1880.01.12
1.470 στίχοι · 11.784 λέξεις · 148 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 50
τῆς 12 Ἰανουαρίου 1880.
(Σάββατον.)
Ὥρα 2 μ. μ.
Ἀπαρτίας γενομένης, ὁ Πρόεδρος ἐκήρυξε τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως.
§1ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Παρακαλῶ, ἵνα τὰ πρακτικὰ ἀναγνωσθῶσι μεγαλοφώνως, ὅπως γνωσθῇ ὁποῖα τὰ ἀποφασισθέντα ὑπὸ τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ περὶ φυλλοξήρας νομοσχεδίου, διότι διετυμπανίσθη, ὅτι ἐνομοθετήθη θέσις ἑνὸς Τμηματάρχου ἄνευ Τμήματος ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν. Νομίζω, ὅτι εἶναι καὶ δίκαιον καὶ ἁρμόζον καὶ εἰς τὸ κοινὸν καὶ εἰς τοὺς δημοσιογραφοῦντας νὰ μὴ διαστρέφωσι τὴν ἀλήθειαν καὶ νὰ μὴ διασύρωσι διὰ τῆς συκοφαντίας τὴν ὑπόληψιν τῆς Βουλῆς.
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν ὑποβάλλουσι νομοσχέδιον περὶ ὑπαγωγῆς τοῦ γραμματέως τῆς ἐπιτροπῆς τῶν Ὀλυμπίων εἰς τὸν περὶ συντάξεως νόμον. Θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ.
§3ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, κύριοι, νὰ σᾶς ἀναγνώσω, πρὸς συμπλήρωσιν τῶν πληροφοριῶν περὶ τῆς ὁδοῦ Καλαβρύτων, τὸ ἑξῆς τηλεγράφημα. «Οὐδὲν ἀληθὲς εἰς τὰ λεχθέντα ἐν τῇ Βουλῇ. Ὁδὸς Καλαβρύτων δὲν ἐτελειοποιήθη μὲν, ἀλλὰ καὶ οὐδεμίαν καταστροφὴν ὑπέστη· τὰ γεφύρια δὲν κατέπεσαν, διατηροῦνται ἐκτὸς ἑνὸς, οὗτινος οἱ τοῖχοι ἐξέκλιναν, ἀλλὰ δὲν κατέῤῥευσαν, καὶ διὰ μικρᾶς δαπάνης δύναται νὰ στηριχθῇ· ὅπως βαδίζει ὁ ἐργολάβος νῦν, ἔχω πεποίθησιν, ὅτι οἱ χωματισμοὶ καὶ τὰ τεχνικὰ ἔργα τῆς ὁδοῦ ἔσονται περατωμένα ἐντὸς τριῶν μηνῶν, καὶ ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ὁδοῦ Καλαβρύτων ἔσεται λελυμένον κατὰ τὴν ἐπιθυμίαν τῆς ὑπηρεσίας καὶ τῶν ἐνδιαφερομένων· ἅπασαι αἱ δυσκολίαι ἤρθησαν, καὶ αἱ ἐργασίαι βαίνουσι καλῶς». Εἶναι τηλεγράφημα ἀπὸ τὸν ἁρμόδιον μηχανικόν.
§4ΤΙΝΕΣ. Ποῖος εἶναι ὁ μηχανικός;
§5ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι ὁ Βλάσσης. Μολαταῦτα διετάξαμεν τὸν μηχανικὸν Σάουροτ, νὰ μεταβῇ ἀμέσως ἐκεῖ, νὰ ἐξετάσῃ καὶ νὰ μᾶς ἀναφέρῃ.
§6ΦΛΕΣΣΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν τὰ ἑξῆς· ὁ ποταμὸς Δαφνὼν ὁ παραῤῥέων τῇ πόλει Καλαμῶν, ἐκτὸς τῶν καταστροφῶν, ἃς προὐξένησε κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη ἐπὶ τῶν εὐφορωτάτων παροχθίων κτημάτων τῶν κατοίκων τῆς πόλεως Καλαμῶν, ἐφέτος ἐπήνεγκε σπουδαιοτέρας καταστροφὰς εἰς τὰ αὐτὰ κτήματα, καὶ ἠπείλησε νὰ καταποντίσῃ τὴν πόλιν καὶ νὰ παρασύρῃ καὶ τὴν ἀρτίως ἐγερθεῖσαν γέφυραν. Ἐπίσης μοὶ γράφουσιν ἐκ Θουρίας, ὅτι ὁ χείμαῤῥος ὁ διασχίζων τὴν εὐφορωτάτην κοιλάδα τῆς Μακαρίας κατέστρεψεν ἐφέτος ἀρκετὰ κτήματα, ἠπείλησε δὲ νὰ κατακλύσῃ καὶ τὸ χωρίον τῆς Μικρομάνης· ὅθεν εἶναι ἀνάγκη τὸ Ὑπουργεῖον νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τῆς κατασκευῆς τῆς κοίτης ἀμφοτέρων τῶν ποταμῶν.
§7Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Μετὰ τὴν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Φωτήλας ἀπηύθυνε περὶ τῆς ὁδοῦ Καλαβρύτων καὶ τὴν ὁποίαν συνεπλήρωσα ἐγώ, ἦλθεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅστις σᾶς ἔδωκε τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἠκούσατε προχθές, σήμερον δὲ σᾶς ἀνέγνωσε τηλεγράφημα τοῦ νομομηχανικοῦ Πατρῶν, διὰ τοῦ ὁποίου διαψεύδει τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν διατελεῖ ἡ ὁδὸς αὕτη, καὶ τὰ τεχνικὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα κατεσκεύασαν εἰς αὐτήν. Λυποῦμαι, διότι εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ διαψεύσω τὸ τηλεγράφημα τοῦτο, καὶ νὰ παραστήσω εἰς τὸν κύριον Πρωθυπουργόν, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι τῆς Κυβερνήσεως πρέπει νὰ ἔχωσι περισσότερον σέβας πρὸς τὰς προϊσταμένας των ἀρχὰς ὅταν δίδωσι πληροφορίας, καὶ πληροφορίας, αἱ ὁποῖαι μέλλουσι νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν Βουλήν. Ἐπειδὴ σήμερον δὲν εἶναι συζήτησις τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα τὰ σχετικά, τὴν διακήρυξιν τῆς δημοπρασίας, τοὺς τεχνικοὺς ὅρους τῆς ἐκτελέσεως τοῦ ἔργου καὶ τὰς δαπάνας τὰς μέχρι τοῦδε γενομένας, ὥστε, ὅταν ὁ κ. Φωτήλας προσδιορίσῃ τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν νὰ γείνῃ ἡ συζήτησις τῆς ἐπερωτήσεως, νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐξετάσωμεν ποία εἶναι ἡ διαγωγὴ τῶν ἐντεταλμένων τὴν ἐπιχείρησιν καὶ ἐκτέλεσιν τῶν δημοσίων ἔργων τοῦ τόπου.
§8ΦΩΤΗΛΑΣ. Ὡς πρὸς τὸ τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ μεθ’ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ῥοῦφος, ὑπομιμνήσκω εἰς ὑμᾶς, ὅτι τετρακόσιοι ἢ πεντακόσιοι πολῖται παρεπιδημοῦντες Καλαβρυτινοὶ ἐν Πάτραις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψεύδωνται, διότι ἡ ἀναφορά, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλήν, εἶναι ὑπογεγραμμένη παρὰ 500 πολιτῶν. Δεύτερον σᾶς λέγω, ὅτι εἶναι γεγονὸς ἡ καταστροφὴ τῆς ὁδοῦ αὐτῆς, ἡ ἀτέλεια τῶν γεφυρῶν, ἡ καταστροφὴ γεφυρῶν τινων, γεγονός, τὸ ὁποῖον ὑπέπεσεν εἰς τὴν ἀντίληψιν ἡμῶν τῶν ἰδίων, εἰς τὴν ἀντίληψιν ὅλων τῶν Βουλευτῶν τοῦ νομοῦ Ἀχαϊοήλιδος· ἐρωτήσατε τὸν κ. Πετραλιᾶν, τὸν κ. Στεφανόπουλον, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουν, ὅτι αὐτὴ ἡ ὁδὸς εἶναι κατεστραμμένη. Τρίτον, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μᾶς εἶπεν, ὅτι ὁ νομομηχανικὸς ἐναντίον τῆς ἀποφάσεως τοῦ Νομάρχου ἔδωκε προθεσμίαν.
§9ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ Ὑπουργεῖον ἔδωκε προθεσμίαν.
§10ΦΩΤΗΛΑΣ. Τὸ Ὑπουργεῖον, ἔστω, ἔδωκε προθεσμίαν εἰς τὸν ἐργολάβον ἐντὸς 15 ἡμερῶν νὰ περαιώσῃ τὴν κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ.
§11ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ ἐκανόνισε τὰ ἔργα τὸ Ὑπουργεῖον.
§12ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἐντὸς αὐτῆς τῆς προθεσμίας ἐπεραίωσεν αὐτὸ τὸ ἔργον; ἐὰν δὲν τὸ ἐπεραίωσε, διατί δὲν ἐκηρύχθη ἔκπτωτος; Διὰ νὰ μὴ προκαλῶ μακρὰν συζήτησιν, θὰ ἱκετεύσω καὶ ἐγὼ τὴν Βουλήν, σύμφωνα μὲ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ῥούφου, νὰ ὑποβάλῃ τὸ Ὑπουργεῖον ὅλα τὰ ἔγγραφα, διότι δύο ἐπαρχίαι, τῶν Καλαβρύτων καὶ Πατρῶν, ὑποφέρουσι, διότι πρόκειται περὶ ὁδοῦ, ἥτις ἀποβλέπει ὁλόκληρον τὴν Πελοπόννησον. Νὰ καταθέσῃ λοιπὸν τὸ Ὑπουργεῖον ὅλα τὰ ἔγγραφα, διὰ νὰ ἴδωμεν τί ἔκαμεν ὁ ἐργολάβος, καὶ νὰ ὁρίσῃ ἡ Βουλὴ ἡμέραν πρὸς συζήτησιν. Ὑποθέτω, ὅτι ὅλη ἡ Βουλὴ θὰ ἦναι σύμφωνος πρὸς τοῦτο.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγινώσκεται ἡ ἔκθεσις τοῦ τμήματος περὶ τῆς ἐκλογῆς τῶν Βουλευτῶν Κραναίας. Πρὸς τὴν Βουλήν. Τὸ Ηʹ. Τμῆμα, λαβὸν ὑπ’ ὄψιν τὰ πρακτικὰ καὶ πάντα τὰ λοιπὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν ἐπαναληφθεῖσαν, τῇ 16 Δεκεμβρίου 1879, ψηφοφορίαν ἐπ’ ἐκλογῇ τῶν βουλευτῶν τῆς Ἐπαρχίας Κραναίας· Παρατηρεῖ τὰ ἑξῆς· Ὅτι ἥ τε δημοσίευσις τῶν προγραμμάτων προσηκόντως ἐγένετο καὶ πᾶσαι αἱ νόμιμοι διατυπώσεις ἀκριβῶς ἐτηρήθησαν Ὅτι δύο ἐνστάσεις ἐπεδόθησαν ἐγκαίρως· ἡ μὲν πρώτη, ἐνεργουμένης τῆς ἐκλογῆς ἐν τῷ Αʹ. τμήματι τοῦ δήμου Λιβαθοῦς, παρὰ τοῦ ὑποψηφίου Γ. Μουσούρη, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ κ. Π. Ἀμπελᾶς, δικαστικὸς ἀντιπρόσωπος ἐν τούτῳ τῷ τμήματι, ἐξετέλει καὶ καθήκοντα Ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς, μελῶν ἀπουσιασάντων (ὅπερ δὲν εἶναι παράνομον,) ἐπέτρεψε δὲ καὶ εἰς δύο τῶν ὑποψηφίων νὰ δίδωσι τὰ σφαιρίδια μόνοι των παρὰ τὰς ἑαυτῶν κάλπας· ἡ δὲ δευτέρα ἔνστασις, μετὰ τὸ πέρας τῆς ἐκλογῆς, ἐπεδόθη ὑπὸ τοῦ Παναγῆ Βανδώρου, ὅστις ἐνίσταται κατὰ τῆς ἐκλογῆς, ὡς προϊόντος κυβερνητικῶν ἐπεμβάσεων, παρανομιῶν καὶ δωροδοκίας. Καὶ καθ’ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὴν τελευταίαν ταύτην ἔνστασιν, τὸ Τμῆμα φρονεῖ, ὅτι εἶναι ὅλως ἀβάσιμος καὶ ἀόριστος. Καθόσον δὲ ἀποβλέπει τοὺς σφαιριδιοδότας, ἐπειδὴ ἐν τῷ ἐκλογικῷ νόμῳ οὐδεμία διάταξις ἀπαγορεύει τοῦ νὰ παρίσταται αὐτὸς ὁ ὑποψήφιος, ὡς σφαιριοδότης παρὰ τὴν κάλπην του, ἀφ’ οὗ μάλιστα ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διορίζῃ ἀντιπρόσωπόν του, κατὰ ῥητὴν διάταξιν τοῦ τελευταίου περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν νόμου, διὰ ταῦτα καὶ ἐπειδὴ ἅπασαι αἱ ἐκθέσεις τῶν δικαστικῶν ἀντιπροσώπων βεβαιοῦσι τὴν ἐν πληρεστάτῃ εὐταξίᾳ καὶ νομιμότητι διεξαγωγὴν τῆς ψηφοφορίας. Τὸ Τμῆμα προτείνει Τὴν ἐπικύρωσιν τῆς ἐπαναληφθείσης ἐκλογῆς ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ Κραναίας, καθ’ ἣν ἀνεδείχθησαν πλειονοψηφοῦντες καὶ νόμιμοι βουλευταὶ οἱ κ. κ. Ν. Βαλσαμάκης, Παναγῆς Βενιεράτος, Σπυρίδων Μοντεσάντος καὶ Δημήτριος Μηλιαρέσης. Ἐν Ἀθήναις, τῇ 10 Ἰανουαρίου 1880.
Ὁ Πρόεδρος
Ι. ΜΕΓΑΠΑΝΟΣ
Τὰ μέλη Δ. Στάϊκος, Δ. Τσαμόπουλος, Πολυχρ. Β. Κωσταντᾶς, Δ. Κυριακίδης, Ὁ Εἰσηγητὴς Σ. Κοντολέων. Ν. Γ. Καλαντζόπουλος. Διαφωνῶ μόνον ὡς πρὸς τὸ δικαίωμα τοῦ ὑποψηφίου βουλευτοῦ τοῦ νὰ παρίσταται καὶ ὡς σφαιριδιοδότης ἐπὶ τῆς κάλπης του· καὶ φρονῶ κατὰ συνέπειαν ὅτι κακῶς ἡ Ἐφορευτικὴ ἐπιτροπὴ ἀπέῤῥιψε τὴν περὶ τούτου ἔνστασιν. Ἐναπόκειται δὲ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα αὐτὸ καὶ ἰδίως διὰ τὸ μέλλον. Καὶ ἐγὼ συντάσσομαι μετὰ τῆς γνώμης τοῦ κ. Καλαντζοπούλου. Ν. Δρόσος.»
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§15ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς.
§17ΦΙΛΗΜΩΝ. Διὰ τὸ περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων νόμου τῆς 31 Δεκεμβρίου 1877 δὲν δύναται ὁ διδάκτωρ τῆς νομικῆς ἢ ὁ προλύτης νὰ γείνῃ δεκτὸς πρὸς ἐξέτασιν ἐνώπιον τῆς ἁρμοδίας ἐπιτροπῆς, ἐὰν, ἐκτὸς τοῦ διπλώματος, μὴ φέρῃ καὶ ἀπόδειξιν, ὅτι ἐγυμνάσθη παρά τινι δικηγόρῳ ἐπὶ ἓν ἔτος ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ διπλώματός του. Ὁμοία τις διάταξις ἴσχυε καὶ πρότερον, μὲ τὴν διαφορὰν ὅμως, ὅτι ἡ ἐργασία παρά τινι δικηγόρῳ ἠδύνατο νὰ γίνηται καὶ κατὰ τὸν καιρὸν τῆς μαθητείας, ἤτοι πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ διπλώματος. Γνωρίζετε ὅμως, ὅτι ἡ διάταξις ἐκείνη κατέστη ἁπλοῦς τύπος. Πάντες παρουσίαζον ἀποδείξεις ἐργασίας παρὰ δικηγόρῳ, κατ’ οὐσίαν οὐδεὶς ὅμως ἐγυμνάζετο παρὰ τοιούτῳ, πράγματι. Δυστυχῶς κατὰ τὸν ὅρον, ὃν ἔθεσεν ὁ νεώτερος νόμος, ὅπως μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ διπλώματος ἐργάζηται ἓν ἔτος παρά τινι δικηγόρῳ ὁ διδάκτωρ, ἐπῆλθε ζημία μείζων. Ἐν πρώτοις ἡ ἐκπλήρωσις τοῦ ὅρου κατέστη ἀνέφικτος, διότι ὀλίγιστοι δικηγόροι συναινοῦσι νὰ δεχθῶσι μαθητευομένους παρ’ ἑαυτοῖς· συνεπῶς, ἐντὸς τοῦ ἔτους αὐτοῦ, μὴ ἔχοντες τακτικὴν ἐργασίαν νομικὴν, οἱ νέοι διδάκτορες ἐκτρέπονται τῆς σειρᾶς των, οὕτω δὲ, κατὰ τὸ τέλος τοῦ ἔτους παρουσιαζόμενοι πρὸς ἐξέτασιν, δὲν εὐδοκιμοῦσι, πολλὰ ἐξ ὧν ἐδιδάχθησαν λησμονοῦντες. Νομίζω, ὅτι ἡ διάταξις, περὶ ἧς ὡμίλησα, τοῦ νόμου τοῦ 1877 πρέπει νὰ καταργηθῇ. Ὀγδοήκοντα δὲ διδάκτορες τῆς Νομικῆς καὶ τελειόφοιτοι ὑποβάλλουσιν ἀναφορὰν εἰς τὴν Βουλὴν, παρακαλοῦντες, ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψιν αὕτη τὰς σχετικὰς παρατηρήσεις των, καὶ ἐὰν ἐγκρίνῃ, καταργήσῃ τὴν αἵρεσιν τῆς ἐτησίας παρὰ δικηγόρῳ ἐκγυμνάσεως, μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ διπλώματος.
§18ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§19ΤΖΑΝΕΣ. Ἔχω ὑποβάλει νομοσχέδιον περὶ τούτου εἰς τὴν Βουλήν.
§20ΦΙΛΗΜΩΝ. Εἰς τὴν περασμένην Περίοδον.
§21ΤΖΑΝΕΣ. Διετύπωσα πρότασιν καὶ τὴν ὑπέβαλον, καὶ εἶχεν ἐγγραφῆ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ ἐπέρασε πλέον. Πρέπει νὰ ὑποβάλητε νέαν πρότασιν περὶ τούτου.
§23ΦΙΛΗΜΩΝ. Τὴν Δευτέραν, κ. Πρόεδρε, θέλω ὑποβάλει πρότασιν ἐξ ἑνὸς ἄρθρου, διότι ἓν ἄρθρον μόνον εἶναι.
§24Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Πρό τινων ἡμερῶν, πλοῖον προερχόμενον ἐκ Κωνσταντινουπόλεως εἶχε τηλεγράφημα ὅπως, ἀφοῦ φορτώσῃ, πλησιάσῃ εἰς Σκίαθον, ὅπως λάβῃ τὰς διαταγὰς τοῦ ἰδιοκτήτου· τὸ πλοῖον κατὰ τοὺς νόμους τοὺς λιμενικοὺς ἔδωκε πρῶτον τὴν ἐξομολόγησιν ἐνώπιον τοῦ ὑποτελώνου, παρουσιάσθη δὲ καὶ ὁ ἰδιοκτήτης, καὶ διέταξε τὸν πλοίαρχον νὰ μεταβῇ εἰς Βῶλον. Μόλις ἐξῆλθε τοῦ λιμένος μεταξὺ Τρικέρων καὶ Ξηροχωρίου, ἐκανονιοβολήθη, καταστρέφεται ὁ ἱστὸς αὐτοῦ, συλλαμβάνεται καὶ μεταφέρεται εἰς τὸν λιμένα Ὠρεῶν, καὶ θεωρεῖται ἄνευ λόγου, χωρὶς νὰ ὑπάρχουν αἱ ἀφορμαὶ ἐκεῖναι αἱ διαγραφόμεναι ὑπὸ τοῦ νόμου, ὡς λαθρεμπορικόν, συνάμα δὲ κατάσχεται τὸ πλοῖον καὶ τὰ ἐμπορεύματα. Τὸ ὑπουργεῖον ἢ ὁ οἰκεῖος ὑπάλληλος διέταξε τηλεγραφικῶς, ἀφοῦ ἔλαβε γνῶσιν τοῦ πράγματος, ὅπως ὑπερασπίσῃ ὁπωσδήποτε τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου, νὰ ἐκδοθῇ ἀπόφασις ἐναντίον τοῦ πλοιάρχου καὶ τοῦ πλοίου· τὸ τοιοῦτον τηλεγράφημα σκοπὸν εἶχεν, ὅπως καλύψῃ τὴν γενομένην παρανομίαν καὶ ζημίαν καὶ ἵνα προλάβῃ τὴν κατὰ τοῦ δημοσίου ἀπαίτησιν περὶ ἀποζημιώσεως. Ἐρωτῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἐὰν ἡ τοιαύτη πρᾶξις, ἡ γενομένη ἐναντίον τῶν συμφερόντων τοῦ πλοιάρχου καὶ ἐναντίον τοῦ νόμου, ἦτο νόμιμος, ἄλλως νὰ διατάξῃ τὴν ἀπελευθέρωσιν τοῦ πλοίου, ὅπως μὴ ἐπιβαρυνθῇ τὸ δημόσιον ταμεῖον διὰ μεγαλειτέρου ποσοῦ ἀποζημιώσεως.
§25ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ ἐξετάσω τὴν ὑπόθεσιν, θὰ ἐνεργήσω ὅ,τι πρέπει, καὶ ἐν ἀνάγκῃ θὰ πληροφορήσω τὴν Βουλήν.
§26ΓΡΥΠΑΡΗΣ. Ὁ Δῆμος Ἑρμουπόλεως τῆς ἐπαρχίας Σύρου ἀσχολεῖται εἰς τὴν κατασκευὴν πολλῶν λιμενικῶν ἔργων, τουτέστι πακτωτηρίου καὶ ἀποπερατώσεως τῆς ἐξωτερικῆς προκυμαίας· πρὸς τοῦτο ἔχει ἀπόλυτον ἀνάγκην τῆς παραχωρήσεως ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως δύο οἰκοπέδων, κειμένων τοῦ μὲν πρὸς τὸ νέον Λοιμοκαθαρτήριον, τοῦ δὲ πρὸς τὸ παλαιὸν, διὰ νὰ χρησιμεύσουν, τὸ μὲν ὅπως κατασκευασθῇ τὸ πακτωτήριον, τὸ δὲ ὅπως κατασκευασθῇ ἡ ἀποβάθρα τῶν σιτηρῶν τῶν βυρσοδεψικῶν ὑλῶν καὶ ἄλλων εἰδῶν. Γνωρίζετε ποίας σπουδαιότητος ἔργα εἶναι αὐτὰ, πρὸς τὰ ὁποῖα ὁ δῆμος ἀσχολεῖται. Νομίζω λοιπόν, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον οὐδεμίαν δυσκολίαν θὰ ἔχῃ, ὅπως γείνῃ ἡ παραχώρησις τῶν δύο τούτων οἰκοπέδων, καθόσον καὶ ὠφέλειαν μεγάλην θέλει ἔχει ἡ ναυτιλία καὶ τὸ ἐμπόριον. Θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ παραστήσω εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι περὶ τῆς τοιαύτης παραχωρήσεως εἶχεν ὑποβληθῆ διὰ τοῦ μακαρίτου Χρηστίδου, Βουλευτοῦ τῆς ἐπαρχίας Σύρου, νομοσχέδιον περὶ τούτου, τὸ ὁποῖον εἶχε γείνει δεκτὸν εἰς βʹ ἀνάγνωσιν. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ ψήφισμα τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου, καὶ ἐὰν τὸ εὕρῃ ἄξιον προσοχῆς, ὅπως εἴπω, νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον περὶ παραχωρήσεως τῶν οἰκοπέδων τούτων. Θὰ παρακαλέσω ἐπίσης τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν, καθόσον ἀφορᾷ τὰς ἀποθήκας τῆς διαμετακομίσεως Σύρου, ἤτοι νὰ ἐπαναλάβω πρὸς αὐτὸν τὴν αἴτησιν ἣν εἶχε κάμει εἰς τὸν προκάτοχον Ὑπουργὸν ὁ συνάδελφός μου κ. Δούμας.
§27ΠΕΤΟΥΣΗΣ. Ἀπευθύνομαι πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν· ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος διώρισεν ἀλαταποθηκάριον Δομβραίνης Ἀλεξάκην τινὰ συμπολίτην του. Ὁ κ. οὗτος, φαίνεται, ὅτι κατὰ τὴν διαχείρισίν του δὲν ἔδειξε τὴν πρέπουσαν εἰς ὑπάλληλον διαγωγήν· ἕνεκα τούτου ἐγεννήθη ἀφορμὴ ἐκ μέρους τῆς ὑπηρεσίας, καὶ ὁ προϊστάμενος τῆς οἰκονομικῆς ὑπηρεσίας τῶν Θηβῶν, ὁ ἔφορος, ἔκαμε τὰ δέοντα παράπονα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ πολλαὶ ἐφημερίδες ἔγραψαν ἱκανὰ περὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς. Μετέβη ὁ ἔφορος Θηβῶν εἰς τὴν ἁλικὴν Δομβραίνης, διὰ νὰ ἐξετάσῃ τὰ κατὰ τὴν διαχείρισιν τοῦ ἀλαταποθηκαρίου, ἀλλ’ ὁ ἀλαταποθηκάριος ἀσεβήσας πρὸς τὴν προϊσταμένην ἀρχὴν ἀπέπεμψεν αὐτὸν διὰ τρόπου χλευαστικοῦ καὶ ἀπειλητικοῦ, ὅστις ἔκαμεν οἰκτρὰν ἐντύπωσιν καὶ εἰς τὸν τόπον καὶ εἰς τὴν ἐπαρχίαν. Τὴν περίστασιν ταύτην, νομίζω, ἀνέφερεν ὁ ἔφορος εἰς τὸ ἁρμόδιον ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ἔστειλεν, ὡς ἐνθυμοῦμαι, ὑπάλληλόν τινα, ἀλλὰ τί ἔκαμεν ὁ ὑπάλληλος ἐκεῖνος, ἐκεῖ μεταβᾶς, εἶναι ἄγνωστον καὶ εἰς τὴν ἐπαρχίαν καὶ εἰς ἐμὲ, διὰ νὰ καταδειχθῇ ἐὰν ἡ ὑπηρεσία ἠθέλησε νὰ προστατεύσῃ τὴν διαγωγήν του, ἢ νὰ ἐπέλθῃ τιμωρός. Ἐν τῷ μεταξὺ ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀπέλυσε τὸν ἐπιστάτην τῆς καλλιεργείας, ὅστις εἶναι ὁ οἱονεὶ ἐπόπτης τοῦ ἀλαταποθηκαρίου. Τοῦτο δὲ συνέβη κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν, διώρισε δὲ ἕνα ἄλλον κύριον Εὐαγγέλην Δῆμαν. Καὶ ἐγνώριζε καλῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ὁ κ. οὗτος δὲν ἤθελε δεχθῆ τὸν διορισμὸν, καὶ διὰ τοῦτο ὁ πρὸς ὃν ἀπηυθύνετο ὁ διορισμὸς τὸν ἐπέστρεψε, διότι ἐνόμισεν, ὅτι τοῦτο γίνεται τῆς ἐκλογῆς ἕνεκα. Ἐδόθη ὡς ἐκ τούτου τὸ δικαίωμα καὶ ἡ εὐκαιρία εἰς τὸν ἀλαταποθηκάριον Δομβραίνης νὰ νομίζῃ τὴν ἁλικὴν ὡς ἴδιον αὑτοῦ κτῆμα. Δὲν εἰξεύρετε ὁποία ἐντύπωσις ἐγεννήθη εἰς ὅλην τὴν ἐπαρχίαν, διότι ἦτο παραμονὴ τῶν ἐκλογῶν καὶ διότι συνέπιπτε νὰ ἦνε ὁ ἀλαταποθηκάριος ἰδιαίτερος συμπολίτης τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, θυρωρὸς αὐτοῦ καὶ σωματοφύλαξ, καὶ ἐγένετο τοῦτο σκάνδαλον μέγα. Φαίνεται, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον ἠθέλησε νὰ λάβῃ κἄποια μέτρα κατόπιν παραπόνων· ἰδίως ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν μετὰ ταῦτα παράδοσιν τῶν ἁλάτων ὁ εἰρηνοδίκης Δομβραίνης, τοῦ Δήμου δηλαδὴ, εἰς τὸν ὁποῖον ὑπάγεται ἡ ἁλικὴ Δομβραίνης, καὶ ὁ γραμματεὺς τῆς Ἐφορίας μετέβησαν, διὰ νὰ παρασταθῶσιν εἰς τὴν παράδοσιν τῶν ἁλάτων. Φαίνεται ὅμως, ὅτι ἐκ τῆς πεποιθήσεως, τὴν ὁποίαν εἶχε πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἐκ τῆς πεποιθήσεως, τὴν ὁποίαν εἶχεν εἰς τὴν ἀτομικήν του ἀνδρείαν ὁ ἐν λόγῳ ἀλαταποθηκάριος, ἠπείλησε καὶ ἐξηνάγκασεν αὐτοὺς νὰ ἀπομακρυνθῶσιν. Ἐντεῦθεν ἐγεννήθη κοινὴ πεποίθησις.
§28Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Δὲν κατέφυγαν εἰς τὰ δικαστήρια;
§29ΠΕΤΟΥΣΗΣ. Δὲν εἶμαι χωρικὸς, διὰ νὰ καταγγείλω ἐγὼ τὴν πρᾶξιν εἰς τὰ εἰρηνοδικεῖα· εἶμαι Βουλευτὴς καὶ ὀφείλω νὰ φέρω τὸν λόγον ἐδῶ· ἀπευθύνομαι εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Φαίνεται λοιπὸν, κύριοι, ὅτι ἐγεννήθη κοινὴ πεποίθησις εἰς τὴν ἐπαρχίαν, ὅτι ὁ ἀλαταποθηκάριος σκοπίμως ἐνήργησεν, ὅπως ἐνήργησε, καὶ διὰ τοῦτο τὸ ἅλας τῆς ἁλικῆς Δομβραίνης, τὸ ἐν ταῖς ἀποθήκαις εὑρεθὲν, ἀνέρχεται εἰς τὸ ποσὸν τῶν 500,000 ὀκάδων, ἐνῷ οὐδέποτε εὑρέθη ὀλιγώτερον τοῦ 1,000,000 ὀκάδων. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἦναι ἀληθὲς, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦ ἅλατος ἀνέρχεται εἰς 500,000 ὀκάδας, ἐὰν κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη ἀνήρχετο εἰς πλέον τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου, νὰ πληροφορήσῃ ὡσαύτως τὴν Βουλὴν ἐὰν, ὅσα ἐγὼ ἀνέφερον, ἔλαβον χώραν, καὶ τί περὶ τούτου ἐνήργησε τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς ὑπεράσπισιν τῆς τιμῆς καὶ τοῦ ἠθικοῦ μέρους τῶν ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι ἠθέλησαν νὰ προφυλάξουν τὴν περιουσίαν τοῦ ἔθνους, καὶ πρὸς τιμωρίαν τοῦ ὑπαλλήλου ἐκείνου, ὅστις ἐνόμισε τὴν ἁλικὴν ὡς ἰδιόκτητον κτῆμα, περιφρονῶν τὸ δημόσιον καὶ ὑβρίζων τὴν ὑπηρεσίαν.
§30ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἤμην ἐγὼ, νομίζω δὲ, ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ δώσω εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας τινὰς, τὰς ὁποίας ἐκ τοῦ προχείρου δύναμαι νὰ δώσω, διότι ἡ ὑπηρεσία τοῦ ὑπουργείου δὲν ἀνήκει πλέον εἰς ἐμέ. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἐγένοντο διάφοροι καταγγελίαι κατὰ τοῦ ἐπιστάτου τοῦ ἀλαταποθηκαρίου Θίσβης· ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἀπέστειλα ὑπουργικὸν γραμματέα αʹ τάξεως, ἐν τῷ δικαστικῷ τμήματι ὑπηρετοῦντα, τὸν κ. Σαρῆν, διὰ νὰ ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις· ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἐπανελθὼν μοὶ ὑπέβαλεν ἔκθεσιν πολύφυλλον, τὸ πόρισμα τῆς ὁποίας ἦτον, ὅτι κατὰ τὸ παρεληλυθὸς διάστημα ἡ ἁλικὴ ἦτον ἕρμαιον ἰδιοτελείας ἀθεμίτου, ὅτι ὁ διορισμὸς ἀλαταποθηκαρίου πέραν τοῦ τόπου συνετάραξε καὶ ἀνῄρεσε συμφέροντα ἔκνομα καὶ ὅτι ὑπελογίζετο μεγίστη ζημία εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου. Τὴν ἔκθεσιν ταύτην τὴν παρέπεμψα εἰς τὸν εἰσαγγελέα τῶν ἐν Ἀθήναις Πρωτοδικῶν, καὶ ἀπεστάλη ἀνακριτὴς, διὰ νὰ ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις, διὰ νὰ ἀνακαλύψῃ, ἐὰν κατεπατήθησαν τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου καὶ ὑπὸ τίνος, διὰ νὰ δώσῃ λόγον τῶν πράξεών του. Ἐνθυμοῦμαι τὸν ἐπιστάτην τῆς καλλιεργείας, ὀνόματι Μοίραν, ἐνθυμοῦμαι, ὅτι μοὶ ὑπέβαλε καταστάσεις, εἰς τὰς ὁποίας τὸ ὄνομα Μοίρας ἀπηντᾶτο τετράκις καὶ πεντάκις· ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἔλαβον ἀναφορὰς κατὰ τοῦ Μοίρα, ὅτι κατ’ αὐτοῦ ὑπῆρχε ποινικὴ δίκη, ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἐζήτησα πληροφορίας ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Ἀθήναις Πρωτοδικῶν, καὶ ὅτι οὗτος μοὶ ἀπέστειλεν ἔκθεσιν τοῦ ἀνακριτοῦ, διὰ τῆς ὁποίας ἐβεβαίου ὁ ἀνακριτὴς, ὅτι ὑπῆρχεν ἐκκρεμὴς δίκη ἐπὶ ἀπειθείᾳ ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου, καὶ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἔπαυσα τὸν Μοῖραν διὰ τοῦτο καὶ διώρισα ἕνα Εὐαγγέλην Δῆμα, τὸν ὁποῖον οὔτε γνωρίζω, οὔτε ἠξεύρω ἐὰν ἐδέχθη, εἴτε ὄχι. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θέλει δώσει τὰς ἄλλας πληροφορίας. Ὁρκίζονται οἱ Βουλευταὶ Κραναίας κύριοι Βαλσαμάκης, Μηλιαρέσης, Μοντεσάντος καὶ Βονιεράτος.
§31ΡΙΚΑΚΗΣ. Κατὰ μίαν τῶν παρελθουσῶν συνεδριάσεων, κ. Πρόεδρε, ὁ ἔντιμος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν προσήγαγε μίαν ἐπιστολὴν τοῦ κ. Γενναδίου σχετιζομένην μὲ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ μετατροπῆς τῶν παλαιῶν δανείων. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, θεωρῶν αὐτὴν ἀναγκαίαν ἴσως διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου, τὴν ἐζήτησε καὶ τὴν ἔλαβε. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ τὴν καταθέσῃ, ἵνα τὴν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Νομοσχεδίου.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἠκούσατε, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν· ἓν ἔγγραφον, σχετιζόμενον μὲ τὸ Νομοσχέδιον περὶ μετατροπῆς τῶν παλαιῶν δανείων, κατετέθη ὑπὸ τοῦ προκατόχου σας, καὶ ἐλήφθη πάλιν, διότι ἦτον ἀναγκαῖον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Παρακαλεῖσθε νὰ τὸ καταθέσητε καὶ πάλιν.
§33ΚΟΤΑΡΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, τρίτην ἤδη φορὰν καταλαμβάνω τὸ βῆμα, διὰ νὰ ἐκθέσω καὶ ἐγὼ, ἢ νὰ ἐκπληρώσω ὅ,τι ἀπὸ τὸ καθῆκον τῆς ἀντιπροσωπείας μοι ἐπιβάλλεται· σᾶς παρακαλῶ δὲ νὰ μὴ ὑποθέσητε, ὅτι διενοήθην ἢ ἐφαντάσθην νὰ κατατάξω καὶ ἐγὼ τὸν ἑαυτόν μου καὶ νὰ τὸν συγκαταριθμήσω μεταξὺ τῶν κ. ῥητόρων, τουτέστι τῶν ἀξίων κυρίων συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὴν ἱκανότητα καὶ τὸ πλεονέκτημα νὰ στολίζουν τὸ βῆμα τοῦτο μὲ τὴν ἀπαιτουμένην ῥητορικὴν δεινότητα καὶ εὐγλωττίαν· σᾶς ὁμολογῶ δὲ, ὁσάκις εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ ἀπὸ τοῦ βήματος, θὰ ἦμαι πάντοτε σύντομος καὶ νὰ περιορίζωμαι εἰς τὰ πράγματα. Προχθὲς παρεκάλεσα τοὺς κκ. Ὑπουργοὺς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Στρατιωτικῶν νὰ καταθέσωσιν εἰς τὸ Προεδρεῖον τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἀνακριτοῦ, τοῦ εἰσηγητοῦ, οὕτως εἰπεῖν, ταγματάρχου κ. Μουτουδάκη, ἡ ὁποία ἔκθεσις κατ’ ἐμὲ θὰ περιλαμβάνῃ πολλὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα λαμβάνουν χώραν εἰς τὸν τόπον μου. Ἤδη δὲ παρακαλῶ τὸν μὲν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐξετάσῃ εἰς τὸ Γραφεῖον καὶ ἀνεύρῃ μίαν ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος Δωρίδος ὑπέβαλεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν κατὰ τοῦ εἰρηνοδίκου Δωρίδος Λεωνίδου Τσάκα, ὅστις διεξήγαγε μίαν πολὺ σπουδαίαν ὑπόθεσιν τοῦ δημοσίου.
§34ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τί ἀφορᾷ αὐτὴ ἡ ἔκθεσις τοῦ ἐφόρου κατὰ τοῦ εἰρηνοδίκου;
§35ΚΟΤΑΡΗΣ. Εἶναι μία διαφορὰ, περὶ τῆς ὁποίας ἐνδιαφέρεται ὁ ἔντιμος συνάδελφός μου κ. Ἀνδρίτσος, εἶναι δικαστικὴ ἡ ὑπόθεσις, τὸ ποσὸν τῆς ὁποίας ἀνέρχεται εἰς καμμιὰ 200,000 δραχμαίς! Παρακαλῶ ἐπίσης τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ καταθέσῃ διάφορα ἐπίσημα ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἀποβλέπουν τὴν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν διατήρησιν ἑνὸς ἐνωμοτάρχου, Παπαθεοδώρου, τὸν ὁποῖον ὤφειλε νὰ παραπέμψῃ εἰς τὸ κατάλληλον νοσοκομεῖον πρὸς θεραπείαν, καὶ οὐχὶ νὰ διατηρήσῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Μετὰ τὴν κατάθεσιν ὅλων αὐτῶν τῶν ἐγγράφων, πιστεύω καὶ ὑμεῖς νὰ πεισθῆτε, καὶ αὐτὴ ἡ ἰδία Κυβέρνησις, ὅτι πολὺ ἐλόξευσεν ἀπὸ τὴν μέριμναν, τὴν ὁποίαν ὤφειλε νὰ ἔχῃ ὑπὲρ τῶν γενικῶν συμφερόντων τοῦ τόπου, καὶ ἐλόξευσε πολὺ ἀπὸ τὴν ὑψηλὴν ἀποστολήν της. Ἴσως γνωρίζετε καλλίτερον ἀπὸ ἐμὲ, κ. Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι ἡ εὐθύτης, ἡ εἰλικρίνεια, ἡ ἀμεροληψία εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ ὑπερισχύσωσιν, ὅπως τὸ ψεῦδος, ἡ ὑπουλότης ἐπίσης δὲν δύνανται ποτὲ νὰ ἀπολαύσωσι τὸν σεβασμόν. Τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ζητῶ ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν, εἶναι τὰ ἑξῆς· ἡ ὑπ’ ἀριθ. 5175, 19 Ἰουλίου, ἀναφορὰ τῆς μοιραρχίας Φθιώτιδος, ἡ ὑπ’ ἀριθ. 5262 τηλεγραφ. ἀναφορὰ τῆς ἰδίας μοιραρχίας, ἡ ὑπ’ ἀριθ. 5232 τῆς ἰδίας στρατιωτ. ἀρχῆς περὶ ἀσθενείας τοῦ περὶ οὗ πρόκειται ἐνωμοτάρχου, ἡ ἀπὸ 25 Ἰουλίου τηλεγρ. διαταγὴ τοῦ Ὑπουργείου, καὶ αἱ ὑπ’ ἀριθ.18,280 καὶ 18,830 διαταγαὶ τοῦ Ὑπουργείου περὶ τοῦ ἰδίου ἐνωμοτάρχου πραγματευόμεναι, τηλεγράφημα τοῦ αὐτοῦ Ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον, ἀφοῦ παρεστάθη, ὅτι ὁ ὑπαξιωματικὸς αὐτὸς δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ διοικήσῃ τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν, ἠνάγκασε νὰ μένῃ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ. Ἐπιφυλάσσομαι δὲ μετὰ τὴν συγκέντρωσιν αὐτῶν τῶν ἐγγράφων νὰ ἀναπτύξω ἀκριβέστερον αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν.
§36ΒΑΛΤΙΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἤθελον νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὅταν γίνωνται ἐπερωτήσεις, νὰ μᾶς στέλλῃ ἀποσπάσματα.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πάντοτε γίνεται αὐτό, ὅταν δὲν ἀπαντᾶτε ἀμέσως.
§38ΚΟΤΑΡΗΣ. Ἐγὼ δὲν εἶμαι νομομαθὴς, ἀλλ’ ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, ἐὰν οἱ νόμοι ἦναι εὔκολον νὰ μεταβάλλωνται, ἢ νὰ ἐφαρμόζωνται διαφορετικὰ, παρ’ ὅτι αὐτοὶ οἱ νόμοι διατάσσουν, καὶ ἐὰν ἄλλο Σῶμα ἀπὸ τὸ νομοθετικὸν ἠμπορῇ νὰ τοὺς μεταβάλλῃ. Ἐὰν ἐνθυμῆσθε, ἐξεδόθη διάταγμα π. χ., ὅτι τὸ νομοσχέδιον τὸ τροποποιῆσαν τὸν νόμον περὶ τῶν δανείων, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠδυνήθη κατὰ τὴν ἔκτακτον σύνοδον νὰ ἐπιψηφίσῃ, θεωρεῖται ὡς νόμος τοῦ Κράτους.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὰ εἶναι σχετικὰ πρὸς τὸν νόμον ἐκεῖνον.
§40ΚΟΤΑΡΗΣ. Προκαταρκτικῶς τὰ λέγω. Μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐψήφισε καὶ ὑπάρχει εἰς πλήρη ἐφαρμογὴν εἷς νόμος περὶ δασῶν, ἀλλ’ ἐκ τύχης εἶδον ἓν διάταγμα τοῦ ἐντίμου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ τοῦ ὁποίου ἐξαιρετικῶς εἰς τὰς ἐπαρχίας Γορτυνίας καὶ Μαντινείας δὲν ἐφαρμόζεται ὁ νόμος αὐτὸς, ὅπως εἰς ὅλον τὸ Κράτος, ἀλλ’ ἐπιτρέπεται ἡ ὑλοτομία διαρκῶς.
§41ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τὸ ἐπιτρέπει ὁ νόμος.
§42ΚΟΤΑΡΗΣ. Ἐγὼ δὲν τὸ θεωρῶ δίκαιον, εἶναι δὲ καὶ ὁ νόμος ἐδῶ, ὁ ὁποῖος δὲν κάμνει τοιαύτην ἐξαίρεσιν.
§43Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν.) Φίλτατε κ. συνάδελφε, σᾶς παρακαλῶ, μοὶ κάμνετε μίαν χάριν, νὰ ζητήσητε ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ φέρῃ τὰ ἔγγραφα, νὰ γείνουν ἀντικείμενον ἐξετάσεως;
§44ΚΟΤΑΡΗΣ. Ἔχω τὸ διάταγμα. «Προτάσει τοῦ ἡμετέρου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὸ ἀπὸ 29 Ἰουλίου π. ε. ἡμέτερον Β. Διάταγμα περὶ ἐκτελέσεως τοῦ ΧΙΓ. καὶ τῶν προγενεστέρων αὐτοῦ νόμων περὶ δασυνομικῆς ὑπηρεσίας, ἐπιτρέπομεν νὰ ἐνεργῆται ὑλοτομία εἰς μόνα τὰ ἐκ ... δένδρων δάση, τῶν δασονομείων Μαντινείας καὶ Γορτυνίας, καθ’ ὅλον τὸ ἔτος. Ἐν Τατοΐῳ, τὴν 9 9βρίου 1878.
ΓΕΩΡΓΙΟΣ.
Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ.»
§45ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Πότε ἔγεινε τὸ διάταγμα αὐτό;
§46ΚΟΤΑΡΗΣ. Εἶναι τῆς 3ης Νοεμβρίου 1878. Ἐὰν θελήσωμεν νὰ παραδεχθῶμεν τὴν ἀρχὴν, ὅτι οἱ νόμοι δύνανται νὰ μεταβάλλωνται αὐτοβούλως, τότε εἶναι περιττὸν νὰ ματαιοπονῶμεν, ἀλλὰ καλλίτερον νὰ εἴπωμεν εἰς τοὺς κ. Ὑπουργοὺς, πᾶν ὅ,τι νομίζετε συμφέρον εἰς τὸ Κράτος νὰ τὸ κάμητε μόνοι σας, νὰ τὸ κυρώσητε, καὶ ἔπειτα ἡμεῖς ἐδῶ μὲ δύω λέξεις νὰ λέγωμεν· τὰ ὑπ’ ἀριθμὸν δεῖνα Βασιλικὰ διατάγματα τηροῦνται ὡς νόμοι τοῦ Κράτους. Ἔχω τὴν πεποίθησιν, ἔντιμε κύριε Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι τὸ Ἔθνος καὶ οἱ ἀντιπρόσωποι αὐτοῦ, γνωρίζουν πολὺ καλῶς τὴν κατάστασίν μας, καὶ ἢ ἐγὼ ἀπατῶμαι οἰκτρῶς, ἢ ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία πιστεύει ὅτι αὐτὰ δὲν εἶναι γνωστὰ εἰς τὸν τόπον, πλανᾶται. Ὅλα αὐτὰ λοιπὸν παρακαλῶ νὰ τὰ σκεφθῆτε οἱ ὄντες εἰς καλλιτέραν θέσιν ἀπὸ ἐμὲ, διὰ νὰ ἠμπορέσωμεν νὰ βαδίσωμεν καλλίτερον εἰς τὸ μέλλον. Κύριοι, παύω νὰ ἐκταθῶ περισσότερον, ἐπιφυλάσσομαι δὲ, ὁσάκις θεωρήσω τὸν ἑαυτόν μου δυνάμενον κἄτι νὰ εἴπω, εἴτε περὶ προσωπικῶν, εἴτε περὶ γενικῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους, καὶ ἐκ πείρας μᾶλλον, νὰ μοὶ τὸ ἐπιτρέψητε.
§47ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§48ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Κύριε πρόεδρε, δύο λέξεις περὶ τοῦ κανονισμοῦ καὶ τοῦ τρόπου τῆς διεξαγωγῆς τῶν συζητήσεων. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν «μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν καὶ ἔγκρισιν τῶν πρακτικῶν, ὁ πρόεδρος ἀνακοινώνει εἰς τὴν Βουλὴν ἅπαντα τὰ ἀπευθυνθέντα αὐτῷ διαγγέλματα, προτάσεις, ὑπομνήματα ἢ ἄλλα ἔγγραφα». Κατόπιν, ἄρθρον 22, «ὁ πρόεδρος μετὰ ταῦτα ἀπαγγέλλει τὰ ἀντικείμενα τῆς ἡμερησίας διατάξεως καὶ προκαλεῖ τὴν ἐφ’ ἑκάστου τούτων συζήτησιν καὶ ἀπόφασιν τοῦ Σώματος καθ’ ἣν ἐτάχθησαν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει σειράν». Τοιαύτη, κ. πρόεδρε, ἡ τάξις καὶ ἡ διαδικασία τῆς διεξαγωγῆς τῶν συζητήσεων ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς ἐπερωτήσεως εἶναι ἀπεριόριστον, ἀλλὰ τὸ δικαίωμα τοῦτο ὑπάγεται εἰς κανόνας τινὰς προβλεπομένους ἀπὸ τὸν Κανονισμὸν καὶ διεξάγεται κατ’ αὐτούς. Κατὰ τοὺς κανόνας δὲ τούτους, ὁ βουλευτὴς ὅταν ἔχῃ τι, ἐπὶ τοῦ ὁποίου προτίθεται νὰ ἐπερωτήσῃ τὴν Κυβέρνησιν, λέγει ἁπλῶς καὶ μόνον «προτίθεμαι νὰ ἐπερωτήσω τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ τοῦ ἑξῆς ἀντικειμένου. «Ἐὰν ὁ ὑπουργὸς δέχηται νὰ ἀπαντήσῃ ἀμέσως, τότε βεβαίως ἡ Βουλὴ, ἐὰν θέλῃ, ἐπιτρέπει τὴν διεξαγωγὴν τῆς ἐπερωτήσεως καθ’ ἣν ἡμέραν ἀπευθύνεται αὕτη, καὶ τότε ὁ ἐπερωτῶν βουλευτὴς δύναται ν’ ἀναπτύξῃ τὴν ἐπερώτησίν του, ὁ δὲ κ. ὑπουργὸς ν’ ἀπαντήσῃ, καὶ νὰ γενῇ ὁποιαδήποτε συζήτησις. Ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει, ὁρίζεται ἡ ἡμέρα, καθ’ ἣν ἀναπτύσσεται ἡ ἐπερώτησις, ἥτις καὶ περιλαμβάνεται τότε ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Κατὰ τὸν τρόπον αὐτὸν νομίζω, κ. πρόεδρε, ὅτι ὁ Κανονισμὸς ἐπιβάλλει τὴν διεξαγωγὴν τοῦ σπουδαίου αὐτοῦ δικαιώματος, δίδεται δὲ οὕτω καιρὸς εἰς τὴν κυβέρνησιν νὰ προετοιμασθῇ, διὰ νὰ δώσῃ τὴν ἀπάντησιν, καὶ εἰς τοὺς βουλευτάς, οἱ ὁποῖοι δὲν γνωρίζουν τὸ θέμα, νὰ τὸ μελετήσουν, καὶ τοιουτοτρόπως νὰ ἐπέλθῃ μετὰ σπουδαίαν συζήτησιν ἓν ἀποτέλεσμα. Καθ’ ὃν δὲ τρόπον διεξάγεται σήμερον ἐν τῇ Βουλῇ τὸ δικαίωμα τῶν ἐπερωτήσεων βλέπω, ὅτι κατατρίβομεν τὸ μεγαλείτερον μέρος τῶν συνεδριάσεων εἰς συζητήσεις, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἀσκόπους, μετὰ παρέλευσιν δὲ ὡρῶν φθάνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ εἴμεθα ἐπὶ τοσοῦτον κεκμηκότες καὶ συγχισμένοι, ὥστε δὲν δυνάμεθα δεόντως νὰ ἐκπληρώσωμεν τὸ κύριον ἀντικείμενον τῆς ἀποστολῆς ἡμῶν. Νομίζω, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς ἐπερωτήσεως πρέπει νὰ διεξάγηται κατὰ τὸν ἑπόμενον τρόπον. «Κύριε πρόεδρε, προτίθεμαι νὰ ἐπερωτήσω τὴν κυβέρνησιν ἐπὶ τοῦ ἑξῆς ἀντικειμένου, καὶ παρακαλῶ νὰ ὁρισθῇ ἡ ἡμέρα, ἐὰν ὁ ὑπουργὸς δὲν ἐννοῇ νὰ ἀπαντήσῃ ἀμέσως, καθ’ ἣν μέλλω νὰ ἀναπτύξω τὴν ἐπερώτησίν μου ταύτην».
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθὼς παρετηρήσατε καὶ ὑμεῖς, κύριε βουλευτά, τὸ δικαίωμα τῆς ἐπερωτήσεως εἶναι ἀπεριόριστον. Συμφωνῶ καὶ ἐγὼ, ὅτι ὁ Βουλευτὴς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ὁρίζῃ τὸ ἀντικείμενον, περὶ τοῦ ὁποίου ἡ ἐπερώτησις, νὰ προσδιορίζηται δὲ ἄλλη ἡμέρα πρὸς ἀνάπτυξιν καὶ συζήτησιν. Ἀλλ’ ὁ πρόεδρος δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κανονίσῃ εἰς ἕκαστον Βουλευτὴν τὸν τρόπον, καθ’ ὃν πρέπει οὗτος νὰ διατυπώνῃ τὴν ἐπερώτησίν του. Παρακαλῶ λοιπὸν τοὺς κ. κ. Βουλευτὰς, χωρὶς νὰ ἐπέμβω εἰς τὸ ἀντικείμενον αὐτὸ, νὰ λάβουν ὑπ’ ὄψιν τὰς παρατηρήσεις τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Αἰγιαλείας, αἱ ὁποῖαι εἶναι τῷ ὄντι πολὺ ὀρθαὶ, καὶ ὅταν κάμνουν ἐπερώτησιν, νὰ φροντίζουν ὥστε νὰ περιορίζωνται εἰς ὀλιγίστας λέξεις, τόσας μόνον, ὅσαι εἶναι ἀναγκαῖαι, ὅπως γείνῃ καταληπτὸν τὸ ἀντικείμενον τῆς ἐπερωτήσεως. Τίποτε περισσότερον τὸ προεδρεῖον δὲν ἠμπορεῖ νὰ κάμνῃ. Νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι σύμφωνος.
§50ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§51Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὄχι. Παραδεχθέντες, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ἐπερωτήσεως εἶναι ἀπεριόριστον, δὲν δύνασθε, ὡς καὶ ὑμεῖς εἴπετε, νὰ κανονίζητε τὸν τρόπον, καθ’ ὃν θὰ διατυπώνῃ ἕκαστος τὴν ἐπερώτησίν του. Παρατηρῶ μόνον, ὅτι σήμερον λαμβάνουν χώραν πολλαὶ ἐπερωτήσεις, καὶ διὰ τοῦτο ἐπέρχεται ἡ βραδύτης. Δὲν συμφωνῶ δὲ μὲ τὸν κ. Μεσσηνέζην, ὅτι ὁ βουλευτὴς πρέπει νὰ πάρῃ ἕνα διαβήτην, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ μετρήσῃ τὴν ἔκτασιν τοῦ λόγου, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ διατυπώσῃ τὴν ἐπερώτησίν του.
§52ΦΙΛΗΜΩΝ. Ὄχι μόνον, κύριε Πρόεδρε, εἰς τὰ ζητήματα τῶν ἐπερωτήσεων, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλα ὁ Κανονισμὸς ἡμῶν εἶναι ἀτελής. Ἐνθυμεῖσθε δὲ, ὅτι, ἕνεκα τούτου, κατὰ τὴν παρελθοῦσαν περίοδον τῆς Βουλῆς συνέστη ἐπιτροπὴ, τῆς ὁποίας τὴν συγκρότησιν ἀνεθέσαμεν εἰς τὸν Πρόεδρον, ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸν Κανονισμὸν καὶ ἐπενέγκῃ τὰς δεούσας τροποποιήσεις· ἡ ἐπιτροπεία αὕτη δὲν εἰργάσθη. Ἐπαναλαμβάνω ὁμοίαν πρότασιν, καὶ προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν ν’ ἀναθέσῃ εἰς ὑμᾶς νὰ διορίσητε ἐπιτροπὴν, ἥτις νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸν ἐν ἰσχύϊ Κανονισμὸν, τροποποιήσῃ δὲ καὶ συμπληρώσῃ κατὰ τὰς ἀνάγκας ὅσας ἡ πεῖρα ὑπέδειξε μέχρι τοῦδε.
§53ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Μὲ παρεξήγησεν ὁ κύριος Πετιμεζᾶς. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς ἐπερωτήσεως εἶναι ἀπεριόριστον, ἀλλ’ εἶναι διαφορὰ μεταξὺ ἐπερωτήσεως καὶ συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως. Ἐὰν ἐγὼ ἀπομακρύνωμαι ἀπὸ τὸ ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως, εἶναι καθῆκον τοῦ κυρίου προέδρου νὰ μὲ ἐπαναφέρῃ εἰς τὴν τάξιν. Ὅταν ὁ κ. πρόεδρος ἔχῃ μίαν ἡμερησίαν διάταξιν, τὸ καθῆκόν του εἶναι νὰ ἀναγκάζῃ τὴν Βουλὴν νὰ περιορίζηται εἰς αὐτήν. Τὸ ἐπερωτᾷν, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι ἀπεριόριστον, ἀλλὰ μόνον τὸ ἐπερωτᾷν, μόνον τὸ νὰ τίθηται τὸ ζήτημα, ἡ δὲ ἐπερώτησις ἀναπτύσσεται κατὰ τὴν ἡμέραν, ἥτις θὰ ὁρισθῇ, ὅτε ἡ ἐπερώτησις περιλαμβάνεται εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ τότε ἕκαστος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀναπτυχθῇ κατὰ τὴν ἰδίαν κρίσιν, καὶ νὰ λαλήσῃ καθ’ ὅσον θέλει· ἀλλ’ ὅταν δὲν ἦναι ὡρισμένη ἡ ἡμέρα διὰ τὴν ἐπερώτησιν, τότε δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἐπερώτησις νὰ ἦναι θέμα συζητήσεως.
§54ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ὑποστηρίζω τὴν πρότασιν τοῦ κ. Φιλήμονος· τὴν θεωρῶ σπουδαιοτάτην, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ μᾶς ἐξηγήσῃ διατί δὲν διώρισεν ἐπιτροπήν.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς ἄλλην περίοδον ἐγένετο ἡ πρότασις.
§56ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Διατυπῶ ἤδη τὴν πρότασιν, καὶ παρακαλῶ νὰ τὴν σημειώσητε εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά.
§58ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπὶ τῶν παρατηρήσεων, τὰς ὁποίας πρὸ μικροῦ ὁ κ. Κόταρης ἐξήνεγκε, νομίζω ἀναγκαῖον νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι κατὰ τοὺς περὶ δασῶν καὶ δασονομίας Νόμους, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν διὰ Β. Διατάγματος προσδιορίζει τὸν χρόνον, καθ’ ὃν δύναται νὰ γείνῃ ὑλοτομία ἄνευ βλάβης τῶν δασῶν. Ὅτε κατὰ τὸ 1878 ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, εὗρον ἐκδεδομένον ἀπὸ τοῦ προκατόχου μου, τοῦ ἀειμνήστου Δεληγεώργη, διάταγμα, δι’ οὗ ἐκανονίζετο ὡς ἐποχὴ ὑλοτομίας ἡ ἐποχὴ ἀπὸ τῆς 1ης Ὀκτωβρίου μέχρι τέλους Φεβρουαρίου, ἀπηγορεύετο δὲ ἡ ὑλοτομία ἀπὸ τῆς 1ης Μαρτίου μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου. Τὸ δασονομικὸν τμῆμα μοὶ ἔκαμε τὴν παρατήρησιν, ἐπείσθην δὲ καὶ ἐγὼ ἀδιστάκτως, ὅτι ἡ ἐποχὴ ἐκείνη, ὡς ἐποχὴ χειμῶνος, ἦτο ἀνεπαρκὴς πρὸς ὑλοτομίαν ἰδίως εἰς τὰς ὀρεινὰς ἐπαρχίας. Ἀλλὰ συγχρόνως ἔπρεπε νὰ προστατευθῶσι καὶ τὰ δάση ἐκ τῆς βλάβης, ἥτις ἐπέρχεται εἰς αὐτὰ ἐκ τῆς εἰς ἀκατάλληλον ἐποχὴν ὑλοτομίας. Διὰ τοῦτο παρέτεινα τὴν ἐποχὴν αὐτὴν διὰ νέου Β. Διατάγματος ἀπὸ τῆς πρώτης Μαρτίου μέχρι τέλους τοῦ αὐτοῦ μηνός· ἀλλὰ μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ τελευταίου τούτου Β. Διατάγματος πάλιν μοι ἐγένοντο παραστάσεις ἀπὸ Βουλευτὰς τῶν ὀρεινῶν Ἐπαρχιῶν, ἰδίως τῆς Μαντινείας καὶ Γορτυνίας, ὅτι ἡ ἐποχὴ ἐκείνη, ὡς ἐποχὴ χειμῶνος, ἦτο ἀκατάλληλος διὰ τὴν ὑλοτομίαν τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων, εἶχον δὲ τὸ ζήτημα ὑπὸ μελέτην σκεπτόμενος νὰ προσδιορίσω διὰ τὰς ὀρεινὰς ἐπαρχίας ὡς ἐποχὴν ὑλοτομίας καὶ τοὺς μῆνας τοῦ θέρους· ἀποχωρήσας ὅμως τοῦ ὑπουργείου ἀφῆκα τὸ ζήτημα ἐκκρεμές· σήμερον δὲ μανθάνω, ὅτι ὁ διαδεξάμενός με ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Δηλιγιάννης ἐξέδωκε διάταγμα καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς δύο Ἐπαρχίας Μαντινείας καὶ Γορτυνίας, δι’ οὗ ἐπιτρέπεται καθ’ ὅλον τὸ ἔτος ἡ ὑλοτομία. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀληθὴς ἱστορία τοῦ ζητήματος τούτου.
§59Α. ΡΟΥΚΗΣ. Νὰ ἐπεκταθῇ καὶ εἰς ἄλλας ὀρεινὰς Ἐπαρχίας. Εἰς τὴν Παρνασσίδα εἶναι δύο Δῆμοι, οἵτινες ζῶσιν ἀπὸ τὴν ὑλοτομίαν, κατὰ τὸν χειμῶνα δ’ ἐκεῖ οὔτε λύκος δὲν πηγαίνει.
§60ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ὑπάρχουν οἱ αὐτοὶ λόγοι, διατί νὰ μὴ γείνῃ καὶ δι’ ἄλλα μέρη· περὶ τούτου θέλω φροντίσει. Ὑποβάλλω, κύριοι, εἰς τὴν Βουλὴν Νομοσχέδιον, δι’ οὗ ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις τὴν ἄδειαν νὰ λάβῃ 2,500,000 δραχμῶν ἐκ τῶν κατατεθειμένων παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ, τοῦ δανείου τῶν 60,000,000, διὰ τὰς ἀναποδράστους καὶ κατεπειγούσας ἀνάγκας τοῦ Κράτους τοῦ μηνὸς Ἰανουαρίου, αἱ ὁποῖαι ἐλπίζω, ὅτι δύνανται νὰ ἐπαρκέσωσι καὶ διὰ τὰς μᾶλλον κατεπειγούσας ἀνάγκας τοῦ ἐπιόντος μηνὸς Φεβρουαρίου. Ἡ ἐποχὴ αὕτη, κύριοι, εἶναι ἡ λεγομένη ἄγονος, διότι ἤδη ἢ οὐδεμία ἢ πολὺ ἀσήμαντος εἴσπραξις δημοσίων ἐσόδων γίνεται, καὶ ὡς ἐκ τῆς ὥρας τοῦ χρόνου καὶ ὡς ἐκ τοῦ χειμῶνος· τὰ δὲ ἔσοδα τοῦ 1880, πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν τοῦ ὁποίου ζητοῦμεν νὰ λάβωμεν τὰ χρήματα, θὰ βεβαιωθῶσι βραδέως, μετὰ τὸν Ἀπρίλιον. Ἔχομεν δὲ ἀπόλυτον ἀνάγκην διὰ τοῦτο, ὡς σᾶς εἶπον, νὰ λάβωμεν τὴν ἄδειαν τῆς Νομοθετικῆς ἐξουσίας, ὅπως διαθέσωμεν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων ἐκ τῶν παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ διαθεσίμων 4,561,000 τὸ ποσὸν τῶν 2,500, 00. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ θεωρήσῃ τὸ Νομοσχέδιον κατεπεῖγον, καὶ μετὰ τὴν τύπωσιν καὶ διανομὴν νὰ τὸ ἐγγράφῃ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, χωρὶς νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, διότι δὲν βλέπω τὴν ἀνάγκην τῆς ἐπεξεργασίας τοιούτου ἁπλοῦ Νομοσχεδίου ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς· κατὰ τὴν συζήτησιν δύνανται νὰ ἀναπτυχθῶσιν οἱ ὑπὲρ ἢ κατὰ λόγοι, καὶ νὰ χορηγηθῇ καὶ πᾶσα ἄλλη ἀναγκαία πληροφορία καὶ ἐξήγησις.
§61ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ἂν δὲν ἦσαν τὰ ἑκατομμύρια εἰς τὴν Τράπεζαν, τί ἠθέλατε κάμει;
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν θὰ γείνῃ ἤδη συζήτησις.
§63ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποβάλλω ἕτερον Νομοσχέδιον ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 30,000 ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1879 διὰ τὰς στρατιωτικὰς συντάξεις.
§64ΚΑΤΡΙΒΑΝΟΣ. Ὁ ἔντιμος συνάδελφος κ. Δραγούμης ἔκαμε λόγον περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ Νομοσχεδίου περὶ τοῦ Ἀστικοῦ Κώδηκος. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ εἰσαγάγῃ τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο, διότι θὰ θεραπεύσῃ μίαν τῶν ὑψίστων ἀναγκῶν τοῦ Κράτους. Ἐκτὸς τούτου θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ εἰσαγάγῃ τὸ Νομοσχέδιον περὶ τῆς τακτοποιήσεως τῶν ἐργασιῶν τοῦ δικαστηρίου τοῦ Ἀρείου Πάγου. Τὸ Νομοσχέδιον ἐκεῖνο εἶχε μείνει ἐκκρεμές. Ὁ Ἄρειος Πάγος δὲν δύναται ἤδη νὰ ἐργασθῇ, ὡς διεῤῥυθμίσθη.
§65ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Κύριε πρόεδρε, νὰ τακτοποιήσωμεν τὰς συζητήσεις, διότε δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐργασθῶμεν.
§66ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Μίαν ἐπερώτησιν θὰ κάμω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Πρὸ ἑνὸς ἔτους καὶ ἐπέκεινα κατηγγέλθη ὁ Ἰωάννης Τζαγιάτης, χωροφύλαξ· κατηγγέλθη ἐπὶ λειποταξίᾳ ἐν τῷ Ἐξωτερικῷ, διότι συνοδεύων τινὰς λειποτάκτας καὶ ὁρμώμενος ἐξ εὐγενῶν καὶ πατριωτικῶν αἰσθημάτων ἐγκατέλιπε τὰς τάξεις του, οὐχὶ ἵνα προδώσῃ τὸ καθῆκόν του, ἀλλ’ ἵνα ὑπάγῃ νὰ πολεμήσῃ ἐν Ῥαδοβιζίῳ ὑπὸ τὸν φιλόπατριν ὁπλαρχηγόν, τὸν λοχαγὸν Ἀντώνιον Ζέρβαν. Μετέβη κατόπιν ἐν Λυκουρσίῳ καὶ ἐπολέμησεν ὑπὸ τὸν γενναῖον ἀντιμοίραρχον Στεφάνου. Μετὰ τὴν ἐπανάστασιν μετέβη ἐν Κερκύρᾳ καὶ παρουσιάσθη εἰς τὸν μοίραρχον τῆς ἐκεῖ χωροφυλακῆς, τὸν κ. Μοσχοβάκην. Ἀσθενήσας δὲ, δὲν ἔφθασεν ἐγκαίρως ἐνταῦθα· κατηγγέλθη καὶ ἔμεινε προφυλακισμένος ἓξ ὁλοκλήρους μῆνας· ἦλθε κατόπιν εἰς τὸ Στρατοδικεῖον, ἐδικάσθη, τὸ δὲ Στρατοδικεῖον θέλον νὰ ἐκπληρώσῃ ἁπλῶς τὸν τύπον τῆς λειποταξίας, κατεδίκασεν αὐτὸν εἰς διετῆ φυλάκισιν καὶ εἰς δημόσια ἔργα, συγχρόνως δὲ συνέστησεν αὐτὸν παμψηφεὶ εἰς πλήρη Βασιλικὴν χάριτα. Ἔμεινεν ἓξ μῆνας προφυλακισμένος, εὑρίσκεται ἤδη ἓξ μῆνας καθειργμένος ἐν ταῖς φυλακαῖς τοῦ Παλαμηδίου, καὶ δὲν τοῦ ἀπενεμήθη εἰσέτι ἡ χάρις. Ἠνοίχθησαν αἱ πύλαι τῶν δεσμωτηρίων, ἐξῆλθον πάντες σχεδὸν οἱ ἐγκληματίαι, καὶ δὲν ἔμεινεν ἄλλο παρὰ νὰ εἰσέλθουν ἐντὸς αὐτῶν οἱ τίμιοι πολῖται, ὅπως ἀσφαλίσωμεν τὴν ζωήν μας· αὐτὸς δὲ, ὁ ὁποῖος ἐπολέμησεν ὑπὲρ πατρίδος, αὐτὸς, ὁ ὁποῖος ἔπρεπε νὰ ἔχῃ παράσημον, εὑρίσκεται εἰς τὰς φυλακὰς τοῦ Παλαμηδίου. Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, εἰς τὴν φιλοπατρίαν τοῦ ὁποίου δὲν ἔχω δικαίωμα ν’ ἀμφιβάλλω, νὰ προβλέψῃ περὶ αὐτοῦ τοῦ ἀδίκως εἰσέτι καθειργμένου ἐν Παλαμηδίῳ· ἔμαθον, ὅτι εἶναι ὑποβεβλημένον τὸ Διάταγμα πρὸ πολλοῦ, ἀλλ’ ἀγνοῶ πῶς ἔτι εὑρίσκεται εἰς τὰς φυλακάς.
§67ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι ῥουσφέτι (θόρυβος).
§68ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Δὲν εἶναι ῥουσφέτι, κύριε· ὁ Σταμούλης δὲν ἔχει ἀνάγκην ῥουσφετίων, εἶναι ὁ μόνος γνήσιος ἀντιπρόσωπος τῆς ἐπαρχίας Μέσης. Ἡ Φιλαρμονικὴ Ἑταιρία Κερκύρας κατὰ τὴν δεκάτην τετάρτην Μαΐου τοῦ 1878 δι’ αἰτήσεώς της εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπουργεῖον (ἀναγινώσκει) ἐζήτησε τὴν ἔκδοσιν χρηματικοῦ λαχείου πρὸς οἰκοδομὴν ἰδίου καταλλήλου Καταστήματος καὶ συγχρόνως τὴν ἀπαλλαγὴν τῶν ὑπερόγκων τελῶν καὶ φόρων, ἅτινα κατὰ τὸ περὶ λαχείων Β. Διάταγμα τοῦ 1836 ἀνέρχονται εἰς 60% ἐπὶ τοῦ ὅλου ποσοῦ. Τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἐξέδωκε τὸ ἀπὸ 11 Ἰουνίου 1878 Β. Διάταγμα, δι’ οὗ ἐνεκρίθη ἡ σύστασις τοῦ λαχείου, χωρὶς ὅμως ν’ ἀπαλλάξῃ αὐτὸ τῶν φόρων. Ἡ φιλαρμονικὴ Ἑταιρία ἀπηύθυνεν ἑτέραν ἀναφορὰν ὑπὸ ἡμερομηνίαν 22 Ἰουνίου 1878 περὶ ἀπαλλαγῆς τοῦ φόρου, εἰς ἀπάντησιν τῆς ὁποίας ὁ Νομάρχης Κερκύρας διὰ τοῦ ἀπὸ 10 Αὐγούστου 1878 ἐγγράφου του ἀνεκοίνωσεν αὐτῇ, τῇ ἐντολῇ τοῦ ὑπουργείου, ὅτι διὰ τὴν ἀπαλλαγὴν τῶν φόρων τῶν ὁριζομένων ἐν τοῖς ἄρθροις 5 καὶ 6 τοῦ περὶ λαχείων Β. Διατάγματος ἀπαιτεῖται ἕτερος Νόμος, προσθέσας ἐν τούτοις, ὅτι ἔσπευσε νὰ παρακαλέσῃ τὸ Ὑπουργεῖον, ὅπως μεριμνήσῃ ἐν καιρῷ τῷ δέοντι περὶ ἐκδόσεως τοῦ ἐν λόγῳ Νόμου. Συνεπείᾳ τῆς ἀπαντήσεως ταύτης ἡ Ἑταιρία ἀπηύθυνεν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Βουλὴν τὴν ἀπὸ 29 Αὐγούστου 1878 αἴτησίν της, δι’ ἧς ἐζήτησε τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ὑποβληθησομένου Νόμου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ὑπέβαλε Νομοσχέδιον πρὸς τὴν Βουλήν. Τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο ἀτελὲς ὄν, εἶπεν, ὅτι θέλει συμπληρώσει αὐτὸ κατὰ τὴν συζήτησιν, περιορίζων τὸν φόρον εἰς 2%· ἐπελθούσης τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, τὸ ῥηθὲν Νομοσχέδιον ἔμεινεν ἐκκρεμές. Ἐπίστευον, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον, χωρὶς ν’ ἀνέλθω ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο καὶ χωρὶς νὰ ὑπενθυμίσω τὴν ὑπόσχεσιν, ἣν ἔδωκε διὰ τοῦ Νομάρχου Κερκύρας εἰς τὸ ἐκπολιτιστικὸν ἐκεῖνο καθίδρυμα τῆς Φιλαρμονικῆς ἑταιρίας, ἤθελεν ὑποβάλει τὸ ἁρμόδιον νομοσχέδιον, ἀλλ’ ἐπειδὴ παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν βλέπω, ὅτι περὶ παντὸς ἄλλου φροντίζουν ἢ περὶ ἐκείνου, ἀναγκάζομαι νὰ τὸ ὑπενθυμίσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν Βουλήν (θόρυβος). Ἔχω, κύριοι, καθῆκον νὰ ὁμιλήσω περὶ τούτου, καὶ ὀφείλετε νὰ μὲ ὑποστηρίξητε καὶ νὰ μὲ προστατεύσητε· τὸ πρῶτον ἀνερχόμενος τὸ βῆμα τοῦτο, λυποῦμαι βλέπων ὑμᾶς προσπαθοῦντας νὰ πράξητε τὸ ἐναντίον, ἀλλὰ δὲν θὰ μὲ φοβίσητε (θόρυβος). Ἡ Φιλαρμονικὴ ἑταιρία συνέστη πρὸ τεσσαρακονταετίας, καὶ συνέστη διατί; διότι ἐκεῖνοι, οἵτινες μέμφονται καὶ κατηγοροῦσι τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ ἀνεξιθρησκείᾳ, δὲν ὑπῆρξαν ἀνεξίθρησκοι. Ἐν Κερκύρᾳ αἱ στρατιωτικαὶ μουσικαὶ ἀρχαὶ ὑπεχρεοῦντο ν’ ἀποστέλλωσι τὰς στρατιωτικὰς ἀγγλικὰς μουσικάς, ἵνα συνοδεύωσι τὴν λιτανείαν τοῦ θαυματουργοῦ λειψάνου τοῦ ἁγίου Σπυρίδωνος, καὶ λέγω τοῦ θαυματουργοῦ, διότι ἐγὼ πιστεύω εἰς τὰ θαύματα, δὲν εἶμαι δ’ ἐξ ἐκείνων, οἵτινες, ὅταν πατήσωσιν εἰς τὰς βαθμίδας τοῦ Πανεπιστημίου, δὲν πιστεύουν εἰς τίποτε.
§69ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι ἐπερώτησις αὐτή; (θόρυβος).
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί θέλετε νὰ εἰπῆτε, Κύριε Σταμούλη; εἰπέτε το συντόμως. Ἐπερωτᾶτε τὴν Κυβέρνησιν;
§71ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ λησμονήσῃ τὸ καθῆκόν της, καὶ ἐγὼ τὸ ὑπενθυμίζω καὶ ζητῶ νὰ συστήσῃ εἰς αὐτὴν ἡ Βουλὴ τὴν πρότασίν μου ταύτην.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ὁρισθῇ μία ἡμέρα.
§73ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Σέβομαι πολὺ τὸ Προεδρεῖον καὶ κατέρχομαι τοῦ βήματος, ἀφοῦ δὲν μοῦ ἐπιτρέπεται νὰ ὁμιλήσω. Κατερχόμενος τοῦ βήματος ὑποβάλλω ἀναφορὰν τῆς Φιλαρμονικῆς ἑταιρίας Κερκύρας, ἵνα ὁρισθῇ ἡμέρα συζητήσεως.
§74ΑΝΔΡΙΤΣΟΣ. Ἔχω, κύριοι, νὰ ὁμιλήσω περὶ ἑνὸς προσωπικοῦ. Λυποῦμαι, ὅτι κατὰ τὸ 1880 ἐπέπρωτο ἡμεῖς οἱ ῥήτορες τῆς Δωρίδος! ν’ ἀπασχολήσωμεν τὸ Κοινοβούλιον διὰ πράγματα ἀνάξια λόγου, καὶ τὰ ὁποῖα ἴσως δὲν μᾶς περιποιοῦν τιμήν· δὲν εἶμαι ὅμως ὁ παραίτιος, διότι προεκλήθην. Ἀναγνωρίζω τὴν ἀγανάκτησιν καὶ τὴν ὀργὴν τοῦ συναδέλφου κ. Κόταρη, καὶ εὑρίσκομαι εἰς δυσάρεστον θέσιν, διότι πρόκειται νὰ τοῦ ἀπαντήσω πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν τοῦ κάμνουν καμμίαν τιμὴν (θόρυβος).
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ ἔρχεσθε εἰς ἀντεγκλήσεις.
§76ΑΝΔΡΙΤΣΟΣ. Ἀκούσατε μετὰ προσοχῆς τὰ αἴτια, τὰ ὁποῖα ἐτάραξαν τὴν χολὴν τοῦ συναδέλφου κ. Κόταρη. Ὁ κ. Κόταρης εἶχεν ἀδελφὸν παρεπεμφθέντα εἰς τὸ κακουργιοδικεῖον ἐπὶ δολοφονίᾳ, καὶ εὑρίσκετο ἀκαταδίωκτος (Θόρυβος). Ἀκούσατε, παρακαλῶ. Ἔχει καὶ ἀνεψιὸν ἐξ ἀδελφῆς καταδιωκόμενον ὡς φυγάδικον, ἐπὶ φόνῳ καὶ βιασμῷ· ἔχει δὲ καὶ συμπέθερον τοῦ γαμβροῦ του, ὁ ὁποῖος εἶναι καταδικασμένος εἰς πρόσκαιρα δεσμά (θόρυβος)· ἀκούσατε, ἐπὶ ληστείᾳ. Ὁ ἐνωμοτάρχης, τὸν ὁποῖον κατηγορεῖ, δραστήριος ἄνθρωπος, καὶ ὁ ὁποῖος ἐκπληροῖ τὸ καθῆκόν του, ἠνάγκασε τὸν ἀδελφόν του νὰ προσέλθῃ, καὶ εὑρίσκεται εἰς τὰς ἐνταῦθα φυλακάς. Καταδιώκει δραστηρίως τὸν ἀνεψιόν του ἐξ ἀδελφῆς καὶ τὸν συμπέθερόν του. Αὐτά, κύριοι, εἶναι τὰ αἴτια, τὰ ὁποῖα τὸν παρεκίνησαν (θόρυβος). Ὁ δὲ εἰρηνοδίκης Τσάκας, πασίγνωστος εἰς ὅλον τὸν κόσμον τὸν δικαστικὸν ἐπὶ τιμιότητι, εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἀνεκάλυψεν ὅλας τὰς κακούργους πράξεις τῶν συγγενῶν τοῦ κυρίου Κόταρη, καὶ δὲν ἐνθυμοῦμαι ἂν καὶ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου, διότι εἰς τὰ 1871 εἶχε παραπεμφθῆ καὶ αὐτὸς εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον, καὶ ἡ ἀμνηστεία τῆς Συνελεύσεως τὸν ἔσωσε. Καὶ ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ὅτι ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν ἐζήτησε τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς διὰ νὰ τὸν εἰσαγάγῃ εἰς δίκην, ἀλλ’ εὑρέθη ἡ ἀπόφασις τῆς Συνελεύσεως περὶ τῆς ἀμνηστείας, καὶ συνεπῶς ἀπηλλάγη τῆς κατηγορίας οὐχὶ ὡς ἀθῶος, ἀλλ’ ἀμνηστευθείς.
§77ΡΟΥΚΗΣ. Εὑρίσκομαι εἰς θέσιν νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι καὶ σεῖς εἶσθε εἰς τὰς φυλακὰς ἐπὶ λῃσταποδοχῇ.
§78ΑΝΔΡΙΤΣΟΣ. Τώρα θὰ σοῦ ἀπαντήσω (θόρυβος).
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε τὰς ἀντεγκλήσεις, παύσατε πλέον, ἀρκετὰ εἴπετε.
§80ΑΝΔΡΙΤΣΟΣ. Ἔχω βούλευμα, τὸ ὁποῖον νὰ σοῦ παρουσιάσω κ. Ῥούκη, καὶ ὅταν τὸ ἰδῇς, θὰ ἐντραπῇς.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ ἀπαντᾶτε.
§82ΑΝΔΡΙΤΣΟΣ. Προκαλοῦμαι, κ. Πρόεδρε.
§83ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν μᾶς λὲς τίποτε γιὰ τὴς 200,000.
§84ΑΝΔΡΙΤΣΟΣ. Τώρα θὰ σοῦ εἰπῶ. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἔχω δίκην μὲ τὸ δημόσιον, ἀλλὰ δὲν πρόκειται διὰ διακοσίας χιλιάδας, οὔτε διὰ πενῆντα, οὔτε διὰ εἴκοσι (θόρυβος καὶ διακοπαί). Ἂς μοῦ δώσουν 5,000 δραχμὰς καὶ συμβιβάζομαι διὰ τὰς διακοσίας χιλιάδας.
§85ΚΟΤΑΡΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε, θ’ ἀπαντήσω, εἶναι προσωπικόν.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δίδω τὸν λόγον διὰ τοιαῦτα πράγματα.
§87ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ ἰσχύουσαι παρ’ ἡμῖν διατάξεις περὶ δασῶν ἐλήφθησαν ἐκ τῆς εὐρωπαϊκῆς Νομοθεσίας, ἰδίᾳ δὲ τῆς Γερμανικῆς. Λόγοι ἐπιστημονικοί, ἀφορῶντες εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν δασῶν καὶ τὴν ὑλοτομίαν χρησιμωτέρας ξυλείας, ἐδικαιολόγησαν τὴν εἰς τὰς κυβερνήσεις παροχὴν τοῦ δικαιώματος τοῦ ν’ ἀπαγορεύσωσι τὴν ὑλοτομίαν εἰς ὡρισμένην τοῦ ἔτους ἐποχὴν καὶ εἰς ὡρισμένα μέρη, νὰ ἐξαιρεθῇ δὲ τῆς ἀπαγορεύσεως ἡ ὑλοτομία ὡρισμένων δένδρων. Πρῶτον κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐτέθη εἰς ἐνέργειαν ἡ διάταξις τοῦ δασονομικοῦ νόμου, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν κυβέρνησιν διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος ν’ ἀπαγορεύῃ τὴν ὑλοτομίαν εἰς ὡρισμένην τοῦ ἔτους ἐποχήν. Ἐξ ὅσων προηγουμένως ἐλέχθησαν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Δωρίδος καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, γνωστὸν εἶνε, ὅτι ἐξεδόθη Διάταγμα ἀπαγορεῦον τὴν ὑλοτομίαν καθ’ ὅλον τὸ Κράτος ἀπὸ τῆς 1 Ἀπριλίου μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου. Τὸ Διάταγμα τοῦτο ἐτροποποίησε διάδοχον ὑπουργεῖον διὰ τῆς ἐκδόσεως ἑτέρου Διατάγματος ἐπιτρέψαντος κατ’ ἐξαίρεσιν εἰς δύω ἐπαρχίας τὴν ὑλοτομίαν. Ὅσοι ἐξ ἡμῶν ἔχομεν ἐπαρχίας ὀρεινὰς καὶ ἐπεσκέφθημεν αὐτὰς κατὰ τὰς τελευταίας βουλευτικὰς ἐκλογάς, ἠκούσαμεν παράπονα δικαιότατα ἐκ μέρους τῶν κατοικούντων εἰς τὰ ὀρεινότερα μέρη, οἱ ὁποῖοι, ὡς ἐκ τῆς εἰρημένης ἀπαγορεύσεως, δὲν ἠδυνήθησαν τὸ παράπαν νὰ ὑλοτομήσωσι, καθόσον ἡ κατάστασις τοῦ ἐδάφους τῶν δασῶν ἐν χειμερινῇ ὥρᾳ καὶ ἡ ἔλλειψις συγκοινωνίας δὲν ἐπέτρεπε τὴν ὑλοτομίαν ἐν ᾧ χρόνῳ ἐπετρέπετο αὕτη· ἐν τούτοις ἐκ τῶν ὀλίγων, τὰ ὁποῖα πρὸ ὀλίγου ἐλέχθησαν, ἀπεδείχθη, ὅτι ἐν Ἑλλάδι, ὁσάκις δικαίωμά τι ἐξασκεῖται ὑπὸ μόνον τῆς Κυβερνήσεως, ἐξασκεῖται πάντοτε εἴτε πρὸς βλάβην ὡρισμένων μερῶν τοῦ Κράτους, εἴτε πρὸς παροχὴν ἐξαιρέσεων καὶ προνομίων εἴς τινας ἐπαρχίας. Πρὸς ἀποφυγὴν δὲ τῶν ἀτοπημάτων αὐτῶν πρέπει ὅ,τι ἀνάγεται εἰς τὴν ὑλοτομίαν νὰ κανονίζεται διὰ νόμου. Ἔχω ἐξωδίκους πληροφορίας, ὅτι ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπὸ τοῦ νέου ἐπιθεωρητοῦ τῶν δασῶν συμπράττοντος μετὰ τοῦ διευθυντοῦ τοῦ δασονομικοῦ τμήματος κ. Βαλσαμάκη παρεσκευάσθη Νομοσχέδιον πλῆρες περὶ διοικήσεως καὶ διαχειρίσεως τῶν δασῶν, τὸ ὁποῖον συμφωνεῖ μὲν ἐν πολλοῖς πρὸς τὸ ὑπὸ τοῦ κ. προέδρου τῆς Βουλῆς ὡς ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἄλλοτε ὑποβληθὲν εἰς τὴν Βουλήν, περιλαμβάνει δὲ καὶ ἄλλας διατάξεις, ὑπαγορευθείσας ἐκ τῆς γενομένης εἰς τὴν δασονομίαν προόδου. Νομίζω ἀναγκαῖον, ἵνα τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν ὑποβάλῃ εἰς τὴν συζήτησιν τῆς Βουλῆς· μέχρις οὗ ὅμως μεταβληθῇ εἰς νόμον τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, δι’ οὗ λύεται καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἐποχῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ γίνεται ἡ ὑλοτομία, πρέπει ν’ ἀρθῇ ἡ ἀπαγόρευσις τῆς ὑλοτομίας δι’ ὅλας τὰς ἐπαρχίας.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὶν εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἔχω καθῆκον νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι κατὰ τὰς παρελθούσας συνεδριάσεις ὑπεβλήθησαν πολλαὶ ἀναφοραὶ προσφύγων ζητούντων περιθάλψεις. Αἱ ἀναφοραὶ αὗται ἀπεφασίσθη ν’ ἀποσταλῶσιν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν, ἀλλ’ ἐπειδὴ αὕτη δὲν εἶναι κατηρτισμένη, ἡ Βουλὴ ἐν προγενεστέρᾳ συνεδριάσει ἀπεφάσισε νὰ τὰς λάβῃ ὑπ’ ὄψιν σήμερον καὶ ν’ ἀποφανθῇ ἐπ’ αὐτῶν. Αἱ ἀναφοραὶ αὗται ἦσαν πέντε, ὑπεβλήθη δὲ χθὲς καὶ μία ἄλλη τοῦ Ἀθανασίου Κοκορήτα. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφασίσῃ περὶ αὐτῶν· νομίζω δέ, ὅτι καλὸν εἶναι ν’ ἀποσταλῶσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον μετὰ συστάσεως. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§89ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§90ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸς ὑπέβαλε νομοσχέδιον, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ἐκ τῶν ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ κατατεθειμένων εἰσπράξεων τοῦ δανείου τῶν δρ. 60,000,000 ποσὸν 2,500,000, καὶ ᾐτήσατο, ὅπως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο μὴ ἀποσταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ἀλλὰ καταταχθῇ ἀμέσως ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει καὶ κατεπειγόντως συζητηθῇ, ὅπως ἐπιψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἐγὼ ἐνίσταμαι κατὰ τῆς προτάσεως ταύτης τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τυπωθῇ, καὶ μετὰ τὴν τύπωσιν θὰ ζητηθῇ ἡ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει κατάταξίς του.
§92ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀλλ’ ἂν θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν, δύναται νὰ παραπεμφθῇ ἀπὸ τοῦδε.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τυπωθῇ πρῶτον, εἶναι πρόωρον, κ. Τρικούπη· ἀφοῦ τυπωθῇ, τότε ἡ Βουλὴ θ’ ἀποφασίσῃ ἂν πρέπῃ νὰ προβῇ ἀμέσως, ἢ νὰ τὸ ἀποστείλῃ εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§94ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πῶς θὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἄνευ τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς; ἡ ἡμερησία διάταξις κανονίζεται πάντοτε δυνάμει ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὴν τάξιν τῆς εἰσαγωγῆς.
§96ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Λοιπὸν ἐγὼ ἐνίσταμαι κατὰ τῆς ἐγγραφῆς ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει· ἂν πρόκηται θὰ τὸ ἐγγράψητε, θὰ εἴπω τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἐνίσταμαι.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν θὰ τὸ ἐγγράψω, κ. Τρικούπη.
§98ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καλῶς.
§99ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἔχω νὰ παραπονεθῶ καὶ ἐγὼ κατὰ τῆς ἐπιτροπῆς, τὴν ὁποίαν παρεκάλεσα νὰ τελειώσῃ τὰς πιστώσεις τοῦ ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ παρακαλεῖται νὰ ἐπεξεργασθῇ τὰ Νομοσχέδια τοῦ ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης.
§101ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ συνῆλθε τρὶς ἕως τώρα· μόλις μᾶς ἐδόθη ὁ προϋπολογισμὸς προχθές· τὸ δὲ ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶναι σπουδαῖον, ἀλλὰ καὶ τὰ νομοσχέδια τῶν πιστώσεων εἶναι 4–5 ἑκατομμύρια, δὲν εἶναι ὀλίγα· ἑπομένως πρέπει νὰ μᾶς δοθῇ ὁ ἀνάλογος καιρός, νὰ δυνηθῶμεν νὰ σκεφθῶμεν.
§102ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἐπειδὴ πρόκειται περὶ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, νομίζω καλὸν νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν, ἥτις δύναται νὰ διευκολύνῃ τὰς ἐργασίας τῆς ἐπιτροπῆς. Ἡ ἐπιτροπὴ συνῆλθε προχθές, καὶ προκειμένου νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν μίαν πίστωσιν ἀναπληρωματικὴν ἐκ 15,000 δραχμῶν, ἀναγομένων εἰς τὸ κεφάλαιον τῶν ἐξόδων «μέτρα γενικῆς ἀσφαλείας», ἐγένετο ὑπό τινων μελῶν παρατήρησις ὅτι, ἀφοῦ ἡ ἐκ 50,000 δραχμῶν πίστωσις ἐξηντλήθη, καὶ ζητεῖται πρὸς συμπλήρωσιν αὐτῆς ἑτέρα ἐκ 15,000 δραχμῶν, πρὶν ἀποφασίσωσι περὶ τοῦ δικαιολογημένου τῆς πιστώσεως ταύτης, τὰ μέλη ἐκεῖνα τῆς ἐπιτροπῆς ἐνόμιζον ἀπαραίτητον νὰ λάβωσι προηγουμένως γνῶσιν ποία χρῆσις ἐγένετο τοῦ ποσοῦ τῶν 50,000 δραχμῶν, εἰς τίνα ἀντικείμενα ἐξηντλήθη, ἂν ἐξηντλήθη καλῶς, διὰ νὰ κρίνωσι περὶ τοῦ δικαιολογημένου τῆς πιστώσεως τῶν 15,000 δραχμῶν. Ἡ ἀπαίτησις αὕτη τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, νομίζω, ὅτι εἶναι λίαν εὔλογος, καὶ ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐξάσκησιν τοῦ πρωτίστου δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἔχει τὸ Κοινοβούλιον, τοῦ ἐλέγχου τῆς διαχειρίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι, ἄν, κύριοι, ὑποθέσητε, ὅτι ἡ Βουλή, ἥτις κέκληται νὰ χορηγήσῃ πιστώσεις ζητουμένας ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάσῃ ποία χρῆσις ἐγένετο τῶν δοθεισῶν αὐτῇ πιστώσεων ἐν τῷ παρελθόντι, τὸ δικαίωμα τῆς Βουλῆς καταντᾷ ὅλως τυπικόν, ἰδανικόν, τὸ δικαίωμα τῆς Βουλῆς ἤθελεν εἶσθαι ἴσον τῷ δικαιώματι, ὅπερ ἔχει τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, νὰ ἐξετάζῃ ἂν κατὰ τύπον ἐδαπανήθησαν αἱ πιστώσεις αἱ δοθεῖσαι εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Γνωρίζετε δὲ, ὅτι τὸ πρώτιστον δικαίωμα τοῦ Κοινοβουλίου εἶναι ὁ ἔλεγχος, ὃν ἐξασκεῖ ἐπὶ τῶν ὑλικῶν καὶ ἠθικῶν δυνάμεων, ἃς διαχειρίζεται ἡ ἐκτελεστικὴ ἀρχή, τὸ πρώτιστον δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου, ὃν ἐξασκεῖ τὸ Κοινοβούλιον ἐπὶ τῶν ἐντολοδόχων αὐτοῦ καὶ τοῦ στέμματος, εἶναι νὰ ἐξετάζῃ ἑκάστοτε ἂν οἱ διαχειριζόμενοι τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ἐτήρησαν τοὺς νόμους, ἐπέβλεψαν ἐπὶ τῆς ἀκριβοῦς ἐκτελέσεως αὐτῶν, καὶ πρὸ πάντων ἂν τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα λαμβάνονται ἀπὸ τὸν λαόν, διὰ νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς τὰς γενικὰς ἀνάγκας καὶ εἰς τὴν ἐξασφάλισιν τῶν δικαιωμάτων τῶν πολιτῶν, ἐδαπανήθησαν χρησίμως καὶ πρεπόντως· καὶ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω τὴν ἀξίωσιν τῆς πλειονοψηφίας, ὅτι ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ νὰ πληροφορηθῇ ποία χρῆσις ἐγένετο τῶν πιστώσεων, αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν.
§103ΚΑΤΣΑΝΔΡΗΣ. Δὲν ἔχει οὕτω, κύριε Σαράβα, παραμορφόνετε τὰ πράγματα.
§104ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ. Φέρε τὸ πρακτικὸν νὰ ἰδῇς.
§105ΣΑΡΑΒΑΣ. Καὶ μάλιστα μὲ μεγάλην μου ἀπορίαν ἤκουσα παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ῥοντήρη, ὁ ὁποῖος καὶ συνέγραψε περὶ τοῦ κατὰ σύνταγμα πολιτεύεσθαι, ὅτι δὲν δύναται ἡ Βουλή, διότι ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶναι ὁ εἰσηγητὴς τῆς Βουλῆς, ὅτι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ, νὰ ζητήσῃ πληροφορίας ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις ἐξετέλεσε τὸν προϋπολογισμόν, κατὰ τίνα τρόπον τὸν ἐξετέλεσε. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπω πλειότερα, διὰ νὰ δείξω τὸ δικαιολογημένον τῆς αἰτήσεως τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τὸ ἄδικον καὶ ἀδικαιολόγητον τῆς ἀρνήσεως τῆς πλειονοψηφίας, ἥτις κατὰ τοσοῦτον μᾶλλον ἔχει ἄδικον, καθ’ ὅσον μοὶ φαίνεται, ὅτι ὅλα τὰ προηγούμενα τοῦ Κοινοβουλίου εἶναι ἐναντίον αὐτῆς. Οὐδέποτε παρουσιάσθη τοιαύτη ἀντίῤῥησις, νὰ θελήσῃ ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ν’ ἀρνηθῇ δικαίωμα, ὅπερ ἔχει καὶ ἡ ἐπιτροπὴ καὶ ἓν ἕκαστον τῶν μελῶν αὐτῆς. Ταῦτα ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν, διότι ὁ κανονισμὸς τοῦ ζητήματος αὐτοῦ δύναται νὰ διευκολύνῃ τὰς ἐργασίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐγὼ ἐδήλωσα ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἤθελεν ἐπιμείνει εἰς αὐτὴν τὴν γνώμην, ἐθεώρουν περιττὸν νὰ συνεργάζωμαι. Εἶπον μάλιστα εἰς τὴν πλειονοψηφίαν, ὅτι σεῖς εἶσθε ὑπουργικώτεροι καὶ ἀπὸ τοὺς ὑπουργοὺς, διότι, ἂν εἰς τοὺς ὑπουργοὺς ἐγίνετο τοιαύτη αἴτησις, ἤθελον σπεύσει νὰ τὴν ἱκανοποιήσωσι.
§106ΤΑΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ πράγματα ἔχουν κἄπως διαφορετικώτερον, παρ’ ὡς τὰ ἐξέθηκεν ὁ κ. Σαράβας. Ἡ ἐπιτροπὴ συνῆλθεν ἅπαξ μόνον, προὐτάθησαν τὰ νομοσχέδια· τινὲς ἐζήτησαν πληροφορίας, αἵτινες γραφεῖσαι ἐστάλησαν εἰς τὸν πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὅπως ζητηθῶσι παρὰ τῶν ἁρμοδίων ὑπουργῶν. Ἡ συζήτησις ἠγέρθη ἰδίως ἐπὶ ἑνὸς καὶ μόνου νομοσχεδίου ἐκ 15,000 δραχμῶν, ὅπερ ἐφέρετο ὡς παραπληρωματικὴ πίστωσις τῶν 50,000 τῆς δημοσίου ἀσφαλείας. Ἐζήτουν, κύριοι, νὰ σταματήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ μέχρις οὗ ἡ Κυβέρνησις δώσῃ ἀκριβεῖς πληροφορίας περὶ τοῦ πότε καὶ διατί ἐδαπανήθησαν αἱ 50,000 δραχμαί. Εἰς τοῦτο ἡμεῖς ἀντέστημεν εἰπόντες νὰ ζητηθῶσι μὲν αἱ πληροφορίαι, ἀλλ’ οὐχ ἧττον δὲν πρέπει ν’ ἀναβληθῇ ἡ ἐπεξεργασία τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἀφορῶντος ἰδίως τὰ ὑποσχεθέντα διὰ Β. Διατάγματος, ἐκδοθέντος κατὰ τὸν περὶ τούτου νόμον, σύλληπτρα τοῦ ἀρχιληστοῦ Σπανοῦ, ὡς ἔξοδα πρὸς περιστολὴν τῆς ἀναφανείσης ληστείας. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μὲ ἐβεβαίωσεν, ὅτι ὑπάρχουν ἕτοιμα εἰς τὰ γραφεῖα τοῦ ὑπουργείου, ἀλλὰ τὰ ἐντάλματα δὲν δύνανται νὰ ἐξέλθωσιν ἐκ τοῦ ὑπουργείου, διότι εἶναι δικαιολογητικὰ ἔγγραφα, δύνανται ὅμως νὰ ἔλθωσι νὰ τὰ ἴδωσι, καὶ ὅτι εἰσὶν ἕτοιμοι πάντες οἱ ὑπουργοὶ προσερχόμενοι εἰς τὴν ἐπιτροπὴν νὰ χορηγῶσι πᾶσαν πληροφορίαν.
§107ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός.). Εἴπομεν, ὅτι εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ δώσωμεν πᾶσαν πληροφορίαν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ εἰς πάντα βουλευτὴν, καὶ ὅτι τὸ γραφεῖον εἶναι ἕτοιμον νὰ ἐξετασθῇ καὶ διὰ τὰ ἐντάλματα καὶ διὰ τὰ πρωτόκολλα καὶ διὰ πᾶν ὅ,τι ἔχομεν.
§108Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἡ μειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἐζήτησε νὰ καθιερώσῃ τὴν ἀρχὴν, ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑποβάλῃ ἔκθεσιν περὶ ἐγκρίσεως ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως πρὶν ἢ βεβαιωθῇ, ὅτι αἱ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἐγγραφεῖσαι πιστώσεις ἐξηντλήθησαν καὶ πρὶν ἢ προσαχθῶσιν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν αἱ ἀναγκαῖαι πληροφορίαι περὶ τῆς δαπάνης αὐτῶν· ἐζητήσαμεν πληροφορίας τοιαύτας, αἱ ὁποῖαι νὰ δικαιολογοῦν ἐπισήμως τὴν δαπάνην τῶν ἐξαντληθεισῶν πιστώσεων· ἡ πλειοψηφία ὅμως τῆς ἐπιτροπῆς ἐν λόγοις δὲν μᾶς ἠρνεῖτο τὰς πληροφορίας, ἐν πράγμασι μᾶς τὰς ἠρνεῖτο· διότι τί μᾶς ἔλεγεν; ψηφίσατε τὴν πίστωσιν, καὶ μετὰ ταῦτα σᾶς δίδονται πληροφορίαι. Ἄν, κύριοι, τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἠθέλησε νὰ καθιερώσῃ ἡ πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἦναι ὀρθὸν, ἡ ὕπαρξις τῆς ἐπιτροπῆς εἶναι ψεῦδος, ὁ ἔλεγχος τοῦ Κοινοβουλίου εἶναι ἀτελέστατος· ὅταν ἔρχεσθε καὶ μᾶς λέγετε κυρώσατε τὴν πίστωσιν καὶ ἐπιτρέψατε εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν νόμιμον δαπάνην τῶν αἰτουμένων χρημάτων, χωρὶς νὰ γνωρίζωμεν, ὅτι αἱ πιστώσεις αἱ ἐγγραφεῖσαι ἐπὶ τῆς αὐτῆς ὑποθέσεως διεχειρίσθησαν καλῶς, λέγετε, ὅτι εἶναι ἓν Κοινοβούλιον, τὸ ὁποῖον κατ’ ὄνομα ὑπάρχει, τὸ ὁποῖον πραγματοποιεῖ μίαν ἐπίδειξιν, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται, εἶναι ἀνίκανον νὰ ἐνεργήσῃ ἔλεγχον· καὶ ἡμεῖς, κύριοι, εὐτυχῶς εἰς τὸ ζήτημα τῆς δημοσίου ἀσφαλείας ἐζητήσαμεν νὰ λύσωμεν κατ’ ἀρχὴν τὸ ζήτημα τοῦ ἐλέγχου, διότι ἡ πίστωσις αὕτη δὲν εἶναι πίστωσις πολιτική, δὲν εἶναι δαπάνη, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις δύναται διακριτικῶς νὰ ἐξοδεύσῃ, διότι ὁ περὶ καταδιώξεως τῆς ληστείας νόμος εἶναι τοσοῦτον θετικός, ὥστε προσδιορίζει ῥητῶς τὰς περιστάσεις καὶ τὰς προκαταρκτικὰς ἐργασίας, δυνάμει τῶν ὁποίων ὑποχρεοῦται ἡ Κυβέρνησις νὰ πληρώσῃ εἰς τοὺς δικαιούχους· ἀλλ’ ἠθέλομεν, κύριοι, δι’ αὐτὸν ἴσα ἴσα τὸν λόγον ὅτι, ὡς μειοψηφία εἰς τὴν ἐπιτροπήν, δὲν ἠθέλομεν νὰ καταστήσωμεν πολιτικὸν ζήτημα, ἠθέλομεν νὰ ζητήσωμεν ἀληθῆ ἔλεγχον. Δὲν σᾶς ἠρνήθημεν τὰς δαπάνας ἢ τὰς πιστώσεις, ὁσάκις ἡ δημοσία τάξις ἀπειλεῖται· ἀλλ’ ἡ μειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἔθεσεν ὅρον, ὅτι δὲν δύναται νὰ προβῇ εἰς οὐδὲν ἔργον, πρὶν ἴδῃ τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα, δυνάμει τῶν ὁποίων δύναται νὰ πεισθῇ, ὅτι αἱ ζητηθεῖσαι δαπάναι δὲν ἐπήρκεσαν.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φιλήμων καὶ ὁ κ. Ῥοντήρης ὑπέβαλον πρότασιν περὶ συστάσεως Ἐπιτροπῆς πρὸς ἀναθεώρησιν τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Πρῶτον ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως εἶναι ἡ πρότασις περὶ καταδιώξεως τοῦ κ. Πετιμεζᾶ.
§110Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι, προχθὲς ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Ῥάλλης εἶχε προτείνει ὡς ἡμέραν συζητήσεως τὴν Δευτέραν· ἐγὼ παρεκάλεσα τὴν Βουλὴν νὰ προσδιορίσῃ τὴν Παρασκευήν· χθὲς δὲν ἐγένετο συνεδρίασις· ἀλλὰ πληροφορῶ τὴν Βουλήν, ὅτι μοῦ λείπουν δύο ἔγγραφα οὐσιώδη, τὰ ὁποῖα μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης, μεθ’ ὅλους τοὺς κόπους, τοὺς ὁποίους κατέβαλον, δὲν ἠμπόρεσα νὰ τὰ εὕρω· ἀλλ’ εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι θὰ τὰ εὕρω, διότι ἐσυγχύσθησαν ἐντὸς τῶν διαφόρων φακέλλων τῶν διαφόρων χρήσεων· διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν διὰ τὴν προσεχῆ Δευτέραν, διὰ νὰ εὕρω τὰ μέσα, ὅπως σᾶς φωτίσω.
§111ΡΑΛΛΗΣ. Ὅταν πρὸς ἀπολογίαν του ὁ κ. Πετιμεζᾶς ἔχῃ ἀνάγκην ἀναβολῆς, ὀφείλει ἡ Βουλὴ νὰ τὴν παραχωρήσῃ.
§112ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὴν ἐρχομένην Δευτέραν. Βʹ. συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τοῦ Διατάγματος περὶ μεταῤῥυθμίσεως τῆς 2 παραγράφου τοῦ ἄρθρου 18 τῆς συμβάσεως περὶ μετατροπῆς τῶν παλαιῶν δανείων. (Γίνεται δι’ ἀναστάσεως δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν ἄρθρον καὶ σύνολον.)
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτον ἀντικείμενον εἶναι ἡ δευτέρα συζήτησις τῆς προτάσεως τοῦ κ. Τζάνε περὶ τυπώσεως τῶν μεταφράσεων τοῦ κυρίου Φραβασίλη. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῆς ἀρχῆς;
§115Λ. ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι δὲν εἶναι ἔργον τῆς Βουλῆς, οὐδὲ τῆς Κυβερνήσεως τὸ ν’ ἀποφασίζωσι τὴν τύπωσιν τοιούτων μεταφράσεων, ὅσον κοινωφελεῖς καὶ ἂν ἦναι, εἰς τὸ ἐθνικὸν τυπογραφεῖον. Θὰ ἦτον ἴσως ἀμφίβολος ἡ περὶ τούτου κρίσις τῆς Βουλῆς, τοῦ νὰ ψηφίσωμεν δηλαδὴ τὴν τοιαύτην τύπωσιν μεταφράσεων σημερινῶν παρ’ ἡμῖν φιλολογικῶν ἔργων εἴτε ὑπὸ τοῦ κ. Φραβασίλη, τὸν ὁποῖον δὲν γνωρίζω παντάπασιν, εἴτε ὑπὸ οἱουδήποτε ἄλλου, γινομένων, ἐὰν αὕτη ἦτον ὁ μόνος τρόπος τοῦ νὰ περιέλθωσιν εἰς γνῶσιν τῶν Ἰταλῶν τὰ νεώτερα Ἑλληνικὰ φιλολογικὰ ἔργα. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν συμβαίνει ἐν Ἰταλίᾳ, καὶ τοῦτο βεβαίως τὸ γνωρίζουν ὅλοι οἱ Ἰταλισταὶ ἢ Ἰταλομαθεῖς ἐκ τῶν συναδέλφων μου. Σήμερον μάλιστα πάντα σχεδὸν ἐκ τῶν νεωτέρων ἡμῶν ἔργων, τὰ ἔχοντα ἀξίαν τινὰ, ὑπάρχουσιν ἐν γνώσει τῶν Ἰταλῶν διὰ μεταφράσεων. Ἐὰν ὁ μόνος ὅστις ἠδύνατο νὰ μεταφράσῃ αὐτὰ ἦτον ὁ κ. Φραβασίλης, τότε θὰ ἠδύνατο νὰ διαταχθῇ ἐξαιρετικῶς ἡ ἐκτύπωσις. Ἓν ἐκ τῶν ἔργων τούτων, ὅπερ πολλοὶ ἐξ ὑμῶν γινώσκουσιν, εἶναι καὶ τὸ «Περὶ Βλοσσίου καὶ Διοφάνους» τοῦ κ. Ῥενιέρη, ὅπερ ἀμέσως μετεφράσθη εἰς τὴν Ἰταλικὴν γλῶσσαν. Ὡς τὸ γνωρίζετε πάντες οἱ Ἰταλισταὶ καὶ οἱ λόγιοι, μεταξὺ τῶν Ἰταλῶν ὑπάρχουσι σπουδαῖοι ἑλληνισταί, οἵτινες ἐπεχείρησαν τοιαύτας μεταφράσεις ἑλληνικῶν συγγραφῶν· εἷς ἐξ αὐτῶν εἶναι ὁ γνωστὸς κ. Μπόγγης, τὸν ὁποῖον εὗρον, ὅτε μετέβην εἰς Ῥώμην ὡς πρεσβευτής, Ὑπουργὸν τῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ ὅστις ἔκαμεν ἀρίστην μετάφρασιν τοῦ Πλάτωνος. Ἐπίσης μεταξὺ τῶν λογίων ἐν Ῥώμῃ καὶ Φλωρεντίᾳ ἐγνώρισα καὶ Βουλευτὰς καὶ Γερουσιαστάς τινας Ἰταλοὺς, οἵτινες οὐ μόνον γινώσκουσι τὴν ἀρχαίαν Ἑλληνικὴν, ἀλλ’ ἀναγιγνώσκουσι καὶ τὰς Ἑλληνικὰς ἐφημερίδας. Τινὲς ἐξ αὐτῶν μοὶ ἐζήτησαν ἐπανειλημμένως τὸν «Αἰῶνα,» ὅστις ἐξεδίδετο ὑπὸ τοῦ κ. Τιμολέοντος Φιλήμονος Νομίζω λοιπὸν διὰ τοὺς λόγους τούτους, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ψηφίσωμεν τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Τζάνε, καὶ διότι δὲν εἶναι ἔργον τοῦ ἐθνικοῦ Τυπογραφείου νὰ καταγίνεται εἰς τὴν τύπωσιν τοιούτων συγγραφῶν ἢ μεταφράσεων ἰδιωτῶν. Ἄλλως τε, πῶς δυνάμεθα νὰ ἀρνηθῶμεν ἐὰν ἄλλος τις ἑλληνιστὴς, ὁ κ. Δέρνερ λ. χ., ζητήσῃ νὰ κάμῃ τὸ αὐτὸ πρᾶγμα, μεταφράσεις δηλαδὴ εἰς τὴν Γερμανικὴν τῶν νεωτέρων Ἑλληνικῶν ἔργων, ἢ ὁ κ. Ποττὲν ἢ ὁ κ. Πιουζὸλ εἰς τὴν Γαλλικήν; Ἀλλὰ τότε καὶ ἐγὼ θὰ ζητήσω νὰ κάμω μεταφράσεις εἰς τὴν Ἱσπανικὴν, διότι θὰ ἦναι ἀνάγκη νὰ γείνωσι γνωστὰ εἰς τοὺς Ἱσπανοὺς τὰ νεώτερα ἔργα τῆς Ἑλληνικῆς φιλολογίας. Ἀλλὰ καὶ ἄλλος λόγος ὑπάρχει τῆς ἀποῤῥίψεως. Παρατηρῶ μὲ λύπην μου, ὅτι ἐνῷ ὅλοι ὁμιλοῦμεν περὶ οἰκονομιῶν καὶ οἰκονομικῶν μέτρων, δὲν λαμβάνομεν ὑπ’ ὄψιν παντάπασι τὴν οἰκονομίαν, καὶ ὑποβάλλομεν προτάσεις αἱ ὁποῖαι ἴσα ἴσα ἔχουν ἀντικείμενον ν’ αὐξήσωσι τὰς δαπάνας. Ἡ πρότασις αὕτη τοῦ ἀξιοτίμου κ. Τζάνε βεβαίως αὐξάνει τὰς δαπάνας τοῦ Δημοσίου, καὶ ἂν ὅμοιαι προτάσεις γείνωσι, τότε πρέπει νὰ σκεφθῶμεν νὰ παρακαλέσωμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ προνοήσῃ περὶ αὐξήσεως τῶν ἐργατῶν τοῦ ἐθνικοῦ τυπογραφείου, καθ’ ἣν περίπτωσιν γείνῃ δεκτὴ ἡ παροῦσα πρότασις. Νομίζω ὅμως, ὅτι δύναται νὰ γείνῃ κἄτι τι ἄλλο, διότι φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ ἐνθαῤῥύνωμεν τοιαῦτα ἔργα, οὐχὶ ὅμως ν’ ἀναλάβῃ τὸ Κράτος τὴν τύπωσιν. Τὸ κατ’ ἐμὲ, θὰ προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν, πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἐνθαῤῥύνσεως, νὰ λάβῃ τινὰς συνδρομὰς εἰς τὸ πόνημα τοῦ κ. Φραβασίλη, καὶ νὰ συστήσωμεν καὶ εἰς τὰ Ὑπουργεῖα νὰ λάβουν ἐπίσης συνδρομάς. Δὲν εἶναι ὅμως ἔργον ἡμῶν νὰ κάμωμεν νόμον περὶ ἐκτυπώσεως εἰς τὸ ἐθνικὸν τυπογραφεῖον τῶν τοιούτων πονημάτων, διότι τοῦτο δὲν εἶναι ἔργον τοῦ ἐθνικοῦ τυπογραφείου.
§116ΤΖΑΝΕΣ. Κύριοι, δὲν ἦλθον νὰ ὑποστηρίξω ἰδικά μου πράγματα, ἀλλὰ πράγματα ἄλλου, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσι τὰ συμφέροντα τὰ ἐθνικά. Λυποῦμαι διότι ὁ προλαλήσας βουλευτὴς κ. Μελετόπουλος δὲν ἀνέγνωσε τὴν ἔκθεσίν μου.
§117ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν ἀνέγνωσα.
§118ΤΖΑΝΕΣ. Εἰς τὴν ἔκθεσίν μου ἀναφέρω τὰ ἑξῆς· εἶπον μέχρι τίνος ἦτο ἄγνωστον εἰς ὅλον τὸν κόσμον ἐὰν ὑπάρχῃ νεωτέρα Ἑλληνικὴ φιλολογία. Τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα ἡ Βυζαντινὴ ἐποχὴ ἀφῆκε, περιῆλθον εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ὥστε εἶχον ἐγκαταλειφθῇ ὅ, τι οἱ Ἕλληνες συγγραφεῖς κατὰ τοὺς τέσσαρας αἰῶνας τῆς δουλείας παρήγαγον, τοῦτο ἦτο ἄγνωστον καὶ νεκρὸν, ἤδη δὲ ἐπέστη ὁ χρόνος μετὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς πατρίδος μας νὰ φαίνεται μία ἀκτὶς ἑλληνικοῦ φωτὸς, καὶ κάπως ἡ ὀρεινὴ Μοῦσα ἐξημερουμένη νὰ τρέπηται πρὸς τὴν ἐποποιΐαν, τὸ δρᾶμα καὶ τὸ ᾆσμα. Ὅσοι εἴδομεν δράματα, ὅσοι ἀνέγνωμεν, κατανοοῦμεν, ὅτι οὗτος εἶναι μικρὸς πλοῦτος πνευματικὸς· δὲν ὑπῆρξε δὲ ἄνθρωπος, ὅστις μέχρι τοῦδε ἠδυνήθη νὰ ἀρνηθῇ τοῦτο. Ὁ κ. Φραβασίλης, κύριοι, ἐξ ἔρωτος πρὸς τὰ ἑλληνικὰ γράμματα καὶ τὴν πατρίδα μας ἐγκατέλειψε τὴν πατρίδα του, καὶ ἀπὸ τεσσάρων ἐτῶν καταγίνεται ὄχι μελετῶν τὸν Πλάτωνα καὶ τὸν Ὅμηρον καὶ τοὺς ἀρχαίους συγγραφεῖς, ἀλλὰ τὴν νεωτέραν καθαρῶς φιλολογίαν μας.
§119ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ τὸν συνδράμωμεν.
§120ΤΖΑΝΕΣ. Τὰ ᾄσματα τῶν ὀρεινῶν, τὰ δημώδη, τοὺς καρποὺς τούτους τῆς ἑλληνικῆς Μούσης καταγίνεται ἐπὶ τέσσαρα ἔτη ἀτρύτως νὰ μεταφράσῃ, καὶ διὰ τοῦτο εἰσήγαγον πρότασιν, διὰ τῆς ὁποίας λέγω νὰ ἐπιτραπῇ νὰ τυπώσῃ εἰς τὸ Ἐθνικὸν τυπογραφεῖον ἕνα ἢ δύο τόμους ἐξ αὐτῶν. Δὲν εἶναι δυνατὸν εἷς τόμος κατ’ ἔτος νὰ τυποῦται, ὅστις πρόκειται νὰ γείνῃ γέφυρα τῆς μεταδόσεως τῶν ἰδεῶν εἰς τὴν Ἰταλικὴν γλῶσσαν, μετὰ τῆς ὁποίας δύνανται νὰ συγκοινωνήσωσιν ὅλαι αἱ ἄλλαι γλῶσσαι; ποῦ εἶναι τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου γίνεται λόγος; καὶ ἐγώ, κύριοι, ἐὰν ἔβλεπον, ὅτι ἤθελε προστεθῆ ἡ ἐλαχίστη δαπάνη, δὲν ἤθελον τολμήσει νὰ κάμω τοιαύτην πρότασιν. Ἀλλὰ, κύριοι, εἴδετε ὑμεῖς τὸν τρόπον, ὅπως ἐγένετο ἡ πρότασις; εἰσήλθετε ποτὲ εἰς τὸ τυπογραφεῖον νὰ ἴδητε τὸν τρόπον δι’ οὗ ἐκτυποῦνται; ἐὰν εἰσήρχεσθε εἰς τὸ τυπογραφεῖον καὶ ἐβλέπετε, ἠθέλετε συμφωνήσει μαζῇ μου. Εἰς τὸ ἐθνικὸν τυπογραφεῖον ὑπάρχει κάσα τῶν εὐρωπαϊκῶν στοιχείων, καὶ διὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ γείνῃ οὐδεμία δαπάνη· δὲν πρόκειται νὰ προστεθῇ οὐδεὶς ἐργάτης, διότι ἡ τύπωσις τῶν τοιούτων συγγραμμάτων δὲν θὰ γείνῃ εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν θὰ ἔχῃ πολλὴν ἐργασίαν τὸ τυπογραφεῖον τὸ ἐθνικὸν, ὁπότε ἡ Βουλὴ ἐνεργεῖ. Ἕκαστον ἔαρ θὰ δίδεται εἷς τόμος ἐκ τῶν μεταφράσεων εἰς τὸ τυπογραφεῖον καὶ τῇ ἐπιστασίᾳ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου θὰ ἐκδίδεται· οὔτε ἐργάται δύνανται νὰ προστεθῶσιν, οὔτε καὶ δαπάνη εἶναι ἀνάγκη νὰ προστεθῇ, διότι τὰ στοιχεῖα καὶ ὅλα τὰ μέσα ὑπάρχουν τῆς τυπώσεως.
§121ΦΙΛΗΜΩΝ. Δὲν ὑπάρχουν.
§122ΤΖΑΝΕΣ. Ἐγὼ ἐπαναλαμβάνω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐν πεποιθήσει ὑπηρετῶ τὴν πατρίδα μου, καὶ ὅτι δὲν γίνομαι πρόξενος οὐδεμιᾶς εἰς τὸ Δημόσιον δαπάνης· εἰσήγαγον τὴν πρότασιν, καὶ νομίζω, ὅτι ἐξεπλήρωσα τὸ καθῆκόν μου. Ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν θελήσῃ νὰ τὴν ἀποδεχθῇ, εἶναι κυρία νὰ τὸ πράξῃ, ἐγὼ ὅμως, ὅπως εἶπον καὶ προχθές, εἰς ἐμαυτὸν ἔχω νὰ δώσω λόγον. Λέγω δὲ, ὅτι, ἀφ’ ἧς εἰσήχθη ἡ πρότασις, οἱ Ἰταλομαθεῖς τῆς Βουλῆς, ἐὰν ἐγκύψωσιν εἰς τὰς Ἰταλικὰς ἐφημερίδας, θέλουσιν ἰδεῖ, ὅτι ἐγένετο ἀφορμὴ οἱ σπουδαιότεροι δημοσιογράφοι νὰ λέγουν καὶ νὰ γράφουν πρὸς τὸν ἄνθρωπον τοῦτον, ὅτι γίνεται αἴτιος τῆς μεταβιβάσεως τῶν ἑλληνικῶν ἰδεῶν, μετὰ παρέλευσιν τοσούτου χρόνου σιωπῆς καὶ τοσούτων δυστυχῶν γεγονότων. Λέγω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι, ἀφ’ ἧς ἐγένετο γνωστὸν, ὅτι ὁ κ. Φραβασίλης ἔχει τὴν ἀδυναμίαν νὰ ἐργάζηται ὑπὲρ τῶν ἑλληνικῶν ἰδεῶν, ἀφ’ ἧς ἐγένετο γνωστὸν, λέγω, τοῦτο, ἐγνώσθη, ὅτι ἔχομεν κἄτι τι νὰ μεταφέρωμεν, ὅτι ἔχομεν ἠθικὴν περιουσίαν νὰ μεταδώσωμεν. Δὲν εἶναι τοῦτο μόνον, Κύριοι· ἐὰν ἐγκύψητε εἰς τὴν ἔκθεσίν μου, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην νὰ συγκοινωνήσωμεν διὰ τῆς ἰδέας μετὰ τῶν ἄλλων ἐθνῶν καὶ νὰ κάμωμεν γνωστὸν, ὅτι ὑπάρχει ἑλληνικὴ φιλολογία, καὶ ὅτι ἔχομεν ὕπαρξιν πνευματικὴν, διότι ἴσως ὑπάρχει ἰδέα, ὅτι δὲν ἔχομεν φιλολογίαν, ὅτι δὲν ἔχομεν ποίησιν. Δὲν εἶναι ἀληθὲς, κύριοι, τοῦτο, εἶναι ψεῦδος· ἔχομεν νεωτέραν φιλολογίαν καὶ ποίησιν, ἥτις ὀλίγον εἶναι γνωστὴ ὑπὸ τῶν εὐρωπαίων. Θεωρεῖτε λοιπὸν, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ μάθῃ τοῦτο ἡ Εὐρώπη; Αὐτὰ, κύριοι, ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ ἐκθέσω εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἡ Βουλὴ εἶναι κυρία νὰ ἀποφασίσῃ. Τὸ ἐπαναλέγω, ὅτι διὰ τῆς προτάσεώς μου πιστεύω, ὅτι ἐξυπηρετῶ τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος, καὶ διὰ τοῦτο ἀναγκάζομαι νὰ ὑποστηρίξω τὴν πρότασιν.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Παλατιανός.
§124ΠΑΛΑΤΙΑΝΟΣ. Κύριοι Βουλευταί. Ἡ συζήτησις μοὶ φαίνεται ἄσκοπος, ἐπειδὴ τὸ Ἐθνικὸν τυπογραφεῖον οὔτε προορισμὸν τοιοῦτον ἔχει, οὔτε καιρὸν, ἵνα ἐκτυπώσῃ τὰ τοιαῦτα ἔργα, καὶ τοῦτο τὸ ἐξάγω ἐκ τῶν λόγων τοῦ τέως Ὑπουργοῦ τῆς δικαιοσύνης καὶ Πρωθυπουργοῦ, ἀπὸ τὴν ἔκθεσιν, ἐν σελίδι 89, τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, εἰς ἣν δικαιολογεῖται ἡ ζητηθεῖσα πίστωσις δραχμῶν 3,000 διὰ τὴν ἐκτύπωσιν τῶν ἀποφάσεων τοῦ Ἀρείου Πάγου· ἐπειδὴ προκύπτει ἐκ μακρᾶς ἀλληλογραφίας (ὡς λέγει ὁ κύριος Ὑπουργὸς) μεταξὺ τῶν Ὑπουργείων τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι τὸ Ἐθνικὸν τυπογραφεῖον δὲν δύναται νὰ ἐπαρκῇ εἰς τὴν ἔγκαιρον τύπωσιν τῶν ἀποφάσεων τοῦ ἀνωτάτου δικαστηρίου, ἡ δὲ καθυστέρησις ἀνάγεται εἰς ὁλόκληρα ἔτη, ὥστε ματαιοῦται ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου καὶ ἐκλείπει τὸ μόνον μέσον τῆς γνώσεως τῆς νομολογίας, ὡς ἐκ τούτου εἶναι φανερὸν, ὅτι ἀδύνατον εἶναι νὰ ἐκτυπωθοῦν ἄλλα ἔργα εἰς τὸ Ἐθνικὸν τυπογραφεῖον· ἑπομένως νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει ν’ ἀποῤῥίψῃ τὴν πρότασιν.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ζαΐμης.
§126ΤΖΑΝΕΣ. Δύω λέξεις νὰ προσθέσω. Ἐὰν τὸ τυπογραφεῖον δὲν ἦναι εἰς κατάστασιν, δὲν ἕπεται, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ βελτιώσωμεν· ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου λέγω, ὅτι εἰς οἱανδήποτε καὶ ἂν εὑρίσκεται κατάστασιν, δύναται τὸν ἕνα τόμον κατ’ ἔτος νὰ τυπώνῃ, χωρὶς νὰ προστίθεται δαπάνῃ.
§127Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶμαι ἐναντίος τῆς προτάσεως τοῦ κ. Τζάνε, καὶ εἶμαι ἐναντίος, ἕνεκα οἰκονομικῶν λόγων. Λυποῦμαι, διότι δὲν δύναμαι νὰ μετεωρισθῶ εἰς τὴν ποίησιν, εἰς τὴν ὁποίαν ὁ κ. Τζάνες ἀνῆλθε, καὶ θέλω νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα αὐτὸ ὑπὸ τὴν ταπεινὴν ἔποψιν τῆς οἰκονομίας. Τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι πρωτοφανὲς, διότι μέχρι τοῦδε ἡ Βουλὴ ἔδωκε συνδρομάς τινας ὑπὲρ ἐκτυπώσεως ἔργων, ἴσως ὄχι καλῶς ποιοῦσα, ἀλλὰ μέχρι τοῦδε δὲν ἐνομοθετήθη νόμος, ὁ ὁποῖος νὰ θέτῃ εἰς βάρος τοῦ δημοσίου τὴν δημοσίευσιν συγγραφῶν, εἴτε μεταφράσεων εἰς ἄλλην γλῶσσαν. Ἡ πρότασις πρόκειται νὰ ἐπιβάλῃ δαπάνην εἰς βάρος τοῦ δημοσίου ἄγνωστον, διότι εἶναι πιθανὸν ὁ κ. Φραβασίλης καθ’ ἕκαστον ἔτος νὰ θέλῃ νὰ μεταφράζῃ ὅ,τι θέλει· ἡ δὲ ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία θὰ σύγκηται ἐκ καθηγητῶν καὶ λογίων, ὅπως συμβαίνει παρ’ ἡμῖν, πιθανὸν εἶναι νὰ χαρίζηται· οὕτω δὲ δὲν εἶναι ἀδύνατον νὰ ἴδωμεν δημοσιευμένα εἰς τὴν Ἰταλικὴν γλῶσσαν, ὄχι ἀριστουργήματα ποιήσεως καὶ φιλολογίας, τῶν ὁποίων δυστυχῶς στερούμεθα σήμερον, ἀλλὰ νὰ ἴδωμεν καὶ ἄλλα τινὰ βιβλία, οὐδεμίαν ἔχοντα ἀξίαν, μεταφραζόμενα εἰς τὴν Ἰταλικὴν γλῶσσαν, καὶ ὅμως ὁ δυστυχὴς προϋπολογισμὸς νὰ ὑποχρεωθῇ νὰ δαπανᾷ κατ’ ἔτος διὰ τὸν Φραβασίλειον αὐτὸν νόμον 20 καὶ 30,000 δραχμῶν. Ἡ δαπάνη αὕτη, κύριε Πρόεδρε, δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὸν σκοπὸν, εἰς τὸν ὁποῖον ἀποβλέπει ἡ πρότασις τοῦ κ. Τζάνε. Ἐὰν ἡ Ἑλληνικὴ Φιλολογία, ἐὰν ἡ Ἑλληνικὴ ποίησις, ἔχουν ἀριστουργήματα τοιαῦτα, ὁποῖα πρέπει νὰ μεταφρασθῶσιν εἰς ξένην τινὰ γλῶσσαν, ὁ κ. Τζάνες πρέπει νὰ ἦναι βέβαιος, ὅτι ἡ ἰδιωτικὴ ἐπιχείρησις θέλει μεταβιβάσει ἀπὸ γλώσσης εἰς γλῶσσαν τὰ ἀριστουργήματα αὐτὰ τῆς φιλολογίας. Ἀλλὰ τὸ νὰ ἀναδεχθῇ τὸ Δημόσιον βάρος 10 ἢ 15,000 δραχμῶν κατ’ ἔτος εἰς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται, τὸ θεωρῶ, κύριοι, ὅλως διόλου ἄτοπον. Σήμερον σᾶς ἔφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ λάβητε 2 καὶ ½ ἑκατομμύρια διὰ νὰ ζήσητε, ἐκ τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον ἦτο προωρισμένον διὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Σήμερον, νομίζω, εἶναι τὸ πρῶτον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ καθιερώσῃ δαπάνην, ἐγὼ δὲ, ἐπειδὴ ἔχω σκοπὸν πᾶσαν νέαν δαπάνην νὰ τὴν πολεμήσω, ὀφείλω ἀπὸ τοῦδε νὰ δώσω ψῆφον κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ τὸ καταψηφίσῃ, διὰ νὰ δείξῃ, ὅτι ἀπεφάσισε νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν ὁδὸν τῶν οἰκονομιῶν, διότι, κύριοι, θέλετε ἴδει, ὅτι, ἐὰν δὲν δείξητε τὴν ἀπόφασίν σας τοῦ νὰ ἀσπασθῆτε τὰς μεγαλειτέρας οἰκονομίας, θέλετε ἴδει, ὅτι τὰ περισσότερα τῶν νομοσχεδίων καθιεροῦν νέας δαπάνας, θέλετε ἴδει μετ’ ἀπορίας, ὅτι ἡ Ἑλλὰς πρόκειται ν’ ἀποκτήσῃ καὶ τρεῖς μαρεσάλους, δηλ. ὅσους ἔχει ἤδη ἡ Γαλλία μὲ τὰ τόσα ἑκατομμύριά της. Ὅσον μικρὰ καὶ ἂν ἦναι ἡ δαπάνη περὶ ἧς πρόκειται, ὀφείλει νὰ δείξῃ ἡ Βουλὴ σήμερον, ἀποῤῥίπτουσα αὐτήν, τὴν σταθερὰν ἀπόφασιν, ὅτι ἔχει σκοπὸν νὰ βαδίσῃ ἐπὶ τοῦ συστήματος τοῦ μακαρίτου Πατούσα τῶν Ἀθηνῶν.
§128Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον παρουσίασεν ὁ κ. Τζάνες, εἶναι ἀντικείμενον εἰς ῥητὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, καθ’ ἣν οὐδεὶς τῶν Βουλευτῶν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ φέρῃ νομοσχέδιον ὑπὲρ προσώπων, διὰ τῶν ὁποίων νὰ ἐπιβάλληται εἰς τὸ δημόσιον ὑποχρέωσις δαπάνης. Ἑπομένως κατὰ τὴν ῥητὴν αὐτὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, προτείνω τὸ ἀπροχώρητον τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ.
§129ΤΖΑΝΕΣ. Δὲν δύναμαι ν’ ἀρνηθῶ οὔτε τιμὴν, οὔτε θέλησιν ἐκ μέρους τῶν κυρίων Βουλευτῶν, δὲν ἠξεύρω ὅμως διατί δὲν ἐνόησαν καὶ διατί ὁ σκοπός μου δὲν κατενοήθη. Ν’ ἀποδώσω ἄγνοιαν εἰς τὸν κ. Ζαίμην ἢ ἀδιαφορίαν ἐπίσης; διατί δὲν ἀνέγνωσε τὴν διάταξιν ἐν τῷ σχεδίῳ, κατὰ τὴν ὁποίαν οὔτε εἰς τὸ σύνταγμα καταδεικνύεται, ὅτι ἀντίκειται τὸ νομοσχέδιον, οὔτε εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ἐπέρχεται βάρος, διότι ὁ προῤῥηθεὶς προσφέρει ὅλην τὴν διανοητικήν του περιουσίαν ὑπὲρ τοῦ δημοσίου. Δὲν ἀντίκειται εἰς τὸ σύνταγμα, διότι προσφέρει περιουσίαν, καὶ περιουσίαν, τὴν ὁποίαν ὀλίγοι χορηγοῦν εἰς τὸν κόσμον. Δὲν ἀντίκειται εἰς τὸν προϋπολογισμόν, διότι, ἐὰν διὰ τὴν τύπωσιν θὰ δαπανήσῃ τὸ δημόσιον 100 ἢ 200 δραχμὰς ἢ ἔστω καὶ 1000, θὰ λάβῃ πάλιν αὐτὰς τὰς 1000 δραχμὰς ἀπὸ τὴν πώλησιν τῶν βιβλίων. Βλέπετε λοιπόν, ὅτι οὔτε λόγος οἰκονομικὸς ὑπάρχει, οὔτε εἰς τὸ σύνταγμα ἀντίκειται τὸ νομοσχέδιον· πιστεύω δὲ, κύριοι, ὅτι ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου θὰ συμβῇ ὅ,τι συνέβη εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν, ὅτε ποτὲ ἔπασχεν ὁ Σουλτάνος, καὶ ὑπέστη τὴν θεραπείαν ὁ Βεζύρης διὰ νὰ θεραπευθῇ ἡ Μεγαλειότης του. Φρονῶ λοιπὸν καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν ἀντικρούεται ὀρθῶς ἡ ὑπὸ συζήτησιν πρότασίς μου.
§130ΦΙΛΗΜΩΝ. Βεβαίως ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ τόπου δὲν ἐπιτρέπει περιττὰς δαπάνας, καὶ ἤθελον συμφωνήσει μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος ἐν μέρει, ἐὰν δαπάνη τις τοιαύτη ἐπεβάλλετο εἰς τὸ Δημόσιον διὰ τὴν ἔκδοσιν τῶν μεταφράσεων τοῦ κ. Φραβασίλη· ἀλλὰ τοιοῦτόν τι δὲν ὁρίζεται ἐν τῇ προτάσει τοῦ κ. Τζάνε. «Ἐπιτρέπεται,» ἔχει ἡ πρότασις, «ἡ δαπάνῃ τοῦ Δημοσίου ἐκτύπωσις.» Δὲν ἐπιβάλλεται λοιπόν. Ὅταν τὸ Δημόσιον εὐπορήσῃ, ὅταν θὰ ἔχῃ διαθέσιμα τὰ ἀναγκαιοῦντα χρήματα, δύναται νὰ ἐκτυπώσῃ τὰς μεταφράσεις, οὐδὲν δ’ ἐντεῦθεν ἀποκτᾷ δικαίωμα ὁ κ. Φραβασίλης κατὰ τοῦ Δημοσίου. Συγχρόνως ὅμως ὀφείλω νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν κ. Τζάνεν, διότι δὲν γινώσκει τὰ τυπογραφικά, ὅτι διακόσιαι δραχμαὶ δὲν εἶναι ἡ ἐτησία πρὸς ἐκτύπωσιν δαπάνη ἑνὸς ἢ δύω τόμων, καὶ μάλιστα εἰς Ἰταλικὴν γλῶσσαν, ἀλλὰ κατὰ πολὺ ἀνωτέρα. Ἄλλως τε ἡ ἐκτύπωσις σήμερον, ἰταλιστὶ γεγραμμένων βιβλίων, εἶναι ἀδύνατος ἐν τῷ ἐθνικῷ τυπογραφείῳ. Ἐὰν ἐγνώριζεν ὁ κ. Τζάνες τὴν κατάστασιν τοῦ ἐθνικοῦ τυπογραφείου, ἤθελεν ὁμολογήσει, ὅτι εἶναι ἀκριβὲς ὅ,τι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀναφέρει ἐν τῇ ἐκθέσει του περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ Τυπογραφείου. Πρὶν γείνῃ ἀνακαίνισις τοῦ τυπογραφείου, δὲν δύναται νὰ ἐκτελεσθῇ ἐκτύπωσις οἱουδήποτε βιβλίου ἐν τῷ τυπογραφείῳ τῷ ἐθνικῷ, μάλιστα δὲ εἰς ἄλλην γλῶσσαν, ἀφοῦ, ὡς ὅλοι εἶσθε εἰς θέσιν νὰ γνωρίζητε, καὶ αὐτὰ τὰ ἑλληνιστὶ ἐκτυπωνόμενα ἐν τῷ ἐθνικῷ τυπογραφείῳ δὲν δύνανται ν’ ἀναγνωσθῶσιν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν μᾶς εἶπε πέρυσιν, ὅτι, διὰ νὰ τυπωθῶσιν ἔγγραφά τινα Γαλλιστὶ, ἠναγκάσθη νὰ τὰ δώσῃ εἰς ξένα τυπογραφεῖα, διότι ἄλλως δὲν θὰ ἦσαν εἰς κατάστασιν νὰ σταλῶσιν εἰς τὰς Πρεσβείας. Ἀλλ’ οὐχ ἧττον, κ. Πρόεδρε, ἐπαναλαμβάνω, οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν ἀναλαμβάνει τὸ Δημόσιον, ὅπως ἢ ἐφέτος ἢ τὸ ἐρχόμενον ἔτος ἐκτυπώσῃ τὰς μεταφράσεις τοῦ κ. Φραβασίλη, δαπάνη δὲ οὕτω οὐδεμία γενήσεται. Ἐπὶ τέλους παρατηρῶ, ὅτι τοιαῦται προτάσεις ἴσως εἶναι καλὸν νὰ μὴ ὑποβάλλωνται, ἀλλ’ ὅταν ὑποβάλλωνται, ἵνα μὴ γίνηται κακὴ ἐντύπωσις ἑτέρωθεν, δὲν πρέπει νὰ ἀποῤῥίπτωνται, καὶ μάλιστα ὅταν ὁ κύριος λόγος τῆς οἰκονομίας ἐκλείπῃ, διότι, ἐπαναλαμβάνω, διὰ τῆς προτάσεως δὲν ἐπιβάλλεται οὐδεμία ὑποχρέωσις εἰς τὸ Δημόσιον, ἀλλ’ ἁπλῶς «ἐπιτρέπεται» ἡ ἐκτύπωσις, ὅταν, ἐννοεῖται, ὑλική τις καὶ πραγματικὴ δυσχέρεια μὴ ἀντίκηται.
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δίδομεν ἐλπίδα εἰς τὸν κ. Φραβασίλην. Προτείνετε λοιπὸν τὴν ἀναβολήν.
§132ΦΙΛΗΜΩΝ. Τὴν ἐπιψήφισιν.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ γείνῃ ἐκτύπωσις, ὅταν ἀνακαινισθῇ τὸ τυπογραφεῖον.
§134Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ὅ,τι λέγει ὁ κ. Φιλήμων, δὲν εἶναι ἀκριβές. Ὅταν εἷς νόμος λέγῃ «ἐπιτρέπεται», ὁ Ὑπουργὸς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιχειρήσῃ τὴν τύπωσιν, ἑπομένως τὸ νομοσχέδιον καθιεροῖ ἓν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἐξασκήσῃ πᾶν Ὑπουργεῖον, καὶ πᾶν Ὑπουργεῖον δύναται νὰ ἐπιβαρύνῃ ἢ ὄχι τὸν προϋπολογισμόν. Τὸ τυπογραφεῖον, σᾶς εἶπε καθαρὰ ἡ ἔκθεσις τοῦ κυρίου Κουμουνδούρου, πρὸ δεκαετίας καθυστερεῖ τὴν ἐκτύπωσιν τῶν ἀποφάσεων τοῦ Ἀρείου Πάγου, διὰ τὰς ὁποίας τὸ δημόσιον δὲν δαπανᾷ, ἀλλὰ μόνον προκαταβάλλει. Ἀφοῦ λοιπὸν δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν τὸ τυπογραφεῖον νὰ ἐκτυπώσῃ τὰς ἀποφάσεις, τώρα θέλετε νὰ τυπώσῃ τὰ ἔργα τοῦ κ. Φραβασίλη; ἐννοεῖτε, ὅτι εἷς Ὑπουργὸς δύναται νὰ προσέλθῃ καὶ ζητήσῃ πίστωσιν καὶ διὰ τὸν χάρτην καὶ διὰ τὰ στοιχεῖα. Εἶναι δαπάνη ἀναμφισβήτητος, τὴν ὁποίαν καθιεροῖ τὸ νομοσχέδιον αὐτό.
§135ΦΙΛΗΜΩΝ. Δὲν ὑπάρχουν στοιχεῖα, καὶ ἑπομένως ὁ Ὑπουργὸς δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ τὸ πράξῃ.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο ἡ πρότασις, ὅτι τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ἀντίκειται εἰς τὸ ἄρθρον 24 τοῦ Συντάγματος, καὶ ἑπομένως εἶναι ἀπαράδεκτον. Ὑποστηρίζεται ἡ πρότασις;
§137ΠΟΛΛΟΙ. Βεβαίως.
§138ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Ὁ κ. Φραβασίλης δὲν ἐπιζητεῖ ἀτομικὸν συμφέρον, διότι μόνον 50 σώματα πρόκειται νὰ λάβῃ αὐτός.
§139ΤΖΑΝΕΣ. Ἐπαναλέγω καὶ ἐγώ, ὅτι ὁ Φραβασίλης δὲν θέλει νὰ ὠφεληθῇ· προσφέρεται νὰ ὠφελήσῃ καὶ νὰ ὑπηρετήσῃ τὸν Ἑλληνισμόν. (Ἀποῤῥίπτεται δι’ ἀναστάσεως τὸ νομοσχέδιον ὡς ἀπαράδεκτον.)
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς ἄλλο ἀντικείμενον. Νομοσχέδιον περὶ ἐκλογῆς Βουλευτοῦ τῶν Κρητῶν. Ὑπεβλήθη σήμερον καὶ ἑτέρα ἀναφορὰ τοῦ κ. Ξενουδάκη, περὶ τούτου. Περὶ τῆς πρώτης ἀπεφάσισεν ἡ Βουλὴ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν συζήτησιν. Ἀμφότεραι εἶναι κατατεθειμένα εἰς τὸ προεδρεῖον καὶ δύναται ἕκαστος νὰ λάβῃ γνῶσιν. (Ἀναγινώσκεται τὸ πρῶτον ἄρθρον.) Ζητεῖ τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§141ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἐὰν γείνῃ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου δεκτή, τότε νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς νὰ περιορισθῇ μόνον εἰς τὰς ἀποικίας τῶν Κρητῶν. Ὑπάρχουσι καὶ ἄλλαι δοῦλαι ἐπαρχίαι ἐπίσης προσενεγκοῦσαι θυσίας μεγάλας ὑπὲρ τῆς ἀπελευθερώσεως τοῦ τόπου, ἐπίσης καθ’ ἡμέραν ἀγωνιζόμεναι τὸν γενικὸν ἀγῶνα τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἐκτὸς τῶν Κρητῶν, οἱ Θεσσαλοὶ καὶ οἱ Μακεδόνες ἔχουσιν ἀποικίας ἐν νέᾳ Μιτζέλῃ καὶ ἐν νέᾳ Πέλλῃ· ἔχουσι δὲ καὶ κατ’ ἀριθμὸν προσόντα ὅσα ὁ δῆμος Ἀδάμαντος ἢ ὁ τῆς Μινώας, καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ Ἑλληνισμοῦ, διότι οἱ Μακεδόνες καὶ οἱ Θεσσαλοὶ οὐδέποτε ἔπαυσαν ἐργαζόμενοι ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνικοῦ ζητήματος· εἰς τὴν Μακεδονικὴν ἀποικίαν μάλιστα κατὰ μείζονα λόγον πρέπει νὰ ἐπεκταθῇ τὸ δικαίωμα, διότι ἀνήκει εἰς χώραν, ἥτις ἐποφθαλμιᾶται ὑπὸ ξένης φυλῆς, καὶ ἡ ὕπαρξις ἐντὸς τῆς Βουλῆς ἀντιπροσώπου αὐτῆς θέλει εἶναι διηνεκὴς διαμαρτύρησις ὑπὲρ τῶν δικαιωμάτων αὐτῆς. Προτείνω λοιπόν, ἐν ᾗ περιπτώσει γείνει δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ Νομοσχεδίου, εἰς τῆς ὁποίας (τὴν ἐκτίμησιν) δὲν ἐπεμβαίνω, νὰ γείνῃ δεκτὴ καὶ ἡ τροποποίησις, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλω, δηλαδὴ νὰ γενικευθῇ ἡ ἀρχὴ καὶ πάντες οἱ συνοικισμοὶ νὰ ἀποκτήσωσι τὰ αὐτὰ δικαιώματα.
§142ΤΡΙΓΓΕΤΑΣ. Ἡ ἀποικία τῆς Μεθώνης εἶναι 40 ἕως 50 ἐκλογεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐψηφοφόρησαν ἤδη καὶ ἐξέλεξαν τοὺς Βουλευτὰς τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης. Ἐρωτῶ, περιλαμβάνονται καὶ αὐτοί; καὶ θὰ ἐκλέξουν δι’ αὐτὴν τὴν Περίοδον καὶ ἄλλον νέον Βουλευτὴν, ἢ διὰ τὰς κατόπιν;
§143ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Τὸ ζήτημα, ὅπως παρουσιάσθη σήμερον, εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἐγείρῃ ἐντὸς τοῦ κοινοβουλίου ἀνωμαλίαν καὶ ἐν τῷ αὐτῷ ἀντιζηλίαν μεταξὺ ὅλων τῶν ἐκ τῶν Ἔξω μερῶν τῆς Ἑλλάδος ὁρμωμένων Ἑλλήνων. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα δὲν ἔχει, ὅπως σήμερον ἐμφανίζεται διὰ τοῦ Νομοσχεδίου· τὸ ζήτημα, τοῦ ὁποίου ἐπελήφθη ἡ ἐπιτροπὴ κατὰ τὰς ἐξελέγξεις, στηρίζεται οὐχὶ εἰς προνόμιον καθιερούμενον σήμερον, ἀλλ’ εἰς ἓν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον καθιέρωσε νομοθέτημα ἀπὸ τοῦ 1843, τὸ ὁποῖον καὶ τὰ 1862 ἔτυχε δευτέρας κυρώσεως, κατὰ τὸ ὁποῖον ὄχι μόνον οἱ Κρῆτες, ἀλλὰ καὶ οἱ Μακεδόνες καὶ πάντες οἱ εἰς Χριστὸν πιστεύοντες καὶ τὴν Ἑλληνικὴν γλῶσσαν πάτριον λαλοῦντες συνοικισμοὶ ἐν Ἑλλάδι ἔχουν τὸ αὐτὸ δικαίωμα. Οἱ ζητοῦντες τὸ δικαίωμα αὐτὸ δὲν ἐπιδιώκουν νομοθεσίαν καινοφανῆ, ἀλλὰ νὰ μὴ καταπατῆται ὁ νόμος. Ὑπάρχει λοιπὸν νόμος, κατὰ τὸν ὁποῖον πᾶς συνοικισμός, ὅστις ἤθελεν ἔχει πληθυσμόν, ἰσούμενον μέχρι τοῦ ἡμίσεος τοῦ πληθυσμοῦ τῆς ἐλαχίστης ἐκλογικῆς περιφερείας, νὰ ἀναδεικνύῃ ἕνα Βουλευτήν. Μὴ νομίσητε δὲ, ὅτι δύναται αὔριον νὰ παρουσιασθῇ ἄλλος συνοικισμὸς νὰ ζητήσῃ τὸ αὐτὸ δικαίωμα, ὥστε νὰ ἦναι ἐνδεχόμενος ὁ φόβος καταχρήσεων, διότι μόλις ἐπ’ ἐσχάτων ἀπὸ τῆς Ἑλληνικῆς ἀνεξαρτησίας ἠδυνήθη ὁ συνοικισμὸς τοῦ δήμου Ἀδάμαντος νὰ ἀποκτήσῃ τὸ προσόν, καὶ σήμερον ἀποκτήσας αὐτὸ ἔρχεται νὰ ζητήσῃ τὴν ἀπονομὴν τοῦ δικαίου. Τὸ μόνον λοιπὸν γεγονός, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐρευνήσωμεν σήμερον, εἶναι τὸ πραγματικὸν γεγονὸς τῆς ὑπάρξεως τοῦ πληθυσμοῦ. Ὁ συνοικισμὸς τοῦ δήμου Ἀδάμαντος κατὰ τὴν ἀπογραφήν, καὶ κατὰ τὰς διεξαχθείσας κατόπιν ἐρεύνας παρουσιάζει πληθυσμὸν ὑπερβαίνοντα τὸν πρὸς ἀπόκτησιν τοῦ δικαιώματος τούτου ἀναγκαῖον ἀριθμόν. Ἐὰν εἰς τὴν ἀπογραφὴν ἀμφιβάλλῃ τις, δύναται νὰ ζητηθῇ ἡ ἐξεύρεσις νέου τρόπου πρὸς πιστοποίησιν τοῦ πληθυσμοῦ· ἀλλ’ ἐν ὅσῳ δὲν προσβάλλεται τὸ δημοτολόγιον ὡς πλαστόν, δὲν δυνάμεθα νὰ μὴ δώσωμεν εἰς αὐτὸ πίστιν. Εἰς τὸ δημοτολόγιον ἀπαντῶμεν 669 οἰκογενείας.
§144ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ. Διὰ νὰ πεισθῆτε ἐὰν τὸ δημοτολόγιον ἦναι ἀκριβές, ἠμπορεῖτε νὰ παρατηρήσητε τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς τοῦ 1854, καὶ θὰ ἰδῆτε, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶπεν, ὅτι ὁ κατάλογος αὐτὸς εἶναι χάρτης ἄγραφος, καὶ σήμερον ὁ αὐτὸς κατάλογος παρουσιάζεται.
§145ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Τὸ δημοτολόγιον παρέχει πλήρη ἀπόδειξιν, ἐν ὅσῳ δὲν προσβάλλεται ὡς πλαστόν.
§146ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ εἴδατε;
§147ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Εἶναι ἀπὸ τὸν νομάρχην καὶ τὸν ἔπαρχον ἐπικυρωμένον. Κύριοι, κατ’ ἐμὲ εἶναι περιττὸς ὁ νέος νόμος, καὶ ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ παραδεχθῇ τὴν ὕπαρξιν τοῦ πληθυσμοῦ, καὶ νὰ ἀποφανθῇ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ διατάξῃ τὴν ἐκλογὴν πρὸς ἀνάδειξιν τοῦ βουλευτοῦ τοῦ συνοικισμοῦ Ἀδάμαντος. Περὶ δὲ τῶν πληθυσμῶν τῶν ἀλλαχοῦ διεσπαρμένων δὲν ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ λόγος, διότι οἱ συνοικισμοὶ αὐτοὶ ἐξήσκησαν τὰ δικαιώματά των, ἐνῷ ὁ δῆμος Ἀδάμαντος σύσσωμος κατὰ τὰς τελευταίας ἐκλογὰς ἀπέσχεν. Ἕπεται λοιπόν, ὅτι δὲν δύνασθε νὰ ἀστειεύεσθε μὲ ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἐννοοῦν σοβαρῶς τὸ δικαίωμά των νὰ τὸ διεκδικήσωσιν.
§148ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, νομίζω, ὅτι δὲν εἴμεθα ἐν ἀπαρτίᾳ. (Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 5½.)