1878.11.01
1,361 rows · 11,163 words · 117 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 28
τῆς 1 Νοεμβρίου 1878.
(Τετάρτη.)
Ὥρα 2 μ.μ.
Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας καὶ ἐνεκρίθησαν.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὑποβάλλει ἀντίγραφον τῶν ὁδηγιῶν περὶ συνομολογήσεως τῶν παλαιῶν δανείων. Θὰ τυπωθῇ. Ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ ὑπέβαλεν ἔκθεσιν ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων διαφόρων πιστώσεων. Θὰ τυπωθῇ. Ὑπεβλήθη ἀναφορὰ Παναγιωτοπούλου, ἀντισυνταγματάρχου ἀποστράτου, ζητοῦντος τὴν ἐπάνοδόν του εἰς τὴν ἐνεργητικὴν ὑπηρεσίαν. Θὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν στρατιωτικῶν. Τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἐτυπώθησαν καὶ διενεμήθησαν, περὶ τῶν ἐν Κύπρῳ Προξενείων, περὶ τῆς δυνάμεως τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ, περὶ καθυστερούντων κληρούχων καὶ περὶ στρατιωτικῆς ἀσκήσεως, θέλει ἡ Βουλὴ νὰ ἐγγραφῶσιν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἢ νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς τὰς Ἐπιτροπὰς;
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰς τὰς Ἐπιτροπὰς.
§3ΖΑΪΜΗΣ. Ἐστάλη εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν Οἰκονομικῶν πρὸ πολλοῦ νομοσχέδιον τοῦ πρώην ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ περὶ καταργήσεως τῶν δικῶν μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς ἑταιρίας Λαυρίου. Ἐγὼ δὲν ἔχω συμφέρον ἐκ τούτου, διότι οὐδεμίαν ἔχω μετοχήν· τὸ γενικὸν ὅμως συμφέρον τοῦ τόπου ἀπαιτεῖ, ἵνα μὴ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ παραπεμφθῇ εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Καλένδας, διότι ἀφορᾷ εἰς τὰ συμφέροντα τῆς πρωτευούσης καὶ τοῦ Ἔθνους· εἶναι δὲ δυνατὸν διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως αὐτοῦ ἡ Ἑταιρία οὐχὶ νὰ εὐημερήσῃ, διότι τοῦτο εἶναι ἀδύνατον, ἀλλὰ νὰ ὀρθοποδήσῃ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ἵνα τάξῃ προθεσμίαν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν, πρὸς ὑποβολὴν τῆς ἐκθέσεώς της· παρελθούσης δὲ τῆς προθεσμίας ταύτης, νὰ ἐγγραφῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, διότι δὲν πρέπει νὰ μένῃ ἐκκρεμὲς τὸ ζήτημα· ἡ ἐκκρεμότης βλάπτει τὰς ἐμπορικὰς ἐπιχειρήσεις.
§4ΡΙΚΑΚΗΣ. Τὴν Ἐπιτροπὴν ἐπανειλημμένως συνεκάλεσα· σήμερον δὲ συνήλθομεν τέσσαρα μέλη, συνεσκέφθημεν καὶ προπαρεσκευάσθη ἐργασία. Ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν ἦτο ἀπαρτία, προσδιωρίσαμεν αὔριον τὴν 9, ὅπως συνέλθῃ ἡ Ἐπιτροπὴ καὶ τελειώσῃ τὴν ἔκθεσίν της.
§5ΡΕΒΕΛΑΚΗΣ. Πρό τινων ἡμερῶν εἰσήχθησαν νομοσχέδια περὶ παραχωρήσεως γηπέδων εἰς τὸν ἐν Πειραιεῖ ναὸν τοῦ ἁγίου Σπυρίδωνος καὶ εἰς τὸν Σύλλογον ὑπὲρ τῶν Ἀπόρων Γυναικῶν· ἐπ’ αὐτῶν δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου.
§7ΔΡΟΣΙΝΟΣ. Κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν ὁ ἔντιμος συνάδελφός μου κ. Πιπίνος ὑπέβαλε πρότασιν ἀφορῶσαν τὰ περὶ ἐγκαταστάσεως τοῦ ἐν Πόρῳ Ναυστάθμου. Τὴν πρότασιν ἐκείνην οὐ μόνον ὑποστηρίζω, ἀλλὰ καὶ προσθέτω τὸ ἑξῆς. Παρακαλῶ τὸν ἔντιμον ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργόν, ὅπως ὑποβάλῃ κατάστασιν τῶν δαπανῶν, αἵτινες ἔλαβον χώραν ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ἐκτοπίσεως τοῦ Ναυστάθμου καὶ τῆς ἐγκαταστάσεως αὐτοῦ ἐν Φανερωμένῃ μέχρι σήμερον.
§8ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἐκ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα κατετέθησαν εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς περὶ τῶν ἐκτάκτων καὶ ἀπροβλέπτων δαπανῶν, προέκυψε παρανόησίς τις, καθόσον ἀφορᾷ ἐμὲ, ὡς Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν· ἡ παρανόησις δ’ αὕτη διαδιδομένη καὶ παραμορφουμένη, ὡς συνήθως συμβαίνει εἰς τοιαύτας περιστάσεις, δύναται νὰ λάβῃ διαστάσεις καὶ διατυπώσεις ἀλλοίας· διὰ τοῦτο ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ δώσω σύντομόν τινα ἐξήγησιν. Εἰς τὸ βιβλίον, τὸ ὁποῖον παρακατετέθη εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, ἀναφέρεται ὅτι ἐξεδόθησαν δύο ἐπιταγαὶ πρὸς ἐξόφλησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 280 τῆς 27 Ἰουλίου 1877 χρηματικοῦ ἐντάλματος, ἐκδοθέντος ὑπὸ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Ὑπουργείου ἐπ’ ὀνόματι τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Ἀμύνης διὰ δραχμὰς 500,000· αἱ δύο αὗται ἐπιταγαὶ ἐξεδόθησαν παρ’ ἐμοῦ, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἡ μὲν ὑπ’ ἀριθ. 193 τῆς 12 Ἰανουαρίου διὰ δραχμὰς 100,000, ἡ δὲ ὑπ’ ἀριθ. 195 τῆς 17 Ἰανουαρίου δι’ ἄλλας 100,000, τὸ ὅλον 200,000. Ἀλλ’ εἰς τὸ βιβλίον ὁ ἁρμόδιος ὑπάλληλος ἠθέλησε νὰ διακρίνῃ τίς Ὑπουργὸς ἐξέδωκε τὰς ἐπιταγὰς καὶ ἐσημείωσεν «Ὑπουργὸς Παπαμιχαλόπουλος,» ὅτι δηλαδὴ αἱ ἐπιταγαὶ ἐξεδόθησαν παρ’ ἐμοῦ, διότι ἡ μία ἐξεδόθη τὴν ἐπιοῦσαν ἡμέραν τοῦ σχηματισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου ἐκείνου, ἡ δ’ ἑτέρα μετὰ πέντε ἡμέρας. Ἡ σημείωσις αὕτη λοιπόν, ἡ φαινομένη εἰς τὸ βιβλίον, ἔδωκε χώραν εἰς τὴν παρανόησιν, περὶ ἧς εἶπον, ὅτι δηλαδὴ τὰ χρήματα ταῦτα ἐδόθησαν εἰς ἐμὲ καὶ διεχειρίσθησαν παρ’ ἐμοῦ. Δίδω τὴν πάνδημον ἐξήγησιν, ὅτι δὲν ἐδόθησαν εἰς ἐμὲ χρήματα, ἀλλ’ ἐξεδόθησαν παρ’ ἐμοῦ αἱ ἐπιταγαὶ, καὶ ἐδόθησαν τὰ χρήματα εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Ἀμύνης, ἥτις καὶ σημειοῖ τὸ ποσὸν αὐτὸ εἰς τοὺς λογαριασμούς της.
§9ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Σύρου ᾐτήσατο, ἵνα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καταθέσῃ τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἀπολογισμοῦ τῶν δαπανῶν τῆς ὁδοποιΐας τῶν ἐτῶν 76 καὶ 77.
§10ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ τὴν καταθέσω αὔριον.
§11ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Παρακαλῶ καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀναφερόμενος εἰς τὸ νομοσχέδιον, νὰ μοὶ δώσῃ τὴν ἑξῆς πληροφορίαν, ἂν ἐγένετο προϋπολογισμὸς τῆς ἀναγκαιούσης δαπάνης διὰ τὴν κατασκευὴν ὅλων ἢ ἐνίων τῶν ὁδῶν τῶν σημειουμένων εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτό· καὶ τοῦτο μοὶ εἶναι ἀναγκαῖον, διότι ὁπωσδήποτε φρονῶ, ὅτι θὰ διαφωτίσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τίνος πρόκειται.
§12ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Ὁ κ. Μαυρομιχάλης καὶ ὁ κ. Σοῦτσος ᾐτήσαντο νὰ κατατεθῶσιν ἔγγραφά τινα ὡς πρὸς τὸ δίπυρον καὶ τὰς ἀρβύλας, καὶ ἄλλα τινα, ὡς πρὸς τὰ τσαρούχια, νομίζω. Ὅλα τὰ ἔγγραφα ταῦτα καταθέτω. Χθὲς ἐγένετο λόγος περὶ τῶν τριῶν ἐκείνων ἐγγράφων, τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν ἔκθεσιν τοῦ Πρέσβεως ἐν Παρισίοις περὶ τῶν παπουτσίων. Ἠρεύνησα, εἰς τὸ γραφεῖον, ὅλα τ’ ἀρχεῖα, καὶ μέχρι τῆς 10 π. μ. ἐπείσθην ὅτι δὲν ὑπῆρχον· δὲν ἠρκέσθην δὲ εἰς τὴν προφορικὴν πληροφορίαν τῶν ὑπαλλήλων, ἀλλ’ ἐζήτησα ἀπὸ τὸν διαχειριζόμενον τὸ ἀρχεῖον νὰ μοὶ δώσῃ περὶ τούτου ἔγγραφον. (Ἀναγινώσκει αὐτό.)
§13Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Αὐτοῦ πρόκειται περὶ τῶν ὑποδημάτων τοῦ ἱππικοῦ καὶ πεζικοῦ, δηλαδὴ περὶ τῶν στιβαλίων, περὶ ὧν ἐγένετο λόγος εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καὶ τῶν ὁποίων ἡ ἀγορὰ δὲν ἐπραγματοποιήθη.
§14ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἔγραψα λοιπὸν κατεπειγόντως εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, ἵνα τηλεγραφικῶς διατάξῃ τὴν Πρεσβείαν νὰ μᾶς ἀποστείλῃ τὰ τρία ταῦτα ἔγγραφα.
§15ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Διατί δὲν διετάξατε ἀνακρίσεις;
§16ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Οὐδεὶς ἐκ τῶν ὑπαλλήλων γινώσκει περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ὥστε νὰ διατάξω ἀνακρίσεις, ἵνα εὕρω τὸν ἔνοχον καὶ τὸν τιμωρήσω· δὲν εἶναι σημειωμένα ὅτι παρεδόθησαν.
§17ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Αὐτὸ εἶναι ἔγκλημα.
§18ΦΙΛΗΜΩΝ. Πῶς εἶναι σημειωμένοι οἱ ἀριθμοὶ, τοὺς ὁποίους ἀναφέρει τὸ ἔγγραφον τοῦ ὑπαλλήλου τοῦ ἀρχείου, ὅπερ ἀνεγνώσατε;
§19ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δὲν εἶναι σημειωμένα εἰς τὸ Πρωτόκολλον· οἱ ἀριθμοὶ ἀφορῶσιν ἄλλα ἔγγραφα.
§20ΡΟΥΦΟΣ. Καὶ ἂν ἀφορῶσι τὰ ἔγγραφα αὐτὰ, ἀφοῦ ἡ Πρεσβεία ἔχει τ’ ἀντίγραφα τῶν ἐγγράφων, δυνάμεθα ἐκεῖθεν νὰ τὰ λάβωμεν· κατὰ τὶ παραβλάπτονται τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους καὶ πῶς ὑπάρχει ἔγκλημα; (Θόρυβος).
§21ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἐὰν εἰσήγοντο τὰ ἔγγραφα ταῦτα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ ἐγίνετο πραγματικῶς ὑπεξαίρεσις αὐτῶν, βεβαίως καθῆκον εἶχον αὐθωρεὶ νὰ διατάξω ἀνακρίσεις περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου· ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει οὐδεμία σημείωσις εἰσαγωγῆς. Τί λοιπὸν νὰ διατάξω; Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὰς αἰτήσεις τοῦ ἐντίμου Βουλευτοῦ Τροιζηνίας. Ἐζήτησε νὰ προσαγάγω ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν διάφορα ἔγγραφα, σχετικὰ πρὸς τὸν Ναύσταθμον. Ἐκ τῶν ἐγγράφων τούτων καταθέτω τὸ ἔγγραφον τοῦ Δανδόλου· ἐπειδὴ δ’ ἐν τοῖς ἀρχείοις αὐτῶν εὗρον καὶ ἔκθεσιν τοῦ ἀοιδίμου Μπόταση περὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου, καταθέτω καὶ ταύτην, ἵνα ἡ Βουλὴ ἐκτιμήσῃ τὸν μέγαν ἐκεῖνον ἄνδρα.
§22ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Καλὸν εἶναι νὰ τυπωθῶσι τὰ ἔγγραφα ταῦτα, διότι εἶναι ἱστορικά.
§23ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὑποβάλλω καὶ τὸ πρακτικὸν τοῦ πολεμικοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον κατήρτισα ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, καθ’ ἃς εὑρέθην, καὶ δυνάμει τοῦ ὁποίου ἐξετέλεσα πᾶν ὅ,τι ἐξετέλεσα μετὰ συνειδήσεως μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης. Ὑποβάλλω καὶ τὰς καταστάσεις τῶν δαπανῶν διὰ τὴν μετακόμισιν τοῦ ὑλικοῦ ἀπὸ τοῦ Ναυστάθμου Πόρου εἰς τὸν ἐν Φανερωμένῃ, ἀνερχομένων εἰς δραχμὰς 7,093. Τὰ λοιπὰ θέλω ὑποβάλει αὔριον. Ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Τροιζηνίας ἐζήτησε καὶ ἄλλα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κατατεθῶσι ταχέως, διότι θὰ γράψω εἰς τὸν Ναύσταθμον, ἵνα ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ βασιλείου μέχρι σήμερον ἐξακριβωθῶσιν αἱ δαπάναι· ἀπαιτεῖται προθεσμία δύο μηνῶν.
§24ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν.). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον περὶ ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως ἐπὶ τριῶν ἄρθρων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργείου, ἐξ 11,200 δραχμῶν.
§25ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Προχθὲς ἡ Βουλὴ ἔδωκε προθεσμίαν τριήμερον, ὅπως ἡ Ἐπιτροπὴ φέρῃ τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως Ναυτικῆς Σχολῆς.
§26ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ συνῆλθεν, ἔθεσε τὰς βάσεις, ἀλλὰ δὲν συνετάχθη εἰσέτι ἡ ἔκθεσις· δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν, εἰς δὲ τὴν δευτέραν ἐγὼ θὰ φέρω τὰς παρατηρήσεις μου.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγκρίνει ἡ Βουλὴ νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν;
§28ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὶν ἐπανέλθωμεν εἰς συζήτησιν τῆς προτάσεως τοῦ κ. Ῥάλλη, ἐὰν ἐπιτρέπῃ ἡ Βουλή, θέλομεν ἀναγνώσει τὸ νομοσχέδιον περὶ πιστώσεως τῶν 30,000 δραχμῶν, διὰ τὰ ἔξοδα τῆς ἐπανόδου τῶν ἐφέδρων. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως εἰς τρίτην συζήτησιν.)
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν ἤδη τὸ νομοσχέδιον περὶ διαθέσεως τῆς ἐγχωρίου περιουσίας Κεφαλληνίας. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.)
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν τὸ νομοσχέδιον περὶ παραχωρήσεως γηπέδου εἰς τὸν ναὸν τοῦ ἁγίου Σπυρίδωνος. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.)
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ παραχωρήσεως γηπέδου εἰς τὸν Σύλλογον ὑπὲρ τῶν Ἀπόρων Γυναικῶν. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν.)
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν συζήτησιν τῆς προτάσεως τοῦ κ. Ῥάλλη. Ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Α. Μαυρομιχάλης.
§34Δ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐζήτησα χθὲς τὸν λόγον, διότι ἔχω ἔνστασιν ἀπαραδέκτου· δὲν θὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς οὐσίας.
§35ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§36Δ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τοὺς κκ. συναδέλφους νὰ μὴ μὲ διακόψωσι, νὰ μὲ ἀφήσωσι νὰ ἐκθέσω τὰς ἰδέας μου, καὶ κατόπιν ἂς πράξωσιν ὅ,τι θέλωσι. Κύριοι, ἐγὼ ἀδιστάκτως πιστεύω, καὶ δὲν συμφωνῶ μὲ τὸν κ. Σ. Πετιμεζᾶν, ὅτι ἐξ ἄλλου τινὸς λόγου ἐγένετο ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ῥάλλη, ἀλλὰ πιστεύω, λέγω, ἀδιστάκτως, ὅτι ἡ πρότασις ἐγένετο ἐξ εὐγενοῦς πρὸς τὴν πολιτείαν καθήκοντος, διαφωνῶ ὅμως, διότι ἡ πρότασις αὕτη εἶναι ἀπαράδεκτος. Κύριοι, καλῶς γνωρίζετε, ὅτι ἐψηφίσαμεν ἕνα νόμον περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν. Εἰς τὸν νόμον αὐτὸν ἔχομεν καὶ δικονομικὰς, καθὼς γνωρίζετε, διατάξεις. Ὁμολογουμένως ὑπάρχει εἰς τὸ Σύνταγμα ἓν ἄρθρον, τὸ ἄρθρον 58, τὸ ὁποῖον διακελεύει: «Καὶ δύναται νὰ διορίζῃ (ἡ Βουλὴ) ἐκ τῶν μελῶν αὑτῆς ἐξεταστικὰς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὰς.» Ὅπως θέλετε παρατηρήσει, κύριοι, τὸ ἄρθρον αὐτὸ εἶναι εἰς τὸ κεφάλαιον «Περὶ Βουλῆς.» Τὸ δὲ ἄρθρον 58 λέγον: «Καὶ δύναται νὰ διορίζῃ ἐκ τῶν μελῶν αὑτῆς ἐξεταστικὰς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὰς,» τί ἔννοιαν, κατὰ τὴν ἰδικήν μου κρίσιν, ἔχει; Ἰδοὺ πῶς ἐννοῶ ἐγὼ τὴν ἐπιτροπήν. Δύναται ἡ Βουλὴ νὰ διορίσῃ μίαν ἐπιτροπὴν νὰ μεταβῇ εἰς τὸ Λαύριον καὶ νὰ κάμῃ ἐξετάσεις περὶ τῶν πραγμάτων τοῦ Λαυρίου, δηλ. νὰ κάμῃ αὐτοψίαν κτλ. νὰ ἐξετάσῃ τὰ πράγματα. Δύναται ἐπίσης ἡ Βουλὴ νὰ διορίσῃ μίαν ἐπιτροπὴν, ἥτις νὰ ἐξετάσῃ τὰ πράγματα ἐπὶ μιᾶς ἐκλογῆς. Δυνάμεθα καὶ σήμερον ἀκόμη νὰ διορίσωμεν ἐξεταστικὴν τῶν πραγμάτων ἐπιτροπήν· δηλ. νὰ ἐξετάσῃ, ἂν τὰ ὑποδήματα ἦναι ἄχρηστα ἢ καλὰ, ἂν ὁ διπυρίτης ἦναι ἄχρηστος ἢ καλός. Ἀλλὰ νὰ διορισθῇ, μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν νόμου, ὁ ὁποῖος ἔχει δικονομικὰς διατάξεις, νὰ διορισθῇ ἐξεταστικὴ ἐπιτροπὴ, θὰ ἐξετάσῃ πράξεις ἢ παραλείψεις ἑνὸς Ὑπουργοῦ ἢ ἀνθρώπου ἔχοντος μίαν δικαιοδοσίαν, κατὰ τὸ Σύνταγμα, δὲν εἶναι ὀρθόν· διότι αὐτὰ τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐξετάσῃ ἡ ἐπιτροπή, ὑπάρχουν, τὰ ἔχετε ὑπ’ ὄψιν, καὶ δύναται πᾶς τις νὰ τὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ νὰ τὰ ἐξετάσῃ. Ἀλλὰ πρέπει νὰ φέρητε μίαν κατηγορίαν ῥητὴν, ὡρισμένην κατὰ τὸν νόμον περὶ εὐθύνης. Καὶ ἰδού, κύριοι, ὁ νόμος λέγει «κατὰ τὴν ὁριζομένην ἡμέραν.» Ἐδῶ ἐπιμένω ἐγὼ, κύριοι, καὶ παρακαλῶ νὰ προσέξητε, ἢ νὰ διατάξῃ προανάκρισιν.» Λοιπὸν ἐγὼ ἐπιμένω καὶ λέγω, ὅτι μετὰ τὰς διατάξεις αὐτὰς τὰς δικονομικὰς δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς ἡμᾶς νὰ διορίσωμεν ἐξεταστικὴν ἐπιτροπήν.
§37Ν. ΣΟΥΤΣΟΣ. Ἄρα τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος καταργεῖται.
§38Δ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι, δὲν καταργεῖται, ἀλλὰ συμπληροῦται διὰ νόμου εἰδικοῦ. Πρότερον δὲν ὑπῆρχον δικονομικαὶ διατάξεις, κατόπιν δὲ ἦλθεν ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος ἔχει αὐτὰς τὰς διατάξεις. Ὁ νόμος αὐτὸς βεβαίως ἀποῤῥέει ἐκ τοῦ Συντάγματος, διότι, ἂν δὲν ἀποῤῥέῃ, δὲν εἶναι νόμος· ἔρχεται ὅμως πρὸς συμπλήρωσιν τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Καὶ ἐγένετο, κύριοι Βουλευταὶ, αὐτὸς ὁ νόμος, διὰ νὰ λείψωσιν αὐτὰ τὰ παιδαριώδη παιγνίδια, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ κάμῃ μία Βουλή. Κύριοι, δὲν ἐννοῶ τί ἐννοεῖτε λέγοντες νὰ διορισθῇ ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία νὰ ἐξετάσῃ τὰ πράγματα. Εἶναι τὸ ἴδιον ὡς νὰ ἔρχωμαι ἐγὼ ὁ ἰδιώτης καὶ νὰ φέρω μίαν ἀναφορὰν καὶ νὰ σᾶς λέγω νὰ διορισθῇ ἀνακριτὴς ν’ ἀνακαλύψῃ τὸ ἔγκλημα, διὰ νὰ κάμω καταμήνυσιν. Πιστεύω, ὅτι αὐτὸ θέλετε νὰ κάμετε τώρα. Βεβαίως ὁ ἀνακριτὴς ἐπιλαμβάνεται μιᾶς πράξεως, ὅταν ἦναι ῥητὴ κατηγορία· ἀλλὰ νὰ διορισθῇ ἀνακριτὴς, διὰ ν’ ἀνακαλύψῃ τὸ ἔγκλημα, νὰ γείνῃ κατηγορία, αὐτὸ δὲν τὸ ἐνόει ὁ νομοθέτης. Τί πάλιν δὲν ἐννοῶ; Ἡ ἐξεταστικὴ ἐπιτροπὴ τί πράγματα βεβαίως θὰ ἐξετάσῃ; τὰς πράξεις ἢ παραλείψεις; αἱ πράξεις ἐνηργήθησαν παρ’ ἑνός; Ἐὰν ἐννοεῖτε, ὅτι ὅλη ἡ συζήτησις αὕτη, ἥτις ἐγένετο, καὶ ὅλα αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἐῤῥέθησαν, δὲν ἐνηργήθησαν παρὰ τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, τότε περὶ τίνος πρόκειται; Λοιπὸν βλέπετε, ὅτι ἔχομεν πράξεις καὶ παραλείψεις προσώπων, τὰ ὁποῖα ὑπόκεινται εἰς αὐτὴν τὴν εἰδικὴν δικαιοδοσίαν, διότι ὁ κ. Πετιμεζᾶς ἦτο πρώην Ὑπουργός. Καὶ φρονεῖτε, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ, τὴν ὁποίαν θὰ διορίσητε, θὰ κάμῃ ἀνακρίσεις; Ὄχι. Τί θὰ κάμῃ;
§39Δ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐὰν ἀνεύρῃ λόγους, ἀφοῦ ἐξετάσῃ, θὰ κάμῃ καταμήνυσιν.
§40Δ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Αὐτὸ δὲν τὸ ἐννοῶ ἐγώ· αὐτὸ εἶναι πρωτότυπον.
§41ΛΑΠΠΑΣ. Καὶ οἱ δύο εἶσθε νομικοί. Εἰπέτε τα.
§42Δ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Σεῖς ζητεῖτε νὰ διορισθῇ ἀνακριτὴς νὰ ἀνακαλύψῃ τὸ ἔγκλημα, ἐὰν ἔλαβε χώραν. Σᾶς εἶπον ποῖα πράγματα ἠμπορεῖ νὰ ἐξετάσῃ ἡ Ἐπιτροπὴ, τὰ ὑποδήματα, ἐὰν ἦναι καλὰ ἢ ἄχρηστα, ὁ διπυρίτης, ἐὰν ἦναι καλὸς ἢ ἄχρηστος· δι’ αὐτὰ ἠμπορεῖτε νὰ διορίσητε ἐπιτροπὴν, ἥτις ἐπίσης νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰ ὑπάρχοντα ἔγγραφα περὶ τούτων.
§43ΡΕΒΕΛΑΚΗΣ. Πραγματογνώμονας ἐννοεῖ τὸ Σύνταγμα;
§44Δ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐὰν ἀναγνώσῃς τὸ κεφάλαιον ὁλόκληρον, τὸ ἄρθρον ὁλόκληρον, ἴδῃς δὲ καὶ εἰς ποῖον κεφάλαιον εἶναι· ἐὰν ἀναγνώσῃς καὶ τὴν ἔκθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς ἢ μᾶλλον τοῦ εἰσηγητοῦ αὐτῆς, καὶ πῶς ἦλθεν αὐτὸ τὸ ἄρθρον, βεβαίως θὰ πεισθῇς ὅτι ἐγὼ ἔχω δίκαιον.
§45ΖΩΧΙΟΣ. Δὲν ἀμφιβάλλω.
§46Δ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Μὴ ἀμφιβάλλεις διόλου. — Αὐτὸ ἐννοοῦσε τὸ Σύνταγμα, ὅταν ἔγραψεν αὐτὸ τὸ ἄρθρον. Ὄχι νὰ διορίζωμεν ἐπιτροπὰς νὰ ἐξετάσουν, ἐὰν τὰς πράξεις καὶ τὰς παραλείψεις τὰς ἔκαμεν ὁ πρώην Ὑπουργός· βεβαίως, διότι, ἂν δὲν τὰς ἔπραξεν αὐτὸς, δὲν θὰ ἐγένετο αὐτὴ ἡ συζήτησις. Διότι τί ἄλλο εἶναι, ὅταν τῷ λέγῃς, ὅτι ἐξηφανίσθη ἓν ἔγγραφον ἐκ τοῦ γραφείου σου, εἰμὴ ὅτι καὶ εἰς αὐτὸ εἶσαι ἔνοχος, ὅτι σὺ τὸ ἐξηφάνισες; Ἐὰν ἔχητε ῥητὴν κατηγορίαν, πρέπει νὰ ἔχητε τὰ θάῤῥος νὰ κάμητε τὴν ῥητὴν αὐτὴν κατηγορίαν, διὰ νὰ γείνῃ ἡ προανάκρισις, καὶ ὄχι νὰ γίνωνται αὐτά· διότι πρώτην ἤδη φορὰν πρέπει νὰ κάμωμεν Ἐπιτροπὴν μετὰ τὸν νόμον, καὶ πρέπει νὰ προσέξωμεν, διὰ νὰ μὴ ἐπέλθουν κακὰ ἀποτελέσματα, διότι καθεὶς Βουλευτὴς θὰ σᾶς λέγῃ, ὅτι ἐγὼ δὲν ὁμιλῶ περὶ προσώπων, ἀλλὰ περὶ πραγμάτων. Ἐγὼ, κύριοι, ἐπαναλαμβάνω, νομίζω, ὅτι ἡ πρότασις εἶναι ἀπαράδεκτος.
§47Σ. ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τύπον.
§48Δ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς οὐσίας. Διότι, βλέπετε, καὶ ἐδὼ σᾶς λέγει ὁ νόμος, ὅτι διατάσσεται προανάκρισις· ὥστε ὁ νόμος ὁ εἰδικὸς εἶπεν, ὅτι διορίζεται Ἐπιτροπὴ, ἂν πρόκηται νὰ διαταχθῶσι προανακρίσεις. Δὲν ἐννοῶ πῶς θὰ κάμετε τώρα Ἐπιτροπὴν, ἐνῷ δὲν ἐφέρετε τοιαύτην πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖ ὁ νόμος. Ἐπιμένω, κύριοι, ὅτι ἡ πρότασις αὕτη εἶναι ἀπαράδεκτος καὶ ἀντίκειται εἰς τὸν εἰδικὸν νόμον. Καὶ ἐπειδὴ πρώτην φορὰν θὰ ἐφαρμόσωμεν τὸν νόμον μετὰ τὴν ἐπιψήφισίν του, πρέπει νὰ προσέξωμεν· ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν δὲν ἔχω νὰ εἴπω τι, διότι καὶ ἐμὲ ἐὰν διορίσητε εἰς τὴν εἰδικὴν Ἐπιτροπὴν, νὰ ἦσθε βέβαιοι ὅτι θὰ ἐκτελέσω τὸ καθῆκόν μου, ὡς καὶ ἄλλοτε τὸ ἐξετέλεσα.
§49Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. (ἀναβαίνει τὸ βῆμα.)
§50Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πρὶν ὁμιλήσητε, ὀφείλω νὰ εἴπω δύο λέξεις· ἐὰν σκοπεύετε νὰ ὁμιλήσητε περὶ τῆς δημοπρασίας, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι δὲν ἐννοοῦσα νὰ τὴν προσβάλω διόλου.
§51Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Θέλω ὁμιλήσει ἐπὶ τοῦ παρεμπίπτοντος ζητήματος καὶ ἐπὶ τῆς ἀγορεύσεώς σας. Πρῶτον ἐπὶ τοῦ παρεμπίπτοντος θὰ καταλήξω τὸν λόγον, διότι δὲν εἶμαι σύμφωνος μὲ τὸν προαγορεύσαντα. Ἀλλ’ ἐπειδὴ τὸ ζήτημα τοῦ παρεμπίπτοντος ἔρχεται κατόπιν μακρῶν συζητήσεων, καὶ ἰδίως κατόπιν τῶν χθὲς ἀγορευσάντων, τοῦ ἐντίμου ἐκ Καλαβρύτων βουλευτοῦ κ. Σ. Πετιμεζᾶ καὶ τοῦ κ. Ῥάλλη, θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἀποδείξω δι’ ἐγγράφων καὶ δι’ αὐθεντικῶν γνωμοδοτήσεων, ὅτι ὅσα ὁ κ. Πετιμεζᾶς εἶπε περὶ τῆς δημοπρασίας τῆς ἐνεργηθείσης κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς Λαμπρᾶς ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου τοῦ κ. Δεληγιώργη, καθὼς καὶ ἐπὶ τῆς ἀγορᾶς τῶν πυροβόλων, πηγάζουσιν ἐξ ἐσφαλμένων καὶ ἀνακριβῶν πληροφοριῶν. Ὀφείλει νὰ λάβῃ ἡ Βουλὴ γνῶσιν, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν κατ’ ἔτος διατάσσει δημοπρασίαν ἐριούχου, διὰ τὰς τακτικὰς ἀνάγκας τοῦ μονίμου στρατοῦ, ὅτι τὴν προμήθειαν αὐτὴν ἐνεργεῖ συνήθως ἀπὸ τὴν Γαλλίαν καὶ ἀπὸ τὸ αὐτὸ πάντοτε κατάστημα. Τὸ κατάστημα εἶναι τὸ ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν τοῦ κυρίου Σάϊλερ ἐν Παρισίοις, ἔχον διάφορα παραρτήματα εἰς διαφόρους μεγάλας πόλεις τῆς Γαλλίας. Ὅταν ἦλθον εἰς τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ὑπὸ τὴν προεδρείαν τοῦ κυρίου Δεληγιώργη, εὗρον διαταγὴν, ἐκδοθεῖσαν ὑπὸ τοῦ ἐντίμου συναδέλφου καὶ Βουλευτοῦ ἐξ Εὐρυτανίας κ. Καραϊσκάκη, ὑπὸ ἡμερομηνίαν 3 Ἰανουαρίου 1877, δι’ ἧς ἐξέθετε τὴν τσόχαν τοῦ στρατοῦ εἰς διαγωνισμόν. Ὅταν δὲ κατόπιν τοῦ νόμου περὶ ἐφεδρείας τὸ Δημόσιον ἀνέλαβε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ φροντίσῃ καὶ περὶ 10,000 εἰσέτι ἐφέδρων, ἐπληροφορήθην ὅτι ἡ δημοπρασία περὶ τσόχας τοῦ μονίμου στρατοῦ δὲν εἶχεν εἰσέτι κατακυρωθῆ. Ἔκτοτε ἐνήργησα ἐσπευσμένως τὰς δημοπρασίας τόσον διὰ τὸν μόνιμον στρατὸν, ὅσον καὶ διὰ τὴν ἐνδυμασίαν τῶν 10,000 ἐκτάκτων ἐφέδρων. Διὰ τοῦτο ἐζήτησα ἡ δημοπρασία νὰ λάβῃ τὴν μεγαλειτέραν διάδοσιν, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἔχωμεν τιμὰς ὅσον τὸ δυνατὸν μικροτέρας καὶ ταχύτητα ὅσον τὸ δυνατὸν μεγαλειτέραν. Ἔγραψα τότε πρὸς τὸν Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. (Ἀναγινώσκει.) Ὅ,τι ἐζήτουν τότε ἀπὸ τὸν ἐργολάβον ἦτο κάτι τι ἀνώτερον καὶ δυσκολώτερον τοῦ ἀπὸ τὰς συνήθεις προμηθείας· διότι ὁ προμηθευτὴς τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ εἶχε πάντοτε τὴν ὑποχρέωσιν δυνάμει συμβολαίου, τὸ ὁποῖον ἔχει κατασταθῆ πάγιον, διότι ὅλοι οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἰδίως ἀπὸ τοῦ μακαρίτου Βότσαρη, ὁ ὁποῖος πρῶτος εἰσήγαγε τὴν ἀπὸ γαλλικοῦ ἐργοστασίου προμήθειαν τσόχας, ἔκτοτε ὅλοι οἱ Ὑπουργοὶ ἐξ αὐτοῦ τοῦ ἐργοστασίου ἐπρομηθεύοντο τὸ ἐριοῦχον, καὶ ἐξ αὐτοῦ προμηθεύεται καὶ ὁ γαλλικὸς στρατός. Ἀλλὰ εἴχομεν τὴν ἀπαίτησιν τότε ἐντὸς τεσσαράκοντα ἡμερῶν νὰ προμηθεύσῃ τὸ ποσὸν αὐτὸ, ἐνῷ κατὰ τὸ συμβόλαιον ὁ ἐργολάβος δὲν ὑποχρεοῦται παρὰ μετὰ 4 μῆνας. Εἰς τὴν ἀπαίτησιν αὐτὴν πολλοὶ ἐργολάβοι τῶν Ἀθηνῶν, οἱ ὁποῖοι συνήθως παρουσιάζονται, παρεπονέθησαν διὰ πολλοὺς λόγους, ἤτοι διὰ τὸ συνάλλαγμα, τὴν ταχύτητα τῶν παραδόσεων, καὶ δι’ ἄλλους λόγους καθαρῶς ἐμπορικούς. Μοὶ εἶπον δὲ, ὅτι τοιαύτη προθεσμία, τὴν ὁποίαν ζητεῖτε, καταστρέφει τὸν συναγωνισμὸν, διότι ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ συναγωνισθῶμεν μὲ τοὺς ἀντιπροσώπου τοῦ καταστήματος Σάϊλερ, ὁ ὁποῖος ὡς προμηθευτὴς τοῦ γαλλικοῦ στρατοῦ ἔχει παρακαταθήκας τζόχας μεγάλου ποσοῦ. Τότε τί ἔπραξα; (Ἀναγινώσκει.) Ἠθέλησα διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ νὰ ἄρω πᾶσαν ὑπόνοιαν, ἥτις ἠδύνατο ν’ ἀποδοθῇ εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, διότι ὡς ἐκ τῆς ἐπισπεύσεως τῆς παραδόσεως ἠδύνατο νὰ μοὶ ἀποδοθῇ πλαγία σκέψις· ἄλλως τὸ Κοινοβούλιον γνωρίζει, ὅτι ἐπιεζόμην ἀπὸ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς καὶ ἀπὸ τὸν νόμον νὰ καλέσω εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ 10,000 ἐκτάκτους ἐφέδρους. Ἡ δημοπρασία, κύριοι, καθὼς σᾶς εἶπον, ἤρχισεν ἀπὸ τοῦ Φεβρουαρίου, ἐπὶ τοῦ προκατόχου Ὑπουργοῦ κ. Καραϊσκάκη, ἔληξε δὲ κατὰ τὸν Ἀπρίλιον τὴν ἡμέραν τῆς Λαμπρᾶς. Ἡ δημοπρασία ἔλαβε χώραν ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας, ἤτοι τὴν Πέμπτην, Παρασκευὴν καὶ τὴν Κυριακὴν, καὶ ἐνεκρίθη. Καί τοι εἶχον ὑπ’ ὄψιν, ὅτι αἱ ἡμέραι αὗται εἶναι ὡρισμέναι διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν χριστιανικῶν καθηκόντων, ἡ μεγάλη εὐθύνη μοὶ ἐπέβαλλε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ λάβω ταῦτα ὑπ’ ὄψιν, διότι ἤδη εὑρισκόμεθα εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ Ἀπριλίου μηνός. Ἔχετε δὲ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη εἶχεν ἀναλάβει ἐκ τῶν προτέρων τὴν ὑποχρέωσιν νὰ συγκαλέσῃ τὸ Σῶμα κατὰ τὸν Μάϊον, καὶ ἐνώπιον αὐτοῦ ὤφειλε νὰ δώσῃ εὐθύνας τῶν πράξεων καὶ τῆς ἐνεργείας τὴν ὁποίαν ἀνεδέχθη, καὶ ἰδίως καθ’ ὅσον ἀπέβλεπε τὸν νόμον τῆς ἐφεδρείας. Μετὰ τὴν δημοπρασίαν, ἥτις ἔλαβε χώραν τὴν Πέμπτην, Παρασκευὴν καὶ Κυριακὴν, (διότι τὸ Σάββατον ἐθεωρήθη παραμονὴ τῆς Λαμπρᾶς, καὶ οἱ ἄνθρωποι ἀπασχολοῦνται ἀποκλειστικῶς εἰς τὰς οἰκογενειακάς των προμηθείας) ἥτις καὶ ἤρχισεν ἀπὸ τῆς 9 μέχρι τῆς 12 ὥρας, καθ’ ἣν οἱ ἄνθρωποι δὲν ἐκκλησιάζοντο, ὑπέβαλον ἀναφορὰν πρὸς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ὡς ἀκολούθως. Εἶναι αἴτησις εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, διὰ τῆς ὁποίας ζητῶ νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ ν’ ἀκυρώσω τὴν δημοπρασίαν (ἀναγινώσκει) διότι τότε εἴχομεν ἀνάγκην νὰ προμηθεύσωμεν ἐριοῦχον χρωματιστὸν καὶ ὄχι διὰ περικνημίδας, διότι ἐπὶ τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου τὸ χρῶμα εἶχε μεταβληθῆ. Ἐθεώρησα, κύριοι, πάντα ταῦτα ἀναγκαῖα, διὰ ν’ ἀποδείξω, ἂν καὶ ἐγένετο ἁπλῶς λόγος, ὅτι ἡ δημοπρασία ἐγένετο τὴν ἡμέραν τῆς Λαμπρᾶς, διὰ τίνας λόγους καὶ ὑπὸ ποίας περιστάσεις εὑρέθη τὸ Ὑπουργεῖον νὰ ἐνεργήσῃ ὅπως ἐνήργησε. Θὰ εἴπω, κύριοι, ὀλίγας λέξεις περὶ τῶν πυροβόλων. Πρὶν ἔλθω εἰς τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, εὗρον πρωτόκολλον κατατεθειμένον εἰς τὰ ἀρχεῖα αὐτοῦ ἐκ μέρους ὅλων τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Τάγματος τοῦ πυροβολικοῦ τότε συνελθόντων εἰς ἐπιτροπὴν κατὰ διαταγὴν τοῦ προκατόχου μου περὶ ἐξευρέσεως συστήματος καταλλήλου διὰ τὸ πυροβολικὸν εἰς τὸν στρατὸν τῆς Ἑλλάδος. (Ἀναγινώσκει.) Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ αὐτὰ τὰ ἄλλα, δὲν ἐγένετο λόγος καὶ δι’ αὐτὸ τὰ παραλείπω. Γνωμοδοτεῖ ἡ Ἐπιτροπή. (Ἀναγινώσκει.) Εἰς τὸ τρίτον ζήτημα δὲν προβαίνω, διότι περὶ τῶν ἄλλων δὲν ἐπραγματεύθη ὁ κ. Σ. Πετιμεζᾶς, καὶ δι’ αὐτὸ καὶ ἐγὼ δὲν τὰ ἀναφέρω. Ὁ κ. Πετιμεζᾶς εὗρε τὰ πυροβόλα τῶν 7 καὶ 5 οὐχὶ κατάλληλα διὰ πεδινὸν πυροβολικόν· ἐστήριξε δὲ ἰδίως τὴν ἐπιστημονικὴν αὐτοῦ γνώμην εἰς τὸ ὅτι τὰ πυροβόλα, τὰ ἔχοντα μεγαλειτέραν ὁλκὴν, βάλλουσιν εἰς μεγαλειτέραν ἀπόστασιν, καὶ ἔφερε παραδείγματα πολὺ κοινά, εἰπὼν, ὅτι ὅστις ἔχει πιστόλιον, τὸ ὁποῖον βάλλει εἰς ἀπόστασιν 60 μέτρων, νικᾷ βεβαίως τὸν ἔχοντα πιστόλιον βάλλον εἰς ἀπόστασιν 30 μέτρων. Ἐπιστημονικὴ ἐξέτασις τοῦ ζητήματος αὐτοῦ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νομίζω, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται, καθόσον οἱ πλεῖστοι τῶν κυρίων Βουλευτῶν εἶναι ἀνίκανοι εἰς κατάληψιν τοιούτων ζητημάτων. Περιορίζομαι μόνον νὰ εἴπω, ὅτι κατὰ τοὺς ἐπισήμους πίνακας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, τὰ πυροβόλα τοῦ πεδίου τῶν 7 καὶ 5, τὰ ὁποῖα ἐπρομηθεύθησαν, βάλλουσιν εἰς τὰς αὐτὰς ἀποστάσεις μὲ τὰ πυροβόλα τῶν 8 καὶ 7· ἔλαβον ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τὸν ἐπίσημον πίνακα, διὰ τοῦ ὁποίου φαίνεται, ὅτι τὰ πυροβόλα τῶν 7 καὶ 5 βάλλουσιν ἀποτελεσματικῶς εἰς τὴν ἀπόστασιν τῶν 5 χιλιάδων μέτρων, καθὼς καὶ τὰ τῆς ὁλκῆς τῶν 8 καὶ 7, ὥστε τὸ ζήτημα τῶν ἀποστάσεων εἶναι τὸ αὐτό· ἔχει δὲ τὸ πυροβολικὸν τῶν 7 καὶ 5, ἐκτὸς τῆς μεγάλης εὐκινησίας του, καθ’ ὃ ἐλαφρότερον, τὸ ἄπειρον πλεονέκτημα, ὅτι εἶναι τῆς αὐτῆς ὁλκῆς μὲ τὸ ὀρεινὸν πυροβολικόν· καὶ ἐν ᾧ τοῦ τοιούτου πυροβολικοῦ χρῆσις δὲν γίνεται σχεδὸν εἰς οὐδένα εὐρωπαϊκὸν στρατὸν, παρ’ ἡμῖν εἶναι ἡ βάσις τοῦ πυροβολικοῦ μας, διότι καθ’ ὅλας τὰς πιθανότητας, ἂν πρόκηται ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς νὰ ἐνεργήσῃ, θὰ ἐνεργήσῃ ἐπὶ λίαν ἀνωμάλου ἐδάφους, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὸ ὀρεινὸν πυροβολικὸν εἶναι τὸ μόνον δυνάμενον νὰ ἐνεργήσῃ. Εἶχε λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις τὴν ὑποχρέωσιν νὰ προτιμήσῃ πρὸ πάντων πυροβόλα τῶν 7 καὶ 5, χάριν τῶν εἰρημένων πλεονεκτημάτων· ἄλλως τε, κύριοι, μὴ νομίζετε, ὅτι μόνη ἡ μεγάλη ὁλκὴ τοῦ πυροβόλου ἔχει καὶ μεγάλα ἀποτελέσματα. Οἱ Πρῶσσοι κατὰ τὸν πόλεμον τοῦ 1870 εἶχον δύο ὁλκὰς πυροβολικοῦ τοῦ πεδίου τῶν 7 καὶ 75 καὶ τῶν 9 καὶ 16, μετὰ δὲ τὸν πόλεμον τοῦ 1870 παρεδέχθησαν διὰ μὲν τὸ ἐλαφρὸν πυροβολικὸν 7 καὶ 85, διὰ δὲ τὸ βαρὺ 8 καὶ 8· ἄλλως τε καὶ ἡ ἀξία τοῦ πυροβόλου, ὡς εἶπον, δὲν εἶναι μόνον εἰς τὴν μεγάλην ὁλκὴν, ἀλλὰ καὶ εἰς πολλοὺς ἄλλους λόγους ἐπιστημονικοὺς, οἱ ὁποῖοι συντρέχουσιν εἰς τὴν ὅσον οἷόν τε καλλιτέραν καὶ ἀποτελεσματικωτέραν ἐνέργειαν τοῦ πυροβόλου. Εἶχον ἀνάγκην, κύριοι, νὰ εἴπω τὰς ὀλίγας ταύτας λέξεις, εἰς ἀπάντησιν τῶν ὅσων εἶπεν ὁ κ. Πετιμεζᾶς περὶ τῆς ὑπ’ ἐμοῦ διαταχθείσης ἀγορᾶς τῶν πυροβόλων. Μεταβαίνω, κύριοι, εἰς τὸ ζήτημα τοῦ παρεμπίπτοντος. Ἐφρόνουν, κύριοι, καὶ ὑποθέτω, ὅτι εἶμαι πιστευτὸς, μετὰ τὴν δήλωσιν, τὴν ὁποίαν χθὲς ἔκαμον, ὡς πρὸς τὰ αἰσθήματα καὶ τὰς σχέσεις, ἐν αἷς διατελῶ μετὰ τοῦ ἐντίμου συναδέλφου κ. Πετιμεζᾶ, ὅτι θὰ ἦτο λίαν αὐστηρὸν ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς νὰ ζητήσῃ νὰ διατυπώσῃ πρότασιν, προβλεπομένην ἀπὸ τὸν περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν νόμον, πρὶν ἢ ἐνασκήσῃ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον τὸ 58 ἄρθρ. τοῦ Συντάγματος χορηγεῖ διὰ τῆς συστάσεως ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς, καθ’ ὅσον ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε συζητήσεως, ἐκ τῶν οὕτω πως κατατεθειμένων ἐγγράφων, εἶναι, κύριοι, τολμηρὸν μετὰ τοιαύτην συζήτησιν, καθ’ ἣν ἕκαστος τῶν ἀγορευόντων προτάσσει ἔγγραφα καὶ ἐπιχειρήματα, ἀποκρουόμενα παρ’ ἄλλου δι’ ἑτέρων ἐγγράφων καὶ νέων ἐπιχειρημάτων νὰ θελήσῃ ἡ Βουλὴ νὰ διατυπώσῃ πρότασιν προβλεπομένην ὑπὸ τοῦ περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν νόμου, ἄνευ μακρᾶς καὶ μεμελετημένης γνώσεως τῶν διαφόρων ἐγγράφων, ἐκ μέρους ἐπιτροπῆς ἐκ συναδέλφων. Ἡ ἐμὴ πρόθεσις εἶναι νὰ λάδω γνῶσιν μετ’ ἄλλων συναδέλφων ἐκ τῆς ἀμέσου καταθέσεως ὅλων τῶν σχετικῶν ἐγγράφων, τίνι τρόπῳ ἐνηργήθησαν αἱ προμήθειαι, τί ἔλαβε χώραν κατ’ αὐτάς, ποία ἐπιτροπὴ εὗρε τὸ αὐτὸ πρᾶγμα καλόν, ποία δὲ κακὸν, καὶ οὕτω νὰ μορφώσω γνώμην ἐκ μελέτης, διὰ νὰ δυνηθῶ νὰ ἐπιφέρω γνώμην· τότε καὶ μόνον τότε ἐπιτρέπεται νὰ ἔλθῃ τις ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ἢ νὰ εἴπῃ, ὅτι ὅσα ἐλέχθησαν καὶ ἐγράφησαν εἶναι ὕβρις καὶ συκοφαντία, καὶ ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ μεταβῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἢ, ἂν παρ’ ἐλπίδα, ἐκ τῆς μελέτης τῶν ἐγγράφων μετὰ συναδέλφων πρὸς τοῦτο ἁρμοδίων, γεννηθῇ ἡ ὑπόνοια, ὅτι ἔλαβον χώραν καταχρήσεις, τότε ἤθελον ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς διὰ μιᾶς ἐκτενοῦς καὶ δικαιολογημένης ἐκθέσεώς των νὰ εἴπωσιν, ὅτι, ἐπειδὴ ἐκ τῶν ἐγγράφων αὐτῶν καὶ ἐκείνων, ἐπειδὴ διὰ τοῦτον καὶ ἐκεῖνον τὸν λόγον ὑπάρχουσι σπουδαῖαι ὑπόνοιαι περὶ καταχρήσεων λαβουσῶν χώραν εἴτε ἐνταῦθα εἴτε ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, διὰ τοῦτο νομίζουσιν, ὅτι εἶναι λόγος ὅπως ἡ Βουλὴ διορίσῃ ἀνακριτικὴν Ἐπιτροπὴν κατὰ τὸν περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν νόμον. Ἀλλ’ οἱ ἀντιφρονοῦντες πιστεύουσιν, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ 58 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, ἐφαρμοζομένη σήμερον μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν νόμου, δύναται νὰ ἔχῃ ἀτοπήματα, δύναται ὥστε οἱοσδήποτε ἐξ ἡμῶν, εἴτε καὶ πᾶς ἰδιώτης, διὰ μιᾶς ἀναφορᾶς του νὰ εἴπῃ, ὅτι, ἐπειδὴ ἡ προμήθεια τῆς κριθῆς ἢ τῶν ἀχύρων ἔλαβε χώραν ὑπὸ ὅρους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἦσαν σύμφωνοι μὲ τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου, διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ ἐξεταστικὴν Ἐπιτροπὴν, καὶ τὸν ἀθωότερον Ὑπουργὸν νὰ καταστήσῃ ἐν μέρει ἠθικῶς ὑπόδικον. Κύριοι, ὁποιονδήποτε σύστημα καὶ ἂν ἀποδεχθῆτε, δὲν δύναται ἢ νὰ ἔχῃ ἐλαττώματα, ὅταν ὡς βάσιν τῶν σκέψεών σας ἔχετε τὴν κακὴν πίστιν. Τὸ Σύνταγμα αὐτὸ, τοῦ ὁποίου τὴν ἐφαρμογὴν χρώμεθα ἀπὸ δεκαπενταετίας μέχρι σήμερον, δὲν παρέσχε τὴν ἀφορμὴν εἰς σύστασιν τοιούτου εἴδους ἐπιτροπῶν· καὶ εἴδαμεν Ὑπουργοὺς ζημιώσαντας τὸ δημόσιον ταμεῖον κατὰ ἑκατοστύας χιλιάδας δραχμῶν, οὐχὶ ἐκ προαιρέσεως δολίας, διότι ἐκ τῆς ζημίας δὲν ὠφελήθη οὔτε ὁ Ὑπουργὸς, οὔτε οἱ διαχειρισθέντες τὴν προμήθειαν ἐκείνην· καὶ ἐὰν ἐγένετο περὶ τούτου λόγος, ἡ Βουλὴ ὁμοθύμως τὰ τοιαῦτα ἀπέκρουσε· ἐνθυμεῖσθε τὴν προμήθειαν τῶν φυσεκίων τοῦ κυρίου Ζυμβρακάκη, προμήθειαν ἀτυχεστάτην ὑπὸ πολλὰς ἐπόψεις. Ἔχομεν ἐπισήμους ἐκθέσεις τῶν Σωμάτων, αἵτινες ὁμολογοῦσιν, ὅτι τὰ φυσέκια αὐτὰ, τῶν ὁποίων ἔκαμον χρῆσιν εἰς τὴν σκοποβολὴν, δὲν φθάνουν πλέον τῶν ἑβδομήκοντα μέτρων, ἀλλ’ οὐδεὶς ἐφαντάσθη νὰ φέρῃ κατηγορίαν κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ ἐκείνου· τὸν ἤλεγξαν ἐπὶ ἀμελείᾳ, ἐπὶ ἐλλείψει προνοίας, ἀλλὰ δὲν ἐπεζητήθη ποινικὴ κατ’ αὐτοῦ καταδίωξις.
§52Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι κακῶς ἔπραξεν ἡ Βουλὴ ὡς πρὸς τὸν κ. Ζυμβρακάκην.
§53Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἅμα εἶναι ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, νομίζω, ὅτι εἶναι πάντοτε καλὴ καὶ σεβαστή. Βλέπετε, ἡ μέχρι τοῦδε ὕπαρξις τῆς διατάξεως αὐτῆς ἐν τῷ Συντάγματι δὲν ἔχει οὐδὲν κακὸν προηγούμενον, τὸ ὁποῖον νὰ δύναται νὰ δυσκολεύσῃ τὴν σύστασιν τῆς ἐπιτροπῆς, ἧς κακῶς ἔπραξεν ὁ κ. Ῥάλλης ὁρίσας τὰ πρόσωπα, τῶν ὁποίων ἡ ἐκλογὴ ἀνήκει πάντοτε εἰς τὸ Σῶμα. Ὑπὸ μόνον αὐτὴν τὴν αἵρεσιν καὶ διὰ νὰ μὴν ἀναλάβω ἐγὼ τουλάχιστον τὴν εὐθύνην, νὰ θέσω ὑπὸ ἀνάκρισιν ἄνθρωπον διαχειρισθέντα τὰ δημόσια, ἄνευ προηγουμένης μελέτης, καὶ ἄνευ ἀποφάσεως τουλάχιστον ἑνὸς τμήματος τοῦ Κοινοβουλίου, ἐγὼ τουλάχιστον δὲν τολμῶ νὰ κάμω πρότασιν κατηγορίας· ἂν ὅμως αἱ ἰδέαι τῶν ἀντιφρονούντων ὑπερισχύσωσιν, ἕνεκα τῶν ἀτοπημάτων, ἅτινα ἡ γνώμη μου συνεπάγεται, καὶ πρότασις κατηγορίας ὑποβληθῇ, ὁμολογῶ ὅτι θέλω τὴν ἐπιψηφίσει.
§54ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ὁ ἔντιμος ἐξ Οἰτύλου Βουλευτὴς ὑπέβαλεν ὑμῖν τὰ πλεῖστα ἐξ ὅσων ἐσκόπουν νὰ εἴπω περὶ τοῦ παρεμπίπτοντος, τὸ ὁποῖον ἠγέρθη ὡς πρὸς τὸ παραδεκτὸν τῆς ὑπὸ συζήτησιν προτάσεως. Ἂν ἡ πρότασις τοῦ κ. Ῥάλλη ἐστηρίζετο εἰς τὸν περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν νόμον καὶ ἂν δι’ αὐτῆς ἐπεζητεῖτο καταδίωξις Ὑπουργοῦ, βεβαίως ὅσα περὶ ἀπαραδέκτου αὐτῆς ἐλέχθησαν ἤθελον εἶσθαι ἀληθῆ· διότι μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, ὁρίζοντος τὴν διαδικασίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν κατηγορεῖται Ὑπουργὸς καὶ ἐνεργεῖται ἡ καταδίωξις, ἀληθῶς ἔπρεπε νὰ ὑποβληθῇ πρότασις ὑπογεγραμμένη ὑπὸ εἴκοσι συναδέλφων, διατυποῦσα σαφῶς καὶ λεπτομερῶς ὡρισμένας κατηγορίας, καὶ ἐπ’ αὐτῆς τῆς προτάσεως ἡ Βουλὴ ἤθελε συζητήσει καὶ ἀποφανθῇ, ἐὰν πρέπῃ νὰ συστηθῇ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπὴ ἢ οὔ. Ἡ πρότασις ὅμως τοῦ κ. Ῥάλλη οὔτε ἐκ τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν πηγάζει, οὔτε περὶ κατηγορίας κἂν ἀναφέρει· ἡ πρότασις αὕτη στηρίζεται εἰς τὸ 58 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ ἔχει δικαίωμα, ὃν τρόπον πρὸς ἐνάσκησιν τοῦ κυβερνητικοῦ ἐλέγχου ἀπευθύνει ἐπερωτήσεις πρὸς τοὺς Ὑπουργοὺς ἢ ἀποστέλλει αὐτοῖς τὰς ὑποβαλλομένας πρὸς αὐτὴν ἀναφορὰς καὶ ζητεῖ παντὸς εἴδους πληροφορίας παρ’ αὐτῶν, ὑποχρέων ὄντων νὰ δίδωσι τὰς αἰτουμένας πληροφορίας, κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, ὅταν νομίζῃ, ὅτι πρὸς πλήρη αὐτῆς φωτισμὸν δὲν εἶναι ἐπαρκὲς τὸ μέσον τῆς ἐπερωτήσεως καὶ αἱ ἐξ αὐτοῦ πληροφορίαι, δικαιοῦται νὰ ζητήσῃ τὸν σχηματισμὸν ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς, πρὸς μόνον τὸν σκοπὸν νὰ πληροφορηθῇ περὶ ὡρισμένου τινὸς θέματος. Τοῦτο γίνεται κατάδηλον καὶ ἐκ τῆς ἁπλῆς ἀναγνώσεως τοῦ ἄρθρου 58 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον κανονίζει ταῦτα λέγον· «Ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀποστέλλῃ εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς τὰς διευθυνομένας πρὸς αὐτὴν ἀναφορὰς, οἵτινες εἶναι ὑπόχρεοι νὰ δίδωσι διασαφήσεις, ὁσάκις ζητηθῶσι, καὶ δύναται νὰ διορίζῃ ἐκ τῶν μελῶν αὐτῆς ἐξεταστικὰς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπάς.» Ὅταν δηλαδὴ τὰ συζητούμενα θέματα ἦναι τοιαῦτα, ὥς τε ἁπλαῖ πληροφορίαι, διδόμεναι παρὰ Ὑπουργῶν, δὲν εἶναι ἐπαρκεῖς νὰ φωτίσωσι τὴν Βουλήν, ἐπιτρέπεται ὁ σχηματισμὸς ἐπιτροπῆς πρὸς τοῦτον εἰδικῶς τὸν σκοπόν. Περὶ τοιούτου λοιπόν τινος πρόκειται ἤδη, ὅτι ζητεῖται ἡ σύστασις τῆς ἐπιτροπῆς αὐτῆς, ἥτις δὲν ζητεῖται καὶ πρὸς ἐντελῶς ἀόριστον σκοπὸν, ὡς ὁ κύριος Δημητριάδης εἶπεν, ἵνα τοὐτέστι πληροφορήσῃ ἡμᾶς, ἐὰν ἔσφαλέ τις κατὰ τί καὶ κατὰ τι, ὡς ἄλλοτε ἐῤῥέθη. Ἀλλ’ ἡ πρότασις αὕτη εἶναι συμπέρασμα μακρᾶς συζητήσεως, ἡ ὁποία πρὸ μηνῶν μὲν ἐγένετο ἐν τῷ τύπῳ, πρὸ ἡμερῶν δὲ ἀσχολεῖ τὴν Βουλὴν, καὶ διὰ τῆς ὁποίας κατακρίσεις καὶ μομφαὶ, ἄδικοι ἴσως, ὡρισμέναι ὅμως καὶ σαφεῖς, ἀπεδόθησαν εἰς ὡρισμένην διαχείρισιν. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι κατὰ τὴν περὶ τούτων συζήτησιν ἀνεπτύχθησαν ἰδέαι ὅλως ἀντίθετοι, ἀνεγνώσθησαν ἐνώπιόν σας ἔγγραφα ἀλληλαναιρούμενα· ἐστηρίχθη ἰδίως ὁ ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτὴς κύριος Πετιμεζᾶς εἰς ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἀνέγνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὰ ὁποῖα ἄλλοι ἐδήλωσαν, ὅτι ἀναφέρονται εἰς ἄλλου εἴδους καὶ εἰς ἄλλης ἐποχῆς προμηθείας. Ἡ Βουλὴ λοιπὸν, ἐνόμισεν ὁ κύριος Ῥάλλης, καὶ τὴν γνώμην του ἀποδέχομαι, ὅτι περὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς, ἐκ τῶν ὁμιλιῶν τῶν ἀπὸ τοῦ βήματος καὶ ἐκ τῆς προσαγωγῆς τῶν ἑκατέρωθεν ἐγγράφων, δὲν εἶναι εὔκολον νὰ σχηματίσῃ σαφῆ περὶ τῆς ἀληθείας ἰδέαν, καὶ διὰ νὰ σχηματίσητε τοιαύτην σαφῆ ἰδέαν, ἐπροτάθη ἡ σύστασις αὐτῆς τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἔχει ἀποκλειστικῶς αὐτὸν τὸν σκοπὸν, νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Βουλὴν τί ἀληθῶς ἔτρεξεν ἐπὶ τῶν θεμάτων αὐτῶν, διὰ τὰ ὁποῖα τοσοῦτος ἐγένετο θόρυβος. Ἡ πρότασις ἑπομένως αὕτη δὲν ἔχει οὐδεμίαν σχέσιν μὲ τὸν νόμον περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν· εἶναι πιθανὸν, ἐκ τῆς γνώμης τὴν ὁποίαν ἡ Ἐπιτροπὴ θὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν, νὰ δειχθῇ ὅτι ὑπάρχει περίστασις, ἵνα Βουλευταὶ διατυπώσωσι κατηγορίαν, καὶ ἡ Βουλὴ σκεφθῇ περὶ σχηματισμοῦ ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλ’ εἶναι ἐπίσης πιθανὸν νὰ μὴ ἴδωμεν τοιοῦτόν τι, καὶ ἡ Βουλὴ, ἀρκεσθεῖσα εἰς τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας θὰ δώσῃ εἰς αὐτὴν ἡ Ἐπιτροπὴ, νὰ προβῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὑπάρχει ἄρθρον ἐν τῷ Συντάγματι, τοῦ ὁποίου ἡ ἰσχὺς μετὰ τὸν νόμον περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν ἔπαυσεν, καὶ τοῦτο ῥητῶς λέγεται ἐν τῷ ἄρθρῳ, τὸ ὁποῖον ὁρίζει, ὅτι θὰ ἰσχύῃ μέχρι τῆς ἐκδόσεως νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν. Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον αὐτὸ εἶναι τὸ 81 καὶ ὄχι τὸ 58. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι τὸ ἀπαράδεκτον δὲν στηρίζεται εἰς οὐδένα λόγον, καὶ ὅτι ἑπομένως ἡ πρότασις εἶναι παραδεκτὴ, ὡς νομίμως πηγάζουσα ἀπὸ τὸ ἄρθρον 58 τοῦ Συντάγματος· θέλω δὲ ψηφίσει ὑπὲρ αὐτῆς, καὶ νομίζω ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ καθῆκον ὑπέρτατον ἔχει νὰ ψηφίσῃ αὐτὴν καὶ ὁ κύριος Πετιμεζᾶς νὰ μὴ ἀντιταχθῇ κατ’ αὐτῆς. Εὔχομαι ἐν εἰλικρινείᾳ καὶ ἐπιθυμῶ τὸ πόρισμα τῶν ἐργασιῶν τῆς συσταθησομένης Ἐπιτροπῆς νὰ δείξῃ, ὅτι ὅλα ὅσα ἐλέχθησαν δὲν εἶναι ἀκριβῆ, καὶ ὅτι δὲν εὑρέθη Ὑπουργὸς, ὁ ὁποῖος κατὰ τὰς τοιαύτας τῆς πατρίδος περιστάσεις νὰ ἐνεργήσῃ ἐναντίον τῶν νόμων καὶ ἐναντίον τοῦ συμφέροντος τοῦ τόπου· νομίζω ὅμως ὅτι αὐτὸ πρέπει νὰ ἀποδειχθῇ μόνον διὰ τῆς ἐργασίας τῆς Ἐπιτροπῆς, τὴν ὁποίαν ὁ κύριος Ῥάλλης προτείνει καὶ ὑπὲρ τῆς ὁποίας, ὡς εἶπον, θέλω ψηφίσει.
§55Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. (Ὅρα παράρτημα).
§56ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Ὀφείλω, κύριοι, ἢ ὀφείλομεν νὰ εἴπωμεν ὀλίγα τινὰ ἐπὶ τοῦ παρεμπίπτοντος ζητήματος, διότι ἐπὶ ζητήματος ὅλως συνταγματικοῦ δὲν δυνάμεθα νὰ σιωπήσωμεν. Λόγον περὶ τῆς ἄλλης ἐπιτροπῆς τῆς ἀφορώσης εἰς γενικὴν ἐξέλεγξιν, δὲν θὰ κάμω σήμερον, διότι σήμερον δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Ὅταν ἔλθῃ τὸ ζήτημα, τότε βεβαίως θὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου καὶ περὶ αὐτοῦ. Περιορίζομαι λοιπὸν εἰς τὸ παρεμπίπτον ζήτημα. Κύριοι, κατὰ τὸ Σύνταγμα ἐπιτρέπεται σύστασις Ἐπιτροπῆς πρὸς ἐξέτασιν τῶν πραγμάτων. Τί ἐννοεῖ τὸ Σύνταγμα, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξετάσωμεν σήμερον, διότι τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος συνεπλήρωσεν ὁ περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν νόμος. Μοὶ εἶναι ἀδιάφορον τί ἐννοεῖ καὶ πῶς ἐφηρμόσθη ἄλλοτε τὸ ἄρθρον αὐτὸ, διότι ἤδη ἔχομεν νόμον, ὁ ὁποῖος ὁρίζει κατὰ τίνα τρόπον δύναται νὰ γείνῃ ἀνάκρισις κατὰ Ὑπουργοῦ· σᾶς εἶπον δὲ, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη πρέπει νὰ ἐξετάσῃ ἐὰν ἐγένοντο καταχρήσεις, ἐὰν παρεβιάσθη ὁ νόμος. Ἐρωτῶ, εἶναι αὐτὸ ἀνάκρισις ἀφορῶσα εἰς πρόσωπον, ναὶ ἢ ὄχι; Εἶναι ἐξέτασις τῶν πραγμάτων ἁπλῶς ἢ ἐξέτασις τῶν πράξεων, τῶν παραλείψεων, αἱ ὁποῖαι οὐδὲν ἄλλο ἀποτέλεσμα ἔχουσιν, εἰμὴ νὰ εὕρωσι λόγους πρὸς σχηματισμὸν κατηγορίας; Τοῦτο νομίζω, ὅτι εἶναι παράνομον καὶ ἐπικίνδυνον. Πρόκειται περὶ Ὑπουργοῦ οἱουδήποτε, ὅστις ἕως χθὲς ἦτο σύμβουλος τοῦ Βασιλέως, ἦτο ἐκλεκτός σας. Πῶς δύνασθε νὰ ἐπιτρέψητε ὑμεῖς εἰς ἕνα οἱονδήποτε ἢ εἰς δύο νὰ προκαλέσουν ἀνάκρισιν ἐναντίαν αὐτοῦ, νὰ τὸν καταστήσουν κατηγορούμενον, ἀφοῦ ὁ νόμος διὰ τοῦτο ἀπῄτησεν ἐγγύησιν σοβαρὰν, κελεύων, ὅτι κατηγορίαν δὲν δύναται νὰ προκαλέσῃ καθ’ ἑνὸς Ὑπουργοῦ, καὶ ἑπομένως ἀνάκρισιν, εἰμὴ ἡ ὁμολογία, ἡ συνείδησις καὶ ἡ ὑπογραφὴ 20 τῶν συναδέλφων του. Εἶναι τοῦτο ἐγγύησις, διότι 20 συνάδελφοι δὲν δύνανται νὰ θέσουν τὴν ὑπογραφήν των ἐναντίον ἑνὸς Ὑπουργοῦ καὶ συναδέλφου των, χωρὶς νὰ μελετήσωσι, νὰ σταθμίσωσι τὴν πρᾶξίν των, νὰ λάβουν πληροφορίας καὶ νὰ βεβαιωθοῦν, ὅτι ἡ πρότασίς των εἶναι σοβαρὰ, ἀληθὴς, καὶ αἱ πληροφορίαι των ἄξιαι νὰ σύρωσιν εἰς τὰ ἑδώλια τῶν κατηγορουμένων ἕνα τῶν συναδέλφων των. Τὴν ἐγγύησιν αὐτὴν καταστρέφομεν ἤδη, ἀντὶ δὲ τούτου ἰσχυρίζονται, ὅτι ἀρκεῖ εἷς τῶν κυρίων συναδέλφων ν’ ἀπαγγείλῃ κατηγορίαν ἀπὸ τοῦ βήματος καὶ ἡ Βουλὴ νὰ διατάξῃ ἀνάκρισιν — διότι ἀνάκρισις βεβαίως εἶναι, ὅταν ἐξετάζῃ τις τί ἔπραξεν ἢ δὲν ἔπραξεν εἷς τῶν συναδέλφων — καὶ ἐρωτῶ, ἐὰν ὁ κ. Πετιμεζᾶς ἦτο Ὑπουργὸς, καὶ ἡ Βουλὴ ἀπεφάσιζε νὰ συστήσῃ τὴν ἐπιτροπὴν διὰ νὰ ἀνακρίνῃ, ἠδύνατο νὰ σταθῇ μίαν στιγμὴν Ὑπουργός; βεβαίως ὄχι. Κύριοι, βεβαίως τὸ συμφέρον τοῦ τόπου, τὸ συμφέρον ὅλων ἡμῶν εἶναι αἱ καταχρήσεις νὰ ἀνακαλύπτωνται καὶ νὰ τιμωρῶνται· ἀλλὰ τὸ συμφέρον ἡμῶν ἐπίσης εἶναι αἱ ὑπολήψεις νὰ μὴ διασύρωνται ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχεν. Ὑπάρχει τῷ ὄντι πεποίθησις ὅτι ἐγένετο κατάχρησις; Συμμορφωθῆτε πρὸς τὸν νόμον· ἄλλως, ἐὰν θέλητε νὰ διορίσητε ἐπιτροπὴν, καὶ δύνασθε, πρέπει ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη νὰ περιορισθῇ εἰς ὅ,τι τὸ Σύνταγμα λέγει, νὰ ἐξετάσῃ δηλαδὴ τὰ πράγματα καὶ μόνον τὰ πράγμα· καὶ ποῖα εἰσὶ τὰ πράγματα; Τὰ πράγματα εἰσὶν αἱ ἀρβύλαι καὶ ἡ κατάστασις αὐτῶν, ὁ διπυρίτης καὶ ἡ κατάστασις αὐτοῦ. Ἡ Ἐπιτροπὴ ὀφείλει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν αὐτὰ καὶ τὰ ἔγγραφα καὶ οὐδὲν πλέον. Νὰ ἐξετάσῃ τί σχετικὸν μὲ τὸ πρόσωπον τοῦ κ. Πετιμεζᾶ δὲν εἶναι νόμιμον, ἐκτὸς ἐὰν κατὰ νόμον προηγηθῇ κατηγορία. Οὕτω, κύριοι, εἴμεθα ἐντὸς τοῦ νόμου καὶ τοῦ ὀρθοῦ, διότι ἄλλως ἀνοίγομεν στάδιον λίαν ἐπικίνδυνον. Δύναται ἡ τύχη ἑνὸς συναδέλφου νὰ μένῃ αἰωνίως ἀβέβαιος, διότι διορίζετε ἐπιτροπὴν ὑπὸ τὴν πρόφασιν νὰ ζητήσῃ πληροφορίας, καὶ ἐν τούτοις αὕτη δὲν περατοῖ τὸ ἔργον αὐτῆς, διότι ἡ κατηγορία μόνη θέλει τέρμα, ἐνῷ ἡ ἀπόλυτος παραγγελία, νὰ συλλεχθῶσι πληροφορίαι ἐν εἴδει προανακρίσεως, δύναται νὰ διαιωνίσῃ τὰ πράγματα. Ἐν τούτοις ὁ καταδιωκόμενος εἶναι ὑπὸ κατηγορίαν, καταντᾷ ἄχρηστος. Καὶ οἱ πολιτευόμενοι, οἱ γηράσαντες εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς πατρίδος, δὲν πρέπει τοιουτοτρόπως νὰ μηδενίζωνται. Ἐὰν ὑπάρχῃ κατηγορία, τότε πλήρης πρέπει νὰ ἐνεργηθῇ ἀνάκρισις· ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ, καὶ ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ νὰ συστήσῃ ἐπιτροπὴν, ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη δὲν πρέπει νὰ ἐξέλθῃ τῶν ὁρίων τοῦ Συντάγματος, καὶ τὰ ὅρια εἶναι, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐξετάσῃ τὰς ἐνεργείας, ἀλλ’ ἁπλῶς τὰ πράγματα καὶ τ’ ἀφορῶντα εἰς αὐτὰ ἔγγραφα. Τὸ δικαίωμα τῆς Βουλῆς μένει πλῆρες καὶ ἀκέραιον, ἀλλὰ δυνάμει τοῦ ἄρθρου 58 τοῦ Συντάγματος δὲν ἐπιτρέπεται ἀνάκρισις. Ἐὰν πράξωμεν ἄλλως, προσκρούομεν ἄντικρυς εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ τὸν Νόμον.
§57ΖΩΧΙΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δέχεσθε τὴν ἐξέτασιν τῶν πραγμάτων;
§58ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ νὰ ἐξετάσῃ, οὕτω πρέπει νὰ γείνῃ.
§59ΖΩΧΙΟΣ. Σεῖς δέχεσθε αὐτό;
§60ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τί ἐνδιαφέρον ἔχω ἐγώ;
§61ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅτε ἡ Βουλὴ πανηγυρικῶς, οὕτως εἰπεῖν, ἐψήφιζε τὸν νόμον περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, ἐνόμιζεν, ὅτι προσθέτει ἐγγύησιν εἰς τὰς προϋπαρχούσας κατὰ τῶν παρεκτροπῶν τῶν Ὑπουργῶν. Ἤδη βλέπομεν, ὅτι τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν ἀποπειρᾶται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπωφεληθῇ, ὅπως περιορίσῃ τὸ δικαίωμα τῆς Βουλῆς τοῦ νὰ ἐλέγχῃ τὰς πράξεις τῶν Ὑπουργῶν.
§62ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἀποπειρᾶται τίποτε· ἐκθέτει τὴν γνώμην της.
§63ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ μ’ ἔφερεν εἰς τὸ βῆμα ἡ ἀγόρευσις τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, ἵνα ἀποκρούσω τὰς ἀρχὰς, τὰς ὁποίας ἐνώπιον ὑμῶν ὑπεστήριξε, καὶ ἵνα ἀποπειραθῶ καὶ ἐγὼ νὰ ἐπιτύχω, ὅπως ἡ Βουλὴ μὴ δώσῃ τὴν ἔγκρισιν αὑτῆς εἰς τοιαύτας ἀρχάς· διότι, ἐὰν ἐγκρίνῃ τὰς ἀρχὰς ταύτας, δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι εἰς τὸ ἑξῆς ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐργάζηται ἀνεξελέγκτως καὶ ὅτι ἡ μετοχὴ τῆς Βουλῆς εἰς τὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐκλείπει ὁλοτελῶς. Τί ἄλλο σᾶς ζητεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς παρὰ τοῦτο, τὸ νὰ μὴ δύνασθε νὰ ἐξελέγχητε τὰς πράξεις τῶν Ὑπουργῶν ἄλλως, εἰμὴ διὰ καταδιώξεως ποινικῆς; Ὁ νόμος, ὁ περὶ εὐθύνης, λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀποτέλεσμα ἔχει νὰ θέσῃ εἰς ἀργίαν τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 58 τοῦ Συντάγματος, καθ’ ὃ ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ συνιστᾷ ἐξεταστικὰς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὰς. Τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 58 παρέστησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὡς διάταξιν ἀφορῶσαν εἰς ποινικὴν καταδίωξιν τῶν Ὑπουργῶν, καὶ ἑπομένως ἐθεώρησε τὸν νόμον περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, ὡς κανονίζοντα τὰ τῆς διατάξεως ἐκείνης καὶ περιοριζομένην τὴν Βουλὴν ὡς πρὸς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἄρθρου 58 ὑπὸ τῶν διατάξεων τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης. Ἀλλ’ ἐνταῦθα ἐπικρατεῖ σύγχυσις πλήρης. Ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει μόνον διὰ τῆς ποινικῆς εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν τὸ μέσον νὰ ἐπιδρᾷ ἐπ’ αὐτούς· ἔχει μέσον πολὺ συνηθέστερον καὶ πολὺ δραστικώτερον. Εἶναι δὲ τοῦτο τὸ τοῦ πολιτικοῦ ἐλέγχου, τὸ τῆς ἐπιδοκιμασίας καὶ ἀποδοκιμασίας τῶν Ὑπουργείων, οὗ χάριν ἐψηφίσθησαν πολλὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς, ἐν οἷς καὶ τὸ δικαίωμα τῆς συστάσεως ἐξεταστικῶν τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῶν. Τὸ δικαίωμα τῆς ἐπερωτήσεως οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ μέσον, δι’ οὗ ἡ Βουλὴ δύναται νὰ παρασκευάσῃ ἑαυτὴν πρὸς ἀπόφασιν περὶ τῆς διαγωγῆς τῶν Ὑπουργῶν, καὶ διὰ τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς νὰ ἐπιδράσῃ ἐπὶ τῆς πολιτικῆς τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἡ ἐπερώτησις καὶ ἡ εἰς αὐτὴν ἀπάντησις τῶν Ὑπουργῶν πολλάκις δὲν εἶναι ἀποχρῶσαι, πολλάκις ἡ ὑποχρέωσις, ἥτις ἀνεγράφη ἐν τῷ Συντάγματι ὡς πρὸς τοὺς Ὑπουργοὺς, ὅπως παρέχωσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ζητουμένας διασαφήσεις, ἀποδεικνύεται ἀνεπαρκὴς πρὸς διαφώτισιν τῶν ζητημάτων Ἠθέλησεν ἄρα τὸ Σύνταγμα νὰ δώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ μέσον, ὅπως τὰς πληροφορίας, ἃς ἀνεπαρκῶς παρέχει ἡ Κυβέρνησις, λάβῃ αὐτὴ ἡ ἰδία διὰ τῶν ἰδίων αὑτῆς ὀργάνων· οὐδεμία δὲ σχέσις ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ δικαιώματος τούτου καὶ τοῦ δικαιώματος τῆς Βουλῆς, ὅπως καταδιώκῃ ποινικῶς τοὺς ὑπουργούς. Ἡ Βουλὴ λαμβάνει πληροφορίας εἴτε ἀμέσως παρὰ τῶν Ὑπουργῶν δι’ ἐπερωτήσεως, εἴτε διὰ τῶν ἰδίων αὑτῆς ὀργάνων, ὡς ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς, πρὸς δύο κυρίως σκοπούς. Λαμβάνει τὰς πληροφορίας ταύτας χάριν τῶν νομοθετικῶν αὑτῆς ἔργων, λαμβάνει αὐτὰς καὶ χάριν τῶν ἐξελεγκτικῶν αὑτῆς ἔργων. Ἔχει προσέτι ἀνάγκην ἡ Βουλὴ πληροφοριῶν καὶ χάριν τῶν ἔργων αὑτῆς τῶν ποινικῶν. Ἀλλ’ ὡς πρὸς ἐκεῖνα διατάττει τὸ Σύνταγμα ἰδιαιτέρως ἐν τοῖς περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν ἄρθροις, διέταξε δὲ καὶ ἡ Βουλὴ ὡς νομοθετικὸν Σῶμα διὰ τοῦ περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν νόμου τοὺς ὅρους, εἰς οὓς ὑποβάλλεται ἡ ἐνάσκησις τῶν δικαιωμάτων αὑτῆς. Τἄλλα δύω δικαιώματα τῆς Βουλῆς, τὸ τῆς ἐπερωτήσεως καὶ τὸ τῆς συστάσεως ἐξεταστικῶν ἐπιτροπῶν, ἔμειναν ἀκέραια καὶ μετὰ τὸν κανονισμὸν τῶν τῆς ποινικῆς δικαιοδοσίας τῆς Βουλῆς διὰ τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν, καὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι ἡ Βουλὴ θ’ ἀνεχθῇ νὰ περιορισθῶσι τὰ δικαιώματα ἐκεῖνα. Ἰδίως δὲν θέλει ποτὲ ἀνεχθῆ, ὅπως περιορισθῇ τὸ δικαίωμα τῆς βουλευτικῆς ἐξελέγξεως τῶν πράξεων τῶν Ὑπουργῶν, διότι, ἂν περιορισθῇ τὸ δικαίωμα αὐτῆς τοῦτο, δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ἡ Βουλὴ παύει ἔχουσα τὸν ὑψηλὸν χαρακτῆρα, ὃν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος προώρισται νὰ ἔχῃ, καὶ καθίσταται σῶμα δευτερεῦον ἐν τῷ κράτει, ἓν Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, τὸ ὁποῖον, συστηθὲν ἐν τῷ Συντάγματι, ἐσπεύσαμεν νὰ καταργήσωμεν. Διὰ τῆς νομοθετικῆς αὐτῆς ἐργασίας ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ἐπιδρᾷ ἐμμέσως καὶ ἐπὶ τὰ κυβερνητικὰ, ἀλλὰ τὸ μέσον, διὰ τοῦ ὁποίου δύναται νὰ ἐπιδρᾷ ἀμέσως ἐπὶ τὰ κυβερνητικὰ, εἶναι ἡ ἔκφρασις τῆς ἐμπιστοσύνης ἢ τῆς ἀποδοκιμασίας αὐτῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν· τὴν ἔκφρασιν ὅμως ταύτην πῶς δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἐκφέρῃ, ἐὰν δὲν τῇ ἐπιτρέπετε τὰ μέσα, ὅπως φωτισθῇ, ἐὰν τῇ λέγητε, ὅτι οὐδὲν σοὶ δέδοται οὐδαμῶς νὰ θίξῃς ζήτημα, ὅπερ δύναται, ἔστω καὶ πόῤῥωθεν, νὰ ἐπηρεάζῃ τὰ τῆς ποινικῆς ἐνοχῆς Ὑπουργοῦ; Καὶ ποία πρᾶξις κυβερνητικὴ, καὶ ποία πρᾶξις πολιτειακὴ, καὶ τί τῶν συμβαινόντων ἐν τῷ Κράτει δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἔχον σημασίαν τινὰ, ἂν δὲν σχετίζηται πρὸς ἐνοχὴν Ὑπουργῶν; Ἅπασα ἡ πολιτειακὴ ἐνέργεια συγκεντροῦται ἐν τῇ Κυβερνήσει, καὶ πᾶσα ἐξέτασις περὶ πραγμάτων συμβαινόντων ἐν τῇ πολιτείᾳ, ἐὰν τὰ πράγματα ταῦτα ἔχωσιν ἐπίδρασίν τινα ἐπὶ τὴν εὐημερίαν τοῦ Κράτους, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἔχωσι σχέσιν καὶ πρὸς τὴν διαγωγὴν τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε ἐξεταζομένην ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς πολιτικῆς ἐμπιστοσύνης, εἴτε ἐξεταζομένην ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ποινικῆς ἐνοχῆς. Ἡ Βουλὴ ἐν τῇ παρούσῃ περιπτώσει, ἐν τῇ περιπτώσει τῇ ὁριζομένῃ ἐν τῇ προτάσει τοῦ κ. Ῥάλλη, τί θέλει νὰ μάθῃ; Θέλει νὰ πληροφορηθῇ, ἐὰν αἱ ἔκτακτοι πιστώσεις, ὧν ἡ διαχείρισις ἐνεπιστεύθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐχρησίμευσαν ὑπὲρ τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας. Θέλει νὰ πληροφορηθῇ, ἐὰν τὰ παρὰ πολλῶν λεχθέντα, ὡς πρός τινας ἰδίως προμηθείας, ἔχωνται ἀληθείας, διότι ἐκ τούτου θὰ φωτισθῇ ὡς πρὸς πολλὰ ζητήματα τῆς νομοθετικῆς καὶ ἐξελεγκτικῆς ἁρμοδιότητος αὐτῆς· θὰ φωτισθῇ περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἐνεργοῦνται αἱ προμήθειαι, τουτέστιν ἂν ἡ ἐκτέλεσις αὐτῶν ἦναι ἐπιτυχὴς, θὰ φωτισθῇ ἐὰν αἱ διοριζόμεναι ἐπιτροπαὶ, ὅπως γνωμοδοτήσωσι περὶ τῆς ἐντολῆς ἢ τῆς παραλαβῆς τῶν προμηθειῶν, ἦναι αἱ κατάλληλοι ὡς παρέχουσαι τὰς ἀπαιτουμένας ἐγγυήσεις· θὰ φωτισθῇ ἐπίσης καὶ ὡς πρὸς τὸ κυβερνητικὸν ζήτημα, τουτέστιν, ἐὰν ἡ κυβέρνησις ἐπέδειξε περὶ τὴν ἐπιτήρησιν τὴν ἐπιμέλειαν, ἣν ὤφειλε νὰ ἐπιδείξῃ ἐπὶ τοιούτων ἀντικειμένων. Καὶ μήπως ταῦτα δὲν ἀνάγονται εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῆς Βουλῆς, εἰς τὴν ἁρμοδιότητα αὐτῆς ὡς Σώματος νομοθετικοῦ καὶ ἐξελεγκτικοῦ, εἰς τὴν ἁρμοδιότητα αὐτῆς τὴν πολιτικὴν, ἀποκλειομένης ἐντελῶς τῆς ποινικῆς, περὶ ἧς δὲν πρόκειται καὶ δὲν δύναται νὰ πρόκηται ἤδη. Ἐπίσης ἡ Βουλὴ ἔχει συμφέρον καὶ καθῆκον νὰ ἐξετάσῃ τὰ τῶν προμηθειῶν καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς διαχειρίσεως τῶν πιστώσεων, διότι ἐνεπιστεύθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν διαχείρισιν δημοσίου χρήματος, καὶ ἐνεπιστεύθη αὐτὴν κατὰ κανόνα ἔκτακτον· ὅτε δὲ εὑρισκόμεθα εἰς τὰς παραμονὰς νέων κυβερνητικῶν αἰτήσεων τοιαύτης φύσεως, δὲν ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν κατὰ τίνα τρόπον ἐγένετο ἡ τῶν προηγουμένων χρῆσις, δὲν πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν ἡ Βουλὴ, δίδουσα πιστώσεις εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἄνευ περιορισμῶν, δὲν διατρέχῃ τὸν κίνδυνον νὰ ἴδῃ καὶ τὰς πιστώσεις ταύτας κατασπαταλωμένας καὶ νὰ μὴ ἴδῃ πραγματοποιούμενον τὸν σκοπὸν, πρὸς ὃν δίδονται, καὶ δὲν θὰ φωτισθῇ ἐκ τῆς ἐξετάσεως ἡ Βουλὴ περὶ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν, ἐὰν παρουσιασθῇ ἀνάγκη νέας χορηγίας πιστώσεως, ὀφείλει νὰ χορηγήσῃ ταύτην; Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Καλαβρύτων ἠθέλησε ν’ ἀναμίξῃ ἑαυτὸν ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ. Οὐδεὶς ἠδύνατο νὰ διανοηθῇ ὅπως ἀναμίξῃ ἐν αὐτῷ τὸν κ. Βουλευτὴν Καλαβρύτων. Ὁ κ. Σωτήριος Πετιμεζᾶς ἐκ λεπτότητος, ἣν ἐπαινῶ, ἠθέλησεν αὐτοπροαιρέτως νὰ προσφέρῃ ἑαυτὸν πρόθυμον εἰς τὴν Βουλὴν, πως δώσῃ πᾶσαν ἐξήγησιν. Δὲν ἔχει τις ὅμως ὡς ἐκ τούτου τὸ δικαίωμα νὰ μετατρέψῃ τὴν φύσιν τῆς ὑποθέσεως ταύτης καὶ νὰ εἴπῃ, ὅτι, ἐπειδὴ ἐξ ἐνδεχομένου ἀποτελέσματος τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἐπιτροπῆς δύναται νὰ προκύψῃ ὕλη, ἐπὶ τῆς ὁποίας 20 Βουλευταὶ νὰ στηρίξωσι τυχὸν πρότασιν περὶ ποινικῆς ἐκείνου καταδιώξεως, διὰ τοῦτο ἀπαγορεύεται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐξετάσῃ περὶ τῶν πραγμάτων ἐκείνων, ἄνευ τῆς ἐξετάσεως τῶν ὁποίων δὲν δύναται νὰ προβῇ εἰς τὰς ἐργασίας αὑτῆς περὶ πιστώσεων, περὶ χορηγίας μέσων εἰς τὴν Κυβέρνησιν, δὲν δύναται νὰ προβῇ εἰς τὰς ἐργασίας αὑτῆς περὶ προσδιορισμοῦ τῶν κανόνων, καθ’ οὓς δέον νὰ γίνωνται αἱ στρατιωτικαὶ προμήθειαι.
§64Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν εἶπον τοιαῦτα πράγματα.
§65ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν λέγω, ὅτι τὰ εἴπετε· λέγω, ὅτι θὰ ἦσαν ταῦτα συνέπεια τῆς θέσεως, ἣν ἐλάβετε, ἂν ἀπεδεχόμεθα τὴν γνώμην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Δὲν δυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων διατελεῖ ἐν θέσει κατηγορουμένου. Τῆς τοιαύτης δῆθεν θέσεως αὐτοῦ ἠθέλησε νὰ ἐπωφεληθῇ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καλέσας ὑμᾶς νὰ σταματήσητε ἐνώπιον αὐτῆς, ἐνῷ τοιαύτη θέσις δὲν ὑπάρχει, καὶ εἰπὼν ὅτι, ἅμα θελήσητε νὰ ἐξετάσητε ζητήματα, ἅτινα ὅπως δήποτε ἅπτονται τῆς διαγωγῆς τῆς Κυβερνήσεως....
§66ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τῆς Κυβερνήσεως ὄχι· δὲν ἦτο λόγος περὶ Κυβερνήσεως.
§67ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τῆς διαγωγῆς Ὑπουργῶν, οἱ δὲ Ὑπουργοὶ δὲν δύνανται παρὰ νὰ ὦσι μέλη τῆς Κυβερνήσεως....
§68ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἂν ὁ κ. Πετμεζᾶς ἦτο Ὑπουργὸς, Ὑπουργὸς ἐν ἐνεργείᾳ, καὶ ἡ Βουλὴ συνίστα Ἐπιτροπὴν νὰ ἐξετάσῃ περὶ καταχρήσεων, τότε δὲν ἠδύνατο νὰ ἦναι Ὑπουργός.
§69ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι, ἂν ἡ Βουλὴ ἐξήταζε θέμα, τὸ ὁποῖον ὁπωσδήποτε ἐφαίνετο δυνάμενον νὰ ἐνοχοποιήσῃ τὴν Κυβέρνησιν, τὸ μέλος τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ὁποῖον θὰ ἐνοχοποιεῖτο οὕτω, δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ ἐξακολουθῇ μένον ἐν τῇ Κυβερνήσει. Τοῦτο ἀποκρούω καὶ δι’ αὐτοῦ τοῦ παραδείγματος ἄλλων ἐθνῶν. Ὅ,τι σήμερον ζητοῦμεν γίνεται συνεχῶς εἰς ἄλλα κράτη, ἀλλ’ οὐδέποτε Ὑπουργὸς ἐσκέφθη, ὅτι ὤφειλε νὰ παραιτηθῇ διὰ τοιοῦτον λόγον. Ποῖος δὲν ἐνθυμεῖται τὴν μεγάλην ἐξεταστικὴν ἐπιτροπὴν, τὴν διορισθεῖσαν ἐπὶ τοῦ Κριμαϊκοῦ πολέμου ἐν Ἀγγλίᾳ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, καὶ ποῖος δὲν ἐνθυμεῖται, ὅτι τότε ἐσχημάτισεν Ὑπουργεῖον ὁ λόρδος Πάλμερστων ἐκ τῶν Ὑπουργῶν, τῶν ὁποίων ἡ διαγωγὴ ἐνείχετο ἐν τῇ ἐξετάσει ἐκείνῃ. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἀπεφάνθη κατὰ τῶν Ὑπουργῶν, ἀλλ’ οἱ Ὑπουργοὶ δὲν παρῃτήθησαν, οὐδὲ προέβη περαιτέρω ἡ Βουλή, ἕνεκα τοῦ δυσχεροῦς τῶν περιστάσεων. Ἡ Βουλὴ ἐθεώρησεν, ὅτι ἐγένοντο παρεκτροπαί, ὅτι ὑπῆρξεν ὀλιγωρία, ὅτι ἀπεδείχθη ἀνικανότης, ἀλλ’ ἐξετίμησε τὰς περιστάσεις καὶ ἕνεκεν αὐτῶν ἠρνήθη νὰ προβῇ εἰς ἀπόφασιν κατὰ τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς, ἀποδεχθεῖσα τὴν πρότασιν τοῦ ἀπαραδέκτου· ἀλλὰ πάντες οἱ Ὑπουργοὶ ἔμειναν εἰς τὰς θέσεις των, καὶ οὐδεὶς ἐκ τῶν Ὑπουργῶν ἐκείνων ἐβλάβη ἠθικῶς ἐκ τῆς ἐξετάσεως, τινὲς δ’ αὐτῶν ἦσαν τότε, ἄλλοι δὲ ἀνεδείχθησαν κατόπιν μεγάλοι πολιτευταὶ τῆς Ἀγγλίας. Οὐδὲν ἔχουσι νὰ φοβηθῶσιν ἀδίκημα οἱ ἀθῶοι ἐκ τῆς τοιαύτης ἐξετάσεως. Ἀφορᾷ αὕτη εἰς τὴν λειτουργίαν τῶν νόμων. Ἐκ τοῦ ὅτι ὅμως ἀφορᾷ ὡσαύτως καὶ εἰς τὴν διαγωγὴν ἐκείνων, οἵτινες ἐφαρμόζουσι τοὺς νόμους, δὲν ἕπεται, ὅτι ἀφορᾷ πάντοτε εἰς καταχρήσεις· δύναται ἄριστα νὰ ἀφορᾷ εἰς ἀνικανότητα, ἡ ὁποία οὐδεμίαν δίδει ἀφορμὴν εἰς ποινικὴν καταδίωξιν. Καὶ μήπως ἡ Βουλὴ δὲν ἔχῃ τὸ καθῆκον, ἐν ἐκτάκτοις μάλιστα περιστάσεσι, καὶ ἔκτακτοι εἶναι αἱ περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας χορηγοῦνται ἔκτακτοι πιστώσεις, νὰ μεριμνᾷ περὶ τῆς ἱκανότητος τῶν Ὑπουργῶν, ὅπως καὶ περὶ τῆς πιστῆς αὐτῶν διαχειρίσεως; Ἡ ἀνικανότης τῶν Ὑπουργῶν δύναται νὰ φέρῃ ἐν τοιαύταις περιστάσεσι μεγαλειτέραν παρὰ τὴν κατάχρησιν ζημίαν, καὶ θέλετε νὰ μᾶς ἐμποδίσητε, ἐπικαλούμενοι τὸν ποινικὸν περὶ εὐθύνης νόμον, νὰ ἐπιτηρήσωμεν τὰς ἐνεργείας ὑμῶν, θέλετε νὰ μᾶς ἐμποδίσητε, ὅπως ἐξετάσωμεν ἂν ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῶν προμηθειῶν τοῦ στρατοῦ ὁ τότε ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς ἀνέπτυξε τὴν δέουσαν ἱκανότητα καὶ ἂν ὑμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἀπετελεῖτε τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἐπετηρήσατε, ὡς ἔδει, τὰ τῶν προμηθειῶν ἐκείνων; Ἡμεῖς γινώσκομεν ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ἐκεῖνος, ἐνῷ ἐξετέλει καὶ ἀφοῦ ἐξετέλεσε τὰς προμηθείας ἐκείνας, ἐξηκολούθει ὢν Ὑπουργὸς μεθ’ ὑμῶν καὶ ὅτι ἀπεμακρύνθη τοῦ Ὑπουργείου οὐχὶ ἕνεκα τῶν προμηθειῶν, γινώσκομεν δὲ ὅτι τὰ κακῶς γενόμενα, τὰ ὁποῖα ἤδη ἐν τῇ Βουλῇ καταγγέλλονται καὶ περὶ ὧν συζητοῦμεν, εἶχον καταγγελθῆ ἔκτοτε εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, καὶ δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ μάθωμεν, διατί τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον οὐδὲν ἔπραξεν ἐπὶ τῶν καταγγελιῶν ἐκείνων; Δύναται τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον νὰ εἶχε λόγους ἀποχρῶντας, ἵνα μὴ πράξῃ τι, ἀλλὰ πρέπει τοῦτο νὰ ἀποδειχθῇ, καὶ δὲν ἁρμόζει εἰς ὑμᾶς νὰ ἀρνῆσθε τὰς ἀποδείξεις ταύτας καὶ νὰ λέγετε πρὸς ἡμᾶς· ἐὰν θέλητε ἀποδείξεις, φέρετέ μας εἰς τὸ σκαμνί. Τοιαύτην ἀρχὴν, τοιαύτην θεωρίαν, ὁποίαν ἀνέπτυξεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, δὲν ἀποδέχομαι, διότι εἶναι περιορισμὸς τῶν δικαιωμάτων τοῦ Κοινοβουλίου, εἶναι περιορισμὸς τοῦ ὑπάτου αὐτοῦ δικαιώματος, τοῦ δικαιώματος τοῦ πολιτικοῦ ἐλέγχου.
§70ΖΑΪΜΗΣ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι εἰς τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Ῥάλλη ἀπεδόθη χαρακτὴρ γενικώτερος, τὸν ὁποῖον δὲν περιέχει. Ὁ κ. Ῥάλλης σᾶς ἐπρότεινε νὰ διορίσητε ἐξεταστικὴν Ἐπιτροπὴν, ὅπως ἐξετάσῃ τρία κυρίως ζητήματα, τὸ ζήτημα τοῦ διπυρίτου ἄρτου, τὸ τῶν ἀρβυλῶν ἢ ὑποδημάτων, καὶ τρίτον τὸ ζήτημα περὶ συναλλάγματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου οὔτε ἐπιμένει, οὔτε συζήτησις ἐγένετο, καὶ τὸ ὁποῖον νομίζω, ὅτι ἀπεμακρύνθη ἐντελῶς τῆς συζητήσεως. Καλούμεθα λοιπὸν σήμερον ν’ ἀποφασίσωμεν περὶ τῆς εἰδικῆς ταύτης προτάσεως τοῦ κ. Ῥάλλη, ἡ ὁποία δὲν ἔχει, κατ’ ἐμὴν γνώμην, γενικὸν χαρακτῆρα. Καλούμεθα δὲ κατὰ πρῶτον νὰ ἐνασκήσωμεν τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἐχορήγησεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἄρθρον 58 τοῦ Συντάγματος· διότι, καθόσον ἐνθυμοῦμαι, μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ νέου πολιτεύματος ἅπαξ μόνον ἐπροτάθη ἡ χρῆσις τοῦ δικαιώματος τοῦ ἄρθρου 58, ἀλλὰ τότε ἐγκατελείφθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ὥστε πρῶτον ἤδη καλούμεθα νὰ κάμωμεν χρῆσιν αὐτοῦ. Καὶ ὡς πρὸς τὸ δικαίωμα τοῦτο τοῦ ἄρθρου 58 δὲν ἔχω ν’ ἀντιτάξω τι ὡς πρὸς τὴν ἀπόλυτον αὐτοῦ χρῆσιν. Τὸ ἄρθρον ἠθέλησε νὰ καθιερώσῃ εὐρύτατον τὸ δικαίωμα τῆς Βουλῆς, ὅταν πρόκηται περὶ ἐξετάσεως τῶν πραγμάτων, ὥστε δι’ ἰδίων ἐπιτροπῶν νὰ δύναται αὕτη ἐν πάσῃ περιπτώσει νὰ φωτίζηται περὶ παντὸς ἀντικειμένου σχετιζομένου πρὸς τὰ συμφέροντα τῆς πολιτείας. Δὲν διημφισβήτησε δὲ, νομίζω, καὶ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργείου τὸ καθιερούμενον τοῦτο ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 58 δικαίωμα ἡμῶν. Ἀλλὰ, προκειμένου περὶ εἰδικῶν περιστάσεων, προκειμένου περὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Ῥάλλη, πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν καὶ συζητήσωμεν ἂν ἡ χρῆσις τοῦ δικαιώματος τούτου ἀντιστρατεύηται πρὸς τὸν νόμον περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν· διότι ὀφείλει ἡ Βουλὴ νὰ μὴ παραβιάσῃ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου ἐκείνου καὶ δι’ ἀποδοχῆς προτάσεώς τινος νὰ μὴ καθιερώσῃ προηγούμενον, ὅπερ δύναται νὰ ἔχῃ κακὰς συνεπείας. Ἐνασκοῦσα δὲ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον χορηγεῖ τὸ Σύνταγμα, δύναται ν’ ἀποδεχθῇ τὴν πρότασιν ταύτην, χωρὶς νὰ παραβιάσῃ τὸν νόμον περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν. Ὁ περὶ εὐθύνης νόμος, ὃν πρὸ μικροῦ ἐψηφίσατε, καθιεροῖ διαδικασίαν ὡρισμένην, ὅταν πρόκηται περὶ κατηγορίας Ὑπουργοῦ· ἀλλ’ ὡς, κύριοι, χθὲς τὸ ἑσπέρας διετύπωσεν αὐτὴν ὁ εἰσαγαγὼν τὴν πρότασιν περὶ ἐξετάσεως τῶν πραγμάτων, αὕτη δὲν θεωρεῖται ποσῶς ὡς κατηγορητήριον κατὰ τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Ὁ κ. Ῥάλλης σᾶς εἶπεν, ὅτι κατηγορεῖ τὸν διπυρίτην, κατηγορεῖ τὰς ἀρβύλας, δὲν κατηγορεῖ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Καὶ τῳόντι ὁ κ. Πετιμεζᾶς ἠθέλησε διὰ τῶν πληροφοριῶν, ἃς παρέσχε, νὰ διαφωτίσῃ τὴν Βουλήν, ἀλλ’ οὐδέποτε ἐθεώρησεν ἑαυτὸν ὡς ὑπόδικον ἢ κατηγορούμενον, διότι τοιαύτη δὲν ἦτο καὶ δὲν δύναται νὰ ἦναι ἡ πρότασις τοῦ Ῥάλλη. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Ῥάλλη, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, ἂν ἦναι τοιαύτη, θέλει τύχει καὶ τῆς ἐμῆς ψήφου· ἡ πρότασις τοῦ κ. Ῥάλλη ἀποβλέπει μόνον εἰς τὸν μεγαλείτερον διαφωτισμὸν τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ οὐδένα ποινικὸν χαρακτῆρα δύναται νὰ ἔχῃ κατὰ τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Ὁ κ. Ῥάλλης ἔφερε διάφορα ἔγγραφα, ἀνέγνωσε διάφορα τηλεγραφήματα, δι’ ὧν ἠθέλησε νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν γνώμην του, ἀλλ’ ὁ κ. Πετιμεζᾶς ἀνέγνωσε καὶ οὗτος ἕτερα ἔγγραφα, ὡς ὀρθῶς δὲ εἶπεν ὁ κ. Βουλπιώτης, ἡ Βουλὴ εὑρίσκεται ἐν τῷ μέσῳ ἐγγράφων ἀλληλοαναιρουμένων. Ἔχετε ὡς πρὸς τὸν διπυρίτην ἄρτον ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἔκθεσιν γνωμοδοτικὴν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀποφαινομένου κατὰ τῆς ποιότητος τοῦ ἄρτου, ἡ δὲ γνωμοδότησις Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἶναί τι σπουδαῖον· τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον εἶναι πολιτικὸν Σῶμα, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ παρασύρηται εἰς ἀποφάσεις τυχαίας. Ἀφ’ ἑτέρου ἔχετε τὴν γνωμοδότησιν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πετιμεζᾶς σᾶς ἀνέγνωσεν, ἐπιτροπῆς οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων, ἀποφαινομένης ὑπὲρ τοῦ διπυρίτου ἄρτου. Ἐννοῶ λοιπὸν, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη ἔχει ἀποστολὴν νὰ ἐνεργήσῃ ἐν τῷ μέσῳ αὐτῶν τῶν ἀντιθέτων πληροφοριῶν, νὰ δυνηθῇ νὰ φωτίσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τῆς ποιότητος τοῦ διπυρίτου τούτου ἄρτου καὶ περὶ τῶν ἀρβυλῶν, ἂν δηλ. τὰ ὑποδήματα, τὰ ὁποῖα ἐδόθησαν καὶ ὑπὲρ τῶν ὁποίων ἀπεφάνθησαν ὀκτὼ ἢ ἐννέα τάγματα, εἶναι αὐτὰ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐπρομήθευσεν ἐκ Παρισίων ὁ κ. Πετιμεζᾶς. Δὲν ἐννοῶ δὲ, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη δύναται νὰ λάβῃ εὐρεῖαν δικαιοδοσίαν καὶ καθήκοντα προανακρίσεως ἢ καὶ ἀνακρίσεως, διότι τότε ἤθελε σφετερισθῆ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα μόνον ἡ ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς δύναται νὰ ἔχῃ, ὅταν ὡρισμένη κατηγορία ἐξ 20 Βουλευτῶν ὑπογεγραμμένη κατατεθῇ ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἀποδεχθῇ ὑπ’ αὐτῆς, καὶ ἡ Βουλὴ προβῇ εἰς τὸν διορισμὸν τῆς ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἡ Ἐπιτροπὴ θέλει περιορισθῆ, κατὰ τὴν γνώμην μου, εἰς τὸ νὰ ἐξετάσῃ αὐτὰ τὰ δύω ζητήματα, περὶ ὧν πραγματεύεται ἡ πρότασις τοῦ κ. Ῥάλλη, θέλει δὲ τὰ ἐξετάσει συλλέγουσα πληροφορίας, μελετῶσα καὶ σπουδάζουσα τὰ ἔγγραφα· ἀλλὰ πέραν τοῦ ὁρίου τούτου δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ προβῇ. Ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη ὀφείλει ν’ ἀναχωρήσῃ ἀπὸ τοῦ ἑξῆς σημείου, ὅτι ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν κατηγορεῖται, οὔτε ἄλλος τις τῶν Ὑπουργῶν, κατηγορεῖται μόνον ὁ διπυρίτης καὶ τὰ πέδιλα, καὶ περὶ τούτων ὀφείλει νὰ συλλέξῃ πληροφορίας. Ἀλλὰ, κύριοι, ἀντιτάσσουν πολλοὶ κατὰ τῆς προτάσεως ταύτης, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη δύναται ν’ ἀνεύρῃ λόγον κατηγορίας. Ἀλλ’ οὐδὲ τοῦτο παραδέχομαι. Τοιοῦτον δικαίωμα δὲν ἔχει δυνάμει τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, καὶ ἑπομένως δὲν δύναται νὰ τὸ ἐξασκήσῃ. Ἂν οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Ἐπιτροπὴν σχηματίσωσι γνώμην τοιαύτην, δύνανται ὡς Βουλευταὶ μετ’ ἄλλων νὰ ὑποβάλωσι κατηγορητήριον, ἀλλ’ ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν δύναται οὐδεμίαν κατηγορίαν νὰ ὑποβάλῃ. Ἐπιμένω, κύριοι, εἰς τὴν γνώμην ταύτην, διότι ἤκουσα ἀξιοτίμους τινὰς Βουλευτὰς λέγοντας ὅτι, ἂν ἡ Ἐπιτροπὴ ἐκ τῶν πληροφοριῶν αὐτῆς πεισθῇ, ὅτι ὑπάρχει λόγος ἐνοχῆς κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, μετὰ τὴν ἔκθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς ταύτης ἡ Βουλὴ δύναται νὰ προβῇ εἰς σύστασιν ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς. Ὁποιαδήποτε, κύριοι, καὶ ἂν ἦναι ἡ γνώμη τῆς Ἐπιτροπῆς, ἵνα προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς σύστασιν ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς, ἀπαιτεῖται πάντοτε νὰ ὑποβληθῇ κατηγορία ὑπογεγραμμένη ὑπὸ εἴκοσι Βουλευτῶν. Ἐννοῶ λοιπόν, κύριοι, τὴν ἐξεταστικὴν Ἐπιτροπὴν αὐτὴν ὡς ἁπλῆν Ἐπιτροπήν, ἔχουσαν τὸ δικαίωμα νὰ συλλέξῃ πληροφορίας περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ διπυρίτου καὶ τῶν ἀρβυλῶν, νὰ ἐξετάσῃ τὰ ἔγγραφα, νὰ τὰ μελετήσῃ καὶ ἐνώπιον ἡμῶν νὰ φέρῃ τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐργασιῶν της· ἀλλὰ δικαίωμα ἀνακρίσεως ἢ προανακρίσεως δὲν ἔχει. Ὑπὸ τὴν περιωρισμένην λοιπὸν αὐτὴν ἔννοιαν θέλω ψηφοφορήσει ὑπὲρ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Ῥάλλη, ὅταν ἡ πρότασις αὕτη ὑποβληθῇ εἰς τὰς διατυπώσεις τὰς διαγραφομένας ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ, ἀποκρούω δὲ τὸν διορισμὸν τῆς Ἐπιτροπῆς διὰ φανερᾶς ψηφοφορίας, καὶ φρονῶ ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ προβῇ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ, ἤτοι διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας καὶ διὰ ψηφοδελτίων, περιεχόντων τὴν πλειονοψηφίαν καὶ τὴν μειονοψηφίαν τῶν ἐπιτροπῶν. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι, ἀποδεχόμενος τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ῥάλλη, ἐννοῶ, ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει ὁ κατηγορούμενος, ὅτι ἁπλῶς ἡ ἐξεταστικὴ Ἐπιτροπὴ πρόκειται νὰ φωτίσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τῶν δύω ἀντικειμένων, περὶ τῶν ὁποίων πραγματεύεται ἡ πρότασις τοῦ κ. Ῥάλλη. Ἄλλως τε, κύριοι, τοιαύτη εἶναι καὶ ἡ γνώμη τοῦ κ. Ῥάλλη. Χθές, τελειόνων τὸν λόγον του, σᾶς εἶπεν ὅτι δὲν ἐννοεῖ κατ’ οὐδένα λόγον ὑπόδικον τὸν πρώην Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Ἀλλά, κύριοι, μοὶ ἀντετάχθη καὶ ἕτερον ἐπιχείρημα· μοὶ εἶπον, ὅτι, ἂν αὔριον ἡ Βουλὴ λήξῃ καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν προφθάσῃ νὰ φέρῃ ἐνώπιον ἡμῶν τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐργασιῶν της, ποία θὰ ἦναι ἡ θέσις τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅταν δημιουργῶμεν εἰς αὐτὸν θέσιν ὑποδίκου, ὑποδίκου μὴ δυναμένου νὰ δικασθῇ. Ἀπαντῶ, κύριοι, ὅτι καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, καὶ ἂν ἡ Ἐπιτροπὴ συστηθῇ καὶ ἂν ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν δυνηθῇ πρὸ τῆς λήξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς νὰ φέρῃ τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐργασιῶν της, ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς διατελῶν ὑπόδικος, θέλει διατηρεῖ τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν διατηρεῖ ἐν τῷ μέσῳ ἡμῶν σήμερον. Ἐν συντόμῳ λοιπὸν λέγω, ὅτι ὑπὸ τὸν περιωρισμένον ὅρον τῶν καθηκόντων τῆς Ἐπιτροπῆς ἀποδέχομαι τὴν πρότασιν ταύτην.
§71ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Πρωθυπουργός.). Κύριοι, μετὰ τὴν ὁμιλίαν τοῦ κ. Ζαΐμη, ὅστις ἀνέπτυξεν ἀκριβέστερον τὰς ἰδέας ἡμῶν καὶ τὰς προτάσεις, κρίνω περιττὸν νὰ ἐπανέλθω, ἵνα ἀποκρούσω τὴν παρεξήγησιν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Τρικούπης ἔκαμεν εἰς τὴν ὁμιλίαν μου, παραστήσας ἐμὲ ὡς θέλοντα νὰ περιορίσω τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς ὡς πρὸς τὸν ἔλεγχον τῶν κυβερνητικῶν πράξεων. Κύριοι, τοσούτῳ μᾶλλον εἶμαι ἐναντίος πάντοτε ἐκ πεποιθήσεως, καθ’ ὅσον καὶ ἡ συζήτησις ἐσχάτως ἐδικαίωσεν ἡμᾶς καὶ οὐχὶ τοὺς ἀντιπολιτευομένους. Ἑπομένως καὶ ἂν δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου ἡ Βουλή, ἤθελον τὸ ἀπαιτήσει ἐγὼ ἐπιμόνως, διότι ἀπὸ τὸ δικαίωμα αὐτὸ ἐλευθέρως ἐξασκούμενον δὲν ἔχω νὰ παραπονεθῶ· ὥστε ὁ κ. Τρικούπης μὲ παρενόησε καὶ μὲ παρεξήγησεν. Ἐγὼ οὐδὲν ἄλλο εἶπον ἢ αὐτό, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ζαΐμης πλατύτερον ἐξήγησεν. Δὲν ἐνοήθην δὲ κατὰ τοῦτο. Ἐγὼ δὲν εἶπον, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη, ἡ διορισθησομένη ἵνα ἐξετάσῃ τὰ πράγματα δεινόνει τὴν θέσιν τοῦ ζητήματος.
§72ΡΑΛΛΗΣ. Ἄλλο ἐξεταστικὴ ἐπιτροπὴ καὶ ἄλλο ἀνακριτική.
§73ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐννοούμεθα τόσον καλῶς, ὥστε αἱ λέξεις δὲν μεταβάλλουν τὰ πράγματα.
§74ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ ἀνάκρισις γίνεται κατὰ προσώπων, ἡ ἐξέτασις περὶ πραγμάτων.
§75ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παραδέχομαι λοιπὸν, ἐὰν θέλῃ ἡ Βουλὴ νὰ διορίσῃ Ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία νὰ ἐξετάσῃ τὰ πράγματα, ὡς εἶπεν ὁ κ. Ζαΐμης, δηλ. τὴν ποιότητα τῶν ἀρβυλῶν καὶ τοῦ διπυρίτου καὶ τὰ ἔγγραφα, τ’ ἀφορῶντα εἰς ταῦτα.
§76Α. ΣΟΥΤΣΟΣ. Ἐπειδὴ πιστεύω, ὅτι ἡ Βουλὴ θ’ ἀποδεχθῇ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, θὰ παρακαλέσω, ὅπως εἰς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ῥάλλη προστεθῇ καὶ ἡ λέξις περὶ προμηθείας τῶν τσαρουχίων τοῦ στρατοπέδου τῆς δυτικῆς Ἑλλάδος. Εἶναι 4,000 τσαρούχια. Σᾶς ἀναγινώσκω καὶ τὸ περὶ τούτου σχετικὸν πρωτόκολλον. (Ἀναγινώσκει.)
§77Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δύω λόγια καὶ διὰ τὰ τσαρούχια· τί ἔπρεπε νὰ κάμωμεν; Εἰς τὰ διάφορα μέρη τοῦ Κράτους διέταξεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κ. Ζυμβρακάκης νὰ κατασκευάσουν τσαρούχια διὰ τὸν στρατὸν, τί ἀπαίτησιν ἔχετε; νὰ ἐπήγαινα εἰς τὰ διάφορα μέρη νὰ παρελάμβανα τὰ τσαρούχια;
§78ΣΕΡΒΟΣ. Ὑποβάλλω τὴν ἔκθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τῆς πτωχεύσεως· παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ.
§79ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν γνωρίζω πρὸς τίνα σκοπὸν κ. ὁ Πρωθυπουργὸς ἠθέλησε νὰ συγχύσῃ τὴν ἀνακριτικὴν Ἐπιτροπὴν μὲ τὴν παρ’ ἐμοῦ προταθεῖσαν ἐξεταστικὴν Ἐπιτροπὴν. Ἡ πρώτη σκοπὸν ἔχει ν’ ἀνακρίνῃ πρόσωπον, καθ’ οὗ ἀπευθύνεται ῥητὴ κατηγορία. Ἡ ἐξεταστικὴ Ἐπιτροπὴ εἶναι ἐκείνη, ἥτις διαγράφεται ὑπὸ τοῦ 58 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος καὶ σκοπὸν ἔχει νὰ διαφωτίσῃ τὴν Βουλὴν καὶ τὸ Ἔθνος περὶ τῶν λαβόντων χώραν περὶ ὡρισμένης πράξεως. Ἡ πρότασίς μου ἐσκόπει νὰ προτείνῃ τὸν διορισμὸν τοιαύτης Ἐπιτροπῆς, ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργὸς παρεξηγήσας αὐτὴν ἐνόμισεν, ὅτι πρόκειται περὶ ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς. Λάβετε παρακαλῶ ὑπ’ ὄψιν τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον ἔθεσα τὸ ζήτημα· περιωρίσθην εἰς τὸ ν’ ἀναγνώσω ξηρῶς τὰ ὑποβληθέντα ἔγγραφα καὶ ὡς συμπέρασμα ὑπέβαλον τὴν πρότασιν, χωρὶς ν’ ἀπευθύνω τὴν παραμικρὰν μομφὴν πρὸς τὸν ἄλλοτε ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Λοιπὸν δὲν πρόκειται περὶ ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ περὶ ἁπλῆς ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς. Θὰ θαυμάσω δὲ, ἐὰν κατορθώσῃ ἡ πλειονοψηφία τοῦ Σώματος τούτου νὰ μὲ πείσῃ, ὅτι ὁ νόμος περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν κατήργησε τὸ 58 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος. Ἀποδέχομαι τὰς παρατηρήσεις τοῦ κυρίου Ζαΐμη ἐπὶ τῆς διατυπώσεως τῆς προτάσεώς μου. Ἀληθῶς ἡ πρότασίς μου, ὅλως προχείρως γενομένη, περιεῖχε καὶ τὰ ὀνόματα τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅπερ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ, διότι, κατὰ τὸν Κανονισμὸν, ἡ Ἐπιτροπὴ ἐκλέγεται διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας. Ἐντεῦθεν λαμβάνω τὸ ἐνδόσιμον καὶ ὑποβάλλω τὴν ἑξῆς πρότασιν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς Βουλῆς. «Ἡ Βουλὴ δυνάμει τοῦ ἄρθρου 58 τοῦ Συντάγματος διορίζει Ἐπιτροπὴν ἐξ 9 μελῶν αὐτῆς, κατὰ τὰ ἄρθρα 51, 52 καὶ 53 τοῦ Κανονισμοῦ, ὅπως ἐξετάσῃ τὰ περὶ τῆς προμηθείας τῶν ἀρβυλῶν καὶ τῆς γαλέττας μετὰ τῆς συναλλαγματικῆς τῶν δραχ. 37,000». Νομίζω ὅτι, τροποποιουμένης οὕτω τῆς προτάσεώς μου, ἱκανοποιοῦνται καὶ αἱ ἀπαιτήσεις τῆς πλειονοψηφίας, καὶ αἱ τῆς μειονοψηφίας, διότι θὰ καταρτισθῇ ἐπιτροπὴ συμφώνως μὲ τὸν Κανονισμὸν, καθ’ ὃν ἐν ἑκάστῃ Ἐπιτροπῇ ἐκπροσωπεῖται καὶ ἡ πλειονοψηφία καὶ ἡ μειονοψηφία. Θέλω νὰ καταστήσω διὰ τῆς τροποποιήσεως ταύτης κατάδηλον, ὅτι οὐδὲν ἕτερον σκοπῶ ἢ νὰ διαφωτίσω τὴν Βουλὴν περὶ ὅλων τῶν λαβόντων χώραν, κατὰ τὰς προμηθείας καὶ περὶ τῆς συναλλαγματικῆς.
§80ΚΑΡΤΣΩΝΑΣ. Πῶς θὰ ἐξετάσῃ ἡ Ἐπιτροπὴ τὴν συναλλαγματικήν;
§81ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ προσκαλέσῃ τοὺς κκ. δεῖνα καὶ δεῖνα καὶ θὰ μάθῃ. Ἡ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπὴ ἀπευθύνεται κατὰ προσώπου, ἡ δὲ ἐξεταστικὴ ἀπευθύνεται κατὰ τῶν πραγμάτων.
§82ΚΑΡΤΣΩΝΑΣ. Τότε εἶναι ἀνακριτικὴ ἐπιτροπή.
§83ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν δύναται ν’ ἀντιλέξῃ, διότι, ὅταν ἄλλοτε ἐπρόκειτο περὶ συστάσεως τοιαύτης ἐπιτροπῆς, καὶ ὑμεῖς καὶ ὅλοι οἱ συνάδελφοί σας τοιαύτην ἔννοιαν ἐδώσατε εἰς τὴν προταθεῖσαν τότε ἐξεταστικὴν ἐπιτροπήν.
§84ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐνόουν τὴν σύστασιν ἀνακριτικῆς, διότι δὲν ὑπῆρχεν ὁ νόμος περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν.
§85ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ Κοινοβούλιον τῆς Ἀγγλίας, λέγουν ὅτι τὰ πάντα δύναται νὰ κατορθώσῃ, ἐκτὸς τὴν γυναῖκα νὰ κάμῃ ἄνδρα· ἀλλὰ σεῖς ἐδῶ μέσα θὰ τὸ κάμετε καὶ αὐτὸ πιστεύω.
§86ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἀπαντῶ.
§87Δ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Μετὰ τὰς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας ἔδωκεν ὁ κ. Ζαΐμης καὶ τὰς ὁποίας ἀποδέχομαι πληρέστατα, ὑποβάλλω τὴν ἑξῆς πρότασιν. «Ἡ Βουλὴ δυνάμει τοῦ ἄρθρου 58 τοῦ Συντάγματος διορίζει ἐκ τῶν μελῶν αὑτῆς ἐννεαμελῆ Ἐπιτροπὴν ἐκλεχθησομένην διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας, ὅπως ἐξετάσῃ τὰ τῆς προμηθείας τῆς γαλέττας καὶ τῶν 10,000 ζευγῶν ἀρβυλῶν καὶ δι’ ἐκθέσεώς της ἐκθέσῃ πρὸς αὐτὴν τὰ συμπεράσματά της.» Δὲν ἔθεσα, κύριοι, τὸ περὶ συναλλάγματος, διότι περὶ αὐτοῦ ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν πρωτοδικῶν ἐνεργεῖ ἀνακρίσεις.
§88ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν αἰτιολογῆτε τὴν διαγραφὴν τοῦ περὶ συναλλάγματος κεφαλαίου ἐκ τῆς προτάσεώς μου, ἐκ τοῦ ὅτι ἐπελήφθη ἡ εἰσαγγελία τοῦ πράγματος, ἔπρεπε νὰ διαγράψητε ὁλόκληρον τὴν πρότασίν μου, διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως σᾶς εἶπεν, ὅτι καὶ περὶ τοῦ διπυρίτου ἐνεργοῦνται ἀνακρίσεις· ἐγὼ δὲ δύναμαι νὰ σᾶς διαβεβαιώσω, ὅτι χθὲς καὶ προχθὲς ἐξητάσθησαν μάρτυρες, οἱ ὁποῖοι κατέθεσαν καὶ περὶ δωροδοκιῶν.
§89ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ αὐτὸ δὲν τὸ γνωρίζω.
§90ΖΑΪΜΗΣ. Τὸ περὶ συναλλάγματος δὲν πρέπει νὰ περιληφθῇ, καθ’ ὅσον ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀττικῆς δὲν ἐπέμεινεν, οὔτε συζήτησις ἐγένετο ἐπ’ αὐτοῦ. Νομίζω δὲ, ὅτι ἐκτὸς τούτου περιέχει τι ἄλλο, κατηγορεῖται ῥητῶς πρόσωπον ἐκτὸς τῆς Βουλῆς τρίτον· ἑπομένως ἡ ἐξεταστικὴ Ἐπιτροπὴ θὰ καταφύγῃ εἰς τὴν εἰσαγγελίαν, ἥτις, ἐν ὅσῳ ἡ ἀνάκρισις εἶναι μυστική, δὲν δύναται νὰ χορηγήσῃ οὐδεμίαν πληροφορίαν. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν ἔντιμον ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ· ὁ κύριος Ῥάλλης τὸ ἐνέγραψεν εἰς τὴν πρότασίν του· ἀλλ’ ἤδη νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ συμπεριληφθῇ εἰς τὰ θέματα, περὶ ὧν θὰ ἐξετάσῃ ἡ Ἐπιτροπή.
§91ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὡς πρὸς τὴν συναλλαγματικὴν τῶν 37000 οὐδὲ λέξιν προσέθηκα, ἀρκεσθεὶς εἰς τὰ παρὰ τοῦ κ. Μαυρομιχάλη ἀναπτυχθέντα, δικαιολογοῦντα δὲ πληρέστατα τὴν πρότασίν μου ὡς πρὸς τὸ μέρος τοῦτο. Δὲν ἔχω οὐδεμίαν δυσκολίαν εἰς τὸ νὰ τὸ ἀποσύρω ἐκ τῆς προτάσεώς μου, διότι εἶμαι βέβαιος ὅτι, ὅταν ψηφίσωμεν τὴν πρότασίν μου ὡς πρὸς τὰ δύω πρῶτα κεφάλαιά της, θέλομεν φθάσει ἀναγκαίως εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς συναλλαγματικῆς.
§92ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Μετὰ τὴν ἀνάκρισιν, εἰς ἣν ὑπεβλήθην προχθὲς κατόπιν τῆς ἀγορεύσεώς μου, νομίζω, ὅτι ἡ διαγραφὴ δύναται νὰ γείνῃ ἀκινδύνως.
§93ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡμεῖς δεχόμεθα τὴν πρότασιν, καθ’ ἣν ἐξήγησιν ἔδωκεν ὁ κύριος Ζαΐμης ἀπὸ τοῦ βήματος.
§94ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ ἐγὼ εἶμαι σύμφωνος μὲ τὸν κύριον Ζαΐμην, ἀλλὰ δὲν εἶμαι μὲ ὑμᾶς· ἐπειδὴ δὲ ὑμεῖς συμφωνεῖτε μὲ τὸν κ. Ζαΐμην, συμφωνεῖτε ἄρα καὶ μεθ’ ἡμῶν.
§95ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νὰ τεθῇ ἡ ἐξήγησις τοῦ Κ. Ζαΐμη εἰς τὰ πρακτικά.
§96ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὶ θὰ θέσητε εἰς τὰ πρακτικὰ; ὅλη ἡ ἀγόρευσις τοῦ κυρίου Ζαΐμη θὰ τεθῇ ὡς ἐξήγησις;
§97ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅπως ἐξήγησεν αὐτὴν ὁ κ. Ζαΐμης, νὰ ψηφίσωμεν.
§98ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἠμπορῶ νὰ παραδεχθῶ ἄλλο τι παρὰ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον περιέχεται ἐν τῇ προτάσει. Ἐὰν θέλῃ νὰ προσθέσῃ τι ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, δύναται νὰ τὸ προσθέσῃ ἐν τῇ προτάσει. Ἄν πρόκηται περὶ τῆς ψήφου τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἀδιαφορῶ πῶς ἐξηγεῖ αὐτήν. Ἀλλ’ ἂν πρόκηται περὶ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς, ἔχω ἴσον πρὸς αὐτὸν δικαίωμα ἑρμηνείας.
§99ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ λέγω, κύριοι, καὶ ἐπιμένω, ὅτι ψηφοφορῶ καὶ παραδέχομαι τὴν πρότασιν, συμφώνως πρὸς τὴν ἐξήγησιν τοῦ κ. Ζαΐμη, καὶ ἂν ἡ πλειοψηφία δεχθῇ τὴν πρότασιν, ὑπὸ αὐτὸν τὸν ὅρον θὰ τὴν δεχθῇ.
§100ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ ἐγὼ ἐπίσης παραδέχομαι τὴν πρότατιν κατὰ τὰς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμον ἐγὼ, καὶ ἂν ἡ πλειοψηφία δεχθῇ τὴν πρότασιν, θεωρῶ ταύτην ὑπὸ αὐτὸν τὸν ὅρον ψηφισθεῖσαν.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἅπαντες εἶναι σύμφωνοι ὡς πρὸς τὸ κείμενον τῆς προτάσεως, ἀλλ’ ἕκαστος δίδει ἰδιαιτέραν ἐξήγησιν εἰς αὐτήν. Πρέπει, νομίζω, νὰ διευκρινηθῇ τοῦτο, ἵνα γνωρίζῃ ἡ Βουλὴ τί θὰ ψηφίσῃ. Ὁ κ. Τρικούπης ἐξήγησε πῶς ἐννοεῖ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ῥάλλη.
§102ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ ἐννοῶ, ὅτι αἱ προτάσεις πρέπει νὰ ψηφίζωνται ἄνευ ἐξηγήσεων. Θεωρῶ, ὅτι ἡ προσθήκη ἐξηγήσεων, μὴ περιλαμβανομένων ἐν τῇ προτάσει, ἀντίκειται εἰς τὸν Κανονισμόν.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Δημητριάδης ὑπέβαλε πρότασιν κατὰ τὰς ἐξηγήσεις τοῦ κ. Ζαΐμη. Λοιπὸν ἂν ἡ Βουλὴ παραδεχθῇ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Δημητριάδη, τότε ἐννοεῖ....
§104ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τί εἶναι αὐτά; (Θόρυβος).
§105ΖΩΧΙΟΣ. Ἄν οἱ ἄνθρωποι δὲν συμφωνοῦν περὶ τῆς σημασίας μιᾶς μόνης λέξεως, καὶ ὁ μὲν τὴν ἐξηγεῖ οὕτως, ὁ δὲ ἄλλως, φαντασθῆτε ἂν ἦναι δυνατὸν νὰ συμφωνήσωμεν, δεχόμενοι τὴν πρότασιν αὐτὴν μὲ τὰ σχόλια τοῦ κ. Ζαΐμη. Καὶ ποῖα εἶναι τὰ σχόλια τοῦ κ. Ζαΐμη; ὁ μὲν δίδει αὐτὴν τὴν σημασίαν, ὁ δὲ τὴν ἄλλην· «ἄβυσσος ὡς ἱμάτιον τὸ περιβόλαιον αὐτοῦ». Διατὶ δὲν καθαρίζομεν σαφῶς τὰ πράγματα; Δὲν πρόκειται νὰ κατηγορήσωμεν οὐδένα, καὶ περὶ αὐτοῦ εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι· δὲν δύναται νὰ μᾶς ἀρνηθῇ τις τὴν ἐξέτασιν τῶν πραγμάτων, καὶ περὶ αὐτοῦ εἴμεθα σύμφωνοι. Θέλομεν νὰ διορίσωμεν ἐξεταστικὴν ἐπιτροπὴν, ἀλλ’ αὕτη νὰ ἦναι δεμένη μὲ τὰ σχοινιὰ τοῦ Ζαΐμη, ἀλλὰ τὰ σχοινιὰ αὐτὰ εἶναι χαλύβδινα, σιδηρᾶ. Ἐξηγήθητε λοιπὸν, κύριε Ζαΐμη, τί ἐννοεῖτε;
§106ΖΑΪΜΗΣ. Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ εἴπω περισσότερα· δὲν ἔδεσα, οὔτε θέλω νὰ δέσω τὴν ἐξεταστικὴν ἐπιτροπήν. Φρονῶ, ὅτι αὕτη δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἀνακριτικὰ καθήκοντα· εἶπον, καὶ εἶναι περιττὸν νὰ τὸ ἐπαναλάβω, διότι τρὶς καὶ τετράκις τὸ ἐπανέλαβον, ὅτι ἔχει τὸ καθῆκον νὰ ἐξετάσῃ τὰ ἔγγραφα, νὰ λάβῃ ἄλλας πληροφορίας καὶ νὰ ὑποβάλῃ τὸ ἀποτέλεσμα· ἀλλ’ ἀνακριτικὰ ἢ προανακριτικὰ καθήκοντα δὲν ἔχει.
§107ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἰδοὺ ἡ ἐξήγησις, ἣν πάντες ἐξ ὑπαρχῆς ἐδώκαμεν, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη δὲν ἔχει ἀνακριτικὰ καθήκοντα.
§108ΖΑΪΜΗΣ. Καὶ ὥρισα μάλιστα ῥητῶς τὰ δύο ζητήματα, εἰς τὰ ὁποῖα θὰ περιστραφῇ ἡ ἐνέργεια τῆς Ἐπιτροπῆς, ἤτοι εἰς τὸ ζήτημα τοῦ διπυρίτου καὶ εἰς τὸ τῶν ἀρβυλῶν. Ὁ κύριος Ῥάλλης εὐηρεστήθη ν’ ἀποδεχθῇ τὴν γνώμην μου καὶ νὰ ἀπαλείψῃ τὸ περὶ συναλλαγματικῆς κεφάλαιον. Ἄλλην ἐξήγησιν ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ δώσω.
§109ΦΙΛΗΜΩΝ. Νομίζω, ὅτι εἰς τὰ ἀνακριτικὰ καθήκοντα καὶ εἰς τὰς ἀνακριτικὰς πράξεις δὲν ὑπάγονται αἱ ἐξετάσεις ἐμπειροτεχνῶν, καὶ γνωμοδοτήσεις τοιούτων προσώπων· δύναται, νομίζω, ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ προσκαλέσῃ τοιούτους.
§110ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§111ΡΑΛΛΗΣ. Δύο λέξεις. Ὅ,τι κυρίως χαρακτηρίζει τὰ ἀνακριτικὰ καθήκοντα εἶναι τὸ ἑξῆς, ὅτι ὁ ἀνακριτὴς δύναται νὰ καλέσῃ οἱονδήποτε κρίνει ἐνώπιόν του, καὶ ἂν δὲν θελήσῃ νὰ προσέλθῃ, δύναται νὰ διατάξῃ τὴν διὰ βίας προσαγωγὴν αὐτοῦ, ἐπιβάλλων αὐτῷ καὶ ποινάς. Ἐκεῖνος δὲ ἐρχόμενος ὁπωσδήποτε ἐνώπιον τοῦ ἀνακριτοῦ, ὀφείλει νὰ δώσῃ τὴν διὰ χειραψίας ὑπόσχεσιν, καὶ ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἤθελεν ἀποδειχθῆ μετὰ ταῦτα, ὅτι παρέβη ταύτην, δύναται νὰ καταδιωχθῇ ἐπὶ ψευδορκίᾳ. Ὡς συμπέρασμα δ’ ἐπέρχεται τῶν ἀνακριτικῶν καθηκόντων ἡ ἀπαγγελία κατηγορίας. Ὅταν πρόκηται περὶ ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη οὐδὲν τῶν καθηκόντων καὶ δικαιωμάτων τοῦ ἀνακριτοῦ δύναται νὰ ἔχῃ· δύναται νὰ λάβῃ οἱασδήποτε καὶ ὁπουδήποτε θέλει τὰς πληροφορίας αὐτῆς, νὰ μελετήσῃ τὰ δημόσια ἔγγραφα, ὁποιονδήποτε πρόσωπον νὰ ἐξετάσῃ, ἀλλ’ οὐδένα δύναται νὰ καλέσῃ διὰ τῆς βίας, νὰ ὁρκίσῃ καὶ καταδιώξῃ μετὰ ταῦτα ἐπὶ ἐπιορκίᾳ, διότι παρέβη τὴν διὰ χειραψίας ὑπόσχεσιν· ἀλλὰ δύναται νὰ ἐξετάσῃ, οἱονδήποτε πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ἤθελε παρουσιασθῆ ἐνώπιόν της ἐθελουσίως, ἢ κατὰ πρόσκλησίν της, διὰ νὰ καταθέσῃ ὅ,τι γνωρίζει εἰς τὸ περὶ προμηθειῶν· καὶ τὸ συμπέρασμα τῶν πληροφοριῶν αὐτῶν δι’ ἐκθέσεως ἠτιολογημένης νὰ φέρῃ ἐνώπιόν σας, χωρὶς κατ’ οὐδενὸς ν’ ἀπαγγείλῃ κατηγορίαν.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀκούσατε λοιπὸν τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ῥάλλη· «ἡ Βουλὴ δυνάμει τοῦ ἄρθρου 58 τοῦ Συντάγματος, διορίζει Ἐπιτροπὴν ἐξ 9 μελῶν αὐτῆς, κατὰ τὰ ἄρθρα 51, 52, καὶ 53, τοῦ Κανονισμοῦ, ὅπως ἐξετάσῃ τὰ τῶν στρατιωτικῶν προμηθειῶν διπυρίτου καὶ ἀρβυλῶν.»
§113ΡΑΛΛΗΣ. Μετὰ τὸ τέλος τῆς προτάσεώς μου, τῆς πρώτης, νὰ τεθῇ· «καὶ δι’ ἐκθέσεως ἠτιολογημένης, ἐκθέσῃ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ συμπεράσματά της».
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀκούσατε καὶ τὴν τοῦ κ. Δημητριάδου. «Ἡ Βουλὴ δυνάμει τοῦ ἄρθρου 58 διορίζει ἐπιτροπὴν ἐκλεχθησομένην διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας, ὅπως ἐξετάσῃ τὰ τῆς προμηθείας τῆς γαλέττας καὶ τῶν 10,000 ζευγῶν ἀρβυλῶν, καὶ δι’ ἐκθέσεως ἐκθέσῃ πρὸς αὐτὴν τὰ συμπεράσματά της.»
§115ΤΙΝΕΣ. Εἶναι ἡ ἰδία.
§116ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ ἐπιμένω εἰς τὴν μυστικὴν ψηφοφορίαν.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Ῥάλλη λέγει, κατὰ τὰ ἄρθρα 51, 52, 53 τοῦ Κανονισμοῦ, ταῦτα δὲ ὁρίζουν, ὅτι αἱ ἐπιτροπαὶ ἐκλέγονται διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας καὶ ψηφοδελτίων, ἕκαστον τῶν ὁποίων περιλαμβάνει τὰ ⅔, ὥστε εἶναι περιττὸν τὸ τελευταῖον μέρος. Οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ῥάλλη, εἰς τὴν ὁποίαν συνεχωνεύθη ἡ πρότασις τοῦ κ. Δημητριάδου νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται σχεδὸν πάντες.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἡ ἡμερησία διάταξις τῆς αὔριον ἔχει ὡς ἑξῆς. 1) Συζήτησις ἐπὶ τῶν προτάσεων τοῦ Ἐφόρου περὶ τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς. 2) βʹ. Συζήτησις τοῦ Νομοσχεδίου περὶ παραχωρήσεως δωρεὰν κτημάτων εἰς τὸν ναὸν τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος. 3) βʹ. Συζήτησις τοῦ Νομοσχεδίου περὶ παραχωρήσεως δημοσίου οἰκοπέδου εἰς τὸν σύλλογον τῶν ἀπόρων γυναικῶν. 4) γʹ. Συζήτησις τοῦ Νομοσχεδίου περὶ διαθέσεως τῆς ἐγχωρίου περιουσίας Κεφαλληνίας. 5) γʹ. Συζήτησις τοῦ Νομοσχεδίου περὶ τῶν ἐν Ζακύνθῳ ἁλατοπηγείων. 6) βʹ. Συζήτησις τῆς προτάσεως Νόμου περὶ συστάσεως εἰδικῆς ἁλαταποθήκης ἐν Ζακύνθῳ. 7) γʹ. Συζήτησις τοῦ Νομοσχεδίου περὶ ὁδικῶν φόρων. 8) γʹ. Συζήτησις τοῦ Νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ περὶ ὁδοποιΐας Νόμου. 9) γʹ. Συζήτησις τοῦ Νομοσχεδίου περὶ δημοτικῆς εἰσφορᾶς. 10) γʹ. Συζήτησις τοῦ Νομοσχεδίου περὶ στρατολογίας. 11) γʹ. Συζήτησις τοῦ Νομοσχεδίου περὶ πτωχεύσεως. 12) ά. Συζήτησις τοῦ Νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τῶν μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης συνομολογηθεισῶν δύω συμβάσεων περὶ συνομολογήσεως δανείων ἐκ δρ. 7,262,433.60)00. 13) ά. Συζήτησις τοῦ Νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως συμβάσεως μεταξὺ τῆς Ἑλλ. Κυβερνήσεως καὶ τοῦ γενικοῦ Διευθυντοῦ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης. 14) ά. Συζήτησις τοῦ Νομοσχεδίου περὶ αὐξήσεως τοῦ ποσοῦ τῶν ἐντόκων γραμματίων εἰς δραχ., 14,000,000. 15) ά. Συζήτησις τῆς προτάσεως Νόμου περὶ τῶν ἐν Πάτραις οἰκοπέδων. 16) γʹ. Συζήτησις τῆς προτάσεως Νόμου περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 208 τῆς Πολιτ. Δικονομίας. 17) ά. Συζήτησις τῆς προτάσεως Νόμου περὶ ὁδοποιΐας ἐκ τῶν εἰσοδημάτων τοῦ ἱεροῦ ναοῦ τῆς Εὐαγγελιστρίας ἐν Τήνῳ. 18) ά. Συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως δραχ. 6,000 τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως 1878. 19) ά. Συζήτησις τοῦ Νομοσχεδίου περὶ ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως δραχ. 10,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως 1878. 20) ά. Συζήτησις τοῦ Νομοσχεδίου περὶ ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως 1878 ἐκ δρ. 40,000. 21) ά. Συζήτησις τοῦ Νομοσχεδίου περὶ ναυτικῆς πολεμικῆς Σχολῆς. Λύεται ἡ συνεδρίας ὥρᾳ 6 μ. μ.