1877.02.28
338 στίχοι · 2.763 λέξεις · 24 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 85
τῆς 28 Φεβρουαρίου 1877.
(Δευτέρα.)
Ὥρα 2½ μ. μ.
Μετὰ τὴν ἐκφώνησιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.
§1ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (πρωθυπουργός). Κύριοι, πρὸ τριῶν μηνῶν ἔλαβον τὴν τιμὴν ὡς πρόεδρος τοῦ ὑπουργείου τοῦ συγκροτηθέντος κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην νὰ ἐξηγήσω πρὸς ὑμᾶς τὰς ἀρχὰς τῆς πολιτικῆς καὶ διοικήσεως, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἐσκόπει νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ἐντολήν της· κατὰ τὰς αὐτὰς ἀρχὰς καὶ ἡ Κυβέρνησις ἡ σημερινὴ σκοπεύει νὰ ἐκτελέσῃ τὸ ἔργον. Ἕνεκα τούτου νομίζω περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω τὰ τότε ῥηθέντα ὑποσχόμενος εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι λίαν προσεχῶς τὸ ὑπουργεῖον, εἰσάγον τὰ πρῶτα τῶν ἔργων αὑτοῦ ἐπὶ τῶν ὁποίων θέλει ζητήσει τὴν ψῆφον καὶ τὴν ὑποστήριξιν τοῦ Κοινοβουλίου, θέλει ἐκθέσει συγχρόνως τὰς ἰδέας αὑτοῦ περὶ πολιτικῆς καὶ καὶ τῆς διοικήσεως, ἥτις ἁρμόζει εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις. Τὸ ἔργον καὶ τότε ἦτο λίαν δυσχερές, ἀλλ’ εἶναι δυσκολώτερον τὴν σήμερον, διότι τότε διετρέχομεν τὸν τρίτον μῆνα τῆς συνόδου, ἐνῷ ἤδη εὑρισκόμεθα εἰς τὸ δεύτερον δεκαήμερον τοῦ ἕκτου καὶ τοῦ τελευταίου μηνός· πλὴν ὅμως τούτου αἱ δυσκολίαι τοῦ ἔργου τῆς διοικήσεως κατ’ αὐτὰς τὰς ἀρχὰς καὶ κατ’ αὐτὰς τὰς ἰδέας πρὸς ἐκπλήρωσιν καὶ τῆς ἐπιθυμίας τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τῶν εὐχῶν τοῦ τόπου εἶναι μέγισται πρὸ πάντων διὰ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν. Ὁ κοινὸς σκοπὸς εἶναι ἡ Ἑλλὰς νὰ διοικηθῇ πρὸς εὐνομίαν καὶ πρόοδον, ἑπομένως νὰ φέρῃ πολλὰς μεταῤῥυθμίσεις εἰς τὴν ἐσωτερικὴν αὐτῆς διοίκησιν καὶ πολλὰς βελτιώσεις εἰς τὸν τόπον, βελτιώσεις ἐξ ἐκείνων αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουν παντάπασι τὸν χαρακτῆρα τῶν ἐκτάκτων ἐργασιῶν τῶν κυβερνήσεων. Ἀλλὰ πλὴν τούτου ἡ Ἑλλὰς ἐπιθυμεῖ νὰ κατασταθῇ Κράτος περισπούδαστον ἐν τῇ Ἀνατολῇ, καὶ τὸ ἔργον τοῦτο ἀναγκάζεται νὰ ἀναλάβῃ ὅπως ἐκτελέσῃ ἐντὸς ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγωτέρου χρόνου· ἄρα τὸ ζήτημα τὸ οἰκονομικὸν ἔχει μεγίστην ἐπιῤῥοὴν εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ διπλοῦ αὐτοῦ σκοποῦ. Δὲν εἶναι ἤδη καιρὸς νὰ ἐξετασθῶσι τὰ οἰκονομικὰ οὐδὲ νὰ ἀναλυθῇ ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ κράτους, τοῦτο θέλει γίνει προσεχέστατα· ἀρκεῖ μόνον νὰ μάθῃ τὸ Κοινοβούλιον ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ 1876, ἥτις, ὡς γνωρίζετε, λήγει τὴν 31 Ὀκτωβρίου, θέλει ἀφήσει κατ’ ἐλάχιστον ὅρον ἔλλειμμα 3,000,000 (ἔκπληξις ἐν τῇ αἰθούσῃ). Ὡς δὲ γνωρίζετε, ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1877 δὲν συνετάχθη ὑπὸ ὅρους εὐτυχεστέρου· ἀμέσως δὲ φέρεσθε ἐκ τούτου εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι καὶ αὐτοὶ οἱ νέοι φόροι, τοὺς ὁποίους προωρίσαμεν πρὸς ἔκτακτον παρασκευὴν, θέλουν χρειασθῆ διὰ νὰ καλύψωσι τὰ ἐλλείμματα τῆς τρεχούσης ὑπηρεσίας, χωρὶς νὰ ἐκτελεσθῇ οὔτε ὁ πρῶτος σκοπὸς τῶν ἐσωτερικῶν καὶ τακτικῶν βελτιώσεων, οὔτε ὁ δεύτερος τῶν ἐκτάκτων παρασκευῶν καὶ τῶν ἐκτάκτων μέτρων. Ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν πρόκειται ἤδη, τὸ ἀνέφερα μόνον διὰ νὰ ἐνθυμίσω εἰς τὴν Βουλὴν πόσον δύσκολον εἶναι τὸ ἔργον, ὅπερ ἀναλαμβάνει ἡ Κυβέρνησις ἀπέναντι αὐτῆς καὶ τοῦ τόπου, καὶ ἑπομένως νὰ ζητήσω καὶ παρ’ αὐτῆς καὶ παρὰ τοῦ τόπου ἐπιεικῆ κρίσιν καὶ ἐπιεικῆ ἀνοχήν. Ἤδη ὑπάρχουσι κατεπείγοντά τινα ἔργα, εἰς ἃ θέλω παρακαλέσει τὴν Βουλὴν νὰ ἐνασχοληθῇ ἀμέσως· καὶ ἐν πρώτοις εὑρισκόμεθα εἰς μεγίστην στενοχωρίαν χρηματικὴν, διότι ἡ κατάστασις τοῦ ταμείου τῶν Ἀθηνῶν ἔχει ὡς ἑξῆς: «Χρηματικὸν 3,027 δραχμὰς», ἐνῷ αἱ πληρωμαί, τὰς ὁποίας μέχρι τέλους τοῦ Φεβρουαρίου ὀφείλει τὸ κεντρικὸν ταμεῖον νὰ πληρώσῃ, εἶναι 2,000,000. Συγχρόνως, κύριοι, ἐνῷ τὰ εἰσπρακτέα τοῦ ταμείου Ἀθηνῶν μέχρι τέλους τοῦ Ἰουλίου τοῦ τρέχοντος ἔτους δὲν δύνανται νὰ ὑπερβῶσι τὸ 1,200,000, ἀφ’ ἑτέρου αἱ πληρωμαὶ κατὰ μῆνα μέχρι τότε θέλουν εἶσθαι ἀνὰ δραχμὰς 1,000,000. Ἐνῷ λοιπὸν θὰ ὀφείλωμεν κατὰ μῆνα νὰ πληρόνωμεν 1,000 000 περίπου, δὲν ἔχομεν νὰ ἐλπίσωμεν καθ’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς ἓξ μῆνας μέχρι τέλους Ἰουλίου εἰμὴ εἰσπράξεις ἐν ὅλῳ 1,200,000. Ἀλλὰ ἀφίνοντες κατὰ μέρος τὴν ἐκτίμησιν τῶν ταμείων τοῦ Κράτους κατὰ τὸ τρέχον ἔτος, καὶ περιοριζόμενοι μόνον εἰς τὸ τῆς πρωτευούσης σήμερον, ὁπότε ἀναλαμβάνομεν τὴν διοίκησιν, βλέπομεν ὅτι εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ πληρώσωμεν ἀμέσως 2,000,000 δραχ. ἐνῷ δὲν ἔχομεν εἰς τὸ ταμεῖον εἰμὴ τρισχιλίας· ἕνεκα τούτου θέλω παρακαλέσει τὴν Βουλὴν νὰ ἐνασχοληθῇ εἰς τὴν ψήφισιν καὶ συζήτησιν τοῦ νόμου τοῦ ὑποβεβλημένου ἤδη περὶ ἐντόκων γραμματίων. Ὡς ἐνθυμεῖσθε, οἱ προκάτοχοι εἰσήγαγον νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐζήτουν τὴν ἄδειαν παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ συνάψωσι προσωρινὸν δάνειον διὰ τῆς μεθόδου τῆς ἐκδόσεως ἐντόκων γραμματίων· συγχρόνως δὲ διὰ τοῦ ἰδίου νομοσχεδίου κατήργουν τοὺς προϋπάρχοντας νόμους, δυνάμει τῶν ὁποίων αἱ Κυβερνήσεις ὁσάκις εὑρίσκοντο ἐν στενοχωρίᾳ ἐλάμβανον προσωρινὰ δάνεια. Αὐτὸ τὸ μέτρον ἐξακολουθεῖ νὰ ᾖναι ἀναπόφευκτον, διότι, ὅπως ὑπηγορεύθη πρὸ ὀκτὼ ἡμερῶν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην ἕνεκα τῆς χρηματικῆς στενοχωρίας αὐτῆς, κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον ὑπαγορεύεται καὶ σήμερον. Συγχρόνως ὅμως λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ παρατηρήσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ μέτρον τοῦτο θέλει φέρει ἀργοπορίαν τριῶν τεσσάρων ἡμερῶν, ἐνῷ κατὰ τὰς τρεῖς ἢ τέσσαρας ταύτας ἡμέρας ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἐκ τῶν ἐνόντων. Καὶ οὐδένα μὲν εἰσάγομεν νόμον, ἀναγγέλλομεν ὅμως εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀναπόδραστον ἀνάγκην, ἥτις πιέζει τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως οἰκονομήσῃ δι’ οἱουδήποτε τρόπου δυνηθῇ χρήματα πρὸς πλήρωσιν τῶν πρωτίστων καὶ ἀναποφεύκτων ἀναγκῶν τῆς σήμερον. Τοῦτο δὲ εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ τὸ ἀναγγείλωμεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ τὴν παρακαλέσωμεν νὰ τὸ λάβῃ ὑπὸ σημείωσιν, διότι ὑπάρχει νόμος περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν, ὁ ὁποῖος ἐδημοσιεύθη κατὰ τὴν ἡμέραν καθ’ ἣν ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Κουμουνδούρου παρῃτήθη. Ἂν ὅμως τυχὸν ὑπάρχῃ τις φρονῶν, ὅτι ἡ ἀναγγελία μας αὕτη δὲν εἶναι εὔλογος καὶ ὑπὸ ἀναποδράστου ἀνάγκης δικαιολογημένη καὶ ὅτι δὲν εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ δανεισθῶμεν ὅπως δυνηθῶμεν ἵνα οἰκονομήσωμεν τὰ ἔξοδα τῆς ἡμέρας, παρακαλῶ νὰ φέρῃ τὴν δέουσαν ἀντίῤῥησιν. Δεύτερον ἔργον εἰς τὸ ὁποῖον παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐνασχοληθῇ ὡς ἔργον κατεπεῖγον, εἶναι ὁ νόμος περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν· ὁ νόμος οὗτος, ὡς προεῖπον, εἰ καὶ ἐψηφίσθη πρὸ πολλῶν μηνῶν ἀλλὰ διὰ διαφόρους δυσκολίας, τὰς ὁποίας ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἀπήντησε καὶ τὰς ὁποίας ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν, δὲν ἐφηρμόσθη μέχρι τοῦδε· ἀλλ’ ἡμεῖς εἴχομεν τὴν ἀτυχίαν νὰ εὕρωμεν αὐτὸν δημοσιευμένον· καὶ δὲν πρέπει διὰ τοῦτο νὰ παραξενευθῆτε, ἂν ἔχωμεν περισσοτέραν ἡμεῖς στενοχωρίαν τῆς στενοχωρίας, ἣν εἶχον οἱ προκάτοχοί μας, διὰ τοὺς ὁποίους νόμος δὲν ὑπῆρχε. Δὲν ζητοῦμεν οὔτε νὰ τὸν καταργήσετε οὔτε νὰ τὸν ἀναστείλετε, ἀλλὰ μόνον νὰ μεταῤῥυθμίσετέ τινας διατάξεις αὐτοῦ, τὰς ὁποίας διετυπώσαμεν ἐν νομοσχεδίῳ, ὅπερ λαμβάνομεν τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλωμεν. Πλὴν δὲ αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου, πρὸς τὸν ἴδιον σκοπὸν τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν, εἰσάγομεν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐπιτροπὴ, καταρτισθεῖσα ἐκ τῶν πρωτίστων περὶ τὰ λογιστικὰ καὶ οἰκονομολογικὰ τοῦ Κράτους ἡμῶν δημοσίων λειτουργῶν, κατήρτισεν. Εἰς δὲ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ περιλαμβάνονται δύω τροπολογίαι, αἱ ὁποῖαι χρησιμεύουν νὰ καταστήσωσι περιττὴν τὴν αἴτησιν τοῦ προκατόχου ὑπουργείου, ὅπερ χάριν τῆς στρατιωτικῆς καὶ ναυτικῆς ὑπηρεσίας εἶχεν, ὡς ἐνθυμεῖσθε, εἰσαγάγει ἰδιαίτερον νομοσχέδιον. Ὡς πρὸς τὸ σχέδιον τὸ ἀφορῶν τὴν μεταῤῥύθμισιν τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν, ἐπιφυλλάττομαι κατὰ τὴν συζήτησίν του νὰ παρουσιάσω εἰς τὴν Βουλὴν τροπολογίαν τινὰ, ἀφορῶσαν εἰς τὰ τῆς εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν ὁσάκις δίδωσι προφορικὰς διαταγάς· διότι ἐντὸς τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εἰσάγομεν πρὸς μεταῤῥύθμισιν τοῦ ἤδη ὑπάρχοντος νόμου, ὑπάρχει διάταξις, καθ’ ἣν ὁσάκις ὑπουργὸς κατηγορεῖται ὅτι κατὰ διαταγὴν αὐτοῦ ἐξετελέσθη ὑπ’ ἄλλου ἀξιόποινός τις πρᾶξις, ἀπαιτεῖται ἔγγραφος ἀπόδειξις ὅτι ἐδόθη τῳόντι τοιαύτη παρ’ αὐτοῦ διαταγή. Διὰ τῆς διατάξεως ταύτης ἐνομίσαμεν, ὅτι εἶναι καθῆκον τοῦ νομοθέτου ν’ ἀπομακρύνῃ τὰς συκοφαντίας, τῶν ὁποίων ὁ ὑπουργὸς δύναται νὰ γείνῃ θῦμα ἰσχυριζομένου τινὸς ὑποδεεστέρου ὑπαλλήλου, ὅτι ὅ,τι ἔπραξε τὸ ἔπραξε τῇ διαταγῇ τοῦ ὑπουργοῦ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐπὶ τῆς στρατιωτικῆς καὶ ναυτικῆς ὑπηρεσίας ἰσχύουσιν ἄλλοι κανόνες, διὰ ταῦτα θέλει γείνει τροπολογία κατὰ τὴν συζήτησιν ὡς πρὸς τοῦτο. Ἡ δὲ κυριωτέρα μεταβολὴ, τὴν ὁποίαν φέρομεν εἰς τὸν ὑπάρχοντα νόμον, εἶναι προσθήκη μᾶλλον παρὰ μεταβολὴ αὐτοῦ. Ὁ ὑπουργὸς περιπίπτει εἰς παρανόμους πράξεις συνεργαζόμενος μετὰ τῶν ὑπαλλήλων καὶ πρὸ πάντων μετὰ τῶν τμηματαρχῶν καὶ τῶν γενικῶν γραμματέων. Νόμος περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν, καὶ νόμος μάλιστα τοσοῦτον αὐστηρὸς ὅπως εἶναι ὁ ἤδη παρ’ ἡμῖν ὑπάρχων, ἀπαιτεῖ ἐξ ἅπαντος τὸ συνυπεύθυνον τῶν ὑποβαλόντων εἰς τὸν ὑπουργὸν τὰς πράξεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας ὁ ὑπουργὸς ὑπογράφων παραβαίνει τοὺς νόμους. Αἱ δὲ λοιπαὶ διατάξεις τοῦ νέου νομοσχεδίου εἶναι ἁπλούσταται, καὶ ὑποθέτω ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει ἐννοήσει εὐθὺς ἀμέσως ὅτι εἶναι ἀναγκαιόταται καὶ ἑπομένως θέλει παραδεχθῆ καὶ ἐπιψηφίσει αὐτάς.
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ εἰς τοὺς κκ. βουλευτὰς, θὰ ἐγγραφῇ δὲ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§3ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἄν ἡ Βουλὴ ἤθελε συναινέσει νὰ γίνῃ ἡ πρώτη αὐτοῦ ἀνάγνωσις, τότε βεβαίως ἤθελε δείξει ὅτι κήδεται τῆς εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν, οἱ ὁποῖοι πρώτην φορὰν ὑποβάλλονται εἰς νόμον τοιοῦτον.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐπιτρέπει ἡ Βουλή;
§5ΤΙΝΕΣ (δεξιόθεν). Μάλιστα, μάλιστα.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου; Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πολλοί). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Μετὰ ταῦτα ψηφίζεται εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον.)
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει λοιπὸν τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ ὥστε νὰ τὸ ἔχητε τυπωμένον αὔριον.
§8ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἀπὸ ἀπόψε ἄν ᾖναι δυνατόν.
§9ΜΙΛΗΣΗΣ. Πρέπει νὰ γείνῃ ἡ συζήτησις ἀμέσως βέβαια.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄν ἡ Βουλὴ ἐγκρίνῃ, θέλομεν μεταβῆ εἰς τὴν ά. ἀνάγνωσιν τοῦ περὶ ἐντόκων γραμματίων νομοσχεδίου.
§11ΤΙΝΕΣ (δεξιόθεν). Μάλιστα, μάλιστα.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§13Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐντόκων γραμματίων εἰσήχθη τὴν 22 Φεβρουαρίου ὑπὸ τοῦ πρώην ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργοῦ· τυπωθὲν διενεμήθη εἰς τοὺς βουλευτάς. Ἐμελέτησα αὐτὸ καὶ συνήγαγον συμπεράσματα καὶ σκέψεις· νομίζω δὲ ὅτι ἡ μεταβολὴ τοῦ ὑπουργείου δὲν μὲ ἀποτρέπει ἀπὸ τοῦ ν’ ἀνακοινώσω τὰς σκέψεις ταύτας εἰς τὴν Βουλήν. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ζητεῖται ν’ αὐξηθῇ τὸ ποσὸν τῶν ἐντόκων γραμματίων, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ ἐκδίδῃ· τὸ ποσὸν δὲ τοῦτο εἶχε προσδιορισθῆ διὰ δύω νόμων, ὁ πρῶτος νόμος ἐξεδόθη κατὰ τὸ 1864· δι’ αὐτοῦ δ’ ἐπετράπη εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐκδίδῃ ἔντοκα γραμμάτια μέχρι τοῦ ποσοῦ 3,000,000, κατόπιν δὲ δι’ ἄλλου νόμου ηὐξήθη τὸ ποσὸν μέχρις ἓξ ἑκατομμυρίων· διατὶ ἐδόθη τὸ δικαίωμα τοῦτο; ὁ τότε ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἦτον ἄν δὲν ἀπατῶμαι ὁ κ. Δρόσης, προέτεινε τὸ μέτρον τοῦτο διὰ νὰ δυνηθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ προσπορισθῇ τ’ ἀναγκαῖα χρήματα καὶ καλύψῃ τὰ μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐτήσια ἐλλείμματα τοῦ προϋπολογισμοῦ. Εἰς τὰς συνεδριάσεις τότε τῆς Συνελεύσεως μετεῖχε ὡς πληρεξούσιος καὶ ὁ νῦν ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁ κ. Λεβίδης δι’ ἐμβριθῶν παραστάσεων ἔπεισε τὴν Συνέλευσιν καὶ τὸν τότε ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μὴν ἐπιμείνῃ εἰς τὴν γνώμην του ἐκείνην. Πραγματικῶς εἴτε ἐκ τοῦ εἴδους τῶν φόρων, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσι τὸ φορολογικὸν σύστημα, εἴτε ἐκ τῆς φύσεως τῆς παραγωγῆς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαιρεθῇ ἡ ἐτησία πρόσοδος τοῦ κράτους καθ’ ἕκαστον τῶν μηνῶν, καὶ νὰ εἰσπράττωμεν καθ’ ἕκαστον τῶν μηνῶν τὸ δεκατημόριον τῆς ἐτησίας προσόδου, ἐνταῦθα δὲ ἐνῷ τὸ δωδεκατημόριον τῶν ἐξόδων εἶναι ἀναπόφευκτον τὸ δωδεκατημόριον τῶν ἐσόδων δὲν εἶναι βέβαιον ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον τινὲς τῶν μηνῶν τοῦ ἔτους, καὶ ἰδίως οἱ πρῶτοι μῆνες, καθυστεροῦσι κατὰ τὸ δωδεκατημόριον τῆς ἐτησίας προσόδου, κατὰ τοσοῦτον οἱ ἑπόμενοι μῆνες δίδουσι μεγαλειτέραν μερίδα ἀπὸ τὸ δωδεκατημόριον τῆς ἐτησίας προσόδου. Διὰ τοῦτο ἐπετράπη ἡ ἔκδοσις τῶν ἐντόκων γραμματίων, δι’ ὧν ὡς προσωρινῶν δανείων διατηρεῖται ἡ ἰσοῤῥοπία μεταξὺ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων, διευκολύνεται δὲ ἀληθῶς ἡ Κυβέρνησις δι’ αὐτῶν, δηλαδὴ διὰ τῆς διὰ μέσου τῶν ἐντόκων γραμματίων συνομολογήσεως δανείου διὰ δύω τρεῖς μῆνας, μεθ’ οὓς, ἐπειδὴ αἱ πρόσοδοι τοῦ δημοσίου εἶναι μεγαλείτεροι κατὰ τοὺς ἑπομένους μῆνας, ἐξοφλοῦνται τὰ βραχυπρόθεσμα ταῦτα δάνεια. Ὡς πρόσοδος ἐκ τῶν ἀμέσων φόρων προϋπολογίζεται τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν 8,500,000, ὅπερ ἀναλύεται εἰς τὰ ἑξῆς ποσὰ «ἀπὸ πρόσοδον ἐκ φόρου δημητριακῶν καρπῶν δραχ. 4,200, 000· ἀμπέλων, μποστανίων καὶ περιβολίων δραχ. 1,110,000· ἐλαίου δραχ. 550,000· ἀπὸ φόρους εἰσπραττομένους ἐν τοῖς τελωνείοις σταφίδων δραχμὰς 1,500,000, κουκουλίων δραχμὰς 10,000, βαλανοκικκιδίων δραχ. 280,000, σύκων δραχμὰς 345,000, πρινοκοκκίου δραχ. 4000, λεμονοπορτωκαλλίων δραχ. 45,000, ῥιζαρίου δραχ. 5000, βάμβακος δραχ. 16,000, λακωνικῶν προϊόντων δραχ. 35,000, οἴνων δραχ. 100,000, καπνῶν δραχ. 280,000 καὶ κρομμύων κλπ. δραχ. 20,000.» Ἂν ἐξετάσωμεν ποῖοι ἐκ τῶν φόρων τούτων θέλουσιν εἰσπραχθῆ ἐντὸς τῶν πρώτων μηνῶν τοῦ ἔτους, δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν ὅτι ὀλίγιστοι εἰσὶ τοιοῦτοι, καὶ ἑπομένως ἡ ἀπὸ τῶν φόρων τούτων πρόσοδος εἰσπράττεται κατὰ τοὺς ἑπομένους μῆνας· ὅθεν ὅσον ποσὸν δὲν δυνάμεθα νὰ εἰσπράττωμεν διὰ τὸν ἐκτεθέντα λόγον κατὰ τοὺς πρώτους μῆνας, τόσον ποσὸν ὀφείλομεν νὰ προσδιορίσωμεν ἐντόκων γραμματίων ἵνα δι’ αὐτῶν ὡς διὰ προσωρινοῦ δανείου θεραπεύωμεν τὰς ἀνάγκας τοῦ ταμείου. Ἡ ἐθνικὴ Συνέλευσις ἐσυμφώνησεν ὅτι ἀρκεῖ ποσὸν 3,000,000 ἐντόκων γραμματίων διὰ νὰ πληρώσῃ τὴν ἀνάγκην ταύτην· κατόπιν ὅμως τὸ ποσὸν τοῦτο ἀνεβιβάσθη εἰς ἓξ ἑκατομμύρια. Ἀλλὰ τοῦτο ἐγένετο διότι τάχα ἠλαττώθη ἡ πρόσοδος κατὰ τοὺς πρώτους μῆνας; Τάχα τὰ ἔξοδα τῶν πρώτων μηνῶν ἐδιπλασιάσθησαν καὶ τὰ πρὸς θεραπείαν αὐτῶν ἀναγκαιοῦντα ἔντοκα γραμμάτια; Ἂς ὑποθέσωμεν, ὅτι τὰ ἔσοδα ἦσαν 36,000,000, ὅταν τὸ δωδεκατημόριον ὑπελογίζετο εἰς 3,000,000· ἀνεβιβάσθη εἰς 72,000,000 ὁ προϋπολογισμὸς καὶ διὰ τοῦτο τὸ δωδεκατημόριον ἀνέβη ὡσαύτως εἰς 6,000,000; καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐπήρκει τὸ ποσὸν τῶν ἐντόκων γραμματίων τῶν 3,000,000; Τάχα ἡ εἴσπραξις τῶν πρώτων μηνῶν ἠλαττώθη ἐπὶ τοσοῦτον ὥστε ἔπρεπε νὰ ἐξευρεθῇ μεγαλείτερον ποσὸν δανείου διὰ νὰ καλύψῃ τὰς ἀνάγκας αὐτῶν τῶν μηνῶν; Ἐὰν ηὔξανε κατά τι ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ 1877, ἠδύνατο νὰ γείνῃ, ἀλλὰ δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ λόγος. Δεκαεπτὰ ὅλα ἔτη ἔχομεν πάντοτε ἐλλείμματα· τὰ ἐλλείμματα προυκάλεσαν καὶ κατέφαγον τὰ δάνεια, τὰ ἐλλείμματα ἔφεραν τὴν ἀπαλλοτρίωσιν τῶν χιλίων μετοχῶν τῆς Τραπέζης, αὐτὰ καταβροχθίζουσι καὶ τὰ 6,000,000 τῶν ἐντόκων γραμματίων· μοὶ φαίνεται ὅτι ἡ μέθοδος τὴν ὁποίαν προτείνει ὁ κ. Σωτηρόπουλος διὰ νὰ θεραπεύσῃ τὰς ἐπιούσας ἀνάγκας ἤτοι ἡ τῶν βραχυπροθέσμων δανείων, δὲν εἶναι ὀρθή· αὐξάνομεν σήμερον τὰ ἔντοκα γραμμάτια διὰ νὰ καλύψωμεν τὰ ἐλλείμματα, ἀλλὰ θέλομε εὑρεθῆ εἰς τὴν ἀνάγκην καὶ πάλιν ν’ αὐξήσωμεν τὰ ἔντοκα γραμμάτια, καὶ ἐπὶ τέλους θέλομεν ἀπολήξει εἰς τὴν ἀνάγκην παγίου δανείου διὰ νὰ ἐξαγοράσωμεν τὰ οὕτω πολλαπλασιαζόμενα διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν ἐντόκων γραμματίων βραχυπρόθεσμα δάνεια. Διὰ τοῦτο οὐδείς ποτε ἰσχυρίσθη, ὅτι τὸ εἶδος τοῦτο τῶν δανείων εἶναι τὸ οἰκονομικώτερον. Τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἃ προέβαλε τρόπον τινὰ διὰ τοῦ ὁποίου νὰ καταστήσῃ πραγματικὸν τὸ ἰσοζύγιον εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, ἤθελον συμφωνήσει, ἀλλὰ νὰ ζητῇ κατ’ ἐξαίρεσιν διὰ τὰς προχείρους ταύτας ἀνάγκας, αἱ ὁποῖαι θέλουσι ἀφήσει ἔλλειμμα εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τὴν αὔξησιν τῶν ἐντόκων γραμματίων, τοῦτο δὲν τὸ νομίζω ὀρθὸν, ἀλλ’ ἐπιβλαβὲς διὰ τὸ μέλλον, διότι δυστυχῶς αἱ νέαι ἀνάγκαι ἐπιβάλλουσι νέας ὑποχρεώσεις, τὰ δὲ ἐνίοτε ἐλλείμματα φοβοῦμαι ὅτι ὄχι μόνον θέλουσιν ἀποῤῥοφήσει τὰ βραχυπρόθεσμα δάνεια, ἀλλὰ θέλουσιν ἀποῤῥοφήσει σπουδαίαν καὶ μεγάλην μερίδα καὶ αὐτῶν τῶν διὰ τὰς ἐκτάκτους ἀνάγκας προορισθέντων πόρων. Δὲν ἔχω τὴν προαίρεσιν νὰ παρεμβάλλω προσκόμματα εἰς τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως· ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκεται εἰς ἀμηχανίαν καὶ δὲν μὲ ἐξέπληξεν ὅταν ἤκουσα τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐξέθηκεν ὁ κ. Πρόεδρος, διότι ἐγνώριζον καὶ πολλάκις παρέστησα τὴν εἰκόνα ταύτην τῆς καταστάσεώς μας φυσικῆς ἄλλως, ἀφ’ οὗ τὰ ἐλλείμματα ἔρχονται ἀλλεπάλληλα καὶ οὐδεμία λαμβάνεται πρόνοια ὑπ’ οὐδενός. Βεβαίως ὁ Πρόεδρος εἶναι ἐναντίος, ἀλλὰ μᾶς παρουσιάζει αὐτὴν τὴν ἀμηχανίαν, αὔριον δὲ θέλει παρουσιασθῆ ἀμηχανία πολὺ σπουδαιοτέρα. Διὰ ταῦτα νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει ψηφίσει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὡς ὀφείλουσα νὰ παράσχῃ τὰ μέσα εἰς τὴν διοίκησιν, ἀλλὰ χρεωστῶ νὰ εἰδοποιήσω καὶ τὴν Κυβέρνησιν τὴν ὑπάρχουσαν καὶ πᾶσαν διάδοχον ὅτι τὸ οἰκονομικὸν σύστημα βαίνει ἐπὶ ὁδοῦ πλημμελοῦς καὶ ἐσφαλμένης καὶ πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια ὅπως ἐπέλθῃ εἰλικρινὲς ἰσοζύγιον διὰ τὰς τακτικὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, καὶ προσέτι ὅτι ἀπὸ τὰς τακτικὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους πρέπει νὰ χωρισθῶσιν αἱ ἔκτακτοι.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τίθεται εἰς ψηφοφορίαν τὸ νομοσχέδιον. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς ἁ. ἀνάγνωσιν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως κατ’ ἀρχὴν ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐκδόσεως νέων ἐντόκων γραμματίων). Αὔριον, κύριοι, θέλομεν ἔχει τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν αὐτοῦ· βʹ. ἀντικείμενον θέλομεν ἔχει τὸ ἕτερον νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης, καὶ γʹ. τὸ περὶ συστάσεως ἐπιμελητηρίων· μετ’ αὐτὰ προτείνω νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν συζήτησιν τοῦ νόμου περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν· ἐγκρίνει ἡ Βουλή;
§15ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡμεῖς θέλομεν ἐπιμείνει, ὅτι αὔριον πρέπει νὰ προταχθοῦν τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια.
§16ΤΙΝΕΣ. Ἐκ τοῦ βήματος, δὲν ἀκούομεν.
§17ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ἀναβαίνει τὸ βῆμα). Λέγω, κύριοι, ἴσως αὔριον λάβομεν τὸν λόγον καὶ ἡμεῖς, ἵνα ἐξηγήσωμεν μερικὰ σκοτεινὰ μέρη ἐπὶ τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ ὅσον ἀφορᾷ τὰ οἰκονομικὰ, ἀλλ’ ἐπειδὴ τῳόντι ὑπάρχει νόμος περὶ φόρων, ὁ ὁποῖος σκοπὸν ἔχει τὴν σύστασιν ταμείου ἀμύνης, καὶ ἐπειδὴ ὑπάρχει ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον ἐν μέρει δύναται νὰ καλυφθῇ πάλιν ἀπὸ φόρους, διὰ ταῦτα νομίζω, ὅτι ἡ ἡμερησία διάταξις δὲν πρέπει νὰ μεταβληθῇ· μετὰ τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἐζήτησεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς, νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ νὰ συζητήσωμεν τὰ νομοσχέδια περὶ φόρων, περὶ ταμείου ἐθνικῆς ἀμύνης καὶ καθ’ ἑξῆς· διότι αὐτὸ νομίζω, ὅτι εἶναι σύμφωνον μὲ τὴν πορείαν τὴν ὁποίαν ἠκολούθησεν ἡ Βουλὴ, καὶ τὴν ἀπόφασίν της.
§18ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (πρωθυπουργός). Κύριε πρόεδρε, ὅταν ἔλθῃ αὔριον ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσσήνης καὶ ἀναφέρει τοὺς λόγους, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ζητήσῃ τὴν προτίμησιν τῶν νομοσχεδίων, ἡ Κυβέρνησις θέλει ἀπαντήσει.
§19ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νὰ μὴ μεταβληθῇ ὅμως ἡ ἡμερησία διάταξις.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἡμερησία διάταξις θὰ σύγκειται, ὡς εἶπον, ἀπὸ τὰ τρία προταθέντα νομοσχέδια· μετὰ ταῦτα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει θὰ ὑπάρχῃ ἡ πρώτη συζήτησις περὶ προσθέτων φόρων καὶ μετὰ ταῦτα ἡ πρώτη συζήτησις τοῦ νόμου περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἡμερησία διάταξις πρὸ ἑνὸς μηνός.
§21Ι. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Νομίζω, ὅτι προηγεῖται τὸ σύνολον τοῦ περὶ στρατολογίας νόμου.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ σύνολον ἐτυπώθη καὶ διενεμήθη σήμερον· ἐὰν θέλετε, εἰμπορεῖ νὰ τεθῇ αὔριον.
§23ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Νὰ τελειώσωμεν αὔριον.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχομεν ἄλλο ἀντικείμενον· ἑπομένως διαλύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 3 καὶ 40|60 μ. μ.