1877.06.16
1,127 rows · 9,157 words · 137 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 23
Τῆς 16 Ἰουνίου 1877.
(Πέμπτη)
Ὥρα 9 π. μ.
Μετὰ τὴν ἐκφώνησιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ, τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὡς γνωρίζετε, ἓξ μόνον κλητῆρας ἔχει ἡ Βουλή· δύω ἐξ αὐτῶν ἀσθενοῦν, οἱ ἄλλοι δὲν ἀρκοῦν, ἡ δὲ γυνὴ ἡ ὁποία εἶναι ἐπιφορτισμένη τὴν καθαριότητα τῆς αἰθούσης, σήμερον φεύγει διότι δὲν ἔχει νὰ πληρωθῇ. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ δώσῃ πίστωσιν διακοσίων δραχμῶν διὰ νὰ προστεθοῦν δύω κλητῆρες καὶ νὰ πληρώνεται καὶ ἡ γυνή.
§2ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§3ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Κύριοι, εἰς τὰς ἐφημερίδας ἀνέγνωσα καὶ πολλοὺς ἤκουσα λέγοντας ὅτι οἱ ἀπουσιάσαντες χθὲς ἀπὸ τὴν ψηφοφορίαν ἀπεδοκίμαζον τὸ μέτρον περὶ τοῦ ὁποίου ἐπρόκειτο· ἤμην εἷς τῶν ἀπουσιασάντων ἕνεκα σπουδαίας ὑποθέσεως καὶ ὀφείλω νὰ δηλώσω ὅτι ἤμην ὑπὲρ τῆς προτάσεως.
§4ΦΙΛΗΜΩΝ. Κατὰ τὸν Δεκέμβριον 1875 ὑπεβλήθη εἰς τὴν ἐπιψήφισιν ἡμῶν νομοσχέδιον διὰ τοῦ ὁποίου ἐπὶ τῇ ἀναχωρήσει τοῦ Βασιλέως εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, ἀνετίθετο ἡ διεύθυνσις τῶν πραγμάτων, τὰ χρέη τῆς ἀντιβασιλείας, εἰς τὸ ὑπουργεῖον....
§5ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἐπερώτησις εἶναι αὐτή;
§6ΦΙΛΗΜΩΝ. Θὰ ἰδῆτε.
§7ΜΙΛΗΣΗΣ. Μὰ δὲν ἠμποροῦμεν ν’ ἀκούσωμεν!
§8ΦΙΛΗΜΩΝ. Δὲν γνωρίζετε τί θὰ εἴπω.
§9ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Τὸ γνωρίζομεν.
§10ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ διακόπτοντες δὲν ἔχουν δίκαιον, διότι περιορίζουν τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου (θόρυβος).
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισεν ὁσάκις ὁ βουλευτὴς θέλει τὸν λόγον ὀφείλει νὰ εἴπῃ τὸν σκοπὸν τῆς ὁμιλίας του καὶ νὰ προσδιορισθῇ ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποίαν ν’ ἀναπτύξῃ τὸ θέμα.
§12ΦΙΛΗΜΩΝ. Κύριε πρόεδρε, δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ κάμω ἐπερώτησιν· δικαίωμα ἔχετε νὰ μὲ διακόπτετε μόνον ἐὰν προσβάλλω τὴν Βουλὴν ἢ ἄτομον.
§13ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἔχω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον θὰ συζητήσῃ ὁ κ. Φιλήμων.
§14ΦΙΛΗΜΩΝ. Δὲν θὰ συζητήσω.
§15ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐπὶ τῆς τάξεως τῆς συζητήσεως ζητῶ τὸν λόγον.
§16ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, ἐγὼ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὸν κ. Φιλήμονα νὰ ὁμιλήσῃ. Ὁ κ. Φιλήμων θὰ ἐπιχειρήσῃ νὰ μὲ φέρῃ εἰς ἀντίφασιν, ἐπιθυμῶ νὰ τὸν ἀκούσωμεν.
§17ΦΙΛΗΜΩΝ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου.
§18ΜΙΛΗΣΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἀντικείμενον τῆς πολιτικῆς ἱστορίας τοῦ τόπου.
§19ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἕκαστος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ λάβῃ τὸν λόγον.
§20ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ὄχι, δὲν ἔχει (θόρυβος).
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθῆσθε, κύριοι βουλευταὶ, εἰς οὐδένα ἀπηγορεύθη ὁ λόγος.
§22ΦΙΛΗΜΩΝ. Κύριοι βουλευταὶ, οἱ ὁποῖοι ἐπιμένετε νὰ μὴ ὁμιλήσω, συμμορφῶμαι μὲ τὴν ἀπαίτησίν Σας, ἀλλὰ μάθετε ὅτι ἐκτὸς τοῦ βήματος τούτου ὑπάρχει ἓν ἄλλο, τὸ ὁποῖον εἶναι βῆμα διαρκὲς, εἶναι τὸ βῆμα τοῦ τύπου καὶ τῆς συνειδήσεως τοῦ τόπου.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ βῆμα εἶναι ἐλεύθερον, δὲν δύνασθε ν’ ἀπευθύνητε τοιαύτας διαμαρτυρήσεις· ἔχετε τὸν λόγον.
§24ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κύριε πρόεδρε, νὰ ὁρίσῃ τὸ ἀντικείμενον μὲ δύω λέξεις.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε τὸν λόγον.
§26ΦΙΛΗΜΩΝ. Ὄχι.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραιτεῖσθε;
§28ΦΙΛΗΜΩΝ. Μάλιστα, παραιτοῦμαι.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ λείψουν ὅμως αἱ διαμαρτυρήσεις, διότι τὸ βῆμα εἶναι ἐλεύθερον.
§30ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κύριε πρόεδρε, δὲν πρέπει νὰ μείνῃ ἡ παραμικροτέρα ὑπόνοια ὅτι ἐμποδίσθη κατὰ τὸ ἐλάχιστον ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου, ἀλλ’ ἠξεύρουν ὅλοι καὶ πρῶτος ὁ κ. Φιλήμων ὅτι τίποτε δὲν εἶναι χειρότερον ἀπὸ τὴν κατάχρησιν τοῦ λόγου. Ἡ Βουλὴ ἐξέδωκεν ἀπόφασιν τὴν προτεραίαν ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου, ὅτι θὰ καταγίνηται ἡ Βουλὴ εἰς τὰ ἀντικείμενα τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ἐὰν τίποτε παρεμπίπτον δὲν ὑπάρχει, καὶ οἱοσδήποτε βουλευτὴς θέλει νὰ ὁμιλήσῃ, πρέπει νὰ εἴπῃ περὶ τίνος θὰ ὁμιλήσῃ. Λοιπὸν διὰ νὰ ἐξοικονομήσωμεν τὸν καιρὸν, διότι ἴσως τὴν ἐρχομένην ἑβδομάδα δὲν ἔχομεν ἀπαρτίαν, παρακαλῶ τὸν κ. Φιλήμονα νὰ μᾶς εἴπῃ περὶ τίνος θὰ ὁμιλήσῃ. Ἐὰν ἐξακολουθήσῃ σιωπῶν, εἶναι αὐτὸς ὁ ὁποῖος παραβιάζει τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου.
§31ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἡ ἀπαίτησις αὕτη εἶναι παραβίασις τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου· τὸν κ. Κατσικαπῆν ἄφησαν ἐλεύθερον. Εἰς τὸ τέλος τῆς ὁμιλίας μου, ἡ ὁποία δὲν θὰ ἦτον ὁμιλία, ἤθελον εἴπει τί ἀντικείμενον εἶχε. Σᾶς εἶπον ἐπερώτησιν δὲν ἔχω· θέλω νὰ εἴπω κἄτι τι τὸ ὁποῖον ἐὰν ἦτον ἐναντίον τοῦ Κανονισμοῦ ἢ προσέβαλλε τὴν Βουλὴν, εἶχε τὸ δικαίωμα ἡ Βουλὴ νὰ μὲ ἐπιτιμήσῃ.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐζητήσατε τὸν λόγον, σᾶς τὸν ἔδωσα. Βουλευταί τινες ἔκαμαν ἀντίῤῥησιν· σᾶς ὑπέμνησα τί ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισεν. Δὲν ἐπιθυμῶ λοιπὸν, κύριε βουλευτὰ, ν’ ἀπευθύνετε διαμαρτυρήσεις ὅτι ἐμποδίζεται ὁ λόγος, καὶ ἐὰν ἐγὼ εἶμαι ἡ ἀφορμὴ, δὲν θέλω νὰ ᾖμαι πρόεδρος.
§33ΦΙΛΗΜΩΝ. Δὲν ἀφορᾷ ὑμᾶς, ἀφορᾷ τοὺς συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι ἀμέσως ἐπετέθησαν.
§34ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐπειδὴ κατήντησε τὸ ζήτημα προσωπικὸν, ζητῶ τὸν λόγον.
§35ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἐγὼ παρῃτήθην.
§36ΧΟΪΔΑΣ. Ἔχω, κύριοι, λόγους σπουδαίους προσωπικῆς ἔχθρας πρὸς τὸν κ. Φιλήμονα, ἥτις καὶ πέραν τοῦ τάφου θὰ μὲ παρακολουθήσῃ. Ὀφείλω ὅμως ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου συνηγορῶν νὰ εἴπω ὅτι δὲν δικαιούμεθα νὰ προβάλλωμεν κωλύματα εἰς ὅντινα δήποτε τῶν συναδέλφων παρερχόμενον τὸ βῆμα καὶ ἐπιδιώκοντα σκοπόν τινα διὰ τῆς ὁμιλίας του. Ἀλλὰ συνάμα ὀφείλω δύω λέξεις νὰ εἴπω ἀπαντῶν εἰς τὴν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐκτοξευθεῖσαν ἀπειλήν. Ὑπάρχει καὶ ἄλλο βῆμα, βῆμα σπουδαιότατον, τὸ βῆμα τοῦ ἐγγράφου λόγου, τῆς τετάρτης ταύτης δυνάμεως παντὸς ἔθνους διὰ τῆς ὁποίας ἀνετράπησαν πολλάκις καὶ δεσπόται καὶ δεσποτικαὶ Κυβερνήσεις· ἀλλ’ εἰς τὴν ἀπειλὴν ταύτην ἀπαντῶ, ἔχει τότε δύναμιν καὶ δύναμιν μεγάλην ὁ ἔγγραφος λόγος, ὁ δημοσιογράφος καὶ ὁ κάλαμός του, ὅταν ὁ δημοσιογράφος θρησκευτικῶς ἐκπληρῶν τὸ καθῆκόν του ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τοῦ λαοῦ εὐόρκως ἐργάζεται· ὅταν ὅμως ὁ δημοσιογράφος περιπίπτει εἰς ἀντιφάσεις, ἀνατρέπει τὰς ἰδέας του, σήμερον κηρύσσεται ὑπὲρ τῆς ἄλφα ἰδέας καὶ αὔριον ὑπὲρ τῆς βῆτα ἀναλόγως τῶν συμφερόντων, οὐδεμίαν δύναμιν δύναται νὰ ἔχῃ ὁ ἔγγραφος λόγος. Τοιαύτη δὲ ἀπειλὴν δὲν πρέπει ν’ ἀποτείνῃ εἰς ἐλευθέραν Βουλὴν ἀντιπροσώπων ἐλευθέρων, ἀγωνισαμένων ἀείποτε ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου καὶ τῆς ἐλευθερίας τῆς πατρίδος.
§37ΜΙΛΗΣΗΣ. Νομίζω, κύριε πρόεδρε, ὅτι προφανὴς σύγχυσις πραγμάτων ὑπάρχει. Ὁμιλοῦν περὶ ἐλευθερίας τοῦ λόγου, καὶ ποῖος τὸ φιλονεικεῖ; ἀλλ’ ὁ λόγος ἔχει ἓν ἀντικείμενον. Δύναταί τις νὰ ὁμιλῇ εἰς πάντα τόπον καὶ πάντα χρόνον περὶ παντὸς οἱουδήποτε ἀντικειμένου ἐπικαλούμενος τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου; τότε διατί νὰ μὴ ὁμιλήσῃ ἕνας βουλευτὴς περὶ τῆς κινήσεως τῆς γῆς;
§38ΡΩΜΑΙΟΣ. Αὐτὸ γίνεται καθ’ ἡμέραν.
§39ΜΙΛΗΣΗΣ. Τ’ ἀντικείμενα τῶν συζητήσεων εἶναι ὡρισμένα. Ἐκτὸς τῶν ἀντικειμένων τῆς ἡμερησίας διατάξεως, περὶ δύω τινῶν δύναται νὰ γείνῃ συζήτησις, ἢ μικροτάτη συζήτησις κατὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν ἐγγράφων τῶν ἀπευθυνομένων εἰς τὸ προεδρεῖον ἢ ἐπερώτησις. Ἐὰν ἕνας βουλευτὴς θελήσῃ νὰ ὁμιλήσῃ περὶ οἱουδήποτε ἄλλου ἀντικειμένου, νομίζουν οἱ κύριοι ὅτι εἶναι ὑποχρεωμένη ἡ Βουλὴ ν’ ἀκούσῃ αὐτοῦ ὁμιλοῦντος περὶ παντὸς καὶ ἐπικαλουμένου τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου; Ἐὰν, κύριε πρόεδρε, ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀττικῆς εἶχε σκοπὸν νὰ διατυπώσῃ ἐπερώτησιν, οὐδεὶς ἤθελεν ἀντισταθῆ· ἀλλ’ ὁ κ. βουλευτὴς Ἀττικῆς φέρων πρακτικὸν προηγουμένης συνεδριάσεως τῆς Βουλῆς προεδήλου ὅτι ἤθελε προκαλέσει συζήτησιν τῆς Βουλῆς ἐπὶ ἀντιφάσεως δῆθεν εἰς τὴν ὁποίαν περιέπεσεν εἷς τῶν πολιτευομένων. Καὶ νομίζετε, ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ φέρῃ τοιαύτην συζήτησιν εἰς πᾶσαν στιγμήν; Καὶ διότι ἡμεῖς, ἐπικαλούμενοι τὸν Κανονισμόν, ἔχομεν διάφορον γνώμην, διὰ τοῦτο πρέπει νὰ θεωρηθῶμεν ὡς ἐχθροὶ τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου;
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φιλήμων παραιτεῖται τοῦ λόγου ὅπως ἠκούσατε. Προβαίνομεν εἰς τὴν συζήτησιν.
§41ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐπειδὴ εἶναι ἐγγεγραμμένη εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν ἡ σύμβασις τῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας, εἰ δυνατὸν νὰ κατατεθοῦν οἱ ἰσολογισμοὶ τοὐλάχιστον τῶν τριῶν τελευταίων ἐτῶν.
§42ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μάλιστα.
§43ΖΑΛΩΝΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται νὰ προβῇ εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι καιρὸς ἀκόμη.
§45ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἐγὼ θὰ σᾶς παρακαλέσω, ἐπειδὴ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον διενεμήθη καὶ σήμερον δὲν τὴν ἔχουν οἱ βουλευταί...
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διέταξα νὰ διανεμηθῇ.
§47ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἐνθυμεῖται ἡ Βουλὴ ὅτι εἰς παρελθοῦσάν τινα συνεδρίασιν ὑπεβλήθη παρά τινος πολίτου ἀναφορὰ παραπονουμένου, ὅτι ὁ τελώνης κατεδίκασεν αὐτὸν νὰ πληρώσῃ ἀντὶ 93 δραχμῶν 9,300, ἰσχυρίζετο δὲ ὅτι προήρχετο αὐτὴ ἡ ἀπόφασις ἕνεκα κακῆς στίξεως τῶν ἀριθμῶν. Τότε ἔδωσα ἐκ τοῦ προχείρου πληροφορίας, διότι τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν εἶχον σπουδάσει εἰς τὸ ὑπουργεῖον καθότι εἶχε προξενήσει καὶ εἰς ἐμὲ φοβερὰν ἐντύπωσιν αὐτὴ ἡ ἀδικία, ἡ ὁποία κατὰ τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦ τμήματος καθὼς καὶ τοῦ ἁρμοδίου τελώνου προήρχετο ἐκ τῶν νόμων. Ἐξήτασα πραγματικῶς τὸν νόμον καὶ εὗρον, ὅτι ἄνευ οὐδεμιᾶς διακρίσεως ὑποχρεώνει τὸν διασαφήσαντα νὰ πληρώσῃ ὁλόκληρον τὸ τέλος, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν διασάφησίν του ὀφείλει νὰ πληρώσῃ οἱαδήποτε καὶ ἂν ὑπάρξῃ ἡ ἀφορμὴ τῆς διαφορᾶς μεταξὺ τῆς διασαφήσεως καὶ τῆς ἀληθείας. Φρονῶ ὅμως ὅτι ποτὲ δὲν ὑπέθετεν ὁ νομοθέτης, ὅτι ἡ διαφορὰ αὕτη ἦτο δυνατὸν νὰ προέλθῃ ἐκ λάθους λογιστικοῦ, διότι τὸ λογιστικὸν λάθος δὲν ἠμπορεῖ ποτὲ νὰ χρησιμεύσῃ ὡς βάσις χρηματισμοῦ τοῦ Δημοσίου. Τὸ λογιστικὸν λάθος ἀνακαλύπτεται καθ’ ὡρισμένους κανόνας, καὶ ἑπομένως καὶ διὰ τὴν ἀδικίαν, ἥτις ἐπάγεται, ὅταν ἡ φορολογία βασίζεται ἐπὶ τῶν λογιστικῶν λαθῶν, καὶ διὰ τὴν ἀσφάλειαν τὴν ὁποίαν παρέχουν τὰ μαθηματικά, φρονῶ ὅτι εἰς τὸν νοῦν τοῦ νομοθέτου δὲν ἦτο νὰ ἐπεκτείνῃ αὐτὴν τὴν διάταξιν καὶ εἰς τὰ λογιστικὰ λάθη. Συμφώνως μὲ αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις κατ’ ἀρχὰς λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἑξῆς νομοσχέδιον.
§48ΤΙΝΕΣ. Ν’ ἀναγνωσθῇ εἰς ά. ἀνάγνωσιν.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγκρίνει ἡ Βουλὴ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ά. ἀνάγνωσιν;
§50ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα. Ἀνεγνώσθη καὶ ἐγένετο δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς ά. ἀνάγνωσιν.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προβαίνομεν εἰς τὴν βʹ. ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσθέτων φόρων· ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§52ΖΩΧΙΟΣ. Διὰ νὰ μὴ νομίσῃ τις, ὅτι ἐκ πνεύματος ἀντιπολιτεύσεως θὰ ἐπικρίνω τὸ νομοσχέδιον, θὰ ἀναγνώσω λόγους τινὰς τοῦ νῦν ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἄλλοτε πρωθυπουργοῦ. «Ἐλπίζω ὅτι ἡ Βουλὴ» λέγει ὁ ἄλλοτε πρωθυπουργὸς «ὅτι (ἀναγινώσκει). Λοιπὸν δὲν πρόκειται περὶ νομοσχεδίου ἀλανθάστου, ἀλλὰ νομοσχεδίου σφαλεροῦ. Μᾶς εἶπεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ὑπηγόρευσαν αἱ περιστάσεις· ὁ αὐτὸς ὅμως ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νῦν, ἄλλοτε πρωθυπουργεύων, ἰδοὺ τί εἶπεν. «Εἴπομεν ὅτι δὲν πρέπει τὸ δημόσιον χρέος (ἀναγινώσκει). Πρόκειται περὶ τῶν μεγάλων αὐτῶν παρασκευῶν ἢ τῶν μικρῶν αὐτῶν παρασκευῶν;
§53ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Περὶ τῶν μεγάλων.
§54ΖΩΧΙΟΣ. Τὸ γνωρίζεις;
§55ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Πᾶς βουλευτὴς πολιτευόμενος ὀφείλει νὰ γνωρίζῃ καὶ τὴν θέσιν τῆς πατρίδος του καὶ τὴν κατάστασιν αὐτῆς.
§56ΖΩΧΙΟΣ. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τοὺς κ. ὑπουργοὺς νὰ μοὶ ἀποκριθοῦν.
§57ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Αὐτοὶ δὲν ἠμποροῦν τόσον καθαρῶς νὰ ἀπαντήσουν.
§58ΖΩΧΙΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω τὸ ἅγιον πνεῦμα· καθὼς ἀκούω κρίνω, δὲν θέλω δὲ νὰ προσθέσω καὶ ὅτι εἶναι δικαία ἡ κρίσις μου· ἐὰν σεῖς τὸ γνωρίζετε ὅτι πρόκειται περὶ τῶν μεγάλων παρασκευῶν, τότε σᾶς ὁμολογῶ ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς δὲν ἐπαρκεῖ. Δὲν θὰ προσθέσητε φόρους; δὲν θὰ προσθέσητε δάνεια; Λέγετε ὅτι σήμερον πρόκειται περὶ τῶν μεγάλων παρασκευῶν· ἀλλ’ ἡ θάλασσα εἶναι ἀνοικτὴ πανταχόθεν, καὶ δυστυχῶς σᾶς εἶπον οἱ ὑπουργοὶ ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ παρασκευασθῶμεν κατὰ θάλασσαν. Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Σημειωτέον δὲ ὅτι οἱ ὑπουργοὶ ἀντιπροσωπεύουσιν ἰδέας. Τὰ πρόσωπα εἶναι σεβαστά· ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ αὐτῶν· πρόκειται δὲ περὶ τῶν ἰδεῶν, τὰς ὁποίας ὑποστηρίζουσι. Πρόκειται περὶ προσθήκης φόρων, λέγει τὸ νομοσχέδιον, καὶ κατὰ τοὺς λόγους τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τότε πρέπει νὰ προστεθοῦν φόροι, ὅταν παρουσιασθῇ ἡ ἀνάγκη τῶν εὐρυτάτων παρασκευῶν· ἐγὼ ὅμως, λέγω, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ εὐρυτάτων παρασκευῶν, ἀλλὰ μικρῶν. Ὁ κ. Τρικούπης εἶχε μίαν σοφὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν τώρα δὲν τὴν βλέπω· διενοεῖτο νὰ ὀργανίσῃ ταμεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ τίθηται τὸ δι’ εἰδικῶν φόρων χρῆμα. Ὁ στρατιωτικὸς φόρος, ἔλεγεν, εἶναι ἱερὸς, καὶ πρέπει νὰ κατατεθῇ εἰς ταμεῖον ὡρισμένον· θὰ ἐκδίδωμεν δὲ ἐπὶ τοῦ ταμείου αὐτοῦ ἐντάλματα, καὶ θὰ τὰ ὑπογράφῃ ὁ δεῖνα καὶ ὁ δεῖνα, καὶ τόσα ἄλλα ἔλεγε· τὴν αὐτὴν δὲ ἰδέαν εἶχε καὶ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος. Τώρα πρόκειται περὶ προσθήκης φόρων, τὸν σκοπὸν τὸν γνωρίζετε; Καθὼς εἶναι συντεταγμένον τὸ νομοσχέδιον, ὁ σκοπὸς εἶναι ἀπόκρυφος, διότι δυστυχῶς, οὔτε τὴν σοφὴν γνώμην τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, οὔτε τῶν δύω ἄλλων ὑπουργῶν τὴν γνώμην, ἤτοι τὴν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τὴν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, δὲν ἀποκαλύπτω. Ἀλλὰ μᾶς λέγουν, βλέπετε ὅτι ἔχετε Κυβέρνησιν, εἰς τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ παρέξῃ τις τὰ πάντα. Ἀλλὰ καὶ σεῖς, κύριοι ὑπουργοὶ, δὲν πρέπει νὰ παραιτήσητε πᾶν κακόν; Ὁ κ. Δεληγεώργης εἶπεν ἄλλοτε, ὅτι δὲν σκοπεύει νὰ ἐπιβάλῃ φόρους, οὐδὲ δάνειον νὰ συνάψῃ, ὁ δὲ κ. Κουμουνδοῦρος τοῦ ἔλεγε τότε, εἶσαι ἀνεπαρκής. Τοῦ κ. Τρικούπη ἡ ἰδέα, ἡ περὶ εἰδικοῦ ταμείου, δὲν ἐθεωρήθη ὡς ἐπαρκὴς, καὶ διὰ τοῦτο τὴν παρῄτησε. Λοιπὸν, ἐὰν δὲν πρόκειται περὶ μεγάλων παρασκευῶν, οἱ φόροι εἶναι περιττοί· διότι προσέθηκε καὶ ἕνα ἄλλον λόγον τότε ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκομιῶν· «Δὲν πρέπει, εἶπε, νὰ ἐξαντλήσωμεν τὴν φορολογικὴν δύναμιν τοῦ τόπου.» Ἀλλ’ ὅπως τότε δὲν ἔπρεπε, καὶ σήμερον δὲν πρέπει νὰ ἐξαντλήσωμεν τὴν φορολογικὴν δύναμιν τοῦ τόπου. Θὰ συλλέξητε τὰς 26 χιλιάδας τοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ δὲν ἔχετε τὶ νὰ τοὺς κάμετε, αὐτὸς δὲ ὁ στρατὸς θὰ μᾶς φέρῃ εἰς μίαν ἐλεεινὴν κατάστασιν οἰκονομικήν· τὰ ἐλλείματα δὲ ἐπολλαπλασιάσθησαν ἀκατασχέτως. Σημειωτέον δὲ ὅτι ὁ κ. Δεληγεώργης, καὶ ὅταν ἦτο πρωθυπουργὸς καὶ ὅταν ἦτο ἀντιπολιτευόμενος, εἶπεν, ὅτι διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ θὰ οἰκονομήσῃ τὰς περιστάσεις τοῦ τόπου. Βεβαίως δὲ σήμερον προΐσταται καταλλήλως τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν· ἐὰν δὲ ὁ προϋπολογισμὸς δὲν εἶναι ἰσόῤῥοπος, διατί νὰ ἐξαντληθῇ ἡ φορολογικὴ δύναμις τοῦ τόπου; Ἐπὶ τῶν παρόντων μάλιστα ὑπουργῶν, ἤτοι ἐπὶ τῶν ἀρίστων, πρέπει νὰ διορθωθῶσι τὰ πράγματα, διότι πρέπει οἱ κατόπιν ἐρχόμενοι νὰ εὑρεθοῦν εἰς καλλιτέραν θέσιν, εἰς προϋπολογισμὸν πλούσιον. Ὅ,τι δὲ τότε ὑπέσχετο ὁ κ. Δεληγεώργης ἤρχισε καὶ νὰ τὸ ἐκτελῇ· ὁ κ. Τρικούπης δὲν τὸ ἐδέχετο καὶ δὲν τὸ ἐπίστευε. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι ἀπὸ τῶν τελειοτέρων ἰδεῶν καταβαίνομεν εἰς τὰς ἀτελεστέρας· ἐὰν δὲ ἐπιβάλλωμεν φόρους καὶ ἐξαντλήσωμεν τὸν τόπον, ἀμφιβάλλω ἂν αὔριον εἶναι δυνατὸν νὰ σταθῶμεν εἰς τοὺς πόδας μας. Βλέπω πρὸς τούτοις ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δὲν εἶναι ὀρθὸν καὶ θὰ ἐπιφέρω μίαν παρατήρησιν. Πιστεύω ὅμως ὅτι τὸ ἀντίγραφον τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἐσφαλμένον. «Ἄρθρον 1. Προστίθεται φόρος 10% ἐπὶ ἐπὶ τελῶν.» Τὰ τέλη ὅμως εἶναι δημόσιος φόρος, ἐπὶ δὲ τῶν δημοσίων φόρων θὰ ἐπιβληθῇ ἆρά γε φόρος; Αὐτὸν τὸν σκοπὸν εἴχετε, κ. ὑπουργέ;
§59ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Προσθήκη ἐπὶ τοῦ τέλους.
§60ΖΩΧΙΟΣ. Ὅπως εἶναι γεγραμμένον, λέγει, ὅτι θὰ προστεθῇ φόρος εἰς τὰ τέλη. Διὰ τούτου δὲ θέλω νὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι εἶναι ἀχώνευτα τὰ σχέδιά σας.
§61ΧΟΪΔΑΣ. Κηρύττομαι ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἐπιθυμῶ καὶ ἄλλα νομοσχέδια φορολογικὰ νὰ εἰσαχθῶσιν ἐπιβαρύνοντα ὅλους ἡμᾶς καὶ δάνειον 300 ἑκατομμυρίων νὰ προκαλέσητε (ἱλαρότης), διότι ἔχω πεποίθησιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡ ἀπαρτιζομένη ἐκ μελῶν, ἅτινα δύνανται ἰδίᾳ ἕκαστον νὰ κυβερνήσῃ τὴν πατρίδα μας, οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους καὶ ὁ Ἕλλην ὁ ἐλεύθερος καὶ τῆς δούλης Ἑλλάδος, ἐννοῶ, ὅτι ἐπιδιωκομένου τοῦ σκοποῦ τῆς ἀναγεννήσεως τῆς πατρίδος, πρὸς ἐπίτευξιν αὐτοῦ τοῦ σκοποῦ εἶναι ἀνάγκη ἐπιβολῆς φόρων καὶ δανείων.... Ἐκηρύχθην καὶ κηρύττομαι ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου καὶ λυποῦμαι, ὅτι ὁ προλαλήσας τὸν ὁποῖον ἀγαπῶ καὶ σέβομαι φρονεῖ ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἐλαυνομένη ἐκ τοιούτων ἰδεῶν δὲν σκέπτεται ὅπως ἐκεῖνος περὶ τοῦ μεγαλείου τῆς πατρίδος καὶ δὲν αἰσθάνεται τὸν εὐγενῆ παλμὸν τῆς φιλοπατρίας. Κηρύττομαι ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου· ὅταν δὲ μετ’ ὀλίγον θὰ συζητηθῇ τὸ πρῶτον ἄρθρον καὶ ἔλθῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ δευτέρου, θὰ παρέλθω ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ θὰ ἀναπτύξω τοὺς λόγους διὰ τοὺς ὁποίους θὰ ζητήσω τὴν ἐπίτασιν τοῦ φόρου. Ὁ ἔντιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἄλλοτε πρωθυπουργὸς, ὅ,τι ὑπεσχέθη τὸ ἐξετέλεσε· ὑπεσχέθη νὰ μὴ ἐπιβάλλῃ οὐδένα φόρον ἐπὶ τοῦ λαοῦ τῆς Ἑλλάδος, ἐκτὸς ἐὰν πρόκειται περὶ μεγάλων παρασκευῶν. Ὅταν δὲ ζητῇ σήμερον νὰ ἐπιβάλλῃ φόρους, θὰ εἰπῇ, ὅτι ἐπέστη ἡ στιγμή, καὶ ἀπορῶ πῶς ὁ κριτικώτατος καὶ πνευματοδέστατος φίλος μου δὲν διεῖδεν τὸν λόγον τῆς ἐπιβολῆς τῶν φόρων.
§62ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Εὐχαριστῶ τὸν κ. Ζωχιὸν, διότι ἀνέγνωσε τοὺς λόγους μου καὶ ἐματαίωσε τοιουτοτρόπως πᾶσαν προσπάθειαν πρὸς διαστροφὴν τῆς σημερινῆς πολιτείας μου. Ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τῶν λόγων μου εἴδατε, ὅτι ἐξέθεσα τὴν ἀρχὴν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ τόπος διὰ νέων φόρων καὶ δανείων, ἐὰν δὲν πρόκειται νὰ χρησιμεύσωσιν οἱ φόροι καὶ τὰ δάνεια διὰ τὴν στρατιωτικὴν παρασκευὴν αὐτοῦ. Τοῦτο ἐκπληρῶ καὶ σήμερον ὡς ὑπουργὸς ὑποβάλλων νομοσχέδια περὶ προσθέτων φόρων, οἱ ὁποῖοι δὲν πρέπει νὰ χρησιμεύσουν διὰ τὰς τακτικὰς ἀνάγκας, ἀλλὰ διὰ τὴν συνομολόγησιν δανείου τὸ ὁποῖον ὁλόκληρον θέλει καταναλωθῆ εἰς τὴν στρατιωτικὴν παρασκευὴν τοῦ τόπου. Ὅταν δὲ παρουσιασθῇ τὸ περὶ τούτου νομοσχέδιον, ἡ Βουλὴ θέλει ἀναγνώσει τὸν ῥητὸν αὐτὸν προορισμὸν τοῦ δανείου. Παρέθεσε δὲ τοῦ τότε λόγου μου καὶ ἑτέραν ὑπόσχεσιν, ὅτι διὰ τὴν στοιχειώδη παρασκευὴν, ὅπως περιέγραψα αὐτὴν τότε, δὲν ἐφρόνουν ὅτι ἀπητεῖτο αὔξησις τῶν φόρων. Θαυμάζω δὲ πῶς ἀπορεῖ σήμερον, διατί ἐπιβάλλονται φόροι· καὶ θαυμάζω, διότι γνωρίζει πολὺ καλὰ (καὶ τῷ ἐπιστῶ τὴν προσοχὴν εἰς τοῦτο), ὅτι δὲν πρόκειται σήμερον περὶ τῶν στρατιωτικῶν ἐκείνων παρασκευῶν, καὶ ὄχι μόνον σήμερον δὲν πρόκειται περὶ τῶν στοιχειωδῶν παρασκευῶν, ἀλλ’ οὔτε κατὰ τὴν ἐποχὴν καθ’ ἣν μετ’ ἐμοῦ συνυπούργευεν. Πρὸς τοῦτο ἀρκεῖ νὰ τῷ ἐνθυμίσω, ὅτι παρήγγειλεν ὡς ὑπουργὸς εἰς τὴν Εὐρώπην τὴν κατασκευὴν 36,000 ὅπλων Cras πρωτίστης τάξεως καὶ τιμῆς, δηλαδὴ πρὸς 70½ φράγκα ἕκαστον. Αἱ περιστάσεις λοιπὸν ἠνάγκασαν τὴν Κυβέρνησιν, καὶ εὐλόγως, ὁ δὲ κ. Ζωχιὸς συγκατετέθη ὅπως τὰς στοιχειώδεις παρασκευὰς νὰ καταστήσῃ εὐρυτέρας. Εἰς τοῦτο λοιπὸν ἔχομεν ἔκτοτε τὴν συγκατάθεσιν τοῦ κ. Ζωχιοῦ. Ἀλλὰ, κύριοι, αὐτὸ τὸ ἀνέφερα μόνον καὶ μόνον ὡς πληροφορίαν τῆς Βουλῆς σχετιζομένην πρὸς τὸ πρόσωπον τοῦ κατηγόρου, δὲν πρέπει ὅμως νὰ ἐνασχοληθῇ ἐπ’ αὐτοῦ. Ἡ Βουλὴ, ἀκούουσα τὴν κατάκρισιν, ἔχει ἀνάγκην νὰ σκεφθῇ, τοῦτο καὶ μόνον «πρόκειται περὶ παρασκευῶν εὐρυτέρων ἀφ’ ὅσα ἄλλοτε ὑπ’ ὄψιν ἔχουσα ἡ Βουλὴ, ἐψήφισεν ὅ,τι τότε ἐψήφισεν;» Τοῦτο δὲν εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον χρήζει τινὸς ἀναπτύξεως, διότι εἶναι ἡλίου φαεινοτέρα ἡ ἀλήθεια. Τὴν σήμερον ἡ Κυβέρνησις πρόκειται νὰ πληρώσῃ τῶν ἐπὶ τοῦ κ. Ζωχιοῦ παραγγελθέντων 72,000 ὅπλων τὴν ἀξίαν, καὶ 12 κανονοστοιχειῶν τοῦ πυροβολικοῦ, καὶ πλῆθος ἄλλων ἐφοδίων καὶ πολεμικῶν μέσων. Πῶς δύνανται ταῦτα νὰ γίνωσιν ἄνευ φόρων καὶ δανείων; Ὁ ἀξιότιμος κ. Ζωχιὸς ἀνέφερε προσέτι, ὅτι ἄλλοτε ὑπεσχέθην περιστολὴν τῶν δαπανῶν τοῦ κράτους, μέλλουσαν νὰ γίνῃ διὰ μέτρων διοικητικῶν καὶ διὰ μέτρων νομοθετικῶν. Θαυμάζω διατί ἀνέφερε καὶ τοῦτο σήμερον, ὡς ἐὰν παρετήρησεν, ὅτι δὲν ἐνασχολοῦμαι εἰς τοῦτο ἐγὼ, καθ’ οὗ ἀπευθύνεται ἡ μομφή. Ὅσα νομοσχέδια ἐσυζητήσατε καὶ ἐψηφίσατε μέχρι τοῦδε ὅλα ἀφοροῦν εἰς ἐλάττωσιν τῶν δαπανῶν τοῦ ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον διαχειρίζομαι, καὶ τοιαύτην τροπολογίαν καὶ μεταμόρφωσιν τῶν ὀργανισμῶν, ὥστε νὰ προέλθῃ πλειοτέρα ἐκ τῶν κειμένων νόμων καὶ φόρων ὠφέλεια καὶ πρόσοδος. Μὲ βλέπει ἐνασχολούμενον εἰς τὸ νὰ συντρέξω ὑπὲρ τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ προϋπολογισμοῦ ὡς ὑπεσχέθην· ἂν παρετήρησεν, ὅτι εἰς τὰ νομοσχέδια τὰ ὁποῖα εἰσήγαγον δὲν ὑπάρχει τὸ πνεῦμα τοῦτο, παρακαλῶ νὰ τὸ καταδείξῃ. Ὁ τελωνιακὸς κλάδος παρέχει 12 ἕως 13,000,000 εἰς τὸ Κράτος, πόσα μέτρα δὲ ἐψήφισεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ζωχιὸς κατὰ τὴν παροῦσαν σύνοδον, τὰ ὁποῖα δὲν ἀμφιβάλω, ὅτι τὰ ἐψήφισε μὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἂν ἐφαρμοσθῶσι θέλουν φέρει μεγίστην αὔξησιν εἰς τὰ ἔσοδα καὶ βοήθειαν εἰς τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ κράτους τὸ ἰσοζύγιον. Προχθὲς ἐκανονίσαμεν τὰ δασονομικὰ, καὶ ἂν ἐκτελεσθῇ ὁ νόμος μετ’ εὐλαβείας, οὐδεμία ἀμφιβολία ὑπάρχει, ὅτι καὶ αὐτὸ τὸ ἔσοδον τοῦ κράτους θέλει σπουδαίως βελτιωθῆ. Αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον περὶ διαχειρίσεως τῶν ἁλυκῶν, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ψηφισθῇ, θέλει καταστρέψει τὴν ἐνεργουμένην λαθρεμπορίαν, ἡ ὁποία λυμαίνεται τὸ μονοπώλιον τοῦ ἅλατος καὶ τὸ ἐξ αὐτοῦ ἔσοδον. Ὁ δὲ νόμος περὶ ἐπιτηδευμάτων; Αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον τὸ κανονίζον τὴν ὑπερημερίαν καὶ τὴν παραγραφὴν τοῦ Δημοσίου καὶ ὅσα ἄλλα εἰσήγαγον νομοσχέδια δὲν τείνουσι πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπόν; Πλὴν δὲ τούτων ὑπολείπονται πολλὰ ἄλλα μέλλοντα κατόπιν νὰ ὑποβληθῶσι, διότι αἱ οἰκονομικαὶ μεταῤῥυθμίσεις δὲν πρέπει νὰ γίνωνται ἐπὶ τροχάδην. Ὥστε δὲν θεωρῶ καὶ αὐτὴν τὴν μομφὴν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ὡς ἔχουσαν ὑπόστασιν.
§63Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν μὲ δίδετε παρακαλῶ μίαν πληροφορίαν: κατὰ πόσον θέλουσιν αὐξήσει τὰ δημόσια ἔσοδα ἀπὸ τοὺς φόρους τοὺς ὁποίους ἐπιβάλλετε;
§64ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐψηφίσατε πρὸ μικροῦ νόμον μεταῤῥυθμίζοντα τοὺς προϋπάρχοντας νόμους περὶ χαρτοσήμου. Τὸ ἔσοδον τὸ ἐκ τῆς μεταῤῥυθμίσεως ἐκεῖ ἀναβαίνει εἰς 1,500,000. Προστίθεται ἤδη 10% ἐπὶ τοῦ χαρτοσήμου, ἐπειδὴ δὲ εἰσπράττομεν 4,000,000, τὸ ἐκ τοῦ χαρτοσήμου ἔσοδον θὰ ᾖναι 5,500,000, περιπλέον δὲ τὸ 10% θὰ δώσῃ αὔξησιν κατὰ 500,000, ὥστε ἀντὶ 4 θὰ ἔχωμεν 6,000,000, δηλαδὴ 2,000,000 περιπλέον. Τὸ δὲ 10% τὸ ὁποῖον ἐπεβάλομεν ὡς πρόσθετον ἑκατοστοῦ εἰς τὰ τέλη τῆς εἰσαγωγῆς πρέπει νὰ ὑπολογισθῇ οὕτως· τὰ τέλη τῆς εἰσαγωγῆς ἀνεβαίνουν περίπου εἰς 10,000,000, τὸ 10% θὰ μᾶς δώσῃ 1,000,000. Τὰ δὲ κέρδη τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν ὑπολογίζονται ἀπὸ 9 ἕως 10, ἑκατομμύρια, πρὸς 2% ἔχομεν 180 ἢ 200,000 δραχμῶν. Ὥστε ἔχομεν ἐν συνόλῳ αὔξησιν δραχ. 3,200,000, ἅτινα δύνανται νὰ ὑπηρετήσωσι τὰς ἐτησίας πληρωμὰς δανείου 40,000,000 πρὸς 8%. Ἀπαιτεῖται ὅμως πρὸς τοῦτο νὰ καταστήσωμεν ἀληθῆ καὶ πραγματικὰ τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους, ἐξ ὧν τινὰ ἐκ τῶν οὐσιωδεστάτων δὲν εἶναι τοιαῦτα, διότι εἰσπράττονται πολὺ ὀλιγώτερα τῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφομένων, ἄλλα δὲ καὶ κακῶς βεβαιοῦνται καὶ πάνυ ἐλλιπῶς.
§65ΖΩΧΙΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ παλαιός μου προϊστάμενος, ἐνθυμεῖται βεβαίως ὅ,τι τῷ εἶπον, ὅτι δὲν ἠδυνάμην νὰ τὸν ἀκολουθήσω εἰς τὸ πέλαγος τῶν παρασκευῶν, αὐτὴ δὲ ἦτο ἡ διαφωνία μας· εἶπον δὲ προσέτι πρὸς αὐτὸν, ὅτι δὲν ἠδυνάμην νὰ τὸν ἀκολουθήσω εἰς τὴν ἐξαφάνισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Τότε δὲ εἶχεν ἀποφασίσει ἡ Κυβέρνησις νὰ συντάξῃ νέον προϋπολογισμόν, καὶ ἠσχολεῖτο εἰς τὸ ἔργον αὐτὸ ἐπιμόνως ὑπὲρ πάντα ὁ πρωθυπουργός, ἤτοι ὁ νῦν ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐπίστευε δὲ, καὶ νομίζω, ὅτι καὶ σήμερον ἔτι πιστεύει, ὅτι διὰ τῆς οἰκονομίας τοῦ προϋπολογισμοῦ, διὰ τῆς ἐλαττώσεως τῶν δαπανῶν, θὰ οἰκονομηθῶσιν αἱ ἀπαραίτητοι δαπάναι, αἱ πρὸς παρασκευήν. Ἔκτοτε ὅμως εἰσήλθομεν εἰς τὸ πέλαγος τῶν παρασκευῶν· ἀφοῦ δὲ αἱ κατὰ ξηρὰν παρασκευαὶ δὲν ἀρκοῦν, δὲν μᾶς λέγετε τί ἐκάματε διὰ τὴν θάλασσαν; Ἡ τελευταία δὲ συνέντευξις ἐμοῦ καὶ τοῦ τότε προϊσταμένου μου πρωθυπουργοῦ ἦτο ἡ συζήτησις ἡ περὶ ναυτικῶν παρασκευῶν· ἂν θέλετε δὲ νὰ ἐξακολουθήσητε τὰς κατὰ ξηρὰν παρασκευὰς, ἐπίκειται βέβαιος ἐκ θαλάσσης φόβος, καὶ ἂν δὲν παρασκευασθῆτε κατὰ θάλασσαν, τὸ πᾶν τετέλεσται, διότι δὲν ἐννοῶ τὴν εὐρυτάτην παρασκευὴν τὴν κατὰ ξηρὰν ἄνευ τῆς κατὰ θάλασσαν. Τὸ δὲ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν δὲν ἐξώδευσε οὔτε ὀβολόν, πλὴν τῶν προμηθειῶν, τὰς ὁποίας εἶχε παραγγείλει ὁ κ. Μπούμπουλης. Ὅταν δὲ εἰσήλθομεν εἰς τὸ πέλαγος τῶν παρασκευῶν, τότε εἶπον ἐγὼ πρὸς τὸν τότε πρωθυπουργόν μου, κύριε πρωθυπουργὲ, ἔχετέ με παρητημένον. Καὶ ἰδοὺ ἡ αἰτία τῆς διαφωνίας μας. Ἐκ τούτου δὲ παρατηρεῖτε ὅτι καὶ τότε ἐφρόνουν ὅ,τι καὶ σήμερον φρονῶ. Σήμερον δὲ πρόκειται περὶ εὐρυτάτων παρασκευῶν, αὐτὰς δὲ τὰς εὐρυτάτας παρασκευὰς πρέπει νὰ μᾶς τὰς ἐξηγήσουν οἱ κύριοι ὑπουργοὶ ἵνα βεβαιωθῶμεν ὅτι πρέπει νὰ ἐπιβάλωμεν φόρους καὶ νὰ συνάψωμεν δάνεια, διότι τὸ δάνειον θὰ βαρύνῃ τὸν τόπον διὰ 44 ἔτη τοὐλάχιστον. Δὲν πρέπει δὲ διὰ νὰ σωθῶμεν σήμερον ν’ ἀποθάνωμεν αὔριον. Σημειωτέον προσέτι ὅτι οἱ φόροι ἐπιβάλλονται εἰς μόνον τὸν λαόν, διότι ἐξαιρέτως θὰ αὐξήσῃ ἡ τιμὴ τοῦ σίτου, τοῦ ὀρυζίου, τῶν ὀσπρίων. Γνωρίζετε δὲ ὅτι ὁ Βίσμαρκ μ’ ὅλην του τὴν δύναμιν δὲν ἠδυνήθη νὰ προσθέσῃ οὔτε ἓν λεπτὸν εἰς τὸν φόρον τοῦ ζύθου, διότι ὁ ζύθος εἶναι ἀπαραίτητος διὰ τὸν Γερμανόν. Σᾶς λέγω δὲ ὅτι οἱ φόροι, τοὺς ὁποίους προσεθέσατε εἰς τὰ τελωνεῖα, θ’ αὐξήσουν τὰ λαθρεμπόρια, μὲ ὅλας τὰς ἀτμακάτους, τὰς ὁποίας ἑτοιμάζετε, καὶ μὲ ὅλην τὴν καλὴν διάθεσιν, τὴν ὁποίαν ἔχετε. Ἐὰν δὲ τότε δὲν ἐῤῥίπτετε τὸν κ. Δεληγεώργην, ἤθελε σᾶς παρουσιάσει προϋπολογισμὸν διὰ τοὺς ἐξ ὑπολοίπους μῆνας, καὶ σύστημα οἰκονομικὸν τέλειον, σύστημα τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ ᾖναι ἀτελές, ἀλλ’ ἐγὼ τὸ νομίζω τελειότερον τοῦ ὑπάρχοντος, καὶ διὰ τοῦτο πολεμῶ τὸ παρόν.
§66ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν αὔριον νὰ μᾶς πληροφορήσῃ ποῖαι οἰκονομίαι εἰμποροῦν νὰ γίνωσιν εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Ἐννοῶ οἰκονομίαι διαρκεῖς, αἵτινες νὰ θεωρηθῶσιν ὡς πόροι, διότι ἄλλως θὰ σκεφθῶμεν ἂν θὰ ψηφίσωμεν περὶ τῶν φόρων τοὺς ὁποίους μᾶς ζητεῖ.
§67ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἀπαιτεῖται ἀναβολὴ πρὸς ἀπάντησιν, δὲν ἐχρειάζετο δὲ οὔτε ἐρώτησις ἂς μὲ συγχωρήσῃ ὁ κ. Λομβάρδος, διότι εἶπον πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι νέοι φόροι ἐπιβάλλονται μόνον διὰ νὰ ὑπηρετήσουν τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον εἶναι προωρισμένον διὰ τὰς ἐκτάκτους τοῦ τόπου παρασκευάς. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἶπον ὅτι ἐνασχολούμεθα, καὶ ἡ Βουλὴ ἀκόμη ἤρχισε νὰ ἐνασχολεῖται εἰς ὀργανικὰς μεταβολὰς, αἱ ὁποῖαι ὠθοῦν πρὸς αὐτὸν τὸν σκοπόν.
§68ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Λοιπὸν πρόκειται περὶ ἰσοζυγίου, οὐχὶ περὶ ἐξοικονομήσεως φόρων;
§69ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν θέλω βεβαίως σταυρώσει τὰς χεῖρας ἐνῷ ἐργάζομαι εἰς τὸ μὲν νὰ μὴ ἐργάζωμαι εἰς τὸ δέ.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 1.
§71ΧΟΪΔΑΣ. Παλαίω πρὸς τὸν φίλον μου κ. Ζωχιὸν ὁσάκις νομίζω, ὅτι αἱ ἰδέαι του οὐκ εἰσὶν ὀρθαί· ἤδη συναγωνίζομαι μετ’ αὐτοῦ καὶ φρονῶ ἀκραδάντως ὅτι μέγα ἔχει δίκαιον ἀντιτάσσων εἰς τὴν γλῶσσαν τοῦ νομοσχεδίου τὴν γλῶσσαν τὴν Ἑλληνικὴν, διὰ τῆς ὁποίας δὲν θ’ ἀναγκασθῇ ὁ ἑρμηνευτὴς τῶν νόμων καὶ ἐκτελεστὴς αὐτῶν νὰ καταφύγῃ εἰς ἑρμηνείαν. Παρακαλῶ δὲ διὰ τοῦτο τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ διασκευασθῇ οὕτως πως γραμματικῶς, «προστίθεται φόρος 10% ἐπὶ τῶν εἰς τὰ τελωνεῖα εἰσαγομένων.......» Τοῦτο δὲ λέγει καὶ ἡ βʹ παράγραφος τοῦ ἄρθρου, «ἡ ἐπὶ τῶν εἰσαγομένων πρόσθετος αὕτη φορολογία.»
§72ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἀπαιτεῖται διόρθωσις εἰς τὸ λεκτικόν· ἡ ἀναλογία τοῦ φόρου προστίθεται εἰς τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη, τὰ ὁποῖα κανονίζει ἕνας ὡρισμένος νόμος, καὶ ὅστις δὲν ἐνόησεν αὐτὴν τὴν ἔννοιαν τῆς φράσεως περιέπεσεν εἰς πλάνην. Ἐξυπακούεται βεβαίως ὅτι ὁ φόρος οὗτος εἶναι φόρος τῶν εἰσαγομένων.
§73ΧΟΪΔΑΣ. Ὁμολογῶ τὴν πλάνην μου.
§74ΖΩΧΙΟΣ. Δὲν νομίζετε, κύριε Ὑπουργὲ, ὅτι εἶναι ἄδικον νὰ ὑποβάλλετε ὅλα τὰ εἰσαγόμενα εἰς τὸ αὐτὸ μέτρον;
§75ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτοὶ οἱ φόροι, ὡς γνωρίζετε, ὑπόκεινται ἀδιακόπως εἰς μεταβολὰς, διότι συναγωνίζονται ὅλα τὰ ἔθνη καὶ ὁ συναγωνισμὸς εἴς τε τὴν παραγωγὴν καὶ εἰς τὴν ἐξόδευσιν ἐπηρεάζει εἰς τοὺς τελωνειακοὺς νόμους· δὲν ἦτο δυνατὸν λοιπὸν διὰ τοῦ προσθέτου φόρου νὰ ἐπενεχθῶσιν ὅλαι αἱ μεταβολαὶ τὰς ὁποίας ἀπῄτει ἡ ἐποχή· ἄλλως τε δὲ ἤδη πρόκειται περὶ ἑνὸς προσθέτου φόρου, ὁ ὁποῖος γίνεται δι’ ἐκτάκτους ἀνάγκας, εἶναι δὲ ἐλαφρός· ἐὰν ἦτο βαρύς, εἶχε καθῆκον βεβαίως ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιφέρῃ ὅλας τὰς μεταβολὰς εἰς τὸ δασμολόγιον, ἀλλὰ τὸ 10% διατηρεῖ εἰς τὴν αὐτὴν κατάστασιν καὶ τὰ προτερήματα καὶ τὰ ἐλαττώματα τοῦ ὑπάρχοντος δασμολογίου.
§76Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐπιθύμουν ν’ ἀκούσω τὸν κ. Λομβάρδον τὸν μεγαλοϊδεάτην νὰ μᾶς εἴπῃ τὶ λέγει εἰς αὐτὰ τὰ πράγματα (θόρυβος).
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὅπως ἀνεγνώσθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 2. Ἐπὶ τοῦ 2 ἄρθρου ἔχει τροπολογίαν ὁ κ. Χοϊδᾶς ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει).
§78ΧΟΪΔΑΣ. Βεβαίως θὰ φανῶ λίαν τολμηρὸς πῶς ἐγὼ ἁπλούστατος ἀντιπρόσωπος τοῦ λαοῦ ἐτόλμησα ν’ ἀντιτάξω ἰδέαν ἀντιστρατευομένην εἰς τὰς ἰδέας φιλοσόφων, πεπαιδευμένων καὶ πολυπείρων ὑπουργῶν δυναμένων νὰ κυβερνήσωσι τὴν πατρίδα· ἀλλ’ ὅταν μάθῃ τις ὁποία ἡ μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ λαοῦ σχέσις, ὁποία ἡ μεταξὺ τοῦ λαοῦ καὶ ἐμοῦ συνάφεια, ἀναμφισβητήτως οὐ μόνον τολμηρὸν δὲν θὰ μὲ ἀποκαλέσητε, ἀλλ’ ἴσως ὀρθῶς καὶ λογικῶς σκεπτόμενοι θ’ ἀποδεχθῆτε τὰς ἰδέας μου καὶ θ’ ἀντιτάξετε ταύτας πρὸς τοὺς πλανωμένους πρωθυπουργοὺς τοὺς κυβερνῶντας ἤδη ὡς ὑπουργοὺς τὸ κράτος. Ἐγὼ κύριοι, εἶμαι τέκνον τοῦ λαοῦ, καὶ ἐπείνασα ὅπως ἐκεῖνος πεινᾷ, καὶ ἐγυμνήτευσα ὅπως ἐκεῖνος γυμνητεύει, καὶ ἐδίψασα ὅπως ἐκεῖνος, καὶ ἔχυσα δάκρυα ὅπως ἐκεῖνος ὅταν ἠτένιζεν ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχουν δοῦλοι ἀδελφοί. Εἶδον καὶ ἐγνώρισα ἐπὶ 40 ἔτη τοὺς δούλους Θρᾴκας, Μακεδόνας, Ἠπειρώτας, Κρῆτας, Ῥοδίους, καὶ ἐθρήνησα μετ’ αὐτῶν τὴν κατάστασίν των, εἶδον καὶ ἐκείνους οἵτινες καλοῦνται πλούσιοι καὶ οἵτινες ἀπέναντι τοῦ πλούτου τὰ πάντα θυσιάζουσι, καὶ δὲν ἐννοῶ πάντας, ἀλλ’ ἐκείνους οἵτινες καὶ πατρίδα καὶ τιμὴν καὶ ἐλευθερίαν, ὡς μηδὲν λογίζονται ἀπέναντι τοῦ πλούτου· εἶδα τὸν ἀτυχῆ ποιμένα ὑπὸ τὸ ψῦχος καὶ τὴν ζέστην ἐργαζόμενον, εἶδα τὸν γεωργὸν ἱδρῶτι περιῤῥεόμενον, σκάπτοντα τὴν γῆν, καὶ ἀποζῶντα ἐκ τοῦ ἱδρῶτος τοῦ προσώπου του (θόρυβος). Εἶδον τὸν ἀτυχῆ γεωκτήμονα ἐπιβαρυνόμενον μὲ φόρους φοβερούς, τοὺς ὁποίους ὁ αἰσχρὸς τοκογλύφος λαμβάνει παρ’ αὐτοῦ. Εἶδον τὸν οἰκογενειάρχην ἐξευτελιζόμενον ἀπέναντι τοῦ πλουσίου διὰ νὰ λάβῃ 40 δραχμὰς καὶ νὰ καταβάλλῃ 100, ἀλλὰ δὲν εἶδον κανένα ἐκ τῶν πλουσίων νὰ ἐπιβαρυνθῇ διὰ μιᾶς ὑποχρεώσεως. Ὁ λαὸς πληρώνει τὰ πάντα καὶ ὑποβάλλεται εἰς πάσας τὰς θυσίας, πληρώνει φόρους βαρεῖς, τόκους φοβερούς, αἷμα, διότι προσφέρει εἰς τὴν πατρίδα τὰ λαμπρότερα τῶν τέκνων του, τὰ ὁποῖα ἐπολέμησαν ὑπὲρ τῆς ἀνεξαρτησίας αὐτῆς καὶ ἐπολέμησαν ἀπέναντι τυράννων τῆς κοινωνίας· ἀλλ’ οὐδένα τῶν πλουσίων τούτων εἶδον ἢ τουλάχιστον σχεδὸν οὐδένα ὑπηρετήσαντα τὴν πατρίδα διὰ τῆς προσφορᾶς τοῦ φόρου τοῦ αἵματος· πολλάκις μάλιστα εἶδον πλουσίους, οἵτινες ἐξ ἀφανῶν ἐγένοντο ἐπιφανεῖς, ἐξ ἀσήμων ἐπίσημοι καὶ ἐκ πενεστάτων πλουσιώτατοι, εἶδον αὐτοὺς νὰ περιφρονήσωσι τὸν δυστυχῆ λαόν, παραγνωρίζοντες τὸν προορισμὸν τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ χριστιανοῦ, εἰς ὃν ἐπιβάλλεται τὸ καθῆκον νὰ ἀγαπᾷ πάντας, διότι ἐκεῖνος ἠγάπησε πάντας τοὺς ἀδελφούς, δι’ ἡμᾶς ἐσταυρώθη καὶ ὑπέστη τὰ μύρια. Ἐάν, κύριοι, ἀποδεχόμενοι τὸ νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως ἐπιβάλλωμεν τοῖς πλουσίοις φόρον τόσον μικρόν, ἤτοι δύω τοῖς ἑκατόν, πρέπει νὰ ἀναγκάσωμεν τὸν λαὸν τῆς Ἑλλάδος νὰ τραπῇ εἰς ἄλλο ἔργον· ὁ ποιμὴν θὰ ἀφήσῃ τὸ ποίμνιόν του, ὁ γεωργὸς τὸ κτῆμά του, ὁ κτηματίας τὸν οἶκόν του, νὰ τραπῶσι δὲ εἰς τὴν ὁδὸν τὴν ἄλλην νὰ ἀγοράσωσι μετοχὰς, διότι δὲν θὰ καταβάλλωσι τὸν φόρον τὸν βαρὺν τῶν 23 καὶ 24% ἀλλὰ μὲ 2% μόνον θὰ ἐπιβαρυνθῶσι. Δὲν πρέπει ν’ ἀναφέρω ὀνόματα καὶ ἀνθρώπους, οἵτινες παρίστανται ἀνερυθριάστως μὲ ἀνυψωμένην τὴν κεφαλὴν, ἀλλ’ ὄχι καὶ τὸ μέτωπον καὶ καλοῦνται φιλοπάτριδες καὶ φιλογενέστατοι αὐτοὶ οἵτινες ἐγένοντο δοῦλοι τοῦ ἐγκλήματος καὶ τῆς ἀτιμώσεως χάριν τοῦ φαύλου καὶ αἰσχροῦ βίου. Θέλω λοιπὸν καὶ αὐτοὶ οἱ φιλοπάτριδες νὰ τεθῶσιν εἰς ἴσην μοῖραν καὶ νὰ πληρώνωσι 10 ἐπὶ τοῖς 100. Δὲν βλέπετε ὅτι 5 πρωθυπουργοὶ νομίζουν ὅτι ἐκ τῆς φορολογίας ἐκείνης δυνάμεθα νὰ προσδοκῶμεν τὰ πάντα; Ἀπατῶνται. Εἷς ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος χάριν τῶν χρημάτων ἀτιμάζεται, ἐξευτελίζεται, δύναται νὰ ἔχῃ πατρίδα καὶ νὰ ἀγαπᾷ αὐτήν; Ἴσως προσφέρει ὀλίγα χρήματα, ἀλλὰ καὶ ταῦτα ἀπὸ ἰδιοτέλειαν· δὲν θὰ μιμηθῇ, οὔτε τὸν Κουντουριώτην, οὔτε τὸν τελευταῖον πολίτην ὅστις ἐὰν δὲν προσφέρῃ χρήματα, εἶναι ἕτοιμος νὰ προσφέρῃ πλέον ὅ,τι ἔχει, τὴν ζωήν του, οὐδέποτε ὅμως τὴν τιμήν του, διότι ἡ πατρὶς θέλει τὰ τέκνα της νὰ ἔχουν τὴν τιμήν των καὶ νὰ περιφρονοῦν τὰ πάντα ἀπέναντι τῆς ἀρετῆς. Θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ ἀποκρούσῃ τὴν τροπολογίαν μου· ἐὰν δὲ τοῦτο πράξῃ, θὰ λυπηθῶ μὲν, ἀλλὰ δὲν θὰ αἰσθανθῶ ἀγανάκτησιν. Ἐῤῥέθη ἡ ἰδέα, ὅτι θὰ φυγαδευθῶσι τὰ κεφάλαια· ἂς φυγαδευθῶσι τὰ κεφάλαια ταῦτα διὰ παντὸς, διότι ἄνθρωποι, οἵτινες χάριν τοῦ πλούτου φεύγουσι τὴν πατρίδα των, εἶναι ἀνάξιοι νὰ ᾖναι Ἕλληνες· δὲν τοὺς δέχομαι ἐγὼ, ὅστις θεωρῶ πάντας τοὺς ἀνθρώπους ἀδελφούς.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἠκούσατε τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Χοϊδᾶ.
§80ΖΩΧΙΟΣ. Θὰ φορολογηθοῦν τὰ φιλανθρωπικὰ καταστήματα, αἱ χῆραι, τὰ ὀρφανὰ, οἱ ἀπόμαχοι, διότι τὸ ἀπομαχικὸν Ταμεῖον ἔχει 46,000 ἀνθρώπους ὅπου καταθέτουν ἀπὸ 5 καὶ 10 λεπτά.
§81ΡΕΒΕΛΑΚΗΣ. Ὁ πλούσιος δὲν τὰ βάζει εἰς τὴν Τράπεζαν, ἐνῷ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος δανείζει δὲν πληρώνει.
§82ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δὲν εἴμεθα ἐναντίοι τῆς φορολογίας, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐννοήσητε ὅτι ἡ φορολογία αὕτη ἐπιβάλλεται εἰς τὴν χήραν καὶ τὰ ὀρφανά!
§83ΖΩΧΙΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ φανῇ δικαιότερος εἰς τὴν ἐπιβολὴν τοῦ φόρου.
§84ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δηλαδὴ νὰ ἐλαττωθῇ ἐννοεῖτε, ἢ νὰ λείψῃ; κάμετε μίαν τροπολογίαν.
§85ΖΩΧΙΟΣ. Εἶσθε ἁρμοδιώτερος.
§86ΧΟΪΔΑΣ. Σᾶς ὑπόσχομαι ὅτι τὴν φορὰν ταύτην οὐδὲ ἡ κρίσις οὐδ’ ἡ φιλία τοῦ κ. Ζωχιοῦ θὰ μὲ παρασύρωσι· διότι ἐὰν καὶ τὴν φορὰν ταύτην μὲ παρασύρωσι, θὰ ὑποπέσωμεν εἰς πληθὺν ἀντιθέσεων. Ἔρχομαι νὰ ὁμιλήσω δι’ ἑνὸς ἁπλουστάτου ἐπιχειρήματος καὶ δι’ αὐτοῦ θὰ ὑποχρεώσω τὸν κ. Ζωχιὸν νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν ἰδέαν του. Ἐπικαλεῖται τὴν χήραν, τὰ ὀρφανὰ καὶ τὸν πένητα ὅστις κατέβαλεν εἰς τὴν Τράπεζαν τὸ πλεόνασμά του, ἀλλ’ ἐλησμόνησεν ὅτι χήρα, ὀρφανὰ καὶ πένης εἶναι καὶ ὁ γεωργὸς καὶ ὁ ποιμὴν, οἵτινες τὰ πάντα ὑποφέρουσι καὶ τὸν καύσωνα τῆς ἡμέρας καὶ τὸν παγετὸν τῆς νυκτός. Ἐὰν τοὺς ἔβλεπεν αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, ἤθελε συλλάβει ἄλλην ἰδέαν. Δὲν εἶδες, φαίνεται, ἀνθρώπους μὴ ἔχοντας νὰ βρέξωσι τὰ χείλη των, πεινῶντας καὶ γυμνητεύοντας.
§87ΖΩΧΙΟΣ. Ἡ χήρα πληρώνει 3% εἰς τὸ ἀπομαχικὸν Ταμεῖον....
§88ΧΟΪΔΑΣ. Ὅσα δήποτε καὶ ἂν προσφέρῃ ἡ χήρα ὀφείλει νὰ συντελέσῃ καὶ αὐτὴ ὅπως καὶ ὅλη ἡ Ἑλλὰς, διότι ἐὰν ἡ Ἑλλὰς μείνῃ εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν δὲν ἔχει τι νὰ ἐλπίζῃ. Λοιπὸν ἐὰν ἐβλέπατε τὸν γεωργὸν καὶ τὸν ποιμένα, δὲν θὰ ἐσκέπτεσθε ὅπως σκέπτεσθε τώρα. Ὁ γεωργὸς καὶ ὁ ποιμὴν δανείζεται κεφάλαια μὲ τόκους ἀφορήτους καὶ πληρώνει 50 καὶ 60 δραχμάς, μόλις δύναται ν’ ἀποτίσῃ τοὺς τόκους. Ἂν οὗτος ὑποβάλλεται εἰς φορολογίαν, ἡ χήρα καὶ τὸ ὀρφανὸν τὸ ὁποῖον καταβάλλει τὸ περίσσευμα τῆς ἐργασίας του, δὲν πρέπει νὰ ὑπαχθῇ εἰς ἐπιβολὴν φόρου; Ἐὰν λοιπὸν εἰς τὸν γεωργὸν καὶ τὸν ποιμένα καὶ τὴν χήραν αὐτὴν ἐπιβάλλετε φόρους δυσβαστάκτους διὰ τῶν ὁποίων στερεῖται ἀπὸ αὐτοὺς τὸν ἄρτον τὸν ὁποῖον διὰ τοῦ ἱδρῶτός των ἀπέκτησαν, διατί δὲν θέλετε νὰ ἐπιβάλωμεν καὶ πρέπει νὰ ἐπιβάλωμεν καὶ εἰς τὸ ὀρφανὸν καὶ τὴν χήραν οἵτινες ἐκ τοῦ περισσεύματός των καταβάλλουν εἰς τὴν Τράπεζαν; Πόσοι ἐξ ἡμῶν καταβάλλουσι φόρους ἐπιτηδεύματος οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν ἐκ τοῦ ἐπιτηδεύματός των νὰ κερδήσωσιν ὅ,τι πληρώνουσι; Διατί αὐτοὶ δὲν παραπονοῦνται; Καὶ ἡ χήρα καὶ τὰ ὀρφανὰ πρέπει νὰ παραπονεθῶσι; Προτείνω λοιπὸν ἡ φορολογία νὰ ἐπιταθῇ εἰς 10%.
§89ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριοι, αἱ ἑταιρίαι ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐπιβάλλεται ὁ πρόσθετος φόρος δὲν ἔχουν δυστυχῶς τὸν χαρακτῆρα, ὃν ἀπέδωκαν εἰς αὐτὰς οἱ μὲν τῶν ἀγορευόντων, οὔτε ἐκεῖνον ὃν ἀπέδωκαν οἱ δὲ. Εἶπον δὲ δυστυχῶς, διότι ἂν εἶχον εἴτε τὸν ἕνα χαρακτῆρα, εἴτε τὸν ἄλλον, ἡ Κυβέρνησις δὲν ἤθελεν εὑρεθῆ εἰς δύσκολον θέσιν ὡς πρὸς τὴν ἐπιβολὴν τοῦ ποσοῦ τοῦ φόρου. Ἐὰν αἱ Τράπεζαι ἀνῆκον εἰς τὸν πτωχὸν, ἢ ἤθελεν ἀπέχει ἡ Κυβέρνησις τοῦ νὰ ἐπιβάλῃ φόρον, ἢ ἤθελεν ἐπιβάλει ἐλάχιστον· ἐὰν δὲ αἱ Τράπεζαι ἀνῆκον εἰς τοὺς πλουσίους, ἤθελε ζητήσει νὰ ἐπιβάλῃ εἰς αὐτοὺς φόρον ἀνώτερον. Ὅσοι εἶπον ὅτι αἱ Τράπεζαι, περὶ ὧν πρόκειται, περιέχουν τὸν ὀβολὸν τῆς χήρας εἶναι λανθασμένοι, διότι αἱ Τράπεζαι δὲν εἶναι caisses d’ epargne, δηλαδὴ Τράπεζαι εἰς τὰς ὁποίας κατατίθεται ὁ ὀβολὸς τῆς χήρας καὶ αἱ οἰκονομίαι αὐτῆς. Αἱ Τράπεζαι ἔχουν ἄλλον σκοπὸν καὶ ἄλλους μετόχους. Ἰσχυρίσθησαν ὅτι ὁ φόρος εἶναι βαρὺς διὰ τοὺς πτωχοὺς μετόχους. Ἀλλ’ ἐγὼ φρονῶ τὸ ἐναντίον. Διὰ νὰ τὸ ἀποδείξω λαμβάνω παράδειγμα ἕνα μπαλωματῆν, ὅστις μετέρχεται τὸ ἐπιτήδευμά του, καὶ ὁ ὁποῖος κατώρθωσε νὰ οἰκονομήσῃ μίαν μετοχὴν τῆς Τραπέζης τρεῖς χιλιάδας δραχμάς, τῷ ἐπιβάλλεται φόρος 2%. Αἱ τρεῖς αὗται χιλιάδες δραχμαὶ ἐδύναντο νὰ ῥιφθῶσι παρ’ αὐτοῦ ἐν τῇ γεωργίᾳ. Ἤθελεν ἀγοράσει ὁ ἔχων αὐτὰς διὰ δηλώσεως 50 στρέμματα γῆς, καὶ θὰ ἐπλήρωνε 1500 δραχμάς, τὰς δὲ ἄλλας θὰ μετεχειρίζετο εἰς ἐμφύτευσιν ἢ διὰ ζῶα πρὸς σποράν. Τί ἤθελε πληρώσει φόρον; ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου λαμβάνεται πότε 7, πότε 8 καὶ πότε 9%, διότι αὐτὸς εἶναι ὁ φόρος, τὸν ὁποῖον συνήθως ἐπιβάλλομεν εἰς τὴν γεωργίαν ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου. Τὸ δὲ ἀκαθάριστον εἰσόδημα εἶναι 40 ἀπέναντι 100. Ὑπάρχουν δὲ καὶ ἄλλοι οἱ ὁποῖοι ὑπολογίζουν εἰς ἔτι ὀλιγώτερον. Λοιπὸν εἰς τὰ 100 ἐπιβάλλομεν 8, πόσον ἔρχεται εἰς τὰ 40;
§90ΤΙΝΕΣ. Εἴκοσι.
§91ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Λοιπὸν τὸ 2% ἐπὶ τῆς μετοχῆς τοῦ μπαλωματῆ δὲν εἶναι πολύ. Ὡμίλησαν ὅμως περὶ φιλανθρωπικῶν καταστημάτων. Ὑπάρχουν τῷ ὄντι καταστήματα φιλανθρωπικὰ ἄξια σεβασμοῦ διὰ τὸν προορισμόν των, καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι προικισμένα χάριν φιλανθρωπίας μὲ μεγάλας ποσότητας κεφαλαίων, ἅπερ εὑρίσκουν συμφερώτερον καὶ πολὺ εὐλόγως, νὰ μὴ τρέχουν εἰς τὰ βουνὰ καὶ τοὺς λόγους, ἵνα ἐκχερσώσουν γαίας, ἢ δημιουργήσωσι φυτείας ἢ σποράς, ἢ νὰ ῥιφθῶσιν εἰς τὸ ἐμπόριον, ἀλλὰ καταθέτουν τὰ κεφάλαιά των εἰς τὴν Τράπεζαν ὅπως λάβουν ἕνα τόκον, 7, 8, ἢ 9%. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἐπιβάλωμεν φόρον εἰδικὸν ἐπὶ τῶν φιλανθρωπικῶν καταστημάτων, ἔπρεπε ν’ ἀποφύγωμεν αὐτὸν τὸν πειρασμόν· δὲν πρέπει ὅμως νὰ μὴ ἐπιβάλωμεν χάριν αὐτῶν τὸν γενικὸν ἐπὶ τῶν ἑταιριῶν φόρον, ἀφοῦ μάλιστα δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀνεύρωμεν τὰ φιλανθρωπικὰ κεφάλαια διὰ νὰ τὰ διακρίνωμεν. Δὲν καινοτομοῦμεν δὲ ἐν Ἑλλάδι εἰσάγοντες αὐτὸν τὸν τρόπον τῆς φορολογίας, διότι εὑρίσκομεν αὐτὸν ἀπὸ πολλοῦ χρόνου εἰς ὅλα τὰ ἔθνη. Ὁπωσδήποτε, κύριοι, πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν μίαν ἀλήθειαν, ὅτι εἰς τὰς ἑταιρίας ἀπαντῶμεν μᾶλλον τῶν πλουσίων τὰ κεφάλαια ἢ τῶν πτωχῶν· ἑπομένως ὁ φόρος βαρύνει κατὰ τὰ 9/10 ἐκείνους μᾶλλον ἢ αὐτούς.
§92ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ εἶναι εὐτελὴς μάλιστα.
§93ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀλλ’ ὁ κ. Παππαμιχαλόπουλος ἔκαμε τὴν παρατήρησιν ἤδη ὅτι ἐπιβάλλομεν εὐτελῆ φόρον. Ἀπαντῶ· ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἐπιβάλωμεν φόρον ἐπὶ τῶν πλουσίων, τὸν θεωρῶ καὶ ἐγὼ εὐτελῆ, ἀλλὰ πρόκειται νὰ ἐπιβάλωμεν φόρον ἐπὶ τῶν κεφαλαίων. Ὁ πλούσιος καὶ τὸ κεφάλαιον εἶναι δύω πράγματα διαφορετικά· ὁ μὲν εἶναι ἄτομον, τὸ δὲ εἶναι γενικὸν συμφέρον καὶ κοινωνικὴ δύναμις. Ὅταν πρόκειται λοιπὸν νὰ φορολογήσητε μίαν κοινωνικὴν δύναμιν πρέπει νὰ ἦσθε προσεκτικοί, καὶ δὲν πρέπει νὰ ἐπηρεάζεσθε ἐκ τῆς σκέψεως ὅτι ἡ κοινωνικὴ αὕτη δύναμις κατανέμεται εἰς ἄτομα, τὰ ὁποῖα ὀνομάζονται πλούσιοι. Νὰ σᾶς ἀναφέρω ἓν μόνον ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς τάσεως διὰ νὰ ἰδῆτε πόσον ἄτοπος θὰ ἦτο ἡ προσπάθειά σας, ἡ ἐπιθυμία σας. Ἐὰν ἐπιβάλετε ἐπὶ τῶν κεφαλαίων ἰσχυρὸν φόρον νομίζοντες ὅτι ἐξεδικήθητε τοιουτοτρόπως τὴν ἀνισότητα ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξὺ πτωχῶν καὶ πλουσίων, τί ὅμως θὰ ἔχετε ὡς ἀποτέλεσμα; πρῶτον τῶν κεφαλαίων τὴν φυγάδευσιν, τὴν ἐλάττωσιν δηλαδὴ τοῦ ποσοῦ τῶν διαθεσίμων κεφαλαίων. Ἂς παραδεχθῶ διὰ μίαν στιγμὴν ὅτι δὲν θὰ φυγαδευθῶσι τὰ κεφάλαια, ἀλλὰ τὰ διαθέσιμα ὅμως κεφάλαια θὰ ἐλαττωθῶσι σφόδρα· ἑπομένως θὰ καταστρέψητε κατὰ τι αὐτὴν τὴν δύναμιν τοῦ τόπου, καὶ τὰ διαθέσιμα κεφάλαια δὲν θὰ ἱκανοποιήσωσι τὰς ἀνάγκας τῆς κοινωνίας. Καὶ δεύτερον ἀποτέλεσμα συναφὲς θέλετε ἔχει τὴν αὔξησιν τοῦ τόκου, τὴν ὁποίαν θὰ πληρώσῃ ὁ ἐνδεής. Ἡ ἐλάττωσις λοιπὸν τῶν διαθεσίμων κεφαλαίων φέρει μαρασμὸν εἰς πᾶσαν παραγωγήν, διότι καὶ τὸ ἐμπόριον ἔχει ἀνάγκην, καὶ ἡ ναυτιλία ἔχει ἀνάγκην, καὶ ἡ γεωργία καὶ πᾶσα παραγωγὴ ἔχει ἀνάγκην διαθεσίμων κεφαλαίων. Ἡ ἐλάττωσις λοιπὸν τῶν κεφαλαίων θὰ φέρῃ πρῶτον μαρασμόν, ἐλάττωσιν τῆς ἀναπτύξεως παντὸς κλάδου τῆς παραγωγῆς· δεύτερον ν’ αὐξήσῃ τὰ ἔξοδα τῆς παραγωγῆς, διότι εἰς τὰ ἔξοδα αὐτὰ θὰ καταλογίσωμεν ἐξ ἀνάγκης τὴν αὔξησιν τοῦ τόκου. Ὥστε βλέπετε ὅτι ἀντὶ δι’ αὐτῶν τῶν μέτρων νὰ κατορθώνητε τὴν βαρεῖαν φορολογίαν τοῦ πλουσίου, κατορθώνετε ἀπ’ ἐναντίας τὴν σημαντικὴν ζημίαν τῆς κοινωνίας καὶ τὴν μείζονα φορολογίαν τοῦ πτωχοῦ, διότι ὁ στερούμενος χρημάτων ἔχει ἀνάγκην νὰ προσφύγῃ εἰς τὰ κεφάλαια. Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι διὰ τοὺς ὁποίους τὸ νομοσχέδιον ὑπάρχει οἷον εἶναι, καὶ θὰ μὲ συγχωρήσητε νὰ προσθέσω μίαν ἀτομικήν μου γνώμην. Ἐγώ, κύριοι, ἐν τῷ ὑπουργικῷ συμβουλίῳ ὑπεστήριξα ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπιβάλωμεν κανένα φόρον εἰς τὸ κεφάλαιον, διότι ὁ τόπος μας ἔχει μεγίστην ἔλλειψιν κεφαλαίων, καὶ ἐπεθύμουν ἐπὶ πολλοὺς χρόνους νὰ ὑπάρχῃ γνωστὴ ἡ ἀρχὴ ὡς ἰσχύουσα ἐν Ἑλλάδι ὅτι τὰ κεφάλαια ἐνταῦθα ἔχουν καταφύγιον καὶ ἄσυλον, ἐλπίζων ἐκ τῆς ἀρχῆς αὐτῆς καὶ τῆς δυνάμεως αὐτῆς τῆς ἀρχῆς πολὺ μεγαλειτέραν ὠφέλειαν ἀπὸ τὴν ὠφέλειαν τὴν ὁποίαν θ’ ἀπολαύσωμεν ἀπὸ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον τῶν 180 ἢ τῶν 200 χιλιάδων δραχμῶν. Ἀλλ’ ὁμολογῶ συγχρόνως ὅτι εἶναι αἱ ἀνάγκαι πολλαὶ καὶ κατεπείγουσαι καὶ ἀναπόφευκτοι καὶ ὅτι ὡς ἐκ τούτου ἔπρεπε νὰ γείνῃ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς παρουσιάσω. Παρακαλῶ διὰ τοῦτο τὴν Βουλὴν ν’ ἀπέχῃ ἀπ’ αὐτῶν τῶν ἰδεῶν, αἱ ὁποῖαι ἀνεπτύχθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος, διότι θὰ περιπέσῃ κατὰ τὴν γνώμην μου εἰς πλάνην. Εἰς πλάνην θὰ περιπέσῃ, ἐὰν αὐξήσῃ τὸν φόρον νομίζουσα, ὅτι φορολογεῖ βαρύτερον τοὺς πλουσίους. Εἰς πλάνην θὰ περιπέσῃ, ἐὰν ἐλαττώσῃ τὸν φόρον νομίζουσα ὅτι ἀνακουφίζει τοὺς πτωχούς. Ἀλλ’ ἔτι μείζων θέλει εἶσθαι ἡ πλάνη, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἤθελεν εἴπει ὅτι ἐπιτάττει τὴν Κυβέρνησιν νὰ συντάξῃ νόμον περὶ φορολογίας τοῦ εἰσοδήματος, διότι θέλει τοιουτοτρόπως νὰ φέρῃ τήν ἰσότητα καὶ τὴν ἀναλογίαν. Αὐτὰ εἶναι πράγματα τόσον δύσκολα, ὥστε δὲν πρέπει τὴν σήμερον οὔτε νὰ τὰ φανταζώμεθα. Ἡ ἐξακρίβωσις τοῦ εἰσοδήματος ἑνὸς ἑκάστου πολίτου ἀπήντησεν ἀπείρους δυσκολίας καὶ ἀπῄτησε μακροτάτους χρόνους εἰς τὰ ἄλλα ἔθνη. Ἐπίσης καὶ κατὰ μείζονα λόγον θὰ ἀπαντήσῃ τὰς δυσκολίας ἐνταῦθα ἐν κοινωνίᾳ νεωτάτῃ καὶ ἀδιοργανίστῳ εἰσέτι· ἄλλως τε δὲν εἶναι καὶ πρᾶγμα τῆς ἐποχῆς. Σᾶς ἐνθυμίζω δὲ ἕνα λόγον τοῦ ἀξιοτίμου κ. Σωτηροπούλου, ὁ ὁποῖος εἰσαγαγὼν τὴν ἄλλην φορὰν νόμον περὶ εἰσοδήματος καὶ ἐρωτώμενος δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ περὶ τούτου, εἶπεν ἐπὶ τέλους, κύριοι, αὐτὸς ὁ φόρος εἶναι τρόπον τινὰ ἕνας ἔρανος ἑκούσιος καὶ ὑπογορεύεται ἀπὸ τὰς περιστάσεις· καὶ ὡς τοιοῦτον ἑκούσιον ἔρανον σᾶς τὸν παρουσιάζω· δὲν ἔχω τὴν ἀξίωσιν νὰ εἴπω, ὅτι ἔκαμα ἕνα νόμον, ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ πληρώσῃ αὐτὴν τὴν ἀνάγκην καὶ ἀπὸ τὴν ἐπιβολήν του νὰ φορολογηθῶσιν ἐξ ἴσου πάντες οἱ ἐν Ἑλλάδι κατοικοῦντες καὶ παράγοντες. Αὐτὰ εἶπεν ὁ κ. Σωτηρόπουλος τότε καὶ τὰ ἀνέφερα διὰ νὰ δείξω ὅτι ὁ νόμος του ἐκεῖνος τὸ ὄνομα μόνον εἶχε, ἀλλὰ δὲν ἦτο φορολογία ἀναλόγως τοῦ εἰσοδήματος.
§94ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετά.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ὁ κ. Χαϊδᾶς ὑπέβαλε τροπολογίαν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν αὐτὴν παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἀπεῤῥίφθη. Γίνεται δεκτὸν τὸ δεύτερον καὶ τὸ τρίτον ἄρθρον καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ. ἀνάγνωσιν.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ διαχειρίσεως τῶν ἐν Λευκάδι ἁλυκῶν. Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ καὶ τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2. Ἀναγινώσκεται τὸ 3 ἄρθρον.
§97ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὀλίγας παρατηρήσεις θὰ ὑποβάλω ἐπὶ τοῦ συζητουμένου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸν νὰ λάβῃ αὐτὰς ὑπ’ ὄψιν, καθ’ ὅτι, ἐὰν εὕρῃ τὰς κρίσεις μου ὀρθὰς, ἐλπίζω, ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦτο θέλει τροπολογηθῆ κατὰ τὴν ὑποβαλλομένην τροπολογίαν. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου πρόκειται τὸ Δημόσιον νὰ ἀναλάβῃ τὴν καλλιέργειαν τῶν ἐν Λευκάδι ἁλυκῶν κανονιζομένην δι’ αὐτοῦ τούτου τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι δὲν ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν οἱ νόμοι ἐκεῖνοι οἵτινες κανονίζουσι μέχρι τοῦ νῦν τὴν καλλιέργειαν τῶν ἁλυκῶν Λευκάδος καὶ οἱ νόμοι διὰ τῶν ὁποίων ἀπονέμονται δικαιώματα εἰς τὰς λοιπὰς Ἰονίους νήσους ἐπὶ τῶν ἁλυκῶν τούτων· διότι ἐὰν ἤθελον ληφθῆ ὑπ’ ὄψιν αἱ διατάξεις αὐταί, πιστεύω ὅ,τι ἐφηρμόσθη διὰ τὴν νῆσον Λευκάδα ἤθελε πραχθῆ καὶ διὰ τὴν νῆσον Κεφαλληνίαν ὡς καὶ διὰ τὰς λοιπὰς νήσους τὰς ἐχούσας τὰ αὐτὰ δικαίωμα. Κατὰ τὴν Ἀγγλικὴν προστασίαν καὶ εὐθὺς ἅμα αὕτη ἔλαβε εἰς τὴν κατοχήν της τὰς νήσους, ἡ ἐγχώριος διοίκησις ἑκάστης νήσου ἀνετέθη εἰς Συμβούλιον Ἐπαρχιακόν, τὸ ὁποῖον ὤφειλε νὰ προβλέπῃ σχεδὸν αὐτὰς ἐκείνας τὰς ἀνάγκας διὰ τὰς ὁποίας σήμερον προβλέπει ἡ δημοτικὴ διοίκησις τοῦ Κράτους, πρὸς ἱκανοποίησιν δὲ τῶν ἀναγκῶν τούτων ἡ τότε Κυβέρνησις προσδιώρισε τὰ κατάλληλα εἰσοδήματα. Διάφοροι νόμοι ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου ἐψηφίσθησαν καὶ τελευταῖον ὁ δέκατος νόμος τοῦ ὀγδόου Κοινοβουλίου, ὅστις ὁρίζει ποῖα τὰ ἐπαρχιακὰ ἢ τὰ ἐγχώρια εἰσοδήματα, μεταξὺ δὲ τούτων καταλέγεται καὶ ἡ ἐκ τῶν ἁλυκῶν Λευκάδος παραγομένη ὠφέλεια καθὼς καὶ ἡ ἐκ τοῦ μονοπωλίου τοῦ ἅλατος, καὶ κανονίζει ὡσαύτως τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα ἀνατίθενται εἰς τὴν ἐπαρχιακὴν διοίκησιν· μεταξὺ δὲ αὐτῶν εἶναι καὶ ἡ φροντὶς διὰ τὰ ἔκθετα καὶ ἡ συντήρησις τοῦ νοσοκομείου τῆς νήσου· διὰ ῥητοῦ δὲ ἄρθρου τοῦ αὐτοῦ νόμου ῥητῶς λέγεται, ὅτι τὸ εἰσόδημα τῶν ἁλυκῶν τῆς νήσου Λευκάδος δὲν θεωρεῖται ὡς εἰσόδημα ἀποκλειστικὸν τῆς νήσου ταύτης ἀλλ’ ὅλων τῶν νήσων ἐκτὸς τῆς νήσου Ζακύνθου, διότι ἡ Ζάκυνθος εἶχε τότε καὶ ἔχει ἰδίας ἁλυκάς. Ἐπῆλθε, κύριοι, ἡ διοικητικὴ ἀφομοίωσις τῶν νήσων μετὰ τὴν ἕνωσιν καὶ διὰ νόμου τοῦ 1865 ἀνεγνωρίσθη ὅτι ἡ ἐγχώριος περιουσία τῶν νήσων εἶναι δημοτικὴ περιουσία, θεσπίζεται δὲ διὰ τοῦ ἰδίου νόμου ἡ διανομὴ τῆς περιουσίας αὐτῆς εἰς τοὺς δήμους καὶ ἀνατίθεται προσωρινῶς ἡ διοίκησις εἰς ἐπιτροπὴν ἐκλεγομένην παρὰ τῶν δημοτικῶν συμβουλίων καὶ συνισταμένην ἐξ 20 μελῶν· ἄρα ἡ περιουσία αὕτη, ἤτοι ἡ ὠφέλεια ἡ προερχομένη ἐκ τῆς καλλιεργείας τῶν ἁλυκῶν Λευκάδος καὶ τοῦ μονοπωλίου τοῦ ἅλατος, εἶναι περιουσία δημοτικὴ τῶν νήσων. Ἡ περιουσία αὕτη, κύριοι, μετεβιβάσθη δυστυχῶς ἐπιβεβαρυμένη μὲ χρέη, ὡς ἐκ τῆς κακῆς δὲ διαχειρήσεως καὶ διὰ πολλοὺς ἄλλους λόγους, τοὺς ὁποίους παραλείπω ὡς ἐκτὸς τοῦ προκειμένου, περιῆλθεν εἰς τοιαύτην κατάστασιν ὥστε πολλὰ ὀλίγα εἰσοδήματα ἔμειναν, καὶ σήμερον ἐξαρκοῦν μόλις διὰ τὰς ἀπαραιτήτους δαπάνας τοῦ νοσοκομείου τῆς νήσου καὶ τῶν ἐκθέτων· ἀφαιρουμένης δὲ τῆς περιουσίας ταύτης ἀφαιρεῖται ἀπὸ τὰ ὀρφανὰ ταῦτα καὶ τὸ νοσοκομεῖον. Διὰ τοῦτο, κύριοι, ἀπηύθυνα ἐπερώτησιν τῷ ὑπουργῷ καὶ ἔλαβον σήμερον τὸν λόγον, διότι πρόκειται νὰ προσβληθῶσι δικαιώματα, τὰ ὁποῖα δὲν ὀφείλομεν νὰ παραβλάψωμεν. Τὸ Δημόσιον βεβαίως ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ λάβῃ τὴν περιουσίαν πάντων τῶν δήμων καὶ τῶν ἰδιωτῶν ὅταν τὸ κοινὸν συμφέρον ἢ ἡ δημοσία ἀνάγκη τὸ ἐπιβάλλει, ἀλλὰ προηγουμένης ἀποζημιώσεως· διότι ἐὰν λάβῃ αὐτὴν ἄνευ ἀποζημιώσεως, εἶναι καθαρὰ δήμευσις, ἡ ὁποία ἀντίκειται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ θεμελιώδους ἡμῶν νόμου καὶ προφανὴς παράβασις αὐτοῦ. Τὸν σεβασμὸν αὐτῆς τῆς διατάξεως ἐπικαλοῦμαι, ἔτι δὲ τὰς διατάξεις τὰς κανονιζούσας τὰ δικαιώματα τῆς τε Λευκάδος καὶ λοιπῶν ἄλλων νήσων ἐπὶ τῶν ἁλυκῶν Λευκάδος, διότι ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὴν πρότασιν βεβαίως τοῦ νομοσχεδίου ὡρμήθη ἀπὸ αὐτὰς ταύτας τὰς ἀρχὰς, ἃς καὶ ὑπεστήριξε σήμερον ἀπὸ τοῦ βήματος, καὶ δυνάμει τῶν ὁποίων ἀπεφάσισε μὲν νὰ λάβῃ τὰς ἁλυκὰς τῆς Λευκάδος ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἀποζημιώσεως· τὸν αὐτὸν δὲ κανόνα ὀφείλει νὰ ἐφαρμόσῃ καὶ ἐπὶ τῶν λοιπῶν νήσων, διότι τὸ εἰσόδημα τούτων, ἐπαναλαμβάνω, ἀνήκει εἰς ὅλας τὰς νήσους. Φρονῶ, ὅτι διὰ τῆς μεταῤῥυθμίσεως τοῦ ἄρθρου 3, ἤτοι διὰ τῆς προσθήκης ὀλίγων λέξεων, δύναται νὰ ἐκλείψῃ τὸ ἀδίκημα τοῦτο, ὅπερ γίνεται εἰς τὴν Κεφαλληνίαν καὶ ἐν γένει εἰς ὅλας τὰς λοιπὰς νήσους τὰς δικαιουμένας νὰ προμηθεύωνται τὸ ἅλας ἐκ τῶν ἁλυκῶν Λευκάδος, ἐκτὸς τῆς Ζακύνθου καὶ τῆς Κερκύρας αἱ ὁποῖαι, ἔχουσαι ἰδίας ἁλυκάς, προμηθεύονται ἐξ αὐτῶν τὸ ἀναγκαιοῦν αὐταῖς ἅλας. Ἡ τροπολογία λοιπὸν τὴν ὁποίαν ὑποβάλλω ἔχει οὕτω· «Τὸ Δημόσιον θέλει παραχωρεῖ κατ’ ἔτος εἰς τὴν κοινότητα Λευκάδος, Κεφαλληνίας καὶ Ἰθάκης τὸ ἐν αὐταῖς ἀναλισκόμενον ἅλας, καὶ εἰς μὲν τὴν Λευκάδα πρὸς λεπτὰ 5 κατ’ ὀκᾶν, εἰς δὲ τὴν Κεφαλληνίαν καὶ Ἰθάκην εἰς ἣν ἀξίαν μέχρι τοῦδε ἐλαμβάνετο. Ὁρίζεται δὲ τὸ παραχωρητέον ποσὸν τοῦ ἐτησίως ἀναλισκομένου ἅλατος κατ’ ἀνώτατον ὅρον διὰ τὴν Λευκάδα εἰς κοιλὰ 10,000, διὰ τὴν Κεφαλληνίαν εἰς 25,000, διὰ δὲ τὴν Ἰθάκην εἰς 8,000.» Δὲν δυνάμεθα δὲ νὰ ἐφαρμόσωμεν τὰ πέντε λεπτὰ τὰ διδόμενα παρὰ τῆς Λευκάδος, διότι ἡ Λευκὰς ἀποζημιοῦται ἐν μέρει, καὶ διὰ τοῦτο δύναται νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν πέντε λεπτῶν. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ Κεφαλληνία καὶ Ἰθάκη δὲν ἀποζημιοῦνται, νομίζω ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ μείνωσι τὰ πάντα ὡς μέχρι τοῦδε εἶχον καὶ τὸ Δημόσιον νὰ χορηγῇ τὸ ἅλας εἰς τὴν μέχρι τοῦδε ἀξίαν.
§98ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τότε τί νὰ κάμωμεν τὰς ἁλυκὰς τὰς ὁποίας ἀγοράζομεν;
§99ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Δὲν ἐξετάζω ἐὰν χρησιμεύῃ εἰς τὸ Δημόσιον ἡ περιουσία τῶν πολιτῶν, ἀλλ’ ἐὰν δύναται νὰ τὴν λάβῃ ἄνευ προηγουμένης ἀποζημιώσεως.
§100ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἔχετε περιουσίαν· ἀνήκει εἰς τὴν Λευκάδα, δὲν ἀνήκει εἰς τὴν Κεφαλληνίαν.
§101ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὁ νόμος 8 τοῦ δεκάτου κοινοβουλίου λέγει τὸ ἐναντίον.
§102ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀναγνώσατέ τον.
§103ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Δὲν τὸν ἔχω πρόχειρον.
§104ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Παρακαλῶ νὰ τὸν φέρετε διὰ νὰ κάμωμεν συζήτησιν εὐρυτέραν.
§105ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Μάλιστα, αὔριον.
§106ΧΟΪΔΑΣ. Τὸν λόγον, κύριε πρόεδρε.
§107ΤΙΝΕΣ. Αὔριον εἰς τὴν γʹ. συζήτησιν.
§108ΧΟΪΔΑΣ. Δὲν πιστεύω, ὅτι ὑποχρεοῦμαι νὰ κανονίσω τὴν τὴν ἐμὴν πολιτείαν κατὰ τὰ αἰσθήματα τῶν ἄλλων. Ἀμείλικτος ἐχθρὸς τῶν πολεμίων κηρύσσομαι ἐν γένει καὶ καθ’ ὅλου ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου· ἀλλ’ ἐν μέρει κατά τινων διατάξεων κηρυττόμενος προτίθεμαι ν’ ἀνασκευάσω τὴν ἀγόρευσιν τοῦ προλαλήσαντος εἰλικρινοῦς φίλου μου καὶ συναδέλφου διὰ τῶν ἐπιχειρημάτων οἷς ἐχρήσατο καὶ ἃ ἐπεκαλέσθη. Δὲν δικαιοῦται τὸ Δημόσιον νὰ κατάσχῃ τὰς ἁλυκὰς τῆς Λευκάδος, διότι αὗται εἶναι δημοτικὴ περιουσία ἀνήκουσα εἰς τὴν Λευκάδα καὶ τὰς λοιπὰς νήσους τοῦ πρώην Ἰονίου Κράτους ἐκτὸς τῆς Ζακύνθου. Ἀπατᾶται ὁ φίλος μου κ. Βαλσαμάκης, ἐὰν νομίζῃ, ὅτι αἱ ἁλυκαὶ τῆς Λευκάδος εἰσὶ περιουσία δυναμένη νὰ λογισθῇ δημοτική· εἶναι περιουσία ἐθνικὴ, ὅπως πᾶσα ἁλυκὴ ἀνήκουσα εἰς τὸ Κράτος.
§109ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Τὰ βλέπετε;
§110ΧΟΪΔΑΣ. Τί βλέπουσιν; Ἕνα ἄνθρωπον ὁμιλοῦντα, συλλογιζόμενον λογικώτατα.
§111ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Πολὺ λογικὰ, καὶ αὐτὸς ἔχει τὸ συμφέρον νὰ μὴ φέρῃ αὐτὴν τὴν λογικὴν ἐπὶ τοῦ βήματος.
§112ΧΟΪΔΑΣ. Τί πταίω ἐγὼ, ἐὰν οἱ ἄλλοι παραλογίζονται καὶ ἐγὼ φέρω τοὺς παραλογισμούς των ἐπὶ τοῦ βήματος; Ὁ λαὸς τῆς Κεφαλληνίας, φίλε κύριε Βαλσαμάκη, τὰ γινώσκει, εἶναι μεγάθυμος λαὸς καὶ διὰ τοῦτο σὲ ἐξελέξατο, ἐκτιμῶν τὰ αἰσθήματά σου καὶ τὰς ἰδέας σου, πλανᾶσαι δὲ ἐὰν φρονῇς, ὅτι ἐμὲ τὸν ὑποστηρίζοντα τὴν ἀντίθετον γνώμην δὲν θὰ δεχθῇ ἀνοικταῖς ἀγκάλαις.
§113ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου.
§114ΧΟΪΔΑΣ. Ἔρχομαι εἰς τὸ προκείμενον, σοφὲ φίλε μου. — Μοὶ κάμνει τὴν παρατήρησιν ὁ κ. πρόεδρος, ὅτι νὰ μὴ ἀκούω παρατηρήσεις. Τὰς ἀκούω, διότι ὁμολογῶ δημοσία, ἀγαπῶ περισσότερον τὸν κ. Σωτηρόπουλον, ἀπὸ τὸν κ. πρόεδρον. — Αἱ ἁλυκαὶ λοιπὸν εἶναι περιουσία τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν ἦτο ἔπρεπε νὰ περιέλθωσιν εἰς τὸ Δημόσιον, δι’ οὓς λόγους ἐξέθεσεν ὁ φίλος συνάδελφός μου. Ἡ περιουσία τῆς Λευκάδος ἦτο μεγάλη, ἀνῆκεν εἰς πάσας τὰς νήσους ἐκτὸς τῆς Ζακύνθου, ἕνεκα δὲ τῆς κακῆς διαχειρίσεως μετετράπη εἰς μικρὰν, καὶ δύναται μόνον νὰ ἐπαρκέσῃ διὰ τὴν Λευκάδα, διὰ τὸ νοσοκομεῖον καὶ διὰ τὰ ἀτυχῆ ἐκεῖνα πλάσματα τὰ ὁποῖα ἄσπλαγχνοι καὶ βάρβαροι γονεῖς ἐκθέτουν εἰς τὴν δυστυχίαν καὶ τὴν ἀθλιότητα. Παραλάβετε εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ Δημοσίου τὰς ἁλυκὰς τῆς Λευκάδος, καταστήσατε αὐτὰς περιουσίαν δημοσίαν, διότι εἶναι τοιαύτη· διαχειρισθῆτέ την τιμίως, διότι ἀτίμως τὴν διεχειρίσθητε, καὶ εἴπατε πρὸς τοὺς ἀσπλάγχνους ἐκείνους γονεῖς, ἔλθετε εἰς γάμου κοινωνίαν, ἀποκτήσατε συζύγους, συλλάβετε ἐν τῇ καρδίᾳ σας τὸν παλμὸν τοῦ φιλοστόργου πατρὸς καὶ μὴ ῥίπτετε τὰ τέκνα σας εἰς τὰς ὁδούς. Κάτω τὰ προνόμια, κάτω αἱ διακρίσεις, κάτω ἡ ἀνισότης, αἱ ἁλυκαὶ ν’ ἀνήκωσιν εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα, ὁ δὲ φόρος νὰ ᾖναι ὅμοιος εἰς ὅλον τὸ Κράτος· δέκα καταβάλλει ὁ λοιπὸς λαὸς τῆς Ἑλλάδος, δέκα νὰ καταβάλλῃ καὶ ὁ κάτοικος τῆς Λευκάδος καὶ τῆς Κεφαλληνίας.
§115ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Εἶναι διάφορον τὸ φορολογικὸν σύστημα.
§116ΧΟΪΔΑΣ. Κάτω τὸ διάφορον φορολογικὸν σύστημα, ἰσότη, μεταξὺ ὅλων τῶν Ἑλλήνων· ἡμεῖς οἱ ἐπιδιώκοντες τὴν κατάργησιν τῶν προνομίων, ἐπιδιώκομεν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς τῶν προνομίων κατίσχυσιν!
§117ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ προνομίων, πρόκειται ὅτι ἔχομεν περιουσίαν.
§118ΧΟΪΔΑΣ. Ἡ περιουσία ἀνήκει εἰς τὸ ἔθνος, οἱ νόμοι ἐκεῖνοι τοὺς ὁποίους ἐπικαλεῖσθε δὲν ἔχουν καὶ τὴν ratio legis, ὁ νόμος δὲ οὗτος ἐρείδεται ἐπὶ τὸ δίκαιον. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὴν Κυβέρνησιν ἀντὶ νὰ ὑποστῇ τὸ νομοσχέδιόν της μειώσεις ἐπὶ μειώσεων, νὰ τὸ ἀνυψώσῃ εἰς νόμον ἐπιφέροντα τὴν ἰσότητα ὅλων τῶν Ἑλλήνων εἰς νόμον ἐπιβάλλοντα ἴσον φόρον τῶν καταβαλλομένων ὑπὸ τῶν λοιπῶν Ἑλλήνων.
§119ΤΙΝΕΣ. Αὔριον. Κατόπιν ἐγένετο παραδεκτὰ τὰ ἄρθρα 3, 4, 5, 6, 7. καὶ τὸ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν εἰς βʹ. συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ ὑπερημερίας τοῦ Δημοσίου καὶ παραγραφῆς τῶν κατ’ αὐτοῦ ἀγωγῶν. Ὁ κ. Χριστόπουλος ἔχει τροπολογίαν.
§121ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν τροπολογίαν καὶ εἰς τὴν γʹ. συζήτησιν ν’ ἀποφανθῇ περὶ αὐτῆς. Ἀναγινώσκεται ἡ τροπολογία τοῦ κ. Χριστοπούλου. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 1.
§122ΧΟΪΔΑΣ. Τὴν ἰσονομίαν ἐπιδιώκων καὶ τὴν ἰσότητα, θὰ παρακαλέσω καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν ν’ ἀποδεχθῶσιν ὅπως καὶ οἱ ὀφείλοντες πρὸς τὸ Δημόσιον πληρώνουν τόκον 8% διὰ νὰ ᾖναι ἰσότης, διότι δὲν μοὶ φαίνεται νὰ ᾖναι δίκαιον ὁ μὲν ἰδιώτης νὰ πληρώνῃ 12%, τὸ δὲ Δημόσιον 8.
§123ΤΙΝΕΣ. Ὁ νόμιμος τόκος νὰ γείνῃ 8%.
§124Ν. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὅπως εἶναι τὸ ἄρθρον μοὶ φαίνεται ὅτι ἔχει ὀπισθενεργὸν δύναμιν. (Τὸ ἀναγινώσκει). Ὥστε τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου εἶναι ὅτι αἱ ὑποθέσεις ἐὰν δὲν ἔχουν περατωθῆ, ἔχουν δύναμιν ὀπισθενεργὸν, καὶ ἐξαιροῦνται μόνον ὅσαι εἰσὶ τελεσίδικοι· ὥστε φρονῶ, ἐὰν ᾖναι τοιοῦτον τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου, ὅτι προσβάλλει κεκτημένα δικαιώματα.
§125Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐγὼ ἤθελον παρατηρήσει καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἀγωγὰς κατὰ τοῦ Δημοσίου, αἱ ὁποῖαι μένουν ἐκκρεμεῖς, ὅτι ἡ παραγραφὴ πρέπει νὰ ᾖναι τὸ πολὺ ἓν ἔτος, κατὰ δὲ τὴν ἰδικήν μου πεποίθησιν ἓξ μῆνες, καὶ ἰδοὺ διατί· διότι δυστυχῶς αἱ ἀγωγαὶ κατὰ τοῦ Δημοσίου ὅλαι ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ καταδικάζουν τὸ Δημόσιον καὶ ὁ λόγος εἶναι ἁπλούστατος. Τὸ δῆθεν ἀδικούμενον πρόσωπον, καὶ ταῦτα λέγω καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς στρατιωτικοὺς, δὲν ἐνεργεῖ ἀμέσως, οὐδ’ ἐνάγει τὸ Δημόσιον ἀμέσως, ἀλλ’ ἀφοῦ παρέλθῃ ἀρκετὸς χρόνος, ὅτε εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξαφανισθῶσι τὰ στοιχεῖα τὰ δικαιολογητικὰ, τότε οἱ ἀξιωματικοὶ κινοῦν τὴν ἀγωγὴν, καὶ ἐπειδὴ παρῆλθεν ὁ χρόνος ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει τὰ μέσα ν’ ἀποδείξῃ τὸ δικαίωμά της καὶ ὡς ἐκ τούτου καταδικάζεται τὸ Δημόσιον. Γνωρίζω πρόσωπον τοιοῦτον, τὸ ὁποῖον δὲν ἔκαμεν ἀγωγὴν, ἀλλ’ ἄφησε καὶ παρῆλθεν ἀρκετὸς χρόνος καὶ κατόπιν, ὅταν ἦλθεν εὔνουν πρόσωπον ἐξηφάνισε τὰ στοιχεῖα καὶ κατόπιν ὁ ὑπουργὸς δὲν ἠδυνήθη νὰ ὑπερασπίσῃ τὸ Δημόσιον. Πλεῖστα παραδείγματα τοιαῦτα ὑπάρχουσι, καὶ πολλὰ ἐπλήρωσε τὸ Δημόσιον ἕνεκα αὐτοῦ τοῦ λόγου. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους φρονῶ, ὅτι πρέπει ἡ παραγραφὴ νὰ μὴ ὑπερβαίνῃ τοὺς ἓξ μῆνας καὶ ἐντὸς τοῦ διαστήματος αὐτοῦ νὰ ὑποχρεοῦται τὸ ἀδικούμενον πρόσωπον νὰ ἐγείρῃ τὴν ἀγωγὴν ὅτε τὸ Δημόσιον θὰ ἔχῃ πλήρη τὰ στοιχεῖα, διότι ἐὰν παρέλθῃ διάστημα μέγα, εἶναι κίνδυνος τὰ στοιχεῖα νὰ μὴ παρουσιασθοῦν, διότι σᾶς εἶπον ὅτι ὑπῆρξεν ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἔσχισεν ὁλόκληρον δικογραφίαν καὶ ἐξηφάνισε τὰ στοιχεῖα διὰ τὸ ὁποῖον καὶ ἐτιμωρήθη. Λοιπὸν πρέπει νὰ τεθῇ μία παραγραφὴ διὰ νὰ παύσουν αὐτὰ τὰ ἀτοπήματα. Ἡ παραγραφὴ νὰ μὴ ἦναι πλέον τῶν ἓξ μηνῶν διὰ τοὺς στρατιωτικούς.
§126ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ Δημόσιον, κύριοι, ὅπως γνωρίζετε, δὲν ἀνήκει εἰς κανένα, ἀλλ’ εἶναι ὁ κοινὸς θησαυρὸς ὅλων, σχηματίζεται ἀπὸ τοὺς φόρους πάντων, καὶ ἀπὸ τὴν κοινὴν περιουσίαν τοῦ ἔθνους. Πρῶτον λοιπὸν δι’ αὐτὸν τὸν χαρακτῆρα, καὶ δεύτερον, διότι δὲν εἶναι ἄτομον, ἀλλὰ πρόσωπον νομικὸν τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ τυγχάνῃ τῆς ἐπιμελείας καὶ τῆς φροντίδος, ἧς τυγχάνει ἡ περιουσία ἡ ἀνήκουσα εἰς ἄτομον, δι’ αὐτοὺς τοὺς δύω λόγους πάντα τὰ ἔθνη εἰς πᾶσαν ἐποχὴν ἔλαβον πρόνοιαν καὶ φροντίδα περὶ αὐτοῦ ἰδιαιτέραν. Προέταξα ταῦτα πρὸς ἀπόδειξιν διατί ὑπάρχει ἀσυμφωνία μεταξὺ τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου καὶ τῶν ἰδεῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπαρουσίασαν τὴν ἰσότητα ὡς διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ προσβαλλομένην· ἐκεῖνοι ἀναγινώσκοντες διατάξεις ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, εἶδον μόνον προστασίαν διαδίκων, ἐνῷ τὸ νομοσχέδιον ἐμορφώθη ὅπως ἐμορφώθη, διότι ὡς πρόσωπον νομικὸν δεῖται τῆς προστασίας τοῦ νομοθέτου, ἄλλως δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀντιπαραταχθῇ κατὰ τῶν ἀτόμων μετὰ τῶν ὁποίων ἔρχονται τὰ συμφέροντα αὐτοῦ εἰς σύγκρουσιν, διότι δὲν δύναται νὰ ἔχῃ οὔτε τὴν φροντίδα, οὔτε τὴν ἐπιμέλειαν, οὔτε τὴν φρόνησιν, ἣν ἔχει τὸ ἄτομον πρὸς ὑποστήριξιν τῶν ἰδίων συμφερόντων. Αὐτὴν δὲ τὴν ὑποστήριξιν, τὴν ὁποίαν ἐνόμισεν ὁ νομοθέτης ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ χορηγήσῃ εἰς τὸ Δημόσιον, τὴν ἐχορήγησεν εἰς ὅλα τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ τύχωσιν προστασίας, εἰς τὰς γυναῖκας, εἰς τοὺς ἀνήλικας, εἰς πᾶσαν περιουσίαν στερουμένην κυρίου, καὶ εἰς ἄλλας περιστάσεις ἕνεκα διαφόρων ἄλλων λόγων· τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι ἡ νομοθεσία δὲν στηρίζεται ἐπὶ τῆς ἰσότητος, διότι τὴν ἰσότητα καὶ τὴν δικαιοσύνην ὁ νομοθέτης εὑρίσκει ἀλλοῦ καὶ οὐχὶ εἰς τὴν ἀριθμητικὴν ἀναλογίαν. Πρῶτον τὸ νομοσχέδιον ὥρισεν, ὅτι ὁ τόκος, ὃν ὀφείλει τὸ Δημόσιον νὰ πληρώνῃ, νὰ μὴ ὑπερβαίνῃ τὸ 8%· ἀλλ’ οἱ τοιοῦτοι περιορισμοὶ, κύριοι, ἀπαντῶνται εἰς πολλὰς περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἐνόμισεν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ὅτι ὤφειλε νὰ προστατεύσῃ. Οἱ ἀνήλικες δὲν πληρόνουν τόκον περισσότερον τοῦ 4%. Ὁ χρόνος τρέχει καὶ παραγράφει τὰ δικαιώματα καὶ τὰς ἐνδίκους σχέσεις ἀδιακρίτως, ἐν τούτοις ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον ἀπέναντι ὡρισμένων ἀτόμων νὰ ποιήσῃ ἐξαιρέσεις, καὶ ἐνῷ ὁ ἀνήλικος δύναται διὰ τοῦ χρόνου νὰ παραγράψῃ τὸ ἰδικόν σας δικαίωμα, σεῖς δὲν δύνασθε νὰ παραγράψητε ἐντὸς ἴσου χρόνου τὸ ἰδικόν του, μολονότι δὲν εἶναι ἔρημος πάσης προστασίας, διότι ἔχει ἐπίτροπον ἢ κηδεμόνα. Ἀλλὰ τοῦτο ἔπραξεν ὁ νομοθέτης, διότι ἐνόμισεν ὅτι ἡ τῶν ἐπιμελητῶν φροντὶς δὲν εἶναι οἵα ἡ ὑπὸ τοῦ ἰδίου ἀτόμου εἰς τὰς ὑποθέσεις αὑτοῦ παρεχομένη. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ φανῇ εἰς οὐδένα παράδοξον, ὅτι προτείνεται ὁ περιορισμὸς τοῦ τόκου τοῦ Δημοσίου εἰς 8%. Ἀλλ’ ὑπάρχουν πολλοὶ ἄλλοι λόγοι, κύριοι, οἵτινες συνηγοροῦν ὑπὲρ αὐτοῦ· διότι ἐκ τῶν ἐχόντων ἀγωγὴν κατὰ τοῦ Δημοσίου, οὐδεὶς διατρέχει τὸν κίνδυνον τῆς ἀπωλείας τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα μία τελεσίδικος ἀπόφασις ἤθελεν ἐπιδικάσει ὑπὲρ αὐτοῦ, καὶ διότι τὸ Δημόσιον εἶναι ἀγήρατον καὶ ἀθάνατον, τὰ δὲ ταμεῖα αὐτοῦ στεροῦνται μὲν ἐνίοτε τῶν μέσων, ἀλλ’ ἡ κατάστασις αὐτὴ δὲν εἶναι διαρκής· ἑπομένως τὰ πάντα πληρόνονται ἀνελλιπῶς. Τὰ προσόντα ὅμως αὐτὰ δὲν ἔχει ὁ κοινὸς ὀφειλέτης, οἱ δὲ δανεισταὶ αὐτοῦ διατρέχουσιν ἀπείρους κινδύνους. Καὶ περιπλέον χρεωστοῦμεν νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία διὰ νὰ διατηρήσῃ τὴν ὑπόληψιν τοῦ Δημοσίου συχνὰ ἐπιβαρύνει τὸ Κράτος μὲ δάνεια, ὅπως πληρώνῃ τὰ ἐκ δικαστικῶν ἀποφάσεων ὀφειλόμενα ὧν τὸ πλεῖστον προέρχεται ἐξ ἀμελείας τῶν διαχειριστῶν καὶ ἐπιμελητῶν τοῦ Δημοσίου. Ἀλλ’ αὐτὰς τὰς ἀσφαλείας δὲν τὰς ἔχει τὸ Δημόσιον ἀπέναντι τῶν ὀφειλετῶν αὑτοῦ, καὶ πάντες γνωρίζετε ὅτι ἐκ τῶν πρὸς τὸ Δημόσιον ὀφειλομένων πλέον τοῦ ἡμίσεος ἀπόλλυται· Ἀρκεῖ νὰ σᾶς μνημονεύσω μίαν ἀπώλειαν τακτικὴν κατ’ ἔτος, ἐξακολουθοῦσαν, τὰ δικαιώματα τῆς ποινικῆς διαδικασίας ἐξ ὧν οὐδὲν σχεδὸν εἰσπράττεται.
§127Χ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ νόμος περὶ καθυστερούντων ὁρίζει τὸν τόκον 8%.
§128ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἠξεύρω, ἀλλ’ ἐπὶ τῶν ὀφειλετῶν εἶναι 12%.
§129ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι εὐεργετικὸς νόμος.
§130ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐκεῖ καὶ χαρίζομεν. Λοιπὸν ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς τὸ Δημόσιον πληρώνει μέχρι λεπτοῦ ὅ,τι ὀφείλει, καὶ εἰς τοῦτο ἐπισταίνω πολὺ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, ἐν τούτοις τὸ Δημόσιον δὲν ὑπάρχει εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν ἀπέναντι τῶν ὀφειλετῶν αὑτοῦ. Παρετήρησέ τις ὅτι δίδεται διὰ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ ὀπισθενεργὸς δύναμις εἰς τὸν νόμον. Προσεπάθησα, κύριοι, τὸ ἐναντίον. (Τὸ ἀναγινώσκει). Ἡ παρατήρησις γίνεται ὡς πρὸς τὰς ἀγωγὰς τὰς ἐκκρεμεῖς. Ὑπάρχει ὀπισθενεργὸς δύναμις, ὅταν προσβάλλωνται κεκτημένα δικαιώματα· φρονῶ ὅμως ὅτι ἡ κίνησις τῆς ἀγωγῆς δὲν χορηγεῖ κανὲν δικαίωμα ἐπὶ τοῦ ποσοστοῦ τοῦ τόκου, ἀλλὰ προσδιορίζει μόνον τὴν ἔναρξιν τῆς ὑπερημερίας, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ὑπάρχει κεκτημένον δικαίωμα ὡρισμένου ποσοῦ τόκου. Ἐγένετο καὶ ἑτέρα παρατήρησις παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου Μαυρομιχάλη διὰ τὰς ἀγωγὰς τὰς στρατιωτικάς· συμφωνῶ καὶ ἐγὼ μετὰ τοῦ ἐκ Καλαβρύτων βουλευτοῦ κ. Σ. Πετιμεζᾶ, ὁ ὁποῖος παρετήρησεν ὅτι τὸ καταγγελθὲν ἀτόπημα πιθανὸν νὰ συμβῇ, ἀλλ’ ἡ θεραπεία ἡ ὁποία προτείνεται δὲν εἶναι ἐπαρκής, διότι ὑπεξαίρεσις τῶν ἐγγράφων ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ καὶ μετὰ δύω ἢ τρεῖς ἢ δέκα ἡμέρας· ὥστε ὁρίζοντες προθεσμίαν ἓξ μηνῶν δὲν ἀποφεύγομεν τὰ ἐγκλήματα. Ἐκτὸς τούτου ἠμπορεῖ μία Κυβέρνησις νὰ ἐπιτηρῇ ἐπαρκῶς, ἀλλ’ ἡ διάδοχός της νὰ μὴ τὸ κατορθώσῃ, ὥστε νὰ δυνηθῇ τις νὰ κάμῃ τὴν ὑπεξαίρεσιν, ὥστε ἡ διετία τοῦ νομοσχεδίου δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ ἐμποδίσῃ τὸ ἀτόπημα. Ἐὰν ἡ Βουλὴ νομίζῃ ὅτι δύναται νὰ γείνῃ τι ὅπως θεραπευθῇ τὸ κακόν, δὲν ἔχομεν καμμίαν δυσκολίαν.
§131ΤΙΝΕΣ. Ἓν ἔτος.
§132ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Παρακαλῶ μόνον νὰ προστεθῇ ἡ ἑξῆς προσθήκη εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου· «τὰ αὐτὰ ἰσχύουσιν ἐπὶ ἀγωγῶν προερχομένων ἐκ τῶν περὶ καταδιώξεως τῆς λῃστείας νόμων.»
§133ΤΙΝΕΣ. Αὔριον.
§134ΕΤΕΡΟΙ. Νὰ τελειώσωμεν. Κατόπιν ἐγένοντο παραδεκτὰ τὰ ἄρθρα 2, 3 ὡς καὶ τὸ σύνολον, ὡς ἐτροπολογήθη, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὸ νομοσχέδιον περὶ τῶν ἐν Κύμῃ γαιανθράκων.
§136ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 12 καὶ 10 μ. μ.