1876.12.10
1.340 στίχοι · 11.650 λέξεις · 79 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 46
τῆς 10 Δεκεμβρίου 1876.
(Παρασκευή)
Ὥρα 2½ μ. μ.
Μετὰ τὴν ἐκφώνησιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως·
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς κατέθηκε νομοσχέδιον περὶ μετονομασίας τῶν μέχρι τοῦδε βοηθῶν τῆς Βουλῆς. Τὸ νομοσχέδιον θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ.
§2Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε πρόεδρε, παρακαλῶ. Εἰς τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, κύριοι βουλευταί, ἐψηφίσθη ἓν νομοσχέδιον περὶ ἐκβολάδων, ἔμεινε δὲ ἐκκρεμὲς ἓν ζήτημα περὶ τῶν ἐκβολάδων τῶν κειμένων ἐν τοῖς σπηλαίοις καὶ τοῖς φρέασι κτλ. Ἐπειδὴ αἱ καμινεύσεις αὐταὶ ἐμποδίζονται νὰ ἐξακολουθήσωσι, διὰ τοῦτο ἐσταμάτησαν αἱ ἐργασίαι. Ἐνόμισα δὲ ἀναγκαῖον νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ ἐκδώσῃ μίαν ἀπόφασιν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ἵνα μὴ μένῃ ἐκκρεμές. Διὰ τοῦτο ἐγὼ καί τινες ἐκ τῶν συναδέλφων, ὑποβάλλομεν πρότασιν εἰς τὴν Βουλὴν, ἥτις νὰ συζητήσῃ καὶ ἀποφασίσῃ ὅ,τι θέλει.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ, καὶ θὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς αὔριον πρώτη, ὡς κατεπείγουσα.
§4ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ νόμος περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν, ὅστις ἐσυζητήθη εἰς τὴν ά. καὶ βʹ. συζήτησιν καὶ ἐθεωρήθη ἐκ τῶν πρώτων ἀντικειμένων, καθ’ ἡμέραν καταβαίνει καὶ εἶναι σήμερον ιγʹ. ἀντικείμενον, πιστεύω δὲ, ὅτι θὰ καταντήσῃ κβʹ., ἐὰν οὕτω βαδίζωμεν. Ἐὰν ἐννοῇ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι πρέπει νὰ συζητήσωμεν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, πρέπει νὰ ὁρίσουν μίαν ἡμέραν ῥητὴν νὰ τὸ συζητήσωμεν, ἄλλως τε νὰ διαγραφῇ ἀπὸ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, διότι, τὸ κατ’ ἐμὲ, εἶναι διακωμῴδησις τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. Λοιπὸν φέρω πρότασιν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ παρακαλῶ αὐτὴν νὰ προσδιορίσῃ ῥητὴν ἡμέραν κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ συζητηθῇ ὡς πρῶτον ἀντικείμενον.
§5ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ μεταβάλωμεν καθ’ ἡμέραν ἡμερησίαν διάταξιν.
§6ΕΤΕΡΟΙ. Αὔριον, τὴν Δευτέραν.
§7Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὅτι πρέπει νὰ συζητηθῇ, εἶμαι καὶ ἐγὼ σύμφωνος· ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον παρατηρῶ, εἶναι τὸ ἑξῆς, ὅτι εἰς αὐτὸν τὸν νόμον δὲν πρέπει νὰ σπεύσωμεν, διότι ἄλλως δύο πράγματα θὰ γείνουν, ἢ δὲν θὰ εὕρωμεν Κυβέρνησιν, ἢ θὰ ἀφήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν ἀτιμώρητον.
§8ΜΕΤΑΞΑΣ. Χειρότερα ἀφ’ ὅ,τι εἶναι δὲν ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ.
§9Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐπιθυμοῦμεν νὰ κάμωμεν νόμον, ὁ ὁποῖος νὰ φέρῃ ἀποτέλεσμα· ἐὰν πρόκηται νὰ κάμητε νόμον, δυνάμει τοῦ ὁποίου νὰ μὴ τιμωρεῖται κανεὶς, δὲν ἐκάματε τίποτε.
§10ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον τίνι τρόπῳ θὰ συζητηθῇ καὶ πῶς θὰ γείνῃ, εἶπον, ὅτι πρέπει νὰ συζητηθῇ.
§11Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ δὲν λέγω νὰ μὴ γείνῃ, ἀλλὰ νὰ μὴ σπεύσωμεν.
§12ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχομεν τόσα ἔτη, καὶ ὅλαι αἱ τάξεις τῆς κοινωνίας εὐθύνονται ἐνώπιον τοῦ νόμου· μόνοι οἱ ὑπουργοὶ εἶναι ἀνεύθυνοι. Κύριε πρόεδρε, ἐρωτήσατε, παρακαλῶ, τὴν Βουλὴν περὶ τῆς προτάσεώς μου.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται ἡ Βουλὴ νὰ ᾖναι πρῶτον ἀντικείμενον τῆς Δευτέρας ὁ περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν νόμος;
§14ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὑποβάλλει νομοσχέδιον κυροῦν σύμβασιν μετὰ τῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας. Ἰω. Γκλῆν. Ἡ σύμβασις θέλει τυπωθῆ. Κατὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ἐθεωρήθη ὡς κατεπείγουσα ἡ πρότασις τοῦ κ. Σ. Πετιμεζᾶ περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ διαθέσεως τῆς Ἐθνικῆς γῆς· ἀλλ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰσήγαγε δύω ἄρθρα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ προστεθῶσιν εἰς τὰς προτάσεις τῶν κυρίων Πετιμεζᾶ καὶ Παπαμιχαλοπούλου, αἵτινές εἰσι συναφεῖς καὶ δύνανται νὰ συνενωθῶσιν, ἂν ἐγκρίνῃ ἡ Βουλὴ, εἰς μίαν πρότασιν Νόμου. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ τυπωθοῦν καὶ τὰ δύω αὐτὰ ἄρθρα καὶ αὔριον νὰ ὁρισθῇ ἡ ά. ἀνάγνωσις.
§16ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ προτάσεις εἶναι, κύριε Πρόεδρε, ὅπως εἴπατε, σχετικαὶ, καὶ πρέπει ν’ ἀποτελέσωσιν ἓν νομοσχέδιον καὶ νὰ τυπωθῶσι καὶ αἱ τρεῖς ὁμοῦ, διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὰ τρία νομοσχέδια, τὸ τοῦ κ. Πετιμεζᾶ, τὸ τοῦ κ. ὑπουργοῦ καὶ τὸ ἐμὸν, θὰ συζητηθῶσι συγχρόνως ὡς ἓν νομοσχέδιον.
§17Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ν’ ἀναγνωσθοῦν εἰς ά. ἀνάγνωσιν.
§18ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐὰν γείνῃ συζήτησις, ἔχω τὸν λόγον.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον προσδιορίζεται ὡς ά. ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἡ συζήτησις τῶν δύω προτάσεων, αἱ ὁποῖαι θὰ συγχωνευθῶσι μετὰ τῶν δύω ἄρθρων τῶν εἰσαχθέντων ὑπὸ τοῦ ὑπουργοῦ, διότι τὴν Δευτέραν ἀπεφάσισεν ἡ Βουλὴ νὰ ᾖναι ά. ἀντικείμενον ὁ νόμος περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· ά. ἀντικείμενον αὐτῆς εἶναι ἡ γʹ. συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τοῦ Β. Διατάγματος περὶ μὴ παραδοχῆς ξένων ἀργυρῶν νομισμάτων εἰς τὰ δημόσια ταμεῖα. Ἔχει τις ἀντίῤῥησιν;
§20ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§21ΤΙΝΕΣ. Τὸ περὶ τῆς σμύριδος ἔμεινεν ἐκκρεμές.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπουργεῖον προτείνει νὰ προταχθῇ τὸ ζήτημα τῆς σμύριδος· λοιπὸν μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ ζητήματος τούτου θέλει γείνει ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου. Ὁ κ. Δεληγεώργης εἶχε τελειώσει τὸν λόγον διὰ προτάσεως ἀναβολῆς.
§23ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Κύριοι, θὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, διότι τῷ ὄντι ἠπόρησα διατί τοσαύτη ἠγέρθη ζωηρὰ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου ἐνῷ προσπάθεια δὲν κατεβάλετο ὑπὲρ τῆς ἐπικυρώσεως τῆς συμβάσεως, ἐκτὸς ἐὰν ἡ συζήτησις αὕτη σκοπὸν εἶχε νὰ πλάσῃ ἠθικήν τινα μομφὴν ἄδικον. Ὅταν, κύριοι, ὑπεγράφη ἡ σύμβασις δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐλπίσωμεν καλλιτέρας τιμάς. Ἀπόδειξις αἱ δύω δημοπρασίαι αἱ ἀποτυχοῦσαι, ἀπόδειξις, ὅτι ἄνθρωποι ἐμπορευόμενοι τὴν σμύριδα καὶ ἐπίτηδες μεταβάντες ἐνταῦθα πρὸς ἀγορὰν αὐτῆς προσέφεραν 10 μέχρις 11 δραχμὰς μόνον. Καὶ προσέφεραν τὰς 11 δραχμάς, καθὼς ἠκούσατε τὴν ἐπιστολὴν, ὄχι κατὰ πλάνην, ἀλλὰ διότι ἐπείσθησαν ἐξετάσαντες τὰ περὶ τοῦ ἐμπορεύματος καὶ πεισθέντες, ὅτι εἰς ἣν κατάστασιν, εὑρίσκεται ἡ ἀγορὰ, ἡ ἐπιχείρησις ἤθελεν εἶσθαι ἐπιβλαβὴς, ἐὰν περισσότερον προσέφερον. Ἐὰν τῷ ὄντι ἦτον ἀληθὲς, ἦτο ὅ,τι σᾶς εἶπον, ἐὰν ἡ σταθερὰ τιμὴ, ἡ σταθερὰ ἐξόδευσις αὐτοῦ τοῦ προϊόντος ἐν Εὐρώπῃ ἦτον ὁποία σᾶς εἶπον ὅτι ἔδιδε κέρδος 5½ δραχμῶν, ὑπῆρχεν ἀμφιβολία, ὅτι ἡ προσφορὰ ἤθελε παρουσιασθῆ ζωηρὰ καὶ ἀνάλογος τοῦ κέρδους; πρόκειται ν’ ἀπολαύσωσι κέρδος 60% καὶ ἤθελον τὸ ἐγκαταλείψει; εἶναι τοῦτο, κύριοι, δυνατὸν; Αἱ πληροφορίαι ἑπομένως, ἃς σᾶς ἐπαρουσίασαν, βλέπετε, ὅτι ἦσαν πληροφορίαι ἐλαφρῶς συναχθεῖσαι ἀπὸ ἀνθρώπους ἀξιοτίμους ἴσως, ἀλλὰ μὴ ἀσχολουμένους εἰς τὸ ἐμπόρευμα τοῦτο καὶ διὰ τοῦτο μὴ δυναμένους νὰ δώσωσιν ἀκριβεῖς πληροφορίας. Ὁ κ. Παπαγιάννης ἀξιότιμος ἔμπορος καὶ κατάλληλος διὰ τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον μετέρχεται, λίαν ἀνεπιτήδειος γίνεται ὅμως ὡς πρὸς τὸ ἀντικείμενον τοῦτο· σᾶς ἔφεραν εἰδήσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουσι οὐδεμίαν ἀξίαν, διότι τὰ πράγματα τὰς διαψεύδουσιν. Ὑπεγράφη λοιπὸν ἡ σύμβασις, ὅταν προσφορὰ μεγαλειτέρα δὲν ἐδίδετο, καὶ τότε, κύριοι, συνεχάρημεν ἐμαυτοὺς, διότι ἐνομίσαμεν, ὅτι παρήξαμεν εἰς τὸ Δημόσιον σπουδαίαν ὠφέλειαν καὶ ἀρκετὸν εἰσόδημα, παρῆλθον δὲ μῆνές τινες καὶ ἀφοῦ ἡ Βουλὴ συνεκλήθη ἐλάβαμεν τότε ἐπιστολὴν ἐξ ἑνὸς μεσίτου ἐντολοδόχου ἐμπορικοῦ καταστήματος, διὰ τῆς ὁποίας μᾶς εἰδοποίει, ὅτι ἠδύνατο ὁ ἐντολεὺς αὐτοῦ νὰ προσφέρῃ πρὸς ἀγορὰν τῆς σμύριδος τὴν τιμὴν, τὴν ὁποίαν ἠκούσατε· Κύριοι, μὲ ὅσην εὐχαρίστησιν καὶ ἂν εἴδομεν τὴν προσφορὰν αὐτὴν ἡμεῖς τότε δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ἐνεργήσωμεν καὶ οὔτε νὰ ζητήσωμεν πληροφορίας, καὶ νὰ πράξωμεν τοῦτο διὰ ποῖον λόγον; εἰς τί ἤθελον χρησιμεύσει σήμερον αἱ πληροφορίαι, ἀφοῦ αἱ πληροφορίαι δὲν ἐδέσμευον τὸν προσφερτήν; Ἠμποροῦσε νὰ ἦσαν εὐτυχεῖς, ἀλλ’ οὐδεμίαν ὠφέλειαν ἠδύναντο νὰ μᾶς παράσχωσι, διότι δὲν μᾶς ἔδιδον οὐδὲν δικαίωμα οὔτε ἠδυνάμεθα νὰ λάβωμεν ἢ ζητήσωμεν ἐγγυήσεις· διὰ νὰ ζητήσωμεν ἐγγυήσεις ὠφείλαμεν νὰ χορηγήσωμεν ὑπόσχεσιν, ἠδυνάμεθα νὰ εἴπωμεν εἰς τὸν προσφέροντα, ἐγγυήθητι, κατάβαλε χρήματα, καὶ ἡμεῖς ὑποσχόμεθα νὰ διαπραγματευθῶμεν τὰς προτάσεις καὶ νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν σύμβασιν, ἣν δεχόμεθα νὰ συντάξωμεν. Αὐτὸ, κύριοι, ἡμεῖς δὲν ἠδυνάμεθα ἐντίμως καὶ νομίμως νὰ τὸ πράξωμεν, διότι ὑπεγράψαμεν σύμβασιν καὶ ἤμεθα δεσμευμένοι· δὲν ἠδυνάμεθα νὰ διαπραγματευθῶμεν καλῇ τῇ πίστει νέαν, ἀφοῦ εἴχαμεν ὑπογράψει σύμβασιν, ἥτις ἔλυε δι’ ἡμᾶς τὸ ζήτημα· δὲν ἠδυνάμεθα δὲ νὰ ἔλθωμεν εἰς διαπραγμάτευσιν καὶ δι’ ἄλλον λόγον, διότι ἡ ὑπόθεσις ἦτον ὑποβεβλημένη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἑπομένως ἔφυγε τῆς δικαιοδοσίας ἡμῶν. Ἀλλὰ, κύριοι, κατωρθώθη, ὥστε ἀφ’ ἑνὸς μὲν νὰ ἦναι ἠσφαλισμένον τὸ προσφερθὲν ποσὸν διὰ τὴν ἀγορὰν τῆς σμύριδος, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ ἦναι ἐντελῶς ἐλευθέρα ἡ Βουλὴ νὰ πράξῃ ὅ,τι νομίζει καλλίτερον καὶ συμφερώτερον. Ἰδοὺ, κύριοι, ποῦ ἐφέραμεν ἡμεῖς τὴν ὑπόθεσιν. Ἐνθυμοῦμαι ἄλλοτε, πλὴν χθὲς μοὶ ἔκαμεν ἐντύπωσιν ἡ ἐπανάληψις καὶ δι’ αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν τῶν αὐτῶν ἐπιχειρημάτων καὶ μομφῶν, αἱ ἴδιαι ἐπικρίσεις, αἱ ἴδιαι πληροφορίαι, ἐπὶ τῇ βάσει τοιούτων πληροφοριῶν μᾶς ἔλεγον, εἶσθε αἴτιοι νὰ ἀπολέσῃ 2,000,000 τὸ ἔθνος καὶ ὅτι ἄνευ ὑμῶν ἤθελε πλουτήσει καὶ πληροῖ ὅλας τὰς ἀνάγκας του, ὅτι ὁ λαὸς ἤθελεν ἀπαλλαγῆ ἀπὸ τοὺς φόρους, τὸν πλοῦτον αὐτὸν περιέκλειε τὸ Λαύριον· εἶσθε σεῖς οἱ αἴτιοι, ἡ ἀδιαφορία ὑμῶν, ἡ ἀμέλεια ὑμῶν κινδυνεύει νὰ ζημιώσῃ ἐπὶ τοσοῦτον τὸ ἔθνος διὰ τῆς ἀπωλείας τοῦ Λαυρίου· τότε εἶχον πείσει τὸ ἔθνος καὶ ἤδη ἔχομεν τ’ ἀποτελέσματα τῆς προσπαθείας ἐκείνης. Ἂν ἡ γνώμη ἡμῶν ἐγένετο δεκτὴ τότε, ἐξησφαλίζομεν μὲν τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου, ἀλλ’ ἡ ἐναντίον ὑμῶν μομφὴ ἤθελεν ὑφίσταται ἴσως, διότι τίνι τρόπῳ ἠθέλαμεν ἀποδείξει ὅτι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον εἴχομεν, ἤθελε δίδει εἰς τὸ Δημόσιον ἓν περίπου ἑκατομμύριον εἰσόδημα καὶ ἤθελεν ἀπαλλάξει τὴν κοινωνίαν ἀπὸ τὰς καταστροφὰς, αἵτινες κατὰ τὴν στιγμὴν αὐτὴν τὴν πιέζουσι ἐνῷ τὸ ὑπερισχύσαν ἤθελεν περιορίσει τὸ εἰσόδημα τοῦ Δημοσίου εἰς ἑξήκοντα μόνον χιλιάδας δραχμὰς καὶ κατέστρεψε τοὺς ἰδιώτας. Κύριοι, ἐνδέχεται ἡ ὑπόθεσις τῆς σμύριδος εἰς νέαν ἀπόπειρα νὰ δώσῃ κέρδος εἰς τὸ Δημόσιον καὶ τὸ εὐχόμεθα. Θέλοντες νὰ ἀποσκορακίσωμεν καὶ τὴν παραμικρὰν ἀμφιβολίαν, ὅτι ἐπιμένοντες εἰς τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον παρεδέχθημεν, ἐστάθημεν αἰτία καὶ τῆς παραμικρᾶς ἴσως βλάβης τῶν δημοσίων συμφερόντων, δεχόμεθα ὁποῖον μέτρον προτιμήσει ἡ Βουλή. Ἡμεῖς ἐπράξαμεν ὅ,τι ἐνομίσαμεν συμφέρον, δίκαιον καὶ ὀρθὸν νὰ πράξωμεν νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου. Ἐὰν ὑπάρχῃ παραμικρὰ ἰδέα, ὅτι καθ’ ὁποιονδήποτε ἔννομον καὶ ἠθικὸν τρόπον δυνατὸν νὰ ὠφεληθῇ τὸ Δημόσιον, δὲν θέλομεν ἡμεῖς ἀντιταχθῇ. Ἐπράξαμεν τὸ καθῆκόν μας, μένει ἤδη εἰς τὴν Βουλὴν νὰ πράξῃ τὸ ἰδικόν της· ἐὰν νομίζῃ, ὅτι πρέπει ν’ ἀκυρώσῃ τὴν σύμβασιν ἢ νὰ ζητήσῃ πληροφορίας ἀναστέλλουσα τὴν περὶ τῆς συμβάσεως ἀπόφασίν της, εἶναι κυρία νὰ τὸ πράξῃ, εἰς ἡμᾶς εἶναι ἀδιάφορον, ὅ,τι θέλει ἂς πράξῃ ἡ Βουλή, νὰ ὠφεληθῇ τὸ Δημόσιον.
§24ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ χθεσινή μου ὁμιλία ἐξέφραζεν ἀρκετὰ καθαρὰ τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἔχω ἐπὶ τῆς προκειμένης συμβάσεως. Ἀρκετὰ καθαρὰ, νομίζω, ἀνέπτυξα, ὅτι εἶμαι ἀκυρωτικός· ὑπεστήριξα δὲ αὐτὴν τὴν ἰδέαν τῆς ἀκυρώσεως, στηριχθεὶς εἰς τὰς περιστάσεις· πρῶτον, ἀφοῦ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐπωλήθησαν 40,000 καντάρια πρὸς 13 καὶ 47|00 ἕκαστον, δὲν ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπικυρώσῃ τὴν σύμβασιν διὰ 12 καὶ 11. Ἂν ἐξηρτᾶτο ἀπὸ ἐμὲ, βεβαίως ἤθελον τὴν ἀκυρώσει ἔχων ὑπ’ ὄψιν τοιοῦτον λόγον· δεύτερον, εἶπα, ὅτι εἶμαι ἀκυρωτικὸς διὰ τὸν λόγον, ὅτι ἔχομεν ῥητὴν καὶ κατηγορηματικὴν πρότασιν ἐκ μέρους ἑνὸς ἐμπορικοῦ οἴκου, ὁ ὁποῖος εἶναι ἄξιος πάσης πίστεως κατὰ τοὺς λόγους αὐτοῦ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Κατὰ τὴν πρότασιν αὐτὴν ἐκεῖνος προσφέρει φράγκα 13 τὸ καντάριον, ἐὰν δὲν θελήσωμεν νὰ ἔλθωμεν εἰς σύμβασιν προσφέρει φράγκα 13 καὶ ½· ἑπομένως ἂν ἐξηρτᾶτο ἀπὸ ἐμὲ νὰ ἐπικυρώσω ἢ νὰ ἀκυρώσω τὴν σύμβασιν, ἤθελον εἶσθαι ἀκυρωτικός, διότι νομίζω δὲν ἐπιβάλλεται εἰς ἐμὲ τὸ καθῆκον νὰ ἐπικυρώσω τὴν πρότασιν τὴν σημερινὴν, ἥτις εἶναι κατὰ 3 δραχμὰς ὀλιγωτέρα τῆς γενομένης προσφορᾶς. Βλέπετε λοιπόν, ὅτι ἡ γνώμη μου ἦτον περὶ ἀκυρώσεως τῆς συμβάσεως· καὶ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον διϊσχυρίζομαι, ὅτι θὰ ἔπραττον ἐγὼ καὶ θὰ ἐθεώρουν εὐτυχῆ τὸν ἑαυτόν μου ἐὰν προσέφερον τοιαύτην ὑπηρεσίαν εἰς τὸ Κράτος, αὐτὸ γνωμοδοτῶ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ὡς βουλευτής. Μετέπειτα μετέβην εἰς τὴν παρατήρησιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀμελήσασα νὰ ἐξακολουθήσῃ λαμβάνουσα τὰς πληροφορίας, αἱ ὁποῖαι ἦσαν ἀναγκαῖαι δι’ ἡμᾶς, μᾶς ἤγαγεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ζητήσωμεν τὰς πληροφορίας αὐτὰς ἡμεῖς καὶ ἐγνωμοδοτήσαμεν τότε νὰ ἀναβάλῃ ἡ Βουλὴ τὴν συζήτησιν καὶ νὰ ἀνατεθῇ εἰς τὸν πρόεδρον, ὅπως λάβῃ τὰς πληροφορίας ταύτας εἴτε ἀμέσως, εἴτε τῇ συμπράξει τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Δὲν ἀγνοῶ, κ. πρόεδρε, ὅτι καὶ τὸ μέτρον τοῦτο δὲν εἶναι ἀσφαλὲς σήμερον, διότι μεταξὺ ἀνθρώπων κερδοσκόπων ἠμπορεῖ νὰ ἐπέλθῃ συνεννόησις· καὶ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἶπον χθὲς, αὐτὸ ἐφαρμόζεται καὶ ἐπὶ τῆς προκειμένης περιπτώσεως ἢ τῆς γνώμης τὴν ὁποίαν ἐξέφερα. Μολοντοῦτο φρονῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται νὰ προβῇ εἰς αὐτὴν τὴν πρᾶξιν, ὡς πρᾶξιν παρασκευαστικὴν, οὐχ ἧττον ἐξακολουθῶ νὰ πρεσβεύω ὅτι ἡ σύμβασις εἶναι ἀκυρωτέα διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους σᾶς ἐξέθηκα, ὅτι ἡ τιμὴ δὲν εἶναι συμφέρουσα καὶ ἐξ αὐτῶν τῶν προηγουμένων. Ἐὰν δὲ μάλιστα ἡ Κυβέρνησις ἤθελε δείξει τὴν δέουσαν ἐπιμέλειαν καὶ ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς τιμῆς, εἰς τὴν ὁποίαν οἱ ἐργολάβοι ἐπώλουν τὴν σμύριδα, ἤθελεν εἶσθαι εἰς κατάστασιν νὰ μᾶς πληροφορήσῃ περὶ τῆς ἀληθείας τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἐξ ἐπιστολῆς ἠρύσθην καὶ ἀνέγνωσα εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο ἠμέλησεν ἡ Κυβέρνησις. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ ἀγορὰ εἶναι εἰς πολὺ καλλιτέραν τιμὴν, καὶ ἀντὶ ὁ κ. πρωθυπουργὸς νὰ μὲ κακίσῃ, ὅτι δὲν ἦλθον νὰ ὁμιλήσω μετὰ δριμύτητος ἔπραξε τὸ τὸ ἐναντίον. Δὲν ἠξεύρω ἐγὼ πῶς ἐννοεῖ αὐτὴν τὴν ἐντολὴν· ἐγὼ τὴν ἐννοῶ, ὅπως τὴν ἐξέθεσα χθὲς, ἐπικαλοῦμαι δὲ τὴν μαρτυρίαν ὅλων, ἐὰν ἐξετράπην εἰς προσβολὴν, ἢ πέραν τοῦ δέοντος, ἢ περιωρίσθην περισσότερον ἀπ’ ὅ,τι ἔπρεπεν ἐντὸς τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα ἡ εὐσυνείδητος ἐκπλήρωσις τοῦ καθήκοντός μου μοὶ ἐπέβαλεν.
§25Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν θέλω νὰ κρίνω, ἐὰν ἐν τῇ γλώσσῃ τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Μεσολογγίου ὑπάρχῃ τι συνήθως δριμὺ καὶ ἐνδεικτικὸν προαιρέσεως λόγου δηκτικοῦ, οὐδὲ ἐὰν ἐν τῇ σημερινῇ πολιτείᾳ τοῦ ἐντίμου πρωθυπουργοῦ ὑπάρχῃ τι τὸ ὑπερβαλόντως εὔθικτον. Καὶ τὰ δύω ταῦτα μοὶ φαίνονται ὅλως παρεμπίπτοντα· μοὶ φαίνεται μάλιστα, ὅτι τὰ τοιαῦτα μᾶς παρακωλύουν ἀπὸ τῆς μερίμνης, τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν ἐπὶ τῶν κοινῶν πραγμάτων καὶ συμφερόντων. Ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν προήχθην νὰ σᾶς ἀνακοινώσω, κύριοι, ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἴσως σᾶς φανῇ, ὅτι ἔχει ἰδιότυπόν τι. Καὶ ἐγὼ ἔχω τὴν δύναμιν νὰ κρίνω περὶ ἐμαυτοῦ, καὶ πρῶτον σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι καὶ ἡ ἐν γένει πολιτεία μου ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ἔχει τι ἰδιότυπον. Ἡ ὁμολογία μου αὕτη νομίζω, ὅτι προλαμβάνει καὶ τὴν κρίσιν καὶ τῆς μιᾶς καὶ τῆς ἑτέρας τῶν μερίδων τοῦ Κοινοβουλίου. Τὸ ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον προετάθη εἰς τὴν Βουλὴν, εἶναι ἂν πρέπῃ ν’ ἀκυρώσῃ τὴν σύμβασιν τὴν ὁποίαν τὸ ὑπουργεῖον ἐν τῇ ἀπουσίᾳ τοῦ Κοινοβουλίου συνωμολόγησε, διαθέσαν ἐπὶ ὡρισμένην διάρκειαν ἐτῶν τὴν σμύριδα. Ἤκουσα τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος σᾶς ἀνέπτυξε τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι ἠνάγκασαν αὐτὸν νὰ συνομολογήσῃ τὴν σύμβασιν μετ’ ἐκείνων μὲ τοὺς ὁποίους τὴν συνωμολόγησε, καὶ νὰ μὴ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν γενομένην προσφορὰν τὴν μετὰ τὸ πέρας τῆς γενομένης δημοπρασίας γενομένην. Ἤκουσα καὶ τὰς ἀντιῤῥήσεις ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι παρετήρησαν εἰς ἡμᾶς, ὅτι ἡ συνομολογηθεῖσα σύμβασις δὲν ἐξασφαλίζει ἢ δὲν πληροῖ τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἐπὶ τούτου ἰδίως θέλω περιορίσει τὰς παρατηρήσεις μου, διότι νομίζω, ὅτι δὲν ἔχω μόνον καθῆκον νὰ δίδω ἁπλῶς γνώμην ὑπερψήφων ἢ καταψήφων τῶν προτεινομένων νομοθετημάτων, ἀλλ’ ἔχω καὶ καθῆκον ἀκόμη νὰ συντελῶ διὰ τῶν μικρῶν μου δυνάμεων ἵνα διαφωτίζω καὶ τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν καὶ τὸ Κοινοβούλιον, ἂν ᾖναι ἀνάγκη, περὶ τῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους καὶ περὶ τῶν μέσων διὰ τῶν ὁποίων αὗται δύνανται νὰ θεραπευθῶσι πληρέστερον. Καὶ ἐν πρώτοις κηρύσσομαι, κύριοι, ἐναντίος τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον διατίθεται ἡ σμύρις. Μοὶ φαίνεται, ὅτι ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον διατίθεται ἡ σμύρις, εἶναι ἐντελῶς ἀσύμφορος εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ἐλπίζω ὅτι τοιουτοτρόπως δὲν θίγεται ἡ Κυβέρνησις, διότι θίγονται ὅλαι αἱ Κυβερνήσεις καὶ εἰς μίαν αὐτῶν εἶχον καὶ ἐγὼ μέρος. Διατὶ ὁ τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον διατίθεται ἡ σμύρις εἶναι ἀσύμφορος; Νομίζω, ὅτι εἶναι εὔληπτον, καὶ εὐκόλως θέλω δυνηθῆ νὰ σᾶς τὸ καταστήσω καταληπτόν. Ἡ σμύρις παράγεται ἐν Ἑλλάδι· εὐτυχῶς δὲ δι’ ἡμᾶς εἰς οὐδὲν ἄλλο μέρος δὲν παράγεται σμύρις ὁμοίας ποιότητος. Ἑπομένως τὸ Κράτος τὸ Ἑλληνικὸν ἔχει ἓν εἶδος μονοπωλείου. Ἐπειδὴ δὲ τὸ μονοπώλειον εἶναι εἰς χεῖρας ἡμῶν, ἐδυνάμεθα νὰ ἐπιβάλωμεν τοὺς ὅρους εἰς τοὺς καταναλωτάς, καὶ ἐδυνάμεθα νὰ περιποιήσωμεν συμφέροντα πραγματικὰ καὶ ἐπαρκῆ εἰς τὸ Κράτος. Ἀλλὰ κατὰ τοῦ μονοπωλείου τούτου ἐγεννήθη εἷς ἀνταγωνισμὸς ἐν τῇ μικρᾷ Ἀσίᾳ. Εἰς τὰ μέρη τῆς Ἐφέσσου ὀρύσσεται ὀρυκτὸν, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἔχῃ τὴν αὐτὴν χρησιμότητα, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Ναξία σμύρις, ὑποδεεστέρας μὲν πολλῷ ποιότητος, κατωτέρας βεβαίως ἀξίας, ἀλλ’ ἐν τοσούτῳ δυνάμενον νὰ χρησιμοποιηθῇ καὶ δυνάμενον νὰ ἀντιπαλαίσῃ ἂν ὄχι κατὰ μέτωπον καὶ ἐκ τοῦ ἐμφανοῦς ἀλλὰ δολίως καὶ λάθρα κατὰ τοῦ ὀρυκτοῦ, τὸ ὁποῖον παράγομεν ἡμεῖς. Αὐτὸ νομίζω, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν πρόνοιάν τινα εὐρυτέραν, νὰ μὴ ἀρκεσθῇ εἰς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον κάμνουσιν ὅλοι οἱ παραγωγοί, ὡς οἱ παράγοντες λ. χ. σταφιδόκαρπον, ἀλλὰ νὰ λάβῃ μεγαλειτέραν τινὰ πρόνοιαν. Ἂν ἐλαμβάνετο δὲ ἡ μεγαλειτέρα αὕτη πρόνοια, νομίζω, ὅτι ἠθέλομεν φθάσει εἰς ἀποτέλεσμα εὐάρεστον, διότι τὸ ἀποτέλεσμα εἰς τὸ ὁποῖον ἀπολήγομεν νῦν εἶναι δυσάρεστον. Διατί εἶναι δυσάρεστον; Διότι ὑπὸ τὸ σύστημα αὐτὸ τῆς διαθέσεως, τὸ ἐμπόριον ἔρχεται νὰ ἀγοράσῃ τὴν σμύριδα τὴν ἰδικήν μας, συναινεῖ νὰ λάβῃ 40,000 καντάρια ὑποχρεωτικῶς καὶ 20,000 προαιρετικῶς· οὕτω δὲ καταναλίσκοντες 60,000 καντάρια, ἐξ ὧν τὰ 40,000 καντάρια πρὸς 13 δραχμὰς ἕκαστον καὶ τὰ 20,000 καντάρια πρὸς 9 δραχμὰς ἕκαστον, ἤτοι ἔχομεν πρόσοδον 520,000 καὶ 180,000 = 700,000. Κατὰ τὸν τρόπον τοῦτον ἔχομεν τὴν ἐλπίδα ὅτι ἐξασφαλίζομεν πρόσοδον 700,000 δραχμῶν, ἀλλ’ ἡ ἐλπὶς αὕτη δὲν πραγματοποιεῖται· διότι τὸ ἐμπόριον ἀγοράσαν ἀπὸ ἡμᾶς τὰ 40,000 καντάρια ἀμέσως μεταβαίνει εἰς τὴν Ἔφεσσον καὶ ἀγοράζει ἑτέρας 40,000 καντάρια πρὸς 4 δραχμὰς ἕκαστον, μιγνύει αὐτὴν μὲ τὴν Ναξίαν σμύριδα καὶ ἔχει 80,000 καντάρια· ἐκ τοῦ μίγματος τούτου ἐπὶ τιμῇ κατὰ μέσον ὅρον 7 δραχμὰς τὸ καντάριον· ποία εἶναι ἡ τιμὴ εἰς τὸν τόπον τῆς καταναλώσεως; Εἶναι 13 λίραι τὸν τόνον, ἀναλογοῦσα εἰς 19 περίπου δραχμὰς τὸ καντάριον· ἂν ἀφαιρέσητε δὲ μίαν δραχμὴν ἔξοδα μεταφορᾶς, μένουσι 18. Λοιπὸν τὸ ἐμπόριον δὲν κερδαίνει μόνον 5 δραχμάς, κερδαίνει πολὺ περισσότερον, διότι μιγνύει τὸ προϊὸν τῆς Ἑλλάδος μὲ τὸ προϊὸν τῆς μικρᾶς Ἀσίας. Ἡ δὲ μῖξις αὕτη μᾶς ζημιοῖ διττῶς, διότι πρῶτον, ἐνῷ ἐδυνάμεθα νὰ καταναλίσκωμεν περισσότερον προϊὸν καταναλίσκομεν ὀλιγώτερον, καὶ δεύτερον διότι ἐλαττώνει τὴν ἀξίαν τοῦ προϊόντος τοῦ ἐδικοῦ μας. Λοιπόν, νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔπρεπε νὰ σκεφθῇ πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ διορθώσῃ, νὰ προλάβῃ αὐτὰ τὰ δύω ἐλαττώματα τῆς συναλλαγῆς. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τὰ δύω αὐτὰ ἐλαττώματα, εἶναι καὶ ἄλλο τι ἐλάττωμα, ὅτι οἱ συναλλασσόμενοι μεθ’ ἡμῶν συναλλάττονται ἐπὶ μίαν διάρκειαν χρόνου. Τὸ πρῶτον ἔτος λαμβάνουσι 40 χιλιάδες καντάρια ὑποχρεωτικῶς καὶ 20 χιλιάδες προαιρετικῶς, 60 χιλ. ἀλλὰ τὸ τρίτον καὶ τέταρτον ἔτος ἀθετοῦσι τὴν ὑπόσχεσίν των καὶ δὲν λαμβάνουσι, διότι τὸ κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος ἐκ τῆς Ἑλλάδος λαμβανόμενον, μιγνύμενον μὲ τὸ ποσὸν τὸ ἐκ τῆς μικρᾶς Ἀσίας ἐπαρκεῖ εἰς τὴν κατανάλωσιν, ἑπομένως ἐλαττόνουσιν οὕτω ἐπὶ τὰ ἑπόμενα ἔτη τὴν κατανάλωσιν τῆς Ναξίας σμύριδος. Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι μὲ ἔκαμον νὰ νομίζω, ὅτι τὸ σύστημα τῆς διαθέσεως τῆς σμύριδος εἶναι ἐλαττωματικόν. Νομίζω λοιπόν, ὅτι τὸ Κοινοβούλιον δὲν πρέπει νὰ περιορισθῇ εἰς τὴν ἐμπειρικὴν αὐτὴν ἀσχολίαν τοῦ νὰ δώσῃ τὴν ψῆφόν του, ναί, ἐπικυρῶ τὴν σύμβασιν, ἢ ὄχι, δὲν τὴν ἐπικυρῶ· νομίζω, ὅτι καλὸν εἶναι νὰ σκεφθῇ ὡριμώτερον, διὰ νὰ βοηθήσῃ τὴν Κυβέρνησιν πῶς θέλει δυνηθῆ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὸ Κράτος ἀπὸ τὴν ζημίαν, τὴν ὁποίαν νῦν ὑφίσταται, καὶ νὰ ἐξασφαλίσῃ εἰς τὸ Κράτος πρόσοδον πολὺ μεγαλειτέραν ἐκείνης τὴν ὁποίαν τώρα λαμβάνει. Δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ βεβαιώσω τὸ Κοινοβούλιον εἰς τί ποσὸν ἀναβιβάζεται κατὰ μέσον ὅρον ἡ πρόσοδος ἡ ἐκ τῆς σμύριδος· ἐγὼ ὅμως νομίζω, ὅτι, ἂν ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ ἐξεύρῃ ἄλλον τινὰ τρόπον διαθέσεως, ἠδύνατο νὰ ἐξασφαλίσῃ εἰς τὸ Κράτος πρόσοδον ἀσφαλῆ 1,000,000 δραχμῶν κατ’ ἔτος. Ἴσως εἰς τὴν γνώμην μου ταύτην διστάσετε νὰ ἀποδώσητε ἀξίαν τόσην ὅσην πρέπει νὰ ἔχῃ ἡ γνώμη ἑνὸς συναδέλφου σας, ὁ ὁποῖος σᾶς ὑποδεικνύει, ὅτι δύναται ἀντὶ 500,000 νὰ ἔχῃ τὸ Κράτος ἓν ἑκατομμύριον. Χρεωστῶ ὅμως νὰ φροντίσω νὰ περιβάλω τὴν γνώμην μου ταύτην μετά τινος μείζονος αὐθεντείας, καὶ τὴν μείζονα ταύτην αὐθεντίαν ἀρύομαι ἐκ τῆς ἰδιότητος, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ νῦν ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Εἰς ἄλλην ἐποχὴν, ὅτε διετέλουν ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἠναγκάσθην ν’ ἀσχοληθῶ ἰδίως περὶ τὴν μελέτην τῆς ὑποθέσεως ταύτης, διότι αἱ δυστροπίαι, αἱ ἀναβολαὶ καὶ αἱ ὑπεκφυγαὶ ἐκείνων οἵτινες εἶχον συναλλαγῆ μετὰ τοῦ Δημοσίου διὰ νὰ ἀγοράζωσι τὰ 40,000 καντάρια ὑποχρεωτικῶς καὶ τὰ 20,000 προαιρετικῶς, αὐταὶ μοῦ ἐνεδείκνυον, ὅτι ἡ συναλλαγὴ ἐκείνη δὲν ἤθελεν ἐκτελεσθῆ ὡς καὶ πραγματικῶς δὲν ἐξετελέσθη· τότε ἠναγκάσθην νὰ ζητήσω πολλαχόθεν πληροφορίας καὶ νὰ ἴδω, ἂν δὲν ᾖναι δυνατὸν τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος νὰ κάμῃ καὶ ἐπὶ τῆς διαθέσεως τῆς σμύριδος, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον κάμνουσιν ὅλα τὰ κράτη, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐν κατοχῇ μονοπωλείου τινὸς, εἴτε τὸ μονοπώλειον τοῦτο εἶναι φυσικὸν, εἴτε δὲν εἶναι φυσικὸν, ἀλλὰ τὸ Κράτος κατέστησε τοιοῦτον. Βέβαια δὲν ἠμπορῶ νὰ εἴπω, ὅτι ἔχω εἰς τὴν διάθεσίν μου πρόχειρα ὅλα τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἔχει ἡ Κυβέρνησις διὰ νὰ μελετήσῃ εὐρύτατα τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, καὶ διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ καταρτίσῃ πλήρη καὶ τελείαν σκέψιν· ἤθελον ὅμως λογισθῆ εὐτυχὴς, ἐὰν δυνηθῶ νὰ ἐφελκύσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τούτου, καὶ ἂν ἡ Κυβέρνησις εὑρεθῇ εἰς θέσιν μετά τινα χρόνον εἴτε ἐντὸς τῆς Συνόδου αὐτῆς, εἴτε κατόπιν νὰ φέρῃ εἰς τὸ Κοινοβούλιον ἔκθεσιν διὰ τῆς ὁποίας νὰ ἀποδεικνύῃ ἢ ὅτι δὲν δύναται νὰ ληφθῇ μέτρον τι ἢ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ληφθῇ. Ἂν φέρῃ ἡ Κυβέρνησις τὴν ἔκθεσιν ταύτην, τότε καὶ ἐγὼ θέλω φιλοτιμηθῆ νὰ συντελέσω μὲ τὰς μικράς μου δυνάμεις πρὸς συμπλήρωσιν τῶν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως προταθησομένων. Αὐτὴν τὴν γνώμην εἶχον νὰ φέρω εἰς ὑμᾶς, κύριοι, ὅτε ἀνέβην τὸ βῆμα διὰ νὰ ἀγορεύσω· καὶ διὰ τοῦτο προοιμιαζόμενος σᾶς εἶπον, ὅτι ἡ γνώμη μου θέλει σᾶς φανῆ ἰδιότυπος, διότι δὲν σκοπεῖ, οὔτε τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἐσκέφθη ἡ μερὶς τοῦ κ. Δεληγεώρη, οὔτε συντάσσεται ἐντελῶς μὲ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ προβῇ εἰς μίαν ἀπόφασιν ἐπὶ τοῦ ὡρισμένου συμβεβηκότος τῆς συμβάσεως, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ σᾶς εἴπω καὶ ἐπὶ τούτου τὴν γνώμην μου· διὰ νὰ συνομολογηθῇ ἡ σύμβασις ἡ ὑπὸ συζήτησιν, ἔπρεπε νὰ γείνῃ δημοπρασία· καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐνόμισεν, ὅτι εἶναι προτιμότερον νὰ κάμῃ μυστικὴν παρὰ φανερὰν δημοπρασίαν· δὲν ἀντιλέγω κατὰ τοῦ μέτρου της τούτου, ἐξετάζω ὅμως κατὰ τίνα τρόπον γίνεται ἡ φανερὰ δημοπρασία καὶ κατὰ τίνα τρόπον γίνεται ἡ μυστικὴ, καὶ διὰ νὰ ἐξετάσω αὐτὸ δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ καταβάλω πολλοὺς κόπους, τὰ πράγματα εἶναι τοιοῦτον κοινὰ καὶ γνωστὰ εἰς ὅλους, ὥστε δὲν ἔχω παρὰ νὰ ἀνοίξω τὸ πρῶτον βιβλίον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ μὲ ὁδηγήσῃ περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον γίνεται ἡ φανερὰ δημοπρασία, καὶ περὶ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν γίνεται ἡ μυστική. Τὸ πρῶτον τοῦτο βιβλίον λοιπὸν μὲ διδάσκει, ὅτι ἡ μυστικὴ δημοπρασία δὲν γίνεται καθ’ ὃν τρόπον ἐγένετο τελευταῖον παρ’ ἡμῖν. Ἂν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγένετο παρ’ ἡμῖν, καὶ τοῦ ὁποίου ἀποτέλεσμα εἶναι ἡ συνομολόγησις τῆς συμβάσεως, ἦτο πλήρης καὶ τελεία μυστικὴ δημοπρασία, ἤθελον βεβαίως συνταχθῆ μὲ τὴν γνώμην τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἤθελον καὶ ἐγὼ ἐνισχύσει αὐτὸν καὶ συνηγορήσει ὑπὲρ αὐτοῦ, λέγοντος ὅτι ἐνόμισεν, ὅτι δὲν εἶναι ἀξιοπρεπὲς εὐθὺς ὡς ἀπεσφραγίσθησαν τὰ δελτία νὰ δεχθῇ πλέον προσφορὰν ἄλλην, καὶ γενομένην ἴσως ἀφοῦ ἐγνώσθησαν τὰ ποσά, τὰ ὁποῖα προσηνέχθησαν διὰ τῶν μυστικῶν δελτίων. Ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ δημοπρασία δὲν ἐγένετο κατὰ τοὺς ὅρους, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσι τὴν μυστικὴν δημοπρασίαν· τὴν παράλειψιν ἢ τὴν ἀταξίαν δὲν τὴν καταλογίζω εἰς βάρος τῆς ἐνεστώσης Κυβερνήσεως, διότι εἶναι πολλὰ ἐνδεχόμενον τὸ Διάταγμα νὰ μὴ προεκλήθη ὑπὸ τοῦ κ. Σωτηροπούλου, εἶναι πολλὰ ἐνδεχόμενον νὰ ᾖναι καταγωγῆς πολὺ ἀρχαιοτέρας.
§26ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Κατὰ τί εἶναι ἀτελὴς ἡ δημοπρασία;
§27ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐρωτῶμαι νὰ εἴπω κατὰ τί δὲν εἶναι τακτικὴ ἡ γενομένη μυστικὴ δημοπρασία· δὲν θέλω ν’ ἀνατρέξω, ὅπως ἴσως ἤθελεν ἀνατρέξει ὁ ἔντιμος ἐκ Μέσης βουλευτής, εἰς τοὺς νόμους τῶν ἀρχαίων Ἀθηνῶν, διὰ νὰ σᾶς εἴπω, πῶς ἐξετελεῖτο ἡ δημοπρασία. Αὐτὸς ὁ τρόπος τοῦ προσπορισμοῦ εἴτε ἐργασίας εἴτε τῆς παροχῆς πραγμάτων, αὐτὸς ὁ τρόπος ἐκανονίσθη πληρέστατα πρὸ ἑκατοντάδος ἐνιαυτῶν ἀπὸ ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος ἀπέκτησε μεγάλην ὑπόληψιν οἰκονομολογικήν, τὸν Kolbert· αὐτὸς ἐτακτοποίησε τὸν τρόπον τῆς δημοπρασίας καὶ τὸν ἐκανόνισε, διότι τότε ἐγένοντο μεγάλαι ἐργασίαι ὀχυρωματικαὶ ἐν Γαλλίᾳ. Συνεπείᾳ λοιπὸν τοῦ κανονισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἐγένετο τότε, ἐξεδόθη εἰς τὴν Γαλλίαν Διάταγμα, τὸ ὁποῖον κανονίζει τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον γίνεται μυστικὴ δημοπρασία· κατ’ αὐτὸν δὲ οὐδεὶς γνωρίζει τί ἔχει εἰς τὸν νοῦν του ὁ ἄλλος. Τοῦτό ἐστι μυστικὴ δημοπρασία. Ἕκαστος ἐξετάζει τὸ ἴδιον συμφέρον καὶ κατ’ αὐτὸ μόνος διατυποῖ ἐν δελτίῳ τὴν πρότασίν του· ὕστερον ἀνοίγονται τὰ δελτία καὶ εὑρίσκεται τὸ συμφερώτερον. Ποῖοι δὲ εἶναι οἱ συναλλασσόμενοι; συναλλάσσονται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀνάγκην τῆς σμύριδος μὲ τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἔχει ἀνάγκην νὰ τὴν πωλήσῃ· λοιπὸν πρέπει πρῶτον ἡ Κυβέρνησις νὰ προσδιορίσῃ κατὰ νοῦν τὸν ἐλάχιστον ὅρον, κατὰ τὸν ὁποῖον δύναται νὰ πωλήσῃ τὴν σμύριδα, σφραγίζει τὸ δελτίον της καὶ δὲν τὸ γνωρίζει κανείς· τότε καλοῦνται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀνάγκην τῆς σμύριδος· ἕκαστος αὐτῶν προσδιορίζει ἐν δελτίῳ ἐσφραγισμένῳ τὸν μέγιστον ὅρον τῆς τιμῆς, τὴν ὁποίαν προσφέρει· οὐδεὶς δὲ οὔτε ἡ Κυβέρνησις οὔτε οἱ προσφέρται γνωρίζουσι τὰς προσφορὰς τῶν ἄλλων· ἀποσφραγίζονται ὅλα, εὑρίσκεται ὁ ἐλάχιστος ὅρος τῆς Κυβερνήσεως, εὑρίσκεται ὁ μέγιστος ὅρος τῶν προσφερτῶν. Ὁ ὅρος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ὑπερβαίνει τὸν ἐλάχιστον τῆς Κυβερνήσεως, αὐτὸς εἶναι ὑποχρεωτικὸς διὰ τὴν Κυβέρνησιν· ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει πλέον τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν νὰ ἀποῤῥίψῃ ἢ νὰ μὴν ἀποῤῥίψῃ· ἡ διακριτική της ἐξουσία περιορίζεται εἰς τοῦτο, τίς ἐκ τῶν ὅρων εἶναι ἀνώτερος. Ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν δὲν ἐγένετο οὕτως. Ἡ Κυβέρνησις ἐξέδωκε Διάταγμα εἰδοποιοῦν ὅλον τὸν κόσμον, ὅτι πωλεῖται ἡ σμύρις, ἀλλὰ συγχρόνως προσδιορίζει τὸν ἐλάχιστον ὅρον εἰς 10 δρ. ἑπομένως ὁ ἐλάχιστος ὅρος, τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἐπρότεινεν ἦτον γνωστὸς εἰς τοὺς ἀγοραστάς· ἑπομένως ἡ δημοπρασία εἶναι μίγμα μυστικῆς καὶ φανερᾶς δημοπρασίας, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ ᾖναι ὑποχρεωτικὸν οὔτε διὰ τοὺς μὲν οὔτε διὰ τοὺς δέ. Ταῦτα λέγων δὲν καταλογίζω οὐδεμίαν πλημμέλειαν εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις ἴσως ἀντέγραψε Διάταγμα ὅμοιον, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸ παρελθὸν ἐξεδόθη διὰ τὴν διάθεσιν τῆς σμύριδος. Λοιπὸν ἡμεῖς εὑρισκόμεθα τώρα εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν· ἔχομεν σύμβασιν συνομολογηθεῖσαν διὰ πολλὰ ἔτη· ἔχομεν γνώμην, περὶ τῆς ἀληθείας ἢ τῆς ὀρθότητος τῆς ὁποίας ἐξακολουθῶ νὰ ἐπιμένω ἐνόσῳ δὲν μοῦ ἀποδειχθῇ τὸ ἐναντίον, ὅτι ὁ τρόπος αὐτὸς τῆς διαθέσεως εἶναι πλημμελής· κατὰ συνέπειαν δὲ τῆς γνώμης ταύτης πολὺ ἐνδεχόμενον εἶναι νὰ εὑρεθῇ τρόπος καθ’ ὃν νὰ διατίθεται ἡ σμύρις συμφωνότερον πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἔχομεν σύμβασιν ἐνώπιόν μας, ἐπιτρέψατέ μοι, κύριοι, νὰ σᾶς ὑποβάλω τὴν γνώμην μου περὶ τοῦ πρακτέου, ἡ ὁποία εἶναι ἡ ἑξῆς: ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφανθῇ, ὅτι ἀποδέχεται μὲν τὰ ἀποτελέσματα τῆς συμβάσεως διὰ τὸ λῆξαν ἔτος, εὔχεται δὲ ἵνα ἡ Κυβέρνησις ἀσχοληθῇ νὰ ἐξεύρῃ καὶ ἐφεύρῃ τρόπον τῆς διαθέσεως τῆς σμύριδος συμφερώτερον τοῦ νῦν ἐν Ἑλλάδι ὑπάρχοντος.
§28ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἡ γνώμη σας εἶναι τροπολογία ἐπὶ τῆς συμβάσεως.
§29Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νὰ μὴ ψηφισθῇ ἡ σύμβασις· ἂν σᾶς ἐγνωμοδότουν νὰ ἐπιψηφίσητε τὴν σύμβασιν, ἤθελον σᾶς προτρέψει νὰ δεσμευθῆτε ἐπὶ 12 ἔτη· ἐγὼ σᾶς προτρέπω νὰ ἀλλάξητε τρόπον διαθέσεως, ἑπομένως νὰ μὴ ἐπιψηφίσητε τὴν πρότασιν.
§30ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Λέγετε νὰ δεχθῶμεν τὴν σύμβασιν δι’ ἓν ἔτος.
§31Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν ἐπωλήσατε σμύριδα ἐντὸς τοῦ 76, ἔχει καλῶς ἡ πώλησις· ἀλλὰ τὴν σύμβασιν μὴ τὴν κυρώσητε, διότι θὰ δεσμεύσητε τὴν Ἑλλάδα διὰ 12 ἔτη.
§32ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ γνώμη σας εἶναι καθαρῶς ἀκυρωτικὴ, διότι ἡ προκήρυξις τῆς δημοπρασίας λέγει ὅτι, εἴτε ἐπικυρωθῇ εἴτε μὴ, ἡ κατακύρωσις τῶν 12 ἐτῶν, τὸ δοθησόμενον ποσὸν εἰς τὸ 76 εἶναι ὑποχρεωτικόν. Λοιπὸν ἡ γνώμη σας εἶναι ἀκυρωτική.
§33Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα, καὶ ἐνόσῳ ἡ Κυβέρνησις δὲν μᾶς φέρει τρόπον ἄλλον διαθέσεως, σήμερον παραδέχομαι τὴν λιανικὴν πώλησιν.
§34ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐννοῶ, κύριοι, ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι προτείνουν νὰ ἀκυρωθῇ ἡ σύμβασις· ἐννοῶ ἐπίσης καὶ ἐκείνους, μολονότι δὲν συμμερίζομαι τὴν γνώμην των, οἱ ὁποῖοι σᾶς προτείνουν ν’ ἀναβάλλετε τὴν ἐπικύρωσιν τῆς συμβάσεως, νὰ κρατῆτε δεσμευμένους τοὺς τελευταίους ὑπερθεματιστὰς καὶ νὰ εἰσέλθετε εἰς διαπραγματεύσεις μὲ ἄλλους, οἱ ὁποῖοι δεικνύουν διάθεσιν νὰ προσφέρουν περισσότερα· περὶ τούτων ἡ Βουλὴ δύναται ν’ ἀποφασίσῃ, καί, ὡς εἶπεν ὁ κ. πρωθυπουργός, ἡ Κυβέρνησις ἐντελῶς ἀδιαφορεῖ· ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου φίλου μου κ. Δηλιγιάννη, ὁ ὁποῖος χωρὶς νὰ διατυπώσῃ τι ὡρισμένον, χωρὶς νὰ ἐκφέρῃ καμμίαν γνώμην, σᾶς λέγει, ἀκυρώσατε τὴν σύμβασιν· διατί; διὰ νὰ ἀναγκασθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα καὶ νὰ σᾶς φέρῃ ἄλλην γνώμην, ἢ τοὐλάχιστον νὰ ἐκθέσῃ τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι θέλουν πείσει τὴν Βουλήν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διατεθῇ ἡ σμύρις ἄλλως πως· ἂν ὁ κ. Δηλιγιάννης εἶχε γνώμην ὡρισμένην ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ διατεθῇ κατὰ ἄλλον τρόπον ἡ σμύρις, ὤφειλε, φρονῶ, νὰ διατυπώσῃ ταύτην, διὰ νὰ φωτίσῃ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλήν· ὅλως δὲ μάταιον εἶναι νὰ ἀπαιτῇ τοῦτο ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Τόσον ἡμεῖς, ὅσον καὶ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, δὲν εὕρομεν ἄλλον τρόπον συμφερώτερον καὶ καταλληλότερον διὰ τὴν διάθεσιν τῆς σμύριδος ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ἠκολουθήσαμεν· διὰ τοῦτο καὶ ἡ πρώτη Κυβέρνησις ἐνήργησε δημοπρασίαν ἀποτυχοῦσαν, καὶ ἡμεῖς ἐκάμαμεν δύω τοιαύτας, ἐκ τῶν ὁποίων ἡ μία ἀπέτυχε, τῆς ἄλλης δὲ σᾶς παρουσιάζομεν ἤδη τὸ ἀποτέλεσμα· ἑπομένως νομίζω, ὅτι εἶναι περιττὴ ἡ ἀναβολὴ, τὴν ὁποίαν προτείνει ὁ κ. Δηλιγιάννης, νὰ δώσετε εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι καθ’ ἡμᾶς δὲν ὑπάρχει ἄλλος τρόπος συμφερώτερος καὶ καταλληλότερος, παρὰ τὴν διὰ δημοπρασίας διάθεσιν τοῦ ὀρυκτοῦ, ἰδίως διὰ τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον ἐξέθεσεν ὁ κ. Δηλιγιάννης περὶ τοῦ ὅτι ἡ Ναξία σμύρις ἀπαντᾷ μέγιστον ἀνταγωνισμὸν εἰς τὴν ἀγορὰν τῆς Εὐρώπης, συμφέρει νὰ ᾖναι πολυετῶς διατεθειμένη, διότι ὁ πολυετὴς ἀγοραστὴς αὐτῆς θὰ καταβάλλῃ πᾶσαν προσπάθειαν πρὸς ματαίωσιν τοῦ ἀνταγωνισμοῦ τούτου. Ὁ κ. Δηλιγιάννης ὡμίλησε περὶ μυστικῆς δημοπρασίας, καὶ παρεδέχθη μὲν ὅτι ὅταν αἱ δημοπρασίαι ᾖναι μυστικαὶ δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον μετ’ αὐτὰς νὰ γίνωνται δεκταὶ οἱαιδήποτε προσφοραί, ἀλλ’ ἐπὶ τῆς προκειμένης δημοπρασίας εὗρεν ὅτι δὲν ἐτηρήθησαν ὅλαι αἱ διατυπώσεις τῆς μυστικῆς δημοπρασίας, ἕνεκα δὲ τούτου φρονεῖ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἦτον ὑποχρεωμένη νὰ μὴ δεχθῇ προσφορὰς ἀνωτέρας μετὰ τὴν δημοπρασίαν παρουσιασθείσας. Ποία δὲ εἶναι ἡ διατύπωσις, ἡ ὁποία ἔλειψεν ἀπὸ τὴν μυστικὴν δημοπρασίαν κατὰ τὸν κ. Δηλιγιάννην; ἡ μυστικότης τοῦ ἐλαχίστου ὅρου. Ἡ Κυβέρνησις, εἶπεν, δὲν ἐτήρησε τὸν ἐλάχιστον ὅρον μυστικόν, ἀλλὰ τὸν ἐσημείωσεν εἰς τὸ Διάταγμα· ἀλλ’ ἐὰν ὁ ἐλάχιστος ὅρος ἦτον μυστικός, ἔπρεπε καὶ ἡ δημοπρασία νὰ ᾖναι ὑποχρεωτικὴ διὰ τὸ Δημόσιον, διότι καθ’ ἃ σᾶς ἐξήγησεν ὁ κ. Δηλιγιάννης τίθεται ἐπὶ τῆς τραπέζης ἀφ’ ἑνὸς μὲν ὁ ἐλάχιστος ὅρος τῆς Κυβερνήσεως ἐσφραγισμένος, ἀφ’ ἑτέρου δὲ αἱ προσφοραὶ τῶν συναγωνιζομένων, ἀνοίγονται δὲ αὗται καὶ ἐὰν εὑρεθῇ ὅτι ἡ ἀνωτέρα προσφορὰ εἶναι ἴση ἢ ἀνωτέρα τοῦ ἐλαχίστου ὅρου, ἡ Κυβέρνησις εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ κατακυρώσῃ τὴν δημοπρασίαν. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὅμως ἠδυνάμεθα νὰ πράξωμεν τοιοῦτόν τι; εἴχομεν τὴν ἄδειαν νὰ ἐκποιήσωμεν διὰ 12 ἔτη τὸ ὀρυκτὸν τῆς σμύριδος; ὄχι· τότε λοιπὸν εἰς τί ἤθελε χρησιμεύσει ἡ μυστικότης τοῦ ἐλαχίστου ὅρου τῆς Κυβερνήσεως; Πῶς ἠδυνάμεθα νὰ καταστήσωμεν ὑποχρεωτικὸν τὸ ἀποτέλεσμα, ἀφοῦ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπικυρώσῃ ἡ Κυβέρνησις τὴν δημοπρασίαν, ἀλλ’ ὤφειλε νὰ φέρῃ τὸ ἀποτέλεσμα εἰς τὴν Βουλήν; Ἀλλὰ δύναται νὰ μὲ ἐρωτήσῃ τις, διατί ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐθέσατε ἐλάχιστον ὅρον; ἐτέθη οὗτος διὰ νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ὁδηγὸς τῶν προσφερτῶν καὶ νὰ καταδειχθῇ εἰς αὐτοὺς ὅτι ἦτο περιττόν, ἂν δὲν ἠδύναντο νὰ προσφέρωσι τοὐλάχιστον αὐτὴν τὴν τιμήν, νὰ παρουσιασθῶσιν εἰς τὴν δημοπρασίαν, διότι οὔτε ὁ ὑπουργὸς ἤθελεν ἐγκρίνει τυπικῶς τὸ ἀποτέλεσμα, οὔτε παρὰ τῆς Βουλῆς ἤθελε ζητηθῇ ἡ ὁριστικὴ ἔγκρισις. Ἀλλ’ εἴτε φανερὸς εἴτε μυστικὸς εἶναι ὁ ἐλάχιστος ὅρος, κατὰ τί μεταβάλλεται ἡ θέσις τῶν πλειστηριαστῶν; οἱ συναγωνιζόμενοι εἰς τὴν μυστικὴν δημοπρασίαν δὲν γνωρίζουσι τί θὰ προσφέρουν ἄλλοι, ἀλλὰ σκέπτονται τί συμφέρει εἰς ἕνα ἕκαστον αὐτῶν νὰ προσφέρῃ, ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τῶν ὑπολογισμῶν των καὶ τῶν πεποιθήσεων, τὰς ὁποίας ἐσχημάτισαν, διατυποῦσι καὶ παρουσιάζουσι τὴν προσφοράν· συμβαίνει δὲ πολλάκις αὕτη νὰ ᾖναι πολὺ ἀνωτέρα ἀπὸ τὴν προηγουμένην προσφορὰν τοῦ ἀνταγωνιζομένου· ἀλλ’ ἂν παραδεχθῶμεν διὰ μίαν στιγμὴν ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον, ἀφοῦ τελειώσῃ ἡ δημοπρασία, ἀνοιχθῶσι δὲ καὶ δημοσιευθῶσιν αἱ μυστικαὶ προσφοραί, νὰ δίδωνται καὶ τότε ἀνώτεραι προσφοραί, ποῖος θέλει ῥιψοκινδυνεύσει νὰ κάμῃ σπουδαίας προσφορὰς εἰς τὴν μυστικὴν δημοπρασίαν, ἀφοῦ ἔχει τὸν καιρόν, ἅμα ἴδῃ τὰς προσφορὰς τῶν ἄλλων, νὰ ματαιώσῃ τὴν δημοπρασίαν, δίδων προσφορὰν κατά τι ἀνωτέραν; Ἡ θέσις τῶν ἀνταγωνιζομένων οὐδόλως μεταβάλλεται ἐκ τοῦ ὅτι ὁ ἐλάχιστος ὅρος εἶναι φανερός· διὰ τοῦτο δὲν ἠδυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν μετὰ τὴν δημοπρασίαν.
§35Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μίαν ἐξήγησιν ὀφείλω νὰ δώσω εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Ἡ μυστικὴ δημοπρασία ἔχει ἓν μέγα προτέρημα οὐ μόνον νὰ προκαλῇ τοὺς μεγαλειτέρους ὅρους, οἱ ὁποῖοι, ἐν περιπτώσει κατὰ τὴν ὁποίαν πωλοῦνται πράγματα, δύνανται νὰ προταθῶσι πρὸς ἀγορὰν αὐτῶν, ἀλλὰ ἔχει καὶ τὸ προτέρημα νὰ ἀπαλλάσσῃ καὶ τοὺς ἀγοραστὰς ἀπὸ τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι πωλοῦσι τὰ πράγματα. Ὅταν προσδιορίζηται εἷς ἐλάχιστος ὅρος, οἱ πωληταὶ ἀπεκδύονται τῆς διακριτικῆς ἐξουσίας νὰ ἀποφανθῶσιν ἂν συμφέρει ἢ μὴ νὰ πωλήσωσιν. Ὅταν πωλῶνται πράγματα, τὰ ὁποῖα ἀνήκουσιν εἰς τὰ Κράτη, ἢ εἰς Σωματεῖα, ἢ εἰς ἕτερα ἠθικὰ πρόσωπα, τότε εἶναι ἀναπόφευκτος ἀνάγκη οἱ ἀγορασταὶ νὰ ἦναι ἀπηλλαγμένοι τῆς διακριτικῆς αὐτῆς ἐξουσίας, καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ ἔχῃ αὐτὴν διὰ νὰ ἦναι ἀνωτέρα πάσης αἰτιάσεως, τὴν ὁποίαν ἡ κακοβουλία, ἢ οἱ ἐχθροὶ αὐτῆς ἠδύναντο νὰ προτείνωσιν. Ὁ μυστικὸς ὅρος ἔχει ὡς ἀναπόφευκτον συνέπειαν νὰ ὑποχρεοῖ τὴν Κυβέρνησιν νὰ πωλῇ πάντοτε τὸ πρᾶγμα εἰς τὰς τιμὰς, αἱ ὁποῖαι ἤθελον προταθῇ· δὲν ἀφίνει τὴν ἐξουσίαν νὰ εἴπῃ ἐὰν πωλῇ ἢ δὲν πωλῇ. Ὅταν αἱ Κυβερνήσεις δὲν δύνανται νὰ τηρῶσι τοὺς ὅρους τούτους τῶν μυστικῶν δημοπρασιῶν, πρέπει νὰ ἀποφεύγωσι τὸ σύστημα τοῦτο τῶν δημοπρασιῶν, ὅπερ δὲν εἶναι οὔτε μυστικόν, οὔτε φανερόν. Τί εἶναι ἡ δημοπρασία, ἡ ὁποία ἐγένετο; δὲν εἶναι τίποτε· ὅταν δὲν ἦναι μυστική, ὅταν ἦναι τοιαύτη οἵα ἐγένετο, οἱ ἀνταγωνιζόμενοι ἔχουσι τὴν ἐλπίδα, ὅτι, καὶ ἂν δὲν προτείνωσι τὸν ἀνώτατον ὅρον ὅτι θέλουσι κατορθώσει νὰ ἀγοράσωσι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον πρόκειται πρὸς πώλησιν, τοῦτο δὲ γίνεται ἐνίοτε μὲν ἀφορμὴ καταχρήσεων, συνήθως δὲ ἀφορμὴ αἰτιάσεων καὶ προφάσεων. Διὰ τοῦτο δὲν ἐνθαῤῥύνω καμμίαν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία δὲν δύναται νὰ τηρήσῃ τὸν ὅρον τοῦτον νὰ προβαίνῃ εἰς τὴν μυστικὴν δημοπρασίαν. Ἔχω ἀνάγκην νὰ δώσω καὶ ἑτέραν ἐξήγησιν, διότι παρετήρησα εἰς τὴν ὁμιλίαν τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ εἶδός τι ἐλέγχου πρὸς με. Καὶ ἂν πρὸ ὀλίγου ὁ ἔντιμος πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου ἐφάνη ὀλίγον ἐνοχληθεὶς, διότι ἀνεγνώρισεν εἰς τὴν ὁμολογίαν τοῦ κ. Δεληγεώργη προαίρεσιν ἐλέγχου, δύναμαι καὶ ἐγὼ νὰ ἐνοχληθῶ, ἰδὼν εἰς τὴν ὁμολογίαν τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν προαίρεσιν ἐλέγχου. Εἶπεν, ὅτι ὁ κ. Δηλιγιάννης ὤφειλε νὰ προτείνῃ ἐντεῦθεν τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐνόμιζε κατάλληλα. Ὑπάρχει ὅμως διαφορὰ μεταξὺ τοῦ κ. Δηλιγιάννη καὶ τοῦ κ. Σωτηροπούλου. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος εἶναι ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὡς τοιοῦτος ὀφείλει νὰ εὑρίσκῃ τὰ τελειότερα καὶ συμφερώτερα, καὶ προβάλῃ αὐτὰ εἰς τὴν Βουλήν· ὁ δὲ κ. Δηλιγιάννης προθύμως ὡς πολίτης δύναται καλούμενος ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ παράσχῃ αὐτῷ πάντα τὰ φῶτα, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ ἔχῃ, ἀλλὰ ὡς βουλευτὴς δὲν ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἔρχηται εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ προτείνῃ μέτρα περὶ τῆς διαθέσεως τῶν προσόντων τοῦ Κράτους, τὰ ὁποῖα μόνος ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸς ἔχει τὸ καθῆκον νὰ ἐξευρίσκῃ καὶ προβάλλῃ.
§36ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἔρχομαι νὰ προτείνω τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον παρέλειψεν ὁ κ. Δηλιγιάννης. Ἂν ποιῶ λόγον περὶ τοιούτου μέτρου, καὶ τοι εἶμαι σύμφωνος κατὰ πάντα πρὸς τὴν γνώμην αὐτοῦ, ὁ λόγος εἶναι ὅτι ἐπροτάθη πολλάκις ἐν ἄλλῃ ἐποχῇ παρὰ τῆς ἐν Λονδίνῳ πρεσβείας παρ’ ᾗ διετέλουν τότε ὑπάλληλος, δὲν ἐγένετο ὅμως ποτὲ δεκτὸν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως τὸ μέτρον τῆς εἰς λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου διαθέσεως τῆς σμύριδος ἐν τῷ τόπῳ τῆς καταναλώσεως· πολλάκις δὲ ἔλαβον καὶ ἐγὼ ἀφορμὴν νὰ κάμω λόγον πρὸς ὑπουργοὺς τῶν Οἰκονομικῶν περὶ τοῦ μέτρου τούτου· πάντοτε ὅμως εἶδον ὅτι πολλαὶ θὰ ὑπῆρχον αἱ δυσχέρειαι οὐχὶ τόσον ἐν τοῖς πράγμασιν ὅσον εἰς τὴν ἀποδοχὴν τοῦ μέτρου. Κατὰ τὸ μέτρον τοῦτο θὰ συνιστῶντο ἀποθῆκαι σμύριδος ἐν ταῖς χώραις τῆς καταναλώσεως καὶ θὰ ἐπωλεῖτο ἡ σμύρις ἐπὶ τῇ βάσει διατιμήσεως ὅπως πωλεῖται ἐν Λονδίνῳ καὶ ἀλλαχοῦ τὸ προϊὸν τοῦ μονοπωλείου τοῦ ὑδραργύρου, τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς τὴν Ἱσπανικὴν Κυβέρνησιν. Ὑπάρχουσι κανονισμοὶ εἰς τὰς τοιαύτας πωλήσεις καὶ ἀσφάλεια μεγίστη, ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τῶν κανονισμῶν τούτων, τοὺς ὁποίους ἐν τῇ προγενεστέρᾳ ἐκείνῃ ἐποχῇ εἶχεν ἀνακοινώσει ἡ ἐν Λονδίνῳ πρεσβεία πρὸς τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἠδύνατο ἄριστα νὰ διατυπωθῇ ὁ τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον ἤθελε κανονισθῆ ἡ ἀποθήκευσις καὶ ἡ ἐκ τῶν ἀποθηκῶν πώλησις τοῦ προϊόντος· σημειώσατε δὲ ὅτι ἐκ τοῦ ὅλου προϊόντος τὰ τρία τέταρτα δαπανῶνται ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ τὸ ἓν τέταρτον δαπανᾶται ἀλλαχοῦ, ὥστε καὶ ὁ πολλαπλασιασμὸς τῶν ἀποθηκῶν δὲν εἶναι πολὺ ἀναγκαῖος, διότι ὅταν περὶ τῆς ἐν ἐν Ἀγγλίᾳ καταναλώσεως ληφθῇ πρόνοια τὸ ζήτημα τῆς πολλαχοῦ καταναλώσεως εἶναι δευτερεῦον.
§37ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁμιλεῖτε περὶ τοῦ μέτρου περὶ τοῦ ὁποίου ἐπρότεινεν ἡ ἐν Λονδίνῳ πρεσβεία;
§38ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μάλιστα. Ἡ ἐν Λονδίνῳ πρεσβεία, ἔχουσα καὶ τὸ καθῆκον νὰ ἐξετάζῃ τὰ περὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ προϊόντος τούτου, ἐπείσθη, ὅτι ἡ σμύρις ἤθελεν ἀποφέρει μεγαλείτερα ποσὰ εἰς τὸ ταμεῖον οὕτω διατιθεμένη καὶ ὅτι μόνον διὰ τῆς τοιαύτης διαθέσεως ἠδύνατο ν’ ἀποκτήσῃ τὴν ὑπόληψιν, ἥτις ἀνήκει εἰς αὐτὴν, διότι ὁσάκις ἡ πώλησις γίνεται εἰς ἐμπόρους, οἵτινες πρόκειται νὰ μεταπωλήσωσιν, εἶναι ἀποδεδειγμένον ἐκ τῶν πραγμάτων, ὅτι ἡ μεταπώλησις οὐδέποτε γίνεται ἀνόθευτος, καὶ τὸ ἀνόθευτον ἑλληνικὸν προϊὸν εἶναι ἄγνωστον εἰς τὴν εὐρωπαϊκὴν ἀγοράν. Τοῦτο ἔμαθεν ἡ πρεσβεία ζητήσασα νὰ πληροφορηθῇ ἀκριβῶς ποία ἡ τιμὴ τῆς Ναξίας σμύριδος, καὶ λαβοῦσα ὡς ἀπάντησιν, ὅτι Ναξία σμύρις ἁγνὴ δὲν ὑπάρχει, ὥστε δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ λάβῃ τὴν πληροφορίαν ὁποία ἦτον ἡ τιμὴ αὐτῆς. Ἡ Ναξία σμύρις ἀποτελεῖ μονοπώλειον ὡς πρός τινα εἴδη, ὡς πρὸς ἕτερα δὲ εἴδη χρησιμεύει ἀναμιγνυομένη μετὰ τῆς σμύριδος τῆς μικρᾶς Ἀσίας εἰς βελτίωσιν τῆς ποιότητος τῆς σμύριδος. Τὸ εἶδος εἰς τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ μονοπώλιον εἶναι ἡ κατεργασία τῶν κρυστάλων καὶ τῶν ὑέλων, ὡς πρὸς ἄλλα δὲ εἴδη χρησιμεύει καὶ αὐτὴ, ὅπως χρησιμεύει καὶ ἡ σμύρις τῆς μικρᾶς Ἀσίας καὶ ἰδίως εἰς τὸ νὰ καθιστᾷ τὴν σμύριδα τῆς μικρᾶς Ἀσίας ἀποτελεσματικωτέραν, νὰ δίδῃ εἰς αὐτὴν περισσοτέραν δύναμιν, διότι ἡ ἀξία τῆς σμύριδος εἶναι ὅτι ἔχει ἀρκετὴν δύναμιν ἵνα τρίβῃ τὰ εἴδη τὰ ἔχοντα πολλὴν στερεότητα. Ποῖον δὲ εἶναι τὸ ποσὸν τῆς καταναλώσεως καὶ αἱ τιμαὶ αὐτῆς ὅπου ἡ Ναξία σμύρις ἀποτελεῖ μονοπώλιον, τοῦτο εἶναι πολὺ δύσκολον νὰ ἐξευρεθῇ, διότι τὰ καταστήματα τὰ κατεργαζόμενα τὸν ὕελον καὶ αὐτὰ παραπονοῦνται, ὅτι δὲν δύνανται νὰ εὕρωσιν ἀνόθευτον σμύριδα, ὥστε ἡ ἐξακρίβωσις τοῦ ποσοῦ τοῦ σήμερον καταναλισκομένου καὶ πρὸς τὸ ὄνομα Ναξία σμύρις δὲν ἀποδεικνύει τὸ ἀληθὲς ποσὸν τῆς καταναλώσεως αὐτῆς. Ἀλλ’ ἂν ὑπῆρχον καταστήματα ἐν τῷ ἐξωτερικῷ μία μόνη ἀποθήκη ἐν Λονδίνῳ, ἐξ ἧς νὰ προμηθεύωνται οὐ μόνον οἱ μεγάλοι καταναλωταὶ ἀλλὰ καὶ οἱ μικροὶ εἰς τιμὰς ὁριζομένας ἐκ τῶν προτέρων, θὰ μεταβάλλοντο ἐντελῶς τὰ τῆς καταναλώσεως τοῦ εἴδους τούτου. Ὁ μηχανισμὸς τῆς ἐκ τῶν ἀποθηκῶν πωλήσεως τοῦ Ἱσπανικοῦ ὑδραργύρου εἶναι τοιοῦτος, ὥστε δύναται πᾶς τις ν’ ἀγοράζῃ μὴ φοβούμενος τὴν κατόπιν ἔκπτωσιν, διότι παρέχεται εἰς τὸν ἀγοραστὴν τὸ πλεονέκτημα νὰ δύναται ἐντὸς ἓξ μηνῶν ἐπερχομένης κατόπιν ἐκπτώσεως νὰ ζητήσῃ τὴν ἀπόδοσιν τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἔδωσε περιπλέον. Ἐὰν γείνῃ ἡ δοκιμὴ μὲ τοιοῦτον κανονισμὸν, τότε θὰ δυνηθῶμεν νὰ ὁρίσωμεν ἀκριβῶς ποῖον εἶναι τὸ ποσὸν τὸ ἐκ τοῦ μονοπωλείου καταναλισκόμενον. Τὴν δοκιμὴν ταύτην δὲν δυνάμεθα νὰ κάμωμεν ἐντὸς ὀλίγου χρόνου, διότι πρέπει πρῶτον νὰ καταναλωθῇ ὅλον τὸ ποσὸν τὸ ὑπάρχον ἤδη εἰς χεῖρας ἄλλων. Οἱ ἔχοντες τὸ ποσὸν τοῦτο σήμερον καὶ οἵτινες δὲν τὸ παραδίδουν εἰς τὴν ἀγορὰν ἀνόθευτον ἅμα παρουσιασθῇ εἰς τὴν ἀγορὰν τὸ ἀνόθευτον ἑλληνικὸν προϊὸν θὰ φέρωσι καὶ τὸ ἰδικόν των ἀνόθευτον, ἵνα δυνηθῇ νὰ συναγωνισθῇ μετὰ τοῦ ἑλληνικοῦ προϊόντος καὶ θὰ παρεμποδίσωσι τὴν πώλησιν μέχρι τῆς ἐποχῆς κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ ἴδιον αὑτῶν ἐναποταμίευμα καταναλωθῇ ἑπομένως τὸ πρῶτον ἔτος ἴσως καὶ πλειότερον θὰ παρέλθῃ ἄνευ ὠφελειῶν, διότι, ὡς ἠκούσατε παρὰ τοῦ ἐντίμου ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν χθὲς, ὑπάρχει ἐναποταμίευμα 70 χιλιάδων κανταρίων, κατόπιν ὅμως θὰ δυνηθῇ ὁ τρόπος οὗτος τῆς διαθέσεως νὰ λειτουργήσῃ. Ὁ μόνος φόβος ὁ παρεμποδίζων τὰς Κυβερνήσεις τοῦ νὰ προβῶσιν εἰς τὸ μέτρον τοῦτο εἶναι ὅτι αἱ Κυβερνήσεις δυστυχῶς ἐν Ἑλλάδι εἶναι ἐφήμεροι καὶ ἕκαστος ἀποβλέπει εἰς τὰ ἀποτελέσματα τοῦ ἔτους καὶ δὲν τολμᾷ νὰ φέρῃ πρότασιν, ἡ ὁποία ἐν τῷ ἑπομένῳ ἔτει δύναται νὰ φέρῃ διατάραξιν τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἐγὼ ἐπέμεινα εἰς τὴν γνώμην ὅτι οὕτως ἔπρεπε νὰ κανονισθῶσι τὰ τοῦ θέματος τούτου, ἀλλ’ ἐλαχίστην εἶχον ἐλπίδα ὅτι ἡ γνώμη μου ἤθελε γείνει παραδεκτή, τόσῃ ὀλίγην εἶχον ἐλπίδα ὥστε ἂν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Γόρτυνος δὲν ἐποιεῖτο λόγον περὶ τούτου, καίτοι εἶχον σκοπὸν νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς συμβάσεως, δὲν προετιθέμην νὰ φέρω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ συστήματος τούτου τῆς διαθέσεως τῆς σμύριδος, διότι ἔχομεν τοσαύτας κατεπειγούσας ἐργασίας ὥστε ἐπὶ ζητήματος ἐπὶ τοῦ ὁποίου οὐδὲν ἀνέμενον ἀποτέλεσμα προτιμότερον ἦτο νὰ σιωπήσω, τοῦτο δὲ ἠνάγκασε καὶ τὴν προκάτοχον τῆς παρούσης Κυβέρνησιν νὰ προβῇ εἰς διακήρυξιν περὶ πλειστηριασμοῦ, διότι ἐσκέφθη ὅτι, ἀφοῦ τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ἐθεωροῦμεν καταλληλότερον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ παραδεκτόν, εἴχομεν τὸ καθῆκον νὰ μὴ ἀφήσωμεν νὰ παρέλθῃ ὁ καιρὸς ἐπὶ ματαίῳ. Ὡς πρὸς δὲ τὴν σύμβασιν, περὶ ἧς πρόκειται νομίζω, ὅτι ἔχω καὶ ἐγὼ καθῆκον νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου. Πολλαὶ ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλὴν προτάσεις ἀλλὰ, νομίζω ὅτι ἐξ ὅλων τούτων δύο μόνον ἡ Βουλὴ ὤφειλε νὰ θέσῃ εἰς ψηφοφορίαν, εἴτε τὴν ἐπικύρωσιν εἴτε τὴν ἀκύρωσιν τῆς συμβάσεως. Πᾶσα ἄλλη εἶναι ἀκατάλληλος. Τί ἐπεδιώχθη διὰ τῆς ἐπιφυλάξεως ὑπὲρ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας τοῦ δικαιώματος τῆς ἐγκρίσεως τοῦ ἀποτελέσματος τῆς δημοπρασίας; Βεβαίως οὐχὶ νὰ μεταφέρωσιν ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου τὴν δημοπρασίαν, καὶ δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν προτάσεις, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι χαρακτῆρα ἁπλοῦ ὑπερθεματισμοῦ διὰ προσθήκης ποσοστῶν ἑνὸς ἢ πέντε τοῖς ἑκατόν, οὐδὲ νὰ διακόψῃ τὰς ἐργασίας αὐτῆς ὅπως προβῇ εἰς διαπραγματεύσεις εἴτε αὐτὴ δι’ ὀργάνων της τοῦ Προέδρου π. χ. τῆς Βουλῆς εἴτε καὶ δι’ αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως, διότι τοῦτο δὲν ἀνήκει εἰς τὰ καθήκοντα τῆς Βουλῆς ἀλλ’ εἰς τὰ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Καθῆκον τῆς Βουλῆς εἶναι τὸ τῆς κυρώσεως ἢ τῆς ἀκυρώσεως τῆς συμβάσεως, καὶ εἰς τοῦτο εἶχεν πλήρη ἐξουσίαν, οὐδὲν δύναται νὰ τὴν παρακωλύσῃ εἰς τὴν ἐνάσκησιν αὐτοῦ, καὶ ὁ ὑπὲρ οὗ ἡ δημοπρασία ἐνεκρίθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως οὐδὲν ἔχει δικαίωμα νὰ παραπονεθῇ, ἂν ἀκυρωθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, διότι ἡ ἐπιφύλαξις εἶναι ἄνευ οὐδενὸς ὅρου ἡ Βουλὴ ὀφείλει ν’ ἀποφανθῇ ὑπὲρ τῆς ἀκυρώσεως ἢ μὴ, οὐδόλως λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν τοὺς τρίτους· ἔχει τὸ καθῆκον νὰ μὴ ἐξέρχεται τῶν ὁρίων τῆς δικαιοδοσίας της καὶ ὀφείλει ν’ ἀποφαίνεται ὡς νομοθετικὴ μόνον ἐξουσία· θὰ ἐξετάσῃ μόνον ἂν ἡ δημοπρασία ἔφθασεν εἰς ἀποτέλεσμα τοιοῦτον ὥστε νὰ δύναται νὰ θεωρηθῇ σπουδαία, ὥστε ἡ διάθεσις τῆς σμύριδος νὰ θεωρηθῇ ἐπωφελὴς εἰς τὸ Κράτος. Ἐὰν μετὰ τὴν δημοπρασίαν ἐγένοντο ἀντιπροτάσεις, δὲν ἀνήκει εἰς ἡμᾶς νὰ ἐξετάσωμεν αὐτὰς, ἀλλὰ αὗται ἀνάγονται εἰς τὴν διαδικασίαν τῆς δημοπρασίας περὶ ἧς δὲν καλούμεθα ν’ ἀποφανθῶμεν. Ἡ πρότασις ἡ ἄλλη ἡ ἐλθοῦσα ἐκ Σμύρνης φέρει τοιαύτην μεταβολὴν εἰς τ’ ἀποτελέσματα τῆς δημοπρασίας ὥστε δύναται κάλλιστα νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν γνώμην ἡμῶν ὡς πρὸς τὴν ἐκτίμησιν τοῦ ἀποτελέσματος τῆς δημοπρασίας· διότι ἂν εἶναι ἀληθὲς ὅτι παρουσιάζεται σπουδαῖος εὐρωπαϊκὸς οἶκος, ὅστις προσφέρει 25% ὀλιγώτερον τοῦ ἀποτελέσματος τῆς δημοπρασίας, νομίζω ὅτι οὐδόλως τὸ ἀποτέλεσμα τῆς δημοπρασίας ἦτο τοιοῦτον ὁποῖον δύναται ἡ Βουλὴ, ὑπηρετοῦσα τὰ συμφέροντα τοῦ Ἔθνους, νὰ ἐπικυρώσῃ. Καὶ ὡς πρὸς τοῦτο νομίζω, ὅτι εἶχε δίκαιον ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου ἐλέγξας τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν ἔλλειψιν τῆς προσαγωγῆς πληροφοριῶν εἰς τὴν Βουλήν. Τὰς δὲ πληροφορίας, τὰς ὁποίας αὐτὸς προσήγαγεν θεωρῶ λίαν πολυτίμους, καὶ ὡς πρὸς τὸν καταρτισμὸν τῆς ἀποφάσεως ἐμοῦ αἱ πληροφορίαι αὗται βεβαίως θέλουσι μεγάλως συντελέσει ὑπὲρ τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν ἀποδέχομαι, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασα καὶ ὑπὲρ ἧς θὰ δώσω τὴν ψῆφόν μου. Καὶ ἂν αἱ πληροφορίαι αὗται ἦναι ἀτελεῖς ὅπως εἶναι φυσικὸν νὰ ἦναι παρουσιαζόμεναι ἰδιωτικῶς, διατί ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐφρόντισε νὰ μᾶς παρουσιάσῃ πληροφορίας ἐπισήμους καὶ πλήρεις; Πῶς εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφανθῇ περὶ τοῦ ἀποτελέσματος τῆς δημοπρασίας, ἐὰν δὲν γνωρίζῃ ποία εἶναι ἡ τιμὴ εἰς ἣν διατίθεται τὸ εἶδος τοῦτο εἰς τοὺς τόπους τῆς καταναλώσεως; Τὴν πληροφορίαν ταύτην μᾶς ἔδωκεν ὁ ἀξιότιμος κ. Δεληγεώργης, ἐξ ἐπιστολῆς τοῦ κ. Παπαγιάννη, καὶ βεβαίως δὲν ἔχει οὐδεμίαν ἐπισημότητα ἡ ἐπιστολή· τὸ πρόσωπον ὅμως εἶναι γνωστὸν εἰς πάντας τοὺς ἔχοντας σχέσεις μετὰ τῆς Ἀγγλίας, καὶ βεβαίως παρουσιάζει τὰ πιστὰ, ὅτι εἶναι γνώμη εὐσυνείδητος κατόπιν δοθεισῶν πληροφοριῶν· ἀλλὰ δὲν εἶχε καθῆκον ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐξετάσῃ αὕτη ἐν Ἀγγλίᾳ ἐπισήμως, εἰς ὁποίας τιμὰς ἐπωλεῖτο τὸ εἶδος τοῦτο κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη, εἰς ποίας πωλεῖται νῦν καὶ εἰς ποίας θὰ πωλῆται ἐν τῷ μέλλοντι; Δὲν εἶχε καθῆκον βλέπουσα, ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς τελευταίας δημοπρασίας εἶναι πολὺ κατώτερον τοῦ τῆς προηγουμένης, νὰ συλλέξῃ ἐπισήμους πληροφορίας καὶ νὰ ἀνακοινώσῃ αὐτὰς εἰς τὴν Βουλὴν ὅπως δυνηθῇ καὶ αὕτη νὰ γνωρίσῃ διατί πρὸ 7 ἐτῶν προσέφεραν 13,60, ἐφέτος δὲ μόνον 12 καὶ 10; Τὸ προϊὸν αὐτὸ ἀποτελεῖ μονοπώλειον, δὲν εἶναι ἆρα ὁ συναγωνισμὸς, ὁ ὁποῖος ἐπέφερε τὴν ἐλάττωσιν ταύτην· εἶναι δὲ γνωστὸν, εἰς ὅλα τὰ ἤδη ἐπέρχεται αὔξησις καταναλώσεως ὡς ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν πληθυσμῶν τοῦ πλούτου τῆς βιομηχανίας ἐν Εὐρώπῃ καὶ πάσης ἄλλης πηγῆς καταναλώσεως. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι προσεπάθησα ν’ ἀνεύρω τοὺς λόγους αὐτῆς τῆς διαφορᾶς καὶ δὲν τὸ κατώρθωσα, καὶ τοῦτο καὶ μόνον θὰ ἤρκει, ἵνα μὲ πείσῃ ν’ ἀκυρώσω τὴν σύμβασιν· ἐὰν ὅμως ὑπάρχουν οἱ λόγοι καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐφρόντισε νὰ τοὺς παρουσιάσῃ, νομίζω, ὅτι δὲν ἐσκέφθη ἀτόπως, ὅστις ἤλεγξεν αὐτὴν διὰ τοῦτο, διότι ἀφοῦ ἀκυρώσωμεν τὴν σύμβασιν ταύτην ἐλπίζω παρουσιάζεται ἡ ἔνστασις, ὅτι πιθανὸν ἡ εἰς τὴν τελευταίαν δημοπρασίαν παρουσιασθέντες νὰ συνεταιρισθοῦν καὶ νὰ ἐξαναγκάσουν τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀποδεχθῇ ὅρους ὀλιγώτερον ἐπωφελεῖς ἀπὸ τοὺς πρώτους, καὶ τοῦτο δὲν εἶναι διόλου ἀδύνατον. Θέλω λοιπὸν νὰ ἐξετάσω ἐὰν τοιούτου τινὸς συμβαίνοντος θὰ ζημιωθῇ τὸ Δημόσιον, ἢ ἐὰν δύναται νὰ ἐπιτύχῃ ἀπ’ εὐθείας τὴν πώλησιν εἰς τοὺς τόπους τῆς καταναλώσεως ἐπὶ τιμῇ ὡρισμένῃ, διότι ἐὰν ἦναι ἀληθὴς ἡ πληροφορία παρὰ τοῦ κυρίου Παπαγιάννη, ὅτι εἰς τὸν τόπον τῆς καταναλώσεως ἡ τιμὴ εἶναι 13 λίρας τὸν τόνον ἢ 11 καὶ 5 σελήνια ἐν Νάξῳ ἀγοραζόμενον χάριν τῆς ἐπιτοπείου καταναλώσεως, ἤτοι δραχμαὶ 17 καί τινα λεπτὰ καθ’ ἕκαστον καντάριον, νομίζω ὅτι οὐδένα διετρέχομεν κίνδυνον νὰ ζημιωθῶμεν ἐξ οἱουδήποτε συνεταιρισμοῦ, διότι τὴν τιμὴν αὐτὴν θέλομεν εὕρει διὰ λιανικῆς πωλήσεως ἐν τῷ τόπῳ τῆς καταναλώσεως. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα μᾶς προσεφέρθησαν, εἶναι ἐντελῶς ἀτελῆ ὡς πρὸς τοῦτο· χάριν μόνον εἰς τὴν συνδρομὴν, τὴν ὁποίαν μᾶς ἔδωκεν εἷς συνάδελφος, εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ ὁμιλήσωμεν ἐπὶ βάσεως κατά τι ἀσφαλοῦς· εἶναι ἀτελῆ καὶ ὡς πρὸς τὸ ζήτημα, ἐὰν σπουδαῖος οἶκος παρουσιάζῃ πρότασιν κατὰ 25% ἀνωτέραν τοῦ ἀποτελέσματος τῆς δημοπρασίας. Ὁ οἶκος οὗτος ἀντιπροσωπεύθη κατὰ τὴν δημοπρασίαν ὑπὸ τοῦ κυρίου Σμὶθ καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ ἤδη προσφέρων τὸ ἀνώτερον ποσόν. Ἀλλὰ ἔχει ἐντολὴν νὰ προσφέρῃ τὸ ποσὸν τοῦτο; καὶ ἐὰν ἔχῃ ἐντολήν, ὁ δοὺς εἰς αὐτὸν τὴν ἐντολὴν τὴν ἔδωκε σπουδαίως ἢ τὴν ἔδωκεν, ἵνα μόνον φέρῃ τὴν ἀκύρωσιν; Πάντα ταῦτα εἶναι βεβαίως θέματα προκαλοῦντα τὰς ἀμφιβολίας, ἀλλὰ διὰ τί ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐφρόντισε νὰ δώσῃ ἀσφαλεῖς πληροφορίας;
§39ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τίνι τρόπῳ;
§40ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κύριε ὑπουργὲ, ἐγὼ ἀποδέχομαι ὡς ὀρθὰ ὅσα χθὲς εἴπατε περὶ τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ προσώπου αὐτοῦ ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι αὕτη δὲν δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ εἰμὴ διὰ συμβάσεως, ἀλλ’ ἐγὼ ἤθελον νὰ φέρητε ἀσφαλεῖς πληροφορίας περὶ τῆς ἑταιρίας αὐτῆς, ἰδίως δὲ δὲν ἀποδέχομαι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἴπατε χθὲς καὶ ἐπαναλάβατε σήμερον, ὅτι εἰς τὴν Βουλὴν ἀπόκειται ν’ ἀναβάλῃ τὰς περαιτέρω συζητήσεις διὰ νὰ ληφθῶσι πληροφορίαι. Τοῦτο δὲν δύναμαι νὰ ἀποδεχθῶ, διότι τοῦτο ἐννοεῖ ὅτι ἡ Βουλὴ διαπραγματεύεται, ἐνῷ μόνον οἱ ὑπουργοὶ ἠμποροῦν νὰ διαπραγματεύωνται· ἡ Βουλὴ δὲν ἠμπορεῖ νὰ προβαίνῃ εἰς πράξεις περὶ τῶν ὁποίων οὐδεὶς ὑπάρχει ἔλεγχος, διότι ἡ διαπραγμάτευσις ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι ἐπιλήψιμος καὶ δὲν πρέπει ποτὲ νὰ διεξάγηται ἀνευθύνως. Τὸ κατ’ ἐμὲ ἠδύνασθε ἀκόμη καὶ σήμερον τὰς πληροφορίας αὐτὰς νὰ φέρετε καὶ εἶναι περιττὸν νὰ προτείνετε νὰ ἀναβάλῃ ἡ Βουλὴ τὴν ἀπόφασίν της. Τί σᾶς ἐμποδίζει μεταξὺ τῶν 30 νομοσχεδίων σας νὰ προτάξητε ἄλλο θέμα ἕως ὅτου λάβετε ἀπάντησιν εἰς τὰς τηλεγραφικὰς ἐρωτήσεις σας;
§41ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀναβολή;
§42ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι ὅλως διάφορον ἐὰν γίνεται κατ’ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς ἀναβολὴ, διότι τοῦτο ὑποσημαίνει διαπραγμάτευσιν, ἡ ὁποία οὐδόλως ἁρμόζει εἰς κοινοβουλευτικὸν Σῶμα. Ἀλλὰ αἱ συζητήσεις ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ νομίζω, ὅτι μᾶς ἔπεισαν, ὅτι σπουδαίους δὲν διατρέχομεν κινδύνους, ἐὰν ἀκυρώσωμεν τὴν δημοπρασίαν ταύτην, νὰ μὴ ἴδωμεν προσφερόμενον ἐκ νέου τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἤδη ἐλάβαμεν. Δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν τοιούτους φόβους, ὅταν ἠξεύρωμεν, ὅτι κατὰ τὴν προηγουμένην περίοδον εἴχομεν ποσὸν ἀνώτερον τοῦ ποσοῦ τούτου. Θὰ ἠννόουν τοὺς φόβους, ἐὰν ἐβλέπομεν μίαν αὔξησιν σημαντικὴν, ἀλλὰ δυστυχῶς ἐπῆλθεν ἀποτέλεσμα κατώτερον, τὸ ὁποῖον δὲν βλέπω κανένα λόγον, διατί νὰ μὴ τὸ διακινδυνεύσωμεν. Δὲν βλέπω δὲ ἐπίσης λόγον μετὰ τὰς πληροφορίας περὶ τῶν τρεχουσῶν ἐν τοῖς τόποις τῆς καταναλώσεως τιμῶν, διότι καὶ ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι αἱ τιμαὶ εἶναι κατά τι κατώτεραι, μένει πάντοτε εὐρὺ τὸ στάδιον ὅπως μὴ ζημιωθῶμεν ἐκ τῆς ἀκυρώσεως τῆς δημοπρασίας ταύτης. Ὥστε ἐν συμπεράσματι λέγω, ὅτι καί τοι θὰ ἦτον ἐπιθυμητὸν νὰ παρουσιάζετο ὁ φάκελλος τῆς ὑποθέσεως ταύτης πληρέστερος, καί τοι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θ’ ἀπεφεύγομεν ἴσως μακρὰς συζητήσεις, ἤδη δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ δισταγμὸς ὅτι ἡ δημοπρασία δὲν ἔφθασεν εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καθιστᾷ αὐτὴν ἐπωφελῆ. Λοιπὸν διότι δὲν τὴν θεωροῦμεν ἐπωφελῆ οὐχὶ διότι θέλομεν νὰ ἐπωφεληθῶμεν ἢ νὰ στηρίξωμεν ἐπὶ τοῦ ἀκυρωθέντος ἀποτελέσματος ἄλλην διαπραγμάτευσιν δι’ αὐτὸ δυνάμει τῶν τύπων τὴν ἀκυρώνομεν, θέλομεν δὲ προβῆ εἰς ἄλλην ἀπόφασιν εἴτε κατὰ τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Γόρτυνος εἴτε ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἀρχαιοτέρου συστήματος συνεπείᾳ νέας συζητήσεως.
§43ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, δὲν ἤθελον λάβει καθόλου τὸν λόγον διὰ νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Τρικούπην, ἐὰν δὲν ἐφοβούμην, ὅτι ἐλησμονήσατε ὅσα ἐν ἀρχῇ τῆς ὁμιλίας του εἶπε καὶ τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦσι πλήρη ἀπάντησιν εἰς τὰς ἐρωτήσεις, τὰς ὁποίας ἀπηύθυνεν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἠρώτησε τὴν Κυβέρνησιν διατί παρέλειψε νὰ ἐξετάσῃ καὶ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ποία ἡ τιμὴ τῆς Ναξίας σμύριδος. Ἀλλὰ δὲν σᾶς εἶπεν ἐν τῇ ἀρχῇ τῆς ὁμιλίας του, ὅτι διαμείνας πολλὰ ἔτη ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ ὑπάλληλος ὢν παρὰ τῇ ἑλληνικῇ πρεσβείᾳ ἐπροσπάθησε πολλάκις νὰ λάβῃ θετικὰς πληροφορίας περὶ τῆς τιμῆς τῆς σμύριδος καὶ δὲν ἠδυνήθη νὰ τὸ κατορθώσῃ, διότι οὐδέποτε ἡ Ναξία σμύρις πωλεῖται ἄμικτος;
§44ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πωλεῖται ἐν Ἀγγλίᾳ ἓν εἶδος ὡς Ναξία σμύρις καὶ τοῦτο εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. Δεληγεώργης χθὲς ὡς πωλούμενον ἀντὶ 13 λιρῶν.
§45ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τοὺς λόγους σας οὔτε αὐτὴ δὲν εἶναι τῆς Νάξου.
§46ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τότε ἡ Ναξία εἶναι πολυτιμοτέρα, διότι εἶναι καλλιτέρα.
§47ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ ὁ ἴδιος εἴπετε, ὅτι ἐν Ἀγγλίᾳ δὲν κατωρθώσατε νὰ λάβητε πληροφορίας ἀκριβεῖς, πῶς ἔχετε τοιαύτην ἀπαίτησιν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως; Δεύτερον ἀπήτησεν ὁ κ. Τρικούπης νὰ τὸν πληροφορήσωμεν ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἤθελεν ἀκυρωθῆ ἡ δημοπρασία εἰς ποίαν τιμὴν δυνάμεθα νὰ πωλήσωμεν λιανικῶς τὴν σμύριδα εἰς Ἀγγλίαν. Ἀλλὰ δὲν σᾶς εἶπεν ὁ ἴδιος ὅτι ἐκεῖ εὑρίσκεται ἀκόμη μέγα ἐναποταμίευμα εἰς χεῖρας τῶν πρώην ἀγοραστῶν, καὶ ὅτι ἀδύνατον εἶναι νὰ γνωρίζωμεν εἰς ποίαν τιμὴν δυνάμεθα νὰ τὴν πωλήσωμεν; Καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι πραγματικῶς ὁ τόνος τῆς καθαρᾶς σμύριδος ἔχει τιμὴν 11 λιρῶν, ἐπειδὴ οἱ πρώην ἀγορασταὶ ἔχουσιν ἀκόμη εἰς χεῖράς των ἀρκετὸν ποσὸν τὸ ὁποῖον ἠγόρασαν πρὸς 9 μόνον δραχμὰς τὸ καντάριον, εἶναι εἰς θέσιν νὰ παρεμβάλλουν προσκόμματα καταβιβάζοντες τὰς τιμὰς καὶ νὰ μὴ δυνηθῶμεν νὰ πωλήσωμεν τὴν σμύριδα οὔτε πρὸς 11 δραχμὰς, ἴσως οὔτε πρὸς 10. Μάταιον ἦτο λοιπὸν νὰ μᾶς ἐρωτᾷ ὁ κ. Τρικούπης εἰς ποίαν τιμὴν δυνάμεθα νὰ πωλήσωμεν τὴν σμύριδα, ἀφοῦ ὡς εἶπεν ὁ ἴδιος τοῦτο ἐξαρτᾶται καὶ ἀπὸ τοὺς πρώην ἀγοραστάς. Καθόσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς προσφορᾶς, ἡ ὁποία ἐγένετο ἀπὸ τὸν κ. Σμὶθ καὶ εἰς τὸν ὁποῖον ἐνόμισεν ἀναγκαῖον νὰ ἐνδιατρίψῃ πάλιν ὁ κ. Τρικούπης, ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι κατ’ οὐδὲν ἤθελε διευκολύνει τὴν θέσιν αὐτῆς ἡ πληροφορία ὅτι ἡ προσφορὰ ἔγεινε κατ’ ἐντολὴν τοῦ ἰδίου Mathi, διότι καθὼς εἶπεν ὁ κ. Τρικούπης τίποτε δὲν ἐμποδίζει τοὺς ἐμπόρους νὰ συνεννοῶνται μεταξὺ των ἐνόσῳ δὲν εἶναι δεσμευμένοι μετ’ ἄλλων διὰ συμβάσεων. Ἀφοῦ δὲ ἀνεγνώρισεν ὁ κ. Τρικούπης ὅτι δὲν ἦτον δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ δεσμεύσῃ τὸν κ. Mathi διὰ συμβάσεως, εἰς τί ἤθελε χρησιμεύσει ἡ πληροφορία; Ἄλλως τε διατί δὲν γεννᾶται εἰς ἡμᾶς ἡ ὑποψία ὅτι ἂν τῳόντι ὁ κ. Mathi σπουδαίως ἤθελε νὰ κάμῃ αὐτὴν τὴν προσφοράν, ἤθελε τὴν ἀποστείλει ἀπ’ εὐθείας καὶ ὄχι δι’ ἑνὸς μεσίτου, ὁ ὁποῖος συνέβη νὰ τὸν ἀντιπροσωπεύσῃ εἰς τὴν δημοπρασίαν; διατί ὁ κ. Mathi νὰ μὴ κάμῃ ὅ,τι κάμνουν συνήθως οἱ κερδοσκόποι οἱ ὁποῖοι ὄχι μόνον ἔρχονται εἰς τὴν πρωτεύουσαν αὐτοπροσώπως ἀλλ’ εἰσέρχονται μέχρι τῶν ἀμφιθαλάμων καὶ αὐτῆς τῆς Βουλῆς διὰ νὰ δώσουν ὅλην τὴν σπουδαιότητα εἰς τὰς προτάσεις των; Ἠκούσατε προχθὲς ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφόν μας κ. Ζέγγελην ὅτι ὁ κ. Mathi εἶχε ἀντιπρόσωπον αὐτὸν τοῦτον ἐν Ἀθήναις· διατί τάχα ἀφοῦ ἤθελε νὰ κάμῃ τοιαύτην προσφορὰν δὲν ἐπεφόρτιζε τὸν κ. Ζέγγελην ἀλλὰ παρήγγειλε τὸν Σμὶθ ἐν τῇ Σμύρνῃ; Ὅλα ταῦτα, κύριοι, εἶναι ἀρκετὰ διὰ νὰ γεννήσουν ὑπονοίας περὶ τοῦ ὅτι ἡ προσφορὰ αὕτη δὲν ἦτο σπουδαία. Ἀλλ’ ἐπαναλέγω ὅτι ὅσον σπουδαία καὶ ἂν ἦτο, δὲν ἠδύνατο νὰ διευκολύνῃ κατ’ οὐδὲν τὴν θέσιν τῆς Βουλῆς, ἐνόσῳ δὲν ἦτο ἐξησφαλισμένη καὶ ἐξησφαλισμένη δὲν ἠμποροῦσε νὰ ᾖναι εἰμὴ διὰ νέας συμβάσεως. Αὐτὰ τὰ ὀλίγα εἶχον νὰ σᾶς εἴπω, ἐπαναλαμβάνω δὲ καὶ πάλιν ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀδιαφορεῖ ἐντελῶς διὰ τὴν ἀπόφασιν τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ θὰ ἐπιφέρῃ.
§48Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐὰν ἀκυρωθῇ ὡς ἐλπίζω ἡ σύμβασις, τί θὰ γείνουν αἱ 20,000 καντάρια;
§49ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ εἶναι καλὰ πωλημένα.
§50ΡΙΚΑΚΗΣ. Πῶς ὁ ἀγοραστὴς ἐπῆρε τὰς 20,000, ἐνῷ εἶχεν ἀποταμίευμα;
§51ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἦτον ὑποχρεωμένος νὰ τὰς πάρῃ.
§52ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Κύριοι, δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ ἐνδιατρίψω τόσον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς δημοπρασίας ἐὰν ᾖναι καλὴ ἢ κακὴ, ἐὰν ἔγεινε κατὰ τοὺς τύπους ἢ ὄχι, καὶ ἂν πρέπῃ νὰ ἐπικυρωθῇ ἢ νὰ ἀκυρωθῇ. Ὕστερον ἀπὸ τὰς ὁμιλίας, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν, βλέπω, ὅτι ὑπάρχει μία τάσις εἰς τὴν ἀκύρωσιν τῆς δημοπρασίας, ἠμπορεῖ ν’ ἀπατῶμαι. Ἐὰν ἀκυρωθῇ ἐξετέθησαν γνῶμαι περὶ ἀλλοίας διαθέσεως τῆς σμύριδος καὶ μία ἀπ’ αὐτὰς κατὰ τὸν ἔντιμον βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου κ. Τρικούπην εἶναι ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀνοίξῃ κατάστημα εἰς τὸ Λονδῖνον καὶ νὰ μεταφέρῃ ἐκεῖ τὴν σμύριδα ν’ ἀνοίξῃ μαγαζιὰ, νὰ διορίσῃ ἐπιστάτας, διὰ νὰ διαχειρισθοῦν αὐτὴν τὴν σμύριδα. Εἴδατε κἀμμίαν ἄλλην Κυβέρνησιν νὰ ἔχῃ τοιοῦτόν τι μέτρον εἰς τὰ ξένα κράτη;
§53ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μάλιστα.
§54ΧΟΪΔΑΣ. Σᾶς εἶπε περὶ τῆς Ἱσπανικῆς Κυβερνήσεως.
§55ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ὁμιλῶ περὶ τούτου, διότι καὶ ἐγὼ πρῶτος διέθεσα τὴν σμύριδα καὶ διὰ νὰ τὴν διαθέσω ὅπως τὴν διέθεσα δηλ. διὰ δημοπρασίας καὶ ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἐξέτασα ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα, καὶ ἐγὼ ἐπιθυμοῦσα νὰ πωλήσωμεν μόνοι μας τὴν σμύριδα καὶ τὴν σταφίδα, ἀλλὰ εἰς ποίαν οἰκονομολογίαν ἀπαντήσατε, κύριοι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι καλὸς ἐργολάβος; Δὲν νομίζετε, ὅτι αὐτὸς ὁ ἐπιστάτης ἐκεῖ θὰ κάμῃ τὴν νόθευσιν ἐκεῖ πολὺ μεγαλειτέραν; ἠξεύρετε ὅτι εἰς μίαν ἐποχὴν ἐφέραμεν τὴν σμύριδα ἀπὸ τὴν Νάξον εἰς τὴν Σύρον διὰ νὰ πωληθῇ ἐκ διαλειμμάτων, καὶ ἠκολούθησεν ἓν ἔλλειμμα χιλίων κανταρίων, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις ἠναγκάσθη ν’ ἀναπληρώσῃ. Φοβούμενος μήπως μία τοιαύτη ἰδέα ἐμποδίσει τὴν πρόοδον τῆς δημοπρασίας ἔρχομαι μ’ ὀλίγας λέξεις νὰ παραστήσω ὅτι αὐτὴ ἡ πρότασις περὶ ἀποστολῆς τῆς σμύριδος ἀπ’ εὐθείας εἰς τὴν Ἀγγλίαν εἶναι ἀδύνατος καὶ λίαν ἐπιζήμιος. Δὲν ἠξεύρω ποίας παρατηρήσεις ἐκάματε εἰς τὸ Λονδῖνον, ἐγὼ ὅμως ὡς ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ 3½ ἔτη συνεχῶς καμμίαν τοιαύτην πρότασιν ἀπὸ τὸ Λονδῖνον δὲν εἶδον, δὲν ἠξεύρω εἰς ποίαν Κυβέρνησιν διεύθυνεν ὁ πρέσβυς αὐτὴν τὴν πρότασιν, ἀλλ’ ἐὰν τὴν διεύθυνεν, καμμία Κυβέρνησις ἑλληνικὴ δὲν ἠδύνατο νὰ τὴν δεχθῇ, κ’ ἑπομένως λέγω εἰς τὴν Βουλὴν ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἤθελεν ἀποφασίσει ν’ ἀκυρώσῃ τὴν δημοπρασίαν νὰ μὴν ἐμποδίσῃ τὴν Κυβέρνησιν νὰ προοδεύσῃ εἴτε ἐκ διαλειμμάτων νὰ πωλήσῃ τὴν σμύριδα, εἴτε διὰ πολυετοῦς ἐνοικιάσεως, μὲ τὴν ἐλπίδα νὰ καταρτίσῃ τὸ προτεινόμενον σχέδιον, διότι θὰ περάσουν χρόνοι καὶ δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ ἐπινοήσῃ ἓν τοιοῦτον κατάλληλον καὶ ὠφέλιμον σχέδιον, καὶ ἂν τὸ κάμῃ θὰ ᾖναι πρὸς μεγάλην ζημίαν τοῦ Δημοσίου. Αὐτὴν τὴν γνώμην εἶχον καὶ ὅ,τι θέλετε κάμετε.
§56ΖΕΓΓΕΛΗΣ ΚΑΙ ΔΟΥΜΑΣ. Τὸν λόγον.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ περιορισθῆτε ἐντὸς τοῦ θέματος περὶ ἐπικυρώσεως ἢ ἀκυρώσεως τῆς συμβάσεως, διότι ἄλλως παρατείνομεν ἐπὶ ματαίῳ τὰς συζητήσεις. Δὲν μᾶς ἐνδιαφέρει ποίου εἴδους ὀρυκτὸν εἶναι ἡ σμύρις καὶ πῶς κατεργάζεται.
§58ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, διατί γίνεται αὕτη ἡ ἐρώτησις;
§59ΔΟΥΜΑΣ. Ὄχι δι’ ἡμᾶς, διὰ τὸν κ. Τρικούπην καὶ τὸν κ. Δεληγεώργην.
§60ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Μίαν ἁπλῆν διασάφησιν. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀμφιβάλων περὶ τοῦ ἂν ᾖναι σπουδαία ἡ πρότασις ἡ γενομένη ἀπὸ τὸν κ. Σμὶθ ὡς ἀντιπρόσωπον τῆς ἑταιρίας Mathie σᾶς ἀνέφερεν, ἐὰν τῷ ὄντι ἦτο σπουδαία διατί δὲν διεβίβασαν αὐτὴν δι’ ἐμοῦ τὸν ὁποῖον εἶχε πληρεξούσιον ἐνταῦθα; Ἐγὼ καὶ κατὰ τὴν ἄλλην ἀγόρευσιν σᾶς εἶπον ὅτι δὲν εἶχα λόγον ἀκριβῆ οὔτε νὰ παραδεχθῶ, οὔτε ν’ ἀμφιβάλω ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Σμίθ, ἂν αὕτη ἦτο σπουδαία· καθ’ ὅσον ἀφορᾷ ὅμως τὸ ἕτερον, ἐνθυμεῖσθε μοὶ φαίνεται καὶ ἐπαναλαμβάνω πάλιν, ὅτι ἀληθῶς ἡ ἑταιρία αὕτη πρὸ δύο ἐτῶν καὶ πλέον ἴσως ἀνέθετο εἰς ἐμὲ τὴν πληρεξουσιότητα περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἐδέχθην ν’ ἀντιπροσωπεύσω αὐτὴν ὡς πρὸς τοὺς πλειστηριασμοὺς καὶ τὰς προσφοράς, ἐδέχθην μόνον νὰ διαβιβάσω τὰς διαφόρους προτάσεις τὰς ὁποίας εἶχεν ἡ ἑταιρία αὕτη εἰς τὴν Κυβέρνησιν περὶ τῆς ἀγορᾶς τῆς σμύριδος, καὶ μία ἀπ’ αὐτὰς ἦτο, ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ παραχωρήσῃ εἰς αὐτὴν τὸ ὀρυκτὸν τοῦτο διὰ συμβάσεως ἀντὶ δραχ. 13 τὸ καντάριον· ἀλλὰ δὲν ἀδικῶ διόλου τὸν κ. ὑπουργόν, διότι κατὰ τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον κρατεῖ παρ’ ἡμῖν δὲν ἠδύνατο νὰ ἔλθῃ εἰς τοιαύτην σύμβασιν, διεβίβασα δὲ καὶ ὅλας τὰς παρατηρήσεις ἐπὶ τῶν ὁποίων κατὰ τὸ πλεῖστον ὁ κ. ὑπουργὸς ἐπροκάλεσε τὸ τελευταῖον αὐτὸ διάταγμα συνεπείᾳ τοῦ ὁποίου ἐγένετο ἡ δημοπρασία αὕτη. Ἄρα ἐκ τοῦ ὅτι σᾶς ἀνέφερεν ἡ ἑταιρία δι’ ἐμοῦ δὲν ἕπεται ὡς ἀναγκαῖον συμπέρασμα, ὅτι αὐτὴ ἡ προσφορὰ τοῦ κ. Σμὶθ δὲν εἶναι σπουδαία, διότι βεβαιῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι ὄχι μόνον ὡς ἀντιπρόσωπος αὐτῆς διὰ τὴν προσφορὰν αὐτὴν ἦτον ὁ κ. Σμὶθ, ἀλλὰ καὶ ἓν ἐκ τῶν μελῶν τῆς ἑταιρίας ταύτης τῶν σπουδαιοτέρων μάλιστα, ἔλαβεν εἴδησιν ἐν Ἀθήναις, τὸν ὁποῖον δὲν ἠθέλησα ν’ ἀναφέρω.
§61ΔΟΥΜΑΣ. Χωρὶς νὰ εἰσέλθω, κύριοι, εἰς τὰς λεπτομερείας τῆς προτάσεως τοῦ κ. Τρικούπη δὲν τὴν παραδέχομαι διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους εἶπεν ὁ κ. Χρηστίδης, διότι σπανίως ἢ οὐδέποτε αἱ Κυβερνήσεις εὐδοκίμησαν ὡς ἔμποροι. Προχθὲς παρεδέχθην τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἔφερεν ἡ πτέρυξ αὕτη (δεικνύει τὴν ἀριστεράν), ἀλλὰ ὑπὸ ὅρον· σήμερον τὴν πρότασιν αὐτὴν δὲν τὴν παραδέχομαι καὶ θέλω ψηφίσει τὴν ἐπικύρωσιν τῆς συμβάσεως διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Ἀνέγνωσα τὴν ἀναφορὰν τοῦ Σμὶθ καὶ ἐπείσθην, ὅτι ἡ προσφορὰ, τὴν ὁποίαν ἔκαμε, περιέχει περιπλοκάς, διότι πότε λέγει δραχμὰς καὶ πότε φράγκα. Ἐὰν δὲν προτείνῃ φράγκα, ἀλλὰ δραχμὰς, θέλετε πεισθῆ, ὅτι ἐὰν διὰ τὴν προσφορὰν τῶν 13 δραχμῶν, ἀκυρώσωμεν τὴν σύμβασιν, θὰ ἔχωμεν σπουδαίαν ζημίαν τοῦ Δημοσίου, διότι ἐὰν ἀκυρώσωμεν δὲν θὰ ὑπάρξῃ πώλησις κατὰ τὸ 1877, ἐνῷ τοὐναντίον, ἐὰν ἐπικυρώσωμεν τὴν σύμβασιν, θέλομεν ἔχει ὠφέλειαν 500,000 δραχμῶν, ὡς ἐκ τῆς πωλήσεως τῶν 40,000, κανταρίων. Δὲν θὰ πωλήσῃ δὲ τὸ Δημόσιον, ἐὰν ἀκυρωθῇ ἡ σύμβασις, διότι ὁ κ. Βαφειαδάκης ἔχει 70,000 στατῆρας εἰς τὰς ἀποθήκας του καὶ θὰ τὰς ἐκποιήσῃ εἰς κατωτέρας τιμὰς, ἔχων δὲ τὸ ποσὸν αὐτὸ θὰ πωλῇ ἐπὶ 1½ ἔτος, συναγωνιζόμενος οὕτω μὲ τὸ Δημόσιον, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ δύναται νὰ πωλῇ τὰς 40,000 καντάριά του, διότι οὐδεὶς θὰ παρουσιάζεται νὰ ἀγοράσῃ. Ἐὰν δὲ ἐπικυρωθῇ ἡ σύμβασις, πρέπει νὰ ἐπικυρωθῇ διὰ δεκαετίαν, διότι ὁ ἀγοραστὴς θέλει νὰ ἀσφαλίσῃ χρονικὸν διάστημα. Λοιπὸν ἀπέναντι αὐτῆς τῆς πρακτικῆς παρατηρήσεως νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἐπικυρώσῃ τὴν σύμβασιν· ἄλλως, παραδεχομένη τὸ ἐναντίον, νομίζω ὅτι θὰ βλάψῃ τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου. Ἐπειδὴ δὲ ὁ κύριος Σμὶθ κατ’ ἐμὲ δὲν ἐννοεῖ φράγκα, διὰ τοῦτο ἐπειδὴ δὲν θέλω ν’ ἀναλάβω εὐθύνην καμμίαν, θέλω ψηφίσει τὴν ἐπικύρωσιν τῆς συμβάσεως.
§62Γ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἔχω πέντε λέξεις νὰ εἴπω. Φρονῶ, ὅτι ὅλη ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία ἔγεινεν, ἦτο ματαία μετὰ τὴν ἀγόρευσιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος· δὲν ἐπιτρέπεται δὲ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ἀκυρώσῃ τὴν σύμβασιν, διότι ἡ πρότασις, ἡ ὁποία ἐγένετο πρὸς τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐγένετο ἐκ μέρους εὐϋπολήπτου ἐμπόρου καὶ χαίροντος μεγάλην ὑπόληψιν, δὲν ἐγένετο χάριν παιδιᾶς, ἀλλὰ μετὰ σπουδαιότητος. Ἀφοῦ ὑπάρχει αὐτὴ ἡ πρότασις, ἀφοῦ ὁ κύριος Παπαμιχαλόπουλος εἶπεν, ἐὰν δὲν παραδεχθῆτε τὴν πρότασιν, τὸ ἔθνος θὰ ζημιωθῇ 2,000,000 δραχμάς, ὁ κόσμος δὲν ἔχει τίποτε ἄλλο εἰς τὸν νοῦν του παρὰ τὰ 2,000,000. Ἑπομένως καθῆκον τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ν’ ἀκυρώσῃ τὴν σύμβασιν. Τίποτε δὲν ἔχει νὰ πάθῃ τὸ Ἔθνος ἐκ τούτου, διότι ἔχομεν νόμον τοῦ 1859, ὅτι πωλεῖται λιανικῶς, ἐγὼ δὲ εἶμαι ὑπερβέβαιος, ὅτι θὰ ἔλθωσι καὶ ἄλλοι νὰ κάμουν προσφορὰς μεγαλειτέρας. Τί ἄλλο, κύριοι; Δὲν εἶναι 13 δραχμαί, εἶναι 13 φράγκα καὶ ἂν δὲν γείνῃ ἀναπλειστηριασμό; εἶναι 13½, ὥστε ὁ κ. Δούμας ἔχει λάθος. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ ἀκυρώσῃ τὴν σύμβασιν.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ δὲν θέλει ἄλλος νὰ ὁμιλήσῃ κηρύττω περαιωμένην τὴν συζήτησιν. Λάβετε, κύριοι βουλευταὶ, τὰς θέσεις, διότι θὰ γείνῃ ψηφοφορία. Δύω προτάσεις ἐγένοντο, ἀ. περὶ ἀκυρώσεως τῆς συμβάσεως καὶ βʹ. περὶ ἀναβολῆς τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς.
§64ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ἡ περὶ ἀκυρώσεως.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ ἐγένετο καὶ τοιαύτη πρότασις, ὀφείλω νὰ τὴν ἀπαγγείλω.
§66ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ δὲν διετύπωσα πρότασιν, ἔκαμα τὴν παρατήρησιν, ὅτι μία τοιαύτη ἀναβολὴ δύναται νὰ δώσῃ καιρὸν εἰς συνεννοήσεις.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν μόνον περὶ τῆς ἀκυρώσεως. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀκύρωσιν τῆς γενομένης συμβάσεως μεταξὺ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς ἑταιρίας Βαφιαδάκη καὶ Κλέμπεν περὶ δωδεκαετοῦς ἐκμισθώσεως τῆς ἐν Νάξῳ σμύριδος παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν γʹ ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως Β. Διατάγματος περὶ μὴ παραδοχῆς ξένων ἀργυρῶν νομισμάτων εἰς τὰ δημόσια ταμεῖα. Λοιπὸν συζητεῖται ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου, τίς ζητεῖ τὸν λόγον;
§68ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Κύριοι, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν ξένων νομισμάτων, διὰ τὸν λόγον, ὅτι προσκληθεὶς εἰς μίαν συνεδρίασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὐηρεστήθη ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μὲ καλέσῃ καὶ τὴν ὁποίαν ἐκάμαμεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον καὶ παρευρεθεὶς, ἐξέφρασα γνώμην ἐναντίαν τῶν γενομένων. Δὲν ἐσυμφώνησα, κύριοι, οὔτε μὲ τὴν κατάργησιν καὶ τὸν ἀποκλεισμὸν τῶν ξένων νομισμάτων, καθόσον αἱ πράξεις αὗται ἔπρεπε καὶ πρέπει νὰ στηρίζωνται ἐπάνω εἰς μίαν ἀπόφασιν νομοθετικήν. Ὁ ἀποκλεισμὸς τῶν ξένων νομισμάτων, κύριοι, εἶναι μία (τὶ νὰ τὴν ὀνομάσω!) εἶναι πρᾶξις αὐθαίρετος, εἶναι καταπάτησις ἰδιοκτησίας. Ὅσοι εἶχον τοιαῦτα νομίσματα, τὰ εἶχον δυνάμει νόμου· ἓν διάταγμα, κύριοι, δὲν καταστρέφει συμφέροντα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι καθαρῶς οὔτε τραπεζικὰ, οὔτε ἐμπορικὰ, ἀλλ’ εἶναι κοινωνικὰ, ἤγουν ἀφορῶσιν ὅλας τὰς τάξεις τῆς κοινωνίας, καὶ εἰς τὰς κοινωνίας τὰ πράγματα δὲν προσφέρονται ἀπροσέκτως, ἐπιπολαίως (ἀνησυχία)· οἱ βουλευταὶ ἐκουράσθησαν ἴσως.
§69ΤΙΝΕΣ. Ὄχι!.
§70ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Οἱ παρόντες εἶσθε ἱκανοὶ, νὰ τοὺς καλέσητε, διότι ἀραιώθησαν τὰ καθίσματα.
§71ΤΙΝΕΣ. Ἐξακολουθήσατε, κ. Χρηστίδη.
§72ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Λοιπὸν, κύριοι, δι’ ἑνὸς Β. Διατάγματος καταστρέφεται ἡ ἰδιοκτησία, καὶ ὄχι ἑνὸς πολίτου, ἀλλ’ ὅλων τῶν τάξεων, τῶν ἐμπόρων, τῶν ἰδιωτῶν, ὁλοκλήρου τῆς κοινωνίας, διότι μεγάλη ζημία ἐπῆλθε ἀπὸ τὴν ἔξωσιν τοῦ μετάλλου, καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ λάβῃ τὸ μέτρον ἡ Κυβέρνησις πρὶν φέρῃ ἐνταῦθα ἕνα νόμον. Μὲ διατάγματα, κύριοι, ἠθέλησαν καὶ ἄλλαι Κυβερνήσεις νὰ διοικήσουν, καὶ διατί; Διότι τὰ νομοθετικὰ ἀντικείμενα ἠθέλησαν νὰ τὰ κάμουν κυβερνητικά. Ἠξεύρετε, ὅτι τὸ Β. Διάταγμα δὲν δύναται νὰ ἐκδοθῇ, εἰμὴ συνεπείᾳ νόμου· ἄνευ νόμου, κύριοι, πῶς κάμετε μίαν τοιαύτην πρᾶξιν; Ἀλλὰ ἔχετε ἓν πρόσχημα, ὡς λέγετε, τὸ κατεπεῖγον τῆς ἀνάγκης, καὶ δεύτερον τὸ ὅτι θέλει ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν· τὸ πρόσχημα ὅμως τοῦτο καταντᾷ μὲ τὸν καιρὸν ἕνας συρμὸς. Καὶ ἠξεύρετε πότε ἔρχεται εἰς τὴν Βουλὴν; τὴν παραμονὴν τῶν Χριστογέννων· συνήθως αὐτὰ τὰ Διατάγματα ἔρχονται τὴν τελευταίαν ὥραν ὁπότε φεύγουν οἱ βουλευταί, ἐνῷ πρόκειται περὶ ἑνὸς πράγματος σπουδαιοτάτου. Κύριοι, δέκα ὑπουργεῖα ἦλθον εἰς τὰ πράγματα ἀπὸ τότε καὶ αὐτὰ τὰ δέκα ὑπουργεῖα ἀνέβαλον τὴν κυκλοφορίαν τοῦ νέου νομίσματος, τὸ ὁποῖον ὁ νόμος ὠνόμασε νέαν δραχμήν. Τί ἔκαμαν τώρα μὲ τοῦτο; Αʹ. ἐζημίωσαν τοὺς κατόχους τῶν παλαιῶν νομισμάτων καὶ τί μᾶς ἔφεραν; Τὴν νέαν δραχμήν. Αὐτὴ ἡ νέα δραχμὴ εἶναι ψευδὴς, διότι ὁ ἄργυρος ἔχει 10% ὀλιγώτερον, ἀπὸ τὴν τιμὴν, τὴν ὁποίαν ἐπιγράφουν ἐπὶ τῆς διατιμήσεως. Ὁ ἄργυρος ἐξέπεσεν· ἕνα δὲ πρόσχημα εἶναι ὅτι αὐτὸ τὸ νόμισμα περνάει εἰς τὴν Γαλλίαν, εἰς τὸ Βέλγιον, εἰς τὴν Ἰταλίαν, εἰς τὰ 4, 5 Λατινικὰ ἔθνη, τὰ ὁποῖα ἔχουν κάμει αὐτὴν τὴν σύμβασιν. Ἀλλὰ τὸ νόμισμα, κύριοι, εἶναι πράκτωρ τῶν συναλλαγῶν· ναὶ, ἀλλ’ ὅμως εἶναι ἐν μέρει καὶ πλοῦτος. Ἕνας πτωχὸς ἄνθρωπος ἔχει ἓν ἀποταμίευμα, μίαν φειδὼ, εἰς τὶ τὴν ἔχει; Εἰς τὸ τάλληρον, εἰς τὸ νόμισμά του, ἀλλ’ αὐτὸ τὸ τάλληρον τώρα δὲν ἀξίζει, ὅσον κυκλοφορεῖ. Καὶ ἠξεύρετε τὶ ἄλλο, κύριοι; Αὐτὰ τὰ ξένα νομίσματα, τὰ ὁποῖα εἴχαμεν εἰς τὴν Ἑλλάδα, εἶχον ἐσωτερικὴν ἀξίαν καλλιτέραν τῆς νέας δραχμῆς, διότι εἶχον ἄργυρον περισσότερον. Καὶ ἀπόδειξις τούτου εἶναι, ὅτι ἐστάλησαν εἰς τὴν Γαλλίαν, μετετυπώθησαν εἰς τάλληρα καὶ νέας Ἑλληνικὰς δραχμὰς, καὶ τὶ ἔγεινεν; Ὄχι μόνον ἐπληρώθησαν τὰ ἔξοδα τῆς ἐκτυπώσεως, τῆς μεταφορᾶς κτλ. ἀλλὰ μᾶς ἄφησαν καὶ ἓν περίσσευμα 70 ἢ 80 χιλιάδων. Αὐτὸ δὲν εἶναι κλοπὴ τοῦ πτωχοῦ; Ἐὰν δὲν δέχεσθε τὰ ξένα νομίσματα, φέρετε τουλάχιστον ἓν ἄλλο νόμισμα, τὸ ὁποῖον ν’ ἀξίζῃ ὅσον ἐπιγράφεται. Ὁ λόγος τοῦ ὅτι περνᾷ εἰς τὴν Γαλλίαν δὲν εἶναι ἰσχυρὸς, διότι ἡ Γαλλία αὔριον λέγει, διαλύω αὐτὴν τὴν νομισματικὴν ἕνωσιν. Ἡ Γαλλία σήμερον, κύριοι, αὐτὰ τὰ τάλληρα τὰ μεταχειρίζεται ὡς κέρματα καὶ ἡμεῖς τὰ μεταχειριζόμεθα ὡς ἀκέραιον νόμισμα. Ἐὰν ἠθέλατε νὰ παραδεχθῆτε ὡς βάσιν τοῦ νομίσματος τὸν χρυσὸν καὶ ἐκηρύττατε αὐτὰ τὰ τάλληρα ὡς κέρματα, μάλιστα τὰ δέχομαι· ἀλλὰ τὸ νὰ διατάξετε νὰ ἐκτυπωθῶσι τάλληρα, τὰ ὁποῖα ἔχουν ἀξίαν μικροτέραν, νὰ διώξετε τάλληρα, τὰ ὁποῖα ἔχουν ἀξίαν μεγαλειτέραν, καὶ νὰ φέρετε ξένα ἄλλα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν ἀξίαν, εἶναι ἐλλιπὴς ἡ ἀξία των, εἶναι ψευδὴς ἡ ἐπιγραφή των, δὲν εἶναι ἀκριβὴς, ἐπιγράφονται 5 φράγκα καὶ δὲν ἔχουν τὴν ἀξίαν τῶν 5 φράγκων, μόλις ἀξίζουν 4· τὸ φράγκον δὲν ἔχει τὴν ἀξίαν τὴν ὁποίαν ἔχει συγκρινόμενον πρὸς τὸν χρυσόν· ὁ χρυσὸς πρὸς τὸν ἄργυρον εἶναι 15 καὶ ½ πρὸς 1, σήμερον ἀνετράπη αὐτὴ ἡ ἀναλογία καὶ ὁ χρυσὸς ἀξίζει 1 πρὸς 16 καὶ 17 ἀργύρου, ὥστε δὲν εἶναι πλέον εἰς πλήρη ἁρμονίαν ὁ χρυσὸς πρὸς τὸν ἄργυρον· δὲν ἠμπορεῖ λοιπὸν νὰ ἔχῃ τὴν ἀξίαν, τὴν ὁποίαν εἶχε πρότερον, πρὶν ἐκπέσῃ τὸ ἀργυροῦν νόμισμα. Ὁπωσδήποτε δὲν ἠδύνατο νὰ τεθῇ εἰς κυκλοφορίαν τοιοῦτον ἀργυροῦν νόμισμα μὲ ἓν ξηρὸν Διάταγμα· εἶναι παρανομία τὸ τοιοῦτον, εἶναι αὐθαιρεσία, καὶ νομίζω, ὅτι πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποχρεωθῇ νὰ ἀποδώσῃ εἰς τοὺς πολίτας, οἱ ὁποῖοι ἔδωκαν τὰ τάλληρά των ὅλην τὴν ζημίαν· ἕνας νόμος ἠδύνατο νὰ κάμῃ αὐτὴν τὴν λῄστευσιν· κακὸν καὶ ἀνάποδον καὶ τοῦτο· ἀλλὰ ὁ νόμος ἠδύνατο νὰ τὸ κάμῃ. Πρέπει νὰ συνειθίσωμεν, κύριοι, νὰ ἀφήσωμεν κατὰ μέρος τὰ διατάγματα. Τὸ Σύνταγμα λέγει, ὅτι τὸ διάταγμα ἐκδίδεται πρὸς ἐκτέλεσιν νόμου· νόμος δὲν ἐγένετο, ἑπομένως ἡ πρόφασις, ὅτι τὸ ἐφέραμεν εἰς τὴν Βουλὴν εἶναι Ἰησουητικὴ, εἶναι μία ὑποβολιμαία καταπάτησις τοῦ Συντάγματος. Διὰ ταῦτα λέγω, ὅτι αὐτὸ τὸ διάταγμα δὲν πρέπει νὰ κυρωθῇ, ἀλλὰ νὰ ἔλθουν τὰ πράγματα εἰς τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἦσαν, διότι εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἐὰν ἡ Βουλὴ ἤθελεν ἀποφασίσει ἤθελε δώσει ἀποζημίωσιν καὶ ἤθελε κηρύξει ὅτι τὸ πεντάδραχμον δὲν ἀξίζει 5 δραχμὰς νέας, ἀλλὰ 4 ἢ τὸ πολὺ 4½, διότι ἡ ἀξία τοῦ ἀργύρου εἶναι τοιαύτη, καὶ δι’ αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις τῶν νομισμάτων ἐσυζητεῖτο ἐνώπιον τῆς Βουλῆς εἰς τὴν προλαβοῦσαν σύνοδον, καὶ δὲν ἐννοῶ, πῶς οἱ κύριοι ὑπουργοὶ ἠδυνήθησαν νὰ τὸ ἁρπάσωσι ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ ἀπὸ νομοθετικὸν ἀντικείμενον νὰ τὸ κανονίσωσιν ὡς κυβερνητικόν. Αὐτὸ εἶναι πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἐννοῶ, πῶς τὸ ἐπράξατε. Μὰ εἴμεθα ἠναγκασμένοι, λέγει ὁ ὑπουργὸς, μᾶς τὸ ἐζήτησαν καὶ ἐπιμελητήρια καὶ οἱ διάφοροι σύλλογοι. Τοῦτο δὲν εἶναι λόγος ἰσχυρός· ὁ ὑπουργὸς εἶναι ὑπόλογος ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Ἔθνους. Αὐτὰ τὰ ἰδιαίτερα συμβούλια, αὐταὶ αἱ ἑταιρίαι δὲν ἔχουν ἰσχὺν νὰ βιάσουν μίαν Κυβέρνησιν νὰ πράξῃ τὸ τοιοῦτον· ἐὰν ἦτο ἀνάγκη ἠμποροῦσε νὰ ἔλθῃ ἡ Βουλὴ καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἤθελε ψηφίσει τὴν ζημίαν κανενός· μάλιστα ἐὰν ἦτο συμφέρον τοῦ Κράτους, ἤθελε τὸ δεχθῇ, ἀλλὰ ἤθελε συνάμα ὑποχρεώσει τὸ ταμεῖον νὰ πληρώσῃ ὅλους, ὅσοι ἤθελον ζημιωθῇ. Διὰ τοῦτο εἶμαι ἐναντίος αὐτοῦ τοῦ διατάγματος καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ τὸ κάμετε ἄλλοτε.
§73ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος ὠφελήθη τὰς 70 χιλιάδας;
§74ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Δὲν ἠξεύρω. — Ἐγὼ εἶμαι ἐναντίος τοῦ Διατάγματος, διότι εἶναι δημευτικὸν καὶ παρὰ τὸ Σύνταγμα.
§75ΖΩΧΙΟΣ. Εἶχον καὶ ἐγὼ τὴν τιμὴν νὰ συνεδριάσω εἰς τὸ συμβούλιον, τὸ ὁποῖον προσεκάλεσεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν περὶ νομισμάτων, ὅπου ἦτο καὶ ὁ κ. Χρηστίδης· ἡ Κυβέρνησις ἐζήτει δῆθεν συμβουλήν· ἀλλ’ αὐτὴ ἤδη εἶχεν ἀποφασίσει νὰ θέσῃ εἰς ἐνέργειαν τὸ διάταγμα, τὸ περὶ νομισμάτων, καὶ εἶμαι βέβαιος περὶ τούτου· ἅμα ἐτέθη τὸ ζήτημα, εἴπομεν, κύριοι ὑπουργοί, ἀνήκετε εἰς μίαν παλαιὰν συμμαχίαν, ἡ ὁποία κατεδίκασε τοὺς ὑπουργοὺς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐκυβέρνων διὰ διαταγμάτων, μὴ ζητῆτε νὰ μιμηθῆτε τὸ παράδειγμα αὐτῶν, διότι ἀναλαμβάνετε ἐνώπιον τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ ἔθνους εὐθύνην βαρεῖαν· οἱ ὑπουργοὶ ἀνύψωσαν τοὺς ὤμους των καὶ ἐσιώπησαν. Ἀπεφάσισαν, ὡς λέγουσι, ν’ ἀλλάξουν τὸ νόμισμα πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ τόπου. Γεννᾶται ὅμως τὸ ἀκόλουθον ζήτημα. Ὁ πολὺς ἄργυρος εἶναι τιμιώτερος, ἢ ὁ ὀλίγος; Προσεπάθησαν οἱ ὑπουργοὶ καὶ ὁ προλαλήσας νὰ μᾶς πείσουν, ὅτι ὅταν ἔχωμεν ὀλίγον ἄργυρον εἴμεθα πλούσιοι, ὅταν δὲ ἔχωμεν ἄργυρον πολὺν, εἴμεθα πτωχοί· τὸ Γερμανικὸν τάλληρον τὸ κατεβίβασαν, νομίζω, εἰς 5 καὶ 40, τὸ δὲ Γαλλικὸν εἰς 5 καὶ 60. Καὶ τὸ μὲν Γερμανικὸν ἔχει πολὺν ἄργυρον, τὸ δὲ Γαλλικὸν ὀλίγον. Διὰ νὰ ἐννοήσητε εὐθὺς τὴν διαφορὰν, λαμβάνω ἐκ τοῦ προχείρου ἓν παράδειγμα, τὸ ὁποῖον συνέβη κατ’ αὐτὰς τὰς ἡμέρας. Ἡ Ῥωσσία, ἔχουσα ἀνάγκην χρημάτων, καὶ μὴ δυναμένη νὰ δανεισθῇ, διέταξεν ὅτι τοῦ λοιποῦ εἰς τὰ τελωνεῖα τὸ νόμισμα τὸ ὁποῖον θὰ πληρώνεται θὰ ᾖναι χρυσοῦ. Ἂν, λόγου χάριν, Θηραῖός τις φορτώσῃ τὸ πλοῖόν του κρασὶ καὶ τὸ μεταφέρῃ εἰς Ὀδησσὸν, θὰ πληρώσῃ εἰς νόμισμα χρυσοῦν τῆς εἰσαγωγῆς τὰ τέλη. Ἡ διαφορὰ δὲ τοῦ χρυσοῦ καὶ τοῦ ἀργύρου εἶναι 20%. δηλ. θὰ δώσῃ, ἀντὶ 80, 100, ἐὰν ἔχῃ ἀργυρᾶ νομίσματα.
§76ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν ἔχῃ Γαλλικὰ δὲν εἶναι ἡ διαφορὰ αὐτή.
§77ΖΩΧΙΟΣ. Ὁ διϊσχυρισμὸς αὐτὸς δὲν εἶναι ἀληθὴς, διότι ὁ τελώνης θὰ σοῦ ζητήσῃ χρυσοῦν νόμισμα. Εἰς τὴν Γαλλίαν τὸ νόμισμα τὸ γαλλικὸν ἐκηρύχθη κίβδηλον, καὶ ὁ προλαλήσας σᾶς εἶπεν ὅτι λογίζεται ὡς κέρμα· ὁ δὲ διασημότερος οἰκονομολόγος τῆς Γαλλίας ῥητῶς τὸ ὠνόμασε κίβδηλον, καὶ δι’ αὐτὸ ἐκ τῶν ἐπικρατειῶν τῶν λεγομένων λατινικῶν ἡ Ἑλβετία δὲν κατεδέχθη νὰ κόψῃ νόμισμα ἀργυροῦν, διότι δὲν καταδέχεται νὰ ᾖναι κιβδηλοποιός. Ἡ Κυβέρνησις ὅμως ἡ Ἑλληνικὴ ἔγεινε κιβδηλοποιὸς, καὶ πότε; Ὅταν ἡ Γαλλία καὶ ὅλα τὰ κράτη τὰ ἀποτελοῦντα τὴν ἕνωσιν ἔπαυσαν νὰ κόπτωσιν νόμισμα τοιοῦτον· δηλαδὴ μετῆλθε τὸ ἐμπόριον τοῦ κιβδηλοποιοῦ ἡ Κυβέρνησίς μας. Ἂν ταύτην τὴν στιγμὴν ἀποφασίσῃ ἡ Γαλλία νὰ παύσῃ ὅλως διόλου τὴν κυκλοφορίαν τοῦ νομίσματος τοῦ ἀργυροῦ, καὶ τὸ νόμισμα αὐτὸ θεωρήσῃ ὡς κέρμα, ποῦ εὑρίσκεται ἡ Ἑλλάς; Θὰ χάσῃ ἀμέσως 20%. Ἠθέλησε ἡ Τράπεζα ἡ Γαλλικὴ νὰ θέσῃ εἰς κυκλοφορίαν τὸ πεντάφραγκον, ἀλλὰ δὲν ἐτόλμησε, καὶ διὰ τοῦτο ἡ Τράπεζα ἡ Γαλλικὴ πληρόνει εἰς νόμισμα χρυσοῦν. Ἐδιώξατε τὸν πολὺν ἄργυρον καὶ μᾶς ἐφέρατε τὸν ὀλίγον. Ἔχομεν δὲ νόμισμα, τὸ ὁποῖον ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν κινδυνεύει. Διατὶ; τὰ μεταλλεῖα τοῦ ἀργύρου τὰ εὑρεθέντα εἰς τὴν Ἀμερικὴν, εἶναι ἀνεξάντλητα! Σημειωτέον δὲ ὅτι οἱ βορειοαμερικανοὶ εἶναι διῃρημένοι εἰς δύω· γνωρίζετε δὲ ὅτι εἰς τὴν Ἀμερικὴν κυκλοφορεῖ χαρτονόμισμα ἀναρίθμητον· καὶ ἐξ αὐτῶν οἱ μὲν λέγουν νὰ καταργήσουν τὸ χαρτονόμισμα καὶ ἀντ’ αὐτοῦ νὰ μεταχειρισθῶσι νόμισμα ἀργυροῦν, οἱ δὲ ἔχουν τὴν ἐναντίαν ἰδέαν· ἐλπίζεται δὲ ὅτι ἐὰν νικήσῃ ἡ μερὶς, ἡ θέλουσα τὴν κατάργησιν τοῦ χαρτονομίσματος, θὰ ἐπέλθῃ αὔξησις εἰς τὴν τιμὴν τοῦ ἀργύρου, καὶ θὰ παύσῃ ἡ ὑποτίμησις τῶν 20%. Ὑπάρχει δὲ καὶ ἄλλη αἰτία τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ ἀργύρου. Ἤρχισαν αἱ Ἰνδίαι νὰ μὴ δέχωνται τὸ ἀργυροῦν νόμισμα, τὸ ὁποῖον ἐκεῖ ἐπεκράτει. Εὗρε δὲ ἡ Κυβέρνησις ἡ Ἑλληνικὴ ταύτην τὴν περίστασιν διὰ νὰ παραδεχθῇ τὸ νόμισμα τὸ Γαλλικόν· εὐτυχῶς ταύτην τὴν φορὰν ἔχομεν ἕνα ὑπουργὸν, ὁ ὁποῖος εἶναι σύμφωνος μετ’ ἐμοῦ, αὐτὸς δὲ ἀντιπροσωπεύει τὴν Σύρον, ἡ ὁποία ᾐσθάνθη τὴν ζημίαν, ἐταράχθη δὲ καὶ ὅλη ἡ Ἑπτάνησος. Ἐγὼ ὅμως δέχομαι, πρὸς στιγμὴν, ὅτι ὅλα τὰ περὶ νομίσματος εἶναι καλὰ καὶ ἅγια, ὅτι δὲν ἐζημιώθημεν, ὅτι τὰ ἀποταμιεύματα, τὰ ὁποῖα ἔχομεν, ἔχουν τὴν ἀξίαν τοῦ χρυσοῦ· σᾶς ἐρωτῶ, ἐν ποίᾳ ἐξουσίᾳ ἐκόψατε τὸ νόμισμα αὐτό; Τί δὲ περισσότερον ἔκαμεν ὁ Βούλγαρης; Διὰ διαταγμάτων ἐκυβέρνα, καὶ σεῖς διὰ διαταγμάτων ἐκυβερνήσατε, χεῖρον μάλιστα τοῦ Βούλγαρη, διότι ἔβαλε τὴν χεῖρά της ἡ Κυβέρνησις εἰς τὰ ταμεῖα τοῦ λαοῦ. Ἐπενόησαν δὲ οἱ ὑπουργοὶ μίαν πρόφασιν, λέγοντες, συμφέροντα μεγάλα ἐπέβαλον εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ καθῆκον νὰ ῥυθμίσῃ τὰ τοῦ νομίσματος διὰ διαταγμάτων. Οἱ ὁρκισθέντες ὅμως ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ εὐαγγελίου ὅτι θὰ κυβερνήσωσι κατὰ τοὺς ὁρισμοὺς τοῦ Συντάγματος, καταναγκαζόμενοι νὰ τοὺς παραβιάσωσι, λέγουν non possumus. Καὶ ἂν ἅπαξ ἐπιτρέψετε εἰς αὐτοὺς νὰ παραβῶσι τὸ Σύνταγμα, δὲν θὰ δυσκολευθοῦν νὰ τὸ κάμουν δὶς, διότι ἀφοῦ ἅπαξ ἔλαβον τὴν ἄφεσιν τῶν ἁμαρτημάτων αὑτῶν, διατὶ ἐκ δευτέρου νὰ μὴ τὴν λάβουν; Ἠξεύρετε δὲ ὅτι ὁ λέων τοῦ μύθου ἐταράχθη, διότι εἷς μικρὸς ποντικὸς ἐπήδησε ἀπ’ ἐπάνω του· τὸν ἐνέπαιξε δὲ ἡ ἀλώπηξ, λέγουσα, διατί τόσον ἐταράχθης; ὁ δὲ ἀπεκρίθη, δὲν ἐταράχθην, ἀλλὰ τὴν ἐπανάληψιν φοβοῦμαι. Λοιπὸν καὶ τὸ Σύνταγμα παρέβη ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἀπὸ τῶν βαλαντίων τοῦ λαοῦ κάπως ἀφῄρεσε χρῆμα. Πρὸς τοῖς ἄλλοις δὲ μᾶς κατέστησε πτωχοτέρους, πρὸς τούτοις δὲ ἡ Ἐθνικὴ τράπεζα εἶναι πτωχοτέρα παρά ποτε ἄλλοτε, διότι τὸ ἀποταμίευμα, τὸ ὁποῖον ἔχει, εἶναι ἀργυροῦν· δηλαδὴ ἡ ἀξία τῶν κεφαλαίων τῆς Ἑλληνικῆς τραπέζης, ἐν ᾗ εὑρίσκονται τὰ κεφάλαια τὰ ἑλληνικά, εἶναι κατὰ 20% ἠλαττωμένη. Ἰδοὺ τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐργασιῶν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ σήμερον μᾶς καλεῖ νὰ ἐπικυρώσωμεν αὐτὰς τὰς πράξεις της.
§78ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Πρωθυπουργός). Αὔριον, κ. πρόεδρε.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται διὰ τὴν αὔριον. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις, ὥρᾳ 6 μ. μ.