1879.12.12
1,820 rows · 15,156 words · 129 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 34
τῆς 12 Δεκεμβρίου 1879.
(Τετάρτη.)
Ὥρα 2 μ. μ.
Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας καὶ ἐνεκρίθησαν.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Βουλευτὴς κ. Κωνσταντᾶς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου περὶ διανομῆς τῆς περιουσίας τοῦ Κοινοῦ Κερκύρας. Θὰ τυπωθῇ. Κάτοικοί τινες τοῦ Ναυπλίου παραπονοῦνται κατὰ τῶν ἀξιωματικῶν τῆς κεντρικῆς ἀποθήκης τοῦ ἱματισμοῦ. Θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν.
§2ΕΥΘΥΜΙΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, αὐτὴ ἡ ἀναφορὰ νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν, πρέπει νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν, ἵνα ὑποβάλῃ ἔκθεσιν.
§4ΡΙΚΑΚΗΣ. Αὐτὴ ἡ ἀναφορὰ, κύριε Πρόεδρε, καταγγέλλει καταχρήσεις· πρέπει νὰ σταλῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ἀναδέχηταί τις Βουλευτὴς νὰ τὴν εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν, μάλιστα.
§6ΕΥΘΥΜΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναδέχομαι ἐγώ. Εἰς τὸ Ναύπλιον, κύριοι, ὑπάρχει κεντρικὴ ἀποθήκη τοῦ ἱματισμοῦ τοῦ στρατοῦ· ἐκεῖ δὲ κατασκευάζονται τὰ ἐνδύματα αὐτοῦ. Ἀφ’ ἑνὸς ὠφελεῖται ὁ τόπος, διότι πολλαὶ πτωχαὶ οἰκογένειαι εὑρίσκουν ἐργασίαν, ἀφ’ ἑτέρου καὶ τὸ Δημόσιον ἄγει ὄχι μικρὰν ὠφέλειαν. Ἐν τῷ καταστήματι ἐκείνῳ, τὸ ὁποῖον εὑρίσκετο ἄλλοτε ἐν Πειραιεῖ, ἔνθα ὑπάρχουν πολλὰ ἐργοστάσια, καὶ ἑπομένως δὲν ὑπάρχουν ἱκαναὶ χεῖρες, διὰ νὰ ἐκτελέσουν καὶ τὴν ἐργασίαν αὐτὴν, ἐν τῷ καταστήματι ἐκείνῳ, διὰ μικρᾶς δαπάνης, ἐκτελεῖται πᾶσα ἡ ἐργασία αὐτή. Καὶ ἐνόσῳ μὲν ὑπῆρχε διευθυντὴς τοῦ καταστήματος ἐκείνου ὁ ἀξιότιμος συνταγματάρχης κ. Μπὼν, ἐγίνετο διανομὴ δικαία τῆς ἐργασίας, καὶ οὐδὲν παράπονον ἠγέρθη ποτέ· ἰδίως δὲ ἐλάμβανον ἐργασίαν αἱ χῆραι καὶ τὰ ὀρφανὰ κοράσια, τὰ ὁποῖα δὲν ἠδύναντο νὰ ἐξέλθουν τῶν οἰκιῶν των, διὰ νὰ ἀσχοληθῶσιν εἰς ἄλλην ἐργασίαν βιοποριστικήν. Ἀλλ’ ἀφ’ ὅτου ἀνέλαβε τὴν διεύθυνσιν ὁ κ. Σκοῦφος ἐπιμελητὴς, δὲν γίνεται πλέον ἡ διανομὴ δικαία, καθόσον οὗτος περιώρισεν ἀποκλειστικῶς τὴν διανομὴν τῆς ἐργασίας εἴς τινας ὡρισμένας οἰκογενείας. Τὸ Δημόσιον βεβαίως οὐδὲν κερδίζει ἐκ τῆς οὕτω διδομένης ἐργασίας κατ’ ἀποκοπὴν εἴς τινας οἰκογενείας· ἀλλὰ δικαία ἀγανάκτησις καὶ γενικὸν παράπονον ὑπάρχει εἰς τὸν τόπον κατὰ τῆς ἀδίκου διανομῆς, ὡς εἶπον. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφορὰν ταύτην καὶ ἐξετάσῃ ἐὰν ἦναι δίκαια αὐτὰ τὰ παράπονα, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι εἶναι δίκαια, καὶ νὰ ἐπιφέρῃ τὴν δέουσαν θεραπείαν.
§7ΒΑΛΤΙΝΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.) Ἡ ἀναφορὰ ἐστάλη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ ἐνεργήθησαν τὰ δέοντα.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγκρίνει λοιπὸν ἡ Βουλὴ νὰ παραπεμφθῇ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν;
§9ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§10Α. ΡΟΥΚΗΣ. Αὐτοὶ οἱ ἀξιωματικοὶ καταχρῶνται;
§11ΕΥΘΥΜΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι.
§12ΡΟΥΚΗΣ. Τότε τί θὰ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή;
§13ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Αὐτὸ ἀφορᾷ τὴν διοίκησιν, εἶναι ἔργον καθαρῶς διοικητικόν. Ὁ κ. Σκοῦφος εἶναι ἐκ τῶν ἀρχαίων, εἰδημόνων καὶ ἱκανῶν ἀξιωματικῶν.
§14ΕΥΘΥΜΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡμεῖς ἐζητήσαμεν νὰ προστατευθῶσιν αἱ πτωχαὶ οἰκογένειαι, αἱ ὁποῖαι δὲν λαμβάνουν σήμερον ἐργασίαν.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγκρίνει λοιπὸν ἡ Βουλὴ νὰ παραπεμφθῇ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν.
§16ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§18Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Κατὰ τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Πατρῶν, καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον τὴν τελευταίαν ἔκθεσιν τῆς ἐν Λονδίνῳ Βασιλ. Πρεσβείας, διὰ τῆς ὁποίας μοὶ δίδει ἃς εἶχε πληροφορίας περὶ τῆς προόδου τῶν γενομένων ἐργασιῶν κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς μετατροπῆς τῶν παλαιῶν δανείων. Τὴν ἔκθεσιν αὐτὴν ἔλαβον, ἀφοῦ ἐτυπώθη τὸ φυλλάδιον. Παρακαλῶ δὲ τοὺς κ.κ. Βουλευτὰς, οἱ ὁποῖοι εὐαρεστοῦνται, νὰ λάβωσι γνῶσιν τοῦ περιεχομένου τῆς ἐκθέσεως ἐν τῷ γραφείῳ, ὅπως ἀποφύγωμεν τὴν ἐκτύπωσιν. Ὡσαύτως, κατὰ τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ ἐκ Μεσολογγίου ἀξιοτίμου βουλευτοῦ, καταθέτω πίνακα δηλοῦντα τὰς γενομένας ἐκτάκτους δαπάνας, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κεχορηγημένων πιστώσεων κατὰ τὸ ἀπὸ τῆς παρελθούσης Συνόδου μέχρι τοῦδε χρονικὸν διάστημα. Εἰς τὸν πίνακα τοῦτον μετετυπώθησαν ὅλαι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ὁ προκάτοχός μου κ. Παπαμιχαλόπουλος εἶχεν ὑποβάλει ἄλλοτε εἰς τὴν Βουλήν, καταθέσας πίνακα.
§19ΤΙΝΕΣ. Νὰ τυπωθῇ.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι τυπωμένος καὶ διανεμημένος. (Ἐπιψηφίζεται εἰς γʹ. ἀνάγνωσιν τὸ Νομοσχέδιον τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν περὶ ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 15,000, αὐξηθείσης εἰς 20,000).
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§22ΡΙΚΑΚΗΣ. Καταθέτω, κ. Πρόεδρε, τὰς τροπολογίας, περὶ ὧν ἔκαμα λόγον.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τυπωθῶσι. Ὁ κ. Μελετόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§24Λ. ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, ὅτε πρό τινων ἡμερῶν ἐζήτησα τὸν λόγον μετὰ τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Εὐρυτανίας κ. Ζηνόπουλον, εἶχον σκοπὸν νὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν τότε ἀντικειμένου, σχετικῶς πρὸς τὴν πρώτην παράγραφον τοῦ Β. Λόγου. Ἀλλὰ σήμερον, μετὰ τὰς μακρὰς καὶ σπουδαίας συζητήσεις αἱ ὁποῖαι ἔγειναν κατ’ αὐτάς, νομίζω καθῆκόν μου νὰ ὁμιλήσω ὀλίγον ἐκτενέστερον ἐπὶ τῶν κυριωτέρων θεμάτων τοῦ Βασ. λόγου, ἀφοῦ ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς ἐθεώρησεν ὡς πολιτικὸν ζήτημα τὴν εἰς αὐτὸν ἀπάντησιν. Θὰ ἐκπληρώσω τὸ καθῆκον τοῦτο ἀπαθῶς, ἀλλὰ μετὰ φιλαληθείας καὶ ἀφιλοπροσωπίας, διότι νομίζω ὅτι εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις ἡ ἀλήθεια πρέπει νὰ λέγηται περὶ πάντων καὶ ἀπέναντι πάντων. Δὲν λυποῦμαι μὴ δυνηθεὶς νὰ ὁμιλήσω κατ’ ἐκείνην τὴν ἡμέραν ἢ τὴν ἐπιοῦσαν, διότι τοιουτοτρόπως ἠδυνήθην ν’ ἀκούσω τὰς ἀγορεύσεις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Τρικούπη, βουλευτοῦ Μεσολογγίου καὶ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Δηλιγιάννη, βουλευτοῦ Γύρτυνος καὶ ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν τε καὶ τῶν Οἰκονομικῶν’ ἐλυπήθην ὅμως διότι δὲν ἠδυνήθην, οἰκουρήσας ἐν τῷ μεταξὺ ἕνεκα μικρᾶς ἀσθενείας, νὰ ἀκούσω τοὺς λόγους τῶν ἄλλων ἀξιοτίμων συναδέλφων μου, τοὺς ὁποίους ἐδέησε νὰ ἀναζητήσω εἰς τὰς ἐφημερίδας. Πολλὰ καὶ σπουδαῖα ἐῤῥέθησαν κατ’ αὐτὰς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, διότι σπουδαιότατον εἶναι καὶ τὸ προκείμενον θέμα. Πρόκειται νὰ μάθωμεν ὄχι ἐὰν ὁ δεῖνα ἢ ὁ δεῖνα πρέπει νὰ μένῃ ἐν τῇ ἀρχῇ, ἀλλ’ ἐὰν ὁ τόπος κυβερνᾶται καλῶς; καὶ, καθ’ ἣν περίπτωσιν ἀποδειχθῇ ὅτι δὲν κυβερνᾶται καλῶς, οἱ δὲ κυβερνῶντες δὲν δύνανται ἢ δὲν θέλουν νὰ κυβερνήσωσι καλλίτερα, τότε τί πρέπει νὰ γείνῃ καὶ ὡς πρὸς τὰ πρόσωπα καὶ ὡς πρὸς τὰ πράγματα. Περὶ τρία τινὰ περιεστράφη ἡ συζήτησις, περὶ τὴν ἐλευθερίαν τῶν ἐκλογῶν, περὶ τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα καὶ περὶ τὸ οἰκονομικόν. Ὡς πρὸς τὰς ἐκλογὰς, καὶ τὸ Ὑπουργεῖον διὰ τοῦ Β. λόγου καὶ ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς διὰ τοῦ σχεδίου της μὲ τὰς αὐτὰς σχεδὸν φράσεις ἐξαίρουσιν αὐτὰς ὡς γενομένας ἐλευθέρως, νομίμως καὶ ἀνεπηρεάστως. Νομίζω ὅτι αἱ ἐκλογαὶ ἐν γένει μὲν ἔγειναν ἐλευθέρως καὶ νομίμως, ὄχι ὅμως καὶ πάντῃ ἀνεπηρεάστως. Καθὼς εἰξεύρετε, δύο εἶναι οἱ τρόποι τοῦ ἐπηρεασμοῦ, ὁ διὰ τῆς ὑλικῆς βίας, ἐξασκούμενος εἴτε διὰ τῶν ὀργάνων τῆς ἐξουσίας χάριν τῶν ὑπουργικῶν ὑποψηφίων εἴτε παρ’ αὐτῶν τούτων τῶν ὑπουργικῶν ὑποψηφίων τῇ ἀνοχῇ καὶ τῇ συνδρομῇ τῶν κυβερνητικῶν ὀργάνων, καὶ ὁ διὰ τοῦ ψυχολογικοῦ καταναγκασμοῦ, ἐξασκούμενος διὰ τῶν διορισμῶν καὶ τῶν ἄλλων χαρίτων τῆς Κυβερνήσεως καὶ διὰ τῆς πιέσεως τῶν ἐγχωρίων ἀρχῶν. Ὁ πρῶτος βεβαίως δὲν ἔλαβε χώραν καὶ ὡς σύστημα κυβερνητικῆς ἐνεργείας τοῦ παρελθόντος νομίζω ὅτι παρῆλθεν ἀνεπιστρεπτεὶ’ εὐχαρίστως δὲ ἀνομολογῶ ἐνώπιον ὑμῶν ὅτι ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς ἐτήρησεν ἐν γένει τὴν ὑπόσχεσιν τὴν ὁποίαν ἰδίως μοὶ ἔδωκε διὰ τὴν ἐπαρχίαν Αἰγιαλείας, ὅτε πρὸ τῶν ἐκλογῶν μετέβην εἰς ἐπίσκεψίν του καὶ τὸν παρεκάλεσα νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ βίαν καὶ ἄλλας τοιαύτας παρανομίας κατὰ τῆς ἐλευθερίας τῶν ἐκλογέων. Ὁ δεύτερος νομίζω ὅτι κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον ἐξησκήθη εἰς πλείστας ἐπαρχίας, ἂν ὄχι εἰς ὅλας, ὡς ἐδόθη ἀφορμὴ ἐπί τινων ἐκλογῶν νὰ γείνῃ μακρὰ συζήτησις περὶ αὐτοῦ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Κατὰ τὴν εἰς τὴν Ἑσπερίαν Εὐρώπην ἀποδημίαν μου παρεστάθην πολλάκις εἰς ἐκλογὰς καὶ ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἐν Ἰταλίᾳ· ἐν Γαλλίᾳ μάλιστα ἔτυχε νὰ παραστῶ εἰς ἐκλογὰς καθ’ ἣν ἐποχὴν ἴσχυε τὸ σύστημα τῆς κυβερνητικῆς ὑποψηφιότητος ἐπὶ τῆς Αὐτοκρατορίας· παρετήρησα, ὅτι ἀληθῶς ὄχι μόνον οἱ δημόσιοι καὶ οἱ δημοτικοὶ ὑπάλληλοι εἰργάζοντο ἀναφανδὸν ὑπὲρ τῶν ὑπουργικῶν ὑποψηφίων, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ὁ Κλῆρος, τὸ ὁποῖον εἶναι φοβερὸν προκειμένου περὶ εὐσεβῶν ἀλλ’ ἀμαθῶν ἀνθρώπων· ἀλλὰ παρετήρησα συνάμα, ὅτι οἱ νόμοι πάντες, καὶ οἱ διοικητικοὶ καὶ οἱ ποινικοὶ καὶ οἱ στρατιωτικοὶ, ἐλειτούργουν ἐξ ἴσου πρὸς πάντας. Σημειωτέον δὲ ὅτι οἱ ἀντιπολιτευόμενοι ἐν Γαλλίᾳ δὲν ἦσαν ἀντικυβερνητικοὶ, ἀλλὰ καὶ ἀντιδυναστικοί. Καὶ ὅμως οἱ ἀντιπολιτευόμενοι οὗτοι, καὶ δημοκρατικοὶ καὶ μοναρχικοί, ἐκραύγαζον κατὰ τῆς ὑποψηφιότητος ἐκείνης. Τὸ κατ’ ἐμὲ θ’ ἀνειχόμην ἐὰν οἱ διοικητικοὶ ὑπάλληλοι καίτοι ἐργαζόμενοι ὑπὲρ τῶν φίλων τοῦ Ὑπουργείου περιωρίζοντο εἰς τοῦτο καὶ μόνον, εἰς τὴν ἠθικὴν συνδρομὴν, μὴ διαστρέφοντες τὸν νόμον, καὶ μὴ μεροληπτοῦντες ἐν τῇ ἐφαρμογῇ αὐτοῦ. Κύριοι, ἐν χώρᾳ ὅπου ὑπάρχει κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, ὅπου δηλαδὴ εἰς τὴν Κυβέρνησιν περιέρχεται ἓν ἐκ τῶν κομμάτων τῶν συναγωνιζομένων ἐν τῇ Βουλῇ, δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ ὑπάρχωσι πράγματι ὑπουργικοὶ ὑποψήφιοι, δηλαδὴ οἱ φίλοι τοῦ Ὑπουργείου· διὰ τοῦτο καὶ ὁ περιφανὴς Καβοὺρ εἶπεν ὅτι δὲν ἐνόει ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ὑπάρχωσιν ὑπουργικοὶ ὑποψήφιοι. Ἀλλ’ οἱ ὑπουργικοὶ ὑποψήφιοι κατερχόμενοι εἰς τὸν ἀγῶνα δὲν πρέπει νὰ ἔχωσι κανὲν ἄλλο πλεονέκτημα ἢ τὸ γόητρον τῶν ἀρχῶν τοῦ κόμματος εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκουν, ἐὰν ἔχῃ τοιοῦτον, καὶ τὴν ἠθικὴν ἐπιῤῥοὴν ἡ ὁποία προέρχεται ἐκ τῆς ἐν τῇ ἐξουσίᾳ διαμονῆς τοῦ κόμματος. Διὰ τοῦτο ἐὰν ἐξ ἀνάγκης θὰ ὑπάρχωσι πάντοτε ὑπουργικοὶ ὑποψήφιοι, νομίζω ὅτι εὐκταῖον εἶναι νὰ ὑπάρχωσιν ὅπως ὑπάρχουσιν ἐν Γαλλίᾳ σήμερον, ἐν Ἀγγλίᾳ, ἐν Βελγίῳ, ἐν Ἰταλίᾳ, καὶ ἐν αὐτῇ τῇ Αὐστρίᾳ ὅ,τι πρέπει νὰ εὐχηθῶμεν εἶναι νὰ ἐκλείψῃ ὁλοτελῶς ἡ ὑπουργικὴ ὑποψηφιότης, ὡς ἐννοεῖται παρ’ ἡμῖν· τοῦτο θὰ ἦναι ἀληθὴς πρόοδος, τότε θὰ δυνηθῶμεν νὰ εἴπωμεν, ὅτι αἱ ἐκλογαὶ γίνονται νομίμως, ἐλευθέρως καὶ ἀνεπηρεάστως. Εὔχομαι νὰ ἐγκαινίσῃ τὴν πρόοδον ταύτην ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς ὅταν κληθῇ νὰ ἐνεργήσῃ νέας ἐκλογάς· τότε θὰ ἔχῃ πλήρη τὸν ὀφειλόμενον ἔπαινον τὸν ὁποῖον λυποῦμαι μὴ δυνάμενος νὰ τῷ ἀπονείμω ἤδη ἀνεπιφυλάκτως, καίτοι ἔχω πρὸς αὐτὸν ἀρχαίαν προσωπικὴν φιλίαν. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὸ ζήτημα τὸ ἐξωτερικὸν, τὸ ὁποῖον δικαίως εἶναι ἀντικείμενον τῆς γενικῆς μερίμνης καὶ πρὸ πάντων τῆς ὑμετέρας, τὸ ὁποῖον στενότατα συνδέεται μετὰ τοῦ οἰκονομικοῦ, ἀλλὰ περὶ τοῦ ὁποίου ἥκιστα μᾶς ἐφώτισε καὶ ὁ Β. Λόγος καὶ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἐξετάζων τις τὸ ζήτημα τὸ ἐξωτερικὸν ἀναγκάζεται νὰ ἀναδράμῃ εἰς τὴν Βερολίνειον Συνθήκην. Ὅτε συνεκροτήθη τὸ Συνέδριον τοῦ Βερολίνου ἡμεῖς εὑρέθημεν ἐν τῇ θέσει τοῦ ἡττημένου· εἴχομεν ἡττηθῆ χωρὶς νὰ πολεμήσωμεν, διότι εἰς τὴν Πλεύναν, ἕνεκα τῆς ἀπραξίας τῆς Ἑλλάδος, δὲν ἐνικήθησαν μόνον οἱ Τοῦρκοι ἀλλὰ καὶ ὁ Ἑλληνισμὸς, ὅστις σήμερον πάσχει τὰ πάνδεινα ἐν Βουλγαρίᾳ, ἐν Μακεδονίᾳ, ἐν τῷ τμήματι τῆς Θράκης ὅπερ ἀποτελεῖ τὴν ἐπικληθεῖσαν Ἀνατολικὴν Ῥωμυλίαν, πράγματι δὲ Νότιον Βουλγαρίαν. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν αἰτίων τῆς ἀπραξίας ἐκείνης, διότι ταῦτα ἀνάγονται μᾶλλον εἰς τὴν ἱστορίαν, φρονῶ δὲ ὅτι αἱ περὶ αὐτῶν ἀντεγκλήσεις καὶ κατηγορίαι εἶναι τὴν σήμερον πάντη ἄγονοι καὶ ἐπιβλαβεῖς. Ἀλλ’ ὅμως, ἱστορικῶς ἐξεταζομένου τοῦ πράγματος, εἴτε τὸ σφάλμα πρέπει νὰ ἀποδοθῇ εἰς τὸ ἐπικληθὲν Οἰκουμενικὸν Ὑπουργεῖον, εἴτε πρέπει ν’ ἀποδοθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὸ ὁποῖον προηγήθη αὐτοῦ, τὸ τοῦ κ. Κουμουνδούρου, καὶ τὸ ὁποῖον ἐκυβέρνησε τὴν χώραν ἀπὸ τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ 1875 μέχρι τοῦ Μαρτίου τοῦ 1877, εἴτε εἰς τὴν συνδρομὴν ἀτυχῶν περιστάσεων (διότι ἡ φιλοσοφία τῆς ἱστορίας μᾶς διδάσκει ὅτι πολλάκις καὶ τὰ ἔθνη καὶ οἱ κυβερνῶντες αὐτὰ δὲν δύνανται νὰ ἀποφύγωσιν ὅ,τι ἐκ τῶν ὑστέρων κρινόμενον θεωρεῖται ὡς σφάλμα), τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι ἀπώλετο λαμπρὰ εὐκαιρία διὰ τὸν Ἑλληνισμὸν, καὶ τῆς ἀπωλείας ταύτης ὑφιστάμεθα σήμερον τὰ ἐπακολουθήματα. Περὶ τούτου ἡ φωνὴ τῆς κοινῆς συνειδήσεως συμφωνεῖ πρὸς τὴν γνώμην τῶν κρινάντων ἡμᾶς ἐν τῷ πεπολιτισμένῳ κόσμῳ, καὶ αὐτῶν ἐκείνων, οἵτινες, ὡς ὁ ἀγγλικὸς Χρόνος καὶ ἡ γαλλικὴ Ἐφημερὶς τῶν Συζητήσεων, μᾶς προέτρεπον ἵνα μείνωμεν ἀπρακτοῦντες. Πολλὰ ἐῤῥέθησαν περὶ τῆς συμπεριφορᾶς τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τῶν πληρεξουσίων της ἐνώπιον τοῦ ἐν Βερολίνῳ Συνεδρίου, καὶ πολλὰ σχόλια ἐγένοντο παρ’ ἡμῖν ἐπί τινος φράσεως τοῦ λόρδου Βήκονσφειλδ. Νομίζω, ὅτι ἡ συμπεριφορὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν πληρεξουσίων της ἐν Βερολίνῳ δὲν ἔχει τι τὸ ἐπιλήψιμον καὶ ὅτι ἡ φράσις τοῦ λόρδου Βήκονσφειλδ δὲ ἔχει τὴν ἔννοιαν, ἥτις τῇ ἀπεδόθη. Ἀλλαχοῦ πρέπει νὰ ζητηθῇ τὸ ἐπιλήψιμον τῆς πολιτικῆς καὶ τῶν πράξεων τοῦ Ὑπουργείου, καὶ οὐχὶ εἰς μίαν ἀόριστον φράσιν, ἥτις ἐλέχθη ἔν τινι συνεδριάσει τῆς Βουλῆς τῶν Λόρδων, ἴσως πρὸς δικαιολόγησιν τῆς αἰφνιδίας ψυχρότητος τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν Ἑλλάδα ἀπέναντι τῶν ἀντιπολιτευομένων, καὶ ἥτις δύναται νὰ ἑρμηνευθῇ καὶ παρερμηνευθῇ, καί τοι κατ’ ἐμὲ ἡ παρερμηνεία διὰ τὸν γινώσκοντα τὴν Ἀγγλικὴν καὶ ἐξετάζοντα εἰλικρινῶς τοὺς λόγους καὶ τὰ πράγματα δὲν εἶναι δυνατή. Δὲν εἶπεν ὁ λόρδος Βήκονσφειλδ ὅτι οἱ πληρεξούσιοι τῆς Ἑλλάδος εἶχον τὰ βλέμματά των ἐστραμμένα ἀλλαχοῦ, ἢ ὅτι τὰ βλέμματά των εἶχον δύω διευθύνσεις· εἶπεν ὅτι ὁ νοῦς των ἦτον ἐστραμμένος ἀλλαχοῦ — their minds were turned to another quarter — παρακατιὼν δὲ ἐξηγεῖ ποῦ ἦτον ἐστραμμένος ὁ νοῦς των, εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν, δηλαδὴ εἰς τὴν ἐδαφικὴν παραχώρησιν, διὰ νὰ παραστήσῃ πόσον ὑπέρογκοι καὶ ἀπαράδεκτοι ἦσαν αἱ ἰδέαι τῶν Ἑλλήνων πληρεξουσίων περὶ ἐδαφικῆς παραχωρήσεως. Ἀλλ’ ἐκ τῶν διατυπωθεισῶν ἀξιώσεων τῶν πληρεξουσίων τούτων ἐξεύρομεν ποῖαι ἦσαν αἱ ἰδέαι των· ἡ προσάρτησις τῆς Ἠπείρου, τῆς Θεσσαλίας καὶ τῆς Κρήτης. Νομίζω, ὅτι οἱ Ἕλληνες πληρεξούσιοι ζητήσαντες τὴν ἐδαφικὴν ταύτην προσάρτησιν ἔπραξαν ὅ,τι ὤφειλον νὰ πράξωσιν· ἐὰν ἐζήτουν ἄλλο τι ἢ διάφορον νομίζω ὅτι θὰ ὑπέπιπτον εἰς μέγα σφάλμα, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ ἑρμηνευθῇ καὶ ὡς προδοσία. Ἡ χωρογραφικὴ αὔξησις τῆς Ἑλλάδος ὄχι μόνον εἶναι σύμφωνος πρὸς τὸν πόθον ἡμῶν τῶν ἐλευθέρων Ἑλλήνων καὶ πρὸς τὴν πατριωτικὴν ἡμῶν φιλοδοξίαν, ἀλλὰ, κατὰ τὴν πεποίθησίν μου, καὶ πρὸς τὰς ἀνάγκας καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ ἔξω Ἑλληνισμοῦ, διότι ὁ ἔξω Ἑλληνισμὸς, ὡς ὀρθῶς παρετήρησεν ἔν τινι τῶν προηγουμένων συνεδριάσεων καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς, συνδέεται στενῶς μετὰ τῆς Ἑλλάδος, ὅπως τὸ σῶμα μετὰ τῆς κεφαλῆς, καὶ ὅσον ἰσχυροτέρα καὶ μεγαλειτέρα εἶναι ἡ Ἑλλὰς, τόσον μεγαλειτέρα εἶναι καὶ ἡ προστασία τὴν ὁποίαν δύναται νὰ δώσῃ εἰς τὸν καθόλου ἑλληνισμόν· αὕτη εἶναι πεποίθησις τὴν ὁποίαν ἐσχημάτισα ἐκ πείρας ὡς διπλωματικὸς ὑπάλληλος. Ὅστις παρηκολούθησε τὰ λεχθέντα ἐν τῷ Ἀγγλικῷ Κοινοβουλίῳ καὶ ἐκτὸς αὐτοῦ ὑπὸ τῶν ἐπισημοτέρων Ἄγγλων πολιτευομένων, καὶ ὅστις ἐμελέτησε μετὰ προσοχῆς τὰ γραφέντα ἐν τοῖς ἐπισημοτέροις ὀργάνοις τοῦ ἀγγλικοῦ τύπου καὶ τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πείθεται ὅτι ἀλλαχοῦ πρέπει νὰ ζητηθῶσι τὰ αἴτια τῆς αἰφνιδίας ἐκείνης μετατροπῆς τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως· καὶ φρονῶ ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον νὰ ζητῆται ἡ εὐθύνη ἐκεῖ ὅπου δὲν ὑπάρχει. Ἀγνοῶ ἐντελῶς τὰς διαφόρους ὁδηγίας αἵτινες ἀπεστάλησαν πρὸς τοὺς πληρεξουσίους τῆς Ἑλλάδος ἐν Βερολίνῳ· ἀλλ’ ὅσον περίεργος καὶ ἂν ἦναι ἡ γνῶσις αὐτῶν δι’ ἐμὲ δὲν εἶναι ἀπαραίτητος. Ἐγὼ κρίνω ἐκ τῶν πράξεων αὐτῶν καὶ μοὶ φαίνεται, ὅτι αἱ πράξεις των δὲν ἔχουν τίποτε τὸ ἀντεθνικὸν, τὸ ἀντιπατριωτικόν· ἐξ ἐναντίας. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι οἱ πληρεξούσιοι τῆς Ἑλλάδος ἀπελπισθέντες ἐκ τῆς ψυχρᾶς ὑποδοχῆς τοῦ λόρδου Βήκονσφειλδ καὶ τοῦ λόρδου Σαλισβουρῆ, ἔστρεψαν τὰ βλέμματά των ἀλλαχοῦ, πρὸς τὴν Γαλλίαν, τὴν Ἰταλίαν, ἢ καὶ αὐτὴν τὴν Ῥωσσίαν, ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἔπραξαν ὅ,τι ὤφειλον νὰ πράξωσιν, ὅ,τι θὰ ἔπραττε πᾶς φιλόπατρις καὶ νοήμων διπλωματικός· ἀπεσταλμένος· φρονῶ δὲ μάλιστα, ὅτι καὶ ἐὰν ὁ πληρεξούσιος τῆς Ἑλλάδος ἐλάλει καὶ ἔγραφε τὴν Ἀγγλικὴν, ὡς φέρ’ εἰπεῖν, ὁ κ. Τρικούπης, καὶ ἐὰν τὰ ἔγγραφα τὰ παρ’ αὐτοῦ διακοινωθέντα ἦσαν γλαφυρώτερον συντεταγμένα, τὸ ἀποτέλεσμα δὲν θὰ ἦτο σπουδαιότερον, διότι δὲν πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι ὁ Ἄγγλος δύναται νὰ ἐπηρεασθῇ τόσον πολὺ ὑπὸ τῶν προσώπων, ὅταν ἔχῃ διαγεγραμμένον σχέδιόν τι, ἢ ὅταν ἔχῃ κάμῃ μίαν ἀπόφασιν. Λαλῶν ὁ κ. Τρικούπης περὶ τῆς Βερολινείου Συνθήκης ἀπεκάλεσεν αὐτὴν ἄστοργον· καὶ ἔχει δίκαιον. Εἶναι ἄστοργος, ὄχι μόνον διότι ἐμερίμνησεν ἀτελῶς περὶ τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἀλλὰ καὶ διότι ἀπέκλεισε τῆς μετὰ τῆς Ἑλλάδος ἑνώσεως τὴν ἡρωϊκὴν καὶ πολυπαθῆ Κρήτην, ἥτις τοσαῦτα ὑπέστη δεινὰ χάριν τῆς ἑνώσεως ταύτης καὶ ἥτις εἶχε τὰ ὅπλα εἰς τὰς χεῖρας καὶ ἐμάχετο, ὅτε τὸ ἀνώτατον ἐκεῖνο Συμβούλιον ἐσυνεδρίαζεν. Ἀλλ’ εἶναι γνωστὸν ἕνεκα τίνων ἀντιστάσεων ἐματαιώθησαν αἱ προθέσεις τῶν εὐμενῶς διατεθειμένων Δυνάμεων πρὸς τὴν ἕνωσιν ταύτην, κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν, τῆς Κρήτης. Ἀλλὰ δὲν ἦτο μόνον ἄστοργος ἡ ἀπόφασις, ἦτο καὶ ἀνάρμοστος πρὸς τὸ μέγα κῦρος τοῦ ἀνωτάτου ἐκείνου Ἀμφικτυονικοῦ Συνεδρίου ἢ Ἀρείου Πάγου τῆς Εὐρώπης, διὰ τὸ μικρὸν ἀγαθὸν τὸ ὁποῖον ἠθέλησε νὰ κάμῃ πρὸς τὴν Ἑλλάδα, διότι ἡ ἀπόφασις ἐκείνη, ὡς ἐγένετο, μᾶς ἐξέθεσεν ἀπὸ ἑνὸς καὶ πλέον ἔτους εἰς τοὺς ἐμπαιγμοὺς τῆς Τουρκίας. Δυστυχῶς ἡ ἀστοργία κατὰ μέγα μέρος ὀφείλεται εἰς ἐκείνους οἵτινες συνετέλεσαν εἰς τὸ νὰ μὴ παρασταθῶμεν ἐνώπιον τοῦ Συνεδρίου ἔχοντες ἀποχρῶντας τίτλους ἀγώνων καὶ θυσιῶν. Εἶναι λυπηρὸν ὅτι ὁ λόρδος Βήκονσφηλδ δὲν ἠθέλησε νὰ παραδεχθῇ μέχρι τοῦδε ὅτι ἡ ἐνίσχυσις τῆς Ἑλλάδος εἶναι συμφωνοτάτη πρὸς τὰ Βρετανικὰ συμφέροντα, ἐνῷ τοῦτο εἶναι κοινὴ πεποίθησις οὐχὶ μόνον πάντων ἡμῶν τῶν Ἑλλήνων, ἀλλὰ καὶ πολλῶν ἐκ τῶν ἐπισημοτάτων Ἄγγλων. Τὸ λέγω μετὰ τοῦ ὀφειλομένου σεβασμοῦ πρὸς ἄνδρα διάσημον προϊστάμενον τοῦ Τορείου κόμματος καὶ τῆς Κυβερνήσεως Ἔθνους κραταιοτάτου τῶν ἐπὶ γῆς, ἀλλὰ τὸ λέγω καὶ μετὰ πόνου πατριωτικοῦ, διότι μετὰ τοῦ Ἔθνους τούτου μᾶς συνδέουσι τόσαι ἀναμνήσεις καὶ τόσα συμφέροντα. Ἄς ἐλπίσωμεν, ὅτι ὁ λόρδος Βήκονσφειλδ θὰ φανῇ γενναιότερος πρὸς τὴν μικρὰν πατρίδα μας, ἀναλογιζόμενος ὅτι ἡ Ἀγγλία ἦτον, οὕτως εἰπεῖν, ἡ πρώτη ἀνάδοχος τῆς ἀνεξαρτησίας μας καὶ ὅτι κατόπιν λίαν γενναιοφρόνως ἐδωρήσατο εἰς ἡμᾶς πολύτιμον δῶρον τὴν Ἑπτάνησον σύμφωνα μὲ τοὺς πόθους τῶν συμπολιτῶν Ἑπτανησίων, ὅτι δὲ, ἀφ’ ἑτέρου, ἡ Ἑλλὰς δὲν ἐπιθυμεῖ τίποτε περισσότερον εἰμὴ νὰ εὐχαριστῇ τὴν Ἀγγλίαν. Ἀλλ’ ὁποιαδήποτε καὶ ἂν ἦναι ἡ κρίσις περὶ τῆς ἀστοργίας καὶ τῆς ἀτελείας τῆς ἀποφάσεως ἐκείνης, ὀφείλομεν εὐγνωμοσύνην πρὸς ἐκείνας τὰς Δυνάμεις αἵτινες ἐμόχθησαν καὶ μοχθοῦσιν ἵνα καταστήσωσιν αὐτὴν χρησιμωτέραν εἰς τὴν Ἑλλάδα, πρὸ πάντων δὲ εἰς τὴν γενναιόφρονα καὶ ἔνδοξον Γαλλίαν, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἀπήντησα τόσους φιλέλληνας μεταξὺ ὅλων τῶν τάξεων καὶ ὅλων τῶν κομμάτων, συμπεριλαμβανομένου καὶ αὐτοῦ τοῦ Βοναπαρτικοῦ, καὶ ἡ ὁποία τόσας ἐπεδαψίλευσεν εἰς τὴν Ἑλλάδα εὐεργεσίας. Καὶ ταῦτα μὲν ἀνάγονται εἰς τὸ παρελθὸν, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ὤφειλον νὰ τὰ εἴπω χάριν τῆς ἀληθείας ἰδὼν τὰς κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας γενομένας ἐνταῦθα συζητήσεις. Ἤδη δὲ ἐρχόμενος εἰς τὸ ἐνεστὼς νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς νὰ δώσῃ ὅλας τὰς δυνατὰς διασαφήσεις εἰς τὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ Ἔθνους, ὄχι μόνον ὅπως αὕτη δυνηθῇ νὰ μορφώσῃ τὴν πεποίθησίν της περὶ τῆς πολιτείας του, τὴν ὁποίαν ἐγὼ γνωρίζων καὶ τὴν φιλοπατρίαν καὶ τὴν φιλοτιμίαν καὶ τὴν ἀγχίνοιάν του ὑποθέτω καλὴν, ἀλλ’ ὅπως φωτισθῇ περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ ζητήματος. Ἐὰν εὑρισκόμεθα εἰς τὸ παρελθὸν, δὲν θὰ εἴχομεν ἴσως δικαίωμα νὰ κάμωμεν τοιαύτην ἀπαίτησιν, καὶ αὐτὸς θὰ εἶχε δίκαιον νὰ μὴ ἀπαντήσῃ· ἀλλ’ εἰς τὸ παρελθὸν αἱ προσδοκίαι φαίνεται ὅτι ἦσαν κἄτι καλλίτεραι, καὶ ἡ ὄψις τοῦ ζητήματος καλλιτέρα ἢ σήμερον, τοὐλάχιστον ὅπως φαίνονται τὰ πράγματα. Δὲν ἐννοῶ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ κάμῃ διακοινώσεις διακυβευούσας τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἀλλὰ νὰ διαφωτίσῃ δι’ οὗ οἶδε καταλληλοτέρου τρόπου ἡμᾶς περὶ τοῦ τί ἔχομεν νὰ προσδοκῶμεν ἐκ τῆς ἐνεστώσης φάσεως τοῦ ζητήματος. Ἐὰν πεισθῶμεν ὅτι ἡ διατήρησις τοῦ ἐνεστῶτος Ὑπουργείου εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαία πρὸς τὴν ἐπιτυχῆ διεξαγωγὴν τῶν διαπραγματεύσεων, τότε ὀφείλομεν ὄχι μόνον νὰ μὴ τὸ πολεμήσωμεν ἀλλὰ καὶ νὰ τὸ συντρέξωμεν, ὅσην ὀλίγην ἐμπιστοσύνην καὶ ἂν ἔχωμεν εἰς τὸ οἰκονομικὸν καὶ διοικητικὸν αὐτοῦ σύστημα. Ἐὰν πεισθῶμεν ὅτι εἶναι ἀνάγκη θυσιῶν, πρέπει νὰ τὰς ὑποστῶμεν καὶ αὐτὰς ἀγγογγύστως. Ἀλλ’ ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶναι καθὼς μία μεγάλη Δύναμις, τῆς ὁποίας ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καλούμενος εἰς τὸ Κοινοβούλιον καὶ ζητούμενος νὰ δώσῃ πληροφορίας, λέγει· «αἱ διαπραγματεύσεις εἶναι ἐκκρεμεῖς καὶ δὲν δύναμαι νὰ κάμω καμμίαν ἀνακοίνωσιν.» Ἀληθῶς Γερμανός τις διάσημος συγγραφεὺς ἐπὶ τοῦ δικαίου τῶν Ἐθνῶν λέγει ὅτι ὁ Ὑπουργὸς συνταγματικοῦ Κράτους πρέπει νὰ προτιμᾷ νὰ κακολογῆται καὶ νὰ συκοφαντῆται μάλιστα ἢ νὰ κάμνῃ ἀποκαλύψεις, διακυβευούσας τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τῆς κρίσεως ἢ κατακρίσεως· τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ· πρόκειται περὶ τῆς διαφωτίσεως ἡμῶν τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους, οἱ ὁποῖοι ἔχομεν νὰ ἐργασθῶμεν μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὁποιαδήποτε καὶ ἂν ἦναι, ἐπὶ διαφόρων σπουδαίων ἀντικειμένων ἀναγομένων εἰς τὴν ἐσωτερικὴν βελτίωσιν τοῦ Κράτους. Ἡ περίστασις λοιπὸν μοὶ φαίνεται ἐξαιρετική· εἴθισται δὲ ἐν τοιαύταις κρισίμοις περιστάσεσιν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἴτε νὰ κάμνῃ τὰς δεούσας ἀνακοινώσεις ἐν μυστικῇ συνεδριάσει εἴτε νὰ προκαλῇ τὴν ἐκλογὴν ἐπιτροπῆς εἰδικῆς τῆς Βουλῆς, μεθ’ ἧς ἔρχεται εἰς συνεννόησιν. Πρέπει νὰ μάθωμεν ἐὰν θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ παιζομένη κωμῳδία ἐν Κωνσταντινουπόλει, ἢ ἐὰν ἡ προσδοκωμένη μεσολάβησις τῶν Δυνάμεων θὰ ἔχῃ πιθανότητα νὰ κατανικήσῃ τὴν ἀντίστασιν καὶ τὴν κακοβουλίαν τῆς Τουρκίας, τῆς ὁποίας οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες δὲν κατενόησαν ὅτι εἶναι συμφέρον τῇ Τουρκίᾳ νὰ ἔχῃ πλησίον αὐτῆς Ἑλλάδα ἰσχυρὰν, φίλα φρονοῦσαν καὶ εὐχαριστημένην, ἢ ἐὰν ἡ ἐκκρεμότης τοῦ ζητήματος μέλλει νὰ παραταθῇ ἐπ’ ἄπειρον. Πρέπει νὰ μάθωμεν, ἐὰν ὀφείλομεν νὰ διεκδικήσωμεν διὰ πάσης θυσίας, διὰ παντὸς τρόπου, τὴν ἐθνικὴν ἀξιοπρέπειαν, τὰ ἐθνικὰ δικαιώματα, ἢ ἐὰν πρέπει ν’ ἀναβάλωμεν τοῦτο εἰς εὐθετώτερον καιρὸν, ἀσπαζόμενοι ἕτερον σύστημα ἐνεργείας. Ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς ἴσως δὲν θὰ ἔχῃ σπουδαίαν δυσκολίαν νὰ συμφωνήσῃ πρὸς τὴν πρότασιν ταύτην, ἀλλ’ ἐὰν δὲν συμφωνῇ, ἐγὼ λυποῦμαι διαφωνῶν πρὸς αὐτὸν καὶ ἀναγκαζόμενος ἔτι μᾶλλον νὰ ἐμμείνω ἐν τῇ δυσπιστίᾳ μου πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τῆς ὁποίας ἀποτελεῖ μέρος. Ἀλλά, Κύριοι, ὁποιαδήποτε καὶ ἂν ἦναι ἡ λύσις τοῦ ἐκκρεμοῦς ζητήματος, ἔστω καὶ εὐάρεστος σχετικῶς, δὲν πρέπει νὰ λησμονήσωμεν, ὅτι τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα ὑφίσταται πάντοτε διὰ τὴν Ἑλλάδα. Ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶναι εἰς τὴν θέσιν τῆς Πορτογαλλίας, τοῦ Βελγίου, τῆς Ὁλλανδίας· ἑπομένως ἐπιβάλλεται ὑπέρτατον καθῆκον εἰς ἡμᾶς νὰ προνοήσωμεν περὶ τοῦ μέλλοντος, διὰ νὰ μὴ μείνωμεν τυχὸν πάλιν, ἐπιστάσης τῆς κρίσεως, ἀπαράσκευοι ὡς αἱ μωραὶ παρθένοι τοῦ Εὐαγγελίου. Ἀλλὰ λαλῶν περὶ παρσκευῆς, ἐννοῶ τὴν συστηματικὴν, τὴν ἐκ τῶν τακτικῶν πόρων τοῦ Κράτους, τὴν λελογισμένην καὶ διαρκῆ, καὶ οὐχὶ τὴν παρασκευὴν τὴν σπασμωδικὴν, τὴν ἐσπευσμένην τὴν ἐπιδεικτικήν. Ἐννοεῖτε κάλλιστα, ὅτι τίποτε δὲν εἶναι βέβαιον ἐν τῇ σημερινῇ καταστάσει τῆς Ἀνατολῆς, τίποτε δὲν εἶναι ὁριστικῶς διατεταγμένον. Τὸ κατ’ ἐμὲ δὲ ὑποθέτω ὅτι εἰς προσεχὲς ἢ ἀπώτερον μέλλον, ἀλλὰ βεβαίως, θὰ ἐπέλθῃ σπουδαιοτάτη κρίσις εἰς τὴν ὁποίαν ἑκοῦσα ἄκουσα θὰ παρασυρθῇ ἡ Ἑλλάς. Ἀλλ’ ἡ περὶ τοῦ μέλλοντος αὕτη πρόνοια συμβιβάζεται ἐντελῶς μετὰ τῆς ἐσωτερικῆς βελτιώσεως, διότι τί σπουδαιότερον διὰ τὴν ἐνδεχομένην ταύτην κρίσιν ἢ ἡ διευθέτησις καὶ τακτοποίησις τῶν οἰκονομικῶν; Τί περισσότερον συμβάλλει ἢ ἡ ἀνάπτυξις τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας εἰς τὴν κίνησιν τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων. Ἐνθυμεῖσθε πρὸ δύο περίπου ἐτῶν εἰς ὁποίαν σύγχυσιν εὑρέθη ἡ Κυβέρνησις ἕνεκα τῆς ἀπειλουμένης διακοπῆς τῆς συγκοινωνίας κατὰ θάλασσαν· δὲν εἴξευρε πῶς νὰ μεταφέρῃ ἓν τάγμα καὶ μίαν πυροβολαρχίαν εἰς Λαμίαν, καὶ ὡς ἐκ τούτου τότε διετάχθη ἡ κατασκευὴ καὶ ἡ στρῶσις τῆς ἀπὸ Λεβαδείας εἰς Λαμίαν ὁδοῦ, ὡς ἂν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀποπερατωθῇ αὕτη ἐντὸς ὀλίγου χρόνου, ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν ἢ καὶ ἑνὸς μηνός· ἀλλ’ ἔκτοτε δὲν ἤκουσα νὰ γείνῃ λόγος περὶ τῆς ἀποπερατώσεώς της. Μεταβαίνων εἰς τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα θὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ, ἐπιφυλαττόμενος, ἐὰν ἦναι ἀνάγκη, νὰ λάβω τὸν λόγον κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι φοβοῦμαι μήπω, ἐμακρηγόρησα. Ἤκουσα μετὰ πολλῆς προσοχῆς τοὺς ἐκτενεῖς λόγους καὶ τὰς λεπτομερεῖς διασαφήσεις τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθην δυστυχῶς νὰ πεισθῶ περὶ τῆς χρησιμότητος καὶ τῆς πραγματικῆς ὠφελείας τῶν δύο οἰκονομικῶν αὐτοῦ ἐπιχειρήσεων, τῆς μετατροπῆς τῶν δύο παλαιῶν δανείων καὶ τῆς συνομολογήσεως τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων φράγκων, διότι εἶναι μὲν τετελεσμένα τὰ δύο ταῦτα δάνεια ἀλλὰ πρόκειται περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων αὐτῶν, καθ’ ὅσον ἐπιβαρύνουσι τὸν προϋπολογισμόν. Ἡ ἀναγνώρισις τῶν παλαιῶν δανείων ἔπρεπε βεβαίως νὰ γείνῃ, ἀλλὰ νὰ γείνῃ εἰς εὐθετωτέραν περίστασιν, ὥστε νὰ χρησιμεύσῃ εἰς ἀνακούφισιν τοῦ τόπου καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ οὐχὶ εἰς ἐπιβάρυνσιν αὐτοῦ ἄνευ πραγματικῆς ὠφελείας. Τὰ δάνεια, τὰ μεγάλα ἐννοῶ, ὄχι τὰ μικρὰ τὰ ὁποῖα γίνονται διὰ τὰς κατεπειγούσας ἀνάγκας τοῦ ταμείου, πρέπει νὰ ἔχωσιν οἰκονομολογικὸν λόγον· ἢ δηλ. νὰ ἔχωσιν ἀντικείμενον ἐθνικόν τινα σκοπὸν, ἢ ἐθνικήν τινα ἐπιχείρησιν, παραδείγματος χάριν τὴν κατασκευὴν ὁδῶν, ἢ ἄλλα κοινωφελῆ ἔργα, ἢ τὴν ἐξόφλησιν ἄλλων δανείων τὰ ὁποῖα ἔχουν μεγαλείτερον τόκον. Ἐδῶ ὁ μόνος σκοπὸς ὁ ὁποῖος ἐῤῥέθη παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι ἡ ἄρσις τῆς καταναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία βεβαίως εἶναι κἄτι τι δεινὸν, ἀλλ’ ὄχι καὶ τόσον ἀνήκεστον, ὥστε νὰ σπεύσωμεν νὰ ἀπαλλαγῶμεν αὐτοῦ καὶ νὰ ἐμπέσωμεν εἰς ἄλλο δεινὸν, τὸ νὰ ἐξογκώσωμεν τὸ ἔλλειμα τοῦ προϋπολογισμοῦ. Διὰ τοῦτο αἱ Κυβερνήσεις μὲ ὅσην περίσκεψιν πρέπει νὰ προβαίνωσιν εἰς τὸ μέτρον τοῦτο τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, τὸ ὁποῖον ἐν ἐσχάτῃ ἀνάγκῃ λαμβάνουν τὰ Ἔθνη, μὲ ἄλλην τόσην περίσκεψιν πρέπει νὰ προβαίνωσιν εἰς τὴν ἄρσιν αὐτοῦ. Ἐν ταῖς Ἡνωμέναις Πολιτείαις τῆς Ἀμερικῆς ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ἡ ὁποία προεκηρύχθη ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τοῦ ἐμφυλίου πολέμου, δηλ. ἀπὸ τοῦ 1861, μόλις πέρυσιν ἤρθη, καὶ οὐχὶ ἐντελῶς. Ἐν Ἰταλίᾳ ἐξακολουθεῖ ἀκόμη νὰ ὑπάρχῃ. Ἐν Γαλλίᾳ, ὅπου εἶχε νομοθετηθῆ ἐν καιρῷ τοῦ πολέμου, δὲν ἤρθη ἀμέσως μετὰ τὸν πόλεμον, μ’ ὅλον ὅτι ἦτο τοσαύτη ἡ πίστις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὥστε δὲν ἦτο διαφορὰ μεταξὺ τῶν γραμματίων καὶ τοῦ μετάλλου ἢ 5 ἢ 6 ἐπὶ τοῖς χιλίοις. Δὲν συμμερίζομαι ἑπομένως τὴν αἰσιοδοξίαν τοῦ σχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς περὶ τῆς παγιώσεως τῆς δημοσίου ἡμῶν πίστεως διὰ τῶν οἰκονομικῶν μέτρων τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ πίστις ἑνὸς Κράτους δὲν παγιοῦται οὔτε αὐξάνει διὰ τῆς εὐκολίας, τὴν ὁποίαν ἔχει νὰ δανείζηται· ἀπόδειξις αὐτὴ ἡ Τουρκία καί τινες Πολιτεῖαι τῆς Νοτίου καὶ τῆς Κεντρικῆς Ἀμερικῆς. Ἡ πίστις ἐμπεδοῦται διὰ τῆς καλῆς διαχειρίσεως τῶν οἰκονομικῶν. Ἄλλως τε εἰς τὴν παροῦσαν περίπτωσιν νομίζω, ὅτι μᾶλλον βλάβη ἢ ὠφέλεια ἐπῆλθε διὰ τῆς συμβάσεως αὐτῆς, διότι καὶ τὸ δάνειον αὐτὸ συνομολογηθὲν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ δὲν ἐκαλύφθη. Εἰξεύρετε δὲ ὅτι τὸ πρῶτον γνώρισμα τῆς πίστεως εἶναι, ὄχι μόνον νὰ καλύπτωνται τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα ἐκδίδονται, ἀλλὰ νὰ ὑπερκαλύπτωνται. Μοὶ φαίνεται δυσεξήγητον καὶ παράδοξον, ἐκτὸς ἐὰν ὑπάρχῃ ἄλλος σκοπὸς, τὸν ὁποῖον ἡμεῖς δὲν γνωρίζομεν, τοῦ δανείου, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι καταφανὴς τοὐλάχιστον, ὅτι ἐνῷ ἀπὸ τοῦ παρελθόντος ἔτους εἴχομεν μέγα ἔλλειμμα προέβημεν εἰς μέτρα οἰκονομικὰ, τὰ ὁποῖα ἦτον ἑπόμενον ὅτι θὰ αὐξήσωσιν αὐτὸ τὸ ἔλλειμα, διότι ηὐξήθη ὁ προϋπολογισμὸς ἐπὶ 5 ἢ 6 ἑκατομμύρια καὶ διότι θὰ πληρόνωμεν τόκους 8 τοῖς ἑκατὸν ἀντὶ ἑνὸς ἢ δύω τοῖς ἑκατὸν, καὶ ταῦτα χωρὶς νὰ φροντίσωμεν περὶ τοῦ ἀντιστοίχου πόρου ἐκ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους. Εὐχάριστον πληροφορίαν μᾶς ἔδωκεν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς, ὅτι θὰ προνοήσῃ περὶ τῆς βαθμιαίας πληρώσεως τοῦ μεγάλου ἐλλείμματος τοῦ προϋπολογισμοῦ. Δὲν εἰξεύρω ἀκόμη ποῖον σύστημα θὰ προτείνῃ εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τῆς τοιαύτης πληρώσεως ἢ ἀποσβέσεως· νομίζω ὅμως, ὅτι κατὰ τὴν ἀρίστην γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Καλαβρύτων κ. Ζαΐμη εὐκταῖον εἶναι νὰ παραδεχθῇ τὸ σύστημα οἰκονομιῶν λελογισμένων, ἀλλὰ σπουδαίων, ἐπεκτεινομένων εἰς ὅλους τοὺς κλάδους τῆς ὑπηρεσίας· καθόσον μάλιστα παρετήρησα ὅτι ἀπό τινος χρόνου ὑπάρχει ἡ τάσις τοῦ αὐξάνειν τὰ ἔξοδα καὶ τὰς θέσεις, οὐχὶ χάριν τῆς ὑπηρεσίας ἀλλὰ χάριν λόγων προσωπικῶν, ὥστε ὑπάρχει πληθὺς μισθοδοτουμένων καὶ ὀλιγότης ἐργαζομένων καὶ ἐν τῇ πρωτευούσῃ καὶ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις. Νομίζω, ὅτι ἐκ τῆς ἀποκοπῆς τῶν περιττῶν θέσεων οὐχὶ μόνον ἡ ὑπηρεσία δὲν θὰ βλαφθῇ ἀλλὰ τοὐναντίον θὰ ὠφεληθῇ, διότι θὰ ἀποπεμφθῶσιν ἄνθρωποι μὴ ἐργαζόμενοι. Ἀλλ’ ἐννοεῖται ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο τῆς δι’ οἰκονομιῶν πληρώσεως τοῦ ἐλλείμματος δύναται νὰ συνοδευθῇ καὶ μετά τινος αὐξήσεως τῶν φόρων, οὐχὶ ὅμως ἐκ τῶν ἐπιβαρυνόντων τὴν γεωργίαν. Ἀλλὰ καὶ εἰς ἕνα ἄλλον ὅρον πρέπει νὰ ὑπόκηται, δηλαδὴ νὰ μὴ παραβλαφθῇ ἡ ἄμυνα τῆς χώρας. Διὰ τοῦτο λοιπὸν λέγω, ὅτι τὸ ζήτημα τὸ οἰκονομικὸν συνδέεται μὲ τὸ ἐξωτερικὸν, καὶ διὰ τοῦτο φρονῶ ὅτι, πρὶν σκεφθῶμεν σπουδαίως περὶ τοῦ οἰκονομικοῦ, πρέπει νὰ φωτισθῶμεν περὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Ἀλλ’ ἆραγε τὸ Ὑπουργεῖον θὰ ἔχῃ τὴν γενναιότητα νὰ προβῇ εἰς τοιαῦτα ἡρωϊκὰ μέσα; Τὸ κατ’ ἐμὲ ἀμφιβάλλω, κρίνων ἐκ τοῦ συστήματος τοῦ διοικητικοῦ τὸ ὁποῖον ἀσπάζεται μέχρι τοῦδε. Ἐν Ἰταλίᾳ παρετήρησα, κύριοι, ὅτι ὑπῆρχε μέγα ἔλλειμμα πρό τινων ἐτῶν, 700 ἑκατομμύρια φράγκ. περίπου. Ὅτε μετέβην ἐκεῖσε ὡς πρεσβευτὴς, εὗρον τὸ ἔλλειμμα μεταξὺ 200 καὶ 300 ἑκατομμυρίων. Ἡ Ἰταλία μετῆλθε τὸ σύστημα τῆς αὐξήσεως τῶν φόρων μετά τινων οἰκονομιῶν πρὸς βαθμιαίαν πλήρωσιν ἀλλ’ ἐφρόντισε νὰ μὴ παραβλάπτηται ἡ παραγωγὴ, καὶ οὕτω κατώρθωσε νὰ καλύψῃ τὸ μέγα ἔλλειμμα. Ἐκτὸς ὅμως τούτου ἐπέστησαν ἐκεῖ τὴν προσοχήν των καὶ εἰς τὴν ἐπιτήρησιν τῆς διαχειρίσεως τῆς οἰκονομικῆς, προπάντων δὲ τῆς τελωνειακῆς, καὶ τὰ ἀποτελέσματά της τοιαύτης ἐπιτηρήσεως δὲν ἐβράδυναν νὰ φέρωσι τὸ ποθούμενον. Φρονῶ ὅτι δὲν ἀρκεῖ νὰ κάμνωμεν οἰκονομίας, πρέπει καὶ οἱ ἐπιτετραμμένοι τὴν ἐκτέλεσιν τῶν οἰκονομικῶν μέτρων νὰ ἔχωσι πλήρη συναίσθησιν τῆς ἀποστολῆς των· οὕτω μόνον δυνάμεθα νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι θὰ φθάσωμεν εἰς τὴν κάλυψιν τὴν βαθμιαίαν τοῦ ἐλλείμματος τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἔχω πλήρη πεποίθησιν εἰς τὴν ἐγνωσμένην τιμιότητα τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ καὶ εἰς τὴν ἱκανότητα αὐτοῦ, ἀλλὰ δὲν ἐξεύρω ἂν μὲ ὅλην τὴν δραστηριότητά του θὰ δυνηθῇ νὰ κάμῃ ὅ,τι ἔκαμεν ἡ Ἰταλικὴ Κυβέρνησις, ὡς πρὸς τὴν αὐστηρὰν ἐπιτήρησιν τῆς διαχειρίσεως. Ἡ τοιαύτη πλημμέλεια παρ’ ἡμῖν συνδέεται μὲ διαφόρους αἰτίας καὶ μὲ ἕξεις τινὰς, αἵτινες παρεισέφρησαν πρὸ πολλοῦ εἰς τὴν διοίκησιν. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι εἶναι ἔργον Κυβερνήσεως συναισθανομένης τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου νὰ προνοήσῃ σπουδαίως περὶ τῆς θεραπείας τοῦ δεινοῦ. Συμφωνῶ ἐντελῶς μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Μεσολογγίου κ. Τρικούπη ὡς πρὸς τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἐξέφρασε περὶ διοργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ καὶ περὶ τῆς ματαίας δαπάνης ἥτις ἐγένετο κατὰ τὸ παρελθὸν εἰς στρατόπεδα, κινήσεις στρατιωτικὰς, καὶ εἰς ἄλλας δῆθεν παρασκευὰς, ἄνευ σκοποῦ, ἄνευ σχεδίου. Εὐχαρίστως δὲ μανθάνω, ὅτι ὁ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς δὲν ἔχει τὰς ἰδέας, αἵτινες ἀπεδόθησαν εἰς αὐτὸν περὶ στρατιωτικῆς συντάξεως, ἢ μᾶλλον ἀσυνταξίας, καὶ ὅτι καταγίνεται εἰς τὴν ἐκπόνησιν ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, δυναμένου νὰ χρησιμεύσῃ καὶ εἰς τὴν βελτίωσιν τοῦ στρατοῦ καὶ εἰς τὴν στρατιωτικὴν ἐκπαίδευσιν τοῦ Ἔθνους. Νομίζω, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς μὲ τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἔχει, τοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ τοὺς στρατιώτας, διοικούμενος καὶ ἐξασκούμενος παρ’ ἀνθρώπων πεπειραμένων περὶ τὴν πολεμικὴν τέχνην, ἐνασχολούμενος ἀποκλειστικῶς περὶ τὰ στρατιωτικὰ ἔργα, ἀποχωριζόμενος ἀπὸ τῆς πολιτικῆς ἐνεργείας καὶ, εἰ δυνατὸν, ἀπὸ τῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων ἥτις διαφθείρει τὸν στρατιώτην, δύναται ταχέως νὰ γείνῃ ἐφάμιλλος τῶν ἀρίστων στρατῶν τῆς Εὐρώπης. Ἐπεθύμουν νὰ μὴ εἶχον ν’ ἀπευθύνω εἰμὴ ἐπαίνους εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ἀρχαῖον φίλον μου, τοῦ ὁποίου ἐκτιμῶ τὸν ζῆλον καὶ τὴν δραστηριότητα περὶ τὴν συγκρότησιν ναυτικῆς δυνάμεως, ἀλλὰ νομίζω ὅτι καὶ ἐκεῖ ματαίως ἐδαπανήθησαν χρήματα, διότι φρονῶ ὅτι ἐκ τῶν δαπανηθέντων δώδεκα ἢ δέκα τεσσάρων ἑκατομμυρίων δραχμῶν ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν πλοῖα ἀξιόμαχα καλλίτερα ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἔχομεν. Ἀλλὰ περὶ τούτων ἐπιφυλάττομαι νὰ συζητήσω μετ’ αὐτοῦ φιλικῶς, ὡς καὶ ἄλλοτε κατ’ ἰδίαν, κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Κύριοι, εἶπον ὅσα ἐνόμιζον, ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς κατὰ πρώτην φορὰν ἀναβαίνων εἰς τὸ Ἐθνικὸν βῆμα τῆς πατρίδος μου. Νομίζω, ὅτι ἐπέστη καιρὸς τῆς διορθώσεως τῶν κακῶς κειμένων. Πρέπει ν’ ἀναλογισθῶμεν, ὅτι αἱ περιστάσεις, εἶναι πάντοτε κρίσιμοι ἐν τῇ Ἀνατολῇ, καὶ ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι μοιραίως προωρισμένη ἢ νὰ μεγαλυνθῇ ἢ νὰ ἐκλείψῃ βαθμηδόν.
§25ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποτὲ νὰ μὴ ἐκλείψῃ.
§26Λ. ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν μείνῃ μικρὰ, θὰ ἐκλείψῃ, ἀποῤῥοφωμένη ὑπὸ μεγαλειτέρων ἐχθρῶν. Ἀναλογίσθητε, ὅτι ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ ἑκατομμύρια Ἑλλήνων, δούλων καὶ ἐλευθέρων, συμπεπυκνωμένων ἢ ἠραιωμένων ἀπὸ τοῦ Ταινάρου μέχρι τοῦ Αἵμου, καὶ ἀπὸ τοῦ Ἀδρία μέχρι Πόντου καὶ Κιλικίας, ἀτενίζουσι πρὸς ὑμᾶς.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ, κύριοι, κατεπείγει ἡ πραγματοποίησις τῆς πιστώσεως, συνετάχθησαν τὰ πρακτικά. Παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἀνάγνωσιν. Ἀναγινώσκεται τὸ σχετικὸν μέρος τῶν πρακτικῶν καὶ ἐπικυροῦται ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.
§28ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Συζητοῦμεν ἐπὶ τοῦ σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως, καὶ εἴμεθα εἰς τὴν πρώτην παράγραφον.
§29ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πᾶν ἄλλο συζητοῦμεν ἢ τὸ σχέδιον.
§30ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Διὰ τοῦτο ἔκαμα τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμα, διότι φοβοῦμαι καὶ ἐγὼ, ὅτι ἐλησμονήσαμεν τί συζητοῦμεν. Ἐψηφίσαμεν παμψηφεὶ τὴν ἀρχὴν, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ ἐν ἀρχῇ ἀντίρησις, ἀλλὰ μόλις εἰσήλθομεν εἰς τὴν πρώτην παράγραφον, ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ἀναβὰς τὸ βῆμα, παρεισήγαγεν εἰς τὴν συζήτησιν τὰ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης. Παρετήρησα, ὅτι πρώτην φορὰν ὁ κ. πρωθυπουργὸς, συναντῶν τὴν Βουλὴν ἐν τῇ ἐνάρξει τῶν ἐργασιῶν της, καὶ μάλιστα νεοεκλεχθεῖσαν Βουλὴν, δὲν τῆς ἀπηύθυνε μίαν ἀπὸ τὰς συνήθεις ἐκείνας καὶ εὐπροσηγόρους χαριέσσας ἐκφράσεις «καλῶς ἤλθατε,» ἢ «σᾶς βλέπομεν μ’ εὐχαρίστησιν,» ἢ «μᾶς γνωρίζετε καὶ σᾶς γνωρίζομεν,» ἀλλὰ βαρὺς, σοβαρὸς ἀπήντησεν, ὅπως ἡ Βουλὴ ἀμέσως ἐκφρασθῇ ἐπὶ τῆς διαγωγῆς τοῦ Ὑπουργείου. Ἔθεσε τὰ κεφαλαιωδέστερα ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἐνόμισε νὰ θέσῃ, καὶ ὁ κ. Οἰκονόμου ἔδραξεν ἀμέσως τὸ χειρόκτι. Μετὰ τὸν κ. Οἰκονόμου ὁ κ. Τρικούπης ἔλαβε τὸν λόγον καὶ ἠθέλησε νὰ ἐκθέσῃ τὰς ἰδέας του, διὰ τὰς ὁποίας ἐνόμιζεν, ὅτι δὲν ἦτο στιγμὴ νὰ τεθῇ ζήτημα ἐμπιστοσύνης, καὶ διότι ἐπροσκαλεῖτο ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ τὸ σχέδιον ὡς ἦτο, χωρὶς ν’ ἀλλάξῃ τίποτε. Μετὰ τὸν κ. Τρικούπην ἀνῆλθεν ἐπὶ τὸ βῆμα ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν, ὅπως ἀπαντήσῃ δῆθεν εἰς τὸν κ. Τρικούπην, ἀλλ’ ὅπως κυρίως ἀναπτύξῃ τὰς αἰτίας διὰ τὰς ὁποίας προσεκλήθημεν νὰ δώσωμεν ψῆφον ἐμπιστοσύνης, καὶ μᾶς ἀπησχόλησε διὰ τρεῖς ὅλας συνεδριάσεις. Ὑπῆρχεν ἐποχή τις μετὰ τὴν ἕνωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡμεῖς οἱ Ἑπτανήσιοι εἴχομεν τὴν φήμην, ὅτι εἴμεθα οἱ πλέον λάλοι τοῦ Ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου (ἱλαρότης)· ἀφ’ ἧς στιγμῆς μάλιστα ὁ μακαρίτης Παδοβᾶς κατέσχεν ἐπὶ τέσσαρας ὥρας τὸ βῆμα, μᾶς ἀπεκάλεσαν πολυλόγους· ἐκρατήσαμεν δὲ τὸν θρόνον τοῦτον τῶν μακρῶν ἀγορητῶν μέχρι τοῦ 1872, ὅτε ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Καλαβρύτων κ. Σ. Πετιμεζᾶς μᾶς ἐξεθρόνισε, κατασχὼν τὸ βῆμα ἐπὶ δύο ὁλοκλήρους συνεδριάσεις διὰ τὴν ἐκλογὴν Καλαβρύτων. Καθὸ Ἑπτανήσιος ἐλυπήθην τότε, διότι ἔχασα τὸν θρόνον, ἑπομένως ηὐχαριστήθην τώρα, διότι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐωτερικῶν ἐξεθρόνισε τὸν ἐκθρονίσαντα ἡμᾶς. Σεῖς δὲ, φίλοι ἑπτανήσιοι, βγάλετέ το ἀπὸ τὸν νοῦν σας, ὅτι θὰ πάρωμεν πλέον τὴν πρωτοκαθεδρίαν εἰς τὰ πολλὰ λόγια, ἀφοῦ ὁ κ. ὑπουργὸς ὡμίλησεν ἐπὶ τοεῖς συνεδριάσεις· μὴ νομίζετε δὲ, ὅτι ἐγὼ θὰ βαστάξω τὸ βῆμα ἐπὶ πολὺ, ἀλλ’ ὁπωςδήποτε θὰ προσπαθήσω νὰ τὸν ἀκολουθήσω. Καὶ κατὰ πρῶτον, εἶχε τὸ δικαίωμα τὸ ὑπουργεῖον νὰ θέση ζήτημα ἐμπιστοσύνης; τοῦτο δὲν τὸ ἀμφισβητοῦμεν, διότι πᾶσα Κυβέρνησις, εἰς πᾶσαν στιγμὴν, δύναται νὰ θέση ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ἀλλὰ κυβέρνησις, ἡ ὁποία δὲν προκαλεῖται ἀπὸ τὴν ἀντιπολίτευσιν εἰς ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ἀλλὰ προκαλεῖ αὐτὴ, θὰ εἰπῇ, ὅτι αἰσθάνεται ἀμφιβολίαν, ἂν ἔχῃ ἢ ὄχι τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ σταματῶσα τὴν συζήτησιν, πράττει τι, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι τακτικὸν, ὅταν πρὶν δὲν δώσῃ εἰς τὸ Κοινοβούλιον τὴν ἔκθεσίν της πρὸ πάντων ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν καὶ εἰσαγάγῃ τὸν προϋπολογισμὸν, διὰ νὰ γνωρίσωμεν τὴν κατάστασιν τοῦ τόπου· πράττει τι ἔτι ἀτακτότερον, τὸ ὁποῖον καὶ ὁ συμπολιτευόμενος κ. Ῥοντήρης παρετήρησε. Μᾶς ἔφεραν δὲ εἰς ὑποστήριξιν τῆς ἰδέας των τὸν Βιβιέν· ἐγὼ ὅμως ἔχω ἕτερον τῶν ἡμερῶν μας, ὁ ὁποῖος εἶναι παρὼν, τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις καὶ μᾶς εἶπεν ἐν τῇ ἀρχῇ τοῦ λόγου του. (Ἀναγινώσκει.) Ἡ ὑποχρέωσις, τὴν ὁποίαν κατὰ τὸ Σύνταγμα ἔχει ἡ κυβέρνησις, ἵνα ὑποβάλλῃ ἐντὸς δύο μηνῶν ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς Συνόδου τὸν ἐτήσιον προϋπολογισμὸν, δὲν εἶναι δικαίωμα αὐτῆς, δυνάμει τοῦ ὁποίου δύναται νὰ τὸν ὑποβάλλῃ ὡρισμένως κατὰ τὴν λῆξιν τῆς διμήνου προθεσμίας, ἀλλ’ εἶναι καθῆκον, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐκπληρώσῃ πρὸ τῆς λήξεως τῆς προθεσμίας τῶν δύο μηνῶν, ἥτις ἐτέθη ἐν τῷ Συντάγματι, καὶ ὅσῳ δυνατὸν ταχύτερον καὶ πρὸ τοῦ τέλους τῶν δύο μηνῶν. Ἡ θεωρία αὕτη εἶναι ἡ μόνη ὀρθὴ καὶ ἀληθὴς θεωρία, τὴν ὁποίαν ὁ προαγορεύσας βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου πρὸ μικροῦ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἶπε· διότι πᾶν ὅ,τι ἄλλο εἶπε, δὲν ἔχει τὴν τύχην νὰ ἦναι οὔτε ὀρθὸν, οὔτε ἀληθές». «Ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι ἀνάγκη νὰ ᾖναι γνωστὸς εἰς τὰ μέλη τοῦ κοινοβουλίου, διὰ νὰ δύνανται ταῦτα ἐν γνώσει τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἡ κυβέρνησις διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀνεκοίνωσεν ὡς κυβέρνησις τοῦ κράτους, ἐν γνώσει τοῦ πολιτικοῦ προγράμματος τοῦ ὑπουργείου, νὰ σχηματίζωσι τὴν γνώμην καὶ ἀποφαίνωνται, ἐὰν πρέπῃ νὰ μεταδώσωσιν ἐμπιστοσύνην εἰς τὸ ὑπουργεῖον, ἢ πρέπει νὰ ἀρνηθῶσιν αὐτὴν εἰς αὐτό.» Καὶ πῶς, ἐνῷ εἴμεθα εἰς τὴν δωδεκάτην τοῦ μηνὸς, καὶ εἰς τὴν εἰκοστὴν ἐκπνέει ἡ προθεσμία διὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἡμεῖς δὲν ἔχομεν τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ μᾶς λέγουν, ψηφίσατε ζήτημα ἐμπιστοσύνης; Ἀλλ’ οὐδὲν ἧττον τὸ ζήτημα ἦλθε, τὸ ὑπουργεῖον τὸ ἔφερε, καὶ ὀφείλω ν’ ἀκολουθήσω τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν ἐξωτερικῶν εἰς τὴν ἀγόρευσίν του. Τὸ πρῶτον πρακτικὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀνέπτυξεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν, ἦτο τὸ τῆς λήξεως τῆς παρελθούσης συνόδου, καὶ τὸ ἐξήτασεν ἀνεπτυγμένως, καὶ καλῶς ἔκαμε, καθὼς νομίζω ὅτι κακῶς ἔκαμαν οἱ παρατρέξαντες τὸ ζήτημα τοῦτο. Διὰ τῆς λήξεως τῆς παρελθούσης συνόδου ἔληξαν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς καὶ ἄρχονται, ἵνα ἐξακολουθήσωσι τώρα, σεῖς δὲ προσκαλεῖσθε νὰ ἐξακολουθήσητε τὴν Σύνοδον ἐκείνη, ἡ ὁποία διεκόπη ἀποτόμως, καὶ νὰ εἴπητε, ἂν ἡ λῆξις ἐκείνη ἦτο νόμιμος, ἦτο πρέπουσα, καὶ ὡς πρὸς τοῦτο αἰσθανόμενος τὴν θέσιν του ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐμάκρυνε τὸν λόγον καὶ ἤθελε νὰ πληροφορηθῶσι τὰ πράγματα καὶ οἱ νέοι βουλευταὶ, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ τὰ πληροφορηθῶσιν, ὡς ἔτρεξαν καὶ ὡς ἐγένοντο, καὶ ὄχι ὡς ἠθέλησε νὰ τὰ παραστήσῃ ὁ κ. ὑπουργός. Ἂς προσπαθήσω νὰ τὰ ἐκθέσω χωρὶς νὰ θελήσω νὰ δείξω ποῦ ὁ κ. ὑπουργὸς εἶπεν ἀνακριβῆ καὶ ποῦ ἀκριβῆ, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν, ἂν δὲν εἴπω τι ἀκριβὲς, νὰ μὲ διορθώσῃ.
§31ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅταν ὁμιλήσωμεν, θὰ σὲ διορθώσωμεν, δὲν θὰ διακόψωμεν τὴν ἀγόρευσίν σας.
§32ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι δὲν θὰ ἠμπορέσητε νὰ μὲ διορθώσητε, διότι δὲν θὰ εἴπω τὰ πράγματα, παρὰ ὅπως ἔτρεξαν. Προσεκλήθη ἡ Βουλὴ κατὰ τὸ τέλος τῆς παρελθούσης περιόδου εἰς ἔκτακτον Σύνοδον, δεκαὲξ περίπου ἡμέρας πρὸ τῆς λήξεως τῆς Περιόδου. Ὁ καθεὶς ἐνόμιζεν, ὅτι ἔκτακτος ἀνάγκη τοῦ Κράτους τὴν προσεκάλεσεν· ἔπαλλεν ἡ καρδία ἡμῶν, ὅτι κάτι τι σπουδαῖον θὰ ἦτο διὰ τὸ ζήτημα τῶν συνόρων· συνήλθομεν ταχέως, καὶ κατὰ τὴν πρώτην ἡμέραν ἦτο ἀπαρτία· ἐπεριμέναμεν ν’ ἀκούσωμεν τί τρέχει, διατί συνεκλήθημεν, ἐν τούτοις διὰ τὴν ψῆφον, ἡ ὁποία ἐδόθη εἰς τὸν πρόεδρον, διὰ τὴν ψῆφον, ἡ ὁποία ἐδόθη εἰς τὰς ἐπιτροπὰς καὶ εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο ἐνόμισε καθῆκον νὰ παραιτηθῇ καὶ παρητήθη πρὶν ἢ εἴπῃ εἰς τὴν Βουλὴν, διατί συνεκλήθη, τὸ δὲ αἴτιον τῆς συγκαλέσεως ἦτον εἰς τὸν νοῦν τοῦ ὑπουργείου, καὶ οὐχὶ εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν, ἡ ὁποία προσεκαλεῖτο. Ἡ ἀντιπολίτευσις συσκεφθεῖσα εἶπε διὰ τῶν δύω ἡγητόρων της, τοῦ κ. Τρικούπη καὶ τοῦ κ. Ζαΐμη «δὲν προσκαλοῦμαι ἐγὼ ἀναγκαίως νὰ σχηματίσω κυβέρνησιν πρὶν ἢ τὸ ὑπουργεῖον ἐκθέσῃ τοὺς λόγους τῆς συγκαλέσεως τῆς Βουλῆς, διότι πῶς θὰ παρουσιασθῶ εἰς τὴν Βουλὴν, ἡ ὁποία ἔχει μόνον ἓξ ἡμερῶν ζωήν; ἂν παρουσιασθῶ, θὰ μ’ ἐρωτήσῃ, διατὶ συνεκλήθη ἡ Βουλή, καὶ ἐγὼ τί νὰ εἴπω; νὰ παραπέμψω εἰς τὸν ἀρχηγὸν τῆς ἀντιπολιτεύσεως, τὸν κ. Κουμουνδοῦρον! τοῦτο δὲν δύναμαι νὰ τὸ πράξω· δὲν δύναμαι λοιπὸν νὰ δεχθῶ σχηματισμὸν Κυβερνήσεως, διότι ἀκόμη, ἐνῷ ἡ Βουλὴ ἔχει μόνον ἓξ ἡμερῶν ζωὴν, ἐγὼ ἐξ ἀνάγκης, ἂν σχηματίσω νέαν κυβέρνησιν, ἔχω ἀνάγκην δέκα ἢ δεκαπέντε ἡμερῶν, ὅπως ἰδῶ ποῦ εὑρίσκεται τὸ Κράτος.» — Ὁ κ. Ζαΐμης χθὲς εἶπε τί εἶπε τότε εἰς τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα, ἀλλὰ νομίζω, ἂν καλῶς ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ὁ κύριος λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν ἐσχημάτισε Κυβέρνησιν, ἦτον, ὅτι δὲν ἤξευρε τί νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Βουλὴν, διατί ἡ Βουλὴ συνεκλήθη ἐκτάκτως· «Ἂν ὅμως,» ἐπρόσθεσεν ἡ ἀντιπολίτευσις, «τὸ ὑπουργεῖον ἐπιμένῃ εἰς τὴν παραίτησίν του, ἐγὼ, ἵνα σχηματίσω κυβέρνησιν, ζητῶ τὴν λῆξιν, διότι εἰς τὴν Βουλὴν δὲν ἔχω τι νὰ εἴπω.» Ὁ Βασιλεὺς ἐκάλεσεν ἐκ νέου τὸ παραιτηθὲν ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον παρητήθη, διότι δὲν εἶχε τὴν πλειοψηφίαν, (τοῦτο δὰ μᾶς ἐπανέλαβε καὶ χθὲς ὡς αἰτίαν τῆς παραιτήσεως). Ἀνέλαβε τὸ ὑπουργεῖον καὶ παρουσιάζεται τὴν 13 Ἰουλίου ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ, ἐνῷ πληροφορεῖ τὴν Βουλὴν, ὅτι αἰτία τῆς συγκαλέσεως εἶναι νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον καθυπέβαλε πρὸς τοῦτο ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν, προσθέτει· (ἀναγινώσκει). «Ἡμεῖς, κύριοι, δὲν εἴχομεν ἀνάγκην μόνον ὡς κυβέρνησις νὰ συναντηθῶμεν μεθ’ ὑμῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ· τὴν ἀνάγκην ταύτην μᾶς ὑπηγόρευσαν τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, καὶ ἐπειδὴ διαχειριζόμεθα τὴν ἐπιμέλειαν αὐτῶν, τὴν ἀνάγκην ταύτην δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ παραγνωρίσωμεν, καὶ μετὰ μεγάλης ἐπιθυμίας περιεμένομεν τὴν στιγμὴν νὰ ἔλθωμεν νὰ ζητήσωμεν τὴν συνδρομήν σας· ἀλλ’ εἴχομεν τὴν ἀνάγκην ταύτην καὶ ὡς ἁπλοῖ ἰδιῶται καὶ ὡς ἄτομα, διότι κατὰ τὴν ἀπουσίαν σας τοσαῦτα βέλη, ὄχι μόνον δι’ αἰτιάσεων καὶ ἐγκλήσεων, ἀλλὰ καὶ διὰ συκοφαντιῶν, εἶχον ἐκτοξευθῆ καθ’ ἡμῶν. Εἴχομεν ἀληθῶς καὶ ὡς ἰδιῶται ἀνάγκην νὰ ἔλθωμεν νὰ σᾶς παρακαλέσωμεν, ἵνα μᾶς ζητήσητε λόγον τῶν πράξεών μας, διὰ νὰ δώσωμεν τοιοῦτον καὶ φωτίσωμεν αὐτὸ τὸ κοινόν, τὸ ὁποῖον καθ’ ἑκάστην ἡμέραν ἠγωνίζοντο νὰ ἀποπλανήσωσι διὰ τῶν δημοσιογραφικῶν των ὀργάνων». Ὁ κ. Τρικούπης καὶ ὁ κ. Ζαΐμης ἔλαβον τότε τὸν λόγον, ὅπως πληροφορήσωσι τὴν Βουλὴν διατί δὲν ἐσχημάτισαν ὑπουργεῖον, καὶ ὁ κ. Τρικούπης ῥητῶς εἶπεν, ὅτι χαίρει, ὅτι ἐπανῆλθε τὸ ὑπουργεῖον καὶ ὅτι ἦλθεν ἐδῶ νὰ εἴπῃ διατί συνεκάλεσε τὴν Βουλήν, καὶ διὰ νὰ δώσῃ λόγον τῶν πράξεών του καὶ τῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους. Διελύθη ἡ συνεδρίασις τῆς 31 Ἰουλίου, καὶ τὴν 14 παρουσιάζεται ὁ κ. πρωθυπουργὸς καὶ λέγει. (Ἀναγινώσκει)· «Ἠκούσατε χθὲς, ὅτι ἐῤῥέθησαν πολλά, οὐδὲν ὡρισμένον ὅμως. Εἰς ταῦτα ἀπήντησεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν ὑπουργός. Νομίζομεν τὴν ἀπάντησιν ἀρκοῦσαν, διότι, ὡς σᾶς εἶπον, τίποτε ὁριστικὸν καὶ ὡρισμένον δὲν ἐλέχθη. Ὁ χρόνος εἶναι ὀλίγος· παρεκλήθητε νὰ συνέλθητε καὶ ἀποφανθῆτε ἐπὶ ὀλίγων τινῶν ἀντικειμένων. Ἐὰν ἡ Βουλὴ εὐαρεστῆται καὶ συμφωνῇ, νομίζω, ὅτι εἶναι καλὸν ν’ ἀφήσωμεν τὰς πολιτικὰς συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουν σκοπόν, καὶ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὰ κύρια καθήκοντά μας· ἐὰν ἡ Βουλὴ τῷ ὄντι ἄνευ ἀντιῤῥήσεως δέχεται τοῦτο, καλῶς· ἄλλως, ἐξακολουθοῦμεν τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον χθὲς ἀφήσαμεν». Ταῦτα λέγει ὁ κ. πρωθυπουργός. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀληθὲς, ὅτι μόλις ἐπανῆλθε τὸ ὑπουργεῖον, ἡ ἀντιπολίτευσις ἔπεσεν ἐπάνω του καὶ ἠθέλησε νὰ θέση ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν ἠκούσατε τί μᾶς εἶπεν, ὅτι «σᾶς προσεκαλέσαμεν νὰ μᾶς ζητήσητε καὶ σᾶς δώσωμεν λόγον»· ἐγένετο κἄποια ἐλαφρὰ παρατήρησις, καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν· «Ἐὰν ἡ Βουλὴ εὐαρεστῆται καὶ συμφωνῇ, νομίζω, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ ἀφήσωμεν τὰς πολιτικὰς συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι δὲ ἔχουν σκοπόν, καὶ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὰ κύρια καθήκοντά μας» Ὁ κ. Τρικούπης τότε εἶπε «δὲν ἐννοῶ κατὰ τί τὰ νομοσχέδια δὲν συνδέονται μὲ τὴν πολιτικήν».
§33ΦΩΤΗΛΑΣ. Ζήτημα πολιτικὸν ἔθεσεν ὁ κ. Τρικούπης.
§34ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὸ ἔθεσεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προτήτερα· ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνέβη κατόπιν εἰς τὸ βῆμα· ὁ λόγος του τότε ἔμεινε χωρὶς ἀπάντησιν, διότι ἐσφάλισε τὸ στόμα τῆς Βουλῆς. Πρέπει νὰ τὸν ἀναγνώσω, διὰ νὰ τὸν ἀκούσητε σεῖς οἱ νέοι καὶ ἰδιαιτέρως ὁ κ. Φωτήλας, διότι τώρα θ’ ἀπαντήσωμεν εἰς τὸν λόγον ἐκεῖνον. (Ἀναγινώσκει). «Κύριοι. Συγχαίρω καὶ ἐπαινῶ τὸν κ. Ζαΐμην διὰ τὴν εἰλικρίνειαν, μὲ τὴν ὁποίαν ὡμίλησε χθὲς καὶ διὰ τὴν εὐγενῆ καὶ ἀξιοπρεπῆ γλῶσσαν, τὴν ὁποίαν μετεχειρίσθη· ἀλλ’ ἐρωτῶ τοὺς ἄλλους, διατί ἐμβάπτουσι πάντοτε καὶ τὸν κάλαμόν των καὶ τὴν γλῶσσάν των εἰς τὸ πάθος καὶ τὴν χολήν; Μῆνας ὁλοκλήρους καταγίνονται νὰ ἐξευτελίσουν καὶ δυσφημίσουν τὴν Κυβέρνησιν τοῦ τόπου των, καὶ ὅπου ἀκούωσι μῦθον τινά, ἄτοπόν τι, τὸ περιπτύσσονται, τὸ ἐξογκοῦσι, τὸ δημοσιεύουν, καὶ θέλουν διὰ τούτου νὰ ἀποδείξωσι τὴν κατάστασιν τῆς Πατρίδος των ἐλεεινὴν καὶ τὴν διαγωγὴν τῆς Κυβερνήσεως ἀθλίαν. Εἶναι αὐτὸ, κύριοι, ἔργον πατριωτικὸν καὶ πάντοτε μὲν πρὸ πάντων δὲ εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις; Εἶναι ὀρθὸν νὰ σκέπτωνται καὶ νὰ μὴ ἐργάζωνται εἰς ἄλλο τι, εἰμὴ πῶς νὰ ὑβρίζουν καὶ συκοφαντοῦν καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς τὴν Κυβέρνησιν; καὶ τὸ χείριστον νομίζουν, ὅτι στηρίζονται ἐπὶ τῆς συγκαταθέσεως τοῦ Ἔθνους! Ἤκουσα, κύριοι, πολλάκις τὰς καυχήσεις αὐτάς. Ὁ τόπος αὐτὸς εἶναι καταδεδικασμένος νὰ ἔχῃ ἐνίοτε ἄνδρας μὲ παραδόξους ἀντιποιήσεις· εἷς ἄλλος ἄλλοτε δὲν ἀντεποιεῖτο τὰ πλοῖα τοῦ Πειραιῶς ὡς ἰδικά του; «Μερὶς, ἀποτελοῦσα μόλις τὸ τέταρτον τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, καὶ ἀντιπροσωπεύουσα τὸ ἑκατοστὸν τοῦ λαοῦ, μερὶς, ἡ ὁποία οὔτε στιγμὴν ἠδυνήθη νὰ μένῃ ἐνώπιόν σας ὡς Κυβέρνησις, ἐπικαλεῖται ἐναντίον ἡμῶν ταῦτα καὶ ἀπειλεῖ ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦμεν τὸ ἥμισυ τῆς Βουλῆς καὶ ἀντιπροσωπεύομεν τὸ ἥμισυ τοῦ Ἔθνους. Καὶ ποῖοι εἶσθε σεῖς, καὶ ποία ἡ δύναμίς σας, καὶ ποῖαι αἱ σχέσεις σας, ὥστε νὰ ἀπειλῆτε ἡμᾶς; Ἡμεῖς φέρομεν πολλὰς ἀποφάσεις ἐθνικὰς ὑπὲρ ἡμῶν, σεῖς ὅμως πολλὰς καθ’ ὑμῶν αὐτῶν.» Δὲν ἐμελέτησα πολὺ τὰ συνταγματικὰ καὶ κοινοβουλευτικὰ συγγράμματα, δὲν ἐνθυμοῦμαι ὅμως εἰς ἐκεῖνα τὰ ὀλίγα, τὰ ὁποῖα ἀνέγνωσα, νὰ ηὗρα γλῶσσαν τοιαύτην πρωθυπουργοῦ πρὸς τὴν Βουλήν· ἓν μόνον παράδειγμα τοιοῦτον ἐνθυμοῦμαι εἰς τοὺς ὑπουργοὺς τοῦ Ναπολέοντος Γʹ., οἱ ὁποῖοι ἔλεγον εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν, «ποῖοι εἶσθε σεῖς, 5 ἢ 6 εἶσθε ἐδῶ μέσα, ἡμεῖς ἔχομεν τὸ Ἔθνος ὑπὲρ ἡμῶν, ἔχομεν τὰ ἑκατομμύρια τῶν ψήφων, αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν ὑπὲρ τοῦ Αὐτοκράτορος, εἴμεθα 500 –600 ἐδῶ, καὶ σεῖς εἶσθε 5–6». Ἀλλ’ ἦτο τότε ἐπαινετὴ ἡ γλῶσσα αὕτη: ἦτον ἡ γλῶσσα, τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ μεταχειρισθῇ ὁ πρωθυπουργὸς κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας τῆς Περιόδου; ἦτο γλῶσσα πρωθυπουργοῦ πράου, ἡσύχου, ὁ ὁποῖος ἀποτείνεται πρὸς ἀντιπολίτευσιν; (ἐξακολουθεῖ) «Ἐπεθύμουν νὰ συζητήσωμεν τὰ μεγάλα καὶ πρώτιστα ζητήματα καὶ εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις μὲ ψυχρὸν αἷμα. Δὲν ἐννοῶ τὴν ὀργήν των, μὲ τὴν ὁποίαν ἔρχονται νὰ ἐκσφενδονίσωσι τὰ αὐτὰ, δὲν ἐννοῶ οὔτε μὲ ποῖον θάῤῥος διὰ μύθων καὶ ὑποθέσεων ἐπιχειροῦσιν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὄχι νὰ συζητήσουν, ἀλλὰ νὰ ὑβρίσωσι καὶ συκοφαντήσωσιν.
§35Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ δὲν κάμνετε καὶ τώρα αὐτό;
§36ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἔστω, ἀλλὰ σεῖς δύνασθε ν’ ἀπαντήσητε· ὅταν ὅμως ὁ πρωθυπουργὸς ἔλεγεν αὐτὰ, ἦτον ἕτοιμος μὲ τὸ διάταγμα τῆς λήξεως νὰ σφραγίσῃ τὸ στόμα τῆς Βουλῆς. (Ἀναγινώσκει).
§37ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παραπονοῦνται, ὅτι ἀναγινώσκετε γρήγορα καὶ σιγά.
§38ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. (Ἀναγινώσκει.) «Νομίζετε, ὅτι μετὰ τὰ τοιαῦτα ἠδυνάμεθα νὰ μείνωμεν πλέον ἐπὶ στιγμὴν εἰς τὴν ἐξουσίαν; Δὲν ἐπρόκειτο περὶ τῆς ἀτομικῆς ἡμῶν ἀξιοπρεπείας, ἀλλὰ περὶ τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Κυβερνήσεως. Ποία εἶναι ἡ θέσις τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ὅταν, ἵνα ὑπάρξῃ καὶ δύνηται μόνον νὰ ζήσῃ διὰ τῆς πλειονοψηφίας, ἀποκρούεται καὶ περιυβρίζηται ὑπ’ αὐτῆς; ἀπὸ τῆς στιγμῆς τοιαύτης ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς ἠθικῶς Κυβέρνησις δὲν ὑπάρχει, ἥτις δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου, νὰ διοικῇ, καὶ μεγάλα πολιτικὰ ζητήματα νὰ λύῃ. Ἔπρεπε λοιπὸν ἀμέσως ὄχι μόνον λόγῳ ἀξιοπρεπείας, ἀλλὰ διὰ τὰ συμφέροντα τῆς Πατρίδος νὰ δώσωμεν τὴν παραίτησίν μας. Ἠθέλατε νὰ μείνωμεν διὰ νὰ ἐκθέσωμεν τὸ πρόγραμμά μας· ἀλλὰ διατί δὲν μᾶς ἀφίνατε; διατί ἐδείξατε αὐτὴν τὴν σπουδήν; διατί δὲν ὑποφέρετε νὰ φέρωμεν τὰ ἔργα μας, τὰς σκέψεις μας; Ἀλλὰ τί ἠθέλετε ταῦτα; τί ἠθέλετε τὴν ἀφήγησίν μας; τί σᾶς ὠφελεῖ;» Βλέπετε, ὅτι ἐδῶ διαῤῥήδην ὁμολογεῖ ὁ Πρωθυπουργὸς, ὅτι παρῃτήθη, διότι δὲν εἶχε πλειονοψηφίαν (ἀναγινώσκει). «Καί, κύριοι, ἠδύνατο ἡ ἀντιπολίτευσις νὰ σχηματίσῃ ὑπουργεῖον;» Δεδηλωμένην πλειοψηφίαν ὑπὲρ ἑαυτῆς δὲν εἶχεν ἡ ἀντιπολίτευσις, ἀλλὰ δὲν εἶχε καὶ δεδηλωμένην πλειονοψηφίαν κατ’ αὐτῆς, ἐνῷ τὸ παραιτηθὲν καὶ ἀπερχόμενον Ὑπουργεῖον εἶχε δεδηλωμένην πλειοψηφίαν κατ’ αὐτοῦ (ἀναγινώσκει). Τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν κηρύττει, ὅτι παρῃτήθη, διότι πλειοψηφίαν δὲν ἔχει, σοῦ λέγει, ὅτι ἔλαβον ἐγὼ τὴν λῆξιν, ἐγὼ, ἐναντίον τοῦ ὁποίου δεδηλωμένη πλειονοψηφία ὑπάρχει καὶ ἐμπόδισα νὰ τὴν λάβῃς σὺ, κατὰ τοῦ ὁποίου δὲν ὑπάρχει δεδηλωμένη πλειονοψηφία, διότι ἤθελεν ἐπανέλθει τὸ σύστημα νὰ ἐπιβάλλωνται αἱ μειονοψηφίαι εἰς τὰς πλειονοψηφίας (ἀναγινώσκει).
§39Ι. ΖΕΡΒΑΣ. Ὅλον τὸν τόμον θὰ διαβάσητε;
§40ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἤθελα ν’ ἀναγνώσω μόνον τὰ μέρη ἐπὶ τῶν ὁποίων ἤθελον νὰ κάμω παρατηρήσεις, ἀλλὰ δὲν ἤθελα νὰ μοῦ εἴπῃ τις, ὅτι ἀφίνω τὰ ἄλλα, τὰ ὁποῖα ἴσως εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀκουσθῶσιν ὑπὲρ τοῦ Ὑπουργείου.
§41Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀλλὰ νὰ τὰ λέγητε ἀργὰ καὶ δυνατά.
§42ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἰδοὺ ἄλλος, ὁ ὁποῖος ἐπιθυμεῖ νὰ τ’ ἀκούσῃ ὅλα (ἀναγινώσκει). «Καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ζητοῦν νὰ ἐξελέγξουν τὴν διοίκησιν τὴν ἰδικήν μας, ἂς ἐνθυμηθοῦν, ὅτι τρεῖς μῆνας ἔμειναν εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ διώρισαν διὰ μιᾶς τέσσαρας δικαστὰς, ἐκ τῶν ὁποίων τοὺς τρεῖς ἔστειλαν ἀμέσως εἰς ἐκλεγόμενον συνάδελφόν των. Καὶ ἠξεύρετε ποῖοι ἦσαν οἱ δικασταὶ ἐκεῖνοι; διὰ τὸν ἕνα ἔγραφεν ὁ Νομάρχης Ζέρμας, ὅπως ἐνθυμοῦμαι· μήπως ἠπατήθητε διορίσαντες δικαστὴν τοῦτον; διὰ τὸν ἄλλον ἐρωτήσατε τὴν Τριφυλλίαν, μάρτυρα τῆς βλακίας καὶ μωρίας του, ἵνα ἴδητε ποῖον διωρίσατε. Ὁ ἕτερος διετέλει κατηγορούμενος.» Εἶχον ζητήσει τότε τὸν λόγον, ὅταν δ’ ἐκινοῦσα διὰ ν’ ἀναβῶ τὸ βῆμα, ἀνεγνώσθη τὸ διάταγμα τῆς λήξεως. Ἐὰν τότε ἐλάμβανα τὸν λόγον, ἤθελον ἐρωτήσει τὸν ἀξιότιμον Πρωθυπουργόν, αὐτὸς ὁ τρελλὸς καθ’ ὑμᾶς, ὁ ὁποῖος διωρίσθη εἰς τὴν Τριφυλίαν, τὸ γνωρίζετε, ὅτι εἶναι ἀποθαμένος; Αὐτὸς ὁ ἀποθαμένος, τὸ γνωρίζετε, ὅτι ἦτον ἀπὸ τοὺς ἐνθουσιωδεστέρους φίλους σας, τοὺς θαυμαστάς σας; Αὐτὸς ὁ ἀποθαμένος, πρὸς τὸν ὁποῖον ἡ μόνη μου διαφωνία ἦτον, ὅτι ἐχωρίσθην ἀπὸ τὸν Κουμουνδοῦρον τὴν παραμονὴν τοῦ θανάτου του, (διότι ἀπέθανε ἀπὸ ἀποπληξίαν) μοὶ ἔγραφε, «μέγα ἁμάρτημα ἔκαμες εἰς τὴν Πατρίδα χωρισθεὶς ἀπὸ τὸν Κουμουνδοῦρον, πρέπει νὰ ἐπανέλθῃς». Αὐτὸς ὁ ἀποθαμένος, κ. Κουμουνδοῦρε, τὸν ὁποῖον ἐλακτίζατε εἰς τὸ μνῆμα, διότι δὲν τὸ ἠξεύρατε ἴσως, ὅτι ἦτον ἀποθαμένος, ἦτο 30 ἐτῶν δικηγόρος, καὶ ἂν τυχὸν ἐρωτήσητε τοὺς γνωρίζοντας τὰ δικαστικά μας, θὰ σᾶς εἴπουν, ὅτι, ἐὰν διαιρέσητε τοὺς ὑπάρχοντας δικαστὰς εἰς δύο κλάδους, καὶ θέσητε πεντήκοντα ἴσως, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ διατηρηθῶσι, καὶ 50 οἱ ὁποῖοι πρέπει ν’ ἀπολυθῶσι, ἠμπορεῖτε νὰ μὴ τὸν βάλητε πρῶτον ἢ δεύτερον ἢ τρίτον, ἠμπορεῖτε νὰ τὸν βάλητε 50, ἀλλ’ ἦτον ἕνας ἐξ ἐκείνων ὁ Θερειανὸς, οἱ ὁποῖοι ἔπρεπε νὰ διατηρηθοῦν.
§43ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τὸν Θερειανὸν λέγεις, πῶς εἶναι τέτοιο διαμάντι; Δὲν μᾶς ἀφίνεις!
§44ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν ἀπαντῶ. Ποῖος εἶναι αὐτὸς ὁ ἕτερος, ὁ ὁποῖος διετέλει ὑπὸ κατηγορίαν; Ἀφοῦ ἀπὸ τὸ βῆμα τῆς Βουλῆς ὁ Πρωθυπουργὸς ἐξέφρασεν αὐτὸ, πρέπει νὰ εἴπῃ ποῖος εἶναι, διότι, ἐὰν τυχὸν ἐγὼ ἠπατήθην καὶ διώρισα δικαστὴν, ὁ ὁποῖος διετέλει ὑπὸ κατηγορίαν, πρέπει νὰ γείνῃ γνωστόν. Ἀλλ’ ἂς μοὶ συγχωρήσῃ νὰ εἴπω, ὅτι, ἐνῷ παραπονοῦνται διὰ τὰς δῆθεν συκοφαντίας τῶν ἐφημερίδων, πῶς πρέπει νὰ ὀνομάσω ἐγὼ τοῦτο, τὸ λεχθὲν ἀπὸ τὸ βῆμα τῆς Βουλῆς; πρέπει νὰ εἴπῃ ὁ Πρωθυπουργὸς πρὸς ἐξιλασμὸν τῆς δικαιοσύνης, ἂν ὑπάρχῃ δικαστὴς καὶ ποῖος, διορισθεὶς ὑπ’ ἐμοῦ ἢ ὑπὸ ἄλλου, διατελῶν ὑπὸ κατηγορίαν. Λοιπὸν παρακαλῶ, ἐὰν ἐνθυμῆσθε τὸ ὄνομα, εἰπέτε το.
§45ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐν καιρῷ, ὅταν θὰ ὁμιλήσω.
§46ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐπιφυλάττομαι λοιπὸν καὶ ἐγὼ ἐνθυμηθῆτε ὅμως, ὅτι σᾶς εἶπον, ὅτι δὲν γνωρίζω ποῖον ὑπαινίττεσθε, καὶ ὀφείλετε νὰ τὸν εἴπητε ἔπειτα (ἀναγινώσκει). «Ἅπαντες δ’ οὗτοι ἦσαν συμπολῖται τοῦ κ. Τρικούπη». Γνωρίζετε πολὺ καλὰ, κ. Πρωθυπουργέ, ὅτι ὁ Θεριανὸς ἦτο Ζακύνθιος, δὲν ἦτο Μεσολογγίτης· γνωρίζετε πολὺ καλὰ ὅτι ὁ Σαούλης ἦτο Κερκυραῖος, δὲν ἦτο Μεσολογγίτης, γνωρίζετε πολὺ καλὰ ὅτι ὁ Κλαδᾶς ἦτο Κεφαλληνίτης· δὲν ἦτο Μεσολογγίτης. Καὶ τὰ ἐγνωρίζετε κάλλιστα, διότι ὅλα αὐτὰ τὰ πρόσωπα σᾶς εἶναι γνωστά, ἀλλ’ ἡ ἔξαψίς σας αὐτὰ σᾶς ὑπηγόρευε ἐκείνην τὴν στιγμήν.
§47ΡΟΥΦΟΣ. Ἠμπορεῖ νὰ εἶπε τοῦ Λομβάρδου, καὶ κατὰ λάθος ἐγράφη εἰς τὰ πρακτικὰ τοῦ Τρικούπη.
§48ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἶσαι εὐφυὴς εἰς τὰς διακοπὰς, ἀλλ’ ἐδῶ ἀπέτυχες (ἀναγινώσκει). «Συνεσώρευσαν ἐν Ἀθήναις 20 ἐφέτας καὶ 22 πρωτοδίκας καὶ ἐστέρησαν τὰς ἐπαρχίας τῶν δικαστῶν των· καὶ ζητοῦν ἀπολογίαν ἀπὸ ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι, ὅταν τοὺς διεδέχθημεν, εὕρομεν ἐν Ἀθήναις περιφερομένους 25 ἀνωτέρους δικαστικοὺς ὑπαλλήλους καὶ τὰς ἐπαρχίας ἐρήμους, ἄνευ δικαιοσύνης». Εἴκοσιν ἐφέται καὶ 22 πρωτοδίκαι ἦσαν συσσωρευμένοι εἰς τὰς Ἀθήνας! Ἀλλὰ ἠμπορεῖ νὰ πιστευθῇ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα; Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γινώσκω εἶναι τοῦτο. Ἕνα πρωτοδίκην εἶχον ἐδῶ, καὶ ἠξεύρετε, ὅτι δὲν τὸν εἶχον ἐδῶ δι’ ἐμέ· ἕνα ἄλλον ὑπάλληλον εἶχον ἐδῶ πρὸς ὥραν ἕως ὅτου ἠμπορέσω νὰ τὸν οἰκονομήσω, τὸν κ. Λουριώτην, εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, ὅστις μετατεθεὶς εἰς Ναύπλιον καὶ μὴ θελήσας νὰ μεταβῇ ἐκεῖ, ἐπειδὴ ἐνόμιζα ὅτι δὲν ἐδικαιούμην νὰ τὸν παύσω, διετάχθη νὰ μείνῃ ἕως ὅτου ἠμπορέσω νὰ τὸν οἰκονομήσω. Ἀλλὰ τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο παρῆλθε καὶ δὲν ἠμπόρεσα νὰ κάμω οὔτε τὸ ἕν, οὔτε τὸ ἄλλο. (Ἀναγινώσκει). «Ἐκεῖνοι, κύριοι, οἱ ὁποῖοι, διὰ νὰ βοηθήσουν συνάδελφον κατὰ τὰς ἐκλογὰς, παρήγγειλαν εἰς Γραμματέα εἰρηνοδικείου νὰ διορίσῃ 20 γραφεῖς, ἵνα χρησιμεύσουν ὡς σφαιριοδόται· καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες, διὰ νὰ ἀναφέρω μίαν μόνην περίπτωσιν, ἐπλήρωσαν τὸ ὑπουργεῖον τῆς οἰκονομίας δι’ 90 ἐκτάκτων κλητήρων καὶ δὲν ἠξεύρω πόσων γραφέων!» Εἰς τὸ μέρος τοῦτο ὁ κ. Πετιμεζᾶς ἐφώναξεν ἀπὸ τὴν θέσιν του, ὅτι δὲν εἶναι ἀληθές.
§49ΣΕΡΒΟΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές.
§50ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὑποθέτω καὶ ἐγὼ νὰ ἔλεγε διὰ τὴν Ἁγίαν Μαύραν, δὲν ἠξεύρω. Ἀλλὰ, ὡς βεβαιοῖ καὶ ὁ κ. Σέρβος, δὲν εἶναι ἀληθές (ἀναγινώσκει). «Ἰδοὺ, κύριοι, ὁποία ἡ ἐσωτερικὴ κατάστασις. Ποῖα μέχρι τοῦδε ἔφερον κατ’ αὐτῆς ἐπιχειρήματα ἢ ἀποδείξεις; Ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν ὅλων ὑμῶν, ἂν ἐνθυμῆσθε κατάστασιν ὁμοίαν τῆς παρούσης ἄλλοτε, καὶ εἴπατε ἐὰν κίνδυνος ἢ φόβος ἢ ἀμφιβολία τὸ παράπαν ὑπάρχῃ. Καὶ ἀπορῶ πὼς, ὅταν ὁμιλῶσι περὶ τῆς διοικήσεως ἡμῶν, δὲν ἐνθυμοῦνται τὸν κ. Λομβάρδον, τὸν θερμότερον ἀντίπαλόν μας· ὁ κ. Λομβάρδος δημοσίᾳ μᾶς ηὐχαρίστησεν ἐπὶ τῇ ἀμεροληψίᾳ μας». Δὲν ἠδυνήθην νὰ λάβω τὸν λόγον, σᾶς εἶπα, διότι τὸ στόμα τῆς Βουλῆς ἐκλείσθη· ἤθελα νὰ ἐρωτήσω τότε τὸν κ. πρωθυπουργόν, τὸν ἐρωτῶ ὅμως τώρα. Δὲν ἐνθυμοῦμαι πότε δημοσίᾳ σᾶς ἀπήγγειλα εὐχαριστήρια διὰ τὴν διαγωγήν σας κατὰ τὰς ἐκλογάς· ἐνθυμοῦμαι, ὅτι δημοσίᾳ καὶ διὰ τοῦ τύπου σᾶς ἀπηύθυνα παράπονα (ἀναγινώσκει). «Μᾶς ζητοῦν πληροφορίας εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκεται τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα.» Ἀλλ’ αὐτὰ τὰ παρατρέχω. Συμπεραίνει δὲ τὸν λόγον του τοιουτοτρόπως. (Ἀναγινώσκει). «Δι’ αὐτὸν κυρίως τὸν λόγον θέλομεν ἡ συζήτησις νὰ ἦναι πλήρης καὶ τελεία· ἄλλως, κατὰ τὴν πεποίθησίν μου, εἰς οὐδὲν ἄλλο ἡ συζήτησις θὰ χρησιμεύσῃ». Κατέρχεται ὁ πρωθυπουργός· ἀπαντᾷ κατόπιν ὁ κ. Ζωχιός· μετ’ αὐτὸν ἔρχεται ὁ κ. Ῥοντήρης, ἄλλη ἔξοδος ἐναντίον τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Ἔρχεται ὁ κ. Τρικούπης. Δὲν ἐνθυμοῦμαι ἂν ὡμίλησε καὶ ὁ κ. Ζαΐμης. Ἀλλ’ ἐνῷ ἡτοιμάζετο ἡ ἄλλη ἀντιπολίτευσις ν’ ἀκολουθήσῃ, ἐνῷ ἐπρόκειτο νὰ τεθῇ τὸ ζήτημα, τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν ἠρχόμην ἀπὸ ἐκεῖ νὰ ἀναβῶ τὸ βῆμα, ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος ἔρχεται ὁ κ. πρωθυπουργὸς καὶ βγάζει τὸ χαρτὶ καὶ ἀναγινώσκει τὴν λῆξιν τῆς Συνόδου.
§51ΤΙΝΕΣ. Τὰ ἠξεύρομεν αὐτά.
§52ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἠκούσατε τί σᾶς ἀνέγνωσα πρίν· τὸ εἶπεν ὁ κ. πρωθυπουργός. Εἶναι διακοπαὶ, εἰς τὰς ὁποίας ἀπαντῶ, εἶναι καὶ διακοπαὶ, διὰ τὰς ὁποίας γελῶ. Δὲν ἠμφισβητήσαμεν τὸ δικαίωμα τοῦ Βασιλέως νὰ δώσῃ τὴν λῆξιν. Ἦτο κρίσις τοῦ Βασιλέως νὰ σκεφθῇ εἰς ποῖον ἔπρεπε νὰ τὴν δώσῃ. Δὲν ἠμφισβητήσαμεν τὸ δικαίωμα τοῦ ὑπουργείου, ἀφοῦ ἔλαβε τὴν λῆξιν, νὰ τὴν ἀναγνώσῃ εἰς τὴν Βουλήν· ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγομεν, εἶναι, ὅτι δὲν θὰ εὑρεθῇ παράδειγμα, νομίζω, Κυβερνήσεως συνταγματικῆς, ἡ ὁποία λαμβάνει ἀπὸ τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα τὴν λῆξιν ἢ τὴν διάλυσιν, ὅπως θέλετε, καὶ νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ μὴ εἴπῃ· «κύριοι, συνέβη κἄτι τι, ἐγένετο ἡ διάλυσις ἢ ἡ λῆξις· εἶναι ἀναγκαῖον νὰ ψηφισθῇ τοῦτο ἢ ἐκεῖνο, διότι πρέπει νὰ ἀπέλθητε»· ἀλλ’ ἔρχεται, προκαλεῖ τὴν Βουλὴν, προκαλεῖ τὴν ἀντιπολίτευσιν, τὴν ὑβρίζει, τὴν προσβάλλει, τῆς λέγει «ἔλθετε εἰς συζήτησιν εὐρεῖαν καὶ πλατεῖαν» καὶ εἰς τὴν στιγμήν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνοίγει ἡ συζήτησις καὶ πρέπει νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλή, ἐκείνην τὴν στιγμὴν διακόπτει τὴν Βουλήν. Ἠμποροῦσεν, ἀφοῦ εἶχε τὸ διάταγμα τῆς διαλύσεως καὶ ἐπροκάλεσε τὴν συζήτησιν, νὰ τὸ ἀναγνώσῃ μετὰ τὴν ψῆφον· καθῆκον εἶχε νὰ ἀφήσῃ νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλή, καὶ τότε νὰ εἴπῃ, θέτω τὸ ζήτημα τὸ μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τῆς Βουλῆς ταύτης εἰς τὰς ἐπαρχίας, προσκαλῶ τοὺς ἐκλογεῖς ν’ ἀποφανθῶσι μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Δὲν εἶναι, μᾶς εἶπον, Κρόμβελ εἰς τὴν Ἑλλάδα, δὲν ἐγεννήθη Κρόμβελ ἀκόμη, ἀλλ’ ἂν ἦσαν Κρόμβελ καὶ ἔκαμναν τοῦτο, ὑπομονή· θὰ τὸ ἐκάμνατε διὰ τῆς δυνάμεώς σας καὶ ἑπομένως θὰ ἀνελαμβάνετε τὴν εὐθύνην· τὸ ἐκάματε κακομεταχειρισθέντες ἓν προνόμιον τοῦ Βασιλέως, καὶ ἐπειδὴ ἀνέφεραν τὸ ὄνομα Κρόμβελ, σᾶς λέγω, ὅτι αὐτοὶ οἱ ἁρμοσταὶ τῆς Ἑπτανήσου οὐδέποτε ἐτόλμησαν νὰ κλείσωσι τὸ στόμα τῆς Βουλῆς, ὅταν αὐτοὶ ἐπροκαλοῦσαν τὴν συζήτησιν. Εὐτυχῶς εἰς τὴν Βουλὴν ταύτην παρακάθηνται παλαιοὶ Βουλευταὶ τῆς Ἑπτανήσου ὅλων τῶν κομμάτων· ἀπευθύνομαι εἰς ὅλους.
§53Α. ΖΕΡΒΟΣ. Ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν ἐζήτησε νὰ κάμῃ τοιαύτην χρῆσιν τῆς βασιλικῆς προνομίας;
§54ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν ἀμφισβητῶ εἰς τὸν Βασιλέα τὸ νὰ δώσῃ τὴν λῆξιν εἰς τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον, δὲν ἀμφισβητῶ εἰς τὸ ὑπουργεῖον, ἀφοῦ ἔλαβε τὴν λῆξιν, νὰ ἔλθῃ νὰ τὴν ἀναγνώσῃ· ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον, ὅτι ἦτο κακὸν, εἶναι αὐτὸ, τὸ νὰ ἔλθῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ προκαλέσῃ τὴν ἀντιπολίτευσιν, νὰ τὴν προσβάλῃ κατὰ πρόσωπον, νὰ τῆς εἴπῃ ἐλᾶτε ἐδῶ νὰ συζητήσωμεν, καὶ κατὰ τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν ἐπρόκειτο νὰ συζητήσωμεν, τῆς βουλώσῃ τὸ στόμα μὲ ἓν χαρτί. Διέκοπτον καὶ οἱ ἁρμοσταὶ τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ μόνον ἐὰν ἤρχετο τὸ ζήτημα τῆς ἑνώσεως· ἀλλ’ εἰς ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἐπρολαλοῦσεν ἡ κυβέρνησις, ὅ,τι καὶ ἂν ἐλέγομεν, ἡ διακοπὴ τῆς Βουλῆς δὲν ἤρχετο ποτέ, καὶ ἐπειδὴ μὲ διέκοψαν καὶ μοῦ εἶπον περὶ τῆς χρήσεως τῆς βασιλικῆς προνομίας, σᾶς λέγω· ἔχω πληρεστάτην τὴν πεποίθησιν, ὅτι, ἂν εἰς τὸν Βασιλέα ἔλεγον τοῦτο, ὅτι τὸ διάταγμα τῆς λήξεως, τὸ ὁποῖον μᾶς δίδεις, θὰ τὸ βάλωμεν εἰς τὸ χαρτοφυλάκιόν μας, θὰ ὑπάγωμεν εἰς τὴν Βουλὴν, θὰ τὴν ὑβρίσωμεν, θὰ τοὺς προκαλέσωμεν, καὶ εἰς τὴν ὥραν ὅπου θὰ πρόκηται νὰ ἀπαντήσωσι καὶ ψηφίσουν, θὰ τὸ ἀναγνώσωμεν, ὁ Βασιλεὺς δὲν θὰ τὰ ἔδιδε. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔγεινε τότε πρέπει νὰ τὸ θεωρήσητε σεῖς ἰδίως οἱ νέοι Βουλευταὶ, οἱ ὁποῖοι ἔρχεσθε ἐδῶ σήμερον κατὰ πρώτην φορὰν, νὰ τὸ θεωρήσητε ὡς γινόμενον τώρα· ἐὰν ἤμεθα ἡμεῖς εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν ἐκείνην, αὔριον θὰ ἦσθε σεῖς· συλλογίσθητε ἐὰν εὑρίσκεσθε εἰς ἐκείνην τὴν θέσιν τί θὰ ἠσθάνεσθε· οἱ πλέον συντηρητικοὶ ἄνθρωποι τότε ἐξήφθησαν, οἱ πλέον ἥσυχοι, οἱ ὁποῖοι τρέχουσι διὰ νὰ καθησυχάσωσιν ἄλλους, αὐτοὶ συνέλαβον τότε ἀκράτητον θυμόν. Ἐνθυμεῖσθε πολλοὶ, ὅτι ὅτε ἡ ἀντιπολίτευσις συνῆλθε διὰ νὰ σκεφθῇ τί νὰ πράξῃ, αὐτὸς ὁ Βουλευτὴς Καλαβρύτων κ. Ζαΐμης εἶπεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ κατέλθωμεν εἰς τὰς ἐκλογὰς, πρέπει νὰ κηρύξωμεν, ὅτι ἡμεῖς δὲν προσδοκῶμεν ἄλλο τι παρὰ μίαν ἐθνοσυνέλευσιν. Δὲν ὑπάρχει πλέον κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, ὅταν ἡ Βουλὴ ἐνώπιόν της ὑβρίζεται, καὶ προσβάλλεται, καὶ δὲν τῆς ἀφίνεται ὁ καιρὸς ν’ ἀπαντήσῃ. Τοιαύτας ἐντυπώσεις ἐλάβομεν ἡμεῖς τότε, τοιαύτας ἐντυπώσεις πρέπει νὰ λάβητε καὶ σεῖς οἱ πρῶτον ἐρχόμενοι, εἰς τοὺς ὁποίους μετ’ οὐ πολὺ ἡμεῖς οἱ γέροντες θὰ ἐγκαταλείψωμεν τὴν θέσιν· ἂν τοῦτο ἐπιτρέψητε, θὰ ὑπάρχωσι Βουλαὶ, ἀλλὰ ὡς αἱ ἐπὶ Ὄθωνος, μὲ τὴν ἐπιβαρυντικὴν περίστασιν, ὅτι τότε ἐνεργοῦσεν ἡ αὐθαιρεσία τοῦ Βασιλέως, σήμερον θὰ ἔχητε τὸν Πρωθυπουργικὸν Βαζυρισμόν.
§55ΣΤΑΪΚΟΣ. Θέλω μόνον τοῦτο νὰ μάθω, ἂν ἡ πρόκλησις ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργείου πρὸς τὴν ἀντιπολίτευσιν, ἂν ἐγένετο τὴν αὐτὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ὁ Πρωθυπουργὸς ἀνέγνωσε τὸ διάταγμα τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν.
§56ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἰδοὺ τὰ πρακτικὰ· ἀνεγνώσθη οὐ μόνον τὴν αὐτὴν ἡμέραν, ἀλλὰ τὴν αὐτὴν ὥραν. Δεύτερον θέμα πρακτικὸν, τὸ ὁποῖον ἀνέπτυξεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἦτο τὸ τῶν ἐκλογῶν, καί τινα τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι τὸν ἠκολούθησαν εἰς τὸ βῆμα, παρεδέχθησαν τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας ἐξέφρασεν ὁ κύριος ὑπουργὸς, ὅτι ἐκλογαὶ δι’ ὑποψηφίων, ἐκλογαὶ ὑποστηριζόμεναι διὰ μεταθέσεων καὶ παύσεων ὑπαλλήλων, εἶναι ἐκλογαὶ ἐλεύθεροι καὶ ἀνεπηρέαστοι. Τινὲς εἶπον, ὅτι εἰς τὰς τελευταίας ἐκλογὰς ὁ τίτλος τοῦ ὑπουργικοῦ ὑποψηφίου ἦτο τίτλος ἀδυναμίας· ὁ παρουσιαζόμενος ὡς ὑπουργικὸς ὑποψήφιος εἶχε πολλὴν ἀντίδρασιν εἰς τὰς ἐπαρχίας, ἦτο βέβαιος, ὅτι θὰ εἶχε ψήφους ὀλιγωτέρους ἀπὸ τὸν ἀντιπολιτευόμενον ὑποψήφιον· ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἐξαίρεσις διὰ τὰς τελευταίας ἐκλογάς.
§57ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ εἴπομεν ἡμεῖς;
§58ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὸ εἶπεν ὁ κ. Ῥοντήρης, τὸ εἶπεν ὁ κύριος Φλωριᾶς, καὶ δὲν ἠξεύρω ποῖος ἄλλος ἀκόμη· ἀλλὰ καὶ οἱ δύω οὗτοι κύριοι εἶναι ἀπὸ τὰ εὐϋποληπτότερα καὶ ἐνθερμότερα μέλη τῆς συμπολιτεύσεως. Εἶναι ἐξαίρεσις, λέγω, κατὰ τὰς παρούσας ἐκλογάς· καὶ δὲν δεικνύει ἄλλο παρὰ τὸ πνεῦμα τῶν ἐπαρχιῶν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐπαρουσιάζοντο, ὅτι ἦσαν φίλοι τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ τὸ ἄλλο τὸ ὁποῖον παρετήρησεν ὁ κ. Ζαΐμης, ὅτι εἴς τινας ἐπαρχίας ὑπουργικοὶ ὑποψήφιοι προσετέθησαν εἰς τοὺς ἀντιπολιτευομένους, καὶ τοῦτο εἶναι ἐπίμετρον δεικνύον τὴν κατάστασιν καὶ τὴν ἔκφρασιν τῶν ἐπαρχιῶν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν· τοῦτο τὸ γνωρίζομεν καὶ ἡμεῖς· μήπως ἐδῶ εἰς τὴν πρωτεύουσαν, ὅσοι παρουσιάσθησαν ὡς ὑποψήφιοι, δὲν ἤθελον νὰ προσελκύσωσι ψήφους, δὲν ἐκηρύσσοντο, ὅτι ἦσαν ἀντιπολιτευόμενοι; μήπως στενὸς φίλος τοῦ πρωθυπουργοῦ, καὶ κουμπάρος μάλιστα αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος καθημερινῶς διὰ τοῦ καλάμου του τὸν ὑποστηρίζει, δὲν παρουσιάσθη εἰς τὰς ἐκλογὰς διακηρύττων ἐδῶ εἰς τὰς Ἀθήνας, ὅτι δὲν ἦτο ὑπουργικός; ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀναιρεῖ τὸ ἄλλο, ὅτι οἱ ὑπουργικοὶ ὑποψήφιοι ἔχουν πάντοτε μεγαλειτέραν ἐλπίδα ἐπιτυχίας, ὡς διαθέτοντες τὰ μέσα τῆς ἐξουσίας. Καὶ οἱ ὑπάλληλοι δὲν ἐξασκοῦσιν ἐπιῤῥοήν; Ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν τὸ ἀρνεῖται· μᾶς εἶπεν ὅμως, ὅτι ἡ διὰ τῶν ὑπαλλήλων ἐπέμβασις εἰς τὰς ἐκλογὰς γίνεται διὰ τῶν ὑπαλλήλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοί εἰσι τεταγμένοι νὰ ἐνασκήσωσι δημοσίαν ὑπηρεσίαν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ, ἐν ᾗ γίνεται ἡ ἐκλογή. Ἀλλὰ ἀκριβῶς τοῦτο λέγομεν, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι οἱ διοριζόμενοι ἐν ἐπαρχίᾳ, ἐν τῇ ὁποίᾳ πρόκειται νὰ γείνῃ ἐκλογὴ, καὶ διοριζόμενοι κατὰ τὴν ἀπαίτησιν τοῦ ὑποψηφίου τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως μεταχειρισθῶσι τὴν ἐξουσίαν αὐτῶν ὑπὲρ τοῦ ὑποψηφίου, εἶναι ἐπέμβασις, τοῦτο λέγομεν ἀκριβῶς. Κατὰ τὴν πρώτην ταύτην ἡμέραν τῆς ἀγορεύσεώς του, ὁ κύριος Ὑπουργὸς (διότι εἴμεθα εἰς τὴν πρώτην ἡμέραν τῆς ἀγορεύσεώς του) ἐφάνη πολὺ ἐξημμένος, τὸν παρετήρησα, ὅτι ὁ ἱδρὼς ἔτρεχε πολὺ ἀπὸ τὸ πρόσωπόν του, καί τοι εἴχομεν ψῦχος πολύ· ἀλλὰ πολὺ περισσότερον παρὰ πᾶσαν ἄλλην στιγμὴν ἐφάνη ἐξημμένος τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν ἐμνημόνευσεν, ὅτι ὁ βουλευτὴς Γόρτυνος κ. Νικολόπουλος ἔκαμε τὴν γνωστὴν ἐπερώτησιν περὶ τῶν 34 ὑπαλλήλων τῶν μετατεθέντων ἢ ἀποσταλέντων ἀπὸ τὰ διάφορα μέρη τοῦ Κράτους εἰς Γόρτυνα, διὰ νὰ ψηφίσωσιν ὑπὲρ τοῦ συνδυασμοῦ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἀγνοῶ διατὶ ἔλαβε τόσον θυμὸν ὁ κύριος Ὑπουργός. Εἶναι ἀληθὲς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον κατέθεσεν ὁ κ. Νικολόπουλος, ἢ ὄχι; Ὁ κ. Νικολόπουλος κατέθεσεν ὀνομαστὶ 34 ὀνόματα ὑπαλλήλων, ταμιῶν, ἐφόρων, δημοδιδασκάλων, ὑπαλλήλων τῶν Ὑπουργείων καὶ τοῦ ἐνταῦθα ταχυδρομείου, οἱ ὁποῖοι μετέβησαν, καθ’ ἃ βεβαιοῖ ὁ κύριος Νικολόπουλος, εἰς τοὺς δήμους τοὺς ὁποίους ἀνέφερεν. Αὐτὰ δὲν τὰ ἀνήρεσεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς, ἀνέφερε δὲ μόνον περὶ ἑνός, ὅτι ναὶ μὲν αὐτὸς ἐπῆγεν εἰς τὴν ἐπαρχίαν, ἀλλὰ παρῃτήθη, καὶ κατόπιν τὸν ἐπανέφερεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν· ἀλλὰ διὰ τοὺς ἄλλους 33 δὲν εἶπεν οὐδὲ λέξιν, ὥστε δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ εἴπωμεν, ὅτι διὰ τῆς μετακινήσεως τῶν ὀλίγων ἐκείνων ψήφων κατώρθωσε νὰ ὑπερτερήσῃ τοὺς ἄλλους μὲ ὀλίγας ψήφους; καὶ ἐγὼ εἶμαι πρὸ πάντων ὑπόχρεως νὰ ὑψώσω τὴν φωνὴν ταύτην, διότι ὀφείλω νὰ ζητήσω συγγνώμην ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν Γόρτυνος. Ὅτε ἄλλοτε ὑπερήσπιζα τὸν ἀποτυχόντα τότε νῦν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Ἐξωτερικῶν, μοὶ ἐξέφυγε μία λέξις διὰ τὴν ἐπαρχίαν ἐκείνην, ἡ ὁποία ἐβασίζετο εἰς τὴν ἰδέαν, ἡ ὁποία ἐκυρίευεν, ὅτι ἡ ἐπαρχία ἐκείνη ποτὲ δὲν τολμᾷ νὰ καταψηφίσῃ ὑπουργικὸν ὑποψήφιον, ὅτι πάντοτε κύπτει τὸν αὐχένα καὶ ὅ,τι ἤθελε διατάξει ἡ κατὰ καιρὸν Κυβέρνησις, ἤθελε τὸ παραδεχθῆ· ὤφειλον νὰ κάμω τὴν παρατήρησιν ταύτην τὴν στιγμὴν αὐτὴν, διὰ νὰ ἀποσύρω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἄλλοτε εἶπον διὰ τὴν ἐπαρχίαν αὐτὴν, διότι πρώτην ταύτην φορὰν νομίζω ὑψώνει τὸ μέτωπον καὶ τολμᾷ νὰ κτυπήσῃ καὶ αὐτὸν τὸν ὑπουργόν.
§59Α. ΖΕΡΒΟΣ. Καὶ ἐκλέγει τὸν Νικολόπουλον.
§60ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κύψε τὸ μέτωπον ἀπέναντι τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας· αὐτὸς εἶναι ὁ νόμος τῆς πατρίδος σου!
§61ΡΟΥΦΟΣ. Αὐτὸς, τὸν ὁποῖον ὡς εἰσαγγελεὺς τὸν κατηγόρησες.
§62Α. ΖΕΡΒΟΣ. Σεῖς τὸν εἰσάξατε εἰς δίκην.
§63ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Σήμερον ἡ ἐπαρχία του τὸν στέλλει ἐδῶ, ὅλοι τὸν ἐδέχθητε παμψηφεὶ· ὀφείλω νὰ τὸν παραδεχθῶ καὶ σεβασθῶ ὡς συνάδελφον.
§64Α. ΖΕΡΒΟΣ. Ὁ Νικολόπουλος δυνατὸν νὰ ἦτο ἀθῶος, σεῖς ὅμως ὡς εἰσαγγελεὺς τὸν κατεδιώξατε.
§65ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐπιθυμῶ νὰ ἐξηγήσω τὸ φαινόμενον, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Λομβάρδος ἀνέφερε περὶ τῆς ἐπαρχίας Γόρτυνος, ὅτι πρώτην ἤδη φορὰν ἡ Γόρτυς ἐκλέγει ἄλλους παρ’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι εἶναι φίλοι τῆς Κυβερνήσεως· τὸ ἐξηγῶ, καὶ προσθέτω, ὅτι οὐδὲ αὐτὴν τὴν φορὰν ἤθελεν ἐκλέξει αὐτοὺς, τοὺς ὁποίους ἐξέλεξεν, ἐὰν ἐγὼ ἤμην ἰδιώτης καὶ ἤμην ἐν Γορτυνίᾳ.
§66ΡΟΥΦΟΣ......
§67ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Καὶ σὺ εἶχες μέρος εἰς τὰ πετσώματα.
§68ΡΟΥΦΟΣ. Εἶναι προσωπικὸν τὸ ζήτημα, καὶ ἔχω δικαίωμα νὰ ὁμιλήσω ἀμέσως.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ τὸν ἀγορεύοντα.
§70ΡΟΥΦΟΣ. Ὁ κ. Λομβάρδος ἐπιθυμεῖ νὰ διαχύνηται φῶς ἐπὶ ὅλων τῶν πραγμάτων· μοῦ ἐπιτρέπει νὰ τὸν διακόψω, νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸ προσωπικὸν αὐτό· ἦλθε παρεμπίπτον ζήτημα (ποδοκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινεῖ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἐκκένωσιν τῶν ἀκροατηρίων;
§72ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα, μάλιστα.
§73Α. ΖΕΡΒΟΣ. Ἀπὸ τὸ θεωρεῖον τῶν δημοσιογράφων συρίζουν.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διέταξα ἤδη τὴν ἐκκένωσιν τῶν ἀκροατηρίων.
§75ΡΟΥΦΟΣ. Εἶναι ζήτημα προσωπικὸν, ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσω· δὲν πρέπει νὰ παρουσιάζωνται καὶ νὰ ὑβρίζουν πετσωματάδες τοὺς ἄλλους.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διέταξα τὴν ἐκκένωσιν τῶν ἀκροατηρίων. Ἐγκρίνει ἡ Βουλὴ νὰ διακοπῇ ἡ συνεδρίασις ἐπὶ 5 λεπτὰ;
§77ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα. (Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις.)
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Σ. Σωτηρόπουλος.) Ἀποφεύγετε τὰς διακοπὰς, τηρήσατε ἡσυχίαν· ἄλλως δὲν θὰ ἠμπορέσωμεν νὰ ἐξακολουθήσωμεν.
§79ΡΟΥΦΟΣ. Ὅταν ἀπευθύνεται μία μομφὴ πρὸς ἕνα βουλευτὴν, εἶναι προσωπικὸς λόγος, εἴτε ἀπὸ τὸν ἀγορεύοντα ἀπευθύνεται, εἴτε ἀπὸ ἄλλον.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ αὐτό.
§81ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Τὰ ἀκροατήρια εἶναι κενὰ· τί, μυστικὴν συνεδρίασιν ἔχομεν ἐδώ;
§82ΡΟΥΦΟΣ. Ἂν θέλῃ νὰ μὲ ἐμποδίσῃ, θέλει νὰ θέσῃ φίμωτρον εἰς τὴν ἀλήθειαν.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν τελειώσῃ ὁ ἀγορεύων.
§84ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἔπειτα μὲ διαδέχεσθε ἀμέσως.
§85ΡΟΥΦΟΣ. Ἔπειτα, ὅτε θὰ τελειώσῃ ἡ συνεδρίασις;
§86ΡΑΛΛΗΣ. Πρὸ παντὸς ἄλλου ἐρωτῶ, δυνάμει τίνος ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς ἐξεκενώθησαν τὰ ἀκροατήρια; δὲν ὑπάρχει τοιαύτη ἀπόφασις. Ὁ κ. Μποῦτος ἐν τῷ μέσῳ τοῦ θορύβου διέταξε τὴν ἐκκένωσιν· δὲν εἶχε δικαίωμα.
§87ΤΙΝΕΣ. Ἀπεφάνθη ἡ Βουλή.
§88ΜΠΟΥΤΟΣ. Ἀπορῶ, κύριοι, πῶς λησμονοῦσί τινες τόσον ταχέως ὅ,τι μόλις πρὸ ὀλίγου ἐγένετο. Ἀγορεύοντος τοῦ κυρίου Λομβάρδου, τινὲς τῶν κυρίων Βουλευτῶν διέκοπταν αὐτὸν, ἕνα δὲ τούτων ἀπεδοκίμασαν τὰ ἀκροατήρια, κατὰ παράβασιν τοῦ Κανονισμοῦ. Ὕστερον ἀνεφύη προσωπικὸν ζήτημα, καὶ τότε τὰ ἀκροατήρια ἐξετραχηλίσθησαν εἰς ποδοκροτήματα καὶ εἰς συριγμούς. Τὰς παρεκτροπὰς ταύτας ὤφειλον νὰ μὴ ἀνεχθῶ· ἀφοῦ δὲ ἠρώτησα τὴν Βουλὴν, καὶ οὐδεὶς ἀντεῖπεν, ἀλλὰ πάντες ὁμοφώνως συνῄνεσαν, διέταξα τὴν ἐκκένωσιν τῶν ἀτακτησάντων ἀκροατηρίων, πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ Κανονισμοῦ καὶ χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Σώματος. Οὕτως ἐννοῶ, κύριοι, τὸ καθῆκόν μου, καὶ οὕτω θὰ τὸ ἐκτελῶ, ὁσάκις λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ προεδρεύω τῶν συνεδριάσεών σας. Ἠδυνάμην, κύριοι, νὰ μὴ ζητήσω τὴν συναίνεσιν τῆς Βουλῆς, διότι πρὸ ὀλίγων μόλις ἡμερῶν πάντες ἀπεφάνθητε, ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει τὰ ἀκροατήρια ἀτακτήσωσιν, ὁ πρόεδρος δύναται νὰ διατάσσῃ τὴν ἐκκένωσίν των ἄνευ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς. Καὶ ὅμως, κύριοι, ἂν καὶ τοιαύτη ἐξουσία εἶχε δοθῆ εἰς τὸν Πρόεδρον, ἐγὼ ἠρώτησα τὴν Βουλὴν, καὶ ἡ Βουλὴ ἐνέκρινε τὸ μέτρον.
§89ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ ἠκούσατε σεῖς, κύριε Λομβάρδε;
§90ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ναὶ, ναί.
§91ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἔπρεπε νὰ κενωθῶσι τὰ ἀκροατήρια, διότι ἐπὶ τέλους πρέπει νὰ μάθωσιν οἱ ταράσσοντες τὴν τάξιν ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ, ὅτι ὀφείλουσι σεβασμὸν εἰς τὸ Νομοθετικὸν Σῶμα. Περὶ τῆς πορείας ἡμῶν κρίνει τὸ ἔθνος, δὲν εἶναι δ’ ἐπιτετραμμένον ν’ ἀποφαίνωνται περὶ αὐτῆς ὀλίγοι τινὲς ἐκ τῶν ἀκροατηρίων.
§92ΡΑΛΛΗΣ. Πρέπει πρῶτοι ἡμεῖς νὰ τηρῶμεν τὴν τάξιν, οὕτω δὲ καὶ εἰς τὰ ἀκροατήρια θὰ ἐπιβάλωμεν σεβασμόν.
§93ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πάντοτε, κύριε, ὑπεστήριζα, ὅτι πρέπει νὰ ἐκτελῆται ὁ Κανονισμὸς, καὶ σήμερον τὸ αὐτὸ λέγω. Πρέπει πάντες νὰ ὑποτασσώμεθα εἰς τοὺς Νόμους, δι’ οὐδένα λόγον νὰ μὴ παραβαίνωμεν αὐτούς, ἕκαστος δὲ, εἴτε Ὑπουργὸς, εἴτε Βουλευτὴς, εἴτε ἰδιώτης, ὀφείλει νὰ ἐκτελῇ τὸ καθῆκόν του. Νόμος εἶναι καὶ ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς, καὶ αὐτὸν τὸν Νόμον ὀφείλομεν πάντοτε νὰ τηρῶμεν, χάριν τῆς τάξεως, χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Βουλῆς. Πρέπει, κύριε Πρόεδρε, νὰ παύσωσιν αὗται αἱ παρεκτροπαὶ, αἱ ἀσχημίζουσαι τὸ Βουλευτήριον.
§94ΖΑΪΜΗΣ. Νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὸν Πρόεδρον ἡ ἐκκένωσις τῶν ἀκροατηρίων, ὁπόταν ταῦτα παρεκτρέπωνται.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ εἶναι δικαίωμα τῆς Βουλῆς. Ὁσάκις δὲ παρίσταται τοιαύτη ἀνάγκη, εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θ’ ἀρνῆται τὴν συναίνεσίν της.
§96ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Θέλω, κύριοι, νὰ συντομεύσω τὸ κεφάλαιον τοῦτο περὶ τῶν ἐκλογῶν καὶ νὰ προχωρήσω ταχύτερα. Ἐρωτῶ, ἡ δωροδοκία εἶναι ἢ ὄχι παράβασις νόμου, ἡ ὁποία ὅταν ἐνεργῆται εἰς τὰς ἐκλογὰς ἐπιφέρει τὴν ἀκύρωσιν; ὁποιοσδήποτε ἄλλος δύναται νὰ μοὶ ἐναντιωθῇ ὡς πρὸς τοῦτο, ἀλλ’ οὐχὶ οἱ Ὑπουργοὶ, οἵτινες κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν ἐψήφισαν ὑπὲρ ἀποστολῆς ἐπιτροπῆς εἰς Κέρκυραν, διότι ἀνεκαλύφθη, ὅτι 6 ἄτομα ἔλαβον ἐν συνόλῳ 15 ἢ 16 φράγκα, ἐπίσης δὲ καὶ εἰς ἄλλην ἐκλογήν, διότι ἀνεκαλύφθη, ὅτι ἓν πεντόφραγκον ἐδόθη εἰς ἕνα ἐκλογέα. Τώρα λέγω, ἐὰν ἡ δωροδοκία γενομένη διὰ τῶν χρημάτων τοῦ δωροδοκοῦντος ἦναι ἔγκλημα καὶ ἐπιφέρῃ τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς, ὁ Ὑπουργὸς, ὁ ὁποῖος μεταχειρίζεται τὰ χρήματα τοῦ ταμείου εἰς μισθοδοσίας τῶν ὑπαλλήλων καὶ κάμνει χρῆσιν αὐτῶν ὑπὲρ τῶν ὑποψηφίων, τοὺς ὁποίους αὐτὸς διορίζει, — συγχωρήσατέ μοι τὴν ἔκφρασιν, διότι δὲν τὸ λέγω τοῦτο, διὰ νὰ προσβάλω, —δὲν ἐκτελεῖ χειροτέραν δωροδοκίαν, διότι δὲν δίδει ἀπὸ τὰ ἰδικά του χρήματα, ἀλλὰ μεταχειρίζεται τὰ τοῦ δημοσίου; καὶ προσέτι παραβλάπτει καὶ τὴν δημόσιον ὑπηρεσίαν, διότι διορίζει ὄχι τὸν καταλληλότερον ἢ τιμιώτερον, ἀλλὰ ἐκεῖνον, ὅστις ἢ θὰ προσπορίσῃ ψήφους, ἢ ἔστω καὶ τὴν ψῆφόν του εἰς τοὺς ὑποψηφίους τοῦ ὑπουργείου; Τώρα, ἔγειναν τοιοῦτοι διορισμοὶ καὶ παύσεις ὑπαλλήλων ὑπὲρ τῶν ὑποψηφίων; Φθάνει, ὅτι ὑπῆρξαν ὑποψήφιοι, διὰ νὰ μὴ δύναταί τις ν’ ἀρνηθῇ τοῦτο, καὶ ὅλοι εἶσθε μάρτυρες τί ἔγειναν εἰς τὰς ἐπαρχίας. Ἀλλὰ θέλω νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο, ἐὰν, ὅπως λέγει ὁ Βασιλικὸς λόγος, αἱ ἐκλογαὶ ἔγειναν ἐλευθέρως καὶ ἀνεπηρεάστως, νὰ τὸ λύσῃ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ ὑπουργείου κ. Κουμουνδοῦρος, καὶ ὁ κ. Ζηνόπουλος, ὄχι ὡς εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, ἀλλ’ ὡς ἄλλοτε ὑπάλληλος τοῦ ὑπουργείου τῶν ἐσωτερικῶν καὶ ἐξηγοῦμαι. Δὲν εἶναι πρώτη φορὰ, καθ’ ἣν Κυβέρνησις προεδρευομένη ὑπὸ τοῦ κ. Κουμουνδούρου ἐνήργησεν ἐκλογὰς, ἀλλ’ ἐπίσης ἐνήργησε τοιαύτας καὶ κατὰ τὰ 1865 Κυβέρνησις προεδρευομένη ὑπὸ τοῦ κ. Κουμουνδούρου. Καὶ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι τότε ἐτέθη εἰς τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον τὸ ζήτημα, πῶς πρέπει νὰ γείνωσιν αἱ ἐκλογαὶ, καὶ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος τότε διὰ τῆς γλώσσης ἐκείνης, τὴν ὁποίαν εἰξεύρετε ὅτι ἔχει, ὅταν ἦναι εἰς τὴν ἀλήθειαν, εἶπεν: «Εὑρισκόμεθα κατόπιν ἀνατροπῆς, ἥτις ὡς βάσιν πρωτίστην ἔθεσε τὸ ἀνόθευτον τῶν ἐκλογῶν, ὅθεν ὀφείλομεν νὰ κάμωμεν ἐλευθέρας ἐκλογάς· δὲν δυνάμεθα δὲ νὰ εἴπωμεν, ὅτι θὰ κάμωμεν ἐλευθέρας ἐκλογὰς ἂν ὑποψηφίους θέσωμεν, καὶ δὲν φθάνει νὰ τὸ εἴπωμεν ἡμεῖς, ἀλλὰ καὶ νὰ μὴ ἐπιτρέψωμεν νὰ εἴπῃ τις, ὅτι εἶναι ὑποψήφιος τῆς Κυβερνήσεως. Ὀφείλομεν νὰ κάμωμεν καὶ ἓν ἄλλο, νὰ ἐμποδίσωμεν τοὺς ὑπαλλήλους ἀπὸ τοῦ νὰ ἐπέμβωσιν ὅπως δήποτε, καὶ νὰ εἴπωμεν, ὅτι ὁποιοσδήποτε αὐτῶν, εἴτε ἀμέσως, εἴτε ἐμμέσως ἀναμιχθῇ εἰς τὰς ἐκλογὰς, θέλει παυθῇ»· καὶ 40 ἡμέρας πρὸ τῶν ἐκλογῶν ἔκαμε τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο πρωτόκολλον, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπεγράφησαν ὅλοι οἱ Ὑπουργοὶ δηλοῦντες, ὅτι ἐκτὸς εἰς τὰς περιστάσεις ἐγκλήματος ἢ παραμελήσεως τῆς ὑπηρεσίας, οὐδεὶς ὑπάλληλος ἠδύνατο νὰ μετατεθῇ ἢ παυθῇ πρὸ τῶν ἐκλογῶν, καὶ ὅλοι οἱ Ὑπουργοὶ ἔστειλαν ἐγκυκλίους εἰς τοὺς ὑπαλλήλους καὶ τοὺς ἔλεγον, ὅτι ἡ παραμικρὰ ἀνάμιξίς των εἰς τὰ ἐκλογικὰ θέλει ἐπιφέρει τὴν παῦσιν, καὶ τὸ ἐξετέλεσαν ὅλοι, καθὼς ἐγὼ γνωρίζω. Καὶ ἴσως ἐνθυμεῖται ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἕνα δημοδιδάσκαλον ἱερέα ἐκ Κορίνθου, διότι ἀνέφερέ τις, ὅτι κάπως ἀνεμίχθη εἰς τὰς ἐκλογὰς καὶ ὑπὲρ ἀνθρώπου ὁ ὁποῖος ἦτο, νομίζω, φίλος μας, ἐπαύθη ἀμέσως. Ἡ ἱερὰ σύνοδος ἐζήτησε τὴν ἐπάνοδον πρῶτον προφορικῶς, δὲν εἰσηκούσθη· τὴν ἐζήτησε καὶ δι’ ἐγγράφου, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπέγραψεν ὅλη ἡ σύνοδος, δὲν εἰσηκούσθη· ἔστειλεν ἔγγραφον κατόπιν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτε συνῆλθεν, ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς ἐπέμεινε, καὶ ὁ ὑπάλληλος ἔμεινε πεπαυμένος. Καὶ οὐ μόνον ταῦτα εἶπε καὶ ἔπραξε τὸ τότε Ὑπουργεῖον Κουμουνδούρου, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰς ἐξελέγξεις εἶπεν, ὅτι δὲν πρέπει διόλου νὰ ἐπέμβῃ· καὶ ἡ Βουλὴ ἔμεινεν ἐλευθέρα νὰ ἐξελέγξῃ τὰς ἐκλογὰς, καὶ ὅσας εὗρε νομίμως γενομένας, ἐπεκύρωσεν, ὅσας δὲ παρανόμως, ἠκύρωσε. Σήμερον ὅμως ἔχομεν καὶ ὑποψηφίους, καὶ διορισμοὺς, καὶ μεταθέσεις, καὶ παύσεις ὑπαλλήλων, καὶ ἐπεμβάσεις ἀμέσους εἰς τὰς ἐξελέγξεις, καὶ ζήτημα ὑπουργικὸν ἐτέθη ἡ ἀκύρωσις ἐκλογῶν. Ἐρωτῶ, θέλοντες τώρα νὰ ψηφίσητε τὴν παράγραφον τοῦ σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς, δὲν καταψηφίζετε κατὰ τῆς τότε διαγωγῆς τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως; Εἶπον νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα καὶ ὁ κ. Ζηνόπουλος, ὄχι ὡς εἰσηγητὴς τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, ἀλλ’ ὡς τότε ὑπάλληλος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅστις ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ὅτι ἔλεγε πρὸς τοὺς ὑπουργοὺς τοῦ τότε καιροῦ, ἡ δόξα σας εἶναι νὰ κάμητε πάντῃ ἐλευθέρας ἐκλογὰς, καὶ πέσητε, καὶ ὅστις ἐγνώριζε τότε πολὺ καλὰ, ὅτι δὲν εἴχομεν ὑποψηφίους καὶ ἐγνώριζε τὸ ὁποῖον εἴχομεν κάμει πρωτόκολλον, καὶ......
§97ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μίαν ἐρώτησιν, παρακαλῶ. Εἰμπορεῖτε νὰ μοὶ ὀνομάσητε ἕνα ὑπάλληλον, ὁ ὁποῖος προσέφερεν ὑποστήριξιν καὶ ἐκήρυξε βουλευτὰς ὑποψηφίους; εἰμπορεῖτε νὰ μοὶ ὀνομάσητε ἕνα;
§98ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Οἱ ὑπάλληλοι δὲν εἶχον ἀνάγκην νὰ κηρύξωσιν ὑποψηφίους, ἀφοῦ οἱ ὑποψήφιοι ἐκηρύχθησαν ἐδῶθεν ἀπὸ τὴν πρωτεύουσαν, καὶ κατερχόμενοι εἰς τὰς ἐπαρχίας, εἶχον εἰς τὸ πρόγραμμά των «ὑποψήφιοι τοῦ ὑπουργείου.»
§99ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡμεῖς δὲν ἠμπορούσαμεν νὰ ἐμποδίσωμεν τοὺς φίλους μας ἀπὸ τοῦ νὰ ἦναι τοιοῦτοι· κατόπιν ὅμως θέλω σᾶς ἀποδείξει, ὅτι ὅλα αὐτὰ εἶναι ἀπὸ τὰ παραμύθια, τὰ ὁποῖα συνήθως λέγετε.
§100ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἰμπορεῖ νὰ εἴπῃ, ὅτι εἶναι αὐτὰ τὰ συνήθη παραμύθια, τὰ ὁποῖα λέγομεν ἡμεῖς ἐδῶ· ἀλλ’ εἰμπορῶ καὶ ἐγὼ νὰ εἴπω, ὅτι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ εἴπῃ (διὰ νὰ μεταχειρισθῶ τοὺς ἰδίους του λόγους καὶ νὰ τὸν ἀκολουθήσω καὶ εἰς τὴν ἔκφρασιν), ὅτι θὰ ἦναι τὰ συνήθη λεγόμενα παραμύθια, τὰ ὁποῖα λέγει. Ἐὰν ὅμως ἦναι ἀληθὲς αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγει ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ἢ αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγω ἐγὼ, θὰ τὸ δείξουν ἄλλοι ἀπέξω.
§101ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μάλιστα.
§102ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τρίτον ζήτημα, εἰς τὸ ὁποῖον κατέγεινεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἦτο τὸ ἐξωτερικόν. Ἐῤῥέθη, ὅτι τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα ἀρκούντως ἐσυζητήθη κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, καὶ ὅτι δὲν ἦτο καλὸν νὰ ἐπανέλθῃ εἰς αὐτὴν τὴν σύνοδον, καὶ ὅτι ὁ νόμος περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν ὁρίζει ὅριον καὶ προθεσμίαν ἐπὶ τῶν ζητημάτων τούτων. Ἐγὼ λέγω, ὅτι ἐπὶ πολιτικῶν ζητημάτων ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ἐπανέλθῃ, ὁσάκις θέλει. Ὁ νόμος περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν δὲν μᾶς ἐμποδίζει, διότι αὐτὸς ὁμιλεῖ περὶ ποινικῆς εὐθύνης, καὶ ἡ ἔνστασις αὕτη ἐγένετο καὶ ἄλλοτε εἰς ἄλλην Βουλὴν, κατὰ τὸ 1869, ὅτε προΐστατο τῶν πραγμάτων ὑπουργεῖον προεδρευόμενον ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον κ. Ζαΐμην, μέλος τοῦ ὁποίου ὑπῆρχε τότε καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. νῦν Ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν καὶ ἐξωτερικῶν. Ἐκ τοῦ ὑπουργείου ἐκείνου δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς πόσα μέλη ἔλαβον μέρος εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, ἀλλ’ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ὁ ἀείμνηστος πατὴρ τοῦ συναδέλφου μας κ. Πετσάλη ὑπεστήριξεν, ὅτι εἰς τὰ πολιτικὰ ζητήματα δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἐπανέλθῃ καθ’ ἡμέραν· καὶ δύναται, ἐὰν τὴν προηγουμένην ἀπήλλαξε τὸ ὑπουργεῖον ἀπὸ μιᾶς κατηγορίας, νὰ ἐπαναφέρῃ τὸ ζήτημα τὴν ἑπομένην, καὶ νὰ τὸ καταδικάσῃ. Ταῦτα ὡς πρὸς τὰ ἐν γένει. Ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν ἐπανέφερεν αὐτὸς οὗτος τὸ ζήτημα ἐν ὅλῃ τῇ ἐκτάσει, δὲν θὰ τὸν ἀκολουθήσωμεν; καὶ ἀφοῦ μάλιστα κατηνάλωσεν εἰς τοῦτο τὸ ἥμισυ τῆς πρώτης καὶ τὸ ἥμισυ τῆς τρίτης συνεδριάσεως τῆς τριημέρου ἀγορεύσεώς του; Δὲν ἄρχομαι ἀπὸ τοῦ 1862, διότι ἐκεῖθεν ἤρχισεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν· ἄρχομαι ἀπὸ τῆς οἰκουμενικῆς, καὶ ἀπὸ τῆς οἰκουμενικῆς ὄχι ὅλης, ἀλλ’ ἀπὸ τὸ τελευταῖον στάδιον αὐτῆς, διότι τὸ στάδιον τοῦτο συνδέεται μετὰ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ· καὶ ἐξετάζω μόνον ὡς πρὸς τὴν οἰκουμενικὴν τὸ ζήτημα ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς ἔπραξε νὰ μὴ κινηθῇ εἰς πόλεμον. Εἷς ἐκ τῶν ἀξιοτίμων προαγορευσάντων εἶπεν, ὅτι καλῶς ἔπραξε νὰ μὴ κινηθῇ, διότι δὲν ἠδύνατο νὰ κινηθῇ, δὲν εἶχε τὰ μέσα νὰ κινηθῇ. Ἐὰν εἶχεν ἢ ὄχι τὰ μέσα, ἐγὼ δὲν τὸ γνωρίζω, διότι δὲν ἤμην μέλος της, ἀλλὰ λέγω, ὅτι ἐὰν δὲν ἐκινήθη (καὶ τοῦτο πιστεύω νὰ ἦναι ὁ λόγος τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης), δὲν ἐκινήθη, διότι ἐνόμισεν, ὅτι δὲν ἦτον ἡ στιγμὴ ἐκείνη κατάλληλος νὰ κινηθῇ, καὶ ἔπραξε καλῶς, κατ’ ἐμέ. Ἡ στιγμὴ δὲν ἦτο κατάλληλος οὔτε ὅταν ἐπολιορκεῖτο ἡ Πλεύνα, οὔτε ὅταν ἔπεσεν ἡ Πλεύνα· διότι μὴ λησμονεῖτε ὅτι, ὅταν ἔπεσεν ἡ Πλεύνα, μεγάλοι στρατηγοὶ τῆς Εὐρώπης εἶχον γνωμοδοτήσει, ὅτι τὸν Αἷμον δὲν ἤθελον τὸν διέλθει οἱ Ῥῶσσοι τὸν χειμῶνα, ἀλλὰ τὴν ἄνοιξιν, καὶ ἑπομένως ἔμενε πολὺ ἕως ὅτου νὰ εἴπῃ τις, ὅτι ὁ πόλεμος ἔληξε· δὲν ἔπρεπε λοιπὸν εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο νὰ κινηθῶμεν, διὰ νὰ μᾶς κατηγορήσωσιν ὅτι ἐκινήθημεν, διὰ νὰ φέρωμεν ἀντιπερισπασμὸν ὑπὲρ τῆς Ῥωσσίας. Ἡ μόνη κατάλληλος στιγμὴ ἦτον ἡ στιγμὴ ἐκείνη, καθ’ ἣν ἐκλείσθη ἡ ἀνακωχή, διότι μὴ λησμονήσετε, κύριοι, ὅτι ὁσάκις ἐκινήθημεν, πάντοτε ἡ δυτικὴ Εὐρώπη μᾶς κατηγόρησεν, ὅτι κινούμεθα ἕνεκα καὶ ὑπὲρ τῆς Ῥωσσίας, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἡ οἰκουμενικὴ μᾶς ἐπροφύλαξεν ἀπ’ αὐτὴν τὴν κατηγορίαν. Ἡ στιγμὴ λοιπὸν, κατ’ ἐμὲ, ἡ κατάλληλος ἦτο τότε, ὅταν ἦλθεν ἡ εἴδησις τῆς ἀνακωχῆς. Καὶ τοῦτο, τὸ ὁποῖον λέγω σήμερον, δὲν τὸ λέγω μόνον σήμερον, διὰ νὰ εἴπῃ τις, ὅτι κατόπιν τῶν γεγονότων ἀποφαίνομαι, ἀλλὰ καὶ τότε τὸ ὑπεστήριξα, καὶ διὰ τοῦτο καὶ ὁ κ. Ῥικάκης ἀνέφερέ τι, τὸ ὁποῖον εἶπον ἐν τῇ μυστικῇ συνεδριάσει.
§103ΡΙΚΑΚΗΣ. Φανερὰ ἦτον ἡ συνεδρίασις, ὅτε τὸ εἴπατε.
§104ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἰμπορεῖ, τόσον καλλίτερον. Ὅταν ἦλθον τὰ τηλεγραφήματα τὰ ὁποῖα ἔλεγον, ὅτι ἐγένετο ἡ ἀνακωχὴ, ὑπεστήριξα τὴν ἰδέαν, ὅτι ὁ στρατὸς ἔπρεπε νὰ εἰσχωρήσῃ, διότι τότε καμμία δύναμις δὲν εἰμποροῦσε νὰ μᾶς εἴπῃ, ὅτι κάμνομεν τοῦτο χάριν τῆς Ῥωσσίας. Ἐπεκρότησα λοιπὸν εἰς τὸ βῆμα τῆς Κυβερνήσεως τοῦ νὰ ἐξέλθῃ ὁ στρατὸς, ἐλυπήθην ὅμως καὶ τὴν κατέκρινα, ὅτε ὁ στρατὸς ἐπανήρχετο. Τί εἴχατε νὰ φοβηθῆτε, ἀξιότιμοι ὑπουργοὶ, ἐὰν ὁ στρατὸς διετάσσετο νὰ ἐξακολουθήσῃ πόλεμον μετὰ τῆς Τουρκίας 20, 30, 40, 50, 60, ἡμερῶν, καὶ ὄχι περισσότερον, διότι τὸ Συνέδριον συνήρχετο, διότι μόλις ἤθελε συνέλθει, ἤθελε φωνάξει «σταματήσατε, ἡ ὑπόθεσις εἶναι ἰδική μας»· ἀλλ’ ἕως ὅτου νὰ εἴπῃ τοῦτο τὸ Συνέδριον, τὰ στρατεύματα ἡμῶν θὰ ἦτον εἰς τὰ Τρίκαλα, εἰς τὰ Ἰωάννινα καὶ πέραν ἔτι (θόρυβος), καὶ σήμερον δὲν ἤθελεν εἶσθαι ζήτημα, ἐὰν θὰ ὑπάγωμεν μέχρι Τρικάλων ἢ Ἰωαννίνων, ἀλλ’ ἀπὸ τὰ Τρίκαλα ἢ Ἰωάννινα ἕως ποῦ περαιτέρω. Τί θὰ ἐφοβούμεθα, εἶπον; ὁ Χόβαρτ ἤθελε μᾶς προσβάλει; ἀλλὰ μὴ λησμονήσωμεν, ὅτι δὲν εἶχε κάρβουνα νὰ ἀνάψῃ· ἀλλ’ ἔστω, ἤθελε μᾶς κτυπήσει, ἤθελε ῥίψει μερικὰς σφαίρας εἰς τὸν Πειραιᾶ, εἰς τὰς Πάτρας, εἰς τὰς Νήσους, εἰς τὴν Κέρκυραν.
§105ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Ἡ Κέρκυρα εἶναι οὐδετέρα, καὶ δὲν εἰμποροῦσε νὰ τὴν προσβάλῃ.
§106ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἀλλὰ μὲ τοῦτο δὲν ἤθελεν ἐπέλθει ἡ καταστροφὴ τῆς Ἑλλάδος. Ἦσαν 4,500, μᾶς εἶπον προχθὲς ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐξεκίνησαν. Ἀλλὰ τότε 90 χιλιάδες στρατὸς, τὸ ἄνθος τοῦ Τουρκικοῦ στρατοῦ, εὑρίσκετο αἰχμάλωτος εἰς Ῥωσσίαν, 600 δὲ χιλιάδες Ῥῶσσοι εἶχον καταλάβει τὰς Τουρκικὰς ἐπαρχίας, ὁ ἐνθουσιασμὸς δὲ τῶν ὁμόρων ἐπαρχιῶν ἤθελεν ἐξαφθῆ μὲ τὴν εἴσοδον τοῦ στρατοῦ μας, καὶ ἡ ἐπανάστασις δὲν ἤθελε σβύσει ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν ἕως ὅτου ἤθελε συνέλθει τὸ Συνέδριον. Δὲν τὰ λέγω σήμερον, τὰ εἶπα καὶ τότε, καὶ τὰ εἶπα οὐχὶ μόνον εἰς τὴν Βουλήν. Τότε ἦλθον καὶ μᾶς ἔδειξαν, καὶ εἶδον καὶ ἐγὼ τὰ τηλεγραφήματα, περὶ ὑπογραφῆς τῆς ἀνακωχῆς, ἀλλὰ εἶπα καὶ ὑπεστήριξα, ὅτι ὁ στρατός μας ἔπρεπε νὰ προχωρήσῃ. Τὰ ὑπεστήριξα τότε, καὶ ἀπὸ τότε ἕως τώρα σκεπτόμενος ἔτι μᾶλλον βλέπω, ὅτι δὲν ἠπατώμην. Ἀλλ’ ἔστω· δὲν ἔπρεπε νὰ προχωρήσῃ περαιτέρω; ἀλλὰ διατὶ δὲν ἐσκέφθητε πρότερον, ὅτι θὰ ἦτον ἀνάγκη νὰ ὀπισθοχωρήσῃ; ἀλλὰ διατὶ τοῦτο δὲν τὸ ἐλάβετε ὑπ’ ὄψιν; Σᾶς ἠνάγκασαν οἱ πρέσβεις! δὲν θέλω νὰ διαψεύσω κανένα, οὔτε νὰ εἴπω καὶ ἐγώ, ὅτι σεῖς τοῦτο τοὺς ἐζητήσατε· καὶ παραδέχομαι, ὅτι πράγματι αὐθορμήτως σᾶς ἠμπόδισαν. Ἀλλὰ δὲν ἦτο γνωστὸν ἐκ τῶν προτέρων καὶ εἰς τὰ μικρὰ παιδιά, ὅτι οἱ πρέσβεις ἤθελον σᾶς εἰπεῖ—«ποῦ ὑπάγετε, θὰ μᾶς κάμητε νὰ περιπλακῶμεν εἰς τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν βαίνομεν νὰ ἡσυχάσωμεν τὰ πράγματα;—Ἦτο γνωστὸν τοῦτο· διατὶ νὰ κινήσητε; Καὶ ἄλλο τὸ χειρότερον κακὸν, τὸ ὁποῖον ἔκαμεν ἡ ἐκστρατεία ἐκείνη. Οἱ κάτοικοι τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων μέχρι τότε ἔλεγον, δὲν κινούμεθα μὲ ἄτακτα κινήματα, μὴ μᾶς στείλετε πλέον τοὺς ἀνθρώπους τοῦ 54, θέλομεν τακτικὸν στρατόν. Εἶδον τὸν τακτικὸν στρατὸν εἰσελθόντα, ἠγέρθησαν, ἀλλὰ μετὰ 24 ὥρας ὁ στρατὸς ἀνεχώρησε, καὶ ἐγκατέλειψεν αὐτοὺς εἰς τὴν τύχην των. Ἴσως ἔλθῃ καὶ πάλιν στιγμὴ νὰ εἰσέλθῃ καὶ πάλιν ὁ τακτικὸς στρατὸς, καὶ φοβοῦμαι μὴ τότε αἱ ἐπαρχίαι δὲν κινηθῶσι, διότι ἴσως εἴπωσιν, ὅπως καὶ τότε, οὕτω καὶ σήμερον ἠμπορεῖ νὰ ἐπανέλθῃ ὁ στρατὸς ἐντὸς 24 μόνον ὡρῶν. Τοῦτο εἶναι, κύριοι, τὸ μεγαλείτερον κακὸν, τὸ ὁποῖον ἐπέφερεν ἡ ἐκστρατεία ἐκείνη. Ἀλλὰ τοὐλάχιστον, ἂν ἦτο τῷ ὄντι ἀνυπέρβλητον νὰ ἐπανέλθῃ ὁ στρατός, διατὶ, καθὼς εἶπεν ὁ φίλος μου κ. Πετιμεζᾶς, δὲν ἤρχετο ἓν ἄλλο ὑπουργεῖον νὰ διατάξῃ αὐτόν, ἀλλ’ αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις, τὸ αὐτὸ ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ἦλθεν ἐδῶ καὶ μᾶς ἐνθουσίασε, καὶ μᾶς ἐζήτησε τὴν ψῆφόν μας ταχέως, ὅτι εἶναι, ἡ στιγμὴ αὐτὴ καὶ δὲν πρέπει νὰ τὴν χάσωμεν, ἀλλὰ πρέπει νὰ εἰσέλθῃ ὁ στρατὸς, αὐτὸ τὸ ἴδιον ὑπουργεῖον νὰ διατάσσῃ τὴν ἐπάνοδον; εἶναι κάτι τι, τὸ ὁποῖον ἐγὼ δὲν εἰμπορῶ νὰ τὸ ἐννοήσω. Ὅλα τὰ κόμματα, εἶπόν τινες, τὰ ἐντὸς τῆς Βουλῆς, παρεδέχθησαν νὰ ἐξέλθῃ ὁ στρατός· ναί, ἀλλὰ κατὰ ῥητὴν διασάφησιν τοῦ κ. Φιλήμονος. «Μετὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔδωσεν ὁ κ. πρωθυπουργός·» ἐγὼ δὲ σᾶς εἶπον ποία ἦτον ἡ ἀτομική μου γνώμη, καὶ διὰ τοῦτο δὲν κατηγορῶ τὸ ὑπουργεῖον διὰ τὴν ἔξοδον, δὲν ἠμπορῶ ὅμως νὰ ἐννοήσω τὴν ἐκ νέου εἴσοδον.
§107ΡΟΥΦΟΣ. Τὴν ἐπάνοδον τὴν κατεδίκασεν ἡ Βουλή;
§108ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἶπον αἱ διακοπαὶ νὰ λείψουν, διὰ νὰ τελειώσω. Μᾶς ὑπέμνησεν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τὴν κατάστασιν τῶν ἐσωτερικῶν τοῦ τόπου τότε, ἡ ὁποία τῷ ὄντι ἦτον ἐπίφοβος, καὶ ἠθέλησε νὰ μᾶς παραστήσῃ, ὅτι μέγα τι ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη τηρήσασα τὴν τάξιν, καὶ εἰς τὴν παρατήρησιν τὴν ὁποίαν ἔκαμέ τις τῶν προαγορευσάντων, ὅτι ὅλαι αἱ μερίδες ὑπεστήριξαν εἰς τοῦτο τὴν Κυβέρνησιν, ἄλλος εἶπε, δὲν ἔκαμαν παρὰ τὸ χρέος των. Ἐὰν λοιπὸν ὅλαι αἱ μερίδες ὑπεστήριξαν τὴν Κυβέρνησιν, διὰ νὰ τηρήσῃ τὴν τάξιν, καὶ τοῦτο ἦτο χρέος των, καὶ ἡ Κυβέρνησις τὸ χρέος της ἐξεπλήρωσεν ὅπως ἐνεργήσῃ ἵνα τηρήσῃ τὴν τάξιν. Τὸ χρέος του ὁ εἷς, τὸ χρέος του ὁ ἄλλος· δὲν θέλομεν νὰ μᾶς ἐκφράσῃ εὐχαριστίας, ἀλλ’ ἂς μὴ ζητῇ καὶ ἀπὸ ἡμᾶς ἡ Κυβέρνησις νὰ πλέξωμεν εἰς αὐτὴν στεφάνους, διότι ἐτήρησε τὴν τάξιν. Δικαίως δὲ παραπονεῖται ἡ ἀντιπολίτευσις κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἐνῷ ποτὲ Κυβέρνησις (καὶ μάλιστα τοιαύτη, ἥτις διαχειρίζεται τὴν ἐξουσίαν ἐπὶ 4 ἔτη) δὲν ἔλαβε τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, οὔτε εὗρεν ἀντιπολίτευσιν τοσοῦτον ἠπίαν καὶ πρόθυμον νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν Κυβέρνησιν, μ’ ὅλα ταῦτα ἀκόμη παραπονοῦνται, καὶ μᾶς λέγουν «διατὶ τολμᾶτε νὰ ἀνοίγητε τὸ στόμα καὶ ζητῆτε ἐπὶ τέλους λογοδοσίαν;» Συνεκροτήθη τὸ συνέδριον, ἐστείλαμεν πληρεξουσίους, καὶ μεταξὺ αὐτῶν ἐπὶ κεφαλῆς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν ἐξωτερικῶν. Ἀλλ’ ἂν νομίζητε, κύριοι, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἐξακολουθήσωμεν εἰς τοιαύτην ὥραν, νὰ προχωρήσω.
§109ΤΙΝΕΣ. (Ἀριστερόθεν.) Αὔριον, αὔριον.
§110ΕΤΕΡΟΙ. (Δεξιόθεν.) Τώρα, τώρα.
§111ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τί εἶναι αὐτά; μὴ τὰ προκαλῇς ἀπὸ τοῦ βήματος· σὺ, κοινοβουλευτικὸς, νὰ προκαλῇς τὴν διάλυσιν τοῦ Σώματος;
§112ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐπὶ τοῦ συνεδρίου ἐπεθύμουν νὰ μὴ ἐπανηρχόμεθα, ἀλλ’ ἐκτεταμένος λόγος ἐγένετο ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν ἐξωτερικῶν. Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω τώρα, ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἠγόρευσεν ἐνώπιον τοῦ συνεδρίου ὁ κ. Ὑπουργὸς, δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω, ἂν τὸ θέμα τὸ ὁποῖον ἐπελήφθη ἐνώπιον τοῦ συνεδρίου, ἦτο τὸ καταλληλότερον.
§113ΛΑΠΠΑΣ. Τί πρακτικὸν ἀποτέλεσμα ἔχει αὐτὴ ἡ ὁμιλία; τὰ εἴπομεν μίαν, δύω, ἑκατὸν φοράς.
§114ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὰ ἔφερεν ὁ Ὑπουργός. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω, ἂν, ἐκτὸς τῶν ὅσων διεπραγματεύθη ἐνώπιον τοῦ συνεδρίου, ἠδύνατο ἢ ὄχι νὰ διαπραγματευθῇ καὶ ἄλλα, καὶ ἂν, διαπραγματευόμενος αὐτὰ τὰ ἄλλα, ἤθελε φέρει ὄφελος ἢ μὴ, ἀλλὰ ἐνῷ θέλω νὰ ἐξετάσω μόνον τοῦτο· διὰ τῆς εἰσόδου του τῆς ἁπλῆς ἐν τῷ συνεδρίῳ, ὠφέλησεν ἢ ἔβλαψε; διὰ τῆς εἰσόδου του τῆς ἁπλῆς ἐν τῷ συνεδρίῳ, ἀνύψωσεν ἢ ἐταπείνωσε τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον ἐξεπροσώπει; Ὅπως κρίνωμεν ἀκριβῶς, τοὐλάχιστον ὅπως ἐκθέσωμεν ἕκαστος τὰς ἰδέας του καθαρῶς ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, πρέπει νὰ τὸ πραγματευθῇ τις ὀλίγον πλατύτερα.
§115ΤΙΝΕΣ (δεξιόθεν). Περιμένομεν ἕως τὰ μεσάνυκτα.
§116ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἀφίνω κατὰ μέρος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐλέχθη τότε· ὄχι μόνον τὸ ἀφίνω κατὰ μέρος, ἀλλὰ τὸ παραδέχομαι ὡς μὴ ἀληθὲς, ἀφοῦ ὁ ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν τὸ διέψευσε, δηλαδὴ ὅτι ἡ Γαλλία παρακληθεῖσα εἴτε ἐντεῦθεν, εἴτε ἐκεῖθεν, ἐψήφισεν ὑπὲρ τῆς προτάσεως, ὑπὲρ τῆς ὁποίας ἐψήφισεν, ἀφορώσης τὴν εἴσοδον τοῦ πληρεξουσίου μας ἐν τῷ συνεδρίῳ, ἵνα δῆθεν μᾶς διευκολύνῃ τὴν ἐπέκτασιν τῶν συνόρων, διότι ἄλλως, ἂν ὁ πληρεξούσιός μας εἰσήρχετο ἐν τῷ συνεδρίῳ κατὰ τὴν πρότασιν τῆς Ἀγγλίας, δὲν ἠθέλομεν λάβει οὐδεμίαν ἐπέκτασιν τῶν συνόρων. Ἀλλὰ δὲν δύναται ποτὲ νὰ χωρήσῃ εἰς τὸν νοῦν μου, πῶς ἡ φιλελεύθερος καὶ φιλέλλην Γαλλία, πῶς ὁ φιλέλλην Βάδιγκτων ἤθελε ψηφίσει ὡς ἐψήφισεν, ἂν τυχὸν ἤθελε προσκληθῇ ἡ προσοχή του, ὅτι ἡ ψῆφος ἐκείνη ἤθελε δυσαρεστήσει καὶ λυπήσει τὴν ἑλληνικὴν φυλήν. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο τὸ ἀφίνω κατὰ μέρος, θέλω μόνον νὰ ἐξετάσω τὰ προκύψαντα, τὰ πραγματικά. Τὴν 17 Ἰουνίου, τὴν 2αν ἡμέραν τῆς συνεδριάσεως τοῦ συνεδρίου, ἡ Ἀγγλία διὰ τοῦ Σαλισβουρὺ προτείνει, νὰ εἰσαχθῶσιν οἱ Ἕλληνες πληρεξούσιοι ἐντὸς τοῦ συνεδρίου ὡς ἀντιπρόσωποι, οὐχὶ τοῦ ἑλληνικοῦ βασιλείου, ἀλλ’ ὡς ἀντιπρόσωποι τῆς ἑλληνικῆς φυλῆς, διότι, ἔλεγεν ὁ Σαλισβουρὺ, οἱ Σλάβοι ἔχουσιν ἐντὸς τοῦ συνεδρίου τούτου προστάτην καὶ ὑπερασπιστὴν λαὸν ἰσχυρὸν, (λαὸν ἰσχυρὸν, εἶναι ἡ ἔκφρασις τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Ἀγγλίας), ὁ ὁποῖος ἔτι μᾶλλον ἰσχυρότερος καθίσταται ὡς ἐκ τοῦ γοήτρου του ἐκ τῶν τελευταίων νικῶν του. Ἡ ἑλληνικὴ φυλὴ, ἐναντίον τῆς ὁποίας ὁ Σλαβισμὸς κινεῖται, δὲν ἔχει οὐδένα ἀντιπρόσωπον· ἐδῶ πρέπει νὰ ἔλθῃ ἑπομένως ὁ ἀντιπρόσωπος, τὸν ὁποῖον ἔστειλεν ἡ ἑλληνικὴ κυβέρνησις, νὰ συμπαρακαθήσῃ μαζῇ μας, ὅπως καὶ αὐτὸς συναποφασίσῃ μεθ’ ἡμῶν περὶ τῆς τύχης τῶν λαῶν τούτων, ἢ τοὐλάχιστον νὰ συμπαρευρίσκηται πάντοτε μεθ’ ἡμῶν, ὁσάκις πρόκειται ν’ ἀποφασισθῇ τι περὶ τῶν συμφερόντων τῆς ἑλληνικῆς φυλῆς, de la race Grecque. Ὁ πρόεδρος τοῦ συνεδρίου πρίγκηψ Βίσμαρκ παρατηρεῖ, ὅτι ἡ πρότασις εἶναι λίαν σπουδαία, καὶ ὅτι ὤφειλε νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ καὶ συζητηθῇ τὴν ἑπομένην συνεδρίασιν. Ἀλλὰ ταὐτοχρόνως ὁ δεύτερος ἀντιπρόσωπος τῆς Γαλλίας, ὁ κ. Despret, προτείνει νὰ προσκληθῇ ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς ἑλληνικῆς κυβερνήσεως ἢ αὐλῆς, ἀδιάφορον, νὰ παρευρίσκεται, ὁσάκις ἤθελεν εἶσθαι περίπτωσις περὶ τῶν ὁμόρων ἐπαρχιῶν τοῦ βασιλείου· ὁ δὲ ἀντιπρόσωπος τῆς Ῥωσσίας παρατηρεῖ, ὅτι κακῶς λέγει ἡ Ἀγγλία, ὅτι ἡ Ῥωσσία δὲν ἐνδιαφέρεται διὰ τοὺς Ἕλληνας, ὅτι ἡ Ῥωσσία ἐκινήθη ὑπὲρ τῆς Βουλγαρίας καὶ μόνον ὑπὲρ τῆς Βουλγαρίας τώρα ὁμιλεῖ, διότι ἐκεῖ ὑπῆρξε τὸ θέατρον τοῦ πολέμου, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς Ἕλληνας καὶ τὴν ἑλληνικὴν φυλὴν θέλει συγκατατεθῆ νὰ παραχωρηθῶσιν ἴσα δικαιώματα ὡς καὶ εἰς τὴν Βουλγαρίαν, καὶ ῥητῶς λέγει, θέλει δεχθῆ πᾶσαν πρότασιν, ἀποβλέπουσαν τὴν Ἤπειρον, τὴν Θεσσαλίαν, τὴν Κρήτην. Κατὰ τὴν πρώτην ἐκείνην συνεδρίασιν ὁ Σαλισβουρὺ εἶπε καὶ ταῦτα (ἀναγινώσκει). «Ἡ κυβέρνησις τῆς Αὐτῆς Μεγ. φρονεῖ, ὅτι ἀπόφασις ἐκδιδομένη ὑπὸ τοιούτους ὅρους» (δηλαδὴ, χωρὶς νὰ ἦναι παρὼν ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος·) «δὲν θὰ εὐχαριστήσῃ τὴν ἑλληνικὴν φυλὴν, καὶ ἑπομένως δὲν θὰ φέρωσιν οὔτε τὴν ἡσυχίαν τῆς ὀθωμανικῆς αὐτοκρατορίας, οὔτε τὴν εἰρήνην τῆς Εὐρώπης. «Εἶναι κίνδυνος νὰ ἐπαναληφθῶσι ταραχαὶ μεταξὺ τοῦ λαοῦ τούτου ἰσχυρῶς ἀφωσιωμένου εἰς τὴν θρησκείαν του καὶ τὴν ἐθνικότητά του, διότι θὰ λάβῃ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ Εὐρώπη τὸν ἐγκατέλειψε καὶ τὸν παρέδωκεν εἰς τὴν ἐξουσίαν φυλῆς, πρὸς τὴν ὁποίαν οὐδεμίαν τρέφει συμπάθειαν». Κατὰ τὴν ἐπανάληψιν τῆς συνεδριάσεως μετὰ δύο ἡμέρας, ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἀγγλίας προσεπάθησε νὰ ἔλθῃ εἰς συμβιβασμὸν μετὰ τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Γαλλίας· ὀφείλομεν νὰ προσέξωμεν εἰς τοῦτο, διότι ἐλέχθη, ὅτι ἡ Ἀγγλία εἰσῆλθεν εἰς τὸ συμβούλιον, καὶ αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἐπρότεινε τὰ ἐπρότεινε διὰ νὰ ἀπαλλαγῇ ἀπὸ ὑποσχέσεις, τὰς ὁποίας εἶχε δώσει, τὰ ἐπρότεινεν ἁπλῶς καὶ μόνον, ἀλλ’ εἶχεν ὑπ’ ὄψιν της τὴν συνθήκην τῆς Κύπρου. Τὴν συνθήκην αὐτὴν τὴν εἶχεν ἀνὰ χεῖρας ἀπὸ τὴν 4 Ἰουνίου. Κατὰ τὴν δευτέραν λοιπὸν συνεδρίασιν προσπαθεῖ ὁ Σαλισβουρὺ νὰ ἔλθῃ εἰς συνεννοήσεις μετὰ τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Γαλλίας, καὶ κάμνει ὁ ὑπερήφανος ὑπουργὸς ὅ,τι κάμνομεν ἡμεῖς ἐδῶ, ὅτε ἐνδιαφερόμεθα διὰ καμμίαν πρότασιν, προσπαθεῖ νὰ πείσῃ τὸν Despret νὰ ἀλλάξῃ τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους ἔθεσε, καὶ ἀντὶ τῶν ὁμόρων ἐπαρχιῶν νὰ θέσῃ «τῶν ἑλληνικῶν ἐπαρχιῶν.» Ἔρχεται εἰς συζήτησιν ἡ πρότασις. Κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς ψηφοφορίας ὁ Ἀνδράσσυ ἐρωτᾷ τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς Ἀγγλίας, διὰ τί δὲν παραδέχεσθε τὴν πρότασιν τῆς Γαλλίας διὰ τὰς ὁμόρους ἐπαρχίας, ἀλλὰ σεῖς θέλετε νὰ βάλετε ἑλληνικὰς ἐπαρχίας; ποία εἶναι ἡ διαφορὰ τῆς ἐννοίας μεταξὺ τῆς μιᾶς καὶ τῆς ἄλλης προτάσεως; Ὁ Σαλισβουρὺ ἀπαντᾷ, ὅτι «ὑπάρχουσιν ἑλληνικαὶ ἐπαρχίαι, μὴ οὖσαι ὅμοροι πρὸς τὸ ἑλληνικὸν βασίλειον, καὶ περὶ τῶν ὁποίων ἡ Ἀγγλία ἐπιθυμεῖ, ὅπως τὸ συνέδριον ἐξ ἴσου μεριμνήσῃ· ἐν τῇ γαλλικῇ προτάσει πρόκειται μόνον περὶ Ἠπείρου καὶ Θεσσαλίας· ἡ τροπολογία τῆς Αὐτοῦ Ἐξοχότητος, τοῦ Σαλισβουρὺ, ἐπιτρέπει ἐξ ἐναντίας νὰ συμπεριληφθῶσιν εἰς τὴν ἀπόφασιν, καθ’ ἣν θὰ λάβωσι μέρος οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Ἑλλάδος, καὶ αἱ ἐπαρχίαι τῆς Μακεδονίας, τῆς Θράκης καὶ τῆς Κρήτης.» Ὁ κόμης Ἀνδράσσυ ἀπήντησεν «ἕνεκα τῆς διασαφήσεως ταύτης καὶ συμφώνως πρὸς τὴν ἀρχὴν τοῦ νὰ ἐπιτευχθῶσιν ἐξαγόμενα ὅσῳ τὸ δυνατὸν σταθερὰ, ψηφίζει ὑπὲρ τῆς τροπολογίας τοῦ Λόρδου Σαλισβουρὺ, ἐπὶ τῷ σκοπῷ, ἵνα μὴ περιστείλῃ τὴν ἔκφρασιν τῆς γνώμης τῶν ἑλλήνων πληρεξουσίων. Ὁ Κόρτης συμμορφοῦται πρὸς τὴν ἀγγλικὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν θεωρεῖ δίδουσαν μεγαλειτέραν ἔκτασιν εἰς τὴν ἀπόφασιν. Ὄταν δὲ ἦλθεν ἡ στιγμὴ, καθ’ ἣν ἐπρόκειτο νὰ ψηφίσῃ ὁ Γκορτσακὼφ, ἐρωτᾷ τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς Γαλλίας ποία ἡ διαφορὰ τῆς ἰδέας σου καὶ διατί ἐπιμένεις εἰς τὴν πρότασιν ταύτην; Ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Γαλλίας ἀπαντᾷ «διότι δὲν πρέπει νὰ ἀκούσωμεν τὴν γνώμην τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς ἑλληνικῆς κυβερνήσεως, εἰμὴ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ γεγονότα, τὰ ὁποῖα συμβαίνουν εἰς τὰς ἐπαρχίας τὰς παρὰ τὰ σύνορα τοῦ Βασιλείου» Ἐπὶ τῇ διασαφήσει ταύτῃ ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ῥωσσίας ὑποστηρίζει τὴν πρότασιν τῆς Γαλλίας, ψηφίζει ἡ Γερμανία μετὰ τῶν δύω, καὶ ἕνεκα τῆς ἰσοψηφίας, πίπτει ἡ πρότασις. Ὁ πληρεξούσιός μας μᾶς εἶπε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, ὅτι δὲν ἔλαβε γνῶσιν τῆς ἀποφάσεως ταύτης παρὰ μετὰ δύω ἡμέρας. Ἀλλ’ ἀφ’ ὅτου ἐξεδόθη ἡ ἀπόφασις ἕως ὅτου εἰσῆλθεν εἰς τὸ συνέδριον, παρῆλθον 10 ἡμέραι, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, διότι εἰς τὰς 19 ἐξεδόθη ἡ ἀπόφασις, ὁ πληρεξούσιός μας εἰσῆλθεν εἰς τὰς 29· λοιπὸν ἐν τῷ διαστήματι τῶν 10 ἡμερῶν δὲν εἶναι ἀμφιβολία, ὅτι θὰ ἔμαθε ποία πρότασις ἔγινε, πῶς ἐσυζητήθη καὶ ποία ἔννοια ἐδόθη εἰς αὐτὴν, καὶ θὰ ἦτο καθαρὸν ἐνώπιόν του, ὅτι ἐν τῷ συνεδρίῳ ἐκείνῳ δύο ἀντίθετοι πολιτικαὶ ἐμάχοντο, καὶ ὅτι ἡ μία ἐξ αὐτῶν, ἡ ὁποία ἤθελε ν’ ἀντιτάξῃ τὴν φυλὴν τὴν ἑλληνικὴν εἰς τὸν Σλαυϊσμὸν, τὴν προσεκάλει σύμμαχον, ὅπως συμπράξῃ, ἡ δὲ ἄλλη ἦτον ἡ τῆς περιστολῆς διὰ τῆς προσκλήσεως τοῦ ἑλληνικοῦ βασιλείου, καὶ οὐχὶ τῆς ἑλληνικῆς φυλῆς. Ἔπεσε λοιπὸν ἡ πρώτη πρότασις ἕνεκεν ἰσοψηφίας, ἀλλ’ ἡ πολιτικὴ, ἡ ὁποία τὴν ὑπεστήριξε, δὲν ἔπεσεν· οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς πολιτικῆς ἐκείνης ἦσαν παρόντες ἐν τῷ συνεδρίῳ, καὶ οἱ ἀντιπρόσωποι ἐκεῖνοι περιέμενον καὶ εἶχον δικαίωμα νὰ περιμένωσιν, ἵνα ἴδωσιν, ὁ πληρεξούσιός μας ποίαν ἐκ τῶν δύω πολιτικῶν προτιμᾷ, ποίας ἐκ τῶν δύω συμμαχιῶν τὴν χεῖρα λαμβάνει. Ἐπροτίμα νὰ λάβῃ τὴν σημαίαν τῆς ἑλληνικῆς φυλῆς, ἡ ὁποία τοῦ ἐπροσφέρετο ἀπὸ τῶν χειρῶν τῆς Ἀγγλίας, Αὐστρίας καὶ Ἰταλίας; δὲν ἔπρεπε νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ συνέδριον. Διὰ νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ συνέδριον, ἔπρεπε νὰ παραδεχθῇ τὴν ἄλλην πολιτικὴν, τοῦ νὰ εἰσέλθῃ ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ ἑλληνικοῦ βασιλείου. Ἠκολούθησε τὴν ἀπόφασιν τοῦ νὰ εἰσέλθῃ· (καὶ ὅτι ἡ ἀπόφασις τοῦ συνεδρίου δὲν ἦτον ὑποχρεωτικὴ διόλου διὰ τὸν ὑπουργὸν τῶν ἐξωτερικῶν, μᾶς τὸ εἶπεν, ὅτι ἐξηρτᾶτο ἀπὸ αὐτὸν νὰ εἰσέλθῃ ἢ νὰ μὴ εἰσέλθῃ)· ἠκολούθησε τὴν πορείαν ταύτην μόνος του, τὴν ὁποίαν ἀκολούθως θὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν ὠφέλησεν ἢ ἔβλαψεν, ἢ ἠκολούθησε τὴν πορείαν ταύτην συνεπείᾳ ὁδηγιῶν τῆς Κυβερνήσεως; Θὰ τὸ μάθωμεν; αἱ ὁδηγίαι, τὰς ὁποίας ἔλαβεν, ὅταν ἐξεκίνησε, ποῖαι ἦσαν; αἱ ὁδηγίαι τὰς ὁποίας ἔλαβεν, ὅταν παρουσιάσθη τὸ γεγονὸς τοῦτο ἐνώπιόν του, ποῖαι ἦσαν; Ἐν τῷ σκότει, ἐν τῷ ὁποίῳ εὑρισκόμεθα, ὀφείλομεν νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἡ κυβέρνησις ὅλη ἐνέχεται εἰς τοῦτο· καὶ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι εἰς τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον ὁ πρωθυπουργὸς μᾶς εἶπεν, ὅτι ἦσαν σύμφωνοι εἰς ὅλα ὅσα ἐγένοντο. Ἀλλ’ ἐζήτησα νὰ κατατεθῶσιν αἱ ὁδηγίαι αὐταὶ καὶ διὰ μίαν ἄλλη αἰτίαν (καὶ ὅσον καὶ ἂν θεωρῆτε, κύριοι ὑπουργοί, ὅτι ἀλανθάστως ἐνηργήσατε, τὸ ζήτημα τοῦτο θὰ συζητῆται καὶ θὰ συζητῆται ἐπὶ πολὺ ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ ἔθνους), ἐζήτησα νὰ κατατεθῶσιν αἱ ὁδηγίαι ἔπειτα ἀπὸ τὰ ὅσα ὁ κ. Οἰκονόμου ἐξέθεσεν. Αὐτὰ τὰ κατηγορήσατε ὡς φαντάσματα καὶ τὰ ἐπολεμήσατε διὰ λέξεων, ἀλλὰ τὰ φαντάσματα, ὅταν δὲν τὰ πολεμῆτε διὰ πραγμάτων, καθίστανται πράγματα. Ποῖαι εἶναι αἱ δυσκολίαι, τὰς ὁποίας ἔχετε διὰ νὰ παρουσιάσετε τὰς ὁδηγίας, τὰς ὁποίας ἐλάβετε, ὅταν ἀνεχωρήσατε ἐντεῦθεν; ποίας ὁδηγίας ἐλάβετε, ὅταν ἦσθε ἐν Βερολίνῳ; Πρόκειται περὶ πράγματος τετελεσμένου· πρόκειται περὶ ζητήματος, ὅπερ ἐτελείωσε διὰ συνθήκης πρὸ ἑνὸς ἔτους. Εἴπετε, ὅτι εἶναι ἐκρεμὲς ἀκόμη, ἀλλὰ δὲν ἠμπορῶ νὰ ἐννοήσω τί εἶναι αὐτὸ τὸ ὁποῖον δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀποκαλυφθῇ καὶ ἕνεκεν τούτου δὲν δύνανται νὰ κατατεθῶσιν αἱ ὁδηγίαι. Ἀπὸ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον σᾶς εἶπεν ὁ κ. Ζωχιὸς, ὅτι γνωρίζει ἀπὸ θετικὴν πηγὴν, ὅτι, ὅταν ἐγένετο γνωστὸν, ὅτι ἡ πρότασις τῆς Ἀγγλίας ἀπεῤῥίφθη, ἡ κυβέρνησις κατὰ πρῶτον ἐσκέφθη νὰ σᾶς ἀνακαλέσῃ, ἀλλὰ κατόπιν σᾶς ἔγραψεν· «ἡ γνώμη μας εἶναι, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιστρέψῃς, δηλ. νὰ πάρῃς τὴν σημαίαν τῆς ἑλληνικῆς φυλῆς καὶ νὰ ἔλθῃς ὀπίσω, ἀλλὰ σὺ, ὅστις εἶσαι ἐκεῖ καὶ τὰ βλέπεις αὐτὰ τὰ πράγματα ἐκ τοῦ πλησίον, κρίνε καὶ ἀποφάσισε». Καὶ εἰς τὴν παρατήρησιν ταύτην τοῦ κ. Ζωχιοῦ δὲν ἐδόθη ἀπάντησις, καὶ ὅποιος πιστεύει τὰ φαντάσματα, θὰ παραδεχθῇ, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Ζωχιός, εἶναι ἀληθές. Τὰς ὁδηγίας σας ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου πρέπει νὰ τὰς καταθέσητε· γνωρίζω, ὅτι ὡς ὑπουργὸς ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ εἴπητε, ὅτι τὸ ἔγγραφον τοῦτο δὲν τὸ δίδω, διότι ἐκτίθενται δημόσια συμφέροντα· ἀλλ’ ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ κοινὴ γνώμη νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν μὲ πείθεις, ὅτι εἶναι μυστήριον, ἀλλ’ εἶναι κἄτι τι ἄλλο, διὰ τὸ ὁποῖον δὲν θέλεις νὰ τὸ καταθέσῃς, ἀφοῦ, ὡς προεῖπον, πρόκειται περὶ τετελεσμένων γεγονότων.
§117ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νὰ μᾶς εἴπητε καὶ σεῖς τὰς ὁδηγίας σας, ὅταν ἀπεστάλητε εἰς Ἰταλίαν.
§118ΤΙΝΕΣ. Νὰ γείνῃ μικρὰ διακοπή.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ πέντε λεπτά.
§120ΨΥΛΛΑΣ. Εἶναι σπουδαιότατα αὐτὰ, κύριοι, δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἐξακολουθήσωμεν ἀπόψε.
§121ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἀφοῦ ὁ ἀγορεύων ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐξακολουθήσῃ, πιστεύω, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ τὸν βιάσωμεν.
§122ΤΙΝΕΣ (ἀριστερόθεν). Αὔριον.
§123ΕΤΕΡΟΙ (δεξιόθεν). Τώρα νὰ τελειώσωμεν.
§124ΨΥΛΛΑΣ. Δὲν εἶναι ἀπαρτία, κ. Πρόεδρε. Ἐνταῦθα ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος, εὑρίσκονται δὲ παρόντες βουλευταὶ 182.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ.
§126ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν.) Ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ σπεύσω νὰ δώσω τὴν νύκτα ταύτην πληροφορίαν εἰς τὸ Κοινοβούλιον, τῆς ὁποίας τὴν ἀπόλυτον ἀνάγκην παρέστησεν ὁ κ. Λομβάρδος· νὰ δώσω δὲ τὴν πληροφορίαν ταύτην, διὰ νὰ μὴ ἀφήσω οὐδὲ ὑμᾶς οὐδ’ ἐκείνους, οἵτινες μᾶς ἀκούουν, νὰ διέλθωσι τὴν νύκτα ταύτην ὑπὸ τὰς ἐντυπώσεις, τὰς ὁποίας οἱ διϊσχυρισμοὶ τοῦ κ. Λομβάρδου ἐνέπνευσαν εἰς αὐτούς. Καὶ νὰ μὴ τοὺς ἀφήσω ὑπὸ τὰς ἐντυπώσεις ταύτας, ὄχι διὰ τὸ συμφέρον μου, οὔτε διὰ τὸ συμφέρον τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ διὰ τὸ συμφέρον τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους. Ἐὰν θελήσητε ν’ ἀνατάμητε τοὺς συλλογισμοὺς τοῦ κ. Λομβάρδου, θέλετε κατανοήσει, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ οὐδενὸς μικροτέρου, εἰμὴ περὶ προδοσίας τῶν συμφερόντων τοῦ ἔθνους. Ἐνόμισα, ὅτι εἶναι συμφέρον εἰς ὅλον τὸν Ἑλληνισμὸν νὰ μάθῃ, ὅτι ἐκεῖνος, ὅστις ἔλαβε τὴν ὑψίστην τιμὴν ν’ ἀντιπροσωπεύσῃ τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον ἐν Βερολίνῳ, δὲν ἐπρόδωσε τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, διὰ νὰ κατασταθῇ ἀναντίῤῥητον μίαν ἀκόμη φοράν, ὅτι εἶναι ἀδύνατον Ἕλλην ὁποιοσδήποτε νὰ προδώσῃ τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος του.
§127ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν εἶπον τοῦτο.
§128ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ποῖος εἶναι ὁ εἱρμὸς τῶν συλλογισμῶν τοῦ Βουλευτοῦ Ζακύνθου; Πρότασις ἐπροτάθη εἰς τὸ Συνέδριον τοῦ Βερολίνου ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Μεγάλης Βρεττανίας, κατὰ τὴν ὁποίαν πρότασιν εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς Ἑλλάδος ἔμελλε νὰ δοθῇ εὐρυτάτη ἐντολὴ ν’ ἀντιπροσωπεύσωσιν ὅλην τὴν Ἑλληνικὴν φυλήν· τροπολογία ἐπροτάθη ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης, διὰ τῆς ὁποίας περιωρίζετο ἡ ἐντολὴ αὕτη. Ἐν τῷ Συνεδρίῳ συνεζητήθη ἡ τροπολογία αὕτη, ἐπῆλθεν ἰσοψηφία καὶ ἡ πρότασις ἀπεῤῥίφθη. Ἔμενον λοιπὸν ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν εἶχεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν τῆς Ἀγγλίας, ὅταν προέβαλε τὴν πρότασιν περὶ τῆς ἐντολῆς, ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ δοθῇ εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, καὶ ἡ γνώμη ἡ ὁποία ἐγένετο ἀποδεκτή, ἕνεκα τῆς ἰσοψηφίας, ἡ γνώμη τὴν ὁποίαν ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Γαλλίας ὑπεστήριξεν. Πῶς λοιπὸν, ἀντιπρόσωπε τῆς Ἑλλάδος, ἐδέχθης νὰ εἰσέλθῃς εἰς τὸ Συνέδριον, φέρων τὴν περιωρισμένην ταύτην ἐντολὴν, καὶ μὴ ἀντιποιούμενος μέχρις ἐσχάτης ἀρνήσεως τὴν ἐντολὴν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἠθέλησαν νὰ σοῦ δώσωσιν; Ἐνήργησες μόνος ἢ ἐνήργησες κατ’ ἐντολὴν τῆς Κυβερνήσεως; Εἶχες ὁδηγίας ἢ δὲν εἶχες; Μᾶς εἶπεν ὁ κ. Ζωχιὸς ὅτι ἤκουσε, καὶ ἰδοὺ ταράσσεται ὁ κ. Λομβάρδος. Βεβαίως δὲν ἀδικῶ τὴν ἀγαθοπιστίαν του, θέλω ὅμως καθησυχάσει τὴν ταραχήν του. Δὲν γνωρίζω ἐν τῇ ἀπουσίᾳ μου τί ἐγίνετο ἐν Ἀθήναις, ὅ,τι δήποτε δὲ καὶ ἂν ἐγίνετο, δὲν εἶμαι ἐγὼ ὑπεύθυνος. Γνωρίζω ὅμως ὅτι, ὅ,τι ἐνήργησα ἐν Βερολίνῳ, τὸ ἐνήργησα τῇ συναινέσει τῆς Κυβερνήσεως, καὶ σᾶς φέρω τρανὴν καὶ ψηλαφητὴν ἀπόδειξιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὅταν ἐπανῆλθον ἀνεγνώρισε καὶ ἐνέκρινε τὴν πολιτείαν μου, καὶ ὅταν ἐξετοξεύθη αὐτὴ αὕτη ἡ συκοφαντία κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, ἡ Κυβέρνησις συνέδεσε τὴν τύχην της μετ’ ἐμοῦ. Ἀλλὰ μήπως ἡ Κυβέρνησις ἐλησμόνησε τὸ καθῆκόν της; ἀλλὰ σὺ, Ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν, δὲν ἠρώτησες κανένα ἐν Βερολίνῳ πῶς πρέπει νὰ πολιτευθῇς; Μάλιστα, δὲν ἠρκέσθην εἰς τὰς γνώμας τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις εἶχεν’ ἀπευθύνθην πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Μεγάλης Βρεττανίας, καὶ πρὸς μόνον αὐτὸν, καὶ ἠρώτησα τὴν γνώμην αὐτοῦ ἐὰν πρέπῃ νὰ εἰσέλθω ἢ ὄχι· καὶ ὁ Μαρκήσιος Σαλισβουρῆ μετ’ ἐκπλήξεως μοῦ εἶπε, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ διανοηθῶ ὅτι πρέπει νὰ μὴ εἰσέλθω; Κύριοι, σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ παίζωμεν ἐν οὐ παικτοῖς· τὰ πράγματα εἶναι τοσοῦτον μεγάλα, τοσοῦτον σημαντικὰ, ὥστε πρέπει νὰ τὰ θίγωμεν μετά τινος προσοχῆς, ἐὰν θέλωμεν, ὅπως ὀφείλομεν, νὰ συζητῶμεν μετ’ ἐμβριθείας συμφέροντα ἐθνικά.
§129ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον. Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 7 μ. μ.