1877.12.03
1.242 στίχοι · 9.934 λέξεις · 112 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 26
τῆς 3 Δεκεμβρίου 1877.
(Σάββατον)
Ὥρα 2 μ. μ.
Μετὰ τὴν ἐκφώνησιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχει τὸν λόγον.
§2Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ (ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Κύριοι βουλευταὶ, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ πτωχεύσεων· τὸ νομοσχέδιον τοῦτο συνετάχθη πρὸ χρόνου τινὸς ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ πολιτικοῦ κώδικος, ἡ ὁποία εἶχε συστηθῆ κατὰ τὸ 1850. Γνωρίζετε, ὅτι ἀπὸ τὸ 1850 μέχρι τοῦ 1874 καὶ τὰ διάφορα ὑπουργεῖα καὶ τὰ Κοινοβούλια ἀνεγνώρισαν τὴν ἀνάγκην τῆς συντάξεως τοῦ Ἀστυκοῦ κώδικος καὶ ἕνεκα τούτου καὶ συνεστήθη ἐπιτροπὴ ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης, συγκροτουμένη ὑπὸ τῶν δοκιμωτέρων παρ’ ἡμῖν νομομαθῶν, ἡ ὁποία ἠσχολήθη ὄχι μόνον εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ Ἀστυκοῦ κώδικος, ἀλλὰ καὶ περὶ τὴν σύνταξιν ἄλλων νομοσχεδίων. Ἡ ἐπιτροπή, ἥτις ἐλάμβανε ἀμοιβήν τινα, ἠσχολήθη τῷ ὄντι ἐμβριθῶς καὶ σπουδαίως εἰς τὸ ἔργον αὑτῆς, καὶ οὕτω πληρέστατα ἐδικαιολόγησε δαπάνην τοῦ Δημοσίου, ἀνερχομένην περίπου εἰς 145,000 δραχμῶν. Ἡ ἐπιτροπὴ λοιπὸν αὕτη συνέταξε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Τὸ νομοσχέδιον τὸ νέον περὶ πτωχεύσεων ἔλαβεν ὡς πηγὰς 1) τὸν νόμον τοῦ 1838 τὸν Γαλλικὸν, 2ον τὸν νόμον τοῦ Βελγίου, καὶ 3ον τὸν τελευταῖον νόμον, ὁ ὁποῖος ἐξεδόθη ἐν Ἰταλίᾳ κατὰ τὸ 1865. Ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος διέπει σήμερον τὰς πτωχεύσεις, εἶναι ὁ νόμος ὅστις ἐδημοσιεύθη ἐν Γαλλίᾳ κατὰ τὸ 1808 ἤτοι πρὸ 70 περίπου ἐτῶν. Ἔκτοτε ἡ κοινωνία προώδευσε, τὸ ἐμπόριον ἔλαβε μεγάλην ἀνάπτυξιν, αἱ συναλλαγαὶ ηὐξήθησαν, πράγματα δὲ, ἐντελῶς ἄγνωστα κατὰ τὸ 1808, ἐγένοντο μετὰ ταῦτα γνωστὰ, ὥστε βεβαίως ἦτο ἄτοπον, νόμος ὁ ὁποῖος ἐδημοσιεύθη πρὸ 70 ἐτῶν, νὰ διέπῃ σήμερον τὴν πίστιν τοῦ ἐμπορίου· διότι σᾶς εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἡ πίστις τοῦ ἐμπορίου καὶ ἡ εὐδοκίμησις αὐτοῦ ἐξαρτῶνται κατὰ μέγα μέρος ἐκ τῶν νόμων περὶ πτωχεύσεων. Ἡ ἐπιτροπὴ λοιπὸν αὕτη συνέταξε ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πηγῶν, τὰς ὁποίας ἐξέθηκα, νομοσχέδιον ἀντικαθιστῶν τὸ βιβλίον Γʹ. τοῦ Ἐμπορικοῦ κώδικος. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ περιέχει πολλὰς καὶ μεγάλας βελτιώσεις, διότι ἀ. ὁρίζει ἀκριβέστερον τὸν ἀριθμὸν τῆς πτωχεύσεως καὶ λύει διάφορα ζητήματα σπουδαιότατα, τὰ ὁποῖα ἀπησχόλησαν τὴν πρακτικὴν καὶ τὴν νομολογίαν. Οὕτω λύει νομοθετικῶς τὸ ζήτημα, ἐὰν ὁ ἔμπορος, ὁ παύσας τὴν ἐμπορίαν, δύναται νὰ κηρυχθῇ εἰς κατάστασιν πτωχεύσεως μετὰ τὴν παῦσιν τοῦ ἔργου του. Τὸ νομοσχέδιον ἀποφαίνεται ῥητῶς ὅτι καὶ ὁ παύσας τὴν ἐμπορίαν δύναται νὰ κηρυχθῇ εἰς κατάστασιν πτωχεύσεως, ἐὰν ἔπαυσε τὰς πληρωμάς του, ὅτε μετήρχετο τὴν ἐμπορίαν. Λύει ἐπίσης ἄλλο ζήτημα, ἐὰν ὁ ἀποβιώσας δύναται νὰ κηρυχθῇ εἰς κατάστασιν πτωχεύσεως, καὶ ἀποφαίνεται, ὅτι δύναται, ἐὰν ζῶν ἔπαυσε τὰς πληρωμάς του, νὰ κηρυχθῇ εἰς κατάστασιν πτωχεύσεως. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀναγράφει διατάξεις σπουδαίας ὡς πρὸς τὴν βεβαίωσιν τῆς καταστάσεως τοῦ πτωχεύσαντος καὶ τὴν ἐξακρίβωσιν τῶν συνυπευθύνων ὀφειλετῶν αὐτοῦ. Εἰσάγει διατάξεις φιλανθρώπους, αἱ ὁποῖαι ἱκανοποιοῦν τὴν φιλοτιμίαν τῶν ἐντίμων ἐμπόρων, οἵτινες ἐπτώχευσαν ἕνεκα περιστάσεων ἀνεξαρτήτων τῆς θελήσεώς των. Οὕτω, ἐνῷ ἡ καθεστῶσα νομοθεσία ὑποχρεώνει τὸ Ἐμποροδικεῖον νὰ διατάξῃ τὴν κράτησιν ἢ ἐν τῷ οἴκῳ φύλαξιν τοῦ πτωχεύσαντος ἐμπόρου, τὸ νέον νομοσχέδιον ἀφίνει εἰς τὸ δικαστήριον τὴν ἐξουσίαν νὰ διατάττῃ τὴν φυλάκισιν τοῦ πτωχεύσαντος, κατὰ τὰς περιστάσεις. Τοῦτο, κύριοι, εἶναι ἀναγκαιότατον, διότι συνήθως οἱ δόλιοι χρεωκόποι κανονίζουν οὕτω τὰς ὑποθέσεις των, ὥστε, ὅταν κατὰ τὴν ἐκφραστικωτάτην λέξιν τοῦ κ. Ζωχιοῦ σουφρώνουν τὴν ἀλλοτρίαν περιουσίαν, φροντίζουν ὥστε καὶ νὰ ᾖναι ἕτοιμοι πρὸς δραπέτευσιν, ἐνῷ πολλάκις ἔντιμοι καὶ ἀξιότιμοι ἔμποροι, ὑποκύπτοντες εἰς τὸ δυστύχημα τῆς πτωχεύσεως δι’ αἴτια ἀνεξάρτητα τῆς θελήσεώς των, σύρονται εἰς τὰς φυλακὰς, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει βεβαίως ὁ νόμος δὲν πρέπει νὰ ᾖναι τόσον αὐστηρὸς ὥστε ἐπιτακτικῶς νὰ διατάσσῃ τὴν φυλάκισιν αὐτῶν. Τὸ νέον νομοσχέδιον καταργεῖ τοὺς πράκτορας τῶν πτωχεύσεων. Πάντες ὅσοι ἠσχολήθησαν περὶ τὰ ἐμπορικὰ, εἴτε ὡς δικηγόροι, εἴτε ἄλλως πως, γνωρίζουν ὅτι οἱ πράκτορες τῶν πτωχεύσεων εἶναι ἡ φοβερὰ μάστιξ τῆς κοινωνίας. Κατ’ αὐτὸν δὲ τὸν τρόπον ὁ νέος νόμος ἁπλοποιεῖ καὶ τὴν διοίκησιν τῶν ὑποθέσεων τῆς πτωχεύσεως, διότι καταργεῖ τοὺς πράκτορας καὶ ἀναγράφει μόνον τοὺς προσωρινοὺς συνδίκους καὶ τοὺς ὁριστικοὺς συνδίκους τῆς πτωχεύσεως. Ἐπιτάττει δὲ ὥστε αἱ προθεσμίαι πρὸς διορισμὸν τῶν ὁριστικῶν συνδίκων, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ διαχειρίζωνται τὰς ὑποθέσεις, νὰ ᾖναι ὅσον τὸ δυνατὸν συντομώτεραι. Τὸ νομοσχέδιον εἰσάγει καὶ ἄλλας διατάξεις, τὰς ὁποίας παραλείπω, παραλαβὸν ἐκ τῶν Γαλλικῶν νόμων· εἰσάγει τὸν συμβιβασμὸν διὰ τῆς ἐγκαταλείψεως τῆς περιουσίας τοῦ πτωχεύσαντος, ὅπερ δὲν εἶναι γνωστὸν σήμερον παρ’ ἡμῖν. Ὁ συμβιβασμὸς οὗτος, ὃν ἀναγράφει τὸ νέον νομοσχέδιον, κατέχει μέσην θέσιν μεταξὺ τῆς ἑνώσεως τῶν δανειστῶν καὶ τοῦ συμβιβασμοῦ. Ἡ βελτίωσις αὕτη τῆς νομοθεσίας μας εἶναι πολλὰ σπουδαία, διότι διὰ τοῦ νέου τούτου εἴδους τοῦ συμβιβασμοῦ, ἐνῷ διατηρεῖται ἡ παλαιὰ διαχείρισις τῆς περιουσίας τοῦ πτωχεύσαντος ὑπὸ τῆς ἑνώσεως τῶν δανειστῶν, ἀφ’ ἑτέρου τὸ πρόσωπον τοῦ πτωχεύσαντος ἀπολαμβάνει ὅλα ἐκεῖνα τὰ πλεονεκτήματα, τὰ ὁποῖα ἡ νομοθεσία μας καθιεροῖ ὑπὲρ τοῦ συμβιβασθέντος. Ὁ νέος νόμος εἰσάγει καὶ ἄλλας πολλὰς βελτιώσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ συντελέσουν, κύριοι, εἰς τὴν ἐμπέδωσιν τῆς πίστεως, ἀλλὰ πρὸ παντὸς ἄλλου εἰσάγει τὸ νέον νομοσχέδιον διάταξιν, ἡ ὁποία θὰ καταστείλῃ καὶ θὰ θέσῃ ἓν τέρμα εἰς τὰς δολίας χρεωκοπίας, αἱ ὁποῖαι κατὰ δυστυχίαν πολλὰ συνεχῶς ἀναφαίνονται ἐν τῇ κοινωνίᾳ ἡμῶν. Κατὰ τὴν καθεστῶσαν νομοθεσίαν, ὅταν ὁ αὐτουργὸς τῆς χρεωκοπίας ἀπαλλάσσεται πάσης καταδιώξεως, ἀπαλλάσσονται καὶ οἱ συνεργοὶ τῆς δολίας χρεωκοπίας, καὶ εἶναι γνωστὸν ὅτι πολλάκις οἱ συνεργοὶ τῶν χρεωκοπιῶν εἶναι περισσότερον ὑπεύθυνοι ἀπὸ τοὺς αὐτουργούς. Κατὰ τὸ νέον νομοσχέδιον, ἡ τύχη τῶν συνεργῶν τῶν χρεωκοπιῶν εἶναι ἐντελῶς ἀνεξάρτητος τῆς ἐκβάσεως τῆς δίκης τοῦ κατηγορουμένου αὐτουργοῦ. Οὗτοι, καὶ ἂν ἀθωωθῇ ὁ αὐτουργὸς, ἠμποροῦν νὰ καταδιωχθῶσι καὶ νὰ τιμωρηθῶσιν ἀνεξαρτήτως τῆς ἐκβάσεως τῆς δίκης κατὰ τοῦ αὐτουργοῦ τῆς δολίας χρεωκοπίας. Αὗται καὶ ἄλλαι, κύριοι, εἶναι αἱ βελτιώσεις τὰς ὁποίας εἰσάγει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Τὸ νομοσχέδιον συνοδεύεται ὑπὸ λεπτομεροῦς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις συνέταξεν αὐτό. Ἕκαστον ἄρθρον τοῦ νέου νομοσχεδίου παρέχει καὶ τὴν δικαιολογίαν καὶ τὴν αἰτιολογίαν αὐτοῦ. Ἐννοῶ, κύριοι, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο πρέπει νὰ παραπεμφθῇ καὶ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ θέλω παρακαλέσει καὶ τὴν Ἐπιτροπὴν καθὼς καὶ τοὺς κκ. Βουλευτὰς, οἵτινες θὰ μελετήσουν ἐμβριθῶς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἐὰν ἔχουν σκοπὸν νὰ προτείνουν τροπολογίας, νὰ τὰς προτείνουν ἡμέρας τινὰς πρὸ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου, διότι τὸ σύστημα τῶν τροπολογιῶν ὡς πραγματοποιεῖται παρ’ ἡμῖν, νομίζω ὅτι ἐξέκλινεν ὀλίγον τῆς τροχιᾶς του καὶ τοῦ προορισμοῦ του. Διὰ τοῦ συστήματος τῶν τροπολογιῶν παρεδέχθημεν ἐνταῦθα ὅτι δυνάμεθα ὄχι μόνον νὰ βελτιώσωμεν τὰς παρουσιαζομένας διατάξεις, ἀλλὰ καὶ ν’ ἀνατρέπωμεν προϋπάρχοντας νόμους. Καὶ κύριοι, τὴν παρατήρησιν ταύτην ἔκαμεν ἐσχάτως ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μέσης κ. Ζωχιός. Λέγω ταῦτα, διότι ἐπιθυμῶ νὰ γείνῃ γνωστὸν ὅτι πᾶσα τροπολογία, ἡ ὁποία ἤθελε παρουσιασθῇ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, δὲν πρέπει ν’ ἀφορᾷ εἰς ἄλλας διατάξεις τοῦ ἐμπορικοῦ κώδικος, διότι οὔτε ὑμεῖς, οὔτε ἐγὼ εἴμεθα παρεσκευασμένοι ν’ ἀποδεχώμεθα ἢ νὰ συζητῶμεν τροπολογίας, αἱ ὁποῖαι ἀποβλέπουν καὶ εἰς ἄλλα μέρη τοῦ κώδικος. Οἱ μέλλοντες λοιπὸν νὰ ὑποβάλουν τροπολογίας τοὺς παρακαλῶ πολὺ νὰ περιορισθοῦν εἰς τὴν ἀποστολὴν τὴν κυρίαν τῶν τροπολογιῶν, αἱ ὁποῖαι σκοπὸν ἔχουν νὰ βελτιώσουν τὰς παρουσιαζομένας νομοθετικὰς διατάξεις, οὐχὶ ὅμως νὰ μεταβάλωσι καθεστῶτας νόμους. Διὰ τοῦτο ἡ κοινοβουλευτικὴ γλῶσσα τῆς Γαλλίας διὰ τὴν ἔκφρασιν «τροπολογίαν» μεταχειρίζεται λέξιν παριστάνουσαν τὴν ἀποστολὴν τῆς τροπολογίας. Αἱ τροπολογίαι ὀνομάζονται γαλλιστὶ amendement amendement δὲ σημαίνει βελτίωσις. Παρακαλῶ δὲ τὴν ἐπιτροπὴν καὶ πάντας τοὺς κκ. Βουλευτὰς νὰ παρουσιάσωσι τὰς τροπολογίας των καὶ νὰ τὰς καταθέσωσι προηγουμένως διὰ νὰ ἦμαι εἰς θέσιν νὰ συμβουλευθῶ ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν αὐτῶν τὴν γνώμην τῶν συντακτῶν τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ νομοσχέδιον εἶναι τυπωμένον καὶ θὰ διανεμηθῇ, εἶναι δὲ τὸ ἑξῆς· (ἀναγινώσκει).
§3ΤΙΝΕΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ νὰ ὑποβάλῃ ἐντὸς 5 ἡμερῶν τὴν ἔκθεσίν της.
§4ΕΤΕΡΟΙ. Δὲν εἶναι δυνατόν.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ ἄλλοτε ἐτάξαμεν προθεσμίας ὀλιγοημέρους, ἀλλὰ δὲν ἐκάμαμεν τίποτε.
§6ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Αἱ ἐπιτροπαὶ ἐργάζονται καὶ ἔφεραν πολλὰς ἐκθέσεις.
§7ΖΑΪΜΗΣ. Μίαν παρατήρησιν ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλήν. Ὅτι τὸ νομοσχέδιον περὶ πτωχεύσεων ἐπιζητεῖται παρ’ ὅλων τῶν ἐμπορικῶν πόλεων τῆς Ἑλλάδος, ὅτι ἡ Σύρος, αἱ Πάτραι, τὸ Ναύπλιον, ὅλαι αἱ πόλεις ἐπιζητοῦσι τὴν ταχυτέραν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. 2ον, κύριοι, νομοσχέδιον μεταβατικὸν ἀναγκάζομαι νὰ σᾶς παρουσιάσω σήμερον, τὸ ὁποῖον θεωρῶ λίαν κατεπεῖγον καὶ τὸ ὁποῖον ἐλπίζω ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ θέλει χαρακτηρίσει ὡς τοιοῦτον. Γνωρίζετε, ὅτι εἰς τὰς πόλεις τῆς Ἑλλάδος Σύρον, Πάτρας καὶ Ναύπλιον ὑπάρχουν εἰδικὰ Ἐμποροδικεῖα· τὰ Ἐμποροδικεῖα ταῦτα συγκροτοῦσιν ἐμποροδίκαι, ἐκλεγόμενοι ὑπὸ τῆς συνελεύσεως τῶν ἐμπόρων ἐπὶ τῇ βάσει καταλόγων, τοὺς ὁποίους ὀφείλουν νὰ συντάττωσι κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ ἔτους οἱ Νομάρχαι. Κατὰ δυστυχίαν εἰς δύω ἐκ τῶν πόλεων τούτων οἱ κατάλογοι τῶν Ἐμποροδικῶν δὲν συνετάχθησαν, τοῦτο βεβαίως θέλει ἐξετάσει τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον διὰ νὰ κρίνῃ περὶ τῶν ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι παρημέλησαν σπουδαῖον αὐτὸ καθῆκον. Ἐν τούτοις ἡ ὑπηρεσία τῶν Ἐμποροδικῶν λήγει κατὰ τὸ τέλος Σεπτεμβρίου. Εἰς τὴν Ἑρμούπολιν ἐνόμισαν, ὅτι δύνανται νὰ προβῶσιν εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν Ἐμποροδικῶν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν καταλόγων τοῦ 1877· ἀλλὰ τοῦτο ἦτον ἐντελῶς ἐναντίον τῶν νομοθετικῶν διατάξεων καὶ ἐκλογὴ τοιαύτη ἐννοεῖτε, δὲν ἠδύνατο νὰ κυρωθῇ, διότι ἐὰν ἐκυροῦτο, ὅλαι αἱ ἀποφάσεις τῶν Ἐμποροδικείων ἤθελον ὑποκύψει εἰς ἀναίρεσιν καὶ εἰς ἀκύρωσιν. Ὅτε ἐπαρουσιάσθη εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἡ ἔλλειψις αὕτη, ἐπῆλθε καὶ ἡ ἰδέα νὰ πληροφορηθῶ ἐὰν ὑπάρχῃ ἐν τῷ ὑπουργείῳ νομοσχέδιον καταργοῦν τὰ Ἐμποροδικεῖα, διότι τοιαύτη Σᾶς ὁμολογῶ εἶναι καὶ ἡ ἰδική μου γνώμη περὶ τῶν Ἐμποροδικείων. Τῷ ὄντι πρὸ καιροῦ εἶχε συνταχθῆ νομοσχέδιον τοιοῦτον περὶ καταργήσεως τῶν εἰδικῶν Ἐμποροδικείων, ἐνόμισα ὅμως πρέπον, ὅτι ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν καὶ τὴν διάθεσιν τοῦ τόπου, τοὐτέστι τῶν πόλεων πρὸ παντὸς ἄλλου εἰς τὰς ὁποίας ὑπάρχουν εἰδικὰ Ἐμποροδικεῖα. Ὑπέβαλον λοιπὸν τὸ ζήτημα εἰς τὰ ἐμπορικὰ ἐπιμελητήρια τῶν Πατρῶν καὶ τῆς Σύρου καὶ ἐζήτησα τὴν γνώμην αὐτῶν, καθὼς καί τινων δικηγορικῶν συλλόγων ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ καταργοῦντος τὰ εἰδικὰ Ἐμποροδικεῖα, ἀλλὰ τὰ δύω Ἐπιμελητήρια τῶν Πατρῶν καὶ τῆς Σύρου ἀπεφάνθησαν κατὰ τῆς καταργήσεως. Ἐκτὸς τούτου ἐνόμισα, ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ ἐρωτήσω τὴν γνώμην εἰδικῶν ἀνδρῶν. Ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω ὅτι πολλοὶ ἐκ τῶν δοκιμωτέρων παρ’ ἡμῖν νομομαθῶν ἐκηρύχθησαν ὑπὲρ τῆς καταργήσεως τῶν Ἐμποροδικείων, ἀλλ’ ἐνόμιζον, ὅτι εἶχον καθῆκον πρὸ παντὸς ἄλλου νὰ ἐρωτήσω τὴν γνώμην ἀνδρὸς δυναμένου ν’ ἀποτελέσῃ αὐθεντίαν ὅταν πρόκειται περὶ Ἐμποροδικείων, τὴν γνώμην τοῦ σεβαστοῦ καὶ σοφοῦ καθηγητοῦ τοῦ Ἐμπορικοῦ δικαίου κ. Ῥάλλη. Ὁ κ. Ῥάλλης ἀπεφάνθη ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τῶν Ἐμποροδικείων. Οὕτω λοιπὸν εὑρισκόμενος ἀπέναντι τῆς γνώμης τῶν ἐπιμελητηρίων καὶ τῆς γνώμης ἀνδρὸς εἰδικῶς ἀσχοληθέντος πρὸ 50 ἐτῶν εἰς τὴν σπουδὴν τοῦ ἐμπορικοῦ δικαίου, ὠπισθοδρόμισα ὡς πρὸς τὴν ἰδέαν τῆς καταργήσεως τῶν Ἐμποροδικείων καὶ ἐσκέφθην ὅτι εἶναι προτιμότερον τὸ ζήτημα τοῦτο νὰ μείνῃ εἰς μεταγενέστερον χρόνον διὰ νὰ συζητηθῇ καλλίτερον καὶ νὰ ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὡριμώτερον παρὰ ὡς σήμερον εἶναι. Ὤφειλον ὅμως νὰ προβλέψω ὑπὲρ τῶν Ἐμποροδικείων καὶ νὰ προβλέψω ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον. Διὰ τοῦτο λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ παρουσιάσω ἓν καὶ μόνον ἄρθρον τὸ ἑξῆς· (ἀναγινώσκει). Τὸ νομοσχέδιον ἔχω συνοδεύσει καὶ μὲ ἔκθεσιν καὶ δύναται νὰ παραπεμφθῇ βεβαίως εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Ἐπειδὴ ὅμως εἶναι κατεπεῖγον, θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν ν’ ἀναγνωσθῇ σήμερον εἰς ἀ. ἀνάγνωσιν καὶ νὰ παρακληθῇ ἡ ἐπιτροπὴ τὴν Δευτέραν νὰ φέρῃ τὴν γνώμην της.
§8ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγκρίνει ἡ Βουλὴ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἀ. ἀνάγνωσιν;
§10ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§11Χ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μίαν μικρὰν παρατήρησιν, κ. Πρόεδρε. Ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶπεν, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ κώδικος ἔχει τελειώσει τὸ ἔργον της καὶ τὰ ἔξοδα ἀναβαίνουν εἰς 150,000 δραχμῶν. Νομίζω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι τυπωμένον, ὅτι ὑπεβλήθη ἄλλοτε εἰς τὴν Βουλὴν καὶ δὲν θὰ ἔχῃ δυσκολίαν ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ τὸ εἰσαγάγῃ ἤδη.
§12ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ὑπέβαλον σήμερον ἀναφορὰν τῆς κ. Ῥοζοῦ διὰ μίαν διαφοράν της μετὰ τοῦ Δημοσίου· παρακαλῶ ν’ ἀναγνωσθῇ καὶ νὰ σταλῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ νὰ φέρῃ τὴν ἔκθεσίν της τὴν Δευτέραν.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ τελειώσωμεν πρῶτον τὸ ἓν ἀντικείμενον. Γίνεται δεκτὸν εἰς ά. ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον περὶ τῶν Ἐμποροδικείων.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ κυρία Ῥοζοῦ ἀναφέρεται πρὸς τὴν Βουλὴν περὶ ὑποθέσεώς της τινός, σχέσιν ἐχούσης μὲ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν.
§15ΤΙΝΕΣ. Εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν.
§16Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Καὶ νὰ συστηθῇ παρακαλῶ.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γεωργιάδης ἔχει τὸν λόγον.
§18ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ μοῦ εἴπῃ, ἂν ᾖναι εἰς θέσιν σήμερον, περὶ τῶν ἀνακρίσεων τῶν διαταχθεισῶν κατὰ τοῦ γυμνασιάρχου Στυλιανοῦ Κωνσταντινίδου τί γίνεται, διότι εἶμαι καὶ ἐγὼ εἷς τῶν γονέων ἐξ ἐκείνων, τῶν ὁποίων τὰ τέκνα ἔπαθον.
§19ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ὑπεβλήθησαν κατηγορίαι κατὰ τοῦ πρῴην διευθυντοῦ τοῦ Βαρβακείου Λυκείου κ. Στυλ. Κωνσταντινίδου νῦν γυμνασιάρχου τοῦ πρώτου ἐν Ἀθήναις Γυμνασίου, ὡς ὑπεβλήθησαν καὶ αἰτιάσεις τινὲς κατὰ τῶν πράξεων, αἱ ὁποῖαι παρεστάθησαν, ὅτι ἐγένοντο ἐν τῷ πρώτῳ Γυμνασίῳ τῶν Ἀθηνῶν. Ἐπειδὴ, κατὰ τὸν κανονισμὸν τῶν Ἑλλην. σχολείων καὶ τῶν Γυμνασίων, αἱ ἐξετάσεις αὗται γίνονται συνήθως ἐκ καθηγητῶν τῶν Γεν. Ἐπιστημῶν, δηλονότι τῆς Φιλοσοφικῆς σχολῆς, διὰ τοῦτο ἀνέθηκα εἰς τριμελῆ ἐκ τοιούτων καθηγητῶν Ἐπιτροπὴν τὴν ἐξέτασιν τῶν κατὰ τοῦ κ. Κωνσταντινίδου κατηγοριῶν καὶ τῶν ἄλλων ἐγκλήσεων τῶν κατά τινων καθηγητῶν τοῦ Αʹ. Γυμνασίου Ἀθηνῶν. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης δὲν ἠκολούθησα τὴν ὑπόθεσιν, διότι ἐνόμισα, ὅτι δὲν εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ τὴν ἀκολουθήσω· ἡ ἐπιτροπὴ δὲν μοῦ ὑπέβαλεν ἀκόμη τὸ ἀποτέλεσμά της· ἐζήτησα μόνον πληροφορίας ἂν θὰ τὸ ὑποβάλῃ καὶ πότε. Ἡ ἐπιτροπὴ μοῦ ἀνήγγειλεν, ὅτι εἶχε βραδύνει τὸ πέρας τῆς ἐξετάσεως αὐτῆς, διότι ἀπῃτεῖτο νὰ συμπληρωθῇ κατά τι ἡ ἐξέτασις καὶ ἰδίως διὰ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἤθελε δώσει ὁ κ. Κωνσταντινίδης. Πιστεύω, ὅτι μετά τινας ἡμέρας θέλει συμπληρωθῆ, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ θέλει μοι ὑποβάλει τὴν ἔκθεσίν της.
§20ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Μοῦ κακοφαίνεται πολὺ, διότι ὁ ἐκ Σκοπέλου βουλευτὴς κ. Γεωργιάδης ὡμίλησε περὶ τοῦ κ. γυμνασιάρχου καὶ ἐκ τῆς ὁμιλίας του ἐῤῥίφθη μομφὴ κατὰ τοῦ κ. Κωνσταντινίδου. Ὀφείλω ὡς πατὴρ ἔχων ὅλα τὰ τέκνα μου εἰς τὸ Γυμνάσιον αὐτοῦ νὰ ὁμολογήσω, ὅτι μὲ ὅλην τὴν μετάθεσιν, ἥτις τοῦ ἐγένετο, ἠναγκάσθην νὰ τὰ παραλάβω ἐκ τοῦ Βαρβακείου καὶ νὰ τὰ στείλω εἰς τὸ Γυμνάσιον ὅπου εἶναι δύω ὥρας μακρὰν, διότι πιστεύω, ὡς καὶ ὁ ἐξ Ἄνδρου βουλευτὴς, ὅτι ἂν παραβάλω τὸν δεκαετῆ υἱόν μου, ὁ ὁποῖος σπουδάζει εἰς τὸ Γυμνάσιόν του, οὐχὶ μὲ τὸν υἱὸν τοῦ Γεωργιάδου, ἀλλὰ μὲ πάντα ἄλλον, ὅτι θὰ ᾖναι καλλίτερος.
§21ΤΙΝΕΣ. Τί σχέσιν ἔχουν αὐτά;
§22ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὁ κ. Γεωργιάδης, φαίνεται, ὅτι γίνεται ἡ ἠχὼ ἄλλων, ἴσως καὶ τῆς δικαιολογίας αὐτοῦ τοῦ υἱοῦ του, ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ ἀφορμὴ τῆς ἐκ τοῦ Γυμνασίου ἐκείνου ἀποπομπῆς του καὶ τοῦ μὴ προβιβασμοῦ του. Εἴθε ὅλοι οἱ γυμνασιάρχαι νὰ ᾖναι ὡς ὁ κ. Κωνσταντινίδης. Πρὸ ἡμερῶν τινων ὑπέβαλα εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν μίαν ἀναφορὰν, τὴν ὁποίαν μοῦ παρουσίασαν βιομήχανοι ἐκ Λαυρίου· ὁ ὑπουργὸς μοῦ ὑπεσχέθη, ὅτι θέλει κάμει ἀνακρίσεις. Ἐπειδὴ ὅμως χθὲς ἦλθον καὶ ἄλλοι τινὲς, οἱ ὁποῖοι ἐπαρουσιάσθησαν καὶ εἰς τοὺς βουλευτὰς Ἀττικῆς, ἐρωτῶ καὶ πάλιν τὸν κ. ὑπουργὸν περὶ τῆς ἀναφορᾶς αὐτῆς, καθόσον ἡ διαγωγὴ τοῦ ἐν Λαυρίῳ Δημαστυνόμου κατέστη ἀφόρητος εἰς τοιοῦτον βαθμὸν, ὥστε ἐπέφερε καὶ ῥήξεις.
§23ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ ἑνοῦμαι μὲ τὴν ἀπαίτησιν τοῦ κ. Πετσάλη καὶ παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ διατάξῃ διοικητικὴν ἀνάκρισιν, καὶ ἂν τὰ παράπονα ᾖναι δεδικαιολογημένα νὰ προβῇ εἰς τὴν παῦσιν τοῦ Δημαστυνόμου.
§24ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Θέλω παρακαλέσει τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν κατάστασιν τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ, πρὸς δὲ καὶ κατάστασιν γενικὴν, διότι λεπτομερῆ δὲν θὰ ᾖναι δυνατὸν, οὔτε εἶναι δυνατὸν τοῦ πολεμικοῦ ὑλικοῦ, καθὼς καὶ τοῦ λοιποῦ τοῦ ἀνήκοντος εἰς τὸν στρατὸν μέχρι τοῦδε ὑπάρχοντος εἰς χεῖρας τοῦ στρατοῦ, καθὼς καὶ τοῦ εὑρισκομένου εἰς τὰς ἀποθήκας. Ἐπειδὴ δὲ τὰ ἀντικείμενα ταῦτα σχετίζονται πολὺ μετὰ τοῦ λογαριασμοῦ τῶν 40,000,000 τὸ ὁποῖον δὶς ἤδη ἐζήτησεν καὶ ὁ βουλευτὴς Καλαβρύτων Σ. Πετμεζᾶς, ἐνθυμίζω καὶ ἐγὼ τὸ τοιοῦτον, καὶ ἐὰν ᾖναι δυνατὸν νὰ ἔλθουν συγχρόνως.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει σταλῆ ἀπόσπασμα τῶν πρακτικῶν εἰς τὸν ἁρμόδιον ὑπουργόν.
§26ΜΙΛΗΣΗΣ. Θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ ὑπομνήσω καὶ ἐγὼ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ὀφείλει τέλος πάντων νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Μετ’ ὀλίγας ἡμέρας λήγει ἡ δίμηνος προθεσμία, ἡ ὁποία ὁρίζεται ἐν τῷ Συντάγματι πρὸς εἰσαγωγὴν εἰς τὴν Βουλὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἂν οἱ ὑπουργοὶ περιμένωσι τὴν τελευταίαν ἡμέραν, ὅπως εἰσαγάγωσι τὸν προϋπολογισμὸν, θὰ προκύψῃ, κ. Πρόεδρε, ἓν τῶν δύω τούτων ἀτοπημάτων: ἢ ἡ Βουλὴ, σπεύδουσα νὰ ἐπιψηφίσῃ τὸν προϋπολογισμὸν, δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ ἀσκήσῃ τὸν ἀπαιτούμενον ἔλεγχον ἐπὶ τῆς διαχειρίσεως τῶν δημοσίων, καὶ τοιουτοτρόπως θὰ παρίδῃ τὸ πολυτιμότερον τῶν δικαιωμάτων της τὸν ἐπὶ τῆς διαχειρίσεως ἔλεγχον, ὅστις ἀποτελεῖ καὶ τὸν γεννεσιουργὸν τῆς συνταγματικῆς πολιτείας λόγον, ἢ ζηλότυπος τῆς προνομίας της ταύτης, δὲν θὰ προφθάσῃ νὰ ψηφίσῃ τὸν προϋπολογισμὸν μέχρι τῶν ἑορτῶν, καὶ τότε, κ. Πρόεδρε, θὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὸ νέον ἔτος ἄνευ προϋπολογισμοῦ. Ἐνθυμήθητε δὲ ὅτι πρὸς ἀποφυγὴν τοῦ σοβαροῦ τούτου ἀτοπήματος, ἀπεφάσισεν ἡ Βουλὴ ἐν προηγουμένῃ Συνόδῳ νὰ ψηφίσῃ τρεῖς προϋπολογισμοὺς, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι νὰ ἴδῃ μίαν τάξιν εἰς τὴν οἰκονομικὴν τοῦ Κράτους διαχείρισιν, καὶ θὰ ᾖναι λυπηρότατον, θὰ ᾖναι ἀπελπιστικὸν, ἐὰν μετὰ τοιαύτην θυσίαν ἐπαναληφθῇ καὶ νῦν τὸ αὐτὸ ἀτόπημα. Μοῦ φαίνεται δὲ, κ. Πρόεδρε, ὅτι σήμερον ὑπέρ ποτε ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἴδωμεν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, διότι ὁ προϋπολογισμὸς θὰ μᾶς παρουσιάσῃ τὴν εἰκόνα τῆς πολιτικῆς πορείας τῆς Κυβερνήσεως. Ἂν δὲν μᾶς ᾖναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἐρευνήσωμεν καὶ καταμάθωμεν τὰ καθέκαστα τῶν κυβερνητικῶν πράξεων, μοῦ φαίνεται, ὅτι εἴμεθα ἀδικαιολόγητοι ἐξ ἄλλου, κατακλειόμενοι εἰς ἀπόλυτον ἀκηδίαν καὶ ἀγνοοῦντες ἐντελῶς ποῦ βαίνομεν, καὶ τί ἐν γένει θὰ πράξῃ τὸ Ἔθνος κατὰ τὰς παρούσας περιστάσεις. Ἐπίσης εἶναι ἀναγκαῖος ὁ προϋπολογισμὸς, διὰ νὰ ἴδωμεν τίνας πόρους ἔχομεν, ὁποῖα μέσα διαθέτομεν, καὶ οὕτως ἐν γνώσει τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν καταστάσεως νὰ ψηφίσωμεν καὶ τὰ ἄλλα ἔκτακτα μέτρα, τὰ ὁποῖα πιθανὸν νὰ μᾶς ζητήσῃ ἡ Κυβέρνησις. Πρώτιστον λοιπὸν ἔργον τῆς Κυβερνήσεως ἔπρεπε νὰ ᾖναι ἡ εἰς τὴν Βουλὴν εἰσαγωγὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ, μετὰ ταῦτα δὲ ἠδύναντο νὰ ἔλθωσι τὰ ἄλλα ὀργανικὰ νομοσχέδια περὶ προξενείων, περὶ συστάσεως Διδασκαλείου κτλ. Διὰ τοῦτο ἐπιμένω παρακαλῶν τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπισπεύσῃ εἰς τὴν ὑποβολὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§27Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ (ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Κύριοι, εἰς παρελθούσας συνεδριάσεις, διότι δὶς περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐγένετο λόγος, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐξέθηκεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι ἐβράδυναν τὴν κατάθεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὥστε ὁ κ. Μίλησης νὰ ᾖναι βέβαιος, ὅτι ἐντὸς τῆς προθεσμίας τῆς ὑπὸ τοῦ Συντάγματος τεταγμένης, ὁ προϋπολογισμὸς θέλει κατατεθῆ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καθὼς καὶ τὰ νομοσχέδια τὰ ἀποβλέποντα εἰς τὰς ἐτησίας ἀνάγκας τοῦ Κράτους, τουτέστι τὰ περὶ ναυτολογίας καὶ στρατολογίας διὰ τὸ 1878.
§28ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐὰν μᾶς ὑποβληθῇ ὁ προϋπολογισμὸς τὴν 10 Δεκεμβρίου, ὑπολογίσητε δὲ τὸν χρόνον, ὁ ὁποῖος ἀπαιτεῖται διὰ τὴν τύπωσιν καὶ τὴν προεξεργασίαν αὐτοῦ, πόσαι ἡμέραι, παρακαλῶ, ὑπολείπονται διὰ τὴν ὑπὸ τοῦ Σώματος συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν; Εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν ἐψηφισμένον τὸν προϋπολογισμὸν ἐντὸς τοῦ ἔτους;
§29ΖΑΪΜΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις ὑποθέτει, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θὰ λήξῃ τὰς ἐργασίας της κατὰ τὴν 20 Δεκεμβρίου, ἀλλ’ ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ᾖναι παροῦσα καὶ μετὰ ταῦτα. Ἡ παρουσία τῆς Βουλῆς εἶναι ἀναγκαία διὰ πολλοὺς ἄλλους λόγους· ἑπομένως ὅ,τι ἡμεῖς ὀφείλομεν νὰ πράξωμεν, εἶναι νὰ συμμορφωθῶμεν πρὸς τὴν Συνταγματικὴν ῥήτραν· τοῦτο εἶναι τὸ καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως, ὥστε πρὸ τῆς 10 Δεκεμβρίου νὰ καταθέσῃ τὸν προϋπολογισμόν· ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ Βουλὴ μετὰ τὰς 20 θὰ λήξῃ μόνη της τὰ ἔργα, τοῦτο δὲ δὲν δύναται νὰ τὸ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της ἡ Κυβέρνησις, ἀφοῦ κατὰ τὸ Σύνταγμα ἡ ἐξακολούθησις τῶν ἔργων τῆς Βουλῆς παρατείνεται μέχρι τῆς 10 Ἀπριλίου.
§30Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὀφείλω νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ἔχω πληρεστάτην πεποίθησιν, ὅτι οὐδεὶς τῶν βουλευτῶν θέλει ἀποχωρήσει, διότι οὐδεὶς τῶν βουλευτῶν θέλει λείψει ἀπὸ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων του· ἀλλὰ πρὸς τοῦτο καὶ ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι οἱ βουλευταὶ τῳόντι ἔχουν σπουδαιότατα κατὰ τὰς παρούσας περιστάσεις καθήκοντα νὰ ἐκπληρώσωσιν. Βεβαίως ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν της, ἀλλὰ καὶ ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει κατὰ τὰς κρισίμους ταύτας περιστάσεις νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ὁ Ἑλληνισμὸς ζῇ καὶ θὰ ζήσῃ καὶ ὅτι δὲν πρόκειται, ἐνῷ σήμερον καθ’ ὅλην τὴν Ἀνατολὴν ὅλοι οἱ λαοὶ κινοῦνται ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας των....
§31ΦΙΛΗΜΩΝ. Δὲν κινοῦνται οἱ λαοί.
§32Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Φιλήμων, κατόπιν ὁμιλεῖτε ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας, ὑπὲρ τῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ δικαίου τοῦ ἀνθρώπου. — Εἶναι, λέγω, φοβερὸν ὁ Ἑλληνισμὸς νὰ μείνῃ καταδικασμένος, ὅπως ὑποστῇ τὸν δι’ ἀτιμώσεως θάνατον. Ὁ κ. Φιλήμων εἶπεν, ὅτι δὲν εἶναι λαοὶ αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι κινοῦνται.
§33ΦΙΛΗΜΩΝ. Δὲν εἶπον αὐτό· εἶπον, ὅτι εἶναι μία κατάστασις, ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ ἀντικαταστήσῃ μίαν ἄλλην κατάστασιν· δὲν εἶναι σήμερον οἱ λαοὶ τῆς Ἀνατολῆς, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὰ ὅπλα, αὐτὸ εἶπον.
§34Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κάμνω τὴν παρατήρησιν εἰς τὸν κ. Φιλήμονα, ὅτι οἱ ἀγωνιζόμενοι, ἀγωνίζονται ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος, τοῦτο πρέπει καὶ ἡμεῖς νὰ πράξωμεν· ἡμεῖς ὅμως ἔχομεν δικαιώματα ἐπὶ τῆς Ἀνατολῆς ἀπαράγραπτα, καὶ προτιμότερον εἶναι ν’ ἀποθάνωμεν καὶ νὰ ταφῶμεν ὑπὸ τὰ ἐρείπια τῆς πατρικῆς δόξης, παρὰ νὰ ἀφήσωμεν ν’ ἀποθάνωμεν ἀτίμως, ν’ ἀρνηθῶμεν τὸ παρελθὸν καὶ τὴν ἱστορίαν μας καὶ νὰ ταφῶμεν ζῶντες εἰς τὸν τάφον τῆς αἰσχύνης καὶ τῆς ἀτιμώσεως.
§35ΖΩΧΙΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἔγεινεν ἐπερώτησις περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐγὼ πρὸ ἡμερῶν μακρῶν εἶπον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι αὐτὸ ἦτον ἓν ἐκ τῶν σπουδαιοτάτων ἔργων της· τότε δὲν μὲ ἐβοήθησε κἀνείς, τώρα δὲ πρόκειται πάλιν περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Τῳόντι ἔχομεν τρίτην τοῦ μηνός· τὴν 4 ἀργίαν· τὴν 6 ἀργίαν.
§36ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Διατί;
§37ΖΩΧΙΟΣ. Ἂν τὸ εὕρετε. Ἄκουσον λοιπόν. Τὴν 6 ἔχομεν τοῦ ἁγίου Νικολάου τοῦ θαυματουργοῦ· τὸ Σάββατον νομίζω, ὅτι ἔχομεν 10 τοῦ μηνός. Λοιπὸν ἢ οὕτως ἢ ἄλλως πρόκειται περὶ 4 ἡμερῶν. Τώρα τί θέλει τὸ ἀνατολικὸν ζήτημα ἐντὸς τῶν 4 ἡμερῶν; Καλλίτερον ἦτον ἡ Κυβέρνησις νὰ εἶχεν ἕτοιμον τὸν προϋπολογισμὸν ὅταν ἤλθαμεν, ἀλλὰ τώρα ἐδημιουργήσαμεν ἓν ζήτημα μέγα διὰ 4 ἡμέρας.
§38Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ (ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Κύριοι, δὲν παρέρχεται συνεδρίασις χωρὶς νὰ τεθῇ ἐπὶ τῆς τραπέζης ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως ὡς πρὸς τὰ ἐξωτερικά. Ὄχι ἅπαξ ἀλλὰ δὶς καὶ τρὶς καὶ πολλάκις τὸ ὑπουργεῖον ἐδήλωσε ποία εἶναι ἡ πολιτική του· τὸ ὑπουργεῖον ἐζήτησε παρὰ τῆς Βουλῆς τὰ μέσα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐνόμιζεν ἀναγκαῖα διὰ τὴν παρασκευὴν τοῦ τόπου· τὸ ὑπουργεῖον διεβεβαίωσε τὴν Βουλὴν, ὅτι πράττει καὶ ἐνεργεῖ ὅ,τι ἀνθρωπίνως εἶναι δυνατὸν νὰ ἐνεργηθῇ ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου· δὲν εὐχαριστοῦνται εἰς τὰς διαβεβαιώσεις αὐτὰς τοῦ ὑπουργείου καὶ καθ’ ἑκάστην ἐπανέρχεται τὸ ζήτημα ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου· ὀφείλουν τέλος πάντων νὰ διατυπώσωσιν ὁποία κατὰ τὴν γνώμην των πρέπει νὰ ᾖναι ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως, ὥστε νὰ γνωρίζῃ αὕτη εἰς τί νὰ ἀπαντήσῃ καὶ πῶς πρέπει νὰ πορευθῇ ἀπέναντι τῆς γνώμης τοῦ Κοινοβουλίου· ἄλλως, τὸ νὰ ἔρχεται καθ’ ἑκάστην τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ νὰ μὴν παρέρχεται συνεδρίασις χωρὶς νὰ λεχθῶσι τὰ αὐτὰ, τοῦτο, κύριοι, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι οὔτε ὀρθὸν, οὔτε ἄξιον τῆς σοβαρότητος τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Παρακαλῶ λοιπὸν ὅταν θέλουν, νὰ διατυπώσουν κατὰ τὴν γνώμην των ποία πρέπει νὰ ᾖναι ἡ πορεία τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ τὴν διατυπώσουν εἰς ὡρισμένην ἡμέραν καὶ νὰ ἔλθωμεν νὰ συζητήσωμεν διὰ νὰ τελειώσῃ ἡ ἐπανάληψις αὐτή.
§39Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι, εἶμαι ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριξαν ἀπολύτως τὴν Κυβέρνησιν αὐτὴν, καὶ κατεκρίθην μάλιστα ὅτι ὑποστηρίζω τυφλοῖς ὄμμασιν αὐτήν· εἶμαι ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἀντετάχθησαν κατὰ κατηγοριῶν ἐλθουσῶν ἐναντίον ὑπουργοῦ καὶ εἶπον ὅτι αἱ περιστάσεις ἀπαιτοῦν νὰ παρίδωμεν αὐτὰ, καὶ τέλος πάντων ὅτι δὲν πρέπει ἡμεῖς νὰ κινῶμεν τοιαῦτα ζητήματα καθ’ ἡμέραν· ἀλλὰ καὶ δὲν δύναμαι νὰ μείνω παγωμένος ὡς λίθος ἐν τοιαύτῃ καταστάσει πραγμάτων· διότι ἐνῷ ἡ κοινωνία ὑποφέρει ὅλα τὰ κακὰ τοῦ πολέμου, διότι σήμερον τὸ συνάλλαγμα ἐν τῇ Τραπέζῃ ἀνέβη εἰς 119 καὶ ½, ὁ τόπος εὑρίσκεται εἰς πλήρη ἀβεβαιότητα, οὐδεμία πρόνοια ἐλήφθη περὶ τῶν ναυτικῶν πραγμάτων εἰς ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπειλοῦνται πανταχόθεν τὰ παράλιά μας· καὶ ἂς καταστραφῶμεν, τὸ ἐπαναλαμβάνω καὶ θὰ τὸ ἐπαναλαμβάνω, διότι θεωρῶ ὅτι προτιμότερον εἶναι νὰ καταστραφῶμεν, ἀλλὰ νὰ σώσωμεν τὴν ἐθνικὴν τιμὴν, παρὰ νὰ ἀτιμασθῶμεν σώζοντες τὰ παράλιά μας· αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ὁ ὁποῖος μὲ κάμνει νὰ ἀπευθύνω αὐτὴν τὴν ἐρώτησιν εἰς τοὺς ὑπουργοὺς· οὔτε ἐνόησα, κ. πρόεδρε, οὔτε ἐννοῶ νὰ ὑποκινήσω ὑπουργικὰ ζητήματα, ἀπεναντίας μάλιστα εἶμαι ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι καὶ ὑπεστήριξαν καὶ θὰ ὑποστηρίξουν τὴν Κυβέρνησιν αὐτήν· ἀλλὰ λέγω ὅτι ὑπεστήριξα καὶ θὰ ὑποστηρίξω τὴν Κυβέρνησιν αὐτὴν, διότι τοὐλάχιστον κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν καὶ κατὰ τὴν κρίσιν ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς καὶ ὁλοκλήρου τοῦ Πανελληνίου, ὅταν ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ ἦλθεν εἰς τὰ πράγματα, ἦλθεν μὲ πρόγραμμα ὡρισμένον· μόνον ὁ κ. Ζωχιὸς ἀμφισβητεῖ τοῦτο, ἡμεῖς ὅμως καὶ εἴχομεν καὶ ἔχομεν τὴν πεποίθησιν ὅτι ἐχαιρετήσαμεν τὴν ἐμφάνισιν τοῦ ὑπουργείου ὑπὸ ὡρισμένον πρόγραμμα· καὶ οὔτε ἐνόησα, οὔτε ἐννοῶ κατ’ ἐλάχιστον ποτὲ νὰ πολεμήσω τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ἐννοῶ ὅτι διὰ νὰ πραγματοποιηθῇ τὸ πρόγραμμα ἐκεῖνο μὲ τὸ ὁποῖον ἦλθεν ἡ Κυβέρνησις, ἔχομεν ἀνάγκην ὡς καὶ ἄλλοτε μᾶς ἐζήτησαν οἱ ὑπουργοί, ἡμεῖς μὲν νὰ τοὺς ὑποστηρίξωμεν μὲ ἐνθουσιασμόν, αὐτοὶ δὲ νὰ ἐμπνεύσουν εἰς τὸ Ἔθνος αὐτὸν τὸν ἐνθουσιασμόν, διότι ἔθνος μικρὸν μάλιστα, τοῦ ὁποίου διατρέχει κίνδυνον καὶ ἡ ὕπαρξις καὶ ἡ τιμὴ, ἔχει ἀνάγκην αὐτοῦ τοῦ ἐνθουσιασμοῦ, ὅπως ἀντικρύσῃ τὰς περιστάσεις καὶ τὰς ἐπιδρομὰς τῶν βαρβάρων τῆς Ἀσίας. Ὑπὸ αὐτὸ τὸ πνεῦμα ὡμίλησα καὶ θὰ ὁμιλῶ.
§40ΖΩΧΙΟΣ. Προχθὲς, ἂν ἐνθυμεῖσθε, ἐγὼ καὶ ἄλλοι ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἐκάμαμεν παρατηρήσεις τινὰς περὶ τῶν πραγμάτων τῶν στρατιωτικῶν· σημειωτέον δὲ ὅτι εἷς παλαιὸς στρατηγὸς, Λάμαχος λεγόμενος, ἐπέπληξεν ἕνα του λοχαγὸν ὅτι ἔπταισε· δὲν τὸ κάμνω πλέον, λέγει· αὐτὸς δὲ ἠξεύρετε τί τοῦ ἀπεκρίθη; δύω φοραῖς εἰς τὸν πόλεμον δὲν σφάλλουν. Προχθὲς ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας εἶπε: σιωπή· ἄφες τὰ πράγματα νὰ τελειώσουν, καὶ τότε καλοῦμεν τοὺς ὑπουργοὺς καὶ τοὺς ἐξετάζομεν. Ἔμεινα δὲ ἐγὼ καὶ ὁ Δημητριάδης. Νομίζω σεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐμπιστεύεσθε τὴν Κυβέρνησιν, δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ τὴν ἐλέγχετε κατὰ πᾶσαν στιγμήν. Δὲν εἶναι ἀξία τῶν περιστάσεων; δὲν ἀντιπροσωπεύει τὰς ἰδέας σας; Τί ἁπλούστερον; Νὰ φύγῃ· καὶ πρέπει νὰ φύγῃ, κατ’ ἐμὲ, ὡς ἐπρότεινεν ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὅτε εἶπε: φέρατε τὸ ζήτημα νὰ τὸ συζητήσωμεν. Ἐνθυμεῖσθε δὲ πέρυσιν ὅτε εἶπον, σκέπτεσθε νὰ ῥίψετε τὸν ὑπὲρ τῶν ὅλων κύβον; ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶπεν, ὅτι τοιοῦτον σκοπὸν δὲν ἔχομεν, διότι ὅταν πρόκειται νὰ ῥιφθῇ ὁ ὑπὲρ τῶν ὅλων κύβος, πρέπει νὰ γίνῃ σκέψις κάπως ὡριμωτέρα. Ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας ἔχει ὡς ἀξίωμα τὸ νὰ ῥιφθῇ ὁ ὑπὲρ τῶν ὅλων κύβος. Ἰδοὺ εἶναι μία μεγάλη διαφορά.
§41Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μάλιστα, εἶναι ἀξίωμά μου.
§42ΖΩΧΙΟΣ. Τώρα οἱ ὑπουργοὶ αὐτοὶ ῥίπτουν τὸν ὑπὲρ τῶν ὅλων κύβον; Ἐγὼ λέγω τοῦτο, ὅτι ὑπάρχουν τρεῖς γνῶμαι· πρώτη εἶναι ἡ γνώμη τοῦ προλαλήσαντος, ὅτι πρέπει νὰ ῥιφθῇ ὁ ὑπὲρ τῶν ὅλων κύβος, ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τὰς καθὼς λέγουν οἱ λογιώτατοι, διότι ἐὰν τὸ εἴπετε τὰν, δὲν ὁμιλεῖτε γραμματικῶς· ἐπιμόνως δὲ ὁ προλαλήσας δὲν παύει λέγων, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει καθῆκον νὰ μᾶς ἐνθουσιάσῃ. Ἀλλὰ ποῖος θὰ ἐνθουσιασθῇ ἀπὸ τοὺς λόγους τῶν ὑπουργῶν; Ἐγὼ εἶμαι 67 ἐτῶν· ἐὰν ἤμην 15 ἐτῶν, ἠμποροῦσαν νὰ μὲ ἐνθουσιάσουν· ὅμως τώρα αὐτὸ δὲν γίνεται. Δὲν ἠμποροῦν λοιπὸν νὰ μᾶς ἐνθουσιάσουν· νὰ μᾶς ὁδηγήσουν καὶ νὰ μᾶς ποδηγετήσουν μάλιστα. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο πῶς δύνανται νὰ τὸ κατορθώσουν; Ἐγὼ ἔχω ὅλως διόλου ἄλλην ἰδέαν, ἐναντίαν ἰδέαν. Ὑπάρχει καὶ ἄλλη γνώμη. Μήτε τὸ φιλειρηνικὸν τοῦ Ζωχιοῦ νὰ δεχθῆτε, μήτε τὸ ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τὰς, ἀλλ’ ἐπιμείνατε φροντίζοντες περὶ ἀμύνης. Φροντίσατε ὅμως, διότι καθὼς πρὸ ὀλίγου σᾶς ἔλεγον οἱ Γάλλοι ἀπέτυχον, διότι δὲν εἶχον κατὰ τῶν Γερμανῶν καμμίαν παρασκευήν· εἶπον δὲ, νὰ μᾶς ἐνθουσιάσητε· καὶ διέταξαν καὶ ἔπαιξαν τὸ ὦ λιγερὸν καὶ κοπτερὸν σπαθί μου, τὸν Μασαλιωτικόν των ὕμνον, ἀλλὰ, ἀλλὰ...
§43Θ. ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Δὲν εἴμεθα μαζῇ εἰς τὸ ὑπουργεῖον καὶ ἀνεχώρησες, διότι δὲν ἦτον εἰρηνικόν;
§44ΖΩΧΙΟΣ. Τὸ νόστιμον ἦτον ὅτι ἤμεθα εἰρηνικοί. Σᾶς εἶπον ὅτι τρεῖς εἶναι αἱ γνῶμαι, ἡ γνώμη τοῦ προλαλήσαντος, ἣν ἐννοῶ...
§45ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ λόγος εἶναι περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§46ΡΟΥΦΟΣ. Ἦτο εἰρηνικώτατον τὸ ὑπουργεῖον, εἶναι ἀναγκαιότατον νὰ τὸ εἴπῃ ὁ κ. Ζωχιὸς, διότι εἷς τῶν συναδέλφων του τὸν διέψευσεν.
§47ΤΙΝΕΣ. Αὐτὰ δὲν ὠφελοῦν ἂν ἦτο ἢ δὲν ἦτο εἰρηνικόν.
§48ΖΩΧΙΟΣ. Βλέπετε ὅτι τὸ ἓν ζήτημα ἐγέννησεν ἄλλο. Τὸν ἀξιότιμον προλαλήσαντα τὸν ἐννοῶ· λέγει, πρέπει νὰ ῥιφθῇ ὁ ὑπὲρ τῶν ὅλων κύβος· τὸν ἐννοῶ, καὶ ἂν τὸ πιστεύῃ, ἐγὼ εἶμαι δοῦλός του, διότι ἐγὼ ἀκολουθῶ ἀνθρώπους πιστεύοντας. Ἐγὼ ὅμως ἔχω ὅλως διόλου ἐναντίαν γνώμην. Δὲν λέγω νὰ μὲ ἀκολουθήσητε, καὶ δὲν πρέπει νὰ μὲ ἀκολουθήσητε, ἀλλ’ ἐγὼ ὀφείλω νὰ ἐμμείνω εἰς τὴν γνώμην μου. Ὑπάρχει καὶ μία ἄλλη γνώμη, ἥτις δὲν δέχεται αὐτὰ τὰ δύω ἄκρα, ἥτις θέλει νὰ παρασκευασθῶμεν διὰ τὰ ἐνδεχόμενα. Τώρα ποίαν γνώμην ἀντιπροσωπεύει ἡ Κυβέρνησις; Δὲν ἀντιπροσωπεύει κἀμμίαν ἐξ αὐτῶν τῶν τριῶν; Ἂς φέρωμεν τὸ ζήτημα! ἀντιπροσωπεύει μίαν γνώμην καὶ αὐτὴν τὴν δεχόμεθα: Τότε νὰ προβῇ, ἄλλως νὰ ἔλθουν ἄλλοι. Ἐὰν πρέπῃ νὰ ἐπικρατήσουν αἱ ἰδέαι τοῦ προλαλήσαντος, τότε νὰ τελειώσῃ τὸ ζήτημα κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, καὶ νὰ συνταχθῇ καὶ ὁ προϋπολογισμὸς ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῇ· διότι ἐπὶ τέλους τί γίνεται; Ὁ εἷς μέμφεται τὸν ἄλλον. Δὲν ἀκολουθεῖ ἡ Κυβέρνησις τὰ ἄκρα; Νὰ ἔλθουν ἐκεῖνοι οἵτινες τὰ ἀκολουθοῦν, διότι ἐδῶ δὲν βλέπω τίποτε ἄλλο παρὰ μίαν μεμψιμοιρίαν. Λέγουν δὲ, αὐτὸ εἶναι τὸ πρόγραμμα τοῦ ἔθνους· τόσον τὸ καλλίτερον, ἂς τὸ ἀναλάβουν 4, 5, 6, 7. Πιθανὸν ὅτι δὲν εἶναι ἡ γνώμη μου ὀρθὴ, ἐγὼ ἐπιμένω· οἱ δὲ ἔχοντες τὴν ἐναντίαν γνώμην καὶ νομίζοντες ὅτι οἱ ὑπουργοὶ δὲν εἶναι ἀρκοῦντες ἂς ἔλθουν, λέγοντες, ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τάν.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὰς τακτικὰς ἐργασίας μας. Ἀναγινώσκεται ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς αἰτήσεως ἀδείας πρὸς εἰσαγωγὴν εἰς δίκην τοῦ βουλευτοῦ Στράτου· ἀλλὰ πρὸ τούτου, κύριοι, Σᾶς γνωστοποιῶ ὅτι αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἔλαβον τηλεγράφημα τοῦ κ. Στράτου, ἔχων οὕτως· (ἀναγινώσκει).
§50ΤΙΝΕΣ. Εὖγέ του!
§51ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ ἐπηρεασθῇ ἀπὸ τηλεγραφήματα.
§52ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἔχει ἐπιῤῥοὴν τὸ τηλεγράφημα.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγινώσκεται ἡ ἔκθεσις· (ἀναγινώσκεται). Ὁ κ. Κασβίκης ἔχει τὸν λόγον.
§54ΚΑΣΒΙΚΗΣ. Κύριοι, μειοψηφήσας εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς τῆς δικαιοσύνης, ὀφείλω νὰ δικαιολογήσω τὴν γνώμην μου, ἐφ’ ᾧ ἔρχομαι ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις χωρὶς νὰ κουράσω τὴν Βουλήν· παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλὴν νὰ μὲ ἀκούσῃ, διότι σπανίως λαμβάνω τὸν λόγον καὶ ὅταν πρόκειται περὶ σπουδαίων ζητημάτων, ἐχόντων οὐσιώδη ἐπιῤῥοήν. Ὅσον, κύριοι, εἶναι πολύτιμος ἡ ἐλευθερία τοῦ πολίτου, τοσοῦτον φειδωλὴ πρέπει νὰ ᾖναι ἡ Βουλὴ, προκειμένου νὰ χορηγήσῃ τὴν ἄδειαν αὐτῆς νὰ κατηγορηθῇ ἓν μέλος της, ἐπὶ πράξει ἐγκληματικῇ, ἐφ’ ἧς δὲν συνελέχθησαν αἱ ἀπαιτούμεναι ἐνδείξεις παρὰ τῶν ὀργάνων τῆς ἑτέρας ἐξουσίας, τῆς δικαστικῆς, καὶ δὲν ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν βάσανον τῆς Βουλῆς, ὅπως τοῦτο πράττουν οἱ συνετοὶ ἀνακριταὶ πρὸς μόρφωσιν τῆς πεποιθήσεως αὐτῶν, πρὶν ἐκδώσουν ἔνταλμα προφυλακίσεως κατά τινος κατηγορουμένου μὴ περιβεβλημένου μὲ τὴν ἰδιότητα τοῦ βουλευτοῦ. Τοιαύτην ἀρχὴν καθιέρωσεν ὁ θεμελιώδης ἡμῶν νόμος ἐν ἄρθρῳ 63 τοῦ Συντάγματος, ἣν θεωρῶ οὐσιαστικὴν καὶ σπουδαίαν διάταξιν, καθιεροῦσαν τὴν ἀσυλίαν τοῦ βουλευτοῦ κατὰ πάσης ἐπιδρομῆς, τοὐτέστιν ὅτι τότε πρέπει νὰ χορηγῇ τὴν ἄδειαν αὐτῆς ἐὰν σταθμίσῃ τὰς περιστάσεις καὶ πεισθῇ ὅτι οὔτε τὸ πρόσωπον τοῦ μέλους αὐτῆς, οὔτε ἡ δικαιοσύνη παραβιάζεται· μίαν δὲ μόνην ἐξαίρεσιν καθιεροῖ τὴν ἐπὶ μόνων τῶν ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἐγκλημάτων. Εἶναι λοιπὸν μόνον τῆς ἐξουσίας τῆς Βουλῆς νὰ ἀποφασίσῃ ἂν πρέπει νὰ δώσῃ ἓν μέλος αὑτῆς εἰς τὰς χεῖρας τῆς ἄλλης ἐξουσίας, τῆς δικαστικῆς, ἢ νὰ ἀφήσῃ νὰ προχωρήσῃ ἡ ἀνάκρισις ὅπως συναθροισθῶσιν ὅλαι αἱ ἐνδείξεις καὶ τότε ν’ ἀποφανθῇ περὶ τῆς ἀποδοχῆς τῆς εἰς δίκην εἰσαγωγῆς ἢ τῆς ἀρνήσεως. Φρονῶ, κύριοι, ὅτι διὰ νὰ δοθῇ ἡ ἄδεια, διὰ νὰ παραπεμφθῇ ἓν μέλος τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας εἰς τὴν ἑτέραν ἐξουσίαν, τὴν δικαστικὴν, πρέπει προηγουμένως νὰ συναχθῶσιν ὅλαι αἱ ἀπαιτούμεναι ἐνδείξεις πρὸς καταρτισμὸν τῆς κατηγορίας ταύτης, τοὐτέστι νὰ ὑπάρχῃ πλήρης ἡ ἀνάκρισις καὶ ὅλαι αἱ προκαταρκτικαὶ πράξεις. Ἡ προκειμένη πρᾶξις ἀποδίδεται εἰς τρία ἄλλα πρόσωπα, ἅτινα καταγγέλλονται ἐκ τῆς προκειμένης δικογραφίας, ὅτι ἐτέλεσαν τὴν πρᾶξιν. Εἰς τὴν Συνέλευσιν, κύριοι, ὅταν συνεζητεῖτο τὸ ἄρθρον 63 ἐσχηματίσθησαν δύω γνῶμαι· ἡ πρώτη, ὅτι ὁσάκις ἡ Βουλὴ ἀρνεῖται τὴν ἄδειαν, νὰ προχωρῇ ἡ ἀνάκρισις καὶ νὰ μὴν ἀπαγγέλλεται ἡ κατηγορία εἰς τὸν κατηγορούμενον βουλευτὴν μέχρις ὅτου λήξῃ ἡ Βουλευτικὴ Σύνοδος, καὶ τὴν γνώμην ταύτην ὑπεστήριξεν ὁ πληρεξούσιος κ. Καλὸς, καὶ ἡ Ἐθνοσυνέλευσις παρεδέχθη ἐκ πλάνης, ἀλλὰ μετὰ τὴν παραδοχὴν τῆς γνώμης ταύτης ἕτερον μέλος τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, ὁ κ. Σαράβας, ἐξανέστη κατὰ τοῦ ἐσφαλμένου τῆς ἀποφάσεως ταύτης, λέγων, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ διατελῇ μέλος ὑπὸ κατηγορίαν καὶ νὰ συνεδριάζῃ μετὰ τῶν λοιπῶν μελῶν τοῦ νομοθετικοῦ σώματος, καὶ ἕνεκα τούτου ἡ Συνέλευσις παραδεχθεῖσα τὸ ὀρθὸν τῶν παρατηρήσεων τοῦ κ. Σαράβα, ἀνέτρεψε τὴν ἀπόφασιν ταύτην καὶ παρεδέχθη τὸ ἄρθρον 63 ὡς ἔχει· ἀλλ’ ἀφοῦ ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος, κατ’ ἐμὴν γνώμην εἶναι οὐσιαστικὴ καὶ οὐχὶ τυπικὴ καὶ ἐπουσιώδης, φρονῶ ὅτι μετ’ ἐπισταμένην ἔρευναν τῶν περιστάσεων, πρέπει νὰ ἀποφασίζῃ ἡ Βουλὴ καὶ νὰ χορηγῇ τοιαύτην ἄδειαν κατηγορίας. Ἐνταῦθα κρίνω δέον νὰ Σᾶς εἴπω, κύριοι, ὅτι καὶ κατὰ τὴν ποινικὴν δικονομίαν, τὴν διέπουσαν τὸ σύστημα τῆς ἀνακρίσεως τῶν ἐγκληματικῶν πράξεων, καθιεροῦται ἡ ἐγγύησις, ὅτι πρὶν συλλεχθῶσιν αἱ δέουσαι ἐνδείξεις περὶ τοῦ βασίμου τῆς ἀποδιδομένης ἀξιοποίνου πράξεως, δὲν ἐκδίδονται ἐντάλματα προφυλακίσεως· μετὰ δὲ τοῦτο ὅταν ὑποβληθῶσιν αἱ συλλεχθεῖσαι ἀποδείξεις εἰς τὸ δικαστ. συμβούλιον καὶ τοῦτο δὲν εὕρῃ ἀποχρώσας ταύτας πρὸς παραπομπὴν εἰς τὸ ἀκροατήριον, παύει πρὸς καιρὸν τὴν περαιτέρω καταδίωξιν, καὶ δὲν δύναται ὁ κατηγορηθεὶς νὰ κατηγορηθῇ ἐκ νέου, εἰμὴ μόνον ἐὰν ὁ Εἰσαγγελεὺς, δοθείσης νέας μηνύσεως, συλλέξῃ νέας ἀποδείξεις, τὰς ὑποβάλλει εἰς τὸ Συμβούλιον καὶ τοῦτο κρίνῃ αὐτὰς ἀποχρώσας νὰ δώσῃ τὴν ἄδειάν του πρὸς ἐπανάληψιν τῆς ἀνακρίσεως· ἄλλως, ὁ κατηγορηθεὶς μένει ἀκαταδίωκτος· μὲ μόνην ἁπλῆν μήνυσιν δὲν πρέπει νὰ ἐγκαθειρχθῇ, ἀλλὰ πρέπει νὰ περαιωθῶσιν αἱ ἀνακρίσεις καὶ τότε νὰ συλληφθῇ. Ἐάν, κύριοι, τοιαύτας ἐγγυήσεις καθιέρωσεν ὁ νόμος ὑπὲρ ὅλων τῶν κατηγορουμένων κατὰ τὸ κοινὸν δίκαιον, διατί δὲν θέλετε νὰ τὰς καθιερώσητε καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ὅταν πρόκειται νὰ ἀποστείλητε ἓν μέλος τοῦ νομοθετικοῦ σώματος εἰς τὴν ἄλλην ἐξουσίαν; μήπως ἡ προσωρινὴ ἀσυλία του ματαιοῖ τὴν δικαιοσύνην, ἥτις μετὰ τὴν λῆξιν τῆς βουλευτικῆς Συνόδου εἶναι ἐντελῶς ἐλευθέρα νὰ τιμωρήσῃ τὴν τυχὸν προκύψασαν ἐνοχήν του; καὶ μέχρις ἐκείνου τοῦ χρόνου τῆς λήξεως τῆς συνόδου, ἡ ἀνάκρισις προβαίνουσα κατὰ τῶν λοιπῶν κατηγορουμένων, δύναται νὰ ᾖ πλήρης. Σᾶς ἐρωτῶ, κύριοι, νὰ μοὶ εἴπητε, κατὰ τί βλάπτεται ἡ δικαιοσύνη ἐκ τῆς χορηγουμένης ἀσυλίας κατὰ τοῦ μέλους τῆς Βουλῆς; Ἐκ τῆς δικογραφίας, ἣν διεξῆλθον, πηγάζουν τὰ ἑξῆς γεγονότα· ὅτι ἀγροφύλακές τινες συνέλαβον τοὺς βόας τοῦ κ. Στράτου, καὶ ἔλαβον τὰ σύλληπτρα· τὴν ἑπομένην ἡμέραν πάλιν τοὺς συνέλαβον καὶ πάλιν ἐπλήρωσε· τὴ τρίτην συνέλαβον τοὺς βόας ἑνὸς ἄλλου ἐκ τοῦ χωρίου Λουτροῦ καὶ πάλιν οἱ ἀγροφύλακες ἔλαβον τὰ σύλληπτρα· τρεῖ λοιπὸν ἄνθρωποι, ἐξ ὧν ὁ εἷς συγγενὴς τοῦ Κ. Στράτου, εἷς ὑπηρέτης του καὶ εἷς ἄλλος διευθύνθησαν πρὸς ἐκεῖνο τὸ μέρος ἔνοπλοι, ὁ δὲ Στράτος κατόπιν τοὺς ἠκολούθησεν ἄοπλος· ὁ Στράτος ἔμεινε κατόπιν ὁμιλῶν μέ τινας, οἱ δὲ ἄλλοι ἔνοπλοι ἐπλησίασαν πρὸς τοὺς ἀγροφύλακας. Ἐνῷ δὲ συνωμίλει ὁ Στράτος ἠκούσθησαν δύω πυροβολισμοὶ καὶ ἐξ αὐτῶν ὁ εἷς ἀγροφύλαξ ἔπεσε νεκρὸς καὶ ὁ ἄλλος ἐτραυματίσθη. Αὐτὰ εἶναι τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα συνήχθησαν παρὰ τοῦ κ. Εἰρηνοδίκου Βάλτου καὶ ἐπ’ αὐτῶν ζητεῖται εἰσαγωγὴ εἰς δίκην. Φρονῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει ν’ ἀποφανθῇ ἀναβάλλουσα τὴν ὁριστικὴν ἀπόφασίν της παραδεχομένη τὴν ἑξῆ πρότασίν μου, ὅτι ἀπέχει ν’ ἀποφασίσῃ μέχρις οὗ συλλεχθῶσιν αἱ ἀποδείξεις παρὰ τακτικοῦ ἀνακριτοῦ καὶ ἐνισχυθῶσιν αἱ κατὰ τοῦ βουλευτοῦ κ. Στράτου ὑποψίαι, ὅτι συνέπραξεν ὁπωσδήποτε εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀποδιδομένης αὐτῷ ἀνωτέρω ἀξιοποίνου πράξεως, πράττουσα ὅπως καὶ τὰ δικαστικὰ συμβούλια ὁσάκις δὲν προκύπτουν ἀποχρῶσαι ἐνδείξεις· τοιαύτην ἔχω γνώμην καὶ ἡ Βουλὴ ἐν τῇ κυριαρχίᾳ της ἂς πράξῃ ὅ,τι βούλεται.
§55Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Βεβαιωθῆτε, κύριοι, ὅτι μετὰ λύπης μου λαμβάνω τὸν λόγον, πολὺ δὲ μᾶλλον, ἀφοῦ ἔχω τὴν ἐναντίαν ἰδέαν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν ὁ προλαλήσας. Λυποῦμαι δέ, διότι πρόκειται περὶ συναδέλφου καὶ εἰς τοιαύτην περίστασιν ὀφείλει τις νὰ ἀπέχῃ· ὑπάρχει ὅμως λόγος ὑψηλότερος, ἠθικώτερος, ὁ ὁποῖος μὲ ἐξηνάγκασε νὰ λάβω τὸν λόγον· εἶναι δὲ οὗτος, ὅτι ὀφείλει ἡ Βουλὴ ὅταν πρόκειται περὶ μέλους της νὰ ἀφίνῃ ἐλευθέραν τὴν ἑτέραν ἐξουσίαν, ἤτοι τὴν νομοτελεστικήν, νὰ πράττῃ τὸ καθῆκόν της. Θέλω τὸν βουλευτὴν ἄξιον νὰ κατέχῃ τὴν θέσιν τοῦ ἀντιπροσώπου καὶ νὰ δίδῃ αὐτὸς πρῶτος τὸ παράδειγμα τοῦ σεβασμοῦ τῶν νόμων, θέλω νὰ ᾖναι ἀνεπίληπτος. Ἐκ τῶν καταθέσεων ἀποδεικνύεται ὅτι ἔλαβε χώραν φόνος, ὅστις ἐγένετο, λέγω, ἕνεκα τῆς κακῆς ἐννοουμένης ἐν ταῖς ἐπαρχίαις φιλοτιμίας. Ὁ προλαλήσας ἐζήτησεν, ὅπως ἡ Βουλὴ μὴ ἀποφασίσῃ μέχρις οὗ τελειώσῃ τὰς ἀνακρίσεις της ἡ δικαστικὴ ἐξουσία. Τοῦτο δὲν ἔχεται ἐντελῶς ἀληθείας· διότι ἐκ τῶν διαφόρων καταθέσεων, τῶν γενομένων κατὰ τὴν προανάκρισιν, ἀποδεικνύεται, ὅτι ὄχι μόνον τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου διαταττόμενα ἔλαβον χώραν, ἀλλὰ καὶ ἀνακρίσεις μετὰ ταῦτα. Ἔχω ἐνώπιόν μου τὴν ἀνάκρισιν τοῦ ὑπομοιράρχου κατὰ πρῶτον, δεύτερον τοῦ εἰρηνοδίκου, τρίτον τοῦ ἀνακριτοῦ καὶ τοῦ ἀντεισαγγελέως.
§56ΚΑΣΒΙΚΗΣ. Δὲν ὑπάρχει τοῦ ἀνακριτοῦ ἀνάκρισις οὔτε τοῦ ἀντεισαγγελέως.
§57ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἔχω ἐδῶ τὰ τηλεγραφήματα.
§58ΤΙΝΕΣ. Μὴ τὰ ἀναγινώσκετε.
§59ΜΙΛΗΣΗΣ. Εἶναι περαιωμένη ἡ ἀνάκρισις ἢ οὔ;
§60ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἡ προκαταρκτικὴ ἀνάκρισις εἶναι περαιωμένη. — Κύριοι, δὲν θέλω νὰ ἀναγνώσω τὰς μαρτυρίας, ἀλλ’ ὑπάρχει βεβαιωμένον ὅτι ἡ ὑπόθεσις ἔλαβε χώραν ὡς ἑξῆς. Τσέλιγγες, ἤτοι ἀρχεποιμένες, ἐνοικίασαν λειβάδιά τινα· ἐπὶ τῶν λειβαδίων ἐκείνων διώρισαν δύω ἀγροφύλακας, ὅπως ἐπιτηρῶσι τὰ ὅρια καὶ τὴν βοσκήν· βόες ἐκ τῆς ἀγέλης τοῦ βουλευτοῦ Κωνσταντίνου Στράτου συνελήφθησαν βόσκοντες τὸ πρῶτον, τὸ δεύτερον καὶ τὸ τρίτον καὶ ἐπλήρωσαν· ὁ κ. Στράτος παρεπονήθη διὰ τοῦτο, ἀλλὰ φαίνεται ὅτι ἡ ἐπαγρύπνησις τῶν ἀγροφυλάκων δὲν ἤρεσεν εἰς τοὺς περὶ τὸν Στράτον, διότι συνέλαβον καὶ πολλοὺς βόας τῶν φίλων αὐτοῦ. Ἵνα δὲ εἴπω τὴν ἀλήθειαν εἰς τὸν δῆμον ἐκεῖνον φαίνονται πολὺ ἄγρια τὰ πάθη τῶν διαφόρων φατριῶν. Οἱ φίλοι τοῦ κ. Στράτου παρεπονέθησαν, διὰ τοῦτο ἐπειράχθη καὶ ἡ φιλοτιμία τοῦ κ. Στράτου καὶ ἀπεφάσισαν ὅπως μεταβῶσι μετὰ τοῦ κ. Στράτου εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο· ἀπεφάσισαν λοιπὸν οἱ συγγενεῖς τοῦ κ. Στράτου μὲ δύω ἄλλους ὑπηρέτας, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἦτο καὶ εἷς Τοῦρκος, νὰ ὑπάγουν· ἀλλὰ τοὺς παρηκολούθει καὶ ὁ κ. Στράτος, καὶ οὐ μόνον τοὺς παρηκολούθει, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν τόπον τοῦ φόνου ἀφίππευσε καὶ δὲν ἤθελε νὰ ἔλθῃ εἰς συνεννόησιν μετὰ τῶν φυλάκων. Ἐκτὸς τούτου καὶ ἐξ ἄλλων γεγονότων, τὰ ὁποῖα δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται ν’ ἀναγνώσω, ἀποδεικνύεται ῥητῶς, ὅτι ἠθέλησαν νὰ καλύψωσι δι’ ἄλλου τρόπου τὸ ἔγκλημα. Δὲν ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι εἶναι ὁ ἠθικὸς αὐτουργὸς ὁ κ. Στράτος, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ὀφείλει χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας τῶν μελῶν της νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν εἰσαγωγὴν εἰς δίκην τοῦ βουλευτοῦ.
§61Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐὰν πρόκειται, κύριοι βουλευταί, νὰ συζητήσωμεν σήμερον τὰς θεωρίας τοῦ ποινικοῦ νόμου περὶ τῶν ἐγκλημάτων καὶ τῶν ἐγκληματιῶν, εὐκολώτατα ἠδυνάμεθα ν’ ἀποδείξωμεν, ὅτι πόθος διακαὴς παντὸς εἶναι ἡ αὐστηρὰ καταδίωξις τῶν ἐγκληματιῶν καὶ ἡ ταχεῖα ἀποπεράτωσις τῆς προδικασίας καὶ ἡ παράδοσις εἰς χεῖρας τῆς δικαιοσύνης παντὸς αὐτουργοῦ, συνεργοῦ ἢ συναιτίου, διότι τὸ στοιχεῖον τοῦτο εἶναι ἀπαραίτητον τῆς βασιλείας τῶν Νόμων, ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ὁποίας εὐδαιμονοῦν αἱ συντεταγμέναι Πολιτεῖαι. Ἀλλά, κύριοι, δὲν πρόκειται περὶ τούτου, ἀλλ’ ἁπλῶς περὶ τῆς ἀσυλίας τῆς ἀνεγεγραμμένης ἐν τῷ ἄρθρῳ 63 τοῦ Συντάγματος, εἰς τὸ ὁποῖον ὡρκίσθημεν νὰ ὦμεν φρουροὶ ἄγρυπνοι καὶ προστάται ἀδιάσειστοι χωρὶς νὰ δίδωμεν προσοχὴν εἰς οὐδένα ἄλλον λόγον συμπαθείας ἢ ἀντιπαθείας. Τώρα προκειμένου λόγου περὶ τῆς ἀσυλίας ταύτης, ἀναγκαῖον εἶναι νὰ συζητήσωμεν περὶ τῆς σημασίας αὐτῆς· διότι ἂν ἁπλῶς καὶ κατὰ τύπον ἀνεγράφη τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἐν τῷ Συντάγματι, βεβαίως εἶναι εὔκολον νὰ παραδεχθῶμεν τὴν γνώμην τῆς Ἐπιτροπῆς ἀβασανίστως, ἀλλὰ δὲν εὑρίσκω κύριοι, ὀρθὸν νὰ παραδεχθῶ, ὅτι τυπικὴ ἁπλῶς εἶναι ἡ ἀναγραφὴ τῆς Βουλευτικῆς ἀσυλίας ἐν τῷ Συντάγματι. Ἡ Βουλευτικὴ ἀσυλία, κύριοι, ἀνεγράφη εἰς τὰ Συντάγματα μετὰ προηγουμένην πολυπαθῆ καὶ πολυστένακτον ἱστορίαν. Ἤθελησαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀνέγραψαν αὐτήν, νὰ ἐξασφαλίσωσι τὴν ἀνεξαρτησίαν τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τῶν μελῶν αὐτοῦ· κατὰ πάσης ἐπιδράσεως, εἴτε ἐκ τῶν ἄνωθεν, εἴτε ἐκ τῶν κάτωθεν, διότι τὸ Κοινοβούλιον ἵσταται ἐν τῷ μέσῳ καὶ τῆς ἀνωτέρας ἐξουσίας καὶ τῶν ταπεινῶν παθῶν, καὶ διὰ τοῦτο ὁ βουλευτὴς ἔπρεπε νὰ ἀπολαμβάνῃ ἐξασφαλίσεώς τινος, καὶ διὰ τοῦτο ἐτέθη εἰς τὸ Σύνταγμα, ὅτι ἐκτὸς τῆς περιπτώσεως τῶν ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἐγκλημάτων ἄνευ ἀδείας τοῦ Κοινοβουλίου δὲν πρέπει νὰ ἐπιτρέπεται καταδίωξις τοῦ βουλευτοῦ, διαρκούσης τῆς συνόδου, οὔτε ἀνάκρισις αὐτοῦ, οὔτε φυλάκισις· ἀλλά, κύριοι, διὰ νὰ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ αὐτὴν τὴν ἄδειαν χρειάζεται νὰ ἔχῃ μίαν ἀπόδειξιν, μίαν ἀνάκρισιν περὶ ἐνοχῆς ἢ συμπράξεως εἰς ἔγκλημα, διότι δὲν ἀρκεῖ ὁ Εἰσαγγελεὺς νὰ ζητήσῃ τοῦτο ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν καὶ ὁ Ὑπουργὸς νὰ φέρῃ τὴν αἴτησιν εἰς τὴν Βουλήν, νὰ παραπέμψῃ αὕτη ταύτην εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἀρνηθῇ τὴν αἰτουμένην ἄδειαν· ἂν ἀρκεῖ τοῦτο, διὰ νὰ παραδεχθῇ ἡ Βουλὴ τὴν αἴτησιν καὶ νὰ παραδώσῃ εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν ἢ εἰς τὴν ἀνάκρισιν τὸ μέλος αὑτῆς, ἡ ἀσυλία τοῦ ἄρθρου 63 τοῦ Συντάγματος ἤθελεν εἶσθαι κενὴ λέξις. Ἐὰν δὲν ἐφοβούμην ὅτι θὰ μᾶς κηρύξωσι ὅλοι εὔπιστα νήπια, ἤθελον παραδεχθῆ τοῦτο· ἀλλά, κύριοι, δὲν μοὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ συμφωνήσω μὲ τὴν γνώμην αὐτὴν τὴν αὐθαίρετον, διότι μόνον ἐδόθη μία καταμήνυσις, ἀνεξετάστως νὰ δώσωμεν τὴν ἄδειαν τῆς καταδιώξεως, διότι τότε ἀνοίγομεν γέφυραν εἰς τὸν φατριασμὸν καὶ εἰς τὰ πάθη, καὶ δύνανται προϊόντος τοῦ χρόνου νὰ μὴ ἀφήσουν οὐδένα βουλευτὴν ἐνταῦθα. Ἐξετάζοντες, κύριοι, τὴν κατηγορίαν τοῦ βουλευτοῦ Στράτου, εὑρίσκομεν ὅτι καταγγέλλουσιν αὐτὸν ὡς ὑπαίτιον φόνου. Ἀλλ’ ὑπάρχει δικογραφία πλήρης, μὲ ἀνάκρισιν τακτικήν, διὰ νὰ κρίνωμεν τὴν κατηγορίαν; Ἐπέστησα τὴν προσοχήν μου ἐν τῇ δικογραφίᾳ.
§62ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἠμπορεῖ νὰ περιστραφῇ ἡ ἀνάκρισις καὶ κατὰ τοῦ βουλευτοῦ ἐὰν δὲν διαταχθῇ καὶ δοθῇ ἄδεια;
§63Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Μὴ βιάζεσθε. — Τί προέκυψεν ἀπὸ τῶν ἀνακρίσεων αὐτῶν; Εἶναι ἀνακρίσεις προεισαγωγικαί, περιέχουσαι δύω εἰδῶν μαρτυρίας, ἐξ ἀκοῆς καὶ μαρτυρίας ἐξ ἀντιλήψεως· αἱ ἐξ ἀκοῆς μαρτυρίαι περιέχουσαι τὸ ἑξῆς μόνον, ὅτι ἐθεάθη ὁ Στράτος μετὰ τριῶν ἐνόπλων πρὸς τὸ μέρος τῆς πράξεως πορευόμενος, μετὰ παρέλευσιν ὀλίγων στιγμῶν ἠκούσθησαν κατά τινας δύω πυροβολισμοί, κατά τινας εἷς· ἀκολούθως ὁ Στράτος ἐθεάθη ἐπανερχόμενος καὶ δυσανασχετῶν κατὰ τῶν πυροβολησάντων καὶ λέγων, ὅτι δὲν ἐπρόφθασα τὰ διαβολόπαιδα νὰ τὰ ἐμποδίσω καὶ ἔκαμαν φόνον καὶ φροντίσατε νὰ εἰδοποιηθῇ ἡ ἐξουσία. Αὐτὰ λέγουν οἱ μάρτυρες, τῶν ὁποίων τὰ ὀνόματα εἶναι ἐδῶ. Ἐξ αὐτῶν ἀποδεικνύεται μόνον, ὅτι τρεῖς ἕτεροι κατηγορούμενοι ἕνας Νικόλ. Στράτος καὶ δύω ἄλλοι ἔνοπλοι ἐπυροβόλησαν καὶ ἐφόνευσαν· ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸν Κωνστ. Στράτον δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἔνδειξις, διότι αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγουν οἱ μάρτυρες δὲν δύνανται οὐδόλως νὰ στηρίξωσιν ἐνοχὴν τοῦ βουλευτοῦ Στράτου. Ἀλλ’ ἔρχεται ἕτερος μάρτυς, ὁ Ἠλίας Καρπίτσης, ὁ ὁποῖος ἐτραυματίσθη καὶ φέρει πληγάς, καὶ κατὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἰατροῦ θὰ νοσηλευθῇ ἐπὶ μίαν ἑβδομάδα. Αὐτὸν τὸν ἐξήτασαν ἐνόρκως καὶ ἠξεύρετε τί τὸν ἠρώτησαν καὶ ὑποβλητικῶς; Εἰπέ μας πῶς ἐφονεύθη ὁ δεῖνα; ὁ Στράτος εἶναι ἔνοχος; Αὐτὸς εἶπεν ὅτι ἦλθον τρεῖς, ὅτι ἐκοιμᾶτο ὁ φονευθείς, καὶ ὅτι ἤκουσεν ὅτι ὁ βουλευτὴς ἔρχεται καὶ ἔδεσε τὸ ἄλογόν του εἰς ἓν δένδρον· ἤκουσα δὲ νὰ φωνάζουν στὸν τόπο. Ἠρώτησαν πάλιν τὸν μάρτυρα, ἦτο ἔνοχος ὁ Στράτος; λέγει δὲν ἦτο, ἀλλὰ θὰ εἶχε πυρόβολον, διότι καὶ ἄλλοτε εἶχεν εἰς μίαν ἀγορὰν τοιοῦτον. Τὸν ἐρωτοῦν πάλιν ἂν ἦτο ἐκεῖνος ἔνοχος. Ἂν δὲν ἦτο ἠδύναντο νὰ μὲ πληγώσουν οἱ ἄλλοι, ἀπήντησεν ἐκεῖνος. Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἀπὸ τὸν Βάλτον καὶ εἶναι ἀγροφύλαξ τοῦ ἀνθρώπου, ὅστις κατεῖχε τὰς βοσκὰς, σύντροφος τοῦ φονευθέντος. Ἡ μαρτυρία λοιπὸν αὕτη δὲν εἶναι ἰσχυρὰ, δὲν εἶναι πιθανὴ, δὲν εἶναι ἀληθής.
§64ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ἐνοχῆς τοῦ Στράτου.
§65ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ λέγω ὅτι πρόκειται. Ἐγένετο μόνον προανάκρισις, δὲν ἐγένετο ἡ ἐξέτασις ἐνώπιον τοῦ ἀνακριτοῦ, ἀλλ’ ἐνώπιον τοῦ εἰρηνοδίκου παρόντος καὶ τοῦ ὑπομοιράρχου τοῦ ὁποίου ἡ ὑπογραφὴ ἀποδεικνύει τὴν πνευματικήν του ἰσχὺν καὶ τὴν νοημοσύνην· (θόρυβος). Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν καμμία ἔνδειξις περὶ τῆς συμπράξεως τοῦ Στράτου εἰς τὸ ἔγκλημα αὐτό· ὁ ἀθωότερος τῶν ἀνθρώπων κινδυνεύει, ἐπιτρεπομένης καταδιώξεως ἐπὶ τῇ βάσει τοιαύτης μαρτυρίας. Σεῖς ὀφείλετε νὰ σκεφθῆτε τοῦτο καλῶς, διότι οἱ ἄνθρωποί σας πολλάκις προχωροῦν, ἐρεθίζοντες τοὺς ἀντιπάλους των, καὶ ἐνδέχεται νὰ φονεύσωσιν ἕνα ἄνθρωπον· νὰ ἐπιτρέπετε εἰς τοὺς ἐχθρούς σας νὰ εἴπωσιν ὅτι εἶσθε ἔνοχος, κύριε Ζαΐμη!
§66ΖΑΪΜΗΣ. Ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ δώσῃ τὴν ἄδειαν ἵνα δικασθῶ.
§67ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν θέλω ἐγὼ νὰ τρέχῃ ὁ χωροφύλαξ καὶ νὰ σᾶς συλλαμβάνῃ.
§68ΛΑΔΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἔνταλμα ἡ ἄδεια.
§69ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὁ νόμος μοὶ δίδει τὸ δικαίωμα νὰ σκεφθῶ, ἵνα μὴ ὑπηρετήσω ποταπὰ συμφέροντα. Ἠδύνατο νὰ προβῇ ἡ ἀνάκρισις καὶ ἂν ἀπεδεικνύετο κατὰ τὴν πρόοδον τῆς ἀνακρίσεως ὅτι ἐνέχεται, τότε νὰ σταλῇ ἡ δικογραφία εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ ζητηθῇ ἡ ἄδεια. Νομίζω, δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους, ὅτι δὲν ὑπηρετοῦμεν τὸν νόμον, δὲν δίδομεν τὴν προσήκουσαν ἀξίαν εἰς τὴν ἀναγεγραμμένην ἐν τῷ Συντάγματι προνομίαν τοῦ βουλευτοῦ, ἐπιτρέποντες τὴν ζητουμένην ἄδειαν. Δὲν ἐννοῶ, κύριοι, νὰ ὑπερασπισθῶ, οὔτε ν’ ἀντιπαθήσω εἰς κανένα, ἀλλ’ ἐννοῶ νὰ δώσω κῦρος καὶ ἰσχὺν εἰς δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἐδόθη εἰς τὴν Βουλήν. Ὑπάρχει τηλεγράφημα, δι’ οὗ ὁ κ. Στράτος, λέγει, ὅτι ἐπιθυμεῖ ἵνα ἡ Βουλὴ δώσῃ τὴν ἄδειαν, ἀλλὰ τοῦτο δὲν δύναται ν’ ἀποφασίσῃ ὁ κ. Στράτος, οὔτε ἐξετάζω ἐγὼ τὸν λόγον τοῦ τηλεγραφήματος. Συμφωνῶ λοιπὸν μὲ τὴν γνώμην τοῦ μειονοψηφοῦντος μέλους, ἵν’ ἀναβληθῇ ἡ ἄδεια μέχρις οὗ γίνῃ πλήρης ἐξέτασις, πεμφθῇ ἐνταῦθα ἡ δικογραφία καὶ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ ἐν ἐπιγνώσει.
§70Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Ἡ Βουλευτικὴ ἀσυλία, κύριοι, εἶναι ἀναστολὴ τῆς λειτουργίας τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Ἡ δικαστικὴ ἐξουσία, εἶναι ἐξουσία αὐτοτελὴς, σκόπιμος καὶ ἀνεξαρτήτως ἐνεργοῦσα ἐλευθέρως, μὴ ὑπαγομένη εἰς οὐδεμίαν τῶν ἄλλων ἐν τῇ πολιτείᾳ καθεστηκυιῶν ἐξουσιῶν. Ἵνα δὲ ἀνασταλῇ ἡ λειτουργία αὐτῆς ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ μέγα συμφέρον, συμφέρον δημόσιον, συμφέρον πολιτειακὸν, οὐδέποτε δὲ τὸ συμφέρον τοῦ ἀτόμου ἤθελε θεωρηθῆ τόσον ἱκανὸν ὥστε ν’ ἀναστείλῃ τὴν λειτουργίαν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Ὅταν ζητεῖται ἡ ἄδεια ἀπὸ τὸ Κοινοβούλιον ἵνα ἐπιτραπῇ ἡ καταδίωξις ἡ δικαστικὴ ἐπὶ μέλους τινὸς αὐτοῦ, δὲν ἐξετάζεται ἂν τὸ μέλος ἦναι ἔνοχον ἢ ἀθῶον· αὐτὸ ἁρμόδιοι εἶναι νὰ τὸ ἐξετάσωσιν οἱ ὁρκωτοί, ἢ τὰ δικαστικὰ συμβούλια· ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ἐξετάζεται ἕτερόν τι, ἐξετάζεται ἂν ἡ κατηγορία δὲν εἶναι σκευώρημα ὑπὸ τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας ἐπινοηθὲν, ἂν τὸ πρόσωπον τὸ ζητούμενον δὲν εἶναι τοιοῦτον, ὥστε ἂν ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τὸ Κοινοβούλιον, νὰ παραλύσῃ τὸ Κοινοβούλιον. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι αἱ παραστάσεις αἱ γενόμεναι ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων βουλευτῶν ἐξ Εὐρυτανίας καὶ ἐκ Ναυπλίου, ἐγένοντο ἐν οὐ δέοντι. Ἂν ὑπάρχωσι πολλαὶ ἢ ὀλίγαι ἐνδείξεις κατὰ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐκ Βάλτου, ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἐζητήθη ἡ ἄδεια τῆς εἰς δίκην εἰσαγωγῆς, αἱ σκέψεις αὗται εἶναι ἀλλότριαι τοῦ Κοινοβουλίου. Εἰς τὴν αἴτησιν δὲ τῆς ἀδείας ταύτης δὲν κινδυνεύουσι πολιτειακὰ συμφέροντα. Καὶ αὐτὸς δὲ οὗτος προσεφέρθη καὶ εἶπε, δότε τὴν ἄδειαν· δὲν ἐπιτρέπει ἡ τιμὴ οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον νὰ μείνῃ ὑπόνοια κατηγορίας κατ’ ἐμοῦ. Διὰ ταῦτα νομίζω, ὅτι ὅλα τὰ λεχθέντα περὶ τῆς ἀναβολῆς τῆς ἀποφάσεως ἐπὶ τῆς αἰτήσεως δὲν ἔχουν βάσιν, καὶ δὲν ὑπάρχει λόγος σπουδαῖος ν’ ἀναβάλῃ τὴν ἀπόφασίν της ἡ Βουλή.
§71Δ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ, κύριοι, φρονῶ ὅτι ἐν γένει ἡ συζήτησις ἦτο ἄσκοπος, διότι ὁ Κ. Στράτος καὶ διὰ τηλεγραφήματος ἀνέφερεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ δι’ ἑνὸς ἑτέρου τηλεγραφήματος, τὸ ὁποῖον ταύτην τὴν στιγμὴν ἔλαβον, ἰδοὺ τί μοὶ γράφει· «Σκευωρίαν ἐναντίον μου ἔμαθες· σήμερον διὰ τηλεγραφικῆς ἀναφορᾶς ἐζήτησα μέσον Προέδρου ὅπως Βουλὴ χορηγήσῃ ἄδειαν ἵνα ἐνεργηθῇ ἐναντίον μου ἀνάκρισις· ὑποστήριξον ἀναφοράν.» Ἐνταῦθα ὅμως, κύριοι, βλέπω ὅτι γίνεται παρεξήγησις τοῦ Συντάγματος ἐκ μέρους τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Τὸ Σύνταγμα λέγει· «Βουλευτὴς, διαρκούσης τῆς Βουλευτικῆς συνόδου, δὲν καταδιώκεται» μία περίπτωσις, «οὐδὲ συλλαμβάνεται ἢ φυλακίζεται» ἑτέρα περίπτωσις. Τί ἐννοεῖ δὲν καταδιώκεται; κατὰ τὴν ἰδικήν μου γνώμην τὸ Σύνταγμα εἰς τὴν λέξιν ταύτην δὲν εἶναι σαφές· ἔπρεπε νὰ ᾖναι σαφέστερον, διότι ἠξεύρετε τί ἐννοεῖ κατὰ τὴν ἰδικήν μου κρίσιν· ἡ δικαστικὴ ἐξουσία δύναται νὰ προβῇ εἰς ἀνάκρισιν ἐναντίον τοῦ Βουλευτοῦ, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ τοῦ ἀπαγγείλῃ κατηγορίαν.
§72ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὅταν συνεζητεῖτο τὸ Σύνταγμα ἐγένετο περὶ τούτου συζήτησις.
§73ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν λέγει τίποτε. Τὸ καταδιώκεται ἐξηγεῖται καὶ οὕτω καὶ ἄλλως. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου· δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ δώσωμεν τὴν ἄδειαν κατὰ τοῦ Κ. Στράτου; ἐγὼ λέγω καὶ ἂν θέλωμεν δὲν δυνάμεθα νὰ δώσωμεν τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Εἰσαγγελέα νὰ τὸν φυλακίσῃ, διότι δὲν καταδιώκεται, οὐδὲ συλλαμβάνεται ἢ φυλακίζεται ἄνευ ἀδείας. Δίδω τὴν ἄδειαν νὰ γείνῃ ἀνάκρισις, διότι θέλω νὰ πεισθῶ ἂν ᾖναι ἔνοχος, ἀλλὰ δὲν δίδω τὴν ἄδειαν νὰ γίνῃ φυλάκισις· πρὸς τοῦτο ἀπαιτεῖται νέα ἄδεια (θόρυβος). Ἐπειδὴ ὅμως ὁ Στράτος ζητεῖ τὴν ἄδειαν ἀπὸ τὴν Βουλὴν, διότι θεωρεῖ ὅτι εἶναι ἀθῶος, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ τὴν χορηγήσῃ, ἀλλὰ μέχρις οὗ ἀποδειχθῇ ἡ ἀθωότης του δὲν πρέπει νὰ ἐπιῤῥίπτωμεν κατ’ αὐτοῦ μομφήν.
§74Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Οὐδεὶς ἔῤῥιψε μομφήν· ἐγὼ εἶπον, δὲν πιστεύω ὅτι εἶναι ἔνοχος, εὔχομαι νὰ ᾖναι ἀθῶος.
§75Δ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Εἰς ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος ἔρχεται μὲ τόσον θάῤῥος καὶ ζητεῖ τὴν ἄδειαν, δὲν πρέπει ν’ ἀποδίδεται μομφή. Ἐγὼ παρακαλῶ νὰ δοθῇ ἡ ἄδεια, διότι ὁπωσδήποτε ἠγέρθη ὑπόνοια ἐναντίον αὐτοῦ.
§76ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναγκάζομαι καὶ ἄκων, κύριοι, νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως, ἵνα ὑποστηρίξω τὴν γνώμην μου ὡς μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς. Εἶμαι ὅλως ἀντίθετος τῆς θεωρίας, τὴν ὁποίαν ἐξήνεγκεν ὁ ἔντιμος ἐκ Ναυπλίας βουλευτὴς, ὅτι δηλ. ἡ Βουλὴ ὀφείλει ν’ ἀναδιφήσῃ τὴν ἐπὶ τῆς ἀνακρίσεως σχετικὴν δικογραφίαν καὶ σχηματίσῃ πεποίθησιν περὶ τῆς ὑπάρξεως ἢ μὴ ὑπονοιῶν, ἵνα παραπεμφθῇ ὁ βουλευτὴς, τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἡ ἄδεια τῆς εἰς δίκην εἰσαγωγῆς. Εἷς καὶ μόνος λόγος ὑπάρχει, ὡς πολὺ ἐπιστημονικῶς ἀνέπτυξεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, ὁ ὑπαγορεύσας τὴν σύνταξιν τοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, ὁ λόγος τῆς προφυλάξεως τοῦ βουλευτοῦ διὰ τὴν ψῆφον, ἣν ἐκφέρει ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, καὶ τὴν πολιτικὴν πορείαν, τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ ἵνα μὴ τυχὸν ἡ Κυβέρνησις ἐπωφελουμένη τῆς ἐξουσίας, ἣν ἔχει ἐπὶ τῶν εἰσαγγελέων καὶ τῶν ἀνακριτῶν, καταδιώξῃ καὶ τιμωρήσῃ βουλευτὴν διὰ τὴν ψῆφον αὐτοῦ. Τοῦτον τὸν λόγον μόνον ὀφείλει ἡ Βουλὴ νὰ ἐξετάσῃ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος· διότι ἂν ὁ λόγος οὗτος δὲν ὑπῆρχε, τὸ Σύνταγμα ἤθελεν ἀναγράψει τὴν ἀσυλίαν τοῦ βουλευτοῦ δι’ ὅλην τὴν Βουλευτικὴν περίοδον. Διὰ τοῦτο καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ προτείνει ὅπως δοθῇ ἡ αἰτουμένη ἄδεια, διότι δὲν ὑπάρχει ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὁ πολιτικὸς λόγος, ὃν προανέφερον, καὶ τὸ πολιτικὸν συμφέρον. Ἀναγκάζομαι ὅμως ἐκ τῆς ὁμιλίας τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ Ναυπλίας νὰ εἴπω δύω λέξεις περὶ τοῦ τί προκύπτει ἐκ τῆς ἐνεργηθείσης ἀνακρίσεως.
§77ΖΑΪΜΗΣ. Εἶναι περιττὰ αὐτά.
§78ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Περιττόν, περιττόν.
§79ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε δὲν ἔχω τίποτε περισσότερον νὰ προσθέσω.
§80ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὀλίγας λέξεις θὰ προσθέσω, διότι νομίζω ὅτι ἡ ὑπόθεσις εἶναι ἁπλουστάτη. Βεβαίως, κύριοι, ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει δὲν ὀφείλει ἄνευ λόγου ἰσχυροῦ ν’ ἀρνηθῇ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ χορηγήσῃ τὴν ἄδειαν, ὅπως λύσῃ τὰς χεῖρας τῆς δικαιοσύνης καὶ ἐνεργήσῃ ἡ δικαστικὴ ἐξουσία πρὸς τὸ συμφέρον τῆς δικαιοσύνης. Ἵνα δὲ κρατῶμεν τὰς χεῖρας αὐτῆς δεδεμένας πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἀνώτερος λόγος, πολὺ μεγαλείτερον συμφέρον ἵν’ ἀποφασίσωμεν ὅπως ἡ δικαιοσύνη σταματήσῃ τὴν ἐνέργειάν της ἀπέναντι μεγαλειτέρου συμφέροντος. Ἀλλὰ τὸ Σύνταγμα, παρετηρήσατε, ἔλαβε καὶ ἑτέραν πρόνοιαν· δὲν ἠθέλησε νὰ θέση εἰς τὴν ἐξουσίαν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας τὸν βουλευτὴν, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἡ σύνοδος ἐξακολουθεῖ· διὰ τί; διότι διὰ τοῦ μέσου τῆς συλλήψεως ἠδύνατο ἡ δικαστικὴ ἐξουσία νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν, νὰ συλλαμβάνῃ τὸν βουλευτὴν καὶ ἀποσπᾷ ἀπὸ τὰ νομοθετικὰ αὐτοῦ καθήκοντα, νὰ τὸν ἀφαιρῇ ἀπὸ τὴν θέσιν, εἰς ἣν ἡ πολιτεία τὸν ἔθεσε, καὶ ἀπήτησε νὰ ζητῆται ἡ ἄδεια τοῦ νομοθετικοῦ σώματος· εἶπε, δὲν ἐπιτρέπω τὴν καταδίωξιν, καὶ δὲν ἐπιτρέπω τὴν φυλάκισιν εἰμὴ ἀδείᾳ τοῦ Σώματος. Ἑπομένως χορηγοῦντες σήμερον τὴν ἄδειαν τῆς καταδιώξεως, δὲν παραχωροῦμεν ἐν ταὐτῷ, ὅπερ ἐφοβήθησάν τινες τῶν κυρίων βουλευτῶν, καὶ τὴν ἄδειαν τῆς φυλακίσεως ἄνευ ἀδείας τῆς Βουλῆς (θόρυβος). Ἡ καταδίωξις δὲν συμπεριλαμβάνει εἰμὴ τοῦτο, καὶ ἑπομένως πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν τὴν αἴτησιν ἐπιτρέποντες τὴν καταδίωξιν οὐχὶ δὲ καὶ τὴν φυλάκισιν (θόρυβος).
§81Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ (ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Κύριοι, δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τι μετὰ τὴν εὔγλωττον ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μου κυρίου Δηλιγιάννη καὶ τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς κύριος Παπαζαφειρόπουλος καὶ Πετσάλης ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Τὸ ζήτημα εἶναι καθαρόν. Ἂν ἡ ἀσυλία αὐτὴ καθιερώθη, καθιερώθη μόνον ἀπέναντι τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας διὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὸν βουλευτὴν ἀπὸ πάσης καταδιώξεως ἐκ μέρους τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας· δὲν καθιερώθη δὲ ἀσυλία διὰ ν’ ἀσφαλίσῃ τὸν βουλευτὴν ἀπέναντι παντὸς ἐγκλήματος καὶ πάσης ἀξιοποίνου πράξεως· διότι τοιαύτη ἀσυλία δὲν καθιερώθη. Ἀλλὰ λέγων ταῦτα οὐδόλως ἐννοῶ νὰ ἐνοχοποιήσω κατά τι τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Βάλτου κύριον Στράτον, διὰ τὸν ὁποῖον ζητεῖται ἡ ἄδεια τῆς εἰς δίκην εἰσαγωγῆς· οὐδόλως ἔχει σχέσιν ὅ,τι λέγω πρὸς τὴν ἐνοχὴν τοῦ κυρίου Στράτου. Ἡ διάνοια τοῦ νομοθέτου δὲν ἦτο νὰ δημιουργηθῇ ἀσυλία τοῦ βουλευτοῦ, καὶ δὲν ἦτο τοιαύτη διὰ τὸν λόγον, ὃν ὀρθότατα σᾶς εἶπεν ὁ κ. Παπαζαφειρόπουλος. Ἂν σήμερον κατά τινος βουλευτοῦ ἀρνεῖσθε τὴν ἄδειαν τῆς εἰς δίκην εἰσαγωγῆς, νομίζετε ὅτι τὸν ἐθέσατε εἰς πλήρη ἀσυλίαν; ἅμα λήξῃ ἡ σύνοδος καὶ παρέλθῃ ὁ ὡρισμένος χρόνος ἐν τῷ Συντάγματι, ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ δὲν ἔχει πλέον ἀνάγκην νὰ ζητήσῃ τὴν ἄδειαν τοῦ Κοινοβουλίου· προβαίνει μόνη της εἰς τὴν σύλληψιν τοῦ ἐνόχου καὶ δύναται οὐ μόνον νὰ τὸν καταδιώξῃ, ἀλλὰ καὶ νὰ τὸν φυλακίσῃ. Ἐπομένως ἀρνούμενοι σήμερον τὴν ἄδειαν, οὐδόλως ἀσφαλίζετε τὸν βουλευτήν. Δὲν εἶναι λοιπὸν κατ’ ἐμὲ ζήτημα, οὐδὲ θεωρῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ χορηγοῦσα τὴν ἄδειαν ὑπὲρ τῆς εἰς δίκην εἰσαγωγῆς βουλευτοῦ τινος ἀποφαίνεται μομφήν τινα κατ’ αὐτοῦ. Δὲν ὑπάρχει λόγος περὶ μομφῆς. Ἡ Βουλὴ, δι’ οὓς λόγους ἐξέθηκα, ὅταν ζητεῖται ἡ ἄδεια τῆς εἰς δίκην εἰσαγωγῆς, ὀφείλει νὰ τὴν χορηγήσῃ. Τὸ ζήτημα εἶναι τόσῳ καθαρὸν ὥστε δὲν ἐπίστευον, ὅτι ἤθελε κἂν συζητηθῆ. Διατελῶν δὲ πρὸ 25 ἐτῶν βουλευτὴς, ἐνθυμοῦμαι πάντοτε ὅτι οἱ βουλευταὶ περὶ τῶν ὁποίων ἐζητεῖτο ἡ ἄδεια, ἀνήρχοντο εἰς τὸ βῆμα καὶ ἐζήτουν μόνοι των νὰ χορηγηθῇ ἡ ἄδεια αὕτη. Ἀνῆλθον δὲ ἤδη εἰς τὸ βῆμα, ἵνα κάμω παρατηρήσεις τινὰς ὡς πρὸς τὴν ἑρμηνείαν τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Εὐρυτανίας κύριος Δημητριάδης ἔδωκεν, ὡς πρὸς τὴν λέξιν καταδιώκεται τοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος καὶ ὡς πρὸς τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν ὁ κύριος Ῥικάκης ἠθέλησε νὰ δώσῃ ὡς πρὸς τὸ αὐτὸ ἄρθρον. Ὁ κύριος Δημητριάδης φρονεῖ, ὅτι ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ δύναται νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀνάκρισιν βουλευτοῦ τινος κατηγορουμένου ἐπὶ ἀξιοποίνῳ πράξει ἄνευ τῆς ἀδείας τῆς Βουλῆς, διότι θεωρεῖ ὅτι ἡ ἀνάκρισις δὲν εἶναι καταδίωξις· ὁ κ. Δημητριάδης, νομίζω, ὅτι σφάλλει, διότι ἡ ἀνάκρισις εἶναι ἀρχὴ βεβαίως καταδιώξεως, ἂν δὲν ᾖναι καταδίωξις. Πάντοτε λοιπὸν ἡρμηνεύθη τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον· τοὐτέστιν οὐδεὶς βουλευτὴς δύναται νὰ ὑποβληθῇ εἰς ἀνάκρισιν, ἂν προηγουμένως δὲν δοθῇ ἡ ἄδεια τῆς Βουλῆς· καὶ διὰ τοῦτο ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ ἐσταμάτησε ὡς πρὸς τὴν ἀνάκρισιν, καθόσον ἀφορᾷ εἰς τὸν Βουλευτὴν Βάλτου.
§82Δ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν ἐσταμάτησε.
§83ΖΑΪΜΗΣ. Ἐγένετο μόνον προανάκρισις. Ἡ ἑρμηνεία δὲ τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ κ. Ῥικάκης εἶναι ὡσαύτως ἐσφαλμένη. Ὁ κ. Ῥικάκης φρονεῖ, ὅτι ἂν πρόκειται νὰ φυλακισθῇ βουλευτής τις καὶ ἀφοῦ ἅπαξ δοθῇ ἡ ἄδεια τῆς καταδιώξεως, ἀπαιτεῖται ἑτέρα ἄδεια πρὸς φυλάκισιν. Τοιοῦτον δὲν εἶναι οὔτε τὸ γράμμα, οὔτε τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος, οὔτε ἡ ἑρμηνεία ἡ ὀρθή. Ἡ Βουλὴ ἅπαξ ἐπιτρέπει τὴν ἄδειαν τῆς εἰς δίκην εἰσαγωγῆς· ἅμα δὲ ἐπιτρέψῃ ταύτην, ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ προβαίνει εἰς οἱαδήποτε μέτρα ἐγκρίνει νόμιμα, μὴ ἔχουσα ἀνάγκην πλέον νέας ἀδείας τῆς Βουλῆς. Ἀφοῦ ἅπαξ δοθῇ ἡ ἄδεια, τὸ ἔργον τοῦ Κοινοβουλίου ἐτελείωσε. Μόνη αὐτὴ εἶναι, κύριοι, ἡ ἀληθὴς ἑρμηνεία τοῦ Συντάγματος, αὐτὴ εἶναι ἡ πρὸ χρόνων πρακτικὴ, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησαν ὅλα τὰ Κοινοβούλια. Ὅταν δὲ ὁ κ. Στράτος ζητεῖ τὴν ἄδειαν τῆς εἰς δίκην εἰσαγωγῆς του, ὅπερ τὸν τιμᾷ, νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει κανένα λόγον νὰ σταματήσῃ τὴν δικαιοσύνην, ἀλλὰ χωρὶς βραδύτατα νὰ προβῇ εἰς τὴν χορήγησιν τῆς ἀδείας ταύτης.
§84ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν πρόκειται, κύριοι, περὶ τῆς ἀτομικῆς ἀσφαλείας τοῦ συναδέλφου μας κυρίου Στράτου. Ἂν ὁ ἀξιότιμος οὗτος βουλευτὴς μετὰ τὴν λῆξιν τῆς συνόδου δὲν θὰ διατελῇ πλέον ὑπὸ τὴν ἀσυλίαν τῆς Βουλῆς καὶ θὰ καταδιωχθῇ δικαστικῶς, τοῦτο ἀφορᾷ αὐτὸν καὶ μόνον. Δὲν πρόκειται οὔτε περὶ τῆς φιλοτιμίας αὐτοῦ· ὁ κ. Στράτος, ὡς καὶ πάντες οἱ κατὰ καιροὺς κατηγορηθέντες βουλευταί, ἔσχε τὴν φιλοτιμίαν, ἥτις τὸν τιμᾷ, νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς Βουλῆς ἵνα χορηγήσῃ τὴν αἰτουμένην ἄδειαν. Τὸ ζήτημα εἶναι πολὺ ὑψηλότερον ἢ ὅσον θέλουσι νὰ τὸ παραστήσωσι· πρόκειται περὶ τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, καὶ ἀπὸ αὐτῆς τῆς ὄψεως πρέπει νὰ τὸ ἐξετάσῃ ἡ Βουλή. Ὡμίλησαν περὶ ἀνεξαρτησίας τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Καὶ τίς τὴν ἀρνεῖται; Ἐλησμόνησαν ἐπίσης ὅτι καὶ τὸ νομοθετικὸν σῶμα εἶναι ἐπίσης ἀνεξάρτητος, ἐπίσης αὐτοτελὴς καὶ κυρίαρχος ἐξουσία, ἐφ’ ὅσον λειτουργεῖ, καὶ ὅτι ἡ συντακτικὴ συνέλευσις ἐφρόντισε νὰ περιφρουρήσῃ καὶ τούτου τὴν ἀνεξαρτησίαν, ὅπως καὶ τῶν λοιπῶν δύω πολιτικῶν ἐξουσιῶν; Τοσοῦτον δὲ ζηλότυπος ὑπῆρξεν ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις τῆς ἀνεξαρτησίας τοῦ νομοθετικοῦ σώματος, ὥστε δὲν ἐπέτρεψε ν’ ἀποφανθῇ ἡ δικαστικὴ ἐξουσία περὶ τοῦ κύρους τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν, ἀλλὰ προετίμησε νὰ παραβιάσῃ τὴν θεμελιώδη ἀρχὴν τοῦ δικαίου, καθ’ ἣν οὐδεὶς δύναται νὰ δικάσῃ περὶ τῆς ἰδίας του ὑποθέσεως, καὶ ἔδωκε τὸ δικαίωμα εἰς αὐτοὺς τούτους τοὺς βουλευτὰς νὰ κρίνωσι περὶ τῆς ἰδίας των ἐκλογῆς, μόνον καὶ μόνον ὅπως μὴ παραβλάπτεται μηδὲ κατ’ ἐλάχιστον ἡ ἀνεξαρτησία καὶ αὐτοτέλεια τοῦ κυρίαρχου νομοθετικοῦ σώματος. Αὐτὸν δὲ τὸν λόγον, κύριοι, τὸν τῆς ἀνεξαρτησίας, ἔχει καὶ ἡ προνομία τῆς ἀσυλίας. Φανερὸν δὲ ὅτι, ὅταν ὁ νομοθέτης ἀπῄτησε τὴν ἄδειαν τοῦ νομοθετικοῦ σώματος, ὅπως παραδώσῃ ἓν μέλος τούτου εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, ἐνόησε νὰ δώσῃ εἰς αὐτὸ τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάσῃ τὴν φύσιν τῆς κατηγορίας, ἐὰν ᾖναι βάσιμος κατὰ νόμον, πιθανὴ κατ’ οὐσίαν· ἄλλως, τὸ δικαίωμα θὰ ἦτο ἰδανικὸν, φαντασιῶδες καὶ οὐχὶ......
§85ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Λοιπὸν θὰ καταστήσητε τὴν Βουλὴν δικαστήριον.
§86ΜΙΛΗΣΗΣ. Καὶ τί λοιπὸν ἤθελεν ἡ Συνέλευσις, ὅτε ἀπῄτησε τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς; ἤθελε τάχα νὰ καταστήσῃ αὐτὴν ἁπλῆν μεταβιβαστικὴν γέφυραν.......
§87ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἠθέλησε μόνον νὰ ἐξασφαλίσῃ ἐναντίον τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας τὰ πρόσωπον τοῦ Βουλευτοῦ.
§88ΜΙΛΗΣΗΣ. Μὴ βιάζεσθε. Ὁ κ. Πετσάλης, λέγει, ὅτι σκοπὸς τῆς διατάξεως ταύτης ἦτο νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἀνεξαρτησίαν τοῦ βουλευτοῦ καὶ τοῦ Κοινοβουλίου μόνον ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ τούτου δοθέντος, καὶ ἐὰν αὐτὸν καὶ μόνον τὸν σκοπὸν εἶχεν ἡ ἀσυλία, ἡ Βουλὴ πάντοτε δικαιοῦται καὶ ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ τὴν κατηγορίαν, ἵνα ἴδῃ μήπως ὑπολανθάνῃ ἐν αὐτῇ πλεκτάνη τις κατὰ τοῦ βουλευτοῦ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐτὸς ὁ σκοπὸς τῆς ἀσυλίας. Ἡ ἀνεξαρτησία τοῦ Κοινοβουλίου δὲν κινδυνεύει, κύριοι, μόνον ἀπὸ ἐπιδρομῶν τῆς Κυβερνήσεως· δύναται νὰ πάθῃ καὶ ἀπὸ ἐπιδρομῶν τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς καὶ ἀπὸ ἐπιθέσεων ἔτι τοῦ κατ’ ἰδίαν κομματισμοῦ, καὶ εἶναι παράλογον νὰ λέγωμεν ὅτι ἀσφαλίζομεν τὴν πολιτείαν, διότι σώζομεν τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Βουλῆς ἀπέναντι τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἐνῷ τὴν ἀφίνομεν ἕρμαιον εἰς τὴν ἐπιπολαιότητα ἢ τὴν ἐμπάθειαν τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς ἢ εἰς τὰς παραφορὰς τῶν ἰδιαιτέρων κομματικῶν παθῶν, ὑπὸ τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ κρυφθῇ καὶ σκευωρία αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως. Ἂς μοὶ συγχωρηθῇ δὲ, κύριοι, νὰ παρατηρήσω ὅτι τοιαύτη δὲν εἶναι ἡ νομολογία τοῦ Κοινοβουλίου, τὴν ὁποίαν ἐπεκαλέσθησαν. Κατὰ τὸ 1865 ἡ πρώτη Βουλὴ μετὰ τὴν μεταπολίτευσιν τὸ ἐναντίον ἀπεφάσισεν· ἐζητήθη καὶ τότε καταδίωξις τοῦ βουλευτοῦ Τηλεμάχου Ῥούκη, κατηγορουμένου ἐπὶ ἐμπρησμῷ δάσους· καὶ οὗτος ἔσχε τὴν φιλοτιμίαν νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς Βουλῆς, ἵνα ἐπιτραπῇ ἡ καταδίωξις, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ δὲν τὸν ἤκουσεν. Ἐπιτροπὴ ἐκ νομομαθῶν, λίαν διακεκριμένων, ἐν οἷς συγκατελέγετο, μοὶ φαίνεται, καὶ ὁ μακαρίτης Πετσάλης, πατὴρ τοῦ νῦν βουλευτοῦ, ὁ μακαρίτης Μπαλάνος, ὁ ἀξιότιμος κ. Δεληγεώργης καὶ ἄλλοι, ἀφοῦ ἐξήτασαν τὴν ὑπόθεσιν, ἐγνωμοδότησαν ὅτι δὲν εὗρον τὴν κατηγορίαν βάσιμον, ἡ δὲ Βουλή, πεισθεῖσα εἰς τοὺς λόγους τῶν διακεκριμένων τούτων βουλευτῶν, δὲν ἐπέτρεψε τὴν εἰς δίκην εἰσαγωγὴν τοῦ κ. Ῥούκη.
§89ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Εἰς τὰ 1865 ὁ πατήρ μου δὲν ἦτο βουλευτής.
§90ΜΙΛΗΣΗΣ. Πιθανὸν νὰ πλανῶμαι ὡς πρὸς τὸν πατέρα σας. Ὁ κ. Μπαλάνος ὅμως καὶ οἱ ἄλλοι ἦσαν βουλευταὶ καὶ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς.
§91ΡΩΜΑΙΟΣ. Μάλιστα, ἀλλ’ ὄχι ὁ Πετσάλης.
§92ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὁ πατήρ μου εἰς τὰ 1865 ἀπέτυχε δι’ ἐπεμβάσεων τῆς τότε Κυβερνήσεως· οὔτε ἀναγνωρίζω ἐγὼ τὴν τότε Βουλήν.
§93ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν πρόκειται τώρα νὰ νομιμοποιήσω ἐγὼ τὴν Βουλὴν τοῦ 1865· τοῦτο εἶναι ἀναντίῤῥητον, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐκείνη ἐπὶ τῇ γνωμοδοτήσει Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἐξήτασε τὰ καθέκαστα τῆς ὑποθέσεως, ἀπεφάνθη ὅτι ἡ κατηγορία δὲν εἶχε βάσιν, ἡ δὲ Βουλὴ δὲν ἔδωκεν τὴν ἄδειαν. Ἐδῶ εἶναι τὰ πρακτικὰ τῆς Συνόδου τοῦ 1865. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν δὲν εἶχε μέρος ὁ μακαρίτης Πετσάλης....
§94ΡΩΜΑΙΟΣ. Ἦτο ὁ Κυπριάδης.
§95ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐσύγχυσα τὸ ὄνομα, ἀλλὰ δὲν σημαίνει τίποτε ὡς πρὸς τὸ ζήτημα. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀμφιβολία ὅτι ἡ Βουλὴ ἀσκοῦσα οὐχὶ ἰδανικόν, ἀλλὰ πραγματικὸν δικαίωμα, ὅταν ἐρωτᾶται ἂν ἐπιτρέπῃ τὴν καταδίωξιν βουλευτοῦ, ἔχει τὴν ἐξουσίαν νὰ ἐγκύψῃ εἰς τὴν κατηγορίαν καὶ νὰ ἐξετάσῃ ἂν ἔχῃ πιθανήν τινα ὑπόστασιν ὑπό τε τὴν νομικὴν καὶ τὴν πραγματικήν της ἔποψιν. Τώρα ἐπὶ τοῦ προκειμένου δύναταί τις νὰ πείσῃ ἑαυτὸν ὅτι ἡ κατηγορία ἔχει τινὰ ὑπόστασιν, καὶ πρέπει νὰ παραδώσωμεν τὸν συνάδελφον ἡμῶν, διαρκούσης τῆς συνόδου, εἰς τὴν δικαστικὴν ἀρχήν; λέγω ἀδιστάκτως ὄχι. Δὲν ἔχετε ὑπ’ ὄψιν Σας, κύριοι, εἰμὴ προανάκρισιν, συλλογὴν ἐμμαρτύρων ἀποδείξεων, τὴν ὁποίαν ἐνήργησε οὐχὶ τακτικὸς δικαστής, ἀλλ’ ἁπλοῦς ὑπομοίραρχος. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ ἐπὶ τοιούτων διδομένων δὲν δύναμαι νὰ στηριχθῶ, ἵνα δώσω τὴν ἄδειαν νὰ ἐπιληφθῇ ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ καταδιώξεως κατὰ βουλευτοῦ· ἀδιαφορῶ δὲ ἂν ὁ συνάδελφός μας οὗτος ἐκ φιλοτιμίας, ἥτις τὸν τιμᾷ, ζητεῖ νὰ ἐπιτραπῇ ἡ τοιαύτη καταδίωξις· τῆς Βουλῆς τὰ δικαιώματα καὶ ἡ ἀνεξαρτησία δὲν πρέπει νὰ ἐξαρτῶνται ἀπὸ ἀτομικῶν φιλοτιμιῶν. Μετὰ τὴν λῆξιν τῆς συνόδου ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ θὰ ᾖναι πάντοτε εἰς θέσιν νὰ καταδιώξῃ τὸν Βουλευτὴν τοῦτον, ἐὰν ἐκ τῆς ἀνακρίσεως προκύψωσιν ἐνδείξεις κατ’ αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον ἐγὼ δὲν πιστεύω. Ἡ δικαιοσύνη λοιπὸν οὔτε βλάπτεται, οὔτε κωλύεται εἰς τὴν πορείαν της.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἀρκετὰ ἐλέχθησαν.
§97ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἑπομένως κηρύσσεται περαιωμένη ἡ συζήτησις. Προβαίνομεν εἰς τὴν ψηφοφορίαν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἔκθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς θὰ ῥίψουν εἰς τὸ λευκόν, οἱ μὴ παραδεχόμενοι εἰς τὸ μέλαν. Ἡ ἔκθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς δίδει τὴν ἄδειαν εἰς παραπομπήν. Γίνεται μυστικὴ ψηφοφορία διὰ σφαιριδίων.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἑκατὸν πέντε πραγματικοί· εἷς τῶν κ. Βουλευτῶν ἠρνήθη νὰ ψηφοφορήσῃ, ἑπομένως δὲν καταλογίζεται μεταξὺ τῶν ψηφοφορησάντων.
§100ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐδήλωσεν ὅτι ἠρνήθη;
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐδήλωσεν. — Πραγματικοὶ ψῆφοι εὑρέθησαν ἐντὸς τῆς κάλπης 105, 53 ὑπὲρ τῆς ἀδείας καὶ 52 κατά.
§102ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κύριοι, θαυμάζω, πῶς νομομαθεῖς ὡς ὁ κ. Μίλησης, ὑποστηρίζοντες τὴν ἰδέαν των, φέρουσιν ἀντιῤῥήσεις καὶ ἐδῶ ἀκόμη!
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶπε τίποτε ὁ ἄνθρωπος.
§104ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὁ ἐξ Οἰτύλου βουλευτὴς ἠρνήθη νὰ ψηφοφορήσῃ διὰ τὸν ἑξῆς χαρακτηριστικὸν λόγον· ἐπειδὴ δὲν εὑρέθη κατὰ τὴν συζήτησιν καὶ δὲν ἐσχημάτισε γνώμην, ἀπέσχε νὰ ψηφοφορήσῃ. Εἶναι ὡς νὰ μὴ ὑπῆρχε κατὰ τὴν συζήτησιν. Ὁ νομοθέτης ὁ ζητήσας διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας τὴν ἄδειαν δὲν ἔκαμε διάκρισιν· ἠθέλησε μόνον νὰ ἀσφαλίσῃ τὸ ἀνεπηρέαστον τῆς ψηφοφορίας. Δὲν δύναται λοιπὸν ἡ Βουλὴ οὐδὲν ἄλλο νὰ παρατηρήσῃ εἰμὴ μόνον τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ καταλογισμοῦ τῶν ψήφων 53 μὲ 52. Ἄρα ἡ Βουλὴ ἔδωκε διὰ μιᾶς μόνον ψήφου τὴν ἄδειαν τῆς εἰς δίκην εἰσαγωγῆς.
§105ΤΙΝΕΣ. Δὲν εἶναι ἀπόλυτος πλειοψηφία.
§106ΕΤΕΡΟΙ. Εἶναι.
§107ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε ......
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ ἤθελον παρακαλέσει τοὺς κκ. Βουλευτὰς νὰ προβῶμεν εἰς τὴν οὐσίαν.
§109ΖΑΪΜΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἀπόλυτος πλειοψηφία δὲν ὑπάρχει· ἑπομένως ἡ ψηφοφορία πρέπει νὰ ἐπαναληφθῇ. Αἱ συζητήσεις τώρα εἰς τί χρησιμεύουν;
§110ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, σήμερον.
§111ΕΤΕΡΟΙ. Αὔριον.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 5 30 μ. μ.