1877.06.09
1,193 rows · 10,112 words · 87 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 17.
Τῆς 9 Ἰουνίου 1877.
(Πέμπτη)
Ὥρα 9 π. μ.
Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀντικείμενον τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως εἶναι ἡ δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ αὐξήσεως τῆς δυνάμεως τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς· δεύτερον ἡ τρίτη συζήτησις περὶ τοῦ προσωρινοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, καὶ τρίτον περὶ ἀπονομῆς βαθμοῦ εἰς τὸν πρώην Ἀνθυπίλαρχον Ἰωάννην Σπυρομήλιον.
§2ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰσάγω πρὸς ἐπιψήφισιν πίστωσιν ἐκ δραχμῶν 181,000 ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τοῦ 1877 διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους· ἄ. 120,000 ἀπαιτοῦνται διὰ τὰ ἔντοκα γραμμάτια, τὰ ὁποῖα ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ μετὰ τὸν προϋπολογισμόν, ἑπομένως ἡ περὶ αὐτῶν πίστωσις δὲν ὑπάρχει ἐν αὐτῷ· βʹ. ἕνεκα τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου τοῦ προχθὲς ψηφισθέντος, διότι ἀπαιτοῦνται δαπάναι δι’ ὑλικὸν καὶ ἄλλα ἔξοδα τοῦ σφραγιστηρίου 50,000 δραχμῶν. Προσέτι διὰ τὴν ἐκποίησιν τῆς σμύροδος ἀπαιτοῦνται διάφορα ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἠδυνάμεθα νὰ λάβωμεν ἀπὸ τὰ ψηφισθέντα ποσά, ἀλλ’ ἕνεκα τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης, οὔτε οἱ τμηματάρχοι, οὔτε ἐγὼ συναινοῦμεν, ὥστε νὰ κάμωμεν χρῆσιν αὐτῶν, διότι ἀπαιτεῖται εἰδικῶς νὰ ᾖναι κατωνομασμένα· προσέτι δὲ ἐζήτησαν ἀπό τινα μέρη τῆς Πελοποννήσου ἅλας, καὶ ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει εἰς τὰς ἀποθήκας, διὰ τοῦτο εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ ἀγοράσωμεν ἀπὸ τὴν Λευκάδα, ὡς γνωρίζετε δὲ τὸ ἅλας τῆς Λευκάδος δὲν δύναται νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὸ Κράτος. Ἐπειδὴ δὲ ἡ πίστωσις αὕτη εἶναι κατεπείγουσα, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ ὥστε σήμερον νὰ γείνῃ ἡ πρώτη ἀνάγνωσις.
§3ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐπειδὴ ἐνδέχεται νὰ παρουσιαθῶσιν ἀνάγκαι νὰ καλέσωμεν εἰς τὰ ὅπλα μέρος ἐθνοφυλακῆς, καὶ ἐπειδὴ πρέπει νὰ ἀρθῇ πᾶσα δυσκολία, ἡ ὁποία ἠμπορεῖ νὰ φέρῃ πρόσκομμα, ὑποβάλλω νομοσχέδιον εἰς τὸ ὁποῖον ἐμπεριέχονται διατάξεις τινὲς πρὸς εὐκολίαν τῆς ταχυτέρας προσκλήσεως εἰς τὰ ὅπλα τῆς μεταβατικῆς ἐθνοφυλακῆς. Κύριοι, ὁ περὶ ληστείας νόμος, ὁ ὁποῖος ἄλλοτε εἶχεν ὑποβληθῆ εἰς τὴν Βουλήν, ὑπαγορευθεὶς ἀπὸ τὴν κακὴν κατάστασιν τοῦ τόπου, ἦτο ὑπὸ προθεσμίαν, παρελθούσης δὲ τῆς προθεσμίας ἐκείνης, ἔπαυσεν ἡ ἰσχύς του. Ἐπειδή, κύριοι, πέριξ ἡμῶν περιστάσεις δύνανται νὰ ἐμψυχώσωσι κακοποιούς τινας, διὰ τοῦτο ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν διὰ τῆς ὁποίας ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν, παρουσιασθείσης ἀνάγκης, νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα διὰ Β. Διατάγματος νὰ θέσῃ εἰς ἐνέργειαν τὸν νόμον, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλήν, εἰ δυνατόν, νὰ κάμῃ σήμερον τὴν πρώτην συζήτησιν.
§4ΒΕΛΙΑΝΙΤΗΣ. Κύριοι, ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν ἐξέδωκε τὴν ἀπόφασίν της. Μεταξὺ τῶν ἀναφορῶν αὐτῶν ὑπάρχει καὶ ἡ ἀναφορὰ ὑπὸ τὴν ἐπωνυμίαν Βασιλὰ καὶ Μαυρογιάννη τῆς ὁποίας τὴν παραδοχὴν τὸ τμῆμα συνιστᾷ· παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφανθῇ.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρεῖς εἶναι αἱ ἀναφοραί, τὰς ὁποίας ἡ ἐπιτροπὴ συνιστᾷ· ἰδοὺ ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς (ἀναγινώσκεται).
§6ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Πρόκειται περὶ σπουδαίου ζητήματος, πρόκειται περὶ παραδρομῆς εἰς ἕν δηλωτικὸν κατὰ τὸ ὁποῖον εἷς ἀντὶ νὰ πληρώσῃ δασμὸν ἐπὶ 90 ὀκάδων, πρόκειται νὰ πληρώσῃ ἐπὶ 9,000. Ἡ πλάνη εἶναι προφανής, διότι σημειοῦνται τρεῖς βαρέλαι ἐντὸς τῶν ὁποίων ὑπάρχουν 50 ἕως 60 πινιάτες.
§7ΡΩΜΑΙΟΣ. Αἱ βαρέλαι περιεῖχον 95 ὀκάδας καὶ 24 δράμια, τοῦτο δὲ ἔγεινε 9,524.
§8ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κατὰ τὴν τακτικὴν τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἠμπορεῖ οὔτε ὁ τμηματάρχης οὔτε ὁ ὑπουργὸς νὰ διορθώσῃ αὐτὴν τὴν πλάνην, καὶ ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς πρόκειται νὰ γείνῃ θῦμα τῆς πλάνης του. Ἂν παραπέμψητε τὴν ἀναφορὰν εἰς τὸ ὑπουργεῖον, τὸ ὑπουργεῖον δὲν θὰ πράξῃ τίποτε, καὶ πρέπει νὰ ληφθῇ ἕν μέτρον.
§9ΜΙΛΗΣΗΣ. Παρατηρῶ, κύριοι, ὅτι δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου ἡ Βουλὴ ἐπεμβαίνει εἰς τὴν διοίκησιν· ὁμιλῶ κατ’ ἀρχήν. Ὅσον καὶ ἂν ᾖναι δικαία ἡ αἴτησις, ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ φροντίσῃ πάντοτε νὰ μὴ ἐξέρχεται τῶν καθηκόντων της, διότι ὑπεράνω τοῦ ἀτομικοῦ συμφέροντος κεῖται τὸ συμφέρον τῆς εὐκοσμίας τῆς πολιτείας, τῆς τηρήσεως τῶν ὁρίων ἑκάστης τῶν καθεστηκυιῶν ἐξουσιῶν. Ἐὰν τὸ δίκαιον ᾖναι τοιοῦτον οἷον παρέστησεν αὐτὸ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ζακύνθου, τί κωλύει τὴν ἁρμοδίαν ἀρχὴν νὰ τὸ διορθώσῃ;
§10ΡΩΜΑΙΟΣ. Ὁ νόμος κωλύει.
§11ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἂν ὁ νόμος κωλύῃ, τότε ἡ προσφυγὴ εἰς τὴν Βουλὴν διὰ νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον νὰ παραβιάσῃ τὸν νόμον, εἶναί τι βλαβερόν, ἡ δὲ ἁπλῆ παραπομπὴ δὲν ἔχει ἀξίαν· τοῦτο δὲ μόνον θέλω νὰ διευκρινισθῇ, ὅτι ἡ Βουλὴ, παραπέμπουσα τὴν ἀναφορὰν εἰς τὸ ἁρμόδιον ὑπουργεῖον καὶ συνιστῶσα αὐτὴν, δὲν ἐννοεῖ παντάπασι νὰ ἐπιβάλῃ ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου ἀντικειμένην εἰς τὴν ἔννοιαν καὶ τὸ γράμμα αὐτοῦ.
§12ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ κατάλληλος πρόνοια διὰ μιᾶς νέας προτάσεως νόμου νὰ διορθωθῇ.
§13ΡΙΚΑΚΗΣ. Τὸ δικαίωμα τοῦ ν’ ἀναφέρεται ἕκαστος εἰς τὴν Βουλὴν εἶναι ἀνεγνωρισμένον ἐκ τοῦ νόμου· εἷς πολίτης ἀναφέρεται καὶ ἐκθέτει ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον ὑπέστη κατὰ λάθος. Βεβαίως ὑπάρχοντος τοῦ νόμου, ἡ Βουλὴ δὲν δύναται ν’ ἀποφασίσῃ κατ’ αὐτοῦ, ἔχει ὅμως τὸ δικαίωμα ἐκτιμῶσα τὰ γεγονότα νὰ παραπέμψῃ ἁπλῶς τὴν ἀναφορὰν εἰς τὸ ἁρμόδιον ὑπουργεῖον. Ὁ κ. Μίλησης ἐρωτᾷ τί θέλει προκύψῃ ἐκ τῆς παραπομπῆς· ἐγὼ νομίζω, ὅτι θέλει προκύψει πολύ, διότι ἂν ὁ ἁρμόδιος ὑπουργὸς ἴδῃ, ὅτι δύναται ἑρμηνεύων τοὺς κειμένους νόμους νὰ ἐπανορθώσῃ τὸ ἀδίκημα, θὰ τὸ πράξῃ· ἔχει δὲ καὶ τὴν βοήθειαν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἧς δύναται νὰ ἐπικαλεσθῇ τὴν σύμπραξιν, προκειμένου νὰ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τὸν πολίτην 10,000 δραχμάς.
§14ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ κ. Ῥικάκης δὲν ἔχει καθόλου δίκαιον νὰ ὑποστηρίζῃ ὅσα ὑπεστήριξεν. Ὁ περὶ τελωνείων νόμος ὑφίσταται πλήρης καὶ αἱ διατάξεις αὐτοῦ, οὔτε διὰ συστάσεως, οὔτε δι’ εὐχῆς δύνανται νὰ ἀδυνατήσωσιν, ἀπέναντι τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ ὑπουργοῦ, ὅπως τηρήσῃ αὐτὰς θρησκευτικῶς· ἑπομένως σύστασις τῆς Βουλῆς ἀντικειμένη εἰς ῥητὸν γράμμα τοῦ νόμου μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν συνιστᾷ αὐτὴν τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ὅπως ἐξετέθη τὸ πρᾶγμα, ἀποδεικνύεται καθαρὰ ἡ πλάνη ἢ τὸ λάθος τὸ ἐνυπάρχον ἐν τῇ διασαφήσει, διότι, ὅταν λέγῃ, ὅτι ἐντὸς τριῶν κιβωτίων ὑπάρχει τὸ ποσὸν τῶν 95 ὀκάδων καὶ 24 δραμίων, τὸ ὁποῖον μετεβλήθη εἰς 9,524, ἡ πλάνη εἶναι καταφανής, διότι, ἀντὶ νὰ θέσῃ κόμμα εἰς τὸ 5, τὸ ἔθεσαν εἰς τὸ 9, καὶ αὐτὸς ὁ τελώνης δὲν ἔπρεπε νὰ καταδηλώσῃ ἓν τόσον μεγάλον ποσόν.
§15ΡΩΜΑΙΟΣ. Ἔκαμε σύστασιν εἰς τὸ ὑπουργεῖον ὁ τελώνης.
§16ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὅταν ὁ δικαστὴς ἐκδίδῃ ἀπόφασιν, πρέπει νὰ τὴν ἐκδίδῃ ὁριστικήν· τί καταφεύγει εἰς συστάσεις; Ὅταν ἔχει πεποίθησιν, ὅτι ἐπῆλθε πλάνη, ὀφείλει νὰ ἐκδώσῃ ἀπόφασιν καὶ νὰ εἴπῃ, 95 ὀκάδες περιέχουν τὰ κιβώτια καὶ οὐχὶ 9,521, διότι εἰς τρία κιβώτια 9,524 ὀκάδες δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξουν. Ὅταν γείνῃ ἡ ἔφεσις ἔπειτα ἀπὸ μίαν τοιαύτην συζήτησιν καὶ φθάσῃ ἐνώπιον τοῦ ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος δικάζει ὡς ὁ Ἄρειος Πάγος, νομίζω, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς θέλει λάβει ὑπ’ ὄψιν ὅλα τὰ ἔγγραφα καὶ θέλει ἐκδώσει ἀπόφασιν σύμφωνα μὲ τὸ δίκαιον. Δὲν ἠμποροῦμεν ὅμως ἡμεῖς οὔτε δι’ εὐχῆς, οὔτε δι’ ἀποφάσεως ν’ ἀκυρώσωμεν ῥητὴν διάταξιν τοῦ τελωνιακοῦ νόμου.
§17ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Γνωρίζω αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν ἐδόθη ὅμως τέλος εἰς αὐτὴν διὰ πολλοὺς λόγους, καὶ πρῶτον διότι τὸ ὑπουργεῖον δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἀποφανθῇ ὡς μὴ ἐπιτετραμμένης ὑπὸ τοῦ νόμου τῆς προσφυγῆς εἰς τὸ ὑπουργεῖον ἕνεκα τοιούτων ὑποθέσεων, καὶ δεύτερον διότι ὡς πρὸς τὴν ἑρμηνείαν τοῦ νόμου ὑπάρχει διαφωνία μεταξὺ τοῦ ὑπουργοῦ καὶ τοῦ τμήματος. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι τὰ λογιστικὰ λάθη, τὰ ἐκ καθαρῶς λογιστικοῦ λάθους προελθόντα, δὲν συμπεριλαμβάνονται εἰς τὴν δρακόντειον διάταξιν τοῦ νόμου κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ φόρος πληρώνεται σύμφωνα μὲ τὴν διασάφησιν· ἀλλὰ τὸ τμῆμα πολὺ εὐλόγως ἀντιτάσσεται κατὰ τῆς παρατηρήσεως ταύτης, διότι ἐὰν τὰ λογιστικὰ λάθη δὲν θεωρηθῶσι περιλαμβανόμενα εἰς αὐτὴν τὴν δρακόντειον διάταξιν τοῦ νόμου, πρῶτον θὰ καθιερώσωμεν νέαν νομολογίαν καὶ δεύτερον θέλει προέλθει ἀδικία εἰς ὅλους τοὺς κατὰ τὸ παρελθὸν φορολογηθέντας ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐναντίας νομολογίας. Μοὶ ἀνέφερεν ἡ ὑπηρεσία, ὅτι ἄπειρα παραδείγματα ὑπάρχουσι καὶ καθημερινὰ, ἀλλὰ τὰ καθημερινὰ δὲν παρουσιάζουν μεγάλην ζημίαν εἰς τοὺς ἐμπόρους· ὑπάρχουσιν ὅμως καὶ σπανιώτερα ἂν οὐχὶ τόσον μεγάλης ζημίας, ἀλλὰ τοὐλάχιστον ἐγγὺς αὐτῆς. Τῷ ὄντι εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν δὲν μένει οὐδεμία ἀμφιβολία, ὅτι δόλος δὲν ὑπάρχει, ἀλλὰ καθαρὸν λογιστικὸν λάθος, διότι πρῶτον 3 βαρέλαι δὲν δύνανται νὰ περιέχουν 9,000 ὀκάδας, καὶ δεύτερον, διότι εὑρέθη τὸ πρᾶγμα ὡς αὐτὸς ἰσχυρίζεται, καὶ τρίτον, διότι τὸ λάθος εὐκόλως δύναται νὰ ἀποδοθῇ εἰς τὴν ἀπειρίαν τοῦ συντάξαντος τὴν διασάφησιν ὑπαλλήλου τοῦ ἐμπόρου· γνωρίζετε δὲ, ὅτι ἐξ ἑνὸς κόμματος ἐπῆλθεν ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῆς διασαφήσεως καὶ τῆς ἀληθείας. Αὐτὴ εἶναι ἡ ὑπόθεσις· ἀφ’ ἑνὸς μὲν ὑπάρχει ἡ συναίσθησις τοῦ ἀδίκου, ἀφ’ ἑτέρου δὲ πρῶτον τὸ ἀδύνατον νὰ μεταῤῥυθμίσῃ ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὴν ἀπόφασιν τοῦ τελώνου, διότι δὲν τὸ ἐπιτρέπει ὁ νόμος, καὶ δεύτερον ἡ κατὰ τὸ παρελθὸν ὑπάρχουσα νομολογία ἕνεκα τῆς ὁποίας πολλὰ εἰσέπραξε τὸ Δημόσιον καὶ πολλὰ ἐζημιώθησαν οἱ ἰδιῶται· καὶ τρίτον ἐὰν θέλωμεν νὰ ἐξαιρέσωμεν δι’ ἑνὸς νέου νόμου ἑρμηνευτικοῦ ἀπὸ τὴν ἔννοιαν τοῦ νόμου τὰ λογιστικὰ λάθη, θέλει ὑποκύψει τὸ Δημόσιον εἰς πολλὰς ἀποζημιώσεις, διότι ὁ ἑρμηνευτικὸς νόμος ἔχει ὀπισθοδρομικὴν δύναμιν. Ἐλησμόνησα νὰ σᾶς παρατηρήσω πρὸς δικαιολόγησιν τοῦ τελώνου, ὅτι οὗτος δὲν ἠδύνατο παρὰ νὰ πράξῃ ὡς ἔπραξε, διότι οἱ ἀριθμοὶ ἦσαν καὶ ὁλογράφως γεγραμμένοι. Ὁ ὑπάλληλος ἀφοῦ ἔκαμε τὸ πρῶτον λάθος, ἐξηκολούθησεν ὑπὸ τὴν αὐτὴν ἔννοιαν γράφων. Ὅταν μοὶ σταλῇ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ ὑπουργεῖον, θὰ τὴν λάβω ὑπ’ ὄψιν.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ σταλῇ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ ὑπουργεῖον, παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§19ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἔχω, κύριοι, ν’ ἀπευθύνω ἐπερώτησιν εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν. Ταύτην ἠδυνάμην ν’ ἀπευθύνω καὶ ἰδιαιτέρως καὶ θὰ εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ μοὶ δώσῃ τὰς ἀποχρώσας πληροφορίας, ἐπειδὴ ὅμως ἐπιθυμῶ αἱ πληροφορίαι τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ νὰ ἀκουσθῶσι παρ’ ὅλης τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας καὶ τοῦ ἐμπορικοῦ κόσμου τῆς Ἑλλάδος τοῦ τε ἔσω καὶ ἔξω, ἀπευθύνω ταύτην ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει. Γνωρίζετε ὅλοι ὅτι ἡ Πύλη πρὸ ἑνὸς μηνὸς διεκήρυξε τὸν ἀποκλεισμὸν τῶν Ῥωσσικῶν παραλίων τοῦ Εὐξείνου, τοῦ Κιμωρίου Βοσπόρου καὶ τῆς Ἀζοφικῆς. Ὁ ἀποκλεισμὸς ἐγένετο ὑπὸ ὅρους, οἱ ὁποῖοι ἐμπεριέχονται εἰς τὴν ἐπίσημον διακήρυξιν τῆς Πύλης. Ἐρωτῶ σήμερον τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν ἵνα μοὶ εἴπῃ πρῶτον ἂν οἱ ὅροι τοὺς ὁποίους ἐμπεριέχει ἡ ἐπίσημος διακήρυξις τοῦ ἀποκλεισμοῦ ἐφαρμόζωνται ἐφ’ ὅλης τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας τῶν ξένων ἐθνῶν, καὶ δεύτερον ἂν ἡ Ἑλληνικὴ ἐμπορικὴ ναυτιλία τίθεται ἐν ἴσῃ μοίρᾳ πρὸς τὴν τῶν ἄλλων ἐθνῶν ἢ ἂν γίνεται διάκρισις, καὶ ἂν ἐπὶ τῆς Ἑλληνικῆς ναυτιλίας ἐφαρμόζωνται αὐστηρότερον οἱ ὅροι τοῦ ἀποκλεισμοῦ, καὶ τρίτον ἂν ᾖναι ἀληθὲς ὅτι πλοῖα Ἑλληνικὰ ἐμπορικὰ φορτωμένα συνελήφθησαν ὑπὸ τοῦ Τουρκικοῦ στόλου καὶ ἀπήχθησαν εἰς Κωνσταντινούπολιν, θεωρηθέντα ὡς πλοῖα τοῦ πολέμου. Διάφορα θρυλλήματα, κύριοι, ἠκούσθησαν, ὅτι ἡ Τουρκία ἐποιήσατο διάκρισιν μεταξὺ τῆς ναυτιλίας τῶν ξένων ἐθνῶν καὶ τῆς Ἑλληνικῆς, καὶ ὅτι τὰ Ἑλληνικὰ ἐμπορικὰ πλοῖα ἀπεκλείσθησαν πλέον ἀπὸ τῆς Μαύρης θαλάσσης, ἐνῷ πλοῖα ἄλλων σημαιῶν ἐξακολουθοῦσιν ἐμπορευόμενα, καὶ τοῦτο, κύριοι, ἐνῷ δὲν ὑπάρχει διακοπὴ σχέσεων μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας, καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ γείνῃ διάκρισις. Ἂν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ᾖναι εἰς κατάστασιν νὰ μᾶς δώσῃ σήμερον πληροφορίας καλῶς, ἄλλως διατυπῶ τὴν πρότασίν μου ταύτην καὶ παραδίδω εἰς τὸ Προεδρεῖον, ὅπως λάβῃ γνῶσιν ὁ κ. ὑπουργός.
§20ΤΙΝΕΣ. Νὰ προσδιορισθῇ ἡμέρα.
§21ΕΤΕΡΟΣ. Τὸ Σάββατον.
§22ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Θὰ ζητήσω τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς νὰ εἴπω εὐθὺς δύω λέξεις. Νομίζω, ὅτι δὲν θὰ ᾖναι πρέπον νὰ πιστευθῇ ἔστω καὶ ἕως τοῦ Σαββάτου, ὅτι συμβαίνουσι τοιαῦτα, ὁποῖα ὁ προαγορεύσας ἐξέθηκε, καὶ διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ μὴ ἀναβάλω ἕως τοῦ Σαββάτου τὴν ἀπάντησιν, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον δὲν ἔχει γνῶσιν γεγονότων, ὁποῖα ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας ἀνέφερεν· ἐξ ὅσων ἠδυνήθην νὰ ἐξακριβώσω, ἀφ’ ὅτου διατελῶ εἰς τὸ ὑπουργεῖον, οὐδὲν ἐν τῷ παρελθόντι ἐγένετο σπουδαῖον τοιοῦτον παράπονον. Ἴσως ὑπῆρξαν ὑπόνοιαι περὶ τοιούτων γεγονότων, αἱ ὁποῖαι κατόπιν ἐξετάσεων ἀπεδείχθησαν μὴ ἀκριβεῖς. Ἐφ’ ὅσον δὲ ἐπαρουσιάσθησαν ἐπ’ ἐσχάτων περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἐδέησε ν’ ἀπευθυνθῶμεν εἰς τὴν ὀθωμανικὴν κυβέρνησιν, ἵνα ὑποστηρίξωμεν παράπονα, πάντοτε εὕρομεν παρὰ τῇ ὀθωμανικῇ κυβερνήσει τὴν διάθεσιν ν’ ἀποδώσῃ δικαιοσύνην καὶ νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν διεθνῆ νόμον πρὸς τὴν Ἑλλάδα, ὅπως τὸν ἐφήρμοσε καὶ ὡς πρὸς τὰς ἄλλας ἐπικρατείας. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἐγείρονται ἀμφισβητήσεις ὡς πρὸς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἀποκλεισμοῦ, ἐὰν τουτέστιν ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ ἀποκλεισμοῦ εἶναι τοιαύτη, ὁποίαν ὁ διεθνὴς νόμος ἀναγνωρίζει. Ἐννοεῖτε δὲ ὅτι οἱαδήποτε ἀπόφασις ληφθῇ ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου θ’ ἀφορᾷ καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὅπως ἀφορᾷ καὶ εἰς τὰς ἄλλας Δυνάμεις, αἱ αἱ ὁποῖαι μετὰ τῆς Ἑλλάδος περὶ τοῦ θέματος τούτου διαπραγματεύονται.
§23ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀληθὲς ὅτι ἀγγλικὰ πλοῖα εἶχον τὴν ἄδειαν.
§24ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀρκετά.—Προβαίνομεν εἰς τὴν ά. συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1877. Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον εἰς ά. ἀνάγνωσιν.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σχέδιον νόμου περὶ καταδιώξεως τῆς ληστείας.
§27ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ἤθελον νὰ ὑποβάλω εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τὰς ἑξῆς παρατηρήσεις. Γνωρίζω, ὅτι ὅλοι ἀναγνωρίζομεν τὴν ἀνάγκην τοῦ νόμου αὐτοῦ, ἀλλὰ νομίζω ἐὰν ἀπὸ σήμερον, ὅτε εἶναι ὁμολογούμενον, ὅτι ἀνάγκη δὲν ὑπάρχει, ἐδίδωμεν εἰς αὐτὸν ἰσχὺν δι’ ἓν ἔτος, θὰ ἤμεθα ἀσφαλέστεροι καὶ θὰ φθάσωμεν εἰς τὸν σκοπόν μας εὐκολώτερον παρὰ ἐὰν τὸ κάμωμεν ἀφοῦ παρουσιασθῇ ἀνάγκη, διότι τότε θὰ γεννήσωμεν γενικὴν ἀνησυχίαν, θὰ κηρύξωμεν, ὅτι ὑπάρχει ληστεία.
§28ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ σήμερον τὸ ἴδιον ἀποτέλεσμα θὰ ἐπέλθῃ.
§29ΡΙΚΑΚΗΣ. Σήμερον εἶναι γνωστὸν, ὅτι ληστεία δὲν ὑπάρχει. Αὐτὸ εἶναι μία παρατήρησις, διότι νομίζω, ὅτι φθάνομεν εἰς τὸν ἴδιον σκοπόν.
§30ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρῶτον, κύριοι, τὸ ἄτοπον θὰ ᾖναι τὸ αὐτό.
§31ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Χειρότερον.
§32ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δεύτερον, ἐγὼ ἐπιθυμῶ ὁ νόμος αὐτὸς νὰ μὴ τεθῇ ποτὲ εἰς ἐνέργειαν, διότι εἶναι νόμος ἔκτακτος, λίαν αὐστηρὸς, καὶ λίαν σκληρὸς, καὶ διὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ τὸν θέσωμεν εἰς ἐνέργειαν ἄνευ ἀποδεδειγμένης καὶ σπουδαίας ἀνάγκης.
§33ΧΟΪΔΑΣ. Ἐγὼ θεωρῶ περιττὸν τὸν νόμον ἐρειδόμενος ἐπὶ τὴν θεωρίαν καὶ ἐπὶ τὴν πρᾶξιν. Δυνάμει τῶν ὑπαρχόντων νόμων δύναται νὰ καταδιωχθῇ ἡ ληστεία. Ἐπὶ 17 ὅλους μῆνας περιώδευον ὡς ἀντεισαγγελεὺς τῶν ἐφετῶν Πατρῶν κατὰ πρῶτον, καὶ κατὰ δεύτερον ἀντεισαγγελεὺς τῶν ἐν Ἀθήναις ἐφετῶν, ἐφαρμόσας τὸν νόμον καὶ καταδιώξας καὶ τοὺς λῃστὰς καὶ τοὺς λῃσταποδόχους, καὶ κατανοήσας τὴν ἀνάγκην τῆς καταργήσεως ἐκείνου. Διὰ τοῦτο θεωρῶ κατὰ τὸ ἔτος 1877, τὸ ἔτος τῆς προόδου κατὰ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ καταβληθοῦν τὰ ἰσόβια καὶ τὰ πρόσκαιρα δεσμὰ, καὶ ἡ ποινὴ τοῦ θανάτου, θεωρῶ τὸν νόμον αὐτὸν περιττόν. Μὲ οἱονδήποτε νόμον ἐφαρμοζόμενον δύνασθε νὰ φθάσητε εἰς τὸ αὐτό. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐκλέξῃ εἰσαγγελεῖς ἐπιστήμονας, ἐναρέτους, πεπειραμένους, οὐ μόνον λῃστὴς δὲν θὰ τολμήσῃ νὰ ὑψώσῃ κεφαλὴν κατὰ τῆς πολιτείας, ἀλλὰ καὶ ὁ ἐλάχιστος πταίστης θὰ παύσῃ διανοούμενος ἐγκλήματα. Ὑποθέσατε λοιπὸν ἀντὶ τοῦ νόμου τούτου 16 εἰσαγγελεῖς πρωτοδικῶν καλοὺς, ἐναρέτους καὶ ἐπιστήμονας καὶ θὰ ἔχετε ἀντὶ λῃστῶν πολίτας σεβομένους ἑαυτοὺς καὶ τοὺς νόμους. Ὑπὸ τὴν ἔποψιν λοιπὸν ταύτην ἀποκρούω καὶ θέλω ἀποκρούσει ἐν πρώτῃ συζητήσει τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον μοὶ φαίνεται ἐντελῶς ξένον τῆς διανοίας καὶ τῆς καρδίας τῶν παρόντων ὑπουργῶν, ἀνθρώπων ἀνεπτυγμένων.
§34ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ὅτε κατὰ πρῶτον ἐσυζητήθη ὁ νόμος οὗτος ἐν τῇ Βουλῇ, ἐγὼ τὸν ἐπολέμησα στηριζόμενος ἐπὶ τῶν ἀρχῶν τὰς ὁποίας ὁ ἔντιμος προαγορεύσας ἐξέθηκε· ἐπειδὴ ὅμως ἡ πεῖρα κατέδειξε τὴν χρησιμότητα αὐτοῦ, ἐγὼ ἀποβλέπων εἰς τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους μᾶλλον παρὰ εἰς τὴν φιλοτιμίαν τῆς γνώμης μου, θέλω ψηφίσει ὑπέρ.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου...
§36ΧΟΪΔΑΣ. Κύριε πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ ψηφοφορηθῇ ἡ πρότασίς μου, δηλ. τὸ ἀπαράδεκτον τῆς ἀρχῆς.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Χοϊδᾶ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (ἐγείρεται εἷς). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Γίνονται δεκτὰ καὶ τὰ ἄρθρα καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου. Ὁμοίως γίνεται δεκτὸν εἰς ά. ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον περὶ προσωρινοῦ διοργανισμοῦ τῆς ἐθνοφυλακῆς τοῦ Κράτους.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προβαίνομεν εἰς τὴν βʹ. συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ χωροφυλακῆς. Καθὼς γνωρίζετε ὁ κ. Σ. Πετιμεζᾶς ὑπέβαλε τὴν γνωστὴν ὑμῖν τροπολογίαν, ἡ ὁποία μηδενίζει καθ’ ὁλοκληρίαν τὸ νομοσχέδιον· ἑπομένως πρέπει νὰ προηγηθῇ ἡ συζήτησις αὐτῆς.
§39ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ ὑποστηρίζω τὸ ἀπαράδεκτον αὐτῆς, καὶ τὴν ἀντίῤῥησιν τὴν ὁποίαν ἐπιφέρω κατὰ τῆς προκειμένης προτάσεως παρακαλῶ νὰ τὴν ἐκτιμήσητε ὄχι συγκεκριμένως ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἀλλ’ ὑπὸ γενικὴν ἔποψιν, διότι εἶναι πρότασις ἡ ὁποία ἐὰν θεωρηθῇ ὅπως ἐγὼ φρονῶ ἀντικειμένη εἰς τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος, ὄχι μόνον καθιεροῖ ἓν προηγούμενον τὸ ὁποῖον βεβαίως δὲν δύναται, εἰμὴ νὰ ἔχῃ ὀλεθριωτάτας συνεπείας, ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου μᾶς ὠθεῖ ἡ παραδοχὴ τῆς προτάσεως αὐτῆς εἰς τὴν παραβίασιν τὴν καθαρὰν καὶ σαφῆ τοῦ θεμελιώδους νόμου. Ἐὰν, κύριοι, διέλθωμεν ὁλόκληρον τὸ Σύνταγμα, ἐὰν ἀναγνώσωμεν τὰς διαφόρους διατάξεις αὐτοῦ, καὶ ἰδίως ὡς πρὸς τὸ νομοθετικὸν μέρος, θέλομεν ἰδεῖ μίαν καὶ μόνην διάταξιν, τὴν τοῦ ἄρθρου 60, τὸ ὁποῖον λέγει ῥητῶς ὅπως οὐδεμία ἄλλη διάταξις «κατ’ ἔτος ἡ Βουλὴ ψηφίζει τὸν προσδιορισμὸν τῆς στρατιωτικῆς καὶ ναυτικῆς δυνάμεως, τὴν στρατολογίαν καὶ ναυτολογίαν καὶ τὸν προϋπολογισμὸν καὶ ἀποφασίζει ἐπὶ τοῦ ἀπολογισμοῦ». Παντοῦ, κύριοι, σᾶς λέγει, ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία διὰ νόμου κανονίζει αὐτὸ ἢ ἐκεῖνο ὡς πρὸς τὸν προσδιορισμὸν τῆς τακτικῆς δυνάμεως καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, σᾶς λέγει, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐκτελεῖ αὐτὸ τὸ ἔργον· Εἶναι ἓν καθῆκον, μία ὑποχρέωσις, τὴν ὁποίαν τὸ Σύνταγμα εἰς τὴν Βουλὴν καὶ μόνην ἀνέθηκε, καὶ τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ δὲν δύναται ν’ ἀναθέσῃ εἰς ἄλλην ἐξουσίαν, καὶ δὲν δύναται ποτὲ νὰ εἴπῃ μία Βουλὴ, ἀναθέτω εἰς τὴν Κυβέρνησιν διὰ Β. Διατάγματος νὰ προσδιορίσῃ τὰς δαπάνας καὶ τοὺς φόρους τοῦ τρέχοντος ἔτους. Καὶ τοῦτο ἔχει ῥητὸν λόγον, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι ἡ μόνη ἁρμοδία νὰ γνωρίζῃ τὰ μέσα καὶ τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου, καὶ μόνη αὐτὴ νὰ προσδιορίζῃ τὰ βάρη αὐτὰ, τὰ ὁποῖα προέρχονται ἀπὸ τὰ σπλάγχνα αὐτοῦ τοῦ ἰδίου λαοῦ· εἶναι τὸ σπουδαιότερον ζήτημα, τὸ ὁποῖον καθιεροῖ τὸ Σύνταγμα, ὁ λαὸς αὐτὸς ὁ ὁποῖος θὰ ὑποστῇ τὰ βάρη, νὰ κανονίζῃ τὸν τρόπον τῆς διαθέσεως καὶ τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα θὰ συνεισφέρῃ. Εἰς οὐδεμίαν περίπτωσιν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὴν Βουλὴν ν’ ἀναθέσῃ τὴν ἐξάσκησιν τοῦ δικαιώματος αὐτῆς εἰς ἄλλην ἐξουσίαν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ πρότασις αὕτη, ἐπειδὴ ἀποβλέπει νὰ κανονίσῃ τὰς στρατιωτικὰς δυνάμεις τοῦ Κράτους, ἡ Βουλὴ ἑπομένως εἶναι ὑποχρεωμένη αὐτὴ καὶ μόνη ν’ ἀποφασίσῃ ἐπὶ τῆς προτάσεως αὐτῆς, δὲν δύναται κατὰ τὸ Σύνταγμα νὰ παραδεχθῇ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πετιμεζᾶ, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ δικαίωμα αὐτὸ τὸ ἀναθέτει εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν.
§40Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ (ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Κύριοι, ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται ν’ ἀποδεχθῇ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πετιμεζᾶ, ἥτις ἐχαρακτηρίσθη μὲν ὡς τροπολογία τοῦ νομοσχεδίου τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ὅμως αὐτοτελὴς καὶ καθαρὰ πρότασις νόμου. Ἴσως τινὲς ἀπορήσωσι διὰ τίνα λόγον δὲν ἀποδεχόμεθα τὴν πλήρη αὐτὴν δικτατορικὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πετιμεζᾶς διὰ τῆς προτάσεώς του ἀποδίδει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Βεβαίως τινὲς θὰ εἴπωσι, πῶς εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποκρούσῃ ἐξουσίαν τὴν ὁποίαν πρότασις Βουλευτοῦ τινος τῷ ἀποδίδει. Τὴν ἀποκρούομεν δὲ, κύριοι, διὰ πολλοὺς λόγους· ἀλλὰ μὴ νομίσῃ τις ὅτι ὁ κυριώτερος λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἀποκρούει τὴν πρότασιν ταύτην, εἶναι ἡ δειλία αὐτῆς, τοὐτέστι μὴ νομίσῃ τις ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει τὴν γενναιότητα νὰ δεχθῇ ἀπέναντι τοῦ ἔθνους τὴν εὐθύνην, τὴν ὁποίαν θ’ ἀνελάμβανεν, ἐὰν ἀπεδέχετο τὴν πρότασιν ταύτην. Ἐὰν δὲ ἐχαρακτηρίζετο ὡς δειλία, ἡ δειλία αὕτη ἤθελεν εἶσθαι πρωτιμοτέρα τῆς μεγαλειτέρας τόλμης, διότι ὅταν ἓν ὑπουργεῖον δὲν δεικνύει μέγα θάῤῥος εἰς τὴν παραβίασιν νόμου τινὸς, ἡ δειλία αὕτη εἶναι προτιμοτέρα πάσης τόλμης. Ἀλλὰ ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν εἶναι τὸ βάρος τῆς εὐθύνης, τὸ ὁποῖον ἀποτρέπει τὸ ὑπουργεῖον ἀπὸ τοῦ νὰ ἀποδεχθῇ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πετιμεζᾶ· δὲν εἶναι οὐδὲ ἄλλος τις τοιοῦτος λόγος, ὁ ὁποῖος παρακινεῖ τὸ ὑπουργεῖον νὰ ἀντιταχθῇ κατὰ τῆς προτάσεως ταύτης· τοὐτέστι μὴ νομίσῃ τις ὅτι ἀνακαλύπτομεν εἰς τὴν πρότασιν ταύτην πλαγίαν τινὰ σκέψιν καὶ μιμούμενοι τὸν ἀρχαῖον ποιητὴν τῆς Ῥώμης, λέγομεν timeo Danaos et dona ferentes· οὐδὲ οὗτος εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν ἀποδεχόμενα τὸν νόμον αὐτὸν, διότι πιστεύομεν, ὅτι ἁγνὴ καὶ εἰλικρινὴς πρόθεσις ὑπηγόρευσεν εἰς τὸν ἀξιότιμον συμπολίτην μου τὴν πρότασιν ταύτην. Ἀλλὰ ὑπάρχει ἄλλος λόγος πολὺ σπουδαῖος, ὁ ὁποῖος ὑποχρεοῖ τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀποκρούσῃ τὴν πρότασιν ταύτην. Τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πετιμεζᾶ θεωροῦμεν ὡς προσβολὴν κατὰ τοῦ ὑπουργείου, διότι τὸ ὑπουργεῖον ἐνώπιον ἡμῶν κατέθηκε τὰς προτάσεις του περὶ προσωρινοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ· αἱ προτάσεις τοῦ ὑπουργείου δύνανται νὰ συζητηθῶσιν, καὶ νὰ τροποποιηθῶσιν, ἐφ’ ὅσον αἱ τροπολογίαι δὲν εἶναι τοιαῦται, ὥστε νὰ ἀναιρέσουν τὰς βάσεις τοῦ νομοσχεδίου, διότι εἴμεθα λίαν εὐδιάθετοι τροπολογίας τοιαύτας μὴ ἀναιρούσας τὰς πρωτίστας βάσεις αὐτοῦ νὰ τὰς ἀποδεχθῶμεν εὐχαρίστως. Ὅταν δὲ πρότασίς τις, ὁποία ἡ τοῦ κ. Πετιμεζᾶ, ἔρχεται ἐνώπιον ἡμῶν, ἡ πρότασις αὕτη ἐκτὸς τῶν ἄλλων ἐλαττωμάτων, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ ἔχῃ, παρουσιάζει καὶ τοῦτο, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἀξίζει τῆς προσοχῆς καὶ τῆς μελέτης καὶ τῆς συζητήσεως ὑμῶν. Ἐπειδὴ δὲ σκοπὸν δὲν ἔχομεν, λέγει ὁ κ. Πετιμεζᾶς, νὰ πολεμήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν, διὰ τοῦτο δὲν ἐπιλαμβανόμεθα τῆς λεπτομεροῦς ἐξετάσεως τοῦ νομοσχεδίου ἀλλὰ διὰ μιᾶς γραμμῆς σᾶς δίδομεν πληρεξουσιότητα νὰ πράξητε ὅ,τι θέλετε. Τοῦτο, κύριοι, δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ ἀποδεχθῶμεν· πρῶτον διὰ τὸν λόγον διὰ τὸν ὁποῖον σᾶς ἐξέθεσα, δεύτερον διότι δὲν ζητοῦμεν ἐξουσίαν τοιαύτην παρὰ τῆς Βουλῆς, καὶ τρίτον διότι ἐπιθυμοῦμεν ἐπὶ τῶν προτάσεων ἡμῶν νὰ ὑπάρξῃ τὸ κῦρος τοῦ Κοινοβουλίου. Ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον σᾶς ἐπροτείναμεν, παρουσιάζει βεβαίως κατὰ τὴν ἐφαρμογήν του πολλὰς δυσκολίας, ἀλλὰ διὰ νὰ δυνηθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑπερβῇ τὰς δυσκολίας ταύτας, ἔχει βεβαίως ἀνάγκην νὰ ἀντλήσῃ ἐκ τῆς γνώμης τοῦ Κοινοβουλίου ἰσχὺν ἠθικὴν πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου. Ἐὰν δεχθῶμεν τὴν πληρεξουσιότητα, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πετιμεζᾶς δίδει εἰς ἡμᾶς, ὅ,τι πράξωμεν διὰ τῆς πληρεξουσιότητος ταύτης δὲν θὰ ἔχῃ τὸ κῦρος τῆς γνώμης τοῦ Κοινοβουλίου, θὰ ᾖναι ἁπλῶς μία γνώμη τῆς Κυβερνήσεως· καὶ ὅσον ἰσχυρὰ καὶ ἂν ᾖναι ἡ οἰκουμενικὴ αὕτη Κυβέρνησις θὰ ἔχῃ ἀνάγκην τοῦ κύρους τῆς γνώμης τοῦ Κοινοβουλίου. Συζητοῦντες, παραδεχόμενοι, τροποποιοῦντες ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν τὴν πρότασιν τῆς Κυβερνήσεως, χορηγεῖτε εἰς αὐτὴν τὸ κῦρος τῆς ψήφου σας, χορηγεῖτε ἠθικὴν ἰσχὺν διὰ τῆς ὁποίας θὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν νόμου, ὅστις ἕνεκα τῆς καταστάσεως τοῦ τόπου παρουσιάζει μεγάλας δυσκολίας. Ἰδοὺ ὁ κυριώτερος λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν δυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πετιμεζᾶ. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα τῆς ἀντισυνταγματικότητος τῆς προτάσεως, διότι τοῦτο τὸ θεωρῶ περιττόν. Ὅταν ἡ Κυβέρνησις δι’ ἄλλους λόγους δὲν δέχεται τὴν πρότασιν ταύτην, ἦναι περιττὸν νὰ προτείνῃ τὸ ἀπαράδεκτον τῆς προτάσεως αὐτῆς. Ἐὰν δὲν εἶχεν ἄλλους λόγους, ἵνα ἀποκρούσῃ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πετιμεζᾶ, ἠδύνατο τότε νὰ καταφύγῃ εἰς τὸ ἀπαράδεκτον· ἀλλ’ ὅταν λόγοι ἄλλοι ὑπαγορεύουν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀντιταχθῇ κατὰ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Πετιμεζᾶ, νομίζομεν τὴν προσφυγὴν εἰς τὸ ἀπαράδεκτον, ὅλως διόλου περιττήν. Ἐν συνόλῳ, κύριοι, δὲν δυνάμεθα ν’ ἀποδεχθῶμεν τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου συμπολίτου μου κυρίου Πετιμεζᾶ.
§41ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἀπαραδέκτου πρέπει νὰ ἀποφασίσῃ πρῶτον ἡ Βουλή, διότι δὲν δύναται νὰ προβῇ ἐπὶ τῆς οὐσίας πρὶν ἢ ἐπὶ τοῦ ἀπαραδέκτου ἀποφασίσῃ. Πρότασις, ἥτις ἀντίκειται εἰς τὸ Σύνταγμα, δὲν δύναται νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν.
§42ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις δὲν παραδέχεται τὴν πρότασιν, ἂς λείψῃ ἡ περαιτέρω συζήτησις.
§43ΖΩΧΙΟΣ. Ὁ μὴ γινώσκων ποῦ ὑπάγει, λέγει παροιμία Γαλλικὴ, πηδᾷ ὑπὲρ τὰ ἐσκαμμένα, καὶ φθάνει ὅπου δὲν θέλει. Καὶ ἡμεῖς ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῶν περιφήμων παρασκευῶν πορευόμεθα ὅπου δὲν γνωρίζομεν. Οὔτε αἱ διαδοχικαὶ Κυβερνήσεις, οὔτε ἡ Βουλὴ γνωρίζει ποῦ πορευόμεθα. Καὶ ποῦ ἐφθάσαμεν; Εἰς τὴν δικτατορίαν· καὶ τὴν δικτατορίαν δὲν τὴν ἐπρότεινεν ὁ κ. Πετιμεζᾶς, ἀλλ’ αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία λέγει σήμερον, δὲν τὴν θέλω. Καὶ ἀφοῦ δὲν τὴν θέλετε, κύριε ὑπουργέ, διατί ἐπροσθέσατε τὸ ἄρθρον 17, τὸ ὁποῖον λέγει, ἅμα ἀποχωρήσῃ ἡ Βουλὴ ἐγὼ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ αὐξήσω τὴν στρατιωτικὴν δύναμιν; Αὐτὸ ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις, εἴτε διὰ πολιτικοὺς λόγους, εἴτε δι’ ἄλλην αἰτίαν, καὶ διὰ τοῦτο ὁ συνάδελφος κ. Πετιμεζᾶς διετύπωσε τὴν πρότασίν του. Ἐγὼ δὲ νομίζω, ἐὰν πιστεύσω τοὺς ὑπουργούς, ὅτι πρέπει νὰ συμπληρώσωμεν καὶ τὴν ἰδέαν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὴν ἰδέαν τοῦ κ. Πετιμεζᾶ, καὶ νὰ εἴπωμεν, «ὅταν ἡ Κυβέρνησις λάβῃ ἀνάγκην ν’ αὐξήσῃ τὴν στρατιωτικὴν δύναμιν, ἔχει τὴν πληρεξουσιότητα καὶ τοῦ φορολογεῖν καὶ τοῦ συνομολογεῖν δάνειον». Ἤτοι ἂς δώσωμεν εἰς τοὺς ὑπουργοὺς τὴν πληρεξουσιότητα καὶ νὰ στρατολογήσουν κατὰ γῆν καὶ κατὰ θάλασσαν, καὶ νὰ φορολογήσουν καὶ νὰ συνομολογήσουν δάνεια. Δὲν τολμῶμεν, λέγουν οἱ ὑπουργοί, νὰ ἀναδεχθῶμεν αὐτὸ τὸ βάρος. Διατί; Δι’ αὐτὸ δὲν συνησπίσθητε ὅλοι; Καὶ αὔριον; Μᾶς λέγουν. Αὔριον βλέπομεν. Θέλουν δὲ οἱ ὑπουργοὶ νὰ πιστεύσω, ὅτι ἐντὸς τεσσάρων μηνῶν, ὄχι μόνον θὰ συναθροίσουν 16,000 στρατευσίμους, ἀλλὰ καὶ πλείονας. Ποῖος ὅμως πιστεύει ὅτι ἐντὸς τόσου ὀλίγου χρόνου θὰ συναθροίσῃ ἡ Κυβέρνησις ὄχι μόνον 16,000 στρατευσίμους κατὰ ξηράν, ἀλλὰ καὶ πλειοτέρους; Καὶ κατὰ θάλασσαν; Μοὶ λέγουσι, ψήφισον. Πῶς; Ἀφοῦ δὲν τὸ πιστεύω; Θέλετε δὲ νὰ ἀθροίσητε, ὄχι μόνον ἀγάμους, ἀλλὰ καὶ πατέρας οἰκογενειῶν· ἓν δὲ μόνον ὑπολείπεται. Ποῖον; Νὰ καλέσητε καὶ τὰς γυναῖκας. Δὲν εἶναι ὅμως καλλίτερον νὰ λάβητε πᾶσαν πληρεξουσιότητα καὶ τὸν Νοέμβριον, ὅταν ἔλθωμεν, τότε λογαριαζόμεθα; Κύριοι συνάδελφοι, ἰδοὺ τί συμβαίνει· εἰς τὴν πατρίδα μου ἐφύτευσαν πυκνὰ τὰ ἐλαιόδενδρα καὶ ἕνεκα τῆς πρὸς ἄλληλα ἁμίλλης ἔγειναν ὅλα ὑψηλὰ καὶ ψιλά. Τὸ αὐτὸ συνέβη καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ὁ μὲν ἐζήτησε 10,000 ἄνδρας, ὁ δὲ 20, ὁ δὲ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, διὰ νὰ φθάσῃ τὰς 200,000, προσέθηκε καὶ τὴν ἐθνοφυλακήν. Διὰ νὰ παύσητε πῶς διώκοντες τὴν λύσιν ζητήματος ἀλύτου, σᾶς παρακαλοῦμεν νὰ ἀναδεχθῆτε τὴν δικτατορίαν. Τί καλλίτερον θέλετε; Σᾶς ἐμπιστευόμεθα, ἀπαλλαχθῆτε δὲ καὶ ἀπὸ ἡμᾶς. Προηγουμένως ἡ Βουλὴ σᾶς ἦτον Ἐφιάλτης, καὶ ἐλέγετε, πότε νὰ φύγῃ, πότε νὰ διαλυθῇ. Ἰδοὺ τώρα ἡ Βουλὴ λέγει, λάβετε ὅ,τι θέλετε· σᾶς δίδει πᾶσαν ἐξουσίαν. Δὲν εἶσθε εἰς κατάστασιν νὰ φέρητε τὸ βάρος; Ἐγὼ συμπληρῶ τὴν πρότασιν τοῦ κ. συναδέλφου, ὅτι «πρέπει νὰ δοθῇ ἡ ἄδεια εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τῆς φορολογίας καὶ τῆς συνομολογήσεως δανείου».
§44Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. ... (Ὅρα παράρτημα Βʹ.)
§45ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἠδίκησεν ὁ προαγορεύσας τοὺς ὑπουργοὺς νομίσας, ὅτι ἐξετάζουσι τὸ ζήτημα, ἢ θέλουσι τὸ ἐξετάσει, ὡς ζήτημα εὐθύνης προσωπικῆς. Τὸ ζήτημα τοῦτο ἐξετάζομεν μόνον ὡς ζήτημα καθήκοντος. Δὲν εἶναι ὀρθὴ ἡ σκέψις τῶν λεγόντων, ὅτι ἡ Βουλή, ἀποδεχομένη τὴν πρότασιν ταύτην, θὰ ἐδείκνυετο ὑπουργικωτέρα καὶ τῶν ὑπουργῶν καὶ ὅτι ἑπομένως οἱ ὑπουργοὶ δὲν θὰ ἠδύναντο νὰ ἀρνηθῶσι τὴν τοιαύτην προσφοράν. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ κτήματος προσωπικοῦ τῶν βουλευτῶν προσφερομένου εἰς τοὺς ὑπουργοὺς ἠδύναντο οὗτοι νὰ δεχθῶσιν ἢ νὰ μὴ δεχθῶσιν, ἀλλὰ πρόκειται περὶ κανονισμοῦ κτήματος ἐθνικοῦ, πρόκειται περὶ κανονισμοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον εἶναι λελυμένον ἐν τῷ θεμελιώδει ἡμῶν νόμῳ. Τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον ἤγειρεν ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Πετιμεζᾶ εἶναι ἂν πρέπῃ νὰ θεωρήσωμεν τὸν θεμελιώδη ἡμῶν νόμον ἀργοῦντα, διότι δὲν δύναται νὰ συνυπάρξῃ ἡ πρότασις αὐτοῦ μετὰ τοῦ θεμελιώδους νόμου. Εἶναι τῷ ὄντι περιστάσεις, ὁποίας ἀνέφερεν ὁ προαγορεύσας, ἐν τῇ ἱστορίᾳ τῇ ἀρχαιοτέρᾳ καὶ τῇ νεωτέρᾳ, κατὰ τὰς ὁποίας ἀργοῦσιν οἱ θεμελιώδεις τῶν ἐπικρατειῶν νόμοι, ἀλλ’ ἆρα διατελοῦμεν εἰς πόλεμον, ὥστε νὰ γείνῃ σκέψις περὶ τούτου σήμερον; Πρόκειται περὶ ἐνεργείας ἐκτάκτου ἀληθῶς, ἀλλ’ οὐχὶ περὶ τῆς ἐνεργείας ἐκείνης, ἡ ὁποία πάντα ὑφιστάμενον νόμον θέτει κατὰ μέρος ἀντικαθιστῶσα αὐτὸν διὰ τοῦ νόμου τοῦ πολέμου. Ἔκτακτοι βεβαίως εἶναι αἱ περιστάσεις καὶ ἔκτακτα τὰ νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα προτείνει ἡ Κυβέρνησις, ἀλλ’ ὅσον καὶ ἂν ᾖναι ἔκτακτα, δὲν ἐξέρχονται τῶν ἄκρων ὁρίων τοῦ θεμελιώδους νόμου τοῦ κράτους, ἐνῷ ἡ πρότασις τοῦ κ. Πετιμεζᾶ ἐξέρχεται τῶν ὁρίων τούτων, καὶ διὰ τοῦτο λέγω ὅτι ἔχομεν καθῆκον καὶ ὡς Κυβέρνησις καὶ ὡς βουλευταὶ ν’ ἀποκρούσωμεν τὴν πρότασιν ταύτην, οὐδόλως ἐξετάζοντες ἂν ἐκ τούτου αὐξάνει ἢ ἐλαττοῦται ἡ εὐθύνη ἡμῶν. Κατ’ ἐμὲ, ἡ εὐθύνη ἡμῶν εἶναι ὀλιγωτέρα διὰ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Πετιμεζᾶ παρὰ διὰ τῆς προτάσεως τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ὑπεβάλομεν· διότι, ὅπως ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλε τὴν πρότασιν, χαράσσεται ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ἡ ὁδὸς ἐν ᾗ ἐκείνη ὀφείλει νὰ βαδίσῃ καὶ ἧς μόνον ἐν ἐκτάκτῳ ἀνάγκῃ τῇ ἐπιτρέπεται νὰ ἐκτραπῇ, ἐνῷ ἡ πρότασις τοῦ κ. Πετιμεζᾶ ἀφίνει τὴν Κυβέρνησιν ἐλευθέραν πάντῃ περὶ τὴν ἐκτίμησιν τῶν πραγμάτων καὶ τῆς καταστάσεως τοῦ τόπου. Ἑπομένως ἡ εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως εἶναι βεβαίως πολὺ μικροτέρα κατὰ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πετιμεζᾶ, διότι δὲν δύναται νὰ εἴπῃ κατὰ τὸ ὑπουργικὸν νομοσχέδιον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀπεμακρύνθη τῶν θελήσεών της, ἀφοῦ ἡ θέλησίς της ἐν τῇ προτάσει δὲν ἐκφράζεται. Ἀλλὰ παραλείπω ἐντελῶς τὸ ζήτημα τοῦτο τῆς εὐθύνης καὶ ἐπανερχόμενος εἰς τὸ ζήτημα τοῦ καθήκοντος ἐπαναλαμβάνω, ὅτι καθῆκον ἔχομεν καὶ ὡς Κυβέρνησις καὶ ὡς βουλευταὶ ν’ ἀποκρούσωμεν τὴν πρότασιν ταύτην, ἡ ὁποία ἄνευ πολέμου καθιεροῖ τὸν νόμον τοῦ πολέμου καὶ φέρει σύγχυσιν ἐξουσιῶν. Ἡ διαίρεσις τῶν ἐξουσιῶν δὲν εἶναι ἀρχὴ τεθεῖσα πρὸς τὸ συμφέρον οὔτε τῆς Κυβερνήσεως οὔτε τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ εἶναι ἀρχὴ τεθεῖσα πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους, καὶ πάντες οἱ θεωροῦντες τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους ὑπέρτερον τοῦ ἰδίου συμφέροντος ὀφείλουσι νὰ μὴ δεχθῶσί τι τὸ ὁποῖον δύναται νὰ παραβλάψῃ τὴν θεμελιώδη ταύτην ἀρχήν. Ἡ διάκρισις τῶν ἐξουσιῶν εἶναι ἀναγκαία καὶ πρὸς τὸ ἠθικὸν κῦρος τῶν νομοθετημάτων, διότι, καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. Πετιμεζᾶ ἦτο συνταγματικὴ καὶ ἠδύνατο νὰ ψηφισθῇ, τὸ αὐτὸ ἠθικὸν κῦρος θὰ εἶχε πρᾶξις τῆς Κυβερνήσεως ἄνευ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς γενομένη καὶ τὸ αὐτὸ αἱ πράξεις αὐτῆς αἱ γενόμεναι τῇ γνώμῃ καὶ τῇ ψήφῳ τῆς Βουλῆς; καὶ ἂν ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ περιάψῃ εἰς τὰς πράξεις ταύτας τὸ βουλευτικὸν κῦρος, δὲν θὰ ἔπραττεν ἔγκλημα, παραλείπουσα τοῦτο, ὅταν πρόκειται περὶ πράξεων, τῶν ὁποίων ἡ ἐφαρμογὴ παρουσιάζει δυσχερείας, εἰς ὧν τὴν ἄρσιν μεγάλως θὰ συνετέλει ἡ ψῆφος τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ; Ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν τὴν Βουλήν, ἔχομεν δ’ ἐν τῷ νῷ διαγεγραμμένον τὸ σχέδιον, τοῦ ὁποίου τὴν ἐφαρμογὴν ἐπιδιώκομεν, καὶ προτείνεται νὰ μὴ εἴπωμεν εἰς τὴν Βουλήν: δὸς τὸ κῦρος τῆς συγκαταθέσεώς σου εἰς τὰ μέτρα ταῦτα, ἅτινα μᾶλλον ἀπροσκόπτως θέλουσιν ἐφαρμοσθῆ, ὅταν τὸ ἔθνος γινώσκῃ ὅτι δημοσίᾳ συνεζητήθησαν, ἐξητάσθησαν καὶ διὰ τῆς ψήφου τῆς ἀντιπροσωπείας ἐψηφίσθησαν. Ἀλλὰ κατὰ τί ἡ πρότασις τοῦ κ. Πετιμεζᾶ φέρει τὴν σύγχυσιν τῶν ἐξουσιῶν; Κατὰ τί ἐξέρχεται τῶν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος διαγεγραμμένων ὁρίων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας καὶ κατὰ τί διαφέρει τῆς προτάσεως τὴν ὁποίαν περιέχει τὸ ὑπουργικὸν νομοσχέδιον ἐν ἄρθρῳ 17; Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Καλαβρύτων προτείνει οὐχὶ ὅπως ἐπιτραπῇ τῇ Κυβερνήσει ἡ ἔκδοσις νομοθετικῶν διαταγμάτων ἐκτάκτων καὶ προσωρινῶν, ἀλλ’ ὅπως χορηγηθῇ εἰς αὐτὴν τακτικὴ καὶ διαρκὴς νομοθετικὴ ἐξουσία, ἐνῷ τὸ ὑπουργικὸν νομοσχέδιον ἔδωκεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδίδῃ διατάγματα προσωρινὴν ἔχοντα νομοθετικὴν ἰσχύν, τὰ ὁποῖα θέλουσιν εἰσαχθῆ εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν πρώτην μετὰ τὴν ἔκδοσίν των βουλευτικὴν σύνοδον· ἡ δὲ διάκρισις αὕτη, προκειμένου περὶ στρατιωτικῶν, ὅπως προκειμένου καὶ περὶ οἰκονομικῶν, εἶναι διάκρισις θεμελιώδης, διότι τὸ Σύνταγμα περὶ στρατιωτικῶν καὶ οἰκονομικῶν εἰδικῶς ἐμερίμνησεν, ὅπως καὶ αὐτὴ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία μὴ ἐκδίδῃ διαρκεῖς ἀποφάσεις, ἀλλ’ ἵνα ᾖ ἠναγκασμένη ἐτησίως νὰ ψηφίζῃ τοὺς νόμους τούτους. Δὲν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ δώσῃ εἰς τοὺς τοιούτους νόμους μεγαλειτέραν διάρκειαν τῆς ἐτησίας, ἀλλὰ τὴν ἐξουσίαν αὐτῆς ταύτην πρὸς ἐτησίαν νομοθεσίαν δύναται ἐκτάκτως ὅλως νὰ ἀναθέσῃ εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν δυνάμει τοῦ δικαιώματος τοῦ ἀσκουμένου ἐν ἅπασι τοῖς κοινοβουλευτικῶς πολιτευομένοις ἔθνεσιν, τῆς ἐντολῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Τὸ δικαίωμα τοῦτο τῆς ἐντολῆς ἀσκεῖται συνήθως ἐπὶ κανονιστικῶν νομοθετικῶν ἀντικειμένων, ἀλλ’ εἶναι δικαίωμα τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἀσκήσῃ ὁλόκληρον ἡ Βουλή, ἐφ’ ὅσον αὐτὴ ἔχει τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν ἀπεριόριστον. Προκειμένου περὶ στρατιωτικῶν καὶ οἰκονομικῶν, ἡ Βουλὴ δύναται νὰ νομοθετήσῃ μόνον προσωρινῶς ἐπὶ ἓν ἔτος, ἑπομένως ἡ πρότασις τοῦ κ. Πετιμεζᾶ, ἡ ὁποία ἀφορᾷ εἰς τὴν χορήγησιν παρὰ τῆς Βουλῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν δικαιώματος διαρκοῦς νομοθεσίας ἐπὶ τοιούτου θέματος, εἶναι πρότασις ἀντιστρατευομένη πρὸς τὴν ἀρχὴν τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν καὶ πρὸς τοὺς περιορισμούς, τοὺς ὁποίους τὸ Σύνταγμα θέτει εἰς τὴν διαχείρισιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας παρ’ αὐτοῦ τοῦ νομοθετικοῦ σώματος. Λίαν ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μέσης, ὅτι συνέπεια τῆς προτάσεως τοῦ κ. Πετιμεζᾶ εἶναι ὅτι τὰ αὐτὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα χορηγεῖ αὕτη, ὡς πρὸς τὴν δύναμιν τοῦ στρατοῦ καὶ τὸν ὀργανισμὸν αὐτοῦ, τὰ αὐτὰ πρέπει νὰ χορηγηθῶσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ὡς πρὸς τὰ οἰκονομικὰ μέτρα, ὡς πρὸς τὴν φορολογίαν καὶ ὡς πρὸς τὰ δάνεια· ἀλλ’ ἔτι καθαρώτερον γίνεται καταφανὲς τὸ ἄτοπον ἐπὶ τούτων. Ὑποθέσατε ὅτι, τῷ ὄντι, ἐπιψηφίζεται ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Μέσης· ἡ πρότασις αὕτη δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ χαρακτῆρα προσωρινόν, διότι ἡ φορολογία, τὴν ὁποίαν θὰ ἐπιβάλωμεν, οὐδεμίαν θὰ ἔχῃ ἔννοιαν ἂν ᾖναι προσωρινή, ἀφοῦ πρόκειται νὰ ἀνταποκρίνηται εἰς διαρκὲς δάνειον καὶ ἑπομένως, ἵνα χρησιμεύσῃ εἰς τὸν σκοπὸν, ὃν ἐπιδιώκομεν, δέον νὰ ἔχῃ διάρκειαν ὅσην καὶ τὸ δάνειον ἕως τῆς ἐξοφλήσεως αὐτοῦ· ἀλλ’ εἶναι συνταγματικὸν, εἶναι πρέπον τοιαῦται ὑποχρεώσεις νὰ ἐπιβάλλωνται εἰς τὸν λαὸν διὰ βασιλικῶν διαταγμάτων; Ταῦτα, κύριοι, λέγω, διὰ νὰ δείξω ὅτι ὑπάρχει διαφορὰ σπουδαία μεταξὺ τῆς προτάσεως τῶν ἀξιοτίμων βουλευτῶν Καλαβρύτων καὶ Μέσης καὶ τῆς προτάσεως, ἡ ὁποία διατυποῦται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τῷ ὑπουργικῷ. Κατὰ τὸ ἄρθ. 17 τοῦ ὑπουργικοῦ νομοσχεδίου, δίδονται εἰς τὴν Κυβέρνησιν δικαιώματα, ἀλλὰ ποῖα; Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Καλαβρύτων σᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν γνωρίζετε ποῖαι εἶναι αἱ ἀνάγκαι, διότι, διὰ νὰ γνωρίζετε τὰς ἀνάγκας, πρέπει νὰ γνωρίζητε τοὺς κινδύνους, οἱ δὲ κίνδυνοι ὅλοι εἶναι σήμερον ἄγνωστοι. Γνωρίζομεν ὅμως τὰς σημερινὰς ἀνάγκας, καὶ ὡς πρὸς ταύτας ὀφείλομεν νὰ ψηφίσωμεν τὰ μέτρα· ἀλλὰ προσέτι γνωρίζομεν ὅτι δύνανται νὰ ὑπάρχωσι καὶ μέλλουσαι ἀνάγκαι, καὶ διὰ τοῦτο προσθέτομεν τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 17, διάταξιν συμβιβαζομένην πρὸς τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, διότι ἀφορῶν εἰς ἔκτακτον ἀνάγκην χορηγεῖ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἂν εὑρεθῇ εἰς περίστασιν ἵνα νομοθετήσῃ διὰ βασιλικῶν διαταγμάτων, ἔκτακτον πρὸς τοῦτο καὶ ὅλως προσωρινὴν ἐξουσίαν, ἀφοῦ τὰ διατάγματα ἰσχύουσι μέχρι τῆς προσεχοῦς βουλευτικῆς συνόδου, εἰς ἣν ὑποβάλλονται.
§46Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ ἐγὼ λέγω τοῦτο.
§47ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἑπομένως, ἐὰν αἱ ἀνάγκαι μείνωσιν οἷαι σήμερον ὑπάρχουσιν, ἡ Βουλὴ ἔχει κανονίσει τὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως· ἐὰν δὲ αἱ ἀνάγκαι μεταβληθῶσι, πάλιν ἡ Βουλὴ ἔδειξε τὴν ὁδὸν, ἣν ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει ν’ ἀκολουθήσῃ. Ἵνα ἀπομακρυνθῇ ἡ Κυβέρνησις τῶν οὕτω διατεταγμένων, πρέπει νὰ ἔχῃ σπουδαίους λόγους καὶ πρέπει νὰ δυνηθῇ νὰ τοὺς ἀποδείξῃ, ἵν’ ἀπαλλάξῃ ἑαυτὴν τῆς εὐθύνης. Κατὰ τὸ Σύνταγμα, ἐτησίως προσδιορίζεται ἡ στρατολογία καὶ ἡ δύναμις τοῦ στρατοῦ καὶ μόνον ὡς πρὸς ἓν τούτων διὰ τοῦ ἄρθρου 17 ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις ἐντολὴν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἵνα διὰ Βασιλικῶν διαταγμάτων προσωρινῶς νομοθετῇ, ζητεῖ τοῦτο μόνον περὶ τῆς αὐξήσεως τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ, διότι τὰ τῆς στρατολογίας εἶναι διὰ νόμων κανονισμένα· καὶ σήμερον ἀκόμη ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπέβαλε νομοσχέδιον, περιλαμβάνον διατάξεις καὶ περὶ ἄλλης στρατολογίας, περὶ τῆς μεταβατικῆς ἐθνοφυλακῆς, διότι ἐπιθυμεῖ ἡ Κυβέρνησις καὶ κατὰ τοῦτο νὰ ᾖναι τὰ πάντα νομοθετικῶς διαγεγραμμένα. Διὰ τῶν νομοσχεδίων, ἅτινα εἰσὶν ἐψηφισμένα, ἢ διατελοῦσιν ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, πᾶσα ἡ στρατιωτικὴ δύναμις τοῦ Κράτους δύναται νὰ κληθῇ κατὰ τοὺς κειμένους νόμους· ὡς πρὸς δὲ τὰς πιστώσεις, κατὰ τὴν τελευταίαν τακτικὴν σύνοδον ἐψηφίσαμεν αὐτὰς ὡς παρακολούθημα τῶν περὶ δανείων νόμων, τὸ αὐτὸ δὲ γενήσεται καὶ ἐπὶ νέου δανείου, ὥστε δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς τὴν πραγματοποίησιν τῶν μέτρων, ἅτινα ἤθελον προκαλέσει αἱ ἀνάγκαι, ἐπὶ τῇ βάσει πιστώσεων ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐψηφισμένων. Ἑπομένως μόνον μίαν νομοθετικὴν ἐντολὴν δίδει ἡ Βουλὴ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τὴν τῆς αὐξήσεως τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς ταύτην ὑποδεικνύει ἀπὸ τοῦδε διὰ τοῦ νόμου τὸν τρόπον, καθ’ ὃν τὰ σώματα θέλουσι συμπληρωθῇ, ἂν ἀπρόοπτα συμβεβηκότα δὲν ὑπαγορεύσωσι τρόπον ἄλλον. Ἐὰν κατὰ τοῦτο διαφέρῃ ἡ πρότασις τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τῆς προτάσεως τοῦ κυρίου Πετιμεζᾶ, πρόδηλον εἶναι ὅτι προκριτέα ἡ Κυβερνητικὴ πρότασις. Δύναταί τις ν’ ἀμφιβάλλῃ ὅτι τὰ μέτρα θὰ ἔχωσι πλειότερον κῦρος, ὅταν ὑμεῖς τὰ κανονίσητε; δύναταί τις ν’ ἀμφιβάλλῃ ὅτι πλειότερον κῦρος ἔχουσι τὰ μέτρα ἐκεῖνα περὶ ὧν ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη, ἢ ἐκεῖνα ἐφ’ ὧν δὲν ἀπεφάνθη; Ψηφίζοντες τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πετιμεζᾶ δὲν θ’ ἀπεδίδετε τὴν δέουσαν βαρύτητα εἰς τὴν Βουλὴν, βαρύτητα τὴν ὁποίαν ἔχει καὶ ὀφείλει νὰ ἔχῃ ἐν τῷ Κράτει. Ἄλλως, κύριοι, δὲν πρέπει νὰ παρορῶμεν καὶ τοῦτο, ὅτι ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν ὁπωσδήποτε νομοσχέδιον περιέχον ὁλόκληρον τὴν ἰδέαν τῆς Κυβερνήσεως ὡς πρὸς τὰς παρούσας στρατιωτικὰς ἀνάγκας, ἡ δὲ Βουλὴ, ἂν ἐπιψηφίσῃ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πετιμεζᾶ καὶ δὲν ἀποφανθῇ περὶ τῶν μέτρων τῆς Κυβερνήσεως τῶν ὑποβληθέντων εἰς αὐτὴν, ἂν θεωρῇ αὐτὰ κατάλληλα, ἀποδεικνύει ὀλιγωρίαν πρὸς ταῦτα σπουδαίας ἔχουσαν συνεπείας. Δὲν εἶναι τοῦτο ζήτημα φιλοτιμίας προσωπικῆς, διότι σήμερον δὲν πρόκειται περὶ προσωπικῶν, ἀλλ’ εἶναι ζήτημα φιλοτιμίας Κυβερνητικῆς. Ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν ζηλοτύπως πρὸς τὰ μέτρα ἡμῶν καὶ νὰ μὴ ἐπιτρέπωμεν ὅπως ἐξασθενίζωνται ἠθικῶς διὰ τῆς ἐπιδεικνυομένης πρὸς ταῦτα ἀδιαφορίας τῆς Βουλῆς. Ἡ Κυβέρνησις, ὑποβαλοῦσα ἅπαξ τὰ μέτρα ταῦτα πρὸς ἐπιψήφισιν, δὲν δύναται ν’ ἀνεχθῇ, ὅπως, μὴ τυχόντα τῆς ἐπιδοκιμασίας τῆς Βουλῆς καὶ παραγκωνισθέντα ὑπ’ αὐτῆς, καταστῶσιν ὅμως νόμοι τοῦ Κράτους ἄνευ τῆς ψήφου αὐτῆς διὰ Διαταγμάτων. Νομίζω, ὅτι ἡ εὐκαιρία, ἣν παρέχει ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα διὰ δημοσίας συζητήσεως ἐκφράσῃ τὸ φρόνημα αὐτῆς περὶ τοῦ προσφόρου κανονισμοῦ τῶν στρατιωτικῶν καὶ συντελέσῃ διὰ τῆς ψήφου αὐτῆς εἰς τὴν καταλληλοτέραν μόρφωσιν τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι εὐκαιρία, ἣν ἡ Βουλὴ καθῆκον ἔχει πρὸς τὸ ἔθνος νὰ μὴ παρίδῃ. Τὸ ἔθνος θέλει νὰ γνωρίζῃ ὅτι αἱ ὑποχρεώσεις αἱ μεγάλαι, τὰς ὁποίας θὰ ἐπιβάλωμεν εἰς αὐτὸ, εἶναι ὑποχρεώσεις, αἵτινες ἐσυζητήθησαν δημοσίως, αἵτινες ἐβασανίσθησαν, αἵτινες ἀπεδείχθησαν ὀρθαὶ καὶ ἔτυχον τῆς ψήφου τῶν ἀντιπροσώπων αὐτοῦ. Ἐὰν δὲ μετὰ τὴν λῆξιν τῆς συνόδου νέαι ἀνάγκαι ἀναφυῶσι, τότε βεβαίως τὸ ἔθνος θέλει ἀναγνωρίσει τὰς συνεπείας τῶν ἀναγκῶν τούτων καὶ θέλει προθύμως τότε, ἀλλὰ τότε μόνον, θεωρήσει ἐπαρκὲς τὸ κῦρος ἐκτάκτων καὶ προσωρινῶν μέτρων, ἔστω καὶ ὑπὸ μόνης τῆς Κυβερνήσεως νομοθετηθέντων.
§48ΧΟΪΔΑΣ. Μετὰ τὴν ἐπιστημονικὴν καὶ λογικωτάτην ἀγόρευσιν τοῦ κ. Τρικούπη θεωρῶ περιττὸν νὰ ὁμιλήσῃ τις.
§49ΖΩΧΙΟΣ. Παρετηρήσατε τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν πῶς περιεπλέχθη, ὅταν προσεπάθει νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. Πετιμεζᾶ διαφέρει ἀπὸ τὸ 17 ἄρθρον; Ἦτο τόσον περιπεπλεγμένος, ὥστε μολονότι εἶναι τόσον δεινὸς εἰς τὸ λέγειν, ἐπιάσθη. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι οἱ ὑπουργοὶ δὲν πιστεύουν ὅ,τι ἔχουν γραμμένον, διότι εἶναι καὶ φύσει ἀδύνατον· ἐὰν αἱ περιστάσεις ἦσαν τοιαῦται, ὁποίας τὰς λέγουν, ὤφειλον ὄχι μόνον νὰ δεχθοῦν τὴν πρότασιν, ἀλλὰ νὰ τὴν ἁρπάξουν. Γνωρίζει ἡ Κυβέρνησις, διότι ὅλοι οἱ ὑπουργοὶ εἶναι ἐπιστήμονες, ὅτι ὁ Ἐπαμινώνδας ἐκράτησε παρανόμως τὴν ἀρχηγίαν, ὅταν ἐπίστευεν ὅτι διὰ τῆς παρανομίας ἐπρόκειτο νὰ σώσῃ τὸν τόπον του. Θὰ παρανομήσωμεν, λέγουν οἱ ὑπουργοί μας, ἐὰν ᾖναι ἀνάγκη. Ἀλλ’ ὁ Ἰούνιος τετέλεσται, ἔχομεν Ἰούλιον, Αὔγουστον, Σεπτέμβριον, Ὀκτώβριον, τὸν Νοέμβριον καλῶς νὰ μᾶς δεχθῆτε, ἐκτὸς ἐὰν ἔχετε ὄρεξιν νὰ μᾶς καλέσητε πρότερον, ἢ νὰ μᾶς διαλύσητε. Λοιπὸν ἐντὸς τῶν τεσσάρων αὐτῶν μηνῶν θὰ ληφθοῦν αὐτὰ τὰ ἔκτακτα μέτρα; Ἡμεῖς σᾶς τὰ ἐπιτρέπομεν ἀπὸ τώρα. Τί ἁπλούστερον τούτου; Ἐὰν ᾖναι παράνομον αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐπρότεινεν ὁ κ. Πετιμεζᾶς καὶ ἐγὼ, παράνομον εἶναι καὶ τὸ ἄλλο, τὸ ὁποῖον σεῖς προτείνετε. Ἐὰν δὲ ὁ τόπος εὑρεθῇ εἰς ἀνάγκας, μήπως ἡ Ἑλλὰς εἶναι ἀπέραντος ἔκτασις; Καλέσατε τὴν Βουλὴν, ἀντὶ τοῦ Νοεμβρίου, τὸν Αὔγουστον. Ἐὰν δὲ τῷ ὄντι πρόκειται περὶ τῶν ἐκτάκτων παρασκευῶν, τὰς ὁποίας ἐνῷ παρῆλθον δύω ἔτη δὲν ἠδυνήθημεν νὰ τὰς ὁρίσωμεν, ἐὰν αὐτὸ ᾖναι ἀληθὲς, τότε, νομίζω, ὅτι καὶ τὰ Βασιλικὰ διατάγματα εἶναι περιττά. Διατί; διότι φροντίζομεν μόνον πῶς δυνάμεθα νὰ ἐξασφαλισθῶμεν ἀπὸ τῆς ξηρᾶς καὶ ἀπὸ μόνης τῆς ξηρᾶς, ἐνῷ ἀπὸ τῆς θαλάσσης ἡ ἐπιδρομὴ εἶναι βεβαιοτάτη. Φροντίζομεν, λέγουν, περὶ τῶν ἀδελφῶν μας. Ὑπάρχουν ὅμως πολλοὶ, οἱ ὁποῖοι λέγουν, ὅτι ἀγαποῦν τὸν Θεὸν, ἀλλ’ ὁ Θεὸς λέγει πρὸς αὐτοὺς, ἐὰν τὸν ἀδελφόν Σου δὲν ἀγαπᾷς, πῶς θὰ ἀγαπήπῃς ἐμέ; Ἐρωτῶ τοὺς Πελοποννησίους ἐὰν ἔχουν τόσην ἀγάπην πρὸς τοὺς ὁμογενεῖς των, ὥστε νὰ εἴπουν, ἡ Πελοπόννησος ἂς χαθῇ. Νὰ τὸ πιστεύσω; Ἐγὼ δὲν τὸ πιστεύω, καὶ τοῦτο τὸ λέγω δι’ ὅλους, καὶ τοὺς Στερεολλαδίτας, καὶ τοὺς Ἑπτανησίους. Ἐὰν οἱ ὑπουργοὶ δὲν θέλουν νὰ λάβουν αὐτὴν τὴν ἔκτακτον ἐξουσίαν, ἂς φροντίσουν νὰ μὴ ἐξαντλήσουν τὸν τόπον στρατιωτικῶς καὶ χρηματικῶς, διότι πιστεύω, ὅτι εἰς τὸν παρόντα πόλεμον ἡμεῖς δὲν θὰ λάβωμεν μέρος, ἀλλὰ ἐπέρχεται ἄλλος πόλεμος, καὶ τότε θὰ εὑρεθῶμεν ἐξηντλημένοι, διότι οἱ ἀλλόφυλοι χριστιανοὶ τῆς Ἀνατολῆς, ὁποίαν λύσιν καὶ ἂν λάβῃ ὁ πόλεμος, θὰ ἀνακόψουν καὶ θὰ ἀρχίσουν νὰ ἀμφισβητοῦν μεθ’ ἡμῶν περὶ πρωτείων· τότε ἂς ἤμεθα ἕτοιμοι νὰ πολεμήσωμεν διὰ τῆς Μεσογείου θαλάσσης. Μήπως ἡ Σμύρνη, ἡ Θεσσαλονίκη, ὅλα τὰ παράλια τῆς Μεσογείου ἀπὸ τὸ Τούνεζι ἢ καὶ περισσότερον, ἡ Κρήτη, ἡ Σάμος, ἡ Χίος, ἡ Κύπρος, δὲν εἶναι Ἑλληνικά; Ἡ πρώτη κοινωνία, ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὴν Αἴγυπτον, εἶναι ἡ Ἑλληνική· Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἀποῤῥίψῃ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πετιμεζᾶ καὶ τὴν ἐμὴν, ὡς ἄμεσος συνέπεια ἔρχεται καὶ ἡ ἀπόῤῥιψις τοῦ ἄρθρου 17. Σημειωτέον δὲ ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἔχει κἄτι τι ἀλλόκοτον· σᾶς λέγει περὶ διοργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ· καὶ τί μᾶς λέγει; πῶς διορίζονται διὰ Β. Διατάγματος τόσοι ἢ τοιοῦτοι, ἐὰν πρέπῃ νὰ ἔχῃ τὸ τάγμα τόσους καὶ καθεξῆς, πράγματα τὰ ὁποῖα δι’ ἡμᾶς εἶναι ἀδιάφορα. Πόθεν θὰ στρατολογήσῃς; αὐτὸ μὲ ἐνδιαφέρει· διὰ δύω ἐνδιαφέρομαι, ὅτι αὐξάνει ἡ μισθοδοσία καὶ ὅτι ἐπιτρέπεται ἡ ἀντικατάστασις.
§50ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν πρόκειται πλέον περὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Πετιμεζᾶ, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις τὴν ἀποκρούει, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ πρότασις αὕτη συζητεῖται, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Ῥικάκης ὁ καταδικάσας ἐπὶ τοσοῦτον τὴν πρότασιν ταύτην, θὰ εἶχε δίκαιον, ἐὰν ἐπροτείνετο ἡ πρότασις αὕτη ἐπὶ ὁμαλῶν περιστάσεων· ἐν ὁμαλαῖς περιστάσεσι βεβαίως ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ παραιτήσῃ οὐδὲν τῶν δικαιωμάτων της, ἐν τῇ περιπτώσει ἐκείνῃ ὤφειλε βεβαίως ν’ ἀποῤῥιφθῇ ἡ πρότασις ὡς ἀπαράδεκτος, ἀλλὰ κατ’ ἐμὲ νομίζω ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς τὴν περίπτωσιν ἐκείνην, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθησαν συνταγματικώτεραι καὶ φιλελευθερώταται Βουλαὶ καὶ προέβησαν εἰς τοιαύτας ἀποφάσεις. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐπιμείνωμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς προτάσεως ταύτης καὶ νὰ τὴν ἐπιβάλωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν; Ἀφοῦ λέγει ἡ Κυβέρνησις, «δὲν τὴν δέχομαι, δὲν θέλω τὴν ἐξουσίαν ταύτην», πρὸς τί νὰ ἐπιμείνωμεν; Ἐπεθύμουν καὶ ἐπιθυμῶ νὰ βλέπω τὴν Κυβέρνησιν ζητοῦσαν ἐξουσίαν πλείονα ἐκείνης τὴν ὁποίαν ζητεῖ, καὶ τὸ ἐπεθύμουν καὶ τὸ ἐπιθυμῶ, διότι φρονῶ ὅτι ἤδη δὲν πρόκειται κυρίως περὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Πετιμεζᾶ. Ἀγαθῇ τύχῃ, ἐν τῇ σημερινῇ συζητήσει παρουσιάσθησαν αἱ δύω ἀντίθετοι ἰδέαι, αἵτινες ἔπρεπε πρὸ πολλοῦ νὰ μᾶς ἀπασχολήσωσι ἄνευ περιαγωγῶν. Παρουσιάζεται ἡ ἰδέα ὅτι αἱ περιστάσεις τῆς Ἀνατολῆς εἶναι τοιαῦται ὥστε ἑκοῦσαν ἄκουσαν θὰ ὑποχρεώσουν τὴν Ἑλλάδα νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὸν πόλεμον παρουσιάζεται δὲ καὶ ἡ ἀπ’ εὐθείας πρὸς αὐτὴν ἀντίθετος. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐπέμενον εἰς τὴν συγκρότησιν τῆς παρούσης Κυβερνήσεως δὲν εἶναι ἀμφιβολία καμμία ὅτι τὴν πρώτην ἰδέαν συμμερίζονται. Ἡ κοινὴ γνώμη καὶ ἡμεῖς ὅταν ἐζητούσαμεν τὴν σύστασιν τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι τὴν πρώτην ἰδέαν παρεδεχόμεθα. Εἶναι δὲ καὶ γνώμη ἄλλη, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν δύναται νὰ πολεμήσῃ καὶ δὲν θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην ἄνευ τῆς θελήσεώς της νὰ περιπλακῇ εἰς τὸν παρόντα πόλεμον. Ἡ ἐπὶ τῶν ἀντιθέτων τούτων ἰδεῶν συζήτησις καὶ ἡ ἀπόφασις ἡμῶν πρέπει νὰ παρουσιασθῇ καθαρά. Οἱ φρονοῦντες, ὡς φρονεῖ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μέσης κ. Ζωχιὸς, οἱ φρονοῦντες ὅτι δὲν πρόκειται περὶ συμμετοχῆς κατὰ τὸν ὑφιστάμενον πόλεμον, ἀλλὰ περὶ ἁπλῶν τακτικῶν παρασκευῶν τὰς ὁποίας θὰ χρησιμοποιήσωμεν μετὰ 5 ἢ 10 ἔτη (ὁμολογῶ δὲ ὅτι δυστυχῶς εὑρισκόμεθα σήμερον ἐκεῖ ἀφ’ ὅπου πρὸ δέκα ἐτῶν ἔπρεπε νὰ ἀναχωρήσωμεν) οἱ φρονοῦντες, λέγω, τοῦτο, ἂς φέρωσι καθαρῶς τὴν γνώμην των ὀφείλουσι νὰ τὸ εἴπωσι καθαρὰ διὰ νὰ τὸ ἠξεύρωμεν καὶ ἡμεῖς οἱ ἔχοντες τὴν ἄλλην ἰδέαν. Οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦναι ἡ μειονοψηφία, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται σήμερον οἱ ἀντιφρονοῦντες, ὀφείλουσι νὰ ἐξηγηθῶσι καθαρῶς διὰ νὰ συζητηθῶσιν αἱ δύω ἰδέαι, διὰ νὰ ἀποφανθῶσιν ἐν γνώσει καὶ ἡ Βουλὴ καὶ τὸ κοινὸν τῆς Ἑλλάδος. Διατί ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λέγουσιν ἰδιαιτέρως νὰ μὴ τὸ εἴπωσιν ἀπὸ τοῦ βήματος, ὡς ὀφείλουσι; διατί νὰ μὴ εἴπωσι διατὶ δὲν δυνάμεθα νὰ σπρώξωμεν τὸν τόπον, καὶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ χαθῇ ἡ Πελοπόννησος; ἐγὼ λέγω, καὶ νομίζω ὅτι ἐκφράζω τὸ αἴσθημα ὅλων τῶν Πελοποννησίων, οἱαιδήποτε θυσίαι ἐὰν ἀποφασισθῶσιν, οἱ Πελοποννήσιοι θὰ τὰς δεχθῶσιν εὐχαρίστως.
§51ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διατί ἀναφέρετε τὴν Πελοπόννησον μόνον;
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ζωχιὸς ὅταν ἐλάλησεν, εἶπεν ὅτι δὲν ἐξαιρεῖ καὶ τὰ λοιπὰ τμήματα τῆς Ἑλλάδος.
§53ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἶπον πρῶτον περὶ Πελοποννήσου, διότι εἶναι τὸ μεγαλείτερον τμῆμα, ἐὰν πρόκειται δὲ καὶ περὶ τῆς μικρᾶς Ζακύνθου, λέγω ὅτι δέχεται εὐχαρίστως νὰ βυθισθῇ εἰς τὴν θάλασσαν, ἂν διὰ τῆς θυσίας ταύτης πρόκειται νὰ σωθῇ καὶ μεγαλυνθῇ ἡ Ἑλλάς. Πρεσβεύω, κύριοι, ὅτι πρέπει νὰ παρασκευασθῶμεν ἐκτάκτως.
§54ΖΩΧΙΟΣ. Προχθὲς ἦλθε τὸ ζήτημα τοῦ «ἀνεῤῥίφθω ὁ κῦβος» καὶ εἷς τῶν ἀξιοτίμων ὑπουργῶν εἶπε ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τούτου.
§55ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Λοιπὸν ἂς τὸ θέσωμεν ἡμεῖς καθαρά· ἐγὼ λέγω νὰ τεθῶσιν αἱ ἰδέαι καθαρῶς, ἵνα ταχθῶμεν οἱ μὲν ὑπὲρ τῆς μιᾶς οἱ δὲ λοιποὶ ὑπὲρ τῆς ἄλλης. Λέγω δὲ ὅτι ἡ Ἑλλὰς ὤφειλε πρὸ 10 ἐτῶν νὰ σκέπτηται αὐτὰ τὰ ὁποῖα σκέπτεται τώρα, ὤφειλε τοὐλάχιστον πρὸ δύω ἐτῶν νὰ τὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἀφ’ ὅτου ἤρχισεν ἡ ἐπανάστασις τῆς Βόσνας καὶ Ἑρζεγοβίνας, τότε ἔπρεπε νὰ συζητήσωμεν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα συζητοῦμεν τώρα· ἀλλ’ ἀφοῦ ὅσα δὲν ἔγειναν πρὸ 10 ἐτῶν, πρὸ δύω ἐτῶν, πρέπει νὰ γίνωσι τώρα, ταύτην τὴν στιγμὴν ὀφείλομεν νὰ σκεφθῶμεν καὶ ἐνεργήσωμεν ὄχι ὅπως ἠθέλομεν πράξει τοῦτο πρὸ δέκα ἐτῶν, ἀλλὰ ταχέως, ἀναλογιζόμενοι τὴν θέσιν εἰς τὴν ὁποίαν ἀνεξαρτήτως τῆς θελήσεως ἡμῶν ἴσως ἤθελεν εὑρεθῇ ἡ Ἑλλάς, τουτέστι εἰς τὸ νὰ περιπλεχθῇ ἴσως ἐν τῷ παρόντι πολέμῳ.
§56Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Βεβαίως καὶ ἀφεύκτως θὰ εὑρεθῇ.
§57ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Λοιπὸν ἐὰν βεβαίως καὶ ἀφεύκτως θὰ εὑρεθῇ, πρέπει νὰ σκεφθῶμεν καὶ ἐνεργήσωμεν ταχέως, ὅ,τι ἔχει ἡ Βουλὴ νὰ σκεφθῇ καὶ ἐνεργήσῃ. Ἡ Κυβέρνησις εἴτε διὰ τὸν ἕνα εἴτε διὰ τὸν ἄλλον λόγον δὲν θέλει νὰ δεχθῇ τὴν δικτατορίαν· ὀφείλομεν νὰ σεβασθῶμεν τὴν ἰδέαν της ταύτην, διότι πρὸς τοῖς ἄλλοις δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιβάλωμεν τὴν ἀντίθετον. Ἡ Κυβέρνησις δὲν θέλει τὴν δικτατορίαν ἐμφορουμένη ἀπὸ τὴν ἰδέαν ὅτι διὰ τῶν προτάσεων ἔχει ὅλην τὴν δύναμιν τὴν ὁποίαν ζητεῖ. Ἀφοῦ λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις, ἥτις σύγκειται ἐξ ὅλων τῶν ἡγετῶν τῶν κομμάτων, ἀρκεῖται εἰς τοῦτο, ἀφοῦ ὅλοι οἱ ἡγέται εἶναι πληρέστατα σύμφωνοι καὶ εἰς τὴν ἀρχὴν καὶ εἰς τὰ καθέκαστα τῶν προτάσεών των, διατί ἡμεῖς νὰ ἐπιμένωμεν συζητοῦντες λεπτομερείας; Εἶναι καιρὸς χαμένος καὶ δὲν πρέπει νὰ χάνωμεν συζητοῦντες οὔτε μίαν ἑβδομάδα, οὔτε μίαν ἡμέραν, ἀλλ’ οὔτε μίαν ὥραν. Ἔχομεν ἤδη 25 ἡμέρας ἀφ’ ὅτου συνήλθομεν, ἡ δὲ νῦν Κυβέρνησις ἐσυστήθη πρὸ 15 ἀκριβῶς ἡμερῶν. Καὶ ἡ πρώτη περίοδος καὶ ἡ δευτέρα ἦτον ἀρκετή, ὥστε ἡ Βουλὴ νὰ ἔχῃ ψηφισμένα ἐκεῖνα ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ ζητήσῃ τὸ κῦρος τῆς ἀντιπροσωπείας, ἀλλὰ δυστυχῶς παρῆλθον ὅλαι αὐταὶ αἱ ἡμέραι καὶ δὲν ἐψηφίσαμεν τίποτε ἐκ τῶν ἀναγκαιούντων. Εἰς τοῦτο δὲν πταίει ἡ Βουλή. Ἐψηφίσαμεν καὶ θὰ ἐξακολουθήσωμεν ψηφίζοντες μὲ τὴν μεγαλειτέραν ταχύτητα τοὺς νόμους τοὺς ὁποίους ἡ Κυβέρνησις παρουσιάζει. Ἤθελα δὲ πρὸς τοῦτο παρακαλέσει τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Καλαβρύτων κ. Πετιμεζᾶν, ἐν περιπτώσει μὴ παραδοχῆς τῆς προτάσεώς του, νὰ ἀφήσῃ κατὰ μέρος τὰς συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι προανήγγειλαν ὅτι εἰς τὸ στρατολογικὸν νομοσχέδιον θέλουν προκαλέσει σκάνδαλα καὶ συγκρούσεις. Ἡ ὑποστήριξις τὴν ὁποίαν θὰ δώσωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν εἶναι αὕτη, ἀλλὰ πρὸς τούτοις νὰ τὴν παρακαλέσωμεν νὰ ἐπιταχύνῃ, νὰ καθυποβάλῃ τὰ σχέδιά της, καὶ ἡμεῖς νὰ τὰ ψηφίσωμεν, καθὼς τὰ παρουσιάζει ἡ Κυβέρνησις· ἀλλὰ νὰ ἐπιταχύνῃ, διότι δικαίως παρετηρήθη ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι τὰ νομοσχέδια, ἐπὶ τῶν ὁποίων πρέπει κυρίως νὰ ταχύνωμεν, τὰ οἰκονομικά, εἰσέτι δὲν ἐλάβομεν τὴν εὐχαρίστησιν νὰ τὰ ἴδωμεν, ὅπως πεισθῶμεν, ὅτι τὰ νομοσχέδια αὐτὰ δὲν εἶναι νομοσχέδια παρατάσεως, δὲν εἶναι νομοσχέδια συμπληροῦντα ἐν μέρει μόνον τὰς ἀνάγκας τῆς στιγμῆς, ἀλλ’ εἶναι νομοσχέδια πλήρη, ἐμφαίνοντα, ὅτι ἠμποροῦν νὰ ἐκπληρώσωσι καθ’ ὁλοκληρίαν τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον συμμερίζονται ἐκεῖνοι, ὅσοι συμμερίζονται τὴν ἰδέαν ὅτι βεβαίως, ἀναποφεύκτως ἡ Ἑλλὰς καὶ ἀνεξαρτήτως θὰ περιέλθῃ εἰς πόλεμον· διότι δὲν λησμονῶ τὴν στιγμὴν ταύτην κάτι τι, τὸ ὁποῖον εἰς ἄλλην συνεδρίασιν εἶπεν ὁ ἀξιότιμος τότε πρωθυπουργὸς καὶ νῦν ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Κουμουνδοῦρος, ὅτι δηλαδὴ μεταξὺ τῆς μιᾶς καὶ τῆς ἄλλης ἰδέας πρέπει νὰ ἐκλέξωμεν, ἀλλά, ἀφοῦ ἐκλέξωμεν, πρέπει νὰ βαδίσωμεν ἀνδρικῶς καὶ σταθερῶς μέχρις ἐσχάτων. Ὅσοι ἔχομεν τὴν ἰδέαν, ὅτι καὶ ἀνεξαρτήτως τῆς θελήσεως ἡμῶν θὰ ἀναμιχθῶμεν εἰς τὸν παρόντα πόλεμον, πρέπει νὰ ἀφήσωμεν κατὰ μέρος τὰς μακρὰς καὶ λεπτολόγους συζητήσεις καὶ νὰ ἐξετάσωμεν μόνον ἂν τὸ προταθησόμενον ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως σύστημα, ἐν τῷ συνόλῳ αὐτοῦ, εἶναι πλῆρες, ἂν ἀνταποκρίνεται πρὸς τὸν μέγαν σκοπὸν καὶ πρὸς τὰς ὑπὲρ αὐτοῦ θυσίας καὶ τοὺς κινδύνους. Συμπεραίνων, διὰ νὰ μὴ σᾶς ἀπασχολῶ περισσότερον, ἐπαναλαμβάνω νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, νὰ καθυποβάλῃ τὰ οἰκονομολογικὰ σχέδιά της, νὰ ἐπιταχύνῃ δὲ ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον, καὶ ἀπὸ τὴν Βουλὴν θὰ λάβῃ ὅλην τὴν ὑποστήριξιν καὶ τὴν ἐνίσχυσιν, ἀλλὰ τάχιστα, διότι ἐν τῇ παρούσῃ περιστάσει δὲν ἔχομεν νὰ ἐξετάσωμεν ποῖον εἶναι τὸ καλλίτερον, ἀλλὰ ποῖον εἶναι τὸ ταχύτερον· ἀρκεῖ ὅσον καιρὸν ἐχάσαμεν μέχρι τοῦδε.
§58ΜΙΛΗΣΗΣ. Τὸ ταχύτερον πάντων εἶναι ἡ παραδοχὴ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Πετιμεζᾶ. Αὐτὴν τότε ὀφείλετε νὰ δεχθῆτε.
§59ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τότε πρέπει νὰ ῥίψωμεν τὴν Κυβέρνησιν, διότι δὲν τὴν δέχεται.
§60ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἀγαθῇ τύχῃ, διότι ὁ προλαλήσας κ. Λομβάρδος μᾶς ἀναγκάζει νὰ ἐκθέσωμεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου δημοσίᾳ τί ἕκαστος φρονεῖ εἰς τὰς ἐκτάκτους ταύτας περιστάσεις. Ὀφείλω λοιπὸν καὶ ἐγώ, κατὰ καθῆκον, συντομώτατα νὰ σᾶς ἐκφράσω τί φρονῶ περὶ τῶν ἐκτάκτων παρασκευῶν. Πιστεύω λοιπὸν καὶ φρονῶ ἀδιστάκτως, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ὀφείλει ἐκτάκτως νὰ παρασκευασθῇ, ἀλλὰ πιστεύω ἀφ’ ἑτέρου ἀδιστάκτως, ὅτι ἄνευ παρασκευῆς κατὰ θάλασσαν τρέχετε εἰς προφανέστατον κίνδυνον. Λέγω ταῦτα ἵνα μείνωσι γεγραμμένα, διότι φοβοῦμαι, ὅτι τὰ πράγματα θὰ μὲ δικαιώσωσι καὶ δὲν θέλω νὰ μοὶ εἴπῃ τις κατόπιν ὅτι δὲν ἔκαμα τὸ καθῆκόν μου. Δυστυχῶς, ὅπως αἱ παρασκευαὶ προτείνονται, οὐδόλως μὲ πείθουσι, ὅτι ἄγομεν πρὸς τὸν σκοπόν μας· ἂν δὲ τοῦτο πιστεύωσιν οἱ κυβερνῶντες σήμερον, ὅτι ἄνευ ἐκτάκτων παρασκευῶν κατὰ θάλασσαν θὰ διεκδικήσωσιν ἐντίμως τὴν ὑπόληψιν καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου, ἀπατῶνται καὶ ἀπατῶνται οἰκτρῶς. Τοιαύτην παρασκευὴν μὴ βλέπων ἔχω δίκαιον νὰ πιστεύω, ὅτι σπουδαίως δὲν παρασκευαζόμεθα· διότι ἵνα πιστεύσω εἰς τοῦτο, ἔπρεπε νὰ προηγηθῶσιν αἱ ναυτικαὶ παρασκευαί, αἱ ὁποῖαι ἀπαιτοῦσι περισσότερον χρόνον τῶν κατὰ ξηράν. Δὲν συγκατατίθεμαι μετ’ ἐκείνων οἵτινες λέγουν, ὅτι πρέπει νὰ θυσιασθῶσι τὰ ὑπάρχοντα ἀπέναντι μελλόντων. Πρέπει νὰ ἀσφαλίσητε πρῶτον τὸ ὑπάρχον διὰ νὰ διεκδικήσητε τὸ μέλλον, ἑπομένως ἐν πάσῃ πεποιθήσει πιστεύω, ὅτι καὶ τὸ μέλλον καὶ τὸ παρὸν θὰ κηλιδώσητε διὰ μόνων τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα σήμερον μᾶς ζητεῖτε. Αὕτη εἶναι ἡ γνώμη τὴν ὁποίαν ὤφειλον νὰ ἐκφέρω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου.
§61ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Νὰ περιορισθῇ ἡ συζήτησις εἰς τὸ θέμα.
§62ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Σᾶς βεβαιῶ, κύριοι, ὅτι μεθ’ ὅλα ὅσα ἐῤῥέθησαν, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου εὐρυτάτη συζήτησις, ἐγὼ ἀκόμη δὲν εἰμπόρεσα νὰ ἐννοήσω, διατί γίνεται αὐτὴ ἡ συζήτησις. Ἀναγνωρίζω, ὅτι αἱ περιστάσεις εἶναι σπουδαῖαι, δὲν ἀναγνωρίζω ὅμως, ὅτι σπουδαίως συζητοῦμεν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ.
§63ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ ἀναγνωρίζω, ὅτι παρὰ πολὺ σπουδαίως συζητοῦμεν ἐπὶ τῆς προτάσεως.
§64ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα παρουσιάζονται ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως εἰς ἐκτάκτους περιστάσεις καὶ δι’ ἔκτακτον στρατολογίαν, βεβαίως, ἔχουν πάντοτε καὶ μίαν πολιτικὴν ἔννοιαν, ἐκτὸς τῶν συνταγματικῶν διατυπώσεων περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησε ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, τὰς ὁποίας ὤφειλε νὰ τηρήσῃ, διότι δὲν εὑρίσκεται ἡ ἐπικράτεια ἐν ὥρᾳ πολέμου. Τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑπουργικὸν βεβαίως ἔχει ἐλλείψεις, δὲν εὑρίσκω δὲ ποσῶς, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ ἐξαδέλφου μου κ. Σ. Πετιμεζᾶ προσθέτει κατ’ οὐσίαν τι περισσότερον, ἀφορᾷ ὅμως τοὺς συνταγματικοὺς τύπους καὶ δίδει μεγαλειτέραν πολιτικὴν σημασίαν εἰς τὰ πράγματα. Πρέπει δὲ ὅλοι νὰ γνωρίζωμεν, ὅτι πάντοτε εἰς τοιαύτας περιστάσεις ἡ ἔχουσα καλλιτέρους ὀφθαλμοὺς νὰ βλέπῃ τὰ πράγματα εἶναι ἡ Κυβέρνησις. Ἡ Κυβέρνησις λέγει διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἔχω ἀνάγκην αὐτῆς τῆς δυνάμεως τὴν ὁποίαν σᾶς παρακαλῶ νὰ μοῦ χορηγήσητε, ἐπειδὴ ὅμως σεῖς θὰ ἀπέλθετε καὶ εἶναι ἐνδεχόμενον κατὰ τὴν ἀπουσίαν σας νὰ παρουσιασθοῦν ἔκτακτοι περιστάσεις, νὰ μὲ ἐξουσιοδοτήσητε ὥστε διὰ Β. Διαταγμάτων ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν τῆς Βουλῆς τῆς τρίτης συνόδου, καταφύγω καὶ εἰς μέσα, τὰ ὁποῖα αἱ ἀνάγκαι θὰ παρουσιάσουν. Ποῦ εὑρίσκετε λοιπὸν τὴν ἔλλειψιν εἰς τὸ νομοσχέδιον ἢ τὴν διαφοράν, ἡ ὁποία ὑπάρχει οὐσιαστικῶς μεταξὺ τῆς προτάσεως τοῦ Σ. Πετιμεζᾶ καὶ τοῦ ὑπουργικοῦ νομοσχεδίου; οὐδαμοῦ· ἡ μόνη διαφορὰ εἶναι, ὅτι τὸ μὲν ὑπουργικὸν νομοσχέδιον στηρίζεται ἐπὶ τοῦ θεμελιώδους νόμου, ἐπὶ τῆς πολιτικῆς ἀνάγκης τῆς παρούσης καὶ τῆς μελλούσης, ἡ δὲ πρότασις τοῦ κ. Σ. Πετιμεζᾶ μᾶς ῥίπτει εἰς ἓν χάος ἄνευ λόγου. Πρὸς τί λοιπὸν αὐτὴ ἡ μεγάλη συζήτησις; νὰ καθαρίσωμεν τὰς ἰδέας μας; αἱ ἰδέαι μας νομίζω, ὅτι σήμερον εἶναι ἐντελῶς καθαραί· αἱ ἰδέαι τῆς Βουλῆς σήμερον ἐκαθαρίσθησαν καὶ ἐπραγματοποιήθησαν διὰ τῆς συγκροτήσεως τοῦ παρόντος ὑπουργείου. Τί χρειάζεται λοιπὸν αὐτὴ ἡ συζήτησις ἡ ἄνευ λόγου; Ἔρχεται ὁ κ. Ζωχιὸς καὶ λέγει, ὅτι σεῖς ὡς κυβερνῆται δὲν πιστεύετε εἰς αὐτὰ, τὰ ὁποῖα λέγετε. Ἀλλ’ αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ λέγεται, διότι ἐὰν ἀντιστρέψωμεν τὰ πράγματα καὶ εἴπωμεν, σεῖς κ. Ζωχιὲ, δὲν πιστεύετε εἰς ὅσα λέγετε, ποίαν ἀπόδειξιν ἔχετε, νὰ μᾶς ἀποδείξητε, ὅτι πιστεύετε;
§65ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀποδείξεις ἔχομεν, ὅτι ὁ κ. Ζωχιὸς ὡς ὑπουργὸς ἐψηφοφόρησεν ὑπὲρ παρασκευῶν.
§66ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἦτο περιττὸν νὰ γείνῃ λόγος περὶ τῆς εὐθύνης, διότι καὶ τὰ νομοθετικὰ σώματα καὶ τὰ ἔθνη λαμβάνουν πάντοτε ὑπ’ ὄψιν τὰς περιστάσεις καὶ ἔχοντα ὑπ’ ὄψιν αὐτὰς κρίνουν τὸ μέτρον τῆς εὐθύνης, ἡ ὁποία πρέπει νὰ βαρύνῃ ἓν ὑπουργεῖον. Δὲν εἶναι σωστὴ ἡ πρότασις τοῦ κ. Σ. Πετιμεζᾶ καὶ δι’ ἄλλον λόγον, διότι ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ἐνισχύει ὄχι μόνον τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν θέλει νὰ ὑπηρετήσῃ ὁ κ. Πετιμεζᾶς, ἀλλ’ ἐνισχύει καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν, διότι ἡ συζήτησις θὰ ἀκουσθῇ καὶ τὸ ἔθνος θὰ κρίνῃ, ὅτι εἰς αὐτὰ τὰ μέτρα καταφεύγει ἡ Βουλὴ διὰ δικαιολογημένους λόγους, καὶ θ’ ἀντλήσῃ ἡ Βουλὴ ἐμπιστοσύνην ἀπὸ τὸν λαὸν καὶ ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τὴν Βουλήν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ παύσῃ πλέον ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως αὐτῆς.
§67Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἡ προκειμένη συζήτησις κατὰ τὰς διαστάσεις, τὰς ὁποίας ὑπόσχεται νὰ λάβῃ, ἦτο ἀναγκαία διὰ πολλοὺς λόγους, ἰδίως δὲ ἕνεκα τῶν συμβαινόντων ἀπὸ πολλοῦ χρόνου ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ αὐτῷ καὶ ἕνεκα τῶν μεγάλων περιστάσεων, εἰς τὰς ὁποίας διατελεῖ τὸ ἔθνος, διότι ἀπέναντι ἡμῶν ἔχομεν μίαν Κυβέρνησιν, τῆς ὁποίας τὰ πρόσωπα μέχρι τῆς προχθὲς ἐφιλονείκουν περὶ ἰδεῶν, καὶ τὸ Κοινοβούλιον καὶ ὁλόκληρον τὸ ἔθνος, ἀφοῦ ἀπεφάσισαν νὰ συγκροτήσουν τὴν Κυβέρνησιν, ἐπείθετο, ὅτι ἔμενον σύμφωνοι καὶ εἰς τὰ πράγματα καὶ εἰς τὰς ἰδέας. Ἀλλὰ δυστυχῶς, κύριοι, τὸ Κοινοβούλιον ἀκόμη δὲν ἔμαθε ποία ἐκ τῶν διαφόρων γνωμῶν ἐπεκράτησε καὶ ποίαν τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον σκοπὸν ἔχει νὰ ἀκολουθήσῃ. Εἶσθε, κύριοι, αὐτήκοοι τῶν μεγάλων συζητήσεων, αἱ ὁποῖαι ἀπὸ ὀκτὼ μηνῶν ἔγειναν ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου, εἶσθε μάρτυρες καὶ συνετελέσαμεν ἐκ περιτροπῆς ὅλοι εἰς τὴν πτῶσιν καὶ τὴν ἀνέγερσιν τῶν Κυβερνήσεων, ἔχομεν δὲ εὐτυχῶς ἐντὸς τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου ἕνα τῶν συναδέλφων, ὅστις ἐκήρυξεν ὅλας τὰς κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις ἀνεπαρκεῖς, πεπεισμένος, ὅτι ἐν τοιαύταις περιστάσεσιν ἡ μονομερὴς θέλησις ἢ αἱ ἰδέαι ἑνὸς καὶ μόνου κόμματος δὲν εἶναι ἀρκεταὶ ἵνα ἐπιβληθῶσιν εἰς ὁλόκληρον τὸ ἔθνος. Ἀλλὰ τοὐλάχιστον αἱ Κυβερνήσεις ἐκεῖναι ἐξήνεγκον μίαν γνώμην, ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ὅμως μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς οὐδεμίαν ἐπίσημον γνώμην, οὐδεμίαν πολιτικὴν ἰδέαν ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ ἦλθε νὰ δηλώσῃ. Τὸ Κοινοβούλιον λοιπὸν δικαιοῦται νὰ μάθῃ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ποία εἶναι ἡ πολιτικὴ ἰδέα ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας πρόκειται νὰ ἐνεργήσῃ, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον μετ’ ὀλίγας ἡμέρας τὸ Κοινοβούλιον θὰ σχολάσῃ. Ἐὰν κρίνωμεν τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου, εἰς ἐμὲ τοὐλάχιστον ἐσχηματίσθη ἡ πεποίθησις, ὅτι οὐδεμία ἰδέα ὑπάρχει. Ἡ σύγχυσις εἰς τὰς διαφόρους διατάξεις, τὸ μὴ πρακτικὸν τῶν διατάξεων αὐτῶν, τὰ κενὰ, τὰ ὁποῖα ἀφίνει τὸ νομοσχέδιον, μοὶ δίδουν τὸ δικαίωμα νὰ πιστεύσω, ὅτι οὐδεμία ὁριστικὴ καὶ τελεία ἰδέα ἐπεκράτησεν εἰς τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον. Αὐτὸς καὶ μόνος ὁ λόγος ἐξηνάγκασε τὸν ἔντιμον συνάδελφον ἐκ Καλαβρύτων, νὰ ὑποβάλῃ τὴν πρότασίν του μετὰ τῆς ὁποίας ταυτίζομαι καθ’ ὁλοκληρίαν ἐνόσῳ δὲν μᾶς εἴπῃ ἡ Κυβέρνησις ῥητῶς τί φρονεῖ. Εἶπεν ὁ ἔντιμος ἐκ Ζακύνθου ἀντιπρόσωπος, ὅτι σήμερον πλέον εἶναι ἀνάγκη, νὰ χωρισθῶμεν εἰς δύω διακεκριμένας ἰδέας καὶ νὰ μάθῃ ἡ Βουλὴ, ἐὰν ἡ ἐκτίμησίς της εἶναι σύμφωνος πρὸς τὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἢ ἐὰν εἶναι ἀλλοία· ἡ Κυβέρνησις ὅμως μέχρι τοῦδε δὲν μᾶς εἶπέ τι, περιωρίσθη εἰς ἀορίστους ἰδέας, ὅπως αἱ κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις μέχρι τοῦδε ἔπραττον. Ὁ κ. Λομβάρδος ἔθεσε τὸ ζήτημα, ἐὰν φρονῇ ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ἔχει τὰ μέσα νὰ διακρίνῃ περισσότερον παντὸς ἄλλου, ἐὰν ἡ Ἑλλὰς κατὰ τὰ συμβαίνοντα ἐν τῇ Ἀνατολῇ ἔχῃ ἀπόφασιν νὰ θέσῃ ἑλληνικὸν ζήτημα ἢ ὑποπτεύῃ ὅτι δύναται ἐκτάκτως νὰ περιπλεχθῇ εἰς ἀγῶνα. Τὴν συζήτησιν κατὰ μέγα μέρος προεκάλεσε τὸ νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις λέγει ὅτι συζήτησις δὲν ἐπιτρέπεται, διότι εἶναι ἀπώλεια χρόνου.
§68ΚΑΤΣΙΝΑΣ. Τὸ ζήτημα δὲν ἐτέθη οὕτω ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ἀλλ’ ἀπὸ τὸν κ. Λομβάρδον. Καὶ νομίζετε, κ. Μαυρομιχάλη, ὅτι ἐὰν ἀναγκάσωμεν σήμερον τὴν Κυβέρνησιν νὰ δηλώσῃ ποία ἐκ τῶν δύω ἰδεῶν τὴν τοῦ πολέμου ἢ τοῦ μὴ πολέμου ἀσπάζεται, ὅτι θὰ ὑπηρετήσωμεν τὸ συμφέρον τοῦ τόπου μας;
§69ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Μάλιστα!
§70ΚΑΤΣΙΝΑΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὄχι!
§71ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐγὼ, κύριοι, ἔχω καθῆκον νὰ ἐκφράσω ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πιστεύω· βεβαίως δὲν ἐννοῶ νὰ ἐπιβάλλω τὰς ἰδέας μου εἰς σᾶς. Ἐφρόνει ὅλος ὁ κόσμος ὅτι ἡ συγκρότησις τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως ἤθελεν ἀπαλλάξει τὸν τόπον ἀπὸ συζητήσεις καὶ ἀπὸ χρονοτριβάς· τὸ δὲ δυστύχημα εἶναι ὅτι ἐν τοιαύτῃ συζητήσει κατ’ ἀνάγκην σήμερον ἐπαναλαμβάνονται ἕνεκα τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ἠδύνατο διὰ τοῦ πολιτικοῦ της προγράμματος νὰ ἐκφράσῃ πῶς ἐννοεῖ νὰ πολιτευθῇ.
§72ΤΙΝΕΣ. Λοιπὸν ὑπουργικὸν ζήτημα!
§73Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Σήμερον δὲν ἐννοοῦμεν ὑπουργικὸν ζήτημα, ἀλλ’ ἐννοοῦμεν νὰ εἴπῃ ἕκαστος τὰς ἰδέας του πλήρεις, διότι αἱ περιστάσεις δὲν εἶναι ἐκ τῶν κοινῶν. Ἀφ’ ἑνὸς παρουσιάζουν τὸν χρόνον λίαν πολύτιμον, τὰ δὲ μέτρα τῶν ἀπαιτοῦσι παρατεταμένον χρόνον, μεταξὺ ἄλλων ἐλπίζουν ἀπὸ τὴν κλήρωσιν τοῦ 1877 νὰ συλλέξουν κληρούχους ἐνῷ τοιαύτη κλήρωσις οὔτε διετάχθη ἀκόμη. Ἡ ἐπίσπευσις ἴσως, μεθ’ ἧς ἦτο ἠναγκασμένη ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποβάλῃ νόμον περὶ προσωρινοῦ διοργανισμοῦ, τὴν ἠνάγκασε ν’ ἀφήσῃ κενὰ ἐν αὐτῷ, ἀλλὰ διὰ τοῦτο ἡ πρότασις τοῦ κ. Πετιμεζᾶ ἔχει σκοπὸν νὰ λύσῃ αὐτὴν τὴν κατάστασιν, ν’ ἀφήσῃ δὲ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅλην τὴν εὐρύτητα τῆς ἐνεργείας της, ἀναλόγως τῶν περιστάσεων, διότι ἐὰν δεχθῶμεν τὸ ἄλλο σύστημα, ὡς τὸ ὑπέδειξε ὁ κ. Λομβάρδος, νὰ μᾶς ἔρχωνται καθ’ ἑκάστην ὁρμαθοὶ νομοσχεδίων καὶ νὰ ἔχωμεν τὴν ὑποχρέωσιν αὐθημερὸν νὰ τὰ ψηφίσωμεν ἄνευ συζητήσεως διότι ἄλλως θὰ καταγγελθῶμεν ὅτι δὲν θέλομεν παρασκευὰς, ὅτι διὰ τῶν παρατεταμένων συζητήσεων θέλομεν νὰ ἐκφέρωμεν ἔμμεσον ἔλλειψιν ἐμπιστοσύνης, τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθὲς, διότι διὰ τῶν συζητήσεων θ’ ἀναπτυχθῶσιν ἰδέαι διὰ τῶν ὁποίων θ’ ἀποδειχθῇ ὅτι θὰ ἔχωμεν ἀνάγκην πολλῶν ἡμερῶν διὰ νὰ συζητήσωμεν ἓν πρὸς ἓν τὰ καθέκαστα τῶν νομοσχεδίων. Ἀποδέχομαι ὅτι εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἐδόθη ὁ ἀπαιτούμενος χρόνος διὰ νὰ συντάξῃ κάτι τι τελειότερον. Ἀλλὰ ἀφοῦ δὲν ἐδόθη εὐκαιρία εἰς ἕνα ὑπουργὸν, ὅστις ἔχει ὅλα τὰ στοιχεῖα, ἔχετε τὴν ἀπαίτησιν ἀπὸ μίαν Βουλὴν νὰ συζητήσῃ τὸ ζήτημα αὐτὸ καὶ νὰ τὸ ἐπιψηφίσῃ αὐθημερόν; Ἰδοὺ ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι, οἵτινες μὲ ἀναγκάζουν νὰ ψηφίσω τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πετιμεζᾶ, διότι ἐρχόμενοι νὰ συζητήσωμεν ἐπιστημονικῶς νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἀποκρύπτονται ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς πράξεως, θέλομεν καταναλώσει ἄπειρον χρόνον λίαν πολύτιμον διὰ τὴν Κυβέρνησιν καὶ παραβλάψει ἴσως συμφέροντα μεγίστης σπουδαιότητος. Ἡ πλήρης εὐθύνη, ἡ ἔλλειψις πεποιθήσεως ἐκ μέρους τῶν ὑπουργῶν δύναται νὰ δικαιολογηθῇ, ὅτι τὸ ἔθνος κατώρθωσε τέλος νὰ κάμῃ Κυβέρνησιν συμπαγῆ ἐκ προσώπων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὑπάρχει μέχρι τοῦδε πλήρης πεποίθησις. Διατί θέλει ἡ Κυβέρνησις νὰ μᾶς καταδικάσῃ νὰ παραδεχθῶμεν τὴν ἰδέαν της ἄνευ συζητήσεως, ἐνῷ ἔχει πλήρη πεποίθησιν περὶ τῆς ὑποστηρίξεως τῆς Βουλῆς;
§74Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εὑρίσκεσθε εἰς ἀντίθεσιν, ἀπὸ τὸ ἓν μέρος λέγετε ὅτι θέλετε συζήτησιν, ἀπὸ τὸ ἄλλο λέγετε, κάμετε ὅ,τι θέλετε.
§75Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Λέγω ὅτι δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ δεχθῶ νὰ συζητήσω αὐτὰ τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ φέρουν εἰς κανὲν ἀποτέλεσμα, δὲν θὰ ἐφαρμοσθοῦν, διότι ἀποκρούονται ἀπὸ τὴν ἐπιστήμην, διότι ἐὰν μὲ φέρῃς νὰ συζητήσω θὰ συζητήσω ἐπὶ μακρόν· λοιπὸν ἀφίνω εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ὅλον τὸν ἄλλον χρόνον εἰς τὴν διάθεσίν της, νὰ προβῇ εἰς ὅ,τι ἀπαιτεῖται. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους νομίζω, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. Πετιμεζᾶ ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς ἀνάγκας, καὶ διὰ τοῦτο θέλω ψηφίσει ὑπὲρ αὐτῆς.
§76ΤΙΝΕΣ. Ἀρκετά.
§77ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐὰν ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις, ἔχω τὸν λόγον.
§78Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νομίζω, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ ἔλθωμεν εἰς τὰς τέσσαρας ἕως τὰς ἑπτά, διότι ὁ χρόνος εἶναι πολύτιμος.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἐγγεγραμμένοι, ὁ κ. Ῥικάκης, ὁ κ. Πλαπούτας, ὁ κ. Κατσίνας καὶ ἄλλοι, ὥστε εἶναι ἓξ τὸ ὅλον ἐγγεγραμμένοι.
§80ΛΑΠΑΣ. Παρατηρῶ ὅτι μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον δὲν θὰ τελειώσωμεν ποτέ· ὁ κ. Ῥικάκης ὡμίλησε τρίς.
§81ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ ἐδήλωσα, ἂν πρόκειται νὰ παύσῃ ἡ συζήτησις, ἀποσύρομαι.
§82ΜΙΛΗΣΗΣ. Δύω λέξεις μόνον θὰ εἴπω, δὲν θὰ καταχρασθῶ τὴν εὐμένειάν σας. Δίκαιον εἶχεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, καθὼς καὶ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ζακύνθου νὰ ζητήσουν καθαρὰν ἐξήγησιν, ἵνα μάθωμεν ποῦ πορευόμεθα. Ἐάν, κύριοι, εἰς πᾶσαν περίστασιν ἀνάγκη νὰ γνωρίζωμεν τὸν σκοπόν, πρὸς ὃν βαίνομεν, εἰς τὰς νῦν ἐκτάκτους περιστάσεις ἡ ἀνάγκη αὕτη εἶναι πολλῷ ἐπιτακτικωτέρα. Μωρὸς ὁ ἰδιώτης, ὁ ὁποῖος πράττει χωρὶς νὰ ἠξεύρῃ πρὸς τί πράττει, μωρότερα δὲ τὰ ἔθνη, τὰ ὁποῖα πολιτεύονται καὶ κινοῦνται καὶ ἐνεργοῦσι καὶ ἐπιβάλλουσιν εἰς ἑαυτὰ ἔκτακτα βάρη, χωρὶς νὰ γνωρίζωσιν ἀκριβῶς πρὸς ποῖον σκοπὸν ταῦτα πράττουσιν. Ἀλλά, κύριοι, ὁ σκοπός, πρὸς τὸν ὁποῖον βαίνομεν, μοὶ φαίνεται ὅτι ῥητῶς καὶ σαφῶς διατυποῦται εἰς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν. Σαφὴς καὶ καθαρὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς προτάσεως τοῦ κ. Πετιμεζᾶ, ἀλλὰ σαφὴς καὶ καθαρὸς ἐπίσης εἶναι ὁ σκοπὸς καὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ κυβερνητικοῦ. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Πετιμεζᾶ στηρίζεται ἐπὶ τῆς ἰδέας, ὅτι ἀφεύκτως καὶ ἀναγκαίως βαίνομεν εἰς τὸν πόλεμον, ἑπομένως τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον προτείνει, εἶναι ὁμολογουμένως καὶ πρόσφορον καὶ ἀναγκαῖον, διότι ὅταν τὰ ἔθνη ἀποδύωνται εἰς πόλεμον ἔχουν ἀνάγκην συγκεντρώσεως τῆς ἐξουσίας, οὐδεμία δὲ σκέψις δύναται νὰ γείνῃ τότε, ἂν τοιοῦτο μέτρον ἦναι σύμφωνον ἢ ὄχι μὲ τὸ Σύνταγμα, διότι ἡ κοινὴ σωτηρία λογίζεται ὁ ὑπέρτατος τῶν ἐθνῶν νόμος. Ἀλλ’ ἡ ἰδέα, ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζεται τὸ κυβερνητικὸν σχέδιον, εἶναι ὅλως διάφορος καὶ ἀντίθετος. Ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι βεβαία ὅτι βαίνομεν πρὸς τὸν πόλεμον, τοὐτέστι δὲν διώκει, δὲν ἐπιζητεῖ τὸν πόλεμον· φρονεῖ ὅμως ὅτι ἐνδεχόμενον εἶναι καὶ νὰ μὴ δυνηθῶμεν νὰ τὸν ἀποφύγωμεν. Ἰδοὺ λοιπὸν δύω καθαρῶς διακεκριμένα συστήματα, τὸ σύστημα τοῦ κ. Πετιμεζᾶ καὶ τὸ σύστημα τῆς Κυβερνήσεως. Ἂν ἡ Βουλὴ παραδεχθῇ τὴν γνώμην τοῦ κ. Πετιμεζᾶ, ἂν ἀπὸ τοῦδε κηρύσσεται ὑπὲρ τοῦ πολέμου, θεωροῦσα αὐτὸν ἄφευκτον, ἀναγκαῖον, ἀναπόδραστον, τότε πρέπει, ὀφείλει νὰ δεχθῇ ὡς ἀναγκαίαν συνέπειαν πᾶσαν θυσίαν, τὴν ὁποίαν ἡ ἀπόφασις αὕτη ἐπιβάλλει, ἑπομένως νὰ ψηφίσῃ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πετιμεζᾶ, δι’ ἧς χορηγεῖται εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ πρὸς τὰς περιστάσεις ἀναγκαία ἐλευθερία ἐνεργείας. Ἂν ὅμως ἡ Βουλὴ φρονῇ, ὅτι ὁ πόλεμος δὲν εἶναι ἀναγκαῖος καὶ ἄφευκτος, ἂν φρονῇ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει μάλιστα νὰ καταβάλῃ πάντα τρόπον, σύμφωνον ἐννοεῖται μὲ τὴν ἀξιοπρέπειαν καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους, πρὸς ἀποφυγὴν τοῦ πολέμου, νὰ παρασκευαζώμεθα δὲ οὐχ ἧττον δραστηρίως θεωροῦντες ἐνδεχόμενον νὰ ἐμπλεχθῶμεν εἰς αὐτὸν κατ’ ἀνάγκην καὶ χωρὶς νὰ τὸ θέλωμεν, τότε, κύριοι, πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν ἀδιστάκτως τὸ κυβερνητικὸν νομοσχέδιον, κατὰ τὸ ὁποῖον ἀναπτύσσομεν καὶ συμπληροῦμεν τὰς στρατιωτικὰς τοῦ κράτους δυνάμεις, ὠθοῦντες αὐτὰς μέχρι τοῦ δυνατοῦ μέτρου· ἐὰν δὲ ὁ πόλεμος μᾶς καταλάβῃ ἄκοντας, τότε διὰ τοῦ ἄρθρου 17 λύομεν τὰς χεῖρας τῆς Κυβερνήσεως, ἐπιτρέποντες αὐτῇ ν’ αὐξήσῃ τὸν στρατὸν κατὰ τὰς τότε ἀνάγκας. Διὰ τοῦτο ἐγώ, κύριοι, ὅστις συμμερίζομαι τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις δὲν θεωρῶ οὔτε ἀναγκαῖον οὔτε ἄφευκτον τὸν πόλεμον τῆς Ἑλλάδος ὡς κράτους, ὅστις φρονῶ ἀδιστάκτως ὅτι ὀφείλομεν μάλιστα νὰ τὸν ἀποφύγων ἐκ παντὸς δυνατοῦ τρόπου, θὰ ψηφίσω ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, καὶ θὰ καταψηφίσω τῆς προτάσεως τοῦ κ. Πετιμεζᾶ, διότι ἡ θεραπεία τῆς ἀνάγκης, ἥτις προεκάλεσε τὴν πρότασιν ταύτην, γίνεται διὰ τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ νομοσχεδίου, ὅταν καὶ ὅπως πρέπει.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Πετιμεζᾶς, ὡς γνωρίζετε, ὑπέβαλε τὴν ἑξῆς πρότασιν· Ἄρθρον μόνον. «Ἕνεκα τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων, ἐπιτρέπεται ἡ ὀργάνωσις τοῦ στρατοῦ καὶ ἡ αὔξησις τῆς δυνάμεως αὐτοῦ διὰ Βασιλικῶν Διαταγμάτων, κατὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους». Τὴν πρότασιν ταύτην ὑπεστήριξαν καὶ ἕτεροι βουλευταί· θέλω ἐρωτήσει τὴν Βουλὴν ἂν παραδέχεται αὐτήν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Πετιμεζᾶ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ἕξ). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ψηφοφορεῖται ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου· οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§84ΤΙΝΕΣ. Νὰ προχωρήσωμεν.
§85ΕΤΕΡΟΙ. Αὔριον.
§86Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Ἂς ἀφήσωμεν δι’ αὔριον.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 12 καὶ 5/60 μ. μ.