1877.06.20
803 rows · 6,314 words · 101 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 26
τῆς 20 Ἰουνίου 1877.
(Δευτέρα)
Ὥρα 9 π. μ.
Μετὰ τὴν ἐκφώνησιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀντικείμενον τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως εἶναι ἡ ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως τῶν νομοσχεδίων κατὰ τὴν τάξιν τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Πληροφορῶ τὴν Βουλὴν μετὰ λύπης, ὅτι ὅπως πρὸ τινων ἡμερῶν ἀνεχώρησαν πολλοὶ βουλευταὶ ἐξ Ἀθηνῶν, οὕτως ἀνεχώρησαν καὶ προχθὲς οἱ ἑξῆς κύριοι Μπόγδανος, Νομικὸς κλπ. Ἐκ τῶν ἀναχωρησάντων μόνον ὁ κ. Μπαλάφας δικαιολογεῖται δι’ ἀναφορᾶς του εἰς τὴν Βουλήν. Περιττὸν εἶναι βεβαίως, κύριοι, νὰ ὑπομνήσω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν σπουδαιότητα τῶν πραγμάτων καὶ τὴν ἀνάγκην, ἥτις ὑφίσταται καὶ ἀπαιτεῖ νὰ ᾖναι παροῦσα ἡ Βουλή.
§2ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ κύριοι ὑπουργοὶ παρακαλοῦνται νὰ φέρουν τὰ νομοσχέδια, τῶν ὁποίων ἔχουν ἀνάγκην διὰ τὴν ὕπαρξιν τῆς Κυβερνήσεως, παρακαλοῦνται δὲ καὶ οἱ μέλλοντες νὰ ἀγορεύσωσι νὰ ᾖναι σύντομοι, ν’ ἀφήσωσι δὲ προοίμια καὶ ἐπιλόγους· διότι δὲν εἶναι συμφέρον καὶ τῆς Κυβερνήσεως νὰ ᾖναι ἐνταῦθα ἡ Βουλή.
§3ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Συμφέρον τῆς Κυβερνήσεως εἶναι νὰ μένῃ ἡ Βουλὴ ἐνταῦθα, ἀλλ’ ἀναγνωρίζω τὴν ἀνάγκην, ὅτι δὲν δύναται νὰ μένῃ πέραν ἑνὸς σημείου, καὶ θέλει σπεύσει ἡ Κυβέρνησις νὰ παρουσιάσῃ τὰ ἔργα ἐκεῖνα ἐφ’ ὧν ἰδίως ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ μεριμνήσῃ· νομίζω ὅμως ὅτι συγχρόνως δύναται νὰ ἐπιψηφίσῃ καὶ ἕτερα μέτρα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι μὲν ἀπολύτως ἀναγκαῖα, ἀλλ’ εἶναι χρήσιμα ἐν τῇ παρούσῃ περιστάσει. Δι’ ὃ ἡ Βουλὴ δύναται πρὶν προβῇ εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν τῶν νομοσχεδίων, ἅτινα συνεζητήθησαν εἰς ά. καὶ βʹ. νὰ παραδεχθῇ εἰς ά. καὶ βʹ. ἀνάγνωσιν τὰ εἰσαχθέντα ἐκεῖνα ἐφ’ ὧν δὲν πρόκειται νὰ ἐγερθῇ συζήτησις.
§4Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ, κύριοι, θὰ παρακαλέσω τὸ προεδρεῖον νὰ δημοσιεύσῃ διὰ τῶν ἐφημερίδων τὰ ὀνόματα τῶν Βουλευτῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀνεχώρησαν· νομίζω δὲ ὅτι καὶ ὁ κ. Μπαλάφας δὲν θὰ ἔχῃ ἰσχυροὺς λόγους εἰς τὴν ἀναφοράν του, ἀφοῦ σπουδαιότερα καθήκοντα καλοῦσι τοὺς βουλευτὰς νὰ σκεφθῶσιν ἐνώπιον τοῦ βουλευτηρίου.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐννοεῖτε τοὺς ἀποχωρήσαντας ἀφ’ ἧς ἐγένετο ἀρχὴ ἀποχωρήσεως;
§6ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀφ’ ἧς συνήλθομεν.
§7ΝΕΖΕΡΙΤΗΣ. Οὐ μόνον τοὺς ἀναχωρήσαντας, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἐνταῦθα ὄντας καὶ μὴ προσερχομένους.
§8ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὁ κ. πρόεδρος ὀφείλει ἐκπληρῶν τὴν ἀπόφασιν τὴν προηγουμένην τῆς Βουλῆς, νὰ κοινοποιήσῃ τὰ ὀνόματα εἰς τὰς ἐπαρχίας των ἐκείνων, οἵτινες ἀνεχώρησαν ἄνευ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς.
§9ΖΩΧΙΟΣ. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Δανοπούλου εἶναι ἡ ὀρθοτέρα· ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει ταχέως νὰ φέρῃ τὰ νομοσχέδιά της τὰ ἀπολύτως ἀπαραίτητα, διότι οὔτε ὁ ἐξαναγκασμὸς, οὔτε αἱ ἀπειλαὶ, οὔτε αἱ δημοσιεύσεις θὰ ἐμποδίσωσι τὴν ἀναχώρησιν. Ὅταν κανεὶς ἔχει ἐργασίαν, οὐδεὶς θέλει τὸν ἐμποδίσει.
§10Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Παρατηρῶ εἰς τὸν κ. Ζωχιόν, ὅτι ἄλλοτε ἡ Βουλὴ ἐπὶ ἀντικειμένων μικροτέρας σπουδαιότητος παρέτεινε τὰς συνεδριάσεις μέχρις 25 Ἰουνίου. Ὅλοι, κύριοι, ἔχομεν ἐργασίας, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀναλογισθῶμεν τὰς περιστάσεις.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγκρίνει ἡ Βουλὴ τὴν δημοσίευσιν τῶν ὀνομάτων;
§12ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§13ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν, κύριοι, νὰ προοδεύσωμεν εἰς τὰς ἐργασίας μας, ἂν δὲν περικόψωμεν μέρος τῶν ἀγορεύσεων τῶν ῥητόρων.
§14ΧΟΪΔΑΣ. Πολίτης Κωνσταντῖνος Λαϊνᾶς ἐξ Ἀστακοῦ μοὶ τηλεγραφεῖ ὅτι, καί τοι ὁ ἀδελφός του Λεωνίδας Λαϊνᾶς προσέφερεν εἰς τὸν ἔφορον Βονίτζης κοιλὰ 1650 ὡς προσφορὰν τῆς δημοπρασίας ἐπὶ τῶν προσόδων τοῦ τμήματος ἐκείνου, ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος ὅμως εἰς οὐδὲν λογιζόμενος τὴν προσφορὰν ταύτην ἐδέχθη τὴν προσφορὰν ἑτέρου τινὸς Θεοδώρου Τομπατζῆ, ἀντὶ κοιλῶν 1056. Παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τὴν ὑπόθεσιν ταύτην.
§15ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, ὅπως ἀπευθύνω, οὐχὶ ἐπερώτησιν, ἀλλὰ μίαν ἐρώτησιν πρὸς τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν. Εἰς τὰς ἐφημερίδας, κατ’ αὐτὰς τὰς ἡμέρας, ἐγράφησαν πολλὰ περὶ δυσχερειῶν, εἰς ἃς περιῆλθεν ἡ ἡμετέρα Κυβέρνησις ἕνεκα τῆς ἀποβιβάσεως εἰς Κέρκυραν κιβωτίων, περιεχόντων πολεμωφόδια, ἀνήκοντα εἰς τὴν Ὀθωμανικὴν Κυβέρνησιν. Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐὰν, ἐννοεῖται καλῶς, τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους ἐπιτρέπῃ, νὰ δώσῃ τὰς δεούσας πληροφορίας εἰς τὴν Βουλὴν τὶ συνέβη ἐπὶ τοῦ προκειμένου, καὶ εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται ἡ ὑπόθεσις αὕτη.
§16ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐπειδὴ ἡ ὑπόθεσις εἶναι σχεδὸν περατωμένη, δύναμαι ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ κατ’ αὐτήν· καὶ εἶναι τῷ ὄντι πρέπον τοιαῦται ὑποθέσεις, μετὰ τὸ πέρας αὐτῶν, νὰ φέρωνται εἰς γνῶσιν τῆς Βουλῆς, ὅπως, ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν ἐγκρίνῃ τὰ γενόμενα, δυνηθῇ ν’ ἀποφανθῇ ἐπ’ αὐτῶν. Πιστεύω δ’ ὅτι ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει δὲν θὰ ὑπάρξῃ ἀφορμὴ πρὸς ἐπίκρισιν. Ἡ Κυβέρνησις εἰδοποιήθη πρό τινος χρόνου, ὅτι εἶχον ἀποβιβασθῆ εἰς Κέρκυραν ἐν τῷ τελωνιακῷ καταστήματι πολλὰ κιβώτια, περιέχοντα πολεμεφόδια καί, κατὰ τὰς δοθείσας ἐξηγήσεις εἰς τὸ τελωνεῖον, μεταφερόμενα μὲν ἐκ Κωνσταντινουπόλεως, προωρισμένα δὲ διὰ τὰς ἀκτὰς τῆς Ἀλβανίας. Ἀφοῦ ἔλαβε τὴν εἰδοποίησιν ταύτην τῆς τελωνιακῆς ἀρχῆς ἡ Κυβέρνησις, εἰδοποιήθη καὶ παρὰ τῆς Ῥωσσικῆς πρεσβείας περὶ τούτου, ἥτις προφορικῶς, τὸ πρῶτον, ἐζήτησε παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἵνα παρακωλύσῃ τὴν διαβίβασιν τῶν πολεμεφοδίων τούτων εἰς τὴν ἐμπόλεμον χώραν, εἰς ἣν ἦσαν προωρισμένα ἵνα ἀποσταλῶσιν, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι τὰ οὐδέτερα κράτη δὲν πρέπει νὰ παρέχωσι τὸ ἔδαφος αὐτῶν ὡς ἀποθήκην πρὸς μεταφορὰν λαθρεμπορίου πολέμου ἀπὸ ἐμπολέμου εἰς ἐμπόλεμον τόπον. Τὰς παρατηρήσεις ταύτας τοῦ πρεσβευτοῦ τῆς Ῥωσσίας, ὡς ἐμπολέμου πρὸς οὐδέτερον κράτος, ἐθεώρησεν ἡ Κυβέρνησις δεδικαιολογημένας, ἐζήτησε μόνον, ὅπως ἡ αἴτησις γίνῃ ἔγγραφος, προσέτι δὲ βεβαιωθῇ, ὅτι τὰ κιβώτια περιεῖχον πολεμεφόδια καὶ ὅτι ἦσαν προωρισμένα δι’ ἐμπόλεμον χώραν. Ὅτι περιεῖχον λαθρεμπόριον πολέμου, ἦτο βεβαιωμένον ὑπὸ τῆς τελωνιακῆς ἀρχῆς, ἥτις ὑπέβαλε περὶ τούτου ἔκθεσιν· ὅτι προήρχοντο ἐξ ἐμπολέμου χώρας, ἦτο βεβαιωμένον ὑπ’ αὐτῆς τῆς ἑταιρίας τοῦ Λόϋδ, ἥτις ἔφερεν αὐτά· καὶ ὅτι ἐπρόκειτο νὰ ἀποσταλῶσιν εἰς Πρέβεζαν, ἐβεβαιοῦτο ὑπὸ τῆς αὐτῆς ἑταιρίας, ἥτις ἀπηύθυνεν αἴτησιν, ὅπως ἐπιτραπῇ νὰ παραλάβῃ ταῦτα ἀπὸ τοῦ τελωνείου καὶ ἐπιβιβάσῃ αὐτὰ εἰς τὸ ἀτμόπλοιον τὸ ἀναχωροῦν εἰς Πρέβεζαν· ὥστε ὅλα τὰ στοιχεῖα τὰ ἀποδεικνύοντα, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ χρῆσις τοῦ ἑλληνικοῦ ἐδάφους πρὸς μεταβίβασιν πολεμικῶν εἰδῶν εἰς ἐμπόλεμον χώραν, ὑπῆρχον πλήρη. Ἔσπευσα ἑπομένως ἀμέσως, ἀφοῦ ἔλαβον τὴν ἔγγραφον περὶ τούτου διακοίνωσιν τοῦ πρεσβευτοῦ τῆς Ῥωσίας, νὰ τηλεγραφήσω πρὸς τὰς ἐν Κερκύρᾳ ἀρχὰς, ἵνα παρακωλύσωσι τὴν μεταβίβασιν τῶν κιβωτίων καὶ κρατήσωσιν αὐτὰ ὅπου εὑρίσκοντο· ἀλλὰ τὸ τηλεγράφημα ἔφθασεν ἀφοῦ τὰ κιβώτια εἶχον ἐπιβιβασθῆ ἐπὶ τοῦ ἀτμοπλοίου τοῦ Αὐστριακοῦ τοῦ ἀναχωροῦντος εἰς Πρέβεζαν. Ἐκ τούτου δὲ, ὡς βλέπετε, παρενέβαινεν εἰς τὴν ὑπόθεσιν καὶ ἑτέρα Δύναμις, ἔχουσα τὰς αὐτὰς, ὡς καὶ ἡμεῖς, ὑποχρεώσεις οὐδετερότητος ἀπέναντι τῶν ἐμπολέμων. Ἐτηλεγράφησα τότε, ἐπὶ τῇ αἰτήσει ὁδηγιῶν παρὰ τῶν ἐν Κερκύρᾳ ἀρχῶν, πρὸς τὰς ἀρχὰς ταύτας, ὅτι ἔδει νὰ δηλώσωσι πρὸς τὸν πλοίαρχον τοῦ αὐστριακοῦ ἀτμοπλοίου Λόϋδ, ὅτι τὰ πολεμεφόδια κακῶς ἐλήφθησαν ἐκ τοῦ τελωνείου, ἀφοῦ ἐπρόκειτο νὰ μεταβιβασθῶσιν εἰς ἐμπόλεμον χώραν καὶ ὅτι μόνον, ἂν ἐπρόκειτο νὰ μεταβιβασθῶσιν εἰς οὐδετέραν χώραν, ἡ μεταβίβασις ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ νόμιμος. Ἐπὶ τῇ προσκλήσει δὲ ταύτῃ, γενομένῃ παρὰ τῶν ἐν Κερκύρᾳ ἀρχῶν, ὁ πλοίαρχος ἀπεβίβασε τὰ κιβώτια εἰς φορτηγίδας· ταὐτοχρόνως δὲ ἐτηλεγράφησαν αἰτούμενοι ὁδηγίας καὶ αὐτὸς καὶ ὁ πρόξενος τῆς Αὐστρίας εἰς τὸν ἐνταῦθα ἐπιτετραμμένον τὰ τῆς ἐπικρατείας ἐκείνης, ὅστις ἐλθὼν πρός με ἐζήτησεν ἐξηγήσεις περὶ τῶν γενομένων· παρέστησε δὲ, ἀναγνοὺς καὶ τηλεγράφημα, ὅπερ εἶχε λάβει παρὰ τοῦ ἐν Κερκύρᾳ προξένου, ὅτι δὲν ἐπρόκειτο πλέον νὰ μεταβιβασθῶσι τὰ κιβώτια εἰς Πρέβεζαν, ἀλλ’ ἀπ’ εὐθείας εἰς Τεργέστην. Εἰς τὸν ἐπιτετραμμένον ἀπήντησα, ὅτι ἐνόσῳ τὰ εἴδη ταῦτα ἐπρόκειτο νὰ μεταβιβασθῶσιν εἰς χώραν ἐμπόλεμον, δὲν ἠδύνατο ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν μεταβίβασιν· ἂν ὅμως ἡ Αὐστριακὴ κυβέρνησις, οὐδετέρα, ὡς καὶ ἡμεῖς, ἐγγυᾶτο ὅτι ἀληθῶς ἐπρόκειτο τὰ πολεμεφόδια νὰ μεταβιβασθῶσιν εἰς τὴν ἰδίαν οὐδετέραν χώραν καὶ ὅτι ἐκεῖ μεταβιβαζόμενα ἤθελον διατηρηθῆ, ὅπως ἀπαιτοῦσιν οἱ νόμοι τῆς οὐδετερότητος, ὑπὸ εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως τῆς Αὐστριακῆς, ἤθελον ἐπιτρέψει τὴν μεταβίβασιν εἰς οὐδετέραν χώραν, ἀπῃτεῖτο ὅμως πρὸς τοῦτο ν’ ἀπευθυνθῇ ἐπισήμως καὶ ἐγγράφως πρὸς τὰς Ἑλληνικὰς ἀρχὰς ἡ Αὐστριακὴ ἀρχή. Ὀλίγον μετὰ τοῦτο ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις διακοίνωσιν τοῦ πρεσβευτοῦ τῆς Τουρκίας λέγουσαν, ὅτι ἐπληροφορήθη ἡ Κυβέρνησίς του περὶ τῆς κατασχέσεως τῶν πολεμεφοδίων, καὶ ὅτι ἐθεώρησε τὴν ἐνέργειαν ἡμῶν ἀντικειμένην πρὸς τὴν γνώμην, ἣν προηγουμένως ἡ ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐπὶ ἄλλης ὁμοίας φύσεως ὑποθέσεως, ἐν ᾗ ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις ἦτον ἡ αἰτοῦσα τὴν κατάσχεσιν, εἶχεν ἀποφανθῆ. Ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις κατὰ τὸ ἔτος 1876 διὰ τοῦ ἐν Ἀθήναις πρεσβευτοῦ αὐτῆς εἶχεν ἀπευθύνει πρὸς τὸν τότε ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπουργὸν αἴτησιν, ὅπως κατάσχῃ πολεμεφόδια εὑρισκόμενα ἐν Κερκύρᾳ καὶ προωρισμένα διὰ τὸ Μαυροβούνιον, ὁ δ’ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπουργὸς εἶχεν ἀπαντήσει, ὅτι ἀληθῶς ἡ Ἑλλάς, ὡς οὐδετέρα, ὤφειλε νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ ὅπως γίνηται συστηματικὴ χρῆσις τοῦ ἐδάφους αὐτῆς ὡς ἀποθήκης πρὸς διαβίβασιν εἰς τοὺς ἐμπολέμους πολεμικῶν εἰδῶν, ἀλλὰ τὰ εἴδη, ὧν ἐζητεῖτο ἡ κατάσχεσις, δὲν ἠδύναντο, ὅτε εἰσήχθησαν εἰς Κέρκυραν, νὰ χαρακτηρισθῶσιν ὡς λαθρεμπόριον πολέμου, οὐδ’ ἠδύνατο νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ ἀρχὴ, ἣν προανέφερον, ἐν τῇ περιπτώσει ἐκείνῃ, διότι τὰ εἴδη ταῦτα εἶχον μετενεχθῆ εἰς Κέρκυραν πρὶν ἢ ἐκραγῇ ὁ πόλεμος Μαυροβουνίου καὶ Τουρκίας. Ἑπομένως ἐνῷ προκειμένου περὶ εἰδῶν, ὧν ἡ μεταφορὰ ἐγένετο ἐν καιρῷ εἰρήνης, ἡ ἀρχὴ αὕτη δὲν ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ ἐφαρμοζομένη, ἔπρεπεν ὅμως νὰ ἐφαρμοσθῇ, καὶ τοῦτο εἶπον εἰς τὸν πρεσβευτὴν τῆς Τουρκίας, προκειμένου περὶ μεταφορᾶς πολεμεφοδίων ἀπὸ ἐμπολέμου εἰς ἐμπόλεμον χώραν ἐν ὥρᾳ πολέμου· ὥστε μακρὰν τοῦ νὰ ὑπάρχῃ ἀντίφασις, ἔχομεν ἀναγνώρισιν τοῦ δικαίου τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως παρ’ αὐτῆς τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ἐν τῇ περιπτώσει ἐκείνῃ ἐζήτει ὅ,τι σήμερον ἀποκρούει, ἤτοι τὴν κατάσχεσιν τῶν ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους πολεμικῶν εἰδῶν· ἡ δὲ τότε γενομένη αἴτησις παρὰ τοῦ πρεσβευτοῦ τῆς Τουρκίας, ἀπαράδεκτος ὡς ἀναγομένη εἰς πρᾶξιν ἐνεργηθεῖσαν ἐν ὥρᾳ εἰρήνης, ἀποδεικνύει ὅτι ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν ἡ Ἑλληνικὴ κυβέρνησις νὰ κατάσχῃ τὰ ἐπὶ τοῦ ἐδάφους αὐτῆς ἐν ὥρᾳ πολέμου ἀποτεθέντα πρὸς διαβίβασιν εἰς ἐμπόλεμον χώραν κιβώτια πολεμεφοδίων. Ἐπίστευον ὅτι μετὰ τὴν ἀπάντησιν ταύτην δὲν ἤθελεν ἐξακολουθήσει ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου συζήτησις· διότι ἡ ἀπάντησίς μοι ἐφαίνετο καταστρέφουσα πᾶν ἐναντίον ἐπιχείρημα. Ἀλλὰ μετ’ ὀλίγον ὁ πρεσβευτὴς τῆς Τουρκίας μὲ εἰδοποίησεν, ὅτι ἔχει ἀνάγκην νὰ μὲ ἴδῃ κατεπειγόντως καὶ ἄνευ ἀναβολῆς, συνεπεία τηλεγραφήματος τὸ ὁποῖον ἔλαβε· τὸν ἐδέχθην ἀμέσως καί μοι εἶπεν, ὅτι ἔλαβε τηλεγράφημα, ὡς ἐκ τοῦ ὁποίου εἶναι λίαν ἀνήσυχος· κατὰ τὸ τηλεγράφημα δὲ τοῦτο ἡ Κυβέρνησίς του, ἄλλας ἔχουσα πληροφορίας ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις θεωρεῖ ὡς ὀρθὰς, ἰσχυρίζεται ὅτι τὰ κιβώτια δὲν εἶχον ἀποβιβασθῆ ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τοῦ Κερκυραϊκοῦ, ἀλλ’ ἐπρόκειτο νὰ μεταβιβασθῶσι καὶ εἶχον μεταβιβασθῆ ἀπὸ πλοίου εἰς πλοῖον ἐντὸς τοῦ λιμένος, καὶ θεωρεῖ τὸ ἀκώλυτον τῆς τοιαύτης μεταφορᾶς τῶν κιβωτίων ἀπὸ οὐδετέρου εἰς οὐδέτερον πλοῖον ὡς ἐξησφαλισμένον ἐν οὐδετέρῳ λιμένι· τοῦτο δὲ συνεζητεῖτο ἐν τῷ τηλεγραφήματι διὰ μακρῶν· καὶ ὡς πρὸς τοῦτο ἀπήντησα ἀμέσως εἰς τὸν πρεσβευτὴν, ὅτι τὴν θεωρίαν ἣν ὑπεστήριζεν ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις περὶ τῆς ἀδείας, ἣν ἔχουσι τὰ οὐδέτερα πλοῖα νὰ μεταφέρωσι λαθρεμπόριον πολέμου ἀπὸ πλοίου εἰς πλοῖον ἐντὸς οὐδετέρου λιμένος, ἦτο περιττὸν ν’ ἀμφισβητήσωμεν, διότι ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ δὲν ἐπρόκειτο περὶ τούτου· αἱ πληροφορίαι τῆς Ὀθωμανικῆς Κυβερνήσεως ἦσαν ἐσφαλμέναι καὶ ἐπρόκειτο περὶ λαθρεμπορίου πολέμου ἀποβιβασθέντος ἐπὶ ἑλληνικῆς χώρας, καὶ τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο ἐκ ταύτης νὰ μετενεχθῇ πάλιν εἰς χώραν ἐμπόλεμον. Ἀλλὰ τὸ τηλεγράφημα περιεῖχε καὶ ἄλλό τι λίαν σπουδαῖον, ὡς ἐκ τοῦ ὁποίου εἶχε θεωρήσει ὁ πρεσβευτὴς λίαν κατεπείγουσαν τὴν ἀνακοίνωσιν αὑτοῦ· ἔλεγεν, ὅτι πλοῖον τοῦ αὐτοκρατορικοῦ στόλου ἤθελε μεταβῆ ἀνυπερθέτως εἰς Κέρκυραν ἵνα λάβῃ τὰ κιβώτια, θεωρηθησομένης οἱασδήποτε ἀρνήσεως ἢ ἀντιστάσεως τῶν Ἑλληνικῶν ἀρχῶν ὡς παραβιασμοῦ τῆς οὐδετερότητος. Ἠρώτησα τὸν πρεσβευτὴν, ἂν πράγματι τὸ τηλεγράφημα περιεῖχε τὴν φράσιν ταύτην, διότι αἱ σχέσεις ἡμῶν πρὸς τὴν Τουρκίαν ἦσαν σχέσεις εἰρήνης, αἱ δὲ φράσεις αὗται ἦσαν φράσεις ἐχθρικαὶ καὶ ἀσυμβίβαστοι πρὸς τὰς ὑφισταμένας σχέσεις μεταξὺ τῶν δύω ἐπικρατειῶν. Ὁ πρέσβυς ἀπήντησεν ὅτι περιέχονται αἱ φράσεις καὶ εἶναι ἠναγκασμένος νὰ τὰς ἀνακοινώσῃ ἐπισήμως. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἀνταπήντησα, εἶμαι καὶ ἐγὼ ἠναγκασμένος νὰ εἴπω ἐπισήμως ὅτι δὲν θὰ ἐπιτρέψωμεν νὰ λάβητε τὰ κιβώτια ταῦτα καὶ ὅτι, ἂν ὑμεῖς ἀποστείλητε εἰς Κέρκυραν πλοῖον, θὰ ἀποστείλωμεν καὶ ἡμεῖς ἐκεῖ ὅσην ναυτικὴν δύναμιν δυνάμεθα νὰ διαθέσωμεν, ὅπως προστατεύσωμεν τὴν οὐδετερότητα καὶ τὴν ἐθνικὴν ἡμῶν ἀξιοπρέπειαν ἀπέναντι τῆς προσβολῆς, ἥτις μᾶς ἀπειλεῖ.
§17ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πολὺ καλά, πολὺ καλά.
§18ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μετὰ τὴν ἀναχώρησιν τοῦ πρεσβευτοῦ ἔσπευσα νὰ συνεννοηθῶ μετὰ τῶν συναδέλφων μου, ὅπως δοθῶσιν ὁδηγίαι εἰς τὰ ἐν Πειραιεῖ δύω θωρηκτά, ἵνα μεταβῶσιν εἰς Κέρκυραν, ἔσπευσα δὲ νὰ ἀνακοινώσω τὰ γενόμενα καὶ πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν οὐδετέρων δυνάμεων καὶ ἰδίως πρὸς τὸν ἀντιπρόσωπον ἡμῶν ἐν Βιέννῃ, ὅπως φέρῃ ταῦτα εἰς γνῶσιν τῆς Αὐστριακῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ἐνέχεται, ὡς καὶ ἡμεῖς, εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, διότι ἐπὶ πλοίου φέροντος σημαίαν Αὐστριακὴν περιείχοντο τὰ κιβώτια. Εἰς τὰ πλοῖα ἀναχωρήσαντα ἐντεῦθεν εἰς Κέρκυραν ἔδωκεν ἡ Κυβέρνησις ὁδηγίας ἵνα ἐπιτηρῶσιν ἐκεῖ τὰ κιβώτια καὶ μὴ ἐπιτρέψωσιν εἰς οὐδένα ν’ ἀφαιρέσῃ αὐτὰ ἀπὸ τῶν φορτηγίδων, ἔνθα εὑρίσκοντο, εἰμὴ μόνον ἐὰν ἐπρόκειτο εἴτε νὰ μετενεχθῶσιν εἰς τὸ τελωνεῖον τῆς Κερκύρας εἴτε, μετὰ προηγουμένην ἔγγραφον αἴτησιν τῆς Αὐστριακῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὰ προεπισταλέντα εἰς τὰς ἐν Κερκύρᾳ ἀρχὰς, αἴτησιν συνεπαγομένην τὴν εὐθύνην τῆς Αὐστριακῆς Κυβερνήσεως, νὰ μεταφερθῶσιν εἰς χώραν οὐδετέραν. Ἐὰν οὐδέτερον τούτων συνέβαινε, μόνην περαιτέρω ὁδηγίαν εἴχομεν δώσει εἰς τοὺς κυβερνήτας τῶν πλοίων νὰ φροντίσωσι περὶ τῆς τιμῆς τῆς σημαίας καὶ ὅπως μὴ συμβῇ οὐδὲν, ὅπερ αἱ ὁδηγίαι ἡμῶν δὲν ἐπέτρεπαν. Τὰ πλοῖα ταῦτα ἔφθασαν, ὡς γινώσκετε, προχθὲς εἰς Κέρκυραν· προχθὲς δὲ μ. μ. ἔλαβον κοινοποίησιν παρὰ τοῦ κ. πρεσβευτοῦ τῆς Τουρκίας ἐνταῦθα, καθ’ ἣν ἡ Κυβέρνησίς του διαδηλοῖ ὅτι εἴπουσα διὰ τοῦ πρώτου τηλεγραφήματος, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ στείλῃ πλοῖον τοῦ αὐτοκρατορικοῦ στόλου, ἐνόει πλοῖον ἐντελῶς ἄοπλον· εἴπουσα, ὅτι τὸ πλοῖον τοῦτο εἶχεν ἐντολὴν νὰ λάβῃ (por prendre) τὰ κιβώτια, ἐνόει νὰ παραλάβῃ αὐτὰ, ἐὰν, ζητηθέντα, ἐδίδοντο· ποιήσασα δὲ λόγον περὶ ἀντιστάσεως, ἐνόει ὅτι, ἐὰν τὰ ζητηθέντα δὲν ἐδίδοντο καὶ ἀνθίσταντο αἱ ἀρχαί, εἶχεν ἐντολὴν τὸ πλοῖον νὰ βεβαιώσῃ τὴν ἀντίστασιν ταύτην. Τοῦ τηλεγραφήματος συμπέρασμα ἦτο, ὅτι ἤδη δὲν πρόκειται νὰ μεταβῇ πλοῖον καὶ ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο θέλει λυθῆ, ὡς ἐλπίζει ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις, διὰ τῆς πειθοῦς, διότι δὲν ἠδύνατο ν’ ἀμφιβάλῃ, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἤθελε παραδεχθῆ τὴν γνώμην τῆς Τουρκικῆς ὡς πρὸς τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον φρονεῖ αὕτη ὅτι ἔχει ν’ ἀπαιτῇ τὴν ἄδειαν τῆς ἀποστολῆς τῶν κιβωτίων εἰς Πρέβεζαν. Χθὲς δὲ ἔλαβον τηλεγράφημα τοῦ πρεσβευτοῦ τῆς Ἑλλάδος ἐν Κωνσταντινουπόλει, ὅστις μοὶ λέγει, ὅτι ἔλαβεν ἐντολὴν παρὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Τουρκίας νὰ μοὶ ἀνακοινώσῃ, ὅτι οὐδέποτε ἔδωκε διαταγὴν εἰς οὐδένα ν’ ἀπειλήσῃ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ὅτι οὐδέποτε εἶχε σκοπὸν νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τούτου διὰ τῆς βίας, ἀλλ’ ὅ,τι ἐπεθύμει καὶ ἐπιθυμεῖ εἶναι ἡ διαξεγωγὴ αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τῆς διπλωματικῆς συζητήσεως· προσθέτει δὲ ὁ ἡμέτερος ἐν Κωνσταντινουπόλει πρεσβευτής, ὅτι τοιαύτην ἀνακοίνωσιν ἔκαμεν ὁ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπουργὸς καὶ πρὸς ἄλλους ἐν Κωνσταντινουπόλει πρεσβευτάς· συνεπείᾳ δὲ τούτου πολλὰ τηλεγραφήματα τῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει πρεσβευτῶν ἐλήφθησαν παρὰ τῶν ἐνταῦθα συναδέλφων των, θεωροῦντα τὴν ὑπόθεσιν λελυμένην. Ἀλλ’ ἂν εἶναι ἐξωμαλυμένη ἡ ὑπόθεσις ἀπέναντι τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως, ὑφίσταται ἔτι ζήτημα ἀπέναντι τῆς Αὐστριακῆς Κυβερνήσεως· ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι εὐδιάλυτον, διότι ἡ Αὐστρία εἶναι ἐπίσης, ὡς καὶ ἡμεῖς, οὐδετέρα, καὶ ἑπομένως εἶναι φυσικὸν νὰ βαδίσῃ ἐπὶ τῶν αὐτῶν ἀρχῶν, ἐφ’ ὧν καὶ ἡμεῖς ἐστηρίχθημεν. Τοῦτο καὶ ἐγένετο. Ἡ Αὐστριακὴ Κυβέρνησις, ἥτις, ὡς εἶπον ἐν ἀρχῇ, εἶχεν ἀνακοινώσει διὰ τοῦ ἐνταῦθα ἐπιτετραμμένου αὐτῆς τὴν πρόθεσιν τῆς ἑταιρίας Λόϋδ ὅπως μεταβιβάσῃ τὰ κιβώτια ταῦτα ἀπ’ εὐθείας εἰς Τεργέστην, εἶναι πρόθυμος νὰ ἐγγυηθῇ ἤδη, ὅτι ἡ μεταβίβασις γενήσεται εἰς οὐδετέραν χώραν, καὶ ὅτι δὲν θέλουσι παραβιασθῆ κατ’ οὐδὲν οἱ κανόνες τῆς οὐδετερότητος· ἑπομένως τὰ κιβώτια ἐπιβιβασθήσονται εἰς πλοῖον ὑπὸ τὴν Αὐστριακὴν σημαίαν, ὅπως μεταφερθῶσιν εἰς Τεργέστην καὶ οὐχὶ εἰς ἐμπόλεμον χώραν, κατὰ τὴν ἀρχικὴν τῆς ἑταιρίας Λόϋδ ἀπόπειραν, ἐφ’ ᾗ ἐπετιμήθη αὕτη αὐστηρῶς ὑπὸ τῆς Αὐστριακῆς Κυβερνήσεως. Τοιουτοτρόπως ἡ ὑπόθεσις λαμβάνει τὴν λύσιν, ἣν ἡ Ἑλλάς, ὡς χώρα οὐδετέρα, ὤφειλε ν’ ἀπαιτήσῃ, διότι ἡ οὐδετερότης τῆς Ἑλλάδος ἔχει μεγάλην ἐθνικὴν σπουδαιότητα, ἡ δ’ Ἑλλὰς κατ’ οὐδὲν ἀνεχομένη τὸν παραβιασμὸν τῆς οὐδετερότητος, ἐκπληροῖ ὑποχρέωσιν πρὸς ἄλλας ἐπικρατείας, ἀλλὰ πρὸ πάντων καθῆκον πρὸς ἑαυτὴν (εὖγε, εὖγε!).
§19ΦΙΛΗΜΩΝ. Αἱ ἐξηγήσεις τὰς ὁποίας ἔδωκεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν πείθουσι τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις διεξήγαγε τὴν ὑπόθεσιν ταύτην ἀξιοπρεπῶς καὶ συμφώνως πρὸς τὴν ἐθνικὴν φιλοτιμίαν, καὶ ὅτι ἡ δοθεῖσα λύσις εἶναι σύμφωνος πρὸς τὰς διεθνεῖς ἀρχάς, ἕνεκα τούτου πιστεύω, ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει ἐκφράσει τὴν ἐπιδοκιμασίαν της πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ θέλει τὴν ὑποστηρίξει βαδίζουσα τὴν ἀξιοπρεπῆ αὐτὴν πορείαν.
§20ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ὑποβάλλω, κύριοι, εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου κυροῦται ἡ σύμβασις ἡ μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῶν δύω Τραπεζῶν τῆς ἐθνικῆς καὶ τῆς Ἰονικῆς. Κατὰ τὴν σύμβασιν αὐτὴν δανειζόμεθα ἀπὸ τὰς δύω Τραπέζας 20,000,000, 10,000,000 εἰς μεταλλικὸν, καὶ 10,000,000 εἰς χαρτὶ, ἐπὶ τόκῳ 2% καὶ ἐπὶ τῷ δικαιώματι τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας τῶν γραμματίων.
§21ΧΟΪΔΑΣ. 200,000,000 πρέπει νὰ δανεισθῆτε.
§22ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Φθάνει νὰ εὕρωμεν. — Ἐὰν δὲν δυνηθῇ τὸ δημόσιον νὰ ἐξοφλήσῃ τὸ χρέος του καὶ ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Τράπεζαν νὰ δανεισθῇ ἐν ὀνόματι τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἓν δάνειον ἐπὶ τῷ ὅρῳ τοῦ δανείου τοῦ 1868, καὶ νὰ ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Παρακαλῶ ἡ Βουλὴ νὰ παραδεχθῇ αὐτὸ εἰς ά. ἀνάγνωσιν.
§23ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Πλὴν τοῦ δανείου, κύριοι, τῶν Τραπεζῶν, ἡ Κυβέρνησις εἰσάγει νομοσχέδιον διὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖ τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς νὰ συνομολογήσῃ ἕτερον δάνειον ἐξ 20,000,000 δραχμῶν καὶ τοιουτοτρόπως ἀποτελεῖται τὸ ποσὸν τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον ἀπ’ ἀρχῆς ἡ Κυβέρνησις ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι σκέπτεται νὰ σᾶς παρουσιάσῃ, ἤτοι 20,000,000, καὶ 20,000,000, τὸ ὅλον 40,000,000. Ἠξεύρετε ὅτι, ὅταν ὑπάρχῃ πόλεμος καὶ πόλεμος ἔχων τὴν μεγάλην σημασίαν τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ Ἀνατολικὸς ὡς ὁ σημερινὸς, τὰ διαθέσιμα κεφάλαια ἀποσύρονται, γίνονται δηλονότι σπανιώτερα, καὶ ἡ δυσπιστία τὴν ὁποίαν ὁ πόλεμος ἐπιῤῥίπτει εἰς ὅλας τὰς συναλλαγὰς, ἐπηρεάζει καὶ τὴν τιμὴν τῶν δανείων, διότι ἐπηρεάζει τὴν τιμὴν τῶν κεφαλαίων. Ἡ ὀλεθρία αὕτη ἐπιῤῥοὴ τοῦ πολέμου ἐπὶ τῶν κεφαλαίων εἶναι ἐπαισθητὴ καὶ εἰς αὐτὰ τὰ μέγιστα κράτη, πολὺ δὲ περισσότερον θέλει ἐπηρεάζει τὸ Κράτος τὸ Ἑλληνικὸν, τὰς συναλλαγὰς αὐτοῦ καὶ τὴν πίστιν αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον εἶναι μικροσκοπικὸν καὶ μόλις πρὸ μικροῦ ἐγεννήθη· πρέπει δὲ νὰ ἀποδώσητε εἰς αὐτὸ κυρίως τὰς αἰτίας τῶν μέτρων περὶ δανείου, τὰ ὁποῖα λαμβάνονται ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ περὶ τῶν ὁποίων δύνανται νὰ ὑπάρξουν γνῶμαι ἐναντίαι. Ἡ Κυβέρνησις μετὰ πολλὰς ἐρεύνας περὶ τῶν ὅρων ὑπὸ τοὺς ὁποίους δύναται νὰ συνάψῃ δάνειον, καὶ μετὰ πολλὰς ἀποπείρας πρὸς συνομολόγησιν ἐσχημάτισε πεποίθησιν ἧς συνέπεια εἶναι οἱ ὅροι τοὺς ὁποίους ὁ παρὼν νόμος περιέχει. Τὸ δάνειον τῶν 20,000,000, ἐπιτρέπεται νὰ συναφθῇ μὲ τόκον μέχρι τοῦ 9%. Τὸ δάνειον τοῦτο συγκρινόμενον πρὸς τὰ δάνεια τὰ πρὸ τοῦ 1874, δὲν χορηγεῖ τόκον ἀνώτερον, ἀλλὰ κατώτερον καὶ μάλιστα τοῦ δανείου τῶν 28,000,000· ὁρίζεται δὲ ὡς ἀνώτερος ὅρος ἔκπτωσις 75% ἐπὶ τοῦ ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου. Ἀμφότεροι οἱ ὅροι οὗτοι εἶναι τὰ δύω ἄκρα, ἐντὸς τῶν ὁποίων ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδώσῃ τὸ δάνειον δὲν δύναται δηλονότι νὰ ὑπερβῇ τὰ ὅρια ταῦτα. Ἐννοεῖται ὅτι, ἂν αἱ περιστάσεις τὸ ἐπιτρέψουν, θὰ σταθῇ ὅσον οἷον τε ἐντεῦθεν τῶν ἄκρων. Τὸ δάνειον αὐτὸ πρὸς εὐκολίαν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ τὸ ἐκδώσῃ εἴτε διὰ μιᾶς, εἴτε εἰς πλείονας σειρὰς, καὶ νὰ τὸ ἐκδώσῃ εἰς δημοσίαν ἐγγραφὴν, ἢ καὶ διὰ συμβάσεως μετὰ κεφαλαιούχων. Ἀσφάλειαι παραχωροῦνται πλήρεις, ἤτοι τοιαῦται ὥστε νὰ μὴ ἀφίνωμεν ἀμφιβολίαν καὶ εἰς τοὺς πλέον δυσπίστους κεφαλαιούχους, ὅτι θέλουν γίνεσθαι τακτικῶς αἱ πληρωμαὶ, μολονότι ἡ Ἑλλὰς οὐδέποτε ἠμέλησε τὰς πληρωμὰς τῶν δανείων τὰ ὁποῖα τὸ Βασίλειον συνῆψε. Παρεχωρήσαμεν τὰς εἰσπράξεις τοῦ χαρτοσήμου ὅπερ κατὰ δεκαπέντε ἡμέρας θέλει κατατίθεσθαι εἰς τὴν ἐθνικὴν Τράπεζαν πρὸς πληρωμὴν τῶν ἑξαμήνων δόσεων. Αἱ εἰσπράξεις τοῦ χαρτοσήμου ὑπερβαίνουσι τὰ 5,000,000 μέχρι τῶν 5,500,000. Ἐνῷ τὸ προκείμενον δάνειον δὲν θέλει ἀπαιτήσε πλειότερον τοῦ 1, 800,000. Ὑποβάλλω ὡς συνέπεια τῶν δανείων σχέδιον νόμου περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχ. 35,000,000 δι’ ἐκτάκτους στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς ἀνάγκας, ἤτοι τὴν πίστωσιν πρὸς διαχείρισιν τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα ἐκ τῶν δύω τούτων δανείων ἤθελον εἰσαχθῆ. Ἐντὸς τοῦ νομοσχεδίου ὑπάρχει ἀκριβῶς προσδιωρισμένος ὁ σκοπὸς τῆς χρήσεως τῶν δανείων, ἤτοι ἀποκλειστικῶς εἰς τὰς ἐκτάκτους ἀνάγκας τῆς στρατιωτικῆς καὶ ναυτικῆς δυνάμεως, αἱ δὲ διατυπώσεις τῆς χρήσεως εἶναι ἀπαράλλακτοι, ὅπως ἐν τῷ τελευταίῳ δανείῳ τῶν 10,000,000 μετὰ πολλῆς συζητήσεως διετυπώθησαν. Κύριοι, ἤκουσα τὰς συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἀρχομένης τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως περὶ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς καὶ περὶ τῶν ἐλπίδων, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ ἔχωμεν ὡς πρὸς τὴν διάρκειαν αὐτῶν. Χρεωστῶ νὰ προσθέσω εἰς τὰς γενομένας ἐξηγήσεις, ὅτι εὐκταῖον εἶναι, ὅπως ἡ Κυβέρνησις οὕτω καὶ ἡ Βουλὴ ἐκπληρώσωσιν ὅσον τὸ δυνατὸν ἐπιμελέστερον καὶ ἀκριβέστερον εἰς αὐτὰς τὰς περιστάσεις τὸ καθῆκόν των. Βεβαίως οὔτε ἡ Κυβέρνησις, οὔτε ἡ Βουλὴ ἔχουν ἀνάγκην παρακλήσεων, διότι ἀλλοίμονον, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις, ἥτις προΐσταται τῆς διαχειρίσεως τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, καὶ ἡ Βουλὴ, ἥτις ἀντιπροσωπεύει τὸ ἔθνος, ἔχουν ἀνάγκην εἰς τοιαύτας πρὸ πάντων περιστάσεις, ὅπως παρακληθῶσιν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντός των. Καὶ ἡ Κυβέρνησις καθὼς καὶ οἱ βουλευταὶ ἀπαντῶσιν ἀναμφισβητήτως δυσκολίας, ἀλλὰ αἱ δυσκολίαι αὗται πρέπει νὰ ὑπερνικηθῶσιν, εἶναι καθῆκον καὶ τῶν μὲν καὶ τῶν δέ. Τῶν ὑπουργῶν αἱ δυσκολίαι εἶναι λίαν οὐσιώδεις, εἶναι αἱ μυρίαι δυσκολίαι, τὰς ὁποίας ἀπαιτῶσιν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ὑπηρεσίας, καὶ εἰς τὴν κατανίκησιν πολλῶν βλαβερῶν ἕξεων καὶ προλήψεων. Οἱ βουλευταὶ ἀπαντῶσιν ἄλλας δυσκολίας τῶν ἰδιωτικῶν αὐτῶν ἔργων καὶ ἀναγκῶν, αἱ ὁποῖαι πολλάκις εἶναι ἄξιαι λόγου καὶ ἄξιαι νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν. Ἀλλ’ ὅλως κατὰ τὰς περιστάσεις αὐτὰς νομίζω, ὅτι οὐδεὶς τῶν λόγων τούτων πρέπει νὰ ὑπερτερήσῃ τοῦ συμφέροντος τοῦ γενικοῦ τοῦ ἀποτελοῦντος τὴν ἐντολὴν αὐτῶν. Συζητοῦμεν ἤδη περὶ στρατιωτικῶν μέτρων ἐκτάκτων καὶ περὶ φόρων, ἕπεται ὡς ἄμεσος συνέπεια, ὅτι εὐθὺς καὶ συγχρόνως πρέπει νὰ ἀφοσιωθῇ ἡ προσοχὴ καὶ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας καὶ τῆς νομοθετικῆς εἰς τὴν ῥύθμισιν ὅσον αἱ περιστάσεις τὸ ἐπιτρέπουν τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων· διότι ἄλλως Κυβέρνησις καὶ Βουλὴ ἤθελον ὁμοιάσει τὸν ἄσωτον, ὅστις δαπανᾷ μόνον τὰ χρήματά του χωρὶς νὰ φροντίζῃ περὶ τῶν ἐσόδων. Τοιαύτη πολιτεία καὶ διοίκησις εἶναι ἀναρμόδιος καὶ εἰς τὸ Σῶμα, εἰς ὃ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ λαλῶ, καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις κατ’ ἐντολὴν τοῦ Βασιλέως καὶ τῆς Βουλῆς διοικεῖ. Δὲν εἶναι βεβαίως καιρὸς νὰ μεταῤῥυθμίσωμεν ῥιζικῶς τὰ τοῦ φορολογικοῦ συστήματος ἡμῶν, τὰ τῶν εἰσπράξεων, βεβαιώσεων καὶ μυρία ἄλλα ἀντικείμενα οὐσιώδη, τὰ ὁποῖα χρῄζουσι μεταβολῆς ῥιζικῆς· ἀλλ’ ὅμως ὅ,τι δυνάμεθα διὰ τὴν ἀκριβῆ βεβαίωσιν καὶ τὴν τακτικωτέραν εἴσπραξιν πρέπει νὰ τὸ πράξωμεν. Ἐπίσης ὅταν ἀπαντῶμεν κακόν τι καὶ δυνάμεθα οὐχὶ διὰ μακροῦ χρόνου, ἀλλὰ διὰ συντόμου νὰ τὸ θεραπεύσωμεν, πρέπει νὰ μὴ τὸ παραβλέψωμεν· ἄλλως, κύριοι, κακὴν ἐκδούλευσιν θὰ παράσχωμεν εἰς τὰς ἐκτάκτους περιστάσεις. Ταῦτα εἶπον διὰ νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν ὅπως συντρέξῃ εἴς τε τὰ ἄλλα καὶ εἰς τὰ οἰκονομικὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις παρουσίασε καὶ παρουσιάζει καὶ θὰ παρουσιάσῃ· διότι, κύριοι, τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ πρῶτον δὲν ὑπάρχει, ὡς γνωρίζετε, δεύτερον δὲ τὸ πολεμοῦν πολλαὶ ἀμφιβολίαι καὶ κίνδυνοι. Αἱ ἀνώμαλοι περιστάσεις, γνωρίζετε, ὅτι θέλουν φέρει ἀμέσως χαλάρωσιν εἰς τὰς συναλλαγάς, καὶ ἡ χαλάρωσις τῆς ἐμπορικῆς κινήσεως θέλει ἐπιδράσει βεβαίως εἰς τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ. Τὸ ἀπειλοῦν αἱ νέαι ἀνάγκαι, τὰς ὁποίας ἀνεγνώρισεν ὁ τελευταῖος προϋπολογισμὸς, καὶ αἵτινες ἀπῄτησαν νέας θυσίας προστεθείσας εἰς αὐτόν· ἀπαντῶνται δὲ καί τινες ἐσφαλμένοι ὑπολογισμοὶ εἰς τὰ σημειωθέντα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἔσοδα, οἵτινες ἐπίσης θέλουν ἐπηρεάσει τὸ ἰσοζύγιον. Ὑπὸ τοιούτων κινδύνων τὸ ἰσοζύγιον ἀπειλούμενον δὲν βλέπω πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ σωθῇ, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ δὲν ἔλθουν εἰς ἐπικουρίαν· Σήμερον περιορίζομαι νὰ εἰσάξω νομοσχέδιον περὶ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων. Τὸ νομοσχέδιον εἶναι συντομώτατον, ὅπως καὶ τὰ ἄλλα νομοσχέδια, διότι δὲν πρόκειται περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ νόμου, ἀλλὰ περὶ διορθώσεως ἐκείνων τῶν μερῶν τὰ ὁποῖα νομίζομεν ὅτι χρῄζουν διορθώσεως. Αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον κυρίως ζητεῖ νὰ μεταῤῥυθμίσῃ τὸν τρόπον τῆς συντάξεως τῶν καταλόγων καὶ τῆς βεβαιώσεως τοῦ φόρου, διότι ἐνῷ ὁ φόρος ἔπρεπε νὰ μὴ ἀφίνῃ καθυστερήματα, νὰ ᾖναι ἔσοδον τακτικὸν τοῦ Κράτους, καὶ παρουσιάζῃ ἀποτελέσματα ἀνώτερα ὧν παρουσιάζει, ἀπεναντίας οὐδὲν τῶν προσόντων αὐτῶν ἔχει. Σᾶς ἀναφέρω ὡς παράδειγμα ὅτι κατὰ τὸ ἔτος 1876 ἐβεβαιώθησαν οἱ φόροι τοῦ 1874 καὶ 1875. Σήμερον εἴμεθα εἰς τὸν πέμπτον μῆνα τοῦ ἔτους καὶ οἱ κατάλογοι τῶν ἐπιτηδευμάτων τοῦ δήμου Ἀθηνῶν εἶναι εἰς τὴν ἀρχήν των, ἐνῷ ὁ νόμος διατάττει ὅτι ἡ πρώτη ἑξαμηνία πληρώνεται τὴν πρώτην Ἰανουαρίου, εἶναι δὲ τόσον καθαραὶ αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον εἰσάγω, ὥστε νομίζω ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ ἔμβω εἰς λεπτομερείας, προσθέτω μόνον ὅτι πλὴν τῆς τακτοποιήσεως τῆς βεβαιώσεως αὐτοῦ τοῦ φόρου, ὑπάρχουν καί τινα ἄλλα, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσι τὴν οὐσίαν, ἀλλὰ σύντομα καὶ ὀλίγα. Ὑποβάλλω ὡσαύτως ἕτερον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔχει ἔμμεσον ἐπιῤῥοὴν, ἀλλ’ ἀρκετὰ ἐπαισθητὴν εἰς τὴν καλὴν διοίκησιν τῆς οἰκονομικῆς ὑπηρεσίας, κανονίζεται δηλαδὴ ἡ πειθαρχικὴ ἐξουσία, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖται διὰ νόμου νὰ κανονισθῇ, διότι μέχρι σήμερον ἠσκεῖτο ἄνευ νόμου, καὶ σήμερον ὅτε ὑπάρχει ὁ νόμος περὶ εὐθύνης, νομίζομεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ ἰδία κατάστασις, διότι ὑπάρχει μὲν γενική τις διάταξις περὶ πειθαρχικῆς ἐξουσίας νενομοθετημένη, ἀλλὰ οὐδόλως προσδιορίζεται οὔτε κατὰ ποσὸν, οὔτε κατὰ τὸν τρόπον καὶ διαδικασίαν. Παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλὴν, ἂν ἐγκρίνῃ, νὰ ἀποβλέψῃ εἰς τὴν οὐσίαν τῶν πραγμάτων, μολονότι δὲν ἐννοῶ νὰ παραβιάσῃ τοὺς τύπους. Ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀποφαίνεται περὶ τοῦ χρόνου καθ’ ὃν θὰ συζητήσῃ τὰ νομοσχέδια, καὶ ὅπως ἔπραξε πολλάκις, νομίζω, ὅτι ἔτι περισσότερον δικαιοῦται καὶ δύναται νὰ τὸ πράξῃ σήμερον, διατάττουσα τὴν ἀνάγνωσιν εἰς πρώτην συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων τούτων, ἐπιφυλαττομένη νὰ φέρῃ κατόπιν τὰς παρατηρήσεις της.
§24ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἐξεδόθη χθὲς καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιτρέπεται ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία τῶν Τραπεζικῶν γραμματίων πρὸς κύρωσιν· ἠναγκάσθημεν νὰ ἐκδώσωμεν τὸ διάταγμα αὐτὸ διὰ νὰ προλάβωμεν πᾶσαν ἀνωμαλίαν.
§25ΖΩΧΙΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν σᾶς ὑπέβαλε πίστωσιν ἐκ 35 ἑκατομμυρίων· ἂς ὑποθέσωμεν ὅτι τὰ εὕρομεν, ἀρκοῦσι πρὸς παρασκευὴν τοῦ τόπου;
§26ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Εἶναι ἀντικείμενον συζητήσεως τοῦτο, κύριε Πρόεδρε;
§27ΖΩΧΙΟΣ. Ἀφοῦ ἐξαντλήσωμεν τὰ 35 ἑκατομμύρια, θὰ εἴμεθα εἰς κατάστασιν νὰ προχωρήσωμεν;
§28ΔΟΥΜΑΣ. Τότε θὰ σκεφθῶμεν.
§29ΖΩΧΙΟΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ· εἶναι περιττὸν νὰ ὁμιλήσω.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ἂν ἐγκρίνῃ ἡ Βουλὴ, νὰ προβῶμεν εἰς τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν.
§31ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα!
§32ΝΕΖΕΡΙΤΗΣ. Ὑπέβαλον πρότασιν νόμου, ἵνα τὰ χρήματα τοῦ λιμενικοῦ ταμείου Πατρῶν, πλέον τῶν 2,000,000, δανεισθῇ ἡ Κυβέρνησις χάριν τῶν παρουσῶν περιστάσεων. Ἐπειδὴ δὲ δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις ἢ, ἐὰν ὑπάρχῃ, θέλω ἀποδείξει, ὅτι κακῶς ὑπάρχει, θὰ παρακαλέσω μεταξὺ τῶν ἄλλων νὰ συζητηθῇ καὶ αὐτό.
§33ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὰ χρήματα, περὶ ὧν πρόκειται, ἔχουν παρακατατεθῇ ὑπὸ προθεσμίαν εἰς τὰς Τραπέζας ὑπὸ διαφόρους προθεσμίας, καὶ ἴσως οὔτε λεπτὸν ὑπάρχει διαθέσιμον. Ἀναγινώσκεται τὸ διάταγμα περὶ ἀναστολῆς τῆς ὑποχρεωτικῆς ἐξαργυρώσεως τῶν γραμματίων τῆς ἐθνικῆς καὶ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης, καὶ τὸ πρὸς κύρωσιν αὐτοῦ νομοσχέδιον, ὅπερ γίνεται δεκτὸν εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν. Ἀναγινώσκεται σύμβασις μεταξὺ τῶν αὐτῶν Τραπεζῶν καὶ τῆς Κυβερνήσεως περὶ δανείου 20 ἑκατομμυρίων, καὶ τὸ περὶ κυρώσεως αὐτῆς νομοσχέδιον, ὅπερ γίνεται δεκτὸν εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν. Ὁμοίως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τὰ ἑξῆς νομοσχέδια, 1) Περὶ συνομολογήσεως δανείου 20,000,000. 2) Περὶ χορηγήσεως πιστώσεως 35,000,000 δι’ ἐκτάκτους ἀνάγκας τῆς στρατιωτικῆς καὶ τῆς ναυτικῆς ὑπηρεσίας. 3) Περὶ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων. 4) Περὶ πειθαρχικῆς ἐξουσίας ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν.
§34ΖΑΛΩΝΗΣ. Ἐπειδὴ πιστεύω ὅτι εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι εἰς τὰς προπαρασκευὰς ὀφείλει ἡ Βουλὴ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν, διότι τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι κοινωνικὸν καὶ ἀφορᾷ τὴν συγκοινωνίαν, λέγω ὅτι ὀφείλει ἡ Βουλὴ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ ζήτημα αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἔχει ἄμεσον σχέσιν μετὰ τῶν προπαρασκευῶν. Ἐπειδὴ δὲ, κ. πρόεδρε, τὸ διοικητικὸν συμβούλιον ἀνέφερεν ἐπισήμως ἐνταῦθα, ὅτι ἐντὸς τῆς πρώτης δεκαμερίας τοῦ Ἰουνίου βιάζεται νὰ δώσῃ τὰ ἀτμόπλοιά της καὶ ἡ συγκοινωνία καταστρέφεται, παρακαλῶ ἡ Βουλὴ νὰ θεωρήσῃ ὡς σπουδαῖον τὸ ζήτημα, καὶ νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν βʹ. ἀνάγνωσιν τῆς συμβάσεως.
§35ΧΟΪΔΑΣ. Ἐγὼ εἶμαι ἐναντίος· πρέπει νὰ συζητήσωμεν σπουδαίως καὶ ἐσπευσμένως μόνον ἐπὶ τῶν ζητημάτων τῶν προπαρασκευῶν, ἐνίσταμαι δὲ κατὰ τῆς συμβάσεως καὶ ὅταν ἔλθῃ ὁ χρόνος τῆς συζητήσεως θέλω σᾶς ἀποδείξει τὶ συμβαίνει.
§36ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀμέσως τώρα.
§37ΧΟΪΔΑΣ. Θὰ συζητήσωμεν πρῶτον τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἔχουν ἄμεσον σχέσιν μὲ τὰς προπαρασκευάς.
§38ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖα εἶναι τὰ νομοσχέδια τὰ ἐγγεγραμμένα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, τὰ σχέσιν ἔχοντα μὲ τὰς προπαρασκευάς; οὐδέν· τοὐλάχιστον ἂς συζητήσωμεν τὴν σύμβασιν διὰ νὰ μὴ στερηθῶμεν καὶ τὴν συγκοινωνίαν τῆς θαλάσσης, ἣν ἔχομεν ἕως τώρα.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, πρὸ μικροῦ ἀπεφασίσατε οὕτω, ὅτι θὰ τελειώσωσι πρῶτον ὅλα τὰ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν· θέλετε ν’ ἀναιρέσητε τὴν ἀπόφασίν σας;
§40ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πρόκειται νὰ μεταβληθῇ ἡ ἡμερησία διάταξις ἀφοῦ ἀπεφασίσαμεν νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν;
§41ΤΙΝΕΣ. Ἂς ἀναγνωσθῶσι τὰ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὴν ἀπόφασίν σας ἡ ἡμερησία διάταξις ἔχει εἰς πρώτην συζήτησιν ά) τὸ περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν, βʹ) τὸ περὶ διαθέσεως τοῦ κληροδοτήματος τοῦ Τριανταφυλλίδου ὑπὲρ τῆς γεωργικῆς ἐκπαιδεύσεως κτλ.
§43ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Παρακαλῶ, ἐπειδὴ ὑπολογίζω, ὅτι δὲν θὰ φθάσῃ ὁ χρόνος, ὥστε νὰ ἔλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα χρήζουσι συζητήσεως, καὶ ἐπειδὴ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει πολλὰς ἀσχολίας, ὀφείλω νὰ ἀναχωρήσω· ἀλλὰ πρὶν ἀναχωρήσω λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν ὡς πρὸς τὸ τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἀνεγνώσθη πρὸ ὀλίγου τοῦ πολίτου τοῦ παραπονουμένου ὅτι ἔδωκε προσφορὰν 1160, ὅτι οὔτε περὶ τῆς προσφορᾶς τὸ ὑπουργεῖον γνωρίζει τίποτε, καὶ ἐτηλεγράφησα νὰ πληροφορηθῶ, ἀλλὰ πληροφορῶ ὅτι κατὰ τὰς δημοπρασίας τὰς ὁποίας ἐνήργησε τὸ ταμεῖον τοῦτο κατὰ τὰ τρία ἔτη 1875, 1876 καὶ 1877 αἱ προσφοραὶ ἀνῆλθον κατὰ μὲν τὸ 1875 εἰς 806 κοιλὰ, κατὰ δὲ τὸ 1876 εἰς 976 καὶ κατὰ τὸ 1877 εἰς 1056.
§44ΧΟΪΔΑΣ. Ὁ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος μοὶ ἐτηλεγράφησε μοὶ εἶναι ἐντελῶς ἄγνωστος.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προβαίνομεν εἰς τὴν πρώτην συζήτησιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ἐκλογικοῦ.
§46ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ ἐκλογικὸς νόμος θὰ ἔχῃ συζητήσεις σπουδαίας.
§47ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, πρέπει ν’ ἀποφασίσητε ἀφεύκτως νὰ συζητήσητε καὶ νὰ παραδεχθῆτε ἢ ν’ ἀποῤῥίψητε τὴν σύμβασιν περὶ ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας. Κατὰ τὴν ἀναφορὰν τὴν ὁποίαν ἔχω εἰς τὰς 9 τοῦ Ἰουλίου λήγει ἡ προθεσμία. Ἀφορᾷ, κύριοι, τὸ ζήτημα τοῦτο τὴν συγκοινωνίαν, εἶναι δὲ δευτέρα συζήτησις καὶ ἐγὼ ὡς ὑπουργὸς δὲν ἀναλαμβάνω τὴν εὐθύνην, ἐὰν παρέλθῃ σιωπηρῶς ἡ προθεσμία, καὶ διὰ τοῦτο πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ παραδεχθῇ ἢ ν’ ἀποῤῥίψῃ τὴν σύμβασιν. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ προτιμηθῇ ἡ συζήτησις τῆς συμβάσεως αὐτῆς.
§48ΧΟΪΔΑΣ. «Ἐπὶ τοσοῦτον..................... καὶ ἀπόδειξις τὰ τελούμενα ἐν τῇ Βουλῇ. Πρὸ μιᾶς μόνης στιγμῆς ἀπεφάνθητε ὁμοθυμαδὸν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ά. συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων τῶν ὑποβληθέντων καὶ κατὰ τῶν ὁποίων δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις· μετὰ μίαν στιγμὴν τὴν ἀπόφασιν τὴν ἀνατρέπετε, διότι ἀνέρχεται τὸ βῆμα ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ σᾶς παρουσιάζει τὸ σπουδαῖον τῆς ἐπιψηφίσεως τῆς συμβάσεως. Τίς σᾶς ἐμποδίζει μετὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν νὰ προβῆτε εἰς τὴν βʹ. συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ἀφορῶντος τὴν σύμβασιν; Ἐννοῶ ὅτι τὴν προηγουμένην ἀπόφασιν δὲν πρέπει νὰ τὴν ἀνατρέψητε ὁποιοσδήποτε καὶ ἂν τὸ θέλῃ· δύναται νὰ φέρῃ ὁποιονδήποτε ὄνομα, ἀλλὰ σεῖς δὲν πρέπει νὰ τὸν ἀκούσητε, ὑμεῖς οἵτινες τώρα αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐξεδώκατε τὴν ἀπόφασίν σας. Καὶ νομίζετε ὅτι εἶναι εὔκολον τὸ ἔργον τῆς κυρώσεως ἢ ἀκυρώσεως τῆς Συμβάσεως; εἶναι λίαν δύσκολον. Ἐγώ, κύριοι, ὁ ὁποῖος οὐδὲ λεπτὸν δίδω διὰ κανένα ἄνθρωπον, ὅπως καὶ ἂν ὀνομάζεται, γινώσκω πλεῖστα πράγματα καὶ θὰ σᾶς εἴπω πολλά, διότι εἶχον τὴν ἀτυχίαν νὰ ὑπηρετήσω τρία ὅλα ἔτη ὡς εἰσαγγελεὺς τῶν Πρωτοδικῶν, καὶ γνωρίζω τόσα ὅσα οὐδεὶς ἄλλος γινώσκει. Καὶ ἂν θελήσουν νὰ ἐπικαλεσθῶσι τὰ ταξείδια τῆς Κρήτης, θὰ τὰ ἐπικαλεσθῶ καὶ ἐγὼ διὰ νὰ καταδείξω ἐκείνους οἵτινες ὠφελήθησαν ἑκατοντάδας χιλιάδων ταλλήρων. Λοιπὸν πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς τὴν πρώτην συζήτησιν καὶ κατόπιν, ὅταν ἔλθῃ ἡ σύμβασις, φρονῶ, ὅτι θὰ πεισθῆτε ἐκ τῶν πραγμάτων, ὅτι πρέπει ν’ ἀκυρωθῇ ὑπὸ ὁποιουδήποτε καὶ ἂν ὑποστηρίζεται.
§49ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ὁ κ. Χοϊδᾶς περαίνων τὸν λόγον του σᾶς εἶπε, ὅτι πρέπει ν’ ἀκυρωθῇ ἡ σύμβασις ὁποιαδήποτε ὀνόματα καὶ ἂν φέρῃ, αὐτὰ δὲν πρέπει νὰ σᾶς πτοήσωσιν. Ὁ κ. Χοϊδᾶς πρέπει νὰ μάθῃ, ὅτι αἱ συμβάσεις δὲν εἶναι ὑπουργικὰ ζητήματα. Ἡ Βουλὴ εἶναι τρίτος καὶ εἶναι ἐλευθέρα νὰ ἐπικυρώσῃ καὶ ἀκυρώσῃ συμβάσεις χωρὶς νὰ προσβάληται τὸ ὑπουργεῖον· ἑπομένως ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ἐξετάσῃ ἐν ὅλῃ τῇ ἐκτάσει τὴν σύμβασιν χωρὶς νὰ προσβάλληται ἡ Κυβέρνησις. Ἂς ἔλθῃ ἡ σύμβασις καὶ ἂν ἀποδειχθῇ ὅτι συμφέρει, ἂς ἐπικυρωθῇ, ἂν ἀποδειχθῇ ὅτι δὲν συμφέρει, ἂς ἀκυρωθῇ.
§50ΧΟΪΔΑΣ. Ὁ συνάδελφός μου ἐπὶ τοσοῦτον μὲ παρεξήγησεν ὥστε ἐνόμισεν, ὅτι ἐγὼ εἶπον ὅτι ὑπολανθάνει ὑπουργικὸν ζήτημα· ἡ ἀκύρωσις ἢ ἐπικύρωσις τῆς Συμβάσεως πολὺ ἀπέχει τοῦ νὰ θεωρηθῇ ὡς ὑπουργικὸν ζήτημα, καὶ θὰ ἤμην πολὺ μικρός, ἐὰν ἐνόμιζον τοῦτο. Λυποῦμαι δὲ διότι μὲ παρεξήγησεν ὁ φίλος μου, καίτοι ἑλληνιστὶ ὡμίλησα καὶ εὐκρινῶς.
§51ΡΕΒΕΛΑΚΗΣ. Νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὴν ἀπόφασίν μας καὶ νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ εἰς ά. ἀνάγνωσιν.
§52ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κύριοι, πρὸ ὀλίγου ἡ Κυβέρνησις ἐζήτησε ν’ ἀπομακρυνθῇ τῆς εὐθύνης, ἐὰν παύσῃ ἡ συγκοινωνία· πρέπει λοιπόν, κύριοι, ν’ ἀποβάλωμεν αὐτὴν τὴν εὐθύνην καὶ, ἢ νὰ παραδεχθῶμεν, ἢ ν’ ἀποῤῥίψωμεν αὐτὴν τὴν σύμβασιν.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν παρεκάλεσε νὰ προτάξωμεν τὸ νομοσχέδιον τὸ ἐπικυροῦν τὴν σύμβασιν τῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας.
§54ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἀναγινώσκω τὴν σύμβασιν, διότι εἶναι τυπωμένη.
§56ΧΟΪΔΑΣ. Εἶμαι κατὰ τῆς συμβάσεως καὶ ἔσομαι κατὰ τῆς συμβάσεως. Ὑπόσχομαι λακωνικῶς νὰ ὁμιλήσω, καὶ λακωνικώτατα λέγω, ὅτι εἰμὶ κατὰ τῶν προνομίων ἐν γένει καὶ ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας ἐν γένει. Θέλω πλήρη ἐλευθερίαν εἰς ὅλα τὰ σκάφη τοῦ κόσμου, ὅταν δὲ ἐπιστῇ ὁ χρόνος τῆς γʹ. συζητήσεως, θὰ καταδείξω τὸ σφαλερὸν τῆς βάσεως τῆς συμβάσεως, καὶ ἂν πείσω ὑμᾶς, θὰ εἶμαι εὐτυχὴς, διότι θὰ καθιερώσητε τὴν ἐλευθερίαν καὶ θὰ ῥαπίσητε ἐκείνους, οἵτινες ἐξ ἀφανεστάτων ἔγειναν ἐπιφανέστατοι καὶ ἐκ πενεστάτων πλουσιώτατοι.
§57ΣΟΥΤΣΟΣ. Παρακαλῶ ν’ ἀναγνωσθῇ ἡ σύμβασις ἄρθρον πρὸς ἄρθρον, διότι σκέπτομαι νὰ κάμω τροπολογίας.
§58Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Παρατηρῶ εἰς τὸν κ. Σοῦτσον, ὅτι αἱ συμβάσεις δὲν συζητοῦνται ἄρθρον πρὸς ἄρθρον, ἀλλὰ συζητεῖται τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλει τὴν κύρωσιν εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Ἀρέσει εἰς ἡμᾶς ἡ σύμβασις; τὴν δεχόμεθα, δὲν ἀρέσει; τὴν ἀποῤῥίπτομεν. Αὐτὸ εἶναι συμβόλαιον, τὸ ὁποῖον συνήφθη μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ μιᾶς ἑταιρίας· δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τὸ τροπολογήσωμεν.
§59ΣΟΥΤΣΟΣ. Αὐτὸ συμβαίνει εἰς τὰς διεθνεῖς συμβάσεις, ὄχι ὅμως καὶ εἰς αὐτὰς, διότι ἐὰν δὲν ἀρέσουν αἱ τροπολογία εἰς τὰς ἑταιρίας, δὲν τὰς παραδεχόμεθα.
§60ΜΙΛΗΣΗΣ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι αἱ συμβάσεις δὲν συζητοῦνται, τὰ νομοσχέδια συζητοῦνται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅ,τι προσέθηκεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Καλαβρύτων, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι ἠναγκασμένη ἢ νὰ παραδεχθῇ ἢ ν’ ἀποῤῥίψῃ τὴν σύμβασιν. Ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ἐπιφέρῃ τροποποιήσεις καὶ ἀπόκειται εἰς τὸ ἕτερον τῶν ἐνδιαφερομένων μερῶν νὰ τὰς ἀποδεχθῇ ἢ ὄχι. Αἱ τροποποιήσεις αὗται δὲν γίνονται ἐπὶ τῆς συμβάσεως, ἀλλ’ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τίθενται ἰδιαίτερα ἄρθρα· Κατόπιν ἐγένετο παραδεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς βʹ. συζήτησιν, τῶν τροπολογιῶν ληφθησομένων ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν γʹ. συζήτησιν. Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ δεύτερον ἄρθρον καὶ τὸ σύνολον.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προβαίνομεν εἰς τὸν ἐκλογικὸν νόμον. Ἡ Βουλὴ εἰς τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον ἐσυζήτησεν αὐτὸν μέχρι τοῦ 43 ἄρθρου.
§62ΤΙΝΕΣ. Ν’ ἀναγνωσθοῦν καὶ τὰ λοιπά.
§63ΧΟΪΔΑΣ. Ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ μὴ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ἑπομένων ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὸν Νοέμβριον, ὅταν θὰ συνερχώμεθα ἀλλαχοῦ, ἄλλως θὰ σκεπτώμεθα περὶ ἐκλογικῶν νόμων, καὶ ἄλλος ἐκλογικοὺς νόμους καὶ ἄλλα συντάγματα θὰ κάμωμεν (Θόρυβος) Γίνονται δεκτὰ εἰς ά. ἀνάγνωσιν τὰ ἄρθρα 44–52 τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου.
§64ΧΟΪΔΑΣ. Δὲν ἔχομεν μήτε νομοσχέδιον, μήτε τίποτε· ν’ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον.
§65ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§66ΧΟΪΔΑΣ. Θὰ μᾶς ἀναγκάσητε νὰ κάμωμεν καὶ ἔνστασιν, ὅτι δὲν εἶναι ἀπαρτία.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κάμετε ὅ,τι θέλετε.
§68ΠΟΛΛΟΙ. Ἐξακολουθήσατε, κύριε πρόεδρε.
§69ΧΟΪΔΑΣ. Ἐπιμένω εἰς τὴν ἀναβολήν.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν, παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι). Δὲν παρεδέχθη.
§71ΧΟΪΔΑΣ. Δὲν εἶναι ἀπαρτία, κύριε πρόεδρε.
§72ΠΟΛΛΟΙ. Εἶναι ἐμπρὸς, κύριε Πρόεδρε.
§73ΤΙΝΕΣ. Ἀφοῦ ἔγεινεν ἔνστασις, πρέπει ν’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. Ἐκφωνεῖται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἴμεθα παρόντες 111, παρακαλῶ δὲ τοὺς κ. Βουλευτὰς ὅταν φέρουν ἔνστασιν περὶ ἀπαρτίας νὰ βλέπουν τὶ συμβαίνει εἰς τὰ δωμάτια.
§75Ν. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ βλέπωμεν εἰς τὰ δωμάτια· οἱ βουλευταὶ πρέπει νὰ ᾖναι ἐντὸς τῆς αἰθούσης.
§76ΧΟΪΔΑΣ. Τοὺς ἀπουσιάσαντας σήμερον νὰ καταλογίσητε ὡς ἀπουσιάσαντας ἐνόχους (θόρυβος)· ὅσοι δὲν γνωρίζουν τὰς συνεπείας θορυβοῦν, διότι δὲν ἐσπούδασαν τὴν ἱστορίαν (θόρυβος).
§77ΤΙΝΕΣ. Ἐμπρὸς, κύριε πρόεδρε. Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 53, 54, 55 καὶ 56.
§78ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριε πρόεδρε, αὐτὰ ὅλα εἶναι συντεταγμένα ἐπὶ τῇ βάσει τῆς μιᾶς ψήφου καὶ πρέπει νὰ τροποποιηθῶσιν....
§79ΤΙΝΕΣ. Βέβαια. Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 57 μέχρι τέλους.
§80ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἐπὶ τοῦ συνόλου, κύριε πρόεδρε, θὰ εἴπω δύο λέξεις. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ χωρίσῃ τὸ μέρος, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναγκαῖον, καὶ νὰ ἀφήσῃ τὸ μέρος τὸ ὁποῖον θὰ δώσῃ χώραν εἰς συζητήσεις· μόνον τὸ περὶ καταλόγων νὰ παραδεχθῶμεν τώρα, καὶ κατόπιν εἰς ἄλλην σύνοδον συζητοῦμεν τὰ ἐπίλοιπα.
§81ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μάλιστα. Γίνεται παραδεκτὸν καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς ά. συζήτησιν.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κύριοι ὑπουργοὶ τῶν Ναυτικῶν καὶ Οἰκονομικῶν ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου περὶ χορηγίας πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 112,000. Ἐγκρίνει ἡ Βουλὴ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ά ἀνάγνωσιν; Ἀνεγνώσθη καὶ ἐγένετο δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς ά. ἀνάγνωσιν. Ἐπίσης ἀνεγνώσθη καὶ ἐγένοτο δεκτὸν εἰς ά συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ διαθέσεως τοῦ κληροδοτήματος Τριανταφυλλίδου ὑπὲρ τῆς Γεωργικῆς Ἐκπαιδεύσεως. Ἐπίσης ἐγένετο παραδεκτὸν εἰς ά συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ προσωπικοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργείου καὶ τῶν Πρεσβειῶν. Ἐπίσης ἐγένετο δεκτὸν εἰς ά συζήτησιν τὸ περὶ ὀργανισμοῦ τῶν προξενικῶν ἀρχῶν κτλ.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν ἤδη τὸ νομοσχέδιον περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας τῆς εἰς τὴν Ἑλληνικὴν μεταλλευτικὴν Ἑταιρίαν ἐκμισθώσεως τοῦ ἐν Κύμῃ ἀνθρακωρυχείου.
§84ΧΟΪΔΑΣ. Ἔχω ἀντίῤῥησιν καὶ δὲν ἠμπορεῖ ν’ ἀναγνωσθῇ.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται δι’ ἄλλην ἡμέραν. Ἔχομεν ἤδη τὴν πρώτην συζήτησιν τῆς προτάσεως νόμου περὶ καταργήσεως ἄρθρων τινῶν τοῦ περὶ ἀπογραφῆς νόμου.
§86Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Μόνον τὰ Ὑπουργικὰ νομοσχέδια ἀπεφασίσαμεν.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅλα τὰ λοιπὰ εἶναι προτάσεις Βουλευτῶν, ὥστε ἐπανερχόμεθα εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς ἡμερησίας διατάξεως· εἶναι ἡ τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ καλλιεργείας καὶ διαχειρίσεως τῶν ἐν Λευκάδι ἁλυκῶν.
§88Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Ἐπειδὴ ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν εἶναι παρὼν, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐπιθυμῇ, δύναται νὰ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται εἰς γʹ. ἀνάγνωσιν καὶ δὲν θὰ δώσωσι χώραν εἰς συζητήσεις, ὁποία εἶναι τὸ περὶ ὑπερημερίας τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν κατ’ αὐτοῦ ἀγωγῶν, βʹ) τὸ περὶ προπληρωμῶν ἐπὶ δικῶν τοῦ δημοσίου καὶ βεβαιώσεως τῶν φόρων, γʹ) τὸ περὶ χορηγίας ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως δραχ. 8,000 ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1877.
§89ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§90Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Ἐπίσης καὶ τὸ περὶ συμπληρώσεως τῶν διατάξεων τῶν ἄρθρων 63 καὶ 66 τῆς ποινικῆς διατιμήσεως.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἔχομεν εἰς γʹ. συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ προπληρωμῶν ἐπὶ δικῶν τοῦ Δημοσίου καὶ βεβαιώσεως τῶν φόρων.
§92Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔκαμε μίαν τροπολογίαν κατὰ τὴν βʹ. ἀνάγνωσιν, ὅτι «τὰ αὐτὰ ἰσχύουν καὶ ἐπὶ μεταφορᾶς ὑποδίκων».
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον ὅπως ἐτροπολογήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι καὶ τὸ σύνολον εἰς γʹ. ἀνάγνωσιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§94ΤΙΝΕΣ. Καὶ τὰ ἄλλα, κύριε πρόεδρε. Κατόπιν ἐψηφίσθη εἰς γʹ. ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγήσεως ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1877, καὶ ἐγένετο δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, ἔχον ὡς ἑξῆς· «Ἄρθρον μόνον. Ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς χρήσεως 1877 τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργείου χορηγεῖται ἀναπληρωτικὴ πίστωσις δραχμῶν ὀκτὼ χιλιάδων, ἀριθ. 8,000, καταλογιζομένη εἰς τὸ κεφ. 12, ἄρθρ. 1 τοῦ αὐτοῦ προϋπολογισμοῦ.» (Εἶτα ἐψηφίσθη εἰς γʹ. ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον περὶ συμπληρώσεως τῶν διατάξεων τῶν ἄρθρων 63 καὶ 66 τῆς ποινικῆς διατιμήσεως, καὶ ἐγένετο δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν ἤδη εἰς γʹ. συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ μὴ ἐφαρμογῆς τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ ΧΕΘʹ. νόμου ἐπὶ λογιστικῶν λαθῶν.
§96ΤΙΝΕΣ. Αὐτὸ νὰ μείνῃ.
§97ΖΑΪΜΗΣ (ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἂς μεταβῶμεν εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως Β. διαταγμάτων.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὡς πρὸς τοῦτο εἶχον ὑποβληθῆ δύω νομοσχέδια, ἅτινα συνεχωνεύθησαν εἰς ἓν, τὸ ἑξῆς (ἀναγινώσκει). Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀναγνωσθὲν, ἡ Βουλὴ παρεδέχθη κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως εἰς γʹ. συζήτησιν.
§99ΖΑΪΜΗΣ. Ἂς ἀρχίσῃ ἤδη ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἁλυκῶν.
§100ΤΙΝΕΣ. Παρῆλθεν ἡ ὥρα.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη νομοσχέδιον περὶ ἐγκρίσεως συμβάσεως περὶ κατασκευῆς ἱπποσιδηροδρόμων ἐν Ἀθήναις. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 12 παρὰ 10|60.