1876.12.11
1,539 rows · 12,778 words · 122 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 47
τῆς 11 Δεκεμβρίου 1876.
(Σάββατον)
Ὥρᾳ 2¼ μ. μ.
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεων.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ τῶν ἀναφορῶν ὑπέβαλεν ἔκθεσιν ἐπὶ μιᾶς ἀναφορᾶς μόνον, παρατηρῶ δὲ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι πολλαὶ ἀναφοραὶ ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν ἐπιτροπήν· ἐνῷ δὲ τὸ δικαίωμα τοῦ ἀναφέρεσθαι εἶναι πολύτιμον καὶ ἀπεκτήθη διὰ πολλῶν ἀγώνων εἰς πολλὰ μέρη, ἡ ἐπιτροπὴ δὲν θέλει νὰ δώσῃ τὴν προσήκουσαν προσοχήν. Παρακαλῶ ἀποφασίσατε ἵνα ἡ ἐπιτροπὴ τῶν ἀναφορῶν ἐντὸς τῆς προσεχοῦς ἑβδομάδος φέρῃ τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ ὅλων τῶν ἀναφορῶν.
§2ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§3Α. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, θὰ ὁμιλήσω περὶ μικρᾶς τινος ὑποθέσεως, ἡ ὁποία εἶναι γνωστὴ εἰς τὸ Κοινοβούλιον ἐκ τοῦ παρελθόντος ἔτους· πρόκειται περὶ τῶν ἀνθυπασπιστῶν, οἱ ὁποῖοι ἐναντίον τοῦ νόμου ΥΓʹ ἐτέθησαν εἰς ἀποστρατείαν. Γινώσκετε τὸ μακρὸν μαρτυρολόγιον τῆς τάξεως τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν ἀπὸ τὸ 1862· ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀνθυπασπιστῶν ὑπερέβη τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀναγκαίων εἰς τὸν στρατὸν, αἱ κατὰ καιρὸν δὲ Κυβερνήσεις ἔλαβον τὸ μέτρον νὰ προστατεύσωσι τοὺς ἀνθυπασπιστὰς ἐκείνους οἵτινες εἶχον ὅλα τὰ προσόντα νὰ προαχθῶσιν εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν· κατὰ τὸ 1872 ἐγένετο ὁ ΥΓʹ νόμος, ὁ ὁποῖος ἐστηρίζετο εἰς δύω ῥητὰ καὶ συγκεκριμένα ἄρθρα· αʹ) οἱ ἱκανοὶ ἀνθυπασπισταὶ καταλαμβάνουσι τὰς ὀργανικὰς θέσεις, βʹ) οἱ μὴ ἱκανοὶ τίθενται εἰς ἀποστρατείαν. Τοῦτο ὅμως ἐγένετο μερικῶς, διότι εἷς ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀφῄρεσε τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς τοὺς τεθέντας εἰς τὰς ὀργανικὰς θέσεις, οἵτινες ἦσαν 9 ἢ 10, καὶ ἔδωκεν εἰς ἄλλους τοὺς ὁποίους καὶ ἐπροβίβασεν, ἔθεσε δ’ αὐθαιρέτως αὐτοὺς εἰς ἀόριστον ἄδειαν καὶ κατόπιν εἰς ἀποστρατείαν. Διὰ τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν ἐζήτησαν οἱ εἰρημένοι ἀξιωματικοὶ δι’ ἀναφορᾶς των κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος τὴν δικαιοσύνην τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἔκτοτε δὲν ἀπεφασίσθη τίποτε· ἐν τούτοις τινὲς τούτων ἐγνώρισαν, ὅτι ὤφειλον νὰ ζητήσωσι δικαιοσύνην ἀπὸ τὰ τακτικὰ τοῦ κράτους δικαστήρια, ἡ δὲ ὑπόθεσίς των ἔφθασε μέχρι τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὁ ὁποῖος διὰ τελευταίας ἀποφάσεώς του ἀπεφάνθη ὅτι δι’ οὐδένα λόγον ἠδύνατο ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ θέσῃ εἰς ἀποστρατείαν ἄνδρας, οἵτινες εὑρίσκοντο εἰς ὀργανικὰς θέσεις· προστρέξαν δὲ οὗτοι δι’ ἀναφορᾶς των εἰς τοὺς πολιτευομένους καὶ ἰδίως εἰς ἐμὲ, ὁ ὁποῖος εἶχον τὴν πρωτοβουλίαν νὰ ὁμιλήσω περὶ αὐτῶν τὸ παρελθὸν ἔτος, καὶ παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ εὐαρεστηθῇ ν’ ἀπονείμῃ δικαιοσύνην, καθόσον ἤδη θωρακίζονται καὶ ὄπισθεν ἀποφάσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου. Τούτου ἕνεκα ἑξήκοντα καὶ ἐπέκεινα βουλευταὶ ὑποβάλλομεν πρότασιν, ἧς παρακαλοῦμεν νὰ διαταχθῇ ἡ τύπωσις καὶ διανομὴ, καὶ νὰ ὁρισθῇ νὰ τεθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Εἰς τὰς σημερινὰς μάλιστα περιστάσεις εἶναι ἀνάγκη νὰ τύχωσι δικαιοσύνης ἐκ μέρους τοῦ Κοινοβουλίου τῆς πατρίδος. (Ἀναγινώσκει). «Ἄρθρον μόνον. Οἱ ἐν ἀποστρατείᾳ διατελοῦντες ἀνθυπολοχαγοὶ τοῦ Πεζικοῦ 1. Χρῆστος Ἀμπελᾶς, 2. Ἀπόστολος Φιλίππου, 3. Κωνσταντῖνος Ψαροθεόδωρος, 4. Ἀριστοτέλης Καριότογλους, 5. Ἀθανάσιος Πατακιᾶς, 6. Ταξιάρχης Προβόλου, 7. Νικόλαος Καμπάνης, 8. Παναγιώτης Ἀντσουλάκος, 9. Κοσμᾶς Κωστόπουλος, καὶ 10. Ἀντώνιος Λαουτάρης ἀνακαλοῦνται εἰς τὴν ἐνεργὸν ὑπηρεσίαν.»
§4ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, Μάλιστα.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιτρέψῃ ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ εἰς αʹ καὶ βʹ ἀνάγνωσιν νομοσχέδια ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις ὅπως προετοιμάσωμεν ἐργασίαν διὰ τὴν προσεχῆ ἑβδομάδα.
§6ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§7ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν μεταξὺ ἄλλων καὶ τρία νομοσχέδια διὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, τῶν ὁποίων τὴν ἐπιψήφισιν θεωρῶ οὐ μόνον ἀναγκαίαν ἀλλὰ καὶ δικαίαν καὶ τῶν ὁποίων ἡ συζήτησις ἐλπίζω ὅτι δὲν θὰ παρουσιάσῃ καμμίαν δυσχέρειαν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς· τὰ νομοσχέδια ταῦτα εἰσί· α) τὸ περὶ συντάξεως τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος ἐν περιπτώσει ἀποχωρήσεως αὐτοῦ· βʹ) τὸ περὶ αὐξήσεως τῆς περιθάλψεως τῆς χορηγουμένης εἰς τοὺς ἀποχωροῦντας Ἀρχιερεῖς, καὶ γʹ) τὸ περὶ προσόντων τῶν ὑποψηφίων Ἐπισκόπων (θόρυβος).
§8ΤΙΝΕΣ. Δὲν εἶναι κατεπείγοντα.
§9ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλὴν, ἂν ἐγκρίνῃ, ν’ ἀναγνωσθῶσι σήμερον διὰ πρώτην φορὰν καὶ νὰ ἐγγραφῶσιν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· ἂν δὲν ἐγκρίνῃ, ἂς ἀποῤῥίψῃ τὴν πρότασίν μου χωρὶς νὰ στενοχωρῶνται οἱ κύριοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι θορυβοῦσι.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν τὰ ἐθεώρησε κατεπείγοντα ὅταν εἰσήχθησαν, ἀλλὰ θὰ ἐγγραφῶσιν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§11Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Πρὶν εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἔχω ἐπερώτησιν ν’ ἀπευθύνω εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Ἀπὸ τριῶν ἐτῶν διετάχθη ἡ ἐξέτασις ὑπαξιωματικῶν διὰ προαγωγήν· ἔκτοτε ἦλθον δύο διατάγματα καὶ ὑπέβαλον ἐκ νέου εἰς ἐξέτασιν ἄλλους τινὰς ὑπαξιωματικούς. Πράγματι κατὰ τὴν πρώτην ἐξέτασιν ἀνεγνωρίσθησαν προβιβάσιμοι διάφοροι ὑπαξιωματικοὶ ὑπηρετοῦντες εἰς τὸν ἐνεργὸν στρατὸν, συνετάχθη ὁ κατάλογος κατὰ τοὺς ἀριθμοὺς τοὺς ὁποίους ἔτυχον κατὰ τὴν ἐξέτασιν, καὶ πράγματι ἐπροβιβάσθησαν πολλοὶ ἐξ αὐτῶν· ὑπελείφθησαν δὲ μόνον 10· μετὰ ταῦτα ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐξέδωκε διάταγμα δι’ οὗ ὑπεχρέωσε τοὺς ὑπαξιωματικοὺς τοὺς πρῶτον ἐξετασθέντας νὰ ὑποστῶσι δευτέρας ἐξετάσεις καὶ διατάσσει τὰ σώματα νὰ κάμωσι προτάσεις ἐὰν ἔχωσιν ὑπαξιωματικοὺς πρὸς προβιβασμόν. Πράγματι συνεστήθη ἐπιτροπὴ ἐξεταστικὴ πρὸ δύο ἐτῶν καὶ ἐξήτασε πλέον τῶν 300 ὑπαξιωματικῶν καὶ ἂν δὲν ἀπατῶμαι πρὸ 10 μηνῶν αἱ ἐξετάσεις ἐπερατώθησαν καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε τὰ ἀποτελέσματα εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐν τούτοις μέχρι τῆς στιγμῆς καθ’ ἣν ὁμιλῶ δὲν συνετάχθη ὁ κατάλογος, οὔτε ἐδημοσιεύθη. Ἐκτὸς τούτου κατὰ τὸ διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἐξέδωκε τὸ ὑπουργεῖον διὰ νὰ ὑποβάλῃ εἰς δευτέρας ἐξετάσεις τοὺς κατὰ τὴν πρώτην ἐξετασθέντας, δὲν ὑπεχρέωσεν αὐτοὺς ὅλους νὰ προσέλθωσιν, ὥστε οἱ 10 πρῶτον ἐξετασθέντες δὲν ὑπεβλήθησαν εἰς δευτέρας ἐξετάσεις. Ἡ τοιαύτη κατάστασις εἶναι παραλυτικὴ διὰ τὸν στρατόν, διότι δίδει τὸ δικαίωμα τῆς προστασίας τῶν ῥᾳδιουργιῶν, τὸ ὁποῖον ἀντίκειται πρὸς τὴν στρατιωτικὴν νομοθεσίαν. Τοιαύτη κατάχρησις λοιπὸν ἐγένετο καὶ παρακαλῶ τὸν κύριον ὑπουργὸν νὰ δώσῃ διασαφήσεις ποῖοι λόγοι τὸν ὑπεχρέωσαν, ποῖα ἦταν τὰ μέσα, ποία ἦτο ἡ πίεσις ἡ ὁποία ἐγένετο εἰς αὐτὸν ἵνα μὴ ὑποβάλῃ τοὺς ὑπαξιωματικοὺς εἰς δευτέρας ἐξετάσεις καὶ διατί δὲν συνετάχθη ὁ κατάλογος τῶν ἀποπερατωσάντων τὰς ἐξετάσεις των πρὸ 9 μηνῶν καὶ δὲν ἐκανονίσθη ἡ τύχη των. Τοιαύτη κατάστασις εἶναι παραλυτικὴ διὰ τὸν στρατὸν καὶ δίδει χώραν εἰς διαφόρους φήμας καὶ διαφόρους συκοφαντίας.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἀποστείλωμεν περὶ τούτου ἀπόσπασμα τῶν πρακτικῶν εἰς τὸν κύριον ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Μεταβαίνομεν ἤδη, κατὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς τὴν σημερινήν, εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ δηλώσεων ἐθνικῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν. Εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο συνεχωνεύθη ἡ πρότασις τοῦ κ. Σωτηρίου Πετιμεζᾶ καὶ Παπαμιχαλοπούλου, καθὼς καὶ τὰ δύω ἄρθρα, τὰ ὁποῖα κατέθεσε χθὲς ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.—Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§13ΚΑΤΣΙΝΑΣ. Ἐγώ. (Θόρυβος).
§14ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τότε πρέπει νὰ μεταβῶμεν εἰς ἕτερον ἀντικείμενον ἀφοῦ ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§15Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἀφίνετε τὴν συζήτησιν εἰς τὴν γʹ. ἀνάγνωσιν;
§16ΚΑΤΣΙΝΑΣ. Δὲν ἠξεύρω ἂν θὰ εἶμαι ἐδῶ, ὅταν θὰ γείνῃ ἡ πρώτη ἀνάγνωσις. Ἐπὶ τέλους δὲν ἀντιτάσσομαι εἰς τὴν ά. ἀνάγνωσιν.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κατσίνας ἐπιφυλάσσεται εἰς τὴν βʹ. ἀνάγνωσιν νὰ λαλήσῃ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἀναγινώσκεται τὸ ά. ἄρθρον καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2ον. (Ἀναγινώσκεται).
§19ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Δὲν στέκει εἰς τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βουλῆς οὔτε ν’ ἀναγνωσθῇ αὐτὸ τὸ ἄρθρον, οὔτε νὰ τὸ ἀκούσῃ (ἀναβαίνει τὸ βῆμα).
§20ΤΙΝΕΣ. Ἀφήσατε νὰ γείνῃ ἡ ά. ἀνάγνωσις.
§21ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Δὲν στέκει εἰς τὴν καλὴν πίστιν νὰ παραδεχθῇ ἡ Βουλὴ τοιοῦτον ἄρθρον. Ζητῶ τὴν ἀπόῤῥιψιν. Κύριοι, ἔγεινε νόμος περὶ δηλώσεως τῆς ἐθνικῆς γῆς, κατὰ τὸν ὁποῖον οἱ κάτοχοι ἐθνικῶν γαιῶν εἶχον δικαίωμα ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας νὰ δηλώσωσι τὰς γαίας, τὰς ὁποίας κατεῖχον, καὶ ἐκαλλιέργουν πρὸ καιροῦ. Ἐπειδὴ ἡ πρώτη προθεσμία παρῆλθε, τινὲς δὲ δὲν συνεμορφώθησαν μὲ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, ἐδόθη δευτέρα προθεσμία, ἥτις παρῆλθεν εἰς μάτην, ἐδόθη καὶ τρίτη· τότε κατὰ τὸν νόμον ἦλθε τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς γείτονας καὶ τοὺς συγχωρίους καὶ εἰς πάντα Ἕλληνα νὰ δηλώσῃ. Τοῦτο δὲ καὶ ἐγένετο. Σήμερον τί ζητεῖται; Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι ἀπέκτησαν δικαιώματα κατὰ τὸν νόμον, οἱ ὁποῖοι ἔκαμαν τὰς δηλώσεις, νὰ τοὺς εἴπητε, ἔξω, δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα τῆς κατοχῆς. Τοιαύτη πρότασις δὲν νομίζω, ὅτι δύναται νὰ συζητηθῇ καὶ μὴ δώσητε ἀφορμὴν εἰς δικαστικὰς ἔριδας. Προτείνω λοιπὸν τὴν ἀπόῤῥιψιν τοῦ ἄρθρου, ἄνευ περαιτέρω συζητήσεως.
§22ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἂν θὰ γείνῃ συζήτησις, ἀνατρέπεται ἡ ἡμερησία διάταξις. Εἶναι δὲ πρέπον νὰ γνωρίζωμεν ἐκ τῶν προτέρων τίς ἡ σειρὰ τῶν νομοσχεδίων ἵνα προετοιμαζώμεθα. Νομίζω, ὅτι τὸ ἄρθρον αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ ἐπιψηφισθῇ, διότι θίγει συμφέροντα τρίτων, διότι θὰ γεννήσῃ ἀμφιβολίας περὶ δικαιωμάτων κεκτημένων, τὰς ὁποίας δὲν πρέπει νὰ γεννήσωμεν, διότι τὰ κεκτημένα δικαιώματα εἶναι ἱερά. Πρέπει λοιπὸν νὰ τεθῇ κατὰ μέρος τὸ νομοσχέδιον καὶ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ὅπως διετυπώθη, ἐπὶ ἐκείνων δηλαδὴ, ἐφ’ ὧν δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§23Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου, ὅπως φωτισθῇ ἡ Βουλή· ἡ Βουλὴ χθὲς ἀπεφάσισε νὰ ἔλθῃ σήμερον εἰς συζήτησιν.
§24ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. βουλευτὴς Καλαβρύτων διατείνεται, ὅτι πρότασις ἔρχεται τακτικῶς, ἐνῶ ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ἦτο νὰ προβῇ εἰς τὴν ά. συζήτησιν ἐκείνων τῶν νομοσχεδίων, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§25Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ ἐπὶ ὅλων θὰ φέρω ἀντίῤῥησιν.
§26ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Χθὲς ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισεν, ἵνα εἰς ά. ἀνάγνωσιν συζητήσῃ τὸ νομοσχέδιον καὶ τὴν ἐρχομένην Δευτέραν νὰ συζητήσῃ τὸ περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν· ἔκαμεν εἰδικὴν ἀπόφασιν, ἄσχετον πρὸς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Δὲν ἐννοῶ λοιπὸν τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον σήμερον ζητεῖται ἡ ἀναβολὴ τῆς συζητήσεως, διότι ἄλλως δὲν θὰ ἐπιτρέψωμεν τὴν συζήτησιν κανενὸς νομοσχεδίου.
§27ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Λοιπὸν προβαίνομεν εἰς τὴν τακτικὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἀφοῦ θὰ γείνωσιν ἀντιῤῥήσεις.
§28Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἀναγνωρίζω ἀπόφασιν, ἡ ὁποία μᾶς ἐμποδίζει νὰ κάμωμεν ἀντίῤῥησιν.
§29Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ κ. Τρικούπης ἔχει ἐνώπιόν του μίαν ἡμερησίαν διάταξιν, εἰς τὴν ὁποίαν πρῶτον ἀντικείμενον εἶναι τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ νομισματικοῦ συστήματος, ὁ κ. πρόεδρος ὅμως παρεκάλεσε τὴν Βουλὴν νὰ προτιμήσῃ νὰ ἀναγνωσθῶσιν εἰς ά. καὶ βʹ. ἀνάγνωσιν τὰ νομοσχέδια, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις, ὅπως προετοιμασθῇ ἡ ἐργασία διὰ τὴν Βουλὴν καὶ ἡ Βουλὴ εἶπε ναί· ἦλθε τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, καὶ ἤρχισαν αἱ συζητήσεις· ἡ γνώμη ὅμως τοῦ κ. προέδρου ἦτον ἅμα παρουσιασθῇ ἀντίῤῥησις νὰ μένῃ τὸ νομοσχέδιον καὶ νὰ προβῶμεν εἰς ἄλλα, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν θὰ ὑπάρξῃ ἀντίῤῥησις.
§30ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ὑπάρξῃ.
§31Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τότε πρῶτον ἀντικείμενον ἔρχεται τὸ περὶ κυρώσεως τοῦ Διατάγματος περὶ νομισματικοῦ συστήματος.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοῦτο παρετήρησα εἰς τὸν κ. Κατσίναν, ὁ ὁποῖος ὑπεχώρησεν, ἀλλ’ ὁ κ. Κατσικαπῆς δὲν ἠθέλησε νὰ μιμηθῇ τὸν κ. Κατσίναν καὶ ἔφερεν ἀντιῤῥήσεις, ὥστε τὸ νομοσχέδιον πρέπει ν’ ἀναβληθῇ.
§33Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Διατί;
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διότι ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§35ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἂς τὸ παραδεχθῶμεν τυπικῶς.
§36ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ὄχι, ὄχι.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σήμερον ἡ Βουλὴ εἶπεν, ὅτι θ’ ἀναγνωσθοῦν εἰς πρώτην καὶ δευτέραν ἀνάγνωσιν ἐκεῖνα τὰ νομοσχέδια, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§38Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Θὰ ᾖναι εἰς ὅλα ἀντίῤῥησις.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἡ πρώτη ἀνάγνωσις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐκβολάδων.
§40ΤΙΝΕΣ. Ὑπάρχει καὶ σπουδαία ἀντίῤῥησις.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἡ δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς καὶ περὶ φόρου τῶν ζώων καὶ μελισσίων διὰ τὸ ἔτος 1877, ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§42ΤΙΝΕΣ. Ὄχι.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν δυνάμεθα νὰ προβῶμεν. Βουλευταί τινες ὑπέβαλον τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου καθόσον ἀφορᾷ τὸν φόρον ἐπὶ τῶν κρομύων, ἀλλὰ θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται παραδεκτὸν εἰς βʹ. ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον). Ἔχομεν εἰς βʹ. ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ διὰ τὸ ἔτος 1877. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§44ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον. (Γίνεται παραδεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον). Ἔχομεν ἐπίσης εἰς βʹ. ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ διὰ τὸ ἔτος 1877. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§46ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον. (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον). Ἔχομεν ἤδη ἐπίσης εἰς βʹ. συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ προσωρινῆς ἀπολύσεως δι’ ἐγγυήσεως. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§48ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀναγινώσκεται.
§50ΧΟΪΔΑΣ. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ὑπάρχει μειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἄλλαι ἀντιῤῥήσεις καὶ πρέπει νὰ συζητηθῇ.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν μένει. Τώρα εἶναι ἡ δευτέρα ἀνάγνωσις περὶ αὐξήσεως τῶν πόρων τοῦ ταμείου τῶν πολιτ. συντάξεων. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§52ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν πρὸ ἡμερῶν ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου περὶ ἀπονομῆς τοῦ δικαιώματος συντάξεως εἰς τοὺς καθηγητὰς, διδασκάλους καὶ λοιποὺς, οἱ ὁποῖοι ὑπηρετοῦν εἰς τὰ σχολεῖα καὶ γυμνάσια, τὰ ὁποῖα συντηροῦνται δημοτικαῖς καὶ κοινοτικαῖς δαπάναις, καὶ δίκαιον εἶναι τοῦτο καὶ συμφέρον, αὐτὸ νὰ θεωρηθῇ ὡς τροπολογία τοῦ νόμου αὐτοῦ.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὴ ἡ τροπολογία θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν γʹ. συζήτησιν.
§54ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Φωνάζει ἕνας βουλευτὴς, ὅτι διὰ τὸν πατέρα μου τὰ λέγω. Τοῦ παρατηρῶ ὅτι ὁ πατήρ μου ἔχει σύνταξιν πρὸ πολλῶν ἐτῶν.
§55ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἔχει πατέρα;
§56ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἔχω βεβαίως πατέρα, καὶ πατέρα, ὄχι πατέρα (ἱλαρότης). Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ, τὰ ἄρθρα καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ. ἀνάγνωσιν.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔρχεται εἰς βʹ. συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐκκαθαρίσεως τῶν καθυστερούντων ἀπὸ κεκλεισμένας χρήσεις. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις νὰ γείνῃ ἡ βʹ. ἀνάγνωσις;
§58ΠΟΛΛΟΙ. Ὂχι. Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ, τὰ ἄρθρα καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ. ἀνάγνωσιν.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἕπεται τὸ νομοσχέδιον εἰς βʹ. ἀνάγνωσιν περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ περὶ ταμείων νόμου. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις ν’ ἀναγνωσθῇ εἰς βʹ. ἀνάγνωσιν;
§60ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§61ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μίαν τροπολογίαν, κ. πρόεδρε, θὰ ὑποβάλλω. Εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς, διότι νομίζω, ὅτι θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν κανονικωτέραν εἴσπραξιν τῶν δημοσίων ἐσόδων· φρονῶ ὅμως ὅτι διὰ νὰ ᾖναι πλῆρες τὸ μέτρον τοῦτο πρέπει συγχρόνως νὰ καθιερωθοῦν καὶ τὰ προσόντα καὶ αἱ περιστάσεις κατὰ τὰς ὁποίας οἱ ταμίαι πρέπει νὰ παύωνται, διότι ἐνόσῳ οἱ ταμίαι δύνανται νὰ παυθῶσιν ἄνευ λόγου ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν, βεβαίως ἡ εὐθύνη αὐτῶν ὡς πρὸς τὴν ἔγκαιρον εἴσπραξιν τῶν δημοσίων ἐσόδων δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἀποτέλεσμα.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ, διανεμηθῆ καὶ ληφθῆ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν γʹ. συζήτησιν. Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ, τὰ ἄρθρα καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως εἰς βʹ. ἀνάγνωσιν.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἕπονται δύω νομοσχέδια περὶ κυρώσεως Βασιλικῶν Διαταγμάτων δι’ ὧν ἐπηνέχθησαν μεταβολαὶ εἰς τὸ τελωνιακὸν δασμολόγιον καὶ τὸ ἕτερον περὶ κυρώσεως ἀποφάσεως τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου δι’ ἧς ἐπηνέχθησαν μεταβολαὶ εἰς τὸ τελωνειακὸν δασμολόγιον τὰ ὁποῖα λέγουν, τὸ μὲν, «Κυροῦνται τὰ ἀπὸ 9 Ὀκτωβρίου 1874 καὶ ἀπὸ 18 Φεβρουαρίου π. ε. δύω Β. Διατάγματα, περὶ μεταβολῶν εἰς τὸ τελωνιακὸν δασμολόγιον.» τὸ δὲ «Κυροῦται ἡ ἀπὸ 8 Ἰουνίου ε. ε. ἀπόφασις τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, περὶ ἐπενεχθεισῶν μεταβολῶν εἰς τὸ τελων. δασμολόγιον.» Ἀμφότερα εἶναι εἰς βʹ. συζήτησιν, ἀλλ’ αὐτὰ ἠμποροῦν νὰ συναρμολογηθοῦν εἰς ἓν καὶ τὰ συναρμολογῶ οὕτω· «Κυροῦνται τὰ ἀπὸ 9 Ὀκτωβρίου 1874 καὶ ἀπὸ 18 Φεβρουαρίου π. ε. δύω Β. Διατάγματα, ὡς καὶ ἡ ἀπὸ 8 Ἰουνίου ε. ε. ἀπόφασις τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου περὶ ἐπενεχθεισῶν μεταβολῶν εἰς τὸ τελωνιακὸν δασμολόγιον.» Εἶναι σύμφωνος ἡ Βουλή;
§64ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ψηφοφορεῖται ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου· ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§66ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἀναγινώσκεται τὸ μοναδικὸν ἄρθρον. (Ἀνεγνώσθη καὶ ἐγένετο παραδεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως ὡς καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ). Τελευταῖον νομοσχέδιον εἶναι τὸ περὶ κίτρων εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν. (Ἀνεγνώσθη καὶ ἐγένετο παραδεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς βʹ. ἀνάγνωσιν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως). Μεταβαίνομεν εἰς τὴν γʹ. συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τοῦ περὶ κυρώσεως Β. Διατάγματος περὶ τῆς μὴ παραδοχῆς ξένων ἀργυρῶν νομισμάτων εἰς τὰ δημόσια ταμεῖα τοῦ ὁποίου ἡ γʹ. συζήτησις ἐξακολουθεῖ. Ἡ συζήτησις περιστρέφεται περὶ τὴν ἀρχήν. Λοιπόν, κύριοι, ψηφοφορεῖται ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὴν τρίτην καὶ τελευταίαν ἀνάγνωσιν.
§68ΖΩΧΙΟΣ. Θὰ ὁμιλήσω καὶ δευτέραν φορὰν, κ. πρόεδρε, περὶ τοῦ προκειμένου. Οἱ συνηγοροῦντες ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ἢ τοῦ Διατάγματος ὡμολόγησαν ὅτι τὸ νόμισμα τὸ γαλλικὸν, τὸ ὁποῖον παρεδέχθησαν, εἶναι κέρμα· ὡμολόγησαν πρὸς τοῖς ἄλλοις καὶ τοῦτο ὅτι ὁ ἄργυρος ὡς πρὸς τὴν ἀναλογίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει πρὸς τὸν χρυσὸν, ἐξέπεσε κατὰ 20%.
§69ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Κατὰ 22.
§70ΖΩΧΙΟΣ. Ἐγὼ παραδέχομαι τὰ 20. Σᾶς εἶπον καὶ χθὲς ὅτι ἡ Ἑλβετία δὲν κατεδέχθη νὰ κόψῃ τοιοῦτον νόμισμα, μολονότι συμπεριλαμβάνεται εἰς τὴν σύμβασιν, ἡ δὲ Γαλλία, ἡ πατρὶς τοῦ νομίσματος αὐτοῦ, τὸ ἀπεδοκίμασεν. Ἐφέτος δὲ ὑπεβλήθη νόμος εἰς τὸ Βουλευτήριον τὸ γαλλικὸν, καθ’ ὃν ἐπετράπη εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ν’ ἀναστείλῃ τὴν κοπὴν τοῦ ἀργυροῦ νομίσματος, ὡς καταισχύνουσαν τὸν τόπον. Σημειώσατε πρὸς τοῖς ἄλλοις καὶ τοῦτο, ὁσάκις σήμερον γίνεται πρότασις περὶ δανείου, γίνεται συμφωνία καὶ ὡς πρὸς τὸ νόμισμα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ᾖναι χρυσοῦν. Ὄχι δὲ μόνον τὰ δάνεια ὁρίζονται εἰς χρυσὸν, ἀλλὰ καὶ ὅταν τις πωλήσῃ πράγματα ἀπαιτεῖ χρυσὸν, καὶ πρὸς ἀπόδειξιν σᾶς παρουσιάζω τοὺς καταλόγους τούτους (δεικνύει ἔγγραφά τινα) ὅπου ἡ συμφωνία γίνεται εἰς χρυσόν.
§71ΤΙΝΕΣ. Πόθεν εἶναι;
§72ΖΩΧΙΟΣ. Σᾶς τοὺς δίδω καὶ τοὺς βλέπετε· ὁ εἷς εἶναι Γαλλικὸς, καὶ ὁ ἄλλος Ἰταλικός. Μεταβαίνω δὲ εἰς ἄλλο θεώρημα ἁπλούστερον καὶ ψηλαφητότερον· ἀποφεύγω δὲ τὰς θεωρίας, περὶ ὧν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν σκοπεύει νὰ λαλήσῃ ἐν ἐκτάσει. Μεταξὺ τοῦ χρυσοῦ καὶ τοῦ ἀργύρου ὑπάρχει διαφορὰ 20%. Τὰ 20% ποῖος ἐν Ἑλλάδι τὰ ἐκέρδησεν; Ἐλάβατε τὴν ἄδειαν νὰ κόψητε 12,000,000 νομίσματος, ἐγὼ δὲ περιορίζομαι εἰς 10. Ἡ διαφορὰ, ἤτοι τὸ κέρδος, εἶναι 2,000,000, ἐγὼ λέγω 1,000,000, λέγω 500,000. Ποῦ εἶναι αὗται αἱ 500,000; Ἂς ἀφήσωμεν δὲ τὰς θεωρίας. Συνοιθροίσατε ἄργυρον εὐθηνὸν, εἴχατε δὲ τὸ δικαίωμα νὰ τὸν ἐκτυπώσητε καὶ ἐξετυπώσατε νέα νομίσματα, καὶ ἐκερδήσατε 20%. Πόσα ἑκατομμύρια ἐξετυπώσατε; Ποῖος δὲ ἐκέρδησε τὴν ὠφέλειαν; Αὐτὰ εἶναι 2 καὶ 2 = 4. Τοῦτο πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, κύριοι, διότι τὰ γενόμενα οὐκ ἀπογίνονται· ἂν δὲ ἐπιστρέψωμεν εἰς τὸ παλαιὸν νομισματικὸν σύστημα, θὰ παρασκευάσωμεν ἐν Κερκύρᾳ νέαν κέρδους ὁδὸν, ἐκείνη δὲ ἡ ὁδὸς ἤνοιξε τὸν δρόμον τοῦ κέρδους τὸν ἐν Ἀθήναις. Διὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ ἐπιστρέψωμεν εἰς τὰ προηγούμενα, διότι καὶ ἀδύνατον εἶναι καὶ θὰ βλάψωμεν τὸν τόπον. Τί ποιητέον ὅμως; ὅ,τι εἰς ὅλον τὸν κόσμον γίνεται, πρέπει νὰ γείνῃ δεκτὸν καὶ παρ’ ἡμῖν, χθὲς δὲ μᾶς ἔδωκε τὸ παράδειγμα ἡ Ῥωσσία. Ἡ Κυβέρνησις τοῦ λοιποῦ πρέπει νὰ πληρώνῃ τὰ ¾ εἰς χρυσὸν καὶ τὸ ¼ εἰς ἄργυρον, πρέπει δὲ νὰ δέχεται τοὺς φόρους καὶ τὰ τέλη τὰ 3|1 εἰς χρυσὸν καὶ τὸ ¼ εἰς ἄργυρον. Ἀφοῦ δὲ λέγετε ὅτι δὲν ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ χρυσοῦ καὶ ἀργύρου, δεχθῆτε τὴν πρότασίν μου. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν μάλιστα δὲν ἠμπορεῖ τις νὰ δώσῃ παρὰ δύω μόνον λίρας εἰς ἄργυρον, ἐγὼ δὲ παραδέχομαι τὰ ¾ εἰς χρυσὸν καὶ τὸ ¼ εἰς ἄργυρον. Ἐὰν μοῦ τὸ κατορθώσῃ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, θ’ ἀποφασίσω νὰ κάμω ὅ,τι ἔκαμαν οἱ δύω Ἀργεῖοι, οἵτινες ἔσυραν τὴν μητέρα των ἐν θριάμβῳ. Καὶ ἐγὼ θὰ σύρω τὸ ἁμάξι τοῦ ὑπουργοῦ εἰς τὸ μέσον τῶν Ἀθηνῶν. Ἐγὼ δὲν σᾶς λέγω δύω λίρας ἄργυρον ἀλλὰ ¾ χρυσὸν καὶ ¼ ἄργυρον. Ὁ χρυσὸς καὶ ὁ ἄργυρος, κατὰ τὸ λέγειν σας, δὲν εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτὸ πρᾶγμα: Διὰ τοῦτο προτείνω τοῦ λοιποῦ καὶ οἱ μισθοὶ καὶ οἱ φόροι, οἱ μὲν ν’ ἀποδίδωνται, οἱ δὲ νὰ πληρώνωνται τὰ ¾ εἰς χρυσὸν καὶ τὸ ¼ εἰς ἄργυρον. Ἐπειδὴ δὲ τὸ νομίζουν τινὲς εὔκολον νὰ κατορθωθῇ, ἐγὼ αὐτὴν τὴν πρότασιν ὑποβάλλω εἰς τὸ προεδρεῖον. Ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Γαλλίαν, ἀλλ’ ἐκεῖ ἐπικρατεῖ ὁ χρυσός· δὲν παραδέχονται δὲ ἐκεῖ ὅτι εἶναι τὰ αὐτὸ πρᾶγμα ὁ χρυσὸς καὶ ὁ ἄργυρος. Λοιπὸν παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν ἐν πρώτοις νὰ μᾶς εἴπῃ τὸ κέρδος τὸ ἐκ τῆς ἐκτυπώσεως τοῦ ἀργύρου πόσον εἶναι, καὶ ποῖος τὸ ἔλαβε, καὶ βʹ. ἂν ἦναι εἰς κατάστασιν, νὰ πληρόνῃ τὰ ¾ εἰς χρυσὸν καὶ τὸ ¼ εἰς ἄργυρον, καὶ ἂν δύναται ὁ τόπος νὰ πληρόνῃ τοὺς φόρους κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον. Καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν αἱ πληρωμαὶ γίνονται εἰς χρυσὸν, σᾶς εἶπον δὲ ὅτι ἡ τράπεζα ἡ Γαλλικὴ διενοήθη νὰ πληρώσῃ εἰς ἄργυρον ἀλλ’ ὅλη ἡ Γαλλία ἐπανέστη. Τί δὲ κατωρθώσαμεν ἡμεῖς; Ἀντὶ ἀργύρου μεταχειριζόμεθα κέρματα· τὰ γενόμενα ὅμως οὐκ ἀπογίνονται. Καὶ ὁ συνάδελφός μας ὁ ἐκ Ζακύνθου, ἥτις ἐπανέστη ἕνεκα τοῦ νομίσματος, τί ζητεῖ; Δύνασθε νὰ μᾶς φέρετε τοιοῦτον περὶ νομίσματος νομοσχέδιον, οἷον ἐγὼ προτείνω;
§73ΔΟΥΜΑΣ. Μάλιστα.
§74ΖΩΧΙΟΣ. Μάλιστα, κύριε Δοῦμα, ἂν τὸ κατορθώσητε.
§75ΔΟΥΜΑΣ. Τώρα σᾶς ἀπαντῶ.
§76ΖΩΧΙΟΣ. Νὰ μοῦ ἀπαντήσετε, ἢ ψηφίζοντες τὴν πρότασίν μου, ἢ ἀποδοκιμάζοντες αὐτήν.
§77ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μίαν διασάφησιν· εἴπατε ὅτι μεταξὺ τοῦ ἀργύρου καὶ τοῦ χρυσοῦ ὑπάρχει διαφορὰ 20%, ἑπομένως προέκυψε διαφορά· ἐξηγήσατέ μοι τοῦτο παρακαλῶ, διότι δὲν τὸ ἐννόησα.
§78ΖΩΧΙΟΣ. Ἄργυρος ἄσημος, παραβαλλόμενος πρὸς ἔνσημον γαλλικόν, ἔχει ἀξίαν κατωτέραν κατὰ 20%. Ἤτοι δίδοντες ἄργυρον ἄσημον πρὸς ἐκτύπωσιν λαμβάνετε νόμισμα καὶ ἔχετε 20% ὠφέλειαν. Διὰ τοῦτο εἶναι ἀπηγορευμένη ἡ ἐκτύπωσις νομίσματος ἀργυροῦ εἰς ἰδιώτας.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις τὸν λόγον;
§80ΔΟΥΜΑΣ. Δύω λέξεις θ’ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Ζωχιόν, διότι ἐπὶ τοῦ μέτρου δὲν δύναμαι νὰ εἴπω τίποτε, καθόσον ἡ ἐπιτυχία αὐτοῦ καταστρέφει πᾶσαν συζήτησιν. Ὁ κ. Ζωχιὸς ἐζήτησεν οἱ μισθοὶ νὰ πληρώνωνται εἰς χρυσὸν τὰ ¾, καὶ τὸ ¼ εἰς ἄργυρον, ἐπίσης δὲ καὶ φόροι κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον. Διὰ νὰ γείνῃ τοῦτο βεβαίως σήμερον δὲν εἶναι τόσον εὔκολον· ἀλλ’ ἔχομεν μίαν σύμβασιν, ἢ μᾶλλον μίαν αἴτησιν παρατάσεως τοῦ προνομίου τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, καὶ ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις ἐκείνη μεταξὺ τῶν ἄλλων τὰ ὁποῖα δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν θὰ ἦναι καὶ τοῦτο τὸ ὁποῖον ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα θὰ τὸ δεχθῇ εὐχαρίστως, τὰ γραμμάτιά της δηλ. νὰ πληρόνωνται τὰ ¾ εἰς χρυσὸν καὶ τὸ ¼ εἰς ἄργυρον. Ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις αὕτη, τότε γίνεται τὸ ποθούμενον διὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, δὲν δυνάμεθα δὲ νὰ τὸ πράξωμεν τώρα, διότι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα διὰ νὰ εὐκολύνῃ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸν τόπον ἐσύναξε τὸν ἄργυρον, ἀλλ’ ὅταν ὑπάρξῃ χρονικὸν διάστημα ἀρκετὸν θὰ δυνηθῇ βαθμηδὸν νὰ τὸν ἀντικαταστήσῃ κατὰ μέγα μέρος μὲ χρυσὸν καὶ θὰ ἦναι οὕτω εἰς θέσιν νὰ ἀναλάβῃ τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην.
§81ΡΟΥΚΗΣ. Νὰ περιμένωμεν μετὰ 15 ἔτη, ὅτε θὰ λήξῃ τὸ προνόμιον τῆς Τραπέζης;
§82ΔΟΥΜΑΣ. Αὐτὰ τὰ πράγματα τὰ ἔθνη δὲν τὰ ἀπολαμβάνουν εἰς τὴν στιγμήν.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τίς ἄλλος ζητεῖ τὸν λόγον;
§84ΣΩΤ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω τὰ ἀποτελέσματα τῆς παραδοχῆς τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος, οὔτε τῆς ὑποτιμήσεως, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις προσδιώρισεν εἰς τὰ ξένα νομίσματα· φρονῶ ὅμως ὅτι καὶ ἂν ἡ ἀνάγκη αὐτὴ ἦτο κατεπείγουσα, σπουδαία καὶ ἠδύνατο νὰ ἔχῃ συνεπείας διὰ τὸν τόπον, καμμία Κυβέρνησις δὲν ἔπρεπε νὰ θέσῃ ἀσεβεστάτην χεῖρα κατὰ τοῦ Συντάγματος καὶ διὰ διαταγμάτων ν’ ἀντιποιῆται τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Τὸ Σύνταγμα προσδιώρισε τακτικὰς καὶ ἐκτάκτους συνόδους διὰ τὰς ἐκτάκτους καὶ τακτικὰς περιστάσεις. Οἱ ἰσχυριζόμενοι ὅτι ἡ ἔκτακτος συγκάλεσις τῆς Βουλῆς ἠδύνατο νὰ ὑποβάλῃ τὸν τόπον εἰς ἔξοδα, εἶναι ἄνθρωποι οὐδὲν ἄλλο ζητοῦντες παρὰ νὰ ἀσεβοῦν πρὸς τὴν ἀλήθειαν, ἀντιποιοῦνται τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους καὶ λέγουσι διὰ τί νὰ ἐξοδευθῶσι χρήματα, νὰ ἔλθῃ ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφασίσῃ περὶ αὐτῶν τῶν πραγμάτων. Φρονῶ λοιπόν, κύριοι, ὅτι ἐκτὸς τοῦ ζητήματος τοῦ περὶ νομίσματος ὑπάρχει ἐπὶ τοῦ προκειμένου προηγούμενον τὸ ὁποῖον εἶναι κάκιστον. Παρετήρησα εἰς τὰ 1865 εἰς τὸν ἔντιμον πρωθυπουργὸν κύριον Κουμουνδοῦρον ἐπὶ ὁμοίων περιστάσεων, καὶ εἶπον, κάκιστα πράττεις ἀνεχόμενος τοιαύτας παραβάσεις τοῦ Συντάγματος, δὲν θὰ παρέλθῃ πολὺς καιρὸς καὶ θὰ μετανοήσῃς πρῶτος διὰ τὴν παραβίασιν ταύτην, καὶ δὲν παρῆλθε πολὺς καιρὸς καὶ ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος εὑρίσκετο εἰς τὰ ἄκρα τῆς Πελοποννήσου καταδιωκόμενος εἰς Ζαρνάταν· διότι αἱ παραβάσεις τῶν νόμων φέρουσι καὶ εἰς τὴν αὐθάδειαν. Ὁ κύριος Σωτηρόπουλος μᾶς ἐκάλεσεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ μᾶς ἐζήτησε τὴν γνώμην μας, ἂν πρέπῃ νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀφομοίωσιν τῶν νομισμάτων, εἶπεν ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ γείνῃ, διότι τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου πρέπει ν’ ἀσφαλισθῇ. Εἶπον δὲ τότε ὅτι ἂν ἡ ἀνάγκη ᾖναι ἔκτακτος, πρέπει νὰ συγκαλέσητε τὴν Βουλὴν, τὸ εἶπον ἐγὼ, ὁ κ. Ζωχιὸς καὶ ἄλλοι τινές. Ἄλλοι εἶπον ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ἀναλάβῃ εὐθύνην, πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ θάῤῥος νὰ παραβιάσῃ τὸ Σύνταγμα. Ἤκουσα δὲ τότε, νομίζω, τὸν κύριον ὑπουργὸν εἰπόντα, ὅτι εἶναι δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως καὶ διὰ διατάγματος ἀκόμη νὰ προβαίνῃ εἰς τὴν ὑποτίμησιν αὐτὴν ἄνευ νόμου. Ἀπέῤῥιψαν δὲ οὕτω τὴν συγκάλεσιν τῆς Βουλῆς καὶ ἐνομοθέτησαν οἱ ὑπουργοί· ἐννοεῖται δὲ, κύριοι, ὅτι ἡ παράβασις τοῦ πολιτεύματος ἐγένετο. Καὶ δύναται μὲν νὰ μὴν ἔχῃ ἡ παράβασις αὕτη φοβερὰς συνεπείας, ἀλλ’ ἡ μία παράβασις καθιεροῖ τὴν ἄλλην καὶ δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς τὰ χείρονα. Φρονῶ, κύριοι, ὅτι τὰ τετελεσμένα δὲν εἶναι εὔκολον νὰ μεταβληθῶσιν, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ μὴ κατακρίνω σήμερον τὸν τρόπον δι’ οὗ παραβιάζεται τὸ πολίτευμα, καὶ λέγω καὶ ἐπιμένω ὅτι δὲν εἶναι ἀδιάφορον, διότι ἂν σήμερον συμβῇ τι, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀβλαβὲς, κατόπιν δύναται νὰ συμβῇ ἄλλο χειρότερον καὶ ἐπιβλαβέστερον καὶ περὶ τούτου ἀρκεῖ νὰ σᾶς ἀναφέρω τὸ παράδειγμα τοῦ ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον σεῖς παρεπέμψατε εἰς δίκην καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἂν ἡ Βουλὴ ἐδεικνύετο αὐστηρὰ ὡς πρὸς αὐτὰς τὰς παραβάσεις, ἴσως καὶ τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο δὲν ἤθελε προβῆ ὅπου προέβη, διότι, κύριοι, ἡ ἀνοχὴ τὸ θάῤῥος μεταβάλλει ὀλίγον κατ’ ὀλίγον εἰς αὐθάδειαν· αὐτὰ εἶχον νὰ χαρακτηρίσω ὡς πρὸς τὸ συνταγματικὸν ζήτημα.
§85ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μίαν ἐρώτησιν θὰ κάμω εἰς τὸν κύριον ὑπουργόν. Εἰς τὴν εἰσηγητικὴν αὐτοῦ ἔκθεσιν εἰς τὴν Βουλὴν, διὰ τῆς ὁποίας εἰσάγεται τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ἀναφέρει, ὅτι ἐκ τῶν νομισμάτων, τὰ ὁποῖα τὰ ταμεῖα τοῦ Κράτους ἐντὸς τοῦ μηνὸς Αὐγούστου ἐδέχθησαν, ἔχει περίσσευμα 177,250 δραχμάς· ἀνέτρεξα εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων, ἀλλὰ δὲν εὗρον τὴν σημείωσιν αὐτὴν ὡς ἔσοδον τοῦ Κράτους.
§86ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ καταλογισθῇ εἰς τὸ 1876, διότι ἐντὸς αὐτοῦ ἐπραγματοποιήθη, καὶ θὰ περάσῃ εἰς τὸν ἀπολογισμόν.
§87ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω καὶ ἄλλην ἐρώτησιν. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς καθ’ ἣν ἐξεδόθη τὸ διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπεβάλλετο τέλος εἰσαγωγῆς, εἰσήχθησαν νέα νομίσματα;
§88ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, διότι ὑπῆρχε καὶ ἡ προηγουμένη ἔκπτωσις, ὥστε δὲν ἐσύμφερε. Κύριοι, τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται ὑπεβλήθη συνωδευμένον μὲ δύω ἐκθέσεις, ἤτοι τὴν εἰσαγωγικὴν καὶ τὴν ἑτέραν πρὸς τὴν Αὐτοῦ Μεγαλειότητα, ἥτις ἐγράφη, ὅτε προεκλήθη τὸ περὶ οὗ πρόκειται διάταγμα. Οἱ λόγοι οἱ προκαλέσαντες τὸ διάταγμα τοῦτο ἐκτίθενται ἐν τῇ ἐκθέσει ταύτῃ καὶ ἐπειδὴ δὲν ἐπολεμήθη κατ’ οὐσίαν παρὰ τῶν λαβόντων τὸν λόγον, κρίνω περιττὸν ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἐπαναλαμβάνων τοὺς αὐτοὺς λόγους. Ὁ τελευταῖον ὅμως ἀγορεύσας διετύπωσε κατηγορίαν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως εἰπὼν, ὅτι καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ μέτρον τὸ ὁποῖον ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει νὰ εἴπῃ τι, ἀλλὰ φρονεῖ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὑπερέβη τὰ ὅρια τῆς δικαιοδοσίας αὑτῆς ἐνεργήσασα τὴν περὶ ἧς πρόκειται ἀπαγόρευσιν τῶν ξένων ἀργυρῶν νομισμάτων διὰ βασιλικοῦ διατάγματος, ἐν ᾧ αὕτη εἶναι ἀντικείμενον νόμου. Περὶ τούτου ἐγένετο λόγος εἰς τὴν ἔκθεσιν πρὸς τὸν Βασιλέα, ἐν αὐτῇ ἀναφέρεται, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀφοῦ ἐπείσθη περὶ τῆς ἀνάγκης τοῦ ν’ ἀπαγορεύσῃ τὴν κυκλοφορίαν τῶν ξένων ἀργυρῶν νομισμάτων, ἐσκέφθη ἐπὶ πολὺ ἂν ἔπρεπε νὰ πράξῃ τοῦτο διὰ βασιλικοῦ διατάγματος ἢ ἐὰν ὤφειλε νὰ προκαλέσῃ νόμον· ἐπροτίμησε δὲ νὰ πράξῃ τὸ πρῶτον, οὐχὶ διότι ἐφοβήθη νὰ συγκαλέσῃ εἰς ἔκτακτον συνεδρίασιν τὴν Βουλήν, οὐδὲ διότι ἐλυπήθη τὴν δαπάνην τῆς ἐκτάκτου συνόδου, ἀλλὰ διότι τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον ἀπέκλινεν ὑπὲρ τῆς ἰδέας, ὅτι τοῦτο εἶναι ἀντικείμενον βασιλικοῦ διατάγματος καὶ οὐχὶ νόμου. Περὶ τούτου ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, ἵνα ἐννοήσετε καὶ ὑμεῖς τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων τὸ ὑπουργεῖον ἐφρόνει καὶ φρονεῖ, ὅτι ἤρκει ἐπὶ τοῦ προκειμένου βασιλικὸν διάταγμα. Τὸ νομισματικὸν σύστημα τὸ ὁποῖον ἰσχύει στηρίζεται εἰς τὸ διάταγμα τοῦ 1833, ἐπειδὴ δὲ τότε ἡ νομοθετικὴ καὶ ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία ἦσαν ἡνωμέναι, δὲν εἶναι εὔκολον νὰ διακρίνηται τίνες τῶν διατάξεων τοῦ διατάγματος τούτου εἶναι νομοθετικαὶ καὶ τίνες νομοτελεστικαί. Τὸ διάταγμα τοῦ 1833 διαλαμβάνει μεταξὺ τῶν ἄλλων ἐν ἄρθρῳ 15· «ἡ πληρωμὴ εἰς τὸ ἐθνικὸν ταμεῖον δὲν γίνεται τοῦ λοιποῦ εἰ μὴ μόνον εἰς Ἑλληνικὰ νομίσματα κατὰ τὴν ἐν τῷ παρόντι κανονισμῷ διατίμησιν.» Ἡ δὲ διάταξις αὕτη εἶναι θεμελιώδης καὶ δὲν δύναται νὰ μεταβληθῇ ἢ διὰ νόμου. Ἔπεται ὅμως ἄλλη διάταξις ἡ τοῦ ἄρθρ. 16 διαλαμβάνουσα· «Ἀπὸ τὸν κανόνα τοῦτον ἐξαιροῦνται προσωρινῶς καὶ μέχρι νεωτέρας διαταγῆς τὰ κάτωθι σημειούμενα νομίσματα, τὰ ὁποῖα θέλουσιν εἶσθαι δεκτὰ εἰς τὰς ἀκολούθους τιμὰς εἰς ὅλα τὰ ἐθνικὰ ταμεῖα.» Ἔπεται δὲ ἡ διατίμησις διαφόρων ξένων νομισμάτων. Κατὰ τὴν ἰδίαν ἡμέραν ἐξεδόθη ἕτερον βασιλικὸν διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἐπεγράφετο περὶ διατιμήσεως καὶ κυκλοφορίας τῶν ξένων νομισμάτων, καὶ εἰς τὸ ὁποῖον καταριθμοῦνται πολλὰ νομίσματα, ὧν ἐπιτρέπεται ἡ παραδοχὴ εἰς τὰ ἐθνικὰ ταμεῖα ἐπὶ ὡρισμέναις τιμαῖς. Κατὰ τὸ 1835 ἐδημοσιεύθη ἕτερον διάταγμα περὶ διατιμήσεως ἄλλων ξένων νομισμάτων, τὰ ὁποῖα δὲν περιελαμβάνοντο εἰς τὰ πρῶτα, δι’ ἄλλου δὲ διατάγματος κατὰ τὸ αὐτὸ ἔτος ἐκδοθέντος διετιμήθησαν τὰ Ἀμερικανικὰ νομίσματα. Ὅλα τὰ διατάγματα ταῦτα δὲν λύουν ἀποχρώντως τὸ ζήτημα, διότι ἐξεδόθησαν καθ’ ἣν ἐποχὴν δὲν ὑπῆρχε συνταγματικὸν πολίτευμα ἐν Ἑλλάδι, καὶ ἑπομένως δὲν δύναται εὐκόλως νὰ διακριθοῦν ἐὰν ἦναι νόμοι ἢ βασιλικὰ διατάγματα. Μ’ ὅλον ὅτι ἠδύνατό τις νὰ ἐπικαλεσθῇ τοὺς τύπους κατὰ τοὺς ὁποίους ἐξεδίδοντο οἱ νόμοι καὶ τὰ διατάγματα καὶ νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι φέρουν τοὺς τύπους τοῦ νόμου, προχωροῦντες ὅμως εὑρίσκομεν τοιαῦτα διατάγματα ἐκδεδομένα καὶ μετὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, ὅτε πλέον δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι ἐὰν ἡ διατίμησις ἦτον ἀντικείμενον νόμου δὲν ἔπρεπε νὰ γείνωσι διὰ βασιλικοῦ διατάγματος. Ὑπάρχει, κύριοι, τὸ ἀπὸ 2 Φεβρουαρίου 1855 βασιλικὸν διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἐπιγράφεται «περὶ παραλληλισμοῦ τῶν χρυσῶν τε καὶ ἀργυρῶν Ἀμερικανικῶν νομισμάτων μὲ τὰ Ἑλληνικὰ» καὶ διαλαμβάνει· «Ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὸ ἀπὸ 8 (20) Φεβρουαρίου 1833 ἡμέτερον διάταγμα περὶ παραλληλισμοῦ τῶν ξένων χρυσῶν τε καὶ ἀργυρῶν νομισμάτων μὲ τὰ Ἑλληνικὰ, ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ ἡμετέρου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργοῦ διατάττομεν νὰ δημοσιευθῇ δεόντως ἡ συναπτομένη εἰς τὸ παρὸν διάταγμα διατίμησις τῶν χρυσῶν μεξικανικῶν νομισμάτων παραβαλλομένων μὲ τὰ Ἑλληνικά.» Ἔπεται ἡ διατίμησις τῶν χρυσῶν μεξικανικῶν παραλληλιζομένων μὲ τὰ Ἑλληνικὰ νομίσματα. Ἐρωτῶ λοιπὸν μετὰ τὸ προηγούμενον τοῦτο, καθ’ ὃ ἐδόθη ἡ ἄδεια τῆς εἰσαγωγῆς καὶ διατιμήσεως ξένων νομισμάτων εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἡ διατίμησις ἐθεωρήθη ἀντικείμενον νόμου ἢ βασιλικοῦ διατάγματος; Ἂν ἐθεωρεῖτο ἀντικείμενον νόμου, βεβαίως δὲν ἠδύνατο νὰ γείνῃ διὰ τοῦ διατάγματος τοῦ 1855. Ἀλλὰ τὸ προηγούμενον τοῦτο ἀναιρεῖ νόμος μεταγενέστερος, διότι κατὰ τὸ 1856, ὅτε ἠθέλησαν νὰ διατιμήσωσι καὶ νὰ καταστήσωσι δεκτὰ εἰς τὰ ἐθνικὰ ταμεῖα τὰ νομίσματα, ἐπροκάλεσαν νόμον διὰ τοῦ ὁποίου ἐδόθη ἡ ἄδεια εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐνεργῇ τὴν διατίμησιν. Ὥστε καθόσον ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον νὰ ἐπιτραπῇ διὰ νόμου ἡ κυκλοφορία ξένων νομισμάτων, τὰ ὁποῖα μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης δὲν ἦσαν γνωστὰ, τὸ ἀντικείμενον τοῦ προσδιορισμοῦ τῆς τιμῆς αὐτῶν ἀφέθη εἰς βασ. διάταγμα καὶ δὲν ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον νὰ κανονισθῇ διὰ νόμου Ἀλλὰ μετὰ τὸ προηγούμενον τοῦτο εὑρίσκεται ἄλλο διάταγμα τοῦ 1858, καθ’ ἣν ἐποχὴν δηλ. ἡ Αὐστριακὴ κυβέρνησις παρῄτησε τὸ νομισματικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον εἶχε μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, καὶ ἐκήρυξεν ὡς μὴ ἔχοντα νόμιμον κυκλοφορίαν τὰ Γερμανικὰ τάλληρα, τὰ ὁποῖα μέχρις ἐσχάτων ἐκυκλοφόρουν παρ’ ἡμῖν ὡς νόμισμα, καὶ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εἰσήγαγε νέον νομισματικὸν σύστημα· εὑρίσκεται τὸ ἀπὸ 30 Νοεμβρίου 1858 διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπετρέπετο ἡ παραδοχὴ αὐτῶν εἰς τὰ δημόσια ταμεῖα καὶ ὡρίσθη ἡ τιμὴ κατὰ τὴν ὁποίαν αὐτὰ ἤθελον εἶσθαι δεκτά. Αὐτὰ εἶναι, κύριοι, τὰ προηγούμενα, τὰ ὁποῖα παρουσιάζει ἡ νομοθεσία ἡμῶν περὶ τῶν νομισμάτων, καὶ ἀφίνω ἕκαστον ὑμῶν νὰ κρίνῃ ἂν μετὰ τόσα προηγούμενα ὁ προσδιορισμὸς τῆς διατιμήσεως τῶν ξένων νομισμάτων εἶναι ἀντικείμενον νόμου ἢ Βασιλικοῦ διατάγματος· ὡς ἐκ περισσοῦ δὲ σᾶς ἀναφέρω καὶ τὸν νόμον τοῦ 1867, ὁ ὁποῖος εἰσήγαγε παρ’ ἡμῖν νέον νομισματικὸν σύστημα, ὡς καὶ ὁ νόμος αὐτὸς δὲν ἐμβῆκεν ἀκόμη εἰς ἐνέργειαν. Καὶ κατ’ αὐτὸν ἡ διατίμησις τῶν ξένων νομισμάτων ἀφίνεται εἰς βασιλικὰ διατάγματα. Ὅλα ταῦτα τὰ προηγούμενα βεβαίως ἂν δὲν καθιστῶσι τὸ ζήτημα ἀρκετὰ εὐκρινὲς, τὸ καθιστῶσιν ὅμως λίαν ἀμφίβολον· καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐνόμισεν, ὅτι δὲν ἦτον ἐπιτετραμμένον εἰς αὐτὴν νὰ καλέσῃ τὴν Βουλὴν εἰς ἔκτακτον σύνοδον διὰ νὰ ὑποβάλῃ εἰς αὐτὴν ζήτημα ἐπὶ τοῦ ὁποίου τοσαῦται ἀμφιβολίαι ὑπάρχουν, καὶ τὸ ὁποῖον ἐλύθη τοσάκις διὰ βασιλικοῦ διατάγματος. Ἂν λοιπὸν ὕστερον ἀπὸ ὅλα αὐτὰ τὰ προηγούμενα ταῦτα νομίζει ἡ Βουλὴ ὅτι ἐπταίσαμεν, δύναται νὰ κάμῃ ὅ,τι ἐγκρίνει· ἀλλ’ ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει κρίνει ἐπιεικῶς τὴν περίστασιν ταύτην, καὶ διὰ τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους σᾶς ἐξέθεσα, καὶ διότι τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἡ πρᾶξις ἡμῶν ἔφερεν, ἐπέτυχον καθ’ ὁλοκληρίαν. Ἀλλὰ δύναταί τις νὰ εἴπῃ, πάντα ταῦτα ὅσα εἴπετε ἀναφέρονται εἰς τὴν διατίμησιν τῶν ξένων νομισμάτων, δὲν ἔχετε δὲ οὐδὲν προηγούμενον δεικνύον ὅτι διὰ βασιλικοῦ διατάγματος ἀπηγορεύθη ἡ κυκλοφορία νομισμάτων, τὰ ὁποῖα εἶχον νόμιμον κυκλοφορίαν· εἰς τοῦτο ἀπαντῶ ὅτι δὲν ὑπάρχει μεγάλη, διὰ νὰ μὴν εἴπω οὐδεμία, διαφορὰ μεταξὺ τῆς ὑποτιμήσεως καὶ τῆς ἀπαγορεύσεως ἑνὸς νομίσματος· ὅταν ἔχῃ τις τὸ δικαίωμα νὰ προσδιορίσῃ τὴν τιμὴν νομίσματός τινος καὶ νὰ καταβιβάσῃ αὐτὴν ἐφόσον θέλει, δύναται νὰ φθάσῃ ἐμμέσως εἰς τὴν ἀπαγόρευσιν· ἐὰν π. χ. ἀντὶ νὰ ἀπαγορεύσωμεν τὴν παραδοχὴν τῶν Γερμανικῶν ταλλήρων εἰς τὰ δημόσια ταμεῖα ἠθέλομεν εἴπει, παραγγέλλομεν νὰ ἦναι δεκτὰ μόνον ἀντὶ δύω δραχμῶν, δὲν ἤθελεν εἶσθαι τοῦτο ἀπαγόρευσις; ποῖος ἤθελε δώσει ποτὲ τὸ Γερμανικὸν ἀντὶ δύω δραχμῶν; ὥστε τὸ δικαίωμα τοῦ διατιμᾶν ἰσοδυναμεῖ μὲ τὸ δικαίωμα τοῦ ἀπαγορεύειν τὴν κυκλοφορίαν· ἑπομένως ἡ Βουλὴ νομίζω, ὅτι δὲν ἔχει νὰ ἐξετάσῃ εἰμὴ ἐὰν οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἠνάγκασαν τὴν Κυβέρνησιν μετὰ πολλὰς καὶ ἐπανειλημμένας διασκέψεις νὰ προβῇ εἰς τὸ μέτρον τοῦτο, ἦσαν λόγοι βάσιμοι ἢ μὴ, καὶ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς πράξεως ταύτης ὠφέλησεν ἢ ἐζημίωσε τὸν τόπον. Ἐπὶ τούτου δὲν ἤκουσα οὐδεμίαν σπουδαίαν ἀντίῤῥησιν ἕως τώρα καὶ διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ ἀπαντήσω· ἐπιφυλάσσομαι δὲ νὰ πράξω τοῦτο, ὅταν ἔλθῃ τοιαύτη.
§89ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Χαίρω, κύριοι, ὅτι ἐδώσαμεν ἀφορμὴν εἰς τὸν ἔντιμον ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἀναγνώσῃ τοὺς προϋπάρξαντας νόμους, τὰ προϋπάρξαντα διατάγματα, διότι ἂν αὐτὰ προτήτερα τὰ ἀνεγίνωσκε καὶ τὰ ἤξευρε καλὰ δὲν ἤθελε προοδεύσῃ εἰς τὴν περὶ νομισμάτων πρᾶξιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν (ἱλαρότης). Κύριοι, δὲν ἠξεύρω ποῖος ἀνέφερεν ἐνταῦθα τὸ προϋπάρξαν ὑπουργεῖον τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου κ. Τρικούπη. Καὶ τί ἔκαμεν ὁ κ. Τρικούπης; δὲν ἔκαμεν εἰμὴ νὰ τροποποιήσῃ ἐν μέρει τὴν ἰσχύουσαν διατίμησιν καὶ ἐπεκαλέσθη τὴν πρᾶξιν αὐτὴν ὑπὲρ τοῦ ὑπουργείου. Ἡ διατίμησις, κύριοι, δὲν εἶναι ὅλως αὐθαίρετος, εἶναι νομίζω ἀστυνομικὴ πρᾶξις, ἡ ὁποία φέρει εἰς ἰσοῤῥοπίαν τὴν μίαν ἀξίαν μετὰ τῆς ἄλλης, δὲν ἀφαιρεῖ ἀπὸ κανένα οὐδεμίαν ἰδιοκτησίαν, οὐδὲν κέρδος, δὲν βλάπτει οὐδένα. Ἀλλ’ ὑμεῖς, κύριε ὑπουργὲ, τί ἐκάματε; μὲ ἓν διάταγμα κατεστρέψατε περιουσίας. Παρετηρήσατε, ὅτι τὰ τάλληρα καὶ ἀφοῦ ὑπετιμήθησαν τὰ συνέλεξατε, καὶ ὅμως ὠφελήθητε, διατί; διότι ἡ διαφορὰ τοῦ ἀργύρου τοῦ νέου μιμίσματος ὡς πρὸς τὸ βάρος τοῦ ἀργύρου τοῦ ὑπάρχοντος εἰς τὰ τάλληρα, τὰ ὁποῖα ἐξωρίσατε ἦτο μεγάλη, ἔστειλαν εἰς Γαλλίαν τὰ τάλληρα τὰ Γερμανικὰ καὶ τὰ μετεποίησαν εἰς Ἑλληνικά· ἀλλὰ τὸ τάλληρον ἐκεῖνο, καὶ ποῦ ὑποτιμηθὲν ἐνταῦθα κατὰ 3 ἢ 5%, εἶχε πάντοτε ἄργυρον, διετήρει οὐχ ἧττον βάρος περισσότερον τοῦ ἑλληνικοῦ καὶ ἑπομένως ἡ μετατύπωσις δὲν ἐχρησίμευεν εἰς ἄλλο εἰμὴ εἰς τὸ νὰ ὠφελήσῃ τοὺς μετατυπώσαντας τὴν διαφορὰν τοῦ βάρους τοῦ Γερμανικοῦ ταλλήρου πρὸς τὸ Ἑλληνικόν· ὥστε τὸ νέον τάλληρον εἶναι ἠλαττωμένον κατὰ 20% ἀπέναντι τοῦ Γερμανικοῦ· μᾶς ἐφέρατε λοιπὸν νόμισμα, τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖ νὰ χρησιμεύσῃ τὸ πολὺ ὡς κέρμα. Ἀλλ’ ἐπειδὴ το νόμισμα δὲν εἶναι μόνον agent de circulation πράκτωρ τῆς κυκλοφορίας, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἓν μικρὸν μέρος τοῦ δημοσίου πλούτου, καὶ μάλιστα εἰς τὰ κράτη τὰ ὁποῖα δὲν ἐπροχώρησαν εἰς τὸν πολιτισμὸν ὥστε νὰ μὴν ἔχουν πολλὴν ἀνάγκην τοῦ νομίσματος, εἰς αὐτὰ τὰ κράτη εἶναι ἓν ἀποθεματικὸν κεφάλαιον τὸ ὁποῖον ἔχουσιν ὅλοι σχεδὸν οἱ κάτοικοι, καὶ ἐκτὸς τούτου αἱ συναλλαγαὶ των δι’ ἔλλειψιν πίστεως περαιοῦνται τὸ πλεῖστον διὰ νομισμάτων. Ἐνῷ εἰς τὴν Ἀγγλίαν, ὅπου ὁ πολιτισμὸς κατὰ τὰς ἀρχὰς τῆς συναλλαγῆς εἶναι τόσον μέγας, ὑπάρχουν κύριοι, τόσαι ἐγγυήσεις καθόσον ἀφορᾷ τὸ νόμισμα, ὥστε καθ’ ἑκάστην εἰς τὸ χρηματιστήριον τῆς Ἀγγλίας αἱ συναλλαγαὶ κλείονται μεταξύ τινων εἰς πιστωτικὰ γραμμάτια· ὥστε τὰ 9 δέκατα τῶν συναλλαγῶν συμψηφίζονται εἰς χαρτὶ καὶ μόνον τὸ 1 δέκατον εἰς νόμισμα· ἀπ’ ἐναντίας περιέλθετε τὰ μὴ προχωρημένα εἰς τὸν πολιτισμὸν ἔθνη καὶ ῥητῶς εἰς τὴν Ἀνατολὴν ὡς καὶ εἰς αὐτὴν τὴν Ἑλλάδα ὅπου ἀκόμη πολλοὶ ἄνθρωποι ἔχουν τὰ χρήματα κρυμμένα εἰς τὴν γῆν, καὶ εἰς τὰ κεμέρι, ἀκόμη δὲν ἐλάβομεν ὅλην τὴν ἀνάπτυξιν ἐκείνην τοῦ πολιτισμοῦ. Ταῦτα λέγων θέλω νὰ παραστήσω ὅτι τὸ νόμισμα παρ’ ἡμῖν εἶναι καὶ εἷς πλοῦτος καὶ ἐναποταμίευμα ὅλων τῶν οἰκογενιῶν. Τί θέλεις νὰ εἰπῇς μὲ τοῦτο κ. Χρηστίδη; ἀπαντῶ θέλω νὰ εἴπω, ὅτι αὐτὸ τὸ ἐναποταμίευμα δὲν ἦτο κίβδηλον ναὶ, κύριοι, εἴχομεν ἄλλοτε εἰς τὸ θυλάκιόν μας νομίσματά τινα τὰ ὁποῖα τὰ ἐφυλάττομεν δι’ ἐκτάκτους περιστάσεις, τὰ ὁποῖα ὅμως εἶχον τὴν ἀξίαν των παντοῦ καὶ πάντοτε, ἐνῷ σήμερον αὐτὸ τὸ νέον νόμισμα δὲν ἔχει τὴν νόμιμον αὐτοῦ ἀξίαν· τὴν ἀξίαν τὴν ὁποίαν φέρει ἐπὶ κεφαλῆς δὲν εἶναι ἡ παραστατικὴ ἀξία τῶν πραγμάτων διὰ τοῦτο ἕνεκα τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ ἀργύρου, διὰ τοῦτο ὅλα τὰ πράγματα μᾶς φαίνονται ἀκριβώτερα ἀπὸ ἄλλοτε, καὶ ὁ λόγος εἶναι ἡ ἔκπτωσις τῆς ἀξίας τοῦ ἀργύρου. Δὲν εἶναι λοιπὸν λυπηρὸν νὰ ἐπέλθῃ μία τοσαύτη μεγάλη ζημία διὰ νὰ μᾶς φέρετε νόμισμα, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἀκριβές; Διὰ τοῦτο ἐπανειλημμένως καὶ ἡ Βουλὴ καὶ οἱ πρώην ὑπουργοὶ δὲν ἤθελον νὰ θέσουν εἰς ἐνέργειαν τὸν νόμον τοῦ 1867, καὶ λέγετε μάλιστα ὅτι ὁ περίφημος οἰκονομολόγος Γάλλος, ὁ ὁποῖος ἔδωκεν ἄλλοτε τὴν συμβουλὴν του διὰ νὰ προσχωρήσῃ καὶ ἡ Ἑλλὰς εἰς τὴν Λατινικὴν ἕνωσιν, ἤδη μᾶς εἰρωνεύεται λέγων, τί ζητεῖτε καὶ σεῖς νὰ ἐσέλθετε εἰς τὴν ἕνωσιν! Ἤκουσα, ὅτι παρεπονέθη εἷς Ἕλλην πρὸς αὐτόν, δὲν ἠξεύρω τί ἀπάντησιν ἔλαβε καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Σιμόπουλον, νὰ μᾶς εἴπῃ ἂν ἔλαβεν ἀπάντησιν. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε, κύριοι, δὲν ἐξετάζω μήτε τί ἐγράψαμεν ἡμεῖς μήτε τί ἔγραψαν ἐκεῖνοι, ἐξετάζω τὰ ζητήματα ὑπὸ ἑλληνικὴν ἔποψιν καὶ λέγω, ὅτι ἡ πρᾶξις εἶναι παράνομος, δὲν ἠδύνατο διὰ Β. Διατάγματος νὰ γείνῃ ὅ,τι ἀποφασίζει τὴν καταστροφὴν τοσούτων συμφερόντων, διότι ἂν ἐγένετο διὰ νόμου ἐδῶ εἰς τὸ Κοινοβούλιον ἤθελεν ἐξετασθῆ ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις τὸ ζήτημα καὶ ἤθελεν εὑρεθῆ ὁ τρόπος τῆς ἀποζημιώσεως. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἐδιώχθησαν ἅπαντα τὰ ξένα νομίσματα, εἶπε χθὲς εἷς τῶν ἀγορευσάντων, τὸ συνάλλαγμα κατέβη. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος; Δὲν πιστεύω ποτὲ νὰ ἦναι αὐτὸς ὁ λόγος, κύριοι· οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦναι ἡ κατάστασις τῆς ἀγορᾶς μας, ὅσα ξένα νομίσματα καὶ ἂν ἐκυκλοφόρουν, διόλου δὲν ἤθελε ταραχθῆ, κύριοι, ἡ συναλλαγή, ἂν τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον ἐφύλαττε τὴν ἀξίαν του. Ἡ ὑπερβολὴ τῆς κυκλοφορίας τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου τί ἔκαμε, κύριοι; ἐδίωξεν ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα ὅλα τὰ χρυσᾶ νομίσματα. Πῶς τὰ ἐδίωξεν; Ἰδοὺ ὁ λόγος, κύριοι. Ὅταν ἦναι δύω νομίσματα ἓν πραγματικὸν καὶ ἓν ἀντιπροσωπικὸν ἢ ἀδιαφόρως ὅτε τὸ ἓν ἔχει ὀλιγωτέραν ἀξίαν ἀπὸ τὸ ἄλλο, αἱ συναλλαγαὶ γίνονται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἠλαττωμένου νομίσματος, διότι καὶ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ἀγοράσῃ εὐχαριστεῖται νὰ δώσῃ ὀλιγώτερα νομίσματα, καὶ ἐκεῖνος ὁποῖος χρεωστεῖ καὶ θὰ πληρώσῃ εὐχαριστεῖται νὰ δώσῃ ἠλαττωμένον νόμισμα. Ἐντεῦθεν τὸ καλὸν νόμισμα φυγαδεύεται ἀπὸ τὸν τόπον. Εἶδα εἰς μίαν ἑξαμηνίαν, ὅτι ἡ Τράπεζα εἶχεν εἰς κυκλοφορίαν 39,000,000 εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια· δὲν πιστεύω τόση κυκλοφορία χαρτονομίσματος νὰ ἦναι ἐκ τῶν ἀπαραιτήτως ἀναγκαίων· ἂν ἡ Τράπεζα ἐβαστοῦσε τὸ τραπεζικόν της γραμμάτιον περιωρισμένον, καὶ μᾶλλον ἐζητεῖτο ἢ προσεφέρετο, ἠξεύρετε τὸ χαρτονόμισμά της τί θὰ ἦτο; ποτὲ δὲν ἤθελε ἐκπέσει τῆς ἀξίας, καὶ ἠμποροῦσε κανεὶς μὲ χαρτονόμισμα τῆς Τραπέζης νὰ εὕρῃ παντοῦ χρυσοῦν νόμισμα. Τί συμβαίνει τώρα; αὐτὰ τὰ χαρτονομίσματα δίδονται εἰς ἀργυραμοιβοὺς καὶ λαμβάνονται χρυσᾶ νομίσματα Ἀγγλικὰ καὶ Γαλλικὰ 2% ἀκριβώτερον, ὥστε τὸ νόμισμα αὐτὸ ἔχει ἐκπέσει οἴκοθεν· δὲν πταίουν τὰ ξένα νομίσματα, τὰ ὁποῖα ἀφοῦ ἐφυγαδεύθησαν ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, εἶπεν ὁ κ. Σιμόπουλος, ὅτι ἔκτοτε τὸ συνάλλαγμα ἠλαττώθη εἰς 13%, δὲν εἶναι ἀκριβὲς τοῦτο. Ἡμεῖς ἔχομεν καὶ ἕνα ἄλλον λόγον νὰ μὴ θέσωμεν εἰς ἐνέργειαν τὸ νέον νομισματικὸν σύστημα, διότι εἶναι νόμισμα χονδρὸν διὰ τὴν Ἑλλάδα· μάλιστα καὶ αὐτὰ τὰ κέρματα εἶναι χονδρὰ διὰ τὴν Ἑλλάδα· εἰς τὴν Τοσκάνην διερχόμενός ποτε, ἀπήντησα, ὅτι τὸ φρατζεσκόνι εἶχε 10 πάουλα· οἱ Γάλλοι ἔχουν φράγκα, οἱ Ἄγγλοι ἔχουν σελίνια, τὸ ὁποῖον εἶναι μεγαλεῖτερον· ἡ μονὰς εἰς τὰ ἔθνη τὰ πτωχὰ πρέπει νὰ ἦναι μικροτέρα, ἰδοὺ ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον καὶ ὡς ὑπουργὸς ἀνέβαλον τὴν ἐκτέλεσιν αὐτοῦ τοῦ νόμου τοῦ 1867 καὶ ὡς ἰδιώτης τὸν ἐπολέμησα· διὰ τοῦτο πρέπει ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν γνώμην μου νὰ ἀκυρώσῃ αὐτὸ τὸ Διάταγμα, τὸ ὁποῖον εἶναι παρανομώτατον. Ἀλλὰ τί θὰ γείνῃ μετὰ ταῦτα; αὐτὸ ἂς τὸ σκεφθοῦν οἱ κύριοι ὑπουργοί· πρέπει νὰ πάρωμεν τὴν ἀρχὴν νὰ τσακίζωμεν τὰ Διατάγματα τὰ μὴ στηριζόμενα εἰς τὸν νόμον, διότι μία ἀρχὴ κακὴ κακὸν ἔχει καὶ τέλος· δὲν πρέπει ποτὲ νὰ συγχωρήσωμεν τὰ Διατάγματα νὰ νομοθετοῦν, ὄχι· τὰ διατάγματα πρέπει νὰ ἐκτελοῦν νόμους, ὅπως ῥητῶς τὸ λέγει τὸ Σύνταγμα. Διὰ ταῦτα ἐπιμένω, ὅτι αὐτὸ τὸ Διάταγμα πρέπει νὰ ἀκυρωθῇ.
§90ΒΕΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐντὸς ἑνὸς ἔτους, κύριοι, δύω κλονισμοὶ ἄμεσοι εἰς τὴν ἰδιωτικὴν περιουσίαν ἦλθον διὰ δύω Β. Διαταγμάτων ἀφορώντων τὰ νομίσματα· τὸ μὲν πρῶτον τὴν ὑποτίμησιν, τὸ δὲ ἕτερον τὸν ἀποκλεισμὸν τῶν ξένων νομισμάτων· ἰδιαιτέρως, κύριοι, καθόσον ἀφορᾷ τὴν Ἑπτάνησον καὶ τὴν Κέρκυραν μάλιστα, ἀμφότερα τὰ Διατάγματα ταῦτα ἔφερον κλονισμοὺς σπουδαίους, καθόσον ἡ δοσοληψία ἡ ἐμπορική, ἰδιαιτέρως κατὰ τὸ πλεῖστον μέρος, γίνεται διὰ τῆς ἀντικρὺ Ἠπείρου, ὅπου ὅλαι αἱ συναλλαγαὶ ἐγένοντο διὰ τῶν Μεξικανικῶν καὶ Γερμανικῶν ταλλήρων. Ἐννοεῖται οἴκοθεν, ὅτι ἐγὼ κηρύττομαι ἀπὸ τοῦδε κατὰ τῆς ἀρχῆς τῆς διὰ Β. Διαταγμάτων διαῤῥυθμίσεως, εἴτε ὡς πρὸς τὴν διατίμησιν εἴτε ὡς πρὸς τὴν παραδοχὴν καὶ τὸν ἀποκλεισμὸν τῶν ξένων νομισμάτων. Δὲν θὰ σᾶς ἀπασχολήσω περὶ τούτου, καθόσον ἄλλοι πρὸ ἐμοῦ ἐμβριθέστεροι ἐκήρυξαν τὴν σωτηρίαν ἀρχήν, ὅτι δὲν πρέπει διὰ Β. Διαταγμάτων νὰ γίνεται τοιοῦτος κλονισμὸς εἰς τὸ ἰδιωτικὸν συμφέρον· ὀφείλω ὅμως νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς εἰς ἄλλα πλέον ἐγγύτατα συμφέροντα· ἡ ἀκύρωσις τοῦ Β. Διατάγματος θέλει ἐπιφέρει βεβαίως τὸ ἑξῆς ἀποτέλεσμα, τοῦ νὰ ληφθῇ ἄλλη πρόνοια περὶ τῶν ξένων νομισμάτων· καὶ ὡς εἶπεν ὁ προλαλήσας, ἀνήκει τοῦτο εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ τὸ παραδεχθῇ, ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελεν ἐγκριθῆ τὸ Βασιλικὸν τοῦτο Διάταγμα. Ἀλλὰ διὰ τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου δὲν προτείνεται ἡ ἐπικύρωσις τοῦ Διατάγματος, τὸ ὁποῖον ἐξῄρεσεν ἐκ τῆς κυκλοφορίας τὰ ξένα νομίσματα, προστίθενται καὶ ἕτερα δύω ἄρθρα, τὰ ὁποῖα ἀφαιροῦσι τὰς διαφοράς, αἵτινες ἐλήφθησαν εἰς τὰς δύω ἐποχάς, μέχρι τῆς πρώτης Αὐγούστου ἡ πρώτη καὶ ἡ δευτέρα ἀπὸ τῆς πρώτης Αὐγούστου καὶ ἐντεῦθεν. Ἰδοὺ τί λέγει εἰς τὴν ἔκθεσίν του ὁ ὑπουργός· ἡ κρατηθεῖσα διαφορὰ ἐκ τῶν ἀνταλλαχθέντων μέχρι τέλους Ἰουλίου ξένων νομισμάτων, ἥτις πρόκειται νὰ ἐπιστραφῇ, ἀνέρχεται εἰς δραχ. 74,200, ἡ δὲ κρατηθεῖσα ἐκ τῶν ἀνταλλαχθέντων ἐντὸς τοῦ Αὐγούστου καὶ ἥτις καταλογισθήσεται εἰς τὰ δημόσια ἔσοδα ἀνέρχεται εἰς δραχ. 177,250» δικαιολογεῖται δὲ αὐτὴ ἡ παρακράτησις εἰς τὴν ἰδίαν ἔκθεσιν διὰ τῶν ἑξῆς· «Νομίζω δὲ ἀναγκαῖον νὰ προσθέσω ἐνταῦθα, ὅτι καὶ ἐπὶ τῇ ἀνωτέρᾳ ἐκπτώσει καὶ ἄνευ ἐλπίδος τινὸς πρὸς ἐπιστροφὴν αὐτῆς ἐπαρουσιάσθη ὑπὸ κερδοσκόπων εἰς τὰ ταμεῖα τῆς Ἑπτανήσου καὶ ἰδίως τὸ τῆς Κερκύρας ἱκανὴ ποσότης ξένων νομισμάτων πρὸς ἀνταλλαγήν, ὥστε ἐπῆλθεν ἡ ἀνάγκη τῆς λήψεως ἐξαιρετικῶν μέτρων πρὸς ἀπώθησιν τῶν κερδοσκόπων». Ἐρωτῶ ὅμως τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἂν ἦναι ἀληθὲς ὅτι εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον Κερκύρας ἐδόθη διαταγὴ ἵνα μὴ ἀνταλλάσσωνται τὰ ξένα νομίσματα ἀπὸ τῆς 28 Ἰουλίου, καὶ ἂν δὲν ἔκλεισεν τὸ ταμεῖον Κερκύρας μὴ ἀνταλλάσσον ἀπὸ τῆς 28 Ἰουλίου ξένα νομίσματα μὲ τὸ νέον νόμισμα.
§91ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές.
§92ΒΕΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τότε σᾶς λέγω ὅτι τὸ πρᾶγμα ἠκολούθησεν οὕτω, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν ὅλων τῶν βουλευτῶν Κερκύρας, ὅτι τὸ δημόσιον ταμεῖον ἀπὸ τῆς 28 Ἰουλίου ἔπαυσε καὶ δὲν ἐδέχετο εἰς ἀνταλλαγὴν ξένα νομίσματα· τοῦτο εἶναι θετικὸν, καὶ ὡς ἐκ τούτου τί συνέβη; Ὅτι τὸ παράδειγμα τοῦ ταμείου ἐμιμήθη καὶ ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα καὶ δὲν ἀντήλλασσον νομίσματα, ἐπροφασίζετο δὲ ὁ ταμίας ὅτι ἐξετέλεσε τηλεγραφικὴν διαταγὴν τοῦ ὑπουργοῦ. Τί συνέβη δὲ τότε; Οἱ κάτοχοι ξένων νομισμάτων, τὰ ὁποῖα ἦσαν εἰς τὴν κυκλοφορίαν, οἱ ὄντες ἐν τῇ καλῇ πίστει ὅτι ἠδύναντο ν’ ἀνταλλάξωσιν αὐτὰ μέχρι τῆς 1 Αὐγούστου, δὲν τὰ ἀντήλλαξαν καὶ τότε παρουσιάσθησαν κερδοσκόποι διὰ νὰ ὠφεληθῶσι. Δὲν εἶναι λοιπὸν δίκαιον οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι κατῴκουν τὰς πλέον μεμακρυσμένας κώμας νὰ ὑποστῶσι τοιαύτην ζημίαν. Νομίζω λοιπὸν, κύριοι, ὅτι ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν ὅσων χρημάτων παρεκατετέθη ἡ διαφορὰ τῆς ἀνταλλαγῆς ἀπὸ 1 Αὐγούστου ἐν Κερκύρᾳ ν’ ἀποδοθῇ καὶ νὰ μὴ δημευθῇ χάριν τοῦ Δημοσίου, διότι ἐν Κερκύρᾳ σᾶς εἶπον ὅτι τὸ ταμεῖον ἐκλείσθη ἀπὸ τῆς 28 Ἰουλίου.
§93ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Θέλω ἀπαντήσει κατὰ πρῶτον εἰς τὸν λόγον τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος περιωρίσθη σήμερον ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι ἡ πρᾶξις, ἣν ἔφερε πρὸς κύρωσιν, δὲν εἶναι ἀντισυνταγματική· νομίζω δὲ, ὅτι τὸ ἔργον, ὅπερ ἀναλαμβάνω, εἶναι εὐκολώτατον, διότι φέρων ὁ κ. ὑπουργὸς τὸ διάταγμα πρὸς ἔγκρισιν ἐνώπιον τοῦ σώματος ὡμολόγει, ὅτι ἐνήργησε πρᾶξιν διαφεύγουσαν τὴν δικαιοδοσίαν του. Ἀλλ’ ὅμως, πλὴν τούτου εἶναι ἀποδεδειγμένον, ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἄνευ τῆς συμπράξεως τῆς νομοθετικῆς δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διαθέτῃ τὰ τοῦ νομίσματος καὶ ἐκ πολλῶν ἄλλων λόγων. Ὁ κ. ὑπουργὸς ματαίως, νομίζω, ἐποιήσατο διάκρισιν μεταξὺ διατιμήσεως καὶ ἀπαγορεύσεως. Ἐξετάζω κατὰ πρῶτον τὴν διατίμησιν· ἔπειτα θέλω ὁμιλήσει περὶ ἀπαγορεύσεως. Ἡ διατίμησις, λέγει ὁ κ. ὑπουργὸς, εἶναι πρᾶξις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἢ τοὐλάχιστον τὸ ζήτημα εἶναι ἀμφίβολον, καὶ ἐπὶ ἀμφιβολίας ἐπιτρέπεται εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, νὰ δεχθῇ τὴν ἑτέραν τῶν γνωμῶν. Νομίζω, ὅτι ἐὰν τὰ νομισματικὰ εἶναι ἀντικείμενον τῆς νομοθετικῆς ψήφου, ἡ διατίμησις εἶναι ἀναμφισβητήτως τῆς δικαιοδοσίας τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας· διότι τὰ νομισματικὰ εἰς οὐδὲν ἄλλο συνίστανται, εἰμὴ εἰς τὴν διατίμησιν. Ἀνοίξατε οἱονδήποτε νόμον θέλετε ἀφορῶντα εἰς τὰ νομισματικὰ οἱουδήποτε Κράτους, καὶ ζητήσετε ἐν τῷ νόμῳ αὐτῷ τὸ οὐσιῶδες, τὸ κύριον, τὸ ἔχον τὴν ἀνωτάτην ἀξίαν, τὸ προσδιορίζον τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ ψηφίζοντος, καὶ θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ἐν τοῖς νόμοις αὐτοῖς οὐδὲν ἄλλο ὑπάρχει οὐσιωδέστατον, εἰμὴ μόνον τὸ τῆς διατιμήσεως. Ὅλα τὰ λοιπὰ εἶναι ἐπουσιώδη. Ἐὰν διαιρῶνται τὰ νομίσματα εἰς τάξεις, ἐὰν διαιρῶνται εἰς κερμάτια ἢ εἰς κύρια νομίσματα, ἐὰν διαιρῶνται εἰς ἀργυρᾶ, εἰς χαλκᾶ ἢ εἰς χρυσᾶ, ἐὰν ἔχουν αὐτὴν ἢ ἐκείνην τὴν σφραγῖδα, αὐτὰς ἢ ἐκείνας τὰς διαστάσεις, ὅλα αὐτὰ εἶναι μηδὲν ἐνώπιον τῆς διατιμήσεως, ἥτις προσδιορίζει τὴν ἀνταλλακτικὴν ἀξίαν τοῦ μετάλλου καὶ κανονίζει τὴν σχετικὴν ἀξίαν τῶν ἐμπορευμάτων πρὸς ἄλληλα. Ἐὰν λοιπὸν παραδεχθῆτε, ὅτι τὰ νομίσματα κατὰ τὸ οὐσιῶδες τοὐλάχιστον αὐτῶν εἶναι ἀντικείμενα νομοθετικῆς πράξεως, ἡ διατίμησις εἶναι ἀναμφισβητήτως τῆς νομοθετικῆς δικαιοδοσίας. Τότε μόνον ἠμπορεῖτε νὰ γεννήσετε ζήτημα περὶ τοῦ ἂν ἡ διατίμησις ᾖναι ἢ δὲν ᾖναι τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας δικαίωμα, ὅταν ἰσχυρισθῆτε, ὅτι τὰ νομισματικὰ ἐν γένει δὲν ἀνήκουν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ἀλλ’ εἶναι τῆς ἐκτελεστικῆς. Ἐὰν ὅμως παραδεχθῆτε, ὅτι δὲν ἠμποροῦν νὰ διατίθενται τὰ ὑλικὰ συμφέροντα τῆς κοινωνίας, δι’ οὗ μέσου διατίθενται διὰ τοῦ νομίσματος, ἄνευ τῆς συνδρομῆς τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, τότε, ἐννοεῖται, δὲν πρέπει νὰ συζητῶμεν πλέον, ἐὰν τὰ τῆς διατιμήσεως ἀνήκουσιν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ἢ τὴν νομοθετικήν. Νομίζω, ὅτι οὕτως εὐκρινῶς ἔθεσα τὸ θέμα, καὶ νομίζω, ὅτι ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον ἀνέφερα, εἶναι τόσον πειστικὸς, ὥστε καὶ ἂν ὑπάρχῃ τι παράδειγμα κατὰ τὸ παρελθὸν, εἴτε κατὰ τὸ 1855, ὡς ἀνέφερεν ὁ κ. ὑπουργὸς, εἴτε προγενέστερον, εἴτε μεταγενέστερον, πρέπει νὰ θεωρηθῇ τὸ τοιοῦτον παράδειγμα ὡς ἐναντίον τῶν νόμων ὑπάρχον. Καὶ τῷ ὄντι, κύριοι, ἤθελεν εἶσθαι ὅλως διόλου παράλογον νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι ἀπούσης τῆς Βουλῆς, σχολαζούσης τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἡ Κυβέρνησις δύναται τὴν δραχμὴν ἔχουσαν ὡρισμένην ἀνταλλακτικὴν ἀξίαν νὰ τὴν ἀναβιβάσῃ εἰς τὸ διπλάσιον, ἢ νὰ τὴν ὑποβιβάσῃ εἰς τὸ ἥμισυ, καὶ πολὺ παραλογώτερον, ἐὰν παραδεχθῆτε, ὅτι τοῦτο μὲν δύναται νὰ τὸ πράξῃ, δὲν δύναται ὅμως νὰ μεταβάλλῃ τὰς γραμμὰς, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐγκεχαραγμέναι ἐπὶ τῆς δραχμῆς ἐπὶ τῆς μιᾶς ἢ ἑτέρας πλευρᾶς, ἢ τὰς διαφόρους διαστάσεις τοῦ ἑκάστου τεμαχίου νομίσματος. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀπαγόρευσιν, νομίζω, ὅτι εἴμεθα εἰς τὰ αὐτὰ, διότι ἡ ἀπαγόρευσις εἶναι ἀναίρεσις τοῦ νομισματικοῦ συστήματος ἢ ὁλοκλήρου ἢ ἐν μέρει. Ἐὰν ἔν τινι τόπῳ ὑπάρχουν δύω ἀργυρᾶ νομίσματα, ἡ ὕπαρξις αὐτῶν τῶν δύω ἀργυρῶν νομισμάτων ἀποτελεῖ τὸ νομισματικὸν σύστημα. Ἐὰν ὑπάρχουν καὶ χρυσᾶ ἓν ἢ δύω, καὶ χαλκᾶ ἓν ἢ δύω, ἡ ὕπαρξις αὐτῶν τῶν νομισμάτων ὁμοῦ μετὰ τῆς διατιμήσεως αὐτῶν ἀποτελεῖ τὸ νομισματικὸν σύστημα· Ἐὰν δὲ τὸ νομισματικὸν σύστημα εἶναι τὸ ἀντικείμενον τῆς μερίμνης τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, πῶς δύνασθει νὰ ἰσχυρισθῆτε, ὅτι δύναται διὰ Διατάγματος νὰ καταργηθῇ τὸ ἥμισυ, ἀπαγορευούσης τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας τὴν κυκλοφορίαν τοῦ ἡμίσεος αὐτοῦ; Δὲν πρέπει δὲ νὰ σᾶς ἐπηρεάσῃ διόλου, ὅτι ἐνταῦθα δὲν πρόκειται περὶ νομίσματος καθαρῶς ἑλληνικοῦ, ἀλλὰ περὶ νομισμάτων, τὰ ὁποῖα ἀνήκουν εἰς ἄλλα Κράτη, ἀλλὰ τὰ ὁποῖα κυκλοφοροῦν δυνάμει τοῦ νόμου τοῦ 1833, διότι εἶναι νομίζω τὸ αὐτό. Ἡ Κυβέρνησις ἰσχυρίζεται, ὅτι εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην. Τὸ ζήτημα εἶναι διαφορετικόν. Ἄλλο εἶναι τὸ ζήτημα, ἐὰν δικαιωματικῶς ἐδύνατο νὰ ἐκδώσῃ ὅπερ ἐξέδωκε Διάταγμα, καὶ ἄλλο τὸ ζήτημα, ἐὰν δὲν ἠδύνατο μὲν, ἠναγκάσθη ὅμως. Αἱ μεταβολαὶ, ὡς γνωρίζετε, εἰς τὴν διατίμησιν τῶν νομισμάτων ἐπιφέρουν τοιαύτην σύγχυσιν εἰς τὰς συναλλαγὰς καὶ τοσαύτας ζημίας, ὥστε βεβαίως δὲν πρέπει νὰ παραδεχθῆτε τὴν ἀρχὴν, ὅτι εἰκῆ καὶ ὡς ἔτυχε δύναται ἡ Κυβέρνησις ἄνευ μάλιστα τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας νὰ προβαίνῃ εἰς τὰς μεταβολάς. Ἐὰν μάλιστα ἐξετάσητε τὴν προκειμένην περίστασιν, ἣν ἡμεῖς σήμερον σκεπτόμεθα, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔπραξε καὶ πρᾶξιν, ἥτις ἀφορᾷ περίστασιν διαβατικήν. Νομίζω, ὅτι τὰ διατάγματα, περὶ ὧν πρόκειται, εἶναι τοῦ Ἰουνίου ἢ Ἰουλίου.
§94ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦ Μαρτίου, δὲν εἶναι διάταγμα....
§95ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὁ ἄργυρος ὑπετιμᾶτο, νομίζω, μὲ 49 δυνάρια, ἐνῷ κατὰ τὴν ἀρχὴν τοῦ ἔτους, δηλαδὴ τὸν Ἰανουάριον, ἰσοτιμᾶτο μὲ 56· ὑπῆρχε διαφορὰ 6, 7 δυναρίων. Ἤδη δὲ κατὰ τὸν Νοέμβριον μῆνα ποῦ ἔφθασεν ὁ ἄργυρος; μεταξὺ 55 καὶ 56 πάλιν. Διὰ νὰ ἐννοήσητε δὲ καλῶς τὰ τῆς ἐκπτώσεως, πρέπει νὰ γνωρίζητε, ὅτι εἰς τὸ ἄρτιον εἶναι ὁ ἄργυρος κατὰ τὴν νομισματικὴν κλίμακα χρυσοῦ καὶ ἀργύρου, τὴν παραδεδεγμένην ἐν Ἑλλάδι καὶ ἐν Γαλλίᾳ, ὅταν ἰσοτιμᾶται μὲ δυνάρια 60½. Τότε ἔχετε τὸ ἄρτιον, δηλαδὴ 15½ μονάδας ἀργύρου ἰσοδυναμούσας μὲ μίαν μονάδα χρυσοῦ. Αὐτὴ εἶναι ἡ βάσις τοῦ ἡμετέρου νομισματικοῦ συστήματος τοῦ 1863, καὶ αὐτὴ εἶναι καὶ ἡ ἐν Γαλλίᾳ καὶ εἰς ὅλας σχεδὸν τὰς ἐπικρατείας τῆς Εὐρώπης πλὴν τῆς Ἀμερικῆς, ὅπου διὰ νὰ ἐμποδίσωσι τὴν φυγάδευσιν τοῦ χρυσοῦ ἔχουσιν αὐτὸν κατά τι ὑψωμένον, νομίζω δὲ εἰς τὰ 16. Λοιπὸν φρονῶ, ὅτι δὲν ἦτον ἡ ἀνάγκη τοσαύτη, ὥστε ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία νὰ ὑπερπηδήσῃ ὅλα τὰ προσκόμματα τῆς ὑπερβάσεως τῶν καθηκόντων της. Διατελοῦμεν τῳόντι εἰς περίοδον συχνῆς αὐξομειώσεως, ἐντὸς ὅμως ὡρισμένων περίπου ὁρίων τῆς τιμῆς τοῦ ἀργύρου· ἀλλ’ ἡ πεῖρα ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ αὐξομείωσις αὕτη εἶναι περίπου σταθερὰ, καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἐπρονόησε κατὰ τὸ Μάρτιον ἢ τὸν Ἀπρίλιον, ἠδύνατο, ἐὰν ἤθελε, νὰ τὸ προνοήσῃ καὶ κατὰ τὸν Δεκέμβριον, ὅτε ἡμεῖς συνεδριάζομεν ἐδῶ. Ἐνθυμηθῆτε ὅ,τι σᾶς προεῖπον: τὸν Ἰανουάριον καὶ Νοέμβριον ε. ε. ὁ ἄργυρος ἦτον εἰς τὰ 55 ἢ 56, ἐν τῷ μεταξὺ δὲ καὶ ὑπετιμήθη καὶ ὑπερετιμήθη. Πρὸς τί λοιπὸν τὰ παράνομα νομοθετικὰ Διατάγματα; Ἀλλὰ, κύριοι, ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν συζητουμένην ὑπόθεσιν ἔπραξε πολλὰ ἄλλα δι’ ἃ εἶναι νομίζω ἀξιοκατάκριτος. Κατὰ τὴν περυσινὴν σύνοδον ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη ὁριστικῶς, ὅτι ἀπαγορεύει τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ νομισματικοῦ συστήματος τοῦ 1867· ἀπεφάνθη προσέτι, ὅτι ἀπαγορεύει εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ἵνα διὰ Διατάγματος εἰσάξῃ τὸ νέον νομισματικὸν σύστημα· ἐπεφυλάχθη δὲ νὰ ἀποφασίσῃ περὶ τούτου διὰ νόμου ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία. Κατὰ τὴν ἀναχώρησίν μας ὅμως ἡ Κυβέρνησις ἐλησμόνησε πάντα ταῦτα, καὶ οὐ μόνον μετέβαλε τὸ νομισματικὸν σύστημα διὰ τῶν πράξεων, τὰς ὁποίας ἐνήργησε, τῆς ὑποτιμήσεως καὶ τῆς ἀπαγορεύσεως, ἀλλὰ συγχρόνως ἔλαβε τὴν ἄδειαν παρὰ τῆς τελευταίας διεθνοῦς συνόδου νὰ κόψῃ 20, νομίζω, ἑκατομμύρια δραχμῶν ἢ φράγκων νέων, νόμισμα ἐξ ἐκείνων, τὸ ὁποῖον δὲν εἰσήχθη εἰς τὴν Ἑλλάδα εἰσέτι, καὶ τοῦ ὁποίου τὴν εἰσαγωγὴν ἀπηγόρευσεν ἡ Βουλὴ πέρυσι, καὶ οὐ μόνον ἔλαβε τὴν ἄδειαν, ἀλλὰ καὶ ἔκοψεν ἤδη, νομίζω, 12,000,000 δραχμῶν κατὰ τὸ διάστημα τῆς ἀπουσίας ἡμῶν καὶ εἰσήγαγεν αὐτὸ εἰς τὸ Κράτος. Ποία εἶναι ἡ θέσις σας, κύριοι, ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως ἐνώπιον αὐτῆς τῆς πράξεως; Νομίζω, ὅτι ἐμπαίζεσθε. Δὲν πρόκειται ἁπλῶς νὰ κρίνητε ἓν Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐγένετο ὑποτίμησις καὶ ἀπαγόρευσις κυκλοφορίας νομισμάτων, οὔτε πρόκειται περὶ Διατάγματος, διὰ τοῦ ὁποίου μόνον ὑπετιμήθησαν αὐτὰ τὰ νομίσματα τὰ ξένα, ὅπως ἀποκτήσουν συστηματικὴν ἀξίαν ἴσην μὲ τὴν ἐσωτερικήν· ἡ Κυβέρνησις προέβη περαιτέρω. Τὸ νομισματικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀπηγορεύσατε νὰ εἰσαχθῇ, χωρὶς νὰ τὸ ψηφίσητε ἐκ νέου, αὐτὸ εἰσήγαγεν ἡ Κυβέρνησις. Καὶ τί παρατηρεῖτε σήμερον εἰς τὴν ἀγορὰν, κύριοι; Παρατηρεῖτε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἤθελε παρατηρηθῆ εἰς λαὸν ἀσύντακτον, ὅστις δὲν ἀποτελεῖ κράτος, ἢ ἂν, θέλετε, εἰς ἕνα ἐκ τῶν λαῶν τῆς ἀπωτάτης Ἀνατολῆς, ὅπου ὅποιος φθάσει ἠμπορεῖ νὰ εἰσάγῃ ἄγνωστα νομίσματα. Τί ἀπαντᾶτε εἰς τὴν ἀγορὰν σήμερον; Ἓν νόμισμα κυκλοφοροῦν ὡς νόμισμα Ἑλληνικὸν, τὸ ὁποῖον δὲν εἰσήγαγεν οὔτε νόμος, οὔτε Διάταγμα, καὶ τὰ δημόσια ταμεῖα δέχονται τὸ νόμισμα αὐτὸ καὶ κάμνουν δι’ αὐτοῦ τὰς δημοσίας συναλλαγάς.
§96ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ νόμος τοῦ 1867 δίδει τὴν ἄδειαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ κόψῃ τοιαῦτα νομίσματα, καὶ εἶχον κοπῆ τοιαῦτα πολὺ πρίν.
§97ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μετὰ τὴν ἀπαγόρευσιν, σᾶς λέγω.
§98ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μήπως προτήτερα δὲν ἦσαν κομμένα; Ηὔξησε τὸ ποσόν.
§99ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω, ὅτι ὁμιλῶ εἰς γλῶσσαν πολλὰ καταληπτήν. Ἰσχυρίζομαι, ὅτι κατὰ τὴν περυσινὴν σύνοδον διὰ πράξεώς της ἡ Βουλὴ ἀπηγόρευσε τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος. Πρώτη συνέπεια εἶναι, ὅτι ἀπαγορεύει τὴν ἐκκοπὴν νέων νομισμάτων αὐτοῦ τοῦ συστήματος· πρώτη συνέπεια εἶναι, ὅτι ἀπαγορεύει εἰς τὰ δημόσια ταμεῖα νὰ δέχωνται τοιαῦτα νομίσματα· πρώτη συνέπεια εἶναι, ὅτι ὑποχρεοῖ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ ἀναδεχθῇ διὰ τὸ μέλλον μετὰ τὴν ψήφισιν τῆς εἰρημένης ἀποφάσεως καμμίαν ὑποχρέωσιν εἴτε πρὸς τὸ διεθνὲς συνέδριον, εἴτε πρὸς τὴν ἐθνικὴν Τράπεζαν, εἴτε πρὸς τοὺς συναλλασσομένους περὶ νομίμου ὑπάρξεως ἑλληνικοῦ νομίσματος μὴ ὑπάρχοντος νομίμως. Ἡ δὲ Κυβέρνησις ἠθέτησε πάντα ταῦτα καὶ ὑποχρεώσεις συνωμολόγησε, καὶ νέον νόμισμα ἔκοψε, καὶ εἰς τὰ ταμεῖα τὸ ἐδέχθη, καὶ ὡς νόμισμα τῆς πολιτείας τὸ ἐκήρυξεν. Αὐτὸ δὲν ἐμφαίνει καταφρόνησιν; Τί ἐμφαίνει; τί πράξεις εἶναι αὗται; τί σημασίαν ἔχουν; Εἶναι πράξεις κατάντικρυ τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς γενόμεναι· δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ζητήματα διφορούμενα· δὲν ἐπιδέχονται παρὰ μίαν καὶ μόνην λύσιν, ἣν προανέφερον. Καὶ δὲν ἔχουν, κύριοι, μόνον αὐτὸν τὸν χαρακτῆρα αὗται αἱ πράξεις, ὃν προεξέθεσα, ἀλλ’ ἔχουν καὶ ἄλλον χαρακτῆρα. Ἡ Κυβέρνησις, κατ’ ἐμὲ, κατέγεινε διὰ τῶν πράξεων αὐτῶν νὰ εἰσάξῃ πλαγίως καὶ ἐμμέσως τὸ νέον νομισματικὸν σύστημα, εἰς τὸ ὁποῖον ἔχει ἰδιαιτέραν στοργὴν, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, αὐτῆς τοὐλάχιστον τῆς περιόδου, δὲν στέργει, δηλονότι δὲν ἔδειξεν ἀκόμη πρὸς αὐτὸ τὴν αὐτὴν, ἣν ἡ Κυβέρνησις ἔχει στοργήν. Ἡμεῖς, κύριοι, συνεζητήσαμεν διὰ μακρῶν τὰ ἐκ τοῦ νομισματικοῦ συστήματος συμφέροντα τοῦ τόπου, καὶ ἀφοῦ ἐσυζητήσαμεν αὐτὰ ὑπὸ ὅλας τὰς ἐπόψεις καὶ ἐξηντλήσαμεν ὅλας τὰς θεωρίας, καὶ τὰς ὑπὲρ καὶ τὰς κατὰ, ἐφθάσαμεν εἰς τὸ ἐξαγόμενον εἰς τὸ ὁποῖον ἐφθάσαμεν, ἤγουν ὅτι δὲν θέλομεν νὰ εἰσαχθῇ τὸ σύστημα τοῦ 1867· ἀπαγορεύομεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐκδώσῃ διάταγμα περὶ εἰσαγωγῆς του, καὶ κατὰ συνέπειαν πᾶσαν πρᾶξιν τείνουσαν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν αὐτοῦ. Ἡ Κυβέρνησις ὅμως διὰ τῶν πράξεων, ἃς προανέφερα, τὸ εἰσήγαγεν ἤδη εἰς τὸν τόπον ἐναντίον τῆς δηλώσεώς σας, καὶ ὑπάρχει σήμερον, καὶ θέλετε ἀπαντήσει μεγίστην δυσκολίαν, ὅπως ἠμπορέσητε ν’ ἀποφασίσητε ἐλευθέρως περὶ νομισματικοῦ συστήματος πλέον· διότι ἀντιπροσωπεύοντες τὴν κοινωνίαν καὶ τὰ συμφέροντά της, χρεωστεῖτε ἤδη μετὰ τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως, ἃς προανέφερα, νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὁποίας βλάβας καὶ καταστροφὰς θέλετε προξενήσει, ἐὰν ἀποσύρητε τῆς κυκλοφορίας τὸ ἄνευ τῆς θελήσεώς σας εἰσαχθὲν νομισματικὸν σύστημα, διότι σεῖς δὲν καλεῖσθε ἐδῶ, διὰ νὰ συγγράψητε θεωρίας περὶ νομισματικοῦ συστήματος, ἀλλὰ νὰ πραγματοποιήσητε αὐτάς. Κατὰ συνέπειαν τὴν ἐπιῤῥοὴν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ εἰσαγωγὴ αὐτῶν τῶν συστημάτων εἰς τὸν τόπον, αὐτὴν θὰ σκεφθῆτε κατὰ πρῶτον. Ἄνευ τῶν 12,000,000, τὰ ὁποῖα εἰσήγαγεν ἄνευ τῆς θελήσεώς σας ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν κυκλοφορίαν, ἡ θέσις ἦτο διαφορετικὴ, ἀλλ’ ἤδη μετὰ τὴν εἰσαγωγὴν εἶναι ἄλλη. Αὐτὸ δὲ, κύριοι, ἐγὼ τὸ προέβλεψα πέρυσι καὶ ἀκούσατε τί εἶπον, ὅταν ἀπεφασίσαμεν, ὅτι ἀναβάλλομεν ἐπ’ ἀόριστον χρόνον τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ νομισματικοῦ συστήματος τοῦ 1867, καὶ ὅτι ἀπαγορεύομεν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, νὰ εἰσαγάγῃ αὐτὸ διὰ Βασιλικοῦ διατάγματος, καὶ ὅτι μόνον διὰ νόμου θέλουν ἀποφασισθῆ τὰ περὶ τούτου. Ὁ κύριος ὑπουργὸς κατόπιν ἔφερεν ἓν μοναδικὸν ἄρθρον ὅπερ ἔλεγεν, ὅτι ἀναβάλλεται μέχρι τῆς 1 Ἰανουαρίου 1877 ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου 1867. Ἀποκρούων αὐτὴν τὴν πρότασίν του ἔλεγον τότε· (Ἀναγινώσκει). Αὐτὰ, τὰ ὁποῖα εἶπον τότε, κατὰ γράμμα ἐξετελέσθησαν κατόπιν, ὄχι διὰ τῆς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν ἔφερεν ὁ κ. ὑπουργὸς, διότι ἡ τροπολογία ἐκείνη δὲν ἐψηφίσθη, ἀλλὰ διὰ τῆς πράξεως, εἰς ἣν προέβη, καὶ περὶ ἧς δὲν καλούμεθα κἂν νὰ ἀποφασίσωμεν. Τὸ διάταγμα δὲν ἀναφέρει τίποτε, ἡ Κυβέρνησις ἐνεφανίσθη εἰς τὴν συνέλευσιν τῶν........... ἐζήτησε νὰ τῆς δώσῃ τὸ δικαίωμα νὰ κόψῃ 20 ἑκατομμύρια νέον νόμισμα, ἔκοψεν ἐξ αὐτῶν 12 ἑκατομμύρια καὶ τὸ εἰσήγαγε καὶ τὸ κυκλοφορεῖ εἰς τὰ δημόσια ταμεῖα, καὶ εἴμεθα ἐνώπιον τοῦ συστήματος πληρέστατα ἐφηρμοσμένου. Λοιπὸν βλέπετε κύριοι ὅτι ἐλέγχοντες τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως τὰς σχετιζομένας μὲ τὴν ὑπὸ συζήτησιν ὑπόθεσιν, ἃς ἐνήργησε κατὰ τὴν ἀπουσίαν μας, δὲν ὀφείλομεν νὰ περιορισθῶμεν μόνον εἰς ἔρευναν θεωρητικὴν περὶ τοῦ τί ἐστὶ Β. Διάταγμα, καὶ ἂν ἡ διατίμησις καὶ ἀπαγόρευσις νομισμάτων νομίμως κυκλοφορούντων ἐπιτρέπεται τῇ ἐκτελεστικῇ ἐξουσίᾳ, ἀλλ’ ἔχομεν ἐνώπιόν μας πράξεις αὐτῆς, αἱ ὁποῖαι μᾶς ἀπαλλάττουν πάσης τοιαύτης ἐρεύνης, διότι ἐκ τῶν πράξεων αὐτῶν ἐξάγεται ὅτι ἡ Κυβέρνησις παρεβίασεν οὐ μόνον τὰ ὅρια τῆς δικαιοδοσίας της, ἀλλὰ καὶ ὅλας τὰς ἀποφάσεις ἡμῶν καὶ μὲ τρόπον μάλιστα καταφρονητικόν. Ἐὰν ἐπρόκειτο, κύριοι, περὶ πράξεων, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶχον ἄλλην τινὰ σημασίαν εἰμὴ ὅτι ἐνέφαινον μόνον τὴν διάθεσιν τῶν ὑπουργῶν ἀπέναντι ἡμῶν καὶ τῶν νόμων, ἴσως δὲν ἔπρεπε τόσον πολὺ νὰ καταγίνω εἰς τὴν ἐξέτασιν αὐτῶν τῶν πραγμάτων· ἀλλ’ ὡς γνωρίζετε αἱ πράξεις τῆς Κυβερνήσεως ἐπήνεγκον καὶ πραγματικὰς εἰς τὴν κοινωνίαν ζημίας. Κατὰ τὴν περυσινὴν σύνοδον ἐξητάσθησαν ἐν ἐκτάσει αἱ συνέπειαι τῆς εἰσαγωγῆς ἑνὸς νέου νομισματικοῦ συστήματος τοῦ ὁποίου ἡ μονὰς εἶναι ἀνωτέρα τῆς τρεχούσης μονάδος, ἀπεδείχθη δὲ τότε (καὶ ἦτο περιττὸν νὰ ἀποδειχθῇ ἀπὸ τοῦ βήματος διότι ὅλος ὁ κόσμος τὸ ᾐσθάνθη) ὅτι ὅταν εἰσάγεται εἰς ἕνα τόπον νέα νομισματικὴ μονὰς κατά τι ἀνωτέρα τῆς ὑπαρχούσης, ἄπειρα πράγματα καὶ πρὸ πάντων τὰ τῆς μικρᾶς ἀξίας καὶ ἡ ἐργασία θέλουσιν ὑπερτιμηθῆ καὶ ἡ ὑπερτίμησις αὐτὴ θέλει καταστήσει διὰ τὰ πρῶτα ἔτη τοὐλάχιστον ἀκριβώτερον τὸν βίον. Ἀλλ’ εἴπομεν συγχρόνως κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην τὴν περυσινὴν ὅτι ἐξ ἀνάγκης θὰ διέλθωμεν ποτὲ δι’ αὐτῆς τῆς ζημίας καὶ δὲν πρέπει νὰ ἔχωμεν τὴν ἐλπίδα ὅτι θὰ τὴν ἀποφύγωμεν διὰ παντός· ἀλλὰ τί προσεθέσαμεν; νὰ ὑποστῶμεν, εἴπομεν, αὐτὴν τὴν ζημίαν· πότε ὅμως; ὅταν θὰ εἰσάξωμεν ἓν σύστημα νομισματικὸν, τὸ ὁποῖον νὰ τὸ ἐγκρίνωμεν καὶ νὰ βλέπωμεν ὅτι τὸ σύστημα αὐτὸ εἶναι προωρισμένον νὰ εὐδοκιμήσῃ παρ’ ἡμῖν. Τὸ σύστημα ὅμως τοῦ 1867 καὶ ἐὰν δὲν κατεδικάζετο τότε ὅτε ἐψηφίσθη, αἱ ἔκτοτε ὅμως συζητήσεις καὶ ἡ ἔκτοτε πεῖρα τῶν ἐθνῶν, τὰ ὁποῖα τὸ ἐφήρμοσαν, ἀπέδειξαν αὐτὸ ὡς ἀσύμφορον ὡς μέλλον νὰ διατηρῇ διὰ παντὸς τὴν ἀγορὰν εἰς τοὺς κινδύνους εἰς τοὺς ὁποίους ἐμβάλλει αὐτὴν ἡ διπλῆ μονὰς ἀργύρου καὶ χρυσοῦ ὡς νομισματικῶν μονάδων. Ἐκ τούτου λοιπὸν ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀποτραπῇ ἀπὸ τῆς πράξεως ἣν ἔπραξε τοῦ νὰ εἰσαγάγῃ ἄνευ τῆς θελήσεώς μας τὸ νομισματικὸν σύστημα, διότι ὑπεχρέωσε τὴν κοινωνίαν νὰ ὑποστῇ αὐτὰς τὰς ζημίας, ἐνῷ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δὲν ἀπεφάσισεν ὁποῖον θὰ ᾖναι τὸ νομισματικὸν σύστημα καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι δὲν θ’ ἀποφασίσῃ νὰ δεχθῇ τὸ σύστημα τοῦ 1867, ἐκτὸς ἐὰν εὑρεθῇ εἰς τὴν ὑλικὴν ἐκείνην ἀδυναμίαν εἰς τὴν ὁποίαν ἔφερε τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν ἡ ἰδία Κυβέρνησις διὰ τῶν πράξεών της, διότι ἔθεσε καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὸν Βασιλέα ἀπέναντι ἀφ’ ἑνὸς μὲν τῆς ἀνάγκης τοῦ νὰ εἰσάξῃ κρεῖττον νομισματικὸν σύστημα καὶ ἀφ’ ἑτέρου νὰ ὑποχρεώσῃ ἐκ δευτέρου τὴν κοινωνίαν νὰ ὑποστῇ τὰς ἰδίας ζημίας, τὰς ὁποίας ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ νομισματικοῦ συστήματος προχθὲς ἐπέφερεν εἰς αὐτήν. Πλὴν ὅμως τῆς ὑπερτιμήσεως, τὴν ὁποίαν ἔφερε καὶ εἰς τὰ πράγματα τῆς μικρᾶς ἀξίας καὶ εἰς τὴν ἐργασίαν, ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος ἔφερε καὶ ἑτέραν ζημίαν. Ἡ ὑποτίμησις τῶν νομισμάτων, τὰ ὁποῖα κατεῖχεν ὁ τόπος, ἐστέρησε βεβαίως ἕνα ἕκαστον ἑνὸς ὡρισμένου μέρους τῆς περιουσίας του. Ὁ ἔχων ἓν τάλληρον ἐζημιώθη 40 λεπτὰ, διότι εἶχε περιουσίαν 5 καὶ 60|00, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐπῆρεν αὐτὸ διὰ 5 καὶ 20|00· δὲν θὰ ἔβλαπτεν ὅμως τίποτε, ἐὰν ἔδιδε νόμισμα, τὸ ὁποῖον δὲν εἶχε τὸ ἐλάττωμα, ἕνεκεν τοῦ ὁποίου ἀφῄρεσεν ἀπὸ τὴν περιουσίαν ἑνὸς ἑκάστου τὰ ἀργυρᾶ νομίσματα. Τότε ἕκαστος ἤθελεν εἰπεῖ, ναὶ εἶχα ἓν τάλληρον ἀξίας 5 καὶ 60|00, ἀλλὰ ἀξίας ὀνομαστικῆς, ἀκριβῶς ὅμως εἰπεῖν δὲν εἶχον παρὰ μόνον 5 καὶ 20|00, διότι τοσαύτη ἦτον ἡ πραγματικὴ καὶ ἐσωτερικὴ τοῦ ταλλήρου ἐκείνου ἀξία. Ἀλλὰ ἡ ἀνταλλαγὴ, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἡ Κυβέρνησις, ἐγένετο δι’ ἑτέρου ἀργυροῦ ταλλήρου, τὸ ὁποῖον εἶχε τὸ ἴδιον ἐλάττωμα, ἤτοι ἐσωτερικὴν ἀξίαν δραχμῶν 5 20|00 καὶ ἐντοσούτῳ τὸ ἔδωκεν ἀντὶ 5 60|00, διὰ τοῦτο ὁ κάτοχος τοῦ παλαιοῦ ταλλήρου οὐ μόνον ἐστερήθη αὐτοῦ τιμωμένου πρὸς 5 60|00, ἀλλὰ καὶ ἐπλήρωσεν ἐξ ἰδίων κατὰ τὴν ἀνταλλαγὴν λεπτὰ προσέτι τεσσαράκοντα! Ἡ ζημία μάλιστα, ἣν ὑπέστη, ὑπῆρξεν εἰς μεγαλείτερον βαθμὸν, διότι εἶναι γνωστὸν, ὅτι τὰ ἀποσυρθέντα τῆς κυκλοφορίας τάλληρα ἔχουν κἄτι τι ἀνωτέραν πραγματικὴν ἀξίαν ἀπὸ ὅ,τι τὰ νέα τάλληρα τῆς νομισματικῆς ἑνώσεως ἢ τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος. Δὲν δύναμαι, κύριοι, νὰ ἀμφισβητήσω τὴν ὠφέλειαν, ἡ ὁποία ἐπῆλθεν εἰς τὰς συναλλαγὰς, διότι τῷ ὄντι ἡ εὐκολία, ἣν ἔχουν οἱ ἐμπορευόμενοι καὶ συναλλασσόμενοι μὲ τὸ ἐξωτερικὸν ν’ ἀποστέλλωσιν εἰς Γαλλίαν καὶ τὰ ἄλλα Λατινικὰ κράτη ὡς χρηματόδεμα τὸ ἀντάλλαγμα τῆς συναλλαγῆς, ἔφερεν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ὑποτίμησιν τοῦ συναλλάγματος. Ἀλλ’ αὕτη, κύριοι, ἡ ὠφέλεια δὲν πρέπει κανεὶς νὰ ὑποθέσῃ, ὅτι εἶναι ὠφέλεια διαρκής. Λέγων δὲ τοῦτο δὲν ἐννοῶ μόνον, ὅτι διάφοραι περιστάσεις δύναται νὰ ἐπιφέρωσι τὴν αὔξησιν τῆς ἀξίας τοῦ συναλλάγματος ἐξαρτωμένην ἐκ τῆς καταστάσεως τῆς ἐμπορίας ἐπηρεαζομένης ἀπὸ τόσας καὶ τόσας αἰτίας, ἀλλ’ ἐννοῶ, ὅτι αὐτὸ τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι πάνυ πρόσκαιρον, ὅπως εἶναι πρόσκαιρος ἡ νῦν νομισματικὴ κατάστασις ἐν Γαλλίᾳ. Ἐν Γαλλίᾳ βεβαίως δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ διατηρήσουν τὸ ὑπάρχον σήμερον ὑπερβολικὸν ποσὸν τῶν εἰς κυκλοφορίαν ἀργυρῶν νομισμάτων· διατηροῦν δὲ αὐτὸ ἤδη ἔχοντες συγχρόνως τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, δὲν ὑπάρχει δὲ καμμία ἀμφιβολία, ὅτι ἐὰν δὲν εἶχον τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, ἦτον ἀδύνατον τὸ ἀργυροῦν νόμισμα νὰ μείνῃ εἰς τὸ ἄρτιον καὶ νὰ μὴ ὑποστῇ τὴν ὑποτίμησιν, τὴν ὁποίαν ὑπέστη ὁ ἄργυρος. Ἀλλ’ ἡ Γαλλία δὲν δύναται νὰ διατηρῇ αὐτὴν τὴν κατάστασιν ἐπὶ πολὺ, δὲν δύναται νὰ διατελέσῃ ἐπὶ πολὺν εἰσέτι χρόνον μὲ τὸ βάρος τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας· ἅμα δὲ θελήσῃ νὰ τὴν καταργήσῃ τί θέλει πράξει; Ἢ θὰ ἀφήσῃ τὴν κοινωνίαν νὰ ὑποστῇ τὴν ζημίαν, ἢ θέλει ὑποστῆ αὐτὴν τὸ Δημόσιον. Ὁπωσδήποτε ἡ εὐκολία τοῦ συναλλάγματος μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Γαλλίας καὶ τῶν ἄλλων Κρατῶν θέλει λείψει. Τότε ἐπειδὴ ἡ σχετικὴ ὑποτίμησις τοῦ συναλλάγματος προῆλθεν ἐκ τῆς ταυτότητος τοῦ ἀργυροῦ νομίσματος Ἑλλάδος καὶ Γαλλίας, ἡ ὑποτίμησις θέλει ἐπανέλθει, ὁ δὲ τόπος θὰ ἴδῃ, ὅτι ἔχει περιουσίαν εἰς ἄργυρον ἠλαττωμένην κατὰ 10 ἢ 12%, ἢ 15 ἢ 20 ἀναλόγως τῆς τότε ὑποτιμήσεως τοῦ ἀργύρου· διότι, κύριοι, ὡς γνωρίζετε, τὸ ἀργυροῦν νόμισμα εἶναι μὲν ἀνταλλακτικὴ ἀξία, ἀλλὰ συγχρόνως εἶναι καὶ ἀξία πραγματικὴ, εἶναι ἐμπόρευμα, εἶναι κεφάλαιον, εἶναι περιουσία· μᾶς ὑπηρετεῖ δὲ ἕνεκα τῶν συνθηκῶν, τὰς ὁποίας εἴπομεν, ὡς ἀνταλλακτικὴ ἀξία καὶ ἔχον τὴν σχέσιν τῶν 15½ πρὸς ἓν τοῦ χρυσοῦ. Ἅμα ὅμως αὐταὶ αἱ σχέσεις μεταβληθῶσι καὶ θὰ μεταβληθῶσιν ἐντὸς ὀλίγου, τότε ἡ ἐκ τοιούτων νομισμάτων περιουσία θέλει ἐλαττωθῇ κατὰ 10, 12 καὶ 20%, ἀναλόγως τῆς ἐκπτώσεως τοῦ ἀργύρου. Σᾶς ἐξέθεσα, κύριοι, ὅλα τὰ ἀτοπήματα, τὰ ὁποῖα ἐσυλλογίσθην ὅτι ἐπέφερε τὸ Διάταγμα περὶ οὗ γίνεται ἡ συζήτησις καὶ αἱ μετ’ αὐτοῦ συνδεόμεναι πράξεις τῆς ἐξουσίας, δηλονότι ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος ἄνευ τῆς θελήσεώς σας ἐπὶ βλάβῃ τῆς κοινωνίας καὶ πρὸς ἐμπαιγμὸν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἔτι δὲ καὶ δεινὸν αὐτῆς περιορισμὸν τοῦ νὰ δυνηθῇ ὅταν θελήσῃ νὰ ἀποφασίσῃ ἐλευθέρως τὰ περὶ νομίσματος· διότι κατὰ τὸν τρόπον, ὃν σᾶς προεξέθεσα, ἡ Κυβέρνησις κατώρθωσε νὰ ἐπιβάλῃ εἰς ἡμᾶς ἠθικῶς δεσμά, νὰ μὴ ἔχωμεν τὴν εὐκολίαν, ἣν εἴχομεν πρίν, νὰ ἀποφασίσωμεν ἐλευθέρως ἀλλὰ ἐπιθυμοῦντες νὰ μεταβάλωμεν νομισματικὸν σύστημα κρεῖττον τοῦ συστήματος τοῦ 1867, θὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν μας ἐμπόδια, τὰ ὁποῖα δὲν τὰ ἐδημιούργησεν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ἀλλὰ τὰ ἐδημιούργησε κατὰ τὴν ἀπουσίαν μας ἡ ἐκτελεστική.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπερατώθη.
§101ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ἐπειδὴ δὲν εἶναι ἄλλος νὰ ὁμιλήσῃ εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§103ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Κύριοι, ἤλπιζα ὅτι ἡ κατὰ τοῦ ὑπουργείου αἰτίασις ἤθελε περιορισθῆ εἰς μόνην τὴν μομφήν, ὅτι διὰ διατάγματος ἐνήργησε τὴν ἀπαγόρευσιν τῶν ξένων νομισμάτων, οὐδέποτε δὲ ἐπίστευον ὅτι ἤθελε λεχθῆ ὅτι ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς πράξεως ταύτης ἐζημίωσε τὸν τόπον καὶ κατέστησε δύσκολον τὴν θέσιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ὡς πρὸς τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος. Ἐπειδὴ ὅμως ἐῤῥέθη καὶ τοῦτο, ἐπιτρέψατέ μοι, κύριοι, νὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ διὰ νὰ ἐννοήσητε ὅτι ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν προελάμβανε νὰ ἐκδώσῃ τὸ διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἔχετε ἐνώπιόν σας, αἱ ζημίαι τῆς κοινωνίας ἤθελον εἶσθαι ἀνυπολόγιστοι. Τὸ νομισματικὸν ἡμῶν σύστημα στηρίζεται, καθὼς σᾶς εἶπον καὶ προηγουμένως, εἰς τὸ διάταγμα τοῦ 1833 κατὰ τὸ ὁποῖον νομισματικὴ μονὰς τῆς Ἑλλάδος εἶναι ἡ παλαιὰ δραχμή· ἀλλὰ τὰ ἑλληνικὰ νομίσματα, ὅσα ἐκόπησαν, ἐξέλιπον παντελῶς ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα διὰ λόγους τοὺς ὁποίους ὅλοι γνωρίζετε, ἐκυκλοφόρουν δὲ ξένα νομίσματα τῶν ὁποίων ἡ νόμιμος ἀξία ἐκανονίζετο διὰ τῶν ἑκάστοτε ἐκδιδομένων διατιμήσεων. Διὰ νὰ λειτουργῶσι κανονικῶς τὰ νομίσματα, τὰ ὁποῖα εἶναι δεκτὰ εἰς ἓν Κράτος, πρέπει νὰ διατηρῶσιν ἀμετάβλητον τὴν πρὸς ἄλληλα ἀξίαν· διὰ τοῦτο ὅλοι σχεδὸν οἱ ἄνθρωποι τῆς θεωρίας κηρύττονται ὑπὲρ τοῦ unique étalon, ἤτοι ὑπὲρ τῆς ἑνιαίας νομισματικῆς βάσεως. Ἀλλ’ ἐνῶ ἡ θεωρία διδάσκει τοῦτο, μόνη ἡ Ἀγγλία εἶχεν ἀνέκαθεν ὡς βάσιν τὸν χρυσόν, ὅλα δὲ σχεδὸν τὰ ἄλλα ἔθνη μέχρι πρὸ μικροῦ εἶχον καὶ τὸν χρυσὸν καὶ τὸν ἄργυρον. Ἐπειδὴ ὅμως εἶναι φυσικῶς ἀδύνατον νὰ διατηρῆται ἀμετάβλητος ἡ σχετικὴ ἀξία τῶν δύο τούτων μετάλλων, διὰ τοῦτο ἐπέρχεται ἀνωμαλία καὶ διατάραξις εἰς τὰς συναλλαγὰς ὁσάκις μεταβάλλεται ἡ ἀξία αὕτη. Ἡ τοιαύτη διατάραξις γίνεται ὀλιγώτερον ἐπαισθητή, ὅταν τὸ ἔθνος εἰς τὸ ὁποῖον λειτουργοῦν τὰ νομίσματα εἶναι πολὺ μεγάλον, καὶ διὰ τοῦτο πολλοὶ φρονοῦσιν, ὅτι ἐὰν ὑπῆρχε τὸ αὐτὸ νόμισμα εἰς ὅλον τὸν κόσμον, καὶ ἐκυκλοφόρουν πανταχοῦ τὰ αὐτὰ νομίσματα, αἱ νομισματικαὶ ἀνωμαλίαι ἤθελον εἶσθαι πολὺ ὀλίγον ἐπαισθηταί. Ἀπὸ τὴν ἀρχὴν ταύτην ὁρμώμεναι τέσσαρες ἐπικράτειαι, αἱ λεγόμεναι Λατινικαί, ἔκαμαν κατὰ τὸ 1865 νομισματικὴν σύμβασιν παραδεχθεῖσαι τὸ αὐτὸ νομισματικὸν σύστημα· εἰς τὴν σύμβασιν δὲ ταύτην προσεχώρησε βραδύτερον καὶ ἡ Ἑλλάς. Κατὰ τὸ σύστημα τοῦτο αἱ 5 ἐπικράτειαι παραδέχονται νομίσματα ἐξ ἀργύρου καὶ ἐκ χρυσοῦ, ἡ δὲ σχετικὴ ἀξία τῶν δύο μετάλλων ὁρίζεται εἰς ἓν πρὸς 15 καὶ ½. Καὶ ἐνόσῳ μὲν ἡ σχέσις αὕτη ἐτηρεῖτο, τὸ σύστημα ἐλειτούργει καλῶς. Ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τοῦ παρελθόντος ἔτους ἤρχισεν νὰ ἀναφαίνηται μεγάλη ἡ ὑποτίμησις εἰς τὸν ἄργυρον, ἕνεκα τῆς ὁποίας ἤρχισαν νὰ φυγαδεύωνται τὰ χρυσᾶ καὶ νὰ σωρεύωνται εἰς τὰς ἀγορὰς τὰ ἀργυρᾶ νομίσματα. Καὶ εἰς μὲν τὰς ἄλλας ἐπικρατείας, μετὰ τῶν ὁποίων ἔχομεν τὴν σύμβασιν, ἡ ἀνωμαλία δὲν ἔγεινε πολὺ ἐπαισθητή, διότι εἰς αὐτὰς δὲν κυκλοφοροῦσιν εἰμὴ μόνον τὰ νομίσματα τῶν ἐπικρατειῶν, αἱ ὁποῖαι ἔκαμαν τὴν σύμβασιν, μ’ ὅλην δὲ τὴν ἐπελθοῦσαν ὑποτίμησιν τοῦ ἀργύρου, τὰ ἀργυρᾶ νομίσματα διετήρησαν τὴν ἀρχικὴν ἀξίαν των καὶ ἐπὶ ταύτῃ ἦσαν ὑποχρεωτικῶς δεκτὰ ἐν τῇ τιμῇ εἰς τὰς Τραπέζας καὶ εἰς ὅλας τὰς ἄλλας πληρωμάς. Δυστυχῶς ὅμως ἡμεῖς δὲν εὑρισκόμεθα εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν, διότι παρ’ ἡμῖν δὲν κυκλοφοροῦσι μόνον τὰ νομίσματα τῶν ἐπικρατειῶν μεθ’ ὧν εἴχαμεν τὴν σύμβασιν. Ἡ χώρα ἡμῶν ἦτον ἀνοικτὴ εἰς τὰ νομίσματα ὅλων τῶν ἐπικρατειῶν, ἐξηκολούθουν δὲ νὰ εἰσάγωνται καὶ νὰ ἔχωσι νόμιμον κυκλοφορίαν νομίσματα, τὰ ὁποῖα πρὸ πολλοῦ εἶχον παύσει νὰ θεωρῶνται ὡς νομίσματα καὶ εἰς αὐτὰς τὰς ἐπικρατείας ἀπὸ τὰς ὁποίας ἐξετυπώθησαν, διότι ἐπῆλθον μεταβολαὶ εἰς τὸ νομισματικὸν αὐτῶν σύστημα καὶ τὰ παλαιὰ νομίσματα δὲν εἶχον νόμιμον κυκλοφορίαν, ἀλλ’ ἐθεωροῦντο ὡς ἁπλοῦν ἐμπόρευμα. Μόνοι δὲ ἡμεῖς εἴχομεν (ἂς μὴν εἴπω τι) νὰ ἐξακολουθῶμεν δεχόμενοι ὅλα τὰ νομίσματα τοῦ κόσμου ἐπὶ τῇ βάσει τῆς τιμῆς, ἡ ὁποία ὡρίσθη πρὸ πολλῶν ἐτῶν καὶ ἡ ὁποία μετὰ τὴν ὑποτίμησιν τοῦ ἀργύρου εἶναι πολὺ ἀνωτέρα τῆς πραγματικῆς αὐτῶν ἀξίας. Τί δὲ συνέβη ἐκ τούτου; οἱ ἔχοντες νὰ ἐνεργήσουν πληρωμὰς ἐν Ἑλλάδι συνήθροιζον διάφορα ἀργυρᾶ νομίσματα, τὰ ὁποῖα ἐκεῖ ἦσαν πολὺ ὑποτιμημένα, τὰ ἔφερον ἐνταῦθα καὶ ἐπλήρωναν τὰ χρέη των. Οἱ δὲ ἔμποροι καὶ οἱ ἄλλοι πολῖται Ἕλληνες, ὅσοι εἶχον τοιαύτας δοσοληψίας, ἦσαν ἠναγκασμένοι νὰ τὰ δέχωνται οὐχὶ μὲ τὴν πραγματικὴν τιμὴν τοῦ ἀργύρου, ἀλλὰ μὲ τὴν ἐπίσημον τιμήν, τὴν ὁποίαν αἱ ἡμέτεραι διατιμήσεις προσδιώριζον. Ἀλλὰ ὅταν οἱ ἔμποροι καὶ οἱ ἄλλοι πολῖται ἐχρεώστουν χρήματα εἰς τὸ ἐξωτερικὸν καὶ ἤθελον νὰ τὰ ἐμβάσουν, συνέβαινεν ὅλως τὸ ἐναντίον. Ἐπειδὴ τὰ εἰσαχθέντα νομίσματα δὲν εἶχον ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ὑποχρεωτικὴν κυκλοφορίαν, ἠναγκάζοντο ἢ νὰ τὰ στέλλωσι μὲ γρούπους ὡς ἐμπόρευμα, ἢ νὰ λαμβάνωσι συναλλαγματικὰς μὲ μεγάλην ὑπερτίμησιν, ὡς ἐκ τούτου ἔφθασε τὸ φράγκον εἰς 115, 118 καὶ 120 λεπτά.
§104ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μέχρι τοῦ 1875 ποῦ εἶχε φθάσει;
§105ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. 117.—Δὲν ἀρκεῖ δὲ ὅτι οἱ ἔχοντες δοσοληψίας μετὰ τῆς Ἑλλάδος εἰσήγαγον τὰ παλαιὰ νομίσματα, ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν εὕρισκον ἀρκετὰ τοιαῦτα, ἔκοψαν νέα εἰς τὰ νομισματοκοπεῖα τῆς Αὐστρίας καὶ διὰ νὰ φαίνωνται ταῦτα ὡς παλαιὰ ἔθηκαν ἐπ’ αὐτῶν παλαιὰν χρονολογίαν· ὡς ἐκ τούτου εἴδομεν νὰ ἐκρεύσωσι εἰς τὴν Ἑλλάδα Θηρεσιανὰ τάληρα, τὰ ὁποῖα εἶχον μόλις ἐξέλθει ἀπὸ τὴν κάμινον καὶ εἶχον χρονολογίαν 1780, ὅλα δὲ ταῦτα ἐκυκλοφόρουν ἐν Ἑλλάδι πρὸς 5 καὶ 80, ἐνῷ ἡ πραγματική των ἀξία ἦτο πολὺ κατωτέρα.
§106ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὰ εἴπαμεν καὶ πέρυσι.
§107ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλα αὐτὰ βεβαίως ἐλέχθησαν, ἀλλ’ ὡς εἴδατε ὅτι δὲν ὠφέλησαν. Τὴν ἀνωμαλίαν ταύτην βλέπουσα κατὰ τὰ μέσα τοῦ ἔτους 1875 ἡ τότε Κυβέρνησις ἠναγκάσθη νὰ ὑποτιμήσῃ τὰ ξένα ἀργυρᾶ νομίσματα, πλὴν τῶν τῆς νομισματικῆς ἑνώσεως, διότι ταῦτα διετήρησαν καὶ μετὰ τὴν ὑποτίμησιν τὴν ἀξίαν των ὡς ἔχοντα νόμιμον καὶ ὑποχρεωτικὴν κυκλοφορίαν εἰς ἐπικρατείας, τῶν ὁποίων ὁ πληθυσμὸς ὑπερβαίνει τὰ 80,000,000. Ὅταν, κύριοι, συνήλθατε ἐνταῦθα καὶ ὑπεβλήθη ὑπ’ ὄψιν ὑμῶν τὸ ζήτημα τῆς ὑποτιμήσεως, εἶχεν ἀρχίσει νὰ προχωρῇ ἡ ὑποτίμησις καὶ ἐφαίνετο, ὅτι ἔμελλε νὰ λάβῃ μεγάλας διαστάσεις. Διὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις ἐσκέφθη, ὅτι ἀντὶ νὰ γίνωνται ἑκάστοτε νέαι διατιμήσεις ὀρθότερον καὶ συμφερώτερον ἦτο νὰ ἀπαγορευθῇ ἡ κυκλοφορία παντὸς ἀργυροῦ νομίσματος ἐκτὸς τῶν τῆς νομισματικῆς ἑνώσεως. Περὶ τούτου δὲ ὑπέβαλα τροπολογίαν κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ὁποίας ἐῤῥέθησαν ἀληθῶς πολλὰ κατὰ, ἀλλ’ ἐῤῥέθησαν καὶ πολλὰ ὑπὲρ, ἐὰν δὲ ἡ Βουλὴ δὲν ἤθελε διακόψει τὴν συζήτησιν τὸ κατ’ ἐμὲ οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι ἡ τροπολογία ἐκείνη ἤθελε ψηφισθῆ. Ἀφοῦ ἀνεχωρήσατε ἐντεῦθεν ἡ ὑποτίμησις τοῦ ἀργύρου ηὔξανεν καὶ κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ Μαρτίου εἶχε προχωρήσει πέραν τῶν 12%, ὡς ἐκ τούτου δὲ ἡ ἀνωμαλία τῶν συναλλαγῶν κατέστη πολὺ μεγαλειτέρα καὶ σχεδὸν ἀφόρητος. Οἱ δὲ ἔμποροι κατελήφθησαν ἀπὸ φόβον καὶ δὲν ἤξευρον κατὰ ποῖον τρόπον νὰ κανονίσωσι τὰ συμφέροντά των καὶ τὰς συναλλαγάς των. Ὁ ἔμπορος π. χ. τῶν Πατρῶν, ὁ ὁποῖος ἐλάμβανεν ἐμπορεύματα ἀπὸ τὸ ἐξωτερικὸν ἀξίας κατὰ τὸ τιμολόγιόν του 800 φράγκων δὲν ἤξευρεν εἰς ποίαν τιμὴν ἔπρεπε νὰ τὰ πωλήσῃ ἐπὶ προθεσμίᾳ 3 ἢ 6 μηνῶν διὰ νὰ μὴ ζημιωθῇ, διότι ἐὰν κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς πωλήσεως τὰ 800 φράγκα ἀναλογοῦσαν πρὸς 950 δραχμὰς, δὲν ἠδύνατο νὰ ᾖναι βέβαιος, ὅτι καὶ μετὰ παρέλευσιν 3 ἢ 6 μηνῶν θὰ ἦτο τὸ αὐτὸ, ἀφοῦ ἡ ὑποτίμησις τοῦ ἀργύρου προέβαινεν, ὥστε φοβούμενος μήπως γείνῃ μεγαλειτέρα, δὲν ἤξευρε τί νὰ κάμῃ· ἐὰν σήμερον μὲ 950 δραχμὰς ἠδύνατο νὰ ἀγοράσῃ 800 φράγκα, ἴσως μετὰ τρεῖς μῆνας θὰ ἐχρειάζοντο διὰ τὰ αὐτὰ φράγκα 1000 καὶ ἐπέκεινα δραχμαί. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἁπλῆς διαταράξεως, ἀλλ’ ὅτι ἐκινδύνευον νὰ σταματήσουν ἐντελῶς αἱ συναλλαγαὶ καὶ τὸ ἐμπόριον. Εἰς τοιαύτην κατάστασιν πραγμάτων δὲν ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ μείνῃ ἀδιάφορος· ἤρχισε λοιπὸν νὰ σκέπτεται καὶ ἐζήτησε τὴν γνώμην πολλῶν εἰδημόνων, οἵτινες ἀνεγνώρισαν ὅτι τὸ πρᾶγμα ἦτο σπουδαῖον καὶ ὅτι κατεπειγόντως ἔπρεπε νὰ ἐπέλθῃ θεραπεία. Ἐνῷ δὲ ἐσκέπτετο ἡ Κυβέρνησις ἔφθασε τηλεγράφημα ἀπὸ τὸν ἐμπορικὸν σύλλογον τῆς μεγάλης ἐμπορικῆς πόλεως τῶν Πατρῶν, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται εἰς τὴν πρὸς τὴν Α. Μ. ἔκθεσίν μας καὶ τὸ ὁποῖον διελάμβανε τὰ ἑξῆς· «Βλέπων ὁ σύλλογος ἐκπίπτουσαν ὁσημέραι ἐπαισθητῶς τὴν ἀξίαν τοῦ ἀργύρου καὶ ἔχων ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὰ ἐκτὸς νομίμου κυκλοφορίας τεθέντα ἐσχάτως ἐν Γερμανίᾳ ἀπειροπληθῆ ἀργυρᾶ νομίσματα θὰ εἰσρεύσωσιν εἰς τὸ Κράτος ὑπὸ τὴν ἐνεστῶσαν παρ’ ἡμῖν νομισματικὴν διατίμησιν καὶ ὅτι....... ἐνόμισε καθῆκόν του νὰ ὑποβάλῃ εὐχήν.............. Κατὰ τὴν γνώμην δὲ τοῦ συλλόγου ὁ ἀπειλούμενος κίνδυνος δύναται νὰ ἀποτραπῇ, ἐὰν τεθῶσιν ἐκτὸς νομίμου κυκλοφορίας ἅπαντα τὰ τῶν ξένων ἐπικρατειῶν ἀργυρᾶ νομίσματα, ἐκτὸς τῶν ἐν τῇ διεθνεῖ συμβάσει περιλαμβανομένων, διὰ τὰ ὁποῖα θέλει διατηρηθῇ ἡ ἀρχικὴ διατίμησις.» Βλέπετε, κύριοι, πῶς ἐσκέπτοντο οἱ ἄνθρωποι τῶν συναλλαγῶν, τοὺς ὁποίους ἀπέβλεπεν ἐγγύτερον τὸ ζήτημα, περὶ οὗ πρόκειται· δὲν ἐπλανῶντο μὲ θεωρίας, ἔβλεπον τὰ πράγματα καὶ ἐκ τῶν πραγμάτων ὁδηγούμενοι ἐγνωμοδότουν τί ἔπρεπε νὰ γείνῃ. Ἀλλὰ δὲν ἠρκέσθη ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν εὐχὴν καὶ τὴν σύστασιν μόνου τοῦ συλλόγου Πατρῶν, προεκάλεσα ὅλα τὰ ἐμπορικὰ ἐπιμελητήρια καὶ τοὺς ἐμπορικοὺς συλλόγους, διὰ νὰ ἀποφανθοῦν καὶ νὰ γνωμοδοτήσωσι περὶ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος· καὶ διὰ νὰ μὴ σᾶς ἀπασχολῶ περισσότερον σᾶς παρακαλῶ νὰ λάβετε ὑπ’ ὄψιν τὴν πρὸς τὸν Βασιλέα ἔκθεσίν μου, διὰ νὰ ἴδετε, ὅτι πάντες, πλὴν ὀλίγων ἐξαιρέσεων, οὐδὲν ἄλλο μέσον πρὸς θεραπείαν τοῦ κακοῦ ἔβλεπον εἰμὴ τὸ νὰ ἀπαγορευθῇ ἡ κυκλοφορία τῶν ξένων ἀργυρῶν νομισμάτων. Ὕστερον, κύριοι, ἀπὸ τόσας συστάσεις, ὕστερον ἀπὸ τόσας παρακλήσεις τῶν ἐμπορικῶν πόλεων καὶ ὅλων ἐν γένει τῶν εἰδημόνων θὰ ἦτον ἀσυγχώρητος ἐπιμονὴ τὸ νὰ πιστεύωμεν ἡμεῖς τὸ ἐναντίον. Ἐνέδωκε λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις, διότι καὶ αὐτὴ ἦτο πεπεισμένη περὶ τῆς ἀνάγκης καὶ πανταχόθεν ἡ ἀνάγκη αὐτὴ ὑπεδεικνύετο καὶ ὑπεστηρίζετο. Ἀλλὰ δύναταί τις σπουδαίως νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἐλήφθη, ἐζημίωσε τὸν τόπον; δὲν τὸ πιστεύω· καὶ αὐτὸς ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου κ. Δεληγεώργης ἠναγκάσθη νὰ ὁμολογήσῃ, καί τοι ψέγων πολὺ τὴν πρᾶξίν μας ταύτην, ὅτι ἐπῆλθεν ὑποτίμησις τοῦ συναλλάγματος ἡ ὁποία βεβαίως ὠφέλησε τὸν τόπον· δηλ. ἐνῷ ἦτον ὑποχρεωμένος ὁ ἔμπορος πρότερον νὰ πληρώνῃ 1 καὶ 20 τὸ φράγκον, καὶ ἐνῷ ἴσως ἤθελε τὸ πληρόνει τώρα 1 καὶ 25, σήμερον τὸ πληρόνει πρὸς 1 καὶ 13· ἑπομένως ὅλαι αἱ παθητικαὶ ἡμῶν δοσοληψίαι ἐπὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ ἐξοφλοῦνται χωρὶς ὁ τόπος νὰ ζημιοῦται· ἐπίσης καὶ αἱ ἐνεργητικαὶ ἡμῶν δοσοληψίαι πληρόνονται εἰς νομίσματα, τὰ ὁποῖα ἔχουν ἀξίαν ἴσην μὲ τὴν πραγματικήν· ὥστε οὐχὶ ζημία ἀλλ’ ὠφέλεια ἐπῆλθε, καὶ τὴν ὠφέλειαν οὐδεὶς ἠδυνήθη ν’ ἀμφισβητήσῃ. Ἀλλ’ ὁ κ. Χρηστίδης ἔκαμε καὶ χθὲς καὶ σήμερον τὴν παρατήρησιν, ὅτι διὰ τῆς ὑποτιμήσεως ἠλαττώσαμεν τὸν πλοῦτον τῶν πολιτῶν, διότι τὰ νομίσματα δὲν ἔχουν μόνον ἀξίαν ἀνταλλακτικὴν, ἀλλ’ εἶναι συγχρόνως καὶ ἐμπόρευμα, πλοῦτος· ὅταν δὲ, εἶπεν, ἓν τάλληρον τὸ ὁποῖον εἶχεν ἓξ δραχμὰς τὸ διατιμᾶτε 5 καὶ ½, ἐλαττώνετε τὴν περιουσίαν τοῦ πολίτου. Σᾶς ὁμολογῶ, κύριοι, ὅτι ἐλυπήθην ἀκούσας ἄνθρωπον, τοσοῦτον ἔμπειρον εἰς τὰ οἰκονομικὰ, καὶ τοσοῦτον ἐνήμερον εἰς τὰς προόδους τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς ἐποχῆς, νὰ ἀποφαίνεται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον· τὸν πλοῦτον τῶν νομισμάτων δὲν δημιουργεῖ ἡ σφραγὶς τὴν ὁποίαν θέτει ἡ Κυβέρνησις, οὐδὲ ἡ διατίμησις τὴν ὁποίαν αὕτη συντάττει· ὁ πλοῦτος τῶν νομισμάτων συνίσταται εἰς τὴν ἀξίαν τοῦ πολυτίμου μετάλλου, τὸ ὁποῖον περιέχουσι, καὶ ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν τὰ νομίσματα εἶναι πλοῦτος.
§108ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Μὰ τί λέγει;
§109ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ὁ πολίτης ἔχῃ εἰς τὸ θυλάκιόν του ἓν τάλληρον, οἱανδήποτε διατίμησιν καὶ ἂν κάμετε τοῦ ταλλήρου αὐτοῦ, ὁ πλοῦτος τοῦ πολίτου δὲν μεταβάλλεται, διότι ὁ πλοῦτος συνίσταται εἰς τὴν πραγματικὴν ἀξίαν τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ μέταλλον, εἶναι δὲ ἀδιάφορον ἂν σεῖς τὸ ὑπερτιμᾶτε διὰ τῆς διατιμήσεως ἢ τὸ ὑποτιμᾶτε.
§110ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἕως ἐδῶ πάει καλά.
§111ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἕως ἐδῶ λέγουν πάει καλά· ὁμολογοῦσι τοὐτέστι ὅτι διὰ τῆς ὑποτιμήσεως, ἡ ὁποία ἔγεινεν εἰς τὰ τάλληρα τὰ Γερμανικὰ καὶ Μεξικανικὰ, τὰ ὁποῖα εἶχον οἱ πολῖται, δὲν ἐπῆλθε καμμία ἐλάττωσις εἰς τὰς περιουσίας τῶν πολιτῶν· ἀλλ’ ἐπέφερον ἓν ἄλλο ἐπιχείρημα· εἶπον ὅτι τὰ ἀργυρᾶ νομίσματα, τὰ ὁποῖα εἶχον οἱ πολῖται, τὰ ἀντηλλάξατε ἢ τοὺς ὑπεχρεώσατε νὰ τὰ ἀνταλλάξουν μὲ ἄλλα νομίσματα, τὰ ὁποῖα περιεῖχον ὀλιγώτερον ἄργυρον, καὶ τοιουτοτρόπως ἐδώσατε εἰς τὰς χεῖρας αὐτῶν μικρότερα τεμάχια ἀργύρου, καὶ ἑπομένως τοὺς ἐζημιώσατε. Τὸ ἐπιχείρημα φαίνεται ἐκ πρώτης ὄψεως σπουδαῖον, ἀλλὰ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι παρ’ οὐδενὸς ἤκουσα τοιοῦτον παράπονον, ἀπ’ ἐναντίας ἄπειροι παρεπονέθησαν, διότι δὲν εἴχομεν τὰ μέσα νὰ ἀνταλλάξωμεν ὅλα τὰ ξένα νομίσματα. Τὰ νέα τεμάχια τοῦ ἀργύρου, τὰ ὁποῖα ἐδόθησαν εἰς τοὺς πολίτας πρὸς ἀνταλλαγὴν τῶν παλαιῶν, καί τοι ἔχοντα ἐσωτερικὴν ἀξίαν μικροτέραν εἶναι δεκτὰ εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ εἰς τέσσαρας ἄλλας ἐπικρατείας μὲ ἀνωτέραν τιμήν.
§112ΚΑΤΣΙΝΑΣ. Αὐτὸ εἶναι ἀντίφασις.
§113ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ νὰ ἐννοήσητε καλλίτερα τοὺς λόγους μου σᾶς παρακαλῶ νὰ λάβετε ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἂν χρεωστεῖτε εἰς τὸ ἐξωτερικὸν 500 φράγκα δύνασθε νὰ τὰ πληρώσετε μὲ 100 τάλληρα ἑλληνικὰ, ἐνῷ τάλληρα Γερμανικὰ καίτοι ἔχοντα μεγαλειτέραν ἀξίαν σᾶς χρειάζονται 110 ἢ καὶ περισσότερα διὰ νὰ δυνηθῆτε νὰ πληρώσετε τὸ χρέος σας.
§114ΚΑΤΣΙΝΑΣ. Αὐτὸ ἔχει ἐφαρμογὴν ἐπὶ τῶν ἐπικρατειῶν μὲ τὰς ὁποίας ἔχομεν τὴν ἕνωσιν· εἰς ἄλλα κράτη;
§115ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Κατσίνας λέγει ὅτι αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἶπον δὲν ἐφαρμόζεται εἰς τὰ κράτη, τὰ ὁποῖα δὲν περιλαμβάνωνται εἰς τὴν νομισματικὴν ἕνωσιν· σᾶς λέγω λοιπὸν ὅτι ἐπειδὴ αἱ 4 ἐπικράτειαι ἔχουν μεγάλας δοσοληψίας μὲ τὰ ἄλλα κράτη, τὰ νομίσματά των εἶναι πανταχοῦ δεκτὰ μὲ πολὺ ἀνεπαίσθητον ὑποτίμησιν. Ὁ κ. Δεληγεώργης μᾶς ἀπέδωκε καὶ ἄλλην μομφὴν εἰς ἄκρον βαρεῖαν· μᾶς εἶπεν ὅτι διὰ τῆς πράξεως τὴν ὁποίαν ἐνηργήσαμεν ἐνεπαίξαμεν τὴν Βουλὴν, διότι διὰ τῆς ἐκδόσεως τοῦ διατάγματος τούτου ἐθέσαμεν εἰς ἐνέργειαν ἐμμέσως τὸ νέον νομισματικὸν σύστημα. Νομίζω, κύριοι, ὅτι κατὰ τοῦτο πλανᾶται ὁ κ. Δεληγεώργης· τὸ νομισματικὸν σύστημα χαρακτηρίζει κυρίως ἡ νομισματικὴ μονάς, ἡ δὲ νομισματικὴ μονὰς οὐδόλως μετεβλήθη διὰ τοῦ Διατάγματος, ἀλλ’ ἐξακολουθεῖ νὰ ᾖναι πάντοτε ἡ παλαιὰ δραχμή· ἐνόσῳ δὲ αὕτη μένῃ ἀμετάβλητος, καὶ τὸ νομισματικὸν σύστημα δὲν μετεβλήθη. Ἀλλὰ λέγει, ἐκόψατε νομίσματα κατὰ τὸ νέον νομισματικὸν σύστημα. Ἐν πρώτοις παρατηρῶ ὅτι ἡ κυκλοφορία τοιούτων νομισμάτων δὲν ἦτον ἀπηγορευμένη, διότι κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1867 δίδεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα νὰ κόψῃ νέα νομίσματα καὶ ὁρίζεται ἡ διατίμησις αὐτῶν σχετικῶς πρὸς τὴν παλαιὰν δραχμήν· ἑπομένως ἡ ἐκκοπὴ καὶ ἡ κυκλοφορία νέων νομισμάτων καθόλου δὲν παραβιάζει τὸν νόμον. Ἀλλὰ ὑποθέσατε διὰ μίαν στιγμὴν, ὅτι ἑρμηνεύοντες καὶ ἡμεῖς τὸν νόμον ὅπως τὸν ἡρμήνευσε καὶ ὁ κ. Δεληγεώργης, δὲν ἠθέλομεν κόψει νέον ἑλληνικὸν νόμισμα· τί ἤθελε συμβῆ τότε; Ἀπεδείχθη νομίζω, ὅτι ἡ ἀπαγόρευσις τῶν ξένων νομισμάτων ἦτον ἀναγκαία. Τούτου γενομένου, ὁ τόπος ἦτον ἠναγκασμένος νὰ φέρῃ ἔξωθεν ἀργυρᾶ νομίσματα τῶν ἐπικρατειῶν τῆς ἑνώσεως, ἤτοι Γαλλικὰ καὶ Ἰταλικά. Ἀλλ’ ἐὰν ἔστελλον τὰ ἀπηγορευμένα ὡς ἄργυρον καὶ ἠγόραζον τὰ Γαλλικὰ ὡς νόμισμα, ἤθελον ὑποστῆ ζημίαν 10–12%. Διὰ τοῦτο ἐκρίθη συμφερώτερον νὰ συναθροίσωμεν τὰ ἀπηγορευμένα νομίσματα, τὰ ὁποῖα περιεῖχον ἀρκετὴν ποσότητα ἀργύρου καὶ νὰ τὰ μεταποιήσωμεν εἰς νομίσματα Ἑλληνικά. Ἐὰν δὲν ἐγίνετο τοῦτο, ὁ τόπος ἤθελεν ὑποστῆ ὁλόκληρον τὴν ζημίαν τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ ἀργύρου, ἐνῷ σήμερον ἡ ζημία αὐτὴ εἶναι σχεδὸν ἀσήμαντος, διότι ὅλα σχεδὸν τὰ νομίσματα εἰσέῤῥευσαν εἰς τὰ ταμεῖα καὶ τὰς τραπέζας, πρὶν ἔλθῃ ἡ πρώτη Αὐγούστου· διὰ τοῦτο οὐδεμίαν δυσκολίαν παρουσιάζει, ἄν ποτε θελήσῃ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ ἀλλάξῃ τὸ νομισματικὸν σύστημα· ἐὰν δὲ νομίζητε, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ παρουσιασθῇ τοιαύτη δυσκολία, εὐκολώτατον εἶναι εἰς ἡμᾶς αὐτὰ τὰ Ἑλληνικὰ νομίσματα, τὰ ὁποῖα ἐξετυπώθησαν, νὰ τὰ φυγαδεύσωμεν ἀπὸ τοῦδε, ἀποστέλλοντες αὐτὰ εἰς τὴν Γαλλίαν καὶ τὴν Ἰταλίαν, χωρὶς νὰ ὑποστῶμεν οὐδεμίαν ζημίαν.
§116ΠΟΛΛΟΙ (ἀριστερόθεν). Ἀρκετὰ πλέον, μᾶς ἐκούρασες.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέτω εἰς ψηφοφορίαν τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου· οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν αὐτοῦ νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ψηφοφοροῦνται τὰ ἄρθρα. «Ἄρθρον 1. Κυροῦται τὸ ἀπὸ 29 Μαρτίου ε. ε. Β. Διάταγμα περὶ τῆς μὴ παραδοχῆς εἰς τὰ δημόσια ταμεῖα διαφόρων ξένων ἀργυρῶν νομισμάτων, ἀπὸ πρώτης Αὐγούστου ε. ε. καὶ ἐφεξῆς, καὶ περὶ ἐπιβολῆς εἰσαγωγικοῦ τέλους δέκα τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τῆς ἀξίας τῶν τοιούτων νομισμάτων, ὅσα ἤθελον εἰσαχθῆ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ ἀπὸ εἰκοστῆς πρώτης Ἀπριλίου μέχρι τέλους Ἰουλίου ἐνεστῶτος ἔτους».
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 ὡς ἀνεγνώσθη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παραδέχθη. «Ἄρθρον 2. Ἡ κατὰ τὴν μέχρι τέλους Ἰουλίου ε. ε. ἀνταλλαγὴν ξένων ἀργυρῶν νομισμάτων κρατηθεῖσα ἐν τοῖς δημοσίοις ταμείοις διαφορὰ, δι’ ἣν ἐξεδόθησαν γραμμάτια παραλαβῆς, ὑπὸ τὴν μερίδα «διαφορὰ ἐκ τῆς ἀνταλλαγῆς ξένων ἀργυρῶν νομισμάτων», θέλουν ἀποδοθῆ εἰς οὓς ἀνῆκον τὰ ἀνταλλαχθέντα νομίσματα, ἐπὶ τῇ ἐξοφλήσει τῶν γραμματίων τούτων, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ μεταβιβασθῶσι δι’ ἁπλῆς ὀπισθογραφήσεως».
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2 ὡς ἀνεγνώσθη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. «Ἄρθρον 3. Ἡ διαφορὰ ἡ κρατηθεῖσα κατὰ τὴν ἀνταλλαγὴν ξένων ἀργυρῶν νομισμάτων ἐντὸς τοῦ μηνὸς Αὐγούστου ε. ε. καὶ δι’ ἣν ἐξεδόθησαν γραμμάτια παραλαβῆς, ὑπὸ τὴν μερίδα «Διαφορὰ ὑποτιμήσεως ξένων ἀργυρῶν νομισμάτων, ἀνταλλαγέντων μετὰ τὴν 31 Ἰουλίου 1876», θέλει καταλογισθῆ εἰς τὰ τυχηρὰ ἔσοδα τῆς χρήσεως 1876. Εἰς τὰ ἔσοδα ταῦτα θέλει καταλογισθῆ καὶ πᾶν καθαρὸν κέρδος προελθὸν ἢ προελευσόμενον ἐκ τῆς ἐντὸς τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους μεταποιήσεως ξένων νομισμάτων εἰς νέα ἢ κατασκευῆς νέων».
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3 ὡς ἀνεγνώσθη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (ἐγείρονται πλεῖστοι)· Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ὁ κ. Ζωχιὸς ἀποσύρει τὴν πρότασίν του.
§121ΖΩΧΙΟΣ. Ἔκαμα αὐτὴν τὴν πρότασιν διὰ νὰ δείξω, ὅτι δὲν ἔφερεν ἡ Κυβέρνησις τὸ νόμισμα τὸ γαλλικὸν εἰς τὴν Ἑλλάδα, διότι τὸ χρυσοῦν νόμισμα τὸ ἀπεσκοράκισε καὶ οὔτε εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ τὸ φέρουν, ἔφερον μόνον τὸ κίβδηλον.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 6 καὶ ½ Μ. Μ.