Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period Ζ · Session Β› Sitting 86

1877.03.01

2,517 rows · 20,640 words · 1 table · 64 turns

Date
1877.03.01
Presidency
Θ. Α. ΖΑΪΜΗ
Period
Ζ
Session
Β
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ, VOLUME Β (1877)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 86

τῆς 1 Μαρτίου 1877.

(Τρίτη).

Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν.

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.

§2ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, ἵνα μὴ παρεμβάλω δυσκολίας ἀποφεύγω ταύτῃ τῇ στιγμῇ νὰ ἐπιφέρω παρατηρήσεις κατὰ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, εἰς τὴν ὁποίαν παρετήρησα τεταγμένον τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου περὶ στρατολογίας ὡς τέταρτον ἀντικείμενον, ἐνῷ κατὰ τὸν νόμον ἔπρεπεν ἀμέσως νὰ ψηφοφορηθῇ. Ἀλλὰ περὶ τούτου μετὰ τὴν συζήτησιν ἐπιφυλάσσομαι νὰ κάμω λόγον, διότι δὲν νομίζω ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο εἶναι δυνατὸν νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἐν ᾗ θέσει κατέταξεν αὐτὸ ὁ κ. πρόεδρος. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ψηφισθὲν καὶ συναρμολογηθὲν καὶ τυπωθὲν πρέπει νὰ ψηφοφορηθῇ ἀμέσως ἐν ὅλῳ. Ἀλλὰ ταύτην τὴν στιγμὴν ἀποφεύγω τὸ ζήτημα, θέλων νὰ μὴ παρεμβάλω δυσκολίας. Κύριοι, δὲν ἤθελον λάβει τὸν λόγον, ἐὰν ἡ ὁμιλία τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ δὲν μὲ προεκάλει· ὁ κ. πρωθυπουργὸς εἶπεν ὀλίγα, ἀλλ’ ἐντὸς τῶν ὀλίγων αὐτῶν ἐμπεριείχετο μία εἰρωνεία καὶ μία μομφὴ ἐναντίον ἡμῶν, δὲν ἐπιθυμῶ δὲ νὰ τὴν ἀφήσω ἀνεξέλεγκτον τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ἐστηρίζετο καὶ στηρίζεται ἐπὶ πληροφοριῶν, ἵνα μὴ εἴπω ἄλλο τι βαρύτερον, ἀνακριβῶν, ἐπὶ πληροφοριῶν ἀτελῶν καὶ ἐσφαλμένων, ὡς θέλετε ἐντὸς ὀλίγου πεισθῆ. Αὐτὸν τὸν σκοπὸν ἔχων ὁμιλῶ σήμερον. Ἐρωτῶ πρῶτον, ἦτο δυνατὸν τὴν στιγμὴν ταύτη, ἢ πρίν τελειώσῃ ὁ μὴν, νὰ ἔχῃ πληροφορίας τὸ ταμεῖον καὶ νὰ δύναται νὰ δώσῃ τὸ ὑπουργεῖον τοιαύτας περὶ τῶν εἰσπραχθέντων ἐντὸς τοῦ μηνὸς καὶ παραδοθέντων εἰς τὰ ταμεῖα χρημάτων, ἀφοῦ εἰς τὸ τέλος τοῦ μηνὸς μόνον καὶ οἱ εἰσπράκτορες καὶ οἱ εἰδικοὶ ταμίαι παραδίδουν εἰς τὰ ταμεῖα χρήματα καὶ παρουσιάζουν τοὺς λογαριασμούς των, καὶ τότε μόνον εἶναι γνωστὸν πόσον χρηματικὸν εἰσεπράχθη καὶ πόσον ὑπάρχει; Πᾶσα πληροφορία πρὸ τούτου δὲν εἶναι ἀκριβὴς, ἀλλ’ ἐσφαλμένη. Δὲν εἶναι δυνατὸν πρὶν παρέλθῃ ὁ μὴν καὶ πρὶν οἱ διάφοροι ταμίαι ἀποστείλωσι κατὰ τὸ πρῶτον δεκαήμερον τοῦ νέου μηνὸς τοὺς λογαριασμοὺς καὶ τὰς σημειώσεις εἰς τὸ ὑπουργεῖον νὰ ἦναι γνωσταὶ αἱ εἰσπράξεις τοῦ λήξαντος μηνός· διότι οὔτε οἱ λογαριασμοὶ ἔχουν παραδοθῆ, οὔτε αἱ εἰσπράξεις ἐντὸς τοῦ μηνὸς Φεβρουαρίου. Ἑπομένως αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας σᾶς ἔφερε χθὲς ὁ κ. πρωθυπουργὸς, δὲν εἶναι ἀκριβεῖς ὡς πρὸς τὸ χρηματικὸν, τὸ ἐπαναλαμβάνω, τὸ ὑπάρχον κατὰ τὸν μῆνα Φεβρουάριον εἰς τὰ ταμεῖα. Ἀλλὰ διατί ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἔκαμε λόγον μόνον διὰ τὸ ταμεῖον τῶν Ἀθηνῶν; Τὸ ταμεῖον τῶν Ἀθηνῶν εἶναι ἡ μεγάλη λεκάνη, ἐντὸς τῆς ὁποίας συῤῥέουν οἱ μικροὶ ῥύακες, τὰ ἐπαρχιακὰ ταμεῖα. Τὸ ταμεῖον τῶν Ἀθηνῶν ἀδύνατον βεβαίως εἶναι νὰ ἐπαρκέσῃ μόνον εἰς τὰ ἔξοδα τῶν Ἀθηνῶν καὶ προμηθεύεται ἀπὸ τὰ ἐπαρχιακὰ ταμεῖα, τὰ δὲ χρήματα τὰ παρ’ αὐτῶν ἀποστελλόμενα θεραπεύουσι τὰς ἀνάγκας τοῦ κεντρικοῦ ταμείου. Αἱ πληροφορίαι ἑπομένως, ἵνα ὦσιν ἀκριβεῖς καὶ πλήρεις, πρέπει νὰ ἀφορῶσιν εἰς ὅλα τὰ ταμεῖα τοῦ κράτους, καὶ ὄχι μόνον εἰς τὸ ταμεῖον τῶν Ἀθηνῶν, τὸ ὁποῖον, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι τὸ δοχεῖον τῶν χρημάτων, τῶν ἀποστελλομένων ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν. Ὅθεν διὰ νὰ γνωρίσωμεν ὁποία εἶναι ἡ οἰκονομικὴ καὶ ἡ χρηματικὴ κατάστασις τοῦ ταμείου, πρέπει νὰ γνωρίζωμεν τὴν κατάστασιν ὅλων τῶν ταμείων καὶ ὄχι μόνον τοῦ τῶν Ἀθηνῶν. Λοιπὸν ἡ πληροφορία τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ δὲν ἦτο ἀκριβὴς καὶ κατὰ τοῦτο. Ἀλλά, κύριοι, ἔστω, ἡ κατάστασις τοῦ ταμείου εἶναι ὁποία τὴν παρέστησεν ὁ κ. πρωθυπουργός. Ἡ ἔλλειψις χρημάτων κατὰ τὸν μῆνα τοῦτον προέρχεται ὡς ἐκ τῆς καλῆς ἢ κακῆς διαχειρίσεως τοῦ προκατόχου ὑπουργείου; εἶναι συνέπεια ἐλλείψεως τῆς διοικήσεως; Ἰδοὺ τὸ ζήτημα. Διὰ νὰ κρίνητε περὶ τούτου, πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὴν ἱστορίαν τοῦ παρελθόντος, ἐγὼ δὲ λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν τὴν ἱστορίαν τοῦ ἔτους ἐκείνου, ὅπερ εἶναι τὸ καλλίτερον καὶ διοικητικῶς καὶ οἰκονομικῶς κατὰ τὸν κ. πρωθυπουργὸν, τὴν ἱστορίαν τοῦ 1873. Ποία ἦτο ἡ κατάστασις τοῦ ταμείου κατὰ τὸ 1873, τὸν Φεβρουάριον, ὅτε τοῦ ὑπουργείου τοῦ κ. Δεληγεώργη πεσόντος, ἦλθε διάδοχον τὸ τοῦ κ. Βούλγαρη; Ἀκούσατε, κύριοι, ἀκούσατε τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης· οὗτος παρουσιασθεὶς εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ζητήσῃ πίστωσιν, ἐξέθεσε τὴν κατάστασιν τοῦ ταμείου ὡς ἀκολούθως. «Κατ’ αὐτὰς λοιπὸν εἰς τὸ κεντρικὸν ταμεῖον ὑπάρχουσι χρήματα τοῖς μετρητοῖς δραχ. 160 χιλ. προσέτι ὑπάρχουσι πρὸς ἀποστολὴν εἰς τὸ ταμεῖον Ὀλυμπίας ἕτεραι 59 χιλ. τὸ ὅλον 219 χιλ. Ἀλλ’ ὀφείλομεν, κύριοι, κατὰ δυστυχίαν ποσὰ ὑπέρογκα, καὶ πρῶτον πρὸς ἀποπληρωμὴν τῶν ἐξόδων τοῦ Ἰανουαρίου, καὶ λέγω ἀποπληρωμήν, διότι ἐγένοντο προκαταβολαί τινες καθ’ ἃ μ’ ἐπληροφόρησαν, ἀπαιτοῦνται 400 χιλ. πρὸς πληρωμὴν τῶν ἐξόδων τοῦ Φεβρουαρίου ἀπαιτοῦνται 600 χιλ., πρὸς ἀποπληρωμὴν τοῦ τόκου τοῦ δανείου τῶν 6 ἑκατομ. δραχ. 400 χιλ, διότι ἐπληρώθησαν ἀπέναντι 80 χιλ., πρὸς ἀποπληρωμὴν τῶν δαπανῶν μέχρι τέλους Δεκεμβρίου τῶν διαφόρων κλάδων τῆς ὑπηρεσίας πλὴν τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν δρ. 40 χιλ., πρὸς ἀποπληρωμὴν τῶν δαπανῶν τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν μέχρι τέλους τοῦ αὐτοῦ μηνὸς δραχ. 300 χιλ., πρὸς ἀποπληρωμὴν τῆς εἰς τὴν ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν ὀφειλομένης ἀποζημιώσεως ἐκ δραχ. 280 χιλ. τὴν ὁποίαν πέρυσιν ἐπεψήφισεν ἡ Βουλὴ, δραχ. 200 χιλ., διότι ἐπληρώθησαν δρ. 80 χιλ. Περιπλέον δ’ ὀφείλεται ἡ πληρωμὴ τῆς ἀποζημιώσεως καὶ τῶν ἐξόδων τοῦ γραφείου τῆς Βουλῆς ὑπολογιζομένων εἰς δραχ. 400 χιλ. ποσὸν τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ἦναι ἐπαρκές· τὸ ὅλον τῶν ὀφειλομένων μέχρι τέλους Φεβρουαρίου 2,700,000». Ἀλλὰ καὶ σήμερον ὑπάρχουν εἰς τὰ ταμεῖα τῶν ἐπαρχιῶν 153 χιλ. καὶ καθ’ ὁδὸν 36 χιλ. κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας τὴν τελευταίαν ἡμέραν τῆς ἀποχωρήσεως ἡμῶν ἀπὸ τοῦ ὑπουργείου ἐλάβομεν· ὥστε τὸ ποσὸν τῶν χρημάτων σχεδὸν εἶναι τὸ αὐτό. Ὑπῆρχον λοιπὸν εἰς τὰ ταμεῖα τότε 210,000, ὠφείλοντο δὲ 2,700,000· ὑπάρχουν ἤδη εἰς τὰ ταμεῖα 190,000 περίπου δραχμῶν, ἀλλὰ πράγματι θέλουσιν ἴσως ὑπάρχει καὶ 500,000 δρ. καὶ 1,000,000 εἰς τὸ τέλος τοῦ μηνὸς, καθὼς τέλος τοῦ μηνὸς ἦτο ὅτε παρέλαβε τὸ ὑπουργεῖον ἀπὸ τὸν κ. Δεληγεώργην ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος. Αἱ πληροφορίαι λοιπὸν αἱ δοθεῖσαί εἰσιν ἀτελεῖς, ἀφορῶσιν εἰς τὸ ἥμισυ τοῦ μηνὸς, καὶ ἐνῷ τὰ χρήματα δὲν παρεδόθησαν ἀκόμη εἰς τὰ ταμεῖα· καὶ μ’ ὅλα ταῦτα παραδέχομαι τὰς πληροφορίας τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ, καὶ λέγω, ἔστω· πραγματικῶς σήμερον μὲν χρηματικὸν ὑπάρχει 200,000 περίπου, καὶ ὀφείλονται 2,000,000, εἰς δὲ τὸ 1873 ὑπῆρχον 210,000 καὶ ὠφείλοντο 2,700,000. Ἀλλὰ τῷ 1873 δὲν εἶχεν ἐλαττωθῆ ὁ φόρος κατὰ 1%. Τὴν ἐλάττωσιν ἔφερε τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κ. Βούλγαρη καὶ συνεπῶς ἠλαττώθησαν αἱ εἰσπράξεις τοῦ δημοσίου κατὰ 1,000,000. Τῷ 1873 δὲν εἶχε καταργηθῆ ὁ νόμος περὶ ἐλαττώσεως τῶν μισθῶν τῶν ὑπαλλήλων, ὅστις προσέθηκεν εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ δημοσίου 700,000· κατὰ τὸ 1873 εἰσεπράχθησαν ἀπὸ τὴν σμύριδα 600,000· τὴν τύχην δὲ τῆς σμύριδος τὴν γνωρίζετε καὶ εἶναι τοιαύτη, διότι κατὰ δυστυχίαν ἐστηρίχθητε καὶ πάλιν εἰς πληροφορίας πλαγίας καὶ ψευδεῖς. Κατὰ τὸ 1873 εἰσεπράξατε ἀπὸ τὸ Λαύριον 700,000 δραχμῶν. Τὸ Λαύριον ὅμως ἀπωλέσθη. Κατὰ τῷ 1876 ὅμως τὸ δημόσιον κατέβαλεν 1,600,000 δραχ. πρὸς ἀγορὰν ὅπλων, τὰς ὁποίας σεῖς δὲν ἐξωδεύσατε. Τῷ 1876 στερεῖται τὰς εἰσπράξεις τοῦ τελωνείου Ζακύνθου περὶ τὰς 600 χιλ. δραχ., διότι κρατοῦνται, ἵνα καλυφθῇ ὁ τόκος καὶ τὸ χρεωλύσιον τοῦ δανείου τῶν 10,000,000. Εἰς τὸ 1876 προσετέθη ἀκόμη καὶ ἡ αὔξησις τῶν πρὸς τοὺς συνταξιούχους πληρονομένων, καὶ μολονότι τὸ 1876 ἐστερήθη τόσων εἰσπράξεων καὶ ἐπεβαρύνθη μὲ τόσα ἔξοδα, ἀναβαίνοντα ὅλα εἰς πέντε περιπλέον ἑκατομμύρια, μ’ ὅλα ταῦτα τὸ ἀποτέλεσμα δὲν εἶναι χειρότερον τοῦ ἀποτελέσματος, τὸ ὁποῖον ὁ κύριος πρωθυπουργὸς παρουσίασε τὸ 1873. Καὶ λέγων ταῦτα, κύριοι, δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ μεμφθῶ οὐδένα, δὲν θέλω νὰ δώσω ἐπιχειρήματα οὔτε πρὸς μομφὴν οὔτε πρὸς συκοφαντίαν, ὅπως ἴσως ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ, χωρὶς αὐτὸς νὰ τὸ θέλῃ, δύναται νὰ ἔδωκε. Τὰ λέγω διὰ ν’ ἀποδείξω ὅτι τοιαύτη εἶναι ἡ κατάστασις τῶν οἰκονομικῶν τῆς Ἑλλάδος· ὑπάρχουν μῆνες ἄγονοι, κατὰ τοὺς ὁποίους τὰ ἔσοδα δὲν ἐπαρκοῦν νὰ καλύψωσι τὰ ἔξοδα, καὶ εἶναι ἠναγκασμένα ὅλα τὰ ὑπουργεῖα νὰ καταφεύγουν εἰς προσωρινὰ δάνεια. Ἵνα γνωρίσητε ὅμως πλήρη τὴν κατάστασιν τοῦ 1873, προσθέτω ὅτι τὸ ὑπουργεῖον ἀποχωροῦν ἀφῆκε τοιαῦτα ἐν γένει τὰ οἰκονομικὰ, ὥστε, ἐνῷ αὐτὸ τὸ ἴδιον ὑπουργεῖον ἐπραγματοποίησε δάνειον 1,600,000, τὸ κατόπιν αὐτοῦ ἵνα ζήσῃ μέχρι τῆς 4 Ἰουλίου ἠναγκάσθη νὰ δανεισθῇ 5,000,000. Τοιαύτη ἦτο ἡ οἰκονομικὴ διαχείρισις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Ἑπομένως τὸ ὅλον τῶν δανείων ἀνέβη μέχρι τοῦ Ἰουνίου εἰς 8,000,000. Δὲν εἶχον λοιπὸν οἱ κύριοι δίκαιον νὰ ἐκθέσουν τὰ πράγματα, ὅπως τὰ ἐξέθεσαν, διότι ἐκθέτοντες αὐτὰ ἐσφαλμένως καὶ μονομερῶς, μὴ συνδέοντες δὲ αὐτὰ μὲ τὴν ἐν γένει κατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν τῆς Ἑλλάδος καὶ μὲ τὴν ἱστορίαν αὐτῶν ἐνσπείρουν ἐσφαλμένας ἰδέας καὶ δίδουν χώραν εἰς ἀδίκους κακολογίας. Κύριοι, ὅταν ἡμεῖς σᾶς ὑπεβάλομεν τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔχετε ὑπ’ ὄψιν καὶ τὸ σύστημά μας, σᾶς ὑπεβάλομεν αὐτὸ πλῆρες, εἴχομεν ὑπ’ ὄψιν ἔκτοτε τὴν κατάστασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἴχομεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰς ἀνάγκας τὰς νέας, τὰς σπουδαίας, τὰς οὐσιώδεις τῶν προπαρασκευῶν, καὶ κατὰ συνέπειαν συνετάξαμεν ἓν σύστημα ἀνταποκρινόμενον καὶ εἰς τὰς δύω αὐτὰς ἀνάγκας διακεκριμένως. Κατὰ δυστυχίαν, κύριοι, μοὶ συνέβη ὁσάκις ἐσχάτως ἦλθον εἰς τὰ πράγματα νὰ εὑρίσκωμαι ἀπέναντι τῶν οἰκονομικῶν τούτων δυσκολιῶν. Κατὰ τὸ 1867 εὑρέθημεν εἰς τὴν ἰδίαν δυσκολίαν μετὰ τοῦ κ. Τρικούπη, συνυπουργοῦ τότε· τὸ ἔλλειμα ὑπῆρχε μέγιστον· ἀνελάβομεν καὶ τότε τὴν μεγάλην εὐθύνην νὰ ἐπιβάλωμεν φόρους, καὶ ἐπεβάλαμεν φόρους καὶ ἐκαλύψαμεν τὸ μέγα ἐκεῖνο ἔλλειμμα. Ὅλοι μεθ’ ἡμᾶς ὠφελήθησαν ἀπὸ τὴν πρᾶξίν μας ἐκείνην, τὰ οἰκονομικὰ ὠρθοπόδησαν, καὶ μολαταῦτα ἡμεῖς ὑπέστημεν ὅλας τὰς κακὰς συνεπείας· κατεδιώχθημεν, ὑβρίσθημεν καὶ ἐσυκοφαντήθημεν διὰ τὴν πρᾶξιν ἐκείνην, χάριν τῆς ὁποίας ὅμως τὰ οἰκονομικά μας σήμερον δὲν εὑρίσκονται κατεστρεμμένα. Τὸ 1871 εὑρέθημεν εἰς τὴν ἰδίαν θέσιν· ἐνομίσαμεν τότε ὅτι δὲν ἦτο ἀνάγκη ἐπιβολῆς νέων φόρων· ἐλάβομεν μέτρα ἄλλα καὶ τὸ ἀποτέλεσμα ὑπῆρξεν ὅτι ἡ οἰκονομικὴ διαχείρισις καὶ ἡ χρῆσις τοῦ ἔτους ἐκείνου δὲν ἄφησεν ἔλλειμμα. Ζητεῖται ἂν καὶ σήμερον, ἄνευ φόρων, δὲν εἰμποροῦμεν νὰ καλύψωμεν τὸ ἔλλειμμα. Τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1873 ἀνέβη εἰς 1,200,000, ἐνῷ δὲν ὑπῆρχον αἱ ἐλαττώσεις εἰς τὰ ἔξοδα, περὶ ὧν ἐποιησάμην λόγον· ἐὰν τὸ 1876 δὲν ἐξωδεύαμεν τὸ 1,600,000 δι’ ἀγορὰν ὅπλων καὶ τὰ χρήματα αὐτὰ ἔμενον εἰς τὸ ταμεῖον, ἐὰν τὸ αὐτὸ ἔτος ἠθέλομεν δυνηθῆ νὰ εἰσπράξωμεν τὸ ἀντίτιμον τῆς σμύριδος κλπ. ὡς ἐῤῥέθη, ἠδυνάμεθα νὰ μὴν ἔχωμεν ἔλλειμμα. Πρὸς δὲ ἐσκέφθημεν, ἐνῷ τὸ ἔλλειμμα ἀναβαίνει, ἂς παραδεχθῶμεν, εἰς 3,000,000, καθυστεροῦνται δὲ κατ’ ἔτος 3 ἑκατομμύρια, ἐὰν τὰ καθυστεροῦντα αὐτὰ ἐλαττωθῶσι κατὰ τὸ ἥμισυ, καὶ αἱ εἰσπράξεις ἐκ τῆς ἐκποιήσεως τῶν φυτειῶν καὶ γαιῶν ἀναβιβασθοῦν ἀντὶ 1 καὶ ½ ἑκατομμυρίου εἰς τὸ ἀληθὲς ποσὸν, εἰς 3 ἑκατομμύρια, τὸ ὁποῖον θέλει γίνει, ἐὰν αἱ ἐκτιμήσεις ἐγκαίρως καὶ ταχέως ἤθελον πραγματοποιηθῆ, δὲν ἠθέλομεν τότε ἔχει ἔλλειμμα· τοιουτοτρόπως τακτοποιοῦντες τὴν ὑπηρεσίαν καὶ ἀποφεύγοντες τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ὡς ἔκτακτα δὲν ἐπαναλαμβάνονται, ἠθέλομεν φέρει τὴν ἰσοῤῥοπίαν εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Τὰς σκέψεις μας αὐτὰς ἔμενεν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐξετάσῃ, καὶ ἐὰν εὕρισκεν αὐτὰς ὀρθὰς νὰ τὰς παραδεχθῇ· τὰ μέτρα μας ὑπεβάλομεν ἐνώπιόν σας· λοιπὸν ἡμεῖς ἐσκέφθημεν περὶ τοῦ ἐλλείμματος καὶ ἐπροτείναμεν ῥιζικὰ μέτρα τότε. Δὲν ἔχουν δὲ δίκαιον λέγοντες ὅτι τὴν κατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν μας δὲν ἐφροντίσαμεν νὰ ἀνορθώσωμεν, καὶ ἑπομένως ὅτι οἱ φόροι, τοὺς ὁποίους προετείναμεν, δὲν θὰ ἐπαρκέσουν νὰ καλύψουν οὔτε τὰ ἐλλείμματα, καὶ ὄχι ν’ ἀνταποκριθοῦν εἰς τὰς ἐκτάκτους ἀνάγκας. Θὰ ἔχωσι δίκαιον μόνον ἐὰν ἀφήσωμεν τὰ πράγματα ὅπως ἔχουν, θὰ ἔχωσι δίκαιον, ἐὰν οὐδὲν λάβωμεν μέτρον, ἐὰν δὲν διορθώσωμεν τὴν ὑπηρεσίαν καὶ δὲν παραδεχθῆτε τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα σᾶς ὑπεβάλομεν, ἢ ἄλλα καταλληλότερα τυχόν. Ἐὰν ἀφήσητε βεβαίως τὰ πράγματα ὅπως ἔχουσιν ἤδη, δυσκόλως θέλει καλυφθῆ τὸ ἔλλειμμα, μολονότι ἐὰν ἐξετάσῃ τις τὴν ἱστορίαν τῆς παρελθούσας οἰκονομικῆς καταστάσεως, καὶ τοῦτο δύναται ν’ ἀμφισβητηθῇ, ἀρκεῖ νὰ διοικηθῇ καλῶς ὁ τόπος οἰκονομικῶς. Μᾶς ἠδίκησαν λοιπὸν, κύριοι, παρουσιάσαντες μονομερῶς καὶ μὴ ἀκριβῶς τὰ πράγματα καὶ δώσαντες εἰς τὸν κόσμον νὰ ὑποπτεύῃ ὅτι ἡμεῖς ἐγκαταλιπόντες τὴν ἐξουσίαν διεχειρίσθημεν χειρότερα ὅλων τὰ οἰκονομικὰ καὶ ὅτι ἀφίνομεν ἓν μέγα ἔλλειμμα, καὶ τὸ ἄφησε ἡ κακὴ διαχείρισις ἡμῶν οἵτινες δὲν εἴμεθα ἔνοχοι, οὔτε διότι ἠλαττώθησαν οἱ φόροι, οὔτε διότι ἀπωλέσθη τὸ Λαύριον, οὔτε διότι ἀπωλέσθη ἡ σμύρις, οὔτε διότι ηὐξήθησαν οἱ μισθοὶ τῶν ὑπαλλήλων, οὔτε διότι ἐγένοντο ἔκτακτα ἔξοδα. Κύριοι, ὑπεβάλομεν πρότασιν περὶ ἐντόκων γραμματίων· τὰ προσωρινὰ δάνεια εἶναι ἀναπόφευκτα ὄχι μόνον διὰ τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ διὰ πᾶν κράτος· συνήθως τὰ ἔξοδα δὲν ἀνταποκρίνονται πρὸς τὰ μηνιαῖα ἔσοδα, καὶ διὰ τοῦτο πάντοτε καὶ παντοῦ ὑπάρχουσι τὰ κινητὰ λεγόμενα χρέη. Ἀλλ’ ἡμεῖς ἐπροτιμῶμεν μᾶλλον τὰ προσωρινὰ δάνεια τῶν ἐντόκων γραμματίων, διότι τὰ προσωρινὰ δάνεια συνεπιφέρουν καὶ τὰς ἐνοχλήσεις τῆς ὑποχρεώσεως τῆς πληρωμῆς, ἐνῷ τὰ γραμμάτια μεταβιβάζονται εἰς τὰ πάγια χρέη, ὄχι μὲν νόμῳ, πράγματι ὅμως. Δι’ αὐτὸ, κύριοι, ἀνεβάλομεν ὅσον τὸ δυνατὸν νὰ ζητήσωμεν ἀπὸ τὴν Βουλὴν τὴν ἄδειαν ὥστε νὰ αὐξήσωμεν τὰ γραμμάτια, μέχρις οὗ ἀπηλπίσθημεν ἐκ μέρους τῆς Τραπέζης τοῦ νὰ μᾶς δανείσῃ. Παρεκαλέσαμεν τὴν Τράπεζαν νὰ μᾶς δανείσῃ προσωρινῶς, ἀλλ’ ἡ Τράπεζα ἠρνήθη, μάλιστα τὴν στιγμὴν τῆς παραιτήσεώς μας δὲν ἤθελε ποσῶς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν αἴτησίν μας. Εἰς τὴν ἀνάγκην αὐτὴν εὑρεθέντες καὶ ἀπελπισθέντες ὑπεβάλομεν τὸν νόμον. Ἐάν, κύριοι, οἱ διάδοχοι ὑπῆρξαν ἡμῶν εὐτυχέστεροι, τοὺς συγχαίρω, ἀλλὰ διὰ τοῦτο ἴσως δὲν εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ βιασθῶσι· τοὺς συγχαίρω, διότι ᾠκονόμησαν προσωρινήν τινα δυσκολίαν, ὅπως συνεχάρην καὶ τὸν κ. Νικολόπουλον, τοῦ ὁποίου ἡ Τράπεζα παρεδέχθη τὰς περὶ μεταβολῆς τῶν χρεῶν προτάσεις, ἐνῷ εἰς ἡμᾶς τὸ εἶχεν ἀρνηθῆ. Ὠφέλησε τοιουτοτρόπως βεβαίως ἡ Τράπεζα διευκολύνασα τὴν Κυβέρνησιν τοῦ τόπου, καὶ ἐγὼ συγχαίρω ἐκ καρδίας καὶ τοὺς διαδόχους καὶ τὴν Τράπεζαν, ἀποβλέπων μόνον εἰς τὸ γιγνόμενον καλόν. Μετὰ τοῦτο δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ εἴπωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀφοῦ ἤδη δὲν βιάζεται, διότι τὰς κατεπειγούσας ἀνάγκας τὰς ἐξοικονομεῖς, ἀφοῦ τὰ γραμμάτια περὶ τῶν ὁποίων πρόκειται, δὲν σκοποῦν νὰ καλύψουν τὸ ἔλλειμμα, δὲν εἶναι πόρος, ἔσοδον τακτικὸν καὶ διαρκές, ἀλλὰ μέσον λαμβανόμενον πρὸς θεραπείαν προσωρινῆς ἀνάγκης, ὅτι δι’ αὐτοῦ τοῦ συστήματος ἐξακολουθοῦμεν νὰ ζῶμεν μέν, θεραπεύομεν δὲ τὰς προσωρινὰς ἀνάγκας καὶ οὐχὶ τὰ οἰκονομικά μας, ὅτι ἐὰν ἐξακολουθήσωμεν αὐτὸ τὸ σύστημα, τὸ ἑπόμενον ἔτος εἰς τὴν ἰδίαν καὶ χείρονα θέλομεν εὑρεθῆ θέσιν, εἰς τὰς ἰδίας ἀνάγκας καὶ μὲ περισσότερα βάρη· δὲν εἴχομεν, ἐπαναλαμβάνω, τὸ δικαίωμα νὰ εἴπωμεν εἰς τὴν κυβέρνησιν μὴ σπεύδεις; δεῖξόν μας πρῶτον πῶς θὰ καλύψῃς τὸ ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι αὐτὸ εἶναι τὸ οὐσιῶδες, δέχεσαι τὸ σύστημα τὸ ὑπάρχον ἡμῶν ἢ ὄχι; Ἔχεις ἕτοιμον τὸ ἰδικόν σου, μὲ τὸ ὁποῖον νομίζεις ὅτι θὰ καλύψῃς τὸ ἔλλειμα; παρουσίασέ το, διότι ὅ,τι μᾶς ζητεῖς μεμονωμένον, αὐτὸ εἶναι προσωρινὴ θεραπεία χειροτερεύουσα τὴν κατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν, εἶναι μέσον, ἵνα ζήσῃς ὡς Κυβέρνησις ἡμερούσιον βίον, δὲν εἶναι ῥιζικὴ θεραπεία τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεώς μας. Ἠδυνάμην, κύριοι, αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ἐγὼ βεβαίως δὲν τὸ πράττω· ἠδυνάμην ἀκόμη νὰ ὑποβάλω καὶ ἄλλην παρατήρησιν σπουδαιοτάτην. Μέχρι τοῦδε ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς ἢ ἡ παμψηφία τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία ἀνταποκρίνεται πρὸς τὴν παμψηφίαν τοῦ ἔθνους, ἀκολουθεῖ καὶ ἐδέχετο τὸ σύστημα τῆς προπαρασκευῆς τοῦ τόπου. Αἱ προπαρασκευαὶ τοῦ τόπου ἐκτὸς τῶν σπουδαίων λόγων καὶ μεγάλων, οἱ ὁποῖοι πολλάκις ἀνεπτύχθησαν, ἐκτὸς τῶν κυρίων αἰτιῶν, ἐκτὸς τῶν οὐσιωδῶν ἀναγκῶν, αἱ ὁποῖαι πολλάκις ἐξηγήθησαν, εἶναι ἀναγκαῖαι προσέτι, καὶ διότι μικρὸν ἔθνος, μόνον ἐν ἑαυτῷ περιοριζόμενον καὶ εἰς τὰς ἀνάγκας του τὰς ἐσωτερικάς, καταντᾷ ἔθνος ἄνευ γενναίων ἰδεῶν, ἄνευ ὑψηλῶν αἰσθημάτων. Ἐπιθυμῶ, κύριοι, ἡ ἰδέα καὶ ἡ ἀρχὴ τῆς προπαρασκευῆς νὰ καθιερωθῇ, νὰ γίνῃ πρᾶγμα καὶ νὰ ὑπάρξῃ εἰς τὸ ἔθνος, οὐχὶ ὡς ἀρχὴ θεωρητικῶς μόνον· δι’ αὐτῆς θέλομεν ἀναμιμνήσκεσθαι τὰ οὐσιώδη καθήκοντα ἡμῶν καὶ ἐνθυμεῖσθαι τὴν ἀποστολὴν μας, νὰ μὴ ζῶμεν δὲ ἠθικῶς καὶ διανοητικῶς μόνον ἐντὸς τῶν στενῶν ὁρίων, εἰς τὰ ὁποῖα ἡ ἀδικία μᾶς περιώρισε, διότι οὕτω θέλομεν σμικρυνθῆ καὶ θέλουσι μεγαλυνθῆ μόνον αἱ μικραὶ ἀνάγκαι καὶ τὰ ἐλαττώματα. Ἂν τὸ ἔθνος συνδεθῇ δι’ ὑψηλοτέρων αἰσθημάτων μὲ τὴν μεγάλην τοῦ κόσμου οἰκογένειαν, τότε θὰ προσπαθήσῃ νὰ συμορφωθῇ πρὸς αὐτήν, θὰ προσέχῃ εἰς τὰς ἐμπνεύσεις, καὶ καθὸ προωδευμένην θὰ τὴν ἀκολουθῇ καὶ θὰ προάγηται βελτιούμενον. Ἰδοὺ διὰ ποῖον ὕψιστον λόγον νομίζω ἀναγκαῖον ἀκόμη νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον παρεδέχθημεν· ἕνεκα τούτου πρὶν τελειώσωμεν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐρωτήσωμεν τὸ ὑπουργεῖον, δέχεσαι τὴν πολιτικὴν ταύτην, τὴν πολιτικὴν τῶν προπαρασκευῶν, καὶ τὴν δέχεσαι σπουδαίως, καὶ τὴν δέχεσαι πράγματι; Τὸ ἔθνος καὶ ὁ κόσμος γνωρίζει μέχρι τοῦδε, ὅτι ἡ πολιτικὴ αὐτὴ εἶναι ἡ πολιτικὴ τοῦ ἔθνους, δέχεται αὐτὴν ἢ οὐχί; Καὶ βεβαίως, κύριοι, δὲν εἶναι ὀρθὸν ἡ Βουλὴ νὰ ἀπέλθῃ χωρὶς νὰ ἔχῃ τὴν πληροφορίαν ταύτην, διὰ τοῦτο ἀναγκαζόμεθα νὰ κάμωμεν τὴν παρατήρησιν αὐτήν. Αἱ ἡμέραι, κύριοι, ἡμῶν εἰσιν ὀλίγαι, διότι ὁ βίος μας τελειοῦται κατὰ νόμον ταχέως καὶ θέλει τελειώσει, χωρὶς νὰ δυνηθῶμεν τίποτε νὰ πράξωμεν, καὶ θέλει τελειώσει μὲ λόγους, οὐχὶ μὲ πράξεις σπουδαίας. Λέγω, κύριοι, μετὰ θάῤῥους ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔπρεπε νὰ τελειώσῃ χωρὶς νὰ τελειώσῃ καὶ τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα ἔχει ὑπ’ ὄψιν της, καὶ ἂν ἐντὸς τῆς προθεσμίας ταύτης δὲν ἤθελε δυνηθῆ ἡ Βουλὴ νὰ τὸ πράξῃ, τότε σκοπὸν εἴχομεν ἡμεῖς νὰ παρακαλέσωμεν τὸν Βασιλέα, νὰ συνεχίσῃ τὴν ζωὴν αὐτῆς καὶ μετὰ τὸ Πάσχα. Κύριοι, νομίζομεν ἡμεῖς ὅτι ἀναπόφευκτος ἀνάγκη ἦτο νὰ ἦναι ἡ Βουλὴ ἐνταῦθα, ἵνα λύσῃ αὐτὰ τὰ δύω μεγάλα ζητήματα, τὸ ζήτημα τὸ οἰκονομικὸν καὶ τὸ ζήτημα τῶν ἐθνικῶν προπαρασκευῶν. Ἴσως, κύριοι, αὐτὰ δὲν εἶναι ἐντὸς τῶν σχεδίων τοῦ ὑπουργείου, καὶ ἐγὼ δὲν ἔχω σκοπὸν ἤδη νὰ τὸ ἐξαναγκάσω. Εἶχον ὅμως τὸ δικαίωμα νὰ ἀπευθύνω τὴν ἐρώτησιν πρὶν συζητήσωμεν τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον μᾶς ὑπέβαλε καὶ τὸν ὁποῖον θέλω ψηφοφορήσει.

§3ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (πρωθυπουργός). Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσσήνης ἐνόμισεν, ὅτι ἦλθεν ἀμέσως ἡ κατάλληλος ὥρα νὰ προπαρασκευάσῃ τὸν πολιτικὸν σκοπὸν, ὃν εἶχεν ὑπ’ ὄψιν ὅτε ἡ Βουλὴ ἀφῄρει παρ’ αὐτοῦ τὴν ἐμπιστοσύνην της. Ἀλλ’ ἔπρεπε ν’ ἀποταθῇ πρὸς τοῦτο πρὸς ἄλλους ἀντιπροσώπους καὶ οὐχὶ εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι κατὰ δύω συνόδους ματαίως τὸν ἤκουον λέγοντα τοὺς σκοπούς του, διότι εἶδον τὰ ἔργα διὰ τῶν ὁποίων ἐπροθυμοποιήθη νὰ τοὺς ἐκτελέσῃ. Αὐτοὶ οἱ ἀντιπρόσωποι δὲν ἔχουν ἀνάγκην νὰ μάθωσι παρ’ αὐτοῦ ὁποία εἶναι ἡ ἀρίστη πολιτικὴ, καὶ ὁποῖα εἶναι τὰ καθήκοντα τῆς Κυβερνήσεως ὅπως φθάσῃ εἰς τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἠκούσατε πρὸ μικροῦ ἀπὸ τὸν προαγορεύσαντα. Παρῆλθεν ἓν ἔτος καθ’ ὃ κυβερνῶν τὸ Κράτος, δὲν ἐνθυμήθη καμμίαν ἐκ τῶν ἰδεῶν, τὰς ὁποίας κατὰ τὴν παροῦσαν σύνοδον ἐπαρουσίασε· παρῆλθον δὲ καὶ πέντε ἄλλοι μῆνες εἰς μάτην, διότι πρὸς ἐκτέλεσιν αὐτῶν τίποτε δὲν ἔπραξεν, οὐ μόνον κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν παροῦσαν· κατεδίκασε δὲ τὴν Ἑλλάδα νὰ μένῃ ἐν ἀπραξίᾳ καὶ ὕπνῳ καὶ νὰ ἀναμένῃ ἐκ τῶν ἐχόντων ἴδια συμφέροντα ἐν τῇ Ἀνατολῇ νὰ δημιουργήσωσι τῇ Ἑλλάδι παρὸν καὶ μέλλον. Καὶ οὐ μόνον τοῦτο ἐφρόντισεν, ἀλλὰ καὶ τοσαύτην ἀψηφησίαν ἔδειξεν, ὥστε οὐδόλως ἐπρόβλεψεν ὅτι ὁ μέλλων χρόνος ἐδύνατο νὰ διαψεύσῃ τὴν εὔελπιν πολιτικὴν του ταύτην, καὶ διὰ τοῦτο οὐδεμίαν ἐποιήσατο πρόβλεψιν· ὁ δὲ χρόνος τάχιστα ἀπέδειξε τὴν πολιτικὴν ἐκείνην εὐτελῆ καὶ ἀνάρμοστον εἰς τὴν Ἑλλάδα· (χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου καὶ φωναὶ εὖγε! εὖγε!)

§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἐκκενωθῶσιν ἀμέσως τὰ ἀκροατήρια (θόρυβος.)

§5Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ κενωθῶσι τὰ ἀκροατήρια καὶ νὰ ἐμποδισθῶσιν ἀπὸ τοῦ νὰ κάμωσιν ἐπιδείξεις, διότι φρονῶ, ὅτι εἰς τὰς τάξεις τῆς Βουλῆς δὲν ὑπάρχει ἄνθρωπος τόσον ποταπὸς, ὅστις νὰ ἐπηρεασθῇ ἀπὸ αὐτὰ τὰ πράγματα.

§6ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν εἶμαι σύμφωνος μὲ ὅσα εἶπεν ὁ προαγορεύσας· ἐὰν πράγματι ἡ Βουλὴ ἀντιπροσωπεύῃ τὸ μεγαλεῖον τοῦ ἔθνους, ἔχει πολὺ περισσότερον δικαίωμα νὰ ἀπαιτήσῃ τὸν σεβασμὸν τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς ἀπὸ ἐκείνους εἰς τοὺς ὁποίους ἐπιτρέπει νὰ κάθηνται εἰς τὰ ἀκροατήρια· πρέπει νὰ ἐννοήσωμεν νὰ πειθώμεθα εἰς τὴν τάξιν, νὰ ὑπακούωμεν εἰς τὸ κράτος τῶν νόμων, ὁ δὲ σεβασμὸς πρὸς τοὺς νόμους πρέπει νὰ ἀναχωρῇ ἀπὸ αὐτὸν τὸν περίβολον· ἄλλως, ξεσχίσατε τοὺς νόμους καὶ τὸ Σύνταγμα, ὅταν αὐτὸς ὁ τόπος βεβηλοῦται διὰ τῆς καταπιέσεως καὶ τῆς παραβιάσεως τῶν νόμων.

§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰς ἑτέραν συνεδρίασιν ἔδωκε τὸ δικαίωμα εἰς τὸν πρόεδρον νὰ ἐκκενώνῃ τὰ ἀκροατήρια, ὅταν γίνεται θόρυβος· τοῦτο διέταξα ἤδη.

§8ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐδήλωσε τὴν πολιτικὴν τὴν ὁποίαν δηλώνει ἤδη ὁ ἀξιότιμος πρώην πρωθυπουργός. Δὲν μᾶς εἶπεν ὅτι διὰ νὰ καθέξῃ ἡ Ἑλλὰς τὴν προσήκουσαν θέσιν ἐν τῇ Ἀνατολῇ, ὤφειλε νὰ σκεφθῇ περὶ τῶν ἰδίων δυνάμεων καὶ εἰς αὐτὰς νὰ ἀναθέσῃ τὰς ἐλπίδας της. Δὲν ἐζήτησε παρ’ ἡμῶν θυσίας, δὲν μᾶς ἀπησχόλησε μὲ νόμον πρὸς ὀργανισμὸν καὶ αὔξησιν τῶν δυνάμεων τῆς Ἐπικρατείας. Δὲν ἔφερεν ἐνώπιόν μας οὐδεμίαν ὀργάνωσιν στρατιωτικῆς παρασκευῆς, τὸ δὲ χείριστον πάντων ἀπώλεσε πολύτιμον χρόνον καὶ ἠλάττωσε τὰ μέσα πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς πολιτικῆς τὴν ὁποίαν ἤδη κηρύττει. Ἐπανέλαβε σήμερον πολλάκις, ὅτι ἔχει ἐνώπιόν μας νόμον περὶ στρατολογίας, ὅστις ἐψηφίσθη καὶ εἶναι κατεπείγων (θόρυβος ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις.)

§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἐπὶ ἓν τέταρτον ἡ συνεδρίασις, ὅπως ἐκκενωθῶσι τὰ ἀκροατήρια. (Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις).

§10ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πολλάκις σήμερον ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Μεσσήνης ἐπανέλαβε καυχώμενος, ὅτι παρεσκεύασε νόμον περὶ στρατολογίας, συντελοῦντα πρὸς τὸν μέγαν σκοπὸν, καὶ ἐθαύμασε μάλιστα διατί ὁ κύριος πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐτόλμησε νὰ μὴ κατατάξῃ πρῶτον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τὸ περιφανὲς αὐτὸ ἔργον. Καὶ οἱ ἀκούοντες καὶ μὴ σπουδάσαντες τὸν νόμον αὐτὸν ἠδύναντο νὰ ἐκλάβουν, μανθάνοντες ἀπὸ τόσον σοβαρὸν πρόσωπον, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς ἔχει σχέσιν μὲ τὰς παρασκευὰς, νὰ ἐκλάβωσι, λέγω, ὅτι τῳόντι ὑπῆρχε σχέσις μεταξὺ τῶν παρασκευῶν καὶ τοῦ νόμου ἐκείνου, οὗ ἡ ἐκτέλεσις πρόκειται ν’ ἀρχίσῃ τὴν 1ην Ἰαννουαρίου 1878, καὶ τοῦ ὁποίου οἱ στρατολογικοὶ κατάλογοι, ἂν σταθῇ δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῶσιν ἀκριβῶς πᾶσαι αἱ προθεσμίαι, θέλουσι τελειώσει τὴν δεκάτην πέμπτην Μαΐου 1878. Νόμος ὁ ὁποῖος καὶ ἂν δυνηθῇ νὰ στρατολογήσῃ, ὡς εἶναι κατεσκευασμένος, τὸ ἓν τρίτον τοῦ στρατοῦ τὸν ὁποῖον ὑποθέτει, θέλει τὸ κατορθώσει μετὰ ἓν καὶ ἥμισυ ἔτος καὶ θέλει δυνηθῆ νὰ φέρῃ καρποὺς, ἀλλὰ καρποὺς κατὰ τὴν γνώμην μου ἐλεεινοὺς, ἀφοῦ διέλθωσι τὴν στρατιωτικὴν θητείαν οἱ κληροῦχοι καὶ ἀρχίσουν νὰ μεταβαίνουν εἰς τὴν ἐφεδρείαν, δηλαδὴ κατὰ τὸ 1880· νόμος, ὁ ὁποῖος οὕτω πως κατεσκευάσθη ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν παντάπασι νὰ ἐκτελεσθῇ οὐδὲ νὰ φέρῃ ἀποτέλεσμα κρεῖττον τοῦ παρὰ πάντων καταδικασθέντος παλαιοῦ, ὃν ἔχομεν ἀπὸ τὸν καιρὸν τῆς Ἀντιβασιλείας.

§11ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε πρόεδρε, τὸν λόγον.

§12ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀλλ’ οὐ μόνον καθὼς σᾶς εἶπον πρὶν, καθ’ ὅλον τὸ διάστημα καθ’ ὃ ἐδιοίκησε τὴν Ἑλλάδα ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἐν μέσῳ τοῦ κλύδωνος τῆς Ἀνατολῆς, ὅτε ἠδύνατο νὰ μεταχειρισθῇ ἐπ’ ὠφελείᾳ τῆς πατρίδος τὴν ἠθικὴν αὐτῆς δύναμιν καὶ συνάμα ν’ αὐξήσῃ τὴν στρατιωτικὴν παρασκευὴν τῆς ἐπικρατείας, οὐ μόνον, λέγω, καθ’ ὅλον τὸ διάστημα αὐτὸ ἔμεινεν ἀκίνητος καὶ οὐδὲν ἔπραξε πλὴν μόνης τῆς ἐπαιτίας, ἣν ἐπιμελῶς περιέφερε δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ, ἀλλ’ οὔτε κἂν παρεσκεύασε τίποτε. Ὑποθέτω, ὅτι τὸ Κοινοβούλιον ἤθελεν ἔχει τὴν καλὴν διάθεσιν νὰ χορηγήσῃ εἰς αὐτὸν 100,000,000· ἐρωτῶ, τί ἤθελε τὰ κάμει; εἰς τί ἤθελε τὰ μεταχειρισθῆ σύμφωνα πρὸς τὸν σκοπόν; ὁποῖα τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα παρουσίασεν ἀποδεικνύοντα τὸν ὀργανισμὸν τῆς ἰδέας του; Δὲν θὰ εἶχέ τι νὰ κάμῃ τὰ χρήματα αὐτὰ, διότι οὐδὲν σχέδιον μᾶς ὑπέβαλεν, ἐνῷ οὐδὲν ἠδύνατο ἄνευ τῆς ἀδείας μας. Παρουσίασε νόμον, τὸν ὁποῖον ἀπεφάσισεν ἐπὶ τέλους ἡ Βουλὴ νὰ τῷ παραχωρήσῃ, νόμον εἰς τὸν ὁποῖον οὐδὲν ἄλλο ἐλέγετο εἰμὴ, ὅτι πάντες οἱ Ἕλληνες χειροτονοῦνται στρατιῶται, καὶ ἐνόμισεν ὅτι μὲ τοῦτον κατώρθωσε παρασκευάς! Πάντες οἱ Ἕλληνες χειροτονοῦνται στρατιῶται ὑπὸ τὴν ὁδηγίαν ὑπαξιωματικῶν καὶ ἀξιωματικῶν, τῶν μαθητῶν τῶν ἑλληνικῶν σχολείων καὶ τῶν γυμνασίων, τῶν ἀποστράτων καὶ τῶν συνταξιούχων, τῶν μὴ εἰδότων τὴν τέχνην τοῦ πολέμου, ἢ μὴ δυναμένων νὰ σταθῶσιν ὄρθιοι εἰς τοὺς πόδας των. Ἀλλὰ καὶ εἰς αὐτὸν τὸν ἐλεεινὸν νόμον ὁποίαν ὤθησιν ἔδωκε; τί δυνάμει αὐτοῦ κατώρθωσε; τί ἔπραξε μέχρι τοῦδε; ὠργάνωσε καμμίαν δύναμιν, δὲν λέγω τῶν 200,000, δὲν λέγω τῶν 100, ἢ τῶν 30, ἢ τῶν 10, ἀλλ’ οὔτε ἑνὸς κἄν στρατιώτου! Ἐπὶ ἓν ἔτος καὶ πολλοὺς μῆνας ὑπῆρξεν εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἐνῷ ἡ Ἀνατολὴ ἐμάχετο περὶ τῶν δικαιωμάτων της, ὁ κ. Κουμουνδοῦρος καὶ οἱ συνάδελφοί του δὲν παρεσκεύασαν ἕνα στρατιώτην διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Ἑλλάδος, καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλ’ οὐδὲ σχέδιον ἐπαρουσίασεν εἰς τὴν Βουλὴν, τὸ ὁποῖον νὰ δυνηθῇ νὰ ἐκτελεσθῇ. Μετὰ μεγίστης δὲ τόλμης καὶ θάῤῥους, διὰ τὸ ὁποῖον τὸν συγχαίρω, διότι εἶναι ἀξιοθαύμαστος ἐπὶ τούτῳ, ἐπιτίθεται κατὰ τῶν ἄλλων, οἵτινες πάντοτε ἤλεγξαν αὐτὸν δι’ αὐτὰς τὰς ἐλλείψεις, δι’ ἃς ὁμιλῶ τὴν στιγμὴν αὐτήν. Εἶναι τῳόντι θάῤῥος ἀξιοζήλευτον, τὸ θάῤῥος τοῦ ἀνδρὸς, ὅστις ἐνῷ ὁ κίνδυνος εἶναι πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν, ἐνῷ τὰ συμφέροντα πάσχουσι δεινῶς ἐπὶ τόσον μακρὸν χρόνον, ἐνῷ οὐδεμίαν πρόνοιαν ἔλαβεν, αἰτιᾶται τῶν διαδόχων του ὅτι δὲν θέλουν ἐκτελέσει τίποτε, ἐνῷ αὐτὸς ἤθελε φέρει τὴν δόξαν, τὴν τιμὴν καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ κράτους εἰς ὕψιστον βαθμὸν ἐπιτυχίας. Διὰ τοῦτο εἶπον ὅτι εἶναι ἀσυγχώρητος, ὅτι θελήσας νὰ ὁμιλήσῃ τοιαύτην γλῶσσαν ἐξέλεξε τὸ Κοινοβούλιον τοῦτο, ἵνα τὸ πράξῃ. Τὸ Κοινοβούλιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον συνεργάζεται μετ’ αὐτοῦ, κατὰ τὸ παρελθὸν δ’ ἔτος συνειργάσθη ὡς ἄν ἦτο αὐτὸς ὁ ἴδιος καὶ ὡς ἄν πάντες ἦσαν συνυπεύθυνοι μετ’ αὐτοῦ, λίαν βραδέως καὶ μετὰ μακροτάτας συζητήσεις, εἶδεν ἐπὶ τέλους ὅτι ἡ μεγάλη ἰδέα τῶν παρασκευῶν ἐναυάγησεν ἐλεεινῶς· ἐχορήγησε δὲ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ προκατόχου μου μακροχρόνιον συνδρομὴν, ἑωσοῦ ἀνωτέρα βία, τὸ κοινὸν συμφέρον ἐξηνάγκασε τὴν πτῶσίν του, ἀφοῦ καὶ τοῦ Κοινοβουλίου οὐκ ὀλίγα ἤκουσε διὰ τὴν ἀποτυχίαν τῶν κοινῶν. Καὶ δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι τὸ Κοινοβούλιον αἰσθάνεται μεγίστην τύψιν διότι δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐκτελέσῃ τὸ ἔργον, ὅπερ ἀπέκειτο αὐτῷ εἰς τοιαύτας περιστάσεις. Ἄν δὲ ὑπάρχῃ τις παρηγορία, ἡ παρηγορία αὕτη λυπηρὰ μὲν ἀλλ’ ἀληθής εἶναι ὅτι αἴτιος ὑπῆρξεν ἄλλος, ὁ πρὸ μικροῦ καταβὰς τοῦ βήματος, ὅστις οὐ μόνον ἐπὶ μακρὸν χρόνον ἔμεινεν εἰς τὰ πράγματα, ἀλλὰ καὶ ἀκαταπαύστως ποθεῖ τὴν ἐξουσίαν καὶ δὲν δύναται νὰ ὑποφέρῃ πῶς τὴν θέσιν, ἣν αὐτὸς κατεῖχε, δύνανται ἄλλοι νὰ τὴν κατέχωσι. Καὶ ταῦτα ἐνῷ ἡ θέσις ἀνδρὸς προεδρεύοντος μιᾶς μειοψηφίας ἐν Βουλῇ, ἥτις δὲν δύναται νὰ συγκροτήσῃ πλειονοψηφίαν, ἦτο ἀρίστη· ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας φαίνεται ὅτι δὲν κατεσκευάσθη διὰ τοιαύτας περιστάσεις. Ἠδύνατο νὰ κλονίσῃ τὸ Κοινοβούλιον, παρουσιάζων ἐναντίον τῶν θορύβων αὐτοῦ τὸ κλέος τῶν πράξεών του καὶ λέγων εἰς αὐτὸ, ἀφοῦ οὕτως διῴκησα, ἀφοῦ τόσην πρόνοιαν ἔλαβον, ἀφοῦ τόσα ἔργα κατώρθωσα, ἀφοῦ δὲν δύνασαι νὰ μὲ ἀντικαταστήσῃς, τί ἀνησυχεῖς καὶ τυρβάζεις; Ἀλλὰ τὸν κύριον Κουμουνδοῦρον δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ῥίπτῃ ἀκαταπαύστως χωρὶς νὰ δύναται αὐτὸς νὰ ἔχῃ τοιαύτην ἀπολογίαν. Καὶ αὐτὴ ἡ προμήθεια, ἣν ἔκαμε περὶ ὅπλων, εἶναι κακὴ, διότι ἐνῷ ἔθνος μικρῶν δυνάμεων ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τὸν ἄριστον τῶν ὁπλισμῶν, ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἔδωσεν αὐτῷ τὸν κάκιστον καὶ ὑπὸ πάντων ἀποῤῥιφθέντα. Τί ἄλλο ἔργον παρουσίασε; Δώσατέ μοι σήμερον 100,000,000, τί θέλετε νὰ κάμω μὲ τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα ἔχω ἀπὸ τοὺς προκατόχους μου; εἴπατέ μοι. Ποῖον νόμον ἐφαρμόζων δύναμαι νὰ φθάσω εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, ὅπερ ὁ κύριος πρώην πρωθυπουργὸς εἶπε ὅτι εἶναι τὸ σκοπούμενον τοῦ Ἔθνους; Καυχᾶται ὅτι ἔχει ὅλους τοὺς Ἕλληνας ὁπλίτας δυνάμει τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ἔφερε καὶ ἐψηφίσατε· ἀλλ’ αὐτὸ εἴτε τὸ εἴπει εἴτε δὲν τὸ εἴπει ἐν ὥρᾳ ἀνάγκης ὑπάρχει ἀφ’ ἑαυτοῦ. Δὲν λέγεται ὅμως στρατὸς ὁ ἀδιοργάνιστος, ὁ ἀγύμναστος καὶ ἑπομένως ὁ ἄχρηστος· εἶναι χρήσιμος μόνον εἰς τὰς περιστάσεις τῆς ἀμύνης, εἰς ἃς ἐν ἄλλαις ἐποχαῖς εὑρέθησαν τὰ ἔθνη. Πρέπει νὰ μᾶς ἐκλαμβάνῃ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσσήνης ὡς πάντῃ ἀπόνους πρὸς τὸ συμφέρον τὸ δημόσιον, ὡς ἀψηφοῦντας τὴν πατρίδα, ἐὰν ἐνόμισεν ὅτι τοὺς φόρους, οὓς ἔφερε, ἦτο δυνατὸν μετ’ εὐσυνειδησίας νὰ ψηφίσωμεν διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοιούτων ἔργων. Οὐδεὶς βουλευτὴς πιστεύω θὰ εἶχε τὴν τόλμην νὰ παρουσιασθῇ ἐνώπιον τῶν ἐκλογέων του καὶ νὰ εἴπῃ, σὲ ἐπεβάρυνα μὲ νέους φόρους διὰ νὰ ἐκτελέσω τὰς νέας παρασκευάς· ποίας; ποίας; Περιμένω νὰ ἀκούσω ὅταν μὲ διαδεχθῇ, διότι ἐζήτησε τὸν λόγον, περιμένω νὰ ἀκούσω τοὺς λόγους, νὰ ἔλθῃ εἰς τὰ πράγματα· 85 νόμοι εἶναι εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἂς δείξῃ ἕνα ἐπὶ τοῦ ὁποίου νὰ δύναται ἡ Ἑλλὰς ν’ ἀναθέσῃ τὸν τιμήν της. Βλέπετε, κύριοι, ὅτι δὲν ὑπερασπίζω ἐμαυτόν, ἀλλὰ πάντα ὑπουργὸν, ὅστις ἤθελεν εὑρεθῇ εἰς κοινοβουλευτικὸν κίνδυνον εἰς ὃν ἴσως θέλω εὑρεθῆ, διότι ἀπὸ χθὲς εἶδον τὴν ἀγριότητα τῆς μερίδος τὴν ὁποίαν κινεῖ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, εἶδον ἀπὸ χθὲς θόρυβον, ὅστις ἐνδεικνύει ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐμπιστοσύνη πρὸς ἡμᾶς. Τὸ ἔργον λοιπὸν αὐτὸ τὸ ἐθνικὸν, ἡ εὐγενὴς αὐτὴ ἰδέα, ἡ ὁποία ἐμπαίζεται τόσον καιρὸν, αὕτη κεῖται πρὸς τὸ ποιῆσαι ἐνώπιόν μας, δὲν ἐποιήθη, ἀλλ’ οὐδὲ κἂν παρεσκευάσθη, οὔτε τὰ στοιχεῖα, οὔτε τὸ στέλεχος ὑπάρχει, ἀλλὰ κοσμογονία ἐνώπιόν σας πρόκειται σήμερον, τὴν δευτέραν πρὸ τῆς λήξεως τῆς συνόδου ἑβδομάδα. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις, καὶ μὲ αὐτὴν τὴν εὐθύνην θὰ φύγωμεν εἰς τὰς ἐπαρχίας μας, θὰ μείνουν δὲ μόνον λόγοι μεγάλοι καὶ φοβεροὶ, ἔχοντες ὅ,τι εὐγενὲς καὶ λαμπρὸν καὶ ὑψηλὸν, ἀλλ’ οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀνάρμοστοι νὰ διευθύνουν ἢ δικαιολογήσωσι Κοινοβούλια σοβαρά. Καὶ ἔχει τινὰ ἀφορμὴν ὁ πρώην πρωθυπουργὸς ἐκ τοῦ παρελθόντος; ἔλαβεν ἀφορμήν τινα ἐκ τῆς χθεσινῆς ὁμιλίας μου νὰ εἴπῃ ὅσα εἶπε σήμερον; ἰσχυρίσθην ποτὲ ἐγὼ μεταξὺ τῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου, ἀγορεύσας ἀπειράκις, ἰσχυρίσθην ὅτι καταφρονῶ αὐτὴν τὴν μεγάλην ἰδέαν καὶ εὐγενῆ; ὅτι δὲν ἐννοῶ νὰ παρασκευασθῇ τὸ Κράτος καὶ ὅτι εἶμαι ὀπαδὸς τῆς πολιτικῆς τῆς ἐπαιτίας, ὥστε νὰ δικαιολογηθῇ λέγων, ἀφοῦ ἦλθεν αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος εἰς τὰ πράγματα, ἐννοῶ ὅτι αὐτὴν τὴν πολιτικὴν θὰ ἐφαρμόσῃ, καὶ διὰ τοῦτο ὁ κρατὴρ ὁ καίων ἐντὸς τοῦ στήθους μου δὲν μὲ ἀφίνει νὰ ἡσυχάσω, καὶ μετὰ 24 ὥρας ἐπιτίθεμαι κατὰ τῆς μελλούσης πολιτικῆς! Δὲν κατέκρινα ἐγὼ τὴν πολιτικὴν τοῦ παρελθόντος δωδεκαμήνου, καὶ δὲν εἶπον ὅτι ὄχι μόνον πολιτικὴ ἀπραξίας δὲν ἔπρεπε νὰ ᾖναι ἡ πολιτικὴ τῆς Ἑλλάδος οὐδὲ νὰ προκηρυχθῇ, ἀλλ’ ὅτι ἔπρεπε ἡ προπαρασκευὴ νὰ ᾖναι δραστηρία καὶ ἀκατάπαυστος νύκτα καὶ ἡμέραν, διότι τὰ μεγάλα ἔθνη, τὰ ὁποῖα εἶναι κραταιὰ, δύνανται νὰ ἀμελήσουν τὴν προπαρασκευὴν τῶν δυνάμεών των, τὰ δὲ κράτη τὰ ἀσθενῆ ποτὲ δὲν ἔχουν αὐτὴν τὴν ἄδειαν, ἀλλ’ εὑρεθέντα εἰς τὴν ἔκτακτον αὐτὴν περίστασιν ὀφείλουν ἀκαταπαύστως νὰ παρασκευάζωνται, καὶ δὲν ἐπρόσθεσα ὅτι εἰς τὴν προπαρασκευὴν δίδω τὴν πλέον ἐκτεταμένην σημασίαν τῆς λέξεως; οὐ μόνον τοῦτο ἀλλ’ εἶπα ῥητῶς εἰς τί πρέπει νὰ συνίσταται ἡ προπαρασκευή, μέχρι ἀριθμοῦ στρατιωτῶν, μέχρι τοῦ τρόπου τῆς ἐκγυμνάσεως καὶ διατηρήσεως αὐτῶν καὶ τοῦ τρόπου τοῦ ἀπαρτισμοῦ τῆς ἐθνικῆς αὐτῆς δυνάμεως, ἧς ἔχομεν ἀνάγκην κατὰ τὴν παροῦσαν περίστασιν; Ὅταν χθὲς ὡμίλησα τί εἶπον; ἡ Ἑλλὰς ποθεῖ δύω πράγματα, βελτιώσεις ἐσωτερικάς, καὶ τὴν παρασκευὴν ἐκείνην, ἥτις ἤθελε καταστήσει περιζήτητον τὴν Ἑλλάδα, ὡς κράτος Ἀνατολικόν, καὶ τότε παρενέβαλα, εἰπὼν ὅτι τὸ ἔργον μας εἶναι δύσκολον, καθὼς θὰ ἦτο καὶ παντὸς ἄλλου εἰς τὴν θέσιν ἡμῶν εὑρισκομένου· ἀρκεῖ δὲ πρὸς τοῦτο σᾶς εἶπον, διότι δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ συζητήσω τώρα τὸ ζήτημα, ἀρκεῖ νὰ ἐνθυμηθῆτε ὅτι ἔχομεν ἔλλειμμα σταθερὸν τοῦ προϋπολογισμοῦ τρία ἑκατομμύρια, καὶ ὅτι αὐτοὶ οἱ φόροι, τοὺς ὁποίους θέλομεν νὰ ἐπιβάλωμεν, βλέπετε δὲν ἀρκοῦν εἰς τὴν κάλυψιν τοῦ ἐλλείμματος. Εἶπόν τι τὸ ὁποῖον ἀντέβαινεν εἰς τὴν συνείδησίν σας; εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ τόπου; δὲν εἶναι ἀρχαὶ τὰς ὁποίας δύναταί τις ἀτιμωρητεὶ νὰ κηρύξῃ; δὲν σκέπτεται ὁ τόπος κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον; δὲν ὀφείλει πᾶσα σοβαρὰ Κυβέρνησις κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον νὰ συλλογίζεται; Ἂν δὲ ταῦτα εἶναι ἀληθῆ, στοχασθῆτε πῶς πρέπει νὰ ἐκλαμβάνῃ τοὺς Βουλευτὰς ὁ κ. Κουμουνδοῦρος διὰ νὰ θέλῃ νὰ νικήσῃ ἐναντίον αὐτῶν τῶν λόγων ἀπέχθειαν καὶ ἀντιζηλίαν. Ἂν, κύριοι, τὸ ἔργον καὶ ὁ σκοπὸς τῶν Κοινοβουλευτικῶν Κυβερνήσεων δὲν εἶναι ἄλλος, εἰμὴ πῶς νὰ συναθροίζωσι ψήφους καὶ πῶς νὰ μένωσι δι’ οἱουδήποτε μέσου εἰς τὴν ἐξουσίαν, ὁ προλαλήσας εἶναι ἄριστος· ἂν δ’ αἱ Κυβερνήσεις δὲν ὀφείλουν νὰ λέγουν λόγους λαμπρούς, ἀλλὰ καὶ πικρούς, οὐ μόνον νὰ προκαταλαμβάνουν διὰ τῶν ὑποσχέσεων, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀποθαῤῥύνουν διὰ τῶν ὑπαγορεύσεων τῆς φρονήσεως, οὐ μόνον νὰ ὑπόσχωνται μεγάλα, ἀλλὰ καὶ νὰ τὰ ἐκτελοῦν, καὶ νὰ φέρουν τὰς περὶ τούτων ἀποδείξεις, νομίζω ὅτι ὁ κ. Κουμουνδοῦρος καθὼς εἰς τὴν πολύμηνον ὑπουργίαν του δὲν ἐπέτυχεν οὔτε εἰς τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους πρὸ μικροῦ ἐξεφώνησε. Οὐδὲν συμφέρον εἶχον, κύριοι, νὰ παραστήσω χθὲς τὰ ἐλαττώματα τῆς διοικήσεως τῶν ἀξιοτίμων προκατόχων· διὰ τοῦτο περιωρίσθην νὰ εἴπω ἀποκλειστικῶς καὶ βραχύτατα τὴν ἀνάγκην, ἡ ὁποία πιέζει τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν νὰ παρακαλέσῃ τὴν Βουλὴν ὅπως ψηφίσῃ τὸ ὑπὸ τὰς ὄψεις αὐτῆς νομοσχέδιον περὶ ἐντόκων γραμματίων. Εἶπον ὅτι ἡ ταμιακὴ κατάστασις εἶναι λίαν στενόχωρος. Ὡμίλησα περὶ ἀσχημιῶν τῆς διοικήσεως; σᾶς ἔφερα τίποτε πληροφορίας ἀπὸ τὰ διάφορα ὑπουργεῖα περὶ παραβάσεων νόμων, περὶ ὑπερβάσεων πιστώσεων, περὶ καταχρήσεων περὶ τὴν διοίκησιν, περὶ ἀσυμέτρου οἰκονομικῆς διαχειρίσεως, ἢ ἀσυνέτου ἐφαρμογῆς τῶν νόμων ἢ καταφρονήσεως αὐτῶν; δὲν εἶπον τίποτε τοιοῦτον· εἶπον πόσα χρήματα εὑρέθησαν εἰς τὰ ταμεῖα, εἶπον πόσας πληρωμὰς ὀφείλει τὸ ταμεῖον καὶ παρέστησα ὅτι ἐνῷ τὸ κεντρικὸν ὀφείλει νὰ καταβάλῃ μέχρι τέλους Φεβρουαρίου δύω ἑκατομμύρια, δὲν ἔχει παρὰ μόνον 3,000. Πρῶτον ἐκ τούτου παράπονον, διατί δὲν εἶπον εἰς ποίαν κατάστασιν εἶναι καὶ τὰ ἄλλα ταμεῖα· τὸ ἐπιθυμεῖ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος; τὸ λέγω λοιπόν. Τὰ λοιπὰ ταμεῖα ἔχουν 110,000. Ἀλλὰ, λέγει, ἡμεῖς εὑρίσκομεν μίαν δικαιολόγησιν, ὅτι καὶ σὺ, ὅτε παρῄτησες τὴν ἐξουσίαν τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1874, εἰς τὴν αὐτὴν κατάστασιν ἀφῆκες τὸ ταμεῖον. Καὶ εἰ μὲν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας περιωρίζετο εἰς τοὺς ἀληθεῖς ἀριθμούς, οὐδὲν εἶχον νὰ παρατηρήσω· ἀλλ’ ὁ θαυμασμός μου εἶναι μέγας, διότι ἐνῷ πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν του εἶχε τοὺς ἀριθμούς, μόλα ταῦτα τοὺς ἠλλοίωσε· τί σᾶς ἀνέγνωσε; τὴν ὁμιλίαν τοῦ κ. Παπαμιχαλοπούλου, ὁ ὁποῖος διεδέχθη τὸν κ. Χρηστίδην, ὡς ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν· ἀλλὰ δὲν ἔφερε τὸ πρακτικόν, σημείωσιν μόνον, καὶ τί σᾶς εἶπε; 210,000 δραχμῶν ὑπῆρχον τότε εἰς τὸ ταμεῖον, 153,000 ὑπάρχουν τὴν σήμερον, ἡ διαφορὰ εἶναι μικρά· ἀλλ’ ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος εἶπεν ὅτι εἰς τὰ ταμεῖα ὑπῆρχον 555,000 δραχμῶν.

§13ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διαβάσατέ το.

§14ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. (ἀναγινώσκει).

§15ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ ὑπόλοιπον διετέθη.

§16ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. (ἀναγινώσκει).

§17ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τί θὰ εἰπῇ τὸ ὑπόλοιπον διετέθη διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν ἐπαρχιῶν; εἶναι πληροφορία τὴν ὁποίαν εἶχε τὸ γενικὸν λογιστήριον, ἢ εἶναι κρίσις τοῦ κ. Παπαμιχαλοπούλου, τὴν ὁποίαν ὀφείλετε νὰ κάμετε καὶ σεῖς σήμερον; ὅταν εἶναι ἔλλειψις χρημάτων, δύναταί τις μακρόθεν πάντοτε νὰ λέγῃ, ὅτι εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας πρέπει νὰ διετέθησαν· ἀλλ’ ἐδῶ δὲν ἐπρόκειτο, κύριοι, νὰ κάμωμεν σύγκρισιν, οὐδὲ κρίσιν· ἐδῶ παραβάλλομεν ἀριθμοὺς πρὸς ἀριθμούς· ὅ,τι ἴσχυε τότε ἰσχύει καὶ σήμερον· πόσα χρήματα ἦσαν τότε εἰς τὸ ταμεῖον, πόσα σήμερον· τότε ὑπῆρχον 550,000, σήμερον ὑπάρχουν 110,000. Ἀλλά, κύριοι, τὸ μεγαλείτερον σφάλμα τοῦ προλαλήσαντος εἶναι ἄλλο· ἐδῶ ὑπερέβη κατὰ 440,000 δραχ. τὴν ἀλήθειαν, ἀλλ’ ὡς πρὸς τὰ καθυστερούμενα εἶπε κἄτι τι, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀκατανόητον· ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος, ὁμιλῶν τότε περὶ τῶν καθυστερουμένων, ὡς ἀνερχομένων εἰς 2,700,000, ὡμίλει περὶ καθυστερουμένων εἰς ὅλον τὸ κράτος, ἐγὼ δὲ ὡμίλησα περὶ τῶν καθυστερουμένων εἰς τὴν πρωτεύουσαν. Ἀλλά, κύριοι, ἡμεῖς ἔχομεν ἄπειρα μέσα νὰ συγκρίνωμεν τὰς δύω διαχειρίσεις· ἐπειδὴ μάλιστα ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσσήνης παρεξέτεινε τὸν λόγον εἰς τὰ περὶ οἰκονομικῆς καταστάσεως καὶ οὐχὶ ταμιακῆς, ἔχω τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον νὰ ὁμιλήσω ἀμέσως, ἂν καὶ ἐκ τοῦ προχείρου, μολονότι τὰ οἰκονομικὰ δὲν κρίνονται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, οὐδὲ πιστεύω ὅτι θὰ παρέλθῃ ὁ χρόνος τῆς συνόδου χωρὶς νὰ κριθῶσιν ἐν λεπτομερείᾳ. Πρὶν ὅμως περὶ τούτου ὁμιλήσω συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς κάμω μίαν παρατήρησιν· τῷ ὄντι κατὰ τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1874 εὑρίσκετο εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν τὸ ταμεῖον ὅπως σᾶς προανέφεραν, ἀλλὰ δὲν ἔπρεπε νὰ λησμονήσῃ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ὅτι ἐνηργήθησαν τὴν 4ην Ἰανουαρίου 1874 δημοτικαὶ ἐκλογαὶ γενικαὶ εἰς τὸ κράτος, ὅτι κατὰ τὸ σύστημα τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης 15 ἡμέρας πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐκλογῶν ἔπαυσαν αἱ εἰσπράξεις, ἄρα τὸν Δεκέμβριον τὸν λίαν προσοδοφόρον αἱ εἰσπράξεις καθυστέρησαν, καὶ δὲν ἠδυνήθη ἡ Κυβέρνησις νὰ τὰς ἐπαναλάβῃ, διότι ἐνθυμηθῆτε τὸν κλύδωνα τὸν πολιτικὸν εἰς τὸν ὁποῖον διετέλει καὶ παρῃτήθη μετὰ ἕνα μῆνα. Ἐγώ, κύριοι, εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην διαχειρίσθην δύω προϋπολογισμούς, τοῦ 1872 καὶ 1873· ἀκούσατε· τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1872 τὸν εἰσήγαγεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Γόρτυνος, ὅστις ἀνέφερε τὰς προβλέψεις αὐτοῦ περὶ τοῦ ἔτους ἐκείνου, καὶ ἀνεβίβασε τὸ ἔλλειμμα εἰς 3,000,100· μετ’ ὀλίγον ἐψηφίσθη ὁ προϋπολογισμὸς καὶ τὸ ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ψηφισθέντος ἀνέβαινεν εἰς 2,990,000· ὁπότε δὲ ἐπῆλθε τὸ τέλος τῆς διαχειρίσεως ὅτι ἀφῆκεν ἔλλειμμα 602,000 δραχμῶν· παρελάβομεν λοιπὸν ἀπὸ τὰς χεῖρας τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας προϋπολογισμὸν μὲ ἔλλειμμα 2,990,000, καὶ παρεδώσαμεν ἀπολογισμὸν ἔχοντα ἔλλειμμα 602 μόνον χιλιάδας. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1873 ὁποῖα ἀποτελέσματα ἔφερε; κατὰ τὸν ἀπολογισμόν, τὸν ὁποῖον μᾶς ἔφερεν ὁ κ. Σωτηρόπουλος, ἀφῆκεν ἔλλειμμα 1,313, 000· ἀλλὰ τὸ ἔλλειμμα αὐτό, κύριοι, εἶναι ἀνεξάρτητον τῆς θελήσεώς μας· ἔλλειμμα δὲν ὑπάρχει παντάπασι, διὰ τὸν λόγον ὅτι ἡμεῖς τὸν προϋπολογισμὸν τὸν συνετάξαμεν ἐπὶ τῇ βάσει συμβάσεων, κατὰ τὰς ὁποίας τὸ χρέος τὸ δημόσιον ἠλαττοῦτο κατὰ 1,215,966. Ἀκούσατε, κύριοι, τὸν ἀξιότιμον κ. Παπαμιχαλόπουλον ἐκφραζόμενον περὶ τούτου· ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος μᾶς διεδέχθη καὶ προτείνει εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: «Ἐν τῷ ὑποβληθέντι προϋπολογισμῷ αἱ πιστώσεις διὰ τὰ δάνεια. ά.) Ἐπὶ παραχωρήσει τῶν τελωνιακῶν εἰσπράξεων Κεφαλληνίας. βʹ.) Τοῦ δανείου τῶν 9,000,000 φράγκων ὑπελογίσθησαν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς παραδοχῆς τῶν κατὰ τὸ π. ε. εἰσαχθεισῶν καὶ δὶς ἀναγνωσθεισῶν συμβάσεων μεταξὺ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως καὶ τῶν Τραπεζῶν Ἐθνικῆς καὶ Πιστωτικῆς. Ἐπειδὴ ὅμως αἱ συμβάσεις αὗται δὲν ἐψηφίσθησαν ἔτι, δὲν κρίνεται κατάλληλος ὁ περιορισμὸς τῶν πιστώσεων, αἵτινες ἐν τῇ περιπτώσει μὴ παραδοχῆς τῶν συμβάσεων ἤθελον παρουσιάσει ἀνωμαλίαν τινὰ, ὑποχρέου τότε οὔσης τῆς Κυβερνήσεως νὰ προκαλέσῃ νέας πιστώσεις πρὸς συμπλήρωσιν. Διὰ τοῦτο αἱ πιστώσεις ὑπολογίζονται ἤδη ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων ὑποχρεώσεων, καθ’ ἃς διὰ τὸ 1874 ἀπαιτοῦν-

ται········································ δραχ. 5,684,747.

Ἀντὶ τῶν σημειουμένων ἐν τῷ ὑποβληθέν-

τι προϋπολογισμῷ··························· δραχ. 4,468,781.

··········································· 10,153,528.

Ἡμεῖς, κύριοι, ἐντὸς τοῦ 1873 συνήψαμεν συμβάσεις, δὲν εἰσήξαμεν νομοσχέδια, συνήψαμεν συμβάσεις, ἤτοι συμβόλαια καὶ οὐχὶ μετ’ ἰδιωτῶν, οἵτινες ἠδύναντο νὰ ἀναιρέσωσι τὸν λόγον των ἀλλὰ μετὰ Τραπεζῶν, διὰ τῶν ὁποίων συμβολαίων τὸ δημόσιον χρέος κατεβιβάζετο κατὰ 1,215,966, καὶ αὗται αἱ συμβάσεις, κύριοι, ὡς συμφέρουσαι, φυσικῷ τῷ λόγῳ, ἤθελον γίνει ἀποδεκταὶ, καὶ ἐγένοντο εὐθὺς ἀμέσως μετὰ τὸ 1873 καὶ τὸ δημόσιον χρέος δυνάμει αὐτῶν ἠλαττώθη κατὰ 1,215,966, ἀλλὰ δὲν φαίνεται ἐν τῇ ἡμετέρᾳ διαχειρίσει τοῦ 1873, ἂν καὶ εἶναι ἔργον ἡμέτερον· ἂν ἀφαιρέσετε τὰς 1,215,966, μένει ἔλλειμμα κατὰ τὰ 1873 μόνον 97,000 δραχμῶν. Μεταβαίνω εἰς τοὺς δύω προϋπολογισμοὺς, τοὺς ὁποίους διεχειρίσθη ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, τοῦ 1875 καὶ 1876· ἔλλειμμα ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1875 δρ. 2,743,382· δὲν δύναται δὲ οὔτε αὐτὸς ν’ ἀρνηθῇ, καὶ ἂν ἀρνηθῇ εἶναι καὶ πρόχειρος ἡ ἀπόδειξις, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1876 φθάνει εἰς 3,000,000. Οἱ δύω λοιπὸν προϋπολογισμοὶ ἀφίνουν ἔλλειμμα 5,000,000, ἐνῷ οἱ δύω προϋπολογισμοὶ τοῦ 1872 καὶ 1873 ἀφῆκαν ἔλλειμμα 700,000. Ἰσχυρίζεται δὲ ὅτι κατεβιβάσθη ὁ ἔγγειος φόρος ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν κατὰ 1%, ἀλλὰ λησμονεῖ τὰ πλεονεκτήματα τῶν προϋπολογισμῶν, τοὺς ὁποίους διεχειρίσθη. Παραβάλλω μόνον τὰς προκαταβολὰς τῶν ἐθνικῶν γαιῶν καὶ τὰς δηλώσεις· κατὰ τὸ 1872 δραχ. 681,000, κατὰ τὸ 1873 δρ. 423,000 ἤτοι ἐν ὅλῳ 1,104,000· κατὰ δὲ τὸ 1875 δρ. 828,000, κατὰ τὸ 1876 2,055,000. Τὰ δύω ἔτη, τὰ ὁποῖα διεχειρίσθητε, 1875 καὶ 1876, ἔφερον ἐκ προκαταβολῶν καὶ δόσεων 2,983,000 εἰσεπράξατε λοιπὸν 1,879,000 ἐκ μόνου αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου τοῦ προϋπολογισμοῦ πλειότερον κατὰ τὸ 1875 καὶ 1876 ἀπὸ ὅ,τι ἡμεῖς εἰσεπράξαμεν κατὰ τὰ 1872 καὶ 1873.

§18ΚΑΡΤΣΟΝΑΣ. Ποῖον εἶναι τὸ ποσὸν τὸ εἰσπραχθὲν παρὰ τοῦ ἐγγείου τῆς ἐπικαρπίας φόρου;

§19ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ 1875 παρουσιάζει ἐπὶ τέλους διαφορὰν εἰς τοὺς δημητριακοὺς καρποὺς 1,000,000 ἕνεκα τοῦ 1%· τὸ 1876 200,000, ὥστε τὰ δύω ἔτη 1,200,000· ἀλλὰ εἰσεπράξατε καὶ ἐκ τοῦ χαρτοσήμου, τὸ ὁποῖον ἔλαβεν αὔξησιν καὶ ἐπίτασιν, 773,000 περισσότερον ἀπὸ ὅ,τι εἰσέπραξαν οἱ προϋπολογισμοὶ τοῦ 1872 καὶ 1873· εἰσεπράξατε δὲ καὶ ἐκ τῶν τελωνείων τῶν ὁποίων ηὔξησαν αἱ διατιμήσεις τὰ ἑξῆς ποσά· τῷ μὲν 1872 καὶ 1873 εἰσεπράχθησαν 20,672,000 τῷ δὲ 1875 καὶ 1876 24,409,000 ἤτοι 3,737,000 πλειότερον· ἐνῷ τοιουτοτρόπως ἐκ τῶν τριῶν αὐτῶν κονδυλίων εἰσπράξατε πλέον ἢ κατὰ τὸ 1872 καὶ 1873 δρ. 6,389,000 καὶ ἀφαιρουμένων 1,200,000 ἀπὸ τοὺς ἐγγείους φόρους, δρ. 5,189,000, μόλα ταῦτα ἀφίνετε καὶ ἔλλειμμα 5,700,000, καὶ ἂν ἀφαιρέσετε τὴν τοῦ ἐγγείου φόρου ἐλάττωσιν. Ἰδού, κύριοι, ὅτι ἐπροκαλέσατε συζήτησιν ἐπὶ τούτου· ποία θὰ ᾖναι ἡ ἀπολογία σας; Δὲν εἰσπράξαμεν ὅμως ἀπὸ τὴν σμύριδα, ἰσχυρίζεσθε. Καὶ διατί δὲν εἰσπράξατε ἀπὸ τὴν σμύριδα; Μὴ ἐξέπεσε τῆς σμύριδος ἡ ἀξία; μὴ ἠλαττώθη ἡ κατανάλωσις τῆς σμύριδος καὶ ἔμεινεν ἀζήτητος; μὴ ἀνεκαλύφθη καὶ ἄλλη σμύρις καὶ ἐγεννήθη συναγωνισμός; Δὲν ἔπρεπε νὰ ἐνθυμηθῆτε αὐτὸ τὸ ἄρθρον, διότι μετ’ ἀγανακτήσεως ἡ Βουλὴ σᾶς ἐπέταξε νὰ ἐπανορθώσετε, ἀλλὰ ἀργὰ, τὸ σφάλμα ὅπερ ἐπράξατε καὶ τὸ ὁποῖον ὅμως δὲν ἐπανωρθώσατε ὅταν ἔπρεπε νὰ τὸ πράξετε· καὶ ἂν ἦτο ὁ νόμος περὶ εὐθύνης, τὸν ὁποῖον ἐφορτώσατε ἐπὶ τῆς κεφαλῆς ἡμῶν, ἡ Βουλὴ ἤθελεν ἐπιῤῥίψει τὴν εὐθύνην τῆς πράξεως αὐτῆς εἰς ὑμᾶς, διότι κατὰ γράμμα τὸν παρέβητε καὶ ἠδύνασθε νὰ καταδιωχθῆτε ποινικῶς, διότι διὰ παραλείψεως ἐβλάψατε τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἥτις εἶναι πρᾶξις λίαν ἀσυγχώρητος κατὰ τοὺς λόγους σας. Σᾶς προσέφερον τρεῖς δραχμὰς τὸ καντάριον πλειότερον καὶ ἐστρέψατε τὰ νῶτα, ἰσχυρισθέντες ὅτι ἦτο ἀναξιοπρεπὴς ἡ πρᾶξις, ἡ δὲ Βουλὴ σᾶς ἔδειξε τί ἐστὶ ἀξιοπρέπεια καὶ ἐσεῖς τὸ ἐδέχθητε καὶ ἐπράξατε τὸ καθ’ ὑμᾶς μὴ ἀξιοπρεπές. Ἐὰν ἀπετύχαμεν διὰ τὴν σμύριδα δὲν ἀπετύχαμεν δι’ οὐδεμίαν ἐκ τῶν αἰτιῶν τὰς ὁποίας σᾶς προανέφερα, οὔτε ἡ ἀξία αὐτῆς ἐξέπεσεν, οὔτε ἠλαττώθη ἡ κατανάλωσις, οὔτε ἄλλη αἰτία ἐκ τῶν ἐπηρεαζουσῶν τὰς τιμὰς καὶ τὴν ἀγορὰν συνέβη. Ὀφείλετε τῷ ὄντι νὰ μᾶς δώσητε λόγον δι’ αὐτὴν τὴν ἀδικίαν τὴν ὁποίαν ἐπροξενήσατε εἰς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους· μᾶς ἐστερήσατε ἐπὶ ἓν ἔτος τοῦ εἰσοδήματος αὐτοῦ καὶ μᾶς στερεῖτε καὶ τὸ δεύτερον ποσὸν ἐκ 400,000 δραχμῶν, διότι ὅταν οἱ ἀγορασταὶ εὑρίσκουν Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν γνωρίζουσι καλῶς τοὺς ὅρους τῆς κυβερνητικῆς προνοίας, παίζουν μὲ αὐτάς· ἡ δὲ συμπαιγνία αὕτη ἀποτέλεσμα ἔχει τὴν ζημίαν τοῦ δημοσίου. Καὶ πῶς ἄλλως, κύριοι, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ χάσῃ τὸ Κράτος πρόσοδον, ἣν ἔχει ἀπὸ τοσούτων χρόνων, πρόσοδον βασιζομένην εἰς βάσεις ἀκραδάντους; Ἡ σμύρις τῆς Ἀνατολῆς, μικροτάτης ἀξίας διὰ τὸ εὐτελὲς τῆς ποιότητός της, ἐπιζητεῖται, σμύρις ὑπερτέρας ἀξίας ὀρυκτολογικῆς, τῆς ὁποίας τὸ μονοπώλειον ἔχει ἡ Ἑλλὰς, τῆς ὁποίας ἡ κατανάλωσις κατ’ ἔτος αὐξάνει διότι ἡ πρόοδος τῆς Εὐρωπαϊκῆς βιομηχανίας ταύτης ἐξακολουθεῖ, δὲν θέλει εἶναι ἐπιζήτητος; καὶ ἐν τούτοις δύω ἔτη μένομεν ἄνευ διαθέσεως τῆς σμύριδος. Ἀλλὰ, λέγει, δὲν εἶναι καὶ παράδοξον ἂν εὑρέθημεν εἰς αὐτὴν τὴν ταμιακὴν στενοχωρίαν· διατί; διότι ἐπρομηθεύσαμεν ἑνὸς ἑκατομμυρίου ἑξακοσίων χιλιάδων πολεμικὰ ἐφόδια. Καὶ ἐλησμονήσατε, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ταμιακῶν εἰσπράξεων καὶ ταμιακῆς στενοχωρίας, πόσα ἐδανείσθητε καὶ δὲν τὰ ἀπεδώκατε; Κατὰ τὴν τριακοστὴν πρώτην Δεκεμβρίου 1875 (ἦλθε δὲ τὸ παρὸν ὑπουργεῖον τὸν Ὀκτώβριον, νομίζω, τοῦ 1875), λοιπὸν κατὰ τὴν 31ην Δεκεμβρίου 1875 εὑρίσκοντο τὰ προσωρινὰ δάνεια εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν, ἤτοι ὀφειλόμενα 802,689, εὑρίσκονται δὲ κατὰ τὴν 31ην Δεκεμβρίου 1876 ἐντὸς ἑνὸς ἔτους ἀνερχόμενα εἰς 2,655,000, ἤτοι ἐδανείσθητε καὶ δὲν ἀπεδώκατε 1,600,000. Λοιπὸν πῶς θὰ δικαιολογηθῇ ἡ στενοχωρία αὕτη ἡ ταμιακή; Ἀλλὰ καὶ σεῖς, λέγει, ἐδανείσθητε πρὸ χρόνων καὶ ἐδανείσθητε πολλά. Τὸν εὐχαριστῶ διότι μοὶ τὸ ὑπενθύμισε διὰ νὰ δείξω διαφοράν, ἥτις ὑπάρχει. Εὕρομεν τῇ 30 Ἰουνίου 1872 δάνειον ὀφειλόμενον προσωρινὸν 2,467,000, ἐδανείσθημεν τὴν 28 Ἰουλίου 1872 ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν 288,000, ἀπὸ τὸν Μάρτιον μέχρι τέλους Ἀπριλίου 1873 δρ. 1,567,000, τὸν Αὔγουστον τοῦ 1873 παρὰ τῆς Βιομηχανικῆς Τραπέζης 500,000. Ἀπεδώκαμεν ἀπὸ τὰ εἰσοδήματά μας ἀπὸ 1 Ἰουλίου 1873 μέχρι τῆς 31ης Δεκεμβρίου τοῦ 1873 καὶ 4 Φεβρουαρίου 1874 εἰς τὸν Βοῦρον 713,000, εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν 318,000, εἰς τὴν Πιστωτικὴν Τράπεζαν 355,000, εἰς τὴν Βιομηχανικὴν Τράπεζαν 122,000, τὸ ὅλον 1,732,000, ἤτοι τὸ δάνειον τὸ προσωρινὸν τὸ ὁποῖον ἀφήσαμεν συνίστατο εἰς δραχμὰς 533,000. Σεῖς δὲ εἰς προσωρινὰ δάνεια ἀφήσατε 1,762,000. Ἀλλά, κύριοι, ὅταν θέλῃ τις νὰ ἐξετάσῃ τὴν ὑπόθεσιν τῶν προσωρινῶν δανείων πρέπει νὰ γνωρίζῃ τὸ πρᾶγμα ἵνα μὴ σφάλλῃ· διότι εἶναι εἰς κατάστασιν μία Κυβέρνησις νὰ μὴ κάμῃ διόλου προσωρινὸν δάνειον καὶ ἐν τούτοις νὰ βυθισθῇ εἰς τὰ χρέη. Ὑπάρχουν διάφοροι λογαριασμοὶ τοὺς ὁποίους δύναται νὰ ἐπιβαρύνῃ· ὑπάρχει πρῶτον ὁ λογαριασμὸς τῆς ὁδοποιΐας. Ὅπως ἠξεύρετε ἡ Κυβέρνησις εἰσπράττει τοὺς φόρους καὶ χρεωστεῖ ν’ ἀποδώσῃ τὰ νενομισμένα τῷ ταμείῳ τῆς ὁδοποιΐας. Ἐὰν καθυστερηθῶσι δὲν εἶναι ἓν προσωρινὸν δάνειον; κρατεῖ τὰ χρήματα καὶ τὰ μεταχειρίζεται διὰ τὰς ἀνάγκας της, αὐτὰ ἔχουν ἐπιῤῥοὴν εἰς τὴν ταμιακὴν ὑπηρεσίαν· καθυστερήθησαν δὲ εἰς τὴν ὁδοποιΐαν 96,395, ἐνῷ ἡμεῖς οὐ μόνον δὲν καθυστερήσαμεν λεπτὸν, ἀλλὰ ἐδώκαμεν καὶ πλείονα ὧν ὠφείλομεν ἀπὸ εἰσπράξεις δραχμὰς 154,000 μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1873. Ὑπάρχει λοιπὸν εἰς τὴν τακτικὴν ἐξέτασιν τῶν πραγμάτων μία διαφορὰ μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν εἰς αὐτὴν τὴν ληψοδοσίαν μόνον 380,000 δραχμῶν. Ὑπάρχει ἄλλη δοσοληψία μεταξὺ τοῦ κράτους καὶ τῶν δήμων· καθυστεροῦνται ἐκ τῶν εἰσπράξεων τοῦ 1876 δραχ. 50,000 εἰς τοὺς δήμους, ἐνῷ ἡμεῖς ἀπεδώσαμεν κατὰ τὸ 1873 οὐ μόνον ὅσα εἰσεπράξαμεν, ἀλλὰ καὶ 220,000 περιπλέον, ὥστε ἔχομεν καὶ ἄλλην διαφορὰν καὶ δι’ αὐτὴν τὴν ληψοδοσίαν 270,000 δραχμῶν.

§20ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τί μέρος ὑπάρχει αὐτό;

§21ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶναι αἱ δημοτικαὶ προκαταβολαί.

§22ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ δημόσιον πάντοτε τὰ πληρώνει.

§23ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Βεβαίως τὰ χρέη εἶναι πολλά· τί εἰσεπράξατε ὅμως καὶ τί τοὺς ἐδώσατε· λοιπὸν εἰσεπράξατε πλείονα ὧν τοὺς ἐδώσατε. Ἡμεῖς δὲ ἐδώσαμεν ὅσα εἰσεπράξαμεν καὶ 270,000 μὴ εἰσπραχθείσας. Κύριοι, μίαν τελευταίαν παρατήρησιν σᾶς κάμνω, ἡ ὁποία νομίζω εἶναι ἡ πρακτικωτέρα πασῶν. Ἠξεύρετε, ὅτι τὰ ἔξοδα τῆς γενικῆς ὑπηρεσίας εἶναι ὁ εὐγλωττότερος ἀπολογητὴς τῶν Κυβερνήσεων. Εἰς τὰ 1871 κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τὰ ἔξοδα τῆς γενικῆς ὑπηρεσίας ἦσαν 23,250,000, εἰς τὰ 1872, τὰ κατεβίβασα εἰς 21,700,000, εἰς τὰ 1873 ἐπίσης τὰ κατεβίβασα εἰς 21,278,000. Ποῦ ἔφθασαν εἰς τὰ 1875; εἰς 22,275,000 κατὰ τὸν ἀπολογισμόν, καὶ εἰς τὰ 1876 κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τὸν ὑποθετικὸν εἰς 24,279,000. Λοιπὸν παρατηρῶ εἰς τὸν ἀξιότιμον προλαλήσαντα, ὅτι δὲν εἶναι στάδιον ἐπιδείξεως ἡ οἰκονομικὴ σύγκρισις. Καὶ ἔλαβον ὡς ὅρους συγκρίσεως τοὺς ὅρους τοὺς ἰδίους, τοὺς ὁποίους ὁ ἀξιότιμος κύριος Κουμουνδοῦρος μετεχειρίσθη. Εἶναι δὲ περιττὸν, κύριοι, ν’ ἀπασχολῶ τὴν Βουλὴν κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν, ὁπότε αἱ μονομαχίαι αὗται διακόπτουν, οὕτως εἰπεῖν, τὰ κύρια ἔργα τῆς Βουλῆς· κατέστησα δὲ ἀντικείμενον τῆς προσοχῆς ὑμῶν αὐτὰ ἕνεκα τῆς ὁμιλίας τοῦ κυρίου Κουμουνδούρου. Εἶναι περιττὸν λέγω νὰ ἐπιμείνω εἰς τὴν ἀνάλυσιν τῶν αἰτίων, ἕνεκα τῶν ὁποίων κατὰ μὲν τὴν διαχείρισιν ἡμῶν ἐπαρουσιάσθησαν ἅπερ σᾶς προανέφερον ἀποτελέσματα, κατὰ δὲ τὴν διαχείρισιν τῶν ἐναντίων, ἃ ἠκούσατε· ἐὰν δὲ προκληθῶ, θέλω καὶ περὶ τούτου λαλήσει. Διὰ νὰ φθάσω δὲ εἰς τὸ θέμα τὸ τελευταῖον παρακαλῶ νὰ μὲ βοηθήσετε, διότι δὲν ἐνθυμοῦμαι ἐὰν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσσήνης παρετήρησεν ὅτι κακῶς ἐπράξαμεν νὰ ὑποστηρίξωμεν τὸν νόμον περὶ ἐντόκων γραμματίων.

§24ΤΙΝΕΣ. Διότι ἐξέλειπεν ὁ λόγος.

§25ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τίποτε ἀπὸ αὐτά.

§26ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὡς πρὸς τοῦτο παρατηρῶ εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ψηφίζουσα ἡ Βουλὴ σήμερον τὸν νόμον περὶ ἐντόκων γραμματίων πράττει ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπε χθὲς ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Γόρτυνος, ὅτι εἶναι δίκαιον καὶ ἐπιτετραμμένον· διότι, ἐὰν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ὁ κ. Δηλιγιάννης εἶπεν, ὅτι τὸ δανείζεσθαι δι’ ἐντόκων γραμματίων ἐπιτρέπεται ἢ πρέπει νὰ ἐπιτρέπεται ἢ δύναται νὰ ἐπιτρέπεται μόνον ὅταν πρόκειται οὐχὶ νὰ καλυφθῶσιν ἐλλείμματα, ἀλλὰ νὰ ὑποβοηθηθῇ ἡ τρέχουσα ταμιακὴ ὑπηρεσία. Εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν εἴμεθα σήμερον καὶ πρὸς αὐτὸν τὸν σκοπὸν ζητοῦμεν τὰ χρήματα. Κατόπιν ἡ Βουλὴ θέλει σκεφθῆ ἐὰν ᾖναι ἠναγκασμένη ν’ ἀναγνωρίσῃ ὅτι ἀπὸ τὸ ποσὸν τὸ πρὸς ταμιακὴν χρῆσιν καὶ πρὸς ταμιακὸν σκοπὸν τῶν ἐντόκων γραμματίων πρέπει ἓν μέρος νὰ χρησιμεύσῃ δι’ ἄλλην χρῆσιν τοῦ τρέχοντος ἔτους, ἢ νὰ εἴπῃ ν’ ἀποδοθῶσι τὰ χρήματα ἐκ τῶν εἰσοδημάτων τοῦ κράτους τῆς τρεχούσης χρήσεως, τὸ δὲ ἔλλειμμα νὰ καλυφθῇ κατ’ ἄλλον τρόπον· τὴν σήμερον ὅμως παρουσιάζεται ἐνώπιον ὑμῶν δι’ αὐτὴν τὴν αἰτίαν, ἵνα χρησιμεύσῃ διὰ τοὺς ἓξ μῆνας περὶ ὧν πρόκειται. Δὲν ἰσχυρίζομαι δὲ ὅτι τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1876 εἶναι μηδὲν, ἀλλ’ ἐξ ἐναντίας ἰσχυρίζομαι ὅτι εἶναι σπουδαιότατον καὶ σπουδαιότερον ἐκείνου τὸ ὁποῖον διϊσχυρίσθη ὁ πρώην ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος εἶπεν ὅτι εἶναι περιπλέον τῶν 2,000,000.

§27ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, μὲ λύπην μου ἀναγκάζομαι νὰ ἐπαναλάβω ὀλίγα τινὰ, διότι ἄνευ σκοποῦ καὶ ἄνευ λόγου ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἐγκαταλιπὼν τὸ περὶ οὗ πρόκειται ζήτημα ἀνέδραμεν εἰς προγεγονότα, ἔχων πλῆρες ἄδικον. Συνεζητήθη πολλάκις τὸ ζήτημα τῆς πολιτικῆς μας, καὶ ὅτε σᾶς εἴπομεν, κύριοι, τί ἠδυνάμεθα νὰ πράξωμεν ἀφοῦ σεῖς ἐγκατελείψατε τὴν Ἑλλάδα μεμονωμένην, καταπεφρονημένην παρὰ τῆς Εὐρώπης, κεχωρισμένην ἀπὸ τῶν πέριξ λαῶν καὶ ἐχθρὰν, γυμνὴν καὶ ἐστερημένην παντὸς, πῶς νὰ παρουσιασθῶμεν νὰ ἐπιβάλωμεν γνώμην καὶ πολιτικὴν ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι οὐδὲν ἔχομεν νὰ προσθέσωμεν εἰς τὴν πλάστιγγα, Σεῖς δὲν ἐτολμήσατε, ἅτε συνεζητοῦντο ταῦτα, νὰ θέσητε ζήτημα καθαρὸν κατὰ τῆς πολιτικῆς ἡμῶν, οὔτε νὰ δείξητε τὴν ἰδίαν ὑμῶν πολιτικήν. Ἡ Βουλὴ δὲ μετὰ συζήτησιν πολυήμερον ἀπεφάνθη ὑπὲρ ἡμῶν, διότι εἴχετε ἄδικον. Ἐπανέρχεσθε εἰς τὰ ζητήματα· ἀλλὰ τότε κατὰ τὴν συζήτησιν σᾶς ἀπεδείξαμεν ὅτι καλῶς ἐπράξαμεν μὴ ἀναμιχθέντες· τὸ ζήτημα ἦτο ξένον· τότε ἐὰν ἐλαμβάνομεν μέρος ἠθέλομεν ὑπηρετήσει ξένα συμφέροντα. Σήμερον δὲ ὀφείλετε νὰ ὁμολογήσητε μάλιστα ὅτι καλῶς ἐπράξαμεν καὶ καλῶς ἐπολιτεύθημεν. Τὰ ἀποτελέσματα δι’ ἐκείνους, οἵτινες ἀνέλαβον ἀγῶνα μὴ στηριζόμενοι εἰς τὰς ἰδίας αὑτῶν δυνάμεις, εἰσὶν ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν. Καὶ σεῖς τότε οὕτω ἐφρονεῖτε· σᾶς ἐφέραμεν ἐγγράφους ἀποδείξεις τῶν φρονημάτων σας. Ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι διὰ πᾶν ἔργον πρέπει πρὸ πάντων νὰ στηριζώμεθα εἰς τὰς ἰδίας ἡμῶν δυνάμεις. Ἡ πολιτική σας ἦτο νὰ μὴ κηρύξωμεν τὴν οὐδετερότητά μας, ἀλλὰ νὰ μείνωμεν εἰς ἔνοπλον οὐδετερότητα· πλὴν ἡμεῖς δὲν εἴχομεν οὔτε ὅπλα, οὔτε δύναμιν στρατιωτικήν. Ἠδυνάμεθα νὰ ἐπιβάλωμεν δι’ ἐγγράφων καὶ λέξεων πολιτικὴν εἰς τὴν Εὐρώπην, ἡ ὁποία ἐγνώριζε καὶ τὴν θέσιν καὶ τὴν κατάστασιν καὶ τὰ μέσα καὶ τὰς δυνάμεις ἡμῶν; Ναί, κύριοι, σᾶς εἴπομεν καὶ τότε οἱ λόγοι καὶ τὰ ἔγγραφα δὲν δύνανται νὰ κανονίσωσι τὴν πολιτικὴν, καὶ ἔστω ὡς παράδειγμα τὸ ὑπόμνημα ὑμῶν καὶ τ’ ἀποτελέσματα εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῆς Κρήτης. Ἡ πολιτικὴ καὶ τὰ ζητήματα δὲν γίνονται διὰ λέξεων, ἀλλὰ διὰ πραγμάτων καὶ ἰσχύος, καὶ δὲν δύνασθε νὰ κατηγορήσητε ἡμῶν, διότι δὲν ἐκάμαμεν χρῆσιν ἰσχύος, διότι ὑμεῖς ὅτε ἐγκατελείψατε τὴν ἐξουσίαν ἀφήσατε τὴν Ἑλλάδα γυμνὴν πάσης ἰσχύος καὶ ὑπολήψεως. Αὕτη ἡ ἐπάνοδος εἰς ζήτημα δικασθὲν καὶ περὶ τοῦ ὁποίου ἀπεφάνθη ἡ Βουλὴ, ἦτο ματαία· τί εἴπατε; καὶ τότε καὶ τώρα ἐπανελάβετε λόγους πτερόεντας. Θὰ ἦναι γελοῖον ἐνώπιον τοῦ κόσμου νὰ συζητῶμεν, ἐὰν ἡ Ἑλλὰς, ὅπως τὴν παρελάβομεν ἠδύνατο νὰ μεταβάλῃ τὰ πράγματα καὶ τὰς σκέψεις τῆς Εὐρώπης! διότι δὲν ἠθέλομεν εἴπει, ὅτι μένομεν οὐδέτεροι. Ἠπόρησα, κύριοι, προσέτι διατὶ τοσοῦτον σκληρῶς κατεφέρθη κατὰ τοῦ νόμου τοῦ τελευταῖον ψηφισθέντος. Κατὰ τὴν συζήτησιν οὐδεμίαν ἔκαμεν ἔνστασιν. Ὤφειλεν, ἐὰν τῷ ὄντι ἔκρινε τὸν νόμον, ὅπως περὶ αὐτοῦ ὡμίλησεν, ὅτε ἡ Βουλὴ ἐνησχολεῖτο ἡμέρας τοσαύτας, νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην του καὶ ἐμποδίσῃ τὴν Βουλὴν νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν ἂν ἐδύνατο. Τὸ ζήτημα δημοσίως συνεζητεῖτο καὶ ὤφειλε νὰ φροντίσῃ νὰ πείσῃ τὴν Βουλὴν ν’ ἀποῤῥίψῃ τὰς προτάσεις, ἢ νὰ ἐπενέγκῃ διόρθωσιν. Σήμερον ἀφοῦ καὶ ἡ μερίς του μετέσχε τῆς συζητήσεως ὑβρίζει τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ἡ πλειοψηφία παρεδέχθη. Καὶ ποῖον εἶναι τὸ ἄτοπον τοῦ νόμου αὐτοῦ; καὶ διατί ὁ νόμος αὐτὸς δὲν εἶναι παραδεκτὸς καὶ ὠφέλιμος; Διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ καθιεροῦνται ἀρχαὶ πολύτιμοι, αἱ ὁποῖαι ἀμφιβάλλω ἂν παρουσιασθῇ ἄλλοτε περίστασις, ἐὰν ὁ νόμος αὐτὸς δὲν ἐπιψηφισθῇ, νὰ καθιερωθῶσιν. Ἡ πάνδημος στρατολογία, τὸ πολιτιμότατον θεσμοθέτημα τῶν νεωτέρων χρόνων, καθιεροῦται δι’ αὐτοῦ, καὶ καταργεῖται ἡ ἀντικατάστασις, ἡ ὁποία πανταχοῦ ἔβλαψε τὸν στρατόν. Πρὸς δὲ τὸ σύστημα τῶν μονίμων καταλόγων ἀπαλλάσσει τὴν κοινωνίαν τῶν ἀτόπων καὶ ἀδίκων, τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε τὴν πιέζουσιν. Ἰδοὺ, καὶ ἂν δὲν ἔχῃ ἄλλο τι καλὸν αὐτὸς ὁ νόμος, τὰ πλεονεκτήματα ταῦτα καὶ μόνα συνηγοροῦσιν ὑπὲρ αὐτοῦ. Ἀλλὰ τὶ ἐδώσατε λέγει ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ὁμιλοῦντες περὶ παρασκευῶν, τί μᾶς ἐδώσατε, τί ἡτοιμάσατε; Τί ἠτοιμάσαμε; εἶναι ἐνώπιόν σας· τί ἐδώκαμεν; ὑμεῖς πρόκειται νὰ δώσητε. Ἡμεῖς οὐδὲν δυνάμεθα νὰ πράξωμεν ἂν δὲν μᾶς τὸ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλή. Σᾶς προετείναμεν πλῆρες σύστημα, πῶς ν’ ἀποκτήσωμεν, πῶς νὰ καταρτίσωμεν στρατόν. Τὰς προτάσεις μας ὑπεβάλομεν ἐνώπιόν σας. Σᾶς ἐπροτείναμεν ἡμεῖς κατὰ τίνα τρόπον δύναται νὰ συγκροτηθῇ μόνιμος καὶ τακτικὸς στρατὸς, καὶ κατὰ τίνα τρόπον δύναται εἰς τὰς κατεπειγούσας περιστάσεις νὰ παρουσιασθῇ ἕτοιμος ὁ τόπος. Τί ἄλλο ἡμεῖς ἠδυνάμεθα νὰ πράξωμεν; Αὐτὰ ὁ κ. Δεληγεώργης δὲν τὰ ἐγκρίνει; Αὐτὸς ἐπρότεινε σύστημα σπουδαῖον; Ὅ,τι αὐτὸς ἐπρότεινε δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, οὔτε ἔκρινεν αὐτὸ ἄξιον νὰ ἐνασχοληθῇ. Ἔλαβον τὸν λόγον ἐξ ἀρχῆς, διότι ὁ πρωθυπουργὸς εἰσάγων τὰ νομοσχέδια ἐξέθεσε κακῶς τὰ περὶ τῶν οἰκονομικῶν. Ὅθεν ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ τὰ ἀνασκευάσω, διότι τὸ κοινὸν ἤθελεν ἐκλάβει ἄλλως τὰ πρᾶγμα· εἰς ὅ,τι εἶπον ἐπιμένω. Ἔχομεν ἕνα ξένον ἐκτὸς ἡμῶν βεβαιοῦντα ταῦτα. Ἠθέλετε ἔχει ἀμφιβολίαν τινὰ, ἐὰν ἐγὼ, ἐνδιαφερόμενος, ἔλεγον ὅ,τι εἶπον. Ἔφερεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἀριθμούς τινας· κατὰ πόσον εἶναι ἀκριβεῖς; οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν εἶναι εἰς θέσιν νὰ τὸ γνωρίζῃ· εἰς ποίαν ἐποχὴν ἀναφέρονται; εἰσὶν ἀληθεῖς; οὐδεὶς τὸ γνωρίζει. Ἡμεῖς, ἀντὶ τούτων, παρουσιάζομεν ἄνδρα οὐδέτερον, ξένον ὑπουργὸν, τὸν κ. Παπαμιχαλόπουλον, ὅστις παρέλαβε τὴν ὑπηρεσίαν ἀπὸ τὸν κ. Δεληγεώργην. Οὗτος ἐκθέτων τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου, λέγει πόσα εἰς τὸ ταμεῖον ὑπῆρχον χρήματα καὶ πόσα ὠφείλοντο. Πρόκειται, κύριοι, περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως, ὁποίαν τὴν ἔλαβε παρ’ ἡμῶν ὁ κ. Δεληγεώργης καὶ ὁποίαν πρωθυπουργὸς ὢν τὴν παρέδωκεν εἰς τὴν διάδοχον Κυβέρνησιν. Ἡμεῖς ἔχομεν τὴν μαρτυρίαν ὑπουργοῦ ξένου, ἀδιαφόρου· ὁ δὲ κ. πρωθυπουργὸς προτείνει ἰδίους ἰσχυρισμούς· ἀλλὰ ποία ἡ βεβαιότης ὅτι δὲν διαστρέφει τὰ πράγματα; Περίεργον! Διὰ νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν θέσιν ἡμῶν μετεχειρίσθη ἐπιχειρήματα καὶ ὑπολογισμοὺς ὅλως δι’ ὅλου ἀνακριβεῖς. Ἀφήσατε, λέγει, 5,000,000 ἔλλειμμα, σεῖς, οἵτινες εἰσεπράξατε ἓν ἑκατομμύριον καὶ δὲν εἰξεύρω πόσας χιλιάδας δραχ. ἀπὸ προκαταβολάς. Ἐλησμόνησεν ὅτι αἱ προκαταβολαὶ δὲν καλύπτουν τὴν πραγματικὴν ἐλάττωσιν τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπικαρπίας. Ὁ προκαταβάλων διὰ τὰς γαίας ἢ φυτείας παύει νὰ πληρώνῃ ἐπικαρπίαν. Ὁ ὑπολογισμός, τὸν ὁποῖον παρουσίασεν, εἶναι ψευδὴς, οὔτε ἀναιρεῖ τὸν ἰσχυρισμόν μας. Τὸ ποσοστὸν τῆς προκαταβολῆς ἀφαιρεῖ ἀπὸ τὸ ταμεῖον τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας, καὶ ὁ πολίτης πληρόνει τὴν προκαταβολὴν διὰ γαίας τῶν ὁποίων ἦτο ἀνώτερον τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας. Ὅλοι τὸ γνωρίζετε. Ἡμεῖς, κύριοι, ἠσφαλίσαμεν εἰς τὸ δημόσιον καλλίστην πρόσοδον ἀπὸ τὴν σμύριδα, ἀλλὰ σεῖς μὲ τὰς πληροφορίας τὰς μὴ ἀκριβεῖς, τὰς πλαγίας, παρεσύρατε τὴν Βουλὴν, πείσαντες αὐτὴν ὅτι ἤθελε ὠφεληθῆ περισσότερον τὸ δημόσιον, καὶ οὕτω συνέβη καὶ τώρα ὅπως καὶ εἰς ἄλλην περίπτωσιν, τὴν τοῦ Λαυρίου. Σᾶς εἶπον καὶ τότε κατὰ τὴν συζήτησιν ὅτι ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς τὸ ἴδιον ἤθελε συμβῆ, αἱ ψευδεῖς πληροφορίαι εἰς τὸ αὐτὸ ἤθελον μᾶς ὁδηγήσει ἀποτέλεσμα. Καὶ ἰδοὺ τέλος πάντων τὸ ἐκ τῆς σμύριδος ἔσοδον κινδυνεύει. Πρὸς δὲ δὲν πωλοῦμεν σμύριδα ἤδη· διατί; διότι θέλοντες νὰ ἐπιδείξητε περισσοτέρας εἰσπράξεις ἠναγκάσατε τοὺς ἀγοραστὰς νὰ λάβωσι περισσοτέραν σμύριδα· ἡ ἀγορὰ οὕτω ἐπλημμύρισε, διότι ἡ προμήθεια ὑπῆρξε μεγάλη καὶ ἡ ζήτησις ἠλαττώθη. Ὅταν κάμνητε τοὺς ὑπολογισμούς, περὶ ὧν μᾶς ὡμιλήσατε, διατὶ λησμονεῖτε τὸ μέγα εἰσόδημα, τὸ ὁποῖον ἐλαμβάνομεν ἀπὸ τὸ Λαύριον; Δὲν ὁμιλῶ καὶ περὶ τῶν ἄλλων ἀφαιρετέων ποσῶν, διότι ὡμίλησα εἰς τὴν πρώτην ὁμιλίαν μου.

§28ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀφαιρέσατε καὶ αὐτό.

§29ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, ἐγὼ εἰς μεγαλειτέραν ἀνάπτυξιν δὲν θὰ εἰσέλθω, καθόσον πιστεύω ὅτι ὁ κ. Σωτηρόπουλος θέλει μὲ ἀναπληρώσει.

§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν, κύριοι, εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.

§31Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οὐδὲ χθὲς οὐδὲ σήμερον, κύριοι, προτίθεμαι νὰ δώσω εἰς ὑμᾶς τὴν γνώμην νὰ μὴ ψηφίσητε τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγεν ἡ Κυβέρνησις, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖ τὴν ἄδειαν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ἵνα αὐξήσῃ τὸ ποσὸν τῶν προσωρινῶν δανείων δι’ ἐντόκων γραμματίων ἀπὸ ἓξ εἰς 9 ἑκατομμύρια· ὑπέλαβον ὅμως πρέπον νὰ ἐφελκύσω χθὲς ὠφελούμενος τῆς εὐκαιρίας ἐκείνης, τὴν προσοχὴν τοῦ Κοινοβουλίου ἐπὶ ὑποθέσεως, ἡ ὁποία ἐφάπτεται ζωτικοτάτων συμφερόντων τοῦ Κράτους καὶ τοῦ Ἔθνους· ὑπέλαβον ὅτι δὲν ἔπρεπε ν’ ἀφήσω νὰ παρέλθῃ εὐκαιρία, τῆς ὁποίας ἠδυνάμην νὰ κάμω χρῆσιν, διὰ νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν προσοχὴν τοῦ Κοινοβουλίου ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους, τῆς ὁποίας ἡ περαιτέρω παράτασις, νομίζω, ὅτι ἀπειλεῖ μεγάλας ζημίας καὶ σπουδαίους κινδύνους. Ἐὰν δὲν μὲ ἐδίδασκε τὸ παράδειγμα καμμιᾶς ἄλλης χώρας, περὶ τῶν κινδύνων καὶ τῶν ζημιῶν τὰς ὁποίας ἀπειλεῖ ἡ ὑπάρχουσα καὶ παρ’ ἡμῖν οἰκονομικὴ κατάστασις, ἔχω ὅμως νωπὴν ἔτι τὴν μνήμην τῆς ἐντυπώσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμε εἰς ὅλον τὸν κόσμον ἡ οἰκονομικὴ ἀμηχανία εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθη πρὸ ἔτους ἡ γείτων χώρα, καὶ δύναμαι νὰ καταμετρήσω τὰς συνεπείας, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ ἐπέλθωσιν εἰς αὐτὴν ταύτην τὴν χώραν, ἕνεκα τῆς οἰκονομικῆς ἀμηχανίας εἰς τὴν ὁποίαν ἀπρονοήτως περιέπεσεν. Ἐλυπήθην, διότι σήμερον ἤκουσα τὸν ἔντιμον Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, διδόντα ἄλλην ἔννοιαν εἰς τὰς παραστάσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμον· ὠνόμασε τὰς παραστάσεις ἐκείνας θόρυβον, ὁ ὁποῖος ἐξεδήλου προαίρεσιν ἐχθρότητος εἰς τὴν Κυβέρνησίν του, πόθον ἐπιθέσεως κατ’ αὐτῆς.

§32ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἠννόουν τὴν μερίδα, τὴν ὁποίαν διοικεῖ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος.

§33Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀρκοῦμαι εἰς τὴν ἐξήγησιν ταύτην. Ἡ σημερινὴ συζήτησις, τὴν ὁποίαν μετὰ μεγάλης ἐπιτυχίας ὠνόμασεν ὁ ἔντιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου μονομαχίαν, μοὶ δίδει τὴν αὐτὴν εὐκαιρίαν, μοὶ παρέχει τὴν αὐτὴν ἀφορμὴν, καὶ ἐπειδὴ μάλιστα δύω διακεκριμένα μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, τὸ μὲν πρὸ μικροῦ καταβὰν τῆς ἀρχῆς, τὸ δὲ πρὸ μικροῦ ἀναβὰν ἐπ’ αὐτῆς, συνεζήτησαν πρὸς ἄλληλα καὶ παρέστησαν ἑκάτερον τὰ δικαιώματα τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἐπὶ τῆς ἐγνωμοσύνης τοῦ τόπου διὰ τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον ἐκυβέρνησαν, ἢ κατὰ τὸν ὁποῖον ἐδιοίκησαν· ἐπειδὴ τὰ δύω ταῦτα μέλη τοῦ Κοινοβουλίου ἐμνήσθησαν καὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ τόπου καὶ ἐνδιέτριψαν εἰς αὐτὴν, νομίζω ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ μὴ παραιτήσω οὔτε τὴν σημερινὴν εὐκαιρίαν. Ἐὰν ἡ μονομαχία αὕτη δὲν ἀνοίγετο εἰς ἀντικείμενα δημοσίου συμφέροντος, καὶ μεγάλου μάλιστα συμφέροντος, ἤθελον περιορισθῆ ἀπὸ τῆς ἕδρας μου νὰ ἐπισκοπῶ αὐτὴν, ὡς ὁρῶσι τὰς τοιαύτας μονομαχίας ἀπὸ τῶν θεωρείων οἱ μηδαμῶς ἐνδιαφερόμενοι· ἀλλὰ καὶ ὡς μέλος τοῦ Κοινοβουλίου ἔχω τὸ καθῆκον καὶ ὡς πολίτης τὸ ἐνδιαφέρον ἢ τὸ καθῆκον νὰ συντελέσω ἐφ’ ὅσον ἐξήρτηται ἀπ’ ἐμοῦ ἵνα διαφωτίσω τοὺς συμπολίτας μου περὶ τῶν διατρεχόντων. Ἡ μονομαχία περιεστράφη εἰς δύω ὑποθέσεις, ὅλως διακεκριμένας ἀπ’ ἀλλήλων, τὴν οἰκονομικὴν ὕλην καὶ τὴν ὕλην τῶν προπαρασκευῶν. Συγχωρήσατέ μοι νὰ ἐπιλάβωμαι ἑκατέρας τούτων, καὶ νὰ φέρω τὰς σκέψεις μου ἀφ’ ἑκατέρας αὐτῶν. Δὲν εὗρον μηδεμίαν ἔννοιαν εἰς τὰς συγκρίσεις, αἱ ὁποῖαι πρὸ μικροῦ ἐγένοντο ἐνώπιον ὑμῶν, τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν διῳκήθησαν τὰ οἰκονομικὰ κατὰ τὸ παρελθόν. Ἐὰν ὁ τρόπος αὐτὸς ἐκρίθη, ὅτι παρεῖχεν ὅπλα εἰς τὸν ἕτερον τῶν μονομαχούντων ἵνα καταβάλῃ τὸν ἀντίπαλον, νομίζω ὅμως, ὅτι ὁ τρόπος αὐτὸς δὲν περιεῖχε καμμίαν ἔννοιαν χρήσιμον εἰς τὸ νὰ διαφωτίσῃ τὰ πράγματα· καὶ ἀληθῶς ποίαν ἔννοιαν θέλετε νὰ συναγάγητε, ὅταν ἀκούητε, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους κατὰ τὸ 1872 εἶχε πρόσοδον 700,000 δραχμῶν ἢ ἑξακοσίων ἀπὸ τὰς προκαταβολὰς καὶ τὰς δόσεις ἐκ τῆς διαθέσεως τῶν ἐθνικῶν γαιῶν καὶ ὅτι τὸ 1876 εἶχε δύω ἢ τρία ἐκ ταύτης ἑκατομμύρια; — Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1873 περιεῖχεν ἔσοδα 20 φέρ’ εἰπεῖν ἢ 30 ἑκατομμύρια, ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1876 παρεῖχεν 20 ἢ 30 ἑκατομμύρια, καὶ ἂν τὰ 30 αὐτὰ ἑκατομμύρια ἀπετελέσθησαν κατὰ τὸ πλεῖστον κατὰ τὸ 1876, ἀπὸ τὰς δόσεις τῶν γαιῶν ἢ φυτειῶν, ἀπετελέσθησαν ὡσαύτως τὰ κατὰ τὸ 1873 προϋπολογισθέντα ὡς ἔσοδα τριάκοντα ἑκατομμύρια ἀπὸ τὸ τίμημα τῆς ἐκποιήσεως τῶν ἐθνικῶν φθαρτῶν κτημάτων, τὸ ὁποῖον τότε ἦτον ἀνώτερον τοῦ κατὰ τὸ 1876 προϋπολογισθέντος. Αἱ συγκρίσεις αὗται δὲν ἔχουν κανένα λόγον, καὶ ὑποθέτω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ φέρωνται ἐνώπιον ὑμῶν ὑπὸ ἀνθρώπων τοσοῦτον διακεκριμένων καὶ ἐμβριθῶν· διότι δὲν διαφωτίζουσιν, ἀλλὰ συγχύζουσι τὰ πράγματα, δὲν ὁδηγοῦσιν ὑμᾶς εἰς τὴν ἀλήθειαν, ἀλλὰ σᾶς ἀποπλανῶσι μακρὰν αὐτῆς. Τὸ κακὸν εἶναι καταφανές, ὑπῆρχε καὶ κατὰ τὰ 1873 καὶ κατὰ τὰ 1876 ἔλλειμμα ἴσον, ὅμοιον, ἀλλὰ προβαῖνον, ὡς προβαίνουσι πάντα τὰ κακά, προϊόντος τοῦ χρόνου. Τὸ κακὸν τοῦτο εἶναι καταφανὲς εἰς πάντας τοὺς ὁρῶντας, ἀλλ’ ὑπόκειται καὶ εἰς τὴν ἁφὴν ἐκείνων, οἵτινες δὲν ἔχουσιν ὀξυδερκῆ τὴν ὅρασιν. Τὸ κακὸν εἶναι, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τῆς Ἑλλάδος δὲν ἔχει ἰσοζύγιον, ὅτι τὰ ἔσοδα αὐτοῦ εἶναι ὑποδεέστερα τῶν ἐξόδων. Καὶ ἐρωτῶ τὰς Κυβερνήσεις ὅλας, μὴ ἐξαιρουμένης μηδ’ ἐκείνης, τῆς ὁποίας καὶ ἐγὼ ἀπετέλεσα μέρος. Εἶναι νομίζω, καιρὸς νὰ ἐξομολογηθῶμεν ὅλοι τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν· διότι νομίζω ὅτι ὅλοι πταίομεν, καὶ ἂν δὲν ἀναγνωρίσωμεν ὅτι ὅλοι πταίομεν, δὲν θέλομεν δυνηθῆ νὰ θεραπεύσωμεν τὸ κακόν. Ἐρωτῶ ὅλας τὰς Κυβερνήσεις, αἵτινες συνεστάθησαν μετὰ τὸ πέρας τῶν ἐργασιῶν τοῦ μεγάλου συνεδρίου, αἵτινες ἐκλήθησαν νὰ ἐφαρμόσουν τὸ πολίτευμα, νὰ κυβερνήσωσι τὸν τόπον, ἐρωτῶ αὐτάς, ποίαν πρόνοιαν ἔλαβον, διὰ νὰ ἀποκαταστήσωσι τὸ ἰσοζύγιον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ; Ἐὰν ἀναδράμω εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς ὅλων τῶν ἐτῶν, δὲν θέλω εὑρεῖ παρὰ ἕνα μάρτυρα, ὅτι ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος δὲν ὑπῆρξε Κυβέρνησις μὴ ἀνακηρύξασα νέαν τινὰ ἀνάγκην, καὶ μὴ ἀναγράψασα δι’ αὐτὴν νέαν τινὰ δαπάνην. Μόνην ταύτην ἀνεῦρον τὴν πρόνοιαν πρὸς ἀποκατάστασιν τοῦ ἰσοζυγίου ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Καὶ ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους ἀνεβιβάσθη μέχρι τοῦ σημείου, εἰς τὸ ὁποῖον τώρα τυγχάνει.

§34ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβές.

§35Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἤμην μέλος ἄλλου τινὸς Σώματος, τὸ ὁποῖον δὲν εἶχε μὲν καταφανῆ πολιτικὴν ἀποστολὴν, τὸ ὁποῖον ἦτον ὅμως κεκλημένον νὰ ὑποβοηθῇ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν καὶ νὰ φωτίζῃ τὴν νομοτελεστικὴν, τοῦ Συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας. Τὸ σῶμα ἐκεῖνο ἐγένετο ἀντικείμενον δριμείας καὶ ἀποτόμου καὶ ἀσπλάγχνου ἐπιθέσεως, ἐπὶ βλάβῃ τῶν συμφερόντων τῆς ἐπικρατείας. Κατωρθώθη τότε ὑπὸ τοῦ ἀνταγωνισμοῦ τῶν πολιτικῶν κομμάτων νὰ πιστευθῇ ὑπὸ τοῦ εὐπλανήτου δημοσίου φρονήματος, ὅτι ἡ ἐπιδρομὴ κατὰ τοῦ Συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας ἤθελεν ἐξυπηρετήσει τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἐν ᾧ κυρίως ἔτεινεν ἵνα χρησιμεύσῃ ὡς ἐπιτήδειον μέσον πρὸς ἐξυπηρέτησιν κομματικῶν σκοπῶν. Καὶ τὸ Συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας κατέπεσεν ὑπὸ τὴν σχηματισθεῖσαν μὴ ὀρθὴν κατ’ ἐμὲ, ἀλλὰ ἐπισημοποιηθεῖσαν τοιαύτην πεποίθησιν· κατέπεσεν ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Τὸ Συμβούλιον ὅμως τῆς ἐπικρατείας ἦτο προωρισμένον νὰ προσφέρῃ χρησίμους ὑπηρεσίας εἰς τὸ κράτος. Κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐκλήθη νὰ ἐξετάσῃ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ κράτους τοῦ ἔτους ἐκείνου, ἐν τῷ Συμβουλίῳ τῆς ἐπικρατείας ἀνεκαλύφθη ἀνεπίδεκτος ἀντιῤῥήσεως ἡ κακὴ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ τόπου. Καὶ ἦτο φυσικὴ ἡ κατάστασις αὕτη μετὰ τὴν ἀνωμαλίαν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἐπιφέρει ἐν τῇ διοικήσει, ἡ ἔναρξις τῆς διαστάσεως καὶ τῆς πάλης μεταξὺ ἔθνους καὶ ἡγεμόνος, καὶ μετὰ τὴν ἀνωμαλίαν, τὴν ὁποίαν κατ’ ἐξακολούθησιν εἶχεν ἐπιφέρει ἐν τῇ διοικήσει τὸ τέρμα τῆς πάλης ταύτης, καὶ αἱ ἀσχολίαι εἰς ἃς περιῆλθε τὸ ἔθνος, μεριμνῶν νὰ ἀποκατασταθῇ αὖθις ἐν βασιλείᾳ, καὶ νὰ ἀποκαταστήσῃ πολίτευμα, κατὰ τὸ ὁποῖον ἔμελλε νὰ λειτουργήσῃ τὸ κράτος. Καὶ αἱ δύω αὗται ἐποχαὶ ἑπόμενον ἦτον ὅτι ἤθελον παρασκευάσει νέας ἀνάγκας, τὰς ὁποίας τὸ κράτος ἔμελλε νὰ θεραπεύσῃ, ὅτι ἤθελον παρασκευάσει νέας ἀφορμὰς, αἵτινες ἔμελλον νὰ ἐλαττώσωσι τὰς προσόδους αὐτοῦ. Κατὰ τὸ 1865 τὸ ἔλλειμμα ἦτο καταφανὲς, ἦτο ἀνοικονόμητον πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν τοῦ Συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας ἄνευ νέων φόρων. Ἀλλὰ Κυβερνήσεις περιοδικαὶ καὶ διαβατικαὶ δὲν ἐλάμβανον οὐδὲ τὸν καιρὸν νὰ μεριμνήσωσι περὶ τοῦ ἐλλείμματος, ἴσως δὲν ἐλάμβανον τὸν καιρὸν οὐδὲ νὰ μάθωσι τὸ ἔλλειμμα· ἑπομένως οἱ χρόνοι παρήρχοντο καὶ τὰ ἐλλείμματα ἐσυσσωρεύοντο κατ’ ἔτος, ἔμενον δὲ κατ’ ἔτος μεγαλείτερα τὰ κενὰ τοῦ ἐτησίου προϋπολογισμοῦ. Χρεωστῶ νὰ ὁμολογήσω σήμερον ἀλήθειαν· καὶ δὲν τὴν ὁμολογῶ σήμερον πρώτην φορὰν ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου· τὴν ὡμολόγησα κατὰ μίαν ἄλλην περίστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν εὑρισκόμην εἰς πλήρη ἀντίθεσιν πρὸς τὸν βουλευτὴν ἐκ Μεσσήνης. Κατὰ τὴν περίστασιν ἐκείνην, ἐγὼ μὲν ἤμην ὑπουργὸς τοῦ ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον προήδρευεν ὁ νῦν πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὁ δὲ βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης ἦτο ἀρχηγὸς τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Εἷς τῶν συναδέλφων μου, ἄνθρωπος διακεκριμένος, πρὸς τὴν μνήμην τοῦ ὁποίου διατελῶ εὐλαβῶς, ἠθέλησε νὰ ἐπιτεθῇ κατὰ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, καὶ νὰ αἰτιαθῇ αὐτοῦ, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι αὐτὸς ηὔξησε τοὺς φόρους. Ἀμέσως διεδέχθην αὐτὸν ἐπὶ τοῦ βήματος, καὶ ὡμολόγησα, ὅτι ἡ αὔξησις τῶν φόρων, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος προέβαλε κατὰ τὸ 1867, ἐσκόπει νὰ πληρώσῃ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τὸ κενὸν, τὸ ὁποῖον οἱ προϋπολογισμοὶ ἄφινον, καὶ ἑπομένως ἦτο ἀναγκαία καὶ λυσιτελής. Ἡ αὔξησις τῶν φόρων κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἦτο ἀνάγκη ἀνυπέρβλητος. Τώρα ὅτε δὲν ὑπάρχουσι πλέον φλογερὰ τὰ πάθη, τὰ ὁποῖα ἐξῆπτε κατὰ τὰ 1867 ὁ πολιτικὸς ἀνταγωνισμὸς τῶν κομμάτων· τώρα ὅτε δυνάμεθα νὰ δικάζωμεν ὡς ἱστορία, ὅλοι ἐλπίζω συνομολογοῦμεν ὅτι ἡ αὔξησις τῶν φόρων ἦτο κατὰ τὰ 1867 ἀναγκαία. Ἂν κατὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1868 διεβάλλοντο ὑπὸ τῶν ἀντιπάλων των οἱ ὑπουργοὶ τοῦ 1867 ὡς προβαλόντες τὴν αὔξησιν τῶν φόρων· ἂν τὰ πρὸς ἐκείνους ἀνταγωνιζόμενα κόμματα ἐδυσφήμησαν ἢ περιύβρισαν αὐτοὺς, οὐδὲν τούτων, εἰ καὶ πάντα ἦλθον ἔκτοτε μέχρι τοῦδε εἰς τὴν ἀρχὴν ἀλληλοδιαδόχως, ἐτόλμησε νὰ ἐλαττώσῃ τοὺς φόρους. Ἡ πολιτεία των ἀπέδειξε τὸ ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους ἔπραττον. Ἀλλ’ ἐπληρώθησαν μετὰ τὰ 1867 τὰ κενὰ ταῦτα; Δυστυχῶς ὄχι· διότι ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1867 δὲν ἐπρονόησεν, ἵνα μὴ ἀναμίξῃ τὰς τακτικὰς ἀνάγκας μετὰ τῶν ἐκτάκτων ἀναγκῶν. Κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο ἐπαρουσιάσθησαν ἀνάγκαι ἔκτακτοι, ἀνάγκαι, τὰς ὁποίας ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀναγνωρίσῃ καὶ νὰ θεραπεύσῃ, αἱ δὲ ἀνάγκαι αὗται προήγαγον ἐκτάκτους δαπάνας χρηματικὰς, αἱ δὲ χρηματικαὶ αὗται δαπάναι ηὔξησαν τὰ ἔξοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ τὰ κενὰ, τὰ μόλις πληρωθέντα διὰ τοῦ προϊόντος τῆς αὐξήσεως τῶν φόρων, ἀνεφάνησαν πάλιν ὑπάρχοντα καὶ ἐκτεινόμενα. Ἐάν μοι ἦτο συγκεχωρημένον σήμερον, νὰ μνημονεύσω λεπτομερειῶν τῆς ἐποχῆς τοῦ 1867, ἤθελον φέρει κρίσιν, τὴν ὁποίαν παρακαλῶ νὰ μὴ θεωρήσητε ὡς αἰτίασιν· κρίνων ὅμως ἐπὶ τῶν διοικούντων τότε τὰ οἰκονομικὰ τῆς Ἑλλάδος, ἤθελον ἐπικρίνει αὐτοὺς, διότι, ἐν ᾧ ἔλαβον τὸ θάῤῥος, τὸ τῳόντι πατριωτικὸν, νὰ προνοήσωσι περὶ πληρώσεως τῶν ἐτησίων ἐλλειμμάτων τοῦ προϋπολογισμοῦ, δὲν ἐπρονόησαν, δὲν ἠσχολήθησαν, νὰ χωρίσωσιν ἀποτόμως καὶ διακεκριμένως τὰς ἐκτάκτους ἀνάγκας τοῦ χρόνου ἐκείνου ἀπὸ τὰς τακτικάς. Ὤφειλον νὰ μεριμνήσωσι περὶ τῶν ἐκτάκτων ἀναγκῶν, ἀλλὰ νὰ μὴ ἀναμίξωσι τὰ ἐτήσια ἔσοδα, τὰ προσδιωρισμένα διὰ τὴν τακτικὴν λειτουργίαν τοῦ κράτους, μὲ τὰ ἔκτακτα ἔσοδα, τὰ ὁποῖα ἐζήτουν νὰ προσπορίσωσι διὰ τὰς ἐκτάκτους ἀνάγκας τοῦ χρόνου ἐκείνου. Τοσοῦτον δὲ νομίζω, ὅτι ἡ κρίσις μου αὕτη εἶναι ὀρθὴ, ὥστε καὶ ἐφέτος ἀκόμη μίαν ἡμέραν, ὅταν ἐσυζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον περὶ δανείου 10 ἑκατομμυρίων, ἔσπευσα νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν, νὰ ἀκούσῃ τὴν γνώμην μου, νὰ χωρίσῃ τὰς τακτικὰς ἀνάγκας ἀπὸ τὰς ἐκτάκτους, νὰ προνοήσῃ κεχωρισμένως περὶ τῶν ἐκτάκτων καὶ τῶν τακτικῶν ἀναγκῶν τοῦ κράτους, καὶ νὰ ψηφίσῃ προϋπολογισμὸν κεχωρισμένον διὰ τὰς τακτικὰς ἀνάγκας τοῦ κράτους, περιλαμβανούσας καὶ τὰς πρὸς βελτίωσιν ὁμαλὴν τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ, καὶ ἕτερον προϋπολογισμὸν διὰ τὰς ἐκτάκτους ἀνάγκας. Ἀλλὰ δυστυχῶς καὶ οἱ τότε διοικοῦντες τὰ οἰκονομικὰ τοῦ κράτους δὲν ἐπείσθησαν νὰ ἐπακολουθήσωσι τὴν γνώμην ταύτην, καὶ οἱ τότε ἀντιπολιτευόμενοι ἐνόμισαν μάταιον νὰ σταματήσωσιν ἐπὶ τῆς γνώμης ταύτης. Τὴν παρέτρεξαν καὶ ἠκολούθησαν τὴν αὐτὴν μέθοδον, τὴν ὁποίαν καὶ κατὰ τὰ 1867 οἱ τότε κυβερνῶντες ἠκολούθησαν. Τὰ ἐλλείμματα λοιπὸν, ἂν καὶ πληρωθέντα κατὰ τὰ 1867 διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν φόρων, ἐπανελήφθησαν καὶ προέβησαν μέχρι τοῦ παρόντος. Καὶ μέχρι μέν τινος τὰ ἐλλείμματα ταῦτα δὲν ἦσαν ἐπισήμως γνωστὰ· αἱ πληροφορίαι δὲ, τὰς ὁποίας οἱ διοικοῦντες κατὰ καιρὸν τὰ οἰκονομικὰ τοῦ κράτους ἔδιδον εἰς τὸ Κοινοβούλιον καὶ τὸν κόσμον, ἦσαν, ὅτι ὑπῆρχεν ἰσοζύγιον εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ μάλιστα ὅτι κἄποτε κατωρθοῦτο νὰ μένῃ καὶ περίσσευμα. Αἱ πληροφορίαι ὅμως αὗται δὲν ἦσαν ἀκριβεῖς, εἴτε διότι συνέβαινον σφάλματα ἕνεκα ὑπολογισμῶν μὴ ἀκριβῶν, εἴτε διότι αἱ καιρικαὶ περιστάσεις, αἵτινες συνδέονται τοσοῦτον στενῶς μὲ τὸ σύστημα τὸ φορολογικὸν, τὸ ἐπικρατοῦν παρ’ ἡμῖν, ἐπήρχοντο διαψεύδουσαι τοὺς ὑπολογισμοὺς αὐτούς. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι τὰ ἐλλείμματα ἦσαν διαρκῆ· καὶ ἐὰν συνέβη ποτὲ νὰ διαφωνήσω κατὰ τοῦτο πρὸς ἱκανώτατον καὶ χρησιμώτατον περὶ τὰ οἰκονομικὰ, περὶ τοῦ ὁποίου ἔχω ἀρκοῦσαν ἐπὶ τούτοις ὑπόληψιν, καὶ τὸν ὁποῖον κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον δυστυχῶς ἠναγκαζόμην νὰ διαδεχθῶ εἰς τὴν διοίκησιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ κράτους· καὶ ἐὰν συνέπεσεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσσήνης, ὁ ὁποῖος ἦτο πρόεδρος τοῦ ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς διεδέχθημεν κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1871, νὰ ἀσπασθῇ τὴν γνώμην τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ ἐκ Τριφυλλίας, καὶ νὰ ζητήσῃ νὰ μὲ διαψεύσῃ, λυποῦμαι, διότι ἀπὸ τοῦ χρόνου ἐκείνου μέχρι τοῦδε δὲν μοὶ ἐδόθη καμμία ἀφορμὴ νὰ μεταβάλω τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν τότε ἐδήλωσα. Τὰ ἐτήσια ταῦτα καὶ διαρκῆ ἐλλείμματα δὲν ἐφείλκυσαν τὴν προσοχὴν τῶν κυβερνήσεων, καὶ δὲν ἠδυνήθησαν αὗται ἢ δὲν προσεπάθησαν νὰ προτείνωσιν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον ἤθελον καλυφθῆ. Ἐξ ἐναντίας σκέψεις διαρκῶς προσωριναὶ, σκέψεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀπέβλεπον ποτὲ ἐπὶ τὸ μέλλον, αἱ ὁποῖαι περιωρίζοντο ἐπὶ μῆνας, τὰς στιγμὰς καὶ τὰς ὥρας τοῦ ἔτους καθ’ ἃς αἱ κυβερνήσεις αὗται ἔζων, διότι κατὰ δυστυχίαν τοιοῦτος ὑπῆρξεν ὁ βίος ἑκάστης κυβερνήσεως καὶ αἱ μελέται αὐτῶν τοιαῦται· σκέψεις λέγω τοιαῦται τῶν κυβερνήσεων ἠνάγκασαν αὐτὰς νὰ μελετῶσι, καὶ νὰ θεραπεύωσι μόνον τὰς ἀνάγκας τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν ἔμενον εἰς τὰ πράγματα. Ὅταν κατὰ τὸ 1863 ἐπετράπη ἡ ἔκδοσις τῶν ἐντόκων γραμματίων καθὼς σᾶς εἶπον χθὲς, ἐπετράπη πρὸς μόνον τὸν σκοπὸν, τοῦ νὰ ἀποκατασταθῇ ἡ ἰσοῤῥοπία μεταξὺ τῶν ἐξόδων ἑκάστου μηνὸς καὶ τῶν ἐσόδων, τὰ ὁποῖα ἕκαστος τῶν μηνῶν τοῦ ἔτους παρέχει. Ἀλλὰ τὰ ἐλλείμματα τὰ ἐτήσια ἐπήρχοντο λίαν ἐπίμονα καὶ ἀπαιτητικά. Διὰ τοῦτο μετ’ ὀλίγον ἐξέλιπεν ἡ εὐκολία τῶν ἐντόκων γραμματίων, διότι ταῦτα διετέθησαν πρὸς πλήρωσιν τῶν ἐλλειμμάτων, καὶ ἡ διάδοχος Κυβέρνησις ἐζήτησε νέα πάλιν ἔντοκα γραμμάτια 3 ἑκατομμυρίων. Ἀλλὰ καὶ τὸ ποσὸν τῶν ἐντόκων γραμματίων, καί τοι αὐξηθέντων εἰς 6 ἑκατομμύρια, ἐξηντλήθη αὖθις, διότι τὴν αὐτὴν μέθοδον ἠκολούθησαν καὶ αἱ διάδοχοι κυβερνήσεις, καὶ αὐτὸς ὁ προκάτοχος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ τὸ νῦν ὑπουργεῖον. Ἐπῆλθον τὰ ἐλλείμματα τοῦ 1875 καὶ τοῦ 1876, ἀπήτουν χρήματα, καὶ τὰ ἔσοδα τοῦ κράτους δὲν ἐπήρκουν βεβαίως, διότι ὑπῆρχον ἐλλείμματα. Πρόχειρος πάλιν θεραπεία, ἡ πρότασις τοῦ νομοσχεδίου περὶ αὐξήσεως τῶν ἐντόκων γραμματίων εἰς ἐννέα ἑκατομμύρια, τὴν θεραπείαν δὲ ταύτην ἐπῆλθε προτεῖνον καὶ τὸ νέον ὑπουργεῖον. Καὶ ἔχει μὲν δίκαιον, διότι δὲν ἔχει εἰς τὴν διάθεσίν του πλέον τὰ κεφάλαια τῶν ἐντόκων γραμματίων τῶν 6,000,000, σᾶς ζητεῖ δὲ νέα 3,000,000 διὰ νὰ πληρώσῃ τὴν ἀνάγκην, διὰ νὰ διατηρήσῃ τὴν ἰσοῤῥοπίαν τῶν ἐσόδων, τὰ ὁποῖα ἕκαστος τῶν μηνῶν παράγει. Ἡ μέθοδος εἶναι ἡ αὐτὴ ἐμπειρική, ἐπιβαρύνουσα περισσότερον τὸν κ. Σωτηρόπουλον, παρὰ τὸν κ. Δεληγεώργην. Εἶπον περισσότερον ἐπιβαρύνουσα τὸν κ. Σωτηρόπουλον, διότι ἠξίουν ἀπὸ τὸν κ. Σωτηρόπουλον νὰ προλάβῃ τὴν ἀνάγκην, διὰ τὴν ὁποίαν ἐζήτησε τὸ προσωρινὸν δάνειον τῶν ἐντόκων γραμματίων, προτείνων εἰς τὴν Βουλὴν ἐγκαίρως τὰ πρὸς ἰσοῤῥοπίαν τῶν ἐσόδων πρὸς τὰ ἔξοδα ἀναγκαῖα μέτρα· ἀλλὰ εἰ καὶ ὀλιγώτερον, ἐπιβαρύνει ὅμως καὶ τὸν κ. Δεληγεώργην, διότι νομίζω, ὅτι καὶ τὸ ὑπάρχον ὑπουργεῖον δὲν εἶναι ἀπηλλαγμένον τῆς τοιαύτης αἰτιάσεως. Καὶ ἔχει μὲν τὸ δικαίωμα πρὸς δικαιολόγησίν του νὰ σᾶς εἴπῃ, ἀφοῦ ἀναγνωρίζετε τὸ ἄνισον τῆς προσόδου ἑκάστου τῶν μηνῶν, ἀφοῦ δὲ τὴν θεραπείαν τῆς ἀνάγκης ταύτης ἐνεκρίνατε νὰ θεραπεύητε δι’ ἐντόκων γραμματίων ποσοῦ 6,000,000, αὐτὰ τὰ ἔντοκα γραμμάτια δὲν τὰ ἔχω εἰς τὴν διάθεσίν μου, διότι οἱ προκάτοχοι διέθηκαν αὐτὰ ἄλλως· ὅθεν δότε μοι ἔντοκα γραμμάτια, διὰ νὰ λειτουργήσωσι πρὸς συντήρησιν τῆς ἰσοῤῥοπίας ταύτης. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι συγχρόνως ὤφειλε τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κ. Δεληγεώργη νὰ δώσῃ τὴν παραμυθίαν εἰς τὴν Βουλὴν, τὴν ὁποίαν αὕτη εἶχε δικαίωμα νὰ ἀξιώσῃ, προτεῖνον εἰς αὐτὴν τὰ μέτρα, διὰ τῶν ὁποίων ἤθελε βελτιώσει τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ κράτους. Συνομολογῶ, ὅτι ὁ κ. Δεληγεώργης ἦλθεν εἰς τὰ πράγματα πρὸ 24 ὡρῶν, καὶ τὸ βραχύτατον τοῦτο διάστημα δὲν ἐξήρκει εἰς ἕνα ἄνθρωπον ἀλλότριον τῶν δημοσίων ὑποθέσεων, διὰ νὰ σᾶς προπαρασκευάσῃ καὶ ὑποβάλῃ μέτρα τοιαῦτα. Ἀλλ’ ὁ κ. Δεληγεώργης εἶχε μεγαλειτέραν ὑποχρέωσιν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν φέρουσιν οἱ ἀλλότριοι τῶν δημοσίων ὑποθέσεων· εἶχε δὲ μεγαλειτέραν ὑποχρέωσιν, διότι ὁ κ. Δεληγεώργης δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ᾖναι πρωθυπουργός· πρὶν γένηται πρωθυπουργός, εἶναι ἀρχηγὸς μεγάλης πολιτικῆς μερίδος ἐν τῇ Βουλῇ, μετὰ τῆς ὁποίας διεκδικεῖ καθ’ ἑκάστην τὴν ἐξουσίαν, βεβαιῶν τὸ κράτος καὶ τὴν πολιτείαν, ὅτι αὐτὸς θέλει ἀναλάβει τὴν κυβέρνησιν τοῦ κράτους, ἐὰν ἀξιωθῇ τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ θέλει διοικήσει καλλίτερον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐκάθηντο εἰς τὰ ὑπουργικὰ ἑδώλια. Καὶ ὤφειλον, κύριοι, νὰ κάμω τὴν παρατήρησιν ταύτην ἐπὶ τῶν ἐντόκων γραμματίων, διότι, ἐὰν ἡμεῖς ἐνεδίδομεν εἰς τὴν ἀνάγκην τὴν ἠτιολογημένην τοῦ ὑπουργείου, νὰ ἐψηφίζομεν τὸν νόμον, νὰ ἀφίνομεν νὰ παρέλθῃ ἡ ἐποχὴ, χωρὶς νὰ ἐξετάσωμεν τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα, ὦ βεβαιωθῆτε, ὅτι τὸν ἐρχόμενον Φεβρουάριον 1878 ἦτο πολλὰ πιθανὸν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πάλιν νὰ ἐμφανισθῇ καὶ νὰ ζητήσῃ παρ’ ὑμῶν νέα ἔντοκα γραμμάτια 3,000,000. Πρέπει νὰ ᾖμαι δίκαιος. Μοὶ τὸ ἐπιβάλλει ἡ πολιτικὴ θέσις, τὴν ὁποίαν ἔχω ἐν τῷ βουλευτηρίῳ. Θεωρῶ μετ’ ἀπαθείας καὶ ἀδιαφορίας τὸν ἀνταγωνισμὸν τῶν ἀνταγωνιζομένων ἐν τῇ παλαίστρᾳ ταύτῃ κομμάτων· δὲν πάλλει ἡ καρδία μου δι’ οὐδέτερον αὐτῶν· ἐγὼ μόνον προσπαθῶ νὰ κατορθόνω νὰ συντελῶ εἰς τὸ νὰ ψηφίζωνται, ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατόν, ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα νομίζω χρησιμώτερα. Ἀφοῦ λοιπὸν δὲν μὲ συνδέει οὐδεὶς δεσμός, κἀνὲν συμφέρον, οὔτε μετὰ τῆς μιᾶς, οὔτε μετὰ τῆς ἄλλης πλευρᾶς, πρέπει νὰ ᾖμαι δίκαιος πρὸς τὸν κ. Σωτηρόπουλον. Καὶ ἔχω συμφέρον νὰ ᾖμαι δίκαιος, διότι εἶμαι βέβαιος, ὅτι, ἐὰν δὲν ὁμολογήσω τὴν δικαιοσύνην ταύτην, μόλις καταβῶ τὸ βῆμα, ὁ κ. Σωτηρόπουλος θέλει μοὶ ἀπευθύνει τὴν ἐρώτησιν ταύτην, καὶ μοὶ εἴπει: Πῶς νομίζετε, ὅτι δὲν προέβλεψα διὰ τὸ ἔλλειμμα; Καὶ δὲν σᾶς ἔφερον οἰκονομικὰ νομοσχέδια, διὰ τῶν ὁποίων ἐσκόπουν τὴν πλήρωσιν τοῦ ἐλλείμματος; Ἐνδέχεται νὰ σφάλλω, ἐνδέχεται ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον κρίνω, νὰ μὴ τυγχάνῃ τῆς ἐπιδοκιμασίας οὐδενὸς ἐξ ὑμῶν· ἀλλ’ ὅμως χρεωστῶ νὰ σᾶς ἀνακοινώσω αὐτόν. Χρεωστῶ νὰ σᾶς κάμω γνωστὴν τὴν κρίσιν μου καὶ σφαλερὰν ἔτι. Θέλω εἶσθαι σύμφωνος περισσότερον μὲ τὴν συνείδησίν μου. Εὗρον ἐν ταῖς σχέσεσι τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας μετὰ τοῦ κοινοβουλίου κατὰ τὸ παρελθὸν τοσαύτην ἀνωμαλίαν, ὥστε πολλάκις ἠπόρησα ἂν εἶμαι εἰς κατάστασιν, νὰ δίδω τὴν ψῆφον, τὴν ὁποίαν ἑκάστοτε ὁ κύριος πρόεδρος τῆς Βουλῆς μοὶ ἐζήτει καθ’ ὅλας τὰς ψηφοφορίας. Πλῆθος νομοσχεδίων, σωρηδὸν ῥιφθέντων ἐν τῷ μέσῳ, περὶ πάσης ὑποθέσεως καὶ περὶ πάσης ὕλης. Βεβαίως δὲν ἠδύνατο μέλος τοῦ Κοινοβουλίου, Σώματος πολυμελοῦς ἐξ 190 βουλευτῶν συγκειμένου, νὰ ζητήσῃ τὴν τάξιν ἐκείνην, τῆς ὁποίας ἔχει ἀνάγκην, διὰ νὰ μελετήσῃ τὰ πράγματα καὶ νὰ ἐκλέξῃ πρὸς ποῖα θέλει τραπῆ πρῶτον, πρὸς ποῖα δὲ καθ’ ἑπόμενον λόγον. Μοὶ συνέβη μάλιστα νὰ παρατηρήσω, ὅτι ὅλα τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα σκοπὸν εἶχον ν’ αὐξήσωσι τὰ δημόσια ἔξοδα, ἦσαν τοσοῦτον πρὸς ἄλληλα στενῶς συνδεδεμένα, ὥστε ἐγὼ, τὸ μέλος τῆς Βουλῆς, δὲν ἠδυνάμην νὰ διακρίνω, ποῖα εἶναι προωρισμένα διὰ τὰς ἐκτάκτους ἀνάγκας, ποῖα δὲ διὰ τὰς συνήθεις ἀνάγκας τοῦ Κράτους· μοὶ συνέβη μάλιστα νὰ παρατηρήσω, ὅτι καθ’ ὅλας τὰς περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἐπρόκειτο ὁ προσδιορισμὸς τῆς ἡμερησίας διατάξεως, τὰ οἰκονομικὰ ταῦτα νομοσχέδια δὲν ἐφαίνοντο τυγχάνοντα τῆς ἰσχυρᾶς ἐκείνης καὶ ἀμετατρέπτου προστασίας, τῆς ὁποίας πρέπει νὰ τυγχάνωσι νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα συντελοῦσι, διὰ νὰ τακτοποιήσωσι τὴν τακτικὴν λειτουργίαν τοῦ Κράτους. Καὶ περὶ τοῦ τελευταίου τούτου, τὸ ὁποῖον συνέπεια αἰτιῶν ἄλλων, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ὁμιλήσω, ὅταν ἔλθω εἰς τὸ δεύτερον μέρος τοῦ λόγου μου, τὸ ἀναγόμενον εἰς τὰς παρασκευάς. Θέλετε μοὶ ἐπιτρέψει νὰ σᾶς παρακαλέσω, νὰ λάβητε σημείωσιν τοῦ μέρους τούτου, διὰ νὰ δυνηθῆτε νὰ συνδέσητε αὐτὰ, τὰ ὁποῖα σᾶς λέγω τώρα, μὲ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θέλω σᾶς εἴπει πραγματευόμενος περὶ τοῦ δευτέρου μέρους. Μοὶ φαίνεται δὲ παράδοξον, καὶ δὲν πρέπει νὰ ἀποσιωπήσω τὸ φρόνημά μου, ὅτι κατὰ τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν ἐκλήθη ἡ Βουλὴ νὰ ἐξετάσῃ τὸν οὐσιωδέστατον ὅλων τῶν νόμων τοῦ Κράτους, ὂν συντελοῦντα καὶ ὑποβοηθοῦντα τὴν λειτουργίαν τοῦ Κράτους, μοὶ φαίνεται, λέγω, παράδοξον διότι δὲν ἠδυνήθην νὰ διίδω διακεκριμένας τὰς γνώμας τῆς Βουλῆς. Γνωρίζω ὅτι καὶ ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑπάρχει εἰς ὅλα τὰ κοινοβούλια, μία δηλαδὴ δεξιὰ πτέρυξ, σύμφωνος μὲ τὴν Κυβέρνησιν ἡ ὁποία κυβερνᾷ, ἐντελῶς συμμεριζομένη τὰς γνώμας αὐτῆς, καὶ ὑποστηρίζουσα ὅλα τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ πρόκειται νὰ λάβῃ, ζητοῦσα τὰς ἀναγκαίας πιστώσεις ἀπὸ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν· γνωρίζω, ὅτι ἀπέναντι τῆς δεξιᾶς ταύτης πτέρυγος ὑπάρχει πάντοτε ἡ ἀριστερά, ἡ ὁποία, ἄγρυπνος φύλαξ τῶν δημοσίων συμφερόντων, πανταχοῦ ἀκολουθοῦσα τὴν Κυβέρνησιν, προτείνει ὅλα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα νομίζει χρήσιμα πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων ἢ τῶν ἀναγκῶν τῆς διοικήσεως. Ἀλλ’ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους συνεζητήθη κατὰ περίεργον τρόπον. Μοὶ ἔκαμε δὲ τοῦτο τόσῳ μεγαλειτέραν ἐντύπωσιν ἐφ’ ὅσον διέγνων χαλαρὰν καὶ ἀσθενῆ τὴν ὑποστήριξιν ἐν τῇ δεξιᾷ πτέρυγι, ἐγκατάλειψιν δὲ πλήρη ἐν τῇ ἀριστερᾷ, ἐξαιρουμένων προσώπων τινῶν, πρὸς τὰ ὁποῖα ὀφείλω καὶ ἐπὶ τούτῳ τιμὴν καὶ ὑπόληψιν. Ἡ πτέρυξ αὕτη, ὡς σῶμα πολιτικὸν, δὲν ὤφειλε νὰ ζητήσῃ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ προγράμματος, τὸ ὁποῖον ὁ ἀρχηγὸς αὐτῆς ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλήν; Καὶ τί εἶπεν ἡ Κυβέρνησις, τῆς ὁποίας ἀρχηγὸς εἶναι ὁ σήμερον πρωθυπουργὸς κατὰ τὸν παρελθόντα Νοέμβριον, ὅτε ἦλθε νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ πρόγραμμά του; Εἶπεν ὅτι ἐσκόπει νὰ διαπράξῃ ὅλας τὰς παρασκευὰς τοῦ Κράτους ἄνευ φόρων καὶ δανείων, διὰ μόνων τῶν οἰκονομιῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Καὶ ποῖαι εἶναι αἱ οἰκονομίαι, τὰς ὁποίας ὑμεῖς, κύριοι συνάδελφοι, ὡς πολιτικοὶ φίλοι τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἐζητήσατε νὰ ἐπιτύχητε κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἡ δὲ πλειοψηφία δὲν παρεδέχθη; Διότι ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀνήκομεν οὔτε εἰς τὴν πλειονοψηφίαν οὔτε εἰς τὴν μειονοψηφίαν, ἠθέλομεν εἶσθαι φυσικοὶ σύμμαχοι ὑμῶν, καὶ ἠθέλομεν σᾶς ὑποβοηθήσει εἰς πραγμάτωσιν τῶν οἰκονομιῶν ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἦσαν ἀπολύτως ἀναγκαῖαι ἵνα ἐξυπηρετήσωσι τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ὁ προϋπολογισμὸς ἐκρίθη καὶ παρ’ ὑμῶν ἐπουσιώδης ἐργασία. Ἐψηφίσθη ὅλος, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι, ἂν ἡ Κυβέρνησις αὕτη τύχῃ τῆς πλειονοψηφίας τοῦ Κοινοβουλίου καὶ δυνηθῇ νὰ ζήσῃ, δὲν θέλει εἶσθαι δυνατὸν νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς ἑαυτὴν ἵνα προβῇ εἰς τὴν πλήρη ἐφαρμογὴν αὐτοῦ, ἂν δὲν προβῇ κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ εἰς ὅλας ἐκείνας τὰς χειρουργικὰς ἐγχειρήσεις, τὰς ὁποίας δύναται ὡς ἐκτελεστικὴ ἐξουσία νὰ πράξῃ.

§36ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτὸ δὲν τὸ θεωρεῖτε ὡς καθῆκον πάσης Κυβερνήσεως, ὅτι ὀφείλει νὰ περιστείλῃ τὰς δαπάνας;

§37ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως. Ἐὰν ἐγὼ ἤμην εἰς τὴν θέσιν σας, διὰ μιᾶς ἐκθέσεώς μου εἰς τὸν Βασιλέα ἤθελον ζητήσει νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ μὴ προβῶ εἰς τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας δὲν ἐνόμιζον ἀνυπερβλήτως ἀναγκαίας, δὲν μοὶ ἐπέβαλλε δὲ ἡ ὑποχρεωτικὴ δι’ ἐμὲ ἐκτέλεσις τῶν νόμων. Συνέπεσε νὰ μὴ ἔχω παντάπασιν σύμφωνον γνώμην πρὸς τὴν γνώμην τοῦ ἐντίμου προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅτε ὡς ἀρχηγὸς τῆς Κυβερνήσεως ἀνεκοίνωσε τὸ φρόνημά του κατὰ τὴν 29 Νοεμβρίου· συνέπεσε δὲ νὰ μὴ ἔχω παντάπασιν σύμφωνον γνώμην καὶ πρὸς τὴν γνώμην τοῦ πρώην προέδρου τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Δὲν συνεφώνουν μὲ τὸν κ. Κουμουνδοῦρον, διότι ἐνόμιζον, ὅτι ἠδύναντο νὰ ἐπιτευχθῶσιν οἰκονομίαι τινὲς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων, διὰ τῶν ὁποίων ἠδύνατο νὰ ἐπιζητηθῇ ἡ ἐλάττωσις τοῦ ἐλλείμματος. Δὲν ἤμην σύμφωνος μὲ τὸν κ. Δεληγεώργην, διότι οὐδέποτε ἠδυνάμην νὰ πιστεύσω, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ κατορθωθῇ αὐτὸ τὸ μέγα κατόρθωμα, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Δεληγεώργης εἶχε τὸ θάῤῥος νὰ διανοηθῇ καὶ νὰ σᾶς ὑποσχεθῇ, ὅτι δηλ. ἠδύνατο ἡ Ἑλλὰς νὰ παρασκευασθῇ ἄνευ φόρων καὶ δανείων διὰ μόνων τῶν οἰκονομιῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀφοῦ δὲ εὑρέθην ἐν τῷ μέσῳ τῶν δύο αὐτῶν ἀντιθέτων γνωμῶν, προσεπάθουν νὰ συντελέσω εἰς τὴν λογικὴν ἐλάττωσιν τῶν ἐξόδων, καὶ ἐνόμιζον ὅτι θέλω ἔχει σύμμαχον τὴν πτέρυγα τὴν ἀριστεράν. Ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθην νὰ εὕρω παρὰ τὴν πρόθυμον συνδρομὴν ὀλίγων τινῶν προσώπων, πρὸς τὰ ὁποῖα καὶ ἐπὶ τούτῳ ὀφείλω καὶ τιμὴν καὶ χάριν.

§38ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μοὶ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς ἀναγνώσω τί περιεῖχεν ὡς πρὸς τοῦτο τὸ πρόγραμμά μου τῆς 29 Νοεμβρίου (ἀναγινώσκει).

§39Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ προϋπολογισμὸς λοιπὸν ἐψηφίσθη, καὶ ἔχετε ἐξ αὐτοῦ ἐπίσημον πληροφορίαν, ὅτι τὸ 1877 σᾶς καταλείπει νέον ἔλλειμμα· καὶ ἡ ἐπίσημος πληροφορία σᾶς τὸ ἐνδεικνύει ὅτι θέλει ἀνέλθει εἰς 2 περίπου ἑκατομμύρια. Ἐγὼ εὔχομαι νὰ ᾖναι τόσον, καὶ ἵνα μὴ μὲ κρίνητε ὡς ἄνθρωπον ὑπερβολικὸν, καὶ προσπαθοῦντα ἐκ παντὸς τρόπου νὰ σᾶς ἐμπνεύσῃ τὰς πεποιθήσεις του, δὲν σᾶς ἀναγγέλλω ἀπὸ τοῦδε ὅτι τὸ ἔλλειμμα ἂν ᾖναι τόσον μόνον πρέπει νὰ ἦσθε εὐχαριστημένοι· διότι ἔχω λόγους νὰ ὑπολογίζω, ὅτι θέλει εἶσθαι ἄνω τῶν 2 ἑκατομμυρίων. Καὶ δὲν εἶμαι μὲν εἰς θέσιν νὰ εἴπω κατὰ πόσας δεκάδας χιλιάδων ἢ ἑκατοντάδας θέλει εἶσθαι ὑποδεέστερον τῶν 3,000,000, θέλει ὅμως ὑπερβῆ τὰ 2½ ἑκατομμύρια, ἐὰν λειτουργήσῃ ὁ προϋπολογισμὸς ὡς ἐψηφίσθη. Ἀλλὰ δὲν ἔχω σκοπὸν ν’ ἀνταγωνισθῶ οὐδὲ πρὸς τὴν μίαν, οὐδὲ πρὸς τὴν ἑτέραν μερίδα. Ἔχω καὶ ὀφείλω νὰ ἔχω μεγάλην ὑπόληψιν πρὸς τοὺς προϊσταμένους αὐτῶν καὶ τὰ μέλη. Οὐδὲ ἡ θέσις μου ἡ πολιτικὴ μοὶ ἐπιβάλλει τοῦτο ὡς καθῆκον δυσάρεστον· διότι ἡ πολιτική μου θέσις εἶναι μᾶλλον ἀνθρώπου ἐποπτεύοντος καὶ προσπαθοῦντος νὰ συντελῇ εἰς ὅ,τι νομίζει καλόν· δὲν εἶναι θέσις ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος ἐκλήθη νὰ παλαίσῃ ἐν τῷ κοινοβουλίῳ, ἵνα καταβάλλῃ τὸν ἀντίπαλόν του. Διὰ τοῦτο λαμβάνων τὴν ἐλευθερίαν νὰ ᾖμαι δυσάρεστος πρὸς ἑκάτερον τούτων, σύνοιδα ὅτι τὸ πράττω μόνον ἵνα ᾖμαι ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον σύμφωνος μὲ τὴν συνείδησίν μου· καὶ ἵνα ᾖμαι σύμφωνος μὲ τὴν συνείδησίν μου, ὀφείλω νὰ δηλώσω, ὅτι καὶ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις μοὶ ἐφάνη κατά τι ὑποδεεστέρα τῆς ἀποστολῆς, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἐπὶ τῆς διοικήσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν ἐξεπλήρωσε τὴν ἀποστολὴν, τὴν ὁποίαν ἡ θέσις της ἡ ἰδιάζουσα τῇ διέγραφεν. Ὁ προϋπολογισμὸς ὅμως ἐψηφίσθη, καὶ βαίνομεν εἰς τὰ μέσα τοῦ ἔτους, καὶ δυστυχῶς εἴμεθα εἰς τὸ τέλος τῆς Βουλευτικῆς συνόδου, οἱ δὲ παρελθόντες μῆνες τῆς συνόδου αὐτῆς δὲν μᾶς ἐχρησίμευσαν παντάπασιν ἵνα δυνηθῶμεν νὰ ἐπιθέσωμεν μικρὸν φάρμακον εἰς αὐτὴν τὴν μεγάλην πληγὴν, εἰς αὐτὴν τὴν φαγέδαιναν, ἡ ὁποία μᾶς ἀπειλεῖ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἡ εὐθύνη τῶν κυβερνώντων δὲν ἐπιβαρύνει μόνους αὐτούς. Νομίζω, ὅτι, ἂν τῶν κυβερνώντων ἡ εὐθύνη ἔχῃ χαρακτῆρα οὕτως εἰπεῖν δικαιογνωστικὸν, εὐθύνης νομικῆς, ἐκείνων ὅμως οἱ ὁποῖοι μετὰ τῶν κυβερνώντων συμπράττουσιν ἡ εὐθύνη οὐχ ἧττον ὑφίσταται, εἰ καὶ φέρει μόνον χαρακτῆρα πολιτικὸν, εὐθύνης ἠθικῆς· καὶ ἂν ὁ ἱστορικὸς ἤθελε μνησθῇ μετά τινος δυσμενείας τῶν κυβερνήσεων τῶν παρελθουσῶν, διότι δὲν ἐξεπλήρωσαν ὅ,τι ὤφειλον νὰ ἐκπληρώσωσιν ἵνα ἀποκαταστήσωσι τὴν ἰσοῤῥοπίαν τὴν οἰκονομικὴν τοῦ κράτος, ἐστὲ βέβαιοι ὅτι δὲν θέλει λησμονήσει οὐδὲ τῶν βουλευτικῶν συνόδων, οὐδὲ τῶν πλειονοψηφιῶν, αἱ ὁποῖαι συνελειτούργησαν μετὰ τῶν κυβερνήσεων ἐκείνων. Λαμβάνω δὲ τὸ θάῤῥος νὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ δείξητε, ὅτι ἀναλογίζεσθε τὴν εὐθύνην ταύτην, καὶ νὰ μὴ παραλείψητε οὐδὲν ἐξ ὅσων ἐξήρτηται ἐξ ὑμῶν, ἵνα ἀποκαταστήσητε τὴν οἰκονομικὴν ἰσοῤῥοπίαν ἐν τῷ Κράτει· καὶ ἂν τὸ κατορθώσητε, ἐστὲ βέβαιοι ὅτι θέλετε προσφέρει πολύτιμον ὑπηρεσίαν πρὸς τὸν τόπον. Πρέπει νὰ φεισθῶ τοῦ χρόνου σας καὶ διὰ τοῦτο εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ θέσω τέρμα εἰς τὸ πρῶτον μέρος τῆς ἀγορεύσεως. Μεταβαίνω εἰς τὸ δεύτερον, τὸ περὶ παρασκευῶν. Ἡ ὑπόθεσις τῶν παρασκευῶν εἶναι ὑπόθεσις, ἡ ὁποία θίγει τὴν καρδίαν ὅλων τῶν πολιτῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὴν ἐλπίδα καὶ ὅλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀνήκουσιν εἰς τὴν φυλήν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκομεν καὶ ἡμεῖς· καὶ διὰ τοῦτο ἴδετε, κύριοι, ὅτι κατὰ τὴν δωδεκαήμερον συζήτησιν, τὴν πολιτικὴν λεγομένην, ἣν ἐκάμομεν κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συνόδου, ὅλος ὁ κόσμος, καὶ αὐτὸς ὁ κόσμος τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου καὶ αὐτὸς ὁ ἐκτὸς, μετ’ ἄκρας προσοχῆς προσέβλεπεν εἰς τὰ διαβουλεύματα καὶ τὰς ἀποφάσεις ἡμῶν· ἡμεῖς δὲ παμψηφεὶ, μηδενὸς ἐξαιρουμένου, καὶ ἡ ἀριστερὰ καὶ ἡ δεξιὰ πτέρυξ, καὶ οἱ ἄνω ἐκεῖ καθήμενοι, καί τινες παρακαθήμενοι, πάντες ὡς εἷς ἄνθρωπος, εἴχομεν μίαν γνώμην, καὶ ἐδώκαμεν ψῆφον ὑπὲρ τῶν παρασκευῶν. Μοὶ ἔλεγέ τις δὲ τὴν ἐπιοῦσαν. Ἦτο μάντις κακῶν, διότι τὸ μέχρι τοῦδε παρελθὸν διάστημα ἐπεβεβαίωσε τὴν πρόῤῥησίν του· εὔχομαι ὅμως ὁ μετέπειτα χρόνος νὰ τὸν διαψεύσῃ καθαρῶς. Μοὶ ἔλεγεν, ὅτι ὅταν βλέπητε τοιαύτην ὁμοφωνίαν νὰ δυσπιστῆτε· διότι ἐν ταύτῃ ὑπάρχει τι, τὸ ὁποῖον θέλει παρουσιασθῇ ὡς πρόσκομμα εἰς τὴν πραγματοποίησιν τῆς γνώμης τῆς Βουλῆς. Καὶ πράγματι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον προεῖπε, ἀπεκαλύφθη κατ’ ἀνάγκην, καὶ ἡ Βουλὴ εὑρέθη διῃρημένη εἰς τρεῖς διακεκριμένας καὶ ἀποτόμους γνώμας. Τὸ ὑπουργεῖον τοῦ χρόνου ἐκείνου ἐπαρουσίασε σχέδιον πλήρους συστήματος, διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ὁποίου ἐνόμιζεν, ὅτι θέλει πληρώσει τὴν ἐθνικὴν ταύτην ἀνάγκην. Μοὶ φαίνονται ὑπερβολικὰ τὰ συμπεράσματα καὶ αἱ ἐλπίδες, τὰς ὁποίας ἐπὶ τοῦ σχεδίου ἐκείνου ἐστήριζε. Διακοσίας χιλιάδας μαχητῶν ὑπελόγισεν, ὅτι θέλει δυνηθῆ νὰ συγκεντρώσῃ ὑπὲρ τῶν ἐθνικῶν σκοπῶν. Μοὶ φαίνονται ὑπερβολικαί· ἀλλὰ τοῦτο δὲν σημαίνει τίποτε. Ἂν ὁ συντάττων σχέδιον στηρίζῃ ἐπ’ αὐτοῦ μεγαλειτέρας ἐλπίδας τῶν ἀληθῶν, εἶναι φυσικὸν ἀποτέλεσμα τῆς ἐγωϊστικῆς ἰδιότητος τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ περιπτύσσηται τὰς ἰδίας αὑτοῦ ἰδέας, καὶ νὰ προσδοκᾷ ἐξ αὐτῶν ἀποτελέσματα μείζονα τῶν ἀληθῶν. Ἀλλ’ ἀπέναντι τοῦ συστήματος τούτου, ἡ ἀριστερὰ πτέρυξ ὡς ἀντιπολίτευσις δὲν γνωρίζω τί εἶπε· ὡς κυβέρνησις ὅμως ἡ ἀριστερὰ πτέρυξ κατὰ τὴν 28 Νοεμβρίου σᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν ἀσπάζεται τὸ σύστημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον τὸ ὑπουργεῖον ἔφερε. Σᾶς εἶπεν, ὅτι πρὸ παντὸς ἄλλου πρέπει νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ ἰσοῤῥοπία τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ κράτους, πρέπει νὰ γείνῃ γνωστὸν ἂν ᾖναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν περίσσευμά τι, τὸ ὁποῖον νὰ δυνηθῶμεν νὰ διαθέσωμεν εἰς τὰς ἐκτάκτους παρασκευὰς, καὶ μετὰ ταῦτο ἐν ὑπερβολικῇ ἀνάγκῃ ἤθελε σκεφθῆ καὶ προτείνει ἂν ᾖναι ἀνάγκη ἐκτάκτων φόρων, ἤθελε δ’ προβάλει τότε τοιούτους πρὸς τὸν ποθούμενον σκοπόν. Ἐνταῦθα ἔχομεν δύω γνώμας ἀντιθέτους. Ἀλλὰ δὲν ἦσαν μόνον αὗται· ἐπαρουσιάσθη καὶ τρίτη γνώμη, ἡ τῶν καθημένων ἐκεῖ συναδέλφων, οἵτινες εἶπον ὅτι αὐτοὶ κρίνουσιν ὅλως διαφορετικὰ τὰ πράγματα. Δὲν ἐννοοῦσι νὰ ψηφίσωσιν οὐδὲ λεπτὸν ἐκ τῶν ἐκτάκτων φόρων, τοὺς ὁποίους τὸ ὑπουργεῖον ζητεῖ διὰ τοῦ σχεδίου, ἂν δὲν βασανίσωμεν πρότερον τὸ φορολογικὸν σύστημα τῆς Ἑλλάδος καὶ ἂν δὲν εὕρωμεν ὅλας τὰς ἀναγκαίας μεταβολὰς καὶ τροποποιήσεις, τὰς ὁποίας κρίνομεν ἀναποφεύκτους ἵνα ἀποκατασταθῇ ἡ ἰσότης τῶν φόρων. Ἐγὼ δὲ, ὁ ὁποῖος εἶχον μέγα παράπονον κατὰ τοῦ ὑπουργείου τοῦ κ. Κουμουνδούρου, διότι ἀφῆκεν ὅλον τὸ παρελθὸν νὰ περάσῃ ἀπράκτως, διότι ἐνόμιζον ὅτι ἔπρεπε νὰ συγκαλέσῃ τὴν Βουλὴν κατὰ τὸν μῆνα Ἀπρίλιον, ἵνα συζητήσῃ ἓν νομοσχέδιον στρατολογικὸν, οὐχὶ διὰ νὰ κηρύξῃ τὸν πόλεμον, οὐχὶ ἵνα ἐνθαῤῥύνῃ ἐλπίδας, ἀλλὰ νὰ καταστήσῃ τὴν Ἑλλάδα τοιαύτην, ὥστε νὰ δυνηθῇ νὰ ἐφελκύσῃ τὴν προσοχὴν τῶν ἄλλων εἰς ἑαυτήν· ἐγὼ, ὁ ὁποῖος εἶχον τὸ παράπονον τοῦτο, εὑρέθην εἰς πλήρη ἀμηχανίαν τί νὰ κάμω. Νὰ ψηφοφορήσω τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Κουμουνδούρου, ἢ νὰ ἀρχίσω τὴν ἱστορίαν τοῦ φορολογικοῦ συστήματος, καὶ νὰ ἴδω ἂν ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν δύναται νὰ ἀντικαταστήσῃ τὸν ἔγγειον ἢ τοὺς ἑτέρους φόρους καὶ τὰ τοιαῦτα. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι εὑρέθην εἰς μεγάλην ἀμηχανίαν. Ἴσως ὑπάρχουσί τινες οἱ ὁποῖοι εὑρίσκουσιν ἀσύγγνωστον τὴν εἰλικρίνειάν μου καὶ μὲ κατακρίνουσι· νομίζω, ὅτι τὴν χρεωστῶ, διότι ἡ ὑπόθεσις περὶ τῆς ὁποίας πρόκειται εἶναι κοινὴ, καὶ ἀφορᾷ τὸ ἐνεστὼς καὶ τὸ μέλλον τῆς Ἑλληνικῆς χώρας. Ἀλλὰ μήπως ἦτο μόνον αὐτὸ τὸ κακόν; Εἰσήλθομεν εἰς ἕτερον, ἔχον κύκλον ἀδιέξοδον, καὶ λυπηρόν· διότι αἰωνίως ἡ Ἑλλὰς ἀναγκάζεται νὰ συζητῇ θεωρίας καὶ δόγματα περὶ συνταγματικοῦ δικαίου καὶ περὶ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, καὶ αἰωνίως αἱ συζητήσεις αὗται προωρίσθησαν νὰ ἐπιπροσθῶσιν εἰς τὸ ἐλάχιστον βῆμα, τὸ ὁποῖον ὡς Κράτος ἢ ὡς ἔθνος πρέπει νὰ κάμῃ. Τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κ. Κουμουνδούρου ἔπεσε, καὶ ἐκλήθη ὁ κ. Δεληγεώργης ἵνα σχηματίσῃ Κυβέρνησιν. Ἀπέναντι τοῦ κ. Κουμουνδούρου ὑπῆρξε πλειοψηφία, ἐν τῇ ὁποίᾳ διέπρεπεν ὁ κ. Δεληγεώργης, καὶ τῇ ἀληθείᾳ δὲν δύναταί τις νὰ διαμφισβητήσῃ τὴν ἰδέαν, ἥτις ἐπῆλθεν εἰς τὸ Στέμμα νὰ καλέσῃ τὸν κ. Δεληγεώργην ἵνα σχηματίσῃ Κυβέρνησιν· ὁ δὲ κ. Δεληγεώργης εἶχε πλήρη τὴν ἐλευθερίαν νὰ κρίνῃ ἂν συνδέηται δι’ ἀλληλεγγύης μετὰ τῆς ἀπολύτου πλειοψηφίας τοῦ Κοινοβουλίου, ἡ ὁποία ἦτο ἀναποφεύκτως ἀναγκαία ἵνα ἐργασθῇ. Ἔκρινεν οὕτω καὶ ἐπείσθη; Δὲν εἶναι δυνατόν· διότι οἱ ἔντιμοι βουλευταὶ, μεθ’ ὧν συνεψηφοφόρησε, τῷ εἶπον ὅτι δὲν ἤθελον νὰ μετάσχωσι τῆς εὐθύνης αὐτῆς. Ἀλλ’ ὁ κ. Δεληγεώργης ἐνόμισε καθῆκόν του νὰ σχηματίσῃ ὑπουργεῖον, καὶ ἐσχημάτισεν, ἀλλὰ τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο δὲν ἐπλήρου τοὺς ὅρους τῆς Κοινοβουλευτικῆς ζωῆς. Καὶ ποῖον ὑπῆρξε τὸ ἀποτέλεσμα; Ἔπεσε τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κ. Δεληγεώργη· ἀλλὰ μόλις ἀνετράπη τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κ. Δελιγεώργη, ἐκλήθη ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος μεταξὺ τῶν ἀνατρεψάντων τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κ. Δεληγεώργη διέπρεπε, καὶ τὸ Στέμμα εὐλόγως προσέφυγεν εἰς αὐτόν. Καὶ οὗτος δὲ ἐνόμισεν, ὅτι εἶχε καθῆκον νὰ σχηματίσῃ Κυβέρνησιν· ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις αὐτοῦ ἦτο συνδεδεμένη μετὰ τῆς πλειοψηφίας τοῦ Κοινοβουλίου, ὥστε νὰ δυνηθῇ νὰ βιώσῃ; ὄχι. Ἐκυβέρνησε δύω ἥμισυ μῆνας, ἀλλ’ ἐκυβέρνησε χωρὶς νὰ δυνηθῇ νὰ πράξῃ τι, διότι αἱ διάφοροι μερίδες ἐνόμισαν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ λάβωσι τὴν εὐθύνην τῆς ἀνατροπῆς τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἠνέχθησαν αὐτήν. Ἡ Κυβέρνησις ὅμως ἐκείνη δὲν ἦτο Κυβέρνησις, καὶ ἀπωλέσαμεν μόνον χρόνον. Ἐπῆλθε τέλος ἡ ἀνατροπὴ τοῦ κ. Κουμουνδούρου. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἕκαστος τῶν πολιτευομένων ἔχει ἓν δικαίωμα καὶ ἓν καθῆκον· τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει, ἀποτελεῖ τὴν ἔνδειξιν ἐκ τῆς ὁποίας τὸ Στέμμα ὁδηγούμενον καλεῖ αὐτὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ τόπου· τὸ καθῆκον αὐτοῦ εἶναι νὰ μὴ ἀναλαμβάνῃ νὰ σχηματίσῃ Κυβέρνησιν, ἂν δὲν ἔχῃ τὴν πεποίθησιν, ὅτι συνδέεται δι’ ἀλληλεγγύης πρὸς τὴν πλειοψηφίαν τοῦ Κοινοβουλίου. Δύναταί τις νὰ παρεξηγήσῃ τὴν γνώμην μου· ἂς εἴπῃ ὅμως ὅ,τι θέλῃ. Αἱ ὑπόνοιαι καὶ αἱ σκέψεις αὐτοῦ δὲν θέλουσι μὲ ἀποτρέψει νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου. Τὸ σύστημα τοῦτο, κύριοι, ἐγκαθιδρύει κατ’ ἄλλον τρόπον τὴν μειοψηφίαν ἐν τῇ Κυβερνήσει, καὶ γεννᾷ πόλεμον ἀδιάκοπον μεταξὺ τῶν Κυβερνήσεων καὶ τῆς πλειοψηφίας, καὶ καταδικάζει τὴν ἐξουσίαν εἰς πλήρη ἀναίρεσιν, ἀναίρεσιν δηλαδὴ τῆς χρησιμότητος αὐτῆς, καὶ καταδικάζει ὡσαύτως τὴν πολιτείαν εἰς ἀργίαν. Καὶ δὲν διήλθομεν εἰς ἀργίαν τοσούτους μῆνας; Ὁ κύριος βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἐπετέθη πρὸ μικροῦ μὲ φωνὴν ἐμπνευσμένην ὑπὸ εὐγενῶν αἰσθημάτων κατὰ τοῦ βουλευτοῦ ἐκ Μεσσήνης, καὶ μοὶ φαίνεται ὅτι ἡ ἐπίθεσίς του ἦτο ἰσχυροτέρα ἀπὸ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ὁ πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δύναται συνήθως νὰ μετέρχηται κατὰ τῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου· διότι ἁρμόζει περισσότερον ὁ τρόπος οὗτος εἰς τὸν ἀρχηγὸν τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἐπιτιθέμενον κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἢ εἰς τὸν ἀρχηγὸν τῆς Κυβερνήσεως, ἐπιτιθέμενον κατὰ τῶν προκατόχων του. Τὴν ἐπίθεσίν του ἐκείνην ἐνέπνεον ἴσως εὐγενῆ αἰσθήματα. Τί ἐκάματε τὰς παρασκευάς; τίποτε. Ἐψηφίσατε νόμον περὶ ἐκτάκτου στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ, ἀλλ’ ἵνα λειτουργήσῃ ἀπῃτοῦντο χρήματα· χρήματα δὲν ἔχομεν. Ἐψηφίσατε νόμον περὶ δανείου 10,000,000, ἀλλ’ ἐψηφίσθη ἀτελῶς, ὁ νόμος δὲ δὲν παρήγαγε χρήματα. Ἐπροτείνατε νόμον περὶ προσθέτων φόρων, αὐτὸς ἐστάλη εἰς ἐπιτροπήν, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἔφερε τὴν ἔκθεσίν της, παρῆλθε καιρός, καὶ ἀπὸ τοῦ μηνὸς Νοεμβρίου δὲν ἐτέθη μέχρι τοῦδε εἰς συζήτησιν, ὀλίγαι δὲ μένουσιν ἡμέραι εἰς τὴν Βουλὴν μέχρι τέλους τῆς συνόδου. Ἂν δέ τις ἐρωτήσῃ τί ἔπραξεν ἡ Βουλὴ ἄχρι τοῦδε, ἤθελον εἰπεῖ, ὅτι ἐψήφισε μόνον τὸν περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν νόμον, διότι ὅλα τὰ ἄλλα ἦσαν ἀνάξια τῆς ἀποστολῆς της. Ἡ ἀπραξία δέ, ἥτις καταγγέλλεται σήμερον, νομίζω, ὅτι ἔχει κυρίαν ἀφορμὴν τὴν ἔλλειψιν πλειονοψηφίας ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ὑποστηριζούσης τὴν Κυβέρνησιν, διότι, ἂν τοιαύτη ὑπῆρχε, ἡ Κυβέρνησις ἤθελε φέρει τὰ μέτρα της, ἡ δὲ Βουλὴ ἤθελε τὰ ψηφίσει. Ἡ ἀντιπολίτευσις δὲ ἤθελε συντελέσει εἰς τὰς διαφόρους βελτιώσεις, τὰς ὁποίας ἤθελε κρίνει ὠφελίμους. Σήμερον ὅμως δὲν ἔχομεν τίποτε, περιπλανώμεθα ὡς περιπλανᾶταί τις εἰς τὴν Ὠκεανίαν ἄνευ ναυκλήρου. Ἐπαρουσιάσθη τὸ νομοσχέδιον περὶ στρατολογίας καὶ ἐκεῖ εὑρέθημεν εἰς κύκλον ἀδιέξοδον· πολλάκις δὲν ἐνοούμεθα, τὸ δὲ πόρισμα ἦτο ὅτι ἀπειλεῖται τὸ σύνολον νὰ καταψηφισθῇ καὶ ματαιωθῇ. Ἀλλὰ πρέπει ἡ κατάχρησις αὕτη νὰ ἐξακολουθήσῃ; Νομίζω ὄχι. Βεβαίως εἶμαι ἄτολμος. Καὶ ἔχω δίκαιον νὰ ᾖμαι ἄτολμος· διότι μίαν ἑσπέραν εἶδον νὰ ἀδελφοποιηθῶσιν ὅλα τὰ κόμματα ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, καὶ νὰ γείνωσιν εἷς ἄνθρωπος, καὶ νὰ ἀποκρούσωσι τὴν πρότασιν τὴν ὁποίαν ἐπρότεινα. Καὶ ἔχω δίκαιον νὰ ᾖμαι ἄτολμος, διότι ἀναγνωρίζω, ὅτι τὰ κόμματα, τὰ ὁποῖα συνέπραξαν εἰς τὴν ἀπόκρουσιν τῆς προτάσεώς μου, δὲν ὤκνησαν νὰ ἑρμηνεύσωσι τὴν ἐπιοῦσαν διὰ τῶν ἡμιεπισήμων ὀργάνων των ἐν τῷ τύπῳ τὴν ψῆφον ἐκείνην τῆς Βουλῆς, καὶ νὰ καταδείξωσιν ὅτι ἡ ἀπόκρουσις τῆς προτάσεώς μου εἶναι ἀποδοκιμασία τῆς Βουλῆς, μομφὴ, ἣν αὕτη ἐξετόξευσε κατ’ ἐμοῦ τοῦ προτείναντος. Δὲν ἔχω λοιπὸν τὸ θάῤῥος οὐδὲ τὴν τόλμην νὰ ἐπαναλάβω πρὸς ὑμᾶς προτάσεις, οὐδὲ σκοπεύω, κύριοι, νὰ σᾶς ἐνδείξω τί φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ πράξητε. Χρεωστῶ ὅμως νὰ σᾶς εἴπω καὶ ὡς συνάδελφός σας καὶ ὡς πολίτης, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν πλέον νὰ ἐξακολουθήσωμεν βαίνοντες τὴν αὐτὴν ὁδὸν, τὴν ὁποίαν ἔβημεν δώδεκα ἤδη ἔτη· ὅτι πρέπει νὰ ἐξεύρωμεν σημεῖον, τὸ ὁποῖον νὰ συμβιβάζῃ τὸ κρατοῦν πολίτευμα μὲ τὴν διοίκησιν, διότι, ἐν ὅσῳ δὲν ἐξεύρωμεν τὸν συμβιβασμὸν τοῦ κρατοῦντος πολιτεύματος μετὰ τῆς διοικήσεως, θέλομεν περιπλανᾶσθαι ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ ἔθνους καὶ ἐπὶ ἐλαττώσει τῆς ὑπολήψεως καὶ τῆς τιμῆς τοῦ κράτους. Ἂν ᾖναι δυνατὸν νὰ ἐξεύρωμεν τὸν συμβιβασμὸν αὐτὸν, θέλομεν ἔχει τὴν ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ τόπου, διοίκησιν πλήρη καὶ ἀκμαίαν, καὶ θέλομεν ἐνισχύσει τὴν ἀτομικὴν ἐνέργεαν εἰς τὸ μέγα στάδιον τῆς κοινωνικῆς δραστηριότητος. Θέλομεν ἔχει λειτουργοὺς τοῦ κράτους, ἐργαζομένους νυχθημερὸν, πολίτας ἔχοντας πλήρη τὴν συνείδησιν τοῦ καθήκοντος πρὸς τὴν πατρίδα των· ἂν κύριοι, δὲν ἔχητε κανὲν τούτων σήμερον, λυποῦμαι, διότι προβλέπω, ὅτι τὸ κακὸν τὸ ὁποῖον ὑπῆρχεν ἐν τῷ ὑπουργείῳ ἐκείνῳ, τὸ ὁποῖον ἔδωκε τὴν παραίτησίν του, δηλ. ἡ ἔλλειψις σταθερᾶς πλειονοψηφίας μετὰ τῆς ὁποίας νὰ συνδέηται δι’ ἀλληλεγγύης, ὅτι τὸ κακὸν αὐτὸ ὑπάρχει καὶ ἐν τῇ παρούσῃ κυβερνήσει. Δέκα ἐννέα ἡμέρας μετροῦμεν ἀκόμη μέχρι τοῦ τέλους τῆς συνόδου, καὶ θέλετε δυνηθῆ νὰ διαπράξητέ τι ἐν τῷ διαστήματι τούτῳ ἐκ τῶν πολλῶν, τὰ ὁποῖα ὀφείλετε; Ἀναφέρομαι εἰς τὴν συνείδησίν σας. Ἐπροτάθησαν ἄλλοτε ὑπὸ διαφόρων ποικίλαι γνῶμαι. Αἱ γνῶμαι περιεστράφησαν εἰς τὸν τρόπον τῆς συστάσεως τῶν κυβερνήσεων εἰς τὸ μέλλον, διὰ τοῦ ὁποίου ἤθελε κατορθωθῆ ἡ ἀποκατάστασις κυβερνήσεως τοιαύτης· γνώμην τοιαύτην εἶχε τὸ τότε ὑπουργεῖον μετὰ τῶν τότε συμμάχων του· γνώμην ἄλλην εἶχεν ἡ ἀντιπολίτευσις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, γνώμην ἄλλην εἶχον οἱ παρακαθήμενοι ἄνω ἔντιμοι συνάδελφοι· ἀλλ’ εἴδατε, ὅτι οὐδεμία τῶν γνωμῶν τούτων δὲν ἐπραγματώθη, καὶ δέκα ἐννέα σήμερον ἡμέρας πρὸ τοῦ τέλους τῆς συνόδου εὑρισκόμεθα εἰς τὴν αὐτὴν ἀμηχανίαν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ ἐπαναλάβω πρὸς ὑμᾶς τὴν θερμὴν σύστασιν, ὅτι πρὸ παντὸς ἄλλου περὶ αὐτοῦ πρέπει νὰ μεριμνήσητε, ἵνα ἀποκαταστήσητε τὴν πλήρη ἁρμονίαν μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Κοινοβουλίου.

§40ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (πρωθυπουργός). Κύριοι, ὁ ἐπίλογος τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Γόρτυνος ὑποχρεοῖ τὸ ὑπουργεῖον νὰ ἐξηγηθῇ εὐθὺς ἀμέσως· διότι τὸ ὑπουργεῖον ἀντιπροσωπεύει τὸ Στέμμα, καὶ συγχρόνως συγκροτεῖται ὑπὸ ἀνδρῶν ἀνηκόντων εἰς τὸ Κοινοβούλιον καὶ σταθερῶς πολιτευομένων. Οὔτε δὲ ὡς σύμβουλοι τοῦ Στέμματος ἠμποροῦμεν νὰ παραλείψωμεν τὸ καθῆκον τοῦ νὰ καταστήσωμεν γνωστὴν εἰς τὸν Ἡγεμόνα τὴν ἀνωμαλίαν τὴν κοινοβουλευτικὴν καὶ συνταγματικὴν, ἥτις κατηγγέλθη πρὸ μικροῦ ὑφ’ ἑνὸς τῶν ἐγκριτωτάτων μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου, οὔτε ἡμεῖς ὡς ἄνδρες πολιτικοὶ καὶ συνταγματικοὶ καὶ κοινοβουλευτικοὶ δυνάμεθα νὰ παραλείψωμεν τὸ καθῆκον, τοῦ νὰ καταστήσωμεν τὴν θέσιν ἡμῶν νόμιμον, σύμφωνα μὲ τοὺς κανόνας τοὺς κοινοβουλευτικοὺς, καὶ ἀνεπίδεκτον πάσης μομφῆς ὁποίαν δύναταί τις νὰ ἐξάξῃ ἐκ τῶν λόγων τοῦ κυρίου Δηλιγιάννη, εἰ καὶ αὐτὸς οὐδὲ μομφὴν ἐναντίον τοῦ ὑπουργείου ἐπὶ ἀντισυνταγματισμῷ ἔῤῥιψεν, οὐδὲ ζήτημα ἐμπιστοσύνης ἔθεσε· διότι κατ’ οὐδὲν διαφέρουσι οἱ δημοσίᾳ λεγόμενοι λόγοι περὶ ζητημάτων τόσῳ μεγάλων καὶ θεμελιωδῶν, εἴτε λέγονται μὲ τρόπον ἄμεσον, καταφανῆ καὶ ῥητὸν, εἴτε πλαγίως καὶ ἐμμέσως, ἀλλ’ ἀμέσως φέροντες πρὸς τὸν ἴδιον συλλογισμὸν καὶ τὸ ἴδιον συμπέρασμα. Ὀφείλω ἐν πρώτοις ν’ ἀναφέρω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἱστορίαν αὐτῶν τῶν μεταβολῶν, αἱ ὁποῖαι ἐνέπνευσαν τοὺς τελευταίους λόγους εἰς τὸν ἀξιότιμον προλαλήσαντα. Τῷ ὄντι μετὰ μακρὰς καὶ παρατεταμένας συζητήσεις τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κ. Κουμουνδούρου, τὸ σχηματισθὲν κατὰ τὴν 15ην Ὀκτωβρίου 1875, ἐξέπεσε τῆς ἐξουσίας κατὰ τὸν Νοέμβριον μῆνα 1876, καὶ ἐξέπεσεν ἕνεκα τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς· ἐγὼ δὲ τὴν ἐπιοῦσαν ἢ τὴν παρεπιοῦσαν ἐκλήθην παρὰ τοῦ Βασιλέως. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι δὲν ἐδέχθην τὴν ἐντολὴν, ἣν ὁ Βασιλεὺς ἤθελησε νὰ μὲ ἐπιφορτίσῃ· ἐνθυμεῖσθε ὅτι τὸ ὑπουργεῖον τὸ πεσὸν ἐπανῆλθε καὶ πάλιν εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ὅτι ἐξηκολούθησε τὰς συζητήσεις, καὶ ὅτι ἡ Βουλὴ ἐξήνεγκεν ἐκ νέου ψῆφον ἀναγκάσασαν αὐτὸ νὰ παραιτηθῇ ἐκ δευτέρου Προσεκλήθην τότε καὶ πάλιν καὶ μοὶ ἀνετέθη ἡ ἐντολὴ νὰ σχηματίσω Κυβέρνησιν. Ἐσυμβουλεύθην περὶ τούτου τὰ ἀξιότιμα μέλη τῆς Βουλῆς δι’ οὗ τρόπου ἐνόμισα καταλληλότερον, ἂν πρέπει νὰ δεχθῶ τὴν ἐντολὴν ταύτην· τὴν ἐδέχθην, προσῆλθον εἰς τὴν Βουλὴν, ἔτυχον τῆς ὑποστηρίξεως τῶν μελῶν αὐτῶν, ἀλλ’ ἡττήθην· ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη ὅτι ἤθελε παραβῆ τοὺς κανόνας τοὺς κοινοβουλευτικοὺς ὑποστηρίζουσά με. Οἱ ψηφίσαντες ὡς ἐψήφισαν εἶχον τὸ αἴσθημα, ὑποθέτω, ὅπερ ἔδειξεν ὅτι εἶχεν ἀγορεύων ὁ βουλευτὴς Γόρτυνος. Ἤθελαν νὰ ἐξέρχηται ἐκ τοῦ Κοινοβουλίου Κυβέρνησις πλειονοψηφίας, πλειονοψηφίας ἀκραδάντου, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν ἠδυνήθησαν νὰ ἐκτελέσωσι τὸν σκοπόν των τοῦτον, ὡς ἠδυνήθησαν νὰ δώσωσι ψῆφον πρὸς ἀνατροπὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἧς εἶχον τὴν τιμὴν νὰ προεδρεύω. Τὸ ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον μὲ διεδέχθη, δὲν ἦτο νομίζω ὑπουργεῖον πλειονοψηφίας. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἦλθεν εἰς τὰ πράγματα τὸ δεύτερον ἀσθενέστερος τὴν κοινοβουλευτικὴν δύναμιν ἀφ’ ὅ,τι ἐξῆλθε τὸ πρῶτον· πιστεύω ὅτι εἰς τοῦτο δὲν πλανῶμαι, καὶ ὅτι σεῖς πάντες, οἱ ὁποῖοι γνωρίζετε τὰ πράγματα, ἐνθυμεῖσθε τὰς περιστάσεις ὑπὸ τὰς ὁποίας κοινοβουλευτικῶς ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἀνέλαβεν ἐκ δευτέρου τὰς ἡνίας τοῦ Κράτους. Ἠδύνατό τις ἴσως νὰ παρατηρήσῃ ὅτι δὲν ὑπῆρχεν τότε ἀφορμὴ διαδοχῆς. Ἀφορμὴ διαδοχῆς ἠδύνατο νὰ ὑπάρχῃ, ὅταν ἡ πλειονοψηφία, ἥτις ἀνέτρεψεν τὸ ὑπουργεῖον, προσέφερεν ὑπουργεῖον νέον ὑποστηριζόμενον ὑπ’ αὐτῆς· ἐὰν δὲ ἐπρόκειτο τὸ ὑπουργεῖον τῆς μειονοψηφίας νὰ τὸ διαδεχθῇ ὑπουργεῖον μειονοψηφίας, ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἀφορμὴ διαδοχῆς· ἀλλ’ οὔτε τὸ εἶπέ τις, οὔτε τώρα τὸ ἀναμιμνήσκω εἴτε διὰ νὰ κάμω παράπονον εἴτε διὰ νὰ φέρω καμμίαν παρατήρησιν εἰς τὰ λεγόμενα· τὸ ἀνέφερα μόνον, διότι ἐπιθυμῶ νὰ ἐνθυμίσω τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Γόρτυνος ὅτι τὴν παρατήρησιν, ἣν ἔκαμε σήμερον, διὰ τὸν ἴδιον λόγον ἠδύνατο νὰ κάμῃ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην κατὰ τὸν Νοέμβριον τοῦ 1876. Μετὰ τὴν ἀποχώρησίν μου ἐκ τῶν πραγμάτων, κύριοι, ἡμέραι ἀπέρασαν καὶ ἡ πλευρὰ εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκω ἀπεφάσισε νὰ διευκολύνῃ ὅσον εἰς αὐτὴν ἀπέκειτο τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου, τὸ ὁποῖον πρὸ μικροῦ ἐσύστησεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Γόρτυνος. Τὸ πολιτικὸν αὐτὸ κόμμα συνεδρίασε καὶ ἐσκέφθη τὰ ἑξῆς· κατὰ τὰς ἰδέας μας, εἶπον, ὁ τόπος φθείρεται, ἡ δὲ πολιτικὴ ἡ ὁποία διευθύνει τὸ κράτος ἀπέτυχε προφανῶς· ἡ ζημία δι’ ἀμφοτέρους τοὺς λόγους εἶναι μεγίστη, ἑπομένως καὶ τὸ καθῆκόν μας εἶναι ὑπέρτατον· πρέπει νὰ συντελέσωμεν ὅσον δυνάμεθα, ὅπως σχηματισθῇ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία νὰ μεταβάλῃ ἀμφότερα. Μετὰ τὸν συλλογισμὸν τοῦτον ἐπῆλθε συλλογισμὸς ἄλλος· τὸ ἔργον διὰ τοῦτο δὲν κατορθοῦται ἐν τῇ Βουλῇ πρὸ τοσούτου χρόνου, εἴπαμεν, διότι ἔχει δυσκολίας· ἄρα δὲν ἀρκεῖ μόνον νὰ ἀποφασίσωμεν τὸ πρᾶγμα καὶ νὰ λάβωμεν τὴν πρωτοβουλίαν τῆς ἐκτελέσεώς του, ἀπαιτεῖται πρὸς τοῦτο εἰλικρινῶς ν’ ἀποφασίσωμεν, ὅτι εἴμεθα πρόθυμοι νὰ συντελέσωμεν εἰς τὴν ἄρσιν τῶν δυσκολιῶν· ἀλλὰ κατὰ τί ἔκειτο εἰς τὴν ἐξουσίαν μας τὰς δυσκολίας ταύτας νὰ τὰς ἀπομακρύνωμεν; ἔκειτο εἰς τὴν ἐξουσίαν μας νὰ ἀπομακρύνωμεν τὴν φιλοπρωτίαν, ἔκειτο εἰς τὴν ἐξουσίαν μας ν’ ἀπομακρύνωμεν τὸ ἴδιον πολιτικὸν συμφέρον, ἔκειτο εἰς τὴν ἐξουσίαν μας νὰ λησμονήσωμεν πᾶσαν ἰδέαν ἐξ ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι εἰς ἄλλην περίστασιν θεωροῦνται καὶ εἶναι εὐγενέσταται ἰδέαι, κινοῦσαι τὰ πολιτικὰ κόμματα εἰς τὸν βίον αὐτῶν. Διὸ εἴπαμεν ὅτι ἂν κατὰ τὸ φρόνημά μας τὸ ὑπάρχον σήμερον κακὸν ᾖναι ὑπερβολικόν, καὶ τοῦτο τὸ κακὸν διὰ νὰ διορθωθῇ ἀπαιτῇ ἐκ μέρους ἡμῶν οἱαςδήποτε θυσίας, ἡμεῖς πρέπει νὰ τὰς παρέξωμεν, καὶ τὸ ἀπεφασίσαμεν· ἐπροτείναμεν ὅπου ἔδει, ὅτι προσφέρομεν τὰς ψήφους μας, καὶ πλὴν τῶν ψήφων μας προσφέρομεν συγχρόνως πᾶσαν ὑποχώρησιν, ἥτις ἤθελε θεωρηθῇ ἀναγκαία διὰ νὰ κατορθωθῇ ὁ σκοπός. Ὁμιλῶν δέ, κύριοι, ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου προσπαθῶ νὰ διατηρήσω μεγίστην ἀκρίβειαν περὶ τὴν διήγησιν τῶν γεγονότων, παραλείπων πρόσωπα, παραλείπων λεπτομερείας, διότι καὶ τὰ μὲν καὶ τὰ δὲ εἶναι περιττὰ ὡς γνωστὰ εἰς τοὺς ἀκούοντας. Καὶ διαβεβαιῶ, ὅτι αὐτὸ τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον πρὸ μικροῦ σᾶς ἐξιστόρησα καὶ τὸ ὁποῖον ἀνέλαβεν ἡ μερὶς εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκω, θὰ τὸ ἐξακολουθήσῃ μὲ τὸν ἴδιον τρόπον, εἴτε αὐταπάρνησιν θέλετε νὰ τὸ ὀνομάσετε, εἴτε ἄλλο ὄνομα θέλετε νὰ τῷ δώσετε, καθ’ ὃν τὸ ἔπραξε μέχρι τῆς τελευταίας στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν εἶπον εἰς τὸν Βασιλέα «ἀποδέχομαι τὴν ἐξουσίαν». Ἀπεδέχθην, κύριοι, τὴν ἐξουσίαν ὄχι ὑπερπηδήσας ἑτέραν τινὰ λύσιν, ἀλλὰ διότι οὐδεμία ἄλλη λύσις ἐπαρουσιάσθη. Ἤμην ἕτοιμος καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ διάστημα, καὶ δὲν τὸ ἀπέκρυψα ἀπὸ ἐκείνους πρὸς τοὺς ὁποίους ἀπετάθην, ἤμην ἕτοιμος καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ διάστημα νὰ ὑποχωρήσω ἐγὼ, διότι εἶχον τὴν ἐντολὴν καὶ τὴν ἄδειαν ταύτην παρὰ τῶν φίλων μου πάντων. Εἶμαι δὲ ἕτοιμος καὶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν κατέχω τὴν ἐξουσίαν νὰ πράξω τὸ αὐτό. Εἰς τὴν ἐξουσίαν δὲ ἦλθον ὄχι χωρὶς τὸ τεκμήριον τῆς πλειονοψηφίας. Τὸ τεκμήριον τοῦτο δύναται ἴσως ν’ ἀναιρεθῇ ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμήν· ἀλλὰ τὸ τεκμήριον ὑπάρχει. Ὑπάρχει οὐχὶ ἐκ τῆς ψηφοφορίας, ἡ ὁποία ἐπέφερε τὴν μεταβολὴν τὴν ὑπουργικὴν, ἀλλ’ ἐκ τῶν συνεννοήσεων, αἱ ὁποῖαι μετὰ τὴν πρόσκλησίν μου ἐπῆλθον. Δὲν ἐσχηματίσθη βεβαίως πλειονοψηφία καταργοῦσα τὴν αὐθυπαρξίαν τῶν κομμάτων, καταργοῦσα τὰς ἰδέας τὰς ὁποίας πρεσβεύουν καὶ τὰς ἀρχάς των, ἢ καταργοῦσα τὸ μέλλον αὐτῶν εἴτε διὰ πολὺ, εἴτε δι’ ὀλίγον. Ἀλλὰ τὸ τεκμήριον αὐτὸ, κύριοι, κατωρθώθη διὰ συνεννοήσεως, ἡ ὁποία δὲν ἀφίνει οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι ἡ πλειονοψηφία θέλει ὑπάρξει ἐνόσῳ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἤθελεν ὑποπέσει εἰς σφάλματα τοιαῦτα, ὥστε ν’ ἀναιρῆται ἡ εὐγενὴς φιλοτιμία τῶν κομμάτων, τὰ ὁποῖα ἀνεδέχθησαν τὴν ὑποστήριξιν τῆς παρούσης Κυβερνήσεως· εἴτε διότι οἱ κυβερνῶντες ἐξέπεσαν εἰς πράξεις ἀναξίας τῆς ὑποστηρίξεως αὐτῶν, εἴτε διότι οὗτοι προσβάλλουν καιρίως τὰς ἀρχὰς αὐτῶν καὶ δοξασίας. Οὐδ’ ἦτο κατορθωτὸν, οἱαδήποτε τῶν μερίδων, ἑπομένως καὶ αὐτὴ εἰς ἣν ἐγὼ ἀνήκω, καλουμένη εἰς τὰ πράγματα, νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι ἦλθεν ὡς μία συμπαγὴς καὶ ἀκράδαντος πλειονοψηφία. Τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι λελυμένον ἀφ’ ἧς στιγμῆς συνεκροτήθη τὸ παρὸν Κοινοβούλιον. Δὲν πιστεύω δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους νὰ φανῇ εἰς οὐδένα παράδοξον ὅτι ἡμεῖς ἀνήλθομεν εἰς τὴν ἐξουσίαν ἐνῷ ὁμοιόμορφον καὶ ὁμοταγῆ πλειονοψηφίαν δὲν ἔχομεν ἐν τῇ Βουλῇ. Ἀλλ’ ἐρωτῶ ἐκεῖνον ὅστις ἤθελεν ἀξιώσει τὰ τοιαῦτα, ὄχι μόνον ἂν δὲν ἀδικῇ ἡμᾶς, οἵτινες ἐκλήθημεν εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἀφοῦ γνωρίζει τὴν κατάστασιν τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ τὸν ἐρωτῶ ἄλλο τι, ἔχον μεγαλειτέραν σημασίαν, ἂν ᾖναι ἀπηγορευμένον κοινοβουλευτικῶς καὶ συνταγματικῶς τὸ κυβερνᾶν τῇ ὑποστηρίξει τῆς πλειονοψηφίας, διότι ἡ πλειονοψηφία αὕτη δὲν ὑπόκειται εἰς τὸν αὐτὸν ἀρχηγὸν καὶ διευθυντήν. Τὸν ἐρωτῶ ἂν τοῦτο δὲν ᾖναι παραδεδεγμένον ἀπὸ τὰ ἔθνη, τὰ ὁποῖα ἐδημιούργησαν τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα, διότι τότε ὁμολογῶ ὅτι ἔσφαλα καὶ ὅτι ἦλθον εἰς τὴν ἐξουσίαν ὡς ἅρπαξ αὐτῆς. Ἐὰν ὅμως τοῦτο δὲν ᾖναι ἀληθὲς, ἐὰν πολλάκις τὰ κοινοβουλευτικὰ κράτη, τὰ ὁποῖα ἔχουν μεγίστην στοργὴν καὶ ἀφοσίωσιν εἰς τὸ σύστημα τὸ συνταγματικὸν, εὑρέθησαν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ κυβερνῶνται ὑπὸ Κυβερνήσεων, αἱ ὁποῖαι αὗται καθ’ ἑαυτὰς δὲν διαθέτουσι τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ Κοινοβουλίου, εὑρίσκονται ὅμως εἰς πλήρη συνεννόησιν μετὰ τῶν κομμάτων τὰ ὁποῖα τὴν ὑποστηρίζουσιν, ἐὰν αὕτη ᾖναι ἡ τύχη τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος εἰς τὰ κράτη αὐτὰ, ἐπὶ τίνι τίτλῳ ἠμποροῦμεν νὰ ἀξιώσωμεν ἡμεῖς τὰ ἀδύνατα καὶ νὰ καινοτομήσωμεν; Διὰ τοὺς αὐτοὺς τούτους λόγους νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡ σημερινὴ λίαν συνταγματικῶς καὶ κοινοβουλευτικῶς ἦλθεν εἰς τὰ πράγματα. Ἀλλ’ ὅμως οἱ λόγοι δὲν ἀρκοῦσιν, ἠδύναντο μάλιστα καὶ νὰ παρεξηγηθῶσιν· ἠδύνατό τις νὰ ὑπολάβῃ ὅτι θέλομεν νὰ ὠφεληθῶμεν ἀπὸ τὴν στενοχωρίαν τοῦ Κοινοβουλίου. Αὐτὸ δὲν τὸ ἐννοοῦμεν· δὲν μᾶς θέλγει ἡ ἐξουσία, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον μᾶς τυφλώνει. Καὶ ταῦτα μὲν, κύριοι, ὅσον ἀφορᾷ ἡμᾶς· ἀλλὰ συγχρόνως ἐνθυμεῖσθε ὅτι εἴμεθα ἀντιπρόσωποι τοῦ Στέμματος, καὶ ὅτι ὁσάκις γίνεται λόγος περὶ ἀντισυνταγματικῆς ὑπάρξεως τῆς Κυβερνήσεως, ὡς ἀντιπρόσωποι αὐτοῦ χρεωστοῦμεν ἀκόμη καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον νὰ ἐνδιαφερώμεθα ἀκούοντες τὴν κρίσιν. Οὔτε δύναται, οὔτε πρέπει νὰ γίνεται λόγος ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως περὶ τοῦ ἂν ὁ Βασιλεὺς συμμορφοῦται ἢ δὲν συμμορφοῦται εἰς ὡρισμένας περιστάσεις καὶ ἐποχὰς μὲ τὰ συνταγματικὰ αὑτοῦ καθήκοντα· διὰ τοῦτο ὡς πρὸς αὐτὸ τὸ ζήτημα δὲν ἐμβαίνομεν εἰς οὐδεμίαν συζήτησιν. Ἓν μόνον ὀφείλω ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ Στέμματος......

§41Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἐνταῦθα ὑπάρχει παρανόησίς τις. Ἐγὼ δὲν ἀπέδωκα καμμίαν μομφὴν εἰς τὸ Στέμμα διὰ τὴν ἐνάσκησιν τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα τὸ πολίτευμα ἐνεπιστεύθη εἰς αὐτό. Ἑπομένως δὲν ἔχετε οὐδεμίαν ἀφορμὴν ὡς σύμβουλος τοῦ Στέμματος νὰ ὁμιλήσετε περὶ τῆς ἐνεργείας εἰς ἣν τὸ Στέμμα προέβη ἀσκοῦν τὰ δικαιώματα αὑτοῦ τὰ συνταγματικά. Ἂν ἡ ὁμιλία μου εἶχεν ἔννοιαν ἐπικρίσεως, ἡ ἐπίκρισις ἀπευθύνεται πρὸς ἐκείνους πρὸς τοὺς ὁποίους τὸ Στέμμα ἀπετάθη, οὐχὶ δὲ πρὸς τὸ Στέμμα, τὸ ὁποῖον μετὰ λόγου ἐξασκεῖ τὸ δικαίωμά του.

§42ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (πρωθυπουργός). Δὲν εἶπον οὔτε ἐνόησα νὰ εἴπω ὅτι ὁ κ. Δηλιγιάννης κατέκρινε τὸ Στέμμα διὰ τὴν λύσιν τὴν ὁποίαν ἔδωκεν εἰς τὰ ὑπουργικὰ ζητήματα· εἶπον τοιοῦτόν τι; ἐγένετο ὅμως ὁμολογουμένως παρ’ αὐτοῦ ἐπίκρισις περὶ τῶν σχέσεων τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὸ Κοινοβούλιον, ἤτοι παρεστάθη παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Γόρτυνος ὡς ἔκρυθμος καὶ ἀντισυνταγματικὴ καὶ ἀντικοινοβουλευτικὴ ἡ θέσις, ἣν οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Στέμματος κατ’ ἐντολὴν τοῦ Βασιλέως ἦλθον καὶ κατέλαβον ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ. Βεβαίως ὁ κ. Δηλιγιάννης δὲν εἶχε κανένα ἀσεβῆ σκοπὸν ποτὲ, οὔτε εἶχε πώποτε τοιαύτας ἀρχὰς, οὔτε κἂν νὰ ὑπαινιχθῇ ὅτι ἡ βασιλεία ἔπραξε σφάλμα τι· ἀλλ’ ὅμως ἐβεβαίωσε μίαν κατάστασιν, σχέσιν ἔχουσαν μετ’ αὐτῆς καὶ ἀποῤῥέουσαν ἐκ τῆς ἐξασκήσεως τῶν δικαιωμάτων αὐτῆς. Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν ὅτι τὸ ὑπουργεῖον, ὁσάκις ἀκούει ὅτι ἦλθεν εἰς τὰ πράγματα ἀντισυνταγματικῶς καὶ ἀντικοινοβουλευτικῶς, ἔχει τὴν ἐντολὴν, ἔχει τὸ καθῆκον καὶ τὴν βασιλείαν νὰ ἐρωτήσῃ καὶ τὴν Βουλήν. Σᾶς εἶπον ὅτι ἤλθομεν μὲ τὸ τεκμήριον τῆς πλειοψηφίας, ὅτι ἤλθομεν οὐχὶ ἐκνόμως καὶ ὡς ἅρπαγες τῆς ἐξουσίας· ἀλλὰ συγχρόνως, κύριοι, ὅτε ἓν ἔγκριτον μέλος τοῦ Κοινοβουλίου καταγγέλλει τὴν θέσιν ἡμῶν ὡς ἀντισυνταγματικὴν καὶ ἀντικοινοβουλευτικὴν, οὐ μόνον διότι πρόκειται περὶ τοιούτων περιστάσεων, οἵας σᾶς ἀνέφερα πρὶν, οὐ μόνον διότι τὰ πράγματα διατελεῖ εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν ἐσωτερικῶς, ἣν πάντες γνωρίζετε, ἀλλὰ καὶ εἰς πᾶσαν περίστασιν ἡ Κυβέρνησις χρεωστεῖ νὰ ἐπαληθεύσῃ τὸ τεκμήριον τοῦτο· εἶναι μάλιστα ὑπέρτατον συμφέρον τοῦ Κράτους νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα αὐτὸ, καὶ νομίζω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Γόρτυνος, ἀφοῦ οἱ λόγοι του καὶ ὑπαινιγμοὶ δὲν ἀπέχουσι πολὺ τῆς προτάσεως περὶ ἐμπιστοσύνης, εἶναι ὑπόχρεως νὰ θέσῃ αὐτὸ τὸ ζήτημα ἀπ’ εὐθείας εἰς τὴν Βουλήν. Εἶναι ὑπέρτατον συμφέρον τοῦ Κράτους νὰ τὸ πράξῃ, διότι αἱ ἡμέραι, ὅπως εἴπατε πάντες, εἶναι ὀλίγαι μέχρι τῆς λήξεως τῆς συνόδου, τὰ δὲ ἔργα τὰ νομοθετικὰ ἐπὶ τῶν ὁποίων θέλει ἐνασχοληθῆ ἡ Βουλὴ εἶναι σπουδαῖα. Ἀλλὰ Κυβέρνησις, τῆς ὁποίας ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας ἀμφισβητεῖται ἡ γνησιότης, Κυβέρνησις κινδυνεύουσα ἀπὸ μιᾶς ἡμέρας εἰς ἄλλην νὰ εὑρεθῇ πρὸ τῆς ὑστάτης ψηφοφορίας, δὲν ἠμπορεῖ νὰ πράξῃ τίποτε, δὲν δύναται νὰ προχωρήσῃ, τὸ Κράτος θὰ μείνῃ ἐν παραλυσίᾳ ἄνευ διοικήσεως, καὶ ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ἔργων τόσῳ ἀναγκαίων, τὰ ὁποῖα πρέπει ἀφεύκτως νὰ ἐπιψηφίσῃ ἡ Βουλὴ καὶ ἀρκεῖ νὰ σᾶς ὑπομνήσω ἓν καὶ μόνον, ὅπερ ἀνέμνησεν ὁ βουλευτὴς Γόρτυνος, τοῦ νὰ καταλύσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν τὸν ὁποῖον ἐψήφισεν αὐτὴ ἡ Βουλὴ, Κυβέρνησις, λέγω, ἡ ὁποία κινδυνεύει ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν ν’ ἀνατραπῇ, δὲν δύναται νὰ πράξῃ πράξεις γενναίας· διὰ τοῦτο μάλιστα, ἀντὶ νὰ δυσανασχετῶ καὶ λυποῦμαι, ὅτι ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Γόρτυνος ἐπεθύμησεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον παῤῥησίᾳ ἐξέφρασεν, ἐπιθυμῶ καὶ ἐγὼ νὰ φέρω αὐτὸ εἰς γνῶσιν τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ ἑπομένως ἀπόκειται εἰς αὐτὸ νὰ τὸ φέρῃ εἰς γνῶσιν τοῦ Στέμματος.

§43Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἔχω κανὲν ἐνδιαφέρον διὰ νὰ προσπαθήσω νὰ παρακαλέσω τὸν ἔντιμον βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου καὶ πρόεδρον τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀπὸ τοῦ νὰ δώσῃ οἱονδήποτε τύπον θέλει εἰς τὴν προκειμένην συζήτησιν. Ἐὰν κύριος Δεληγεώργης νομίζῃ, ὅτι δὲν δύναται νὰ προβῇ εἰς τὰ ἔργα τῆς Κυβερνήσεως ἢ τῆς διοικήσεως, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς ἐντολῆς του, καὶ ἐπιμένῃ νὰ τεθῇ ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ζήτημα ἐμπιστοσύνης, εἶναι κύριος νὰ τὸ πράξῃ, οὔτε εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θέλω τὸν ἀποτρέψει ἢ ἐνθαῤῥύνει· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὁ κ. Δεληγεώργης δὲν ἔχει κανὲν δικαίωμα νὰ δώσῃ εἰς τὴν σημερινὴν ὁμιλίαν μου αὐτὴν τὴν σκέψιν, αὐτὴν τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἀπέδωκε. Βεβαίως φρονῶ ἀδιστάκτως, ὅτι αἱ ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς, αἱ ὁποῖαι ὅπως δήποτε περιέχουσιν ἔννοιάν τινα περὶ τῆς ἐμπιστοσύνης τὴν ὁποίαν ἀπολαμβάνει ἡ Κυβέρνησις ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι αἱ ἀποφάσεις αὗται τῆς Βουλῆς προκαλοῦσι τὴν ἄσκησιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ Στέμματος. Φρονῶ, ἀδιστάκτως, ὅτι κατὰ τὴν σύνοδον ταύτην, ὁσάκις αἱ ἀποφάσεις αὗται τῆς Βουλῆς ἐξεδηλώθησαν, τὸ Στέμμα προέβη ἀμέσως εἰς τὴν ἐνάσκησιν τοῦ δικαιώματός του, οὐδ’ ἠμφισβήτησα τὸ ὀρθὸν καὶ εὔλογον τῆς ἀσκήσεως ταύτης τοῦ ἡγεμονικοῦ δικαιώματος. Φρονῶ ὅμως ἀδιστάκτως, ὅτι τὰ ἄτομα, πρὸς τὰ ὁποῖα ἀπευθύνεται τὸ Στέμμα, ἔχουσι τὸ καθῆκον καὶ αὐτὰ νὰ ἐξετάσωσιν ἐὰν ἔχωσι τὴν ὑποχρέωσιν ν’ ἀναδεχθῶσι τὴν ἐντολὴν τὴν ὁποίαν τὸ Στέμμα ἀνατίθησιν εἰς αὐτά. Καὶ ἐπειδὴ παρετήρησα, ὅτι τὸ παρελθὸν μοὶ ἔδιδεν ἀφορμὰς νὰ κρίνω παράλειψιν τῆς ὑποχρεώσεως ταύτης, διὰ τοῦτο ἐμνήσθην τῆς παραλείψεως ταύτης. Καὶ δὲν μοὶ παρέχεται ἀφορμὴ, ὅταν ὁ πρὸ μικροῦ πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἦλθε ὅπως ἦλθε καὶ ἐρωτηθεὶς τί ἔπραξε δὲν ἔχει νὰ εἴπῃ τί ἔπραξε; Καὶ διατί; Διότι δὲν διετέλει δι’ ἀλληλεγγύης συνδεδεμένος μετὰ τῆς πλειονοψηφίας τοῦ Κοινοβουλίου. Καὶ ἰδοὺ ἡ αἰτία τῆς ἀπραξίας, καὶ ἰδοὺ ἡ αἰτία τῶν παρατηρήσεών μου. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀφορμὴ, ἡ ὁποία μὲ ἔκαμε διὰ νὰ παραστήσω εἰς τὸν ἔντιμον πρόεδρον τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅτι αἱ περιστάσεις, τὰς ὁποίας διήλθομεν κατὰ τοὺς τρεῖς τελευταίους μῆνας, ἐπιβάλλουσιν εἰς πάντας ἡμᾶς, καὶ κατὰ συνέπειαν καὶ εἰς τὸν πρόεδρον τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ μὴ εὑρεθῇ μίαν ἡμέραν εἰς παραπλησίαν, εἰς οἵαν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις εὑρέθη περίπτωσιν. Πᾶσα Κυβέρνησις κοινοβουλευτικὴ, κύριε πρόεδρε, ἔχει πάντοτε αὐτὸ τὸ καθῆκον. Ἐὰν ὁ κ. πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νομίζῃ, ὅτι ἀρκεῖ εἰς αὐτὸν τὸ τεκμήριον, τὸ ὁποῖον μᾶς εἶπεν ὅτι ἔχει, καὶ ἐξ οὗ ὁρμώμενος φρονεῖ ὅτι ἀπολαμβάνει τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, ἐὰν ἀρκῇ εἰς αὐτὸν τὸ τεκμήριον, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὅτι τὸν ἔπεισε ν’ ἀναδεχθῇ τὴν ἐντολὴν, ἐὰν νομίζῃ ὅτι τοῦ ἀρκεῖ, ἐγὼ οὔτε πρότασιν προβάλλω, οὔτε συζήτησιν ἐπ’ αὐτοῦ προκαλῶ. Ἐὰν ὅμως νομίζῃ, ὅτι τὸ τεκμήριον τοῦτο δὲν τῷ εἶναι ἐπαρκὲς, βεβαίως πράττει ἔργον καὶ εὐγενὲς καὶ πατριωτικὸν νὰ προκαλέσῃ τὴν λύσιν τῆς ἀπορίας του. Λέγω εὐγενὲς, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτραπῇ εἰς κανένα νὰ ὑπολάβῃ ὅτι δύναται νὰ γένηται, ὡς εἶπεν, ἅρπαξ τῆς ἐξουσίας· λέγω δὲ πατριωτικὸν, διότι δεκαοκτὼ μόνον ἡμέραι μᾶς μένουσι, καὶ ἂν δὲν ἐκτελεσθῶσι κατ’ αὐτὰς τὰ ἀναγκαιοῦντα ἔργα, θέλουν συμβῆ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα πρὸ μικροῦ συνέβησαν, ἤτοι θέλομεν ἀπολέσει μάτην καὶ τὰς δέκα καὶ ἐννέα ταύτας ἡμέρας.

§44ΡΙΚΑΚΗΣ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ προσθέσω δύω λέξεις.

§45ΤΙΝΕΣ. Ἀρκοῦν ὅσα ἐῤῥέθησαν· μία ψηφοφορία τὸ λύει τὸ ζήτημα· ὅλα τὰ ἄλλα εἶναι περιττά.

§46ΡΙΚΑΚΗΣ. Λέγω ὅτι εἰς τὴν γενικὴν καὶ ἐμβριθῆ ἔποψιν τῆς ἀρχῆς ἔγκειται ἡ ἐξέτασις, καὶ βεβαίως ἴσως ἔχομεν τὸ καθῆκον ν’ ἀπαντήσωμεν καὶ δικαιολογηθῶμεν ὡς πρὸς τὰς αἰτιάσεις, αἵτινες ἀπεδόθησαν εἰς ὑμᾶς. Ἐὰν δὲν ἐγίνετο ζήτημα ἐκεῖνο εἰς τὸ ὁποῖον ἀπέληξεν ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Γόρτυνος, ζήτημα τὸ ὁποῖον πρέπει βεβαίως νὰ προηγηθῇ πάσης ἄλλης συζητήσεως, δὲν ἤθελον λάβει τὸν λόγον. Δὲν εἶναι ἡ στιγμὴ ὁμολογῶ μετὰ τὸ ζήτημα τοῦτο νὰ ἐνδιατρίψω εἰς συζητήσεις ἐὰν μία πτέριξ δὲν ἐφέρθη καλῶς ἢ ὄχι, οὔτε νὰ ἐνδιατρίψω εἰς τὸ κατὰ πόσον εἷς ἕκαστος ἐνέχεται ἢ εὐθύνεται διὰ τὸ παρελθὸν, ἀφοῦ ἐγεννήθη ζήτημα ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὀφείλομεν ν’ ἀποφανθῶμεν. Ὀφείλω ὅμως νὰ προσθέσω ὅτι ἐγένετο σύγχυσις τῆς πλειονοψηφίας τῆς κοινοβουλευτικῆς μὲ τὴν πλειονοψηφίαν τὴν κομματικήν. Εἰς τὴν παροῦσαν περίστασιν ἐν τῇ Βουλῇ δὲν ὑπάρχει πλειονοψηφία κομματικὴ ἀλλὰ πλειονοψηφία κοινοβουλευτικὴ, δὲν εἶναι δὲ, κύριοι, πάντοτε ὅλαι αἱ κυβερνήσεις μὲ κομματικὴν πλειονοψηφίαν· δύνανται νὰ μὴν ἔχουν κομματικὴν, ἀλλὰ νὰ ἔχουν κοινοβουλευτικήν. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις καλῶς ἔπραξε ἀναδεχθεῖσα τὴν ἐντολὴν, καὶ ἡμεῖς ἐδώσαμεν τὴν γνώμην μας ἔχοντες τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὑπεδείχθη ὑπὸ τῆς κοινοβουλευτικῆς πλειονοψηφίας καὶ ἐπ’ αὐτῆς ὀφείλει νὰ ὑποστηριχθῇ.

§47ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν θὰ ἐπανέλθω εἰς τὴν ἐκτεταμένην συζήτησιν, ἥτις ἐγένετο μεταξὺ τῶν κ.κ. προέδρου καὶ Δηλιγιάννη κλπ. Προκειμένου ὅμως νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου, ἐὰν καλῶς ἐκλήθη καὶ συνταγματικῶς ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, δύναμαι ἀδιστάκτως νὰ παραδεχθῶ τὸ κανονικὸν, κοινοβουλευτικὸν καὶ τὸ συνταγματικὸν τῆς προσκλήσεως. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἔχει ἔτι τὸ τεκμήριον τῆς πλειονοψηφίας ὑπὲρ αὐτοῦ, διότι δυνάμει αὐτοῦ τοῦ τεκμηρίου ἀνέλαβε τὴν ἐξουσίαν καὶ πολὺ καλῶς· δὲν δικαιοῦται ὅμως διὰ τοῦτο σήμερον νὰ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης καὶ τρόπον τινὰ νὰ βάλλῃ εἰς δυσχέρειαν τὴν συνείδησιν καὶ τὴν ψῆφον τῶν ἐντίμων μελῶν, ἅτινα συνέπραξαν ὅπως ἀναλάβῃ τὴν ἐξουσίαν, διότι μέχρι τῆς στιγμῆς αὐτῆς οὐδεμίαν αἰτίαν ἔχῃ νὰ ἀμφιβάλλῃ ἐκ μέρους αὐτῶν. Ἰδοὺ διατὶ νομίζω, κύριοι, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης, τὸ ὁποῖον θέτει ὁ κ. πρωθυπουργὸς, καλῶς τὸ θέτει, ἀλλὰ εἶναι κύριος νὰ τὸ πράξῃ. Ἐὰν ὅμως ἐπιμένῃ, ἡμεῖς δὲν ἐπιχειροῦμεν νὰ τὸν ἐμποδίσωμεν, διότι οὔτε τὸ ἐπροκαλέσαμεν· ἐὰν, λέγω, ἐπιμένῃ, ἡμεῖς εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ ψηφοφορήσωμεν κατά· ἀλλὰ, κύριοι, ψηφοφοροῦμεν κατὰ, διότι προκαλούμεθα, καὶ διότι ἡ πεποίθησίς μας δὲν εἶναι ὑπὲρ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ἀλλὰ σκοπὸν δὲν ἔχομεν νὰ προκαλέσωμεν ζήτημα ἐμπιστοσύνης.

§48ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐκ τῆς μονομαχίας, δι’ ἧς ἤρξατο ἡ συζήτησις ἡ σημερινὴ, δὲν ἐνόμιζον, ὅτι ἠθέλομεν φθάσει εἰς ζήτημα ἐμπιστοσύνης, καὶ μετὰ πολλῆς μου λύπης εἶδον, ὅτι ἐφθάσαμεν εἰς αὐτὸ, διότι κατ’ ἐμὲ εἶναι πρόωρος ἔτι τοιαύτη συζήτησις. Ὅλοι γνωρίζομεν, ὅτι τὸ Κοινοβούλιον εὑρίσκεται εἰς θέσιν ἀνώμαλον. Περὶ τῆς ἀνωμάλου ταύτης θέσεως καὶ λόγος πολὺς ἐγένετο καὶ τὰ πράγματα ἐμαρτύρησαν· συζητοῦντες δὲ περὶ τῶν ὑπουργείων ἐν τοιαύτῃ ἀνωμάλῳ καταστάσει, δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν τὸ ἔκρυθμον αὐτῆς, οὐδὲ νὰ παραλείπωμεν ὑπὸ τὸ πρίσμα τῆς καταστάσεως ταύτης νὰ ἐξετάζωμεν καὶ νὰ κρίνωμεν περὶ αὐτῶν. Ἐὰν τὸ Κοινοβούλιον ἐλειτούργει κανονικῶς, ἐὰν ὑπῆρχεν ἐν αὐτῷ κομματικὴ πλειονοψηφία, ἥτις εἶναι ἡ βάσις τῆς κανονικῆς λειτουργίας τῶν Κοινοβουλίων, εἰς ἄλλην θὰ διετελοῦμεν θέσιν ἢ ἤδη, ὅτε ἐκ σφάλματος τοῦ Κοινοβουλίου δὲν ὑπάρχει πλειονοψηφία κομματική, καὶ εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ συμπράττωμεν μετὰ Κυβερνήσεων μὴ στηριζομένων ἐπὶ πλειονοψηφίας τοῦ ἰδίου κόμματος. Τοῦτο πρέπει ν’ ἀναγνωρίσωμεν καὶ ἀπέναντι τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ὅπως ἐπράξαμεν καὶ ἀπέναντι τῆς παρελθούσης, καὶ διὰ τοῦτο ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος ὀρθῶς εἶπεν ὅτι ἀναγνωρίζει ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως τὸ τεκμήριον τῆς κανονικῆς ὑπάρξεως· καὶ ὅτε ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς πρὸ ὀλίγου ἔφερε τὴν πρότασιν περὶ ἐμπιστοσύνης προκληθεὶς, ὡς ἐνόμισεν, ἀπέβλεπε, φρονῶ, εἰς τὴν βεβαίωσιν τῆς ὑπάρξεως τοῦ τεκμηρίου τούτου· ἀλλὰ τὸ ζήτημα ἐκλείπει ἤδη ἐντελῶς, ἀφοῦ ἀπέδειξεν ἡ συζήτησις, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐντὸς τῆς Βουλῆς ὁ ἀμφισβητῶν ὅτι κανονικῶς ἐσχηματίσθη ἡ παροῦσα Κυβέρνησις καὶ ὅτι καλῶς ἔπραξεν ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς ἀναδεχθεὶς τὸν σχηματισμὸν Κυβερνήσεως. Σᾶς ἔδωκεν ἐξηγήσεις ὁ κ. πρωθυπουργὸς τῶν λόγων, οἵτινες ἔπεισαν αὐτὸν νὰ δεχθῇ τὴν ἐξουσίαν, καὶ σᾶς ἐξέθηκε καὶ τὰς περιστάσεις, ὑφ’ ἃς ἐδέχθη, καὶ τὰς διασκέψεις τοῦ ἰδίου κόμματος καὶ τὰς συνεννοήσεις, τὰς ὁποίας κατόπιν τῆς προσκλήσεως ἔλαβε μετὰ τῶν ἄλλων μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου τῶν μὴ ὑποστηριξάντων τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν. Ὅσα εἶπεν εἶναι ἀκριβῆ, ἀλλὰ βεβαίως, κατὰ τὰ ῥηθέντα περὶ τῶν συνεννοήσεων, δὲν εἶναι αὗται ἐπαρκεῖς ἵνα δύνηται ν’ ἀποφανθῇ τις ἀπὸ τοῦδε ἂν ὑπάρχῃ μεταξὺ τῶν διαφόρων ἀποχρώσεων τῶν ἀποτελουσῶν τὴν πρώην ἀντιπολίτευσιν τοιαύτη σύμπνοια ὥστε νὰ θεωρῆται ἅπασα ὡς ὑποστηρίζουσα τὴν Κυβέρνησιν. Ἐν τῇ χθεσινῇ συνεδριάσει, ὅτε πρῶτον παρουσιάσθη ἐνώπιον ἡμῶν τὸ ὑπουργεῖον, ὁ κ. Δεληγεώργης εἶπεν, ὅτι ἐντὸς ὀλιγίστων ἡμερῶν πρέπει νὰ γείνῃ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὅ,τι νομοθετικὸν θὰ γείνῃ, διότι μόλις ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν δέκα ἐννέα ἡμέρας τῆς Συνόδου, καὶ ἑπομένως ὅτι ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν θέλει ὑποβάλει ὁλόκληρον τὸ νομοθετικὸν αὑτοῦ σχέδιον. Ἀνέβαλλον ἄρα ἕως τῆς ἡμέρας ἐκείνης ἵνα κρίνω περὶ τῆς Κυβερνήσεως, θεωρῶν πρόωρον πᾶσαν περὶ αὐτῆς σκέψιν, ἐνόσῳ δὲν γινώσκομεν ποῖα εἶναι τὰ μέτρα, ἅτινα θέλει προτείνει, διότι περὶ τῶν μέτρων πρόκειται καὶ οὐχὶ περὶ προσώπων. Θὰ ἐπρόκειτο καὶ περὶ προσώπων, ἐὰν ἐλειτούργει κανονικῶς τὸ πολίτευμα, ἐὰν ὑπῆρχον πρόσωπα δυνάμενα ν’ ἀξιῶσιν, ὅτι στηρίζονται ἐπὶ συμπαγοῦς πλειονοψηφίας· ἀλλ’ ὡς ἔχουσι τὰ πράγματα, ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ στρέψῃ τὴν προσοχὴν πρὸς μόνα τὰ μέτρα. Πῶς λοιπὸν δυνάμεθα νὰ δώσωμεν ψῆφον, ὅταν δὲν ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν τὰ μέτρα καὶ ὁλόκληρον τὸ σύστημα τῆς Κυβερνήσεως; Δὲν ἀπαιτοῦμεν νὰ ὑποβληθῶσιν ἀμέσως ὅλα τὰ νομοσχέδια, ἀλλὰ πρέπει νὰ γνωρίζωμεν, ὅσοι θέλομεν νὰ δώσωμεν ψῆφον ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τὸ σύστημα αὐτῆς καὶ ἐξ αὐτοῦ νὰ ὁδηγηθῶμεν ἐὰν πρέπει νὰ συμπράττωμεν ἢ οὒ μετ’ αὐτῆς· πρέπει νὰ γνωρίζωμεν ποῖαι αἱ θεμελιώδεις βάσεις τῶν μέτρων, δι’ ὧν θὰ πραγματοποιήσῃ τὴν πολιτικὴν αὑτῆς ἡ Κυβέρνησις. Ἡ Σύνοδος αὕτη ὀλιγίστας ἔχει ἡμέρας ζωῆς καὶ ἐντὸς τῶν ἡμερῶν τούτων πρέπει νὰ προφθάσωμεν, καὶ δυνάμεθα νὰ προφθάσωμεν, νὰ ψηφίσωμεν τὰ θεμελιωδέστερα τῶν νομοθετημάτων. Συμφωνῶ μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Μεσσήνης, ὅτι, ὅπως ἔχουσι τὰ πράγματα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμπληρωθῇ τὸ ἔργον τῆς ἐθνικῆς παρασκευῆς ἄνευ συνεχίσεως τῆς παρούσης Συνόδου, εἴτε δι’ ἐκτάκτου Συνόδου, εἴτε, ὅπερ κατ’ ἐμὲ καὶ τὸ προτιμότερον, καλουμένης τῆς τακτικῆς ταχύτερον. Ἀλλὰ εἴτε γείνῃ τοῦτο εἴτε μὴ, πρέπει ἐντὸς τῆς Συνόδου ταύτης νὰ διεκπεραιώσωμεν τὰ θεμελιώδη ἔργα· ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν ἐξ ὅσων γνωρίζω περὶ τῶν σκέψεων τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ὅτι θέλει κατορθώσει ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν νὰ ὑποβάλῃ πρὸς ἐπιψήφισιν τὰ μέτρα, ἅτινα θὰ θεωρήσῃ ἀναγκαῖα πρὸς τὰς παρασκευὰς τοῦ ἔθνους, καὶ τὰ μέτρα, ἅτινα εἶναι ἀναγκαῖα πρὸς τὴν κανονικὴν καὶ ἀπρόσκοπτον λειτουργίαν τῆς διοικήσεως. Νομίζω, ὅτι, μετὰ τὰς δοθείσας ἐξηγήσεις παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Μεσσήνης, ὁ κ. πρωθυπουργὸς δὲν ἔχει λόγον νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν πρότασιν αὑτοῦ καὶ θέλει ἐπιτρέψει εἰς τὴν Βουλὴν ν’ ἀναβάλῃ τὴν περὶ ἐμπιστοσύνης ψῆφον ἐπὶ δύω ἢ τρεῖς συνεδριάσεις, διότι βεβαίως ἕως τότε θέλει εἶσθαι εἰς θέσιν νὰ ἐκθέσῃ περὶ τῆς πολιτικῆς καὶ τῶν μέτρων τοῦ ὑπουργείου ὅσα εἶναι ἀναγκαῖα, ἵνα γνωρίζῃ ἡ Βουλὴ κατὰ πόσον θέλει συμπράξει, ἢ δὲν δύναται νὰ συμπράξῃ μετὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ δώσω τὴν ἐξήγησιν, ὅτι ἡ ἀναβολὴ τὴν ὁποίαν, ὡς ἐλπίζω, θέλει ἀποδεχθῆ ὁ κύριος πρωθυπουργὸς, οὐδόλως συνεπάγεται τὴν ἰδέαν, ὅτι ἐν τῷ παρόντι τὸ ὑπουργεῖον δὲν ἀπολαμβάνει τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς· ἡ πρὸς αὐτὸ ἐμπιστοσύνη οὐδαμῶς ἠμφισβητήθη, θεωρῶ δὲ τὴν ἀναβολὴν τῆς περὶ ταύτης ψήφου ἔχουσαν μόνον τὴν ἔννοιαν, ἣν ἐξέθηκα. Ἐὰν ὁ κύριος πρωθυπουργὸς ἐπιμείνῃ εἰς τὴν πρότασιν αὑτοῦ ἀποκρούων τὴν ἀναβολὴν, τί θέλει κατορθώσει; Καὶ ἂν ἡμεῖς, καίπερ μὴ θέλοντες ἀπὸ τοῦδε ν’ ἀποφανθῶμεν, δώσωμεν οὐχ ἧττον τώρα καταφατικὴν ἐπὶ τῆς προτάσεως ψῆφον, δὲν ἐμποδιζόμεθα κατόπιν, ὅταν φωτισθῶμεν παρὰ τοῦ ὑπουργείου περὶ τῶν μέτρων αὐτοῦ, νὰ τῷ ἀρνηθῶμεν ἐπὶ τῶν πραγμάτων τὴν ψῆφον, ἣν σήμερον δίδομεν ἀορίστως καὶ προώρως. Ἐλπίζω, ὅτι προθύμως τὸ ὑπουργεῖον θέλει ἀποδεχθῆ ν’ ἀναβάλῃ τὴν περὶ ἐμπιστοσύνης πρότασιν ἐπὶ 2 ἢ 3 συνεδριάσεις, ἤτοι ἕως οὗ ἀνακοινώσῃ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ κυβερνητικὰ μέτρα καὶ γείνῃ ἡ ἐπ’ αὐτῶν συζήτησις, ἥτις θέλει κανονίσει τὴν περὶ τοῦ ὑπουργείου ὁριστικὴν ἡμῶν ψῆφον.

§49ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εὐχαριστῶ τὸν ἀξιότιμον συμπολίτην μου διὰ τὰς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας ἔδωκεν ὡς πρὸς τὴν κανονικὴν ἔλευσιν τοῦ ὑπουργείου εἰς τὰ πράγματα, καθὼς ἐπίσης τὸν εὐχαριστῶ καὶ διὰ τὴν καλὴν διάθεσιν τὴν ὁποίαν φαίνεται ἔχει ὑπὲρ τοῦ ὑπουργείου τοῦ ὁποίου προεδρεύω. Ἀναγκάζομαι ὅμως νὰ παρατηρήσω ὅτι ἴσως ἴσως θὰ ᾖναι πρωτοφανὲς εἰς τὰ ἱστορικὰ τοῦ Κοινοβουλίου νὰ παρακαλεῖται παρὰ τῆς Βουλῆς ἡ Κυβέρνησις ὅπως ἀναβάλῃ τὸ ζήτημα περὶ ἐμπιστοσύνης καὶ νὰ μείνῃ κατὰ τὸν χρόνον τοῦτον πολὺν ἢ ὀλίγον ἄνευ τῆς πεποιθήσεως ὅτι ἀπολαμβάνει τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτῆς μέχρις οὗ παρουσιάσῃ ἐνώπιόν της ἔργα ἱκανοποιοῦντα πάσας τὰς ἀξιώσεις αὐτῆς. Ἀντιστρέφω τὴν ἐρώτησιν, ἣν ἀπηύθυνε πρὸς ἐμὲ ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου, καὶ λέγω εἰς αὐτόν: κατὰ τί περιορίζεται ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφανθῇ ὅτι ἔχει ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἐπὶ τῶν ἔργων ἔπειτα νὰ καταψηφίσῃ κατ’ αὐτῆς, εἴτε καταψηφίζουσα ἓν ἢ δύω οὐσιώδη ἔργα, εἴτε ἀποδοκιμάζουσα τὸ σύνολον τοῦ προγράμματος τοῦ πολιτικοῦ, τὸ ὁποῖον θέλει παρουσιασθῆ, εἴτε καὶ θέτουσα καθαρὸν ζήτημα ἐμπιστοσύνης; Τὸ δεύτερον τοῦτο σύστημα εἶναι τῳόντι σύστημα κοινοβουλευτικὸν καὶ συνταγματικόν· ἐὰν εἶναι σύμφωνος, ἀφίνει εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν διαχείρισιν τῶν ἀνωτάτων συμφερόντων τοῦ Κράτους, ἐὰν δὲ οὐ, τὸ ἐναντίον. Δὲν ἠμπορεῖ, κύριοι, νὰ ἐξακολουθῇ σήμερον Κυβέρνησις κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον διαχειριζομένη τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους· διότι ὁ λόγος της, αἱ διαταγαί της, αἱ σκέψεις της δὲν ἔχουν κἀμμίαν ἀξίαν, ὅταν καὶ οἱ ξένοι ἀντιπρόσωποι, καὶ τὸ Στέμμα, καὶ πᾶσα ἄλλη ἀρχὴ πληροφορηθῇ ὅτι ἡ Κυβέρνησις προκληθεῖσα νὰ ἐρωτήσῃ ἂν ἡ Βουλὴ ἔχει ἐμπιστοσύνην, ἔλαβε τὴν ἀπάντησιν: κάθησαι ἄνευ ἐμπιστοσύνης μέχρις οὗ σὲ ἀνασκολοπήσω. Αὐτὴ εἶναι θέσις, κύριοι, ἂς μὲ συγχωρήσετε νὰ τὸ εἴπω, παρὰ πολὺ ἐξευτελεστικὴ διὰ μίαν Κυβέρνησιν ἐπικρατείας· εἶναι θέσις, τὴν ὁποίαν ἐγὼ δὲν τὴν ἐπιθυμῶ ποτὲ καὶ εἰς τὴν ὁποίαν δὲν θὰ καθήσω ποτέ! Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἐξακολουθῇ ὁ ἀστυνόμος, ὁ νομάρχης, ὁ ἔπαρχος, ὁ χωροφύλαξ νὰ ἔχωσιν ἐνώπιόν των ἕνα πρωθυπουργόν, ὅστις ἐνῷ κατηγγέλθη ὑπὸ ἐγκρίτου μέλους τοῦ κοινοβουλίου ὅτι ἦλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν παρὰ τοὺς κανόνας τοὺς Κοινοβουλευτικούς, ἠρώτησε τὴν Βουλὴν ἐὰν ἔχῃ πρὸς αὐτὸν ἐμπιστοσύνην καὶ ἡ Βουλὴ δὲν τῷ εἶπεν ὅτι ἔχει ἐμπιστοσύνην, ἀλλ’ ὅτι ἐπιφυλάττεται ν’ ἀποφανθῇ ἂν ἔχῃ. Ἐὰν δὲν εἶχε τὴν ἐξουσίαν τὸ Κοινοβούλιον ν’ ἀνακαλέσῃ κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν ἔργων τοῦ ὑπουργείου τὴν ἐμπιστοσύνην, τὴν ὁποίαν πρὶν ἀνεγνώρισεν εἰς αὐτό, ἠδύνατο κάπως νὰ ᾖναι δικαιολογημένον τὸ πρᾶγμα. Ἀλλ’ ὅταν ἡ Βουλὴ, ἥτις ἔχει αὐτὴν τὴν ἐξουσίαν, δὲν τὸ ἀπεφασίζει, ἡ Κυβέρνησις τότε ἔχει καμμίαν δύναμιν νὰ διοικῇ; μὴ θέλετε νὰ βλάψετε τὸν τόπον μας. Τάχα οἱ Ἕλληνες μόνοι εὑρίσκονται εἰς τὴν ἐξεραιτικὴν θέσιν νὰ μὴ ἔχωσιν ἀνάγκην Κυβερνήσεως ἰσχυρᾶς, Κυβερνήσεως ἀπολαμβανούσης ὅλα ἐκεῖνα τὰ πλεονεκτήματα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἔχωσιν αἱ Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι θέλουν νὰ διοικήσωσιν ἰσχυρῶς ἕνα τόπον; τάχα καὶ μίαν καὶ δύω καὶ τρεῖς καὶ πέντε καὶ δέκα ἡμέρας δὲν ἔχομεν ἀνάγκην τῆς ἰσχύος τῆς Κυβερνήσεως; καὶ τάχα ἐκτὸς αὐτῶν τῶν διοικητικῶν ἔργων δὲν ἠμποροῦν νὰ γεννηθῶσιν ἔξω αὐτῶν ἀτοπήματα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ὑποβάλωσιν εἰς τόσας θυσίας καὶ εἰς τόσα παθήματα τὸν τόπον; Δὲν ζητοῦμεν, κύριοι, παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ μᾶς δώσῃ ψῆφον ἐμπιστοσύνης, διότι τοῦτο δύναται νὰ τὸ πράξῃ ὁπόταν θέλῃ· ἀναγκαζόμεθα ὅμως, ἐπειδὴ πρόκειται νὰ λήξῃ ἡ σύνοδος, ἥτις ὀφείλει σπουδαῖα ἔργα νὰ ἐκτελέσῃ, καὶ ἐπειδὴ τὸ ὑπουργεῖον δὲν ὑποστηρίζεται ὑπὸ πλειονοψηφίας κομματικῆς· περιπλέον αὐτὴ ἡ Βουλὴ ἐν πληρεστάτῃ γνώσει τῆς καταστάσεως αὐτῆς οὖσα ἔφερε τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἠναγκάσθη ἕνεκα τούτου φιλότιμος οὖσα νὰ μεταβάλῃ εἰς ἐρώτησιν· ἡ δὲ Βουλὴ ὀφείλει νὰ εἴπῃ ναὶ ἢ ὄχι, ἀφοῦ δὲν πρόκειται νὰ τὸ εἴπῃ δι’ ὡρισμένον χρόνον εἴτε ὀλίγον εἴτε πολύν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, κύριοι, ἐνώπιόν σας ὁποίαν Κυβέρνησιν ἔχετε; Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἦλθεν ἔξωθεν, καὶ τῆς ὁποίας ἀγνοεῖται τὰς γνώμας; δὲν συνεζήτει αὕτη μαζῆ σας; δὲν ἔλαβε μέρος εἰς ὅλας τὰς περιπετείας, τὰς ὁποίας ἀπήντησαν τὰ μεγάλα πολιτικὰ ζητήματα ἐντὸς τῆς Βουλῆς; δὲν ἔλαβε μέρος πρώτιστον; ἀπεσιώπησέ ποτε τὴν γνώμην της, ὥστε νὰ ἀναγκάσῃ τὴν Κυβέρνησιν πρὸς ἣν ἐπάλαιε καὶ ἐπαλαίετε καὶ σεῖς, νὰ ποιήσῃ ἐπερώτησιν περὶ φανερώσεως τοῦ φρονήματός μας; Ἀλλ’ ἔστω, ὑπάρχει τι καινὸν ἐν τῇ πολιτείᾳ ἡμῶν. Ἤλθετε νὰ ζητήσετε ἐξήγησιν. Εἴπατε τῇ Κυβερνήσει: συγκροτεῖσαι ἐκ μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου, τὰ ὁποῖα ἐπολιτεύθησαν ἐν τοῖς πρώτοις, σᾶς γνωρίζομεν τὶ φρονεῖτε, γνωρίζομεν περιπλέον τὸ πρόγραμμά σου, πρόγραμμα Κυβερνήσεως, ὅπερ ἐλάβατε τὸν καιρὸν νὰ ἐκθέσετε ἐνώπιόν μας· ἀλλ’ ἔχομεν αὐτὴν τὴν ἀμφιβολίαν καὶ θέλομεν νὰ διαλυθῇ καὶ ζητοῦμεν διασαφήσεις. Ἐὰν μετὰ τοιαύτας ἐξηγήσεις εὑρεθῇ τὸ Κοινοβούλιον σύμφωνον μετὰ τῶν ἐπερωτώντων, αὐτοὶ δὲ σύμφωνοι μετὰ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, ἰδοὺ ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ συμβῇ τὸ παρατράγῳδον τοῦ νὰ ἐξέλθῃ ἡ Κυβέρνησις χωρὶς ψῆφον ἐμπιστοσύνης ἐνῷ ἡ ἐμπιστοσύνη αὐτῆς δικάζεται, ἀλλὰ νὰ περιμένῃ μετὰ καιρὸν νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ περὶ τούτου. Ἤδη ἐρωτῶ τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Μεσσήνης; διατί εὑρίσκει τόσον μέγα καὶ βαρὺ τὸ καθῆκόν του τοῦ νὰ καταψηφίσῃ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις αὕτη, ἡ ἄλλοτε ἀντιπολίτευσις, οὐ μόνον δὲν κατεψήφισεν ἀλλὰ καὶ μυριάκις τὸν ἀπέτρεψε νὰ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης καὶ τὸν ἐπροστάτευσε; Παρῆλθεν ἡ πρώτη σύνοδος, χωρὶς ἡμεῖς νὰ νομίσωμεν ὅτι εἶναι καθῆκόν μας νὰ τὸν πολεμήσωμεν καὶ νὰ τὸν ἀνατρέψωμεν, διότι εἴμεθα δῆθεν ἀντιπολίτευσις. Δὲν ἠξεύρω ποῦ στηριζόμενος εὑρίσκει, ὅτι εἶναι καθῆκον αὐτοῦ ἐρωτώμενος τὴν σήμερον περὶ ἡμῶν ν’ ἀποφανθῇ κατά. Δὲν ἐννοῶ μὲ τοῦτο, ὅτι προκαλῶ μίαν ψῆφον ὑπὲρ τῆς κυβερνήσεως· ἀλλὰ, λέγω, ὅτι αὐτὴν τὴν ψῆφον, τὴν ὁποίαν θέλει δώσει κατά, τὴν δίδει οὐχὶ ἐκ καθήκοντος θέλει νὰ δώσῃ ψῆφον τοιαύτην, ὄχι διότι εἶναι ἀντιπολίτευσις καὶ χρεωστεῖ νὰ δώσῃ ψῆφον ἐναντίαν, διότι τῷ ἀνέφερον παράδειγμα κατὰ τὸν ὁποῖον ἄλλαι ἀντιπολιτεύσεις εἰ καὶ διεφώνουν εἰς πολλὰ πρὸς αὐτὸν, μολαταῦτα οὐ μόνον δὲν τὸν ἐπολέμησαν, οὐ μόνον δὲν ἐθεώρησαν καθῆκον αὑτῶν νὰ τοῦ καταψηφίσωσιν, ἀλλ’ ἐξ ἐναντίας καὶ πολὺ συνετέλεσαν εἰς τὴν ἑδραίωσίν του. Ἠμπορεῖ λοιπὸν νὰ τὸ πράξῃ, καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ τὸ πράξῃ· ἀλλὰ τοῦτο δὲν προέρχεται ἐκ τῆς θέσεως τῆς ἀντιπολιτεύσεως, θὰ ἔχῃ βεβαίως λόγον ἄλλον καὶ οὐχὶ τὴν θέσιν, ἣν σήμερον κατέχει ἀπέναντι ἡμῶν. Τέλος τί τὰς θέλομεν τὰς θεωρίας καὶ πρὸς τί βασανιζόμεθα κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον; πρὸς τί οἱ τύποι νὰ καταστρέφωσι τὴν οὐσίαν, ὡς ἐὰν εὑρισκόμεθα ἐνώπιον εὐτελοῦς εἰρηνοδικείου; Ἡ κυβέρνησις τοῦ κ. Κουμουνδούρου, ἀφοῦ ἔμεινεν ἐπὶ ἱκανὸν χρόνον εἰς τὰ πράγματα, ἔπειτα ἐδοκίμασε νὰ μείνῃ καὶ ἅπαξ καὶ δὶς καὶ τρὶς, δὲν ἠδυνήθη νὰ σταθῇ, ἐσχηματίσθη ἑτέρα Κυβέρνησις· τί εἶναι αὐτὴ ἡ ὑπερβολικὴ αὐστηρότης; διότι ἔχομεν δεκαεννέα ἡμέρας, πρέπει ὅλα ὅσα δὲν ἐγένοντο κατὰ τὸ παρελθὸν νὰ γίνωσιν εἰς τὰς δεκαεννέα ἡμέρας, νὰ παρασκευασθῶμεν ὡς πρὸς πόλεμον; καὶ τόσον ἱερὸν εἶναι αὐτὸ τὸ καθῆκόν μας, ὥστε δὲν ἀποφαινόμεθα κἂν προσωρινῶς, ὅτι ἔχομεν ἐμπιστοσύνην, μέχρις οὗ ἀναγκασθῶμεν ἐκ τῶν ἔργων σου νὰ κρίνωμεν, ὅτι δὲν εἶσαι ἄξιος τῆς ἡμετέρας ἐμπιστοσύνης! Ἐὰν ὑπάρχῃ σκοπὸς νὰ διοικηθῇ ὁ τόπος, μίαν μόνον ἀξίωσιν θεωρῶ εὔλογον, ταύτην: ὅταν ἡ Κυβέρνησις ἔλθῃ καὶ παρουσιάσῃ σχέδιον ἀπᾷδον πρὸς τὰς ἰδέας τῶν ἄλλων, πρὸς τὰ φρονήματά των, τὰς βάσεις τῶν φρονημάτων τῶν δοξασιῶν αὐτῶν, τότε νὰ ψηφίσωσι κατά· ἀλλ’ ἀπὸ τῆς στιγμῆς αὐτῆς ὀφείλουν νὰ τὴν ἐνθαῤῥύνωσι, νὰ τὴν πείσωσιν ὅτι ἔχουν ἐμπιστοσύνην, ὅτι ἡ πολιτεία αὐτῆς μέχρι τοῦδε τοὺς ἔπεισεν, ὅτι καὶ ἔμπειρος θέλει εἶσθαι περὶ τὴν διοίκησιν, καὶ πατριωτικὴ, καὶ φιλότιμος. Αὐτὰ δὲ τὰ τρία δὲν ἔχουν καμμίαν σχέσιν πρὸς τὴν διαφωνίαν τῶν ἰδεῶν. Εἰμπορεῖ τις νὰ ᾖναι καὶ φιλότιμος καὶ πατριώτης καὶ νοήμων καὶ ἔμπειρος; ἀλλ’ εἰς τὰ ἔργα τὰ ὁποῖα θὰ παρουσιάσῃ νὰ ἔχῃ ἰδέας τόσων ἀποτόμως διαφερούσας πρὸς τὰς ἰδέας τῶν ἄλλων, ὥστε νὰ ᾖναι δικαιολογημένοι νὰ εἴπωσιν πρὸς αὐτόν: σοῦ ἀναγνωρίζομεν αὐτὰ τὰ προσόντα, ἀλλὰ δὲν νομίζομεν, ὅτι αἱ προτάσεις του, τὸ σύστημά σου εἶναι κατάλληλον νὰ διευθύνῃ τὰς τύχας τῆς Ἑλλάδος κατὰ τὰς παρούσας περιστάσεις. Ἀλλ’ ἐὰν οἱ ἀξιότιμοι ἀντικυβερνητικοὶ, οὕτως εἰπεῖν, οἱ μείναντες ἐκτὸς τῆς Κυβερνήσεως ἀντιπρόσωποι, φρονοῦν ὅτι ἔχομεν τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα νὰ δικαιολογήσωσι τὴν ψῆφον τῆς ἐμπιστοσύνης πρὸς ἡμᾶς, πρέπει νὰ μὴ μᾶς τὴν ἀρνηθῶσιν. Ἐὰν ὅμως σήμερον μᾶς ἀρνῶνται τὴν ψῆφον αὐτὴν, τί τοῦτο σημαίνει; ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν αὐτοῖς αἱ πεποιθήσεις ἐκεῖναι περὶ ἡμῶν, ἕνεκα τῶν ὁποίων νὰ νομίζωσιν, ὅτι οὔτε ἐπὶ 8, οὔτε ἐπὶ 10 ἡμέρας ἠμποροῦν νὰ ἐμπιστευθῶσι τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους εἰς τὰς χεῖράς μας. Ἐὰν δυνάμεθα νὰ κατασκευάσωμεν ἑτέραν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία νὰ δύναται τὰ πάντα νὰ πραγματοποιήσῃ, ἐγὼ εἶπον, ὅτι προσφέρομαι, ὄχι ὡς τὸ εἶπεν ἄλλοτε ὁ κ. Κουμουνδοῦρος «ἐλᾶτε νὰ λάβετε πάντες μέρος εἰς τὴν ἐξουσίαν». Δὲν ἔχω τὴν ἐλαχίστην ἰδιοτέλειαν, δὲν ἔχω τὴν ἐλαχίστην φιλοπρωτίαν, καταβαίνω ἐκ τῆς ἐξουσίας. Δὲν ἐπιμένω, κύριοι, δι’ ἄλλον λόγον εἰς τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμα, παρὰ διότι νομίζω, αὐτὸ τοὐλάχιστον εἶναι τὸ φρόνημά μου, ὅτι εἶναι ἀσύμφορον εἰς τὸ Κράτος νὰ ἐπέλθῃ ἡ λύσις, τὴν ὁποίαν εἶπον οἱ πρὸ ἐμοῦ λαλήσαντες ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου· εἶναι ἀσύμφορον εἰς τὸ Κράτος, εἶναι ἀδύνατος ἡ διοίκησις, εἶναι ἀδύνατος ὁ ὀφειλόμενος σεβασμὸς πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους μιᾶς ἐπικρατείας. Δὲν ζητοῦμεν δὲ τίποτε, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ βλάψῃ, διότι τὸ δικαίωμα τοῦ Κοινοβουλίου εἶναι πλῆρες, νὰ ἄρῃ τὴν ἐμπιστοσύνην του ἐν πάσῃ στιγμῇ. Δὲν πρόκειται νὰ κλείσῃ ἡ εἴσοδος, δὲν εἴμεθα ἅρπαγες, τὸ ἐπαναλαμβάνω, ὁποτεδήποτε θελήσῃ ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς δύναται νὰ εἴπῃ σταθῆτε, ἐκ τῶν ἔργων σας ἔκρινα, ὅτι δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἐξακολουθήσητε νὰ διοικῆτε μὲ τὴν ἐμπιστοσύνην μου. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἀνάγκην τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Κοινοβουλίου, ἔχει ἀνάγκην αὐτῆς καὶ διὰ μίαν ἑσπέραν· τὴν ἔχει πάντοτε, καὶ δὲν πρέπει αἱ Κυβερνήσεις νὰ χάνωσι τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Κοινοβουλίου, εἰμὴ τὴν ἡμέραν καθ’ ἣν τὸ Κοινοβούλιον ἀποφασίσῃ νὰ τὸ εἴπῃ ῥητῶς διὰ τῆς ψήφου του.

§50ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κατὰ τὸ παρελθὸν ὁ κ. Δεληγεώργης ὁσάκις ψηφοφορία τις προέκειτο ἐναντία πρὸς τὰς πεποιθήσεις του, δὲν ἐδίστασε νὰ ψηφοφορήσῃ συμφώνως πρὸς τὰς πεποιθήσεις του.

§51ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀλλὰ μετὰ ἓν ἔτος.

§52ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ τὸ πρῶτον ἔτος εἰς τὸ ζήτημα τῶν Πρεσβειῶν καὶ πολλὰ ἄλλα.

§53ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πολιτικὸν ζήτημα ποτέ.

§54ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν θέτομεν ἡμεῖς ζήτημα ἐμπιστοσύνης.

§55ΖΩΧΙΟΣ. Τὸ θέλομεν ἡμεῖς.

§56ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καλά· ἡμεῖς δὲν θέλομεν ζήτημα ἐμπιστοσύνης, οὔτε ἐπιμένομεν νὰ ψηφοφορηθῇ, ἀλλὰ μετὰ τὴν πορείαν μας τὴν διετῆ ἐν τῇ Βουλῇ καὶ μετὰ τὰ σήμερον λεχθέντα, εἶναι ἀδύνατον νὰ ψηφοφορήσωμεν ὑπὲρ, διότι δὲν ψηφοφοροῦμεν ἐδῶ περὶ τῆς τιμιότητος καὶ ἀρετῆς ἢ τῆς ἱκανότητος τῶν ὑπουργῶν, ψηφοφοροῦμεν περὶ τοῦ συστήματος τῆς κυβερνήσεώς των. Δύνανται οἱ ὑπουργοὶ νὰ ᾖναι ὅσον θέλετε τίμιοι, ὅσον θέλετε ἐνάρετοι· ἐὰν ὅμως τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ἐφαρμόσητε, δὲν εἶναι κατὰ τὴν πεποίθησιν ἑνὸς βουλευτοῦ ὀρθὸν, εἰς αὐτὸ θὰ ἀποβλέψῃ καὶ περὶ αὐτοῦ θὰ ψηφοφορήσῃ. Λοιπὸν, κύριοι, ἡμεῖς δύω ἤδη ἔτη ἀμφισβητοῦμεν μετὰ τοῦ κ. Δεληγεώργη· καὶ ὅταν ἑπομένως ὁ κ. Δεληγεώργης παρουσιάζεται ἐνώπιόν μας καὶ λέγει: μὲ γνωρίζετε, σᾶς ἐξήγησα τὸ σύστημα, τὴν πορείαν μου καὶ ὁ ἴδιος θὰ μείνω, ζητῶ τὴν ψῆφόν σας εἴπετέ μοι ἐὰν ἔχω δίκαιον, ἡμεῖς οἵτινες ἔκτοτε ὡς ἴδετε δύω ἔτη εἴμεθα εἰς πλήρη διαφωνίαν δὲν ἠμποροῦμεν νὰ εἴπωμεν ὅτι τὸν ἐπιδοκιμάζομεν, διότι ποτὲ δὲν τόν ἐπεδοκιμάσαμεν. Μᾶς ἀναγκάζει νὰ ψηφοφορήσωμεν καὶ βεβαίως θὰ ψηφοφορήσωμεν.

§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν κηρύττω τὴν συζήτησιν περαιωμένην.

§58ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νὰ μᾶς ἐπιτρέψητε μόνον νὰ δώσωμεν μίαν ἐξήγησιν. Ἀφοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργός, λυποῦμαι διὰ τοῦτο, ἐπιμένει νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ἡ περὶ ἐμπιστοσύνης πρότασις, ἡμεῖς μετὰ τὰς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας ἐδώσαμεν περὶ προσεχοῦς νέας ψήφου, ἅμα δηλαδὴ ἐκτεθῶσι τὰ τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, βεβαίως θέλομεν δώσει ἤδη ψῆφον κατὰ τὴν ἔννοιαν τὴν ὁποίαν ἀπεδέχθη ὁ κ. Πρωθυπουργός.

§59ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ ὁ κ. Τρικούπης ἠρώτησε περὶ τῆς διατυπώσεως τοῦ θέματος, νομίζω, ὅτι εἶναι ἁπλούστατον, καὶ διὰ τοῦτο δὲν τὸ ἔθεσα. Ζητῶ νὰ τεθῇ τὸ θέμα, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἔχῃ ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν.

§60Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπειδὴ πρόκειται νὰ ψηφοφορήσω ἐπὶ τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον ὁ κ. πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐπανειλημμένως ἐδήλωσεν ὅτι ἐπιμένει νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν, ὀφείλω νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Ἡ ψῆφος, τὴν ὁποίαν ὀφείλω νὰ δώσω, πρέπει νὰ ᾖναι σύμφωνος πρὸς τὸ εἶδος τῶν σχέσεων, αἵτινες μὲ συνδέουσι μετὰ τῆς Κυβερνήσεως. Μὲ τὴν Κυβέρνησιν τὴν ὑπάρχουσαν δὲν μὲ συνδέει ταυτότης πολιτικῶν φρονημάτων, ὡς δὲν μὲ συνέδεε τοιαύτη καὶ μετὰ τῆς προλαβούσης Κυβερνήσεως. Εἶχον καθῆκον ὡς μέλος τοῦ Κοινοβουλίου, ν’ ἀποβλέπω εἰς τὰς περιστάσεις, εἰς τὰς ὁποίας διατελοῦμεν, καὶ διὰ τοῦτο ἀνειχόμην τὰς Κυβερνήσεις χωρὶς νὰ πολεμῶ αὐτάς· ἑπομένως, ὁσάκις οἱ πολεμοῦντες τὴν Κυβέρνησιν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, οὐχὶ ἐπὶ ζητημάτων πραγματικῶν, προεκάλεσαν ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ἐψηφοφόρησα ὑπὲρ τῶν Κυβερνήσεων, διότι ἐσκόπουν νὰ ἀποτρέψω τὴν ἄνευ λόγου ἀνατροπὴν τῶν Κυβερνήσεων, πρὸς τὰς ὁποίας ὤφειλον ἀνοχήν. Αὐτὴ ἦτο ἀρκετὴ μαρτυρία τῆς ἀνοχῆς, τὴν ὁποίαν ἐδείκνυον. Κατὰ τὴν προκειμένην περίστασιν ὅμως τὸ πρᾶγμα διαφέρει. Ὁ κ. πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀποτεινόμενος πρὸς τὴν Βουλὴν, ζητεῖ ψῆφον ἐμπιστοσύνης· ἡ δὲ ἀποστροφή του αὕτη πρὸς τὴν Βουλὴν μεταφέρεται εἰδικοποιημένη εἰς ἀποστροφὴν πρὸς ἐμὲ, καὶ ἀξιοῖ παρ’ ἐμοῦ νὰ δώσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν περισσότερον ἢ ὅσον ἔδιδον εἰς τὴν προκάτοχον, ὀφείλω δὲ νὰ δώσω καὶ εἰς τὴν παροῦσαν. Δὲν ἀρκεῖται εἰς τὴν ἀνοχὴν, ζητεῖ παρ’ ἐμοῦ ἐμπιστοσύνην. Ἀλλὰ πῶς νὰ δώσω τοιαύτην εἰς Κυβέρνησιν, μεθ’ ἧς δὲν μὲ συνδέει ταυτότης φρονημάτων; Καὶ ὅμως δὲν ἀρκεῖται εἰς ἀνοχὴν, ζητεῖ ἐμπιστοσύνην. Ὅθεν εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ τοῦ ἀρνηθῶ αὐτήν.

§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύττω τὴν συζήτησιν περαιωμένην. Τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον θὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν, εἶναι, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀποφαινομένη ὅτι ἔχει ἐμπιστοσύνην ....

§62ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὄχι· παρακαλῶ, ὅπως τὸ ἔθεσα. Ἡ Βουλὴ ἐρωτᾶται ἐὰν ἔχῃ ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.

§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις λοιπὸν, ὡς διετύπωσεν αὐτὴν ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ἔχει οὕτω· «Ἡ Βουλὴ μετὰ τὰ λεχθέντα ἐκφράζει τὴν ἑαυτῆς ἐμπιστοσύνην πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.» Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν ταύτην λέγουν ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουν ὄχι. Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Πρωτόκολλον ψηφοφορίας τῶν Βουλευτῶν Ἐπὶ τοῦ ἑξῆς ζητήματος· Παραδέχεται ἡ Βουλὴ τὴν ὑπὸ τοῦ πρωθυπουργοῦ προταθεῖσαν πρότασιν ἔχουσαν οὕτω: «Ἡ Βουλὴ μετὰ τὰ λεχθέντα ἐκφράζει τῆς ἑαυτῆς ἐμπιστοσύνην πρὸς τὸ ὑπουργεῖον καὶ μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν», ναὶ ἢ ὄχι;

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Κ. Θεοδώρου ΟΓεώργ. Δ. Τσώχρης Ν
Ἰωάννης Μπόγδανος ΟἈνδρέας Δανόπουλος Ν
Ὄθων Παπαλεονάρδος Γ. Παπαλεξόπουλος Ο
Μ. Καΐρης Ὀρφανός ΝΔ. Γ. Ῥάλλης Ν
Νικ. Μαυροκορδάτος ΝΤιμολέων Φιλήμων Ο
Ἰω. Κυριακός ΟΔ. Καλλιφρονᾶς Ν
Ὄθων Μακρυγιάννης ΝΝ. Βασιλάκης Ν
Π. Πετράκης ΟΣ. Α. Νοταρᾶς Ο
Στ. Κολιάτσος ΟἈνδρ. Νοταρᾶς
Κ. Στράτος Ἰω. Δεληγιάννης Ν
Ἰω. Καραγιαννόπουλος ΝΓ. Κούστας Ν
Δημ. Γρίβας Ἀρ. Μεντζελόπουλος Ν
Γ. Γεροθανάσης ΟἉγ Μεταξᾶς Ν
Χρ. Κατσικογιάννης ΟΠαναγ. Βενιεράτος Ν
Θ. Δηλιγιάννης ΟΝ. Βαλσαμάκης
Εὐθ. Δεληγιάννης ΟῬόκος Χοϊδᾶς Ν
Γ. Λαδόπουλος ΟΑ. Βαρβαρῆγος
Α. Α. Ἀντωνόπουλος ΟΚ. Πανάρετος Ο
Γ. Πλαπούτας ΝΧ. Χρηστόπουλος Ο
Κ. Πλαπούτας ΝΔ. Βροντίσης Ο
Λεων. Πετροπουλάκης ΝΚ. Κατσικόπουλος Ν
Κ. Κοσσονάκος Ῥήγας Τσιρόπουλος Ο
Ἀρ. Λιδωρίκης Μελέτ. Ῥουσσόπουλος
Κ. Ἀναγνωστόπουλος ΝΝ. Λεώπουλος
Ν. Κατσικαπῆς ΟΛ. Μαυρομιχάλης Ο
Ν. Παπαμιχαλόπουλος ΟΝικήτ. Βαρβιτσιώτης Ο
Γ. Ζουμπουλάκης ΝἈναστ. Κορφιωτάκης Ν
Ἀντ. Μήτσας ΝΦίλων Φίλωνος Ν
Γ. Μίλησης ΟΓ. Λάπας Ο
Δ. Βουλπιώτης ΝΓ. Μαχαιρᾶς Ο
Σπ. Καραϊσκάκης ΟΕ. Βαλαωρίτης Ο
Δ. Γ. Δημητριάδης Γερ. Σέρβος Ν
Γ. Κασβίκης ΝἈριστ. Ῥούκης Ν
Κ. Λομβάρδος Ἀλκ. Παπαλουκᾶς Ο
Ν. Λούντζης ΝἸω. Παπαζαφειρόπουλος Ν
Ἀνδρ. Γαΐτας Φωσκάρδης Παναγ. Μανέτας Ο
Ἰω. Νέγκας ΝΔ. Ζέγγελης Ν
Διον. Κολυβᾶς ΝἈριστ. Σακελλαρόπουλος Ν
Ἀνδρ. Αὐγερινός Φίλιππος Βάρβογλης Ο
Ἐπαμ. Κρεστενίτης ΝἈθαν. Κατρίβανος Ο
Αὐγ. Πετραλιᾶς ΝἨλ. Κοσσονάκος Ν
Κ. Ζαρειφόπουλος ΝΓ. Νικολαΐδης Ο
Θεμ. Δαραλέξης ΟΓ. Μαλέας Ν
Δ. Κατσίνας ΝΚ. Βασιλάκης
Παναγ. Οἰκονόμου ΟΓερ. Ζωχιός
Διομ. Διαμάντης ΝΣπ. Ζερβός Ο
Νικόλ. Νομικός ΝἘπ. Δεληγεώργης
Ἀριστ. Βαλέττας ΝΧαρίλ. Τρικούπης Ν
Δημ. Γαβαλᾶς ΟἈλέξ. Κουμουνδοῦρος Ο
Βαρβαρῆγος Πήληκας Π. Μποῦτος Ο
Αἴας Καραβίας ΝΣπήλ. Ἀντωνόπουλος
Θρασ. Ζαΐμης ΝΓ. Προβελέγιος Ν
Σ. Ν. Πετιμεζᾶς ΟΔ. Κυριακίδης Ν
Δ. Γ. Πετιμεζᾶς ΝἘλευθ. Μυκόνιος Ο
Ἀργ. Διαμαντόπουλος ΝΜ. Δαμηράλης
Νικόλ. Πετιμεζᾶς ΝἈλέξ. Δαμίας Ο
Περ. Μαυρομιχάλης ΝἈθ. Ῥοντήρης Ο
Γ. Πεῤῥωτής ΟΓ. Ν. Σισμάνης Ο
Δημ. Κάρτσωνας ΟΕὐθ. Πλαστήρας
Ἀλέξ. Κοντόσταυλος ΟΚ. Εὐθυμιόπουλος
Ἰω. Δ. Χατζῆ Νικολῆ Π. Ἰατροῦ
Ν. Παπανικολάου ΟΚίμων Χριστοδούλου Ο
Ἰω. Μπαλάφας ΟἈλέξ. Πετσάλης Ν
Ἰω. Χωρεπισκοπίδης ΟἸω. Γερ. Μαυρομιχάλης Ο
Ποθητὸς Ῥεβελάκης ΝἈν. Α. Μαυρομιχάλης
Π. Γεννατᾶς ΝἈντ. Καπετανάκης Ο
Ἰάκ. Πολυλᾶς ΝΛ. Καπεταν. Μαυρομιχάλης
Χ. Δ. Κανελλόπουλος ΝἸω. Δούμας Ν
Ζ. Α. Ζαρειφόπουλος ΟΝικόλ. Σοῦτσος Ν
Μιλτ. Κανελλόπουλος Γ. Μπούμπουλης Ο
Π. Κωσταντᾶς ΝΓρηγ. Μαυρομαρᾶς Ν
Σπ. Μαρτσοῦκος Ἰω. Ζαλλώνης
Θ. Ῥωμαῖος ΟΚάρ. Νάζος
Δ. Ἰακωβάτος ΟΣωτ. Σωτηρόπουλος Ο
Ν. Μεταξᾶς Ν. Γεωργακόπουλος
Π. Ξυδιᾶς ΟΘ. Ἀναστασόπουλος Ο
Ἰω. Βελλιανίτης ΝἸω. Μεγαπάνος Ο
Π. Τζαμάλας ΝΚ. Στεργιαλόπουλος
Α. Σιμόπουλος ΝἸω. Δροσινός Ν
Λ. Καραλίβανος ΟΝ. Πιπῖνος Ο
Π. Νεζερίτης ΟἈντ. Τσαμαδός Ο
Θ. Κανακάρης Θ. Γκίκας Ν
Δ. Πατρινός Δ. Γ. Βούλγαρης
Γ. Ῥοῦφος ΝΘεμ. Παπακώστας Ν
Α. Ῥικάκης ΝΓ. Ζουλούμης Ν
Νικ. Καράπαυλος ΟΚ. Δυοβουνιώτης Ν
Ἀθ. Μισυρλῆς Κ. Χατζῖσκος Ο
Ἰω. Ἄννινος Καβαλλιεράτος Δ. Κριεζώτης Ο
Εὐάγ. Ἀντύπας ΟΝ. Καφετζόγλους Ο
Γ. Φλωριᾶς Β. Ν. Βουδούρης Ν
Γ. Δ. Γεωργιάδης ΝΓ. Τ. Θωμᾶς Ν
Ἰ. Δουλίδης ΝΝ. Καλάρης Ο
Δ. Θεοχάρης ΟΜιλτ. Κ. Κανάρης ἀρν.
Δ. Κουνουπιώτης Ν

§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν 148· 75 ὑπὲρ τῆς προτάσεως, 72 κατὰ, καὶ εἷς ἠρνήθη ψῆφον. Ἑπομένως ἡ Βουλὴ ἀπεδέχθη τὴν πρότασιν. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 7½ μ. μ.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 86
2τῆς 1 Μαρτίου 1877.
3(Τρίτη).
4Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθεί-
5σης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς
6προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν.
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
8§2ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, ἵνα μὴ παρεμβάλω δυσκολίας
9ἀποφεύγω ταύτῃ τῇ στιγμῇ νὰ ἐπιφέρω παρατηρήσεις κατὰ
10τῆς ἡμερησίας διατάξεως, εἰς τὴν ὁποίαν παρετήρησα τεταγμέ-
11νον τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου περὶ στρατολογίας ὡς τέταρτον
12ἀντικείμενον, ἐνῷ κατὰ τὸν νόμον ἔπρεπεν ἀμέσως νὰ ψηφοφο-
13ρηθῇ. Ἀλλὰ περὶ τούτου μετὰ τὴν συζήτησιν ἐπιφυλάσσομαι
14νὰ κάμω λόγον, διότι δὲν νομίζω ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο
15εἶναι δυνατὸν νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἐν ᾗ θέ-
16σει κατέταξεν αὐτὸ ὁ κ. πρόεδρος. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ψη-
17φισθὲν καὶ συναρμολογηθὲν καὶ τυπωθὲν πρέπει νὰ ψηφοφορηθῇ
18ἀμέσως ἐν ὅλῳ. Ἀλλὰ ταύτην τὴν στιγμὴν ἀποφεύγω τὸ ζή-
19τημα, θέλων νὰ μὴ παρεμβάλω δυσκολίας.
20Κύριοι, δὲν ἤθελον λάβει τὸν λόγον, ἐὰν ἡ ὁμιλία τοῦ κ.
21πρωθυπουργοῦ δὲν μὲ προεκάλει· ὁ κ. πρωθυπουργὸς εἶπεν ὀλί-
22γα, ἀλλ’ ἐντὸς τῶν ὀλίγων αὐτῶν ἐμπεριείχετο μία εἰρωνεία
23καὶ μία μομφὴ ἐναντίον ἡμῶν, δὲν ἐπιθυμῶ δὲ νὰ τὴν ἀφήσω
24ἀνεξέλεγκτον τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ἐστηρίζετο καὶ στηρί-
25ζεται ἐπὶ πληροφοριῶν, ἵνα μὴ εἴπω ἄλλο τι βαρύτερον, ἀνα-
26κριβῶν, ἐπὶ πληροφοριῶν ἀτελῶν καὶ ἐσφαλμένων, ὡς θέλετε
27ἐντὸς ὀλίγου πεισθῆ. Αὐτὸν τὸν σκοπὸν ἔχων ὁμιλῶ σήμερον.
28Ἐρωτῶ πρῶτον, ἦτο δυνατὸν τὴν στιγμὴν ταύτη, ἢ πρίν
29τελειώσῃ ὁ μὴν, νὰ ἔχῃ πληροφορίας τὸ ταμεῖον καὶ νὰ δύνα-
30ται νὰ δώσῃ τὸ ὑπουργεῖον τοιαύτας περὶ τῶν εἰσπραχθέντων
31ἐντὸς τοῦ μηνὸς καὶ παραδοθέντων εἰς τὰ ταμεῖα χρημάτων,
32ἀφοῦ εἰς τὸ τέλος τοῦ μηνὸς μόνον καὶ οἱ εἰσπράκτορες καὶ οἱ
33εἰδικοὶ ταμίαι παραδίδουν εἰς τὰ ταμεῖα χρήματα καὶ παρου-
34σιάζουν τοὺς λογαριασμούς των, καὶ τότε μόνον εἶναι γνωστὸν
35πόσον χρηματικὸν εἰσεπράχθη καὶ πόσον ὑπάρχει; Πᾶσα πλη-
36ροφορία πρὸ τούτου δὲν εἶναι ἀκριβὴς, ἀλλ’ ἐσφαλμένη. Δὲν
37εἶναι δυνατὸν πρὶν παρέλθῃ ὁ μὴν καὶ πρὶν οἱ διάφοροι ταμίαι
38ἀποστείλωσι κατὰ τὸ πρῶτον δεκαήμερον τοῦ νέου μηνὸς τοὺς
39λογαριασμοὺς καὶ τὰς σημειώσεις εἰς τὸ ὑπουργεῖον νὰ ἦναι
40γνωσταὶ αἱ εἰσπράξεις τοῦ λήξαντος μηνός· διότι οὔτε οἱ λο-
41γαριασμοὶ ἔχουν παραδοθῆ, οὔτε αἱ εἰσπράξεις ἐντὸς τοῦ μηνὸς
42Φεβρουαρίου. Ἑπομένως αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας σᾶς ἔφερε
43χθὲς ὁ κ. πρωθυπουργὸς, δὲν εἶναι ἀκριβεῖς ὡς πρὸς τὸ χρημα-
44τικὸν, τὸ ἐπαναλαμβάνω, τὸ ὑπάρχον κατὰ τὸν μῆνα Φε-
45βρουάριον εἰς τὰ ταμεῖα.
46Ἀλλὰ διατί ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἔκαμε λόγον μόνον διὰ τὸ
47ταμεῖον τῶν Ἀθηνῶν; Τὸ ταμεῖον τῶν Ἀθηνῶν εἶναι ἡ με-
48γάλη λεκάνη, ἐντὸς τῆς ὁποίας συῤῥέουν οἱ μικροὶ ῥύακες, τὰ
49ἐπαρχιακὰ ταμεῖα. Τὸ ταμεῖον τῶν Ἀθηνῶν ἀδύνατον βε-
50βαίως εἶναι νὰ ἐπαρκέσῃ μόνον εἰς τὰ ἔξοδα τῶν Ἀθηνῶν καὶ
51προμηθεύεται ἀπὸ τὰ ἐπαρχιακὰ ταμεῖα, τὰ δὲ χρήματα τὰ
52παρ’ αὐτῶν ἀποστελλόμενα θεραπεύουσι τὰς ἀνάγκας τοῦ κεν-
53τρικοῦ ταμείου. Αἱ πληροφορίαι ἑπομένως, ἵνα ὦσιν ἀκριβεῖς
54καὶ πλήρεις, πρέπει νὰ ἀφορῶσιν εἰς ὅλα τὰ ταμεῖα τοῦ κρά-
55τους, καὶ ὄχι μόνον εἰς τὸ ταμεῖον τῶν Ἀθηνῶν, τὸ ὁποῖον,
56ἐπαναλαμβάνω, εἶναι τὸ δοχεῖον τῶν χρημάτων, τῶν ἀπο-
57στελλομένων ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν. Ὅθεν διὰ νὰ γνωρίσωμεν
58ὁποία εἶναι ἡ οἰκονομικὴ καὶ ἡ χρηματικὴ κατάστασις τοῦ
59ταμείου, πρέπει νὰ γνωρίζωμεν τὴν κατάστασιν ὅλων τῶν τα-
60μείων καὶ ὄχι μόνον τοῦ τῶν Ἀθηνῶν. Λοιπὸν ἡ πληροφορία
61τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ δὲν ἦτο ἀκριβὴς καὶ κατὰ τοῦτο.
62Ἀλλά, κύριοι, ἔστω, ἡ κατάστασις τοῦ ταμείου εἶναι ὁποία
63τὴν παρέστησεν ὁ κ. πρωθυπουργός. Ἡ ἔλλειψις χρημάτων
64κατὰ τὸν μῆνα τοῦτον προέρχεται ὡς ἐκ τῆς καλῆς ἢ κακῆς
65διαχειρίσεως τοῦ προκατόχου ὑπουργείου; εἶναι συνέπεια ἐλ-
66λείψεως τῆς διοικήσεως; Ἰδοὺ τὸ ζήτημα. Διὰ νὰ κρίνητε
67περὶ τούτου, πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὴν ἱστορίαν τοῦ πα-
68ρελθόντος, ἐγὼ δὲ λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν τὴν ἱστορίαν τοῦ ἔτους
69ἐκείνου, ὅπερ εἶναι τὸ καλλίτερον καὶ διοικητικῶς καὶ οἰκονο-
70μικῶς κατὰ τὸν κ. πρωθυπουργὸν, τὴν ἱστορίαν τοῦ 1873.
71Ποία ἦτο ἡ κατάστασις τοῦ ταμείου κατὰ τὸ 1873, τὸν
72Φεβρουάριον, ὅτε τοῦ ὑπουργείου τοῦ κ. Δεληγεώργη πεσόντος,
73ἦλθε διάδοχον τὸ τοῦ κ. Βούλγαρη; Ἀκούσατε, κύριοι, ἀκού-
74σατε τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης· οὗτος
75παρουσιασθεὶς εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ζητήσῃ πίστωσιν, ἐξέθεσε τὴν
76κατάστασιν τοῦ ταμείου ὡς ἀκολούθως.
77«Κατ’ αὐτὰς λοιπὸν εἰς τὸ κεντρικὸν ταμεῖον ὑπάρχουσι
78χρήματα τοῖς μετρητοῖς δραχ. 160 χιλ. προσέτι ὑπάρχουσι
79πρὸς ἀποστολὴν εἰς τὸ ταμεῖον Ὀλυμπίας ἕτεραι 59 χιλ. τὸ
80ὅλον 219 χιλ. Ἀλλ’ ὀφείλομεν, κύριοι, κατὰ δυστυχίαν ποσὰ
81ὑπέρογκα, καὶ πρῶτον πρὸς ἀποπληρωμὴν τῶν ἐξόδων τοῦ
82Ἰανουαρίου, καὶ λέγω ἀποπληρωμήν, διότι ἐγένοντο προκατα-
83βολαί τινες καθ’ ἃ μ’ ἐπληροφόρησαν, ἀπαιτοῦνται 400 χιλ.
84πρὸς πληρωμὴν τῶν ἐξόδων τοῦ Φεβρουαρίου ἀπαιτοῦνται 600
85χιλ., πρὸς ἀποπληρωμὴν τοῦ τόκου τοῦ δανείου τῶν 6 ἑκατομ.
86δραχ. 400 χιλ, διότι ἐπληρώθησαν ἀπέναντι 80 χιλ., πρὸς
87ἀποπληρωμὴν τῶν δαπανῶν μέχρι τέλους Δεκεμβρίου τῶν δια-
88φόρων κλάδων τῆς ὑπηρεσίας πλὴν τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτι-
89κῶν δρ. 40 χιλ., πρὸς ἀποπληρωμὴν τῶν δαπανῶν τοῦ ὑπουρ-
90γείου τῶν Ναυτικῶν μέχρι τέλους τοῦ αὐτοῦ μηνὸς δραχ. 300
91χιλ., πρὸς ἀποπληρωμὴν τῆς εἰς τὴν ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν
92ὀφειλομένης ἀποζημιώσεως ἐκ δραχ. 280 χιλ. τὴν ὁποίαν
93πέρυσιν ἐπεψήφισεν ἡ Βουλὴ, δραχ. 200 χιλ., διότι ἐπληρώ-
94θησαν δρ. 80 χιλ. Περιπλέον δ’ ὀφείλεται ἡ πληρωμὴ τῆς ἀ-
95ποζημιώσεως καὶ τῶν ἐξόδων τοῦ γραφείου τῆς Βουλῆς ὑπολο-
96γιζομένων εἰς δραχ. 400 χιλ. ποσὸν τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ἦναι
97ἐπαρκές· τὸ ὅλον τῶν ὀφειλομένων μέχρι τέλους Φεβρουαρίου
982,700,000».
99Ἀλλὰ καὶ σήμερον ὑπάρχουν εἰς τὰ ταμεῖα τῶν ἐπαρχιῶν
100153 χιλ. καὶ καθ’ ὁδὸν 36 χιλ. κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς
101ὁποίας τὴν τελευταίαν ἡμέραν τῆς ἀποχωρήσεως ἡμῶν ἀπὸ
102τοῦ ὑπουργείου ἐλάβομεν· ὥστε τὸ ποσὸν τῶν χρημάτων σχε-
103δὸν εἶναι τὸ αὐτό.
104Ὑπῆρχον λοιπὸν εἰς τὰ ταμεῖα τότε 210,000, ὠφείλοντο
105δὲ 2,700,000· ὑπάρχουν ἤδη εἰς τὰ ταμεῖα 190,000 περί-
106που δραχμῶν, ἀλλὰ πράγματι θέλουσιν ἴσως ὑπάρχει καὶ
107500,000 δρ. καὶ 1,000,000 εἰς τὸ τέλος τοῦ μηνὸς, καθὼς
108τέλος τοῦ μηνὸς ἦτο ὅτε παρέλαβε τὸ ὑπουργεῖον ἀπὸ τὸν κ.
109Δεληγεώργην ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος.
110Αἱ πληροφορίαι λοιπὸν αἱ δοθεῖσαί εἰσιν ἀτελεῖς, ἀφορῶσιν
111εἰς τὸ ἥμισυ τοῦ μηνὸς, καὶ ἐνῷ τὰ χρήματα δὲν παρεδόθησαν
112ἀκόμη εἰς τὰ ταμεῖα· καὶ μ’ ὅλα ταῦτα παραδέχομαι τὰς
113πληροφορίας τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ, καὶ λέγω, ἔστω· πραγμα-
114τικῶς σήμερον μὲν χρηματικὸν ὑπάρχει 200,000 περίπου, καὶ
115ὀφείλονται 2,000,000, εἰς δὲ τὸ 1873 ὑπῆρχον 210,000
116καὶ ὠφείλοντο 2,700,000. Ἀλλὰ τῷ 1873 δὲν εἶχεν ἐλατ-
117τωθῆ ὁ φόρος κατὰ 1%. Τὴν ἐλάττωσιν ἔφερε τὸ ὑπουρ-
118γεῖον τοῦ κ. Βούλγαρη καὶ συνεπῶς ἠλαττώθησαν αἱ εἰσπρά-
119ξεις τοῦ δημοσίου κατὰ 1,000,000. Τῷ 1873 δὲν εἶχε
120καταργηθῆ ὁ νόμος περὶ ἐλαττώσεως τῶν μισθῶν τῶν ὑπαλ-
121λήλων, ὅστις προσέθηκεν εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ δημοσίου 700,000·
122κατὰ τὸ 1873 εἰσεπράχθησαν ἀπὸ τὴν σμύριδα 600,000· τὴν
123τύχην δὲ τῆς σμύριδος τὴν γνωρίζετε καὶ εἶναι τοιαύτη, διότι
124κατὰ δυστυχίαν ἐστηρίχθητε καὶ πάλιν εἰς πληροφορίας πλα-
125γίας καὶ ψευδεῖς. Κατὰ τὸ 1873 εἰσεπράξατε ἀπὸ τὸ Λαύ-
126ριον 700,000 δραχμῶν. Τὸ Λαύριον ὅμως ἀπωλέσθη. Κατὰ
127τῷ 1876 ὅμως τὸ δημόσιον κατέβαλεν 1,600,000 δραχ. πρὸς
128ἀγορὰν ὅπλων, τὰς ὁποίας σεῖς δὲν ἐξωδεύσατε. Τῷ 1876 στε-
129ρεῖται τὰς εἰσπράξεις τοῦ τελωνείου Ζακύνθου περὶ τὰς 600
130χιλ. δραχ., διότι κρατοῦνται, ἵνα καλυφθῇ ὁ τόκος καὶ τὸ
131χρεωλύσιον τοῦ δανείου τῶν 10,000,000. Εἰς τὸ 1876
132προσετέθη ἀκόμη καὶ ἡ αὔξησις τῶν πρὸς τοὺς συνταξιούχους
133πληρονομένων, καὶ μολονότι τὸ 1876 ἐστερήθη τόσων εἰσπρά-
134ξεων καὶ ἐπεβαρύνθη μὲ τόσα ἔξοδα, ἀναβαίνοντα ὅλα εἰς
135πέντε περιπλέον ἑκατομμύρια, μ’ ὅλα ταῦτα τὸ ἀποτέλεσμα
136δὲν εἶναι χειρότερον τοῦ ἀποτελέσματος, τὸ ὁποῖον ὁ κύριος
137πρωθυπουργὸς παρουσίασε τὸ 1873. Καὶ λέγων ταῦτα, κύριοι,
138δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ μεμφθῶ οὐδένα, δὲν θέλω νὰ δώσω ἐπιχει-
139ρήματα οὔτε πρὸς μομφὴν οὔτε πρὸς συκοφαντίαν, ὅπως ἴσως
140ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ, χωρὶς αὐτὸς νὰ τὸ θέλῃ, δύνα-
141ται νὰ ἔδωκε. Τὰ λέγω διὰ ν’ ἀποδείξω ὅτι τοιαύτη εἶναι ἡ
142κατάστασις τῶν οἰκονομικῶν τῆς Ἑλλάδος· ὑπάρχουν μῆνες
143ἄγονοι, κατὰ τοὺς ὁποίους τὰ ἔσοδα δὲν ἐπαρκοῦν νὰ καλύψωσι
144τὰ ἔξοδα, καὶ εἶναι ἠναγκασμένα ὅλα τὰ ὑπουργεῖα νὰ κα-
145ταφεύγουν εἰς προσωρινὰ δάνεια. Ἵνα γνωρίσητε ὅμως πλήρη
146τὴν κατάστασιν τοῦ 1873, προσθέτω ὅτι τὸ ὑπουργεῖον ἀπο-
147χωροῦν ἀφῆκε τοιαῦτα ἐν γένει τὰ οἰκονομικὰ, ὥστε, ἐνῷ αὐτὸ
148τὸ ἴδιον ὑπουργεῖον ἐπραγματοποίησε δάνειον 1,600,000, τὸ
149κατόπιν αὐτοῦ ἵνα ζήσῃ μέχρι τῆς 4 Ἰουλίου ἠναγκάσθη νὰ
150δανεισθῇ 5,000,000. Τοιαύτη ἦτο ἡ οἰκονομικὴ διαχείρισις
151τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Ἑπομένως τὸ ὅλον τῶν δανείων ἀνέβη
152μέχρι τοῦ Ἰουνίου εἰς 8,000,000. Δὲν εἶχον λοιπὸν οἱ κύριοι
153δίκαιον νὰ ἐκθέσουν τὰ πράγματα, ὅπως τὰ ἐξέθεσαν, διότι
154ἐκθέτοντες αὐτὰ ἐσφαλμένως καὶ μονομερῶς, μὴ συνδέοντες δὲ
155αὐτὰ μὲ τὴν ἐν γένει κατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν τῆς Ἑλλά-
156δος καὶ μὲ τὴν ἱστορίαν αὐτῶν ἐνσπείρουν ἐσφαλμένας ἰδέας
157καὶ δίδουν χώραν εἰς ἀδίκους κακολογίας.
158Κύριοι, ὅταν ἡμεῖς σᾶς ὑπεβάλομεν τὰ μέτρα, τὰ ὁ-
159ποῖα ἔχετε ὑπ’ ὄψιν καὶ τὸ σύστημά μας, σᾶς ὑπεβάλομεν
160αὐτὸ πλῆρες, εἴχομεν ὑπ’ ὄψιν ἔκτοτε τὴν κατάστα-
161σιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἴχομεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰς ἀνάγκας τὰς
162νέας, τὰς σπουδαίας, τὰς οὐσιώδεις τῶν προπαρασκευῶν, καὶ
163κατὰ συνέπειαν συνετάξαμεν ἓν σύστημα ἀνταποκρινόμενον καὶ
164εἰς τὰς δύω αὐτὰς ἀνάγκας διακεκριμένως.
165Κατὰ δυστυχίαν, κύριοι, μοὶ συνέβη ὁσάκις ἐσχάτως ἦλθον
166εἰς τὰ πράγματα νὰ εὑρίσκωμαι ἀπέναντι τῶν οἰκονομικῶν τού-
167των δυσκολιῶν. Κατὰ τὸ 1867 εὑρέθημεν εἰς τὴν ἰδίαν δυσκο-
168λίαν μετὰ τοῦ κ. Τρικούπη, συνυπουργοῦ τότε· τὸ ἔλλειμα ὑ-
169πῆρχε μέγιστον· ἀνελάβομεν καὶ τότε τὴν μεγάλην εὐθύνην νὰ
170ἐπιβάλωμεν φόρους, καὶ ἐπεβάλαμεν φόρους καὶ ἐκαλύψαμεν τὸ
171μέγα ἐκεῖνο ἔλλειμμα. Ὅλοι μεθ’ ἡμᾶς ὠφελήθησαν ἀπὸ τὴν
172πρᾶξίν μας ἐκείνην, τὰ οἰκονομικὰ ὠρθοπόδησαν, καὶ μολαταῦτα
173ἡμεῖς ὑπέστημεν ὅλας τὰς κακὰς συνεπείας· κατεδιώχθημεν,
174ὑβρίσθημεν καὶ ἐσυκοφαντήθημεν διὰ τὴν πρᾶξιν ἐκείνην, χάριν
175τῆς ὁποίας ὅμως τὰ οἰκονομικά μας σήμερον δὲν εὑρίσκονται κα-
176τεστρεμμένα. Τὸ 1871 εὑρέθημεν εἰς τὴν ἰδίαν θέσιν· ἐνομίσα-
177μεν τότε ὅτι δὲν ἦτο ἀνάγκη ἐπιβολῆς νέων φόρων· ἐλάβομεν
178μέτρα ἄλλα καὶ τὸ ἀποτέλεσμα ὑπῆρξεν ὅτι ἡ οἰκονομικὴ δια-
179χείρισις καὶ ἡ χρῆσις τοῦ ἔτους ἐκείνου δὲν ἄφησεν ἔλλειμμα.
180Ζητεῖται ἂν καὶ σήμερον, ἄνευ φόρων, δὲν εἰμποροῦμεν νὰ κα-
181λύψωμεν τὸ ἔλλειμμα. Τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1873 ἀνέβη εἰς 1,200,
182000, ἐνῷ δὲν ὑπῆρχον αἱ ἐλαττώσεις εἰς τὰ ἔξοδα, περὶ ὧν
183ἐποιησάμην λόγον· ἐὰν τὸ 1876 δὲν ἐξωδεύαμεν τὸ 1,600,000
184δι’ ἀγορὰν ὅπλων καὶ τὰ χρήματα αὐτὰ ἔμενον εἰς τὸ τα-
185μεῖον, ἐὰν τὸ αὐτὸ ἔτος ἠθέλομεν δυνηθῆ νὰ εἰσπράξωμεν τὸ
186ἀντίτιμον τῆς σμύριδος κλπ. ὡς ἐῤῥέθη, ἠδυνάμεθα νὰ μὴν ἔχω-
187μεν ἔλλειμμα. Πρὸς δὲ ἐσκέφθημεν, ἐνῷ τὸ ἔλλειμμα ἀναβαίνει,
188ἂς παραδεχθῶμεν, εἰς 3,000,000, καθυστεροῦνται δὲ κατ’ ἔτος
1893 ἑκατομμύρια, ἐὰν τὰ καθυστεροῦντα αὐτὰ ἐλαττωθῶσι κατὰ
190τὸ ἥμισυ, καὶ αἱ εἰσπράξεις ἐκ τῆς ἐκποιήσεως τῶν φυτειῶν
191καὶ γαιῶν ἀναβιβασθοῦν ἀντὶ 1 καὶ ½ ἑκατομμυρίου εἰς τὸ
192ἀληθὲς ποσὸν, εἰς 3 ἑκατομμύρια, τὸ ὁποῖον θέλει γίνει, ἐὰν αἱ
193ἐκτιμήσεις ἐγκαίρως καὶ ταχέως ἤθελον πραγματοποιηθῆ, δὲν ἠθέ-
194λομεν τότε ἔχει ἔλλειμμα· τοιουτοτρόπως τακτοποιοῦντες τὴν
195ὑπηρεσίαν καὶ ἀποφεύγοντες τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ὡς ἔκτακτα
196δὲν ἐπαναλαμβάνονται, ἠθέλομεν φέρει τὴν ἰσοῤῥοπίαν εἰς τὸν
197προϋπολογισμόν.
198Τὰς σκέψεις μας αὐτὰς ἔμενεν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐξετάσῃ,
199καὶ ἐὰν εὕρισκεν αὐτὰς ὀρθὰς νὰ τὰς παραδεχθῇ· τὰ μέτρα μας
200ὑπεβάλομεν ἐνώπιόν σας· λοιπὸν ἡμεῖς ἐσκέφθημεν περὶ τοῦ
201ἐλλείμματος καὶ ἐπροτείναμεν ῥιζικὰ μέτρα τότε. Δὲν ἔχουν δὲ
202δίκαιον λέγοντες ὅτι τὴν κατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν μας δὲν
203ἐφροντίσαμεν νὰ ἀνορθώσωμεν, καὶ ἑπομένως ὅτι οἱ φόροι, τοὺς
204ὁποίους προετείναμεν, δὲν θὰ ἐπαρκέσουν νὰ καλύψουν οὔτε τὰ
205ἐλλείμματα, καὶ ὄχι ν’ ἀνταποκριθοῦν εἰς τὰς ἐκτάκτους ἀνάγ-
206κας. Θὰ ἔχωσι δίκαιον μόνον ἐὰν ἀφήσωμεν τὰ πράγματα ὅπως
207ἔχουν, θὰ ἔχωσι δίκαιον, ἐὰν οὐδὲν λάβωμεν μέτρον, ἐὰν δὲν
208διορθώσωμεν τὴν ὑπηρεσίαν καὶ δὲν παραδεχθῆτε τὰ μέτρα, τὰ
209ὁποῖα σᾶς ὑπεβάλομεν, ἢ ἄλλα καταλληλότερα τυχόν. Ἐὰν
210ἀφήσητε βεβαίως τὰ πράγματα ὅπως ἔχουσιν ἤδη, δυσκόλως
211θέλει καλυφθῆ τὸ ἔλλειμμα, μολονότι ἐὰν ἐξετάσῃ τις τὴν ἱστο-
212ρίαν τῆς παρελθούσας οἰκονομικῆς καταστάσεως, καὶ τοῦτο δύ-
213ναται ν’ ἀμφισβητηθῇ, ἀρκεῖ νὰ διοικηθῇ καλῶς ὁ τόπος οἰκο-
214νομικῶς.
215Μᾶς ἠδίκησαν λοιπὸν, κύριοι, παρουσιάσαντες μονομερῶς καὶ
216μὴ ἀκριβῶς τὰ πράγματα καὶ δώσαντες εἰς τὸν κόσμον νὰ ὑ-
217ποπτεύῃ ὅτι ἡμεῖς ἐγκαταλιπόντες τὴν ἐξουσίαν διεχειρίσθημεν
218χειρότερα ὅλων τὰ οἰκονομικὰ καὶ ὅτι ἀφίνομεν ἓν μέγα ἔλλειμμα,
219καὶ τὸ ἄφησε ἡ κακὴ διαχείρισις ἡμῶν οἵτινες δὲν εἴμεθα ἔνοχοι,
220οὔτε διότι ἠλαττώθησαν οἱ φόροι, οὔτε διότι ἀπωλέσθη τὸ Λαύριον,
221οὔτε διότι ἀπωλέσθη ἡ σμύρις, οὔτε διότι ηὐξήθησαν οἱ μισθοὶ τῶν
222ὑπαλλήλων, οὔτε διότι ἐγένοντο ἔκτακτα ἔξοδα. Κύριοι, ὑπεβάλο-
223μεν πρότασιν περὶ ἐντόκων γραμματίων· τὰ προσωρινὰ δάνεια εἶναι
224ἀναπόφευκτα ὄχι μόνον διὰ τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ διὰ πᾶν κρά-
225τος· συνήθως τὰ ἔξοδα δὲν ἀνταποκρίνονται πρὸς τὰ μηνιαῖα
226ἔσοδα, καὶ διὰ τοῦτο πάντοτε καὶ παντοῦ ὑπάρχουσι τὰ κι-
227νητὰ λεγόμενα χρέη. Ἀλλ’ ἡμεῖς ἐπροτιμῶμεν μᾶλλον τὰ
228προσωρινὰ δάνεια τῶν ἐντόκων γραμματίων, διότι τὰ προσω-
229ρινὰ δάνεια συνεπιφέρουν καὶ τὰς ἐνοχλήσεις τῆς ὑποχρεώσεως
230τῆς πληρωμῆς, ἐνῷ τὰ γραμμάτια μεταβιβάζονται εἰς τὰ πά-
231για χρέη, ὄχι μὲν νόμῳ, πράγματι ὅμως. Δι’ αὐτὸ, κύριοι, ἀνε-
232βάλομεν ὅσον τὸ δυνατὸν νὰ ζητήσωμεν ἀπὸ τὴν Βουλὴν τὴν
233ἄδειαν ὥστε νὰ αὐξήσωμεν τὰ γραμμάτια, μέχρις οὗ ἀπηλπί-
234σθημεν ἐκ μέρους τῆς Τραπέζης τοῦ νὰ μᾶς δανείσῃ. Παρεκαλέ-
235σαμεν τὴν Τράπεζαν νὰ μᾶς δανείσῃ προσωρινῶς, ἀλλ’ ἡ Τρά-
236πεζα ἠρνήθη, μάλιστα τὴν στιγμὴν τῆς παραιτήσεώς μας δὲν
237ἤθελε ποσῶς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν αἴτησίν μας. Εἰς τὴν ἀνάγ-
238κην αὐτὴν εὑρεθέντες καὶ ἀπελπισθέντες ὑπεβάλομεν τὸν νό-
239μον. Ἐάν, κύριοι, οἱ διάδοχοι ὑπῆρξαν ἡμῶν εὐτυχέστεροι, τοὺς
240συγχαίρω, ἀλλὰ διὰ τοῦτο ἴσως δὲν εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ
241βιασθῶσι· τοὺς συγχαίρω, διότι ᾠκονόμησαν προσωρινήν τινα
242δυσκολίαν, ὅπως συνεχάρην καὶ τὸν κ. Νικολόπουλον, τοῦ
243ὁποίου ἡ Τράπεζα παρεδέχθη τὰς περὶ μεταβολῆς τῶν χρεῶν
244προτάσεις, ἐνῷ εἰς ἡμᾶς τὸ εἶχεν ἀρνηθῆ.
245Ὠφέλησε τοιουτοτρόπως βεβαίως ἡ Τράπεζα διευκολύνασα
246τὴν Κυβέρνησιν τοῦ τόπου, καὶ ἐγὼ συγχαίρω ἐκ καρδίας καὶ
247τοὺς διαδόχους καὶ τὴν Τράπεζαν, ἀποβλέπων μόνον εἰς τὸ
248γιγνόμενον καλόν. Μετὰ τοῦτο δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ εἴ-
249πωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀφοῦ ἤδη δὲν βιάζεται, διότι τὰς
250κατεπειγούσας ἀνάγκας τὰς ἐξοικονομεῖς, ἀφοῦ τὰ γραμμάτια
251περὶ τῶν ὁποίων πρόκειται, δὲν σκοποῦν νὰ καλύψουν τὸ ἔλ-
252λειμμα, δὲν εἶναι πόρος, ἔσοδον τακτικὸν καὶ διαρκές, ἀλλὰ
253μέσον λαμβανόμενον πρὸς θεραπείαν προσωρινῆς ἀνάγκης, ὅτι
254δι’ αὐτοῦ τοῦ συστήματος ἐξακολουθοῦμεν νὰ ζῶμεν μέν, θε-
255ραπεύομεν δὲ τὰς προσωρινὰς ἀνάγκας καὶ οὐχὶ τὰ οἰκονομικά
256μας, ὅτι ἐὰν ἐξακολουθήσωμεν αὐτὸ τὸ σύστημα, τὸ ἑπόμενον
257ἔτος εἰς τὴν ἰδίαν καὶ χείρονα θέλομεν εὑρεθῆ θέσιν, εἰς τὰς
258ἰδίας ἀνάγκας καὶ μὲ περισσότερα βάρη· δὲν εἴχομεν, ἐπανα-
259λαμβάνω, τὸ δικαίωμα νὰ εἴπωμεν εἰς τὴν κυβέρνησιν μὴ σπεύ-
260δεις; δεῖξόν μας πρῶτον πῶς θὰ καλύψῃς τὸ ἔλλειμμα τοῦ
261προϋπολογισμοῦ, διότι αὐτὸ εἶναι τὸ οὐσιῶδες, δέχεσαι τὸ σύ-
262στημα τὸ ὑπάρχον ἡμῶν ἢ ὄχι; Ἔχεις ἕτοιμον τὸ ἰδικόν σου,
263μὲ τὸ ὁποῖον νομίζεις ὅτι θὰ καλύψῃς τὸ ἔλλειμα; παρουσία-
264σέ το, διότι ὅ,τι μᾶς ζητεῖς μεμονωμένον, αὐτὸ εἶναι προσωρι-
265νὴ θεραπεία χειροτερεύουσα τὴν κατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν,
266εἶναι μέσον, ἵνα ζήσῃς ὡς Κυβέρνησις ἡμερούσιον βίον, δὲν εἶναι
267ῥιζικὴ θεραπεία τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεώς μας.
268Ἠδυνάμην, κύριοι, αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις νὰ ὑποβάλω
269εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ἐγὼ βεβαίως δὲν τὸ πράττω· ἠδυνά-
270μην ἀκόμη νὰ ὑποβάλω καὶ ἄλλην παρατήρησιν σπουδαιοτάτην.
271Μέχρι τοῦδε ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς ἢ ἡ παμψηφία τῆς
272Βουλῆς, ἡ ὁποία ἀνταποκρίνεται πρὸς τὴν παμψηφίαν τοῦ ἔθνους,
273ἀκολουθεῖ καὶ ἐδέχετο τὸ σύστημα τῆς προπαρασκευῆς τοῦ τόπου.
274Αἱ προπαρασκευαὶ τοῦ τόπου ἐκτὸς τῶν σπουδαίων λόγων καὶ με-
275γάλων, οἱ ὁποῖοι πολλάκις ἀνεπτύχθησαν, ἐκτὸς τῶν κυρίων αἰ-
276τιῶν, ἐκτὸς τῶν οὐσιωδῶν ἀναγκῶν, αἱ ὁποῖαι πολλάκις ἐξηγή-
277θησαν, εἶναι ἀναγκαῖαι προσέτι, καὶ διότι μικρὸν ἔθνος, μόνον
278ἐν ἑαυτῷ περιοριζόμενον καὶ εἰς τὰς ἀνάγκας του τὰς ἐσωτερι-
279κάς, καταντᾷ ἔθνος ἄνευ γενναίων ἰδεῶν, ἄνευ ὑψηλῶν αἰσθημά-
280των. Ἐπιθυμῶ, κύριοι, ἡ ἰδέα καὶ ἡ ἀρχὴ τῆς προπαρασκευῆς νὰ
281καθιερωθῇ, νὰ γίνῃ πρᾶγμα καὶ νὰ ὑπάρξῃ εἰς τὸ ἔθνος, οὐχὶ
282ὡς ἀρχὴ θεωρητικῶς μόνον· δι’ αὐτῆς θέλομεν ἀναμιμνήσκεσθαι
283τὰ οὐσιώδη καθήκοντα ἡμῶν καὶ ἐνθυμεῖσθαι τὴν ἀποστολὴν
284μας, νὰ μὴ ζῶμεν δὲ ἠθικῶς καὶ διανοητικῶς μόνον ἐντὸς τῶν
285στενῶν ὁρίων, εἰς τὰ ὁποῖα ἡ ἀδικία μᾶς περιώρισε, διότι
286οὕτω θέλομεν σμικρυνθῆ καὶ θέλουσι μεγαλυνθῆ μόνον αἱ μι-
287κραὶ ἀνάγκαι καὶ τὰ ἐλαττώματα.
288Ἂν τὸ ἔθνος συνδεθῇ δι’ ὑψηλοτέρων αἰσθημάτων μὲ τὴν
289μεγάλην τοῦ κόσμου οἰκογένειαν, τότε θὰ προσπαθήσῃ νὰ συ-
290μορφωθῇ πρὸς αὐτήν, θὰ προσέχῃ εἰς τὰς ἐμπνεύσεις, καὶ καθὸ
291προωδευμένην θὰ τὴν ἀκολουθῇ καὶ θὰ προάγηται βελτιού-
292μενον.
293Ἰδοὺ διὰ ποῖον ὕψιστον λόγον νομίζω ἀναγκαῖον ἀκόμη νὰ
294ἐξακολουθήσῃ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον παρεδέχθημεν· ἕνεκα τού-
295του πρὶν τελειώσωμεν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐρωτήσωμεν τὸ
296ὑπουργεῖον, δέχεσαι τὴν πολιτικὴν ταύτην, τὴν πολιτικὴν
297τῶν προπαρασκευῶν, καὶ τὴν δέχεσαι σπουδαίως, καὶ τὴν δέ-
298χεσαι πράγματι; Τὸ ἔθνος καὶ ὁ κόσμος γνωρίζει μέχρι τοῦ-
299δε, ὅτι ἡ πολιτικὴ αὐτὴ εἶναι ἡ πολιτικὴ τοῦ ἔθνους, δέχεται
300αὐτὴν ἢ οὐχί; Καὶ βεβαίως, κύριοι, δὲν εἶναι ὀρθὸν ἡ Βουλὴ
301νὰ ἀπέλθῃ χωρὶς νὰ ἔχῃ τὴν πληροφορίαν ταύτην, διὰ τοῦτο
302ἀναγκαζόμεθα νὰ κάμωμεν τὴν παρατήρησιν αὐτήν. Αἱ ἡμέ-
303ραι, κύριοι, ἡμῶν εἰσιν ὀλίγαι, διότι ὁ βίος μας τελειοῦται
304κατὰ νόμον ταχέως καὶ θέλει τελειώσει, χωρὶς νὰ δυνηθῶμεν
305τίποτε νὰ πράξωμεν, καὶ θέλει τελειώσει μὲ λόγους, οὐχὶ μὲ
306πράξεις σπουδαίας. Λέγω, κύριοι, μετὰ θάῤῥους ὅτι ἡ Βουλὴ
307δὲν ἔπρεπε νὰ τελειώσῃ χωρὶς νὰ τελειώσῃ καὶ τὰ ἔργα, τὰ
308ὁποῖα ἔχει ὑπ’ ὄψιν της, καὶ ἂν ἐντὸς τῆς προθεσμίας ταύτης
309δὲν ἤθελε δυνηθῆ ἡ Βουλὴ νὰ τὸ πράξῃ, τότε σκοπὸν εἴχομεν
310ἡμεῖς νὰ παρακαλέσωμεν τὸν Βασιλέα, νὰ συνεχίσῃ τὴν ζωὴν
311αὐτῆς καὶ μετὰ τὸ Πάσχα. Κύριοι, νομίζομεν ἡμεῖς ὅτι ἀνα-
312πόφευκτος ἀνάγκη ἦτο νὰ ἦναι ἡ Βουλὴ ἐνταῦθα, ἵνα λύσῃ
313αὐτὰ τὰ δύω μεγάλα ζητήματα, τὸ ζήτημα τὸ οἰκονομικὸν
314καὶ τὸ ζήτημα τῶν ἐθνικῶν προπαρασκευῶν. Ἴσως, κύριοι,
315αὐτὰ δὲν εἶναι ἐντὸς τῶν σχεδίων τοῦ ὑπουργείου, καὶ ἐγὼ
316δὲν ἔχω σκοπὸν ἤδη νὰ τὸ ἐξαναγκάσω. Εἶχον ὅμως τὸ δι-
317καίωμα νὰ ἀπευθύνω τὴν ἐρώτησιν πρὶν συζητήσωμεν τὸν νό-
318μον, τὸν ὁποῖον μᾶς ὑπέβαλε καὶ τὸν ὁποῖον θέλω ψηφοφορήσει.
319§3ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (πρωθυπουργός). Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς
320Μεσσήνης ἐνόμισεν, ὅτι ἦλθεν ἀμέσως ἡ κατάλληλος ὥρα νὰ
321προπαρασκευάσῃ τὸν πολιτικὸν σκοπὸν, ὃν εἶχεν ὑπ’ ὄψιν ὅτε
322ἡ Βουλὴ ἀφῄρει παρ’ αὐτοῦ τὴν ἐμπιστοσύνην της. Ἀλλ’ ἔπρεπε
323ν’ ἀποταθῇ πρὸς τοῦτο πρὸς ἄλλους ἀντιπροσώπους καὶ οὐχὶ
324εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι κατὰ δύω συνόδους ματαίως τὸν ἤκουον
325λέγοντα τοὺς σκοπούς του, διότι εἶδον τὰ ἔργα διὰ τῶν ὁποίων
326ἐπροθυμοποιήθη νὰ τοὺς ἐκτελέσῃ. Αὐτοὶ οἱ ἀντιπρόσωποι δὲν
327ἔχουν ἀνάγκην νὰ μάθωσι παρ’ αὐτοῦ ὁποία εἶναι ἡ ἀρίστη πολι-
328τικὴ, καὶ ὁποῖα εἶναι τὰ καθήκοντα τῆς Κυβερνήσεως ὅπως φθάσῃ
329εἰς τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἠκούσατε πρὸ μικροῦ ἀπὸ τὸν προαγο-
330ρεύσαντα. Παρῆλθεν ἓν ἔτος καθ’ ὃ κυβερνῶν τὸ Κράτος, δὲν ἐν-
331θυμήθη καμμίαν ἐκ τῶν ἰδεῶν, τὰς ὁποίας κατὰ τὴν παροῦσαν
332σύνοδον ἐπαρουσίασε· παρῆλθον δὲ καὶ πέντε ἄλλοι μῆνες εἰς μά-
333την, διότι πρὸς ἐκτέλεσιν αὐτῶν τίποτε δὲν ἔπραξεν, οὐ μόνον
334κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν παροῦσαν·
335κατεδίκασε δὲ τὴν Ἑλλάδα νὰ μένῃ ἐν ἀπραξίᾳ καὶ ὕπνῳ καὶ
336νὰ ἀναμένῃ ἐκ τῶν ἐχόντων ἴδια συμφέροντα ἐν τῇ Ἀνατολῇ
337νὰ δημιουργήσωσι τῇ Ἑλλάδι παρὸν καὶ μέλλον. Καὶ οὐ μόνον
338τοῦτο ἐφρόντισεν, ἀλλὰ καὶ τοσαύτην ἀψηφησίαν ἔδειξεν, ὥστε
339οὐδόλως ἐπρόβλεψεν ὅτι ὁ μέλλων χρόνος ἐδύνατο νὰ διαψεύσῃ
340τὴν εὔελπιν πολιτικὴν του ταύτην, καὶ διὰ τοῦτο οὐδεμίαν
341ἐποιήσατο πρόβλεψιν· ὁ δὲ χρόνος τάχιστα ἀπέδειξε τὴν πολι-
342τικὴν ἐκείνην εὐτελῆ καὶ ἀνάρμοστον εἰς τὴν Ἑλλάδα· (χειρο-
343κροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου καὶ φωναὶ εὖγε! εὖγε!)
344§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἐκκενωθῶσιν ἀμέσως τὰ ἀκροατήρια (θό-
345ρυβος.)
346§5Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ κενω-
347θῶσι τὰ ἀκροατήρια καὶ νὰ ἐμποδισθῶσιν ἀπὸ τοῦ νὰ κάμω-
348σιν ἐπιδείξεις, διότι φρονῶ, ὅτι εἰς τὰς τάξεις τῆς Βουλῆς δὲν
349ὑπάρχει ἄνθρωπος τόσον ποταπὸς, ὅστις νὰ ἐπηρεασθῇ ἀπὸ αὐ-
350τὰ τὰ πράγματα.
351§6ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν εἶμαι σύμφωνος μὲ ὅσα εἶπεν ὁ
352προαγορεύσας· ἐὰν πράγματι ἡ Βουλὴ ἀντιπροσωπεύῃ τὸ μεγα-
353λεῖον τοῦ ἔθνους, ἔχει πολὺ περισσότερον δικαίωμα νὰ ἀπαι-
354τήσῃ τὸν σεβασμὸν τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς ἀπὸ ἐκείνους εἰς
355τοὺς ὁποίους ἐπιτρέπει νὰ κάθηνται εἰς τὰ ἀκροατήρια· πρέπει
356νὰ ἐννοήσωμεν νὰ πειθώμεθα εἰς τὴν τάξιν, νὰ ὑπακούωμεν εἰς
357τὸ κράτος τῶν νόμων, ὁ δὲ σεβασμὸς πρὸς τοὺς νόμους πρέπει
358νὰ ἀναχωρῇ ἀπὸ αὐτὸν τὸν περίβολον· ἄλλως, ξεσχίσατε τοὺς
359νόμους καὶ τὸ Σύνταγμα, ὅταν αὐτὸς ὁ τόπος βεβηλοῦται διὰ
360τῆς καταπιέσεως καὶ τῆς παραβιάσεως τῶν νόμων.
361§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰς ἑτέραν συνεδρίασιν ἔδωκε τὸ δι-
362καίωμα εἰς τὸν πρόεδρον νὰ ἐκκενώνῃ τὰ ἀκροατήρια, ὅταν γί-
363νεται θόρυβος· τοῦτο διέταξα ἤδη.
364§8ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἡ Κυβέρνησις
365δὲν ἐδήλωσε τὴν πολιτικὴν τὴν ὁποίαν δηλώνει ἤδη ὁ ἀξιότι-
366μος πρώην πρωθυπουργός. Δὲν μᾶς εἶπεν ὅτι διὰ νὰ καθέξῃ ἡ
367Ἑλλὰς τὴν προσήκουσαν θέσιν ἐν τῇ Ἀνατολῇ, ὤφειλε νὰ σκε-
368φθῇ περὶ τῶν ἰδίων δυνάμεων καὶ εἰς αὐτὰς νὰ ἀναθέσῃ τὰς
369ἐλπίδας της. Δὲν ἐζήτησε παρ’ ἡμῶν θυσίας, δὲν μᾶς ἀπη-
370σχόλησε μὲ νόμον πρὸς ὀργανισμὸν καὶ αὔξησιν τῶν δυνάμεων
371τῆς Ἐπικρατείας. Δὲν ἔφερεν ἐνώπιόν μας οὐδεμίαν ὀργάνωσιν
372στρατιωτικῆς παρασκευῆς, τὸ δὲ χείριστον πάντων ἀπώλεσε
373πολύτιμον χρόνον καὶ ἠλάττωσε τὰ μέσα πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς
374πολιτικῆς τὴν ὁποίαν ἤδη κηρύττει. Ἐπανέλαβε σήμερον πολλά-
375κις, ὅτι ἔχει ἐνώπιόν μας νόμον περὶ στρατολογίας, ὅστις ἐψη-
376φίσθη καὶ εἶναι κατεπείγων (θόρυβος ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις.)
377§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἐπὶ ἓν τέταρτον ἡ συνεδρίασις,
378ὅπως ἐκκενωθῶσι τὰ ἀκροατήρια. (Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις).
379§10ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πολλάκις σήμερον ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς
380Μεσσήνης ἐπανέλαβε καυχώμενος, ὅτι παρεσκεύασε νόμον περὶ
381στρατολογίας, συντελοῦντα πρὸς τὸν μέγαν σκοπὸν, καὶ ἐθαύ-
382μασε μάλιστα διατί ὁ κύριος πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐ-
383τόλμησε νὰ μὴ κατατάξῃ πρῶτον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ δια-
384τάξει τὸ περιφανὲς αὐτὸ ἔργον. Καὶ οἱ ἀκούοντες καὶ
385μὴ σπουδάσαντες τὸν νόμον αὐτὸν ἠδύναντο νὰ ἐκλά-
386βουν, μανθάνοντες ἀπὸ τόσον σοβαρὸν πρόσωπον, ὅτι ὁ
387νόμος αὐτὸς ἔχει σχέσιν μὲ τὰς παρασκευὰς, νὰ ἐκλάβωσι, λέ-
388γω, ὅτι τῳόντι ὑπῆρχε σχέσις μεταξὺ τῶν παρασκευῶν καὶ
389τοῦ νόμου ἐκείνου, οὗ ἡ ἐκτέλεσις πρόκειται ν’ ἀρχίσῃ τὴν 1ην
390Ἰαννουαρίου 1878, καὶ τοῦ ὁποίου οἱ στρατολογικοὶ κατάλογοι,
391ἂν σταθῇ δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῶσιν ἀκριβῶς πᾶσαι αἱ προθε-
392σμίαι, θέλουσι τελειώσει τὴν δεκάτην πέμπτην Μαΐου 1878.
393Νόμος ὁ ὁποῖος καὶ ἂν δυνηθῇ νὰ στρατολογήσῃ, ὡς εἶναι κατε-
394σκευασμένος, τὸ ἓν τρίτον τοῦ στρατοῦ τὸν ὁποῖον ὑποθέτει, θέλει
395τὸ κατορθώσει μετὰ ἓν καὶ ἥμισυ ἔτος καὶ θέλει δυνηθῆ νὰ φέρῃ
396καρποὺς, ἀλλὰ καρποὺς κατὰ τὴν γνώμην μου ἐλεεινοὺς, ἀφοῦ
397διέλθωσι τὴν στρατιωτικὴν θητείαν οἱ κληροῦχοι καὶ ἀρχίσουν
398νὰ μεταβαίνουν εἰς τὴν ἐφεδρείαν, δηλαδὴ κατὰ τὸ 1880·
399νόμος, ὁ ὁποῖος οὕτω πως κατεσκευάσθη ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν
400παντάπασι νὰ ἐκτελεσθῇ οὐδὲ νὰ φέρῃ ἀποτέλεσμα κρεῖττον
401τοῦ παρὰ πάντων καταδικασθέντος παλαιοῦ, ὃν ἔχομεν ἀπὸ
402τὸν καιρὸν τῆς Ἀντιβασιλείας.
403§11ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε πρόεδρε, τὸν λόγον.
404§12ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀλλ’ οὐ μόνον καθὼς σᾶς εἶπον πρὶν,
405καθ’ ὅλον τὸ διάστημα καθ’ ὃ ἐδιοίκησε τὴν Ἑλλάδα ὁ κ.
406Κουμουνδοῦρος ἐν μέσῳ τοῦ κλύδωνος τῆς Ἀνατολῆς, ὅτε ἠδύ-
407νατο νὰ μεταχειρισθῇ ἐπ’ ὠφελείᾳ τῆς πατρίδος τὴν ἠθικὴν
408αὐτῆς δύναμιν καὶ συνάμα ν’ αὐξήσῃ τὴν στρατιωτικὴν παρα-
409σκευὴν τῆς ἐπικρατείας, οὐ μόνον, λέγω, καθ’ ὅλον τὸ διάστημα
410αὐτὸ ἔμεινεν ἀκίνητος καὶ οὐδὲν ἔπραξε πλὴν μόνης τῆς ἐπαι-
411τίας, ἣν ἐπιμελῶς περιέφερε δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ, ἀλλ’ οὔτε κἂν
412παρεσκεύασε τίποτε. Ὑποθέτω, ὅτι τὸ Κοινοβούλιον ἤθελεν ἔχει
413τὴν καλὴν διάθεσιν νὰ χορηγήσῃ εἰς αὐτὸν 100,000,000·
414ἐρωτῶ, τί ἤθελε τὰ κάμει; εἰς τί ἤθελε τὰ μεταχειρισθῆ σύμφω-
415να πρὸς τὸν σκοπόν; ὁποῖα τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα παρουσίασεν
416ἀποδεικνύοντα τὸν ὀργανισμὸν τῆς ἰδέας του; Δὲν θὰ εἶχέ τι
417νὰ κάμῃ τὰ χρήματα αὐτὰ, διότι οὐδὲν σχέδιον μᾶς ὑπέβαλεν,
418ἐνῷ οὐδὲν ἠδύνατο ἄνευ τῆς ἀδείας μας. Παρουσίασε νόμον,
419τὸν ὁποῖον ἀπεφάσισεν ἐπὶ τέλους ἡ Βουλὴ νὰ τῷ παραχωρήσῃ,
420νόμον εἰς τὸν ὁποῖον οὐδὲν ἄλλο ἐλέγετο εἰμὴ, ὅτι πάντες οἱ
421Ἕλληνες χειροτονοῦνται στρατιῶται, καὶ ἐνόμισεν ὅτι μὲ τοῦ-
422τον κατώρθωσε παρασκευάς! Πάντες οἱ Ἕλληνες χειροτονοῦν-
423ται στρατιῶται ὑπὸ τὴν ὁδηγίαν ὑπαξιωματικῶν καὶ ἀξιωμα-
424τικῶν, τῶν μαθητῶν τῶν ἑλληνικῶν σχολείων καὶ τῶν γυμνα-
425σίων, τῶν ἀποστράτων καὶ τῶν συνταξιούχων, τῶν μὴ
426εἰδότων τὴν τέχνην τοῦ πολέμου, ἢ μὴ δυναμένων νὰ σταθῶ-
427σιν ὄρθιοι εἰς τοὺς πόδας των.
428Ἀλλὰ καὶ εἰς αὐτὸν τὸν ἐλεεινὸν νόμον ὁποίαν ὤθησιν ἔδω-
429κε; τί δυνάμει αὐτοῦ κατώρθωσε; τί ἔπραξε μέχρι τοῦδε; ὠρ-
430γάνωσε καμμίαν δύναμιν, δὲν λέγω τῶν 200,000, δὲν λέγω
431τῶν 100, ἢ τῶν 30, ἢ τῶν 10, ἀλλ’ οὔτε ἑνὸς κἄν στρατιώ-
432του! Ἐπὶ ἓν ἔτος καὶ πολλοὺς μῆνας ὑπῆρξεν εἰς τὴν ἐξουσίαν,
433ἐνῷ ἡ Ἀνατολὴ ἐμάχετο περὶ τῶν δικαιωμάτων της, ὁ κ. Κου-
434μουνδοῦρος καὶ οἱ συνάδελφοί του δὲν παρεσκεύασαν ἕνα στρα-
435τιώτην διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Ἑλλάδος, καὶ οὐ μόνον τοῦτο,
436ἀλλ’ οὐδὲ σχέδιον ἐπαρουσίασεν εἰς τὴν Βουλὴν, τὸ ὁποῖον νὰ
437δυνηθῇ νὰ ἐκτελεσθῇ. Μετὰ μεγίστης δὲ τόλμης καὶ θάῤῥους,
438διὰ τὸ ὁποῖον τὸν συγχαίρω, διότι εἶναι ἀξιοθαύμαστος ἐπὶ
439τούτῳ, ἐπιτίθεται κατὰ τῶν ἄλλων, οἵτινες πάντοτε ἤλεγξαν
440αὐτὸν δι’ αὐτὰς τὰς ἐλλείψεις, δι’ ἃς ὁμιλῶ τὴν στιγμὴν αὐτήν.
441Εἶναι τῳόντι θάῤῥος ἀξιοζήλευτον, τὸ θάῤῥος τοῦ ἀνδρὸς,
442ὅστις ἐνῷ ὁ κίνδυνος εἶναι πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν, ἐνῷ τὰ συμφέ-
443ροντα πάσχουσι δεινῶς ἐπὶ τόσον μακρὸν χρόνον, ἐνῷ οὐδεμίαν
444πρόνοιαν ἔλαβεν, αἰτιᾶται τῶν διαδόχων του ὅτι δὲν θέλουν
445ἐκτελέσει τίποτε, ἐνῷ αὐτὸς ἤθελε φέρει τὴν δόξαν, τὴν τιμὴν
446καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ κράτους εἰς ὕψιστον βαθμὸν ἐπιτυχίας.
447Διὰ τοῦτο εἶπον ὅτι εἶναι ἀσυγχώρητος, ὅτι θελήσας νὰ
448ὁμιλήσῃ τοιαύτην γλῶσσαν ἐξέλεξε τὸ Κοινοβούλιον τοῦτο, ἵνα
449τὸ πράξῃ. Τὸ Κοινοβούλιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον συνεργάζεται μετ’
450αὐτοῦ, κατὰ τὸ παρελθὸν δ’ ἔτος συνειργάσθη ὡς ἄν ἦτο αὐτὸς
451ὁ ἴδιος καὶ ὡς ἄν πάντες ἦσαν συνυπεύθυνοι μετ’ αὐτοῦ,
452λίαν βραδέως καὶ μετὰ μακροτάτας συζητήσεις, εἶδεν
453ἐπὶ τέλους ὅτι ἡ μεγάλη ἰδέα τῶν παρασκευῶν ἐναυάγησεν ἐλεει-
454νῶς· ἐχορήγησε δὲ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ προκατόχου μου
455μακροχρόνιον συνδρομὴν, ἑωσοῦ ἀνωτέρα βία, τὸ κοινὸν συμφέρον
456ἐξηνάγκασε τὴν πτῶσίν του, ἀφοῦ καὶ τοῦ Κοινοβουλίου οὐκ
457ὀλίγα ἤκουσε διὰ τὴν ἀποτυχίαν τῶν κοινῶν. Καὶ δὲν ἔχω
458ἀμφιβολίαν, ὅτι τὸ Κοινοβούλιον αἰσθάνεται μεγίστην τύψιν
459διότι δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐκτελέσῃ τὸ ἔργον, ὅπερ ἀπέκειτο αὐτῷ εἰς
460τοιαύτας περιστάσεις. Ἄν δὲ ὑπάρχῃ τις παρηγορία, ἡ παρη-
461γορία αὕτη λυπηρὰ μὲν ἀλλ’ ἀληθής εἶναι ὅτι αἴτιος ὑπῆρξεν
462ἄλλος, ὁ πρὸ μικροῦ καταβὰς τοῦ βήματος, ὅστις οὐ μόνον ἐπὶ
463μακρὸν χρόνον ἔμεινεν εἰς τὰ πράγματα, ἀλλὰ καὶ ἀκαταπαύ-
464στως ποθεῖ τὴν ἐξουσίαν καὶ δὲν δύναται νὰ ὑποφέρῃ πῶς τὴν θέσιν,
465ἣν αὐτὸς κατεῖχε, δύνανται ἄλλοι νὰ τὴν κατέχωσι. Καὶ ταῦτα
466ἐνῷ ἡ θέσις ἀνδρὸς προεδρεύοντος μιᾶς μειοψηφίας ἐν Βουλῇ,
467ἥτις δὲν δύναται νὰ συγκροτήσῃ πλειονοψηφίαν, ἦτο ἀρίστη·
468ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας φαίνεται ὅτι δὲν κατεσκευάσθη διὰ
469τοιαύτας περιστάσεις. Ἠδύνατο νὰ κλονίσῃ τὸ Κοινοβούλιον,
470παρουσιάζων ἐναντίον τῶν θορύβων αὐτοῦ τὸ κλέος τῶν πράξεών
471του καὶ λέγων εἰς αὐτὸ, ἀφοῦ οὕτως διῴκησα, ἀφοῦ τόσην πρό-
472νοιαν ἔλαβον, ἀφοῦ τόσα ἔργα κατώρθωσα, ἀφοῦ δὲν δύνασαι νὰ
473μὲ ἀντικαταστήσῃς, τί ἀνησυχεῖς καὶ τυρβάζεις; Ἀλλὰ τὸν κύ-
474ριον Κουμουνδοῦρον δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ῥίπτῃ ἀκαταπαύστως
475χωρὶς νὰ δύναται αὐτὸς νὰ ἔχῃ τοιαύτην ἀπολογίαν. Καὶ αὐτὴ ἡ
476προμήθεια, ἣν ἔκαμε περὶ ὅπλων, εἶναι κακὴ, διότι ἐνῷ ἔθνος μικρῶν
477δυνάμεων ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τὸν ἄριστον τῶν ὁπλισμῶν, ὁ κ. Κου-
478μουνδοῦρος ἔδωσεν αὐτῷ τὸν κάκιστον καὶ ὑπὸ πάντων ἀποῤῥι-
479φθέντα. Τί ἄλλο ἔργον παρουσίασε; Δώσατέ μοι σήμερον 100,000,
480000, τί θέλετε νὰ κάμω μὲ τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα ἔχω ἀπὸ τοὺς
481προκατόχους μου; εἴπατέ μοι. Ποῖον νόμον ἐφαρμόζων δύναμαι νὰ
482φθάσω εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, ὅπερ ὁ κύριος πρώην πρωθυπουργὸς
483εἶπε ὅτι εἶναι τὸ σκοπούμενον τοῦ Ἔθνους; Καυχᾶται ὅτι
484ἔχει ὅλους τοὺς Ἕλληνας ὁπλίτας δυνάμει τοῦ νόμου, τὸν
485ὁποῖον ἔφερε καὶ ἐψηφίσατε· ἀλλ’ αὐτὸ εἴτε τὸ εἴπει εἴτε
486δὲν τὸ εἴπει ἐν ὥρᾳ ἀνάγκης ὑπάρχει ἀφ’ ἑαυτοῦ. Δὲν
487λέγεται ὅμως στρατὸς ὁ ἀδιοργάνιστος, ὁ ἀγύμναστος καὶ
488ἑπομένως ὁ ἄχρηστος· εἶναι χρήσιμος μόνον εἰς τὰς περι-
489στάσεις τῆς ἀμύνης, εἰς ἃς ἐν ἄλλαις ἐποχαῖς εὑρέθησαν τὰ
490ἔθνη. Πρέπει νὰ μᾶς ἐκλαμβάνῃ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσ-
491σήνης ὡς πάντῃ ἀπόνους πρὸς τὸ συμφέρον τὸ δημόσιον, ὡς
492ἀψηφοῦντας τὴν πατρίδα, ἐὰν ἐνόμισεν ὅτι τοὺς φόρους, οὓς
493ἔφερε, ἦτο δυνατὸν μετ’ εὐσυνειδησίας νὰ ψηφίσωμεν διὰ τὴν
494ἐκτέλεσιν τοιούτων ἔργων. Οὐδεὶς βουλευτὴς πιστεύω θὰ εἶχε
495τὴν τόλμην νὰ παρουσιασθῇ ἐνώπιον τῶν ἐκλογέων του καὶ
496νὰ εἴπῃ, σὲ ἐπεβάρυνα μὲ νέους φόρους διὰ νὰ ἐκτελέσω τὰς
497νέας παρασκευάς· ποίας; ποίας; Περιμένω νὰ ἀκούσω ὅταν μὲ
498διαδεχθῇ, διότι ἐζήτησε τὸν λόγον, περιμένω νὰ ἀκούσω τοὺς
499λόγους, νὰ ἔλθῃ εἰς τὰ πράγματα· 85 νόμοι εἶναι εἰς τὴν ἡμε-
500ρησίαν διάταξιν, ἂς δείξῃ ἕνα ἐπὶ τοῦ ὁποίου νὰ δύναται ἡ
501Ἑλλὰς ν’ ἀναθέσῃ τὸν τιμήν της. Βλέπετε, κύριοι, ὅτι δὲν ὑπε-
502ρασπίζω ἐμαυτόν, ἀλλὰ πάντα ὑπουργὸν, ὅστις ἤθελεν εὑρεθῇ
503εἰς κοινοβουλευτικὸν κίνδυνον εἰς ὃν ἴσως θέλω εὑρεθῆ, διότι
504ἀπὸ χθὲς εἶδον τὴν ἀγριότητα τῆς μερίδος τὴν ὁποίαν κινεῖ ὁ
505κ. Κουμουνδοῦρος, εἶδον ἀπὸ χθὲς θόρυβον, ὅστις ἐνδεικνύει ὅτι
506δὲν ὑπάρχει ἐμπιστοσύνη πρὸς ἡμᾶς.
507Τὸ ἔργον λοιπὸν αὐτὸ τὸ ἐθνικὸν, ἡ εὐγενὴς αὐτὴ ἰδέα, ἡ
508ὁποία ἐμπαίζεται τόσον καιρὸν, αὕτη κεῖται πρὸς τὸ ποιῆσαι
509ἐνώπιόν μας, δὲν ἐποιήθη, ἀλλ’ οὐδὲ κἂν παρεσκευάσθη, οὔτε
510τὰ στοιχεῖα, οὔτε τὸ στέλεχος ὑπάρχει, ἀλλὰ κοσμογονία ἐνώ-
511πιόν σας πρόκειται σήμερον, τὴν δευτέραν πρὸ τῆς λήξεως τῆς
512συνόδου ἑβδομάδα.
513Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις, καὶ μὲ αὐτὴν τὴν εὐθύνην θὰ φύ-
514γωμεν εἰς τὰς ἐπαρχίας μας, θὰ μείνουν δὲ μόνον λόγοι μεγά-
515λοι καὶ φοβεροὶ, ἔχοντες ὅ,τι εὐγενὲς καὶ λαμπρὸν καὶ ὑψηλὸν,
516ἀλλ’ οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀνάρμοστοι νὰ διευθύνουν ἢ δικαιολογήσωσι
517Κοινοβούλια σοβαρά.
518Καὶ ἔχει τινὰ ἀφορμὴν ὁ πρώην πρωθυπουργὸς ἐκ τοῦ πα-
519ρελθόντος; ἔλαβεν ἀφορμήν τινα ἐκ τῆς χθεσινῆς ὁμιλίας μου
520νὰ εἴπῃ ὅσα εἶπε σήμερον; ἰσχυρίσθην ποτὲ ἐγὼ μεταξὺ τῶν
521μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου, ἀγορεύσας ἀπειράκις, ἰσχυρίσθην ὅτι
522καταφρονῶ αὐτὴν τὴν μεγάλην ἰδέαν καὶ εὐγενῆ; ὅτι δὲν ἐν-
523νοῶ νὰ παρασκευασθῇ τὸ Κράτος καὶ ὅτι εἶμαι ὀπαδὸς τῆς πο-
524λιτικῆς τῆς ἐπαιτίας, ὥστε νὰ δικαιολογηθῇ λέγων, ἀφοῦ ἦλθεν
525αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος εἰς τὰ πράγματα, ἐννοῶ ὅτι αὐτὴν τὴν πολι-
526τικὴν θὰ ἐφαρμόσῃ, καὶ διὰ τοῦτο ὁ κρατὴρ ὁ καίων ἐντὸς
527τοῦ στήθους μου δὲν μὲ ἀφίνει νὰ ἡσυχάσω, καὶ μετὰ 24 ὥρας
528ἐπιτίθεμαι κατὰ τῆς μελλούσης πολιτικῆς! Δὲν κατέκρινα ἐγὼ
529τὴν πολιτικὴν τοῦ παρελθόντος δωδεκαμήνου, καὶ δὲν εἶπον ὅτι
530ὄχι μόνον πολιτικὴ ἀπραξίας δὲν ἔπρεπε νὰ ᾖναι ἡ πολιτικὴ τῆς
531Ἑλλάδος οὐδὲ νὰ προκηρυχθῇ, ἀλλ’ ὅτι ἔπρεπε ἡ προπαρασκευὴ
532νὰ ᾖναι δραστηρία καὶ ἀκατάπαυστος νύκτα καὶ ἡμέραν, διότι τὰ
533μεγάλα ἔθνη, τὰ ὁποῖα εἶναι κραταιὰ, δύνανται νὰ ἀμελήσουν
534τὴν προπαρασκευὴν τῶν δυνάμεών των, τὰ δὲ κράτη τὰ ἀσθενῆ
535ποτὲ δὲν ἔχουν αὐτὴν τὴν ἄδειαν, ἀλλ’ εὑρεθέντα εἰς τὴν ἔκ-
536τακτον αὐτὴν περίστασιν ὀφείλουν ἀκαταπαύστως νὰ παρα-
537σκευάζωνται, καὶ δὲν ἐπρόσθεσα ὅτι εἰς τὴν προπαρασκευὴν δίδω
538τὴν πλέον ἐκτεταμένην σημασίαν τῆς λέξεως; οὐ μόνον τοῦτο
539ἀλλ’ εἶπα ῥητῶς εἰς τί πρέπει νὰ συνίσταται ἡ προπαρασκευή,
540μέχρι ἀριθμοῦ στρατιωτῶν, μέχρι τοῦ τρόπου τῆς ἐκγυμνάσεως
541καὶ διατηρήσεως αὐτῶν καὶ τοῦ τρόπου τοῦ ἀπαρτισμοῦ
542τῆς ἐθνικῆς αὐτῆς δυνάμεως, ἧς ἔχομεν ἀνάγκην κατὰ
543τὴν παροῦσαν περίστασιν; Ὅταν χθὲς ὡμίλησα τί εἶπον; ἡ
544Ἑλλὰς ποθεῖ δύω πράγματα, βελτιώσεις ἐσωτερικάς, καὶ τὴν
545παρασκευὴν ἐκείνην, ἥτις ἤθελε καταστήσει περιζήτητον
546τὴν Ἑλλάδα, ὡς κράτος Ἀνατολικόν, καὶ τότε παρενέβαλα,
547εἰπὼν ὅτι τὸ ἔργον μας εἶναι δύσκολον, καθὼς θὰ ἦτο καὶ
548παντὸς ἄλλου εἰς τὴν θέσιν ἡμῶν εὑρισκομένου· ἀρκεῖ δὲ πρὸς
549τοῦτο σᾶς εἶπον, διότι δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ συζητήσω τώρα τὸ
550ζήτημα, ἀρκεῖ νὰ ἐνθυμηθῆτε ὅτι ἔχομεν ἔλλειμμα σταθερὸν
551τοῦ προϋπολογισμοῦ τρία ἑκατομμύρια, καὶ ὅτι αὐτοὶ οἱ φό-
552ροι, τοὺς ὁποίους θέλομεν νὰ ἐπιβάλωμεν, βλέπετε δὲν ἀρ-
553κοῦν εἰς τὴν κάλυψιν τοῦ ἐλλείμματος. Εἶπόν τι τὸ ὁποῖον ἀν-
554τέβαινεν εἰς τὴν συνείδησίν σας; εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ τόπου;
555δὲν εἶναι ἀρχαὶ τὰς ὁποίας δύναταί τις ἀτιμωρητεὶ νὰ
556κηρύξῃ; δὲν σκέπτεται ὁ τόπος κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον; δὲν
557ὀφείλει πᾶσα σοβαρὰ Κυβέρνησις κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον νὰ
558συλλογίζεται; Ἂν δὲ ταῦτα εἶναι ἀληθῆ, στοχασθῆτε πῶς
559πρέπει νὰ ἐκλαμβάνῃ τοὺς Βουλευτὰς ὁ κ. Κουμουνδοῦρος διὰ
560νὰ θέλῃ νὰ νικήσῃ ἐναντίον αὐτῶν τῶν λόγων ἀπέχθειαν καὶ
561ἀντιζηλίαν. Ἂν, κύριοι, τὸ ἔργον καὶ ὁ σκοπὸς τῶν Κοινοβουλευ-
562τικῶν Κυβερνήσεων δὲν εἶναι ἄλλος, εἰμὴ πῶς νὰ συναθροίζωσι
563ψήφους καὶ πῶς νὰ μένωσι δι’ οἱουδήποτε μέσου εἰς τὴν ἐξουσίαν,
564ὁ προλαλήσας εἶναι ἄριστος· ἂν δ’ αἱ Κυβερνήσεις δὲν ὀφεί-
565λουν νὰ λέγουν λόγους λαμπρούς, ἀλλὰ καὶ πικρούς, οὐ μόνον
566νὰ προκαταλαμβάνουν διὰ τῶν ὑποσχέσεων, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀπο-
567θαῤῥύνουν διὰ τῶν ὑπαγορεύσεων τῆς φρονήσεως, οὐ μόνον νὰ
568ὑπόσχωνται μεγάλα, ἀλλὰ καὶ νὰ τὰ ἐκτελοῦν, καὶ νὰ φέρουν
569τὰς περὶ τούτων ἀποδείξεις, νομίζω ὅτι ὁ κ. Κουμουνδοῦρος
570καθὼς εἰς τὴν πολύμηνον ὑπουργίαν του δὲν ἐπέτυχεν οὔτε
571εἰς τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους πρὸ μικροῦ ἐξεφώνησε.
572Οὐδὲν συμφέρον εἶχον, κύριοι, νὰ παραστήσω χθὲς τὰ ἐλατ-
573τώματα τῆς διοικήσεως τῶν ἀξιοτίμων προκατόχων· διὰ τοῦ-
574το περιωρίσθην νὰ εἴπω ἀποκλειστικῶς καὶ βραχύτατα τὴν
575ἀνάγκην, ἡ ὁποία πιέζει τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν νὰ παρα-
576καλέσῃ τὴν Βουλὴν ὅπως ψηφίσῃ τὸ ὑπὸ τὰς ὄψεις αὐτῆς νομο-
577σχέδιον περὶ ἐντόκων γραμματίων. Εἶπον ὅτι ἡ ταμιακὴ κα-
578τάστασις εἶναι λίαν στενόχωρος. Ὡμίλησα περὶ ἀσχημιῶν τῆς
579διοικήσεως; σᾶς ἔφερα τίποτε πληροφορίας ἀπὸ τὰ διάφορα
580ὑπουργεῖα περὶ παραβάσεων νόμων, περὶ ὑπερβάσεων πιστώ-
581σεων, περὶ καταχρήσεων περὶ τὴν διοίκησιν, περὶ ἀσυμέτρου οἰ-
582κονομικῆς διαχειρίσεως, ἢ ἀσυνέτου ἐφαρμογῆς τῶν νόμων ἢ
583καταφρονήσεως αὐτῶν; δὲν εἶπον τίποτε τοιοῦτον· εἶπον πόσα
584χρήματα εὑρέθησαν εἰς τὰ ταμεῖα, εἶπον πόσας πληρωμὰς ὀφεί-
585λει τὸ ταμεῖον καὶ παρέστησα ὅτι ἐνῷ τὸ κεντρικὸν ὀφείλει νὰ
586καταβάλῃ μέχρι τέλους Φεβρουαρίου δύω ἑκατομμύρια, δὲν ἔχει
587παρὰ μόνον 3,000. Πρῶτον ἐκ τούτου παράπονον, διατί δὲν
588εἶπον εἰς ποίαν κατάστασιν εἶναι καὶ τὰ ἄλλα ταμεῖα· τὸ
589ἐπιθυμεῖ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος; τὸ λέγω λοιπόν. Τὰ λοιπὰ τα-
590μεῖα ἔχουν 110,000.
591Ἀλλὰ, λέγει, ἡμεῖς εὑρίσκομεν μίαν δικαιολόγησιν, ὅτι καὶ
592σὺ, ὅτε παρῄτησες τὴν ἐξουσίαν τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1874, εἰς
593τὴν αὐτὴν κατάστασιν ἀφῆκες τὸ ταμεῖον. Καὶ εἰ μὲν ὁ ἀξιό-
594τιμος προλαλήσας περιωρίζετο εἰς τοὺς ἀληθεῖς ἀριθμούς, οὐδὲν
595εἶχον νὰ παρατηρήσω· ἀλλ’ ὁ θαυμασμός μου εἶναι μέγας, διότι
596ἐνῷ πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν του εἶχε τοὺς ἀριθμούς, μόλα ταῦτα
597τοὺς ἠλλοίωσε· τί σᾶς ἀνέγνωσε; τὴν ὁμιλίαν τοῦ κ. Παπα-
598μιχαλοπούλου, ὁ ὁποῖος διεδέχθη τὸν κ. Χρηστίδην, ὡς ὑπουρ-
599γὸς τῶν οἰκονομικῶν· ἀλλὰ δὲν ἔφερε τὸ πρακτικόν, σημείω-
600σιν μόνον, καὶ τί σᾶς εἶπε; 210,000 δραχμῶν ὑπῆρχον τότε
601εἰς τὸ ταμεῖον, 153,000 ὑπάρχουν τὴν σήμερον, ἡ διαφορὰ
602εἶναι μικρά· ἀλλ’ ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος εἶπεν ὅτι εἰς τὰ
603ταμεῖα ὑπῆρχον 555,000 δραχμῶν.
604§13ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διαβάσατέ το.
605§14ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. (ἀναγινώσκει).
606§15ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ ὑπόλοιπον διετέθη.
607§16ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. (ἀναγινώσκει).
608§17ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τί θὰ εἰπῇ τὸ ὑπόλοιπον διετέθη διὰ τὰς
609ἀνάγκας τῶν ἐπαρχιῶν; εἶναι πληροφορία τὴν ὁποίαν εἶχε τὸ
610γενικὸν λογιστήριον, ἢ εἶναι κρίσις τοῦ κ. Παπαμιχαλοπούλου,
611τὴν ὁποίαν ὀφείλετε νὰ κάμετε καὶ σεῖς σήμερον; ὅταν εἶναι
612ἔλλειψις χρημάτων, δύναταί τις μακρόθεν πάντοτε νὰ λέγῃ,
613ὅτι εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας πρέπει νὰ διετέθησαν· ἀλλ’
614ἐδῶ δὲν ἐπρόκειτο, κύριοι, νὰ κάμωμεν σύγκρισιν, οὐδὲ κρίσιν·
615ἐδῶ παραβάλλομεν ἀριθμοὺς πρὸς ἀριθμούς· ὅ,τι ἴσχυε τότε ἰσ-
616χύει καὶ σήμερον· πόσα χρήματα ἦσαν τότε εἰς τὸ ταμεῖον,
617πόσα σήμερον· τότε ὑπῆρχον 550,000, σήμερον ὑπάρχουν
618110,000.
619Ἀλλά, κύριοι, τὸ μεγαλείτερον σφάλμα τοῦ προλαλήσαντος
620εἶναι ἄλλο· ἐδῶ ὑπερέβη κατὰ 440,000 δραχ. τὴν ἀλήθειαν,
621ἀλλ’ ὡς πρὸς τὰ καθυστερούμενα εἶπε κἄτι τι, τὸ ὁποῖον εἶναι
622ἀκατανόητον· ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος, ὁμιλῶν τότε περὶ τῶν
623καθυστερουμένων, ὡς ἀνερχομένων εἰς 2,700,000, ὡμίλει περὶ
624καθυστερουμένων εἰς ὅλον τὸ κράτος, ἐγὼ δὲ ὡμίλησα περὶ
625τῶν καθυστερουμένων εἰς τὴν πρωτεύουσαν.
626Ἀλλά, κύριοι, ἡμεῖς ἔχομεν ἄπειρα μέσα νὰ συγκρίνωμεν τὰς
627δύω διαχειρίσεις· ἐπειδὴ μάλιστα ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσ-
628σήνης παρεξέτεινε τὸν λόγον εἰς τὰ περὶ οἰκονομικῆς καταστά-
629σεως καὶ οὐχὶ ταμιακῆς, ἔχω τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον νὰ
630ὁμιλήσω ἀμέσως, ἂν καὶ ἐκ τοῦ προχείρου, μολονότι τὰ οἰ-
631κονομικὰ δὲν κρίνονται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, οὐδὲ πιστεύω
632ὅτι θὰ παρέλθῃ ὁ χρόνος τῆς συνόδου χωρὶς νὰ κριθῶσιν ἐν λε-
633πτομερείᾳ.
634Πρὶν ὅμως περὶ τούτου ὁμιλήσω συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς
635κάμω μίαν παρατήρησιν· τῷ ὄντι κατὰ τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1874
636εὑρίσκετο εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν τὸ ταμεῖον ὅπως σᾶς προα-
637νέφεραν, ἀλλὰ δὲν ἔπρεπε νὰ λησμονήσῃ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ὅτι
638ἐνηργήθησαν τὴν 4ην Ἰανουαρίου 1874 δημοτικαὶ ἐκλογαὶ γε-
639νικαὶ εἰς τὸ κράτος, ὅτι κατὰ τὸ σύστημα τῆς Κυβερνήσεως
640ἐκείνης 15 ἡμέρας πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐκλογῶν ἔπαυ-
641σαν αἱ εἰσπράξεις, ἄρα τὸν Δεκέμβριον τὸν λίαν προσοδοφόρον
642αἱ εἰσπράξεις καθυστέρησαν, καὶ δὲν ἠδυνήθη ἡ Κυβέρνησις νὰ
643τὰς ἐπαναλάβῃ, διότι ἐνθυμηθῆτε τὸν κλύδωνα τὸν πολιτικὸν
644εἰς τὸν ὁποῖον διετέλει καὶ παρῃτήθη μετὰ ἕνα μῆνα. Ἐγώ, κύ-
645ριοι, εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην διαχειρίσθην δύω προϋπολογισμούς,
646τοῦ 1872 καὶ 1873· ἀκούσατε· τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1872
647τὸν εἰσήγαγεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Γόρτυνος, ὅστις ἀνέφερε
648τὰς προβλέψεις αὐτοῦ περὶ τοῦ ἔτους ἐκείνου, καὶ ἀνεβίβασε
649τὸ ἔλλειμμα εἰς 3,000,100· μετ’ ὀλίγον ἐψηφίσθη ὁ προϋπο-
650λογισμὸς καὶ τὸ ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ψηφισθέντος
651ἀνέβαινεν εἰς 2,990,000· ὁπότε δὲ ἐπῆλθε τὸ τέλος τῆς δια-
652χειρίσεως ὅτι ἀφῆκεν ἔλλειμμα 602,000 δραχμῶν· παρελάβομεν
653λοιπὸν ἀπὸ τὰς χεῖρας τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας προϋπολογι-
654σμὸν μὲ ἔλλειμμα 2,990,000, καὶ παρεδώσαμεν ἀπολογισμὸν
655ἔχοντα ἔλλειμμα 602 μόνον χιλιάδας. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ
6561873 ὁποῖα ἀποτελέσματα ἔφερε; κατὰ τὸν ἀπολογισμόν, τὸν
657ὁποῖον μᾶς ἔφερεν ὁ κ. Σωτηρόπουλος, ἀφῆκεν ἔλλειμμα 1,313,
658000· ἀλλὰ τὸ ἔλλειμμα αὐτό, κύριοι, εἶναι ἀνεξάρτητον τῆς
659θελήσεώς μας· ἔλλειμμα δὲν ὑπάρχει παντάπασι, διὰ τὸν λό-
660γον ὅτι ἡμεῖς τὸν προϋπολογισμὸν τὸν συνετάξαμεν ἐπὶ τῇ
661βάσει συμβάσεων, κατὰ τὰς ὁποίας τὸ χρέος τὸ δημόσιον ἠλατ-
662τοῦτο κατὰ 1,215,966. Ἀκούσατε, κύριοι, τὸν ἀξιότιμον κ.
663Παπαμιχαλόπουλον ἐκφραζόμενον περὶ τούτου· ὁ κ. Παπα-
664μιχαλόπουλος μᾶς διεδέχθη καὶ προτείνει εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἑ-
665ξῆς:
666«Ἐν τῷ ὑποβληθέντι προϋπολογισμῷ αἱ πιστώσεις διὰ τὰ
667δάνεια.
668ά.) Ἐπὶ παραχωρήσει τῶν τελωνιακῶν εἰσπράξεων Κεφαλ-
669ληνίας.
670βʹ.) Τοῦ δανείου τῶν 9,000,000 φράγκων ὑπελογίσθησαν
671ἐπὶ τῇ βάσει τῆς παραδοχῆς τῶν κατὰ τὸ π. ε. εἰσαχθεισῶν
672καὶ δὶς ἀναγνωσθεισῶν συμβάσεων μεταξὺ τῆς προκατόχου Κυ-
673βερνήσεως καὶ τῶν Τραπεζῶν Ἐθνικῆς καὶ Πιστωτικῆς. Ἐπει-
674δὴ ὅμως αἱ συμβάσεις αὗται δὲν ἐψηφίσθησαν ἔτι, δὲν κρίνεται
675κατάλληλος ὁ περιορισμὸς τῶν πιστώσεων, αἵτινες ἐν τῇ περι-
676πτώσει μὴ παραδοχῆς τῶν συμβάσεων ἤθελον παρουσιάσει ἀνω-
677μαλίαν τινὰ, ὑποχρέου τότε οὔσης τῆς Κυβερνήσεως νὰ προκα-
678λέσῃ νέας πιστώσεις πρὸς συμπλήρωσιν.
679Διὰ τοῦτο αἱ πιστώσεις ὑπολογίζονται ἤδη ἐπὶ τῇ βάσει
680τῶν κειμένων ὑποχρεώσεων, καθ’ ἃς διὰ τὸ 1874 ἀπαιτοῦν-
681ται········································ δραχ. 5,684,747.
682Ἀντὶ τῶν σημειουμένων ἐν τῷ ὑποβληθέν-
683τι προϋπολογισμῷ··························· δραχ. 4,468,781.
684··········································· 10,153,528.
685Ἡμεῖς, κύριοι, ἐντὸς τοῦ 1873 συνήψαμεν συμβάσεις, δὲν
686εἰσήξαμεν νομοσχέδια, συνήψαμεν συμβάσεις, ἤτοι συμβόλαια
687καὶ οὐχὶ μετ’ ἰδιωτῶν, οἵτινες ἠδύναντο νὰ ἀναιρέσωσι τὸν λό-
688γον των ἀλλὰ μετὰ Τραπεζῶν, διὰ τῶν ὁποίων συμβολαίων τὸ
689δημόσιον χρέος κατεβιβάζετο κατὰ 1,215,966, καὶ αὗται αἱ
690συμβάσεις, κύριοι, ὡς συμφέρουσαι, φυσικῷ τῷ λόγῳ, ἤθελον
691γίνει ἀποδεκταὶ, καὶ ἐγένοντο εὐθὺς ἀμέσως μετὰ τὸ 1873 καὶ
692τὸ δημόσιον χρέος δυνάμει αὐτῶν ἠλαττώθη κατὰ 1,215,966,
693ἀλλὰ δὲν φαίνεται ἐν τῇ ἡμετέρᾳ διαχειρίσει τοῦ 1873, ἂν
694καὶ εἶναι ἔργον ἡμέτερον· ἂν ἀφαιρέσετε τὰς 1,215,966, μένει
695ἔλλειμμα κατὰ τὰ 1873 μόνον 97,000 δραχμῶν.
696Μεταβαίνω εἰς τοὺς δύω προϋπολογισμοὺς, τοὺς ὁποίους διε-
697χειρίσθη ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, τοῦ 1875 καὶ 1876· ἔλλειμμα ὁ
698προϋπολογισμὸς τοῦ 1875 δρ. 2,743,382· δὲν δύναται δὲ οὔτε
699αὐτὸς ν’ ἀρνηθῇ, καὶ ἂν ἀρνηθῇ εἶναι καὶ πρόχειρος ἡ ἀπόδειξις,
700ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1876 φθάνει εἰς 3,000,000. Οἱ δύω
701λοιπὸν προϋπολογισμοὶ ἀφίνουν ἔλλειμμα 5,000,000, ἐνῷ οἱ
702δύω προϋπολογισμοὶ τοῦ 1872 καὶ 1873 ἀφῆκαν ἔλλειμμα
703700,000.
704Ἰσχυρίζεται δὲ ὅτι κατεβιβάσθη ὁ ἔγγειος φόρος ἐπὶ τῶν
705δημητριακῶν καρπῶν κατὰ 1%, ἀλλὰ λησμονεῖ τὰ πλε-
706ονεκτήματα τῶν προϋπολογισμῶν, τοὺς ὁποίους διεχειρίσθη. Παρα-
707βάλλω μόνον τὰς προκαταβολὰς τῶν ἐθνικῶν γαιῶν καὶ τὰς
708δηλώσεις· κατὰ τὸ 1872 δραχ. 681,000, κατὰ τὸ 1873
709δρ. 423,000 ἤτοι ἐν ὅλῳ 1,104,000· κατὰ δὲ τὸ 1875 δρ.
710828,000, κατὰ τὸ 1876 2,055,000. Τὰ δύω ἔτη, τὰ ὁποῖα
711διεχειρίσθητε, 1875 καὶ 1876, ἔφερον ἐκ προκαταβολῶν καὶ
712δόσεων 2,983,000 εἰσεπράξατε λοιπὸν 1,879,000 ἐκ μόνου
713αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου τοῦ προϋπολογισμοῦ πλειότερον κατὰ τὸ
7141875 καὶ 1876 ἀπὸ ὅ,τι ἡμεῖς εἰσεπράξαμεν κατὰ τὰ 1872
715καὶ 1873.
716§18ΚΑΡΤΣΟΝΑΣ. Ποῖον εἶναι τὸ ποσὸν τὸ εἰσπραχθὲν παρὰ
717τοῦ ἐγγείου τῆς ἐπικαρπίας φόρου;
718§19ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ 1875 παρουσιάζει ἐπὶ τέλους διαφο-
719ρὰν εἰς τοὺς δημητριακοὺς καρποὺς 1,000,000 ἕνεκα τοῦ 1%·
720τὸ 1876 200,000, ὥστε τὰ δύω ἔτη 1,200,000· ἀλ-
721λὰ εἰσεπράξατε καὶ ἐκ τοῦ χαρτοσήμου, τὸ ὁποῖον ἔλαβεν αὔ-
722ξησιν καὶ ἐπίτασιν, 773,000 περισσότερον ἀπὸ ὅ,τι εἰσέπραξαν
723οἱ προϋπολογισμοὶ τοῦ 1872 καὶ 1873· εἰσεπράξατε δὲ καὶ
724ἐκ τῶν τελωνείων τῶν ὁποίων ηὔξησαν αἱ διατιμήσεις τὰ ἑξῆς
725ποσά· τῷ μὲν 1872 καὶ 1873 εἰσεπράχθησαν 20,672,000
726τῷ δὲ 1875 καὶ 1876 24,409,000 ἤτοι 3,737,000
727πλειότερον· ἐνῷ τοιουτοτρόπως ἐκ τῶν τριῶν αὐτῶν κονδυλίων
728εἰσπράξατε πλέον ἢ κατὰ τὸ 1872 καὶ 1873 δρ. 6,389,000
729καὶ ἀφαιρουμένων 1,200,000 ἀπὸ τοὺς ἐγγείους φόρους, δρ.
7305,189,000, μόλα ταῦτα ἀφίνετε καὶ ἔλλειμμα 5,700,000,
731καὶ ἂν ἀφαιρέσετε τὴν τοῦ ἐγγείου φόρου ἐλάττωσιν.
732Ἰδού, κύριοι, ὅτι ἐπροκαλέσατε συζήτησιν ἐπὶ τούτου· ποία
733θὰ ᾖναι ἡ ἀπολογία σας;
734Δὲν εἰσπράξαμεν ὅμως ἀπὸ τὴν σμύριδα, ἰσχυρίζεσθε. Καὶ
735διατί δὲν εἰσπράξατε ἀπὸ τὴν σμύριδα; Μὴ ἐξέπεσε τῆς σμύ-
736ριδος ἡ ἀξία; μὴ ἠλαττώθη ἡ κατανάλωσις τῆς σμύριδος καὶ ἔ-
737μεινεν ἀζήτητος; μὴ ἀνεκαλύφθη καὶ ἄλλη σμύρις καὶ ἐγεν-
738νήθη συναγωνισμός; Δὲν ἔπρεπε νὰ ἐνθυμηθῆτε αὐτὸ τὸ ἄρθρον,
739διότι μετ’ ἀγανακτήσεως ἡ Βουλὴ σᾶς ἐπέταξε νὰ ἐπανορθώ-
740σετε, ἀλλὰ ἀργὰ, τὸ σφάλμα ὅπερ ἐπράξατε καὶ τὸ ὁποῖον
741ὅμως δὲν ἐπανωρθώσατε ὅταν ἔπρεπε νὰ τὸ πράξετε· καὶ ἂν
742ἦτο ὁ νόμος περὶ εὐθύνης, τὸν ὁποῖον ἐφορτώσατε ἐπὶ τῆς κεφα-
743λῆς ἡμῶν, ἡ Βουλὴ ἤθελεν ἐπιῤῥίψει τὴν εὐθύνην τῆς πράξεως
744αὐτῆς εἰς ὑμᾶς, διότι κατὰ γράμμα τὸν παρέβητε καὶ ἠδύνα-
745σθε νὰ καταδιωχθῆτε ποινικῶς, διότι διὰ παραλείψεως ἐβλά-
746ψατε τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἥτις εἶναι πρᾶξις λίαν ἀσυγ-
747χώρητος κατὰ τοὺς λόγους σας. Σᾶς προσέφερον τρεῖς δραχ-
748μὰς τὸ καντάριον πλειότερον καὶ ἐστρέψατε τὰ νῶτα, ἰσχυ-
749ρισθέντες ὅτι ἦτο ἀναξιοπρεπὴς ἡ πρᾶξις, ἡ δὲ Βουλὴ σᾶς ἔ-
750δειξε τί ἐστὶ ἀξιοπρέπεια καὶ ἐσεῖς τὸ ἐδέχθητε καὶ ἐπράξατε
751τὸ καθ’ ὑμᾶς μὴ ἀξιοπρεπές. Ἐὰν ἀπετύχαμεν διὰ τὴν σμύ-
752ριδα δὲν ἀπετύχαμεν δι’ οὐδεμίαν ἐκ τῶν αἰτιῶν τὰς ὁποίας
753σᾶς προανέφερα, οὔτε ἡ ἀξία αὐτῆς ἐξέπεσεν, οὔτε ἠλαττώθη ἡ
754κατανάλωσις, οὔτε ἄλλη αἰτία ἐκ τῶν ἐπηρεαζουσῶν τὰς τιμὰς
755καὶ τὴν ἀγορὰν συνέβη. Ὀφείλετε τῷ ὄντι νὰ μᾶς δώ-
756σητε λόγον δι’ αὐτὴν τὴν ἀδικίαν τὴν ὁποίαν ἐπροξενή-
757σατε εἰς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους· μᾶς ἐστερήσατε ἐπὶ
758ἓν ἔτος τοῦ εἰσοδήματος αὐτοῦ καὶ μᾶς στερεῖτε καὶ τὸ
759δεύτερον ποσὸν ἐκ 400,000 δραχμῶν, διότι ὅταν οἱ ἀγορα-
760σταὶ εὑρίσκουν Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν γνωρίζουσι καλῶς
761τοὺς ὅρους τῆς κυβερνητικῆς προνοίας, παίζουν μὲ αὐτάς·
762ἡ δὲ συμπαιγνία αὕτη ἀποτέλεσμα ἔχει τὴν ζημίαν τοῦ δη-
763μοσίου. Καὶ πῶς ἄλλως, κύριοι, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ χάσῃ τὸ
764Κράτος πρόσοδον, ἣν ἔχει ἀπὸ τοσούτων χρόνων, πρόσοδον βα-
765σιζομένην εἰς βάσεις ἀκραδάντους; Ἡ σμύρις τῆς Ἀνατολῆς, μι-
766κροτάτης ἀξίας διὰ τὸ εὐτελὲς τῆς ποιότητός της, ἐπιζητεῖται,
767σμύρις ὑπερτέρας ἀξίας ὀρυκτολογικῆς, τῆς ὁποίας τὸ μονοπώ-
768λειον ἔχει ἡ Ἑλλὰς, τῆς ὁποίας ἡ κατανάλωσις κατ’ ἔτος αὐ-
769ξάνει διότι ἡ πρόοδος τῆς Εὐρωπαϊκῆς βιομηχανίας ταύτης ἐξα-
770κολουθεῖ, δὲν θέλει εἶναι ἐπιζήτητος; καὶ ἐν τούτοις δύω ἔτη
771μένομεν ἄνευ διαθέσεως τῆς σμύριδος.
772Ἀλλὰ, λέγει, δὲν εἶναι καὶ παράδοξον ἂν εὑρέθημεν εἰς αὐ-
773τὴν τὴν ταμιακὴν στενοχωρίαν· διατί; διότι ἐπρομηθεύσαμεν
774ἑνὸς ἑκατομμυρίου ἑξακοσίων χιλιάδων πολεμικὰ ἐφόδια. Καὶ
775ἐλησμονήσατε, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ταμιακῶν εἰσπράξεων καὶ
776ταμιακῆς στενοχωρίας, πόσα ἐδανείσθητε καὶ δὲν τὰ ἀπεδώκατε;
777Κατὰ τὴν τριακοστὴν πρώτην Δεκεμβρίου 1875 (ἦλθε δὲ
778τὸ παρὸν ὑπουργεῖον τὸν Ὀκτώβριον, νομίζω, τοῦ 1875), λοιπὸν
779κατὰ τὴν 31ην Δεκεμβρίου 1875 εὑρίσκοντο τὰ προσωρινὰ δά-
780νεια εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν, ἤτοι ὀφειλόμενα 802,689, εὑ-
781ρίσκονται δὲ κατὰ τὴν 31ην Δεκεμβρίου 1876 ἐντὸς ἑνὸς ἔτους
782ἀνερχόμενα εἰς 2,655,000, ἤτοι ἐδανείσθητε καὶ δὲν ἀπεδώ-
783κατε 1,600,000. Λοιπὸν πῶς θὰ δικαιολογηθῇ ἡ στενοχωρία
784αὕτη ἡ ταμιακή;
785Ἀλλὰ καὶ σεῖς, λέγει, ἐδανείσθητε πρὸ χρόνων καὶ ἐδανεί-
786σθητε πολλά. Τὸν εὐχαριστῶ διότι μοὶ τὸ ὑπενθύμισε διὰ νὰ
787δείξω διαφοράν, ἥτις ὑπάρχει.
788Εὕρομεν τῇ 30 Ἰουνίου 1872 δάνειον ὀφειλόμενον προσωρι-
789νὸν 2,467,000, ἐδανείσθημεν τὴν 28 Ἰουλίου 1872 ἀπὸ τὴν
790Ἐθνικὴν Τράπεζαν 288,000, ἀπὸ τὸν Μάρτιον μέχρι τέλους
791Ἀπριλίου 1873 δρ. 1,567,000, τὸν Αὔγουστον τοῦ 1873 πα-
792ρὰ τῆς Βιομηχανικῆς Τραπέζης 500,000. Ἀπεδώκαμεν ἀπὸ
793τὰ εἰσοδήματά μας ἀπὸ 1 Ἰουλίου 1873 μέχρι τῆς 31ης Δε-
794κεμβρίου τοῦ 1873 καὶ 4 Φεβρουαρίου 1874 εἰς τὸν Βοῦρον
795713,000, εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν 318,000, εἰς τὴν Πι-
796στωτικὴν Τράπεζαν 355,000, εἰς τὴν Βιομηχανικὴν Τράπεζαν
797122,000, τὸ ὅλον 1,732,000, ἤτοι τὸ δάνειον τὸ προσωρινὸν
798τὸ ὁποῖον ἀφήσαμεν συνίστατο εἰς δραχμὰς 533,000. Σεῖς δὲ
799εἰς προσωρινὰ δάνεια ἀφήσατε 1,762,000.
800Ἀλλά, κύριοι, ὅταν θέλῃ τις νὰ ἐξετάσῃ τὴν ὑπόθεσιν τῶν
801προσωρινῶν δανείων πρέπει νὰ γνωρίζῃ τὸ πρᾶγμα ἵνα μὴ σφάλ-
802λῃ· διότι εἶναι εἰς κατάστασιν μία Κυβέρνησις νὰ μὴ κάμῃ δι-
803όλου προσωρινὸν δάνειον καὶ ἐν τούτοις νὰ βυθισθῇ εἰς τὰ χρέη.
804Ὑπάρχουν διάφοροι λογαριασμοὶ τοὺς ὁποίους δύναται νὰ ἐ-
805πιβαρύνῃ· ὑπάρχει πρῶτον ὁ λογαριασμὸς τῆς ὁδοποιΐας. Ὅπως
806ἠξεύρετε ἡ Κυβέρνησις εἰσπράττει τοὺς φόρους καὶ χρεωστεῖ ν’
807ἀποδώσῃ τὰ νενομισμένα τῷ ταμείῳ τῆς ὁδοποιΐας. Ἐὰν κα-
808θυστερηθῶσι δὲν εἶναι ἓν προσωρινὸν δάνειον; κρατεῖ τὰ χρήματα
809καὶ τὰ μεταχειρίζεται διὰ τὰς ἀνάγκας της, αὐτὰ ἔχουν ἐπιῤ-
810ῥοὴν εἰς τὴν ταμιακὴν ὑπηρεσίαν· καθυστερήθησαν δὲ εἰς τὴν ὁδο-
811ποιΐαν 96,395, ἐνῷ ἡμεῖς οὐ μόνον δὲν καθυστερήσαμεν λεπτὸν,
812ἀλλὰ ἐδώκαμεν καὶ πλείονα ὧν ὠφείλομεν ἀπὸ εἰσπράξεις
813δραχμὰς 154,000 μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1873.
814Ὑπάρχει λοιπὸν εἰς τὴν τακτικὴν ἐξέτασιν τῶν πραγμάτων
815μία διαφορὰ μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν εἰς αὐτὴν τὴν ληψοδοσίαν
816μόνον 380,000 δραχμῶν.
817Ὑπάρχει ἄλλη δοσοληψία μεταξὺ τοῦ κράτους καὶ τῶν
818δήμων· καθυστεροῦνται ἐκ τῶν εἰσπράξεων τοῦ 1876 δραχ.
81950,000 εἰς τοὺς δήμους, ἐνῷ ἡμεῖς ἀπεδώσαμεν κατὰ τὸ
8201873 οὐ μόνον ὅσα εἰσεπράξαμεν, ἀλλὰ καὶ 220,000 περι-
821πλέον, ὥστε ἔχομεν καὶ ἄλλην διαφορὰν καὶ δι’ αὐτὴν τὴν
822ληψοδοσίαν 270,000 δραχμῶν.
823§20ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τί μέρος ὑπάρχει αὐτό;
824§21ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶναι αἱ δημοτικαὶ προκαταβολαί.
825§22ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ δημόσιον πάντοτε τὰ πληρώνει.
826§23ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Βεβαίως τὰ χρέη εἶναι πολλά· τί εἰσεπρά-
827ξατε ὅμως καὶ τί τοὺς ἐδώσατε· λοιπὸν εἰσεπράξατε πλείονα ὧν
828τοὺς ἐδώσατε. Ἡμεῖς δὲ ἐδώσαμεν ὅσα εἰσεπράξαμεν καὶ
829270,000 μὴ εἰσπραχθείσας.
830Κύριοι, μίαν τελευταίαν παρατήρησιν σᾶς κάμνω, ἡ ὁποία
831νομίζω εἶναι ἡ πρακτικωτέρα πασῶν. Ἠξεύρετε, ὅτι τὰ ἔξοδα
832τῆς γενικῆς ὑπηρεσίας εἶναι ὁ εὐγλωττότερος ἀπολογητὴς τῶν
833Κυβερνήσεων. Εἰς τὰ 1871 κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τὰ ἔξοδα
834τῆς γενικῆς ὑπηρεσίας ἦσαν 23,250,000, εἰς τὰ 1872, τὰ
835κατεβίβασα εἰς 21,700,000, εἰς τὰ 1873 ἐπίσης τὰ κατε-
836βίβασα εἰς 21,278,000. Ποῦ ἔφθασαν εἰς τὰ 1875; εἰς
83722,275,000 κατὰ τὸν ἀπολογισμόν, καὶ εἰς τὰ 1876 κατὰ
838τὸν ἀπολογισμὸν τὸν ὑποθετικὸν εἰς 24,279,000. Λοιπὸν
839παρατηρῶ εἰς τὸν ἀξιότιμον προλαλήσαντα, ὅτι δὲν εἶναι
840στάδιον ἐπιδείξεως ἡ οἰκονομικὴ σύγκρισις. Καὶ ἔλαβον ὡς
841ὅρους συγκρίσεως τοὺς ὅρους τοὺς ἰδίους, τοὺς ὁποίους ὁ
842ἀξιότιμος κύριος Κουμουνδοῦρος μετεχειρίσθη. Εἶναι δὲ πε-
843ριττὸν, κύριοι, ν’ ἀπασχολῶ τὴν Βουλὴν κατ’ αὐτὴν τὴν στιγ-
844μὴν, ὁπότε αἱ μονομαχίαι αὗται διακόπτουν, οὕτως εἰπεῖν,
845τὰ κύρια ἔργα τῆς Βουλῆς· κατέστησα δὲ ἀντικείμενον τῆς
846προσοχῆς ὑμῶν αὐτὰ ἕνεκα τῆς ὁμιλίας τοῦ κυρίου Κουμουν-
847δούρου. Εἶναι περιττὸν λέγω νὰ ἐπιμείνω εἰς τὴν ἀνάλυσιν τῶν
848αἰτίων, ἕνεκα τῶν ὁποίων κατὰ μὲν τὴν διαχείρισιν ἡμῶν ἐ-
849παρουσιάσθησαν ἅπερ σᾶς προανέφερον ἀποτελέσματα, κατὰ δὲ
850τὴν διαχείρισιν τῶν ἐναντίων, ἃ ἠκούσατε· ἐὰν δὲ προκληθῶ,
851θέλω καὶ περὶ τούτου λαλήσει.
852Διὰ νὰ φθάσω δὲ εἰς τὸ θέμα τὸ τελευταῖον παρακαλῶ νὰ
853μὲ βοηθήσετε, διότι δὲν ἐνθυμοῦμαι ἐὰν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς
854Μεσσήνης παρετήρησεν ὅτι κακῶς ἐπράξαμεν νὰ ὑποστηρίξωμεν
855τὸν νόμον περὶ ἐντόκων γραμματίων.
856§24ΤΙΝΕΣ. Διότι ἐξέλειπεν ὁ λόγος.
857§25ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τίποτε ἀπὸ αὐτά.
858§26ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὡς πρὸς τοῦτο παρατηρῶ εἰς τὴν Βουλὴν
859ὅτι ψηφίζουσα ἡ Βουλὴ σήμερον τὸν νόμον περὶ ἐντόκων γραμ-
860ματίων πράττει ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπε χθὲς ὁ ἀξιότιμος βου-
861λευτὴς Γόρτυνος, ὅτι εἶναι δίκαιον καὶ ἐπιτετραμμένον· διότι,
862ἐὰν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ὁ κ. Δηλιγιάννης εἶπεν, ὅτι τὸ δανείζε-
863σθαι δι’ ἐντόκων γραμματίων ἐπιτρέπεται ἢ πρέπει νὰ ἐπιτρέ-
864πεται ἢ δύναται νὰ ἐπιτρέπεται μόνον ὅταν πρόκειται οὐχὶ νὰ
865καλυφθῶσιν ἐλλείμματα, ἀλλὰ νὰ ὑποβοηθηθῇ ἡ τρέχουσα τα-
866μιακὴ ὑπηρεσία. Εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν εἴμεθα σήμερον καὶ πρὸς
867αὐτὸν τὸν σκοπὸν ζητοῦμεν τὰ χρήματα. Κατόπιν ἡ Βουλὴ
868θέλει σκεφθῆ ἐὰν ᾖναι ἠναγκασμένη ν’ ἀναγνωρίσῃ ὅτι ἀπὸ τὸ
869ποσὸν τὸ πρὸς ταμιακὴν χρῆσιν καὶ πρὸς ταμιακὸν σκοπὸν τῶν
870ἐντόκων γραμματίων πρέπει ἓν μέρος νὰ χρησιμεύσῃ δι’ ἄλλην
871χρῆσιν τοῦ τρέχοντος ἔτους, ἢ νὰ εἴπῃ ν’ ἀποδοθῶσι τὰ χρήματα
872ἐκ τῶν εἰσοδημάτων τοῦ κράτους τῆς τρεχούσης χρήσεως, τὸ
873δὲ ἔλλειμμα νὰ καλυφθῇ κατ’ ἄλλον τρόπον· τὴν σήμερον
874ὅμως παρουσιάζεται ἐνώπιον ὑμῶν δι’ αὐτὴν τὴν αἰτίαν, ἵνα
875χρησιμεύσῃ διὰ τοὺς ἓξ μῆνας περὶ ὧν πρόκειται. Δὲν ἰσχυρί-
876ζομαι δὲ ὅτι τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1876 εἶναι μηδὲν, ἀλλ’ ἐξ
877ἐναντίας ἰσχυρίζομαι ὅτι εἶναι σπουδαιότατον καὶ σπουδαιότερον
878ἐκείνου τὸ ὁποῖον διϊσχυρίσθη ὁ πρώην ὑπουργὸς τῶν Οἰκονο-
879μικῶν, ὁ ὁποῖος εἶπεν ὅτι εἶναι περιπλέον τῶν 2,000,000.
880§27ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, μὲ λύπην μου ἀναγκάζομαι
881νὰ ἐπαναλάβω ὀλίγα τινὰ, διότι ἄνευ σκοποῦ καὶ ἄνευ λόγου
882ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἐγκαταλιπὼν τὸ περὶ οὗ πρόκειται ζήτημα
883ἀνέδραμεν εἰς προγεγονότα, ἔχων πλῆρες ἄδικον.
884Συνεζητήθη πολλάκις τὸ ζήτημα τῆς πολιτικῆς μας, καὶ ὅτε
885σᾶς εἴπομεν, κύριοι, τί ἠδυνάμεθα νὰ πράξωμεν ἀφοῦ σεῖς ἐγ-
886κατελείψατε τὴν Ἑλλάδα μεμονωμένην, καταπεφρονημένην
887παρὰ τῆς Εὐρώπης, κεχωρισμένην ἀπὸ τῶν πέριξ λαῶν καὶ
888ἐχθρὰν, γυμνὴν καὶ ἐστερημένην παντὸς, πῶς νὰ παρουσιασθῶ-
889μεν νὰ ἐπιβάλωμεν γνώμην καὶ πολιτικὴν ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι οὐ-
890δὲν ἔχομεν νὰ προσθέσωμεν εἰς τὴν πλάστιγγα, Σεῖς δὲν ἐ-
891τολμήσατε, ἅτε συνεζητοῦντο ταῦτα, νὰ θέσητε ζήτημα κα-
892θαρὸν κατὰ τῆς πολιτικῆς ἡμῶν, οὔτε νὰ δείξητε τὴν ἰδίαν
893ὑμῶν πολιτικήν. Ἡ Βουλὴ δὲ μετὰ συζήτησιν πολυήμερον
894ἀπεφάνθη ὑπὲρ ἡμῶν, διότι εἴχετε ἄδικον. Ἐπανέρχεσθε εἰς
895τὰ ζητήματα· ἀλλὰ τότε κατὰ τὴν συζήτησιν σᾶς ἀπεδεί-
896ξαμεν ὅτι καλῶς ἐπράξαμεν μὴ ἀναμιχθέντες· τὸ ζήτημα
897ἦτο ξένον· τότε ἐὰν ἐλαμβάνομεν μέρος ἠθέλομεν ὑπηρετήσει
898ξένα συμφέροντα. Σήμερον δὲ ὀφείλετε νὰ ὁμολογήσητε μά-
899λιστα ὅτι καλῶς ἐπράξαμεν καὶ καλῶς ἐπολιτεύθημεν. Τὰ
900ἀποτελέσματα δι’ ἐκείνους, οἵτινες ἀνέλαβον ἀγῶνα μὴ στη-
901ριζόμενοι εἰς τὰς ἰδίας αὑτῶν δυνάμεις, εἰσὶν ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν.
902Καὶ σεῖς τότε οὕτω ἐφρονεῖτε· σᾶς ἐφέραμεν ἐγγράφους ἀπο-
903δείξεις τῶν φρονημάτων σας. Ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι διὰ πᾶν
904ἔργον πρέπει πρὸ πάντων νὰ στηριζώμεθα εἰς τὰς ἰδίας
905ἡμῶν δυνάμεις. Ἡ πολιτική σας ἦτο νὰ μὴ κηρύξωμεν τὴν
906οὐδετερότητά μας, ἀλλὰ νὰ μείνωμεν εἰς ἔνοπλον οὐδετερό-
907τητα· πλὴν ἡμεῖς δὲν εἴχομεν οὔτε ὅπλα, οὔτε δύναμιν στρα-
908τιωτικήν. Ἠδυνάμεθα νὰ ἐπιβάλωμεν δι’ ἐγγράφων καὶ λέ-
909ξεων πολιτικὴν εἰς τὴν Εὐρώπην, ἡ ὁποία ἐγνώριζε καὶ τὴν
910θέσιν καὶ τὴν κατάστασιν καὶ τὰ μέσα καὶ τὰς δυνάμεις
911ἡμῶν;
912Ναί, κύριοι, σᾶς εἴπομεν καὶ τότε οἱ λόγοι καὶ τὰ ἔγ-
913γραφα δὲν δύνανται νὰ κανονίσωσι τὴν πολιτικὴν, καὶ ἔστω
914ὡς παράδειγμα τὸ ὑπόμνημα ὑμῶν καὶ τ’ ἀποτελέσματα εἰς
915τὴν ὑπόθεσιν τῆς Κρήτης. Ἡ πολιτικὴ καὶ τὰ ζητήματα δὲν
916γίνονται διὰ λέξεων, ἀλλὰ διὰ πραγμάτων καὶ ἰσχύος, καὶ
917δὲν δύνασθε νὰ κατηγορήσητε ἡμῶν, διότι δὲν ἐκάμαμεν χρῆ-
918σιν ἰσχύος, διότι ὑμεῖς ὅτε ἐγκατελείψατε τὴν ἐξουσίαν ἀφή-
919σατε τὴν Ἑλλάδα γυμνὴν πάσης ἰσχύος καὶ ὑπολήψεως.
920Αὕτη ἡ ἐπάνοδος εἰς ζήτημα δικασθὲν καὶ περὶ τοῦ ὁποίου
921ἀπεφάνθη ἡ Βουλὴ, ἦτο ματαία· τί εἴπατε; καὶ τότε καὶ
922τώρα ἐπανελάβετε λόγους πτερόεντας. Θὰ ἦναι γελοῖον ἐνώπιον
923τοῦ κόσμου νὰ συζητῶμεν, ἐὰν ἡ Ἑλλὰς, ὅπως τὴν παρελάβο-
924μεν ἠδύνατο νὰ μεταβάλῃ τὰ πράγματα καὶ τὰς σκέψεις
925τῆς Εὐρώπης! διότι δὲν ἠθέλομεν εἴπει, ὅτι μένομεν οὐδέτεροι.
926Ἠπόρησα, κύριοι, προσέτι διατὶ τοσοῦτον σκληρῶς κατε-
927φέρθη κατὰ τοῦ νόμου τοῦ τελευταῖον ψηφισθέντος. Κατὰ τὴν
928συζήτησιν οὐδεμίαν ἔκαμεν ἔνστασιν. Ὤφειλεν, ἐὰν τῷ ὄντι
929ἔκρινε τὸν νόμον, ὅπως περὶ αὐτοῦ ὡμίλησεν, ὅτε ἡ Βουλὴ ἐνη-
930σχολεῖτο ἡμέρας τοσαύτας, νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην του καὶ
931ἐμποδίσῃ τὴν Βουλὴν νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν ἂν ἐδύνατο.
932Τὸ ζήτημα δημοσίως συνεζητεῖτο καὶ ὤφειλε νὰ φροντίσῃ νὰ
933πείσῃ τὴν Βουλὴν ν’ ἀποῤῥίψῃ τὰς προτάσεις, ἢ νὰ ἐπενέγκῃ
934διόρθωσιν. Σήμερον ἀφοῦ καὶ ἡ μερίς του μετέσχε τῆς συζη-
935τήσεως ὑβρίζει τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ἡ πλειοψηφία παρεδέ-
936χθη. Καὶ ποῖον εἶναι τὸ ἄτοπον τοῦ νόμου αὐτοῦ; καὶ διατί
937ὁ νόμος αὐτὸς δὲν εἶναι παραδεκτὸς καὶ ὠφέλιμος; Διὰ τοῦ
938νόμου αὐτοῦ καθιεροῦνται ἀρχαὶ πολύτιμοι, αἱ ὁποῖαι ἀμφι-
939βάλλω ἂν παρουσιασθῇ ἄλλοτε περίστασις, ἐὰν ὁ νόμος αὐτὸς
940δὲν ἐπιψηφισθῇ, νὰ καθιερωθῶσιν. Ἡ πάνδημος στρατολογία,
941τὸ πολιτιμότατον θεσμοθέτημα τῶν νεωτέρων χρόνων, καθιε-
942ροῦται δι’ αὐτοῦ, καὶ καταργεῖται ἡ ἀντικατάστασις, ἡ ὁποία
943πανταχοῦ ἔβλαψε τὸν στρατόν. Πρὸς δὲ τὸ σύστημα τῶν μο-
944νίμων καταλόγων ἀπαλλάσσει τὴν κοινωνίαν τῶν ἀτόπων καὶ
945ἀδίκων, τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε τὴν πιέζουσιν. Ἰδοὺ, καὶ ἂν
946δὲν ἔχῃ ἄλλο τι καλὸν αὐτὸς ὁ νόμος, τὰ πλεονεκτήματα
947ταῦτα καὶ μόνα συνηγοροῦσιν ὑπὲρ αὐτοῦ.
948Ἀλλὰ τὶ ἐδώσατε λέγει ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ὁμιλοῦντες
949περὶ παρασκευῶν, τί μᾶς ἐδώσατε, τί ἡτοιμάσατε; Τί ἠτοιμά-
950σαμε; εἶναι ἐνώπιόν σας· τί ἐδώκαμεν; ὑμεῖς πρόκειται νὰ
951δώσητε. Ἡμεῖς οὐδὲν δυνάμεθα νὰ πράξωμεν ἂν δὲν μᾶς τὸ
952ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλή. Σᾶς προετείναμεν πλῆρες σύστημα, πῶς ν’
953ἀποκτήσωμεν, πῶς νὰ καταρτίσωμεν στρατόν. Τὰς προτάσεις
954μας ὑπεβάλομεν ἐνώπιόν σας. Σᾶς ἐπροτείναμεν ἡμεῖς κατὰ τίνα
955τρόπον δύναται νὰ συγκροτηθῇ μόνιμος καὶ τακτικὸς στρατὸς,
956καὶ κατὰ τίνα τρόπον δύναται εἰς τὰς κατεπειγούσας περι-
957στάσεις νὰ παρουσιασθῇ ἕτοιμος ὁ τόπος. Τί ἄλλο ἡμεῖς ἠδυ-
958νάμεθα νὰ πράξωμεν; Αὐτὰ ὁ κ. Δεληγεώργης δὲν τὰ ἐγκρί-
959νει; Αὐτὸς ἐπρότεινε σύστημα σπουδαῖον; Ὅ,τι αὐτὸς ἐπρό-
960τεινε δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, οὔτε ἔκρινεν αὐτὸ
961ἄξιον νὰ ἐνασχοληθῇ.
962Ἔλαβον τὸν λόγον ἐξ ἀρχῆς, διότι ὁ πρωθυπουργὸς εἰσ-
963άγων τὰ νομοσχέδια ἐξέθεσε κακῶς τὰ περὶ τῶν οἰκονομικῶν.
964Ὅθεν ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ τὰ ἀνασκευάσω, διότι τὸ κοινὸν
965ἤθελεν ἐκλάβει ἄλλως τὰ πρᾶγμα· εἰς ὅ,τι εἶπον ἐπιμένω.
966Ἔχομεν ἕνα ξένον ἐκτὸς ἡμῶν βεβαιοῦντα ταῦτα. Ἠθέλετε
967ἔχει ἀμφιβολίαν τινὰ, ἐὰν ἐγὼ, ἐνδιαφερόμενος, ἔλεγον ὅ,τι εἶ-
968πον. Ἔφερεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἀριθμούς τινας· κατὰ πόσον εἶ-
969ναι ἀκριβεῖς; οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν εἶναι εἰς θέσιν νὰ τὸ γνωρίζῃ· εἰς
970ποίαν ἐποχὴν ἀναφέρονται; εἰσὶν ἀληθεῖς; οὐδεὶς τὸ γνωρίζει.
971Ἡμεῖς, ἀντὶ τούτων, παρουσιάζομεν ἄνδρα οὐδέτερον, ξένον ὑ-
972πουργὸν, τὸν κ. Παπαμιχαλόπουλον, ὅστις παρέλαβε τὴν ὑπη-
973ρεσίαν ἀπὸ τὸν κ. Δεληγεώργην. Οὗτος ἐκθέτων τὴν οἰκο-
974νομικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου, λέγει πόσα εἰς τὸ ταμεῖον
975ὑπῆρχον χρήματα καὶ πόσα ὠφείλοντο. Πρόκειται, κύριοι,
976περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως, ὁποίαν τὴν ἔλαβε παρ’ ἡ-
977μῶν ὁ κ. Δεληγεώργης καὶ ὁποίαν πρωθυπουργὸς ὢν τὴν
978παρέδωκεν εἰς τὴν διάδοχον Κυβέρνησιν. Ἡμεῖς ἔχομεν τὴν μαρ-
979τυρίαν ὑπουργοῦ ξένου, ἀδιαφόρου· ὁ δὲ κ. πρωθυπουργὸς προ-
980τείνει ἰδίους ἰσχυρισμούς· ἀλλὰ ποία ἡ βεβαιότης ὅτι δὲν δια-
981στρέφει τὰ πράγματα;
982Περίεργον! Διὰ νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν θέσιν ἡμῶν μετεχειρίσθη
983ἐπιχειρήματα καὶ ὑπολογισμοὺς ὅλως δι’ ὅλου ἀνακριβεῖς.
984Ἀφήσατε, λέγει, 5,000,000 ἔλλειμμα, σεῖς, οἵτινες εἰσε-
985πράξατε ἓν ἑκατομμύριον καὶ δὲν εἰξεύρω πόσας χιλιάδας δραχ.
986ἀπὸ προκαταβολάς. Ἐλησμόνησεν ὅτι αἱ προκαταβολαὶ δὲν
987καλύπτουν τὴν πραγματικὴν ἐλάττωσιν τοῦ δικαιώματος τῆς
988ἐπικαρπίας. Ὁ προκαταβάλων διὰ τὰς γαίας ἢ φυτείας παύει
989νὰ πληρώνῃ ἐπικαρπίαν. Ὁ ὑπολογισμός, τὸν ὁποῖον παρου-
990σίασεν, εἶναι ψευδὴς, οὔτε ἀναιρεῖ τὸν ἰσχυρισμόν μας. Τὸ
991ποσοστὸν τῆς προκαταβολῆς ἀφαιρεῖ ἀπὸ τὸ ταμεῖον τὸ δι-
992καίωμα τῆς ἐπικαρπίας, καὶ ὁ πολίτης πληρόνει τὴν προκα-
993ταβολὴν διὰ γαίας τῶν ὁποίων ἦτο ἀνώτερον τὸ δικαίωμα
994τῆς ἐπικαρπίας. Ὅλοι τὸ γνωρίζετε.
995Ἡμεῖς, κύριοι, ἠσφαλίσαμεν εἰς τὸ δημόσιον καλλίστην
996πρόσοδον ἀπὸ τὴν σμύριδα, ἀλλὰ σεῖς μὲ τὰς πληροφορίας
997τὰς μὴ ἀκριβεῖς, τὰς πλαγίας, παρεσύρατε τὴν Βουλὴν, πεί-
998σαντες αὐτὴν ὅτι ἤθελε ὠφεληθῆ περισσότερον τὸ δημόσιον,
999καὶ οὕτω συνέβη καὶ τώρα ὅπως καὶ εἰς ἄλλην περίπτωσιν,
1000τὴν τοῦ Λαυρίου. Σᾶς εἶπον καὶ τότε κατὰ τὴν συζήτησιν
1001ὅτι ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς τὸ ἴδιον ἤθελε συμβῆ, αἱ ψευδεῖς
1002πληροφορίαι εἰς τὸ αὐτὸ ἤθελον μᾶς ὁδηγήσει ἀποτέλεσμα.
1003Καὶ ἰδοὺ τέλος πάντων τὸ ἐκ τῆς σμύριδος ἔσοδον κινδυνεύει.
1004Πρὸς δὲ δὲν πωλοῦμεν σμύριδα ἤδη· διατί; διότι θέλοντες νὰ
1005ἐπιδείξητε περισσοτέρας εἰσπράξεις ἠναγκάσατε τοὺς ἀγορα-
1006στὰς νὰ λάβωσι περισσοτέραν σμύριδα· ἡ ἀγορὰ οὕτω ἐπλημ-
1007μύρισε, διότι ἡ προμήθεια ὑπῆρξε μεγάλη καὶ ἡ ζήτησις ἠλατ-
1008τώθη. Ὅταν κάμνητε τοὺς ὑπολογισμούς, περὶ ὧν μᾶς ὡμιλή-
1009σατε, διατὶ λησμονεῖτε τὸ μέγα εἰσόδημα, τὸ ὁποῖον ἐλαμβά-
1010νομεν ἀπὸ τὸ Λαύριον; Δὲν ὁμιλῶ καὶ περὶ τῶν ἄλλων ἀφαι-
1011ρετέων ποσῶν, διότι ὡμίλησα εἰς τὴν πρώτην ὁμιλίαν μου.
1012§28ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀφαιρέσατε καὶ αὐτό.
1013§29ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, ἐγὼ εἰς μεγαλειτέραν ἀνάπτυ-
1014ξιν δὲν θὰ εἰσέλθω, καθόσον πιστεύω ὅτι ὁ κ. Σωτηρόπουλος
1015θέλει μὲ ἀναπληρώσει.
1016§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν, κύριοι, εἰς τὴν ἡμερησίαν διά-
1017ταξιν.
1018§31Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οὐδὲ χθὲς οὐδὲ σήμερον, κύριοι, προτί-
1019θεμαι νὰ δώσω εἰς ὑμᾶς τὴν γνώμην νὰ μὴ ψηφίσητε τὸ νομο-
1020σχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγεν ἡ Κυβέρνησις, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου
1021ζητεῖ τὴν ἄδειαν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ἵνα αὐξήσῃ τὸ ποσὸν
1022τῶν προσωρινῶν δανείων δι’ ἐντόκων γραμματίων ἀπὸ ἓξ εἰς 9
1023ἑκατομμύρια· ὑπέλαβον ὅμως πρέπον νὰ ἐφελκύσω χθὲς ὠφε-
1024λούμενος τῆς εὐκαιρίας ἐκείνης, τὴν προσοχὴν τοῦ Κοινοβουλίου
1025ἐπὶ ὑποθέσεως, ἡ ὁποία ἐφάπτεται ζωτικοτάτων συμφερόντων
1026τοῦ Κράτους καὶ τοῦ Ἔθνους· ὑπέλαβον ὅτι δὲν ἔπρεπε ν’ ἀ-
1027φήσω νὰ παρέλθῃ εὐκαιρία, τῆς ὁποίας ἠδυνάμην νὰ κάμω χρῆ-
1028σιν, διὰ νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν προσοχὴν τοῦ Κοινοβουλίου ἐπὶ τῆς
1029οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους, τῆς ὁποίας ἡ περαιτέρω
1030παράτασις, νομίζω, ὅτι ἀπειλεῖ μεγάλας ζημίας καὶ σπουδαίους
1031κινδύνους.
1032Ἐὰν δὲν μὲ ἐδίδασκε τὸ παράδειγμα καμμιᾶς ἄλλης χώ-
1033ρας, περὶ τῶν κινδύνων καὶ τῶν ζημιῶν τὰς ὁποίας ἀπειλεῖ ἡ
1034ὑπάρχουσα καὶ παρ’ ἡμῖν οἰκονομικὴ κατάστασις, ἔχω ὅμως
1035νωπὴν ἔτι τὴν μνήμην τῆς ἐντυπώσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμε εἰς
1036ὅλον τὸν κόσμον ἡ οἰκονομικὴ ἀμηχανία εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθη
1037πρὸ ἔτους ἡ γείτων χώρα, καὶ δύναμαι νὰ καταμετρήσω τὰς
1038συνεπείας, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ ἐπέλθωσιν εἰς αὐτὴν ταύτην τὴν
1039χώραν, ἕνεκα τῆς οἰκονομικῆς ἀμηχανίας εἰς τὴν ὁποίαν ἀπρο-
1040νοήτως περιέπεσεν.
1041Ἐλυπήθην, διότι σήμερον ἤκουσα τὸν ἔντιμον Πρόεδρον τοῦ
1042Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, διδόντα ἄλλην ἔννοιαν εἰς τὰς παρα-
1043στάσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμον· ὠνόμασε τὰς παραστάσεις ἐκείνας
1044θόρυβον, ὁ ὁποῖος ἐξεδήλου προαίρεσιν ἐχθρότητος εἰς τὴν Κυβέρ-
1045νησίν του, πόθον ἐπιθέσεως κατ’ αὐτῆς.
1046§32ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἠννόουν τὴν μερίδα, τὴν ὁποίαν διοικεῖ ὁ
1047κ. Κουμουνδοῦρος.
1048§33Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀρκοῦμαι εἰς τὴν ἐξήγησιν ταύτην.
1049Ἡ σημερινὴ συζήτησις, τὴν ὁποίαν μετὰ μεγάλης ἐπιτυχίας
1050ὠνόμασεν ὁ ἔντιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου μο-
1051νομαχίαν, μοὶ δίδει τὴν αὐτὴν εὐκαιρίαν, μοὶ παρέχει τὴν
1052αὐτὴν ἀφορμὴν, καὶ ἐπειδὴ μάλιστα δύω διακεκριμένα μέλη τοῦ
1053Κοινοβουλίου, τὸ μὲν πρὸ μικροῦ καταβὰν τῆς ἀρχῆς, τὸ δὲ πρὸ
1054μικροῦ ἀναβὰν ἐπ’ αὐτῆς, συνεζήτησαν πρὸς ἄλληλα καὶ παρέ-
1055στησαν ἑκάτερον τὰ δικαιώματα τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἐπὶ τῆς ἐγνω-
1056μοσύνης τοῦ τόπου διὰ τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον ἐκυβέρνησαν,
1057ἢ κατὰ τὸν ὁποῖον ἐδιοίκησαν· ἐπειδὴ τὰ δύω ταῦτα μέλη τοῦ
1058Κοινοβουλίου ἐμνήσθησαν καὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ
1059τόπου καὶ ἐνδιέτριψαν εἰς αὐτὴν, νομίζω ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ μὴ
1060παραιτήσω οὔτε τὴν σημερινὴν εὐκαιρίαν. Ἐὰν ἡ μονομαχία
1061αὕτη δὲν ἀνοίγετο εἰς ἀντικείμενα δημοσίου συμφέροντος, καὶ
1062μεγάλου μάλιστα συμφέροντος, ἤθελον περιορισθῆ ἀπὸ τῆς ἕδρας
1063μου νὰ ἐπισκοπῶ αὐτὴν, ὡς ὁρῶσι τὰς τοιαύτας μονομαχίας ἀπὸ
1064τῶν θεωρείων οἱ μηδαμῶς ἐνδιαφερόμενοι· ἀλλὰ καὶ ὡς μέλος τοῦ
1065Κοινοβουλίου ἔχω τὸ καθῆκον καὶ ὡς πολίτης τὸ ἐνδιαφέρον ἢ τὸ
1066καθῆκον νὰ συντελέσω ἐφ’ ὅσον ἐξήρτηται ἀπ’ ἐμοῦ ἵνα διαφωτίσω
1067τοὺς συμπολίτας μου περὶ τῶν διατρεχόντων.
1068Ἡ μονομαχία περιεστράφη εἰς δύω ὑποθέσεις, ὅλως διακε-
1069κριμένας ἀπ’ ἀλλήλων, τὴν οἰκονομικὴν ὕλην καὶ τὴν ὕλην
1070τῶν προπαρασκευῶν. Συγχωρήσατέ μοι νὰ ἐπιλάβωμαι ἑκατέ-
1071ρας τούτων, καὶ νὰ φέρω τὰς σκέψεις μου ἀφ’ ἑκατέρας αὐτῶν.
1072Δὲν εὗρον μηδεμίαν ἔννοιαν εἰς τὰς συγκρίσεις, αἱ ὁποῖαι πρὸ
1073μικροῦ ἐγένοντο ἐνώπιον ὑμῶν, τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν διῳκήθησαν
1074τὰ οἰκονομικὰ κατὰ τὸ παρελθόν. Ἐὰν ὁ τρόπος αὐτὸς ἐκρίθη,
1075ὅτι παρεῖχεν ὅπλα εἰς τὸν ἕτερον τῶν μονομαχούντων ἵνα κα-
1076ταβάλῃ τὸν ἀντίπαλον, νομίζω ὅμως, ὅτι ὁ τρόπος αὐτὸς δὲν
1077περιεῖχε καμμίαν ἔννοιαν χρήσιμον εἰς τὸ νὰ διαφωτίσῃ τὰ
1078πράγματα· καὶ ἀληθῶς ποίαν ἔννοιαν θέλετε νὰ συναγάγητε,
1079ὅταν ἀκούητε, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους κατὰ τὸ
10801872 εἶχε πρόσοδον 700,000 δραχμῶν ἢ ἑξακοσίων ἀπὸ τὰς
1081προκαταβολὰς καὶ τὰς δόσεις ἐκ τῆς διαθέσεως τῶν ἐθνικῶν
1082γαιῶν καὶ ὅτι τὸ 1876 εἶχε δύω ἢ τρία ἐκ ταύτης ἑκατομ-
1083μύρια; — Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1873 περιεῖχεν ἔσοδα 20 φέρ’
1084εἰπεῖν ἢ 30 ἑκατομμύρια, ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1876 παρεῖ-
1085χεν 20 ἢ 30 ἑκατομμύρια, καὶ ἂν τὰ 30 αὐτὰ ἑκατομμύρια ἀ-
1086πετελέσθησαν κατὰ τὸ πλεῖστον κατὰ τὸ 1876, ἀπὸ τὰς δό-
1087σεις τῶν γαιῶν ἢ φυτειῶν, ἀπετελέσθησαν ὡσαύτως τὰ κατὰ
1088τὸ 1873 προϋπολογισθέντα ὡς ἔσοδα τριάκοντα ἑκατομμύρια
1089ἀπὸ τὸ τίμημα τῆς ἐκποιήσεως τῶν ἐθνικῶν φθαρτῶν κτημά-
1090των, τὸ ὁποῖον τότε ἦτον ἀνώτερον τοῦ κατὰ τὸ 1876 προϋ-
1091πολογισθέντος. Αἱ συγκρίσεις αὗται δὲν ἔχουν κανένα λόγον,
1092καὶ ὑποθέτω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ φέρωνται ἐνώπιον ὑμῶν ὑπὸ
1093ἀνθρώπων τοσοῦτον διακεκριμένων καὶ ἐμβριθῶν· διότι δὲν
1094διαφωτίζουσιν, ἀλλὰ συγχύζουσι τὰ πράγματα, δὲν ὁδηγοῦσιν
1095ὑμᾶς εἰς τὴν ἀλήθειαν, ἀλλὰ σᾶς ἀποπλανῶσι μακρὰν αὐτῆς.
1096Τὸ κακὸν εἶναι καταφανές, ὑπῆρχε καὶ κατὰ τὰ 1873 καὶ
1097κατὰ τὰ 1876 ἔλλειμμα ἴσον, ὅμοιον, ἀλλὰ προβαῖνον, ὡς προ-
1098βαίνουσι πάντα τὰ κακά, προϊόντος τοῦ χρόνου. Τὸ κακὸν τοῦτο
1099εἶναι καταφανὲς εἰς πάντας τοὺς ὁρῶντας, ἀλλ’ ὑπόκειται καὶ εἰς
1100τὴν ἁφὴν ἐκείνων, οἵτινες δὲν ἔχουσιν ὀξυδερκῆ τὴν ὅρασιν. Τὸ κα-
1101κὸν εἶναι, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τῆς Ἑλλάδος δὲν ἔχει ἰσοζύ-
1102γιον, ὅτι τὰ ἔσοδα αὐτοῦ εἶναι ὑποδεέστερα τῶν ἐξόδων. Καὶ
1103ἐρωτῶ τὰς Κυβερνήσεις ὅλας, μὴ ἐξαιρουμένης μηδ’ ἐκείνης,
1104τῆς ὁποίας καὶ ἐγὼ ἀπετέλεσα μέρος. Εἶναι νομίζω, καιρὸς νὰ
1105ἐξομολογηθῶμεν ὅλοι τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν· διότι νομίζω ὅτι
1106ὅλοι πταίομεν, καὶ ἂν δὲν ἀναγνωρίσωμεν ὅτι ὅλοι πταίο-
1107μεν, δὲν θέλομεν δυνηθῆ νὰ θεραπεύσωμεν τὸ κακόν. Ἐ-
1108ρωτῶ ὅλας τὰς Κυβερνήσεις, αἵτινες συνεστάθησαν μετὰ τὸ
1109πέρας τῶν ἐργασιῶν τοῦ μεγάλου συνεδρίου, αἵτινες ἐκλήθησαν
1110νὰ ἐφαρμόσουν τὸ πολίτευμα, νὰ κυβερνήσωσι τὸν τόπον, ἐρωτῶ
1111αὐτάς, ποίαν πρόνοιαν ἔλαβον, διὰ νὰ ἀποκαταστήσωσι τὸ ἰσο-
1112ζύγιον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ; Ἐὰν ἀναδράμω εἰς τοὺς προϋ-
1113πολογισμοὺς ὅλων τῶν ἐτῶν, δὲν θέλω εὑρεῖ παρὰ ἕνα μάρτυ-
1114ρα, ὅτι ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος δὲν ὑπῆρξε Κυβέρνησις μὴ ἀνακηρύ-
1115ξασα νέαν τινὰ ἀνάγκην, καὶ μὴ ἀναγράψασα δι’ αὐτὴν νέαν
1116τινὰ δαπάνην. Μόνην ταύτην ἀνεῦρον τὴν πρόνοιαν πρὸς ἀποκα-
1117τάστασιν τοῦ ἰσοζυγίου ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Καὶ ὁ προϋπο-
1118λογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους ἀνεβιβάσθη μέχρι τοῦ ση-
1119μείου, εἰς τὸ ὁποῖον τώρα τυγχάνει.
1120§34ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβές.
1121§35Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἤμην μέλος ἄλλου τινὸς Σώματος,
1122τὸ ὁποῖον δὲν εἶχε μὲν καταφανῆ πολιτικὴν ἀποστολὴν, τὸ
1123ὁποῖον ἦτον ὅμως κεκλημένον νὰ ὑποβοηθῇ τὴν νομοθετικὴν
1124ἐξουσίαν καὶ νὰ φωτίζῃ τὴν νομοτελεστικὴν, τοῦ Συμβουλίου
1125τῆς ἐπικρατείας. Τὸ σῶμα ἐκεῖνο ἐγένετο ἀντικείμενον δρι-
1126μείας καὶ ἀποτόμου καὶ ἀσπλάγχνου ἐπιθέσεως, ἐπὶ βλάβῃ τῶν
1127συμφερόντων τῆς ἐπικρατείας. Κατωρθώθη τότε ὑπὸ τοῦ ἀν-
1128ταγωνισμοῦ τῶν πολιτικῶν κομμάτων νὰ πιστευθῇ ὑπὸ τοῦ
1129εὐπλανήτου δημοσίου φρονήματος, ὅτι ἡ ἐπιδρομὴ κατὰ τοῦ
1130Συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας ἤθελεν ἐξυπηρετήσει τὰ συμ-
1131φέροντα τοῦ Κράτους, ἐν ᾧ κυρίως ἔτεινεν ἵνα χρησιμεύσῃ
1132ὡς ἐπιτήδειον μέσον πρὸς ἐξυπηρέτησιν κομματικῶν σκοπῶν.
1133Καὶ τὸ Συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας κατέπεσεν ὑπὸ τὴν σχημα-
1134τισθεῖσαν μὴ ὀρθὴν κατ’ ἐμὲ, ἀλλὰ ἐπισημοποιηθεῖσαν τοιαύτην
1135πεποίθησιν· κατέπεσεν ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Τὸ Συμβού-
1136λιον ὅμως τῆς ἐπικρατείας ἦτο προωρισμένον νὰ προσφέρῃ χρη-
1137σίμους ὑπηρεσίας εἰς τὸ κράτος. Κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος, κατὰ
1138τὸ ὁποῖον ἐκλήθη νὰ ἐξετάσῃ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ κράτους
1139τοῦ ἔτους ἐκείνου, ἐν τῷ Συμβουλίῳ τῆς ἐπικρατείας ἀνεκαλύφθη
1140ἀνεπίδεκτος ἀντιῤῥήσεως ἡ κακὴ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ
1141τόπου. Καὶ ἦτο φυσικὴ ἡ κατάστασις αὕτη μετὰ τὴν ἀνω-
1142μαλίαν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἐπιφέρει ἐν τῇ διοικήσει, ἡ ἔναρξις τῆς
1143διαστάσεως καὶ τῆς πάλης μεταξὺ ἔθνους καὶ ἡγεμόνος, καὶ
1144μετὰ τὴν ἀνωμαλίαν, τὴν ὁποίαν κατ’ ἐξακολούθησιν εἶχεν ἐπι-
1145φέρει ἐν τῇ διοικήσει τὸ τέρμα τῆς πάλης ταύτης, καὶ αἱ
1146ἀσχολίαι εἰς ἃς περιῆλθε τὸ ἔθνος, μεριμνῶν νὰ ἀποκατασταθῇ
1147αὖθις ἐν βασιλείᾳ, καὶ νὰ ἀποκαταστήσῃ πολίτευμα, κατὰ τὸ
1148ὁποῖον ἔμελλε νὰ λειτουργήσῃ τὸ κράτος. Καὶ αἱ δύω αὗται
1149ἐποχαὶ ἑπόμενον ἦτον ὅτι ἤθελον παρασκευάσει νέας ἀνάγκας,
1150τὰς ὁποίας τὸ κράτος ἔμελλε νὰ θεραπεύσῃ, ὅτι ἤθελον
1151παρασκευάσει νέας ἀφορμὰς, αἵτινες ἔμελλον νὰ ἐλαττώσωσι τὰς
1152προσόδους αὐτοῦ. Κατὰ τὸ 1865 τὸ ἔλλειμμα ἦτο καταφανὲς,
1153ἦτο ἀνοικονόμητον πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν τοῦ Συμβουλίου τῆς ἐπι-
1154κρατείας ἄνευ νέων φόρων. Ἀλλὰ Κυβερνήσεις περιοδικαὶ καὶ
1155διαβατικαὶ δὲν ἐλάμβανον οὐδὲ τὸν καιρὸν νὰ μεριμνήσωσι
1156περὶ τοῦ ἐλλείμματος, ἴσως δὲν ἐλάμβανον τὸν καιρὸν οὐδὲ
1157νὰ μάθωσι τὸ ἔλλειμμα· ἑπομένως οἱ χρόνοι παρήρχοντο καὶ τὰ
1158ἐλλείμματα ἐσυσσωρεύοντο κατ’ ἔτος, ἔμενον δὲ κατ’ ἔτος με-
1159γαλείτερα τὰ κενὰ τοῦ ἐτησίου προϋπολογισμοῦ.
1160Χρεωστῶ νὰ ὁμολογήσω σήμερον ἀλήθειαν· καὶ δὲν τὴν
1161ὁμολογῶ σήμερον πρώτην φορὰν ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου· τὴν
1162ὡμολόγησα κατὰ μίαν ἄλλην περίστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν
1163εὑρισκόμην εἰς πλήρη ἀντίθεσιν πρὸς τὸν βουλευτὴν ἐκ Μεσ-
1164σήνης. Κατὰ τὴν περίστασιν ἐκείνην, ἐγὼ μὲν ἤμην ὑπουργὸς
1165τοῦ ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον προήδρευεν ὁ νῦν πρόεδρος τῆς Βουλῆς,
1166ὁ δὲ βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης ἦτο ἀρχηγὸς τῆς ἀντιπολιτεύ-
1167σεως. Εἷς τῶν συναδέλφων μου, ἄνθρωπος διακεκριμένος, πρὸς
1168τὴν μνήμην τοῦ ὁποίου διατελῶ εὐλαβῶς, ἠθέλησε νὰ ἐπιτεθῇ
1169κατὰ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, καὶ νὰ αἰτιαθῇ αὐτοῦ,
1170ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι αὐτὸς ηὔξησε τοὺς φόρους. Ἀμέσως διεδέχθην
1171αὐτὸν ἐπὶ τοῦ βήματος, καὶ ὡμολόγησα, ὅτι ἡ αὔξησις τῶν
1172φόρων, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος προέβαλε κατὰ τὸ
11731867, ἐσκόπει νὰ πληρώσῃ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τὸ
1174κενὸν, τὸ ὁποῖον οἱ προϋπολογισμοὶ ἄφινον, καὶ ἑπομένως ἦτο
1175ἀναγκαία καὶ λυσιτελής. Ἡ αὔξησις τῶν φόρων κατὰ τὴν ἐπο-
1176χὴν ἐκείνην ἦτο ἀνάγκη ἀνυπέρβλητος. Τώρα ὅτε δὲν ὑπάρχουσι
1177πλέον φλογερὰ τὰ πάθη, τὰ ὁποῖα ἐξῆπτε κατὰ τὰ 1867 ὁ
1178πολιτικὸς ἀνταγωνισμὸς τῶν κομμάτων· τώρα ὅτε δυνάμεθα νὰ
1179δικάζωμεν ὡς ἱστορία, ὅλοι ἐλπίζω συνομολογοῦμεν ὅτι ἡ αὔ-
1180ξησις τῶν φόρων ἦτο κατὰ τὰ 1867 ἀναγκαία. Ἂν κατὰ
1181τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1868 διεβάλλοντο ὑπὸ τῶν ἀντιπάλων των
1182οἱ ὑπουργοὶ τοῦ 1867 ὡς προβαλόντες τὴν αὔξησιν τῶν φόρων·
1183ἂν τὰ πρὸς ἐκείνους ἀνταγωνιζόμενα κόμματα ἐδυσφήμησαν ἢ
1184περιύβρισαν αὐτοὺς, οὐδὲν τούτων, εἰ καὶ πάντα ἦλθον ἔκτοτε
1185μέχρι τοῦδε εἰς τὴν ἀρχὴν ἀλληλοδιαδόχως, ἐτόλμησε νὰ ἐλατ-
1186τώσῃ τοὺς φόρους. Ἡ πολιτεία των ἀπέδειξε τὸ ἀδίκημα, τὸ
1187ὁποῖον κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους ἔπραττον.
1188Ἀλλ’ ἐπληρώθησαν μετὰ τὰ 1867 τὰ κενὰ ταῦτα; Δυ-
1189στυχῶς ὄχι· διότι ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1867 δὲν ἐπρονόησεν, ἵνα
1190μὴ ἀναμίξῃ τὰς τακτικὰς ἀνάγκας μετὰ τῶν ἐκτάκτων ἀναγ-
1191κῶν. Κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο ἐπαρουσιάσθησαν ἀνάγκαι ἔκτακτοι,
1192ἀνάγκαι, τὰς ὁποίας ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀναγνωρίσῃ καὶ
1193νὰ θεραπεύσῃ, αἱ δὲ ἀνάγκαι αὗται προήγαγον ἐκτάκτους δα-
1194πάνας χρηματικὰς, αἱ δὲ χρηματικαὶ αὗται δαπάναι ηὔξησαν
1195τὰ ἔξοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ τὰ κενὰ, τὰ μόλις πλη-
1196ρωθέντα διὰ τοῦ προϊόντος τῆς αὐξήσεως τῶν φόρων, ἀνεφά-
1197νησαν πάλιν ὑπάρχοντα καὶ ἐκτεινόμενα.
1198Ἐάν μοι ἦτο συγκεχωρημένον σήμερον, νὰ μνημονεύσω λεπ-
1199τομερειῶν τῆς ἐποχῆς τοῦ 1867, ἤθελον φέρει κρίσιν, τὴν
1200ὁποίαν παρακαλῶ νὰ μὴ θεωρήσητε ὡς αἰτίασιν· κρίνων ὅμως
1201ἐπὶ τῶν διοικούντων τότε τὰ οἰκονομικὰ τῆς Ἑλλάδος, ἤθελον
1202ἐπικρίνει αὐτοὺς, διότι, ἐν ᾧ ἔλαβον τὸ θάῤῥος, τὸ τῳόντι πα-
1203τριωτικὸν, νὰ προνοήσωσι περὶ πληρώσεως τῶν ἐτησίων ἐλλειμ-
1204μάτων τοῦ προϋπολογισμοῦ, δὲν ἐπρονόησαν, δὲν ἠσχολήθησαν,
1205νὰ χωρίσωσιν ἀποτόμως καὶ διακεκριμένως τὰς ἐκτάκτους ἀνάγ-
1206κας τοῦ χρόνου ἐκείνου ἀπὸ τὰς τακτικάς. Ὤφειλον νὰ μερι-
1207μνήσωσι περὶ τῶν ἐκτάκτων ἀναγκῶν, ἀλλὰ νὰ μὴ ἀναμίξωσι
1208τὰ ἐτήσια ἔσοδα, τὰ προσδιωρισμένα διὰ τὴν τακτικὴν λει-
1209τουργίαν τοῦ κράτους, μὲ τὰ ἔκτακτα ἔσοδα, τὰ ὁποῖα ἐζή-
1210τουν νὰ προσπορίσωσι διὰ τὰς ἐκτάκτους ἀνάγκας τοῦ χρόνου
1211ἐκείνου. Τοσοῦτον δὲ νομίζω, ὅτι ἡ κρίσις μου αὕτη εἶναι ὀρθὴ,
1212ὥστε καὶ ἐφέτος ἀκόμη μίαν ἡμέραν, ὅταν ἐσυζητεῖτο τὸ νο-
1213μοσχέδιον περὶ δανείου 10 ἑκατομμυρίων, ἔσπευσα νὰ παρα-
1214καλέσω τὴν Βουλὴν, νὰ ἀκούσῃ τὴν γνώμην μου, νὰ χωρίσῃ
1215τὰς τακτικὰς ἀνάγκας ἀπὸ τὰς ἐκτάκτους, νὰ προνοήσῃ κεχω-
1216ρισμένως περὶ τῶν ἐκτάκτων καὶ τῶν τακτικῶν ἀναγκῶν τοῦ
1217κράτους, καὶ νὰ ψηφίσῃ προϋπολογισμὸν κεχωρισμένον διὰ τὰς
1218τακτικὰς ἀνάγκας τοῦ κράτους, περιλαμβανούσας καὶ τὰς πρὸς
1219βελτίωσιν ὁμαλὴν τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ, καὶ ἕτερον
1220προϋπολογισμὸν διὰ τὰς ἐκτάκτους ἀνάγκας. Ἀλλὰ δυστυχῶς
1221καὶ οἱ τότε διοικοῦντες τὰ οἰκονομικὰ τοῦ κράτους δὲν ἐπεί-
1222σθησαν νὰ ἐπακολουθήσωσι τὴν γνώμην ταύτην, καὶ οἱ τότε ἀν-
1223τιπολιτευόμενοι ἐνόμισαν μάταιον νὰ σταματήσωσιν ἐπὶ τῆς
1224γνώμης ταύτης. Τὴν παρέτρεξαν καὶ ἠκολούθησαν τὴν αὐτὴν
1225μέθοδον, τὴν ὁποίαν καὶ κατὰ τὰ 1867 οἱ τότε κυβερνῶντες
1226ἠκολούθησαν.
1227Τὰ ἐλλείμματα λοιπὸν, ἂν καὶ πληρωθέντα κατὰ τὰ 1867
1228διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν φόρων, ἐπανελήφθησαν καὶ προέβησαν
1229μέχρι τοῦ παρόντος. Καὶ μέχρι μέν τινος τὰ ἐλλείμματα ταῦ-
1230τα δὲν ἦσαν ἐπισήμως γνωστὰ· αἱ πληροφορίαι δὲ, τὰς ὁποίας
1231οἱ διοικοῦντες κατὰ καιρὸν τὰ οἰκονομικὰ τοῦ κράτους ἔδιδον
1232εἰς τὸ Κοινοβούλιον καὶ τὸν κόσμον, ἦσαν, ὅτι ὑπῆρχεν ἰσοζύ-
1233γιον εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ μάλιστα ὅτι κἄποτε κατωρ-
1234θοῦτο νὰ μένῃ καὶ περίσσευμα. Αἱ πληροφορίαι ὅμως αὗται δὲν
1235ἦσαν ἀκριβεῖς, εἴτε διότι συνέβαινον σφάλματα ἕνεκα ὑπολο-
1236γισμῶν μὴ ἀκριβῶν, εἴτε διότι αἱ καιρικαὶ περιστάσεις, αἵτινες
1237συνδέονται τοσοῦτον στενῶς μὲ τὸ σύστημα τὸ φορολογικὸν,
1238τὸ ἐπικρατοῦν παρ’ ἡμῖν, ἐπήρχοντο διαψεύδουσαι τοὺς ὑπο-
1239λογισμοὺς αὐτούς. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι τὰ ἐλλείμματα ἦσαν
1240διαρκῆ· καὶ ἐὰν συνέβη ποτὲ νὰ διαφωνήσω κατὰ τοῦτο πρὸς ἱκα-
1241νώτατον καὶ χρησιμώτατον περὶ τὰ οἰκονομικὰ, περὶ τοῦ ὁποίου
1242ἔχω ἀρκοῦσαν ἐπὶ τούτοις ὑπόληψιν, καὶ τὸν ὁποῖον κατὰ τὸν
1243χρόνον ἐκεῖνον δυστυχῶς ἠναγκαζόμην νὰ διαδεχθῶ εἰς τὴν διοί-
1244κησιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ κράτους· καὶ ἐὰν συνέπεσεν ὁ ἀξιό-
1245τιμος βουλευτὴς Μεσσήνης, ὁ ὁποῖος ἦτο πρόεδρος τοῦ ὑπουρ-
1246γείου, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς διεδέχθημεν κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1871,
1247νὰ ἀσπασθῇ τὴν γνώμην τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ ἐκ Τριφυλλίας,
1248καὶ νὰ ζητήσῃ νὰ μὲ διαψεύσῃ, λυποῦμαι, διότι ἀπὸ τοῦ χρό-
1249νου ἐκείνου μέχρι τοῦδε δὲν μοὶ ἐδόθη καμμία ἀφορμὴ νὰ με-
1250ταβάλω τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν τότε ἐδήλωσα.
1251Τὰ ἐτήσια ταῦτα καὶ διαρκῆ ἐλλείμματα δὲν ἐφείλκυσαν
1252τὴν προσοχὴν τῶν κυβερνήσεων, καὶ δὲν ἠδυνήθησαν αὗται ἢ
1253δὲν προσεπάθησαν νὰ προτείνωσιν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν
1254τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον ἤθελον καλυφθῆ. Ἐξ ἐναντίας
1255σκέψεις διαρκῶς προσωριναὶ, σκέψεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀπέβλεπον
1256ποτὲ ἐπὶ τὸ μέλλον, αἱ ὁποῖαι περιωρίζοντο ἐπὶ μῆνας, τὰς στιγ-
1257μὰς καὶ τὰς ὥρας τοῦ ἔτους καθ’ ἃς αἱ κυβερνήσεις αὗται
1258ἔζων, διότι κατὰ δυστυχίαν τοιοῦτος ὑπῆρξεν ὁ βίος ἑκάστης
1259κυβερνήσεως καὶ αἱ μελέται αὐτῶν τοιαῦται· σκέψεις λέγω τοι-
1260αῦται τῶν κυβερνήσεων ἠνάγκασαν αὐτὰς νὰ μελετῶσι, καὶ νὰ
1261θεραπεύωσι μόνον τὰς ἀνάγκας τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν ἔμενον εἰς
1262τὰ πράγματα.
1263Ὅταν κατὰ τὸ 1863 ἐπετράπη ἡ ἔκδοσις τῶν ἐντόκων
1264γραμματίων καθὼς σᾶς εἶπον χθὲς, ἐπετράπη πρὸς μόνον τὸν
1265σκοπὸν, τοῦ νὰ ἀποκατασταθῇ ἡ ἰσοῤῥοπία μεταξὺ τῶν ἐξόδων
1266ἑκάστου μηνὸς καὶ τῶν ἐσόδων, τὰ ὁποῖα ἕκαστος τῶν μηνῶν
1267τοῦ ἔτους παρέχει. Ἀλλὰ τὰ ἐλλείμματα τὰ ἐτήσια ἐπήρχον-
1268το λίαν ἐπίμονα καὶ ἀπαιτητικά. Διὰ τοῦτο μετ’ ὀλίγον ἐξέ-
1269λιπεν ἡ εὐκολία τῶν ἐντόκων γραμματίων, διότι ταῦτα διετέ-
1270θησαν πρὸς πλήρωσιν τῶν ἐλλειμμάτων, καὶ ἡ διάδοχος Κυ-
1271βέρνησις ἐζήτησε νέα πάλιν ἔντοκα γραμμάτια 3 ἑκατομμυρίων.
1272Ἀλλὰ καὶ τὸ ποσὸν τῶν ἐντόκων γραμματίων, καί τοι αὐξη-
1273θέντων εἰς 6 ἑκατομμύρια, ἐξηντλήθη αὖθις, διότι τὴν αὐτὴν
1274μέθοδον ἠκολούθησαν καὶ αἱ διάδοχοι κυβερνήσεις, καὶ αὐτὸς ὁ
1275προκάτοχος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ τὸ νῦν ὑπουργεῖον.
1276Ἐπῆλθον τὰ ἐλλείμματα τοῦ 1875 καὶ τοῦ 1876, ἀπήτουν
1277χρήματα, καὶ τὰ ἔσοδα τοῦ κράτους δὲν ἐπήρκουν βεβαίως,
1278διότι ὑπῆρχον ἐλλείμματα. Πρόχειρος πάλιν θεραπεία, ἡ πρό-
1279τασις τοῦ νομοσχεδίου περὶ αὐξήσεως τῶν ἐντόκων γραμματίων
1280εἰς ἐννέα ἑκατομμύρια, τὴν θεραπείαν δὲ ταύτην ἐπῆλθε προ-
1281τεῖνον καὶ τὸ νέον ὑπουργεῖον. Καὶ ἔχει μὲν δίκαιον, διότι δὲν
1282ἔχει εἰς τὴν διάθεσίν του πλέον τὰ κεφάλαια τῶν ἐντόκων γραμ-
1283ματίων τῶν 6,000,000, σᾶς ζητεῖ δὲ νέα 3,000,000 διὰ νὰ
1284πληρώσῃ τὴν ἀνάγκην, διὰ νὰ διατηρήσῃ τὴν ἰσοῤῥοπίαν τῶν
1285ἐσόδων, τὰ ὁποῖα ἕκαστος τῶν μηνῶν παράγει. Ἡ μέθοδος εἶναι
1286ἡ αὐτὴ ἐμπειρική, ἐπιβαρύνουσα περισσότερον τὸν κ. Σωτηρό-
1287πουλον, παρὰ τὸν κ. Δεληγεώργην. Εἶπον περισσότερον ἐπιβα-
1288ρύνουσα τὸν κ. Σωτηρόπουλον, διότι ἠξίουν ἀπὸ τὸν κ. Σωτη-
1289ρόπουλον νὰ προλάβῃ τὴν ἀνάγκην, διὰ τὴν ὁποίαν ἐζήτησε τὸ
1290προσωρινὸν δάνειον τῶν ἐντόκων γραμματίων, προτείνων εἰς τὴν
1291Βουλὴν ἐγκαίρως τὰ πρὸς ἰσοῤῥοπίαν τῶν ἐσόδων πρὸς τὰ ἔξο-
1292δα ἀναγκαῖα μέτρα· ἀλλὰ εἰ καὶ ὀλιγώτερον, ἐπιβαρύνει ὅμως
1293καὶ τὸν κ. Δεληγεώργην, διότι νομίζω, ὅτι καὶ τὸ ὑπάρχον
1294ὑπουργεῖον δὲν εἶναι ἀπηλλαγμένον τῆς τοιαύτης αἰτιά-
1295σεως. Καὶ ἔχει μὲν τὸ δικαίωμα πρὸς δικαιολόγησίν του
1296νὰ σᾶς εἴπῃ, ἀφοῦ ἀναγνωρίζετε τὸ ἄνισον τῆς προσόδου ἑκά-
1297στου τῶν μηνῶν, ἀφοῦ δὲ τὴν θεραπείαν τῆς ἀνάγκης ταύτης
1298ἐνεκρίνατε νὰ θεραπεύητε δι’ ἐντόκων γραμματίων ποσοῦ 6,000,
1299000, αὐτὰ τὰ ἔντοκα γραμμάτια δὲν τὰ ἔχω εἰς τὴν διάθε-
1300σίν μου, διότι οἱ προκάτοχοι διέθηκαν αὐτὰ ἄλλως· ὅθεν δότε
1301μοι ἔντοκα γραμμάτια, διὰ νὰ λειτουργήσωσι πρὸς συντήρησιν
1302τῆς ἰσοῤῥοπίας ταύτης. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι συγχρόνως ὤφειλε
1303τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κ. Δεληγεώργη νὰ δώσῃ τὴν παραμυθίαν
1304εἰς τὴν Βουλὴν, τὴν ὁποίαν αὕτη εἶχε δικαίωμα νὰ ἀξιώσῃ,
1305προτεῖνον εἰς αὐτὴν τὰ μέτρα, διὰ τῶν ὁποίων ἤθελε βελτιώ-
1306σει τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ κράτους.
1307Συνομολογῶ, ὅτι ὁ κ. Δεληγεώργης ἦλθεν εἰς τὰ πράγματα
1308πρὸ 24 ὡρῶν, καὶ τὸ βραχύτατον τοῦτο διάστημα δὲν ἐξήρ-
1309κει εἰς ἕνα ἄνθρωπον ἀλλότριον τῶν δημοσίων ὑποθέσεων, διὰ
1310νὰ σᾶς προπαρασκευάσῃ καὶ ὑποβάλῃ μέτρα τοιαῦτα. Ἀλλ’ ὁ κ.
1311Δεληγεώργης εἶχε μεγαλειτέραν ὑποχρέωσιν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν
1312φέρουσιν οἱ ἀλλότριοι τῶν δημοσίων ὑποθέσεων· εἶχε δὲ μεγαλει-
1313τέραν ὑποχρέωσιν, διότι ὁ κ. Δεληγεώργης δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ
1314ᾖναι πρωθυπουργός· πρὶν γένηται πρωθυπουργός, εἶναι ἀρχηγὸς
1315μεγάλης πολιτικῆς μερίδος ἐν τῇ Βουλῇ, μετὰ τῆς ὁποίας διεκδικεῖ
1316καθ’ ἑκάστην τὴν ἐξουσίαν, βεβαιῶν τὸ κράτος καὶ τὴν πολιτείαν,
1317ὅτι αὐτὸς θέλει ἀναλάβει τὴν κυβέρνησιν τοῦ κράτους, ἐὰν ἀξιωθῇ
1318τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ θέλει διοικήσει καλ-
1319λίτερον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐκάθηντο εἰς τὰ ὑπουργικὰ ἑδώλια.
1320Καὶ ὤφειλον, κύριοι, νὰ κάμω τὴν παρατήρησιν ταύτην ἐπὶ
1321τῶν ἐντόκων γραμματίων, διότι, ἐὰν ἡμεῖς ἐνεδίδομεν εἰς τὴν
1322ἀνάγκην τὴν ἠτιολογημένην τοῦ ὑπουργείου, νὰ ἐψηφίζομεν τὸν
1323νόμον, νὰ ἀφίνομεν νὰ παρέλθῃ ἡ ἐποχὴ, χωρὶς νὰ ἐξετάσωμεν
1324τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα, ὦ βεβαιωθῆτε,
1325ὅτι τὸν ἐρχόμενον Φεβρουάριον 1878 ἦτο πολλὰ πιθανὸν ὁ ὑ-
1326πουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πάλιν νὰ ἐμφανισθῇ καὶ νὰ ζητήσῃ
1327παρ’ ὑμῶν νέα ἔντοκα γραμμάτια 3,000,000.
1328Πρέπει νὰ ᾖμαι δίκαιος. Μοὶ τὸ ἐπιβάλλει ἡ πολιτικὴ θέ-
1329σις, τὴν ὁποίαν ἔχω ἐν τῷ βουλευτηρίῳ. Θεωρῶ μετ’ ἀπαθείας
1330καὶ ἀδιαφορίας τὸν ἀνταγωνισμὸν τῶν ἀνταγωνιζομένων ἐν τῇ
1331παλαίστρᾳ ταύτῃ κομμάτων· δὲν πάλλει ἡ καρδία μου δι’ οὐ-
1332δέτερον αὐτῶν· ἐγὼ μόνον προσπαθῶ νὰ κατορθόνω νὰ συντελῶ
1333εἰς τὸ νὰ ψηφίζωνται, ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατόν, ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα
1334νομίζω χρησιμώτερα. Ἀφοῦ λοιπὸν δὲν μὲ συνδέει οὐδεὶς δεσμός,
1335κἀνὲν συμφέρον, οὔτε μετὰ τῆς μιᾶς, οὔτε μετὰ τῆς ἄλλης
1336πλευρᾶς, πρέπει νὰ ᾖμαι δίκαιος πρὸς τὸν κ. Σωτηρόπουλον.
1337Καὶ ἔχω συμφέρον νὰ ᾖμαι δίκαιος, διότι εἶμαι βέβαιος, ὅτι,
1338ἐὰν δὲν ὁμολογήσω τὴν δικαιοσύνην ταύτην, μόλις καταβῶ τὸ
1339βῆμα, ὁ κ. Σωτηρόπουλος θέλει μοὶ ἀπευθύνει τὴν ἐρώτησιν
1340ταύτην, καὶ μοὶ εἴπει: Πῶς νομίζετε, ὅτι δὲν προέβλεψα διὰ
1341τὸ ἔλλειμμα; Καὶ δὲν σᾶς ἔφερον οἰκονομικὰ νομοσχέδια, διὰ
1342τῶν ὁποίων ἐσκόπουν τὴν πλήρωσιν τοῦ ἐλλείμματος;
1343Ἐνδέχεται νὰ σφάλλω, ἐνδέχεται ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον
1344κρίνω, νὰ μὴ τυγχάνῃ τῆς ἐπιδοκιμασίας οὐδενὸς ἐξ ὑμῶν·
1345ἀλλ’ ὅμως χρεωστῶ νὰ σᾶς ἀνακοινώσω αὐτόν. Χρεωστῶ νὰ
1346σᾶς κάμω γνωστὴν τὴν κρίσιν μου καὶ σφαλερὰν ἔτι. Θέλω
1347εἶσθαι σύμφωνος περισσότερον μὲ τὴν συνείδησίν μου. Εὗρον ἐν
1348ταῖς σχέσεσι τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας μετὰ τοῦ κοινοβου-
1349λίου κατὰ τὸ παρελθὸν τοσαύτην ἀνωμαλίαν, ὥστε πολ-
1350λάκις ἠπόρησα ἂν εἶμαι εἰς κατάστασιν, νὰ δίδω τὴν
1351ψῆφον, τὴν ὁποίαν ἑκάστοτε ὁ κύριος πρόεδρος τῆς Βου-
1352λῆς μοὶ ἐζήτει καθ’ ὅλας τὰς ψηφοφορίας. Πλῆθος νομο-
1353σχεδίων, σωρηδὸν ῥιφθέντων ἐν τῷ μέσῳ, περὶ πάσης ὑποθέσεως
1354καὶ περὶ πάσης ὕλης. Βεβαίως δὲν ἠδύνατο μέλος τοῦ Κοινο-
1355βουλίου, Σώματος πολυμελοῦς ἐξ 190 βουλευτῶν συγκειμέ-
1356νου, νὰ ζητήσῃ τὴν τάξιν ἐκείνην, τῆς ὁποίας ἔχει ἀνάγκην,
1357διὰ νὰ μελετήσῃ τὰ πράγματα καὶ νὰ ἐκλέξῃ πρὸς ποῖα θέ-
1358λει τραπῆ πρῶτον, πρὸς ποῖα δὲ καθ’ ἑπόμενον λόγον. Μοὶ συ-
1359νέβη μάλιστα νὰ παρατηρήσω, ὅτι ὅλα τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα,
1360τὰ ὁποῖα σκοπὸν εἶχον ν’ αὐξήσωσι τὰ δημόσια ἔξοδα, ἦσαν το-
1361σοῦτον πρὸς ἄλληλα στενῶς συνδεδεμένα, ὥστε ἐγὼ, τὸ μέλος
1362τῆς Βουλῆς, δὲν ἠδυνάμην νὰ διακρίνω, ποῖα εἶναι προωρισμέ-
1363να διὰ τὰς ἐκτάκτους ἀνάγκας, ποῖα δὲ διὰ τὰς συνήθεις ἀ-
1364νάγκας τοῦ Κράτους· μοὶ συνέβη μάλιστα νὰ παρατηρήσω, ὅτι
1365καθ’ ὅλας τὰς περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἐπρόκειτο ὁ προσ-
1366διορισμὸς τῆς ἡμερησίας διατάξεως, τὰ οἰκονομικὰ ταῦτα νο-
1367μοσχέδια δὲν ἐφαίνοντο τυγχάνοντα τῆς ἰσχυρᾶς ἐκείνης καὶ
1368ἀμετατρέπτου προστασίας, τῆς ὁποίας πρέπει νὰ τυγχάνωσι
1369νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα συντελοῦσι, διὰ νὰ τακτοποιήσωσι
1370τὴν τακτικὴν λειτουργίαν τοῦ Κράτους. Καὶ περὶ τοῦ τελευ-
1371ταίου τούτου, τὸ ὁποῖον συνέπεια αἰτιῶν ἄλλων, εἶμαι ἠναγ-
1372κασμένος νὰ ὁμιλήσω, ὅταν ἔλθω εἰς τὸ δεύτερον μέρος τοῦ λό-
1373γου μου, τὸ ἀναγόμενον εἰς τὰς παρασκευάς. Θέλετε μοὶ ἐπι-
1374τρέψει νὰ σᾶς παρακαλέσω, νὰ λάβητε σημείωσιν τοῦ μέρους
1375τούτου, διὰ νὰ δυνηθῆτε νὰ συνδέσητε αὐτὰ, τὰ ὁποῖα σᾶς
1376λέγω τώρα, μὲ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θέλω σᾶς εἴπει πραγματευό-
1377μενος περὶ τοῦ δευτέρου μέρους.
1378Μοὶ φαίνεται δὲ παράδοξον, καὶ δὲν πρέπει νὰ ἀποσιωπήσω
1379τὸ φρόνημά μου, ὅτι κατὰ τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν ἐκλήθη ἡ Βου-
1380λὴ νὰ ἐξετάσῃ τὸν οὐσιωδέστατον ὅλων τῶν νόμων τοῦ Κράτους,
1381ὂν συντελοῦντα καὶ ὑποβοηθοῦντα τὴν λειτουργίαν τοῦ Κρά-
1382τους, μοὶ φαίνεται, λέγω, παράδοξον διότι δὲν ἠδυνήθην νὰ διί-
1383δω διακεκριμένας τὰς γνώμας τῆς Βουλῆς. Γνωρίζω ὅτι καὶ ἐν
1384τῇ Βουλῇ ταύτῃ ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑπάρχει
1385εἰς ὅλα τὰ κοινοβούλια, μία δηλαδὴ δεξιὰ πτέρυξ, σύμφωνος
1386μὲ τὴν Κυβέρνησιν ἡ ὁποία κυβερνᾷ, ἐντελῶς συμμεριζομένη τὰς
1387γνώμας αὐτῆς, καὶ ὑποστηρίζουσα ὅλα τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἡ
1388Κυβέρνησις διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ πρόκειται νὰ λάβῃ, ζητοῦ-
1389σα τὰς ἀναγκαίας πιστώσεις ἀπὸ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν·
1390γνωρίζω, ὅτι ἀπέναντι τῆς δεξιᾶς ταύτης πτέρυγος ὑπάρχει
1391πάντοτε ἡ ἀριστερά, ἡ ὁποία, ἄγρυπνος φύλαξ τῶν δημοσίων
1392συμφερόντων, πανταχοῦ ἀκολουθοῦσα τὴν Κυβέρνησιν, προτείνει
1393ὅλα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα νομίζει χρήσιμα πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν
1394ἐθνικῶν συμφερόντων ἢ τῶν ἀναγκῶν τῆς διοικήσεως. Ἀλλ’ ὁ
1395προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους συνεζητήθη κατὰ περίεργον
1396τρόπον. Μοὶ ἔκαμε δὲ τοῦτο τόσῳ μεγαλειτέραν ἐντύ-
1397πωσιν ἐφ’ ὅσον διέγνων χαλαρὰν καὶ ἀσθενῆ τὴν ὑπο-
1398στήριξιν ἐν τῇ δεξιᾷ πτέρυγι, ἐγκατάλειψιν δὲ πλήρη ἐν
1399τῇ ἀριστερᾷ, ἐξαιρουμένων προσώπων τινῶν, πρὸς τὰ ὁ-
1400ποῖα ὀφείλω καὶ ἐπὶ τούτῳ τιμὴν καὶ ὑπόληψιν. Ἡ πτέρυξ
1401αὕτη, ὡς σῶμα πολιτικὸν, δὲν ὤφειλε νὰ ζητήσῃ τὴν ἐφαρμο-
1402γὴν τοῦ προγράμματος, τὸ ὁποῖον ὁ ἀρχηγὸς αὐτῆς ἀνεκοίνωσεν
1403εἰς τὴν Βουλήν; Καὶ τί εἶπεν ἡ Κυβέρνησις, τῆς ὁποίας ἀρχη-
1404γὸς εἶναι ὁ σήμερον πρωθυπουργὸς κατὰ τὸν παρελθόντα Νοέμ-
1405βριον, ὅτε ἦλθε νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ πρόγραμμά
1406του; Εἶπεν ὅτι ἐσκόπει νὰ διαπράξῃ ὅλας τὰς παρασκευὰς
1407τοῦ Κράτους ἄνευ φόρων καὶ δανείων, διὰ μόνων τῶν οἰκονο-
1408μιῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Καὶ ποῖαι εἶναι αἱ οἰκονομίαι, τὰς
1409ὁποίας ὑμεῖς, κύριοι συνάδελφοι, ὡς πολιτικοὶ φίλοι τοῦ ἀρχη-
1410γοῦ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἐζητήσατε νὰ ἐπιτύχητε κατὰ
1411τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἡ δὲ πλειοψηφία δὲν παρε-
1412δέχθη; Διότι ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀνήκομεν οὔτε εἰς τὴν πλειο-
1413νοψηφίαν οὔτε εἰς τὴν μειονοψηφίαν, ἠθέλομεν εἶσθαι φυσικοὶ
1414σύμμαχοι ὑμῶν, καὶ ἠθέλομεν σᾶς ὑποβοηθήσει εἰς πραγμάτωσιν
1415τῶν οἰκονομιῶν ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἦσαν ἀπολύτως ἀναγκαῖαι
1416ἵνα ἐξυπηρετήσωσι τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ὁ
1417προϋπολογισμὸς ἐκρίθη καὶ παρ’ ὑμῶν ἐπουσιώδης ἐργασία.
1418Ἐψηφίσθη ὅλος, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι, ἂν ἡ Κυβέρνησις αὕτη
1419τύχῃ τῆς πλειονοψηφίας τοῦ Κοινοβουλίου καὶ δυνηθῇ νὰ ζήσῃ,
1420δὲν θέλει εἶσθαι δυνατὸν νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς ἑαυτὴν ἵνα προβῇ εἰς
1421τὴν πλήρη ἐφαρμογὴν αὐτοῦ, ἂν δὲν προβῇ κατὰ τὴν ἐκτέ-
1422λεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ εἰς ὅλας ἐκείνας τὰς χειρουργικὰς
1423ἐγχειρήσεις, τὰς ὁποίας δύναται ὡς ἐκτελεστικὴ ἐξουσία νὰ
1424πράξῃ.
1425§36ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτὸ δὲν τὸ θεωρεῖτε ὡς καθῆκον πάσης
1426Κυβερνήσεως, ὅτι ὀφείλει νὰ περιστείλῃ τὰς δαπάνας;
1427§37ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως. Ἐὰν ἐγὼ ἤμην εἰς τὴν θέσιν
1428σας, διὰ μιᾶς ἐκθέσεώς μου εἰς τὸν Βασιλέα ἤθελον ζητήσει
1429νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ μὴ προβῶ εἰς τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας δὲν
1430ἐνόμιζον ἀνυπερβλήτως ἀναγκαίας, δὲν μοὶ ἐπέβαλλε δὲ ἡ ὑπο-
1431χρεωτικὴ δι’ ἐμὲ ἐκτέλεσις τῶν νόμων.
1432Συνέπεσε νὰ μὴ ἔχω παντάπασιν σύμφωνον γνώμην πρὸς τὴν
1433γνώμην τοῦ ἐντίμου προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅτε
1434ὡς ἀρχηγὸς τῆς Κυβερνήσεως ἀνεκοίνωσε τὸ φρόνημά του κατὰ
1435τὴν 29 Νοεμβρίου· συνέπεσε δὲ νὰ μὴ ἔχω παντάπασιν σύμ-
1436φωνον γνώμην καὶ πρὸς τὴν γνώμην τοῦ πρώην προέδρου τοῦ
1437ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Δὲν συνεφώνουν μὲ τὸν κ. Κουμουν-
1438δοῦρον, διότι ἐνόμιζον, ὅτι ἠδύναντο νὰ ἐπιτευχθῶσιν οἰκονομίαι
1439τινὲς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων, διὰ τῶν ὁποίων ἠδύ-
1440νατο νὰ ἐπιζητηθῇ ἡ ἐλάττωσις τοῦ ἐλλείμματος. Δὲν ἤμην
1441σύμφωνος μὲ τὸν κ. Δεληγεώργην, διότι οὐδέποτε ἠδυνάμην
1442νὰ πιστεύσω, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ κατορθωθῇ αὐτὸ τὸ μέγα
1443κατόρθωμα, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Δεληγεώργης εἶχε τὸ θάῤῥος νὰ δια-
1444νοηθῇ καὶ νὰ σᾶς ὑποσχεθῇ, ὅτι δηλ. ἠδύνατο ἡ Ἑλλὰς νὰ
1445παρασκευασθῇ ἄνευ φόρων καὶ δανείων διὰ μόνων τῶν οἰκονο-
1446μιῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀφοῦ δὲ εὑρέθην ἐν τῷ μέσῳ τῶν
1447δύο αὐτῶν ἀντιθέτων γνωμῶν, προσεπάθουν νὰ συντελέσω εἰς
1448τὴν λογικὴν ἐλάττωσιν τῶν ἐξόδων, καὶ ἐνόμιζον ὅτι θέλω ἔχει
1449σύμμαχον τὴν πτέρυγα τὴν ἀριστεράν. Ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθην
1450νὰ εὕρω παρὰ τὴν πρόθυμον συνδρομὴν ὀλίγων τινῶν προσώπων,
1451πρὸς τὰ ὁποῖα καὶ ἐπὶ τούτῳ ὀφείλω καὶ τιμὴν καὶ χάριν.
1452§38ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μοὶ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς ἀναγνώσω τί πε-
1453ριεῖχεν ὡς πρὸς τοῦτο τὸ πρόγραμμά μου τῆς 29 Νοεμβρίου
1454(ἀναγινώσκει).
1455§39Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ προϋπολογισμὸς λοιπὸν ἐψηφίσθη,
1456καὶ ἔχετε ἐξ αὐτοῦ ἐπίσημον πληροφορίαν, ὅτι τὸ 1877 σᾶς
1457καταλείπει νέον ἔλλειμμα· καὶ ἡ ἐπίσημος πληροφορία σᾶς τὸ
1458ἐνδεικνύει ὅτι θέλει ἀνέλθει εἰς 2 περίπου ἑκατομμύρια. Ἐγὼ
1459εὔχομαι νὰ ᾖναι τόσον, καὶ ἵνα μὴ μὲ κρίνητε ὡς ἄνθρωπον
1460ὑπερβολικὸν, καὶ προσπαθοῦντα ἐκ παντὸς τρόπου νὰ σᾶς ἐμ-
1461πνεύσῃ τὰς πεποιθήσεις του, δὲν σᾶς ἀναγγέλλω ἀπὸ τοῦδε ὅτι
1462τὸ ἔλλειμμα ἂν ᾖναι τόσον μόνον πρέπει νὰ ἦσθε εὐχαριστημέ-
1463νοι· διότι ἔχω λόγους νὰ ὑπολογίζω, ὅτι θέλει εἶσθαι ἄνω τῶν
14642 ἑκατομμυρίων. Καὶ δὲν εἶμαι μὲν εἰς θέσιν νὰ εἴπω κατὰ
1465πόσας δεκάδας χιλιάδων ἢ ἑκατοντάδας θέλει εἶσθαι ὑποδεέ-
1466στερον τῶν 3,000,000, θέλει ὅμως ὑπερβῆ τὰ 2½ ἑκα-
1467τομμύρια, ἐὰν λειτουργήσῃ ὁ προϋπολογισμὸς ὡς ἐψηφίσθη.
1468Ἀλλὰ δὲν ἔχω σκοπὸν ν’ ἀνταγωνισθῶ οὐδὲ πρὸς τὴν μίαν,
1469οὐδὲ πρὸς τὴν ἑτέραν μερίδα. Ἔχω καὶ ὀφείλω νὰ ἔχω με-
1470γάλην ὑπόληψιν πρὸς τοὺς προϊσταμένους αὐτῶν καὶ τὰ μέλη.
1471Οὐδὲ ἡ θέσις μου ἡ πολιτικὴ μοὶ ἐπιβάλλει τοῦτο ὡς καθῆκον
1472δυσάρεστον· διότι ἡ πολιτική μου θέσις εἶναι μᾶλλον ἀνθρώ-
1473που ἐποπτεύοντος καὶ προσπαθοῦντος νὰ συντελῇ εἰς ὅ,τι νο-
1474μίζει καλόν· δὲν εἶναι θέσις ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος ἐκλήθη νὰ πα-
1475λαίσῃ ἐν τῷ κοινοβουλίῳ, ἵνα καταβάλλῃ τὸν ἀντίπαλόν του.
1476Διὰ τοῦτο λαμβάνων τὴν ἐλευθερίαν νὰ ᾖμαι δυσάρεστος πρὸς
1477ἑκάτερον τούτων, σύνοιδα ὅτι τὸ πράττω μόνον ἵνα ᾖμαι ὅσον
1478τὸ δυνατὸν περισσότερον σύμφωνος μὲ τὴν συνείδησίν μου· καὶ
1479ἵνα ᾖμαι σύμφωνος μὲ τὴν συνείδησίν μου, ὀφείλω νὰ δηλώσω,
1480ὅτι καὶ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις μοὶ ἐφάνη κατά τι ὑπο-
1481δεεστέρα τῆς ἀποστολῆς, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἐπὶ τῆς διοικήσεως
1482τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν
1483ἐξεπλήρωσε τὴν ἀποστολὴν, τὴν ὁποίαν ἡ θέσις της ἡ ἰδιάζουσα
1484τῇ διέγραφεν. Ὁ προϋπολογισμὸς ὅμως ἐψηφίσθη, καὶ βαίνομεν
1485εἰς τὰ μέσα τοῦ ἔτους, καὶ δυστυχῶς εἴμεθα εἰς τὸ τέλος τῆς
1486Βουλευτικῆς συνόδου, οἱ δὲ παρελθόντες μῆνες τῆς συνόδου αὐ-
1487τῆς δὲν μᾶς ἐχρησίμευσαν παντάπασιν ἵνα δυνηθῶμεν νὰ ἐπι-
1488θέσωμεν μικρὸν φάρμακον εἰς αὐτὴν τὴν μεγάλην πληγὴν, εἰς
1489αὐτὴν τὴν φαγέδαιναν, ἡ ὁποία μᾶς ἀπειλεῖ.
1490Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἡ εὐθύνη τῶν κυβερνώντων δὲν ἐπιβαρύνει
1491μόνους αὐτούς. Νομίζω, ὅτι, ἂν τῶν κυβερνώντων ἡ εὐθύνη ἔχῃ
1492χαρακτῆρα οὕτως εἰπεῖν δικαιογνωστικὸν, εὐθύνης νομικῆς, ἐκείνων
1493ὅμως οἱ ὁποῖοι μετὰ τῶν κυβερνώντων συμπράττουσιν ἡ εὐθύ-
1494νη οὐχ ἧττον ὑφίσταται, εἰ καὶ φέρει μόνον χαρακτῆρα πολι-
1495τικὸν, εὐθύνης ἠθικῆς· καὶ ἂν ὁ ἱστορικὸς ἤθελε μνησθῇ μετά
1496τινος δυσμενείας τῶν κυβερνήσεων τῶν παρελθουσῶν, διότι δὲν
1497ἐξεπλήρωσαν ὅ,τι ὤφειλον νὰ ἐκπληρώσωσιν ἵνα ἀποκαταστή-
1498σωσι τὴν ἰσοῤῥοπίαν τὴν οἰκονομικὴν τοῦ κράτος, ἐστὲ βέβαιοι
1499ὅτι δὲν θέλει λησμονήσει οὐδὲ τῶν βουλευτικῶν συνόδων, οὐδὲ
1500τῶν πλειονοψηφιῶν, αἱ ὁποῖαι συνελειτούργησαν μετὰ τῶν κυ-
1501βερνήσεων ἐκείνων. Λαμβάνω δὲ τὸ θάῤῥος νὰ σᾶς παρακαλέσω
1502νὰ δείξητε, ὅτι ἀναλογίζεσθε τὴν εὐθύνην ταύτην, καὶ νὰ μὴ
1503παραλείψητε οὐδὲν ἐξ ὅσων ἐξήρτηται ἐξ ὑμῶν, ἵνα ἀποκατα-
1504στήσητε τὴν οἰκονομικὴν ἰσοῤῥοπίαν ἐν τῷ Κράτει· καὶ ἂν τὸ
1505κατορθώσητε, ἐστὲ βέβαιοι ὅτι θέλετε προσφέρει πολύτιμον ὑπη-
1506ρεσίαν πρὸς τὸν τόπον.
1507Πρέπει νὰ φεισθῶ τοῦ χρόνου σας καὶ διὰ τοῦτο εἶμαι ἠναγ-
1508κασμένος νὰ θέσω τέρμα εἰς τὸ πρῶτον μέρος τῆς ἀγορεύσεως.
1509Μεταβαίνω εἰς τὸ δεύτερον, τὸ περὶ παρασκευῶν.
1510Ἡ ὑπόθεσις τῶν παρασκευῶν εἶναι ὑπόθεσις, ἡ ὁποία θίγει
1511τὴν καρδίαν ὅλων τῶν πολιτῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, ἡ
1512ὁποία ἀποτελεῖ τὴν ἐλπίδα καὶ ὅλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀνή-
1513κουσιν εἰς τὴν φυλήν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκομεν καὶ ἡμεῖς· καὶ
1514διὰ τοῦτο ἴδετε, κύριοι, ὅτι κατὰ τὴν δωδεκαήμερον συζήτη-
1515σιν, τὴν πολιτικὴν λεγομένην, ἣν ἐκάμομεν κατὰ τὴν ἔναρξιν
1516τῆς συνόδου, ὅλος ὁ κόσμος, καὶ αὐτὸς ὁ κόσμος τοῦ Ἑλληνι-
1517κοῦ Βασιλείου καὶ αὐτὸς ὁ ἐκτὸς, μετ’ ἄκρας προσοχῆς προσέ-
1518βλεπεν εἰς τὰ διαβουλεύματα καὶ τὰς ἀποφάσεις ἡμῶν· ἡμεῖς
1519δὲ παμψηφεὶ, μηδενὸς ἐξαιρουμένου, καὶ ἡ ἀριστερὰ καὶ ἡ δε-
1520ξιὰ πτέρυξ, καὶ οἱ ἄνω ἐκεῖ καθήμενοι, καί τινες παρακαθήμε-
1521νοι, πάντες ὡς εἷς ἄνθρωπος, εἴχομεν μίαν γνώμην, καὶ ἐδώκα-
1522μεν ψῆφον ὑπὲρ τῶν παρασκευῶν.
1523Μοὶ ἔλεγέ τις δὲ τὴν ἐπιοῦσαν. Ἦτο μάντις κακῶν, διότι
1524τὸ μέχρι τοῦδε παρελθὸν διάστημα ἐπεβεβαίωσε τὴν πρόῤῥησίν
1525του· εὔχομαι ὅμως ὁ μετέπειτα χρόνος νὰ τὸν διαψεύσῃ καθα-
1526ρῶς. Μοὶ ἔλεγεν, ὅτι ὅταν βλέπητε τοιαύτην ὁμοφωνίαν νὰ
1527δυσπιστῆτε· διότι ἐν ταύτῃ ὑπάρχει τι, τὸ ὁποῖον θέλει πα-
1528ρουσιασθῇ ὡς πρόσκομμα εἰς τὴν πραγματοποίησιν τῆς γνώμης
1529τῆς Βουλῆς. Καὶ πράγματι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον προεῖπε, ἀπεκαλύ-
1530φθη κατ’ ἀνάγκην, καὶ ἡ Βουλὴ εὑρέθη διῃρημένη εἰς τρεῖς δια-
1531κεκριμένας καὶ ἀποτόμους γνώμας.
1532Τὸ ὑπουργεῖον τοῦ χρόνου ἐκείνου ἐπαρουσίασε σχέδιον πλή-
1533ρους συστήματος, διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ὁποίου ἐνόμιζεν, ὅτι
1534θέλει πληρώσει τὴν ἐθνικὴν ταύτην ἀνάγκην. Μοὶ φαίνονται ὑ-
1535περβολικὰ τὰ συμπεράσματα καὶ αἱ ἐλπίδες, τὰς ὁποίας
1536ἐπὶ τοῦ σχεδίου ἐκείνου ἐστήριζε. Διακοσίας χιλιάδας μαχη-
1537τῶν ὑπελόγισεν, ὅτι θέλει δυνηθῆ νὰ συγκεντρώσῃ ὑπὲρ τῶν
1538ἐθνικῶν σκοπῶν. Μοὶ φαίνονται ὑπερβολικαί· ἀλλὰ τοῦτο δὲν
1539σημαίνει τίποτε. Ἂν ὁ συντάττων σχέδιον στηρίζῃ ἐπ’ αὐτοῦ με-
1540γαλειτέρας ἐλπίδας τῶν ἀληθῶν, εἶναι φυσικὸν ἀποτέλεσμα
1541τῆς ἐγωϊστικῆς ἰδιότητος τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ
1542περιπτύσσηται τὰς ἰδίας αὑτοῦ ἰδέας, καὶ νὰ προσδοκᾷ ἐξ
1543αὐτῶν ἀποτελέσματα μείζονα τῶν ἀληθῶν. Ἀλλ’ ἀπέναντι
1544τοῦ συστήματος τούτου, ἡ ἀριστερὰ πτέρυξ ὡς ἀντιπολίτευσις
1545δὲν γνωρίζω τί εἶπε· ὡς κυβέρνησις ὅμως ἡ ἀριστερὰ πτέρυξ
1546κατὰ τὴν 28 Νοεμβρίου σᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν ἀσπάζεται τὸ σύ-
1547στημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον τὸ ὑπουργεῖον ἔφερε. Σᾶς εἶπεν, ὅτι
1548πρὸ παντὸς ἄλλου πρέπει νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ ἰσοῤῥοπία τῶν ἐσό-
1549δων καὶ ἐξόδων τοῦ κράτους, πρέπει νὰ γείνῃ γνωστὸν ἂν
1550ᾖναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν περίσσευμά τι, τὸ ὁποῖον νὰ δυνη-
1551θῶμεν νὰ διαθέσωμεν εἰς τὰς ἐκτάκτους παρασκευὰς, καὶ μετὰ
1552ταῦτο ἐν ὑπερβολικῇ ἀνάγκῃ ἤθελε σκεφθῆ καὶ προτείνει ἂν
1553ᾖναι ἀνάγκη ἐκτάκτων φόρων, ἤθελε δ’ προβάλει τότε τοιού-
1554τους πρὸς τὸν ποθούμενον σκοπόν.
1555Ἐνταῦθα ἔχομεν δύω γνώμας ἀντιθέτους. Ἀλλὰ δὲν ἦσαν
1556μόνον αὗται· ἐπαρουσιάσθη καὶ τρίτη γνώμη, ἡ τῶν καθημένων
1557ἐκεῖ συναδέλφων, οἵτινες εἶπον ὅτι αὐτοὶ κρίνουσιν ὅλως διαφο-
1558ρετικὰ τὰ πράγματα. Δὲν ἐννοοῦσι νὰ ψηφίσωσιν οὐδὲ λεπτὸν
1559ἐκ τῶν ἐκτάκτων φόρων, τοὺς ὁποίους τὸ ὑπουργεῖον ζητεῖ διὰ
1560τοῦ σχεδίου, ἂν δὲν βασανίσωμεν πρότερον τὸ φορολογικὸν σύ-
1561στημα τῆς Ἑλλάδος καὶ ἂν δὲν εὕρωμεν ὅλας τὰς ἀναγκαίας
1562μεταβολὰς καὶ τροποποιήσεις, τὰς ὁποίας κρίνομεν ἀναποφεύ-
1563κτους ἵνα ἀποκατασταθῇ ἡ ἰσότης τῶν φόρων. Ἐγὼ δὲ, ὁ
1564ὁποῖος εἶχον μέγα παράπονον κατὰ τοῦ ὑπουργείου τοῦ κ. Κου-
1565μουνδούρου, διότι ἀφῆκεν ὅλον τὸ παρελθὸν νὰ περάσῃ ἀπράκτως,
1566διότι ἐνόμιζον ὅτι ἔπρεπε νὰ συγκαλέσῃ τὴν Βουλὴν κατὰ
1567τὸν μῆνα Ἀπρίλιον, ἵνα συζητήσῃ ἓν νομοσχέδιον στρατολογικὸν,
1568οὐχὶ διὰ νὰ κηρύξῃ τὸν πόλεμον, οὐχὶ ἵνα ἐνθαῤῥύνῃ ἐλπίδας,
1569ἀλλὰ νὰ καταστήσῃ τὴν Ἑλλάδα τοιαύτην, ὥστε νὰ δυνηθῇ
1570νὰ ἐφελκύσῃ τὴν προσοχὴν τῶν ἄλλων εἰς ἑαυτήν· ἐγὼ, ὁ
1571ὁποῖος εἶχον τὸ παράπονον τοῦτο, εὑρέθην εἰς πλήρη ἀμηχανίαν
1572τί νὰ κάμω. Νὰ ψηφοφορήσω τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Κουμουν-
1573δούρου, ἢ νὰ ἀρχίσω τὴν ἱστορίαν τοῦ φορολογικοῦ συστήματος,
1574καὶ νὰ ἴδω ἂν ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν δύναται
1575νὰ ἀντικαταστήσῃ τὸν ἔγγειον ἢ τοὺς ἑτέρους φόρους καὶ τὰ
1576τοιαῦτα. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι εὑρέθην εἰς μεγάλην ἀμηχανίαν. Ἴσως
1577ὑπάρχουσί τινες οἱ ὁποῖοι εὑρίσκουσιν ἀσύγγνωστον τὴν εἰλι-
1578κρίνειάν μου καὶ μὲ κατακρίνουσι· νομίζω, ὅτι τὴν χρεωστῶ,
1579διότι ἡ ὑπόθεσις περὶ τῆς ὁποίας πρόκειται εἶναι κοινὴ, καὶ
1580ἀφορᾷ τὸ ἐνεστὼς καὶ τὸ μέλλον τῆς Ἑλληνικῆς χώρας.
1581Ἀλλὰ μήπως ἦτο μόνον αὐτὸ τὸ κακόν; Εἰσήλθομεν εἰς
1582ἕτερον, ἔχον κύκλον ἀδιέξοδον, καὶ λυπηρόν· διότι αἰωνίως
1583ἡ Ἑλλὰς ἀναγκάζεται νὰ συζητῇ θεωρίας καὶ δόγματα
1584περὶ συνταγματικοῦ δικαίου καὶ περὶ κοινοβουλευτικοῦ πολι-
1585τεύματος, καὶ αἰωνίως αἱ συζητήσεις αὗται προωρίσθησαν
1586νὰ ἐπιπροσθῶσιν εἰς τὸ ἐλάχιστον βῆμα, τὸ ὁποῖον ὡς
1587Κράτος ἢ ὡς ἔθνος πρέπει νὰ κάμῃ. Τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κ. Κου-
1588μουνδούρου ἔπεσε, καὶ ἐκλήθη ὁ κ. Δεληγεώργης ἵνα σχηματίσῃ
1589Κυβέρνησιν. Ἀπέναντι τοῦ κ. Κουμουνδούρου ὑπῆρξε πλειοψη-
1590φία, ἐν τῇ ὁποίᾳ διέπρεπεν ὁ κ. Δεληγεώργης, καὶ τῇ ἀληθείᾳ
1591δὲν δύναταί τις νὰ διαμφισβητήσῃ τὴν ἰδέαν, ἥτις ἐπῆλθεν εἰς
1592τὸ Στέμμα νὰ καλέσῃ τὸν κ. Δεληγεώργην ἵνα σχηματίσῃ Κυ-
1593βέρνησιν· ὁ δὲ κ. Δεληγεώργης εἶχε πλήρη τὴν ἐλευθερίαν νὰ
1594κρίνῃ ἂν συνδέηται δι’ ἀλληλεγγύης μετὰ τῆς ἀπολύτου πλειο-
1595ψηφίας τοῦ Κοινοβουλίου, ἡ ὁποία ἦτο ἀναποφεύκτως ἀναγκαία
1596ἵνα ἐργασθῇ. Ἔκρινεν οὕτω καὶ ἐπείσθη; Δὲν εἶναι δυνατόν·
1597διότι οἱ ἔντιμοι βουλευταὶ, μεθ’ ὧν συνεψηφοφόρησε, τῷ εἶπον
1598ὅτι δὲν ἤθελον νὰ μετάσχωσι τῆς εὐθύνης αὐτῆς. Ἀλλ’ ὁ κ.
1599Δεληγεώργης ἐνόμισε καθῆκόν του νὰ σχηματίσῃ ὑπουργεῖον,
1600καὶ ἐσχημάτισεν, ἀλλὰ τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο δὲν ἐπλήρου τοὺς
1601ὅρους τῆς Κοινοβουλευτικῆς ζωῆς. Καὶ ποῖον ὑπῆρξε τὸ ἀποτέ-
1602λεσμα; Ἔπεσε τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κ. Δεληγεώργη· ἀλλὰ μό-
1603λις ἀνετράπη τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κ. Δελιγεώργη, ἐκλήθη ἐκεῖνος ὁ
1604ὁποῖος μεταξὺ τῶν ἀνατρεψάντων τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κ. Δελη-
1605γεώργη διέπρεπε, καὶ τὸ Στέμμα εὐλόγως προσέφυγεν εἰς αὐ-
1606τόν. Καὶ οὗτος δὲ ἐνόμισεν, ὅτι εἶχε καθῆκον νὰ σχηματίσῃ
1607Κυβέρνησιν· ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις αὐτοῦ ἦτο συνδεδεμένη μετὰ
1608τῆς πλειοψηφίας τοῦ Κοινοβουλίου, ὥστε νὰ δυνηθῇ νὰ βιώσῃ;
1609ὄχι. Ἐκυβέρνησε δύω ἥμισυ μῆνας, ἀλλ’ ἐκυβέρνησε χωρὶς νὰ
1610δυνηθῇ νὰ πράξῃ τι, διότι αἱ διάφοροι μερίδες ἐνόμισαν, ὅτι δὲν
1611ἔπρεπε νὰ λάβωσι τὴν εὐθύνην τῆς ἀνατροπῆς τῆς Κυβερνήσεως,
1612καὶ ἠνέχθησαν αὐτήν. Ἡ Κυβέρνησις ὅμως ἐκείνη δὲν ἦτο Κυ-
1613βέρνησις, καὶ ἀπωλέσαμεν μόνον χρόνον. Ἐπῆλθε τέλος ἡ ἀνα-
1614τροπὴ τοῦ κ. Κουμουνδούρου. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἕκαστος τῶν
1615πολιτευομένων ἔχει ἓν δικαίωμα καὶ ἓν καθῆκον· τὸ δικαίωμα,
1616τὸ ὁποῖον ἔχει, ἀποτελεῖ τὴν ἔνδειξιν ἐκ τῆς ὁποίας τὸ Στέμμα
1617ὁδηγούμενον καλεῖ αὐτὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ τόπου· τὸ
1618καθῆκον αὐτοῦ εἶναι νὰ μὴ ἀναλαμβάνῃ νὰ σχηματίσῃ Κυβέρ-
1619νησιν, ἂν δὲν ἔχῃ τὴν πεποίθησιν, ὅτι συνδέεται δι’ ἀλληλεγγύης
1620πρὸς τὴν πλειοψηφίαν τοῦ Κοινοβουλίου. Δύναταί τις νὰ παρε-
1621ξηγήσῃ τὴν γνώμην μου· ἂς εἴπῃ ὅμως ὅ,τι θέλῃ. Αἱ ὑπόνοιαι
1622καὶ αἱ σκέψεις αὐτοῦ δὲν θέλουσι μὲ ἀποτρέψει νὰ εἴπω τὴν
1623γνώμην μου.
1624Τὸ σύστημα τοῦτο, κύριοι, ἐγκαθιδρύει κατ’ ἄλλον τρόπον
1625τὴν μειοψηφίαν ἐν τῇ Κυβερνήσει, καὶ γεννᾷ πόλεμον ἀδιάκο-
1626πον μεταξὺ τῶν Κυβερνήσεων καὶ τῆς πλειοψηφίας, καὶ κατα-
1627δικάζει τὴν ἐξουσίαν εἰς πλήρη ἀναίρεσιν, ἀναίρεσιν δηλαδὴ τῆς
1628χρησιμότητος αὐτῆς, καὶ καταδικάζει ὡσαύτως τὴν πολιτείαν
1629εἰς ἀργίαν. Καὶ δὲν διήλθομεν εἰς ἀργίαν τοσούτους μῆνας;
1630Ὁ κύριος βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἐπετέθη πρὸ μικροῦ μὲ
1631φωνὴν ἐμπνευσμένην ὑπὸ εὐγενῶν αἰσθημάτων κατὰ τοῦ βου-
1632λευτοῦ ἐκ Μεσσήνης, καὶ μοὶ φαίνεται ὅτι ἡ ἐπίθεσίς του ἦτο
1633ἰσχυροτέρα ἀπὸ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ὁ πρόεδρος τῆς Κυβερνή-
1634σεως δύναται συνήθως νὰ μετέρχηται κατὰ τῶν μελῶν τοῦ Κοι-
1635νοβουλίου· διότι ἁρμόζει περισσότερον ὁ τρόπος οὗτος εἰς τὸν
1636ἀρχηγὸν τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἐπιτιθέμενον κατὰ τῆς Κυβερνή-
1637σεως, ἢ εἰς τὸν ἀρχηγὸν τῆς Κυβερνήσεως, ἐπιτιθέμενον κατὰ
1638τῶν προκατόχων του. Τὴν ἐπίθεσίν του ἐκείνην ἐνέπνεον ἴσως
1639εὐγενῆ αἰσθήματα. Τί ἐκάματε τὰς παρασκευάς; τίποτε. Ἐ-
1640ψηφίσατε νόμον περὶ ἐκτάκτου στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ, ἀλλ’ ἵνα
1641λειτουργήσῃ ἀπῃτοῦντο χρήματα· χρήματα δὲν ἔχομεν. Ἐψηφί-
1642σατε νόμον περὶ δανείου 10,000,000, ἀλλ’ ἐψηφίσθη ἀτελῶς, ὁ
1643νόμος δὲ δὲν παρήγαγε χρήματα. Ἐπροτείνατε νόμον περὶ προ-
1644σθέτων φόρων, αὐτὸς ἐστάλη εἰς ἐπιτροπήν, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ
1645ἔφερε τὴν ἔκθεσίν της, παρῆλθε καιρός, καὶ ἀπὸ τοῦ μηνὸς Νοεμ-
1646βρίου δὲν ἐτέθη μέχρι τοῦδε εἰς συζήτησιν, ὀλίγαι δὲ μένουσιν
1647ἡμέραι εἰς τὴν Βουλὴν μέχρι τέλους τῆς συνόδου. Ἂν δέ τις
1648ἐρωτήσῃ τί ἔπραξεν ἡ Βουλὴ ἄχρι τοῦδε, ἤθελον εἰπεῖ, ὅτι ἐψή-
1649φισε μόνον τὸν περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν νόμον, διότι ὅλα τὰ
1650ἄλλα ἦσαν ἀνάξια τῆς ἀποστολῆς της. Ἡ ἀπραξία δέ, ἥτις
1651καταγγέλλεται σήμερον, νομίζω, ὅτι ἔχει κυρίαν ἀφορμὴν τὴν
1652ἔλλειψιν πλειονοψηφίας ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ὑποστηριζούσης τὴν
1653Κυβέρνησιν, διότι, ἂν τοιαύτη ὑπῆρχε, ἡ Κυβέρνησις ἤθελε φέρει
1654τὰ μέτρα της, ἡ δὲ Βουλὴ ἤθελε τὰ ψηφίσει. Ἡ ἀντιπολίτευ-
1655σις δὲ ἤθελε συντελέσει εἰς τὰς διαφόρους βελτιώσεις, τὰς ὁποίας
1656ἤθελε κρίνει ὠφελίμους. Σήμερον ὅμως δὲν ἔχομεν τίποτε, πε-
1657ριπλανώμεθα ὡς περιπλανᾶταί τις εἰς τὴν Ὠκεανίαν ἄνευ ναυ-
1658κλήρου. Ἐπαρουσιάσθη τὸ νομοσχέδιον περὶ στρατολογίας καὶ
1659ἐκεῖ εὑρέθημεν εἰς κύκλον ἀδιέξοδον· πολλάκις δὲν ἐνοούμεθα,
1660τὸ δὲ πόρισμα ἦτο ὅτι ἀπειλεῖται τὸ σύνολον νὰ καταψηφισθῇ
1661καὶ ματαιωθῇ. Ἀλλὰ πρέπει ἡ κατάχρησις αὕτη νὰ ἐξακολου-
1662θήσῃ; Νομίζω ὄχι.
1663Βεβαίως εἶμαι ἄτολμος. Καὶ ἔχω δίκαιον νὰ ᾖμαι ἄτολμος·
1664διότι μίαν ἑσπέραν εἶδον νὰ ἀδελφοποιηθῶσιν ὅλα τὰ κόμματα ἐν
1665τῷ περιβόλῳ τούτῳ, καὶ νὰ γείνωσιν εἷς ἄνθρωπος, καὶ νὰ ἀπο-
1666κρούσωσι τὴν πρότασιν τὴν ὁποίαν ἐπρότεινα. Καὶ ἔχω δίκαιον νὰ
1667ᾖμαι ἄτολμος, διότι ἀναγνωρίζω, ὅτι τὰ κόμματα, τὰ ὁποῖα
1668συνέπραξαν εἰς τὴν ἀπόκρουσιν τῆς προτάσεώς μου, δὲν ὤκνησαν
1669νὰ ἑρμηνεύσωσι τὴν ἐπιοῦσαν διὰ τῶν ἡμιεπισήμων ὀργάνων των
1670ἐν τῷ τύπῳ τὴν ψῆφον ἐκείνην τῆς Βουλῆς, καὶ νὰ καταδείξω-
1671σιν ὅτι ἡ ἀπόκρουσις τῆς προτάσεώς μου εἶναι ἀποδοκιμασία
1672τῆς Βουλῆς, μομφὴ, ἣν αὕτη ἐξετόξευσε κατ’ ἐμοῦ τοῦ προ-
1673τείναντος.
1674Δὲν ἔχω λοιπὸν τὸ θάῤῥος οὐδὲ τὴν τόλμην νὰ ἐπαναλάβω
1675πρὸς ὑμᾶς προτάσεις, οὐδὲ σκοπεύω, κύριοι, νὰ σᾶς ἐνδείξω τί
1676φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ πράξητε. Χρεωστῶ ὅμως νὰ σᾶς εἴπω
1677καὶ ὡς συνάδελφός σας καὶ ὡς πολίτης, ὅτι δὲν εἶναι δυ-
1678νατὸν πλέον νὰ ἐξακολουθήσωμεν βαίνοντες τὴν αὐτὴν
1679ὁδὸν, τὴν ὁποίαν ἔβημεν δώδεκα ἤδη ἔτη· ὅτι πρέπει
1680νὰ ἐξεύρωμεν σημεῖον, τὸ ὁποῖον νὰ συμβιβάζῃ τὸ κρατοῦν
1681πολίτευμα μὲ τὴν διοίκησιν, διότι, ἐν ὅσῳ δὲν ἐξεύρωμεν τὸν
1682συμβιβασμὸν τοῦ κρατοῦντος πολιτεύματος μετὰ τῆς διοική-
1683σεως, θέλομεν περιπλανᾶσθαι ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ ἔθνους καὶ ἐπὶ
1684ἐλαττώσει τῆς ὑπολήψεως καὶ τῆς τιμῆς τοῦ κράτους. Ἂν
1685ᾖναι δυνατὸν νὰ ἐξεύρωμεν τὸν συμβιβασμὸν αὐτὸν, θέλομεν
1686ἔχει τὴν ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ τόπου, διοίκησιν πλή-
1687ρη καὶ ἀκμαίαν, καὶ θέλομεν ἐνισχύσει τὴν ἀτομικὴν ἐνέργεαν
1688εἰς τὸ μέγα στάδιον τῆς κοινωνικῆς δραστηριότητος. Θέλομεν
1689ἔχει λειτουργοὺς τοῦ κράτους, ἐργαζομένους νυχθημερὸν, πολί-
1690τας ἔχοντας πλήρη τὴν συνείδησιν τοῦ καθήκοντος πρὸς τὴν
1691πατρίδα των· ἂν κύριοι, δὲν ἔχητε κανὲν τούτων σήμερον, λυ-
1692ποῦμαι, διότι προβλέπω, ὅτι τὸ κακὸν τὸ ὁποῖον ὑπῆρχεν ἐν τῷ
1693ὑπουργείῳ ἐκείνῳ, τὸ ὁποῖον ἔδωκε τὴν παραίτησίν του, δηλ.
1694ἡ ἔλλειψις σταθερᾶς πλειονοψηφίας μετὰ τῆς ὁποίας νὰ συν-
1695δέηται δι’ ἀλληλεγγύης, ὅτι τὸ κακὸν αὐτὸ ὑπάρχει καὶ ἐν
1696τῇ παρούσῃ κυβερνήσει.
1697Δέκα ἐννέα ἡμέρας μετροῦμεν ἀκόμη μέχρι τοῦ τέλους τῆς
1698συνόδου, καὶ θέλετε δυνηθῆ νὰ διαπράξητέ τι ἐν τῷ διαστή-
1699ματι τούτῳ ἐκ τῶν πολλῶν, τὰ ὁποῖα ὀφείλετε; Ἀναφέρομαι
1700εἰς τὴν συνείδησίν σας.
1701Ἐπροτάθησαν ἄλλοτε ὑπὸ διαφόρων ποικίλαι γνῶμαι. Αἱ
1702γνῶμαι περιεστράφησαν εἰς τὸν τρόπον τῆς συστάσεως τῶν
1703κυβερνήσεων εἰς τὸ μέλλον, διὰ τοῦ ὁποίου ἤθελε κατορθωθῆ ἡ
1704ἀποκατάστασις κυβερνήσεως τοιαύτης· γνώμην τοιαύτην εἶχε
1705τὸ τότε ὑπουργεῖον μετὰ τῶν τότε συμμάχων του· γνώμην
1706ἄλλην εἶχεν ἡ ἀντιπολίτευσις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, γνώμην
1707ἄλλην εἶχον οἱ παρακαθήμενοι ἄνω ἔντιμοι συνάδελφοι· ἀλλ’
1708εἴδατε, ὅτι οὐδεμία τῶν γνωμῶν τούτων δὲν ἐπραγματώθη,
1709καὶ δέκα ἐννέα σήμερον ἡμέρας πρὸ τοῦ τέλους τῆς συνόδου
1710εὑρισκόμεθα εἰς τὴν αὐτὴν ἀμηχανίαν.
1711Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ ἐπαναλάβω πρὸς ὑμᾶς
1712τὴν θερμὴν σύστασιν, ὅτι πρὸ παντὸς ἄλλου περὶ αὐτοῦ πρέπει
1713νὰ μεριμνήσητε, ἵνα ἀποκαταστήσητε τὴν πλήρη ἁρμονίαν με-
1714ταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Κοινοβουλίου.
1715§40ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (πρωθυπουργός). Κύριοι, ὁ ἐπίλογος τῆς
1716ἀγορεύσεως τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Γόρτυνος ὑποχρεοῖ τὸ ὑ-
1717πουργεῖον νὰ ἐξηγηθῇ εὐθὺς ἀμέσως· διότι τὸ ὑπουργεῖον ἀντι-
1718προσωπεύει τὸ Στέμμα, καὶ συγχρόνως συγκροτεῖται ὑπὸ ἀν-
1719δρῶν ἀνηκόντων εἰς τὸ Κοινοβούλιον καὶ σταθερῶς πολιτευο-
1720μένων. Οὔτε δὲ ὡς σύμβουλοι τοῦ Στέμματος ἠμποροῦμεν νὰ
1721παραλείψωμεν τὸ καθῆκον τοῦ νὰ καταστήσωμεν γνωστὴν εἰς
1722τὸν Ἡγεμόνα τὴν ἀνωμαλίαν τὴν κοινοβουλευτικὴν καὶ συν-
1723ταγματικὴν, ἥτις κατηγγέλθη πρὸ μικροῦ ὑφ’ ἑνὸς τῶν ἐγκρι-
1724τωτάτων μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου, οὔτε ἡμεῖς ὡς ἄνδρες πολι-
1725τικοὶ καὶ συνταγματικοὶ καὶ κοινοβουλευτικοὶ δυνάμεθα νὰ
1726παραλείψωμεν τὸ καθῆκον, τοῦ νὰ καταστήσωμεν τὴν θέσιν
1727ἡμῶν νόμιμον, σύμφωνα μὲ τοὺς κανόνας τοὺς κοινοβουλευτι-
1728κοὺς, καὶ ἀνεπίδεκτον πάσης μομφῆς ὁποίαν δύναταί τις
1729νὰ ἐξάξῃ ἐκ τῶν λόγων τοῦ κυρίου Δηλιγιάννη, εἰ καὶ
1730αὐτὸς οὐδὲ μομφὴν ἐναντίον τοῦ ὑπουργείου ἐπὶ ἀντισυν-
1731ταγματισμῷ ἔῤῥιψεν, οὐδὲ ζήτημα ἐμπιστοσύνης ἔθεσε·
1732διότι κατ’ οὐδὲν διαφέρουσι οἱ δημοσίᾳ λεγόμενοι λόγοι περὶ
1733ζητημάτων τόσῳ μεγάλων καὶ θεμελιωδῶν, εἴτε λέγονται μὲ
1734τρόπον ἄμεσον, καταφανῆ καὶ ῥητὸν, εἴτε πλαγίως καὶ ἐμμέ-
1735σως, ἀλλ’ ἀμέσως φέροντες πρὸς τὸν ἴδιον συλλογισμὸν καὶ τὸ
1736ἴδιον συμπέρασμα.
1737Ὀφείλω ἐν πρώτοις ν’ ἀναφέρω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἱστορίαν
1738αὐτῶν τῶν μεταβολῶν, αἱ ὁποῖαι ἐνέπνευσαν τοὺς τελευταίους
1739λόγους εἰς τὸν ἀξιότιμον προλαλήσαντα. Τῷ ὄντι μετὰ μακρὰς
1740καὶ παρατεταμένας συζητήσεις τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κ. Κουμουν-
1741δούρου, τὸ σχηματισθὲν κατὰ τὴν 15ην Ὀκτωβρίου 1875,
1742ἐξέπεσε τῆς ἐξουσίας κατὰ τὸν Νοέμβριον μῆνα 1876, καὶ ἐξέ-
1743πεσεν ἕνεκα τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς· ἐγὼ δὲ τὴν ἐπιοῦσαν ἢ τὴν
1744παρεπιοῦσαν ἐκλήθην παρὰ τοῦ Βασιλέως.
1745Ἐνθυμεῖσθε ὅτι δὲν ἐδέχθην τὴν ἐντολὴν, ἣν ὁ Βασιλεὺς ἤθε-
1746λησε νὰ μὲ ἐπιφορτίσῃ· ἐνθυμεῖσθε ὅτι τὸ ὑπουργεῖον τὸ πεσὸν
1747ἐπανῆλθε καὶ πάλιν εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ὅτι ἐξηκολούθησε τὰς
1748συζητήσεις, καὶ ὅτι ἡ Βουλὴ ἐξήνεγκεν ἐκ νέου ψῆφον ἀναγκά-
1749σασαν αὐτὸ νὰ παραιτηθῇ ἐκ δευτέρου Προσεκλήθην τότε καὶ
1750πάλιν καὶ μοὶ ἀνετέθη ἡ ἐντολὴ νὰ σχηματίσω Κυβέρνησιν. Ἐ-
1751συμβουλεύθην περὶ τούτου τὰ ἀξιότιμα μέλη τῆς Βουλῆς δι’ οὗ
1752τρόπου ἐνόμισα καταλληλότερον, ἂν πρέπει νὰ δεχθῶ τὴν ἐν-
1753τολὴν ταύτην· τὴν ἐδέχθην, προσῆλθον εἰς τὴν Βουλὴν, ἔτυχον
1754τῆς ὑποστηρίξεως τῶν μελῶν αὐτῶν, ἀλλ’ ἡττήθην· ἡ Βουλὴ
1755ἀπεφάνθη ὅτι ἤθελε παραβῆ τοὺς κανόνας τοὺς κοινοβουλευτι-
1756κοὺς ὑποστηρίζουσά με. Οἱ ψηφίσαντες ὡς ἐψήφισαν εἶχον τὸ
1757αἴσθημα, ὑποθέτω, ὅπερ ἔδειξεν ὅτι εἶχεν ἀγορεύων ὁ βουλευ-
1758τὴς Γόρτυνος. Ἤθελαν νὰ ἐξέρχηται ἐκ τοῦ Κοινοβουλίου Κυβέρ-
1759νησις πλειονοψηφίας, πλειονοψηφίας ἀκραδάντου, ἀλλὰ δυστυ-
1760χῶς δὲν ἠδυνήθησαν νὰ ἐκτελέσωσι τὸν σκοπόν των τοῦτον, ὡς
1761ἠδυνήθησαν νὰ δώσωσι ψῆφον πρὸς ἀνατροπὴν τῆς Κυβερνήσεως,
1762ἧς εἶχον τὴν τιμὴν νὰ προεδρεύω. Τὸ ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον μὲ
1763διεδέχθη, δὲν ἦτο νομίζω ὑπουργεῖον πλειονοψηφίας. Ὁ κ. Κου-
1764μουνδοῦρος ἦλθεν εἰς τὰ πράγματα τὸ δεύτερον ἀσθενέστερος
1765τὴν κοινοβουλευτικὴν δύναμιν ἀφ’ ὅ,τι ἐξῆλθε τὸ πρῶτον· πι-
1766στεύω ὅτι εἰς τοῦτο δὲν πλανῶμαι, καὶ ὅτι σεῖς πάντες, οἱ ὁ-
1767ποῖοι γνωρίζετε τὰ πράγματα, ἐνθυμεῖσθε τὰς περιστάσεις ὑπὸ
1768τὰς ὁποίας κοινοβουλευτικῶς ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἀνέλαβεν ἐκ
1769δευτέρου τὰς ἡνίας τοῦ Κράτους.
1770Ἠδύνατό τις ἴσως νὰ παρατηρήσῃ ὅτι δὲν ὑπῆρχεν τότε
1771ἀφορμὴ διαδοχῆς. Ἀφορμὴ διαδοχῆς ἠδύνατο νὰ ὑπάρχῃ, ὅταν
1772ἡ πλειονοψηφία, ἥτις ἀνέτρεψεν τὸ ὑπουργεῖον, προσέφερεν ὑπουρ-
1773γεῖον νέον ὑποστηριζόμενον ὑπ’ αὐτῆς· ἐὰν δὲ ἐπρόκειτο τὸ
1774ὑπουργεῖον τῆς μειονοψηφίας νὰ τὸ διαδεχθῇ ὑπουργεῖον μειο-
1775νοψηφίας, ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἀφορμὴ δια-
1776δοχῆς· ἀλλ’ οὔτε τὸ εἶπέ τις, οὔτε τώρα τὸ ἀναμιμνήσκω εἴτε
1777διὰ νὰ κάμω παράπονον εἴτε διὰ νὰ φέρω καμμίαν παρατή-
1778ρησιν εἰς τὰ λεγόμενα· τὸ ἀνέφερα μόνον, διότι ἐπιθυμῶ νὰ
1779ἐνθυμίσω τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Γόρτυνος ὅτι τὴν παρατήρη-
1780σιν, ἣν ἔκαμε σήμερον, διὰ τὸν ἴδιον λόγον ἠδύνατο νὰ κάμῃ
1781τὴν ἐποχὴν ἐκείνην κατὰ τὸν Νοέμβριον τοῦ 1876.
1782Μετὰ τὴν ἀποχώρησίν μου ἐκ τῶν πραγμάτων, κύριοι, ἡμέ-
1783ραι ἀπέρασαν καὶ ἡ πλευρὰ εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκω ἀπεφάσισε νὰ
1784διευκολύνῃ ὅσον εἰς αὐτὴν ἀπέκειτο τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου,
1785τὸ ὁποῖον πρὸ μικροῦ ἐσύστησεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Γόρτυνος.
1786Τὸ πολιτικὸν αὐτὸ κόμμα συνεδρίασε καὶ ἐσκέφθη τὰ ἑξῆς·
1787κατὰ τὰς ἰδέας μας, εἶπον, ὁ τόπος φθείρεται, ἡ δὲ πολιτικὴ ἡ
1788ὁποία διευθύνει τὸ κράτος ἀπέτυχε προφανῶς· ἡ ζημία δι’ ἀμ-
1789φοτέρους τοὺς λόγους εἶναι μεγίστη, ἑπομένως καὶ τὸ καθῆκόν
1790μας εἶναι ὑπέρτατον· πρέπει νὰ συντελέσωμεν ὅσον δυνάμεθα,
1791ὅπως σχηματισθῇ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία νὰ μεταβάλῃ ἀμφότερα.
1792Μετὰ τὸν συλλογισμὸν τοῦτον ἐπῆλθε συλλογισμὸς ἄλλος· τὸ
1793ἔργον διὰ τοῦτο δὲν κατορθοῦται ἐν τῇ Βουλῇ πρὸ τοσούτου
1794χρόνου, εἴπαμεν, διότι ἔχει δυσκολίας· ἄρα δὲν ἀρκεῖ μόνον νὰ
1795ἀποφασίσωμεν τὸ πρᾶγμα καὶ νὰ λάβωμεν τὴν πρωτοβουλίαν
1796τῆς ἐκτελέσεώς του, ἀπαιτεῖται πρὸς τοῦτο εἰλικρινῶς ν’ ἀπο-
1797φασίσωμεν, ὅτι εἴμεθα πρόθυμοι νὰ συντελέσωμεν εἰς τὴν ἄρσιν
1798τῶν δυσκολιῶν· ἀλλὰ κατὰ τί ἔκειτο εἰς τὴν ἐξουσίαν μας τὰς
1799δυσκολίας ταύτας νὰ τὰς ἀπομακρύνωμεν; ἔκειτο εἰς τὴν ἐξου-
1800σίαν μας νὰ ἀπομακρύνωμεν τὴν φιλοπρωτίαν, ἔκειτο εἰς τὴν
1801ἐξουσίαν μας ν’ ἀπομακρύνωμεν τὸ ἴδιον πολιτικὸν συμφέρον,
1802ἔκειτο εἰς τὴν ἐξουσίαν μας νὰ λησμονήσωμεν πᾶσαν ἰδέαν ἐξ
1803ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι εἰς ἄλλην περίστασιν θεωροῦνται καὶ εἶναι
1804εὐγενέσταται ἰδέαι, κινοῦσαι τὰ πολιτικὰ κόμματα εἰς τὸν βίον
1805αὐτῶν. Διὸ εἴπαμεν ὅτι ἂν κατὰ τὸ φρόνημά μας τὸ ὑπάρχον
1806σήμερον κακὸν ᾖναι ὑπερβολικόν, καὶ τοῦτο τὸ κακὸν διὰ νὰ
1807διορθωθῇ ἀπαιτῇ ἐκ μέρους ἡμῶν οἱαςδήποτε θυσίας, ἡμεῖς πρέ-
1808πει νὰ τὰς παρέξωμεν, καὶ τὸ ἀπεφασίσαμεν· ἐπροτείναμεν
1809ὅπου ἔδει, ὅτι προσφέρομεν τὰς ψήφους μας, καὶ πλὴν τῶν ψή-
1810φων μας προσφέρομεν συγχρόνως πᾶσαν ὑποχώρησιν, ἥτις ἤθελε
1811θεωρηθῇ ἀναγκαία διὰ νὰ κατορθωθῇ ὁ σκοπός. Ὁμιλῶν δέ,
1812κύριοι, ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου προσπαθῶ νὰ διατηρήσω με-
1813γίστην ἀκρίβειαν περὶ τὴν διήγησιν τῶν γεγονότων, παραλεί-
1814πων πρόσωπα, παραλείπων λεπτομερείας, διότι καὶ τὰ μὲν
1815καὶ τὰ δὲ εἶναι περιττὰ ὡς γνωστὰ εἰς τοὺς ἀκούοντας. Καὶ
1816διαβεβαιῶ, ὅτι αὐτὸ τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον πρὸ μικροῦ σᾶς ἐξι-
1817στόρησα καὶ τὸ ὁποῖον ἀνέλαβεν ἡ μερὶς εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκω,
1818θὰ τὸ ἐξακολουθήσῃ μὲ τὸν ἴδιον τρόπον, εἴτε αὐταπάρνησιν
1819θέλετε νὰ τὸ ὀνομάσετε, εἴτε ἄλλο ὄνομα θέλετε νὰ τῷ δώ-
1820σετε, καθ’ ὃν τὸ ἔπραξε μέχρι τῆς τελευταίας στιγμῆς, κατὰ
1821τὴν ὁποίαν εἶπον εἰς τὸν Βασιλέα «ἀποδέχομαι τὴν ἐξουσίαν».
1822Ἀπεδέχθην, κύριοι, τὴν ἐξουσίαν ὄχι ὑπερπηδήσας ἑτέραν
1823τινὰ λύσιν, ἀλλὰ διότι οὐδεμία ἄλλη λύσις ἐπαρουσιάσθη.
1824Ἤμην ἕτοιμος καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ διάστημα, καὶ δὲν τὸ ἀπέ-
1825κρυψα ἀπὸ ἐκείνους πρὸς τοὺς ὁποίους ἀπετάθην, ἤμην ἕτοιμος
1826καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ διάστημα νὰ ὑποχωρήσω ἐγὼ, διότι εἶχον
1827τὴν ἐντολὴν καὶ τὴν ἄδειαν ταύτην παρὰ τῶν φίλων μου πάν-
1828των. Εἶμαι δὲ ἕτοιμος καὶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁ-
1829ποίαν κατέχω τὴν ἐξουσίαν νὰ πράξω τὸ αὐτό.
1830Εἰς τὴν ἐξουσίαν δὲ ἦλθον ὄχι χωρὶς τὸ τεκμήριον τῆς
1831πλειονοψηφίας. Τὸ τεκμήριον τοῦτο δύναται ἴσως ν’ ἀναιρεθῇ
1832ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμήν· ἀλλὰ τὸ τεκμήριον ὑπάρχει. Ὑπάρ-
1833χει οὐχὶ ἐκ τῆς ψηφοφορίας, ἡ ὁποία ἐπέφερε τὴν μεταβολὴν
1834τὴν ὑπουργικὴν, ἀλλ’ ἐκ τῶν συνεννοήσεων, αἱ ὁποῖαι μετὰ
1835τὴν πρόσκλησίν μου ἐπῆλθον. Δὲν ἐσχηματίσθη βεβαίως πλειο-
1836νοψηφία καταργοῦσα τὴν αὐθυπαρξίαν τῶν κομμάτων, καταρ-
1837γοῦσα τὰς ἰδέας τὰς ὁποίας πρεσβεύουν καὶ τὰς ἀρχάς των, ἢ
1838καταργοῦσα τὸ μέλλον αὐτῶν εἴτε διὰ πολὺ, εἴτε δι’ ὀλίγον.
1839Ἀλλὰ τὸ τεκμήριον αὐτὸ, κύριοι, κατωρθώθη διὰ συνεννοήσεως,
1840ἡ ὁποία δὲν ἀφίνει οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι ἡ πλειονοψηφία
1841θέλει ὑπάρξει ἐνόσῳ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἤθελεν ὑποπέσει εἰς
1842σφάλματα τοιαῦτα, ὥστε ν’ ἀναιρῆται ἡ εὐγενὴς φιλοτιμία
1843τῶν κομμάτων, τὰ ὁποῖα ἀνεδέχθησαν τὴν ὑποστήριξιν τῆς
1844παρούσης Κυβερνήσεως· εἴτε διότι οἱ κυβερνῶντες ἐξέπεσαν εἰς
1845πράξεις ἀναξίας τῆς ὑποστηρίξεως αὐτῶν, εἴτε διότι οὗτοι
1846προσβάλλουν καιρίως τὰς ἀρχὰς αὐτῶν καὶ δοξασίας. Οὐδ’ ἦτο
1847κατορθωτὸν, οἱαδήποτε τῶν μερίδων, ἑπομένως καὶ αὐτὴ εἰς ἣν
1848ἐγὼ ἀνήκω, καλουμένη εἰς τὰ πράγματα, νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι
1849ἦλθεν ὡς μία συμπαγὴς καὶ ἀκράδαντος πλειονοψηφία. Τὸ ζή-
1850τημα τοῦτο εἶναι λελυμένον ἀφ’ ἧς στιγμῆς συνεκροτήθη τὸ
1851παρὸν Κοινοβούλιον.
1852Δὲν πιστεύω δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους νὰ φανῇ εἰς οὐδένα πα-
1853ράδοξον ὅτι ἡμεῖς ἀνήλθομεν εἰς τὴν ἐξουσίαν ἐνῷ ὁμοιόμορφον
1854καὶ ὁμοταγῆ πλειονοψηφίαν δὲν ἔχομεν ἐν τῇ Βουλῇ. Ἀλλ’
1855ἐρωτῶ ἐκεῖνον ὅστις ἤθελεν ἀξιώσει τὰ τοιαῦτα, ὄχι μόνον ἂν
1856δὲν ἀδικῇ ἡμᾶς, οἵτινες ἐκλήθημεν εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἀφοῦ γνω-
1857ρίζει τὴν κατάστασιν τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ τὸν ἐρωτῶ ἄλλο τι,
1858ἔχον μεγαλειτέραν σημασίαν, ἂν ᾖναι ἀπηγορευμένον κοινοβου-
1859λευτικῶς καὶ συνταγματικῶς τὸ κυβερνᾶν τῇ ὑποστηρίξει τῆς
1860πλειονοψηφίας, διότι ἡ πλειονοψηφία αὕτη δὲν ὑπόκειται εἰς
1861τὸν αὐτὸν ἀρχηγὸν καὶ διευθυντήν. Τὸν ἐρωτῶ ἂν τοῦτο δὲν
1862ᾖναι παραδεδεγμένον ἀπὸ τὰ ἔθνη, τὰ ὁποῖα ἐδημιούργησαν τὰ
1863κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα, διότι τότε ὁμολογῶ ὅτι ἔσφαλα καὶ ὅτι
1864ἦλθον εἰς τὴν ἐξουσίαν ὡς ἅρπαξ αὐτῆς. Ἐὰν ὅμως τοῦτο δὲν
1865ᾖναι ἀληθὲς, ἐὰν πολλάκις τὰ κοινοβουλευτικὰ κράτη, τὰ ὁ-
1866ποῖα ἔχουν μεγίστην στοργὴν καὶ ἀφοσίωσιν εἰς τὸ σύστημα
1867τὸ συνταγματικὸν, εὑρέθησαν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ κυβερ-
1868νῶνται ὑπὸ Κυβερνήσεων, αἱ ὁποῖαι αὗται καθ’ ἑαυτὰς δὲν
1869διαθέτουσι τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ Κοινοβουλίου, εὑρίσκον-
1870ται ὅμως εἰς πλήρη συνεννόησιν μετὰ τῶν κομμάτων τὰ
1871ὁποῖα τὴν ὑποστηρίζουσιν, ἐὰν αὕτη ᾖναι ἡ τύχη τοῦ κοι-
1872νοβουλευτικοῦ πολιτεύματος εἰς τὰ κράτη αὐτὰ, ἐπὶ τίνι τίτλῳ
1873ἠμποροῦμεν νὰ ἀξιώσωμεν ἡμεῖς τὰ ἀδύνατα καὶ νὰ καινοτο-
1874μήσωμεν; Διὰ τοὺς αὐτοὺς τούτους λόγους νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρ-
1875νησις ἡ σημερινὴ λίαν συνταγματικῶς καὶ κοινοβουλευτικῶς
1876ἦλθεν εἰς τὰ πράγματα. Ἀλλ’ ὅμως οἱ λόγοι δὲν ἀρκοῦσιν, ἠδύ-
1877ναντο μάλιστα καὶ νὰ παρεξηγηθῶσιν· ἠδύνατό τις νὰ ὑπολάβῃ
1878ὅτι θέλομεν νὰ ὠφεληθῶμεν ἀπὸ τὴν στενοχωρίαν τοῦ Κοινοβου-
1879λίου. Αὐτὸ δὲν τὸ ἐννοοῦμεν· δὲν μᾶς θέλγει ἡ ἐξουσία, πολὺ
1880δὲ ὀλιγώτερον μᾶς τυφλώνει.
1881Καὶ ταῦτα μὲν, κύριοι, ὅσον ἀφορᾷ ἡμᾶς· ἀλλὰ συγχρόνως
1882ἐνθυμεῖσθε ὅτι εἴμεθα ἀντιπρόσωποι τοῦ Στέμματος, καὶ ὅτι
1883ὁσάκις γίνεται λόγος περὶ ἀντισυνταγματικῆς ὑπάρξεως τῆς Κυ-
1884βερνήσεως, ὡς ἀντιπρόσωποι αὐτοῦ χρεωστοῦμεν ἀκόμη καὶ δι’
1885αὐτὸν τὸν λόγον νὰ ἐνδιαφερώμεθα ἀκούοντες τὴν κρίσιν. Οὔτε
1886δύναται, οὔτε πρέπει νὰ γίνεται λόγος ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ὑπὸ
1887τῆς Κυβερνήσεως περὶ τοῦ ἂν ὁ Βασιλεὺς συμμορφοῦται ἢ δὲν
1888συμμορφοῦται εἰς ὡρισμένας περιστάσεις καὶ ἐποχὰς μὲ τὰ
1889συνταγματικὰ αὑτοῦ καθήκοντα· διὰ τοῦτο ὡς πρὸς αὐτὸ τὸ
1890ζήτημα δὲν ἐμβαίνομεν εἰς οὐδεμίαν συζήτησιν. Ἓν μόνον ὀ-
1891φείλω ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ Στέμματος......
1892§41Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἐνταῦθα ὑπάρχει παρανόη-
1893σίς τις. Ἐγὼ δὲν ἀπέδωκα καμμίαν μομφὴν εἰς τὸ Στέμμα διὰ
1894τὴν ἐνάσκησιν τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα τὸ πολίτευμα ἐνε-
1895πιστεύθη εἰς αὐτό. Ἑπομένως δὲν ἔχετε οὐδεμίαν ἀφορμὴν ὡς
1896σύμβουλος τοῦ Στέμματος νὰ ὁμιλήσετε περὶ τῆς ἐνεργείας εἰς
1897ἣν τὸ Στέμμα προέβη ἀσκοῦν τὰ δικαιώματα αὑτοῦ τὰ συν-
1898ταγματικά. Ἂν ἡ ὁμιλία μου εἶχεν ἔννοιαν ἐπικρίσεως, ἡ ἐπί-
1899κρισις ἀπευθύνεται πρὸς ἐκείνους πρὸς τοὺς ὁποίους τὸ Στέμμα
1900ἀπετάθη, οὐχὶ δὲ πρὸς τὸ Στέμμα, τὸ ὁποῖον μετὰ λόγου ἐξα-
1901σκεῖ τὸ δικαίωμά του.
1902§42ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (πρωθυπουργός). Δὲν εἶπον οὔτε ἐνόησα
1903νὰ εἴπω ὅτι ὁ κ. Δηλιγιάννης κατέκρινε τὸ Στέμμα διὰ τὴν
1904λύσιν τὴν ὁποίαν ἔδωκεν εἰς τὰ ὑπουργικὰ ζητήματα· εἶπον
1905τοιοῦτόν τι; ἐγένετο ὅμως ὁμολογουμένως παρ’ αὐτοῦ ἐπίκρισις
1906περὶ τῶν σχέσεων τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὸ Κοινοβούλιον, ἤτοι
1907παρεστάθη παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Γόρτυνος ὡς ἔκρυθ-
1908μος καὶ ἀντισυνταγματικὴ καὶ ἀντικοινοβουλευτικὴ ἡ θέσις, ἣν
1909οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Στέμματος κατ’ ἐντολὴν τοῦ Βασιλέως
1910ἦλθον καὶ κατέλαβον ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ. Βεβαίως ὁ κ. Δηλι-
1911γιάννης δὲν εἶχε κανένα ἀσεβῆ σκοπὸν ποτὲ, οὔτε εἶχε πώ-
1912ποτε τοιαύτας ἀρχὰς, οὔτε κἂν νὰ ὑπαινιχθῇ ὅτι ἡ βασιλεία
1913ἔπραξε σφάλμα τι· ἀλλ’ ὅμως ἐβεβαίωσε μίαν κατάστασιν,
1914σχέσιν ἔχουσαν μετ’ αὐτῆς καὶ ἀποῤῥέουσαν ἐκ τῆς ἐξασκήσεως
1915τῶν δικαιωμάτων αὐτῆς.
1916Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν ὅτι τὸ ὑπουργεῖον, ὁσάκις ἀκούει ὅτι
1917ἦλθεν εἰς τὰ πράγματα ἀντισυνταγματικῶς καὶ ἀντικοινοβου-
1918λευτικῶς, ἔχει τὴν ἐντολὴν, ἔχει τὸ καθῆκον καὶ τὴν βασιλείαν
1919νὰ ἐρωτήσῃ καὶ τὴν Βουλήν. Σᾶς εἶπον ὅτι ἤλθομεν μὲ τὸ τεκ-
1920μήριον τῆς πλειοψηφίας, ὅτι ἤλθομεν οὐχὶ ἐκνόμως καὶ ὡς
1921ἅρπαγες τῆς ἐξουσίας· ἀλλὰ συγχρόνως, κύριοι, ὅτε ἓν
1922ἔγκριτον μέλος τοῦ Κοινοβουλίου καταγγέλλει τὴν θέσιν ἡμῶν
1923ὡς ἀντισυνταγματικὴν καὶ ἀντικοινοβουλευτικὴν, οὐ μόνον διότι
1924πρόκειται περὶ τοιούτων περιστάσεων, οἵας σᾶς ἀνέφερα πρὶν,
1925οὐ μόνον διότι τὰ πράγματα διατελεῖ εἰς αὐτὴν τὴν κατάστα-
1926σιν ἐσωτερικῶς, ἣν πάντες γνωρίζετε, ἀλλὰ καὶ εἰς πᾶσαν πε-
1927ρίστασιν ἡ Κυβέρνησις χρεωστεῖ νὰ ἐπαληθεύσῃ τὸ τεκμήριον
1928τοῦτο· εἶναι μάλιστα ὑπέρτατον συμφέρον τοῦ Κράτους νὰ λυθῇ
1929τὸ ζήτημα αὐτὸ, καὶ νομίζω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Γόρ-
1930τυνος, ἀφοῦ οἱ λόγοι του καὶ ὑπαινιγμοὶ δὲν ἀπέχουσι πολὺ
1931τῆς προτάσεως περὶ ἐμπιστοσύνης, εἶναι ὑπόχρεως νὰ θέσῃ αὐτὸ
1932τὸ ζήτημα ἀπ’ εὐθείας εἰς τὴν Βουλήν. Εἶναι ὑπέρτατον συμ-
1933φέρον τοῦ Κράτους νὰ τὸ πράξῃ, διότι αἱ ἡμέραι, ὅπως εἴπατε
1934πάντες, εἶναι ὀλίγαι μέχρι τῆς λήξεως τῆς συνόδου, τὰ δὲ ἔργα
1935τὰ νομοθετικὰ ἐπὶ τῶν ὁποίων θέλει ἐνασχοληθῆ ἡ Βουλὴ εἶ-
1936ναι σπουδαῖα. Ἀλλὰ Κυβέρνησις, τῆς ὁποίας ἀπὸ τῆς πρώτης
1937ἡμέρας ἀμφισβητεῖται ἡ γνησιότης, Κυβέρνησις κινδυνεύουσα
1938ἀπὸ μιᾶς ἡμέρας εἰς ἄλλην νὰ εὑρεθῇ πρὸ τῆς ὑστάτης ψηφο-
1939φορίας, δὲν ἠμπορεῖ νὰ πράξῃ τίποτε, δὲν δύναται νὰ προχω-
1940ρήσῃ, τὸ Κράτος θὰ μείνῃ ἐν παραλυσίᾳ ἄνευ διοικήσεως, καὶ
1941ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ἔργων τόσῳ ἀναγκαίων, τὰ ὁποῖα πρέ-
1942πει ἀφεύκτως νὰ ἐπιψηφίσῃ ἡ Βουλὴ καὶ ἀρκεῖ νὰ σᾶς ὑπο-
1943μνήσω ἓν καὶ μόνον, ὅπερ ἀνέμνησεν ὁ βουλευτὴς Γόρτυνος,
1944τοῦ νὰ καταλύσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν τὸν ὁποῖον ἐψήφισεν
1945αὐτὴ ἡ Βουλὴ, Κυβέρνησις, λέγω, ἡ ὁποία κινδυνεύει ἀπὸ ἡμέ-
1946ρας εἰς ἡμέραν ν’ ἀνατραπῇ, δὲν δύναται νὰ πράξῃ πράξεις γεν-
1947ναίας· διὰ τοῦτο μάλιστα, ἀντὶ νὰ δυσανασχετῶ καὶ λυποῦ-
1948μαι, ὅτι ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Γόρτυνος ἐπεθύμησεν ἐκεῖνο τὸ
1949ὁποῖον παῤῥησίᾳ ἐξέφρασεν, ἐπιθυμῶ καὶ ἐγὼ νὰ φέρω αὐτὸ εἰς
1950γνῶσιν τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ ἑπομένως ἀπόκειται εἰς αὐτὸ νὰ
1951τὸ φέρῃ εἰς γνῶσιν τοῦ Στέμματος.
1952§43Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἔχω κανὲν ἐνδιαφέρον διὰ νὰ
1953προσπαθήσω νὰ παρακαλέσω τὸν ἔντιμον βουλευτὴν ἐκ Με-
1954σολογγίου καὶ πρόεδρον τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀπὸ τοῦ
1955νὰ δώσῃ οἱονδήποτε τύπον θέλει εἰς τὴν προκειμένην συ-
1956ζήτησιν. Ἐὰν κύριος Δεληγεώργης νομίζῃ, ὅτι δὲν δύναται
1957νὰ προβῇ εἰς τὰ ἔργα τῆς Κυβερνήσεως ἢ τῆς διοικήσεως,
1958ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς ἐν-
1959τολῆς του, καὶ ἐπιμένῃ νὰ τεθῇ ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς
1960ζήτημα ἐμπιστοσύνης, εἶναι κύριος νὰ τὸ πράξῃ, οὔτε εἶμαι
1961ἐγὼ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θέλω τὸν ἀποτρέψει ἢ ἐνθαῤῥύνει· ἀλλὰ
1962νομίζω, ὅτι ὁ κ. Δεληγεώργης δὲν ἔχει κανὲν δικαίωμα νὰ
1963δώσῃ εἰς τὴν σημερινὴν ὁμιλίαν μου αὐτὴν τὴν σκέψιν, αὐ-
1964τὴν τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἀπέδωκε. Βεβαίως φρονῶ ἀδι-
1965στάκτως, ὅτι αἱ ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς, αἱ ὁποῖαι ὅπως δή-
1966ποτε περιέχουσιν ἔννοιάν τινα περὶ τῆς ἐμπιστοσύνης τὴν
1967ὁποίαν ἀπολαμβάνει ἡ Κυβέρνησις ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι αἱ ἀπο-
1968φάσεις αὗται τῆς Βουλῆς προκαλοῦσι τὴν ἄσκησιν τῶν δι-
1969καιωμάτων τοῦ Στέμματος. Φρονῶ, ἀδιστάκτως, ὅτι κατὰ
1970τὴν σύνοδον ταύτην, ὁσάκις αἱ ἀποφάσεις αὗται τῆς Βου-
1971λῆς ἐξεδηλώθησαν, τὸ Στέμμα προέβη ἀμέσως εἰς τὴν ἐνάσκη-
1972σιν τοῦ δικαιώματός του, οὐδ’ ἠμφισβήτησα τὸ ὀρθὸν καὶ εὔ-
1973λογον τῆς ἀσκήσεως ταύτης τοῦ ἡγεμονικοῦ δικαιώματος. Φρονῶ
1974ὅμως ἀδιστάκτως, ὅτι τὰ ἄτομα, πρὸς τὰ ὁποῖα ἀπευθύνεται
1975τὸ Στέμμα, ἔχουσι τὸ καθῆκον καὶ αὐτὰ νὰ ἐξετάσωσιν ἐὰν
1976ἔχωσι τὴν ὑποχρέωσιν ν’ ἀναδεχθῶσι τὴν ἐντολὴν τὴν ὁποίαν
1977τὸ Στέμμα ἀνατίθησιν εἰς αὐτά. Καὶ ἐπειδὴ παρετήρησα, ὅτι
1978τὸ παρελθὸν μοὶ ἔδιδεν ἀφορμὰς νὰ κρίνω παράλειψιν τῆς ὑπο-
1979χρεώσεως ταύτης, διὰ τοῦτο ἐμνήσθην τῆς παραλείψεως ταύτης.
1980Καὶ δὲν μοὶ παρέχεται ἀφορμὴ, ὅταν ὁ πρὸ μικροῦ πρόεδρος
1981τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἦλθε ὅπως ἦλθε καὶ ἐρωτηθεὶς τί
1982ἔπραξε δὲν ἔχει νὰ εἴπῃ τί ἔπραξε; Καὶ διατί; Διότι δὲν διε-
1983τέλει δι’ ἀλληλεγγύης συνδεδεμένος μετὰ τῆς πλειονοψηφίας
1984τοῦ Κοινοβουλίου. Καὶ ἰδοὺ ἡ αἰτία τῆς ἀπραξίας, καὶ ἰδοὺ ἡ
1985αἰτία τῶν παρατηρήσεών μου. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀφορμὴ, ἡ ὁποία
1986μὲ ἔκαμε διὰ νὰ παραστήσω εἰς τὸν ἔντιμον πρόεδρον τοῦ ὑπουρ-
1987γικοῦ Συμβουλίου, ὅτι αἱ περιστάσεις, τὰς ὁποίας διήλθομεν κατὰ
1988τοὺς τρεῖς τελευταίους μῆνας, ἐπιβάλλουσιν εἰς πάντας ἡμᾶς,
1989καὶ κατὰ συνέπειαν καὶ εἰς τὸν πρόεδρον τοῦ ὑπουργικοῦ Συμ-
1990βουλίου νὰ μὴ εὑρεθῇ μίαν ἡμέραν εἰς παραπλησίαν, εἰς οἵαν ἡ
1991προκάτοχος Κυβέρνησις εὑρέθη περίπτωσιν. Πᾶσα Κυβέρνησις κοι-
1992νοβουλευτικὴ, κύριε πρόεδρε, ἔχει πάντοτε αὐτὸ τὸ καθῆκον.
1993Ἐὰν ὁ κ. πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νομίζῃ, ὅτι ἀρκεῖ
1994εἰς αὐτὸν τὸ τεκμήριον, τὸ ὁποῖον μᾶς εἶπεν ὅτι ἔχει, καὶ ἐξ οὗ
1995ὁρμώμενος φρονεῖ ὅτι ἀπολαμβάνει τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βου-
1996λῆς, ἐὰν ἀρκῇ εἰς αὐτὸν τὸ τεκμήριον, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὅτι τὸν
1997ἔπεισε ν’ ἀναδεχθῇ τὴν ἐντολὴν, ἐὰν νομίζῃ ὅτι τοῦ ἀρκεῖ, ἐγὼ
1998οὔτε πρότασιν προβάλλω, οὔτε συζήτησιν ἐπ’ αὐτοῦ προκαλῶ.
1999Ἐὰν ὅμως νομίζῃ, ὅτι τὸ τεκμήριον τοῦτο δὲν τῷ εἶναι ἐπαρ-
2000κὲς, βεβαίως πράττει ἔργον καὶ εὐγενὲς καὶ πατριωτικὸν νὰ
2001προκαλέσῃ τὴν λύσιν τῆς ἀπορίας του. Λέγω εὐγενὲς, διότι δὲν
2002εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτραπῇ εἰς κανένα νὰ ὑπολάβῃ ὅτι δύνα-
2003ται νὰ γένηται, ὡς εἶπεν, ἅρπαξ τῆς ἐξουσίας· λέγω δὲ πατριω-
2004τικὸν, διότι δεκαοκτὼ μόνον ἡμέραι μᾶς μένουσι, καὶ ἂν δὲν
2005ἐκτελεσθῶσι κατ’ αὐτὰς τὰ ἀναγκαιοῦντα ἔργα, θέλουν συμβῆ
2006ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα πρὸ μικροῦ συνέβησαν, ἤτοι θέλομεν ἀπολέσει
2007μάτην καὶ τὰς δέκα καὶ ἐννέα ταύτας ἡμέρας.
2008§44ΡΙΚΑΚΗΣ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ προσθέσω
2009δύω λέξεις.
2010§45ΤΙΝΕΣ. Ἀρκοῦν ὅσα ἐῤῥέθησαν· μία ψηφοφορία τὸ λύει τὸ
2011ζήτημα· ὅλα τὰ ἄλλα εἶναι περιττά.
2012§46ΡΙΚΑΚΗΣ. Λέγω ὅτι εἰς τὴν γενικὴν καὶ ἐμβριθῆ ἔποψιν
2013τῆς ἀρχῆς ἔγκειται ἡ ἐξέτασις, καὶ βεβαίως ἴσως ἔχομεν τὸ
2014καθῆκον ν’ ἀπαντήσωμεν καὶ δικαιολογηθῶμεν ὡς πρὸς τὰς
2015αἰτιάσεις, αἵτινες ἀπεδόθησαν εἰς ὑμᾶς. Ἐὰν δὲν ἐγίνετο ζήτημα
2016ἐκεῖνο εἰς τὸ ὁποῖον ἀπέληξεν ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου βου-
2017λευτοῦ Γόρτυνος, ζήτημα τὸ ὁποῖον πρέπει βεβαίως νὰ προηγηθῇ
2018πάσης ἄλλης συζητήσεως, δὲν ἤθελον λάβει τὸν λόγον. Δὲν
2019εἶναι ἡ στιγμὴ ὁμολογῶ μετὰ τὸ ζήτημα τοῦτο νὰ ἐνδιατρίψω
2020εἰς συζητήσεις ἐὰν μία πτέριξ δὲν ἐφέρθη καλῶς ἢ ὄχι, οὔτε
2021νὰ ἐνδιατρίψω εἰς τὸ κατὰ πόσον εἷς ἕκαστος ἐνέχεται ἢ εὐθύ-
2022νεται διὰ τὸ παρελθὸν, ἀφοῦ ἐγεννήθη ζήτημα ἐπὶ τοῦ ὁποίου
2023ὀφείλομεν ν’ ἀποφανθῶμεν. Ὀφείλω ὅμως νὰ προσθέσω ὅτι
2024ἐγένετο σύγχυσις τῆς πλειονοψηφίας τῆς κοινοβουλευτικῆς μὲ
2025τὴν πλειονοψηφίαν τὴν κομματικήν. Εἰς τὴν παροῦσαν περί-
2026στασιν ἐν τῇ Βουλῇ δὲν ὑπάρχει πλειονοψηφία κομματικὴ
2027ἀλλὰ πλειονοψηφία κοινοβουλευτικὴ, δὲν εἶναι δὲ, κύριοι, πάν-
2028τοτε ὅλαι αἱ κυβερνήσεις μὲ κομματικὴν πλειονοψηφίαν· δύναν-
2029ται νὰ μὴν ἔχουν κομματικὴν, ἀλλὰ νὰ ἔχουν κοινοβουλευτι-
2030κήν. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις καλῶς ἔπραξε ἀναδε-
2031χθεῖσα τὴν ἐντολὴν, καὶ ἡμεῖς ἐδώσαμεν τὴν γνώμην μας ἔχον-
2032τες τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὑπεδείχθη ὑπὸ τῆς κοινο-
2033βουλευτικῆς πλειονοψηφίας καὶ ἐπ’ αὐτῆς ὀφείλει νὰ ὑποστη-
2034ριχθῇ.
2035§47ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν θὰ ἐπανέλθω εἰς τὴν ἐκτεταμένην
2036συζήτησιν, ἥτις ἐγένετο μεταξὺ τῶν κ.κ. προέδρου καὶ Δηλι-
2037γιάννη κλπ. Προκειμένου ὅμως νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου, ἐὰν
2038καλῶς ἐκλήθη καὶ συνταγματικῶς ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, δύ-
2039ναμαι ἀδιστάκτως νὰ παραδεχθῶ τὸ κανονικὸν, κοινοβουλευτικὸν
2040καὶ τὸ συνταγματικὸν τῆς προσκλήσεως. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ὁ
2041κ. πρωθυπουργὸς ἔχει ἔτι τὸ τεκμήριον τῆς πλειονοψηφίας ὑπὲρ
2042αὐτοῦ, διότι δυνάμει αὐτοῦ τοῦ τεκμηρίου ἀνέλαβε τὴν ἐξου-
2043σίαν καὶ πολὺ καλῶς· δὲν δικαιοῦται ὅμως διὰ τοῦτο σήμερον
2044νὰ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης καὶ τρόπον τινὰ νὰ βάλλῃ εἰς
2045δυσχέρειαν τὴν συνείδησιν καὶ τὴν ψῆφον τῶν ἐντίμων μελῶν,
2046ἅτινα συνέπραξαν ὅπως ἀναλάβῃ τὴν ἐξουσίαν, διότι μέχρι
2047τῆς στιγμῆς αὐτῆς οὐδεμίαν αἰτίαν ἔχῃ νὰ ἀμφιβάλλῃ ἐκ μέ-
2048ρους αὐτῶν. Ἰδοὺ διατὶ νομίζω, κύριοι, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ἐμ-
2049πιστοσύνης, τὸ ὁποῖον θέτει ὁ κ. πρωθυπουργὸς, καλῶς τὸ θέτει,
2050ἀλλὰ εἶναι κύριος νὰ τὸ πράξῃ. Ἐὰν ὅμως ἐπιμένῃ, ἡμεῖς δὲν
2051ἐπιχειροῦμεν νὰ τὸν ἐμποδίσωμεν, διότι οὔτε τὸ ἐπροκαλέσαμεν·
2052ἐὰν, λέγω, ἐπιμένῃ, ἡμεῖς εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ ψηφοφορή-
2053σωμεν κατά· ἀλλὰ, κύριοι, ψηφοφοροῦμεν κατὰ, διότι προκαλού-
2054μεθα, καὶ διότι ἡ πεποίθησίς μας δὲν εἶναι ὑπὲρ τῆς παρούσης
2055Κυβερνήσεως, ἀλλὰ σκοπὸν δὲν ἔχομεν νὰ προκαλέσωμεν ζή-
2056τημα ἐμπιστοσύνης.
2057§48ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐκ τῆς μονομαχίας, δι’ ἧς ἤρξατο ἡ συζή-
2058τησις ἡ σημερινὴ, δὲν ἐνόμιζον, ὅτι ἠθέλομεν φθάσει εἰς ζήτη-
2059μα ἐμπιστοσύνης, καὶ μετὰ πολλῆς μου λύπης εἶδον, ὅτι ἐφθά-
2060σαμεν εἰς αὐτὸ, διότι κατ’ ἐμὲ εἶναι πρόωρος ἔτι τοιαύτη συ-
2061ζήτησις. Ὅλοι γνωρίζομεν, ὅτι τὸ Κοινοβούλιον εὑρίσκεται εἰς
2062θέσιν ἀνώμαλον. Περὶ τῆς ἀνωμάλου ταύτης θέσεως καὶ λόγος
2063πολὺς ἐγένετο καὶ τὰ πράγματα ἐμαρτύρησαν· συζητοῦντες δὲ
2064περὶ τῶν ὑπουργείων ἐν τοιαύτῃ ἀνωμάλῳ καταστάσει, δὲν
2065πρέπει νὰ λησμονῶμεν τὸ ἔκρυθμον αὐτῆς, οὐδὲ νὰ παραλεί-
2066πωμεν ὑπὸ τὸ πρίσμα τῆς καταστάσεως ταύτης νὰ ἐξετάζω-
2067μεν καὶ νὰ κρίνωμεν περὶ αὐτῶν. Ἐὰν τὸ Κοινοβούλιον ἐλει-
2068τούργει κανονικῶς, ἐὰν ὑπῆρχεν ἐν αὐτῷ κομματικὴ πλειονο-
2069ψηφία, ἥτις εἶναι ἡ βάσις τῆς κανονικῆς λειτουργίας τῶν Κοι-
2070νοβουλίων, εἰς ἄλλην θὰ διετελοῦμεν θέσιν ἢ ἤδη, ὅτε ἐκ σφάλ-
2071ματος τοῦ Κοινοβουλίου δὲν ὑπάρχει πλειονοψηφία κομματική,
2072καὶ εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ συμπράττωμεν μετὰ Κυβερνήσεων
2073μὴ στηριζομένων ἐπὶ πλειονοψηφίας τοῦ ἰδίου κόμματος. Τοῦτο
2074πρέπει ν’ ἀναγνωρίσωμεν καὶ ἀπέναντι τῆς παρούσης Κυβερνή-
2075σεως, ὅπως ἐπράξαμεν καὶ ἀπέναντι τῆς παρελθούσης, καὶ διὰ
2076τοῦτο ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος ὀρθῶς εἶπεν ὅτι ἀναγνωρίζει ὑπὲρ
2077τῆς Κυβερνήσεως τὸ τεκμήριον τῆς κανονικῆς ὑπάρξεως· καὶ
2078ὅτε ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς πρὸ ὀλίγου ἔφερε τὴν πρότασιν
2079περὶ ἐμπιστοσύνης προκληθεὶς, ὡς ἐνόμισεν, ἀπέβλεπε, φρονῶ,
2080εἰς τὴν βεβαίωσιν τῆς ὑπάρξεως τοῦ τεκμηρίου τούτου· ἀλλὰ
2081τὸ ζήτημα ἐκλείπει ἤδη ἐντελῶς, ἀφοῦ ἀπέδειξεν ἡ συζήτησις,
2082ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐντὸς τῆς Βουλῆς ὁ ἀμφισβητῶν ὅτι κανονι-
2083κῶς ἐσχηματίσθη ἡ παροῦσα Κυβέρνησις καὶ ὅτι καλῶς ἔπρα-
2084ξεν ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς ἀναδεχθεὶς τὸν σχηματισμὸν Κυ-
2085βερνήσεως. Σᾶς ἔδωκεν ἐξηγήσεις ὁ κ. πρωθυπουργὸς τῶν λό-
2086γων, οἵτινες ἔπεισαν αὐτὸν νὰ δεχθῇ τὴν ἐξουσίαν, καὶ σᾶς ἐξέ-
2087θηκε καὶ τὰς περιστάσεις, ὑφ’ ἃς ἐδέχθη, καὶ τὰς διασκέψεις
2088τοῦ ἰδίου κόμματος καὶ τὰς συνεννοήσεις, τὰς ὁποίας κατόπιν
2089τῆς προσκλήσεως ἔλαβε μετὰ τῶν ἄλλων μελῶν τοῦ Κοινοβου-
2090λίου τῶν μὴ ὑποστηριξάντων τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν. Ὅσα
2091εἶπεν εἶναι ἀκριβῆ, ἀλλὰ βεβαίως, κατὰ τὰ ῥηθέντα περὶ τῶν
2092συνεννοήσεων, δὲν εἶναι αὗται ἐπαρκεῖς ἵνα δύνηται ν’ ἀποφαν-
2093θῇ τις ἀπὸ τοῦδε ἂν ὑπάρχῃ μεταξὺ τῶν διαφόρων ἀποχρώ-
2094σεων τῶν ἀποτελουσῶν τὴν πρώην ἀντιπολίτευσιν τοιαύτη
2095σύμπνοια ὥστε νὰ θεωρῆται ἅπασα ὡς ὑποστηρίζουσα τὴν Κυ-
2096βέρνησιν. Ἐν τῇ χθεσινῇ συνεδριάσει, ὅτε πρῶτον παρουσιάσθη
2097ἐνώπιον ἡμῶν τὸ ὑπουργεῖον, ὁ κ. Δεληγεώργης εἶπεν, ὅτι ἐν-
2098τὸς ὀλιγίστων ἡμερῶν πρέπει νὰ γείνῃ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως
2099ὅ,τι νομοθετικὸν θὰ γείνῃ, διότι μόλις ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν
2100δέκα ἐννέα ἡμέρας τῆς Συνόδου, καὶ ἑπομένως ὅτι ἐντὸς ὀλίγων
2101ἡμερῶν θέλει ὑποβάλει ὁλόκληρον τὸ νομοθετικὸν αὑτοῦ σχέ-
2102διον. Ἀνέβαλλον ἄρα ἕως τῆς ἡμέρας ἐκείνης ἵνα κρίνω περὶ
2103τῆς Κυβερνήσεως, θεωρῶν πρόωρον πᾶσαν περὶ αὐτῆς σκέψιν, ἐ-
2104νόσῳ δὲν γινώσκομεν ποῖα εἶναι τὰ μέτρα, ἅτινα θέλει προτεί-
2105νει, διότι περὶ τῶν μέτρων πρόκειται καὶ οὐχὶ περὶ προσώπων.
2106Θὰ ἐπρόκειτο καὶ περὶ προσώπων, ἐὰν ἐλειτούργει κανονικῶς τὸ
2107πολίτευμα, ἐὰν ὑπῆρχον πρόσωπα δυνάμενα ν’ ἀξιῶσιν, ὅτι
2108στηρίζονται ἐπὶ συμπαγοῦς πλειονοψηφίας· ἀλλ’ ὡς ἔχουσι τὰ
2109πράγματα, ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ στρέψῃ τὴν προσοχὴν πρὸς μό-
2110να τὰ μέτρα. Πῶς λοιπὸν δυνάμεθα νὰ δώσωμεν ψῆφον, ὅταν
2111δὲν ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν τὰ μέτρα καὶ ὁλόκληρον τὸ σύστημα
2112τῆς Κυβερνήσεως; Δὲν ἀπαιτοῦμεν νὰ ὑποβληθῶσιν ἀμέσως ὅλα
2113τὰ νομοσχέδια, ἀλλὰ πρέπει νὰ γνωρίζωμεν, ὅσοι θέλομεν νὰ
2114δώσωμεν ψῆφον ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τὸ σύστημα
2115αὐτῆς καὶ ἐξ αὐτοῦ νὰ ὁδηγηθῶμεν ἐὰν πρέπει νὰ συμπράτ-
2116τωμεν ἢ οὒ μετ’ αὐτῆς· πρέπει νὰ γνωρίζωμεν ποῖαι αἱ θεμε-
2117λιώδεις βάσεις τῶν μέτρων, δι’ ὧν θὰ πραγματοποιήσῃ τὴν πο-
2118λιτικὴν αὑτῆς ἡ Κυβέρνησις. Ἡ Σύνοδος αὕτη ὀλιγίστας ἔχει
2119ἡμέρας ζωῆς καὶ ἐντὸς τῶν ἡμερῶν τούτων πρέπει νὰ προφθά-
2120σωμεν, καὶ δυνάμεθα νὰ προφθάσωμεν, νὰ ψηφίσωμεν τὰ θεμε-
2121λιωδέστερα τῶν νομοθετημάτων. Συμφωνῶ μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου
2122βουλευτοῦ Μεσσήνης, ὅτι, ὅπως ἔχουσι τὰ πράγματα, δὲν εἶναι
2123δυνατὸν νὰ συμπληρωθῇ τὸ ἔργον τῆς ἐθνικῆς παρασκευῆς ἄνευ
2124συνεχίσεως τῆς παρούσης Συνόδου, εἴτε δι’ ἐκτάκτου Συνόδου,
2125εἴτε, ὅπερ κατ’ ἐμὲ καὶ τὸ προτιμότερον, καλουμένης τῆς τα-
2126κτικῆς ταχύτερον. Ἀλλὰ εἴτε γείνῃ τοῦτο εἴτε μὴ, πρέπει ἐν-
2127τὸς τῆς Συνόδου ταύτης νὰ διεκπεραιώσωμεν τὰ θεμελιώδη
2128ἔργα· ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν ἐξ ὅσων γνωρίζω περὶ τῶν σκέ-
2129ψεων τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ὅτι θέλει κατορθώσει ἐντὸς
2130ὀλίγων ἡμερῶν νὰ ὑποβάλῃ πρὸς ἐπιψήφισιν τὰ μέτρα, ἅτινα
2131θὰ θεωρήσῃ ἀναγκαῖα πρὸς τὰς παρασκευὰς τοῦ ἔθνους, καὶ τὰ
2132μέτρα, ἅτινα εἶναι ἀναγκαῖα πρὸς τὴν κανονικὴν καὶ ἀπρόσκο-
2133πτον λειτουργίαν τῆς διοικήσεως.
2134Νομίζω, ὅτι, μετὰ τὰς δοθείσας ἐξηγήσεις παρὰ τοῦ ἀξιο-
2135τίμου βουλευτοῦ Μεσσήνης, ὁ κ. πρωθυπουργὸς δὲν ἔχει λόγον
2136νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν πρότασιν αὑτοῦ καὶ θέλει ἐπιτρέψει εἰς τὴν
2137Βουλὴν ν’ ἀναβάλῃ τὴν περὶ ἐμπιστοσύνης ψῆφον ἐπὶ δύω ἢ
2138τρεῖς συνεδριάσεις, διότι βεβαίως ἕως τότε θέλει εἶσθαι εἰς θέ-
2139σιν νὰ ἐκθέσῃ περὶ τῆς πολιτικῆς καὶ τῶν μέτρων τοῦ ὑπουρ-
2140γείου ὅσα εἶναι ἀναγκαῖα, ἵνα γνωρίζῃ ἡ Βουλὴ κατὰ πόσον
2141θέλει συμπράξει, ἢ δὲν δύναται νὰ συμπράξῃ μετὰ τῆς Κυβερ-
2142νήσεως. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ δώσω τὴν ἐξήγησιν, ὅτι ἡ ἀναβολὴ
2143τὴν ὁποίαν, ὡς ἐλπίζω, θέλει ἀποδεχθῆ ὁ κύριος πρωθυπουργὸς,
2144οὐδόλως συνεπάγεται τὴν ἰδέαν, ὅτι ἐν τῷ παρόντι τὸ ὑπουρ-
2145γεῖον δὲν ἀπολαμβάνει τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς· ἡ πρὸς
2146αὐτὸ ἐμπιστοσύνη οὐδαμῶς ἠμφισβητήθη, θεωρῶ δὲ τὴν ἀναβο-
2147λὴν τῆς περὶ ταύτης ψήφου ἔχουσαν μόνον τὴν ἔννοιαν, ἣν ἐξέ-
2148θηκα. Ἐὰν ὁ κύριος πρωθυπουργὸς ἐπιμείνῃ εἰς τὴν πρότασιν
2149αὑτοῦ ἀποκρούων τὴν ἀναβολὴν, τί θέλει κατορθώσει; Καὶ ἂν
2150ἡμεῖς, καίπερ μὴ θέλοντες ἀπὸ τοῦδε ν’ ἀποφανθῶμεν, δώσω-
2151μεν οὐχ ἧττον τώρα καταφατικὴν ἐπὶ τῆς προτάσεως ψῆφον,
2152δὲν ἐμποδιζόμεθα κατόπιν, ὅταν φωτισθῶμεν παρὰ τοῦ ὑπουρ-
2153γείου περὶ τῶν μέτρων αὐτοῦ, νὰ τῷ ἀρνηθῶμεν ἐπὶ τῶν πραγ-
2154μάτων τὴν ψῆφον, ἣν σήμερον δίδομεν ἀορίστως καὶ προώρως.
2155Ἐλπίζω, ὅτι προθύμως τὸ ὑπουργεῖον θέλει ἀποδεχθῆ ν’ ἀνα-
2156βάλῃ τὴν περὶ ἐμπιστοσύνης πρότασιν ἐπὶ 2 ἢ 3 συνεδριάσεις,
2157ἤτοι ἕως οὗ ἀνακοινώσῃ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ κυβερνητικὰ μέ-
2158τρα καὶ γείνῃ ἡ ἐπ’ αὐτῶν συζήτησις, ἥτις θέλει κανονίσει τὴν
2159περὶ τοῦ ὑπουργείου ὁριστικὴν ἡμῶν ψῆφον.
2160§49ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εὐχαριστῶ τὸν ἀξιότιμον συμπολίτην μου
2161διὰ τὰς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας ἔδωκεν ὡς πρὸς τὴν κανονικὴν
2162ἔλευσιν τοῦ ὑπουργείου εἰς τὰ πράγματα, καθὼς ἐπίσης τὸν
2163εὐχαριστῶ καὶ διὰ τὴν καλὴν διάθεσιν τὴν ὁποίαν φαίνεται
2164ἔχει ὑπὲρ τοῦ ὑπουργείου τοῦ ὁποίου προεδρεύω. Ἀναγκάζομαι
2165ὅμως νὰ παρατηρήσω ὅτι ἴσως ἴσως θὰ ᾖναι πρωτοφανὲς εἰς
2166τὰ ἱστορικὰ τοῦ Κοινοβουλίου νὰ παρακαλεῖται παρὰ τῆς Βου-
2167λῆς ἡ Κυβέρνησις ὅπως ἀναβάλῃ τὸ ζήτημα περὶ ἐμπιστοσύνης
2168καὶ νὰ μείνῃ κατὰ τὸν χρόνον τοῦτον πολὺν ἢ ὀλίγον ἄνευ
2169τῆς πεποιθήσεως ὅτι ἀπολαμβάνει τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτῆς
2170μέχρις οὗ παρουσιάσῃ ἐνώπιόν της ἔργα ἱκανοποιοῦντα πάσας
2171τὰς ἀξιώσεις αὐτῆς.
2172Ἀντιστρέφω τὴν ἐρώτησιν, ἣν ἀπηύθυνε πρὸς ἐμὲ ὁ ἀξιότι-
2173μος συμπολίτης μου, καὶ λέγω εἰς αὐτόν: κατὰ τί περιορίζεται
2174ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφανθῇ ὅτι ἔχει ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν
2175Κυβέρνησιν, καὶ ἐπὶ τῶν ἔργων ἔπειτα νὰ καταψηφίσῃ κατ’
2176αὐτῆς, εἴτε καταψηφίζουσα ἓν ἢ δύω οὐσιώδη ἔργα, εἴτε ἀπο-
2177δοκιμάζουσα τὸ σύνολον τοῦ προγράμματος τοῦ πολιτικοῦ, τὸ
2178ὁποῖον θέλει παρουσιασθῆ, εἴτε καὶ θέτουσα καθαρὸν ζήτημα
2179ἐμπιστοσύνης; Τὸ δεύτερον τοῦτο σύστημα εἶναι τῳόντι σύ-
2180στημα κοινοβουλευτικὸν καὶ συνταγματικόν· ἐὰν εἶναι σύμφω-
2181νος, ἀφίνει εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν διαχείρισιν τῶν ἀνωτάτων
2182συμφερόντων τοῦ Κράτους, ἐὰν δὲ οὐ, τὸ ἐναντίον. Δὲν ἠμπο-
2183ρεῖ, κύριοι, νὰ ἐξακολουθῇ σήμερον Κυβέρνησις κατ’ αὐτὸν τὸν
2184τρόπον διαχειριζομένη τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους· διότι ὁ λό-
2185γος της, αἱ διαταγαί της, αἱ σκέψεις της δὲν ἔχουν κἀμμίαν ἀ-
2186ξίαν, ὅταν καὶ οἱ ξένοι ἀντιπρόσωποι, καὶ τὸ Στέμμα, καὶ πᾶ-
2187σα ἄλλη ἀρχὴ πληροφορηθῇ ὅτι ἡ Κυβέρνησις προκληθεῖσα νὰ
2188ἐρωτήσῃ ἂν ἡ Βουλὴ ἔχει ἐμπιστοσύνην, ἔλαβε τὴν ἀπάντησιν:
2189κάθησαι ἄνευ ἐμπιστοσύνης μέχρις οὗ σὲ ἀνασκολοπήσω. Αὐτὴ εἶ-
2190ναι θέσις, κύριοι, ἂς μὲ συγχωρήσετε νὰ τὸ εἴπω, παρὰ πολὺ ἐ-
2191ξευτελεστικὴ διὰ μίαν Κυβέρνησιν ἐπικρατείας· εἶναι θέσις, τὴν
2192ὁποίαν ἐγὼ δὲν τὴν ἐπιθυμῶ ποτὲ καὶ εἰς τὴν ὁποίαν δὲν θὰ
2193καθήσω ποτέ! Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἐξακολουθῇ ὁ ἀστυνόμος, ὁ νο-
2194μάρχης, ὁ ἔπαρχος, ὁ χωροφύλαξ νὰ ἔχωσιν ἐνώπιόν των ἕνα
2195πρωθυπουργόν, ὅστις ἐνῷ κατηγγέλθη ὑπὸ ἐγκρίτου μέλους τοῦ
2196κοινοβουλίου ὅτι ἦλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν παρὰ τοὺς κανόνας τοὺς
2197Κοινοβουλευτικούς, ἠρώτησε τὴν Βουλὴν ἐὰν ἔχῃ πρὸς αὐτὸν ἐμ-
2198πιστοσύνην καὶ ἡ Βουλὴ δὲν τῷ εἶπεν ὅτι ἔχει ἐμπιστο-
2199σύνην, ἀλλ’ ὅτι ἐπιφυλάττεται ν’ ἀποφανθῇ ἂν ἔχῃ. Ἐὰν δὲν
2200εἶχε τὴν ἐξουσίαν τὸ Κοινοβούλιον ν’ ἀνακαλέσῃ κατὰ τὴν συ-
2201ζήτησιν τῶν ἔργων τοῦ ὑπουργείου τὴν ἐμπιστοσύνην, τὴν ὁ-
2202ποίαν πρὶν ἀνεγνώρισεν εἰς αὐτό, ἠδύνατο κάπως νὰ ᾖναι δι-
2203καιολογημένον τὸ πρᾶγμα. Ἀλλ’ ὅταν ἡ Βουλὴ, ἥτις ἔχει αὐ-
2204τὴν τὴν ἐξουσίαν, δὲν τὸ ἀπεφασίζει, ἡ Κυβέρνησις τότε ἔχει
2205καμμίαν δύναμιν νὰ διοικῇ; μὴ θέλετε νὰ βλάψετε τὸν τόπον
2206μας. Τάχα οἱ Ἕλληνες μόνοι εὑρίσκονται εἰς τὴν ἐξεραιτικὴν
2207θέσιν νὰ μὴ ἔχωσιν ἀνάγκην Κυβερνήσεως ἰσχυρᾶς, Κυβερνήσεως
2208ἀπολαμβανούσης ὅλα ἐκεῖνα τὰ πλεονεκτήματα, τὰ ὁποῖα πρέ-
2209πει νὰ ἔχωσιν αἱ Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι θέλουν νὰ διοικήσωσιν
2210ἰσχυρῶς ἕνα τόπον; τάχα καὶ μίαν καὶ δύω καὶ τρεῖς καὶ πέν-
2211τε καὶ δέκα ἡμέρας δὲν ἔχομεν ἀνάγκην τῆς ἰσχύος τῆς
2212Κυβερνήσεως; καὶ τάχα ἐκτὸς αὐτῶν τῶν διοικητικῶν ἔρ-
2213γων δὲν ἠμποροῦν νὰ γεννηθῶσιν ἔξω αὐτῶν ἀτοπήμα-
2214τα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ὑποβάλωσιν εἰς τόσας θυσίας καὶ
2215εἰς τόσα παθήματα τὸν τόπον; Δὲν ζητοῦμεν, κύριοι, παρὰ τῆς
2216Βουλῆς νὰ μᾶς δώσῃ ψῆφον ἐμπιστοσύνης, διότι τοῦτο δύνα-
2217ται νὰ τὸ πράξῃ ὁπόταν θέλῃ· ἀναγκαζόμεθα ὅμως, ἐπειδὴ
2218πρόκειται νὰ λήξῃ ἡ σύνοδος, ἥτις ὀφείλει σπουδαῖα ἔργα νὰ
2219ἐκτελέσῃ, καὶ ἐπειδὴ τὸ ὑπουργεῖον δὲν ὑποστηρίζεται ὑπὸ
2220πλειονοψηφίας κομματικῆς· περιπλέον αὐτὴ ἡ Βουλὴ ἐν πληρε-
2221στάτῃ γνώσει τῆς καταστάσεως αὐτῆς οὖσα ἔφερε τὸ ζήτημα,
2222τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἠναγκάσθη ἕνεκα τούτου φιλότιμος οὖσα
2223νὰ μεταβάλῃ εἰς ἐρώτησιν· ἡ δὲ Βουλὴ ὀφείλει νὰ εἴπῃ ναὶ ἢ
2224ὄχι, ἀφοῦ δὲν πρόκειται νὰ τὸ εἴπῃ δι’ ὡρισμένον χρόνον εἴτε
2225ὀλίγον εἴτε πολύν.
2226Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, κύριοι, ἐνώπιόν σας ὁποίαν Κυβέρνησιν
2227ἔχετε; Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἦλθεν ἔξωθεν, καὶ τῆς ὁποίας
2228ἀγνοεῖται τὰς γνώμας; δὲν συνεζήτει αὕτη μαζῆ σας; δὲν
2229ἔλαβε μέρος εἰς ὅλας τὰς περιπετείας, τὰς ὁποίας ἀπήντησαν
2230τὰ μεγάλα πολιτικὰ ζητήματα ἐντὸς τῆς Βουλῆς; δὲν ἔλαβε
2231μέρος πρώτιστον; ἀπεσιώπησέ ποτε τὴν γνώμην της, ὥστε νὰ
2232ἀναγκάσῃ τὴν Κυβέρνησιν πρὸς ἣν ἐπάλαιε καὶ ἐπαλαίετε καὶ
2233σεῖς, νὰ ποιήσῃ ἐπερώτησιν περὶ φανερώσεως τοῦ φρονήματός
2234μας; Ἀλλ’ ἔστω, ὑπάρχει τι καινὸν ἐν τῇ πολιτείᾳ ἡμῶν. Ἤλ-
2235θετε νὰ ζητήσετε ἐξήγησιν. Εἴπατε τῇ Κυβερνήσει: συγκροτεῖ-
2236σαι ἐκ μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου, τὰ ὁποῖα ἐπολιτεύθησαν ἐν
2237τοῖς πρώτοις, σᾶς γνωρίζομεν τὶ φρονεῖτε, γνωρίζομεν περι-
2238πλέον τὸ πρόγραμμά σου, πρόγραμμα Κυβερνήσεως, ὅπερ ἐλά-
2239βατε τὸν καιρὸν νὰ ἐκθέσετε ἐνώπιόν μας· ἀλλ’ ἔχομεν αὐτὴν
2240τὴν ἀμφιβολίαν καὶ θέλομεν νὰ διαλυθῇ καὶ ζητοῦμεν διασα-
2241φήσεις.
2242Ἐὰν μετὰ τοιαύτας ἐξηγήσεις εὑρεθῇ τὸ Κοινοβούλιον σύμ-
2243φωνον μετὰ τῶν ἐπερωτώντων, αὐτοὶ δὲ σύμφωνοι μετὰ τῆς
2244πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, ἰδοὺ ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ συμβῇ
2245τὸ παρατράγῳδον τοῦ νὰ ἐξέλθῃ ἡ Κυβέρνησις χωρὶς ψῆφον ἐμ-
2246πιστοσύνης ἐνῷ ἡ ἐμπιστοσύνη αὐτῆς δικάζεται, ἀλλὰ νὰ πε-
2247ριμένῃ μετὰ καιρὸν νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ περὶ τούτου.
2248Ἤδη ἐρωτῶ τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Μεσσήνης; διατί εὑ-
2249ρίσκει τόσον μέγα καὶ βαρὺ τὸ καθῆκόν του τοῦ νὰ καταψηφίσῃ
2250κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις αὕτη, ἡ ἄλλοτε ἀν-
2251τιπολίτευσις, οὐ μόνον δὲν κατεψήφισεν ἀλλὰ καὶ μυριάκις τὸν
2252ἀπέτρεψε νὰ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης καὶ τὸν ἐπροστάτευ-
2253σε; Παρῆλθεν ἡ πρώτη σύνοδος, χωρὶς ἡμεῖς νὰ νομίσωμεν ὅτι
2254εἶναι καθῆκόν μας νὰ τὸν πολεμήσωμεν καὶ νὰ τὸν ἀνατρέψω-
2255μεν, διότι εἴμεθα δῆθεν ἀντιπολίτευσις. Δὲν ἠξεύρω ποῦ στηρι-
2256ζόμενος εὑρίσκει, ὅτι εἶναι καθῆκον αὐτοῦ ἐρωτώμενος τὴν σή-
2257μερον περὶ ἡμῶν ν’ ἀποφανθῇ κατά. Δὲν ἐννοῶ μὲ τοῦτο, ὅτι
2258προκαλῶ μίαν ψῆφον ὑπὲρ τῆς κυβερνήσεως· ἀλλὰ, λέγω, ὅτι
2259αὐτὴν τὴν ψῆφον, τὴν ὁποίαν θέλει δώσει κατά, τὴν δίδει οὐχὶ
2260ἐκ καθήκοντος θέλει νὰ δώσῃ ψῆφον τοιαύτην, ὄχι διότι εἶναι
2261ἀντιπολίτευσις καὶ χρεωστεῖ νὰ δώσῃ ψῆφον ἐναντίαν, διότι τῷ
2262ἀνέφερον παράδειγμα κατὰ τὸν ὁποῖον ἄλλαι ἀντιπολιτεύσεις εἰ
2263καὶ διεφώνουν εἰς πολλὰ πρὸς αὐτὸν, μολαταῦτα οὐ μόνον δὲν
2264τὸν ἐπολέμησαν, οὐ μόνον δὲν ἐθεώρησαν καθῆκον αὑτῶν νὰ τοῦ
2265καταψηφίσωσιν, ἀλλ’ ἐξ ἐναντίας καὶ πολὺ συνετέλεσαν εἰς τὴν
2266ἑδραίωσίν του. Ἠμπορεῖ λοιπὸν νὰ τὸ πράξῃ, καὶ εἶμαι βέβαιος
2267ὅτι θὰ τὸ πράξῃ· ἀλλὰ τοῦτο δὲν προέρχεται ἐκ τῆς θέσεως τῆς
2268ἀντιπολιτεύσεως, θὰ ἔχῃ βεβαίως λόγον ἄλλον καὶ οὐχὶ τὴν
2269θέσιν, ἣν σήμερον κατέχει ἀπέναντι ἡμῶν.
2270Τέλος τί τὰς θέλομεν τὰς θεωρίας καὶ πρὸς τί βασανιζόμεθα
2271κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον; πρὸς τί οἱ τύποι νὰ καταστρέφωσι τὴν
2272οὐσίαν, ὡς ἐὰν εὑρισκόμεθα ἐνώπιον εὐτελοῦς εἰρηνοδικείου; Ἡ
2273κυβέρνησις τοῦ κ. Κουμουνδούρου, ἀφοῦ ἔμεινεν ἐπὶ ἱκανὸν χρό-
2274νον εἰς τὰ πράγματα, ἔπειτα ἐδοκίμασε νὰ μείνῃ καὶ ἅπαξ καὶ
2275δὶς καὶ τρὶς, δὲν ἠδυνήθη νὰ σταθῇ, ἐσχηματίσθη ἑτέρα
2276Κυβέρνησις· τί εἶναι αὐτὴ ἡ ὑπερβολικὴ αὐστηρότης; διότι
2277ἔχομεν δεκαεννέα ἡμέρας, πρέπει ὅλα ὅσα δὲν ἐγένοντο κατὰ
2278τὸ παρελθὸν νὰ γίνωσιν εἰς τὰς δεκαεννέα ἡμέρας, νὰ παρα-
2279σκευασθῶμεν ὡς πρὸς πόλεμον; καὶ τόσον ἱερὸν εἶναι αὐτὸ τὸ
2280καθῆκόν μας, ὥστε δὲν ἀποφαινόμεθα κἂν προσωρινῶς, ὅτι
2281ἔχομεν ἐμπιστοσύνην, μέχρις οὗ ἀναγκασθῶμεν ἐκ τῶν ἔργων
2282σου νὰ κρίνωμεν, ὅτι δὲν εἶσαι ἄξιος τῆς ἡμετέρας ἐμπιστο-
2283σύνης! Ἐὰν ὑπάρχῃ σκοπὸς νὰ διοικηθῇ ὁ τόπος, μίαν μόνον
2284ἀξίωσιν θεωρῶ εὔλογον, ταύτην: ὅταν ἡ Κυβέρνησις ἔλθῃ καὶ
2285παρουσιάσῃ σχέδιον ἀπᾷδον πρὸς τὰς ἰδέας τῶν ἄλλων, πρὸς τὰ
2286φρονήματά των, τὰς βάσεις τῶν φρονημάτων τῶν δοξασιῶν αὐ-
2287τῶν, τότε νὰ ψηφίσωσι κατά· ἀλλ’ ἀπὸ τῆς στιγμῆς αὐτῆς
2288ὀφείλουν νὰ τὴν ἐνθαῤῥύνωσι, νὰ τὴν πείσωσιν ὅτι ἔχουν ἐμπι-
2289στοσύνην, ὅτι ἡ πολιτεία αὐτῆς μέχρι τοῦδε τοὺς ἔπεισεν, ὅτι
2290καὶ ἔμπειρος θέλει εἶσθαι περὶ τὴν διοίκησιν, καὶ πατριωτικὴ,
2291καὶ φιλότιμος. Αὐτὰ δὲ τὰ τρία δὲν ἔχουν καμμίαν σχέσιν πρὸς
2292τὴν διαφωνίαν τῶν ἰδεῶν. Εἰμπορεῖ τις νὰ ᾖναι καὶ φιλότιμος
2293καὶ πατριώτης καὶ νοήμων καὶ ἔμπειρος; ἀλλ’ εἰς τὰ ἔργα τὰ
2294ὁποῖα θὰ παρουσιάσῃ νὰ ἔχῃ ἰδέας τόσων ἀποτόμως διαφερού-
2295σας πρὸς τὰς ἰδέας τῶν ἄλλων, ὥστε νὰ ᾖναι δικαιολογημένοι
2296νὰ εἴπωσιν πρὸς αὐτόν: σοῦ ἀναγνωρίζομεν αὐτὰ τὰ προσόντα,
2297ἀλλὰ δὲν νομίζομεν, ὅτι αἱ προτάσεις του, τὸ σύστημά σου εἶναι
2298κατάλληλον νὰ διευθύνῃ τὰς τύχας τῆς Ἑλλάδος κατὰ τὰς
2299παρούσας περιστάσεις.
2300Ἀλλ’ ἐὰν οἱ ἀξιότιμοι ἀντικυβερνητικοὶ, οὕτως εἰπεῖν, οἱ μείναν-
2301τες ἐκτὸς τῆς Κυβερνήσεως ἀντιπρόσωποι, φρονοῦν ὅτι ἔχομεν τὰ
2302στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα νὰ δικαιολογήσωσι τὴν ψῆφον τῆς ἐμπιστο-
2303σύνης πρὸς ἡμᾶς, πρέπει νὰ μὴ μᾶς τὴν ἀρνηθῶσιν. Ἐὰν ὅμως σή-
2304μερον μᾶς ἀρνῶνται τὴν ψῆφον αὐτὴν, τί τοῦτο σημαίνει; ὅτι δὲν
2305ὑπάρχουσιν αὐτοῖς αἱ πεποιθήσεις ἐκεῖναι περὶ ἡμῶν, ἕνεκα τῶν
2306ὁποίων νὰ νομίζωσιν, ὅτι οὔτε ἐπὶ 8, οὔτε ἐπὶ 10 ἡμέρας ἠμποροῦν
2307νὰ ἐμπιστευθῶσι τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους εἰς τὰς χεῖράς μας.
2308Ἐὰν δυνάμεθα νὰ κατασκευάσωμεν ἑτέραν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία
2309νὰ δύναται τὰ πάντα νὰ πραγματοποιήσῃ, ἐγὼ εἶπον, ὅτι
2310προσφέρομαι, ὄχι ὡς τὸ εἶπεν ἄλλοτε ὁ κ. Κουμουνδοῦρος «ἐλᾶ-
2311τε νὰ λάβετε πάντες μέρος εἰς τὴν ἐξουσίαν». Δὲν ἔχω τὴν ἐλα-
2312χίστην ἰδιοτέλειαν, δὲν ἔχω τὴν ἐλαχίστην φιλοπρωτίαν, κατα-
2313βαίνω ἐκ τῆς ἐξουσίας. Δὲν ἐπιμένω, κύριοι, δι’ ἄλλον λόγον εἰς
2314τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμα, παρὰ διότι νομίζω, αὐτὸ τοὐ-
2315λάχιστον εἶναι τὸ φρόνημά μου, ὅτι εἶναι ἀσύμφορον εἰς τὸ Κρά-
2316τος νὰ ἐπέλθῃ ἡ λύσις, τὴν ὁποίαν εἶπον οἱ πρὸ ἐμοῦ λαλήσαν-
2317τες ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου· εἶναι ἀσύμφορον εἰς τὸ Κράτος,
2318εἶναι ἀδύνατος ἡ διοίκησις, εἶναι ἀδύνατος ὁ ὀφειλόμενος σεβα-
2319σμὸς πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους μιᾶς ἐπικρατείας. Δὲν ζητοῦμεν
2320δὲ τίποτε, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ βλάψῃ, διότι τὸ δικαίωμα τοῦ
2321Κοινοβουλίου εἶναι πλῆρες, νὰ ἄρῃ τὴν ἐμπιστοσύνην του ἐν πά-
2322σῃ στιγμῇ. Δὲν πρόκειται νὰ κλείσῃ ἡ εἴσοδος, δὲν εἴμεθα ἅρ-
2323παγες, τὸ ἐπαναλαμβάνω, ὁποτεδήποτε θελήσῃ ἡ πλειονοψηφία
2324τῆς Βουλῆς δύναται νὰ εἴπῃ σταθῆτε, ἐκ τῶν ἔργων σας ἔκρι-
2325να, ὅτι δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἐξακολουθήσητε νὰ διοικῆτε μὲ τὴν
2326ἐμπιστοσύνην μου. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἀνάγκην τῆς ἐμπιστοσύ-
2327νης τοῦ Κοινοβουλίου, ἔχει ἀνάγκην αὐτῆς καὶ διὰ μίαν ἑσπέ-
2328ραν· τὴν ἔχει πάντοτε, καὶ δὲν πρέπει αἱ Κυβερνήσεις νὰ χάνωσι
2329τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Κοινοβουλίου, εἰμὴ τὴν ἡμέραν καθ’ ἣν τὸ
2330Κοινοβούλιον ἀποφασίσῃ νὰ τὸ εἴπῃ ῥητῶς διὰ τῆς ψήφου του.
2331§50ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κατὰ τὸ παρελθὸν ὁ κ. Δεληγεώργης
2332ὁσάκις ψηφοφορία τις προέκειτο ἐναντία πρὸς τὰς πεποιθήσεις
2333του, δὲν ἐδίστασε νὰ ψηφοφορήσῃ συμφώνως πρὸς τὰς πεποι-
2334θήσεις του.
2335§51ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀλλὰ μετὰ ἓν ἔτος.
2336§52ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ τὸ πρῶτον ἔτος εἰς τὸ ζήτημα
2337τῶν Πρεσβειῶν καὶ πολλὰ ἄλλα.
2338§53ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πολιτικὸν ζήτημα ποτέ.
2339§54ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν θέτομεν ἡμεῖς ζήτημα ἐμπιστο-
2340σύνης.
2341§55ΖΩΧΙΟΣ. Τὸ θέλομεν ἡμεῖς.
2342§56ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καλά· ἡμεῖς δὲν θέλομεν ζήτημα ἐμ-
2343πιστοσύνης, οὔτε ἐπιμένομεν νὰ ψηφοφορηθῇ, ἀλλὰ μετὰ τὴν
2344πορείαν μας τὴν διετῆ ἐν τῇ Βουλῇ καὶ μετὰ τὰ σήμερον λε-
2345χθέντα, εἶναι ἀδύνατον νὰ ψηφοφορήσωμεν ὑπὲρ, διότι δὲν ψη-
2346φοφοροῦμεν ἐδῶ περὶ τῆς τιμιότητος καὶ ἀρετῆς ἢ τῆς ἱκανό-
2347τητος τῶν ὑπουργῶν, ψηφοφοροῦμεν περὶ τοῦ συστήματος τῆς
2348κυβερνήσεώς των. Δύνανται οἱ ὑπουργοὶ νὰ ᾖναι ὅσον θέλετε
2349τίμιοι, ὅσον θέλετε ἐνάρετοι· ἐὰν ὅμως τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον
2350πρόκειται νὰ ἐφαρμόσητε, δὲν εἶναι κατὰ τὴν πεποίθησιν ἑνὸς
2351βουλευτοῦ ὀρθὸν, εἰς αὐτὸ θὰ ἀποβλέψῃ καὶ περὶ αὐτοῦ θὰ ψη-
2352φοφορήσῃ. Λοιπὸν, κύριοι, ἡμεῖς δύω ἤδη ἔτη ἀμφισβητοῦμεν
2353μετὰ τοῦ κ. Δεληγεώργη· καὶ ὅταν ἑπομένως ὁ κ. Δεληγεώρ-
2354γης παρουσιάζεται ἐνώπιόν μας καὶ λέγει: μὲ γνωρίζετε, σᾶς
2355ἐξήγησα τὸ σύστημα, τὴν πορείαν μου καὶ ὁ ἴδιος θὰ μείνω,
2356ζητῶ τὴν ψῆφόν σας εἴπετέ μοι ἐὰν ἔχω δίκαιον, ἡμεῖς οἵτινες
2357ἔκτοτε ὡς ἴδετε δύω ἔτη εἴμεθα εἰς πλήρη διαφωνίαν δὲν ἠμ-
2358ποροῦμεν νὰ εἴπωμεν ὅτι τὸν ἐπιδοκιμάζομεν, διότι ποτὲ δὲν τόν
2359ἐπεδοκιμάσαμεν. Μᾶς ἀναγκάζει νὰ ψηφοφορήσωμεν καὶ βε-
2360βαίως θὰ ψηφοφορήσωμεν.
2361§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν κηρύττω τὴν συζήτησιν περαιωμένην.
2362§58ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νὰ μᾶς ἐπιτρέψητε μόνον νὰ δώσωμεν μίαν
2363ἐξήγησιν. Ἀφοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργός, λυποῦμαι διὰ τοῦτο,
2364ἐπιμένει νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ἡ περὶ ἐμπιστοσύνης πρότα-
2365σις, ἡμεῖς μετὰ τὰς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας ἐδώσαμεν περὶ
2366προσεχοῦς νέας ψήφου, ἅμα δηλαδὴ ἐκτεθῶσι τὰ τῆς πολιτι-
2367κῆς τῆς Κυβερνήσεως, βεβαίως θέλομεν δώσει ἤδη ψῆφον κατὰ
2368τὴν ἔννοιαν τὴν ὁποίαν ἀπεδέχθη ὁ κ. Πρωθυπουργός.
2369§59ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ ὁ κ. Τρικούπης
2370ἠρώτησε περὶ τῆς διατυπώσεως τοῦ θέματος, νομίζω, ὅτι εἶναι
2371ἁπλούστατον, καὶ διὰ τοῦτο δὲν τὸ ἔθεσα. Ζητῶ νὰ τεθῇ τὸ
2372θέμα, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἔχῃ ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
2373§60Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπειδὴ πρόκειται νὰ ψηφοφορήσω ἐπὶ
2374τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον ὁ κ. πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβου-
2375λίου ἐπανειλημμένως ἐδήλωσεν ὅτι ἐπιμένει νὰ τεθῇ εἰς ψηφο-
2376φορίαν, ὀφείλω νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Ἡ ψῆφος, τὴν ὁποίαν
2377ὀφείλω νὰ δώσω, πρέπει νὰ ᾖναι σύμφωνος πρὸς τὸ εἶδος τῶν
2378σχέσεων, αἵτινες μὲ συνδέουσι μετὰ τῆς Κυβερνήσεως. Μὲ τὴν
2379Κυβέρνησιν τὴν ὑπάρχουσαν δὲν μὲ συνδέει ταυτότης πολιτικῶν
2380φρονημάτων, ὡς δὲν μὲ συνέδεε τοιαύτη καὶ μετὰ τῆς προλα-
2381βούσης Κυβερνήσεως. Εἶχον καθῆκον ὡς μέλος τοῦ Κοινοβουλίου,
2382ν’ ἀποβλέπω εἰς τὰς περιστάσεις, εἰς τὰς ὁποίας διατελοῦμεν,
2383καὶ διὰ τοῦτο ἀνειχόμην τὰς Κυβερνήσεις χωρὶς νὰ πολεμῶ
2384αὐτάς· ἑπομένως, ὁσάκις οἱ πολεμοῦντες τὴν Κυβέρνησιν ἐν τῷ
2385Κοινοβουλίῳ, οὐχὶ ἐπὶ ζητημάτων πραγματικῶν, προεκάλεσαν
2386ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ἐψηφοφόρησα ὑπὲρ τῶν Κυβερνήσεων, διότι
2387ἐσκόπουν νὰ ἀποτρέψω τὴν ἄνευ λόγου ἀνατροπὴν τῶν Κυβερ-
2388νήσεων, πρὸς τὰς ὁποίας ὤφειλον ἀνοχήν. Αὐτὴ ἦτο ἀρκετὴ
2389μαρτυρία τῆς ἀνοχῆς, τὴν ὁποίαν ἐδείκνυον. Κατὰ τὴν προκει-
2390μένην περίστασιν ὅμως τὸ πρᾶγμα διαφέρει. Ὁ κ. πρόεδρος τοῦ
2391ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀποτεινόμενος πρὸς τὴν Βουλὴν, ζητεῖ
2392ψῆφον ἐμπιστοσύνης· ἡ δὲ ἀποστροφή του αὕτη πρὸς τὴν Βου-
2393λὴν μεταφέρεται εἰδικοποιημένη εἰς ἀποστροφὴν πρὸς ἐμὲ, καὶ
2394ἀξιοῖ παρ’ ἐμοῦ νὰ δώσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν περισσότερον ἢ
2395ὅσον ἔδιδον εἰς τὴν προκάτοχον, ὀφείλω δὲ νὰ δώσω καὶ εἰς τὴν
2396παροῦσαν. Δὲν ἀρκεῖται εἰς τὴν ἀνοχὴν, ζητεῖ παρ’ ἐμοῦ ἐμπι-
2397στοσύνην. Ἀλλὰ πῶς νὰ δώσω τοιαύτην εἰς Κυβέρνησιν, μεθ’ ἧς
2398δὲν μὲ συνδέει ταυτότης φρονημάτων; Καὶ ὅμως δὲν ἀρκεῖται
2399εἰς ἀνοχὴν, ζητεῖ ἐμπιστοσύνην. Ὅθεν εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ
2400τοῦ ἀρνηθῶ αὐτήν.
2401§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύττω τὴν συζήτησιν περαιωμένην. Τὸ θέμα,
2402τὸ ὁποῖον θὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν, εἶναι, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀποφαι-
2403νομένη ὅτι ἔχει ἐμπιστοσύνην ....
2404§62ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὄχι· παρακαλῶ, ὅπως τὸ ἔθεσα. Ἡ Βου-
2405λὴ ἐρωτᾶται ἐὰν ἔχῃ ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ
2406μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
2407§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις λοιπὸν, ὡς διετύπωσεν αὐτὴν ὁ κ.
2408πρωθυπουργὸς, ἔχει οὕτω· «Ἡ Βουλὴ μετὰ τὰ λεχθέντα ἐκ-
2409φράζει τὴν ἑαυτῆς ἐμπιστοσύνην πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ με-
2410ταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.» Οἱ παραδεχόμενοι τὴν
2411πρότασιν ταύτην λέγουν ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουν ὄχι.
2412Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
2413Πρωτόκολλον ψηφοφορίας τῶν Βουλευτῶν
2414Ἐπὶ τοῦ ἑξῆς ζητήματος·
2415Παραδέχεται ἡ Βουλὴ τὴν ὑπὸ τοῦ πρωθυπουργοῦ προταθεῖσαν
2416πρότασιν ἔχουσαν οὕτω: «Ἡ Βουλὴ μετὰ τὰ λεχθέντα ἐκ-
2417φράζει τῆς ἑαυτῆς ἐμπιστοσύνην πρὸς τὸ ὑπουργεῖον καὶ με-
2418ταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν», ναὶ ἢ ὄχι;
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
2419Κ. Θεοδώρου ΟΓεώργ. Δ. Τσώχρης Ν
2420Ἰωάννης Μπόγδανος ΟἈνδρέας Δανόπουλος Ν
2421Ὄθων Παπαλεονάρδος Γ. Παπαλεξόπουλος Ο
2422Μ. Καΐρης Ὀρφανός ΝΔ. Γ. Ῥάλλης Ν
2423Νικ. Μαυροκορδάτος ΝΤιμολέων Φιλήμων Ο
2424Ἰω. Κυριακός ΟΔ. Καλλιφρονᾶς Ν
2425Ὄθων Μακρυγιάννης ΝΝ. Βασιλάκης Ν
2426Π. Πετράκης ΟΣ. Α. Νοταρᾶς Ο
2427Στ. Κολιάτσος ΟἈνδρ. Νοταρᾶς
2428Κ. Στράτος Ἰω. Δεληγιάννης Ν
2429Ἰω. Καραγιαννόπουλος ΝΓ. Κούστας Ν
2430Δημ. Γρίβας Ἀρ. Μεντζελόπουλος Ν
2431Γ. Γεροθανάσης ΟἉγ Μεταξᾶς Ν
2432Χρ. Κατσικογιάννης ΟΠαναγ. Βενιεράτος Ν
2433Θ. Δηλιγιάννης ΟΝ. Βαλσαμάκης
2434Εὐθ. Δεληγιάννης ΟῬόκος Χοϊδᾶς Ν
2435Γ. Λαδόπουλος ΟΑ. Βαρβαρῆγος
2436Α. Α. Ἀντωνόπουλος ΟΚ. Πανάρετος Ο
2437Γ. Πλαπούτας ΝΧ. Χρηστόπουλος Ο
2438Κ. Πλαπούτας ΝΔ. Βροντίσης Ο
2439Λεων. Πετροπουλάκης ΝΚ. Κατσικόπουλος Ν
2440Κ. Κοσσονάκος Ῥήγας Τσιρόπουλος Ο
2441Ἀρ. Λιδωρίκης Μελέτ. Ῥουσσόπουλος
2442Κ. Ἀναγνωστόπουλος ΝΝ. Λεώπουλος
2443Ν. Κατσικαπῆς ΟΛ. Μαυρομιχάλης Ο
2444Ν. Παπαμιχαλόπουλος ΟΝικήτ. Βαρβιτσιώτης Ο
2445Γ. Ζουμπουλάκης ΝἈναστ. Κορφιωτάκης Ν
2446Ἀντ. Μήτσας ΝΦίλων Φίλωνος Ν
2447Γ. Μίλησης ΟΓ. Λάπας Ο
2448Δ. Βουλπιώτης ΝΓ. Μαχαιρᾶς Ο
2449Σπ. Καραϊσκάκης ΟΕ. Βαλαωρίτης Ο
2450Δ. Γ. Δημητριάδης Γερ. Σέρβος Ν
2451Γ. Κασβίκης ΝἈριστ. Ῥούκης Ν
2452Κ. Λομβάρδος Ἀλκ. Παπαλουκᾶς Ο
2453Ν. Λούντζης ΝἸω. Παπαζαφειρόπουλος Ν
2454Ἀνδρ. Γαΐτας Φωσκάρδης Παναγ. Μανέτας Ο
2455Ἰω. Νέγκας ΝΔ. Ζέγγελης Ν
2456Διον. Κολυβᾶς ΝἈριστ. Σακελλαρόπουλος Ν
2457Ἀνδρ. Αὐγερινός Φίλιππος Βάρβογλης Ο
2458Ἐπαμ. Κρεστενίτης ΝἈθαν. Κατρίβανος Ο
2459Αὐγ. Πετραλιᾶς ΝἨλ. Κοσσονάκος Ν
2460Κ. Ζαρειφόπουλος ΝΓ. Νικολαΐδης Ο
2461Θεμ. Δαραλέξης ΟΓ. Μαλέας Ν
2462Δ. Κατσίνας ΝΚ. Βασιλάκης
2463Παναγ. Οἰκονόμου ΟΓερ. Ζωχιός
2464Διομ. Διαμάντης ΝΣπ. Ζερβός Ο
2465Νικόλ. Νομικός ΝἘπ. Δεληγεώργης
2466Ἀριστ. Βαλέττας ΝΧαρίλ. Τρικούπης Ν
2467Δημ. Γαβαλᾶς ΟἈλέξ. Κουμουνδοῦρος Ο
2468Βαρβαρῆγος Πήληκας Π. Μποῦτος Ο
2469Αἴας Καραβίας ΝΣπήλ. Ἀντωνόπουλος
2470Θρασ. Ζαΐμης ΝΓ. Προβελέγιος Ν
2471Σ. Ν. Πετιμεζᾶς ΟΔ. Κυριακίδης Ν
2472Δ. Γ. Πετιμεζᾶς ΝἘλευθ. Μυκόνιος Ο
2473Ἀργ. Διαμαντόπουλος ΝΜ. Δαμηράλης
2474Νικόλ. Πετιμεζᾶς ΝἈλέξ. Δαμίας Ο
2475Περ. Μαυρομιχάλης ΝἈθ. Ῥοντήρης Ο
2476Γ. Πεῤῥωτής ΟΓ. Ν. Σισμάνης Ο
2477Δημ. Κάρτσωνας ΟΕὐθ. Πλαστήρας
2478Ἀλέξ. Κοντόσταυλος ΟΚ. Εὐθυμιόπουλος
2479Ἰω. Δ. Χατζῆ Νικολῆ Π. Ἰατροῦ
2480Ν. Παπανικολάου ΟΚίμων Χριστοδούλου Ο
2481Ἰω. Μπαλάφας ΟἈλέξ. Πετσάλης Ν
2482Ἰω. Χωρεπισκοπίδης ΟἸω. Γερ. Μαυρομιχάλης Ο
2483Ποθητὸς Ῥεβελάκης ΝἈν. Α. Μαυρομιχάλης
2484Π. Γεννατᾶς ΝἈντ. Καπετανάκης Ο
2485Ἰάκ. Πολυλᾶς ΝΛ. Καπεταν. Μαυρομιχάλης
2486Χ. Δ. Κανελλόπουλος ΝἸω. Δούμας Ν
2487Ζ. Α. Ζαρειφόπουλος ΟΝικόλ. Σοῦτσος Ν
2488Μιλτ. Κανελλόπουλος Γ. Μπούμπουλης Ο
2489Π. Κωσταντᾶς ΝΓρηγ. Μαυρομαρᾶς Ν
2490Σπ. Μαρτσοῦκος Ἰω. Ζαλλώνης
2491Θ. Ῥωμαῖος ΟΚάρ. Νάζος
2492Δ. Ἰακωβάτος ΟΣωτ. Σωτηρόπουλος Ο
2493Ν. Μεταξᾶς Ν. Γεωργακόπουλος
2494Π. Ξυδιᾶς ΟΘ. Ἀναστασόπουλος Ο
2495Ἰω. Βελλιανίτης ΝἸω. Μεγαπάνος Ο
2496Π. Τζαμάλας ΝΚ. Στεργιαλόπουλος
2497Α. Σιμόπουλος ΝἸω. Δροσινός Ν
2498Λ. Καραλίβανος ΟΝ. Πιπῖνος Ο
2499Π. Νεζερίτης ΟἈντ. Τσαμαδός Ο
2500Θ. Κανακάρης Θ. Γκίκας Ν
2501Δ. Πατρινός Δ. Γ. Βούλγαρης
2502Γ. Ῥοῦφος ΝΘεμ. Παπακώστας Ν
2503Α. Ῥικάκης ΝΓ. Ζουλούμης Ν
2504Νικ. Καράπαυλος ΟΚ. Δυοβουνιώτης Ν
2505Ἀθ. Μισυρλῆς Κ. Χατζῖσκος Ο
2506Ἰω. Ἄννινος Καβαλλιεράτος Δ. Κριεζώτης Ο
2507Εὐάγ. Ἀντύπας ΟΝ. Καφετζόγλους Ο
2508Γ. Φλωριᾶς Β. Ν. Βουδούρης Ν
2509Γ. Δ. Γεωργιάδης ΝΓ. Τ. Θωμᾶς Ν
2510Ἰ. Δουλίδης ΝΝ. Καλάρης Ο
2511Δ. Θεοχάρης ΟΜιλτ. Κ. Κανάρης ἀρν.
2512Δ. Κουνουπιώτης Ν
2513§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν 148· 75 ὑπὲρ τῆς προτάσεως,
251472 κατὰ, καὶ εἷς ἠρνήθη ψῆφον. Ἑπομένως ἡ Βουλὴ ἀπεδέ-
2515χθη τὴν πρότασιν.
2516Λύεται ἡ συνεδρίασις.
2517Ὥρα 7½ μ. μ.