μόνον τὸν στρα-
2114τὸν ἀναγκαιοῦσα δαπάνη ἀνέβαινεν εἰς τρία ἑκατομμύρια καὶ
2115800,000 φράγκων. Προβαίνουσα δὲ ἀναλόγως τῆς βαθμιαίας
2116ἀναπτύξεώς της, ἔφθασε νὰ δαπανᾷ μέχρι τοῦ 1870, πρὸ
2117τῆς ἐνάρξεως τοῦ Γαλλο–Πρωσσικοῦ πολέμου, μέχρι τῶν 43½
2118τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ της, δηλαδὴ τὸ
2119ἥμισυ αὐτοῦ. Οὕτω, κύριοι, σχηματίζονται καὶ οὕτω συν-
2120τηροῦνται στρατοὶ, ἀνάλογοι τῆς ὀνομασίας των καὶ τῆς
2121ἀποστολῆς των.
2122§130ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἡ Ἑλβετία, ἔχουσα μέγιστον στρατὸν, ἔχει
2123ἕνα μόνον στρατηγὸν, ὄχι 12· τὰ Σώματα τὰ διοικοῦν συν-
2124ταγματάρχαι. Ὅταν δὲ ἔλθῃ τὸ στρατιωτικὸν ζήτημα, τότε θὰ
2125ἰδῆτε, ὅτι εἶμαι πολὺ στρατιωτικώτερος ὑμῶν, θέλω δηλαδὴ
2126ὅλην τὴν Ἑλλάδα ἔνοπλον.
2127§131ΣΤΑΪΚΟΣ. Εἴθε, καὶ ἐγὼ ἀπὸ τοῦδε σᾶς βεβαιῶ, ὅτι θὰ
2128ἦμαι ὁ πρῶτος, ὅστις θὰ σᾶς συγχαρῶ.
2129§132ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὀλίγας λέξεις, πρὸς δικαιολόγησιν τῆς ψή-
2130φου μου. Δὲν δύναμαι ὅμως νὰ ἀποφύγω μίαν παρατήρησιν,
2131τὴν ἑπομένην, ὅτι ὅλα τὰ Κοινοβούλια, ὅταν τοὺς λείψῃ ἡ δι-
2132εύθυνσις, πρῶτον τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς καὶ δεύτερον τῆς
2133Κυβερνήσεως, ἥτις ὀφείλει νὰ διευθύνῃ τὰς συζητήσεις, καταν-
2134τῶσι νὰ μὴ ἠξεύρωσι τί ἔχουσιν ἐνώπιόν των· τὸ ἐπανελάβο-
2135μεν πολλάκις εἰς τὴν Σύνοδον ταύτην, καὶ εἰς τοῦτο ἔπρεπε
2136νὰ προσέξῃ ὁ ἔντιμος προαγορεύσας πρὶν ἢ παραπονεθῇ, ὅτι τὸ
2137βῆμα τοῦτο μετεβλήθη εἰς βῆμα Πταισματοδικείου. Κατὰ
2138τὴν σημερινὴν συζήτησιν, κατὰ τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ ἀπο-
2139φασίσωμεν ἂν θὰ δώσωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἄδειαν νὰ
2140λάβῃ 2,500,000 ἀπὸ τὸ δάνειον τῶν 60,000,000, ἀναβαίνει
2141ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ ἀντὶ νὰ μᾶς διευκολύνῃ νὰ φθάσωμεν
2142εἰς τὸ συμπέρασμα, μᾶς ἔφερε τὴν ἱστορίαν ὅλης τῆς Ἑλλάδος,
2143τὴν οἰκονομικὴν, τὴν στρατιωτικὴν, τὴν πολιτικὴν, θέλει νὰ
2144μᾶς ἐξηγήσῃ πόθεν τὸ ἔλλειμμα, θέλει νὰ μᾶς ἐξηγήσῃ τὴν
2145πολιτικὴν τὴν ὁποίαν ἠκολούθησε τὴν σταθεράν.
2146§133ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Εἶπον, ὅτι τὸ Ἔθνος
2147δὲν ἠκολούθησε μίαν σταθερὰν πολιτικήν· συμπεριέλαβον καὶ
2148ἐμαυτόν.
2149§134ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν θέλω νὰ συζητήσω αὐτὸ, ἀλλὰ νὰ εἴπω
2150ὅτι, ἐνῷ συζητοῦμεν αὐτὸ τὸ ἁπλούστατον θέμα, σεῖς ἠθελή-
2151σατε νὰ συνδέσητε αὐτὸ μὲ τὴν ὅλην ἱστορίαν τῆς Ἑλλάδος,
2152καὶ νὰ μᾶς παρουσιάζητε ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ἐνῷ πρὸ ὀ-
2153λίγων ἡμερῶν, ὡς εἶπεν ὁ κ. Στάϊκος, ἐφέρετε πολιτικὸν ζή-
2154τημα· ἂν δὲ πάλιν σεῖς σήμερον φέρετε τὸ ζήτημα τῆς ἐμπι-
2155στοσύνης, τίς σᾶς πταίει; Σήμερον μᾶς ζητεῖτε νὰ σᾶς δώ-
2156σωμεν 2,500,000 ἀπὸ τὸ δάνειον τῶν 60,000,000, τὰ ὁποῖα
2157ἐνόσῳ ὑπάρχουν ἐκεῖ, ἔχομεν, ἂν ὄχι τὴν βεβαιότητα, ἀλλὰ τὴν
2158μεγίστην πιθανότητα, ὅτι ἔχομεν ἐκεῖ ἓν μέσον ἵνα ἄρωμεν
2159τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν· σεῖς ὅμως μᾶς προτείνετε νὰ
2160τὰ μεταχειρισθῶμεν εἰς τὰς τακτικὰς ἀνάγκας τοῦ προϋπολο-
2161γισμοῦ. Ὀφείλομεν νὰ πράξωμεν τοῦτο, χωρὶς νὰ τὸ ἐξετάσω-
2162μεν; ἐδώσαμεν τὴν ἄδειαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐξοδεύσῃ
2163κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1880, πρὶν ἢ τὸν ἴδωμεν, ἀλλὰ
2164διὰ τοῦτο δὲν ὁμολογεῖ χάριτας. Τὴν τελευταίαν ἡμέραν ἔφερεν
2165ἡ Κυβέρνησις τὸν προϋπολογισμόν. Ἡ ἀντιπολίτευσις, διὰ νὰ
2166μὴ φέρῃ οὐδὲν πρόσκομμα εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους, εἶπε
2167«μολονότι ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ-
2168τον δὲν θὰ τὸν δεχθῶ· οὐδὲν ἧττον, διὰ νὰ μὴ φέρω πρόσκομμα
2169εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, σοῦ δίδω τὴν ἄδειαν νὰ
2170ἐξοδεύσῃς ἓν δωδεκατημόριον διὰ τὸν μῆνα Ἰανουάριον, ἀντὶ,
2171λέγω, νὰ ὁμολογήσῃ χάριτας δι’ αὐτὸ, μᾶς ἐπιπλήττει, καὶ
2172τὴν ψῆφόν μας αὐτὴν θέλει νὰ τὴν θεωρήσῃ ὡς προϋποχρεω-
2173τικὴν διὰ τὸν προϋπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον ἀκόμη δὲν εἴδομεν
2174καὶ δὲν ἐξετάσαμεν.
2175§135ΣΤΑΙΚΟΣ. Δὲν ἐννοῶ, ὅτι ἡ σημερινὴ ψῆφός μου μὲ προϋ-
2176ποχρεοῖ διὰ τὴν ψήφισιν τοῦ ὅλου προϋπολογισμοῦ.
2177§136ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Πολὺ καλά. Δὲν ἀρνούμεθα, κύριοι, νὰ δώ-
2178σωμεν τὴν ἄδειαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ λέγομεν, ὅτι θέλο-
2179μεν νὰ σκεφθῶμεν καὶ ἐξετάσωμεν. Ἤκουσα τὸν Ὑπουργὸν τῶν
2180Οἰκονομικῶν λέγοντα, ὅτι εὐτυχῶς ὑπάρχουν χρήματα· τίς ἡ
2181ἀνάγκη νὰ σκεφθῆτε; δώσατέ μας αὐτὰ τὰ ἕτοιμα χρήματα.
2182Μάλιστα, χρήματα ὑπάρχουν· ἀλλ’ εἶναι ἐκεῖ, διὰ τὴν ἄρσιν
2183τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ σκεφθῶ-
2184μεν ἂν πρέπῃ νὰ τὴν ἄρωμεν, καὶ πρέπει νὰ τὴν ἄρωμεν ἴσα
2185ἴσα δι’ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τὸ μέλλον
2186μας· ὀφείλομεν νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστι-
2187κῆς κυκλοφορίας, διότι τοῦτο μᾶς ἐγγυᾶται, ὅτι θὰ ἔχωμεν ἐν
2188πάσῃ περιπτώσει 40,000,000 ἀπὸ τὰς τραπέζας εἰς τὴν
2189διάθεσίν μας, ἐνῷ, ἂν ἀφήσωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφο-
2190ρίαν, τότε ὅσα λέγομεν περὶ τοῦ ὅτι ἐν ὥρᾳ ἀνάγκης πρέπει
2191νὰ εὑρεθῶμεν ἕτοιμοι, εἶναι τίποτε, διότι μὴ ἀπατᾶσθε, ἂν μεί-
2192νωμεν μὲ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν καὶ μὲ τὰ δάνεια,
2193τὰ ὁποῖα ἔχομεν, μὴ ἀπατᾶσθε, ὅτι θὰ ἠμπορέσωμεν ποτὲ νὰ
2194πραγματοποιήσωμεν νέον δάνειον. Τί ζητοῦμεν λοιπὸν ἡμεῖς;
2195σᾶς λέγομεν, νὰ μὴ ψηφίσωμεν τὴν πίστωσιν; ὄχι ἀλλὰ, καί-
2196τοι εἰς τὴν περίστασιν ταύτην σκέπτομαι ὡς συμπολιτευόμε-
2197νος, τί εἴπομεν; Δὲν σᾶς ἀρνούμεθα τὰ χρήματα, ἀλλὰ πρὶν ἢ
2198ἀποφασίσωμεν νὰ λάβητε τὰ 2,500,000, δώσατέ μας καιρὸν
2199νὰ σκεφθῶμεν, ἵνα εἴπωμεν κατόπιν εἰς τοὺς ἐντολεῖς μας: ἦτον
2200ἡ ἀνάγκη ἀναπόφευκτος, πρὶν δὲ ἀποφασίσω, τὴν ἐμελέτησα,
2201τὴν ἐξέτασα προσεκτικῶς, ἔκραξα ἐνώπιόν μου τοὺς
2202ὑπουργοὺς, καὶ εἶδον, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ δια-
2203φορετικά. Ἀλλὰ σεῖς ἔρχεσθε καὶ μᾶς λέγετε, χωρὶς νὰ ἀνοί-
2204ξητε τὸ στόμα, ψηφίσατέ το, διότι ἄλλως θέτω ζήτημα ἐμπι-
2205στοσύνης. Δὲν ἠξεύρω ἂν τοῦτο ἦναι δικαίωμα κυβερνήσεως, ἡ
2206ὁποία ἀξιοῖ ὅτι εἶναι κοινοβουλευτικὴ καὶ σέβεται ἑαυτήν.
2207Θέλετε νὰ καταστρέψετε ἐντελῶς τὸν νόμον ἐκεῖνον περὶ ἄρ-
2208σεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἀλλὰ δώσατέ μας καιρὸν
2209νὰ σκεφθῶμεν. Ἡ ἐπιτροπὴ μετὰ 2–3 ἡμέρας θὰ ἐπεξερ-
2210γασθῇ τὸ νομοσχέδιον, ἐκεῖ ὅμως, ὅπου θέτει τὸ ζήτημα ὁ κ.
2211πρωθυπουργὸς διὰ νὰ ἐξετάσωμεν τὸ παρελθὸν καὶ τὸ μέλλον,
2212ἡ συζήτησις αὕτη θὰ διαρκέσῃ 15 καὶ πλέον ἡμέρας. Λοιπὸν
2213καλῶς εἶπεν ὁ κ. Τρικούπης, ἂν θέλετε ταχεῖαν τὴν ἐπιψή-
2214φισιν τοῦ νομοσχεδίου, παραπέμψατέ το εἰς τὴν ἐπιτροπήν· ἄλ-
2215λως δὲν θὰ λάβητε εἰμὴ μετὰ 20 ἡμέρας.
2216Αὐτὰ τὰ ὀλίγα εἶχον νὰ εἴπω πρὸς δικαιολόγησιν τῆς ψή-
2217φου μου, ὅπως μείνῃ ἥσυχος ἡ συνείδησίς μου, ὅτι δὲν εἴμεθα
2218ἡμεῖς οἱ αἴτιοι τῶν οἱωνδήποτε ἀποτελεσμάτων τῆς σημερινῆς
2219ψήφου, ἣν προκαλεῖ ὁ Πρωθυπουργός.
2220§137ΑΡ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Παρετήρησα, κύριοι, ὅτι ἐτάραξέ τινας
2221διανοίας τὸ ὑποφαῖνον κάπως πρὸ ὀλίγης ὥρας ζήτημα ἐμπι-
2222στοσύνης. Ὅτι ἐγὼ εἶμαι ἀντιπολιτευόμενος, νομίζω, περὶ τού-
2223του δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς ὁ ἀμφιβάλλων· ὅτι ὅμως, κύριοι, ἐννοῶ
2224τὴν ἀντιπολιτευτικὴν πορείαν κατά τινα τρόπον ἰδιαίτερον,
2225νομίζω, ὅτι ἔχω χρέος νὰ τὸ ἐκθέσω ἐδῶ αὐτὴν τὴν στιγμήν.
2226Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν ἐννοῶ ποτὲ, κύριοι, εἶναι ἡ αὐτοκρατο-
2227ρία, τὴν ὁποίαν ἀξιοῦσι τινὲς ἐδῶ· εἰς οὐδένα ἀναγνωρίζω αὐ-
2228τοκρατορίαν. (Εὖγε, εὖγε, ἐκ τῆς αἰθούσης.) Δύνανται νὰ δυσα-
2229ρεστηθῶσιν ὅσοι θέλουν, καὶ φίλοι μου καὶ ἀδελφοί μου. Ἀλλ’
2230ἐπαναλέγω, αὐτοκρατορίαν δὲν ἀναγνωρίζω οὐδαμοῦ, οὔτε ἐδῶ
2231οὔτε ἔξω ἀπ’ ἐδῶ (εὖγε, εὖγε). Ὁμιλῶν δὲ πρὸς τοὺς ὑπουρ-
2232γοὺς, διακηρύττω πρὸς αὐτοὺς ἐν πληρεστάτῃ συναισθήσει τοῦ
2233λόγου μου, ὅτι ἤθελον τελείως εὐχαριστηθῆ, ἂν μὴ ὑπῆρχον εἰς
2234τὰ ἑδώλια τὰ ὑπουργικὰ ὄχι 24 ὥρας, ἀλλ’ οὔτε δύο ὥρας.
2235Δύναμαι νὰ διακηρύξω πρὸς αὐτοὺς τοὺς κυρίους, ὅτι εἶναι ἔργον
2236συνειδήσεως καὶ εὐφυΐας, ὁποίαν ἔχουσιν, εἶναι ἔργον συνειδή-
2237σεως καὶ εὐφυΐας νὰ ὁμολογήσουν αὐτὴν τὴν στιγμήν, ὅτι ὁ
2238ἀγὼν δὲν γίνεται διὰ τὰ μάτια τῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ διότι δὲν
2239ἔχομεν εἰς αὐτοὺς ἐμπιστοσύνην (ἐπιδοκιμασίαι). Ὅστις δὲν
2240θέλει, δύναται νὰ μὴ ἀκούῃ. Ἀλλ’ ἡ φωνὴ δὲν θέλει λείψει ποτὲ
2241εἰς ὑπεράσπισιν τοῦ δικαίου καὶ τῆς ἀληθείας. Ὅταν εἶπον, ὅτι
2242εἶμαι καθαρὸς ἀντιπολιτευόμενος, εἶπον ὅ,τι λέγω αὐτὴν τὴν
2243στιγμὴν ἐντὸς ἐμαυτοῦ. Ἡ ἀντιπολίτευσις μοὶ ἐφάνη δηλαδὴ
2244εἴς τινα πρόσωπα προὐχοντικὰ δεικνύουσα δειλίαν.
2245§138ΡΑΛΛΗΣ. Σὺ εἶσαι γενναῖος.
2246§139ΑΡ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Εἶμαι, λέγεις, γενναῖος. Μάλιστα, καθὼς
2247ὅλοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν θέλουν νὰ γείνουν ὑπουργοί.
2248§140ΡΑΛΛΗΣ. Γενναῖος χωρὶς μυαλό.
2249§141ΑΡ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Εἶμαι, λέγεις, γενναῖος. Μάθε ὅμως, ὅτι
2250ἂν μὲ διακόψῃς καὶ ἄλλην φοράν, θὰ παραγγείλω εἰς τὸν κλη-
2251τῆρα νὰ σοῦ ἀγοράσῃ μίαν σβοῦραν, διὰ νὰ σοῦ τὴν κτυπᾷ,
2252ὅπως μὴ διακόπτῃς (ἱλαρότης). Εἶναι λοιπὸν ἔργον εὐφυΐας
2253καὶ συνειδήσεως, ἔλεγον πρὸς τοὺς ὑπουργοὺς, ἂν οἱ κύριοι οὗ-
2254τοι ἐννοοῦν, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἁπλοῦ σήμερον τύπου. Ἂν
2255δύναμαι δὲ νὰ συνοψίσω ἐν ὀλίγαις λέξεσι τὸ νόημα, τὸ ὁποῖον
2256ἐμφαίνεται ἐκ τῆς ὅλης συζητήσεως, τὸ κύριον πνεῦμα αὐτῆς
2257εἶναι, ὅτι εἴτε δώσετε χρήματα εἰς τὴν κυβέρνησιν, εἴτε δὲν δώ-
2258σετε, ματαιοπονεῖτε. Τὸ πᾶν εἶναι ἡ ἀλλαγή. Αὐτὴ εἶναι ἡ οὐσία
2259τῶν διαμειφθέντων λόγων, αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια. Τώρα νομίζουν
2260τινὲς, ὅτι δύναται ἡ ἀλήθεια αὐτὴ νὰ ὠφελῇ τοὺς κυρίους τῆς
2261δεξιᾶς πτέρυγος. Ἂν ἦναι ἰσχυρότεροι, θέλομεν κλίνει τὴν κε-
2262φαλήν, πλὴν θέλομεν τὴν ἐγείρει εὐθὺς ἀμέσως. Καὶ θέλομεν
2263συνηθίσει νὰ νικώμεθα, διὰ νὰ μάθωμεν νὰ νικῶμεν. Καὶ θέ-
2264λομεν νικήσει ὄχι ὡς οἱ Πάρθοι· ἀγωνιζόμεθα κατὰ μέτωπον.
2265Αὐτὴ εἶναι ἡ τελευταία ὁμιλία, τὴν ὁποίαν χρεωστῶ ἀπὸ τοῦ
2266βήματος τούτου νὰ κάμω ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος.
2267§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχουν ἄλλοι ἐγγεγραμμένοι· ἑπομένως
2268κηρύσσω ἀποπερατωμένην τὴν συζήτησιν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν
2269πρότασιν τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ λέγουσι Ναὶ,
2270οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
2271Γίνεται ἡ ψηφοφορία, εἶτα δὲ ἡ διαλογή.
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
2272Λεωνίδας Μελετόπουλος ΟΔ. Γρίβας
2273Ἰωάν. Μεσσηνέζης ΟΓ. Γεροθανάσης Ν
2274Παντολ. Λογιωτατίδης Χρ. Κατσικογιάννης Ν
2275Λεωνίδ. Καρυστινάκης ΟΒασίλ. Νικολόπουλος Ο
2276Νικόλ. Μαυροκορδάτος ΟΚ. Πλαπούτας
2277Μιχαὴλ Δ. Καΐρης ΟἸωάννης Ῥοϊλός Ν
2278Γεώργ. Τσώκρης Γεώργ. Μπούκουρας
2279Ἄγγελος Γεωργαντᾶς ΝΘεόδ. Δηλιγιάννης
2280Γεώρ. Παππαλεξόπουλος ΝΚωνστ. Μαντζουράνης
2281Ἀνδρ. Ψύλλας Κ. Κοσσονάκος Ο
2282Δημήτρ. Ῥάλλης ΟΠ. Πετροπουλάκης Ν
2283Δημήτρ. Ν. Καλλιφρονᾶς ΟἸωάν. Ἀνδρίτσος Ν
2284Τιμολέων Φιλήμων ΟΚ. Ἀναγνωστόπουλος Ο
2285Παῦλος Καλλιγᾶς ΟἸωάν. Γ. Κότταρης Ο
2286Δημήτρ. Μ. Καλλιφρονᾶς ΟΝ. Παπαμιχαλόπουλος
2287Ἀλέξανδρ. Γ. Σιούζες ΝΝικόλ. Θ. Ῥίτσος Ν
2288Ἀθανάσιος Κατσανδρῆς ΝἸω. Καπιτσίνης Ο
2289Βλάσης Βαλτινός Γ. Μίλησης Ο
2290Ἀθανάσιος Ἴσκος ΝἸω. Κ. Ζέρβας Ν
2291Γεώργ. Ζηνόπουλος ΝἈναστ. Κορφιωτάκης
2292Δημ. Χατζόπουλος ΟΔημήτρ. Δημητρακάκης Ο
2293Δ. Βουλπιώτης ΟΔημήτρ. Μελετόπουλος Ο
2294Σπ. Καραϊσκάκης ΟΓ. Λάππας
2295Σπυρ. Ῥώμας Ἀναστ. Κουτσοπέταλος
2296Κ. Λομβάρδος ΟΝικόλ. Μπουφίδης Ο
2297Ἀναστ. Λούντζης ΟΣ. Βαλαωρίτης Ν
2298Ἰω. Νέγκας ΟΞενοφῶν Βαλαωρίτης Ν
2299Ἰωάν. Βοῦλτσος ΝΓερ. Σέρβος Ο
2300Γεώργ. Κρεστενίτης ΟΔημήτρ. Τσαμόπουλος Ν
2301Χαρ. Στεφανόπουλος ΟἈριστ. Ῥούκης Ο
2302Αὐγ. Πετραλιᾶς ΝΔημ. Παπαλουκᾶς
2303Ἀνδρ. Αὐγερινὸς Χ. Χριστόπουλος
2304Γ. Παππακυριακόπουλος ΟἈλέξ. Πετρινὸς Ο
2305Θεμ. Δαραλέξης ΝἈναστ. Σεχιώτης
2306Σπυρ. Κουκούλεζας Ἰω. Ταμπακόπουλος Ν
2307Γώργ. Πετούσης ΟΚωνστ. Ῥεβελιώτης
2308Παναγ. Οἰκονόμου Ἀριστ. Σακελλαρόπουλος
2309Πέτρος Α. Ζάνος ΝἩλίας Κοσσονάκος Ο
2310Νικόλ. Νομικός Ἀθαν Κατριβάνος Ν
2311Νικήτας Δ. Συνοδινός ΝΒασίλ, Βούτουνας Ν
2312Δημοσθένης Στάϊκος ΝΣτέφανος Δραγούμης Ο
2313Κωνστ. Πεταλᾶς ΝΔημήτρ. Πάγκαλος Ν
2314Ἀριστ. Οἰκονόμου ΟΓεώρ. Σταμούλης Ο
2315Ἀλέξ. Φωτήλας ΝΣπ. Ζερβός Ν
2316Ἀθαν. Γ. Πετιμεζᾶς ΟΘεόδ. Ζερβός Ν
2317Σωτ. Ν. Πετιμεζᾶς ΝΧαρίλ. Τρικούπης Ο
2318Θρ. Ζαΐμης ΟΝικόλ. Μακρῆς Ν
2319Περικλ. Γ. Πεῤῥωτής Γεώρ. Τσάλας Ο
2320Κωνστ. Ἰω. Φλέσσας ΟἈλέξ. Κουμουνδοῦρος
2321Δημ. Τζάννες ΝΚωνστ. Α. Κουμουνδοῦρος Ν
2322Δημ. Κάρτσωνας ΝΠερικλῆς Μποῦτος Ν
2323Ἀντών. Χατζηνικολῆς ΝΣπήλ. Ἀντωνόπουλος Ο
2324Ἀλέξ. Ἀντωνιάδης ΟΓ. Προβελέγιος Ν
2325Γεώρ. Καραβᾶς Δημ. Κυριακίδης Ν
2326Ἰωάν. Πεζᾶς Ἐλευθ. Μυκώνιος Ν
2327Γεώρ. Παππαγεωργίου Κωνστ. Κρίσπης Ν
2328Ἀνδρ. Ἱερομνήμων ΝΜιλτιάδης Βαρότσης Ν
2329Στυλιανός Βάλληνδας Ν. Γ. Καλαντζόπουλος
2330Νικόλ. Βασιλάκης ΟΓεώρ. Σισμάνης Ν
2331Ἀντών. Παλατιανός ΟἈθ. Ῥοντήρης Ν
2332Ἰάκωβος Πολυλᾶς ΟΚωνστ. Φαρμακόπουλος
2333Ἀναστ. Δημητριάδης Κ. Εὐθυμιόπουλος
2334Δημήτρ. Σταυρόπουλος Ἀλέξ. Πετσάλης Ο
2335Σπυρ. Α. Νοταρᾶς ΝΤηλέμαχος Ῥούκης Ν
2336Ἰω. Δεληγιάννης Κυριακ. Μαυρομιχάλης Ο
2337Ἀνδρ. Νοταρᾶς Δημήτριος Σαράβας Ο
2338Ν. Βαλσαμάκης Ἀντ. Μαυρομιχάλης Ο
2339Π. Βενιεράτος ΝἸω. Γερ. Μαυρομιχάλης Ν
2340Σπ. Μοντεσάντος ΟἈσημ. Χριστόπουλος Ο
2341Δ. Μηλιαρέσης ΝΝ. Λαμπρούλιας Ν
2342Σπυρ. Κοντολέων ΝΖ. Α. Ζαρειφόπουλος Ν
2343Π. Κορωναίος ΟἈναστ. Δ. Νικοκάβουρας Ν
2344Στυλ. Κασιμάτης Π. Κωσταντᾶς Ν
2345Θεόδ. Θερμογιάννης ΟΘεόφιλος Π. Προβατᾶς
2346Ἀντών. Καρδαρᾶς ΝΓεώργ. Ἰακωβάτος Ο
2347Δημήτρ. Σταματόπουλος ΝΧαράλ. Ἰακωβάτος Ο
2348Θ. Καλλίτσης ἢ ΜαρούληςΟΝικόλ. Ἰακωβάτος Ο
2349Ἰωάν. Βαλασσόπουλος ΟΝικόλ. Κάγκας Ν
2350Νικήτ. Βαρβιτσιώτης ΝΕύθ. Κεχαγιᾶς
2351Ἀριστ. Τζιβανόπουλος ΝΠ. Τσαμάλας ἢ Παπακώστας
2352Α. Σιμόπουλος ΟΝικόλ. Δρόσος Ο
2353Λ. Καραλίβανος Σωτήρ. Σωτηρόπουλος Ν
2354Γ. Ῥοῦφος ΝΘ. Μ. Ἀναστασόπουλος Ν
2355Α. Ῥικάκης ΟΚανάρης Γιαλιᾶς Ν
2356Ἀριστομ. Κοντογούρης ΟΓεώρ. Πατρίδης
2357Δ. Πατρινός Γεώρ. Στάϊκος Ο
2358Περικλῆς Καλαμογδάρτης ΟἸωάν. Μεγαπάνος Ν
2359Νικόλ. Κουμανιώτης ΟΓ. Σ. Κοριζῆς
2360Νικ. Καράπαυλος Χριστόδ. Δ. Δουζίνας Ο
2361Δημήτρ. Τριγγέτας ΟΓεώρ. Δ. Βούλγαρης Ο
2362Ἀθ. Μισυρλῆς Ἐπαμ. Α. Κριεζῆς
2363Εὐάγ. Ἀντύπας Θεόδ. Ν. Γκίκας Ο
2364Γ. Φλωριᾶς ΝΛεωνίδας Τράκας Ο
2365Ἀναστ. Ζερβός Ἀθανάσιος Χατζόπουλος Ν
2366Μιχαὴλ Σκαβέντζος Κωνστ. Χατζῖσκος Ν
2367Γεώργ. Κ. Ῥεμπάκης Δημήτρ. Ζουλούμης Ο
2368Παντελής Μπούμπουλης Νικ. Εὐαγ. Κοντογιάννης Ο
2369Γεώρ. Λεωνίδας ΝἈλέξ. Οἰκονόμου
2370Ἰωάν. Γρυπάρης ΟΘεόδ. Φλογαΐτης Ο
2371Παντιᾶς Καράλης ΟΒασίλ. Βουδούρης Ο
2372Στέφανος Σκουλούδης ΟΜιχαὴλ Ἀβέρωφ Ν
2373Ἰω. Δούμας ΟΚωνστ. Ν. Παππανικολῆς Ν
2374Ἰω. Ζαλλώνης Δημοσθ. Βρατσάνος Ν
2375Γρηγ. Μαυρομαρᾶς Ο
2376§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν 152, ἐξ ὧν 73 εἶπον Ναὶ,
237779 εἶπον Ὄχι· ἑπομένως ἡ πρότασις ἀπεῤῥίφθη.
2378(Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 7 μ. μ.)