1877.06.18
1.521 στίχοι · 12.614 λέξεις · 149 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 25
τῆς 18 Ἰουνίου 1877.
(Σάββατον.)
Ὥρα 8 π. μ.
Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀντικείμενα τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως εἶναι ἡ ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως τῶν νομοσχεδίων, κατὰ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ ἡ ἐπανάληψις τῆς χθὲς ματαιωθείσης ψηφοφορίας ἕνεκα ἐλλείψεως ἀπαρτίας. Ἀνακοινοῦται τηλεγράφημα Λευκαδίων τινῶν, παραπονουμένων διὰ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν τῶν ἁλυκῶν τῆς νήσου ταύτης. Θέλει ληφθῆ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν συζήτησιν.
§2ΧΟΪΔΑΣ. Κάτω τὰ προνόμια.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ ψηφοφορία;
§4ΤΙΝΕΣ. Δι’ ἀναστάσεως, κύριε πρόεδρε.
§5ΧΟΪΔΑΣ. Κύριε πρόεδρε, ἔχω νὰ εἴπω κἄτι τι προηγουμένως. Χθὲς ὁ συνάδελφός μου καὶ φίλος μου κύριος Πετιμεζᾶς ὑπέβαλε μίαν πρότασιν περὶ τῆς ἐγγραφῆς ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, ἐπιδιώκων τὴν ἐλευθερίαν τῆς ψήφου τοῦ πολίτου, καὶ ἡ Βουλὴ, ἀποδεχομένη τὴν δικαίαν ταύτην πρότασιν, ἀπεφάσισε νὰ ἐγγράψῃ αὐτὴν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Ἐκεῖ ἐπρόκειτο καὶ πρόκειται περὶ τῆς ἐλευθερίας τῆς ψήφου, ἀλλ’ ἀλλοῦ πρόκειται περὶ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, διότι ἐθεώρησα καὶ θεωρῶ, ὅτι κατὰ τὸ 1877 εἶνε ὁ μεγαλείτερος τῶν παραλογισμῶν, ἡ ἑλληνικὴ πολιτεία, ἡ διακρινομένη διὰ τὰ ἐλεύθερα αἰσθήματά της, διὰ τὴν δικαιοσύνην της, ν’ ἀπαγγέλλῃ προσωπικὴν κράτησιν διὰ νόμου κατὰ ὀφειλέτου ὁποιουδήποτε, ἀφοῦ ἡ ἐλευθερία τοῦ πολίτου ἀνεκτήθη διὰ τοσούτων αἱμάτων, καὶ τοσαῦτα διέπραξαν οἱ πρόγονοι ἡμῶν πρὸς ἀνάκτησιν τῆς σφαγιαζομένης ἐλευθερίας. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ συγκατατεθῇ νὰ ἐγγραφῇ ἐν τῇ σημερινῇ διατάξει ἡ πρότασίς μου περὶ καταργήσεως τῆς προσωπικῆς κρατήσεως.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγκρίνει ἡ Βουλή;
§7ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
§8ΕΤΕΡΟΙ. Ὄχι.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἐγγραφὴν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τῆς προτάσεως τοῦ κ. Χοϊδᾶ περὶ καταργήσεως τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ἐγκρίνει ἡ Βουλὴ νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ χθὲς ματαιωθεῖσα ψηφοφορία; Ἰδοὺ ἡ πρότασις: «Αἱ ἐφημερίδες καὶ τὰ παραρτήματα αὐτῶν νὰ ἐκτυπῶνται ἐπὶ χαρτοσήμου ἑνὸς λεπτοῦ.
§10ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι· νὰ τίθεται ἑνὸς λεπτοῦ γραμματόσημον.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναγνωσθεῖσαν πρότασιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§12Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε πρόεδρε, καθ’ ἑκάστην σχεδὸν γίνεται ἡ παρατήρησις καὶ ἐκ τοῦ Προεδρείου καὶ ἐκ πολλῶν Βουλευτῶν, ὅτι ὀφείλομεν νὰ ἤμεθα πλέον ζηλότυποι τῶν καθηκόντων μας, καὶ ὅμως παρατηρῶ ὅτι ἀδύνατον ἀποβαίνει τοῦτο. Ἀπεφασίσαμεν νὰ συνεδριάζωμεν ἀπὸ τῆς 7ης ὥρας, ἀλλὰ κατ’ αὐτὴν τὴν ὥραν ὀλίγιστοι Βουλευταὶ ἔρχονται καὶ μόλις ἀρχίζομεν τὴν 9ην. Ὅταν ἡμεῖς οἱ Βουλευταὶ δὲν ἔχωμεν τὴν συναίσθησιν τῶν περιστάσεων, δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐλέγχωμεν ἄλλους διὰ τὰς ἐλλείψεις των. Πρέπει νὰ γνωρίσωμεν ὅτι ὀφείλομεν νὰ ἤμεθα αὐστηροὶ τηρηταὶ τῶν καθηκόντων ἡμῶν, διότι ἄλλως δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα, νομίζω, νὰ ἐλέγχωμεν ἄλλους. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τοὺς κ. Βουλευτὰς νὰ ἐρχώμεθα τὴν προσδιωρισμένην ὥραν, ὅπως ἠμπορέσωμεν νὰ ἐργαζώμεθα ὡς αἱ περιστάσεις ἀπαιτοῦσι.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, ὡς ἐνθυμεῖσθε, χθὲς ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισεν ὁριστικῶς νὰ συνερχώμεθα τὴν 8ην ὥραν, ἐν περιπτώσει δὲ ἐναντίᾳ, νὰ ματαιοῦται ἡ συνεδρίασις. Ἐγὼ σήμερον κατέλαβον τὴν ἕδραν τὴν 8ην ὥραν, ἀλλὰ δὲν ἦσαν εἰμὴ 40 Βουλευταί, τῇ συγκαταθέσει τῶν ὁποίων δὲν ἐματαιώθη ἡ συνεδρίασις. Δὲν ἐκράτησα ὅμως σημείωσιν τῶν παρόντων, ἵνα καταγγείλω, οὕτως εἰπεῖν, τοὺς μὴ προσελθόντας· τοῦτο δὲ παρέλειψα διὰ πρώτην φοράν, θέλω ὅμως τὸ πράξει εἰς βʹ. περίστασιν.
§14ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Κύριε πρόεδρε, τί λέγετε περὶ τῶν ἀναχωρούντων ἐξ Ἀθηνῶν ἄνευ ἀδείας;
§15Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀκόμη, κύριε Πρόεδρε, πρέπει νὰ ἐννοήσωμεν ὅτι ναὶ μὲν ὁ Βουλευτὴς δὲν ἔχει πραγματικὴν εὐθύνην, ἀλλ’ ἔχει ἠθικήν, ἥτις πρέπει νὰ τὸν ἐπιβαρύνῃ. Πρέπει νὰ ἐννοήσωμεν ὅλοι, ὅτι πρὸ πάντων εἰς τὴν ἔκτακτον Σύνοδον κανεὶς δὲν πρέπει ν’ ἀναχωρήσῃ, διότι οἱ ἀναχωροῦντες βεβαίως δὲν συναισθάνονται οὔτε τὸ σπουδαῖον τῶν περιστάσεων, οὔτε τὸν λόγον δι’ ὃν ἐκλήθημεν. Καὶ ὁ σκοπός, κύριε Πρόεδρε, δὲν ἦτο νὰ ἔλθωμεν νὰ χαιρετήσωμεν τὴν Βουλήν, ἀλλὰ νὰ ἐκπληρώσωμεν τὸ πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκον, καὶ τὸν σκοπὸν δι’ ὃν ἐκλήθημεν.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζητεῖται τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσθέτων φόρων· (ἀναγινώσκεται).
§17ΖΩΧΙΟΣ. Ὁ συνάδελφός μας κ. Λομβάρδος πρὸ ἡμερῶν ὁμιλῶν περὶ τῆς καταστάσεως τῶν πραγμάτων, εἶπεν ὅτι, διὰ νὰ πληρωθοῦν οἱ πόθοι μας, δὲν δυσκολεύεται νὰ ἴδῃ καὶ τὴν Ζάκυνθον βυθιζομένην. Αὐτὸ εἶναι ἀπόδειξις τῆς θέσεώς μας. Πρέπει δὲ νὰ πορισθῶμεν χρήματα, διότι, νομίζω, ὅσα ἐπορίσθη ὁ ὑπουργὸς δὲν εἶναι ἀρκετὰ, καὶ πρέπει νὰ ἐπιβάλωμεν φόρον καὶ ἐκεῖ ὅπου δὲν ἐπιβάλλεται. Ἔχεις ἵππον καὶ φορολογεῖσαι; πολὺ καλό. Ἔχεις κτήματα καὶ φορολογεῖσαι; πολὺ καλά. Ἐὰν δὲν φορολογῆσαι, μὰ τὸν Θεὸν πρέπει νὰ φορολογηθῇς. Λοιπὸν πρέπει νὰ ἐπιβληθῇ φόρος εἰς τοὺς μὴ φορολογουμένους, διότι δὲν εἴμεθα διῃρημένοι εἰς δύω τάξεις, φορολογούμενοι καὶ μὴ φορολογούμενοι.
§18ΔΟΥΜΑΣ. Νὰ ἀναθεωρήσωμεν τὸν νόμον περὶ ἐπιτηδευμάτων.
§19ΖΩΧΙΟΣ. Ἂς γίνῃ καὶ αὐτό. Πρόκειται, λέγουν, περὶ πολέμου, περὶ θυσιῶν, νὰ καταποντισθῇ ἡ Ζάκυνθος· λοιπὸν οἱ μὴ φορολογούμενοι νὰ φορολογηθοῦν.
§20ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Τὸ πῶς νὰ ἴδωμεν.
§21ΖΩΧΙΟΣ. Τώρα ἴσως εὕρωμεν τὸν τρόπον νὰ τὸ διατυπώσωμεν, δὲν εἶναι μέγα πρᾶγμα αὐτό· νὰ ἐπιβάλωμεν δὲ φόρον καὶ εἰς τὰ πράγματα τῆς πολυτελείας. Ὁ κ. Ῥικάκης ἔχει ἰδίαν ἅμαξαν; νὰ πληρώσῃ.
§22ΤΙΝΕΣ. Ἔχει δύω.
§23ΖΩΧΙΟΣ. Ἐὰν ἔχῃ δύω, ἔτι μᾶλλον. Ἔχει σκύλον; νὰ πληρώσῃ.
§24ΣΟΥΤΣΟΣ. Ἔχει καὶ ὑπηρέτας δύω ἢ τρεῖς, νὰ πληρώσῃ καὶ δι’ αὐτούς.
§25ΖΩΧΙΟΣ. Βέβαια. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια· ὅτι πρέπει νὰ βάλωμεν φόρους εἰς τοὺς μὴ φορολογουμένους, καὶ μάλιστα προκειμένου περὶ εὐρυτάτων παρασκευῶν. Ἐκεῖνοι μάλιστα οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀπαίτησιν νὰ διοικοῦν τοὺς ἄλλους, νὰ τοὺς φορολογοῦν, πρέπει νὰ φορολογηθοῦν καὶ αὐτοί, ἀφοῦ φορολογοῦν τοῦ πτωχοῦ τὸ κριθάρι καὶ τὸ ἀραβοσίτι. Τὸν φόρον τοῦ χαρτοσήμου τὸν ηὐξήσαμεν καὶ ὄχι ἅπαξ, ἔτι καὶ ἔτι. Λοιπὸν φέρω πρότασιν νὰ ὑποβληθοῦν εἰς φορολογίαν οἱ μὴ φορολογούμενοι, οἱ κύνες καὶ αἱ ἅμαξαι· (ἀναγινώσκει τὰς προτάσεις του).
§26ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Ἐγὼ δὲν προτίθεμαι αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ συζητήσω, ἀλλ’ ἐπειδὴ τὰς προτάσεις τὰς ὁποίας ὑπέβαλεν ὁ κ. Ζωχιὸς τὰς θεωρῶ σπουδαίας, θὰ ζητήσω νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ Κανονισμός· ἐὰν εἶναι προτάσεις, κατὰ τὸν Κανονισμόν, πρέπει νὰ τυπωθοῦν· ἐὰν εἶναι τροπολογίαι καὶ πάλιν ὀφείλει, νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή, ἐὰν θέλῃ νὰ τὰς ἑνώσῃ μετὰ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑπὸ συζήτησιν. Κατ’ ἐμέ· ἐπειδὴ πρόκειται περὶ φορολογίας, τοὐλάχιστον ἤθελον παρακαλέσει νὰ τυπωθῶσιν, ὅπως τὰς λάβῃ ὑπὸ σκέψιν ὥριμον ἡ Βουλή. Μεταξὺ τῶν ζητημάτων τούτων εἶναί τινα, τὰ ὁποῖα καὶ ἐκ τῶν προτέρων δύναται νὰ δεχθῇ ἡ Βουλή, εἶναι δὲ καὶ ἄλλα κατὰ τῶν ὁποίων θὰ ὑπάρχουν ἀντιῤῥήσεις· οὐχ ἧττον χρειάζεται μελέτη, καὶ διὰ τοῦτο πρέπει ν’ ἀποφασισθῇ νὰ τυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσι.
§27ΤΙΝΕΣ. Ὄχι.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κανονισμὸς εἶναι σαφής, ἰδοὺ τὸ ἄρθρον 40 τί λέγει (τὸ ἀναγινώσκει). Λοιπὸν δύω προτάσεις ὑπέβαλεν ὁ κ. Ζωχιός, τὴν μίαν τὴν θεωρῶ ὡς τροπολογίαν, τὴν δὲ ἑτέραν ὡς πρότασιν νόμου· ἑπομένως πρόκειται ἐπὶ τῆς τροπολογίας ἐπὶ τοῦ νόμου· (ἀναγινώσκει).
§29ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Παρακαλῶ καὶ ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀποφανθῇ πῶς τὰς θεωρεῖ, ὡς τροπολογίας ἢ ὡς προτάσεις νέας.
§30ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω τῷ ὄντι, ὅτι εἶναι περιττὴ ἡ συζήτησις τῆς οὐσίας αὐτῶν, διότι αἱ τροπολογίαι τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νόμου φρονῶ πῶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῶσι. Τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν ἀντικείμενον ἔχει τὴν προσθήκην φόρων, καὶ διὰ τοῦτο ἐπιγράφεται περὶ προσθέτων φόρων, οἱ δὲ πρόσθετοι φόροι ἐπιβάλλονται νὰ ἐξυπηρετήσωσιν ἴδιον σκοπόν. Ἀλλὰ οἱ φόροι τοὺς ὁποίους προτείνουν οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες ἔχουν ὅλως διόλου διαφορετικὸν χαρακτῆρα, καὶ οἱ μὲν ἀνάγονται εἰς τὸν φόρον τῶν ἐπιτηδευμάτων, οἱ δὲ διὰ τοῦτο προβλέπονται ὑπ’ αὐτοῦ. Νομίζω ὅτι οἱ ἐπιδιωκόμενοι διὰ τῶν ὑποβληθεισῶν προτάσεων φόροι δὲν ἀξίζει νὰ θεωρηθῶσιν ὡς φόροι, θέλοντες νὰ ἐξυπηρετήσωσιν ἔκτακτον σκοπὸν καὶ διὰ τὴν μηδαμινότητά των καὶ διότι δὲν πρέπει νὰ δοθῇ εἰς τὸν ἀναγινώσκοντα τὰς νομοθετικὰς πράξεις νὰ εἴπῃ, θελήσαντες νὰ κανονίσωμεν ἐκτάκτους πόρους διὰ τὰς ἐκτάκτους περιστάσεις, ἠθελήσαμεν νὰ στηριχθῶμεν εἰς τόσον μικρὰ πράγματα, ἐνῷ ἠδυνάμεθα νὰ ἐπεκτείνωμεν περισσότερον τὴν φορολογίαν μας. Δὲν συζητῶ λοιπὸν τὴν ἐσωτερικὴν ἀξίαν τῶν προτάσεων τούτων, ἀλλὰ νομίζω διὰ τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους ἀνέφερον, ὅτι δὲν ἁρμόζει νὰ προταθῶσιν ἐνταῦθα· ἠμποροῦν νὰ θεωρηθῶσιν εἰς ά ἀνάγνωσιν, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ προστεθῶσιν εἰς τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, τὸ μὲν, διότι ἀνάγονται εἰς ἄλλον φόρον περὶ τοῦ ὁποίου θέλω φέρει ἐντὸς ἴσως τῆς ἡμέρας νέον νόμον, τὸ δὲ, διότι δὲν ἁρμόζουν εἰς νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον περιλαμβάνει δύω ἢ τρεῖς φορολογίας ἀξίας τοῦ σκοποῦ πρὸς τὸν ὁποῖον ψηφίζομεν. Ἐπὶ τέλους ἡ φορολογία πρέπει νὰ ᾖναι συστηματική. Νὰ εἰσάγωμεν εὐθὺς ἐκ τοῦ προχείρου δύω ἢ τρεῖς φόρους, ἐνῷ δὲν ἀναθεωροῦμεν τὸ ὅλον σύστημα τῶν φόρων, καὶ αὐτοὺς τοὺς φόρους νὰ μὴ τοὺς ὀργανίσωμεν μὲ πᾶσαν μέθοδον καὶ ἀναλογίαν, ν’ ἀφήσωμεν κενὰ εἰς τὴν φορολογικὴν νομοθεσίαν καὶ νὰ ἐκλέξωμεν ἐκ τοῦ προχείρου μόνον παραγεμίσματά τινα τοῦ φορολογικοῦ νόμου, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι τρόπος κατάλληλος τοῦ διορθόνειν τὴν φορολογίαν.
§31ΖΩΧΙΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν, ὅτι αἱ προτάσεις μου δὲν συναρμολογοῦνται μὲ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Κύριε ὑπουργὲ, χθὲς ἐψηφίσαμεν νόμον περὶ χαρτοσήμου καὶ τὴν ἀκόλουθον ἡμέραν μᾶς ἔφερες πάλιν πρόσθετον νόμον περὶ χαρτοσήμου. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ συναρμολογήσωμεν τὰς εὐρυτάτας παρασκευὰς μὲ τοὺς φόρους, τοὺς ὁποίους ἐπιβάλλομεν, καὶ ἂν ταιριάζουν, ἅγιος ὁ Θεὸς, ἐὰν ὅμως δὲν συναρμολογοῦνται πρὸς τί οἱ φόροι; Ἐγὼ δὲν ἔχω δυσκολίαν τὰς προτάσεις μου νὰ τὰς συζητήσητε ὡς νομοσχέδιον αὐτοτελὲς, ἐὰν μάλιστα δεχθῆτε ὅτι ἐγένετο ἡ ά. ἀνάγνωσις.
§32ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγκρίνει ἡ Βουλὴ νὰ ἀναγνωσθῇ ἡ πρότασις τοῦ κ. Ζωχιοῦ εἰς πρώτην συζήτησιν;
§34ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα. Γίνεται δεκτὴ ἡ πρότασις εἰς ά. συζήτησιν.
§35ΛΑΠΑΣ. Ἐγὼ ἂν ἔχω σκυλὶ, θὰ τὸ σκοτώσω (ἱλαρότης).
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ 3 ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ψηφοφορεῖται τὸ σύνολον.
§37ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. «Μετεβλήθησαν τὰ πρόσωπα ἢ τὰ συμφέροντα» εἶπε χθὲς ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Καλαβρύτων κ. Πετιμεζᾶς. «Ποῦ εἶναι οἱ μεγαλοϊδεάται; ἐξηκολούθησε λέγων, διατί σιωποῦν; Θεωροῦν τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως ἐπαρκῆ;» Καὶ πρότασις περὶ ἀνεπαρκείας κατετέθη. Ἡ ἐπιτίμησις αὕτη προερχομένη ἐκ μέρους βουλευτοῦ ἐξέχοντος, ἐκ μέρους ἀνδρὸς κυβερνήσαντος τὸν τόπον καὶ μέλλοντος νὰ τὸν κυβερνήσῃ, εἶναι βαρεῖα· ἀπηυθύνθη οὐχὶ μόνον ἀφῃρημένως κατὰ προσώπων, ἀλλὰ ὀνομαστί. Τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ὑπηνίχθη ὁ κ. Πετιμεζᾶς, καὶ ἰδιαιτέρως ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὀνομαστὶ ἀνέφερε καὶ τὸ ὁποῖον κατατάσσεται τελευταῖον μεταξὺ τούτων, λαμβάνουσι τὴν τιμὴν νὰ εἴπωσιν, ὅτι δὲν μετεβλήθησαν, ὅτι δὲν ἤλλαξαν οὐ μόνον συμφέροντα, τὰ ὁποῖα οὐδέποτε ὑπηρέτησαν, ἀλλὰ δὲν εὑρέθησαν εἰς τὴν ἀνάγκην οὔτε κατὰ κεραίαν νὰ τροποποιήσωσιν ἢ μεταβάλωσι τὰς ἰδέας καὶ τὰς ἀρχάς των· ἦσαν, καὶ θὰ ᾖναι οἷοι ἦσαν ἀπὸ τὴν πρώτην στιγμὴν καθ’ ἣν ἔλαβον τὴν τιμὴν ἐντὸς τοῦ ἑλληνικοῦ κοινοβουλίου νὰ εἰσέλθωσιν. Ἐὰν ἐλάμβανε τὸν κόπον ὁ ἀξιότιμος κ. Πετιμεζᾶς νὰ κυτάξῃ τὰς τελευταίας σελίδας τοῦ τελευταίου τόμου τῶν πρακτικῶν τῆς Συνελεύσεως, θὰ εὕρισκεν ἐκεῖ πρότασιν ψηφίσματος προταθεῖσαν ὑπὸ 65 πληρεξουσίων, διὰ τῆς ὁποίας προσεκάλουν τὴν Συνέλευσιν νὰ ἐκφρασθῇ ὅτι, ἐκπληρώσασα τὸ καθῆκον τῆς συντάξεως τοῦ πολιτεύματος, αἰσθάνεται ταὐτοχρόνως καὶ τὸ καθῆκον νὰ διακηρύξῃ ἐνώπιον τῆς Εὐρώπης, ὅτι τὸ Βασίλειον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἡ εὐρωπαϊκὴ διπλωματία συνέστησε, δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ, νὰ καλλιτερεύσῃ, νὰ ἐκπληρώσῃ τὴν οἱανδήποτε ἀποστολὴν τὴν ὁποίαν ἠθέλησε νὰ τοῦ ἀναθέσῃ ἡ Εὐρώπη, ἐνόσῳ κεχωρισμένα ἀπ’ αὐτοῦ ὑπάρχουσι τὰ μέλη τῆς οἰκογενείας του, τὰ ὁποῖα ὁμοῦ ἠγωνίσθησαν τὸν ἀγῶνα ὑπὲρ τῆς ὑπάρξεώς του, ἐδίδετο δὲ ἐντολὴ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ βασιλέως νὰ ὑποβάλῃ καὶ ὑποστηρίξῃ τὸ τοιοῦτον εἰς τὴν πρώτην συγκροτηθησομένην εὐρωπαϊκὴν σύνοδον. Μετὰ βίας ἐπετράπη ὑπὸ τῆς πλειοψηφίας τῆς Συνελεύσεως ἡ ἀνάγνωσις αὐτῆς τῆς προτάσεως καὶ ἡ τύπωσις· συζήτησις δὲν ἐπετράπη νὰ γείνῃ. Δὲν θέλω νὰ κατακρίνω τοὺς ἀντιφρονοῦντας τότε, θέλω μόνον νὰ εἴπω, ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὑπέγραψαν τὴν πρότασιν αὐτὴν, ἐξηκολούθησαν καὶ ἐξακολουθοῦν καὶ θέλουν ἐξακολουθήσει τὰ αὐτὰ νὰ προτείνωσι καὶ ὑποστηρίζωσι, καὶ τοῦτο ὑπεστήριζον καὶ ὅταν ἐν τῇ Κυβερνήσει κατὰ καιροὺς ἀνῆλθον, τὸ ὑπεστήριζον κατὰ τὸ 1867 καὶ τὸ ἐκήρυξαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὡς κυβερνῆται τοῦ τόπου, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ὀφείλει νὰ σκεφθῇ, ὅτι ἡ ἀποστολή της δὲν εἶναι νὰ καλλιεργῇ γεώμηλα καὶ νὰ πωλῇ οἶνον, ἀλλ’ εἶναι ἄλλη καὶ ὅτι τὴν ἀποστολὴν ταύτην ὀφείλει νὰ ἐκπληρώσῃ, ἔστω, καὶ διὰ πυρὸς καὶ σιδήρου. Κατεδικάσθη, κατεκρίθη, ἐνεπαίχθη ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη. Ἐξηκολούθησαν ὅμως νὰ ὑποστηρίζουν τὴν ἰδέαν οἱ πιστεύοντες εἰς αὐτὴν καὶ κατόπιν, ὅταν ὡς ἄτομα κατεδιώκοντο καὶ ὡς πολιτευόμενοι οὐ μόνον κατεδιώκοντο, ἀλλὰ καὶ ἐνεπαίζοντο. Τοῦτο αὐτὸ ἐφώναξαν καὶ ἀπ’ ἀρχῆς τῆς παρούσης κρίσεως ἐν τῇ Ἀνατολῇ. Ἀλλὰ διατί τώρα, ὅτε πανταχόθεν ἡ ἰδέα ὑποστηρίζεται, ὅτε οἱ πλέον ἡ μεγάλη ἰδέα δὲν ὀνομάζεται πλέον μεγάλη τρέλλα καὶ ὅτε οἱ μεγαλοϊδεάται δὲν μυκτηρίζονται πλέον, διατί τώρα ἐνῷ ὅλος ὁ κόσμος τὴν ἰδέαν ὑποστηρίζει, σεῖς οἱ ἕως τώρα ὑποστηρικταὶ αὐτῆς, οὐ μόνον σιωπᾶτε ἀλλὰ τηρεῖτε νεκρικὴν σιγήν; διατί σεῖς οἱ διακριθέντες ἄλλοτε ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει κατὰ τῶν κυβερνήσεων εἰς ἄλλα πολὺ μικρότερα ζητήματα, τώρα λέγετε καὶ τὸ ὑποστηρίζετε καὶ τὸ δεικνύετε διὰ τῶν πράξεών σας, ὅτι ἐγείνετε Κομεστάδες τῆς πρώην Ἑπτανήσου;
§38ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἐγείναμεν ὅλοι.
§39ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Καλαβρύτων, ἴσως προσμένῃ νὰ τοῦ εἴπω, ὅτι ἡ χαρὰ τὴν ὁποίαν αἰσθάνομαι καὶ τὴν ὁποίαν αἰσθάνονται οἱ ἄνθρωποι τῆς ἰδέας ἐκείνης, βλέποντες αὐτὴν ὑποστηριζομένην σήμερον ὁμοθυμαδὸν πανταχόθεν τοὺς κάμει νὰ σιωπῶσιν, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ τὸν εὐχαριστήσω, διότι ἂν ἐν τῇ σιγῇ ταύτῃ παρατηρήσῃ τὴν φυσιογνωμίαν μας, θὰ ἴδῃ εἰς αὐτὴν ἐντετυπωμένην οὐχὶ τὴν ἔκφρασιν τῆς ἀγαλλιάσεως, ἀλλὰ τῆς λύπης, τῆς ἀθυμίας, τῆς μελαγχολίας· διότι βλέπω τὴν στιγμὴν ταύτην ἐν τῇ ὁποίᾳ φαίνεται θριαμβεύουσα ἡ ἰδέα, βλέπω ὑπὲρ αὐτῆς μόνον λόγια, τὰ ὁποῖα ἴσως τὴν βλάψωσι πολὺ περισσότερον ἢ ὅσον τὴν ἔβλαψεν ἡ προτέρα ἀντίδρασις, διότι ἐν τῇ στιγμῇ τῆς πραγματώσεώς της, ἂν μόνον μὲ λόγια ὑπηρετηθῇ ἡ ἰδέα, δύναται νὰ χαθῇ, ἐνῷ ἡ προτέρα κατ’ αὐτῆς ἀντίδρασις τὴν ἐνίσχυεν. Ἕως τώρα ἀφ’ ὅτου ἐγένετο ἡ πρώτη συνέλευσις λαοῦ εἰς τὴν Πνύκα καὶ εἰς τὰς ἐπαρχίας, ἐπικροτούντων τῶν ἔξω ὁμογενῶν ὅπως ἐργασθῶμεν ὑπὲρ τῆς ἰδέας, ἓν μόνον βλέπω ἐν ἔργοις, τὴν συγκρότησιν τῆς παρούσης Κυβερνήσεως.
§40ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μᾶς δώσητε τὸν ὁρισμὸν μεταξὺ διαφορᾶς λόγων καὶ διαφορᾶς πραγμάτων;
§41ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μοὶ λέγει νὰ τῷ δώσω τὸν ὁρισμὸν μεταξὺ διαφορᾶς λόγων καὶ διαφορᾶς πραγμάτων. Ἡ διαφορὰ τῶν λόγων καὶ πραγμάτων εἶναι ὅτι, ἐνῷ ὅλοι φωνάζομεν διὰ τὴν ἀνάγκην τῆς πατρίδος πρὸς στρατιωτικὴν ὀργάνωσιν τοῦ τόπου, ὀλίγοι εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐδέχθησαν τοὺς προταθέντας νόμους περὶ στρατολογίας· πλείονες εἶναι αἱ ἀντιῤῥήσεις παρὰ αἱ ἐπικροτήσεις αἱ πραγματικαὶ ἐπ’ αὐτῶν. Λόγια καὶ ὄχι πράγματα βλέπω· διότι βλέπω ὅτι, ἐνῷ ὅλοι φωνάζομεν ὅτι ἀπαιτοῦνται θυσίαι χρηματικαὶ ἐκτὸς τῶν προσωπικῶν, βλέπω τὸ δάνειον τῶν 10,000,000, εἰς τὸ ὁποῖον ἐθέσαμεν ἕνα τόκον ὄχι μικρὸν ὑπὸ ἐγγύησιν ἀσφαλεστάτην, τὸ βλέπω ἀνοικτὸν καὶ δὲν συνεπληρώθη, ἐνῷ βλέπομεν νὰ γίνωνται καταθέσεις ἑκατομμυρίων εἰς τὰς Τραπέζας μὲ τόκον 4% καὶ ἐπὶ χρόνον μακρόν. Λόγια καὶ ὄχι πράγματα βλέπω, διότι ἐνῷ οἱ ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος πρὶν ἔλεγον ὅτι δὲν συνεισφέρουσι, διότι δῆθεν δὲν ἔχουσιν ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Κουμουνδούρου, διότι εἶναι μονομερὴς, δὲν ἔχουσιν ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κυρίου Δεληγεώργη, διότι καὶ αὐτὴ εἶναι μονομερὴς, καὶ ἀπήτουν νὰ σχηματίσωμεν μίαν κραταιὰν Κυβέρνησιν καὶ ἰσχυρὰν ἐξ ὅλων τῶν κομμάτων, καὶ τότε τὰ βαλάντιά των θὰ ἦσαν ἀνοικτὰ, βλέπω ὅτι καὶ τώρα ὅτε ἡ Κυβέρνησις, ἣν ἐζήτουν, ἐσχηματίσθη, ἔτι μᾶλλον ἢ πρότερον ἀδιαφοροῦν, ὥστε βλέπω ὅτι εἶχε δίκαιον ὁ συνάδελφος κ. Ζωχιὸς νὰ εἴπῃ ὅτι μόνον εἰς ἐπαίνους, εἰς συγχαρητήρια, καὶ εἰς ὕβρεις εἶναι εὔκολοι καὶ πρόθυμοι (εὖγε ἐκ τῶν βουλευτῶν). Λόγια λοιπὸν καὶ μόνον λόγια.
§42ΒΕΛΙΑΝΙΤΗΣ. Διότι ἡ ἰδέα δὲν ἔλαβεν ἀκόμη σάρκα.
§43ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἡ ἰδέα δὲν ἐγένετο σὰρξ, εἶπεν ὁ κ. Βελιανίτης καὶ διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι ἡ πρώτη ἐλπὶς τῆς ἐνσαρκώσεως ταύτης εἶναι ἡ Κυβέρνησις αὐτή. Τὸ πιστεύω, τὸ ἐλπίζω τοὐλάχιστον, διότι πιστεύω, ἢ ἐλπίζω τοὐλάχιστον ὅτι, ἐὰν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι συνῆλθον ἐντὸς τῆς Κυβερνήσεως, συνῆλθον ἀφήσαντες πᾶσαν αἰτίαν διαιρέσεως, ἥτις ἴσως ὑπῆρχε μεταξὺ αὐτῶν διὰ μικρὰ ἐσωτερικὰ, καὶ ἦλθον νὰ σκεφθῶσι καὶ ἐργασθῶσιν ἀποκλειστικῶς περὶ τῆς ἰδέας καὶ τῆς πραγματοποιήσεως αὐτῆς, πρέπει νὰ τὸ ἐλπίζω, καὶ ἐν τῇ ἐλπίδι ταύτῃ εὑρισκόμενος ἐκήρυξα καὶ ἀποδέχομαι ὅτι ἐνώπιόν των εἶμαι Κομεστάς. Ὅ,τι ἐπαρουσίασαν καὶ παρουσιάσουν ὡς πρὸς τὴν πραγματοποίησιν τῆς ἰδέας, τὸ ὑπεστήριξα, θέλω τὸ ὑποστηρίξει τυφλοῖς ὄμμασι χωρὶς νὰ τὸ ἐξετάσω, χωρὶς νὰ δαπανῶμαι εἰς λόγια· διότι παρεκτὸς τοῦ ὅτι οὐδεμίαν ἀνάγκην πλέον ἔχομεν διὰ λόγια πρὸς ὑποστήριξιν τῆς ἰδέας, σκέπτομαι ἀκόμη ὅτι ἐν τῇ στιγμῇ, εἰς τὴν ὁποίαν ἐφθάσαμεν, ὁ καιρὸς κατεπείγει καὶ ἐὰν θέλωμεν νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὰς συνήθεις συζητήσεις ἐπὶ ἑνὸς ἑκάστου τῶν νομοσχεδίων τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ὅπως ἄλλοτε, (ἤδη δὲ χθὲς εὑρέθημεν χωρὶς ἀπαρτίαν), δὲν θὰ κάμωμεν τίποτε· καὶ ἐὰν αἱ προτάσεις τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἀτελεῖς, κάλλιον ἀτελεῖς παρὰ τίποτε. Ἓν μόνον ζητοῦμεν, δι’ ἓν μόνον παρακαλοῦμεν τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπισπεύσῃ εἰς τὴν εἰσαγωγὴν τῶν μέτρων της ἐν τῇ Βουλῇ· νὰ ἐπισπεύσῃ διότι ἤδη 40 ἡμέρας συνεδριάζομεν ἐν ἐκτάκτῳ Συνόδῳ, ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι πλέον ἔκτακτος εἶναι σχεδὸν τακτικὴ Σύνοδος. Ἡ Βουλὴ ὅσον τὸ καθ’ ἑαυτὴν οὐ μόνον ἐπέσπευσεν, ἀλλὰ κἄτι τι περισσότερον ἔδειξεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῶν μέτρων τῆς Κυβερνήσεως· ἐψήφισεν οὐ μόνον ἀτμοκινήτως ἀλλ’ ἠλεκτρικῶς καὶ κατὰ παράβασιν μάλιστα τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς καὶ αὐτοῦ τοῦ Συντάγματος· ἐν πρώτῃ ἀναγνώσει παρεδέχθη ἀμέσως πρὶν ἢ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ πᾶσαν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἐπαρουσίασεν ἡ Κυβέρνησις· εὔχομαι τοῦτο νὰ μὴ καθιερωθῇ ὡς προηγούμενον καὶ διαγραφῇ ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος ἡ καθιεροῦσα τὰς τρεῖς συζητήσεις, καὶ αἱ διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ αἱ ὁρίζουσαι πῶς συζητοῦνται αἱ προτάσεις νόμων. Ἀλλὰ δεχόμενοι τοιουτοτρόπως τὰς προτάσεις τῆς Κυβερνήσεως εἴμεθα κάπως δικαιολογημένοι ὡς ἐκ τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων καὶ ἐκ τῆς σκέψεως ὅτι αἱ προτάσεις αὗται προσυζητοῦνται καὶ προβασανίζονται ἐν τῷ ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ, δὲν εἴμεθα ὅμως εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἐκ τῶν βουλευτῶν προτάσεις. Τὰς προτάσεις ἑκάστου τῶν ὑπουργῶν ὀφείλομεν νὰ θεωρήσωμεν ὡς προτάσεις εἰσηγμένας ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως οὐχὶ ὑπὸ τοῦ εἰσάγοντος ὑπουργοῦ· καὶ ὀφείλομεν νὰ τὰς θεωρήσωμεν οὕτως, διότι ἡ Κυβέρνησις εἶναι Κυβέρνησις συνταγματική, κοινοβουλευτικὴ καὶ ὀφείλομεν νὰ τὰς θεωρήσωμεν οὕτω μετὰ τὰς γενομένας μάλιστα διασαφήσεις παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐκ τοῦ βήματος τούτου, διὰ τὸ ὁποῖον τὸν εὐχαριστῶ. Μᾶς εἶπεν «ὀφείλομεν νὰ ὑποχωρήσωμεν ὁ εἷς εἰς τὸν ἄλλον οἱ ὑπουργοὶ ὅπως παρουσιάσωμεν προτάσεις ἀπὸ κοινοῦ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς»· καὶ βεβαίως τοῦτο πρέπει νὰ γίνεται· χθὲς δὲ συζητουμένης τῆς προτάσεως περὶ ἐπιβολῆς φόρου εἰς τὰς ἀνωνύμους ἑταιρίας, μᾶς εἶπεν «ἐγὼ εἶχον καὶ ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιβληθῇ κανεὶς φόρος εἰς τὰς ἑταιρίας ταύτας» διὰ τοὺς λόγους τοὺς ὀρθούς, κατ’ ἐμὲ, οὓς ἐξέθεσεν, ἀλλ’ ἀναγνωρίζων, προσέθεσεν ὁ κ. ὑπουργὸς, καὶ ἐγὼ τὰς ἀνάγκας ὑπέκυψα εἰς τὴν ἄλλην γνώμην, ὅτι αἱ ἔκτακτοι περιστάσεις ἀπαιτοῦσι νὰ ἐπιβάλωμεν τοιοῦτον φόρον. Ἐμφαίνουσι λοιπὸν αἱ εἰσαγόμεναι προτάσεις τὰς ἰδέας τῆς ὅλης Κυβερνήσεως, ἢ τὰς τῆς πλειοψηφίας ἐνώπιον τῆς ὁποίας ὑπεχώρησεν ἡ μειονοψηφία, ἢ τὰς τῆς μειονοψηφίας ἐνώπιον τῆς ὁποίας ὑπεχώρησεν ἡ πλειονοψηφία; Εἴτε τὸ ἓν συνέβη εἴτε τὸ ἄλλο δι’ ἐμὲ εἶναι ἀδιάφορον. Ἐγὼ βλέπων πρότασιν εἰσαγομένην ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ὀφείλω νὰ τὴν θεωρήσω, ἕως οὗ τὸ ἀντίθετον ἀποδειχθῇ, ὡς πρότασιν τῆς ὁμοθύμου γνώμης τῆς Κυβερνήσεως. Διὰ τοῦτο πᾶσαν ὑπουργικὴν πρότασιν ἀναγομένην εἰς τὰς προπαρασκευὰς τὴν ὑπεστήριξα, τὴν ὑποστηρίζω καὶ θὰ τὴν ὑποστηρίξω τυφλῶς, διότι τοῦτο εἶναι τὸ μόνον πρακτικὸν ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ ἐλπίζω τὴν πραγματοποίησιν τῆς ἰδέας. Ἀλλ’ εἶναι ἀνεπαρκῆ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα προτείνει ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Ἡ ἰδέα αὕτη ῥιπτομένη ἀπὸ τοῦ βήματος ὡς προκαλοῦσα ψῆφον, ἐπιβάλλει ἀπάντησιν. Ἐγὼ ὡς ἄτομον ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ κρίσει μου προκαλούμενος ν’ ἀποφανθῶ λέγω, ὅτι ὄχι μόνον δὲν τὰ θεωρῶ τὰ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἐπαρκῆ, ἀλλ’ ἂς μοὶ συγχωρηθῇ ἡ ἔκφρασις, τὰ θεωρῶ, ἵνα μὴ εἴπω ἄλλο, οὐχὶ τόσον ἀνάλογα ὡς πρὸς τὰς προκειμένας περιστάσεις, δι’ ἃς καλεῖσθε ἐδῶ. Ἔχω βεβαίως ἀνάγκην νὰ διδαχθῶ ἄλλα μαθήματα ἀπὸ τοὺς ἀξιοτίμους οἰκονομολόγους, δὲν ἔχω ὅμως ἀνάγκην νὰ μάθω ἐὰν οἱ προτεινόμενοι φόροι θὰ φέρωσιν, ὡς εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς, τὸ ἐξαγόμενον τῶν τριῶν ἑκατομμυρίων. Ὄχι βεβαίως· διότι, καὶ ὡς πρὸς τοῦτο παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον κ. Σωτηρόπουλον νὰ ἔλθῃ καὶ νὰ εἴπῃ ἐὰν εἷς φόρος δίδων δύω ἑκατομμύρια διπλασιαζόμενος, θὰ δώσῃ τέσσαρα ἑκατομμύρια. Ὑπολογίζοντες εἰς τρία ἑκατομμύρια τὰ ἐξαγόμενα τῶν προτεινομένων νέων φόρων, βασιζόμενοι ἐπὶ τὴν ἀριθμητικὴν ἀναλογίαν τοῦ νῦν ἐξαγομένου τῶν ὑπαρχόντων φόρων, οὓς πρόκειται νὰ ἐπαυξήσωμεν, βεβαίως ἀπατώμεθα. Τὸ ἔλλειμμα δὲ τοῦ προϋπολογισμοῦ τὸ φαινόμενον, τὸ ἀναμφισβήτητον, εἶναι κἄτι τι περισσότερον τοῦ ἑκατομμυρίου, ἀλλὰ μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἔλαβον χώραν νέαι δαπάναι, νέαι καθυστερήσεις καὶ θὰ γείνωσι καὶ ἄλλαι νέαι δαπάναι, αἱ ὁποῖαι τὸ ἔλλειμμα θὰ τὸ ἀναβιβάσωσι πολὺ περισσότερον. Ἑπομένως δὲν ἔχω ἀνάγκην μεγάλης βοηθείας διὰ νὰ ἐννοήσω ἐὰν οἱ προτεινόμενοι νέοι φόροι ἴσως θὰ συντελέσωσιν εἰς τοῦτο μόνον, εἰς τὸ νὰ ἰσοῤῥοπήσωσι τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ ὅτι διὰ τὰς ἤδη ψηφιζομένας ἐκτάκτους προπαρασκευὰς ἴσως μέσα δὲν θὰ ἔχωμεν πρὸς ἐκτέλεσιν αὐτῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη ἐντύπωσις, ἡ ὁποία ἔρχεται ἐκ τῶν πραγμάτων. Ἀλλὰ διὰ τοῦτο δικαιούμεθα νὰ καταψηφίσωμεν τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως; δικαιούμεθα νὰ τὰ κηρύξωμεν ἀνεπαρκῆ; Ἐὰν ἔχῃ ἄλλην σκέψιν ἡ Κυβέρνησις τὴν ὁποίαν ἴσως δὲν ὀφείλει νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἄλλα μέτρα διὰ τῶν ὁποίων πείθεται ὅτι ἔχει ἐξησφαλισμένα τὰ μέσα πρὸς πραγματοποίησιν τῶν ἐκτάκτων παρασκευῶν; Λοιπὸν δικαιοῦμαι νὰ ἀνατρέψω τὰ προτεινόμενα; Ἐὰν τοῦτο ἐπιτύχω καὶ τὰ προτεινόμενα ματαιώσω, τί μένει κατόπιν; Νὰ φέρωμεν ἄλλας προτάσεις; Ἀλλὰ δι’ αὐτῶν θὰ ἐκτελεσθῶσι καλλίτερον τὰ μέτρα τῶν παρασκευῶν, ἀφοῦ πρὸς τοῖς ἄλλοις δὲν ἔχομεν τὸν ὑλικὸν καιρὸν ὅπως τὰς νέας προτάσεις λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν; Δὲν παραιτούμεθα δὲ διὰ τῆς τακτικῆς ταύτης, ὡς εἶπόν τινες, τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπικρίσεως καὶ τοῦ κατόπιν ἐλέγχου τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως, οὔτε λείπομεν ἀπὸ τοῦ νὰ ἐκπληρώσωμεν τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον μᾶς ἐπιβάλλεται ὡς βουλευτάς. Τὴν ἐλευθερίαν μας τοῦ ἐλέγχου ἐπὶ τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως τὴν διατηροῦμεν πλήρη, πληρεστάτην· καὶ ἀκριβῶς διὰ νὰ διατηρήσωμεν πλήρη, πληρεστάτην τὴν ἐλευθερίαν ἡμῶν εἰς τὴν διαγωγὴν τῆς Κυβερνήσεως, ὀφείλομεν νὰ ἀφήσωμεν ἐντελῶς ἐλευθέραν τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν ἐνέργειάν της ἐν τῇ παρούσῃ περιστάσει, ὅπως ἔχῃ καὶ πλήρη τὴν εὐθύνην. Ἐὰν αὔριον, ὃ μὴ γένοιτο, δυστυχήματα ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ὁ καθεὶς τώρα τρομάζει καὶ νὰ ὑποθέσῃ ἐπέλθωσιν, ἐὰν, ὃ μὴ γένοιτο, ἡ ἀποτυχία τῶν ἐθνικῶν πόθων, τῶν ἐθνικῶν ἀπαιτήσεων ἐπέλθῃ καὶ τοῦτο φανῇ ὅτι προῆλθεν ἀπὸ τὰ κακὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως, καὶ κληθῆτε ὅπως ἀποφασίσητε, τηρεῖτε ἐλευθέραν τὴν ψῆφόν σας, διότι οὐδὲν πρόσκομμα παρεμβάλετε· τὸ σφάλμα θέλετε εἴπει εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἦτον ἰδικόν σου, δὲν εἶναι ἰδικόν μας· δὲν εἴμεθα δὲ εἰς θέσιν, δὲν εἴχομεν τὸν καιρὸν ὅπως πρίν σὲ σταματήσωμεν, σὲ φωτίσωμεν.
§44ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὡραίαν θέσιν ἑτοιμάζετε διὰ τὴν Κυβέρνησιν· ὑπ’ αὐτοὺς τοὺς ὅρους ἔχω καθῆκον προσωπικῶς νὰ σᾶς εἴπω νὰ ἔλθητε νὰ τὴν ἀντικαταστήσητε. Δὲν ἔχομεν κανὲν συμφέρον, οὔτε ἠθικὸν καὶ πολὺ ὀλιγώτερον ὑλικόν.
§45ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐγὼ ἐπίστευσα καὶ πιστεύω καὶ δὲν διστάζω νὰ τὸ εἴπω, ἐπίστευσε καὶ πιστεύει ὁ τόπος ὅτι ἄνθρωποι σπουδαῖοι καὶ σοβαροὶ, ὁποῖοι εἶσθε οἱ κατέχοντες νῦν τὰς θέσεις τῆς Κυβερνήσεως, πρὶν καθέξωσιν αὐτὰς ἐσκέφθησαν ὡρίμως τὸ δύσκολον τῶν περιστάσεων, ἀνεμέτρησαν τὴν μεγάλην εὐθύνην τὴν ὁποίαν ἀνεδέχθησαν, καθὼς τὴν ἀνεμέτρησαν καὶ οἱ βουλευταὶ οἱ ὁποῖοι καὶ πρότερον καὶ τὴν στιγμὴν ταύτην ἐδώκαμεν καὶ δίδομεν ἐνώπιον τῆς συνειδήσεώς μας καὶ τοῦ τόπου τὴν ὑπόσχεσιν τοῦ νὰ μὴ σᾶς παρεμβάλωμεν κανὲν πρόσκομμα ὅπως ἀφήσωμεν ἐλευθέραν τὴν ἐνέργειάν σας, καὶ ἐλευθέρως μᾶς εἴπητε τί ἀπαιτεῖτε ἀπὸ ἡμᾶς καὶ ἀπὸ τὸν τόπον, ὅπως ἐξασφαλισθῇ κατὰ τὸ δυνατὸν καὶ τὸ ἀνθρώπινον ἡ τιμὴ καὶ τὰ συμφέροντα καὶ ἡ ὕπαρξις τοῦ τόπου. Δὲν ἐννοῶ βεβαίως ὅτι θὰ εὑρεθῇ ποτὲ Βουλὴ ἥτις θὰ ῥίψῃ ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τὴν εὐθύνην πραγμάτων ἀνεξαρτήτων τῆς θελήσεώς της, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ τηρήσῃ τὸ δικαίωμα εἰς ἑαυτὴν, νὰ ἐξετάσῃ ἐὰν τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις, συνετέλεσαν εἰς ἀπροσδόκητον βλάβην τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων ἢ ἐγένοντο κατέναντι τῶν ἀπαιτήσεων τῆς πατρίδος εἰς βλάβην τῆς ἰδέας ἐπὶ τὴν ὁποίαν πιστεύομεν, καὶ κατέναντι τῆς ἀπαιτητικῆς φωνῆς τῶν περιστάσεων. Ἑπομένως συμπεραίνων λέγω, ὅτι ἐλπίζω ὁ ἀξιότιμος κύριος Πετιμεζᾶς θέλει συμφωνήσει μαζῆ μου, ὅτι ἡ πρότασίς του περὶ ἀνεπαρκείας τῶν μέτρων τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶναι πρότασις, ἥτις πρέπει νὰ ἐπιψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, διότι τότε ἦτο ματαία ἡ πρότασις τὴν ὁποίαν παρουσιάσατε πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν τοῦ νὰ δώσωμεν τὴν δικτατορίαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν ὁποίαν ἤθελον παραδεχθῆ καὶ ἐγὼ, ἂν ἐγίνετο ἀποδεκτὴ καὶ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Ὑπὸ τὰς διασαφήσεις ταύτας θέλει πεισθῆ, ἐλπίζω, ὁ κ. Πετιμεζᾶς νὰ μὴ ἐπιμείνῃ ἵνα μὴ δημιουργηθῇ δυσκολία ὡς πρὸς τὴν παραδοχὴν τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα μᾶς παρουσιάζει ἡ Κυβέρνησις.
§46ΖΩΧΙΟΣ. Περιέμενον χαίνων ν’ ἀκούσω τοὺς τελευταίους λόγους τοῦ κ. Λομβάρδου. Ὅλο λόγια, λόγια ἀκούω, εἶπεν. Καθεὶς δὲ ἤλπιζεν ὅτι θὰ ἔλθῃ αὐτὸς εἰς τὰ πράγματα. Καὶ τὰ πράγματα ποῖα εἶναι; Ἔλεγον δὲ κατ’ ἐμαυτόν, θὰ εὗρεν ὁ κ. Λομβάρδος νέον τινὰ Πακτωλὸν καὶ θὰ μᾶς τὸ εἴπῃ. Τί ὅμως μᾶς εἶπε; Μὴ ἀντιπολιτεύεσθε τὴν Κυβέρνησιν, μὴ τῆς λέγετε ὅτι ἔχει μαῦρα μάτια, καὶ ἂν τὰ ἔχῃ. Ἀλλὰ κατ’ ἐμὲ πρέπει νὰ λέγωμεν τὴν ἀλήθειαν. Παρήτησα, λέγει, τὴν κεφαλήν μου ἐκτὸς τοῦ Βουλευτηρίου, ἐγὼ ὅμως τὴν φέρω μαζῆ μου, καὶ ὀφείλω νὰ ἐπιφέρω πᾶσαν παρατήρησιν, διότι οὔτε ἀλάνθαστοι οἱ ὑπουργοὶ εἶναι, οὔτε τώρα ὅτε οἱ πρὶν πρωθυπουργοὶ ἀποτελοῦν τὴν Κυβέρνησιν πρέπει νὰ βωβωθῶμεν. Εὑρισκόμεθα, κύριοι, εἰς δύσκολον θέσιν, καὶ ἡ δύσκολος αὕτη θέσις ποία εἶναι; Ἐὰν ὅλοι οἱ προὔχοντες, οἱ ἀποτελοῦντες τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν, ἀποτύχουν, τετέλεσται διὰ παντός.
§47ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Νομίζετε, ὅτι ὑπηρετεῖτε τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, λέγοντες ταῦτα;
§48ΖΩΧΙΟΣ. Θέλω νὰ συμμερισθῶ τὴν εὐθύνην.
§49ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἀποθαῤῥύνετε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὴν Κυβέρνησιν.
§50ΖΩΧΙΟΣ. Θέλω νὰ συμμερισθῶ τὴν εὐθύνην μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ ἀπαιτήσω ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν πράγματα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀδύνατον νὰ κατορθωθοῦν. Σᾶς λέγω, ἡ ἀποτυχία τῆς παρούσης Κυβερνήσεως εἶναι μέγα ἐσωτερικὸν ναυάγιον· ἀλλὰ τὴν κεφαλήν μου δὲν τὴν παραιτῶ ἔξω τοῦ βουλευτηρίου. Ὁ Ἀντώνιος ἀπεφάσισε νὰ πολεμήσῃ κατὰ θάλασσαν τὸν Αὔγουστον· εἷς δὲ ἐκ τῶν ἀκολούθων του ἐπιβιβαζόμενος εἰς τὰ πλοῖα εἶπε πρὸς αὐτόν· ποῦ μὲ ἀναγκάζεις νὰ ὑπάγω, ἐνῷ κατὰ ξηρὰν δυνάμεθα νὰ νικήσωμεν; Καὶ ἠκολούθησε μὲν, ἀλλὰ εἶπεν ὅ,τι ἐνόμιζεν καλὸν καὶ συμφέρον Δὲν λύεται τὸ ζήτημα, κύριε Λομβάρδε, ἐὰν ἀπαιτήσωμεν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τὴν λύσιν τὴν ἀδύνατον, καὶ δὲν θὰ κατορθώσωμεν τίποτε. Τὸ μόνον καλὸν τὸ ὁποῖον ἐγένετο εἶναι ὅτι ἐφράξαμεν τὰ στόματα τῶν ἔξω, καὶ ἐπεβάλομεν τὴν ἡσυχίαν εἰς τὰ ἔσω. Ἐγὼ εἶμαι ἐκεῖνος, ὅστις ἀντιλέγω περισσότερον εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Διατί; Διότι δὲν θέλω νὰ γίνωμεν Κομεστάδες, καθὼς λέγει ὁ κύριος Λομβάρδος, ἀλλὰ πρέπει νὰ λέγωμεν ὅ,τι γνωρίζομεν· διότι ἡμεῖς εἴμεθα εἰς θέσιν καλλιτέραν τῶν ὑπουργῶν, καὶ βλέπομεν τὰ πράγματα καθαρώτερον ἢ αὐτοί· ἕκαστος δὲ ἐξ ἡμῶν ἐν καλῇ τῇ πίστει, ἐὰν νομίζῃ ὅτι εὗρε μίαν λύσιν τοῦ ζητήματος, ἂς εἴπῃ, κύριοι Ὑπουργοὶ, ἴσως τὸ πρᾶγμα λύεται οὕτως. Πρόκειται δὲ περὶ χρημάτων, κύριε Λομβάρδε· εὗρες κανένα πόρον; Ὁρίσατε δὲ σεῖς τοὺς φόρους, δὲν σᾶς τοὺς προτείνω ἐγὼ, διότι ἡ εὐθύνη εἶναι μεγάλη. Ὁρίσατε λοιπὸν τοὺς φόρους, κύριοι. Δὲν σᾶς ἀρκοῦν 40 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις; Θὰ τὰ εὕρῃ; Κατ’ ἐμὲ δὲν ἀρκοῦν 40 ἑκατομμύρια· ἔχομεν χρείαν τοὐλάχιστον 200, ἀλλὰ ποῦ νὰ τὰ εὕρωμεν; Τί ζητοῦμεν δὲ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν; Τὴν Κωνσταντινούπολιν; Ἀλλὰ οἱ Τοῦρκοι μάχονται ὡς ἄνθρωποι ἀπεγνωσμένοι. Οἱ Τοῦρκοι ὅ,τι ἔχουν τὸ προσφέρουν, ἡμεῖς δὲ τὸ κρύπτομεν, ἂν δὲ θελήσῃ νὰ βάλῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὸ χέρι του εἰς τὰ βαλάντιά μας, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λάβῃ τίποτε. Δὲν ἀντιπολιτεύομαι δὲ, ἀλλὰ νομίζω ὅτι μέρος τῆς εὐθύνης τῆς Κυβερνήσεως ἐν πάσῃ ἀποτυχίᾳ πρέπει νὰ ἀναλάβωμεν καὶ ἡμεῖς.
§51Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ δύο λέξεις. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὅστις πιστεύει ὅτι τὸ ψεῦδος εἶναι καλλίτερον ἀπὸ τὴν ἀλήθειαν ἀπατᾶται πάντοτε. Νομίζω δὲ ὅτι οὔτε ὡς ἄτομον ὀφείλει κανεὶς νὰ σκέπτεται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, οὔτε ὡς πολίτης, οὔτε ὡς βουλευτής. Ἐδῶ πρέπει ἀπὸ τοῦ βήματος νὰ λεχθῇ ἡ ἀλήθεια, διότι αὐτὴ μόνον θὰ σώσῃ ἡμᾶς. Τί εἶπον ἐγὼ χθὲς ὅτε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν ὅτι χλευάζω τὴν Κυβέρνησιν παρ’ ὅ,τι εἶπε καὶ ὁ κ. Λομβάρδος, ὅτι τὰ μέτρα αὐτὰ τὰ θεωροῦμεν ἀνεπαρκῆ καὶ δικαιούμεθα νὰ τὰ θεωρῶμεν τοιαῦτα, ὕστερον ἀπὸ τὰς συζητήσεις εἰς τὰς ὁποίας ἔλαβον μέρος ὅλοι οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Κυβέρνησιν, καὶ οἱ ὁποῖοι εἶχον ἰδέας συμφώνους μὲ τὰς ἰδικάς μας; λέγοντες δὲ ὅτι τὰ μέτρα εἶναι ἀνεπαρκῆ δὲν κάμνομεν ἄλλο τι εἰμὴ νὰ ἀνοίξωμεν τοὺς ὀφθαλμοὺς τῆς Κυβερνήσεως καὶ σκεφθῇ ὅσον τὸ δυνατὸν ἀσφαλέστερον. Ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ διὰ τί ἐγείρονται φωναὶ, ὅταν λέγωμεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὴν εὐθύνην τῶν μέτρων της καὶ τοῦ σκοποῦ διὰ τὸν ὁποῖον ἦλθε. Καὶ ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία νὰ μὴ ἔχῃ εὐθύνην; Δὲν ἐννοῶ λοιπὸν διὰ τί γίνεται τὸ παράπονον. Ἡμεῖς ἐψηφίσαμεν ἕνα νόμον περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν, ἵνα ἔχουν τὴν εὐθύνην τῶν ἰδίων πράξεων· διατί λοιπὸν ἐξεγείρεται ἡ φωνή; Δὲν πρόκειται νὰ κατασκευάσωμεν καμμίαν εὐθύνην νέαν, οὐδὲ ἐνέδραν, διότι τὴν ἐνέδραν τὴν ἔστησεν ὁ νόμος. Ἐγώ, κύριοι, σᾶς εἶπον καὶ ἄλλοτε καὶ ἤδη ὁμολογῶ ὅτι δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω ἀκριβῶς τὰς οἰκονομικὰς προτάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐν τῇ Βουλῇ ἐφέρθησαν, καὶ δὲν εἶμαι μόνος, ὑπάρχουν καὶ ἄλλοι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἐχρημάτισαν Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ δυνάμενοι νὰ μᾶς φωτίσωσιν, ἠρώτησα καὶ ἄλλους ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ἂν οἱ φόροι αὐτοὶ δύνανται ν’ ἀναβῶσιν εἰς πολλὰ ἑκατομμύρια, καὶ μοὶ εἶπον μόνον εἰς 2½ ἑκατομ. Ἐπειδὴ δὲ ἔχω πεποίθησιν ὅτι τὸ ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ θὰ εἶναι πλέον τῶν 2 ἑκατομ. καὶ ἐπειδὴ πρεσβεύω ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα γίνονται πρὸς οἰκονομίαν τοῦ προϋπολογισμοῦ, δι’ ὅλα λοιπὸν αὐτὰ τὰ πράγματα πρέπει νὰ σιωπήσω, νὰ μὴ εἴπω τὴν ἀλήθειαν· καὶ ἂν κρύψωμεν τὸ νόσημα, τὸ ὁποῖον μᾶς κατατρύχει, δὲν νομίζετε ὅτι θὰ μᾶς εὕρῃ ὁ θάνατος; Ἐγὼ θὰ ψηφίσω comme sta, διότι αὐτὸ ὑπαγορεύουν τὰ πράγματα, ἀλλὰ δὲν μοὶ εἶναι συγχωρημένον νὰ ζητήσω νὰ μάθω, ἂν αὐτὰ τὰ πράγματα συμβιβάζονται καὶ μὲ τὸ συμφέρον τοῦ τόπου καὶ τὴν ἰδίαν μου συνείδησιν; Λυποῦμαι δὲ διότι ἄνθρωποι ἱκανοὶ νὰ φωτίσωσι τὴν Βουλὴν δὲν ἔλαβον τὸν λόγον· ἂς συλλογισθῶσιν οὗτοι ὅτι ἀναλαμβάνουσι μεγάλην εὐθύνην σιωπῶντες· εἶναι φίλοι μου, τοὺς σέβομαι, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ εἴπω καθαρὰ ὅτι ἀναλαμβάνουσι μεγάλην εὐθύνην σιωπῶντες. Ἔπειτα, κύριοι, ἐγὼ εἶπον ὅτι τὰ μέτρα εἶναι ἀνεπαρκῆ, ἠξεύρετε δὲ ὅτι εἶμαι ὑπὲρ τῶν οἰκονομιῶν καὶ ἤμην κατὰ τῶν φόρων, οὓς εἰσήγαγεν ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Κουμουνδούρου. Ἐπολέμησα τὸ σύστημα ἐκεῖνο, ὅπερ ἐκ τῶν ὑστέρων λέγω, ὅ,τι ἦτο σύστημα· ἄλλοι ἦσαν ὑπὲρ, ἄλλοι ἐπήγαιναν ἐμπρὸς, ἤθελον προπαρασκευὰς ὁλοκλήρους. Καὶ σήμερον λέγω, ὅτι τὰ μέτρα εἶναι ἀνεπαρκῆ, διότι τὰ εἶπον οἱ σοφώτεροι τῆς Βουλῆς. Καὶ διότι ἐπαναλαμβάνω τὴν ἰδέαν αὐτῶν, νομίζετε ὅτι σᾶς χλευάζω; Σεῖς μᾶς χλευάζετε ὅλους ἐδῶ. Ἐγὼ ὁμολογῶ ὅτι ὁ κ. Λομβάρδος ἔχει δίκαιον, εἶμαι σύμφωνος μετ’ αὐτοῦ, θὰ ψηφίσω ὅπως καὶ αὐτὸς μὲ κλεισμένα μάτια· καὶ δὲν δικαιοῦται κανεὶς νὰ εἴπῃ ὅτι ἡμεῖς, ἐπειδὴ χορηγοῦμεν μέσα καὶ πληρεξουσιότητα, ὅτι στένομεν παγίδα, ὅτι δὲν θὰ ζητήσωμεν λόγον καὶ ὅτι δὲν ὀφείλομεν νὰ ζητήσωμεν λόγον. Βεβαίως ἡμεῖς δὲν θὰ γίνωμεν ὅπως οἱ βουλευταὶ τῆς Αἰγύπτου· ἀλλὰ θεωρῶ ὅτι εἶναι ἀνδρικώτατον καὶ πατριωτικώτατον ὅταν τὰ ἔθνη κινδυνεύουν νὰ παρουσιάζωνται ἄνθρωποι νὰ λέγουν, δότε μας πληρεξουσιότητα καὶ θὰ κάμωμεν ὅ,τι εἶναι δυνατὸν καὶ μὲ θυσίαν τῆς περιουσίας μας. Τοῦτο εἶναι τὸ μεγαλεῖον τῶν ἀνθρώπων ὅταν ἀναλαμβάνουν τὴν ὑψίστην εὐθύνην. Καὶ κατὰ τί διαφέρει ὁ πολιτικὸς ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος τρέμει τὴν εὐθύνην, ἀπὸ τὸν κοινόν. Ἡμεῖς σᾶς ἐδώσαμεν πλήρη πληρεξουσιότητα, σᾶς ἐδώσαμεν δικτατορίαν, καὶ ὅμως ὁ φόβος τῆς εὐθύνης σᾶς ἔκαμε νὰ τὴν ἀποκρούσητε. Λοιπὸν λέγω θὰ ψηφίσω comme sta, διότι δὲν ὑπάρχει καιρὸς ν’ ἀρχίσωμεν ἀντεγκλήσεις καὶ ἐξελέγξεις τῶν ἔργων τῆς Κυβερνήσεως μέχρι τῶν λεπτομερειῶν. Ἐννοῶ ψηφίζων οὕτως ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὴν εὐθύνην τῶν ἰδεῶν της.
§52ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν εἶναι ζήτημα αὐτό.
§53Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα, ἀλλὰ πρέπει νὰ τὸ ἐννοήσωμεν. Ἂν τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶναι ἐπαρκῆ, αὐτὸ εἶναι λάθος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ νὰ ζητήσω λόγον διὰ πράγματα ἀδύνατα· θὰ ἐξετάσω τὴν πορείαν της εἰλικρινῶς καὶ ὡς τίμιος ἄνθρωπος, καὶ δὲν θὰ ἐλέγξω αὐτὴν διὰ πράγματα ἀδύνατα· ὅστις πράξῃ τοῦτο, εἶναι ἀνάξιος νὰ βουλεύηται· ἀλλὰ δὲν θὰ ἐπιτρέψω νὰ γίνωσι σφάλματα ἐκ προμελέτης· διότι, κύριοι, καὶ τὴν ἀμοιβαίαν ὑποχώρησιν ἐγὼ τὴν τρομάζω. Μία ἰδέα δὲν δύναται νὰ περάσῃ εἰς ἓν ὑπουργικὸν συμβούλιον ὅπου ὑπάρχουσιν αἱ κεφαλαί· ἕκαστος τὴν ἀρχικὴν γνώμην του ρίπτει εἰς τμήματα καὶ οὕτω, αὔριον, εἰς πᾶν ζήτημα παρουσιάζεται διχογνωμία· τοῦτο ἐγὼ δὲν τὸ θεωρῶ ἄνευ εὐθύνης· τὸ σφάλμα εἶναι ἐνταῦθα ἐξ ὑποκειμένου, καὶ ἂν συμβῶσι σφάλματα, δὲν λέγω ὅτι συνέβησαν, τὸ ὑπουργεῖον θὰ ἔχῃ τὴν εὐθύνην. Ἐγὼ εἶμαι δὲ πάντοτε ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως.
§54ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀρκετά, ἀρκετά.
§55ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἂν καὶ ὑψώθη φωνὴ διαμαρτυρήσεως κατὰ τῶν λόγων, οἵτινες μὲ ἀναγκάζουσι νὰ ἔλθω εἰς τὸ βῆμα, μολαταῦτα φρονῶ ὅτι ὀφείλω νὰ ὁμιλήσω. Ἵνα μὴ δώσω ἄλλον χαρακτῆρα εἰς τοὺς λόγους ἐκείνους, ἀποκαλῶ αὐτοὺς παρεξήγησιν τῶν πραγμάτων, καὶ ἰσχυρίζομαι ὅτι ἡ παρεξήγησις αὕτη εἶναι βλαβερὰ διὰ τὴν ὑπόληψιν τῆς Βουλῆς καὶ βλαβερὰ διὰ τὴν ὑπόληψιν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐπιβλαβεστάτη διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου. Εἶναι νομίζω ἀναξιοπρεπὲς εἰς βουλευτὴν νὰ ὁμολογήσῃ ὅτι μετεβλήθη εἰς ἄψυχον σῶμα ἄνευ φωνῆς, ἄνευ κρίσεως, ἄνευ εἰλικρινείας, πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ ἐπιφυλαχθῇ μίαν ἡμέραν νὰ κρίνῃ τοὺς δυστυχεῖς ἐκείνους ἀνθρώπους, οἵτινες ἐκλήθησαν εἰς τὰ πράγματα εἰς δεινοτάτας περιστάσεις καὶ διὰ νὰ φέρωσι λύσιν ἀλύτων ζητημάτων. Βεβαίως ἡ Βουλὴ δὲν συμμερίζεται τοὺς λόγους τῶν ἀποδωσάντων εἰς αὐτὴν αὐτὸν τὸν χαρακτῆρα, διότι μὲ εὐχαρίστησίν μου παρετήρησα ὅτι ἡ Βουλὴ συνεζήτησε μετὰ μεγάλης λεπτολογίας ὅλα τὰ ὑποβληθέντα εἰς τὴν ψῆφόν της νομοθετικὰ ζητήματα. Δὲν ἐσημείωσαν ἕως τώρα καμμίαν παράβασιν τοῦ Κανονισμοῦ της, πολὺ δ’ ὀλιγώτερον παράβασιν τοῦ Συντάγματος, παράβασιν προελθοῦσαν εἴτε ἐκ τῆς πρωτοβουλίας τοῦ Σώματος, εἴτε ἐκ παρακλήσεως καὶ συστάσεως τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ ἀνάγνωσις τῶν νομοσχεδίων εὐθὺς ὡς εἰσάγονται, οὔτε ἀπὸ τὸ Σύνταγμα, οὔτε ἀπὸ τὸν Κανονισμὸν ἀπαγορεύεται, ὅταν ἡ Βουλὴ τὸ ἀποφασίζῃ. Καὶ δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ κατὰ τὴν ὁποίαν τοιαῦτα παραδείγματα ἐδόθησαν. Ὁ λόγος ποτὲ δὲν περιωρίσθη, μεταβολὴ καμμία δὲν ἐπηνέχθη εἰς τὸν Κανονισμόν. Δὲν ἐφάνη καμμία ἀντίδρασις ἐκ τῆς παμψηφίας τῆς Βουλῆς κατὰ τοῦ ἀτόμου, ὅπως περιορίσῃ τοὺς λόγους του ἢ τὰς σκέψεις του. Ἡ Κυβέρνησις δὲν μετεχειρίσθη κανὲν μέσον ὅπως μεταβάλῃ τὴν Βουλὴν εἰς Κομεστάδας, καὶ παραλάβῃ παρ’ αὐτῆς τὰ νομοσχέδια, οἷα τὰ ἐπαρουσίασε. Καὶ θαυμάζω πῶς ὁ πρῶτος σήμερον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου λαλήσας ἔῤῥιψεν αὐτὸν τὸν σπόρον τῆς διαμαρτυρήσεως, ὅπως τὸν μεταχειρισθῇ, ὡς ὁ ἴδιος εἶπε, κατόπιν εἰς τὸ μέλλον καὶ δεινότερον ἐπιτεθῇ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν νομίσῃ ὅτι ἦλθεν ἡ ὥρα. Ἡ δὲ παρατήρησις, κύριοι, ὅτι ἀδίκως δυσχεραίνομεν ἀκούοντες ὅτι κηρυττόμεθα ὑπεύθυνοι εἶναι πάντῃ ἀνυπόστατος. Οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἐνόησεν ὅτι ἕνεκα τῆς συνθέσεως τῆς σημερινῆς κυβερνήσεως δὲν φέρει τὴν εὐθύνην, ἣν διαλαμβάνει ὁ περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν νόμος. Ἂν ἐγένετο παρατήρησις κατὰ τῶν περὶ εὐθύνης ῥηθέντων, δὲν ἐγένετο ἕνεκα εὐθύνης τοιαύτης, τῆς εὐθύνης τῆς νομικῆς τῆς στηριζομένης εἰς τὸν νόμον, ἀλλὰ διότι διεγνώσθη εἰς τοὺς λόγους οἱ ὁποῖοι σπανιώτατα μὲν ἀλλ’ ἐῤῥέθησαν ὅμως ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ὅτι παρασκευάζουσι τὴν λογοδοσίαν μας ἐπὶ αὐτοῦ τοῦ συστήματος. Θέλουν νὰ εἴπουν «αἱ περιστάσεις εἶναι ἔκτακτοι καὶ ἐλθόντες σεῖς εἰς τὰ πράγματα φέρετε ὅλην τὴν εὐθύνην, καὶ διὰ τοῦτο ἡμεῖς κλείομεν τοὺς ὀφθαλμούς, μεταβαλλόμενοι εἰς ἀγάλματα, καὶ σᾶς ἀφίνομεν ἄνευ Βουλῆς, ἄνευ ἀντιπροσώπων, ἄνευ τῆς γνώμης τοῦ τόπου, κυριάρχους καὶ δικτάτορας· περὶ παντὸς ὅ,τι συμβῇ, σεῖς θὰ ἔχετε τὴν εὐθύνην χωρὶς ἡμεῖς νὰ ἔχωμεν καμμίαν συμμετοχήν». Ἡμεῖς, κύριοι, δὲν ἐννοοῦμεν νὰ ἀποῤῥίψωμεν τὴν εὐθύνην ἐφ’ ὑμᾶς, ἀλλ’ ἀποκρούομεν τὴν μομφήν, ἣν θέλουν νὰ σᾶς ἐπιῤῥίψουν, διότι ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει, νομίζω, ἡ Βουλὴ δικαιοῦται ν’ ἀκολουθήσῃ τοιαύτην διαγωγήν. Ἐνῷ λοιπὸν δὲν εἶναι ἀληθὲς τὸ λεγόμενον, ὅτι ἡ Βουλὴ σιγᾷ καὶ δὲν ὁδηγεῖ τὴν Κυβέρνησιν, οὐδὲ τροπολογεῖ τὰς προτάσεις καὶ τὰς ἰδέας της, ἀφ’ ἑτέρου εἶναι καὶ μομφή, ἡ ἀναγνώρισις μιᾶς τοιαύτης καταστάσεως. Ἀλλὰ προσέτι ἀποκρούομεν τοῦτο, διότι ἡμεῖς δὲν νομίζομεν ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ κυβερνήσωμεν ἄνευ τῆς συνδρομῆς τῶν ἀντιπροσώπων. Εἶναι ἀπελπιστικὸν αὐτό, τὸ ὁποῖον θέλουν νὰ καθιερώσωσι· διότι δὲν ἐφαντάσθη ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἠδύνατο νὰ παρασκευάσῃ εἰς τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον τὰ τέλεια, καὶ ὅτι ἑπομένως ἐρχομένη ἐνταῦθα ἔρχεται μόνον ἵνα λάβῃ τὴν τυπικὴν κύρωσιν τῶν ἀποφάσεών της. Διὰ τοῦτο παρατηρεῖται ὅτι ἡ Βουλὴ καὶ συζητεῖ καὶ σπουδαίως συμπράττει εἰς τὴν μόρφωσιν τῶν νόμων καὶ μετέβαλε πολλὰς τῶν διατάξεων, τὰς ὁποίας ἐθεώρησεν ἀξίας μεταβολῆς. Εἶναι λέγουν ἀνεπαρκῆ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα προτείνετε. Ἀλλ’ ἐὰν εἰς τόσον ἐκτάκτους καὶ μεγάλας περιστάσεις ὁ βουλευτὴς ἀνακαλύπτῃ ὅτι ἡ Κυβέρνησις προτείνει καὶ λαμβάνει μέτρα ἀνεπαρκῆ, στοχασθῆτε πόσον μέγα εἶναι τὸ καθῆκον καὶ ποίαν εὐθύνην ἀναλαμβάνει ὁ βουλευτὴς εἰς τοιαύτας περιστάσεις, ἐν κινδύνῳ τοῦ τόπου, ἀντὶ νὰ προτείνῃ τι, νὰ ἐπιφυλάσσηται ἐν καιρῷ τῷ δέοντι νὰ ἐξασκήσῃ τὸ δικαίωμα τοῦ κατηγόρου ἵνα ἐπιῤῥίψῃ τὴν εὐθύνην ἐπὶ τοὺς κυβερνῶντας; Διὰ τοῦτο οὐδέποτε παραδέχομαι, ὅτι αὐτὰς τὰς ἰδέας ἀσπάζεται ἡ Βουλὴ, καὶ ὅτι θέλει αὐτὸν τὸν τύπον νὰ δώσῃ εἰς τὴν διαγωγὴν αὐτῆς. Ἀλλ’ εἰς τί συνίσταται τὸ ἀνεπαρκές συνίσταται εἰς τὰ στρατιωτικὰ μέτρα, τὰ προταθέντα καὶ ψηφισθέντα; περὶ τούτου δὲν ἤκουσα τίποτε. Τὸ ἀνεπαρκὲς συνίσταται εἰς τὰ οἰκονομικά· καὶ συνίσταται τάχα εἰς ὅλα τὰ οἰκονομικὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐπρότεινεν ἡ Κυβέρνησις; ὄχι· δὲν ἠκούσθη καμμία φωνὴ ἐναντίον αὐτῶν, ἐκτὸς περὶ τὰς λεπτομερείας καὶ περὶ τὰ μερικώτερα ζητήματα τῶν νομοσχεδίων. Τὸ ἀνεπαρκὲς ὑπάρχει εἰς ἓν μόνον ζήτημα, τὸ ὁποῖον καὶ ἀναφέρουν. Ἐννοοῦν νὰ διαμαρτυρηθῇ ἡ Βουλὴ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ὅτι δὲν ἐπέβαλε διπλασίους ἢ τριπλασίους φόρους. Αὐτό, κύριοι, ἂς μὲ συγχωρήσουν νὰ τὸ θεωρήσω ἀλλόκοτον. Πρῶτον μὲν οὐδεὶς βουλευτὴς κωλύεται νὰ προτείνῃ μέτρα ἐπαρκέστερα. Εἰς τὸ στάδιον μάλιστα τοῦτο, ἂν δηλαδὴ πρέπῃ νὰ ἐξέλθωμεν καὶ πέραν τῶν ὁρίων τῆς παρουσιαζομένης ἀνάγκης, εἰς τὴν Βουλὴν ἀπόκειται νὰ δώσῃ τὸ θάῤῥος καὶ τὴν δύναμιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλ’ ὅστις θέλει νὰ προσβάλῃ τοὺς φόρους, τοὺς ὁποίους ἡμεῖς ἐζητήσαμεν ὡς ἀνεπαρκεῖς, χρεωστεῖ νὰ ἔλθῃ καὶ ἐκθέσῃ λογαριασμούς· νὰ εἴπῃ ὅτι τὰ μέτρα τὰ στρατιωτικὰ ἀπαιτοῦσι τοσαύτας δαπάνας, τὰ δὲ ναυτικὰ ἐκείνας, τὰ δὲ δάνεια καὶ ἡ ὁδοποιία ἑτέρας, καὶ τότε δύναται νὰ προκαλέσῃ σπουδαίως τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς· ἄλλως, ὅσα ἐῤῥέθησαν περὶ ἀνεπαρκείας δι’ οὐδένα ἕτερον λόγον ἐῤῥέθησαν εἰμὴ ὅπως μνημονεύσωσι τῆς εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν καὶ τοῦ comme sta. Ὡμίλησαν περὶ ἰσοζυγίου τοῦ προϋπολογισμοῦ. Τὸ ἡμέτερον φορολογικὸν σύστημα εἶναι τοιοῦτον, ὥστε κανεὶς δὲν δύναται νὰ ἐγγυηθῇ τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ μέχρι τῆς τελευταίας στιγμῆς. Τὸ γνωρίζετε κάλλιστα· μία ἀτμοσφαιρικὴ μεταβολὴ δύναται νὰ σᾶς φέρῃ ἓν καὶ δύο ἑκατομμύρια κάτω, ἢ νὰ σᾶς ἀνυψώσῃ εἰς τὸ αὐτὸ ποσόν. Μία περιπλοκὴ τῶν ἐσωτερικῶν πραγμάτων ἢ τῶν εὐρωπαϊκῶν δύναται νὰ ἐλαττώσῃ τὰς εἰσπράξεις τῆς εἰσαγωγῆς. Ἄν ἡ σημερινὴ κατάστασις ἐξακολουθήσῃ ἢ κατά τι ἐπιταθῇ, βεβαίως θὰ φέρῃ ἐλάττωσιν τῶν εἰσοδημάτων μας, τὸ ἐναντίον δέ, θέλει φέρει αὔξησιν. Ὅ,τι λοιπὸν λέγομεν περὶ ἰσοζυγίου, ἐξαρτᾶται ἐκ τῶν περιστάσεων. Ὅταν δ’ ἐβεβαίωσα εἰς παρελθοῦσαν συνεδρίασιν, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς πρέπει νὰ ἰσοῤῥοπήσῃ καὶ ὅτι δὲν φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιβληθῶσι νέοι φόροι, ἀλλὰ διὰ ὀργανικῶν μέτρων καὶ διοικητικῶς νὰ μεταῤῥυθμισθῶσι τὰ οἰκονομικά, δὲν ἐνοοῦσα βεβαίως νὰ ὁμιλήσω περὶ τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ προϋπολογισμοῦ ὡρισμένου ἔτους, καθ’ ὃ ἠδύναντο τυχὸν νὰ συμβῶσι πάμπολλα δυστυχήματα. Οἱ πόροι, οὓς μέχρι τοῦδε σᾶς ὑπέβαλον, σᾶς εἶπον ὅτι ὑπολογίζονται εἰς 3,000,000 δραχμῶν, ἀλλὰ τινὲς ἰσχυρίζονται ὅτι ἠρώτησαν οἰκονομολόγους ἢ ὑπαλλήλους, οἵτινες ἔδωκαν πληροφορίας ἐναντίας, ὅτι οἱ πόροι θὰ φθάσωσι μόλις τὰ 2 ἢ 2½ ἑκατομμύρια. Ἀλλά, κύριοι, τοῦτο σημαίνει, ὅτι δὲν θεωρεῖτε ὀρθὰς τὰς πληροφορίας τῆς Κυβερνήσεως. Ὅστις ὅμως θέλει νὰ διδάξῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὁποῖον θέλει εἶσθαι τὸ ἐξαγόμενον τῶν ψηφισθέντων φόρων, αὐτὸς ὡς ἔχων τοὺς νόμους ὑπ’ ὄψιν του, ἠδύνατο νὰ ἔλθῃ δι’ ἀναλύσεων νὰ βεβαιώσῃ τὰ λεγόμενά του. Ἄλλως, ἂς ἀναμείνῃ τὰ πράγματα, ἐκτὸς ἐὰν ἔχῃ τι νὰ εἴπῃ κατὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν ψηφισθέντων φόρων.
§56ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀρκετά, ἀρκετά.
§57ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἀρκετὰ δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ εἴπωμεν. Ἕκαστος πρέπει συναισθανόμενος τὴν θέσιν του καὶ τὴν θέσιν τῆς Βουλῆς, νὰ μὴ κάμῃ κατάχρησιν τοῦ λόγου.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Προβαίνομεν εἰς τὴν γʹ. συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ καλλιεργείας καὶ διαχειρίσεως τῶν ἐν Λευκάδι ἁλυκῶν.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τίς ζητεῖ τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου.
§60ΦΛΩΡΙΑΣ. Κύριοι βουλευταί, εἶμαι κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ συζητηθῇ· εἶμαι δὲ κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους. Περιέχει τοῦτο ἀνισότητα μεταξὺ τῶν νέων πρὸς τὰς παλαιὰς ἐπαρχίας, ἀνισότητα ἐννοῶ φόρου· συνάμα δὲ περιέχει ἀνισότητα φόρου μεταξὺ τῶν νέων ἐπαρχιῶν. Ὅταν ἐσυζητοῦντο ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τῆς Ἑλλάδος τὰ περὶ ἀφομοιώσεως τῆς Ἑπτανήσου, τὸ ζήτημα τῆς φορολογίας ἐλύθη τοιουτοτρόπως, ὥστε νὰ μένουν τὰ φορολογικὰ ὅπως ἔχουν ἐκεῖ, μέχρις ὅτου καὶ ἰδέαι νεώτεραι καὶ σκέψεις ὡριμώτεραι διορθώσωσι τὸ ἐν Ἑλλάδι φορολογικὸν σύστημα, ὥστε νὰ καταστήσωσιν αὐτὸ καὶ ἐν Ἑπτανήσῳ ἀποδεκτόν, ἢ εὑρεθῇ σύστημα καταλληλότερον, τὸ ὁποῖον ν’ ἀπαλλάττῃ τὰ μέρη ἐκεῖνα τῆς ὑπαρχούσης ἐνταῦθα καταπιέσεως. Τούτου ἕνεκα ὅλον τὸ οἰκοδόμημα τὸ φορολογικὸν τὸ ἰσχύον ἐν Ἑπτανήσῳ διετηρήθη. Τὸ περὶ ἁλάτων ζήτημα, κύριοι βουλευταί, ὡς ζήτημα φορολογικὸν ἔμεινεν ἄθικτον δυνάμει τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος ἐκανόνισε τὰ περὶ ἀφομοιώσεως· ἀποτελεῖ δὲ ἓν ὅλον μετὰ τῆς ἰσχυούσης ἐκεῖ φορολογίας, τὰ βάρη δὲ τὰ ὁποῖα ἐβάρυναν τὰς ἐπαρχίας ἐκείνας ἐν συνόλῳ, ἐθεωρήθησαν ἱκανὰ πρὸς ἀντιζύγισιν καὶ ἰσοζύγισιν ἐκείνων τῶν βαρῶν, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσιν ἐν ταῖς παλαιαῖς ἐπαρχίαις. Πᾶσα ἑπομένως μεταβολὴ ἐπερχομένη εἰς τὰ εἴδη τὰ φορολογούμενα ἐν Ἑπτανήσῳ, συνεπάγει τὴν ἀνισότητα τῆς φορολογίας, καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην ἐξεταζομένου τοῦ νομοσχεδίου, οὔτε ἡ Κυβέρνησις θέλει τὸ ὑποστηρίξει, οὔτε ἡ Βουλὴ θέλει τὸ ἐπιψηφίσει, διότι οὐδείς, πέποιθα, ἐπιθυμεῖ νὰ θέσῃ ἀνισότητα βαρῶν μεταξὺ τῶν νέων πρὸς τὰς παλαιὰς ἐπαρχίας. Εἶπον ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι ἄνισον οὐχὶ μόνον μεταξὺ τῶν νέων πρὸς τὰς παλαιὰς ἐπαρχίας, ἀλλὰ ἐπιφέρει τὴν ἀνισότητα καὶ μεταξὺ τῶν νέων ἐπαρχιῶν. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἡ νῆσος Λευκὰς διατηρεῖ εἰς ἑαυτὴν τὰ κέρδη τὰ ἐκ τῶν ἁλυκῶν· καὶ οὐ μόνον τοῦτο ἀλλὰ λαμβάνει καὶ τὸ ἅλας, τοῦ ὁποίου ἔχει ἀνάγκην ἐπιτοπίως διὰ τὴν τακτικήν της ἀνάγκην, στεροῦνται δὲ αἱ νῆσοι Κεφαλληνίας, Ἰθάκης, Παξῶν καὶ Κυθήρων καὶ τοῦ κέρδους τῶν ἁλυκῶν καὶ τοῦ ποσοῦ τῆς καταναλώσεως, τὸ ὁποῖον μέχρι τοῦδε εἶχον· καὶ τὴν ἀνισότητα ταύτην δὲν ἠδυνήθην οὐδαμῶς νὰ ἐννοήσω· οὐδαμοῦ ἠδυνήθην νὰ εὕρω τὸν δικαιολογητικὸν λόγον, διατὶ εἰς μὲν τὴν Λευκάδα νὰ ἀποδίδωνται τὰ κέρδη τὰ ὁποῖα ἀπελάμβανε, τὸ ἀπαιτούμενον διὰ τὴν ἐσωτερικὴν κατανάλωσιν ποσόν, εἰς δὲ τὰς λοιπὰς νήσους οὐδέν. Σημειώσατε, κύριοι βουλευταί, ὅτι τὰ περὶ ἁλάτων ἐν Ἑπτανήσῳ ἔχουσιν ὡς ἑξῆς.
§61ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Φλωριὰ, τί ὁμιλεῖτε; οἱ βουλευταὶ εἶναι εἰς τὰ δωμάτια οἱ περισσότεροι.
§62ΦΛΩΡΙΑΣ. Λυποῦμαι, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ τοὺς ὑποχρεώσω νὰ μένουν.
§63ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἔκαμα τὴν παρατήρησιν αὐτὴν πρὸς τὸ συμφέρον σας. Ἐὰν δὲν νομίζητε ὅτι ἔχετε ἀνάγκην....
§64ΦΛΩΡΙΑΣ. Τὸ ἐννοῶ, ἀλλὰ ἐγὼ δὲν ἔχω τὴν δύναμιν νὰ φέρω τοὺς κ. βουλευτάς.
§65Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν εἶναι ὑποχρεωμένοι, ἀφοῦ δὲν θέλουν νὰ ἀκούσουν.
§66ΦΛΩΡΙΑΣ. Λοιπόν, κύριοι, τὰ περὶ ἁλάτων ἐν Ἑπτανήσῳ εἶχον καὶ ἔχουν σήμερον ὡς ἑξῆς. Ἡ νῆσος Ζάκυνθος ἔχει τὰς ἁλυκὰς αὐτῆς καὶ πληροῖ ἐξ αὐτῶν τὰς ἀνάγκας της τῶν ἁλυκῶν. Ἐὰν δὲ, καθὼς συμβαίνει πολλάκις, εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προμηθευθῇ πλείονα, ἐπρομηθεύετο καὶ προμηθεύεται ταῦτα ἐκ τῶν ἁλυκῶν τῆς Λευκάδος. Ἡ Κέρκυρα ἐπίσης ἔχει τὰς ἰδικάς της ἁλυκὰς, καὶ ἐν ἀνάγκῃ μόνον καταφεύγει εἰς τὴν Λευκάδα.
§67ΖΩΧΙΟΣ. Δὲν ἔλαβε ποτὲ ἀνάγκην.
§68ΦΛΩΡΙΑΣ. Οἱ Παξοί, ἡ Ἰθάκη, ἡ Κεφαλληνία καὶ τὰ Κύθηρα προμηθεύονται τὸ ἅλας ἐκ τῆς Λευκάδος. Αἱ ἁλυκαὶ τῆς Λευκάδος κατὰ τὰ 1845 κατεστάθησαν διὰ νόμου ἁλυκαὶ κοιναὶ διὰ τὰς νήσους αὐτὰς, τὰς ὁποίας ἀνέφερα, ἰδίως δὲ διὰ τοὺς Παξοὺς, διὰ τὴν Κεφαλληνίαν, διὰ τὴν Ἰθάκην καὶ τὴν Λευκάδα. Ῥητῶς ὁ νόμος εἶπε τὸ ἑξῆς: εἶναι ὁ νόμος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος κανονίζει τὰ περὶ πόρων τῶν διαφόρων εὐεργετικῶν καταστημάτων, δηλονότι τῶν νοσοκομείων, τῶν καταστημάτων τῶν ἐκθέτων. Ἀφοῦ μεταξὺ τῶν πόρων, οἵτινες ἔπρεπε νὰ σχηματίζωσι τὸ ταμεῖον, συμπεριέλαβεν ὁ νόμος ἐκεῖνος καὶ τὸν πόρον τὸν ἐκ τῶν ἁλυκῶν τῆς Λευκάδος, ὁ αὐτὸς νόμος ἐκανόνισε συνάμα καὶ τὴν χρῆσιν τῶν πόρων αὐτῶν. Τὸ σύστημα τοῦτο ἐξηκολούθησε τακτικῶς λειτουργοῦν μέχρι σήμερον. Εἰς τοὺς νόμους ἐκείνους ὑπάρχει, κύριοι, καὶ ἡ ἑξῆς διάταξις· ὅτι κατ’ ἔτος θέλει γίνεσθαι ὁ λογαριασμὸς τῶν ἁλυκῶν καὶ, ἀφοῦ ἀφαιρεθῶσι τὰ ἔξοδα τῆς τακτικῆς καλλιεργείας τοῦ ἅλατος, τὸ περίσσευμα θέλει διανέμεσθαι εἰς τὰς νήσους Κεφαλληνίαν, Ἰθάκην, Παξοὺς, καὶ Κύθηρα, ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ. Εἶναι περιττὸν νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ πόσον ἐξετελέσθη ἀπὸ τῆς ἀφομοιώσεως καὶ ἐφεξῆς ἡ διάταξις αὕτη· ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θέλω νὰ καταδείξω εἰς τὴν Βουλὴν εἶναι ὅτι, δυνάμει τοῦ νόμου αὐτοῦ, τὰ ἅλατα τῆς Λευκάδος δὲν εἶναι ἅλατα ἀποκλειστικῶς ἀνήκοντα εἰς τὴν Λευκάδα, ἀλλ’ εἶναι ἅλατα τὰ ὁποῖα ἀνήκουσιν εἰς τὰς 5 νήσους, τὰς ὁποίας σᾶς ἀνέφερα. Ποία δὲ εἶναι ἡ χρῆσις τὴν ὁποίαν αἱ νῆσοι κάμουν ἐπὶ τῶν ἁλάτων, τὰ ὁποῖα ἐκ τῶν ἁλυκῶν Λευκάδος λαμβάνουν; Ἡ χρῆσις ἡ ὁρισθεῖσα ὑπὸ τοῦ νόμου εἶναι ἡ ἑξῆς· λαμβάνουσιν τὸ ἅλας ἐκ τῶν ἁλυκῶν ἀντὶ εὐτελοῦς ποσοῦ, ἀντὶ 1½ ἢ δύω λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν, ἐπώλον δὲ αὐτὸ ἐντὸς τῆς νήσου εἰς ἀνώτερον ποσὸν, καὶ τὸ περίσσευμα κατετίθετο εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ἐγχωρίου περιουσίας, χρησιμεῦον εἰς τὰς ἀνάγκας τὰς ὁποίας σᾶς ἀνέφερον, ἤτοι εἰς τὴν συντήρησιν τῶν νοσοκομείων καὶ τῶν ἐκθέτων. Εἶχον λοιπὸν αἱ νῆσοι αὗται τὸ πλεονέκτημα τὸ ἑξῆς: νὰ τρώγουν τὸ ἅλας εὐθηνότερον ἀφ’ ὅτι τὸ λοιπὸν Βασίλειον, ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου εἶχον καὶ τὸ ἕτερον, τὸ μέγιστον, τοῦ νὰ συντηρῶσιν ἐξ αὐτοῦ σπουδαῖα ἀγαθοεργὰ καταστήματα, περιποιοῦντα τιμὴν εἰς τὴν Ἐπικράτειαν. Διὰ τοῦ νόμου τούτου στεροῦνται αἱ νῆσοι αὐτοῦ τοῦ πλεονεκτήματος, ὑποβάλλονται εἰς τὴν φορολογίαν τοῦ λοιποῦ Βασιλείου, ἐνῷ, ὡς ἀνωτέρω εἶπον, ἡ φορολογία ἐν Ἑπτανήσῳ διὰ τοῦ νόμου τῆς ἀφομοιώσεως ἔμεινεν ὅπως ἔχει, στεροῦνται δὲ καὶ ὅλων αὐτῶν τῶν πλεονεκτημάτων, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέφερα. Ἐλπίζω καὶ εἰς τὴν δικαιοσύνην τῆς Βουλῆς καὶ εἰς τὴν δικαιοσύνην τῆς Κυβερνήσεως, καὶ πέποιθα ὅτι θέλω λύσει τὸ ζήτημα τοῦτο τοιουτοτρόπως, ὥστε οὔτε ἡ ἀνισότης νὰ ἐπέλθῃ, οὔτε νὰ στερηθῇ ὁ τόπος τῶν καταστημάτων, τὰ ὁποῖα συντηρεῖ ἐν ταῖς Ἐπαρχίαις ἐκείναις. Ἴσως ἰσχυρίζεται ἡ Κυβέρνησις ὅτι πρόκειται περὶ νομημάτων βασιλικῶν καὶ ὅτι, ἀφοῦ πρόκειται περὶ νομήματος δὲν εἶναι πρέπον, δὲν εἶναι νόμιμον νὰ μείνῃ τὸ νόμημα εἰς χεῖρας ἰδιώτου καὶ νὰ καρπῶται αὐτό. Ἐὰν τὸ ζήτημα ἐξετασθῇ ἀπολύτως, πιθανὸν νὰ ἔχῃ δίκαιον, ἀλλὰ ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψιν ὅτι τὸ νόμημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχε μὲν μέχρι τοῦ 1845 ὡς νόμημα, παρεχωρήθη διὰ νόμου καὶ κατέστη ἰδιωτικὴ περιουσία, νομίζω ὅτι τότε τὸ ζήτημα ἀλλάσσει φάσιν καὶ ἐξεταστέον εἶναι κατὰ πόσον ὁ νόμος δύναται νὰ προσβάλῃ κεκτημένα δικαιώματα. Ὡς σᾶς εἶπον, ὁ νόμος ἐχορήγησε δικαιώματα καὶ ἐκ τῶν δικαιωμάτων ἐπήγαγεν ὠφέλειαν εἰς τὸν τόπον. Δύνασθε νὰ εἴπητε διὰ τοῦ νόμου ὅστις εἰσάγεται, τὰς ὠφελείας ταύτας τὰς ἀποστερῶ, δὲν δύναμαι νὰ ἀφήσω αὐτὰ τὰ κτήματα τοῦ λοιποῦ εἰς σᾶς· ἀλλὰ δύνασθε νὰ στερήσητε διὰ παντὸς καὶ τὰς ἐξ αὐτῶν— ὠφελείας; Ἡ δήμευσις βεβαίως, κύριοι βουλευταὶ, εἶναι ἀπηγορευμένη ὑπὸ τοῦ Συντάγματος καὶ μόνον ἐπιτρέπεται λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης, προηγουμένης νομίμου ἀποζημιώσεως. Ἐὰν ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις ὑποθέτουν ὅτι δὲν συμφέρει εἰς τὸ ἔθνος νὰ διαχειρίζωνται αἱ ἁλυκαὶ τῆς Λευκάδος ὅπως διαχειρίζονται, ἐὰν τοῦτο νομίζῃ ὅτι ἀντιβαίνει εἰς τὰ δημόσια συμφέροντα, ἐὰν νομίζῃ ὅτι διὰ τῆς μέχρι τοῦδε καλλιεργείας συμβαίνουν λαθρεμπόρια καὶ θέλει νὰ προλάβῃ ταῦτα, δύναται νὰ πράξῃ τοῦτο, ἀλλὰ νομίζω ὅτι πρὶν πράξῃ τοῦτο ἀνάγκη νὰ φανῇ δικαία εἰς τὴν ἀπόφασίν της· πρέπει πρῶτον ἐξ ἴσου νὰ ἀποφανθῇ περὶ ὅλων τῶν ἐνδιαφερομένων καὶ συνάμα ν’ ἀποζημιώσῃ τὰς νήσους αὐτὰς, αἵτινες στεροῦνται τῆς καρπώσεως τοῦ κτήματος, τὸ ὁποῖον εἶχον ὡς ἰδιωτικὴν ἰδιοκτησίαν. Θὰ ἦτο δὲ δίκαιος ὁ νόμος καὶ θὰ ἐστηρίζετο ἐπὶ τοῦ δικαίου καὶ νομίμου, ἐὰν ἡ ἐπιχορήγησις, ἥτις παρέχεται εἰς τὴν Λευκάδα, ἐπεκταθῇ καὶ εἰς τὰς λοιπὰς νήσους, ἤτοι ἐὰν ἐξηκολούθουν καὶ εἰς τὰς νήσους αὐτὰς νὰ παρέχουν τὸ ἀπαιτούμενον ἅλας, ὡς εἰς τὴν Λευκάδα, πρὸς δὲ παραχωρηθῇ εἰς αὐτὰς καὶ τὸ ἀναλογοῦν αὐταῖς ἐκ τῆς ἀποζημιώσεως τῆς ὁριζομένης διὰ τὴν νῆσον ταύτην.
§69ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Ὁ νόμος τοῦ 1845 παραχωρεῖ τὴν κυριότητα; διότι δὲν γνωρίζομεν αὐτὸν τὸν νόμον. Μήπως κανονίζῃ ὁ νόμος ἐκεῖνος τὸν πόρον, τὸν ἐκ τῆς καρπώσεως, δι’ ὡρισμένα ἀντικείμενα;
§70ΦΛΩΡΙΑΣ. Εἰς τὸν νόμον ἐκεῖνον, κ. βουλευτὰ, ὑπάρχει ἡ ἑξῆς διάταξις, ἀφοῦ ἐν αὐτῇ ὁρίζονται τὰ ἀντικείμενα, ἐκ τῶν ὁποίων θὰ σχηματισθοῦν οἱ πόροι τῶν ἐπιχωρίων ταμείων, προστίθεται καὶ τὸ ἑξῆς· «Εἰς τὰ ταμεῖα αὐτὰ θέλει κατατίθεσθαι καὶ τὸ τίμημα τὸ ἐκ τῆς πωλήσεως οἱουδήποτε ἐκ τῶν κτημάτων, ὧν τὰ προϊόντα ὡρίσθησαν ὡς ἀποτελοῦντα τὸ ἐπαρχιακὸν ταμεῖον». Ὥστε βλέπετε ὅτι ἡ Ἐπικράτεια δὲν ἐπεφύλαξε τίποτε δι’ ἑαυτὴν ἐκ τῶν κτημάτων ἐκείνων, ἀλλὰ μόνον τὴν ἐπιτήρησιν τῆς διαχειρίσεως· ὥστε καὶ τὰ κτήματα καὶ τὰ προϊόντα ἐκηρύχθησαν ὡς ἀνήκοντα εἰς τὴν περιουσίαν τῶν ἐγχωρίων. Προκύπτει δὲ τοῦτο καὶ ἐκ τούτου, ὅτι ἐπέτρεπεν ὁ νόμος νὰ τεθῇ ὑποθήκη ἐπὶ τῶν κτημάτων πρὸς ἐξασφάλισιν δανείων ὑπὲρ τῶν ἐγχωρίων ἀναγκῶν. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι δὲν παρεχώρησε μόνον τὴν κάρπωσιν, ἀλλὰ καὶ τὰ κτήματα αὐτὰ, καὶ ὅτι ἐπεφύλαξε μόνον τὴν διαχείρισιν. Περαίνων τὸν λόγον, κύριοι, σᾶς παρακαλῶ νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον νὰ στερηθοῦν αἱ περὶ ὧν ὁ λόγος ἐπαρχίαι τῶν πλεονεκτημάτων, τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε εἶχον καὶ τὰ ὁποῖα πρὸ χρόνου πολλοῦ διὰ νόμου ῥητοῦ ἔχουν κεκτημένα. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον προτείνω καὶ προηγουμένως ἐπρότεινα εἶναι νὰ ἐπεκταθοῦν καὶ εἰς τὰς λοιπὰς νήσους τὰ πλεονεκτήματα, ἅτινα διὰ τοῦ νόμου τούτου χορηγοῦνται εἰς τὴν Λευκάδα, τουτέστι ν’ ἀποζημιωθῶσι καὶ αἱ ἐπαρχίαι αὗται διὰ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἐτησίως εἶχον ἐκ τῶν κερδῶν, καὶ νὰ πληρόνουν καὶ αὗται πρὸς 5 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν τὸ ἅλας, ἂν καὶ σήμερον εἶναι ἔτι εὐθηνότερον· τοῦτο δὲ, ἐν ᾗ περιπτώσει γενῇ δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον.
§71ΧΟΪΔΑΣ. (Ὅρα παράρτημα Βʹ.)
§72ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Σκοπὸς τῆς Κυβερνήσεως, κύριοι, δὲν εἶναι νὰ ἀδικήσῃ κανένα· ὁ κύριος σκοπὸς, διὰ τὸν ὁποῖον τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἰσήχθη, εἶναι νὰ προστατεύσῃ τὸ νόμιμον συμφέρον, τὸ ὁποῖον ἐκ τοῦ μονοπωλίου τοῦ ἅλατος, τοῦ καθιερωμένου ἀπὸ τὰ 1833, ἔχει τὸ Δημόσιον. Ἀπὸ τότε εἰσήχθη καὶ παρ’ ἡμῖν τὸ εἰς ὅλα τὰ Κράτη ὑπάρχον μονοπώλιον τῆς διαχειρίσεως τῶν ἁλάτων καὶ τῆς καρπώσεως τῶν ἁλυκῶν παρὰ τοῦ Δημοσίου. Τὸ σύστημα μάλιστα τοῦτο προϋπῆρχε καὶ πρὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, διότι καὶ πρὸ αὐτῆς πάντοτε αἱ ἁλυκαὶ ἀνῆκον εἰς τὸ Δημόσιον. Ἀλλὰ τὸ μονοπώλιον τοῦτο καταδιώκεται δεινῶς, πρὸ πάντων καὶ ἀποκλειστικῶς ἀπὸ τὸ μονοπώλιον τῆς Λευκάδος. Τὸ μονοπώλιον τῆς Κερκύρας δὲν ἐπάγει καμμίαν βλάβην εἰς τὸ μονοπώλιον τοῦ Βασιλείου. Τὸ μονοπώλιον τῆς Ζακύνθου δὲν φέρει καμμίαν ζημίαν εἰς τὸ μονοπώλιον τοῦ Κράτους, καὶ πολὺ ὀλιγώτερον τὸ τῶν ἄλλων μικροτέρων ἁλυκῶν, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουν εἰς τὴν Ἑπτάνησον, διότι εἰς τὰ Κύθηρα δὲν ὑπάρχουν ἁλυκαὶ, ἀλλὰ μόνον αὐτόπηκτα ἅλατα, τὰ ὁποῖα οὐδεμίαν σχεδὸν ποιοῦνται παραγωγήν. Τὸ εἰσόδημα τῶν ἁλάτων εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ἀναγράφεται εἰς 800 καὶ 850 χιλιάδας δραχμῶν· εἶναι λοιπὸν εἰσόδημα σπουδαῖον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ γείνῃ πολὺ σπουδαιότερον, ἐὰν κατορθωθῇ διὰ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα καὶ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία καὶ ἡ διοικητικὴ δύνανται νὰ λάβωσι, ν’ ἀσφαλισθῇ ἀπὸ τῆς ἐπιδρομῆς τοῦ λαθρεμπορίου. Σᾶς ἀναγινώσκω τεμάχιον ἐκθέσεως οἰκονομικοῦ ἐπιθεωρητοῦ, ἀφορώσης τὴν λαθρεμπορίαν μόνον εἰς ἕνα νομὸν, εἰς τὰς παραλίους χώρας δηλονότι τῆς Μεσσηνίας· (ἀναγινώσκει). Αὐτὸς λοιπὸν εἶναι ὁ κύριος λόγος διὰ τὸν ὁποῖον σᾶς ὑποβάλλομεν τὸ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου αἱ ἁλυκαὶ τῆς Λευκάδος μεταβαίνουσιν εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ Δημοσίου. Ἐὰν, κύριοι, δὲν ἐξετάσωμεν ἀκριβῶς τὰ ἐλαττώματα τῆς οἰκονομικῆς διοικήσεως καὶ διαχειρίσεως, καὶ δὲν προσπαθήσωμεν νὰ φέρωμεν θεραπείαν εἰς αὐτὰ τὰ ἐλαττώματα, ὅπως καθαρίσωμεν αὐτὴν ὅλων τῶν προσκομμάτων, τότε, ἐννοεῖται, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν χωρὶς νὰ πολλαπλασιάσωμεν ἐπ’ ἄπειρον τὰ βάρη τοῦ τόπου νὰ ἐξακολουθήσωμεν ζῶντες μὲ κἄποιαν ἀξιοπρέπειαν καὶ περὶ τοῦ μέλλοντος φροντίδα· διότι ἐὰν πρὸ πάντων δὲν ἔχομεν ἰσοζύγιον εἰς τὸν προϋπολογισμόν μας, ἐὰν παραμελήσωμεν τὰ ἐλαττώματα τὰ ὁποῖα ἀπαντῶμεν εἰς τὴν οἰκονομικὴν διοίκησιν, δὲν μένει ἄλλο μέσον παρὰ μόνον ἡ ἐπισώρευσις φόρων ἐπὶ φόρων, ἡ ὁποία δὲν φέρει ὅμως ἐπὶ τέλους εἰς πρακτικὸν ἐξαγόμενον. Ἀντὶ τοῦ συστήματος αὐτοῦ εἶναι προτιμότερον αὐτὸ ὅπερ κατὰ τὴν παροῦσαν σύνοδον ἀκολουθοῦμεν, καὶ ἐπειδὴ ὅλοι γνωρίζομεν ὅτι μεγάλαι καταχρήσεις γίνονται εἰς τὴν τελωνιακὴν διαχείρισιν καὶ ἀναγνωρίζομεν ὡσαύτως ὅτι ἡ τῶν δασῶν διαχείρισις ἐπίσης πάσχει τὸ αὐτὸ ἐλάττωμα, καὶ ἐπειδὴ συγχρόνως παρατηροῦμεν, ὅτι τὸ μονοπώλιον τοῦ ἅλατος πάσχει σπουδαίαν καταδρομὴν ἐκ τῆς λαθρεμπορίας τοῦ Ἑπτανησιακοῦ ἅλατος, ἐλήφθησαν τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ἡ πεῖρα θέλει ἐλπίζω, ἀποδείξει ἐπαρκῆ πρὸς καταστολὴν πασῶν αὐτῶν τῶν καταχρήσεων, αἵτινες ἄλλως θὰ ὑπαγορεύσωσι τὴν ἀνάγκην νέων φόρων. Προθύμως θέλω ἀποδεχθῆ τὰς γνώμας, αἱ ὁποῖαι ἐν τῇ Βουλῇ ἤθελον παρουσιάσει κρείττονα μέτρα· ἀλλὰ πρὸ τούτου ὀφείλω ν’ ἀποκρούσω ὅλας τὰς αἰτιάσεις, αἱ ὁποῖαι ἀπευθύνονται κατὰ τοῦ νομοσχεδίου· μοὶ ἐφάνη ὅμως ὑπερβολὴ ἂν ὄχι παράδοξος ἀλλὰ τολμηρὰ ἡ διαμαρτύρησις τὴν ὁποίαν σήμερον τὸ προεδρεῖον τῆς Βουλῆς ἀνεκοίνωσεν, ἡ προερχομένη ἀπὸ τοὺς διαχειριζομένους τὰ ἅλατα τῆς Λευκάδος, καὶ ἡ ὁποία χαρακτηρίζει τὸ σημερινὸν νομοσχέδιον ὡς καταχθόνιον καὶ ὡς.........
§73ΡΑΛΛΗΣ. Μὴ παραξενεύεσθε, διότι ὅλοι ὠφελοῦνται ἀπὸ αὐτά.
§74ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Λοιπὸν πρέπει νὰ θέσωμεν κατὰ μέρος τὴν διαμαρτύρησιν αὐτῶν, ἀλλὰ πρὸ τούτου ἐπειδὴ αὐτοὶ διαμαρτύρονται δῆθεν ἐν ὀνόματι ὅλων τῶν κατοίκων τῆς Λευκάδος, πρέπει ἐγὼ ὡς ὑπουργὸς νὰ δικαιολογήσω τὸ νομοσχέδιον πρὸς ἐκείνους. Κατὰ τί ἀδικοῦμεν τὰς κοινότητας τῆς Λευκάδος; Παραλαμβάνομεν τὰς ἁλυκὰς τῆς Λευκάδος διὰ νὰ τὰς καλλιεργήσωμεν ἄνευ ἀποζημιώσεως; ὄχι· μόνον μετ’ ἀποζημιώσεως πλήρους καὶ ἔτι πλέον. Ἐν πρώτοις προσφέρεται τὸ κράτος νὰ πληρώσῃ μέχρι λεπτοῦ κατ’ ἔτος εἰς τὰς κοινότητας τῆς Λευκάδος ὅλον τὸ καθαρὸν εἰσόδημα ὅσον ἡ διαχείρισις τῶν ἁλυκῶν της παρεῖχεν εἰς αὐτὰς κατ’ ἔτος. Περιπλέον προσφερόμεθα ν’ ἀγοράσωμεν ὅλον τὸ ἀπόθεμα τοῦ ἅλατος, τὸ ὁποῖον οἱ παρελθόντες χρόνοι ἐπεσώρευσαν εἰς τὰς ἀποθήκας τῶν ἁλυκῶν τῆς Λευκάδος καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι ἄχρηστος αὐτῆς περιουσία, διότι ἡ περιωρισμένη κατανάλωσις δὲν ἐπιτρέπει νὰ ἐξοδεύουν τὸ κατ’ ἔτος παραγόμενον καὶ τὸ ἀπόθεμα τὸ ὁποῖον ἀναβαίνει εἰς 800,000 κοιλῶν καὶ διὰ τὸ ὁποῖον τὸ κράτος θὰ τῆς πληρώσῃ περίπου 70,000 δραχμῶν. Περιπλέον καθιεροῖ τὸ νομοσχέδιον, ὅτι θὰ ἀφίνῃ εἰς τὸν τόπον διὰ τὴν ἐσωτερικὴν κατανάλωσιν τὸ ἅλας εἰς τὴν τιμὴν εἰς τὴν ὁποίαν μέχρι τοῦδε τὸ εἶχον.
§75ΤΙΝΕΣ. Αὐτὸ εἶναι προνόμιον.
§76ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τέλος πάντων περιγράφω τὶ περιέχει τὸ νομοσχέδιον.— Κατὰ τοιούτου λοιπὸν νομοσχεδίου ἔρχονται αὐτοὶ οἱ κύριοι οἱ ἀποτελοῦντες τὴν διαχειριστικὴν ἐπιτροπὴν νὰ διαμαρτυρηθοῦν ἐν ὀνόματι τοῦ λαοῦ!
§77ΡΩΜΑΙΟΣ. Μὲ αὐτοὺς τοὺς ὅρους δέχομαι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ καὶ διὰ τὴν Κέρκυραν.
§78ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μεταβαίνω ἤδη εἰς τὰ παράπονα τῶν ἀξιοτίμων ἀντιπροσώπων Κεφαλληνίας.
§79ΧΟΪΔΑΣ. Οὐχὶ πάντων.
§80ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὄχι, τινῶν. Αὐτοὶ ἀπευθύνουν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου δύω αἰτιάσεις. Μᾶς ἀδικεῖτε, λέγουν, πρῶτον, διότι μᾶς στερεῖτε τοῦ ἀναλογοῦντος εἰς ἡμᾶς εἰσοδήματος τῶν ἁλυκῶν τῆς Λευκάδος· διότι κατὰ τοὺς ἐπὶ προστασίας νόμους ἡ Κεφαλληνία, ὅπως καὶ ἄλλαι τέσσαρες ἐκ τῶν νήσων, εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ λαμβάνῃ ἓν μέρος τοῦ καθαροῦ ἐκ τῶν ἁλυκῶν Λευκάδος κέρδους. Δεύτερον μᾶς ἀδικεῖτε, διότι μᾶς ἀφαιρεῖτε τὸ μονοπώλιον τοῦ ἅλατος, δηλαδὴ τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον εἶχεν ἡ κοινότης, ἡ διαχειριστικὴ ἐπιτροπὴ Κεφαλληνίας, νὰ πωλῇ τὸ ἅλας εἰς τιμὴν ἀνωτέραν ἀφ’ ὅτι τὸ ἠγόραζεν. Ἀπαντῶ ὡς πρὸς τὸ πρῶτον, διαμαρτυρόμενος καὶ ἐγὼ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν ἔχει αὐτὸν τὸν σκοπὸν, καὶ ἡ Κυβέρνησις οὐδέποτε διενοήθη ν’ ἀδικήσῃ τοὺς Κεφαλλῆνας. Ἐὰν ἡ Κεφαλληνία ἔχῃ δικαίωμα νὰ λάβῃ ἓν μέρος τοῦ καθαροῦ κέρδους τῶν ἁλυκῶν τῆς Λευκάδος, τὸ νομοσχέδιον δὲν ἀφαιρεῖ αὐτὸ τὸ δικαίωμα, διότι προσφέρεται νὰ πληρώσῃ τὴν καθαρὰν πρόσοδον τῆς Λευκάδος εἰς τὴν κοινότητα τῆς Λευκάδος, παρ’ ἧς δύναται ἡ Κεφαλληνία νὰ ζητήσῃ τὸ ἀνάλογον καὶ δικαστικῶς καὶ διοικητικῶς. Ὑποθέσατε ὅτι ἀνήκει εἰς τὴν Κεφαλληνίαν τὸ ⅕ τοῦ εἰσοδήματος τῆς Λευκάδος, καὶ ὅτι ἡμεῖς θὰ καταβάλωμεν τῇ Λευκάδι 30,000 δραχμῶν, αἱ 6,000 θὰ ἀνήκουν εἰς τὴν Κεφαλληνίαν, ἥτις διοικητικῶς ἢ δικαστικῶς δύναται νὰ τὰς λάβῃ. Καμμία διάταξις τοῦ νομοσχεδίου δὲν διαλαμβάνει, ὅτι αὐτὰ τὰ χρήματα διανοεῖται ἡ Κυβέρνησις νὰ τὰ δαπανᾷ πρὸς ὄφελος μόνον τῆς Λευκάδος χωρὶς νὰ ἔχῃ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ τὰ δώσῃ εἰς ἄλλους....
§81ΑΝΤΥΠΑΣ. Ἡμεῖς θὰ τὸ πάρωμεν 10 λεπτὰ καὶ οἱ Λευκάδιοι 5.
§82ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἄλλο ζήτημα. Μεταβαίνω ἤδη εἰς τὴν δευτέραν αἰτίασιν. Λέγουν, κάτω ὁ νόμος, κάτω ὅλαι αἱ ὠφέλειαι τὰς ὁποίας τὸ Κράτος διὰ τοῦ νόμου τούτου ἐπιδιώκει, ζήτω ἡ λαθρεμπορία· διατί; διότι στερεῖται ἡ διαχειριστικὴ ἐπιτροπὴ τῶν μέσων, διὰ τῶν ὁποίων θὰ δύναται νὰ διατηρῇ τὸ νοσοκομεῖον καὶ τὸ νοθοτροφεῖον. Ὀφείλω νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ μεγέθους αὐτῆς τῆς ζημίας, διότι τότε μόνον θὰ ἦναι εἰς θέσιν νὰ ἐννοήσῃ καὶ ἐκτιμήσῃ τὰ παράπονα. Σᾶς ἀναγινώσκω τὴν ἔκθεσιν τοῦ νομάρχου, ὁ ὁποῖος διαμαρτύρεται μετὰ μεγίστης πικρίας ἐναντίον τῆς διαχειριστικῆς ἐπιτροπῆς τῆς Λευκάδος διὰ τὰς ἀδικίας τὰς ὁποίας προξενεῖ εἰς τὴν Κεφαλληνίαν, καὶ ὁ ὁποῖος ὁμολογεῖ σαφῶς τὴν κατάστασιν τῆς προσόδου, τὴν ὁποίαν ἡ νῆσος ἐκ τῶν ἁλάτων ἔχει. Ὁποῖον λοιπὸν εἶναι αὐτὸ τὸ ἔσοδον τὸ ὑπὸ τοῦ νομάρχου περιγραφόμενον; «Εἴσπραξις ἐγχωρίου διαχειρίσεως ἐξ ἀντιτίμου ἐγχωρίου ἅλατος. Νῆσος Λευκάδος 40,000–42,000 δραχμάς.» Νῆσος Κερκύρας 65,159.» Σημειώσατε, ὅτι τὸ ἅλας ἐκεῖ πωλεῖται πρὸς 10 λεπτά. Ἡ νῆσος Κεφαλληνίας 2,500–3,000»· αὐτὸ εἶναι τὸ ἔσοδον δι’ ὃ γίνεται ὁ μέγας αὐτὸς θόρυβος. Εἶναι ὁ στατιστικὸς πίναξ ἐπὶ τῇ βάσει ὅλων τῶν ἐρευνῶν, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο .....
§83ΡΑΛΛΗΣ. Τὰς δαπάνας τῆς καλλιεργείας τὰς ἔχετε;
§84ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πρόκειται μόνον διὰ τὴν Κεφαλληνίαν περὶ μονοπωλίου, ἀλλὰ θὰ πληρώσῃ μεταφοράν, φύραν μεταφορᾶς, ἀποθήκην, φύραν ἀποθήκης, προσωπικοῦ κτλ. Τὸ ἀποτέλεσμα λοιπὸν εἶναι, ὅτι ἡ νῆσος ἔχει ἐκ τοῦ μονοπωλίου 2,500 –3,000 δραχμῶν. Ὅλη λοιπὸν ἡ δευτέρα αὕτη αἰτίασις συνίσταται εἰς τοῦτο, ὅτι τὸ νομοσχέδιον πρόκειται νὰ στερήσῃ τὴν νῆσον Κεφαλληνίας 3,000 δραχμῶν.
§85ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Γνωρίζετε, ὅτι ὁ διαχειριζόμενος τὸ ἅλας εἰς τὴν Κεφαλληνίαν κατεδικάσθη εἰς 4,000 δραχμῶν.
§86ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νὰ μὲ συγχωρήσητε, ὅτι δὲν ἐννοῶ αὐτό. Ἕνας τελώνης ἠμπορεῖ εἰς τὴν διαχείρισίν του νὰ κατεδικάσθη, πρέπει αὐτὰ νὰ προστεθοῦν εἰς τὸ κέρδος;
§87ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἔλλειψιν εἰς τὴν διαχείρισιν.
§88ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Παρακαλῶ, κύριοι, αὐτὴ ἡ στατιστικὴ δὲν ἐγένετο μετὰ τὸ παρὸν νομοσχέδιον, οὔτε διὰ τὸ παρὸν νομοσχέδιον· εἶναι τοῦ 1875.
§89ΡΕΒΕΛΑΚΗΣ. Συγχύζει τὸ κεφάλαιον μὲ τὴν πρόσοδον.
§90ΦΛΩΡΙΑΣ. Ἔχετε πληροφορίας πόσον εἶναι τὸ ἅλας, τὸ ὁποῖον εἰσάγεται κατ’ ἔτος;
§91ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ Κεφαλληνία ἐξοδεύει 14,091 κοιλά.
§92ΦΛΩΡΙΑΣ. Καὶ ὅτι πωλεῖ 1,48;
§93ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μάλιστα.
§94ΦΛΩΡΙΑΣ. Βλέπετε τὴν διαφοράν.
§95ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐὰν λογαριάσετε τοὺς ναύλους, τὰς φύρας, τὰς ἀποθήκας, θὰ ἴδητε τὶ μένει.
§96ΦΛΩΡΙΑΣ. Ἐντὸς τοῦ ποσοῦ ὑπάρχουν οἱ ναῦλοι.
§97ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἔχομεν τὸν νομάρχην, ὁ ὁποῖος λέγει· (ἀναγινώσκει)· καὶ ἡ διαφορὰ μέχρι τῆς 1,48 ἀποῤῥοφᾶται ἀπὸ τὰ ἔξοδα τῶν ναύλων, τὰς ἀποθήκας, τὰς φύρας τῶν ἀποθηκῶν ....
§98ΦΛΩΡΙΑΣ. Δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω ὅτι εἶναι ἐσφαλμένα αὐτά.
§99ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ νομάρχης εἶναι ὁ κ. Δημητριάδης, ὅστις μὲ ζῆλον σᾶς ὑπηρέτησεν· αὐτὸς φρονεῖ ὅτι ἡ Κεφαλληνία, διότι διοικεῖται παρ’ αὐτοῦ, εἶναι περιουσία του.
§100ΧΟΪΔΑΣ. Δὲν σφάλλει ὁ Δημητριάδης, διότι εἶναι εἷς τῶν ἀρίστων νομαρχῶν.
§101ΦΛΩΡΙΑΣ. Νομίζω, ὅτι εἶναι ἐσφαλμένη ἡ πληροφορία τοῦ κ. Δημητριάδου, διότι λαμβάνεται ἐκ Λευκάδος ἀντὶ 60 λεπτῶν καὶ ὅτι δαπανῶνται πρὸς μεταφορὰν 20–22 λεπτὰ, καὶ ὅτι καταντᾷ εἰς 84· λεπτά 84 λεπτὰ εἶναι ἡ ὅλη ἀξία του, καὶ λυποῦμαι διότι δὲν δύναμαι νὰ τὸ βεβαιώσω αὐτὴν τὴν στιγμήν.
§102ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Παρακαλῶ λοιπὸν τοὺς ἀνθισταμένους εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἀντιπροσώπους Κεφαλληνίας νὰ ἐκτιμήσωσι τὴν διαφορὰν ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ μικροῦ συμφέροντος, τὸ ὁποῖον ὑπερασπίζονται, πρὸς τὸ μέγα συμφέρον, τὸ ὁποῖον διὰ τοῦ νομοσχεδίου σκοποῦμεν, καὶ νὰ μὴ θελήσωσιν ἕνεκα λόγων τόσον μικρῶν συμφερόντων καὶ ὠφελειῶν, τόσον εὐτελῶν νὰ φέρουν μίαν καιρίαν πληγὴν διὰ τῆς ψήφου των καὶ τῆς ἐναντιότητός των εἰς συμφέρον τόσον μέγα, ὁποῖον εἶναι τὸ ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου ζητούμενον· διότι πλὴν τῆς ζημίας, τὴν ὁποίαν προξενεῖ ἡ λαθρεμπορία εἰς τὸ ἐμπόριόν μας, τί νομίζετε, κύριοι, ὅτι δὲν ὑπάρχει καὶ ἄλλη ζημία καὶ βλάβη εἰς τὴν δημόσιον ὑπηρεσίαν; Σᾶς ἀναφέρω τὴν κατάστασιν τῆς διαχειρίσεως τῶν ἁλυκῶν ἐν Λευκάδι. Ἐν Λευκάδι ὑπάρχει, καὶ ἀγνοῶ ἐκ τίνος αἰτίας, εἷς ἀρκετὰ σπουδαῖος λογαριασμὸς μεταξὺ τοῦ κράτους καὶ τῆς διαχειριστικῆς ἐπιτροπῆς· ἡ διαχειριστικὴ ἐπιτροπὴ δίδει τὰ εἰσοδήματα εἰς τὸ ταμεῖον, καὶ ὁ ταμίας δίδει ὅλα τὰ ἀπαιτούμενα ἔξοδα διὰ τὴν καλλιέργειαν τῶν ἁλυκῶν, καθὼς ἐπίσης καὶ διὰ τὴν συντήρησιν τῶν δημοδιδασκάλων καί τινων ἄλλων ἀναγκῶν. Ἀλλ’ ἀκούσατε, κύριοι, ὁποῖός τις εἶναι ὁ λογαριασμὸς οὗτος διὰ νὰ ἐννοήσητε τί γίνεται. Ὁ λογαριασμὸς οὗτος ἔχει ὡς ἑξῆς· (ἀναγινώσκει ἔγγραφον, ἐξ οὗ προκύπτει πόσα εἰσεπράχθησαν κατὰ τὰ ἔτη 1870, 1871, 1872, 1873, 1874, 1875, καὶ πόσα ἐδαπανήθησαν κατὰ τὰ ἔτη ταῦτα). Λοιπὸν αὐτὰ ἐν οὐσίᾳ. Δὲν πιστεύω κανεὶς ἐκ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Ἑπτανήσου νὰ ζητῇ τοιαύτην κατάστασιν, εἴτε διὰ 5, εἴτε διὰ 10 χιλιάδας πρόκειται. Εἶναι δὲ ἀδύνατον αὐτὴν τὴν βλασφημίαν νὰ ἀποδώσωμεν εἰς τὸν λαόν.
§103ΧΟΪΔΑΣ. Ὁ λαὸς δὲν ἀποδέχεται τὰ τοιαῦτα.
§104Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸ ὅλον τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων;
§105ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. 141 χιλιάς εἶναι τὰ ἔσοδα, 292 τὰ ἔξοδα. Ἀλλὰ περιπλέον, κύριοι, ἓν ἄλλο ἄτοπον, τὸ ὁποῖον ὀφείλω νὰ τὸ ἀναφέρω, διότι ἀποδεικνύεται, ὅτι αἱ ἁλυκαὶ ἐν Λευκάδι πάντοτε ἦσαν ἐπιζήμιοι. Ἐν Λευκάδι τὸ χρέος τῆς νήσου πρὸς τὴν Κυβέρνησιν πρὸ τῆς ἑνώσεως ἦτο 828,968 δραχμῶν.
§106ΣΕΡΒΟΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές, εἶναι ἐσφαλμένον.
§107ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. 828,968. Τὸ ἔλαβον ἀπὸ τὰς ἐρεύνας, αἵτινες ἔγειναν τοῦ ἀπολογισμοῦ καὶ αἵτινες ἐδημοσιεύθησαν κατὰ τὸ 1875· εἶναι αἱ ἐπίσημοι εἰσπράξεις τοῦ Κράτους.
§108ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι τὰ δημόσια βιβλία.
§109ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διατί νὰ ἀνησυχῆτε ἐναντίον αὐτῶν τῶν ἀριθμῶν; Ἐδῶ εἶναι αἱ δημοσιεύσεις τῶν παρελθόντων ἐτῶν.
§110ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ θέλουν νὰ μάθουν ἐὰν ᾖναι ἀληθῆ, λέγω ὅτι αὐτὸ εἶναι ἔργον ἐδικόν μου καὶ ἀποδεικνύει τὸ καθαρὸν χρέος.
§111ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Κύριοι, δὲν ἐκηρύχθην κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἕνεκα τούτου δὲν ἔλαβον τὸν λόγον ὅτε ἐπρόκειτο περὶ τῆς ἀρχῆς· ἁπλῶς ἔφερον τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ 3 ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου, σύμφωνος ὢν μὲ τὴν ἀρχὴν τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν εἶμαι λοιπὸν ὑπὲρ τῆς λαθρεμπορίας, οὐδὲ θέλω νὰ ὑποστηρίξω αὐτήν, ἕνεκα τούτου ἐπαναλαμβάνω, δὲν ἔλαβον τὸν λόγον κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου· ἐὰν δὲ ἐπρόκειτο νὰ ὑποστῇ τοιαύτην ζημίαν τὸ Δημόσιον, οἵαν ἀνέφερεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, οὐ μόνον περὶ τῆς μικρᾶς ζημίας, ἥτις θέλει ἐπέλθει εἰς τὴν πατρίδα μου, ἀλλὰ καὶ περὶ δεκαπλασίας ἐὰν ἐπρόκειτο, δὲν ἤθελον ὑποστηρίξει ποτὲ τοιαύτην ἀρχήν. Ὅθεν παραδέχομαι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου καὶ συμφώνως ταύτης ἀπαιτῶ ἵνα ἡ Κυβέρνησις ἀναλάβῃ τὴν καλλιέργειαν τῶν ἁλυκῶν ὄχι μόνον τῆς Λευκάδος, ἀλλὰ καὶ τῆς Κερκύρας καὶ τῆς Ζακύνθου, διότι τὸ μέτρον διὰ νὰ ἔχῃ τὸν χαρακτῆρα τῆς ἰσότητος καὶ νὰ τυγχάνῃ τοῦ σκοποῦ, ὀφείλει νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ ἐπὶ τῶν ἁλυκῶν αὐτῶν· δι’ αὐτοὺς δὲ τοὺς λόγους, δι’ οὓς ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀναγνωρίζει καὶ παραδέχεται τὴν καλλιέργειαν τῶν ἁλυκῶν ὑπὲρ τῶν νήσων Ζακύνθου καὶ Κερκύρας, διὰ τοὺς ἰδίους θέλω καὶ ἐγὼ νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ ὑπὲρ τῶν λοιπῶν διὰ τὰς ἁλυκὰς Λευκάδος, καὶ τοῦτο ἐπροτιθέμην, ὅταν ὑπέβαλα τὴν πρότασίν μου εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ αὐτὸν τὸν λόγον ἐπικαλοῦμαι πρὸς ὑποστήριξιν αὐτῆς, καὶ ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θέλει παραδεχθῆ τὴν πρότασίν μου ταύτην. Ὅταν κατὰ πρῶτον εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ἀνέπτυξα τὴν πρότασίν μου, ἐπεκαλέσθην, κύριοι, τοὺς νόμους οὐ μόνον τῆς Ἰονίου Πολιτείας, ἀλλὰ καὶ τοὺς νόμους, οἵτινες ἐψηφίσθησαν μετὰ τὴν ἀφομοίωσιν ὡς νόμοι τοῦ Κράτους. Σήμερον δὲ θέλω ὑποβάλει ὑμῖν, ὡς ἀπήντησεν ὁ κ. ὑπουργὸς τοὺς νόμους τούτους καὶ συνάμα θὰ ἐπικαλεσθῶ καὶ αὐτὴν τὴν γνώμην τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς ὑποστήριξιν τῆς ἰδέας μου. Κατὰ τὸν νόμον, κύριοι, τοῦ 1845 τὸν κανονίζοντα τὰ ἔσοδα καὶ τὰς δαπάνας τῆς ἐγχωρίου περιουσίας καὶ προσδιορίζοντα εἰς τὶ συνίσταται αὕτη. Σᾶς παρακαλῶ δὲ νὰ μὴ κάμητε διάκρισιν μεταξὺ δημοτικῆς περιουσίας καὶ ἐγχωρίου περιουσίας. Εἰς τὴν περιουσίαν αὐτὴν ἀνήκει κατὰ τὸ ἄρθρον 1, κεφάλαιον 11 καὶ ἡ προερχομένη ἐκ τῆς καλλιεργείας τοῦ ἅλατος ὠφέλεια καὶ ἡ ἐκ τοῦ μονοπωλίου αὐτοῦ. Dai profitti derivanti dalle saline e dall'appalto del sale, καθὼς κατατάσσονται καὶ τὰ ἔσοδα τῶν κτημάτων εἰς ἑκάστην νῆσον ἀνηκόντων, τὰ ἐκ τῶν ἀγορῶν προερχόμενα ἐνοίκια κτλ. κτλ. Ὁ δεύτερος τίτλος τοῦ ἀνωτέρω νόμου προσδιορίζει τὰς εἰς βάρος τῆς ἐγχωρίου περιουσίας δαπάνας, κανονίζων ταύτας, μεταξὺ δὲ αὐτῶν καταλογίζει ἐν τῷ ἐδαφίῳ 2 τοῦ ἄρθρου 2, καὶ τὴν ὑπὲρ τοῦ νοσοκομείου δαπάνην. Le spese di mantenimento degli Ospedali. Ὑποχρεοῦται λοιπὸν ἡ ἐγχώριος περιουσία διὰ τῶν εἰσοδημάτων αὐτῶν νὰ συντηρῇ τὸ νοσοκομεῖον καὶ τὰ ἔκθετα τῆς νήσου, ἡ διοίκησις τῶν ὁποίων καὶ ἡ μέριμνα ἀποτελεῖ μέρος τοῦ προορισμοῦ τοῦ νοσοκομείου. Διὰ τοῦ τρίτου ἐδαφίου τοῦ ἰδίου ἄρθρου ἔχοντος οὕτω: La municipalità di ogni isola devrà applicare le vendite municipali che avesse fra quelle cata logate nell'articolo 1° alle proprie spese della natura di quelle descritte nell articolo 2°. Ἀπαγορεύεται πᾶσα ἄλλη χρῆσις τῶν ἐσόδων αὐτῶν καὶ ὡρισμένως κανονίζεται ὅτι τὰ ἔσοδα ταῦτα θέλουσι χρησιμεύσει διὰ τὰς δαπάνας αὐτάς. Εἰς δὲ τὸ ἄρθρον τέταρτον «La disposizione del precedente articolo avrà sotanto eccezione pei profiti derivanti dalle Saline di Santa Maura, i queli saranno posti a credito della vendita di ogunna della Municipalità (acetuata quella di Zante) in proporzione della popolazione della rispettiva isola. Ἐξαιροῦνται λοιπὸν αἱ ἁλυκαὶ τῆς Λευκάδος, τὸ εἰσόδημα τῶν ὁποίων δὲν δίδεται μόνον εἰς τὴν Λευκάδα, ἀλλὰ διανέμεται ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ καὶ εἰς τὰς λοιπὰς νήσους, καὶ ὅμως καὶ περὶ τοῦ εἰσοδήματος τούτου σᾶς εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι οὐδὲ ἡ νῆσος Κεφαληνία ἀδικεῖται δι’ αὐτό. Καὶ πάλιν ἐπαναλαμβάνω νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἂν λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὴν πρότασίν μου, θὰ ἴδητε ὅτι δὲν προτείνω τι περὶ τοῦ εἰσοδήματος τῶν ἁλυκῶν, διότι γινώσκω ποῖον εἶναι τὸ δικαίωμα τῆς Κεφαλληνίας, καὶ πῶς καταλληλότερον θὰ διεκδικήσω αὐτό. Δὲν θέλω λοιπὸν ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν περὶ τούτου, πρῶτον διότι πρόκειται περὶ ἀντικειμένου τὸ ὁποῖον εἶναι περιττὸν νὰ ἐκτυλιχθῇ ἐνταῦθα, δεύτερον διότι ὑπέβαλον τροπολογίαν ἀποβλέπουσαν μόνον τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ νῆσος Κεφαλληνία ὡς πρὸς τὴν προμήθειαν τοῦ ἀναγκαιοῦντος ἅλατος τὸ μονοπώλιον αὐτοῦ, καὶ τρίτον διότι καθ’ ὅσον ἀφορᾶ τὴν ἀποζημίωσιν, ἐὰν ἔχωμεν δικαίωμα καὶ δυνάμεθα δικαστικῶς νὰ τὸ ζητήσωμεν, καὶ περὶ τούτου ἐγένετο φροντίς. Αὐτὸς εἶναι ὁ νόμος ὁ κανονίζων τὰ τῆς ἐγχωρίου περιουσίας ἑκάστης νήσου, καθὼς καὶ τῆς Κεφαλληνίας, καὶ αὐτὸς εἶναι βεβαίως ὁ χρησιμεύσας ὡς βάσις τοῦ νομοσχεδίου. Δι’ αὐτοῦ τὰ διάφορα κτήματα ἐγένοντο δημοτικὰ καὶ αἱ κατὰ καιρὸν Κυβερνήσεις καὶ αἱ Βουλαὶ τοιαῦτα τὰ ἀνεγνώρισαν καὶ τὰ δικαστήρια ἀκόμη ἀπεφάνθησαν ὅτι εἶναι ἰδιοκτησία δημοτικὴ, καὶ ὅτι οἱ ἔχοντες λαμβάνειν δύνανται νὰ τὰ πλειστηριάσωσιν. Ὅθεν ἐλύθη τὸ ζήτημα ὅτι εἶναι περιουσία μας, καὶ ἑπομένως καὶ ἡ Βουλὴ ἂν ἀποφασίσῃ ἐναντίον τοῦ κανόνος τούτου, θὰ ἀναφυῶσι δίκαι καὶ τὰ δικαστήρια θ’ ἀποδώσουν τὸ δίκαιον εἰς ὅντινα ἀνήκει. Ἔλθωμεν νῦν εἰς τὰ νομοθετηθέντα μετὰ τὴν ἀφομοίωσιν καὶ ἴδωμεν ἂν ἡ πολιτεία ἀνεγνώρισεν αὐτὴν τὴν περιουσίαν ὡς δημοτικὴν καὶ ὡς τοιαύτην τὴν ἐκανόνισεν. Ὁ νόμος τῆς 27 Δεκεμβρίου τοῦ 1865 περὶ ἐφαρμογῆς ἐν Ἑπτανήσῳ τῆς δημοτικῆς νομοθεσίας ἐν ἄρθρῳ 4 φέρει· «Τὰ περὶ τῆς κατὰ Δῆμον διανομῆς τῆς ἐγχωρίου περιουσίας τῶν Νήσων κανονισθήσονται δι’ εἰδικοῦ νόμου». Διὰ τοῦ νόμου τούτου ἀναγνωρίζεται ὑπὸ τοῦ κράτους ὅτι ἡ ἐγχώριος περιουσία οὐ μόνον ἀνήκει εἰς τοὺς δήμους, ἀλλὰ νομοθετεῖται καὶ ἡ διανομὴ αὐτῆς καὶ ἡ διὰ Β. Διατάγματος ἐκτέλεσις τῆς διανομῆς. Νόμος τῆς 20 Ἰουλίου 1866. Ἐν τῷ 10 αὐτοῦ ἄρθρῳ φέρει· «Μέχρι τῆς ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 8 τεταγμένης προθεσμίας διατηροῦσι προσωρινῶς τὸ κῦρος ἐν ταῖς Ἰονίοις Νήσοις αἱ νῦν κείμεναι αὐτόθι περὶ ἐπιχωρίων προσόδων διατάξεις. Ἐν τῷ 11. «Ἀφ’ οὗ χρόνου.... καὶ μέχρι τῆς ἐκδόσεως εἰδικοῦ Νόμου περὶ τῆς κατὰ δήμους διανομῆς τῆς ἐπιχωρίου περιουσίας τῶν νήσων ἡ διοίκησις τῆς περιουσίας ἑκάστης νήσου ἀνατίθεται εἰς ἐπιτροπὴν συγκειμένην ἐκ τόσων μελῶν ὅσοι εἰσὶν οἱ συνιστῶντες ἑκάστην νῆσον δῆμοι.» Ἐν τῷ 13. «Τὰ ἐκ τῆς περιουσίας ἑκάστης νήσου εἰσοδήματα διανέμονται κτλ. ἀφοῦ προηγουμένως ἀφαιρεθῶσι τὰ πρὸς συντήρησιν τῶν νοσοκομείων.» Βλέπετε λοιπὸν ὅτι καὶ κατὰ τὰ νομοθετηθέντα παρὰ τῶν Βουλῶν τοῦ Κράτους ἡ ἐγχώριος περιουσία τῆς νήσου ἀναγνωρίζεται ὡς περιουσία τῶν δήμων· ἀλλὰ μέχρις ὅτου εἰδικὸς νόμος κανονίσῃ τὰ περὶ διανομῆς εἰς τοὺς δήμους, ἡ διοίκησις ἀνετέθη εἰς αὐτοὺς τοὺς δήμους. Τὴν περιουσίαν ταύτην κακὴ διαχείρισις τὴν κατέστρεψε, πολλὰ δὲ ὑπεβλήθησαν παράπονα ὅπως διανεμηθῇ τὸ ταχύτερον, καὶ ἕνεκα τούτου οἱ κατὰ καιρὸν κυβερνήσαντες ὑπέβαλον σχετικὰ νομοσχέδια. Περιορίζομαι μόνον νὰ σᾶς ἀναφέρω τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν αὐτὸς ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὡς ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν κατὰ τὸ 1873, προκειμένου νὰ κανονίσῃ αὐτὸ τοῦτο τὸ ζήτημα περὶ οὗ πρόκειται σήμερον. Κατὰ τὸ 1871, φέρει ἡ ἔκθεσις τοῦ Νομοσχεδίου, ἐψηφίσθη καὶ ἐξεδόθη νόμος περὶ διανομῆς τῆς περιουσίας τῶν Δήμων Ζακύνθου, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου τούτου καὶ τῶν εἰδικῶν περιστάσεων παρεσκευάσθη Νομοσχέδιον περὶ διανομῆς τῆς ἐγχωρίου περιουσίας τῶν δήμων Κεφαλληνίας. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο σύγκειται ἐκ 12 ἄρθρων, τὰ ἄρθρα 7, 8 καὶ 9 προνοοῦσι περὶ τῆς συντηρήσεως καὶ διοικήσεως τοῦ κοινοῦ νοσοκομείου τῆς νήσου, περιλαμβάνοντος καὶ τὰ νόθα, αὐξάνεται δὲ διὰ τοῦ ἄρθρου 8 ἡ τιμὴ τοῦ ἅλατος. Ἄρθρον 7. Τῆς διανομῆς ἐξαιροῦνται.... δʹ) Τὸ ἐπιβάλλον ἑκάστῳ τῷ δήμῳ ἐκ τοῦ μονοπωλίου τοῦ ἅλατος· τὸ δὲ μονοπώλιον τοῦ ἅλατος καὶ ἡ νῆσος Πεταλᾶ προσδιορίζονται πρὸς συντήρησιν τοῦ κοινοῦ νοσοκομείου καὶ τῶν νόθων ἁπάσης τῆς Κεφαλληνίας.
§112ΡΕΒΕΛΑΚΗΣ. Αὐξάνει τὴν τιμὴν τοῦ ἅλατος.
§113ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Διὰ τοῦτο ἐγὼ εἶπον ὅτι εἶμαι σύμφωνος μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν, καὶ διὰ τοῦτο ὑπέβαλα τὴν τροπολογίαν, ἀπαιτῶν πᾶσα ἐπελευσομένη αὔξησις νὰ γίνῃ πρὸς ὄφελος τῆς ἐγχωρίου περιουσίας ἤτοι τοῦ Νοσοκομείου καὶ τῶν νόθων. Ἐξ ὅσων λοιπὸν σᾶς ὑπέβαλα, κύριοι Βουλευταί, βλέπετε ὅτι οἱ ἰσχυρισμοί μου στηρίζονται εἰς ῥητοὺς νόμους· ὅτι τοὺς νόμους τούτους μετὰ τὴν ἀφομοίωσιν ἀνεγνώρισαν αἱ Βουλαὶ τοῦ Κράτους· ὅτι τὴν περιουσίαν ταύτην αἱ Βουλαὶ τοῦ Κράτους τὴν ἐκήρυξαν περιουσίαν δημοτικήν· ὅτι περὶ τῆς περιουσίας ταύτης ἤδη ἐκανονίσθησαν τὰ τῆς διανομῆς ἐν ἀρχῇ· ὅτι δι’ αὐτὴν ἐξελέχθησαν ἐπιτροπαὶ πρὸς διαχείρισιν· ὅτι τῆς περιουσίας αὐτῆς ἀναγνωρίζεται ὡς ἀποτελοῦν μέρος καὶ ἡ ὠφέλεια ἐκ τοῦ μονοπωλίου τοῦ ἅλατος. Σᾶς ἐρωτῶ, ἀπέναντι τῶν ὅσων σᾶς ὑπέβαλον πρόκειται περὶ προνομίου; Ἀλλὰ ἠθέλομεν τολμήσει νὰ ὑποστηρίξωμεν προνόμια τὴν στιγμὴν ταύτην καθ’ ἣν ὑποβάλλεται εἰς θυσίας τὸ ἔθνος; Ὄχι· ἐπεκαλέσθημεν ἁπλῶς τοὺς νόμους πρὸς ὑποστήριξιν δικαιωμάτων δημευομένων ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου· δὲν πρόκειται δὲ νὰ σώσωμεν τὰς 2 ἢ 2½ χιλιάδας δραχμὰς ὡς τεχνιέντως ἀναφέρει ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ ἐπιθυμοῦμεν νὰ πράξωμεν ὅ,τι ἔπραξεν ἄλλοτε ὁ κ. Ὑπουργός, προνοῶν καὶ θέλων νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν περιουσίαν τῶν δήμων καὶ νὰ καταστήσῃ αὐτὴν εὐεργετικωτέραν, μεριμνῶν ὑπὲρ τῶν νόθων καὶ τοῦ Νοσοκομείου. Προνόμιον, κύριοι, καθιστᾷ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, ἂν παραδεχθῆτε αὐτὸ ὡς ἔχει, καὶ τὴν κατάργησιν τοῦ προνομίου τούτου ἐζήτησα κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν καὶ ἔρχομαι νὰ ζητήσω καὶ σήμερον. Τί σᾶς λέγει τὸ νομοσχέδιον; Θέλει νὰ καταργήσῃ τὴν καλλιέργειαν τῶν ἰδιωτικῶν ἁλυκῶν καὶ ν’ ἀναλάβῃ ταύτην τὸ Δημόσιον. Ἀλλ’ ἁλυκαὶ ὑπάρχουν καὶ εἰς τὴν Ζάκυνθον καὶ εἰς τὴν Κέρκυραν.
§114ΖΩΧΙΟΣ. .... (θόρυβος).
§115ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Οἱ κύριοι Κερκυραῖοι ἐσκανδαλίσθησαν· ἔχουσιν ἄδικον (θόρυβος).
§116ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (ὑπουργ. Οἰκονομικῶν). Κύριοι, ἐλησμόνησα νὰ προσθέσω ὅτι αὐτὰ τὰ δικαιώματα, διότι οὕτω τὰ ὠνόμασεν ὁ ἀξιότιμος ἀγορεύων, τῶν διαφόρων νήσων, ἡ Λευκὰς τὰ ἐθεώρησεν ὡς δουλείαν, τὴν ὁποίαν ἐδημιούργησεν ἡ ξενικὴ προστασία, καὶ διὰ τοῦτο ἀπὸ τοῦ 1864 οὐδὲν ἔδωκεν εἰς τὰς νήσους. Αὗται ἐζήτουν ἀδιακόπως τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῶν τῶν δικαιωμάτων, ἀλλ’ ἡ Λευκὰς ἔλεγεν, ἐδῶ εἶναι δουλεία καὶ ὁμοῦ παρεγράφησαν καὶ κατεστράφησαν.
§117ΣΕΡΒΟΣ. Ἐπεκαλέσθη τὸν νόμον.
§118ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἀπαντῶ εἰς τὸν κύριον Ὑπουργόν. Ἡ Λευκὰς ἔλαβε τὸ δικαίωμα παρὰ τῆς Κυβερνήσεως νὰ καλλιεργῇ τὰς περὶ οὗ πρόκειται ἁλυκὰς ὑπὸ τοὺς ὅρους οὓς περιεῖχεν ὁ νόμος, ὃν σᾶς ἀνέγνωσα· δὲν δύναται λοιπὸν νὰ ἐπικαλεσθῇ αὐτὰ τὰ δικαιώματα, χωρὶς νὰ ὑποβληθῇ καὶ εἰς τὰς ὑποχρεώσεις, εἰς ἃς ἦτο ὑποβεβλημένη. Ἂν κατόπιν αἱ νῆσοι δὲν ἐφρόντισαν νὰ διεκδικήσουν τὰ δικαιώματά των, δὲν θὰ εἴπῃ ὅτι μετήλλαξεν ἡ χρῆσις τῶν δικαιωμάτων ἐκείνων. Δὲν ἀπηλλοτριώθη τῶν δικαιωμάτων τις ἡ Κεφαλληνία. Ἐπιμένω λέγων, κύριοι, ἢ θὰ ἐφαρμόσητε τὴν ἀρχὴν ὅτι αἱ ἁλυκαὶ εἶναι νομήματα Βασιλικὰ, καὶ ἑπομένως ἀνήκουσιν ἀποκλειστικῶς εἰς τὸ ἔθνος, ἢ θὰ ἀναγνωρίσητε καὶ θὰ σεβασθῆτε τοὺς νόμους, οὓς ἀναγνωρίσασα καὶ σεβασθεῖσα ἡ Κυβέρνησις εἰσήγαγεν τὸ προῤῥηθὲν νομοσχέδιον ἐν τῇ Βουλῇ· καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θ’ ἀναγνωρίσητε ὡς ἔχουσι τὰ δικαιώματα καὶ ὡς πρὸς τὴν Κεφαλληνίαν καὶ τὰς λοιπὰς νήσους. Τὸ κύριον ἐπιχείρημα τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου πρόκειται νὰ καταργηθῇ τὸ γενόμενον μέχρι τοῦδε λαθρεμπόριον. Καὶ τίς εἶναι ὁ μὴ ἐξανιστάμενος κατὰ τοῦ λαθρεμπορίου; Ἀλλ’ ἡμεῖς εἴπομεν, ἂς ἀναλάβῃ τὸ Δημόσιον τὴν καλλιέργειαν, ἀλλὰ ν’ ἀναγνωρίσῃ καὶ διὰ τὴν Κεφαλληνίαν τὰς ὑποχρεώσεις, ἃς ἀνεγνώρισε καὶ διὰ τὰς λοιπὰς νήσους. Τὸ εἰσόδημα θὰ αὐξηθῇ, ἑπομένως δύναται τὸ Δημόσιον νὰ συντηρῇ τὰ δύω ἐκεῖνα εὐεργετικὰ καταστήματα. Ἡ τροπολογία μου δὲν φέρει πρόσκομμα ἐπὶ τὸν σκοπὸν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ, ἀπεναντίας διευκολύνει αὐτὸν, ἀρκεῖ νὰ ἀποδώσῃ ὅ,τι ἐδίδετο πρὸς διατήρησιν τῶν ὀρφανῶν καὶ τοῦ νοσοκομείου. Ἐῤῥέθη, κύριοι, ὅτι ἡ ὠφέλεια ἡ προερχομένη ἐκ τοῦ ἅλατος εἶναι ἐλαχίστη· ὄντως δὲ ἡ ὠφέλεια, ὡς κατέστη, κατέστη ἐλαχίστη· τοῦτο ὅμως προῆλθεν ἐκ τῆς κακῆς διαχειρίσεως. Κατὰ τὸ 1875, ὅπερ ἀνέφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὁ διαχειριζόμενος τελώνης τὸ ἅλας ἀνεχώρησε καὶ κατόπιν ἀνεκηρύχθη ὑπόλογος διὰ 2½ χιλιάδας δραχμὰς, καὶ μάλιστα ἐγεννήθη ζήτημα ἂν ἠδύνατο νὰ καταδιωχθῇ δικαστικῶς ἢ διοικητικῶς, καὶ ὁ τότε ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Σωτηρόπουλος ἀπεφάνθη ὅτι ἠδύνατο νὰ καταδιωχθῇ καὶ διοικητικῶς, ἑπομένως αἱ ὠφέλειαι οὐ μόνον ἠλαττώθησαν ἀλλ’ ἠδύναντο καὶ νὰ ἐκλείψωσιν· ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου, πρόκειται περὶ ἐξασφαλίσεως τοῦ εἰσοδήματος, πρὸς ἐξεύρεσιν δὲ αὐτοῦ δὲν εἶναι καὶ ἀνάγκη νὰ προσφύγωμεν εἰς τὸ ἰσοζύγιον, τὸ ὁποῖον φέρουν οἱ πίνακες τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, διότι τοῦτο δύναται ν’ ἀμφισβητηθῇ, ἀλλ’ εἰς τὸ ποσὸν τοῦ καταναλισκομένου ἅλατος εἰς τὴν νῆσον, διότι τὸ ποσὸν τῶν 14,000 κοιλῶν εἶναι ἐλάχιστον. Μάθετε, κύριοι, ὅτι ἐν Κεφαλληνίᾳ ὅταν ὁ καιρὸς εἶναι ψυχρὸς, αἱ ἐλαῖαι δὲν ἐκφέρουσιν ἔλαιον, διότι ὀλίγα μόνον ἐλαιοτριβεῖα χρῶνται θερμοῦ ὕδατος, καὶ ἑπομένως ἁλατίζονται. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι εἰς ἐλαιοσοδίαν τινὰ ἐγένετο σχεδὸν στάσις, διότι ἦλθον περίπου 500 χωρικοὶ ζητοῦντες ἅλας καὶ μὴ εὑρίσκοντες ἔφυγον ἀπηλπισμένοι καὶ θλιβόμενοι, διότι ἔχανον τὸ μόνον εἰσόδημά των. Ἐν καιρῷ ἐσοδείας καταναλίσκει ἡ νῆσος 25,000 περίπου κοιλά. Ἡ Κεφαλληνία ἔχει πολλὰ ποίμνια καὶ παράγει ἄφθονον τυρὸν, ἐξ οὗ γίνεται καὶ μεγάλη ἐξαγωγὴ, ὁ δὲ τυρὸς δὲν κατασκευάζεται ἄνευ ἅλατος, καὶ κατοικεῖται ἐξ 80,000 περίπου ψυχῶν. Λοιπὸν, κύριοι, ἐπειδὴ δὲν θέλω νὰ σᾶς ἀπασχολήσω περιπλέον ἐπὶ ἀντικειμένου, ὅπερ δὲν ἀφορᾷ εἰς τὰ γενικὰ συμφέροντα, λέγω ὅτι δὲν εἶμαι κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Παραδέχομαι ἵνα τὸ Δημόσιον ἀναλάβῃ τὴν καλλιέργειαν τῶν ἁλυκῶν, ἀναγνωρίζων ὅπως τὸ ἅλας πωλεῖται καὶ εἰς τὴν Κεφαλληνίαν πρὸς 2,50 τὸ κοιλὸν καὶ οὕτω λείψῃ πᾶσα αἰτία λαθρεμπορίου, ἀφ’ οὗ τὴν διαχείρισιν θὰ ἔχῃ τὸ Δημόσιον, καὶ ἡ ἐπιδιωκομένη ἁρμονία θὰ ἐπέλθῃ. Ἐπιθυμῶ μόνον, ὅπως τὸ εἰσόδημα τὸ διδόμενον καὶ προηγουμένως εἰς τὴν νῆσον Κεφαλληνίαν νὰ ἐξακολουθῇ νὰ δίδεται, καὶ τὰ παρὰ τῶν νόμων καθιερούμενα δικαιώματα νὰ σεβασθῶσι. Λέγουν τινὲς ὅτι εἶναι προνόμιον, ἀλλὰ συλλογισθῆτε ὅτι διαφέρει τὸ φορολογικὸν σύστημα ἐν Ἑπτανήσῳ. Σᾶς λέγω δὲ, ὅτι ἂν ἐπέλθῃ ἀφομοίωσις, τὴν ὁποίαν τινὲς ἐπιζητεῖτε, τὰ εἰσοδήματα τοῦ Κράτους θὰ ἐλαττωθῶσιν. Ἡμεῖς πληρόνομεν περισσότερον ὑμῶν, καὶ ὁ κ. Σωτηρόπουλος σᾶς ἀπέδειξε τοῦτο, δὲν ἀποκρούομεν δὲ τὴν φορολογίαν, ἀλλὰ τοὺς εἰσπράκτορας.
§119ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰς τὸ θέμα σας. Μὴ ἐξέρχεσθε εἰς ἄλλην συζήτησιν (θόρυβος).
§120ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἐν τῇ Ἑπτανήσῳ, κύριοι, ἔχετε καθαρὸν εἰσόδημα, ὅπερ λαμβάνετε ἄνευ εἰσπρακτόρων κτλ. ἐν τοῖς τελωνείοις· καὶ τοῦτο ἐχρησίμευσε πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς πληρωμῆς τῶν συνομολογηθέντων δανείων. Ἡ Ἑπτάνησος πληρόνει σήμερον πολὺ περισσότερον, παρ’ ὅσον πληρόνουν ἀναλόγως αἱ λοιπαὶ ἐπαρχίαι τοῦ Κράτους· συλλογισθῆτε δὲ ὅτι νῦν ἐν Ἑπτανήσῳ δὲν ἔχετε καθυστεροῦντας· ἐὰν ὅμως μᾶς ἀφομοιώσητε, ἐν Ἑπτανήσῳ θὰ ἔχητε πολὺ περισσότερα καθυστεροῦντα, διότι οἱ χωρικοί μας εἶναι πενέστεροι τῶν χωρικῶν τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος. Δὲν δύνασθε λοιπὸν νὰ μεταβάλητε τὴν φορολογίαν ἐκεῖ, ἐκτὸς ἂν μεταβάλητε ὅλον τὸ σύστημα. Ἂν δὲ σήμερον προσθέσητε δέκα, πρέπει ν’ ἀφαιρέσητε ἕτερα δέκα, ὅπως μὴ παραβλαφθῇ ἡ ἰσότης.
§121ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐν πρώτοις παρακαλῶ νὰ ψηφισθῇ ἡ ἀρχὴ, ἀφοῦ δὲν διημφισβητήθη παρά τινος μέχρι τοῦδε.
§122ΦΛΩΡΙΑΣ. Παρ’ ἐμοῦ· καθόσον ἔχει σχέσιν μὲ τὴν φορολογίαν.
§123ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος, τὰ πράγματα ἐκαθαρίσθησαν ὡς πρὸς τὰ οὐσιώδη, διότι ἐκαθαρίσθη περὶ τίνος πρόκειται. Πρόκειται ἁπλῶς περὶ τῆς ὠφελείας, ἣν ἔχει ἡ Κεφαλληνία, καθὼς καὶ αἱ λοιπαὶ νῆσοι, ἀπολαμβάνουσαι ἐκ τῆς ἀγορᾶς καὶ τῆς μεταπωλήσεως τοῦ ἅλατος. Εἶπε δὲ ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Κεφαλληνία νὰ φρονῇ, ὅτι δικαιοῦται νὰ ζητήσῃ τὸ μερίδιόν της ἀπὸ τὸ εἰσόδημα, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις θὰ καταβάλῃ εἰς τὰς νήσους. Ἀλλ’ ὁποῖον εἶναι τὸ ποσόν; Σᾶς ἀνέφερον τὸν πίνακα τοῦ 1875 τὸν ἐκπονηθέντα μετὰ πολλῆς ἐπιμελείας, ἐρεύνης καὶ ἐξετάσεως τῶν ἀριθμῶν, μετ’ εἰλικρινείας λεπτομερεστάτης. Ἡ Κεφαλληνία εἰσπράττει καθαρὸν ἔσοδον πρὸς ὄφελος τῶν νοσοκομείων καὶ τῶν νόθων δραχ. 2,500– 3,000. Ἡ Κέρκυρα 65,159, ἃς ἀφίνομεν ἀνεπάφους, ἡ Λευκὰς 20,000, ἃς προσφερόμεθα νὰ πληρώσωμεν, διότι λαμβάνομεν τὴν ἁλυκήν. Μένουν τρεῖς ἕτεραι νῆσοι, τὰ Κύθηρα, οἱ Παξοὶ καὶ ἡ Ἰθάκη. Τὰ Κύθηρα 1,000–2,000, διότι ἐκεῖ δὲν εἶναι ἁλυκαὶ, εἶναι οἱ λεγόμενοι λάκκοι· οἱ Παξοὶ 1,090 δραχμὰς, ἡ δὲ Ἰθάκη 1,824. Ἐὰν ἀθροίσητε τῶν τεσσάρων αὐτῶν νήσων τὸ ἔσοδον, κατ’ ἀνώτερον ὅρον ἀναβαίνει εἰς δραχμὰς 8,000. Ὅλη ἡ φιλονεικία γίνεται δι’ αὐτὸ τὸ ποσὸν, διότι πρόκειται διὰ τοῦ νομοσχεδίου ν’ ἀφαιρεθῶσιν ἀπὸ τὰς 4 νήσους 8,000 δραχμῶν.
§124ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Δὲν συμφωνοῦμεν ὡς πρὸς τὸ ποσόν.
§125ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μὴ συμφωνῆτε, διότι τότε θεωρεῖτε τοὺς πίνακας κακῶς συντεταγμένους καὶ μὴ εἰλικρινεῖς. Αὐτοὶ δὲ συνετάχθησαν πρὸ τριετίας (θόρυβος).
§126ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Οἱ διαχειριζόμενοι τὴν περιουσίαν ἐκείνην ἴσως δὲν τοὺς συνέταξαν καλῶς.
§127ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αἱ καταχρήσεις δὲν σχηματίζουν κανόνα. Ἐνταῦθα ἐλήφθη ὁ μέσος ὅρος μιᾶς πενταετίας.
§128ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἀκρίβεια τῶν πινάκων, οὓς ἔχετε, δύναται ν’ ἀποδειχθῇ καὶ ἐξ ἁπλουστάτου ὑπολογισμοῦ, ὅτι τὸ εἰσόδημα τῆς Κεφαλληνίας εἶναι 3,000. Ἄλλο εἶναι κατ’ ἐμὲ τὸ παράπονον τοῦ ἀξιοτίμου ἀντιπροσώπου τῆς Κεφαλληνίας, ὅτι ἐνῷ σήμερον ἡ νῆσος ἀγοράζει τὸ ἅλας πρὸς 6 λεπτὰ, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, θὰ τὸ ἀγοράζῃ πρὸς 10 λεπτὰ, καὶ ἑπομένως θὰ πληρόνῃ 12,000 δραχμὰς πρόσθετον φόρον.
§129ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἐγὼ ἰσχυρίσθην ὅτι δικαιοῦται ἡ Κεφαλληνία νὰ λαμβάνῃ ποσοστὰ πολὺ ἀνώτερα ἐκείνων, ἅτινα ἐλάμβανε μέχρι τοῦδε.
§130ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐσχάτως ὑποβληθεὶς ὁ τελώνης εἰς ἀνάκρισιν εὑρέθη ὑπόλογος ὑπὲρ τὰς 3,000 δραχμὰς, καὶ τὸ ὑπουργεῖον ἀπεφάνθη νὰ καταδιωχθῇ διοικητικῶς· αὐτὸς δὲ ἔλεγεν ὅτι τὰ ποσοστὰ ἅτινα ἀφῄρεσε δικαιοῦται νὰ τὰ λάβῃ ..... (θόρυβος).
§131ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ἐγένετο λόγος...........
§132ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἀκούομεν.
§133ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. ..... (Ὅρα παράρτημα Βʹ.)
§134ΧΟΪΔΑΣ. Τὸν λόγον, κύριε πρόεδρε.
§135ΤΙΝΕΣ. Ἀρκετά· εἰς ψηφοφορίαν, κύριε πρόεδρε.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἐγγεγραμμένοι οἱ κ. Σέρβος, Σωτηρόπουλος, Ζωγιὸς, Λομβάρδος καὶ Φλωριᾶς, ἀλλὰ κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου οὐδεὶς ὡμίλησε, πλὴν τοῦ κ. Χοϊδᾶ, ὁ ὁποῖος ὑπέβαλε τροπολογίαν ἀνατρέπουσαν κατὰ τὴν κρίσιν μου ἄρδην τὸ νομοσχέδιον. Ὁ κ. Φλωριᾶς, Βαλσαμάκης καὶ Πήλικας οὐδὲν ἄλλο ὑπέβαλεν παρὰ τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3.
§137ΦΛΩΡΙΑΣ. Ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν γίνῃ δεκτὴ ἡ ἀρχὴ (θόρυβος).
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ἐγγεγραμμένοι θέλουν νὰ ὁμιλήσουν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς; (θόρυβος).
§139ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἀρχίσωμεν συζητοῦντες οὕτω, δὲν θὰ κάμωμεν τίποτε.
§140ΤΙΝΕΣ. Παρῆλθεν ἡ ὥρα.
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς λέγω νὰ ἔρχεσθε εἰς τὰς 8 καὶ δὲν ἔρχεσθε.
§142ΤΙΝΕΣ. Νὰ ἐξακολουθήσωμεν, κύριε πρόεδρε.
§143ΣΕΡΒΟΣ. Δὲν ἠμπορῶ νὰ ὁμιλήσω αὐτὴν τὴν ὥραν· εἶναι τὸ ἀντικείμενον σπουδαιότατον.
§144ΛΑΠΑΣ. Κύριε πρόεδρε, ἢ προχωρήσατε ἢ διαλύσατε.
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ μὲν κ. Σέρβος, ὁ ὁποῖος ἔχει τὸν λόγον, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὁμιλήσῃ τώρα· ὁ δὲ κ. Σωτηρόπουλος;
§146ΤΙΝΕΣ. Παραιτῆται.
§147ΡΑΛΛΗΣ. Ὅσοι θέλουν νὰ ὁμιλήσουν....
§148ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Ὁ κ. Ῥάλλης ἀπουσιάζει κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς συνεδριάσεως, καὶ τώρα ἔρχεται καὶ ἐπιμένει χωρὶς νὰ ἠξεύρῃ περὶ τίνος πρόκειται.—Κύριε πρόεδρε δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία.
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς ὑποβάλλει νομοσχέδιον περὶ μὴ ἐφαρμογῆς τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου ἐπὶ τῆς διὰ τὴν Παγκόσμιον Ἔκθεσιν πιστώσεως ἐκ δραχ. 150,000· ἐπειδὴ ὅμως δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία, διαλύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 1 παρὰ 10|60 μ. μ.