1877.03.05
1,950 rows · 16,107 words · 156 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 90
τῆς 5 Μαρτίου 1877.
(Σάββατον)
Ὥρα 3 Μ. Μ. Μετὰ τὴν ἐκφώνησιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας καὶ ἐπεκυρώθησαν.
§1ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ἀπεβίωσε ὁ συνταγματάρχης Χ. Βυζάντιος, ἀφῆκε δὲ τὴν οἰκογένειάν του εἰς θέσιν δύσκολον· παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν, νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἔλθῃ εἰς ἐπικουρίαν γενναίαν διὰ τὴν δαπάνην τῆς κηδείας.
§2ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§3ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Προτείνω συνάμα νὰ προσδιορισθῇ καὶ τὸ ποσόν.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὰς λεπτομερείας τῆς διοικήσεως· τὸ ὑπουργεῖον δύναται νὰ ζητήσῃ πίστωσιν μετὰ τὴν σύστασιν τῆς Βουλῆς.
§5ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πίστωσις ὑπάρχει.
§6ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (πρωθυπουργός). Τῷ ὄντι, αὐτὸ τῶν κηδειῶν εἶναι ὅλως διόλου ἀκανόνιστον, καὶ νομίζω, ὅτι πρέπει κἄποια φροντὶς νὰ ληφθῇ, διότι καὶ οἱ ὑπουργοὶ δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ ἀντισταθοῦν κατὰ τοιούτων αἰτήσεων, ἕνεκα τοῦ χαρακτῆρος τὸν ὁποῖον φέρουν· καθ’ ἣν στιγμὴν ὑπάρχει ἕνας νεκρὸς, δὲν ἠμπορεῖτε εὐκόλως ν’ ἀρνηθῆτε· παρατηρῶ ὅμως ὅτι κατήντησε νὰ γίνηται μεγίστη κατάχρησις, καὶ ἄνευ τοῦ τοιούτου πνεύματος, γίνεται πολυτέλεια μεγάλη εἰς τὰς δαπάνας ἑκάστης κηδείας, καὶ ἐπολλαπλασιάσθη συγχρόνως καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀποτεινομένων πρὸς τὴν Κυβέρνησιν πρὸς αὐτὸν τὸν σκοπόν. Ἕνεκα τοιούτων λόγων καὶ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἠναγκάσθη νὰ ἐξοδεύσῃ πολλά, ὥστε νὰ μὴ δύναμαι ἄνευ παραβάσεως τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν, νὰ ἐξοδεύσω σήμερον οὔτε δι’ αὐτὴν τὴν κηδείαν, καὶ τοῦτο καλὸν εἶναι ἡ Βουλὴ νὰ τὸ γνωρίσῃ, διὰ νὰ μὴ τὸ θεωρήσῃ ὡς παρεκτροπήν.
§7ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δηλαδὴ ἐξηντλήθη ἡ μηνιαία πίστωσις.
§8ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὅλη βεβαίως δὲν ἐξηντλήθη.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. 35,000 εἶναι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ.
§10ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐξοδεύθησαν ἤδη 24,000.
§11ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διὰ κηδείας ὄχι.
§12ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐκ τοῦ κονδυλίου τῶν 35,000 ἐξοδεύθησαν 24,000, δὲν εἶναι ὅλα διὰ κηδείας. Ὅταν δὲν ὑπῆρχε νόμος περὶ εὐθύνης, ἠμποροῦσεν ὁ ὑπουργὸς νὰ εἴπῃ, κατόπιν κάμνω οἰκονομίας, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἓν ἐκ τῶν ἄρθρων τῆς εὐθύνης, εἶναι καὶ τὸ συμμορφοῦσθαι μὲ τὸ δωδεκατημόριον....
§13ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι εἶναι ἐξοδευμέναι 4,000 περιπλέον τοῦ δωδεκατημορίου εἰς τὰς κηδείας, ἀλλὰ δυστυχῶς συνέβη διότι κατ’ αὐτὰς πολλαὶ κηδεῖαι ἐγένοντο δαπάναις τοῦ δημοσίου.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δηλιγιάννης ἔχει τὸν λόγον.
§15Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀντικείμενον τῆς συζητήσεως ἡμῶν εἶναι τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κ. Δεληγεώργη προέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἐσκόπει νὰ ἐπιτύχῃ τὴν τροποποίησιν τοῦ πρὸ μικροῦ δημοσιευθέντος νόμου περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν. Ἡ ἔρευνα τοῦ νομοσχεδίου, ἡ μελέτη τῶν διατάξεων αὐτοῦ, ἐπέβαλλεν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀνάγκην νὰ ἐξετάσῃ ἐὰν ᾖναι ἢ δὲν ᾖναι ἀνάγκη νόμου, μεταῤῥυθμιστικοῦ τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν, ἐὰν αἱ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι προτείνονται πρὸς μεταῤῥύθμισιν τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν, ᾖναι λυσιτελεῖς καὶ χρήσιμοι, ἢ ἐπιβλαβεῖς καὶ ἐπιζήμιοι εἰς τὴν πολιτείαν· τέλος πάντων ἡ ἔρευνα καὶ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου ἐπιβάλλει τὴν ἀνάγκην εἰς ἡμᾶς ν’ ἀνατρέξωμεν εἰς ὅλας τὰς θεωρίας, τὰς ὁποίας ἡ πολιτικὴ ἐπιστήμη ἀνέγραψεν ὡς ἀληθείας, καὶ αἵτινες πρέπει νὰ κανονίζωσι τὰς ὑποθέσεις τῆς τοιαύτης ὕλης. Δὲν εὑρίσκω λοιπὸν καμμίαν ἀφορμὴν διὰ νὰ μεταβάλλωνται αἱ συζητήσεις ἡμῶν, παρεκτρεπόμεναι ἢ ἀποπλανώμεναι ἀπὸ τοῦ σκοποῦ τούτου· ἑπομένως δὲν εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι πρέπει νὰ γίνωνται συζητήσεις ἐξημμέναι, ἢ ὅτι πρέπει αἱ συζητήσεις νὰ περιέχωσιν ἔννοιαν ἐγκλητικὴν, διότι τοιουτοτρόπως τὸ ἐξαγόμενον τῶν συζητήσεων ἐπάγει ἐρεθισμοὺς, οἱ δὲ ἐρεθισμοὶ σκοτίζουσι τὴν διάνοιαν ἡμῶν, καὶ δὲν μᾶς ἀφίνουσι νὰ φωτισθῶμεν ἀρκούντως περὶ τῶν πραγμάτων καὶ νὰ δώσωμεν πεφωτισμένην ψῆφον ἐπ’ αὐτῶν. Κατὰ πλείονα λόγον δὲν δίδεται κᾀμμία ἀφορμὴ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀκροῶνται τῶν συζητήσεων ἡμῶν, νὰ συνταράσσωνται· Ἐὰν τὸ ἐνδιαφέρον, τὸ ὁποῖον ἀποδίδει εἰς αὐτοὺς τὸ εἶδος τῆς Συνταγματικῆς πολιτείας, δικαιολογεῖ τὴν ἐμφάνισιν αὐτῶν εἰς τὸ Συνέδριον τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους, δὲν παρέχει ὅμως αὐτοῖς τὸ δικαίωμα νὰ συνταράσσωσι τὰς ἐργασίας τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους. Διὰ τοῦτο ἐγὼ οὐδέποτε ὑπῆρξα φίλος, οὔτε τῶν ἐξημμένων συζητήσεων, οὔτε τῶν θορύβων τῶν ἀκροατηρίων, καὶ τὴν τακτικὴν αὐτὴν θέλω ἀκολουθήσει καὶ σήμερον. Τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, εἶπον, ὅτι σκοπεῖ τὴν μεταῤῥύθμισιν τῶν διατάξεων τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν. Πρέπει νὰ γείνῃ παραδεκτὴ ἡ ἀρχὴ αὐτοῦ, ἢ πρέπει ν’ ἀποῤῥιφθῇ; Τοῦτο εἶναι τὸ πρῶτον ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἀποφασίσωμεν. Κατ’ ἄλλας συζητήσεις μοὶ ἐδόθη εὐκαιρία νὰ ἐξηγήσω εἰς τὴν Βουλὴν, ποίαν ἔννοιαν ἀποδίδω εἰς τὴν συζήτησιν τῆς ἀρχῆς τῶν νομοσχεδίων. Ἡ ψῆφος ἡ καταφατικὴ, ἡ ἀποδεχομένη τὴν ἀρχὴν, μοὶ φαίνεται, ὅτι περιέχει τὴν ἔννοιαν, ὅτι ἡ Βουλὴ συμφωνεῖ, ὅτι πρέπει νὰ ἐκδοθῇ νόμος κανονίζων τὴν ἀνάγκην, τὴν ὁποίαν προβλέπει τὸ νομοσχέδιον. Ὁσάκις δὲ οἱ νόμοι δὲν εἶναι αὐτοτελεῖς, ἀλλ’ ἀναφέρονται εἰς ἄλλους ὑπάρχοντας καὶ σκοποῦσι τὴν τροποποίησιν αὐτῶν, τότε ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου περιέχει τὴν ἔννοιαν, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀναγνωρίζει τὴν ἀνάγκην τῆς τροποποιήσεως τοῦ ἰσχύοντος καὶ κρατοῦντος νόμου. Ἀφοῦ τοιαύτην δίδω σημασίαν εἰς τὴν ψήφισιν τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, μοὶ εἶναι εὔκολον νὰ σᾶς εἴπω τὴν γνώμην μου, μοὶ εἶναι εὔκολον νὰ σᾶς προτείνω, ὅτι νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου. Εἶπόν τινες, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γείνῃ παραδεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου, διότι ὁ νόμος, τοῦ ὁποίου μεταῤῥύθμισις προβάλλεται, ψηφισθεὶς πρὸ 3 μηνῶν καὶ κυρωθεὶς ἔκτοτε, μόλις πρὸ μικροῦ ἐδημοσιεύθη, ἑπομένως δὲν ἐδόθη καμμία ἀφορμὴ διὰ νὰ ἐφαρμοσθῶσιν αἱ διατάξεις αὐτοῦ, οὐδὲ ἐπείσθη ἀκόμη ἡ κοινωνία ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τῶν διατάξεων τοῦ νόμου ἐκείνου δύναται νὰ παραβλάψῃ συμφέροντα τοῦ Κράτους· ἑπομένως αὐτοὶ εἶπον, ὅτι πρέπει νὰ περιμείνωμεν νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος ὁ περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν, ὁ κατὰ τὴν 23 Φεβρουαρίου δημοσιευθεὶς, καὶ τότε νὰ ὁδηγηθῶμεν ἐκ τῶν ἀτόπων, τὰ ὁποῖα ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ θέλει παραγάγει, ἐὰν καὶ κατὰ τὶ πρέπει νὰ τὸν μεταῤῥυθμίσωμεν. Τὴν γνώμην ὅμως ταύτην δὲν εὑρίσκω ὀρθὴν, οὔτε συντάσσομαι μετ’ αὐτῆς, ἀντλῶ δὲ ἰδίως τὰ ἐπιχειρήματά μου ἐκ τῆς ἱστορίας τῶν διατρεξάντων κατὰ τὴν σύνταξιν, τὴν ψήφισιν καὶ τὴν ἔκδοσιν τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν. Εἷς ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐπευφήμησαν ζωηρῶς διὰ τὴν ἔκδοσιν νόμου περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν ἤμην καὶ ἐγώ· ἐπειδὴ δὲ διέκρινα ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ διαθέσεις, αἱ ὁποῖαι ἔτεινον εἰς τὸ ν’ ἀναβληθῇ ὁ περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν νόμος, ἐπειδὴ αἱ διαθέσεις αὗται ἐμαρτύροντο ἐκεῖθεν, ὅθεν εἶναι ἐνδεδειγμένον ὅτι ἀσκεῖται μεγάλη ἐπίδρασις ἐπὶ τοῦ πνεύματος καὶ τῶν ἀποφάσεων τοῦ Κοινοβουλίου, διὰ τοῦτο ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπε νὰ καταβάλλω περισσοτέραν προσπάθειαν διὰ νὰ ἐπιτύχω νὰ ψηφισθῇ ὁ νόμος περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν. Ἡ προσπάθεια αὕτη εἰς τὴν ὁποίαν συνέπραξαν ἔντιμα μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, περὶ τοῦ πατριωτισμοῦ τῶν ὁποίων οὐδέποτε εἶχον ἀμφιβολίαν, ἔφερεν ἀναγκαίως τὸ ἀποτέλεσμα, καὶ ἐναντίον ἐκείνων οἵτινες φαίνονται ἐκ τῆς ἱστορίας τῆς Βουλῆς, ὅτι οὐσιωδῶς ἐπιδρῶσιν ἐπὶ τῶν ἀποφάσεων αὐτῆς. Ἀλλὰ τὸ ἀποτέλεσμα ἠμπορεῖ νὰ θεωρηθῇ ὅτι ὑπῆρξεν ἐπιτυχία ἐν εὐκαιρίᾳ κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γένηται εὐρεῖα καὶ πεφωτισμένη συζήτησις τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου. Διὰ τοῦτο τινὲς ὑπέλαβον ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ περιέχῃ διατάξεις, αἵτινες τῷ ὄντι χρῄζουσι μεταῤῥυθμίσεως, νομίζω δὲ ὅτι τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους δὲν ἐπιτρέπουσιν εἰς τὴν Βουλὴν, νὰ περιμείνῃ τὰ κακὰ ἀποτελέσματα ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς, πρέπει δὲ νὰ ἀποδεχθῇ τὴν ἀνάγκην τῶν μεταῤῥυθμιστικῶν διατάξεων ἀπὸ τοῦδε, διὰ νὰ προλάβῃ τὰ κακὰ ταῦτα ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς τῶν τυχὸν ἐσφαλμένων διατάξεων, καὶ νὰ καταρτίσῃ ἔργον τι τελειότερον. Ὁ νόμος περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν δὲν εἶναι τοσοῦτον φοβερὸς διὰ τὰ ἀποτελέσματα αὐτοῦ, δὲν εἶναι φοβερὸς διὰ τὰς συνεπείας, τὰς ὁποίας ἡ ἐφαρμογὴ τῶν διατάξεων αὐτοῦ θέλει προαγάγει· εἶναι φοβερὸς διὰ τὴν ἐντύπωσιν, τὴν ὁποίαν προξενεῖ εἰς ἐκείνους, οἵτινες ὑποκύπτουσιν ὑπὸ τὸ κράτος αὐτοῦ, οἵτινες ἀναλαμβάνουσι τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν, καὶ τελοῦσιν ὑπὸ τὸν πέλεκυν τῶν διατάξεων αὐτοῦ. Ἐὰν ὁ φόβος, τὸν ὁποῖον ἐμπνέει, εἶναι φόβος ὑπέρτερος τοῦ ἀναγκαίου, εἶναι πολλὰ ἐνδεχόμενον νὰ προαγάγῃ ἄλλα ἄτοπα, νὰ ἐμπνεύσῃ τοσαύτην δειλίαν, ὥστε νὰ δεσμεύσῃ πέραν τοῦ ἀναγκαίου, πέραν τῶν ὁρίων τοῦ προσήκοντος καὶ τοῦ λογικοῦ, τὴν ἐνέργειαν τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας. Αἱ ἀνάγκαι αὗται μὲ ἔπεισαν πρίν ἢ ἐξετάσω παντάπασι τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον τὸ ὑπουργεῖον προέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν, νὰ σκεφθῶ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς μεταῤῥυθμίσεως τοῦ νόμου· χωρὶς δὲ νὰ ἐκφράσω γνώμην ἐπὶ τοῦ χρησίμου ἢ μὴ τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου, ἀποφαίνομαι κατ’ ἀρχὴν ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι ὁ νόμος περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν, δὲν εἶναι ἐκ τῶν νόμων ἐκείνων οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ κριθῶσι ἀνώτεροι πάσης μεταῤῥυθμίσεως, οὔτε ἐκ τῶν νόμων ἐκείνων εἰς τῶν ὁποίων τὴν μεταῤῥύθμισιν πρέπει νὰ προβῶμεν, ὅταν ψηλαφήσωμεν τὴν πλημμέλειαν τῶν διατάξεων αὐτοῦ, καὶ ὅτι δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν πάσης γνώμης, ἥτις προβάλλεται πρὸς μεταῤῥύθμισιν διατάξεων αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο, ἐπαναλαμβάνω, κατὰ τὴν ψηφοφορίαν θέλω ψηφίσει ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου· ἀλλὰ κηρυσσόμενος ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς, ἔχω τὸ καθῆκον νὰ ἐπιλάβωμαι τῆς ἐξετάσεως τῶν διατάξεων αὐτοῦ, καὶ τοῦτο πράττω ἀμέσως. Ἐν πρώτοις, μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ κατασκευὴ τοῦ νομοσχεδίου δὲν ἐγένετο κατὰ τοὺς κανόνας, οἱ ὁποῖοι διέπουσι τὴν παραπλησίαν ἐργασίαν. Τῶν ἄρθρων καὶ διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου προηγοῦνται τρεῖς στίχοι· ὁ ἀναγνώστης δι’ αὐτῶν θέλει εὑρεθῆ εἰς ἀμφιβολίαν· οἱ στίχοι οὗτοι ἄρα ἀποτελοῦν τὴν περίληψιν τοῦ νομοθετήματος, ἢ οἱ στίχοι οὗτοι εἶναι ὁ κορμὸς καὶ τὸ στέλεχος τοῦ νόμου; Οἱ στίχοι οὗτοι λέγουν «ὁ περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν νόμος τῆς 23 Φεβρουαρίου 1877 μεταῤῥυθμίζεται κατὰ τὰς διατάξεις τῶν ἑπομένων ἄρθρων.» Ἡ φράσις τῶν τριῶν τούτων στίχων βοηθεῖ πολὺ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι διϊσχυρίζονται ὅτι οἱ στίχοι οὗτοι ἀποτελοῦσι τὸν κορμὸν καὶ τὸ στέλεχος τοῦ νόμου, ὅτι εἶναι αὐτὸ τοῦτο τὸ νομοθέτημα, καὶ μόνον τοῦτο εἶναι τὸ νομοθέτημα. Ἑπομένως νομίζω ὅτι ἐὰν ἡ γνώμη αὕτη ᾖναι ὀρθὴ, ἡ διάταξις τοῦ νόμου πρέπει νὰ κατασκευασθῇ, ὅπως κατασκευάζονται αἱ συνήθεις διατάξεις τῶν νόμων· ἑπομένως οἱ τρεῖς οὗτοι στίχοι νὰ παρασκευασθῶσι οὕτως ὥστε νὰ δεικνύωσιν ὅτι ἀποτελοῦσι τὴν ἀληθῆ καὶ κυρίαν διάταξιν τοῦ νόμου. Λοιπὸν κατὰ τὴν γνώμην μου, ἔπρεπε νὰ γείνῃ οὕτως· «ἄρθρον μοναδικὸν, αἱ ἑπόμεναι διατάξεις ἰσχύουσιν ὡς προσθήκη ἢ τροποποίησις τῶν διατάξεων τοῦ περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν νόμου τῆς 23 Φεβρουαρίου 1877.» Ἑπομένως αἱ ἑπόμεναι διατάξεις ἀντὶ νὰ φέρωσι τὸν ἀριθμὸν τῶν ἄρθρων, ἤθελον φέρει δι’ ἀλφαβητικῶν στοιχείων τὴν διαίρεσιν ἀπ’ ἀλλήλων. Τὸ νομίζω δὲ τοῦτο ἀναγκαῖον ὄχι μόνον πρὸς πλήρωσιν ἁπλῆς τάξεως περὶ τὴν σύνταξιν τοῦ νόμου, ἀλλ’ ἀκόμη διότι ἡ μικρὰ αὐτὴ ἀταξία, τὴν ὁποίαν σᾶς καταδεικνύω, δύναται ν’ ἀποπλανήσῃ τὸν μελετῶντα τὸν νόμον καὶ νὰ τὸν ὁδηγήσῃ εἰς πεπλανημένα πορίσματα, τὰ ὁποῖα ἴσως ἀπέχουσι πολὺ ἀπὸ τὴν γνώμην ἡμῶν τῶν νομοθετούντων· τινὲς μάλιστα ἐκ τῶν ἀγορευσάντων κατὰ τὰς παρελθούσας ἡμέρας περιέπεσαν ἕνεκα τούτου εἰς τοιαύτην πλάνην καὶ ἰσχυρίσθησαν ὅτι διὰ τοῦ νόμου τούτου καταργεῖται καὶ καταστρέφεται ἐντελῶς ὁ νόμος περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν, ὅτι αὐτὸς ἀντικαθίσταται δι’ αὐτοῦ, καὶ ἑπομένως τοῦ λοιποῦ δὲν θέλει ὑπάρξει ἄλλος νόμος περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν, εἰμὴ τὸ νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ συζητήσωμεν. Ἐγὼ δὲν νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἡ προβαλοῦσα τὸ νομοσχέδιον, εἶχεν αὐτὴν τὴν ἔννοιαν· δὲν ἔχω καμμίαν ἔνδειξιν διὰ νὰ ὑποπέσω εἰς τὴν πλάνην ταύτην· ἐξηγῶν δὲ ἐπιστημονικῶς καὶ πολιτικῶς τὸ νομοθέτημα δὲν εὑρίσκω ἄλλην ἀφορμήν, διὰ νὰ ἐξηγήσω τὴν πλάνην ταύτην, παρὰ μόνον τὴν ἀφορμήν, ὅτι ἡ πρώτη διάταξις αὐτοῦ, ἡ ἄνευ κατατάξεως καὶ ἄνευ ἀριθμοῦ, αὕτη δύναται κατά τι νὰ συντελέσῃ εἰς ἀποπλάνησιν ἐκείνου ὅστις ἤθελε μελετήσει ἐλαφρῶς τὸν νόμον. Ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν σᾶς προέβαλον, δὲν ἐφάπτεται παντάπασι τῆς οὐσίας, εἶναι τροπολογία ἀναγομένη εἰς τὸν τρόπον τῆς συντάξεως τοῦ νόμου, ὑπαγορευομένη ἀπὸ τοὺς κανόνας, οἱ ὁποῖοι διέπουσι τὰ περὶ τούτου· ἑπομένως δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει ἀσπασθῆ αὐτήν, οὐδὲ θέλει προβάλλει ἀντίῤῥησίν τινα. Δὲν ἀμφιβάλλω δὲ τόσῳ μᾶλλον, καθόσον δὲν δύναται νὰ κριθῇ ἡ γνώμη μου, ὅτι ἀποδεικνύει τὸ ἀτελὲς τοῦ ἔργου, διότι πρὸ ἐμοῦ φιλοτίμως ὁ ἔντιμος πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου σᾶς ἐδήλωσεν, ὅτι ἐντὸς 24 ὡρῶν τὸ ἔργον παρεσκευάσθη καὶ συνετάχθη· ἑπομένως ἔργον τοιοῦτον βεβαίως δὲν δύναται νὰ ἔχῃ πλήρη τὸν τύπον τῆς τελειότητος καὶ ἑπομένως δύναται νὰ ὑποβληθῇ εἰς μικρὰς μεταῤῥυθμίσεις. Μεταβαίνω εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 1. Τὸ 1 ἄρθρον θέλετε μοὶ ἐπιτρέψει νὰ σᾶς ἀναγνώσω, διὰ νὰ σᾶς ὑπομνήσω τὴν ἔννοιαν αὐτοῦ. «Ἕνεκεν ἀμελείας ἐπιτρέπεται ποινικὴ καταδίωξις, ἐὰν ὁ ὑπουργὸς παρέβη διὰ πράξεως ἢ παραλείψεως τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος ἢ τῶν νόμων καὶ ἐκ τούτου ἐπῆλθε βλάβη εἰς οὐσιώδη συμφέροντα τοῦ Κράτους.» Ἡ διάταξις αὕτη βεβαίως ἐτέθη, διὰ νὰ μεταῤῥυθμίσῃ τὸ ἄρθρ. 1 τοῦ νόμου τοῦ ἐκδοθέντος, διότι τὸ ἄρθρ. 1 τοῦ ἐκδοθέντος νόμου, τὸ ὁποῖον προσδιώρισε ποῖα θεωροῦνται κατὰ τὸν νόμον τοῦτον ἀδικήματα ὑπὸ ὑπουργῶν πραττόμενα καὶ ὑποκείμενα εἰς τὴν ποινικὴν ταύτην εὐθύνην, ἀπῄτησεν ἐκ τῆς πράξεως, ἡ ὁποία θεωρεῖται ὡς ἀδίκημα, καὶ δύω ἄλλα στοιχεῖα, τὸ στοιχεῖον τῆς γνώσεως καὶ τὸ στοιχεῖον τῆς ἀσυγγνώστου ἀμελείας. Τὸ ἄρθρον λοιπὸν τοῦ νομοσχεδίου σκοπεῖ νὰ τροποποιήσῃ τὸν ὅρον τοῦ ἄρθρου 1, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ ἐξ ἀμελείας παράβασις τοῦ Συντάγματος ἢ τῶν νόμων ἐξ ἀσυγγνώστου ἀμελείας, ἀποτελεῖ ἀδίκημα ὑποκείμενον εἰς ποινικὴν καταδίωξιν, καὶ τὸ τροποποιεῖ οὕτω, ὥστε νὰ μὴ ᾖναι ἀδίκημα ὑποκείμενον εἰς ποινικὴν καταδίωξιν. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἑπομένως ἡ παράβασις τοῦ νόμου, ὅταν ἐξ ἀμελείας πράττηται, εἶναι μόνον τιμωρητέα, ὅταν ἐπάγηται βλάβην εἰς οὐσιώδη συμφέροντα τοῦ Κράτους· ἐὰν δ’ ἡ παράβασις τοῦ Συντάγματος ἢ τῶν νόμων δὲν ἐπιφέρῃ βλάβην εἰς οὐσιώδη συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἢ ἐπιφέρῃ βλάβην εἰς συμφέροντα μὴ οὐσιώδη, γενομένη ἐξ ἀμελείας, δὲν κρίνεται ὑπὸ τοῦ νομοθετήματος, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, ὡς ἀδίκημα ὑποκείμενον εἰς ποινικὴν καταδίωξιν. Ὁ νόμος περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν, εἶναι νόμος ποινικός, εἶναι συμπλήρωμα τῆς ἰσχυούσης ποινικῆς νομοθεσίας. Εἰς ὅλα τὰ μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα ἐψηφίσθη νόμος περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν, καὶ εἰς ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ἐψηφίσθη, ἀλλὰ συζητήσεις ἐξακολουθοῦσι περὶ αὐτοῦ, ἐκρίθη, ὅτι εἶναι ἀναπόφευκτον, τὸ συμπλήρωμα τοῦτο τῆς ποινικῆς νομοθεσίας νὰ μὴ ἀντιβαίνῃ πρὸς τὰς γενικὰς ἀρχὰς τῆς ποινικῆς νομοθεσίας, ἡ ὁποία κρατεῖ ἐν τῇ χώρᾳ, ἐν τῇ ὁποίᾳ πρόκειται νὰ ψηφισθῇ ὁ νόμος περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν. Ἑπομένως ὀφείλομεν νὰ ἀναδράμωμεν εἰς τὰς γενικὰς ἀρχὰς τῆς ποινικῆς νομοθεσίας ἡμῶν, καὶ ἐκεῖ νὰ εὕρωμεν τὸν μίτον, ὁ ὁποῖος θέλει μᾶς ὁδηγήσει εἰς τὰς σκέψεις, διὰ τῶν ὁποίων θέλομεν φθάσει εἰς τὴν νομοθέτησιν τοῦ προσήκοντος. Ὁ νόμος, τοῦ ὁποίου ἡ μεταῤῥύθμισις προτείνεται, περιέχει τὸν ὅρον ἀσύγγνωστος ἀμέλεια, τὸ δὲ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, περιέχει τὸν ὅρον ἀμέλεια. Ἡ ἁπλῆ ἀμέλεια εἶναι ἄρα συγγνωστέα ἀμέλεια; ἡ δὲ ἀσύγγνωστος ἀμέλεια δύναται νὰ ὀνομασθῇ ἁπλῆ ἀμέλεια; Ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἔκαμεν χθὲς ὀρθοτάτην παρατήρησιν. Ἐν τῷ ποινικῷ νόμῳ δὲν φαίνεται οὐδαμοῦ ἡ διάκρισις τῆς ἁπλῆς ἀπὸ τὴν ἀσύγγνωστον ἀμέλειαν, ἀλλ’ ἐν τῷ πολιτικῷ δικαίῳ διακρίνουσι τὴν ἀσύγγνωστον ἀμέλειαν ἀπὸ τὴν συνήθη ἀμέλειαν, ῥητῶς δὲ καὶ ἐκπεφρασμένως δι’ ὅρου ἐπιστημονικοῦ ἐν τῷ ποινικῷ νόμῳ δὲν φαίνεται ἡ διάκρισις αὕτη. Ἐξετάζω τὸν ποινικὸν νόμον καὶ εὑρίσκω τὸν ὁρισμὸν τοῦ ὅρου ἀμέλεια· «ὅστις ἄνευ μὲν δολίας προαιρέσεως, δι’ ἔλλειψιν δὲ τῆς προσηκούσης προσοχῆς ἔπραξεν ἢ παρέλειψέ τι.» Ἀμέλεια λοιπὸν ὑπάρχει πάντοτε, ὁσάκις ὁ ἄνθρωπος, εἰς τὸν ὁποῖον προσάπτεται ἡ ἀμέλεια, δὲν ἔδειξε τὴν προσήκουσαν προσοχὴν, τὴν ὁποίαν ὤφειλε νὰ δείξῃ εἰς τὴν ὑπόθεσιν, ἐκ τῆς ὁποίας γεννᾶται ἡ αἰτίασις. Ὁ νόμος ἀπῄτησε προσοχὴν οὐχὶ ἁπλῆν, ἀλλὰ τὴν προσήκουσαν· τὸν ὅρον δὲ τοῦ προσήκοντος τὸν κανονίζει ἰδίως ἡ ὕλη, ἐπὶ τῆς ὁποίας ὤφειλε νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του, προσοχὴν ἀντικειμενικῶς. Δυνάμεθα νὰ ἀξιώσωμεν παρὰ πάντων, ἐὰν δὲν ἔχωσι πάθησίν τινα διανοητικὴν, νὰ προσέχωσιν, ἀλλὰ τὸ εἶδος τῆς προσοχῆς κανονίζει πάντοτε τὸ ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον ἐφελκύει τὴν προσοχὴν αὐτῶν. Ἐὰν τὸ ἀντικείμενον εἶναι οὐσιῶδες καὶ σπουδαῖον, ἕκαστος ὀφείλει νὰ δώσῃ ἐπ’ αὐτοῦ τὴν προσήκουσαν προσοχήν· ἐὰν δὲ δὲν δώσῃ τὴν προσήκουσαν προσοχὴν, τότε περιπίπτει εἰς ἀμέλειαν, ἥτις εὐλόγως θέλει κριθῆ ἀσύγγνωστος· ἐὰν δὲ τὸ ἀντικείμενον εἶναι ἁπλοῦν καὶ τυχαῖον, τότε βεβαίως ἡ ἀπαιτουμένη προσήκουσα προσοχὴ εἶναι μικρὰ, ἡ δὲ ἀμέλεια δὲν δύναται νὰ κριθῇ ἀσύγγνωστος. Ὁ ποινικὸς νόμος ἐτήρησε τὴν τάξιν ταύτην, καὶ ὅπου μὲν ἔκρινεν, ὅτι τὰ ἀντικείμενα ἐπιβάλλουσι τὸ καθῆκον νὰ ἐπισταθῇ ἐπ’ αὐτῶν προσοχὴ προσήκουσα, προσοχὴ οὐχὶ τυχαία, ἐὰν ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος εἶχε τὸ καθῆκον νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του, δὲν ἐπέστησε τὴν προσοχὴν τὴν προσήκουσαν, ὁ ποιν. νόμος ἐκήρυξεν αὐτὸν πλημμελοῦντα, ὅπου δὲ τὰ ἀντικείμενά εἰσι μικρὰ καὶ τυχαῖα, ἡ ποινικὴ νομοθεσία δὲν ἐκήρυξε πλημμελοῦντα τὸν ὑποπίπτοντα εἰς τὴν ἀμέλειαν, ἀλλὰ τὴν ἀμέλειαν αὐτὴν ἐκήρυξεν ἁπλοῦν πταῖσμα. Σᾶς φέρω εἰς ἀπόδειξιν σωρείαν διατάξεων τοῦ ποινικοῦ νόμου· ἐπιτρέψατέ μοι δὲ σᾶς ἀναγνώσω τινὰς ἐξ αὐτῶν, διότι τὸ θέμα εἶναι σπουδαῖον, καὶ ἄξιον τῆς προσοχῆς ὑμῶν. Κατὰ τὴν νομοθεσίαν μας τὸ εἶδος τῆς ποινῆς ἀποτελεῖ τὸν χαρακτῆρα τῆς πράξεως, ἡ δὲ ποινὴ 3 μηνῶν μέχρι 2 ἐτῶν εἶναι ποινὴ ἐπιβαλλομένη εἰς τὰ πλημμελήματα, καὶ ἡ πρᾶξις δι’ ἣν ἡ τοιαύτη ποινὴ ἐπιβάλλεται, χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὸν νόμον ὡς πλημμέλημα. «Μὲ φυλάκισιν τριῶν μηνῶν μέχρι δύω ἐτῶν, τιμωρεῖται, ὅστις, ἐκτὸς τῆς περιστάσεως τοῦ ἄρθρου 441, ἐξ ἀμελείας, ἀπροσεξίας ἢ δι’ ἔλλειψιν προνοίας, ἀνέβαλε τὰς ὁποίας ἀνεδέχθη προμηθείας ἢ ἄλλας ἐργασίας.» Ταῦτα διατάσσει τὸ ἄρθρον 443 τοῦ ποιν. νόμου. Ὁ στρατὸς, τὸ ναυτικὸν ἔχει ἀνάγκην προμηθείας· οἱ ἐπιμελούμενοι τοῦ στρατοῦ ἢ τοῦ ναυτικοῦ συνομολογοῦσι συμφωνίας μετὰ προμηθευτῶν· οἱ προμηθευταὶ ἀναλαμβάνουσι τὴν ὑποχρέωσιν, εἰς ὡρισμένον χρόνον νὰ παράσχωσι τὰ εἴδη τῆς προμηθείας· ἐὰν δὲν ἐτήρησαν τὰς ὑποχρεώσεις, ἤτοι ἐὰν δὲν ἔδωκαν εἰς τὴν προσδιωρισμένην προθεσμίαν τὰ εἴδη, τὰ ὁποῖα ὑπεχρεώθησαν νὰ δώσωσιν εἰς τὸν στρατὸν ἢ τὸ ναυτικὸν, καὶ ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ οὐδεμία βλάβη εἰς τὴν Ἐπικράτειαν ἕνεκα τούτου, οὐχ’ ἧττον χαρακτηρίζεται ἡ πρᾶξις ὡς πλημμέλημα· εἶπον, ἐὰν δὲν ἐπῆλθε βλάβη, διότι ἄλλη διάταξις προβλέπει τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν, ἕνεκα τῆς τοιαύτης ἐλλείψεως τῶν προμηθευτῶν, ἐπῆλθε βλάβη εἰς τὸν στρατὸν ἢ τὸ ναυτικόν. Ἡ ἀμέλεια ἐθεωρήθη ἔλλειψις τῆς προσηκούσης προσοχῆς· ἡ ὑποχρέωσις ἣν ἀνέλαβε νὰ χορηγήσῃ εἰς τὸν στρατὸν καὶ εἰς τὸ ναυτικὸν εἴδη, εἶναι ὑποχρέωσις συνδεομένη μετὰ μεγίστων συμφερόντων τῆς πολιτείας· ὁ νόμος ἑπομένως ἔκρινεν ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὸν ἀναλαμβάνοντα τὴν προμήθειαν τοῦ στρατοῦ ἢ τοῦ ναυτικοῦ νὰ μὴ δείξῃ τὴν προσήκουσαν προσοχὴν, καὶ διὰ τοῦτο ἐχαρακτήρισε τὴν παράλειψιν αὐτοῦ ὡς πλημμέλημα. Εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν ἡ ἔλλειψις τοῦ νὰ προμηθεύσῃ τὰ συμπεφωνημένα εἴδη εἰς τὸν στρατὸν ἢ τὸ ναυτικὸν, τὰ ὁποῖα ἀνεδέχθη, δὲν ἔβλαψε τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους· ἐπειδὴ ὅμως κατ’ ἄλλην τινὰ περίστασιν ἡ παράλειψις αὕτη δύναται νὰ ἐπιφέρῃ βλάβην, διὰ τοῦτο ἐθεωρήθη ὡς πλημμέλημα. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θανατοῦσι ἢ βλάπτουσι κτήνη, φαρμακεύουσι νομὰς, λίμνας κτλ. τιμωροῦνται μὲ εἱρκτὴν καὶ μὲ δεσμὰ κατὰ τὰς περιστάσεις καὶ τὰ ἀποτελέσματα, ἅτινα ἐπῆλθον. Ἀλλ’ ἂν αἱ πράξεις των δὲν φέρωσι κανὲν ἀποτέλεσμα βλαβερὸν, οὐχ’ ἧττον τιμωροῦνται, διότι ὁ νόμος ἀπῄτησε μεγάλην προσοχὴν ἀπὸ ἐκεῖνον, ὅστις ἔχει εἰς χεῖρας δηλητήρια δυνάμενα νὰ βλάψωσι. Τὸ ἄρθρον 428 τοῦ ποινικοῦ νόμου λέγει «ὁ ἐξ ἀπροσεξίας ἢ ἀμελείας ἔνοχος τοιούτων πράξεων τιμωρεῖται μὲ φυλάκισιν τριῶν μὲν μηνῶν τὸ πολὺ, κατὰ τὴν περίπτωσιν τοῦ προηγουμένου ἄρθρου 427 § ά, ἑνὸς δ’ ἕως ἓξ μηνῶν, κατὰ τὴν περίπτωσιν τοῦ ἀριθμοῦ βʹ. καὶ τριῶν μηνῶν μέχρι δύω ἐτῶν εἰς τὴν περίπτωσιν τοῦ ἀριθμοῦ γʹ.» Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος προξενεῖ πλημμύραν μὲ σκοπὸν νὰ φέρῃ βλάβην εἴτε εἰς ζῶα εἴτε εἰς κτήματα, τιμωρεῖται διὰ διαφόρων ποινῶν ἀναλόγως τῶν ἀποτελεσμάτων, ἅτινα ἡ πρᾶξις ἐπέφερεν. Ἀλλ’ ἄν τις ἐξ ἀμελείας προκαλέσῃ πλημμύραν, ἐξ ἧς δὲν ἐπῆλθε βλάβη, ἐπίσης τιμωρεῖται, διότι ὁ νόμος ἀπῄτησε πλειοτέραν προσοχὴν, ἀπὸ ἐκεῖνον, ὅστις ἠδύνατο νὰ γείνῃ ἀφορμὴ τοιούτου δυστυχήματος. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ ποινικ. νόμος ἐν ἄρθρῳ 420 «ἡ ἐξ ἁπλῆς ἀμελείας προξενηθεῖσα πλημμύρα ἐπιφέρει φυλάκισιν τὸ πολὺ τριῶν μηνῶν.» Παραπλησίαν ἔννοιαν δύναταί τις νὰ εὕρῃ καὶ εἰς ἑτέρας διατάξεις τοῦ ποινικοῦ νόμου, π. χ. εἰς ἐκείνας δι’ ὧν τιμωροῦνται ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐπιτετραμμένοι τὴν φυλάκισιν τῶν ὑπὸ τῆς ἀρχῆς καταδιωκομένων προσώπων, ἐὰν ἕνεκα αὐτῶν ἐματαιώθη ὁ σκοπὸς τῆς φυλακίσεως, καὶ ἐὰν ἕνεκα ἀγνοίας αὐτῶν ἀπέδρα ὁ ἐν τῇ φυλακῇ· τότε δὲ μόνον ἀπαλλάσσονται, ὅταν διὰ τῆς προσωπικῆς αὐτῶν προσπαθείας συνετέλεσαν εἰς τὴν σύλληψιν τοῦ ἀποδράντος. Τιμωρεῖ λοιπὸν ὁ νόμος τὴν ἀμέλειαν αὐτῶν, διότι παρ’ αὐτῶν ἀπῄτει μείζονα προσοχήν. Ὁ ποινικὸς νόμος, ὁ ὁποῖος δὲν διακρίνει μεταξὺ ἀσυγγνώστου καὶ ἁπλῆς ἀμελείας, ὡς διακρίνει τὸ πολιτικὸν δίκαιον, κάμνει πλαγίαν καὶ ἔμμεσον διάκρισιν τοῦ εἴδους τῆς ἀμελείας, ἔκρινεν ὑπευθύνους περισσότερον ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐντεταλμένοι καὶ ὀφείλουσι νὰ ἐφιστῶσι μεγάλην καὶ ἐπισταμένην προσοχὴν περὶ τὸ ἔργον τὸ ὁποῖον ἀνέλαβον, διὰ τὴν ἀμέλειάν των, ἢ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐνέπεσαν εἰς τὴν ἀμέλειαν, ἀλλὰ δὲν εἶχον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐφιστῶσι μεγάλην προσοχὴν πρὸς τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἐκτελοῦσι. Δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ἀσφαλῶς καὶ ἀλανθάστως, ὅτι, ἐπειδὴ ὁ περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν νόμος εἶναι συμπλήρωμα τοῦ ποινικοῦ, ἐπειδὴ ὡς τοιοῦτος πρέπει νὰ στηρίζεται ἐπὶ τῶν αὐτῶν γενικῶν ἀρχῶν, ἐφ’ ὧν στηρίζεται ἡ ποινικὴ νομοθεσία τοῦ Κράτους, ἐπειδὴ αὕτη τὴν ἀμέλειαν τιμωρεῖ ὡς πταῖσμα, διὰ τοῦτο καὶ ἐνταῦθα τὴν ἀμέλειαν πρέπει νὰ χαρακτηρίσωμεν ὡς ἁπλοῦν πταῖσμα. Ἐξ ἐναντίας δύναταί τις νὰ εἴπῃ στηριζόμενος ἐπὶ τῶν γενικῶν ἀρχῶν τῆς ποινικῆς νομοθεσίας, ὅτι ὁσάκις ἡ ἀμέλεια ἐτελέσθη ἐπὶ ἀντικειμένων, ἅτινα ὁ νόμος ἐθεώρησε χρήζοντα μεγάλης προσοχῆς ἀπὸ τοῦ ἔχοντος τὴν ἐπιμέλειαν αὐτῶν, ὁ ποινικὸς νόμος δὲν ἐχαρακτήρισεν ἁπλοῦν πταῖσμα τὴν ἀμέλειαν, ἀλλὰ ἀνέγραψεν αὐτὴν μεταξὺ τῶν πλημμελημάτων. Ἂν αἱ σκέψεις αὗται ᾖναι ἀληθεῖς, μοὶ φαίνεται ὅτι ἡ διάκρισις τοῦ νομοσχεδίου, τιμωροῦντος τὴν ἀμέλειαν μόνον ἐὰν ἐκ ταύτης ἐπῆλθον βλάβαι εἰς οὐσιώδη συμφέροντα, δὲν εἶναι ἀναγκαία, διότι ἐξασθενίζει τὴν ἐντύπωσιν, τὴν ὁποίαν ἡ διάταξις τοῦ νόμου προώρισται νὰ ἐμποιήσῃ πρὸς ἐκείνους, οἵτινες ἀναλαμβάνουσι τὴν ἐπιμέλειαν τῶν κοινῶν πραγμάτων. Νομίζω δ’ ὅτι εἶναι συμφέρον εἰς τὰ Κράτη, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι καλοῦνται νὰ ἐπιμεληθῶσι τῆς ἐκτελέσεως τῶν νόμων καὶ τοῦ Συντάγματος, νὰ γνωρίζωσιν ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι περὶ τὴν ἐκτέλεσιν ὀφείλουσι μεγάλην καὶ ἐπισταμένην προσοχὴν, καὶ ὅτι ἡ τήρησις ἢ ἡ παράβασις αὐτῶν δὲν εἶναι ἀδιάφοροι εἰς τὸ Κράτος. Καὶ ποίαν μὲν ἔχω γνώμην περὶ τῆς ἀποστολῆς καὶ τῶν καθηκόντων τῶν ὑπουργῶν θέλω σᾶς ἐκθέσει κατόπιν, ἂν μὲ τιμήσητε διὰ τῆς ἀνοχῆς σας· ἤδη δὲ μόνον σᾶς λέγω, ὅτι νομίζω, ὅτι τὸ ἄρθρον πρῶτον δὲν πρέπει νὰ γίνῃ παραδεκτόν. Μεταβαίνω εἰς τὸ δεύτερον, τοῦ ὁποίου τὸ κείμενον ἔχει ὡς ἑξῆς· «Πράξεις, χαρακτηριζόμεναι καὶ τιμωρούμεναι ὑπὸ τῶν νόμων ὡς ἁπλᾶ πταίσματα, δὲν δίδουσιν ἀφορμὴν εἰς ποινικὴν καταδίωξιν». Κηρύσσομαι ὑπὲρ τοῦ ἄρθρου τούτου. Νομίζω, ὅτι αἱ πράξεις, τὰς ὁποίας οἱ νόμοι χαρακτηρίζουσιν ὡς πταίσματα, εἰσὶ παραβάσεις τόσον ἀσήμαντοι καὶ μικραί, ὥστε δὲν ἁρμόζει εἰς τὸ Κοινοβούλιον νὰ δείξῃ, ὅτι προσέχει εἰς ταύτας, οὔτε εἰς τὴν πολιτείαν νὰ μεριμνήσῃ περὶ αὐτῶν. Καὶ αἱ παρατηρήσεις δ’ αἱ προχθὲς ὑπὸ τοῦ πρωθυπουργοῦ γενόμεναι, ὅτι ἡ καταδίωξις διὰ τοιαύτας παραβάσεις συντελεῖ εἰς τὸν ἐξευτελισμὸν τοῦ ὑπουργήματος, εἶναι ὀρθαί. Διὸ καὶ ὑποστηρίζω τὸ ἄρθρον. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τρίτου τοῦ ὁποίου τὸ κείμενον σᾶς ἀναγινώσκω «Ὁσάκις ὑπουργὸς κατηγορεῖται, ὅτι κατὰ διαταγὴν αὐτοῦ ἐξετελέσθη ἀξιόποινός τις πρᾶξις, ἀπαιτεῖται ἔγγραφος ἀπόδειξις ὅτι ἐδόθη τῷ ὄντι παρ’ αὐτοῦ διαταγή», δὲν λέγω τι, διότι, ὡς εἶπεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν, τὸ ὑπουργεῖον δὲν ἐπιμένει εἰς τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ. Μεταβαίνω εἰς τὸ 4. «Παράβασις τῶν ὅρων τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν νόμων ὑπάρχει ἕνεκα πράξεως ἢ παραλείψεως τοῦ ὑπουργοῦ ἀντιβαινούσης εἰς τὸ γράμμα αὐτῶν, μὴ δυναμένης δὲ νὰ δικαιολογηθῇ ὑπὸ εὐλόγου ἑρμηνείας ἢ ἀληθοῦς ἀμφιβολίας ὡς πρὸς τὴν ἔννοιαν αὐτοῦ». Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ἔχω τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐξήγησεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ ἔντιμος ἐκ Μεσολογγίου βουλευτής. Νομίζω ὅτι οἱ προσδιορισμοί, τοὺς ὁποίους τὸ νομοσχέδιον εἰσάγει, δὲν εἶναι ἀναγκαῖοι, καὶ ὅτι ὡς διάταξις τοῦ νόμου περὶ λαμβάνει τοὺς προσδιορισμούς· οὐδὲ εἶναι ἀνάγκη νὰ νομοθετήσωμεν εἰδικῶς πότε ὑπάρχει παράβασις τῶν ὅρων τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν νόμων, ἕνεκα πράξεως δηλαδὴ ἢ παραλείψεως, κρίνω δ’ ἐντελῶς περιττὴν τὴν διάκρισιν. Ἐὰν ὅμως θεωρηθῇ ἀναγκαῖον νὰ ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον αὐτὸ, νομίζω, ὅτι θέλομεν διατρέξει κινδύνους· διότι εἰς τοὺς νόμους δὲν πρέπει νὰ περιλαμβάνωνται μὴ χρήσιμοι καὶ περιτταὶ διατάξεις. Τινὲς λέγουσιν, ὅτι τὰ περιττὰ δὲν βλάπτουσιν, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἐνταῦθα βλάπτουσι, διότι θέλουσι δώσει ἀφορμὴν εἰς διαστροφὰς καὶ παρεξηγήσεις τοῦ νόμου, αἱ ὁποῖαι φέρουσιν ἀντίθετα ἀποτελέσματα τῶν σκοπουμένων ὑπὸ τοῦ νόμου. Καὶ ταῦτα περὶ τοῦ πρώτου μέρους τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ δεύτερον κανονίζει τὴν εὐθύνην οὐχὶ πλέον τῶν ὑπουργῶν, ἀλλὰ τῶν ὑπαλλήλων τῶν ὑπουργείων, καὶ ἐφάπτεται τῶν σχέσεων, αἵτινες ὑπάρχουσι μεταξὺ τῶν ὑπουργῶν καὶ τῶν ὑπαλλήλων αὐτῶν. Τὸ ἄρθρον 5 τοῦ νομοσχεδίου λέγει· «Ὁ ἁρμόδιος τμηματάρχης κατ’ εἰσήγησιν τοῦ ὑπουργοῦ ὑπέγραψε τὴν παράνομον πρᾶξιν εἶναι συνυπεύθυνος τῷ ὑπουργῷ, πλὴν ἐὰν ἀποποιηθεὶς διετάχθη παρ’ αὐτοῦ ἐγγράφως ἵνα συντάξῃ αὐτήν. Συνυπεύθυνος εἶναι ὡσαύτως καὶ ὁ γενικὸς γραμματεὺς τοῦ ὑπουργείου, ὅστις ἐθεώρησε τὴν εἰρημένην πρᾶξιν πρὸ τῆς ὑπὸ τοῦ ὑπουργοῦ ὑπογραφῆς αὐτῆς». Τὴν ἀρχὴν τοῦ ἄρθρου κρίνω ἀναγκαίαν καὶ χρήσιμον, καὶ κηρύσσομαι ὑπὲρ αὐτῆς· διαφωνῶ ὅμως ὡς πρὸς τὸν τρόπον, καθ’ ὃν τὸ νομοσχέδιον ἠθέλησε νὰ κανονίσῃ ταύτην. Ἐγὼ κατηνάλωσα πολλὰ ἔτη τῆς ζωῆς μου ἐν τῇ διοικήσει, καὶ ἐχρημάτισα ὑπάλληλος καθ’ ὅλας τὰς βαθμίδας τῆς ἱεραρχίας τῆς διοικήσεως· δύναμαι δὲ νὰ σᾶς βεβαιώσω, ὅτι ἡ ἐπίμονος γνώμη τοῦ συμβούλου τοῦ ὑπουργοῦ συντελεῖ πολλάκις εἰς τὴν τροποποίησιν τῶν ἀποφάσεων αὐτοῦ. Οἱ τμηματάρχαι εἰσὶ σύμβουλοι τοῦ ὑπουργοῦ· βεβαίως οὗτοι δὲν εἶναι ἀρχὴ, ἀλλ’ ὄργανα ἐργαζόμενα ὑπὸ τὸ παραπέτασμα· βεβαίως οὐδεμία τῶν ἐν τῇ πολιτείᾳ ἐξουσιῶν ἔχει σχέσιν μὲ αὐτοὺς, οἱ νόμοι δ’ ἔπλασαν τούτους ἵνα χρησιμεύωσιν ὡς βοηθητικὰ ὄργανα τῶν ὑπουργῶν. Οἱ σύμβουλοι λοιπὸν οὗτοι τοῦ ὑπουργοῦ ὀφείλουσι νὰ ἐκτελέσωσι τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου ἀνατεθέντα αὐτοῖς καθήκοντα, καὶ δὲν πρέπει νὰ πράττωσί τι, ὅπερ ἀποτελεῖ παράβασιν τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν νόμων. Ὀφείλουσι νὰ ἐξετάζωσιν ὅλας τὰς ὑποβαλλομένας ὑποθέσεις, νὰ μελετῶσι τὴν ἱστορίαν αὐτῶν καὶ νὰ ἐκθέτωσιν εἰς τὸν ὑπουργὸν τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν, καὶ ἐν τέλει νὰ ὑποβάλλωσιν αὐτῷ τὴν διάταξιν τοῦ νόμου, ἥτις πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ. Ἂν αὐτοὶ σφάλλωσι κατὰ τὴν συλλογὴν ἢ κατὰ τὴν ἔκθεσιν τῶν πραγματικῶν γεγονότων, τὸ σφάλμα αὐτῶν ἐπιβαρύνει τὸν ὑπουργόν· διὰ τοῦτο τὴν ἐπὶ τούτῳ εὐθύνην τῶν τμηματαρχῶν ἀσπάζομαι. Νομίζω ὅμως, ὅτι ὁ κανονισμὸς τῆς ὑποθέσεως ταύτης εἶναι λίαν ἀκροσφαλής. Πρέπει ὅταν σκοπῶμεν νὰ κανονίσωμεν τὴν εὐθύνην τῶν ὀργάνων τούτων τῶν ὑπουργείων, νὰ ἐξετάσωμεν τὸ σύνολον τῆς διοικήσεως, καὶ νὰ εὕρωμεν ὅλας τὰς περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι συνδέονται μετὰ τῆς ζωῆς τῶν ὀργάνων τούτων τῆς διοικήσεως, ἵνα κανονίσωμεν τὴν ὑπόθεσιν σύμφωνα πρὸς τὰς περιστάσεις αὐτάς. Ὅπου ἡ διοίκησις εἶναι ἡ κρατοῦσα, ἡ δὲ πολιτικὴ εἶναι δεσμῶτις καὶ δούλη τῆς διοικήσεως· ὅπου δὲν ὑπάρχει συνταγματικὴ πολιτεία, ἐκεῖ ὑπάρχει μία ἐγγύησις τῆς διοικήσεως, ἥτις εὑρίσκεται εἰς τὸν ἡγεμόνα τοῦ τόπου, τὸν συγκεντροῦντα ὅλην τὴν ἐξουσίαν, δὲν δύνανται δὲ οὐδὲ συμφέροντα, οὐδ’ ἀντιπάθειαι, ἢ ἔχθραι, ἢ μήνιδες, ἢ ὀργαὶ, ἢ ἀγανακτήσεις, αἱ ὁποῖαι γεννῶνται ἐκ τῆς ἐκπληρώσεως τῶν καθηκόντων τῶν ὑπαλλήλων τούτων, νὰ ἰσχύσωσι, ἀλλὰ συντρίβονται εἰς τὸν βράχον τοῦτον τὸν ἀμετάβλητον, τὸν ἡγεμόνα, ὁ ὁποῖος ἔχει συμφέρον νὰ συγκρατῇ τὴν διοίκησιν, διότι οὕτω καθιστᾷ εὐχερῆ τὴν κυβέρνησιν τοῦ τόπου. Ὅπου ὅμως ἡ διοίκησις δὲν εἶναι ἡ κρατοῦσα, ἀλλ’ εἶναι αὕτη δούλη καὶ δεσμῶτις τῆς πολιτείας· ὅπου μάλιστα συμβαίνει ἡ διοίκησις νὰ ὑφίσταται ἐπιδρομὰς τῆς πολιτικῆς, ἡ ὑπόθεσις καταντᾷ ἀκροσφαλὴς, καὶ διὰ τοῦτο ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς περὶ τὸν κανονισμὸν τῶν σχέσεων τούτων. Εἶναι πολὺ ἐνδεχόμενον ἡ ἀπότομος, ἡ ἄκαμπτος, ἡ ἀδυσώπητος διοίκησις τῶν ὀργάνων τούτων νὰ προκαλέσῃ ἐχθρότητας εἰς ἐκείνους, ἀπὸ τῶν ὁποίων ἐξαρτᾶται ἡ ζωὴ αὐτῶν, ὁ δὲ ἄνθρωπος εἶναι ἀτελὴς καὶ περιβεβλημένος μὲ ἀνάγκας· δὲν εἶναι δὲ σύνηθες νὰ θυσιάζῃ τις τὰ συμφέροντά του, ὅταν διατάσσηται νὰ παραβῇ τὸ καθῆκόν του. Αἱ σκέψεις αὗται μὲ κάμνουν ν’ ἀμφιβάλλω, ἂν ἡ εὐθύνη τῶν τμηματαρχῶν, ὑπὲρ τῆς ὁποίας κηρύσσομαι, πρέπει νὰ κανονισθῇ, ὡς διαλαμβάνει τὸ νομοσχέδιον. Τὸ νομοσχέδιον ὑποθέτει, ὅτι ὁ τμηματάρχης, ὁ εἰσάγων τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸν ὑπουργὸν, λέγει εἰς αὐτὸν τὴν γνώμην του, τὴν ὁποίαν ὁ ὑπουργὸς ἀρνεῖται νὰ παραδεχθῇ καὶ ἐπιβάλλει εἰς αὐτὸν γνώμην ἄλλην, δι’ ἐγγράφου διαταγῆς, ὅτε ἀπαλλάσσεται τῆς εὐθύνης. Τὸ τοιοῦτον ὅμως δὲν εἶναι ἀσφαλὴς κανὼν εἰς τὸν κανονισμὸν τῆς εὐθύνης. Ἂς ἀναδράμωμεν εἰς τὸν τρόπον, καθ’ ὃν λειτουργεῖ ἡ μηχανὴ ἐν τοῖς ὑπουργείοις. Ἐν αὐτοῖς κατὰ τὸ διάταγμα περὶ καθηκόντων τῶν γραμματέων τῆς ἐπικρατείας τοῦ 1833, ἡ μηχανὴ κινεῖται οὕτως. Τὰ ἔγγραφα τὰ εἰσερχόμενα εἰς τὸ ὑπουργεῖον μετὰ τὴν εἰς τὸ πρωτόκολλον καταχώρισιν διανέμονται εἰς τὰ οἰκεῖα τμήματα, τὰ ὁποῖα προσδιορίζει τὸ εὑρετήριον τοῦ ὑπουργείου· ὁ τμηματάρχης λαμβάνων ταῦτα μελετᾷ καὶ ἐξετάζει τὴν ἱστορίαν ἑκάστης ὑποθέσεως· ὅτε δὲ κατασταθῇ ἡ ὑπόθεσις πλήρης καὶ ὥριμος, ὑποβάλλει αὐτὴν εἰς τὸν ὑπουργὸν, ἵνα ἀποφασίσῃ, προσυπογράφει δὲ τὴν ἀπόφασιν ταύτην. Ὅταν ὁ ὑπουργὸς εἶναι σύμφωνος μὲ τὴν γνώμην τοῦ τμηματάρχου, οὗτος δὲν ἔχει εἰμὴ μόνον νὰ προσυπογράψῃ, καὶ ἰδοὺ τὸ συνυπεύθυνον τοῦ τμηματάρχου. Ὅταν δὲ παρουσιασθῇ ἔγγραφον φέρον τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ὑπουργοῦ, ἀλλὰ οὐχὶ καὶ τὴν τοῦ τμηματάρχου, πρέπει νὰ εἰκάσωμεν ὅτι ὁ τμηματάρχης εἶχε διάφορον γνώμην, καὶ ὅτι ἐπεκράτησεν ἡ γνώμη τοῦ ὑπουργοῦ ἢ ὅτι τὸ ἔγγραφον ἐγράφη ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ τμηματάρχου. Ἰδοὺ ἡ ἔνδειξις ὅτι ἡ εὐθύνη δὲν πρέπει νὰ ζητηθῇ παρὰ τοῦ τμηματάρχου.
§16ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτὸ θὰ τὸ ὁρίσῃ τὸ κανονιστικὸν διάταγμα τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου.
§17Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διὰ τί δὲν συναινεῖτε νὰ συνταχθῇ οὕτω τὸ ἄρθρον· «τῆς κατ’ εἰσήγησιν τοῦ τμηματάρχου διαταχθείσης παρανόμου πράξεως ἀπόδειξιν ἀποτελεῖ ἡ ἐν τῷ ἐγγράφῳ τῆς πράξεως προσυπογραφὴ αὐτοῦ.»
§18ΡΙΚΑΚΗΣ. Καὶ ἂν χαθῇ τὸ σχέδιον; ἢ ὑπεξαιρεθῇ;
§19Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θέλουσι δείξει τις ὁ ὑπεξαιρέσας τὰ ἐν τοῖς ἀρχείοις φύλλα τῆς ἐλλείψεως.
§20ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφαιρεῖ τις τὸ ἔγγραφον ἐκ τοῦ φακέλλου· ποῦ θὰ φανῇ;
§21Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅταν ληφθῶσι τὰ ἔγγραφα, σημειοῦται πόσα ὑπάρχουσι καὶ πόσα ἐλλείπουσιν, καὶ ποῦ ἐδόθησαν τὰ ἐλλείποντα.
§22Σ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ φύλλον τῆς ἐλλείψεως σημειοῦται ὁ ἐξωτερικὸς ἀριθμὸς τοῦ ἐγγράφου, ὁ τελευταῖος ἀριθμὸς (διάλογοι).
§23Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κανονισμὸς τῶν δημοσίων ἀρχείων τῆς Ἑλλάδος εἶναι τελειότατος· εἰς τὴν Γαλλίαν ἴσως ἔχουσι τελειότερον. Αὐτοὶ οἱ εὐλογημένοι οἱ Βαυαροί, οἱ ὁποῖοι συνέταξαν αὐτὸν, ἦσαν ἄνδρες σοφοὶ, βεβαίως δὲ σοφώτεροι ἑκατέρου ἡμῶν τῶν δύω.
§24ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Θὰ συμφωνήσωμεν νομίζω. Νομίζω, ὅτι προτιμότερον εἶναι ν’ ἀφήσωμεν εἰς τοὺς ὑπουργοὺς ὅλους κατὰ σειρὰν, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔλθουν, νὰ βελτιώσουν εἷς ἕκαστος τὸ διάταγμα τῆς ἐκτελέσεως πιεζόμενοι ὑπὸ τῆς ἀνάγκης τοῦ νὰ προλάβωσι τὴν εὐθύνην των.
§25ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βέβαια, βέβαια.
§26ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι ὅπως εἶναι συντεταγμένον τὸ ἄρθρον πρέπει νὰ καθιερώσῃ αὐτὴν τὴν ἀρχὴν, ὅτι ἄνευ τῶν τμηματαρχῶν δὲν ἠμπορεῖ νὰ συνταχθῇ, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν συμβαίνει.
§27Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Συμφωνῶ νὰ διαγράψωμεν τὸ ἑξῆς....
§28ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (πρὸς τὸν κ. Σωτηρόπουλον). Τὸ ζήτημα παρουσιάζεται, ὁσάκις παρουσιάζεται παρανομία· ὁσάκις δὲν παρουσιάζεται ἠμπορεῖ νὰ τὸ κάμῃ....
§29Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ ἁρμόδιος τμηματάρχης, κατ’ εἰσήγησιν τοῦ ὁποίου ὑπέγραψε τὴν ἐγκληματικὴν πρᾶξιν, εἶναι συνυπεύθυνος· ἀλλ’ ὁ κανονισμὸς τῶν περὶ τούτου δύναται νὰ γίνῃ διὰ διατάγματος, διότι ὁ περαιτέρω λεπτομερὴς κανονισμὸς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιληφθῇ ἐν τῷ νόμῳ τούτῳ. Κατὰ τὸν λογιστικὸν νόμον, ἔχουσι καθῆκον οἱ ταμίαι νὰ ἐξετάζωσι τὰ ἐντάλματα, κατά τε τοὺς τύπους καὶ κατὰ τὴν οὐσίαν τοῦ ἐντάλματος καὶ τὰς λεπτομερείας καὶ νὰ ἀρνηθῶσι τὴν ἐξαργύρωσιν. Ὁ ὑπουργὸς, ἐὰν διατάξῃ τὸν ταμίαν νὰ ἐξαργυρώσῃ τὸ ἔνταλμα, ἂν καὶ δὲν ὑπάρχωσι τὰ δικαιολογητικὰ, θέλει ἐπιφέρει τὴν ἐξαργύρωσιν τοῦ ἐντάλματος· ἐν ὅσῳ ὅμως δὲν διατάσσει ῥητῶς αὐτὸν, ὁ ταμίας δύναται νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἐξαργύρωσιν, διότι εἶναι ἀρχὴ αὐθύπαρκτος καὶ ἔχει εὐθύνην ἀτομικὴν, ἡ δὲ εὐθύνη τῶν ταμιῶν εἶναι πραγματικὴ, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον εὕρῃ ἔλλειψιν, τὴν ὁποίαν ὤφειλεν ὁ ταμίας νὰ συμπληρώσῃ. Ἀλλ’ οἱ τμηματάρχαι δὲν εἶναι ἀρχὴ αὐθύπαρκτος. Ὁ ταμίας δύναται ν’ ἀντισταθῇ, καὶ μόνον ὅταν λάβῃ ὁ ὑπουργὸς τὴν εὐθύνην ἐνδίδει καὶ ἀπαλλάσσεται τῆς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν ἀνέλαβεν ὁ ὑπουργός· ἀλλὰ τοῦτο δὲν δύναται νὰ ἐπαληθεύσῃ εἰς τὸν τμηματάρχην, ὅστις δὲν εἶναι ἀρχὴ αὐθύπαρκτος, ἀλλ’ ἁπλοῦς σύμβουλος τοῦ ὑπουργοῦ. Ἡ πρὸς αὐτὸν διαταγὴ εἶναι προσταγὴ πρὸς τὸν σύμβουλον τοῦ ὑπουργοῦ νὰ δώσῃ τοιαύτην ἢ τοιαύτην συμβουλὴν, ἀλλ’ ὁ ὑπουργὸς δύναται νὰ ἐνεργήσῃ καὶ ἄνευ τῆς συμβουλῆς αὐτοῦ, διότι ὁ ὑπουργὸς εἶναι ἡ ἀρχὴ καὶ οὐχὶ ὁ τμηματάρχης. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἔχει οὐ μόνον δὲν εἶναι χρήσιμος ἀλλ’ ἀποβαίνει ἐπιζημία, διότι ἐνδέχεται νὰ καταστρέψῃ τὴν πειθαρχίαν.
§30ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὄχι ὅμως νὰ ἐλλείψῃ τοῦτο (ἀναγινώσκει) διότι τοῦ προσθέτει ἐγγυήσεις.
§31ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νὰ λείψῃ αὐτό.
§32ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν συμφωνῶ.
§33ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διότι ἐνδέχεται νὰ βλάψῃ τὴν διοίκησιν.
§34ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ ὑπουργὸς θὰ γίνῃ ὑποτελὴς τοῦ τμηματάρχου.
§35ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νὰ σᾶς φέρω παράδειγμα, κύριε πρωθυπουργέ. Ἐγὼ ὑπῆρξα ὑπάλληλος ὑπὸ τριάκοντα δύω ὑπουργούς. Εἶχέ ποτε κληρωθῇ ἐν τῷ Δήμῳ Ἀλαγωνίας, ὑπὸ τὸν παλαιὸν νόμον περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν, ἐφορευτικὴ ἐπιτροπή· ὁ τότε πρωθυπουργὸς ἐπεθύμει τὴν ἀκύρωσιν τῆς κληρώσεως, διότι οἱ φίλοι του ἐζήτουν τοῦτο, μὲ ἐκάλεσε δὲ καὶ μοὶ ἐξήγησε τὴν ἐπιθυμίαν του ταύτην. Ἐξετάσας τὴν ὑπόθεσιν καὶ πεισθεὶς ὅτι τὸ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπουργεῖον δὲν εἶχεν ἐκ τοῦ νόμου τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάζῃ τὴν οὐσίαν τῶν περὶ κληρώσεως τῶν ἐφορευτικῶν ἐπιτροπῶν πράξεων τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου, καὶ ὅτι οἱ ζητοῦντες τὴν ἀκύρωσιν τῆς εἰρημένης κληρώσεως προέβαλον πρὸς τοῦτο ὡς λόγον τὴν εἰκονικότητα τῆς κληρώσεως, ἤτοι ἐλάττωμα τῆς οὐσίας ἐφ’ οὗ μόνη ἡ Βουλὴ ἦτον ἁρμοδία νὰ ἀποφανθῇ· εἶπον εἰς τὸν πρωθυπουργὸν ὅτι ἡ αἴτησις τῶν ζητούντων παρ’ αὐτοῦ τὴν ἀκύρωσιν τῆς κληρώσεως δὲν ἠδύνατο νὰ ἐκτελεσθῇ παρ’ αὐτοῦ κατὰ τὸν νόμον. Οἱ ἔχοντες συμφέρον ἐπίεσαν τὸν πρωθυπουργὸν καὶ ὁ πρωθυπουργὸς κατέφυγεν εἰς γνωμοδοτήσεις ἐπιτροπῶν. Δυστυχῶς παρ’ ἡμῖν αἱ γνωμοδοτήσεις δίδονται ἀμελετήτως, εὐκόλως δ’ ἕκαστος ὑπουργὸς δύναται νὰ προσπορισθῇ τοιαύτας κατὰ τὴν γνώμην του· ὅθεν καὶ τότε εὑρέθησαν ἄνθρωποι, οἵτινες ἐγνωμοδότησαν ἐναντίον τῆς γνώμης μου. Τότε ὁ κ. πρωθυπουργὸς μὲ διέταξε νὰ παρασκευάσω τὴν πρᾶξιν τῆς ἀκυρώσεως τῆς κληρώσεως, περὶ ἧς ἐπρόκειτο. Ἐγὼ δὲ ἀπήντησα ὅτι θέλω μεταβιβάσει τὴν διαταγήν του εἰς ἄλλον ὑπάλληλον, ἵνα συντάξῃ τὸ ἔγγραφον, γνωστοποιήσας αὐτῷ ὅτι δὲν θέλω θέσει ἐπ’ αὐτοῦ τὴν προσυπογραφήν μου. Τόσον πολὺ ᾐσθάνθη τοῦτο ὁ πρωθυπουργὸς ἐκεῖνος ὥστε, εἰ καὶ διακρίνεται ἐν τῷ πολιτικῷ του βίῳ ὡς ἐνδίδων ὑπὲρ τὸ δέον εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς πολιτικῆς, καὶ ἐνεργῶν μετὰ εὐρυτάτης ἐπὶ τούτων συνειδήσεως, μολαταῦτα δὲν ἐτόλμησε νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀκύρωσιν τῆς πράξεως τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς. Μεταβαίνω εἰς τὸ ἄρθρον ϛʹ. Τὸ ἄρθρον ϛʹ. ἀναγράφει μίαν μόνον εὐθύνην τῶν τμηματαρχῶν ἐπὶ δύω περιστάσεων, ἐπὶ τῆς ἐκδόσεως τῶν ἐντολῶν καὶ ἐπὶ τῆς ἐκδόσεως τῶν ἐνταλμάτων. Νομίζω, ὅτι αἱ δύω αὗται περιστάσεις δὲν εἶναι ὅμοιαι πρὸς ἀλλήλας καὶ ὅτι ἡ ἔκδοσις τῆς ἐντολῆς διαφέρει πολὺ τῆς ἐκδόσεως τοῦ ἐντάλματος. Ἡ ἔκδοσις τοῦ ἐντάλματος δὲν ἀπαιτεῖ κρίσιν, ἀλλ’ ὁ ὑπάλληλος ἀναγράφει τὸ ποσὸν εἰς τὸ ἔνταλμα, τὸ ὁποῖον ἐμπεριέχεται εἰς τὴν ἐντολὴν, καὶ ἐκδίδει αὐτὸ, ἀρκεῖ νὰ ᾖναι πεπεισμένος ὅτι ἔχει διαθέσιμον πίστωσιν. Ἡ οὐσιώδης λοιπὸν πρᾶξις εἶναι ἡ ἔκδοσις τῆς ἐντολῆς. Ἐκεῖ ἐξετάζεται ἐὰν ὑπάρχῃ δικαίωμα, ἐὰν προσηνέχθη ὑπηρεσία καὶ ἂν αὕτη προσηνέχθη κατὰ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, ἐὰν ἐγένετο ἀγορὰ ὑλικοῦ καὶ τὰ τοιαῦτα· δι’ αὐτῆς δὲ προσδιορίζεται πόσον ποσὸν δικαιοῦται νὰ λάβῃ ὁ δικαιοῦχος. Ἡ ἐντολὴ εἶναι ἀπόφασις τοῦ ὑπουργοῦ. Ὅπως ἀποφασίζει ἐπὶ ὅλων τῶν ἄλλων ὑποθέσεων, τοιουτοτρόπως ἀποφασίζει, ὅταν ὑπογράφῃ ἐντολήν. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ χωρισθῶσιν αἱ δύω αὗται περιστάσεις, καὶ διὰ τοῦτο ζητῶ τὴν διαγραφὴν τοῦ ὅρου «χρηματικῶν ἐντολῶν»· τὴν ἔκδοσιν τῶν χρηματικῶν ἐντολῶν ἐπιθυμῶ νὰ ὑπαγάγωμεν εἰς τὸν κανονισμὸν τῆς εὐθύνης καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων πράξεων τῶν ὑπουργῶν. Ὅπως διὰ τὰς ἄλλας πράξεις ἐκηρύξαμεν συνυπευθύνους τοὺς τμηματάρχας, οὕτω καὶ ἐπ’ αὐτῆς πρέπει νὰ κηρύξωμεν αὐτοὺς ὡς συνυπευθύνους. Διὰ τοῦτο δὲν εὑρίσκω ὀρθὸν νὰ ᾖναι ὑπεύθυνοι μόνον οἱ τμηματάρχαι διὰ τὴν ἔκδοσιν τῆς ἐντολῆς, ἀλλὰ καὶ ὁ ὑπουργὸς, ὁ ὁποῖος ἐκδίδει τὴν ἀπόφασιν καὶ ἀναγνωρίζει τὸ δικαίωμα. Ὑπάρχει δικαίωμα πρὸς ἀπαίτησιν χρημάτων ἐὰν προσηνέχθη ὑπηρεσία εἰς τὸ Κράτος· πρέπει λοιπὸν νὰ ἐκτεθῇ εἰς τὸν ὑπουργὸν ἡ ἱστορία τῆς ἀξιώσεως, ὁ ὑπουργὸς δὲ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κρίνῃ ἐὰν ὀφείλεται ἢ δὲν ὀφείλεται τὸ ζητούμενον ποσόν. Διὰ τοῦτο ἐπὶ τῆς ἐκδόσεως τῶν χρηματικῶν ἐντολῶν πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ ὅ,τι καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων ἀποφάσεων τῶν ὑπουργῶν. Ὁ κύριος πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου, προχθὲς ἀγορεύων, ἔδειξεν ὅτι ὑπάγει εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν τὰς ἐντολὰς καὶ τὰ ἐντάλματα, εἶπε δὲ ὅτι, ἐπειδὴ ἔχει πολλὰς ἀσχολίας ὡς πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου, δὲν ἔχει ὡς ἐκ τούτου τὸν καιρὸν ὅπως ἐξετάσῃ αὐτὰς τὰς δικογραφίας καὶ τὰ δικαιολογητικά. Μολονότι δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου, θεωρῶ ὅμως ἀναγκαῖον νὰ τῷ παρατηρήσω ὅτι ἡ ἀπόφασις ἢ ὑπογραφὴ πρὸς ἔκδοσιν τῶν ἐντολῶν κατ’ οὐδὲν διαφέρει τῶν λοιπῶν ἀποφάσεων. Ἀλλὰ ἡ ἔκδοσις τῶν ἐνταλμάτων διαφέρει πολύ. Τὸ ἔνταλμα ἐκδίδεται ἀπὸ τὸ εἰδικὸν λογιστήριον, ἀφοῦ λάβει τὴν ἐντολὴν πρὸς ἔκδοσιν ἐντάλματος. Ὁ ἁρμόδιος ὑπάλληλος ἐκτελεῖ τὴν ἐντολὴν ἁπλῶς, οὐδὲν δ’ ἔχει δικαίωμα νὰ κρίνῃ ἐπ’ αὐτῆς. Κατὰ τὴν ἐντολὴν ὁ Θεόδωρος Δηλιγιάννης, φέρ’ εἰπεῖν, εἶναι δικαιοῦχος καὶ δικαιοῦται νὰ λάβῃ 500 δραχμάς· ἀναγράφει ἐν τῷ ἐντάλματι τὸ ὄνομα αὐτοῦ καὶ τὸ ποσόν, ἀφοῦ πεισθῇ ὅτι εἶναι διαθέσιμος πίστωσις, ἀναγράφει δὲ καὶ τὸ παρέχον τὴν πίστωσιν ἄρθρον καὶ κεφάλαιον τοῦ προϋπολογισμοῦ. Αὐτὸ εἶναι τὸ καθῆκόν του. Ἀλλὰ ποίαν δι’ αὐτὸ δύναται νὰ ἔχῃ εὐθύνην; Ἐὰν δὲν ἀναγράψῃ ἐν τῷ ἐντάλματι τόσον ποσὸν, ὅσον ἀνεγνώρισεν ὡς ἀποδοτέον ἡ ἐντολὴ, ἢ ἂν δὲν ἀναγράψῃ τὸ αὐτὸ ὄνομα τὸ διὰ τῆς ἐντολῆς ἀναγνωρισθὲν ὡς δικαιοῦχον, τότε εὐθύνεται. Ἄλλοτέ ποτε, ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐξετάζων ἔνταλμα προσαχθὲν πρὸς ὑπογραφὴν, καὶ εὑρὼν ὅτι περιεῖχε μεγαλείτερον ποσὸν, προεκάλεσα τὴν ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας ἀπόλυσιν τοῦ τμηματάρχου τοῦ εἰδικοῦ λογιστηρίου. Ἡ ἔκδοσις τῶν ἐνταλμάτων δὲν εὐθύνει τὸν ὑπουργὸν ἀλλὰ τὸν ἐκδίδοντα αὐτὸ, καὶ διὰ τοῦτο ἄλλοτε ὡς ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀποτελῶν μέρος τοῦ ὑπουργείου τοῦ ὁποίου προΐστατο ὁ σεβ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, προέβαλον νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἐζήτησα τὴν ἄδειαν ἵνα τὰ χρηματικὰ ἐντάλματα ὑπογράφῃ ὁ τμηματάρχης τοῦ εἰδικοῦ λογιστηρίου καὶ οὐχὶ ὁ ὑπουργός. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ προεκάλεσε τὴν ἱλαρότητα εἰς πολλοὺς κύκλους, καὶ ἴσως πολλοὶ ἐκ τῶν τυγχανόντων λίαν προσφιλῶν εἰς τὸ ὑπουργεῖον δὲν ἠδυνήθησαν τότε νὰ κρατήσωσι τὸ μειδίαμα. Νομίζω ὅμως ὅτι εἶχον ἄδικον ὡς πείθει αὐτοὺς σήμερον ὁ φίλος αὐτῶν ὁ νῦν τυγχάνων πρωθυπουργός. Καὶ τώρα δὲ κρίνω ἀναπόφευκτον ὁ ὑπουργὸς νὰ μὴν ὑπογράφῃ τὰ ἐντάλματα, νὰ ἀπαλλαγῇ ἀπὸ αὐτὰ τὰ καθήκοντα, διὰ νὰ ἔχῃ τὸν ἀναγκαῖον καιρὸν νὰ σκέπτηται σοβαρῶς καὶ σπουδαίως περὶ τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους, οὐδὲ συμφέρει νὰ ἀσχολῆται περὶ μικρῶν ἄνευ ἀνάγκης καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς ὠφελείας τῆς πολιτείας. Ἐὰν δὲ ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, περὶ οὗ ἰδίως λαλῶ, ἀπαλλαγῇ ἀπὸ τὰς ἀχρήστους καὶ ματαίας ταύτας ὑπογραφὰς, βεβαιωθῆτε ὅτι ἤθελεν οἰκονομηθῆ καιρὸς εἰς αὐτὸν μιᾶς καὶ ἡμισείας ὥρας καθ’ ἑκάστην, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ διαθέσῃ εἰς ἄλλας μελέτας καὶ ἐργασίας. Διὰ τοῦτο προτείνω ὡς τροπολογίαν τὰ ἑξῆς· «ἐπὶ ἐκδόσεως χρηματικῶν ἐνταλμάτων ὑπεύθυνος εἶναι ὁ ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ λογιστηρίου τμηματάρχης». Τὸ δεύτερον δὲ μέρος τοῦ ἄρθρου προτείνω νὰ τεθῇ ἐν τῷ διατάγματι τῷ κανονίσοντι τὰ περὶ τῆς εὐθύνης. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 7 δὲν ἔχω παρατήρησιν. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 8 (τὸ ἀναγινώσκει)· ἡ μελέτη τῆς διατάξεως ταύτης μὲ ἠνάγκασε νὰ ἀνεύρω ὡς ἔννοιαν αὐτῆς τὴν ἑξῆς, ἡ ὁποία ἀμφιβάλλω ἂν ᾖναι αὐτὴ, καὶ διὰ τοῦτο προβαίνω εἰς ταύτην τὴν ἀνακοίνωσιν διὰ νὰ λάβω τὴν ἀπάντησιν τοῦ ὑπουργοῦ, ἐὰν αὐτὴ ᾖναι ἡ ἔννοια τῆς διατάξεως ταύτης. Κατὰ τὸ ἄρθρον 6 τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν, τοῦ ὁποίου τὴν τροποποίησιν σκοπεῖ τὸ ἄρθρον 8, «ἡ καταδίκη συνεπάγεται καὶ τὴν στέρησιν τῶν ἐν τοῖς ἄρθροις 21 καὶ 23 τοῦ ποινικοῦ νόμου διαλαμβανομένων δικαιωμάτων ἀπὸ 2–5 ἐτῶν.» Ἑπομένως οἱαδήποτε καὶ ἂν ᾖναι ἡ ποινὴ, ἥτις ἐπεβλήθη εἰς τὸν ὑπουργὸν, εἴτε δυνάμει τῶν διατάξεων τοῦ ποινικοῦ νόμου, εἴτε δυνάμει τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν, καὶ ἐν περιπτώσει καθ’ ἃς αἱ διατάξεις τοῦ ποιν. νόμου δὲν ἐπιβάλλουσι ποινὴν, ὁ νόμος οὗτος ἐπιβάλλει τὴν στέρησιν τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων ἀπὸ 2–5 ἔτη. Ἐὰν τὸ νομοσχέδιον σκοπῇ νὰ μεταβάλῃ τὴν διάταξιν ταύτην καὶ νὰ κηρύξῃ ὅτι, ἐὰν ἐπιβληθῶσι ποιναὶ εἴτε ἀπὸ τὸν νόμον τὸν ποινικὸν, εἴτε ἀπὸ τὸν παρόντα, νὰ μὴ ἐπιβάλλεται εἰς τὸν ὑπουργὸν τὸν καταδικασθέντα ἡ στέρησις τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων, δὲν ἠξεύρω ἂν αὐτὴ ᾖναι ἡ ἔννοια τοῦ νόμου.
§36ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ναί.
§37ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν αὐτὴ ᾖναι ἡ ἔννοια, καθὼς ὁ κ. πρωθυπουργὸς συνῄνεσε νὰ μοὶ εἴπῃ, δὲν ὀκνῶ νὰ σᾶς ἐξηγήσω τὸ φρόνημά μου. Ἐγὼ εἶμαι ἐναντίος, καὶ συμφωνῶ μὲ τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν ἀνέγραψε τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον προέβαλεν ὁ ἔντιμος ἐκ Μεσολογγίου βουλευτὴς κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον. Νομίζω, ὅτι τὰ ἀδικήματα τῶν ὑπουργῶν δὲν πρέπει νὰ τιμωρῶνται οὔτε σωματικῶς, οὔτε διὰ χρηματικῶν ποινῶν· ἡ ποινὴ ἔχει σκοπὸν τὴν ἠθικοποίησιν τοῦ ἀτόμου, καὶ τὴν προφύλαξιν τοῦ Κράτους ἀπὸ τῆς βλάβης, τὴν ὁποίαν τὸ ἀδίκημα ἐπροξένησεν εἰς αὐτό· ἀλλ’ ἡ προφύλαξις τοῦ Κράτους πραγματοποιεῖται διὰ τῆς στερήσεως τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων τοῦ ὑπουργοῦ, ὅστις περὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων του κατεδείχθη εἴτε μὴ σεβόμενος τὸ Κράτος, ἢ παραβαίνων τοὺς νόμους. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι δι’ αὐτῶν τῶν ποινῶν οὔτε ἱκανοποιεῖται ὁ νόμος, οὔτε ἀποζημιοῦται τὸ Δημόσιον, καὶ κρίνω συμφερωτέραν τὴν ἀπομάκρυνσιν ἀπὸ τὴν διαχείρισιν τῶν δημοσίων ἐπὶ ὡρισμένον χρόνον τῶν ἀνθρώπων, οἵτινες πλημμελῶς διεχειρίσθησαν τὰ τοῦ Κράτους. Διὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ ζητῶμεν νὰ ἐπιβάλωμεν οὔτε σωματικὰς οὔτε χρηματικὰς ποινάς. Ἐὰν μεγάλως ἐζημίωσεν ὡς ὑπουργὸς τὰ συμφέροντα τῆς ἐπικρατείας, εἴτε εἰς τὰς σχέσεις τοῦ Κράτους τὰς διεθνεῖς, εἴτε εἰς τὴν ἐσωτερικὴν λειτουργίαν τῶν διαφόρων ἐξουσιῶν, τὸ Κράτος δὲν θέλει ἀποζημιωθῆ οὔτε ἐὰν μείνῃ ὁ ὑπουργὸς 2 ἔτη εἰς τὰς φυλακὰς, οὔτε διὰ τοῦ χρηματικοῦ ποσοῦ εἰς τὸ ὁποῖον ἤθελε καταδικασθῆ, καὶ μάλιστα ὅταν ἐξέλθῃ τῶν φυλακῶν θέλει ἔχει καὶ τὴν συμπάθειαν ἴσως καὶ τὸν οἶκτον τῶν πολλῶν, καὶ ἴσως προσέλθῃ εἰς τὸν πολιτικὸν συναγωνισμὸν εὐρωστότερος, καὶ ἴσως μετὰ μείζονος πιθανότητος προσεγγίσῃ εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν κοινῶν. Μεταβαίνω τέλος εἰς τὸ ἄρθρον 9. Ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ἔχω νὰ κάμω ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 9, μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν εἶναι οὐσιώδης, ἑπομένως διὰ νὰ μὴ σᾶς ἀπασχολῶ, παραλείπω αὐτὴν, διότι ἐκ τῆς παραλείψεως οὐδεμία ἐπέρχεται ζημία. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους λοιπὸν συνηγορῶ ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐφ’ ἑκάστου τῶν ἄρθρων αὐτῶν μοὶ κάμῃ τὴν τιμὴν νὰ προσέξῃ εἰς τὰς προτάσεις, τὰς ὁποίας προέβαλον εἰς αὐτήν. Ὁ κ. πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου, ἀγορεύων τὴν πρώτην ἡμέραν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν, μοὶ ἐφάνη ὀλίγον ἐξηγριωμένος, διότι οἱ ὑπουργοὶ ὑποβάλλονται εἰς τοσοῦτον μέγαν καὶ βαρὺν ἔλεγχον, καὶ διατρέχουσι καθ’ ἑκάστην τοὺς κινδύνους τοῦ ἐλέγχου τούτου. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς παρετήρησεν ὅτι εἶναι ἀδύνατον ὁ ὑπουργὸς νὰ γνωρίζῃ ὅλον τὸ πλῆθος τῶν νόμων, τῶν ὁποίων τὴν ἐκτέλεσιν ἀνέλαβε, καὶ εἶναι πολὺ φυσικὸν οὐχὶ ἐν γνώσει ἀλλ’ ἐξ ἀμελείας, εἴτε ἕνεκα ἐλλείψεως χρόνου, ἕνεκα ἐλλείψεως προσοχῆς προσηκούσης, νὰ παραβῇ τοὺς νόμους· σᾶς εἶπε διὰ τοῦτο ὅτι πρέπει αἱ διατάξεις τοῦ νόμου νὰ ᾖναι συγκαταβατικαί. Ηὐχαριστήθην τότε ἀκούσας αὐτὰ, διότι ἐξ αὐτῶν ἔλαβον τὸ ἐνδόσιμον νὰ ὑπολάβω ὅτι τέλος πάντων ἐμπνέεται ἀπὸ αἰσθήματα μετριοπαθῆ. Ἡ πολιτεία μου ἡ μέχρι τοῦδε βεβαίως δὲν διεκρίθη ὡς πολιτεία ἀνθρώπου ἀγρίου καὶ ἐλαυνομένου ἀπὸ πάθη, ἑπομένως κατ’ ἀρχὴν εἶμαι σύμφωνος μὲ τὸν κ. πρωθυπουργὸν ἐπὶ τούτου. Διαφωνῶ ὅμως μετὰ τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ ἐπὶ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς ἀρχῆς ταύτης, καὶ ἡ διαφωνία μου αὕτη μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι πολὺ σπουδαία, διότι δύναται νὰ ἀναχθῇ εἰς ἀρχὴν, ἡ ὁποία μοὶ φαίνεται κεφαλαιώδης ἐν ταῖς συνταγματικαῖς πολιτείαις. Ἐὰν μὲ ἐρωτήσητε ποίαν γνώμην ἔχω, εἶναι ἀναγκαῖος ὁ νόμος περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν εἰς τὰ Κράτη; Δὲν ὀκνῶ νὰ σᾶς εἴπω τὴν γνώμην μου. Εἶμαι ἐντελῶς σύμφωνος μὲ τὴν γνώμην τοῦ ἐπιφανοῦς καὶ μεγάλου πολίτου τῆς Γαλλίας τοῦ κ. Θιέρς, τοῦ ὁποίου τὴν γνώμην ἀνέγνω προχθὲς ὁ κ. πρωθυπουργός. Ὁ νόμος περὶ εὐθύνης δὲν ἐξασφαλίζει οὔτε τὰ πράγματα οὔτε τὴν πολιτείαν, εἶναι ματαία προάσπισις τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου καὶ ἀνωφελὴς, ἀφοῦ ὑπάρχει ἡ πολιτικὴ εὐθύνη. Εἶπόν τινες ὅτι ὁ νόμος περὶ εὐθύνης ἔχει ἄλλον ὑψηλότερον σκοπὸν, νὰ ἀσφαλίσῃ τὸ πολίτευμα ἐκ τῶν ἐπιδρομῶν κατὰ τοῦ πολιτεύματος. Εἰς τὰ συνταγματικὰ πολιτεύματα ὑπάρχει μεγάλη τις ἐξουσία, τὴν ὁποίαν τὸ πολίτευμα ἔθηκεν ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ οἰκοδομήματος. Ὁ ἀρχηγὸς τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας συγκεντρώνει τὰς μεγαλειτέρας καὶ σπουδαιοτέρας τῶν ἐξουσιῶν, εἶναι ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης, ἐν ὀνόματι αὐτοῦ ἐκτελοῦνται οἱ νόμοι, εἶναι ἡ πρωτίστη ἀρχὴ κατὰ τὴν πρὸς αὐτὸν ἐμπιστοσύνην καὶ τὸ σέβας τοῦ ἔθνους. Ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι ἤθελεν ὑπάρξει διαφωνία μεταξὺ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀντιπροσωπεύουσι τὸν λαὸν, τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας, τῶν ὑπουργῶν, ποίαν καὶ ποῦ εὑρίσκει τις θεραπείαν; Οἱ ὑπουργοὶ ἀντικαθίστανται. Ἀλλ’ ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι ὁ Ἡγεμὼν ἐπιμένει νὰ κρατῇ τοὺς συμβούλους του καὶ ἐναντίον τῆς γνώμης καὶ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς, ὁ νόμος περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν ἥκιστα ἐξασφαλίζει τὰ πράγματα, καὶ δὲν θέλω νὰ σᾶς ἀναφέρω παράδειγμα σύγχρονον τῶν ἔν τινι κράτει συμβαινόντων. Ἐὰν δὲ ὑποτεθῇ ὅτι ὑπάρχῃ προαίρεσις συντρεχομένη παρὰ τῶν ὑπουργῶν ἢ διὰ τῶν ὑπουργῶν, ἐπίσης ὁ νόμος περὶ εὐθύνης δὲν ἐξασφαλίζει τὰ πράγματα. Πρὸ μικροῦ ἐτελέσθη παράβασις τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος καὶ ἡ κοινωνία ἐξηγέρθη· ἐξηγέρθη ἐκ τοῦ φόβου, ὅτι ἡ παράβασις τῆς διατάξεως ἐκείνης τοῦ Συντάγματος περιεῖχε τὴν ἔννοιαν καὶ τὴν προαίρεσιν τῆς ἀθετήσεως ἢ τῆς μεταβολῆς τοῦ πολιτεύματος, καὶ τὸ κοινὸν ἐτέθη εἰς κατάστασιν ἀμύνης. Μόλις ὁ Ἡγεμὼν ἤκουσε τὰ περὶ τούτου ἀπέπεμψε τοὺς ὑπουργοὺς, οἱ ὁποῖοι ἐθεωροῦντο ὑπὸ τῆς κοινωνίας ὑπεύθυνοι. Τοιούτων δὲ βουλευμάτων ἐὰν οἱ ὑπουργοὶ εἶχον τὴν προαίρεσιν, τὴν ὁποίαν ἡ κοινωνία ὑπέθεσεν ὅτι εἶχον, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι ὁ νόμος περὶ εὐθύνης δὲν ἐξησφάλιζε τὰ πράγματα. Κατὰ παραπλησίας διαφωνίας ἀποφασίζει τὸ ἔθνος, καὶ ἐὰν συνταχθῇ ὑπὲρ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ζητοῦσι τὴν μεταβολὴν, ὁ νόμος παντάπασι δὲν ἐξασφαλίζει τοὺς θεσμοὺς, ἐὰν δὲ τὸ ἔθνος συνταχθῇ μετ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ζητοῦσι τὴν διατήρησιν τοῦ πολιτεύματος, ἐπίσης δὲν παρίσταται ἡ ἀνάγκη τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν. Διὰ τοῦτο, νομίζω, ὅτι ὁ νόμος περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν δὲν ἐξασφαλίζει τὴν πολιτείαν. Καὶ ὅμως ἐγὼ ἤμην ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐζήτουν ἐπιμόνως τὸν νόμον περὶ εὐθύνης, καὶ οἱ ὁποῖοι ἐζήτουν αὐτὸν καὶ ἐφέτος καὶ πρὸ χρόνων. Συνέπραττον ἄλλοτε μεθ’ ἑνὸς πολιτικοῦ κόμματος, τοῦ ὁποίου προσφιλὴς συγγενής μου προΐστατο· οὗτος ἑρμηνεύων τὸ σύστημα τοῦ κόμματος κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους, ἀνέγραψεν ὡς δόγμα τοῦ κόμματος τὴν ἀνάγκην τῆς εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν. Τοσοῦτον δ’ ἐπιμόνως ἐζήτουν τὸν νόμον περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν, ὥστε τὴν ἑσπέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς τὸ περὶ ταύτης νομοσχέδιον, ἐνόμισα, ὅτι ἦρα οὐχὶ ὡς ἄτομον κατὰ τῶν ἀντιπάλων μου, ἀλλ’ ὡς πολίτης ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῆς πολιτείας, μεγάλην νίκην, ὅτι συνετέλεσα μέγα κατόρθωμα. Διατί λοιπὸν ἐζήτουν τὸν νόμον περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν; Θέλω σᾶς ἐξηγήσει κατὰ τί θεωρῶ αὐτὸν χρήσιμον. Λογικώτατο μοι φαίνεται τὸ πολίτευμα τὸ κοινοβουλευτικόν. Θεωρῶ αὐτὸ ἓν σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖται ἐκ τοῦ κράματος διαφόρων ἀντιθέτων πολιτευμάτων· ἀλλ’ εὑρίσκω ὅτι στηρίζεται ἐπὶ ὑποθέσεων, τῶν ὁποίων τὴν ἀλήθειαν πρέπει νὰ ἐξασφαλίζῃ καὶ βεβαιοῖ πάντοτε. Διὰ τοῦτο ἡ λειτουργία αὐτοῦ πρέπει νὰ συντελῆται μετὰ μεγάλης προσοχῆς, διότι, ἐὰν κατ’ ἐλάχιστον προσκόψῃ, παράγει ἀποτελέσματα πολὺ διάφορα ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα τὸ πολίτευμα τοῦτο σκοπεῖ, παράγει ἀποτελέσματα ἐπιβλαβῆ καὶ ὀλέθρια. Οἱ δὲ λειτουργοὶ τοῦ πολιτεύματος πρέπει νὰ ᾖναι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι νὰ ἐξέχωσι καὶ κατὰ τὸν πατριωτισμὸν καὶ κατὰ τὴν παιδείαν καὶ κατὰ τὴν ἱκανότητα καὶ κατὰ τὴν νοημοσύνην. Λειτουργοὶ τοῦ πολιτεύματος ἰδίως εἶναι οἱ ὑπουργοί. Οἱ ὑπουργοὶ εἶναι οἱ σύμβουλοι τοῦ ἡγεμόνος, οἱ ὁποῖοι παρ’ αὐτῷ καθεστῶτες συνηγοροῦσι πάντοτε ὑπὲρ τῆς Βουλῆς, ὑπὲρ τῶν νόμων, καθιστῶντες γνωστὸν εἰς τὸν ἡγεμόνα τὸ φρόνημα καὶ τὰς γνώσεις τῆς Βουλῆς· ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ Βουλῇ οἱ ὑπουργοὶ παρακάθηνται ὡς σύμβουλοι τοῦ Στέμματος καὶ ἑρμηνεύουσι εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἀνάγκας καὶ τὸ φρόνημα τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας, καὶ ζητοῦσι νὰ συναρμολογήσωσι τοῦτο μετὰ τῆς γνώμης τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς. Οἱ ὑπουργοὶ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος πρέπει νὰ ᾖναι ἄνθρωποι ἔχοντες τοιαύτην πρὸς τὸ ὑπουργεῖν παρασκευὴν, ὥστε νὰ παρέχωσι πλήρη τὴν ἐγγύησιν, ὅτι θέλουσιν ἐκπληρώσει τὸ δυσχερέστατον τοῦτο καθῆκον, τὸ ὁποῖον προωρίσθησαν ν’ ἀναλάβωσιν. Ἀλλ’ ἡ λειτουργία τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος στηρίζεται ἐπὶ ἑνὸς τροχοῦ, ὁ ὁποῖος μεταδίδωσι μεγάλην δύναμιν, διότι δι’ αὐτοῦ κινοῦνται πολλὰ ἄλλα μηχανήματα τοῦ πολιτεύματος, καὶ ὁ τροχὸς αὐτὸς εἶναι ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς. Ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς ἀποτελεῖται εἴτε ἀπὸ ἓν, εἴτε ἀπὸ πολλὰ κόμματα. Τὰ κόμματα βεβαίως διακρίνονται ἀπὸ ἀλλήλων εἴς τινας ἰδέας, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἡ συγκρότησις αὐτῶν καὶ ἡ σύστασις ἀλλοτρία τῶν συμφερόντων τῶν πολιτικῶν ἢ τῆς τοπικῆς διοικήσεως. Διὰ νὰ συγκροτῆται ἡ πλειοψηφία, πρέπει νὰ μὴ λησμονῇ ὁ κυβερνῶν καὶ αὐτὰς τὰς μικρὰς ἀνάγκας τῆς διοικήσεως, καὶ πρέπει νὰ δίδωσιν ἐγγυήσεις εἰς αὐτὴν τὴν πλειονοψηφίαν, ὅτι δὲν θέλουσι θυσιάσει τὰ συμφέροντα αὐτῶν εἴτε ὡς ἀτόμων, εἴτε ὡς ἀνθρώπων μετεχόντων τοῦ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις τοπικοῦ ἀνταγωνισμοῦ καὶ ἐνδιαφερομένων, ὅτι δὲν θέλουσι θυσιάσει, λέγω, ταῦτα ἑκάστοτε. Ἰδοὺ ἡ ἀνάγκη νὰ κάμπτωσι πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς πλειονοψηφίας, καὶ ἰδοὺ ἡ κάμψις αὐτῶν ἢ ἡ προσοχὴ αὐτῶν πρὸς τὰς ἀνάγκας ταύτας ἀπειλοῦσα διὰ κινδύνων τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, τὰ συμφέροντα τοῦ ταμείου, τὰ συμφέροντα τῆς διοικήσεως. Ἐξ ἄλλου μέρους ἡ διοίκησις ἀπαιτεῖ νὰ ἐκτελῶνται κατὰ γράμμα τὸ πολίτευμα καὶ οἱ νόμοι τοῦ Κράτους, καὶ τὰ πάντα νὰ κινῶνται καὶ νὰ συντελῶνται ἀπαρασαλεύτως κατὰ τὰς ἀξιώσεις τοῦ συμφέροντος τῆς ἐπικρατείας, νὰ μὴ γίνεται δὲ καμμία παρέκκλισις, οὐδεμία ὑπὲρ τῆς πλειονοψηφίας οὐδὲ νὰ παρορῶνται κατ’ ἐλάχιστον αἱ ἀνάγκαι τῆς διοικήσεως. Ἡ διοίκησις λοιπὸν εἶναι πολεμία εἰς τὴν πολιτικὴν, καὶ ἡ πολιτικὴ εἶναι πολεμία εἰς τὴν διοίκησιν. Πρέπει λοιπὸν νὰ εὑρεθῇ τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον νὰ γένηται δυνατὸν νὰ ἐξασφαλίζωνται τὰ συμφέροντα καὶ τῆς πολιτικῆς καὶ τῆς διοικήσεως, νὰ συμβιβάζωνται τὰ δύω ταῦτα ἀντίθετα συμφέροντα, διὰ νὰ δυνηθῇ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα νὰ λειτουργῇ ἐπ’ ἀγαθῷ τοῦ τόπου. Παρ’ ἡμῖν ἐπὶ τῆς πρώτης δυναστείας ὑπελήφθη, ὅτι εὑρέθη τρόπος συμβιβασμοῦ· ἀλλὰ ὁ τρόπος οὗτος ἦτο ἡ ἀναίρεσις τῶν πολιτικῶν ἐλευθεριῶν, διότι ἡ βάσις, ἡ πρώτη ἐργασία, ἐκ τῆς ὁποίας ἐπέῤῥεεν ἡ Βουλὴ, δὲν συνετελεῖτο ἐλευθέρως ὑπὸ τῶν ἐκλογέων, ἦτο διαστροφεὺς τοῦ πολιτεύματος, ἦτο ἀναίρεσις τῶν βάσεων αὐτοῦ, ἦτο ἐπικράτησις τῆς διοικήσεως. Καὶ ἰδοὺ ἡ πολιτεία ἐδούλευεν, ὑπηρέτει ὡς δεσμῶτις εἰς τὴν διοίκησιν. Ἀλλὰ δύναται νὰ συμβῇ καὶ τὸ ἀντίθετον. Ὅταν ὑπάρχει μεγάλη ἐπικράτησις τῆς πλειονοψηφίας ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, δύναται ἡ πολιτικὴ ἀφαρπάζουσα τὴν διοίκησιν, νὰ κατασυντρίψῃ τὸ κράτος τῶν νόμων, καὶ οἱ νόμοι νὰ μένωσιν ἰσχνοὶ καὶ κατεσκληκότες πρὸ τῶν συμφερόντων καὶ τῶν ἀναγκῶν τῆς πολιτικῆς, καὶ ὁ κίνδυνος νὰ ἦναι ὡσαύτως μέγας. Τὴν συνδρομὴν τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν ἐθεώρησα ἀναπόφευκτον διὰ τοὺς κινδύνους αὐτούς. Ἐζήτησα τὸν νόμον περὶ εὐθύνης, διὰ νὰ διδαχθῶσιν οἱ ὑπουργοί, ὅτι δὲν δύνανται νὰ θυσιάζωσι τὰ συμφέροντα τῆς διοικήσεως χάριν τῆς πολιτικῆς, τῆς ὁποίας ἔχουσιν ἀπόλυτον ἀνάγκην, διὰ νὰ συγκρατηθῶσιν ἐν τῇ θέσει των. Τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν ἐθεώρησα ὡς διατάξεις ἀπειλούσας ἐκ τῶν προτέρων ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ ὑπολάβωσιν, ὅτι, ἀναλαβόντες τὴν ἐντολὴν νὰ διοικήσωσι τὸ Κράτος, ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἐκμεταλλευθῶσι τὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν περιεβλήθησαν, πρὸς τὸ ἴδιον πολιτικὸν αὑτῶν συμφέρον· καὶ ἐθεώρησα τοσοῦτον ἀναγκαίας τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, διότι εἶδα, ὅτι ἠπείλει ἡμᾶς μέγας κίνδυνος, καὶ δὲν ἀνευρίσκομεν τέλος χαλινόν τινα τῶν διαχειριζομένων τὴν δημοσίαν ἐξουσίαν κυβερνητῶν ἢ διοικητῶν. Καὶ δὲν εἶναι ἀσύνηθες νὰ ὑπολάβωσιν, ὅτι δύνανται τὴν ἐξουσίαν των νὰ διαχειρισθῶσι πρὸς μόνον τὸν σκοπὸν τῆς πολιτικῆς ἐνισχύσεώς των, οὐδὲ πρώτην φορὰν συνέβη νὰ κατορθώσωσιν οὕτω διὰ τῶν μέσων τούτων μικρὸν κατὰ μικρὸν νὰ ἑλκύσωσι πρὸς ἑαυτοὺς καὶ νὰ συμπήξωσιν ὁμάδας καὶ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, νὰ σχηματίσωσι δύναμιν, καὶ διὰ τῆς δυνάμεως ταύτης νὰ κυβερνῶσιν. Ἀλλ’ ὁ τρόπος οὗτος τοῦ κυβερνᾶν γίνεται διὰ καταστροφῆς τῆς διοικήσεως· ἑπομένως ἐγκαθιστᾷ τυραννίαν κοινοβουλευτικὴν, καὶ ἡ κοινοβουλευτικὴ τυραννία δὲν εἶναι συνταγματικὸν πολίτευμα. Ἰδοὺ διατὶ δὲν συμφωνῶ μὲ τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς σᾶς εἶπεν, ὅτι ὁ ὑπουργὸς ἔχει ἀνάγκας τῆς πολιτικῆς, ὁ ὑπουργὸς δὲν ἔχει καιρὸν νὰ γνωρίζῃ τοὺς νόμους, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τοὺς γνωρίζῃ, ἐνδέχεται νὰ σφάλλῃ· ἐστὲ ἐπιεικεῖς, συγκαταβατικοὶ πρὸς αὐτόν. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἤμεθα συγκαταβατικοί. Ἐξ ἐναντίας ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος πρόκειται ν’ ἀναβῇ εἰς τὴν ἕδραν τοῦ ὑπουργοῦ, πρέπει νὰ γνωρίζῃ ὅτι ἀναλαμβάνει μεγάλα καθήκοντα, ὅτι πρέπει νὰ γνωρίζῃ ὅλους τοὺς νόμους ἵνα ἐκπληροῖ τὰ καθήκοντα ταῦτα, ὅτι δὲν εἶναι ἔργον παντὸς, ν’ ἀνέρχηται εἰς τόσον μέγα καὶ ὑψηλὸν ἀξίωμα, οὔτε εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς αὐτὸν τὸ ἀξίωμα αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀξίωμα τοῦ Κράτους, τὴν ἐξουσίαν αὑτὴν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἰδική του, ἀλλ’ εἶναι ἐξουσία τῆς πολιτείας, νὰ τὴν μεταχειρίζηται πρὸς τὰ ἴδια συμφέροντα ἐπὶ βλάβῃ τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους. Ἡ θεωρία αὐτὴ μὲ ἀναγκάζει νὰ σᾶς παρακαλέσω, νὰ μὴ ἦσθε ἐπιεικεῖς πρὸς τοὺς ὑπουργοὺς, νὰ μὴ ὁρμηθῆτε δηλονότι ἐξ ἐπιεικοῦς γνώμης καὶ σκέψεως εἰς τὴν κατάρτισιν τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν. Τοὺς νόμους περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν σπανίως ἐπικαλοῦνται, σπανιώτατα δ’ ἐφαρμόζουσι, καὶ εἶναι μοναδικὸν φαινόμενον εἰς τὰ Κράτη, νὰ ἴδητε ὑπουργὸν παραπεμπόμενον εἴτε ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων εἴτε εἰς τὰς φυλακὰς πρὸς ἀπότισιν ποινῆς· ἀλλ’ ἔχουσι λυσιτελέστατα ἀποτελέσματα καὶ μεγάλην ἐπιῤῥοὴν, διότι χρησιμεύουσιν ὡς ἀπειλὴ πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν διαχειρίζονται καλῶς τὰ ἀλλότρια πράγματα, ἐν ᾧ πᾶς, ὅστις διαχειρίζεται τὰ ἀλλότρια πράγματα, χρεωστεῖ πρὸς αὐτὰ προσοχὴν μεγίστην, καὶ χρεωστεῖ νὰ ἀπεκδύτῃ ἑαυτὸν πρότερον πάσης σκέψεως ἰδιοτελοῦς.
§38ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, δὲν ἤθελον λάβει τὸν λόγον, ἐὰν δὲν ὤφειλον ἀπάντησίν τινα εἰς τὸν κ. Τρικούπην καὶ εἰς τὸν κ. πρωθυπουργόν· δὲν ἤθελον λάβει τὸν λόγον τοσούτῳ μᾶλλον καθόσον τὸ ζήτημα ἐξηντλήθη. Καὶ ὁ κ. Τρικούπης καὶ ὁ κ. πρωθυπουργὸς μὲ ἠρώτησαν, διατί ἐδημοσίευσας τὸν νόμον; διατί ἀνέβαλες τὴν δημοσίευσιν αὐτοῦ, καὶ τὸν ἐδημοσίευσες τὰς τελευταίας ἡμέρας; Ὁ κ. πρωθυπουργὸς μάλιστα μοὶ ἀπέτεινε τὴν ἐρώτησιν αὐτὴν, μὲ τὴν συνήθη ἄστοχον ὕβριν, «ἀπολογηθῆτε!»
§39ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἡ ἀπολογία δὲν εἶναι ὕβρις.
§40ΠΟΛΛΟΙ. Σιωπή.
§41ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι ὕβρις. Ἀλλὰ καὶ τίς εἶσαι σὺ, ὅστις προκαλεῖς ἐμὲ εἰς ἀπολογίαν; Καὶ μήπως ἐγὼ κατέστησα τὴν Ἀττικὴν κοιλάδα δυστυχημάτων καὶ καταστροφῶν; καὶ μήπως ἐγὼ παρεβίασα τὰς ἐκλογὰς καὶ ἐποίησα χρῆσιν τῶν ὅπλων κατὰ τῶν ἐκλογέων; καὶ μήπως ἐγὼ δι’ ἐλαφρᾶς πολιτικῆς ἐξέθηκα εἰς κίνδυνον τὰ συμφέροντα καὶ τὴν τιμὴν τοῦ τόπου, καὶ μὲ προκαλεῖς εἰς ἀπολογίαν; Ἐὰν, κύριοι, ἤθελον ν’ ἀκολουθήσω καὶ ἐγὼ δονκισωτικὴν πολιτικὴν, νὰ ἐπιδείξω τόλμην, ὅπου δὲν εἶναι φόβος, καὶ θάῤῥος ὅπου δὲν ὑπάρχει κίνδυνος, ἠδυνάμην, ἀκολουθῶν τὸν κ. πρωθυπουργὸν, νὰ τῷ εἴπω: δέχομαι εὐχαρίστως, τὸ ἀδύνατον ὅμως νὰ δοθῇ ἀναδρομικὴ δύναμις εἰς τὸν νόμον, ἀλλὰ ἀπὸ τοῦ 1870, καὶ ἠθέλομεν ἴδει ποῖος θὰ ἦτο ἠναγκασμένος ν’ ἀπολογῆται εἰς ὅλην του τὴν ζωήν. Οἱ κ.κ. ὑπουργοὶ ὡς ζηλότυποι σύζυγοι, ζηλότυποι καὶ αὐτοὶ διὰ τὴν ἐξουσίαν, νομίζουν ὅτι πᾶσα λέξις μας, πᾶν κίνημά μας ἔχει τὴν κατάληψιν αὐτῆς, καὶ διὰ τοῦτο ὀργίζονται καὶ συνεχῶς ἐπιπίπτουν ἐναντίον ἡμῶν καὶ μᾶς ὑβρίζουν, καὶ ἐρεθίζονται. Ἀλλὰ, κύριοι, δὲν γνωρίζομεν ἡμεῖς ποία εἶναι ἡ τύχη τοῦ ὑπουργείου κατὰ τὴν παροῦσαν μάλιστα συγκρότησιν τῆς Βουλῆς; δὲν γνωρίζομεν ἡμεῖς καὶ δὲν γνωρίζετε καὶ σεῖς, ὅτι δὲν ἠμπορεῖτε νὰ βιώσητε ἐπὶ μακρόν; Σᾶς ἐπέτρεψαν νὰ ζήσητε μικρὸν ἀλλ’ ὑπὸ προθεσμίαν, καθαρτήριον, καὶ διότι καί τινες φίλοι ἡμῶν ἀκόμη ἐθεώρησαν ἀναγκαῖον τοῦτο καὶ διότι καὶ ἡμεῖς ἐκ καρδίας ἐπεθυμήσαμεν νὰ μείνητε σεῖς εἰς τὴν ἐξουσίαν, διότι θέλομεν νὰ ἐξελέγξητε σεῖς τὴν διαχείρισίν μας καὶ ὡς τίμιοι ἄνθρωποι, πιστεύομεν, ὅτι θέλετε εἴπει δημοσίως τὴν ἀλήθειαν. Ἐν ἄλλαις ἐποχαῖς λάθρα καὶ κρύφα ὑπομνήματα καὶ ἀναφοραὶ διέβαλον τὴν τιμὴν καὶ ὑπόληψιν τῶν ἀνθρώπων. Ἡ ἐποχὴ αὕτη τῶν δολοφονιῶν παρῆλθεν ἤδη, καὶ θέλομεν λοιπὸν σεῖς, εἰς τὴν τιμὴν τῶν ὁποίων, ἐπαναλαμβάνω, πιστεύομεν, νὰ ἐξελέγξητε τὴν διαχείρισιν καὶ νὰ εἴπητε δημοσίᾳ τὴν ἀλήθειαν. Ἰδοὺ διατί ἐπεθυμήσαμεν τὴν διατήρησιν ὑμῶν εἰς τὴν ἐξουσίαν. Δὲν ἐδημοσιεύσαμεν τὸν νόμον, ἵνα στήσωμεν παγίδα, δὲν ἐδημοσιεύσαμεν αὐτὸν ὡς ἐνέδραν· σεῖς μᾶς κατηγορεῖτε, ὅτι σπεύδομεν νὰ λάβωμεν τὴν ἐξουσίαν. Καὶ λοιπὸν ἐδημοσιεύσαμεν τὸν νόμον, ἵνα θέσωμεν τὴν κεφαλήν μας ὑπὸ τὴν αὐστηρότητα αὐτοῦ; Παραπονεῖσθε ἐν τούτοις ὅτι ἐδημοσιεύσαμεν τὸν νόμον αὐτὸν καθ’ ὑμῶν. Μᾶς ἐρωτᾷ ἡ πλευρὰ αὐτὴ ἥτις, καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ ἔντιμος πρωθυπουργὸς ἐζήτησεν ἀναβολὴν, διὰ νὰ παρουσιάσῃ τὸ νομοσχέδιόν του, καὶ ἐγὼ ὑπεστήριζον τὴν πρότασίν του, ἐκραύγαζε, ψηφοφορία ἀμέσως καὶ ἄνευ τροπολογίας. Καὶ ὁ κ. Ῥικάκης, ὁ ὁποῖος συνήθως εἶναι ὁ ἀδιάκοπος ῥήτωρ τῆς μερίδος αὐτῆς, καὶ ὁ ἀδιάκοπος κατήγορος ἡμῶν, δὲν ἤνοιξε ποτε τὸ στόμα αὐτοῦ διὰ νὰ εἴπῃ μίαν λέξιν πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ ἀρχηγοῦ του.
§42ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ εἶπον τότε ν’ ἀναβληθῇ.
§43ΠΟΛΛΟΙ. Μὴ διακόπτετε.
§44ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ μᾶς ἐρωτῶσιν οἱ κύριοι συνάδελφοι τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ, ἐκεῖνοι οἵτινες ἐχειροκρότουν, ὅτε τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἐψηφίζετο, καὶ μᾶς ἐρωτᾷ ὁ κ. Ζωχιός, ὁ ὁποῖος μᾶς ἐλεεινολόγει τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἴσως, διότι ἐπαρουσιάζομεν καὶ ὑπεστηρίζομεν τόσον μέτριον νομοσχέδιον, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἐκραύγαζεν ἄλλοτε κατὰ τοῦ προέδρου ἡμῶν ὅτι ἀφῄρεσε τὸν κρῖκον ἐκ τοῦ παλαιοῦ βουλευτηρίου, εἰς τὸν ὁποῖον ἔπρεπε νὰ κρεμασθῶσιν οἱ ὑπουργοὶ διὰ νὰ σωθῇ ὁ τόπος, καὶ ὁ κ. Ζωχιὸς ἐλεεινολογεῖ σήμερον τοὺς δυστυχεῖς ὑπουργοὺς, διότι μικρά τις ποινὴ τοὺς ἀπειλεῖ. Ἀλλὰ διατί ἐδημοσιεύσαμεν τὸν νόμον; Διότι εἶναι ἔργον ἡμῶν ὁ νόμος αὐτὸς, διότι ἡμεῖς τὸν συνετάξαμεν καὶ ὑπεβάλομεν, διότι νομίζομεν ὅτι ὄχι ἐλευθέρα πολιτεία, ἀλλὰ πολιτεία ἁπλῶς δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἄνευ εὐθύνης τῶν ἀρχόντων. Δὲν ἔχω ἀνάγκην ν’ ἀναφέρω οὔτε τὴν ἀρχαιότητα, οὔτε τὴν παροῦσαν ἐποχὴν πρὸς ὑποστήριξιν τῆς ἰδέας ταύτης, διότι οὐδεὶς τὴν ἀμφισβητεῖ. Ἐπιθυμοῦμεν λοιπὸν νὰ καθιερωθῇ ἡ εὐθύνη, καὶ μὲ ὅλον τὸν σεβασμὸν, τὸν ὁποῖον ἔχω εἰς τὰ φῶτα, εἰς τὰς γνώμας τῶν μεγάλων ἀνδρῶν, καὶ ἰδίως τοῦ Θιὲρς, δὲν πείθομαι ὅτι ἔχει δίκαιον· ἴσως εἰς τὴν Εὐρώπην εἶναι περιττὸς ὁ νόμος περὶ εὐθύνης· ἐκεῖ ὑπάρχει καὶ ἀνατροφὴ καὶ παιδεία καὶ διοργανισμὸς, σέβας πρὸς τοὺς νόμους πλῆρες, καὶ κοινὴ γνώμη εἰς ἄκρον πεφωτισμένη καὶ παντοδύναμος. Ἀλλ’ ὁποίαν ἆρά γε κοινὴν γνώμην ἔχομεν ἐν Ἑλλάδι; Ἀνάγνωτε τὰς ἐφημερίδας, ἵνα ἴδητε πῶς εἰς τὴν Ἑλλάδα σχηματίζεται ἡ κοινὴ γνώμη, τὰς ἐφημερίδας μάλιστα τὰς λίαν ἀφωσιωμένας καὶ ὀπαδοὺς τῆς Κυβερνήσεως, καὶ θέλετε ἰδεῖ εἰς αὐτὰς, ὅτι ἡμεῖς λυσσῶμεν ν’ ἁρπάσωμεν τὴν ἐξουσίαν, ὅτι ἡμεῖς ὑβρίζομεν, ὅτι εἷς λόγος τοῦ πρωθυπουργοῦ μᾶς καταστρέφει καὶ χάνομεν τὴν δύναμιν τῆς λαλιᾶς καὶ τοῦ νοὸς, καὶ δὲν ἠξεύρομεν συνήθως τί λέγομεν. Ἰδοὺ αἱ πηγαὶ τῆς κοινῆς γνώμης. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν χαλινὸς καὶ περιορισμὸς ἠθικὸς διὰ διὰ τοὺς ὑπουργοὺς ἐν Ἑλλάδι· καὶ περιορισμὸς εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξευρεθῇ, καὶ εὑρίσκεται διὰ τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης. Τὸν νόμον τοῦτον ἐδημοσιεύσαμεν, παρούσης τῆς Βουλῆς, καὶ ἐνώπιόν σας εἴχομεν ὑποβάλει τὰς ἀμφιβολίας ἡμῶν. Εἰς τὸν κ. πρωθυπουργὸν ἦτον εὔκολον, ὅπως ἀποδεικνύεται ἤδη, ἐὰν τῷ ὄντι διεφώνει εἴς τι, νὰ ζητήσῃ τὴν διόρθωσιν, καὶ ἡμεῖς ἕτοιμοι εἴμεθα νὰ συνδράμωμεν· κίνδυνος οὐδεὶς ὑπάρχει εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Σκοπὸς ἑπομένως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ κακός. Ἀλλὰ, κύριοι, διατί δὲν μᾶς ἀποδεικνύετε ψευδομένους, ἐὰν τῳόντι εἴχομεν οὓς μᾶς ἀποδίδετε σκοπούς; Δεχόμενοι τὴν πρότασιν ἡμῶν, ἠθέλατε ἀποδείξει ἔπειτα ἐὰν ἡμεῖς πρόφασιν ἐζητοῦμεν ἵνα μὴ δημοσιεύσωμεν τὸν νόμον ἢ ἐλέγομεν ἀλήθειαν. Ἰδοὺ, κύριοι, διατὶ ἐδημοσιεύσαμεν τὸν νόμον. Ἀλλὰ διατί δὲν τὸν ἐδημοσιεύσαμεν ὄντες εἰς τὴν ἐξουσίαν; Ὁ κ. Τρικούπης εἶπε διότι δὲν εἴχομεν πεποίθησιν εἰς τὴν ὀρθότητα αὐτοῦ· διότι ὁ ἀρχηγὸς τοῦ κόμματος μὲ τὸν ὁποῖον συνεπράττομεν, ἐκήρυξε τὸν νόμον αὐτὸν γελοῖον· ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἤρκει νὰ ἐλαττώσῃ τὴν σπουδαιότητα καὶ τὴν σημασίαν τοῦ νόμου αὐτοῦ, νόμου ὁ ὁποῖος ἔχει ὡς βάσιν νόμον εὐρωπαϊκὸν καὶ συνωμολογήθη τῇ συμπράξει ἀνδρῶν ἐνώπιον τῆς νομικῆς παιδείας τῶν ὁποίων ὅλοι πρέπει νὰ κλίνωμεν γόνυ. Λέγουσιν ὅτι ὑπάρχουν δυσκολίαι περὶ τὴν ἐφαρμογὴν καὶ ἄλλων διατάξεων τοῦ λογιστικοῦ νόμου. Ὁ λόγος αὐτὸς ὅμως δὲν ἐμπόδισεν ἡμᾶς, οὔτε τὸν ἐλάβομεν ὑπ’ ὄψιν, διότι πιστεύομεν ὅτι ὁ λογιστικὸς νόμος δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐν Ἑλλάδι. Δὲν ἐδιστάσαμεν λοιπὸν ἀπέναντι δυσκολίας τοιαύτης. Ἐὰν τῳόντι ὑπάρχει ἀληθὲς ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι ἀνεφάρμοστος, τότε, κύριοι, οὐδὲν πάλιν εἴχομεν νὰ φοβηθῶμεν, διότι ἐνώπιον τῶν ἀδυνάτων εὐθύνη δὲν ὑπάρχει. Κατὰ τὸν λογιστικὸν νόμον δίδεται προκαταβολὴ διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας 500,000 δραχμῶν. Ἡ προκαταβολὴ αὕτη δίδεται εἰς ἐποχὴν καθ’ ἣν ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς ὡρίζετο εἰς 5 ἕως 6 χιλιάδων στρατιωτῶν. Ὁ στρατὸς ὅμως εἶναι ἤδη πολυπληθέστερος, ἐδιπλασιάσθη· ἑπομένως ἡ προκαταβολὴ ἀναγκαίως ἔπρεπε ν’ αὐξηθῇ· καὶ τὴν ἀλήθειαν αὐτὴν ἀνεγνώρισε καὶ τὸ παρὸν ὑπουργεῖον· διότι ἡ τελευταία διάταξις τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν, ἐμπεριέχει τὴν αὔξησιν τῆς προκαταβολῆς αὐτῆς. Αὐτὴν τὴν ἔλλειψιν μᾶς ἦτο ἀδύνατον νὰ διορθώσωμεν, δὲν ἐξηρτᾶτο ἡ θεραπεία ἐξ ἡμῶν, καὶ τὴν ἀδυναμίαν ταύτην ἠθέλομεν νὰ ἄρωμεν. Εἰς τὸν νόμον ὑπῆρχεν ἡ προκαταβολὴ καὶ τὸ ποσὸν διὰ τὰς περιστάσεις ἦτο ἀνεπαρκὲς καὶ ἐζητήσαμεν ν’ αὐξηθῇ τὸ ποσόν. Ἰδοὺ τί ἐζητήσαμεν καὶ διατί ἀνεβάλλομεν τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου αὐτοῦ· δι’ οὐδένα δὲ ἄλλον λόγον ἐξ ἐκείνων, οὓς μᾶς ἀπέδωκαν καὶ περὶ ὧν ἰσχυρίσθη ὁ κ. Τρικούπης. Μετὰ τοῦτο, κύριοι, ἐπιτρέψατε καὶ εἰς ἐμὲ νὰ φέρω παρατηρήσεις τινὰς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου· εἰσακούων τὴν πρόσκλησιν τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ καὶ μὴ μιμούμενος τὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἄλλοτε ὡς βουλευτὴς μᾶς ἔδωκε, δὲν λέγω, ἐγὼ ὡς αὐτὸς, «ζητεῖτε διδασκάλους;» διότι ἐγὼ νομίζω, ὅτι καθῆκον τῆς ἀντιπολιτεύσεως εἶναι νὰ συντελῇ πάσῃ δυνάμει εἰς τὴν καλὴν διοίκησιν καὶ ἀνάπτυξιν τοῦ τόπου, ὅτι δὲν πρέπει μόνον νὰ μέμφηται καὶ νὰ κατηγορῇ ἀλλὰ καὶ νὰ προτείνῃ καὶ νὰ δίδῃ θετικὰς γνώμας διὰ τὴν βελτίωσιν τῶν πραγμάτων. Μὴ ἀκολουθῶν λοιπὸν τὸ παράδειγμα αὐτοῦ, ἐπιχειρῶ καὶ ἐγὼ νὰ ἐκθέσω ἐν ὀλίγοις, ἐπειδὴ τὸ ζήτημα ἐξετάθη πολύ, τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχω ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. Κύριοι, νομίζω κατὰ πρῶτον, —ἴσως οἱ εἰδικώτεροι περὶ τὰ τοιαῦτα δύνανται νὰ μὲ διορθώσωσιν ἐὰν πλανῶμαι,— ὅτι ἡ ἀντικατάστασις τῆς λέξεως κατηγορεῖται, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ νόμος, διὰ τῆς λέξεως ἐπιτρέπεται ποινικὴ καταδίωξις εἶναι ἀκατάλληλος. Ἐπιτρέπεται ποινικὴ καταδίωξις θὰ εἴπῃ ὅτι δὲν συγχωρεῖται οὐδεμία πρᾶξις, οὔτε ἀνάκρισις πρὶν ἢ βεβαιωθῇ ὅτι τὸ ἔγκλημα ἐτελέσθη, ἐνῷ κατηγορεῖται σημαίνει ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται νὰ συλλέξῃ ὅλας τὰς πληροφορίας, νὰ ἐνεργήσῃ ἀνάκρισιν, καὶ ν’ ἀποφανθῇ κατόπιν ἐὰν πρέπῃ νὰ κατηγορήσῃ ἢ ὄχι. Ἀλλ’ ἐὰν διὰ τῶν λέξεων «ἐπιτρέπεται ποινικὴ καταδίωξις» ἐννοεῖται, ὡς εἶπον, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται οὐδεμία πρᾶξις πρὶν λυθῇ τὸ ζήτημα, ἐὰν ὑπάρχῃ ἔγκλημα, ποῖος θὰ λύσῃ τὸ ζήτημα καὶ πότε; Βεβαίως δύναται νὰ τὸ πράξῃ ἡ Βουλή, ἀλλ’ ὁ κατηγορούμενος θέλει ἀντιτάξει· «δὲν δύνασαι νὰ ἐνεργήσῃς ἐναντίον μου ποινικὴν καταδίωξιν.» Ποινικὴ δὲ καταδίωξις εἶναι ἡ ἀνάκρισις καὶ ἐξέτασις καὶ ἔρευνα καὶ λοιπά, διότι δὲν εἶναι ἀποφασισμένον ὅτι ἐξετελέσθη ἔγκλημα· ποῖος θὰ λύσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο; Ἡ Βουλὴ δύναται ἐν τῇ ἰσχύϊ αὐτῆς, καὶ διότι δι’ αὐτὴν δὲν ὑπάρχει περὶ εὐθύνης νόμος, νὰ τὸ πράξῃ, ἀλλ’ ἀτόπως. Νομίζω λοιπόν, ὅτι ἡ ἀντικατάστασις αὕτη δὲν εἶναι ὀρθή. Αἱ περὶ ἀμελείας διατάξεις τοῦ νόμου, περὶ οὗ πρόκειται, στηρίζονται εἰς ἀρχὰς ἄλλας ἢ τὰς τοῦ ποινικοῦ νόμου, καὶ βεβαίως ὑπάρχουν περιστάσεις καθ’ ἃς καὶ ὁ ποινικὸς νόμος, ὅπως ὁ κ. Δηλιγιάννης ἀναφέρει, τιμωρεῖ τὴν παράλειψιν μὴ λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὰς συνεπείας· ἀλλ’ ἡ γενικὴ ἀρχὴ τοῦ ποινικοῦ νόμου εἶναι ὅτι ἡ ἀμέλεια τιμωρεῖται τότε, ὅταν ἐπιφέρῃ συνεπείας κακάς. Ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ πράξω πρᾶξίν τινα, δὲν τιμωροῦμαι διὰ τὴν πρᾶξιν αὐτήν· ἀλλ’ ἐὰν πράττων τὴν πρᾶξιν προκαλέσω ἓν δυστύχημα, τὸ ὁποῖον δὲν ἤθελον, δὲν ἐγνώριζον, τὸ ὁποῖον δὲν ἐσκόπουν νὰ πράξω, τιμωροῦμαι τότε μόνον, διότι ἔπρεπε νὰ προΐδω, νὰ προβλέψω ὥστε νὰ μὴ συμβῇ τὸ κακὸν, καὶ τιμωροῦμαι ἀναλόγως τῆς μεγάλης ἢ ὀλίγης προσοχῆς τῆς προβλέψεως, τὴν ὁποίαν ὀφείλω νὰ καταβάλω. Κατὰ τὸν περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν νόμον ὤφειλον νὰ πράξω πρᾶξίν τινα· πλὴν δὲν τὴν ἔπραξα· ἔσφαλλα διὰ τοῦτο· ὤφειλον νὰ λάβω ἓν μέτρον ὡς Κυβέρνησις, δὲν τὸ ἔλαβε δὲ, διατί; ἐκ προθέσεως ἢ ἐξ ἀμελείας, μικρᾶς ἢ μεγάλης; αὐτὸ ζητεῖται. Ἡ περὶ ἀσυγγνώστου διάταξις ἐν τῷ νόμῳ εἶναι σπουδαία· ὁ ὑπουργὸς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀποδείξῃ ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ πράξῃ πλείονα ἢ ὅσα ἔπραξεν, ὅτι δὲν ἠμέλησεν ἀσυγγνώστως, ὅτι ἐφρόντισεν ὅσον ἠδύνατο καὶ κατὰ τὰς περιστάσεις. Ἐὰν ἀντικαταστήσωμεν κατὰ τὸ νομοσχέδιον τὴν διάταξιν ταύτην, δεχόμεθα τὸ σύστημα τοῦ ποινικοῦ νόμου καὶ ὁ κ. πρωθυπουργὸς σᾶς εἶπεν ὅτι δὲν θέλω τὴν λέξιν ἀσύγγνωστον, διότι ὁ ποινικὸς νόμος δὲν τὴν ἔχει ὀρθῶς· δεινοῦμεν ἑπομένως τὴν θέσιν τοῦ καταγορουμένου κηρύσσοντες αὐτὸν ὑπεύθυνον καὶ δι’ ἁπλῆν πλάνην. Καθιεροῦτε, κύριοι, καὶ ἓν ἔτι ἄτοπον, τὸ ὁποῖον εἰς οὐδένα ποινικὸν νόμον ἀπαντᾶται, τὴν ἀοριστίαν, παραδεχόμενοι τὴν ἀμέλειαν τὴν ἁπλῆν, τὴν ἀδιάφορον, καὶ τιμωροῦντες δι’ αὐτὴν, ὄχι διότι ἡ ἀμέλεια εἶναι παράπτωμα, ἢ ἐπέφερε βλάβην, ἢ ζημίαν, ἀλλὰ, διότι, προσθέτετε, ἡ ζημία πρέπει νὰ ᾖναι οὐσιώδης. Καὶ τί σημαίνει ἡ λέξις οὐσιώδης; Εἰς τίνα νόμον ποινικὸν ἀπηντήσατέ ποτε τοιαύτην ἀοριστίαν; ἐξαρτᾶται οὕτως ἐκ τῆς θελήσεως τοῦ δικαστοῦ τὴν τύχην τοῦ κατηγορουμένου. Δὲν συμφωνῶ δὲ ὅτι τοιαῦται φράσεις ἐλαστικαὶ πρέπει νὰ ὦσιν ὅροι τοῦ ποινικοῦ νόμου· εἰς τὸν ποινικὸν νόμον αἱ ἀοριστίαι παραδίδουσι τὸν πολίτην εἰς τὴν αὐθαίρετον διάκρισιν τῶν δικαστῶν, εἰς τὴν τύχην. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη δὲν πρέπει διόλου νὰ γείνῃ παραδεκτή· ἐὰν τῳόντι ὁ ὑπουργὸς πιστεύετε, ὅτι δὲν πρέπει νὰ τιμωρῆται διὰ παράβασιν τῶν νόμων καὶ τοῦ Συντάμματος εἰμὴ ὅταν ἡ παράβασις ἔχῃ ὡς συνέπειαν τὴν βλάβην τῶν δημοσίων συμφερόντων, ἂν τοῦτο ἡ Κυβέρνησις τὸ νομίζῃ ἀναγκαῖον, τότε ἀρκεῖ μίαν μόνην λέξιν νὰ προσθέσωμεν εἰς τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ νόμου «καὶ ἐπὶ βλάβῃ τῶν δημοσίων συμφερόντων» νὰ λείψῃ δὲ ἡ λέξις οὐσιώδη, διότι καθιεροῖ τὸ αὐθαίρετον. Δεύτερον ἄρθρον (ἀναγινώσκει). Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, ἐπειδὴ εἰς νόμον εἰδικὸν, οἷος ὁ παρὼν, δὲν πρέπει νὰ θέσωμεν ματαίας διατάξεις, ἂν ὑπάρχουν εἰς τὸν νόμον περιστάσεις τοιαῦται, δηλαδὴ ἂν ᾖναι δυνατὸν ὁ ὑπουργὸς ἐν τῇ ἐξασκήσει τῶν καθηκόντων του νὰ ἁμαρτήσῃ εἰς βαθμὸν πταίσματος. Ἀλλ’ ἐὰν ᾖναι ἀδύνατον νὰ παρουσιασθῶσι τοιαῦται περιστάσεις, τί χρειάζεται αὕτη ἡ διάταξις; Ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει καὶ ἁρμονία, διότι κατὰ τὸν ποινικὸν νόμον τὰ πταίσματα τιμωροῦνται μὲ πρόστιμον, διὰ τοῦ παρόντος δὲ καθιεροῦται ὡς ποινὴ καὶ φυλάκισις καὶ χρηματικὴ ποινή. Ἑπομένως καὶ οὕτω ἀποκλείονται τὰ πταίσματα. Τὸ ἄρθρον τρίτον θὰ ἐξαλειφθῇ, ὡς παρεδέχθη καὶ ὁ κύριος πρωθυπουργός. Τὸ ἄρθρον τέταρτον νομίζω ἐπίσης ὅτι πρέπει ἐντελῶς νὰ ἐξαλειφθῇ καὶ ἰδοὺ ἐν ὀλίγοις διατί· πρῶτον νομίζω καὶ ἐγὼ ὅτι ὁ περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν νόμος δὲν ἀντίκειται, οὔτε πρέπει, εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ ποινικοῦ δικαίου. Ἡ διάταξις αὕτη νομίζω, ὅτι καθίσταται περιττὴ δυνάμει τῶν ἄρθρων 93 καὶ 94 τοῦ ποινικοῦ νόμου· (ἀναγινώσκει). Νομίζω, ὅτι αἱ διατάξεις αὗται ἀναπληροῦσι τὴν ἀνάγκην, τὴν ὁποίαν θέλει νὰ θεραπεύσῃ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 4. Ἀλλ’ ἴσως καθιερώσωμεν καὶ ἓν ἄλλο ἄτοπον πρὸς βλάβην τῶν κατηγορουμένων. Κατὰ τὸν νόμον, διὰ νὰ τιμωρηθῇ τις πρέπει νὰ ἀποδειχθῇ ὅτι ἐκ προθέσεως ἔπραξε τὸ ἔγκλημα, καὶ τὴν πρόθεσιν ταύτην ὀφείλει ν’ ἀποδείξῃ ἡ κατηγορία. Κατὰ τὴν τροποποίησιν δὲ ἐπιφυλάττεται τὸ δικαίωμα εἰς τὸν κατηγορούμενον ν’ ἀποδείξῃ ὅτι ἐπλανήθη. Καὶ πῶς, κύριοι, δύναται ν’ ἀποδείξῃ τοῦτο; Ἰδοὺ διατὶ νομίζω, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη εἶναι καὶ περιττὴ καὶ ἐπιβλαβὴς μᾶλλον καὶ διότι καὶ εἰς τὸ πνεῦμα τῆς ποινικῆς νομοθεσίας περιέχεται ἡ ἰδέα αὕτη· ἄλλως, ἡ περὶ συγγνωστῆς πλάνης ἰδέα, ἀρχαιοτέρα ἴσως, ἤδη ὅμως πούποτε δὲν ὑποστηρίζεται. Παραδέχομαι πληρέστατα τὴν ἀρχὴν τὴν περὶ εὐθύνης τῶν ὑπαλλήλων, ὄχι ὅμως διὰ τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον εἶπον, τὸν λόγον τῆς ἀποκεντρώσεως· ἀφαιροῦντες ἀπὸ τοὺς ὑπουργοὺς καθήκοντα καὶ ἀποδίδοντες αὐτὰ εἰς τοὺς τμηματάρχας δὲν ἀποκεντρώνομεν· δὲν εἶναι ἀποκέντρωσις, ὅταν δικαιώματα μεταβιβάζωνται εἰς τὰ ὄργανα τῆς ἰδίας ἐξουσίας· αὕτη εἶναι ἡ ἀποκέντρωσις τοῦ Ναπολέοντος. Ἀποκέντρωσις πραγματικὴ εἶναι, ὅτε ἡ ἀφαιρουμένη ἐξουσία δίδεται εἰς τὸν λαὸν ἢ εἰς τοὺς ἐκλεκτοὺς αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἀληθῶς ὁ ὑπουργὸς δύναται νὰ γείνῃ θῦμα τῆς κακίας καὶ τῆς ἀπροσεξίας τῶν ὑπαλλήλων του, καὶ ἐγὼ πολλάκις ὑπέγραψα διάφορα ἔγγραφα, ἐντάλματα, χωρὶς νὰ τὰ ἀναγνώσω στηριζόμενος εἰς τὴν εἰσήγησιν τοῦ ὑπαλλήλου, καὶ πολλάκις εἶπον εἰς τοὺς τμηματάρχας νὰ προσέχωσι, διότι δυνατὸν νὰ κηρυχθῇ ἔνοχος ὑπουργὸς καίτοι ἀθῶος ὅλως. Πολλάκις ἐπανέλαβον τοῦτο καὶ πρὸς τοὺς λογιστικοὺς ὑπαλλήλους, οἵτινες πρέπει νὰ ᾖναι αὐστηροὶ, ἀλλ’ οὐδεὶς εἶναι βέβαιος ὅτι ὑπέγραψε πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν τὸν κατέστησαν ἔνοχον. Παραδέχομαι λοιπὸν τὴν ἀρχὴν, ἀλλ’ ἐπ’ ὠφελείᾳ τῆς ὑπηρεσίας ζητῶν νὰ ἐφαρμοσθῇ· νομίζω, ὅτι καθιερουμένη ἐν τῷ νόμῳ θέλει βλάψει μᾶλλον. Τὴν παραδέχομαι· ἀλλὰ θέλω ν’ ἀναγραφῇ εἰς ἄλλον νόμον, διότι τί κοινὸν μεταξὺ νόμου εὐθύνης ὑπουργῶν καὶ εὐθύνης ὑπαλλήλων; Θέλετε νὰ ἐξασφαλίσητε τὸν ὑπουργόν; καθιερώσατε διὰ νόμου τὸ δικαίωμα τοιουτοτρόπως, ὥστε καὶ ὁ ὑπουργὸς νὰ ἐξασφαλίζηται καὶ ὁ ὑπάλληλος νὰ μένῃ ὑπάλληλος. Γνωρίζετε τὴν κατάστασιν τῶν γραφείων, δυστυχῶς τὸ ὀλίγον τοῦ μισθοῦ καὶ τὸ εὐμετάβλητον ἀπομακρύνει πολλοὺς κατόχους γνώσεων καὶ παιδείας καὶ ἐντριβεῖς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἢ δυναμένους τῷ ὄντι ἀκριβῶς νὰ ἐνεργήσωσι τὴν ὑπηρεσίαν. Καλοὶ ὑπάλληλοι εἰσὶ μὲν ἀλλ’ ὄχι πολλοί· ἐὰν καταστήσητε συνυπευθύνους καὶ τούτους, θὰ ἔχουν τὸ δικαίωμα τῆς ἀκριβοῦς ἐρεύνης, θὰ σταματήσῃ οὕτω ἡ ὑπηρεσία· «δὲν ἔχω πεποίθησιν περὶ τῆς ὑποθέσεως» θέλουσι σᾶς εἴπει, «ἔχω ἀνάγκην καιροῦ νὰ μελετήσω περισσότερον,» μάλιστα, καθόσον περισσότερον εἶναι ἀμαθεῖς, καὶ ἐπὶ τέλους, ἐὰν δὲν συμφωνῶσι θέλει ἀναγκασθῆ ὁ ὑπουργὸς νὰ μελετήσῃ μόνος καὶ ν’ ἀποφανθῇ· πλὴν ἔχει καιρόν; τοιουτοτρόπως δὲν καταστρέφεται ἡ ὑπηρεσία; Εἰς τὴν βραδύτητα τῆς διεξαγωγῆς τῶν ὑποθέσεων μὲ τὸ σύστημα τῆς συγκεντρώσεως, ἐὰν προσθέσητε καὶ αὐτὴν τὴν δυσκολίαν, φοβοῦμαι ὅτι θέλετε καταστρέψει ἀναποφεύκτως τὴν ὑπηρεσίαν. Διὰ τοῦ συστήματος τούτου παραπλεύρως τοῦ ὑπουργοῦ θέλετε ἀνεγείρει ἑτέραν ἐξουσίαν, καὶ ἐὰν ὁ ὑπάλληλος παρὰ τὴν καλὴν πίστιν ἐμπνέεται ἐκ πείσματος ἢ δυστροπίας ἢ ἀγνοίας ἢ κακίας ἵνα βλάψῃ τὸν ὑπουργόν, δύναται διὰ τῆς ἀναβολῆς νὰ τὸν καταστήσῃ καὶ ἐκπρόθεσμον καὶ νὰ τὸν παραλύσῃ· ἐπειδὴ δὲν ἐπείσθη, ἐπειδὴ ἀμφιβάλλει περὶ τοῦ δικαίου τῆς ὑποθέσεως, ὁ ὑπάλληλος ἀναβάλλει ν’ ἀποφανθῇ καὶ δικαίως· ὁ ὑπουργὸς ὅμως ἔχει καιρὸν νὰ ἐξετάσῃ καὶ μελετήσῃ ὁ ἴδιος τὴν ὑπόθεσιν διὰ νὰ ἀποφασίσῃ τί μέλλει γενέσθαι. Καὶ οὕτω θὰ ἐπέλθῃ ἀπραξία· ἐὰν ἡ διάταξις γίνῃ παραδεκτὴ εἰς τὸν νόμον, ὁ ὑπάλληλος τίθεται ἐν ἴσῃ μοίρᾳ μὲ τὸν ὑπουργόν, ἔχει τὸ ἴδιον δικαίωμα καὶ τὴν ἐξουσίαν νὰ ἀρνηθῇ. Νομίζω, ὅτι εἶναι καλλίτερον νὰ καθιερωθῇ ἡ ἀρχὴ αὕτη δι’ εἰδικοῦ νόμου καὶ νὰ ἐξασφαλισθῶσιν οὕτω ἀμφότερα τὰ μέρη Σᾶς ἐρωτῶ, ἐὰν καθιερώσητε τὴν ἀρχὴν αὐτὴν, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ τμηματάρχης νὰ ζητήσῃ πρὸς δὲ οἱ ὑποδεέστεροι ὑπάλληλοι, ὡς οἱ πρῶτοι εἰσηγηταὶ, νὰ ὦσι τῆς ἐκλογῆς του; ἀλλ’ ἐὰν ἀναγκασθῆτε νὰ φέρητε νέα πρόσωπα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, εἴτε λόγῳ θανάτου, παραιτήσεως καὶ τῶν τοιούτων, τί μέλλει γενέσθαι; ἔχει ἀνάγκην νὰ σπουδάσῃ ὁ νέος ὑπάλληλος καὶ νὰ διδαχθῇ τοὺς νόμους καὶ τὴν ἱστορίαν τῆς ὑπηρεσίας. Ἰδοὺ διατὶ νομίζω, ὅτι ἡ διάταξις πρέπει νὰ ἐξαλειφθῇ ἐκ τοῦ νόμου καὶ νὰ συνταχθῇ ἰδιαίτερος νόμος, ὅστις καλλίτερον νὰ λύῃ τὸ ζήτημα. Ὡς πρὸς δὲ τὰ λογιστικὰ ἴσως θὰ ἦτο καλλίτερον διὰ νόμου νὰ δοθῇ τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ὑπουργὸν νὰ ἐπιφορτίζῃ τὴν ὑπηρεσίαν εἴς τινα ὑπάλληλον, ὁ ὁποῖος νὰ ἐκδίδῃ αὐτὸς τὰ ἐντάλματα, τὰς ἐντολὰς καὶ νὰ ᾖναι ὑπεύθυνος. Δὲν ἐννοῶ διατὶ ὁ ὑπουργὸς, ὁ ὁποῖος οὐδὲν μέρος ἔλαβεν οὔτε ἐδύνατο νὰ λάβῃ, οὐδ’ ἐμελέτησε, νὰ ᾖναι ὑπεύθυνος. Ἐγὼ, κύριοι, ὑπέγραφον ἐντάλματα καὶ ἔθετον τὴν ὑπογραφήν μου μηχανικῶς. Ἡ ἀρχὴ λοιπὸν μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι ὀρθοτάτη· διατὶ ὁ ὑπουργὸς νὰ γίνηται θῦμα, ἀφοῦ ἐν πληρεστάτῃ ἀγνοίᾳ ὑπέγραψεν ὅσα ὑπάλληλοι κακοὶ ἐνήργησαν; Σᾶς εἶπεν ὁ κ. Δηλιγιάννης τί εἶχε συμβῆ αὐτῷ. Εἶχε σημειωθῆ περισσότερον ποσὸν εἰς τὸ ἔνταλμα· ἔπρεπε διὰ τοῦτο νὰ τιμωρηθῇ;
§45ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ὅταν ὑπάρχῃ νόμος περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν, διατί νὰ γείνῃ.....
§46ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μία ἔτι παρατήρησις δύναται νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ἐὰν εἰς τὰ ὑπουργεῖα τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν ὁ ὑπάλληλος δύναται νὰ κάμῃ ἀντίῤῥησιν.
§47ΖΩΧΙΟΣ. Δὲν εἶναι στρατιωτικὴ αὐτὴ ἡ ὑπηρεσία, καὶ χρεωστεῖ ὁ ὑπουργὸς νὰ τὸν ἀκούσῃ.
§48ΤΙΝΕΣ. Κύριε Ζωχιὲ, ἔχετε λάθος.
§49ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν αὐτὸ δὲν ἀντίκειται εἰς τὴν πειθαρχίαν, ἐὰν δύναται ὁ ἀξιωματικὸς ὁ ἐν τῷ ὑπουργείῳ διατεταγμένος νὰ ἐκτελέσῃ μίαν ὑπηρεσίαν νὰ εἴπῃ «οὐχὶ» ἀτιμωρητὶ, ἐὰν τοῦτο δὲν ἀντίκειται εἰς τοὺς κανόνας τῆς πειθαρχίας.
§50Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν πρέπει νὰ συζητῶμεν αὐτὰ τὰ πράγματα.
§51ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἠμπορεῖ νὰ κάμῃ ἀντίῤῥησιν ὁ ὑπάλληλος; οὐχί.
§52ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν τῷ ὄντι, κύριοι, αὐτὸ εἶναι ἀληθὲς, ἐὰν τῷ ὄντι ἡ πειθαρχία δὲν τὸ ἐπιτρέπει, τότε πολὺ περισσότερον, ἐπειδὴ παρεδέχθημεν αὐτὴν τὴν ἀρχὴν, πρέπει νὰ προσπαθήσωμεν νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα δι’ ἰδιαιτέρου νόμου, νὰ ζητήσωμεν τοὐτέστι κατὰ τίνα τρόπον νὰ ἐξασφαλίσωμεν καὶ τὸν ὑπουργὸν καὶ τὴν ὑπηρεσίαν. Τὸ ἄρθρον 8 ἔχει καὶ αὐτὸ τὸ κακὸν, ὅτι καθιεροῖ καὶ τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου, ἥτις εἰς τὸν νόμον δὲν ὑπάρχει. Ἐξετάσας τὸ ἄρθρ. 9 τὸ εὗρον ὅτι οὐδεμίαν ἔλλειψιν ἀναπληροῖ· ὁ νόμος ὁ περὶ εὐθύνης προβλέπει ὅλας τὰς παραβάσεις καὶ ὅλα τὰ παραπτώματα. Τὸ ἄρθρον 9 τιμωρεῖ καὶ τὰς παραβάσεις, τὰς ὁποίας οὐδεὶς νόμος τιμωρεῖ. Ἰδοὺ τὶ λέγει τὸ ἄρθρον (τὸ ἀναγινώσκει). Ἐγὼ νομίζω, κύριοι, ὅτι τὸ ἄρθρον αὐτὸ εἶναι οὐχὶ περιττὸν, ἀλλ’ ἐπιβλαβὲς ὡς καθιεροῦν ποινὰς διὰ παραβάσεις, τὰς ὁποίας οὐδεὶς νόμος τιμωρεῖ. Αὐτὸ δὲν εἶναι καλὸν, οὔτε ἀκίνδυνον. Κατὰ τὸν νόμον τὸν ἐκλογικὸν, τὸν δημοτικὸν π. χ. ὀφείλει ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ν’ ἀποφασίσῃ ἐπὶ τῆς ἐφέσεως κατ’ ἀποφάσεως, ἀκυρούσης ἐκλογὴν, ἐντὸς ῥητῆς προθεσμίας, ἄλλως ἐπικυροῦται ἡ ἐκλογή· ἐν τούτοις κατὰ τὸ σχέδιον ὁ ὑπουργὸς τιμωρεῖται, ἂν δὲν ἀποφανθῇ. Ὑπάρχουσιν ἄλλαι ἐπίσης περιστάσεις, καθ’ ἃς ἐπίσης ὁ ὑπουργὸς τιμωρεῖται δι’ ἀβλαβεῖς παραβάσεις, καὶ δι’ αὐτὰς τιμωρεῖται μὲ φυλάκισιν δύω ἐτῶν.
§53ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κατὰ τὸν ἰδικόν σας νόμον.
§54ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἔχομεν τοιαύτην διάταξιν.
§55ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πλανᾶσθε.
§56ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, αὐτὸ θὰ ᾖναι κακὸν, διὰ πράγματα ἀνάξια θὰ ἔχωμεν δίκας· τὸ νομοσχέδιον λοιπὸν τῆς Κυβερνήσεως ἔχει ἐλλείψεις οὐσιώδεις· δὲν ἠμπορεῖ, ὅπως παρουσιάσθη, νὰ γείνῃ παραδεκτόν· θέλει εἶσθαι μόνον ἐπιβλαβές. Εἰς τὸ 10 ἄρθρον ἀγνοῶ διατὶ ἀναφέρεται τὸ 22 τοῦ ποινικοῦ νόμου, ἐνῷ δὲν πρόκειται περὶ κλεπτῶν καὶ ψευδόρκων. Ἰδοὺ, κύριοι, αἱ ὀλίγαι παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας εἶχον νὰ φέρω ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Εἶναι τῷ ὄντι νόμος μεγάλης σπουδαιότητος ὁ περὶ εὐθύνης νόμος, καὶ ἀφορᾷ ὄχι μόνον τοὺς ὑπουργοὺς, ἀλλὰ τὴν τύχην τοῦ τόπου, τῆς ὑπηρεσίας καὶ τὴν τύχην τῆς διοικήσεως. Ἐὰν καθιερωθῶσιν ἀρχαὶ κακαὶ εἰς τὸν νόμον αὐτὸν μὲ πνεῦμα καὶ σκοπὸν κοινῆς ὠφελείας, ἠμπορεῖ μεγάλην νὰ ἐπιφέρωσι βλάβην. Ἀνάγκη νὰ δεχθῆτε μεταβολὰς μόνον τεινούσας πρὸς βελτίωσιν ὄχι πρὸς βλάβην καὶ ν’ ἀκολουθήσητε τὴν γνώμην εἰδικωτέρων καὶ ἐντριβεστέρων ἡμῶν.
§57ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Κύριοι, ὅταν ἔκαμα τὴν ἔνστασιν καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ ὑπουργεῖα τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν, ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ συνυπεύθυνον τῶν τμηματαρχῶν, ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἐπικρίθη, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τοὺς κειμένους νόμους τῶν ὑπουργείων ἐκείνων, δηλονότι τῆς στρατιωτικῆς ποινικῆς νομοθεσίας. Δὲν ἐπερίμενα τοιαύτην ἀπόκρισιν. Ἡ στρατιωτικὴ ποινικὴ νομοθεσία ἀκολουθεῖ τὸν στρατιώτην παντοῦ καὶ πάντοτε καὶ εἰς τὸ γραφεῖον, καὶ εἰς τὸ ὑπουργεῖον, καὶ εἰς τὸν ναύσταθμον, καὶ παντοῦ. Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ φέρω ἀποδείξεις, διότι ὁλόκληρον τὸ ὑπουργεῖον μαρτυρεῖ περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, διότι ἐφρόντισε νὰ φέρῃ τροποποίησιν εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Τὸ ἄρθρον 3, τὸ ὁποῖον εἴτε κατ’ εὐτυχίαν, εἴτε κατὰ δυστυχίαν δὲν θὰ ψηφισθῇ, ἔφερε ῥητῶς τὴν ἑξῆς τροποποίησιν· «Ἐξαιροῦνται τῶν διατάξεων αὐτῶν οἱ ὑπουργοὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν καθ’ ἃς περιπτώσεις ὁρίζει τὸ ἄρθρον......» Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον σύνοιδε τὴν ἔλλειψιν ταύτην καὶ ἑπομένως δὲν καθιέρωσε τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν πρὸ ὀλίγου ἐξήνεγκεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ ποινικὴ νομοθεσία δὲν ἔχει ἰσχὺν εἰς τὰ γραφεῖα τῶν ὑπουργείων τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν. Ἑπομένως ἐπιμένω καὶ διϊσχυρίζομαι, ὅτι ὅ,τι καὶ ἂν ἀποφασίσετε διὰ τὰ ἄλλα ὑπουργεῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν, διότι τὸ τοιοῦτον εἶναι ἄντικρυς ἀναίρεσις τῆς στρατιωτικῆς ποινικῆς νομοθεσίας.
§58ΖΩΧΙΟΣ. Σήμερον ἐξέδωκα μίαν διαταγήν, καὶ σᾶς παρακαλῶ ν’ ἀποκριθῆτε ἂν εἶναι ὀρθὴ ἢ ὄχι. Ὁ προκάτοχος ὑπουργὸς διέταξε νὰ κατασκευασθῶσι δύω λέμβοι πολεμικαὶ εἰς τὴν Ἀγγλίαν. Κατὰ τῶν παραγγελμάτων μας προχθὲς ὁ ἐπιτετραμμένος ἐν Λονδίνῳ τὰ τῆς Ἑλλάδος ἔλαβεν ἔγγραφον τοῦ ναυπηγοῦ, τὸ ὁποῖον ἔστειλεν ἐνταῦθα καὶ ὁ ὁποῖος λέγει, ἂν ἐπιμένῃς νὰ τὰς κατασκευάσω ὅπως τὰς παρήγγειλες, ἐγὼ παραιτοῦμαι πᾶσαν εὐθύνην, ἀλλ’ ἡ εὐθύνη νὰ πέσῃ ἐπάνω σου, διότι νομίζω χρέος μου καὶ ἱερὸν χρέος νὰ σοῦ κάμω αὐτὴν τὴν παρατήρησιν (θόρυβος).
§59ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ἔλθουν τὰ ἔγγραφα αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως· χαίρω, ὅτι ἐδόθη ἀφορμὴ ὅπως ἐξηγήσω εἰς τὴν Βουλὴν ποῦ εὑρίσκεται ἡ ἀλήθεια (θόρυβος). Χαίρω διότι ἀνήχθημεν εἰς ἀνοικτὸν πέλαγος.
§60ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰς ἄλλην συνεδρίασιν (θόρυβος).
§61ΖΩΧΙΟΣ. Ἐγὼ διέταξα νὰ κατασκευάσῃς τὴν λέμβον ὅπως σὲ ὁδηγῇ αὐτοῦ ἡ ἐπιστήμη, ἀλλὰ συγχρόνως ἐπειδὴ μένεις ἐντελῶς ἐλεύθερος, ὅλη ἡ εὐθύνη πίπτει εἰς τὴν ῥάχιν σου. Ἐνταῦθα σᾶς ἀναφέρω τὴν ἔνστασιν τοῦ ὑπαλλήλου καὶ τὴν διαταγὴν, τὴν ὁποίαν ἔδωσα.
§62ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Εἶναι προσωπικὸν καὶ πρέπει ν’ ἀπαντήσω, διότι ἐῤῥίφθη κατ’ ἐμοῦ μομφὴ ἀπὸ τοῦ βήματος. Τὸ ζήτημα εἶναι λίαν σπουδαῖον.
§63ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Κάμετε ἐπερώτησιν.
§64ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Τὸ ζήτημα δὲν ἔσχε σχέσιν μὲ τὴν συζήτησιν, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐῤῥίφθη ἐν τῷ μέσῳ πρέπει νὰ μὴ τὸ ἀφήσω ἀπαρατήρητον. Ὅταν ἔλθουν τὰ ἔγγραφα, θέλει ἀποδειχθῆ, ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ὅπως καὶ προχθὲς εἶπον δὲν εἶναι καλῆς πίστεως....(θόρυβος).
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπαγορεύονται λέξεις μὴ κοινοβουλευτικαί.
§66ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὅταν ἐψηφίσθη ὁ νόμος περὶ ἐκτάκτων παρασκευῶν, δηλαδὴ ὁ νόμος τοῦ δανείου τῶν 10,000,000 ἡ Κυβέρνησις ἀπεφάσισε νὰ δώσῃ μεγίστην προσοχὴν πρὸς ἀπόκτησιν τοῦ ὅπλου ἐκείνου εἰς τὸ ὁποῖον σήμερον ἀπασχολεῖται σπουδαίως ἅπασα ἡ Εὐρώπη, δηλονότι τῆς τορπίλλης (θόρυβος).
§67ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Σήμερον συζητοῦμεν τὸν νόμον περὶ εὐθύνης (θόρυβος).
§68ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Αὐτὸ ἔπρεπε νὰ τὸ εἰπῆτε εἰς τὸν ὑπουργόν σας, ὅστις δὲν ἔπρεπε νὰ ἐξέλθῃ τοῦ θέματος. Ἀπεφασίσαμεν λοιπὸν νὰ κατασκευάσωμεν 4 ἀτμόπλοια χρήσιμα διὰ τὰ ναύκλαστρα τῆς ἐπιθέσεως. Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι ἁπλοῦν ὅπως τὸ ἐνόμισεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὁ ὁποῖος τὸ Σάββατον τὸ ἑσπέρας ὡρκίσθη καὶ τὴν πρωΐαν Κυριακὴν, πρὶν ἢ χαράξῃ, ἀκούσας ὅτι τὸ ὑπουργεῖον εἶχε διατάξει τὴν κατασκευὴν τῶν 4 ἀτμοπλοίων διέταξε ὁ σοφὸς οὗτος νὰ μεταβληθῇ τὸ σχέδιον, καὶ ἀντὶ....(θόρυβος). Τὸν ἐρωτῶ, τὸ εἶδε ποτέ του; τὸ ἐψηλάφησε; (γέλως). Τὴν Κυριακὴν λοιπὸν ἐξέδωκε τοιοῦτον φετφᾶ, ἐν ᾧ ὤφειλε νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα (θόρυβος). Λάβετε ὑπομονὴν ἵνα ἰδῆτε τὶ τρέχει....
§69ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καθὼς βλέπω οἱ δύω ὑπουργοὶ τῶν Ναυτικῶν ἔχουν σκοπὸν μὲ ταῖς τορπίλλαις νὰ ἀνατρέψουν τὸ νόμον περὶ εὐθύνης (γέλως).
§70ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὴν Δευτέραν, τὴν Δευτέραν.
§71ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Δευτέραν νὰ ἔλθῃ ἡ ἀλληλογραφία, ὅπως ἰδῆτε τὰ γενόμενα.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἕτερος ἐγγεγραμμένος, ἑπομένως κηρύσσω περατωμένην τὴν συζήτησιν καὶ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ ἐπὶ τῶν ἄρθρων, διότι ἡ συζήτησις περιεστράφη καὶ εἰς τὰ ἄρθρα. Θέτω εἰς ψηφοφορίαν τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου· οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἔχομεν ἤδη πρῶτον τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Δηλιγιάννη προτείνοντος ἀντὶ τοῦ τίτλου, ὃν ἔχει τὸ νομοσχέδιον, τὸ ἑξῆς ἄρθρον· «Αἱ ἑπόμεναι διατάξεις ἰσχύουσιν ὡς προσθῆκαι ἢ τροποποιήσεις τῶν διατάξεων τοῦ περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν νόμου τῆς 23 Φεβρουαρίου 1877.»
§73ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ αὐτὸ πρᾶγμα εἶναι· ἂν ὁ κ. Δηλιγιάννης ἐπιμένῃ, δὲν ἔχομεν ἀντίῤῥησιν.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπουργεῖον παραδέχεται τὴν τροπολογίαν. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὸ μοναδικὸν ἄρθρον, ὡς ἀνεγνώσθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τὰ λοιπὰ ἤδη ἄρθρα θὰ διακρίνωμεν κατὰ στοιχεῖα ἀλφαβητικά. «Ἄρθρον Α. Ἕνεκεν ἀμελείας ἐπιτρέπεται ποινικὴ καταδίωξις, ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς παρέβη διὰ πράξεως ἢ παραλείψεως τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος ἢ τῶν νόμων καὶ ἐκ τούτου ἐπῆλθε βλάβη εἰς οὐσιώδη συμφέροντα τοῦ Κράτους.» Ἐπὶ τούτου ἔχομεν τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Ῥοντήρη.
§75ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ὀλίγας λέξεις θὰ εἴπω ἵνα δικαιολογήσω τὴν πρότασίν μου παρὰ διὰ νὰ ὑποστηρίξω τὴν ἐπιψήφισιν αὐτῆς. Ἡ τροπολογία μου εἶναι ἀντίθετος πρὸς τὸ ἄρθρον τοῦ ὑπουργικοῦ νομοσχεδίου· διότι τοῦτο τὸν χῶρον τῆς εὐθύνης καθιστᾷ στενώτερον διὰ τὴν περίπτωσιν τῆς παραβιάσεως τῶν νόμων καὶ τοῦ Συντάγματος ἐξ ἀμελείας, προσθέτον ὅτι χρειάζεται καὶ βλάβη οὐσιώδης, ἐγὼ δὲ λέγω ὅτι τὸ τέλειον τῆς εὐθύνης εἶναι ὁ ὑπουργὸς νὰ ᾖναι ἀπολύτως ὑπεύθυνος, ὅταν παραβιάζῃ τοὺς νόμους, ὑπεύθυνος δὲ καὶ ὅταν δὲν παραβιάζῃ κανένα νόμον. Αὐτὸ κατὰ πρῶτον κάμνει ἐντύπωσιν. Κύριοι, εὐθύνην ἔχομεν ὅλοι, ὅταν παραβιάζωμεν τοὺς νόμους καὶ ὑποκείμεθα εἰς καταδιώξεις, ὁ ὑπουργὸς ὅμως ἔχει περισσοτέραν καὶ πρέπει νὰ τιμωρῆται καὶ ὅταν ἐκ κουφότητος γίνεται αἴτιος συμφορῶν τοῦ Κράτους. Καὶ ὅπως ἐνοήσητε σᾶς λέγω, ἐγὼ διορίζομαι στρατηγὸς, νὰ διοικήσω στρατὸν καὶ νὰ εἰσβάλω που, ἐν τούτοις ὡς ἀδέξιος ἡττῶμαι, ὁ δὲ στρατὸς ὁ ἐχθρικὸς εἰσβάλλει εἰς τὸ Κράτος καὶ προξενεῖ συμφοράς· οὐδένα νόμον παρεβίασα, ἀλλ’ εἶμαι ἄξιος θανάτου, διότι ἀνεδέχθην στρατηγίαν, χωρὶς νὰ ᾖμαι στρατηγός. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ πρότασίς μου δὲν εἶναι τοῦ παρόντος καιροῦ, δὲν ἐπιμένω.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ῥοντήρης ἀνακαλεῖ τὴν τροπολογίαν του. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου ὅμως Αʹ. αἱ ὑπάρχουσαι δύω ἕτεραι τροπολογίαι, ἡ μὲν προτείνει τὴν ἀπάλειψιν τοῦ ἄρθρου, ἡ δὲ τοῦ κ. Φιλήμονος προτείνει ν’ ἀπαλειφθῶσιν ἐκ τοῦ ἄρθρου αἱ λέξεις «καὶ ἐκ τούτου ἐπῆλθε βλάβη εἰς οὐσιώδη συμφέροντα τοῦ Κράτους».
§77ΦΙΛΗΜΩΝ. Τὴν ἀποσύρω, διότι εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀπαλείψεως.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει καὶ ἡ τροπολογία καθ’ ἣν ἐπροτάθη ν’ ἀπαλειφθῇ ἡ λέξις «οὐσιώδης.» Ἀπωτέρω εἶναι ἡ ἀπάλειψις. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀπάλειψιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§79ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Παρεδέχθη. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πεποίθησις τοῦ προεδρείου εἶναι ὅτι δὲν παρεδέχθη. Τώρα κάμνομεν ὀνομαστικὴν κλῆσιν καὶ φαίνεται.
§81ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ἐπιμένομεν.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέτω εἰς ψηφοφορίαν τὴν ἑτέραν πρότασιν ν’ ἀφαιρεθῇ ἡ λέξις «οὐσιώδη». Οἱ παραδεχόμενοι νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Κατόπιν ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ ἄρθρον δεύτερον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως ἔχον ὡς ἑξῆς· «Ἄρθρον 2. Πράξεις, χαρακτηριζόμεναι καὶ τιμωρούμεναι ὑπὸ τῶν νόμων ὡς ἁπλᾶ πταίσματα, δὲν δίδουσιν ἀφορμὴν εἰς ποινικὴν καταδίωξιν.»
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον τρίτον ἀπαλείφεται· καὶ τὸ ὑπουργεῖον συνῄνεσεν εἰς τὴν ἀπάλειψιν. Ἐρχόμεθα εἰς τὸ ἄρθρον 4, τὸ ὁποῖον γίνεται τρίτον. «Παράβασις τῶν ὅρων τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν νόμων ὑπάρχει ἕνεκα πράξεως ἢ παραλείψεως τοῦ ὑπουργοῦ ἀντιβαινούσης εἰς τὸ γράμμα αὐτῶν, μὴ δυναμένης δὲ νὰ δικαιολογηθῇ ὑπὸ εὐλόγου ἑρμηνείας ἢ ἀληθοῦς ἀμφιβολίας ὡς πρὸς τὴν ἔννοιαν αὐτοῦ». Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχουσι δύω τροπολογίαι, ἡ μία τοῦ κ. Δηλιγιάννη προτείνοντος νὰ διαγραφῇ ὡς περιττὸν, καὶ ἡ τοῦ κυρίου Ῥικάκη, ἥτις ὑπεστηρίχθη καὶ ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη· «Ὁ ὑπουργὸς ἀπαλλάσσεται τῆς εὐθύνης διὰ τὰς ἐν τοῖς ἄρθροις 1, 2 καὶ 3 τοῦ νόμου τῆς 23 Φεβρουαρίου 1877 ὁριζομένας παραβάσεις τῶν ὅρων τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν νόμων, ἐὰν ἡ παράβασις προῆλθεν ἐκ συγγνωστῆς καὶ δεδικαιολογημένης πλάνης περὶ τὴν ἀκριβῆ ἔννοιαν τοῦ νόμου».
§84Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Φοβοῦμαι μὴ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν ταύτην δώσωμεν ἀφορμὴν εἰς διαστροφὰς τῆς ἐννοίας τοῦ νόμου.
§85ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν εἶσθε κατ’ οὐσίαν ἐναντίος, τὸ νομίζετε περιττόν· ἀλλ’ ἐνταῦθα πρόκειται περὶ ἐξαιρετικοῦ νόμου, ἔχοντος ἰδιαίτερον χαρακτῆρα, ἄλλος δικαστὴς δικάζει, ἄλλος εἰσαγγελεὺς ὑπάρχει· ὡς πρὸς τὴν τροπολογίαν δὲ παρατηρῶ, ὅτι ἡ τροπολογία τοῦ κ. Ῥικάκη εἶναι μᾶλλον περιεκτική.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀπάλειψιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι ἤδη ἀντὶ τοῦ ἄρθρου τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Ῥικάκη ἂς ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου Δʹ. κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ἀκούσατέ το (ἀναγινώσκεται). Ἐπροτάθη μόνον ἡ ἀπόῤῥιψις τοῦ ἄρθρου, ἀλλὰ δὲν ὑπεστηρίχθη· μετὰ τὴν ἀπάλειψιν ἔρχεται ἡ τροπολογία τοῦ κ. Δηλιγιάννη, ὁ ὁποῖος ἀποδέχεται τὸ ἄρθρον ὅπως εἶναι συντεταγμένον μὲ τὴν πρότασιν ν’ ἀπαλειφθῶσιν αἱ λέξεις «πλὴν ἐὰν ἀποποιηθεὶς διετάχθη παρ’ αὐτοῦ ἐγγράφως ἵνα συντάξῃ αὐτήν». Ὁ κύριος Δηλιγιάννης προτείνει νὰ μείνῃ τὸ ἄρθρον οὕτως· (ἀναγινώσκει τὸ προηγούμενον μέρος).
§88Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Συγχρόνως προτείνω καὶ μίαν προσθήκην.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν νὰ γείνῃ τὸ ἄρθρον ὅπως σᾶς ἀνέγνωσα, ν’ ἀπαλειφθῇ ἡ βʹ. παράγραφος καὶ ἐπὶ τέλους νὰ προστεθῇ εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου «τὰ περὶ τούτου......... θέλουσι κανονισθῆ διὰ Β. Διατάγματος.» Λοιπὸν θέτω εἰς ψηφοφορίαν τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Δηλιγιάννη ἐπὶ τῆς ά. παραγράφου τοῦ ἄρθρου Εʹ γενομένου ἤδη ἄρθρου Δʹ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Δηλιγιάννη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὁ κ. Δηλιγιάννης προτείνει ν’ ἀπαλειφθῇ ἡ βʹ. παράγραφος ἔχουσα οὕτως· (ἀναγινώσκεται).
§90Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ν’ ἀπαλειφθῇ ὅλη ἡ παράγραφος, διότι ἀναγνωρίζει καὶ τὴν εὐθύνην καὶ τοῦ γενικοῦ γραμματέως.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προτείνει καὶ τὴν προσθήκην τὴν ὁποίαν σᾶς ἀνέγνωσε.
§92Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀφοῦ παρεδέχθητε τὴν βάσιν ὅτι ἐὰν ὁ τμηματάρχης δὲν θελήσῃ νὰ συντάξῃ τὴν ἀπόφασιν, ὁ ὑπουργὸς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τὸν προσκαλέσῃ καὶ τότε ὁ τμηματάρχης εἶναι ὑπεύθυνος, τότε αὐτὸ εἶναι περιττόν.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἑπομένως τὸ ἄρθρον Δʹ. μένει ὅπως ἔχει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Ἔχομεν ἤδη τὸ ἄρθρον Εʹ. ἢ ΣΤʹ. κατὰ τὸ νομοσχέδιον (ἀναγινώσκεται).
§94Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Προτείνω ν’ ἀφαιρεθῶσιν αἱ λέξεις «ἐντολὴν καὶ» διότι ἀναγνωρίζων τὴν εὐθύνην τῶν τμηματαρχῶν ἐπιθυμῶ νὰ ᾖναι συνυπεύθυνος καὶ ὁ ὑπουργὸς, ἑπομένως θὰ περιορισθῇ τὸ ἄρθρον τοῦτο μόνον ὡς πρὸς τὴν ἔκδοσιν τῶν χρηματικῶν ἐνταλμάτων, καθόσον δ’ ἀφορᾷ τὰς ἐντολὰς θὰ ἐφαρμόζεται τὸ ἄρθρον Εʹ. τοῦ νομοσχεδίου.
§95ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Σᾶς ὁμολογῶ, κύριοι, ὅτι μετὰ πολλῆς στεναχωρίας εἰσηγάγομεν ἐντὸς τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ ψηφίζομεν, τὴν διάταξιν περὶ ἐντολῶν· σᾶς παρακαλῶ ὅμως νὰ πιστεύσετε, ὅτι ἐὰν ἐπιβάλετε εἰς τὸν ὑπουργὸν ποινικὴν εὐθύνην, θέλετε τὰ ἀδύνατα ἐξ αὐτοῦ, καὶ ἐὰν ἐπιβάλετε εἰς αὐτὸν τὰ ἀδύνατα θέλετε τὸν στερήσει καὶ τῆς τιμῆς καὶ ὑπολήψεως καὶ ἐλευθερίας. Μὴ σᾶς ταράττει δὲ ὁ συλλογισμὸς ὅτι ὁ ὑπουργὸς ἐνῷ διαχειρίζεται δημόσια χρήματα μολαταῦτα μένει ἀνεύθυνος· διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονήσετε ὅτι ἔχει ὅλην τὴν εὐθύνην τὴν ἠθικήν. Ψηφίζοντες αὐτὸν τὸν νόμον, πρέπει νὰ ἐνθυμῆσθε ὅτι πρόκειται περὶ ποινικῆς εὐθύνης καὶ νὰ πεισθῆτε ὅτι ἐπὶ τῶν χρηματικῶν ἐντολῶν δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ ὑπουργὸς νὰ σπουδάζῃ μὲ τὴν λεπτομέρειαν ἐκείνην τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτεῖ καὶ πρέπει νὰ ἀπαιτεῖ ὁ νομοθέτης διὰ νὰ καταδικάσῃ ἄνθρωπον οἱονδήποτε εἰς ποινήν. Ἄν ἔχετε αὐτὴν τὴν πεποίθησιν, δὲν πρέπει νὰ ἐπιτρέψετε ποινικὴν καταδίωξιν κατ’ αὐτῶν, ἀλλὰ νὰ εὐχαριστηθῆτε εἰς ὅλα τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἔχει τὸ Κοινοβούλιον. Ἐὰν ὁ ὑπουργὸς δὲν ἐπρόσεξε καὶ ἕνεκα αὐτοῦ συνέβη παράβασις τῶν νόμων, νὰ εὐχαριστηθῆτε εἰς ὅλα τὰ λοιπὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἔχετε τῆς εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν. Τί μὲ συνέβη χθές; προσῆλθεν ὁ τμηματάρχης τοῦ τμήματος τῶν δημοσίων ἔργων, καὶ μοὶ προσήγαγεν ἔγγραφα πρὸς ὑπογραφήν, μοὶ λέγει δὲ ἁπλούστατα πρόκειται περὶ τῆς δεῖνα ὁδοῦ καὶ καθεξῆς· λέγω τότε εἰς τὸν κ. Σκαλιστήρην «ἐνθυμηθῆτε ὅτι ἔχομεν νόμον περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν, καὶ σᾶς ἐρωτῶ ἂν στηρίζωνται εἰς τοὺς νόμους ἢ περιέχουν παράβασιν τοῦ νόμου, σᾶς ὁμολογῶ δὲ ὅτι ἐπὶ τῇ πληροφορίᾳ καὶ ἐπὶ τῇ ἐγγυήσει τὴν ὁποίαν θὰ μοὶ δίδῃς θὰ ὑπογράψω παρευθὺς, ὄχι τώρα ὁπότε εἶμαι λίαν ἀπησχολημένος, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ μέλλον δὲν θὰ δυνηθῶ ποτὲ νὰ ἐπιθεωρήσω τὸ περιεχόμενον τῶν χρηματικῶν ἐντολῶν καὶ νὰ διεξέλθω ὅλα τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα θὰ ἀναπαύσουν τὴν συνείδησίν μου ὅτι τὰ πάντα εἶναι ἀκριβῆ·» ὁ κύριος Σκαλιστήρης μοὶ ἀπήντησεν «ὅτι ἐὰν μὲ ἐρωτᾶται διὰ τοῦτο σᾶς λέγω ὅτι δὲν στηρίζονται εἰς τὸν νόμον·» «πῶς;» τὸν λέγω; «πῶς;» μοὶ ἀποκρίνεται, «ὅταν ἔγειναν οἱ νόμοι οἱ ἀφορῶντες εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν δημοσίων ἔργων, τότε δὲν ὑπῆρχε νόμος περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν, ὥστε κατεβλήθη μία τοιαύτη αὐστηρότης, ὥστε εἰς τοὺς ὑπαλλήλους δὲν ἐστάθη δυνατὸν νὰ τὸν ἐφαρμόσωσιν· ἐὰν τὸν ἐφήρμοζον κατὰ γράμμα, ἠξεύρετε, τί ἤθελε συμβῆ; ποτὲ δὲν ἤθελε γείνει δημόσιον ἔργον κανέν.» Ἐσταμάτησα τότε καὶ τὸν εἶπον, «ὅτι τὰ μὲν ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα παρουσιάζεις, δὲν τὰ ὑπογράφω, συγχρόνως ὅμως σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ δώσῃς μίαν ἔκθεσιν περὶ τούτων τῶν πραγμάτων, τὰ ὁποῖα ἀφοροῦν εἰς τὸν κλάδον σου, καὶ συγχρόνως νὰ ἑτοιμάσητε καὶ κανὲν μέσον θεραπείας, διότι ἐννοεῖτε ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι πολὺ βαρύ·» πραγματικῶς μοὶ ἔφερε σήμερον ἔκθεσιν, ἥτις περιγράφει τὰς ἀτελείας τοῦ νόμου, τὰς ὁποίας τὸ τμῆμα ἐφαρμόζον τὸν νόμον ἀνεγνώρισε, καὶ ἃς ἡ ὑπηρεσία καθ’ ὅλον τὸ παρελθὸν διάστημα ἀνεκάλυψε, ἠνάγκασαν δὲ τοὺς ὑπουργοὺς νὰ παραβοῦν τοὺς τύπους. Ἐννοεῖτε ὅτι κανὲν δημόσιον συμφέρον πιθανῶς δὲν προσεβλήθη, ἀλλὰ οἱ τύποι παρεβιάσθησαν σχεδὸν πάντες. Ἐξ αὐτοῦ τοῦ παραδείγματος, τὸ ὁποῖον σᾶς ἔφερα, δύνασθε νὰ ἐννοήσητε εἰς ὁποίαν θέσιν ἐπικίνδυνον τίθεται ὁ ὑπουργός. Ὑποθέσατε ὅτι εἰς τὸν ὑπουργὸν παρουσιάζεται ἡ πληρωμὴ ἐπισκευῆς ἔργου τινὸς πρὸς ἕνα μηχανικόν. Χρεωστῶ ἐγὼ ὁ ὑπουργὸς νὰ βεβαιωθῶ ἐν ἄκρᾳ λεπτομερείᾳ καὶ ἀκριβείᾳ, ἐὰν ἐγένετο τῳόντι δημοπρασία, ἐὰν ἐξετελέσθησαν οἱ ὅροι διὰ νὰ ἐκδώσω τὴν ἐντολὴν καὶ ἐὰν ὑπάρχουν ὅλαι αἱ ἀποδείξεις, δυνάμει τῶν ὁποίων πρέπει νὰ γείνῃ ἡ ἔκδοσις καὶ ἐὰν ὑπάρχουν ἐντὸς τοῦ φακέλλου. Πρὸς βλάβην τῆς ὑπηρεσίας θέλει ἀφαιρεθῆ μέγα μέρος τοῦ χρόνου τοῦ ὑπουργοῦ, καὶ τοῦτο θὰ συμβῇ χωρὶς νὰ πρόκειται περὶ μεγάλου τινὸς συμφέροντος. Νὰ ὑποθέσῃ τις ὅτι διὰ τῆς ῥήτρας αὐτῆς θέλετε νὰ φροντίσητε μήπως κλέψῃ ὁ ὑπουργός; Αὐτὴ εἶναι λίαν εὐτελὴς ἰδέα, καὶ πρέπει νὰ εὕρετε ἄλλο μέτρον, ὄχι ὅμως τὴν ποινικὴν εὐθύνην. Ὁ νόμος ὅπως τὸν εἰσάγομεν δίδει ὅλα τὰ μέσα εἰς τὸ Κοινοβούλιον νὰ καταδιώξῃ τὸν ὑπουργὸν, διότι ὅλα τὰ ἐγκλήματα εἶναι εἰς τὸν ποινικὸν νόμον· ἐὰν δὲ νομίσητε ὅτι εἰς τὰς χρηματικὰς ἐντολὰς ἠμπορεῖ νὰ ἐγκληματίσῃ, τότε σᾶς λέγω, ὅτι ἔχετε ἀνάγκην ἄλλων μέτρων, διότι δὲν ἀρκοῦν αὐτά. Ἐδῶ βλέπετε ὁ νόμος μας εἶναι τόσον πολὺ αὐστηρὸς, ὥστε δὲν κάμνει διάκρισιν μεταξὺ τύπου καὶ οὐσίας. Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι ἕνεκα τῶν ὁποίων ὑπάρχει ἡ διάταξις αὕτη, διότι στοχασθῆτε ὅτι ἡ εὐθύνη εἶναι ἀρκετὴ χωρὶς νὰ ἐπιδιώκεται κἀνὲν συμφέρον.
§96Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου μὲ ἔφερε εἰς δυσχερῆ θέσιν· διότι, ἐνῷ ἡ τροπολογία τὴν ὁποίαν προέβαλλον εἶναι ὀρθὴ, μ’ ὅλα ταῦτα ὑφορῶ ὅτι τὰ λεχθέντα ὠθοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ ὑποπτεύσῃ ὅτι ἐγὼ δὲν ἔχω ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν τιμιότητα τοῦ χαρακτῆρος τῶν ἀνωτάτων ὑπαλλήλων. Μηδόλως λέγων ὅτι ἔχω ἀφορμὴν, νὰ μὴ ἔχω τὴν αὐτὴν περὶ αὐτῶν ὑπόληψιν, μ’ ὅλα ταῦτα, ἂς μοὶ συγχωρήσῃ ἡ Βουλὴ νὰ μὴ παραιτήσω τὴν τροπολογίαν, διότι ἡ ἐργασία τῶν δημοσίων ἔργων εἶναι ὁμαλὴ καὶ ἁπλῆ, αὐτὴ γίνεται δι’ ἐργασίας τὴν ὁποίαν προσφέρουν ἰδιῶται, οἵτινες ἐπιθυμοῦσι τὸν ἔλεγχον, γιγνόμενον εὐκόλως. Ὑπάρχει διάταγμα καθ’ ὃν τρόπον γίνονται αἱ δημοπρασίαι, εἴτε ἐν οἰκοδομαῖς, εἴτε ἐν ἄλλοις δημοσίοις ἔργοις. Κατὰ τὸ διάταγμα αὐτὸ οἱ ἐργολάβοι δύνανται νὰ λάβωσι τὸ ⅓ τοῦ ἀντιτίμου τῆς ἐργασίας, τὴν ὁποίαν ἀναλαμβάνουσι, τὸ ὁποῖον ἅμα προσδιορισθῇ, ἀμέσως ἐκδίδεται τὸ ἔνταλμα, διότι ὁ ἔλεγχος εἶναι εὐκολώτατος· ἀλλὰ ἐὰν πρόκηται περὶ ἐπιμισθίων δὲν ἔχει οὕτως. Δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν νὰ παραδεχθῶ αὐτὸ, ἀλλὰ μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν εἶναι συνταγματικῶς ὀρθόν· ὁ ὑπουργὸς εἶναι ἀνώτατος λειτουργὸς τοῦ Κράτους, ἑπομένως αὐτὸς ἔχει μόνος τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδίδῃ ἀποφάσεις, διὰ τῶν ὁποίων ἀναγνωρίζει ὅτι προσέφερέ τις ὑπηρεσίαν καὶ ἔχει δικαίωμα κλπ. Ὁ κ. πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου ἐξέφρασεν ὅτι εὑρίσκεται εἰς δυσκολίαν, ἐγὼ ὅμως δύναμαι νὰ ὁμολογήσω ὅτι οὐδέποτε ὑπέγραψα ἐντολὴν ἐν ἀγνοίᾳ, καὶ νομίζω καὶ ἄλλοι θέλουν βεβαιώσει ὅτι δὲν ὑπέγραψαν ἐν ἀγνοίᾳ ἐντολὰς πρὸς ἔκδοσιν ἐνταλμάτων.
§97ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ εὐθύνη δὲν πρόκειται νὰ λείψῃ.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει καὶ ἡ τροπολογία τοῦ κ. Ῥικάκη (ἀναγινώσκεται).
§99ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Παρακαλῶ νὰ διαιρεθοῦν αἱ δύω παράγραφοι τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Ῥικάκη, καθόσον τὴν πρώτην παράγραφον τὴν δέχομαι, τὴν δευτέραν ὄχι.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἑκάστη παράγραφος θὰ ψηφοφορηθῇ ἰδιαιτέρως.
§101ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τί περιέχει ἡ πρώτη παράγραφος;
§102ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει).
§103ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νομίζω, ὅτι καὶ ὁ κ. Ῥικάκης δὲν θὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὸ δεύτερον ἐδάφιον, ἀφοῦ ἐψηφίσθη τὸ πρῶτον ἄρθρον· ἡ πρᾶξις αὕτη εἶναι πρᾶξις τοῦ ὑπουργοῦ καὶ δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς πρᾶξις τοῦ τμηματάρχου· θὰ ᾖναι ἑπομένως ἄτοπον τὸ κύριον ὄργανον νὰ ᾖναι ἀνεύθυνον. Ὀρθόταται εἶναι αἱ παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ὑπέβαλεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς περὶ τῶν δυσκολιῶν, αἱ ὁποῖαι παρεμβάλλονται εἰς τοὺς ὑπουργοὺς περὶ τὴν διεκπεραίωσιν τοιούτων ἔργων. Τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ ἄλλη τις περὶ τούτων νομοθετικὴ πρόνοια, τὴν ὁποίαν καὶ δὲν εἶναι δύσκολον νὰ διατυπώσῃ τις, ὅπως γίνεται ἐπὶ δευτερευόντων διατακτῶν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι πρέπον ἐν τῷ νόμῳ περὶ εὐθύνης νὰ λάβωμεν μέτρον οἷον τὸ ἐν τῷ ἄρθρῳ διαγραφόμενον, καὶ τὸ ὁποῖον ἀντίκειται καὶ εἰς τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, καθ’ ἣν εἶναι ὁ ὑπουργὸς ὑπεύθυνος διὰ πᾶσαν αὑτοῦ πρᾶξιν.
§104ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὅταν ἀνέπτυξα τὴν τροπολογίαν μου εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω τὰ ἑξῆς. Κατ’ ἀρχὴν ἡ εὐθύνη τῶν ὑπουργῶν σχετικῶς μὲ τὴν βάσιν τοῦ ποινικοῦ νόμου ὑπάρχει, ἀλλὰ τί πρέπει νὰ ἐπιζητήσωμεν τώρα; μίαν ἐξαίρεσιν τῆς ἀρχῆς ἀπέναντι τῶν ὑπουργῶν τῶν ἐκπληρούντων τὰ ὑψηλότατα καθήκοντα· πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν ἐὰν ἐπῆλθεν οὐσιώδης βλάβη καὶ τότε κατ’ ἐξαίρεσιν νὰ ᾖναι ὑπεύθυνος διὰ τὴν παράβασιν ταύτην. Γνωρίζων ὅτι εἰς τὴν λογιστικὴν ὑπηρεσίαν εἶναι ἀδύνατον ὑπουργὸς νὰ καταβάλῃ τὴν δυνατὴν ἐπιμέλειαν, νομίζω, ὅτι θὰ ᾖναι ἄδικον νὰ ἐπιβάλωμεν ποινὴν κατὰ τοῦ ὑπουργοῦ ἐκείνου, ὅστις ἐξ ἀγνοίας ὑπέπεσεν εἰς παράβασιν. Διὰ τοῦτο προχθὲς παρεκάλεσα τὴν Βουλὴν νὰ παραδεχθῇ τὴν τροπολογίαν μου, διότι τὴν θεωρῶ δικαίαν καὶ νόμιμον, καὶ ἡ ὁποία, νομίζω, ὅτι εἶναι ἡ ἐξαίρεσις.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ πλέον ἀπομεμακρυσμένη πρότασις εἶναι ἡ τοῦ κ. Ῥικάκη, Ἄρθρον Εʹ. Ἐπὶ ἐκδόσεως χρηματικῶν ἐντολῶν καὶ ἐνταλμάτων συνυπεύθυνοί εἰσιν οἱ ὑπουργοὶ καὶ οἱ ἁρμόδιοι τμηματάρχαι· ἐπὶ δὲ ὑπερβάσεως τῶν νομίμων πιστώσεων, καὶ ὁ θεωρήσας αὐτὰ διευθυντὴς τοῦ Γεν. Λογιστηρίου.
§106Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὴ εἶναι σύμφωνος μὲ τὴν ἰδικήν μου.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέτω λοιπὸν αὐτὴν εἰς ψηφοφορίαν.
§108ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω, ὅτι εἶναι τοῦ κ. Δηλιγιάννη· ὁ κ. Δηλιγιάννης ἐπὶ ἐκδόσεως ἐνταλμάτων δὲν δέχεται εὐθύνην τοῦ ὑπουργοῦ.
§109Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θεωρῶ περιττὴν τὴν εὐθύνην, διότι θεωρῶ καὶ περιττὸν νὰ ὑπογράφουν ἐντάλματα.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Ῥικάκη εἶναι πλέον ἀπομεμακρυσμένη.
§111ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὁ κύριος Δηλιγιάννης παραδέχεται λελυμένον τὸ ζήτημα, ὅτι ὁ ὑπουργὸς εἶναι συνυπεύθυνος διὰ τὰς ἐντολάς, καὶ ἐν περιπτώσει ἀμελείας, ἐνῷ ἐγὼ καὶ ἐν περιπτώσει ἀμελείας τὸν ἀπαλάττω.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ά. παράγραφον τῆς τροπολογίας τοῦ κυρίου Ῥικάκη, τὴν ὁποίαν ἠκούσατε, παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἔρχεται ἡ βʹ. παράγραφος. «Ἕνεκεν ἀμελείας διὰ τὰς ἐν τῇ προηγουμένῃ παραγράφῳ παραβάσεις εὐθύνονται μόνοι οἱ ἁρμόδιοι τμηματάρχαι καὶ ὁ διευθυντὴς τοῦ Γεν. Λογιστηρίου.» Οἱ παραδεχόμενοι νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Λοιπὸν τὸ ἄρθρον Εʹ. τοῦ νομοσχεδίου ἀντικαθίσταται διὰ τῆς ά. παραγράφου τοῦ κυρίου Ῥικάκη. «Ἄρθρον Ζʹ. Ἐν τῇ περιπτώσει τοῦ ἄρθρου Δʹ. οἱ ταγματάρχαι καὶ γεν. γραμματεῖς συμπαραπέμπονται μετὰ τοῦ ὑπουργοῦ εἰς τὸ εἰδικὸν δικαστήριον ὡς συναυτουργοί· κατὰ δὲ τὴν περίπτωσιν τοῦ ἄρθρου Ϛʹ. οἱ τμηματάρχαι καὶ ὁ διευθυντὴς τοῦ Γεν. Λογιστηρίου δύνανται νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς τὰ τακτικὰ ποιν. δικαστήρια κατ’ αἴτησιν τοῦ ὑπουργοῦ ἢ κατ’ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ὅπως τιμωρηθῶσι κατὰ τοὺς ὁρισμοὺς τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ παρόντος νόμου.»
§113ΡΑΛΛΗΣ. Ν’ ἀπαλειφθῇ τὸ δεύτερον μέρος, καὶ τὸ πρῶτον νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς· «ἐν τῇ περιπτώσει τοῦ ἄρθρου δʹ. καὶ έ. οἱ τμηματάρχαι, οἱ γενικοὶ γραμματεῖς καὶ ὁ διευθυντὴς τοῦ Γεν. Λογιστηρίου συμπαραπέμπονται μετὰ τοῦ ὑπουργοῦ εἰς τὸ εἰδικὸν δικαστήριον ὡς συναυτουργοί.»
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὴν τὴν τροπολογίαν νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. «Ἄρθρον Ηʹ. Ἐπὶ ἀξιοποίνων πράξεων ἢ παραλείψεων, ἃς οἱ κείμενοι νόμοι χαρακτηρίζουσιν ὡς πλημμελήματα ἢ κακουργήματα καὶ αἵτινες δύνανται νὰ διαπραχθῶσιν εἴτε ὑπὸ παντὸς ἰδιώτου, εἴτε ὑπὸ μόνων τῶν δημοσίων λειτουργῶν, εἴτε ὑπ’ ἀμφοτέρων, ὁ ὑπουργός, ὅστις ὑπέπεσεν εἰς αὐτὰς κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων του, τιμωρεῖται μὲ τὴν ποινήν, ἣν οἱ εἰρημένοι νόμοι καταγινώσκουσιν ἐπὶ τοιούτων πράξεων ἢ παραλείψεων.»
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπροτάθη ἡ ἀπάλειψις τοῦ ἄρθρου· οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀπάλειψιν ἂς ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§116ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (πρωθυπουργός). Ἐζητήθη πρὸ μικροῦ ἐξήγησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 8 περὶ τῆς ποινῆς τοῦ θανάτου. Ἐγὼ δίδω αὐτὴν τὴν διασάφησιν, ὅτι τὸ ἄρθρον 6 τοῦ μέχρι τοῦδε ἰσχύοντος νόμου εἶχεν ὡς ἑξῆς· ὁ ἔνοχος τῶν ἐν τῷ ἀνωτέρῳ ἄρθρῳ, ἐδάφ. 1 ἀδικημάτων τιμωρεῖται μὲ τὴν ἐν τοῖς κειμένοις ποινικοῖς νόμοις ὡρισμένην ποινὴν ἐκτὸς τῆς τοῦ θανάτου, ἀντὶ τῆς ὁποίας ἐπιβάλλεται ἐν περιπτώσει πολιτικοῦ ἐγκλήματος ἢ τῶν ἰσοβίων δεσμῶν.» Ὅπως εἶναι συντεταγμένον θὰ ἐξηγηθῇ παρὰ τῶν δικαστηρίων, ὅτι μόνον ὁσάκις πρόκειται περὶ πολιτικοῦ ἐγκλήματος, τότε δὲν ἐφαρμόζεται ἡ ποινὴ τοῦ θανάτου· ἐὰν δὲ εὑρεθῇ δικαστήριον νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ πρᾶξις, δι’ ἣν ὁ ὑπουργὸς κατεδικάσθη, δὲν ἀνάγεται εἰς τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα, τότε ἡ ποινὴ τοῦ θανάτου θὰ ἐφαρμοσθῇ. Τὸ λέγω δὲ τοῦτο, διότι βλέπω ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει τὴν ἰδέαν, ὅτι δι’ αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου κατηργήθη ἀπολύτως ἐπὶ καταδιώξεως τῶν ὑπουργῶν ὁ θάνατος.
§117ΦΙΛΗΜΩΝ. Ποία δύναται νὰ ᾖναι αὐτὴ ἡ περίστασις;
§118ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἠξεύρετε, ὅτι ἓν ἐκ τῶν ἀορίστων καὶ μὴ εἰσέτι λελυμένων ζητημάτων εἶναι καὶ τὸ τί ἐστὶ πολιτικὸν ἔγκλημα· ὑπαρχούσης ἑπομένως αὐτῆς τῆς ἀοριστίας, ἕπεται ὅτι ὅπως συγγραφεῖς, οὕτω καὶ δικαστήριον θὰ συμφωνήσῃ καὶ θὰ εἴπῃ ὅτι δὲν ἕπεται ἐκ τοῦ ὅτι ὁ καταδιωκόμενος καὶ ὁ καταδικασθεὶς εἶναι ὑπουργός, ὅτι αἱ πράξεις αὐτοῦ ὅλαι θεωροῦνται πολιτικὰ ἀδικήματα, καὶ ἰδοὺ ὅτι ἠμποροῦν νὰ εὑρεθοῦν καὶ περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας τὸ δικαστήριον ν’ ἀποφανθῇ, ὅτι ὁ ὑπουργὸς κατεδικάσθη διὰ πρᾶξιν, ἥτις δὲν ἀποτελεῖ πολιτικὸν ἀδίκημα, καὶ ἑπομένως ἡ σύνταξις τοῦ ἄρθρου 6 περὶ μὴ ἐφαρμογῆς τῆς ποινῆς τοῦ θανάτου δὲν θέλει ἐφαρμοσθῆ εἰς ἐκείνας τὰς περιστάσεις.
§119ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Κατισχύει ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος.
§120ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Φρονῶ, ὅτι τὸ ἄρθρον 6 καταργεῖ τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου ἐπὶ καταδιώξεως τῶν ὑπουργῶν μόνον ὁσάκις πρόκειται περὶ πράξεως, ἥτις δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς πολιτικὸν ἔγκλημα. Ἐὰν ἡ διάνοια τῆς Βουλῆς, ψηφισάσης τὸν νόμον αὑτόν, ἦτο νὰ καταργηθῇ ἐπὶ πάσης πράξεως τῶν ὑπουργῶν, τότε ἡ ἔκφρασις δὲν ἐκφράζει τὸ πρᾶγμα.
§121ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Δύναται ὅμως νὰ συμπληρωθῇ, διότι ἐὰν ἠννόει ἡ Βουλὴ νὰ καταργήσῃ τὸν θάνατον μόνον διὰ τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα, τότε δὲν ἔκαμε τίποτε· ἐπειδὴ δὲ δύναται νὰ γεννηθῇ ἡ ἀμφιβολία, τὴν ὁποίαν εἴπατε, νομίζω ὅτι δύναται νὰ διορθωθῇ.
§122ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ νόμος περὶ εὐθύνης δὲν δύναται νὰ καταργήσῃ τὸν κοινὸν ποινικὸν νόμον, καὶ ἀναγκαίως ὁ ὑπουργὸς ὑπόκειται εἰς αὐτόν. Θέλομεν ὅμως ἐν ᾗ περιπτώσει ὁ ὑπουργὸς κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων του ἤθελεν ὑποπέσει εἰς κοινὸν ἀδίκημα, νὰ ὑπόκηται εἰς τὴν διαδικασίαν, τὴν ὁποίαν καθιεροῖ ὁ νόμος περὶ εὐθύνης.
§123ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ προσθέσῃ εἰς τὸ ἄρθρον 8 τὸ ἐδάφιον, ὅτι ἐπὶ καταδιώξεως ὑπουργῶν οὐδέποτε ἐφαρμόζεται ἡ ποινὴ τοῦ θανάτου.
§124Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε πρόεδρε, ἐγὼ διαφωνῶ, θέλω τὸν θάνατον (ἱλαρότης).
§125ΡΑΛΛΗΣ. Θέλετε νὰ ἐξαιρέσητε τὸν ὑπουργὸν τὸν δολοφόνον!
§126ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριοι, οὔτε ὁ πρῶτος νόμος, οὔτε τὸ νῦν ψηφιζόμενον νομοσχέδιον ἔχει ἄλλο ἀντικείμενον παρὰ τὰς ἀξιοποίνους πράξεις τῶν ὑπουργῶν, τὰς ὁποίας οὗτοι πράττουσι κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων των· δὲν ἐννοῶ λοιπὸν μὲ τὴν τροπολογίαν νὰ ὑποκαταστήσω ἄλλην ποινὴν εἰς τὴν ποινὴν, τὴν ὁποίαν ὁ κοινὸς ποινικὸς νόμος ἀπαγγέλλει κατὰ τοῦ ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος ἤθελε φονεύσει ἕνα ἄνθρωπον.
§127ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι περιττόν.
§128ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν εἶναι περιττὸν, διότι ἠμπορεῖ ὅπως ὑπὸ τῶν νομοδιδασκάλων διδάσκεται, οὕτω καὶ ὑπὸ δικαστηρίου ν’ ἀποφασισθῇ, ὅτι ἂν καὶ καταδιώκεται διὰ τὴν παράβασιν τῶν καθηκόντων του, μολαταῦτα δὲν ἔπραξεν εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν πολιτικὸν ἔγκλημα.
§129ΡΑΛΛΗΣ. Τότε θέλετε νὰ τὸν ἀπαλλάξητε τῆς ποινῆς, ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται εἰς τὸν κοινὸν πολίτην.
§130ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὄχι θέλω· ἐγὼ ἐλπίζω ὅτι δὲν θὰ φονεύσῃ, ἐννοῶ κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων του.
§131ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ ἄλλη περίστασις.
§132ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐὰν ἡ τροπολογία ἀνήγετο εἰς τὸ ἄρθρον 8ον, νομίζω ὅτι ἐδίδετο ἀφορμὴ εἰς τὸν κ. Ῥάλλην νὰ κάμῃ τὴν παρατήρησιν ταύτην, διότι τὸ ἄρθρον 8ον λέγει «ἐπὶ ἀξιοποίνων πράξεων ἢ παραλείψεων, ἃς οἱ κείμενοι νόμοι χαρακτηρίζουσιν ὡς πλημμελήματα ἢ κακουργήματα, καὶ αἵτινες δύνανται νὰ διαπραχθῶσι εἴτε ὑπὸ παντὸς ἰδιώτου εἴτε ὑπὸ μόνων τῶν δημοσίων λειτουργῶν».
§133ΡΑΛΛΗΣ. Αἱ πράξεις δὲν εἶναι μόνον πράξεις κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων, εἶναι καὶ ἐξ ἐκείνων, τὰς ὁποίας πᾶς ἰδιώτης δύναται νὰ διαπράξῃ. Παρακαλῶ διασαφήσατέ το.
§134ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Λησμονεῖτε πόθεν ὁρμώμενος, εἶπον ὅτι παρακαλῶ τὸν κ. πρόεδρον νὰ ἐρωτήσῃ τὴν Βουλήν. Εἶπον ὅτι ὑπάρχει μία διάταξις τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ παλαιοῦ νόμου περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν, καὶ ὅτι κατ’ αὐτὴν τὴν διάταξιν ὁ ὑπουργὸς ἀπαλλάσσεται τῆς ποινῆς τοῦ θανάτου, μόνον ὅταν πρόκειται περὶ ἐγκλήματος πολιτικοῦ, οὐχὶ δὲ περὶ ἐγκλήματος οἱουδήποτε εἰς τὸ ὁποῖον ὑπέπεσε κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων του, καὶ εἶπον ἐὰν ἡ Βουλὴ ἠννόει ψηφίζουσα τὸν νόμον τοῦτον ὅτι ἤθελεν ἐπὶ πάσης περιπτώσεως ν’ ἀπαλλάξῃ τὸν ὑπουργὸν τῆς ποινῆς τοῦ θανάτου, τότε πρέπει νὰ γείνῃ αὕτη ἡ προσθήκη· ἐὰν ἠθέλησεν ὅμως ἐπὶ μόνων τῶν πολιτικῶν ἐγκλημάτων, τότε δὲν ὑπάρχῃ ἀνάγκη τῆς προσθήκης. Ἐγὼ ἠθέλησα αὐτὴν τὴν ἐξήγησιν νὰ κάμω, δὲν ἐνδιαφέρομαι.
§135ΡΑΛΛΗΣ. Εἴπομεν ὅτι εἶναι περιττόν.
§136ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἂς μείνῃ λοιπόν.
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν μένει τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει.
§138ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε πρόεδρε, διὰ νὰ δικαιολογηθῇ ἡ ὕπαρξις τοῦ Βʹ. ἄρθρου πρέπει νὰ μετατοπισθῇ καὶ νὰ τεθῇ Θʹ.
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τόρα ἐτελείωσε. «Ἄρθρον Θʹ. Ἐπὶ πάσης παραβάσεως τοῦ Συντάγματος ἢ τῶν νόμων κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων τοῦ ὑπουργοῦ, ἕνεκα τῆς ὁποίας δὲν καταγινώσκεται ὑπὸ τῶν νόμων ῥητὴ ποινή, ὁ ὑπουργὸς καταδιώκεται καὶ τιμωρεῖται μὲ φυλάκισιν μέχρι δύω ἐτῶν, ἢ μὲ χρηματικὴν ποινήν. Ἡ χρηματικὴ ποινὴ δύναται νὰ φθάσῃ μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν πεντακισχιλίων δραχμῶν». Ὁ κύριος Φιλήμων προτείνει»......... Τιμωρεῖται μὲ φυλάκισιν μέχρι δύω ἐτῶν καὶ μὲ στέρησιν τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων».
§140ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἐπιμένω, διότι καθὼς εἰς τὸν ἐκλογικὸν νόμον διὰ πράξεις κατωτέρας σημασίας ἐπιβάλλεται ἡ ποινὴ τῆς φυλακίσεως καὶ τῆς στερήσεως ἐπὶ πέντε ἔτη τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων, θεωρῶ νὰ ἐπιβληθῇ καὶ ἐδῶ ὡς ποινὴ ὄχι ὡς συνέπεια.
§141ΡΑΛΛΗΣ. Τότε νὰ ὁρίσητε ἕνα μέγιστον ὅρον.
§142ΦΙΛΗΜΩΝ. Πενταετῆ ἀπὸ τῆς λήξεως καὶ φυλακίσεως.
§143ΧΟΪΔΑΣ. Τότε δὲν ἀφίνετε ἐλεύθερον τὸν δικαστήν.
§144ΦΙΛΗΜΩΝ. Δὲν ὑπάρχει κλίμαξ εἰς τὴν στέρησιν τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων.
§145ΧΟΪΔΑΣ. Εἶναι ἐλάττωμα.
§146ΦΙΛΗΜΩΝ. Στέρησιν ἀπὸ 2 μέχρι 5 ἐτῶν.
§147ΤΙΝΕΣ. Νὰ τελειώσωμεν τέλος πάντων.
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω ἐπὶ τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Φιλήμονος.
§149ΡΑΛΛΗΣ. Περιλαμβάνεται ἡ φυλάκισις.
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐννοεῖται.
§151ΡΑΛΛΗΣ. Τότε κάμνω ἄλλην τροπολογίαν, ν’ ἀφαιρεθῇ ἡ φυλάκισις καὶ νὰ τεθῇ μόνον ἡ στέρησις τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων.
§152Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Φιλήμονος νομίζω, ὅτι ὑπάρχει ἐν τῇ διατάξει τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ ποινικοῦ νόμου, καὶ ἑπομένως νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι χρήσιμος. Ὁ ποινικὸς νόμος λέγει· «ἡ καταδίκη τῶν ἐν τέλει ἢ ἄλλων δημοσίων ὑπηρετῶν ἕνεκα πράξεως ἀναγομένης εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν των, καὶ τιμωρουμένης ὡς πλημμελήματος ἀπὸ τὸν παρόντα ποινικὸν νόμον, συνεπιφέρει τὴν ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας ἔκπτωσιν καὶ τὴν στέρησιν ὅλων τῶν μετὰ τῆς ἀρχῆς ἢ ὑπηρεσίας συνημμένων δικαιωμάτων καὶ πλεονεκτημάτων, ὡς καὶ τὴν πρόσκαιρον ἀνικανότητα εἰς ἀνάκτησιν ἀρχῆς ἢ ἄλλης δημοσίας ὑπηρεσίας».
§153ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶναι στέρησις.
§154Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι· εἶναι ἀνικανότης.
§155ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι μεγάλη διαφορά. Παραιτοῦμαι τῆς προτάσεώς μου.
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέτω εἰς ψηφοφορίαν τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Φιλήμονος. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον Θʹ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. «Ἄρθρον Ιʹ. Ὡς πρὸς τὰς συνεπείας τῆς ποινῆς ἰσχύουσιν αἱ διατάξεις τοῦ ποινικοῦ νόμου ἐν ἄρθροις 21, 22, 23, 24 καὶ ἑπόμενα». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 10 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τὸ νομοσχέδιον θέλει τυπωθῆ κατὰ τὰς γενομένας τροποποιήσεις καὶ διανεμηθῇ, τὴν Δευτέραν δὲ ψηφίζομεν τὸ σύνολον. Διαλύεται ἡ Συνεδρίασις. Ὥρα 6 μ. μ.