1876.11.13
1.580 στίχοι · 13.322 λέξεις · 107 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 31
τῆς 13 Νοεμβρίου 1876.
(Σάββατον.)
Τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου κατέχει ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Τσαμαδός. Ἐκφωνηθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ τῆς Βουλῆς εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐνεκρίθησαν.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀντικείμενον τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως εἶναι τὸ νομοσχέδιον περὶ ὁδικῶν φόρων εἰς ά ἀνάγνωσιν.
§2Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἐνεγράφησαν νομοσχέδια διαφόρου φύσεως, ἐξ ὧν τὰ μὲν πρόκειται νὰ κανονίσωσι τὰς ἐκτάκτους παρασκευὰς, τὰ δὲ εἶναι νομοσχέδια στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας. Σήμερον ἡμεῖς ἔχομεν πρὸ πάντων ἀνάγκην νὰ ὁρίσωμεν ποῖα εἶναι τὰ μέσα καὶ ποῖαι εἶναι αἱ θυσίαι, δι’ ὧν δυνάμεθα νὰ παρασκευάσωμεν στρατιωτικῶς τὸν τόπον· πᾶν ζήτημα, ὅπερ μᾶς ἀπομακρύνει ἐκ τῆς ἰδέας ταύτης, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλήν. Κατὰ συνέπειαν τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔρχεται σήμερον εἰς ά συζήτησιν περὶ ὁδικῶν φόρων ἢ περὶ σιδηροδρόμων, εἶναι ἄσχετον πρὸς τὰ ζητήματα τῶν παρασκευῶν· εἶναι ζητήματα τῆς τρεχούσης ὑπηρεσίας, τὰ ὁποῖα δὲν πρέπει νὰ ἀποτρέψουν τὴν Βουλὴν ἀπὸ τὴν κυρίαν συζήτησιν.
§3ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις εἶπεν, ὅτι ὅλα αὐτὰ συνδέονται μὲ τὸ σύστημά της.
§4ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἡ ἡμερησία διάταξις διακρίνεται εἰς δύω μέρη, εἰς νομοσχέδια ἀφορῶντα τὰς ἐκτάκτους παρασκευὰς τοῦ κράτους, καὶ εἰς νομοσχέδια ἀφορῶντα τὰς τακτικὰς παρασκευάς. Νομίζω ὅτι ἰδιαιτέρως πρέπει νὰ ἐνδιατρίψωμεν εἰς τὰ πρῶτα.
§5ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι πρέπει νὰ ἀναγνωσθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ ὁδικῶν φόρων.
§6ΡΕΒΕΛΑΚΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις, ὅταν παρουσίασε τὰ νομοσχέδια, μᾶς εἶπε ῥητῶς, ὅτι ἀποτελοῦσιν ἓν σύνολον· ἂν δὲν κανονισθῶσι τὰ ἐθνικὰ δάνεια, δὲν δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν χρήματα. Δὲν ἐννοῶ λοιπὸν πῶς ὁ κ. Μπούμπουλης καὶ ὁ κ. Μαυρομιχάλης ἐννοοῦσι νὰ προβῶσιν εἰς τὰ ἄλλα νομοσχέδια, ἄνευ πόρων.
§7ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἶναι καλὸν νὰ ἀλλάζωμεν τὴν τάξιν, τὴν ὁποίαν ἠκολουθήσαμεν ἕως τώρα· πρέπει νὰ τελειόνωμεν ἀνὰ ἕν.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν ὡς πρῶτον ἀντικείμενον τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως τὸ περὶ προσωρινοῦ ὀργανισμοῦ τῶν κατὰ ξηρὰν δυνάμεων εἰς βʹ ἀνάγνωσιν, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§9ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ (ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν δύω καταστάσεις, τὰς ὁποίας ἐζήτησεν ὁ κ. Μαυρομιχάλης, μίαν τῶν ὑπεραρίθμων ὑπαξιωματικῶν καὶ μίαν τῶν ἀποστράτων ἀξιωματικῶν· δυστυχῶς δὲν εἶχον καιρὸν νὰ καταστήσω τελείαν τὴν δευτέραν, δηλ. νὰ κατατάξω τοὺς ἀποστράτους κατὰ βαθμόν.
§10Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ φέρητε καὶ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ μονίμου στρατοῦ, διὰ νὰ ἴδωμεν εἰς ποῖον σύστημα βασίζεται. Ἔμαθον, ὅτι ἀπὸ πολλοῦ χρόνου ὑπάρχει ἐπιτροπὴ ἐργαζομένη ἐπ’ αὐτοῦ· θὰ ᾖναι συνετὸν ἡ Βουλὴ νὰ τὸν ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν.
§11ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Δὲν ἐστάθη δυνατὸν νὰ κατορθώσωμεν τοῦτο. Γνωρίζετε καλῶς, ὅτι εἰς τὴν Γαλλίαν ὕστερον ἀπὸ τὸ 1872 ᾐσθάνθησαν τὴν ἀνάγκην νὰ ἀναμορφώσωσι τὸν στρατὸν, καὶ ὅμως ἐκεῖ μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς δὲν ἐστάθη δυνατὸν νὰ κατορθωθῇ τὸ τοιοῦτον.
§12Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἔχετε λάθος.
§13ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Ἡ ἐργασία εἰς ἡμᾶς προχωρεῖ, καὶ πιστεύω ὅτι ἐντὸς πέντε ἢ δέκα ἡμερῶν θὰ τελειώσῃ. Ἤθελε τελειώσει πρότερον, ἀλλὰ δυστυχῶς τὸ ποσὸν τῆς δαπάνης ἀνέβαινεν εἰς τρία ἥμισυ ἑκατομμύρια· γνωρίζετε τὰ εἰσοδήματά μας καὶ ἐννοεῖτε ἐὰν ἦναι δυνατὸν νὰ δαπανήσωμεν τόσον πολλά.
§14Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Νομίζω, ὅτι ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ ἐν Γαλλίᾳ ἔλαβε τὸν τίτλον τοῦ νόμου ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν τῆς Γαλλίας τὴν 24 Ἰουλίου 1875, Loi de l'organisation de l'armée.
§15ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Κατὰ τὸ 1872 ἡ Γαλλία, μετὰ τὰς συμφοράς, τὰς ὁποίας ἔπαθεν, ἠθέλησε ν’ ἀλλάξῃ ὁλόκληρον τὸ σύστημα τοῦ ὀργανισμοῦ της τοῦ στρατιωτικοῦ· ἐντὸς λοιπὸν τῆς Συνελεύσεως εἰσήχθη ὁ νόμος τῆς κληρουχίας, αὐτὸς τὸν ὁποῖον ἡμεῖς σήμερον ζητοῦμεν, καὶ κατὰ τὸ 1875, μετὰ τρία ἔτη, ἐψηφίσθη, κατ’ αὐτὴν δὲ τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν σᾶς ὁμιλῶ, ἀκόμη ὁ οἰκονομικὸς κλάδος δὲν ἐτελείωσε.
§16ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐν Γαλλίᾳ δύναται νὰ μὴ ἐτελείωσε, καὶ ἐν τούτοις ἠμπορεῖ νὰ μὴ προέβησαν εἰς ψήφισιν νόμου περὶ στρατολογίας, διότι καὶ ὁ ὑπάρχων ὀργανισμὸς δὲν ἔχει τι τὸ ἀπᾷδον πρὸς τὸ σύστημα. Ὁ ἡμέτερος ὅμως ὀργανισμὸς ἀπᾴδει ἐντελῶς πρὸς τὸ νέον σύστημα τῆς στρατολογίας· δὲν ἐπιτρέπεται ὁ στρατὸς νὰ ἐκτελῇ ὑπηρεσίαν ἀλλοτρίαν τοῦ προορισμοῦ του. Σήμερον δὲ, ὅτε πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν νόμον περὶ στρατολογίας, πρέπει νὰ γνωρίζωμεν ποῖος θὰ ἦναι ὁ ὀργανισμὸς, ὃν πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν.
§17ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Πρὸ δώδεκα ἢ εἴκοσιν ἡμερῶν ἀδύνατον νὰ γείνῃ· ἔχω ὅλην τὴν καλὴν θέλησιν, ἀλλ’ ἐλλείπει ὁ χρόνος.
§18Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ κυβέρνησις εἶναι ἀδικαιολόγητος, διότι συγχρόνως μετὰ τῶν περὶ ὧν πρόκειται νομοσχεδίων δὲν ὑπέβαλε καὶ τὸν νόμον περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, ἔργον, τὸ ὁποῖον διὰ τὴν κυβέρνησιν ἦτο λίαν εὔκολον, ἀφοῦ παρεδέχθη τὴν ὑποχρεωτικὴν προσωπικὴν ὑπηρεσίαν. Τὸ σύστημα αὐτὸ δὲν ἐπρόκειτο νὰ τὸ ἐφεύρῃ πρώτη, ὤφειλε νὰ τὸ παραδεχθῇ ἀπὸ τὰ κράτη ἐκεῖνα, τῶν ὁποίων ἀντέγραψε τὸν νόμον περὶ στρατολογίας. Ὁ νόμος ὁ περὶ στρατολογίας εἶναι ἀντιγραφὴ τοῦ Γαλλικοῦ νόμου, μὲ μόνην τὴν διαφορὰν, ὅτι ἡ κυβέρνησις ἠθέλησεν ἐνταῦθα ν’ ἀντιπροσωπευθῶσιν ἐν τῷ νόμῳ καὶ τὰ ἀτομικὰ συμφέροντα. Τί ἐπρόκειτο διὰ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλή; νὰ διαιρέσῃ τὸ κράτος εἰς στρατιωτικὰς περιφερείας καὶ νὰ εὐκολύνῃ τὴν ἐκγύμνασιν τῶν ἐφέδρων· ἐπρόκειτο νὰ ψηφίσῃ ἂν ἀπὸ τοῦ 1866, ὅτε ὑπῆρχε πλήρης ἐπανάστασις εἰς τὰς τακτικὰς ἰδέας, ἂν οἱ λόχοι ἔπρεπε νὰ ἔχουν 200 ἢ 100. Ἡ ἐργασία ἦτο λίαν εὔκολος, ἀφοῦ ἤδη ἡ κυβέρνησις παρεδέχθη τὸν νέον νόμον περὶ στρατολογίας, ἀφοῦ εἶχεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὁ διέπων νόμος τὰ τῆς στρατολογίας ἀναγνωρίζει τὴν ἀντικατάστασιν, καὶ τὰς λοιπὰς ἀτελείας του. Τὸ ἔργον της ἦτο εὔκολον καὶ ἁπλοῦν, ἀφοῦ παρεδέχθη τὰς νέας ἀρχὰς καὶ ἀφοῦ ἐδιοίκησε τὸν τόπον ἐπὶ ἓν ἔτος· δὲν δικαιολογοῦνται ἄρα οἱ ὑπουργοὶ λέγοντες, ὅτι δὲν εἶχον τὸν καιρὸν νὰ διοργανίσωσι στρατιωτικῶς τὸν τόπον· ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι δὲν ἐφρόντισαν, οὔτε φροντίζουν, καὶ ἀπόδειξις εἶναι αἱ ἰδέαι, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουν εἰς τὰ νομοσχέδιά των. Παρατείνοντες οὕτω τὴν καχεξίαν, ἡ ὁποία διέπει πρὸ πολλῶν ἐτῶν τὸν τακτικὸν στρατὸν, ἂν δὲ φαίνεται ὅτι παρεδέχθησαν τὴν γενικὴν στρατολογίαν, πράγματι δὲν τὴν παρεδέχθησαν ὡς τοιαύτην, διότι ἐζήτησαν καὶ ἐν αὐτῇ νὰ προστατεύσωσιν ἀτομικὰ συμφέροντα, καὶ ἐνῷ ἀπὸ τὴν στρατολογίαν ἀφαιροῦν τὴν κλήρωσιν, δὲν προτίθενται νὰ πλάσουν στρατὸν ἀξιόμαχον καὶ ἑτοιμοπόλεμον, ἀλλὰ μόνον ἀριθμούς. Δὲν δικαιοῦται λοιπὸν ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἀφοῦ ἐπὶ ἓν ἔτος ἐδιοίκησε τὸν στρατὸν, νὰ ἔρχεται καὶ νὰ μᾶς λέγῃ, δὲν εἶχον τὸν ὑλικὸν καιρὸν νὰ καταρτίσω τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ. Φρονῶ, ὅτι πρέπει ὁ ὑπουργὸς νὰ ὑποβάλῃ τὸ ταχύτερον τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, νὰ ἴδωμεν τὰς ἰδέας του, τὰς βάσεις του καὶ τὰς ἀρχάς του, διότι ἄνευ τούτου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφίσωμεν τὰ νομοσχέδια περὶ τῶν ἐκτάκτων παρασκευῶν.
§19ΓΕΝΝΑΤΑΣ. Ἐκτὸς τῶν ὅσων σᾶς εἶπεν ὁ κ. Μαυρομιχάλης, νομίζω καὶ ἐγὼ, ὅτι εἶναι ἐπιβλαβὲς νὰ ἐνεργῇ τις τακτικῶς ἐναντίον τοῦ ὀργανισμοῦ. Ὁ ὀργανισμὸς καὶ ἡ τακτικὴ ἔχουσι συνάφειαν μεγάλην καὶ ἐξαρτῶνται ἀπ’ ἀλλήλων. Διὰ τὸ τάγμα δὲν εἶναι ἀδιάφορον νὰ ἦναι ὑποδεέστερον 2, 6, 8, πρέπει νὰ ἦναι τόσον, ὥστε νὰ συναρμολογῇ τὴν ἐπίθεσιν μὲ τὴν ἄμυναν· λοιπὸν νομίζω, ὅτι εἶναι ἀναγκαιότατον νὰ κάμητε τὸν ὀργανισμὸν καὶ νὰ τὸν φέρητε ὅσον ἔνεστι ταχύτερον. Τὸ τάγμα ἀπεδείχθη, ὅτι πρέπει νὰ ἦναι 4 μονάδες, 4 λόχοι. Ὅταν ἤμην εἰς τὸ ὑπουργεῖον καὶ εἶχον τὴν φροντίδα τῶν ἐκλογῶν, καὶ δὲν ἦτο μικρὰ φροντίς, τότε μετέφρασα τοὺς Βελγικοὺς κανονισμοὺς καὶ τοὺς ἔστειλα εἰς τὰ τάγματα, ἵνα τοὺς μελετήσωσι, κατήρτισα δὲ καὶ ἕνα ὀργανισμὸν, ἀλλὰ δὲν εἶχον καιρὸν νὰ τὸν ἀποπερατώσω, καθόσον παρητήθην· ἂν ἐρευνήσητε εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, θὰ τὸν εὕρητε, καὶ ἂν δὲν σᾶς ἀρέσῃ, νὰ κάμητε ἄλλον ἐπὶ τῆς αὐτῆς βάσεως· διοργανίσατε τὸ ἱππικὸν, συμπληρώσατε τὰ κτήνη.
§20ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Μὲ τί;
§21ΓΕΝΝΑΤΑΣ. Συμπληρώσατε τοὺς ἄνδρας καὶ ὁπλίσατε αὐτοὺς μὲ ὅπλα τοῦ αὐτοῦ συστήματος.
§22ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Μὲ τί;
§23ΓΕΝΝΑΤΑΣ. Δὲν ἠξεύρω ἂν διὰ τὸ πεζικὸν θὰ δώσητε ὅπλα Μυλωνᾶ ἢ Chassepot. Περὶ τοῦ ὅπλου Μυλωνᾶ δὲν ἠμπορῶ νὰ εἴπω τίποτε, καθόσον δὲν ἐδοκιμάσθη εἰσέτι· μοὶ εἶπαν ὅτι ἐτράβηξε πολὺ, ὅτι τὸ ἔβαλαν εἰς τὴν θάλασσαν καὶ εἰς τὴν ἄμμον, καὶ ὅτι διετηρήθη· ὅταν ὅμως ἦναι χιλιάδες ὅπλα, δὲν ἠξεύρω ἂν θὰ ἦναι κακὰ ἢ καλὰ, διότι δὲν ἐδοκιμάσθησαν. Διὰ τὰ Σασεπὼ ἐπίσης δὲν λέγω τίποτε, διότι καὶ αὐτὰ τὰ ἐφέρατε γυμνὰ μὲ μίαν βελόνην· ἂν σπάσῃ, πετάξατέ τα.
§24ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Ἔχομεν πολλὰς βελόνας καὶ ἐδόθησαν παραγγελίαι διὰ 4,000 φράγκα. Οἱ λαβόντες τὰ ὅπλα δυστυχῶς δὲν ἐγνώριζον τὴν χρῆσιν καὶ δὲν ἠδύναντο νὰ τὰ μεταχειρισθῶσι. Μίαν ἡμέραν ἦλθον καὶ μοὶ εἶπον, ὅτι τὰ δοθέντα εἰς τὸ Πανεπιστήμιον δὲν εἶχον βελόνας· ἀμέσως φωνάζω, μοῦ φέρουν ἓν ὅπλον, καὶ εἶδον ὅτι εἶχε τὴν βελόνην. Εἰς τὸ ὁπλοστάσιον ὑπάρχουν βελόναι· φοβούμενος ὅμως μὴ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην, διέταξα νὰ ἔλθουν καὶ ἄλλαι.
§25ΓΕΝΝΑΤΑΣ. Ὁ ὀργανισμὸς τέλος πάντων πρέπει νὰ παρουσιασθῇ, διότι, σᾶς ἐπαναλαμβάνω, ἡ τακτικὴ εἶναι ἐπιβλαβὴς ἄνευ τοῦ ὀργανισμοῦ.
§26ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Εἶναι ἀληθῆ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Γεννατᾶς· πράγματι εὗρον ἐργασίαν τινὰ, ἀλλ’ ἐγὼ ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ παραλάβω οὐχὶ τὸν Βελγικὸν κανονισμὸν, ἀλλὰ νὰ λάβω ὡς βάσιν τὸν Γαλλικὸν νόμον· κατὰ συνέπειαν διέταξα νὰ μεταφέρουν τὰ γαλλικὰ γυμνάσια, καὶ εἰσῆλθον πρὸ καιροῦ εἰς τὰ τάγματα, καὶ ἤδη ἐξασκοῦνται τὰ τάγματα. Ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ μὲ ἀπησχόλησε πολὺ καὶ σπουδαίως, διότι τὰ μέσα ἡμῶν εἶναι μικρὰ, καὶ ἂν παραδεχθῶμεν τὸ σύστημα τοῦ κ. Γεννατᾶ, ἤθελον δημιουργήσει οὐχὶ 10 τάγματα, ἀλλὰ 20.
§27ΓΕΝΝΑΤΑΣ. 15.
§28ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. 60 λόχοι τοῦ πεζικοῦ καὶ 20 τῶν εὐζώνων 80· ἤθελον λοιπὸν κάμει 20 ταγματάρχας καὶ 40 ἀνωτέρους ἀξιωματικούς. Ἀλλὰ δύναται τὸ ἔθνος νὰ πληρόνῃ τοιαῦτα ποσά; (διάλογος μεταξὺ Α. Μαυρομιχάλη καὶ Καραϊσκάκη.) Ἡ ἐπιτροπὴ πρὸς σύνταξιν τοῦ ὀργανισμοῦ, συγκειμένη ἀπὸ ἀνωτέρους ἀξιωματικοὺς, ἐργάζεται σπουδαίως, καὶ ἐλπίζω ὅτι ὅσον οὔπω θὰ φέρωμεν τὸ ἀποτέλεσμα. Μὲ κατηγοροῦσι διατί δὲν ἠγόρασα κτήνη· ποῦ νὰ εὕρω τὰ χρήματα; Ἐδώσατε 20,000 δραχμὰς, εἶχον μείνει καὶ ἀπὸ τὸ προηγούμενον ἔτος 15, ἠγοράσαμεν 64 ζῶα· ἠθέλατε νὰ σχηματίσωμεν πυροβολικὸν, ἀλλὰ πῶς ἄνευ μέσων;
§29Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τί σχέσιν ἔχουν αὐτὰ μὲ τὸ ζήτημα τὸ ὑπὸ συζήτησιν;
§30ΣΟΥΤΣΟΣ. Δὲν ἀποδέχομαι τὴν κατηγορίαν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Μαυρομιχάλης κατὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν· εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω ὅτι ὅ,τι ἠδυνήθη ἔκαμεν, ἔχει δὲ καὶ τὸ πλεονέκτημα, ὅτι δὲν κάμνει τίποτε αὐτοκεφάλως, διότι δὲν θεωρεῖ τὸν ἑαυτόν του ἱκανὸν εἰς ὅλα. Συνέστησεν ἐπιτροπὴν πρὸ καιροῦ ἐξ ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν, ἡ ὁποία ἐργάζεται ἀδιακόπως εἰς τὸ νὰ φέρῃ τὸν κατάλληλον ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ καὶ σύμφωνον πρὸς τὸ νέον στρατολογικὸν νομοσχέδιον. Ὀργανισμοὶ, κύριοι, οἱ ὁποῖοι γίνονται εἰς δύο καὶ τρεῖς ἡμέρας, δὲν εἶναι ὀργανισμοί.
§31Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριοι, μοὶ ἀπέδωσεν ὁ ἔντιμος προαγορεύσας, ὅτι ᾐτιάθην τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἐπὶ ἀμελείᾳ· ἐξύμνησε δὲ αὐτὸς τὸν ὑπουργὸν, διότι δὲν ἔχει οὐδεμίαν πρωτοβουλίαν, ἀλλ’ ὅλας τὰς ἰδέας του ὑποβάλλει εἰς ἐπιτροπήν. Εἶπον καὶ ἐξακολουθῶ νὰ λέγω, ὅτι εἶναι ἀσυγχώρητος καὶ ὁ ὑπουργὸς καὶ ἡ κυβέρνησις ὁλόκληρος, ἥτις δὲν κατώρθωσε μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς νὰ φέρῃ ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ. Δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὴν κυβέρνησιν τοῦ τόπου νὰ συζητῇ μετὰ τοῦ νομοθετικοῦ σώματος ἀπαράσκευος καὶ ἀμελέτητος· καὶ ἂν εἰς τὸν ἔσχατον τῶν βουλευτῶν ἐπιβάλληται ἡ ὑποχρέωσις, ὁσάκις λαλεῖ, νὰ λαλῇ μετὰ μελέτην, εἰς τὴν Κυβέρνησιν εἶναι ἀσυγχώρητον νὰ παρουσιάζηται ἀπαρασκεύαστος.
§32ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ κ. Μαυρομιχάλης νὰ λέγῃ ὅ,τι θέλει.
§33ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ λέγω ὅ,τι θέλω, ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ φέρω κρίσιν ἐπὶ τῆς μέχρι τοῦδε διαγωγῆς σας, ἡ ὁποία καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ στρατιωτικὰ εἶναι λίαν ἐπισφαλὴς, διὰ νὰ μὴ εἴπω ὅτι εἶναι πλημμελεστάτη, καὶ ἀπόδειξις εἶναι τὰ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἀφοῦ συνετάξατε καὶ ἐμελετήσατε ἐπὶ ἓν ἔτος, σεῖς πρῶτοι θέλετε νὰ τὰ τροποποιήσετε κατόπιν τῆς ἀπαντήσεως τῶν βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι, ὡς ἐκ τῆς θέσεώς των, δὲν ἔχουν τὰ ἀναγκαῖα στοιχεῖα νὰ μελετήσωσι καὶ ἐξετάσωσιν αὐτά. Καὶ ὅταν μετὰ ἑνὸς ἔτους διοίκησιν ὑποβάλετε στρατολογικὸν νομοσχέδιον καὶ δὲν φέρετε τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, δύνασθε νὰ δικαιολογηθῆτε, ὅτι δὲν εἴχατε τὸν ὑλικὸν χρόνον; Ὄχι, κύριοι· πρέπει νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν, καὶ αὐτὸ εἶναι εἰς τὴν πεποίθησίν μου τοὐλάχιστον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐφρόντισε σπουδαίως καὶ εἰλικρινῶς περὶ τῆς ἀναπτύξεως τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων τοῦ κράτους· ἠθέλησεν ἐν τῇ κοινῇ ἐξεγέρσει νὰ ῥίψῃ ἰδέας, τὰς ὁποίας οὔτε πιστεύει οὔτε φρονεῖ, καὶ διὰ τοῦτο κατήρτισε τοιαῦτα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἐντὸς 24 ὡρῶν πρώτη αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις τροποποιεῖ. Τὰ νομοσχέδια αὐτὰ, κατ’ ἀνάγκην ὑποβληθέντα, φέρουσι τὸν τύπον τῶν ἰδεῶν ὑπὲρ ὧν πάντοτε ἐπρομάχησαν οἱ σήμερον κυβερνῶντες, ἤτοι τὸ δόγμα τῆς προστασίας, τῶν ἐξαιρέσεων, τῆς ἐπιεικείας καὶ τῶν δωρεῶν. Δὲν δύναμαι νὰ πιστεύσω, ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν εἶχε τὸν ἀνάλογον καιρὸν, διὰ νὰ ὑποβάλῃ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, ἀφοῦ μάλιστα εὗρεν ἑτοίμην ἐργασίαν ἀπὸ τοὺς προκατόχους του, καὶ ὡς πρὸς τὸν περὶ στρατολογίας νόμον, καθὼς καὶ διὰ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ. Ἐθεώρησα ἀναγκαῖον νὰ εἴπω τὰς ὀλίγας ταύτας λέξεις, ἀπαντῶν εἰς τὸν ἀξιότιμον προαγορεύσαντα, ὁ ὁποῖος συνηγορῶν ὑπὲρ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, τὸν κατεδίκασεν ὅτι οὐδέποτε ἔσχε πρωτοβουλίαν εἰς τὰ περὶ στρατοῦ.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τίς ζητεῖ τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου;
§35ΡΟΥΦΟΣ. Δὲν τελειόνομεν καὶ τὰ ἄλλα;
§36ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Αὐτὸ ἀπεφάσισεν ἡ Βουλή.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πλεῖστοι.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Μετὰ τοῦτο ἄρχεται ἡ κατ’ ἄρθρον ἀνάγνωσις τοῦ νομοσχεδίου. Εἰς τὸ ἄρθρον 2 ὁ κ. Ῥεβελάκης ἐπρότεινεν ἡ λέξις «συνταχθεῖσαν» ν’ ἀντικατασταθῇ διὰ τῆς λέξεως «συνταχθησομένους».)
§38ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.
§39Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κατόπιν παρατηρήσεων, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο εἰς τὴν πρώτην συζήτησιν, ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλε τροπολογίας τινάς. Ἐπεθύμουν οἱ ὑποβαλόντες αὐτὰς ὑπουργοὶ νὰ δώσωσι τὸν λόγον τὸν ὑπαγορεύσαντα αὐτοῖς τὰς ὡς εἴρηται τροπολογίας, διότι, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, πρὸ παντὸς ἄλλου ὁ χαρακτηρισμὸς τοῦ ἐφέδρου εἶναι τὸ σπουδαιότερον τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ· κατ’ ἐμὲ δὲ ὀφείλει νὰ ὑπάγεται εἰς τὰ στρατιωτικὰ δικαστήρια καὶ τοὺς στρατιωτικοὺς νόμους, αἱ δὲ τροπολογίαι οὐδεμίαν περὶ τούτου ποιοῦσι μνείαν, μὲ μόνην τὴν διαφορὰν, ὅτι μετέβαλον τὰς λέξεις, καὶ ἀντὶ τοῦ δικαστικοῦ, εἶπε πειθαρχικοῦ συμβουλίου. Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω ἂν ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένῃ, ὥστε τὸν ἔφεδρον νὰ τὸν ὑπάγῃ εἰς τὰ πολιτικὰ δικαστήρια, διότι ἐνόσῳ ἐξακολουθεῖ νὰ ἐπιμένῃ εἰς τοῦτο, θὰ ἐπιμένω καὶ ἐγὼ εἰς τὴν ἰδέαν, ὅτι ὁ ἔφεδρος ὀφείλει νὰ ὑπάγεται εἰς τὴν στρατιωτικὴν δικαιοσύνην· ἐνόσῳ εἶναι εἰς τὴν οἰκίαν του, δύναται νὰ ἀπολαμβάνῃ τῆς πολιτικῆς δικαιοσύνης, ἀλλ’ ἀφ’ ἧς στιγμῆς λάβῃ τὸ ὅπλον εἰς τὰς χεῖρας καὶ ἐκπαιδεύεται στρατιωτικῶς, ὀφείλει νὰ ὑπάγεται εἰς τοὺς στρατιωτικοὺς νόμους.
§40ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Πρέπει νὰ παύσῃ τὸ ἀστικὸν δίκαιον καὶ νὰ εἰσέλθῃ ἡ στρατοκρατία ἐν τῷ τόπῳ.
§41Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς Ἕλληνα βουλευτὴν νὰ ἐκστομίσῃ τοιαύτην ἰδέαν, διότι ὑπάρχουν προηγούμενα τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα ἀποδεικνύουν, ὅτι ὁ στρατὸς ἐν Ἑλλάδι ὑπῆρξεν ὁ πρόμαχος τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ τόπου. Στρατοκρατίαν ἐν Ἑλλάδι, εἶπεν, ὅτι ἤθελον νὰ εἰσαγάγω ἐγὼ, ὅστις καὶ ὡς βουλευτὴς καὶ ὡς στρατιωτικὸς καὶ διὰ πραγμάτων καὶ διὰ λόγων ὑπὲρ τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ τόπου συνηγόρησα. Δὲν ἐπιτρέπεται εἰς Ἕλληνα βουλευτὴν νὰ εἴπῃ, ὅτι ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς πρόκειται νὰ ἐγκατασταθῇ ὡς στρατοκρατία ἐν τῷ τόπῳ· φρονῶ, ὅτι ὅστις ἔχει τὴν τιμὴν νὰ κρατῇ τὰ ὅπλα, πρέπει νὰ ἔχῃ τὰς ὑποχρεώσεις τῆς τιμῆς αὐτῆς. Ἀπαντῶν εἰς τὰς ἰδέας τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅστις παρετήρησεν, ὅτι ὁ ἔφεδρος εἰς τὴν οἰκίαν του πρέπει νὰ ᾖναι πολίτης, δὲν ἀρνοῦμαι αὐτὸ τὸ δικαίωμα· ἀρνοῦμαι μόνον τοῦτο, ὅτι, ὁσάκις ὁ ἔφεδρος ἐκγυμνάζεται, πρέπει νὰ ὑπάγεται εἰς τοὺς στρατιωτικοὺς νόμους, καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ σπουδαία διαφωνία, ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῆς κυβερνήσεως, διότι ἐννοοῦμεν οἱ ἔφεδροι, ὁσάκις προσκαλοῦνται εἰς ἀσκήσεις, νὰ ἐκγυμνάζωνται εἰς τὰς ἕδρας ἐκείνας, εἰς τὰς ὁποίας ὑπάρχουν στρατεύματα τακτικὰ, νὰ μεταβαίνουν εἰς τοὺς στρατῶνας, ἔστω διὰ 5, ἔστω διὰ 10 ἡμέρας, ἔστω δι’ ὅσας ἡμέρας ὁ νόμος θέλει κανονίσει. Δὲν ἐννοοῦμεν, κ. πρόεδρε, νὰ ἔχωμεν πολίτας ὡπλισμένους, οἱ ὁποῖοι μόνον νὰ ἔχουν τὴν τιμὴν νὰ φέρουν τὰ ὅπλα, καὶ τῶν ὁποίων νὰ προηγοῦνται στρατιωτικαὶ μουσικαὶ διὰ περιπάτους, εὐθυμίας, χωρὶς νὰ ὑπάγωνται εἰς τοὺς στρατιωτικοὺς νόμους· ἐννοοῦμεν τὸν τόπον νὰ τὸν καταστήσωμεν ἀξιόμαχον, νὰ τὸν συντάξωμεν στρατιωτικῶς. Καὶ λέγοντες νὰ τὸν συντάξωμεν στρατιωτικῶς, ἐννοοῦμεν νὰ τὸν ὑποβάλωμεν εἰς ὅλας τὰς διατάξεις τοῦ στρατοῦ μὲ τὸ πλεονέκτημα μόνον, ὅτι, ἀντὶ νὰ διάγουν 3 ἔτη διηνεκῶς ἐν τῷ στρατῷ, νὰ διάγουν 10 ἡμέρας, 2 ἑβδομάδας, ὅσον θὰ ὁρίσῃ ὁ νόμος· δὲν ἐννοοῦμεν νὰ κάμωμεν πολίτας Ἕλληνας ὡπλισμένους, διὰ νὰ περιπατοῦν εἰς τὰς ἀγυιάς, ἄνευ στρατιωτικῆς ἀνατροφῆς. Διὰ τοῦτο ἐπιμένω φρονῶν, ὅτι ἡ κυβέρνησις, ἂν πράγματι εἰλικρινῶς καὶ σπουδαίως πρόκηται νὰ συντάξῃ τὸν τόπον στρατιωτικῶς, πρέπει τὸν ἔφεδρον ὁσάκις θὰ τὸν προσκαλῇ εἰς τὰς ἀσκήσεις, εἴτε μεμονομένως εἴτε κατὰ σώματα, πρέπει νὰ τὸν ὑποβάλῃ εἰς τὰς στρατιωτικὰς ὑποχρεώσεις· ἄλλως εἶναι ἁπλῆ ἐπίδειξις, ἤτοι ψεῦδος, διὰ τὸ ὁποῖον, ὅσα ἔθνη τὸ ἐφήρμοσαν, ἐτιμωρήθησαν αὐστηρῶς.
§42ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Εὔκολον εἶναι, κύριοι, νὰ ἐκφέρῃ τις ἀπὸ τῆς θέσεώς του ἀγορεύων ὅ,τι θέλει, ἀλλὰ δὲν εἶναι εὔκολον νὰ πείθῃ τοὺς ἄλλους διὰ κενῶν καὶ ἀορίστων φράσεων· εὔκολον ἤθελεν εἶσθαι ἂν διὰ τῶν πραγμάτων ἤθελε πείσει τὴν κοινὴν συνείδησιν· ἄλλως τε διὰ φράσεων ματαίων, πομπωδῶν καὶ κενῶν, οὔτε ἡ Βουλὴ οὔτε τὸ δημόσιον πείθεται. Ἔπρεπε νὰ διακρίνετε περὶ τίνος ἀντικειμένου πρόκειται· δὲν πρόκειται περὶ τακτικοῦ ὀργανισμοῦ, ἀλλὰ περὶ τῆς ἐκτάκτου ὀργανώσεως τοῦ κράτους· δὲν πρόκειται περὶ τοῦ τακτικοῦ ἐφέδρου στρατιώτου, ἀλλὰ περὶ τοῦ ἐκτάκτου. Ἔπρεπε νὰ μὴ συγχύσῃς τὰ δύω ἀντικείμενα καὶ νὰ ἐκφέρῃς τοιαύτας φράσεις πομπώδεις, ματαίας· γνωρίζω τὸ καθῆκον μου ὡς καὶ σὺ, διότι καὶ ἐγὼ εἶμαι στρατιωτικός· τὸν ἐγωϊσμὸν ὅμως τοῦ στρατιώτου, ὅταν ὁμιλῶ ἀπέναντι τοῦ ἔθνους, τὸν παραμερίζω, διότι ἔχω πολὺ σπουδαῖα ἀντικείμενα νὰ μελετήσω καὶ συναρμολογήσω πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ἐπικρατείας. Τὸ νομοσχέδιον τὸ προκείμενον δὲν ἀφορᾷ ἢ τὴν ἔκτακτον παρασκευὴν, καὶ δὲν δύνασαι εἰς τὸν πολίτην, τὸν ὁποῖον διὰ μιᾶς τὸν μεταφέρεις ἀπὸ τῆς θέσεως τοῦ πολίτου εἰς τὰς τάξεις τοῦ ἐφέδρου, νὰ εἰσαγάγῃς τὸν στρατιωτικὸν νόμον παντοῦ καὶ πάντοτε, καὶ ἐν τῇ καλύβῃ του καὶ ἐν τῷ ἀρότρῳ του· δὲν δύνασαι ποτὲ καλῶς σκεπτόμενος νὰ μεταβάλῃς τὸν ἀστικὸν νόμον εἰς στρατιωτικόν· αὐτὸ ὤφειλες νὰ ἔχῃς ὑπ’ ὄψιν σου, καὶ εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι δὲν ἤθελον ἐκφύγει τοιαῦται φράσεις ἐκ τοῦ στόματός σου. Πρόκειται τὸν ἁπλοῦν πολίτην νὰ τὸν κατατάξῃς εἰς τὴν θέσιν τοῦ ἐφέδρου διὰ τοῦ προσωρινοῦ στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ κράτους, δὲν δύνασαι λοιπὸν νὰ εἰσαγάγῃς μέχρι τοῦ ἀρότρου καὶ τῆς καλύβης τὸν στρατιωτικὸν νόμον· διὰ τοῦτο σοφῶς ὁ νόμος προβλέπει ὅτι, ὅταν ὁ ἔφεδρος αὐτὸς εὑρίσκεται ἐν τοῖς γυμνασίοις, τὸν παρακολουθεῖ ὁ στρατιωτικὸς νόμος· τί περισσότερον ζητεῖς ἀπὸ τὴν φράσιν ταύτην; Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ τακτικοῦ ἐφέδρου στρατιώτου, διότι αὐτὸν κατόπιν τῆς ἐπικυρώσεως τοῦ νόμου αὐτοῦ θὰ τὸν παρακολουθῇ παντοῦ καὶ πάντοτε ὁ στρατιωτικὸς νόμος.
§43Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Εἶσθε σύμφωνοι.
§44ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὄχι, διότι πρόκειται περὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ ἐκτάκτου. Λοιπὸν σεῖς οἱ βουλευταὶ, οἱ ὁποῖοι ἐπιβάλλετε τὸν στρατιωτικὸν νόμον εὐθὺς διὰ μιᾶς, ὀφείλετε νὰ σκεφθῆτε καλῶς· δὲν δύναται μέχρι τῶν τελευταίων ἔργων του τὸν πολίτην, καί τοι ἐξασκοῦντα τὸ δικαίωμα τοῦ ἐφέδρου, νὰ τὸν παρακολουθῇ ὁ στρατιωτικὸς νόμος καὶ ἡ στρατιωτικὴ πειθαρχία· ἀρκούντως καὶ δεόντως τοῦτο ὑποστηρίζεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, καθ’ ὃ ἡ στρατιωτικὴ νομοθεσία τὸν παρακολουθεῖ καὶ εἰς τὰ γυμνάσια καὶ εἰς τὰς ἀσκήσεις. Ἀλλ’ ὁ κ. Μαυρομιχάλης ἐννοεῖ νὰ τὸν παρακολουθῇ ὁ νόμος καὶ εἰς τὸ ἄροτρον καὶ εἰς τὴν βιομηχανίαν του.
§45Η. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὄχι τότε.
§46ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὁ νόμος λοιπὸν σοφῶς προβλέπει περὶ τούτου, καὶ οὐδεμία μομφὴ δύναται νὰ ἐπικρατήσῃ εἰς τὸ νομοσχέδιον τὸ προβλεπόμενον.
§47ΛΑΠΑΣ. Νὰ μὴ τὸν διακόπτῃ κανείς.
§48ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἑπομένως ἀρκούντως καὶ δεόντως προβλέπονται αἱ περιστάσεις ἐκεῖναι, καθ’ ἃς ὁ ἔφεδρος στρατιώτης εἰς τὸν ἔκτακτον τοῦτον ὀργανισμὸν θὰ παρακολουθῆται ὑπὸ τοῦ νόμου τοῦ στρατιωτικοῦ· τὰ λοιπὰ εἶναι μάταια καὶ ἐπιβλαβῆ εἰς τὴν κοινωνίαν.
§49ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ (ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Δικαιῶ πληρέστατα τὸν κ. Μαυρομιχάλην, διότι βεβαίως πολλάκις, εἶπε, καὶ εἶπεν ὀρθῶς, οἱ στρατιωτικοὶ περίπατοι εἶναι περίπατοι διασκεδάσεως, καὶ πιθανὸν νὰ ἔχῃ δίκαιον. Ἀφίνω αὐτὴν τὴν ἐργασίαν ἐδῶ (καταθέτει ἐπὶ τοῦ προεδρείου φάκελλον ἐγγράφων) καὶ παρακαλῶ τοὺς ἐντίμους συναδέλφους ἀξιωματικοὺς νὰ τὴν θεωρήσουν καὶ νὰ ἰδοῦν ποῖοι εἶναι οἱ στρατιωτικοὶ περίπατοι· παρακαλῶ τὸν κ. συνταγματάρχην νὰ ἀναγνώσῃ αὐτὰ, τὰ ὁποῖα κατέθεσα, διὰ νὰ ἴδῃ τοὺς στρατιωτικοὺς περιπάτους, διὰ νὰ ἴδῃ πῶς κάμνουν στρατιωτικὰς πορείας, καὶ πῶς ἐφαρμόζουν.......
§50Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὑπάρχει σύγχυσις, βλέπω, δὲν ἀντιλαμβάνεται καλῶς ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν· ὅταν ὠνόμασα στρατιωτικοὺς περιπάτους, εὐθυμίας, ἐνόησα τοὺς πολίτας ἐκείνους τοὺς ὡπλισμένους, οἵτινες, ἔχοντες ἐπὶ κεφαλῆς στρατιωτικὰς μουσικὰς, ἐξέρχονται εἰς τὰς ὁδοὺς, εἰς τὰ πολύγωνα καὶ τοὺς περιπάτους, καὶ εὐθυμοῦν· δὲν ἐνόησα τὸν τακτικὸν στρατὸν, ὁ ὁποῖος ἴσως εἰς τὸ διάστημα τοῦ ἔτους ἐστάλη δὶς ἢ τρίς.
§51ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Δὶς καθ’ ἑβδομάδα.
§52Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐγὼ, συζητῶν ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, συζητῶ περὶ τῶν ἐφέδρων, εἰς τοὺς ὁποίους φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιβληθῇ ὁ στρατιωτικὸς νόμος· περὶ αὐτῶν ὡμίλησα, δὲν ἐσύγχυσα τοὺς ἐφέδρους τῶν ἐκτάκτων παρασκευῶν μὲ τὸν μόνιμον στρατόν. Καὶ ἂν ἔκαμα ἐξωδίκους παραστάσεις περὶ στρατιωτικῶν περιπετειῶν, ἐνόησα τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον πρόκειται ἐκ νέου νὰ ἐγκαθιδρύσῃ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, νὰ ὑπάγωνται εἰς τὰ πλημμελειοδικεῖα καὶ εἰρηνοδικεῖα· δι’ αὐτὸ εἶχον δίκαιον νὰ εἴπω, ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἀντελήφθη.
§53ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι ὄχι μόνον δὲν ἀντιλαμβάνομαι καλῶς, ἀλλὰ δὲν ἀντιλαμβάνομαι διόλου τὶ λέγει ὁ κ. Μαυρομιχάλης.
§54ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν θέλετε νὰ ἀντιληφθῆτε.
§55Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἔχομεν προηγούμενα, τὰ ὁποῖα διαψεύδουσιν αὐτὴν τὴν ἰδέαν.
§56ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Πρόκειται, κύριοι, ὄχι περὶ στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ, ὄχι περὶ διοργανώσεως στρατιωτικῆς, ἀλλὰ περὶ διοργανώσεως δυνάμεως, ἥτις, περὶ τὸν στρατὸν ὡς πυρῆνα συγκεντρωμένη, θὰ τὸν συντρέχῃ καὶ θὰ τὸν ἐνισχύῃ. Ἐπιθυμῶ καλῶς νὰ ἐννοηθῇ αὐτὴ ἡ διαφορά, καὶ ὅταν ἐννοηθῇ, θέλουσι παύσει αἱ ἀμφιβολίαι καὶ ἀμφισβητήσεις. Πρόκειται πάντοτε περὶ πολιτῶν ἐξασκουμένων καὶ προετοιμαζομένων πρὸς ἐνίσχυσιν τοῦ στρατοῦ καὶ ἐνεργούντων μετὰ τοῦ στρατοῦ.
§57Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Τοῦ μονίμου.
§58ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τοῦ μονίμου φυσικά· εἶναι τάχα ἀρκεταὶ αἱ ὑποχρεώσεις καὶ αἱ τιμωρίαι, αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλονται; εἰς τὰ σώματα τὰ πρὸς τοιοῦτον σκοπὸν, εἶναι τάχα ἀρκεταὶ ἢ χρειάζονται περισσότεραι, καὶ κατὰ τί αἱ ὑπάρχουσαι εἶνε ἐλλιπεῖς; Τὸ κατ’ ἐμὲ, κύριοι, καί τοι μὴ στρατιωτικὸς, ἐξετάσας τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, ἐνόμισα καὶ νομίζω, ὅτι εἶναι λίαν ἀρκεταὶ καὶ δὲν ἀπομακρύνονται ἀπὸ τὸν σκοπὸν τοῦ κ. Μαυρομιχάλη, ὁ ὁποῖος ἐπίστευον, ὅτι δὲν ἤθελε συζητεῖ οὕτω τὸν νόμον τὸν παρόντα, ἐκτὸς ἂν συζητῇ περὶ τοῦ ἄλλου νόμου.
§59Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Περὶ αὐτοῦ, τοῦ παρόντος.
§60ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἰδοὺ τὶ λέγει ὁ παρὼν (ἀναγινώσκει). «Ἐν ταῖς περιπτώσεσι τῶν ἄρθρων 7, 8 καὶ 10 οἱ εἰς τὰ ὅπλα κληθέντες ὑποβάλλονται εἰς ἁπάσας τὰς ὑπὸ τοῦ στρατιωτικοῦ νόμου καθοριζομένας ὑποχρεώσεις, ὑπάγονται δὲ καὶ εἰς τὰς διατάξεις τῆς στρατιωτικῆς ποινικῆς νομοθεσίας». Λοιπὸν πειθαρχικῶς οἱ γυμναζόμενοι πολῖται θέλουν τιμωρεῖσθαι κατὰ τοὺς κανονισμοὺς τοὺς ἐπιβαλλομένους εἰς τοὺς στρατιώτας.
§61Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Αὐτὸ ἔχει πρακτικὴν ἐφαρμογήν;
§62ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅ,τι ἔχει διὰ τοὺς στρατιώτας, ἔχει καὶ διὰ τοὺς ἐφέδρους· ὅπως θὰ τιμωρῶνται οἱ στρατιῶται θὰ τιμωρῶνται καὶ αὐτοί· δὲν ἐννοῶ ποίαν ἄλλην ἐφαρμογήν. Μοὶ λέγετε ὁποίαν ἐφαρμογὴν θὰ ἔχῃ, αὐτὸ δὲν τὸ ἐννοῶ· δι’ αὐτὸ εἶπον ὅτι δὲν ἀντιλαμβάνομαι διόλου.
§63Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἔχετε δίκαιον, διότι δὲν εἶσθε στρατιωτικός.
§64ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Λοιπὸν ὁ νόμος προβλέπει τρεῖς περιστάσεις, καὶ νομίζω ὅτι, ἐκτὸς αὐτῶν τῶν περιστάσεων, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ὑποβληθῇ εἰς ἐξαιρετικὴν δικαιοδοσίαν ὁ πολίτης. Βεβαίως ὁ πολίτης, ὁ ὁποῖος κηρύττεται ἔφεδρος μένων εἰς τὴν οἰκίαν καὶ τὴν ἐργασίαν του, δὲν θὰ ὑποταχθῇ εἰς στρατιωτικὴν νομοθεσίαν· αὕτη ἄρχεται ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐπιληφθῇ ἔργου στρατιωτικοῦ. Ὁ νόμος, ὡς εἶπον, προβλέπει τὰς τρεῖς περιστάσεις τοιαύτας· α) ὅταν ὁ πολίτης ἐξασκῆται, ἰδίως κατὰ τὴν περιφέρειαν τοῦ χωρίου ἢ τῆς ἐπαρχίας του, τιμωρεῖται κατὰ τὸ ἄρθρον 5 § 4 τοῦ νόμου τοῦ στρατιωτικοῦ· β) περίστασις, καθ’ ἣν ἀποτελεῖ μέρος σώματος καὶ γυμνάζεται εἰς τὰς κατὰ σῶμα ἀσκήσεις, παραβιάζων τὸν νόμον, τιμωρεῖται κατὰ τὰς διατάξεις τῆς § 5· γ) περίστασις, ὅταν ὁ πολίτης διατελῇ ἐν στρατείᾳ, συμπράττων μὲ τὸν στρατιώτην εἰς τὸν πόλεμον, ὑπέπεσεν εἰς παράπτωμα τιμωρεῖται κατὰ τὸ ἄρθρον 20. Εἰς τὰς τρεῖς περιστάσεις, καθ’ ἃς στρατιωτικὰ ἐνεργεῖ καθήκοντα, τιμωρεῖται ὡς οἱ στρατιῶται. Ἐπεθύμουν νὰ μάθω τί πλέον ἐλλείπει; ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι τὸ σύστημα εἶναι πληρέστατον, προκειμένου περὶ πολιτῶν, οἱ ὁποῖοι ὑποβάλλονται εἰς τὴν ὑποχρέωσιν αὐτὴν μὲ σκοπὸν νὰ συνδράμουν τὸν στρατὸν, καὶ ὄχι νὰ ἀποτελέσουν ἴδιον αὐθύπαρκτον στρατόν.
§65Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Διὰ τῆς συζητήσεως, κύριοι, ἐλπίζεται νὰ κατορθωθῇ συνεννόησίς τις, ἐὰν αὕτη ἦναι δυνατή. Διχογνωμῶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ὡς πρὸς τοῦτο, ὅτι τὸν ἔφεδρον τὸν μεταβάλλει ἀναλόγως τῆς θέσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται, καὶ ποτὲ μὲν τὸν τιμωρεῖ ὡς πολίτην, ποτὲ δὲ ὡς στρατιώτην. Αὐτὴ ἡ διττὴ φύσις εἶναι λίαν πλημμελής. Καὶ ἐν πρώτοις λέγει ἡ Κυβέρνησις, ὅτι θὰ ἐδικαιούμεθα νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τοιούτου ἐδάφους, ἐὰν εἴχομεν ὑπ’ ὄψιν ὀργανισμὸ μονίμου στρατοῦ, ἀλλὰ σήμερον πρόκειται περὶ ἐκτάκτων παρασκευῶν, ἤτοι περὶ νόμου λίαν διαβατικοῦ, καὶ κατὰ συνέπειαν δὲν ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν τὰς τοιαύτας ἀπαιτήσεις. Νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἂν ὄχι πλανᾶται, δὲν ἐννοεῖ ὅμως τὸ ζήτημα, ὅπως ὤφειλε, διότι ὁ νόμος αὐτὸς ἔχει βάσιν τὸν μόνιμον στρατὸν, καὶ ὅλαι αἱ διατάξεις δὲν ἔχουν ἄλλον σκοπὸν, ἢ νὰ συμπληρώσωσι τὰ κενὰ τοῦ μονίμου στρατοῦ· ὥστε ὁ ἰσχυρισμὸς, ὅτι πρόκειται περὶ ἐκτάκτων παρασκευῶν, δὲν μεταβάλλει τὸ ζήτημα. Δὲν ἐνόησα πώποτε, ὅτι ὁ ἔφεδρος, ἀπερχόμενος εἰς τὸν οἶκόν του, ὑπάγεται εἰς τὸν στρατιωτικὸν νόμον· ἐννοῶ τὸν ἔφεδρον γυμναζόμενον στρατιωτικῶς, οὐχὶ ἐν πλατείαις καὶ περιπάτοις, ἀλλ’ ὅπως κατ’ ἔτος ἐκγυμνάζονται οἱ κληροῦχοι. Ἐφρόνουν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, πειθομένη εἰς τὰς γνώμας τῶν στρατιωτικῶν ἐν Ἑλλάδι καὶ τὰς ἐπικρατούσας ἐν Εὐρώπῃ, ἤθελεν ἀποδεχθῆ τὴν ἰδέαν, ὅτι διὰ νὰ ᾖναί τις στρατιώτης, πρέπει νὰ ὑπάγηται εἰς τοὺς στρατιωτικοὺς νόμους.
§66ΜΠΟΥΤΟΣ. Δὲν φέρετε μίαν τροπολογίαν;
§67ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Θὰ φέρω, ἀλλὰ ἀνάγκη πᾶσα νὰ πεισθῆτε.
§68ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δυσκολευόμεθα νὰ πεισθῶμεν, διότι δὲν βλέπομεν τὶ ζητεῖτε.
§69ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Φέρετε μίαν τροπολογίαν.
§70ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἡ ἀπαίτησις αὐτὴ εἶναι ἄδικος, διότι εἴχατε ὅλα τὰ στοιχεῖα καὶ ὅλα τὰ μέσα νὰ φέρητε ἕνα νόμον, ὁ ὁποῖος νὰ ἀνταποκρίνηται πρὸς τὰς ἰδέας τοῦ κόσμου καὶ τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου.
§71ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἐὰν ἀποῤῥίψωμεν τὸ ἄρθρον, πρέπει νὰ τὸ ἀντικαταστήσωμεν δι’ ἄλλου· προτείνατε λοιπὸν τοιοῦτον.
§72ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριοι, αὐτὸ θὰ γίνῃ, ἀλλ’ εἶναι ἄδικον, διότι ἐπιθυμῶ διὰ τῆς συζητήσεως νὰ γνωσθῇ, ὅτι αἱ ἰδέαι αἱ ὑπάρχουσαι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ εἶναι ἀνεπαρκεῖς, καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐὰν ἤθελε νὰ ἐνδώσῃ εἰς τὰς ἰδέας, αἱ ὁποῖαι ἀνεπτύχθησαν, ἤθελεν ἀναγράψει εἰς τὰς τροπολογίας του, ὅτι ὁ ἔφεδρος, προσκαλούμενος εἰς ἄσκησιν ἐπὶ 3, 5, 10 ἡμέρας, ὀφείλει νὰ μένῃ ἐν τῷ στρατῶνι, νὰ ἐξασκῆται ἀπὸ τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ, ὄχι ἀπὸ τοὺς προγυμναστὰς τοὺς λαμβάνοντας ἐπιμίσθιον, καὶ ἀπὸ τοὺς ἀξιωματικούς, τοὺς ὁποίους ἐκθέτει ἡ διοίκησις ἀπέναντι ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν καμμίαν ὑποχρέωσιν. Αὐτὴ ἦτο ἡ ἰδέα, καὶ ἐπ’ αὐτῆς δὲν ἔφερον αἱ τροπολογίαι τῆς Κυβερνήσεως μεταβολὴν, καὶ μᾶς εἶπεν ὁ ἔντιμος πρωθυπουργὸς ὅτι ἐννοεῖ, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ στρατιωτικοῦ κανονισμοῦ ἐφαρμόζονται ἐπὶ τῶν πολιτῶν. Ποῖαι δὲ εἶναι αὗται; Π. χ. ὁ ἀξιωματικός, γυμνάζων ἓν σῶμα πολιτῶν, κάμνει παρατηρήσεις πρὸς ἓν ἄτομον, αὐτὸ δὲ ἀδιαφορεῖ ἢ κάμνει μορφασμούς· τὸ τοιοῦτον τιμωρεῖται αὐστηρότατα ὑπὸ τοῦ στρατιωτικοῦ νόμου. Ὁ γυμναζόμενος πολίτης εἰς μίαν παρατήρησιν τοῦ προγυμναστοῦ ἀνταπαντᾷ, πρᾶξις τιμωρουμένη μὲ φυλάκισιν· ὁ γυμναζόμενος εἰς μίαν παρατήρησιν τοῦ ἀξιωματικοῦ αὐθαδιάζει, πρᾶξις τιμωρουμένη μὲ στρατοδικεῖον. Ὁ γυμναζόμενος εἰς μίαν παρατήρησιν τοῦ προγυμναστοῦ ἀπειλεῖ, κεφαλικὴ ποινή. Αὐταὶ αἱ διατάξεις ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν λέγει ὅτι εἶναι πρακτικαὶ καὶ τίς θὰ τὰς ἐφαρμόσῃ; Ἀκούσατε. Ὁ προγυμναστής, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, θὰ καταγγείλῃ εἰς τὸν ἔπαρχον ἢ τὸν νομάρχην, ὁ δὲ νομάρχης δὲν ἐννοεῖ ὅτι εἷς μορφασμὸς ἑνὸς στρατιώτου πρὸς τὸν ἀξιωματικὸν δύναται νὰ τοῦ ἀποκόψῃ τὴν κεφαλήν.
§73ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ποῦ τὸ λέγει αὐτό;
§74ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριε πρωθυπουργέ, διαφωνοῦμεν εἰς μίαν ἰδέαν· σεῖς φρονεῖτε ὅτι πολῖται ἕλληνες, προωρισμένοι νὰ ἐνισχύουν τὸν μόνιμον στρατὸν, δύνανται νὰ ἑτοιμάζωνται, καθ’ ὃν τρόπον κανονίζει τὸ νομοσχέδιόν σας. Ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι πολῖται ἕλληνες δὲν δύνανται νὰ πράξουν τοῦτο ἢ ὑποβαλλόμενοι εἰς στρατιωτικὴν δικαιοδοσίαν. Ἐὰν πρόκηται νὰ κάμητε ἐθνοφυλακὴν, αἱ διατάξεις αὗται εἶναι ἄκυροι καὶ ἀκατάλληλοι· ἀλλ’ ὅταν πρόκηται νὰ κάμητε πολίτας ἕλληνας, διὰ νὰ ἐνισχύουν τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ.......
§75ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις ἐμμένει εἰς τὴν ἐθνοφυλακήν.
§76ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ποῖος τὸ εἶπεν αὐτό;
§77ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μὰ δὲν ἐπιμένετε;
§78ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐδῶ εἶναι πλήρης στρατιωτικὸς ὀργανισμός.
§79ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐὰν θέλετε τὴν ἐθνοφυλακὴν, ἔχετε τὸν μέχρι τοῦδε ὑπάρχοντα νόμον, ἀλλὰ θὰ ἦναι σώματα ἀνεξάρτητα, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ συγχωνευθῶσι μὲ τὸν μόνιμον στρατὸν, οὔτε δύνανται νὰ τὸν ἐνισχύσουν· θὰ ἦναι σώματα, τὰ ὁποῖα δύνανται ἐν ἀνάγκῃ νὰ πολεμήσουν, καὶ νὰ πολεμήσουν ἡρωϊκώτατα, ἀλλὰ δὲν ἠμποροῦν νὰ εἰσδύσουν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ. Ἐὰν ὅμως θέλετε νὰ ἔχητε στρατιὰν ἑλλήνων πολιτῶν, διὰ νὰ αὐξήσῃ τὰς τάξεις τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ, τοιαύτη ἐκπαίδευσις εἶναι ἀτελής.
§80ΛΑΠΑΣ. Κύριε πρόεδρε, γνωρίζετε πολὺ καλὰ, ὅτι ὁ κανονισμὸς ὁρίζει, ὅτι εἷς βουλευτὴς δὶς μόνον δύναται νὰ λάβῃ τὸν λόγον, καὶ οὐχὶ δεκάκις, καὶ νὰ παρέρχηται ὅλη ἡ ἡμέρα ἄνευ λόγου, καὶ τὸ τέλος νὰ ἦναι ἕν μηδενικόν. Λέγω ὅτι πρέπει ν’ ἀκολουθῶμεν τὸν κανονισμὸν, διότι ἄλλως δὲν θὰ κάμωμεν τίποτε. Μέχρι σήμερον δὲν ἠμπορέσαμεν νὰ φθάσωμεν εἰς κανὲν ἀποτέλεσμα. Ἀναγινώσκονται τὰ ἄρθρα 5 καὶ 6.
§81ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Κύριε ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, ἐπὶ τοῦ ἐδαφ. 2 τοῦ ἄρθρου 6.....
§82ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι λάθος, κύριε.
§83ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Πρέπει «τῶν πρεσβυτέρων,» ὄχι «νεωτέρων.»
§84ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἶναι αὐτό· ἀλλοῦ εἶναι τὸ λάθος. Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπιψηφίζονται ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τ’ ἀναγνωσθέντα καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πλεῖστοι). Τὸ νομοσχέδιον περὶ προσωρινοῦ ὀργανισμοῦ τῶν κατὰ ξηρὰν δυνάμεων ἐγένετο δεκτὸν εἰς βʹ ἀνάγνωσιν. Ἐρχόμεθα εἰς τὴν βʹ ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ συνομολογήσεως δανείου διὰ τὰς ἐκτάκτους στρατιωτικὰς ἀνάγκας. Τίς ζητεῖ τὸν λόγον; (οὐδείς). Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἐγένετο παραδεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου. (Μετὰ τοῦτο γίνεται ἡ κατ’ ἄρθρον ἀνάγνωσις καὶ ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὡς καὶ τοῦ συνόλου αὐτοῦ.)
§86ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Καμμία τροπολογία δὲν παρουσιάσθη εἰς αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον;
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι.
§88ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἂν παρουσιασθῇ, νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρχόμεθα εἰς τὸ περὶ συστάσεως στρατιωτικοῦ ταμείου εἰς βʹ ἀνάγνωσιν.
§90ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Ὁ ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν εἶπεν, ὅτι θὰ ὁμιλήσῃ εἰς τὴν βʹ. ἀνάγνωσιν.
§91ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν). Δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν. Προσκαλούμενος, κύριοι, ν’ ἀπαντήσω εἰς ὅσα ἐξέθηκε χθὲς ἐνώπιόν σας ὁ κ. Τρικούπης, θέλω ἀρχίσει τὴν ἀπάντησίν μου ἀπὸ τὸ τελευταῖον μέρος τῆς ἀγορεύσεώς του. Ὁ κ. Τρικούπης ἐβεβαίωσε κατ’ ἐπανάληψιν τὴν Βουλὴν, ὅτι θεωρεῖ ἀναγκαίας τὰς προπαρασκευὰς, ὅτι πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον εἶναι ἕτοιμος ὄχι μόνον νὰ ψηφίσῃ δάνεια, ἀλλὰ συγχρόνως νὰ παραδεχθῇ καὶ τὴν ἐπιβολὴν φόρων ἱκανῶν νὰ ἐξασφαλίσουν τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων τούτων. Προσέθηκε δὲ, ὅτι οὔτε θέλει προτείνει οὔτε θέλει ὑποστηρίξει πολιτικὰ ζητήματα, καὶ ὅτι εἶναι ἕτοιμος νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν κυβέρνησιν, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦ νὰ δεχθῇ ἡ κυβέρνησις τὰς ἰδέας καὶ τὰς ἀρχάς του. Θέλω λοιπὸν ἐξετάσει τὰς ἰδέας καὶ τὰς ἀρχὰς, τὰς ὁποίας ἐξέθηκε, καὶ θέλω ἀποφανθῆ κατὰ πόσον δύναται ἡ κυβέρνησις νὰ παραδεχθῇ τὰς ἀρχὰς ταύτας, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ὑποστήριξιν, τὴν ὁποίαν ὑπόσχεται ὁ κ. Τρικούπης, ὄχι βεβαίως ἐν ὀνόματι αὐτοῦ καὶ μόνου, ἀλλ’ ἐν ὀνόματι τοῦ κόμματος τοῦ ὁποίου προΐσταται. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, ὁ κ. Τρικούπης ἐπέφερε πολλὰς παρατηρήσεις καὶ ἐξέθηκε διαφόρους ἰδέας· ἀλλὰ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς παρατηρήσεις αὐτοῦ ὡς πρὸς τὴν διοικητικὴν ἐπιτροπὴν τοῦ ταμείου καὶ τοὺς ὅρους τοῦ δανείου, θέλω ἴσως εἴπει ὀλίγα ἐν τέλει τῆς ἀγορεύσεώς μου, πρῶτον μὲν διότι δὲν εἶναι πολὺ οὐσιώδη τὰ ῥηθέντα, καὶ δεύτερον διότι δὲν διαφωνοῦμεν ὡς πρὸς τοῦτο κατὰ πολλὰ πρὸς τὸν κ. Τρικούπην. Θέλω λοιπὸν ἐπιμείνει κυρίως εἰς τὸ φορολογικὸν μέρος τῆς ἀγορεύσεώς του. Ὁ κ. Τρικούπης σᾶς εἶπεν ὅτι, προκειμένου λόγου περὶ ἐπιβολῆς φόρων, εἶναι ἕτοιμος νὰ ψηφίσῃ τούτους, φθάνει μόνον νὰ ἀναθεωρηθῶσιν πάντες οἱ οἰκονομικοὶ ἡμῶν νόμοι, πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐπιβάλωμεν φόρους πρὸς ὅλας ἐν γένει τὰς περιουσίας, τοὐτέστι νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν ἴσην καὶ δικαίαν διανομὴν τῶν φόρων. Τὴν ἀρχὴν ταύτην ἀσπάζεται καὶ ἡ κυβέρνησις ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ νὰ ἀσπάζεταί τις ἀρχήν τινα, πρέπει νὰ ὑποδείξῃ καὶ τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον δύναται νὰ τὴν πραγματοποιήσῃ. Ἐπειδὴ δὲ ὁ κ. Τρικούπης περιορίζεται μόνον εἰς τὴν ἔκφρασιν τῆς ἐπιθυμίας ταύτης, ἀπαιτεῖ δὲ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τὴν πραγμάτωσιν αὐτῆς, δὲν ἔχω οὐδεμίαν δυσκολίαν νὰ κηρύξω ἐνώπιόν σας, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀδυνατεῖ νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὴν ἀπαίτησιν τοῦ κ. Τρικούπη, καὶ ἑπομένως, ἂν τὴν ἀπαίτησίν του ταύτην τὴν θέτῃ ὡς ὅρον ἀπαράβατον τῆς ὑποστηρίξεως τοῦ ὑπουργείου, ἡ ὑποστήριξις αὕτη δὲν δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ, διότι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἀδύνατον νὰ λύσῃ τὸ μέγα τοῦτο πρόβλημα τῆς ἴσης καὶ δικαίας διανομῆς τῶν φόρων. Τὸ ζήτημα τοῦτο, κύριοι, ἀπησχόλησεν ἀνέκαθεν τὴν ἀνθρωπότητα· εἰς ὅλα τὰ ἔθνη καταγίνονται νὰ εὕρουν τὸν τρόπον τοῦτον τῆς ἴσης καὶ δικαίας διανομῆς τῶν φόρων, ἀλλ’ ἕως τώρα δὲν ἠδυνήθησαν νὰ τὸ κατορθώσουν· καὶ πολλοὶ ἄνθρωποι τῆς θεωρίας ἐπρότειναν κατὰ διαφόρους ἐποχὰς πολλοὺς τρόπους καὶ μεθόδους, διὰ τῶν ὁποίων ἐπίστευον, ὅτι δύναται νὰ κατορθωθῇ τοῦτο. Ἀλλ’ οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες οἱ διευθύνοντες τὰς τύχας τῶν ἐθνῶν δὲν ἠθέλησαν νὰ δώσουν προσοχὴν εἰς τὰς παρατηρήσεις τῶν ἰδεολόγων τούτων, καὶ ἑπομένως δὲν κατωρθώθη μέχρι τῆς σήμερον εἰς οὐδεμίαν ἐπικράτειαν τοῦ κόσμου νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Τρικούπης ἀπαιτεῖ παρ’ ἡμῶν νὰ λύσωμεν. Ἀλλ’ ἂν καὶ ἔθεσε τὴν ἀρχὴν ταύτην ὁ κ. Τρικούπης καὶ εἶπεν ὅτι δὲν θέλει ἀπομακρυνθῇ ἀπὸ αὐτὴν, ἐπειδὴ ὅμως συναισθάνεται ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι ἀνώτερον τῶν δυνάμεων τῆς Κυβερνήσεως, ἐφάνη κατά τι ὑποχωρῶν, καὶ προέβη εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν φόρων, τοὺς ὁποίους τὰ νομοσχέδια περιλαμβάνουν. Καὶ κατέκρινε μὲν πολλοὺς ἐξ αὐτῶν, ἀλλ’ ἀπεδέχθη καί τινας· οἱ φόροι, τοὺς ὁποίους ἀπεδέχθη, εἶναι πρῶτον ὁ πρόσθετος φόρος ἐπὶ τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν, ἢ, νὰ εἴπω κάλλιον, τὸ πρόσθετον ποσοστὸν ἐπὶ τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων ἐμπορευμάτων· δεύτερον τὸ πρόσθετον ποσοστὸν ἐπὶ τοῦ χαρτοσήμου, καὶ τρίτον ἐν μέρει ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος. Ἀλλ’ ὅπως ὑποστηρίξῃ καὶ τοὺς φόρους τούτους, ἀπῄτησεν ὁ κ. Τρικούπης νὰ ἀναθεωρηθῶσιν οἱ σχετικοὶ νόμοι, πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ ἐξακριβωθῇ ἂν ὅλα τὰ ἀντικείμενα, εἰς τὰ ὁποῖα κατὰ τοὺς ἰσχύοντας νόμους ἐπιβάλλονται οἱ φόροι, ὧν προτείνεται ἡ αὔξησις, φορολογῶνται κατ’ ἴσον καὶ δίκαιον τρόπον· ἡ ἐργασία αὕτη βεβαίως δὲν εἶναι ἀδύνατος, ὅσον εἶναι ἡ λύσις τοῦ ζητήματος τῆς δικαίας καὶ ἴσης διανομῆς τῶν φόρων. Ἠδύνατο ἡ ἀναθεώρησις τῶν σχετικῶν νόμων νὰ ἐνεργηθῇ, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐνασχοληθῇ εἰς αὐτήν· πρῶτον μὲν διότι δὲν ἤλπιζεν ἐκ τῆς ἀναθεωρήσεως ταύτης σπουδαῖα ἀποτελέσματα, καὶ δεύτερον, ὃ καὶ κυριώτερον, διότι ἐφοβήθημεν μήπως δὲν ἠθέλομεν θεωρηθῇ ὡς σπουδαῖοι ἄνδρες ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς, ἂν ἀφ’ ἑνὸς μὲν σᾶς ἐλέγομεν ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς δεινὰς καὶ ἐκτάκτους περιστάσεις, χάριν τῶν ὁποίων εἶναι ἀνάγκη νὰ χορηγήσητε εἰς τὴν Κυβέρνησιν χρηματικά τινα μέσα, ἀφ’ ἑτέρου δὲ σᾶς ἐφέρομεν ὁρμαθὸν ὁλόκληρον νομοσχεδίων συνισταμένων ἐκ πολλῶν ἄρθρων, καὶ σᾶς ἐλέγομεν, ὅτι πρὶν προβῆτε εἰς τὴν χορήγησιν τῶν ἐκτάκτων μέσων, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται διὰ τὰς ἐκτάκτους παρασκευάς, πρέπει νὰ ἐξετάσητε τὸ πλῆθος αὐτὸ τῶν νομοσχεδίων, νὰ τὰ συζητήσητε καὶ νὰ τὸ ψηφίσητε. Καὶ ὅτι, κύριοι, τοιοῦτον εἶναι τὸ πνεῦμα τῆς Βουλῆς σήμερον, ὅτι δηλ. ἡ Βουλή, ἀπέναντι τῆς κατεπειγούσης ἀνάγκης τοῦ νὰ εὕρῃ καὶ νὰ χορηγήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰ ἀπαιτούμενα χρηματικὰ μέσα διὰ τὰς ἐκτάκτους παρασκευάς, δὲν ἔχει τὸν καιρὸν νὰ ἐνασχοληθῇ εἰς ἐπεξεργασίας νομοσχεδίων, ἀπόδειξις εἶναι, ὅτι ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις ἐνησχολήθη εἰς τὴν ἀναθεώρησιν καὶ τὴν ἐπεξεργασίαν ἑνὸς νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὄχι μόνον τείνει εἰς τὸ νὰ καταστήσῃ δικαίαν τὴν διανομὴν τῶν δι’ αὐτοῦ ἐπιβαλλομένων φόρων, ἀλλὰ καὶ νὰ ὠφελήσῃ πολυειδῶς τὴν παραγωγὴν καὶ τὸ κλῖμα τοῦ τόπου, ἐννοῶ τὸ νομοσχέδιον περὶ δασῶν, καὶ ἀφοῦ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὑπεβλήθη ἀπὸ τὴν πρώτην ἡμέραν εἰς τὴν Βουλὴν μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης δὲν ἐφάνη οὐδεμία διάθεσις πρὸς ἐξέτασιν αὐτοῦ, διότι ἡ Βουλὴ ἐννοεῖ, ὅτι πρέπει πρὸ παντὸς ἄλλου ζητήματος νὰ προταχθῶσι τὰ ἀφορῶντα τὰς πολεμικὰς παρασκευάς· θέλω νὰ εἴπω μὲ τοῦτο, ὅτι οὔτε ἡ Κυβέρνησις οὔτε ἡ Βουλὴ νομίζει ὅτι εἶναι καιρὸς, πρὶν χορηγηθοῦν τὰ μέσα τὰ ὁποῖα ζητοῦνται, νὰ προταχθῇ ἡ ἀναθεώρησις τῶν οἰκονομικῶν νόμων. Ἄλλως τε, κύριοι, δὲν ἐννοῶ εἰς τί ἤθελε χρησιμεύσει ἡ ἀναθεώρησις τοῦ τελωνιακοῦ δασμολογίου· τοῦτο, καθὼς γνωρίζετε, ἀνεθεωρήθη καὶ ἀνεμορφώθη ὁλόκληρον κατὰ τὸ 1867, ἔκτοτε δὲ ὑπέστη πολλὰς καὶ ποικίλας τροποποιήσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶχον βεβαίως ἄλλον σκοπὸν ἢ τὴν ἐξίσωσιν τῶν ἐπιβαλλομένων εἰς τὰ διάφορα ἐμπορεύματα τελῶν. Ἀκόμη καὶ τώρα ἔχετε ἐνώπιόν σας τρία διατάγματα, διὰ τῶν ὁποίων ἐπηνέχθησαν τοιαῦται μεταβολαὶ εἰς τὸ δασμολόγιον· τὸ πρῶτον ἐξ αὐτῶν ἐξεδόθη κατὰ τὰ τέλη τοῦ 1871, τὸ δεύτερον ἐξεδόθη εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ 1875, καὶ τὸ τρίτον περὶ τὰ μέσα τοῦ λήγοντος ἔτους, ὥστε οὐδέποτε ἔπαυσεν, οὐδὲ θέλει παύσει ἡ ἐργασία τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ δασμολογίου· ἐὰν δὲ ἔχῃ ἐλλείψεις τὸ δασμολόγιον, αἱ ἐλλείψεις αὗται δύνανται νὰ ἀναπληρωθῶσι καὶ κατόπιν. Τὰ αὐτὰ δύναται νὰ εἴπῃ τις καὶ περὶ τοῦ νόμου τοῦ χαρτοσήμου κτλ. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους δὲν ἐφέραμεν ἐνώπιόν σας νομοσχέδιον περὶ ἀναθεωρήσεως τῶν σχετικῶν νόμων, ἀλλ’ ἐφέραμεν προτάσεις, διὰ τῶν ὁποίων ζητοῦμεν νὰ πορισθῶμεν διὰ προσθέτων ποσοστῶν τὰ ἀναγκαῖα διὰ τὰς ἐκτάκτους παρασκευὰς χρήματα. Ἀλλὰ πλὴν τοῦ προσθέτου ποσοστοῦ ἐπὶ τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν, διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐπιβάλλονται πρόσθετα ποσοστὰ ἐπὶ τῶν εἰσπραττομένων εἰς τὰ τελωνεῖα ἐγγείων φόρων. Ὁ κ. Τρικούπης δὲν ἐκάκισεν ἀπολύτως καὶ τὴν ἐπιβολὴν τοῦ ποσοστοῦ τούτου, ἀλλ’ ἔκαμε τὴν παρατήρησιν ὅτι, ἐπειδὴ οἱ ἔγγειοι φόροι ὅλων τῶν προϊόντων δὲν εἰσπράττονται εἰς τὰ τελωνεῖα, ἔπρεπε τοιοῦτον ποσοστὸν νὰ ἐπιβληθῇ καὶ εἰς τὰ ἄλλα προϊόντα, τὰ ὁποῖα φορολογοῦνται κατ’ ἄλλον τρόπον. Ἂν λάβετε ὑπ’ ὄψιν ὅλα τὰ ὑποβληθέντα φορολογικὰ νομοσχέδια, θέλητε ἴδει ὅτι τοιοῦτον ποσοστὸν ἐπιβάλλεται ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν καὶ ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν· δὲν ἐξῃρέθησαν εἰμὴ δύω μόνον εἴδη, ἤτοι τὰ ἔλαια καὶ τὰ κατὰ στρέμμα φορολογούμενα προϊόντα, καὶ ἡ ἐξαίρεσις ἐγένετο διὰ τὸν λόγον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τὰ θεωρεῖ σήμερον πολὺ ἐπιβεβαρυμένα. Καὶ τὸ μὲν προϊὸν τῶν ἐλαιῶν τὸ θεωρεῖ ἐπιβεβαρυμένον, διότι εἰς ὅλας σχεδὸν τὰς ἐπαρχίας, καὶ ἐννοῶ τὰς ἐπαρχίας τοῦ πρώην Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, ὅπου ὑπάρχουν ἐλαιῶνες, ἀνῆκον οὗτοι κατὰ μέγα μέρος εἰς τὸ δημόσιον, ἐκεῖνοι δὲ, οἱ ὁποῖοι ἠγόρασαν αὐτοὺς, ἐπειδὴ ἔκαμον τὴν ἀγορὰν εἰς ἐποχὴν καθ’ ἣν ἦτο ὑπερτιμημένον τὸ ἔλαιον, ἠγόρασαν μὲ ὑπερόγκους τιμὰς καὶ εὑρίσκονται εἰς θέσιν δυσκολωτάτην, μὴ δυνάμενοι νὰ πληρόνωσι τὰς δόσεις τοῦ τιμήματος. Ἄν ὅμως ἡ Βουλὴ ἔχῃ ἄλλην ἰδέαν, καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν θέλει βέβαια δυσκολευθῆ νὰ παραδεχθῇ ὥστε νὰ ἐπιβληθῇ καὶ εἰς τὸ ἔλαιον τὸ πρόσθετον ποσοστόν. Καθόσον δ’ ἀφορᾷ τὰ κατὰ στρέμμα φορολογούμενα, ταῦτα ὄχι μόνον θεωροῦνται ἐπιβεβαρυμένα πολὺ, ἀλλὰ καὶ ἡ εἴσπραξις τοῦ σχετικοῦ φόρου ἀπαντᾷ μεγάλας δυσκολίας· ἀλλὰ ἐὰν ἡ Βουλὴ θεωρήσῃ ὀρθὸν νὰ ἐπεκτείνῃ καὶ ἐπὶ τούτου τὴν πρόσθετον φορολογίαν, ἡ Κυβέρνησις δὲν θέλει ἔχει καμμίαν δυσκολίαν νὰ τὸ παραδεχθῇ. Ἰδίως ὅμως ἔκαμε λόγον ὁ κ. Τρικούπης περὶ τῆς ἀδικίας, ἥτις διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἡμῶν ἐπιγίνεται εἰς τὴν φορολογίαν τῆς Ἑπτανήσου· εἶπεν ὅτι ἡ Ἑπτάνησος φορολογεῖται ὑπὲρ τὸ δέον, διότι διὰ τοῦ συστήματος τοῦ φορολογικοῦ, τὸ ὁποῖον ἔχει εἰς ἐνέργειαν, πληρόνει φόρους περισσοτέρους παρὰ τοὺς φόρους, τοὺς ὁποίους ἤθελε πληρόνει ἐὰν ἐφαρμόζετο καὶ ἐκεῖ τὸ ἰσχῦον εἰς τὰς λοιπὰς ἐπαρχίας τοῦ Βασιλείου φορολογικὸν σύστημα· πρὸς ἐπιβεβαίωσιν δὲ τοῦ λόγου του, μοὶ ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ ἀναφέρῃ ἔκθεσίν τινα, τὴν ὁποίαν ἄλλοτε εἶχον ὑποβάλει εἰς τὴν Ἐθνικὴν Συνέλευσιν. Τῷ ὄντι, κύριοι, εἰς τὴν ἔκθεσίν μου ἐκείνην ἐξέθετον, ὅτι ἡ Ἑπτάνησος, κατὰ τὸ φορολογικὸν σύστημα τὸ ὁποῖον ἴσχυε τότε καὶ ἐξακολουθεῖ δυστυχῶς ἰσχύον καὶ τώρα, ἡ Ἑπτάνησος ἐπλήρονε 4½ ἑκατομμύρια φόρους, ἐνῷ κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς, τοὺς ὁποίους ἔκαμον τότε, ἂν ἐφαρμόζετο καὶ εἰς τὴν Ἑπτάνησον τὸ φορολογικὸν σύστημα τὸ ἰσχῦον παρ’ ἡμῖν, ἤθελε πληρόνει 3,800,000, καὶ ἀφαιρουμένων τῶν καθυστερούντων, 3,600,000. Ἀλλὰ, κύριοι, ὅ,τι ἐβεβαίουν τότε, δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ τὸ βεβαιώσω καὶ σήμερον, διότι ὅτε ἡ Ἑπτάνησος ἐπλήρονε 4½ ἑκατομμύρια διὰ φόρους, αἱ ἄλλαι ἐπαρχίαι τοῦ Βασιλείου ἐπλήροναν ἐν συνόλῳ δι’ ἀμέσους καὶ ἐμμέσους φόρους 14 ἑκατομμύρια· σήμερον δὲ τὰ μὲν ἔσοδα τῆς Ἑπτανήσου δὲν ηὐξήθησαν, διότι ἀπὸ τὰς καταστάσεις, τὰς ὁποίας παρουσίασα εἰς τὴν Βουλὴν, θέλετε ἴδει ὅτι, ἂν ἀφαιρέσετε τὸ ἔτος 1875, τὸ ὁποῖον, διὰ τὸ ἐξόχως γόνιμον τῶν ἐλαιῶν τοῦ 1874, ἔδωκεν 6,000,000, κατὰ τὸ διάστημα τῆς προηγουμένης δεκαετίας ἀπὸ τοῦ 1865–1874 ἡ Ἑπτάνησος ἐπλήρωσε 44 ἑκατομμύρια, ὅ ἐστὶ 4,400,000 κατ’ ἔτος· τὸ δὲ σύνολον τῶν ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων τοῦ Βασιλείου ἀναβαίνει εἰς 29 ἑκατομμύρια, ἑπομένως ἀφοῦ ἀφαιρεθοῦν τὰ 4½ τῆς Ἑπτανήσου, αἱ λοιπαὶ Ἐπαρχίαι τοῦ Βασιλείου πληρόνουν 24 ἑκατομμύρια καὶ ½ ἀντὶ τῶν 14,000,000, τὰ ὁποῖα ἐπλήρονον τότε. Ἀλλὰ, κύριοι, ἡ συζήτησις αὕτη δὲν ἔχει, κατ’ ἐμὲ, οὐδεμίαν σχέσιν μὲ τὸ προκείμενον· δὲν πρόκειται σήμερον νὰ ἀναθεωρήσωμεν τὸ σύστημα τῆς φορολογίας τῆς Ἑπτανήσου, τὸ ὁποῖον, καθὼς εἶπον, εἶναι ἄνισον καὶ ἄδικον, καὶ ἀποβαίνει πολὺ ἐπιβλαβὲς, ἰδίως εἰς τὰς τάξεις τῶν παραγωγῶν τῆς σταφίδος καὶ τοῦ ἐλαίου, εἰς τὰς ὁποίας ἐπιπίπτει ὅλον τὸ βάρος, ἐνῷ αἱ ἄλλαι τάξεις ὄχι μόνον μένουν ἀφορολόγητοι, ἀλλὰ καὶ ἀγοράζουν εὐθηνότερα τὸ ἔλαιον, τὸ ὁποῖον καταναλίσκουν. Τοῦτο δὲ εἶναι πολὺ εὔκολον νὰ τὸ ἐννοήσῃ τις ὅταν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν γενικὴν ἀρχὴν, ἡ ὁποία διέπει τὸ ἐμπόριον ὅλων τῶν προϊόντων, ὅτι δηλ. τὴν τιμὴν τῶν προϊόντων ἑκάστου τόπου κανονίζει ἡ γενικὴ ἀγορὰ τοῦ κόσμου· ἑπομένως ὅταν εἰς ἕνα τόπον ἐπιβάλλωνται τέλη κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν, τὸ ἐμπόριον δὲν καταφεύγει εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον διὰ νὰ ζητήσῃ καὶ ἀγοράσῃ τὰ προϊόντα αὐτοῦ, εἰμὴ ὅταν ἡ τιμὴ αὐτῶν ἐκπέσῃ εἰς τοιοῦτον βαθμόν, ὥστε προστιθεμένων εἰς ταύτην καὶ τῶν ἐξαγωγικῶν τελῶν, νὰ ἐξισοῦται μὲ τὴν τρέχουσαν εἰς ἄλλα μέρη τιμήν· ἑπομένως ἂν ἡ τιμὴ τοῦ ἐλαίου εἰς τὴν ἄλλην Ἑλλάδα ᾖναι 10 τάλληρα τὴν βαρέλλα, ἐπειδὴ ὁ ἔμπορος εἶναι ὑποχρεωμένος εἰς τὴν Ἑπτάνησον νὰ πληρώσῃ καὶ δύο τάλληρα διὰ τὴν ἐξαγωγήν, δὲν δύναται ν’ ἀγοράσῃ τὸ ἔλαιον εἰμὴ πρὸς 8 τάλληρα. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι δὲν πρόκειται σήμερον περὶ τοῦ φορολογικοῦ συστήματος τῆς Ἑπτανήσου· ἡ Ἑπτάνησος ἐδέχθη νὰ μείνῃ εἰς αὐτὸ καὶ νὰ πληρόνῃ κατ’ αὐτὸ τοὺς φόρους αὐτῆς εἰς τὸ δημόσιον. Οἱ φόροι οὗτοι ἐξισοῦνται, ἢ τοὐλάχιστον θεωροῦνται ὡς ἐξισούμενοι, μὲ ὅλους τοὺς ἄλλους φόρους, οἱ ὁποῖοι πληρόνονται εἰς τὰς ἄλλας ἐπαρχίας τῆς Ἑλλάδος, ἀντὶ δηλ. τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν, τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων καὶ τῶν κατὰ στρέμμα φορολογουμένων προϊόντων, τοῦ φόρου τῶν ζώων, τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων, τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν, τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ ἅλατος, ἡ Ἑπτάνησος πληρόνει μόνον τὸ ἐξαγωγικὸν τέλος ἐπὶ τοῦ ἐλαίου καὶ τῆς σταφίδος. Προκειμένου ν’ αὐξήσωμεν κατὰ 10% τοὺς φόρους εἰς τὴν ἄλλην Ἑλλάδα, ποία δικαιοσύνη ὑπαγορεύει νὰ μὴ κάμωμεν τὸ αὐτὸ καὶ διὰ τὴν Ἑπτάνησον; Ἐὰν ἐπιβληθῇ εἰς τὴν Ἑπτάνησον ὁ φόρος τῶν οἰκοδομῶν, τῶν ἐπιτηδευμάτων, τὸ μονοπώλιον τοῦ ἅλατος, ὁ φόρος τῶν δημητριακῶν καρπῶν, τῶν ζώων, θέλει ἐλαττωθῆ ὁ φόρος τῆς σταφίδος καὶ τοῦ ἐλαίου. Ἐνόσῳ ὅμως ἡ Ἑπτάνησος ἀρέσκεται εἰς τὸ ἰσχῦον ἐκεῖ φορολογικὸν σύστημα καὶ θέλει νὰ φορολογῆται εἰς τὴν ἐξαγωγὴν μὲ 18%, ἐννοεῖται, ὅτι πᾶς πρόσθετος φόρος, θέλει ἐπιβαρύνει μόνον αὐτὰ τὰ δύω προϊόντα τῆς Ἑπτανήσου, τὸ ἔλαιον καὶ τὴν σταφίδα, καὶ δὲν βλέπω ποία ἀνισότης εἰς τοῦτο ὑπάρχει.
§92ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ναί, ἀλλ’ αὐξάνει διὰ μιᾶς 50%.
§93ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡσαύτως νομίζω, ὅτι εἶχον ἄδικον τινὲς νὰ παραπονεθοῦν καὶ διὰ τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ὠνίων καὶ νὰ ζητῶσι ν’ ἀποδείξωσιν, ὅτι δι’ αὐτοῦ ἐπιβαρύνεται περισσότερον ἡ Ἑπτάνησος ἢ αἱ ἄλλαι ἐπαρχίαι. Ἂν ἡ Βουλὴ δεχθῇ νὰ ἐπιβληθῇ ½% ἐπὶ τῶν ὠνίων τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν, δὲν βλέπω τὸν λόγον διατὶ δὲν πρέπει ὁ φόρος οὗτος νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὴν Ἑπτάνησον. Καὶ ἂν ὑποτεθῇ ἀληθὲς τὸ λεχθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη, ὅτι ἐν Ἑπταννήσῳ ὁ ἐπὶ τῶν ὠνίων φόρος ἔφθασε τὸν ἀνώτατον ὅρον τῶν 2%, μήπως δὲν ὑπάρχουν καὶ εἰς τὰς ἄλλας ἐπαρχίας ἄπειροι δῆμοι, ἐν οἷς ἔφθασεν εἰς τὸ ὅριον τοῦτο; Καὶ διὰ νὰ πεισθῆτε ὅτι ἡ λεπτολογία αὕτη, ἡ ὁποία γίνεται περὶ τῶν σήμερον προτεινομένων φόρων, δὲν εἶναι δικαία, δὲν σᾶς ἀναφέρω τὸ κατεπεῖγον τῶν περιστάσεων· ἀρκοῦμαι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι πρὸ 2 ἢ 3 ἐτῶν παρουσιάσθη ἡ ἀνάγκη, ἀνάγκη βεβαίως ὀλιγώτερον κατεπείγουσα τῆς σημερινῆς, πρὸς ἐπέκτασιν τῆς ὁδοποιΐας, δι’ ἣν ἐπεβλήθησαν πρόσθετοι φόροι. Ἀκούσατε δὲ τίνι τρόπῳ ἐγένετο τοῦτο. Πρῶτον ἐτέθη 1% ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν, σημειώσατε δὲ, ὅτι κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο οἱ δημητριακοὶ καρποὶ ἐφορολογοῦντο μὲ 8%, προστεθέντος δὲ καὶ τοῦ 1%, ἀνεβιβάσθη ὁ φόρος εἰς 9%· σήμερον οἱ δημητριακοὶ καρποὶ φορολογοῦνται πρὸς 7%, ὥστε μὲ τὸ πρόσθετον 1% φθάνουσιν εἰς 8%. Ἐπὶ τῆς κατὰ στρέμμα φορολογίας προσετέθη ⅕, τὸ ὁποῖον ἰσοδυναμεῖ μὲ 2|10 ἢ 20% ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου, καὶ ἐν τούτοις δὲν ἐγένετο καμμία παρατήρησις. Ἐπὶ τοῦ ἐλαίου ἐτέθη 10%, ἐπὶ τῶν εἰς τὰ τελωνεῖα ἐγγείων φόρων οὐ μόνον ἐτέθη 10% πρόσθετος φόρος, ἀλλὰ συμπεριελήφθη εἰς τὴν φορολογίαν καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας. Ἑπομένως ἐπειδὴ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὑπῆρχον προϊόντα, τὰ ὁποῖα ἐπλήροναν εἰς τὰ τελωνεῖα 10% δι’ ἔγγειον φόρον καὶ 10$ διὰ φόρον ἐπικαρπίας, ἡ προσθήκη τοῦ φόρου αὐτοῦ ἀναλογεῖ πρὸς 20%. Εἰς τὸν φόρον τῶν ἐπιτηδευμάτων προσετέθησαν 20%, εἰς τὸν φόρον τῶν οἰκοδομῶν 10%, εἰς τοὺς τελωνιακοὺς φόρους ἐν γένει, μεταξὺ τῶν ὁποίων συμπεριελήφθησαν καὶ τὰ ἐξαγωγικὰ τέλη τῆς Ἑπτανήσου, προσετέθησαν 10%. Ὥστε δὲν βλέπω τὸν λόγον διατὶ νὰ κατακρινώμεθα ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι ἐπιβάλλομεν τοῦτο ἢ ἐκεῖνο τὸ ποσοστὸν, ἐνῷ ἠδύνατο ἕκαστος νὰ φέρῃ τὴν ἀνήκουσαν τροπολογίαν περὶ ἐλαττώσεως ἢ αὐξήσεως τῶν ποσοστῶν, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς ζητοῦμεν. Μετὰ ταῦτα προέβη ὁ κ. Τρικούπης εἰς τὸ ποσοστὸν τοῦ χαρτοσήμου. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ζητεῖται πρόσθετον ποσοστὸν 20% ἐπὶ τοῦ τέλους τοῦ χαρτοσήμου· ὁ κ. Τρικούπης δὲ δὲν κατέκρινεν ἀπολύτως τὴν προσθήκην ταύτην, ἀλλ’ ἀπῄτησε καὶ ἐνταῦθα ἀναθεώρησιν τοῦ περὶ χαρτοσήμου νόμου, πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἐξακριβώσεως ἂν ὅλα τὰ ἔγγραφα πληρόνουν σήμερον τὸν ἀπαιτούμενον φόρον. Σᾶς εἶπον τοὺς λόγους, δι’ οὓς δὲν δυνάμεθα νὰ κάμωμεν τὴν γενικὴν ἀναθεώρησιν. Ὁμιλῶν περὶ τῆς ἀνισότητος τοῦ φόρου ὁ κ. Τρικούπης, σᾶς ὑπέδειξε δύω τινά· πρῶτον ὅτι δὲν ἐπιβάλλεται χαρτόσημον εἰς τὰς ἐγγραφὰς τῶν δικῶν εἰς τὰ πινάκια τῶν δικαστηρίων, ἀλλὰ τοῦτο οὔτε ἐὰν γίνῃ θὰ δώσῃ μέγα ἔσοδον, οὔτε δύσκολον εἶναι νὰ πραγματοποιηθῇ, ἂν νομισθῇ ἀναγκαῖον· δεύτερον, ὅτι ὡς πρὸς τὰ μερίσματα τῶν ἑταιριῶν τὸ χαρτόσημον πρέπει νὰ ἐπιβάλληται οὐχὶ κατὰ μετοχὴν, διότι πολλαὶ ἑταιρίαι δίδουσι μέρισμα ὀλιγώτερον τῶν 11 δραχμῶν καὶ ἀποφεύγουσι τὴν φορολογίαν. Τοῦτο ἠδύνατο μάλιστα προχειρότατα νὰ ἐφαρμοσθῇ, ἀλλ’ ἡμεῖς ὅμως τὸ ἐθεωρήσαμεν περιττὸν ἐπὶ τοῦ παρόντος, διότι διὰ τοῦ φόρου τοῦ εἰσοδήματος φορολογοῦμεν τὰς ἑταιρίας ταύτας οὐχὶ μὲ ¼%, ὡς ζητεῖ ὁ κ. Τρικούπης, ἀλλὰ μὲ 1,5%, ἐπιβάλλοντες τὸν φόρον καὶ εἰς ἐκείνας ἀκόμη τὰς μετοχὰς, αἱ ὁποῖαι δίδουν ὀλιγώτερον τῶν 11 δραχμῶν μέρισμα· κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου πᾶσα ἑταιρία θεωρεῖται ὡς ἓν μόνον πρόσωπον, καὶ πληρόνει τὸν φόρον τοῦ εἰσοδήματος ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἰσολογισμοῦ. Ὡς πρὸς τὸν φόρον τοῦ εἰσοδήματος, ὁ κ. Τρικούπης ἔκαμε τὴν παρατήρησιν, ὅτι δὲν τὸν ἐγκρίνει ὅπως τὸν ἐπιβάλλομεν, διότι νομίζει, ὅτι θὰ φορολογηθῇ περιουσία φορολογηθεῖσα ἤδη· πλὴν δὲ τούτου, δὲν ἐγκρίνει τὸ σύστημα τῆς βεβαιώσεως, ἤτοι τὸν τρόπον τῆς δηλώσεως. Ὡς πρὸς τὸ πρῶτον δὲν ἐξηγήθη ἀρκούντως, ἵνα ἐννοήσω τὶ θέλει νὰ εἴπῃ. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ἀπαλλάσσονται τοῦ φόρου τὰ εἰσοδήματα τῆς ἀκινήτου περιουσίας, ἣν θεωροῦμεν ἀρκούντως βεβαρυμένην· καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὰ εἰσοδήματα τὰ προερχόμενα ἐξ ἐργασίας, ἡ φορολογία δὲν εἶναι γενικὴ, ἀλλὰ περιορίζεται εἰς ὅσα ὑπερβαίνουν τὰς 1200 δραχμὰς κατ’ ἔτος, ὥστε οἱ μικροὶ βιομήχανοι μένουσιν ἀπηλλαγμένοι. Μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῆς ἐκ τῆς ἐργασίας προσόδου, μένει ἡ πρόσοδος ἡ ἐκ τῶν ἑταιριῶν, ἀλλ’ αὐτὴ καὶ κατὰ τὸν κ. Τρικούπην πρέπει νὰ φορολογηθῇ, καὶ φορολογεῖται διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἀρκετὰ βαρέως, διότι ὑποβάλλεται εἰς τὸν ἀνώτατον ὅρον τοῦ φόρου. Μετ’ αὐτὴν ἔρχεται ἡ πρόσοδος ἡ προερχομένη ἀπὸ τὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα δανείζονται καὶ κυκλοφοροῦσι, καὶ αὐτὴ θέλει φορολογηθῆ· δὲν βλέπω λοιπὸν ποία περιουσία ἢ ποία πρόσοδος φορολογουμένη σήμερον βαρέως, πρόκειται νὰ φορολογηθῇ διὰ τοῦ φόρου τοῦ εἰσοδήματος καθ’ ὃν τρόπον διαλαμβάνει τὸ νομοσχέδιον. Καὶ ταῦτα ὡς πρὸς τὴν βάσιν τοῦ φόρου· ὡς πρὸς τὸν τρόπον δὲ τῆς βεβαιώσεως, ἐπροτιμήσαμεν τὸ σύστημα τῶν δηλώσεων, διότι δὲν εἴχομεν ἄλλο τι καλλίτερον. Ὁ κ. Τρικούπης, μᾶς ὑπέδειξεν ἐν παρόδῳ τὸ ἐνοίκιον. Ἐν πρώτοις, κύριοι, δὲν πιστεύω, ὅτι τὸ ἐνοίκιον εἶναι πάντοτε ἀνάλογον μὲ τὴν πρόσοδον ἢ μὲ τὴν περιουσίαν τοῦ πολίτου. Ὑπάρχουν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν μέτρια εἰσοδήματα, καὶ ὅμως διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς οἰκογενείας των ἢ ἕνεκα τῆς κοινωνικῆς των θέσεως διατηροῦν οἰκίας μεγαλειτέρας ἀπὸ ἄλλους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀνώτερα εἰσοδήματα. Ἔπειτα λάβετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὁ φόρος τοῦ εἰσοδήματος δὲν ἐπιβάλλεται ἐφ’ ὅλων τῶν εἰσοδημάτων, διότι ἐξαιροῦνται τὰ εἰσοδήματα τὰ προερχόμενα ἀπὸ τὰ ἀκίνητα κτήματα· ἑπομένως, ἂν εἷς ἐξ ἡμῶν ἔχῃ εἰσόδημα ἐκ κτημάτων 20,000 δραχμῶν, ἐκ δὲ τῆς ἐργασίας του 2,000, δηλ. ἐν ὅλῳ 22,000 δραχμῶν, ἐννοεῖτε, ὅτι αὐτὸς θὰ διατηρῇ οἰκίαν ἀνάλογον μὲ τὸ τῶν εἰσοδημάτων του· θὰ ἦσθε λοιπὸν λίαν ἄδικοι ἂν τὸν πολίτην αὐτὸν φορολογήσητε ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἐνοικίου· διὰ τοῦτο δὲν ἐλάβομεν ὡς βάσιν τὸ ἐνοίκιον. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ νόμος τῶν ἐπιτηδευμάτων, τὸν ὁποῖον ἔχομεν ἐν ἰσχύϊ, παραδέχεται ὡς βάσιν τὸ ἐνοίκιον, καὶ ἡ βάσις αὐτὴ εἶναι ἀρκετὰ ὀρθὴ διὰ τοὺς ἐπαγγελματίας, ὅσοι διατηροῦσι βιομηχανικὰ καταστήματα· εἶναι λίαν πλημμελής, δι’ οὓς λόγους ἐξέθεσα, ὡς πρὸς τοὺς ἐπαγγελματίας, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν ἀνάγκην καταστημάτων, ὅπως εἶναι οἱ δικηγόροι, οἱ ἰατροί, οἱ τοκισταὶ καί τινες ἄλλοι. Δὲν ἠδυνάμεθα λοιπὸν νὰ παραδεχθῶμεν τὸ ἐνοίκιον, καὶ διὰ τοῦτο κατεφύγομεν εἰς τὸ σύστημα τῆς δηλώσεως· ἐπειδὴ δὲ ὁ φόρος εἶναι μικρὸς, ὁ δὲ σκοπὸς, δι’ ὃν ζητεῖται, ἱερὸς, δὲν ἀμφιβάλλομεν, ὅτι οἱ πλεῖστοι θέλουσι δηλώσει ἀκριβῶς τὰ εἰσοδήματά των. Ἀλλὰ πλὴν τῆς δηλώσεως, ἐν τῷ νομοσχεδίῳ διαγράφεται καὶ ἄλλη διαδικασία, καθ’ ἣν ἡ δήλωσις τίθεται ὑπὸ τὸν ἔλεγχον ἐπιτροπῆς, ἥτις, ἂν νομίσῃ ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὴς, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ τὴν προσαγωγὴν τῶν βιβλίων τοῦ πολίτου· ἐὰν δὲ δὲν παρουσιάσῃ ταῦτα, προσδιορίζει ἡ ἐπιτροπὴ κατ’ εἰκασίαν τὸ εἰσόδημα, καὶ δὲν μένει εἰς τὸν πολίτην ἄλλο μέσον ἢ νὰ βεβαιώσῃ ἐνόρκως τὸ ἐναντίον, ἵνα ἀποφύγῃ τὴν πληρωμήν. Ἀλλ’ ὅ,τι καὶ ἂν γίνῃ ἐκ μέρους τῶν πολιτῶν, ἔχομεν τοὐλάχιστον ἐξησφαλισμένην τὴν φορολογίαν τῶν ἑταιριῶν, περὶ ὧν πολλάκις ἐγένετο λόγος, διότι αἱ ἑταιρίαι ἔχουν ἰσολογισμὸν, ὃν δημοσιεύουσι, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ θὰ φορολογῶνται. Περὶ τῶν ἄλλων φόρων τοῦ νομοσχεδίου ὁ κ. Τρικούπης ἀπεφάνθη κατά. Δὲν ἐνέκρινε τὸν φόρον ἐπὶ τῶν εἰσπράξεων τῶν προκυμαιῶν. Ἴσως ὁ φόρος αὐτὸς δὲν εἶναι πολὺ δεδικαιολογημένος· ἀλλ’ ἐπειδὴ ὑπάρχουσιν εἰς ὅλα σχεδὸν τὰ παράλια συστημένα ταμεῖα λιμενικὰ, ἐνεργοῦντα εἰσπράξεις, ἐνομίσαμεν ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ λάβωμεν τὸ δεκατημόριον τῶν εἰσπράξεών των, ἡ ἀφαίρεσις δὲ αὕτη οὐδὲν ἄλλο ἀποτέλεσμα δύναται νὰ ἔχῃ, εἰμὴ τὴν παράτασιν τοῦ χρόνου, δι’ ὃν εἶναι ἐπιβεβλημένοι οἱ λιμενικοὶ φόροι. Ἐὰν ὅμως ἡ Βουλὴ νομίζῃ ὅτι ὁ φόρος αὐτὸς δὲν πρέπει νὰ ἐπιβληθῇ, δύναται νὰ τὸν ἀπαλείψῃ, καθ’ ὅσον τὸ ἐξ αὐτοῦ ἔσοδον ὑπολογίζεται εἰς 100,000 δραχμῶν κατ’ ἔτος.
§94ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Εἰσπράττεται τόρα ἓν ἑκατομμύριον;
§95ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. Ἐκάκισαν τὸν φόρον τῶν εἰσιτηρίων, τῶν ἀτμοπλοίων καὶ τῶν θεάτρων. Περὶ τούτου εἶπον καὶ ἄλλοτε ὅτι εἶναι φόρος ἐπιβαλλόμενος εἰς ἐκείνους, οἵτινες πηγαίνουν εἰς τὰ θέατρα, ἢ οἱ ὁποῖοι ταξειδεύουν. Εἶναι βεβαίως πρόσθετος φόρος, καὶ καλὸν ἤθελεν εἶσθαι ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ τὸν ἀποφύγωμεν, ἀλλ’ ἀποφεύγοντες τὸν ἕνα καὶ τὸν ἄλλον, τότε δὲν θὰ ἔχωμεν τί νὰ φορολογήσωμεν. Ὡς πρὸς τὴν μηνιαίαν καταβολὴν τῆς σπουδαζούσης νεολαίας, ὁ κ. Τρικούπης κατέκρινε ταύτην ὡς ἀντισυνταγματικήν, διότι, εἶπεν, ἡ ἀνωτέρα ἐκπαίδευσις ἐνεργεῖται δαπάνῃ τοῦ κράτους. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ ἐκπαιδεύσεως· ἡ σπουδάζουσα νεολαία θὰ ἐξασκῆται στρατιωτικῶς, ἔχει ἀνάγκην ὅπλων, προγυμναστῶν κλπ. Ἐπειδὴ δὲ πάντα ταῦτα θὰ χορηγῇ τὸ δημόσιον, ἐθεωρήθη κατάλληλον νὰ καταβάλῃ ἡ νεολαία μικρόν τι ποσόν· ὥστε δὲν ἐπιβάλλεται ὁ φόρος ὡς εἰσφορὰ διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν, ἀλλὰ διὰ τὰς στρατιωτικὰς ἀσκήσεις.
§96Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Καὶ πόσον ὑπολογίζεται τὸ ἐκ τούτου ποσόν;
§97ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς 50,000.
§98Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Καὶ τῶν εἰσιτηρίων τῶν ἀτμοπλοίων;
§99ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς 60,000. Ἐν παρόδῳ ἤδη θὰ σᾶς εἴπω ὀλίγα τινὰ ὡς πρὸς τὴν διοικοῦσαν ἐπιτροπήν. Παρετήρησα μὲ ἀπορίαν μου ὅτι ἐξελήφθη κακῶς, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ δαπανᾷ κατὰ τὸ δοκοῦν τὰ εἰσπραττόμενα. Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη δὲν ἔχει ἄλλην ἁρμοδιότητα ἢ νὰ φροντίζῃ ὅπως τὰ εἰσπραττόμενα χρήματα κατατίθενται εἰς τὴν τράπεζαν, κατὰ τὸν κανονισμόν, καὶ ὅπως δαπανῶνται, κατὰ τὰς ἐντολὰς τῶν ἁρμοδίων διατακτῶν. Ἐν ἄλλαις λέξεσιν, ἡ ἐπιτροπὴ θὰ ᾖναι καθ’ ὅλα ὁμοία μὲ τὴν ἐπιτροπὴν τῆς ὁδοποιΐας, ἥτις δὲν ἀποφασίζει οὔτε τίνες ὁδοὶ θὰ κατασκευασθῶσιν, οὔτε πόσα θὰ δαπανηθῶσι. Περὶ αὐτῶν ἀποφασίζει ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ἂν πρόκηται περὶ ἐθνικῶν ὁδῶν, ἢ αἱ ἁρμόδιαι ἀρχαί, ἂν πρόκηται περὶ ἐπαρχιακῶν καὶ δημοτικῶν. Τὴν τέλεσιν τῶν ἔργων διευθύνουσιν οἱ ἐπιτετραμμένοι ὑπάλληλοι, τὰ δὲ ἔξοδα καθαρίζει ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, κατὰ τὰς διατάξεις περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, καὶ ἐντέλλεται τὴν πληρωμὴν αὐτῶν, ἣν ἐνεργεῖ ἡ ἐπιτροπή. Τοιοῦτόν τι θὰ πράττῃ καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἡ ἔχουσα τὴν διοίκησιν τοῦ στρατιωτικοῦ ταμείου· διὰ πᾶσαν δαπάνην θὰ ζητῶνται αἱ ἀπαιτούμεναι πιστώσεις παρὰ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, οἱ ὑπουργοὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν θέλουν παραγγέλλει καὶ ἐνεργεῖ τὰς ἀνηκούσας προμηθείας ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πιστώσεων, ὅταν δὲ συγκεντρωθῶσιν εἰς αὐτοὺς ὡς ἀνωτέρους διατάκτας τὰ ἔγγραφα καὶ οἱ λογαριασμοί, θὰ ἐκδίδηται παρ’ αὐτῶν τὸ ἔνταλμα τῆς πληρωμῆς, ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τούτου ἡ ἐπιτροπὴ θέλει ἐκδίδει ἐπιταγὴν εἰς τὴν τράπεζαν πρὸς πληρωμήν.
§100ΣΩΤ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἶναι δηλαδὴ εἰσπράκτωρ.
§101ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Περιπλέον δὲ ἡ ἐπιτροπὴ ἔχει καθῆκον νὰ γνωμοδοτῇ περὶ πάντων τῶν ἀναγομένων εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην, διότι θὰ σύγκηται ἀπὸ τὸν πρωθυπουργὸν, ἀπὸ δύω ὑπουργοὺς καὶ 4 ἀνωτέρους ἀξιωματικοὺς, καὶ εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ δίδῃ γνώμην πρὸς φωτισμὸν τῆς τε Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Ἀφοῦ λοιπὸν τοιοῦτος εἶναι ὁ προορισμὸς τῆς ἐπιτροπῆς, νομίζω, ὅτι ὅσα ἐῤῥέθησαν περὶ αὐτῆς ἦσαν περιττά. Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν πρότασιν τοῦ νὰ καταστήσωμεν ἕνα ἀνώτερον ὑπάλληλον ἰσόβιον, ὡς εἶναι εἰς τὴν Ἀγγλίαν, ἵνα θεωρῇ τὰ ἐντάλματα, παρατηρῶ ὅτι, ἂν ᾖναι ἀναγκαῖος διὰ τὸ στρατιωτικὸν ταμεῖον, εἶναι πολὺ ἀναγκαιότερος δι’ ὅλα τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους· ἀλλὰ δὲν πρέπει ν’ ἀποφαίνεταί τις τόσον εὐκόλως περὶ αὐτῶν τῶν πραγμάτων. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν ὑπάρχει τῳόντι ἀνώτερος ὑπάλληλος ἰσόβιος καὶ ἀμετακίνητος, ὁ ὁποῖος δίδει λόγον τῶν πράξεών του ἐνώπιον τῶν δύο Βουλῶν συνηγμένων. Αὐτὸς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιθεωρῇ τὰ ἐντάλματα, οὐδὲν δὲ ἔνταλμα πληρόνεται ἄνευ τῆς ἐπιθεωρήσεως αὐτοῦ, ὅ ἐστὶν αὐτὸς κρατεῖ τὴν κλεῖδα τοῦ δημοσίου θησαυροῦ. Ἀλλ’ ἐνῷ τοῦτο ὑπάρχει, δὲν ἠξεύρω ἀπὸ ποίας ἐποχῆς, εἰς τὴν Ἀγγλίαν, δὲν τὸ ἐμιμήθησαν τὰ ἠπειρωτικὰ Κράτη· ἑπομένως δὲν ἠξεύρω ἂν ἠμπορῇ κανεὶς ἀνεξετάστως καὶ ἐν παρόδῳ νὰ ζητήσῃ τὴν ἐφαρμογὴν τοιούτου θεσμοῦ ἐν Ἑλλάδι. Ὡς πρὸς τὸ δάνειον εἶναι τῳόντι ὀρθὴ ἡ παρατήρησις, ἣν ἔκαμεν ὁ κ. Τρικούπης, ὅτι πρέπει μετὰ τοῦ τόκου νὰ ὁρίσωμεν καὶ τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον θέλει ἐκπεσθῆ ἀπὸ τὸ ὀνοματικὸν κεφάλαιον. Αὐτὰ εἶχον ν’ ἀπαντήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Μεσολογγίου ὡς πρὸς τὴν χθεσινὴν ἀγόρευσίν του. Ἤθελον ὅμως παρακαλέσει καὶ αὐτὸν καὶ πάντα ἄλλον, ὁ ὁποῖος διαφωνεῖ ὡς πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ἢ καὶ τῶν λοιπῶν, ν’ ἀκολουθήσῃ τὴν τακτικήν, ἡ ὁποία ἐτηρήθη πάντοτε ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ὁσάκις εἰσάγονται νομοσχέδια εἴτε ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε ἐκ μέρους τινὸς τῶν βουλευτῶν. Κατὰ τὴν μέχρι τοῦδε ἐπικρατήσασαν τακτικήν, ὅταν τις τῶν βουλευτῶν εὕρισκεν, ὅτι διάταξις ἢ διατάξεις τινὲς τοῦ εἰσαχθέντος ἢ συζητουμένου νομοσχεδίου δὲν εἶναι κατὰ τὴν κρίσιν του ὀρθαὶ, εἰσῆγε τροπολογίαν, ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὅτι πολλοὶ τῶν κυρίων βουλευτῶν εἶχον τὴν ἀρίστην συνήθειαν νὰ συνοδεύωσι τὰς τροπολογίας των μὲ αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν, ἡ ὁποία ἔδιδεν ἀφορμὴν καὶ εἰς τοὺς συντάξαντας τὸ νομοσχέδιον καὶ εἰς ὅλην τὴν Βουλὴν νὰ σκεφθῇ ἐπ’ αὐτοῦ. Τοῦτο, κύριοι, διηυκόλυνε τὰ μέγιστα καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλήν· ἐφέτος ὅμως, βλέπετε, ὅτι μετεβάλομεν ὁλωσδιόλου τακτικήν. Καὶ δὲν ἐννοῶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κατακρίνουν τὴν ἀρχήν, ἐννοῶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κατακρίνουν διατάξεις τινὰς τοῦ νομοσχεδίου. Οὗτοι, ἀντὶ νὰ φέρουν τροπολογίας καὶ νὰ ὑποδείξωσιν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν κατὰ ποῖον τρόπον δύναται νὰ διορθωθῇ τὸ νομοσχέδιον καὶ νὰ καταστῇ πρακτικὸν καὶ ὠφέλιμον, περιορίζονται ἁπλῶς εἰς τὸ νὰ κάμουν παρατηρήσεις, καὶ ἔπειτα προσκαλοῦν τὴν Κυβέρνησιν νὰ κάμῃ αὐτὴ τροποποιήσεις. Ἀλλ’ ἂν ἡ Κυβέρνησις δὲν παραδέχεται τὰς ἰδέας καὶ τὰς ἀρχάς των, ἢ ἂν δὲν τὰς ἐννοῇ, τότε τί θέλει συμβῆ; ἡ Βουλὴ δὲν θέλει ἔχει ἐνώπιόν της ἓν κείμενον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου νὰ συζητήσῃ καὶ νὰ ἀποφανθῇ. Διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω νὰ παρακαλέσω τοὺς ἔχοντας τροπολογίας, νὰ τὰς φέρουν ἐγγράφως εἰς τὴν Βουλήν.
§102Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δυστυχῶς ἐδώσατε τὸ παράδειγμα νὰ μὴ φέρετε ἐκθέσεις οἱ ὑπουργοί. Τί νὰ κάμωμεν οἱ ἄλλοι;
§103ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Λυποῦμαι, εὑρισκόμενος εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ διαφωνήσω πρὸς τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, τοῦ ὁποίου ἄλλως ἐκτιμῶ τὴν ἐμβρίθειαν καὶ τὴν περὶ τὰ οἰκονομικὰ δεινότητα. Ἄρχομαι δὲ ἰδίως ἀπὸ τῆς τελευταίας τοῦ κ. ὑπουργοῦ παρατηρήσεως, ὅτι οἱ διαφωνοῦντες πρὸς τὰ ὑπὸ τῆς κυβερνήσεως εἰσαχθέντα νομοσχέδια ὀφείλουσι νὰ φέρωσι διὰ τροπολογιῶν τὰς γνώμας των ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἐκ τῆς γενικῆς συζητήσεως, κύριοι, ἐπείσθητε, νομίζω, ὅτι ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Τρικούπης ὑπεστήριξε σχετικῶς πρὸ στὰ ὑπὸ τῆς κυβερνήσεως εἰσαχθέντα νομοσχέδια, εἶναι τοιαύτη, ὥστε δὲν δύναται νὰ διατυπωθῇ εἰς τροπολογίαν ἐπὶ ἑνὸς ἑκάστου τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἡ κυβέρνησις εἰσήγαγεν. Ἐπὶ παραδείγματι, ἡ πρώτη γνώμη, ὑπὲρ τῆς ὁποίας καὶ ἐγὼ τάσσομαι, εἶναι, ὅτι ἡ κυβέρνησις δὲν ἔπρεπε νὰ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς κατακερματισμένα τὰ νομοσχέδια, διὰ τῶν ὁποίων ἤθελε νὰ ὑποδηλώσῃ τὸ ὁποῖον προτιμᾷ οἰκονομικὸν σύστημα, ἀλλ’ ὤφειλε νὰ διατυπώσῃ ἀφ’ ἑνὸς μὲν εἰς ἓν νομοσχέδιον τὰς περὶ τῶν νέων φόρων ἰδέας της, ἀφ’ ἑτέρου δὲ εἰς ἕτερον νομοσχέδιον τὴν γνώμην, ἣν ἔχει περὶ τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ζητηθῶσι πρὸς πραγματοποίησιν τῆς ναυτικῆς καὶ στρατιωτικῆς συντάξεως τῆς χώρας. Οὕτω πράττουσα, ἤθελε διευκολύνει τὴν Βουλὴν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ σπουδαιοτάτου τούτου καθήκοντός της, διότι αὕτη ἐγκρίνουσα τὴν προπαρασκευὴν τῆς χώρας καὶ διατεθειμένη νὰ παράσχῃ εἰς τὴν κυβέρνησιν τὰ μέσα, δι’ ὧν αὕτη δύναται νὰ ἐπιτελεσθῇ, ἐπιθυμεῖ καὶ ὀφείλει νὰ ἐξεύρῃ τοὺς προσήκοντας πόρους μετὰ τρόπου τοιούτου, ὥστε κατὰ τὸ ἐφικτὸν νὰ μὴ παραβλαφθῇ ἡ παραγωγὴ καὶ ἡ ὑλικὴ τοῦ τόπου πρόοδος· ἀλλ’ ἀντὶ τούτου, ἡ κυβέρνησις ἐπροτίμησε νὰ φέρῃ πολλὰ νομοσχέδια, εἰς ἕκαστον τῶν ὁποίων ἰδίους φόρους νὰ ὑποδείξῃ, καὶ ἐπίσης διάφορα νομοσχέδια, διὰ τῶν ὁποίων διάφορα νὰ ζητηθῶσι δάνεια. Τοιουτοτρόπως, οὐ μόνον οἱ ἔχοντες γενικωτέραν περὶ τῶν προπαρασκευῶν ἰδέαν, ὑπὸ τὴν ἔποψιν ἰδίως τῆς φορολογίας, ἀδυνατοῦσι νὰ ἐξετάσωσι τὰς τῆς κυβερνήσεως ἰδέας ἐπὶ ἑνὸς ἑκάστου τῶν νομοσχεδίων, ἀλλὰ καὶ οἱ ἐπί τινος τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν ἔχοντες διάφορον γνώμην ἀδυνατοῦσι νὰ τὸ πράξωσι, ὡς μὴ γνωρίζοντες ἂν ᾖναι ἀναγκαῖον νὰ ἐπιβληθῶσιν ὅλοι οἱ φόροι, οὓς τὰ νομοσχέδια περιέχουσιν. Ἡ κυβέρνησις διὰ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα εἰσήγαγεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἐζήτησε νὰ ἐπιβληθῶσιν εἰς τὸν τόπον ἔκτακτοι θυσίαι· ἐζήτησεν ἐκτάκτως νὰ ἐπιβληθῶσι φόροι, ὑπερβαίνοντες τὰ 12,000,000. Ἐν τῇ γενικῇ συζητήσει τὸ θέμα τοῦτο ἀνεπτύχθη ἐπαρκῶς, ὥστε νομίζω, ὅτι ἤθελον κουράσει τὴν Βουλὴν, ἐπαναφέρων τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος· ἐπειδὴ ὅμως ἐν προγενεστέρᾳ ἀγορεύσει του ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν, ὅτι οἱ φόροι, οἵτινες πρόκειται σήμερον νὰ ἐπιβληθῶσι, δὲν ὑπερβαίνουσι τὰ 4,500,000, ἀναγκάζομαι νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις ὡς πρὸς τοὺς φόρους, τῶν ὁποίων τὴν ἐπιβολὴν ἡ κυβέρνησις προτείνει. Τὸ δάνειον τῶν 10,000,000 πρόκειται νὰ μᾶς ὑποβάλῃ εἰς βάρος 650 χιλ. δραχμῶν ἐτησίως· ἐννοεῖτε δὲ, ὅτι δὲν πρόκειται 10 ἑκατομμύρια νὰ εἰσαχθῶσιν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, διότι κατὰ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον παραδέχεται ὁ νόμος, ἤτοι τὸ τοῦ τελευταίου δανείου τῶν 26 ἑκατομμυρίων, πρόκειται νὰ ἐκδοθῇ μὲ ἔκπτωσιν 19%, ὥστε θὰ εἰσπραχθῶσι μόνον 8,100,000. Μετὰ τοῦτο προτείνεται ἡ συνομολόγησις δανείου 50 ἑκατομμυρίων, ἐπὶ τόκῳ μὴ ὑπερβαίνοντι τὰ 7%· βεβαίως δὲν πρόκειται νὰ γίνῃ ἀποδεκτὸν τὸ σύστημα τῶν παγίων δανείων, διότι τὸ σύστημα τοῦτο δὲν τὸ ἀπεδέχθη τὸ ἡμέτερον κράτος· ἑπομένως θέλει πληρόνεσθαι καὶ χρεώλυτρον. Ἄν λοιπὸν θὰ πληρώσωμεν διὰ τόκον 7% καὶ 1% διὰ χρεωλύσιον, ἐξ ἀνάγκης θέλομεν ἔχει βάρος δραχμὰς 4,000,000 ἐτησίως. Μετὰ τοῦτο ἔρχεται τὸ νομοσχέδιον περὶ κατασκευῆς σιδηροδρόμου ἀπὸ Πειραιῶς μέχρι Λαμίας· ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ἐν τῇ εἰσαγωγικῇ ὁμιλίᾳ του περὶ τῶν νομοσχεδίων, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπετύπωσε τὸ κυβερνητικὸν σύστημα, εἶπεν, ὅτι καὶ τοῦτο καταλέγει μεταξὺ τῶν ἀποτελούντων τὴν παρασκευὴν τοῦ ἔθνους μέτρων.... ἑπομένως πρόκειται καὶ διὰ τὴν συνομολόγησιν τοῦ διὰ τὸν σιδηρόδρομον δανείου νὰ ὑποβληθῶμεν εἰς τόκον καὶ χρεωλύσιον 2½ ἑκατομ. κατ’ ἔτος· μετὰ τοῦτο, διὰ τῆς ὑπὸ τῆς κυβερνήσεως προτεινομένης τακτοποιήσεως τῶν παλαιῶν δανείων, ὑποβαλλόμεθα εἰς βάρος 2 ἑκατομ. ἐνιαυσίως. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσθήκης φόρων ὑπὲρ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, πρόκειται νὰ ἐπιβληθῶσι νέοι φόροι ἑνὸς περίπου ἑκατομμυρίου. Πλὴν ὅμως ὅλων αὐτῶν, ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐζήτησε νὰ τεθῇ κατὰ μέρος ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἐλλείμματος τοῦ τρέχοντος ἔτους, ὡς καὶ ἐπὶ τοῦ ἐνδεχομένου ἐλλείμματος τοῦ ἐπιόντος ἔτους, ἰσχυρισθεὶς, ὅτι διὰ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἐσχεδίασε καὶ τῶν ὁποίων τὴν ἐπιψήφισιν ἐζήτησεν ἀπὸ τὴν Βουλὴν, θὰ ἐπιτευχθῇ τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἴσως ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, φρονῶν ὅτι θέλει παραμείνει ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ πολλὰ ἔτη, καὶ πεποιθὼς εἰς ἣν ὁμολογουμένως ἔχει ἱκανότητα, κρίνει ἐφικτὸν τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ, διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἐσχεδίασε. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, εἰμὶ ἠναγκασμένος νὰ μὴ συμφωνήσω μετὰ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὡς πρὸς τὴν αἰσιόδοξον αὐτὴν γνώμην του, διότι ἔχων ὑπ’ ὄψιν τὴν οἰκονομικὴν τοῦ τόπου μας ἱστορίαν, γνωρίζων, ὅτι ἀνὰ πᾶν ἔτος ἔκτακτοι πολιτικαὶ ἢ ἄλλαι περιστάσεις παρουσιάζονται, ἐπιδρῶσαι ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν θέσεως, φρονῶ, ὅτι πάντοτε πρέπει νὰ ὑπολογίζωμεν ἓν ἔλλειμμα 2 ἑκατομ. περίπου εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ἑκάστου ἔτους, ἐνόσῳ ἀκολουθοῦμεν τὸ ἐπικρατῆσαν μέχρι τοῦδε σύστημα εἰς τὴν σύνταξιν τῶν προϋπολογισμῶν, τῆς ἐξογκώσεως τῶν ἐσόδων· μάλιστα δὲ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1877 θὰ παρουσιάσῃ μεγαλείτερον ἔλλειμμα, διότι δὲν θὰ ἔχῃ τὰς εἰσπράξεις ἐκ τῶν κεκλεισμένων χρήσεων, ὡς διατεθείσας ὑπὲρ τῆς τακτοποιήσεως καὶ ἐξοφλήσεως τῶν παλαιῶν δανείων. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τοῦ ἐλλείμματος, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ παρουσιασθῇ, φρονῶ, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς θέλει βεβαίως ἐπιβαρυνθῆ κατὰ τὰς γνώμας ὅλων, ὅσοι περὶ τῶν στρατιωτικῶν παρασκευῶν τοῦ τόπου ἐμβριθῶς σκέπτονται, μὲ νέον βάρος ἐκ 2½ ἑκατομ. τοὐλάχιστον, διὰ τὴν ἀναδιοργάνωσιν καὶ αὔξησιν τῆς χωροφυλακῆς, πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ τραπῇ ὁ στρατὸς εἰς τὰ κύριά του ἔργα. Βεβαίως οὐδ’ ἡ Κυβέρνησις οὐδ’ ἄλλος τις ἐννοεῖ νὰ ἐξακολουθῇ ὁ στρατὸς ἐκπληρῶν ἔργα χωροφυλακῆς· ἐπειδὴ δὲ οὔτε αἱ δημόσιαι εἰσπράξεις γίνονται σήμερον, οὐδ’ ἡ λειτουργία τῆς δικαιοσύνης ἐκτελεῖται, οὐδ’ ἄλλη τις τῶν ἄλλων διοικητικῶν ὑπηρεσιῶν διεξάγεται, εἰμὴ τῇ συμπράξει τοῦ στρατοῦ, φυσικὸν εἶναι, ὅτι τῆς χωροφυλακῆς ἡ δύναμις πρέπει νὰ συμπληρωθῇ εἰς τρόπον, ὥστε ὁ τακτικὸς στρατὸς νὰ μὴ ἀπασχολῆται εἰς τὰ ἔργα ταῦτα· ἀνάγκη λοιπὸν ὁ προϋπολογισμὸς νὰ αὐξηθῇ κατὰ 2½ ἑκατομμύρια. Ἰδοὺ λοιπὸν πῶς, κατὰ τὸ κυβερνητικὸν σύστημα, ὀφείλομεν νὰ ψηφίσωμεν 12 ἑκατομμυρίων προσθέτους φόρους, ἰδοὺ δὲ διὰ τί καὶ πολὺ πρέπει νὰ σκεφθῶμεν εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν φόρων, καὶ εἰς τὴν ἐξεύρεσιν τῆς κρείττονος διὰ τὴν ἐπιβολὴν καὶ τὴν διανομὴν αὐτῶν μεθόδου. Ὑπάρχουσι δύω συστήματα, κατὰ τὰ ὁποῖα προβαίνουσι συνήθως οἱ οἰκονομολόγοι εἴτε εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ κράτους, εἴτε εἰς τὴν λῆψιν ἐκτάκτων μέτρων, ἀφορώντων εἰς τὴν ἐπίτευξιν μεγάλου τινὸς πολιτικοῦ συμφέροντος· ὅπου τὰ μέσα τὰ οἰκονομικὰ ὑπάρχουσιν ἄφθονα καὶ ὅπου τό τε κοινοβούλιον καὶ ἡ κυβέρνησις δὲν εἶναι ἠναγκασμέναι νὰ σκεφθῶσιν ἂν ὁ τόπος δύναται ἄνευ σπουδαίας βλάβης νὰ ὑποστῇ ὅσα βάρη προκαλεῖ ἡ τῶν δαπανῶν αὔξησις, ἐκεῖ βεβαίως προτιμῶσι τὸ σύστημα τοῦ νὰ ὁρίζωσι προηγουμένως τὰς ἀπαιτουμένας διὰ τὴν διοίκησιν καὶ τὴν στρατιωτικὴν σύνταξιν τῆς χώρας δαπάνας, καὶ ἀναλόγως τοῦ ποσοῦ αὐτῶν νὰ ἐπιβάλλωσι τοὺς ἀναγκαίους φόρους. Εἰς κράτη ὅμως, οἷον τὸ ἡμέτερον, ὅπου αἱ παραγωγικαὶ δυνάμεις τοῦ τόπου δὲν δύνανται νὰ ὦσιν ἐπαρκεῖς εἰς οἱαδήποτε μεγάλα βάρη, ἔστω καὶ ἂν δι’ αὐτῶν πρόκηται νὰ ἐπιζητηθῇ μεγάλη τις ἐθνικὴ ὠφέλεια, προτιμᾶται ἕτερον σύστημα, δηλαδὴ νὰ ἐξετάζηται πρωτίστως τίνα δύναται νὰ φέρῃ ὁ τόπος βάρη, καὶ ἀναλόγως τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ προσφέρῃ ἄνευ προφανοῦς κινδύνου στειρεύσεως ἢ βλάβης τῶν παραγωγικῶν αὐτοῦ πόρων, νὰ ψηφίζωνται αἱ τακτικαὶ ἢ ἔκτακτοι δαπάναι. Ὡς ἐκ τούτου ἀπαραίτητον καθίσταται νὰ διατυπώσῃ ἡ κυβέρνησις ἐν ἑνὶ νομοσχεδίῳ τὴν γνώμην της περὶ τῶν δυναμένων νὰ ἐπιβληθῶσι νέων φόρων, ὥστε τὸ κοινοβούλιον νὰ κρίνῃ, ἂν οἱ φόροι οὗτοι δύνανται ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει νὰ ἐπιβληθῶσι, καὶ συγχρόνως ἂν ἐκ τῶν νέων τούτων φόρων δύναται νὰ προέλθῃ τοσαύτη ἢ τοσαύτη πρόσοδος, ἀναλόγως δ’ αὐτῆς, ἐξεταζομένης συνάμα μὲ τοὺς τακτικοὺς πόρους τοῦ κράτους, νὰ χορηγήσῃ τὰ διὰ τὰς παρασκευὰς μέσα. Ἡ γνώμη ἡμῶν, κύριοι, εἶναι ὅτι, ἂν εἰλικρινῶς καὶ σπουδαίως ἀφορῶμεν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν στρατιωτικῶν παρασκευῶν, πρέπει νὰ ἔχωμεν εἰς ἓν νομοσχέδιον διατυπουμένας τὰς γνώμας τῆς κυβερνήσεως περὶ τῶν ἐπιβλητέων νέων φόρων· πρέπει δὲ συνάμα νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ κράτους διὰ τὸ ἐπιὸν ἔτος, πρέπει δὲ τότε νὰ βασανίσωμεν τά τε ἔσοδα καὶ ἔξοδα, ἵνα ἐξεύρωμεν ὅσα μέσα χρειαζόμεθα διὰ τὰς παρασκευάς. Διὰ νὰ γίνῃ δὲ τοῦτο, πρέπει ἡ φορολογικὴ νομοθεσία ἡμῶν ν’ ἀναθεωρηθῇ καὶ ἐξετασθῇ γενικώτερον, ἵνα διανείμωμεν, ὡς οἷόν τε ἐφικτὸν, τὰ βάρη εἰς ἁπάσας τὰς κοινωνικὰς τάξεις· δὲν πρέπει δὲ νὰ παραδεχθῶμεν τὴν γνώμην τοῦ ὑπουργοῦ τῶν οἰκονομικῶν, κατὰ τὴν ὁποίαν, ἐπειδὴ σήμερον ἐκτάκτως σκεπτόμεθα περὶ στρατιωτικῶν παρασκευῶν, ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει ἐπαρκὴς ὑλικὸς χρόνος, δυνάμεθα διὰ ποσοστῶν ἐπὶ τῶν ὑπαρχόντων φόρων νὰ δημιουργήσωμεν τὰ μέσα πρὸς στρατιωτικὴν παρασκευὴν τοῦ τόπου. Ὅταν πρόκειται, κύριοι, νὰ ζητήσωμεν 12 ἑκατομμύρια ἀπὸ τὸν τόπον, καὶ νὰ ζητήσωμεν ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μέχρι τοῦδε προσέφερον ὄχι βεβαίως τὰ 36 ἑκατ. ἤτοι τὸ ὅλον τῶν ἐσόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ μας (διότι ἐξ αὐτῶν 10 ἢ 12 ἑκατομ. προσφέρονται ἀπὸ περιουσίαν τοῦ δημοσίου), ἀλλὰ 25 ἑκατομ. μόνον, νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη ἀπαραίτητος νὰ ἐνασχοληθῶμεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ τόπου καὶ νὰ ἐπισκοπήσωμεν τὴν φορολογικὴν ἡμῶν νομοθεσίαν, καὶ, ἂν ὑπάρχωσι φόροι ἐπιβαλλόμενοι ἀνίσως εἴς τινας κοινωνικὰς τάξεις, νὰ τοὺς ἐλαττώσωμεν καὶ νὰ ζητήσωμεν τὸ συμπλήρωμα ἐκ τῶν ἧττον ἢ οὐδόλως φορολογουμένων τάξεων. Ἐπειδὴ δὲ περὶ φορολογίας πρόκειται, θέλω ἀρχίσει ἀπὸ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, διότι ὁ φόρος οὗτος ἐπροξένησεν ἰσχυρὰν ἐντύπωσιν εἰς τὴν κοινωνίαν, ἐντὸς δὲ τοῦ κοινοβουλίου ὑπάρχουσιν ἀμφιβολίαι περὶ τοῦ χαρακτῆρος καὶ τοῦ σκοποῦ τοῦ φόρου τούτου. Βάσις παντὸς φόρου ἐν εὐνομουμένῃ πολιτείᾳ εἶναι βεβαίως τὸ καθαρὸν εἰσόδημα· ἐπειδὴ ὅμως τὸ καθαρὸν εἰσόδημα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξευρεθῇ, καὶ ἑπομένως ἡ ἐπιστημονικῶς ὀρθὴ αὕτη θεωρία δὲν εἶναι δυνατὸν πρακτικῶς νὰ ἐφαρμοσθῇ, διὰ τοῦτο ὅλαι αἱ κυβερνήσεις τῶν εὐνομουμένων κρατῶν κατέφυγον εἰς τεκμήρια, διὰ νὰ προσεγγίσουν εἰς τὴν φορολογίαν, ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος. Ζητοῦντες δὲ σήμερον νὰ ἐξετασθῇ γενικώτερον ἡ φορολογία τοῦ τόπου, ἐννοοῦμεν ὅτι βάσις τῶν σκέψεών μας πρέπει νὰ ᾖναι ἡ ἐπιβολὴ φόρου ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος ὅλων τῶν κοινωνικῶν τάξεων. Ἐὰν ζητῶμεν νὰ μεταβληθῇ ὁ ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν ἔγγειος φόρος καὶ νὰ ζητηθῇ ἓν μέρος τῆς ἐκ τούτου προσόδου ἀπὸ τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, οὐδὲν ἄλλο ζητοῦμεν ἢ νὰ ὑποβληθῶσιν οἱ γεωργοὶ εἰς φόρον ἀνάλογον πρὸς τοὺς ἐπιβαλλομένους ἢ ἐπιβλητέους εἰς τὰς λοιπὰς κοινωνικὰς τάξεις, ἵνα οὕτως ἡ γεωργία ἡμῶν, ἥτις εἶναι ἡ πρωτίστη πηγὴ τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου, ἀνακουφισθῇ καὶ προαχθῇ εἰς τρόπον, ὥστε νὰ μὴ ἐλαττωθῶσιν αἱ παραγωγικαὶ δυνάμεις τῆς χώρας ἐν ὥρᾳ, καθ’ ἣν πρόκειται νὰ ὑποβληθῇ εἰς θυσίας διὰ τὰς στρατιωτικὰς παρασκευάς. Ἐὰν ζητῶμεν νὰ γίνῃ ἀναθεώρησις τοῦ τελωνιακοῦ δασμολογίου καὶ δι’ αὐτῆς νὰ ζητηθῇ ἡ ἐπιδιωκομένη αὔξησις τῶν δημοσίων ἐσόδων ἐκ τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν, τὸ ζητοῦμεν, διὰ νὰ φορολογηθῶσι διὰ τῆς ἐργασίας ταύτης περισσότερον τὰ εἴδη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶναι δεκτικὰ ἀνωτέρας φορολογίας, καὶ οὐχὶ νὰ φορολογηθῶσιν ὅλα ἐν γένει μὲ τὸ αὐτὸ μέτρον, ὡς ἐπιδιώκει τὸ ὑπουργικὸν νομοσχέδιον διὰ τῆς προσθήκης ποσοστοῦ ἴσου ἐφ’ ὅλων τῶν εἰδῶν. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φορολογήσωμεν ἄλλως ἢ διὰ τεκμηρίων ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι κινητὴν περιουσίαν, διὰ τοῦτο φρονοῦμεν, ὅτι διὰ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ νόμου περὶ φορολογίας τῶν ἐπιτηδευμάτων, διὰ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ νόμου περὶ φόρου τοῦ χαρτοσήμου, διὰ προσθήκης τινὸς ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν, διὰ τοῦ τεκμηρίου τοῦ ἐνοικίου ὡς πρὸς τὰς κινητὰς περιουσίας, αἵτινες δὲν εἶναι δυνατὸν ἄλλως νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς φορολογίαν, καὶ ἀκόμη διὰ τῆς ἐπιβολῆς φόρου τινὸς ἐπὶ τῆς ἐργασίας, εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ συμπέρασμα τῆς κατὰ τὸ ἐφικτὸν ἐπιβολῆς φόρων ἀναλόγων πρὸς τὴν καθαρὰν πρόσοδον μιᾶς ἑκάστης τῶν κοινωνικῶν τάξεων. Ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον φρονοῦμεν, ὅτι πρέπει αἱ περὶ νέων φόρων διατάξεις νὰ συγκεντρωθῶσιν εἰς ἓν νομοσχέδιον, εἶναι, διότι φρονοῦμεν, ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον ἐκ τῆς συζητήσεως ν’ ἀποδειχθῇ, ὅτι τινὲς τῶν φόρων, οἱ ὁποῖοι προτείνονται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, δὲν εἶναι ἀπαραίτητον νὰ ἐπιβληθῶσιν. Ἄν, ὡς ἐν παραδείγματι, ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων, ὁ προτεινόμενος διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τοῦ δανείου τῶν 10,000,000, ὑπῆρχεν εἰς ἓν καὶ τὸ αὐτὸ νομοσχέδιον μετὰ τῶν λοιπῶν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως προτεινομένων, ἠδύνατο νὰ ἐξετασθῇ ἂν διὰ μικρᾶς τινος αὐξήσεως τῶν τελωνιακῶν τελῶν ἢ ἑτέρου τινὸς φόρου δὲν ἦτο κατορθωτὴ ἡ ἀποφυγὴ αὐτοῦ, διότι δὲν δύναμαι ν’ ἀποκρύψω τὴν ὁποίαν ἔχω πεποίθησιν, ὅτι ὁ τοιοῦτος φόρος, ἐπιβαλλόμενος διὰ τοῦ μηχανισμοῦ τῆς δημοτικῆς φορολογίας καὶ ἐπαυξάνων αὐτὴν, θέλει παραβλάψει τὰ συμφέροντα τῶν δήμων, θέλει καθιερώσει νέας τελωνιακὰς γραμμὰς καὶ ὅπου ἐκ δημοτικοῦ συμφέροντος δὲν εἶναι ἀναγκαῖαι, θέλει γεννήσει περιπλοκὰς ἐπὶ βλάβῃ τοῦ ἐσωτερικοῦ ἐμπορίου, καὶ ἐπὶ τέλους θέλει ἀποδείξει εἰς τὸν πεπολιτισμένον κόσμον, ὅτι διατελοῦμεν ἐν μεγάλῃ καθυστερήσει ὡς πρὸς τὰς περὶ φορολογίας στοιχειώδεις ἰδέας. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπε πρὸ ὀλίγου, ὅτι τὸ σύστημα τῆς ἐπιβολῆς προσθέτων ποσοστῶν ἐπὶ τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν καὶ ἐπὶ τοῦ χαρτοσήμου τὸ ἐπροτίμησε, διότι καὶ εἰς προηγούμενον νόμον, ἀφορῶντα εἰς τὴν αὔξησιν τῶν ὑπὲρ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας πόρων, εἶχε γίνει δεκτὸν ὑπὸ ἑτέρας Κυβερνήσεως· ἀλλ’ ὁ νόμος ἐκεῖνος ἦτο προσωρινὸς, ἀπόδειξις δὲ τούτου εἶναι, ὅτι νῦν δὲν ὑφίσταται, χωρὶς νὰ καταργηθῇ διὰ μεταγενεστέρου νόμου. Προκειμένου νὰ ζητηθῇ αὔξησίς τις τῶν δημοσίων ἐσόδων διὰ σύντομον χρονικὸν διάστημα, δύναται νὰ δικαιολογηθῇ ἡ ἐπιβολὴ ποσοστοῦ ἐπὶ ὑπάρχοντος φόρου, καὶ ὅταν οὗτος δὲν ᾖναι καλῶς ἐπιβεβλημένος κατὰ τὰς ὑγιεῖς περὶ φόρων ἀρχάς. Ἐν τοιαύτῃ μόνον περιπτώσει καὶ ἡ κυβέρνησις καὶ τὸ κοινοβούλιον δύνανται νὰ δικαιολογηθῶσιν ἐπιβάλλοντες ποσοστόν, διότι ἔχουσιν ὑπὲρ ἑαυτῶν τὸ δικαιολόγημα, ὅτι θὰ ἐκλείψῃ μετ’ ὀλίγον· ὅταν ὅμως πρόκηται νὰ ἐπιβληθῇ φόρος διαρκὴς, ὡς ἐπὶ τοῦ προκειμένου, νομίζω, ὅτι τοιαῦτα ποσοστὰ εἶναι ἀπολύτως ἀδικαιολόγητα. Ἡ ἐργασία τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ δασμολογίου δὲν δύναται ν’ ἀπαιτήσῃ πολὺν χρόνον, ὡς ἰσχυρίσθη ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Εἶναι δυνατὸν, ὡς κάλλιον ἐμοῦ γινώσκει ὁ κ. ὑπουργὸς, διὰ τῆς συγχωνεύσεως τῶν ἐν τῷ δασμολογίῳ κατηγοριῶν, νὰ ἐπιτευχθῇ οὐ μόνον ἡ αὔξησις τῆς ἐκ τῶν τελωνιακῶν, τελῶν προσόδου, ἀλλὰ καὶ ἡ τῆς τελωνιακῆς ὑπηρεσίας ἁπλοποίησις· γνωρίζει, ὅτι τὸ πρακτικώτερον τῶν εὐρωπαϊκῶν ἐθνῶν ἔχει δασμολόγιον ἔχον ἔκτασιν μικροτέραν ἐκείνης, ἣν ἔχει ἓν τῶν κεφαλαίων τοῦ ἡμετέρου δασμολογίου. Διὰ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ δασμολογίου, δύναται νὰ ζητηθῇ ἡ αὔξησις τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν οὐχὶ βεβαίως ἀπὸ ὅλα τὰ εἴδη τὰ ἐν τῷ δασμολογίῳ ἀναφερόμενα, ἀλλὰ ἀπὸ μόνα τὰ εἴδη τὰ δεκτικὰ ἀνωτέρας φορολογίας καὶ ἐν ποσότητι μεγάλη εἰσαγόμενα. Γνωρίζω, ὅτι ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἐπειδὴ τότε ἐσχεδιάζετο ἡ πρότασις περὶ μεταβολῆς τοῦ ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν φορολογικοῦ συστήματος, καὶ ἀνάγκη ὑφίστατο νὰ ζητηθῇ ἀλλαχόθεν ἡ ἀναπλήρωσις τοῦ ἐλλείμματος, τὸ ὁποῖον ἐντεῦθεν ἤθελε προκύψει, εἶχε γίνει ἐργασία, ἀφορῶσα εἰς τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ δασμολογίου· ἡ ἐργασία αὕτη ἐπεραιώθη καὶ ὑπάρχει ἔτι, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἐν τῷ γραφείῳ τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν· ἀλλὰ, καὶ ἂν τὸ σημερινὸν ὑπουργεῖον δὲν ἔχῃ πεποίθησιν εἰς τὴν ἐργασίαν ἐκείνην, δύναται αὐτὸ νὰ ἀναθεωρήσῃ ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν τὸ δασμολόγιον καὶ νὰ παρουσιάσῃ ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου νέον δασμολόγιον, συντομώτερον καὶ μεθοδικώτερον τοῦ ὑπάρχοντος, ὥστε ἐντεῦθεν νὰ προκύψῃ πολὺ μεγαλειτέρα πρόσοδος ἀπὸ ἐκείνην, ἥτις ζητεῖται σήμερον διὰ τῆς προσθήκης ποσοστοῦ. Προκειμένου ὅμως περὶ τοῦ προσθέτου ποσοστοῦ τῶν 10% ἐπὶ τῶν εἰς τὰ τελωνεῖα τοῦ Κράτους εἰσαγομένων ἔξωθεν ἐμπορευμάτων, ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἠθέλησε νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν αὔξησιν ταύτην καὶ τοὺς εἰς τὰ τελωνεῖα εἰσπραττομένους ἐγγείους φόρους· διὰ νὰ δικαιολογήσῃ δὲ ἐν τῇ προηγηθείσῃ ἀγορεύσει του τὴν ἐπιβολὴν τοῦ ποσοστοῦ τούτου, εἶπεν, ὅτι ὀλίγιστοι ἔγγειοι φόροι ἀπομένουσιν ἀπηλλαγμένοι αὐξήσεως, κατὰ τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν· διότι ἐπὶ μὲν τῶν δημητριακῶν καρπῶν ἐπιβάλλεται φόρος πρόσθετος 1%, ἐπὶ τοῦ φόρου δὲ τῶν οἰκοδομῶν προτείνεται ἡ αὔξησις 5%· ἑπομένως δὲν μένουσιν ἢ τὰ ἔλαια μόνον καὶ τὰ κατὰ στρέμμα φορολογούμενα κτήματα. Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς ἐλησμόνησε ά) ὅτι αἱ ὑπὲρ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας προτεινόμεναι αὐξήσεις εἰσὶ προσωριναὶ καὶ οὐχὶ διαρκεῖς, οἷαι εἶναι αἱ ὑπὲρ τοῦ ταμείου τῆς ἐθνικῆς ἀμύνης καθιερούμεναι· καὶ βʹ) ὅτι, καὶ ἂν ἐν τῇ λοιπῇ Ἑλλάδι ἡ εἰδικῶς ἐπὶ τῶν εἰς τὰ τελωνεῖα εἰσπραττομένων ἐγγείων φόρων προτεινομένη αὔξησις εἶναι ἄδικος, ὡς μὴ ἐκτεινομένη ἐφ’ ὅλης τῆς ἐγγείου φορολογίας, ἡ ἀδικία αὕτη ἀποβαίνει ἰδίως ἐπαισθητὴ ἐν Ἑπτανήσῳ, ἔνθα ἅπασα ἡ φορολογία συγκεντροῦται εἰς τοὺς ἐν τοῖς τελωνείοις εἰσπραττομένους ἐγγείους φόρους. Ὡς γνωστόν, ἐν Ἑπτανήσῳ εἰσπράττεται ἔγγειος φόρος 18% ἐπὶ τῶν δύω κυρίων καὶ μόνων προϊόντων τοῦ τόπου, ἤτοι σταφίδος καὶ ἐλαίου, πλὴν ἑτέρων δύω, ἅτινα εἰσπράττονται ὑπὲρ τῶν ἐγχωρίων διαχειρίσεων, ἤτοι τῶν δήμων, ἐνῷ τὰ αὐτὰ προϊόντα ἐν τῇ λοιπῇ Ἑλλάδι ὑποβάλλονται εἰς μόνον 7%. Ἡ προτεινομένη δὲ αὔξησις τῶν ἐγγείων τούτων φόρων θέλει βεβαίως ἀποβῆ καταστρεπτικὴ διὰ τὴν παραγωγὴν τῆς Ἑπτανήσου τόσῳ μᾶλλον, ὅσῳ καὶ ὑπὸ τὴν ὑπάρχουσαν φορολογίαν τὰ προϊόντα τῆς Ἑπτανήσου δὲν δύνανται νὰ συναγωνισθῶσι πρὸς τὰ ὁμοειδῆ τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος, οὗ ἕνεκεν καὶ τὸ ἐμπόριον τῆς Ἑπτανήσου καθυστερεῖ οὐσιωδῶς. Οἴκοθεν δ’ ἐννοεῖται, ὅτι ὑπάρχει μία σπουδαία διαφορὰ μεταξὺ τοῦ νόμου περὶ συστάσεως ταμείου ἐθνικῆς ἀμύνης καὶ τοῦ νόμου περὶ αὐξήσεως τῶν πόρων τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, διότι οἱ διὰ τοῦ πρώτου νόμου ἐπιβαλλόμενοι φόροι εἶναι διαρκεῖς, ἐνῷ οἱ τοῦ δευτέρου εἰσὶ προσωρινοὶ καὶ εὐμετάκλητοι. Εἶναι λοιπὸν καὶ ἀναγκαῖον καὶ δίκαιον ἐκ τοῦ νομοσχεδίου τούτου νὰ ἐκλείψῃ ἡ ἐπὶ τῶν ἐγγείων φόρων τῶν εἰς τὰ τελωνεῖα εἰσπραττομένων προσθήκη τοῦ ποσοστοῦ τῶν 10%, καὶ διὰ τοὺς ἀνωτέρω λόγους, καὶ διότι ἡ ἔγγειος φορολογία εἶναι ἐπαρκῶς βεβαρυμένη. Ἂν δὲ πρόκηται ἐπὶ τῶν εἰς τὰ τελωνεῖα εἰσπραττομένων ἐγγείων φόρων νὰ ἐπέλθῃ αὔξησίς τις, αὕτη πρέπει νὰ ἐπέλθῃ, ἀφοῦ δι’ ὅλων τῶν ἄλλων φόρων δὲν ἐπιτευχθῇ ὁ σκοπός, τὸν ὁποῖον τὸ Κοινοβούλιον ἐπιδιώκει. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ποσοστὸν τῶν 20% ἐπὶ τῶν τελῶν τοῦ χαρτοσήμου, νομίζω, ὅτι ἡ ἀναθεώρησις τῶν νόμων περὶ φόρου τοῦ χαρτοσήμου εἶναι ἔργον λίαν εὔκολον· ἐν διαστήματι ὀλίγων ὡρῶν δύναται ἡ ἀναθεώρησις αὕτη νὰ διατυπωθῇ εἰς νομοσχέδιον καὶ νὰ τεθῇ ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς. Ὅπως παρετήρησεν ὁ κ. Τρικούπης, ἡ ὑπάρχουσα νομοθεσία περὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ χαρτοσήμου εἶναι ἐλαττωματική, οὐδεμία δὲ περὶ τούτου ὑπάρχει ἀμφισβήτησις. Ὅταν δὲ διὰ τῆς ἀναθεωρήσεως τῆς νομοθεσίας αὐτῆς δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ αὔξησις τῆς ἐκ χαρτοσήμου δημοσίας προσόδου, διὰ μόνης τῆς δικαιοτέρας τοῦ φόρου διαῤῥυθμίσεως καὶ ἐπεκτάσεως, ἀποβαίνει προφανῶς ἀδικαιολόγητος ἡ πρότασις τοῦ ὑπουργείου περὶ τῆς κατὰ 20% αὐξήσεως τοῦ ὑπάρχοντος φόρου. Πλὴν ὅσων ὁ κ. Τρικούπης ἀνέφερε παραδειγμάτων πρὸς ἀπόδειξιν τῆς ἀνάγκης τοῦ ν’ ἀναθεωρηθῇ ὁ νόμος περὶ χαρτοσήμου, θέλω κἀγὼ ἀναφέρει ἓν, ἀποδεικνύον, ὅτι διὰ τῆς ἀναθεωρήσεως θέλει ἐπιτευχθῆ σπουδαία αὔξησις τοῦ δημοσίου τούτου ἐσόδου. Ἐὰν εἰς τὸ νόμον αὐτὸν περιελαμβάνομεν διάταξιν, ἰσχύουσαν ἐν Γαλλίᾳ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἅπασαι αἱ ἀποδείξεις, αἵτινες δὲν ἤθελον γραφῆ ἐπὶ χαρτοσήμου, δὲν ἀποτελοῦσιν ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων ἀπόδειξιν, ἐὰν δηλ. ἀντὶ τοῦ προστίμου εἴχομεν τὴν διάταξιν τὴν ἰσχύουσαν ἐν Γαλλίᾳ, ἠδυνάμεθα 300 χιλ. δραχμῶν περισσοτέραν πρόσοδον νὰ ἐξασφαλίσωμεν. Κατὰ τὴν φορολογικὴν βάσιν τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου, πᾶν ἔγγραφον, βεβαιοῦν τὴν παραλαβὴν χρημάτων, πρέπει νὰ ὑποβάλληται εἰς φόρον χαρτοσήμου ἀναλόγου ἀξίας. Οἱαδήποτε ἀπόδειξις ἐν Γαλλίᾳ πρέπει νὰ γράφηται ἐπὶ χαρτοσήμου, ἄλλως δὲν ἔχει ἀποδεικτικὴν ἰσχὺν ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων. Παρ’ ἡμῖν, ἐὰν λάβητε δι’ ἐνεργηθεῖσαν πληρωμὴν ἀπόδειξιν ἐπὶ ἁπλοῦ χάρτου καὶ λάβητε βραδύτερον ἀνάγκην νὰ τὴν προσαγάγητε ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, θὰ ὑποβληθῆτε μόνον διὰ τὴν χαρτοσήμανσιν αὐτῆς εἰς ἓν πρόστιμον. Ἐπειδὴ δὲ ἐκ τῶν 200 ἀποδείξεων, ἃς λαμβάνει τις, δὲν θ’ ἀναγκασθῇ νὰ προσαγάγῃ εἰς τὸ δικαστήριον ἢ μίαν μόνον, εὐχαρίστως ὑποβάλλεται εἰς τὸ πρόστιμον τοῦ δεκαπλοῦ τέλου, ἐν Γαλλία ὅμως δὲν ἔχει κῦρος ἡ ἐπὶ ἁπλοῦ χάρτου ἀπόδειξις, καὶ ἂν βραδύτερον χαρτοσημανθῇ. Εἰς τὴν τροποποίησιν τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου ἠδύνασθε νὰ περιλάβητε καὶ τὸν φόρον ἐπὶ τῶν εἰσιτηρίων τῶν ἀτμοπλοίων, ἐπὶ τῶν εἰσιτηρίων τῶν θεάτρων καὶ τῶν θεαμάτων ἐν γένει, χωρὶς νὰ εὑρεθῆτε εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἔχητε εἰδικὸν φορολογικὸν νόμον. Εἰς τὰ εἰσιτήρια ταῦτα ἐπιθέτοντες χαρτόσημον, ἠδύνασθε νὰ εἰσπράξητε ὅ,τι δι’ ἐπιβολῆς εἰδικοῦ φόρου ζητεῖτε, χωρὶς νὰ ἦσθε ὑποχρεωμένοι νὰ ἔχητε εἰδικὴν διαδικασίαν καὶ δαπάνην διὰ τὴν εἴσπραξιν αὐτοῦ. Διὰ τῆς μεταῤῥυθμίσεως τοῦ νόμου αὐτοῦ, ἠδύνασθε ν’ ἀποφύγητε τὴν ἐπιβολὴν εἰδικοῦ φόρου ἐπὶ τῶν κερδῶν τῶν ἑταιριῶν, ἀποφεύγοντες συγχρόνως καὶ τὴν ἀνισότητα τοῦ φόρου αὐτοῦ, ἣν καθιεροῖ ὁ προτεινόμενος ὑφ’ ὑμῶν τρόπος τῆς ἐπιβολῆς του. Διότι, ἐνῷ σήμερον ἐξαιρεῖτε ὅλα τὰ εἰσοδήματα, ὅσα δὲν ἤθελον ὑπερβαίνει τὰς χιλίας διακοσίας δραχμὰς κατ’ ἔτος, τὸν ἔχοντα τυχὸν μετοχήν τινα εἰς ἑταιρίαν, ἐκ τῆς ὁποίας ἤθελε κερδίσει μόνον 500 δραχμάς, τὸν ὑποβάλλετε εἰς φορολογίαν, καὶ μάλιστα ὁμοίαν πρὸς τὸν ἔχοντα εἰσόδημα ἐκ μετοχῶν ἑταιρίας ἀνώτερον τῶν 10,000, διότι, κατὰ τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον, ὅλα τῶν ἑταιριῶν τὰ κέρδη ὑποβάλλονται ἐν τῷ συνόλῳ αὐτῶν εἰς μίαν φορολογίαν, εἰ καὶ παραδέχεσθε τὸ προοδευτικὸν σύστημα. Τὸ σύστημα, ὅπερ παρεδέχθητε ὡς πρὸς τὴν ἐπιβολὴν τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, καθιεροῖ προφανῶς τὴν ἀνισότητα. Ὑποθέσατε δύο πολίτας, ἐκ τῶν ὁποίων ὁ μὲν εἷς ἔχει 1000 δραχμῶν πρόσοδον ἐξ ἄλλης πηγῆς, ὁ δὲ ἕτερος ἴσην πρόσοδον ἐκ τῶν μετοχῶν τῆς τραπέζης· ὁ πρῶτος δὲν ὑποβάλλεται εἰς οὐδεμίαν φορολογίαν, ὁ δὲ ἕτερος πληρόνει 1½%. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὑπὲρ τοῦ ταμείου τῆς ἐθνικῆς ἀμύνης ἀφαίρεσιν 10% ἐπὶ τῶν εἰσπράξεων τῶν καθ’ ἅπαν τὸ Κράτος ἱδρυμένων εἰδικῶν ταμείων πρὸς κατασκευὴν καὶ κάθαρσιν λιμένων, δὲν νομίζω ἀναγκαῖον νὰ ἐνδιατρίψω, διότι ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τῆς προηγουμένης ἀγορεύσεώς του ἐδήλωσεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἀναγνωρίζουσα ὅτι ἡ ἀφαίρεσις τῶν εἰσπράξεων τούτων δὲν εἶναι δικαιολογημένη, οὐδεμίαν ἔχει δυσκολίαν νὰ συγκατατεθῇ εἰς τὴν ἀπάλειψίν της.
§104ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ εἶπον αὐτό.
§105ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἐπιμένητε καὶ εἰς τὴν ἀφαίρεσιν αὐτὴν, φρονῶ, ὅτι οὐδεμία δύναται νὰ προκύψῃ ἐν τῇ Βουλῇ γνώμη, ὅτι, ἀφ’ οὗ τὰ λιμενικὰ ταμεῖα δὲν ἐπαρκῶσι διὰ τῶν ὑπαρχουσῶν εἰσπράξεων εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ προορισμοῦ των, πρέπει νὰ ἐλαττωθῶσιν αὗται, καὶ οὕτω κατασταθῇ ἐπὶ μᾶλλον ἀδύνατος ἡ ἐκτέλεσις τῶν ἔργων, δι’ ἃ οἱ φόροι οὗτοι ἐπεβλήθησαν. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει πρωτίστως νὰ προσέξῃ εἰς τὸν φόρον τοῦτον, διότι πρόκειται νὰ ἐπιβληθῇ εἰς ὅλας τὰς κοινωνικὰς τάξεις καὶ νὰ παραγάγῃ ἀνατροπὴν κοινωνικὴν, μάλιστα καθ’ ὃν τρόπον προτείνεται. Καθ’ ἣν ἐποχὴν, καὶ ὅπου ἀκόμη ἐν Εὐρώπῃ διετηρήθη ὁ φόρος αὐτὸς, σκέπτονται νὰ τὸν καταργήσωσιν, ἡμεῖς σκεπτόμεθα πῶς νὰ τὸν ἐγκαθιδρύσωμεν, μὴ ἀναλογιζόμενοι τὰς συνεπείας αὐτοῦ καὶ μὴ ἐκτιμῶντες τὰς κοινωνικὰς ἀνατροπὰς, τὰς ὁποίας πρόκειται νὰ συνεπαγάγῃ. Ἀλλ’ ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν παρετήρησεν, ὅτι παρ’ ἡμῖν ὁ φόρος αὐτὸς εἶναι μᾶλλον φόρος παραπληρωματικὸς, εἶναι μᾶλλον εἰσφορὰ, καὶ διὰ τοῦτο ἐπροτίμησεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐφαρμοσθῇ ὡς πρὸς τὴν βεβαίωσιν αὐτοῦ τὸ σύστημα τῶν δηλώσεων, καὶ ὡς συμπλήρωμα αὐτοῦ ἡ ὁρκοδοσία, καθ’ ἣν περίπτωσιν γεννῶνται ἀμφιβολίαι ὡς πρὸς τὴν ἀκριβῆ δήλωσιν. Ἡμεῖς κατὰ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, ὡς προτείνεται, εἴμεθα κατ’ ἀρχὴν ἐναντίοι· ὅπως προτείνεται, εἶναι φόρος ὁμοιάζων πρὸς τὸν income tax, τὸν ἰσχύοντα ἐν Ἀγγλίᾳ. Ἡμεῖς ἐννοοῦμεν ἐπιβολὴν φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, ἀλλ’ ἐπὶ ὅλως διαφόρων βάσεων· δὲν ἐννοοῦμεν νὰ ἐπιβάλληται, ὡς ἐν Ἀγγλίᾳ, ἐφ’ ὅλων τῶν εἰσοδημάτων, εἴτε φορολογοῦνται ταῦτα κατ’ ἄλλον τρόπον, εἴτε μή. Καλῶς ποιοῦν τὸ ὑπουργικὸν νομοσχέδιον ἐξῄρεσε τὰ εἰσοδήματα τῆς ἀκινήτου περιουσίας, διότι αὕτη φορολογεῖται ἄλλως· δι’ ὃν λόγον ἐξαιροῦνται τὰ εἰσοδήματα ταῦτα, πρέπει νὰ ἐξαιρεθῶσι καὶ τὰ φορολογούμενα διὰ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων· ἀλλ’ ἐπειδὴ καὶ τὰ φορολογούμενα νῦν εἰσοδήματα φορολογοῦνται ἀνίσως καὶ ὑπάρχουν ἕτερα μηδόλως φορολογούμενα, ἐννοοῦμεν νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ κατὰ τὸ ἐφικτὸν ἴση διανομὴ τῶν φόρων, δι’ ἀναθεωρήσεως τῶν ὑπαρχόντων φορολογικῶν νόμων καὶ τῆς ἐπεκτάσεως τῆς φορολογίας ἐπὶ τὰ μὴ φορολογούμενα εἰσοδήματα. Καθ’ ὃν ὅμως τρόπον προτείνεται ὑπὸ τῆς κυβερνήσεως, ἐπαυξάνει τὴν ἀνισότητα, πιέζει τοὺς εὐσυνειδήτους καὶ εὐόρκους πολίτας καὶ προστατεύει τοὺς ἀνηθίκους καὶ ἐπιόρκους, ἐν ἑνὶ λόγῳ ὠθεῖ τὴν κοινωνίαν εἰς τὴν διαφθορὰν καὶ τὴν ἐπιορκίαν. Ὅταν πρόκηται περὶ νέου φόρου, ὁ φόρος οὗτος πρέπει αὐστηρότερον νὰ κρίνηται, διότι οἱ ὑπάρχοντες φόροι, καὶ ἂν στηρίζωνται ἐπὶ βάσεως ἀδίκου, ἐξῳκειώθησαν μὲ τὰς ἕξεις τῶν φορολογουμένων, καὶ δὲν παράγουσι τὰς ἰσχυρὰς ἐντυπώσεις καὶ ἀνωμαλίας, τὰς ὁποίας ἤθελε παραγάγει νέος φόρος ἄνισος καὶ ἐπαχθής. Ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐδήλωσε πρὸς τούτοις, ὅτι ὁ φόρος οὗτος ἐκρίθη ὑπὸ τῆς κυβερνήσεως ὡς πρόσθετος καὶ παραπληρωματικὸς, διὰ νὰ προσθέσῃ μικρόν τι ποσὸν εἰς τὰ ἐκ τῶν ἄλλων φόρων ζητούμενα ποσά. Ἴσως ἐκ τῶν λόγων τούτων ὑπολάβῃ τις, ὅτι ἡ κυβέρνησις ἐννοεῖ τὸν φόρον αὐτὸν καὶ προσωρινόν· ἐὰν ὅμως ἀναλογισθῶμεν, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου δίδεται εἰς τὴν κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα τῆς συνομολογήσεως δανείου ἐπὶ τῇ ἐγγυήσει τῶν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ φόρων, ἐν οἷς καὶ ὁ τοῦ εἰσοδήματος, θέλομεν πεισθῆ, ὅτι ὁ φόρος οὗτος ἕξει τοὐλάχιστον ἴσην διάρκειαν πρὸς τὸν χρόνον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἤθελε διαρκέσει ἡ ἐξόφλησις τοῦ δανείου. Ὅπου εὑρέθησαν ἠναγκασμένοι τοιοῦτόν τινα φόρον νὰ παραδεχθῶσι, τὸν ἐνομοθέτησαν ὅλως προσωρινὸν καὶ εἰς τρόπον, ὥστε νὰ δύναται τὸ ἀμέσως ἑπόμενον ἔτος νὰ καταργηθῇ. Ἀλλ’ ἐὰν σήμερον ἡμεῖς τὸν νομοθετήσωμεν, ὡς τὸν προτείνει ἡ κυβέρνησις, καὶ ἐὰν ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ συνομολογηθῇ τὸ δάνειον τῶν 50 ἑκατομμυρίων, δὲν ἀποκτῶσιν οἱ τρίτοι, ἤτοι οἱ δανεισταί, δικαιώματα; Δυνάμεθα νὰ τὸν καταργήσωμεν ἔπειτα, ἐὰν δὲν ἔχωμεν τὴν συγκατάθεσιν τῶν τρίτων; Βεβαίως ὄχι. Ἰδοὺ λοιπὸν καὶ ἕτερος λόγος, οὗ ἕνεκεν ἡ κυβέρνησις ἤθελε πράξει συνετὸν ἔργον, ἐὰν τὰς περὶ τῶν νέων φόρων διατάξεις διετύπου, ὡς εἶπον ἐν ἀρχῇ, εἰς εἰδικὸν νομοσχέδιον, τόσῳ περισσότερον, ὅσῳ νομίζω, ὅτι, ἐὰν σπουδαίως πρόκηται νὰ προβῶμεν εἰς προπαρασκευάς, ἐὰν σπουδαίως νομίζωμεν, ὅτι πρόκειται νὰ ζητήσωμεν δι’ αὐτὰς δάνεια, πρέπει νὰ προσφέρωμεν εἰς τοὺς πιστωτὰς ἐγγυήσεις πραγματικάς. Ἐὰν πρόκηται νὰ ζητήσωμεν τὴν συνομολόγησιν δανείου 50 ἑκατομυρίων καὶ εἴπωμεν εἰς τοὺς δανειστάς, ὅτι πρόκειται εἰς ἐξασφάλισιν αὐτῶν νὰ προσφέρωμεν τοὺς φόρους ἐπὶ τῶν θεαμάτων καὶ τῶν εἰσιτηρίων καὶ ποσοστόν τι ἐκ τῶν εἰσπράξεων τῶν λιμενικῶν ταμείων, νομίζετε, ὅτι θέλουσιν εὑρεθῇ κεφαλαιοῦχοι προσφέροντες ἐν πεποιθήσει τὰ χρήματά των; Κατ’ ἐμέ, ἤθελεν εἶσθαι προτιμότερον τὸ ταμεῖον τῆς ἐθνικῆς ἀμύνης νὰ ἔχῃ πόρους ἀσφαλεῖς καὶ βεβαίους, νὰ ζητηθῶσι δηλ. οὗτοι ἀπὸ ὑπάρχοντα ἔσοδα, περὶ τοῦ ποσοῦ καὶ τῆς πηγῆς τῶν ὁποίων δὲν ὑπάρχει ὁ ἐλάχιστος ἐνδοιασμός. Ὅπως εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ δανείου 10 ἑκατ. ἡ κυβέρνησις ἐπροτίμησε νὰ παράσχῃ τὴν ἐγγύησιν ἑνὸς τελωνείου τοῦ κράτους, φρονῶ, ὅτι δι’ ἑτέρου τελωνείου ἢ δι’ ἄλλου πόρου τοῦ κράτους δύναται νὰ δοθῇ ἐγγύησις καὶ διὰ τὸ προκείμενον δάνειον, δι’ ἑτέρου δὲ νόμου νὰ ὁρισθῶσιν οἱ φόροι παλαιοί τε καὶ νέοι, οἵτινες δύνανται νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἤτοι εἰς τὴν κάλυψιν οἱουδήποτε ἐλλείμματος προκύψοντος ἐκ τῶν παρασκευῶν, διότι τότε μόνον δύναται νὰ συνομολογηθῇ τὸ δάνειον, συνάμα δὲ εἶναι εὔκολον ἐν τῷ μέλλοντι, ἐάν τις τῶν νέων φόρων ἀποδειχθῇ ἐπαχθής, νὰ καταργηθῇ ἢ μεταβληθῇ, ἐνῷ σήμερον, ὅπως προτείνονται οἱ νέοι φόροι, δὲν δυνάμεθα βραδύτερον νὰ τοὺς μεταῤῥυθμίσωμεν ὡς ἐκ τῶν ὑποχρεώσεων, ἃς ἀπέναντι τῶν τρίτων θέλομεν ἀναλάβει ἐπὶ τῇ ἐγγυήσει αὐτῶν. Καὶ ἐν τῇ σημερινῇ συζητήσει καὶ ἐν τῇ προχθεσινῇ ἡ κυβέρνησις ἀπεδείχθη ἐπιμόνως ζητοῦσα τὴν ἐπιψήφισιν τῶν νομοσχεδίων ὅπως ὑπ’ αὐτῆς ὑπεβλήθησαν. Τοῦτο ἀποθαῤῥύνει πάντας τοὺς φρονοῦντας, ὅτι σκοπὸς τῆς συζητήσεως εἶναι ἡ ἐξεύρεσις τῆς κρείσσονος διεξόδου ἢ ἰδέας πρὸς πραγματοποίησιν τοῦ ἐπιδιωκομένου σκοποῦ. Ἀναγκαῖον κρίνω καὶ ἐγὼ νὰ παρακαλέσω τὴν κυβέρνησιν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ ζητοῦσα τὴν ἐπιψήφισιν τῶν νομοσχεδίων, ὅπως τὰ εἰσήγαγεν, ἀλλὰ νὰ προσέξῃ εἰς τὰς γενομένας ἐπ’ αὐτῶν παρατηρήσεις καὶ ἀποφασίσῃ νὰ μεταβάλῃ τὸ οἰκονομολογικὸν σύστημα, ὅπερ παρεδέχθη ἐπὶ βλάβῃ τοῦ σκοποῦ ὃν ἐπιδιώκει. Οὕτω ἡ ἐν τῇ Βουλῇ συζήτησις θέλει καταδείξει τίνες νέοι φόροι δύνανται καὶ πρέπει νὰ ἐπιψηφισθῶσι, τίνες εἰσὶν αἱ δυναταὶ οἰκονομίαι ἐν ταῖς δαπάναις τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐξεταζομένου συνάμα· οὕτω δὲ θέλομεν φθάσει εἰς τὸν τελικὸν σκοπόν, τοῦ νὰ ὦσι πραγματικαὶ καὶ σπουδαῖαι αἱ προπαρασκευαί, χωρὶς νὰ ἐλαττωθῶσιν αἱ παραγωγικαὶ δυνάμεις τῆς χώρας ἡμῶν.
§106ΛΑΠΑΣ. Ὑποβάλλω τὸν ἀπολογισμὸν τῆς παρελθούσης συνόδου τῆς Βουλῆς.
§107ΤΙΝΕΣ. Νὰ τυπωθῇ. Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 6 παρὰ 20 μ. μ.