1877.01.28
1.706 στίχοι · 14.471 λέξεις · 94 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 67
Τῆς 28 Ἰανουαρίου 1877.
(Παρασκευή.)
Ὥρα 2½ μ. μ.
Μετὰ τὴν ἐκφώνησιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Κεφ. Ηʹ. τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν.
§2ΡΙΚΑΚΗΣ. Προχθὲς εἶχα παρακαλέσει τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τὸ ζήτημα τῆς βοσκῆς ἐν τῷ δήμῳ Ἀθηνῶν, τὸ ὁποῖον ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς πολλὰς δίκας. Κατὰ τὸν νόμον αὐτὸν ἀπαγορεύεται ἡ βοσκή, ἀλλὰ συλλογισθῆτε ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν εἶναι μικρόν, διότι δύναται τὸ δημόσιον νὰ ὑποχρεωθῇ εἰς ἀποζημιώσεις, καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ὁρισθῶσι τὰ ὅρια.
§3ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Διὰ τὰς Πάτρας εἶναι;
§4ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὄχι· διὰ τὰς Ἀθήνας.
§5ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Πρέπει νὰ φροντίζητε διὰ τὰς Πάτρας.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ τεθῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει; θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐὰν συναινῇ.
§7ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νὰ διατάξητε νὰ τυπωθῶσιν ὅλα τὰ νομοσχέδια.
§8ΚΑΤΡΙΒΑΝΟΣ. Νὰ τεθῶσιν ὅλα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τεθῶσιν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν πρῶτον τὰ ἀφορῶντα τὰ γενικὰ συμφέροντα.
§10Ν. ΣΟΥΤΣΟΣ. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μᾶς πληροφορήσῃ εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκονται αἱ διαπραγματεύσεις περὶ ἀγορᾶς τοῦ Λυκαβητοῦ.
§11ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἰδιοκτήτης ἐπιμένει νὰ λάβῃ 25,000 φράγκα, διὰ νὰ παραχωρήσῃ τὸ μέρος τὸ ὁποῖον κατέχει, ἡ δὲ Κυβέρνησις εὑρίσκεται εἰς σκέψιν περὶ τούτου.
§12ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς συνόδου, κύριοι, ἀνέφερον εἰς τὴν Βουλὴν καὶ παρεκάλεσα τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἰδίως τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, νὰ ὑποβάλῃ τὸν νόμον περὶ πτωχεύσεως.
§13ΤΙΝΕΣ. Πολὺ κατάλληλος στιγμή.
§14ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Τὸ ἔργον τοῦτο ἐπεξειργάσθησαν οἱ σπουδαιότεροι παρ’ ἡμῖν νομομαθεῖς· εἶναι ὁ σπουδαιότερος καὶ ἀναγκαιότερος νόμος. Ἐπιθυμῶ, κύριοι, ν’ ἀναλογισθῆτε μόνον τὰ τελευταῖα ἐν Σύρῳ συμβάντα καὶ νὰ κρίνητε. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κύριον ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ εἰσαγάγῃ αὐτὸν, τὴν δὲ Βουλὴν νὰ ἐπιληφθῇ αὐτοῦ ἀμέσως μετὰ τὸν προϋπολογισμόν.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐμείναμεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, Κεφ. ΙΓʹ. τὸ ὁποῖον περιλαμβάνει δύω ἄρθρα, ἔξοδα κεκλεισμένων χρήσεων, καὶ ἔξοδα διαγεγραμμένων χρήσεων. Ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς ἐπιτροπῆς ὁ καταλογισμὸς δὲν ἐγένετο ἀκριβής.
§16ΜΑΝΕΤΑΣ. Τοῦτο προῆλθεν ἐκ τῶν πληροφοριῶν αἵτινες ἐστάλησαν ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλὰ κατόπιν συνεννοήθημεν μετὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἐγένετο ὁ καταλογισμὸς ἀκριβής.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἄρθρον 1. «Ἕξοδα κεκλεισμένων χρήσεων 29,647.84|00.» Ἔχει τις τὸν λόγον;
§18ΖΩΧΙΟΣ. Πρόκειται περὶ τῶν κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων, τὰς ὁποίας πάντοτε εὑρίσκω ἔμπροσθέν μου. Δὲν ὁμιλῶ δὲ διὰ τὸ παρὸν ὑπουργεῖον, μολονότι καὶ αὐτὸ ἔκαμε τὸ μέρος του. Λαμβάνετε τὸν προϋπολογισμόν, λαμβάνετε ἐκτάκτους πιστώσεις· μετὰ τὰς ἐκτάκτους πιστώσεις ἔρχονται αἱ ἀναπληρωτικαὶ πιστώσεις, καὶ μετ’ αὐτὰς ἔχομεν τὰς διαγεγραμμένας χρήσεις, καὶ κατόπιν αὐτῶν ἔχομεν τὰς κεκλεισμένας. Ἀσχολούμεθα δὲ ἤδη εἰς τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τὰς κεκλεισμένας καὶ διαγεγραμμένας χρήσεις τὰς ἀπὸ τοῦ ἔτους 1866–67–68 ......–75 καὶ 74. Ἂς ἀρχίσωμεν δὲ ἀπὸ τὰ παλαιότερα. Εἰς τὸ ἔτος 1870 σημειοῦται βοήθεια εἰς τὴν οἰκογένειαν Ζυγομαλᾶ. Δὲν ἀμφισβητῶ τὰ δικαιώματα τῆς οἰκογενείας, ἀλλὰ διὰ τί ἐσημειώσατε τὴν δαπάνην αὐτὴν εἰς τὰ βοηθήματα; Εἶναι δὲ δαπάνη τοῦ 1870, καὶ τὴν ἐσημειώσατε εἰς τὰ 1875. Ἡ δαπάνη δὲ αὕτη, ἀναγραφεῖσα δι’ ἀποφάσεως τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου τῆς 18 Ἰουλίου τοῦ 1876, δὲν εἶναι παλαιά.
§19ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὀφείλονται πρὸ πολλῶν ἐτῶν καὶ δὲν τὰ εἴχαμεν πληρώσει· ἔκαμεν αἴτησιν, καὶ ἡμεῖς ἀνεγνωρίσαμεν τὸ δικαίωμα.
§20ΖΩΧΙΟΣ. Κύριε ὑπουργὲ, ἰδοὺ τί εἶναι γεγραμμένον· «Ἀποζημίωσις οἰκογενείας .... πρὸς ἀνακούφισιν». Ἡ τοιαύτη δὲ γραφὴ κἄπως εἶναι ἄτοπος. Θέλει ὅμως ἡ Βουλὴ νὰ παραδεχθῇ τὴν δαπάνην, ἂς τὴν παραδεχθῇ, ἀλλὰ δὲν εἶναι δαπάνη τῆς χρήσεως τοῦ 1870, ἀλλὰ τοῦ 1876. Σημειώσατε δὲ ὅτι ὁ πίναξ ἀναγράφει ἄλλο, καὶ τὸ κεφάλαιον ἄλλο.
§21ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἦτο λάθος.
§22ΖΩΧΙΟΣ. Σημειώσατε προσέτι ὅτι αὐτὰ τὰ ζητήματα πάντοτε ἔρχονται μετὰ τὸν προϋπολογισμόν. Τώρα δὲν ἔχω νὰ κάμω ἄλλην παρατήρησιν, εἰμὴ ὅτι καὶ ἄλλοτε περὶ μεταθέσεων ἐλάλησα. Διὰ τὰς μεταθέσεις τῶν ἐπάρχων δεῖνα καὶ δεῖνα, τόσαι χιλιάδες δραχμῶν. Τί δὲ σᾶς λέγουν; Δὲν ὑπῆρχε πίστωσις περὶ μεταθέσεων. Ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν ὑπῆρχε πίστωσις, δὲν ἔπρεπε νὰ μεταθέσητε.
§23ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅταν ὑπάρχῃ ἀνάγκη ἀπόλυτος, δὲν ἠμπορῆτε νὰ μὴ τὸ πράξητε.
§24ΖΩΧΙΟΣ. Ἔκτοτε περιῆλθον εἰς τὰ πράγματα τρία ὑπουργεῖα. Τὸ ὑπουργεῖον Βούλγαρη, τὸ ὑπουργεῖον Τρικούπη, ἢ τὸ παρὸν ὑπουργεῖον πταίει;
§25ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν θὰ εὕρητε οὔτε ἓν κονδύλιον εἰς βάρος ἰδικόν μας.
§26ΖΩΧΙΟΣ. Δὲν ἀντιλέγω, ἀλλὰ οὔτε ἐὰν εὕρισκον θὰ ἦσθε ἄξιοι ἀγχόνης. Σκοπὸν δὲ ἔχω νὰ εἴπω ὅτι πρέπει νὰ παύσῃ αὐτὸ τὸ σύστημα τῶν πιστώσεων, διότι τὸ σύστημα τῶν πιστώσεων καταστρέφει τὸ πᾶν. Θέλετε νὰ δέσητε τοὺς ὑπουργοὺς καὶ ἐψηφίσατε τὸν νόμον τὸν περὶ εὐθύνης· ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὅμως σᾶς διαφεύγει, διότι ἔχει τὸ δικαίωμα τῶν τοιούτων πιστώσεων. Δὲν σκοπεύω νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας, ἀλλὰ ἐρωτῶ, διὰ τί ὀφείλονται αὐτὰ τὰ χρήματα; Τίς δὲ τὰ ὀφείλει; Τὸ ταλαίπωρον τὸ δημόσιον. Σεῖς ὅμως εἶσθε κύριοι ν’ ἀποφασίσητε ὅ,τι θέλετε, ἀλλ’ ἐγὼ εἶμαι ἐναντίος.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν λοιπὸν ἄρθρον 1. «Ἔξοδα κεκλεισμένων χρήσεων 29,647 καὶ 84|100». Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν· οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πλεῖστοι.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2. «Ἔξοδα διαγεγραμμένων χρήσεων 10,627 καὶ 91|100». Ἔχει τις τὸν λόγον; (Οὐδείς.) Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Μεταβαίνομεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ὡς γινώσκετε, ἡ ἐπιτροπὴ ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ οὐδεμίαν ἐπιφέρει μεταβολὴν ἐπ’ αὐτοῦ, ἔχομεν δὲ μόνον τὴν δήλωσιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἥτις ἐτυπώθη καὶ διενεμήθη. Ὁ κ. Μαυρομιχάλης ἔχει τὸν λόγον.
§28Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριοι, προσκαλούμεθα καὶ κατὰ τὸ τρέχον ἔτος νὰ χορηγήσωμεν 10,000,000 πραγματικὰ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διὰ νὰ διατηρήσῃ τὸν ὑπάρχοντα μόνιμον στρατόν. Εἶπον 10,000,000, διότι τὰ ἀναγραφόμενα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ 7 ἑκατομμύρια ἑξακόσιαι τόσαι χιλιάδες δὲν εἶναι πραγματικὰ, διότι πώποτε δὲν ὑπῆρξε χρῆσις, ἥτις δὲν εἶχεν ἐκτάκτους καὶ ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις. Πρόκειται, ἐν ἄλλαις λέξεσι, νὰ διαθέσωμεν τὸ τέταρτον τῶν εἰσοδημάτων τοῦ Κράτους διὰ μίαν ὑπηρεσίαν, τῆς ὁποίας τὰ ἔργα μέχρι τοῦδε ὑπῆρξαν καὶ ἄγονα καὶ ἄχρηστα· πρόκειται νὰ παρατείνωμεν κατάστασιν, ἡ ὁποία κατέστη ἀφόρητος σήμερον, καὶ κατέστη τοιαύτη, ἐνῷ αἱ περιστάσεις εἶναι λίαν ἔκτακτοι. Ἐὰν ἐπρόκειτο ἡ δαπάνη αὕτη νὰ φέρῃ ὠφέλειαν, ἤθελον τὴν δεχθῇ καὶ κατὰ τὸ τρέχον ἔτος, ἀλλὰ ἡ δαπάνη αὕτη ἑκάστοτε φέρει βλάβην σπουδαίαν εἰς τὸ Κράτος. Φέρει βλάβην, διότι ἀφαιρεῖ ποσόν τι ἐτησίως ἀπὸ τὸν τόπον, φέρει βλάβην οὐσιώδη, διότι ἀφαιρεῖ τὰς χεῖρας ἀπὸ τὴν ἐργατικὴν τάξιν, τὴν ὁποίαν τὴν καταστρέφει ὄχι μόνον ὑλικῶς, ἀλλὰ καὶ ἠθικῶς, διότι τοῖς χορηγεῖ τὰ μέσα, ἀντὶ νὰ γείνωσι καλοὶ πολῖται, νὰ γείνωσι κακοί. Τὴν τοιαύτην κατάστασιν τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, κύριοι, τὴν ὑπέδειξα καὶ πρὸ δύω μηνῶν, ὅτε ἡ Βουλὴ ἐσυζήτει νομοσχέδια περὶ στρατολογίας καὶ ἐκτάκτων παρασκευῶν, καὶ ἐζήτησα ἔκτοτε ὥστε ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μὴ ἦναι ἀντίγραφον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν παρελθόντων ἐτῶν, διότι ὁ τόπος, ἀνεξαρτήτως τῆς ἐλεεινῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως, ὑπὸ πολιτικὴν ἔποψιν πρέπει νὰ πεισθῇ ὅτι πράγματι ἀξιόμαχον ἑτοιμοπόλεμον στρατὸν δὲν ἔχει· καὶ ἂς μὴν ἐναβρύνηται τὸ ἔθνος ὅτι δαπανᾶ κατ’ ἔτος τὸ ἓν τέταρτον τῶν εἰσοδημάτων του, ἕνεκα δὲ τούτου ἔχει στρατὸν, ὅστις δύναται εἴς μίαν περίστασιν νὰ φανῇ χρήσιμος. Τὴν κατάστασιν ταύτην ἐγνώριζεν ἅμα ἦλθεν ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, καὶ εἶχεν ἀφορμὰς, διότι κατέλαβε τὴν ἐξουσίαν εἰς ἐποχὴν ἐξεγέρσεως, νὰ φροντίσῃ περὶ τῆς τακτοποιήσεως τοῦ στρατοῦ. Ἐγνώριζεν ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ὅτι οὐδὲν πρόσκομμα ἤθελεν ἀπαντήσει εἰς τὴν πραγματοποίησιν τῶν σχεδίων της· οὔτε ἐκ τῶν διαφόρων ἐξουσιῶν αἱ ὁποῖαι λειτουργοῦν ἐν τῷ τόπῳ μας, οὔτε ἐκ τῆς Βουλῆς, οὔτε ἐκ τῆς βασιλικῆς ἐξουσίας ἀντετάχθη τὸ ἐλάχιστον πρόσκομμα εἰς τὸν στρατιωτικὸν ὀργανισμὸν τοῦ τόπου. Ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις ἀναλαβούσης τῆς Κυβερνήσεως τὴν διεύθυνσιν τοῦ τόπου ἐν ἐποχῇ λίαν σοβαρᾷ, ἤλπιζον ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν θὰ ᾖναι ἀλλοῖος ἐκείνου τὸν ὁποῖον μᾶς ὑπέβαλε σήμερον· καὶ ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὑπεσχέθη ἐπισήμως ἐνώπιον τοῦ Σώματος ὅτι θέλει ὑποβάλει καὶ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης παρῆλθον μῆνες, τοιοῦτος δὲ ὀργανισμὸς δὲν ὑπεβλήθη. Ἡ Κυβέρνησις καθ’ ὅλον τὸ διάστημα μίαν μόνον προμήθειαν ἔκαμεν εἰς τὸν στρατὸν, ἠγόρασεν ἕνα ἀριθμὸν ὅπλων, τὴν ἀξίαν τῶν ὁποίων ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν δύναμαι νὰ κρίνω, διότι ὑπάρχουν ἀντίθετοι γνῶμαι· ἔκτοτε περὶ οὐδενὸς ἐμερίμνησε, καὶ σήμερον μᾶς ὑποβάλλει προϋπολογισμὸν ὅμοιον κατὰ πάντα μὲ ἐκεῖνον τῶν παρελθόντων ἐτῶν, διὰ τοῦ ὁποίου κανονίζεται μία μισθολογία καθαρὰ, ἄνευ στρατιωτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἄνευ στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ διὰ τὸν τόπον. Ἡ Βουλὴ ὀφείλει σπουδαίως νὰ σκεφθῇ, διότι ἐκ τῶν πολλῶν δαπανῶν τὰς πλείστας ματαίως τὰς προσφέρει. Ὀφείλει ἡ Βουλὴ, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις δυστυχῶς δὲν ἔλαβε τὴν πρωτοβουλίαν τῆς καταργήσεως ἑνὸς συστήματος, τὸ ὁποῖον ἐπὶ πολλὰ ἔτη διέπει τὸν τόπον, καὶ τῆς ἀντικαταστάσεως αὐτοῦ διὰ νέου συστήματος, δι’ εἰσαγωγῆς νόμου, δι’ ὀργανισμοῦ τοῦ σώματος, καὶ κατὰ συνέπειαν συντάξεως αὐτοῦ. Ἄλλως αἱ διακηρυχθεῖσαι παρασκευαὶ δὲν εἶναι ἀλήθεια, ἡ ἀνακηρυχθεῖσα στρατιωτικὴ ὀργάνωσις τῆς χώρας πολὺ ἀπέχει τῆς πραγματικῆς ἀξίας· τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα ζητοῦν καὶ τὰ ὁποῖα σκοπὸν ἔχουν τὴν αὔξησιν τοῦ στρατοῦ ἢ τὴν κίνησίν του, αὐτὰ ἀπέναντι ἑνὸς τοιούτου προϋπολογισμοῦ δὲν δύνανται νὰ θεωρηθοῦν σπουδαῖα· τὸ Κράτος πληρώνει 10,000,000 κατ’ ἔτος διὰ στρατὸν, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀνίκανος ὄχι μόνον νὰ ἐκστρατεύσῃ, ἀλλὰ καὶ νὰ ὁδοιπορήσῃ. Καὶ λέγων ταῦτα, δὲν πρόκειται ν’ ἀποδώσω οὐδεμίαν αἰτίασιν πρὸς τὰ πρόσωπα τὰ συγκροτοῦντα τὸν στρατόν· ἴσως ὡς ἄτομα ἀρέσκονται εἰς τὸν καθεστηκότα βίον καὶ προτιμοῦν τὴν ἀργίαν ἀπὸ τὴν ἐκπαίδευσιν, καὶ ἂν ὁ στρατὸς δὲν ἐγείρηται νὰ κάμῃ ἀσκήσεις, εἶναι, διότι εἶναι ἀπηγορευμένη ἡ τοιαύτη διαδήλωσις ὡς ἐκ τοῦ θεσμοῦ του. Ἤκουσα διακεκριμένους ἀξιωματικοὺς, λέγοντας ὅτι ἡ θέσις μας εἶναι λίαν δύσκολος, νὰ ἀναλάβωμεν τὴν εὐθύνην τῆς διοικήσεως ἀνδρῶν, τοὺς ὁποίους ἡ Κυβέρνησις πώποτε δὲν ἐφρόντισε νὰ ἐκπαιδεύσῃ καὶ ἐκγυμνάσῃ, καὶ ἴσως θὰ κατηγορηθῶμεν ὅτι ἕνεκα δειλίας ἢ ἕνεκα διαφόρων ἄλλων λόγων δὲν φερόμεθα καλῶς εἰς τὴν δεῖνα ἢ δεῖνα περίστασιν. Πιθανὸν ἡ σημερινὴ Κυβέρνηνησις νὰ διέπραξεν ὀλιγωτέρας αὐθαιρεσίας τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Βούλγαρη, ἀλλ’ ἐν ὅλῳ ἡ κατάστασις τοῦ στρατοῦ εἶναι αὐτὴ ἐκείνη, ἡ ὁποία ὑπῆρχε πρὸ δύω, πρὸ τεσσάρων, πρὸ δέκα ἐτῶν· καὶ ἰδοὺ τί μὲ γράφει εἷς διακεκριμένος ἀνώτερος ἀξιωματικὸς ἐν ταῖς ἐπαρχίαις (ἀναγινώσκει). Καὶ αὐτὴ δυστυχῶς εἶναι ἡ γνώμη τῶν πλειόνων σωματαρχῶν, διότι τὸ κακὸν ἀπὸ πολλοῦ ἀρξάμενον αὐξάνει ὄχι πλέον κατ’ ἀναλογίας κανονικὰς, ἀλλὰ κατ’ ἀναλογίας λίαν ὑπερβαλλούσας. Ἠλπίζετο ὅτι ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, ἐπωφελουμένη ἐκ τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων, ἤθελε θέσει τέρμα αὐτῆς τῆς καχεκτικῆς καταστάσεως. Ἐρωτῶ τὴν Κυβέρνησιν, τί ἔπραξεν ὡς πρὸς τὸν στρατὸν ἀφ’ ἧς ἀνέλαβε τὴν διοίκησιν; τί σύστημα παρεδέχθη; ἐπὶ τίνων ζητημάτων δὲν ἐσχημάτισε γνώμην, καὶ διατὶ ἐπιμένει εἰς τὴν ἀμφίβολον αὐτὴν κατάστασιν; Ἤθελε δὲ, ἀπὸ ἐμὲ τοὐλάχιστον, κατακριθῇ ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν ἐνεκαινίαζεν ἴδιον σύστημα, διότι δὲν ἔχει τὰ μέσα διὰ νὰ συντάξῃ ἴδιον σύστημα, οὔτε τὰς γνώσεις τὰς ὁποίας ἔχουν ἄλλα Κράτη. Ἡ ἐπιθυμία ὅμως ὅλων ἦτον ἡ Κυβέρνησις νὰ παραδεχθῇ ἓν σύστημα εὐρωπαϊκὸν οἱονδήποτε· πολιτεύεται ὅμως εἰς τὸ ζήτημα τοῦ στρατοῦ πολιτικὴν, ἡ ὁποία δὲν διακρίνεται, φέρει μερικὰ ἐξωτερικὰ συμπτώματα, ἀλλὰ μόλις τὰ συμπτώματα παρουσιάζονται, στρέφονται εἰς τὰ ἐντελῶς ἀντίθετα. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν ὁπλισμὸν τοῦ στρατοῦ, τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἢ μᾶλλον ἡ Κυβέρνησις, ἔκαμε μίαν προμήθειαν ὅπλων, τὴν ὁποίαν ἐπρόκειτο νὰ συμπληρώσῃ· ἀλλὰ σήμερον δὲν γνωρίζει ἐὰν τὸ σύστημα αὐτὸ πρέπει νὰ τὸ ὑποστηρίξῃ ἢ νὰ τὸ ἐγκαταλείψῃ, καὶ διὰ τοῦτο ἀπέστειλε τελευταῖον ἔντιμον ἀξιωματικὸν εἰς τὴν Εὐρώπην διὰ νὰ λάβῃ πληροφορίας περὶ προμηθείας ὅπλων, καὶ ὁ εὐσυνείδητος αὐτὸς ἀξιωματικὸς ἀντέστη καὶ εἶπεν ὅτι δὲν ἀναλαμβάνει νὰ μεταβῇ εἰς Εὐρώπην χωρὶς νὰ λάβῃ ρητὰς ὁδηγίας, ἡ δὲ Κυβέρνησις κατώρθωσε νὰ τὸν πείσῃ νὰ μένῃ εἰς Παρισίους καὶ ἐκεῖ νὰ λάβῃ τὰς ὁδηγίας. Ἄλλως τε δὲ ἡ ἀποστολὴ τοῦ ἀξιωματικοῦ δὲν ἔχει πρακτικὸν λόγον, διότι πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἀφίχθη διακεκριμένος ἀξιωματικὸς ἐξ Εὐρώπης, ὁ ὁποῖος παρεστάθη εἰς τὴν προμήθειαν τῶν ὅπλων Μυλωνᾶ, λίαν εἰδικὸς καὶ ἐντριβής, καὶ ὁ ὁποῖος παρέσχεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅλας τὰς δυνατὰς πληροφορίας περὶ ὁπλισμοῦ. Ἀλλ’ αἱ τοιαῦται πληροφορίαι διὰ τὴν Κυβέρνησιν δὲν εἶχον τὴν ἐλαχίστην ἀξίαν, καὶ ἐδέησε ν’ ἀποστείλῃ ἄλλον ἀξιωματικὸν ἄνευ ὁδηγιῶν καὶ ἄνευ σκοποῦ ἀποφασιστικοῦ· τὸν ἔστειλε διὰ νὰ κάθηται εἰς τὸ Παρίσι, βεβαίως μέχρις οὗ ἡ πολιτικὴ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως διευκρινισθῇ.
§29ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές· δὲν εἶναι εἰς Παρισίους.
§30ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Γνωρίζω ὅτι ἦτο εἰς τὸ Παρίσι, καὶ ἀπὸ ἐκεῖ μετέβη εἰς Βερολῖνον. Ἀλλὰ σᾶς λέγω, ὅτι ἡ ἀποστολὴ αὐτοῦ εἶναι ἀποστολὴ καθαρᾶς ἐπιδείξεως, εἶναι ἀποστολὴ διὰ νὰ διαβουκολήσητε τὸν τόπον ὅτι κάμνετε παρασκευὰς, ἐνῷ οὔτε τὰς ἔχετε, οὔτε τὰς πιστεύετε, οὔτε θὰ τὰς ἐκτελέσητε ποτέ. Ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος δὲν δύναται νὰ ἐγκαταστήσῃ ἴδιον σύστημα ὁπλισμοῦ ἐν τῷ τόπῳ, ὤφειλε νὰ παραδεχθῇ οἱονδήποτε τῶν εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν, καὶ ὑπάρχει Κράτος μέγα, τοῦ ὁποίου ὁ ὁπλισμὸς ὁριστικῶς ἀπεφασίσθη, ἰδίως καθόσον ἀφορᾷ τὸ πυροβολικόν· ὥστε ἡ τοιαύτη πρόφασις, ὅτι κανὲν Κράτος δὲν ἐκήρυξεν ἐγκατεστημένον ἐπισήμως σύστημα, καὶ ἡ τελευταία ἀποστολὴ τοῦ ἀξιωματικοῦ αὐτοῦ δὲν ἔχουν κανένα πρακτικὸν σκοπόν. Ὁ κ. Καρατζᾶς, διατρίψας ἐπὶ πολλὰ ἔτη εἰς τὴν Εὐρώπην, ἐπανῆλθε τελευταῖον καὶ παρέσχεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅλας τὰς δυνατὰς πληροφορίας· εἶπεν, ὅτι ὑπάρχουν καταστήματα ἐν Αὐστρίᾳ τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ παραδίδουν κατὰ μῆνα 6,000 ὅπλα εἰς τὴν Ἑλλάδα, τοῦ Γαλλικοῦ συστήματος.
§31ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές.
§32ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Εἶναι πληροφορίαι ἐκ τοῦ γραφείου τοῦ ὑπουργείου.
§33ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν δίδει τὴν ἄδειαν.
§34ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐκ τούτων ὅλων συνάγεται τὸ δυστυχὲς συμπέρασμα, ὅτι πρόκειται καὶ διὰ τὸ τρέχον ἔτος νὰ καταδικασθῇ τὸ Κράτος νὰ πληρώσῃ 10,000,000, διὰ νὰ καταστήσῃ παραγωγοὺς ἀνθρώπους ἀχρήστους, διὰ νὰ πιστεύῃ τὸ ἔθνος ὅτι ἔχει στρατὸν, ἐνῷ τοιοῦτον δὲν ἔχει, καὶ διὰ νὰ παρατείνηται μία κατάστασις, τὴν ὁποίαν λίαν εὐγλώττως καὶ λίαν εὐσυνειδήτως περιγράφει εἷς τῶν διακεκριμένων σωματαρχῶν τοῦ στρατοῦ. Ἐὰν φρονῇ ἡ Βουλὴ ὅτι ὀφείλει νὰ παρατείνῃ τὴν τοιαύτην κατάστασιν, ἂς ψηφίσῃ τὸν προϋπολογισμὸν ὅπως ἔχει· ἐγὼ δὲ φρονῶ ὅτι εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν στρατιωτικῶν πρέπει νὰ χορηγήσωμεν πίστωσιν ὅσην θέλει, ἀλλὰ μὲ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ φέρῃ προϋπολογισμὸν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νέου ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, τὸν ὁποῖον μᾶς ὑπεσχέθη πρὸ τριῶν μηνῶν ὅτι θὰ φέρῃ μετὰ 12 ἡμέρας, καὶ ἀκόμη δὲν τὸν ὑπέβαλε. Δὲν θέλω νὰ ἔλθω εἰς τὰ καθέκαστα ἑκάστου ὅπλου· εἶπον ὀλίγα καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν ὁπλισμὸν τοῦ πεζικοῦ καὶ τοῦ πυροβολικοῦ, ἔχω καθῆκον νὰ προσθέσω δύο λέξεις διὰ τὴν κατάστασιν τοῦ ἱππικοῦ τῆς Ἑλλάδος. Τὸ ἱππικὸν ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς συντάξεώς του κατέχει τὴν τελευταίαν βαθμίδα τῶν ἄλλων ὅπλων· τὸ σῶμα τῶν ἀξιωματικῶν, διὰ τοῦ διοικητοῦ αὐτοῦ, ἔκτοτε ὑπέβαλεν ἐπανειλημμένας ἐκθέσεις περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ Σώματος, ἰδίως δὲ μετὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ ὑπουργείου νὰ ἐγκαινιασθῇ τὸ νέον σύστημα τοῦ ὅπλου, τὸ ὁποῖον ἀπῄτει ἄλλον ὀργανισμόν, ἄλλην τάξιν βαθμολόγων. Δυστυχῶς μέχρι τοῦδε ἔμειναν τὰ πράγματα ὅπως ἦσαν πρὸ χρόνων, καὶ φρονῶ ὅτι ἡ Βουλὴ ἐπὶ τοῦ προκειμένου καὶ λίαν σπουδαίου ζητήματος, σπουδαίου ὑπὸ δύο ἐπόψεις, ὑπὸ ἔποψιν οἰκονομικὴν καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ μέλλοντος τοῦ τόπου, ὀφείλει νὰ ἀπαιτήσῃ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἄρῃ τὴν κατάστασιν αὐτήν, νὰ πείσῃ τὸ Κράτος, δαπανῶν κατ’ ἔτος πλέον τῶν 10,000,000, νὰ παύσῃ ἀπὸ τοῦ νὰ ἐνεργῇ προμηθείας, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν ἔχει καμμίαν πεποίθησιν καὶ τὰς ὁποίας μεταβάλλει μετὰ 24 ὥρας, διότι πᾶσα προμήθεια εἶναι ἕνας φόρος ὁ ὁποῖος ἐπιβαρύνει τὴν παραγωγήν. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν, κύριοι, ὅτι, ὅ,τι δύνασθε νὰ κάμητε εἰς τὰ λοιπὰ ὑπουργεῖα, εἶναι ἀδύνατον νὰ κάμητε εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν στρατιωτικῶν, καὶ ὅτι ἐνόσῳ δὲν θελήσητε νὰ ἐξασφαλίσητε τὸ Κράτος δι’ ἑνὸς νόμου καὶ ἀφίνετε τὴν διαχείρισιν τοῦ σπουδαίου αὐτοῦ κλάδου εἰς Βασιλικὰ διατάγματα, παραλείπετε καὶ σεῖς, κύριοι, καὶ ἐγὼ μαζῆ σας ἓν τῶν σπουδαιοτέρων καθηκόντων τῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν ἔχομεν, διότι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ὑπουργείου τῶν στρατιωτικῶν, χωρὶς νὰ αὐξάνῃ τὰ ὅπλα, αὐξάνει τὰ ἄτομα, αὐξάνει τὰς συντάξεις, ἐπιβαρύνει τὸ Κράτος. Νὰ ἔχητε δὲ τὴν αὐτὴν πεποίθησιν μαζῆ μου, ὅτι, ὅπως ὑπάρχει ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς, μὴ ἔχετε ἐλπίδα ἐπ’ αὐτοῦ· εἶναι στρατὸς ὁ ὁποῖος φέρει παράσημα μόνον διὰ νὰ εἰσπράττῃ φόρους καὶ νὰ μεταφέρῃ χρήματα, καὶ διὰ τὴν τοιαύτην ἐργασίαν εἶναι λυπηρὸν καὶ δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὰ Κράτη νὰ δαπανοῦν 10,000,000, διὰ μίαν ὑπηρεσίαν, ἡ ὁποία δύναται νὰ γείνῃ διὰ 2 ἢ 3,000,000. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ παρακαλέσωμεν τὸν ὑπουργὸν τῶν στρατιωτικῶν νὰ μᾶς φέρῃ τὸ ταχύτερον τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, ἐπ’ αὐτοῦ δὲ νὰ συντάξῃ νέον προϋπολογισμόν, τὸν ὁποῖον θὰ ψηφίσωμεν, καὶ σήμερον νὰ μεταβῶμεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν ναυτικῶν.
§35ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ (ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν). Ἐὰν ὁ κ. Μαυρομιχάλης εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ ῥίψῃ δύο βλέμματα εἰς τὴν στρατιωτικὴν ἐφημερίδα τῆς Γαλλίας, βεβαίως δὲν ἤθελεν ὑποπέσει εἰς τὸ λάθος τοῦτο, νὰ ζητῇ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ πρὶν ἔλθῃ ὁ στρατολογικὸς νόμος. Ἡ Γαλλία ὕστερον ἀφ’ ὅσα ἔπαθε κατὰ τὸ 1870, ἐνόμισε νὰ ἀλλάξῃ τὸ σύστημα τὸ στρατολογικόν· κατὰ συνέπειαν κατὰ τὸ 1872 τὸν Ἰούλιον συνέταξε καὶ καθυπέβαλεν εἰς τὴν ἐθνοσυνέλευσιν τὸν νόμον τῆς στρατολογίας, κατὰ δὲ τὸ 1873 καθυπέβαλε τὸν ὀργανικὸν νόμον, κατὰ δὲ τὰ 1875 ἐφαρμόζει αὐτόν. Οὐχ ἧττον ὅμως ἔλαβον πρότυπον τὴν Γαλλίαν, καὶ σήμερον, ἐὰν ζητήσῃ ὁ κ. Μαυρομιχάλης, δύναται νὰ στείλῃ τὸν ὑπηρέτην του καὶ πιθανὸν νὰ λάβῃ ἓν ἀντίτυπον τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν ὁπλισμόν, ὁπλισμὸν ἡμεῖς οὐδένα παρεδέχθημεν, τὸν ἔχομεν· εὕρομεν 8,000 ὅπλα καὶ 5,000 Μυλωνᾶ.
§36ΦΙΛΗΜΩΝ. Πρὶν προβῆτε εἰς τὰς πληροφορίας περὶ τῶν ὅπλων, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ προβῆτε εἰς τοιαύτας ἐξηγήσεις, διότι δὲν συμφέρει.
§37ΤΙΝΕΣ. Μὴ διακόπτετε.
§38ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Τὰ πράγματα μᾶς ἠνάγκασαν νὰ φέρωμεν μερικὰ ὅπλα, διότι γνωρίζετε, ὅτι αἱ ἀποθῆκαι μας ἦσαν κεναί. Ἠθελήσαμεν νὰ λάβωμεν πληροφορίας, ἐὰν δυνάμεθα νὰ αὐξήσωμεν τὸν ὁπλισμόν μας. Ἔχομεν πληροφορίας, ὅτι μετὰ 4 μῆνας ἠμποροῦμεν νὰ ἔχωμεν 1000 ὅπλα κατὰ μῆνα. Ὅλοι οἱ ἀξιωματικοὶ μᾶς εἶπον, ὅτι πρέπει νὰ φέρωμεν ὅπλα Γρᾶ ἢ Μίλλ, καὶ οἱ Γάλλοι ἐγέλασαν καὶ μᾶς εἶπον· ἡμεῖς δὲν ἔχομεν, πῶς θὰ δώσωμεν εἰς ὑμᾶς ὅπλα Γρᾶ; Οἱ Γερμανοὶ μᾶς εἶπον· πολὺ πιθανὸν νὰ σᾶς δώσωμεν, ἐὰν ζητήσητε. Τὸν κ. Καρατζᾶν δὲν ἔφερον δι’ ἄλλον λόγον, παρὰ διὰ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Κυβέρνησιν· ἐστάλη δὲ ὁ διὰ νὰ ἐκτελέσῃ ὅσα ὁ κ. Καρατζᾶς ὑπέδειξεν. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι εἰς τὸν στρατὸν ὑπάρχουν γυμνάσια ἀπηρχαιωμένα, ἀπὸ τὰ 1856, τοῦ δὲ ἱππικοῦ δὲν ἠξεύρω πρὸ πόσων ἐτῶν. Ἐγὼ παρεδέχθην τὸ σύστημα τὸ Γαλλικὸν, καὶ σήμερον ὁ στρατὸς ὅλος ἔχει τὰ τελευταῖα γυμνάσια τοῦ 1875. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι τὸ ἱππικὸν ἔκαμε μερικὰς ἐκθέσεις, ὄχι περὶ διοργανισμοῦ, ἀλλὰ περὶ αὐξήσεως βαθμοφόρων, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἠδυνάμην νὰ παραδεχθῶ, πρὶν ὑποβάλω νόμον περὶ ὀργανισμοῦ. Ἤθελον, ἐπειδὴ δύω ἴλαι εἰς τὴν Γαλλίαν ἔχουν ἕνα ταγματάρχην, νὰ γείνῃ καὶ ἐδῶ τοῦτο. Ὁ προϋπολογισμὸς συνετάχθη ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1876 καὶ τῶν προηγουμένων ἐτῶν, συμφώνως μὲ τὸν νόμον. Τώρα, ἐὰν ὁ νέος νόμος γείνῃ δεκτὸς, βεβαίως μετὰ 15 ἡμέραις θὰ ᾖναι ἕτοιμος ὁ ὀργανισμὸς καὶ θὰ ψηφισθῇ. Ἀλλ’ ἐνόσῳ ὀργανισμὸς νέος δὲν ὑπάρχει, τί προϋπολογισμὸν θὰ φέρω; νὰ αὐξήσω βαθμοφόρους, τῶν ὁποίων αὔριον ἴσως δὲν θὰ ἔχωμεν ἀνάγκην; Δὲν προσετέθησαν λοιπὸν παρὰ ὀλίγοι τινὲς ἀξιωματικοὶ τοῦ πυριτιδοποιείου καὶ 7 ὑπαξιωματικοὶ διὰ τὰς μηχανάς. Αὐτὴ εἶναι ἡ μεταβολή. Ὑπάρχουν δὲ καὶ μερικοὶ ἀκόμη μαθηταὶ διὰ τὰ νέα φυσέκια, καὶ μερικοὶ ἀρχιτεχνῖται καὶ τεχνῖται.
§39ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, παραξενεύεσθε ἴσως διότι ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν Στρατιωτικῶν λαμβάνω τὸν λόγον ἐγώ. Ἀπὸ τοῦ 1863 δὲν ἔλειψα ἀπὸ τοῦ νὰ λαμβάνω μέρος ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ μέχρι τοῦδε, καὶ σᾶς βεβαιῶ, καὶ ἐξομολογοῦμαι ἐνώπιόν σας εἰλικρινῶς, ὅτι τυφλοῖς ὄμμασιν ἔδιδον πάντοτε τὴν ψῆφόν μου ὑπὲρ τῶν πιστώσεων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν· καὶ ἠξεύρετε διατί; διότι ἔχομεν τὴν εὐτυχίαν νὰ παρακάθηνται τόσοι συνάδελφοι ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ, οἱ ὁποῖοι ὑποτίθεται, ὅτι λαμβάνουν τὸν προϋπολογισμὸν ἀνὰ χεῖρας, μελετῶσιν αὐτὸν καὶ τὸν ἐπιδοκιμάζουσιν. Ἰδοὺ ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἐγὼ, λέγω, τυφλοῖς ὄμμασιν ἔδωκα τὴν ψῆφόν μου πάντοτε ὑπὲρ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Σᾶς βεβαιῶ δὲ, κύριοι, ὅτι δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω τί ἤθελε νὰ εἴπῃ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς κύριος Μαυρομιχάλης· ἤθελε νὰ κάμῃ ἐπερώτησιν; ἤθελε ν’ ἀναπτύξῃ ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ; ἢ κατὰ τὰ καθεστῶτα νὰ ἐλέγξῃ τὸν παρουσιασθέντα προϋπολογισμόν; Νομίζω, ὅτι τίποτε περισσότερον δὲν δύναται σήμερον νὰ γείνῃ, παρὰ, ἂν ὑπάρχουν παρατηρήσεις νὰ γείνωσιν ἐπὶ τῶν πιστώσεων, ἃς προστεθῶσιν ἕτεραι. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ δὲ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος νὰ εἴπω, ὅτι ὅλα ὅσα ἐῤῥέθησαν περὶ τοῦ ποιοῦ καὶ τοῦ ποσοῦ καὶ, καὶ, καὶ, τοῦ στρατοῦ, ὅλα ἦσαν περιττά. Εἰς τὸ 1872 εὑρισκόμην ἐν Παρισίοις, ἐκεῖ δὲ ἀξιωματικός τις τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, ἀρκετὰ λόγιος, τοῦ τεχνικοῦ ὅπλου, μὲ ᾐτιᾶτο (καὶ διὰ τοῦτο λαμβάνω τὸν λόγον, διὰ νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν της ἡ Βουλὴ καὶ τὸ παράπονον τοῦτο), μὲ ᾐτιᾶτο, ὅτι ἡμεῖς οἱ βουλευταὶ δὲν ἀφίνομεν νὰ γείνῃ ὅ,τι εἶναι ὀρθὸν εἰς τὸν στρατὸν, ἵνα ὀρθοποδήσῃ, καὶ ὅτι παρεμβάλλομεν προσκόμματα· παρόντες ἦσαν καὶ πολλοὶ ὁμογενεῖς σπουδασταί. Εἰς τὸν κύριον αὐτὸν ἀπήντησα ὅτι εἰς οὐδὲν ἐνέχεται ἡ Βουλή· ἡ Βουλὴ εἰς τίποτε δὲν ἀντέλεξεν ὁσάκις ἐπρόκειτο περὶ στρατιωτικοῦ κλάδου, οὐδέποτε ἐξήλεγξε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἠρκεῖτο εἰς πᾶν ὅ,τι ἐπαρουσιάζετο, ἐπὶ τῇ καλῇ πίστει, καὶ ἐπὶ τῇ πεποιθήσει ὅτι ἐμελετήθη καὶ ἐνεκρίθη ἀπὸ τοὺς στρατιωτικοὺς συναδέλφους μας, πάντοτε ἐψηφίζετο· ἂν δὲ ἐγένετό τι κακὸν ἐν τῷ στρατῷ, τί πταίομεν ἡμεῖς οἱ λοιποὶ ἐκ τῶν βουλευτῶν, ἀφοῦ ἐν τῇ Βουλῇ πάντοτε παρακάθηνται 20 καὶ 30 ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ; καὶ ἂν αὐτοὶ δὲν παρουσιάζουν εἰς ἡμᾶς τὰς ἐλλείψεις, ἂν αὐτοὶ δὲν συνέρχωνται ἰδιαιτέρως νὰ ἐνεργήσουν τὰ πρέποντα καὶ νὰ τὰ παρουσιάσουν εἰς τὸ Κοινοβούλιον, τί πταίομεν ἡμεῖς; ἐπαρουσιάσθη τοιοῦτόν τι ποτὲ παρ’ αὐτῶν καὶ τοῖς ἠρνήθημεν τὴν ψῆφόν μας; βεβαίως ὄχι. Ἠθέλετε ἔχει τὸ παράπονον τότε, ὅταν μεταξὺ ἡμῶν δὲν ὑπῆρχον καὶ συνάδελφοι στρατιωτικοί· τί ἠξεύρω ἐγὼ ἀπὸ στρατιωτικὰ καὶ ἄλλοι πολλοί; βεβαίως, ἐὰν ὑπάρχουν ἐλλείψεις, αὗται πρέπει νὰ ἀναπληρῶνται ἀπὸ τοὺς ἐξ ἐπαγγέλματος στρατιωτικούς· ἀλλὰ πότε; ἐν ὥρᾳ τῆς ψηφίσεως τῆς πιστώσεως; ὄχι. Ἂν, κύριε Μαυρομιχάλη, καὶ ἠμπορεῖ νὰ ἔχητε δίκαιον, καὶ θὰ σᾶς δικαιώσω πληρέστατα, ὑπάρχωσιν ἐλλείψεις, συνέλθετε ὅλοι οἱ συνάδελφοι, καὶ οἱ ἐκτὸς ἀκόμη στρατιωτικοί, καὶ συντάξατε ἓν τέλειον ἔργον καὶ ὑποβάλετέ το, ἢ διὰ τοῦ κ. ὑπουργοῦ ἢ καὶ μόνος σας (οὐδεὶς σᾶς ἐμποδίζει, διότι ἔχετε πρὸς τοῦτο τὸ δικαίωμα), εἰς τὴν Βουλήν, καὶ τότε θέλετε ἰδεῖ ἂν θὰ μᾶς εὑρίσκητε ἑτοίμους νὰ τὸ ψηφίσωμεν ἢ ὄχι· ἔρχεσθε ὅμως ἀκαίρως, ἐνῷ πᾶν πρᾶγμα πρέπει νὰ ἔρχηται ἐν ὥρᾳ καταλλήλῳ. Σήμερον πρόκειται ἁπλῶς περὶ τῆς ἐπιψηφίσεως τῆς πιστώσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, πᾶσα δὲ μεταβολὴ δύναται νὰ ἐπέλθῃ ὅταν ἔλθῃ ὁ ὀργανισμός· τότε δύνασθε νὰ ἔλθητε ἀπὸ τοῦ βήματος καὶ νὰ ἐκθέσητε πᾶν ὅ,τι νομίζετε ὀρθόν.
§40ΖΩΧΙΟΣ. Ὁ ἔντιμος συνάδελφος, ὁ πρὸ μικροῦ καταβὰς τοῦ βήματος, σᾶς εἶπε τί ἐνέχεται ἡ Βουλή; καὶ ἐγὼ λέγω ὅτι ἐνέχεται ἐν παντί. Ἂν τὰ πράγματα κακῶς ἔχωσιν, ἐνέχεται ἡ Βουλή· συνερχόμεθα δὲ ἐνταῦθα ἄλλοι μέν, ἵνα φωτιζώμεθα, καὶ ἄλλοι, ἵνα φωτίζωμεν.
§41ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Ἐν ὥρᾳ.
§42ΖΩΧΙΟΣ. Ἡ ὥρα εἶναι, ὅταν ἔχωμεν χρήματα. Ἡ Κυβέρνησις ἡ παροῦσα, μόλις συνῆλθεν ἡ Βουλή, εἶπε, δότε μοι ἑκατομμύρια, θὰ σᾶς ὀργανίσω τὰ πάντα, διότι μετ’ ὀλίγας ἡμέρας θὰ ἐκστρατεύσωμεν.
§43ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τί εἴπομεν ἡμεῖς;
§44ΖΩΧΙΟΣ. Ὅτι ψηφίζομεν τυφλοῖς ὄμμασι. Δὲν πρόκειται, κύριοι, περὶ στρατιωτικῶν πραγμάτων, ἀλλὰ περὶ λογικῆς. Ὅταν τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἔχῃ δύω ἀξιωματικοὺς πολεμικούς, τί ζητεῖτε πολεμικὰ ἔργα; Σᾶς ζητοῦν 100,000; δώσατε 300,000, ἀλλ’ ὀργανίσατε τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Φαντασθῆτε τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἔχῃ ὑπαλλήλους μὴ γνωρίζοντας τὴν ἀριθμητικήν. Ἐνταῦθα, κύριοι, πρόκειται περὶ ὅπλων, περὶ πυροβολικοῦ, περὶ μηχανικοῦ. Οἱ Γάλλοι κατ’ αὐτὰς ἤνοιξαν τὰ μάτια των, διότι καὶ ἐκεῖνοι ἐψήφιζον κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Τί δὲ παρετήρησεν ὁ νῦν ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τῆς Γαλλίας, ἡγούμενος στρατοπέδου εἰς τὰ τελευταῖα γυμνάσια; Παρατηρῶν τὸν χάρτην καὶ ὁδηγούμενος ὑπ’ αὐτοῦ, ἠπατήθη. Ἐκεῖ ὅπου ἐνόμιζεν ὅτι ὑπῆρχε πεδιάς, δὲν ὑπῆρχεν· ἐκεῖ ὅπου ἐνόμιζεν ὅτι ὑπῆρχε πηγὴ ὕδατος, δὲν ὑπῆρχεν· ἐκεῖ ὅπου ἐνόμιζεν ὅτι ὑπῆρχε πολίχνη, δὲν ὑπῆρχεν· ὁ χάρτης τῆς Γαλλίας ἀπεδείχθη ψευδής. Τί ἔκαμαν οἱ Γάλλοι; Ἀπεφάσισαν νὰ διορθώσουν τὸν χάρτην των· ἐρωτῶ δὲ τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν τὸν ἡμέτερον, ποῖοι ἀξιωματικοὶ ἀσχολοῦνται εἰς τὸν χάρτην τῆς Ἑλλάδος; Ποῖοι διὰ τὸν χάρτην τῆς Τουρκίας, τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ κατακτήσητε; Μὲ πόσους ἵππους θὰ πάρωμεν τὴν Θεσσαλίαν; Ὅταν σᾶς παρουσιάζῃ τις τὰ πράγματα τόσον καθαρὰ, οὔτε ἰατρὸς πρέπει νὰ ᾖναι, οὔτε στρατιωτικὸς, ἀλλὰ νὰ μετέχῃ ἐκείνου τοῦ θείου δώρου, ἐκείνου τοῦ φωτὸς, τὸ ὁποῖον φωτίζει πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον. Σᾶς καταριθμοῦσιν εἰς τοὺς πίνακας καὶ τοὺς χωροφύλακας· ἀλλ’ οἱ χωροφύλακες χρησιμεύουν μόνον ἐν καιρῷ ἀμύνης. Ἔχομεν καὶ ἓν ἐκλεκτὸν σῶμα, τοὺς πρώην πυροσβέστας, νῦν δὲ σκαπανεῖς· ὅταν τοὺς ὀνομάζητε σκαπανεῖς, θὰ ᾖναι εἰς κατάστασιν νὰ κάμουν μίαν γέφυραν; Ἀσχολοῦνται εἰς τοῦτο; ὄχι.
§45ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Ἂν μεταβῆτε εἰς τὴν Καισαριανὴν, θὰ ἰδῆτε ὅτι ἐκεῖ κατεσκεύασαν γέφυραν καὶ δρόμους· μὲ τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα παραχωρεῖτε, αὐτὰ μόνον δύνανται νὰ γίνωσι· δὲν φθάνουν οἱ πόροι μας.
§46ΖΩΧΙΟΣ. Ὁ Λούκουλλος, ὁ στρατηγὸς τῶν Ῥωμαίων, ἐξεστράτευσε κατὰ τοῦ Τιγράνου, ἄγων χιλιάδας Ῥωμαίων δέκα. Μαθὼν δὲ τὴν ἔφοδον αὐτῶν ὁ Τιγράνης, εἶπεν. Ἂν ἔρχωνται ὡς πρέσβεις, εἶναι πολλοὶ, ἂν δὲ ὡς πολέμιοι ἔρχωνται, εἶναι ὀλίγοι. Τὸ αὐτὸ δὲ λέγω καὶ ἐγώ. Ἐὰν πρόκηται, κύριε ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ παρατάξῃς τὴν Ἑλλάδα ἐναντίον οἱουδήποτε, αὐτὰ τὰ ὁποῖα ζητεῖς εἶναι ὀλίγα, ἐὰν δὲ πρόκηται περὶ μισθολογίου, εἶναι πολλά. Δὲν ζητεῖτε δὲ μόνον δραχμῶν ἑκατομμύρια, ἀλλὰ ζητεῖτε καὶ 2 ἢ 3 χιλιάδας αἰχμαλώτους, λεγομένους στρατευσίμους, τοὺς ὁποίους εἰς τί μεταχειρίζεσθε; Σημειωτέον δὲ ὅτι ἕκαστος ὑπουργὸς ἀναδέχεται ὅλας τὰς ἁμαρτίας τῶν προκατόχων του. Τοῦτο δὲ συνέβη καὶ εἰς τὸ παρὸν ὑπουργεῖον. Ἠκούσατε δὲ ποτὲ ὑπουργὸν τῆς Ἑλλάδος νὰ εἴπῃ ἥμαρτον; Κατηγορεῖται ὁ Πάπας διότι νομίζει ἑαυτὸν ἀναμάρτητον· ἀλλὰ σεῖς κατὰ τί διαφέρετε τοῦ Πάπα; Ὁμολογήσατε τὴν ἀλήθειαν, εἴπατε αὕτη εἶναι ἡ σημερινὴ κατάστασίς μας· διότι ὅταν δὲν διδασκώμεθα ὑπὸ τῶν ἰδίων παθημάτων, θὰ ἔλθῃ ἐξωτερικὴ συμφορὰ, ἡ ὁποία θὰ μᾶς σωφρονίσῃ μετὰ μεγίστης ἡμῶν ζημίας. Ἐξετάσατε τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα εἶναι γεγραμμένα εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Οἱ ἀριθμοὶ εἶνε μηδαμινοὶ, καὶ ἐὰν ἐγκύψητε εἰς τὰ πράγματα, θὰ τοὺς ἰδῆτε μηδαμινωτέρους. Προκαλῶ δὲ τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μοὶ εἴπῃ ἂν δύναται νὰ ἔχῃ ἑτοίμους ἐντὸς 5 ἡμερῶν 2 χιλιάδας στρατιώτας, διὰ νὰ τοὺς ἀποστείλῃ εἰς τὰ σύνορα, ὅπως ἀποστέλλονται οἱ στρατοὶ τῆς Εὐρώπης.
§47ΦΙΛΗΜΩΝ. Δὲν ἔχετε δρόμους.
§48ΖΩΧΙΟΣ. Δὲν ἔχετε δρόμους, καὶ τὸ νόστιμον εἶναι ὅτι ζητεῖτε πόλεμον. Λέγω λοιπὸν ὅτι καὶ αὐτὰ τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα μᾶς ζητεῖτε σήμερον, θὰ καταποντισθοῦν ἐκεῖ ὅπου κατεποντίσθησαν καὶ ὅλα τὰ προηγούμενα ἑκατομμύρια. (Θόρυβος.) Ἀλλὰ δὲν ἐρωτᾶτε καὶ τὸν στρατὸν, τὸν ὁποῖον λέγετε ὅτι τροφοδοτεῖτε, εἶναι εὐχαριστημένος; δὲν τὸν ἐρωτᾶτε, ὅταν παρουσιασθῇ ἀνάγκη νὰ τὸν καλέσητε νὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκόν του, τί θὰ σᾶς εἴπῃ; Τί μοῦ ἐδώσατε, τί ἑτοιμάσατε διὰ τὴν τιμὴν τῆς πατρίδος, καὶ θέλετε νὰ ὑπάγω νὰ τὴν προστατεύσω ἐγώ; Ἐδῶ, κύριοι, πρόκειται περὶ συντηρήσεως· ἐὰν δὲ πρόκηται νὰ ψηφίσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν ὡς συντήρησιν προσώπων, τότε τὸ πρᾶγμα ἔχει ἄλλως· ἂν ὅμως πρόκηται περὶ ἄλλου τινός, πρέπει νὰ σκεφθῶμεν κατ’ ἄλλον τρόπον, καὶ νὰ μὴ ἀναβάλητε δι’ αὔριον πράγματα κατεπείγοντα, ὡς θέλει ὁ προλαλήσας.
§49ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, νέα πράγματα δὲν ἠκούσατε, διότι πολλάκις ἐῤῥέθη ὅτι ὁ στρατὸς εἶναι μικρὸς καὶ ὅτι ἀπασχολεῖται ἀπὸ τὰ καθήκοντά του ἐκτελῶν ἄλλας ὑπηρεσίας, καὶ ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων. Ἀλλ’ εἶναι ὅλως διόλου ἄχρηστος καὶ ἀνίκανος ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς, εἶναι, ὡς εἶπεν ὁ κ. Μαυρομιχάλης, περιττὸς, εἰς τίποτε δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ, δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς ὑπεράσπισιν τῆς τιμῆς καὶ τῶν συμφερόντων τῆς πατρίδος; Ἐγὼ, κύριοι, δὲν εἶμαι στρατιωτικὸς, ἀλλὰ τὸ ἀρνοῦμαι· ἔχω περισσοτέραν ὑπόληψιν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν στρατόν, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι μὲ ὅλας τὰς στερήσεις τὰς ὁποίας ἔχει καὶ τὰς ἀτελείας του, ὅταν παρουσιασθῇ ἡ ἀνάγκη, θὰ ἐκπληρώσῃ ἄριστα τὸ καθῆκόν του, θὰ προσφέρῃ ἀφειδῶς τὸ αἷμά του. Ἰδοὺ κατὰ τί διαφωνῶ πρὸς τὸν κύριον Μαυρομιχάλην. Δὲν σᾶς εἶπαν πράγματα σπουδαῖα, σᾶς ὡμίλησαν περὶ πολέμου καὶ μαχῶν· ἀλλὰ προκαλοῦμεν ἤδη τὸ ἔθνος ἢ τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφασίσῃ περὶ τοιούτων ζητημάτων, νὰ δώσῃ χρήματα, διότι πρόκειται ν’ ἀναλάβωμεν πόλεμον, καὶ παρουσιάζεσθε μὲ τοιοῦτον στόμφον, ἵνα ἀποδείξητε ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν οὐδὲν νὰ πράξῃ καὶ ὅ,τι προτείνει εἶναι γελοῖον; Ὄχι. Σήμερον δὲν πρόκειται περὶ ἄλλου εἰμὴ περὶ ἐφαρμογῆς τῶν ὑφισταμένων νόμων· ὁ προϋπολογισμὸς τοῦτο σκοπεῖ νὰ ἐφαρμόσῃ τοὺς ὑφισταμένους νόμους· ἔχομεν νόμους καὶ διοργανισμοὺς, οἱ ὁποῖοι κανονίζουν τὰ τοῦ στρατοῦ, ἐκτελοῦντες δὲ τοὺς νόμους, σᾶς ζητοῦμεν πιστώσεις. Σᾶς λέγουν ὅτι ὁ στρατὸς εἶναι περιττὸς, ὅτι στρατολογοῦντες ἀφαιροῦμεν χεῖρας παραγωγικὰς, φορολογεῖται δὲ ἀδίκως ὁ λαὸς διὰ τὴν διατήρησιν στρατοῦ ὅλως ἀχρήστου, καὶ ζημιοῦται διπλᾶ τὸ ἔθνος. Καὶ ταῦτα λέγουν ὑπὸ ἔποψιν οἰκονομικήν· ὑπὸ ἔποψιν δὲ στρατιωτικὴν, ὅτι ὁ στρατὸς δὲν ἐνασχολεῖται εἰς τὸ καθῆκον αὐτοῦ. Λοιπὸν τί νὰ πράξωμεν, νὰ μὴ ψηφοφορήσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν, ἢ νὰ τροποποιήσωμεν τοὺς νόμους; οὐδὲν προτείνουσι. Σᾶς λέγουν ὅτι ὁ στρατὸς εἶναι περιττός· πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἢ ὄχι; ἐννοοῦν νὰ προτείνωσι τὴν κατάργησιν αὐτοῦ, ἡ Βουλὴ δὲ πρόκειται ἐν τῇ συνέσει της νὰ τὴν ἐπιδοκιμάσῃ ἢ ἀποδοκιμάσῃ ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν. Εἴπομεν εἰς τὴν Βουλὴν τίνι τρόπῳ νομίζομεν ὅτι πρέπει νὰ συλλέγηται ὁ στρατὸς, ποῖον τὸ σύστημα τῆς νεοσυλεξίας, πρὸ πάντων δὲ νομίζομεν ἀναγκαῖον τὸ ἄφθονον καὶ κατάλληλον ὑλικὸν νὰ ὑπάρχῃ εἰς τὰς ἀποθήκας, καὶ διὰ τοῦτο ἐζητήσαμεν πίστωσιν. Προτείνουσι τὴν ἐλάττωσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ αὐτοῦ; σᾶς λέγουν μὴ ψηφίσετε ἤδη τὸν προϋπολογισμὸν, διότι δὲν εἶναι κατάλληλος νὰ μᾶς δώσῃ δύναμιν. Ἀλλὰ τί ὡς πρὸς τοῦτο θὰ ὠφελήσῃ ἡ ἀναβολή; δὲν εἶναι ὀρθὸν πρὸς δὲ, διότι δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Ἡμεῖς, κύριοι, ἐνομίσαμεν καὶ θέλομεν ἐξακολουθεῖ νομίζοντες ὅτι ἡ Ἑλλὰς, μετὰ τὰ τελευταῖα μάλιστα περιστατικὰ, ἀπέδειξεν ὅτι ἕκαστος λαὸς καὶ ἕκαστον ἔθνος πρέπει εἰς ἑαυτὸ πρὸ πάντων καὶ ἀποκλειστικῶς νὰ στηρίζῃ τὰς ἐλπίδας του· ἡ Ἑλλὰς πρέπει νὰ ἐξακολουθῇ παρασκευαζομένη. Τὴν ἰδέαν μας αὐτὴν ὑπεβάλαμεν εἰς τὴν Βουλὴν, ἐκτὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ δανεισθῶμεν χρήματα καὶ νὰ θεραπεύσωμεν τὰς ἀνάγκας αὐτάς· αὐτὰ πρόκειται νὰ ἐξετάσῃ ἡ Βουλὴ, καὶ ἂν δὲν ἐγκρίνῃ τὰς προτάσεις μας, ἐὰν δεχθῇ ἀντίθετον πολιτικὴν, ἡμεῖς θὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὰς πεποιθήσεις μας, ἄλλοι δὲ ἂς ἐφαρμόσωσι τὴν νέαν πολιτικὴν. Σήμερον ὅμως δὲν πρόκειται περὶ τούτου, ἀλλὰ περὶ τῆς οἰκονομικῆς ἐφαρμογῆς τῶν περὶ στρατοῦ νόμων· τὰ περὶ πολέμων εἶναι ἐκτὸς τοῦ ζητήματος. Ἂν δ’ ἡ Βουλὴ δεχθῇ τὰ περὶ προπαρασκευῶν σύστημά μας, θὰ δώσῃ τότε καὶ τὰ μέσα πρὸς ἑτοιμασίαν. Ὁ κ. Μαυρομιχάλης καὶ ὁ κ. Ζωχιὸς σήμερον μᾶς κατηγοροῦσι, διότι δὲν αὐτοσχεδιάσαμεν ἱππικόν, πυροβολικόν, δὲν ἔχομεν ἢ ὅπλα ἢ πυροβόλα· πλὴν πῶς ἠδυνάμεθα ἡμεῖς νὰ προμηθευθῶμεν ταῦτα ἐντὸς μηνῶν καὶ ἄνευ χρημάτων; ὁ προϋπολογισμὸς συνετάχθη ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πόρων τοῦ ἔθνους καὶ τῶν ὑφισταμένων νόμων, σήμερον δὲν δυνάμεθα διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ καταργήσωμεν νόμους. Ἡ Βουλὴ πολλάκις ἀπεφάσισε τοῦτο· ἐζητεῖτο ἄλλοτε νὰ δοθῇ πίστωσις, καὶ ἡ Βουλὴ εἶπεν ὄχι, ἐπειδὴ νόμος δὲν ὑπάρχει· τοιοῦτον ζητεῖται καὶ σήμερον. Πιστεύω ἕνεκα τούτου ὅτι ἡ Βουλὴ, μὴ δίδουσα ἀκρόασιν εἰς τὰ ῥηθέντα, θὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν.
§50Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Εἶμαι ἠναγκασμένος, κύριοι, ν’ ἀπαντήσω εἰς τὰς παρατηρήσεις τοῦ ἐντίμου ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ κατόπιν εἰς ὅσα ἔλεξεν ὁ ἔντιμος ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν διϊσχυρίσθη, ὅτι, μὴ ψηφισάσης τῆς Βουλῆς τὸν περὶ στρατολογίας νόμον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποβάλῃ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ. Νομίζω ὅτι δὲν ἔχει δίκαιον, καὶ τὰ παραδείγματα τὰ ὁποῖα ἐπεκαλέσθη δὲν ἔχουσι καμμίαν ἐπιῤῥοὴν ἐπ’ αὐτοῦ, διότι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα συνετέλεσαν εἰς τὸν καταρτισμὸν καὶ τοῦ νόμου τῆς στρατολογίας καὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατιωτικοῦ, ἐὰν τὰ ἐμελέτα, ἤθελε σχηματίσει διαφορετικὴν ἰδέαν. Ἀφοῦ ἅπαξ ὁ περὶ στρατολογίας νέος νόμος προεξῆλθε τῶν χειρῶν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ Κυβέρνησις εἶχεν ἤδη τὰ μέσα τῆς συντάξεως τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Πρὸς περισσοτέραν δὲ πληροφορίαν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν στρατιωτικῶν, ὑπενθυμίζω ὅτι, ὅταν ὁ περὶ στρατολογίας νόμος ἐξητάσθη ἀπὸ τὴν ἐπιτροπὴν, ἡ ἐπιτροπὴ αὐτὴ συνέταξε καὶ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ σὺ ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ὑπέβαλες ἓν σχέδιον νόμου, ἀλλὰ εἶπες, ὅτι ἀναβάλλεις ὅπως λάβῃ γνῶσιν τὸ κοινὸν καὶ συζητηθῇ εἰς τὴν δημοσιότητα· ἔκτοτε παρῆλθεν ὁλόκληρον ἔτος, πρὸ πέντε δὲ μηνῶν ὑπεβλήθη ὁ νόμος περὶ στρατολογίας, καὶ ἀφοῦ ἡ Βουλὴ ἔλαβεν αὐτὸν ὑπ’ ὄψιν της, ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶπεν ὅτι δὲν δύναται ἐκτάκτως νὰ ὑποβάλῃ ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ. Ἀφοῦ ὁ περὶ στρατολογίας νόμος ἐξῆλθε τῶν χειρῶν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς δικαιοδοσίας της, ἔπρεπε νὰ ὑποβάλῃ καὶ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, διότι αὐτὴ ἡ ἀπόφασις δὲν ἦτο σπουδαία. Ἐγὼ ἀγορεύσας, κύριοι, δὲν ἐπεβάρυνα τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν μὲ ὅσα μέχρι τῆς ἀναβάσεώς της εἰς τὴν ἐξουσίαν ἐπράχθησαν ἐν τῷ στρατῷ, ἀλλὰ εἶχον τὴν ἀπαίτησιν, καὶ μετ’ ἐμοῦ ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ καὶ ὅλον τὸ ἔθνος, ὅτι ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας ἀνέλαβε τὴν διεύθυνσιν τοῦ Κράτους, δὲν ὤφειλε νὰ μεταχειρισθῇ τὴν τακτικὴν τῶν προηγουμένων κυβερνήσεων· καὶ ἐὰν σήμερον ὁμοφωνῶ, ὅτι, ὅσα κακὰ ὑφίστανται ἐν τῷ στρατῷ, δὲν εἶναι ἔργα τῆς Κυβερνήσεως, δύναμαι ὅμως νὰ εἴπω, ὅτι ἐνῷ ὑπήρξατε ἐπὶ πολλὰ ἔτη, δὲν κατωρθώσατε νὰ εὕρητε τὰ πλεῖστα ἐξ αὐτῶν. Καὶ δικαίως εἶχε τὴν ἀπαίτησιν τὸ ἔθνος καὶ αὐτὸς ὁ στρατὸς, διότι ὁ ἔντιμος ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι ἓν ἐκ τῶν ἀτόμων τοῦ στρατοῦ τὰ ὁποῖα ὑπέφερον ἀπὸ τὴν αὐθαίρετον καὶ ἄδικον διοίκησιν. Ἤλπιζε λοιπὸν ὁ στρατὸς πρὸς αὐτὸν ὅπως ἐξέλθῃ τῆς κακῆς διοικήσεως καὶ καταστάσεως, ἥτις πρὸ πολλῶν ἐτῶν ἐξηκολούθει νὰ μαστίζῃ τὸν ἑλληνικὸν στρατόν. Δυστυχῶς ἡ μέχρι τοῦδε διοίκησις δὲν ἀνταπεκρίθη εἰς τὴν ἐλπίδα τοῦ στρατοῦ. Ἀπαντῶν δὲ συνάμα καὶ εἰς τὸν ἔντιμον συνάδελφον καθὼς καὶ εἰς τὸν ἔντιμον ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι δὲν ἦτο ἡ κατάλληλος στιγμὴ νὰ φέρω τὸ ζήτημα, ἀπαντῶν εἰς ἀμφοτέρους, λέγω, ὅτι τὸ ἐνθυμεῖται καλῶς καὶ ὁ ἔντιμος συνάδελφος καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς, ὅτι ἄλλοτε ἐν τῇ ἀρχῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐγίνετο συζήτησις πολιτικὴ πάντοτε, σήμερον δὲ τὴν πρώτην θέσιν τὴν κατέχουν δικαίως τὰ ὑπουργεῖα τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν, καὶ ἀφοῦ ἡ Βουλὴ δὲν ἠθέλησε νὰ κάμῃ πολιτικὴν συζήτησιν, νὰ καταδείξῃ τὰ κακὰ, ἔχω ὑποχρέωσιν ῥητὴν νὰ φέρω ἐγὼ αὐτὸ τὸ ζήτημα. Καὶ δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ὅτι δὲν εἶναι ἡ κατάλληλος στιγμὴ, εἶναι ζήτημα πιστώσεων βασιζόμενον ἐπὶ τῶν κειμένων νόμων. Ὁ προϋπολογισμός, καθὼς κάλλιον ἐμοῦ γνωρίζει ὁ κ. πρωθυπουργός, εἶναι ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἀφοῦ ἤνοιξε τὰς πύλας τοῦ Κοινοβουλίου, μᾶς εἶπεν ἡ Κυβέρνησις, «θέλετε νὰ μ’ ἐνισχύσητε νὰ προπαρασκευάσω στρατιωτικῶς τὸν τόπον, διότι ὁ πολιτικὸς ὁρίζων εἶναι λίαν τεθολωμένος; Τί καλλιτέρα στιγμὴ ὑπάρχει νὰ ἔλθῃ τὸ ζήτημα ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου, ἐὰν ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως ᾖναι πραγματικῶς ἀληθής; Εἰς τὸ ὑπουργεῖον πράγματι τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν ἔπρεπε νὰ ᾖναι φανερὰ ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ οἱ προϋπολογισμοὶ τῶν δύω τούτων ὑπουργείων εἶναι καθαρὰ ἀντιγραφὴ τῶν παρελθόντων ἐτῶν. Λοιπὸν ὁ κ. πρωθυπουργὸς, καί τοι ἔχων πολιτικὴν νέαν, ἔκτακτον, ὑπαγορευομένην ἀπὸ ἐκτάκτους περιστάσεις, μολαταῦτα ἀναγράφει ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν πολιτικὴν ἤρεμον, εἰρηνικήν. Ποίαν πολιτικὴν αἱ περιστάσεις ἀπαιτοῦσιν, ἡ κοινωνία καὶ οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος ὁ κ. πρωθυπουργός; Ἀλλ’ ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἐνόμισεν, ὅτι ὠχυρώθη ὄπισθεν τοῦ νόμου, καὶ δὲν γνωρίζει, ὅτι ὁ κλάδος τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν δὲν διοικεῖται ὑπὸ νόμων, ἀλλ’ ὅλοι οἱ κλάδοι κανονίζονται ἑκάστοτε διὰ διαταγμάτων. Ἐὰν δὲ πραγματικῶς ἐφρόνει ὁ κ. πρωθυπουργὸς καὶ ἐπίστευεν εἰς τὴν πολιτικὴν τὴν ὁποίαν ἑκάστοτε μᾶς φέρει, διὰ νὰ ᾖναι ἀληθὴς καὶ πραγματικὴ, ἔπρεπε νὰ τὴν ἀναγράψῃ εἰς τὰ ὑπουργεῖα τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν. Τοιοῦτόν τι ὅμως δὲν ἔπραξεν, ἀλλ’ ἐπεφυλάχθη· διὰ πότε; ἄδηλον. Ἐν ἄλλαις λέξεσι, καὶ ὁ πρωθυπουργὸς καὶ ἡ Κυβέρνησις ἔχουν δύο πολιτικὰς, τὴν λίαν φιλειρηνικὴν καὶ τὴν λίαν ἐμπόλεμον· ἐν ἄλλαις λέξεσι, δὲν ἔχουν καμμίαν, διότι τίποτε δὲν φρονοῦν, τίποτε δὲν πιστεύουν. Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι, κύριοι, οἵτινες μὲ ἠνάγκασαν καὶ τὸ τρίτον νὰ ὁμιλήσω, ἐναπόκειται δὲ εἰς τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφασίσῃ ὅ,τι θέλει, ἀλλὰ πρέπει νὰ ᾖναι ἐν πλήρει ἐπιγνώσει, ὅτι τὰ λεγόμενα ἐκ μέρους τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι ὡραῖαι λέξεις, ἀλλὰ δὲν εἶναι πράγματα. Ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς δὲν δύναται νὰ καυχηθῇ σήμερον, ὅτι εἶναι ὅμοιος τῷ στρατῷ τῷ πρὸ τοῦ 1870 τῷ Γαλλικῷ· καὶ μολαταῦτα τὸ 1870 ἀπέδειξεν, ὅτι αἱ λέξεις τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἀπὸ τοῦ βήματος περὶ τοῦ στρατοῦ ἦσαν ἄρισται, ἀλλ’ οὐχὶ πραγματικαί. Καὶ ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τῆς Γαλλίας, ὅταν ἔκαμε τὸν ἔλεγχον, εὗρε τὰς ἀποθήκας πλήρεις καὶ ἐν τάξει (ἀναγινώσκει)· ἀλλὰ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἀπεδείχθη, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ δὲν ἠδύναντο νὰ διοικήσωσιν ἄνδρας, ὅτι ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῇ οἰκονομικῇ εἶχον γίνει μεγάλαι καταχρήσεις, ὅτι οἱ ἄνδρες ἀντὶ νὰ φέρουν ὑποδήματα δερμάτινα, ἔφερον ἐκ χάρτου. Σήμερον ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἐλπίζει πολὺ ἐκ τοῦ πατριωτισμοῦ, ἀλλ’ οἱ στρατοὶ διὰ μόνου τοῦ πατριωτισμοῦ δὲν σώζουν τὰ ἔθνη. Ὁ πατριωτισμὸς ὑπάρχει εἰς πάντα ἄνδρα, ἀλλ’ ἡ ἐπιστήμη καταβάλλει αὐτὸν, καὶ ἐνόσῳ τὰ ἔθνη θέλουν νὰ στηρίζωνται μόνον ἐπὶ τοῦ πατριωτισμοῦ των, δὲν ἔχουν πολὺ νὰ ἐλπίζουν. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ἠδύνατο νὰ εἰσαχθῇ ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ, ὁ δὲ προϋπολογισμὸς, ὅτι ἠδύνατο νὰ περιέχῃ τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, διότι δὲν στηρίζεται εἰς νόμους ἀλλ’ εἰς διατάγματα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ μεταβάλλωνται τρὶς καὶ τετράκις καθ’ ἑκάστην· ὑπάρχει δὲ ὁ ὑλικὸς καιρὸς διὰ τὸν ὀργανισμὸν, ἀφοῦ πρόκειται νὰ συζητηθῇ εἰς τρίτην συζήτησιν ὁ περὶ στρατολογίας νόμος.
§51ΡΙΚΑΚΗΣ. Τὸ ζήτημα, κύριοι, νομίζω, ὅτι παρίσταται σπουδαῖον καὶ ἄξιον συζητήσεως, διότι συνδέεται στενῶς μὲ ὅ,τι ἀπ’ ἀρχῆς καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ διεκήρυξε, τουτέστι συνδέεται μὲ τὴν ἀρχὴν τῶν προπαρασκευῶν. Τὴν ἀνάγκην προπαρασκευῶν ἀπ’ ἀρχῆς ἀνεκοίνωσεν εἰς ἡμᾶς ἡ Κυβέρνησις, προτείνασα νέον σύστημα, διὰ τοῦ ὁποίου θέλομεν φθάσει εἰς μίαν διοργάνωσιν τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν μας δυνάμεων. Νομίζω λοιπόν, ὅτι, καθ’ ἣν στιγμὴν πρόκειται νὰ δώσωμεν τὰ χρηματικὰ μέσα διὰ τοὺς δύω κλάδους, ἀνάγκη ἀπαραίτητος νὰ συζητήσωμεν ἕκαστον μέρος τῶν κλάδων τούτων, διὰ τοὺς ὁποίους θὰ χορηγήσωμεν τὰ μέσα. Δὲν εἶναι σήμερον, κύριοι, συγχωρημένον ὅ,τι μέχρι τοῦδε ἐφηρμόσαμεν εἰς τοὺς ἄλλους κλάδους τῆς δημοσίου ὑπηρεσίας, αὐτὸ νὰ ἐφαρμόσωμεν προκειμένου περὶ πιστώσεων τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων, καὶ νὰ εἴπωμεν, ὅτι χορηγοῦμεν τὰ μέσα σήμερον κατὰ τοὺς κειμένους νόμους, ἐπιφυλασσόμεθα δὲ νὰ συζητήσωμεν τοὺς νέους νόμους ἀκολούθως. Ἡ βάσις τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως εἶναι ἡ διοίκησις τοῦ στρατοῦ, βάσις δὲ ταύτης εἶναι ὁ ὀργανισμὸς αὐτοῦ. Πρὶν λοιπὸν ἀποφασίσωμεν ποία θὰ ᾖναι ἡ δύναμις τοῦ στρατοῦ, ποῖος θὰ ᾖναι ὁ ὀργανισμὸς αὐτοῦ, δὲν πρέπει νὰ προβῶμεν. Δὲν συμφέρει δὲ, μὲ τὴν ἰδέαν ὅτι εἶναι ἰδιαίτερον ζήτημα τὸ ὀργανικὸν, νὰ προβῶμεν, πρὶν θέσωμεν τὴν βάσιν ἀφ’ ἧς ἡ δύναμις καὶ ἡ δαπάνη προέρχονται· οὔτε ἐννοῶ νὰ μεμφθῶ κανένα διότι δὲν ἔπραξε μέχρι τοῦδε τοῦτο, διότι γνωρίζω ὅτι εἶναι σπουδαῖον ἔργον. Ἔχω ὅμως τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσω νὰ μὴ προχωρήσητε, πρὶν ψηφίσωμεν τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, καθ’ ὃν πρόκειται εἰς τὸ μέλλον νὰ ὀργανωθῇ ἀπαραιτήτως ὁ στρατός. Πῶς, κύριοι, ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι ἀναγνωρίζομεν τὴν ἀνάγκην τῶν προπαρασκευῶν, οἱ ὁποῖοι κηρύττομεν ὅτι εἴμεθα εἰς ἔκτακτον περίστασιν, οἱ ὁποῖοι θέλομεν νὰ ἐπιβάλωμεν φόρους, οἱ ὁποῖοι ζητοῦμεν δάνεια, δὲν πρέπει νὰ σκεφθῶμεν ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ μεγαλειτέρα ἀνάγκη ἥτις πρέπει νὰ θεραπευθῇ, καὶ ὅτι πρὸ τούτου δὲν δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν δάνεια, φόρους καὶ ἄλλα μέτρα;
§52ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρόκειται τώρα περὶ αὐτοῦ;
§53ΡΙΚΑΚΗΣ. Διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ προσδιορίζονται τόσοι ἀνώτεροι ἀξιωματικοὶ, τόσοι κατώτεροι κλπ. Αὔριον, ἐὰν ψηφίσωμεν ἄλλον ὀργανισμὸν, διὰ τίνος πιστώσεως θὰ ζητήσητε χρήματα; Δύνασθε νὰ εἰσαγάγητε νέους πίνακας; ὄχι· θὰ μείνωσιν ὁριστικῶς ἐψηφισμένοι οἱ πίνακες τοὺς ὁποίους θὰ ψηφίσητε σήμερον. Νομίζω, ὅτι τοῦτο δὲν πρέπει νὰ γείνῃ, καὶ εἴμεθα εἰς θέσιν ν’ ἀποφανθῶμεν. Διὰ τοῦτο ν’ ἀναβάλωμεν τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ μέχρις ὅτου ἴδωμεν τὰς βάσεις τοῦ νέου ὀργανικοῦ νόμου. Τοῦτο, κύριοι, ὄχι μόνον δὲν βλάπτει, ἀλλὰ μᾶλλον διευκολύνει τὴν θέσιν τῆς διοικήσεως. Ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἢ νὰ εἴπω καλλίτερον τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, θὰ εἰσέλθῃ εἰς μίαν εὔρυθμον κατάστασιν· τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, τὸ ὁποῖον δὲν ἠδύνατο νὰ εἰσέλθῃ εἰς ἓν σύστημα τακτικοῦ ὀργανισμοῦ ὡς πρὸς τὴν διαχείρισιν τὴν οἰκονομικὴν, θέλει εἰσέλθει δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου, καὶ θέλει ἔχει ἀφ’ ἑνὸς μὲν προσδιωρισμένας τὰς δυνάμεις, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὰς δαπάνας κανονισμένας ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὀργανισμοῦ. Ἄλλως τε, κύριοι, εἰς τὰς ἐκτάκτους περιστάσεις τὸ πρῶτον εἶναι ἡ τροποποίησις τοῦ προϋπολογισμοῦ συμφώνως πρὸς τὰς ἀνάγκας. Σήμερον, κύριοι, εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον εἴμεθα, περὶ προπαρασκευῶν καλούμεθα ν’ ἀποφασίσωμεν· ἔχομεν σκοπὸν ν’ αὐξήσωμεν τὸν στρατόν μας, δώσατε τὰς ἀναλόγους πιστώσεις, ἄλλως τε θὰ ἦσθε ἀδικαιολόγητοι. Πῶς λοιπὸν θὰ ψηφίσωμεν ἀφ’ ἑνὸς αὐτὸν τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ ἀφ’ ἑτέρου θὰ λέγωμεν ὅτι σκεπτόμεθα περὶ προπαρασκευῶν; Πῶς θὰ εἴπωμεν ὅτι οἱ φόροι θὰ χρησιμεύσωσιν εἰς ἐκτάκτους περιστάσεις; εἶναι ἀνακόλουθον τοῦτο, καὶ πιστεύω, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θέλει τὸ δεχθῇ. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὀφείλει νὰ ἔλθῃ νὰ ζητήσῃ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς ὑπηρεσίας καὶ νὰ ἐπισπευθῇ ἡ συζήτησις τῶν λογαριασμῶν, οὕτω δὲ θέλομεν δώσει τὰς πιστώσεις, προσδιορίζοντες τὴν δύναμιν τοῦ στρατοῦ καὶ τοὺς πόρους, προβαίνοντες δ’ ἐν γνώσει καὶ ἐπὶ βάσεων ὡρισμένων εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν.
§54ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐκτὸς, κύριοι, ἐὰν ἄλλος ᾖναι ὁ λόγος ....... ἤθελον ἐρωτήσει τὸν κ. Ῥικάκην, σπουδαίως φρονεῖ ὅσα εἶπε;
§55ΡΙΚΑΚΗΣ. Σπουδαίως.
§56ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐννοεῖτε ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ προσθήκη καὶ αὔξησις· ἐὰν ἐννοῆτε αὐτὸ νὰ γείνῃ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων, καλῶς· ἀλλ’ ἐὰν ἐννοῆτε τὸν στρατολογικὸν νόμον, σᾶς λέγω ὅτι χρειάζεται χρόνος νὰ ψηφισθῇ καὶ τεθῇ εἰς ἐνέργειαν, ὥστε τότε πρέπει νὰ περιμείνωμεν, καὶ ἐπειδὴ θὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος εἰς τὰ 1878, νὰ μὴ δώσωμεν προϋπολογισμόν. Λοιπὸν ὁ κ. Ῥικάκης μᾶς συμβουλεύει ν’ ἀναβάλωμεν τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι νομίζει ὅτι ὁ περὶ νεοσυλλεξίας νόμος ἐντὸς δύω μηνῶν θὰ ἐπιψηφισθῇ καὶ θὰ ἐκτελεσθῇ. Κύριοι, εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω, δὲν πρόκειται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν περὶ παρασκευῶν· τὰ περὶ παρασκευῶν τὰ κανονίζουν ἄλλοι νόμοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς· ἐὰν ἐγκρίνῃ ἡ Βουλή, τότε θὰ ἀρχίσῃ ἡ ἐφαρμογὴ τῶν νόμων αὐτῶν χωριστά. Ἐὰν δὲ τὸ ἔθνος ἀναγκασθῇ ν’ αὐξήσῃ τὸν ἀριθμὸν τοῦ στρατοῦ πλέον τοῦ προϋπολογισμοῦ, παρακαλῶ νὰ ἐνθυμηθῇ ὁ κ. Ῥικάκης ὅτι ὑπάρχει εἷς νόμος, τὸν ὁποῖον προχθὲς ἐψηφίσατε, καὶ ἐδώσατε δι’ αὐτοῦ τὰ μέσα· ὥστε τὰ περὶ τῆς ἀνάγκης αὐτῆς προεβλέφθησαν, τὰ περὶ παρασκευῶν εἶναι ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς· σήμερον τὰ ὑπάρχοντα πρέπει νὰ παραδεχθῆτε, διότι ἐπανειλημμένως εἴπατε ὅτι δὲν δέχεσθε πίστωσιν μὴ στηριζομένην εἰς τὸν νόμον. Διὰ τοῦτο νομίζω, κύριοι, ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει προχωρήσει.
§57ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐψηφίσατε ἕνα νόμον περὶ ἐκτάκτου στρατολογίας, δυνάμει δ’ αὐτοῦ θὰ αὐξήσητε τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ· ἀλλὰ πρὶν γίνῃ τοῦτο, πρέπει νὰ ψηφίσητε καὶ νόμον ὀργανικόν, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου νὰ ὀργανισθοῦν αἱ νέαι δυνάμεις. Αὐτὴ εἶναι ἡ θέλησις καὶ ἀπαίτησίς μας· ἑπομένως, νομίζω, ἡ ἀπαίτησίς μας εἶναι λογική· καὶ ἐπειδὴ δὲν ἔχομεν ἄλλο μέσον πρὸς τοῦτο, ἀπαιτοῦμεν ν’ ἀναβληθῇ ἡ ἐπιψήφισις τοῦ προϋπολογισμοῦ, διὰ νὰ προηγηθῇ ὁ νόμος αὐτὸς, καὶ δι’ αὐτοῦ νὰ συμπληρώσωμεν τὸν στρατὸν, διὰ τὸν ὁποῖον ἐλάβατε ἕνα νόμον, χωρὶς νὰ ἠξεύρετε πῶς θὰ μεταχειρισθῆτε αὐτὴν τὴν δύναμιν.
§58ΖΩΧΙΟΣ. Ὁ νέος πρωθυπουργὸς μᾶς εἶπεν, ἠκούσατε τίποτε νέον ἀπὸ τοῦ βήματος; καὶ εἶχε δίκαιον, διότι ὅσα εἴπομεν ἡμεῖς σήμερον τὰ εἶπεν αὐτὸς ἄλλοτε, ὅταν δὲν ἐκάθητο ἐκεῖ. Παρακαλῶ τοὺς συναδέλφους νὰ εὕρωσι δύω ἀνθρώπους νὰ σκέπτωνται ὅπως ὁ εἷς καὶ ὁ ἄλλος. Λοιπὸν βλέπετε ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς κατὰ τὴν γνώμην τοῦ πρωθυπουργοῦ εἶναι σαθρὸς, αἱ βάσεις ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται σαθραὶ, καὶ κατεκρίθησαν καὶ ἐντὸς τοῦ βουλευτηρίου καὶ ἐκτός· ἐρωτήσατε δὲ οἱονδήποτε ἀξιωματικὸν τοῦ στρατοῦ, καλῶς ἔχουσι τὰ τοῦ στρατοῦ; θὰ σᾶς ἀποκριθῇ οὔ. Λοιπὸν σήμερον, σᾶς ἐρωτῶ, περὶ τίνος πρόκειται; πρόκειται περὶ πράγματος, τὸ ὁποῖον ὁ κ. πρωθυπουργὸς κατεδίκασε.
§59ΣΟΥΤΣΟΣ. Λυποῦμαι, μὴ δυνάμενος νὰ συμφωνήσω μὲ τοὺς προλαλήσαντας συναδέλφους μου, Νομίζω ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν πρέπει νὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν παρεδέχθημεν κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν ἄλλων ὑπουργείων. Ἐκεῖ καὶ προσεθέσαμεν καὶ ἀφῃρέσαμεν πιστώσεις, διότι ὁ προϋπολογισμὸς δὲν ἦτο συντεταγμένος ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων νόμων. Λοιπὸν καὶ ἐν τῇ προκειμένῃ πιστώσει πρέπει νὰ ψηφίσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων νόμων καὶ διαταγμάτων, ὅταν δὲ ψηφισθοῦν οἱ νέοι νόμοι, ἔχομεν καιρὸν νὰ ψηφίσωμεν τὰς ἀναγκαίας πιστώσεις. Ἐὰν δὲ κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν διαφόρων κονδυλίων εὕρωμεν παραβάσεις τῶν κειμένων νόμων καὶ διαταγμάτων, αὐτὰς δυνάμεθα νὰ τὰς διορθώσωμεν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἰδέα μου ἐπὶ τοῦ προκειμένου.
§60ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι δὲν εἶναι τοσοῦτον ἀνυπόστατος ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μας κυρίου Μαυρομιχάλη, ὅσον ἠθέλησε νὰ τὴν παραστήσῃ ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργός. Ὁ Κ. Μαυρομιχάλης, ὑποθέτω, ὁρμᾶται ἐκ τῆς ἀκολούθου σκέψεως. Εὑρισκόμεθα εἰς τὰς ἐκτάκτους παρασκευὰς, ἕνεκεν ἐκτάκτων ἐθνικῶν περιστάσεων· αἱ ἐπαγγελίαι τῆς Κυβερνήσεως, αἱ ψῆφοι τῆς Βουλῆς καὶ ἡ φωνὴ τοῦ ἔθνους συνταυτίζονται ὡς πρὸς τοῦτο. Ὁ κ. Μαυρομιχάλης ἠθέλησε νὰ ἐρωτήσῃ «ὁ τακτικὸς στρατὸς θὰ συμμεθέξῃ εἰς τὰς ἐκτάκτους προπαρασκευὰς, ναὶ ἢ ὄχι;» Ἐὰν φύγητε ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἔποψιν τοῦ ζητήματος καὶ θελήσητε νὰ τὸ μεταθέσητε ἐκεῖ, ὅπου εὐφυέστατα καὶ δεξιώτατα ἔθεσεν αὐτὸ ὁ κ. πρωθυπουργὸς, πιθανὸν εἶναι, ὅτι δύνασθε νὰ εὕρητε ἂν ὄχι ἄκαιρον τὴν πρότασιν τοῦ κ. Μαυρομιχάλη, ἀλλὰ τὴν ἐπιμονὴν αὐτοῦ πρὸς ἀναβολὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἄδικον. Ἡ Κυβέρνησις καὶ οἱ συμμεριζόμενοι τὰ φρονήματά της βουλευταὶ καὶ ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ δύνανται νὰ εἴπωσι· «ψηφίσατε τὸν προϋπολογισμόν· ὑπ’ ὄψιν ἔχετε νομοσχέδια ἀφορῶντα τὴν τακτικὴν νεοσυλλεξίαν, μετ’ ὀλίγον θὰ λάβετε ἕτερον νομοσχέδιον ἀφορῶν τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, θὰ τὰ συζητήσετε καὶ ταῦτα, χρειάζεται δὲ καιρὸς, διὰ νὰ ἐφαρμοσθῶσι· διὰ τοῦ χρόνου θὰ δρέψωμεν τοὺς καρποὺς, καὶ διὰ τοῦ χρόνου θὰ μεταβάλωμεν καὶ τὸν προϋπολογισμόν μας συμφώνως πρὸς τοὺς νέους τούτους νόμους. Πρὸς τί ζητεῖτε λοιπὸν τὴν ἀναβολήν;» Ἀγνοῶ ἐὰν, τὴν διάκρισιν ταύτην ποιούμενος, ἐξηγῶ σαφῶς τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ὁ κ. Μαυρομιχάλης ἐπρότεινεν ὅ,τι ἐπρότεινεν· ἐὰν ὅμως οὕτως ἔχῃ τωόντι, φρονῶ, ὅτι ἡ πρότασίς του εἶναι ἀξία τῆς ἐμβριθοῦς μελέτης τῆς Βουλῆς. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον ἡ Κυβέρνησις οὐδὲν ἔπραξεν, εἰμὴ μόνον νὰ θέσῃ τὰ θεμέλια τῆς πολιτικῆς τὴν ὁποίαν κατὰ τὸ παρελθὸν ἠκολούθησεν. Ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως τότε ἦτο ἡ πολιτικὴ τῆς ἀπραξίας μετ’ ἀφοσιώσεως εἰς τὴν δικαιοσύνην τῶν ἄλλων· οὐδετερότης καὶ ἀπραξία, ἐπὶ χρησταῖς ἐλπίσιν. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1876 παρεσκευάσθη ὁποῖος ὑπῆρχε καὶ ἄλλοτε· περὶ ἐκτάκτων μέτρων λόγος δὲν ὑπῆρχεν, οὐδὲ περὶ ἐκτάκτου τινὸς περιστάσεως καὶ περὶ ἐκτάκτου πολιτικῆς· καὶ τὰ πάντα παρῆλθον, ὅπως καὶ ὁ χρόνος, ἐν σιγῇ. Μετὰ τὸ πέρας τοῦ ἔτους ἐκείνου, τὸ ὁποῖον διήλθομεν χωρὶς νὰ ἔχωμεν πολιτείαν, διότι τὴν πολιτείαν, ὡς ἐνθυμεῖσθε, τὴν εἴχομεν καταργήσει διὰ τοῦ νόμου περὶ ἀντιβασιλείας, ἐλθοῦσα ἡ Κυβέρνησις, ὡμολόγησεν «ὅτι τὸ πρόγραμμα τῆς 8 Ἀπριλίου ἀπέτυχεν. Αἱ ἐλπίδες, τὰς ὁποίας συνελάβομεν (εἶπον οἱ ὑπουργοὶ), καὶ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἠκολουθήσαμεν, τῆς ἀφοσιώσεως εἰς τὴν δικαιοσύνην τῶν ξένων, ἀπεδείχθη ἐλεεινὸν καὶ ἔφερεν ἡμᾶς εἰς τοιαύτην ταπείνωσιν, ὥστε, ἐὰν δὲν εἴχομεν καθῆκον νὰ ὁμολογήσωμεν τὴν ἀλήθειαν καὶ νὰ φωτίσωμεν τὸν τόπον, ἠθέλαμεν ἐντραπῆ νὰ παρουσιασθῶμεν πρὸς τοῦτο ἐνώπιόν σας· παρουσιαζόμενοι ὅμως, σᾶς ὁμολογοῦμεν ὅτι ἔθνος, τὸ ὁποῖον δὲν βασίζεται εἰς τὰς ἰδίας αὐτοῦ δυνάμεις καὶ δὲν καλλιεργεῖ αὐτὰς, δύναται μὲν νὰ ζήσῃ, ἀλλὰ νὰ ζήσῃ μόνον κατ’ ἀνοχὴν τῶν ἄλλων, αἰωνίως δὲ καταπεφρονημένον, καὶ ἤδη προκηρύττομεν τὴν ἀρχὴν καὶ πολιτικὴν τῶν προπαρασκευῶν.» Κατὰ δυστυχίαν μέχρι τοῦδε ἡ Κυβέρνησις περὶ παρασκευῶν διὰ τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ οὐδὲν μέτρον παρουσίασε, καὶ ἔχομεν δικαίωμα, κύριοι, ὄχι μόνον νὰ ἐρωτῶμεν, ἀλλὰ καὶ νὰ δυσανασχετῶμεν ἐπὶ τούτῳ· διότι τὴν σήμερον αἱ στρατιωτικαὶ δυνάμεις τῶν ἐθνῶν δὲν στηρίζονται εἰς ἄλλο τι, εἰμὴ εἰς τὴν δύναμιν τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ. Προκαλῶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἕκαστον κυβερνητικὸν ἀντιπρόσωπον νὰ δείξῃ ὁποῖα σχέδια παρουσίασε μέχρι τοῦδε ἡ Κυβέρνησις περὶ παρασκευῶν διὰ τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ. Οὐδὲν ἓν μόνον σχέδιον μᾶς ὑπέβαλε, καὶ τὸ ἐψηφίσαμεν, ἀφοῦ τὸ κατεξηλέγξαμεν καὶ κατεδείξαμεν ὅλα τὰ ἀτοπήματά του καὶ τὴν ἀχρηστίαν του, ἓν νομοσχέδιον περὶ στρατολογίας 200,000 βασιβουζούκων· οὐδὲν ἄλλο ἕως τώρα παρουσίασε περὶ ἐκτάκτων παρασκευῶν, πρὸς ὑποστήριξιν καὶ πραγματοποίησιν τῆς νέας πολιτικῆς της. Ὁ κ. Μαυρομιχάλης δὲν πιστεύει ὅτι ψεύδονται οἱ ὑπουργοὶ, δὲν πιστεύει ὅτι ἡ Κυβέρνησις προκηρύττει μίαν πολιτικὴν διὰ νὰ μὴ τὴν ἐκτελέσῃ, δὲν πιστεύει ὅτι εἶναι δυνατὸν μία κυβέρνησις, καὶ μετὰ τὸν μέγαν πάταγον τὸν ὁποῖον ἐπροκάλεσε περὶ τοῦ ὅτι μεταβάλλει τὴν πολιτικὴν ἡ ὁποία ἀπέτυχε καὶ ἐπιλαμβάνεται πολιτικῆς ὅλως ἀντιθέτου, ὅτι καὶ μετὰ τοῦτο ἐμμένει εἰς τὸ παλαιὸν σύστημα τῆς ἀπραξίας, τῆς νάρκης καὶ τοῦ θανάτου. Διὰ τοῦτο ὁ κ. Μαυρομιχάλης ἐρωτᾷ τί σημαίνει ὁ προϋπολογισμὸς τὸν ὁποῖον παρουσιάζετε, ἤτοι τὸ ἀντίγραφον τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1876; δὲν ἔχετε σκοπὸν νὰ κάμητε ἐκτάκτους προπαρασκευὰς διὰ τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ; Τὸν τακτικὸν στρατὸν ἀντιπροσωπεύει ὁ προϋπολογισμὸς, τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ συζητήσωμεν· βλέπω ὅμως αὐτὸν κατὰ πάντα ὅμοιον πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1876. Ἐνῷ δὲ ἡ πολιτικὴ εἶναι κατὰ πάντα διάφορος, ὡς ἐπηγγέλθητε, σᾶς ἐρωτᾷ τί σημαίνει τοῦτο; Κατὰ δυστυχίαν ὅμως ἡ Κυβέρνησις διέψευσε τὴν εὐπιστίαν τοῦ κ. Μαυρομιχάλη, εἰποῦσα ὅτι οὐδὲν διὰ τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ σκοπεῖ νὰ πράξῃ εἰς ἐκτάκτους παρασκευάς· τῷ ἔδωκε δὲ τὸ δικαίωμα, ἐξερχόμενος σήμερον τῆς αἰθούσης, νὰ εἴπῃ ὅτι ὅλα ὅσα ἀνέφερε πρὶν καὶ ὅσα διὰ τὴν εὐπιστίαν του δὲν ὑπέθετεν, ὅλα εἶναι πραγματικά. Καὶ θαυμάζετε, κύριοι, διατὶ εὑρίσκονται βουλευταὶ φέροντες προτάσεις τοιαύτας καὶ εὐμενῶς ἀκούοντες αὐτάς; Δὲν συλλογίζεσθε ὁποία ἐντροπὴ εἰς τὴν Ἑλλάδα βουλευομένην ἐπὶ τοσούτους μῆνας, μετὰ τοιαύτας περιστάσεις καὶ τοσαύτας περιπλοκὰς, μετὰ τόσας ἐπαγγελίας τὰς ὁποίας εἰς ἡμᾶς αὐτοὺς καὶ πρὸς τὸν ἔξω κόσμον ἐδώκαμεν, πόσον ἄτοπον καὶ αἰσχρὸν εἶναι νὰ κλείσωμεν τὸ βουλευτήριον πρὶν τοὐλάχιστον εἴπωμεν ὁ εἷς πρὸς τὸν ἄλλον ἐὰν ὁ τακτικὸς στρατὸς εἰς τὰς ἐκτάκτους αὐτὰς περιστάσεις ἐθεωρήθη παρ’ ἡμῶν ὡς χρήσιμος; διὰ νὰ ὑπηρετήσῃ εἰς τὰς ἐκτάκτους παρασκευάς; ἐὰν θέλωμεν τὰς καταρτίσει χωρὶς νὰ λάβωμεν αὐτὸν παντάπασιν ὑπ’ ὄψιν; ἐὰν ἡ ἐπέκτασις τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων τῆς Ἑλλάδος θὰ γείνῃ ἐκτὸς τῶν τάξεων τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ; Εἶναι τῳόντι ἀναπαυμένη ἡ συνείδησίς σας, κύριοι, ἐὰν αὔριον εἴτε ὁ Ἑλληνισμὸς σᾶς ἐρωτήσῃ, εἴτε αἱ ἐπαρχίαι τὰς ὁποίας ἀντιπροσωπεύετε, ἂν τῳόντι ἐπιστεύσατε ὅτι δύνασθε νὰ ἀντιπαραταχθῆτε κατὰ τοῦ ἐκτάκτου τῶν περιστάσεων καὶ τῳόντι παρεδέχθητε καὶ ἐπραγματοποιήσατε τὴν ἀρχὴν τῶν ἐκτάκτων παρασκευῶν μόνον καὶ μόνον διότι ἐψηφίσατε τὸν τρισάθλιον ἐκεῖνον νόμον τῶν 200,000 βασιβουζούκων; Ἐὰν δὲ αὔριον ψηφίσητε καὶ τοὺς νέους φόρους, τοὺς ὁποίους σᾶς ζητοῦν, καὶ τὸ δάνειον τῶν 50,000,000, χωρὶς νὰ ἔχητε ἐψηφισμένον νόμον περὶ ἐπεκτάσεως τῶν τακτικῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων τοῦ Κράτους, δὲν θὰ ἦνε ἐντροπὴ εἰς ὅλους ἡμᾶς νὰ εἴπωμεν ἀνερυθριάστως ὅτι ἐσκέφθημεν καὶ κατηρτίσαμεν ἐκτάκτους παρασκευάς; Διὰ τῆς προμηθείας τῶν ἀψύχων πραγμάτων τοῦ πολέμου, νομίζετε ὅτι ἐκάμετε τίποτε, ὅταν συγχρόνως καὶ πρὸ τούτου δὲν κατεσκευάσατε ἄνδρας δυναμένους νὰ πολεμῶσι τακτικῶς; ἢ πιστεύετε ὅτι ἔργον τῶν Κυβερνήσεων αἵτινες προΐστανται τῶν ἐθνῶν, ὡς ἐπίσης τῶν Βουλῶν αἱ ὁποῖαι βουλεύονται ἀντ’ αὐτῶν, εἶναι νὰ ἐκτελῶσι τὸ εὐτελέστατον ἔργον τῆς προμηθείας τῶν ἀψύχων πραγμάτων, καὶ ὅτι μὲ τοῦτο ἐκτελοῦν τὸ καθῆκόν των καὶ τίποτε περισσότερον δὲν ἔχουν νὰ ἐκτελέσουν; κατὰ τί προέβημεν εἰς παρασκευάς, ὅταν ἀφήσαμεν νὰ παρέλθουν τόσοι μῆνες, ἓν ἔτος καὶ τρεῖς μῆνες ἀφότου ἐγκατεστάθη ἡ νέα Κυβέρνησις τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων, χωρὶς νὰ κατασκευάσωμεν ἕνα δεκανέα περιπλέον, ὁ ὁποῖος νὰ μᾶς χρησιμεύσῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ἐκτάκτων στρατιωτικῶν παρασκευῶν; Δὲν ὁμιλῶ, ἵνα μὴ ἦμαι ἔξω τοῦ θέματός μου, περὶ τῆς ἀραιότητος τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ τὸν ὁποῖον ψηφίζομεν διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ· διότι ὁμιλῶ περὶ ἐκτάκτων παρασκευῶν, περὶ ἐκείνου δὲ ὡμίλησα ἄλλοτε. Καὶ οὐ μόνον, κύριοι, ἐψηφίσαμεν νόμον περὶ στρατολογίας βασιβουζούκων, ἀλλὰ καὶ νόμον ψευδῆ, διότι στηρίζεται ἐπὶ εἰκονικῶν καὶ ψευδῶν μητρῴων, τῶν ὁποίων τὸ ψεῦδος καὶ ἡ εἰκονικότης κατεδείχθη ἐκ τῶν πινάκων τοὺς ὁποίους ἡ Κυβέρνησις μᾶς ἐπαρουσίασε, πινάκων, οἵτινες ἔγειναν καταγέλαστοι, ὁ δὲ πρόεδρος τῆς Βουλῆς δὲν ἠδύνατο νὰ κρατήσῃ τὸν ἀθρόον γέλωτα ὁ ὁποῖος κατέλαβε τὰ ἀκροατήρια καὶ τοὺς βουλευτάς. Ἄσχετα λοιπὸν εἶναι ὅλα αὐτὰ τὰ ζητήματα, περιττολογίαι εἶναι καὶ χαμένος καιρὸς, ἢ ἡ ψῆφός μας καὶ αἱ συνεδριάσεις μας ἔχουν τὸν χαρακτῆρα αὐτόν; ἢ δὲν πρέπει μᾶλλον οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν Κυβέρνησιν πρῶτοι νὰ ἐγερθῶσι καὶ νὰ εἴπωσι πρὸς αὐτήν; ἡ τιμή μας καὶ ἡ ὑπόληψίς μας ὑπεράνω παντὸς συμφέροντος· πρέπει νὰ ἤμεθα ἄξιοι ὑποστηρικταὶ τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ ἤμεθα δὲ εὐπρόσδεκτοι ἐνώπιον τοῦ ἔθνους, πρέπει νὰ ἐννοήσωμεν τὴν ἀξίαν τῶν περιστάσεων καὶ δὲν πρέπει νὰ μᾶς καταλιμπάνητε μὲ ἔργα πολὺ κατώτερα αὐτῶν, διαστρέφοντες μάλιστα αὐτὰ καὶ ἀποδεικνύοντες εἰκονικοὺς καὶ τοὺς λόγους Σας καὶ τὰς ἐπαγγελίας Σας. Σᾶς ἔθεσα τὰ ζητήματα ἐν λεπτομερείᾳ. Θέτω ἐκ νέου αὐτὰ ἐν γενικότητι καὶ περιληπτικῶς· λέγω ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ καθῆκόν Σας, ν’ ἀπολογηθῆτε ἐν συνειδήσει ἐὰν ἐψηφίσατε καὶ κατηρτίσατέ τι σύμφωνον πρὸς τὴν ἐπαγγελίαν περὶ ἐκτάκτων παρασκευῶν, ἢ ἐὰν ἔχητε κἄν ἐνώπιόν Σας ἔργον τοιοῦτον ἐκκρεμές· διότι ἠμπορεῖτε νὰ εἴπητε ὅτι πρὸ καιροῦ σᾶς ὑπεβλήθη καὶ δὲν ἐσυζητήθη. Ἀλλὰ δὲν ἔχετε τίποτε ἐνώπιόν σας. Τί εἶναι, κύριοι, ὁ νόμος περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ; ὁ τοιοῦτος νόμος περιέχει τοὺς κανόνας τῆς συνθέσεως τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως ἑνὸς τόπου ἐν καιρῷ εἰρήνης καὶ ἐν καιρῷ πολέμου, ἐν ἐνεργείᾳ καὶ ἐν διαθεσιμότητι, ἐν παντὶ εἴδει ἐφεδρείας ἢ ἐθνοφυλακῆς, ἀπὸ τοῦ λόχου μέχρι τῆς μεραρχίας καὶ τοῦ στρατιωτικοῦ σώματος· ἀφορᾷ συγχρόνως καὶ κανονίζει τὴν στρατιωτικὴν καὶ τὴν οἰκονομικὴν διοίκησιν τῶν στρατιωτικῶν αὐτῶν δυνάμεων· διαπραγματεύεται τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον ἀπὸ τῆς καταστάσεως τῆς εἰρήνης μεταβαίνουσιν οἱ ἄνδρες τοῦ στρατοῦ καὶ τὰ σώματα αὐτοῦ εἰς τὴν ἐμπόλεμον κατάστασιν· προσδιορίζει τὴν εἰς ὑλικὸν πολέμου, εἰς παντὸς εἴδους ἐργαλεῖα καὶ μέσα, εἰς ὑποζύγια καὶ λοιπὰ πολεμικὰ ἐφόδια, προμήθειαν καὶ τοποθέτησιν, τὴν ἐπ’ αὐτῶν δικαιοδοσίαν καὶ τὴν διαχείρισιν· προσδιορίζει τὰς σχέσεις μεταξὺ ἁπλοῦ λαοῦ καὶ ὡπλισμένου, μεταξὺ ἐθνοφύλακος καὶ στρατιώτου τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ, μεταξὺ ἐφέδρου καὶ στρατιώτου ὑπὸ τὰς σημαίας, τὴν διοίκησιν ὅλων αὐτῶν, καίτοι εἶναι εἰς τὰς οἰκίας των, καίτοι εἶναι πολῖται, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ πολεμήσωσι. Τοιοῦτος δὲ νόμος, ὁ ὁποῖος διαλαμβάνει οὐ μόνον τὴν σύνθεσιν καὶ τὴν στρατιωτικὴν καὶ οἰκονομικὴν διοίκησιν τοῦ μονίμου καὶ ἐνεργοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ τοῦ ἐν διαθεσιμότητι μέχρι τοῦ πολίτου, καὶ οὐ μόνον τῶν ἀνδρῶν ἀλλὰ καὶ τοῦ ἐδάφους τὴν στρατιωτικὴν διαίρεσιν, καὶ ὅστις προσδιορίζει τὴν μετάβασιν ἀπὸ τῆς εἰρήνης εἰς τὸν πόλεμον· αὐτὸς ὁ νόμος, εἰς Κράτος ὅπερ ἰσχυρίζεται ὅτι εἰσῆλθεν εἰς τὴν πολιτικὴν τῶν ἐκτάκτων παρασκευῶν, εἶναι ἄχρηστος, εἶναι περιττὸς, ἐνῷ εἶναι ἐκ τῶν πρωτίστων βημάτων τὰ ὁποῖα αἱ κυβερνήσεις καὶ τὰ κοινοβούλια, ὅταν ἀσπάζωνται τοιαύτην πολιτικὴν, ἀπαιτεῖται νὰ κάμωσι; Τί ἔχετε ἐνώπιόν σας σήμερον, κύριοι; ἔχετε ἕνα ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν σᾶς ἐπιτρέπει νὰ ἔχητε ἐν καιρῷ πολέμου πλείονας ἄνδρας ἀφ’ ὅσους ἔχετε ἐν καιρῷ εἰρήνης. Αὐτὸς εἶναι ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ σήμερον, κύριοι· τὸ ἐννοεῖτε αὐτό; ἐὰν δὲν τὸ ἐννοῆτε, πῶς ἠμπορεῖτε νὰ ἰσχυρισθῆτε ὅτι ἡ πολιτικὴ, τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ καὶ τὸ κοινοβούλιον καὶ ἡ Κυβέρνησις, εἶναι ἡ πολιτικὴ τῶν ἐκτάκτων παρασκευῶν; Ἀνέφεραν τὴν Γαλλίαν, ὡσὰν ἡ Γαλλία εἶχέ ποτε τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον ἔχομεν ἡμεῖς σήμερον, ὡσὰν ἡ Γαλλία νὰ ἐστερεῖτο τῆς ἐφεδρείας, ἐφεδρείας καὶ πρώτης καὶ δευτέρας τάξεως, καὶ ἐθνοφυλακῆς ἐνεργοῦ, ἡ ὁποία εἶναι ἐφεδρεία καὶ αὐτή· ὡσὰν πρώτην φορὰν ἡ Γαλλία νὰ ἐσχεδίασεν ἤδη σύστημα στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ, ἐπιτρέπον ἐν καιρῷ πολέμου διπλασίαν, ὑπερδιπλασίαν καὶ ὑπερτριπλασίαν δύναμιν ἀφ’ ὅ,τι ἐν καιρῷ εἰρήνης. Τὸ σύστημα αὐτὸ εἶχε πάντοτε ἡ Γαλλία· ἐὰν δὲ κατεσκεύασε σήμερον σύστημα ἄλλο, τὸ ἔπραξε, διὰ νὰ καταστήσῃ αὐτὸ τὸ σύστημα βέλτιον. Ἀλλ’ ἡ Ἑλλὰς στερεῖται ὁλοτελῶς τοιούτου συστήματος· ἔχει ἐφεδρείαν τριετῆ, ἀλλ’ ἔχει συγχρόνως καὶ τὴν ἀντικατάστασιν. Αὐτὰ τὰ δύω δὲν δύνανται νὰ συμβαδίσουν πρὸς τὸν σκοπὸν τὸν ὁποῖον προανέφερα, ἡ συνύπαρξις τῶν δύω αὐτῶν ἀρχῶν δὲν ἐπιτρέπει νὰ ἔχητε στρατὸν μείζονα ἐν καιρῷ πολέμου ἢ ὅ,τι ἐν καιρῷ εἰρήνης. Ὑπῆρξαν νόμοι παρ’ ἡμῖν εἰς ἐκτάκτους περιστάσεις ψηφισθέντες, ἀλλ’ οὐδεμίαν πρακτικὴν ἀξίαν ἔχοντες, οἵτινες διέταξαν ὅτι πάντες ὀφείλουν ὡς ἔφεδροι νὰ ὑπηρετήσωσιν· ἀλλ’ ὁ ἔφεδρος εἶναι ἠσκημένος στρατιώτης, ὑπάρχοντος δὲ τοῦ συστήματος τῆς ἀντικαταστάσεως, πλὴν τῶν ἀντικαταστατῶν, οἱ κληροῦχοι δὲν ἦσαν ἠσκημένοι· ἑπομένως δὲν ἦσαν παρὰ πολῖται, ὡς εἴμεθα ὅλοι. Ἀφίνω ὅτι ἡ ἐφεδρεία δὲν ἔχει οὐδεμίαν ὀργάνωσιν· ἀφίνω ὅτι εἶναι τριετὴς μόνον. Σᾶς ἐνθυμίζω δὲ ὅτι ὁσάκις εἰς ἐκτάκτους περιστάσεις ἐζήτησαν αἱ κυβερνήσεις νὰ μάθουν ὁποίαν ἐν πολέμῳ δύναμιν δύνανται νὰ ἔχωσιν ὑπερτέραν τῆς ἐν εἰρήνῃ, ποτὲ δὲν ἠμπόρεσαν νὰ ἐξάξουν ἐκ τῆς ἐφεδρείας ποσὸν ἄξιον λόγου. Τῷ 1866, δι’ ἀκριβοῦς ἀπαριθμήσεως, εἰς 800 ἄνδρας ὑπελογίσθη ἡ ἐφεδρεία. Ἰδοὺ διατί, κύριοι, εἶναι ζήτημα τῆς Βουλῆς ἄνευ διακρίσεως κομμάτων, ἄνευ διακρίσεως πολιτικοῦ συμφέροντος καὶ πρὸς οὐδὲν πολιτικὸν συμφέρον, εἶναι καθῆκον τῆς Βουλῆς νὰ φροντίσῃ, ἐπὶ τῇ ποινῇ τοῦ νὰ ὀνομασθῇ αὐτὴ ἡ ἰδία ἀγύρτρια, ὡς ὑποσχεθεῖσα πράγματα περὶ ὧν δὲν ἐφρόντισε παντάπασι, καὶ δὲν ἐφρόντισεν ἐν γνώσει· ἐκτὸς ἐὰν δὲν εὑρίσκωμεν κἀνὲν ἠθικὸν ἐμπόδιον νὰ εἴπωμεν αὔριον εἰς τὸν λαὸν, ὅτι τῷ ὄντι ἐφροντίσαμεν περὶ στρατιωτικῆς παρασκευῆς, διὰ τοῦ νόμου τῶν 200,000 βασιβουζούκων. Ὅσοι ἔχουν τὴν γνώμην ὅτι ἡ Ἑλλὰς παρεσκευάσθη στρατιωτικῶς καὶ ἀνταπεκρίθη εἰς τὰς ἀνάγκας τῶν ἐκτάκτων παρασκευῶν, διότι ἐψήφισαν ἐκεῖνον τὸν νόμον, ἔχουν τὴν συνείδησιν ἀναπαυμένην· ὅσοι ὅμως δὲν φρονοῦν τοῦτο, ἔχουσι τὸ καθῆκον νὰ ἐρευνήσουν τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος κ. Μαυρομιχάλης ἔφερεν εἰς μέσον σήμερον, ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσουν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν ἐμμένῃ εἰς τὸ σύστημα καὶ εἰς τὴν πολιτικὴν τῶν ἐκτάκτων παρασκευῶν, νὰ φροντίσῃ καὶ νὰ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νόμον ἔκτακτον, διότι περὶ ἐκτάκτων παρασκευῶν πρόκειται, ἐπιτρέποντα τὴν ἐπέκτασιν τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων διὰ τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ, διότι αὐτὴ εἶναι ἡ βάσις, αὐτὴ εἶναι ἡ ἀληθὴς παρασκευὴ, τὰ δὲ λοιπὰ εἶναι κίνδυνος καὶ ἀτιμίαι. Δὲν πρόκειται, κύριοι, περὶ νόμου ἐπιτρέποντος διὰ τοῦ χρόνου νὰ αὐξήσωμεν τὰς δυνάμεις τοῦ στρατοῦ, διότι πᾶν τοιοῦτον μέτρον δύναται νὰ ὀνομασθῇ βελτίωσις τοῦ στρατιωτικοῦ συστήματος τοῦ τόπου· ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἐκτάκτων παρασκευῶν, καὶ ἐρωτῶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἐννοῇ αἱ ἔκτακτοι παρασκευαὶ νὰ γείνουν ἄνευ τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ βελτιώσεως τοῦ στρατιωτικοῦ συστήματος τῆς Ἑλλάδος, βελτιώσεως ἥτις θὰ ἐπιτρέψῃ ὅπως διὰ τοῦ χρόνου ἀπολαύσωμεν τοὺς καρποὺς, ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ μᾶς εἴπῃ, ὅτι εἰσήγαγε τὸν νόμον περὶ στρατολογίας, καὶ μετὰ 20 ἔτη θὰ ἔχωμεν ἕνα ἀριθμὸν στρατιωτῶν ἐξησκημένων καὶ ἑτοίμων νὰ παραταχθῶσιν. Ἀλλὰ δὲν ὁμιλῶ ὑπὸ τὸ σύστημα αὐτῶν τῶν ἰδεῶν, διότι δὲν εἶναι τὸ θέμα μας αὐτὸ σήμερον, καὶ ἂν αὐτὸ ἦναι τὸ θέμα τοῦ κ. Μαυρομιχάλη, ἔχει ἄδικον νὰ ζητῇ νὰ στενοχωρήσῃ τὴν Κυβέρνησιν ἀμέσως. Ὁμιλῶ ὑπὸ τὸ σύστημα τῶν ἄλλων ἰδεῶν, τὰς ὁποίας προεξέθεσα, τὸ σύστημα τῶν ἐκτάκτων παρασκευῶν· ἐρωτῶ δ’ ἐὰν εἰς τὰς ἐκτάκτους παρασκευὰς θὰ λάβῃ μέρος ὁ τακτικὸς στρατός. Ἐὰν θὰ λάβῃ, πρέπει νὰ παρουσιάσητε ἔκτακτον νόμον ἀφορῶντα εἰς τὴν ταχεῖαν συγκρότησιν ἐκτάκτου ἐν ὥρᾳ πολέμου δυνάμεως τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ, καὶ αὐτὴν τὴν δύναμιν δὲν ἠμπορεῖτε παρὰ νὰ τὴν σχηματίσητε ἐκτάκτως. Ἰδοὺ ἡ ἀνάγκη τοῦ ὀργανισμοῦ, καὶ τοῦ ὀργανισμοῦ αὐτοῦ τὴν εἰκόνα θέλετε τὴν ἔχει ἐντὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Τίνι τρόπῳ θ’ ἀναπτύξητε τὴν δύναμιν τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ; θὰ τὴν ἀναπτύξητε διὰ τῆς αὐξήσεως καὶ σκοπίμου διαῤῥυθμίσεως τῆς δυνάμεως τοῦ μονίμου στρατοῦ, θὰ τὴν ἀναπτύξητε διὰ τῆς κατασκευῆς ἐκτάκτου ἐφεδρεία, θὰ τὴν ἀναπτύξητε διὰ τῆς δημιουργίας οἱουδήποτε ἑτέρου στρατιωτικοῦ σώματος, τὸ ὁποῖον ἐντὸς ὀλίγου χρόνου 6 μηνῶν, 9 μηνῶν, ἑνὸς ἔτους, θὰ δυνηθῆτε νὰ παρασκευάσητε; Εἴτε τὸ πρῶτον σύστημα παραδεχθῆτε, εἴτε τὸ δεύτερον, εἴτε τὸ τρίτον, εἴτε πάντα ὁμοῦ, ἀπαιτεῖται νὰ ἔχητε ἕνα ὀργανισμὸν, προσδιορίζοντα τὴν σχέσιν τῶν νέων δυνάμεων τὰς ὁποίας θὰ παρασκευάσητε πρὸς τὴν δύναμιν τοῦ μονίμου ἐνεργοῦ τακτικοῦ στρατοῦ, τὴν σύνθεσιν αὐτῶν, τὴν στρατιωτικὴν διοίκησιν τοῦ ὅλου, τὴν οἰκονομίαν τοῦ ὅλου, τὴν μετάβασιν ἀπὸ τῆς εἰρήνης εἰς τὸν πόλεμον, τὰς προμηθείας παντὸς εἴδους, τὴν στρατιωτικὴν διοίκησιν τῆς ἐπικρατείας, τὰ στελέχη τῶν ἐνεργῶν καὶ διαθεσίμων δυνάμεων, καὶ κατὰ συνέπειαν θὰ ἔχητε ἕνα προϋπολογισμὸν ὅλως διόλου διαφορετικόν. Ἐὰν δὲ ἀναπαύησθε μόνον εἰς τὸ ἀντίγραφον τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1876, ὁμολογήσατε ὅτι δὲν ἔχετε πολιτικὴν ἄλλην εἰμὴ ἐκείνην τὴν ὁποίαν εἴχατε τότε, ἀνακαλέσατε ὅλας τὰς ἐπαγγελίας τὰς ὁποίας ὑπεσχέθητε, ἢ ἰσχυρισθῆτε ὅτι ἐξεπληρώσατε τὸ καθῆκόν σας, διότι ἐψηφίσατε ἕνα νόμον περὶ 200,000 ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι δύνανται ν’ ἀναδεχθῶσιν ἐν καιρῷ κινδύνων τὴν τιμὴν καὶ τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Πατρίδος. Ἀλλὰ περιπλέον, κύριοι, ἐγὼ ἀπευθύνω αὐτὴν τὴν ἐρώτησιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τοὺς φίλου; αὐτῆς. Ὁ νόμος περὶ 200,000 βασιβουζούκων ἔλαβεν ἀρχὴν ἐκτελέσεως, καὶ ὁποίαν ἀρχὴν ἐκτελέσεως ἔλαβε; προέβη εἰς τὴν συγκράτησιν καὶ σύνταξιν αὐτῶν τῶν δυνάμεων; δὲν ἐννοῶ τῶν 200,000, οὐδὲ τῶν 100, ἀλλὰ τῶν 30,000· θὰ ἦναι τοσοῦτον ἄτεχνος αὐτὴ ἡ ἀγέλη τῶν στρατιωτῶν, ὥστε δὲν ἀπαιτεῖται τίποτε νὰ γινώσκωσιν ἐκ τῆς στρατιωτικῆς τέχνης, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἀπαιτεῖται τίποτε ἡ κυβέρνησις νὰ πράξῃ καὶ νὰ φροντίσῃ ὅπως ἐξασκήσῃ αὐτὴν; εἶνε τοσοῦτον μαγικὴ ἡ δύναμις αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον ἐψηφίσαμεν, ὥστε παρὰ τοὺς κανόνας καὶ τὰ πραττόμενα παρὰ πάντων τῶν ἐθνῶν ἅτινα κήδονται τῆς τιμῆς αὐτῶν, ἡμεῖς, ἀκίνητοι καὶ ἀδρανεῖς καὶ οὐδὲν πράττοντες, κατασκευάζομεν δυνάμεις ἐπὶ τῶν ὁποίων ν’ ἀναθέσωμεν τὰς ἐλπίδας καὶ δι’ ὧν νὰ σώσωμεν τὰ πανταχόθεν κινδυνεύοντα ἐθνικὰ συμφέροντά μας; Ἐπραγματεύθην τὸ ζήτημα ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις, τὸ ὁποῖον ἔφερεν ὁ κ. Μαυρομιχάλης, καὶ παρακαλῶ ν’ ἀπαντήσητε. Σᾶς προειδοποιῶ δὲ, ὡς εἶπον καὶ πρὶν, ὅτι δὲν ἔφερα ζήτημα, οὔτε μετατρέπω τὸ ζήτημα εἰς πολιτικόν· τὸ θεωρῶ ὡς ζήτημα οἰκογενειακὸν τῆς Βουλῆς, καθῆκον πασῶν τῶν ἀποχρώσεων, καθῆκον τιμῆς οὐχὶ τῆς Βουλῆς τοῦ 1877, ἀλλὰ τῆς Βουλῆς τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Κυβερνήσεως τῆς Ἑλληνικῆς, αἱ ὁποῖαι χρεωστοῦν ὅ,τι ὑπόσχονται νὰ τὸ ἐκτελοῦν καὶ νὰ μὴ δίδουν δικαίωμα οὔτε εἰς τοὺς ἐχθροὺς τῆς Ἑλλάδος νὰ χαίρωνται καὶ μᾶς ἐμπαίζουν, οὔτε εἰς τοὺς φίλους μας ν’ ἀπελπίζωνται, ἂν ἔχωμεν φίλους (χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).
§61ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Οὐχὶ μόνον, κύριοι, δὲν ὁμολογοῦμεν, οὔτε ὡμολογήσαμεν ποτὲ, ὅτι ἡ πολιτικὴ τὴν ὁποίαν ἠκολουθήσαμεν ἦτο ἐσφαλμένη καὶ ὅτι ἠπατήθημεν· ἀλλὰ καυχώμεθα ἀπεναντίας, τὰ τελευταῖα δὲ συμβάντα ἐδικαίωσαν πληρέστατα τὴν πολιτικήν μας, ὅτι δὲν περιεπλέχθημεν καὶ ἡμεῖς οὐδὲ περιεπλέξαμεν τοὺς ἀδελφούς μας εἰς δυστυχήματα, τῶν ὁποίων οἱ καρποὶ βλέπετε ὁποῖοι εἶναι σήμερον. Καὶ δι’ αὐτὴν τὴν πολιτικὴν μᾶς μέμφονται. Λυποῦμαι διὰ τοῦτο, καὶ ἂν οἱ κατήγοροι ἦσαν εἰς τὴν θέσιν μας, δὲν ἤθελον ἀποφασίσει βεβαίως νὰ γείνουν αἴτιοι καταστροφῶν καὶ θυσιῶν, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐλπίδος. Ἡμεῖς, κύριοι, ἠδυνήθημεν διὰ τῶν συμβουλῶν μας νὰ προφυλάξωμεν τὸν τόπον καὶ τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ νέα ἄτοπα καὶ δυστυχήματα, τὰ ὁποῖα οὐδένα ἤθελον ἀποφέρει καρπόν· διὰ τοῦτο καυχώμεθα καὶ συγχαίρομεν ἡμᾶς αὐτούς. Ὁ κ. Δεληγεώργης ἔχει τὸ κακὸν σύστημα νὰ νομίζῃ ὅτι, ὅσα αὐτὸς κρίνει, πρέπει νὰ κρίνωσι καὶ οἱ ἄλλοι, καὶ ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ παραδέχωνται ὅλοι· διὰ τοῦτο μεθ’ ὅλης τῆς τόλμης σᾶς λέγει: καταδικάζω τὴν πολιτικὴν τῶν ἰδεῶν σας, ἀπολογήθητε. Καὶ τί εἶσθε κύριοι σεῖς; ἀπό τινα ζητεῖτε ἀπολογίαν διὰ σφάλματα, τὰ ὁποῖα σεῖς μὲν κρίνετε κακὰ, ἡ δὲ Βουλὴ τὰ ἔκρινε καλά; Ποτὲ, κύριοι, δὲν θὰ παραδεχθῶ τὴν γελοίαν ἰδέαν, ὅτι μὲ τὸν προϋπολογισμὸν δυνάμεθα ν’ ἀνταποκριθῶμεν εἰς τὰς ἀνάγκας καὶ νὰ παρασκευασθῶμεν· οὐδεὶς σπουδαῖος ἀνὴρ ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἔλαβον μέρος εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ τόπου πιστεύει εἰς τοῦτο. Ὁ προϋπολογισμὸς τῆς Ἑλλάδος δὲν δύναται ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς καμμίαν ἔκτακτον ἀνάγκην· αἱ ἀνάγκαι αἱ παρουσιαζόμεναι εἶναι ἔκτακτοι, δι’ ὃ ἀπαιτοῦνται ἔκτακτοι φόροι, ἔκτακτοι συνεισφοραί. Ἰδοὺ διατὶ ἡμεῖς ἐμείναμεν εἰς τὸν συνήθη προϋπολογισμὸν καὶ ἐζητήσαμεν δι’ ἰδιαιτέρων μέτρων νὰ θεραπεύσωμεν τὰς ἀνάγκας· δὲν ἤλθομεν ν’ ἀγυρτεύσωμεν, διότι δὲν συνειθίσαμεν οὔτε νὰ δημοκοπῶμεν, οὔτε νὰ παρουσιάζωμεν καταλόγους αὐξήσεως στρατιωτῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, χωρὶς νὰ ἔχωμεν ἕτοιμα ὅπλα, τροφὰς, πολεμοφόδια, πυροβόλα, χρήματα κλπ. Ἐὰν σᾶς παρουσιάζομεν προϋπολογισμὸν μὲ δύω συντάγματα πεζικοῦ ἢ πυροβολικοῦ, χωρὶς νὰ ἔχωμεν τὰ ἀναγκαῖα πυροβόλα, θὰ εἴμεθα γελοῖοι ἢ ὄχι; Καὶ τί εἶναι τὸ μέτρον τὸ ὁποῖον ὁ κ. Δεληγεώργης κατηγορῶν μᾶς παρουσιάζει; προτείνει νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀναβιβάζεται ἐν καιρῷ πολέμου ὁ ἀριθμὸς τοῦ στρατοῦ εἰς 20 ἢ 30 χιλιάδας· αὐτὸν ὀνομάζει διοργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, στρατιωτικὴν παρασκευὴν ἐμπειροπολέμων ἀνδρῶν καὶ γεγυμνασμένων, ἱκανῶν ν’ ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὰς ἀνάγκας καὶ τὰς ἀπαιτήσεις ἐκτάκτων στιγμῶν. Ἐὰν ὁ νόμος εἴπῃ, ὅτι οἱ 10,000 τακτικοὶ ἀναβιβάζονται εἰς 15 καὶ 30, ἔχομεν τάχα τὰς 30 χιλιάδας στρατοῦ διὰ τοῦτο; Κύριοι, ἡμεῖς νομίζομεν ὅτι ὁ προσωρινὸς νόμος, τὸν ὁποῖον παρουσιάσαμεν καὶ ἐψηφίσατε, πληροῖ τὰς ἀνάγκας περὶ ὧν πρόκειται. Ἔχομεν ὡς βάσιν ἐν αὐτῷ, ὅτι, εἰς περιστάσεις ἐκτάκτους καὶ ὅταν αἱ ἀνάγκαι τῆς πατρίδος τὸ ἀπαιτήσωσι, θέλει πολλαπλασιάζεσθαι ὁ στρατὸς, ὁ πολλαπλασιασμὸς δὲ οὗτος νὰ ᾖναι ὅσον τὸ δυνατὸν αὔξησις τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ· διὰ τοῦτο εἰς τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον σᾶς ὑπεβάλομεν, οὐ μόνον καθιερώσαμεν τὸ δικαίωμα εἰς τοιαύτην περίστασιν νὰ καλῆται πᾶς τις εἰς τὰ ὅπλα, ἀλλὰ παρεδέχθημεν καὶ τὴν διάταξιν νὰ καλῶμεν τοὺς ἐφέδρους, δεύτερον τοὺς ἀποστράτους ἢ ἀφυπηρετήσαντας ἄνδρας, μετὰ τούτους δὲ καὶ ἄλλους πολίτας, τοὺς ὁποίους ὑποβάλλομεν εἰς τὰ γυμνάσια καὶ τὰς στρατιωτικὰς ἀσκήσεις. Ὁ νόμος λοιπὸν ἡμῶν καὶ ἡ πρότασις τοῦ κ. Δεληγεώργη διαφέρει, διότι εἰς τὸν νόμον ἡμῶν προηγοῦνται κατὰ πρῶτον ἄνδρες ἕτοιμοι νὰ ὑπηρετήσωσιν· ὁ δὲ κ. Δεληγεώργης νομίζει ὅτι, ἐντὸς 10 μηνῶν καλῶν τοὺς νεοσυλλέκτους, δύναται νὰ συμπληρώσῃ τὴν ἀνάγκην. Κρίνατε σεῖς ποῖον τῶν δύω συστημάτων εἶναι καλλίτερον. Δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡμεῖς δὲν ἐπροβλέψαμεν καὶ ὅτι δὲν ἐπεφυλάξαμεν εἰς τὸ ἔθνος τὸ δικαίωμα ν’ αὐξήσῃ τὸν τακτικὸν στρατὸν ὅταν παρουσιασθῇ ἀνάγκη. Ἀλλὰ μήπως, κύριοι, δὲν ὑπάρχει διοργανισμὸς τοῦ στρατοῦ; μήπως ὁ στρατὸς ὁ ὑπάρχων εἶναι ἄνευ διοργανισμοῦ; πρόκειται μόνον ἤδη τὸν διοργανισμὸν αὐτὸν νὰ μεταβάλωμεν, θὰ πραγματοποιηθῇ δὲ ἡ μεταβολὴ μετὰ τὴν νέαν στρατολογίαν, κατὰ τὸν νέον Νόμον· ἤδη ὁ στρατὸς εἶναι διωργανισμένος. Ἀλλ’ ὁ κ. Δεληγεώργης, ἐναντίον τῶν πραττομένων, μᾶς λέγει ὅτι ἐνασχολούμεθα εἰς τὴν οἰκονομίαν ἀψύχων, καὶ πλανώμεθα νομίζοντες ὅτι διὰ τούτου ὑπηρετοῦμεν τὴν πατρίδα. Πρέπει τις, κύριοι, νὰ ᾖναι πολὺ ἁπλοῦς, διὰ νὰ πεισθῇ ὅτι ἡ πρώτη καὶ κυρία ἀνάγκη ἑνὸς ἔθνους, θέλοντος νὰ διοργανωθῇ στρατιωτικῶς καὶ νὰ ἑτοιμασθῇ, δὲν εἶναι καὶ ἡ προμήθεια τῶν ἀψύχων. Ἀνέγνωσα τελευταῖον διατριβήν τινα εἰς τὴν «Κλειὼ» στρατιωτικοῦ Γερμανοῦ, εἰδικοῦ ἀνθρώπου, ὅστις ἔλεγε: πλανᾶσθε σεῖς οἱ Ἕλληνες, διότι δὲν ἐνοήσατε ὅτι πρὸ πάντων πρέπει νὰ ἔχητε ἕτοιμον ὑλικόν· καὶ ἡ Σερβία ἔπαθε, διότι δὲν εἶχεν ὑλικὸν, ἐνῷ ἡ Τουρκία ἀνθίσταται ὡς ἐκ τῆς ἀφθονίας τοῦ ὑλικοῦ της. Ψηφίσατε νόμον, κατὰ τὸν κ. Ζωχιὸν, καὶ ἀναβιβάσατε τὸν στρατὸν εἰς 50,000, ἀλλὰ μὴ φροντίσητε νὰ ἔχητε ὑλικόν· νομίζετε ὅτι θέλετε ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου; καὶ ὁ Νόμος περὶ πολλαπλασιασμοῦ τοῦ στρατοῦ μόνος ἀρκεῖ; Ἡμεῖς, κύριοι, τοιαύτην λογικὴν δὲν ἔχομεν, ἑπομένως οὔτε τὴν ἠκολουθήσαμεν. Ἐνομίσαμεν δὲ ὅτι, διὰ μὲν τὰς ἐκτάκτους ἀνάγκας, πρέπει νὰ παρουσιασθῶμεν ἐνώπιόν σας καὶ λάβωμεν τὴν ἄδειαν νὰ καλέσωμεν εἰς τὰ ὅπλα τοὺς δυναμένους νὰ ὑπηρετήσωσιν ἀμέσως, οὕτω δὲ ἱκανοποιεῖται ἡ πρώτη καὶ κατεπείγουσα ἀνάγκη τοῦ τόπου· διὰ δὲ τὴν τακτικὴν καὶ διαρκῆ στρατιωτικὴν προπαρασκευὴν, ὑπεβάλαμεν νόμον περὶ νεοσυλλεξίας ἐν ᾧ προεβλέψαμεν καὶ περὶ προμηθείας ὑλικοῦ· ἄνευ αὐτοῦ οὐδὲν δύναται νὰ γείνῃ. Ἰδοὺ, κύριοι, ὁ δρόμος τὸν ὁποῖον ἠκολουθήσαμεν ἡμεῖς, εἶναι δὲ μάταιον νὰ σᾶς λέγω ὅτι τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον παρουσιάζεται δὲν ἔχει ἀξίαν· ἔχει ἀξίαν μόνον κατὰ τοῦτο, ὅτι εἶναι προφάσεις· ἂν ἦτο ζήτημα ἀληθὲς καὶ εἶχεν ὑπόστασιν, ἂν ἦτο λογικὸν, βεβαίως κανεὶς δὲν ἤθελε τὸ πολεμήσει. Τί σᾶς λέγουν; ἀναβάλετε τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ· διατί; διὰ νὰ ἐγγράψωμεν ὅτι, ἀντὶ 10, καλοῦμεν 20, 30 χιλιάδας εἰς τὸν στρατὸν, ἐνῷ εἴμεθα ἠναγκασμένοι ν’ ἀραιώσωμεν τῷ ὄντι τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ. Πρώτην ἤδη φορὰν συνεπληρώθησαν αὗται· ἐν τούτοις, κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν, δὲν δυνάμεθα νὰ διατηρήσωμεν ὅλους· ἐλλείπουσι τὰ μέσα. Ἐνῷ λοιπὸν οὕτως ἔχουσι τὰ πράγματα, σεῖς λέγετε: ἀναβάλετε τὸν προϋπολογισμὸν, διὰ ν’ αὐξήσητε εἰς τὸ χαρτὶ τὸν ἀριθμόν τῶν στρατιωτῶν, οὕτω δὲ πληροῦται, νομίζετε, πραγματικὴ δύναμις κατὰ τὰς ἀνάγκας τῆς ἐποχῆς. Ἀλλ’ εἶναι, κύριοι, αὐτὰ σπουδαῖα, καὶ πρέπει νὰ τὰ δεχθῇ ἡ Βουλή; Ἐγὼ νομίζω ὄχι. Ἀλλ’ ἐκάματε ἔναρξιν τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ προσωρινοῦ ὀργανισμοῦ στρατιωτικῶν δυνάμεων; μᾶς ἐρωτᾷ μετὰ στόμφου ὁ κύριος Δεληγεώργης, δι’ οὗ συνειθίζει νὰ ζητῇ ἀπολογίαν, εἰς περιστάσεις μάλιστα, καθ’ ἃς αὐτὸς εἶναι ὑπόχρεως νὰ ἀπολογηθῇ. Ἀλλ’ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου αὐτοῦ, ὅπως γνωρίζετε, δύναται ν’ ἀρχίσῃ ἅμα τῇ πραγματοποιήσει τοῦ νόμου τοῦ δανείου· τὸ δάνειον πραγματοποιούμενον θὰ δώσῃ τὰ μέσα πρὸς αὔξησιν τοῦ στρατοῦ. Ἀλλ’ ἐπραγματοποιήθη τὸ δάνειον; ὄχι ἀκόμη· ἄνευ τούτου, ἄνευ μέσων, πῶς δυνάμεθα νὰ καλέσωμεν ἄνδρας εἰς τὸν στρατὸν, πῶς νὰ τοὺς ἐνδύσωμεν, νὰ τοὺς θρέψωμεν, νὰ τοὺς ὁπλίσωμεν; ὁ προϋπολογισμὸς δὲν χορηγεῖ τὰ μέσα, ὥστε ν’ αὐξήσωμεν τὸν στρατόν. Κύριοι, δὲν εἶμαι στρατιωτικὸς, οὐδὲ ἔχω εἰδικὰς γνώσεις περὶ τοῦ κλάδου τούτου· γινώσκω ὀλίγα. Ἀλλὰ σεῖς οἱ ἐνταῦθα στρατιωτικοὶ βεβαίως ἐγελάσατε μ’ ὅσα ἀκούσατε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, περὶ ὅπλων, περὶ ἵππων, περὶ κανονίων, διότι τὰ πλεῖστα αὐτῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῶσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ὁ κ. Μαυρομιχάλης μᾶς λέγει, διατί δὲν παραδέχεσθε τὸ σύστημα τῶν πυροβόλων τῆς Πρωσσίας; Ἀλλ’ ἵνα παραδεχθῆτε ἓν τοιοῦτον σύστημα, ἔχετε σεῖς τὰς ἀπαιτουμένας εὐκολίας; οὐχί· διὰ σᾶς χρήσιμον μόνον εἶναι καὶ ὠφέλιμον τὸ ὀρεινὸν πυροβολικὸν, σᾶς λέγει εἰδικὸς, εἰδικώτατος ἀνὴρ, καὶ αὐτὸ πρέπει νὰ ἔχητε ὡς ἐκ τῆς καταστάσεως τῆς χώρας, τῶν μέσων καὶ τοῦ πληθυσμοῦ σας· τὸ ἱππικὸν εἰς μέγαν ἀριθμὸν δὲν εἶναι χρήσιμον, καὶ θὰ κάμητε κακὰ νὰ καταγίνητε εἰς αὐτό. Ἀξιωματικὸς ὁ κ. Μαυρομιχάλης, κατηγορεῖ τοὺς συναδέλφους του ἐπὶ ῥαθυμίᾳ καὶ ἐπὶ ἐπιμονῇ νὰ κάθηνται εἰς τὰς οἰκίας των· ἐλησμόνησεν ὅτι αὐτὸς μὴ ὢν βουλευτὴς ἔμενεν εἰς Ἀθήνας, δὲν ἀπεμακρύνθη, οὔτε ἠθέλησε νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὸν στρατὸν· μέμφεται λοιπὸν τοὺς ἄλλους διὰ παραπτώματα εἰς τὰ ὁποῖα αὐτὸς πρὸ πάντων ὑπέπεσε, καὶ γνωστὸν εἶναι διὰ ποίων προσπαθειῶν κατώρθου νὰ μένῃ εἰς Ἀθήνας. Ὁ λόγος λοιπὸν ὁ προτεινόμενος πρὸς ἀναβολὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶναι μάταιος καὶ ψευδὴς, οὐδένα θὰ φέρῃ καρπὸν, δὲν ἔχει εἰλικρινῆ σκοπόν. Ἡ σημείωσις ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῆς αὐξήσεως μόνον τοῦ στρατοῦ οὐδὲν φέρει ὄφελος, ἂν δὲν συνοδεύηται καὶ δι’ ὅλων τῶν μέσων, ὁ δὲ νόμος δι’ ὃν μᾶς κατηγορεῖτε δὲν εἶναι ποσῶς ἐλαττωματικός· δὲν καθιεροῖ μὲν σύστημα πλῆρες, ἀλλὰ καθιεροῖ σύστημα στρατιωτικὸν ἱκανοποιοῦν τὰς ἀπαιτήσεις καὶ πληροῦν τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου ἀποτελεσματικώτερον τοῦ συστήματος τοῦ κυρίου Δεληγεώργη, διότι κατὰ τὸν νόμον ἡμῶν συνιστᾶται στρατὸς γεγυμνασμένος, ὅστις θέλει κληθῆ καὶ ἐνισχύσει τὸν στρατόν. Ἐπαναλαμβάνω, κύριοι, λέγων, ὅτι χωρὶς νὰ ψηφίσητε τὰ μέσα, χωρὶς νὰ παραδεχθῆτε τοὺς φόρους, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διοργανωθῇ ὁ στρατός· δώσατε πρῶτον τὰ μέσα, καὶ τότε ἐστὲ βέβαιοι ὅτι ὅλα αὐτὰ ἡ παροῦσα κυβέρνησις θέλει καὶ δύναται νὰ τὰ ἐνεργήσῃ καὶ πραγματοποιήσῃ. Ἡμεῖς πιστεύομεν εἰς τὰς παρασκευὰς καὶ θέλομεν ἀληθεῖς καὶ σπουδαίας παρασκευὰς, καὶ οὐχὶ ἀγυρτικὰς ἐπιδείξεις. Νομίζομεν ὅτι πρὸ πάντων ἔχομεν ἀνάγκην ὑλικοῦ τοῦ πολέμου, καὶ μετὰ ταῦτα πολλῶν ἄλλων· ἂν σεῖς δὲν ἀποδέχησθε τὴν γνώμην μας καὶ νομίζητε ὅτι πρέπει νὰ σημειώσητε εἰς τὸν προϋπολογισμὸν χιλιάδας στρατιωτῶν γυμνῶν καὶ ἀνυποδήτων καὶ ἀόπλων, πράξατέ το.
§62Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Λυποῦμαι, κύριοι, ὅτι δὲν εἶχον τὴν εὐτυχίαν ν’ ἀκούσω τὸν ἔντιμον πρωθυπουργὸν καθ’ ὅλην του τὴν ἀγόρευσιν· εἰς τὸ τέλος τῆς ἀγορεύσεώς του ὅμως ἐμνήσθη καὶ ἐμοῦ καὶ μὲ κατηγόρησε δι’ ἐκεῖνο, διὰ τὸ ὁποῖον ἐγὼ κατηγόρησα τοὺς ἄλλους. Ἠναγκάσθην εἰς τὴν πρώτην ὁμιλίαν μου νὰ εἴπω ὅτι, ἂν ἐν τῷ στρατῷ ὑπάρχουν πρόσωπά τινα ἀγαπῶντα τὴν ὀκνηρίαν καὶ ἀρεσκόμενα εἰς τὴν διοίκησιν τὴν ὑπάρχουσαν, ἡ ὁποία δὲν τὰ ἐπιβαρύνει μὲ κόπους καὶ ὑποχρεώσεις, τὸ τοιοῦτον εἶναι δικαίωμα τῶν ἀτόμων, ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐνισχύῃ τὰς τοιαύτας τάσεις· εἶπον δὲ τοῦτο, διότι εἶχον τὴν ἀπαίτησιν ὥστε οἱ διοικηταὶ τῶν σωμάτων καὶ οἱ κύκλοι τῶν ἀξιωματικῶν νὰ κάμουν παραστάσεις σπουδαίας διὰ τῆς ἱεραρχίας εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἐπεθύμουν, ὥστε οἱ κύκλοι τῶν ἀξιωματικῶν νὰ ἀπεκδυθῶσι τῆς εὐθύνης ἀπέναντι τοῦ ἔθνους, ν’ ἀποδειχθῇ ὅτι δύνανται ἐπιτυχῶς καὶ εὐδοκίμως ἐν πολέμῳ νὰ διοικήσωσι στρατὸν, καὶ δὲν εἶναι παράδοξον ἂν ἐν τῷ στρατῷ ὑπάρχουν πρόσωπα τὰ ὁποῖα δὲν ἀρέσκονται εἰς τὰς κακουχίας. Ἐπιμένω εἰς τὰς ἰδέας μου· ἂν δὲ ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἠθέλησε νὰ μὲ κατατάξῃ εἰς τὴν ἰδίαν κατηγορίαν, δυνατὸν νὰ ὑπάγωμαι καὶ ἐγὼ, δυνατὸν, ὁσάκις ὑπηρέτησα ἐν τῷ στρατῷ ν’ ἀπέδειξα ἀνικανότητα, ν’ ἀπέδειξα ῥᾳθυμίαν, καὶ ἴσως ὁ πρωθυπουργὸς, ὁ ὁποῖος ἔχει εἰς χεῖράς του τὰ ἀρχεῖα τοῦ ὑπουργείου, ἀνεῦρε τοιαύτας πράξεις ἐναντίον μου Ἠτιάθη ἐμοῦ· ὅτι ἔμενον διαρκῶς εἰς τὰς Ἀθήνας, ἀλλ’ ἐγὼ τὸν στρατὸν τὸν ἐγκατέλιπον ἀπὸ τοῦ 1863, καὶ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης παρίσταμαι εἰς τὸ κοινοβούλιον· κατὰ τὸ 1873 μόνον δὲν ἀπεδύθην εἰς τὸν ἀγῶνα, διότι μετέβην εἰς τὴν Εὐρώπην, ἀντ’ ἐμοῦ δὲ ἐξετέθη ὁ ἀδελφός μου. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς δὲ ἐκείνης δυνάμει τοῦ πολιτεύματος εὑρίσκομαι εἰς διαθεσιμότητα, ὅπως ὅλοι οἱ γενόμενοι βουλευταί· οὔτε τὸν κ. Κουμουνδοῦρον, οὔτε κανένα τῶν κατὰ καιροὺς ὑπουργῶν παρεκάλεσα νὰ μὲ ἔχῃ διαρκῶς ἐδῶ. Ἤμην διαρκῶς εἰς διαθεσιμότητα ὡς ἄπειροι τῶν ἀξιωματικῶν, τοιαύτη δ’ αἰτίασις ῥᾳθυμίας καὶ ὀκνηρίας δὲν ἁρμόζει εἰς ἐμέ· τὴν ὀκνηρίαν καὶ τὴν ῥᾳθυμίαν ἐνίσχυσεν εἰς τὸν στρατὸν ὁ πρωθυπουργὸς καὶ ἡ διοίκησίς του. Ὑπάρχουσιν ἐκθέσεις ἐναντίον ἀξιωματικῶν ἐπὶ ἀνικανότητι, ἐπὶ τῇ βάσει δ’ αὐτῶν δὲν ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν εἰς τοὺς προβιβασμούς· ἀλλ’ αὐτὴ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου ἐγένετο μόνον 24 ὥρας, διότι δὲν παρῆλθον δύω μῆνες, καὶ αὐτοὶ οἱ ἀξιωματικοὶ ἐπροβιβάσθησαν. Λοιπὸν ἡ διοίκησις τοῦ πρωθυπουργοῦ ἐνισχύει τὴν κακὴν διοίκησιν τοῦ τόπου καὶ προάγει τὰς ἀνικανότητας, καὶ ἐναντίον τῶν ἐκθέσεων προάγει ἀξιωματικούς. Ὅταν ἐγὼ, κύριοι, ὑπηρέτουν εἰς τὸν στρατὸν, εἶναι γνωστὸν μεταξὺ τῶν συναδέλφων μου πῶς ὑπηρέτουν· ἀλλ’ ἂν ἡ κατασκευή μου ἦναι νὰ ἦμαι ὀκνηρὸς, ἐπιτρέπεται εἰς τὴν κυβέρνησιν ν’ ἀνέχηται τὴν διαγωγήν μου ταύτην; Καὶ ὁ ἀξιωματικὸς, κύριοι, εἶναι ἄνθρωπος, καὶ μάλιστα ὅταν ἔχῃ πολυμελῆ οἰκογένειαν, γνωρίζετε δὲ ὅτι αἱ καταστάσεις τῶν Ἑλλήνων ἀξιωματικῶν εἶναι μικραὶ καὶ ἕκαστος ἑπομένως ἐπιθυμεῖ νὰ μένῃ ἐνταῦθα· ἐπιτρέπεται ὅλως εἰς τὴν Κυβέρνησιν αὐτὴν τὴν ὀκνηρίαν νὰ τὴν ἀναγνωρίζῃ ὡς δόγμα διοικήσεως καὶ νὰ μὴ τὴν τιμωρῇ; Ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος ὀλιγώτερον παντὸς ἄλλου ἐδικαιοῦτο νὰ ἐκφέρῃ τοιοῦτον δόγμα· ὑπεστήριξα τὴν ῥᾳθυμίαν ἐγώ; ἐγὼ εἶπον ὅτι ὑπάρχουν ἀξιωματικοὶ ῥᾴθυμοι, καὶ λέγω ὅτι ὑπάρχουν, πταίει δὲ ἡ διοίκησις, διότι δὲν ἠθέλησε ν’ ἀπαλλάξῃ τὸν τόπον ἀπὸ αὐτοὺς, οἱοιδήποτε καὶ ἂν ἦναι. Τὰ ἄτομα, κύριοι, ὑπείκουν εἰς τὰς ἀδυναμίας των καὶ ἐπιθυμοῦν τὴν εὐδαιμονίαν των, ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ προάγῃ τὰ ἀτοπήματα, ἀλλὰ νὰ τὰ τιμωρῇ. Ἔχομεν πρόσφατον παράδειγμα ἑνὸς ἀνωτέρου ἀξιωματικοῦ μὴ προβιβασθέντος, διότι ὑπῆρχε κατ’ αὐτοῦ ἔκθεσις δεδικαιολογημένη ἐπὶ ἀνικανότητι καὶ ῥᾳθυμίᾳ, μετὰ δύω ὅμως μῆνας προήχθη. Αὗται εἶναι αἱ λέξεις, τὰς ὁποίας εἶχον νὰ εἴπω εἰς ἀπάντησιν τοῦ κυρίου πρωθυπουργοῦ.
§63ΦΙΛΗΜΩΝ. Δὲν μᾶς λέγετε τὰ ὀνόματα; διότι ἐπιθυμοῦμεν νὰ τὰ μάθωμεν.
§64Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὁ κύριος Κρήτης ταγματάρχης τοῦ πεζικοῦ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, ὅτε ἐγένοντο οἱ προβιβασμοί, λόγῳ ἐκθέσεως ἀποδιδούσης αὐτῷ ἀνικανότητα, παρελείφθη· ἀκολούθως ὅμως, ἐνῷ διεγράφη τότε ἐκ τῆς σειρᾶς τῶν προβιβασμῶν, κατόπιν προεβιβάσθη.
§65ΦΙΛΗΜΩΝ. Παρακαλῶ νὰ μᾶς εἰπῆτε τὰ ὀνόματα τῶν ἀξιωματικῶν τῶν πολλῶν· ἐπιθυμῶ νὰ τὰ μάθω, διότι, ἐὰν ᾖναι ἀληθὲς τὸ τοιοῦτον, θὰ δώσω ψῆφον κατὰ τοῦ ὑπουργείου.
§66ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ (ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Οὐδεὶς ἐπροβιβάσθη κατ’ ἐκλογὴν, εἷς δὲ μόνον παρελείφθη εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ συνταγματάρχου. Πραγματικῶς, εἰς τὰ ἀρχεῖα τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν εὗρον ἔκθεσιν, ἥτις ἐχαρακτήριζε τὸν περὶ οὗ ὁ λόγος, πρὸ δεκαετίας ἢ πρὸ ὀκταετίας, ὅτι εἶνε μὲν ἐπιμελὴς καὶ ἱκανὸς, ἀλλὰ δὲν τὸν θεωρεῖ ὡς προβιβάσιμον· κατὰ συνέπειαν τῆς προτάσεως ταύτης, τὸν παρέλειψα. Ἀλλὰ μετὰ τὴν παράλειψιν ταύτην, ὄχι μόνον τὸ ὑπουργεῖον ἐφρόντισε νὰ βεβαιωθῇ περὶ τούτου, ἀλλὰ ἔδωκε καὶ εἰς αὐτὸν τὴν διοίκησιν ἑνὸς τάγματος, τὸ ὁποῖον ἐδιοίκησε περισσότερον τῶν ἓξ μηνῶν, καὶ εἶδον ὡς ἐκ τῆς ὑπηρεσίας ὅτι λόγος δὲν ὑπάρχει, καὶ διὰ τοῦτο ἐπροβιβάσθη· αὐτὸς εἶναι ὁ καθαρὸς λόγος. Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τοὺς ἀπείρους διαθεσίμους, σᾶς λέγω, ὅτι δὲν ὑπάρχει παρὰ ὁ κύριος Τριγγέτας, ἕνεκα τῆς δίκης, καὶ ὁ ταγματάρχης Ἀντωνιάδης, διότι δὲν ὑπάρχει θέσις· ὥστε διαθέσιμοι δὲν ὑπάρχουν, μόνον δὲ δύω ἢ τρεῖς ἐτέθησαν εἰς ἀργίαν, διότι δὲν ἐξετέλεσαν τὰ καθήκοντά των· ὁ δὲ Κρήτης ἐπροβιβάσθη, διότι τῷ ἀνετέθη ἡ διοίκησις τάγματος καὶ ἔδειξεν ἱκανότητα, ἠρίστευσεν.
§67ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἐπιθυμῶ νὰ ἀκούσω καὶ ἄλλα ὀνόματα, ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπροβιβάσθησαν ἀναξίως.
§68ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Δὲν ὑπάρχουν.
§69ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κύριοι, νομίζω ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Α. Μαυρομιχάλη δὲν εἶναι τὸ θέμα τῆς συζητήσεως. Τοῦτο ἀποδεικνύει καὶ ἡ ἀγόρευσις τοῦ κυρίου Δεληγεώργη, ὁ ὁποῖος καθ’ ὅλα δὲν εἶναι σύμφωνος μὲ τὸν κ. Μαυρομιχάλην, δὲν ἀπέληξεν ὅμως εἰς ἰδίαν πρότασιν. Καὶ πιστεύω ὅτι δὲν εἶναι σύμφωνος, διότι ἐνόμισεν, ὅπως νομίζω καὶ ἐγὼ, ὅτι ἐκ τῆς εὐκαιρίας ταύτης ὠφείλαμεν οὐχὶ ἵνα φθάσωμεν εἰς ἕνα εἰδικὸν σκοπὸν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἐξ ἀνάγκης εἶναι ἔργον τυπικὸν, ἀλλ’ ἵνα φέρωμεν συζήτησιν, ἐξ ἧς νὰ προκύψῃ καὶ ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς καὶ νὰ ἐκφρασθῇ καὶ ἡ γνώμη τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ σπουδαιοτέρων πολιτικῶν ζητημάτων. Εἶπον ὅτι ὁ κ. Δεληγεώργης δὲν εἶναι σύμφωνος μετὰ τοῦ κυρίου Μαυρομιχάλη, διότι ὁ κύριος Μαυρομιχάλης ζητεῖ πρὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ ὑποβληθῶσιν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τὰ μέτρα τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν τακτικὴν παρασκευὴν τοῦ Κράτους, ἐνῷ ὁ κ. Δεληγεώργης ζητεῖ ἀπεναντίας νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ μέτρα τὰ ἀφορῶντα εἰς τὰς ἐκτάκτους παρασκευάς· καὶ ὁ κύριος Δεληγεώργης ἐξέφρασε τὴν ἰδέαν του ὑπὲρ τῆς ἐκτάκτου παρασκευῆς, ὅτι αὕτη ὀφείλει νὰ γίνηται διὰ τῆς συμπράξεως τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ, διὰ τῆς ἐπεκτάσεως τοῦ σημερινοῦ συστήματος τῆς τακτικῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας ἐπὶ μεγαλειτέρου ἀριθμοῦ ἀνδρῶν. Αἱ ἀγορεύσεις αὗται προεκάλεσαν ἐκ μέρους τοῦ κυρίου πρωθυπουργοῦ ἔκφρασιν γνώμης, καὶ ἡ ἔκφρασις αὕτη ἠνάγκασε καὶ ἐμὲ νὰ ὁμιλήσω, διότι ὁ κύριος πρωθυπουργὸς ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως ὡς παραγαγοῦσαν τὴν κατάστασιν εἰς ἣν εὑρισκόμεθα, καὶ τὴν ἰδέαν ταύτην οὐδόλως ἤθελον ἀποδεχθῆ. Νομίζω ὅτι ἤθελεν εἶσθαι ἐπισφαλὲς νὰ πιστεύσωμεν ὅτι, ὅπου ἔφθασε τὸ ἔθνος σήμερον, ὀφείλεται εἰς τὴν πολιτικὴν ἀπραξίαν τῆς Κυβερνήσεως ὀφείλομεν περὶ τούτου νὰ ἀποφανθῶμεν, διότι, ἐὰν ἀφήσωμεν ἀπαρατήρητον τὴν ἰδέαν τὴν ὁποίαν ἐξέφρασεν ὁ κύριος πρωθυπουργὸς, δύναται νὰ θεωρηθῇ ἡ Βουλὴ ὡς ἀναγνωρίζουσα τὴν ἰδέαν ταύτην καὶ ὡς συνιστῶσα τοιαύτην πολιτικὴν διὰ τὸ μέλλον. Ὀφείλω δὲ νὰ μὴ παρέλθω τὴν παρατήρησιν τοῦ κυρίου πρωθυπουργοῦ ἀπαρατήρητον, διότι ὁ κύριος πρωθυπουργὸς ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ ὅτι ὑπῆρξεν ἀντίθετος πολιτικὴ, τὴν ὁποίαν καθῆκον εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ συμφέρον εἰς τὸ Κράτος καὶ τὸ ἔθνος εἶναι νὰ ἀποκρούσῃ, ἐνῷ οὔτε ἡ Κυβέρνησις οὔτε ἄλλος οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ οἰκειοποιῆται τὴν πολιτικὴν ταύτην. Πρέπει δὲ ἰδίως σήμερον περὶ τούτου νὰ ὑπάρξῃ ἔκφρασις γνώμης, διότι εἶναι μὲν ἀληθὲς ὅτι τὸ κοινοβούλιον δὲν ἀντιπροσωπεύεται σήμερον ὑπὸ Κυβερνήσεως ὁποία κατὰ τὰ νενομισμένα ὤφειλε νὰ ὑπάρχῃ, Κυβερνήσεως ἐχούσης ἰδίαν πλειονοψηφίαν, ἀλλὰ δι’ αὐτὸ τοῦτο, διότι ὑπάρχει Κυβέρνησις κατ’ ἀνοχὴν, δι’ αὐτὸ τοῦτο ἡ γνώμη τοῦ κοινοβουλίου πρέπει νὰ ᾖναι καλῶς ἐκπεφρασμένη. Πρέπει τὸ κοινοβούλιον νὰ ἔχῃ ἐγγυήσεις ὅτι ἡ Κυβέρνησις αὐτοῦ, ἥτις δὲν εἶναι αὐτὸ τὸ κοινοβούλιον, ἀποδέχεται τὴν γνώμην ταύτην, καὶ νὰ ἔχῃ ὑπόσχεσιν δημοσίαν περὶ τούτου. Εἰσερχόμεθα εἰς στάδιον πολὺ σπουδαιότερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον διήλθομεν· οἱ κίνδυνοι τοὺς ὁποίους διατρέχει ἡ Ἀνατολὴ εἶναι μέγιστοι, καὶ ἐνῷ ἡ Ἑλλὰς δὲν διεταράχθη, ἡ κατάστασις τῆς Ἀνατολῆς εἶναι τοιαύτη, ὥστε δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς κατάστασις ἑτοιμοπόλεμος, καὶ θὰ διατελῇ τοιαύτη ἕως ὅτου ἐπέλθῃ λύσις. Ἐνώπιον τοιαύτης καταστάσεως εἶναι βεβαίως πρέπον ἐν τῷ κοινοβουλίῳ τούτῳ νὰ γείνῃ ἀνταλλαγὴ ἰδεῶν, διὰ νὰ γνωρίζωμεν τί τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ ὀφείλει νὰ πράξῃ· ὀφείλομεν ἰδίως νὰ ἐκφρασθῶμεν περὶ τούτου, διότι ἡ Ἑλλὰς ἔχει εὐθύνας μεγαλειτέρας τῶν ἄλλων ἐπικρατειῶν, ὡς ἐκ τῶν ἐξαιρετικῶν περιστάσεων ἐν αἷς εὑρίσκεται, διότι ἔχει εὐθύνας οὐχὶ μόνον διὰ τὴν ἐπικράτειαν καὶ τοὺς ἐντὸς αὐτῆς εὑρισκομένους, ἀλλὰ καὶ διὰ τοὺς ὁμοεθνεῖς τοὺς μὴ ἀνήκοντας εἰς τὴν ἐπικράτειαν. Καὶ ὡς πρὸς τοῦτο, νομίζω, ὀφείλομεν νὰ ἐκφράσωμεν τὴν γνώμην ἡμῶν καὶ νὰ ζητήσωμεν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐκφρασθῇ, ὅτι ἐπιθυμοῦμεν οὐ μόνον τὸ Κράτος νὰ ἀκολουθήσῃ πολιτικὴν ὡρισμένην, ἀλλ’ ὅτι καθῆκον ἡμῶν καὶ τῆς Κυβερνήσεως θέλει εἶσθαι ἡ πολιτικὴ αὕτη νὰ ᾖναι ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἤτοι πᾶσα πρᾶξις τοῦ Κράτους νὰ ᾖναι σύμφωνος πρὸς τὴν ἑνιαίαν πολιτικὴν τῆς ὅλης Ἑλληνικῆς φυλῆς· Θέλομεν νὰ γνωρίζῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι τὸ ἔθνος θὰ θεωρήσῃ αὐτὴν ὑπεύθυνον διὰ πᾶσαν ἐξέγερσιν τοῦ ἐκτὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου Ἑλληνισμοῦ, διότι ἔχομεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι, ὡς νῦν ἔχουσι τὰ πράγματα, ἡ Κυβέρνησις τοῦ Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος ἔχει ἱκανὴν ἐπιῤῥοήν· ἐὰν μεταχειρισθῇ αὐτὴν καλῶς, θὰ περιορίσῃ τὰς ἐνεργείας τοῦ ἔξω Ἑλληνισμοῦ καὶ συνταυτίσῃ αὐτὰς πρὸς τὴν ἑνιαίαν ἐθνικὴν πολιτικήν. Πρέπει δὲ νὰ ᾖναι γνωστὸν καὶ εἰς τοὺς ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος τί φρονοῦμεν περὶ τῆς πολιτικῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τῶν καθηκόντων αὐτοῦ ὡς Κράτους ἀπέναντι τῶν μὴ ἀνηκόντων εἰς τὸ Κράτος τοῦτο Ἑλλήνων. Εἰς τὸ στάδιον, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ εἰσέλθωσιν ἤδη τὰ πράγματα τῆς Ἀνατολῆς, θὰ ὑπάρξουν ἄλλοι ἐκτὸς ἡμῶν, οἵτινες θὰ ἔχωσι συμφέρον, ὅπως ἡ Ἑλλὰς ἀκολουθήσῃ ἄλλην πολιτικὴν ἐκείνης ἐφ’ ᾗ ἐκαυχήθη πρότερον ὁ κ. πρωθυπουργὸς, τῆς πολιτικῆς τῆς μὴ ὑποκινήσεως ἐπαναστάσεων· καὶ ἀληθῶς ἀπεδείχθη καὶ ἐκ τῶν ὑστέρων, ὅτι ὀφείλομεν νὰ ἀπέχωμεν τῶν τοιούτων κινημάτων, καὶ διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ θέλει καὶ ἡ Βουλὴ ἐκφράσει γνώμην τοιαύτην, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρξῃ ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία ὅτι ἡ πολιτικὴ ἡμῶν εἶναι πλήρης ἀποχὴ, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ ἀπραξία, καὶ ὅτι ἀπεναντίας αὐτὴ ἡ ἀποχὴ μᾶς ἐπιβάλλει πολιτικὰς ἐργασίας καὶ ἐνεργείας. Αὕτη εἶναι ἡ ἔννοια τῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ ἀποδεχθῇ καὶ τὴν ὁποίαν ὁ κ. πρωθυπουργὸς ὑπεσχέθη σήμερον ὅτι θέλει ἀκολουθήσει. Εὐχαρίστως δὲ εἶδον τὴν συζήτησιν προκαλέσασαν παρὰ τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ τοιαύτην ἔκφρασιν, εἰς ἣν ἀποδίδω σημασίαν. Εἶπεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ὅτι θέλει ἐπιμείνει εἰς τὴν ἐπιψήφισιν ὅλων τῶν μέτρων τὰ ὁποῖα ἐθεώρησεν ἀναγκαῖα. Ἀλλ’ εὐθὺς ὡς ψηφισθῇ ὁ προϋπολογισμὸς, ἂν τυχὸν δὲν ὑπάρχῃ ἀπαρτία ἕως τῆς λήξεως τῆς συνόδου, τίς ἔσται ἡ τύχη τῶν μέτρων; ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐκφρασθῇ, διότι ἐγὼ νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ δύναται νὰ ἐξασφαλίζῃ τὴν ὕπαρξιν ἀπαρτίας πρὸς ψήφισιν τοιούτων μέτρων. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς λέγει ὅτι ἡ πολιτική του εἶναι ἡ τῶν παρασκευῶν· ὀφείλει ἄρα πρωθυπουργὸς ὢν νὰ δύναται τὴν πολιτικὴν ταύτην νὰ πραγματοποιήσῃ, καὶ ἐὰν δὲν δύναται, οὐδὲ μίαν στιγμὴν νὰ μείνῃ εἰς τὴν θέσιν τὴν ὁποίαν δὲν ἔχει τὴν δύναμιν νὰ κρατήσῃ. Αὕτη εἶναι ἡ ἐξήγησις τὴν ὁποίαν ζητῶ παρ’ αὐτοῦ· ζητῶ νὰ βεβαιωθῇ ὅτι δὲν θέλει ἐπέλθει ἀρνητικῶς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον, εἶμαι πεπεισμένος, οὐδεὶς θέλει πράξει θετικῶς, καὶ νὰ ἐκφρασθῇ ἡ Κυβέρνησις ἐὰν πραγματικῶς ἀποδέχηται τὴν γνώμην ταύτην. Ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ἐπαγγέλλεται ὅτι ἀποδέχεται τὰ μέτρα ταῦτα, ὅταν ἴδῃ ὅτι δὲν δύναται νὰ πραγματοποιήσῃ αὐτὰ ἕνεκεν ἐλλείψεως βουλευτικῆς ἀπαρτίας, ὀφείλει ν’ ἀποσυρθῇ ἵνα ἀναγκάσῃ τὴν Βουλὴν νὰ συνέλθῃ καὶ δηλώσῃ ἐὰν τὰ πραγματοποιῇ, ἢ ὄχι. Θεωρῶ λοιπὸν ὡς ἀναμφισβήτητον ὅτι μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ θέλομεν ἐπιληφθῇ ὅλων τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα εἴτε ἡμεῖς εἴτε ἡ Κυβέρνησις θεωροῦμεν ὡς τὰ κατάλληλα καὶ τὰ προσφορώτερα πρὸς πραγματοποίησιν τῆς ἰδέας ἡμῶν· καὶ ἔχων τὴν πεποίθησιν ταύτην, νομίζω ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ ἐπιμένωμεν εἰς τὰς ἄλλας ἰδέας τὰς ὁποίας ἐξεφράσαμεν περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Αἱ ἰδέαι ἐκεῖναι, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, λίαν σχετίζονται πρὸς τὴν ἀπαίτησιν ἣν ἐξέφρασα. Ἐὰν ψηφίσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν, οὐδόλως δεσμευόμεθα δι’ ἐκφράσεώς τινος περὶ τῶν ἐκτάκτων μέτρων, διότι ὁ προϋπολογισμὸς θέλει εἶσθαι ἁπλοῦν τυπικὸν ἔργον. Βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ φρονῶμεν ὅτι ἐν τῷ τακτικῷ προϋπολογισμῷ θὰ κανονισθῶσι τὰ ἔκτακτα μέτρα. Ἐκ τοῦ θέματος δὲ τούτου, τοῦ κανονισμοῦ δηλονότι τῶν μέτρων, δι’ ὧν δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκομεν, ἀναγνωρίζω τὴν ὑπάρχουσαν διαίρεσιν τῶν γνωμῶν μεταξὺ τοῦ κ. Δεληγεώργη καὶ τοῦ κ. Κουμουνδούρου, ὡς πρὸς τὴν ἔκτακτον παρασκευὴν καὶ τὴν τακτικήν. Ἀναγνωρίζων διαφορὰν γνώμης μεταξὺ τοῦ κ. Δεληγεώργη καὶ τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ ὡς πρὸς τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ πραγματοποίησις τῶν προπαρασκευῶν ὀφείλει νὰ γείνῃ, ἔρχομαι καὶ ἐγὼ νὰ εἴπω ἣν ἔχω γνώμην. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιῶμεν ὡς μέτρα τακτικῆς παρασκευῆς τοῦ Κράτους, ὡς μέτρα τακτικῆς ἐνεργείας, τὰς ἐκτάκτους παρασκευὰς περὶ ὧν πρόκειται· δὲν νομίζω ὅτι εἶναι δυνατὸν ἐν τῷ ἐτησίῳ προϋπολογισμῷ νὰ περιλάβωμεν τὰ περὶ τούτου, διότι, ἐὰν θέλωμεν νὰ πράξωμεν τοῦτο, ποῖα θὰ ᾖναι τὰ πραγματικὰ μέτρα, εἰς τὰ ὁποῖα ὀφείλομεν νὰ προβῶμεν; Δὲν βλέπω παρὰ δύω· ἡ ἰδέα τοῦ κ. Δεληγεώργη, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τῶν ἀψύχων, ἀλλὰ περὶ τῆς ἐμψύχου παρασκευῆς, αὕτη πῶς δύναται νὰ πραγματοποιηθῇ μετὰ τὴν ὑφισταμένην νομοθεσίαν, εἰμὴ διὰ πλειοτέρων στρατιωτικῶν κληρούχων; Θέλομεν λοιπὸν, κατὰ τὴν γνώμην αὐτοῦ, συλλέξει πλείονας κληρούχους, δὲν θέλομεν δὲ φροντίσει περὶ ἐκτάκτων μέσων ἀναλόγων πρὸς τὰς περιστάσεις. Ἐὰν θέλωμεν ἔμψυχον παρασκευὴν, ὀφείλομεν ἀπὸ νὰ φέρωμεν τοὺς ἄνδρας ἵνα ὦσι παρεσκευασμένοι, οἱ δ’ ἄνδρες οὗτοι δὲν δύνανται νὰ ᾖναι ἄλλοι ἢ κληροῦχοι. Ἀλλ’ εἶναι δίκαιον καὶ συμφέρον ἡ ἔκτακτος ὡς ἐκ τῶν περιστάσεων στρατιωτικὴ ὑπηρεσία νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τοὺς κατὰ τὰ κείμενα κληρουμένους; Κατ’ ἐμὲ, ἡ πρὸς ἔκτακτον παρασκευὴν ὑπηρεσία ὀφείλει νὰ κανονισθῇ διὰ μέτρων ὅλως διαφορετικῶν ἐκείνων, ἅτινα χρησιμεύουσιν εἰς τὴν τακτικὴν παρασκευήν. Κατὰ τὸ ψηφισθὲν παρ’ ἡμῶν μέτρον περὶ ἐκτάκτων παρασκευῶν, καί τοι ἐλαττωματικὸν πολὺ, βλέπω ὅτι ἡ ἔκτακτος παρασκευὴ γίνεται διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ· ἀλλ’ ὑπάρχει ἡ ἑξῆς διαφορὰ μεταξὺ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Δεληγεώργη καὶ τῶν μέτρων τῶν ἐμπεριεχομένων ἐν τῷ νόμῳ. Κατὰ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Δεληγεώργη, θὰ γείνῃ ἡ στρατολογία καθ’ ὃν τρόπον οἱ κείμενοι νόμοι ὁρίζουσιν, ἐνῷ, κατὰ τὸν περὶ ἐκτάκτου ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ νόμον, ἡ στρατολογία γίνεται κατὰ τρόπον διάφορον. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι ὁ κύριος Μαυρομιχάλης ἐπέτυχε τοῦ σκοποῦ αὑτοῦ, τοῦ νὰ προκαλέσῃ συζήτησιν γενικὴν ἐπὶ τῶν πραγμάτων τοῦ στρατοῦ, τὰ ὁποῖα εἶναι σήμερον ἡ γενικὴ πολιτικὴ τοῦ Κράτους· ἀλλὰ δὲν πιστεύω ὅτι θέλει ἐπιμείνει εἰς τὴν πρότασιν περὶ ἀναβολῆς τῆς ψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι τοῦτο, ἀντὶ νὰ συντελέσῃ εἰς τὸν σκοπὸν τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει, θέλει φέρει δυσχερείας, ἀφοῦ ἄνευ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς ἄλλας τακτικὰς ἐργασίας· εἶμαι δὲ πεπεισμένος, ὅτι πρῶτος ὁ κ. Μαυρομιχάλης θέλει ἤδη νὰ ψηφίσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν, ἰδίως δὲ ἀφοῦ εἰσήλθομεν ἐντὸς τοῦ ἔτους, ἐντὸς τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῇ. Ἀφοῦ λοιπὸν ὁ κ. Μαυρομιχάλης δὲν θέλει ἐπιμείνει εἰς τὴν πρότασιν αὑτοῦ, ὁ δὲ κ. Δεληγεώργης δὲν προέβαλεν ἰδίαν πρότασιν, νομίζω ὅτι δυνάμεθα νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν γενικὴν συζήτησιν χάριν τῆς ἐκφράσεως τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν εἶναι ἀναγκαῖον νὰ ἐκφέρῃ ἡ Βουλή· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τεθῇ θέμα τι εἰς ψηφοφορίαν, ἰδίως δὲ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις βεβαιώσῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τοῦτο, ὅτι ἐν πάσῃ περιπτώσει, εἴτε ψηφιζομένου τοῦ προϋπολογισμοῦ εἴτε μὴ, ἡ σύνοδος δὲν θέλει λήξει, ἐὰν δὲν ψηφισθῶσι τὰ μέτρα τὰ διὰ τῶν νομοσχεδίων της προτεινόμενα, ἢ, ἐὰν κλείσῃ ἡ Βουλή, ἢ τῶν βουλευτῶν μὴ προσερχομένων δὲν ὑπάρχῃ ἀπαρτία, οἱ κύριοι ὑπουργοὶ θέλουσιν ἀποσυρθῆ.
§70ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Κύριοι, τὴν πολιτικήν μας τὴν ἐξηγήσαμεν κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς συνόδου, καὶ εἰς αὐτὴν θέλομεν ἐμμείνει ἀναντιῤῥήτως· εἶναι δὲ αὕτη πολιτικὴ εἰρήνης μετὰ προπαρασκευῶν, ἀναλόγως τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα παρεχώρησεν ἡ Βουλὴ, ἀλλὰ μετὰ προπαρασκευῶν συντόνως ἐπιδιωκομένων. Ἐγὼ μάλιστα νομίζω, κύριοι, ὅτι ὄχι μόνον ὀφείλομεν εἰς αὐτὴν τὴν πολιτικὴν νὰ ἐμμείνωμεν καὶ φροντίσωμεν ἐντὸς καὶ ἐκτὸς πρὸς διατήρησιν τῆς εἰρήνης, ἀλλὰ, καὶ περιστάσεων δοθησομένων, πρέπει ἡ Ἑλλὰς νὰ ἀπέχῃ μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης, καθ’ ἣν ἠμπορεῖ νὰ ἐλπίζῃ κατὰ μέγα μέρος ἐπὶ τῶν ἰδίων αὑτῆς δυνάμεων, καὶ ὅτι, καὶ καθ’ ἣν στιγμὴν ἔχει νὰ παρουσιάσῃ προπαρασκευὴν ἀρκοῦσαν ὁπωσοῦν, περιστάσεων δοθεισῶν, δὲν πρέπει, κύριοι, ἀπροσέκτως καὶ βιαίως νὰ ἀναλάβῃ αὐτὴ ἢ ἐπιτρέψῃ εἰς ἑαυτὴν ἀγῶνα κινδύνων. Θεωρῶ τοῦτο, κύριοι, τὸ ἐπικυροῦσι δὲ καὶ τὰ τελευταῖα συμβεβηκότα, λίαν ἐπιβλαβὲς καὶ λίαν ἐπιζήμιον καὶ ἐπικίνδυνον, οἱ λαοὶ πρῶτοι ν’ ἀναλαμβάνωσιν ἀγῶνα καὶ εἰσέρχωνται εἰς αὐτὸν, ὅταν ἔχωσι πεποίθησιν εἰς τὰς ἰδίας των δυνάμεις. Διὰ τοῦτο θέλομεν ἀκολουθήσει αὐτὴν τὴν πολιτικὴν, ἀπέχοντες ἀπὸ πᾶν ὅ,τι δύναται νὰ προξενήσῃ ταραχάς. Ὅταν, κύριοι, ἐζήτησα τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἶπον ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι ἡ ἐπιψήφισις τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν ἀλλάζει τὴν θέσιν ἡμῶν καὶ ὅτι καὶ μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν θέλομεν ἐμμείνει, διότι τὴν πολιτικήν μας, τὰς ἰδέας μας, τὰς στηρίζομεν εἰς τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὑπεβάλαμεν εἰς τὴν Βουλήν· θέλομεν λοιπὸν ἐμμείνει ζητοῦντες καὶ ἐπιμένοντες εἰς τὴν παραδοχήν, θὰ ἐγκαταλείψωμεν δὲ τὰς ἕδρας μας, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἀποῤῥίψῃ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον προτείνομεν. Ἐπιμένομεν, κύριοι, ὅτι μέχρι τῆς φυσικῆς κατὰ νόμον λήξεως νὰ μὴ κλείσῃ ἡ Βουλή· προσθέτομεν δὲ, ὅτι θέλομεν καταβάλει πᾶσαν προσπάθειαν, ὥστε νὰ ἐξακολουθήσῃ ὑπάρχουσα καὶ ἐνεργοῦσα. Ἀλλ’ ἐπειδὴ, κύριοι, ἡμεῖς, καθὸ Κυβέρνησις ἡ ὁποία δὲν ἔχει ἀπόλυτον πλειονοψηφίαν, διότι ἡ πλειονοψηφία ἡ ἀπόλυτος δὲν ἀνήκει εἰς ἡμᾶς καθὼς καὶ εἰς κανένα ἄλλον, δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ὑποσχεθῶμεν, οὔτε γνωρίζομεν τὶ θέλει πράξει ἡ ἀντιπολίτευσις· ἐὰν ἡ ἀντιπολίτευσις ἀποσυρθῇ, (ὑποθέτω, δὲν λέγω ὅτι θέλει τὸ πράξει), ἢ δὲν θελήσῃ νὰ ἐργάζηται, ἠμποροῦμεν ἡμεῖς νὰ ἀναλάβωμεν τὴν εὐθύνην τῆς πράξεως ταύτης; τὴν ἀπραξίαν καὶ τὴν ἀποχώρησιν τῆς Βουλῆς ὅμως θέλομεν θεωρήσει ὡς ζήτημα ἐμπιστοσύνης. (Τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου καταλαμβάνει ὁ ἀντιπρόεδρος Καραλίβανος).
§71ΤΙΝΕΣ. Αὔριον.
§72ΕΤΕΡΟΙ. Ὄχι αὔριον, τὴν Τρίτην.
§73ΠΟΛΛΟΙ. Ἀπόψε θὰ τελειώσωμεν.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐὰν θὰ ἔχωμεν αὔριον συνεδρίασιν ἢ τὴν Δευτέραν.
§75ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ. Ἔχει κανεὶς τὸν λόγον;
§76ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Ἔχει ὁ κύριος Δεληγεώργης.
§77ΡΟΥΦΟΣ. Εἴπομεν ὅτι τὴν Δευτέραν θὰ γείνῃ συνεδρίασις.
§78ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι (θόρυβος).
§79Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε πρόεδρε, ἤρχισε μία συζήτησις, ζητοῦν τὴν ἀναβολὴν, διότι δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν ἀπόψε νὰ ὁμιλήσουν. Αὐτὸ τὸ ἐννοῶ, ἀλλὰ δὲν ἔχουν κανὲν δικαίωμα νὰ παρατείνουν μίαν τοιαύτην συζήτησιν ἐπ’ ἄπειρον· αὔριον βεβαίως πρέπει νὰ ἔλθουν.
§80ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε Φιλήμων, ἤκουσα ὅτι μὲ ὑβρίσατε ἀποτόμως.
§81ΦΙΛΗΜΩΝ. Εἶπον ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι πολλάκις πολλοὶ, καὶ σήμερον ἀκόμη, μᾶς ἔδωσαν συμβουλὰς, καὶ τοὺς ὀνομάζουν πρωτοσχόλους ἄλλοι· ἐγὼ δὲν τοὺς ὀνομάζω οὕτω.
§82ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τί ἐννοεῖς μ’ αὐτὸ (θόρυβος); σὺ ποτὲ δὲν ἀναβαίνεις τὸ βῆμα καὶ δὲν ἐξασκεῖς παρὰ κηδεμονίαν, ἡ ὁποία βεβαίως δὲν εἶναι ἀξία ἀντιπροσώπου.
§83ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἀνάξιος ἀντιπρόσωπος δὲν εἶμαι ἐγώ.
§84ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἂν ἦσο ἀνάξιος, δὲν θὰ σοῦ ἀπέτεινα τὸν λόγον (θόρυβος).
§85ΦΙΛΗΜΩΝ. Δὲν πρέπει νὰ παρατείνητε τὰς συζητήσεις, διότι εἶναι ἐπιζήμιον τοῦτο, καὶ γνωρίζετε ὅτι δὲν ἔχω κανὲν συμφέρον...
§86ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὅποιος ἔχει ἐναντίον μας νὰ εἴπῃ τίποτε, νὰ τὸ εἴπῃ. Ἐγὼ εἶπον, κύριε πρόεδρε, ὅτι ὅπως δήποτε δὲν θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ, διὸ νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ κλείσητε τὴν συζήτησιν. Ἤκουσα ὅτι κἄποιος εἶπεν ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην νὰ σκεφθῶμεν. Δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ σκεφθῶμεν, δὲν τὸ κάμνομεν διὰ τοῦτο. Ἐρωτῶ αὐτοὺς, διατί θέλουν νὰ τελειώσουν ἀμέσως; Ἓν ἀξιότιμον μέλος τοῦ Κοινοβουλίου ἔκαμεν ἐπερώτησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐὰν θὰ ἐξακολουθήσουν αἱ συζητήσεις καὶ μετὰ τὸν προϋπολογισμόν. Βλέπετε, κύριε πρόεδρε, πῶς ἐννοοῦν τὰ καθήκοντά μας. Ἐννοοῦν ὅτι παρελείψαμεν τὸ καθῆκόν μας, καθήσαντες μέχρις αὐτῆς τῆς ὥρας συζητοῦντες, ἢ ἐννοοῦν ὅτι ἐσυζητήσαμεν ἐπιπολαίως καὶ πρὸς ἀπώλειαν χρόνου; Λοιπὸν εἶναι ἄκαιρα ταῦτα.
§87Ι. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ἐγὼ νομίζω ὅτι καὶ εἰς τὴν προκειμένην συζήτησιν πρέπει νὰ γείνῃ ὅ,τι γίνεται εἰς ὅλας τὰς ἄλλας. Ἐὰν ἔχῃ τις τὸν λόγον, νὰ ὁμιλήσῃ· ἐὰν δὲν ἔχῃ, νὰ ψηφοφορήσωμεν, διότι αὐτὰ γίνονται ἐκ συστήματος.
§88ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ. Τί ἐννοεῖτε ἐκ συστήματος;
§89Ι. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐννοῶ ὅτι τινὲς τῶν βουλευτῶν ἀπουσιάζουν καθ’ ἑκάστην, διὰ νὰ μὴ γίνωνται συνεδριάσεις (θόρυβος).
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἤρχισε μία συζήτησις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἐφθάσαμεν δὲ μέχρις ἑνὸς σημείου. Ὅλη ἡ συζήτησις δὲν ἦτο κυρίως ἐπὶ τῶν πιστώσεων, ἦτο γενική. Λοιπὸν ἀφοῦ ὡς πρὸς τὸ γενικὸν μέρος ἐπερατώθη αὐτὴ ἡ συζήτησις....
§91ΤΙΝΕΣ. Ὄχι, δὲν ἐπερατώθη. Ἐνταῦθα καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς κύριος Θ. Ζαΐμης.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, τί εἶναι τὸ μέγα ζήτημα; Μεταξὺ Σαββάτου καὶ Δευτέρας. Πάντοτε ἡ Βουλὴ, ὁσάκις προέβαινεν ἡ ὥρα καὶ πολλοὶ ἐζήτουν τὸν λόγον, ἀνέβαλεν.
§93Ι. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν, ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἐρωτηθῇ ἐὰν θέλῃ νὰ διαλυθῇ ἡ συνεδρίασις.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι ὅτι αὔριον πρέπει νὰ γείνῃ συνεδρίασις παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη νὰ γείνῃ αὔριον συνεδρίασις. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 6 καὶ 20).