1876.12.03
1,460 rows · 12,284 words · 101 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 40
τῆς 3 Δεκεμβρίου 1876.
(Παρασκευή.)
Ὥρα 2 Μ. Μ. Ἐκφωνηθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ τῆς Βουλῆς εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐνεκρίθησαν.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις ἤκουσαν τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν εἰς τὸ ἑξῆς δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ζητήσω τὴν συναίνεσιν αὐτῆς πρὸς κένωσιν τῶν ἀκροατηρίων. Εἰδοποιῶ λοιπὸν ὅτι ὀφείλουσι νὰ τηρήσωσι τὴν μεγαλειτέραν τάξιν, διότι εἰς τὸν ἐλάχιστον θόρυβον θέλω διατάξει τὴν ἐκκένωσιν ὅλων τῶν ἀκροατηρίων ἐκτὸς πέντε, ἐκτελῶν τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν, διότι οὔτε ἡ Βουλὴ, οὔτε ἐγὼ ἀνεχόμεθα τὰ τοιαῦτα. Ἀναγγέλλω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι τὸ τμῆμα, εἰς ὃ παρεπέμφθη ἡ ἐκλογὴ τῆς ἐπαρχίας Γορτυνίας, κατέθηκε τὴν ἔκθεσίν του, ἥτις θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ καὶ τεθῆ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἀναγγέλλω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ ἀντιπροσωπεύουσα ἐν Ὀλανδίᾳ τοὺς κατόχους τῶν παλαιῶν Ἑλληνικῶν χρεωγράφων, ἀποτείνει ἔγγραφον πρὸς τὸ Προεδρεῖον διὰ τοῦ ὁποίου διαμαρτύρεται κατὰ τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου. Τὸ ἔγγραφον τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης θέλει ἀποσταλῆ πρὸς τὴν εἰδικὴν ἐπιτροπὴν, εἰς τὴν ὁποίαν παρεπέμφθησαν καὶ τ’ ἄλλα νομοσχέδια.
§2ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Τὴν ἔκθεσιν τίς τὴν ἔχει ὑπογράψει;
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ, ἥτις ἀντιπροσωπεύει τοὺς κατόχους τῶν ἐν Ὀλανδίᾳ χρεωγράφων.
§4ΤΙΝΕΣ. Νὰ τυπωθῇ, κύριε Πρόεδρε, νὰ λάβωμεν γνῶσιν.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ τῆς ἐπιτροπῆς θὰ μάθετε. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§6ΡΟΥΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Χθὲς ὑπεβάλομεν πρότασιν εἰς τὴν Βουλὴν περὶ ἀνακλήσεως τῆς ἀποφάσεως, διὰ τῆς ὁποίας παρεπέμφθη τὸ ὑπουργεῖον Βούλγαρη εἰς δίκην ἐπὶ ἐκλογικοῖς παραπτώμασι. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν πρωτίστως μὲν νὰ τεθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἡ πρότασις αὕτη, πρὸς δὲ νὰ προσαχθῇ ἀντίγραφον ἐπίσημον τῆς ἀποφάσεως, διὰ τῆς ὁποίας τὸ εἰδικὸν δικαστήριον ἐκηρύχθη ἀναρμόδιον νὰ δικάσῃ τὴν κατηγορίαν αὐτήν. Νομίζω δ’ ὅτι ἡ Βουλή, ἀφοῦ ἐτυπώθη καὶ διενεμήθη ἡ πρότασις, αὔριον δύναται νὰ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ἀποφασίσῃ, ὑπ’ ὄψιν της ἔχουσα καὶ τὸ ἀντίγραφον τῆς ἀποφάσεως τοῦ Εἰδικοῦ Δικαστηρίου.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ εἶναι σύμφωνος νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν;
§8ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§9ΦΙΛΗΜΩΝ. Νομίζω, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ προβῶμεν ἀμέσως οὔτε σήμερον, οὔτε αὔριον εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ἀπόφασιν ἐπὶ τῆς προτάσεως αὐτῆς, διότι ἡ ἀπόφασις τοῦ εἰδικοῦ δικαστηρίου στηρίζεται ἐπὶ γεγονότων τῶν ὁποίων ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει ἐπίσημον γνῶσιν, διότι τὰ ὄργανα, εἰς τὰ ὁποῖα ἀνετέθη αὐτὴ ἡ ἐντολὴ ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς, ἕνεκα λόγων ὑπηρεσίας ἀνυπερβλήτων, δὲν ἠδυνήθημεν ν’ ἀναφέρωμεν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ διατρέξαντα, οὔτε νὰ καταθέσωμεν τὰ ἐπίσημα κείμενα ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται ἡ ἀπόφασις. Νομίζω λοιπὸν ὅτι πρὸ τῆς καταθέσεως τῶν ἐγγράφων τούτων καὶ τῆς ἀναπτύξεως, τὴν ὁποίαν ἔχομεν καθῆκον νὰ κάμωμεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, δὲν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ προβῇ εἰς οὐδεμίαν ἀπόφασιν. Πιστεύω ὅτι ἐντὸς τῆς αὔριον θὰ ἀνακοινώσωμεν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ διατρέξαντα, καὶ θὰ ὑποβάλωμεν εἰς αὐτὴν καὶ τὸ κείμενον τῆς ἀποφάσεως. Δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἡμᾶς ἀπολύτως, ἀλλὰ θὰ προσπαθήσωμεν μέχρι τῆς αὔριον νὰ τὸ πράξωμεν.
§10ΤΙΝΕΣ. Μόνον ἡ ἀπόφασις χρειάζεται.
§11ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἡ ἀπόφασις νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ μελετηθῇ, διότι ἐντὸς αὐτῆς ὑπάρχουσι καὶ κρίσεις, αἵτινες ἐκ τῶν κειμένων ἐξάγονται.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ ἀποδέχεται νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς αὔριον, καὶ ἀφοῦ προσαχθῇ ἡ ἀπόφασις νὰ συζητηθῇ;
§13ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θέλει ἐγγραφῆ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς αὔριον, καὶ δὲν θὰ συζητηθῇ παρ’ ὅταν ἔλθῃ ἡ ἀπόφασις τοῦ Εἰδικοῦ Δικαστηρίου.
§15ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ὡς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, τὴν ὁποίαν ἐσυστήσατε, ἔχω νὰ ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας τινάς.
§16Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ποῖα εἶναι τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, κύριε πρόεδρε; διότι δὲν τὰ ἠξεύρομεν.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διωρίσθησαν ὑπὸ τοῦ προεδρείου οἱ κύριοι Ἐπ. Δεληγεώργης, Χ. Τρικούπης, Θ. Δηλιγιάννης, Α. Μαυρομιχάλης, Τ. Φιλήμων, Ν. Καράπαυλος καὶ Π. Μανέτας· ἀλλ’ οἱ κύριοι Δεληγεώργης καὶ Δηλιγιάννης παρῃτήθησαν, ἀντικατεστάθησαν δὲ ὑπὸ τῶν κυρίων Α. Πετιμεζᾶ καὶ Μηκωνίου· ἑπταμελὴς εἶναι ἡ ἐπιτροπή, τῆς ὁποίας τὰ μέλη κατὰ πλειονοψηφίαν εἰργάσθησαν μετὰ δραστηριότητος.
§18ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Συνελθοῦσα σήμερον ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἔφθασεν εἰς ἀποτέλεσμα σχεδὸν τελειωτικὸν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Τὰ νομοσχέδια τὰ ὑποβληθέντα εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἦταν 1) τὸ περὶ στρατιωτικοῦ ταμείου, 2) τὸ περὶ ὁδικοῦ ταμείου, 3) τὸ περὶ παλαιῶν χρεῶν, 4) τὸ περὶ φόρου τοῦ καπνοῦ καὶ 5) τὸ περὶ στρατολογίας. Ἐπελήφθημεν λοιπὸν ἐν γένει τῶν θεμάτων, ἐπὶ τῶν ὁποίων εἴχομεν ν’ ἀποφανθῶμεν, καὶ ἐμείναμεν σύμφωνοι ὅτι ὀφείλομεν νὰ προβῶμεν κατὰ τὸν ἑξῆς τρόπον· ὅτι αἱ φορολογικαὶ διατάξεις εἶναι πρέπον ν’ ἀφαιρεθῶσιν ἐκ τῶν νομοσχεδίων ἔνθα περιλαμβάνονται, καὶ νὰ συμπεριληφθῶσιν εἰς ἓν γενικὸν φορολογικὸν μέτρον, τὸ ὁποῖον θὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν κατόπιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, οὗτινος ἡ ἐξέτασις ἀποτελεῖ τὴν βάσιν πάσης ἄλλης φορολογικῆς ἐργασίας, διότι πρὶν ἢ ἀποφασίσωμεν νὰ ψηφίσωμεν νέους φόρους καὶ νὰ κανονίσωμεν τὴν διανομὴν των πρέπει νὰ γινώσκωμεν ποῖον εἶναι τὸ ὁλικὸν ποσὸν τῆς φορολογίας, περὶ τοῦ ὁποίου καλούμεθα νὰ προνοήσωμεν, καὶ κατὰ πόσον εἶναι δυνατὸν διὰ τῆς ἐλαττώσεως τῶν δαπανῶν τοῦ Κράτους νὰ περιορίσωμεν τὸ ποσὸν τοῦτο. Δὲν καλούμεθα νὰ ἐκφράσωμεν ἀπὸ τοῦδε οἱανδήποτε γνώμην περὶ τῶν οἰκονομιῶν, αἵτινες σπουδαίως δύνανται νὰ πραγματοποιηθῶσιν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Ἠξεύρομεν, ὅτι ἐν τῇ Βουλῇ ὑπάρχουσιν ἀντίθετοι γνῶμαι· ἀλλ’ αὐτὸ τοῦτο, ὅτι ὑπάρχουσιν ἀντίθετοι γνῶμαι, ἐπιβάλλει καὶ εἰς ἡμᾶς καὶ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ προβῶμεν εἰς οὐδεμίαν ἐνέργειαν, στηριζομένην ἐπὶ προϋποθέσεως, περὶ ἧς ὑπάρχει ἐν τῇ Βουλῇ μεγάλη μερὶς ἔχουσα ἐναντίαν γνώμην, διότι εἴτε προβῶμεν ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι εἶναι ἐφικταὶ σπουδαῖαι οἰκονομίαι, εἴτε προβῶμεν ἐπὶ ὑποθέσει ἀντιθέτῳ, σπουδαιοτάτη εἶναι ἡ μερὶς ἐν τῇ Βουλῇ, ἥτις φρονεῖ τὸ ἐναντίον. Ὀφείλομεν ἐπὶ τῶν πραγμάτων νὰ μελετήσωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ δὲν ἀμφιβάλλομεν, ὅτι ὅλοι θέλομεν προσπαθήσει νὰ φέρωμεν τὰς ἐφικτὰς οἰκονομίας ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, κατόπιν δὲ τῆς ἐργασίας ταύτης αὐτὰ τὰ πράγματα θέλουσιν ὁμιλήσει ἐὰν ᾖναι σπουδαῖαι αἱ ἐφικταὶ οἰκονομίαι. Ἀλλ’ εἴτε σπουδαῖαι, εἴτε μὴ εἶναι αἱ οἰκονομίαι, τὸ ποσὸν αὐτῶν πρέπει νὰ ᾖναι γνωστὸν, ὅταν θὰ κανονίσωμεν τὰ τῆς φορολογίας. Ἐπίσης τότε δέον νὰ ἐξετασθῇ καὶ τὸ ζήτημα ἂν πρέπῃ νὰ μεριμνήσωμεν μόνον περὶ τῶν νέων φόρων ἢ πρέπῃ νὰ θεωρήσωμεν τοὺς νέους φόρους καὶ τοὺς προϋπάρχοντας ὡς ἀποτελοῦντας ἑνιαῖον ὅλον καὶ νὰ φροντίσωμεν συνάμα περὶ διαῤῥυθμίσεως καὶ τούτων καὶ ἐκείνων, κανονίζοντες τὸ σύνολον τῆς φορολογίας. Ὡς πρὸς τοῦτο γνωρίζετε ὁποίαν ἔχω προσωπικὴν γνώμην. Ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ δὲν καλεῖται νὰ ἐκφράσῃ περὶ τούτου γνώμην· περὶ τούτου θέλομεν συζητήσει ἐν πάσῃ εὐρύτητι καὶ ὡριμότητι, ὅταν ὑποβληθῶσι παρὰ τῆς Κυβερνήσεως τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια. Περιοριζομένων λοιπὸν τῶν νομοσχεδίων εἰς τὰς ἄλλας αὐτῶν διατάξεις καὶ κυρίως εἰς τὰς διατάξεις τὰς ἀφορώσας εἰς τὸν σκοπὸν αὐτῶν, προβαίνω εἰς τὴν ἐξέτασιν αὐτῶν ἀρχόμενος ἀπὸ τοῦ νομοσχεδίου περὶ στρατιωτικοῦ ταμείου. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐφέραμεν τὰς τροπολογίας, τὰς ὁποίας ἐθεωρήσαμεν ἀναγκαίας, ἀφοῦ ἐξῃρέσαμεν ἀπὸ αὐτοῦ ἁπάσας τὰς φορολογικὰς διατάξεις. Αἱ τροπολογίαι, τὰς ὁποίας προτείνομεν εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι αἱ ἑξῆς. Κατὰ τὴν ἀρχικὴν αὐτοῦ διασκευὴν οἱ φόροι οἱ ψηφιζόμενοι διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἀφιεροῦνται αὐτούσιοι εἰς τὸ στρατιωτικὸν ταμεῖον, ἵνα χρησιμεύσωσιν εἰς τὴν ἀπότισιν τῶν τοῦ ταμείου δαπανῶν καὶ εἰς ἀσφάλειαν τῆς ὑπηρεσίας τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα ἐπιτρέπεται εἰς τὸ ταμεῖον νὰ συνομολογήσῃ. Ἤδη, ἀφοῦ πρόκειται τὰ τῆς νέας φορολογίας νὰ κανονισθῶσι κατόπιν, ἵνα ᾖ τὸ νομοσχέδιον πλῆρες, ὀφείλομεν ἐκ τῶν ὑπαρχόντων φόρων νὰ προσδιορίσωμεν ὑπὲρ αὐτοῦ τὸν καταλληλότερον καὶ ἀφιερώσωμεν τὸ προϊὸν αὐτοῦ, ἐφ’ ὅσον εἶναι ἀναγκαῖον, εἰς τὴν ἐξόφλησιν τῆς ἐτησίας προικοδοτήσεως τοῦ ταμείου. Ποίαν δὲ ὡρίσαμεν προικοδότησιν; ἡ πρότασις τοῦ ὑπουργείου ἀφορᾷ ἰδίως εἰς τὴν ἄδειαν τὴν χορηγουμένην εἰς τὸ ταμεῖον νὰ συνομολογήσῃ δάνειον πεντήκοντα ἑκατομμυρίων. Ὡς πρὸς τὸ ποσὸν τοῦ δανείου τούτου οὐδὲν τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς ἔφερεν ἀντίῤῥησιν· ἐθεωρήσαμεν ὅτι εἶναι πρέπον εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις τὸ ταμεῖον τῆς ἐθνικῆς ἀμύνης νὰ δύναται νὰ δανεισθῇ μέχρι τοῦ ποσοῦ τούτου· ἐκανονίσαμεν δὲ τὰ τοῦ δανείου, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ δανείου τοῦ ψηφισθέντος παρὰ τῆς Βουλῆς κατὰ τὸ 1871, ἀφοῦ τοῦτο ἐγένετο παρὰ τῆς Βουλῆς προτάσει τῆς Κυβερνήσεως καὶ διὰ τὸ δάνειον τῶν δέκα ἑκατομμυρίων· χάριν τοῦ ὁμοιομόρφου τοῦτο ὠφείλαμεν νὰ πράξωμεν, καί τοι ὑπὸ τοιούτους ὅρους ἡ πραγματοποίησις ἐν τῷ παρόντι δὲν εἶναι πιθανή. Ὑποθέτομεν ὅτι τὰ 50,000,000 ὁρίζονται ὡς ὀνοματικὸν καὶ οὐχὶ ὡς πραγματικὸν κεφάλαιον καὶ ἕνεκα τούτου τὸ πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ ποσὸν εἶναι 3,250,000 δραχμῶν, τοὐτέστι 3,000,000 τόκος πρὸς 6% καὶ 250,000 χρεωλύσιον· τοῦτο λοιπὸν τὸ ποσὸν ἀποτελεῖ τὴν προικοδότησιν τοῦ ταμείου, ἥτις θὰ χρησιμεύσῃ ὡς πόρος τοῦ ταμείου εἴτε διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου, εἴτε διὰ τὰς ἄλλας δαπάνας τοῦ ταμείου, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ἤθελε θεωρηθῇ ἀναγκαῖον νὰ προσφύγῃ εἰς τὸ δάνειον, εἴτε δι’ ἀμφότερα, ἂν ἐν μέρει μόνον πραγματοποιήσῃ τὸ δάνειον. Ἐκ τῶν ὑπαρχόντων φόρων ἐθεωρήσαμεν καταλληλότερον πρὸς ἀσφάλειαν τοῦ ποσοῦ τούτου καὶ πρὸς προικοδότησιν τοῦ ταμείου τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ χαρτοσήμου, διότι τοιουτοτρόπως δὲν καταμερίζομεν τὴν προικοδότησιν μεταξὺ διαφόρων φόρων, καὶ διότι τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον σήμερον εἰσπράττει τὸ Δημόσιον ἐκ τοῦ χαρτοσήμου πληροῖ τὴν ἀνάγκην ταύτην. Τὰ 4,000,000 τοῦ ἐπὶ τοῦ χαρτοσήμου φόρου εἰσπραττόμενα ἀμέσως παρὰ τοῦ δημοσίου ταμείου παρέχουσιν εὐκολίαν μεγαλειτέραν τῶν παρ’ ἄλλων ἀρχῶν εἰσπραττομένων πρὸς μεταβίβασιν τῶν χρημάτων εἰς τὸ εἰδικὸν ταμεῖον, τοὐτέστιν εἰς τὴν Τράπεζαν, εἴτε εἶναι ἡ Ἐθνικὴ εἴτε ἄλλη ἐκ τῶν ἀνεγνωρισμένων Τραπεζῶν, διότι ὡς πρὸς τοῦτο δὲν νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ἐπιμείνῃ νὰ ὑπάρχῃ προνόμιον ὑπὲρ ταύτης ἢ ἐκείνης τῆς Τραπέζης. Ὁ φόρος τοῦ χαρτοσήμου, ὡς εἶπον, ἀποφέρει 4,000,000, ἑπομένως, ὅπως νῦν ἔχουσι τὰ πράγματα καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς αὐξήσεως, καλύπτεται ἐντελῶς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναγκαῖον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου καὶ τὸ ὁποῖον ψηφίζεται ὡς προικοδότησις τοῦ ταμείου. Καὶ ταῦτα μὲν ὡς πρὸς τὴν προικοδότησιν τοῦ ταμείου. Ἀλλὰ τῶν χρημάτων τούτων ποία θὰ γείνῃ χρῆσις καὶ παρὰ ποίων; Καὶ ὡς πρὸς μὲν τοὺς σκοπούς, ὑπὲρ ὧν θὰ διατίθενται τὰ χρήματα, τὸ νομοσχέδιον ὁρίζει αὐτοὺς λέγον ὅτι εἶναι ἀποκλειστικῶς ἡ προμήθεια ὑλικοῦ πολέμου εἴτε διὰ τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς εἴτε διὰ τὴν θαλασσίαν παρασκευὴν, εἴτε διὰ τὸ ὁπλοστάσιον, εἴτε διὰ τὸν ναύσταθμον καὶ τὴν δεξαμενήν. Εἰς τοῦτο οὐδεὶς ἠθέλησε νὰ φέρῃ παρατηρήσεις ἢ μεταβολήν. Ὡς πρὸς τὰς ἐγγυήσεις ὅμως, ὅτι τῶν χρημάτων τούτων θὰ γείνῃ χρῆσις, ὁποίαν τὸ νομοσχέδιον ὁρίζει, ἐφέραμεν σύστημα διατετυπωμένον ἐν ἄρθροις. Ὁμοίας προτάσεις ὑπέβαλον ἐν τροπολογίᾳ ἐπὶ τοῦ ἑτέρου νομοσχεδίου τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὸ δάνειον τῶν 10,000,000, καὶ ὡς πρὸς τὰς βάσεις, τὰς ἐγγυήσεις ταύτας ἐθεωρήσαμεν ἐπαρκεῖς καὶ ὡς πρὸς τὰς δαπάνας τοῦ ταμείου τούτου. Εἶναι δὲ αἱ βάσεις αὗται αἱ ἑξῆς· ὅτι οἱ ὑπουργοὶ θὰ ἐκδίδωσι τὰ ἐντάλματα πρὸς πληρωμὴν τῶν χρημάτων τούτων ἐκ τοῦ εἰδικοῦ ταμείου, ἀλλὰ τὰ ἐντάλματα ταῦτα ὀφείλουσι νὰ περιορίζωνται ὑπὸ ἄρθρων πιστώσεων ψηφιζομένων ὑπὸ τῆς Βουλῆς συμφώνως πρὸς τὸν λογιστικὸν νόμον, τοὐτέστι πιστώσεων ἐχουσῶν ὡς καὶ ὁ προϋπολογισμὸς ἐνιαύσιον χρῆσιν, καὶ ἑπομένως ἂν δὲν γείνῃ ἡ χρῆσις αὐτῶν ἐντὸς τοῦ λογιστικοῦ ἔτους ἡ πίστωσις ἀκυροῦται καὶ θὰ ὑπάρχῃ ἀνάγκη νέας πιστώσεως. Δὲν ἠρκέσθημεν δὲ εἰς μόνην τὴν ἐγγύησιν τῆς συμπράξεως τῆς Βουλῆς εἰς τὴν διάθεσιν τῶν χρημάτων τούτων, ἀλλ’ ἐζητήσαμεν καὶ περαιτέρω ἐγγυήσεις μὴ παρεχομένας ὑπὸ τοῦ λογιστικοῦ νόμου. Ἐνομίσαμεν ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀφεθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ ἐλευθερία, ὅπως καὶ ἐξ εἰλικρινοῦς ἴσως προθέσεως δαπανήσῃ τὰ χρήματα ἄλλως, ἢ κατὰ τὰς ἀπαιτήσεις τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων, ἀθετοῦσα τὰς διατάξεις τοῦ νόμου καὶ δαπανῶσα καὶ πέραν τῶν ὁρίων τῶν ψηφισθέντων. Ἐθεωρήσαμεν λοιπὸν πρέπον νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς πρόσωπον ἄλλο ἐκτὸς τοῦ ὑπουργοῦ εὐθύνας ἐπὶ τῇ δαπάνῃ καὶ ἀστικὰς καὶ ποινικάς, ἀλλ’ εὐθύνας, αἱ ὁποῖαι κατὰ τοῦτο εἶναι πραγματικώτεραι τῆς εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν, ὅτι εἶναι εὐθύναι τοῦ κοινοῦ δικαίου, εὐκόλως δυνάμεναι νὰ πραγματοποιηθῶσιν. Ὑπῆρχε δυσχέρεια περὶ τὴν ἐκλογὴν τοῦ προσώπου· καὶ βεβαίως ἐν τῷ νομοσχεδίῳ δὲν ἠδυνάμεθα νὰ προσδιορίσωμεν πρόσωπον ὀνομαστί, ἀλλ’ ἐπροσδιωρίσαμεν πρόσωπον κατέχον ὡρισμένην θέσιν. Ἐν τῇ ἐκλογῇ τῆς θέσεως ἐφροντίσαμεν ὅπως τὸ κατέχον αὐτὴν πρόσωπον ᾖ ἀνεξάρτητον ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως, μὴ ἐξαρτωμένης τῆς διατηρήσεως αὐτοῦ ἐν τῇ θέσει ἐκ τῆς θελήσεως τῶν κυβερνώντων. Τὸ καταλληλότερον πρόσωπον βεβαίως θὰ ἦτο ὁ διευθυντὴς τοῦ Γεν. Λογιστηρίου, καὶ ἐὰν εἶχε ψηφισθῆ νόμος μονιμοποιῶν τὴν κατοχὴν τῆς θέσεως ταύτης, εἰς τοῦτον βεβαίως ἠθέλαμεν ἀναθέσει τὸ ἔργον. Ἀλλὰ τοιοῦτος νόμος δὲν ὑπάρχει ἐψηφισμένος, καὶ ἐθεωρήσαμεν ἄτοπον νὰ περιλάβωμεν ἐν νομοσχεδίῳ, ἀφορῶντι εἰς σύστασιν εἰδικοῦ ταμείου, ἄλλην διάταξιν γενικώτερον ἔχουσαν χαρακτῆρα περὶ μονιμοποιήσεως τῆς θέσεως τοῦ διευθυντοῦ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου. Ἐζητήσαμεν λοιπὸν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, ὡς νῦν ἔχει, τὸν παρέχοντα πλειότερα ἐχέγγυα ἀνεξαρτησίας οὐχὶ ἐκ τοῦ προσώπου ἀλλ’ ἐκ τῆς θέσεως. Τὰ ἐχέγγυα δὲ ταῦτα εὕρομεν ἐν τῷ δικαστικῷ συμβούλῳ παρὰ τῷ ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν. Οὗτος δὲν ἔχει μονιμότητα, ἔχει πενταετῆ διάρκειαν ὑπηρεσίας, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐγγύησις ἴση πρὸς τὴν τῆς ἰσοβιότητος, διότι ἐπίσης ὁ ὑπουργὸς δὲν δύναται ἑκάστοτε νὰ ἀπολύῃ αὐτόν· ἡ ἀπόλυσις αὐτοῦ, ἐπιτρεπομένη μόνον μετὰ ὡρισμένον χρόνον, ὅτε δὲν εἶναι γνωστὸν τίς ἔσεται ὑπουργός, ἀπαλλάττει τὸν κατέχοντα τὴν θέσιν ἀπὸ τῆς ἐξαρτήσεως ἐκ τοῦ ἑκάστοτε ὑπουργοῦ. Ἀλλὰ τὰς τοιαύτας τροπολογίας πρέπον εἶναι νὰ διαμορφώνῃ τὸ ὑπουργεῖον. Ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ἐκφράζῃ τὴν ἰδέαν, τὴν βάσιν τῆς τροπολογίας, ἡ διατύπωσις ὅμως αὐτῆς ἀνήκει εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι τὶς μᾶς ἐγγυᾶται ὅτι ὁ ὑπάρχων σύμβουλος θέλει δεχθῆ τὴν ὑπηρεσίαν, ἡμεῖς δὲ ὡς ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς δὲν δυνάμεθα νὰ ἔλθωμεν εἰς συνεννόησιν μετ’ αὐτοῦ. Σημειώσατε ὅτι ἐὰν δὲν θέλῃ ὁ σύμβουλος νὰ δεχθῇ τὴν νέαν ὑποχρέωσιν, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μὴ τὴν δεχθῇ, διότι ὑπηρετεῖ ἔχων ἐκ τοῦ νόμου διεγεγραμμένα καθήκοντα· ἐὰν ἦτο προηγουμένως ὡρισμένον μεταξὺ τῶν ἄλλων καθηκόντων καὶ τοῦτο, δεχόμενος τὴν ὑπηρεσίαν, θὰ ὑπεβάλλετο καὶ εἰς τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην, ἀλλ’ ἤδη δεχθεὶς ἄνευ τοιαύτης ὑποχρεώσεως ταύτην τὴν θέσιν δὲν δύναται νὰ ὑποχρεωθῇ ὅπως ἀναλάβῃ τὰς νέας εὐθύνας, ἀφοῦ αὗται εἶναι ἄσχετοι πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν, ἣν ἀνεδέχθη· ἑπομένως ἡ διάταξις αὕτη περιελήφθη ὑπὸ τὴν αἵρεσιν τῆς ἀποδοχῆς τῆς ὑπηρεσίας παρὰ τοῦ νῦν κατέχοντος τὴν θέσιν προσώπου. Ἐλπίζω ὅμως ὅτι θέλει ἀποδεχθῆ, διότι καὶ ἡ εὐθύνη δὲν εἶναι βαρεῖα. Δὲν πρόκειται περὶ εὐθύνης ἐπὶ τῇ εἰλικρινείᾳ τοῦ ἐντάλματος, ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἁπλῆς παραβολῆς τοῦ ἐντάλματος καὶ τῶν εἰς αὐτὸ προσηρτημένων δικαιολογητικῶν ἐγγράφων πρὸς τὴν πίστωσιν καὶ τὸν λογιστικὸν νόμον πρὸς βεβαίωσιν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ὑπέρβασις πιστώσεως καὶ ὅτι ἡ ἐπαγγελία τοῦ ἐντάλματος εἶναι σύμφωνος πρὸς τὸ ἄρθρον τῆς πιστώσεως. Τοῦτο οὔτε κόπον πολὺν δίδει, οὔτε εὐθύνην πολλήν. Νομίζω, ὅτι ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ συμβούλου ὑπάρχει ἡ μεγαλειτέρα ἐγγύησις καὶ ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ καταλληλότερον. Ὁ πρόεδρος τοῦ ἐλεγκτικοῦ συνεδρίου θὰ ἦτο κατὰ τἆλλα καταλληλότερος, ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐκτελέσῃ τοιαύτην ἐργασίαν, διότι κατόπιν θὰ ἔχῃ τὸ καθῆκον νὰ ἐξελέγξῃ αὐτὸς ἑαυτόν. Οὐδὲ δυνάμεθα ν’ ἀναθέσωμεν τὸ ἔργον εἰς τὴν δικαστικὴν ἀρχὴν, διότι δὲν πρέπει νὰ συγχέωμεν τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν μετὰ τῆς διοικήσεως καὶ προσέτι, διότι ἡ ἔνστασις, ἣν ἀνέφερα ὡς πρὸς τὸν πρόεδρον τοῦ ἐλεγκτικοῦ συνεδρίου, δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ ἐπὶ τῶν δικαστῶν, ἀφοῦ τὰ ἐντάλματα δύνανται νὰ παρουσιασθῶσιν καὶ ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου. Καὶ τοιαύτη θὰ ᾖναι ἡ διδομένη ἐγγύησις ὡς πρὸς τὴν θεώρησιν τῶν ἐνταλμάτων. Ἐὰν δὲν φέρωσι τὴν θεώρησιν τοῦ προσώπου τούτου, τοῦ συμβούλου τοῦ δικαστικοῦ, δὲν θὰ πληρώνωνται ἐπὶ οὐδενὶ λόγῳ. Ἐννοεῖται ὅτι ἡ ἐγγύησις αὕτη ἐπέρχεται ἐπιπροσθέτως πρὸς τὰς ἄλλας ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας ἔχομεν ἐκ τοῦ λογιστικοῦ νόμου. Κατ’ αὐτὸν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὀφείλει νὰ ἐπιθεωρῇ τὰ ἐντάλματα, κατ’ ἐντολὴν δὲ αὐτοῦ τὰ ἐπιθεωρεῖ ὁ διευθυντὴς τοῦ Γεν. λογιστηρίου. Ἡ ἐγγύησις αὕτη θέλει ἐξακολουθεῖ ὑφισταμένη, ἀλλὰ πρὸς ταύτῃ ὀφείλομεν νὰ προσθέσωμεν καὶ ἄλλην, ὑπάρχουσαν μὲν ἐν τῷ λογιστικῷ νόμῳ ἐν γένει, μὴ ἐφαρμοζομένην δὲ ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ, ἕνεκα τῆς διαχειρίσεως τοῦ εἰδικοῦ ταμείου ὑπὸ τῆς ἐθνικῆς Τραπέζης, ἥτις δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ὑπόλογος, ὅπως οἱ ταμίαι τοῦ Δημοσίου. Πρέπει λοιπὸν ἐπὶ τῇ ἐξοφλήσει τῶν ἐνταλμάτων νὰ συμπράττῃ ὁ ταμίας τοῦ Δημοσίου ἵνα ἔχωμεν τὸν ὑπόλογον. Εἰς τὸν κεντρικὸν ἄρα ταμίαν ὡς ὑπόλογον ἀνατίθεται ἡ προσυπογραφὴ εἰς τὴν ἐξόφλησιν τῶν ἐνταλμάτων. Οὕτω νομίζω, ὅτι ἀσφαλίζομεν τὴν διάθεσιν τῶν ἐν τῷ ταμείῳ κεφαλαίων συμφώνως πρὸς τὰς κατ’ ἄρθρον πιστώσεις, τὰς ὁποίας ἑκάστοτε θὰ ψηφίζῃ ἡ Βουλή. Εἰς τὸ νομοσχέδιον τὸ ἀρχικὸν ὑπῆρχε διοικητικὴ τοῦ ταμείου ἐπιτροπή· ταύτης ὅμως τὸν σκοπὸν δὲν ἠδυνήθημεν νὰ διαγνώσωμεν. Ἤδη μάλιστα, ὅτε τὰς ἐγγυήσεις περὶ τῆς πληρωμῆς τῶν ἐνταλμάτων ἀνεθέσαμεν εἰς ἄλλο πρόσωπον, ἔτι μᾶλλον ἄσκοπος φαίνεται ἡ διοικητικὴ ἐπιτροπή. Δὲν εἶχεν αὕτη, κατὰ τὸ νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως, καθῆκον νὰ μετέχῃ τῆς ἐξουσίας τῆς Κυβερνήσεως ὡς πρὸς τὰ ἐκτελεσθησόμενα ἔργα· ἐκαλεῖτο νὰ δίδῃ γνώμην, ἀλλ’ ἡ γνώμη της οὐδόλως εἶναι ὑποχρεωτικὴ πρὸς τὸ ὑπουργεῖον· περιέχει ἀξιωματικούς, ἀλλὰ τούτους δύναται πάντοτε ἡ Κυβέρνησις καὶ ἂν δὲν ἀνήκουσιν εἰς ἐπιτροπὴν νὰ συμβουλεύεται, καὶ βεβαίως ποτὲ δὲν θέλει προβῆ εἰς ἀπόκτησιν ὑλικοῦ, ἂν δὲν συμβουλευθῇ ἀξιωματικούς. Δὲν βλέπω λοιπὸν ἡ συμπερίληψις τοιαύτης ῥήτρας ἐν τῷ νομοσχεδίῳ κατὰ τί δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἔχουσά τινα σημασίαν. Ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ χρήσιμος ἐπιτροπή, ὁποία ὑπάρχει εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, καθῆκον ἔχουσα νὰ συντάττῃ τοὺς λογαριασμούς· ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τοῦτο, ὅταν τὸ ἔργον τῆς καταστρώσεως τῶν λογαριασμῶν δύναται νὰ γείνῃ παρὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, εἶναι ἡ ἐπιτροπὴ τροχὸς περιττὸς προστιθέμενος εἰς τὴν λειτουργίαν τοῦ εἰδικοῦ ταμείου· διὰ τοῦτο τὴν διοικητικὴν ἐπιτροπὴν ἐξῃρέσαμεν ἀπὸ τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου. Ὡς πρὸς τὸ δάνειον δὲ, ἐνῷ κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἐπιτρέπεται ἡ συνομολόγησις αὐτοῦ ἐπὶ τόκῳ ἀπέναντι τοῦ πραγματικοῦ κεφαλαίου κατ’ ἀνώτατον ὅρον 7%, ἀπεδέχθημεν τοὺς ὅρους τοῦ δανείου τοῦ 1874, κατὰ τοὺς ὁποίους ἐπὶ τοῦ ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου 6% εἶναι ὁ τόκος, ἐπὶ τοῦ πραγματικοῦ δὲ, ὅταν ὑπολογίσωμεν καὶ τὸ ἐκ τοῦ χρεωλύτρου κέρδος, ἀναβαίνει εἰς 7 καὶ 57. Τοιαῦται εἶναι αἱ προτάσεις, τὰς ὁποίας περιελάβομεν ἐν ταῖς τροπολογίαις τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ καὶ κατηρτίσαμεν καὶ ὑποβάλλομεν τροπολογημένον εἰς τὸ Προεδρεῖον. Μεταβαίνω ἤδη εἰς τὰ ἄλλα νομοσχέδια. Παρατηρῶ πρῶτον περὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ προσθέτοντος νέους πόρους εἰς τὰ κεφάλαια τοῦ ὁδικοῦ ταμείου, ὅτι ἐνταῦθα πρόκειται περὶ προσθήκης φόρων. Ἔχει δὲ τοῦτο τὸ ἰδιάζον ἡ φορολογία ἡ πρὸς ὁδικοὺς σκοποὺς ἐπιβαλλομένη, ὅτι πρέπει νὰ ἐκλέγεται καταλλήλως πρὸς αὐτοὺς, διότι οἱ φόροι οὗτοι διατίθενται διαφόρως καὶ κατὰ τὰ διάφορα αὐτῶν εἴδη καὶ κατὰ τὰ διάφορα τμήματα τοῦ Κράτους, εἰς τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλονται. Ἐκ τοῦ εἴδους τοῦ φόρου προσδιορίζεται ἡ εἰς αὐτοὺς μετοχὴ τῆς ἐπαρχιακῆς καὶ δημοτικῆς ὁδοποιΐας, εἰς δὲ τὴν Ἑπτάνησον δὲν διατίθεται ἡ φορολογία ἡ ὁδικὴ ὑπὲρ τοῦ ὁδικοῦ ταμείου, ἀλλ’ ὑπὲρ αὐτῶν τῶν νήσων κατὰ κανόνας ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζομένους. Ὅπως δὲ παρετηρήσατε ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τῷ ὑποβληθέντι ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἐνῷ εἶχον ἐπιβληθῆ πρόσθετοι φόροι, οἵτινες ἐν τῇ Ἑπτανήσῳ οὐδεμίαν εἶχον ἐφαρμογὴν, περιελαμβάνοντο ἐν τῷ νομοσχεδίῳ διατάξεις περὶ τῆς διαθέσεως τῆς φορολογίας ταύτης ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν Ἑπτάνησον. Πρέπει ἄρα περὶ τὴν ἐκλογὴν τῆς ὁδικῆς φορολογίας ν’ ἀποβλέψωμεν καὶ εἰς τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον πρόκειται αὕτη νὰ πληρώσῃ, καὶ ἑπομένως δὲν θὰ ὁδηγηθῶμεν ὡς πρὸς τοῦτο ὑπὸ μόνων τῶν σκέψεων, αἵτινες μᾶς ὁδηγοῦσι περὶ τοὺς φόρους, τοὺς ὁποίους συνδέομεν μετὰ τῶν ἄλλων εἰδικῶν ταμείων· ἀλλὰ τοῦτο δὲν μᾶς ἀπαλλάττει τῆς ὑποχρεώσεως νὰ ἀναβάλλωμεν τὰ τῆς φορολογίας ὑπὲρ τοῦ ὁδικοῦ ταμείου εἰς τὸ γενικὸν περὶ φορολογίας μέτρον, ἵνα τότε ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν, διότι πρέπει νὰ τηρηθῇ ἀναλογία πρὸς τὴν ἐν γένει φορολογίαν, τὴν ὁποίαν θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐκτιμήσωμεν, ὅταν ἐν γένει περὶ τῶν φόρων συζητήσωμεν καὶ ἀποφασίσωμεν. Περιέχει ἀληθῶς τὸ νομοσχέδιον περὶ ὁδοποιΐας καὶ ἄλλας πολλὰς διατάξεις λίαν σπουδαίας· ὑπάρχουν δὲ καὶ ἄλλα ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα δὲν περιέχει, ἅτινα ὅμως ἦτο πρέπον νὰ περιληφθῶσιν εἰς αὐτό. Ἰδίως, νομίζω, κανονίζοντες τὰ τῆς ὁδοποιΐας καὶ προσθέτοντες νέους φόρους ὑπὲρ αὐτῆς εἶναι πρέπον νὰ λάβωμεν καὶ ἐγγυήσεις περὶ τῆς καταλλήλου χρήσεως τῶν χρημάτων, τὰς ὁποίας οἱ προγενέστεροι περὶ ὁδοποιΐας νόμοι οὐ μόνον δὲν ἔδωκαν, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας καὶ ἀφῄρεσαν, διότι κατὰ τὸν νόμον τὸν ὑφιστάμενον περὶ ὁδοποιΐας ἡ ἐξουσία τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπουργοῦ περὶ τὴν διαχείρισιν τῶν χρημάτων τῆς ὁδοποιΐας εἶναι πολὺ ἀνωτέρα τῆς ἐξουσίας, ἣν ἔχει οἱοσδήποτε ὑπουργὸς ἐπὶ διαχειρίσεως ἑτέρων δημοσίων χρημάτων· οὐ μόνον λοιπὸν ἐπιθυμῶ ν’ ἀφομοιώσωμεν ὡς πρὸς τοῦτο τὰ ὁδικὰ χρήματα πρὸς τὰ ἄλλα δημόσια χρήματα, ἀλλ’ ἐπιθυμῶ νὰ λάβωμεν καὶ μεγαλειτέρας ἐγγυήσεις. Ὅλοι γινώσκομεν ὁποία κατάχρησις ἐνδέχεται νὰ γείνῃ ἐκ τῶν χρημάτων τῶν ὁδικῶν, ἰδίως περὶ τὸν πολλαπλασιασμὸν ἀχρήστου προσωπικοῦ, καὶ μόνον διὰ διατάξεως νομοθετικῆς καὶ διὰ τῆς κατ’ ἔτος ψηφίσεως πιστώσεων ἐπὶ τῶν κεφαλαίων τοῦ ὁδικοῦ ταμείου δυνάμεθα ν’ ἀσφαλισθῶμεν. Περὶ τούτων ὅμως, ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα πρὸς ψήφισιν τῶν προσθέτων φόρων, δυνάμεθα νὰ πραγματευθῶμεν, ἵνα ἐξεύρωμεν τὸν τρόπον, καθ’ ὃν δυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν τὰς ἐγγυήσεις ταύτας. Ἐπίσης καὶ τὸ τρίτον ὑποβληθὲν εἰς ἡμᾶς νομοσχέδιον, τὸ ἀφορῶν εἰς τὰ παλαιὰ χρέη, περιέχει διατάξεις φορολογικὰς, ὡς ἐκ τῶν ὁποίων τὰ περὶ αὐτῶν ὀφείλουσι νὰ κανονισθῶσιν ὅταν περὶ φορολογίας πραγματευθῶμεν, ἀλλὰ περιέχει καὶ διατάξεις οὐσιαστικῶς σπουδαιοτάτας, διότι ὁ σκοπὸς τοῦ πρὸς ἀπότισιν τῶν παλαιῶν χρεῶν δανείου εἶναι ἴσως σπουδαιότερος τοῦ ζητήματος τῆς ἐξευρέσεως τῶν μέσων. Κατ’ ἐμὲ, κύριοι, ὁ συμβιβασμὸς τῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ παλαιῶν χρεῶν τοῦ Δημοσίου εἶναι ἡ πρωτίστη τῶν παρασκευῶν, καὶ ἂν ἡ Κυβέρνησις εἶχεν ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον συμβιβασμοῦ, τὸ πρώτιστον, ὅπερ ἤθελον συστήσει εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ, θὰ ἦτο τοῦτο, διότι τοῦτο ἀποτελεῖ τὴν πρωτίστην ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἠθικὴν παρασκευὴν, οὐ μόνον, ἀλλὰ παρέχει καὶ τὰ μέσα πρὸς αὐτὴν καὶ εἶναι καὶ μέτρον οἰκονομίας, διότι διὰ τῆς ἀναγνωρίσεως τῶν παλαιῶν ἐξωτερικῶν δανείων καὶ τῆς ψηφίσεως τοῦ συμβιβασμοῦ θὰ κατορθώσῃ ἡ Ἑλλὰς, ἥτις ἔχει δάνεια νεώτερα καὶ ἥτις θὰ συνάψῃ καὶ ἄλλα, νὰ δανείζηται εὐθηνότερα, καὶ τὸ ἐκ τῆς εὐθηνίας τῶν δανείων κέρδος θὰ ὑπερτερήσῃ ἐντὸς βραχέος χρόνου τὴν ἐκ τῆς ἀναγνωρίσεως καὶ πληρωμῆς τῶν τόκων τῶν παλαιῶν ἐξωτερικῶν δανείων ζημίαν. Ἀλλά, κύριοι, τὸ ὑποβαλλόμενον ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως μέτρον οὐ μόνον δὲν εἶναι συμβιβασμός, ἀλλ’ εἶναι κατ’ ἐμὲ καὶ ἀντίθετον πρὸς τοὺς σκοποὺς, τοὺς ὁποίους διὰ τοῦ συμβιβασμοῦ ἠθέλομεν ἐπιδιώξει. Σήμερον ἔλαβεν ἡ Βουλὴ διαμαρτύρησιν παρὰ κατόχου χρεωγράφων Ὀλλανδοῦ· καὶ δὲν τὸ ἀναφέρω ἵνα ὑποστηρίξω τὴν διαμαρτύρησιν, διότι γνωρίζετε ὅτι ἐγὼ φρονῶ ὅτι οἱ Ὀλλανδοὶ κάτοχοι οὐδὲν ἔχουσι δικαίωμα ὡς πρὸς τὸ ἀντικείμενον τοῦτο νὰ διαπραγματεύωνται μετὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ θεωρῶ ὅτι κακῶς θὰ πράξῃ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις διαπραγματευομένη πρὸς αὐτοὺς, ἀλλὰ τὸ ἔγγραφον τοῦτο ἀποδεικνύει τὰς ἐντυπώσεις τὰς ἐκ τοῦ νομοσχεδίου, ἐντυπώσεις προερχομένας ἐκ τῆς αὐθαιρεσίας.
§19ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, ἀλλὰ διότι πληρόνωμεν τὰ μετὰ τὰ 62 ἀνελλειπῶς.
§20ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἀνεγνώσατε τὸ ἔγγραφον· ὁμιλεῖ περὶ τῆς αὐθαιρεσίας καὶ τῆς συλήσεως, l'arbitraire et la spoliation. Λέγει ὅτι ὅταν τις ὀφείλει, δὲν δικαιολογεῖται νὰ προσδιορίσῃ μονομερῶς τὸ ποσὸν, οἱονδήποτε καὶ ἂν ᾖναι τοῦτο, ὅπερ θέλει πληρώσει ἀντὶ τῆς ὅλης ὀφειλῆς. Τοιαῦται εἶναι αἱ ἐντυπώσεις, τὰς ὁποίας τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐπροξένησεν εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Μὴ νομίζετε διὰ τοῦτο ὅτι πολλοὶ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ δὲν ἐπιθυμοῦσι νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον· ὅλοι τὸ ἐπιθυμοῦσι, διότι θέλουσιν ἵνα ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία τῆς Ἑλλάδος ᾖ δεσμευμένη πρὸς αὐτοὺς μέχρι τινὸς κατωτάτου ὅρου· ἅπαξ δὲ ψηφισθέντος τοῦ νόμου, θὰ εἴπωσιν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ἡμεῖς δὲν ἀποδεχόμεθα τὸ νομοσχέδιον· ἵνα ἀποδεχθῶμεν τοὺς ὅρους πρέπει νὰ προσθέσῃς τόσα, γνωρίζοντες ὅτι δὲν δύναται νὰ προταθῇ ποσὸν κάτω τοῦ ψηφισθέντος. Ἀλλ’ ἴσως δὲν ἔπρεπε νὰ προβῶ εἰς τὰς ἀναπτύξεις ταύτας, διότι ὁμιλῶ ἐν ὀνόματι τῆς ἐπιτροπῆς, αἱ δὲ σκέψεις μου αὗται εἶναι ὅλως ἀτομικαί. Ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἐθεώρησεν ὅτι ἔπρεπε νὰ προβῇ εἰς ὁριστικὴν ἀπόφασιν, διότι περὶ τούτου θὰ κληθῇ ν’ ἀποφανθῇ ἐν τῇ περὶ φορολογίας συζητήσει· οὐχ ἧττον ὅμως ἡ γενικωτέρα γνώμη ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ὑπῆρξεν ὅτι ἂν ὁ συμβιβασμὸς δὲν γείνῃ ἐκ τῶν προτέρων, τοὐλάχιστον τὸ νομοσχέδιον ψηφιζόμενον πρέπει νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὸν ὅρον τοῦ ὅτι δὲν ἔχει κῦρος εἰμὴ ἐὰν ἀποδεχθῶσι τὰς διατάξεις αὐτοῦ οἱ ὁμολογιοῦχοι διὰ συμβιβασμοῦ, συνομολογουμένου κατὰ τοὺς κανόνας τῆς ἀγορᾶς τοῦ Λονδίνου. Ἐγὼ ὅμως δὲν ἀποδέχομαι οὐδὲ τοῦτο, διότι θεωρῶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει εἰς τὴν διαπραγμάτευσιν ταύτην νὰ προβῇ ἐλευθέρως· δὲν εἶναι ἴση ἡ θέσις τῆς Κυβερνήσεως ἀπέναντι τῶν κατόχων τῶν ὁμολόγων, ὅτε ἡ ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εἶναι δεσμευμένη μέχρι τοῦ κατωτάτου ὅρου ὅστις θέλει ψηφισθῇ, διαπραγματευομένη πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐλεύθεροι νὰ δεχθῶσιν οἱονδήποτε ποσὸν ἢ νὰ τὸ ἀποῤῥίψωσι. Χάριν τῆς ἐπιτυχίας τῆς διαπραγματεύσεως ἐπιθυμῶ νὰ μὴ ψηφοφορηθῇ τὸ νομοσχέδιον, ὅπως μείνῃ ἐλευθέρα ἡ Κυβέρνησις ἐν τῇ διεξαγωγῇ τῶν διαπραγματεύσεων, τὰς ὁποίας συνιστῶ πρὸς αὐτὴν νὰ διεξαγάγῃ τὸ ταχύτερον, διότι ἐκ τοῦ συμβιβασμοῦ ἀποδέχομαι σπουδαῖα ἠθικὰ ἀποτελέσματα ὑπὲρ τοῦ τόπου. Χάριν τῆς πληρωμῆς τῶν παλαιῶν χρεῶν εἷς προτείνεται φόρος, διότι ὁ ἕτερος προτεινόμενος δὲν εἶναι φόρος· ἡ πληρωμὴ τῶν καθυστερούντων, διὰ νόμου νεωτέρου κανονιζομένη, δὲν ἀποτελεῖ νέαν φορολογίαν· ἡ νέα φορολογία εἶναι ἡ ἐπὶ τοῦ καπνοῦ. Ὅσον τὸ κατ’ ἐμὲ, δὲν διστάζω νὰ εἴπω ἀπὸ τοῦδε ὡς πρὸς τὴν φορολογίαν τοῦ καπνοῦ ὅτι εἶμαι ἐναντίος αὐτῆς, οὐχὶ ἐκ λόγων σχετικῶν πρὸς τὴν ἄλλην φορολογίαν τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἀπολύτως, διότι τὴν φορολογίαν τοῦ καπνοῦ, ὡς προτείνεται, θεωρῶ ἐν Ἑλλάδι ἀπαράδεκτον. Ὁ τρόπος, καθ’ ὃν πρόκειται νὰ ἐπιβληθῇ, θέλει ἐμποδίσει τὴν χάριν τῆς ἐξαγωγῆς γενομένην παραγωγὴν, θέλει δὲ τὴν ἐμποδίσει ὡς ἐκ τῆς αὐστηρότητος τῶν διατάξεων, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ζητήσῃ ὁ νομοθέτης ν’ ἀσφαλίσῃ τὸν ἐπὶ τῆς καταναλώσεως φόρον. Ἄν δὲ χάριν τῆς πρὸς ἐξαγωγὴν παραγωγῆς χαλαρωθῶσιν αἱ εἰς τὴν κατανάλωσιν ἀφορῶσαι διατάξεις, ὁ νόμος δὲν θὰ ἐφαρμοσθῇ. Ἁπλῆ δὲ ἀνάγνωσις τοῦ νομοσχεδίου ἀποδεικνύει, ὅτι ἐν αὐτῷ εὑρίσκονται καὶ τὰ δύω ἐλαττώματα, καὶ τὸ ἐκ τῆς αὐστηρότητος ἐλάττωμα, ὅπερ θέλει παρεμποδίσει τὴν παραγωγὴν χάριν ἐξαγωγῆς, παραγωγὴν πλουσιωτάτου προϊόντος εἰσάγοντος εἰς τὸν τόπον χρήματα πλέον τοῦ ἑκατομμυρίου, ἐνίοτε δὲ καὶ τῶν δύω ἑκατομμυρίων, καὶ τὸ ἐλάττωμα τὸ ἐκ τῆς χαλαρότητος, ἐξ ἧς θὰ διαφύγωσι τὴν φορολογίαν πλεῖστοι ὅσοι. Παραδείγματος χάριν, περιέχει ὁ νόμος διατάξεις ποινικὰς ἐφαρμοζομένας ἐπὶ ἐκείνων, οἵτινες ἤθελεν κόψει καπνὸν ἀλλαχοῦ παρ’ ἐκεῖ ὅπου ὁ νόμος διατάσσει. Καὶ ποῖος περιοδεύσας τὰς καπνοφόρους ἐπαρχίας δὲν γνωρίζει ὅτι ὁ κόπτης εἶναι ἄγνωστος ἐν τοῖς χωρίοις καὶ ἕκαστος κόπτει τὸν ἴδιον καπνὸν ἐν τῇ οἰκίᾳ του; Οὕτω θὰ ἔχωμεν ἑκατοντάδας ἀνθρώπων ἐν ταῖς φυλακαῖς, ἂν ἐφαρμόσωμεν τὸ νομοσχέδιον.
§21ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Μὴ εἰσέρχεσθε εἰς λεπτομερείας.
§22ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπειδὴ ὁ κύριος ὑπουργὸς παρατηρεῖ, ὅτι ταῦτα εἶναι λεπτομέρειαι, διακόπτω τὰς παρατηρήσεις μου καὶ μεταβαίνω εἰς τὸ στρατολογικὸν νομοσχέδιον. Ὡς πρὸς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ τελευταῖον ἐκ τῶν ὑποβληθέντων εἰς ἡμᾶς, ἡ ἐπιτροπὴ ὁμοφώνως ἀπεδέχθη ὡς πρὸς ὅλα τὰ θέματα, ἐφ’ ὧν διαφέρει τὸ νέον νομοσχέδιον τοῦ παλαιοῦ, τὰς βάσεις τοῦ παλαιοτέρου τῶν ὑπὸ τῆς νῦν Κυβερνήσεως ὑποβληθέντων, καὶ ἐπὶ τοῦ παλαιοτέρου νομοσχεδίου ἐφέραμεν ἐκ τοῦ νεωτέρου τὰς τροπολογίας, τὰς ὁποίας ἐθεωρήσαμεν χρησίμους· ἰδίως μίαν θεωροῦμεν χρησιμωτέραν τῶν ἄλλων τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ ἀπογραφικοῦ καταλόγου τῶν καλουμένων ἢ κληθησομένων κατόπιν εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὑποχρέωσιν· ἀλλ’ ἀτελῶς περιελήφθη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἡ διάταξις αὕτη, διότι ἐφ’ ἅπαξ μόνον καταρτίζεται τὸ μητρῷον τοῦτο, ἐνῷ νομίζομεν, ὅτι πρέπει ἡ σύνταξις αὐτοῦ νὰ ᾖναι διαρκὴς, ἵνα περιλαμβάνῃ κατ’ ἔτος τὰς ἐν αὐτῷ γεννήσεις ἀῤῥένων. Κατεγείναμεν δὲ εἰς τὴν συναρμολόγησιν τοῦ νομοσχεδίου· συμπληρουμένης ὁσονούπω δὲ ταύτης, δύναται νὰ περιληφθῇ καὶ τὸ ἔργον τοῦτο ἐν τῇ προσεχεῖ ἡμερησίᾳ διατάξει. Ἤδη πιστεύω ὅτι ἐξεπληρώσαμεν τὸ ἔργον ἡμῶν καὶ ὡς ἐκ τούτου ἡ ἐπιτροπὴ, οὐδεμίαν ἄλλην ἔχουσα ἐργασίαν, παύει ὑφισταμένη.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἔχομεν τὸ περὶ συνομολογήσεως δανείου τῶν 10 ἑκατομμυρίων. Ὁ κύριος Τρικούπης ὑπέβαλε τροπολογίας, αἵτινες ἐτυπώθησαν καὶ διενεμήθησαν. Λοιπὸν «Ἄρθρον 3. Αἱ πληρωμαὶ ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δυνάμει ἐνταλμάτων στηριζομένων εἰς πιστώσεις ψηφιζομένας κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμου.»
§24ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἀνεγνώσατε τὰς τροπολογίας, τὰς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου ὑπέβαλεν ὡς συμπλήρωμα τοῦ νόμου περὶ ψηφίσεως τοῦ δανείου τῶν 10,000,000. Εἶναι τῳόντι ἀξιέπαινος ἡ προσπάθεια τοῦ κ. βουλευτοῦ καταγινομένου νὰ περιβάλῃ μὲ ὅσον ἔνεστι μεγαλειτέρας ἐγγυήσεις τὴν διάθεσιν καὶ τὴν χρῆσιν τοῦ δανείου περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται. Πρόκειται νὰ δαπανηθῶσι 10,000,000 διὰ τὰς ἐκτάκτους ἀνάγκας καὶ περιστάσεις τῆς πατρίδος καὶ θὰ δαπανηθῶσιν οὐχὶ ἐκ τοῦ περισσεύματος ἀλλ’ ἐκ τοῦ ὑστερήματος τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους· διότι οἱανδήποτε γνώμην καὶ ἂν ἔχουν τινὲς ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι ὅταν φθάσωμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ θὰ ἐννοήσωσιν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπενεχθῶσι σπουδαῖαι ἐλαττώσεις καὶ οἰκονομίαι ἄνευ βλάβης τῆς διοικήσεως καὶ τῆς ὑπηρεσίας, διὰ νὰ οἰκονομηθῇ τὸ ποσὸν τῶν 650,000 ὅπερ ἀπαιτεῖται διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ψηφισθέντος δανείου, ἀφοῦ δὲ ἀπεῤῥίψατε τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ὠνίων τὸν ὁποῖον ἐπρότεινεν ἡ Κυβέρνησις, δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι θέλετε εὑρεθῆ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπιψηφίσητε ἄλλον τινὰ ἵνα πληρωθῇ τὸ κενὸν, τὸ ὁποῖον ἡ νέα δαπάνη θέλει ἀφήσει. Διὰ τοῦτο, κύριοι, εἶναι ὀρθὸν τὸ νὰ προσπαθήσωμεν νὰ ἐξευρεθῶσιν ὅσον ἔνεστι μεγαλείτεραι καὶ ἀσφαλέστεραι ἐγγυήσεις διὰ τὴν χρῆσιν τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ δαπανήσωμεν, ἀλλὰ διὰ νὰ ἀποφανθῶμεν κατὰ πόσον αἱ τροπολογίαι τοῦ κ. Τρικούπη εἶναι ὀρθαὶ, πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν ὁποίας ἐγγυήσεις μᾶς παρέχουν οἱ κείμενοι νόμοι ὡς πρὸς τὴν χρῆσιν τῶν δημοσίων χρημάτων, καὶ κατὰ πόσον μεταβάλλει τούτους ἡ τροπολογία τοῦ κ. Τρικούπη. Ὁ νόμος, κύριοι, περὶ δημοσίου λογιστικοῦ ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη κατὰ τὸ 1852, ὑπεβλήθη δὲ ὑπὸ τοῦ σεβαστοῦ φίλου μου κ. Χρηστίδου, εἶναι ἓν τῶν τελειοτέρων νομοθετημάτων τὰ ὁποῖα ἔχομεν εἰς τὴν Ἑλλάδα, διότι εἶναι σχεδὸν μετάφρασις τοῦ λογιστικοῦ συστήματος τὸ ὁποῖον ἴσχυεν ἐν Γαλλίᾳ κατὰ τὸ διάταγμα τοῦ 1838, ἐν τῷ ὁποίῳ περιελήφθησαν πᾶσαι αἱ ἀποβλέπουσαι τὴν χρῆσιν τῶν δημοσίων ἐσόδων καὶ ἐξόδων διατάξεις. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς ὅτι τὸ διάταγμα τοῦτο ἀνεθεωρήθη, συνεπληρώθη καὶ συνεχωνεύθη εἰς τὸ διάταγμα τοῦ 1862, ἀλλ’ αἱ κυριώτεραι αὐτοῦ βάσεις ἔμειναν ἀμετάβλητοι, ὥστε ὁ ἡμέτερος περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμος ὀλίγον διαφέρει τοῦ σήμερον ἰσχύοντος ἐν Γαλλίᾳ. Κατὰ τὸν νόμον τοῦτον δὲν δύναται νὰ ἐνεργηθῇ οὐδεμία δαπάνη δημοσίων χρημάτων ἄνευ πιστώσεως, αἱ δὲ πιστώσεις αὗται περιλαμβάνονται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ὅστις ψηφίζεται ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἢ χορηγοῦνται δι’ ἐκτάκτων ἢ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ψηφιζομένων παρὰ τῆς Βουλῆς ἢ ἐν ἀπουσίᾳ αὐτῆς λαμβανομένων ἐπὶ τῇ γνωμοδοτήσει καὶ ὑπὸ τὴν εὐθύνην ὁλοκλήρου τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου διὰ Β. Διαταγμάτων, τὰ ὁποῖα ὑποβάλλονται ἀκολούθως ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν τῆς Βουλῆς, ἑπομένως οὐδεμία δαπάνη δημοσίων χρημάτων δύναται νὰ ἐνεργηθῇ ἄνευ πιστώσεως. Τοῦτο δὲ ἐννοοῦμεν καὶ ἡμεῖς ὅτι θὰ ἐφαρμόζεται ὡς πρὸς τὴν χρῆσιν τοῦ προκειμένου δανείου, ἐὰν δὲ τὰ ἄρθρα τὰ ὁποῖα ἐψηφίσθησαν δὲν εἶναι ἀρκετὰ νὰ καταδείξωσι τοῦτο, δὲν ἔχομεν δυσκολίαν νὰ παραδεχθῶμεν οἱανδήποτε τροπολογίαν πρὸς διασάφησιν. Κατὰ τὸν λογιστικὸν νόμον ἔκτακτος διευθυντὴς καὶ ἐπόπτης τῆς διαχειρίσεως τῶν δημοσίων χρημάτων εἶναι ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, οὗτος κατὰ τὸ 11 ἄρθρον ὀφείλει ὑπὸ ἰδίαν αὐτοῦ εὐθύνην νὰ μὴ ἐπιτρέπῃ τὴν πληρωμὴν οὐδεμιᾶς δαπάνης ἄνευ προϋπαρχούσης πιστώσεως. Ἐντεῦθεν προκύπτει τὸ δικαίωμα τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὸ νὰ λαμβάνῃ γνῶσιν ὅλων τῶν ἐνταλμάτων τῶν ἐκδιδομένων ὑπὸ τῶν λοιπῶν ὑπουργῶν πρὸς πληρωμὴν δημοσίων χρημάτων. Τὰ δὲ διατάγματα, τὰ ὁποῖα ἐξεδόθησαν πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ καθὼς καὶ περὶ τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας τοῦ γενικοῦ λογιστηρίου, μεταβιβάζουσι τὸ ἔργον τοῦτο εἰς τὸν διευθυντὴν τοῦ γενικοῦ λογιστηρίου, ἑπομένως οὐδὲν ἔνταλμα δύναται νὰ παρουσιασθῇ εἰς τὸ ταμεῖον χωρὶς νὰ θεωρηθῇ ἀπὸ τὸν διευθυντὴν τοῦ γενικοῦ λογιστηρίου, ἡ δὲ θεώρησις αὕτη δὲν ἔχει ἄλλον σκοπὸν εἰμὴ μόνον τὴν βεβαίωσιν ὅτι ὑπάρχει πίστωσις, τοῦτο δὲ διαλαμβάνει ῥητῶς τὸ ἄρθρον 20 τοῦ Β. Διατάγματος περὶ τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας τοῦ γενικοῦ λογιστηρίου ἔχον οὕτως (ἀναγινώσκει τὸ ἄρθρον). «Ἡ παρὰ τοῦ γενικοῦ λογιστηρίου θεώρησις τῶν χρηματικῶν ἐνταλμάτων γίνεται πρὸς μόνον τὸν σκοπὸν τῆς παραβολῆς αὐτῶν μὲ τὰς ὑπαρχούσας διαθεσίμους πιστώσεις τοῦ ἐκδότου ὑπουργοῦ. Ἐπομένως ἡ εὐθύνη τῶν ταμιῶν ὡς πρὸς τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα καὶ τὸν καταλογισμὸν τοῦ ἐξόδου μένει ἀκεραία.» Ἡ θεώρησις λοιπὸν τῶν ἐνταλμάτων δὲν ἔχει ἄλλον σκοπὸν παρὰ νὰ βεβαιώσῃ ὅτι ὑπάρχει πίστωσις, καὶ ὡς ἠκούσατε οἱ κείμενοι νόμοι ἀνέθεσαν τὸ ἀντικείμενον τοῦτο εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν· ἀλλὰ διὰ νὰ πληρωθῇ ἓν ἔνταλμα δὲν ἀρκεῖ νὰ ὑπάρχῃ πίστωσις, πρέπει κατὰ ῥητὴν διάταξιν τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νὰ ὑπάρχῃ βεβαιωμένον, ὅτι διὰ τοῦ ἐντάλματος αὐτοῦ πρόκειται νὰ πληρωθῇ χρέος δημόσιον ἐκκαθαρισμένον καὶ ἀποδεδειγμένον· αὐτὴ εἶναι ἄλλη οὐσιώδης διάταξις λίαν θεμελιώδης καὶ λίαν ἀναγκαία. Ποῖος δὲ εἶναι ὁ ἁρμόδιος νὰ κρίνῃ περὶ τούτου; κατὰ πρῶτον λόγον ὁ ἁρμόδιος ὑπουργὸς εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ ὁποίου εἶναι τεθειμένη ἡ πίστωσις· ἕκαστος ὑπουργὸς ἔχει τὴν ἁρμοδιότητα νὰ ἐκκαθαρίζῃ τὰ ἔξοδα τὰ ὁποῖα ἀνάγονται εἰς τὸν κλάδον του, νὰ ἐξελέγχῃ ἂν στηρίζωνται εἰς τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα εἴτε ὁ νόμος εἴτε αἱ ὁδηγίαι καὶ οἱ κανονισμοὶ προσδιώρισαν, καὶ νὰ ἐντέλλῃ τὴν πληρωμήν. Ἀλλὰ μετὰ τὸν ὑπουργὸν ἔχει καθῆκον νὰ ἐξετάσῃ ταῦτα καὶ ὁ μέλλων νὰ πληρώσῃ ταμίας· οὗτος ὀφείλει κατὰ τὸν νόμον νὰ ἐξετάσῃ τὰ ἐπισυνημμένα ἔγγραφα ὑπὸ ἰδίαν του εὐθύνην καὶ νὰ ἴδῃ ἐὰν ἐξ αὐτῶν βεβαιοῦται ἀποδεδειγμένως ὅτι ὑφίσταται δημόσιον χρέος· ἐὰν ὁ ταμίας, ὁ ὁποῖος φέρει εὐθύνην διὰ τὴν τοιαύτην ἔρευναν, εὕρῃ ὅτι τὰ ἔγγραφα δὲν εἶναι πλήρη, δύναται καὶ ὀφείλει ν’ ἀρνηθῇ τὴν πληρωμήν· ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὅμως ὀφείλει νὰ ἐκθέσῃ ἐγγράφως τοὺς λόγους τῆς ἀρνήσεως πρὸς τὸν κομίζοντα τὸ ἔνταλμα καὶ συγχρόνως νὰ εἰδοποιήσῃ τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος ἐτέθη ὑπὸ τοῦ νόμου ἀνώτατος διευθυντὴς τῆς διαχειρίσεως τῶν δημοσίων χρημάτων· μετὰ τοῦτο τὸ ἔνταλμα κατὰ φυσικὸν λόγον ἐπιστρέφεται εἰς ἐκεῖνον ὅστις τὸ ἐξέδωκεν· ἐὰν ὁ ὑπουργὸς πεισθῇ ἐκ τῶν παρατηρήσεων τοῦ ταμίου ὅτι κακῶς διέταξε τὴν πληρωμήν, ἀκυρόνει τὸ ἔνταλμα, ἢ συμπληρώνει τὰ ἐλλείποντα ἔγγραφα· ἐὰν ὅμως νομίζῃ ὅτι εἶναι πλήρη τὰ δικαιολογητικὰ καὶ ὅτι πρέπει νὰ γένῃ ἡ πληρωμή, παραγγέλλει ὑπ’ εὐθύνην του τὸν ταμίαν νὰ πληρώσῃ, ὁ δὲ ταμίας ὀφείλει νὰ ὑπακούσῃ, καὶ νὰ ἐνεργήσῃ τὴν πληρωμήν, εἰδοποιῶν καὶ πάλιν τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος εἶναι ἁρμόδιος νὰ ἐνεργήσῃ τὰ περαιτέρω. Βλέπετε λοιπὸν ὁποῖαι ἐγγυήσεις ὑπάρχουσι κατὰ τὸν νόμον περὶ δημοσίου λογιστικοῦ ὡς πρὸς τὴν ὕπαρξιν τῆς πιστώσεως· ἔχομεν τὴν θεώρησιν, ἡ ὁποία γίνεται ἀπὸ τὸν διευθυντὴν τοῦ λογιστηρίου, καθόσον δ’ ἀφορᾷ τὴν πληρωμὴν ἔχομεν τὸν ἁρμόδιον ὑπουργὸν καὶ τὸν ταμίαν, περιπλέον δὲ τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις λαμβάνει γνῶσιν ὅλων τῶν ἀντιῤῥήσεων. Μετὰ ταῦτα τὰ πληρωθέντα ἐντάλματα ὑποβάλλονται εἰς τὸ γενικὸν λογιστήριον, τὸ ὁποῖον ἐνεργεῖ προκαταρκτικὴν ἐξέλεγξιν καὶ ἀποφαίνεται ἂν ὑπάρχῃ ἔλλειψίς τις δυναμένη ἢ μὴ δυναμένη νὰ ἀναπληρωθῇ· ἀκολούθως δὲ μεταβιβάζονται εἰς τὸ ἐλεγκτικὸν συνέδριον, τὸ ὁποῖον ἔχει ἀνωτάτην δικαστικὴν ἐξουσίαν ὡς πρὸς τοὺς ὑπολόγους, δύναται δὲ νὰ καταδεικνύῃ ὅλας τὰς ἐλλείψεις αἱ ὁποῖαι προέρχονται ἀπὸ τὴν διοίκησιν. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ ἄρθρον 2 τοῦ καταστατικοῦ τοῦ συνεδρίου «σκοπὸς τοῦ συνεδρίου εἶναι νὰ πληροφορῆται δι’ ἐπεξεργασίας τῶν λ)σμῶν, ὅτι διατηροῦνται αἱ γενικαὶ ἀρχαὶ τοῦ ἐγκριθέντος οἰκονομικοῦ συστήματος τοῦ Κράτους καὶ ὅτι πᾶσα διαχείρισις γίνεται κατ’ αὐτὸ τὸ σύστημα·» τὸ δὲ ἄρθρον 31 τοῦ ἰδίου καταστατικοῦ διαλαμβάνει. «Τὰ προσκόμματα εἶναι διττὰ ἀφορῶντα τὴν διοίκησιν ἢ τὸν ὑπόλογον. Κατὰ τῆς διοικήσεως ἠμποροῦν νὰ ἦναι προσκόμματα,...... ἢ ἐὰν δὲν ἔκαμαν ἔξοδα ἐναντίον τῆς τάξεως καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Περὶ τούτων εἰδοποιεῖται ἡ Γραμματεία τῶν Οἰκονομικῶν ἢ ἐὰν πρόκειται περὶ ἀμέσων διατάξεων τῶν γραμματειῶν ὁ Βασιλεύς; Ἐπομένως τὸ συνέδριον ἐξελέγχον τοὺς λογαριασμοὺς μεταξὺ τῶν ὁποίων περιλαμβάνονται καὶ τὰ ἐντάλματα, ἐὰν ἀπαντήσῃ ἔλλειψιν προερχομένην ἐκ τῆς ἀμελείας ἢ ἐξ ὑπαιτιότητος τῶν ὑπολόγων τὰ καταλογίζει ὁριστικῶς εἰς βάρος αὐτῶν καὶ τοὺς καταδικάζει νὰ πληρώσουν· ἐὰν δὲ ἀπαντήσῃ ἐλλείψεις προερχομένας ἀπὸ τοὺς ὑπουργοὺς τὰς καθυποβάλλει δι’ ἐκθέσεώς του εἰς τὸν Βασιλέα, ἥτις δημοσιευομένη ἔρχεται εἰς τὴν Βουλὴν, αὕτη δὲ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ καταλογίζῃ εἰς βάρος τῶν ὑπουργῶν πᾶν ὅ,τι ἐνήργησαν κακῶς. Αὗται εἶναι αἱ ἐγγυήσεις τὰς ὁποίας........
§25ΡΑΛΛΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μοῦ εἰπῆτε, εἰς ποῖον ἔτος εὑρίσκεται ἡ ἐργασία τοῦ ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου.
§26ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ 1868.
§27ΡΑΛΛΗΣ. Λοιπὸν διατί ὁμιλεῖτε περὶ ἰδεωδῶν πραγμάτων!
§28ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλω νὰ εἴπω ὀλίγα περιττὰ λόγια, ἂν βαρύνεσθε νὰ μὲ ἀκούητε, εἶναι τόπος νὰ καθήσετε ἀλλοῦ θὰ ἰδῆτε ὅμως ὅτι εἶναι πολὺ σχετικὰ, ἀλλὰ ἔχετε ἀνυπομονησίαν. Ἂς ἴδωμεν ἤδη διὰ τίνων ἄλλων ἐγγυήσεων προτείνεται ν’ ἀντικατασταθῶσιν αἱ ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας σᾶς ἀνέπτυξα. Καὶ πρῶτον ἀρχίζω ἀπὸ τὴν θεώρησιν. Κατὰ τὴν τροπολογίαν ἡ θεώρησις τῶν ἐνταλμάτων, ἐκτὸς ὅτι θὰ γίνεται ὅπως καὶ μέχρι τοῦδε ἀπὸ τὸν διευθυντὴν τοῦ λογιστηρίου, θὰ ἐνεργῆται καὶ ἀπὸ τὸν δικαστικὸν σύμβουλον. Ἐὰν νομίζετε, ὅτι ὅτι γίνονται ἤδη ὑπερβάσεις πιστώσεων καὶ ὅτι εἶναι ἀναγκαία καὶ δευτέρα θεώρησις ἐκ μέρους ὑπαλλήλου μᾶλλον ἐξησφαλισμένην ἔχοντος θέσιν, δύνασθε νὰ τὸ κάμετε, ἀλλ’ ἐγὼ τὸ θεωρῶ καθαρὰν πολυτέλειαν, διότι εἶναι ἀδύνατον ἢ πολὺ σπάνιον νὰ κάμουν οἱ ὑπουργοὶ ὑπέρβασιν τῶν πιστώσεων καὶ μάλιστα εἰς μεγάλα ποσὰ, οὐδὲ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτρέψῃ ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἢ ὁ διευθυντὴς τοῦ λογιστηρίου τοῦτο. Προκειμένου μάλιστα περὶ ἐκτάκτων πιστώσεων, δὲν ὑπάρχει οὐδὲ ἡ ἀνάγκη τῆς ὑπερβάσεως, διότι τὸ ὑπουργεῖον παρὰ νὰ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην νὰ κάμῃ τὴν δαπάνην, ἄνευ πιστώσεως, θέλει ζητήσει τοιαύτην ἀπὸ τὴν Βουλὴν, ἐὰν δὲ αὕτη δὲν εἶναι παροῦσα, δύναται κατὰ τὸν νόμον περὶ λογιστικοῦ νὰ τὴν λάβῃ διὰ Β. Διατάγματος καὶ ἑπομένως νὰ μὴν εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ὑπερβῇ τὴν πίστωσιν· μ’ ὅλα ταῦτα ἂν ἡ Βουλὴ θεωρῇ ἀναγκαῖον νὰ θεωρῆται καὶ ἀπὸ ἄλλο πρόσωπον, ἂς τὸ κάμῃ. Ἀλλὰ συλλογισθῆτε ὅτι ὁ ὑπάλληλος, εἰς τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ ἀνατεθῇ ἡ θεώρησις τῶν ἐνταλμάτων, εἶναι ἀμετακίνητος, δὲν δύναται δηλαδὴ νὰ παυθῇ· ἐὰν δὲ συμβῇ ποτε αὐτὸ νὰ ἀρνηθῇ τὴν θεώρησιν ἑνὸς ἐντάλματος, τί θέλει γείνει; πρέπει νὰ σταματήσῃ ἡ πληρωμή;
§29ΡΙΚΑΚΗΣ. Χάριν τῆς ὑπηρεσίας.
§30ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν δὲν ἔχητε ἐμπιστοσύνην οὔτε εἰς τὸν ὑπουργὸν, ὁ ὁποῖος διατάττει, οὔτε εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ὅστις εἶναι ὑπεύθυνος διὰ πᾶσαν ὑπέρβασιν, οὔτε εἰς τὸν διευθυντὴν τοῦ λογιστηρίου, δύνασθε νὰ τὸ πράξητε· ἀλλὰ τότε πρέπει νὰ λείψῃ τὸ ἑπόμενον ἄρθρον 5, διότι κατὰ τοῦτο ἡ θεώρησις δὲν ζητεῖται διὰ μόνον τὸν λόγον τῆς ὑπάρξεως τῆς πιστώσεως, ἀλλὰ καὶ διὰ νὰ βεβαιόνῃ ὁ σύμβουλος ὅτι τὸ ἔνταλμα δὲν εἶναι ἐκδεδομένον παρὰ τὰς διατάξεις τοῦ λογιστικοῦ νόμου, ὅπερ σημαίνει ὅτι δὲν φέρει ὅλα τὰ ἀναγκαῖα δικαιολογητικά.
§31ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι, ἀλλὰ τὰς διατάξεις ὡς πρὸς τὴν θεώρησιν.
§32ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε ἤρκει τὸ πρῶτον μέρος τοῦ ἄρθρου· ἐὰν ἤμην ἐγὼ σύμβουλος καὶ μοὶ ἐλέγετε ὅτι δὲν δύναμαι νὰ θεωρήσω ἔνταλμα, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἐκδεδομένον κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμου, θὰ ἠννόουν, ὅτι μὲ ὑποχρεόνετε νὰ ἐξετάσω τὰ καταλογιστικὰ καὶ τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα. Διὰ τοῦτο καὶ μὲ ἐξέπληξε ἡ τροπολογία τοῦ κ. Τρικούπη, διότι ὄχι μόνον δὲν ἔχει τὴν ἁρμοδιότητα ὁ σύμβουλος νὰ ἐξελέγχῃ τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα, ἀλλὰ δὲν δύναται καὶ νὰ ἀναλάβῃ τὴν περὶ αὐτῶν εὐθύνην, διότι ἅμα θεωρηθῇ παρ’ αὐτοῦ τὸ ἔνταλμα θὰ ὑπάγῃ εἰς τὸν ταμίαν καὶ δὲν θὰ μείνῃ εἰς χεῖράς του· δὲν πρόκειται λοιπὸν εἰμὴ μόνον περὶ τῆς θεωρήσεως, ἡ ὁποία θέλει μᾶς προφυλάττει ἀπὸ τὴν ὑπέρβασιν τῶν πιστώσεων· ἐγὼ νομίζω, ὅτι αἱ ἐγγυήσεις τὰς ὁποίας ὁ νόμος περὶ δημοσίου λογιστικοῦ μᾶς παρέχει εἶναι μᾶλλον ἢ ἐπαρκεῖς, καὶ ἑπομένως ἡ θεώρησις ἀπὸ τὸν σύμβουλον ἢ ἀπὸ οἱονδήποτε ἄλλον εἶναι περιττή· ἀλλ’ ἐὰν ἡ Βουλὴ τὸ θέλῃ, ἐγὼ δὲν ἐναντιοῦμαι. Καὶ ταῦτα μὲν ὡς πρὸς τὴν θεώρησιν· καθόσον δ’ ἀφορᾷ τὴν πληρωμὴν ἡ τροπολογία, ὡς βλέπετε, τὴν ἀφαιρεῖ καθ’ ὁλοκληρίαν ἀπὸ τοὺς ταμίας, οἱ ὁποῖοι εἶναι οἱ κυρίως ὑπόλογοι καὶ τὴν ἀναθέτει εἰς ποῖον; εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν.
§33ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Προσετέθη τὸ περὶ ταμίου «ὁ κεντρικὸς ταμίας ὡς ὑπόλογος......»
§34ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀποσύρει λοιπὸν ὁ κ. Τρικούπης τὸ ἄρθρον 3 τῆς τροπολογίας ἢ τὸ μεταβάλλει, διότι ἐννοεῖ καὶ ὁ ἴδιος ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀφαιρεθῇ ἡ εὐθύνη ἀπὸ τὸν κυρίως ὑπόλογον, τὸν ταμίαν, καὶ νὰ ἀνατεθῇ εἰς τὴν Τράπεζαν· ἡ Τράπεζα νομίζω, ὅτι δὲν θέλει δεχθῇ τοιαύτην εὐθύνην, διότι ἂν τὴν δεχθῇ καθίσταται ὑπόλογος ἀπέναντι τοῦ γενικοῦ λογιστηρίου, ἀπέναντι τοῦ ἐλεγκτικοῦ συνεδρίου, ἀπέναντι τοῦ νομοθετικοῦ σώματος, καὶ μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν ἔχει τοιαύτην ὄρεξιν οὐδὲ ἠμποροῦμεν νὰ τὴν ὑποχρεώσωμεν· ἑπομένως νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ κρατήσωμεν τὴν εὐθύνην διὰ τὴν πληρωμὴν εἰς τὸν κεντρικὸν ταμίαν καὶ εἰς τοὺς ἄλλους ταμίας εἰς τοὺς ὁποίους ἤθελον τυχὸν ἐκδοθῆ ἔνταλμα ἀπὸ τοὺς ἁρμοδίους ὑπουργούς· ἀλλὰ περὶ ὅλων αὐτῶν, καθὼς σᾶς εἶπον, ἀρκούντως διαλαμβάνει ὁ λογιστικὸς νόμος καὶ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω τί περισσότερον ζητεῖ ὁ κ. Τρικούπης. Κατὰ τὸν ὑπάρχοντα νόμον ὁ κεντρικὸς ταμίας, εἰς βάρος τοῦ ὁποίου βεβαίως θὰ ἐκδίδωνται ὅλα τὰ ἐντάλματα, εἶναι κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμου ὑπεύθυνος διὰ τὰ ἐντάλματα τὰ ὁποῖα πληρόνει, καὶ δὲν τὸν ἀπαλλάττει τῆς εὐθύνης οὔτε ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, οὔτε ἡ θεώρησις τοῦ διευθυντοῦ τοῦ γενικοῦ λογιστηρίου, ἑπομένως δὲν ἐννοῶ τί περισσότερον ζητοῦν νὰ κάμωμεν. Ἕν μόνον ἴσως ὑπάρχει κενόν· ἐπειδὴ τὰ εἰσπραττόμενα ἐκ τοῦ δανείου χρήματα θὰ κατατίθενται εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἴσως εἶναι ἀνάγκη νὰ προνοήσωμεν, (μ’ ὁλονότι τοῦτο ἠδύνατο νὰ γείνῃ καὶ διὰ διατάγματος), τίνι τρόπῳ θὰ λαμβάνωνται ἀπὸ τὴν Τράπεζαν τὰ χρήματα· πρὸς τοῦτο δὲ νομίζω, ὅτι ἀρκεῖ νὰ μεταβάλωμεν τὸ κατὰ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Τρικούπη 3 ἄρθρον ὡς ἀκολούθως. Κατ’ αὐτὸν ὁ ἐκδίδων τὸ ἔνταλμα ὑπουργὸς συνοδεύει αὐτὸ μὲ τὴν ἀνήκουσαν ἐπιταγὴν, δυνάμει τῆς ὁποίας ὁ κεντρικὸς ταμίας λαμβάνει ἀπὸ τὴν Τράπεζαν τὸ περιεχόμενον ἐν τῷ ἐντάλματι χρηματικὸν ποσόν· ὥστε τὸ μὲν ἔνταλμα κρατεῖται ἀπὸ τὸν ταμίαν ὅστις εἶναι ὑπεύθυνος διὰ τὴν τακτικὴν καὶ ἀνελλειπῆ ἔκδοσιν, ὑπάρχει δὲ ἐπιταγὴ φέρουσα τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργοῦ, δυνάμει τῆς ὁποίας ὁ ταμίας λαμβάνει ἀπὸ τὴν Τράπεζαν τὰ χρήματα· ἄλλο τίποτε νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἀναγκαῖον καθόσον ἀφορᾷ τὴν πληρωμήν.
§35ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μοῦ ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς κάμω μίαν παρατήρησιν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3;
§36ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§37ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὡς παρατηρῶ οὔτε τὸ νομοσχέδιον, οὔτε ἡ τροπολογία τοῦ κ. Τρικούπη δὲν διαλαμβάνουν τὸ οὐσιῶδες. Τὸ νὰ ὁρίζεται διὰ γενικῶν κατηγοριῶν τὸ ἀντικείμενον τῆς καταναλώσεως τοῦ δανείου δὲν ἀρκεῖ. Τὸ νομοσχέδιόν σας περιέχει μόνον αὐτὴν τὴν διάταξιν «τὰ ἐκ τῆς πραγματοποιήσεως τοῦ δανείου τούτου εἰσπραττόμενα εἰς τὴν Τράπεζαν θέλουσι δαπανᾶσθαι ἀποκλειστικῶς...» Ἄλλο τίποτε δὲν περιέχει τὸ νομοσχέδιον· ἡ δὲ τροπολογία ὡσαύτως τοῦ κ. Τρικούπη δὲν διαλαμβάνει τίποτε εἰδικώτερον. Νομίζω, ὅτι αὐτὸ δὲν ἀρκεῖ· ἠμπορεῖ ἕνεκα τῆς ἀοριστίας νὰ προέλθῃ συγχώνευσις τῶν τακτικῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους καὶ τῶν προερχομένων ἀπὸ τὰ δάνεια· καὶ οὕτω πολλὰ ἔξοδα τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας νὰ θελήσῃ ἡ Κυβέρνησις, οἱαδήποτε καὶ ἂν ᾖναι, νὰ τὰ πληρόνεται ἀπὸ τὸ δάνειον τοῦτο. Συγχρόνως δὲ καὶ ὅλα τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα εὐθύνονται διὰ τὴν διαχείρισιν αὐτοῦ τοῦ δανείου εἴτε περὶ τὴν θεώρησιν τῶν ἐνταλμάτων, εἴτε περὶ τὴν πληρωμήν, εἴτε καὶ αὐτὴ ἴσως ἡ Τράπεζα ἡ ὁποία θὰ πληρόνῃ τὴν ἐπιταγήν, ὅλα αὐτὰ τὰ πρόσωπα, λέγω, ἔχουν ἀνάγκην νὰ γνωρίζωσιν ἐκ τοῦ νόμου περὶ τί πρέπει νὰ στρέφεται ἡ ἐντολὴ τοῦ ὑπουργοῦ καὶ ἡ δαπάνη ἡ μέλλουσα ἢ νὰ θεωρηθῇ ἢ νὰ πληρωθῇ. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ἔπρεπεν ὁ νόμος νὰ διαλαμβάνῃ κατ’ εἰσήγησιν τοῦ ὑπουργείου εἰς γενικὰς κατηγορίας τὸ εἶδος τῆς προμηθείας, τὸ ἀντικείμενον τὸ ὁποῖον ἔχει ὑπ’ ὄψιν ὁ παρὼν νόμος, εἴτε τὸ ὁποῖον σκοπεύει ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ δανείου τῶν 10 ἑκατομμυρίων νὰ προΐδῃ π. χ. νὰ εἰπῆτε ἂν θέλετε τὸ δάνειον δι’ ὑλικὸν πολέμου, διὰ καταρτισμὸν ἐφεδρείας, διὰ στρατοπέδευσιν ἢ ἄλλο τι.
§38ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ θέλομεν δι’ ὑλικὸν πολέμου.
§39ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἔχω μίαν μαρτυρίαν εἰδικήν σας, ἄνευ τῆς ὁποίας οὐδεὶς ἐν τῇ Βουλῇ ἠδύνατο νὰ μοῦ εἴπῃ ὅτι ἐν τῇ ἐκφράσει «θέλουσι δαπανᾶσθαι ἀποκλειστικῶς εἰς τὰς ἐκτάκτους...» δὲν ἤθελε περιλαμβάνεσθαι καὶ τὸ ὑλικὸν τοῦ πολέμου· καὶ αὐτὴ ἡ ἀόριστος ἔκφρασις τοῦ ἄρθρου 2 βεβαίως περιλαμβάνει τὸ ὑλικὸν τοῦ πολέμου, καὶ ἐν τούτοις ὑμεῖς λέγετε ὅτι τὸ ὑλικὸν τοῦ πολέμου δὲν τὸ περιλαμβάνει.
§40ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ὑλικὸν τοῦ πολέμου ἐπρόκειτο νὰ ληφθῇ ἐκ τοῦ ἑτέρου δανείου τῶν 50,000,000.
§41ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἔστω καὶ τοῦτο· καθόσον ἠξεύρετε ὅτι οἱ συντρέχοντες εἰς τὴν διαχείρισιν δὲν ἔχουν τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς διὰ νὰ ὁδηγῶνται ἀπὸ αὐτά, πρέπει νὰ ἔχουν ἓν κείμενον νόμου. Ἐπίσης ἄλλη στρατιωτικὴ ἀνάγκη ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι ὁ ἱματισμός, ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι συντήρησις στρατοῦ καὶ τόσα ἄλλα πράγματα.
§42ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴπομεν ὅτι δὲν γίνεται ἐξόδευσις χρημάτων ἄνευ πιστώσεως εἰδικῆς.
§43ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε αὐτὸ τὸ γνωρίζω· ἀλλὰ αἱ πιστώσεις δὲν διαλαμβάνουν τοιαῦτα πράγματα· χορηγεῖται πίστωσις ἀπέναντι τοῦ νόμου δεῖνα περὶ δανείου τῶν 10 ἑκατομμυρίων. Ἐκτὸς ὅμως τούτου αὐτὴ ἡ Βουλὴ διὰ τῆς αὐτῆς πράξεως διὰ τῆς ὁποίας δημιουργεῖ ἕνα ἔκτακτον πόρον, αὐτὴ ἡ ἰδία εἶναι ἡ ἁρμοδιωτέρα νὰ κανονίσῃ καὶ τὴν χρῆσίν του· αἱ ἐπερχόμεναι Βουλαί, αἱ ὁποῖαι θὰ ἀποφασίζουν περὶ τῶν πιστώσεων, αὐταὶ δὲν εἶναι τόσον ἁρμόδιαι ὅσον ἡ παροῦσα, ἡ ὁποία δημιουργεῖ τὸν ἔκτακτον πόρον, νὰ εἰπῇ διατί τὸν δημιουργεῖ, καὶ ὄχι νὰ ἀφήσωμεν εἰς μελλούσας Βουλὰς νὰ συμπληρώσουν αὐτὸ τὸ κενόν. Τέλος πάντων αὐτὴ ἡ παράλειψις τοῦ καθήκοντος διὰ τί νὰ γίνεται;
§44ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πιστεύω νὰ ὁρίσωμεν ἀπὸ τοῦδε ὅλα τὰ ἀντικείμενα, εἰς τὰ ὁποῖα θὰ χρησιμεύσῃ αὐτὸ τὸ χρηματικὸν ποσὸν τῶν 10 ἑκατομμυρίων· τοῦτο θὰ ὑπάρχῃ κατατεθειμένον εἰς τὴν Τράπεζαν· ὁσάκις παρουσιασθῇ ἀνάγκη διὰ νὰ δαπανηθῇ, θέλομεν παρουσιασθῆ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς μὲ μίαν πίστωσιν· ἡ Βουλὴ ἂν θέλῃ θὰ ψηφίσῃ τὴν πίστωσιν, ἂν δὲν θέλῃ θὰ κάμῃ ὑποδιαιρέσεις.
§45Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἰπέτε το, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ προΐδητε τὰς ἀνάγκας.
§46ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὄχι, μὲ συγχωρεῖτε, κ. Πετιμεζᾶ, ἂν σπουδάζωμεν· ἡμεῖς ἰσχυριζόμεθα ἀπὸ 40, 50 ἡμέρας ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου, ὅτι σπουδαίως φροντίζομεν περὶ στρατιωτικῶν παρασκευῶν· ἐνῷ δὲ γίνονται αὐταὶ αἱ συζητήσεις, ὑποθέτω ἐγὼ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐν τοῖς γραφείοις ἔχει σχέδιον πλῆρες καὶ δὲν περιμένει ἄλλο τίποτε παρὰ νὰ λάβῃ τὰ χρήματα καὶ νὰ προβῇ· ἂν ὅμως δὲν πρόκειται περὶ τούτου, μὴ ἰσχυρίζεσθε ὅτι πρόκειται περὶ ἐκτάκτων παρασκευῶν, ἀλλ’ εἰπέτε ὅτι ἐργαζόμεθα διὰ τὸ διαρκὲς μέλλον, τότε δὲν ὀνομάζονται ἔκτακτοι αἱ δαπάναι, καὶ τότε ἠξεύρετε τί πρέπει νὰ εἰπῆτε; ὅτι πρέπει νὰ περιληφθῇ εἰς τὸν τακτικὸν προϋπολογισμόν. Ἂν ὅμως αἱ ἔκτακτοι αὐταὶ περιστάσεις ὑπηγόρευσαν ἓν διεθνὲς συνέδριον ἐν Κωνσταντινουπόλει, ἐσεῖς πρέπει νὰ ἔχητε σχέδιον πλῆρες ὄντες 13 μῆνας εἰς τὰ πράγματα.
§47ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ τὰ εἴπομεν χίλιαις φοραῖς.
§48ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ νὰ μοῦ λέγετε λοιπὸν ὅτι αἱ μέλλουσαι Βουλαὶ θέλουν ἀποφασίζει εἰς τὶ θέλουσι χρησιμεύσει ἑκάστοτε πότε 200,000, πότε 300,000, πότε 500,000, εἶναι τὸ ἴδιον ὡς νὰ μοῦ ἐλέγατε ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἐκτάκτων παρασκευῶν, ἀλλ’ ἀπὸ τοῦδε καὶ εἰς τὸ ἑξῆς θὰ κάμωμεν παρασκευὰς εἰς τὸν ἀπέραντον μέλλοντα χρόνον· ἄλλο τὸ ἓν ζήτημα καὶ ἄλλο τὸ ἄλλο.
§49ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Κύριε ὑπουργὲ, μὲ συγχωρεῖτε, νὰ εἴπω δύω λέξεις;
§50ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§51ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Διὰ νὰ προσδιορίσητε 10,000,000 ἢ 12 ἢ 15, ἀναγκαίως πρέπει νὰ ἔχετε ποῦ θὰ τὰ ἐξοδεύσητε. Λοιπὸν ἠμπορεῖτε νὰ μᾶς δώσητε μίαν ἰδέαν τοὐλάχιστον ποῦ θὰ τὰ ἐξοδεύσητε;
§52ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡμεῖς ἐννοοῦμεν, ὅτι ἕνεκα τῶν περιστάσεων εἶναι ἀνάγκη ἐκτάκτων παρασκευῶν καὶ διὰ τοῦτο σᾶς ζητοῦμεν τὸ δάνειον τῶν 10,000,000· τὰ περὶ διαθέσεως αὐτοῦ θὰ κανονισθῶσι διὰ πιστώσεων, τὰς ὁποίας θὰ φέρωμεν ἐνώπιόν σας.
§53Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κάτι τι διὰ τὸν σκοπὸν εἴπομεν νὰ μᾶς εἰπῆτε.
§54ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσοι νομίζουν, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη ἐκτάκτων παρασκευῶν δὲν ψηφίζουν τὸ δάνειον. Ὡς πρὸς τὰ ἄρθρα 4 καὶ 5, εἶπον, κύριοι, ὅτι τὰ θεωρῶ περιττά. Τὸ ἄρθρον 6 ἔχει σκοπὸν νὰ καταστήσῃ ταχυτέραν τὴν λογοδοσίαν καὶ τὸν ἀπολογισμὸν τῆς χρήσεως τοῦ δανείου τούτου· ὡς πρὸς τοῦτο ἔχει πολὺ δίκαιον ὁ κ. Τρικούπης, διότι βραδύνει παραπολὺ ἡ ἐξέλεγξις τῶν ἀπολογισμῶν καὶ ἡ ἔκδοσις τῶν ἀποφάσεων τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἀλλὰ καθ’ ὃν τρόπον εἶναι τὸ ἄρθρον τοῦτο συντεταγμένον φαίνεται ὅτι ὁ κύριος Τρικούπης ζητεῖ χωριστὸν λογαριασμὸν καὶ ἀπολογισμὸν τῶν χρημάτων τούτων, ἅπερ δὲν ἔχομεν κατὰ νοῦν.
§55Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω, ὅτι εἶσθε εἰς ἄλλο ἄρθρον· καλλίτερον νὰ τὰ ἐξαντλήσωμεν ἓν πρὸς ἕν.
§56ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διατὶ κ. Δηλιγιάννη; καλλίτερον εἶναι νὰ τὰ συζητήσωμεν ἐν γένει.
§57ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡμεῖς ἔχομεν τὴν ἰδέαν, ὅτι τὰ μὲν ἔσοδα θὰ περιλαμβάνωνται εἰς τὸν ἀπολογισμὸν τῶν ἐσόδων, τὰ δὲ ἔξοδα εἰς τὸν ἀπολογισμὸν τῶν ἐξόδων καὶ δὲν θὰ γίνωνται χωριστοὶ λογαριασμοί· διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι τὸ ἄρθρον αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ ψηφισθῇ ὅπως ἔχει· ὅ,τι θεωρῶ ἀναγκαῖον εἶναι νὰ ὑποβάλλεται εἰς τὴν Βουλὴν ἑκάστοτε κατάστασις τῶν ἐσόδων καὶ τῶν ἐξόδων, διότι ὅταν γίνεται τοῦτο, ἡ Βουλὴ εἶναι εἰς θέσιν νὰ ζητῇ καὶ νὰ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ ἐντάλματα καὶ νὰ ἐνεργῇ ταχέως καὶ ἀποτελεσματικῶς τὸν ἔλεγχον. Τοῦτο δὲ ἀρκεῖ πρὸς μεγάλην περιστολὴν πάσης ἀταξίας, διότι ἐὰν ἡ Βουλὴ λαμβάνῃ ἐγκαίρως γνῶσιν τῶν ἐνταλμάτων, εἶναι εἰς θέσιν νὰ τιμωρῇ πᾶσαν παρέκβασιν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι τὸ ἄρθρον 6 ἠμπορεῖ νὰ τροπολογηθῇ ἀφαιρουμένων τῶν λέξεων ἀπὸ «τῆς τρεχούσης χρήσεως» καὶ κατωτέρω δηλαδή. «Ἐντὸς μηνὸς ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως ἑκάστης τακτικῆς συνόδου τῆς Βουλῆς ὑποβάλλεται εἰς αὐτὴν παρὰ τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργοῦ ἰδία προσωρινὴ κατάστασις τῶν κατὰ τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2 εἰσπράξεων καὶ δαπανῶν.»
§58ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἰς τὸ ὁδικὸν ταμεῖον γίνεται τὸ ἴδιον, διατί ἐδῶ δὲν τὸ θέλετε;
§59ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐδῶ δὲν πρόκειται περὶ συστάσεως νέου ταμείου. Καθόσον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 7, ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι ἀφοῦ εἴπομεν, ὅτι τὰ πάντα θέλουν ἐκτελεσθῇ κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1874 περιλαμβάνεται καὶ ἡ διάταξις αὕτη· ἐὰν ὅμως νομίζουν τὸ ἐναντίον, δὲν ἔχομεν δυσκολίαν νὰ δεχθῶμεν τὸ ἄρθρον 7, ἀλλὰ τότε πρέπει νὰ προστεθῇ καὶ τὸ ἄρθρον 6.
§60ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀφοῦ παραπέμπει εἰς τὸν νόμον τοῦ 1874, εἶναι περιττόν.
§61Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐσκόπουν νὰ εἴπω ὀλιγωτάτας λέξεις καὶ διὰ τοῦτο ἐνόμιζον, ὅτι ἔπρεπε νὰ τὰς εἴπω ἀπὸ τῆς θέσεώς μου· ἐσκόπουν νὰ ἔλθω εἰς ἐπικουρίαν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅταν ὁ ἔντιμος ἐκ Μεσολογγίου βουλευτὴς κ. Δεληγεώργης προέβαλεν ἀπορίας τινάς. Αἱ ἀπορίαι αὗται δὲν μοὶ φαίνονται παντάπασιν ἐστερημέναι βάσεως. Ἐγὼ αὐτὸς εἶχον σκεφθῇ ἐπὶ τῶν ἀποριῶν τούτων καὶ μελετήσας τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις, προσεπάθησα νὰ ἀνεύρω τὴν λύσιν τῶν εἰρημένων ἀποριῶν ἐν ταῖς διαφόροις διατάξεσιν αὐτῶν. Ἐὰν ἡ λύσις αὕτη τὴν ὁποίαν σκοπῶ νὰ ἀνακοινώσω καὶ εἰς ὑμᾶς εἶναι ἡ ἀληθὴς ἐξήγησις τῶν ἐννοιῶν τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλε, νομίζω ὅτι αἱ ἀπορίαι τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου λύονται. Ἐὰν ὅμως ἡ ἔννοια, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἀπέδωκα εἰς τὰς διατάξεις τῶν νομοσχεδίων, δὲν εἶναι ἡ ἀληθὴς, τὴν ὁποίαν τὰ νομοσχέδια περιέχουν, δὲν εἶναι ἐκείνη τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις εἶχε κατὰ νοῦν, ὅταν ταῦτα συνέτασσε, τότε βεβαίως καὶ ἐγὼ ἀναγκάζομαι νὰ συνταχθῶ μετὰ τῆς ἀπορίας τοῦ κ. Δεληγεώργη. Ποία εἶναι ἡ ἐξήγησις, τὴν ὁποίαν ἔδωκα εἰς τὰ νομοσχέδια; Τὸ νομοσχέδιον περὶ συστάσεως ἐκτάκτου στρατιωτικοῦ ταμείου προέθετο νὰ παρασκευάσῃ ἓν εἰδικὸν στρατιωτικὸν ταμεῖον, τὸ ὁποῖον ἐπροίκιζε διὰ ποσοῦ 50,000,000. Εἰς τί ἤθελε χρησιμεύσει τὸ εἰδικὸν αὐτὸ ταμεῖον; Πρὸς ἀγορὰν τοῦ ἀναγκαιοῦντος ὑλικοῦ διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης. Τὰ 50 ἑκατομμύρια δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δαπανηθῶσιν εἰς ἄλλην τινὰ ἀνάγκην παρὰ μόνον πρὸς ἀγορὰν τοῦ ἀναγκαιοῦντος ὑλικοῦ διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης. Ποῖον εἶναι τὸ ὑλικὸν αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἤθελε κριθῆ ἀναγκαῖον εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης καὶ πρὸς προμήθειαν τοῦ ὁποίου ἤθελον δαπανηθῇ τὰ 50,000,000; Βεβαίως οὐχὶ ὁποῖον πᾶς ἐκτελεστὴς τοῦ νόμου ἤθελε λάβει κατὰ νοῦν· ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἤθελε προσδιορίσει εἷς εἰδικὸς προϋπολογισμὸς συντασσόμενος ὑπὸ τοῦ ὑπουργοῦ, μετὰ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἤθελε λάβει ἀπὸ τοὺς εἰδικοὺς ἀνθρώπους, ὑποβαλλόμενος ὅμως καὶ ψηφιζόμενος ἀπὸ τὴν Βουλὴν. Ἐκτὸς τοῦ εἰδικοῦ αὐτοῦ ταμείου εἶναι τὸ νομοσχέδιον περὶ δανείου τῶν 10,000,000. Εἰς τί ἤθελε χρησιμεύσει τὸ ποσὸν ἐκεῖνο; Ὁ νόμος περὶ δανείου λέγει, εἰς τὰς ἐκτάκτους ἀνάγκας τῆς στρατιωτικῆς καὶ ναυτικῆς ὑπηρεσίας. Ποῖαι εἶναι αἱ ἔκτακτοι ἀνάγκαι τῆς στρατιωτικῆς καὶ ναυτικῆς ὑπηρεσίας; Βεβαίως ὄχι ἡ προμήθεια τοῦ ὑλικοῦ, διότι τὸ ὑλικὸν τὸ ἀναγκαῖον εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης θέλομεν τὸ προμηθευθῆ διὰ τῶν 50,000,000, εἶναι λοιπὸν ἀνάγκη παντὸς ἄλλου πράγματος πλὴν ὑλικοῦ, ἤτοι κίνησις στρατοῦ, αὔξησις στρατοῦ, ἀντιμισθία καὶ ἀποζημιώσεις προσώπων καὶ ποικίλαι ἄλλαι ἀνάγκαι. Ποῖαι ὅμως θὰ ᾖναι; Θὰ ᾖναι ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας οἴκοθεν, ἵνα μὴ εἴπω αὐθαιρέτως, ὁ ἐκτελεστὴς τοῦ νόμου ἤθελε προσδιωρίσει; Ὄχι βεβαίως. Ἐννοῶ τὰς ἀνάγκας ταύτας προβλεπομένας ἐν εἰδικῷ προϋπολογισμῷ, ὁ ὁποῖος θέλει εἰσαχθῆ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ψηφισθῆ παρ’ αὐτῆς. Λοιπὸν ἔχομεν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους τοῦ 1877, προνοοῦντα περὶ τῶν συνήθων καὶ τακτικῶν ἀναγκῶν τῆς διοικήσεως ὅλων τῶν κλάδων, ἑπομένως καὶ τοῦ κλάδου τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, αἱ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ δὲ τούτῳ τῶν δύω ὑπουργείων πιστώσεις θέλουσι διατίθεσθαι ἐκδιδομένων ἐνταλμάτων πρὸς πληρωμὴν τῶν τακτικῶν τούτων ἐξόδων τοῦ κράτους καὶ πληρώνεσθαι ἀπὸ τὰ ταμεῖα τοῦ κράτους. Αἱ ἀνάγκαι τῆς προμηθείας τοῦ ὑλικοῦ, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖται διὰ τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης, θέλουσι κανονισθῆ δι’ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ ἐκτάκτου, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου θέλουσιν ἐκδίδοσθαι ἐντάλματα, τὰ ὁποῖα θέλουσι πληρώνεσθαι ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θέλουσι διαχειρίζεσθαι τὸ δάνειον τῶν 50,000,000, ἐὰν αὐτὸ ἀποτελέσῃ τὸ κεφάλαιον εἰδικοῦ στρατιωτικοῦ ταμείου, δηλ. ἀπὸ τοὺς ἐπιμελητὰς τοῦ εἰδικοῦ στρατιωτικοῦ ταμείου. Ἔχομεν ἀνάγκας ἄλλας ἐκτάκτους διὰ τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν· διὰ ταύτας ψηφίζομεν τὸ δάνειον τῶν 10,000,000. Τὰς ἀνάγκας ταύτας θέλει προβλέψει ἔκτακτος προϋπολογισμὸς, εἰς τὴν πίστωσιν τοῦ ὁποίου θέλουσιν ἐκδίδεσθαι ἐντάλματα, τὰ ὁποῖα θέλουσι πληρώνεσθαι ἐκ τῶν χρημάτων τὰ ὁποῖα θέλει εἶσθαι κατατεθειμένα εἰς τὴν ἐθνικὴν Τράπεζαν, εἴτε καθ’ ὃν τρόπον διέγραψεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου κ. Τρικούπης, εἴτε καθ’ ὃν τρόπον διαγράφει ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Σωτηρόπουλος. Τοιουτοτρόπως νομίζω ἐξηγοῦνται τὰ νομοσχέδια· καὶ, ἐὰν αὕτη εἶναι ἡ ἔννοια τῆς Κυβερνήσεως, τότε ὑποθέτω, ὅτι λύονται αἱ ἀπορίαι τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Μεσολογγίου, διότι τὰ χρήματα τὰ προερχόμενα ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους ὁρίζονται πρὸς πληρωμὴν τῶν τακτικῶν πληρωμῶν τῶν ὑπουργείων τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν, τὰ χρήματα ὅμως τοῦ δανείου τῶν 10 ἑκατομμυρίων μένουσι καὶ δὲν δύνανται νὰ διατεθῶσιν εἰμὴ ἐπὶ τῇ βάσει ἐνταλμάτων ἐκδιδομένων ἐπὶ πιστώσει τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ.
§62ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τῶν 10 ἑκατομμυρίων δὲν εἶπεν ἡ Κυβέρνησις αὐτό. Αὐτὸ ἐννοεῖται;
§63ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ σᾶς εἴπωμεν.
§64ΖΩΧΙΟΣ. Διατί δὲν τὸ λέγετε εἰς τὸν νόμον;
§65ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ λέγει ὁ νόμος.
§66ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέβαλε τροπολογίαν ἐπὶ τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Τρικούπη. Αὕτη θέλει ἀντικαταστήσει τὸ 3 ἄρθρον· ἡ τροπολογία τοῦ κ. ὑπουργοῦ λέγει «τὰ εἰσπραττόμενα εἰς τὰ ταμεῖα χρήματα διατίθενται δι’ ἐνταλμάτων ἐκδιδομένων ἐπὶ τοῦ κεντρικοῦ ταμείου στηριζομένων εἰς πιστώσεις ψηφιζομένας κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμου». Νομίζω ὅμως, ὅτι ἡ φράσις αὕτη εἶναι ἀσαφὴς, καὶ ἐὰν μείνῃ οὕτως νομίζω, ὅτι δίδει ἀφορμὴν εἰς τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. Δεληγεώργη, διότι πιστώσεις τοιαῦται εἶναι καὶ αἱ πιστώσεις τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν, καὶ τότε τὰ 10 ἑκατομμύρια θέλουν διατεθῆ πρὸς πληρωμὴν τῶν τακτικῶν ἐξόδων.
§67ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε νὰ προσθέσωμεν ἐκτάκτων.
§68ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Διὰ Βασιλικῶν Διαταγμάτων.
§69ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διὰ τοῦτο ἐγὼ νομίζω, διὰ νὰ ἄρω πᾶσαν ἀπορίαν, διὰ νὰ ἐπαρκέσω εἰς τὴν ἀπορίαν τὴν ὁποίαν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου κ. Δεληγεώργης ὑπέβαλε καὶ νὰ πληρώσω καὶ τὴν ἐμὴν πεποίθησιν, νομίζω ἀναπόφευκτον νὰ παρακαλέσω τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ συναινέσῃ νὰ φέρῃ μικρὰν προσθήκην εἰς τὴν τροπολογίαν του, καὶ νὰ διατυπώσω ἐν ὅλῳ αὐτὴν οὕτω «τὰ εἰσπραττόμενα ἐκ τοῦ δανείου χρήματα διατίθενται δι’ ἐνταλμάτων, ἐκδιδομένων ἐπὶ τοῦ κεντρικοῦ ταμείου, καὶ στηριζομένων ἐπὶ τῶν πιστώσεων, τὰς ὁποίας θέλει περιλάβει ὁ νομοθετηθησόμενος εἰδικὸς προϋπολογισμός. «Ὁ ἐκδίδων τὸ ἔνταλμα ὑπουργὸς συνοδεύει αὐτὸ μὲ τὴν ἀνήκουσαν ἐπιταγὴν, δυνάμει τῆς ὁποίας ὁ κεντρικὸς ταμίας λαμβάνει ἀπὸ τὴν Τράπεζαν τὸ περιεχόμενον ἐν τῷ ἐντάλματι χρηματικὸν ποσόν.»
§70ΡΙΚΑΚΗΣ. Εἰς τὰς πιστώσεις ἢ τὰ κεφάλαια;
§71ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὰ κεφάλαια εἶναι πιστώσεις π. χ. τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει ἀνάγκην 15,000 ὅπλων, εἴκοσι πυροβόλων, ἑκατὸν ἵππων κλπ. ἀπαιτεῖται πρὸς τοῦτο εἰδικὸς προϋπολογισμός.
§72ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πολὺ καλά.
§73ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀπὸ σᾶς τὸ παραδέχονται, ἀπὸ ἐμὲ δὲν τὸ παραδέχονται.
§74ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄχι, τὸ παραδέχομαι καὶ ἀπὸ σᾶς.
§75ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἔχω καμμίαν συναίνεσιν δι’ αὐτὸ (ἱλαρότης).
§76Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Παρακαλῶ, κ. Δηλιγιάννη, λάβετε τὴν καλωσύνην νὰ τὸ διαβάσετε ἀκόμη μίαν φοράν.
§77ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (ἀναγινώσκει αὖθις τὴν τροποποιηθεῖσαν τροπολογίαν τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργοῦ).
§78ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ἀπὸ ποῖον ψηφισθησόμενον; βάλε διὰ νόμου.
§79ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ σέβομαι τὴν πεῖραν τοῦ κ. Χρηστίδου ὑποστηριζομένην ἀπὸ μακρὰν ἡλικίαν.
§80ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ἡ ἰδική σου εἶναι μικρά; (ἱλαρότης).
§81ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Ἀναγινώσκει αὖθις τὴν ὑπὸ τοῦ κ. ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν προταθεῖσαν τροπολογίαν, ὡς ἀνωτέρω ἐτροποποίησεν αὐτήν). Ἐγὼ οὕτω πως ὑποστηρίζω τὴν τροπολογίαν. Νομίζω, ὅτι καὶ ὁ κ. Τρικούπης εἶναι σύμφωνος.
§82ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μάλιστα.
§83ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶπον ὅτι ἐσκόπουν νὰ προσέλθω ἐπίκουρος εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸν, καὶ ὅτι ἀνέβαλον νὰ χορηγήσω τὴν ἐπικουρίαν μου, διότι ἐνόμιζον, ὅτι ἔπρεπε νὰ διαφωτίσω καὶ ἐμαυτὸν καὶ τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῶν ἀποριῶν, τὰς ὁποίας ὁ κ. Δεληγεώργης εἶχεν ὑποβάλει. Ἀφοῦ ἐτελείωσε τὸ πρῶτον ἔργον μου τὸ ἐπὶ τῶν ἀποριῶν, ἔρχομαι νὰ μεταδώσω τὴν ἐπικουρίαν μου εἰς τὸν κ. ὑπουργόν. Ὁ κ. ὑπουργὸς ἔκρινε μὴ ἀναγκαίας τὰς προσθήκας τῶν ἄρθρων 3–7, τὰς ὁποίας ὁ κ. Τρικούπης ἐν ἰδίᾳ τροπολογίᾳ προέτεινεν ὅπως προστεθῶσιν εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ δανείου 10 ἑκατομμυρίων· καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς διὰ νὰ βεβαιώσῃ τὴν ἀλήθειαν τῶν λόγων του ἐπεκαλέσθη τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ. Νομίζω, ὅτι ἠδύνατο νὰ σᾶς χρησιμεύσῃ ἡ μαρτυρία μου, ὅθεν καὶ ἐγὼ σᾶς βεβαιῶ ὅτι τὸ λογιστικὸν σύστημα τὸ ἐν Ἑλλάδι κρατοῦν εἶναι ὅσον εἶναι δυνατὸν πλῆρες ἐξασφαλίζον τὴν διαχείρισιν τῶν δημοσίων χρημάτων ἀπὸ παντὸς κινδύνου, ὁ ὁποῖος δύναται ν’ ἀπειλήσῃ αὐτά. Ἐὰν τηρηθῶσιν αἱ διατάξεις τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, θέλει εἶσθαι βέβαιον ὅτι δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς χρέη τῆς Ἐπικρατείας εἰμὴ μόνον ἐκεῖναι αἱ ὑπηρεσίαι ἢ ἐκεῖνο τὸ ὑλικὸν τὰ ὁποῖα ὁμολογουμένως διατίθενται εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς ἐπικρατείας· ὅτι ὡσαύτως δὲν δύνανται διὰ τὰ χρέη ταῦτα νὰ πληρωθῶσι χρήματα περισσότερα παρὰ ὅσα ὁ προϋπολογισμὸς προσδιώρισε. Δυστυχῶς ὅμως τὸ λογιστικὸν ἡμῶν σύστημα δὲν λειτουργεῖ ἐντελῶς, διότι κατὰ τὰ ἄκρα αὐτοῦ μένει πρὸ πολλοῦ καιροῦ ἐν ἀργίᾳ. Λέγων κατὰ τὰ ἄκρα αὐτοῦ ἐννοῶ τὴν ἐξέλεγξιν τῆς διαχειρίσεως τῶν δημοσίων χρημάτων. Ἔχομεν λοιπὸν ἐν ἰσχύϊ τὸ σύστημα τοῦ δημοσίου λογιστικοῦ πλῆρες, ἀλλ’ ἀργούσας τὰς διατάξεις περὶ ἐξελέγξεως τῆς διαχειρίσεως, καὶ ἡ ἀργία τῶν διατάξεων περὶ τῆς ἐξελέγξεως τῆς διαχειρίσεως ἀφίνει κινδύνους, κατὰ τῶν ὁποίων κινδύνων εἶμαι βέβαιος ὅτι καὶ τὸ ὑπουργεῖον δὲν θέλει ἔχει καμμίαν δυσκολίαν νὰ φροντίσῃ νὰ ἐξασφαλισθῶμεν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν κινδύνων τοὺς ὁποίους ἀφίνει ἡ ἀργία τῶν περὶ ἐξελέγξεως καὶ διαχειρίσεως διατάξεων, ἡ ἐφαρμογὴ ἀπέδειξεν ἄλλον κίνδυνον, ὁ ὁποῖος μοὶ φαίνεται πολὺ μεγάλος. Ἐγὼ ὡς ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πολλάκις διεῖδον αὐτὸν καὶ ὡς ἰδιώτης κατεπλάγην ὑπὸ τοῦ κινδύνου αὐτοῦ. Νομίζω, ὅτι ἔχω καθῆκον τὸν κίνδυνον τοῦτον νὰ τὸν κάμω γνωστὸν εἰς ὑμᾶς καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία δὲν ἔχει καμμίαν ἀφορμὴν νὰ μὴ ἐμφορεῖται ἀπὸ τοὺς αὐτοὺς πόθους διὰ νὰ εὐμπορέσωμεν νὰ προφυλαχθῶμεν καὶ ἀπὸ τὸν κίνδυνον τοῦτον. Ἡ θεώρησις τῶν ἐνταλμάτων τῶν ἐκδιδομένων ἐπὶ τῇ βάσει πιστώσεων, ἡ ἐξέτασις τῶν δικαιολογητικῶν ἐγγράφων τῶν ἐνταλμάτων, εἶναι ἐπιθεώρησις, γινομένη ἡ μὲν ἀπὸ τὸν διευθυντὴν τοῦ λογιστικοῦ, ὡς ἐντολοδόχον τοῦ ὑπουργοῦ, ἡ δ’ ἐξέτασις τῶν δικαιολογητικῶν γινομένη ἀπὸ τὸν ταμίαν· ἀλλ’ αἱ θεωρήσεις αὗται ἀποτελοῦσιν ἐξέτασιν τῶν ἐξωτερικῶν στοιχείων, ἀλλ’ ἡ ἐξέτασις τῶν ἐσωτερικῶν στοιχείων, ἡ ἐξέτασις τῆς οὐσίας τοῦ ἐντάλματος; Ἐπ’ αὐτῆς δὲν ὑπάρχει καμμία ἐξέλεγξις, ἡ Κυβέρνησις δὲν μένει πάντοτε ἐλευθέρα· μόνος ὁ ἁρμόδιος ὑπουργὸς γνωρίζει ἐὰν τὰ χρήματα διατίθενται ὁμολογουμένως εἰς τὴν ἀνάγκην, τὴν ὁποίαν προέβλεψεν ὁ προϋπολογισμός. Δὲν ἔχω καμμίαν ἀφορμὴν διὰ νὰ διστάσω περὶ τῆς ἀγρύπνου ἐπιμελείας, μεθ’ ἧς τὸ ὑπουργεῖον θέλει φροντίσει ὥστε τὰ ἐντάλματα νὰ πληρῶσιν οὐδὲν ἄλλο ἢ τὰς ἀνάγκας τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐκδοθησομένου· ἀλλ’ ἐν τούτοις ὑπάρχουν παραδείγματα ὅτι ἡ κατάταξις τῶν πιστώσεων ἐγένετο μετὰ τρόπου εἰκονικοῦ, ὑπάρχουν παραδείγματα κατὰ τὸ παρελθὸν ὅτι ἡ αἰτιολογία ἡ σημειουμένη ἐν τῷ ἐντάλματι δὲν ἐκπροσωπεῖ ἀληθῶς τὴν ἀνάγκην, ἡ ὁποία ὑπηγόρευσε τὴν πίστωσιν. Δὲν θέλω νὰ ἔλθω εἰς ὡρισμένα πράγματα, δὲν ἔχω παρὰ νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω ὅσα ἐν τῇ Βουλῇ ἐλέχθησαν ἄλλοτε ἐπὶ τῆς διαχειρίσεως κεφαλαίων τινῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι τοῦ δεκάτου τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἔξοδα βεβαιώσεως φόρων ἢ δέκατα· περὶ τῆς διαχειρίσεως τοῦ κεφαλαίου τρίτου τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν δημοσία ἀσφάλεια· περὶ τῆς διαχειρίσεως τοῦ κεφαλαίου τετάρτου ἢ πέμπτου τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν κλάδος ὑγειονομικός· καὶ πολλάκις εἴδομεν τὸ ἀξιολύπητον θέαμα ὑπουργῶν ἐντελλομένων πληρωμὴν οὐχὶ δι’ ὑπηρεσίας, αἵτινες ἀληθῶς προσηνέχθησαν εἰς τὸ Κράτος καὶ αἵτινες προεβλέφθησαν ὑπὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ἀνεγνωρίσθησαν ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, καὶ εἴδομεν ὅτι ἐδαπανῶντο μὲν λόγῳ τῶν τοιούτων ὑπηρεσιῶν τὰ χρήματα, πράγματι ὅμως διετίθεντο εἰς ἄλλας ἀνάγκας. Νομίζω, ὅτι δὲν μοὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἐξηγηθῶ εὐκρινέστερον περὶ τούτου, νομίζω ὅτι οἱ πάντες οἱ ἀκούοντές με ἔλαβον εἴδησίν τινα τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον ἔχω λέγων ταῦτα· ἐὰν ὅμως τυχὸν ἔχετε περαιτέρω ἀμφιβολίας, δὲν θέλω διστάσει νὰ ἐξηγηθῶ εὐρύτερον. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ὅταν πρόκειται νὰ ἐπιβάλωμεν φόρους ὀλίγον βαρεῖς εἰς τὸν λαὸν, ὅταν πρόκειται μετὰ μεγάλης στενοχωρίας νὰ ἐξοικονομήσωμεν χρήματα τῶν ὁποίων ὁ σκοπὸς καθιστᾷ αὐτὰ ὁσιώτερα ἀπὸ τὰ συνήθη δημόσια χρήματα, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐξασφαλισθῶμεν κατὰ πάσης τοιαύτης διαστροφῆς τῆς ἐννοίας τοῦ νόμου. Ἀλλὰ ποία εἶναι ἡ ἐγγύησις τὴν ὁποίαν θέλετε προτείνει κατὰ τοῦ κινδύνου τούτου; Βεβαίως διστάζω νὰ θεωρήσω ἀρκοῦσαν τὴν κατ’ ἐντολὴν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν γενομένην θεώρησιν τοῦ ἐντάλματος ὑπὸ τοῦ διευθυντοῦ τοῦ γενικοῦ λογιστηρίου. Ὁ διευθυντὴς τοῦ γενικοῦ λογιστηρίου εἶναι ὄργανον τῆς διοικήσεως, ἐξαρτώμενον ἀπ’ εὐθείας παρὰ τοῦ ὑπουργοῦ, καὶ ἴσως ἡ ἐπ’ αὐτοῦ ἐξάσκησις τοιαύτης ἐξουσίας δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποτελῇ πλήρη ἐγγύησιν. Ὅταν ὁ κ. Τρικούπης προέβαλε τὴν τροπολογίαν, διὰ τῆς ὁποίας ἐζήτει ν’ ἀνατεθῇ ἡ θεώρησις τοῦ ἐξωτερικοῦ τύπου τοῦ ἐντάλματος εἰς τὸν δικαστικὸν σύμβουλον, περιέλαβε τὴν ἑξῆς ἀσαφῆ φράσιν ἐν τῷ ἄρθρῳ «εἴτε καθ’ ὑπέρβασιν τῶν κεχορηγημένων νομίμως πιστώσεων, εἴτε παρὰ τὰς διατάξεις τοῦ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμου». Ὑπέλαβον ὅτι ἐνδέχεται ἡ ἀσαφὴς αὕτη φράσις νὰ ἔχῃ τὴν ἔννοιαν τῆς ἐξετάσεως, μήπως ἡ δαπάνη εἶναι ἀλλοτρία τῆς πιστώσεως, ἥτις ἔχει ψηφισθῆ. Ἀλλ’ ὁ κ. ὑπουργὸς ἠρώτησε ποίαν ἔχει ἔννοιαν ἡ ἀσαφὴς αὕτη φράσις, καὶ ὁ κ. Τρικούπης εἶπεν, ὅτι ἐννοεῖ τὴν ἐξέτασιν ὅτι ἡ δαπάνη ἐγένετο. Εἶμαι ἀναγκασμένος νὰ μὴ δώσω πολλὴν ἀξίαν εἰς τὴν ζητουμένην ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη θεώρησιν ὑπὸ τοῦ δικαστικοῦ συμβούλου, ἐὰν αὕτη δὲν προτίθεται ἄλλο παρὰ τὴν ἐξέτασιν αὐτήν. Ὁ κίνδυνος ἐπὶ τῶν ὑπερβάσεων τῶν πιστώσεων μοὶ φαίνεται ἐλάχιστος, σπανιώτατα δὲ συνέβη τοιαύτη τις ὑπέρβασις. Ἐνθυμοῦμαι ἄλλως τε, ὅτι μέχρι τινὸς εἶχεν ἐξευρεθῆ εὐκολία περίεργος διὰ νὰ καλύπτωνται αἱ ὑπερβάσεις τῶν πιστώσεων· εὐκολία διὰ τὴν ὁποίαν ἠμπορῶ καὶ νὰ θαυμάσω τὴν εὐφυΐαν τῶν συμπολιτῶν μου· ὁμολογῶ δὲ, ὅτι ἀνήκει ἔπαινος εἰς τὸν κ. Σωτηρόπουλον, ὅστις ἐσταμάτησε τὴν διὰ τῆς εὐκολίας ταύτης προβαίνουσαν κατάχρησιν. Δὲν εἶχον γραφικὰ ἔξοδα, ἔστελλον εἰς τὸν χαρτοπώλην, ἠγόραζον γραφικὴν ὕλην, δὲν ἐπλήρωνον τὸ ἀντίτιμον αὐτῆς, διότι δὲν εἶχον πίστωσιν, αὐτὸς ἤγειρεν ἀγωγὴν, κατεδικάζετο τὸ δημόσιον παρὰ τοῦ δικαστηρίου, καὶ ἐπληρώνοντο τὰ καθ’ ὑπέρβασιν τῆς πιστώσεως γενόμενα ἔξοδα ἀπὸ τὰς δικαστικὰς ἀποφάσεις· δὲν εἶναι οὕτω, κ. Σωτηρόπουλε;
§84ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, καὶ ἐγὼ ἔφερα νόμον.
§85Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Σήμερον δὲν ὑπάρχει ἡ κατάχρησις αὕτη· ὑπῆρχε μέχρι τοῦ 1871, ἀφῃρεῖτο οὕτως ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἡ φροντὶς νὰ συζητῇ καὶ ψηφίζῃ ἑκάστοτε συμπληρωτικὰς πιστώσεις. Ἀντὶ λοιπὸν τῆς θεωρήσεως, τὴν ὁποίαν προτείνει ὁ κ. Τρικούπης ὑπὸ τοῦ δικαστικοῦ συμβούλου πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ ἐξετάζῃ ἐὰν ὑπάρχῃ ὑπέρβασις πιστώσεως, ἐγὼ προτείνω τὴν θεώρησιν διὰ νὰ ἐξετάζῃ μόνον ἐὰν αἱ ζητούμεναι πληρωμαὶ εἶναι ἀλλότριαι ἢ μὴ τῆς πιστώσεως, ἑπομένως ἤθελον προτείνει τὴν ἑξῆς τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 5, μετὰ τὰς λέξεις ἐντάλματος ἐκδεδομένου, τὰς λέξεις «πρὸς πληρωμὴν ἀλλοτρίων τῆς πιστώσεως ἐξόδων».
§86ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν δὲν δεχθῇ ὁ σήμερον ὑπάρχων δικαστικὸς σύμβουλος;
§87Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἂς προβάλῃ ἄλλον λειτουργὸν ἡ Κυβέρνησις. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι εἶναι ἀναπόφευκτον νὰ ληφθῇ ἡ τοιαύτη πρόνοια, διότι ἐνδέχεται νὰ συμβῇ ἡμεῖς μὲν νὰ ψηφίζωμεν πίστωσιν διά τινα δημοσίαν ἀνάγκην ἐκ δραχ. 100,000 ἀντὶ δὲ νὰ δαπανῶνται εἰς τὴν ἀνάγκην ταύτην, νὰ προκύπτῃ διὰ τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ μία νέα ἐφημερὶς, ἢ ἄλλος νὰ πληροῦται δι’ αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ σκοπός.
§88ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Κύριοι, μέχρι τινὸς συμφωνοῦμεν μετὰ τοῦ κ. Δηλιγιάννη καὶ τοῦτο ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ θεραπεύσωμεν τὰς τακτικὰς ἀνάγκας καὶ οὐδὲν πλέον· ἀλλ’ αἱ περιστάσεις αἱ σημεριναὶ ἦτον καὶ εἶναι δυσχερεῖς, ἴσως παρουσιασθῇ ἀνάγκη, ἴσως παρουσιασθῶσι κίνδυνοι, καὶ διὰ τοῦτο ἐνομίσαμεν ὅτι ἔπρεπε νὰ ἤμεθα ὁποσοῦν ἕτοιμοι διὰ τοιαύτας περιστάσεις· ἐπειδὴ δὲ τὰ τακτικὰ μέσα δὲν ἐπαρκοῦν, οὔτε ἠμποροῦν νὰ ἐπαρκέσουν, ἐνομίσαμεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ζητήσωμεν τὸ δάνειον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον θέλει χρησιμεύσει εἰς αὐτὸν καὶ μόνον ἀποκλειστικῶς τὸν σκοπόν. Βεβαίως ὄχι διὰ τὴν τακτικὴν ἀνάγκην τῆς ὑπηρεσίας, διότι περὶ αὐτῆς ἐφρόντισεν ὁ προϋπολογισμὸς ἐπαρκῶς, ὄχι δι’ ἀγορὰν ὑλικοῦ τῆς τακτικῆς ὑπηρεσίας, διότι καὶ περὶ αὐτοῦ ἐφρόντισεν ὁ προϋπολογισμὸς, ἀλλὰ διὰ τὸν στρατὸν, τὸν ὁποῖον ὀφείλομεν νὰ ἑτοιμάσωμεν συνεπεία τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος ἐσυζητήθη· ἐὰν δὲ τὴν ἄλλην δύναμιν, τὴν ὁποίαν τὸ ἔθνος ἐπίσης θέλει ἑτοιμάσει, τὴν θέση εἰς κίνησιν, ἀπαιτεῖται κεφάλαιον χρηματικὸν καὶ πρὸς τὸ ὁποῖον ἤθελε χρησιμεύσει τὸ ζητούμενον ποσόν. Ὁ σκοπὸς λοιπὸν τοῦ νόμου εἶναι νὰ ἱκανοποιήσῃ καὶ τὰς ἀνάγκας καὶ τὰς ἐκτάκτους περιστάσεις εἰς ἃς ἤθελεν εὑρεθῆ ὁ τόπος· οὗτος εἶναι ὁ σκοπὸς καὶ διὰ τοιοῦτον λόγον ἐγένετο ὁ νόμος. Νομίζω ἑπομένως, ὅτι ὁ φρονῶν ὅπως ὁ κ. Δηλιγιάννης, ματαιώνει τὸν νόμον, ὁ δὲ σκοπὸς ἀποτυγχάνει. Ἐννοῶ νὰ θέσωμεν περιορισμόν τινα περὶ τὴν διάταξιν, καθ’ ἣν τὸ ποσὸν περὶ οὗ πρόκειται δὲν δύναται νὰ ἐξοδευθῇ εἰς ἄλλας ἀνάγκας. Αὐτὸ τὸ ἐννοῶ, ἀλλὰ νὰ ζητῆτε ἀπὸ σήμερον τὴν σύνταξιν προϋπολογισμοῦ ἰδιαιτέρου δι’ οὗ νὰ προβλέπωνται ὅλαι αἱ περιστάσεις αἱ ἔκτακτοι καὶ νὰ κανονίζωνται αἱ ἀνάγκαι, αἱ ὁποῖαι θὰ παρουσιασθῶσιν ἐκτάκτως καὶ ἀπροόπτως, αὐτὸ εἶναι ἀδύνατον, ἐκτὸς ἐὰν θέλητε νὰ συντάξωμεν νόμον ἀνεκτέλεστον. Τὶ θέλομεν, κύριοι, δυνάμεθα ἀπὸ σήμερον καὶ διὰ προϋπολογισμοῦ ἐκτάκτου νὰ ὁρίσωμεν; Πόσον περιπλέον στρατὸν θέλομεν θέσει εἰς κίνησιν, πόσας καὶ ποίας ἀνάγκας θέλομεν θεραπεύσει, πόσα πλοῖα περιπλέον θέλομεν θέσει εἰς κίνησιν, ἠμποροῦμεν ἀπὸ σήμερον νὰ προβλέψωμεν τὰς περιστάσεις αὐτὰς νὰ συντάξωμεν προϋπολογισμὸν ὁριστικόν; Ἐγὼ, κύριοι, δὲν ἐννοῶ τὸν σκοπὸν καὶ τὸν τρόπον καθ’ ὃν θὰ συνταχθῇ ὁ προϋπολογισμός· ἢ θέλομεν νὰ καταστήσωμεν ἄχρηστον τὸν νόμον αὐτόν; Ἐννοῶ, ἐπαναλέγω καὶ πάλιν, νὰ παραδεχθῶμεν ἐν τῷ νόμῳ ὅτι ὁριστικῶς τὸ ποσὸν τὸ ζητούμενον θέλει χρησιμεύσει διὰ τὸν ἔκτακτον μόνον σκοπὸν καὶ ὅτι διὰ τὴν χρῆσιν αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ θέλουν ζητηθῆ ἰδιαίτεραι πιστώσεις ἐντὸς τῶν ὁποίων θέλει ὁρίζεσθαι τὸ ἀντικείμενον· τοῦτο δὲ νομίζω ἀρκετὴν ἐγγύησιν, ἀλλὰ νὰ ζητῶμεν ἀπὸ σήμερον νὰ ὁρίσωμεν τὰς μελλούσας ἀνάγκας μοὶ φαίνεται ὅτι ζητοῦμεν κἄτι τι ἀδύνατον.
§89Σ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δύναται τότε ἡ Κυβέρνησις νὰ διαθέσῃ ὅλον αὐτὸ τὸ ποσὸν διὰ Β. Διατάγματος, τὸ ὁποῖον κατόπιν νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς ἐπικύρωσιν.
§90ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τώρα μένει εἰς τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφασίσῃ ἂν πρέπει νὰ τροποποιηθῇ καὶ αὐτὸς ὁ νόμος ἢ ὄχι· ἡμεῖς φρονοῦμεν, ἀξιότιμε συμπολῖτα, ὅτι ὁ νόμος πρέπει νὰ ἔχῃ οὕτως, αἱ πιστώσεις θέλουν ζητηθῆ κατὰ τὸν λογιστικὸν νόμον καὶ θέλει γείνει χρῆσις τοῦ ποσοῦ εἴτε ἐν ὅλῳ εἴτε ἐν μέρει συμφώνως μὲ τὸν νόμον, αὐτὸ ἐννοοῦμεν. Τὴν δευτέραν παρατήρησιν τοῦ κ. Δηλιγιάννη, νομίζω ἐξυβριστικὴν διὰ πᾶσαν Κυβέρνησιν. Διατί, κύριοι, πρὸς μόνας τὰς Κυβερνήσεις δεικνύομεν δυσπιστίαν, περισσοτέραν δὲ πίστιν δίδομεν εἰς τὸν ὑπάλληλον; θέλετε τὸν ὑπουργὸν νὰ τὸν θέσετε ὑπὸ τὸν ὑπάλληλον; θέλετε νὰ εἴπετε, ὅτι δίδετε περισσοτέραν πίστιν εἰς τὸν ὑπάλληλον ὅστις εἶναι ὄργανον τῶν ὑπουργῶν; Καὶ θέλετε ὥστε ἐὰν ὁ ὑπάλληλος θέσῃ τὴν ὑπογραφὴν ἡ ὑπογραφὴ τοῦ ὑπουργοῦ εἶναι ἀξία καὶ ἐκτελεστέα; Κύριοι, μοὶ φαίνεται, ὅτι οὔτε εὐπρεπές, οὔτε ὀρθόν, οὔτε πειστικὸν εἶναι αὐτό. Κανεὶς ὑπουργὸς προκειμένου περὶ τοιούτου ἱεροῦ σκοποῦ δὲν θέλει παραβιάσει τὸ καθῆκόν του, νὰ δολιευθῇ τὸν νόμον, καὶ νὰ ἐξοδεύσῃ τὰ χρήματα πρὸς ἄλλον σκοπόν. Ὁ ὑπουργὸς αὐτός, κύριοι, ὅστις θέλει πράξει τοιαύτην κατάχρησιν, δὲν εἶναι ἄξιος νὰ ἦναι ὑπουργός, οὔτε νὰ κάθεται ἐν τῇ Βουλῇ. Ἰδοὺ διατί δὲν νομίζω, ὅτι θὰ ὑπάρχουν ἐπὶ τοσοῦτον εὐτελεῖς ὑπουργοί, ὥστε νὰ θέσωμεν αὐτοὺς ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν ἑνὸς ὑπαλλήλου, ὅστις ἴσως θὰ κατέχῃ τὴν θέσιν χάριν τῆς ἰδιαιτέρας εὐνοίας τοῦ ὑπουργοῦ.
§91ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τί εἶπεν ὁ κ. Δηλιγιάννης;
§92ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅτι ὁ σύμβουλος πρέπει νὰ θεωρῇ τὰ ἐντάλματα, ἐὰν αἱ δαπάναι εἰσὶ πραγματικαί.
§93Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν αἱ δαπάναι δὲν περιέχουσιν ἀλλοτρίας πιστώσεις.
§94ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ διατάξῃ, ὅτι δι’ αὐτὸν τὸν σκοπὸν πρέπει νὰ δαπανηθῶσι καὶ πρέπει ν’ ἀφήσῃ ἐλευθέραν τὴν Κυβέρνησιν κατὰ τὰς περιστάσεις καὶ τὰς ἀνάγκας νὰ ἐνεργήσῃ, τὴν δὲ διάταξιν, τὴν παρὰ τοῦ κ. Δηλιγιάννη προταθεῖσαν, δὲν πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ῥοντήρης.
§96ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Σπουδαιότατα ζητήματα, κύριοι, προβάλλονται ὑπὸ σπουδαιοτάτων συναδέλφων ἡμῶν. Ἄρχομαι, κύριοι, ἀπὸ τῶν δισταγμῶν τοῦ κ. Δηλιγιάννη καὶ ὑποστηρίζω αὐτὸν διὰ τῶν ἑξῆς ὀλίγων λέξεων. Εἰδικὸς φόρος ψηφίζεται καὶ εἶναι αὐτὸ τὸ δάνειον, ὑλικὴ ἀνάγκη πρέπει νὰ θεραπεύεται καὶ εἶναι ἔκτακτος ἀνάγκη τοῦ Κράτους, ὅπως παρασκευασθῇ στρατιωτικῶς· ἄλλη εἰδικὴ ἀνάγκη πάλιν ἐπιβάλλεται καὶ διὰ τοῦ νόμου ἀναδείκνυται. Ὁ νόμος εἶναι ἄριστος, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι καὶ ὁ ὑπουργὸς θέλει ἐξηγηθῆ ἀκριβέστερον περὶ τῆς εἰδικότητος τῆς ἀνάγκης, δηλ. εἰς τί ἀντικείμενα εἰδικὰ ὁ εἰδικὸς αὐτὸς φόρος πρέπει νὰ περιστραφῇ. Πάντες εἴμεθα σύμφωνοι, ὅτι θὰ ἐξοδεύσωμεν διὰ τὰς ἐκτάκτους ἀνάγκας καὶ ὄχι διὰ τὴν τρέχουσαν ὑπηρεσίαν, ἀλλὰ λέγω, ὅτι εἶχε δίκαιον ὁ προτείνας, διότι οὔτε αὐτὴ ἡ μικρὰ διασάφησις δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ νόμῳ. Τοσοῦτον, κύριοι, εἶναι ἀναγκαῖον νὰ ἐξηγηθῇ αὐτό, ὅσον νομίζω, ὅτι ὑπάρχουν καὶ παραδείγματα τοιαῦτα, ὅτι ἀπὸ ἐκτάκτους ἀνάγκας ἐξοδεύθησαν εἰς τακτικάς. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ ἀνάγκη αὕτη διὰ τῶν εἰδικῶν πιστώσεων πληροῦται, τὰς ὁποίας ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέδειξε καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος καὶ τὰς ὁποίας τὸ νομοσχέδιον λέγει, διότι αἱ εἰδικαὶ πιστώσεις δὲν ἔχουν λόγους διαφόρους ἀπὸ τοὺς λόγους τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅτι καὶ ἐν ταῖς εἰδικαῖς πιστώσεσι πρέπει νὰ ἐξηγῆται ὁ λόγος. Σπουδαιότεραι, κύριοι, εἶναι αἱ δύω ἄλλαι τροπολογίαι τοῦ κ. Τρικούπη, καὶ μοὶ ἐφάνη περίεργον πῶς ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἀντέστη ὡς πρὸς τὸν προληπτικὸν ἔλεγχον τῆς διαχειρίσεως διὰ τῆς ἐπιθεωρήσεως τῶν ἐνταλμάτων. Φαίνεται δὲ, ὅτι δὲν ἐνθυμήθη, ὅτι ἄλλοτε εἶχεν αὐτὴν τὴν ἰδέαν καὶ διὰ τοῦτο θέλω τὸν ἐνθυμήσει ἐγὼ, ὅτι ἄλλοτε ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν εὑρισκόμενοι ἐκάμαμεν λόγον περὶ τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ καὶ εἶπε τότε, ὅτι οὗτος εἶναι ἀπαραίτητος εἰς πάντα τὰ κράτη καὶ προπάντων ἐν Ἑλλάδι, ὅπου ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι εἰς ἔλλειμμα· τότε ἐλέγαμεν ὅτι γενικῶς πρέπει ἡ ἀρχὴ αὕτη νὰ ψηφισθῇ, ὥστε οὐδεμία δαπάνη νὰ γίνεται ἄνευ τῆς ἐπιθεωρήσεως τοῦ ἐντάλματος οὐχὶ ὑπὸ τοῦ διευθυντοῦ τοῦ λογιστηρίου, ἀλλ’ ὑπὸ ἄλλης ἀρχῆς ἀνεξαρτήτου τοῦ ὑπουργείου, καὶ ἐσκέφθημεν πῶς νὰ φέρωμεν τὸν νόμον εἰς τὴν Βουλήν. Ἀπορῶ πῶς μετέβαλε σύστημα καὶ ἤδη ἀποκρούει μὲ τόσην ἐπιμονὴν τὴν μεγαλειτέραν ἀρχήν. Κύριοι, αὐτὸς ὁ ὑπάλληλος, τὸν ὁποῖον ἐγὼ ὠνόμασα ἄλλοτε τοποτηρητὴν τῆς Βουλῆς, εἶναι πολύτιμος. Ὅταν δίδῃ τὰς πιστώσεις ἡ Βουλὴ καὶ ἀναχωρῇ, δὲν ἠξεύρει τὶ γίνεται ὄπισθεν· περιμένει, ὅταν ἔλθῃ ὁ ἀπολογισμὸς διὰ νὰ ἴδῃ τί ἔγεινε. Συσσωρεύεται ἄπειρος ὕλη, παρέρχεται πολὺς καιρὸς ὡς νὰ ἔλθῃ ὁ ἀπολογισμὸς καὶ χρειάζεται Ἡράκλειος δύναμις διὰ νὰ ἐξελεγχθῇ ὅλη αὐτὴ ἡ διαχείρισις, διὰ νὰ ἴδῃ ἡ Βουλὴ ἂν ἐγένετο καμμία παραβίασις. Διὰ τοῦτο ἀλλοῦ ἀντὶ νὰ περιμένουν τὸν ἀπολογισμὸν ἀφίνουσιν ἐπίτροπον ὄπισθέν των τὸν ἄρχοντα αὐτῶν τὸν μόνιμον, ὁ ὁποῖος ἐπιτηρεῖ, ὅπως ὁ προϋπολογισμὸς μὴ παραβιασθῇ. Τοσοῦτον σπουδαῖος; εἶναι ὁ ὑπάλληλος αὐτὸς, κύριοι, καὶ εἶναι ἰσόβιος, διορίζεται ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ δὲν παύεται, καὶ τὸ περιεργώτερον εἶναι, ὅτι ἔχει ἴδιον ταμεῖον διὰ νὰ μὴ ἔχῃ τὴν παραμικρὰν ἐξάρτησιν. Τώρα, ἐὰν δὲν ἤξευρον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον γίνεται, τότε θὰ ἔλεγον, ὅτι καὶ ἡ τροπολογία τοῦ κ. Τρικούπη εἶναι παράλογος. Καὶ διατὶ ἔλαβον τὸν λόγον; Διότι ἐπρότειναν ἔνστασιν σπουδαιοτάτην: τώρα ἐὰν αὐτὸς ὁ ὑπάλληλος ἔλθῃ εἰς διάστασιν μὲ τὸν ὑπουργὸν καὶ εἴπῃ αὐτὸ τὸ ἔνταλμα δὲν τὸ ἐπιθεωρῶ, διότι ὑπάρχει ὑπέρβασις τί θὰ γείνῃ; Εἰς τοιαύτην περίπτωσιν ἠξεύρετε τί γίνεται ἀλλοῦ; —διότι παρουσιάσθησαν τοιαῦτα ζητήματα— κινεῖται ἀγωγὴ ἐνώπιον μεγίστου δικαστηρίου καὶ εἰσάγεται ἡ ὑπόθεσις ἐνώπιον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρείου καὶ ἀποφασίζεται, ὅτι ἀδίκως ἐπιμένει νὰ μὴ ἐπιθεωρῇ. Ἰδοὺ ὅτι θεραπεύεται δι’ αἰτήσεως ἡ διάστασις αὕτη ἐνώπιον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ἐπιμένω πολὺ νὰ ἐννοήσῃ ἡ Βουλὴ, ὅτι αὐτὸς ὁ θεσμὸς εἶναι πολύτιμος, ὄχι διὰ τὴν προκειμένην περίπτωσιν, ἀλλὰ νὰ εἰσαχθῇ ἐν γένει ὡς ἀρχὴ καὶ νὰ ὑπάρξῃ ὡς προηγούμενον, διότι ἐν Ἑλλάδι εἶναι ἀναγκαῖον τοῦτο καὶ σύμφωνον μὲ τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον λέγει, ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐξελέγχῃ τὰς πράξεις τῶν ὑπολόγων καὶ τὴν διαχείρισιν αὐτῶν, ὥστε τὸ μέτρον τοῦτο εἶναι προληπτικόν. Πολλάκις, κύριοι, ἐγένετο ὑπέρβασις καὶ μετάθεσις πιστώσεων, ὥστε δὲν ἠμποροῦμεν νὰ εἴπωμεν, ὅτι εἶναι ἐντελῶς ἄχρηστος ἡ ἀρχὴ αὐτή. Ἀλλ’ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ κατόπιν ὁ κ. Δηλιγιάννης μᾶς εἶπεν, ὅτι σπανιώτατα ἐγένετο ἐν Ἑλλάδι τοῦτο. Τὸ τοιοῦτον ἤκουσα μὲ μεγάλην μου εὐχαρίστησιν καὶ τοῦτο τῳόντι κάμνει τιμὴν διὰ τὸ ἐξωτερικὸν καὶ ἀποδεικνύει ἀρετὴν τῶν ὑπουργῶν ἐν Ἑλλάδι, διότι εἰς ἄλλα Κράτη ἐγένοντο μεγάλαι καταχρήσεις ἐκ τούτου τοῦ κενοῦ. Ἀλλὰ μόλον τοῦτο καὶ ἐὰν δὲν θέλω ἐξαιρετικῶς αὐτὴν τὴν περίστασιν νὰ τὴν ὑπαγάγω ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἀρχὴν, θεωρῶ ὡς πολύτιμον αὐτὸν τὸν θεσμὸν καὶ ἐν περιπτώσει ἀμφισβητήσεως μεταξὺ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ γενικοῦ ἐλεγκτοῦ, ἂς ἀποφασίζει τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον. Ἡ τροπολογία αὕτη εἶναι πολύτιμος, κύριοι, ὄχι μόνον διότι εἶναι προληπτικὴ, ἀλλὰ καὶ καταστατικὴ, τὸ δὲ κατασταλτικὸν μέτρον, τὸ ὁποῖον προτείνει ὁ κ. Τρικούπης, ἀναπληροῖ ἐν μέρει τὴν ἀνάγκην, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Δηλιγιάννης παρετήρησεν. Ὁ κ. Τρικούπης θέλει, μοὶ φαίνεται, κατὰ τριμηνίαν ἀπολογισμὸν τῆς διαχειρίσεως.
§97ΤΙΝΕΣ. Μετὰ τὸ τέλος τῆς διαχειρίσεως.
§98ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἀλλὰ ἐγὼ προτείνω, κύριοι, μετὰ 4 μῆνας ἂν ᾖναι δυνατὸν, διότι ἀλλοῦ, κύριοι, κατὰ μῆνα καὶ τριμηνίαν εἰπάγεται ἡ προσωρινὴ κατάστασις καὶ διὰ τοῦτο εἶναι ἀπαραίτητος ὁ πολύτιμος ἄρχων, τὸν ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. Δηλιγιάννης, ὁ ἄρχων ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος φροντίζει νὰ δαπανῶνται τὰ χρήματα ὅπου πρέπει. Δὲν ἐνθυμοῦμαι, κύριοι, νὰ σᾶς ἀναφέρω ἄλλο τι εἰμὴ τὸ ἑξῆς, ὅτι ἀπεδείχθη, ὅτι μία Κυβέρνησις ἐψήφισε 18,000 ῥουβλίων διὰ μίαν ἀνάγκην καὶ ἠναγκάσθη ὁ δυστυχὴς ταμίας νὰ πληρώσῃ αὐτά, ἐνῷ ὁ προϋπολογισμὸς καὶ ἡ πίστωσις καὶ τὰ ἔγγραφα τῆς διαβεβαιώσεως ὑπῆρχον, ἔλειπεν ὅμως ὁ ἄρχων αὐτὸς, τὸν ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Δηλιγιάννης· ταῦτα λέγων θέλω νὰ εἴπω πόσον σπουδαία εἶναι ἡ ἔλλειψις αὕτη. Ἀλλὰ αὐτὴν τὴν ἔλειψιν, ὅτι τὰ χρήματα δαπανῶνται δι’ αὐτὰς τὰς ἀνάγκας καὶ ὅτι αὗται παρουσιάσθησαν τῷ ὄντι εἰς τὸ Κράτος, αὐτὴν τὴν βεβαιώνουσιν ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ εἰς τὴν Εὐρώπην διὰ τῶν συχνῶν προσωρινῶν καταστάσεων. Λέγω λοιπὸν, ὅτι ἡ τροπολογία τοῦ κ. Τρικούπη προβλέπει περὶ αὐτῶν, διότι εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους δύναται νὰ εὑρεθῇ, ὅτι τῷ ὄντι αὐτὰ τὰ χρήματα ἐξωδεύθησαν καλῶς, καὶ οὐ μόνον τυπικῶς, καὶ νὰ εὕρωμεν ὅτι τῳόντι τὰ χρήματα ἐξεδόθησαν καλῶς καὶ οὐχὶ μόνον τυπικῶς, ὅτι δὲν ἐτηρήθη ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς μόνον κατὰ τοὺς ἐξωτερικοὺς τύπους, ἀλλὰ καὶ κατ’ οὐσίαν. Οἱ δύω θεσμοὶ, τοὺς ὁποίους περιέχει ἡ τροπολογία αὕτη, εἶναι πολυτιμότατοι καὶ τοὺς ὑποστηρίζω, προσθέτω μόνον τὴν τροπολογίαν, ὅτι τὰς ἀμφισβητήσεις ἀποφασίζει τὸ ἐλεγκτικὸν Συνέδριον. Ἐγὼ νομίζω κατὰ μίμησιν, ὅτι ὁ ἀνώτατος αὐτὸς ἄρχων ὁ μέλλων νὰ ἐπιθεωρῇ τὰ ἐντάλματα πρέπει νὰ ᾖναι ἰσόβιος, καὶ ἤθελον προτείνει νὰ ᾖναι ὁ ἀρχαιότερος ἐλεγκτὴς τοῦ ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἤθελον προτιμήσει τὸν πρόεδρον, ἀλλὰ δὲν εἶναι δίκαιον νὰ ἐπιβαρύνεται εἷς καὶ ὁ αὐτὸς μὲ ἀπείρους καὶ ἐκτάκτους ὑπηρεσίας· ἀλλὰ τοῦτο, ἐπειδὴ δὲν πρόκειται ἤδη εἰμὴ περὶ ἄλλης ἐγκαινιάσεως τοῦ συστήματος, ἀφίνω καὶ ἀποδέχομαι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Τρικούπη ὡς ἔχει. Κύριοι, ἐν Ἰταλίᾳ ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πρώτην φορὰν εἰσήγαγε τὸ σύστημα τοῦ ἄρχοντος αὐτοῦ καὶ ἐθεωρήθη ὡς μεγάλη ἀνακάλυψις, ἐδοξάσθη δὲ τότε καὶ ἐτιμήθη· διότι ἐπαναλαμβάνω νὰ σᾶς εἴπω ὅτι μὲ τὸ σύστημα τῶν ἀπολογισμῶν δὲν θὰ κατορθώσετε τίποτε. Ὁ ἀπολογισμὸς πρέπει νὰ ἔχῃ αὐτά· τὸν φύλακα τὸν ἄγρυπνον τὸν γενικὸν ἐλεγκτὴν, τὸν ὁποῖον εὑρίσκομεν εἰς τὴν πρότασιν ταύτην. Ἔρχομαι νὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ ὡς πρὸς τοὺς φόβους ὅπου ὁ κ. Δηλιγιάννης παρουσίασε, δὲν εἰξεύρω δὲ πῶς ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἐνόμισε ὅτι προσβάλλεται ἡ δημοσία διοίκησις. Δὲν διετυπώσαμεν ἡμεῖς αἰτίασιν, πρόκειται περὶ τοῦ μέλλοντος καὶ ψηφίζοντες θεσμοὺς διὰ τὸ μέλλον ψηφίζομεν καὶ καθ’ ὑμῶν καὶ καθ’ ἡμῶν. Τὸ σύστημα τοῦτο δὲν ὑπάρχει πουθενὰ, καὶ δὲν ὑπάρχει διότι εἶναι δυσκολότατον νὰ γείνῃ· ἀλλοῦ ὅμως ὑπάρχει τὸ σύστημα τῶν συχνῶν ἀπολογισμῶν τῶν τριμήνων καὶ ἑξαμήνων, ἐδῶ ὅμως δὲν ἔχομεν τοιοῦτον, πρέπει νὰ ζητήσωμεν νὰ εὕρωμεν σύστημα ἐλέγχον τὰς οὐσίας καὶ οὐχὶ τὸν τύπον, διότι ὁ ἔλεγχος τῆς οὐσίας παρ’ ἡμῖν λείπει ἐντελῶς· 800,000 δραχμαὶ ἐξοδεύοντο ἄλλοτε διὰ ἔξοδα δημοσίου ἀσφαλείας καὶ ὅμως δὲν ἐχρησίμευον δι’ αὐτήν. Τὸ πῶς δύναται νὰ θεραπευθῇ εἶναι ἀντικείμενον ἰδίας μελέτης, παρατηρῶ μόνον ὅτι εἶναι παραλογισμὸς ἡ δημοσία διοίκησις, ἡ ὁποία δαπανᾷ, νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ βεβαιοῖ τὰ χρέη τοῦ Κράτους, νὰ λέγῃ ὁ ὑπουργὸς μοὶ ἐδώσατε ἓν ἑκατομμύριον δραχμῶν διὰ νὰ κάμω τὴν δεῖνα ὁδὸν, εἶμαι ὑπόχρεως νὰ σᾶς δώσω τὰς δραχμὰς ἢ τὴν ὁδὸν, ἰδοὺ σᾶς φέρω χαρτιὰ, τὰ ἔχουν βεβαιωμένα οἱ ὑπάλληλοι· ἤδη ἡ ὁδὸς ἔγεινε καὶ ὅμως ὁδὸς δὲν ὑπάρχει. Ὁ ὑπόλογος ὅστις εἶναι διοίκησις ὁ ἴδιος διὰ τῆς ὑπογραφῆς του νὰ λέγῃ ὅτι παρέσχον τὸ ὀφειλόμενον εἴτε εἰς ὑπηρεσίαν εἴτε εἰς ἔργον. Οὐδέποτε ὅμως πρέπει ὁ ὀφειλέτης νὰ ἐξοφλῇ τὰ χρέη του δι’ ἰδίας ἀποδείξεως· τοῦτο ὅμως γίνεται παρ’ ἡμῖν εἰς τὴν δημοσίαν διοίκησιν, μόνον δύω ἐξαιρέσεις ὑπάρχουσι καθ’ ἣν τὸ δημόσιον χρέος βεβαιοῦται ὑπὸ τοῦ ἐλεγκτικοῦ συνεδρίου, τὰ χρέη τῶν νεοφωτίστων καὶ τὰ χρέη τῶν συνταξιούχων, τὰ ὁποῖα βεβαιοῦνται ὑπὸ τοῦ ἐλεγκτικοῦ συνεδρίου, διότι πρότερον ἐγένοντο πολλαὶ καταχρήσεις ὅτε ἐβεβαιοῦντο ὑπὸ τῆς δημοσίου διοικήσεως. Κύριοι, ἂν μοὶ ἐπετρέπετο, ἂν εἶχον τὴν δύναμιν, ἤθελον κάμει εἰς τὸν παρόντα νόμον μίαν τροπολογίαν, ὅτι ὁ γενικὸς ἐλεγκτὴς, ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν ἐπιθεώρησιν τῶν ἐνταλμάτων, ὁ ὁποῖος τηρεῖ τὸν ἐσωτερικὸν τύπον τοῦ προϋπολογισμοῦ, αὐτὸς ὁ ἴδιος ἔχει τὸ δικαίωμα ὁσάκις ὑποθέτει ὅτι δὲν ὑπάρχει κατ’ οὐσίαν ἡ παροχὴ ἢ τῆς κατ’ οὐσίαν ἢ τοῦ πράγματος, ἂν αὐτὸς ὁ ἴδιος ἔχει ὑποψίαν νὰ κάμνῃ ἔκκλησιν εἰς τὸν Βασιλέα, νὰ ἔχῃ τὸ veto κατὰ τῆς δημοσίας διοικήσεως ὁσάκις παραβαίνει τὸν προϋπολογισμὸν κατ’ οὐσίαν ἢ κατὰ τύπους, ἀλλὰ δὲν προτείνω τοιοῦτόν τι διότι δὲν ἔχω τοιαύτην ὑποψίαν· ἂν ἐπρόκειτο περὶ καθολικοῦ συστήματος, ἤθελον ἐπιμείνει εἰς τὴν τροπολογίαν μου. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὑποστηρίζω τὰς τροπολογίας ὡς ἔχουσι, προσθέτων ὅτι τὴν διχογνωμίαν μεταξὺ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ γενικοῦ ἐλεγκτοῦ ἀποφασίζει τὸ ἐλεγκτικὸν συνέδριον.
§99ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὴν Βουλὴν, ἐπειδὴ δὲν θὰ τελειώσωμεν ἀπόψε, νὰ ἀναβάλῃ δι’ αὔριον.
§100ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 5 παρὰ 5/60 μ. μ.