1879.11.19
1,837 rows · 15,721 words · 115 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 16
τῆς 19 Νοεμβρίου 1879.
(Δευτέρα.)
Ὥρα 2 μ. μ.
Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐνεκρίθησαν. Ὁρκίζεται ὁ Βουλευτὴς κ. Κρίσπης.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως εἶναι ἡ ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Καλαβρύτων. Ὁ κ. Κάγκας ἔχει τὸν λόγον.
§2ΚΑΓΚΑΣ. Δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ διαφωτίσω ὑμᾶς ἐπὶ τῆς προκειμένης ἐκλογῆς. Ἤδη ἀρκούντως διεφωτίσθητε ἀπὸ ἄλλους, ὁμολογουμένως πολὺ ἱκανωτέρους ἐμοῦ. Σκοπός μου εἶναι νὰ σᾶς ἐκθέσω διατὶ ὑπῆρξα ἐπιφυλακτικὸς εἰς τὸ τμῆμα, καὶ νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφον, τὴν ὁποίαν σήμερον θὰ φέρω. Ὅτε ἐγένετο ἡ σύσκεψις ἐν τῷ τμήματι, εἶχον ἐνώπιόν μου ῥητὴν διάταξιν τοῦ νόμου, σαφῆ, εὐκρινεστάτην, ἀνεπίδεκτον ἑρμηνείας· ἐξ ἄλλου ἔβλεπον, ὅτι διεπράχθη ἔγκλημα, συνέτρεχον δὲ ἐνδείξεις καὶ τεκμήρια, ὅτι διεπράχθη ἔγκλημα πρὸς ἐμπαιγμὸν τοῦ νόμου, πρὸς ἀνατροπὴν τῶν διατάξεων αὐτοῦ. Ἐπέστησα τὴν προσοχήν μου, καὶ ἐπειδὴ ὑπῆρχεν ἀνάκρισις κατὰ τοῦ δράστου τῆς πράξεως, ἐπεφυλάχθην, ἐπὶ τῇ προσδοκίᾳ, ὅτι μέχρι τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν τὸ ζήτημα ἤθελε παρουσιασθῆ ἐνώπιόν σας, ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ ἤθελε παρέξει πλείονας ἀποδείξεις καὶ ἤθελε μᾶς διαφωτίσει. Τοιαύτην διαφώτισιν ἀπὸ τὴν δικαστικὴν ἀρχὴν δὲν ἐλάβομεν, καὶ τὰ πράγματα μένουσιν ὅπως ἦσαν ἐν τῷ τμήματι. Ὁ νόμος δὲν χρῄζει ἑρμηνείας. Διϊσχυρίσθησάν τινες, ὅτι ἡ διάταξις ἐκείνη δὲν εἶναι οὐσιαστική. Ἐγὼ τὴν θεωρῶ οὐσιαστικὴν, ὡς εἶναι οὐσιαστικὴ καὶ ἡ ἑτέρα διάταξις, ἡ ἀφορῶσα τὴν κλήρωσιν, ὁσάκις ἐπέρχεται ἰσοψηφία. Δὲν λέγω ὅμως, ὅτι μὲ τοῦτο δεσμεύεται τὸ ἀνώτατον τοῦτο δικαστήριον τοῦ νὰ ἐκφέρῃ γνώμην, ὁσάκις βλέπει ἔγκλημα καταστρέφον τὸν νόμον. Ἀφοῦ λοιπὸν ἡ διάταξις ἐκείνη ἦναι οὐσιαστικὴ, ἂς ἐξετάσωμεν τώρα, ἐὰν δύνασθε ὑμεῖς νὰ τὴν ἀνατρέψητε. Παρουσιάζονται εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ ά. τμήματος τοῦ δήμου Ψωφίδος πολλὰ γεγονότα καὶ περιστατικὰ προδίδοντα, ὅτι εἰς τὸν δῆμον ἐκεῖνον ἔλαβε χώραν καλπονόθευσις. Ἐγὼ, κύριοι, δὲν λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν τὴν αἰτίασιν, ἥτις ἀπεδόθη εἰς Μασούραν τινὰ, δὲν λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν τὸ ἔνταλμα τῆς συλλήψεως αὐτοῦ, οὐδὲ τὴν ἀνάκρισιν αὐτοῦ· τὰ θεωρῶ ὅλα γινόμενα παρὰ τῶν ἀντιπάλων. Τὸν θεωρῶ ἀθῶον, διότι κατὰ νομικὸν τεκμήριον, ἐν ὅσῳ δὲν ὑπάρχει καταδικαστικὴ ἀπόφασις κατ’ αὐτοῦ, εἶναι ἀθῶος. Σταθμίζω ὅμως ἄλλας περιστάσεις καὶ ἄλλα γεγονότα, καὶ ἐκ τῶν περιστάσεων αὐτῶν θὰ πεισθῆτε, ἐὰν τὰς ἐξετάσητε, ὅπως καὶ ἐγὼ τὰς ἐξετάζω μὲ ἀπάθειαν καὶ μὲ ἀμεροληψίαν. Πιστεύσατε δὲ, ὅτι τὸν κ. Θρ. Ζαΐμην δὲν τὸν ἠξεύρω ποῖος εἶναι. Τὰ περιστατικὰ, τὰ ὁποῖα ἐστάθμισα εἶναι τὰ ἑξῆς. Βλέπω, ὅτι ὁ ἰσχυρισμὸς τῶν ἀντιπάλων τοῦ κυρίου Ζαΐμη, ὅτι ἐπεκράτησεν ἐκλεκτικὸν πνεῦμα καθ’ ὅλους τοὺς δήμους καὶ καθ’ ὅλα τὰ τμήματα τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης, δὲν ἔχει ὑπόστασιν καθ’ ὁλοκληρίαν. Μέχρι τίνος ἔχει ὑπόστασιν; Ἔχει ἀνὰ 10 ἕως 15% ὑπόστασιν εἰς ὅλα τὰ τμήματα τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης· ἀλλ’ εἰς τὸν Δῆμον Ψωφίδος προέβη τοσοῦτον, ὥστε ἀνέρχεται εἰς τὰ 92%, καὶ τοῦτο εἶναι ἀπόῤῥοια προφανεστάτη τῆς γενομένης καλπονοθεύσεως. Δὲν ἠδύνατο ποτὲ εἰς τὰς συνειδήσεις τῶν ἐκλογέων τοῦ δήμου ἐκείνου ὁ κύριος Ζαΐμης νὰ ἀπολέσῃ 92%, ἀφοῦ βλέπομεν, ὅτι εἰς τοὺς ἄλλους δήμους ἐπέτυχε κατὰ 10 ἢ 15%, καὶ ἀφοῦ βλέπομεν εἰς τὸ βʹ. τμῆμα τοῦ ἰδίου δήμου ἐκ 204 ἐκλογέων, 45 ἦσαν μόνον κατά· ὥστε εἶναι ὅλως ἀπίστευτον, ὅτι ὁ κύριος Ζαΐμης ἔλαβε μόνον εἰς τὸν δῆμον ἐκεῖνον ἀνὰ 8%, ἀφοῦ εἶναι προφανὲς, ὅτι καὶ ὁ ἔσχατος, ἐὰν ἤθελε θέσει κάλπην, ἤθελε λάβει περισσοτέρους, διότι θὰ εἶχε τοὺς συγγενεῖς του, τοὺς κουμπάρους του, τοὺς φίλους του· ὥστε δὲν δυνάμεθα εἰμὴ νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι ἔλαβε χώραν κατάχρησις εἰς αὐτὸ τὸ τμῆμα. Εἶναι λοιπὸν προφανέστατον καὶ ἀναντίῤῥητον, ὅτι τὰ 220 σφαιρίδια, ἐχθρικὴ χεὶρ ἔῤῥιψεν εἰς τὴν κάλπην τοῦ κυρίου Ζαΐμη. Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ τοῦτο, κύριοι· ἅμα τῇ διαλογῇ, ἐξεγείρεται τὸ πνεῦμα τῶν ἐκλογέων καὶ διευθύνονται πέντε ὅλαι ἀναφοραὶ πρὸς τὴν Βουλήν, ὑπογεγραμμέναι παρὰ 140 κατοίκων, ἐκλογέων τοῦ δήμου ἐκείνου, καὶ 5 ἕτεραι ἀναφοραὶ εἰς τὰς διαφόρους ἀρχὰς, τάς τε δικαστικὰς καὶ διοικητικὰς, καὶ διακηρύττουσι διὰ τῆς ὑπογραφῆς των, ὅτι «ἡ καλπονόθευσις αὕτη ἀναιρεῖ τὴν θέλησίν μας». Θὰ μοῦ ἀντιτείνουσιν ἴσως, ὅτι ἡ ἐκλογὴ γίνεται μυστική. Ἀλλ’ οἱ πάντες γνωρίζομεν, ὅτι σήμερον γίνεται φανερά. Εἶναι τὸ ἴδιον ὡς νὰ ἐγένετο φανερὰ ἡ ψηφοφορία, διότι τὰ κόμματα διαιροῦνται εἰς δύω στρατόπεδα. Ὥστε εἶναι ἀναντίῤῥητον, ὅτι ἐν τῷ δήμῳ ἐκείνῳ ἔλαβε χώραν καλπονόθευσις. Σταθμίσατε τὴν κοινὴν γνώμην τὴν ἐξεγερθεῖσαν ἐγγράφως· σταθμίσατε ὅτι ὁ κύριος Ζαΐμης ἔλαβε τὰ 8% εἰς τὸν δῆμον ἐκεῖνον, ἀναλογίσατε αὐτὰ μὲ τὰ εὑρεθέντα 220 σφαιρίδια εἰς τὴν κάλπην τοῦ κ. Ζαΐμη, καὶ θὰ πεισθῆτε, ὅτι ἔγεινε καλπονόθευσις, χωρὶς νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὸ διατεινόμενον, ὅτι ἐγένετο διάῤῥηξις τοῦ ναοῦ καὶ ἀποσφράγισις τῶν καλπῶν κτλ. Καὶ ἐὰν, κύριοι, εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς ἐκλογῆς Τήνου τὸ Κοινοβούλιον παρεδέχθη τὸν ἐπιλαχόντα, χωρὶς νὰ διατάξῃ ἐπανάληψιν τῆς ψηφοφορίας, φρονῶ, ὅτι ἔτι μᾶλλον εἰς τὴν παροῦσαν περίστασιν πρέπει νὰ τὸ κάμῃ. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ζακύνθου κ. Λομβάρδος εἶπεν, ὅτι εἰς τὴν ἐκλογὴν ἐκείνην εἶχε πλασμένον τὸ σῶμα τοῦ ἀδικήματος, εἶχε τουτέστι, σακκίδιον ἐν ᾧ ἐνδιαλαμβάνοντο διάφορα σφαιρίδια, τὰ ὁποῖα ἀφῃρέθησαν ἐκ τοῦ Ναί. Ἐδῶ ὅμως εἴμεθα ὅλοι μάρτυρες καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Λομβάρδος εἶναι μάρτυς τῆς καλπονοθεύσεως. Ὅσοι πείθονται ὅτι ἔλαβε χώραν καλπονόθευσις, εἶναι αὐτόπται μάρτυρες, διότι διὰ τῶν ὀφθαλμῶν τῆς διανοίας, οἱ ὁποῖοι οὐδέποτε εἶναι φόβος νὰ πάθωσιν ὀπτικὴν ἀπάτην, εἴδομεν τὸν δράστην, τὸν θέσαντα εἰς τὴν κάλπην τοῦ κ. Ζαΐμη τὰ σφαιρίδια, κρατοῦντα τὰ σφαιρίδια εἰς τὰς χεῖρας καὶ ῥίπτοντα αὐτὰ εἰς τὴν κάλπην τοῦ κ. Ζαΐμη· καὶ τὸν ἴδομεν διὰ τῶν ὀφθαλμῶν τῆς διανοίας, οἱ ὁποῖοι δὲν ὑπόκεινται εἰς τὴν ὀπτικὴν ἀπάτην, ἐνῷ εἰς πᾶσαν ἄλλην περίστασιν ἐδύναντο νὰ ἀπατηθῶσιν. Ἐὰν λοιπὸν εἰς τὴν Τῆνον ὑπῆρξεν εἷς λόγος, ἐδῶ ὑπάρχουν 100 λόγοι νὰ παραδεχθῶμεν τὴν ἄμεσον εἴσοδον τοῦ κ. Ζαΐμη εἰς τὸ Κοινοβούλιον. Ἰσχυρίσθη ὁ κ. Σωτ. Πετιμεζᾶς, ὅτι μὴ ἐπικυροῦντες τὴν ἐκλογὴν, ὡς ἔχει, θὰ ῥίψωμεν εἰς τὸ χάος τὸ ἔθνος· δὲν θὰ ἠξεύρῃ τί θὰ κάμῃ. Ἐδῶ εἶναι τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρέπει μετὰ προσοχῆς νὰ ἐξετάσωμεν. Παρακαλῶ δὲ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Καλαβρύτων κ. Σωτ. Πετιμεζᾶν, νὰ τὸ ἐξετάσωμεν μαζὺ ἀταράχως, ἀπαθῶς, ἄνευ οὐδενὸς συμφέροντος.
§3Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μάλιστα.
§4ΚΑΓΚΑΣ. Ἐὰν, κύριοι, παραδεχθῶμεν τὴν ἐπικύρωσιν τῆς ἐκλογῆς τί θὰ συμβῇ; Θὰ ἐνθαῤῥύνωμεν τοὺς κακούργους, τοὺς ταχυδακτυλουργοὺς, τοὺς ἐπιτηδείους· θὰ ἐνθαῤῥύνωμεν τοὺς ἀστείους, ἂν θέλετε, διότι καὶ χάριν ἀστειότητος δύναται νὰ τὸ πράξῃ τις τοῦτο· θὰ πέσωμεν δηλαδὴ εἰς ἓν πραγματικὸν χάος, καὶ χάος τοιοῦτον, ὥστε τολμῶ νὰ εἴπω, ὅτι ἐὰν προϋπῆρχε τῆς δημιουργίας, θὰ εὑρίσκετο καὶ ὁ Πλάστης εἰς ἀμηχανίαν. Τὸ χάος λοιπὸν, κύριοι, τὸ ὁποῖον θὰ ἀνοίξωμεν, παραδεχόμενοι τὸ τοιοῦτον, εἶναι πολὺ καὶ ἀσυγκρίτῳ τῷ λόγῳ μεγαλείτερον, παρὰ ἂν παραδεχθῶμεν τὸ ἐναντίον. Διὰ τοῦτο οἱ παραδεχόμενοι τὸ μέτρον αὐτὸ, τῆς ῥαπίσεως κατὰ πρόσωπον τοῦ δράστου τῆς πράξεως, θὰ κηρύξωμεν ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ἄκρου εἰς τὸ ἄλλο τοῦ Κράτους, ὅπως συναισθανθῇ ἕκαστος καὶ συνετισθῇ, ὅτι τὸ τοιοῦτον δὲν δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν συνείδησιν τοῦ ἀνωτάτου τούτου δικαστηρίου, ὅτι τοῦτο καταδικάζει τὰ τοιαῦτα, καὶ ὅτι πρέπει νὰ ἀπέχωσι τοῦ λοιποῦ ἀπὸ τὴν διάπραξιν τῶν ἀδικημάτων τούτων. Ἐγὼ, κύριοι, ἐπαναλέγω, τὸ ζήτημα τὸ ἐξήτασα ἀπαθῶς καὶ ἀμερολήπτως, καὶ ἡ πεποίθησίς μου εἶναι αὐτή. Εἰς τὴν ἄμεσον παραδοχὴν τοῦ κ. Ζαΐμη, συμφωνοῦμεν κατὰ πάντα μὲ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, τιμωροῦμεν τὸν δράστην τῆς πράξεως, καὶ δὲν δίδομεν χώραν εἰς ἐπανάληψιν καταχρήσεων Ἡ ἐπανάληψις τῆς ἐκλογῆς εἶναι ἄτοπος, εἶναι παράνομος, καὶ ἰδοὺ διὰ ποῖον λόγον. Ἐὰν ἐπρόκειτο λόγῳ δωροδοκίας νὰ προσβληθῇ ἡ ἐκλογὴ, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ προσβληθῇ λόγῳ κυβερνητικῆς ἐπεμβάσεως, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ προσβληθῇ λόγῳ ἀποκλεισμοῦ μεγάλου ἀριθμοῦ ἐκλογέων, τὸ παραδέχομαι· ἔπρεπε νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ ἐκλογή. Ἀλλ’ ἐδῶ, ὅπου ἔχομεν νὰ κάμωμεν μὲ ἀριθμοὺς, μὲ μαθηματικὴν ἀκρίβειαν· ἐδῶ, ὅπου ἔχομεν ἐκπεφρασμένην τὴν θέλησιν τῶν ἐκλογέων τοῦ ά. Τμήματος τοῦ δήμου Ψωφίδος, ὅπου τὴν ἔχομεν ἀνὰ χεῖρας, καὶ ἠξεύρομεν τί ἐπῆρεν εἰς τὸ Ναὶ ὁ κ. Ζαΐμης, δὲν θὰ ἔχωμεν ἄλλο νὰ πράξωμεν εἰμὴ μίαν προσθαφαίρεσιν. Πρὸς τί λοιπὸν νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ ἐκλογή; Μήπως εἶναι ἄδηλος ἡ θέλησις τῶν ἐκλογέων; Ὄχι· εἶναι τρανώτατα ἀποδεδειγμένη καὶ δὲν ἀφίνει καμμίαν ἀμφιβολίαν ὅτι τὰ πλεονάζοντα σφαιρίδια ἔλαβεν εἰς τὸ Ὄχι ὁ κ. Ζαΐμης. Ἀφοῦ ἐπείσθητε καὶ ἔχετε τὴν πεποίθησιν καὶ δὲν σᾶς μένει οὐδεὶς δισταγμὸς ὅτι εἰς τὸ Ὄχι ἐῤῥίφθησαν τὰ 220 σφαιρίδια, τότε πρὸς τί νὰ μὴ ἀφαιρέσωμεν τὰ πλεονάζοντα σφαιρίδια ἀπὸ τοῦ Ὄχι, ὅπου ἐῤῥίφθησαν, καὶ νὰ μὴ παραδεχθῶμεν βουλευτὴν τὸν λαβόντα εἰς τὸ ναὶ τὰς περισσοτέρας ψήφους; Φρονῶ ἑπομένως, καὶ πεισθῆτε ὅτι ἡ γνώμη μου δὲν ἐπηρεάζεται ἀπὸ τίποτε· πεισθῆτε, ὅτι εἶναι γνώμη ἡ ὁποία ἐκφέρεται ἀπὸ ἀπαθῆ κριτὴν, ἀπὸ ἄνθρωπον, ὅστις ἀπαθῶς ἐξήτασε τὴν ὑπόθεσιν καὶ οὐδὲν συμφέρον ἔχει, ἐκφραζόμενος οὕτω, ἀλλὰ πιστεύει, ὅτι διὰ τῆς ἀφαιρέσεως τῶν πλεοναζόντων σφαιριδίων ἀπὸ τοῦ ὄχι, ὅπου ἀπεδείχθη ὅτι ἐῤῥίφθησαν, σώζονται αἱ διατάξεις τοῦ νόμου, ὅτι θὰ διατηρηθῇ τοῦ λοιποῦ πλήρης τάξις κατὰ τὰς ἐκλογάς. Ἂν δὲ ἀποφασίσητε τὸ ἐναντίον, τότε θὰ ἀνοιχθῇ ὅλως διόλου πραγματικὸν χάος. Αὐτὰ, κύριοι, εἶχον νὰ σᾶς εἴπω ἐν συντόμῳ ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ πεποίθησίς μου, τὴν ὁποίαν ἔχω καὶ τὴν ὁποίαν σᾶς ἐκφράζω ἐπὶ τοῦ προκειμένου.
§5ΣΩΤ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τίς ὁ λόγος, κύριοι, δι’ ὃν ζήτημα μικρὸν καὶ παρορώμενον ἐπὶ 17 ὅλα ἔτη νομίζεται σήμερον τόσῳ σπουδαῖον. Ἤλλαξε τὸ ἔθνος; ἤλλαξεν ὁ νόμος; Ἐγεννήθησαν νέαι ἰδέαι, ἄγνωστοι μέχρι τοῦδε; Δὲν σᾶς φαίνεται, ὅτι τὸ ζήτημα ὄζει καθαρᾶς προσωπικότητος; καὶ χάριν αὐτῆς τῆς προσωπικότητος πρόκειται σήμερον νὰ προσβάλητε διακεκριμένην διάταξιν καὶ νὰ καταστρέψητε τὸν νόμον! Θέλω δὲ τὸ ἀποδείξει ἀμέσως. Ἀλλ’ ἐγὼ εἶμαι στρατιώτης, τὰ δὲ ζητήματα εἶναι νομικὰ καὶ μεγάλης ἀξίας· ἀπέναντί μου δὲ παρεστάθησαν τόσοι νομομαθεῖς, διότι καὶ ὁ σεβάσμιος κ. Κάγκας, νομικὸς εἶναι. Δυσκολωτάτη ἡ θέσις μου, καὶ διὰ τοῦτο θὰ κάμω ὅ,τι ἀρχαῖος τις βουλευτὴς εὑρεθεὶς, ὡς φαίνεται, εἰς τοιαύτην δυσχέρειαν· θὰ ἐπικαλεσθῶ τὸν Θεὸν καὶ τὰ Χερουβεὶμ νὰ μὲ σώσουν ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς δικηγόρους, νὰ μὲ γλυτώσουν ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς νομομαθεῖς. Καὶ μ’ ὅλα ταῦτα δὲν θὰ λειποτακτήσω, θ’ ἀγωνισθῶ ὅσον μοὶ εἶναι δυνατὸν, καὶ ἐὰν μὲν ἐπιτύχω, ἔκαμα τὸ χρέος μου· ἄλλως, ἐὰν δὲν ἐπιτύχω, ἡ ἀποτυχία δὲν σημαίνει τίποτε, διότι εἶμαι μόνος κατὰ τοσούτου πλήθους σοφῶν καὶ νομομαθῶν. Βλέπετε μὲ πόσην ἁπλότητα οἱ κύριοι νομικοὶ, λύουν τὰ ζητήματα αὐτὰ τὰ σπουδαῖα. Ὁ σεβαστὸς κ. Κάγκας ἔλυσε τὸ ζήτημα εἰς ἓν δευτερόλεπτον. Τί εἶναι τὸ ζήτημα; λέγει· ἀφαιρέσετε ἀπ’ ἐδῶ, προσθέσατε ἐκεῖ, καὶ τὸ ζήτημα εἶναι λελυμένον. Ἀλλὰ μήπως τὸ ζήτημα αὐτὸ δὲν λύεται καὶ καθ’ ὑμῶν, κύριε Κάγκα;
§6ΚΑΓΚΑΣ. Εἶπα ὅταν πεισθῶμεν, ὅτι ὑπάρχει τὸ ἔγκλημα.
§7Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ λόγος εἶναι, ἐὰν ὅ,τι ζητοῦν οἱ κ.κ. εἶναι νόμιμον καὶ συνταγματικόν. Καὶ πρῶτον αὐτὴ ἡ ἄμεσος εἴσοδος τοῦ κ. Ζαΐμη εἰς τὴν Βουλὴν ἀπαγορεύεται, νομίζω, ἀπὸ τὸ Σύνταγμα. Ἐὰν δὲ δὲν τὸ ἐννοῶ καλῶς, παρακαλῶ τοὺς σοφοὺς, καὶ εἶναι ὑποχρεωμένοι οἱ σοφοὶ αὐτοὶ νὰ μὲ φωτίσωσιν. Ἔχομεν ἐν μέσῳ ἡμῶν σεβαστὸν ἄνδρα, διδάσκαλον τοῦ ἔθνους, ἄνδρα, ὅστις συνέγραψε καὶ ἐδίδαξεν ὅλην τὴν δικαστικὴν νεολαίαν, τὸν κ. Καλλιγᾶν.
§8ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§9Α. ΜΕΤΑΞΑΣ. Θὰ μετανοήσητε, κύριε Πετιμεζᾶ.
§10Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ ἔχω ἀνάγκην νὰ φωτισθῶ· ἂς μετανοήσω, ἐὰν ἔχω ἄδικον. Διατί νὰ μείνω εἰς τὴν πλάνην; Ἐὰν ὅμως ἔχω δίκαιον, διατὶ νὰ μὴ φωτισθῇ ἡ Βουλὴ ἀπὸ σοφωτάτους ἀνθρώπους; Ἔχομεν καὶ ἕνα ἄλλον ὅστις εἶναι χείμαῤῥος, τοῦ ὁποίου τὰς νομικὰς γνώσεις πάντοτε ἐθαυμάσαμεν, καὶ ὅταν ἦλθε μετὰ πολυχρόνιον ἀπουσίαν, δι’ ἣν ἐλυπεῖτο τὸ βῆμα τῆς Βουλῆς, ὁ λαὸς ἔτρεξε νὰ τὸν ἴδῃ. Διατί; Διὰ τὴν εὐμορφίαν του; Αὐτὸς τόσον πολὺ εὔμορφος δὲν εἶναι· ἀλλ’ ἔτρεξε νὰ τὸν ἴδῃ, διότι ἔχει πεποίθησιν εἰς τὰς πολλὰς γνώσεις του, διότι ἄλλοτε τὰ σπουδαιότερα νομικὰ ζητήματα ἔλυσε πρὸς εὐχαρίστησιν τῆς πατρίδος καὶ τοῦ ἔθνους. Ἐγὼ, κύριοι, ὁ ἴδιος, ὅστις ἐχόρτασα ἄλλοτε νὰ τὸν ἀκούω, περιμένω ἀνυπομόνως πότε νὰ τὸν ἀκούσω. Ἐννοήσατε ποῖος εἶναι;
§11ΤΙΝΕΣ. Ὄχι.
§12Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἶναι ὁ Ἰακωβάτος. Ἔχομεν προσέτι καὶ πολλοὺς ἄλλους νομομαθεῖς, οἵτινες σιωπῶσι. Τὸ Σύνταγμα λέγει. «Ἄρθρον 73. Ἡ Βουλὴ ἐξετάζει τὰ πληρεξούσια τῶν Βουλευτῶν καὶ ἀποφασίζει περὶ τῶν ἀναφυομένων ἀμφισβητήσεων». Ποῖα εἶναι τὰ πληρεξούσια; Τὸ ἐξαγόμενον τῆς ἐκλογῆς. Θὰ ἐξετάσητε λοιπὸν, ἐὰν τὸ εἰσιτήριον τοῦ κ. Σολιώτου ἦναι νόμιμον ἢ ὄχι. Ἡ Βουλὴ λοιπὸν, κύριοι, κατὰ τὸ Σύνταγμα ὀφείλει νὰ ἐξετάζῃ τὰ πληρεξούσια τῶν βουλευτῶν, καὶ ἐὰν μὲν ἦναι καλὰ, νὰ τὰ παραδέχηται, ἐὰν δὲ ὄχι νὰ τὰ ἀποῤῥίπτῃ. Βουλευτοποιεῖον, κύριοι, θὰ γείνῃ ἡ Βουλή; θὰ κατασκευάζῃ αὐτὴ τοὺς βουλευτὰς, ἀντὶ τοῦ λαοῦ; Μᾶς λέγουν· εἶναι κακὴ ἡ ἐκλογὴ Καλαβρύτων· ἀκυρώσατέ την. Πῶς εἰμπορεῖτε, νὰ κάμητε αὐτὴν τὴν ἀληθῆ νόθευσιν τῆς Βουλῆς; Ἐὰν δὲν ἔχω δίκαιον, ἂς ἔλθῃ ὁ ἀξιότιμος φίλος μου, ὑφηγητὴς τοῦ Συνταγματικοῦ δικαίου, κ. Φλογαΐτης, νὰ μᾶς φωτίσῃ.
§13ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Σᾶς ἐδήλωσα τὴν γνώμην μου.
§14Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νὰ τὴν ἀκούσῃ καὶ ἡ Βουλή. Ὅσοι δύνασθε νὰ μᾶς φωτίσητε, ὡς νομικοὶ, ὀφείλετε νὰ τὸ πράξητε· ἄλλως, τί θέλετε ἐδῶ μέσα; Εἶναι ἀπαράλλακτα ὡς νὰ γίνεται μία μάχη εἰς τὸ Δαφνὶ καὶ ἡμεῖς οἱ ἀξιωματικοὶ ἀπὸ τὴν Ἀκρόπολιν νὰ βλέπωμεν, σεῖς δὲ οἱ ἄλλοι, ὁ Καλλιγᾶς, ὁ Κεχαγιᾶς, ὁ Κάγκας, νὰ φέρετε τὰ ἅρματα καὶ νὰ πολεμᾶτε (γέλως). Ἔλθετε λοιπὸν νὰ λαλήσητε· ὄχι νὰ περιμένητε νὰ λυθῇ τοιοῦτον ζήτημα δι’ ἀναστάσεως. Καὶ τίποτε δὲν εἶναι ἂν σφάλλω ἐγώ· ἂν ὅμως ἡ Βουλὴ ἐξέλθῃ τῶν καθηκόντων της, θὰ ῥίψῃ τὸ ἔθνος εἰς τὸ χάος. Τίς πταίει; Πῶς δὲν ἐκφράζετε γνώμην καθαρὰν καὶ πῶς δὲν διαφωτίζετε τὴν Βουλὴν ὑπὸ νομικὴν καὶ πολιτικὴν ἔποψιν; Ἀξιοῖτε, κύριοι, τὴν ἀρχηγίαν· δικαίως τὴν ἀξιοῖτε, σᾶς ἐπαινῶ δι’ αὐτό. Ἁμιλλώμενοι ὑπὲρ τῆς διοικήσεως τοῦ τόπου, ἔχετε καὶ καθήκοντα. Ὀφείλετε νὰ μᾶς πείσητε, ὅτι ἀκολουθοῦντες ὑμᾶς, εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀλήθειαν. Εἰς τὸν νομόν μου προεξάρχει νομικῶς ὁ ἀξιότιμος κ. Μεσσηνέζης· δικαίως ἀξιοῖ θέσιν ἐν τῇ Βουλῇ, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐκφράσῃ γνώμην, πρέπει ν’ ἀκούσωμεν τί φρονεῖ, διὰ νὰ ἴδωμεν, ἐὰν πρέπῃ ν’ ἀκολουθήσωμεν αὐτὴν τὴν σημαίαν. Πρέπει νὰ λύσητε τὸ ζήτημα κατὰ τὸ συμφέρον τοῦ ἔθνους· νὰ λησμονήσητε τὰ ἐνδιαφερόμενα πρόσωπα. Τὰ ἐνδιαφερόμενα πρόσωπα εἶναι λίαν ἔντιμα, ἀμφότερα δὲ εἶναι καὶ ἱστορικά. Εἶσθε πολλοὶ νέοι· πρέπει νὰ μάθετε, ὅτι ὁ πατὴρ τοῦ κ. Σολιώτη, ὁ Νικόλαος Σολιώτης, ὁ Στρατηγὸς, ἀνέλαβε τὴν φοβερὰν εὐθύνην νὰ ῥίψῃ τὸ πρῶτον τουφέκι εἰς τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1821· εἶναι ἱστορία ἀνεπίδεκτος πάσης ἀμφισβητήσεως. Τὸ τουφέκι ἐκεῖνο ἔπεσεν ὑπὲρ τοῦ ἔθνους, οὐχὶ ὑπὲρ τῶν προσώπων. Ἔχει λοιπὸν δίκαιον ὁ Σολιώτης, τοῦ ὁποίου ἡ οἰκογένεια κατέχει τὴν πρώτην σελίδα τῆς Ἑλληνικῆς ἱστορίας, ἔχει δίκαιον νὰ σᾶς εἴπῃ, διατί ὁ ἀγὼν οὗτος γίνεται ἐναντίον μου σήμερον, ἐν ᾧ ἐπὶ δέκα ἑπτὰ ἔτη ἐφηρμόσθη ἀντιθέτως ὁ νόμος; Δὲν ἔχει δίκαιον νὰ παραπονῆται; Πῶς κάμνετε, κύριοι, ἓν ζήτημα προσωπικὸν εἰς τὸν υἱὸν τοῦ Σολιώτου; Οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ κυρίου Ζαΐμη τί λέγουν; Φοβερὸν ἔγκλημα διεπράχθη, ὁ δράστης συνελήφθη, καὶ ἡ δικαστικὴ ἀλήθεια εἶναι πλέον φανερά· εἶναι ἐνώπιόν σας. Τί εἶναι αὐτὴ ἡ δικαστικὴ ἀλήθεια; Ἐγὼ δὲν ἠμπορῶ νὰ τὴν ἐννοήσω· ἀκούσατε. Ὁ δικαστικὸς ἀντιπρόσωπος ἐξέδωκεν ἓν ἔνταλμα καὶ ἐφυλάκισε τὸν Μασούραν, διότι, λέγει, ἐβεβαίωσε ψευδῆ πράγματα, ὡς ἀληθῆ, ἐπὶ τῇ ἐπισημότητι τῆς ἀρχῆς του. Πρῶτον, τὸ μέλος τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς εἶναι ὑπάλληλος, εἶναι ἀρχή; Δεύτερον, ἂν ἐβεβαίωσε τοιοῦτό τι μετὰ 50 ἄλλων, πῶς ὁ Μασούρας κάθεται εἰς τὴν φυλακὴν, οἱ δὲ ἄλλοι τρέχουν ἔξω; Διὰ νὰ γείνῃ ἀλήθεια αὐτὸ, πόσα στάδια ἔχει νὰ διατρέξῃ; Ἀκούσατε ἓν παράδειγμα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀλήθεια· τὸ γνωρίζουν ὅλοι οἱ Βουλευταὶ τῆς Ζακύνθου, τῶν Πατρῶν καὶ τῆς Αἰγιαλείας. Ὁ υἱὸς τοῦ δημάρχου Λαπαθῶν ἐφόνευσε τὸν ἀδελφὸν τοῦ πρώην ἐπισκόπου Πατρῶν Ἀβερκίου· συλλαμβάνεται, ἀνακρίνεται, φυλακίζεται, ἐκδίδεται τὸ βούλευμα τοῦ πλημμελειοδικείου· κάμνει ἀνακοπὴν εἰς τὸ ἐφετεῖον, ἀποῤῥίπτει τὴν ἀνακοπὴν τὸ ἐφετεῖον· κάμνει ἀναίρεσιν, ὁ Ἄρειος Πάγος ἀποῤῥίπτει τὴν ἀναίρεσιν καὶ τὸν παραπέμπει εἰς τὸ κακουργιοδικεῖον· δικάζεται καὶ καταδικάζεται εἰς 15 ἐτῶν δεσμά. Κατεδικάσθη λοιπόν· ἕως ἐδῶ εἶναι δικαστικὴ ἀλήθεια; Ποῖος ἀπὸ σᾶς δὲν ἤθελεν εἰπεῖ βεβαίως ἔνοχος. Ἀλλ’ ὁ κατηγορούμενος κάμνει ἀναίρεσιν κατὰ τῆς ἀποφάσεως, ὁ δὲ Ἄρειος Πάγος ἀναιρεῖ καὶ παραπέμπει εἰς τὴν Ζάκυνθον· καὶ ἐκεῖ ὁ κατηγορούμενος ἀθωοῦται. Τώρα εἶναι δικαστικὴ ἀλήθεια.
§15ΤΙΝΕΣ. Ὁρκωτὰ δικαστήρια.
§16ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Σᾶς λέγουν οἱ νομικοί· τί ἄλλο θέλετε; ἰδοὺ ὁ δράστης τοῦ ἐγκλήματος, εὑρέθη καὶ τὸ κουμπί· δύω μόνον Λιβαρζινοὶ φοροῦν φράγκικα ἐκεῖ». Κύριε Ῥοῦφε, πόσοι Λιβαρζινοὶ φοροῦν φράγκικα εἰς τὰς Πάτρας, οἱ ὁποῖοι ἦλθον εἰς τὸ Λιβάρζι; Εἶναι ἀσυγχώρητον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ λέγωνται ψεύδη· μήπως ἡμεῖς ἠρνήθημεν, ὅτι τὰ πλεονάζοντα σφαιρίδια εὑρέθησαν εἰς τὴν κάλπην τοῦ Ζαΐμη καὶ τῶν ἄλλων; Εἰς ἄλλο δίκτυον ἄλλοι νομικοὶ μὲ ἔῤῥιψαν. Οἱ κ. κ. Κάγκας καὶ Μίλησης εἶπαν, ὡς ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἡ Βουλὴ σήμερον εἶναι δικαστήριον. Μοὶ εἶπαν,—ἂν μὲ ἠπάτησαν, ἂς ὄψωνται· — ὅτι εἰς τὸ σύγγραμμα τοῦ κ. Καλλιγᾶ, εἰς τὸ κεφάλαιον ἑρμηνεία τῶν νόμων, λέγεται, ὅτι πᾶσα ἀρχή, κεκλημένη νὰ ἐφαρμόσῃ τοὺς νόμους δὲν δύναται νὰ τοὺς ἑρμηνεύῃ, ὅταν τὸ γράμμα αὐτῶν ἦναι ῥητόν, ἀλλ’ ὀφείλει νὰ τοὺς ἐκτελῇ. Ἡ ἐπίσημος ἑρμηνεία ἀνήκει εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ἡ δὲ Βουλή, ἄνευ τοῦ Βασιλέως, δὲν εἶναι νομοθετικὴ ἐξουσία. Ἄν, κύριοι, καὶ τὰ δικαστήρια σήμερον λάβουν τὴν ἐξουσίαν νὰ ἑρμηνεύουν τοὺς νόμους, οὐχὶ κατὰ τὸ γράμμα αὐτῶν, ἀλλὰ κατὰ τὸ κέφι των, σᾶς συμβουλεύω νὰ ἀφήσετε τὴν Συνταγματικὴν Ἑλλάδα καὶ νὰ πᾶτε εἰς τὰ Γιάνναινα. Ποίαν ἐγγύησιν παρέχουν τότε πλέον τὰ δικαστήρια; Τώρα ἂς συζητήσωμεν ἀπαθῶς καὶ ἡσύχως μετὰ τοῦ κ. Κάγκα τὸ ζήτημα τῶν σφαιριδίων. Δὲν ἔχω τὴν ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν, ὅτι ὁ ἀρχαϊκὸς ἀνὴρ ἐλάλησεν εἰλικρινῶς, ἀλλά, κατ’ ἐμέ, ἔσφαλεν. Οἱ νόμοι πρέπει νὰ ἐκτελῶνται ἐν Ἑλλάδι ὅσον τὸ δυνατὸν ξηρά, διότι ἡ ἐλαστικότης τῶν νόμων, ἐπειδὴ φαίνεται τὸ κλίμα εἶναι θερμόν, λαμβάνει ἐκτάσεις ἀπείρους κατὰ στιγμήν· δὲν εἶναι βόρειον τὸ κλίμα, νὰ παγόνουν οἱ νόμοι. Ἐπείσθης, ὅτι τὰ σφαιρίδια ἔπεσαν εἰς τὸ ὄχι, ἀλλ’ ἔχεις τὸ δικαίωμα νὰ τὰ ἀφαιρέσῃς ἀπὸ τὸ ναί. Καὶ θέλουσιν ἐξουσίαν μεγαλειτέραν οἱ πολιτευόμενοι; Ὅπου ἔχομεν συμφέρον θὰ τὰ ἀφαιρῶμεν ἀπὸ τὸ ναί, καὶ τἀνάπαλιν, κατὰ τὸ συμφέρον μας. Δὲν πρέπει διόλου, κ. Κάγκα, νὰ σαλεύσῃς ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον (ἱλαρότης). Ἐγὼ λέγω διὰ τὸν ἑαυτόν μου· διὰ τοὺς ἄλλους δὲν λέγω τίποτε· αὐτοὶ θὰ ἐφαρμόσουν τὸν νόμον μιὰ χαρά.
§17ΚΑΓΚΑΣ. Νὰ μᾶς ὑποδείξητε, παρακαλῶ, τὰ εὐεργετήματα, τὰ ὁποῖα θὰ προέλθουν ἐκ τῆς παραδοχῆς τῆς γνώμης σας.
§18Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μὰ δὲν τὰ ἔλεγον προχθὲς τρεῖς ὥρας; δὲν τὰ ἤκουσες; τώρα νὰ τὰ ξαναλέγω; Τὰ ἀνθρώπινα δὲν εἶναι τέλεια· ἡ τελειότης εὑρίσκεται πέραν ἀπὸ τὴν γέφυραν. Πέρυσιν, ὅταν ἐπρόκειτο περὶ τοῦ νέου ἐκλογικοῦ νόμου, ἀντηλλάγησαν χίλιαι ἰδέαι, περὶ τῆς ἐξευρέσεως τρόπου ἀσφαλίζοντος τὸν ὑποψήφιον, καὶ εἴπομεν, ὅτι αὐτὸς ἔχει τὸν ἀντιπρόσωπόν του καὶ προσέχει· αὐτὸς θὰ δίδῃ τὰ σφαιρίδια. Τώρα, χάριν τοῦ σφάλματος, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ συμβῇ εἰς ἕνα δύω μέρη, πρέπει νὰ καταστρέψωμεν τοὺς νόμους; Οἱ ἄνθρωποι οἱ πολιτικοὶ πρέπει νὰ σκέπτωνται, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ λύωνται πρακτικῶς τὰ ζητήματα, ὄχι νὰ ἔχωμεν μόνον θεωρίας. Ἢ νομίζετε, κ. Κάγκα, ὅτι, ἂν ἦτο κανεὶς ἀπὸ ἡμᾶς εἰς τὴν θέσιν τοῦ Ζαΐμη, θὰ ἐγίνετο αὐτὸς ὁ θόρυβος; Ὄχι, θὰ σοῦ ἔλεγον, πήγαινε ἀπὸ ἐδῶ, ἂς ἐπρόσεχες (γέλως). Ἐγώ, κύριοι, θὰ διαμαρτυρηθῶ ὄχι διὰ τὴν ἐκλογήν, ὄχι διότι χάνω τὸν σύντροφόν μου, ἀλλὰ διότι ἔχομεν τὸν νόμον ὑπὲρ ἡμῶν, καὶ σεῖς πρόκειται νὰ μᾶς σφάξετε, διότι εἶσθε πολλοί. Ἐκοπιάσαμεν 17 ἔτη ν’ ἀποκτήσωμεν τὴν πεῖραν, μὲ τὴν ὁποίαν διωρθώσαμεν τὸν ἐκλογικὸν νόμον. Ἐὰν θέλετε ἀκόμη νὰ τὸν διορθώσητε, δύνασθε νὰ τὸ κάμητε εἰς τὸ μέλλον· τώρα ὅμως ὀφείλετε νὰ ἐφαρμόσητε τὸν νόμον εἰς τὸν κ. Σολιώτην, ὅπως τὸν ἐφηρμόσατε εἰς ὅλους μέχρι τοῦδε. Ἄλλως, ἐὰν θέλετε ὅλον τὸ ἔθνος, διότι σεῖς ἀντιπροσωπεύετε τὸ ἔθνος, νὰ ἐπιπέσῃ κατὰ τοῦ κ. Σολιώτη, πράξατέ το. Ὁ κ. Σολιώτης, καὶ ἀδικούμενος, καὶ ἐξερχόμενος, θὰ γείνῃ ἀνώτερος καὶ ὑψηλότερος ἀφ’ ὅ,τι εἶναι. Ἀλλὰ μὴ πράξητε τὸ πολιτικὸν αὐτὸ σφάλμα, διότι ὅλοι οἱ πόλεμοι καὶ ὅλαι αἱ ἐπαναστάσεις γίνονται ἀπὸ πολιτικὰ σφάλματα. Ἕκαστος πρέπει νὰ προστατεύῃ ὁ ἴδιος τὰ συμφέροντά του καὶ τὰ δικαιώματά του. Τί σοῦ χρεωστοῦμεν, κύριε Ζαΐμη, ἀφοῦ βάζῃς βλάκας ἀντιπροσώπους; Ἀλλὰ εἶναι ἆράγε, βλὰξ ὁ σφαιριδιοδότης τοῦ κ. Ζαΐμη; Σφαιριδιοδότης τοῦ κ. Ζαΐμη ἦτον ὁ πρώην δήμαρχος Λεχουρίτης, νέος εὐφυής, δραστήριος καὶ ἱκανός· ἐγὼ τὸν ἀνέδειξα δήμαρχον, καὶ εἰς τὰ 1874 μὲ ἐγκατέλιπε, διότι αὐτὸς εἶναι πρῶτος ἐξάδελφος τοῦ Ἰωάν. Ζαΐμη τοῦ ἐπιλεγομένου Ἀύλου, διότι εἰς τὰ Καλάβρυτα ἔχομεν ὅλοι παρεπώνυμα· ἐμὲ μὲ λέγουν Καπόνην, τὸν ἐξάδελφόν μου Κυβερνήτην, καὶ μόνον ὑπ’ αὐτὰ τὰ ὀνόματα μᾶς γνωρίζουν· καὶ ὁ κύριος Ζαΐμης ἔχει ἐπώνυμον, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸ εἴπω. Λοιπὸν αὐτὸς ὁ Λεχουρίτης εἶναι στενὰ συνδεδεμένος μὲ τὸν Ἰωάννην Ζαΐμην. Ἦτο φίλος μου, ἀλλὰ μὲ ἐγκατέλειψε, καὶ ἐγὼ τὸν ἐτιμώρησα, διότι τὸν ἔῤῥιψα ἀπὸ τὴν δημοτικὴν ἀρχήν. Πῶς ὅμως ἔγεινε σφαιριδιοδότης τοῦ κυρίου Ζαΐμη, ἀφοῦ ἦτο μὲ τὸν ἰδικόν μου συνδυασμὸν ὁ Ἰω. Ζαΐμης; Τὸ γνωρίζει ὁ ἔντιμος ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ ὁ κ. Δαραλέξης, ὁ κ. Στεφανόπουλος, ὁ κ. Κυριακόπουλος καὶ οἱ ἄλλοι Πατρεῖς. Ὁ νέος αὐτὸς ἐκληρονόμησε μίαν περιουσίαν 100 χιλιάδων δραχμῶν, περίπου, εἰς τὴν Ἠλείαν, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἤγειραν ἀξιώσεις τινὲς τῶν συγγενῶν του, οἱ ὁποῖοι εἶχον μεγάλας συμπαθείας εἰς τὸν κ. Ζαΐμην, καὶ τὸν ὑπεχρέωσαν ν’ ἀκολουθήσῃ τὸν κ. Ζαΐμην. Τώρα σᾶς ἐρωτῶ, κύριε Αὐγερινὲ, κύριε Ῥοῦφε, εἶναι βλὰξ αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος, ὅπως τὸν εἶπεν ὁ Βουλευτὴς Καλαβρύτων;
§19Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πρῶτον, δὲν ἐνθυμοῦμαι καλῶς ἐὰν ἦναι ὁ Κώστας Λεχουρίτης ἢ ὁ Ἰωάννης. Δεύτερον, σᾶς παρατηρῶ, ὅτι ὁ Λεχουρίτης ἀπεφάσισε νὰ προστεθῇ εἰς ἓν τῶν κομμάτων, διότι μείνας μόνος μετὰ τοῦ συγγενοῦς του Ἀύλου, ἔχασε τὴν δημοτικὴν ἐξουσίαν, καὶ προσετέθη εἰς τὸν κ. Ζαΐμην. Ὁ δὲ Λεχουρίτης εἶναι υἱὸς ἀγωνιστοῦ, ὅπως εἶναι καὶ ὁ Σολιώτης, διότι ἐὰν ὁ γέρων Σολιώτης ἔῤῥιψε τὸ πρῶτο ντουφέκι, ὁ γέρων Λεχουρίτης ἔῤῥιψε τὸ δεύτερο.
§20Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἠμπορεῖς ν’ ἀρνηθῇς, ὅτι ἐγὼ ἔκαμα τὸν Λεχουρίτην Δήμαρχον, καὶ ἐγὼ τὸν ἔῤῥιψα.
§21Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν εἶναι ὁ Κώστας ὁ σφαιριδιοδότης, εἶναι ὁ Ἰωάννης.
§22Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ Ἰωάννης εἶναι πλέον ἔξυπνος, καὶ ἀπόδειξις, ὅτι αὐτὸς κατώρθωσε νὰ κληρονομήσῃ, καὶ αὐτὸς διαχειρίζεται τὴν περιουσίαν. Ἅμα δὲ ἐτελείωσεν ἡ διαλογὴ καὶ ἐφανερώθησαν τὰ πλεονάζοντα σφαιρίδια, ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς κάλπης τοῦ κ. Ζαΐμη ἔπεσε κάτω καὶ ἐξηραίνετο ἀπὸ τὰ γέλια. Τίποτε περισσότερον δὲν ἠξεύρω, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι σήμερον, σφαιρίδιον εἰς τὴν κάλπην δὲν ἠμπορεῖ νὰ πέσῃ, χωρὶς τὴν συγκατάθεσιν τοῦ ἀντιπροσώπου.
§23ΜΙΛΗΣΗΣ. Κατὰ τὴν ψηφοφορίαν.
§24Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καμμίαν ἐναντίαν ἀπόδειξιν δὲν ἔχετε, ὅτι ἀνέβησαν ἀπὸ τὰ κεραμύδια καὶ ἀπὸ τὰ πλατάνια καὶ ἔβαλαν σφαιρίδια, χωρὶς νὰ πειράξουν τὰς σφραγῖδας· αὐτὰ εἶναι παραμύθια. Δὲν ἰσχυρίζομαι ὅτι ὅσα λέγω εἶναι ὅλα ἀληθῆ, διότι ἤμην μακρὰν τῆς Ψωφίδος δώδεκα ὥρας. Ὁ κ. Μίλησης, ἂν καὶ 150 ὥρας μακρὰν, ἔβλεπε μὲ τὸ τηλεσκόπιον, φαίνεται, ἀπὸ τὸν πλάτανον εἰς τὴν ἐκκλησίαν, ὅτι ἔῤῥιψαν ἐδῶ 10, ἐκεῖ 50 καὶ ἐκεῖ 60 σφαιρίδια, καὶ ἐκράτησε τόσην ἀκρίβειαν τῆς ἐπιστημονικῆς καλπονοθεύσεως. Τὰ σφαιρίδια ἔπεσαν κατὰ τὴν ψηφοφορίαν· αὐτὸ εἶναι τὸ γεγονός. Ὁ κ. Κάγκας ἔχει τὴν πεποίθησιν ὅτι ἔπεσαν εἰς τὸ Ὄχι, ἐγὼ δὲ, ὅτι ἔπεσαν εἰς τὸ Ναί. Ποῖος θὰ μᾶς δικάσῃ;
§25ΚΑΓΚΑΣ. Ἡ συνείδησις.
§26Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἠκούσατε τί εἶπαν· καλπονοθευταί, ἐγκληματίαι. Ἡμεῖς δὲν καυχώμεθα ὅτι ἐξήλθομεν ἀπὸ τὰς κάλπας βουλευταὶ, ὡς ἡ περιστερὰ τοῦ Νῶε ἀπὸ τὴν κιβωτὸν ἄδολος καὶ καθαρά. Πιθανὸν ἡ ἐκλογὴ τοῦ κ. Μίληση καὶ τοῦ κ. Ῥικάκη νὰ ἦναι τοιαύτη, ἁγνὴ καὶ ἀθώα. Ἀλλὰ λαλοῦντες περὶ τῆς καλπονοθεύσεως, ἀποσιωποῦν τὸ πραγματικὸν ἔγκλημα, τὸ ὁποῖον ἔγεινεν ἐναντίον μου. Ἔπρεπε νὰ μὲ ἰδῆτε καταδιωκόμενον ὑπὸ τῆς ἐξουσίας ἐν Καλαβρύτοις· ἔπρεπε νὰ ἰδῆτε τὴν στρατιωτικὴν δύναμιν φυλακίζουσαν τοὺς ἐκλογεῖς, καὶ τοὺς ἀντιπροσώπους μου διωκομένους ἀπὸ τὰς κάλπας. Αὐτὰ ἔπαθα εἰς τὰ 73 καὶ 74. Διὰ νὰ ὑπερασπίσω δὲ τὰ δικαιώματα τῶν ἐπαρχιωτῶν μου καὶ τὰ ἰδικά μου, τοὺς εἶπα: Πάρετε τὰ ὅπλα, πηγαίνετε εἰς τὸν Δῆμον τῶν Λαπαθῶν, καὶ κάμετε μίαν ἐκλογὴν διὰ τῶν ὅπλων. Ἦλθον εἰς τὴν Βουλὴν τότε καὶ εἶπον ὅ,τι λέγω σήμερον, ὅτι κατέκτησα τὴν ἐκλογὴν, ἐπῆρα τὴν ἐκλογὴν διὰ τῆς βίας, διότι εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀμύνωμαι. Τοῦτο δὲν ἦτο νόμιμον βεβαίως, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἦτο νόμιμος. Οἱ ὁμιλοῦντες ἐδῶ ἔχουν καμμίαν εὐθύνην δι’ ὅσα λέγουν; Ἔφεραν καὶ μίαν ἀναφορὰν ἀπὸ 140 ὀνόματα· αὐτὴ ἡ ἀναφορὰ πότε ἔγεινε; ποῦ ἔγεινε; πῶς ἔγεινε; Διὰ τοῦτο ὁ Νομοθέτης εἶπεν· ἀλήθεια τῆς ἐκλογῆς εἶναι μόνον τὰ πρακτικὰ, διότι οἱ ὑπογράφοντες ἔχουν εὐθύνην.
§27ΜΙΛΗΣΗΣ. Τὰ πρακτικὰ δὲν βεβαιοῦν, ὅτι ἐῤῥίφθησαν 220 σφαιρίδια;
§28Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐῤῥίφθησαν· περὶ αὐτῶν πρόκειται τώρα 3 ἡμέρας. Τὰ πρακτικὰ λέγουν, ὅτι ἡ ἐκλογὴ ἔγεινε νόμιμος, ὅτι ἔνστασις δὲν ἐγένετο, πρέπει δὲ ἐπιστήμως νὰ ἀναιρεθοῦν διὰ μιᾶς δικαστικῆς ἀποφάσεως· ἄλλως εἶναι ἀλήθεια. Αὐτὰ εἶχον νὰ παρατηρήσω, διότι νομικὰ ζητήματα ἐγὼ δὲν ἐννοῶ, ὅπως βλέπω αὐτὰ λυόμενα ἀπὸ τοὺς νομικούς. Ὅτι δὲ τὰ δικαστήρια ἐφαρμόζουν τοὺς νόμους ὅπως αὐτὰ θέλουν, αὐτὸ δὲν τὸ πιστεύω. Προσέξατε, μὴ ταράξητε τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους, μὴ ταράξητε τὴν πεποίθησιν τῶν ἀνθρώπων εἰς τὸν νέον Νόμον. Ἐὰν συνέβη ἕνα ἄτοπον, πρέπει διὰ τοῦτο ν’ ἀνατρέψητε τὸ Σύνταγμα καὶ νὰ κλονίσητε τὰς βάσεις τῆς κοινωνίας; Ἐὰν θέλετε, κάμετέ το. Ἐγὼ ὑπέδειξα τὰς συνεπείας, σεῖς ἔχετε τὴν εὐθύνην.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καλλιγᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§30Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀφοῦ θὰ ὁμιλήσῃ ὁ κ. Καλλιγᾶς ἐπὶ τοῦ νομικοῦ ζητήματος, κρίνω περιττὸν νὰ εἴπω τι. Βεβαίως τινὲς ἔχουν συμφέρον ὅπως τὰ πλεονάζοντα σφαιρίδια ἀφαιρεθοῦν ἀπὸ τὸ Ναί.
§31Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Σὺ ὁμιλεῖς ἔτσι, ποῦ δὲν ἔχεις τρακόσους ψήφους εἰς τὰ Καλάβρυτα καὶ δὲν ἔχεις οὔτε Δήμαρχον, οὔτε Πάρεδρον κἂν ἐκεῖ.
§32Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν καυχῶμαι, ὅτι ἔχω ἐπιῤῥοὴν, διότι δὲν ὑπάρχει κανεὶς λόγος, χάριν τοῦ ὁποίου ἡ ἐπαρχία νὰ χρεωστῇ μεγάλην εὐγνωμοσύνην εἰς ἐμέ. Δὲν ὑπάρχει ὅμως καὶ κανεὶς λόγος, διὰ νὰ γείνῃ τὸ ἐναντίον· ὁσάκις ἦλθον Βουλευτής, οὐδέποτε ἔγεινεν ἔνστασις κατ’ ἐμοῦ, περὶ καλπονοθεύσεως. Ὀφείλω δὲ νὰ εἴπω, ὅτι κατὰ τὸ 1872, ἐν τῷ Δήμῳ Λαπαθῶν, ἔγεινεν ἐπίσης καλπονόθευσις, ὅτι τὴν κατήγγειλα, καὶ διὰ τῆς καλπονοθεύσεως ἠδυνήθη μόνον νὰ εἰσέλθῃ ὁ προλαλήσας· ὅτι κατὰ τῆς καλπονοθεύσεως ἐκείνης ὡμίλησα ἐνώπιον τοῦ νομοθετικοῦ σώματος ἐπὶ 1½ ὥραν. Ὁ ἀντίθετος ὡμίλησεν ἐπὶ μίαν ἡμέραν, κατηγόρησε καὶ τοὺς 12 Δήμους, ἐκτὸς τοῦ τῶν Λαπαθῶν, τὴν δὲ ὁμιλίαν του θὰ τὴν εὕρετε νομίζετε; Ὄχι, τὴν ἐπῆρε εἰς τὴν τζέπην του, καὶ δὲν ὑπάρχει εἰς τὰ πρακτικά· συνάμα δὲ ἐπῆρε καὶ τὸν ἐπίλογον τῆς ἰδικῆς μου, καὶ δὲν ὑπάρχει εἰς τὰ στενογραφημένα πρακτικά.
§33Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τότε, κύριοι, ἠξεύρετε τί συνέβη; Ἐδέησε νὰ μὲ παρακαλέσῃ νὰ ἀναβῶ εἰς τὸ βῆμα, νὰ παρακαλέσω τὴν βουλὴν νὰ ἐπικυρώσῃ τὴν ἐκλογήν.
§34ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Παρηκολούθησα μετὰ προσοχῆς τὴν μέχρι τοῦδε γενομένην συζήτησιν, προσπαθῶν καὶ ἐγὼ νὰ σχηματίσω τὴν πεποίθησίν μου καὶ νὰ βεβαιωθῶ, ὅτι ἡ λύσις, τὴν ὁποίαν παραδέχομαι, εἶναι ἡ ὀρθή. Τῳόντι τὸ ζήτημα εἶναι ἄξιον συζητήσεως εὐρείας καὶ πολλαὶ σκέψεις παρενοχλοῦν, οὕτως εἰπεῖν, τὴν ἀπόφασιν, πρὸς τὴν ὁποίαν τις τείνει. Ποῖον εἶναι τὸ ἔργον, εἰς τὸ ὁποῖον σήμερον ἐκλήθημεν; τὸ ἔργον τῆς ἐξελέγξεως; βεβαίως εἶναι νὰ ἀνεύρωμεν τὴν γνησιότητα τῆς βουλήσεως τῶν ἐκλογέων καὶ νὰ ἀποχωρήσωμεν πᾶν ὅ,τι εἶναι νενοθευμένον. Αὐτὸ τὸ ἔργον δὲν θέλομεν τὸ ἐκπληρώσει, ἐὰν φανῶμεν ἀνίσχυροι εἰς τὸ νὰ ἐξαλείψωμεν τὸ νόθον καὶ ψευδές. Ὁρμῶμαι ἐκ τῆς πεποιθήσεως, καὶ δὲν ἐπεμβαίνω εἰς τὴν συζήτησιν τῶν πραγμάτων, περὶ ὧν ἐσχηματίσθη ἡ κρίσις καὶ ἡ ἐκτίμησις τῶν πλείστων ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, ὅτι νοθεία ὑπῆρξε, καὶ ὁ πλεονασμὸς τῶν σφαιριδίων ἀρκεῖ νὰ τὸ βεβαιώσῃ καὶ νὰ ἀφαιρέσῃ πάντα περὶ τούτου δισταγμὸν, καὶ τότε ἐρωτῶ· ἐὰν τοιαύτη ὑπάρχῃ νοθεία, ἐὰν ἡ νοθεία ἔγεινε τῳόντι ὅπως χαρακτηρίζεται, ὅπως φαίνεται ἐξ ὅλης τῆς συζητήσεως καὶ ἐξ ὅλων τῶν δεδομένων, τὰ ὁποῖα ἔχομεν, ἐὰν ὑπάρχῃ τοιαύτη ἀλλοίωσις τοῦ ἀποτελέσματος, γενομένη διὰ σφαιριδίων εἰσαχθέντων εἰς τὸ Ὄχι, εἴμεθα ἀνίσχυροι, εἴμεθα δεσμευμένοι, ὁ νόμος μᾶς δένει τὰς χεῖρας εἰς βαθμὸν ὥστε νὰ μὴ δυνάμεθα νὰ καταστείλωμεν αὐτὴν τὴν νοθείαν; Μᾶς λέγουσιν, ἀνθίσταται ὁ νόμος! Δυνάμεθα νὰ δώσωμεν εἰς τὸν περὶ ἐκλογῆς νόμον τοιαύτην ἔννοιαν, περιορίζουσαν τὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ βουλή; Τίς ἠμφισβήτησε τὴν παντοδυναμίαν τῆς βουλῆς, ὅταν πρόκηται περὶ ἐξελέγξεως, ὅταν πρόκηται περὶ καταρτίσεως τῆς νομιμότητός της; Δὲν διστάζω περὶ τούτου· ἅμα δεσμευθῇ τὸ νομοθετικὸν σῶμα εἰς τὸ ἔργον τῆς ἐξελέγξεως, συνέπεια εἶναι, ὅτι δύναται νὰ καταρτισθῇ ἡ βουλὴ κατὰ τὴν νομιμότητα αὐτῆς ἀτελής. Ὅπως καταρτισθῇ τελεία, πρέπει ἡ ἐξουσία τοῦ ἐλέγχου νὰ ὑπάρχῃ πλήρης, ἡ ἐπέμβασις εἰς πᾶν ὅ,τι δύναται νὰ καταρτίσῃ τὴν νομιμότητα τῆς ἐκλογῆς, πρέπει νὰ ἦναι ἀπεριορίστως ἐπιτετραμμένη. Αὐτὴν τὴν ἀρχὴν οὐδεὶς ἠμφισβήτησεν, οὐδεὶς λέγει, ὅτι εἴμεθα δεσμευμένοι ἐν γένει. Τὸν περιορισμὸν προτείνουσιν εἰς αὐτὸ μόνον τὸ εἶδος τῆς νοθείας, τὸ ὁποῖον ὡς ἐκ τῆς διατάξεως τοῦ περὶ ἐκλογῆς νόμου, δὲν ὑποπίπτει εἰς τὸν ἔλεγχον ἡμῶν. Εἶναι τῳόντι τοιαύτη ἡ ἔννοια τῆς διατάξεως; Ἔχει αὐτὴν τὴν ἰδιότητα, νὰ δεσμεύηται ἡ ἀπεριόριστος ἐξουσία τοῦ ἐλέγχου τῆς βουλῆς; Ἡ διάταξις τῷ ὄντι, κατὰ τὸ κείμενον αὐτῆς καὶ ὅπως ἐνομοθετήθη, φαίνεται δεσμεύουσα καὶ τὴν βουλήν, οὐχὶ δὲ μόνον τὰς ἐφορευτικὰς ἐπιτροπὰς καὶ τὰ δικαστήρια τὰ ἀνακηρύττοντα τοὺς ὑποψηφίους· δεσμεύει δὲ τὴν βουλὴν ἐν τῷ ἐλέγχειν, διότι δίδει τρόπον λύσεως, ὥστε δὲν δυνάμεθα νὰ ἀκολουθήσωμεν ἄλλον; Ἅμα ἀκολουθήσωμεν ἄλλον ἰδοὺ ἡ πλάνη, ἰδοὺ ὅτι ἐξερχόμεθα τοῦ Συντάγματος, ἰδοὺ τὸ χάος, καὶ ὅ,τι ἄλλο ἐῤῥέθη δυνάμενον νὰ διαταράξῃ τὴν φαντασίαν. Εἴτε ἀνατρέξητε εἰς τὴν γενομένην συζήτησιν ὅτε ἐψηφίσθη αὐτὴ ἡ διάταξις, εἴτε ἐξετάσητε καὶ αὐτὴν τὴν διάταξιν καθ’ ἑαυτὴν, νομίζω, ὅτι θέλετε ἀνεύρει τὴν περιωρισμένην ἐφαρμογὴν αὐτῆς· οὔτε ἀπόλυτον ἔχει ἔννοιαν, οὔτε δεσμεύει τὴν ἐξουσίαν τοῦ ἐλέγχου, ὅπως διέλθῃ ἡ νοθεία ἀτιμώρητος. Ἀνατρέχοντες εἰς τὴν ἐποχὴν τῆς Συνελεύσεως, ἐκεῖ βλέπομεν τί συνέβη. Ὁ πρῶτος ἀγορεύσας περὶ τῆς διατάξεως καὶ ὁ διατυπώσας αὐτὴν ὑπέθετεν, ὅτι εἷς καὶ μόνος τρόπος ὑπάρχει τῆς νοθείας, διὰ προσθήκης σφαιριδίων εἰς τὸ ναὶ, οὐδεὶς δὲ ἄλλος τρόπος εἶναι ἐνδεχόμενος. Ἡ ἔννοια αὕτη, ἣν ὁ πρῶτος ἀγορεύσας διετύπωσε, πόῤῥω ἀπέχει τῆς ἀληθείας, δὲν βεβαιοῦται ἐκ τῆς πείρας, ἐξ ἧς ἀποδεικνύεται, ὡς νομίζω, ἀνύπαρκτος. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σήμερον καταφαίνεται, ἔχει καὶ ἄλλα παραδείγματα, ἡ δὲ ἐμφάνισίς του μαρτυρεῖ, ὅτι δύναται νὰ εὕρῃ καὶ μιμητάς. Βλέπω τὸν δεύτερον ἀγορεύσαντα, ὅστις ἐξέφρασεν ἄλλο ἀξίωμα· ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Ζακύνθου κ. Λομβάρδος τότε ἐξέφρασεν, ὅτι εἰς τοιαύτην περίστασιν πρέπει νὰ ἐπέρχηται ἀκύρωσις τῆς ἐκλογῆς· δὲν ἔπρεπεν, εἶπε, νὰ ἀνακηρύττηται ὁ ὑποψήφιος, ἀλλὰ ἔπρεπε νὰ δικάζῃ ἀμέσως ἡ βουλὴ περὶ τοιαύτης ἐκλογῆς, καθ’ ἣν ἀνεφάνησαν πλεονάζοντα σφαιρίδια, καὶ ῥητῶς μάλιστα προσέθετο, ὅτι ἡ ἐξουσία τῆς βουλῆς εἰς τοιαύτην περίστασιν εἶναι ἀπεριόριστος. Ἔρχεται ὁ τρίτος, ὁ κ. Κεχαγιᾶς, ὁ ὁποῖος ἀμέσως μεταβάλλει καὶ τὸν σκοπὸν καὶ τὴν σημασίαν τῆς διατάξεως, διότι θέλει ὅπως αὕτη χρησιμεύῃ μόνον διὰ νὰ παύσῃ ἡ ἀμηχανία τί πρέπει νὰ γείνῃ εἰς τοιαύτην περίστασιν, ποῖος τέλος πρέπει νὰ ἀνακηρυχθῇ βουλευτής, ὅπως μὴ μένῃ τοῦτο ἄγνωστον καὶ ἄδηλον. Λέγει λοιπὸν, ὅτι ὁ μόνος τρόπος ἀμέσως ἐξ ἀρχῆς εἰς τοιαύτην ἀπορίαν εἶναι, διὰ νὰ δοθῇ μία λύσις καὶ νὰ εἰσαχθῇ πρόσωπον εἰς τὴν βουλὴν, ἡ ἀφαίρεσις τῶν πλεοναζόντων σφαιριδίων νὰ γείνῃ ἐκ τοῦ ΝΑΙ. Καὶ πάλιν ἐκεῖ παρατηρεῖ τις τὸ ἑξῆς, ὅτι μία καὶ μόνη νόθευσις ἐφάνη ἐπικίνδυνος διὰ τῆς προσθήκης σφαιριδίων εἰς τὸ ΝΑΙ. Περὶ προσθήκης εἰς τὸ ΟΧΙ ἔχομεν ἀρκετὰς ἐγγυήσεις, ὅτι οἱ ἀντιπρόσωποι δὲν θέλουν ἐπιτρέψει, οὔτε θέλει διαλάθει τὴν παρατήρησιν καὶ τὴν μέριμναν αὐτῶν καὶ τῶν ἄλλων ἀγρύπνων φυλάκων· διὰ τοῦτο μόνον ἐκεῖνο τὸ εἶδος τῆς νοθείας ἀποβλέπει ἡ διάταξις. Ἀλλὰ τώρα ἐξετάζω καὶ αὐτὴν τὴν διάταξιν ὅπως ἔχει, ἀνεξαρτήτως τῶν τότε λεχθέντων. Ποία εἶναι ἡ ἔννοια ὅτι «ἀφαιροῦνται πάντοτε τὰ πλεονάζοντα σφαιρίδια ἐκ τοῦ ΝΑΙ»; διότι ὑπάρχει τεκμήριον, ὅτι εἰς μόνον τὸ ΝΑΙ προσετέθησαν· ποῦ στηρίζεται αὐτὸ τὸ τεκμήριον; εἰς μίαν ὑπόθεσιν. Δι’ ἑνὸς τεκμηρίου λοιπὸν καὶ μιᾶς ὑποθέσεως λύεται ἡ ἀπορία. Τί σημαίνει αὐτὴ ἡ λύσις δι’ ἑνὸς τεκμηρίου καὶ μιᾶς ὑποθέσεως; Ὅτι δὲν δύναται ν’ ἀνακαλυφθῇ ἡ ἀλήθεια, ἀλλ’ εὑρισκόμεθα ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ἀγνοίας, οὔτε ἐπιτρέπεται νὰ διασχίσωμεν τὸν πέπλον, ἀλλ’ ἐν τῇ σκοτίᾳ καταφεύγομεν εἰς τεκμήριον. Ὅταν τοιαύτην ἔχωμεν περίστασιν, ἥτις εἶναι εἰς ἡμᾶς ἄγνωστος, δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν τί συνέβη, πῶς ἐγένετο, ὥστε ὑπάρχουν πλεονάζοντα σφαιρίδια, ἀσύμφωνα πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν ψηφοφόρων, οὐδὲ γνωρίζομεν πῶς εἰσεχώρησαν, τότε λέγει ὁ νόμος, ὅτι ἀφαιροῦνται ἐκ τοῦ ΝΑΙ. Ἰδοὺ ἡ περίστασις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐφαρμόζεται ἡ διάταξις· τότε ἔχει κῦρος καὶ εἶναι σκόπιμος, ὅταν ἦναι ἐντελῶς ἄδηλον, ὅταν οὐδεὶς δύναται νὰ εἴπῃ καὶ βεβαιώσῃ πῶς εἰσήχθησαν τὰ σφαιρίδια. Εὑρισκόμεθα ὑπὸ τὸ κράτος τῆς μυστικῆς ψηφοφορίας, αὐτὴ εἶνε ἡ πρώτη ἀρχὴ τοῦ περὶ ἐκλογῆς νόμου· θέλετε νὰ προχωρήσωμεν εἰς ἔρευναν, νὰ ἐξετάσωμεν ἕνα ἕκαστον καὶ νὰ μάθωμεν πῶς εἰσήχθησαν τὰ πλεονάζοντα σφαιρίδια; Τοῦτο ἀπαγορεύεται· ἐκαλύφθη τὸ μυστήριον, καὶ ἐν τῷ σκότει ἐδόθη μία λύσις ἐπὶ γεγονότος ἐνδεχομένου, ὅταν τὰ πράγματα ἦναι ἄδηλα. Ἔχοντες λοιπὸν τοιαύτην διάταξιν, ἥτις κυρίως φαίνεται δεδομένη, ὅπως ἀνακηρύττηται μετὰ τὸ πέρας τῆς ἐκλογῆς ὁ ὑποψήφιος βουλευτής, ὅταν δὲν δυνάμεθα νὰ ἀνακαλύψωμεν τί συνέβη, πῶς θέλετε νὰ ἐφαρμόσητε τοῦτο καὶ εἰς ἄλλην περίστασιν ὅλως διάφορον; Τί ἠθέλατε πράξει ὅταν τὸ ἐναντίον μαρτυροῦσι τὰ πράγματα; δὲν ἐξεγείρεται τότε ἡ συνείδησις, ὅταν εὑρίσκεται ἀπέναντι τῆς νοθείας, καὶ ἐν τούτοις αἱ χεῖρες εἶναι δεδεσμευμέναι; Ὅταν τὸ πρᾶγμα ἦναι φανερὸν ἐνώπιον τῶν ὀφθαλμῶν ἡμῶν, ὅταν δὲν διστάζωμεν, ὅτι τὰ σφαιρίδια δὲν προσετέθησαν εἰς τὸ ΝΑΙ, ἀλλὰ εἰς τὸ ΟΧΙ, εἶναι τότε ἐφαρμοστέον τὸ ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον ἔθεσεν ὁ νόμος; Εἶναι τάχα τὸ ἀξίωμα αὐτόδηλον ἢ εἶναι ἀλάνθαστον; Εἶναι τάχα πάντοτε σύμφωνον μὲ τὰ πράγματα; Καὶ εἰς τὰς δύο ἀντιθέτους περιστάσεις εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμόζηται; Ἐὰν ὑποθέσητε, ὅτι εὑρίσκονται ἐντὸς κάλπης μόνον δέκα σφαιρίδια εἰς τὸ ΝΑΙ, πλεονάζουν δὲ 200, πῶς δύνασθε νὰ τὰ ἀφαιρέσητε ἐκ τοῦ ΝΑΙ; Λοιπὸν εἶναι τεκμήριον στηριζόμενον ἐπὶ ὑποθέσεως, καὶ κυρίως ἔχει τὴν ἐφαρμογήν του ὅταν ἤμεθα ἐν πλήρει ἀγνοίᾳ, ὅταν δὲν δυνάμεθα νὰ διαγνώσωμεν, οὐδὲ νὰ δώσωμεν τὸν λόγον, οὔτε ἐπιτρέπεται νὰ ἐξετάσωμεν. Ὅταν ὅμως ἔχωμεν πρᾶξιν ἐνώπιόν μας φανερὰν, καὶ γεγονότα, τὰ ὁποῖα δὲν ἀφίνουσι τὸν δισταγμὸν, καὶ ἀρκοῦσιν εἰς τὸ νὰ σχηματίσωμεν πεποίθησιν, καὶ τοῦτο τὸ λέγω δι’ ἐκείνους οἵτινες ἐσχημάτισαν τοιαύτην πεποίθησιν, μὴ ἀμφιβάλλοντες ὅτι τὰ πλεονάζοντα σφαιρίδια ἐτέθησαν ὅλα εἰς τὸ ΟΧΙ, τότε δὲν εὑρισκόμεθα ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ τεκμηρίου καὶ τῆς ὑποθέσεως. Τότε εὑρισκόμεθα ἐνώπιον μιᾶς νοθείας, ἔχοντες τὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν μᾶς δίδει ὁ νόμος, νὰ μὴ ἐπιτρέψωμεν τὴν κύρωσίν της, καὶ οὐδὲν ἄλλο ἀνθίσταται εἰς τὴν πλήρη ἐξάσκησιν τῆς ἐλευθέρας ἐξουσίας. Δὲν προσκρούομεν πλέον εἰς τὴν γνωστὴν διάταξιν, διότι δὲν ὑπάρχει ἡ περίστασις ἐκείνη, καθ’ ἣν ἀγνοοῦμεν ποῦ εἰσῆλθον τὰ σφαιρίδια· τώρα γνωρίζομεν, ὅτι εἰσῆλθον εἰς τὸ ΟΧΙ, καὶ ἐρωτῶμεν, ὅταν ἔχωμεν καταφανῆ τὰ γενόμενα, εἴμεθα πλέον τότε δεδεσμευμένοι; Ὁ νόμος εἶπεν, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ἄγνωστον, καὶ ὑπὸ τοιοῦτον ὅρον ἔθεσε τὴν διάταξιν. Δὲν ἐπαναλαμβάνω ὅσα πολὺ εὐγλώττως ἐῤῥέθησαν ἐνταῦθα περὶ τῆς θέσεως ἣν κατέχει ἡ διάταξις ἐν τῷ νόμῳ, ἐξ ἧς ἐμφαίνεται, ὅτι κυρίως ὡρίσθη διὰ τὰς ἐφορευτικὰς ἐπιτροπὰς καὶ τὴν διαλογὴν· οὐχ ἧττον δὲν λέγω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἦναι γνώμων τῆς βουλῆς, διότι θέλομεν ὑποπέσει εἰς ἄλλο ἀτόπημα· ἔπρεπε νὰ μᾶς καταστήσῃ προσεκτικοὺς, μὴ ὑποπέσωμεν εἰς λάθος, ὅτι εἰς πᾶσαν περίστασιν αὐθαιρέτως δυνάμεθα ν’ ἀλλοιῶμεν τὰ ἀποτελέσματα. Ὄχι· πρέπει νὰ παρακολουθῶμεν τὰ πράγματα, ὅταν δὲ ἦναι ἄγνωστον, οὐδὲ ὑπάρχῃ πεποίθησις, ὅτι τὰ πλεονάζοντα σφαιρίδια ἐῤῥίφθησαν εἰς τὸ ὄχι, τότε ἔχει ἐφαρμογὴν ἡ διάταξις τοῦ νόμου, ἥτις ἀποκλείει ἄλλην ἀφαίρεσιν· δὲν ἠμποροῦμεν ὅμως νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ καὶ ἀλλέως νοθεία. Ἐν ὅσῳ δὲν ὑπάρχει ἀποδεδειγμένη, προφυλάττονται διὰ τοῦ τεκμηρίου οἱ αὐθαίρετοι καταλογισμοὶ καὶ ἐξασφαλίζονται τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐκλογῆς. Σέβομαι λοιπὸν τὴν διάταξιν, ἀλλὰ ἐντὸς τῶν ὅρων αὐτῆς. Ἐὰν ὅμως ὑποθέσωμεν τὰ ἐναντία, ἡ διάταξις εἶναι ἀνεξήγητος, διότι ἀφαιρεῖ τὴν ἀσφάλειαν τῆς νομιμότητος τῶν ἐκλογῶν, ἐνῷ ἐπιτρέπει τὴν νοθείαν διὰ προσθήκης σφαιριδίων εἰς τὸ ὄχι. Εἶναι ἀμφιβολία, ὅτι ταχέως θέλει ἀναπτυχθῆ, καὶ θέλει διαταράξει καὶ αὐτὰς τὰς βάσεις τοῦ πολιτεύματος; Ἠκούσαμεν, κύριοι, ὅτι τρεῖς εἶναι αἱ λύσεις αἱ ἐνδεχόμεναι εἰς τοιαύτην περίπτωσιν. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς ἐπικυρώσεως τῆς ἐκλογῆς, ὡς ἔχει αὕτη· μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν δύναται πλέον νὰ ὑποστηριχθῇ, οὔτε δύναται νὰ ἔχῃ λόγον· ἐκ τῆς συζητήσεως ἀρκούντως κατεδείχθη. Δύνανται ὅμως νὰ ἐξετασθῶσι τὰ δύο ἄλλα συστήματα, τὸ σύστημα τῆς ἀκυρώσεως, καὶ τῆς ἐξετάσεως τοῦ συνόλου τῆς ἐκλογῆς, ὥστε νὰ εὑρεθῇ τὸ γνήσιον ἀποτέλεσμα καὶ νὰ ἀποσκορακισθῇ τὸ νόθον. Περὶ τῆς ἀκυρώσεως διάφορα ἐπιχειρήματα ἐξέθεσεν ἐνώπιον ἡμῶν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Ζακύνθου, ὅστις τὸ αὐτὸ ὑπεστήριξεν ἐν τῇ ἐθνικῇ συνελεύσει. Ὁσάκις ὑπάρχουσι πλεονάζοντα σφαιρίδια, εἶπε τότε, πρέπει νὰ ἐπέλθῃ ἡ ἀκύρωσις, εἰς δὲ τὴν βουλὴν ἀνήκει νὰ κρίνῃ· ἥτις ἔχει ἐξουσίαν ἀπεριόριστον. Ἄλλοι εἶπον, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς ἐκλογὴν, οὔτε νὰ δεσμευθῶμεν, καὶ ὅτι πρέπει νὰ πατάξωμεν τὴν νόθευσιν. Τὸ ζήτημα τῆς ἀκυρώσεως, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι συνεπές· τὸ νομίζω, διότι δὲν φθάνει μέχρι τοῦ τελευταίου ἀποτελέσματος, μένει, οὕτως εἰπεῖν, ἐν μέσῳ τῆς ὁδοῦ· δέχεται, ὅτι ὑπάρχει τὸ γεγονὸς τῆς νοθείας, ὅτι τὸ πλεόνασμα εἶναι γνωστὸν ποῦ ἔλαβε τὴν ὕπαρξίν του. Ἀλλ’ ἐνῷ παραδέχεται τὸ γεγονὸς, δὲν τολμᾷ νὰ προβῇ εἰς τὰς συνεπείας, διὸ προτιμᾷ τὴν ἀκύρωσιν· φοβεῖται ἄλλα ἀτοπήματα. Δὲν εἶναι λοιπὸν συνεπὴς αὐτὴ ἡ λύσις, πρὸς ἀποφυγὴν ἄλλων ἀτοπημάτων. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ πράξωμεν, διότι μᾶς κωλύει ἡ διάταξις καθ’ ἣν πρέπει ν’ ἀφαιρέσωμεν τὰ πλεονάζοντα σφαιρίδια ἀπὸ τὸ ΝΑΙ, τότε δὲν ἔπρεπε νὰ δεχθῶμεν οὔτε τὴν ἀκύρωσιν. Ἅμα ὅμως εἴμεθα πεπεισμένοι, ὅτι ὑπάρχουν πλεονάζοντα σφαιρίδια, μὴ ἀφαιρετέα ἀπὸ τοῦ ΝΑΙ, πρέπει νὰ καταλήξωμεν εἰς τὸ πόρισμα τῆς ἀφαιρέσεως ἐκ τοῦ ΟΧΙ, δεχόμενοι, ὅτι δὲν περιοριζόμεθα ἐκ τῆς ἀπολύτου διατάξεως ν’ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τοῦ ΝΑΙ. Ἀλλὰ εἶναι ἐπικίνδυνον καὶ διὰ τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς, ἐὰν δὲν ἀφαιρῶνται ἀπὸ τὸ ΝΑΙ. Εἶπον ὅ,τι θέλει συμβῇ καὶ εἰς τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς ὅταν καὶ ἐκεῖ ἐνδέχεται νὰ μὴ ἀφαιρῶνται πάντοτε ἀπὸ τὸ ΝΑΙ τὰ πλεονάζονται σφαιρίδια. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐκλέξωμεν ἐπὶ τέλους, διότι καὶ τὸ μὲν ὀλέθριον, καὶ τὸ δὲ καταστρεπτικὸν· εἴμεθα, οὕτως εἰπεῖν, μεταξὺ Σκύλλας καὶ Χαρίβδεως. Ἐὰν ὅμως θέλωμεν νὰ ἔχωμεν τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς ἀσφαλεῖς, τότε πρέπει νὰ ἐκτεθῶμεν εἰς τὸν ἄλλον κίνδυνον, τοῦ νὰ ἔχωμεν βουλευτικὰς ἐκλογὰς νενοθευμένας. Ποίαν σημασίαν ἔχει ἡ ἀκύρωσις; Οὐδὲν ἄλλο εἰμὴ δισταγμὸν· δὲν ἔχω πεποίθησιν, δὲν πιστεύω ἀδιστάκτως, δὲν εἶμαι πληρέστατα πεπεισμένος, ὅτι ἡ νόθευσις ἔγεινε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Ἀλλὰ τότε οὔτε ἡ ἀκύρωσις ἐπιτρέπεται, διότι ἡ ἀκύρωσις εἶναι ἄλλο τι, παρὰ νὰ ἀφαιρεθῶσι τὰ πλεονάζοντα ἀπὸ τὸ ΝΑΙ. Πῶς δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἀκύρωσιν ἡμεῖς οἱ ἔχοντες πεποίθησιν, ὅτι τὰ πλεονάζοντα εἰσῆλθον εἰς τὸ ὄχι; Λοιπὸν ἔχομεν καὶ τὴν πεποίθησιν καὶ τὴν ἀμφιβολίαν· τοῦτο δὲν δύναμαι νὰ συμβιβάσω καὶ εὑρίσκω ἀσυνεπές. Τί πρέπει λοιπὸν νὰ πράξωμεν; Νὰ σχηματίσωμεν ἐπὶ τέλους μίαν γνώμην, καὶ αὐτὴν νὰ δεχθῶμεν· ἢ νὰ ἀμφιβάλλωμεν, καὶ τότε νὰ εἴμεθα ὑπὲρ τῆς ἀκυρώσεως, ἢ τὸ ἐναντίον, ὅταν ἔχωμεν πεποίθησιν ὅτι τὰ πλεονάζοντα ἐῤῥίφθησαν εἰς τὸ ὄχι, τότε νὰ μὴ τὰ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὸ ΝΑΙ. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι τὸ ἔργον ἡμῶν δὲν πρέπει νὰ διάκηται ἐν ἀμφιβολίᾳ, ἀλλὰ νὰ φθάνωμεν εἰς λύσιν, ἥτις εἶναι πόρισμα πεποιθήσεως, τὴν ὁποίαν ἐσχηματίσαμεν, ἀφοῦ ἐξηγήσαμεν καὶ ἐσταθμίσαμεν τὰ πράγματα. Ἐκ τούτου βλέπω, ὅτι δὲν εἴμεθα δεδεσμευμένοι πόθεν ν’ ἀφαιρέσωμεν τὰ πλεονάζοντα σφαιρίδια. Ἀλλὰ λέγουν, ὅτι ἔχομεν ἐμπόδιον τὸν κανονισμὸν τῆς βουλῆς. Δὲν βλέπω εἰς τί ἀντίκειται ὁ κανονισμὸς τῆς βουλῆς, διότι, κατ’ αὐτὸν, δὲν ὑπάρχουσι βουλευταὶ οἱ μὴ λαμβάνοντες εἰσιτήρια, καὶ μόνον περὶ τῶν εἰσιτηρίων ἐξετάζομεν· ἀλλὰ τοῦτο οὐδεμίαν ἔχει ἐπιῤῥοὴν ἐνταῦθα. Δὲν ἔλαβε μὲν εἰσιτήριον τὸ πρόσωπον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἰσάγομεν τώρα· ἀλλ’ ἡ ἐφορευτικὴ ἐπιτροπὴ δὲν προδικάζει ὅπως οὐδὲ τὸ δικαστήριον, διότι ἀνακηρύττει· ὑπεράνω αὐτῶν ὑπάρχει ἡ ἰσχὺς τῆς Βουλῆς. Ἡ Βουλὴ ἐξετάζουσα δὲν δύναται νὰ περιορισθῇ ὑπὸ τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς ἢ ὑπὸ τοῦ δικαστηρίου, διότι ἐνδέχεται, ὅτι ἔσφαλον. Ἐὰν ὑποθέσητε, ὅτι ἐλανθάσθησαν εἰς τὴν ἀπαρίθμησιν, ἡ βουλὴ δὲν δύναται τάχα νὰ ἐπανορθώσῃ τὸ σφάλμα καὶ νὰ ἐξαγάγῃ τὸ ἀληθὲς ἀποτέλεσμα; Τί ἤθελε πράξει εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν; Θέλομεν εἰπεῖ, ὅτι, ἐπειδὴ ἀφέθη ἐκτὸς ὁ νόμιμος βουλευτὴς, διὰ τοῦτο δὲν δύναται νὰ εἰσέλθῃ, ἕνεκα τοῦ λάθους τῆς ἀπαριθμήσεως; Ὅλαι αἱ πράξεις τῆς ἐκλογῆς συναποτελοῦσιν ἀδιάσπαστον ἀλληλουχίαν. Τί ἄλλο πράττομεν, ὅταν λέγωμεν κατὰ τόσας ψήφους ὑπερτερεῖ ὁ εἷς τοῦ ἄλλου, τόση ὑπάρχει διαφορὰ, εἰμὴ ὅτι συγκρίνομεν τὰ ἀποτελέσματα ὅλων πρὸς ὅλους; Λοιπὸν εἶσθε κύριοι νὰ ἐξετάσητε τὸ σύνολον καὶ ὅλα ὁμοῦ τ’ ἀποτελέσματα τῆς ἐκλογῆς συγκριτικῶς. Τοῦτο λέγων, νομίζω πολὺ συνεπεστέραν τὴν λύσιν ἐκείνην, ἥτις προχωρεῖ μέχρι τοῦ τελευταίου πορίσματος ὅταν ὑπάρχῃ νοθεία· ἀλλὰ τοῦτο τὸ λέγω δι’ ἐκείνους, οἵτινες, ὅπως καὶ ἐγὼ, ἐσχημάτισαν τὴν πεποίθησιν ὅτι: ὑπάρχει νοθεία διὰ τῶν τεθέντων σφαιριδίων εἰς τὸ ὄχι, καὶ ὅτι αὐτὰ εἶναι τὰ πλεονάζοντα, διὸ πρέπει νὰ ἐξέλθωσιν· ἅμα δὲ ἐξέλθωσι, τὰ ἀποτελέσματα παρίστανται ἐνώπιον ἡμῶν μετὰ μαθηματικῆς ἀκριβείας. Δὲν θέλω, κύριοι, νὰ παρατείνω τὴν συζήτησιν· νομίζω, ὅτι ἀρκούντως ἐξήγησα τὴν πεποίθησίν μου, διότι τότε θέλω ἔχει τὴν συνείδησιν ἀναπεπαυμένην, ὅταν τῆς νοθείας ἐξαλειφθῶσιν αἱ συνέπειαι.
§35ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Ἠκούσατε τὸν διδάσκαλον· θὰ ἔχητε βεβαίως ὀλίγην ὑπομονὴν νὰ ἀκούσητε καὶ τὸν μαθητήν. Ὁ προλαλήσας ἔθεσε τὸ ζήτημα, διότι ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν ἠδυνήθην νὰ πεισθῶ, ὑπὸ τὴν ἑξῆς ἔποψιν· εἶπεν, ὅτι, ἂν ἡ Βουλὴ παραδεχθῇ νοθείαν, τότε, ἐξ αὐτῆς τῆς ἀρχῆς ὁρμωμένη, πρέπει νὰ ἀφαιρέσῃ τὰς ψήφους ἀπὸ τὸ ὄχι, καὶ ὄχι ἀπὸ τὸ ναί· εὑρίσκει ἀσυνεπῆ τὴν πρότασιν τῆς ἀκυρώσεως. Κατ’ ἐμὲ, ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἐγένετο καλπονόθευσις, ἥτις εἶναι ἀποδεδειγμένη καὶ ἀναμφισβήτητος· ἑπομένως, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πρέπει νὰ ἀκυρώσῃ τὴν ἐκλογὴν, διότι τὸ χάσμα ὅπερ θὰ ἀνοιχθῇ, ὡς εἶπόν τινες, ἐὰν ἐπικυρώσητε τὴν ἐκλογὴν, ἢ ὡς εἶπον ἄλλοι, ἂν ἀφαιρεθῶσιν ἐκ τοῦ ὄχι, θὰ ἦναι πολὺ μεγαλείτερον παρὰ ἂν ἀκυρώσητε τὴν ἐκλογὴν, διότι τότε θὰ τιμωρήσητε τὸν καλπονοθευτὴν ἐκεῖνον καὶ τὴν χεῖρα ἐκείνην, εἴτε ἐχθρικὴ ἦτο εἴτε φιλική. Ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν ἐπείσθην ὅτι ἐῤῥίφθησαν εἰς τὸ ὄχι, διότι τὸ βούλευμα τὸ παραπεμπτικὸν ἀπεῤῥίφθη καὶ δὲν εἶναι ἱκανὸν νὰ πείσῃ τὴν Βουλὴν, οὐδὲ ἡ ἀναφορὰ τῶν ψηφοφόρων, διότι τοιαῦται αἰτήσεις, ὡς ἐκ τοῦ ἀδυνάτου τοῦ χαρακτῆρος, δύνανται νὰ παρουσιασθῶσιν ἄπειροι, καὶ ἐπειδὴ ἐγὼ δὲν πείθομαι ὅτι αἱ ψῆφοι ἐῤῥίφθησαν εἰς τὸ ὄχι, οὐδὲ ὅτι ἐῤῥίφθησαν εἰς τὸ ναὶ, ἐπειδὴ πρόκειται νὰ δώσω ψῆφον, ἐκφράζω τὴν πεποίθησίν μου, ὅτι ἡ ἐκλογὴ εἶναι ἄκυρος.
§36ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, μετὰ ἀπουσίαν καὶ σιωπὴν 10 ἐτῶν, καλῶς σᾶς εὗρον.
§37ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Καλῶς ὡρίσατε.
§38ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Εἰς τὸ προανάκρουσμα τῆς μελλούσης μουσικῆς μου παρακαλῶ νὰ προσέξητε, καὶ ν’ ἀκούσητε τοὺς ὀλίγους τούτους ἤχους, τοὺς ὁποίους προεκλήθην νὰ προφέρω εἰς τὸ παρὸν ζήτημα τῆς καλπονοθεύσεως τοῦ δήμου Ψωφῖδος. Μακρὰν ἀπ’ ἐμὲ τὰ προσωπικά. Ἡ Βουλὴ μὲ κάμνει τὴν δικαιοσύνην, ὅτι οὐδέποτε ἀνεμίχθην εἰς προσωπικὰ ζητήματα, ὡς ἐπίσης καὶ εἰς τὸ σημερινόν. Ἔρχομαι εἰς ἐπικουρίαν τοῦ νόμου, καὶ οὐχὶ εἰς προτίμησιν τοῦ ἑνὸς προσώπου ἀντὶ τοῦ ἄλλου· ὁ νόμος εἶναι σαφὴς, τὰ γενόμενα εἶναι ἔναυλα εἰς τὰς ἀκοὰς ὅλων. Δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ ἐξιστορήσω τὰ γενόμενα τοῦ δήμου Ψωφῖδος· πρόκειται μόνον νὰ μορφώσητε κρίσιν ὀρθήν, συνταγματικὴν, δικαίαν, καὶ ἂς ἦναι οἱονδήποτε τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπιφέρῃ ἡ ἀκριβὴς ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου. Δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ νομολογία τῶν Βουλῶν τῆς Ἑλλάδος ἦτο πάντοτε ὁμοιόμορφος, ν’ ἀφαιρῇ τὰ σφαιρίδια ἀπὸ τὸ ναί. Ἐπὶ τούτου ἀνακαλῶ εἰς τὴν μνήμην τῶν παρελθόντων βουλευτῶν, ὑποβάλλω δὲ καὶ εἰς τὴν κρίσιν τῶν νέων τῆς παρούσης Βουλῆς, ὅτι πρὸ 12 ἐτῶν ἐμόρφωσα κρίσιν περὶ τούτου, ἥτις ἐγένετο δεκτὴ ὑφ’ ὁλοκλήρου τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς, καὶ ὅτι ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἦλθε τὸ ζήτημα τῶν περισσευόντων σφαιριδίων. Ὅλοι, ἐν πάσῃ ἀθωότητι καὶ ἐν πάσῃ ἀφελείᾳ, ἐδέχθησαν τὰ περισσεύοντα σφαιρίδια νὰ ἀφαιρεθῶσιν ἀπὸ τὸ ὄχι. Ἀλλὰ τί συνέβη τότε; εἰς τὴν ἐκλογὴν ἐκείνην τὰ σφαιρίδια ἐφωράθησαν ῥιπτόμενα εἰς τὸ ὄχι, καὶ μόνοι ἡμεῖς ἀνέβημεν εἰς τὸ βῆμα καὶ εἴπομεν: «Βουλὴ στῆθι, πρόκειται νὰ βραβεύσῃς τὸ ἔγκλημα, ἂν ἀφαιρέσῃς τὰ σφαιρίδια ἀπὸ τὸ ναὶ,» ἐνῷ ὑπῆρχεν ἀπόδειξις ἀπόλυτος, μαθηματικὴ, ὅτι ἐῤῥίφθησαν εἰς τὸ ὄχι. Ἡ Βουλὴ ἀπέβλεψεν εἰς τὸν μακαρίτην Δεληγεώργην καὶ ἐζήτησε συμβουλὴν παρ’ αὐτοῦ, ὁ δὲ Δεληγεώργης ἀπεφάνθη, «ἔχει δίκαιον ὁ Ἰακωβᾶτος, δὲν πρέπει νὰ βραβεύηται τὸ ἔγκλημα, καὶ λοιπὸν πρέπει τὰ σφαιρίδια ὅσα ἐῤῥίφθησαν εἰς τὸ ὄχι, ἐκ τοῦ ὄχι ν’ ἀφαιρεθῶσι», καὶ συγκατένευσεν ἡ Βουλή. Αὐτὸ εἶναι τὸ ὀρθὸν, τὸ συνταγματικὸν, τὸ δίκαιον, τὸ σύμφωνον μὲ τὴν συνείδησιν, καὶ ἀπὸ αὐτῆς τῆς ἀφετηρίας ὁρμώμενοι, ἂς δικάσωμεν τὸ σημερινὸν ζήτημα τῶν περισσευόντων σφαιριδίων. Ὅτι ὑπάρχει καλπονόθευσις εἶναι ἀναντίῤῥητον. Τινὲς τῶν ἀγορευσάντων βουλευτῶν εἶπον, ὅτι δὲν εἶναι καλπονόθευσις, εἶναι περίσσευμα σφαιριδίων· ἀλλὰ καὶ τοῦτο εἶναι καλπονόθευσις, εἶναι ἔγκλημα ἐδῶ. Ἀλλ’ οἱ πλεῖστοι τῶν ἀγορευσάντων εἶπον, ὅτι ἂν ἦναι ἔγκλημα, πρέπει ν’ ἀφαιρεθῶσιν ἀπὸ τὸ Ὄχι, ὡς ἂν, καὶ αὐτὸ ἐστάθη τὸ λάθος των, ὡς ἂν μὴ δὲν ἦτον ἔγκλημα ὅταν ἐῤῥίπτοντο εἰς τὸ Ναί. Λοιπὸν, εἰς ἰσότητα ἐγκλήματος, τὸ μόνον χρέος τῆς Βουλῆς εἶναι, εἴτε ὡς Βουλῆς, εἴτε ὡς δικαστηρίου, νὰ δικάσῃ, καὶ ἀδιάφορον ἂν ἐῤῥίφθησαν εἰς τὸ Ναὶ ἢ εἰς τὸ Ὄχι. Μετὰ πάσης προσοχῆς ἠκροάσθην τῶν προαγορευσάντων βουλευτῶν καὶ παρετήρησα ἓν ἰδίωμα εἰς αὐτοὺς, προερχόμενον (ἕκαστος ἂς κρίνῃ), καὶ παρετήρησα αὐτὸ τὸ ἰδίωμα, εἴτε τοῦ νοός των, εἴτε τῆς καρδίας των, ὅτι, ἅμα ἐγένετο μνεία τοῦ ἐγκλήματος τῆς καλπονοθεύσεως, ἀμέσως ἐξέλαβον, ὅτι τὰ πλεονάζοντα σφαιρίδια ἐῤῥίφθησαν εἰς τὸ Ὄχι. Μαρτύρομαι τὴν συνείδησίν σας, ἂν ὅλοι δὲν ἐκινοῦντο ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἰδέαν· καὶ ἔπειτα νὰ μᾶς λέγωσιν, οἱ ἔντιμοι προαγορεύσαντες, ὅτι τὰ σφαιρίδια ἐῤῥίφθησαν εἰς τὸ Ναί! Οὐδεμία κατηγορία κατ’ αὐτῶν· οὐδεὶς βεβαίως ἔχει δικαίωμα νὰ ἐλέγξῃ διατὶ ἐφρόνουν οὕτως ἢ ἄλλως, ὅταν ἐν συνειδήσει τὸ ἐφρόνουν, ὅπως εἰς τὰς κοινὰς δίκας ἐπὶ μικρῶν ὑποθέσεων οἱ δικασταὶ διαφωνοῦσιν, ὁ μὲν ὑπὲρ τοῦ κατηγορουμένου, ὁ δὲ κατ’ αὐτοῦ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει οἱ δικασταὶ εἶναι ἀξιέπαινοι καὶ ἔντιμοι, ὁσάκις ἐν καλῇ πίστει ἀποφασίσωσιν. Ἐδῶ ὅμως οἱ παραδεχόμενοι τὴν καλπονόθευσιν, ὅτι προῆλθεν ἀπὸ τὸ Ὄχι, ὀλισθαίνουσιν ἀνεπαισθήτως, καὶ χωρὶς ν’ ἀναλύσωσιν αὐτὰ τὰ γενόμενα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ὁδηγήσωσι τὴν Βουλὴν εἰς τὴν κρίσιν αὐτῆς, φθάνουσιν εἰς τὸ συμπέρασμα, μὲ μίαν ἀδιαφορίαν ἀκατανόητον. Εἶναι, λέγουν, καλπονόθευσις, εἶναι ἔγκλημα· λοιπόν, ... καὶ ἀπὸ τὸ εἶναι ἔγκλημα μεταβαίνουσιν εἰς τὸ λοιπὸν, ὡς ἐὰν ὑπῆρχεν ἰδεολογικὸς σύνδεσμος μεταξὺ τοῦ ἐγκλήματος καὶ τοῦ λοιπόν. Δὲν ἀναλύονται οὕτω τὰ ζητήματα, δὲν ἀποδεικνύονται οὕτω πως τὰ ἐγκλήματα, καὶ δὲν συνάγεται ἀδιαφόρως τοιοῦτον συμπέρασμα, τὸ ὁποῖον ἀποβλέπει καὶ τὴν δικαιοσύνην τῶν ἀντιπροσώπων καὶ τὴν ὑπόληψιν τῆς Βουλῆς. Τί τὸ ἐντεῦθεν; ὅτι χρέος ἔχει ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν αὐτῆς εἰς τὸ ἂν ἀποδεικνύηται, ὅτι τὰ σφαιρίδια ἐῤῥίφθησαν εἰς τὸ Ὄχι, καὶ οὐχὶ εἰς τὸ Ναί. Ἐγὼ λέγω, ὅτι, μεθ’ ὅσα ἤκουσα, ἐστάθη ἀδύνατον νὰ πεισθῶ ὅτι ἐῤῥίφθησαν εἰς τὸ Ὄχι, ἀλλὰ ἐῤῥίφθησαν εἰς τὸ Ναί, καὶ τὸ λέγω παῤῥησίᾳ. Περὶ τῆς καλπονοθεύσεως λέγουσιν, ὅτι ὑπάρχει μία ἀναφορὰ 140 ἐκλογέων, οἱ ὁποῖοι παραπονοῦνται, ὅτι ἐψήφισαν εἰς τὰς κάλπας τοῦ Ναὶ καὶ δὲν εὑρίσκονται αἱ ψῆφοί των εἰς τὸ Ναί. Ὑπάρχει, λέγουσι, τὸ ἔνταλμα τῆς συλλήψεως καὶ τῆς προφυλακίσεως, καὶ λέγουσιν, ἰδοὺ ὁ ἐγκληματίας. Ἀλλὰ ὑπογραφαὶ ἀνθρώπων ἐκτὸς τῆς ἐνεργείας τῶν ἐκλογῶν οὐδεμίαν ἀπόδειξιν δύνανται νὰ φέρωσιν. Ὅταν δὲν σᾶς κάμνουν πίστιν τὰ πρακτικά, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ ἑτέρα ἀπόδειξις, πῶς λέγετε, ὅτι ὑπογραφὴ δέκα ἢ ἑκατὸν πεντήκοντα ἢ διακοσίων ὀγδοήκοντα δημοτῶν δύναται νὰ μορφώσῃ τὴν συνείδησίν σας; πῶς δύνανται τριακόσιοι χωρικοί, οἱ ὁποῖοι ὑπόκεινται εἰς τόσα βάσανα, εἰς τόσους πειρασμούς, καὶ τόσα ἄλλα τὰ ὁποῖα ὁμολογουμένως νοθεύουσι τὰς ἐκλογάς, νὰ μορφώσωσι τὴν συνείδησίν σας; Ἀλλά, λέγουσιν, εἶναι καὶ ἄλλο πειστήριον, τὸ ἔνταλμα προφυλακίσεως, εἶναι βούλευμα παραπομπῆς. Ὅλα τὰ παραδέχομαι. Ἀλλὰ θέλετε νὰ ὑποτάξητε τὴν Βουλὴν, συγκειμένην ἐκ 207 βουλευτῶν, τὸ ἄνθος τοῦτο τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας, εἰς τὴν κρίσιν 3 ἢ 5 μισθωτῶν δικαστῶν; Πρέπει νὰ ἦσθε ἀνεξάρτητοι, διότι οἱονδήποτε καὶ ἂν ἦναι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς δίκης, εἴτε καταδικαστικόν, εἴτε ἀθωωτικόν, δὲν ἔχει ἐπιῤῥοὴν εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, καὶ ὁ νόμος τὸ προβλέπει· καὶ σεῖς θέλετε νὰ παραβιάσητε τὸν νόμον καὶ τὴν συνείδησιν σας; Ἂς ἀποφασίσωσι τὰ δικαστήρια ὅ,τι θέλουσι, ποτὲ δὲν θὰ ὑποτάξω τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς καὶ τὴν συνείδησιν 200 βουλευτῶν εἰς τὴν συνείδησιν τριῶν ἢ πέντε ἀνθρώπων. Ἂν θὰ ἀπατηθῆτε ὑμεῖς οἱ 200 βουλευταί, προτιμότερον εἶναι νὰ χαθῶ μὲ τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων παρὰ μὲ 2 ἢ 3 μισθωτοὺς δικαστάς, οἱ ὁποῖοι Κύριος οἶδε πῶς διωρίσθησαν, καὶ θέλουσι νὰ θέσωσι τὴν Βουλὴν ὑποπόδιον τῶν ποδῶν των. Ἀνέγνωσα εἴς τινα ἐφημερίδα, φέρουσαν ἀγγελίας, ὅτι «πτωχὸς νέος καὶ φιλομαθὴς ἐπιθυμεῖ νὰ ὑπηρετῇ εἴς τινα οἰκίαν, νὰ κάμνῃ τὸν μάγειρον, καὶ νὰ ἔχῃ μίαν ὥραν νὰ ἐξακολουθῇ τὰς σπουδάς του.» Ὥρα καλή! μετὰ τρία ἔτη ὁ ὑπηρέτης αὐτὸς ἢ ὁ μάγειρος εἶναι πρωτοδίκης (ἱλαρότης καὶ ἐπιδοκιμασίαι). Μὴ παραδώσητε τὴν συνείδησίν σας εἰς τὴν συνείδησιν τῶν ἄλλων, μηδὲ κοινωνῆτε ἀλλοτρίαις ἁμαρτίαις. Ἂν θὰ χαθῆτε, νὰ χαθῆτε μὲ τὴν συνείδησίν σας, ἀλλὰ μὲ τιμὴν καὶ πατριωτισμόν, ἀνεξαρτήτως πάσης ἀνασκοπῆς. Πλὴν, μοὶ λέγουσιν, εἶναι ἀδύνατον νὰ παραδεχθῶμεν ἡμεῖς, ὅτι ὁ Ζαΐμης, ὁ υἱὸς τοῦ μεγάλου Ζαΐμη νὰ μὴ λάβῃ 100 ψήφους τοῦ δήμου Ψωφίδος· πρέπει λοιπὸν νὰ ὑπάρχῃ καλπονόθευσις εἰς τὸ ὄχι. Ἐπὶ τοῦ παρόντος παραδέχομαι διὰ μίαν στιγμήν, ὅτι ὁ υἱὸς τοῦ μεγάλου Ζαΐμη καὶ ὁ Ζαΐμης αὐτὸς δὲν ἔλαβε ψήφους· τί πρὸς τοῦτο; ἡ ἀπόδειξις, εἶναι ἡ ἀφετηρία, ἥτις πρέπει νὰ ὁδηγήσῃ τὴν Βουλὴν εἰς τὴν κρίσιν καὶ τὰ συμπεράσματα, ὄχι αἱ εἱκασίαι, ὄχι τὸ ὑποτοπάζω. Ὑποτίθεται πάντοτε ἀβεβαιότης, διότι τοῦτο ἀποδεικνύει ἀβεβαιότητα· καὶ εἰς ταύτην τὴν ἀβεβαιότητα, θὰ δώσητε ψῆφον νὰ πέσῃ ὁ υἱὸς τοῦ Σολιώτη καὶ νὰ ἔλθῃ ὁ υἱὸς τοῦ Ζαΐμη; Καὶ ὅταν λέγω υἱὸς τοῦ Σολιώτη, εἶναι υἱὸς τοῦ Σολιώτη, ὅταν δὲ λέγω ὅτι θὰ εἰσάξητε τὸν Ζαΐμην, δὲν εἰσάγετε τὸν υἱὸν τοῦ μεγάλου Ζαΐμη, διότι δὲν εἶναι υἱὸς τοῦ πατρός του, δὲν ἀκολουθεῖ τὴν γραμμὴν τοῦ πατρός του· ἦτο φιλελεύθερος ὁ πατήρ του, αὐτὸς δὲ τοὐναντίον (θόρυβος). Ἔστω, ἔστω, ὅτι ὁ υἱὸς τοῦ Ζαΐμη εἶναι διάδοχος τῆς δόξης τοῦ πατρὸς αὐτοῦ, ποῦ εὑρίσκετε ἀποδείξεις νὰ διώξητε τὸν μὲν καὶ νὰ εἰσαγάγητε τὸν δέ; Ἀλλὰ, λέγουσιν, «ἡ ἐπαρχία τοῦ κ. Ζαΐμη»!!! καὶ τοῦτο δὲ λέγω δι’ ὅσους λέγουσιν, «ἡ ἐπαρχία μου, ἡ ἐπαρχία μου». Τί παραπονεῖσθε, κ. Ζαΐμη; Τίνος εἶναι ἡ ἐπαρχία; τοῦ Ζαΐμη; τοῦ Ἰακωβάτου; τοῦ Πετιμεζᾶ; εἶναι ἐπαρχία τῆς Ἑλλάδος, δὲν εἶναι ἐπαρχία τοῦ Ζαΐμη. Πῶς τολμᾷ ἕκαστος νὰ λέγῃ ἡ ἐπαρχία μου; ἡ ἐπαρχία εἶναι τῆς Ἑλλάδος, εἶναι τοῦ λαοῦ (θόρυβος).
§39ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μὴ διακόπτετε.
§40ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἂς διακόπτουν ὅσον θέλουν· εἶμαι συνειθισμένος. Καὶ ἄν ποτε ὑπῆρξεν ἐπαρχία σου, διότι ἀγνοῶ διὰ τίνων μέσων σὲ ἐψήφιζε βουλευτὴν Καλαβρύτων, διότι δεκάκις ἦσο Ὑπουργὸς καὶ πεντάκις Πρωθυπουργὸς, καὶ ἂν δὲν δύνασαι νὰ εἴπῃς ὅτι τότε ἦτο ἐπαρχία σου, πολὺ ὀλιγώτερον σήμερον. Κρίνατε λοιπὸν, κ.κ. βουλευταὶ, ἂν δύναται νὰ εἴπῃ ὁ κ. Ζαΐμης ἡ ἐπαρχία μου.
§41ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν τὸ εἶπεν ὁ κ. Ζαΐμης.
§42ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Τὸ εἶπον οἱ συνήγοροί του. Καὶ διατί δὲν δύναται σήμερον νὰ τὸ εἴπῃ κανείς; διότι ἀναντιῤῥήτως σήμερον συνέβη μεταβολὴ τοῦ πνεύματος τοῦ λαοῦ, καὶ διὰ τὴν μεταβολὴν ταύτην 100 βουλευταὶ δὲν ἦλθον ἐκ νέου, καὶ διὰ τοῦτο ὁ λαὸς ἠγγάρευσε τοὺς τρεῖς Ἰακωβάτους νὰ ἔλθουν βουλευταί. Εἴμεθα ἠγγαρευμένοι. Καὶ ἂν κανεὶς δὲν δύναται νὰ εἴπῃ ἡ ἐπαρχία μου, διατί τόσος θόρυβος; ἔπεσεν εἷς βουλευτής, μένουν οἱ λοιποί. Ἀλλὰ, φίλε κ. Ζαΐμη, καὶ ἀποτείνομαι εἰς τοὺς συνηγόρους του, εἶσαι μὲ πλεονεκτήματα ἑκατοντάκις ἀνώτερα ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα σοῦ ἀναγνωρίζουν· ἀλλὰ πρέπει νὰ γνωρίζῃς, ὅτι τὰ πολιτικὰ εἶναι θάλασσα πολυκύμαντος, καὶ τοῦτο μόνον σὲ λέγω, ὅτι ἔπεσε καὶ ὁ Γλάδστων, ἔπεσε καὶ ὁ Λαμαρτῖνος, ἔπεσεν ὁ Φωκίων, ἔπεσεν ὁ Δημοσθένης, ἔπεσε καὶ ὁ δίκαιος Ἀριστείδης. Εἶναι δίκαιον ἤδη νὰ παραπονῆσθε σεῖς οἱ συνήγοροι τοῦ Ζαΐμη, ὅτι ἔπεσε καὶ ἕνας Στραβολριστείδης; Δὲν εἶναι ὀρθὸν αὐτὸ, ἀγνοεῖτε τὴν συνταγματικὴν ἱστορίαν τῶν ἐθνῶν, καὶ δὲν πρέπει νὰ παραπονῆσθε. Ἐπιστρέφω εἰς τὴν ἀπόδειξιν, ἥτις εἶναι τὸ κέντρον τοῦ ἰσχυρισμοῦ μου· ἐὰν ἀποδείξητε, ὅτι μετὰ πάσης βεβαιότητος, μετὰ μαθηματικῆς ἀκριβείας ἐῤῥίφθησαν εἰς τὸ ὄχι, ἔχετε δίκαιον ὄχι ν’ ἀκυρώσητε τὴν ἐκλογὴν, ἀλλὰ νὰ τ’ ἀφαιρέσητε ἀπὸ τὸ ὄχι καὶ νὰ φέρητε τὸν κ. Ζαΐμην ἐδῶ καὶ ἐναντίον παντὸς νόμου. Ἀλλ’ αὐτὸ οὐδόλως ἀποδεικνύεται· θὰ εἰπῇ ὁ κόσμος: ἀπὸ ἕνα κουμπὶ ὡδηγήθη ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων, ν’ ἀφαιρέσῃ τὰ σφαιρίδια ἀπὸ τὸ ὄχι καὶ νὰ παραπέμψῃ ἕνα ἄνθρωπον εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον, ἀπὸ ἕνα κουμπὶ, τὸ ὁποῖον εἰς ὅλων τῶν Βουλευτῶν τὰ βρακιὰ εὑρίσκεται (ἱλαρότης). Εἰς ὅ,τι ὅμως θὰ προκαλέσω τὴν προσοχήν σας, εἶναι τοῦτο· πότε ἐῤῥίφθησαν τὰ σφαιρίδια ταῦτα εἰς τὴν κάλπην τοῦ κ. Ζαΐμη; Ἐῤῥίφθησαν ἐν καιρῷ τῆς ἐκλογῆς; Ὄχι· δὲν ἠξεύρομεν πότε, διότι ἡ ἀνασήκωσις τῆς πλακὸς ἐκ τῆς σκέπης τῆς ἐκκλησίας ἀνεκαλύφθη ἀκολούθως· ἐν καιρῷ ἐκλογῆς ἠμποροῦσαν νὰ εἰσέλθουν τὰ σφαιρίδια λαθραίως. Ἀλλ’ ἔρχεται ἄλλη εἴδησις, γράμμα δημοσιευθὲν εἰς τὸν «Ἐθνοφύλακα», τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι εὑρήκαμεν τὴν πηγὴν τῆς καλπονοθεύσεως· μία πλὰξ ἀνεσηκώθη, ἀνέβησαν οἱ ἄνθρωποι ἀπὸ τὴν πλάτανον, κατέβησαν μέσα καὶ ἔπραξαν τὴν καλπονόθευσιν! Αὐτὸ δὲν γίνεται οὔτε εἰς τοὺς μικροτέρους τῶν δήμων· πῶς δὲν ἤκουσαν οἱ στρατιῶται μίαν τοιαύτην ἐπίπονον καὶ θορυβώδη ἐργασίαν; πῶς θὰ καταβῇ ἔπειτα ἀπὸ τὴν σκέπην τῆς ἐκκλησίας ὁ ἄνθρωπος; χρειάζονται σχοινιὰ, χρειάζονται πολλοὶ ἄνθρωποι, ὥστε ὁ εἷς νὰ δίδῃ εἰς τὸν ἄλλον βοήθειαν. Ἀλλ’ εἰσελθόντες μέσα, ἔπρεπε ν’ ἀνάψουν φῶς, καὶ ἦτον ἀδύνατον νὰ μὴ ἐννοηθῇ ὅτι ἐντὸς τῆς ἐκκλησίας ἦτο φῶς· εἰς τὸ σκότος δὲ ἦτον ἀδύνατον νὰ γείνῃ μία τοιαύτη ἐργασία. Τέλος πάντων ἔρχεται τὸ ἀλύμαντον τῶν σφραγίδων. Δὲν ἦσαν ἀλύμαντοι, ψεῦδος. Ἀλλὰ τὸ ἐπιστοποίησαν, ἀλλ’ αἱ σφραγῖδες ἦσαν ἀλύμαντοι. Ἀπὸ τὰ πλάγια τῶν ταινιῶν ἐκόπησαν διὰ ψαλιδίων ἢ μαχαιρίων, καὶ ἤνοιξαν τὰς κάλπας. Ἀδύνατον καὶ τοῦτο, διότι αὐτὴ ἡ ἐργασία ἀπαιτεῖ ὥρας, καὶ ἔπειτα, καὶ μὲ ὅλην αὐτὴν τὴν ἐργασίαν, ἦτον ἀδύνατον ν’ ἀνοιχθῶσιν αἱ κάλπαι, ἐὰν αἱ σφραγῖδες ἵσταντο εἰς τὸν τόπον των. Ἐγὼ βλέπω, ὅτι δὲν ὑπάρχει οὔτε ὑπόνοια ὅτι τὰ σφαιρίδια ἐῤῥίφθησαν εἰς τὸ ὄχι· ἐῤῥίφθησαν εἰς τὸ ναὶ, διότι ἐφέτος ὁ Ζαΐμης ἀμφέβαλε.... καὶ λοιπὸν μετεχειρίσθη αὐτὸ, διὰ νὰ ἔχῃ δικαίωμα νὰ παραπονεθῇ. Αὐτὸ εἶναι ἡ ἀλήθεια. Τοῦτο ἐξάγεται ἀπὸ τὰ πράγματα, καὶ ὄχι ὅτι ἐγένετο καλπονόθευσις εἰς τὸ ὄχι. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρότασιν ἑνὸς τῶν συνηγόρων τοῦ κ. Ζαΐμη, ὅτι, ἀκυρουμένης τῆς ἐκλογῆς, πρέπει νὰ ἐπαναληφθῇ, τότε ἄλλο χάος. Δὲν ἔχω εἰμὴ νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ὀρθοτάτην παρατήρησιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ· «ἀκυρώνετε, λέγει, καὶ παραπέμπετε εἰς ἄλλην ἐκλογὴν, ἀλλὰ τὸ ἀποτέλεσμα θέλει εἶσθαι, ὅτι οὐδέποτε θὰ γείνῃ ἐκ νέου αὕτη». Τὸ ἐννοήσατε καλὰ τότε, ἢ θέλετε νὰ τὸ ἀναπτύξω ἐγώ;
§43ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐγὼ δὲν τὸ ἤκουσα.
§44ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἰδοὺ εἷς ἀληθὴς Ἰσραηλίτης, δὲν τὸ ἤκουσεν. Ἐπαναλαμβανομένης τῆς ἐκλογῆς, ὁ τελευταῖος τῶν ὑποψηφίων δύναται πάλιν νὰ θέσῃ σφαιρίδια εἰς τὸ ναὶ, καὶ πάντοτε θὰ εὑρεθῶσι πλεονάζοντα· ἄρα πρέπει τότε ν’ ἀκυρωθῇ ἡ ἐκλογὴ καὶ πάλιν ὀπίσω. Πρέπει νὰ ἔχητε πρὸ ὀφθαλμῶν, ὅτι ἐκλογαὶ ἀπὸ τὸ 1865 ἐγένοντο ὑπὸ δύο διαφόρους νόμους· μέχρι τινὸς, δυνάμει τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, ἡ Κυβέρνησις ἢ οἱ Νομάρχαι ἢ ἡ ἐφορευτικὴ ἐπιτροπὴ διώριζε τοὺς σφαιριδιοδότας, καὶ ἑπομένως σπανιώταται ἦσαν αἱ ἐκλογαὶ αἱ δυνάμεναι νὰ ὀνομασθῶσι γνήσιαι, δίκαιαι, νόμιμοι. Τῳόντι εἴδομεν αὐτὴν τὴν ἐλεεινὴν περίπτωσιν, ὅτι ἡ κάλπη ὄχι μόνον δὲν περιεῖχεν οὐδὲν σφαιρίδιον εἰς τὸ ναὶ, ἀλλὰ ἐκ τῆς ἀφαιρέσεως τῶν κατὰ χιλιάδας εὑρισκομένων σφαιριδίων ἔμεινε καὶ ὀφειλέτις. Αὐτὸ ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν ἐγὼ καὶ ἐπαρουσίασα νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον οἱ παλαιοὶ βουλευταὶ πρέπει νὰ ἐνθυμηθῶσι καὶ οἱ νέοι πρέπει νὰ μάθωσι, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἠθέλησα νὰ φράξω τὴν κυριωτέραν πηγὴν τῶν καλπονοθεύσεων· ἐπενόησα δὲ, ὅτι ἡ κάλπη τοῦ ὑποψηφίου πρέπει νὰ ἦναι ὑπὸ τὴν προστασίαν αὐτοῦ τοῦ ὑποψηφίου, καὶ ὁ ὑποψήφιος νὰ δύναται νὰ ἦναι καὶ σφαιριδιοδότης ἢ νὰ διορίζῃ αὐτὸς τὸν σφαιριδιοδότην, διότι πόθεν προέρχεται ἡ καλπονόθευσις; Ἀπὸ τοὺς ἐχθροὺς· θέλω λοιπὸν, ὥστε ὁ φίλος μου ὁ σφαιριδιοδότης νὰ φυλάττῃ τὸν ἐχθρόν μου νὰ μὴ μοῦ ῥίψῃ καμμία χεριὰ σφαιρίδια εἰς τὸ ὄχι. Ἀλλὰ, λέγει, φίλος μου ὁ σφαιριδιοδότης, θὰ τὰ ῥίψῃ εἰς τὸ ναί· μάταιος ὁ κόπος, ἀλλὰ καὶ ἀτιμία εἰς τὸν σφαιριδιοδότην, διότι αὐτὰ τὰ περισσεύοντα σφαιρίδια θὰ ἐξαχθῶσιν ἀπὸ τὸ Ναί· δὲν εἶναι λοιπὸν κανεὶς τόσον ἠλίθιος, ὥστε νὰ παρακινήσῃ τὸν σφαιριδιοδότην του νὰ τὰ ῥίψῃ εἰς τὸ ναί. Αὐτὴν τὴν πρότασιν τὴν ἐκάμαμεν ἡμεῖς, εἰς δὲ τὰ 1877 ἔγεινε Νόμος τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος ἂν τῳόντι δὲν ἔκλεισε τὴν πηγὴν τῆς καλπονοθεύσεως, ἀλλὰ βέβαια τὴν ἐστείρευσε. Σήμερον πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάγῃ εἰς ἐνώπιον τῶν σφαιριδιοδοτῶν καὶ νὰ θέσῃ διακόσια ὀγδοήκοντα τόσα σφαιρίδια εἰς τὸ ὄχι; Ἠλίθιοι ἦσαν οἱ σφαιριδιοδόται; προδόται ἦσαν οἱ ἀντιπρόσωποι; Ὄχι βεβαίως· λοιπὸν δὲν ἐδόθησαν εἰς τὸ ὄχι, ἐδόθησαν εἰς τὸ ναί.
§45ΡΟΥΦΟΣ. Κατὰ τὸ 1874 ἤμην ὑποψήφιος Δήμαρχος εἰς τὰς Πάτρας· εἰς τὸ τμῆμα τοῦ Ἁγίου Γεωργίου ἡ Ἐφορευτικὴ Ἐπιτροπὴ κατὰ πλειονοψηφίαν ἀνῆκεν εἰς τὸ κόμμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκω καὶ ἐγώ. Ἡ Ἐφορευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἐκράτησεν ἐκ τῶν σφαιριδιοδοτῶν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἦσαν φίλοι μας· ἀντιπρόσωπος εἰς τὴν κάλπην μου ἦτο ὁ Χαράλαμπος Κανελλόπουλος, δικηγόρος ἐν Πάτραις· ἔρχεται εἷς Παπαθανασόπουλος, πλησιάζει εἰς τὴν κάλπην μου, βάλλει τὸ χέρι του ἐντὸς καὶ τὸ κρατεῖ, χωρὶς νὰ δυνηθῇ οὔτε ὁ ἀντιπρόσωπός μου νὰ διακρίνῃ τι. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ Παπαθανασόπουλος εἶχε τὴν χούφτα του πλήρη σφαιριδίων, δὲν κατώρθωσε νὰ τὰ ῥίψῃ ὅλα εἰς τὸ ὄχι ὡς ἐκ τοῦ διαφράγματος· ἐνῷ δ’ ἔστρεφε τὴν χεῖρά του, ἀφέθησαν τρία ἢ τέσσαρα σφαιρίδια νὰ πέσωσι κάτω· ὅταν δὲ ὁ ἀντιπρόσωπός μου τὸν εἶδεν, ὁρμᾷ ἐπάνω του καὶ τὸν ῥίπτει κάτω· εὑρίσκεται δὲ εἰς τὰς χεῖράς του τὸ ὑπόλοιπον τῶν σφαιριδίων.
§46ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἦτον ἐχθρός σας αὐτός;
§47ΡΟΥΦΟΣ. Ἐχθρός μου (ἱλαρότης). Τώρα ἂν αὐτὸς ὁ ἐκλογεὺς δὲν εἶχε τόσα σφαιρίδια, ἀλλ’ εἶχεν ὀλιγώτερα, δεκαπέντε λόγου χάριν, θὰ τὰ ἔῤῥιπτεν ὅλα. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι οὔτε ἡ ἐποπτεία τοῦ ἀντιπροσώπου, οὔτε τοῦ σφαιριδιοδότου, δύναται νὰ τὸν ἐμποδίσῃ.
§48ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Μὲ δίδετε ἀφορμὴν νὰ σᾶς εἰπῶ καὶ ἓν ἄλλο, ὅτι τότε, ὅταν ἔκαμα τὴν πρότασιν αὐτήν, ἐπρότεινα καὶ ἕνα ἄλλο, ὅτι ἕκαστον σφαιρίδιον νὰ ἦναι μεγάλο ὡς ἕνα καρύδι, διότι εἶναι ἀδύνατον, κρατῶν τις ἕνα καρύδι, νὰ κρατῇ κρυμμένα καὶ ἄλλα.
§49ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ ΤΙΣ. Εἶναι ἀληθές.
§50ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἡ ἀλήθεια εἶναι, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ὅταν συλλαμβάνεται ἐπ’ αὐτοφώρῳ τὸ ἔγκλημα..........
§51ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνθυμεῖσθε ἐπὶ ποίας ἐκλογῆς συνέβη αὐτό;
§52ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι. Αὐτὰ, κύριοι, ἔχομεν ὑπὸ τὸ κράτος τῆς μιαρᾶς μυστικότητος τῆς ψηφοφορίας. Φανερὰ ψηφοφορία! φανερὰ ἀνακήρυξις! φανερὰ τὰ γράμματα τῶν ταχυδρομείων! φανερὰ ὁ τηλέγραφος! καὶ εἰς τοῦτο τείνει ἡ ἀνθρωπότης. Ἀλλὰ περὶ τούτων ἀκολούθως. Ἐν τούτοις, ἐπειδὴ δὲν δυνάμεθα πρὸ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος νὰ μεταβάλωμεν τὴν μυστικότητα τῆς ψηφοφορίας, ἔχομεν καὶ ἡμεῖς ἄλλας προτάσεις, ἐκτὸς τοῦ μονοκουκίου, τὸ ὁποῖον ἐπροτάθη, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐξασφαλίσωσι τὴν γνησίαν ἐκλογήν.
§53ΡΑΛΛΗΣ. Ἂν ἠνόησα, κύριοι, τὴν κατὰ τὸ παρελθὸν Σάββατον ὁμιλίαν τοῦ κ. προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἡ γνώμη αὐτοῦ συμπίπτει ἐντελῶς καὶ ταυτίζεται μὲ ἐκείνην τοῦ ἐντίμου συμπολίτου μου καὶ σεβαστοῦ μου φίλου κ. Καλλιγᾶ. Καὶ ὁ κ. πρωθυπουργὸς καὶ ὁ ἔντιμος συνάδελφός μου σᾶς εἶπον, ὅτι ὀφείλομεν τὴν ἐνταῦθα θέσιν ἡμῶν μέχρι τῆς ἐξελέγξεως τῆς ἐκλογῆς μας εἰς τὸ τεκμήριον τῆς νομιμότητος, καὶ ἅμα ὡς τὸ τεκμήριον τοῦτο καταπέσῃ, παύομεν ἀπὸ τοῦ νὰ ἤμεθα βουλευταί. Οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ τὸ ἀληθὲς τοῦ συλλογισμοῦ τούτου· ἀλλὰ τὸ ἐλαττωματικὸν αὐτοῦ ἄρχεται ἐντεῦθεν, διότι καὶ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος καὶ ὁ κ. Καλλιγᾶς δὲν ἀρκοῦνται μέχρι τοῦ σημείου τούτου, ἀλλὰ προσθέτουν, «ἀντὶ δὲ τοῦ ἐπιτυχόντος, ἔρχεται ὁ ἐπιλαχών». Ὡς ἀναγκαῖον δὲ συμπέρασμα, εἰς ὃ ἄγει ἡ γνώμη τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ, εἶναι, ὅτι, ὅπως σήμερον ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς Βουλῆς νὰ ἀποβάλῃ τὸν ἐπιτυχόντα καὶ νὰ εἰσαγάγῃ τὸν ἐπιλαχόντα, οὕτω θὰ ἐξαρτᾶται αὔριον ἐκ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἀποβάλλῃ τὸν ἐπιτυχόντα δήμαρχον καὶ νὰ εἰσαγάγῃ τὸν ἐπιλαχόντα· καὶ ἐνταῦθα συμφωνοῦσιν ὁ κ. πρωθυπουργὸς μετὰ τοῦ ἐντίμου συναδέλφου μου, διότι σᾶς εἶπε καὶ οὗτος, ὅτι ὀφείλετε νὰ ἐκλέξητε μεταξὺ νομίμων βουλευτῶν καὶ νομίμων δημάρχων. Ἂν εὑρισκόμεθα εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, ἤμεθα δ’ ἠναγκασμένοι ἀληθῶς νὰ ποιήσωμεν τὴν ἐπιλογὴν ταύτην, δὲν ἤθελον καὶ ἐγὼ διστάσει ν’ ἀποφανθῶ, ὅτι προτιμότερον νὰ ἔχωμεν νομίμους βουλευτάς. Ἀλλὰ δὲν θεωρῶ, ὅτι μόνη ἡ λύσις αὕτη ὑπάρχει. Ὑπάρχει καὶ ἑτέρα, ἥτις ἀφίνει τὰ πράγματα ἀκέραια, ἐξαρτᾷ δὲ τὴν ὁριστικὴν ἀπόφασιν ἐξ ἐκείνου, ἐξ οὗ ἔχομεν πάντες τὴν πηγὴν ἡμῶν. Ἀκριβῶς ὅμως, διὰ τὸ συμπέρασμα εἰς τὸ ὁποῖον ἔφθασε καὶ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος καὶ ὁ κ. Καλλιγᾶς ὡς πρὸς τὰς δημοτικὰς ἐκλογάς, νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα ἔχει σπουδαιοτέραν σημασίαν ἐκείνης, ἥτις τῷ ἀπεδόθη μέχρι σήμερον. Ἐνταῦθα, κύριοι, ὑπάρχει ἔλεγχός τις, ἡ δημοσιότης, ἡ κατ’ ἀντιμωλίαν συζήτησις, καὶ βεβαίως πρέπει νὰ ἦναι καταφανὲς τὸ δικαίωμα τοῦ ἐπιλαχόντος, ὅπως δυνηθῇ νὰ ἀντικαταστήσῃ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ τὸν ἐπιτυχόντα· ἀλλὰ κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν οὐδεμίαν τοιαύτην ἐγγύησιν ἔχομεν, παραδεχόμενοι δὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἢ ἐκείνην τοῦ ἐντίμου συναδέλφου μου, ἂν δὲν φθάσωμεν εἰς χάος, θέλομεν ὅμως φθάσει πρὸ βαράθρου, ἐν τῷ ὁποίῳ θέλει καταπέσει ἡ κυριαρχία τοῦ λαοῦ. Ὁ ἔντιμος συνάδελφός μου ἔθηκε τὸ ζήτημα ἐκεῖ ὅπου τὸ εἶχον θέσει κατὰ τὸ παρελθὸν Σάββατον καὶ ἐγὼ πρὸ τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ, καὶ ἠθέλησε ν’ ἀκολουθήσῃ εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς ἀγορεύσεώς του τὸν μόνον κανόνα, ὅστις δύναται νὰ μᾶς φέρῃ εἰς τὴν ἀληθῆ λύσιν· ἀλλὰ δὲν γνωρίζω διατὶ ἀκολούθως τὸν ἐγκατέλιπε. Δὲν ἠννόησα τῳόντι, κύριοι, εἰς τί ἐχρησίμευσε μέχρι σήμερον καὶ μετὰ συζήτησιν δύο ὁλοκλήρων ἡμερῶν ἡ ἐπίκλησις τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἐν τῷ ἐκλογικῷ νόμῳ θέλετε εὕρει τὴν λύσιν πάντων τῶν ἐκλογικῶν ζητημάτων, πάντας τοὺς κανόνας τῆς διαλογῆς, τὴν λύσιν τέλος πάντων τῶν ζητημάτων τῶν δυναμένων νὰ ἀναφυῶσι κατὰ τὴν ἀνακήρυξιν τῶν βουλευτῶν. Ἀλλὰ πρόκειται σήμερον περὶ ἐκλογῆς; πρόκειται σήμερον περὶ διαλογῆς, περὶ ἀνακηρύξεως; καὶ τί ζητεῖτε, ὅταν ἔχωμεν μόνον ἐξελέγξεις, εἰς τὸν ἐκλογικὸν νόμον, καὶ ἀναζητεῖτε καὶ τὸν πατέρα καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ; Ἡ Βουλὴ εἶναι ἀληθῶς παντοδύναμος· ἀλλὰ παντοδύναμος ἐντὸς τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα διέγραψεν αὐτῇ τὸ σύνταγμα καὶ ὁ κανονισμὸς αὐτῆς. Γνωρίζετε τί διατάσσει τὸ ἄρθρον 73 τοῦ Συντάγματος· ἄλλος πρὸ ἐμοῦ σᾶς τὸ ἀνέφερεν. «Ἡ Βουλὴ ἐξετάζει τὰ πληρεξούσια τῶν βουλευτῶν.» Τὸ ἄρθρον 65 τοῦ συντάγματος ὁρίζει, ὅτι «ἡ Βουλὴ προσδιορίζει διὰ κανονισμοῦ πῶς θέλει ἐκπληροῖ τὰ καθήκοντά της», καὶ τὸ ἄρθρον 5 τοῦ κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, τὸν ὁποῖον δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ θίξετε σήμερον, διότι δὲν εἶσθε κατηρτισμένον Σῶμα, διαγράφει τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον λαμβάνει χώραν ἡ ἐξέλεγξις τῶν ἐκλογῶν. Καὶ ὅταν ἔχετε ἐνώπιόν σας τοὺς μόνους κανόνας οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ σᾶς χρησιμεύσωσι πρὸς ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν, πρὸς τί προσφεύγετε εἰς τὸν ἐκλογικὸν νόμον; Τί μὲ ἐνδιαφέρει λοιπὸν τί ὁρίζει ὁ ἐκλογικὸς νόμος περὶ τῶν πλεοναζόντων σφαιριδίων, καὶ ἂν πρέπῃ νὰ ἀφαιρῶνται ἀπὸ τοῦ ναὶ ἢ ἀπὸ τοῦ ὄχι. Ὀφείλομεν, προκειμένων ἐξελέγξεων, νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν μόνους τοὺς κανόνας ἐκείνους οἵτινες διεγράφησαν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ὡς πρὸς τὸν τρόπον καθ’ ὃν αἱ ἐξελέγξεις ὀφείλουσι νὰ γίνωνται. Ἀλλὰ, σᾶς εἶπεν ὁ ἔντιμος συνάδελφός μου, τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλον καὶ τὸ ὁποῖον ἔρχομαι νὰ ὑποστηρίξω καὶ σήμερον, δὲν εἶναι συνεπές· δὲν εἶναι δὲ συνεπὲς, διότι σταματᾷ εἰς τὴν ὁδὸν, ὅταν δὲ πρόκηται νὰ καταστρέψωμεν πρόῤῥιζα τὸ ἔγκλημα, τὸ ἀφίνει νὰ ὑπάρχῃ. Σᾶς παρέστησε δὲ λίαν γραφικῶς τὸ πρᾶγμα, εἰπὼν ὅτι, οὕτω δυνάμεθα νὰ θεωρηθῶμεν ὅτι εὑρισκόμεθα ἐντὸς σιδηροῦ κλωβοῦ, ὅθεν παριστάμεθα μάρτυρες αὐτόπται τοῦ ἐγκλήματος, ὅπερ οὐχ ἧττον ἀδυνατοῦμεν νὰ ἐμποδίσωμεν. Ἀλλ’ εἶναι τάχα αὐτὴ μόνη ἡ περίπτωσις ἐν τῇ νομοθεσίᾳ ἡμῶν καὶ ἐν ταῖς νομοθεσίαις ὅλων τῶν ἄλλων ἐθνῶν, καθ’ ἣν δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀπαλειφθῶσιν ἐντελῶς ἅπασαι αἱ συνέπειαι τοῦ τελεσθέντος ἐγκλήματος; Καὶ ἐὰν παραδεχθῶμεν, κύριοι, τὴν θεωρίαν τοῦ κ. Καλλιγᾶ, παρατηρήσατε εἰς τίνα ἄτοπα θέλομεν φθάσει· ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παρήχθη σήμερον ἐκ τῆς νοθείας, δύναται αὔριον νὰ παραχθῇ ἐκ τῆς δωροδοκίας. Ὑποθέσατε, ὅτι, ἀντὶ τῆς νοθείας, ἔχομεν τὴν δωροδοκίαν, καὶ ἔχομεν ἐλαχίστην διαφορὰν μεταξὺ τοῦ ἐπιτυχόντος καὶ τοῦ ἐπιλαχόντος· ὅτι ἔχομεν βούλευμα, ἀπόφασιν, ὁμολογίαν ἐκ μέρους ὡρισμένου ἀριθμοῦ ἐκλογέων, ἀνωτέρου τῆς μεταξὺ τῶν δύο διαφορᾶς, ὅτι πράγματι ἐδωροδοκήθησαν, καὶ συνεπείᾳ τῆς δωροδοκίας ἐψήφισαν ὑπὲρ τοῦ ἐπιτυχόντος, ἐνῷ ἐπρόκειτο νὰ ψηφίσουν ὑπὲρ τοῦ ἐπιλαχόντος. Ἂν θελήσητε ν’ ἀκολουθήσητε τὴν γνώμην τοῦ κ. Καλλιγᾶ, θέλετε εἰπεῖ, ὅτι, ἀφοῦ κατὰ 5 ὑπάρχει διαφορὰ, 10 δὲ ἀποδεικνύονται ὡς δωροδοκηθέντες, τοὺς ἀφαιροῦμεν ἀπὸ τοῦ ἐπιτυχόντος καὶ τοὺς προσθέτομεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ ἐπιλαχόντος, καὶ ἑπομένως ὀφείλομεν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ ἐπιλαχόντος. Ταῦτα, κύριοι, εἶναι τὰ ἄτοπα, εἰς τὰ ὁποῖα ἀναγκαίως σᾶς φέρει ἡ θεωρία τοῦ κ. Καλλιγᾶ. Ἔψεξε δὲ καὶ οὗτος τὴν γνώμην, ἣν τὸ παρελθὸν Σάββατον ἐν συντόμῳ ἐξέθηκα, διὰ τῶν αὐτῶν ἐπιχειρημάτων, ἂν καὶ δι’ ἄλλης τεχνικῆς καὶ εὐφραδοῦς γλώσσης, ἅτινα καὶ ἄλλοι εἶχον ἀναπτύξει εἰς τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν. Σᾶς εἶπεν, ὅτι ἀναγνωρίζω ὅτι ὑπάρχει τὸ ἀδίκημα, καὶ ἐν τούτοις διὰ τῆς θεωρίας μου οὐ μόνον μένει τοῦτο ἀτιμώρητον, ἀλλὰ καὶ βραβεύεται. Ἀλλὰ τὸ ἀδίκημα, κύριοι, τῆς καλπονοθεύσεως ἔχει διττὸν σκοπὸν, τὸν σκοπὸν τῆς ἀποτυχίας ἐκείνου, κατὰ τοῦ ὁποίου γίνεται αὕτη, καὶ τὸν σκοπὸν τῆς ἐπιτυχίας ἐκείνου, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου γίνεται. Καὶ ὅταν ἀκυρωθῇ ἡ ἐκλογὴ τοῦ διὰ τῆς νοθείας ἐπιτυχόντος, νομίζετε, ὅτι τὸ ἀδίκημα μένει ἀτιμώρητον; Ὅταν ἔχετε τὸν Μασούραν ἐν τῇ φυλακῇ καὶ ἔνταλμα φυλακίσεως ἐναντίον του, καὶ βούλευμα ἐπικείμενον, καὶ δικαστικὴν ἀπόφασιν ἐπικειμένην, νομίζετε, ὅτι τὸ ἀδίκημα βραβεύεται; Ἀλλ’ ὁ ἀδικούμενος δὲν ἱκανοποιεῖται! Καὶ μήπως, ὡς προεῖπον, εἶναι τὸ μόνον παράδειγμα εἰς τὰ ἀτελῆ ἀνθρώπινα νομοθετήματα, καθ’ ὃ βλέπομεν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν τὰ ἀποτελέσματα τοῦ ἀδικήματος νὰ καταστραφῶσιν ἐντελῶς; Ὑπάρχουν μύριαι ἄλλαι περιπτώσεις τοιαῦται, καὶ πρέπει τότε νὰ ἐκλέξωμεν τὸ μέτρον, τοῦ ὁποίου τὰ ἀποτελέσματα εἶναι ἧττον δυσάρεστα· διὰ τοῦτο δὲ ὑπεστήριξα προχθὲς, ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται ν’ ἀκυρώσῃ τὴν ἐκλογὴν καὶ νὰ προσκαλέσῃ τοὺς ἐκλογεῖς τῶν Καλαβρύτων νὰ ἀποφανθῶσιν ἐκ νέου, ἀλλὰ δὲν δύναται, εἰμὴ παραβιάζουσα τὸ καθῆκόν της, εἰμὴ ὑπερβαίνουσα τὰ ὅρια, τὰ ὁποῖα ἔθεντο τὸ Σύνταγμα καὶ ὁ Κανονισμὸς αὐτῆς, νὰ εἴπῃ· ἀφαιρῶ ἀπὸ τοῦ ἑνός, προσθέτω εἰς τὸν ἄλλον, καὶ οὕτω εἰσάγω τὸν δεύτερον.
§54ΜΙΛΗΣΗΣ. Εἰς κανένα δὲν προσθέτει σφαιρίδια ἡ Βουλή, ἀποφαίνεται μόνον, ὅτι τὰ ἐν τῷ ναὶ εὑρεθέντα σφαιρίδια ἀντιπροσωπεύουν τὴν ἀνόθευτον θέλησιν τῶν ἐκλογέων.
§55ΡΑΛΛΗΣ. Τίς ἔδωκε τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Βουλὴν, ν’ ἀποφανθῇ ἐπὶ τοιούτου ζητήματος;
§56ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἡ Βουλὴ, κ. Ῥάλλη, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάζῃ τὰ ἐξαγόμενα τῶν διαφόρων ἐκλογικῶν τμημάτων. Ἄλλως, πῶς θὰ εὕρῃ τὸν νόμιμον Βουλευτήν;
§57ΡΑΛΛΗΣ. Τὰ πληρεξούσια ἐξετάζει.
§58ΜΙΛΗΣΗΣ. Τὰ πληρεξούσια ἡ Βουλὴ τὰ ἐξετάζει προκαταρκτικῶς, διὰ νὰ ἐπιτρέπῃ τὴν εἴσοδον τῶν βουλευτῶν μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν θὰ ἀποφασίσῃ ὁριστικῶς. Τὰ πληρεξούσια δὲν εἶναι τὸ χαρτί.....
§59ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς νομικὸν ἄνθρωπον νὰ λέγῃ τοιαῦτα πράγματα· εἶναι ἀπελπιστικὸν νὰ δίδητε τοιαύτην ἑρμηνείαν εἰς τὸ ἄρθρ. 73 δημοσίᾳ καὶ ἐνώπιον τόσου κόσμου.
§60ΜΙΛΗΣΗΣ. Σᾶς λέγω, ὅτι τὰ πληρεξούσια ἐξετάζει ἡ Βουλή, καὶ τὸ λέγω πανδήμως, ἀφίνων τὴν κοινὴν κρίσιν νὰ ἀποφανθῇ, ποῖος πρέπει νὰ ἐντραπῇ δι’ ὅσα λέγει ἐνταῦθα, σεῖς ἢ ἐγώ; Τὰ ἐξετάζει, λέγω, πρῶτον ἐπιτρέπουσα, ἐὰν ἀμφισβητηθῇ, νὰ καθήσῃ προκαταρκτικῶς ὁ βουλευτὴς ἐν τῷ βουλευτηρίῳ, καὶ δεύτερον δικάζουσα ὁριστικῶς τὴν ἐκλογὴν, καὶ ἀποφαινομένη περὶ τοῦ κύρους αὐτῆς. Πληρεξούσιον δὲν εἶνε τὸ εἰσιτήριον, ἀλλ’ ἡ ἐντολὴ τοῦ βουλευτοῦ. Ἂν δὲν τὸ ἐννοῆτε....
§61ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι, κύριοι, ματαιοπονία, λυποῦμαι δὲ ὅτι ἐπέτρεψα εἰς τὸν κ. Μίλησην νὰ κάμῃ τὴν διακοπὴν ταύτην, διότι χάνω καὶ ἐγὼ καὶ σεῖς τὸν καιρὸν· ἡ νευρική του κατάστασις κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας εἶναι τοιαύτη, ὥστε δὲν τῷ ἐπιτρέπει νὰ ἔλθῃ εἰς συμπεράσματα ὀρθὰ ἐπὶ ἀντικειμένων τῆς νομοθεσίας μας. Κύριοι, σᾶς ἱκετεύω χάριν τοῦ δικαιώματος ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ἐκπροσωπεῖτε, χάριν τοῦ δικαιώματος τοῦ ἡμετέρου, σταματήσατε· μὴ θέλετε νὰ ὑπερβῆτε τὸ ὅριον, τὸ ὁποῖον ἔθηκεν ἐνώπιον ἡμῶν ὁ καθεστὼς νόμος καὶ ὁ Κανονισμὸς, διότι μετὰ τὸ ὅριον τοῦτο ὑπάρχει βάραθρον, ἐν τῷ ὁποίῳ θὰ καταπέσουν τὰ δικαιώματα τοῦ λαοῦ καὶ τὰ ἡμέτερα δικαιώματα. Χάριν αὐτοῦ τοῦ κ. Ζαΐμη, μὴ θελήσητε ποτὲ, χάριν τῆς θέσεως αὐτοῦ, ὅπως τὴν ἀπαιτοῦμεν πάντες παρ’ αὐτοῦ, συμφώνως πρὸς τὴν ὑπόληψιν καὶ τὸ σέβας, τὸ ὁποῖον ἔχομεν πρὸς αὐτὸν, χάριν αὐτοῦ, μὴ θελήσητε νὰ ὀφείλῃ τὴν εἴσοδόν του ἐνταῦθα εἰς ἡμᾶς, καὶ ὄχι εἰς τὸν λαὸν τῶν Καλαβρύτων.
§62ΡΙΚΑΚΗΣ. Σχετικῶς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἐξετάσεως τῶν πληρεξουσίων, μὴ λησμονῆτε, κύριοι, παράδειγμα πρόσφατον τοῦ 1875, ὅτε ἡ Βουλὴ ἀπέβαλε τὸν κύριον Καρυστινάκην, ἔχοντα πληρεξούσιον, καὶ ἐδέχθη τὸν κ. Κυριακὸν, διότι ἀνεγνώρισεν, ὅτι ἡ διαλογὴ ἦτο πλημμελής.
§63ΦΙΛΗΜΩΝ. Ὅσῳ συμφωνῶ πρὸς τὸν προλαλήσαντα συνάδελφόν μου κ. Ῥάλλην ἐπὶ τοῦ συμπεράσματος τῆς ὁμιλίας του, τόσῳ διαφωνῶ ἐπὶ τῆς ἐξηγήσεως τῆς ἐκτάσεως τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἀπονέμεται εἰς τὴν Βουλὴν, ἐξελέγχουσαν τὰς ἐκλογάς. Τὸ ἄρθρον 73 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέσθη, ἀλλ’ ἐπεκαλέσθη κατὰ τὸ ἥμισυ, δὲν δίδει τὴν τοιαύτην ἐξήγησιν. Τοὐναντίον, ἀναγνωρίζει τὸ ἀπόλυτον δικαίωμα, ὅπερ κέκτηται ἡ Βουλὴ, νὰ ἐρευνᾷ τὰς ἐκλογὰς ἀπὸ τοῦ πρώτου σημείου τῆς ἐνάρξεως αὐτῶν μέχρι τῆς λύσεως. «Ἡ Βουλὴ ἐξετάζει τὰ πληρεξούσια τῶν βουλευτῶν καὶ ἀποφασίζει ἐπὶ τῶν ἀναφυομένων ἀμφισβητήσεων.» Τὸ ἄρθρον εἶναι γενικόν· οἱαδήποτε ἀμφισβήτησις ἂν παρουσιασθῇ ἐπὶ τῶν ἐκλογῶν ὑπάγεται εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῆς Βουλῆς. Ἡ Βουλὴ εἶναι κυρίαρχον Σῶμα· δὲν δύναται ἑπομένως νὰ ἔχῃ δικαιώματα τετμημένα, κατακερματισμένα, δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἄλλα ἢ δικαιώματα ἀπόλυτα. Ὅταν δὲ περιορισμὸς δὲν ὁρίζηται ἐντὸς τοῦ Συντάγματος, δὲν δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ δημιουργήσωμεν τοιοῦτον. Εἰσέρχομαι ἤδη εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐπασχολούσης ἡμᾶς ἐκλογῆς. Ἐπιθυμῶ νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου· θὰ ἐξηγήσω δ’ αὐτὴν διαφόρως ἢ ὡς ἤκουσα δικαιολογοῦντας τὴν ψῆφόν των τοὺς προλαλήσαντας, εἴτε ὑπὲρ, εἴτε κατὰ τῆς ἐκλογῆς. Εὑρισκόμεθα, κύριοι, ἐνώπιον μιᾶς νοθείας ἐκλογικῆς. Περὶ ταύτης, ἵνα πεισθῶ, δὲν ἔχω ἀνάγκην οὔτε νὰ ἀκούσω τὴν λεπτομερῆ περιγραφὴν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μου κ. Ἀθ. Πετιμεζᾶ, οὔτε ν’ ἀναγνώσω τὰς ἐκθέσεις τοῦ ἐφόρου, ἢ τῶν ἐποπτῶν· εὑρίσκομαι ἀπέναντι ἑνὸς γεγονότος πραγματικοῦ, καὶ τοῦτο εἶναι ἡ ὕπαρξις ἐντὸς τῆς κάλπης τοῦ κ. Ζαΐμη σφαιριδίων πλεοναζόντων 220. Ὅταν ἔχωμεν νόμον ἐκλογικὸν, ὅστις ὁρίζει, ὅτι τὰ πλεονάζοντα σφαιρίδια ἀφαιροῦνται ἀπὸ τοῦ Ναὶ, ὅταν ἔχωμεν μίαν διαρκῆ σχεδὸν πρᾶξιν τῶν Βουλῶν, ἀφαιρεσασῶν πάντοτε τὰ σφαιρίδια ἀπὸ τοῦ Ναὶ, ἤθελεν εἶσθαι ἄτοπον, ἐναντίον τῆς λογικῆς πόλεμος, νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι φιλικὴ χεὶρ ἠδύνατο νὰ ῥίψῃ εἰς τὴν κάλπην τοῦ κ. Ζαΐμη τὰ σφαιρίδια αὐτά. Ἡ χεὶρ, ἥτις τὰ ἔῤῥιψε, δὲν δύναται παρὰ νὰ ἦναι ἐχθρική· τὰ ἔῤῥιψε, πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ ἀφαιρεθῶσιν ἀπὸ τοῦ Ναὶ, καὶ ὁ κ. Ζαΐμης νὰ μὴ ἔλθῃ ἐντὸς τῆς Βουλῆς. Ὡς πρὸς τοῦτο δὲ συμφωνῶ καθ’ ὁλοκληρίαν μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Πάλλης κ. Ἰακωβάτου, ὅτι εἶναι ἀδιάφορον ἐὰν εἰς τὸ Ναὶ, ἢ εἰς τὸ Ὄχι ἐῤῥίφθησαν τὰ σφαιρίδια. Τὸ γεγονὸς, ὅτι ὑπάρχουν σφαιρίδια πλεονάζοντα, βεβαιοῖ τὴν καλπονόθευσιν· εὑρισκόμεθα λοιπὸν ἐνώπιον μιᾶς καλπονοθεύσεως. Ὁ νομοθέτης, ὁρίζων διατάξεις οἱασδήποτε, βεβαίως οὐδέποτε ἠδύνατο νὰ εἶχεν ὑπ’ ὄψιν ὅπως προστατεύσῃ τὸ ἔγκλημα, οὔτε σκοπὸν καὶ τέρμα τὴν καθιέρωσιν καὶ τὴν ἀναγνώρισιν τοῦ ἐγκλήματος. Δὲν δύναμαι ἐντεῦθεν νὰ παραδεχθῶ κατ’ οὐδένα τρόπον τὴν γνώμην ἐκείνων, οἵτινες ζητοῦν τὴν ἐπικύρωσιν τῆς ἐκλογῆς, στηριζόμενοι εἰς τὸ γράμμα τοῦ νόμου. Ὡς πρὸς τοῦτο δὲ, ἀντιτίθεμαι πρὸς αὐτὸν τὸν κ. Θρασύβουλον Ζαΐμην, πρὸς τὸν κ. Α. Πετιμεζᾶν, πρὸς τὸν κ. Μίλησην, καὶ πρὸς ὅλην τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς τοῦ ἔτους 1869. Ἐπρόκειτο τότε ὁμοία τις περίστασις. Κατὰ τὴν ἐκλογὴν Λεβαδείας εὑρέθησαν 75 σφαιρίδια ἐντὸς τῆς κάλπης τοῦ κ. Γεωργαντᾶ· τὰ σφαιρίδια δὲν ἠδύνατο νὰ ἔῤῥιψεν ἡ χεὶρ ἐχθρική. Μολονότι δὲ παρουσιάσθη τότε βούλευμα ἐπιβεβαιοῦν τὸ ἔγκλημα, ἡ Βουλὴ, τῆς ὁποίας ἡ πλειονοψηφία τότε ἐτέλει ὑπὸ τὰ νεύματα τοῦ Ὑπουργείου Ζαΐμη, πλειονοψηφία σπουδαία καὶ μεγάλη, δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὰς ὀρθοτάτας παρατηρήσεις τοῦ βουλευτοῦ Λακεδαίμονος κ. Λεωπούλου, φίλου τότε τοῦ μακαρίτου Δεληγεώργη. Ὁ βουλευτὴς Λακεδαίμονος ἀνέπτυξε λεπτομερέστατα ὅσα ἠκούσατε προχθὲς καὶ σήμερον ἐπαναλαμβανόμενα παρ’ ὅλων τῶν ὑποστηριξάντων, ὅτι ὁ νόμος δὲν ἠδύνατο ποτὲ νὰ εἶχεν ὑπ’ ὄψιν τὸ ἔγκλημα. Σήμερον ἀνέγνωσα ἐν λεπτομερείᾳ τὰ στενογραφημένα πρακτικὰ τῆς συνεδριάσεως τῆς 3 Ἰουλίου τοῦ 1869, καὶ εἶδον, ὅτι ὁ κ. Λεώπουλος τότε μετὰ σαφηνείας τελείας καὶ μετὰ πειθοῦς ἀπέδειξεν, ὅτι ὁ Νόμος δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπιδιώκῃ τὴν καθιέρωσιν τοῦ ἐγκλήματος, ὅτι τὰ σφαιρίδια ἔπρεπε νὰ ἀφαιρῶνται ἀπὸ τοῦ Ὄχι, ὅταν πράγματι ἐῤῥίφθησαν εἰς τὸ Ὄχι· ὑπεστήριξε δέ, ἵνα ἑκάστοτε ἡ Βουλὴ ἐξετάζῃ τὸ πραγματικὸν αὐτὸ γεγονὸς, ποῦ ἐῤῥίφθησαν τὰ σφαιρίδια, καὶ ἐκεῖθεν νὰ τὰ ἀφαιρῇ. Ἀλλὰ τότε ἡ Βουλὴ δὲν ἤκουσε τῆς φωνῆς αὐτοῦ. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἦτο μέλος τῆς Βουλῆς ἐκείνης καὶ ἐσιώπησε, καὶ ἐψηφοφόρησεν ὑπὲρ τῆς κατὰ γράμμα ἐφαρμογῆς τοῦ Νόμου. Καὶ ὁ κ. Ζαΐμης, ὑπουργὸς ὤν, καὶ οἱ ἄλλοι συνάδελφοί του ἐψηφοφόρησαν ὑπὲρ τῆς λύσεως αὐτῆς. Εἰπὼν, ὅτι δὲν εἶμαι σύμφωνος πρὸς τὸν κ. Ζαΐμην καὶ τοὺς φίλους του, ὡς πρὸς τὴν λύσιν, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζουν σήμερον ἄλλοι, εἶμαι ἐντὸς τῆς πραγματικότητος. Ἀλλὰ προκειμένου, κύριοι, νὰ ψηφίσω, εὑρίσκομαι ἐνώπιον διλήμματος. Ὀφείλω ἢ νὰ ἀναγνωρίσω τὸ ἔγκλημα, ἢ νὰ παραδεχθῶ λύσιν, συνιστῶσαν προηγούμενον, ὅπερ δύναται νὰ ἔχῃ συνεπείας ὀδυνηράς. Τόσῳ δὲ μᾶλλον δύσκολος ἡ θέσις μου, διότι τῆς προτεινομένης λύσεως τὴν ἀκρίβειαν, τὴν καθαρῶς νομικήν, δὲν δύναμαι νὰ ἀμφισβητήσω. Βεβαίως, ὅταν τίθηται τὸ ζήτημα ἁπλῶς καὶ ψυχρῶς νομικῶς, ἂν πρέπῃ τὸ ἔγκλημα νὰ μείνῃ ἀτιμώρητον, ἂν πρέπῃ ὁ ἐγκληματίας νὰ ἀμείβηται καὶ νὰ μὴ δοθοῦν τὰ ἐγκληματικῶς ἀφαιρεθέντα σφαιρίδια εἰς τὸν ἀδικούμενον, βεβαίως διστάζω νὰ εἴπω τὸ Ὄχι. Ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου δὲν λησμονῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι Σῶμα πολιτικὸν καὶ ἔχει καὶ πολιτικὴν συνείδησιν, παρὰ τὴν δικαστικὴν συνείδησίν της. Ὀφείλει, ἀποφασίζουσα, νὰ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ γενικώτερα συμφέροντα τῆς πολιτείας, καὶ κατ’ αὐτὰ νὰ ἀποφασίζῃ. Πολλάκις δὲ εὑρέθησαν τὰ Βουλευτικὰ Σώματα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δεχθῶσι τὴν ἧττον δικαίαν καὶ ἧττον ἀκριβῆ λύσιν, ἀλλ’ ἥτις ἐπεβάλλετο ὑπὸ τινος πολιτικῆς ἀνάγκης. Τὸν κανόνα τοῦτον ἀκολουθῶ καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου διλήμματος. Ἀντιθέτως δὲ πρὸς τὴν γνώμην τοῦ συναδέλφου μου καὶ φίλου κ. Μίληση, προκειμένου νὰ ψηφοφορήσω ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἐκλογῆς τῶν Καλαβρύτων, λαμβάνω πρωτίστως ὑπ’ ὄψιν τὸ πρόσωπον, τὸ ἀμέσως ἐνδιαφερόμενον. Θὰ σᾶς ἐξηγήσω δὲ τὸν λόγον, ἕνεκα τοῦ ὁποίου, ἐὰν τὸ πρόσωπον τοῦτο δὲν ὑπῆρχεν, ἴσως ἤθελον καὶ ἐγὼ κλίνει πρὸς τὴν γνώμην ἐκείνων, οἵτινες ἀξιοῦσιν, ὅτι ἡ Βουλὴ, ἐν τῇ κυριαρχίᾳ αὐτῆς, δύναται τὰ πλεονάζοντα σφαιρίδια νὰ μὴ τὰ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τοῦ Ναὶ τῆς κάλπης τοῦ κ. Ζαΐμη· ἐξηγοῦμαι. Δὲν ἀνήκω, Κύριοι, εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ἀνθρώπων, οἵτινες νομίζουν ὅτι προσφέρουν ὑπηρεσίαν εἰς τὴν πατρίδα, ἐξευτελίζοντες τὰ πολιτικὰ πρόσωπα, καὶ πρὸ πάντων τὰς πολιτικὰς ἐξοχότητας. Ἀκριβῶς διότι εἶμαι ὑπὲρ τῶν ἐλευθέρων θεσμῶν, διότι ὀνειρεύομαι, ὅτι μίαν ἡμέραν ἡ Ἑλλὰς θὰ εὐτυχήσῃ ν’ ἀποκτήσῃ πληρέστερον ἐλευθέρους θεσμούς, δὲν δύναμαι νὰ μὴ παραδεχθῶ, ὅτι αἱ πολιτικαὶ ἐξοχότητες εἶναι τόσαι ἄγκυραι καὶ τόσαι ἐγγυήσεις ὑπὲρ τοῦ μέλλοντος τοῦ Τόπου. Εὐτυχῶς τὴν ἰδέαν αὐτὴν συμμερίζεται καὶ ὁ Τόπος. Ἐνθυμεῖσθε τὸ ἐθνικὸν πένθος, ὅπερ διεχύθη καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα καὶ καθ’ ὅλον τὸν Ἑλληνισμόν, ὅταν ἀπέθανεν ὁ Δεληγεώργης. Δὲν ἐθρήνησεν ἁπλῶς ἡ Ἑλλὰς τότε, διότι ἀπέθανεν εἷς ἔξοχος ῥήτωρ, εἷς πολιτευόμενος πεπαιδευμένος καὶ πεπειραμένος· ἐθρήνησε κυρίως, ὅτι ἀπέθανεν ἐν κρισίμῳ μάλιστα ὥρᾳ τῆς Πατρίδος, ἓν πρόσωπον, ὅπερ ἀπετέλει μίαν πολιτικὴν ὑπεροχὴν, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ ὁμιλῇ ἑκάστοτε, καὶ νὰ πιστεύηται, ὅτι ἡ ὁμιλία του δὲν ἦτο ἀτομική, ἀλλ’ ὁμιλία, τὴν ὁποίαν συνεμερίζετο μέγα μέρος τοῦ Ἔθνους. Τὰ τοιαῦτα πολιτικὰ κεφάλαια εἶναι μέγιστα, πρὸ πάντων ἐν πολιτείᾳ ἐλευθέρᾳ· ἡ δὲ ἱστορία ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ μοναρχία καὶ ὁ ἀπολυτισμὸς οὐδὲν ἐφοβήθησαν τόσῳ, ὅσῳ τὰς πολιτικὰς ὑπεροχάς. Ὁ Κ. Ζαΐμης ἀνήκει εἰς τὴν σειρὰν τῶν τοιούτων προσώπων· ὁ κύριος Ζαΐμης ἔχει ἓν παρελθόν, ὅπερ δὲν δύναται ἢ νὰ ἐπιβάλλῃ τὸν σεβασμὸν εἰς τὸ ἔθνος καὶ εἰς τοὺς πολιτευομένους, ὄχι μόνον ἕνεκα τοῦ ὄγκου τοῦ ὀνόματός του, ἀλλὰ καὶ ἕνεκα τῶν ὑπηρεσιῶν, τὰς ὁποίας κατὰ καιροὺς προσέφερεν εἰς τὴν Πατρίδα. Δύναται νὰ εἴπῃ τις, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰς λεπτομερείας, ὅ,τι ἂν θέλῃ περὶ τοῦ κυρίου Ζαΐμη· ἀλλὰ δὲν δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ τὴν μεγάλην ἀρετήν, ἣν πάντες ἀνομολογοῦμεν ἐν αὐτῷ, ὅτι ἔχει σέβας πρὸς τὸν νόμον καὶ μετριότητα ἐν τῷ πολιτεύεσθαι. Δὲν δύναμαι νὰ μὴ ἀναγνωρίσω, ὅτι αἱ ἰδέαι τοῦ κυρίου Ζαΐμη ἔτυχον πολλάκις καὶ τῆς ὑποστηρίξεως τοῦ τόπου. Κρίνω ἐντεῦθεν ὡς μεγίστην ζημίαν τὴν ἔλλειψιν τοῦ κ. Ζαΐμη ἀπὸ τὴν Βουλὴν τῆς πατρίδος μου, ἐπιθυμῶ δὲ ἀπὸ καρδίας νὰ τὸν ἴδω εἰσερχόμενον, ἀλλὰ εἰσερχόμενον ἀμείωτον καὶ ὁλόκληρον καὶ ἀνέπαφον κατὰ τὴν ὑπόληψίν του καὶ κατὰ τὸ γόητρον, τὸ ὁποῖον πρέπει ὁ πολιτικὸς ἀρχηγὸς νὰ φέρῃ. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἀποκτήσῃ οἱοσδήποτε τὸ δικαίωμα ν’ ἀμφισβητῇ, ἔστω καὶ κατὰ τὸ ἐλάχιστον, ὅτι ἡ εἴσοδός του δὲν ἐγένετο διὰ τῆς θύρας, ἀλλὰ διὰ τοῦ παραθύρου, ὅτι ἐγένετο διὰ μιᾶς ἐκβιάσεως τοῦ νόμου. Εἰμὶ βέβαιος, ὅτι ἡ ἐπαρχία τῶν Καλαβρύτων, ἐὰν τῇ ἀποδείξωμεν, ὅτι ἐγένετο νοθεία, καὶ ἐὰν ἐπαναληφθῇ ἡ ἐκλογὴ, θὰ ἀποστείλῃ τὸν Ζαΐμην. Ἀλλὰ ὁ κ. Ζαΐμης, ἐρχόμενος βουλευτὴς διὰ τῆς ψήφου τῶν 100 ἢ τῶν 200 ἐκλογέων τοῦ δήμου Ψωφῖδος, θὰ φέρῃ πολὺ μεγαλειτέραν βαρύτητα ἢ ἐὰν ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς φέρῃ τὰς ψήφους. Τοιοῦτος εἶναι ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος μὲ πείθει νὰ ψηφίσω ὑπὲρ τῆς ἀκυρώσεως τῆς ἐκλογῆς, οὐχὶ δὲ ὑπὲρ τῆς ἀμέσου εἰσαγωγῆς τοῦ κ. Ζαΐμη, καὶ νομίζω, ὅτι θέλετε ἀποδώσει τὴν δέουσαν ἀξίαν εἰς τὸν λόγον τοῦτον· διότι καὶ ὑμεῖς βεβαίως παραδέχεσθε, ὅτι ὑπάρχουν πρόσωπα, τὰ ὁποῖα, ἕνεκα τοῦ ὀνόματος καὶ τῆς θέσεως αὐτῶν, δὲν ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ κλονίζουν τὴν ὑπόληψίν των καὶ τὴν πεποίθησιν, τὴν ὁποίαν πρὸς αὐτὰ τρέφει ὁ κόσμος. Οἱ ζηλωταὶ εἶναι ἐκεῖνοι, οἵτινες ἔβλαψαν συνήθως τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας· ἡμεῖς ὀφείλομεν, ἀποδίδοντες σεβασμὸν καὶ ὑπόληψιν πρὸς μίαν πολιτικὴν ἐξοχότητα τοῦ τόπου, νὰ μὴ ψηφίσωμεν ἀπόφασιν, ἥτις δὲν θὰ ἀμφισβητήσῃ βεβαίως τὴν κοινωνικὴν καὶ πολιτικὴν θέσιν του, ἀλλὰ θὰ δώσῃ ἴσως ἀφορμὴν εἴς τινας νὰ εἴπουν, ὅτι διὰ βεβιασμένης ἑρμηνείας καὶ ἀποφάσεως, προσωπικῆς ὅλως, καὶ διὰ κομματικοὺς λόγους, ὁ κ. Ζαΐμης παρακάθηται ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου, ὅπερ ἐτίμησε, τὸ ὁποῖον εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ τιμήσῃ, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ παρακάθηται, διότι φέρει ὄνομα, τὸ ὁποῖον συνδέεται μετὰ τῶν εὐγενεστέρων ἀναμνήσεων τῆς ἑλληνικῆς παλιγγενεσίας. Δὲν ἤθελε τελεσθῆ τὸ μέγα ἔργον τῆς ἐθνικῆς ἀναστάσεως ἡμῶν, ἐὰν μὴ ὑπῆρχον αἱ πολιτικαὶ ἐξοχότητες τοῦ 1821· καὶ ἐὰν τὰς ἐξοχότητας αὐτὰς τὰς ποδοπατῶμεν, οὐδὲν ἄλλο πράττομεν, ἢ νὰ ἐξομαλύνωμεν τὴν ὁδὸν ἢ πρὸς τὴν ἀναρχίαν, ἢ πρὸς τὸν ἀπολυτισμόν.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἄλλος τὸν λόγον;
§65ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσεται περαιωμένη ἡ συζήτησις.
§67ΣΟΛΙΩΤΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι ὀλίγας λέξεις ὡς τὰς τελευταίας λέξεις θύματος, διότι ἐννοῶ, ὅτι εἶμαι τὸ θῦμα πολιτικῆς ἀνάγκης. Θέλω θέσει τὸ ζήτημα εἰς τὴν ἀληθῆ αὐτοῦ θέσιν, καὶ οὐχὶ ἐκεῖ, ἔνθα ὑπεκφεύγοντες τὸ ἐθέσατε. Κατηγοροῦσι τὴν Βουλὴν οἱ ἔξωθεν καὶ λέγουσιν, ὅτι ἀφίνομεν εἰς τὴν θύραν, εἰσερχόμενοι, τὴν λογικὴν καὶ τὴν συνείδησιν. Ἐγὼ ἀποκρούω τὴν κατηγορίαν, διότι σέβομαι τὴν ἀντιπροσωπείαν τῆς πατρίδος μου. Ἐὰν ὅμως ἐτηροῦμεν μεθ’ ἑαυτῶν τὴν λογικὴν, δὲν ἤθελον γείνει τόσαι συζητήσεις ἄγονοι ἀφ’ ἑνὸς, καὶ καταβιβαστικαὶ διὰ τὴν Βουλὴν ἀφ’ ἑτέρου. Ποιοῦμαι ἔκκλησιν εἰς τὴν συνείδησίν σας. Δὲν τολμᾶτε νὰ τὸ ἐκστομίσητε, ἀλλ’ ἐν τῇ συνειδήσει σας ὁμολογεῖτε, ὅτι, ἐὰν ὑπῆρχεν ἄλλο τι πρόσωπον κάτωθεν ἐμοῦ, δὲν ἠθέλετε κάμει κἂν λόγον, οὔτε ἑρμηνείας καὶ παρερμηνείας τῶν νόμων. Λοιπὸν ὅλοι ὁμολογεῖτε ἐν τῇ συνειδήσει σας σήμερον, μεθ’ ὅλα ὅσα εἴπετε, ὅτι τὸ ἄρθρον 3 τοῦ Συντάγματος, «ὅλοι οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἀπέναντι τῶν νόμων», τὸ ἐλησμονήσατε. Ἐὰν ἦτον ἀνάγκη πολιτικὴ νὰ παρακαθήσῃ ἐνταῦθα ὁ ὁπωσδήποτε ἀποτυχὼν ὑποψήφιος, ὑπὲρ οὗ προσπαθεῖτε νὰ ἀνατρέψητε τὰ πάντα, ἔπρεπε νὰ εὕρητε εὐσχημότερόν τινα τρόπον, καὶ οὐχὶ ἑρμηνείας καὶ παρερμηνείας τῶν νόμων, διότι σεῖς, εἰς τοὺς ὁποίους ἡ πατρὶς ἀνέθηκε τὴν ὑψηλὴν ἐντολὴν νὰ νομοθετῆτε, ἔπρεπε πρὸ παντὸς ἄλλου νὰ σέβεσθε τοὺς νόμους τῆς πατρίδος σας· διότι ὁ νόμος δὲν εἶναι πλέον κτῆμά σας, εἶναι κτῆμα ὅλων τῶν Ἑλλήνων, καὶ, ὡς γνωρίζει ὅλος ὁ κόσμος, ἐφαρμόζεται πρὸ δεκαπενταετίας· αἱ δὲ παρερμηνεῖαι, εἰς ἃς προσφεύγετε, εἶναι ἀνάξιαι σπουδαίων καὶ εὐσυνειδήτων ἀνδρῶν. Ἐὰν ἦτο ἀνάγκη νὰ εἰσαχθῇ ὁπωσδήποτε ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ ὁ κ. Ζαΐμης, ἔπρεπε νὰ εὕρητε εὐσχημότερον ἄλλον τρόπον, καὶ οὐχὶ τὸν καταβιβασμὸν τῆς Βουλῆς εἰς Βουλευτοποιεῖον, διότι τὰ παρανόμως πραττόμενα πράγματα ἠξεύρετε πῶς τὰ ὀνομάζουσι, κίβδηλα· αὐτὸς ὁ ἴδιος σαρκαστικῶς καὶ ἐμπαικτικῶς θὰ ὀνομάσῃ τὴν Βουλὴν Βουλευτογόνον, ἢ ἄλλο τι ὄνομα θὰ ἐφεύρῃ διὰ τὴν Βουλὴν τοῦ 1879 εὐφυέστερον καὶ σαρκαστικώτερον, διότι ἠξεύρετε, ὅτι ἔχει τὴν εὐφυΐαν νὰ εὑρίσκῃ ὀνόματα σαρκαστικά. Ἐὰν εὑρίσκετε εὐσχημότερον τρόπον, ἤθελον ὑποκύψει καὶ ἐγὼ, διὰ νὰ σᾶς ἀπαλλάξω ἀπὸ τὰς δυσχερείας· ἤθελον γείνει θῦμα αὐτοθελῶς καὶ εὐχαρίστως. Ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν εὕρετε τὸν κατάλληλον τρόπον, θέλω, ἀλλὰ δὲν δύναμαι, διότι εἶμαι συνδεδεμένος μὲ τὸν νόμον· ἀποχωρῶ ἐγὼ, ἀλλ’ ἀποχωρεῖ μετ’ ἐμοῦ καὶ ὁ νόμος. Ὁ ἔντιμος συμπολίτης μου, ὑπὲρ οὗ ἐτέθημεν εἰς δυσχερῆ θέσιν, ὁ κ. Ζαΐμης, εἶχε τὴν εὐκολίαν ν’ ἀπαλλάξῃ τὴν Βουλὴν ἀπὸ τὴν δυσχέρειαν, κ. Ῥικάκη διότι, ἐὰν ὁ πατριωτισμὸς αὐτοῦ ἦναι ἴσος μὲ τὴν πολιτικὴν βαρύτητά του, καὶ κατ’ ἐμὲ εἶναι ἴσος, ἠδύνατο νὰ εἴπῃ, «ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἡ Ἐπαρχία μου μὲ ἔκρινε μετὰ πολλῆς ἴσως αὐστηρότητος, ἀφ’ ἑτέρου δὲ καὶ μὲ ἠδίκησεν ἴσως, ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ νόμος εἶναι σαφὴς, ἐπειδὴ καὶ ἐγὼ τὸν ἐφήρμοσα ἐπὶ τῶν ἄλλων κατὰ τὸ σαφὲς γράμμα αὐτοῦ, ἵνα μὴ ὑποτεθῇ, ὅτι, προκειμένου περὶ τοῦ ἑαυτοῦ μου, ἔχω ἄλλην γνώμην, κηρύσσομαι ὑπὲρ τοῦ ἐγκύρου τῆς ἐκλογῆς.» Καὶ οὕτω ἠδύνατο νὰ εὐκολύνῃ καὶ τὴν Βουλὴν ἀπὸ τὴν δυσχέρειαν εἰς ἣν ἐτέθη, καὶ ἐγὼ νὰ προβῶ εἰς θυσίαν ἄνευ θυσίας τοῦ νόμου· τοῦτο θὰ ἦτο ἀξιοπρεπὲς, τοῦτο θὰ ἦτο τίμιον, κύριε Ῥικάκη. Λοιπὸν τίς περιβάλλεται τὸν μανδύαν τῆς ἀνομίας, κ. Κεχαγιᾶ;
§68ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον τίποτε.
§69ΣΟΛΙΩΤΗΣ. Ὑπηνίχθητε ἐμὲ εἰς τὴν προχθεσινὴν ὁμιλίαν σας, καὶ εἴπετε, νομίζω, πῶς θὰ παρακαθήσω ἐνταῦθα περιβεβλημένος τὸν μανδύαν τῆς καλπονοθεύσεως.
§70ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Δὲν τὸ εἶπον διὰ σᾶς.
§71ΣΟΛΙΩΤΗΣ. Πρόκειται περὶ προσώπου ἀναγκαίου εἰς τὴν πολιτικήν, τὸ ὁμολογῶ· περὶ προσώπου, τοῦ ὁποίου ἡ ἐν τῇ Βουλῇ παρουσία θὰ σώσῃ τὸν τόπον· σύμφημι. Ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου, ἐγὼ ὁ ἐλάχιστος ἔχω ὑπὲρ ἐμοῦ καὶ τὸ δίκαιον καὶ τὸν νόμον. Ὁ κ. Ζαΐμης εἶναι πρόσωπον μεγίστης πολιτικῆς βαρύτητος καὶ ἀπαραιτήτως χρήσιμος ἐνταῦθα πρὸς σωτηρίαν τῆς πατρίδος· ἐῤῥέτω λοιπὸν ὁ Σολιώτης, τὸ παραδέχομαι· ἐῤῥέτω ὅμως καὶ ὁ νόμος, αὐτὸ δὲν δύναμαι νὰ τὸ παραδεχθῶ. Ἀποῤῥιφθήτω ὁ Σολιώτης, τὸ παραδέχομαι, ἀποῤῥιφθήτω ὅμως καὶ ὁ νόμος ὡς χάρτης ἄσημος. Σεῖς ἀποφασίσατέ το· ἐγὼ ὅμως δὲν δύναμαι νὰ τὸ παραδεχθῶ. Ἴδετε ποτὲ ἰατροὺς θυσιάζοντας τὴν μητέρα, διὰ νὰ σώσωσι τὸ νήπιον; Σεῖς σφαγιάζετε σήμερον ἀσπλάγχνως ἐνώπιον ὅλου τοῦ Ἑλληνισμοῦ τὴν μητέρα, ἤτοι τὸν νόμον, διὰ νὰ σώσητε τὸ νήπιον.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περαιωμένη. Ὑπεβλήθησαν πολλαὶ προτάσεις. Ἀκούσατε πρῶτον τὴν πρότασιν τῶν κ.κ. Καλλιγᾶ, Ῥικάκη καὶ Μίληση. Εἷς τῶν γραμματέων ἀναγινώσκει· «Ἡ Βουλὴ, πειθομένη ἐκ τῆς γενομένης συζητήσεως, ὅτι τὰ πλεονάζοντα 220 σφαιρίδια, τὰ ἐν τῇ κατὰ τὸ 1ον ἐκλογικὸν τμῆμα τοῦ δήμου Ψωφίδος κάλπῃ τοῦ ὑποψηφίου βουλευτοῦ Θρασυβούλου Α. Ζαΐμη εὑρεθέντα, ἐῤῥίφθησαν εἰς τὸ ὄχι, ἀποφαίνεται, ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀφαιρεθῶσιν ἐκ τοῦ ναὶ, καὶ ἀναγνωρίζει νόμιμον βουλευτὴν τῆς ἐπαρχίας Καλαβρύτων τὸν σχετικῶς πλειονοψηφήσαντα Θρασύβουλον Α. Ζαΐμην».
§73ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἡ ἀπωτέρα πρότασις εἶναι τὸ ἔγκυρον ἢ ἄκυρον τῆς ἐκλογῆς τοῦ δήμου Ψωφίδος.
§74ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐπὶ τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος. Ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ἀνεγνώσατε, νομίζω, ὅτι εἶναι ἡ ἀπωτέρα, διότι ἡ κυρία πρότασις, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἡ Βουλὴ θ’ ἀποφανθῇ, εἶναι τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς. Ἡ βάσις, λέγω, ἡ ἀφετηρία εἶναι τὸ ζήτημα ἂν ἡ ἐκλογὴ ἦναι ἔγκυρος· μετ’ αὐτὴν ἔρχεται ἡ πρότασις ἂν ἦναι ἄκυρος. Ἀλλὰ εἴτε ὑπὸ θετικὴν, εἴτε ὑπὸ ἀρνητικὴν μορφὴν περιβάλητε τὴν πρότασιν, κατ’ οὐσίαν εἶναι ἡ αὐτή. Ἡ ἄλλη πρότασις ἔρχεται ὡς τροπολογία· ἄρα εἶναι ἡ ποῤῥωτέρα, καὶ αὐτὴ πρέπει νὰ τεθῇ πρῶτον εἰς ψηφοφορίαν.
§75ΡΑΛΛΗΣ. Πρῶτον, ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης, ὡς διατυποῦται, δὲν δύναται ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή, καὶ ν’ ἀκυρώσῃ τὴν ἐκλογὴν τοῦ κ. Σολιώτου, ὅστις κατὰ νόμιμον τεκμήριον εἶναι ὁ βουλευτής. Δεύτερον, ἡ πρότασις, ὅπως διατυποῦται, δὲν ἀποκλείει πᾶσαν ἄλλην· μόνον ἡ πρότασις περὶ ἀκυρώσεως εἶναι ἡ ἀπωτέρα. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ θέσητε πρῶτον τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς τῶν τεσσάρων βουλευτῶν, δεύτερον τὸ ἄκυρον τῆς ἐκλογῆς τοῦ κ. Σολιώτη, καὶ τρίτον τὸ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ κ. Ζαΐμη.
§76ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ ἐγκύρου ἢ ἀκύρου τῆς ἐκλογῆς, διὰ νὰ τεθῇ ζήτημα ἐὰν ἡ ἐκλογὴ τοῦ κ. Σολιώτου ἦναι ἔγκυρος ἢ ἄκυρος. Ἡ ὅλη ἐκλογὴ ἐθεωρήθη ἀδιαίρετος, τὸ ζήτημα δὲ εἶναι ἐὰν τὰ ἀποτελέσματα ἦναι σύμφωνα. Τὸ ἔγκυρον εἶναι ἀναμφισβήτητον, οὐδεὶς τὸ ἐσυζήτησε, διότι ἡ ἐκλογὴ εἶναι μία καὶ ἀδιαίρετος (θόρυβος.) Οὐδεὶς εἶπεν, ὅτι πρέπει ν’ ἀφαιρεθῶσιν ἐκ τῆς κάλπης τοῦ κ. Σολιώτου σφαιρίδια· ἐγένετο δὲ συζήτησις, ὅτι τὰ 220 σφαιρίδια, τὰ ὁποῖα ἀφῃρέθησαν ἀπὸ τὸ Ναὶ τῆς ἑτέρας κάλπης, τῆς τοῦ κ. Ζαΐμη, δὲν πρέπει νὰ ἀφαιρεθῶσιν ἀπὸ τὸ Ναί. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ πρότασις περὶ ἐγκύρου ἢ ἀκύρου δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τὴν συζήτησιν, ἡ δὲ πρότασις, ἣν ἡμεῖς ὑπεβάλομεν, εἶναι τὸ προϊὸν τῆς συζητήσεως, καὶ δι’ αὐτῆς θέλει λυθῆ τὸ ὑπὸ συζήτησιν ζήτημα.
§77ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἡ ἀναγνωσθεῖσα πρότασις ἔχει δύο ἐννοίας ὅλως διόλου ἀντικειμένας. Ἐγὼ δύναμαι νὰ συμφωνήσω μὲ τὴν μίαν, ἀλλὰ δὲν συμφωνῶ μὲ τὴν ἑτέραν (ἀναγινώσκει τὴν πρότασιν). Ἐγὼ συμφωνῶ μὲ τὴν πρώτην ἰδέαν, δὲν συμφωνῶ μὲ τὴν ἑτέραν, συμφωνῶ ὅτι ἐῤῥίφθησαν εἰς τὸ ὄχι τὰ σφαιρίδια, ἀλλὰ διὰ τοῦτο θέλω τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς. Πῶς δύναμαι νὰ ψηφίσω δύο πράγματα ἀντιφατικά;
§78Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν πᾶς βουλευτὴς δύναται νὰ προτείνῃ τὴν διαίρεσιν.
§79ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἀναγνωρίζω τὴν ὀρθότητα τῆς παρατηρήσεως τοῦ προλαλήσαντος, καὶ διὰ τοῦτο συναινοῦμεν τὸ δεύτερον μέρος τῆς προτάσεως ν’ ἀφαιρεθῇ.
§80Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Προσέξατε, προσέξατε, διότι μοὶ φαίνεται, ὅτι αὐτὰ τὰ πράγματα εἶναι ἀλλόκοτα. Ἡ πρότασις λέγει, ὅτι τὰ πλεονάζοντα σφαιρίδια ἐῤῥίφθησαν εἰς τὸ ὄχι, καὶ διὰ τοῦτο ἀναγνωρίζεται νόμιμος Βουλευτὴς ὁ κ. Ζαΐμης ἀντὶ τοῦ κ. Σολιώτου. Ἀλλὰ ἠμπορεῖτε νὰ προβῆτε εἰς τοιαύτην ἀπόφασιν; Ἡ Βουλὴ, κατὰ τὴν κρίσιν μου, πρέπει νὰ εἴπῃ ἐὰν ἦναι ἔγκυρος ἢ ἄκυρος ἡ ἐκλογή. Ἐὰν εἴπῃ, ὅτι εἶναι ἄκυρος ἡ ἐκλογὴ τοῦ δήμου Ψωφῖδος, ἡ ὑποβληθεῖσα πρότασις πίπτει, διότι τότε θὰ κάμωμεν νέαν ἐκλογήν. Ἐὰν ἐπικυρωθῇ ἡ ἐκλογὴ, θὰ ἐξετάσωμεν τί θὰ γείνῃ τὸ πλεόνασμα, ἡ δὲ Βουλὴ θὰ ἀποφασίσῃ. Λοιπὸν πρῶτον πρέπει νὰ ἀποφασισθῇ τὸ ἔγκυρον ἢ ἄκυρον τῆς ἐκλογῆς, ὅπως θέλετε, καὶ ἀφοῦ τελειώσῃ αὐτὴ ἡ ψηφοφορία, τότε ἐξετάζομεν τὸ ἄλλο ζήτημα.
§81Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι ἁπλούστατον. Συμφωνῶ πληρέστατα μὲ τὴν γνώμην τοῦ προαγορεύσαντος, ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ κανὼν, τὸν ὁποῖον ἠκολούθησε πάντοτε τὸ Προεδρεῖον, ὁσάκις προεκάλεσε ψηφοφορίαν· εἶναι ἔγκυρος ἢ ἄκυρος ἡ ἐκλογὴ διὰ τοὺς τέσσαρας, ναὶ ἢ ὄχι; Μετὰ ταῦτα τὸ Προεδρεῖον θὰ θέσῃ εἰς ψηφοφορίαν τὰ πορίσματα τὰ ὁποῖα προέκυψαν ἐκ τῶν διαφόρων συζητήσεων. Ἐκ τῆς συζητήσεως, ἡ ὁποία ἐγένετο, ἐπήγασαν τρεῖς γνῶμαι· ἡ ἀπωτέρω εἶναι ἡ ἀκύρωσις τῆς ἐκλογῆς τοῦ δήμου Ψωφῖδος, ἄλλη, ἡ ἐπικύρωσις διὰ τὸν Σολιώτην, καὶ τρίτη, ἡ ἐπικύρωσις τῆς ἐκλογῆς διὰ τὸν Ζαΐμην, διότι κακῶς ἀφῃρέθησαν τὰ σφαιρίδια· ἀλλὰ ψηφοφορίαι δύο θὰ γίνουν. Κατὰ τὴν πρώτην θὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ, εἶναι ἄκυρος ἡ ἐκλογὴ τοῦ ά τμήματος διὰ τὸν Ζαΐμην καὶ Σολιώτην, ναὶ ἢ ὄχι; Ἐὰν ἡ Βουλὴ εἴπῃ, ὅτι ἡ ἐκλογὴ εἶναι ἄκυρος, τὸ ζήτημα εἶναι πλέον λελυμένον· ἐὰν δὲ ἡ Βουλὴ εἴπῃ ὅτι ἡ ἐκλογὴ εἶναι ἔγκυρος, θὰ τεθῇ τὸ ζήτημα, εἶναι ἔγκυρος διὰ τὸν Σολιώτην, ναὶ ἢ ὄχι; Ἐὰν ἡ Βουλὴ παραδεχθῇ τὸ ἄκυρον, τὸ ζήτημα εἶναι τελειωμένον· ἐὰν δὲ δὲν παραδεχθῇ, τότε θ’ ἀποφασισθῇ ἐὰν ἡ ἐκλογὴ ἦναι νόμιμος διὰ τὸν κ. Σολιώτην, ἢ διὰ τὸν κ. Ζαΐμην. Διὰ τῆς αὐτῆς ψηφοφορίας θὰ λυθῇ τὸ ζήτημα· ἐὰν ἦναι ἄκυρος διὰ τὸν Σολιώτην, βεβαίως εἶναι ἔγκυρος διὰ τὸν Ζαΐμην.
§82Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐὰν ἀκυρωθῇ ἡ ἐκλογὴ τοῦ ά τμήματος Ψωφῖδος, τὸ ἀποτέλεσμα ἐπηρεάζεται καὶ ὡς πρὸς τοὺς ἄλλους· δὲν δύνασθε δὲ νὰ προβῆτε εἰς ψηφοφορίαν τοιαύτην, ἄνευ συζητήσεως. Ἐὰν ἀκυρώσητε τὴν ἐκλογὴν, θὰ τὴν ἀκυρώσητε καὶ διὰ τοὺς 5· ὄχι εἶναι ἔγκυρος διὰ τοὺς μὲν, ἄκυρος δὲ διὰ τοὺς δέ.
§83ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ ἐκλογὴ εἶναι διαιρετὴ μεταξὺ τῶν ἐκλεχθέντων. Μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης δὲν ἐσυζητήσαμεν περὶ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς τῶν κ.κ. Οἰκονόμου, Φωτήλα, Α. Πετιμεζᾶ καὶ Σ. Πετιμεζᾶ, διότι οὐδεὶς ἠμφισβήτησεν αὐτό, ἀλλὰ μόνον περὶ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς τοῦ κ. Σολιώτου. Ἡ πρότασις τοῦ τμήματος εἶναι συνεπὴς, προτείνει τὴν ἐπικύρωσιν τῆς ἐκλογῆς ὡς πρὸς τοὺς 4 βουλευτὰς Καλαβρύτων, καὶ ἡ πρότασις αὕτη εἶναι ἡ ἀπωτέρα, διότι αὕτη δὲν ἀποκλείει καμμίαν ἄλλην. Μετὰ ταῦτα ἔχομεν τὸ ζήτημα τοῦ πέμπτου βουλευτοῦ, τοῦ κ. Σολιώτου. Ὡς πρὸς αὐτὸν ὀφείλομεν νὰ ἀποφανθῶμεν, διὰ νὰ καταστρέψωμεν τὸ τεκμήριον, τὸ ὁποῖον ἔχει ὑπὲρ αὐτοῦ, ἐὰν ἡ ἐκλογὴ ἦναι ἔγκυρος ἢ ἄκυρος, καὶ τότε, ὅταν καταστραφῇ αὐτὸ τὸ τεκμήριον, εἶναι ἐλεύθεροι, ὅσοι θέλουν νὰ εἰσαγάγουν τὸν κ. Ζαΐμην, νὰ διατυπώσουν τὴν πρότασιν ὡρισμένως, προσωπικῶς· διότι εἰς αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ ἄτοπον, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπεπέσαμεν κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς μεσοβασιλείας ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως, εἰς αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ ἄτοπον θέλομεν ἐπίσης ὑποπέσει, καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ ἀποφύγωμεν. Ὀφείλουν λοιπὸν, συμφώνως πρὸς τὴν γνώμην αὐτὴν, νὰ φέρουν τὴν πρότασιν.
§84Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε πρόεδρε, ἀποσύρω τὴν πρότασίν μου καὶ ἀποδέχομαι τὴν πρότασιν τοῦ προλαλήσαντος κυρίου Ῥάλλη.
§85ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐγὼ ἀναλαμβάνω τὴν ὑπεράσπισιν τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ἀποσύρει ὁ κύριος Πετιμεζᾶς, καὶ βλέπετε, ὅτι δίδω οὕτω παράδειγμα ἀμεροληψίας. Ἠκούσατε, κύριοι, τί ζητοῦν· τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς τοῦ πρώτου τμήματος τοῦ δήμου Ψωφῖδος, διὰ νὰ ἐρωτηθῇ ἐκ νέου ὁ λαός. Ἀλλ’ εἶναι πρόδηλον, ὅτι, ἂν ἀκυρωθῇ ἡ ἐκλογὴ, θ’ ἀκυρωθῇ μὲ ὅλα τ’ ἀποτελέσματα καὶ δι’ ὅλους τοὺς ὑποψηφίους, ὧν ἡ ἐκλογὴ ἐπηρεάζεται. Διαφέρει ἡ πρότασις ἡμῶν. Αὕτη δὲν θίγει τὸ κῦρος τῆς ἐκλογῆς, δὲν θίγει τὴν ὕπαρξιν αὐτῆς· τὴν προϋποθέτει, καὶ σᾶς προκαλεῖ ν’ ἀποφανθῆτε, ποῖον εἶναι τὸ πραγματικὸν ἀποτέλεσμα τῆς κάλπης τοῦ κυρίου Ζαΐμη ἐν τῷ τμήματι τούτῳ. Κατὰ τὴν πρότασίν μας λοιπὸν τὸ ζήτημα περιορίζεται μεταξὺ τοῦ κυρίου Ζαΐμη καὶ τοῦ κ. Σολιώτη, ἀλλὰ κατὰ τὴν πρότασιν τῆς ἀκυρώσεως εἶναι γενικόν. Δὲν γνωρίζω δὲ παρόμοιον προηγούμενον κατὰ τὸ παρελθὸν, νὰ χωρίζηται ἐκ προοιμίων ἡ ἐκλογὴ εἰς τμήματα, ν’ ἀσφαλίζωνται οἱ τέσσαρες καὶ νὰ παραπέμπωνται μόνον δύω ἐκ τῶν ἐκλεχθέντων εἰς νέαν ἐκλογήν. Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τούτου. Ἐπειδὴ δὲ δὲν θέλω νὰ λεπτολογῶ ἄνευ σκοποῦ, δέχομαι νὰ προηγηθῇ τὸ ζήτημα τῆς ἀκυρώσεως τοῦ πρώτου τμήματος τοῦ δήμου Ψωφῖδος, εἰ καὶ δὲν θεωρῶ τὴν πρότασιν ὀρθήν.
§86ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἂν καὶ πρώτην φορὰν θεωρῆται ἡ ἐκλογὴ ὡς ἓν ἡνωμένον καὶ ἀχώριστον, παρατηρῶ εἰς τὸν κύριον Μίλησην, ὅτι ἐπὶ τῶν ἐξελέγξεων τῶν ἐκλογῶν ἡ τακτικὴ τῆς Βουλῆς ὑπῆρξε μία· ὁσάκις ἡ ἀμφισβήτησις ἐγίνετο μόνον ἐπὶ τῶν προσώπων, ἐπὶ τῶν ὁποίων τ’ ἀποτελέσματα τὰ ἐκλογικὰ ἔφερον ἀλλοίωσιν, οὐχὶ δὲ καὶ ἐπὶ τῶν λοιπῶν, πάντοτε τὰ ζητήματα ἐξητάζοντο χωριστὰ, καὶ χωριστὰ πρέπει νὰ τὰ ἐξετάσῃ ἡ Βουλή. Ἐν παραδείγματι σᾶς λέγω, ὅτι εἰς τὴν ἰδικήν μου κάλπην εὑρέθησαν 105 πλεονάζοντα σφαιρίδια, καὶ ἀφοῦ ταῦτα ἀφῃρέθησαν, πάλιν ὑπερτερῶ κατὰ 384 τὸν Σολιώτην. Ὁ κ. Μίλησης θέλει καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου νὰ γείνῃ ἀκύρωσις. Τὸ δέχομαι (Θόρυβος).
§87ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Πρέπει νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ ἂν εὑρίσκῃ ἔγκυρον τὴν ἐκλογὴν τοῦ πρώτου τμήματος τοῦ δήμου Ψωφῖδος, καὶ ἂν τὴν εὑρίσκῃ ἔγκυρον, τότε φυσικῷ τῷ λόγῳ ὁ Σολιώτης εἶναι βουλευτής· ἂν θέσητε ἄλλως τὸ ζήτημα, ἡ Βουλὴ θὰ ἔλθῃ εἰς ἀντίφασιν.
§88ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Ἡ ἀμφισβήτησις γίνεται ἐπὶ τοῦ καταλογισμοῦ τῶν σφαιριδίων· οἱ μὲν λέγουν, ἡ διαλογὴ ἐγένετο κακῶς, διότι τὰ σφαιρίδια ἀφῃρέθησαν ἀπὸ τὸ Ναὶ, ἐνῷ ἔπρεπε ν’ ἀφαιρεθῶσιν ἀπὸ τὸ Ὄχι· οἱ δὲ, ὅτι, ἐπειδὴ εὑρέθησαν πλεονάζοντα σφαιρίδια, πρέπει ν’ ἀκυρωθῇ ἡ ἐκλογή. Εἶναι δύω προτάσεις χωρισταί· νομίζω δὲ, ὅτι ἀναποφεύκτως ὀφείλομεν νὰ ψηφοφορήσωμεν πρῶτον τὴν πρότασιν τῆς ἀκυρώσεως. Ἂν ἡ Βουλὴ εἴπῃ, ὅτι ἡ ἐκλογὴ εἶναι ἔγκυρος, ἔρχεται τὸ ζήτημα τῆς διαλογῆς, ποῦ πρέπει νὰ καταλογισθῶσι τὰ σφαιρίδια. Ἡ ἀπόφασις περὶ τοῦ ἐγκύρου τῆς ἐκλογῆς δὲν προδικάζει τὸ ζήτημα τῆς διαλογῆς.
§89ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὑπάρχουν καὶ ἄλλοι, προτείνοντες τὴν ἐπικύρωσιν τῆς ἐκλογῆς ὡς ἔχει.
§90ΣΑΡΑΒΑΣ. Ὅπως καὶ ἂν τεθῇ τὸ ζήτημα, ἀδύνατον νὰ μὴ φθάσωμεν εἰς σύγχυσιν, ἐὰν κατὰ πρῶτον δὲν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸ προέχον τῆς συζητήσεως. Κατὰ τὴν συζήτησιν τρεῖς προτάσεις εἶναι αἱ ἀναπτυχθεῖσαι· ἡ πρότασις τῆς ἐπικυρώσεως ὑπὲρ τοῦ κ. Σολιώτη, ἡ πρότασις τῆς ἀκυρώσεως, καὶ τρίτη ἡ πρότασις ὑπὲρ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ κ. Ζαΐμη. Τὸ ζήτημα λοιπὸν πρέπει νὰ τεθῇ οὕτως, ὥστε μηδεμιᾶς τῶν τριῶν τούτων προτάσεων ν’ ἀποκλείηται ἡ ψήφισις. Καὶ τὰς τρεῖς ταύτας προτάσεις ἐπηρεάζει τὸ ζήτημα τῶν πλεοναζόντων σφαιριδίων, ἂν πρέπῃ ν’ ἀφαιρεθῶσιν ἀπὸ τὸ ναὶ ἢ ἀπὸ τὸ ὄχι· τὸ ζήτημα λοιπὸν πρέπει νὰ τεθῇ οὕτω· «πρέπει νὰ ἀφαιρεθῶσι τὰ πλεονάζοντα σφαιρίδια ἀπὸ τὸ ναὶ;» Ἂν ἡ Βουλὴ ἀποφανθῇ καταφατικῶς, ἐπικυροῦται ἡ ἐκλογὴ ὑπὲρ τοῦ κ. Σολιώτου· ἂν δὲ ἀποφατικῶς, θὰ ἔλθῃ τότε ἡ ἀπόφασίς της ἐπὶ τῶν δύω ἄλλων προτάσεων.
§91Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Αὐτὸ εἶναι ἀνάποδον.
§92ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀποφεύγομεν, νομίζω, κύριοι, πᾶσαν περιπλοκὴν, ἐὰν τηρήσωμεν εἰς τὰς σκέψεις ἡμῶν τὴν ἀκόλουθον τάξιν. Εἰς πᾶσαν ἐκλογὴν δύο προτάσεις συνήθως γίνονται, ἡ ἐκλογὴ εἶναι ἔγκυρος ἢ εἶναι ἄκυρος. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐγένετο καὶ τρίτη πρότασις, οὕτω δὲ τὸ ζήτημα κατ’ ἀνάγκην κατέστη σύνθετον, καὶ πρέπει νὰ διαιρεθῇ. Τὰ ζητήματα τὰ ἐκ τῆς συζητήσεως προκύψαντα εἶναι πρῶτον, ἂν ἡ ἐκλογὴ τῶν Καλαβρύτων ἦναι ἔγκυρος ὡς πρὸς τοὺς τέσσαρας βουλευτάς, περὶ τούτου δὲ δὲν ἐγένετο ἀμφισβήτησις· δεύτερον, ἂν ἡ ἐκλογὴ ἦναι ἔγκυρος ἢ ἄκυρος ὡς πρὸς τὸν πέμπτον βουλευτήν, τὸν κ. Σολιώτην. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ τὸ ἔγκυρον, τότε ἐκλείπει πᾶν ἄλλο ζήτημα· ἐὰν δὲ τὸ ἄκυρον, τότε θ’ ἀποφασίσωμεν ἐπὶ τοῦ τρίτου ζητήματος, ἂν πρέπῃ ν’ ἀναγνωρίσωμεν ὡς βουλευτὴν τὸν κ. Ζαΐμην. Ἐὰν δὲ δὲν ἀναγνωρίσωμεν τὸν κ. Ζαΐμην, τότε θὰ γείνῃ νέα ἐκλογή.
§93ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅπως ἐτέθη τὸ ζήτημα, μοὶ φαίνεται, ὅτι θὰ μᾶς ἀποπλανήσῃ, καὶ θὰ φθάσωμεν ἐκεῖ ὅπου δὲν θέλομεν. Τινὲς νομίζουσι τὴν ἐκλογὴν ἔγκυρον, ἀλλὰ τὴν διαλογὴν κακήν. Τί δὲ λέγει τὸ θέμα, ὡς ἐτέθη; ἂν ἡ ἐκλογὴ ἦναι ἔγκυρος, τότε καὶ τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ἔγκυρον διὰ τὸν Σολιώτην. Καὶ ἐγὼ λέγω ὅτι εἶναι ἔγκυρος, ἀλλ’ ἐπιφυλάσσομαι ν’ ἀποφανθῶ ἂν ὁ καταλογισμὸς τῶν ψήφων ἐγένετο καλῶς ἢ κακῶς. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ εἴπωμεν ἂν ἦναι ἔγκυρος ἢ ἄκυρος ἡ ἐκλογὴ, ἐπιφυλασσομένου τοῦ καταλογισμοῦ τῶν ψήφων.
§94ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Ἔχομεν ἕν προηγούμενον, καὶ ἂν ἀκολουθήσωμεν αὐτό, τὸ ζήτημα λύεται. Ἔχομεν τὸ προηγούμενον τῆς ἐκλογῆς Τήνου κατὰ τὸ 1877, ὅπου ἡ ἐπιτροπὴ δὲν εἶχεν ἀφαιρέσει ἐκ τοῦ ΝΑΙ τὰ πλεονάζοντα σφαιρίδια. Λοιπὸν ἐπὶ τοῦ προκειμένου πρέπει ν’ ἀποφασίσωμεν περὶ τῶν τεσσάρων βουλευτῶν Καλαβρύτων πρῶτον, περὶ δὲ τοῦ πέμπτου νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ κακῶς ἔπραξεν, ἀφαιρέσασα τὰ σφαιρίδια αὐτὰ, καὶ ν’ ἀναγνωρίσωμεν νόμιμον βουλευτὴν τὸν κ. Ζαΐμην· διότι ἂν τεθῇ ὑπὸ ψηφοφορίαν, ὅτι ἀναγνωρίζομεν νόμιμον βουλευτὴν τὸν δεῖνα ἢ δεῖνα, δύναται νὰ ὑποτεθῇ ὅτι βουλευτοποιοῦμεν.
§95Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὅ,τι καὶ ἂν εἴπητε, βουλευτοποιεῖον εἶναι ἡ Βουλή.
§96ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Δύναται μάλιστα ὀρθότερον νὰ τεθῇ οὕτω τὸ ζήτημα, οὐχὶ ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ κακῶς ἔπραξεν, ἀλλ’ «ἡ Βουλὴ πειθομένη, ὅτι τὰ ἀφαιρεθέντα σφαιρίδια ἐκ τοῦ ναὶ ἐῤῥίφθησαν εἰς τὸ ὄχι, θεωρεῖ νόμιμον βουλευτὴν τὸν κ. Ζαΐμην.»
§97ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Τὸ ζήτημα, κύριοι, εἶναι, εἶναι ἄκυρον τὸ πληρεξούσιον τοῦ πέμπτου βουλευτοῦ τῆς Ἐπαρχίας Καλαβρύτων, τοῦ κυρίου Σολιώτου; δὲν πρόκειται περὶ τῆς ἐκλογῆς. Αὕτη εἶναι ἔγκυρος. Ἂν εἴπωμεν, ὅτι εἶναι ἄκυρον τὸ πληρεξούσιον, ἔρχεται ἕτερον ζήτημα, τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐκλογῆς τῆς ἐπαρχίας Καλαβρύτων ἀναδεικνύει νόμιμον βουλευτὴν τὸν κ. Ζαΐμην, ναί, ἢ ὄχι; Τρίτον ζήτημα, οἱ τέσσαρες βουλευταὶ εἶναι νόμιμοι;
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Στάϊκος ὑπέβαλε πρότασιν· ἀκούσατέ την. «Ἐπιφυλασσομένης τῆς βουλῆς ὡς πρὸς τὸν καταλογισμὸν τῶν πλεοναζόντων σφαιριδίων, ἐρωτᾶται ἂν ἡ ἐκλογὴ τοῦ α. Τμήματος τοῦ δήμου Ψωφίδος ἦναι ἔγκυρος.»
§99Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Θέλομεν νὰ ἀνατρέψωμεν καὶ τὸ Σύνταγμα καὶ τὸν Κανονισμὸν καὶ τὴν λογικήν. Ἢ πρέπει νὰ μὴ γείνῃ μνεία τῶν σφαιριδίων εἰς αὐτὴν τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία θὰ ἐπικυρώσῃ ἢ θὰ ἀκυρώσῃ τὴν ἐκλογὴν, ἢ ἄλλως, ἂν θὰ ἀρχίσωμεν ἀπὸ τὰ σφαιρίδια, πρέπει ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ, ἂν ἦναι βεβαία κατὰ νόμον καὶ κατὰ συνείδησιν, ὅτι τὰ σφαιρίδια ἐῤῥίφθησαν εἰς τὸ ὄχι.
§100ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Τὸ ζήτημα ἂν τὰ πλεονάζοντα σφαιρίδια ἐῤῥίφθησαν εἰς τὸ ὄχι ἢ εἰς τὸ ναὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τεθῇ, διότι πολλοὶ πρεσβεύουν ἀδιστάκτως, ὅτι ἐῤῥίφθησαν εἰς τὸ ὄχι, ἀλλ’ ἐν τούτοις ἀδιστάκτως πρεσβεύουν, ὅτι πρέπει νὰ ἦναι ἐπικυρωτικοὶ, διότι, λέγουν, δὲν ἔχει ἁρμοδιότητα ἡ Βουλὴ νὰ ἐξετάσῃ ποῦ ἐῤῥίφθησαν (θόρυβος, διάλογοι).
§101ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὅ,τι θέλουν οἱ περισσότεροι θὰ γείνῃ. Διὰ νὰ μὴ φέρω ἐμπόδιον ἐγὼ, λέγω μόνον, ὅτι διὰ τοὺς 4 βουλευτὰς δὲν ὑπάρχει καμμία ἀντίῤῥησις· ὡς πρὸς τὸν δῆμον τῆς Ψωφίδος ἡ συζήτησις ἔγεινεν, ἂν ἦναι νόμιμος ἡ ἐκλογή κατ’ ἐμὲ δὲ, πρέπει νὰ ἀκυρωθῇ ἡ ἐκλογὴ, ἀλλὰ νὰ μὴ εἰσέλθῃ τώρα ὁ κ. Ζαΐμης.
§102ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἡ πρότασις, ἣν ὑπέβαλεν ὁ ἐξ Ἰθάκης βουλευτὴς, παρέχει τὴν εὐκολίαν εἰς τὸ νὰ διερμηνεύσῃ ἕκαστος διὰ τῆς ψήφου του τὴν γνώμην του. Ὅσοι ἠγόρευσαν καὶ εἶναι ὑπὲρ τῆς ἀκυρώσεως, οὗτοι, ἐρωτώμενοι ἂν ἦναι ἔγκυρος ἡ ἐκλογὴ τοῦ πρώτου τμήματος τοῦ δήμου Ψωφίδος, θὰ εἴπωσιν ὄχι. Οἱ δὲ τῆς ἀντιθέτου γνώμης, ὅσοι φρονοῦμεν ὅτι ἡ ἐκλογὴ καθ’ ὅλα εἶναι ἔγκυρος, ἀμφισβήτησις δὲ μόνον ὑπάρχει ποῦ πρέπει νὰ καταλογισθῶσι τὰ 220 σφαιρίδια, εἰς τὸ Ναὶ ἢ τὸ Ὄχι τῆς κάλπης τοῦ Ζαΐμη, ἡμεῖς θ’ ἀποκριθῶμεν εἰς τὴν ἐρώτησιν ταύτην, ὅτι εἶναι ἔγκυρος· ἐν τῇ προτάσει δὲ λαμβάνεται φροντὶς νὰ ἐπιφυλαχθῇ ἡ Βουλὴ διὰ τὸν καταλογισμὸν τῶν πλεοναζόντων σφαιριδίων. Ἡ πρότασις λοιπὸν αὕτη, κύριοι, εἶναι ἡ μόνη πρακτικὴ, ἥτις δύναται νὰ μᾶς φέρῃ εἰς ἀποτέλεσμα. Διὰ νὰ ἐκλείψῃ δὲ πᾶσα ἀμφιλογία, ὑποχωρῶ, δεχόμενος νὰ ἐρωτηθῇ πρῶτον ἡ Βουλὴ ἂν ἦναι ἔγκυρος ἡ ἐκλογὴ τῶν Καλαβρύτων διὰ τοὺς 4 ἄλλους βουλευτάς.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς Καλαβρύτων ὡς πρὸς τοὺς 4 πρώτους Βουλευτὰς νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πάντες). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ ἔγκυρον ὡς πρὸς τοὺς Βουλευτὰς κ. κ. Ἀρ. Οἰκονόμου, Ἀλ. Φωτήλαν, Ἀθ. Πετιμεζᾶν καὶ Σ. Πετιμεζᾶν.
§104ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπὶ τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος.......(θόρυβος.)
§105ΜΙΛΗΣΗΣ. Παρακαλῶ τὸ προεδρεῖον νὰ προκαλέσῃ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ θέματος, διὰ νὰ τεθῇ ἐπὶ τέλους τὸ ζήτημα. Αὐτὸ καταντᾷ ἐπὶ τέλους ἀνυπόφορον.
§106ΡΟΝΤΗΡΗΣ. (Θόρυβος.).... Κύριοι, ὅταν ἀναβαίνω τὸ βῆμα, εἶναι δι’ ἐμὲ ἀνάγκη μεγίστη· δὲν λέγω περιττά.
§107ΤΙΝΕΣ. Τί θὰ εἰπῆτε; (Θόρυβος.)
§108ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Θὰ εἰπῶ, ὅτι δὲν εἶναι ἀπαρτία· νὰ μάθετε νὰ πιέζετε. (Ἐνταῦθα ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος, εὑρίσκονται δὲ παρόντες Βουλευταὶ 166.)
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ.
§110ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἐγὼ ἤθελον προτείνει τὸ ἑξῆς· «Αἱ ἐκλογικαὶ πράξεις τοῦ ά. τμήματος τοῦ Δήμου Ψωφίδος εἶναι ἔγκυροι,» ἐπιφυλαττομένης τῆς Βουλῆς ν’ ἀποφασίσῃ περὶ τῶν σφαιριδίων.
§111ΣΤΑΪΚΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἐκλογικαὶ πράξεις δὲν εἶναι μόνον ἡ ἀνακήρυξις τῶν Βουλευτῶν, εἶναι καὶ ἡ ψηφοφορία, καὶ ἐπὶ τέλους αὐτὴ ἡ ἐκλογή· τώρα λοιπόν, ὅταν ἡ Βουλὴ εἴπῃ ὅτι ἡ ἐκλογὴ δὲν ἦναι ἔγκυρος, τότε θὰ εἰσέλθῃ ὁ κ. Ζαΐμης, ἀφοῦ θὰ κηρυχθῇ ἄκυρος ὁλόκληρος; Διὰ τοῦτο εἰς τὴν πρότασίν μου λέγω, ὅτι ἐπιφυλάσσεται ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφασίσῃ περὶ τοῦ καταλογισμοῦ. Ἀναγινώσκεται ἡ πρότασις τοῦ κ. Στάϊκου.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Στάϊκου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἀναγινώσκεται ἡ πρότασις τῶν κ. κ. Καλλιγᾶ, Μίληση καὶ Ῥικάκη· «Ἡ Βουλὴ, πειθομένη ἐκ τῆς γενομένης συζητήσεως, ὅτι τὰ πλεονάζοντα 220 σφαιρίδια, τὰ ἐν τῇ κατὰ τὸ Αʹ. ἐκλογικὸν τμῆμα τοῦ δήμου Ψωφίδος κάλπῃ τοῦ ὑποψηφίου βουλευτοῦ Θρ. Α. Ζαΐμη εὑρεθέντα, ἐῤῥίφθησαν εἰς τὸ ὄχι, ἀποφαίνεται, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀφαιρεθῶσιν ἐκ τοῦ ναί, καὶ ἀναγνωρίζει νόμιμον βουλευτὴν τῆς Ἐπαρχίας Καλαβρύτων τὸν σχετικῶς πλειονοψηφήσαντα Θρ. Α. Ζαΐμην.»
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι.....................
§114Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ ΚΑΙ ΣΟΛΙΩΤΗΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητοῦν 15 τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν; (Οὐδεὶς ἐγείρεται.) Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναγνωσθεῖσαν πρότασιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται σχεδὸν πάντες). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν πρότασιν καὶ ἀναγνωρίζει νόμιμον βουλευτὴν τὸν κ. Θρ. Α. Ζαΐμην. (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων.) Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 8 μ. μ. καὶ 15 λεπτὰ.