1877.06.11
898 rows · 7,151 words · 119 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 19
τῆς 11 Ἰουνίου 1877.
(Σάββατον).
Ὥρα 9 π. μ.
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀντικείμενον τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως εἶναι ιά. ἡ πρότασις ἢ ἐπερώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Σούτσου, καὶ βʹ. τοῦ κ. Χοϊδᾶ ἐπὶ τῶν σιμωνιακῶν Ἐπισκόπων· κατόπιν δὲ ἔχομεν τὴν συζήτησιν τῶν ἀντικειμένων τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§2Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Σοῦτσον, ἐὰν εἶναι δυνατόν, τὴν ἐπερώτησίν του νὰ τὴν ἀφήσῃ νὰ γίνῃ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἐκεῖ ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ θέσιν πολὺ καλά.
§3ΣΟΥΤΣΟΣ. Μάλιστα.
§4ΦΙΛΗΜΩΝ. Πρὶν ἀρχίσουν αἱ ἐπερωτήσεις δὲν δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν τὰ νομοσχέδια περὶ τῶν ὁποίων δὲν ὑπάρχει συζήτησις καὶ κατόπιν ἐρχόμεθα εἰς τὰς ἐπερωτήσεις;
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν θέλῃ ἡ Βουλή....
§6ΧΟΪΔΑΣ. Δὲν νομίζετε, ὅτι παραβιάζεται ὁ Κανονισμός, ὅταν προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν πρῶτον καὶ κατόπιν εἰς τὰς ἐπερωτήσεις;
§7ΦΙΛΗΜΩΝ. Νὰ τελειώσωμεν αὐτὰ πρῶτον περὶ τῶν ὁποίων δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§8ΠΛΑΠΟΥΤΑΣ. Δύω λέξεις ἀσχέτους πρὸς τὸ προκείμενον ζήτημα.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι εἰς τὸ βῆμα ὁ κ. Χοϊδᾶς.
§10ΧΟΪΔΑΣ. Χαίρω διότι βλέπω παρόντα τὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ὑπουργὸν, ὅστις τοσοῦτον θρησκευτικῶς ἐξεπλήρωσε καὶ τὸ πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν μας καθῆκον, καὶ δύναμαι νὰ ἀποκαλύψω αὐτῷ τὰς ἰδέας μου καὶ τοὺς στοχασμούς μου. Ἀπὸ πολλοῦ χρόνου, κύριοι, βουλευταὶ καὶ κύριε ὑπουργὲ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἐδιχάσθη καὶ διῃρέθη ἡ πολιτεία τῆς πατρίδος, ἐδιχάσθη δὲ καὶ διῃρέθη ἕνεκα κακῶν συλλογισμῶν ἐρειδομένων ἐπὶ πεπλανημένας ἰδέας, διὰ νὰ μὴ προσθέσω ἄλλο τι, δυνάμενον νὰ προσβάλῃ ἀποτόμως. Ἡ πολιτεία τῆς πατρίδος μας διὰ τῶν δικαστηρίων της ἀπεφάνθη, ὅτι τρεῖς ἄνθρωποι παραγνωρίζοντες τὸν προορισμόν των καὶ ὡς ἄνθρωποι καὶ ὡς λειτουργοὶ τοῦ δημοκράτου Χριστοῦ ἠθέτησαν τοὺς νόμους τῆς πολιτείας, ἠθέτησαν τοὺς νόμους τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὀπαδοὶ Σίμωνος τοῦ Μάγου γενόμενοι ἀνεβιβάσθησαν εἰς ὕπατα τῆς Ἐκκλησίας ἀξιώματα, καὶ ποιμένες τοῦ χριστιανικοῦ πληρώματος ἐκηρύχθησαν καὶ τὰς ἰδέας τοῦ Χριστοῦ ἀνέλαβον νὰ ἐκπροσωπήσωσιν ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ. Ἡ ἀπόφασις τοῦ δικαστηρίου τῆς πατρίδος μας, ἡ ὁριστικὴ καὶ τελεσίδικος καὶ ἀμετάκλητος, ἀνεκοινώθη καὶ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τῆς πατρίδος μας, ἀλλ’ ἡ Ἐκκλησία τῆς πατρίδος μας, παραγνωρίζουσα τὸν προορισμόν της καὶ παραβλέπουσα τὴν ἀποστολήν της, ἀπεφάσισε νὰ κηρύξῃ τὸν πόλεμον κατὰ τῆς πολιτείας καὶ τῶν νόμων της καὶ κατὰ τῆς Ἐκκλησίας καὶ κατὰ τοῦ δημοκρατικοῦ ἀρχηγοῦ της. Ἀπεφάσισεν νὰ εἴπῃ, εἰς οὐδὲν λογίζομαι τοὺς νόμους τῆς πολιτείας, ἐγὼ ὁ εἰς τοὺς νόμους αὐτῆς ὑποκείμενος· ἀπεφάσισε νὰ εἴπῃ τῷ Χριστῷ, εἰς οὐδὲν λογίζομαι Σὲ ἐγώ, τοῦ ὁποίου ἡ Βασιλεία οὐχὶ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ, ἀλλ’ ἐκ τῆς γῆς καὶ ἐπὶ τῆς γῆς καὶ δέχομαι εἰς τὰς ἀγκάλας μου δύω τρεῖς σιμωνιακοὺς παραβάτας τῶν θείων καὶ ἱερῶν κανόνων τῆς πολιτείας καὶ τῆς Ἐκκλησίας· διότι δυστυχῶς μετετράπησαν ἀπὸ πολλοῦ χρόνου αἱ βάσεις τῆς πολιτείας, διότι δυστυχῶς ἀνετράπησαν ἄρδην αἱ βάσεις τῆς Ἐκκλησίας· ἄλλως ἐσκέπτετο ὁ Θεός μας, ὁ δημοκρατικὸς Χριστός, καὶ ἄλλως σκέπτονται οἱ λειτουργοί του· ἐκεῖνος ἔλεγεν, ἡ Βασιλεία ἡ ἐμὴ οὐκ ἐκ τοῦ κόσμου τούτου, αὐτοὶ λέγουν, ἡ ἡμετέρα βασιλεία ἐκ τῆς γῆς ταύτης καὶ ἐπὶ τῆς γῆς ταύτης· ἐκεῖνος ἔλεγεν, λατρεύσατε τὸν πατέρα τὸν ἐκπροσωποῦντα τὴν ἀρετήν, λατρεύσατε τὸν υἱὸν τὸν ἐκπροσωποῦντα τὴν ἐλευθερίαν, λατρεύσατε τὸ ἅγιον Πνεῦμα τὸ ἐκπροσωποῦν τὴν φιλοπατρίαν· αὐτοὶ λέγουσι, λατρεύσατε τὴν δραχμὴν ὡς πατέρα, τὸ ἥμισυ τῆς δραχμῆς ὡς υἱόν, τὸ τέταρτον τῆς δραχμῆς ὡς ἅγιον Πνεῦμα καὶ ὁλόκληρον τὴν δραχμὴν ὡς ἁγίαν Τριάδα. Ἐὰν ὑπῆρξε ἄλλοτε μεταξὺ τῶν 12 μαθητῶν εἷς Ἰούδας, σήμερον μεταξὺ τῶν 12 λειτουργῶν τοῦ δημοκρατικοῦ Χριστοῦ οἱ ἕνδεκα εἶναι Ἰοῦδαι· τότε εἷς Ἰούδας ἠγοράσθη διὰ τριάκοντα ἀργυρίων, καὶ σήμερον τριάκοντα λειτουργοὶ τοῦ Χριστοῦ ἀντὶ ἑνὸς καὶ μόνου ἀργυρίου ἀγοράζονται (Θόρυβος).
§11ΤΙΝΕΣ. Δὲν εἶναι κατάστασις πραγμάτων αὐτή, κύριε πρόεδρε! Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον καταδικάζομεν ὅλην τὴν Σύνοδον.
§12ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Κύριε Χοϊδᾶ, εἶναι κατάλληλος ἡ ὥρα αὐτὴ διὰ τοιούτους λόγους;
§13ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κανονισμὸς δὲν ἐπιτρέπει αὐτὰ, διότι διασύρεται ἡ ὑπόληψις ὁλοκλήρου τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτὰ δὲν ἐπιτρέπονται.
§14ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριε Χοϊδᾶ, νομίζεις, ὅτι ἐξυπηρετεῖς τὰ συμφέροντα τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους τοιουτοτρόπως ἐξευτελίζων τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος; Δὲν φαίνεται νὰ ᾖναι ὀρθὸν τὸ τοιοῦτον.
§15ΧΟΪΔΑΣ. Εἶσθε παράδοξοι ἀληθῶς πολλοὶ ἐξ ὑμῶν τῶν συναδέλφων· προσπαθῆτε νὰ μὲ πείσητε, ὅτι ἀκόμη εἶμαι μαθητὴς καὶ ὅτι ὑμεῖς εἶσθε διδάσκαλοι καὶ δύνασθε νὰ μὲ διδάξητε. Σᾶς εὐχαριστῶ πολὺ καὶ πρὸ πάντων τὸν κ. πρώην ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ὑπουργόν. Ὑπενθυμίζω εἰς τὸν ἔντιμον πρώην ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν τί εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅταν ἀνεγνώσθησαν δύω τηλεγραφήματα ἐκ τῆς πατρίδος μου Κεφαλληνίας καὶ τί ὑπεσχέθη νὰ πράξῃ κατὰ τῶν σιμωνιακῶν Ἐπισκόπων.
§16ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Εἶναι ὥρα δι’ αὐτὰ τὰ ζητήματα;
§17ΧΟΪΔΑΣ. Ἐνθυμεῖται, πιστεύω, τὸ συμβὰν αὐτό.
§18ΡΙΚΑΚΗΣ. Κύριε Χοϊδᾶ, μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς κάμω μίαν ἐρώτησιν; (Θόρυβος).
§19ΧΟΪΔΑΣ. Δὲν ἐπιτρέπω.
§20Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μὴ διακόπτετε.
§21ΧΟΪΔΑΣ. Τὸ δυστύχημα εἶναι, κύριοι, ὅτι διατίθεσθε χαλεπῶς κατὰ τῶν ἀποκαλυπτόντων τὴν ἀλήθειαν καὶ τῶν ἐπιτιμώντων καὶ οὐχὶ κατὰ τῶν ἀδικούντων. Παλαίει ἡ πολιτεία, κύριε ὑπουργὲ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὅστις εὐγενέστερος πρὸς ἐμὲ ἀπὸ τοὺς λοιποὺς συναδέλφους ἐδείχθης, πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν καὶ ἡ Ἐκκλησία πρὸς τὴν πολιτείαν, ἡ πολιτεία ἐρειδομένη ἐπὶ τοὺς νόμους της καὶ τοὺς νόμους τοῦ δημοκρατικοῦ Χριστοῦ μας, ἡ Ἐκκλησία εἰς τοὺς νόμους τούτους ἀντιτάττει τὸ συμφέρον, τὴν ἰδιοτέλειαν, τὸν ἐγωϊσμόν. Σὺ πάντοτε εἰς τοὺς νόμους τῆς πολιτείας ἐρειδόμενος, προέβης εἰς τὰς πράξεις καὶ τὰς ἐνεργείας Σου· ἐὰν ᾖναι ἀληθῆ τὰ λεγόμενα, τὰ μηχανευόμενα, τὰ τολμώμενα παρὰ τῶν λειτουργῶν τῆς Ἐκκλησίας κατὰ τῶν νόμων τῆς πολιτείας, τῆς ἠθικῆς καὶ τῆς Ἐκκλησίας, δίδαξον τοὺς ἀρχηγοὺς τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ὅτι δὲν εἶναι εὔκολον τὸ παραβαίνειν τοὺς νόμους, καὶ ὅτι εἶναι ἀδύνατον τρεῖς σιμωνιακοὺς παραβάντας τῶν νόμων τῆς πολιτείας, τῆς ἠθικῆς καὶ τῆς Ἐκκλησίας νὰ τοὺς καθίσωσιν ἐπὶ τῶν ἑδρῶν τῶν ποιμαντορικῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὁ δημοκρατικὸς Χριστός μας ἐκάθισε καὶ ἐκ τῶν ὁποίων ἀνῆλθεν ἐπὶ τοῦ σταυροῦ. Παρεκάλεσα τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ ἤδη τὸν παρακαλῶ νὰ καταθέσῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰ ἀνταλλαγέντα ἔγγραφα μεταξὺ πολιτείας καὶ Ἐκκλησίας καὶ τὴν ἔκθεσιν τοῦ πρώην ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας καὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κ. Κανακάρη πρὸς τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον, καὶ τὰ ἔγγραφα τοῦ κ. Μίληση ἐκ τῶν ὁποίων δηλοῦται ἡ πατριωτικὴ πορεία τούτου, διὰ νὰ λάβῃ ἓν μικρὸν μάθημα ἀπέναντι τοῦ μαθήματος τὸ ὁποῖον ἐπειράθη νὰ μοὶ δώσῃ· ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτου, φέρω πρότασιν, κύριοι, καὶ παρακαλῶ ἡ Βουλὴ νὰ ἐπινεύσῃ εἰς τὴν ἐκτύπωσιν καὶ διανομὴν αὐτῆς, διὰ τῆς ὁποίας περιορίζεται ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐπισκόπων εἰς 13, ὁρίζονται δὲ ἕδραι ἑκάστης ἐπισκοπῆς αἱ πρωτεύουσαι τῶν νομῶν, οἱ δὲ λοιποὶ ἐπίσκοποι νὰ λαμβάνωσι σύνταξιν ἀνεξαρτήτως τοῦ νόμου τῆς συντάξεως. Ὁπωσδήποτε ἔχω πεποίθησιν εἰς τὴν ἀρετὴν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὅτι θέλει λάβει ὑπ’ ὄψιν του τὰς παρατηρήσεις μου ταύτας καὶ θέλει φροντίσει περὶ αὐτῶν. Παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἐὰν σήμερον εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ δώσῃ ἀπάντησιν, καλῶς· ἄλλως, ἂς ὁρισθῇ μία ἄλλη ἡμέρα ὅτε θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ ν’ ἀναπτύξω ἐν πλάτει τὸ ζήτημα. Πιστεύω, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ εὐαρεστηθῇ νὰ διατάξῃ τὴν τύπωσιν καὶ διανομὴν τῆς προτάσεώς μου, ἥτις πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὡς σώτειρα. (Ἀναγινώσκει).
§22ΤΙΝΕΣ. Νὰ τυπωθῇ.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ.
§24Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργ. Ἐκκλησιαστικῶν). Ἐπειδὴ, κύριοι, μοὶ εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρήσω εἰσέτι τὴν ὑπόθεσιν περὶ τῆς ὁποίας ἐλάλησεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κραναίας βουλευτὴς, μήπω ἐντελῶς ἐκπερατωμένην, παρακαλῶ καὶ αὐτὸν καὶ τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ μὴ εἴπω τι ἐπὶ τοῦ παρόντος περὶ ταύτης οὐδὲ νὰ καταθέσω τὰ ζητούμενα ἔγγραφα. Ἐν τῇ πατρίδι ἡμῶν ὑπάρχει σύστημα κατὰ τὸ ὁποῖον διεξάγονται καὶ κανονίζονται αἱ σχέσεις τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀρχῆς καὶ τῆς πολιτικῆς ἀρχῆς. Κατὰ τὸ σύστημα τοῦτο δὲν διατελεῖ ὑποτεταγμένη ἡ πολιτικὴ ἀρχὴ εἰς τὴν ἐκκλησιαστικὴν, οὐδ’ ἐξήρτηται ἀπὸ ταύτης, ὡς ἐν ταῖς πρώην Παππικαῖς χώραις· δὲν διατελεῖ ὑποτεταγμένη ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἀρχὴ εἰς τὴν πολιτικὴν ὡς ἐν τῇ Ἀγγλίᾳ καὶ ἐν τῇ Ῥωσσίᾳ· οὔτε ὑπάρχει παρ’ ἡμῖν σύστημα κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἀρχὴ καὶ ἡ πολιτικὴ ἀρχὴ εἰσὶν ἐντελῶς κεχωρισμέναι ἀπ’ ἀλλήλων ὡς ἐν Ἀμερικῇ. Ἐν τῇ πατρίδι ἡμῶν ἰσχύει σύστημα κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἀρχὴ καὶ ἡ πολιτικὴ συνυπάρχουσι καὶ συμπράττουσιν· ἐνῷ δ’ ἑκατέρα ἔχει ἰδίαν ἐνέργειαν, ἐργάζονται ἀμφότεραι ἐν πλήρει ἀνεξαρτησίᾳ πρὸς κοινὸν σκοπὸν, καὶ διὰ τῆς συμπράξεως καὶ τῆς ἀμοιβαίας συνδρομῆς ἐπιζητοῦσιν ἑκατέρα δι’ ἀμοιβαίων παραχωρήσεων τὸν σκοπὸν τὸν ὁποῖον ἑκατέρα προτίθεται. Τὸ σύστημα τοῦτο, τὸ τόσον λογικὸν καὶ ὀρθὸν, εἰς τὴν ἐφαρμογὴν παρέχει δυσκολίαν, διότι κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν σχέσεων τούτων πολλάκις ἐγείρονται δισταγμοὶ, προκύπτουσι ἀπορίαι καὶ ἀναφαίνονται διαφωνίαι. Διὰ τοῦτο δὲν εἶναι παράξενον ἐὰν ἐπί τινος ὑποθέσεως ἀνεφάνη διαφωνία ἢ ἀπορία μεταξὺ τῆς ἐκκλησιαστικῆς καὶ τῆς πολιτικῆς ἀρχῆς· ἡ παράτασις ὅμως τῆς διαφωνίας δύναται νὰ κατασταθῇ διχογνωμία, ἡ δὲ διχογνωμία, μεταποιουμένη εἰς ἰσχυρογνωμοσύνην, δύναται νὰ συντελέσῃ εἰς διατάραξιν τῆς συμβιώσεως καὶ τῆς συμπράξεως τῆς τε ἐκκλησιαστικῆς καὶ τῆς πολιτικῆς ἀρχῆς. Τοιαύτη δὲ διατάραξις θέλει ἐπιφέρει μεγίστην βλάβην εἴς τε τὴν Ἐκκλησίαν καὶ τὴν πολιτείαν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι μετὰ μεγάλης προσοχῆς καὶ φροντίδος ὀφείλει νὰ διεξαχθῇ ἡ ὑπόθεσις αὕτη. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι πρὸ δύω ἑβδομάδων γενόμενος ὑπουργὸς, δὲν ἠδυνήθην νὰ λάβω τὸν καιρὸν νὰ θίξω τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, διότι ἠναγκάσθην ν’ ἀσχοληθῶ ἐπὶ ὑποθέσεων συμφερόντων ὑπερτέρων. Δὲν θέλω ὅμως λείψει νὰ θίξω τὴν ὑπόθεσιν καὶ νὰ ἔλθω εἰς τὰς ἀναγκαίας πρὸς κανονισμὸν αὐτῆς συνεννοήσεις μετὰ τῆς μεγάλης ἐπιθυμίας τοῦ νὰ συντελέσω εἰς τὴν ἄρσιν πάσης διαφωνίας. Εἶμαι δὲ πεπεισμένος ὅτι καὶ ἡ ἐκκλησιαστικὴ καὶ ἡ πολιτικὴ ἀρχὴ, καταμετροῦσαι τὰς μεγάλας συνεπείας τὰς ὁποίας δύναται νὰ ἔχῃ ἡ διατάραξις τῶν πρὸς ἀλλήλας σχέσεων, θέλουσι κατανοήσει τὴν μεγάλην εὐθύνην, ἣν ἤθελον ἀναλάβει ἂν ἤθελον ἐπιμείνει διαφωνοῦσαι. Σᾶς βεβαιῶ, κύριοι, ὅτι ἐμφορούμενος ἐντελῶς ὑπὸ πνεύματος συνδιαλλακτικοῦ καὶ ἀπηλλαγμένου προκαταλήψεων ποθῶ ν’ ἀρθῇ πᾶσα διαφωνία, καὶ νὰ ἀποκατασταθῇ ἡ σύμπραξις καὶ ἡ συμβίωσις τῶν δύω ἀρχῶν· θέλω δὲ πρὸς τοῦτο ἀσχοληθῆ ἀνενδότως.
§25ΧΟΪΔΑΣ. Κύριε πρόεδρε, εἶχα παρακαλέσει προχθὲς τοὺς κ. ὑπουργοὺς ν’ ἀποτείνωσιν ἐκ μέρους μου τῷ κ. ὑπουργῷ τῶν Οἰκονομικῶν γνώμην μου τινὰ, καὶ εἶχον ὁρίσει χρόνον κατὰ τὸν ὁποῖον τὴν γνώμην μου ταύτην ἤθελον ἐκθέσει. Καὶ πάλιν δὲν βλέπω παρόντα τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλ’ εὐτυχῶς εἰσὶν ἄλλοι συνάδελφοι αὐτοῦ παρόντες δυνάμενοι νὰ ἀπαντήσωσιν, ἐὰν τὴν γνώμην μου θεωροῦν ὀρθὴν καὶ ἀποδέχονται ἢ τὴν θεωροῦσι μὴ ὀρθὴν καὶ τὴν ἀποκρούουσι, res judicata............... Τὸ δεδικασμένον ὡς ἀλήθεια θεωρεῖται, καί τοι δὲν εἶναι ἀλήθεια. Οὐδεὶς πλέον ἐμοῦ σέβεται τὸ δεδικασμένον, ἀλλὰ καὶ οὐδεὶς πλέον ἐμοῦ ἀποκρούει τὸ δεδικασμένον τὸ μὴ ἐρειδόμενον ἐπὶ τὴν ἀλήθειαν ἀλλ’ ἐπὶ τὴν πλάνην τῶν ἀνθρώπων, διότι καὶ ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι τέλειος, δύναται νὰ ὑποπέσῃ εἰς πλάνην. Σέβομαι τὸ δεδικασμένον καὶ τὰς κρίσεις τῶν συναδέλφων μας, ἀλλὰ δὲν ἀσπάζομαι τὰς κρίσεις αὐτῶν· ἀσπάζομαι τὴν ἐμὴν κρίσιν καὶ δυνάμει αὐτῆς ὁμιλῶ. Παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τῶν συναδέλφων του νὰ μὴ προβῇ εἰς τὴν καταβολὴν οὐδὲ μιᾶς δραχμῆς δυνάμει τῆς διατάξεως 76 τοῦ Συντάγματος, πρὶν τὰ δικαστήρια τῆς πατρίδος ἀποφανθῶσιν ἂν δικαιοῦται ὁ Βουλευτὴς δυνάμει τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος νὰ λάβῃ πλὴν τῶν ἐξόδων τῆς ἀφίξεως καὶ ἐπανόδου ἄλλο τι διὰ τὴν ἔκτακτον σύνοδον. Οἱ διϊσχυριζόμενοι δὲ ὅτι ἐπὶ τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς δὲν δύνανται τὰ δικαστήρια νὰ ἐκφέρωσι γνώμην πλανῶνται ὅπως ἐπλανήθησαν καὶ εἰς τὴν ἔκδοσιν τῆς ἀποφάσεώς των· πάντες δὲ οἱ συγγράψαντες περὶ δημοσίου δικαίου διδάσκουσιν ὅτι ἡ προκειμένη ὑπόθεσις εἶναι ἐξ ἐκείνων ἐπὶ τῶν ὁποίων δύνανται νὰ κρίνουν τὰ δικαστήρια. Παρακαλῶ τοὺς παρόντας ὑπουργοὺς, τοὺς ἐκπροσωποῦντας τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ συνεργαζομένους ἐν ἀδελφικῇ ἀγάπῃ, νὰ ἀπαντήσωσιν ἂν θεωρῶσιν ὀρθὴν τὴν γνώμην μου.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλω στείλει ἀπόσπασμα τῶν πρακτικῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.
§27ΧΟΪΔΑΣ. Σιωποῦν οἱ κύριοι Ὑπουργοί; Δύω δόγματα ὑπάρχουν, ἢ ὁ σιωπῶν συναινεῖ, ἢ ὁ σιωπῶν δὲν συναινεῖ (Θόρυβος).
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Διαμαντόπουλος ἔχει τὸν λόγον δι’ ἐπερώτησιν.
§29ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Σειρὰ, κύριοι, διαδοχικῶν Κυβερνήσεων ἀπὸ εἰκοσιπενταετίας ὑπέπεσεν ἐξ ἐλλείψεως ἐπιστήμης εἰς ἓν λάθος, το ὁποῖον ἐζημίωσε μέχρι τοῦδε ἐπὶ ἓν ἥμισυ ἑκατομμύριον τοὐλάχιστον τὸν τόπον καὶ παρέβλαψε σπουδαίως τὴν ἠθικὴν αὐτοῦ. Ἐξηγοῦμαι· πρὸ εἰκοσιπενταετίας ὑπάρχει παρὰ τὴν ὁδὸν Σιὼν καὶ τῆς Γαλλικῆς σχολῆς τὸ νοσοκομεῖον τῶν συφιλιτικῶν γυναικῶν, τὸ ὁποῖον καλύπτει μίαν τῶν ὡραιοτέρων ὁδῶν τῆς πόλεως Ἀθηνῶν, καὶ κεῖται ἐν μέσῳ συνοικίας ἀπὸ τὴν ὁποίαν τὸ Δημόσιον λαμβάνει φόρους καὶ εἰσοδήματα πολλά. Διὰ τὸ νοσοκομεῖον αὐτὸ ἐξοδεύει τὸ Δημόσιον μέχρις 20,000 δραχμῶν διὰ τριάκοντα ἢ 50 πόρνας κατ’ ἔτος, καὶ δὲν πράττει τίποτε ἄλλο εἰμὴ νὰ ἔχῃ ἐντὸς τῆς κοινωνίας τὴν ἀνηθικότητα (θόρυβος). Ἐλάλησα εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος εἶναι διατεθειμένος νὰ κάμῃ τὸ καλὸν, ἀλλὰ δὲν δύναται· ἐγὼ, κύριοι, ἐκεῖ ἔτυχε νὰ ἔχω οἰκίαν τὴν ὁποίαν δὲν δύναμαι νὰ ἐνοικιάσω, καὶ ἐν τούτοις αὔριον τὸ πρωῒ θὰ ἔλθῃ ὁ εἰσπράκτωρ νὰ μοὶ ζητῇ φόρους. Ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις, συνεννοουμένη μετὰ τοῦ ἀδελφάτου τοῦ δημοτικοῦ Νοσοκομείου, νὰ τὰς τοποθετήσῃ ἐκεῖ (θόρυβος). Οἱ γείτονες, κύριοι, ἐκεῖ σήμερον κινδυνεύουσι (θόρυβος).
§30ΖΑΪΜΗΣ. Δὲν εἶναι καιρὸς σήμερον διὰ τοιαῦτα ζητήματα.
§31Γ. ΠΛΑΠΟΥΤΑΣ. Μὲ λύπην μου, κύριοι, θὰ κάμω ἐπερώτησιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως, καὶ παρακαλῶ νὰ μὲ πληροφορήσῃ διατὶ μέχρι τοῦδε δὲν ἐξετέλεσε ἢ δὲν ἠθέλησε νὰ ἐπαναλάβῃ τὸ ἐκδοθὲν εἰς τὰς 27 Αὐγούστου 1871 Β. Διάταγμα περὶ ὑποτροφίας τοῦ Βότσαρη. Ἐθυμεῖσθε κατὰ τὴν προτελευταίαν σύνοδον ἔκαμα περὶ τούτου λόγον, καὶ ἐπίστευα ὅτι τὸ ὑπουργεῖον τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἤθελε μεριμνήσει περὶ τοῦ νέου αὐτοῦ, ὅπως δικαιοῦται νὰ τοῦ χορηγήσῃ τὸ ἔθνος τὰ ἀναγκαῖα πρὸς ἐκπαίδευσίν του. Ἐπίστευον μάλιστα ὅτι ἀφοῦ τὸ ὑπουργεῖον τῆς Ἐκπαιδεύσεως προέβη ἔκτοτε εἰς νέας ὑποτροφίας, ὅτι εἷς ἐκ τῶν πρώτων ἤθελεν εἶσθαι καὶ αὐτὸς εἰς τὸν ὁποῖον τὸ Β. Διάταγμα ὑπόσχεται ἐπὶ 8 ἔτη ὑποτροφίαν καθὼς καὶ εἰς τὸν ἕτερον ἀδελφόν του, τὸν ἀποθανόντα, ἀλλὰ μὲ λύπην μου ἐπληροφορήθην ὅτι δὲν συμπεριελήφθη παντάπασι. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ μοὶ δώσῃ πληροφορίας τινὰς περὶ τούτου.
§32Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργὸς Ἐκπαιδεύσεως). Ἐν πρώτοις διαδηλῶ καὶ βεβαιῶ τὴν Βουλὴν ὅτι δὲν διώρισα οὐδένα ὑπότροφον, εἶναι δὲ πολὺ φυσικόν, διότι μόλις πρὸ δύω ἑβδομάδων ἐγενόμην ὑπουργός.
§33ΠΛΑΠΟΥΤΑΣ. Ἐννοῶ ἐν γένει τὸ ὑπουργεῖον τῆς Ἐκπαιδεύεως.
§34Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ δὲν εἶχον τὸν ἀπαιτούμενον καιρὸν νὰ ἐξετάσω περὶ τῆς ὑποθέσεως περὶ ἧς ἐλάλησεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος. Ἐκ καθήκοντος πρὸς τὴν οἰκογένειαν τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτησαν τὴν πατρίδα εἴτε κατὰ τὸν μεγάλον ἀγῶνα εἴτε μετ’ αὐτόν, καὶ ἐκ σεβασμοῦ πρὸς τὰ δικαιώματα αὐτῶν, θέλω εἶσθαι διατεθειμένος μετὰ μεγάλης φροντίδος νὰ συντελέσω ἵνα ἀνακουφίσω, εἰς ὅ,τι ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἐμὲ, τὰς ἀνάγκας των. Γνωστὸν εἶναι εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ἡ οἰκογένεια, περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, συνδέεται μετ’ ἐμοῦ διὰ στενῆς συγγενείας, οὐδὲ εἶναι δυνατὸν νὰ μὲ διαλάθωσι τὰ δικαιώματα αὐτῆς· ἀλλ’ ἐπειδὴ μόλις πρὸ δύω ἑβδομάδων εὑρίσκομαι εἰς τὸ ὑπουργεῖον, δὲν ἔλαβα καιρὸν οὐδὲ νὰ πράξω καὶ οὐδὲ νὰ ἐξετάσω· πλὴν δὲ τούτου διατελοῦμεν ἤδη περὶ τὸ τέλος τοῦ σχολικοῦ ἔτους, καὶ κατὰ τὸ τέλος τῶν διακοπῶν θέλω καταβάλει πᾶσαν προσπάθειαν ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ αὐξήσεως τῆς δυνάμεως τῆς χωροφυλακῆς. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παραδέχθη. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 1.
§36ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Ὡς ἐκφράζεται τὸ νομοσχέδιον, φαίνεται, ὅτι εἶναι διαρκὲς καὶ οὐχὶ προσωρινόν. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ χωροφυλακὴ ἀποτελεῖ μέρος τοῦ στρατοῦ, ἂν καὶ ἐκτελῇ καὶ ἄλλας ὑπηρεσίας, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἀναλογία τις, πρέπει καὶ τὸν νόμον τοῦτον νὰ ὀνομάσωμεν προσωρινόν, διότι θὰ ἔχῃ πολλὰς συνεπείας. Ἡ ἀναλογία μεταξὺ τοῦ στρατοῦ καὶ τῆς χωροφυλακῆς εἶναι μικροτέρα τῶν 5%, σήμερον εἰς τὴν Ἑλλάδα εἶναι 1,000 εἰς 12,000, καὶ δὲν ἀντιλέγω εἰς τοῦτο, διότι αἱ περιστάσεις εἶναι τοιαῦται· δὲν πρέπει ὅμως νὰ ὑπερβῶμεν καὶ ὅριά τινα. Διὰ τοῦτο προτείνω ὁ νόμος οὗτος νὰ ὀνομασθῇ προσωρινὸς καὶ νὰ μὴ ἀναβιβασθῇ ἡ δύναμις τῆς χωροφυλακῆς εἰς αὐτὴν τὴν ἀναλογίαν. Παρατηρῶ ἀκόμη, ὅτι ἐνῷ ἐδιπλασιάσθη ὁ ἀριθμὸς τῶν ἁπλῶν χωροφυλάκων, δὲν ηὐξήθη ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐνωμοταρχῶν, ἐνῷ ἔπρεπε κατ’ ἀναλογίαν καὶ ἐνταῦθα νὰ ἐπέλθῃ αὔξησις.
§37ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Δὲν θεωρῶ ὀρθὴν τὴν γνώμην τοῦ προαγορεύσαντος, ὅτι ἡ δύναμις τῆς χωροφυλακῆς δέον νὰ διατελῇ ἐν ἀναλογίᾳ πρὸς τὴν δύναμιν τοῦ στρατοῦ· θεωρῶ ἀπ’ ἐναντίας, ὅτι τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς εἶναι ἀνεξάρτητον τοῦ ἑτέρου στρατοῦ· δὲν προώρισται νὰ συνεργάζεται μετὰ τοῦ στρατοῦ, ὅπως τὰ ἕτερα σώματα, ἵνα ὑπάρχῃ ἀναλογία τακτικὴ πρὸς τοῦτο. Ἡ χωροφυλακὴ ἀνήκει εἰς τὴν ἐσωτερικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ στρατοῦ καὶ δύναται νὰ ὑπάγεται εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ οὐχὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἔχει δὲ καθήκοντα ἴδια κατὰ τὰς ἰδιαιτέρας ἀνάγκας ἑκάστης Ἐπικρατείας. Ἐν Ἑλλάδι εἶναι βέβαιον, ὅτι ἡ χωροφυλακὴ θέλει εἶσθαι πολὺ ἀνωτέρα τῆς δυνάμεως τῆς χωροφυλακῆς, ἥτις εἰς ἄλλα Κράτη ὑπάρχει, διότι αἱ ἀνάγκαι, τὰς ὁποίας πρόκειται ἐνταῦθα νὰ ὑπηρετήσῃ, εἶναι μεγαλείτεραι. Πρόκειται νὰ ἐκπληρώσῃ πάσας τὰς ἀνάγκας, ἃς σήμερον ἐξετέλει ὁ στρατός. Εἰς ἄλλας Ἐπικρατείας δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη συνοδείας τοῦ εἰσπράκτορος, ὅπως ἐνταῦθα· γνωρίζετε, ὅτι ἐν Ἑλλάδι αἱ φυλακαὶ εἶναι καταμεμερισμέναι, καὶ ἔχομεν ἀνάγκην πλειοτέρων σκοπῶν πρὸς φύλαξιν. Ὅταν κατασκευάσωμεν καταστήματα καταλληλότερα, ἐλπίζομεν, ὅτι θὰ εὐκολυνθῇ ἡ ὑπηρεσία. Ἐν Ἑλλάδι γνωρίζετε, ὅτι μέχρι τινὸς εἴχομεν λῃστείαν, ἥτις σήμερον εὐτυχῶς δὲν ὑπάρχει, ἔχομεν ὅμως φυγοδίκους εἰς ἀριθμὸν ὑπέρτερον τοῦ ὑπάρχοντος εἰς ἄλλα Κράτη, ἔχομεν ζωοκλοπὴν, ἔχομεν εἰδικὰ ἐγκλήματα. Διὰ τοῦτο ἡ δύναμις αὕτη εἶναι ἀπαραίτητος παρ’ ἡμῖν· καὶ ἂν ἠδύνατό τις νὰ ψέξῃ τὸ νομοσχέδιον, ἴσως ἠδύνατο νὰ τὸ ψέξῃ ἐπὶ ἀνεπαρκείᾳ δυνάμεως.
§38ΖΩΧΙΟΣ. Ἐγὼ προχθὲς σᾶς ἐλάλησα, ὅτι ἡ σχέσις τῆς πληθύος τῆς χωροφυλακῆς πρὸς τὴν τοῦ στρατοῦ εἶναι ὅλως διόλου δυσανάλογος· σᾶς ἔκαμα δὲ καὶ τὴν παρατήρησιν, ὅτι δὲν ἀρκεῖ νὰ προσθέσητε ἁπλοῦς χωροφύλακας, ἀλλὰ καὶ ἀξιωματικούς. Ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἀνέλαβε νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα, δίδων ἄλλην ἑρμηνείαν· ἀλλὰ θὰ μὲ συγχωρήσῃ νὰ τῷ κάμω μίαν μικρὰν παρατήρησιν. Ὁ στρατὸς θὰ ὑποτρέφῃ τὴν χωροφυλακὴν, οἱ ἐκλεκτοὶ τοῦ στρατοῦ θὰ ἀποτελοῦν τὴν χωροφυλακήν. Ἀλλὰ θὰ εὕρητε τόσους ἐκλεκτοὺς νὰ κατατάξητε; ἀμφιβάλλω. Σημειωτέον δὲ, ὅτι ἔχετε διάταξιν, ὅτι ἐκλέγετε στρατιώτας ὑπηρετήσαντας εἰς τὸν στρατὸν ἓξ μῆνας καὶ τοὺς κατατάσσετε εἰς τὴν χωροφυλακήν· αὐτοὶ θὰ ᾖναι μόνιμοι ἢ προσωρινοί; ἂν ᾖναι μόνιμοι, δὲν θὰ ἔχετε χωροφυλακὴν, διότι ὁ χωροφύλαξ πρέπει νὰ ᾖναι διαπρεπὴς στρατιώτης, καὶ τοιούτους στρατιώτας δὲν θὰ ἔχετε ἐντὸς ἓξ μηνῶν. Διατὶ δὲν κάμετε δύω τάγματα, τὰ ὁποῖα νὰ ἐκτελοῦν αὐτὸ τὸ ἔργον; Ἄλλως τε δὲ αὐτοὺς τοὺς χωροφύλακας τίς θὰ διευθύνῃ; Μία ἐκ τῶν ἐλλείψεων τοῦ τελειοτάτου στρατοῦ τοῦ Πρωσσικοῦ εἶναι καὶ ἡ ἔλλειψις ὑπαξιωματικῶν, διότι οἱ ὑπαξιωματικοὶ εἶναι πρωτίστως ἀναγκαῖοι, καθότι ὁ πόλεμος σήμερον κατήντησε μία μονομαχία. Ἂν λάβητε χιλίους πεντακοσίους στρατιώτας μὴ κατηρτισμένους, καὶ τοὺς προσθέσητε εἰς τὴν χωροφυλακὴν, θὰ ἔχετε χωροφυλακὴν ἀτελῆ, καὶ ἂν ᾖναι τὸ νομοσχέδιον μόνιμον δὲν θὰ ἔχετε πλέον χωροφυλακὴν, διότι ἐκτὸς τῶν λοιπῶν προτερημάτων ἡ χωροφυλακὴ πρέπει νὰ ἔχῃ καὶ ῥώμην, ὅπως δὲ ἀποκτήσῃ ταύτην χρειάζεται καὶ χρόνος μακρός.
§39ΖΙΜΒΡΑΚΑΚΗΣ (ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Ἀπαντῶ πρῶτον εἰς τὴν πρότασιν τοῦ κ. συνταγματάρχου Κορωναίου, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ σχηματίσωμεν χωροφυλακὴν διὰ τὴν ἀστυνομίαν τοῦ στρατοῦ, διότι ἄλλο εἶναι χωροφυλακὴ, ἡ ὁποία εἶναι παράρτημα τοῦ στρατοῦ διὰ τὴν ἀστυνομίαν αὐτοῦ, καὶ ἄλλο χωροφυλακὴ τὴν ὁποίαν ἡμεῖς κάμνομεν διὰ τὴν ἀστυνομίαν τοῦ Κράτους. Ἴσως τινὲς φοβοῦνται μὴ τυχὸν ἡ χωροφυλακὴ αὕτη ἐπιφέρῃ ἐλάττωσιν τοῦ στρατοῦ. Ἐγὼ εἶπον καὶ ἄλλοτε, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος δὲν δύναται νὰ ἔχῃ περισσότερον στρατὸν τοῦ πληθυσμοῦ του. Ἀπαντῶν εἰς τὸν ἀξιότιμον κύριον Ζωχιὸν λέγω, ὅτι τῳόντι κατὰ τὸν ὀργανισμὸν τῆς χωροφυλακῆς οἱ κατατασσόμενοι πρέπει νὰ διήνυσαν θητείαν ὁλόκληρον καὶ νὰ ἔχουν προσόντα, ἀλλὰ δυστυχῶς ὁ στρατὸς δὲν ἔδιδε τοσούτους ὅσοι ἀπῃτοῦντο πρὸς συμπλήρωσιν τῆς δυνάμεως τῆς χωροφυλακῆς, καὶ τοῦτο ἔδωκε ἀφορμὴν εἰς τὸ νὰ συγχωρηθῇ ἡ κατάταξις ἀνδρῶν μὴ ἐχόντων τὰ προσόντα τοῦ χωροφύλακος, διότι κατετάσσοντο ἀπ’ εὐθείας πολῖται, οἱ ὁποῖοι ἕνεκα τοῦ πολιασχόλου τῆς ὑπηρεσίας δὲν ἠδύναντο νὰ γυμνασθῶσι, καὶ οὕτως ἔμενον εἰς τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς ἄνθρωποι ἐντελῶς ἀγύμναστοι καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον κανὲν προσὸν νὰ ἦναι χωροφύλακες. Διὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον νὰ μεταθέσῃ ἀπὸ τὸν στρατὸν στρατιώτας, οἱ ὁποῖοι νὰ ὑπηρέτησαν μέρος τουλάχιστον τῆς θητείας. Αὐτὸς ἦτο ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος ἔκαμε τὴν Κυβέρνησιν νὰ παραδεχθῇ τὸ μέτρον τῆς μεταθέσεως. Δὲν πιστεύω, ὅτι εἶναι ὀρθὴ ἡ παρατήρησις, ὅτι ἡ χωροφυλακή, ὡς ἐννοοῦμεν ἡμεῖς αὐτήν, πρέπει νὰ ἦναι εἰς ἀναλογίαν μὲ τὸν στρατόν, διότι ἐνταῦθα δὲν πρόκειται περὶ χωροφυλακῆς, ἡ ὁποία θὰ ἐκτελῇ τὴν καθαρὰν ἀστυνομίαν τοῦ στρατοῦ. Ὡς πρὸς τοὺς βαθμοφόρους δέ, κύριοι, παρατηρῶ τὰ ἑξῆς· ὅτι δὲν ηὐξήσαμεν τὸν ἀριθμὸν αὐτῶν, διότι πρὶν ἑκάστη ἐνωμοτία συνέκειτο ἀπὸ 10 χωροφύλακας, ἤδη δὲ ηὐξήσαμεν τὸν ἀριθμὸν εἰς 20, ἀφήσαντες τὸν ἐνωμοτάρχην νὰ διοικῇ 20 ἄνδρας ἀντὶ 10, καὶ τοῦτο οἰκονομίας χάριν.
§40ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διατί δὲν εἶναι δεκτοὶ οἱ ὑπηρετήσαντες ὡς ἀντικαταστάται;
§41ΖΙΜΒΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ, κύριοι, δὲν εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀντικαταστάσεως. Παρετηρήθη δ’ ὅτι οἱ ὑπαξιωματικοὶ καὶ οἱ στρατιῶται, οἱ ὁποῖοι διήνυσαν μακρὸν χρόνον εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, ἀποκτῶσιν ἐλαττώματα, τὰ ὁποῖα δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ ὁ χωροφύλαξ, ὁ ὁποῖος ἔρχεται εἰς ἄμεσον συνάφειαν μὲ τὸν πολίτην καὶ προώρισται νὰ ἐκτελέσῃ τὸν νόμον.
§42ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἡ χωροφυλακὴ ηὐξήνθη, ὑπερβαίνει τὰς δυνάμεις τοῦ Κράτους· ἡ Ἑλλὰς εἶναι σῶμα μικρὸν καὶ τοιοῦτον σῶμα δύναται νὰ μὴ ἔχῃ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα.
§43Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. ...... (Ὅρα παράρτημα Βʹ.).
§44Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Οἱ προλαλήσαντες καὶ κατακρίναντες τὸ νομοσχέδιον, ὁ μὲν διὰ τὸν ἕνα λόγον, ὁ δὲ διὰ τὸν ἄλλον, φαίνεται, ὅτι ὁμιλοῦν περὶ μιᾶς πολιτείας, τὴν ὁποίαν αὐτοὶ φαντάζονται εἰς τὴν κεφαλήν των, δὲν ὁμιλοῦν δὲ περὶ τῆς πολιτείας διὰ τὴν ὁποίαν ἡμεῖς εἴμεθα κεκλημένοι σήμερον νὰ νομοθετήσωμεν. Ὁ εἷς ζητεῖ χωροφυλακὴν ἀπὸ στρατὸν, ὁ ὁποῖος νὰ ἔχῃ θητείαν πενταετῆ, ὁ ἕτερος ζητεῖ χωροφυλακὴν ὁποίαν ἔχουν τὰ ἄλλα ἔθνη, τὰ ὁποῖα ἔχουν ἄλλας ἀνάγκας. Ἂς ἐξετάσωμεν, κύριοι, ἐὰν διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον παρουσιάζεται, εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν αὐτὴν τὴν χωροφυλακὴν τὴν ὁποίαν ζητοῦν αὐτοὶ οἱ κύριοι. Διὰ νὰ ἔχωμεν πηγὴν ὅπως ἔχωμεν χωροφυλακὴν, ὁποίαν τὴν ἀπαιτοῦσιν οἱ κύριοι αὐτοὶ, ἀπαιτεῖται ἀναγκαίως νὰ ἔχωμεν στρατὸν, ὅπως εἶναι εἰς τὰ ἄλλα ἔθνη· ἀλλὰ ὅταν δὲν ἔχομεν τοιοῦτον στρατὸν, δὲν θὰ ἔχωμεν καὶ τοιαύτην χωροφυλακήν. Λοιπὸν πρέπει νὰ σκεφθῶμεν περὶ διοργανισμοῦ ἑνὸς σώματος χωροφυλακῆς, ὁποῖον ἀπαιτεῖ ὑφιστάμενος κανονισμός· ὅταν πρῶτον μορφώσωμεν στρατὸν, τότε ἂς ἀπαιτήσωμεν, ὅ,τι ἀπαιτοῦμεν σήμερον. Σήμερον ὅμως τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα παρουσιάζονται ἐνώπιόν σας, ποῖον σκοπὸν ἔχουν; νὰ ἀποσύρουν τὸν τακτικὸν στρατὸν ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς χωροφυλακῆς· ἀλλ’ ἀποσυρομένου τοῦ στρατοῦ, δὲν παρίσταται ἡ ἀνάγκη τῆς αὐξήσεως τῆς χωροφυλακῆς; Αὐτὴν δὲ τὴν χωροφυλακὴν πόθεν θὰ τὴν σχηματίσωμεν; Ἀπὸ τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν ἐνώπιόν μας. Ποῖος ἀπὸ τοὺς κυρίους αὐτοὺς δύναται ἤδη νὰ καταστήσῃ χωροφυλακὴν ὁποίαν τὴν λέγει; Δὲν εἶναι δυνατὸν εἰμὴ ὅταν τεθῇ εἰς ἐνέργειαν ὁ τακτικὸς νόμος περὶ στρατολογίας, ὁ τακτικὸς καὶ πάγιος νόμος, ὅταν γείνῃ ὁ ὀργανισμὸς ὁ τακτικός, ὅταν παρέλθῃ ὁ ἀπαιτούμενος καιρός· ὅταν ὅλα ταῦτα γίνωσι, τότε καὶ ὁ κ. βουλευτὴς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀπαιτήσῃ αὔξησιν νέας χωροφυλακῆς καὶ ὀργανισμὸν αὐτῆς, ὁποῖον ζητεῖ, διότι τότε θὰ ἔχῃ τὴν πηγὴν ἐκ τῆς ὁποίας θὰ ἀντλῇ τοὺς ἄνδρας ἐκείνους, οἵτινες ἐμορφώθησαν ἐν τῇ τάξει ὅπως τοὺς φέρῃ νὰ ὑπηρετήσωσιν ἀνώτερα συμφέροντα καὶ τῆς πολιτείας καὶ τοῦ στρατοῦ. Νομίζω λοιπόν, ὅτι ἡ συζήτησις αὕτη εἶναι ἐντελῶς τώρα περιττή, διότι πρέπει νὰ ἐνθυμηθῆτε ὅλοι ὅτι πρέπει νὰ σκεφθῶμεν ἐπὶ τῶν στοιχείων, τὰ ὁποῖα ἔχομεν, καὶ τί πρέπει νὰ πράξωμεν κατεπειγόντως καὶ νὰ μὴ λέγωμεν σήμερον ὅτι δυνάμεθα νὰ καταρτίσωμεν χωροφυλακὴν, ὅπως τὰ ἄλλα ἔθνη, διότι αὐτὰ τὰ πράγματα εἶναι ἀδύνατον νὰ γείνουν. Διὰ νὰ διοργανώσωμεν στρατιωτικῶς τὸ σῶμα αὐτὸ, ὅπως λέγετε, ἀπαιτοῦνται ἀνατροφὴ στρατιωτικὴ καὶ πολὺς χρόνος ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ ἡ πεποίθησις περὶ τῆς πειθαρχίας, διότι ἐκ τοῦ στρατοῦ ἀντλεῖ δυνάμεις ἡ χωροφυλακή. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον, διότι παρέρχεται ὁ καιρὸς ἄνευ λόγου.
§45ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Εἶμαι καὶ ἐγὼ σύμφωνος, ἂν προστεθῇ καὶ ἡ λέξις «προσωρινός».
§46Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἶναι ὅλα προσωρινά.
§47ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Τοῦτο τὸ λέγω, διότι ὁ κ. Πετιμεζᾶς εἶπεν, ὅτι εἶναι προσωρινά.
§48Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ προλαλήσας ὑπέθεσεν, ὅτι ὅλοι ἔχουν τὴν αὐτὴν ἰδέαν, ἐνῷ ἔχουν ὅλοι τὴν ἐναντίαν· ἐπάνω εἰς βάσιν, ἥτις δὲν ὑπάρχει, ἐστήρηξε τὸν λόγον του.
§49ΧΟΪΔΑΣ. Δυστυχία εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐὰν δὲν εἶναι καὶ ἡ χωροφυλακὴ προσωρινὴ, καὶ ὁ στρατὸς προσωρινὸς καὶ πᾶν ὅ,τι πράττομεν προσωρινὸν, καὶ ἐὰν πάντα ταῦτα ἔφερον τὸν τύπον τῆς ὁριστικότητος καὶ τὸν τύπον τοῦ ἀμεταβλήτου, θὰ ἦτο μικρὰ καὶ ἐλεεινὴ καὶ τρισαθλία τότε ἡ Ἑλλάς. Ὁριστικῶς ἀποφασίζομεν καὶ τελεσιδίκως καὶ περὶ τῆς χωροφυλακῆς καὶ περὶ τοῦ στρατοῦ καὶ περὶ πάντων; Προσωρινὴ εἶναι ἡ χωροφυλακὴ, προσωρινὰ πάντα καθὼς καὶ ἡμεῖς. Ὅταν πρόκηται νὰ ἐγερθῇ ὁ Ἑλληνισμὸς ὁλόκληρος χωρὶς νὰ ζητῇ κατακτήσεις ξένων χωρῶν ἀλλὰ καὶ χωρὶς νὰ ἀφήσῃ καὶ τὰς ἰδικάς της χώρας νὰ κατάσχωσιν ἄλλοι, ὀφείλομεν, καί τοι προσωρινῶς ἀποφασίζοντες, ν’ ἀποφανθῶμεν καὶ ἐκφράσωμεν τί ἕκαστος φρονεῖ. Εἶμαι ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀποκρούω τὰς ἰδέας πάντων τῶν προλαλησάντων, οἵτινες προσεπάθησαν διὰ διαφόρων λόγων νὰ πείσωσιν ἡμᾶς, ὅτι πρέπει νὰ ἀποκρούσητε τὸ νομοσχέδιον. Ἡ χωροφυλακὴ ὠφέλησε τὴν Ἑλλάδα ἀναξαρτήτως τῶν ἰδεῶν τὰς ὁποίας ἔχουν οἱ προλαλήσαντες. Δὲν πταίουσιν οἱ χωροφύλακες, κύριοι συνάδελφοι· οἱ χωροφύλακες καὶ οἱ ἐνωμοτάρχαι εἶναι πολῖται ὅπως καὶ ἡμεῖς, ἐμπνεόμενοι ὑπὸ τῶν αὐτῶν αἰσθημάτων· πταίουσιν οἱ ἀρχηγοὶ αὐτῶν, ἀλλ’ οὐχὶ πάντες, διότι ὑπάρχουσι μεταξὺ αὐτῶν καὶ λίαν ἀξιότιμοι. Δὲν φρονῶ, ὅτι τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς εἶναι σῶμα καταστρεπτικὸν καὶ ὅτι παραγνωρίζει τὴν ἀποστολήν του, διότι σύγκειται ἀπὸ Ἕλληνας, ἀγαπῶντας τὴν πατρίδα των. Οἱ μελετήσαντες τὰ στρατιωτικὰ τῆς πατρίδος μας καὶ οἱ ἐφαρμόσαντες τὰς θεωρίας των τὰς στρατιωτικὰς ἀναμφισβητήτως ἐπροτίμησαν ἐν τῇ προσωρινῇ ταύτῃ καταστάσει τῆς προσωρινῆς Ἑλλάδος τοιοῦτον νομοθέτην· δύναμαι καὶ ἐγὼ νὰ ἦμαι ἐγκρατὴς ὀλίγων στρατιωτικῶν θεωριῶν, ἀλλὰ τὰς γνώσεις μου οὔτε τὰς ἐφήρμωσα οὔτε δυνατὸν νὰ τὰς ἐφαρμόσω· ὡς ἀντιπρόσωπος ὅμως δύναμαι νὰ ἔχω τὰς ἰδέας μου ἐπὶ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου. Τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἐμὲ πρέπει ν’ ἀποῤῥιφθῇ ἐάν, ἐνῷ εἶναι προσωρινόν, λάβῃ τὸν τύπον τῆς ὁριστικότητος, διότι τότε καὶ ἡ θέσις τῆς Ἑλλάδος πρέπει νὰ φέρῃ τὸν τύπον τοῦ ἀμεταβλήτου. Εἶμαι ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν ν’ ἀποδεχθῇ τοῦτο· ἀποδεχομένη ἡ Βουλὴ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὅπως ἔχει, δικαιοῦται ν’ ἀπαιτήσῃ καὶ δικαίως παρὰ ὑπουργῶν, σεβομένων ἑαυτοὺς καὶ τοὺς νόμους, νὰ ἀναθέσωσι τὴν διοίκησιν τῶν διαφόρων μοιραρχιῶν εἰς ἀνθρώπους χρηστοὺς καὶ ἱκανούς, ἔχοντας πρὸ παντὸς ἄλλου ὡς βάσιν τοῦ βίου των καὶ τῆς διοικήσεώς των τὸν νόμον τῆς αἰδοῦς καὶ τῆς δίκης. Οὐαὶ τῷ ἀνδρὶ ἐκείνῳ τῷ κατέχοντι οἱανδήποτε ὑπηρεσίαν, ὅσον μικρὰ καὶ ἂν εἶναι, τῷ μὴ σεβομένῳ ἑαυτὸν καὶ τοὺς νόμους τῆς πολιτείας. Ἐγνώρισα ὡς ἐκ τῆς μακρᾶς μου δικαστικῆς ὑπηρεσίας τῆς δεκατετραετοῦς πολλοὺς μοιράρχους κλέπτοντας καὶ πιέζοντας διαφοροτρόπως τοὺς πολίτας, ἀλλὰ μεταξὺ τούτων ἐγνώρισα καὶ ἀνθρώπους ἱκανούς, χρηστοτάτους καὶ φιλοπάτριδας. Λοιπὸν ἡ Βουλή, ἀποδεχομένη τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαιτήσῃ παρὰ τοιούτων ὑπουργῶν, ὁποῖοι οἱ σημερινοί, τὴν ἀνάθεσιν τῆς διοικήσεως ἑκάστης μοιραρχίας εἰς χρηστοὺς καὶ ἱκανοὺς μοιράρχους, διότι ὅπως μεταξὺ τῆς χωροφυλακῆς ὑπάρχουν ἀνώτεροι ἀξιωματικοὶ ἀνίκανοι, τοιοῦτοι ὑπάρχουν καὶ μεταξὺ τῶν ἄλλων σωμάτων, ὅπως καὶ μεταξὺ τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν καὶ ἐν γένει ὅλων τῶν κλάδων. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους ἀντικρούω τοὺς λόγους τῶν προλαλησάντων.
§50ΖΩΧΙΟΣ. Καὶ ἐγὼ ἀντικρούω τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος τὴν γνώμην. Ἡ χωροφυλακὴ εἶναι σῶμα ἀξιόμαχον, εἶναι σῶμα ἄριστον ἐν ταῖς μάχαις, ἀλλ’ ἀντὶ νὰ τοὺς στρατολογήσωμεν κατὰ τοὺς νόμους τοὺς ἐστρατολογήσαμεν παρὰ τὸν νόμον καὶ τὸ εἶπεν ὁ κ. ὑπουργός, «ἔλαβον πολίτας ἀντὶ στρατιωτῶν». Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος κ. Πετιμεζᾶς, ὁ ἐπιλεγόμενος Κυβερνήτης, λέγει, ζητεῖτε χωροφυλακὴν τελείαν, εἶσθε ἀπατημένοι. Λοιπὸν πρέπει νὰ στέρξωμεν νὰ ἔχωμεν γαμπρὸ καὶ μὲ ἕνα μάτι. Ἀντὶ νὰ διορθώσωμεν ὅσους ἔχομεν θέλομεν νὰ προσθέσωμεν καὶ ἄλλους 1500; προσθέτοντες δὲ καὶ αὐτοὺς τί θὰ τοὺς κάμωμεν; δὲν γίνεται καὶ ἕνας ἁπλούστατος λογαριασμός; Τώρα εἴμαθα εἰς τὸ σημεῖον δός του χρήματα, αὔξησιν στρατοῦ, αὔξησιν χωροφυλακῆς, αὔξησιν στόλου καὶ καθεξῆς! Δὲν θὰ σωφρονήσωμεν μεθαύριον τὸν Νοέμβριον; δὲν θὰ μᾶς ὑποβάλλουν τὸν προϋπολογισμὸν καὶ θὰ ἐπέλθῃ ψαλλίδι; βεβαίως. Διατί; διότι δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὰ ὑποφέρῃ ὁ τόπος. Λοιπὸν θὰ ἐπέλθῃ ψαλίδι, διότι δὲν δύναται νὰ γείνῃ ἄλλως, διότι ὅλους τοὺς ὑπολογισμοὺς δὲν τοὺς στηρίζομεν καὶ εἰς τὰ χρήματα, ἀλλὰ ὁ ἕνας λέγει 1,000, ὁ ἄλλος 3,000, ὁ ἄλλος 10,000 καὶ καθεξῆς. Περὶ αὐτοῦ οἱ ὑπουργοὶ μᾶς εἶπον καὶ μᾶς λέγουν, ὁ χρόνος σπεύδει· ἔχετε ἄλλην ἐργασίαν ἐρωτῶμεν ἐκτὸς αὐτῆς; ὄχι. Νὰ μᾶς φέρουν τὰ νομοσχέδια. Ἀλλὰ σήμερον ὁ Ἑλληνισμὸς εἶναι διεσκορπισμένος εἰς τὰ τέσσαρα μέρη τῆς γῆς, ποῖος θὰ τὸν συνάξῃ; εἶναι ἀνάγκη, λέγω, νὰ καταρτισθῇ ὁ στρατός, ἡ χωροφυλακή, ἀλλὰ πρέπει νὰ λάβουν ὑπ’ ὄψιν των ἓν πρᾶγμα, ὅτι ὁ στρατὸς δὲν πρέπει νὰ μένῃ ἀργός. Ἰδοὺ ποῦ ἔγκειται τὸ ζήτημα «ὁ τρέφων στρατὸν ἀργὸν τρέφει τὸν ὄλεθρόν του». Ὁ δυστυχὴς ἐδῶ χωροφύλαξ τρέχει, δὲν τὸν ἀφίνετε ἥσυχον· ποῖος ἐδῶ σᾶς εἶπε νὰ προσθέσητε καὶ ἄλλους! Μὴν ἐξαντληθῆτε, κύριοι ὑπουργοί, αὔριον δὲν θὰ ἠμπορέσητε νὰ κάμητε τίποτε, διότι δὲν θὰ ἔχητε χρήματα· τότε τί ποιητέον; δὲν ἠμποροῦν νὰ συμβιβασθῶσι τὰ δύω ἄκρα, καὶ διὰ τοῦτο σᾶς λέγω, ὅτι τὸν Νοέμβριον θὰ ἔχωμεν ψαλίδι. Καὶ ἐγὼ σᾶς λέγω, ὅτι τὸν ἐρχόμενον Νοέμβριον θὰ σᾶς ἰδῶ ὅλους μὲ μίαν ψαλίδα, καὶ ἂν δὲν τὴν πάρετε σεῖς θὰ τὴν πάρωμεν ἡμεῖς.
§51ΜΙΛΗΣΗΣ. Τί θέλετε λοιπόν;
§52ΖΩΧΙΟΣ. Νὰ προσδιορισθοῦν ἓν ἢ δύω τάγματα στρατοῦ δι’ αὐτὴν τὴν ὑπηρεσίαν.
§53ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τί οἰκονομίας θὰ ἔχητε;
§54ΖΩΧΙΟΣ. Κύριε ὑπουργὲ, ποῖοι εἶναι δαπανηρότεροι 1400 χωροφύλακες, ἢ 1400 στρατιῶται.
§55ΜΙΛΗΣΗΣ. Διὰ τί εἰς ὅλα τὰ ἔθνη ὑπάρχει χωροφυλακή;
§56ΖΩΧΙΟΣ. Εἰς ὅλα τὰ ἔθνη ὑπάρχει ἀναλογία μεταξὺ χωροφυλακῆς καὶ στρατοῦ. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι τὸ νομοσχέδιον θὰ περάσῃ, ἀλλὰ θὰ ἔλθῃ ἐποχὴ νὰ μεταμεληθῶμεν.
§57Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Νομίζω, ὅτι οἱ προαγορεύσαντες δὲν ἔχουν δίκαιον. Ἡ χωροφυλακὴ, ὅπως ὀρθῶς ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶπεν, περιβάλλεται μὲ διαφόρους ὑπηρεσίας. Ἐκτὸς τούτου σήμερον δὲν πρόκειται παρὰ νὰ διπλασιάσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν χωροφυλάκων, ἐνῷ ἐὰν ἀπασχολήσωμεν δύω τάγματα, θ’ ἀπασχολήσωμεν ἓν ἐπιτελεῖον ὁλόκληρον, θὰ τὸ καταστήσωμεν ἀργὸν, καὶ συνάμα δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ κάμῃ καὶ ὑπηρεσίαν, διότι δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐνεργῇ ἀνακριτικὰ καθήκοντα. Δι’ αὐτὸ νομίζω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως εἶναι πλῆρες, ἀντιπροσωπεῦον μίαν ἀνάγκην ἀναπόδραστον.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κορωναῖος καὶ ὁ κ. Ζωχιὸς ἔφερον ἀντιῤῥήσεις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου.
§59ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Ἐὰν οἱ κύριοι ὑπουργοὶ δέχωνται τὴν λέξιν «προσωρινῶς» ἔχει καλῶς, ἄλλως.............
§60ΖΑΪΜΗΣ. Ὄχι, δὲν τὴν δέχονται.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἀναγινώσκεται τὸ 2 ἄρθρον.
§62ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι λάθος τυπογραφικόν. «Ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μεταθέτῃ» ὄχι «νὰ μεταθέσῃ».
§63ΡΙΚΑΚΗΣ. Εἰς αὐτὸ τὸ ἄρθρον ἤθελον παρακαλέσει τοὺς κυρίους ὑπουργοὺς νὰ δεχθῶσι μίαν προσθήκην. Νομίζω, ὅτι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι προεξετέθησαν, ἐξήγησαν τὸ πνεῦμα, ὅτι τὸν νόμον αὐτὸν τὸν ὑπηγόρευσαν ἔκτακτοι περιστάσεις, ἀλλὰ δὲν νομίζω καλὸν νὰ καθιερώσωμεν διὰ νόμου ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀντίκειται προφανῶς εἰς τὸν κανονισμὸν τῆς χωροφυλακῆς. Οὗτος διαγράφει τὰ προσόντα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἔχουν οἱ καταταχθησόμενοι χωροφύλακες, καὶ δὲν πρέπει νὰ τεθῇ εἰς ἀχρηστίαν ἐντελῶς. Δι’ αὐτὸ ἤθελον παρακαλέσει τοὺς κ. κ. ὑπουργοὺς νὰ δεχθοῦν τὴν προσθήκην αὐτὴν «μετὰ τὴν συμπλήρωσιν τῆς ἀνωτέρω ὁριζομένης δυνάμεως ἐφαρμόζονται αἱ περὶ συστάσεως διατάξεις τῆς χωροφυλακῆς.»
§64ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν δεχθῶμεν τὴν τροπολογίαν, θὰ καταντήσωμεν εἰς τὸ ἴδιον, νὰ προσλαμβάνωμεν πολίτας. Τὸ νὰ παραλαμβάνωμεν στρατιώτας κατὰ τὸν παλαιὸν κανονισμὸν δὲν παραβλαπτόμεθα.
§65ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν πιστεύω ὅτι κατηντήσαμεν εἰς τὴν κατάχρησιν, διότι δὲν εὑρίσκοντο ἄνδρες κατὰ τὸν νόμον, ἀλλὰ διότι κατὰ τὸ σύνηθες εἴχομεν ἀνθρώπους νὰ οἰκονομήσωμεν.
§66ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἀληθὲς, καὶ ἀπόδειξις εἶναι ὅτι ἡ χωροφυλακὴ ποτὲ δὲν συνεπληρώθη, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συμπληρωθῇ.
§67ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Ἀντιτάσσομαι εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου τούτου. Τὸ ἄρθρον τοῦτο ἀποβλέπει εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις, προτιθέμεθα νὰ παρασκευασθῶμεν εἰς ἑτοιμοπόλεμον κατάστασιν, καὶ νομίζω ὅτι ὅλα τὰ χρήσιμα πρόσωπα πρέπει νὰ τὰ προσλάβωμεν. Ἐὰν αὐτοὺς τοὺς 1500 ἄνδρας τοὺς ἀφήσωμεν εἰς τὸν στρατὸν, καὶ προσθέσωμεν ἄλλους 1500 νεοσυλλέκτους, θέλομεν σχηματίσει ἓν σῶμα ἐκ 3,000 ἀνδρῶν ἀρκετὰ σπουδαῖον διὰ τὰς περιστάσεις, ἐνῷ ἐὰν εἰς τὴν χωροφυλακὴν δώσωμεν ἐκλεκτοὺς ἄνδρας ἀλλ’ ἐκ τῶν πολιτῶν, δύνανται αὐτοὶ πλησίον τῶν ἄλλων νὰ σχηματισθῶσιν εἰς ὀλίγον διάστημα, διότι δὲν νομίζω καλὸν εἰς τὰς παραμονὰς μιᾶς ἐμπολέμου ἴσως καταστάσεως ν’ ἀφαιρέσωμεν 1500 ἴσως ἄνδρας ἀπὸ τὸν στρατόν.
§68ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ ἰδέα τῆς αὐξήσεως τῆς χωροφυλακῆς διὰ κατατάξεως πολιτῶν μᾶς ἐπῆλθε πρώτη, ἀλλ’ ἀπεδείχθη κατόπιν ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ πραγματοποιηθῇ ἄνευ προσθήκης πολλῶν χιλιάδων δραχμῶν· διότι ὁ μισθὸς, τὸν ὁποῖον λαμβάνουν οἱ χωροφύλακες ἤδη, δὲν ἀρκεῖ διὰ νὰ προκαλέσῃ πολίτας εἰς τὴν χωροφυλακήν· πρέπει νὰ προσθέσετε μισθὸν καὶ δὲν δύνασθε νὰ προσθέσετε εἰς τοὺς νέους χωρὶς νὰ αὐξήσετε καὶ τὸν μισθὸν τῶν παλαιῶν, καὶ δὲν πρέπει νὰ γίνηται αὐτὴ ἡ διάκρισις μεταξὺ τῶν σωμάτων· δεύτερον κατὰ τὸν λογαριασμὸν, τὸν ὁποῖον ἐκάμαμεν, ἡ χωροφυλακὴ, ὅπως τὴν σχηματίζομεν, εἶναι εὐθηνοτέρα καὶ οἰκονομικωτέρα παρὰ ἐὰν ἐπεφορτίζομεν τὸν στρατὸν μὲ αὐτὴν τὴν ὑπηρεσίαν. Τρίτον καὶ τελευταῖον, τὸ ὁποῖον ἐγὼ θεωρῶ σπουδαιότατον, νομίζω ὅτι τὰ ἔργα τῆς χωροφυλακῆς δὲν πρέπει νὰ τὰ ἐκτελῇ ὁ στρατὸς διὰ χιλίους δύω λόγους, οἱ ὁποῖοι ἀφορῶσι τὸν στρατὸν αὐτὸν, καὶ ἀκόμη διότι ἡ χωροφυλακὴ ἔχει ἰδιάζουσαν ὑπηρεσίαν.
§69ΠΟΛΛΟΙ. Πολὺ καλά.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ῥικάκης ἐπιμένει;
§71ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὄχι.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2 παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον εἰς βʹ. συζήτησιν.
§73ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε πρόεδρε, τὸ περὶ ληστείας.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν εἰς γʹ. συζήτησιν τὸ περὶ ληστείας.
§75ΧΟΪΔΑΣ. Εἶμαι κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἑπομένως κατὰ τῶν διατάξεων αὐτοῦ, διότι θεωρῶ τὸ νομοσχέδιον ὡς μὴ ἐρειδόμενον ἐπὶ δικαιολογημένην βάσιν. Ἀρκοῦσιν οἱ ὑπάρχοντες νόμοι κατὰ παντὸς ἐγκλήματος. Ὀπαδὸς τοῦ πρωτίστου τῶν νόμων, τῆς προόδου, προτείνων νόμον περὶ καταργήσεως τῆς θανατικῆς ποινῆς καὶ τῆς ποινῆς τῶν ἰσοβίων καὶ τῶν προσκαίρων δεσμῶν, ἀποκρούω τὸ νομοσχέδιον θεωρητικῶς τε καὶ πρακτικῶς· θεωρητικῶς, διότι αἱ ἀρχαὶ τοῦ νομοσχεδίου ἀπᾴδουσι πρὸς τὴν ἐπιστήμην τῶν νεωτέρων χρόνων, πρακτικῶς διότι εἰς οὐδὲν συνετέλεσεν ὁ νόμος οὗτος ἀπέναντι τῶν νόμων δι’ ὧν ἐτιμωροῦντο οἱ λῃσταὶ καὶ οἱ λῃσταποδόχοι. Ὑπῆρξα, ὅπως γινώσκετε πάντες καὶ πρὸ πάντων οἱ διέποντες τὰ τῆς πολιτείας, ἐπὶ ἀρκετὰ ἔτη εἰσαγγελεὺς πρωτοδικῶν καὶ ἐφετῶν, ἐπὶ 17 μῆνας διετάχθην νὰ περιοδεύσω καθ’ ὅλην τὴν ἀνατολικὴν καὶ τὴν δυτικὴν Ἑλλάδα πρὸς καταδίωξιν καὶ ἐξόντωσιν τῆς ληστείας· ὁ σκοπὸς ἐπετεύχθη, ἡ λῃστεία ἐξέλιπε καὶ τὸ ὄνομα τοῦ λῃστοῦ ἐσαεὶ ἐφυγαδεύθη ἐκ τῆς ἐλευθέρας γῆς τῆς Ἑλλάδος. Δότε μοι 13 εἰσαγγελεῖς πρωτοδικῶν, τέσσαρας εἰσαγγελεῖς ἐφετῶν, ἕνα εἰσαγγελέα Ἀρείου Πάγου, δότε μοι 13 Νομάρχας καὶ σᾶς ὑπόσχομαι λαμπρὰν τὴν διοίκησιν, θείαν τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, καὶ τότε ἀναμφιβόλως τὸ νομοσχέδιον θὰ ᾖναι περιττόν· ἄλλως, εἶναι ἀδύνατον οἱουσδήποτε νόμους καὶ ἂν νομοθετήσητε νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ εὐδαιμονία καὶ τὸ μεγαλεῖον τῆς πατρίδος μας, ὅταν οἱ λειτουργοὶ τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς διοικήσεως δὲν σέβωνται τὸν νόμον. Ἀποκρούω λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ καὶ παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ τὸ ἀποκρούσητε, καὶ πρὸ πάντων διότι εἶναι ἀδύνατον πλέον νὰ ὑπάρξῃ ληστεία..... ἔχω πεποίθησιν ἀκράδαντον εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, ἥτις εἶναι προϊὸν ἡμῶν τῶν ἀντιπροσώπων καὶ τοῦ κυριάρχου λαοῦ· ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι τὸν Νοέμβριον δὲν θὰ ζητῶμεν λόγον τῶν πεπραγμένων, ἀλλὰ θὰ στεφανώσωμεν τοὺς παρόντας ὑπουργοὺς, διότι θὰ τελέσουν ἔργον μέγα· τοὺς παραδίδομεν δούλην τὴν πατρίδα καὶ θὰ τὴν παραδώσουν ἐλευθέραν, τὴν παραδίδομεν μικρὰν καὶ θὰ τὴν παραδώσουν μεγίστην, τὴν παραδίδομεν εἰς κακοδαίμονα κατάστασιν, ἀπέλπιδα, καὶ θὰ τὴν παραδώσουν εἰς εὐδαίμονα κατάστασιν, εὐέλπιδα. Εἷς τῶν συναδέλφων μοὶ τείνει τὴν δεξιὰν ἐμφαίνων ὅτι δεῖται χρημάτων πρὸς ταῦτα. Ἐφαίνετο μικρὰ καὶ ἄπορος ἡ Ἑλλὰς εἰς τὰ 1821 καὶ οἱ Κουντουριῶται ἔδωκαν ἑκατομμύρια καὶ οἱ Πετιμεζάδες, οἱ Χαραλάμπιδες, οἱ Λόνται, οἱ Ζαΐμαι καὶ τόσοι ἄλλοι ἀνεπέταξαν τὴν σημαίαν τῆς ἐλευθερίας. Περαίνων τὸν λόγον μου ἐπιμένω ἀποκρούων τὸ νομοσχέδιον, καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ συνομολογήσῃ μετ’ ἐμοῦ, ὅτι ἐπλανήθη τοιοῦτον ὑποβαλοῦσα νομοσχέδιον. Τὸ πλανᾶσθαι ἀνθρώπινον, τὸ ἐμμένειν ὅμως ἐν τῇ πλάνῃ διαβολικόν. Ἐγὼ δὲ πιστεύω, ὅτι θὰ ἀνακαλέσῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διότι ἐν τῇ καρδίᾳ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ὑπάρχουν ἔχιδναι κρυπτόμεναι, ἀλλὰ παλμοὶ ἀγγελικοί· εἶναι ἄνθρωπος ἔχων ἀτελείας, ἀλλὰ ἔχει ἀγγελικὴν τὴν ψυχὴν ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ. συζήτησιν παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται σχεδὸν ἅπαντες). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§77ΧΟΪΔΑΣ. Μίαν στιγμὴν, κύριε πρόεδρε. Δὲν βλέπω βουλευτὰς ἐπὶ τῶν ἑδωλίων.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ προσέλθουν οἱ κύριοι βουλευταί. Κατόπιν ἐγένετο δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ νομοσχέδιον εἰς τρίτην καὶ τελευταίαν ἀνάγνωσιν.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προβαίνομεν εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας πιστώσεως.
§80ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ κάμω μίαν προσθήκην εἰς τὸ προηγούμενον νομοσχέδιον, ὅτι «ἐὰν τὸ διάταγμα τὸ θέτον εἰς ἐνέργειαν τὸν νόμον δὲν ἐκδοθῇ εἰς ἓν ἔτος εἶναι ἄκυρος ὁ νόμος».
§81ΤΙΝΕΣ. Νὰ τεθῇ εἰς τὸν νόμον ἡ διάταξις.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ προστεθῇ καὶ αὐτό. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἀναγινώσκεται τὸ περὶ χορηγίας πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 181,000 καὶ γίνεται παραδεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς γ. καὶ τελευταίαν ἀνάγνωσιν. Προβαίνομεν εἰς τὴν βʹ. συζήτησιν τῆς προτάσεως νόμου περὶ ὁδοποιΐας. Ἀνεγνώσθη καὶ ἐγένετο δεκτὴ κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς βʹ. ἀνάγνωσιν. Ἤδη ἔχομεν τὴν γʹ. συζήτησιν τοῦ περὶ προσωρινοῦ ὀργανισμοῦ τῆς ἐθνοφυλακῆς τοῦ Κράτους νομοσχεδίου.
§83ΧΟΪΔΑΣ. Εὔελπις ἀποτείνομαι πρὸς τὸν λίαν ἀπέλπιδα κύριον Ζωχιὸν καὶ λέγω, ὅτι ἐπιδιώκω τὴν γενικὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους στρατολογίαν πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ μεγάλου σκοποῦ τῆς ἀναγεννήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους καὶ τῆς λύσεως τῶν δεσμῶν τῶν ἀδελφῶν ἡμῶν· ἐπεδίωξα καὶ ἐπιδιώκω τὴν διὰ τῆς συνέσεως καὶ τῆς τόλμης, τῆς τόλμης καὶ τῆς συνέσεως γενικὴν ἐργασίαν πρὸς ἐπίτευξιν αὐτοῦ τοῦ σκοποῦ. Οἱ πατέρες ἡμῶν ὥπλισαν καὶ τὰς χεῖράς των, καὶ τὰς χεῖρας τῶν γυναικῶν των καὶ τῶν ἀδελφῶν των καὶ τῶν ἀνηλίκων τέκνων των διὰ τοῦ ξίφους καὶ τοῦ πυροβόλου. Ἐρωτήσατε τὴν πατρίδα τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν πῶς ἠγωνίζοντο οἱ συμπατριῶταί του ὅπως συμπληρώσωσι τὸ ἀξιόλογον αὐτὸ ἔργον τῆς παλιγγενεσίας· ἐρωτήσατε τὴν πατρίδα τῶν ὑπουργῶν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, τὸ Μεσολόγγιον, τὸν πρόμαχοι τοῦ ἑλληνισμοῦ, πῶς ἠγωνίσθησαν, καὶ πόσοι ἔγειναν μάρτυρες τῆς ἐλευθερίας· ἐρωτήσατε τὸν ὑπουργὸν τῆς Παιδείας καὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν πῶς ἠγωνίσθησαν καὶ πῶς εἰργάσθη ὁ Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ὁ Πλαπούτας καὶ ἄλλοι ὑπὲρ τῆς ἀναγεννήσεως τῆς πατρίδος· ἐρωτήσατε τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης πῶς ἠγωνίσθησαν καὶ πῶς εἰργάσθησαν ὁ Γερμανὸς ὁ δημοκρατικὸς ἱερεὺς τοῦ δημοκράτου Χριστοῦ, ὁ Ζαΐμης καὶ τόσοι ἄλλοι μάρτυρες τῆς καταστροφῆς τῆς δουλείας ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας ἀγωνισθέντες· ἐρωτήσατε τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν πῶς ἠννόει τοσάκις καὶ πῶς ἐννοεῖ ἀκόμη χθὲς καὶ σήμερον νὰ ἐργασθῇ ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας. Ὁπλισθῆτε καὶ ἂν ἐγὼ ὁ εὔελπις ἔχω δίκαιον, ἀντιταχθῆτε εἰς τὸν ἀπέλπιδα γέροντα Ζωχιόν, ἐὰν ἐγὼ ὁ εὔελπις ἔχω δίκαιον νὰ θέλω πάνοπλον τὴν Ἑλλάδα οὐχὶ ὅπως εἶπε χθὲς ὡς ἀστακὸς, ἀλλ’ ὡς ἄνθρωπος ἐλεύθερος τὸ φρόνημα καὶ τὴν ψυχήν. Ἐρωτήσατε τὸν γέροντα Κορωναῖον πῶς ἠννόει καὶ ἐννοεῖ, ὅτι πρέπει οἱ Ἕλληνες νὰ ἐργασθῶσι. Πρόκειται περὶ τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον ἐπὶ τοιούτων ἀρχῶν, ἐπὶ τοιούτων ἰδεῶν ὀφείλει νὰ ἐρείδεται, καὶ τὸν τοιοῦτον σκοπὸν πρέπει νὰ ἐπιδιώκῃ, τὴν ἀνέγερσιν τοῦ Ἑλληνισμοῦ τοῦ ἀδίκως καταδικασθέντος. Πάνοπλον θέλω τὴν Ἑλλάδα οὐχὶ ὡς ἀστακὸν, ἀλλ’ ὡς ἄνδρα ἐλεύθερον. Χθὲς ἐσύγχυσεν ὁ φίλτατος κ. Ζωχιὸς τὸν ἀστακὸν μὲ ἓν ἄλλο μικρὸν ζωύφιον, τὸ ὁποῖον καλεῖται· πῶς καλεῖται, ἰατρὲ, τὸ μικρὸν ζωύφιον τὸ δάκνον (πρὸς τὸν βουλευτὴν Διαμαντόπουλον).
§84ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Σκορπιός.
§85ΧΟΪΔΑΣ. Ἀκούσατε, κύριοι, τὴν ἱστορίαν τοῦ σκορπιοῦ καὶ θὰ ἴδητε τί πράττει, ὅταν τοῦ περιορισθῇ ἡ ἐλευθερία (θόρυβος). Εἶσθε ἐλεύθεροι πολῖται. Διὰ τοῦ ὅπλου του δάκνει καὶ κεντᾷ εἰς τὴν καρδίαν· διὰ τοῦτο σᾶς ἀναφέρω τὸν σκορπιόν. Μιμηθῆτε τοὐλάχιστον ἐκεῖνον ὅστις δὲν ὑποφέρει τὴν φυλάκισιν. Θέλω πάνοπλον τὴν Ἑλλάδα. Τὰς ἰδέας μου τὰς ἀπεκρούσατε προχθὲς, ἀλλὰ δύναμαι ἐν ἄλλῃ μορφῇ νὰ προβάλω ταύτας. Ἐπρόβαλον ἀντὶ 2 μοιραρχιῶν νὰ γίνουν 8, καὶ ἡ Βουλὴ εἶπεν οὔ. Ἀποδέχομαι τὸ δόγμα τοῦ φίλου μου Ἀργυρίου, ὁ ὁποῖος λέγει, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν ἔχει χρήματα, ὥστε ἀντὶ τῶν 8 προβάλω 6, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ ὑποβάλλῃ τὴν πρότασίν μου εἰς τὴν σκέψιν ὑμῶν, καὶ ἂν τὴν εὕρητε ὀρθὴν παραδεχθῆτέ την, ἐὰν δὲν τὴν εὕρητε ὀρθὴν, διότι ἠμπορεῖ καὶ ἐγὼ νὰ πλανῶμαι, μὴ τὴν ἀποδέχεσθε.
§86ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν συζητοῦμεν περὶ τοῦ προσωρινοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ περὶ προσωρινοῦ ὀργανισμοῦ τῆς ἐθνοφυλακῆς (θόρυβος).
§87ΧΟΪΔΑΣ. Τότε ἔκαμα λάθος, παρήκουσα.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν τὸ περὶ διοργανισμοῦ τῆς ἐθνοφυλακῆς.
§89ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὁ κ. Χοϊδᾶς τὰ εἶπε προκαταβολικῶς δι’ αὔριον.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, πρὸ μικροῦ ἀπεφάσισεν ἡ Βουλὴ ὅπως τεθῇ 3ον ἄρθρον εἰς τὸ περὶ ληστείας, ἀλλ’ ἐγένετο τροπολογία νὰ τεθῇ εἰς τὸ πρῶτον· ἑπομένως ζητῶ τὴν συγκατάθεσιν τῆς Βουλῆς. Τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς «.... Δύναται ἐπελθούσης ἀνάγκης νὰ τεθῇ προσωρινῶς εἰς ἐνέργειαν, διὰ Β. Διατάγματος»· ἐγκρίνει ἡ Βουλή;
§91ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον θέλει καταρτισθῆ ὅπως ἀνεγνώσθη. Ἄλλως τις ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ περὶ προσωρινοῦ ὀργανισμοῦ τῆς ἐθνοφυλακῆς;
§93ΤΙΝΕΣ. Ὄχι.
§94ΧΟΪΔΑΣ. Κύριοι, ἐγὼ εἶπον, ὅτι τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ἐθνοφυλάκων θέλω νὰ τὴν ἐπιτείνω ἀπὸ τὸ 18ον ἔτος ἕως τὸ 60ον. Εἶπον καὶ χθὲς καὶ σήμερον, ὅτι ἀπὸ τὸ 18ον ἔτος ἕως τὸ 50ον θέλω πάντας τοὺς Ἕλληνας νὰ ὑπηρετήσουν, ἀπὸ δὲ τὸ 50ον ἕως τὸ 60ον θέλω τοὺς ἐθνοφύλακας νὰ φέρωσιν ὅπλα καὶ ὑπηρετῶσι τὴν πατρίδα εἰς τὰς πόλεις. Λοιπὸν αὐτὸ ὑποβάλλω καὶ ἐπιμένω καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν τῆς πατρίδος μου νὰ ἀποδεχθῇ.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴ ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 1.
§96ΝΕΖΕΡΙΤΗΣ. Οἱ κατάλογοι εἰς πολλὰ μέρη ἔχουν ἐλλείψεις καὶ παρακαλῶ νὰ ἐπιτρέπηται δι’ ἐνστάσεως νὰ γίνηται ἡ ἐγγραφή.
§97ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν δυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν ἀμφισβητησίμους τοὺς καταλόγους, διότι τότε δὲν θὰ ἔχουν σταθερὰν βάσιν αὐτοί, ἠμποροῦν νὰ διορθωθοῦν σύμφωνα μὲ τὸν νόμον.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον πρῶτον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 2.
§99ΖΩΧΙΟΣ. Πρόκειται περὶ μεταβατικῆς ἐθνοφυλακῆς, πρόκειται νὰ τὴν μεταχειρισθῆτε; Πότε;
§100ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐν ἀνάγκῃ.
§101ΖΩΧΙΟΣ. Νὰ τὸ σημειώσητε.
§102ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ λέγει ὁ νόμος· ἡμεῖς δὲν ἐκάμαμεν μεταβολὰς, ὁ νόμος ὁ ἀρχικὸς ἔχει διατάξεις πολλὰς, ἡμεῖς δὲ τὰς ἐῤῥυθμίσαμεν καλλίτερα.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον δεύτερον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πλεῖστοι) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 3.
§104ΖΩΧΙΟΣ. Μετὰ τὸ «οἱ ἄγαμοι» νὰ προστεθῇ «δεύτερον οἱ ἐν χηρείᾳ ἔχοντες τέκνα, τρίτον......» καὶ καθεξῆς.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἠκούσατε τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Ζωχιοῦ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον, ὅπως ἐτροπολογήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Κατόπιν ἐγένετο δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὸ ἄρθρον 4. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 5.
§106ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Ἔχω ὑποβάλει τροπολογίαν «ἐξαιροῦνται οἱ ναυτιλόμενοι».
§107ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. «Καὶ οἱ ναυτιλόμενοι»· τὸ δέχεται ὁ ὑπουργός.
§108ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Μεταξὺ τῶν ἀπαλλαττομένων ἀναφέρονται οἱ μαθηταὶ τῆς στρατιωτικῆς σχολῆς, τῆς ναυτικῆς σχολῆς καὶ τῶν ἱερατικῶν σχολῶν· ἡ διάταξις αὕτη πολλάκις ἤγειρε τὸ ζήτημα ἐὰν συμπεριλαμβάνωνται καὶ οἱ φοιτηταὶ τῆς ἱερατικῆς σχολῆς, οἱ σπουδάζοντες ἐν Εὐρώπῃ· διὰ τοῦτο πρέπει νὰ δοθῇ ἡ ἐξήγησις αὕτη, ὅτι ἐννοοῦνται καὶ αὐτοὶ διὰ νὰ μὴ τοὺς φέρωμεν μὲ τὰ ῥάσσα καὶ τοὺς ὑποβάλωμεν εἰς τὰ γυμνάσια.
§109ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν θὰ εἰμπορέσωμεν νὰ παραδεχθῶμεν αὐτὸ, διότι τότε θὰ ἐγγραφῶσιν ὅλοι......
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔφερον τροπολογίαν νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις «καὶ οἱ ναυτιλόμενοι».
§111ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖοι θὰ ᾖναι αὐτοὶ οἱ ναυτιλόμενοι; ὅλοι οἱ ναυτικοί;
§112ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Οἱ ἐν τοῖς Μητρῴοις ἐγγεγραμμένοι.
§113ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὑπὸ τὴν λέξιν ναυτιλόμενοι ἐννοοῦμεν ἐκείνους οἱ ὁποῖοι κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς προσκλήσεως εὑρίσκονται καταταγμένοι.
§114ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ζητεῖτε ἀκατόρθωτα πράγματα. Δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ ναυτιλόμενος νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἐθνοφύλαξ τῆς μεταβατικῆς ὑπηρεσίας. Δύνασθε νὰ ἐπιμένετε, ἀλλὰ θὰ ἀναγκάσητε τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς νὰ προσφύγουν εἰς ἄλλα μέτρα, καὶ μὴ ζητεῖτε πράγματα ἀκατόρθωτα.
§115ΧΟΪΔΑΣ. Θὰ φανῶ παράδοξος καὶ πάλιν, διότι ἐντελῶς ἀντίκειμαι πρὸς τὰς ἰδέας σας. Συνεπὴς πρὸς τὴν γενικὴν καὶ καθολικὴν πολιτείαν τὴν ὁποίαν ἔχω, ἀποκρούω πάσας τὰς ἐξαιρέσεις, καὶ χθὲς διετύπωσα μάλιστα καὶ ἰδίαν πρότασιν περὶ καταργήσεως τῆς ἀντικαταστάσεως, καὶ ἐζήτησα νὰ ἐξαιρεθῶσι μόνον οἱ τὸν νοῦν καὶ τὸ σῶμα πάσχοντες· θέλω τὸν μονογενὴν υἱὸν καὶ τὸν ὀρφανὸν πατρὸς ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ στρατοῦ, θέλω καὶ τὸν ἔχοντα ἀδελφὰς, διότι πρὸ τῆς ἀδελφῆς του ἔχει τὴν μητέρα του, καὶ πρὸ τῆς μητρός του ἔχει τὴν πατρίδα του. Ὅταν ἦλθον εἰς τὸν κόσμον ἦλθον ὡς ἄνθρωπος, μετὰ ταῦτα Ἕλλην πολίτης, μετὰ ταῦτα ἀδελφὸς, υἱός. Θέλω καὶ τοὺς βουλευτὰς νὰ στρατεύωνται, διότι δὲν ἐννοῶ ὅτι θὰ πάθῃ ἡ πατρὶς, ἂν ὁ ἀντιπρόσωπός της ἀπέλθῃ εἰς τὸ στρατόπεδον τῆς Σπάρτης ἢ τῶν Θηβῶν. Τί θὰ πάθῃ ὁ κληρικὸς ἂν ὑπηρετήσῃ τὴν πατρίδα του ὡς στρατιώτης; Τί ἔπαθεν ὁ Γερμανὸς, ὁ Γρηγόριος, ὁ Παπαφλέσσας;
§116ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὸ συμπέρασμα, τὸ συμπέρασμα.
§117ΧΟΪΔΑΣ. Ἐγὼ, κύριοι, θέλω πάνοπλον τὴν Ἑλλάδα, οὐδένα ἐξαιρῶ, θέλω καὶ τὰς γυναῖκας νὰ μεταβάλω εἰς στρατιώτας. Κύριε Μπούμπουλη, ἐνθυμήθητε τῆς μάμμης Σου (θόῤῥυβος).
§118ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Εἶμαι καὶ ἐγὼ κατὰ πάσης ἐξαιρέσεως ὡς καὶ ὁ κ. Χοϊδᾶς, καὶ ἡ ἐξαίρεσις τὴν ὁποίαν ζητοῦμεν ἤδη ἡμεῖς δὲν εἶναι ἐξαίρεσις, διότι αὐτοὶ οἱ ναυτιλόμενοι ὑπηρετοῦν τὴν πατρίδα ἐν καιρῷ ἀνάγκης. Ἐὰν θέλετε, κύριοι, θὰ προτείνω εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ σχηματίσῃ εἰδικὴν ἐθνοφυλακὴν δι’ αὐτοὺς, ὅπως γυμνάζωνται εἰς τὰ ὅπλα καὶ εἰς τὰ κανόνια. Δὲν εἴμεθα, κύριοι, φυγόπονοι, εἴμεθα υἱοὶ ἀγωνιστῶν καὶ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἠγωνίσθησαν. Θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ στείλῃ πλοῖα ὅπως γυμνάζωνται οἱ ἄνθρωποι εἰς τὰ ὅπλα.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον, ὅπως ἐτροπολογήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Κατόπιν ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὰ ἐπίλοιπα ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου δι’ εἰδικῆς ἀφ’ ἑκάστου ψηφοφορίας εἰς γʹ. ἀνάγνωσιν. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 11, 30.